ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΣΙΝΙΚΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Δημήτρης Τσινικόπουλος είναι ερευνητής, μελετητής, ποιητής, διηγηματογράφος και δοκιμιογράφος. Σπούδασε νομικά και
συνέχισε μεταπτυχιακές σπουδές εδώ και στο εξωτερικό. Μελέτησε φιλοσοφία, φιλολογία, θεολογία κ.ά. Άσκησε τη δικηγορία
στη Θεσσαλονίκη επί 35 συναπτά έτη. Έγραψε και δημοσίευσε δεκάδες δοκίμια, μελετήματα φιλοσοφικού ιστορικού και μεταφυσικού περιεχομένου, Ασχολήθηκε ιδιαίτερα με θέματα δικαίου και φιλολογίας της αρχαίας Εγγύς Ανατολής.
Τακτικό μέλος σημαντικών λογοτεχνικών, πολιτιστικών και επιστημονικών σωματείων, όπως της Εταιρίας Νομικών Βόρειας Ελλάδας, της Εταιρίας Μακεδονικών Σπουj δών, της Ελληνικής Εταιρίας Φιλοσοφικών μελετών, της Ελληνικής Εταιρίας Χριστιανικών Γραμμάτων, της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης.
Τιμήθηκε με βραβείο δοκιμίου από το Δήμο Θεσσαλονίκης (1984), από την Ελληνική Εταιρία Χριστιανικών Γραμμάτων (1994), και από τον Δικηγορικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης (2003,2010).
Ζει στη Θεσσαλονίκη.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

ΠΟΙΗΣΗ

Σύφλογο (1988)
Κριτήρια επιλογής & επιλογή κριτηρίων (1991)
Μέθεξη (2002)
Τρίστιχα και Χάϊ-Κάϊ (2003)
Αφορισμοί για την αγάπη (2005)
Ψυχής πέρατα (2006)
Φεγγαροκουβέντες & γρίφοι της άμμου (2017)
Terra Amata (2019)

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Τρεις νομπελίστες ποιητές (G.Mistral, J.Brondsky, O.Paz, 1996)

ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

Ανεξερεύνητος Θεός (2012)
Ο άνθρωπος της σκιάς (2016)
Πιόνια στη σκακιέρα του έρωτα

ΔΟΚΙΜΙΑ- ΜΕΛΕΤΕΣ

Φως εξ’ Ανατολής (1996)
Εικονοκλάστες και λεξιμάχοι (2001)
Οι κλητοί και οι εκλεκτοί (2004)
ΙΗΣΟΥΣ ο ποιητής των ποιητών (2006)
Ανάμεσα σε 2 αιώνες (2008)
Βίβλος, ένα βιβλίο επαναστατικό (2010)
Το μυστήριο του κακού (2014)
Το στοίχημα του Πασκάλ (2015)
Οι πνευματικοί πατέρες του Ν. Καζαντζάκη (2017)
Dawkins vs Ιησούς (2018)

.

.

TERRA AMATA (2019)

ΑΝΑΚΥΚΛΩΜΕΝΗ ΑΓΑΠΗ

Δευτέρα.
Δέντρο του ήλιου
Ανατέλλει. Ελιξήριο.

Τρίτη.
Τρίκλωνα χέρια που τρεμοπαίζουν
Στ’ άγγιγμά σου.

Τετάρτη.
Τετράχρωμη μέρα. Τέφρα.
Άρωμα και φως.

Πέμπτη.
Πεμπτουσία του ρόδου.
Περιστέρια και πέτρα.

Παρασκευή.
Φωτιά αναδιπλούμενη
Παρανάλωμα φωτός.

Σάββατο.
Σήμαντρα της σιωπής
Σιγακούγονται.

Κυριακή.
Ανακυκλωμένη αγάπη
Με κλώνους.

ΑΝΕΜΩΝΩΝ ΑΝΕΜΟΣ

Η θάλασσα αγουροξυπνάει στις παλάμες μου

Πρωινό άγγιγμα της γήινης γεύσης
Θανάσιμη πληγή στην πάλλουσα σιωπή

Μες σε φτερούγισμα γαλανών στιγμών
Ξαναμμένο αίμα ξενυχτά στο δέρμα μου
Στάζει ο ουρανός μικρές ανάσες
Στάζει κομμάτια φως
Και η ψυχή
Πρωτοχλοΐζεται
Ως η επερχόμενη Άνοιξη

Από καιρό
Εκ βαθέων το όνομά σου ψιθυρίζω
Μ’ έναν ψίθυρο ριγηλής μνήμης

My eyes–
My eyes are so cloudy
I can’t see you

Ανεμώνων άνεμος στα μάτια μου.

ΓΔΥΝΩ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ

Γδύνω τις λέξεις
Μια Μια
για να ντύσω το
σώμα σου

Με λέξεις
σε ντύνω
για ν’ αποπλεύσει το κορμί
απ’ το κορμί σου

Το κορμί σου
που αρμενίζει
κάτω απ’ τα εύθραυστα

βλέφαρά μου.

ΔΥΟ ΧΕΙΛΗ ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΑ

Στο σκονισμένο γραφείο
Δύο χέρια ερημικά

Ανεμώνες νεκρές στην ανθοδόχη

Μαραμένες μνήμες

Η κόμη της λάμπας λαμπυρίζει

Τα καθίσματα, η οροφή, τα κάδρα μιλούν
Τα παράθυρα –

Η σιωπή βαραίνει στα βλοσυρά βιβλία
Θρυμματισμένη απ’ το χρόνο η όψη
Τα βλέφαρα ακούγονται βαριά
Όλα σιωπηλά όλα ανέπαφα.

Ποιος είπε πως τα στήθη μας ξεχνούν
Τα χέρια δε θυμούνται

Δύο χείλη λησμονημένα

Με καλησπερίζουν
Ένα χαμόγελο χρωματισμένο χρόνο
Ζωντανεύει.

ΕΡΩΤΑΣ ΠΡΩΙΜΟ ΑΙΜΑ

Έρωτας–

Πρώιμο αίμα
Χαμένα όνειρα

Δύο μάτια στοχαστικά
Δέντρα χιονισμένα κι ήλιος
Ηλιοφόρα ματωμένα κύματα

Έρωτας –
Πρώιμο αίμα

Έρωτας
Στα μάτια
Στα πρόσωπα
Στα παγωμένα δάχτυλα

Και γύρω
Τα γνώριμα βήματα του αγαπημένου…

ΜΕ ΜΙΑΝ ΑΝΘΟΔΕΣΜΗ ΑΝΟΙΞΗΣ

Με μιαν ανθοδέσμη άνοιξης
Στα λυτά μαλλιά
Με το καλοκαίρι
Στ’ άγουρα χείλη

Είσαι σφοδρή επιθυμία

Άλογο αφηνιασμένο
Αιμορραγία φωτός αμετάκλητη

Ανάμεσα
Σε κίνηση και ακινησία

Σκεπασμένη με τις φτερούγες της αυγής

Συν – διαλέγεσαι
Με την άλμη της θάλασσας.

ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΜΟΥ ΔΕΝ ΤΑ ’ΞΕΡΑ

Τα χέρια μου δεν τα ’ξερα
Δεν ήξερα να τ’ αγαπώ.

Τα χέρια μου
τ’ αγάπησα
απ’ τη στιγμή
που κράτησαν τα χέρια σου

Τα χέρια μου σφάλισαν μέσα τους
τη χλόη των φιλιών σου

Κι ένιωσα με μιας
πως γέμισαν ζωή

Πως γέμισαν δύναμη
τα χέρια μου.

ΤΟ ΧΕΡΙ ΜΟΥ ΧΑΪΔΕΥΕΙ

Το χέρι μου χαϊδεύει
Ομορφιά μορφή και φως

Φωνή που γίνεται ήχος
Απρόσμενος
Ωραία εσύ φωνή, αφή
και το χέρι μου να χαϊδεύει
τα χρόνια σου

Ομορφιά μου εσύ
αφανέρωτη.

ΧΟΡΕΥΕΙΣ

Χορεύεις

Μαλλιά μουλιασμένα στο φως
Στήθη να μιλούν στο σκοτάδι

Χορεύεις
To Tago de l’ Amor

Μελωδίας πάθος ιδιόμελο
Στον κύκλο των χειλιών σου.

Στα χέρια σου ανθίζουν οι εποχές

Αιώνες εύγλωττης σιωπής
Αναδύονται απ’ το σώμα σου
Αθόρυβα διαπλέεις τις φλέβες μου.

Χορεύεις
como poesia
en la cancion

Φορτωμένη μακρινές μνήμες

Κουρασμένη κουρνιάζεις
στους όρμους των ματιών μου
καθώς εγώ διαβάζω
ένα ποίημα στο κορμί σου.

Χορεύεις…

.

ΦΕΓΓΑΡΟΚΟΥΒΕΝΤΕΣ
ΚΑΙ ΓΡΙΦΟΙ ΤΗΣ ΑΜΜΟΥ (2017)

ΦΕΓΓΑΡΟΚΟΥΒΕΝΤΕΣ
60 + 3 ΤΡΙΣΤΙΧΑ

Φεγγάρι σταλάζει
Απ’ το φεγγίτη
Λούζομαι το φως του

Απ’ τις γρίλιες
φυλακισμένη κοιτάζω
σε σελήνη

Φως φεγγαριού
Αμυδρά φωτίζεις
Μυρτιάς κλωνάρια

Φλάμπουρο αίφνης
Το φεγγάρι ύψωσα-
Φάρο στα μάτια

Στις σκιές φεγγαριού
σκιάζομαι· στο φως του
αφυπνισμένος μένω

Αυγουστιάτικο
Χαμογέλα πάλι
Ολοστρόγγυλο

Το Λευκό Πύργο
Φεγγάρι φλερτάρει
Αδιάφορος μένει

Λειψός ο δίσκος
της σελήνης γεμίζει
την καρδιά μου

Φεγγάρι καρφί
Καρφωμένο κουρσεύεις
Την καρδιά μου

Φεγγάρια φάροι
τα μάτια σου τη σκοτοδίνη
σβήνουν

Στ’ ουρανού
το σκοτεινό υφάδι
έρπεις φεγγάρι

Φεγγάρι απόψε
να παραμιλάς
Έξω άλλοι χορεύουν…

Φως φεγγαριού
Μαυλιστικά φωνάζεις
Ερωτική κραυγή!

Τα βάθη μου
Τιτρώσκουν κρυφά
Τα βέλη της σελήνης

Η σελήνη αίμα
γέμισε· το αεράκι
τη σάρκα ξεσηκώνει

Της καρδιάς φεγγάρι
Ολόγιομο
με τίποτα δεν αδειάζει

Φεγγαροδρέπανο
Θερίζει το κορμί
το θέρος

Σαϊτιές τα μελιά
βέλη της σελήνης
Πευκοβελόνες που τρυπάνε

Φωτοφόρο φεγγάρι!
Λικνίζεσαι σε άπειρα πελάγη
Σε ανθισμένους κήπους

Υπό το σεληνόφως
Καλώ τη σελήνη
Να με καλέσει…

Περνάς σα βέλος
φεγγαρίσια αχτίδα
τις μουντές μου νύχτες

Βούτηξε στη
θάλασσα της αιωνιότητας
Η σελήνη και πάλι

Σελήνη στο στερέωμα
Βόρεια το σέλας
Ξεσαλώνει

ΓΡΙΦΟΙ ΤΗΣ ΑΜΜΟΥ
50 + 6 ΤΡΙΣΤΙΧΑ

Μέσ’ απ’ τη μεγάλη
σιωπή έρχεσαι
Ευωδιασμένη λέξεις

Το πέλαγος άπειρο
Σαν μουσική πανδαισία
Το νερό σχίζεις

Κύματα ρυτιδιάζουν
τη χλόη της θάλασσας
Νέφη στο βάθος

Τρυφερός ο ύπνος
μεσ’ από χίλιες μνήμες
Αίσθηση ονείρου

Βράχοι αγέρωχοι
Οι λέξεις χαράδρες
Αδηφάγες

Αειθαλείς ορμές
Σε στήθη πέφτουν
Ορθάνοιχτα

Γλώσσα του απέραντου
Θαλασσοπνίγομαι
Θωρώντας το απόλυτο

Σταγόνες ιδρώτα
Σκοτάδι μισότυφλο
Εκτός χρόνου

Φως σκιερό
Στα βάθη του καθρέφτη
Κουρελιασμένο

Απολωλώς παράδεισος
Χαμένη η χαρά
Μονοπάτια της άμμου

Στη θεατού αθέατου
Στη φουσκοθαλασσιά
Κρυφοβυθίζομαι

Τα όνειρα σκόρπια
Τα χέρια μετέωρα
Το φεγγάρι γλιστράει

Τοπία ξετσίπωτα
Από θάλασσα
Παντελώς αθέατα

Ακούσματα συγχορδίας
Εγκλωβισμένα
Σ’ αλληλουχία αναχωρήσεων

Δροσιά από δάσος
Στο κέντρο του μηδενός
0 χρόνος κορεσμένος

Θέρος – έρως
Ένα κορμί αναρριγά
Στον άνεμο

Βροχή λεπτή
σε θυελλώδη νύχτα
Αθέατη σχεδόν

Γυμνοί χορευτές
Στον ήλιο καρδιάς σκίρτημα
Ακόρεστη δίψα

Ηδονή και οδύνη
Στα κράσπεδά του έρωτα
Το συναμφότερον

Αγάπη παντάνασσα
Βασιλεία ανέσπερη
Καρδιάς κατάθεση

ΧΑΪΚΟΥ
15+5

Βράδυ άβουλο
Μελωδία έρωτα
εξαπλώνεται

Στης θάλασσας το
θαλασσί αποθέτω
τη θαλπωρή μου

Κρούουν τη θύρα
μελωδίες του χρόνου
Κύματα βράχοι

Μικρές σταγόνες
ιδρώτα στα στήθη σου-
λάμπουν διαμάντια

Πολλοί για λεφτά
μιλούν· λιγώνονται οι
λίγοι για λέξεις

Με τον άνεμο
φύλλο λευτερώνεται
Λασποβαλτώνει

Γράφω σκυμμένος
Άσπρο φως κεριού λευκού
με συντροφεύει

Ανάσες πουλιών
στην ορθρινή μου σκέψη
Πανάλαφρες

.

ΨΥΧΗΣ ΠΕΡΑΤΑ (2006)

ΨΥΧΗΣ ΠΕΡΑΤA ή ΕΝΔΟΦΑΣΙΑ

Τα άβατα όρη της ψυχής του
ψηλάφισε και πάλι.

Με το ένα χέρι τα Ιμαλάια
της ματαιοδοξίας
με το άλλο τις Άλπεις
του πεσιμισμού.

Είδε τριγύρω τις
νάρκες που τοποθέτησε ο ίδιος
ναρκισσιστικά.

Αυτάρεσκα χαμογέλασε.

ΤΟ ΔΟΝΤΙ

Ένα – ένα
τούβγαζε τα δόντια
τα σάπια
ο οδοντίατρος
κάθε φορά που χαλασμένα
τον πονούσαν.

Αν θάβλεπε
κάποτε
και το σάπιο δόντι
του εγωισμού του

ανερωτήθη.

ΕΙΧΑΝΕ ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΛΑΜΨΗ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ

Είχανε την ίδια λάμψη
στα μάτια
κάθε τόσο που συναντιόντουσαν.

Ο ένας πουλούσε
–κατά διαστήματα–κάποια οικόπεδά του
για να ζήσει διασκεδάζοντας.

Ο άλλος δούλευε ακατάπαυστα
και αγόραζε οικόπεδα
για να ζήσει στα στερνά του καλύτερα.

Κάθε τόσο που συναντιόντουσαν
χαιρετιόντουσαν,
έσφιγγαν τα χέρια χαρούμενοι
με την ίδια λάμψη στα μάτια.

«Είμαι ευτυχι- έλεγε ο ένας
-σμένος συμπλήρωνε ο άλλος.

ΓΝΩΡΙΖΕ ΣΧΕΔΟΝ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ

Ήταν τέρας μορφώσεως πραγματικό.
Σχεδόν γνώριζε όλες τις λέξεις
Ενός λεξικού μεγάλου

(Και τις ετυμολογίες τους).

Πάντα όμως ήταν ανέτοιμος
Να προφέρει δύο
Λεξούλες μικρές

(Ναι και όχι)

Τότε που χρειαζότανε…

ΘΕΛΩ ΝΑ ΜΑΘΩ

Θέλω να μάθω
πώς οι άλλοι σκέπτονται, έλεγε
μεσόκοπη κυρία, βλέποντας τριγύρω της
μερικούς γνωστούς.
Γι’ αυτό θα κάνω κάποιες ερωτήσεις.

Περιττόν – της απάντησε μεσήλιξ
συνομιλητής, χαμογελώντας…

Για τον λόγο τον απλούστατο,
ότι μερικοί απ’ αυτούς σκέπτονται
και δεν εκφράζονται
άλλοι περί πολλών εκφράζονται
χωρίς να σκέπτονται

Και οι περισσότερος απλά,
ούτε σκέπτονται – ούτε εκφράζονται.

Ανασηκώνουν αδιάφοροι τους ώμους τους
και συνεχίζουν την αδιάφορη ζωή τους

Όπως και χθες.

ΤΟΥ ΓΥΡΙΣΕ ΤΗΝ ΠΛΑΤΗ

Καθώς δίπλα της καθότανε
γύρισε και κοίταξε
μια γυναικεία πλάτη

Ύστερα τα μάτια του
γλίστρησαν σε άλλη
Μετά σ’ άλλη –
Σ’ άλλη
Ώσπου όταν
πισωγύρισε στην πρώτη το βλέμμα του χαμογελώντας

αυτή του γύρισε την πλάτη.

ΑΝΑΠΟΦΑΣΙΣΤΟΣ ΟΠΛΟΦΟΡΟΣ

Για ν’ αποφύγει τις κλοπές
και τους πολλούς κλέφτες
που τελευταίως
επίφοβοι έγιναν
αποφάσισε να οπλιστεί.

«Τι να το κάνω το όπλο;»,
τελικά σκέφτηκε,

θα μου το κλέψουν
κι αυτό.

ΔΙΠΛΗ ΜΟΝΑΞΙΑ

Μόνος
βυθισμένος στη βαθιά μοναξιά του
μια νύχτα
τη γυναίκα των ονείρων του
νυμφεύθηκε.

Κι αφού έζησε
κάποια χρόνια υποφερτά
χωρίς τη βαθιά μοναξιά του

ένιωσε ξαφνικά

ζώντας με την γυναίκα των ονείρων του
ότι ήταν πιο μόνος από πριν
αφού τη βαθιά μοναξιά του
διπλασίασε
έτσι.

ΜΙΑ ΑΠΛΗ ΥΠΕΝΘΥΜΙΣΗ

Αυτός
απ’ το θερμό της χαμόγελο
προσελκύστηκε
ευθύς…

Αυτή
συχνά χαμογελώντας
τού έδειχνε τα αστραφτερά
της δόντια

Μιαν απλή υπενθύμιση
τού τι μπορούσε
να τον περιμένει
σε πιθανή

περίπτωση προδοσίας της…

.

ΜΕΘΕΞΗ (2002)

ΙΔΕΑΤΑ ΙΝΔΑΛΜΑΤΑ

Σκέψεις
Μαυλιστικές σκέψεις
Ιδεατά ινδάλματα
Παραχειμάζοντα
Στις παρυφές του γήρατος

Αχτιδωτές λέξεις
Ενσαρκώνουν
Μες από ανέκφραστα όνειρα
Το ηδονικό άλγος
Της ψυχής

Εξαμβλώματα της νύχτας
Μετεικάσματα της μέρας.

ΗΧΟΣ ΚΑΙ ΣΙΩΠΗ

Η σιωπή –
Ο ψίθυρος και η σιωπή
Ο ήχος ανάμεσα
Στον ψίθυρο και στη σιωπή.

Τα λόγια της σιωπής
Ηχούν
Ανάμεσα
Στον ψίθυρο και στον
Θαλάσσιο φλοίσβο.
Ο ήχος σιωπηλός ψιθυρίζει
Ανάμεσα
Σε όστρακα και βράχια
Άρρητα ρήματα.

Η σιωπηλή νύχτα
Η νύχτα της σιωπής

Ο ήχος και η σιωπή

Η σιωπή που θραύει το ξίφος
Του ήχου.

ΕΜΕΙΣ ΔΕΝ ΕΙΜΑΣΤ’ ΕΜΕΙΣ

Εμείς
Δεν είμαστ’ εμείς. Κάποιοι
Άλλοι είμαστ’ εμείς – πιο άγνωστοι
Κι από τους άγνωστους – πιο αφανείς
Κι απ’ τους απόντες…

Μες στον κόσμο
Της σιωπής είμαστ’ εμείς
Μέσα στον κόσμο της λήθης
Βουτηγμένοι.

Εμείς
Για άλλον κόσμο είμαστε
Για μιαν άλλη πλάση πλασμένοι
Άλλος ουρανός μας καρτερεί

Να μας γιατρέψει.

Να μας αγκαλιάσει στοργικά.
Να μας σκεπάσει
Με πολύχρωμα φιλιά.

Για μιαν άλλην ζωή είμαστ’ εμείς

Ένας άλλος ήλιος μας καρτερεί
Να μας στεγνώσει το δάκρυ το πικρό
Κάποια νέα κτίση μας προσκαλεί
Να μας γδύσει από μάς
Ως τα έσχατα οστά.
Να μας γδύσει
Από μας

Να ξαναγίνουμε

Εμείς

ΟΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ

Parere deo libertas est
Σενέκας

Πορεύονται το δρόμο τους έχοντας
Πάντοτε επίγνωση της ελευθερίας τους.
Ωραίοι
Πάνω στα όρη της αρετής
Βαδίζουν άφοβοι
στο καμίνι της δοκιμής
«Εμπύρως δροσούμενοι». Αναλλοίωτοι
Στην κοιλάδα της αλήθειας
Επιδίδονται στο έργο της ειρήνης.

Οι ελεύθεροι, όντας απελεύθεροι
από τη δουλεία της διαφθοράς,
Ουδέποτε απαρνούνται
τις τρίβους της δικαιοσύνης.
Με τα μάτια στυλωμένα στα μάτια
Της νηφαλιότητας
Ατενίζουν
Τους ροδόχρωμους ιριδισμούς
του φωτός
Όπως τούτο ξεχύνεται
Στη λιακάδα μετά τη βροχή.

Οι ελεύθεροι
Ελευθερωθέντες
από το σώμα της αμαρτίας
Εναγκαλίζονται
τα όπλα της δικαιοσύνης και
Βαδίζουν άφοβα το δρόμο τους

Γενόμενοι δούλοι της ελευθερίας
Άχρι θανάτου.

ΕΝΑ ΠΤΩΜΑ

Χρόνια ζω χωρίς
να το ξέρω–νεκρόβιος.
Είμαι ένας
νεκρός ολόιδιος
με χιλιάδες άλλους.

Ένα πτώμα
που περπατάει
ανάμεσα σε ακίνητα
πτώματα σεσηπότα.
Είμαι σφύριγμα ή σιωπή;
Απουσία ή πάλη;

ΕΠΕΙΔΗ ΓΝΩΡΙΖΩ

Επειδή γνωρίζω ότι δε γνωρίζω
Επειδή γνωρίζω

Επειδή γνωρίζω ότι δε θα γνωρίσω
Αυτά που θέλω να γνωρίζω

Επειδή γνωρίζω ότι μια μέρα
Δε θα γνωρίζω αυτά που νομίζω πως γνωρίζω
Δε θα γνωρίζω
Αυτά που θα γνωρίσω
Επειδή ποτέ δε θα γνωρίσω όσα
Ήθελα να γνωρίζω και δε γνώρισα
Επειδή έτσι κι’ αλλιώς
Τρέφομαι απ’ τους γνόφους της άγνοιας
Η πρόσθετη γνώση δε μειώνει
Το άγνωστο μη-γνωστόν
Επειδή η όποια γνώση δε μ’ οδηγεί
Ποτέ σε επίγνωση και αυτογνωσία

Είναι προτιμότερο να μη γνωρίζω
Καλύτερα μάλλον είναι ν’ αγνοώ

Αφού άλλως τε
Γνώσις
Άλγημα εστί
Και πόνος
Και θλίψις

Επειδή γνωρίζω
Επειδή γνωρίζω ότι δε γνωρίζω.

ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ Ν’ ΑΛΛΑΞΩ

«Για να είμαι εγώ πρέπει να είμαι άλλος,
να βγω απ’ αυτό το εγώ…»
Octavio Paz

Θα πρέπει ν’ αλλάξω
Θεσμούς δεσμούς και συνήθειες
Να δω τα γδαρμένα
Απ’ τους ανέμους πρόσωπα
Τα χαρακωμένα απ’ τον ήλιο μάτια πάλι
Απ’ τη αρχή

Μ ’ άλλο μάτι να ξαναδώ
Τα ξεδοντιασμένα κατεστημένα.
Και να φτύσω κατάμουτρα τα συστήματα που
Εδώ και χρόνια παραμένουν απαράλλαχτα
Τα κενά διαιωνίζοντας.

Θ’ αλλάξω την αλλαγή
Ξεκινώντας από τον ίδιο τον εαυτό μου.

Η αλλαγή πρέπει να γίνει από μέσα πρώτα.
Ύστερα απ’ έξω προς τα μέσα.

Θα πρέπει ν’ αλλάξω όλες τις αλλαγές
Που τον άνθρωπο αλλάζουν
Να ξεσκουριάσω τις σκουριασμένες
Των καιρών κλειδώσεις.

Θα πρέπει

Ν’ απαλλάξω το θάνατο των ματιών
Απ’ τα μελανά μάτια του θανάτου.

Θα πρέπει ν’ αλλάξω
Αν θέλω αναλλοίωτος να ζήσω
Χωρίς τις φθορές των άλλων αλλαγών.

ΑΙΜΑ ΠΟΥ ΤΡΑΝΤΑΖΕΙ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ

Και πάλι μόνος
Μέσα στο έναστρο ενυδρείο της σιωπής . . .
Μόνος μέσα στης νύχτας τη νύχτα.
Χρειάζομαι της νύχτας τη μοναξιά
Χρειάζομαι αυτήν την απο–
μόνωση που με
Μονώνει από τον κόσμο και σπόρο
Με φυτεύει στο δικό μουκόσμο.
Χρειάζομαι τη μοναξιά της νύχτας.
Για να βλέπω τις τρομαγμένες σκιές του κορμιού
Μου να σκορπούν
Για να συνάζω στην πλατιά μου παλάμη τους τολμηρούς
Ψιθυρισμούς των δένδρων
Ν’ ακούω τους εσώτερούς μου κραδασμούς
My blood shaking my heart
Τους λογισμούς μου κάθιδρους να καγχάζουν
Και τις σκέψεις μου
Απεγνωσμένα να κραυγάζουν
Καθώς αλληλοσπαράζονται

Μου χρειάζεται της νύχτας η μοναξιά
Για νασυμπληρώνω με το τρεμάμενο των
Δαχτύλων μου φως
Κάποιες ανέπαφες σελίδες απ’ το
Σκόρπιο της ζωής μου βιβλίο.

ΥΠΟΣΤΟΛΗ

Μ ’ ανυψωμένα τα δάχτυλά μας στους ουρανούς
Ανασαίναμε τις εύρωστες σκιές του παρελθόντος.
Επιποθούσαμε ως άδολα νεογέννητα βρέφη
Να δρέψουμε τους καρπούς των εφηβικών μας σκέψεων.
Όμως, όλες οι προσπάθειες εξέπνευσαν θηριάλωτες.
– Πού πήγανε τα ρωμαλέα μας όνειρα
Που υφαίναμε στον υμένα της χαρμόσυνης προσδοκίας ;
– Πώς χάσαμε τις χρυσοποίκιλτες ελπίδες μας
Κι ’ αυτές κατάντησαν
Σκουριασμένα σίδερα σαβανωμένα με μωβ πέπλα;
– Ποιος είναι αυτός με το δρεπανηφόρο άρμα
Που θερίζει τα χρυσά στάχυα της πλησμονής
Αυτός που εισπνέει ασταμάτητα την ικμάδα της ζωής μας;
Το μάτι του τυφώνα μάς θάμπωσε
Κι “ηνηρπάγημεν έως τρίτου ουρανού”
Μα δεν ακούσαμε λόγια ανεκλάλητα.
Η γόνιμη υστέρα των στοχασμών μας ξεράθηκε.
Όταν ο ήλιος εκαυμάτισε τους βραχίονας και τους καρπούς
Τα δάχτυλά μας απ’ τον πόνο αγκυλωμένα
Κατεβάσαμε στη γη.
Λουφάξαμε περίλυποι στη στρωμνή του
Λαμπυρίζοντος σκότους. Ως πρόβατα απολωλότα
Πρωτότοκος θάνατος τώρα μας ποιμαίνει.

Ο ΙΗΣΟΥΣ ΕΙΠΕ

Και είπεν ο Ιησούς
στους μαθητές του:

Εγώ είμαι ο άρτος ο ζωντανός.
Και ο επιούσιος ο άρτος της ζωής, Εγώ είμαι.
Εγώ είμαι ο σπόρος και η φύτρα,
Εγώ το στάχυ και τ’ αμπέλι.
Εγώ η ζωή και ο θάνατος που φέρνει τη ζωή.
Ιδού!, με το φιλί μου θεραπεύω τους λεπρούς,
και μ’ ένα μου λόγο θεραπεύω τους τυφλούς που θέλουν
και με το φιλί του λόγου μου
ξεμαργώνω τη μοναξιά της καρδιάς όταν το θέλει,
και μ’ ένα νεύμα μου απλό
τσακίζω το χέρι του θανάτου χωρίς να το θέλει.
Και ο λόγος ο εμός αναπαύει τους κοπιώντες,
τους πτωχούς και τους πεφορτισμένους.
Και με το λόγο μου το δυνατό θαμάζω τη θάλασσα.
Και ο αγέρας που μουγκρίζει πάνω απ’ τα οργισμένα κύματα
μ’ ένα λόγο μου απλό καθησυχάζει…

Μόνο την αγριεμένη θάλασσα του αίματος­­­ — τον άνεμο της απιστίας
που λυσσομανάει στην καρδιά του ανθρώπου
δεν μπορώ να γαληνέψω,
όσο αυτή μου αντιστέκεται.
Στέκομαι εδώ μπροστά της αδύναμος — Εγώ ο Παντοδύναμος
και ορώ τον άνεμο της απιστίας του ανθρώπου
να μου ραπίζει κύματα–κύματα
το ματωμένο μου πρόσωπο.

Εγώ, ο Υιός του ανθρώπου,
ο άρτος ο ζων ο καταβάς εξ ουρανού
που έγινα νεκρός
για το νεκρό άνθρωπο.

ΕΠΙ ΠΤΙΛΩΝ ΑΥΡΑΣ ΝΥΧΤΕΡΙΝΗΣ

Φορτωμένοι με λόγια της νύχτας
Λόγια που ξεφορτώνουν το πολύτιμο
Φορτίο τους στις γόνιμες κοιλάδες των αυτιών
Επί πτίλων αύρας νυχτερινής
Λόγια πτερόεντα

Λογοκλοπιών και λογοκόπων
Πόθοι έντρομοι
Που κοιτάζονται μέσα απ τα κοίλα μάτια τους
Ζωντανοί – νεκροί απονεκρωμένοι από πόθους.

Εις πάσαν την υφήλιον
Εις πάσαν την άνευ ηλίου οικουμένην
Παραμένουν βλέποντας τα αόρατα
Διατελούντες άνευ του επερχομένου τέλους
Ζωντανοί και απονεκρωμένοι.

Μεθυσμένοι από το πιοτό των ενθέων
Μεθυσμένοι από τον οίνον του πνεύματος
Από τον θείο έρωτα των αοράτων
Από το Θεό του μυστηρίου και
Από το μυστήριο του Θεού.

ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΠΟΙΗΤΕΣ

Απ’ την υδρία της σιγής
Αντλούν οι ποιητές το νερό
Των σκέψεών τους.

Οι ποιητές ενταφιάζουν
Στα χαρτιά τους στίχους τους
Για να τους διατηρήσουν
Εις ζωήν αιώνιον.

Στο ανθοδοχείο της ποίησης
Δεν έχουν θέση
Οι δυσώδεις λέξεις. Ει δε μη
Μαραίνονται τα άνθη.

Οι κεραυνοί των ποιητών
Καταλαγιάζουν στο αλεξικέραυνο
Του αναγνώστη. Προσοχή !
Στις εκτυφλωτικές αστραπές.

Οι λόγοι των ποιητών
Ποτίζονται
Από το δάκρυ των ονείρων
Και το αίμα της ψυχής.

Ο ποιητής βλέπει πάντα
Με παρθένο βλέμμα παλιά
Πράγματα και νέα πράγματα
Με παλιά ομματογυάλια.

Ο πόνος στρέφει
Στο θεό τον άνθρωπο
Και τον ποιητή
Στη δημιουργική του τελείωση.

Ο,ΤΙ ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ ΠΟΙΗΤΗ

Ό,τι φαίνεται δεν είσαι ποιητή
Κι ό,τι είσαι δεν φαίνεται.

Με πόνο και με δύναμη
Με αγάπη και θλίψη
Ψιθυριστά εξέρχονται
Απ’ το αίμα σου οι στίχοι.

Με πόση μόνωση και μνήμη
Φως
Φυλακίζεις στα στήθη σου !

Ζεις για να χαράζεις χαραγματιές
Στο κορμί του πόνου. Πεθαίνεις

Μ’ έναν κρύφιο πόθο στη ψυχή :
– Όντας κυλισμένος μες το χώμα

Να πάρεις στις φούχτες σου λίγο χώμα
Και με λίγες μόνον λέξεις
Να φτιάξεις μεσ’ τον κόσμο
Έναν κόσμο.

.

ΣΥΦΛΟΓΟ (1988)

Α’ Σύφλογο
ΣΑΝ ΟΠΤΑΣΙΑ

Μεσ’ από φυλλωσιές των δέντρων σ’ αντίκρυσα
μόνη να ξεπροβάλλεις.
Φορούσες μιαν λευκήν εσθήτα
και βάδιζες ανέμελα
ανάμεσα στα δέντρα.

Το περπάτημά σου ανάδευε το μυρωμένο αγέρι.
Έμοιαζες την Άρτεμη που βγήκε στο κυνήγι του έρωτα

Τα φτερωτά σου βέλη κρατούσες στο χέρι
και τόξευες καρδιές.
Η φαρέτρα σου ήταν γεμάτη.
Μια σαΐτα σου με βρήκε κατάστηθα.
Κλονίστηκα –
κι’ ήρθες εσύ, μ’ έπιασες,
και έκαμες μαξιλάρι μου τα δυο
αγαλμάτινά σου χέρια
Το χρυσαφένιο βλέμμα σου με θάμπωσε.

Έκαμα να σε πιάσω, μα έφυγες σαν οπτασία
κι’ ακόμα αναρωτιέμαι αν ήσουν αλήθεια ή φαντασία.

ΟΤΑΝ Μ’ ΑΓΓΙΖΕΙΣ

Όταν μ’ αγγίζεις

το ποτάμι της ζωής
μέσα μου
γίνεται χείμαρρος ορμητικός.
Η χλόη ανθίζει και χαμογελά,
θυμάρι μοσχοβολάνε
οι πλαγιές των λόφων.

Όταν μ’ αγγίζεις

χαρούμενες θάλασσες απλώνονται
στους γλαυκούς μου ορίζοντες.
Μύριες παπαρούνες ανάβουν τα κόκκινα
φανάρια τους.
Δέντρα φορτωμένα με άνοιξη ανθίζουν
στα μάτια μου.

Και οι λευκοί χειμώνες με τα ρίγη τους
λειώνουν και χάνονται.

Λειώνουν και χάνονται…

ΜΟΝΟ ΕΓΩ ΝΑ ΣΕ ΚΟΙΤΑΖΩ

Με τι μάτια να σ’ αντικρίζω
πως να ψηλαφώ τα χείλη σου
με τρόμο, με χαρά, με έκπληξη
Με τι χέρια να σε κρατώ
Μη τυχόν και ραγίσει
το αλαβάστρινο σου σώμα
Μη τυχόν και κάποτε σε χάσω
και χαθώ.
Να σε βάλω κάπου ψηλά
που να μη σ’ αγγίζει βλέμμα ξένο
Να σε βάλω μπιμπελό κάπου κρυφά
μόνο γω να σε κοιτάζω
(σαν κάποια εικόνα μες απ’ τον καθρέφτη)
Μη τυχόν και σ’ αγγίξει η καταχνιά
Μη τυχόν και σκονιστείς

απ’ τη χόβολη
του χρόνου.

ΕΦΥΓΕΣ

Ήρθες…
Κρέμασες το χαμόγελό σου
στη μπρούντζινη κρεμάστρα.
αναποφάσιστο
Το καρφίτσωσες λουλούδι στο πέτο μου
μα κείνο ξέφτισε.
Η ηχηρή σιωπή σου
δεκάδες λέξεις…
Άκουσα το βήμα σου να
ξεμακραίνει από κοντά μου.
Μα ήταν οι χτύποι της καρδιάς
που φεύγαν μακριά μου.
Έφυγες
αθόρυβα όπως
ήρθες…

ΚΑΙ ΤΙ ΔΕ ΘΑ ‘ΔΙΝΑ

Και τι δε θα ‘δινα
να ξαναζούσα τη στιγμή
που εσύ βουβή

Με ανέκφραστα μάτια
Με βλέμμα ανέπαφο
Με τη θλίψη ζωγραφισμένη
στο ωραίο σου πρόσωπο

Χαμηλοκοιτούσες

Κι εγώ
καθισμένος δίπλα σου
ατενίζοντας τον ορίζοντα του μετώπου σου,
σου κρατούσα τα χέρια
και απαλοέσβηνα
τους κρυστάλλινους θρόμβους των ματιών σου
με τα χείλη μου.

ΔΕ ΛΥΠΑΜΑΙ

Δε λυπάμαι τώρα, γιατί βρίσκεσαι μακριά μου
Δε λυπάμαι τώρα, για την αγάπη μας που χάθηκε
Δε λυπάμαι για τα μάτια μου που στέρεψαν.

Λυπάμαι μόνο
γιατί το αδιάκοπο φλοίσβισμα του χρόνου
κατατρώγει απ’ τα βράχια της μνήμης
την ερατεινή μορφή σου.
Το αέναο κύλισμα του χρόνου
ξεθωριάζει απ’ τη θύμησή μου

Το εράσμιο κορμί σου
τ’ αχτιδοβόλα μάτια σου
τα θεσπέσια χείλια σου

Κι’ ακόμα τώρα λυπάμαι
γιατί – το ξέρω – θάρθει μια μέρα
που δε θα λυπάμαι
ούτε γι’ αυτό.

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ

Μες απ’ τα δάχτυλα τ’ απόβραδου
οι αχνές σεληνόφωτες αχτίδες αργοκυλούσαν
όταν
μ’ άγγιξε η σκιά σου.
Στο λειμώνα των αναμνήσεων ταξιδεύεις .
Στο λιόγερμα των ματιών σου
με θάμπωναν οι χρυσές ανταύγειες τους
όταν ατένιζα
το αλικοβαμμένο στέμμα του ήλιου
στα μαλλιά σου απάνω.
Τυλιγμένη στο θάλπος του ύστατου φωτός
— σαν και πρώτα —
φτερουγίζεις στους ουρανούς του νόστου.
Σε νοσταλγώ.
Το γέλιο π’ άνθιζε στ’ αμόλευτα χείλη σου
ακουρμάζομαι στα όνειρά μου
Φλέβα νερού που τινάζεσαι ως τα ύψη της ψυχής μου
μουσκεύοντάς μου
το κορμί, τα χείλη, τα φυλάκια της μνήμης,
που σε σφάλισε
στη ζεστή χούφτα της για πάντα.

Β’ Συλφίδα
ΔΡΟΣΟΣΤΑΛΙΔΑ

Πάνω στ ακρόθυρα της θύμησης
Ανεξίτηλα γραμμένο τ’όνομά σου.
Ολόκορμος ήλιος ανέτειλε
Στο σιβυλλικό σου βλέμμα
Καθώς
Γλυκοχάραξε στα βλέφαρά σου.
Μέσα απο μυστικά κλειδοκύμβαλα
που τους κρατάς πεισματικά τα κλείθρα
Μουσικό θρόισμα του ανέμου
Απλώθηκε σ’ουράνια πελάγη.
Ροδόχρωμο πρωινό μαγιάτικης αυγής
Θάθελα ν’αναπνεύσω
Το άρωμα των ξέπλεκων μαλλιών σου.
Δροσοσταλίδα
Της έρημής μου ζωής
Ποιος είναι αυτός ο ποιητής
Που την ανέγγιχτη ομορφιά σου
Με λόγια φθαρτά
Τολμά να εξυμνήσει;

ΑΝΑΔΥΘΗΚΕΣ

Τη νοτισμένη πνοή σου αναζήτησα…

Αείρροο κύμα της θάλασσας η μορφή σου

Λαξεύει τα πετράδια της ψυχής μου.
Η θωριά σου περιψαύει αινιγματικά
Το κορμί μου
Και μ’ αλαφιάζει.

Αναδύθηκες από τον σκοτασμό
των κυμάτων
Βυθίστηκες στην πλησμονή
του φωτός.

Το μελίρρυτο ανάβρυσμα
Της φωνής σου με γοητεύει.
Τα αιθεροπλάνα μάτια σου
Με βουλιάζουν
Στην κινούμενη άμμο
Ενός τρισκότεινου ουρανού.

Και μέσα μας
Ο κοχλασμός της καρδιάς.
Γύρω μας
Οι φυσαλίδες της σιωπής…

ΣΥΖΕΥΞΗ

Στη σύζευξη των ίσκιων της ψυχής
Το φως ερωτοτροπεί
Με το σκότος.
Μες στα υπόσκαφα
Της ύπαρξής μου
Πύρινο το αίμα
κοχλακιάζει.
Η ηφαιστειώδης
Αγάπη μας σαν
Ορμητική λάβα
Αναζητά τον κρατήρα
Για να λευθερωθεί.
Το φτερούγισμα
Της εκρηκτικής εκτίναξης
Γίνεται φλόγα και μάγμα.

Μέθεξη κορμιών
Σύζευξη ψυχών.

ΣΤΗ ΜΟΝΩΔΙΑ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ

Η σελήνη έλαμνεν
Σ’ έναν ουρανό διάστιχτο μ’ αστέρια.
Μύστης εγώ του ερωτικού σου πλου
Ψηλαφώντας
Τα παράκτια φαράγγι της αυγής
Λουζόμουν
Στους καθάριους χείμαρρους
των μαλλιών σου.

Μέσα στην ερωτογόνο σχάση των πέπλων του γνόφου
Στην μονωδία μίας άσπιλης νύχτας
Ακράγγιζα
Τα πολύφωνα κύματα της μουσικής
που ανέδιδαν
Τα παμφίλητα χείλη σου.

Καθισμένη
Στην πρύμνη της παρόχθιας αγάπης μας
Σκορπούσες
Εαρινούς ανθούς
Κι’ εγώ αμίλητος
Τους άθροιζα…

Ένα μπουκέτο φιλιά
Στα χέρια μου.

ΑΝΑΣΑΙΝΕΣ

Ανάσαινες…

Μέσα απ’ την μεσοαστρική ύλη
Των δαχτύλων σου
Είδα
Τ’ αλογοπέταλα του σκότους,
Να εισχωρούν, ως θάλασσα ερασμία,
Στις τεθλασμένες των βλεφάρων σου.
Οι ήχοι βούλιαζαν αργά
Βασανιστικά
Στα σύσκια των βράχων.
Ανάσαινες
Τον δίανθο της ζωής.
Νεόφυτα ελαιών, κάλυπταν το κορμί σου.
Όταν
Η νύχτα έριξε βιαστικά.
Το αραχνοΰφαντο σάλι της
Επάνω στο λυγερό σώμα σου
Ύπτιος
Με ζήλο σε κρατούσα.
Κι Εσύ,

Ανάσαινες…

ΓΕΥΤΗΚΑ

Και ξαφνικά σε βρήκα…
Ήταν λιακάδα εξαίρετης μεσημβρίας
Μια ημέρα σπάνιας αιθρίας
Κι εγώ μύριζα τους ελαύνοντας θύσανους.
Το θαλερό φως του ήλιου
Εστιάστηκε στο πρόσωπό σου
Ως κάτοπτρον κοίλον.
Γεύτηκα
την στίβλη απ’ τα εκστατικά μάτια σου
Δισταχτικά ψηλάφησα
Το φως
Που εξακτινωνόταν
Απ’ τους υπέρυθρους κυματισμούς
Της ψυχής σου
Κι άκουσα τα χάδια
Να φυτρώνουν στα χέρια σου
Πόα
Απ’ το χώμα της υγρής γης.

ΣΥΛΦΙΔΑ

Σε κρημνώδεις σχίνους αναφλόγιζαν τα μάτια σου
Σε κρημνώδεις πρίνους αναπέταξαν τα ιστία σου

Απ’ την κόχη ενός κοχυλιού κοιτούσες ιδέες μεθυσμένη

Το βλέμμα σου ασπάζονταν τους χθόνιους λειμώνες
Η θάλασσα αγριεμένη φούσκωνε στα βράχια
Αφρίζον το κύμα έπνιγε τους κρωγμούς.
Στην αγκαλιά σου αφουγκράστηκα τη γη να συστέλλεται.

Μες στα χέρια σου ένιωσα το σύμπαν να διαστέλλεται
Μες απ’ τα χέρια σου προσδιόρισα
ένα ακαθόριστο στίγμα
στη διακεκαυμένη ζώνη της ψυχής σου.
Στον οίστρο των πουλιών βυθιζόμουν
Σε νεφελώδεις βόμβους απερινόητους

Μια χιονοστιβάδα τα αισθήματα
Ατέρμων υετός οι συγκινήσεις
Ακάματη αιθρία τα χείλη σου
Φίλυδρα τα μάτια σου

Αιθέρινη συλφίδα.

ΧΑΪ – ΚΑΤ

Τ ανθοπέταλα της μυστικής σου έλξης
ανασαίνω
γύρω απ’ τον ύπερο της αγάπης σου

***

Ήμουν χορτάτος απ’ όλα
Ώσπου μια μέρα
Πείνασα τον ήχο της φωνής σου

***

Κοίταξα στον καθρέφτη
τον εαυτό μου
Κι’ αντίκρυσα εσένα

***

Μες απ’ το θυελικό στροβίλισμα
της φαντασίας μου
ερμηνεύω τα βήματά σου.,,

***

Το αλφαβητάρι του έρωτα
ψελλίζουν
τ’ άλικα χείλη σου

***

Στα φρυγμένα μου χείλη
Λουλούδι
ανθίζει το όνομά σου

***

Τα βαριά ζωγραφιστά σου βλέφαρα
σκεπάζουν
τα κουρασμένα μάτια μου

***

Τ’ ακρόχειλα της αυγής
μεταγγίζουν φως
στους πόρους του κορμιού σου

***

Ο αγέρας ενωτίζεται
τους ψίθυρους
των βλεφάρων σου,

***

Τα ωκεάνεια μάτια σου
Δακρυσμένα μιλούν
Τη διαλεχτό του πόνου.

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

TERRA AMATA
ΝΕΝΑ ΚΟΚΚΙΝΑΚΗ

diastixo.gr 30/9/2019

Τι σημασία μπορεί να έχει για τη νεοελληνική ποίηση ότι εκπροσωπείται και από δοκιμιογράφους; Όταν μάλιστα η ποίηση δεν είναι παρά η έκφραση της ουσίας της ζωής και φυσικά των αξιών της; Και όταν η σύγχρονη αισθητική τείνει να υποτάσσει το ωραίο στο αληθινό, προσδίδοντας στην ποίηση ολοένα και μεγαλύτερο κοινωνιολογικό χαρακτήρα και επιδιώκοντας να περικλείσει μέσα της ολόκληρο τον ανασχηματιζόμενο κόσμο μας;

Γνωστός κυρίως από τα δοκίμιά του, φιλοσοφικά ως επί το πλείστον, αλλά και από διηγήματά του, ο Δημήτρης Τσινικόπουλος είναι νομικός. Έχει δημοσιεύσει δεκάδες δοκίμια, άρθρα και μελετήματα φιλολογικού, ιστορικού και μεταφυσικού περιεχομένου, και μέχρι σήμερα έχουν εκδοθεί 23 βιβλία του, ανάμεσά τους και πέντε ποιητικές συλλογές. Στη συγκεκριμένη συλλογή, με φωτογραφικό υλικό του ίδιου του ποιητή, έχουν συγκεντρωθεί ποιήματα γραμμένα πριν από 25 χρόνια, όπως σημειώνεται στο προλογικό σημείωμα, και αποτελούν συνέχεια της ποιητικής συλλογής Σύφλογο (που δημοσιεύτηκε σε ιδιωτική έκδοση το 1988 με το ψευδώνυμο Άγγελος Δημητρίου). Είναι δε ποιήματα (πολλά από αυτά δημοσιευμένα στο έγκριτο περιοδικό Ευθύνη) που «διακρατούν συστατικά στοιχεία του περιεχομένου της ποίησης, που σύμφωνα με τον κριτικό Τέρι Ήγκλετον είναι: ο τόπος, ο ήχος, το βάρος, η ένταση και ο βηματισμός».

Ανάμεσα στις φωτοσκιές της γης και τους κύκλους των άστρων και του φεγγαριού, ανάμεσα σε πόνο και σε όνειρο, γεννιούνται ποιήματα ερωτικά μέσα στο πρώτο λίκνο τους: τη νεότητα και την ελληνική φύση. «Και μετά από τόσα φύλλα σιωπής/ Ξύπνησες ξαφνικά τα μέσα σου άστρα/ έλαμψες ρόδο πορφυρό/ Στα χέρια μου/ Άφησες πίσω σου τη στίλβη/ Των στιγμών/ Ωραία σαν μια καρδιά που πάλλει/ Παρασυρμένη/ Σε μιαν ιερή λιτάνευση της σάρκας/ σ’ ένα πάθος μενεξελί/ Που σκορπούσε/ Της μέθεξης το ρίγος/ Μέσ’ από αόρατα φύλλα σιωπής» (σελ. 29).

Πρόκειται για ποιήματα που υμνούν την αγαπημένη γη (terra amata), όπου «τα όνειρα ξεψυχούν πιασμένα χέρι χέρι», όπου «ασκητεύουν οι σκέψεις» για να ακολουθήσουν «θρυμματισμένοι ήχοι», «συντρίμμια ονείρων» και «απανθρακωμένη σιωπή» (σελ. 52-53).

Ο αναγνώστης θα παρατηρήσει ότι στα ποιήματα κυριαρχεί το υγρό στοιχείο, επειδή είναι εμπνευσμένα όχι μόνο από τη ροϊκότητα του έρωτα, αλλά και από τη ροή της θάλασσας και τη φύση γενικότερα. Όλα είναι μεταξύ τους αλληλένδετα. Αλληλοπεριχωρούνται», σημειώνει εύστοχα στον πρόλογο ο Δ. Τσινικόπουλος. Ο έρωτας, ωστόσο, παραμένει η στοιχειωδέστερη αξία της ζωής, «ποταμός πρωτότοκος του πυρός και του θανάτου» (σελ. 89). Το τραγούδι του έρωτα ακούγεται σε ξέφωτα, σε σκιερές γωνιές, σε «βράδια που σε γυμνώνουν πιο βαθιά από τη γύμνια» (σελ. 43) και τα αισθήματα αναδιπλώνονται πολύπτυχα: «[…] Έτσι κι ο έρωτας/ Ψυχής τρεμοσάλεμα/ που διαπερνά τους θρόους της μαρμαρυγής/ Σπόρος καρποφόρος/ Σπόρος που αναβλαστάνει στις ρωγμές των φιλιών/ Ήχος της σιωπηλότερης σιωπής/ Μυστικό πρόσωπο/ που αναζητά τα κρυμμένα πρόσωπα/ Έτσι κι ο έρωτας…» (σελ. 95).

Κλείνοντας αυτή την πρώτη ανάγνωση-συνομιλία με την ποίηση του Δημήτρη Τσινικόπουλου, θα ήθελα να του ευχηθώ να συνεχίσει να βαδίζει τον δρόμο της ποίησης με σταθερή πυξίδα το ποιητικό αίσθημα που δεν τον αφήνει να ξεστρατίσει, αποδίδοντας την αλήθεια του με το φως της ψυχής, και να γράφει ποιήματα αφιερωμένα: «Σ’ αυτούς που θέλουν και ξέρουν ν’ αγαπούν. Και να ονειρεύονται. Ξύπνιοι. Με την καρδιά».

.

ΒΙΚΥ ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ

Επιμέλεια: Γιώργος Σταματόπουλος

“Εφημερίδα των Συντακτών” 2/8/2019

Το μεγαλείο του Έρωτα και της φύσης

«Η ποίηση είναι σκέψεις που αναπνέουν και λέξεις που καίνε», είπε κάποτε ο Εντγκαρ Αλαν Πόε. Με βάση τα λόγια του Αμερικανού λογοτέχνη αντιλαμβάνεται κανείς πως η ποίηση είναι ζωντανός οργανισμός που παίρνει σάρκα και οστά. Κάτι ανάλογο παρατηρεί κανείς, εντρυφώντας στην ποιητική συλλογή του Δημήτρη Τσινικόπουλου «Terra Amata», που δικαίως φέρει αυτό τον τίτλο, καθώς εξυμνεί τον έρωτα και το χώμα, τη γη που τον γεννάει.

Η εν λόγω ποιητική συλλογή απαρτίζεται από τρεις ενότητες (Α, Β, Γ) με ποιήματα κατά βάση σύντομα και πυκνογραμμένα, χωρίς κάποιο ίχνος ωραιοποίησης ή επιτήδευσης. Αυτή η καλώς εννοούμενη απλότητα ωθεί τον αναγνώστη να ταυτιστεί με τα συναισθήματα του ποιητή.

Ηδη από τα πρώτα ποιήματα της πρώτης ενότητας παρουσιάζεται ένας συνδυασμός επιθέτων και ουσιαστικών, τα οποία δημιουργούν εικόνες και δίνουν έμφαση στο υποκείμενο, δηλαδή στο πρόσωπο που δρα ή στην έννοια που προσωποποιείται και ενεργεί για τον έρωτα. Παραθέτω εδώ ένα σχετικό παράδειγμα:

Ερωτας-
Πρώιμο αίμα
Χαμένα όνειρα
Δύο μάτια στοχαστικά
Δέντρα χιονισμένα κι ήλιος
Ηλιοφόρα ματωμένα κύματα

Επιπλέον, αν εστιάσει κάποιος στο περιεχόμενο των ποιημάτων, όπως στους παραπάνω στίχους, διαπιστώνει πως ο ποιητής είναι επηρεασμένος, έστω και υποσυνείδητα, από το ρεύμα του υπερρεαλισμού. Διότι, κατά πόσο μπορούν, για παράδειγμα, τα κύματα να είναι ηλιοφόρα, πόσο μάλλον ματωμένα; Ο αναγνώστης ταξιδεύει νοερά πέρα από τη σφαίρα του πραγματικού και αγγίζει τα όρια του φανταστικού.

Για να μιλήσουμε, όμως, και για ζητήματα που αφορούν τη γλώσσα του ποιητή, σε ορισμένα ποιήματά του απευθύνεται σε β΄ ενικό πρόσωπο, όπως στην εξής περίπτωση:

Το όνομά σου-
λίγα γράμματα

Προσδίδεται ζωντάνια και οικειότητα στον λόγο του, εφόσον ο αναγνώστης μπορεί να παραστεί ως θεατής-μάρτυρας στην ερωτική εξομολόγηση του ποιητή. Ο ίδιος ο ποιητής γράφει κυρίως σε α΄ πρόσωπο, κάτι που καθιστά σαφές το προσωπικό στοιχείο στο έργο του. Εδώ ακολουθεί ένα παράδειγμα:

Κι είμαι εγώ
Μόνος κατάμονος
Απογυμνωμένος από σκέψεις
Και αισθήματα

Τα ποιήματα του Δημήτρη Τσινικόπουλου είναι κατεξοχήν ανομοιοκατάληκτα. Δεν ακολουθεί την πεπατημένη στην ποίησή του. Αντιθέτως, εμφανίζεται πρωτοπόρος και προοδευτικός. Επιπρόσθετα, συγκεντρώνει μια ποικιλία από σχήματα λόγου, που δικαίως εντάσσουν το έργο του στην τέχνη της ποιήσεως. Λόγου χάρη, χρησιμοποιεί το υπερβατό, όπως μπορεί να δει κανείς παρακάτω:

Αιμορραγία φωτός αμετάκλητη

Αλλού γίνεται εμφανής η παρήχηση:

Υγρό στο σώμα σου το στόμα
Αίμα που ορμάει σύσσωμο
Ω σώμα!

Επίσης, κυρίαρχο ρόλο παίζουν οι ομόρριζες ή αλλιώς παράγωγες λέξεις:

Στάλαζε ο ήλιος
Σταλαγματιές
στα χείλη σου

Αλλοτε πάλι, όπως συνηθίζει στα περισσότερα ποιήματά του, επιστρατεύει το σχήμα του διασκελισμού, καθώς το νόημα ενός στίχου ολοκληρώνεται στον αμέσως επόμενο:

Ένας ποταμός από διάπυρα
Σε διαπλέει αστέρια
κι εγώ ενωτίζομαι
τους ίσκιους των σωμάτων αλύτρωτους.

Αντιθέσεις, ακόμη, προσδίδουν βάθος και μεστότητα στον λόγο του:

Το φιλί σου το θέλω ζωντανό
Στα νεκρωμένα μου χείλη

Από την άλλη, το ασύνδετο σχήμα επιταχύνει τον ρυθμό του ποιητικού λόγου:

Γαλάζια λεία λευκότης
καμπύλη της άπλας
Γραμμή
Λευκή ευθεία αφρισμένη
γυμνή καμπύλη λευκότης.

Συχνά, ο ποιητής ανοίγει και κλείνει το ποίημά του με τον ίδιο τρόπο ή με κάποιες μικρές παραλλαγές, δημιουργώντας ένα σχήμα κύκλου:

Στόμα τυφλό χωρίς φιλί
και ο αγέρας σου
Να τραντάζει τα παραθυρόφυλλα

Στόμα νεκρό χωρίς φιλί
και ο ίσκιος σου
Να τραντάζει τα παραθυρόφυλλα.

Ωστόσο, δεν απουσιάζει και η επανάληψη λέξεων ή φράσεων εντός του ποιήματος ή ακόμη και εντός της ίδιας στροφής:

Τα μάτια σου της έλεγε
Τα μάτια σου
Είναι πράσινα, τόσο πράσινα
Δύο πράσινα σμαράγδια

Είναι κατανοητό, λοιπόν, ότι ο κατάλογος δεν στερεύει με τα στοιχεία που πιστοποιούν τη δίκαιη αναγνώριση του Δ. Τσινικόπουλου ως ποιητή με σημαντική προσφορά στον λογοτεχνικό κύκλο. Αν κανείς προσεγγίσει το έργο του «Terra Amata» σφαιρικά και ψηλαφήσει όλες τις γωνιές του, θα γευτεί το μεγαλείο ενός ποιητή που γνωρίζει πώς να αντλεί την έμπνευσή του από τη φύση, ακόμη και για το πιο μεστό και απαράμιλλο συναίσθημα, τον Ερωτα. Η φύση σε όλες της τις εκφάνσεις λειτουργεί ως πυξίδα στην καρδιά του ποιητή, καθώς τον κατευθύνει στα βάθη του ωκεανού, από όπου αναδύονται οι Σειρήνες και τον οδηγούν στην απόλυτη σαγήνη, κυριευμένο από τα πιο έντονα, ωστόσο γήινα αισθήματα.

Όσον αφορά τον τρόπο γραφής του ποιητή, προσωπικά στάθηκα σε κάποια σημεία, όπου εφάρμοσε μια διαφορετική και καινοτόμο μέθοδο. Με μια λέξη, γραμμένη διαγώνια εν είδει ακροστιχίδας, κατορθώνει να οπτικοποιήσει το νόημα του στίχου.

Ολοκληρώνοντας τη μελέτη μου πάνω στην εν λόγω ποιητική συλλογή του Δ. Τσινικόπουλου, οφείλω να επισημάνω πως ο ποιητής είναι πολύ καλά καταρτισμένος στην ελληνική λογοτεχνία, καθώς συχνά γίνονται αντιληπτές οι αναφορές του σε στίχους ή λόγια άλλων ποιητών, που ενδεχομένως τους έχει μελετήσει σε κάποια άλλη χρονική στιγμή της ζωής του. Ομολογουμένως, ο ψυχικός-συναισθηματικός του κόσμος είναι σε θέση να ανασύρει αυτές τις μνήμες του παρελθόντος και να τις καταθέσει με μελάνι στο χαρτί. Προσωπικά, ένας στίχος από ποίημα της πρώτης ενότητας της συλλογής «Terra Amata» μου θύμισε έναν στίχο του ποιητή Τάσου Λειβαδίτη (Συγχώρα με, αγάπη μου, που ζούσα πριν σε γνωρίσω…):

Τα χέρια μου
τ’ αγάπησα
απ’ τη στιγμή
που κράτησαν τα χέρια σου.

Σε αυτά τα λόγια του ποιητή ίσως κρύβεται όλη η ουσία της ύπαρξής του. Απέκτησε ταυτότητα από τη στιγμή που ένιωσε τον πρώτο παλμό της καρδιάς του για την αγαπημένη του.

Είναι γεγονός, λοιπόν, πως ο ποιητής με την πάροδο των ετών εκλεπτύνεται ολοένα και περισσότερο και αφυπνίζει τις αισθήσεις μας με τρόπο στοχαστικό και τρυφερό. Διέρχεται, επίσης, όλες τις χρονικές βαθμίδες, παρελθόν-παρόν-μέλλον, καταδεικνύοντας ότι η ποίησή του είναι διαχρονική και πάντα επίκαιρη. Σε προηγούμενες ποιητικές του απόπειρες ο λόγος του προσιδίαζε κάποτε και σε πιο αρχαιοπρεπείς όρους, που ενδεχομένως να χαρακτηρίζονταν από δυναμισμό και έντονη συναισθηματική φόρτιση.

Ωστόσο, ακόμη και σε αυτή την ποιητική του συλλογή διακρίνει κανείς την ευαισθησία του και τη ζεστασιά του. Ο ποιητικός του λόγος ίσως δεν είναι τόσο επιτηδευμένος τεχνικά, όμως κυλάει αβίαστα στα μονοπάτια του νου και της καρδιάς μας.

Πριν ανακεφαλαιώσω με τις εντυπώσεις μου, θα ήθελα να αναφερθώ εν συντομία στο φωτογραφικό υλικό που παραθέτει δίπλα σε κάθε ποίημα ο Δ. Τσινικόπουλος. Η επιλογή των εικόνων είναι πράγματι εύστοχη και επικεντρωμένη στο κατεξοχήν μήνυμα κάθε ποιήματος. Πρόκειται για έναν καίριο συγκερασμό λόγου και εικόνας. Ο ποιητής επιστρατεύει τη σπουδαιότερη, κατά τη γνώμη κάποιων, αίσθηση, δηλαδή την όραση, για να διεγείρει συναισθήματα. Και το επιτυγχάνει χωρίς καμιά αμφιβολία.

Θα ήθελα, λοιπόν, να κλείσω τον σχολιασμό μου με τα γνωστά σε όλους μας λόγια του Ελύτη: Ωσπου τέλος ένιωσα κι ας πα’ να μ’ έλεγαν τρελό, πως από ’να τίποτα γίνεται ο παράδεισος.

Λίγα γράμματα, λίγες συλλαβές, λίγες λέξεις, λίγοι στίχοι αρκούν για να δημιουργήσει ο κόσμος τον δικό του παράδεισο… Αρκούν για να μάθει ο άνθρωπος να ζει…

.

Δ. Ι. ΚΑΡΑΣΑΒΒΑΣ

Ημερησία (2019-08-23)

Ύμνο στον Έρωτα, αποτελεί η νέα Ποιητική Συλλογή του Δημήτρη Τσινικόπουλου «Terra Amata» (Εκδ. Φυλάτος, Θεσσαλονίκη 2019), με ποιήματα γραμμένα πριν από 25 χρόνια, που ωστόσο ο Ποιητής θαρραλέα αποφάσισε να τα εκδώσει, και να τα μοιραστεί έτσι με τον αναγνώστη.

Ο Ποιητής Δ. Τσινικόπουλος ανέσυρε από ένα «ερμάρι σκοτεινό», τα 39 ποιήματα εξαιρετικής γραφής, για να υμνηθεί η φλεγόμενη επικράτεια του Έρωτα, η «Αγαπημένη Γη» των ερωτευμένων. Τα ποιήματα αυτά μπορούν να θεωρηθούν ως συνέχεια της πρώτης συλλογής του Δημιουργού, το «Σύφλογο» (1988, με το ψευδώνυμο Άγγελος Δημητρίου), και αποτελούν μία γέφυρα που ενώνει δύο περιόδους δημιουργίας του Ποιητή.

Το υγρό στοιχείο κυριαρχεί στα ποιήματα της συλλογής, τονίζοντας έτσι την ροϊκότητα του Έρωτα αλλά και της Φύσης γενικότερα. Είναι όμως και το εκλεπτυσμένο λεξιλόγιο του Δ. Τσινικόπουλου, όπου οι λέξεις και τα συναισθήματα συνδέονται μέσω της ευγένειας, ώστε να υπηρετηθεί ο πυρπολητής Έρωτας. Τα ποιήματα συνοδεύονται από φωτογραφίες του ίδιου του Ποιητή που με το ειδυλλιακό θέμα τους συνοδοιπορούν με τα ποιήματα και νοηματοδοτούν την ερωτική «Αγαπημένη Γη».

.

ΦΕΓΓΑΡΟΚΟΥΒΕΝΤΕΣ ΚΑΙ ΓΡΙΦΟΙ ΤΗΣ ΑΜΜΟΥ
ΒΙΚΥ ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ

Επιμέλεια: Γιώργος Σταματόπουλος
“Εφημερίδα των Συντακτών” 22/2/2019

Ουράνια λαμπυρίσματα

Έπειτα από προσεκτική ανάγνωση και μελέτη της ποιητικής συλλογής «Φεγγαροκουβέντες και γρίφοι της άμμου» του συγγραφέα Δημήτρη Τσινικόπουλου, εύλογα καταλήγει κανείς στο συμπέρασμα ότι δικαίως συγκαταλέγεται η προσφορά του στη σύγχρονη ελληνική ποίηση.

Μολονότι σήμερα μια μικρή μερίδα ανθρώπων μπορεί να εκτιμήσει βαθιά το είδος της ποιητικής τέχνης, για όποιον λοιπόν τη μελετάει και εμβαθύνει σ’ αυτήν, το συγκεκριμένο ποιητικό εγχείρημα αποτελεί ένα όμορφο μαργαριτάρι που εμπλουτίζει την ελληνική λογοτεχνία.

Επομένως, θα ήθελα εν συντομία να προσεγγίσω αυτό το έργο ως φιλόλογος-κριτικός λογοτεχνίας και να τονίσω τα σημεία, τα οποία προσωπικά εκτίμησα σε αυτή τη συλλογή. Αρχικά, λοιπόν, θα αναφέρω το πόσο άρρηκτα συνυφασμένες είναι και οι τρεις ενότητες που απαρτίζουν τη συλλογή. Μπορεί να τις διαχωρίζουν διαφορετικά χρονικά διαστήματα, κατά τα οποία ο ποιητής επιχείρησε να τις συνθέσει, ωστόσο τις διακρίνει μια αρμονία, καθώς ο θεματικός άξονας του έργου αυτού παραμένει ο ίδιος από την αρχή ώς το τέλος.

Και οι τρεις ενότητες είναι γραμμένες σε τρίστιχα κατά το πρότυπο των ιαπωνικών χαϊκού. Παρ’ όλο που πρόκειται μόνο για λίγους στίχους σε κάθε στροφή, μεταδίδουν όμως με ζωντάνια τις σκέψεις, τις παρατηρήσεις και τα αισθήματα του συγγραφέα. Σε κάθε ενότητα κυριαρχούν εικόνες της φύσης με κυρίαρχο τον ρόλο του φεγγαριού ιδιαίτερα στην πρώτη ενότητα. Το φεγγάρι προσωποποιείται. Αποκτάει υπόσταση. Ταυτότητα. Χαρακτήρα. Με τη δημιουργία εικόνων πετυχαίνει ο ποιητής να καταστήσει τον αναγνώστη συμμέτοχο στα βιώματα του ίδιου, διότι ο αναγνώστης έχει τη δυνατότητα να οραματιστεί το τοπίο και να ταυτιστεί με τις λυρικές περιγραφές.

Επιπλέον, είναι αξιοσημείωτο το πώς ο συγγραφέας επιστρατεύει ομόρριζες ή παράγωγες λέξεις, οι οποίες ζωντανεύουν το περιεχόμενο των στίχων. Θα επισημάνω την πρώτη στροφή της πρώτης ενότητας ως παράδειγμα:

Φεγγάρι σταλάζει
Απ’ το φεγγίτη
Λούζομαι το φως του

Συν τοις άλλοις, αντιλαμβάνεται κανείς πως ο Δημήτρης Τσινικόπουλος χειρίζεται άριστα την ελληνική γλώσσα, εφόσον χρησιμοποιεί σχήματα λόγου, όπως είναι η παρήχηση. Ακολουθεί ένα παράδειγμα κι εδώ:

Σελήνη αιώνες
δεσπόζεις στους ουρανούς
Αδέσποτη δέσποινα

Από την άλλη, σε κάποια άλλα σημεία της συλλογής του κυριαρχεί ο διάλογος μεταξύ του ποιητή και του προσωποποιημένου φεγγαριού:

Λυπημένο φεγγάρι
παρακαλώ σε, γίνε
μισό, μη σε μισήσω

Απευθυνόμενος ο συγγραφέας στο φεγγάρι σε δεύτερο πρόσωπο και σε προστακτική, προσδίδει ζωντάνια και παραστατικότητα στις εικόνες του. Επίσης, είναι εμφανές πως έχει δεχτεί επιρροές από άλλα λογοτεχνικά ρεύματα, όπως είναι ο υπερρεαλισμός. Προσκομίζω ως παράδειγμα την εξής στροφή:

Φεγγάρι κρε-
μάστηκε στη στέγη
Ο σκύλος αλυχτά

Περιγράφονται ενέργειες, στις οποίες μόνο μια ζωντανή οντότητα μπορεί να προβεί. Πώς θα μπορούσε άλλωστε το φεγγάρι να κρεμαστεί; Εκεί έγκειται ο υπερρεαλισμός. Σε εικόνες έξω από τη σφαίρα του πραγματικού. Αυτή είναι, όμως, αν μου επιτρέπεται, και η ομορφιά στην ποίηση. Να προσδίδει κανείς ύπαρξη σε κάτι που θεωρητικά είναι ανύπαρκτο.

Αξίζει να επισημανθούν κάποιες στροφές που παρουσιάζονται αρηματικές, χωρίς τη χρήση ρήματος. Αυτομάτως, όλη η έμφαση δίνεται στα ουσιαστικά και στα επίθετα. Παραθέτω μια στροφή:

Βράχοι αγέρωχοι
Οι λέξεις χαράδρες
Αδηφάγες

Επιπρόσθετα, συχνά εμφανίζονται ομόηχες λέξεις, που ναι μεν ηχούν παρόμοια στα αφτιά μας, έχουν ωστόσο διαφορετική σημασία.

Θέρος-έρως
Ενα κορμί αναρριγά
Στον άνεμο

Παρόμοια, ο ποιητής σε άλλες περιπτώσεις επιχειρεί να δημιουργήσει εικόνες με παρώνυμα, δηλαδή με λέξεις που µοιάζουν κάπως στην προφορά, αλλά έχουν διαφορετική σηµασία. Αναφέρω πάλι μια ανάλογη στροφή:

Ηδονή και οδύνη
Στα κράσπεδα του έρωτα
Το συναμφότερον

Καταλήγοντας στην τελευταία του ενότητα, εντύπωση μου προκάλεσε το γεγονός ότι ο Δημήτρης Τσινικόπουλος μέσα από τη χρωματισμένη με εικόνες ποιητική του διάθεση εκθέτει προβλήματα της εποχής μας, όπως για παράδειγμα η θέση του χρήματος στη ζωή του σύγχρονου ανθρώπου. Αυτό διαφαίνεται στην εξής στροφή:

Πολλοί για λεφτά
μιλούν· λιγώνονται οι
λίγοι για λέξεις

Αυτό το γεγονός καθιστά την ποίησή του διαχρονικής αξίας και καθολικής ισχύος. Εκθέτει προβληματισμούς και πραγματικότητες που αγγίζουν τις ημέρες που διανύουμε. Η ποίησή του αποτελεί ένα διαμάντι στον κυκεώνα αναγνωσμάτων που κυκλοφορούν στα βιβλιοπωλεία και όποιος αληθινά διαθέτει αγαθή προαίρεση και είναι σε θέση να εκτιμήσει το ποιητικό είδος, θα γευτεί τον λυρισμό και τον ποιητικό οίστρο του συγγραφέα.

Θα ήθελα να κλείσω τον σχολιασμό μου με τα εξής λόγια του ποιητή Σεφέρη: «Η ποίηση έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα». Ας αναπνέουμε, λοιπόν, μέσα από την ποίηση.

Βίκυ Μιχαηλίδου – Κλασσική Φιλόλογος

Εφημερίδα των Συντακτών (2019-02-22)

Ο Θεσσαλονικιός Ποιητής, Διηγηματογράφος, Δοκιμιογράφος, Μελετητής και Ερευνητής Δημήτριος Τσινικόπουλος, στη νέα του Συλλογή «Φεγγαροκουβέντες και Γρίφοι της Άμμου» (Εκδ. «Πνοές Λόγου και Τέχνης», Αθήνα 2017), με τα γοητευτικά του Τρίστιχα και Χαϊκού, μετουσιώνει την αισθητική συγκίνηση που ένιωσε να τον δονεί, σε υψηλού επιπέδου Στοχαστική Ποίηση.

.

Δ. Ι. ΚΑΡΑΣΑΒΒΑΣ

Ημερησία (2019-02-25)

Βαθύς μελετητής της Φιλοσοφίας, της Θεολογίας, της Φιλολογίας, ο Δ. Τσινικόπουλος αφουγκράζεται τις εικόνες και τους ήχους της Φύσης, παρατηρεί τον Ουρανό, την Γη και την Θάλασσα, και εμπνέεται από το γαλήνιο φυσικό τοπίο. Τα Τρίστιχα και τα Χαϊκού του συνιστούν μία γοητευτική συνομιλία ανάμεσα στα Αισθήματα και την Ποίηση. Η γραφή του Δ. Τσινικόπουλου έχει ύφος επιγραμματικό, στοιχείο που συμπυκνώνει την νοηματική συνέχεια και συνέπεια στις δημιουργίες του. Σε μια βαθύτερη ανάγνωση γίνεται αντιληπτή μία εικονογράφηση, όπου η ψυχική διάθεση του Ποιητή συναντά εκείνη του Αναγνώστη, σε μικρής φόρμας ζωγραφικούς πίνακες, που ωστόσο το ελάχιστο της εικόνας ταξιδεύει στον απέραντο ορίζοντα της ψυχής. Έτσι, ο Δ. Τσινικόπουλος συνδέει την έμπνευση με τον στοχασμό και δημιουργεί μία γοητευτική Ποίηση.

.

ΣΥΦΛΟΓΟ
Δ. ΚΑΡΑΣΑΒΒΑΣ

ΗΜΕΡΗΣΙΑ ΒΕΡΟΙΑΣ

Ο Άγγελος Δημητρίου, γίνεται συνειδητά θεράπων της Αγάπης, όπου απλόχερα δίνεται, σε όσα οι απλοί άνθρωποι φοβούνται να δουν μέσα τους. Γνήσιο παιδί της Μούσας, γνωρίζει εκείνα τα Απολλώνεια κλειδιά για να τραγουδήσει στο αυτί και του πιο ανίδεου από ποίηση «Τα πολύφωνα κύματα της μουσικής». «Μέσα από μυστικά κλειδοκύμβαλα» γίνεται κομιστής μηνυμάτων… Μια ποιητική συλλογή που θυμίζει μεθυστική μελωδία, μια μυσταγωγία, μια ερωτική δημιουργική έκρηξη… Ο ποιητής Άγγελος Δημητρίου με ένα προσωπικό στυλ και ομολογουμένως ξεχωρι­στό ύφος, δίνει στον αναγνώστη την εκδοχή του ερωτισμού στην ποίηση ξεπερνά τα όρια της ποιητικής δημιουργίας και γίνεται λειτουργός της, «γκρεμίζοντας το Φράγμα» που χωρίζει τον ονειρικό κόσμο των ποιητών και της «παραχειμάζουσας Νύχτας» των σύγχρονων ανθρώπων.

.

Γ. Κ. ΖΩΓΡΑΦΑΚΗΣ

ΒΟΡΕΙΟΕΛΛΑΔΙΚΑ

Η ποίηση—κατά κάποιον από τους πολλούς ορισμούς που της έχουν δοθεί—είναι «ο λόγος που πάει να γί­νει τραγούδι».

Κι αν, στον καιρό μας, το πηγαίο τούτο εκφραστικό μέσον, δεν διατη­ρεί σχεδόν κανένα από τα συστατικά εκείνα που αποτελούσαν άλλοτε -α­παρέγκλιτα- τον ποιητικό λόγο και τον υποχρέωναν να φορέσει τον κό­θορνο πολύπλοκων μετρικών και γλωσσικών ρυθμών, έχει μετατραπεί η τονική προσωδία σε μια ευεργετι­κή χαλάρωση που επιτρέπει στον ποιητικό λόγο, όχι βέβαια δήθεν απελευθέρωση από ένα φθαρμένο πα­ρελθόν, αλλά τοποθέτηση του ποιη­τή μπροστά σ’ έναν αισθητικό κόσμο που του επιτρέπει να κινείται ελεύ­θερα στο εκφραστικό κλίμα του ε­λεύθερου στίχου.

Ο Α. Δημητρίου, που ο ποιητικός λόγος του είναι ιδιαίτερα οικείος και ευχάριστα προσιτός, έρχεται σε τού­τη την ποιητική συλλογή του, χάρη σε μια έντονα χαρακτηρι­στική πράξη παρουσίας, να εδραιώ­σει χάρη στη νέα ποιητική συγκομι­δή του, πως ξεχωρίζει από πολλούς συγχρόνους του, γιατί τον διακρίνει αυτό που λεγόταν άλλοτε «πως βρί­σκεται στη μέση του δρόμου μεταξύ ψιθύρου και σιωπής».

Ο λόγος του έχει μια σαγήνη, μια γοητεία που συχνό θυμίζει το γνω­στό στίχο του Βερλαίν: «Ποτέ το χρώμα, μόνο η απόχρωση». Και στην τέχνη των αποχρώσεων, ο Δημη­τρίου ξέρει να κινείται με καταπλη­κτική άνεση.

Με μέσα απλά, δίχως επιτήδευση, κατορθώνει να μας μεταδώσει ένα ι­διόρρυθμο συναίσθημα ρευστότητας όχι μόνο με την κάποια απροσδόκη­τη σύζευξη σπανίων λέξεων και μια χαριτωμένη λεξιθηρία, αλλά και ει­κόνες που αναδύονται με αφρό, θά­λασσα, αμμουδιά, γλάρο, κύματα, νερό, βροχή, φλέβα νερού, δροσοσταλίδες, γελαστά νερά, αείρροο κύ­μα, μας παρασύρουν μαζί με τις α­καθόριστες, δίχως σύνορα μορφές που ανακαλεί ο ποιητής.

Κι όταν δεν υπάρχει τέτοια αναφο­ρά, έχεις το συναίσθημα, εσύ ο ανα­γνώστης, πως γλιστράς ανάμεσα από λεπτοδουλεμένους στίχους, σα να βρίσκεσαι μέσα σε οικείο στοιχείο που δε σε ξενίζει. Το αισθάνεσαι, μά­λιστα, σα κάτι δικό σου που φέρνει στο νου έναν έρωτα που λικνίζεται και μεθά από την ίδια την ηδονή ή ακόμη και την οδύνη.

Μια εκφώνηση λόγου που ο Δημητρίου κατόρθωσε να τον κάνει να μας πείθει για τον εντελώς προσωπι­κό τόνο όπου δονείται η εμπνευσιακή του παλίρροια.

.

Δ. ΚΑΡΑΜΒΑΛΗΣ

ΤΟ ΚΟΥΤΙ ΤΗΣ ΠΑΝΔΩΡΑΣ

Ο Άγγελος Δημητρίου, άριστος χειριστής του πινέλου και των χρωμάτων καθώς είναι δημιουργεί πίνακες ζωγραφικούς με στίχους, σε σημείο που να νομίζει κανείς πως βλέπει μπροστά του έναν ζωγραφικό πίνακα… Κατορθώνει να μας δώσει μια ποίηση λυρικότατη, με συναισθηματικούς κραδασμούς ολοφάνερους και με στίχους γεμάτους μουσικότητα και ομορφιά. Η ποίηση του ‘ Αγγέλου Δημητρίου είναι υποβλη­τική και διάφανη όπως η ποίηση του μεγάλου Ινδού Νομπελίστα ποιητή και στοχαστή Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ. Δεν εκχυδαΐζει τη γλώσσα, αντίθετα την ανυψώνει και την εξευγενίζει κάτι που στον τομέα της ερωτικής ποίησης λίγοι μόνο ποιητές το κατορθώνουν, δείχνοντας παράλληλα και την ψυχική ευγένεια και εσωτερική τους καλλιέργεια. Πουθενά δεν θα βρει ο αναγνώ­στης έστω και τον παραμικρό υπαινιγμό, ακόμη κι όταν ασχολείται ο ποιητής με τα διάφορα μέλη του σώματος. Παράλληλα, αν και υπάρχει ταυτότητα ως προς την εξωτερική μορφή, πουθενά δεν συναντά κανείς επανάληψη και χασμωδία. Τα ποιήματα αυτής της συλλογής θα μπορούσε να είναι σελίδες ημερολογίου… Ενα όμως είναι σίγουρο: ότι αποτελούν καρπό γνήσιας εσωτερικής αγωνίας, αγωνίας πνευματικής, προϊόν αυθόρμητης και όχι τεχνικής γραφής και οι στίχοι αυτοί έχουν γραφεί με αίμα ψυχής.

.

Ε. ΡΟΖΟΣ

ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗ ΕΣΤΙΑ

Το πιο δύσκολο είναι να πεις καινούργια πράγματα για το πιο παλιό, το πιο πανανθρώπινο αίσθημα: την αγάπη… Ο Άγγελος Δημη­τρίου έγραψε ερωτική ποίηση πετυχαίνοντας το ακατόρθωτο: να μας δώσει μια δική του εκδοχή όλης αυτής της περίπλοκης όσο και περίφλογης ψυχι­κής κατάστασης. Η επιθυμία του να εκφράσει όλη αυτή την έξαρση τον ώθησε ως τα ακρότατα όρια των εκφραστικών του δυνατοτήτων. Ταυτό­χρονα όμως τον βοήθησε να ψάξει και να βρει μέσα του ένα πλούτο από συναισθήματα, ψυχικές και συναισθηματικές φορτίσεις, εικόνες, ιδέες, λέξεις που όλα μαζί «γέμισαν» τα ποιητικά του δημιουργήματα. Έτσι πέτυχε να διαμορφώσει ένα αρρενωπό όσο και προσωπικό ύφος και ταυτό­χρονα μια δική του γραφή, όπου το αίσθημα και η αγαπημένη γυναίκα, η υλική και η πνευματική υπόσταση του πάθους και της επιθυμίας, η σφοδρή θέληση για ταύτιση της απολυτοποίησης, συνυφαίνονται σ’ αυτήν αρμονικά. Έτσι, το Σύφλογο είναι ένας διπλός ύμνος στην γυναικεία ομορφιά και την αιώνια θηλυκότητα. Με μια λατρευτική λυρική διάθεση ο ποιητής πολιορκεί απ’ όλες τις πλευρές το θέμα του για να του αποσπάσει τις ωραιότερες διατυπώσεις. Η φύση τον βοηθάει και του δανείζει δυνατότητες σύγκρισης. Η φαντασία του τον ωθεί στο όνειρο και την υπεργήινη θεώρηση. Το χοϊκό και το πνευματικό αλληλοαναιρούνται αρμονικά, καταλήγοντας σε όλο περιπάθεια και ειλικρίνεια αποστροφές. Ο ελεύθερος στίχος του, ο συχνά τολμηρός, ο καμιά φορά υπερβολικός, τελικά σε κερδίζει με την αμεσότητά του. Νομίζω πως το Σύφλογο είναι μια κορυφαία δημιουργική στιγμή μέσα στο έργο του Α. Δημητρίου και σαφώς μια πρόοδος που υπόσχεται πολύ περισσότερα.

.

Α. ΧΡΥΣΟΜΑΛΛΗΣ

ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ

Η ποίηση του Αγγέλου Δημητρίου είναι υψηλής ποιότητας και μοιάζει, θα ’λεγα, κάπως με συγκρατημένη, πονεμένη και φιλοσοφημένη φωνή που κρατάει τις αποστάσεις από τις προεκτάσεις. Κινείται μέσα στο κλίμα της αισθαντικότητας. Εκφράζει τις συγκινήσεις του με τον αληθινό ποιητικό λόγο… Κάθε του ποίημα το σφραγίζει η ευαισθησία και η γνησιότητα. Οι εικόνες του, όλες διαλεγμένες, ζυγισμένες, και αρι­στοτεχνικά σμιλεμένες, είναι πολύχρωμες και πολύφωνες. Σε γοητεύουν και σε συγκινούν. Στο βάθος τους, οι στίχοι, έχουν μια χαμηλόφωνη μελω­δία, που τη δέχεσαι, όμοια με ένα ποτήρι δροσερό νερό μέσα στην κάψα του καλοκαιριού. Ο Άγγελος Δημητρίου είναι ένας δυνατός ποιητής με άμετρη ευαισθησία. Είναΐ ένας θαυμάσιος και διαλεχτός τραγουδιστής της αγάπης και του έρωτα, που στοχάζεται πριν ακουστούν στον αγέρα οι μελωδικοί κελαϊδισμοί των στίχων του.

.

Λ. ΜΑΛΑΜΑΣ

ΕΛΕΥΘΕΡΟ ΠΝΕΥΜΑ

Και με τη συλλογή του αυτή ο Άγγελος Δημητρίου επιβεβαίωσε στο τέλος του περασμένου χρόνου, την αδρή ποιητική του παρουσία. Η έγκυρη κριτική την αποδέχτηκε όχι μόνο με κατάφαση, παρά και με θαυμασμό. Μες από τις σελίδες του, ξετυλίγονται αντίστοιχα υμνητικά για τον έρωτα ποιήματα σε ελεύθερο στίχο και σε «Χάι-Κάι» με λεπτή και τρυφερή εκφραστική ευαισθησία. Σε μορφή και περιεχόμενο, σε ρομαντική διάθεση και υμνητική λατρεία, μοιάζει να συγγενεύει με Πέρσες και Σύριους, Ινδούς και Κινέζους ποιητές. Ο Α. Δημητρίου είναι τροβαδούρος με πολυφωνική κι ευδαίμονη ερωτική στόφα. Ξέχειλο το αίσθημά του χρωμα­τίζει τον κάθε ψαλμό του με αβρότατο κι εκλεπτυσμένο τόνο, στο βωμό του ιδανικού έρωτα… Έχει χαριτωμένες εικόνες, με ακόρεστη δίψα, επίμονη και ιπποτική θα λέγαμε αφοσίωση. Οι στίχοι του ξεχύνονται σαν κανάλια με λαμπίκια νερά και με γλυκούς μελωδικούς κυματισμούς και απαλούς ιριδι­σμούς, ποτίζοντας το δέντρο της αγάπης με την ενόραση, να το υψώσει στους εφτά ουρανούς.

.

Κ. ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΣ

ΕΥΒΟΙΚΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ

Ξεκινώντας από τις πρωτεϊκές πηγές, όπου η ποίηση χνωτίζεται με ένα θάμβος μεταφυσικής μνήμης, ο ζωγράφος και ποιητής ‘ Άγγελος Δημητριού κινούμενος πάνω σ’ ένα βαθύχρονο ιριδι­σμό μουσικής αίσθησης, καταδύεται στο πυρακτωμένο βυθό ενός ηφαι­στείου, δίνει ένα περίγυρο ονειρικό, για να φτάσει ν’ αγγίξει την αποκάλυψη αυτής της ανερμήνευτης σπίθας που ενυπάρχει στην σιωπή της χοϊκής ανθρώπινης καταβολής. Ο Α. Δημητρίου πασχίζει να κάνει νοητό και προ­σπελάσιμο το ερωτικό τοπίο προεκτείνοντας τη διάχυση της ζωής μέσα στο χώρο και το χρόνο. Πρόκειται αναντίρρητα για μια κάθετη εμβάθυνση που ανατέλλει σε ένα μαγικό καθρέπτη γιομάτο υπερβατικά επίπεδα, όπου οι λέξεις αυτονομούνται, ύστερα από κάποια μακρινή κάθαρση, για να δώσουν ένα πεμπτουσιακό αμάλγαμα που να κρατεί εν θερμώ τη δύναμη της πρωτεϊκής εκείνης πηγής που τις καταξιώνει πνευματικά και καλλιτεχνικά.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.