ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΓΓΕΛΗΣ

Ο Δημήτρης Αγγελής γεννήθηκε στην Αθήνα το 1973. Ποιητής και δοκιμιογράφος, είναι διδάκτωρ φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, διευθυντής του περιοδικού Φρέαρ και συνδιευθυντής της ετήσιας έκδοσης χριστιανικού διαλόγου και πολιτισμού Ανθίβολα. Έχει εκδώσει οκτώ ποιητικές συλλογές, δοκίμια, μελέτες και διηγήματα. Έχει τιμηθεί με το βραβείο Λάμπρου Πορφύρα της Ακαδημίας Αθηνών για την ποιητική του συλλογή Επέτειος, με το βραβείο μετάφρασης του Ιδρύματος Corda, με κρατικό βραβείο ποίησης για την ποιητική του συλλογή Ένα ελάφι δακρύζει πάνω στο κρεβάτι μου και με το βραβείο Μάκης Λαχανάς για το σύνολο του έργου του. Στα ισπανικά έχουν κυκλοφορήσει τα βιβλία του Aniversario και Si fuera tu noche
(ανθολογία ποιημάτων). Έχει διατελέσει πρόεδρος του Κύκλου Ποιητών και διευθυντής του Διεθνούς Φεστιβάλ Ποίησης Αθηνών.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

ΠΟΙΗΣΗ

Φιλομήλα, 1998
Ένας ακόμη θάνατος, 2000
Μυθικά νερά, 2003
Επέτειος, 2008, Βραβείο Λ. Πορφύρα τής Ακαδημίας Αθηνών
Επαληθεύοντας τη νύχτα, 2011
Ένα ελάφι δακρύζει πάνω στο κρεβάτι μου, (ΠΟΛΙΣ 2015) Κρατικό βραβείο ποίησης
Σχεδόν βιβλικά (ΠΟΛΙΣ 2017)
Πάντα βρέχει στο κεφάλι του σκύλου (ΠΟΛΙΣ 2022)

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

Τελευταίο καλοκαίρι, 2002 (διηγήματα)

ΠΑΙΔΙΚΑ ΒΙΒΛΙΑ

Το μπαλόνι της Ζένιας, 2019 (παραμύθι)

ΜΕΛΕΤΕΣ – ΔΟΚΙΜΙΑ – ΔΙΑΛΕΞΕΙΣ

Για τη συγγραφή, 1998 (δοκίμιο)
Αισθητική Βυζαντινή: Η έννοια του κάλλους στον Μ. Βασίλειο, 2004 (μελέτη)
Ιδεολογικά ρεύματα τής “Ύστερης Αρχαιότητας,  2005 (μελέτη)
Στις πηγές τής βυζαντινής φιλοσοφίας: Η έννοια τής φιλοσοφίας στους Έλληνες απολογητές, 2007 (μελέτη)
Με το περίστροφο του Μαγιακόφσκι: Μια συζήτηση για την ποίηση, 2010
(Με τους Δημήτρη Ελευθεράκη και Σταμάτη Πολενάκη)
Καρφιά στο σώμα: Τέσσερα κείμενα στην κόψη λογοτεχνίας και θεολογίας, 2021 (μελέτες)

.

.

ΠΑΝΤΑ ΒΡΕΧΕΙ ΣΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΤΟΥ ΣΚΥΛΟΥ (2022)

ΑΝ ΗΜΟΥΝ Η ΝΥΧΤΑ ΣΟΥ
ΠΑΡΙΣΙ-ΑΘΗΝΑ

Όλη τη νύχτα τα μαλλιά σου πάνω στο μαξιλάρι δεν
μ’ άφηναν να κοιμηθώ

Μέσα τους κρυβόταν μια ολόκληρη χώρα
ένας μόνιμος βόμβος ηχούσε απ’ το φτερούγισμα
χιλιάδων κολιμπρί

Κι άναβαν σαν σπίρτα τα κίτρινα όνειρα που βλέπουν
οι πεταλούδες της Ρόδου τον Σεπτέμβριο.

Κοντά στον φεγγίτη του λαιμού έπινε με θόρυβο νερό
ένας πορτοκαλής σκύλος, το κυπαρίσσι παραδίπλα
αναβόσβηνε

Ακούγονταν κι οι πλεκτομηχανές που τα μαλλιά σου ηλέκτριζαν
μαζί με τα παραμιλητά ενός
που κυνηγούσε το φεγγαρόφωτο
για ν’ ανάψει ένα κερί

νομίζω επίσης πως φώναζε διαρκώς ένα όνομα
σα να προσπαθούσε να χώσει ένα κουτάλι με υδράργυρο
στο στόμα της νύχτας

χθες βράδυ που εσύ
κοιμόσουν αμέριμνη στο Παρίσι
κι εγώ στην Αθήνα.

ΑΝ ΗΜΟΥΝ Η ΝΥΧΤΑ ΣΟΥ

Αν ήμουν η νύχτα σου
τα χνότα σου ντυμένος, τα λέπια σου
αν ήμουν η τέντα τού Χάρου στην έρημη ύπαιθρο
-αλλιώς: το μεσοφόρι σου κρεμασμένο στου τοίχου το καρφί
πού σπαρταρά στ’ αεράκι ανυπόληπτο

αν ήμουν έστω ο χάρτης της μεταμεσονύχτιας πόλης
που χτίστηκε απόψε στις οχτώ επάνω στους λόφους σου
η πανωλεθρία σου όταν το σώμα, ο κύκνειος λαιμός,
το χιόνι τού μπράτσου σου

που το λέρωσαν οι ποιμένες τα περασμένα Χριστούγεννα
εκλιπαρώντας τη νύχτα σου -εγώ
δεν ήμουν, ποτέ δεν θα γίνω η νύχτα σου

ένα υπέρλαμπρο ναυάγιο είμαι μες στην ομίχλη
ο μετανάστης που ξεβράστηκε το ξημέρωμα σε μιαν
άγνωστη χώρα.

ΟΙ ΚΑΘ’ ΗΜΕΡΑΝ ΛΥΠΕΣ
ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ ΞΗΜΕΡΩΣΕΙ

Θα σου αγοράσω καινούργιο κεφάλι να το φοράς τις Κυριακές
να μη βλέπουν όλοι ελάφια και σεληνακάτους στο διάβα σου,
τον επαναστατημένο ποιητή, πρωτοξάδελφο του Μαγιακόφσκι
να μη βλέπουν πως παραλίγο να σου πάρουν το σπίτι και τα παιδιά
πως τα έχασες όλα κι έμεινες με μια πράσινη βαλίτσα στον δρόμο

αυτά και άλλα πολλά μου έλεγε καθώς περπατούσαμε από την προκυμαία
ως το παγκάκι με τα τρία κυπαρίσσια και πίσω
είχε έναν παγωμένο βοριά, μας έφερνε αρμύρα
γύρισα σπίτι κι αργά μες στο τρικυμισμένο βράδυ της έγραψα:
Δεν χρειάζομαι καινούργιο κεφάλι, χρειάζομαι μόνον εσένα.

Δεν είδα όνειρα, όλη τη νύχτα με κράτησαν ξάγρυπνο οι χτύποι του
ρολογιού και το ξύλινο ανεμόκρουστο στο μπαλκόνι.

Πρέπει να σώσω την ψυχή μου, σκεφτόμουν, άκουγα τα σκυλιά να γαβγίζουν
κι έλεγα πως έρχεσαι.

Ξημερώνει κάτι αμφίβολα ζώα -θ’ απαντήσεις;

ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΗΡΕΜΑ ΜΙΛΩ

Είμαι ένας άνθρωπος πολλών χωρισμών που θα πει
αγαπήθηκα.

Είμαι ένας άνθρωπος πολλών προσευχών που θα πει
κατάμονος έζησα
χρόνια.

Ακούω να περνούν έξω απ’ το δάσος φορτηγά
αναρωτιέμαι πώς άντεξα
να με πατάτε.

Σβήσε το φως
και μη φοβάσαι.
Ένας άνθρωπος
είμαι.

ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΟΥ ΠΟΤΕ
Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΤΗ ΒΑΛΙΤΣΑ

Σκέψου κι έμενα, είπε, σ’ αυτά τα κίτρινα τοπία
στους σκουριασμένους ναύσταθμους, στα έρημα εργοστάσια
που κατάντησαν φωλιές πελαργών κι αρχαίων μηχανημάτων

Σκέψου κι έμενα δίπλα στα σκιάχτρα με τα κουδούνια, ίδια φαντάσματα – λεπρών -πόσα ν’ αντέξω
σκέψου κι αυτό το άλογο που ήρθε στο μπαλκόνι μας χθες το πρωί
και μας χτύπησε την πόρτα, τον άνθρωπο
με τις μωβ πιτζάμες που περίμενε στη στάση και μας χάρισε ένα ψωμί, σκέψου κυψέλες

Σκέψου κι εμένα, είπε, πίσω απ’ τα λευκά σεντόνια που κάποιος άπλωσε
σ’ ένα σκοινί πιασμένο στα δοκάρια ενός χειροποίητου τέρματος στον κήπο σκέψου κι εμένα
μπροστά σ’ αυτό το επιούσιο ψωμί
γιατί προσεύχομαι

ΤΑ ΑΛΟΓΑ ΤΟΥ ΤΑΡΚΟΦΣΚΙ
ΣΟΛΑΡΙΣ

Στέκομαι μουσκεμένος στο μέσον μιας καταιγίδας. Ένα αγόρι κι ένα κορίτσι τρέχουν να καλυφθούν κάτω απ’ τη γέφυρα του αυτοκινητόδρομου. Προσπαθώ να πιώ απ’ το φλιτζάνι μου που έχει περισσότερο βρόχινο νερό παρά τσάι. Πάλι το άλογο μπήκε τρομαγμένο στο δωμάτιο. Πάλι γαβγίζει ο σκύλος σαν να βλέπει ξένους. Για τριάντα δευτερόλεπτα αιωρούμαστε ξαφνικά μες στη βροχή μαζί με τα βιβλία μας, το κλουβί με τους παπαγάλους, την ξεραμένη ανθοδέσμη. Τη μουσική του Μπαχ στα μαλλιά σου. Ύστερα πέφτουμε μαλακά στα χορτάρια.

Ξύπνησα σήμερα και νόμιζα πως ήμουνα σπίτι σου. Επειδή σε τίποτα δεν ελπίζω πιά.

ΒΡΕΧΕΙ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΤΟΥ ΣΚΥΛΟΥ

Το φως στο δωμάτιο μου θυμίζει την ομίχλη της Μόσχας. Η σκιά στον τοίχο κάτω απ’ το σκουριασμένο καρφί δηλώνει μια εικόνα που λείπει. Στη σκάλα έχουν κρεμάσει μια ομπρέλα σε αποσύνθεση. Βρέχει πάντα πάνω στο κεφάλι του σκύλου.

Κρατάω στο χέρι το κλειδί του παλιού μου σπιτιού που δεν ανοίγει πόρτα καμιά. Στον δρόμο συνομιλώ με την Αγία Αικατερίνη. Εσύ αυτοπυρπολείσαι πάνω στο μπρούντζινο άλογο κάθε απόγευμα στις επτά κι εγώ σε νοσταλγώ σαν ξεχασμένη πατρίδα. Δεν φταις εσύ. Φταίει αυτή η μονότονη μουσική που μας κάνει λυπημένους· τα αποξηραμένα λουλούδια στο βάζο. Και το τηλέφωνο που ποτέ δεν χτυπάει.

.

ΣΧΕΔΟΝ ΒΙΒΛΙΚΑ (2017)

2.

Κάτω απ’ τη λέξη ήλιος άπλωσα μες στο δωμάτιο τα ρούχα
για να στεγνώσουν. Τα νερά έσταζαν πάνω στις λέξεις
εφημερίδες και τσιμέντο, σχηματίζοντας μια λίμνη. Φαντάστηκα
τη λέξη χρυσόψαρα να κολυμπάει μπροστά στο ξύλινο τραπέζι
μου. Σέρβιρα καφέ στο φλιτζάνι. Κάτω απ’ τη λέξη φως,
όμως, δεν μπόρεσα να διαβάσω.
Έξω απ’ το παράθυρο περνούσε ένα καραβάνι από
πολεμικούς ελέφαντες. Ένας λιπόσαρκος γέροντας εξόρκιζε,
κραδαίνοντας έναν σταυρό, τον πειρασμό να τρέξει κοντά
τους. ’Αν έλεγες ακρογιαλιά αντί έρημος, κίτρινες πεταλούδες
ξεπηδούσαν απ’ τα μισάνοιχτα συρτάρια των χεριών του.
Σκέφτηκα την πνευματική μου ζωή με τέτοια ένταση, που
η εικόνα απέναντί μου δάκρυσε.

6.

Ένα χαρτόκουτο με νεκροκεφαλές προβάτων. Ένα
μεταμεσονύχτιο κορίτσι με κερί που ανακαλύπτει έξω απ’ το
δωμάτιό του ένα λευκό τριαντάφυλλο κι ένα κόκκινο γάντι. Μια
προτομή ακουμπισμένη πρόχειρα σε ψάθινη καρέκλα – αντί
για φωτοστέφανο στο κεφάλι έχει καναρίνι. Ένας συσκευασμένος
γύψινος Ιησούς. Μια γραφομηχανή για να γράφω.
Ένα ποτήρι ακουμπισμένο στο περβάζι. Ένας εσταυρωμένος
ιχθύς. Τα σύνεργα μιας αποκαθήλωσης. Ο περαστικός
σκύλος που άφησε αποτυπώματα στο σεντόνι. Ο αέρας
γεμάτος χνουδωτά αλεξίπτωτα από τις πικραλίδες. Κάποτε το
απόθεμα των αγίων και των ποιητών σου τελειώνει. Όλοι
μετακομίζουν. Απομένει άδειο το διαμέρισμα, μόνο με μια
γραφομηχανή για να γράφεις.

10.

Έβραζε ο τόπος. Τρεις άνθρωποι εμφανίστηκαν από το
πουθενά μέσα στο κάμα του μεσημεριού. Τους κέρασα νερό
και ψωμί και με ευλόγησαν. Ύστερα νύχτωσε.
Ήρθαν και του ανήγγειλαν ότι έχασε τα πάντα: επιδρομές
και θάνατοι και πυρκαγιές. Έξω ως και το φως αιμορραγούσε.
Δεν έκλαψε. Όμως εκείνες τις μέρες έβρεξε τόσο, που
έσβησαν τα ονόματα στους τάφους. Ύστερα νύχτωσε.
Την ώρα που ακουγόταν το «Stand by Me» και η δεξίωση
προς τιμήν του ήταν ήδη προχωρημένη, μια εσωτερική φωνή
τον έκανε να σηκωθεί και να τραβήξει μόνος για το ποτάμι.
Άκουσε από μακριά να φωνάζουν τ’ όνομά του, «Λάζαρε,
Λάζαρε», αλλά δεν γύρισε. Ύστερα νύχτωσε.
Πάντα θα νυχτώνει και θα γίνεται πρωί. Και πάντα θα
βλέπει ο Θεός ότι καλόν εστί κι εμείς, χαμένοι στη δαιδαλώδη
γραφειοκρατία των υποθέσεών μας, θα πορευόμαστε γυμνοί.
Αφού έτσι ήρθαμε στον κόσμο.

14β.

Ακούω χερουβικά στη διαπασών κι έξω χιονίζει. Αναβοσβήνουν
τα λαμπιόνια των χριστουγεννιάτικων δέντρων στον
δρόμο. Όμως εγώ είμαι το αρνητικό του χιονιού. Κι εσύ
είσαι η Χώρα του Ποτέ. Περπατώντας στον ύπνο μας έχουμε
ήδη ξαναβρεθεί σ’ ένα ξέφωτο, όπου ένας ασκητής στέκεται
πάνω στα ερείπια των προσευχών του και μαστιγώνει με
λύσσα την πλάτη του. Από μια αθέατη πόρτα ξεπροβάλλει ο
Μαρμελάντωφ, «Έκανα λάθος», λέει, «ζητώ συγγνώμη». Κι
εξαφανίζεται

17α.

Άνοιξα μια Δευτέρα βράδυ το βιβλίο της Ρουθ για να την
αιφνιδιάσω, όμως ήταν εκεί και με περίμενε. «Είμαι έτοιμη»,
είπε κρατώντας μια φθαρμένη βαλίτσα απ’ όπου ξεχείλιζαν
κίτρινα στάχυα.

17 β.

Άνοιξα μια Τρίτη πρωί το βιβλίο της Ρουθ, αλλά εκεί με
περίμενε η Νατζά του Ανδρέα Μπρετόν. Υπό τον ήχο του
σπασμωδικού της γέλιου οι έρημοι βραχότοποι, οι γοτθικοί
δρυμοί με τις πελώριες βελανιδιές κι οι παγωμένες εκτάσεις της
Βαϊκάλης γίνονταν τα ερειπωμένα σκηνικά ενός οριστικά
απολεσθέντος παραδείσου.

17γ.

Άνοιξα ένα Σάββατο απόγευμα το βιβλίο της Ρουθ και δεν με
περίμενε κανείς. Οι λέξεις είχαν εξαφανιστεί, υπήρχαν μόνο
παρατεταμένοι αριθμοί και μια μυρωδιά καμένου δέρματος.
Αφαίρεσα το Άλεφ από το μέτωπο του βιβλίου κι όλα
ξαναέγιναν φυσιολογικά.

19.

Οι δύο άγγελοι έφτασαν βράδυ. Τους φιλοξενήσαμε και τους
προστατέψαμε με κίνδυνο της ζωής μας. Σήμερα δεν χιονίζει
αλάτι πάνω στους δερμάτινους χιτώνες μας. Ο ήλιος δεν
είναι μια θαμπή λάμπα κρεμασμένη στον ουρανό. Πιστεύω.
Σήμερα τη σιωπή μου καταληστεύει μια απαστράπτουσα
θάλασσα. Ένας κιμμέριος σκύλος τρέχει στην παραλία.
Χαίρομαι τα θραυσμένα κοχύλια και τα βότσαλα, περπατώ
επάνω στα νερά. Δεν υπάρχουνε σύνορα.
Πιστεύω στα κλειδοκύμβαλα, στους κεραμιδόγατους, στα
ξέφρενα χορταριασμένα παρτέρια. Πιστεύω στις βυζαντινές
λειτουργίες, στα αναμμένα κεριά και στους άγιους. Πιστεύω
στη γυναίκα μου, πιστεύω στα παιδιά μου. Η μέρα μου είναι
αβασίλευτη.
(Μετά από καιρό, ξέρω ποιες λέξεις εκπορθούν τους
εφιάλτες σου. Και μπορώ, αν θέλεις, να σου τις αναγγείλω.)

21β.

Πάνω απ’ τα σύννεφα της πόλης μας υπάρχει μια άλλη πόλη
δεμένη με σκοινιά. Ο καπνός από τις καμινάδες μας είναι τα
οπωροφόρα της δέντρα, τα όνειρα των παιδιών μας οι νιφάδες
του χιονιού στα γοτθικά καμπαναριά της, τα πιο ταπεινά
μας λόγια οι σιτοβολώνες που ταΐζουν τα εξαφανισμένα
θηλαστικά του δικού μας κόσμου, που εκεί συνεχίζουν αμέριμνα
τη ζωή τους. Στάχυα και σκιάχτρα ξεφυτρώνουν ακόμα
και μέσα στα σπίτια, αρχοντικοί κύκνοι κολυμπούν στα
κανάλια της πόλης κι αρκεί το βράδυ να βάλεις λίγο γάλα σ’ ένα
πιατάκι για να εμφανιστεί το κρυμμένο φεγγάρι του κήπου
σου. Εκεί ζει ο συλλέκτης των κορακιών, η οικογένεια
Κασκαμπέλ, ο ταριχευτής του Λένιν κι ο ευαγγελιστής Ιωάννης
Εκεί ζει ο άγιος Παστερνάκ με το απαγορευμένο του
ποίημα «Άμλετ» και ο άγιος Σαμψών ο Ξενοδόχος με τα
φαγωμένα νύχια του.
Υπάρχουν πολλές ανεμόσκαλες, καταπακτές και άλλοι
κρυφοί τρόποι για να βρεθείς στην πάνω πόλη. Εγώ ανεβαίνω
σβήνοντας μέσα στα πράσινα γατίσια μάτια σου.

.

ΕΝΑ ΕΛΑΦΙ ΔΑΚΡΥΖΕΙ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΚΡΕΒΑΤΙ ΜΟΥ (2015)

1.

Αρχή της νέας μέρας, δίκρανα αιχμηρά
τα δύο πρώτα κοντάρια του ήλιου.

Άνοιξε το τετράδιό σου, ποιητή -γράψε
πόσο απαλά ανασαίνουν ακόμα
τα θυμωμένα συνήθως μαλλιά της Μαρίας.

Πρόσεξε τους νέους λογχοφόρους, μετανάστη -σε κάποια λασπωμένη γωνιά
έχεις αδέλφια.

Γρατζούνισε τον τοίχο με τα βρύα, αγουροξυπνημένο παιδί
ζήσε τον Κήπο σου.

Γιατί κάθε πρωί έχει το παιδί του, τον ποιητή και τον μετανάστη του.
Και κάθε βράδυ τον αναπόφευκτο τοίχο του, το πικρό του βιβλίο, τον
βάναυσο οπλονόμο του.

Κι όπως ντύνεσαι τώρα την ομορφιά σου για να καλπάσεις
Εγώ παράμερα στέκομαι και σε θαυμάζω
σαν άλογο
της πιο
δικιάς μου
στέπας.

7.

Η στέγη έγερνε προς τη μεριά του Τράκλ
Κι εγώ σκεφτόμουν τα νερά να στάζουν το χειμώνα
Στο κεφάλι του

Στο μεταξύ, εσείς παριστάνατε τα δέντρα
Σε κάθε θρόισμα του ανέμου ακούγονταν βόγκοι μες απ’ τα κλαδιά
Περνώντας τα μεταλλικά χελιδονόψαρα τους ξέσχιζαν τα φύλλα

Αγράμματα κτήνη, έλεγε η Μαρία
ακούνε Τράκλ κι όλο φαντάζονται ερπύστριες

’Εγώ θυμήθηκα τότε σε μια πλατεία έναν άνθρωπο μόνο, ήμερα Δευτέρα
Μη φεύγεις φώναζε κι είχε τις σακούλες στα χέρια του γεμάτες Ιούνιο 1989 κι ένα σύννεφο
Εσείς τότε καταλάβατε ποιόν θυμήθηκα
Κι έγιναν ένα δάσος οι ασπίδες που μας κύκλωσαν, χιλιάδες κλαδιά οι ραβδισμοί
Έπειτα δακρυγόνα, πετροπόλεμος, προσαγωγές,
Στρατιωτικό νοσοκομείο Κρακοβίας

…………………………………..

Λοιπόν, καημένε Τράκλ, μη μου πουντιάσεις το χειμώνα
Η στέγη μας πάντα θα γέρνει στη μεριά σου
Να φυγαδεύονται οι στίχοι που δεν πρόλαβα
Κι οι θυμωμένες μέρες που φοράω.

9.

Κορίτσι άγουρο η πόλη μου σήμερα
φοβισμένη, με λερό φουστανάκι
κάθεται στα σκαλιά της πολυκατοικίας της
απλώνει το χέρι στους περαστικούς
μαζεύει σπασμένα δόντια
ρίχνει χάπια στο πεζοδρόμιο, φωνάζει
πούλ-πούλ στα περιστέρια να μαζευτούν
κι όταν δεν την κοιτάζουν
τους βγάζει τη γλώσσα.

Κορίτσι άγουρο η πόλη μου σήμερα
σημαία ενός κόκκινου πείσματος το λερό της φουστάνι
αγκαλιάζει τα γδαρμένα της γόνατα, σουφρώνει τα χείλη
αποκεφαλίζει πεταλούδες, καίει κάδους σκουπιδιών
με τα λάφυρα της λεηλασίας της φτιάχνει
ένα καινούργιο περιδέραιο
έρχεται η μάνα της την αρπάζει απ’ τ’ αυτί
αρνείται τη μάνα της
αρνείται να μεγαλώσει
ποτέ δεν μιλάει

κάθε απόγευμα παίζει μουσική
μ’ ένα κουτάλι μετρώντας τους ρόμβους
του συρματοπλέγματος.

12.

Όλοι κρύβουμε έναν εμφύλιο μέσα μας

με αντιφρονούντες κραδαίνοντας κονσερβοκούτια για τους τρυφερούς λαιμούς
με εκτοπίσεις, σκοτωμούς και πολυδάκρυες παραδόσεις όπλων.

Ο δικός μου εμφύλιος ξεκινάει κάθε Οκτώβριο σε κάτι
ξεθωριασμένες λουτροπόλεις

τότε επανακάμπτουν μέσα μου οι θερινές ακτές
ζητώντας να τους δώσω ένα σώμα.

20.

Προχωρούσε αθόρυβα το σκοτάδι από παράθυρο
σε παράθυρο αδειάζοντας τα δωμάτια
σαν ένας ψυχρά μεθοδικός κλητήρας, με χρόνια εμπειρία στις εξώσεις
και στην ψυχρή καταγραφή της οικοσκευής.

Πού και πού έτριζε η ξύλινη νυχτικιά της θείας Ερημούλας
σαν κάτι το έκπτωτο και το αφοπλιστικά αληθινό
μέσα στο τίποτα.

Και ξεσπούσε σε κλάματα το παιδί μέσα στη νύχτα
επειδή ψήλωνε γρήγορα και του πονούσαν
τα κόκαλα των ποδιών.

25.

Στην ελώδη επιφάνεια των ματιών σου
φυτρώνει μία χάλκινη ροδιά.
Μέσα στους ραγισμένους της καρπούς φλόγες μικρές
αναβοσβήνουν οι στιγμές της καθημερινότητάς μας:
υπάρχει από τα Γόμορρα φερμένο ένα τσίρκο
οπού λιοντάρια και αρκούδες τυραννούν
βάναυσα τους ανθρώπους. Μια εμποροπανήγυρις Ταρτάρων.
Η διάσημη τραγουδίστρια Λόλα Φλόρες στη σκηνή (εποχή δικτατορίας)
και του πατέρα το απίθανο αερόπλοιο.
Κάτω απ’ τον έναστρο ουρανό σε σύρμα κρεμασμένα
κομμένα λάμπουν τα κεφάλια των ληστών.
Κάθε απόγευμα σταθμεύει εκεί στις πέντε ακριβώς
για τρία λεπτά, φωτογραφίες κι αναμνηστικά
ο «Μπλε Λωτός», πλοιάριο ρυπαρό και μεθυσμένο. Τώρα θυμάμαι:
Ανάμεσα στους επιβάτες του υπήρξα κάποτε κι εγώ,
άδειασα τη ζωή μου στα νερά σου.

32.

Είμαστε ακόμα σ’ εκείνη την άδεια παραλία
που ’ναι στρωμένη απ’ άκρη σ’ άκρη κόκαλα σπασμένα
κι έτσι και σκάψεις γούβα με τα δάχτυλα στην άμμο
θα ξεχυθεί δυο μετρ’ απόσταση απ’ το κύμα μαύρο αίμα
και θα ’ρθει το σιδερόφραχτο άλογο να πιει
το κόκκινο άλογο της Αποκάλυψης, το λυσσασμένο
που ’ναι δεμένο μ’ αλυσίδα αντί σκοινί· και κάθε νύχτα
μου τραβάει από τα πόδια το σεντόνι-

αυτό το όνειρο ποτέ του δεν τελειώνει
είμαστε πάντα σε μιαν άδεια παραλία
και λέω είμαστε και σου μιλώ με ένταση κι αγάπη
κι όταν ρωτάω αν θα ‘ρθείς, χιονίζει στάχτη.

33.

Αυγερινέ, πρώτο φως της άγουρης μέρας
καλωσόρισες τον άσωτο που γύριζε από τη νύχτα του,
πρόσταζες να διαγράφουν τα συσσωρευμένα του χρέη, τον έντυσες
αρραβωνιαστικό σου και πρίγκιπα

ήπιες πατρίδα στο χιόνι της εξορίας του, έφαγες
στο ψαχνό των ματιών του τοπία σισύφειων βράχων

κι έσφαξες το καλό μοσχάρι για να διασκεδάσεις τη μοναξιά του
που σαν ορθάνοιχτος καταπιόνας περίμενε ανυπόμονα
τη σειρά σου.

Ανείπωτη ευτυχία. Αλλά εσύ, Χριστέ,
στ’ αλήθεια
έλειπες;

(Κι όμως εγώ ήθελα μόνο να μιλήσω
για τη Μαρία.)

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΣΧΕΔΟΝ ΒΙΒΛΙΚΑ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΠΟΥΡΑΣ

www.booktimes.gr 14/5/2018

Ποιητική πρόζα υψηλών προδιαγραφών κι αφηγηματικής συμπύκνωσης σε τέτοιο βαθμό που να μοιάζει σχεδόν εικονογραφία αγνώστων αγίων άφαντης θρησκείας. Αυτή η εικονοπλαστική σχέση του ποιητή με τον αρθρωμένο λόγο αποκτά μία δόμηση τελείως ξένη προς μεταμοντέρνους πειραματισμούς αφού ερωτοτροπεί με το κλασικό και φλερτάρει με τον νεοβυζαντινό εξιδανικευτικό ρομαντισμό.

1.

«Κάθε έργο τέχνης είναι μια μοναξιά υπό κατασκευή», είπε ο
Θεός μες στο ιδιωτικό σκοτάδι του πριν αρχίσει την εξαήμερο δημιουργία.

Η ποίηση του Δημήτρη Αγγελή είναι εικαστικώς εικονογραφήσιμη σε καμία όμως περίπτωση εικονοκλαστική ή εικονολατρική. Το αντίθετο. Εκείνο το περίφημο «Πίστευε ΚΑΙ ερεύνα» είναι σύμφυτο με την ποιητική του υπόσταση χωρίς να γίνεται σε ουδεμία περίπτωσιν ιερόσυλο.

3.

Μια εγκαταλελειμμένη κουβανική δεκαετία μέσα μου. Οι
τοίχοι γεμάτοι κουνούπια. Η βρύση στάζει φεγγάρια
άμμο. Κι οι κύκνοι είναι από σύρμα.
Καθόμαστε στις πλαστικές καρέκλες κι η σερβιτόρα μάς
περνάει για ξένους. Κάθε απόγευμα ένα κήτος ξεβράζει τον
Ιωνά που αναγγέλλει τη σωτηρία μας (όμως εμείς αγαπιόμαστε χρόνια). Παριστάνοντας τους έκπληκτους, τον χειροκροτούμε και τρέχουμε στην ακρογιαλιά να του σφίξουμε το χέρι.

Λυρικός υπαρξισμός νοσταλγικός αν και χιλιοφορεμένος, προσδίδει στο έργο του Δημήτρη Αγγελή μια πατίνα χρόνου που θαρρείς πως δεν κυλά ανάμεσα από τα γραπτά του, σαν να πάγωσε στην ώρα της μεγάλης φρίκης από τη θέαση της Μεταμόρφωσης απάντων γύρω μας σε Φως καθαρό…

5.

Το σύννεφο έσταζε έξω απ’ το κάδρο. Εκεί είχε ακουμπήσει ο
κουτσός την πατερίτσα του. Εκεί είχε παρατήσει το παιδί το
ποδήλατό του. Τώρα πια θα έχουν όλα βουλιάξει στη λήθη.
Έγκλειστος σ’ ένα δωμάτιο ακούω το νερό να κυλάει –
ωκεάνια αίσθηση. Στον ύπνο μου ο ουρανός έχει το χρώμα
της σκουριάς, ο ήλιος τη λάμψη απ’ τα δόντια του σκύλου κι
ο Σικελιανός μού απαγγέλει ένα ποίημα κρατώντας ρομφαία.
Άραγε με ονειρεύεται κι εκείνος καμιά φορά όταν
διαβάζω τους στίχους του;

Αύριο θα ελευθερώσω έναν γρύπα στον ουρανό. Αν δεν
επιστρέψει ώς το βράδυ, θα έχουμε αγγίξει την κορυφή τού
όρους Αραράτ.
Τότε θα ξαναγράψω για σένα.

Κι ο «παράδεισος της παιδικής ηλικίας» χαμένος για πάντα. Υπερχειλίζοντα συναισθήματα-νερά. Το «ωκεάνιο συναίσθημα» όμως, τόσο γνωστό στους εκστατικούς ποιητές, αυτοσκοπός κι ανταμοιβή των πεζολογικών μας κόπων.

7α.

Είσαι εκείνο το σπασμένο σώμα στο ημίφως που μυρίζει
φωτιά γιατί ποτέ του δεν εξημερώθηκε. Είσαι ο αέρας που
φύσηξε ανάμεσα στις ηττημένες λέξεις μου και τις έκανε τα
στάχυα που μαζέψαμε για να ’χουμε αύριο στο τραπέζι μας
ψωμί. Είσαι η έκκληση του επόμενου φιλιού που επικαλείται
την ανάμνηση του προηγούμενου με τα μάτια εκείνου του
σκύλου που διέσωσε μια Κυριακή στο βλέμμα του το χάδι
σου. Είσαι ένας πειρασμός γκρεμού και κήπου ανεξάντλητου,
όλο μηλιές κι άπιαστες άκρες ποιήματος. Είσαι ο ηλεκτρισμός
ενός ισπανικού Αυγούστου καθώς νυχτώνει δίπλα
στο ποτάμι και ρίχνεις την κόκκινη ζακέτα πάνω στους
ώμους σου. Είσαι μια πόλη με ψιλόβροχο στις συλλαβές της:
το δικό μου Άσμα Ασμάτων.

Ο Έρωτας μια απουσία ή μια εξιδανικευμένη αφορμή για θρήνο, άλλοθι μοναξιάς, στερεότυπο αργής στυγνής αποξένωσης από τον έφηβο που αποτετανώθηκε μέσα μας σε μια στιγμή ανείπωτης φρίκης.

8.

Πήρα τότε την απόφαση να μετακομίσω στον Πειραιά,
επειδή η Αγία Τερέζα μού τηλεφωνούσε μετά θάνατον για να μου
διαβάσει ποιήματα και δεν μπορούσα τα βράδια να κοιμηθώ.

Η Ποίηση, όχι, δεν είναι ελιξίριο, αλλά τα πειστήρια μιας μοναξιάς, τόσο στυγνής που καταντά αφόρητη. Ειλικρίνεια, αποφυγή ωραιοποιήσεων, η αγιότητα δεν είναι το ζητούμενο, αλλά η ζωή, η πραγματική, η απτή, η υλική, μακριά από υποσχέσεις μεταθανάτιων ηδονών κι αποζημιώσεων για τον χαμένο Χρόνο.

14β.

Ακούω χερουβικά στη διαπασών κι έξω χιονίζει. Αναβοσβήνουν
τα λαμπιόνια των χριστουγεννιάτικων δέντρων στον
δρόμο. Όμως εγώ είμαι το αρνητικό του χιονιού. Κι εσύ
είσαι η Χώρα του Ποτέ. Περπατώντας στον ύπνο μας έχουμε
ήδη ξαναβρεθεί σ’ ένα ξέφωτο, όπου ένας ασκητής στέκεται
πάνω στα ερείπια των προσευχών του και μαστιγώνει με
λύσσα την πλάτη του. Από μια αθέατη πόρτα ξεπροβάλλει ο
Μαρμελάντωφ, «Έκανα λάθος», λέει, «ζητώ συγγνώμη». Κι
εξαφανίζεται.

Ο οραματικός χαρακτήρας του «ποιητή-προφήτη» αποκαλύπτεται εδώ κι ο λατινογενής «poeta-vates» ξαναζεί εδώ μιαν άλλη, αθέλητη μάλλον, μεταβίωσή του.

21β.

Πάνω απ’ τα σύννεφα της πόλης μας υπάρχει μια άλλη πόλη
δεμένη με σκοινιά. Ο καπνός από τις καμινάδες μας είναι τα
οπωροφόρα της δέντρα, τα όνειρα των παιδιών μας οι νιφάδες
του χιονιού στα γοτθικά καμπαναριά της, τα πιο ταπεινά
μας λόγια οι σιτοβολώνες που ταΐζουν τα εξαφανισμένα
θηλαστικά του δικού μας κόσμου, που εκεί συνεχίζουν
αμέριμνα τη ζωή τους. Στάχυα και σκιάχτρα ξεφυτρώνουν ακόμα
και μέσα στα σπίτια, αρχοντικοί κύκνοι κολυμπούν στα κανάλια
της πόλης κι αρκεί το βράδυ να βάλεις λίγο γάλα σ’ ένα
πιατάκι για να εμφανιστεί το κρυμμένο φεγγάρι του κήπου
σου. Εκεί ζει ο συλλέκτης των κορακιών, η οικογένεια
Κασκαμπέλ, ο ταριχευτής του Λένιν κι ο ευαγγελιστής
Ιωάννης. Εκεί ζει ο άγιος Παστερνάκ με το απαγορευμένο του
ποίημα «Άμλετ» και ο άγιος Σαμψών ο Ξενοδόχος με τα
φαγωμένα νύχια του.

Υπάρχουν πολλές ανεμόσκαλες, καταπακτές και άλλοι
κρυφοί τρόποι για να βρεθείς στην πάνω πόλη. Εγώ ανεβαίνω
σβήνοντας μέσα στα πράσινα γατίσια μάτια σου.

Κι όλα καταλήγουν στον υπερ-ρεαλισμό, αφού ο «μαγικός ρεαλισμός» δεν μπορεί να υπερβεί τη «λογικοφανή» πραγματικότητα και η τόση πεζολογική χρήση της γλώσσας για πραγματιστικούς σκοπούς την έχει αλλοιώσει τόσο που η παλαιά, έμμετρη κι αρμονική ποίηση φαντάζει πλέον ανέφικτη… Απομένει ο μινυρισμός κι ο κόλαφος μιας απώλειας τόσο βαθιάς που μας καθιστά πεντάρφανους κι απομένουμε εδώ να μεμψιμοιρούμε για όσα είχαμε κι αυτά που χάσαμε στη διαδρομή προς την αυτογνωσία, εκείνο το πολύτιμο «γνώθι σαυτόν» που κόστισε πολλές ζωές και πληρώθηκε με αναρίθμητους θανάτους.

Εμπνευστική η ποίηση του Δημήτρη Αγγελή, εμπνέει και καθοδηγεί τους συνοδοιπόρους του στο Πνεύμα προς μία Έξοδο από τη σκοτεινιά που μας περιβάλλει κι απειλεί να μας καταπιεί. Ο ποιητής, μεγαλόψυχος και μεγαλορρήμων ευσχημονεί σε μια θολή, αχάριστη κι άκαρδη εποχή. Το Κενό δεν είναι τωρινό, όμως σήμερα έχει τη μεγαλύτερη βαρύτητα, τόσο που πρέπει να κρεμαστούμε σε άλλη πόλη, πάνω από τα σύννεφα, στη μυθική Νεφελοκοκκυγία ίσως προκειμένου να απολαύσουμε τις ηδονές της σάρκας εδώ και τώρα χωρίς βιβλικές απαγορεύσεις, ελεύθεροι σχεδόν… Αυτό το «σχεδόν» του τίτλου τα λέει όλα και σημαίνει διακριτικά το αδιόρατο αδιέξοδό μας, εγκλωβισμένοι σε ενοχές που δεν μας αναλογούν και δεν μας αξίζουν, αφού δεν κάναμε τίποτα πέρα από το Μέτρο προκειμένου να τις κατακτήσουμε. Κι η Υπερβολή είναι ίδιον της Ποιήσεως, όμως θέλει ακραία γενναιότητα κι ακραιφνή αντοχή αν επιμένεις να ασκηθείς σε αυτό το άθλημα, που έχει σαν έπαθλο πάντα ένα κερί κι ένα κρανίο…

.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΣΤΕΡΓΙΟΠΟΥΛΟΣ

“Το Περιοδικό” 27/2/2018

Η θέση του δημιουργού, η θέση του αναγνώστη

Η ποιητική συλλογή του Δημήτρη Αγγελή είναι η αποκάλυψη της θέσης του ποιητή στον κόσμο! Κυριολεκτικά. Διότι το σημείο που στέκεται, αντλεί και ξεκινά η (ποιητική) δημιουργία είναι το μεταίχμιο Θεού-ανθρώπου, ουρανού-γης. Στην αρμονία και τη δυσαρμονία του σύμπαντος που γίνεται και ποιητικό, ατομικό, βασίζεται, ψάχνει και βρίσκει την πρώτη ύλη του. Ακόμη κι αν ο δημιουργός δεν πιστεύει, το βιβλικό στοιχείο δεν απουσιάζει από την ποίηση. Το γενετικό της υλικό είναι φτιαγμένο από τον έρωτα, τον θάνατο, την αγάπη, τη ζωή. Συνεπώς, ό,τι έχει να πει θα είναι και μια εντολή που πρώτος αυτός θα πρέπει να ακολουθήσει. Το “Σχεδόν βιβλικά” είναι το “πίστευε και μη, ερεύνα” του ποιητή.

Ο Δημήτρης Αγγελής, βέβαια, δεν μας παραδίδει ένα θρησκευτικό κείμενο. Όχι. Τα ποιήματα του συνδυάζουν τον ποιητικό ρεαλισμό με υπερρεαλιστικά στοιχεία που παίρνουν την “άγνωστη” πρώτη ύλη και την πλάθουν με τέτοιο τρόπο ώστε να “συνομιλήσει” στην ανθρώπινη διάσταση. Όταν γράφει κάτω από τη λέξη ήλιος άπλωσα μες στο δωμάτιο τα ρούχα να στεγνώσουν, αμέσως φτιάχνει μια μαγική σκηνή που όμως την αποδεχόμαστε δίχως καχυποψία. Ο “ήλιος” γίνεται σφαίρα, θερμαντικό στοιχείο που μπορείς να το πιάσεις και να το κρεμάσει στο δωμάτιο για να στεγνώσεις τα ρούχα. Η κατάσταση που δημιουργείται στηρίζεται στην αφομοίωση, ενσωμάτωση, μιας σταθεράς που αποδεχόμαστε εδώ και χρόνια στο ανατρεπτικό πεδίο της ποίησης. Ο Αγγελής στα ποιήματα του συναντά, τουλάχιστον προσπαθεί, το πνεύμα που συναντά το πνεύμα.

Η φωνή του Αγγελή είναι άχρωμη, αποστασιοποιημένη. Ο λυρισμός του ξεκινά από οριστικά συμπεράσματα, από εικόνες που γνωρίζει από πριν και μέσα σε αυτές φτιάχνει νέες. Τις γεμίζει, αλλά και αφαιρεί. Ο Αγγελής μπαίνει στο διαλυμένο σύμπαν της ποίησης, στην αποθήκη του κόσμου και σαν άλλος Ταρκόφσκι κρατά το οπτικό ερέθισμα άφθαρτο στο πέρασμα του χρόνου.

.

ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ

www.bookpress.gr 21/1/2018

«Κάτω από τη λέξη ήλιος άπλωσα μες στο δωμάτιο τα ρούχα…»

Όπου η Αγία Αικατερίνη κρατάει ένα μπουκάλι γάλα στο χέρι, αφού γάλα αντί για αίμα ανάβλυζε τότε από την πληγή, η Αγία Τερέζα μετά θάνατον επιμένει να διαβάζει ποιήματα τηλεφωνικά, η Αγία Πελαγία φοράει ανδρικό κουστούμι αφού πέταξε τα βραδινά της ενδύματα. Και η Ρουθ; Η Ρουθ συνέχεια αποχωρεί από το βιβλίο της με μία καφέ βαλίτσα. Μαζεύει άραγε στάχυα στη νέα της πατρίδα, πιστή στην πεθερά της, ή μήπως είναι η μοιραία γυναίκα του Μπρετόν;
Γιατί ο ποιητής παραμερίζει τα μαλακά τοιχώματα και εισχωρεί μέσα στα βιβλία που καθόρισαν την πνευματική του πορεία. Ύστερα βγαίνει με τον ίδιο τρόπο από το οπισθόφυλλο. Στο μεταξύ έχει αφομοιώσει την ουσία και την ομορφιά τους. Κρατάει ανοιχτή επικοινωνία μαζί τους. Και συνθέτει ξανά τον δικό του κόσμο. Ήδη στο πρώτο ποίημα μας μιλά γι’ αυτή του την κοσμογονία. «Κάθε έργο τέχνης είναι μία μοναξιά υπό κατασκευή». Γιατί σκιές είμαστε αρχικά που μόνο μέσα από τον πλούτο της τέχνης, τη ζωγραφική, τη μουσική, τη λογοτεχνία αποκτούμε χρώμα και υπόσταση. Και το γνωρίζει καλά αυτό ο ποιητής.

Ο κόσμος του Αγγελή είναι πολυπρισματικός και πολύχρωμος. Μπαίνει και βγαίνει από το Άσμα Ασμάτων, τη Βίβλο, την Αποκάλυψη του Ιωάννη, το Έγκλημα και Τιμωρία, τον Πήτερ Παν, μέσα από τα ερείπια της Βαβέλ, την Ερυθρά θάλασσα όπου μέσα της καταπνίγονται στρατιές Αιγυπτίων και αγνοούνται οι χαμένες στιγμές. Σε κάθε σελίδα ξεπροβάλλει και μια μορφή, ίσως μυθική, ίσως αρχετυπική, πάντα όμως καινούργια, αφού ο ποιητής μας την ξανασυστήνει. Ο Νώε ανοίγει την ομπρέλα του και τρέχει σε μία αποβάθρα με πράσινες βαλίτσες κάτω από τους ήχους της μουσικής του Γκορέτσκι, που εναλλάσσεται ως μουσική υπόκρουση στο βιβλίο με χερουβικά στη διαπασών. Το κύτος ξεβράζει τον Ιωνά σε μια ακτή με πλαστικές καρέκλες ενώ γύρω βουίζουν τα κουνούπια. Ο Μπέλα Ταρ, ως Σεραφείμ πάνω σε ένα άλογο που έχει μόλις δραπετεύσει από την εκπληκτική ταινία του, σκορπάει φλούδες φεγγαριού στη βροχή.

Οι φυσικοί νόμοι ανατρέπονται, η ομορφιά αιφνιδιάζει και κατακλύζει, το χιόνι έχει το αρνητικό του, οι λέξεις ορίζουν, κολυμπούν και στάζουν. Ο ποιητής γνωρίζει τη δύναμή τους στην κατασκευή του καινούργιου του κόσμου. Στο δεύτερο κιόλας ποίημά του μας την κάνει σαφή. «Κάτω από τη λέξη ήλιος άπλωσα μες στο δωμάτιο τα ρούχα να στεγνώσουν». Η υπερρεαλιστική γραφή πλαστελίνη στα χέρια του, την οποία ελέγχει απόλυτα και συνειδητά. Καθόλου συνειρμική λοιπόν, αλλά με άριστη συνέπεια στην εναλλαγή των εντυπωσιακών εικόνων που αποκαλύπτονται στα μάτια του έκθαμβου αναγνώστη.

Αρκεί το βράδυ να βάλεις λίγο γάλα σ’ ένα πιατάκι για να εμφανιστεί το κρυμμένο φεγγάρι του κήπου σου.
Άγγελοι, ο Σικελιανός με τη ρομφαία του, ο Ροτ, ο Κάφκα, ο Πάστερνακ, οι τέσσερις Ευαγγελιστές, ο καθένας με το έμβλημά του, κινούνται μέσα στη ρευστή ατμόσφαιρα της συλλογής που έχει φόντο τη στατική λύπη του Χόπερ ή τη νεφελώδη μαγεία του Σαγκάλ. Ένα εγκυμονούν σώμα κλεψύδρα τα εικοσιένα ποιήματα της συλλογής, μια κιβωτός της τέχνης και της λογοτεχνίας, αλλά και μια ανασύνθεση του κόσμου. Κι ύστερα το δικό του Άσμα Ασμάτων. Ο ιερός έρωτας, η ιερή μοναξιά. Μια νυχτοπεταλούδα που αγγίζει το γόνατο, η αποκάλυψη του γυμνού σώματος της Βηθσαβεέ.

Υπάρχουν πολλές ανεμόσκαλες, καταπακτές και άλλοι κρυφοί τρόποι για να βρεθείς στην πάνω πόλη. Εγώ ανεβαίνω σβήνοντας μέσα στα πράσινα γατίσια μάτια σου.

Επειδή μέσα στο συρτάρι του κομοδίνου υπάρχει ένα τετράδιο για να γράψουμε μαζί ένα ποίημα που αποδεικνύεται στο τέλος πως το έγραψε ένας άλλος.

Προσοχή. Αυτή η συλλογή είναι επικίνδυνη για ασπρόμαυρους αναγνώστες. Εκπυρσοκροτεί φαντασία.

.

ΕΥΘΥΜΙΑ ΓΙΩΣΑ

www.oanagnostis.gr 20/1/2018

Σχεδόν βιβλικά: ένα ποιητικό βιβλίο προσωπικής αναφοράς

Σε πρόσφατο άρθρο του στην Καθημερινή (Αναζητώντας το πρότυπο του ποιητή-πολίτη, 23/12/2017), ο Παντελής Μπουκάλας γράφει, μεταξύ άλλων, πως οι ποιητές «με τη δουλειά τους θα επηρεάσουν –εάν επηρεάσουν– πέντε ή δέκα μυαλά, πέντε ή δέκα ψυχές» και πως «δεν χρειάζεται να γίνει θόρυβος και βουή η ομιλία τους». Στο δεύτερο μέρος, δε, του άρθρου (Ο ποιητής και ο πεζογράφος στην αρχαιότητα, 30/12/2017) συμπεραίνει, αναφερόμενος στον Σόλωνα, ότι «ο ποιητικός του λόγος ήταν πράξη». Έχω την εντύπωση ότι η επίδραση ενός έργου, ανεξαρτήτως εικόνας και λόγων του δημιουργού του στη δημόσια σφαίρα, σε συνδυασμό με την πραγματωμένη δυναμική του, είναι δύο ικανά στοιχεία προκειμένου αυτό να καταστεί κλασικό. Ο Δημήτρης Αγγελής, με την ποιητική του συλλογή υπό τον τίτλο Σχεδόν Βιβλικά (κυκλοφόρησε λίγο προτού εκπνεύσει το 2017), φαίνεται πως έφτιαξε ποιήματα που δύσκολα θα γλιτώσουν από το να γίνουν ποιήματα αναφοράς τόσο του ίδιου όσο και της σύγχρονης ελληνικής ποίησης.

Στο καλαίσθητο και προσεγμένο βιβλίο των Εκδόσεων Πόλις, ο Αγγελής έχει προσκαλέσει προσωπικούς του θεούς και δαίμονες, προσωπικότητες της τέχνης, ιστορικές συντεταγμένες του ιδιωτικού του, αλλά και του δημόσιου χρόνου και, βεβαίως, βιβλικές μορφές παρέα με τον μύθο τους σ’ ένα ποιητικό απόδειπνο λεκτικής ολκής. Ξεκινώντας από τη θεματολογία, φαίνεται πως δεν λείπει τίποτα από εκείνα που ο βίος μάς προκαλεί να αντιμετωπίσουμε. Προτού αναφερθώ πιο συγκεκριμένα στο εύρος του περιεχομένου, να σχολιάσω ότι τα εικοσιένα ποιήματα της συλλογής δεν τιτλοφορούνται παρά αριθμούνται, τακτική που ο ποιητής ακολουθεί ήδη από το προηγούμενο βιβλίο του, το προσφάτως βραβευθέν Ελάφι (Ένα ελάφι δακρύζει πάνω στο κρεβάτι μου, Εκδόσεις Πόλις, 2015). Ενδεχομένως να προσδώσουμε και σε αυτή μια αφαιρετική και, ταυτόχρονα, επεκτατική σημειολογία. Έτσι, λοιπόν, η θρησκευτική πίστη, η καλλιτεχνική δημιουργία κι η ενδεχόμενη ευθύνη που αυτή φέρει, η φθαρτότητα της ύλης, των ιδεών και των (συν)αισθημάτων, η (μόνιμη ή παροδική) απώλεια, η μοναξιά κι η μοναχικότητα, η παραδοχή της ματαιότητας ενός αγώνα κι η πολιτική της ήττας, όλα αυτά μαζί –συν κάποια ακόμη που θα μου έχουνε ξεφύγει– συναρμόζονται με λεκτική συνέπεια και ευρηματικότητα καθώς και με μια αξιοζήλευτη πνευματική ευρύτητα τόσο εύστοχα συμπυκνωμένη που όχι μόνο δεν κουράζει τον αναγνώστη, αλλά τον σπρώχνει να βγει σ’ ένα νοητικό ξέφωτο. Στην εποχή του νοητικού βολέματος, όταν ένα βιβλίο καταφέρνει κάτι τέτοιο αυτό από μόνο του είναι σημαντικό.

Αναπόφευκτα, όπως ίσως παρατηρήσατε, στο σχολιασμό μου της θεματολογίας παρεισφρύει ο σχολιασμός της γλώσσας καθότι όταν η γλώσσα έχει θεμελιακά χαρακτηριστικά εκτός του ότι αναδεικνύει το θέμα εντάσσεται κι εκείνη κατά κάποιον τρόπο στη θεματολογία. «Όλα τα πρωινά που σηκώνομαι απ’ τον θάνατο και δεν είσαι δίπλα μου να με παρηγορήσεις. Τότε έρχεται ο Μάρκος με το λιοντάρι του, ο Ιωάννης με τον αετό του, ο Λουκάς με το βόδι του κι ο Ματθαίος με τον άνθρωπό του. Έρχεται ο Ανδρέας στάζοντας λέπια, η αγία Πελαγία ντυμένη άντρας κι η αγία Αικατερίνη κρατώντας ένα μπουκάλι γάλα. Απ’ την πλευρά του Χειμώνα μάς έπλασε ο Θεός˙ γι’ αυτό κρυώνουμε μόνοι τα πρωινά, όσες φωτιές κι αν ανάψετε –εσείς οι άλλοι». Το ποίημα με τον αριθμό 11 που μόλις παρέθεσα είναι ένα καλό, επιβεβαιωτικό των όσων έχω ήδη υποστηρίξει παράδειγμα. Πρώτα απ’ όλα, ο ποιητής είναι αρκούντως «φιλόξενος»: οι τέσσερις Ευαγγελιστές κι οι συμβολισμοί τους, δύο αγίες –η μία φορώντας τη μετάνοιά της κι η άλλη κρατώντας τη θυσία της–, ο Θεός, ο Χειμώνας, οι (ξένοι) άλλοι και, βεβαίως, η (οικεία) μορφή που απουσιάζει. Η κοφτή, δωρική γλώσσα ισορροπεί με τη μεταφορά, το κεφαλαίο «Χ» αντιπαραβάλεται με το κεφαλαίο «Θ» και τα δύο μαζί βοηθούν το ρήμα «κρυώνουμε» να εξωτερικεύσει την παγωνιά του και το πεζό «μ» να παραδεχτεί την ασημαντότητά του. Όμως, υπάρχουν πολλά παραδείγματα της αριστοτεχνικής γραφής του ποιητή, όπως οι μεταφορικές παραδοξότητες κι οι γήινοι υπερρεαλισμοί που συναντούμε: «κίτρινες πεταλούδες ξεπηδούσαν απ’ τα μισάνοιχτα συρτάρια των χεριών του» (σελ.12), «η βρύση στάζει φεγγαρίσια άμμο» (σελ. 13), «το σύννεφο έσταζε έξω από το κάδρο» (σελ.16), «ένας συσκευασμένος γύψινος Ιησούς» (17), «εξημερωμένο βόσκει το φως πλάι στο χωματόδρομο» (σελ. 21), «έριξε στάχτη χελιδονιών στο κεφάλι του» (σελ.29).

Το υπ’ αριθμόν 11 ποίημα που έχω ήδη παραθέσει δεν θα ήταν, θαρρώ, άτοπο να χρησιμοποιηθεί ως ένας θεματικός μπούσουλας, μιας και περιέχει πολλές ενδιαφέρουσες συνιστώσες οι οποίες επαναλαμβάνονται στο βιβλίο. Ακόμη και το ερωτικό, στα όρια της δοξασίας, ποίημα υπ’ αριθμόν 7 (α & β) («είσαι ο αέρας που φύσηξε ανάμεσα στις ηττημένες λέξεις μου και τις έκανε τα στάχυα που μαζέψαμε για να ʼχουμε αύριο στο τραπέζι μας ψωμί (…). Είσαι ένας πειρασμός γκρεμού και κήπου ανεξάντλητου, όλο μηλιές και άπιαστες άκρες ποιήματος») επαναλαμβάνει στοιχεία του 11: μήπως το πεζό «μ» δεν ελπίζει να καταργηθεί από το (δυνητικά και ευκτικά) κεφαλαίο «Ε» του Έρωτα ή το λιοντάρι του Μάρκου κι η μαρτυρική θυσία της αγίας Αικατερίνης δεν εύχεται ο ποιητής να κρατούν τον κήπο ανεξάντλητο και τον γκρεμό μόνο σαν πειρασμό και όχι σαν πραγματικό ενδεχόμενο καταστροφής;

Το 7β μου έφερε στο μυαλό τον Ψαλμό του Γκέορκ Τρακλ (προσωπικότητα που συναντούμε στο Ελάφι) κι ειδικά τον στίχο που λέει: «Άγγελοι με λασπωμένα φτερά βγαίνουνε μέσα από γκρίζες κάμαρες». Το «άσπιλο όνομα» της μούσας του Αγγελή και «τα περισσευούμενα χέρια» του λατρευτή της μοιάζουν να θέλουν να κρατηθούν μακριά από μια πραγματικότητα που θα τα βρωμίσει. Στο υπ’ αριθμόν 21 ποίημα, εξάλλου, ο ποιητής εισχωρεί σ’έναν φανταστικό κόσμο, στο πρώτο μέρος αναπολώντας μια πόλη που κάποτε υπήρξε και στο δεύτερο εφευρίσκοντάς την. Δεν είναι τυχαίο που ως μότο για το βιβλίο του έχει χρησιμοποιήσει τον στίχο του Τσέλαν: «Γιατί νεκροί είναι οι άγγελοι και τυφλώθηκε ο Κύριος στα μέρη της Άκρας». Πάλι μια πόλη κι η κατάληξή της γίνονται το ζητούμενο.

Ωστόσο, ο ποιητής αντιστέκεται και «πιστεύει» (σελ.32), «ευθυμεί (ξανά)» (σελ.33), «προστάζει τις σάλπιγγες και τα τείχη γκρεμίζονται» (σελ.33) αδιαφορώντας, έστω προσωρινά, για την όποια κατάληξη, παραβλέποντας το γεγονός ότι ο «ουρανός είναι ένα νεκροταφείο ονείρων» (σελ.33), ότι «προσευχόμαστε, αλλά εμάς δεν μας ακούει κανείς» (σελ.21), ότι «είμαστε χαμένοι στη δαιδαλώδη γραφειοκρατία των υποθέσεών μας» (σελ.22). Παραδέχεται, έστω και με μια δόση ενοχής, πως κάτι υπάρχει να τον παρηγορήσει «όταν σηκώνεται από τον θάνατο» του ποιήματος 11. Κάποιες φορές, βέβαια, αυτό το κάτι δεν είναι παρά η συνειδητοποίηση ότι δεν υπάρχει παρηγορία.

.

ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

diastixo.gr 20/12/2017

Σχεδόν βιβλικά

Την Κυριακή, 14 Αυγούστου 2016, ο ποιητής Δημήτρης Αγγελής γράφει:

«Σκέφτομαι πως η βιβλική, ας την πούμε έτσι, θεματική των ποιημάτων δεν πρέπει σε καμία περίπτωση ν’ αποκλείει την καθημερινότητα του ποιητή… Ίσως μάλιστα και να την έχει ανάγκη, προκειμένου το ποίημα να αγκιστρωθεί με περισσότερες αξιώσεις στο παρόν. Γι’ αυτό και το ερωτικό ποίημα πάνω στο Άσμα Ασμάτων που μόλις τελείωσα, νομίζω πως θα πρέπει να τοποθετηθεί στο κέντρο της δωδεκάδας που έχω σχεδιάσει».

Για δωδεκάδα επρόκειτο τότε. Όμως, σήμερα, τα ποιήματα είναι είκοσι ένα, με βάση τον αριθμό και είκοσι έξι, με βάση τις παραλλαγές, με «βιβλική θεματική», η οποία όμως, επειδή δεν αποκλείει και την «καθημερινότητα του ποιητή», δικαιολογεί εκείνο το «σχεδόν βιβλικά».

Η ποιητική συλλογή μοιάζει με μια μικρή δημιουργία του κόσμου, μέσα στον κόσμο, από τον οποίο ξεπροβάλλει ως άλλος, παράξενος και συχνά εφιαλτικός. Είναι ένας κόσμος στον οποίο συρρέουν όλα τα ρυάκια του ονείρου, της ποίησης, της τέχνης, της μουσικής και της ζωγραφικής. Κι ο ποιητής παλεύει σαν μικρός προφήτης, σαν μικρός Θεός που πονάει, που νοιάζεται και θέλει να επαναλάβει κάποιο θαύμα για τη διάσωσή του.

Στην αρχή, το φως, ο ήλιος, οι εφημερίδες, στο τσιμέντο, τα χρυσόψαρα και οι πεταλούδες, τα νερά. Πολλά νερά. Το ντεκόρ έχει στηθεί, αλλά τα υλικά είναι ακόμα ανακατεμένα. Αλλού «Το σύννεφο έσταζε έξω απ’ το κάδρο», σαν το κακό που έχει υπερχειλίσει, αλλού το νερό κυλάει δίνοντας μια «ωκεάνια αίσθηση». «Στον ύπνο μου ο ουρανός έχει το χρώμα της σκουριάς» λέει ο ποιητής, ο ήλιος έχει «τη λάμψη απ’ τα δόντια του σκύλου κι ο Σικελιανός … απαγγέλλει ένα ποίημα κρατώντας ρομφαία. Άραγε με ονειρεύεται κι εκείνος καμιά φορά όταν διαβάζω τους στίχους του;». Η αναφορά στον Σικελιανό με τη ρομφαία χρίζει τον ποιητή εκδικητή, εξολοθρευτή του κακού, καθόσον Άγγελος και αυτός. Το ερώτημα, έστω και χωρίς απάντηση, δείχνει τον μίτο που οδηγεί τον νεότερο ποιητή στον παλιό. Κι αν στον Σικελιανό αρκούσε η υπόσχεση στα δόντια του σκύλου («Άγραφον»), στον νεότερο δεν αρκεί, γι’ αυτό προσθέτει και τη ρομφαία. Οι καιροί έχουν αλλάξει και τα μέσα είναι πιο δραστικά.

Ο κόσμος είναι ένα μπερδεμένο κουβάρι. Τι γίνεται εδώ ή εκεί; Σ’ αυτά που φαίνονται και στα άλλα που δεν φαίνονται; Ο ποιητής πετάει λέξεις στη θάλασσα του κειμένου του, λέξεις σημαδούρες και ο νοών νοείτω. «Κάθε εγκυμονούσα γυναίκα είναι μια κλεψύδρα». «Ο κύριος Νώε με την κιβωτό του … φωνάζει αλλά κανείς δεν θέλει να ταξιδέψει μαζί του». Οι πνιγμένοι Αιγύπτιοι, ο Ισαάκ, το κριάρι, οι αγνοούμενες στιγμές, η σταύρωση, ο απαγχονισμός˙ οι θυσίες. Από την άλλη, ο Θεός δεν σταματάει να στέλνει αγγελιοφόρους: ο Ιωνάς, ο Νώε, το κήτος, η κιβωτός, εμφανίζονται με τον συμβολικό τους ρόλο ως σωστικά μέσα της ζωής, δηλαδή. Η μουσική πλημμυρίδα του Χένρικ Γκορένσκι (η 3η Συμφωνία των «Λυπημένων τραγουδιών»;), είναι το φωτεινό μουσικό σήμα που στέλνει ο Θεός αλλά κανείς δεν βλέπει και δεν αξιολογεί. Κι όμως αυτά είναι «η επίσημη φωνή του Θεού που φυτεύει χρυσούς σπόρους ροδιού στα νερά, πριν αποδώσει τον κόσμο ξανά στην αθωότητα», πριν τον εγείρει από τον τάφο σε μια νέα ανάσταση.

Σ’ ένα άλλο ποίημα, γεμάτο από αντικείμενα, σύμβολα, σύνεργα μιας σκηνοθεσίας, αξιοποιώντας στοιχεία του παραλόγου υποβάλλει συναισθήματα άγχους και άλλα του κόσμου μας δεινά. «Κάποτε το απόθεμα των αγίων και των ποιητών τελειώνει. Όλοι μετακομίζουν. Απομένει άδειο το διαμέρισμα, μόνο με μια γραφομηχανή να γράφεις».

Το δωμάτιο και η σκηνή μάς θυμίζει τον Οδυσσέα Ελύτη σε ανάλογη διάθεση: «Σ’ ένα δωμάτιο τέσσερα επί πέντε ντουμάνιασε ο καπνός. Προεξέχουν μόνον / Η κόλλα το χαρτί και η γραφομηχανή μου. Πλήκτρα / Χτυπά Θεός και αμέτρητα είναι τα βάσανα έως το ταβάνι / Κοντά να ξημερώσει» (Τα ελεγεία της Οξώπετρας, «Περασμένα μεσάνυχτα»). Πιο κάτω έρχεται βοηθός «ο Μάρκος με το λιοντάρι του, ο Ιωάννης με τον αετό του, ο Λουκάς με το βόδι του κι ο Ματθαίος με τον άνθρωπο». Οι Ευαγγελιστές και οι Ευ-αγγελίες τους, καθένας με το σήμα του. Τη δύναμη, την υψιπέτεια, την αντοχή του καματερού, τον άνθρωπο. Στον χορό των επισκεπτών έρχονται σκηνοθέτες, ποιητές, μουσικοί και βιβλικά πρόσωπα. Στο βιβλίο της Ρουθ, την πρώτη φορά βρήκε τη Ρουθ να τον περιμένει, την άλλη φορά βρήκε τη Νατζά του Μπρετόν και την τρίτη φορά δεν βρήκε κανέναν. Λιγοστεύουν οι άνθρωποι, λιγοστεύουν τα σύμβολα.

Στο 7ο ποίημα, (α΄ και β΄), έχουμε ένα Άσμα Ασμάτων με ένα διαρκώς επαναλαμβανόμενο «είσαι», ένα μεταμορφούμενο συνεχώς άλλο, στο οποίο κορυφώνεται η δημιουργία και απογειώνεται. Ή περπατάς στον αέρα και στο νερό ή παραιτείσαι από την ποίηση˙ κι εδώ ο Αγγελής περπατά στον αέρα και στο νερό, με επτά «είσαι» σαν δημιουργός που δούλεψε και τις εφτά μέρες της δημιουργίας.

Από τα επτά «είσαι» του ποιητικού κόσμου του επιχειρώ μια περίληψη:

1. «Είσαι εκείνο το σπασμένο σώμα… που μυρίζει φωτιά …»

2. «Είσαι ο αέρας που φύσηξε… στο τραπέζι μας ψωμί».

3. «Είσαι η έκκληση του επόμενου φιλιού / που επικαλείται την ανάμνηση του προηγούμενου» αλλά και

4. «τα μάτια εκείνου του σκύλου / που διέσωσε μια Κυριακή στο βλέμμα του / το χάδι σου» (το «είσαι» εννοείται).

5. «Είσαι ένας πειρασμός γκρεμού και κήπου ανεξάντλητου, όλο μηλιές κι άπιαστες άκρες ποιήματος».

6. «Είσαι ο ηλεκτρισμός ενός ισπανικού Αυγούστου καθώς νυχτώνει δίπλα στο ποτάμι και ρίχνεις την κόκκινη ζακέτα πάνω στους ώμους σου».

7. «Είσαι μια πόλη με ψιλόβροχο στις φυλλωσιές της: το δικό μου Άσμα
Ασμάτων».

Αυτή η επανάληψη του «είσαι» μοιάζει σαν να φωτίζει τα πολλά πρόσωπα του μυστηριακού υποκειμένου, τις επτά παραλλαγές της μιας αχτίδας. Για μια περαιτέρω σύνοψη από τις επτά εμφανίσεις επιλέγω τέσσερις: Τη φωτιά, τον αέρα, τη γη, το νερό˙ τα τέσσερα στοιχεία της ύλης του κόσμου που, με ένα άλμα, μεταστοιχειώνει: την ιδέα σε λέξη, τη λέξη σε σπόρο, τον σπόρο σε στάχυ και ψωμί για να φτάσει σε μια θεία, ποιητική κοινωνία. Η πόλη με ψιλόβροχο στις φυλλωσιές της, σαν αγίασμα εξ ουρανού, είναι η πόλη που εγώ κατοικώ. Το δικό μου Άσμα Ασμάτων. Ο δικός μου ερωτικός υπερθετικός.

Στα τέσσερα στοιχεία της ύλης των άθεων φιλοσόφων, ο Αγγελής που δεν είναι άθεος, πρόσθεσε το πέμπτο στοιχείο, το αγίασμα, δροσιά του Θεού στη φωτιά του διηνεκούς φιλιού. Και τότε είπε ο θεός-ποιητής, όπως υποθέτω: Είσαι η Σουλαμίτις νύφη και Είμαι ο βασιλιάς Σολομών. Εγώ είμαι ο δημιουργός θεός που σε έφτιαξα με τα εφτά «είσαι» της δημιουργίας μου, στον δικό μου κήπο, με τις δικές μου μηλιές, με τους δικούς μου πειρασμούς και γκρεμούς, τα δικά μου συναισθήματα, τη δική μου αγάπη, τον δικό μου έρωτα, πίστη, αφοσίωση, και κυρίως, τις δικές μου λέξεις, τα δικά μου στάχυα, το δικό μου Άσμα Ασμάτων ΕΙΣΑΙ.

Και όλα αυτά, «Επειδή» εσύ υπάρχεις, επειδή μέσα στο δωμάτιο υπάρχει μια σκηνή και μέσα στη σκηνή ένα κρεβάτι και εκεί ζούμε σαν πρωτόπλαστοι. Κάνουμε πράξη την Ιδέα, πέρα από τον άλλο κόσμο, στη δική μας Εδέμ ή ουτοπία, επαναλαμβάνοντας το θαύμα: «κάθε απόγευμα χιονίζει με τέτοια δύναμη φλόγες μες στο δωμάτιο που ξεκολλούν οι φωτογραφίες μας απ’ τους τοίχους κι αγκαλιάζονται» ή «Είδα τον ήλιο να στέκεται και τα νερά του Ιορδάνη να γυρνούν προς πίσω» ή «πάνω από τα σύννεφα της πόλης υπάρχει μια άλλη πόλη δεμένη με σχοινιά», σαν να λέμε πως, πέρα από ό,τι εμείς βλέπουμε, υπάρχει ένας κόσμος όπου το θαύμα γίνεται, ο χρόνος τρέχει και προς τα πίσω και τα δεινά ξεγράφονται.

Όταν ο ουρανός μεταμορφώνεται σε «νεκροταφείο ονείρων και τ’ αστέρια του αναμμένα κεριά μπροστά στις απαγχονισμένες λέξεις», ο ποιητής πάσχει. Γιατί ο κόσμος είναι αυτός που είναι και ο ποιητής μόνος, με τα θηρία, τις σκέψεις του, τα πάθη του και τα δεινά του, προσπαθώντας να εκμαιεύσει την ελπίδα. Να μη χάσει το θάρρος του να διατρανώνει πάντα την πίστη του:

«Πιστεύω στα κλειδοκύμβαλα, στους κεραμιδόγατους, στα ξέφρενα χορταριασμένα παρτέρια. Πιστεύω στις βυζαντινές λειτουργίες, στα αναμμένα κεριά και στους αγίους. Πιστεύω στη γυναίκα μου και στα παιδιά μου. Η μέρα μου είναι αβασίλευτη». Με άλλα λόγια, πιστεύω στον κόσμο, αγωνίζομαι για να γίνει καλύτερος, επικαλούμαι θεούς και αγίους και ομοϊδεάτες και δεν χάνω το θάρρος μου. Γιατί ο ποιητής, η γυναίκα και τα παιδιά, είναι η Αγία Τριάδα της δικής μας καθημερινότητας˙ είναι το μέλλον του κόσμου. Ο άνθρωπος.

Νομίζει κανείς πως ο Δημήτρης Αγγελής μεταγράφει την Αποκάλυψη του Ιωάννη, πως μεταπλάθει εικόνες του Ταρκόφσκι, πως αντιγράφει σκηνές των ιερών κειμένων, πως ερμηνεύει τα ανερμήνευτα, φωτίζοντάς τα από μια άλλη δραματική σκοπιά, όπως υπαινίσσεται και το εξώφυλλο που επιμελήθηκε η Μαρία Τσουμαχίδου παίζοντας με τη Δημιουργία του ανθρώπου του Marc Chagall, πως ανεβαίνει, τέλος, τις δικές του «ανεμόσκαλες» για να βρεθεί «στην πάνω πόλη».

.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΘΗΝΑΚΗΣ

“Η Καθημερινή” 19/12/2017

Τέσσερις ποιητές, σαν σε κυριακάτικο τραπέζι

Διάβασα όλη τη συλλογή του Δημήτρη Αγγελή (Αθήνα, 1973) με άξονα το ποίημα 7α, όπου υπάρχει ο στίχος: «Είσαι μια πόλη με ψιλόβροχο στις συλλαβές της: το δικό μου Ασμα Ασμάτων». Εκεί –στην πόλη, στο Ασμα και στο «δικό μου»– βρήκα ένα αναγνωστικό κλειδί για την επιπλέον κατανόηση του κόσμου που χτίζεται στο «Σχεδόν βιβλικά». Σχεδόν βιβλικές αναφορές, σχεδόν βιβλικές καταστροφές, σχεδόν βιβλικά… Σε έναν κόσμο «σχεδόν», ο ποιητής, όσο στη μέση τρέχει το ποτάμι τής έτσι κι αλλιώς αποδεδειγμένης λυρικής ευφράδειάς του, χτίζει στη μία όχθη τη συνομιλία του με τη μεγάλη, υπεράνθρωπη δύναμη, ενώ στην άλλη δημιουργεί μικρές συνδιαλέξεις με προσωπικές διεκπεραιώσεις, περιμένοντας «τον Σιλωάμ της μνήμης».

.

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

FRACTAL Δεκέμβριος 2017

Η αρμόζουσα αποκαθήλωση

«Κάθε έργο τέχνης είναι μια μοναξιά υπό κατασκευή», είπε ο Θεός μες στο ιδιωτικό σκοτάδι του πριν αρχίσει την εξαήμερο δημιουργία.

Έτσι αρχινά το νέο ποίημα του Δημήτρη Αγγελή. Και το ονομάζω ποίημα, δηλαδή ένα μόνον, γιατί μέσα στις είκοσι τέσσερις ποιητικές καταθέσεις που συμπεριλαμβάνονται στα «Σχεδόν Βιβλικά» του διαβάζω διαφορετικές ποιητικές επεκτάσεις του ενός θέματος, εκδοχές του ενός ποιήματος. Αυτές οι είκοσι τέσσερις εκδοχές/νοηματικές επεκτάσεις θα μπορούσαν να είναι τα είκοσι τέσσερα γράμματα που δομούν αρχετυπικά μια γλώσσα, με τις εντολές της οποίας ο ποιητής πορεύεται και χτίζει με τη σειρά του το δικό του σύμπαν. Η μοναξιά της δημιουργίας μάς υποδέχεται για να μας καθοδηγήσει -με τη σύζευξη της θεϊκής εξαήμερης κατασκευής του κόσμου- στα μικρά πεζόμορφα στιχουργήματα του Αγγελή, με την υπενθύμιση της πρώτης ικανής ποιητικής συνθήκης, δηλαδή της μοναχικής πορείας.

Βιβλικά, λοιπόν, εδώ τα ποιήματα, βιβλικές οι πλείστες των αναφορών, ακόμα και η αίσθηση που σου δημιουργείται έχει την αρχή της στους οικείους χώρους και τα οικεία πρόσωπα των βιβλικών τόπων. Η λέξη «σχεδόν» επιβλητική και αυτή, όσο και η δεύτερη του τίτλου, δηλωτική της ανθρώπινης παρέμβασης και της συνακόλουθης νοητικής αμφιβολίας, που συνοδεύει την πίστη καθιστώντας την οικεία και προσβάσιμη στον άνθρωπο. Γι’ αυτό χρησιμοποιώ την έννοια της οικειότητας. Γιατί πιστεύω ότι ο ποιητής έτσι προσεγγίζει τον χώρο του αθέατου εμβληματικού τοπίου, με την ελπίδα ότι μπορεί να εισχωρήσει σ’ αυτό χωρίς την αίσθηση της παραβίασης του άβατου χώρου. Ίσως γι’ αυτό και καταφέρνει να πετύχει τη συμπόρευση των δικών του λέξεων με αυτές τις παλαιές χωρίς να διακρίνονται τα ίχνη της εμπνευσμένης συρραφής.

Όλα τα πρωινά που σηκώνομαι απ’ τον θάνατο και δεν είσαι δίπλα μου να με παρηγορήσεις. Τότε έρχεται ο Μάρκος με το λιοντάρι του, ο Ιωάννης με τον αετό του, ο Λουκάς με το βόδι του κι ο Ματθαίος με τον άνθρωπό του. Έρχεται ο Ανδρέας στάζοντας λέπια, η αγία Πελαγία ντυμένη άντρας κι η αγία Αικατερίνη κρατώντας ένα μπουκάλι γάλα.

Απ’ την πλευρά του Χειμώνα μας έπλασε ο Θεός· γι’ αυτό κρυώνουμε μόνοι τα πρωινά, όσες φωτιές κι αν ανάψετε – εσείς οι άλλοι.

Θεωρώ ότι η προσέγγιση αυτή απαιτεί τη συνειδητή αρωγή των λέξεων, που έχουν επιλεγεί μεπολλή προσοχή. Δεν έχουμε εδώ την τυχαία ή επιπόλαιη σύμπραξη των είκοσι τεσσάρων γραμμάτων, αλλά ούτε και τον (ευφυή σε άλλες περιπτώσεις) αυτοματισμό της γραφής που ανασύρει από το υποσυνείδητο τις ικανές συνδέσεις. Ο Αγγελής (το έχουμε δει αυτό και στην προηγούμενη ποιητική του συλλογή «Ένα ελάφι δακρύζει πάνω στο κρεβάτι μου») ακουμπά τον χώρο της υπερρεαλιστικής εκδοχής του λόγου κατά ένα μέρος των στίχων του επιλέγοντας τα πιο παράξενα τοπία (συχνά δίπλα στα ρεαλιστικά) και ανατρέποντας το σκηνικό αιφνιδιαστικά και απρόσμενα. Ωστόσο στα τωρινά του ποιήματα, χωρίς να εγκαταλείπεται η παραπάνω αυθόρμητη εν μέρει καταγραφή, διαφαίνεται μια πιο συνειδητή επεξεργασία των λέξεων, έτσι ώστε αυτές να δώσουν με πιο ευθύβολο τρόπο τη σημασία τους. Κυρίως να δείξουν τον συσχετισμό των δύο χώρων: από τη μια ο ανθρώπινος, ατελής αλλά δημιουργικός στη φαντασία και την αμφισβήτηση, από την άλλη ο θεϊκός,τελειούμενος μέσα στις θρησκευτικές δοξασίες και στις θεολογικές προσεγγίσεις (φυσικά πάλι των ανθρώπων).

Κάτω απ’ τη λέξη ‘ήλιος’ άπλωσα μες στο δωμάτιο τα ρούχα για να στεγνώσουν. Τα νερά έσταζαν πάνω στις λέξεις ‘εφημερίδες’ και ‘τσιμέντο’, σχηματίζοντας μια λίμνη. Φαντάστηκα τη λέξη ‘χρυσόψαρα’ να κολυμπάει μπροστά στο ξύλινο τραπέζι μου. Σέρβιρα καφέ στο φλιτζάνι. Κάτω απ’ τη λέξη ‘φως’, όμως, δεν μπόρεσα να διαβάσω.

Έξω απ’ το παράθυρο περνούσε ένα καραβάνι από πολεμικούς ελέφαντες. Ένας λιπόσαρκος γέροντας εξόρκιζε, κραδαίνοντας έναν σταυρό, τον πειρασμό να τρέξει κοντά τους. Αν έλεγες ‘ακρογιαλιά’ αντί ‘έρημος’, κίτρινες πεταλούδες ξεπηδούσαν απ’ τα μισάνοιχτα συρτάρια των χεριών του.

Σκέφτηκα την πνευματική μου ζωή με τέτοιαν ένταση, που η εικόνα απέναντί μου δάκρυσε.

Η επινόηση των λέξεων, η απολύτως συνειδητή χρήση του λεκτικού κώδικα με σκοπό την έκφραση της σκέψης. Η πνευματική ζωή, όπως τη δημιουργεί ο άνθρωπος, που όμως αναμετράται με την παρουσία (ή την απουσία;) του Πνεύματος. Η ποίηση, εν τέλει, που επινοεί τη δική της πραγματικότητα θέλοντας να ορίσει το σύμπαν του δημιουργού της.

Σ’ αυτό το σύμπαν χωρούν πολλά πρόσωπα. Άλλα ενδεδυμένα την αγιότητα του βιβλικού κειμένου (με δεδομένη την οικείωση που σχολιάστηκε παραπάνω) και άλλα του εδώ κόσμου, της Τέχνης κυρίως που δημιουργεί τα δικά της θαύματα και διεκδικεί το μερίδιο σε μια αθανασία ανθρωπίνων διαστάσεων. Αυτά τα πρόσωπα είναι που προσδίδουν στο κείμενο τη μαγική διαχρονικότητα των αισθημάτων μέσα από τη σύζευξη των εικόνων. Πώς συνδιαλέγεται αίφνης ο μυθικός Νώε με τον ΧένριΓκορέτσκι; Η αθωότητα εδώ έρχεται μέσα από τη γέννηση ενός νέου κόσμου, που μακάρι να βρίσκει την αρμονία του στη ρυθμική λιτότητα της μουσικής.

[…] Ο κύριος Νώε ανοίγει την ομπρέλα του και φεύγει μέσα στην ατελείωτη νεροποντή του ΧένριΓκορέτσκι.

Κι ο Χένρι Γκορέτσκι δεν είναι παρά η επίσημη φωνή του Θεού που φυτεύει χρυσούς σπόρους ροδιού στα νερά, πριν αποδώσει τον κόσμο ξανά στην αθωότητα.

Αλλού ο μεγαλόπνοος Σικελιανός θα έρθει να απαγγείλει το ποίημά του κρατώντας τη ρομφαία του, σαν άλλος άγγελος της Αποκάλυψης. Η αγία Τερέζα θα δώσει την παραμυθητική αρωγή της διαβάζοντας ποιήματα και ο Κάφκα θα δώσει το «παρών» στη μόνη αληθινή επανάσταση: να τρέχεις μόνος με τις σημαίες μες στη βροχή. Η Χώρα του Ποτέ των παιδικών μας χρόνων παρέα με τον ήρωα του Ντοστογιέφσκι. Ο Ιώβ του Γιόζεφ Ροτ να ψάχνει την ομοίωση με τον άλλο Ιώβ της Βίβλου σε μια νύχτα χωρίς ξημέρωμα. Και η Ρουθ πότε να βρίσκεται μέσα στο βιβλίο της και πότε να μεταλλάσσεται απροειδοποίητα στην περιπλανώμενη ψυχή της Νατζάτου Αντρέ Μπρετόν. Και οι πόλεις, η πάνω και η κάτω. Και το πέρασμα για την πάνω πόλη. Και η επιστροφή σε μια πόλη που αγαπήσαμε. Όλα αυτά μέσα στα ποιήματα με διόδους/περάσματα για τον αναγνώστη που θα εισχωρήσει και θα δει τη μείξη των εικόνων, τη μετάλλαξη των μορφών. Ίσως το πιο φυσικό πέρασμα, η καλύτερη είσοδος, να είναι η ζωγραφιά του MarcChagallστο εξώφυλλο, «Η δημιουργία του ανθρώπου», πολυσήμαντη και επιβλητική, όσο και η ποιητική δημιουργία στο βιβλίο του Αγγελή, το δικό του Άσμα Ασμάτων, ένας ύμνος στη ζωή, στην αγάπη, στην επινόηση της Τέχνης, στην Ποίηση. Πέρα από τον θάνατο που καραδοκεί, κάθε που ο Λάζαρος της εδώ ζωής θα διαψεύδει τη σκιά της θρησκευτικής του εκδοχής:

[…]

Την ώρα που ακουγόταν το “StandbyMe” και η δεξίωση προς τιμήν του ήταν ήδη προχωρημένη, μια εσωτερική φωνή τον έκανε να σηκωθεί και να τραβήξει μόνος για το ποτάμι. Άκουσε από μακριά να φωνάζουν τ’ όνομά του, «Λάζαρε, Λάζαρε», αλλά δεν γύρισε. Ύστερα νύχτωσε.

Έτσι,αναπόφευκτα συντελείται και η αρμόζουσα αποκαθήλωση, καθόλου τελετουργική, ίσα ίσα απλή και λιτή, όπως αναμένεται να είναι κάθε εσωτερίκευση του νοήματος μιας απαστράπτουσας εικόνας, όταν αφαιρεθούν τα ιερά της άμφια και μείνει η ανθρώπινη ουσία. Πολύτιμη και βοηθητική η ποίηση θα δείξει τον τρόπο σ’ αυτή την πρόσφατη ποιητική κατάθεση του Δημήτρη Αγγελή, την ωριμότερη ως τώρα, την πληρέστερη ως συνολική πρόταση.

[…] κάποτε το απόθεμα των αγίων και των ποιητών σου τελειώνει. Όλοι μετακομίζουν. Απομένει άδειο το διαμέρισμα, μόνο με μια γραφομηχανή για να γράφεις.

.

ΕΝΑ ΕΛΑΦΙ ΔΑΚΡΥΖΕΙ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΚΡΕΒΑΤΙ ΜΟΥ
ΝΙΚΟΛΑΣ ΕΥΑΝΤΙΝΟΣ

Περιοδικό “Θράκα” 1/9/2016

Ο Αγγελής χτύπησε με το ραβδί ενός αναπάντεχου και ιδιότυπου εξπρεσιονισμού τον βράχο των έσω του φαντασιακών τοπίων και ό,τι κελαρυσμός ακούγεται είναι από γάργαρη Ποίηση. Αυτός είναι ο βασικός
πυρήνας των εντυπώσεών που η αναγνωστική ματιά καρπώνεται από την επαφή της με το Ελάφι. Βιβλίο που πάλλεται από άκρη σ’ άκρη , με έντονο ρυθμό, δυνατές κορυφώσεις και προπάντων αποτέλεσμα βαθιάς πνευματικής χώνεψης του Αγγελή. Η εικονοποιεία σε πρώτο ρόλο, ποιήματα που ορθώνονται μπροστά σου με ενάργεια, στίχοι που είναι ορατοί έξω από τις
λέξεις τους είναι τα πρωταγωνιστικά γνωρίσματα που συναντά κανείς σε όλο
το βιβλίο . Ένα μαχαίρι που κόβει το ψωμί και το αστυνομικό δελτίο απ’ την
εφημερίδα /ενώ πέφτουν στο δάπεδο λείψανα αγίων και οστά/ μικροσκοπικών πουλιών ή Στον ουρανό είναι ένας λύκος που καίγεται/ κι η σελήνη είναι το κόκκινο μάτι κάθε ορεινής του απόγνωσης ή Ξαπλωμένο στην πλάτη μιας γάτας είναι το παιδί. /Απ’ το μεγάλο δάχτυλο του ποδιού του κρατάει με μια κόκκινη/ κλωστή ένα σύννεφο, που βόσκει ανέμελο στον ουρανό.

ΔΙΑΚΕΙΜΕΝΙΚΟΤΗΤΑ:

Ένας κύριος και βασικός άξονας που διατρέχει το βιβλίο είναι τα αναγνώσματα του ποιητή και το πώς έχουν μετατρέπει πέρα ως πέρα σε ενεργητικά αυτόβουλα πιόνια της ποιητικής του σκακιέρας. Ο αδικοχαμένος
Γκέοργκ Τράκλ και ο προφητικός Γιόζεφ Ροτ, μορφές σημαδεμένες από την σκληρότητα της εποχής όπου έζησαν, οι ποιήτριες Αλεχάντρα Πισαρνικ και Άννα Αχματοβα, ο Παβεζε, ο Μοράβια και πολλοί άλλοι, όλοι εισβάλλουν απότομα στο βιβλίο, γίνονται στίχοι και ολάκερα ποιήματα. Ταυτόχρονα, επειδή για τον Αγγελή οι ποιητές και οι συγγραφείς είναι ισότιμοι όσον αφορά την υπόστασή τους με τους ήρωές τους, μπορεί προϊόντα μυθοπλασίας
άλλοτε να κλείνουν εκκωφαντικά τα ποιήματα όπως ο ήρωας του Κάφκα που
ξύπνησε ως κατσαρίδα – αρμόδιος υπάλληλος για αντιευρωπαϊκά συναισθήματα σύμφωνα με την βιτριολική φάρσα του ποιητή, που εν προκειμένω μετέρχεται μεθόδους αλληγορίας- κι άλλοτε σαν τον Σρεντνι
Βάσταρ, ήρωα των διηγημάτων του Saki, να μπλέκεται σε μια ονειροπόληση του ποιητή λίγο πριν έρθει η Νύχτα. Η εσωτερική ζωή του Αγγελή, όπως αυτή διαμορφώνεται από τις λογοτεχνικές του προσλαμβάνουσες,
αναδεικνύεται υπό αυτό το πρίσμα διαρκώς κινούμενη και ενεργητική.

ΛΥΡΙΣΜΟΣ:

Ο εξομολογητικός τόνος είναι ένα από τα δύο λυρικά χαρακτηριστικά που ο Αγγελής διατηρεί σε όλο το βιβλίο –και αποτελούν τον δεύτερο άξονα. Όλοι κρύβουμε μια ανάληψη μέσα μας/…/η δικιά μου περιλαμβάνει έναν σταχτογάλαζο άνθρωπο/διχαλογένη και ημίψηλο/που κρατάει στην αγκαλιά
του ένα πρόβατο/ εκείνο πηγαίνει σε τόπο χλοερό –για μένα είναι /που φοβάμαι γράφει στο ποίημα με αρίθμηση 13. Το πρωτοπρόσωπο σύμπαν υπάρχει μεν, μονάχα όμως για να οριοθετεί έναν πολύμορφο και πολυεπίπεδο κόσμο που ανασαίνει με τρόπο αιχμηρό και διαρκή. Το δεύτερο λυρικό χαρακτηριστικό είναι η διατήρηση του αρχετυπικού μοτίβου της Μούσας. Η
συνεχής παρουσία της Μαρίας ως περσόνα-σύμβολο της Ποίησης, της Γυναίκας, της Έμπνευσης, της Ελπίδας διατρέχει όλο το βιβλίο προσδίδοντάς και αυτή στην συνολική αίσθηση της ενότητας –η οποία βέβαια έχει επιτευχθεί μορφολογικά και υφολογικά ήδη σε πολύ μεγάλο βαθμό.

ΑΥΤΟΑΝΑΦΟΡΙΚΟΤΗΤΑ:

Ο τρίτος άξονας του βιβλίου είναι από άποψη περιεχομένου η πικρόχολη θέαση έσω της οποίας ο Αγγελής περιγράφει την ποιητική ιδιότητα εν γένει. Σε πολλά σημεία κυριαρχεί μια κριτική, ειρωνική και σχεδόν αρνητική στάση απέναντι στον ποιητή –γραφιά, κυρίως δε όταν πρόκειται να μιλήσει για τον ίδιο. Στο ποίημα 28 ειρωνεύεται την ρίμα που μονάχα εδώ χρησιμοποιεί ως πίθηκος που ξέρει να γράφει/….προκαλώντας το ποιητικό συνάφι. Στην αυτοκριτική του και στο ποίημα Τι μου είπε ο Ρενέ Μαγκρίτ όταν του έστειλα τα χειρόγραφα αυτού του βιβλίου ο Αγγελής δεν χαρίζεται στον εαυτό καταλήγοντας στο συμπέρασμα πως το ποίημα του δεν είναι ακόμα το
παγωμένο κουκούτσι που σου σπάει τα δόντια και σου ξεσκίζει τον λαιμό
–σαν ένα από αυτά που ο Αντουάν ντε Σαίντ-Εξυπερύ με την αλεπού του φτύνουν πάνω στους ξιφίες που τους ακολουθούν (!). Στο ποίημα 11 οι ποιητές μετράνε τα ένσημα για να βγούνε στην σύνταξη, ενώ στο 14 συνεχώς η τριπλή επανάληψη του έγραφα -την ίδια ώρα που ακούγεται η έμπνευση να έρχεται- υποδηλώνει ακριβώς την πεζή αντιποιητικότητα της διαδικασίας
συγγραφής ποιημάτων, -ταυτόχρονα βέβαια και την σημασία της εργατικότητας και της μεθοδικότητας που εμπεριέχονται και απαιτούνται για την διαδικασία της ποιητικής αποτύπωσης.

ΤΟ ΧΑΣΜΑ:

Το ποίημα που μπορεί να χαρακτηριστεί εμβληματικό της θεμελιακής προβληματικής του Αγγελή, είναι εκείνο με τον τίτλο-αρίθμηση 18. Σε αυτό ενσαρκώνεται το χάσμα ανάμεσα στην κυριολεξία της ζωής και την μεταφυσική της ποίησης (ή στην μεταφυσική της ζωής και την κυριολεξία της ποίησης) . Ο δρόμος έτρεχε ομιχλώδης μπροστά μας/ –εννοώ τους προβολείς που μας τύφλωναν/ –εννοώ τους φόβους που κρύβονταν σε μέλλοντα δάση. /«Είδα ένα όνειρο με σκαντζόχοιρους» λέει «τώρα στα μάτια μου/ γουβιάζουν
αλμυρά όνειρα»/ -κι εννοεί δάκρυα /κι ίσως μαζί δυο αναποδογυρισμένα άλογα στην παραλία/ που κοκκάλωσαν σαν γυαλόξυλα /όταν έφυγες/ (εγώ τουλάχιστον /αυτό εννοώ). Η φύση της ανεκπλήρωτης ανάγκης η Ποίηση να σημαίνει και να είναι ταυτόχρονα, να υπάρχει δηλαδή ως παλμός και εμπειρία καθόλα αισθητή, είναι εκείνη που προκαλεί το αίσθημα μιας μελαγχολικής νοσταλγίας. Και είναι αυτό το αίσθημα που μοιάζει να ‘ναι και ο ουρανός κάτω από τον οποίο οι στίχοι αυτού του βιβλίου ζουν και ονειρεύονται.

Το Ελάφι είναι βιβλίο πάνω απ’ όλα ειλικρινές. Σε αυτό ο Αγγελής τολμά τόσο
σε επίπεδο ποιητικού πειραματισμού, όσο και σε επίπεδο ιδεών. Απογυμνωμένος από ωραιοποιήσεις και εξωραϊσμούς, στέκεται μονάχος απέναντι στη ίδια του την τέχνη και εκπέμπει σινιάλα ατόφιας και γνήσιας ποιητικής αγωνίας.

Τελειώνοντας θέλω να κλείσω με ένα δείγμα αυτού που μπορεί να θεωρηθεί ως ακρογωνιαίος λίθος και αληθινή δύναμη του συγκεκριμένου πονήματος του Αγγελή, του τρόπου δηλαδή που αναδεικνύεται η εικονοπλαστική του ικανότητα. Μια από τις πολλές αγαπημένες εικόνες που μου χάρισε ο Αγγελής: Κορίτσι άγουρο η πόλη μου σήμερα/ φοβισμένη με λερό φουστανάκι/ κάθεται στα σκαλιά της πολυκατοικίας της/ απλώνει το χέρι στους περαστικούς/ μαζεύει σπασμένα δόντια.

.

ΣΩΤΗΡΙΑ ΚΑΛΑΣΑΡΙΔΟΥ

www.oanagnostis.gr 4/4/2016

Η διελκυστίνδα του έρωτα και του θανάτου

Μια διελκυστίνδα επικράτησης ανάμεσα στον έρωτα και τον θάνατο ή απλά ένα ερώτημα που αιώνες τώρα αιωρείται στο κενό: είναι ο έρωτας ανίκητος στον θάνατο; Ο Δημήτρης Αγγελής επιχειρεί να αναδείξει σκοτεινές πλευρές της ατέρμονης μονομαχίας μέσα από την καινούρια του ποιητική συλλογή που τιτλοφορείται Ένα ελάφι δακρύζει πάνω στο κρεβάτι μου, και εκδόθηκε από τις εκδόσεις Πόλις (Οκτώβριος, 2015). Οι δεσπόζουσες της συλλογής που επικαθορίζονται από το προαναφερθέν νευραλγικό ερώτημα μας δίνουν τροφή για να επιχειρήσουμε να προσεγγίσουμε τον καλειδοσκοπικό, ποιητικό κόσμο του Αγγελή, αντίστοιχα, πολυπρισματικά: συμβολοποίηση προσώπων και στιγμών της Ιστορίας, μνημική κατάδυση, αρχετυπικές λειτουργίες της συνείδησης, μια ανθρωπογεωγραφία που συνιστά ένα σύμπαν υπό διαπραγμάτευση και όλα αυτά σε μια καινούρια ποιητική γλώσσα. Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή.

Είναι μια αίσθηση που καθορίζει τον αναγνώστη, όταν διαβάζει πολλά από τα κομμάτια της συλλογής: η Ιστορία άλλοτε μέσα από αναφορές σε πρόσωπα, άλλοτε μέσα από γεγονότα, παραμονεύει, έρπει ανάμεσα στις χαραμάδες των στίχων για να ανοίξει χώρο στο σκιώδες παρόν. Στις δηλητηριώδεις στιγμές του παρελθόντος ο ποιητής αναμετράται με τον θάνατο και τον έρωτα, αλλά κυρίαρχα αναγνωρίζει και βυθομετρεί το εξίσου τοξικό παρόν. Στα πατρόν της Ιστορίας ιχνογραφεί τις κρυφές συμμετρίες του σήμερα, χαρτογραφώντας την ίδια στιγμή τις εκλεκτικές του συγγένειες: Διαβάζουμε: « (…) Απόψε, η παραμονή της Πρωτοχρονιάς μαζί σου/ δεν είναι γιορτή στη μεγάλη πλατεία. Είναι / οι τράπεζες που μας πνίγουν κι ένα σώμα – οδόφραγμα. / Είναι το μουχλιασμένο ψωμί της Αχμάτοβα./ Είναι εκείνο το λευκό ελάφι που δακρύζει / πάνω στο κρεβάτι μου. /».

Στο ποιητικό σύμπαν του Αγγελή πρωταγωνιστούν κατά το μάλλον ή ήττον διάσημα πρόσωπα της λογοτεχνίας, της διανόησης, της Ιστορίας, της Αγίας Γραφής, περσόνες που έρχονται από διάφορες γωνιές του πλανήτη και του χρόνου, συνθέτοντας μια ανθρωπογεωγραφία με χαρακτηριστικά Βαβέλ. Η πινακοθήκη των προσώπων του έργου του, ωστόσο, εξυπηρετεί πάντα την ίδια την ποιητική του στον βαθμό που τα πρόσωπα παίζουν σε πολλά ταμπλό: συμβολοποιούνται και συνομιλούν με το ποιητικό υποκείμενο και με το παρόν του ανακαινίζοντάς το, μετατρέπονται σε οδοδείκτες της ποιητικής γραφής, συντείνοντας στην απέκδυση των στοιχείων εκείνων που θα μπορούσαν να οξύνουν τον ποιητικό ναρκισσισμό, γίνονται τόσο ισθμός όσο και δίαυλος επικοινωνίας με τον αναγνώστη: «Λοιπόν, καημένε Τράκλ, μη μου πουντιάσεις το χειμώνα/ Η στέγη μας πάντα θα γέρνει στη μεριά σου/ Να φυγαδεύονται οι στίχοι που δεν πρόλαβα/ Κι οι θυμωμένες μέρες πού φοράω/». Συνδεδεμένα εντέλει τα πρόσωπα από τον ποιητή στο άνυσμα του χρόνου, ξετυλίγουν έναν μίτο που μεταλλάσσουν τον ποιητικό λαβύρινθο σε φιλόξενη κατοικία του αναγνώστη.

Παράλληλα, η μνημική κατάδυση σπονδυλώνει γερά την ποιητική του πότε μέσα από την αποκάλυψη κρυπτών και εγκυστώσεων της Μνήμης και άλλοτε πάλι μέσα από τη διέγερση ενός μηχανισμού αρχέγονου άλγους που αφορά στο σχήμα: έρωτας ― θάνατος ― λύπη. Ο προαναφερθείς άξονας των αρχετυπικών λειτουργιών της συνείδησης παίρνει διάφορες μορφές στα ποιήματα της συλλογής ανάλογα με τις ζεύξεις και το πλέξιμο των πόλων του τριπτύχου, εξυφαίνοντας το ποιητικό νήμα κάποτε με βάση το αντιθετικό δίπολο «έρωτας vs θάνατος», άλλοτε θεμελιώνοντας σχέσεις αιτιώδους συνάφειας ανάμεσα στη λύπη και τον έρωτα, κάποτε πάλι προσγράφοντας στον έρωτα τη ματαίωση. Σταχυολογούμε: « (…) Έσταζε αίμα το μαντήλι μου κι οι ταύροι με μουγκρίζαν/ που χτύπησα την πόρτα σου και πάλι δεν σε βρήκα/ μόνο συρτάρια ανοιχτά και έπιπλα σπασμένα/ παλιές εφημερίδες έσερνε ο βοριάς στο χωματόδρομο/ τα γράμματά σου/ άδεια επιστρέφανε τα κάρα/ κυπαρισσόμηλα έφερναν/ για χαιρετίσματά σου./».

Μια ακόμη διάσταση της εν λόγω συλλογής είναι η παρουσία αρκετών αυτοαναφορικών ποιημάτων, ενώ παρουσιάζει ενδιαφέρον όχι τόσο ο αριθμός τέτοιων αναφορών αλλά κυρίως η ποιότητά τους. Εξηγούμαι. Η αυτοαναφορικότητα εν προκειμένω έχει διαφορετικά πρόσωπα που τα ενώνει αφενός η απουσία ποιητικού ναρκισσισμού αφετέρου η ίδια η λειτουργία της αυτοαναφορικότητας, καθώς ο λόγος περί ποιητικής ταυτίζεται απόλυτα με την ίδια την ποιητική. Οι περισσότερο ενδιαφέρουσες διαστάσεις αυτής της απόπειρας εδράζονται στη συνύφανση της αυτοαναφορικότητας με την ειρωνεία, η οποία προσεγγίζει κάποιες φορές τα σύνορα της χώρας του γκροτέσκου, αλλά ενίοτε και με την προσφυγή σε έναν ενστικτώδη, παιδικό κόσμο που τον καθορίζει εντέλει η αλήθεια: Διαβάζουμε: « ― Άλλο τίποτα δεν θυμάμαι, κύριε Φρόυντ, / δήλωσε ο ποιητής στην Αστυνομία/ των Διαψευσμένων Παιδικών Προσδοκιών./» ή και αλλού: « ‘Ρίξε ζαριά στο άπειρο ένα ποίημα’/ είπε διαβάζοντας τη μοίρα σου στο χέρι/ μα εσύ ’σαι μόνο ένας πίθηκος που ξέρει/ να γράφει· να προκαλεί με μιαν αδέξια ρίμα/ το σινάφι· της άθλιας κλίκας σου την μήνιν/ Πολλά υποσχόμενη η νύχτα σου ακόμη· γι’ αυτό, ας μείνει./».

Η μεγαλύτερη ωστόσο έκπληξη στην παρούσα ποιητική συλλογή κρύβεται στις ιδιοσυστασίες της γλώσσας του Αγγελή. Η ποιητική του γλώσσα σχηματίζει ένα υβρίδιο, καθώς οι υπερρεαλιστικές εικόνες διαπλέκονται αδιάρρηκτα με τον Συμβολισμό και ο ελεύθερος στίχος συνυπάρχει αρμονικά με τον έμμετρο, λειτουργώντας πολυσήμαντα: γίνεται το όχημα υποβολής της ειρωνείας, μετατρέπει τον παροξυσμό σε ντεκρεσέντο, αλλά και την ελάσσονα φωνή σε μείζονα, χωρίς ταυτόχρονα ίχνος υψηγορίας, εγκιβωτίζει τις κραυγές στη σιωπή, δημιουργεί από τις σιωπές κενά πλεονάζοντος υλικού, εξασφαλίζοντας πάνω από όλα την ανοιχτότητα στην κατανόηση μέσα από επάλληλες αναγνώσεις. Οι έμμετροι στίχοι του με τους εσκεμμένα διασαλευμένους ρυθμούς, τους διασκελισμούς, και τους παρατονισμούς τους κατατείνουν στην επίταση της ειρωνείας, ενώ την ίδια στιγμή οι ευφάνταστες ομοιοκαταληξίες ανεβάζουν στο ζενίθ τη συγκινησιακή θερμοκρασία των ποιημάτων. Θα ολοκληρώσω την κριτική μου, κάπως ιδιόμορφα, παραθέτοντας ένα ολόκληρο ποίημα από τη συλλογή που προσωπικά θεωρώ πως συμπυκνώνει την πεμπτουσία ολόκληρου του βιβλίου, στον βαθμό που τούτο το λεπτά δουλεμένο, «θλιμμένο τραγούδι» μας δίνει την απάντηση στο ερώτημα που έθεσα στην αρχή του κειμένου μου· μας δηλώνει απερίφραστα πως τα αινίγματα του κόσμου και του χρόνου, της Ιστορίας και της Μνήμης τα λύνει όλα η αγάπη.

Είμαστε ακόμη σ’ εκείνη την άδεια παραλία
που ’ναι στρωμένη απ’ άκρη σ’ άκρη κόκαλα σπασμένα
κι έτσι και σκάψεις γούβα με τα δάχτυλα στην άμμο
θα ξεχυθεί δυό μέτρ’ απόσταση απ’ το κύμα μαύρο αίμα
και θα ’ρθει το σιδερόφραχτο άλογο να πιεί
το κόκκινο άλογο της Αποκάλυψης, το λυσσασμένο
που ’ναι δεμένο μ’ αλυσίδα αντί σκοινί· και κάθε νύχτα
μου τραβάει από τα πόδια το σεντόνι-

αυτό το όνειρο ποτέ του δεν τελειώνει
είμαστε πάντα σε μιαν άδεια παραλία
και λέω είμαστε και σου μιλώ με ένταση και αγάπη
κι όταν ρωτάω αν θα ’ρθεις, χιονίζει στάχτη.

.

ΠΕΤΡΟΣ ΓΚΟΛΙΤΣΗΣ

“Εφημερίδα των Συντακτών” 2/4/2016

Ψυχικά και γλωσσικά πλέγματα ποιητών

Αν ο Νίκος Γκάτσος (1911-1992) συναίρεσε τον υπερρεαλισμό με το δημοτικό τραγούδι, ο Μίλτος Σαχτούρης (1919-2005) τον εξπρεσιονισμό με το παράλογο και ο Χρήστος Μπράβος (1948-1987) τη δημοτική παράδοση με τον εξπρεσιονισμό, τότε τι πραγματικά νέο κομίζουν οι σχετικά νεότεροι μας ποιητές Κατερίνα Ηλιοπούλου (1967) και Δημήτρης Αγγελής (1973) οι οποίοι και εφάπτονται των παραπάνω περιοχών;

Συγχρονιζόμενοι και οι δύο ποιητές με το διακειμενικό καταστάλαγμα μιας εποχής, εισάγοντας επιτελεστικά στοιχεία στο έργο τους (δηλ. πράξεις που επιτελούνται διά του λόγου) και λειτουργώντας και οι δύο ως εκδότες-διευθυντές λογοτεχνικών περιοδικών (Φρμκ και Φρέαρ αντιστοίχως) φέρουν έναν πολλαπλό συγκερασμό, όπου ως ποιητές-παραγωγοί παράγουν όχι μόνο κείμενα αλλά και νόημα. Ρευστοί, μεταβλητοί, χωρίς σταθερή ταυτότητα, αφήνονται στις ροές των λόγων, των ονείρων και των κειμένων.

Ως ένας μετα-σαχτουρικός φυγόκεντρος Μαγκρίτ ο Αγγελής, και ως μια μετα-γκατσική κεντρομόλα Σύλβια Πλαθ η Ηλιοπούλου, αφήνονται στην ιστορία, τις τέχνες και τις περιηγήσεις. Μετασχηματίζοντας συνάμα επιλεγμένα αποσπάσματα διαδραστικά τόσο ως συγγραφείς όσο και ως αναγνώστες. Ας τους δούμε όμως έναν-έναν.

Ο Αγγελής (Αθήνα, 1973) ποιητής, δοκιμιογράφος και διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Αθηνών, με έξι ποιητικές συλλογές πίσω του και έχοντας τιμηθεί με το βραβείο Λάμπρου Πορφύρα της Ακαδημίας Αθηνών (για τη συλλογή του Επέτειος, που κυκλοφορεί και στα ισπανικά σε μετάφραση της Virginia Lopez Recio) μας ξαφνιάζει εξ αρχής με τον παράξενο τίτλο του νέου του ποιητικού βιβλίου Ένα ελάφι δακρύζει πάνω στο κρεβάτι μου.
Κινούμενος στις γραμμές που χάραξαν στον τόπο μας οι μετρ του υποσυνείδητου, Εγγονόπουλος και Εμπειρίκος, και του παράδοξου, Γονατάς, ο Αγγελής επιλέγει και εμμένει στο παραλήρημα και την παραίσθηση, εντασσόμενος ουσιαστικά υπερρεαλιστικό ρεύμα, εμπλουτίζοντάς το όμως με θρησκευτικά στοιχεία. Προτάσσοντας τη φαντασία έναντι της πραγματικότητας, επικεντρώνεται σε μια ποίηση που έλκεται από μεταφυσική ένταση αλλά και από ενδοσκοπική ελλειπτικότητα διανοίγοντας έτσι τη γραφή του στο ασύνηθες, στο εξωλογικό, το ονειρικό, το παραμυθητικό στοιχείο.

Ορισμένα δείγματα: αναμιγνύει την πάχνη του πρωινού με ένα κόκκινο αυτοκίνητο που περνάει και με τον καθημερινό του «φόβο μήπως χαθεί για πάντα η Μαρία σ’ ένα μέρος χωρίς βροχή», με τη Μαρία να είναι η Παναγία («3»). Και: «κάτι σαν ευαγγελισμό με πολλές πυγολαμπίδες κι ένα κόκκινο ντάτσουν σταματημένο στην ανηφόρα πίσω απ’ το σπίτι/ που στάζει σκουριά στον χωματόδρομο, περιμένοντας, πάντα περιμένοντας το επόμενο καλοκαίρι» («2»).

Αξίζει επίσης να σταθούμε όχι μόνο στην εικονοποιητική διάσταση αλλά και στην υποβλητικότητα που σμιλεύει: «Στην κασέτα ακούγεται επίσης το χνότο που στιγμιαία εγγράφεται πάνω στο τζάμι, αλλά όχι και το χιόνι που πέφτει απαλά στον άδειο δρόμο απ’ έξω» («8»). Αλλά και: «όλοι κρύβουμε μιάν ανάληψη μέσα μας/ με αερόστατο, πυρφόρο άρμα ή φωτοβολίδα» («13»). Παραπέμπουμε, κλείνοντας, στο ποίημα «32».

.

ΕΛΕΝΗ ΚΟΦΤΕΡΟΥ

www.bookpress.gr 2/2/2016

«Είναι εκείνο το λευκό ελάφι που δακρύζει πάνω στο κρεβάτι μου»

Διάβασα πρόσφατα την ποιητική συλλογή του Δημήτρη Αγγελή με τίτλο Ένα ελάφι δακρύζει πάνω στο κρεβάτι μου (εκδ. Πόλις) και θα γράψω λίγα λόγια γι’ αυτό το δακρυσμένο ελάφι που ξαποσταίνει μες στο ποίημα, τα δάκρυά του ακουμπώντας σε στίχους και λέξεις.

Από το εξώφυλλο κιόλας (που από μόνο του αποτελεί έργο τέχνης του Κώστα Σιαφάκα) ο αναγνώστης νιώθει τη δυναμική και τον παλμό αυτού του ελαφίσιου βλέμματος ως αδιαπραγμάτευτο αμ(φορέα) αθωότητας. Το ελάφι (όπως και οι στίχοι του ποιητή) είναι αποφασισμένο για την αναμέτρηση με τη δυσαρμονία του κόσμου ετούτου, για την αντίσταση (έστω με ένα δάκρυ) στην εγκαθιδρυμένη βαρβαρότητα που δεν εκλείπει, δεν εξαντλείται, παρά αλλάζει συνεχώς μορφές και εκφραστές. Πίσω από το ελάφι, ένα μήλο λογχισμένο απ’ το μαχαίρι, μοιάζει με τραυματισμένο παιδικό χαμόγελο. Σπάνια έχω συναντήσει τέτοια ταύτιση του εξώφυλλου με τα ποιήματα που αντιπροσωπεύει. Ποιήματα που υπηρετούν θαρρείς ένα τελετουργικό: «Αυτό δεν είναι ποίημα. Το ποίημα είναι τρία χιλιόμετρα μακριά,/ πίσω από τους αμμόλοφους κι έρχεται. //Το ποίημα μυρίζει κόκκινο και σκεπάζει τον ορίζοντα. /Πάνω στις πτυχές του συνεχίζει τις νυχτερινές του πτήσεις/ ο Αντουάν ντε Σαίντ-Εξυπερύ με τη μικρή αλεπού του./ Τρώνε παγωμένα σταφύλια και φτύνουν γελώντας τα κουκούτσια/ πάνω στους ξιφίες που τους ακολουθούν /και στ’ ανύποπτα κεφάλια μας την ώρα/ που οι νυχτερίδες ανάβουν τη νύχτα.// Το ποίημα είναι ένα παγωμένο κουκούτσι : /Σου σπάει τα δόντια ./ Σου ξεσχίζει το λαιμό. / Κι αυτό δεν είναι ποίημα.» Πράγματι θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι αυτό δεν είναι ποίημα αλλά κάτι ουσιαστικότερο. Είναι η διαδρομή ενός ποιήματος που συναντά τον εξορισμένο για πάντα στη χώρα των θρύλων πιλότο-συγγραφέα. Είναι οι καλά φυλαγμένες λέξεις του μεγάλου υπερρεαλιστή Ρενέ Μαγκρίτ που περίμεναν το σινιάλο της αλεπούς του Σαιντ Εξυπερύ για να συγκεντρωθούν σαν παγωμένα κουκούτσια και να μας κάψουν τον λαιμό.

Η συλλογή ξεκινά μ’ ένα ποίημα- προσευχή. Σαν ν’ ακουμπούν σε εικονοστάσι, οι στίχοι υμνούν την αρχή της νέας μέρας (ίσως και την αρχή της δημιουργίας) όπου ο ποιητής στήνει τους πυλώνες της ποίησής του: «Αρχή της νέας μέρας, δίκρανα αιχμηρά/ τα δύο πρώτα κοντάρια του ήλιου. // Άνοιξε το τετράδιό σου , ποιητή –γράψε/ πόσο απαλά ανασαίνουν ακόμα/ τα θυμωμένα συνήθως μαλλιά της Μαρίας.» Προχωρώντας στήνει το σκηνικό οικειώνοντας στον αναγνώστη την τοπογραφία της ποίησής του, με δυνατούς συμβολισμούς «σα να ήθελε να φωτίσει τα στοιχειώδη μιας καθημερινότητας ευτελούς». Απευθύνεται «στην πάχνη του πρωινού» και κάνει έκκληση στην αθανασία των ποιητών.

Η συλλογή αποτελεί ποιητική μετάθεση μιας εσωτερικής ζωής. Προεκτείνεται μέσω της τέχνης η φλέβα της υπαρξιακής αγωνίας του ποιητικού υποκειμένου που πάλλεται προαναγγέλλοντας τον κυματισμό του ποιήματος μα και την ενάργεια των στίχων καθώς καταλύουν τα στερεότυπα της φόρμας. Τα ποιήματα αυτής της συλλογής μοιάζουν με γλυπτά μετά από το πέρασμα της λάβας. Κρατούν φυλαγμένες τις χειρονομίες της αγωνίας -εκείνη τη μεγαλειώδη θα τολμούσα να πω στιγμή του αφανισμού- αποτυπωμένη στο γλυπτό. Κι έτσι, η με υπερρεαλιστικές καταβολές, καταιγιστική, τολμηρή, ανατρεπτική εικονοποιία της συλλογής γίνεται ανάγλυφη και χειροπιαστή. Άλαλη θεωρητικά η εικόνα, μα μέσω της ποίησης πυροδοτεί κραυγές, αναφιλητά, και νεύματα από τα έγκατα της αρχέγονης ανάγκης για έκφραση. Οι λέξεις αναδύονται από σκούρους βυθούς σαν λαμπερά κοράλλια κι άλλοτε πέφτουν από τις πανύψηλες σκαλωσιές της λύπης για να αναμετρηθούν με τη σκοτεινιά «προχωρούσε αθόρυβα το σκοτάδι από παράθυρο/ σε παράθυρο αδειάζοντας τα δωμάτια/ σαν ένας ψυχρά μεθοδικός κλητήρας, με χρόνια/ εμπειρία στις εξώσεις/ και στην ψυχρή καταγραφή της οικοσκευής. // Που και που έτριζε η ξύλινη νυχτικιά της θείας Ερημούλας / σαν κάτι το έκπτωτο και το αφοπλιστικά αληθινό μέσα στο τίποτα. // Και ξεσπούσε σε κλάματα το παιδί μέσα στη νύχτα /επειδή ψήλωνε γρήγορα και του πονούσαν τα κόκαλα των ποδιών.»

Οι εικόνες εναλλάσσονται, εύκαμπτες λυγίζουν προς τη θλίψη και κατόπιν τεντώνονται προς τη γαλάζια ανοιχτωσιά τ΄ουρανού, χωρίς να χάνουν ούτε για μια στιγμή την αιτιώδη συνάφεια τους με τις λέξεις, όπως συμβαίνει στο θαυμάσιο ποίημα με αριθ. 9 ένα βαθιά πολιτικό και υπαρξιακό ποίημα (έτσι τουλάχιστον το διαβάζω εγώ) που μαρτυρά πόσο ώριμη και κατασταλαγμένη είναι η ποίηση του Δημήτρη Αγγελή.

Τα ποιήματα εκτελούν έναν στροβιλισμό γύρω απ’ τους αρχέγονους μύθους και τα παραμύθια μα έλκονται συνεχώς από την κεντρομόλο δύναμη του βλέμματος του ποιητή στην εποχή του. Κι αυτή η εποχή δεν είναι ούτε χαρμόσυνη ούτε ειρηνική. Ο ποιητής με ευαισθησία και σθένος μιλά για τον εμφύλιο που διαδραματίζεται μέσα του, για τις γιγάντιες λύπες που ξεβράζονται κάθε χειμώνα στην ακτή του, μα και για τις σιωπηλές μακρόσυρτες Κυριακές, όπως συμβαίνει στο εξαιρετικό ποίημα με αριθ. 15, το οποίο αφήνει χαραμάδα για να γλιστρήσει η μελαγχολία του αναγνώστη και να συναντήσει άλλες οικείες Κυριακές, εκεί όπου όλες οι σιωπές μοιάζουν μεταξύ τους. «Να γράψω ένα ποίημα για τη σιωπηλή Κυριακή που να λέει τους λύκους λύκους και τους φονιάδες φονιάδες/ Να βγω στον ακάλυπτο και να φωνάξω “όχι σαν κάτι να με πνίγει//Να μην είναι σιωπηλή η Κυριακή, να μη γράφω ποιήματα”». Εδώ ο αναγνώστης νιώθει σχεδόν δική του την εναλλαγή της προτροπής με την ευχή καθώς οι στίχοι ακροβατούν ανάμεσα στη δυσβάσταχτη πραγματικότητα και τη δημιουργική φαντασία. Με εντυπωσίασε ο τρόπος με τον οποίο ο εκπληκτικός στίχος: «Να φανταστώ έναν βυζαντινό άγγελο να κατεβαίνει στα νερά ψιθυρίζοντας ακατάληπτες λέξεις» βρίσκεται αδερφικάαγκαλιασμένος με τους στίχους: «Ν’ αγοράσω εφημερίδα, να δω τους συνταξιούχους που παίζουν σκάκι στα παγκάκια της προκυμαίας» και «Να περάσω απ’ το καφενείο που συζητάνε πολιτική και ποδόσφαιρο». Ο εξαίσιος αυτός διχασμός του ποιητή επεκτείνεται και δεσπόζει στο ποίημα με αριθμ. 14 «γιατί καθένας έχει μέσα του έναν που κλαίει και φεύγει χτυπώντας την πόρτα / κι έτσι μπορείς να μένεις κάπου ενώ στην πραγματικότητα είσαι ήδη πολύ μακριά/ να γράφεις κάτι μέσα σου ενώ δεν γράφεις τίποτα/ ο ένας εργάζεται, έχει οικογένεια, αυτοκίνητο, περιμένει τη σύνταξη/ ο άλλος ξαπλωμένος κάτω από ένα πεύκο ρεμβάζει τη θάλασσα κι όταν ονειρεύεται / ο πρώτος ξενυχτάει παιδεύοντας στο χαρτί ένα ποίημα».

Άλλο ένα στοιχείο της συλλογής είναι η σχετικά συχνή χρήση των λέξεων νύχτα, παγωνιά και λύκοι με όλο το δύσκολο φορτίο που κουβαλούν τα σημαινόμενα αυτών, πράγμα που ενισχύει την αγωνιώδη αίσθηση του κόσμου που μας περιβάλλει, ενός κόσμου όπου «Οι μόνες υποσχέσεις της δημοκρατίας είναι τράπεζες./ Οι μόνες αποφάσεις της κυβέρνησης είναι για όπλα. / Κι εσύ έρχεσαι το λάθος Σάββατο να με βρεις /κρατώντας ρούβλια για να πληρώσεις τα ποτά μας / κι απαγγέλλοντας στίχους του Μαγιακόφσκι.// Απόψε, η παραμονή της Πρωτοχρονιάς μαζί σου / δεν είναι γιορτή στη μεγάλη πλατεία. Είναι / οι τράπεζες που μας πνίγουν κι ένα σώμα-οδόφραγμα. / Είναι το μουχλιασμένο ψωμί της Αχμάτοβα./ Είναι εκείνο το λευκό ελάφι που δακρύζει/ πάνω στο κρεβάτι μου.» Ωστόσο, αυτό το ποίημα δεν οδεύει προς τη ματαίωση και την απογοήτευση, παρόλη τη θλίψη και το καταγγελτικό του ύφος. Δικαιώνει την τέχνη της ποίησης αφού απ’ αυτό ξεπροβάλλει η ομορφιά και η χειροπιαστή λευκότητα του δακρυσμένου ελαφιού, ενός πλάσματος της αρετής που ποθεί να διασώσει την αθωότητα με δάκρυ λυγμικό.

Μετά τις πολλές αναγνώσεις της συλλογής, είμαι πλέον πεπεισμένη ότι ο ίδιος ο ποιητής είναι το ελάφι που ζει στη δική του στέπα, εκεί όπου λίγη μονάχα ποώδης βλάστηση, σαν υπόμνηση άνθισης, σαν της άνοιξης ελάχιστη πλησμονή , προστατεύει τη λύτρωση και την παρηγοριά από την ολοκληρωτική παγωνιά.

Όλα τα ποιήματα της συλλογής συνδέονται μεταξύ τους θεματικά και υφολογικά συμμετέχοντας θαρρείς σε μια πανσπερμία μικρών δημιουργικών εκρήξεων, μολονότι κάθε ποίημα λειτουργεί αυτόνομα ακολουθώντας ή παρακολουθώντας την Μαρία με ό,τι αυτή αντιπροσωπεύει συμβολίζει ή κομίζει. Γυναίκα, έρωτας και πληγή, πόθος και απουσία, σύμβολο και έμπνευση η Μαρία μπαινοβγαίνει ανάμεσα στα ποιήματα – ποιά δημιουργία άλλωστε μπόρεσε να υπάρξει χωρίς μια Μαρία;_ περιφέροντας τα αέρινα βήματά της και τον αιθέριο κυματισμό των μαλλιών της εκεί όπου οι λέξεις τυφλές, περιμένουν να τις οδηγήσει στο ποίημα, χαρίζοντας στον ποιητή μα και στον καθένα από τους αναγνώστες ένα κομμάτι από την ιαματική της δύναμη.

Η συλλογή κλείνει όπως αρχίζει. Με ριπές φωτός πάνω στα ανύποπτα κεφάλια των πλασμάτων που έρχονται στον κόσμο καταδικασμένα στον πόνο και στην απώλεια μα διαθέτουν την ευλογία της αθωότητας και την πιθανότητα μιας Μαρίας στην ζωή τους, για την οποία ακαταπαύστως θέλουν να μιλούν.

«Αυγερινέ, πρώτο φως της άγουρης μέρας
Καλωσόρισες τον άσωτο που γύριζε από τη νύχτα του,
Πρόσταξες να διαγραφούν τα συσσωρευμένα του χρέη, τον έντυσες
Αρραβωνιαστικό σου και πρίγκιπα
Ήπιες πατρίδα στο χιόνι της εξορίας του, έφαγες
Στο ψαχνό των ματιών του τοπία σισύφειων βράχων
Κι έσφαξες το καλό μοσχάρι για να διασκεδάσεις τη μοναξιά του
Που σαν ορθάνοιχτος καταπιόνας περίμενε ανυπόμονα
Τη σειρά σου.
Ανείπωτη ευτυχία. Αλλά εσύ Χριστέ
στ’ αλήθεια
έλειπες;
(κι όμως εγώ ήθελα μόνο να μιλήσω
Για τη Μαρία.)»

.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΘΗΝΑΚΗΣ

“Η Καθημερινή” 30/1/2016

Ποιήματα που μετρούν την ανεπάρκεια του κόσμου

ΠΟΙΗΣΗ. Oταν τα ποιήματα γίνονται παραμύθι, η ανάγνωση δεν είναι απλή υπόθεση· ιδιαίτερα, όταν σε αυτά προστίθενται η ποιητική, η καλά κρυμμένη κριτική και η πλήρης ερωτική παράδοση. Είναι φορές που η ποίηση προκαλεί δολιοφθορές στον αναγνώστη της, προκειμένου εκείνος να της παραδοθεί ευκολότερα. Εξάλλου, αυτή η μορφή του λόγου ποζάρει, πολλάκις, ως πυγολαμπίδα που επανέρχεται όποτε της καπνίσει.

Ο Δημήτρης Αγγελής (γενν. 1973) διατηρεί πολλές από τις παραπάνω ποιότητες στην πρόσφατη συλλογή του «Eνα ελάφι δακρύζει πάνω στο κρεβάτι μου» (εκδ. Πόλις, 2015). Ο τίτλος είναι μπούσουλας ανάγνωσης, αλλά το πηγαινέλα από την πραγματικότητα στις υπερβατικές εικόνες δεν αφήνει πολλά περιθώρια παρερμηνείας. Ο ποιητής και δοκιμιογράφος, εκδότης του περιοδικού «Φρέαρ», κρατά γερά τα ηνία των ποιημάτων του, κάτι που αποτελεί δίκοπο μαχαίρι: σου επιτρέπει να διαβάσεις όπως επιθυμείς τα ποιήματά του, αλλά σου θέτει όρους. Aλλωστε, ποιος είπε ότι η ανοιχτότητα του κειμένου σε ερμηνείες σημαίνει αυτόχρημα ότι οι παρερμηνείες είναι καλοδεχούμενες;

Τα ποιήματα αυτής της συλλογής του Αγγελή επιμένουν στο υπερπραγματικό στοιχείο, κυρίως διότι ο ποιητής είναι αποφασισμένος να δημιουργήσει έναν παράλληλο κόσμο, ώστε να διασώσει την επαφή του με τον κοινό κόσμο. Η Μαρία («Κι όμως εγώ ήθελα μόνο να μιλήσω/για τη Μαρία»), το ποίημα και η ερμηνευτική του δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια σφυγμομέτρηση του παλμού ενός πραγματικού σύμπαντος, του οποίου τα εργαλεία εμφανίζονται ανεπαρκή για την ίδια τη ζωή.

Τα ποιήματα του Αγγελή παραδίδονται με τη σαρκαστική διάθεση που αρμόζει όταν η φυσική δύναμη συγκρούεται με τις υπερφυσικές δυνάμεις, μόνο και μόνο για να μετρηθούν οι εκατέρωθεν ανεπάρκειες. Iσως η μάλλον σουρεαλιστική του διάσταση καταδεικνύει ακριβώς τον ελλιπή κόσμο της απτής πραγματικότητας.

Το ελάφι που δακρύζει πάνω στο κρεβάτι του ποιητή είναι η γέφυρα που οδηγεί στην όχθη μια κάποιας –μερικής έστω– αυτογνωσίας (αποφεύγω τον όρο «αλήθεια», διότι είναι όρος κουρασμένος). Ισως, πάλι, τα ποιήματά του συνοψίζουν τη ρευστότητα μιας ζωής που δεν μας αξίζει μέχρι να βρούμε κάποιον να τη μοιραστούμε. Ο Αγγελής είναι, εν προκειμένω, πολύ γενναιόδωρος. Και δανειζόμενος ένα στίχο του: εγώ τουλάχιστον αυτό εννοώ.

.

ΘΑΝΑΣΗΣ Θ. ΝΙΑΡΧΟΣ

Τα Νέα/ “Βιβλιοδρόμιο” 30/1/2016

Στην αντίπερα όχθη του λόγου

Και χωρίς το έκτο ποιητικό του βιβλίο «Ενα ελάφι δακρύζει πάνω στο κρεβάτι μου», γνωρίζαμε ήδη πόσο σοβαρά έχει υιοθετήσει την υπόθεση της ποίησης ο Δημήτρης Αγγελής. Με πολύ σημαντικά αποτελέσματα, συνεπικουρούμενα στην περίπτωσή του και από μια θεωρητική επάρκεια όσον αφορά την προσέγγιση ιδεολογικών και αισθητικών προβλημάτων όπως έχουν καταγραφεί, άλλοτε επιβεβαιωμένα και άλλοτε αμφισβητούμενα, στις δέλτους τις Ιστορίας. Με το πρόσφατο όμως «Ελάφι» του χαράσσει το εντελώς προσωπικό του αποτύπωμα χάρη σε έναν ανυπότακτο στίχο, ο οποίος συγκεράζει την ονομαστική αναφορά ποιητών ή δημιουργών που το εξαγόμενο της ύπαρξής τους υπήρξε ατόφια ποίηση (Μπέργκμαν, Μοράβια, Τρακλ, Αχμάτοβα, Μαγκρίτ) με ένα προσωπικό αίσθημα επεξεργασμένο στις πιο απόκρημνες εκδοχές των λέξεων και στις πιο μυστικές στοές των νοημάτων. Ενδεικτικό: «Γιατί κάθε πρωί έχει το παιδί του, τον ποιητή και τον μετανάστη του. / Και κάθε βράδυ τον αναπόφευκτο τοίχο του, το πικρό του βιβλίο, τον βάναυσο οπλονόμο του».

.

ΧΡΙΣΤΟΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

diastixo.gr 18/11/2015

Όλες οι σουρεαλιστικές εκδοχές, όλες οι υπερρεαλιστικές αφηγήσεις λαμβάνουν σάρκα και οστά σε μεγάλο μέρος της ποίησης του Δημήτρη Αγγελή, καθώς οι σχέσεις ποιητή και της οικείας του τέχνης συμπλέκονται ουσιαστικά με τρόπο ακραίας ανατροπής. Είναι, λοιπόν, ένας υπερρεαλιστής δημιουργός ο Αγγελής, με ερεθίσματα και εμπνεύσεις που δεν άπτονται της πραγματικότητας, που εμπεριέχουν τη φαντασία και το κύημα αυτής, την ονειρική διαδρομή μέσα στον χρόνο, που τροφοδοτούν μηνύματα, στόχος των οποίων είναι η αισθητική απεικόνιση της αέναης επιφάνειας των συναισθημάτων. Από κάποιο σημείο και μετά, όμως, από το μισό περίπου του ποιητικού σώματος, η έκφραση στρογγυλεύει, ένας ρεαλισμός κάνει την εμφάνισή του, προκειμένου να προσλάβει ο λήπτης ευκολότερα το θέμα, που γίνεται πιότερο καθημερινό, που ομοιάζει σε πεζό αφηγηματικό τοπίο. Έτσι, λοιπόν, στο ίδιο βιβλίο, χωρίς να χωρίζονται τα ποιήματα σε υποκεφάλαια, δύο εκ διαμέτρου αντίθετες γλωσσικές εκφορές, δύο από τα πλέον διαδεδομένα ρεύματα παρουσιάζονται με τέτοιον τρόπο, που το ένα να αποτελεί συνέχεια του άλλου, το ένα να δρομολογεί την κορύφωση και το άλλο την ύφεση, το ένα να καλλιεργεί το ποιητικά γκροτέσκο και το άλλο το απαράμιλλα αφομοιώσιμο. Αυτό το παιχνίδι, που ο ποιητής μετέρχεται, ακροβατεί πότε εδώ και πότε εκεί, έστω και με σαφή διαχωρισμό, στην ουσία δηλαδή αποδεικνύοντας πως ο ποιητής έχει την ικανότητα να γράψει και έτσι αλλά και αλλιώς, έχει τη δυνατότητα να καλλιεργήσει τη μυθοπλασία του με πολλές διεξόδους, έχει το στάτους για να πατήσει σε διαφορετικές ποιητικές εκτόνωσης.

Και χθες στον ύπνο μου μιλούσα μ’ ένα δέντρο
Και χθες στον ύπνο μου έπλενα δυο λασπωμένα περιστέρια
Τα μάτια μου απειλώντας πάλι να ραμφίσουν. (σελ.33)

Ο οργανικός ποιητής απευθύνεται συχνά σ’ ένα υπαρκτό ή ανύπαρκτο πρόσωπο, σε μια οντότητα ή στη μούσα του, στη Μαρία, η οποία ενίοτε παρακολουθεί τη σκέψη του, και στην οποία επαφίεται να μεταδώσει όσο μακρύτερα μπορεί τα μηνύματά του. Απ’ τα αρχαία χρόνια έως τις μέρες μας, οι ποιητές μιλούσαν κυρίως με το αντίθετο φύλο, σαν να επρόκειτο έτσι να καρποφορήσουν οι εμπνεύσεις τους, μέσω της ερωτικής προσαρμογής, μέσω της φιλικής υπενθύμισης και συχνά μέσω της μητρικής ή πατρικής, ανάλογα με το φύλο, στενής και απαράμιλλης σχέσης. Εδώ όμως η Μαρία είναι η λέξη του τέλους, είναι η άκρη της γραφίδας, είναι το ολοκλήρωμα της ποιητικής εκπομπής, άρα συμπεραίνουμε πως ο ρόλος της είναι μάλλον υποστηρικτικός, είναι δηλαδή σαν το μπαστούνι που κρατούν οι γέροντες για να περπατάνε καλύτερα. Η Μαρία, λοιπόν, συγκεντρώνει πάνω της όλα τα προτερήματα, που ένα σύμβολο μπορεί να κατέχει, προκειμένου να γίνει η κεντρική αναφορά ενός ποιητή, ο οποίος πάνω απ’ όλα την εμπιστεύεται ολόθερμα και συστηματικά.

Γράψε, πάχνη του πρωινού, καθώς αποσύρεσαι, τους σημερινούς
μελλοθάνατους
κι ανάμεσά τους να προσθέσεις και αυτόν τον καπνό θυσίας που αναθρώσκει
μπροστά μου
είναι απ’ τους στίχους που δεν έγραψα και ναυάγησαν πρόωρα μες στον
καφέ μου
είναι απ’ τους στίχους που δεν θέλησες ούτε σήμερα να διαβάσεις μαζί μου,
Μαρία. (σελ.11)

Ο ποιητής, πέραν όλων των άλλων, πέραν της προσωπικής του μυθολογίας, πέραν των ερεθισμάτων που δέχεται, ισορροπεί πάνω στο τεντωμένο σχοινί της γλωσσικής ποιητικής εκφοράς, βυθίζεται ενίοτε και στο έργο ή στην πολιτεία άλλων ομοτέχνων, ηρώων ή αντιηρώων, γενικώς και ειδικώς, επιθυμώντας μια γνήσια συνομιλία. Πράγματι, όλοι οι σημαντικοί ποιητές κάνουν το ίδιο, με δεδομένο όχι μόνο τον σεβασμό στο έργο μεγάλων της τέχνης, αλλά παράλληλα και της ισότιμης αντιπαράθεσης σ’ έναν όμορφο και ηθικό αγώνα, απ’ τον οποίο και προκύπτει ένα αποτέλεσμα. Ποίηση και πεζογραφία –ισπανόφωνοι αποτελούν τη μεγάλη αγάπη του Αγγελή– έρχονται και παρέρχονται για να αποδείξουν την τεράστια συνεισφορά τους στην παγκόσμια σκέψη, στον πλανητικό αισθητικό και μαγικό ρεαλισμό.

μένει στην οδό Σωφρονίου αριθμ. 24, σε μια εγκαταλειμμένη γκρι
μονοκατοικία με τον κήπο γεμάτο σκουπίδια, κάθεται μονίμως σε μια
κόκκινη πολυθρόνα κάτω απ’ τον ίσκιο μιας μουριάς, «μητέρα, είναι ώρα
για το απογευματινό τσάι» φωνάζει πού και πού γελώντας,
κόσμος περνάει απ’ έξω παρέες παρέες ανυποψίαστος, ο Παβέζε με
τον Μοράβια, ο Χουάν Ρούλφο με τον Κορτάσαρ και τα παιδιά που
κλωτσάνε μια μπάλα, ο επαναλαμβανόμενος παφλασμός μιας
πραγματικότητας που βουλιάζει στη λογοτεχνία ή στο μυστήριο.

Ένας με άδειο παλτό και εφημερίδα του 1910. (σελ.12)

Με έντονο ποιητικό δρασκελισμό, με μεγάλα βήματα που οδηγούν στον στόχο, ο οποίος δεν είναι άλλος απ’ την κατάκτηση της ποιητικής αλήθειας, ο γνωστός ποιητής Δημήτρης Αγγελής, που είναι παράλληλα δοκιμιογράφος και μελετητής, καταφέρνει να μας κινητοποιήσει θετικά και παράλληλα να μας υποδείξει την αξία της συγκεκριμένης τέχνης, όταν αυτή καλλιεργείται υπεύθυνα και χωρίς ενδοιασμούς ή υπεκφυγές. Ο Αγγελής, σχετικά νέος, ήδη όμως καταξιωμένος, με την παρούσα συλλογή ανατρέπει ό,τι γνωρίζαμε για την ομαλή παράθεση ποιητικών υποκειμένων και συνιστά τη δραματικής υφής και θεατρικού ύφους εκτόνωση, που η χαώδης συνεισφορά της ψυχοσύνθεσης την κάνει πλήρως ελκυστική.

.

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

cantus firmus    9/11/2015

Μια προσέγγιση στην ποιητική συλλογή «Ένα ελάφι δακρύζει πάνω στο κρεβάτι μου» του Δημήτρη Αγγελή, εκδόσεις Πόλις

Ο ποιητικός κόσμος του Δημήτρη Αγγελή. Ένας κόσμος τόσο παράξενος στις εικόνες του. Σε γοητεύει, θέλεις να εισχωρήσεις, σαν να ανοίγεις μια πόρτα παραμυθιού, και ξαφνικά αντιλαμβάνεσαι πως το τοπίο είναι σκληρό, το έδαφος πετρώδες.
Αυτή η ποίηση έχει μέσα της πόνο, κι όμως δεν σε απωθεί. Αντιθέτως, σε παίρνει απ’ το χέρι και μέσα σε τριάντα τρία στιχουργήματα (τα περισσότερα άτιτλα, μόνο με αρίθμηση) που συμπληρώνουν το ένα το άλλο συναποτελώντας ένα ποιητικό όλον, σε οδηγεί στο σύμπαν του ποιητή, που αποδεικνύεται περίεργα οικείο.
Λέξεις δυναμικά αυτόνομες (συνοδευόμενες από υπερρεαλιστικές εικόνες σε μερικά από τα ποιήματα) κυριαρχούν και θέτουν τα όρια της ανάγνωσης. Η ποίηση του Δημήτρη Αγγελή δεν σου επιτρέπει πολλές ερμηνείες. Είναι μονοσήμαντος ο κόσμος του, χωρίς αυτό να αφαιρεί κάτι από την αξία του. Σε κατευθύνει ο ίδιος ο ποιητής στους χώρους που επιθυμεί και σου δίνει το ελάχιστο που χρειάζεσαι για να κατανοήσεις. Γιατί αυτός ο δυνατός λόγος είναι απλός στα στιχουργικά του μέσα.
Παράλληλες εικόνες που μοιάζουν αυτόνομες στη σημασία τους, τελικά συναντώνται και δίνουν την πλήρη εικόνα. Μόνο που πρέπει να τις ‘διαβάσεις’ μία μία ανοίγοντας το περίβλημά της για να ανακαλύψεις τα ενδότερα, το νήμα που τη συνδέει με τις υπόλοιπες.
Παιδικές μνήμες συνεχίζουν την ιστορία τους στα σύγχρονα πάθη του ενήλικα, μια θηλυκή παρουσία στοιχειώνει εδώ κι εκεί τον ποιητικό λόγο, η κοινωνία της κρίσης μοιάζει να αποτελεί τον εξωτερικό χώρο για να κινητοποιηθεί η έμπνευση, χωρίς ωστόσο να τοποθετείται πολιτικά. Ο εσωτερικός κόσμος κυριαρχεί και δημιουργεί τοπία χιονισμένα, ακτές που ξεβράζουν ημιθανείς φάλαινες, πρωινά Κυριακής με απόγνωση του ποιητή για το ‘καταφύγιο’ της ποίησης:

«Γράψε και γι’ αυτόν τον καθημερινό μου φόβο μήπως χαθεί για πάντα η
Μαρία
σ’ ένα μέρος χωρίς βροχή, ένα πρωινό χωρίς στίχους.»

Πρόσωπα του λογοτεχνικού σύμπαντος του ποιητή ζουν μέσα στους δικούς του στίχους, ένας ελάχιστος Κάφκα κρυμμένος πίσω από τον Χωρομέτρη του δικού του ποιήματος σαν να ξέφυγε από τον ‘Πύργο’ για να συνδράμει το “παράλογο” των προσωπικών του εικόνων:

«Να γράψω ένα ποίημα για τη σιωπηλή Κυριακή που να λέει τους λύκους
λύκους και τους φονιάδες φονιάδες
Να βγω στον ακάλυπτο και να φωνάξω ό χ ι σαν κάτι να με πνίγει
Να διαβάσω Γιόζεφ Ροτ, να ξαναθυμηθώ τον μεσοπόλεμο του Λεοντάρη
Να χορέψω με το Riders on the storm στο πικάπ σα να επίκειται πάλι το τέλος
Να είσαι εσύ το τέλος μου, να είμαι ο δικός σου μεσοπόλεμος
Να βγω από το σπίτι, να βγω επιτέλους από τον εαυτό μου,
Ν’ αγοράσω εφημερίδα, να δω τους συνταξιούχους που παίζουν σκάκι στα παγκάκια της προκυμαίας
Να φανταστώ έναν βυζαντινό άγγελο να κατεβαίνει στα νερά ψιθυρίζοντας ακατάληπτες λέξεις
Να περάσω απ’ το καφενείο που συζητάνε πολιτική και ποδόσφαιρο
Να τηλεφωνήσω στον ηλεκτρολόγο
Να τηλεφωνήσω στον χωρομέτρη
Να ζητήσω ζάχαρη απ’ τον γείτονα
Να μην είναι σιωπηλή η Κυριακή, να μην γράφω ποιήματα.»

Και το ελάφι, λες και βγαίνει από τα παιδικά Χριστούγεννα όπως οι ήρωες των παραμυθιών, για να υπογραμμίσει ότι ο κόσμος των ενηλίκων δεν είναι παρά η συνέχεια εκείνου του αλλοτινού:

«Για να ζεσταθείς κάλεσε για επίσκεψη το κοριτσάκι με τα
σπίρτα. Φαντάσου ζαχαρωτά σε φωτισμένες βιτρίνες. Αντί για
κουβέρτα χρησιμοποίησε τους επτά νάνους.»

«Απόψε η παραμονή της Πρωτοχρονιάς μαζί σου
δεν είναι γιορτή στη μεγάλη πλατεία. Είναι
οι τράπεζες που μας πνίγουν κι ένα σώμα – οδόφραγμα.
Είναι το μουχλιασμένο ψωμί της Αχμάτοβα.
Είναι εκείνο το λευκό ελάφι που δακρύζει
πάνω στο κρεβάτι μου.»

Η ποίηση του Δημήτρη Αγγελή αυτοσχολιάζεται, και έτσι μας δίνει και τη δική του άποψη για τις ποιητικές απόπειρες:

«Αυτό δεν είναι ποίημα. Το ποίημα είναι τρία χιλιόμετρα μακριά,
πίσω απ’ τους αμμόλοφους κι έρχεται…

Το ποίημα είναι ένα παγωμένο κουκούτσι:

Σου σπάει τα δόντια.
Σου ξεσχίζει το λαιμό.
Κι αυτό δεν είναι ποίημα.»

Εδώ, λοιπόν, έχουμε ποίηση με δόντια, με την ιδιαίτερη δύναμη που αποκτά ο λόγος, όταν ξεφεύγει από τα τετριμμένα και καταθέτει την αλήθεια του με γλώσσα απλή αλλά αρματωμένη με πόνο, απώλεια, βίωση του μέγιστου νοήματος (το εξαιρετικό -με τον αριθμό 29- στιχούργημα, με την εικόνα του παιδιού που ονειρεύεται και μας τρομάζει με απειλές), έρωτα:
«…ο ‘Μπλε Λωτός’, πλοιάριο ρυπαρό και μεθυσμένο. Τώρα θυμάμαι:
Ανάμεσα στους επιβάτες του υπήρξα κάποτε κι εγώ,
άδειασα τη ζωή μου στα νερά σου.»

αλλά και θάνατο, δοσμένο μέσα σε μια μοναδική στην έμπνευσή της λέξη:

«Διόδια βιαστικά ν’ αποδοθεί ο οβολός στον Άδη. Κερβερίζουν
τριγύρω κάτι αδέσποτα σκυλιά».

Τελικά μια ποίηση που δεν επαίρεται για τον οίστρο της αλλά δείχνει τα ‘εργαλεία’ της με την αθωότητα που αρμόζει στον ποιητή:

«Έγραφα τότε νοερώς ένα ποίημα, όμως ακόμα δεν το ήξερα
γιατί καθένας έχει μέσα του έναν που κλαίει και φεύγει χτυπώντας
την πόρτα
κι έτσι μπορείς να μένεις κάπου ενώ στην πραγματικότητα είσαι ήδη
πολύ μακριά,
να γράφεις κάτι μέσα σου ενώ δεν γράφεις τίποτα»

Στην συγκεκριμένη περίπτωση τα ποιήματα μιλούν και μας αγγίζουν όπως ένα σύννεφο που υπερίπταται αλλά το προσεγγίζεις με τη δύναμη του λόγου:

«Θα με αναγνωρίσετε
γιατί θα κρατάω παραμάσχαλα ένα στυμμένο σύννεφο»

φέρνοντάς μας στο μυαλό τον άλλο ποιητή:

«Μέγας ο κόσμος με της φωνής τη δύναμη
…δεν είμαι άντρας εγώ, είμαι ένα σύννεφο με παντελόνια»
( Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκυ, «Σύννεφο με παντελόνια»)

Αυτοί που συνταιριάζουν με το ασαφές νεφέλωμα δεν είναι όλοι ίδιοι. Άλλοι ξαπλώνουν πάνω του και νιώθουν να τυλίγονται όμορφα από την πάχνη του, προνομιούχοι τάχα αυτοί της άνωθεν εξαίσιας εποπτείας. Περιφρονούν τους ταπεινούς εργάτες της γραφής που ούτε λίγο γκρίζο χιόνι αξιώθηκαν στις λέξεις τους επάνω. Και αδιαφορούν για όλους τους αμέτοχους κι ανίδεους των πλούσιων νεφών. Μα είναι κι άλλοι που, κομμάτι σύννεφο κι οι ίδιοι, στύβουν σκληρά το υδάτινο το σώμα τους για να γευτούν μια στάλα ουρανό όλοι της γης οι κουρασμένοι, επαίτες της ζωής. Αυτοί οι ποιητές έχουν το σύννεφο αναγνωριστικό σημάδι, βαρύ φορτίο αέρινο, ωστόσο εκλεκτό.

Το ελάφι που δακρύζει πάνω στο κρεβάτι του ποιητή, μας κοιτάζει από τον πίνακα του Κώστα Σιαφάκα στο εξώφυλλο του βιβλίου. Σε ασπρόμαυρη εκδοχή, μακριά από εκείνο του παραμυθιού αλλά και τόσο κοντά στο πνεύμα της ποίησης που παρουσιάζει ο Δημήτρης Αγγελής:

«Τριγύρω χιόνι. Παραμονεύουν
Βοριάς λυσσάρης, Ιούδας, μάγισσα γριά»

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.