ΜΑΡΙΑ ΜΠΟΥΡΜΑ

H Μαρία Μπουρμά γεννήθηκε το 1986 και κατοικεί στην Ορεστιάδα Έβρου. Έχει σπουδάσει Βουλγαρική Γλώσσα, Φιλολογία και Πολιτισμό και είναι κάτοχος των μεταπτυχιακών τίτλων «Σπουδές στον Παρευξείνιο Χώρο» και «Δημιουργική Γραφή». Εργάζεται ως καθηγήτρια βουλγαρικής γλώσσας και συντονίστρια ομάδων γραφής και ανάγνωσης. Ασχολείται με τη μετάφραση βουλγαρικής ποίησης. Είναι υπεύθυνη του τμήματος ποιητικής και μετάφρασης του Φιλολογικού Ομίλου Θεσσαλονίκης. Ποιήματα και μεταφράσεις της έχουν δημοσιευθεί στον Τύπο. Η ποιητική συλλογή “Νησί που ψάχνει χάρτη” (Ιωλκός 2022)   είναι το πρώτο της βιβλίο.

.

.

ΝΗΣΙ ΠΟΥ ΨΑΧΝΕΙ ΧΑΡΤΗ (2022)

Άνοιξα το πώμα του μπουκαλιού και είδα το κιτρινισμένο
χαρτί. «Νησί που ψάχνει χάρτη».

Σμήνος φωνών στο μυαλό μου. Βορινό αεράκι το ποίημα
βουίζει.

Α μπε μπα μπλομ
στο παιχνίδι θα μπω,
στημένη η παρτίδα.
Δεν το διάλεξα εγώ
μα κρατώ το χορό.
Γύρω γύρω όλοι
με μαντίλι δεμένο στα μάτια.
Τικ τακ
βηματισμός σταθερός
να κρατιέται ο ρυθμός.
Αγαλματάκι κι εγώ στη σειρά.
Σαστισμένος ρωτώ:
«Ποιο του κόσμου αυτού το παιχνίδι;».
«Μία ρόδα» απαντώ
και τα ζάρια κυλώ.
Λαχανιασμένος
ξανά στο παιχνίδι.

* * *

Ούτε εκείνο το φθινόπωρο ήρθε η βροχή, δεν ξαποστάσαμε
σε δέντρο σκιερό, ούτε τα σύννεφα σχημάτιζαν εικόνες.

* * *

Δε θα γράψω άλλες όμορφες λέξεις για σένα.
Μόνο τη μυρωδιά σου θα κρατήσω.
Τις κόρες που διαστέλλονται.
Τα βλέφαρα που ανοιγοκλείνουν.
Στη συνέχεια, τη χημεία
– ορμόνες, εκκρίσεις, αντιδράσεις.
Στο τέλος, θα αρκεστώ σε μια φωνή,
ηχώ που όλο ξεμακραίνει.
Αφού και οι δυο γλιστρήσαμε
στης πρώτης αλήθειας τη σχισμή.

* * *

Κάθε νύχτα επίμονα έρχεται,. Ιστούς μπλέκει στα μάτια
μου. Αν κουνηθώ, μου δένει τ’ ακροδάχτυλα. Αν φωνάξω,
μου σφραγίζει το στόμα. Μέσ’ από την καλειδοσκοπική
της όραση βλέπω ασπρόμαυρες σκηνές ζωής με άλλα
«ίσως».

* * *

Τριγύρω στο δρόμο σκουριασμένοι πεζοπόροι,
πορτρέτα ωχρά, ξεθωριασμένα.
Δήμιοι και θύματα
τις μάσκες ανταλλάσσουν,
μορφασμούς προβάρουν σε καθρέφτη.
Τα αισθήματα μαργαριτάρια σε κοχύλια.
Μόνο το πρώτο ξάφνιασμα να νιώσω,
άλλη ζωή να ζήσω.
Μα ο θάνατος, δικός μου να ’ναι.

* * *

Μου απομένουν τα δύο τρίτα από το τετράδιό μου για
να το γεμίσω με λέξεις. Με πρόχειρους υπολογισμούς θα
μου χαρίσεις περί τις 4.000 λέξεις. 4.000 νοητικά και όχι
δακτυλικά αγγίγματα. Έχω γεμίσει πολλές σελίδες έως
τώρα. Αφού δε σώζεται το σώμα, ας σωθεί η μνήμη.

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΑΝΤΩΝΗΣ ΧΑΡΙΣΤΟΣ

tetragwno.gr 27/4/2022

«Η ποίηση πρέπει να εκπλήττει με κάποια λεπτή υπερβολή, και όχι με το ασυνήθιστο. Πρέπει να δημιουργεί στον αναγνώστη την εντύπωση ότι είναι η έκφραση των δικών του υψηλών σκέψεων, που θα πρέπει να μοιάζουν περισσότερο με ανάμνηση» έγραφε ο Τζων Κητς και τα λόγια του έρχεται να επιβεβαιώσει με τρόπο χειροπιαστό η ποιήτρια Μαρία Μπουρμά. Στην πρώτη της ποιητική συλλογή με τίτλο «Νησί που ψάχνει χάρτη», η έκθεση στον δημόσιο λόγο, υπό το βάρος τής ευθύνης αυτού, εγκολπώνεται την αφετηριακή αίσθηση σύνδεσης με τις σκέψεις, τα συναισθήματα, τις βαθύτερες επιθυμίες και τους, πολλαπλώς, υφιστάμενους περιορισμούς τού αναγνώστη, για να ξεδιπλώσει αριστοτεχνικά τους δεσμούς αυτούς, μέσω των οποίων η ποίηση μετατρέπεται η ανοιχτό διάλογο και εξομολόγηση. Ήδη από τους πρώτους στίχους διακρίνει ο αναγνώστης την αισθητική της σωματικής δομής. Πράγματι, το σώμα για τη Μαρία Μπουρμά αποτελεί ένδειξη υλικότητας του χώρου. Μέσα στον τελευταίο αυτόν εντάσσεται η δημιουργική παρουσία τού υποκειμένου ως ψευδαίσθηση. Μολονότι αυτού του είδους η αντίληψη, περί σωματικής αναλογίας μίας πράξης, συνδέεται άμεσα με την έννοια του προσωπικού βιώματος της υπονόμευσης (βλ. εξωτερικό περιβάλλον), η ποιήτρια μεταφέρει και, ταυτόχρονα, μετασχηματίζει τον χώρο ως ενέργεια επανάληψης ενός, εκ των προτέρων, δεδομένου αποτελέσματος. Το τελευταίο αυτό λειτουργεί ως καθρέφτης τής αντιστοιχίας ανάμεσα στο δρων υποκείμενο και τις διαψεύσεις τις οποίες υφίσταται. Με άλλα λόγια, το σώμα για την ποιήτρια, στην υλική του όψη, καθρεφτίζει την απώλεια της παιδικής αθωότητας ως προμαχώνα αποσταγμένης αλήθειας. Δεν αναζητά άλλοθι για την συνενοχή στην ήττα. Αποδέχεται και υιοθετεί τα συμπεράσματα αυτής μέσα από την επανάληψη. Όταν, ωστόσο, το σώμα καταλήγει στην αποσύνθεση των βαθύτερων επιθυμιών, η δημιουργός δεν αποδέχεται ούτε παραδέχεται την ήττα. Μεταπλάθει την πραγματικότητα σε έναυσμα μίας νέας, κατασκευασμένης αυτή τη φορά, εξωτερικής συνθήκης, όμοιας με την αντίθεση της περιορισμένης ζωής σε φάσμα ατέρμονης εναλλαγής εικόνων και προθέσεων.

«Τη μία σε βυθίζουν/ την άλλη συνθλίβουν» (σελ. 21) και η απόκριση μίας χαλκευμένης εικαστικής τέχνης με επίκεντρο τη γλώσσα του σώματος εξακολουθεί να κεντρίζει το ενδιαφέρον της. Έχει πλήρη συνείδηση της περιρρέουσας κατάληψης των μορφών από το πλέγμα αντιφατικών μεταξύ τους συσσωματώσεων. Τα πρόσωπα γύρω της συνδέονται ως ταυτότητες μίας απωθημένης έλξης μετουσίωσης της χαράς και της λύπης. Ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία η ίδια αδυνατεί να εντοπίσει τη λύση στο διάβα των γεγονότων, ωστόσο, έχει ορίσει εκ των προτέρων την προσωποποιημένη οπτική τής ατομικότητας ως απάντηση στο ερώτημα το οποίο η σύμβαση των πραγμάτων θέτει: ποια προσωπικότητα να αντιστοιχίσει ως αλήθεια της ζωής; Επί της ουσίας, η ποιήτρια αποτυπώνει τη δική της απάντηση στο ερώτημα, δίχως να αναμένει την θετική ή την αρνητική απόκριση της βιωμένης εμπειρίας. Ο έρωτας καθίσταται η Αχίλλειος πτέρνα των συναισθηματικών δεσμών και μέσω αυτού το σώμα (ως χώρος της ύλης και ως όριο αυτής) αναζωογονείται και πεθαίνει την ίδια ακριβώς στιγμή. Επομένως, δεν είναι η παιδική ηλικία η απάντηση στο ερώτημα της μετουσίωσης των αισθήσεων σε υλική ανακατεύθυνση. Είναι ο έρωτας ο οποίος αποκτά χαρακτηριστικά αθωότητας ως προμετωπίδα του αυτούσιου μετασχηματισμού της υποκειμενικής ήττας σε γνώμονα μίας αισιόδοξης αλλαγής πορείας. Για να κατορθώσει να απομαγεύσει την πραγματικότητα, η ποιήτρια διαχωρίζει το Εγώ και το Εμείς σε μία ενιαία οντότητα δύο, παράλληλων, εκφάνσεων. «Δυο εαυτούς/ στην πλάτη κουβαλώ» (σελ. 31) και κάθε τόσο ενεργοποιεί το ένα σχήμα και αφοπλίζει το άλλο. Ποιος εαυτός ανήκει στο πρώτο και ποιος στο δεύτερο η ποιήτρια δεν μας αποκαλύπτει. Επιτρέπει, ωστόσο, στον αναγνώστη να εμβαθύνει σε μύχιες σκέψεις μίας ατελέσφορης ενδοοικογενειακής πρόσληψης. Από την πατρική φιγούρα έως την ερωτική αποδοχή τού εκάστοτε τρίτου προσώπου, μεσολαβεί η ατομική αυτοκριτική.

Στην ανάλυση που προηγήθηκε, ο έρωτας είναι η ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στο πρόσωπο της δημιουργού και σε ‘κείνο του συνομιλητή. Διότι, η ποιήτρια μέσα από τα λεκτικά σχήματα και την εικονοποιία, με έντονα τα ρεαλιστικά και υπερρεαλιστικά συνδετικά στοιχεία, έχει εκ των πραγμάτων πια προσδιορίσει την σωματική απόληξη του έρωτα ως το αντίδοτο στην πληκτική ατμόσφαιρα της ματαίωσης των προσδοκιών. Λειτουργεί με τρόπο υπονομευτικό ως προς την ενοχή της συμμετοχής σε έναν κύκλο παρεμβάσεων και εκτροπών από την συμβατική αντίληψη περί σύμπλευσης των συμβαλλόμενων μερών, έως ότου καταφέρει να εκθρονίσει την απαίτηση για επικύρωση του βιώματος ως θετική ταύτιση της πραγματικότητας εν συνόλω. Με άλλα λόγια, δεν επιδέχεται ερμηνείας και ετεροκατευθυνόμενης προσέγγισης η θέση περί έρωτος, παρά μόνο ως τεχνική ομολογίας μίας πράξης (με υλική αφετηρία και κλιμάκωση). Τα συναισθήματά της διαρκώς εντείνουν την αναμέτρηση με την αυτοκριτική. Μεταχειρίζεται την αίσθηση του θανάτου ως τμήμα αναπόσπαστο της ερωτικής ηδονής, ακόμα και στην περίπτωση εκείνη κατά την οποία η εικόνα ολικής σύνθεσης της πραγματικότητας, με όρους ύλης («τριγύρω στο δρόμο σκουριασμένοι πεζοπόροι»), δεν επιδέχεται διαβαθμίσεων και ετεροχρονισμών. Επενδύει τη μοναξιά των τετελεσμένων επιθυμιών στην ποθητή απονέκρωση των δεδομένων μίας αναπτυγμένης -σχεδόν ολιστικής- γεφύρωσης της απόστασης μεταξύ του Είναι του μη-Είναι. Δεν επιτρέπει, δηλαδή, στον αναγνώστη, πέραν των ιδιομορφιών της γραφής, να διαπλάσει, μέσω περιττών ερμηνειών, τα μειονεκτήματα της προσωπικής συστολής σε μεγέθυνση των απαραίτητων νοητικών διευκολύνσεων.

Είναι σύνθετη η ποιητική σύνθεση της Μαρίας Μπουρμά, όσο απλές, και συμβατικά ευανάγνωστες, συνδηλώσεις κι αν προκαλούν οι στίχοι και οι εικόνες. Βαθιά ψυχολογικές οι αναφορές της, με έντονο το στοιχείο τής μέθεξης των κοινών πεδίων αναφοράς των ανθρώπινων υποστάσεων. Κινείται σε δύο επάλληλα επίπεδα, αυτό της νιοστής όψης των αντιτιθέμενων προθέσεων με αφορμή τις κοινωνικές σχέσεις που διαμορφώνει το δρων υποκείμενο και αυτό της προσωπικής ερμηνείας των ίδιων εκείνων συμβάντων τα οποία επικοινωνούν με την ευρύτερη έννοια του δημόσιου χώρου. Ένας συνδυασμός ο οποίος καθιστά την ποιητική αυτή συλλογή ιδιωτική υπόθεση εξομολόγησης. Μόνο που στη θέση της εκμυστήρευσης δεν βρίσκεται η θεσμική έκφραση της ορθολογικής επεξήγησης των γεγονότων, αλλά η υποκειμενική βούληση για συμμετοχή σε ένα παιχνίδι πολλαπλών ρόλων.

.

ΑΓΓΕΛΗΣ ΜΑΡΙΑΝΟΣ

FRACTAL 18/05/2022

Δεν θα βρεις την ποίηση πουθενά, αν δεν κουβαλάς λίγη μαζί σου.
Ζοζέφ Ζουμπέρ

Κανένα βιβλίο δεν είναι το πρώτο μας. Αυτό, αφορά όλους εμάς που εμφανιζόμαστε κατά πως λένε «στα γράμματα». Η περίοδος της πρώτης γραφής του ποιητή ξεκινάει πολύ πριν απ’ την έκδοση καθώς υπάρχουν εγγραφές, μέσα στον σκληρό δίσκο του εγκεφάλου μας και ταξιδεύουν μαζί μας, στον χωρόχρονο, αρκετά σχεδιάσματα. Αυτά τα σχεδιάσματα είναι και τα υπαρκτά μας ψήγματα της «ποιητικής παρέκκλισής» Η έκδοση ενός έργου τελικά, δίνει την ευκαιρία της αναγνωστικής εμπειρίας και είμαστε ευγνώμονες. Για την περίπτωση της ποιήτριας Μαρίας Μπουρμα θα πω, μετά από πολλές αναγνώσεις του βιβλίου της πως : άργησε να εκδώσει.

Το Νησί που ψάχνει χάρτη της Μαρίας Μπουρμά από τις εκδόσεις Ιωλκός είναι αυτό ακριβώς το ταξίδι, στο χωρόχρονό της ποίησης και ο ακροτελεύτιος στίχος του βιβλίου,

επιβεβαιώνει την αργοπορία που της καταλογίζω :

«Μου δίνεις μια δεκάρα να πληρώσω τ’ άστρα». Ομολογώ ότι πολλοί από εμάς, θα θέλαμε να είχαμε γράψει τον παραπάνω στίχο.)

Όπου Νησί είναι ο λογοτέχνης και όπου χάρτης ο αναγνώστης και κάπως έτσι, με μια μεταφορά στον τίτλο της συλλογής, αρχίζει η αναγνωστική εμπειρία στο βιβλίο που κρατάμε.

Αυτό το ταξίδι της Μπουρμά ξεκινάει με όλους τους καλούς οιωνούς, σε μια λιμνοθάλασσα με διάσπαρτα σκάφη-ποιήματα. Η καλλιτεχνική της φύση, τα μουσικά της βιώματα, ό τόπος που μεγάλωσε και διαμένει, μετατρέπει αυτή την λιμνοθάλασσα σε αρχιπέλαγος όπου τα νησάκια είναι το ένα δίπλα στο άλλο. Ο τόπος δηλαδή που όλοι μας θα θέλαμε να ζήσουμε. Εκεί στον ποιητικό βιότοπο, ξεκινάει το ταξίδι των στίχων, όπως σημειώνει η ίδια η ποιήτρια στην προμετωπίδα του βιβλίου : «Σμήνος φωνών στο μυαλό μου. Βορινό αεράκι το ποίημα βουίζει.»

Το πρώτο, αντί βιογραφικού ποίημα που καταλήγει στο στίχο: «Το φόρεσα και ταίριαξε απόλυτα» μας δίνει, μέσα από ανυποψίαστες εικόνες, την ποιητική ένταξη, την προετοιμασία και την τελετουργία που θα φέρει την ποιήτρια μπροστά μας. Δηλωτικό σημείο είναι η αναφορά στο ΣΩΜΑ. «Άφησα το σώμα μου εκτεθειμένο» γράφει και αυτό μας φτάνει και μας ανακουφίζει εκ προοιμίου. Στη συνέχεια η ποιήτρια μας καλεί να τραγουδήσουμε: Α μπε μπα μπλομ (Διαβάζουμε στην σελ 13)

«Α μπε μπα μπλομ στο παιχνίδι θα μπω» και κάπως έτσι με αυτόν τον στίχο η ποιήτρια, προσκαλεί τον αναγνώστη να προσηλωθεί στους ήχους ακούγοντας το αφυπνιστικό :

«ΤΙΚ ΤΑΚ» και να ακολουθήσει την κίνηση, το μοίρασμα της εικόνας, τα αρώματα που αναδύονται στα ποιήματα. Στο σημείο αυτό, έχουμε μια δεύτερη τελετουργία που μοιάζει να είναι μια συνεδρία εξ αποστάσεως στο ασυνείδητο του αναγνώστη. Στο Νησί που ψάχνει χάρτη, συναντάμε διάσπαρτα ποιήματα ποιητικής πχ διαβάζουμε στη σελ 14 «Ξεκινούσαμε από τα δυτικά και πληκτρολογούσαμε…Μυρμήγκια έβλεπες »

Συνοπτικά η Μπουρμά στιχοπλοκεί σε πρώτο πρόσωπο ενώ αποφεύγει τις πομπώδεις λέξεις. Χρησιμοποιεί και πολύ σοφά, λέξεις ενεργητικές για να μας προσελκύσει στον ποιητικό της κόσμο. Αυτός ο κόσμος, δεν είναι μια δανεική φωλιά, όπως αυτές που κατοικούν τα χελιδόνια εποχής, αλλά είναι η φωλιά που έχτισε η ίδια. Η φωλιά που καταφεύγει ως ποιήτρια. Τα φερτά υλικά για την κατασκευή της φωλιάς, είναι οι εμπειρίες και τα βιώματα της, ενώ το χτίσιμο είναι και η ίδια η τέχνη της γραφής, η ποίηση.

Στα ποιήματα της Μπουρμά συγκατοικεί το παιδί και της προσφέρει απλόχερα τις λέξεις, από τις πρώτες εικόνες. Το παιχνίδι με τις λέξεις είναι το παιδί μέσα της και μας προϊδεάζει για την εξέλιξη και την πορεία της γραφής.

Η συλλογή παρουσιάζει ένα ενιαίο έργο με άτιτλα ποιήματα . Στην δική μου ανάγνωση βρίσκω μια ομάδα με ποιήματα που ολοκληρώνονται λειτουργικά στη σελίδα 16.

Εκεί τελειώνει κατά τη γνώμη μου το πρώτο και αδιόρατο Α’μέρος της συλλογής και ξεκινά το δεύτερο μέρος με το moto :

Εσύ, της ζωής σχοινοβάτης. Εσύ, ο δημιουργός της και το τραύμα»

Το τραύμα-ανοιχτή πληγή, οι χρόνοι της εμπειρίας, η φιλοσοφική προσέγγιση στη σύγχρονη ζωή, ο ψυχισμός κ φυσικά, ο επόμενος χορός που φανερώνει τον έρωτα και φυσικά ο θάνατος, είναι οι θεματικές που απασχολούν την ποιήτρια ως το τέλος του βιβλίου.

Ειδικότερα για τον θάνατο η ποιήτρια τον χαρτογραφεί ως μια αυτό-εξόντωση. Γράφει η ποιήτρια σελ 31 : “Δυο εαυτούς στην πλάτη κουβαλώ. Σκοτώνω τον έναν»

(Θύμα και θύτης μαζί.) Είναι αυτή η τέχνη της αναίμακτης παραφυάδας; Είναι οι μικροί θάνατοι στον έρωτα νησιά που αναδύονται; Υπάρχουν εκχυμώσεις στο σώμα; Υπάρχει διέξοδος;

Δείτε στη σελίδα 36 μια ποιητική σύνθεση όπου το σώμα είναι ανήμπορο, νεκροζώντανο και σχεδιάζει την «απόδραση» σ’ ένα απόλυτα θεατρικό σκηνικό, θυμίζοντας μας την ταινία Ριτα Χειγουορθ Τελευταία έξοδος» Με έναν διαφορετικό τρόπο, σε αυτό το ποίημα η έξοδος θα γίνει μέσα από τον καθρέπτη και όχι από την αφίσα.

Ο Καθρέπτης είναι για την ποιήτρια, ένα διπλό σύμβολο. Σε πρώτη ανάγνωση είναι το μέσο διαφυγής από την πραγματικότητα. Το ίδιο σύμβολο λειτουργεί, άλλοτε παρηγορητικά και άλλοτε ως η τελευταία έξοδος.

Το έργο της Μπουρμα στην έκθεσή του, έχει μια κίνηση και μια πορεία από τα αριστερά προς τα δεξιά των σελίδων. Εκεί το Σώμα αισθάνεται ή θυμάται στα πεζοποιήματα και στην απέναντι σελίδα, το ίδιο το Σώμα, ανατροφοδοτείται, δραστηριοποιείται, προτείνει λύσεις, συμμετέχει ενεργά σε όλα στα ποιήματα.

Είμαι σίγουρο ότι στην πρώτη ανάγνωση, θα παρατηρήσετε, την εναλλαγή από πεζόμορφα ποιήματα στις ζυγές σελίδες του βιβλίου 12,14,18 κλπ και ολιγόστιχα ποιήματα που τα παραθέτει στις σελίδες δεξιά. Τα πεζοποιήματα, έχουν τις λέξεις κλειδιά, τα σύμβολα και είναι η αρχική προσέγγιση που μας παραπέμπει στην απέναντι σελίδα οπού . Εκεί συναντάμε ποιήματα ρυθμικά που συνεργάζονται απόλυτα με αυτά της ποιητικής πρόζας καθώς αντλούν και μετουσιώνουν τα σύμβολα και τελικά γίνονται ένα μεγάλο Δελτα ποταμού. Αυτή την αίσθηση μου δίνουν τα ποιήματα – εκβολές, όπου τα φερτά υλικά, που στην περίπτωσή μας είναι τα βιώματα, χύνονται δροσερά σε ένα ποτάμι ποίημα και ταξιδεύουν ως το Δέλτα της κάθαρσης.

Σαν ένα και μόνο παράδειγμα (διαβάζω το ποίημα στην στη σελ 18) η ποιήτρια δανείζει και μετατρέπει τις λέξεις : ξυλοπόδαρα, σχοινοβάτης, θηριοδαμαστής, κλουβιά, κορδόνια και άλλα. Αυτές οι λέξεις, περνάνε ως «φερτά υλικά» για να χτιστεί το παρακάτω ποίημα σελ 19:

“Χόρεψε πάνω στο κενο/Φτιάξε από μόνος σου Θεό/Υστερα, στείλτον στον γρεμό/Παίξε μαζί του ανοιχτά/Κάνε σκοινί σου την κλωστή/βούτηξε μέσα στην πληγή”

Σαν αποτέλεσμα, τα φερτά υλικά της σελ 18, μένουν τελικά στην κοίτη και σχηματίζουν ένα ίζημα καθώς το ποίημα απελευθερώθηκε τις εκβολές του ποταμού. Στο νέο ποίημα αυτά τα υλικά γίνονται Σώμα ενεργό και ένας χορός ή γίνονται παιχνίδι και τόπος ερωτικής θυσίας και εξαγνισμού.

Η γραφή της εμπειρίας, η γραφή της «πρώτης και δεύτερης μαθητείας» όπως το καταθέτει η ποιήτρια και ταυτόχρονα η γυναίκα που την κατοικεί το παιδί και στην πορεία η σύγχρονη γυναίκα μας δίνει ένα λιτό και συνεπές λογοτεχνικό έργο με έντονες ποιητικές αρετές. Αναγνωρίζουμε μια ρεαλιστική γραφή, συμβολισμούς, υπερρεαλιστικά στοιχεία και αξιόλογες μεταφορές σε όλο το της έργο όπωςπ.χ στη Σελ 36 που γράφει: «Οι αριθμοί ζυγίζουν περισσότερο από τις λέξεις» και στο ίδιο ποίημα «Με δείχνεις μεγαλύτερη από τα αντικείμενα του δωματίου …Μεγαλύτερη από τις μνήμες μου».

Η Μπουρμα αποτυπώνει με αξιώσεις τις εμπειρίες και τα βιώματα και θα συμφωνήσω με τον Αντώνη Χαριστό για τον χαρακτηρισμό: σωματοποιημένη ποίηση. Η Μπουρμά μπορεί να είναι η ποιήτρια που θα εκφράσει με την δική της φωνή την γενιά της, ανάμεσα σε άλλες πολύ αξιόλογες ποιήτριες, αξιοποιεί όλα της τα χαρίσματα και έχει ενδιαφέρων το πως τη συντροφεύει στη γραφή της νοσταλγικά το παιδί, και πώς ερμηνεύει άλλοτε το παρόν με υλικά του παρελθόντος, κι άλλοτε ανατρέχοντας στα μαγικά τοπία της παιδικής ηλικίας, αναζητώντας τις γέφυρες του παρελθόντος που συνδέουν αυτή την Εδέμ με τα άγονα τοπία και τη ματαιότητες της καθημερινής μας ζωής.

Για Το Νησί που ψάχνει χάρτη και την Μαρία Μπουρμά θα έλεγα πως: Το ίδιο το ταξίδι μετράει.

.

ΜΑΡΙΑ ΛΙΑΚΟΥ

FRACTAL 20/07/2022

Αφού δεν σώζεται το σώμα, ας σωθεί η μνήμη

Μια ποιητική συλλογή αφιερωμένη «στις ματαιώσεις». Αποτελείται από μικρά σε έκταση ποιήματα που συνομιλούν με την θέαση της ζωής μέσα από μια ρωγμή- θα έλεγα. Μια «αυτοβιογραφική ποίηση» που με λίγες λέξεις απαντά στις ανθρώπινες συνθήκες και δημιουργεί νέες σκέψεις και διασυνδέσεις στον αναγνώστη.

Εσύ, της ζωής σχοινοβάτης.
Εσύ, ο δημιουργός της και το τραύμα.

………………………..

Δυο εαυτούς
στην πλάτη κουβαλώ.
Σε κουτιά κλείνω το θυμό.
Λες κι η ζωή δε μου ‘χει μάθει
Ν’ αφήνω πάντα αυτό που αποκτώ.

(Ο άλλος εαυτός πάντα σε αναμονή)

Η Μαρία Μπουρμά αναζητά στις προσωπικές εσοχές της, καταστάσεις που «σημαδεύουν» και γίνονται ποίηση με την γραφή της.

«…Αφού δεν σώζεται το σώμα, ας σωθεί η μνήμη» (σελ.41)

Μια ποίηση που δεν καταναλώνεται σε αναμνήσεις αλλά χαρτογραφεί με επιτυχία πτυχές της. Γιατί η ματαίωση γίνεται συχνά εφαλτήριο για να μετατραπεί σε δύναμη και προσωπική γνώση. Οι γκρίζες ζώνες μας, μας οδηγούν σε αναβάθμιση εαυτού. Αυτό το προσωπικό υλικό των ματαιώσεων η Μαρία Μπουρμά το κάνει ποιητικό έργο.

Ως παρατηρητής ζωής «….Μάτια περισκοπικά μέλι στάζουν…» η Μαρία Μπουρμά ανασυνθέτει στιγμές. Πιάνει το νήμα της ζωής ακόμα και όταν οι καταστάσεις δεν καταπίνονται εύκολα.

«Σκύβω να πιάσω την κλωστή μα είναι κομμένη» (σελ.28)

Μια άλλη ιστορία δημιουργεί με τον λιτό λόγο της και η μύχια αποτύπωση του αποτελεί νέο δημιουργικό υλικό. Αναρωτιέται

«…..Θα περιμένει; Θα τελειώσει; Θα ξαναρχίσει;»

Στα ποιήματα της υπάρχει η βύθιση και η λύτρωση.

«Τη μία σε βυθίζουν,

την άλλη συνθλίβουν

Ναυαγός (σελ. 21)

Πετυχημένος κατά την γνώμη μου και ο τίτλος της συλλογής.

Υπάρχουν βαθιές ψυχολογικές αναφορές και ένας ανοιχτός διάλογος με τον αναγνώστη χωρίς να απουσιάζει και το στοιχείο της εξομολόγησης θα έλεγα.

Ο τόπος της Μαρία Μπουρμά αιωρείται, αν και υπάρχει αναφορά σε ένα ποίημα της:

Παράξενο κολλάζ
η πολυκατοικία απέναντι.
Το ένα μάτι της
πόρτα ανοιχτή,
η άλλη κλειστή
Παρατηρώ εξ αποστάσεως.
Για να ανοίξω
κάποια μέρα

το παράθυρο μέσα μου.(σελ.25)

Ουσιαστικά όμως στεκόμαστε όσο διαβάζουμε την συλλογή στο εσώ-τοπο της και λιγότερο στην διερεύνηση του γεωγραφικού χώρου (πόλη-περιφέρεια).

Αποτελεί σίγουρα ευχάριστη έκπληξη με αυτή την πρώτη ποιητική της συλλογή. Κατορθώνει τα δύσκολα συναισθήματα του φόβου, του πόνου, αλλά και καταστάσεις ζωής να τις αποδίδει με λίγες λέξεις στο χαρτί με επιτυχία. Τίποτα επιφανειακό στην γραφή της αλλά κάτι «βαθύ» που ο αναγνώστης καλείται να το ανακαλύψει.

Κάθε νύχτα επίμονα έρχεται. Ιστούς μπλέκει στα μάτια μου. Αν κουνηθώ, μου δένει τ’ ακροδάχτυλα. Αν φωνάξω, μου σφραγίζει το στόμα, Μέσ’ από την καλειδοσκοπική της όραση ασπρόμαυρες σκηνές ζωής με άλλα «ίσως».

.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Στο Συγγραφικό Στέκι ο Βαγγέλης Ιωσηφίδης φιλοξένησε τη Μαρία Μπουρμά που μιλάει για τη νέα της ποιητική συλλογή και για την ποίηση γενικότερα.

1 σκέψη για το “ΜΑΡΙΑ ΜΠΟΥΡΜΑ”

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.