ΣΟΥΛΕΪΜΑΝ ΑΛΑΓΙΑΛΗ-ΤΣΙΑΛΙΚ

Ο Σουλεϊμάν Αλάγιαλη-Τσιαλίκ γεννήθηκε στη Ρόδο, όπου τελείωσε
το Βενετόκλειο Λύκειο και τη Σχολή Στελεχών Επιχειρήσεων. Ασκεί το
επάγγελμα του χρυσοχόου στη Μεσαιωνική Πόλη της Ρόδου. Είναι μέλος της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών Δωδεκανήσου και πρώην μέλος του Δ.Σ. του Διεθνούς Κέντρου Λογοτεχνών και Μεταφραστών στη Ρόδο.
Ποιήματά του έχουν συμπεριληφθεί στην Ανθολογία Λύρα Ελληνική του Βασίλη Βασιλικού (εκδ. Πλειάς, Αθήνα 1993 και β’ έκδοση Β. Βασιλικός-Π. Γκολίτσης Πινακοθήκη «Λυρικών» ποιημάτων Ρώμη 2021) καθώς και στην «Poesie Grecque Contemporaine» – Des iles et des muses (εκδ. Autres Temps, Marseilles 2000).
Τιμήθηκε με το B’ Βραβείο Ποίησης Ιπεκτσί 1992-1993.
Μεταφρασμένα ποιήματα του έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Φως εφήμερο
Κράσπεδα νάρκωσης (1993)
Νυχτερινές ηχορρυθμίες (1995)
Το ρολόι τ’ ουρανού σταματημένο (1999)
Σαν υδατογραφία (2007)
Στην αρχή των συμπτώσεων δυο εκλάμψεις… (2017 και β’ έκδοση Δωδώνη 2019)
Προσεγγίσεις μετά την απόσταση (Δωδώνη 2022)

.

.

ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΠΟΣΤΑΣΗ (2022)

Ο χρόνος ανέκφραστος

Το δειλινό έσπαγε κρόκους φωτός πάνω στις
απέναντι κορυφές δημιουργώντας την αέναη
κλειστότητα των αμφιβολιών. Ήταν η προστατευτική
παρουσία της αρμογής που, ξεκολλώντας τη ζελατίνη
του ήλιου, άρχισε να υφαίνει την εποχή του
φθινοπώρου.
Φεύγαμε και ξαναγυρνούσαμε ακροπατώντας
στα συντρίμμια των αναμνήσεών μας. Εκεί που
συχνά συνηθίζουμε να λέμε «Γιατί να είναι άραγε
έτσι φτιαγμένη η φύση των πραγμάτων -δίχως
απαντήσεις- μέσα στο πλήθος της σιγαλιάς;
Γιατί να κοπιάζουμε σε μέρη σκιερά μονάχα για τον
επιούσιο μας;».
Ώσπου κομμάτια – στεναγμοί ξεβράστηκαν στην
παγωμένη ακτή της λήθης κι ο χρόνος ανέκφραστος
έπαψε να παίζει την τυφλόμυγα της μοίρας μας.

Κι όλο προχωρούσαμε πιο κάτω.

Η ΜΑΝΑ ΠΟΥ ΔΑΚΡΥΖΕΙ

Δεν ξεμπερδεύεις ποτέ
Με τα όνειρα των παιδιών
Αναφωνεί ξάφνου κι η μάνα που δακρύζει.
Παντού διάσπαρτα κρίνα και γιασεμιά
Κι ένας ήλιος που υδροδοτεί
Τα κτίσματα των επιθυμιών.
Κοίτα, κοίτα ξαναφωνάζει
Με φθόγγους των εσπερινών σκέψεων
Και μια επιμέλεια γυάλινη στη θλίψη.

Παρατηρώ την παλιά σκουριασμένη βιτρίνα
Το πώς απλώνεται το ξεθωριασμένο βελούδο
Κι αλλάζει χρώματα με την αφή
Έτσι όπως φεύγουν κι οι μέρες
Μέσα απ’ τα δάχτυλά μας διαρκώς
Κι απομακρύνονται αχνά στη στιγμή
Απ’ όλα τα υλικά πράγματα
Που άδολα πλήττουν τον καιρό μας.

ΔΙΧΩΣ ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΥΣ

Νήματα λεπτεπίλεπτα αιωρούνται
Και μας ενώνουν με λέξεις αιχμηρές
Με την ευτολμία των γύρω πραγμάτων
Όταν θέλουμε όλα να τα ξαναστήσουμε
Δίχως συμβιβασμούς απ’ την αρχή.
Στέκουν πλάι μας σαν σχήματα ευθυγραμμισμένα
Που περιμένουν ευχόλογα και τόσα προμαντέματα.
Κι όμως όλα υποκρύπτονται
Με μιαν ασημαντότητα
Συμπαντική του χτες.
(Ο καθένας προσπαθεί να συμπληρώσει
Ένα βιογραφικό πλήρες σ’ αυτήν τη ζωή
Για να μην τον κοιτάζουν περίεργα).
Και ξαναξεκινάμε ό,τι αφήσαμε μισοτελειωμένο
Μέσα από φωνές που βρίσκονται
Σε μακροημέρευση.

ΟΤΑΝ ΖΩΝΤΑΝΕΥΟΥΝ Τ’ ΑΓΑΛΜΑΤΑ

Απόψε ζωντανεύουν τ’ αγάλματα
Και βγαίνουν έξω απ’ τα μάρμαρα
Πατώντας σιωπηλά στα λασπόνερα
Σαν άτυπο ευχαριστήριο στη ζωή.
Κάποτε δραπετεύουν κι οι ψυχές
Με βήματα αυριανά παρμένα από τον Άδη
Εκείνων που προσπαθούν να εξασφαλίσουν
Τη μεταγραφή τους στην ομάδα της μετάνοιας.
Ίσως θέλουν να ξαναφήσουν τ’ αποτύπωμά τους
Για όσα δεν πρόλαβαν εγκαίρως
Με μια αρχαία θλίψη στα πρόσωπά τους
Που μας κάνουν να ξεχνάμε
Τη σήψη των πεθαμένων.
Κι ίσως η άλλη ζωή έξω από το αίμα
Να είναι γεμάτη με τα παραμιλητά
Του πιο λευκού λεπτού μέλλοντος.
Συμφιλιωθείτε με τον ίσκιο σας, καλοί μου,
Τώρα που εκβαθύνονται τα λόγια
Αυτά που θα ‘ρθουν και θα φύγουν
Μέσα στο σκοτάδι μιας άσπιλης νύχτας
Μαζί με τα κεριά που ανάφτηκαν
Βιαστικά μέσα στο ρίγος των ποιημάτων.

ΤΟ ΑΧΑΛΙΝΩΤΟ ΤΗΣ ΝΙΟΤΗΣ

Κρεμασμένα τα σπίτια σαν σινάπια
Ακουμπούν στην καρδιά του κάμπου
Και ποτάμια φως κυλούν ανάστροφα
Πάνω στην ανυπαρξία του χειμώνα.
Προηγούνται αυτοί που θέλουν να φέρουν πίσω
Κουβέντες μιας εκτροχιασμένης αγάπης
Που έμεινε μεσοδρομίς με χτυποκάρδι
Κουβαλώντας λέξεις πικρές όπως τα χόρτα
Και τα πεφτάστερα στην απαλάμη.
Ισορροπούν πάνω στις πέτρες με τα μυστικά
Έχοντας ανοίξει ολόγυρα μέτωπα πολλά.
Τα ερωτηματικά μέσα στα βλέφαρα
Έτσι όπως προκύπτουν: «τον άνθρωπο ή τον πόθο;»
Κυλούν ασταμάτητα σαν αντηχεία
Των γιαλών που λειαίνουν τα βότσαλα
Κι εισάγουν το αχαλίνωτο της νιότης
Δίχως να ‘χουν κάτι να μας πουν.
Διψούνε για όλα τα συναισθήματα
Που λαχταρούν ως ταξιδιώτες μοναχικοί
Ενόσω απομακρύνονται διασχίζοντας
Τη βροχή των αστεριών
Για να βρεθούν αργότερα σε μιαν άγνωστη αγκαλιά
Μεγάλη.

ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ ΑΣΧΗΜΙΑ

Πνοές ανέμου
Καλπάζουν με τ’ αλογάκια της Παναγιάς.
Σκέψη πρώτη και σκέψη τελευταία
Πηγάζουν μέσα απ’ τα αποσιωπητικά
Γιατί πάντα το υλικό της μνήμης
Είναι φτιαγμένο από πέτρα και σύννεφο
Σαν τις απίθανες μέρες των χελιδονιών.
Μια τετραγωνική ρίζα αρχαίας νύχτας
Δραπετεύει από τον βυθώδη έρωτα
Και ποιήματα σκόρπια
Που δεν ζητάνε δικαίωση
Αλλά να ισορροπήσουν αενάως
Με τα δροσερά ημίστιχά τους
Μέσα στη βασιλεία των ρημάτων.
Κουλουριαζόμαστε ενάντια στην ασχήμια
Ως θύματα των σιωπώντων.
Ένα χαμόγελο πικρό –
Κι η γάτα κουλουριάζεται αμήχανη κι αυτή
Στα πόδια της ερωμένης.
Δωροθέα, Εύθυλλα και Ιζόλδη
Εκεί που όλες μαζί μυροδοτούν
Κάτι που προπορεύεται μες στα βιβλία
Και κάτι άλλο που ακολουθεί
Στις πορσελάνες με το τσάι
-Ο απατηλός αντικατοπτρισμός του τίποτα-
Κι είναι Οχτώβρης του Λουκιανού
Οχτώβρης του Λογγίνου
Με μάτια απειράριθμα
Και ξόρκια να δένουν τους κατοπινούς
Στο άγνωστο πλευρό των mortium.

ΜΙΑ ΑΙΓΛΗ ΑΝΕΞΗΓΗΤΗ

Και πάλι μια σιωπή καταπραϋντική
Μας ακολουθεί όλο το απόγευμα
Κι αμετάφραστα μέσα μας
Κυλούν σαν ήρωες τα γεγονότα.
Συναντιούνται ήρωες με αντιήρωες
Κάτω απ’ τον ειρμό της Ιστορίας,
Και το ποιητικό σώμα
Καταγράφει χιλιόμετρα
Μιας απέραντης θλίψης.
Όνειρα αφημένα στο φως
Και στην απόκρημνη ησυχία
Ανασυντάσσονται
Αδειάζοντας τ’ αγγίγματα των ανθών
Στιγμών στον έρωτα πιο δυνατών
Με τον αναγραμματισμό των πόθων.
Άστρα πέφτουν κι εξαφανίζονται
Κι αστράλια ανέγγιχτα παραμένουν
Στης νύχτας την ποδιά
Όταν απροσδιόριστα λεπτό προς λεπτό
Δημιουργούν μιαν αίγλη ανεξήγητη
Που εξοργίζει ακόμα και τους σοφούς.

.

ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΩΝ ΣΥΜΠΤΩΣΕΩΝ ΔΥΟ ΕΚΛΑΜΨΕΙΣ… (2017)

Ι
Στην αρχή των συμπτώσεων δυο εκλάμψεις…

Σε σένα
που διάλεξες να φύγεις
νωρίς.

Α’

Κάποτε που διαλύονταν οι προσευχές
στους όρμους των προσχημάτων
ξεκίνησα να γράφου ένα μεγάλο ποίημα
που ήξερα πως δε θα τελειώσει ποτέ.
Ίσως γιατί κατέγραφα τις πτυχές
ενός ονείρου διαφορετικού, με αντιθέσεις χτυπητές
που έβγαζε μια περιδίνηση διαρκή
και μας πονούσε·
κι όσο διαρκούσε, άλλαζε η ροή της ζωής·
ακροβατούσαμε στα όρια των αντοχών μας
και περιμέναμε τη μέρα εκείνη
που μουδιασμένοι και αγνοί
θα ξανασυστηθούμε.

Ε’

Σε άκουγα υποταγμένος κι άλλαζα θέση
στο ασημένιο δαχτυλίδι με τα στρογγύλια που ανάμεσα τους
κολυμπούσαν το «πριν» και το «μετά».
Δυο ζωές ραγισμένες από πάθη σκοτεινά,
όπως σ’ εκείνον τον πίνακα του Τουλούζ Λοτρέκ
που η γυμνή γυναίκα ανέβαζε
τη μαύρη κάλτσα της πάνω απ’ το γόνατο,
θέλοντας να δείξει πως το «πένθος» και το «πάθος»
γίνονται συνώνυμα καμιά φορά.

Ζ’

Όταν ο μη φόβος της δυνατής φωνής
θα έχει προσδιορίσει τη φευγαλέα σχέση
των ορίων του φωτός και της σκιάς
και θα μας συναντήσει
ατόφιους κι απροβλημάτιστους
δίχως τα παυσίπονα της ενοχής,
τότε θα βρισκόμαστε παντού
—βιρτουόζοι σε όλες τις λεκτικές ασκήσεις-
όπως τα παραμυθία κάθε βράδυ
που γίνονται αυτοκόλλητα
στα χέρια των παιδιών.

Κ’

Έφευγες συχνά για κείνη τη μικρή πόλη·
πόλη άναρχη και παρακμάζουσα λεν
που όταν τα καράβια
ανέβαζαν ταχύτητα αντικρίζοντας το φάρο,
όλα γίνονταν πιο εμπορικά κι ο κόσμος τραχύς
αφού οι ψυχές έχαναν το κέντρο βάρους
και πριν βραδιάσει έχαναν και την ισορροπία τους
κι έσμιγαν σ’ έναν τρελό χορό συναισθημάτων
περιμένοντας το επόμενο ξημέρωμα.

Αγρίευαν, αγρίευαν οι θάλασσες
κάτω από ανέμους σκοτεινούς
και ξέβραζαν στις ακτές
τα γλιστερά φύκια της παρανομίας…

Ο’

Περπατούσαμε μπρος-πίσω ανενόχλητοι
με μια ενέργεια που τους βυθούς μετατοπίζει
εγώ κι εσύ —ο γνωστός άγνωστος—
σε μια κοινή διαδρομή
από το δυνατό φως του Παραδείσου
στο ψυχρό σκότος του Άδη.

Ξάφνου, σταματήσαμε στη γωνιά του αποχωρισμού.
Μέρα παράξενη που κίνησες να πας προς τα κει
που ένα πηχτό αιμάτινο φως
σου ’κλείνε το δρόμο τρυπώντας τη στιγμή
— ένα αγχωμένο κρώξιμο
— μια λάμψη πράσινη εκτοξευόταν
κι όμως δεν ήταν η φωνή σου που άκουσες,
μήτε το παντοτινό κενό που είδες,
αλλά ένας καθρέφτης αόρατος που αντανακλούσε
την εικόνα του καθενός πριν από μας
ως πολύ πιο διαφορετική κι απροσπέλαστη,
με την αγνότητα της φύσης
και την αγιότητα του Λόγου στην καρδιά,
στέλνοντας μηνύματα για άφεση αμαρτιών
που ανεξίθρησκα
θα μας φωτογραφίζουν.

ΙΙ
Ευθύνες της Φωτιάς

Ακολουθούσα νοερά
όλους αυτούς στην Ειδομένη,
πιστεύοντας πως η σιωπή,
η άρνηση και η φυγή
δεν ανατρέπουν τις ευθύνες της φωτιάς…

Β’

Κατάκοποι
από τις διαρκείς αποκαλύψεις
της παράνοιας των ισχυρών
βράδια χειμερινά μεταφέρατε
τα συλλογικά αγγίγματα
εκείνης της αθωότητας
που ποτέ δεν υπήρξε
έστω και βιαστικά δική σας·
κι ύστερα άλλαζαν διαρκώς
οι μορφές των συνανθρώπων
έχοντας κατοχυρώσει
ανεπαίσθητο όρκο
—βλέπεις, δεν είναι από ξύλο οι καρδιές
να βάφουν τον ουρανό στο σκοτάδι της ανάγκης—
από τη συστολή της συνήθειας.

Δ’

Μέσα από τα πεύκα
και τους Θάμνους
σας ακολουθούσα ως εκεί
που ο ήλιος φιλτράρεται
από λεπτά σύννεφα
θυμίζοντας μεμβράνες χαράς
κι άκουγα τις φωνές σας
να διακλαδώνονται
στη ρίζα της φυλής:
«Θέλουμε να ζήσουμε
μαζί με τα παιδιά μας
χωρίς τη δυνατότητα του τρόμου-
κι όταν ανάβουν οι προβολείς
σ’ αυτό το απέραντο “τώρα”
να κοιταζόμαστε στα μάτια
μέσα από ρόλους άηχους
που δεν αντιστρέφονται
απ’ τους νόμους της φύσης
κι ούτε μικραίνουν τις ενοχές
του κόσμου του άγνωστου βουερά».

ΣΤ’

Κι όμως
κι όμως από καταβολής κόσμου
σαν ξημέρωνε
και καταλάγιαζαν οι εναγώνιες σκέψεις,
ξεκινούσαν να λιποτακτούν οι εποχές
χορεύοντας ασταμάτητα για ζωή·
για τη φρεναπάτη του ανθρώπινου έρωτα.
Φτερούγιζαν απειλητικά κάποιες φορές
τα σμήνη των πουλιών
κρώζοντας πεθαμένων ονόματα παρεμφερή
που σκηνές θεάτρου θύμιζαν
—η μια μέσα στην άλλη—
κι έφταναν στην αυτο-αποκάλυψη
ενός ανερμήνευτου γίγνεσθαι
όταν εκτροχιάζονταν
πέρα απ’ το πλαίσιο της χυδαιότητας
ο φθόνος, ο πλούτος και το αίμα.
Ω πόσο σχετικές φάνταζαν Θεέ μου,
οι έννοιες της ομορφιάς και της γαλήνης…

Η’

Βλέπαμε από μακριά να περνούν
τ’ ανενόχλητα οχήματα
σ’ ένα ξεθωριασμένο απόγευμα
που δε φυσούσε χρυσάφι
στων παρατηρητών τα μάτια.
«Όταν ο έρωτας θέλει ορθοπεταλιές,
μην ακροβατείτε χαμογελώντας
στη γκρίζα ζώνη της ηθικής»
μας λέγανε παλιά, μοιράζοντας ιστορίες
σαν παγωτό στα ιδρωμένα χείλη μας
λίγο πιο κει από τα τείχη.
στα παλαιωμένα σπίτια του κάστρου
καθώς ελπίζαμε και περιμέναμε σιγά
μη γνωρίζοντας πως γεμίζουν
τα πιθάρια μυρωδιές του καλοκαιριού
και υποσχέσεις που δεν τηρήθηκαν
μπροστά στη λάμψη του «βολικού κι ωραίου».

Στο τέλος βλέπαμε ένα σαν τόπι τίποτα.

ΙΙΙ
Ιδιότυπα κι ετεροχρονισμένα

Στην πέτρα απάνω σμιλεμένη αστραποβολά
η τελετή η πολύμοφη…
Κι από πιο πάνω χορός ερώτων φτερωτών
τρυγούν-τρυγούνε τ’ αμπελάκια.

ΑΜΩΜΥΜΟΣ
(Από την «ΠΑΛΑΤΙΝΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ»
επιγράμματα ερωτικά σε μετάφραση
τον Γιώργου Κεντρωτή)

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΕΤΡΑΝΕ ΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ

Στο μεγάλο χωνευτήρι του σήμερα,
μια ταρταρούγα αιωνόβια
ακολουθεί τα βήματά μας αδιάκοπα
κρατς-κρουτς, κρατς-κρουτς.

Κι είναι στο κάθε βήμα της
σα γουράκια ποικιλώνυμα να σχηματίζει
για τα παιδιά που μετράνε τα σύννεφα
και χαράζουν τους αριθμούς
σαστισμένα στη λάσπη της γης,
όταν η απαλή επιδερμίδα τους
γεμίζει ευθείες τεμνόμενες
με των περασμένων χρόνων τα λάθη.

ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟΤΣ ΚΑΛΑΜΕΝΙΟΥΣ ΦΡΑΧΤΕΣ

Σε απίκραντα καλοκαίρια των θυμαριών
ενός μισοσβησμένου από τους χάρτες τόπου,
δείπνα πολλά προσφέρουν οι ευγενείς
πίσω απ’ τους καλαμένιους φράχτες·
τα σμήνη των πουλιών γενιές δεκατρείς
τσιμπολογούν και φεύγουν αποσπώμενα
μέσα από ομόκεντρους κύκλους.
Διάφορα κυκλαδικά ειδώλια λες
που ξάφνου ζωντανεύουν εδώ κι εκεί
αδιάφορα κοιτώντας
μέσα από τρυπούλες σιέλ
την ώρα που υποχωρεί
απ’ τη μαυρίλα των οριζόντων
ως ρέκβιεμ θανάτου το ψέμα.

Και πώς αντιστέκεται κανείς στη θερινή ραστώνη
και στους μικρόψυχους γύρω ανταγωνισμούς;
— Δες, νεαροί πρίγκιπες μες στην ευμάρεια
που ξεκλειδώνουν τα στόρια νωρίς το πρωί
και μπαίνουν εργάτες στα μεταλλεία
και μένουν εκεί το υπόλοιπο της μέρας
δίχως φωνή ελάχιστη
να ομοιοκαταληκτεί στη φλέβα του χρυσού.
Έπειτα από δουλειά σκληρή στην άπνοια,
σκεπτόμενοι τις ομοιότητες
με τις ζωές των άλλων
—κι όμως τα ετερώνυμα έλκονται—
τραβάνε συρματάκια φιλιγκράνας
να δέσουν σε μενταγιόν τον Ηράκλειο κόμπο
με την αιώνια υπόσχεση αγάπης
αφίλητα λίγο πιο πάνω από το στήθος.

ΨΗΛΑ ΣΤΟ ΚΑΜΠΑΝΑΡΙΟ

Περασμένα μεσάνυχτα —
κι ανοίγουν οι αποστάσεις των ελπίδων.

Ψηλά στο καμπαναριό
κεντούν τα κοριτσόπουλα
με χρυσή κλωστή τον ουρανό·
μπλαβιά με άπειρο φεγγάρι
τα γυάλινα γοβάκια της Σταχτοπούτας
τραγουδώντας: «αύριο, ίσως αύριο
τα όνειρα θα γίνουνε συνήθεια
κι ο ήχος της θάλασσας υδροχαρής
πάλι θα μας γλυκάνει…»
Μια προσδοκία από παλιά
που έφυγε πετώντας νωρίς
κι ακόμα με συνέπεια τις κυνηγάει.
Είναι ο Έρωτας
που ξενιτεύτηκε μικρός
αφήνοντας σημάδια – δαχτυλιές
να ματώσουν τους τοίχους
για μια φορά ίσως και τις πλατείες.

«Θα ξημερώσει κομματιαστά
και θα ’ναι της Αγίας Ιουλίτης
όπως μια φορά κι έναν καιρό», έλεγα.
Και τώρα με ραβασάκια αέρινα
ως χελιδόνι στα κρυφά
μετέωρος, ανέγγιχτος και μόνος
—πάλι ο έρωτας—
πώς φεύγει, πώς έρχεται
μέσα από τρεις σειρές
κι άκου πόσο τραγουδιστά που ξαναξεκινάει.

ΕΚΕΙΝΟ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

Εκείνο το καλοκαίρι
περνούσαμε από τόπους
ανάλαφρους κι απεριόριστους
με το ιερό κοίταγμα στα μάτια
και την ορμή των αστερισμών
μιας παλαιότερης δυναστείας,
από τα μύχια των ερώτων
που αναφλεγόμενοι θαρρείς,
απέναντι στο καθρεφτάκι του Θεού
βυθιζόμασταν στα ήσυχα νερά
στα πορφυρώματα της δρόσου
και πάντα κάποιο μήνυμα
μας καλούσε πίσω από κείνον
τον παράδεισο του αφανισμού
και σε ρωτούσα με την άγνωστη φωνή
του άλλου —ποιου άλλου;—

— Ποια ηδονική παλίρροια, λοιπόν,
και ποια βογγητά μέσα στη λήθη
γλιστρούσαν ξώφαλτσα
κι εξανεμίζονταν απ’ τα κορμιά μας;
— Ποια μουσική στα βλέφαρα
και ποιοι φθογγολογικοί καταρράχτες στα χείλη
διέλυαν την αντήχηση των πραγμάτων
κάπως νευρωτικά κι εθελούσια;
Κι όλα αυτά μπερδεύονταν τόσο αδιάφορα
με τις διακλαδώσεις της ευπρέπειας
κι απλώνονταν σαν τελετουργικό
βαθιά κάτω από τ’ αμμώδες χώμα
των χαδιών.

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΩΝ ΣΥΜΠΤΩΣΕΩΝ ΔΥΟ ΕΚΛΑΜΨΕΙΣ…
ΛΙΛΙΑ ΤΣΟΥΒΑ

Περιοδικό “Εντευκτήριο” Τ. 120 Σεπτέμβριος 2020

Κρεσέντο του έρωτα και του θανάτου

Τι συμβαίνει «περασμένα μεσάνυχτα ψηλά στο καμπαναριό», όταν «τα κοριτσόπουλα κεντούν με χρυσή κλωστή τον ουρανό και ξημερώνει της Αγίας Iουλίτης»; Τα «γυάλινα γοβάκια της Σταχτοπούτας τραγουδούν με άπειρο
φεγγάρι και ανοίγουν οι αποστάσεις των ελπίδων. Αύριο, ίσως αύριο, λένε,
τα όνειρα γίνουνε συνήθεια κι ο ήχος της θάλασσας πάλι θα μας γλυκάνει. Ο
Έρωτας, που ξενιτεύτηκε μικρός, αφήνοντας τα σημάδια του σαν δαχτυλιές
στους τοίχους και τις πλατείες, έρχεται ξανά σαν το χελιδόνι Μετέωρος, ανέγγιχτος και μόνος. Τραγουδιστός. Είναι η παλιά προσδοκία που ξαναεκπληρώνεται».
Η αγορά έχει κλείσει. Ο Σουλεϊμάν Αλάγιαλη Τσιαλίκ έχει σβήσει από ώρα
τα φώτα του χρυσοχοείου του στη μεσαιωνική πόλη της Ρόδου.
«Είχε ξεκλειδώσει τα στάρια του από νωρίς το πρωί. Ημέρα του ήταν γεμάτη από νεαρούς πρίγκιπες. Ευμάρεια και ράβδους χρυσού. Θερινή ραστώνη
και μικρόψυχους ανταγωνισμούς.»
Τα ρολόγια στο χρυσοχοείο έχουν χτυπήσει μεσάνυχτα. Ο κόσμος έχει αποσυρθεί. Το πολύβουο πλήθος χάθηκε στις πλατείες και στα στενοσόκακα. Από το βάθος του χρόνου ακούγεται ο ήχος της θάλασσας, καθώς ακουμπά στις αρχαίες πέτρες της Λίνδου. Τότε εκεί, στα αρχαία μονοπάτια, παρουσιάζεται ο πρόγονος. Έρχεται να μιλήσει για τις κοινές αγωνίες και τις
αιώνιες προσδοκίες.
Ο ποιητής κάθεται στο γραφείο του. Τραβάει τα συρματάκια της φιλιγκράνας και προσπαθεί να «δέσει σε μενταγιόν τον Ηράκλειο κόμπο». Κρατά στα
χέρια του τη λυρική κλωστή. Ράβει τέχνη από λέξεις, κεντώντας το σατέν
της ποίησης. Συντροφιά του το καλλωπιστικό φυτό σανσιβιέρια.
«Ξεφυλλίζοντας το πολυσέλιδο αρχείο της φύσης, αντικρίζει τις εικόνες
της ζωής και του θανάτου. Σιωπές και λήθαργοι, αλλά και σκάλισμα του μέλλοντος. Ένας τρελός χορός συναισθημάτων. Η αλληγορία της ποίησης και
των υπαινιγμών. Οι αρχαίοι σοφοί φέρνουν το μυστικό των βοτάνων. Περιέχουν χρήσιμες ιδιότητες. Ύστερα μικραίνει ο κόσμος. Όλα γίνονται δυσανάγνωστα. Όμως, τα υπόγεια ρεύματα σχηματίζουν το κεφαλαίο Μ, του
μεγαλείου. Είναι το μεγαλείο της ζωής και της αιωνιότητας.»
Πένθος και πάθος. Έρωτας και θάνατος. Οι δύο συνιστώσες του περί ού ο λόγος έργου του Σουλεϊμάν Αλάγιαλη Τσιαλίκ. Ο ποιητής γίνεται σχολιογράφος της καθημερινότητας. Στο μικρομάγαζο, το σούρουπο, όταν ο απόηχος της αγοράς είναι ακόμα νωπός, αναστοχάζεται τις συμπτώσεις και τις εκλάμψεις. Γράφει ένα μεγάλο ποίημα που ξέρει πως δεν θα τελειώσει ποτέ, ιστορίες ζωής σε κτίρια άγνωστα, με ανθρώπους συνηθισμένους. Καθρέφτες αόρατοι αντανακλούν στη συλλογή τις εικόνες μας, τη φύση και την έλλογη σκέψη.
Στην πρώτη ενότητα (που εκτείνεται σε 16 ποιήματα), σε μία συνομιλία με
τον εκλιπόντα αδελφό, ο Ρόδιος ποιητής κινείται αυτοβιογραφικά και υπαρξιακά σε έναν συνεχή διάλογο με δύο πρόσωπα. Εσωτερική περιπλάνηση
και μνήμη. Αντίθεση του πριν με το μετά. Στίχοι που χορεύουν σαν στρόβιλοι, έτσι που τα ζοφερά απομνημονεύματα να γίνονται ανθοφορία και να φέρνουν την κάθαρση.
Μέσα από το προσωπικό βίωμα της απώλειας, ξεδιπλώνεται το αρχέγονο
ζήτημα του θανάτου. Δίπλα του, τα αιώνια θέματα του έρωτα, της δικαιοσύνης, της μοναξιάς· οι αυταπάτες. Αλλά και η αισιόδοξη πλευρά της ζωής.
Μου πήρε χρόνια να δεχθώ τη ζώσα ζωή όπως είναι. Να δεχθώ τις μέρες απόλυτες με ιστορίες απλός, με αμφιβολίες ασύλληπτες και να κινούμαι δίχως τέλος με ποιητικούς ανασασμούς όλο και πιο πολύ, γράφει ο ποιητής. Όμως, το «κρεσέντο του έρωτα» του ζευγαριού της αγάπης που αφηγείται με τόνο παραμυθιού στο δεύτερο ποίημά του, έρχεται να εξαφανίσει την οργή «των καλοθελητών του μίσους» και να μετατρέψει τον ποιητή σε κήρυκα της ευγένειας και του άδολου έρωτα· ένα συναίσθημα που έχει τη δύναμη να αγκαλιάζει «τα πρέπει και τα δήθεν», τα «περίπου» και τα «γιατί», και να τον αφήνει «καθαρό και ατσαλάκωτο» να προχωρά.
Ένα σύμπαν μυθιστορηματικό και αφηγηματικό στήνεται στην πρώτη ενότητα, με θεατρική δομή και αναπαράσταση. Δύο αντίθετοι κόσμοι: της αλήθειας και του ψέματος· της παρανομίας και του δήθεν. Νικά ο έρωτας, που σβήνει τις συμβάσεις και γιατρεύει με την αγάπη του. Η έκφραση «κι όμως» κυριαρχεί. Ο ορθολογισμός αποκαθαίρει. Οι βασκανίες εξαφανίζονται και ο άνθρωπος προχωρά στο φως.
Στη δεύτερη ενότητα, το ποιητικό υποκείμενο ακολουθεί με ευαισθησία τα μονοπάτια της Ειδομένης και αγκομαχά στον καημό της προσφυγιάς. Το
«εγγύς» και το «πουθενά» είναι τα επιρρήματα που δεσπόζουν. Μαζί τους η
παράνοια των ισχυρών, ο φθόνος, ο πλούτος και το αίμα που ανασύρουν.
Σε αντιδιαστολή με την πικρία της ζωής, βρίσκονται οι μικρές αστραπές ελπίδας των ανθρώπων αυτών που ζουν εν κινήσει και προχωρούν κατάκοποι, χωρίς λόγια, χωρίς ίχνη. «Επιμηκύνεται αργά το καλοκαίρι», γράφει ο ποιητής και παρακολουθεί τις ορδές από τα παλαιωμένα σπίτια του κάστρου. Πόνος παλιός, όσο και ο άνθρωπος.
Η τελευταία ενότητα, «Ιδιότυπα και ετεροχρονισμένα», διακρίνεται για την
κινηματογραφική της διάσταση και τον έντονο λυρισμό. «Ο φόνος γίνεται
στην πρώτη σεκάνς, καθίστε, παρακαλώ. Οι ήρωες συναντιούνται αργά στη
νοσταλγία ενός ιδανικού αύριο», φωνάζει η ταξιθέτρια.
Το ποίημα «Η φωνή της ταξιθέτριας» προηγείται στην ενότητα αυτή, η οποία κατακλύζεται από τα λάθη των περασμένων. «Ταρταρούγα αιωνόβια» ο κόσμος μας, δεμένος αναπόδραστα με την αγάπη και τον πόνο, τα όνειρα και
την πραγματικότητα.
Με θαυμαστή εικονοποιία και σχήματα κύκλου, διαθέτοντας όλη την παλέτα
των ποιητικών τεχνικών, ο Αλάγιαλη-Τσιαλίκ μιλά για τη μουσική της συγχώρεσης και την ηδονή της αγάπης και του έρωτα, για τους τουρίστες της Ρόδου, την Ελβετίδα Ferline Studi. Η ευπρέπεια μπερδεύεται με τα όνειρα, το χάδι και το φιλί. Μικρά κομματάκια γυαλιού συχνά κόβουν τα όνειρα στη μέση.
Όμως, ο ποιητής, αισιόδοξος, όταν λήγει η περίοδος των μουσώνων, ταξιδεύει στο ξέφωτο. Και με την προπέλα ενός ποταμόπλοιου διασχίζει την
καθαρότητα του νερού, βιώνοντας με την ποίησή του «την ολιστική εμπειρία
της πληρότητας». Το μόνο που εύχεται, αδειάζοντας από ήχους του ορίζοντα και ακουμπώντας στα συναισθήματα, είναι να υπάρχουμε και να ξαναϋπάρχουμε στον αιώνιο κύκλο του σύμπαντος, σαν ατέρμονη παραλλαγή
σε ένα θέμα.

.

ΕΥΤΥΧΙΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΛΟΥΚΙΔΟΥ

Περιοδικό Κοράλλι Τ. 23-24 Οκτώβριος 2019-Μάρτιος 2020

ΟΙ ΕΚΛΑΜΨΕΙΣ ΕΝΟΣ ΟΡΑΜΑΤΟΣ ΠΛΗΡΟΤΗΤΑΣ

Κάποτε η διαδικασία της γραφής εμπεριέχει ένα στροβιλισμό κατά τη διάρκεια του οποίου συμβαίνει μία διακινδύνευση, καθώς το αδιόρατο που μας επισκέπτεται στο δωμάτιο απαιτεί τη δική μας εγρήγορση, ώστε η αποκάλυψη που μας υπόσχεται να μας βρει έτοιμους για να μας ανακαινίσει. Στην ποίηση του Σουλεϊμάν Αλάγιαλη η συνθήκη της γραφής είναι διαρκές ξεκίνημα που ξετυλίγει τις δυνατότητές του όμοια με πτυχές υφάσματος που η μια του άκρη ακουμπά στο όνειρο κι η άλλη αενάως υφαίνεται σαν ανακάλυψη στρωμάτων ενός προσώπου που αναζητά την ταυτότητά του.
Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα σας! «Ήταν κάποτε ένα ζευγάρι/ που όταν τους βλέπαμε/ ζωή μισή μάς φαινόταν να φέγγει/ στην ασυνέχεια κάθε εποχής·» (Β΄). Κι όπως ξετυλίγει το νήμα του το παραμύθι, για να φανούν οι δράκοι, τα κρυμμένα μυστικά και να δοθούν οι δέουσες ερμηνείες για το άγνωστο που μας κυκλώνει έτσι και στο ποιητικό σύμπαν που περιηγούμαστε συναντούμε απόντες να κυκλοφορούν με πρόσωπα μισοσβησμένα, ζωές μισές, μισόλογα οικογενειακών φωτογραφιών ή αλλιώς μικρές αριστοτεχνικές ιστορίες του Αχέροντα.
[…] Δυο ζωές ραγισμένες από πάθη σκοτεινά, όπως σ’ εκείνον τον πίνακα του Τουλούζ Λοτρέκ/ που η γυμνή γυναίκα ανέβαζε/ τη μαύρη κάλτσα της πάνω απ’ το γόνατο,/ θέλοντας να δείξει πως το «πένθος» και το «πάθος»/ γίνονται συνώνυμα καμιά φορά («Ε΄»).
Η συνομιλία ανάμεσα στο φως και στη σκιά, στις χαμηλές νότες της αφωνίας και των ψιθύρων οριοθετεί μια περιοχή αχαρτογράφητη και ασαφή που η μοναδική ελπίδα διάνοιξης της αβύσσου συμπυκνώνεται στο ενδεχόμενο μιας συνάντησης. Άλλωστε, όλη η απόπειρα της γραφής αποβλέπει σ’ αυτήν ακριβώς την ανάγκη εύρεσης και αρχιτεκτονικής δόμησης του ενδιάμεσου χώρου. Στον χώρο αυτόν η ενοχή δεν έχει θέση ούτε οι έγνοιες της επιβίωσης και τότε ο λόγος προσλαμβάνει όλες τις δυνατότητές του, αφού η ενεργοποίησή τους παραπέμπει στον μηχανισμό των παραμυθιών, εκεί που όλα είναι ανοιχτά και προσκαλούν το θαύμα. Μια συνθήκη οικεία στα παιδιά που μπαινοβγαίνουν στο φανταστικό και στο αόρατο με άνεση εκπληκτική και ευκολία.
[…] «Ήταν τότε/ που είχαν απορρυθμιστεί/ οι χρονοδιακόπτες των ονείρων·/ τότε που ίσως ήταν έτοιμες/ να βουρλίζονται κι εκείνες οι θεότητες/ για ένα σχέδιο λαιμητόμο/ όπου πρέπει να ζήσουμε αυτή τη ζωή/ σαν λόγος ναρκωμένος/ να μην υπάρχει πουθενά·/ πρέπει να ζήσουμε ξιφουλκώντας/ τη λογική με το παράλογο,/ όπως όταν τα μικρά παιδιά/ ζητούν ασταμάτητα κάτι/ κι η μητέρα τους αρνείται μηχανικά…» (Ν΄).
Η ποίηση έρχεται να καταγγείλει τη σύμβαση και ομολογεί την ενοχή απέναντι στο μέλλον. Όλα τα των ανθρώπων σε ένα τραπέζι εργασίας απλωμένα με χάρακες και μοιρογνωμόνια, διαβήτες και υποδεκάμετρα να οργανώνουν λεπτομερώς την επόμενη μέρα αποβάλλοντας βιαίως απ’ την αίθουσα το όνειρο και τις αυθαιρεσίες που επιτρέπει. Οι τύψεις και η ενοχή υποφώσκουν σταθερά στη συλλογή ως ύποπτες για τη βραδυπορία της συνείδησης να διευρυνθεί και να χωρέσει τον άλλον, κάτι που αναστέλλει δραματικά το εγχείρημα της κατάργησης των ορίων ανάμεσα στην παρρησία της ύπαρξης και στη βουβή υποταγή.
«Όταν ο μη φόβος της δυνατής φωνής/ θα έχει προσδιορίσει τη φευγαλέα σχέση/ των ορίων του φωτός και της σκιάς/ και θα μας συναντήσει/ ατόφιους κι απροβλημάτιστους/ δίχως τα παυσίπονα της ενοχής,/ τότε θα βρισκόμαστε παντού/ − βιρτουόζοι σε όλες τις λεκτικές ασκήσεις −/ όπως τα παραμύθια κάθε βράδυ/ που γίνονται αυτοκόλλητα/ στα χέρια των παιδιών» (Ζ΄).
Κι αλλού θα πει «σαν ποτάμι που μέσα τους αφρίζει/ των τύψεων το γκρι» (Η΄), υπαινιγμός για εκείνη τη βολική μονότονη εναλλαγή που συντηρεί τις αυταπάτες.
Στο ζήτημα των τύψεων άπλετο φως ρίχνει αριστοτεχνικά και ο Λεοντάρης: « (…) Σταμάτα τους καθαριστήρες./ Ψάχνεις για τύψεις ή για ίχνη;/ Τίποτε δεν ξεκαθαρίζει/ όλοι είμαστε θαμποί από μέσα» (…) » θα πει το 1972 στην Ψυχοστασία [“Ιωσήφ, Βουλευτής Αριμαθαίας”], ενώ τα 2003 στο Έως θα τις καταγγείλει γράφοντας: «Και δε μιλώ για τύψεις./ Αυτές λίγο- πολύ όλους μας βολεύουν/ είναι κρυφές οι τύψεις δεν εκτίθενται και/ δεν σε εκθέτουν/ δε σου στερούν υπόληψη κι αυτοεκτίμηση/ μυθοποιούν τα κρίματά σου και τα παρασταίνουν/ μέσα σου περίτεχνα/ με νέες πάντα ερμηνείες και εκδοχές/ και στο άλλοθι του θεατή εαυτού σου/ νιώθεις σιγά- σιγά να γίνεται η συγκίνησή του/ αισθητική/ εν τέλει μια ποιητική του ήθους» […] «Επέκεινα», Έως, 2003.
Γράφει στο δεύτερο μέρος της συλλογής ο Σουλεϊμάν:
[…]«να κοιταζόμαστε στα μάτια/ μέσα από ρόλους άηχους/ που δεν αντιστρέφονται/ απ’ τους νόμους της φύσης/ κι ούτε μικραίνουν τις ενοχές/ του κόσμου του άγνωστου βουερά» (Δ΄).
Και όσο καταγγέλλει την υποκριτική ενοχή που συντηρεί εκ του ασφαλούς την αδράνειά μας άλλο τόσο διαμαρτύρεται και για την επικράτεια του θυμιάματος, όταν λιβανίζει στην εξόδια τελετή τα πρόσωπα που υπήρξαμε. Γι’ αυτό και οραματίζεται το «ξανά, όλοι μαζί» ως στέγαση αγάπης απαλλαγμένης από τη μετριότητα και τις συμβάσεις, τα φοβικά σύνδρομα και την πόζα του ατσαλάκωτου που δεν εκτίθεται μα προτιμά να παραμένει στην ασφάλεια του λιγοστού, αυτού που δεν κινεί υποψίες, που δεν ταράζει τα ύδατα, ένα πρώτης τάξεως έλος δηλαδή για κουνούπια και άλλες στασιμότητες.
Όσο διάβαζα τη συλλογή άκουγα την κρυφή συνομιλία του ποιητή με το «Ρήμα το σκοτεινό» του Ελύτη, έβλεπα εκείνο το «καταρκυθμεύω» που επινόησε να γίνεται κλειδί και να μας δείχνει την άλλη, τη σκοτεινή πλευρά τής μη ζωής καλώντας μας σε εγρήγορση ή αλλιώς στην αγαστή συνύπαρξη με το όνειρο σε μια ζωή δίχως τύψεις. Λέει στο «Ρήμα το σκοτεινό» στα Ελεγεία της Οξώπετρας: «[…] Φίλε συ που ακούς, ακούς της ευωδιάς των κίτρων/ Tις μακρινές καμπάνες; Ξέρεις τις γωνιές του κήπου όπου/ Eναποθέτει τα νεογνά του δειλινός ο αέρας; Ονειρεύτηκες/ Ποτέ σου ένα καλοκαίρι απέραντο που να το τρέχεις/ Mη γνωρίζοντας πια Eρινύες; Όχι. Nα γιατί καταρκυθμεύω», για να καταλήξει στη συνέχεια πως «H αλήθεια μόνον έναντι θανάτου δίδεται» («Ρήμα το σκοτεινό», Tα Eλεγεία της Oξώπετρας, Ίκαρος 1991)
Έτσι και στην περίπτωση του Σουλεϊμάν η αλήθεια τού δόθηκε έναντι ενός θανάτου, της απώλειας του αδελφού του και ήταν σαφής και ξεκάθαρη, γι’ αυτό και μας τη μεταφέρει και όπως προγραμματισμένο ξυπνητήρι αφύπνισης την επαναλαμβάνει:
«Κι όμως δεν ήταν η φωνή σου που άκουσες,/ μήτε το παντοτινό κενό που είδες,/ αλλά ένας καθρέφτης αόρατος που αντανακλούσε/ την εικόνα του καθενός πριν από μας/ ως πολύ πιο διαφορετική κι απροσπέλαστη,/ με την αγνότητα του Λόγου στην καρδιά,/ στέλνοντας μηνύματα για άφεση αμαρτιών/ που ανεξίθρησκα/ θα μας φωτογραφίζουν (Ο΄). Και πάλι λοιπόν η συγχώρεση όχι ως έκκληση απλή της άλλης πλευράς, των φευγάτων, προς την πλευρά των ακόμα ζωντανών αλλά ως η μοναδική ευκαιρία να βιωθεί η επαγγελία της ήρεμης και ελεύθερης ζωής. Μια δωρεά προς όλους ανεξαιρέτως. Γι’ αυτό και στο δεύτερο μέρος της συλλογής με τον υπότιτλο «Ευθύνες της φωτιάς» παρατηρείται μια άλλου τύπου μετάβαση, μια ενδιάμεση και πάλι περιοχή, καθώς σε γήινο και κοντινό μας πλέον τόπο λαμβάνει χώρα η πορεία προς μια δυνατότητα, κι αυτή δεν είναι άλλη από τη διαφύλαξη του δώρου της ζωής. Η Ειδομένη λοιπόν που αναφέρεται ως προμετωπίδα δε σηματοδοτεί πλέον μια ακόμη φορτισμένη τοποθεσία αλλά ευθύνη και όνειδος για την αθετημένη υπόσχεση, καθώς μία πομπή κυνηγημένη από τον τρόμο καταλήγει να κατευθύνεται ολόισια επάνω του. Η έτοιμη συνείδηση του Σουλεϊμάν την ακολουθεί, και ως μαύρα φαντάσματα του παρελθόντος μάς τη συστήνει. Ανθρώπους που βρίσκονται να πρωταγωνιστούν στο πιο μεγάλο θέατρο του παραλόγου.
[…] «Στα σύνορα βλέπαμε τις αποσκευές τους/ που περίσσευαν και πάλι/ σα μεταφέρανε ανάσα την ανάσα/ τον απολεσθέντα εαυτό τους./ Προτού διασκορπιστούν απαράλλαχτα/ όλοι μαζί στο τίποτα –πλάι στο ρέμα− […]» (Θ΄).
Έχουμε ωστόσο μπροστά μας μια γραφή που αντιπαραθέτει στον θάνατο και στην καταστροφή την καλοσύνη και την ομορφιά μα προπαντός που διερωτάται για το χαμένο πετράδι ορυκτό που κύλησε και χάθηκε μέσα απ’ τα χέρια μας, κι ήταν αυτό η Αθανασία και η χαρά που όλοι δικαιούμαστε. Ωστόσο, ουδόλως απελπίζεται αλλά αποδομεί το τίποτα, το αποσυνθέτει, διαχωρίζει το «τι» από το «τα» κι αφού διαπιστώνει πως δεν υπάρχει το έψιλον της ελπίδας, και πάλι το χαλά, όπως χαλάνε τα μικρά παιδιά τα παιχνίδια τους και στη στιγμή το συναρμολογεί, για να μας πει: «Στο τέλος βλέπουμε ένα σαν τόπι τίποτα». Ίσως γιατί το τόπι μπορεί κανείς να το πετά μακριά, γιατί κυλά, κατρακυλά και εξορίζεται δυνητικά στην ουτοπία. Ένα τερτίπι της φαντασίας, μια μετατόπιση διόλου μεταφορική, ανάλογη με το φυτό Σανσεβιέρια που φύεται στο τρίτο μέρος της συλλογής με τον υπότιτλο «Ιδιότυπα και ετεροχρονισμένα», ένα φυτό ανθεκτικό που φιλτράρει τις τοξικές ουσίες και παράγει καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας οξυγόνο, κι ακόμη περισσότερο τη νύχτα, κάτι που το καθιστά σύμμαχο ιδανικό μες στο υπνοδωμάτιο. Αυτά ως η χρήσιμη πληροφορία της ημέρας. Όμως τι κάνει μια Σανσεβιέρια σε μια ποιητική συλλογή;
Και γιατί τη χαϊδεύει «η μοναχή Ελπίνους τα πρωινά/ μέσα σ’ ένα χώρο άσκεπο και βαθύ,/ όπου τα πάντα ανατρέπονταν/ νομοτελειακά/ απ’ την πυρακτωμένη συστολή του χρόνου», όπως μας λέει στο ποίημα «Εκείνο το φυτό». Γιατί ονειρεύεται ένα ταξίδι στο ξέφωτο, όταν λήγει η περίοδος των μουσώνων; Σε τι μας χρησιμεύει η περιγραφή της αναρρίχησης στο Matterhon (Μάτερχον), το πιο ψηλό βουνό της Ελβετίας; Υπάρχει ένα μυστικό στη συλλογή που το μαθαίνεις, αν ανεβείς ψηλά στο καμπαναριό, αν κινείσαι δίχως τέλος πίσω από καλαμένιους φράχτες, εκεί που υποχωρεί ως ρέκβιεμ θανάτου το ψέμα, γιατί η αφήγηση του αφανισμού έχει οδηγήσει τον λόγο πια σε αφυδάτωση και η τεχνική του θανάτου επιμένει να αποτελεί το μάθημα εκείνο που δεν θα το περνούμε ποτέ στην εξεταστική. Όμως, ο λόγος της ποίησης δεν είναι φράση, ένας ακόμα φραγμός δηλαδή που οριοθετεί το νόημα. Είναι πρόταση απόδρασης προς την ελευθερία, μια αντίσταση ολκής στο αιφνίδιο και το μοιραίο. Στο υπέδαφός της όλα τα θρεπτικά συστατικά θα ενισχύουν υπομονετικά την ευδοκίμηση του σπάνιου φυτού του λόγου. Εκείνου που υπόσχεται «μια ολιστική εμπειρία πληρότητας», και η ποίηση του Σουλεϊμάν αυτό υπηρετεί, ώστε σιγά- σιγά «αδειάζοντας […] από ήχους τον ορίζοντα/ να υπάρχουμε/ και στραφταλίζοντας μ’ ένα μόνο βλέμμα/ να ξαναϋπάρχουμε».

.
ΠΑΥΛΟΣ Δ. ΠΕΖΑΡΟΣ

Η ΑΥΓΗ 3/2/19

Όταν «το πένθος και το πάθος γίνονται συνώνυμα»

Με την έκτη ποιητική του συλλογή, ο ήδη δοκιμασμένος Ρόδιος ποιητής επιστρατεύει τη λειτουργία της μνήμης για να εκφράσει, με λιτούς ποιητικούς διαλογισμούς, τον «πόνο του ανθρώπου και των πραγμάτων» για απώλειες που σημάδεψαν τη ζωή του ή/και γεγονότα που κινητοποίησαν τις ευαισθησίες του.
Η συλλογή των 38+2 ποιημάτων διαμοιράζεται σε τρεις ενότητες: Η πρώτη, που δίνει και τον τίτλο ολόκληρης της συλλογής, αποτελεί, όπως φαίνεται, και το κλειδί για την προσβασιμότητά της. Η πλειοψηφία, άλλωστε, των ποιημάτων (16+1) έχει ενταχθεί σε αυτή την ενότητα, η οποία αφιερώνεται «Σε σένα / που διάλεξες να φύγεις / νωρίς». Πρόκειται, επομένως, για μια ελεγεία προς ένα αγαπημένο πρόσωπο, το οποίο, μόλις στο τρίτο ποίημα της ενότητας, προσδιορίζεται, από τον αρχικό ακόμα στίχο: «Είχες φύγει –εσύ, ο κατά νόμον αδελφός μου- / μα ήσουν ακόμα εδώ / και μου μιλούσες γεμάτος ανασφάλεια / με κείνο το μισοσβησμένο πρόσωπο / που έβγαζε μιαν απορία φεύγουσα / δίχως προσδιορισμούς κι αναφορές / από τις εκβολές του Αχέροντα.» (σ. 13).
Μέσα, λοιπόν, από τους στίχους αυτής της ενότητας, αναδύεται ένα χαρισματικό, όπως φαίνεται, πρόσωπο, που πριν φύγει για το επέκεινα, πρόλαβε να ψηλαφήσει την αγάπη, να ζήσει τον έρωτα, να θαυμάσει την ομορφιά «Κάποτε που εκείνη περνούσε / αναπόδραστα / μες στων τουριστών την παραζάλη / … άκουγα έναν γηραλέο μεσοδρομίς / αργά να συναρμολογεί / μες στο κενό της μνήμης: / Una siniora con delle belle mani» (σ. 25).
Μήπως πρόκειται, λοιπόν, για δύο πρόσωπα-«εκλάμψεις» που τις έζησε από κοντά ο ποιητής και που, έστω εκ των υστέρων, επιχειρεί να τις αποτυπώσει ελεγειακά, μνημονεύοντας την «αρχή των συμπτώσεων» που οδήγησαν στην ένωσή τους; «Όταν ο απόηχος της αγοράς / ήταν ακόμη νωπός το σούρουπο, / ένας σχολιογράφος γινόμουν / των λεπτομερειών της καθημερινότητας …» (σ. 23).

Η δεύτερη ενότητα τιτλοφορείται «Ευθύνες της φωτιάς» κι εξαρχής, στον υπότιτλο, δηλώνεται σε τι ακριβώς αναφέρεται η θεματολογία των 10+1 ποιημάτων της: «Ακολουθούσα νοερά / όλους αυτούς στην Ειδομένη, …». Δεν είναι, λοιπόν, παρά η ποιητική αποτύπωση με χαμηλόφωνους, αλλά ελεγειακούς και πάλι, τόνους, των έντονων συναισθημάτων που προκάλεσε η άμεση ή έμμεση παρακολούθηση της απίστευτης τραγωδίας των προσφύγων που εκτυλίχθηκε μπροστά στα μάτια μας, όταν, τα τελευταία ιδίως χρόνια, κατέκλυσαν τον τόπο μας, μια τραγωδία που ακόμη και σήμερα είναι εν εξελίξει. «Εν κινήσει / κατά μήκος / του μόνου δρόμου / των όλων, / σας αποχαιρετούσα / ποιητικά / μ’ ένα λουλούδι / που εξαργυρώνει / τη μυρωδιά της ύπαρξης / από τον κήπο των ευχών.» (σ. 31).

Η τρίτη ενότητα είναι, κατά τη γνώμη μου, η πιο ενδιαφέρουσα, από πλευράς ποιητικής και θεματολογίας. Επιγράφεται «Ιδιότυπα και Ετεροχρονισμένα» και αποτελείται από 12 ανεξάρτητα και σχετικά πολύστιχα ποιήματα, τιτλοφορημένα και όχι απλώς αριθμημένα. Δεν εντάσσονται, δηλαδή, σε μια κοινή θεματολογική βάση, όπως οι προηγούμενες δύο ενότητες. Ωστόσο, τα περισσότερα αναπτύσσονται θεματολογικά με αφορμή παντός είδους απώλειες, απραγματοποίητες επιθυμίες, μοναχικότητες, ανατροπές. Κι εδώ, λοιπόν, προέχουν συγκινητικές μορφές ελεγειών, μερικές φορές, μάλιστα, με κοινωνικές αιχμές. Επιπλέον, ένας υποβόσκων ερωτισμός διαχέει πολλά ποιήματα αυτής κυρίως της ενότητας: «Ποια μουσική στα βλέφαρα / και ποιοι φθογγολογικοί καταρράκτες στα χείλη / διέλυαν την αντήχηση των πραγμάτων / κάπως νευρωτικά κι εθελούσια; / Κι όλα αυτά μπερδεύονταν τόσο αδιάφορα / με τις διακλαδώσεις της ευπρέπειας …» (Εκείνο το καλοκαίρι, σ. 56).
Συνοπτικά, πρόκειται για μια ποιητική του πένθους που το σύνολο σχεδόν της παρούσας συλλογής υπηρετεί, μέσα από μια πηγαία ανάβλυση συναισθημάτων, με λεπτότητα και λιτή εκφραστικότητα. Αισθαντικοί οι στίχοι, συχνά με σουρεαλιστικές πινελιές, διακρίνονται για τους χαμηλούς τόνους, την γλωσσική τους επιμέλεια και, κυρίως, την ενότητα ύφους. «Μου πήρε χρόνια να δεχτώ / τη ζώσα ζωή όπως είναι / … και να κινούμαι δίχως τέλος / με ποιητικούς ανασασμούς / όλο και πιο πολύ, / όπως ο ήλιος / προβάλλει σταθερός απ’ το πρωί / στεφανώνοντας τις απουσίες αγαπημένων. …» (σ. 54).
Ο Σουλεϊμάν Αλάγιαλη-Τσιαλίκ, γέννημα-θρέμμα της Ρόδου και, με όρους των παλιών ταυτοτήτων, Έλληνας μουσουλμάνος στο θρήσκευμα, είναι αυθεντικός ποιητής. Βραβευμένος από το 1992-93 με το Β΄ Βραβείο Ποίησης Ιπεκτσί και ανθολογημένος από τον Βασίλη Βασιλικό (εκδ. Πλειάς, 1993), εκφράζει, για μια ακόμη φορά, τις ευαισθησίες του, στα ελληνικά βεβαίως, σε ορθό και εμπνευσμένο ποιητικό λόγο. Δίκαια, επομένως, κατέχει εξέχουσα θέση στην πνευματική ζωή της ιδιαίτερης πατρίδας του.

.

ΕΛΕΝΗ ΓΚΙΚΑ

FRACTAL 20/12/2017

«Μουδιασμένοι και αγνοί θα ξανασυστηθούμε»

«Ο κόσμος γίνεται μια σταλιά, για εκείνους που είναι να συναντηθούνε», Γερόντισσα Γαβριηλία στην Ασκητική της Αγάπης. Το σκέφτομαι πάντα για φίλους της καρδιάς που έρχονται και με συναντούν κάπως αλλόκοτα κι από μακριά.

Και για τους πιο αγνωστικιστές «Οι τυχαίες συναντήσεις είναι ραντεβού» όπως έγραψε ο Μπόρχες και μου το θύμισε η φίλη μας Τίτσα Πιπίνου.

Αν και συνήθως σε περιπτώσεις κεραυνοβόλας φιλίας καταφεύγω στον Κριστιάν Μπομπέν: «Τους ανθρώπους τους αγαπάμε αμέσως ή ποτέ».

Αυτό υπήρξε για μένα ο Σουλεϊμάν, μια περίπτωση κεραυνοβόλας φιλίας. Που η ζωή τα ‘φερε έτσι ώστε για μένα πια να σηματοδοτεί πολλά: την πρώτη φορά στη Ρόδο, τα νιάτα μου, την ποίηση και την ελευθερία.

Έγραφε ήδη. Σαν ποιητή μού τον σύστησε η κοινή μας φίλη Ειρήνη- Βογιατζή Χαραλάμπη. Και αναλλοίωτος έμεινε στην καρδιά και στη σκέψη μου όσον αφορά εκείνη την πρώτη εικόνα. Στη Μεσαιωνική Πόλη της Ρόδου. Που απαθανατίσαμε κιόλας, κάπου αρχές του ’90, λίγο προτού βραβευτεί με το Ιπεκτσί. Διότι ο Σουλεϊμάν έτσι γεννήθηκε: ποιητής, ώριμος και φτασμένος.

«Στην αρχή των συμπτώσεων δύο εκλάμψεις…» Αλλ’ είχαμε κι άλλες συμπτώσεις εμείς. Άπειρες, όμοιες χρονικά, συγκυρίες.

Θανάτους και καθαρτήρια ταυτόχρονα, ακόμα κι εκδότη κοινό, με συγκινεί το ότι αυτό το βιβλίο του κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Δωδώνη. Με τον Μάρκο Λάζο. Με τον υπέροχο Βαγγέλη Λάζο έχω συνεργαστεί στο παρελθόν.

Είναι μια σιγουριά αυτή η χρονική διάρκεια στις σχέσεις και στις διαδρομές και στα σουσούμια των ανθρώπων. Κάτι σαν πρόγευση αθανασίας.

Βέβαια όλα αυτά τα βρήκε επειδή τα εμπεριείχε και τα είπε ο Σουλεϊμάν εξ αρχής και με τη μία:

Κάποτε που διαλύονταν οι προσευχές
στους όρμους των προσχημάτων
ξεκίνησα να γράφω ένα μεγάλο ποίημα
που ήξερα πως δεν θα τελειώσει ποτέ.
Ίσως γιατί κατέγραφα τις πτυχές
ενός ονείρου διαφορετικού, με αντιθέσεις χτυπητές
που έβγαζε μια περιδίνηση διαρκή
και μας πονούσε’
κι όσο διαρκούσε, άλλαζε η ροή της ζωής’
ακροβατούσαμε στα όρια των αντοχών μας
και περιμέναμε τη μέρα εκείνη
που μουδιασμένοι και αγνοί
θα ξανασυστηθούμε.

Κι έτσι ακριβώς τον άκουσα, έτσι ακριβώς ακούστηκε, έτσι ακουστήκαμε: «μουδιασμένοι και αγνοί»,

Αλλά σα να μην πέρασε μέρα.

Με την ίδια αυτοδιάθεση «ό,τι θελήσεις», «θέλω πολύ να είμαι μαζί σου και ελπίζω να τα καταφέρω».

Με εμπιστοσύνη «στο μεγάλο ποίημα» που ανήκουμε και πια ξέραμε πως «δεν θα τελειώσει ποτέ».

Βεβαιώθηκα, εξάλλου, όταν έφτασε πια στα χέρια μου το βιβλίο.

Σ’ ένα «ταξίδι στο ξέφωτο» κι οι δυο μας αυτή τη φορά.

Αλλά με εκείνον να έχει ήδη πρόγευση Παράδεισου, γνώση άδηλου και δυνατότητα να κάνει στίχο το ανείπωτο, γιατί κι εκείνο το «αρχαίο μυστικό» πια το ξέρει.

Στις τρεις ενότητες του ποιητικού κύκλου «Στην αρχή των συμπτώσεων δυο εκλάμψεις», όλα τα συστατικά της ζωής. Τα μυστικά του θανάτου κι ο γρίφος του. Το θαύμα της καθημερινότητας που μας φτάνει ως την αιωνιότητα και το επέκεινα, η επικοινωνία με εκείνους που μοιάζουν αόρατοι ωστόσο ζουν όπως πάντα στη ζωή μας, την καθαγιάζουν, μας κάνουν να αντέχουμε, να έχει λόγο ακόμα-κι-εκείνο-το –δύσκολο-που-ζούμε.

Στην πρώτη ομώνυμη ενότητα, εξάλλου ήδη προϋπήρχαν τα σημάδια. Εκεί όπου δεν φαίνεται ο Θεός κι ωστόσο εκεί ακριβώς είναι. «Κάποτε που διαλύονταν οι προσευχές», «Σε βράδια που λύγισαν», άλλωστε η αληθινή ποίηση είναι χρησμική κι ο ποιητής το είδε:

«Είχες φύγει- εσύ, ο κατά νόμον αδελφός μου-
μα ήσουν ακόμα εδώ
και μου μιλούσες γεμάτος ανασφάλεια
με κείνο το μισοσβησμένο πρόσωπο
που έβγαζε μιαν απορία φεύγουσα
δίχως προορισμούς κι αναφορές
από τις εκβολές του Αχέροντα».

Με το πάθος και το πένθος συνώνυμα, και την μπόρα που έρχεται να διαλύει τις βασκανίες.

Σχεδόν εξίσωση, δηλαδή, που επαληθεύεται στο δεύτερο μέρος και στις «Ευθύνες της φωτιάς». Διότι ακόμα και στο δυσκολότερο και δυσκολερμήνευτο ωστόσο κάτι μέσα μας γνωρίζει:

«Ποιος νοιάστηκε για το αύριο,
αφού στέκονταν δίχως προορισμό
η κάθε τους παρουσία κι ο ουρανός
κι οι λέξεις πέφταν ως τίτλοι δίχως τέλος».

«Στο τέλος βλέπαμε ένα σαν τόπι τίποτα» που ωστόσο είναι γι’ αυτό και το αντίθετό του, για μας τα πάντα:

«Επιτέλους αφού γεννιόμαστε χαρούμενοι
σαν τις φιγούρες που κρύβονται
στις φάτνες των Χριστουγέννων,
πώς μουσκεύουν τ’ αγγελάκια κρυφά την ματαιότητα,
δίχως να προλάβουν να μετατραπούν
σε ορυκτό πετράδι Αθανασίας;»

«Φεύγοντας –
πως η ζωή είναι αναίτια ρευστή
για πάντοτε να θυμάστε
κατάφορτοι ονόματα κι αγάπη».

Κι αυτό ακριβώς κάνει ο ποιητής, διασώζοντας ονόματα κι αγάπη: Ποίηση, σε ορυκτό πετράδι Αθανασίας.

Το τρίτο μέρος, άλλωστε, αποδεικνύει ότι εφήμερο εν μέσω μνήμης και αγάπης, τελικά, δεν έχει. Τα «Καλοκαίρια» και οι Φωνές από την «Υπαίθρια αγορά», «οι φράκτες», «τα καμπαναριά», και «Η φωνή της ταξιθέτριας “οι ήρωες θα συναντηθούν κάπως αργά/ στη νοσταλγία ενός ιδανικού αύριο./Καθίστε παρακαλώ γιατί ο φόνος /γίνεται στη πρώτη σεκάνς” μας λέει».

Στην τρίτη ενότητα, ο αιώνιος χρόνος του Θεού στα ασήμαντα, το θεϊκό παρόν, αποκαλυπτικό, που ωστόσο αγνοούμε ή περιφρονούμε.

Ποίηση αισθαντική, ενίοτε κρυπτική, υπαρξιακή, δοξαστική και ιαματική, ο κύκλος της ζωής και το μυστήριο του θανάτου, κι η ποίηση που τα συνδέει όλα ορατά κι αόρατα, ζώντες και κεκοιμημένους, πεπερασμένο κι άπειρο εις του αιώνες.

Ένα ποιητικός κύκλος, Φάντη. Όλα ξαναγεννούνται, αποκαλύπτονται, έχουν λόγο που έγιναν, που γίνονται, και διαρκούν. Αιώνες.

«Καράβι βγαίνει απ’ το βουνό
κι από τον κάτω κόσμο…»

Αλλά ας κάνουμε με τους ίδιους τους στίχους του, φινάλε:

«Ζευγαρώνονται τότε:
Η πέτρα- το νερό,
ο κάμπος- το βουνό,
ενώ ο πολυπρόσωπος αγέρας
ακολουθεί μόνος κατάμονος
ώσπου αγκαλιάζονται
σ’ έναν τρελό χορό συναισθημάτων.
Κι αδειάζοντας λοιπόν από ήχους τον ορίζοντα
να υπάρχουν
και στραφταλίζοντας μ’ ένα μόνο βλέμμα
να ξαναϋπάρχουν»

Κι όποτε εμφανίζεται στη ζωή μου ο Σουλεϊμάν, ακόμα κι αυτή την ακατανόητη βεβαιότητα για τ’ ανθρώπινα μου την προσφέρει και ξαναπροσφέρει. Σχεδόν αυταπόδεικτα. Ακόμα και σήμερα ρίχνοντας γέφυρα στο επόμενο κύκλο μου, στο καινούργιο μου βήμα. Αλλά αυτό ας το κρατήσουμε, για να μη το χάσουμε ακόμα, κάπως μυστικό.

.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ

Περιοδικό “Θευθ” Τ. 7 Ιούνιος 2018

ΠΕΝΤΕ ΑΝΟΙΧΤΑ ΠΑΡΑΘΥΡΑ

«Πίνανε χωρίς να μιλάνε, συνεπαρμένοι ακόμα απ’ αυτή
τη φευγαλέα μαγεία εκείνης της χαμένης για πάντα
στιγμής».
Ουίλιαμ Φόκνερ, Σαρτόρις *

Απομονώνω για τις ανάγκες της εποπτικής στιγμής το εξής τετράστιχο από την επιλογική σελίδα 60 της πρόσφατης, έκτης κατά σειρά, συλλογής ποιημάτων του Σουλεϊμάν Αλάγιαλη-Τσιαλίκ. Συμπυκνώνει, φρονώ,
μια από τις κύριες αφορμές εξακτίνωσης των λυρικών κατά βάση εξομολογήσεων ενός πάσχοντος προσώπου. Ήτοι: «Ω πόσο σπάνια βιώνουμε / μια ολιστική εμπειρία πληρότητας / με τρεμίσματα απρόσωπων ονείρων / κι
όλα τα θούρια του παραδείσου στομωμένα». Συγκρατώ ότι ο φιλόσοφος λόγος αποτυπώνεται χωρίς περιστροφές. Έχει σαφώς προηγηθεί η διαδικασία της ευφυούς απολέπισης των στίχων. Η γραφή απεχθάνεται τα κολπάκια του δήθεν ύφους. Η ανάγνωση ολοκληρώνει το εγχείρημα. Η επαρκώς ενισχυμένη επικοινωνιακή λέμβος μεταφέρει συνεπώς με άνεση το νόημα και τα περί αυτού στους αποδέκτες του. Μάλιστα, η συμμετοχή τους τεκμαίρεται: το εννοιολογικό φορτίο κατά κανόνα τους αφορά άμεσα, όπως θα δείξω στη συνέχεια.
Επισημαίνονται:
α) η άμεση, ευεργετική ή μη, διασύνδεση του προσώπου με ορισμένα από τα όσα τεκταίνονται σχεδόν καθημερινά στην πολιτική, κοινωνική και πολιτισμική αρένα,
β) η μάλλον αινιγματική αλληλεξάρτηση του χρόνου και του ποιητικού υποκειμένου,
γ) η λειτουργία της μείζονος παρακαταθήκης της μνήμης,
δ) η παράμετρος της ανακύκλησης των παθών της συνήθως ταλανιζόμενης ύπαρξης, ενώ «ο ήλιος στεφανώνει τις απουσίες των αγαπημένων»,
ε) τα όρια πρόσληψης της όποιας εξ αντικειμένου λογίζεται πραγματικότητας,
στ) το πένθος ως συνθήκη βίου,
ζ) η βίωση της παραμυθίας των τοπίων,
στ) ο αναπόφευκτος κατά κανόνα εξορκισμός του θανάτου,
η) το ποιητικό υποκείμενο ως φύσει και θέσει διερμηνέας του λιγότερου σκοτεινού μέρους του σύμπαντος,
θ) η ενδελεχής αποκατάσταση της σχεδόν θρυμματισμένης ενότητας των πάντων εν αγαθώ και
ι) βεβαίως η κατ’ εξοχήν βασανιστική εμπειρία της αδιάλειπτης ρευστότητας, η οποία ομολογουμένως συνέχει το σύμπλεγμα των ορατών.
Τα ανωτέρω συναποτελούν εμφανώς τους κύριους άξονες των αναφορών και των αυτοαναφορών της ομολογουμένως δημιουργικής αυτής γραφής:
Ο Σουλεϊμάν Αλάγιαλη -Τσιαλίκ φαίνεται ότι έχει κατανοήσει πλήρως το συναφές πόρισμα του σημαίνοντος ποιητή των Η.Π.Α. Ουάλας Στήβενς (1879— 1955), όπως κατατίθεται στα περιώνυμα Adagia του:
«Και το ποίημα πηγάζει από τούτο: πως ζούμε σ’ έναν τόπο που δεν είναι δικός μας, και προπάντων δεν είναι ο εαυτός μας» (βλ. ειδικότερα τα Θραύσματα ποιητικής, εισαγωγή-μετάφραση: Χάρης Βλαβιανός, εκδόσεις Άγρα, Αθήνα, 2007). Εξ ου και οι τρεις σαφέστατες, καταστατικές αποτιμήσεις, οι οποίες φρονώ ότι χαρακτηρίζουν την ειδολογική ταυτότητα της συλλογής.
Τις παραθέτω κατά λέξη: «Ανεξέλεγκτα κινούνταν οι σκέψεις / πάνω σε αχαρτογράφητα νερά / και ταξιδεύαμε ανάμεσα σε δυο κόσμους / αδιευκρίνιστους» (σ. 16), «Θέλουμε να ζήσουμε / μαζί με τα παιδιά μας / χωρίς τη δυνατότητα του τρόμου· / κι όταν ανάβουν οι προβολείς /σ’ αυτό το απέραντο “τώρα” / να κοιταζόμαστε στα μάτια / μέσα από ρόλους άηχους / που δεν αντιστρέφονται / απ’ τους νόμους της φύσης / κι ούτε μικραίνουν τις ενοχές / του κόσμου του άγνωστου βουερά» (σ. 34) και «λίγο πιο κει από τα τείχη, / στα παλαιωμένα σπίτια του κάστρου / καθώς ελπίζαμε και περιμέναμε σιγά / μη γνωρίζοντας πως γεμίζουν / τα πιθάρια μυρωδιές του καλοκαιριού / και υποσχέσεις που δεν τηρήθηκαν / μπροστά στη λάμψη του «βολικού κι ωραίου». /Στο τέλος βλέπαμε ένα σαν τόπι τίποτα» (σ. 38). Όλες οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου.
Το ένδον εκκρεμές του ποιητή συγκρατώ ότι έλκεται επίσης και από το αντιθετικό ιδεολόγημα, αυτό εννοώ της οιονεί ταύτισης, της συμφιλίωσης με το απόκοσμο, το απρόσωπο και εχθρικό πέριξ. Έτσι η ξενότητα σαφώς απαλύνεται σ’ ένα βαθμό. Οι δομές μιας Παρουσίας αντικαθιστούν εν μέρει τη βλάβη της Απουσίας, την εκκωφαντική έλλειψη ενός απώτερου, ιαματικού νοήματος. Επισημαίνω ότι όλα αυτά τελούνται με ρηματική σύνεση, με συστηματικό έλεγχο των αναπόφευκτων εξομολογήσεων. Αλλά και με την τυπική εκείνη νηφαλιότητα του λογίου, ο οποίος ξέρει να τιμά πρωτίστως εαυτόν. Υποκείμενο παιδείας και αναστοχαζόμενο, το ποιητικό εγώ αποσπά από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα οτιδήποτε θα το ενίσχυε, προκειμένου να οδηγηθεί με ασφάλεια στο ξέφωτο της αυθεντικής συνύπαρξης με το Άλλο. Φρονώ ότι πρόκειται για μιαν προσωποπαγή τακτική καταλλαγής.
Εννοώ δηλαδή τα εξής διαφωτιστικά: «Κι όμως, κι όμως σοφότεροι γινόμαστε / όταν βρέχει δυνατά ως καθαρτήριο / κι αποβάλλει ο κόσμος / της βασκανίες», «Φεύγοντας – / πως η ζωή είναι αναίτια ρευστή / για πάντοτε να θυμάστε / κατάφορτοι ονόματα κι αγάπη» και «Κι αδειάζοντας λοιπόν από ήχους τον ορίζοντα / να υπάρχουμε / και στραφταλίζοντας μ’ ένα μόνο βλέμμα / να ξαναϋπάρχουμε» (σ. 22, 40 και 61 αντιστοίχως). Σημειώνω ότι τα προαναφερόμενα ονόματα, το πλήθος των συμφραζομένων τους, οι ενδεχόμενες συνδηλώσεις τους, τα δεδομένα ή πιθανολογούμενα σημασιο-συντακτικά φορτία τους δεν υπαινίσσονται στην προκειμένη περίπτωση μια χαοτική συνεύρεση συμβολοποιημένων οντοτήτων, αλλά μιαν ευεπίφορη
συναλληλία όρων, αξιών και κλιμάκων θέλησης για ανόρθωση. Κατά συνέπεια, δεν καταγράφεται εδώ μια άκρως πτωτική εμπειρία, αλλά μια αλυσιδωτή αντίδραση ενός μαχόμενου, ενός, έστω κατά καιρούς, ανακάμπτοντος εγώ.
Ενδεικτικά ας διακρίνω ένα έστω αποτύπωμα της συχνά πυκνά φιλάδελφης, ήτοι διακειμενικής συμπεριφοράς των στίχων. Φέρ’ ειπείν η μεθοδική
αξιοποίηση του στοιχείου του αέρος – ανέμου, όπως προκύπτει στα συμφιλιωτικά, αλληλέγγυα ποιήματα του τέλους, ανακαλεί εμμέσως πλην σαφώς, μεταξύ άλλων, ένα συγκεκριμένο σημείο της παυλιανής διδασκαλίας.
Εννοώ τα επόμενα: «…προσεκτικά ξαναδιαβάζοντας τα /στον αέρα [. . . ] Κατά κει ξεχωρίζουν τετράγωνα καντράκια / με τη λεπτεπίλεπτη γεωμετρία τους /αφημένα στ’ ανάστημα των κλώνων / ως μικρά βυζαντινά εικονίσματα. / Πλάι στο ρέμα / και μέσα στις κατακόκκινες φυλλωσιές / έτοιμα είναι λεν για τη μεγάλη λιτανεία των δέντρων, / για τη διάφανη Αγιότητα του ανέμου [. . . ] ενώ ο πολυπρόσωπος αγέρας / ακολουθεί μόνος κατάμονος», (σ. 9, 60 και 61), σε ρητή αντιστοιχία με τα εκτιθέμενα στην Επιστολή Προς Εφεσίους, Β’ 1-3: «και υμάς όντας νεκρούς τοις παραπτώμασι και ταις αμαρτίαις, εν αις ποτέ περιεπατήσατε κατά τον αιώνα του κόσμου τούτου, κατά τον άρχοντα της εξουσίας του αέρος, του πνεύματος του νυν ενεργούντος εν τοις υιοίς
της απείθειας εν οις και ημείς πάντες». Το δε όλο γνωστικό υπόστρωμα αρκετών στροφών πιστοποιεί όχι την τυχαία ή συμπτωματική ενασχόληση του ποιητή με τη Γνώση, αλλά τη μελέτη εν γένει του φιλοσοφικού κληροδοτήματος της ύστερης αρχαιότητας. Τότε ακριβώς που η συγκλήρωση της λογικής συνισταμένης και της μαγικού υποστρώματος του κόσμου υπήρξε εκ προοιμίου αυτονόητη. Ήτοι, ό, τι θυμούνται, με την ανάλογη ευθύτητα της παρρησίας, πλείστοι στίχοι της κρινόμενης σήμερα συλλογής.
* σε μετάφραση της Εύης Γεωργούλη, εκδόσεις Ίνδικτος,
2001.
(Το κείμενο αυτό απηχεί, σε περίληψη, τα όσα ανέφερα στην
παρουσίαση του εν λόγω βιβλίου στο Βιβλιοπωλείο «επί
λέξει», στις 15 Δεκεμβρίου 2017)

.

ΕΛΕΝΗ ΓΚΙΚΑ

Ο Φιλελεύθερος 23/1/2018

Ξέρει ο άνθρωπος να αμύνεται ακόμη και μέσα στο σκοτάδι “Φιλελεύθερος”
«Δεν νομίζω ότι υπάρχουν ποιητικές ή αντιποιητικές εποχές. Ακόμα και στη ζοφερή περίοδο πολέμων, η ποίηση ανθίζει. Αυτή είναι η επιταγή της ζωής που είναι πιο ισχυρή από κάθε φόβο. Ξέρει ο άνθρωπος να αμύνεται ακόμα και μέσα στο σκοτάδι.» Υποστηρίζει ο βραβευμένος με το βραβείο Ιπεκτσί Σουλεϊμάν Αλαγιαλή-Τσιαλίκ μιλώντας στον Φιλελεύθερο για την καινούργια του ποιητική συλλογή «Στην αρχή των συμπτώσεων δυο εκλάμψεις…» (εκδ. Δωδώνη). Στα περιεχόμενά της, το προσωπικό πένθος και το οικουμενικό στην Ειδωμένη. Στο ποιητικό παρελθόν της, τα «Κράσπεδα νάρκωσης», οι «Νυχτερινές ηχορυθμίες», «Το ρολόι τ’ ουρανού σταματημένο», «Σαν υδατογραφία»… Όλα τ’ αγγίξαμε, και το ανείπωτο της ποίησης και τον ζόφο της εποχής.
-Η ενασχόληση με την ποίηση μάς αλλάζει την οπτική των πραγμάτων, κύριε Αλαγιαλή-Τσιαλίκ;
Η οπτική για τα πράγματα αλλάζει με κάθε μορφή τέχνης. Δεν είναι «μυωπική», είναι διαυγής. Ένας μεγεθυντικός φακός της πραγματικότητας, όπως είπε ο Βάρναλης. Επικεντρώνεται σε μια λεπτομέρεια και της δίνει βάρος και υπόσταση.
-Τι αλλάζει, επίσης, αυτή την οπτική; Ο πόνος; Ο φόβος; Η μοναξιά; Ο θάνατος;
Πόνος, φόβος, μοναξιά, θάνατος. Δεν είναι μόνο οι αρνητικές πλευρές της ζωής που αλλάζουν την οπτική. Είναι και η ομορφιά, η αρμονία, το φως (που τόσο υμνήθηκε από την ελληνική τέχνη), η ισορροπία. Δεν είναι η ζωή μόνο τι βλέπεις αλλά και τι επιθυμείς να δεις.
-Η εποχή που ζούμε ευνοεί την ποίηση; Υπάρχουν ποιητικές και αντιποιητικές εποχές, αλήθεια;
Δεν νομίζω ότι υπάρχουν ποιητικές ή αντιποιητικές εποχές. Ακόμα και στη ζοφερή περίοδο πολέμων, η ποίηση ανθίζει. Αυτή είναι η επιταγή της ζωής που είναι πιο ισχυρή από κάθε φόβο. Ξέρει ο άνθρωπος να αμύνεται ακόμα και μέσα στο σκοτάδι.
-«Στην αρχή των συμπτώσεων δύο εκλάμψεις…», έχουμε δείγμα για τα δύσκολα και τα σημαντικά εκ των προτέρων, κύριε Αλαγιαλή-Τσιαλίκ;
Τα γεγονότα είναι εν δυνάμει προβλέψιμα κι απρόβλεπτα. Όσο κι αν μοιάζει οξύμωρο, η λογική, ως ιδιότητα ερμηνείας του κόσμου, όπως και η «μη λογική» ως αλληλουχία συμβάντων ξέχωρων από ότι μπορεί ο άνθρωπος να προβλέψει, συμβαδίζουν. Δείγμα για τα δύσκολα και τα σημαντικά πάντα αναζητούσαν οι άνθρωποι. Δεν είναι κάτι καινούργιο. Ο ποιητής, με την ευρεία έννοια, καλείται να οσμισθεί αυτό που ακόμα και η λογική μπορεί αν μην υποστηρίζει.
-Γιατί ειδικά αυτή εδώ η ποιητική συλλογή είναι σπουδαία για σας; Θα μπορούσε να είχε γραφτεί σ’ άλλον χρόνο;
Ο ίδιος ο δημιουργός δυσκολεύεται να ξεχωρίσει τα έργα του. Έχουν μια μοναδικότητα ως προς τον χώρο και τον χρόνο που συντελούνται. Πράγματα και καταστάσεις που είναι συνυφασμένα με τις ενότητες της τελευταίας συλλογής (όπως η απουσία του αδελφού μου που έφυγε τόσο νέος και η πρώτη φάση του μεταναστευτικού με τα γεγονότα στην Ειδωμένη μού θύμιζαν εκ των υστέρων σκηνές από ταινία του Αγγελόπουλου που κυλούσαν αργά και πένθιμα και ήταν βουτηγμένες μέσα στο απροσδόκητο «γκρίζο».
-Τι είναι ο σωστός χρόνος για την ποίηση;
Όπως έχει πει η Σεφέρης «η ποίηση έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα», άρα ο σωστός της χρόνος είναι όταν όλα σε καθοδηγούν με κάποιο τρόπο στο να πάρεις μια ανάσα για να υπάρξεις. Αυτή, η μικρή στιγμή καθορίζει το πότε θα γραφτεί ένα ποίημα σαν λύτρωση.
-«ξεκίνησα να γράφω ένα μεγάλο ποίημα/ που ήξερα πως δεν θα τελειώσει ποτέ.» Θα μπορούσε να είναι και η ζωή μας το ποίημα; Εμείς το γράφουμε ή συμμετέχουμε; Και δεν τελειώνει ποτέ;
Ένα ποίημα, όπως κάθε δημιουργία έχει δυο ζωές. Μια δική του ξεχωριστή και συνυφασμένη με τον δημιουργό του. Ο δημιουργός όμως δεν είναι αόρατος, ακόμα κι αν είναι ανώνυμος, αν δεν τον γνωρίζουμε. Έχοντας στα χέρια μας ένα βιβλίο ποίησης, βλέποντας ένα ζωγραφικό έργο, ακούγοντας μια μουσική σύνθεση, αντικρίζοντας εν ολίγοις μια οποιαδήποτε ανθρώπινη δημιουργία, βλέπουμε τρεις ζωές’ τη δική μας, του δημιουργού και του ίδιου του έργου. Συνεπώς ως προς την ποίηση’ γράφουμε ποίηση συμμετέχοντας. Και οφείλει να τελειώνει. Τα όρια της δημιουργίας οφείλουν να είναι διακριτά. Η αρχαία φιλοσοφία και τέχνη προσέγγισε υπό αυτό το πρίσμα τη μεσότητα, τον χρυσό κανόνα. Ο ρομαντισμός του 19ου αιώνα, αντίθετα, είχε ως αρχή το αέναα ημιτελές, από τη στιγμή που την αρτιότητα ο άνθρωπος ως ιδέα δεν θα μπορούσε ποτέ να φτάσει. Μάλλον, τείνω να πιστεύω στην ολοκλήρωση και όχι στο ημιτελές.
-«Είχες φύγει- εσύ, ο κατά νόμον αδελφός μου-/ μα ήσουν ακόμα εδώ», τι επιδιώκουμε, αλήθεια, γράφοντας ποίηση;
Επιδίωξη; Η ίδια η ζωή. Η ποίηση, όπως και κάθε άλλη δημιουργία είναι ισορροπία. Ο άνθρωπος ξεπερνάει τον θάνατο έτσι. Κάθε ποίημα γιορτάζει τη ζωή, ακόμα κι αν χαρακτηριστεί ως «λυπημένο».

.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.