ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΤΣΑΡΟΣ ΚΑΤΑ ΣΑΔΔΟΥΚΑΙΩΝ

Ο Μιχάλης Κατσαρός (1919-1998) γεννήθηκε στην Κυπαρισσία. Σε νεαρή ηλικία πήρε μέρος σε αριστερές πολιτικές οργανώσεις και κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση. Το 1945 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και έζησε για πολλά χρόνια σε δύσκολες συνθήκες, ασκώντας διάφορα βιοποριστικά επαγγέλματα, όπως ταμίας σε εμπορικό κατάστημα, δημοσιογράφος στον παράνομο Τύπο και υπάλληλος στη ραδιοφωνία. Συνεργάστηκε με τα περιοδικά “Θεμέλιο” (1947), “Ποιητική Τέχνη”, “Τα Νέα Ελληνικά”, “Αθηναϊκά Γράμματα” και “Στόχος” (1950) και το 1975 εξέδωσε το περιοδικό “Σύστημα”, όπου δημοσίευε κυρίως δικά του κείμενα. Η πρώτη του εμφάνιση στη λογοτεχνία σημειώθηκε το 1946, με τη δημοσίευση του ποιήματος “Το Μπαρμπερίνικο καράβι” στο περιοδικό “Ελεύθερα Γράμματα”. Tον ίδιο χρόνο δημοσίευσε σε ελεύθερο στίχο το ποίημα “Βγενιώ” στο ίδιο περιοδικό. Το 1949 εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο “Μεσολόγγι”. Παντρεύτηκε τη ζωγράφο Κούλα Μαραγκοπούλου.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Ποιητικά βιβλία
Μεσολόγγι, 1949
Κατά Σαδδουκαίων, 1953
Οροπέδιο, 1956
Σύγγραμμα, 1975
Πρόβα και ωδές, 1975
Ενδύματα, 1977)
Αλφαβητάριο – ποιήματα Α-Ω, 1978
Ονόματα, 1980
3Μ+3Μ=6Μ, 1981
4 μαζινό, 1982
Μείον ωά, 1985
Ο πατέρας του ποιητή, 1987
Κορέκτ, φόβος του ποιητή, 1996
Εννέα το επτά, 1997

Δοκίμια
Πας-Λακίς Michelet, 1973
Το χρονικό του Μορέως 1974
Σύγχρονες μπροσούρες, 1977-78
Δέκα άρθρα ελεύθερων κομμουναρίων, 1978
Αυτοκρατορική πραγματικότητα, 1995
Το κράτος εργοδότης, 1996

Μυθιστορήμα
Οι συλλέκται της Μονόχρα, 1980

.

.

ΚΑΤΑ ΣΑΔΔΟΥΚΑΙΩΝ  (1953)

ΚΑΤΑ ΣΑΔΔ0ΥΚΑΙΩΝ

Πλήθος Σαδδουκαίων
Ρωμαίων υπαλλήλων
μάντεις και αστρονόμοι
(κάποιος Βαλβίλος εξ Εφέσου)
περιστοιχίζουν τον Αυτοκράτορα.
Κραυγές απ’ τον προνάρθηκα του Ναού.
Απ’ τη φατρία των Εβιονιτών κραυγές:
Ο ψευδο-Μάρκελος να παριστάνει το Χριστό.
Διδάσκετε την επανάστασιν κατά του πρίγκιπος
Οι Χριστιανοί νάχουνε δούλους Χριστιανούς.
Η αριστοκρατία τον Ναού να εκλείψει.
Εγώ απέναντι σας ένας μάρτυρας
η θέλησή μου που καταπατήθηκε
τόσους αιώνες.
Τους ύπατους εγώ ανάδειξα στις συνελεύσεις
κι αυτοί κληρονομήσανε τα δικαιώματα
φορέσαν πορφυρούν ατίθασον ένδυμα
σανδάλια μεταξωτά ή πανοπλία
εξακοντίζουν τα βέλη τους εναντίον μου —
η θέλησή μου που καταπατήθηκε
τόσους αιώνες.
Τους άλλους απ’ την πέτρα και το τείχος μου
καθώς νερό πηγής τους είχα φέρει
η θρησκεία τους μυστηριώδης δεισιδαιμονία
τ’ άλογά τους απ’ τον κάμπο μου-
δε μου επέτρεψαν να δω τον Αυτοκράτορα
τους ύπατους δεν άφηναν να πλησιάσω
σε μυστικά συμπόσια και ένδοξα
τη θέλησή μου την καταπατήσανε
τόσους αιώνες.
Τώρα κι εγώ υποψιάζομαι
όλο το πλήθος των αυλοκολάκων
όλους τους ταπεινούς γραμματικούς
τους βραβευμένους με χρυσά παράσημα
λεγεωνάριους και στρατηλάτες
υποψιάζομαι τις αυλητρίδες τη γιορτή
όλους τους λόγους και προπόσεις
αυτούς που παριστάνουνε τους εθνικούς
τον πορφυρούν χιτώνα του πρίγκιπος
τους συμβουλάτορες και τους αιρετικούς
υποψιάζομαι συνωμοσία
νύκτα θα ρεύσει πολύ αίμα
νύχτα θα εγκαταστήσουν τη βασιλεία τους
νέοι πρίγκιπες με νέους στεφάνους
οι πονηροί ρωμαίοι υπάλληλοι του
   του αυτοκράτορος
τοιμάζουνε κρυφά να παραδώσουν
να παραδώσουν τα κλειδιά και την
   υπόκλισή τους.
Εγώ πάλι μέσα στο πλήθος διακλαδίζομαι
η θέλησή μου διακλαδίζεται μέσα στο πλήθος
μαζεύω τους σκόρπιους σπόρους μου
για την καινούρια μακρινή μου ανάσταση
   μαζεύω.

ΒΗΣΙΓΟΤΘΟΙ

Άξαφνα, τη πόρτα μας  άνοιξε.
Πρώτος κατέβαινε ο αυτοκράτορας
με καινούρια στολή
ο νέος αρχιεπίσκοπος
ο υπουργός παιδείας και θρησκευμάτων
(η εργάτρια Ντούμπιοβα παρήγαγε
δεκαπέντε χιλιάδες ποτήρια)
ο στρατάρχης ήρωας της μάχης Σαρώ
πιο πίσω οι αυλοκόλακες
οι υπάλληλοι όλοι με τας συζύγους των
ο πρόεδρος του ανωτάτου δικαστηρίου
στο τέλος ένα παιδί που είταν ο γελωτοποιός.
Εγώ αντιπροσώπευα τα στρατεύματα της Κορέας
των Γάλλων πατριωτών
των Ισπανών εξόριστων
την παυμένη εφημερίδα «Ελεύθερη Γνώμη»
την άλλη που έμεινε μόνον ο τίτλος της.
Οι ποιητές κρατώντας τα λάβαρα
έγραφαν ύμνους
κρατούσαν την αναπνοή μπροστά στους
επισήμους
χειροκροτούσαν ακατάπαυστα όλους
τους ρήτορες.
Τώρα το πώς εγίνηκε το απαίσιο πλήθος
να στριμώχνεται πάλι στα κάγκελα
το πώς εγίνηκε
το συνδικάτο των οικοδόμων να στέλνει
ομόφωνα ψηφίσματα
να στρώνει χαλιά γι’ αυτή την παρέλαση
μην το ρωτήσετε.
Φταίει αυτός που είτανε δίπλα μου
όπου στην κρίσιμη ώρα σ’ αυτή τη σιωπή
εψιθύρισε:
Η μύτη της κυρίας Δημάρχου θυμίζει
τη γεωγραφία.
Το τι επακολούθησε δεν περιγράφεται.
Διαδόθηκε μέσα στο αδιάφορο πλήθος η φήμη
οι υπουργοί θορυβήθησαν
ο πυγμάχος που έγινε χωροφύλακας έλαβε θέση
στους διπλανούς διαδρόμους οι πυροσβέστες
πλησίασαν
ο πρόεδρος χτυπούσε μέσα στην αίθουσα
τον κώδωνα
σβηστήκαν τα κεριά του ναού
και κει στη μεγάλη τους σύγχυση τα κατάφερα
μ’ ένα μικρό βηματάκι άξαφνα να βρεθώ
να θαυμάζω το θέαμα.
Όταν τα φώτα ξανάναψαν
η χάλκινη πόρτα αμίλητη έκλεισε όπως φαίνεται
και δίπλα μου οι γυναίκες ξεφώνιζαν
τραβούσαν τα μαλλιά τους τσιρίζοντας
όχι γιατί δεν πρόλαβαν την παρέλαση
όλων των επισήμων
αλλά που χάσανε μέσα στο σκότος
τους άντρες τους.
Οι πάροδοι που οδηγούσαν προς τις εξέδρες
στις πόρτες των ναών και των φυλάκων
στους διαδρόμους των εξοχών
στα δημόσια πάρκα
στα κρατικά εκπαιδευτήρια
στη δουλειά με το κομμάτι
στην ποινή του θανάτου
παντού παντού παντού
ως και σε μένα τον αδιάφορο
είχανε εισχωρήσει σα μυστικοί χωροφύλακες
οι Βησιγότθοι.
Μη σκεφτείς άσχημα για τους Βησιγότθους
είναι κάτι ακίνητα μαζεμένα υποκείμενα
που παριστάνουν τους επιδρομείς.
Πάντως θα καταλάβατε τον αρχαίο ναό
τι αντιπροσώπευε ο γελωτοποιός
τι αντιπροσώπευα εγώ ο γελοίος
ποιοι οι Βησιγότθοι οι αρχιεπίσκοποι
κι ο ένδοξος αυτοκράτορας.
Υπάρχουνε προϋποθέσεις
για μια καινούρια άνοιξη.

ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΩΡΑ

Αυτή την ώρα υποψιάζομαι
τις επερχόμενες γενιές πάνω σε ατίθασα άλογα
   να με λυπούνται.
Αυτή την ώρα της ανόδου μου
εγώ μαζί με το Βλαδίμηρο
να κατατάσσομαι σε μια σειρά των χρεογράφων
οι άλλοι περίλυποι να κρύβουν τα πρόσωπα
να τρέχουν με δερμάτινες στολές στα υπόστεγα
   μήπως βραχούνε
αυτή την ώρα εγώ πανύψηλος
   με μπλε ρεπούμπλικο
να κεραυνώνω τα πλήθη —
κάτω οι πρόσφυγες καταστροφών συνωμοτούν
   αντίθετα
ανεβαίνουν πάνω σε ψηλά σκαμνιά
βγάζουνε λόγους
εκλέγουν τον πρόεδρο
εκλέγουν τους σύνεδρους
μετά τους πολεμούν ζητάν τα δικαιώματα
αυτοί αμύνονται με χωροφύλακες
εγώ υποφέρω
στο τέλος υποκρίνομαι τον άθεο
παρατάσσω τους πρίγκιπες με τη βασίλισσα
(φοβούνται)
ανέβηκαν στα κιγκλιδώματα να δουν το θέαμα
(τα χάνουν)
ακούν το κρύο βάδισμα μπροστά στους
   φυλακάτορες
κι έντρομοι καταφεύγουν και περίλυποι
   για τις ταβέρνες.
Κι άξαφνα εκεί μπροστά μας
σαν σίφουνας ένα ξανθό παιδί να ξεχωρίζει
μόνο
να παρασύρεται με την ορμή
να ξαναβγαίνει
αλλιώτικο μ’ άλλη βουή
πάλι να ξαναχάνεται
να ξαναβγαίνει
να πλησιάζει τα εδώλια με φρέσκο δυναμίτη
οι άλλοι να τα χάνουνε κι εγώ να τρέμω
μήπως ακούσω τίποτα απ’ το στόμα του
που καρτερώ
μήπως μιλήσει.
(αυτούς που τους παράταξα τους ξαναπαίρνω)
Στο τέλος όλοι είδαν το θέαμα:
Πάνω σε μια τεράστια φωτιά δεμένον
ενώ γύρω σε μυστική λιτανεία ορχούνται
επίσημα πάλι πρόσωπα:
Ο κύριος και η κυρία προέδρου
ο μόνιμος ανταποκριτής του Νότου
ο υπουργός βαριάς βιομηχανίας
ο αρχισυντάκτης της κρατικής εφημερίδας
ο ανώτατος δικαστής μετά των τέκνων του
ένα άγνωστο πρόσωπο που κάποια γυναίκα από
το πλήθος ψιθύρισε: ο χωροφύλακας
° αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων
ποιητές λόγιοι επιστήμονες ιστορικοί
ένας τυφλός με γυάλινο πρόσωπο
πολλοί υπάλληλοι στα παρακάτω καθίσματα
στο τέλος οι πονηροί αυλοκόλακες
που τρομοκρατήθηκαν από το θέαμα.
Εγώ είχα χαθεί μέσα στο ταραγμένο πλήθος
μόνος μου
σαν νάμουνα η φωνή του.

ΣΥΝΩΜΟΣΙΑ

Τα υφάσματα μεταξωτά στα στήθη του πρίγκιπος
τα ξίφη χρυσά φλέγόμενα
η σεβάσμια ομήγυρις των παλατιανών
οι πράσινοι ταφτάδες της ακολουθίας
ένα παράθυρο μ’ ένα παιδί περίλυπο
μετά ανοίγουν τη σιδερόπορτα
εξαφανίζονται
η ουρά του φορέματος της μυλαίδης
κάπου εσκάλωσε
ανοίγει τα μάτια της έντρομα
ξαναπαίρνει το ύφος της και προχωρεί
εγώ με το ξίφος μου πίσω σε μια κουρτίνα
να προετοιμάζω τη φοβερή μου συνωμοσία.
Παράταξα όλους τους έμπιστους
σε επίκαιρες θέσεις
υποψιάζομαι το δεύτερο πλοίαρχο
σκοπεύει να πουλήσει το βασίλειο
στον αυτοκράτορα
τούβαλα μυστικούς πράκτορες
να μάθουν τις διαθέσεις του
μετά οι μαντατοφόροι μου συνελήφθησαν
ο καιρός μάς αρνήθηκε
μπαίνει στη μέση αυτός ο ογκώδης πόλισμαν
και οδηγεί στην ασφάλεια τη γυναίκα που δούλευε
δεν υποκρίνομαι
δειλιάζω και ντύνομαι θυρωρός σε κάποιο
πανδοχείο
δίπλα μου οι γυναίκες καπνίζοντας
οι νυσταλέοι φύλακες κι η γκαρσονιέρα
που δέχτηκε επίσημα πρόσωπα
όπως τον καιρό των πριγκίπων
που από την πόρτα του κήπου το έσκαζαν
απ’ την επίβλεψη της παραμάνας.
Εντρομοι οδηγήθηκαν στα υπόγεια κρατητήρια
η τροτέζα που μέθαγε
η κλέπτρα των καμπαρέ
ο πωλητής ναρκωτικών κι ένας χιλιαστής
ο υπεύθυνος έλειπε
τοίμαζε στην ακρογιαλιά τη δουκική φρεγάδα
φιλοδώρησε τους σκοπούς με χρυσάφι
ένα γερό άλογο τον οδήγησε
σε κρυφή προκυμαία.
Κι έτσι από τότε πίσω απ’ αυτή την κουρτίνα
παρακολουθώ τη σταθερή τους παρέλαση
λογχίζω τα πλήθη κι ωρύονται
μετά μέσα στη νύχτα ανάβουν προβολείς
σβήνουν απότομα
βλέπεις τα χέρια τους άδεια κι απαρηγόρητα
εγώ μεταμορφώθηκα σε χωρικό
μετά σε μεταλλωρύχο
αγωνιζόμουν να φτάσω τον πρόεδρο
πούλαγα τους παλιούς συντρόφους μου
σαν πούλαγα πραμάτειες σε καλές τιμές
ώσπου μια μέρα με κατάλαβαν
μου πήραν το χρυσό λάβαρο και το ξέσκισαν
θυμήθηκαν την πρώτη συνωμοσία.
Απότομα η τροχιά μου πού άλλαξε.
Κει που δεν το περίμενα
πάνω στο παλιό το λιθόστρωτο
κάτω ακριβώς από τ’ ανάκτορα
το πλήθος ζητάει το όραμα.
Αδικα λένε με κακοποίησαν
εμένα τον ήρωα και τον καταλυτή
εμένα τον πρίγκιπα.
Τότε αφού γκρέμισαν τα πρώτα παλάτια τους
ντύθηκα τη στολή του αυτοκράτορα
την πράσινη μεταξωτή στολή με τους ταφτάδες
γρήγορα την εφάρμοσαν στο σώμα μου
άλλαξαν όλα τα διατάγματα
όλους τους προέδρους των συνδικάτων
τους έμπιστους τους είχα ακολουθία μου
ο πλοίαρχος σαπίζει μες στις φυλακές
όρισα τον επίσημο διάδοχό μου
κι εξακολούθησα με μουσικές και μ’ εμβατήρια
τη φοβερή παρέλαση μέσα στους δρόμους.

Ο ΔΟΥΛΟΣ

Ο Δούλος που δραπέτευσε
έλεγε προσευχές στους φιλήσυχους πολίτες
γονατίζοντας σε λιγδωμένα προσκέφαλα.
Εγώ δεν ήλπιζα πως μπορεί να σωθεί.
Οι χωροφύλακες έχουν γερή όραση —
δε διαλύονται με αυταπάτες και ψυχοσάββατα.
Τώρα αυτός που επέμενε να ρωτάει
φαίνεται θάταν αποφασισμένος για θάνατο
ή θάταν κρυφός κατάσκοπος που δε φοβάται.
Εγώ πάντως
εξακολουθούσα να βλέπω τον επερχόμενο
   μεσαίωνα
με φάλαγγες πιστών
με αργυρά δισκοπότηρα αφρίζοντα αίμα
με σημαιοστολισμούς και παρελάσεις
με ραβδούχους καλοθρεμμένους καλόγερους
εικόνες από παλιές εκστρατείες,
και τυφεκισμούς
ήρωες με αυστηρά βλέμματα
Άμες δε γ’εσόμεθα
πληρωμένη εκπαίδευση
θεός αγέρας τα στοιχεία της φύσεως
κλειδωμένα στην εποχή σε χάλκινα
θησαυροφυλάκια.
Αν άξαφνα σας γεννηθεί το ερώτημα
πώς τα κατάφερε αυτός ο θνητός
μέσα σ’ αυτό το βαρύγδουπο διαπασών των ύμνων
να δραπετεύσει με αληθινό λαμπερόν ήλιο
με αληθινές εξαρτήσεις του βίου —
αν δεν μπορείτε να καταλάβετε
τι τον οδήγησε σ’ αυτό το τελευταίο διάβημα
πού βρήκε την έξοδο αφού γύρω είταν μπετόν
αφού γύρω τραγούδαγε η φοιτήτρια
ένα τραγούδι ιστορικό παλιών ηρώων
τότε
δε θάχετε δει κάτι κρυφές μικρές πόρτες
όμως ολοφάνερες στα μάτια των ειδικών
δε θάχετε δει το ραγισμένο τοίχο
όπου βλασταίνουν κάτι φυτά
πάνω σ’ ασβέστη κίτρινο απ’ την πολυκαιρία.
Το ζήτημα πια έχει τεθεί:
Η θα εξακολουθούμε να γονατίζουμε
όπως αυτός ο δραπέτης
ή θα σηκώσουμε άλλον πύργο ατίθασο
απέναντι τους.

ΤΟ ΣΧΗΜΑ MOΥ

Θα προσπαθήσω να δώσω το σχήμα μου
όπως συντρίβεται σε δυο λιθάρια
θα σκεφτώ
θα είμαι υπόχρεος απέναντι σου
θα στήσω τη φοβερή ομπρέλα μου
με τις μπαλένες απ’ το πρόσωπό μου
μαύρη υγρή ακατανόητη
απ’ τον καιρό που είτανε ασπίδα
που είτανε ταπεινό κυκλάμινο
και μια ρομφαία.
Θέλω να μιλήσω απλά για την αγάπη
των ανθρώπων
και παρεμβαίνουν οι θύελλες
παρεμβαίνει το πλήθος
το στήθος μου
το τρομερό ηφαίστειο που λειτουργεί
κάτω από πέτρες.
Τα φριχτά ερωτήματα παραμένουν επίμονα
μαύρα υγρά ακατανόητα
παραμένουν επίσημα
σαν σαρτεβάλια.
Όσο απ’ τις μικρές καλύβες να γελούν
όσο οι χωρικοί να μπαίνουν στα εργοστάσια
ο πύργος μας καίγεται
θ’ αφήσουν εποχή οι ένδοξες μέρες
όλα τ’ απόκρυφα χειρόγραφα θα επιστραφούν
από σοφούς και μάντεις.
Μετά το θέμα μας χάθηκε.
Δεν έχομε τίποτα να σας πούμε
έτσι που όλα προδοθήκανε
έτσι που όλα λύσαν τους αρμούς
από πίστη σε πίστη
από υπόγειο σε υπόγειο
από πρόσωπο σε πρόσωπο
δεν έχομε τίποτα να σας πούμε.
Βαθιά στις ρίζες του δέντρου σας
μαζί με τους τυφλοπόντικους
μαζί με τους καταποντισμένους πίθηκους
σε σκοτεινούς υποχθόνιους κρότους
ασθμαίνοντας μετατοπίζομαι
—ανακατωμένοι οι βρόγχοι—
βαθιά στα ξερά λιβάδια σας πέφτει καινούρια
αθόρυβη βροχή
όπου συντρίβει
όπου ανθίζει τα χέρια μας απ’ τις δικές σας
πληγές
όπου γεμίζουν τ’ άδεια μας σταμνιά κερί και μέλι.
Κάποτε θ’ ανεβούμε καθώς προζύμι
ο σιδερένιος κλοιός θα ραγιστεί
τα όρη σας όπως πυκνά σύννεφα θα χωριστούν
οι κόσμοι θα τρίξουν
στις έντρομες αίθουσες οι ρήτορες θα σωπάσουν
και θ’ ακουστεί η φωνή μου:
«Οι νέοι πρίγκιπες με σάλπιγγες και νέες στολές
οι νέοι συμβουλάτορες οι νέοι παπάδες
οι πρόεδροι και τα συμβούλια και οι επιτροπές
όλοι οι μάγοι προφεσόροι…»
Περιμένετε αυτή τη φωνή.
Έτσι θ’ αρχίζει.

ΛΑΒΔΑΚΙΔΑΙ

Γεννιούνται και έρχονται,
γεμίζουν τα θεάματα
οι ιππόδρομοι αλαλάζουν —
δεν θα τους ανεχτώ σήμερα έτοιμους με το
ύφος τους
βουίζοντας διηγώντας φτύνοντας
δεν με αντιλαμβάνονται με το μαύρο μου ένδυμα
έτοιμοι να κατέβουν τις κλίμακες
να διαπεράσουν μέσα στις αρτηρίες μου
σμύρναν και λίβανον
οργή και μίσος
άρτον και θεάματα.
Θα σας συναντήσω —μην επιμένετε—
κάτω στον πιο μεγάλο υπόνομο
με τα φανάρια σας μες στα νερά
υπαίτιους και αθώους —
θα σας συναντήσω έναν έναν ξεχωριστά
χωρίς άνεμο και βροχή
ζητώντας τις νύχτες βοήθεια.
Ωστόσο να υποκρίνεσθε άδοξοι
να επιστρέφετε στις εννιά
να τετραγωνίζεσθε
να κλείνετε τα παράθυρα
να μην ελπίζετε πως θα σωθείτε.
Η μικρή έτρεχε μαζεύοντας τα λουλούδια
κι άξαφνα το καπέλο της μες στα νερά.
Δύο μετά μεσημβρίαν η συνάντησις.
Όχι επιμένω να φύγουμε.
Σας παίρνω λοιπόν όλους υπό την προστασία μου
διευθυντές κλητήρες υποδηματοποιούς ταραξίες
γκαρσόνια σε εστιατόρια πλύστρες και πόρνες
μαγαζάτορες φοιτητές αντίθετους και ρουφιάνους—
σας παίρνω στο χαλασμένο άρμα μου
με τ’ ανάπηρο άλογό μου—
ανακηρύσσομαι ρήτορας κι άλλα σπουδαία
ανεβαίνω σε ξύλινα βάθρα κι αναφωνώ
τον τραγικό μου λόγο:
«Θάνατος στο γένος των Λαβδακιδών!»

ΜΕΡΕΣ 1953

Σκεφτείτε τη θέση της Κυβερνήσεως
μετά την δολοφονία των ποιητών
εμένα σκεφτείτε ανεβαίνοντας το φλογερό δρόμο
που άλλοτε ακούγονταν κλαγγές όπλων
φοιτητών
τώρα έρημο πάρκο.
Σκεφτείτε τη θέση των ποιητών
μετά την εγκαθίδρυση των κυβερνήσεων
μετά τη διαταγή παύσατε πυρ υμνήσατε τους
άρχοντας
σκεφτείτε και μένα.
Μέσα στο ήρεμο πλήθος υψώνομαι
με κοιτάζουν παράξενα
μέσα στη νέα βουή δεν ακούγομαι
πέφτω και φεύγω.
Γιεσένιν— Μαγιακόφσκι αδελφοί που τερματίσατε
δεν αγαπήσατε τα ήρεμα βράδια τον καφέ
τις συζητήσεις
δεν είχατε σε ποιον να επιτεθείτε.
Τώρα κυριαρχεί η χαμηλή φωνή
κάποιου εγκάρδιου Ναζίμ
που μας καλεί για ειρήνη
τώρα χτυπάν στα πάρκα τραγούδια των σκλάβων.
Ξαφνιάζονται οι άνθρωποι σαν ακουστεί
το Εμπρός επαναστάτες
ξαφνιάζονται σαν ακουστεί Ελευθερία.
Πάψε τους ύμνους σου αστέ ποιητή έλληνα
Λειβαδίτη
για έρωτες σπίτια και ηρεμία
όσο ανθρώπινα κι αν είναι.
Αύριο θ’ αναγκαστείς να φωνάζεις
όπως άλλοτε μαζί μου Θάνατος στους τυράννους.
Αύριο που η ζωή θα μας σφίγγει
θα βγεις με την κορούλα σου στους δρόμους
γεμάτος απορία μέσα στις φλόγες
και δε θ’ αναγνωρίζεις τίποτα.
Έλα μαζί μου.
Μίλα για μια τεράστια σύγκρουση της εργατιάς
μ’ αρχόντους
ατσάλωνε την τόση θέλησή της
πάψε τους θρήνους σου.
Εγώ με τη φωτιά του 17 προχωράω αντίθετα
από τα συνέδρια τις συσκέψεις
αντίθετα από τις μυστικές αστυνομίες
από τους υπουργούς τις δεξιώσεις
αντίθετα στον πόλεμο.
Κανένας πια δεν έμεινε ποιητής.
Έτσι μονάχος ανοίγω το δρόμο.

ΘΑ ΣΑΣ ΠΕΡΙΜΕΝΩ

Θα σας περιμένω μέχρι τα φοβερά μεσάνυχτα
   αδιάφορος —
Δεν έχω πια τι άλλο να πιστοποιήσω.
Οι φύλακες κακεντρεχείς παραμονεύουν το
   τέλος μου
ανάμεσα σε θρυμματισμένα πουκάμισα και
   λεγεώνες.
Θα περιμένω τη νύχτα σας αδιάφορος
χαμογελώντας με ψυχρότητα για τις ένδοξες μέρες.
Πίσω από το χάρτινο κήπο σας
πίσω από το χάρτινο πρόσωπό σας
εγώ θα ξαφνιάζω τα πλήθη
ο άνεμος ο δικός μου
μάταιοι θόρυβοι και τυμπανοκρουσίες επίσημες
   μάταιοι λόγοι.
Μην αμελήσετε.
Πάρτε μαζί σας νερό.
Το μέλλον μας έχει πολλή ξηρασία.

ΘΑ ΣΑΣ ΑΦΗΣΩ

Θα σας αφήσω όλους σας να ωρύεσθε
ή ν’ ακουμπάτε ήρεμοι το κεφάλι σας στο
   παράθυρο —
θα σας αφήσω να πιέζεστε στα σκαλιά
   κι άξαφνα κει να μαρμαρώνετε
ανίδεοι για τις πράξεις σας —
θα σας αφήσω να τρέχετε.
Εγώ ανάμεσα σε ξερά δέντρα και τάφους
με τη σημαία μου ένα κουρέλι
με άνεμο και χωρίς άνεμο
ανάμεσα στο αβέβαιο πλήθος σας
θα περιφέρομαι μόνος —
ένας φλογερός πρίγκιπας – μάγος.
Η ώρα πλησίασε. Θα γκρεμιστούν οι ναοί.
Δεν υπάρχει φωτιά στην καρδιά σας.
Εγώ
ένδοξος
γράφω
σ’ όλα τα όνειρά σας:
Ελευθερία.

Η ΔΙΑΘΗΚΗ MOΥ*

Αντισταθείτε
σ’ αυτόν που χτίζει ένα μικρό σπιτάκι
και λέει: καλά είμαι εδώ.
Αντισταθείτε σ’ αυτόν που γύρισε πάλι στο σπίτι
και λέει: Δόξα σοι ο Θεός.
Αντισταθείτε
στον περσικό τάπητα των πολυκατοικιών
στον κοντό άνθρωπο του γραφείου
στην εταιρεία εισαγωγαί-εξαγωγαί
στην κρατική εκπαίδευση
στο φόρο
σε μένα ακόμα που σας ιστορώ.
Αντισταθείτε
σ’ αυτόν που χαιρετάει απ’ την εξέδρα ώρες
ατέλειωτες τις παρελάσεις
σ’ αυτή την άγονη κυρία που μοιράζει
έντυπα αγίων λίβανον και σμύρναν
σε μένα ακόμα που σας ιστορώ.
Αντισταθείτε πάλι σ’ όλους αυτούς που λέγονται
μεγάλοι
στον πρόεδρο του Εφετείου αντισταθείτε
στις μουσικές τα τούμπανα και τις παράτες
σ’ όλα τ’ ανώτερα συνέδρια που φλυαρούνε
πίνουν καφέδες σύνεδροι συμβουλατόροι
σ’ όλους που γράφουν λόγους για την εποχή
δίπλα στη χειμωνιάτικη θερμάστρα
στις κολακείες τις ευχές τις τόσες υποκλίσεις
από γραφιάδες και δειλούς για το σοφό
αρχηγό τους.
Αντισταθείτε στις υπηρεσίες των αλλοδαπών
και διαβατηρίων
στις φοβερές σημαίες των κρατών και τη
διπλωματία
στα εργοστάσια πολεμικών υλών
σ’ αυτούς που λένε λυρισμό τα ωραία λόγια
στα θούρια
στα γλυκερά τραγούδια με τους θρήνους
στους θεατές
στον άνεμο
σ’ όλους τους αδιάφορους και τους σοφούς
στους άλλους που κάνουνε το φίλο σας
ως και σε μένα, σε μένα ακόμα που σας ιστορώ
αντισταθείτε.
Τότε μπορεί βέβαιοι να περάσουμε προς την
Ελευθερία.
* Το ποίημα αυτό δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Δημοκρατικός Τύπος, λογοκριμένο από προοδευτικό διανοούμενο. Αναγκάστηκα να διαμαρτυρηθώ στο επόμενο φύλλο της ίδιας εφημερίδας με το Υστερόγραφο.
ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ
Η διαθήκη μου πριν διαβαστεί
—καθώς διαβάστηκε—
ήταν ένα ζεστό άλογο ακέραιο.
Πριν διαβαστεί
όχι οι κληρονόμοι που περίμεναν
αλλά σφετεριστές καταπατήσαν τα χωράφια.
Η διαθήκη μου για σένα και για σε
χρόνια καταχωνιάστηκε στα χρονοντούλαπα
από γραφιάδες πονηρούς συμβολαιογράφους.
Αλλάξανε φράσεις σημαντικές
ώρες σκυμμένοι πάνω της με τρόμο
εξαφανίσανε τα μέρη με τους ποταμούς
τη νέα βουή στα δάση
τον άνεμο τον σκότωσαν —
τώρα καταλαβαίνω πια τι έχασα
ποιος είναι αυτός που πνίγει.
Και συ λοιπόν
στέκεσαι έτσι βουβός με τόσες παραιτήσεις
από φωνή
από τροφή
από άλογο
από σπίτι
στέκεις απαίσια βουβός σαν πεθαμένος:
Ελευθερία ανάπηρη πάλι σου τάζουν.

.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *