ΖΩΖΗ ΖΩΓΡΑΦΙΔΟΥ

ZOZI

Η Ζώζη Ζωγραφίδου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1962. Σπούδασε ιταλική φιλολογία και βιβλιο­θηκονομία. Είναι καθηγήτρια Ιστορίας Ιταλικής λογοτεχνίας και λογοτεχνικής μετάφρασης στο Τμήμα Ιταλικής Γλώσσας και Φιλο­λογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Μελέτες της για την ελληνική τύχη Ιταλών συγγραφέων έχουν δημοσιευτεί σε επιστη­μονικά περιοδικά και αυτοτελώς από ελληνικούς και ξένους εκδοτικούς οίκους, ενδεικτικά: Η παρουσία της ιτα­λικής λογοτεχνίας στην Ελλάδα (Παρατηρητής, Θεσ­σαλονίκη 1999), Voci italiane in Grecia (Ιταλικές φωνές στην Ελλάδα· Aracne, Ρώμη 2013). Είναι συνεπιμελήτρια των ποιητικών ανθολογιών που απoτελούν τους καταλόγους των ομώνυμων εκθέ­σεων φωτογραφίας: Viaggio in un’Italia senza tempo (Ταξίδι σε μια Ιταλία δίχως χρόνο· 1η έκδ. Pictografia, Murcia 2011 – 2η έκδ. Aracne, Ρώμη 2015, Βραβείο λογοτεχνίας “Ninfa Galatea”, Acica­stello 2011) και Porte e finestre d’Italia: immagini e poesie (Πόρτες και παράθυρα της Ιταλίας: εικόνες και ποιήματα· Aracne, Ρώμη 2015). Έχει μετα­φράσει έργα κλασικής και σύγχρονης ιταλικής λογοτεχνίας. Από τον Πρόεδρο της Ιταλικής Δημοκρατίας της απονεμήθηκε το παράσημο του Ιππότη του τάγματος του Αστέρα της Ιταλίας για την προσφορά της στα ιταλικά γράμματα και τον πολιτισμό και είναι Eπίτιμος Πρόεδρος της Società Dante Alighieri.

Έχει εκδώσει στην Ιταλία την ποιητική της συλλογή Parole Notturne (Νυχτερινά λόγια· Circolo Culturale Menocchio, Friuli 2016) που τιμήθηκε με το Βραβείο ποίη­σης “Gorgone d’oro” στη Σικελία (Gela 2017). Ποιή­ματά της έχουν μεταφραστεί στα ιταλικά και στα ισπανικά και έχουν δημοσιευτεί σε ηλεκτρονικά περιοδικά και ανθολογίες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Στην Ισπανία εκδόθηκε από τον εκδοτικό οίκο Padilla Libros Editores & Libreros η δίγλωσση συλλογή ποιημάτων της 17+1 Poemas / 17+1 Ποιήματα (μετάφραση στα ισπανικά των 17 ποιημάτων από τον José Antonio Moreno Jurado, Sevilla 2019)

ΠΟΙΗΜΑΤΑ 

Μετάφραση: Χοσέ Αντόνιο Μορένο Χουράδο
Traducción: José Antonio Moreno Jurado

Το κόκκινο τετράδιο

Το αγάπησα το κόκκινο τετράδιο.
Ανακαλεί χαρούμενες φωνές παιδιών
που γέμιζαν τον κήπο του μουσείου.

Moυ ηχούν ακόμα σαν γιορτή,
όταν ψάχνω στο σήμερα
του χτες απρόσμενη αγάπη…

Το αγάπησα το κόκκινο τετράδιο.
Κρυψώνας γαλάζιων, γκρίζων λέξεων
της νύχτας σκέψεις σκοτεινές.

Πιστός φίλος προσμένει τη βραδιά
να ακούσει λόγια, προσευχές.
Πέφτει το φως σιωπηλά, η ελπίδα αργοπεθαίνει.

El cuaderno rojo

Amé al cuaderno rojo.
Evoca alegres voces de niños
que llenaban el jardín del museo.

Me suenan aún como una fiesta
cuando busco en el hoy
el amor inesperado del ayer…

Amé al cuaderno rojo.
Escondrijo de palabras azules, grises,
oscuros pensamientos de la noche

Fiel amigo, espera la tarde
para escuchar palabras, oraciones.
Cae la luz silenciosamente, la esperanza muere despacio.

 

Στεφάνι γιορτινό

Αν σε χάσω
θα σε ψάξω
στο κατώφλι μίας πόρτας
όπου ο χρόνος σταμάτησε
για να ανασάνει …

Με άνθη του αγρού
πλέκω στεφάνι γιορτινό
στο παράθυρο που πλημμυρίζει
από φως
στη σιωπή της μοναξιάς.

Corona festiva

Si te pierdo
te buscaré
en el umbral de una puerta,
en donde el tiempo se detuvo
a respirar…

Con flores del campo
tejo una corona festiva
que en la ventana se inunda
de luz
en el silencio de la soledad.

 

Μερικές φορές

Μερικές φορές
φωτογραφίζω πάλι
με τη μνήμη
-σιωπηλά-
εικόνες
που μοιάζουν μακρινές
θαμμένες στο σκοτάδι.
Φέγγει μπροστά μου
ζωντανή,
η μορφή
του δικού σου μυστηρίου.
Χλωμό φεγγάρι,
άσπιλο λευκό
το γιασεμί στο φράχτη.

Algunas veces

Algunas veces
vuelvo a fotografiar
con la memoria
-en silencio-
imágenes
que parecen lejanas
enterradas en la oscuridad.
Resplandece ante mí,
viva,
la forma
de tu propio misterio.
Pálida luna,
blanco inmaculado
el jazmín en el seto.

 

Είσαι παρών

Δεν έχω ανάγκη από συναθροίσεις
χριστουγεννιάτικα φωτάκια
από γιορτές
από κρασί
από άχρηστες κουβέντες
πολυτελή στολίδια
ανθισμένους κήπους
λαμπερά αστέρια.

Είσαι ανάμεσα στις σελίδες του βιβλίου.
Ένα σύννεφο.
Μια ουτοπία.
Ένα όνειρο.
Ανατριχίλα στο κορμί.
Είσαι παρών.

Estás presente

No tengo necesidad de que reúnas
navideñas lucecitas
de fiestas
de vino
de conversaciones innecesarias
caros adornos
jardines en flor
brillantes estrellas.

Estás entre las páginas del libro.
Una nube.
Una utopía.
Un sueño.
Escalofrío en el cuerpo.
Estás presente.

Eίμαστε σκιές

Eίμαστε σκιές
εις αναζήτησιν φωτός.

Χαμόγελα,
λέξεις,
ευχές
ο κόσμος όλος.

Είμαστε σκιές
εις αναζήτησιν φωτός.

Η μοίρα μας
στη βούληση του ήλιου.
Ανάσα
η αύρα μιας θάλασσας

που άγει τη ζωή
πέρα από το χρόνο.

Somos sombras

Somos sombras
a la búsqueda de luz.

Sonrisas,
palabras,
deseos
todo el mundo.

Somos sombras
a la búsqueda de la luz.

Nuestro destino
está en la voluntad del sol.
Respiración
o brisa de un mar

que conduce a la vida
más allá del tiempo.

Πόρτες κλειστές

Δρασκέλισα πόρτες κλειστές
καλυμμένες με μούσκλια, βουκαμβίλιες.
Πίσω από παράθυρα θαμπά
σφράγισαν τα χαμόγελα παιδιών,
νεκρών, αφανισμένων.

Ο θάνατος τριγύρω καρτερά.
Έσβησε η ελπίδα από τη μνήμη.
Οι ποιητές
τα λόγια της σιωπής μοιρολογούν.
Φτερά έχουν ζωγραφίσει.
Ελευθερία της ψυχής.

Στο βάθος του δρόμου,
σε αναζητώ.
Σαν οπτασία αναμένεις.
Ανάσα της ζωής που φεύγει.

Puertas cerradas

Salté puertas cerradas,
cubiertas de musgo, bugambillas.
Tras ventanas empañadas
quedaron selladas sonrisas de niños,
de muertos, de dasaparecidos.

La muerte aguarda por los alrededores.
La esperanza de la memoria se apagó.
Los poetas
lamentan las palabras del silencio.
Han pintado alas.
Libertad del alma.

Al fondo de la calle,
te busco.
Aguardas como una vision.
Respiración de la vida que se va.

Oι καμπάνες του Καθεδρικού ναού

Ξύπνησα με τις καμπάνες εκκλησιάς.
Σε νοιώθω δίπλα μου, χαμόγελο σκορπάς.
«Ακούς τις καμπάνες του Καθεδρικού ναού
που ηχούν τραγούδι χαρωπό, γιορτής χαρά?»

Μηνύματα από μακριά. Ηχώ του χτες.
Εικόνα ζωντανή, με χρώματα, ελπίδες και ευχές.
Λόγια από άλλο όνειρο, θαμμένο.

Όταν το σφύριγμα χελιδονιών έμοιαζε τραγούδι παιδικό
και η ζωή πρόσφερε τα τριαντάφυλλά της με αφθονία …
«Καλή Κυριακή, αγάπη μακρινή, όπου κι αν είσαι.
Ίσως ο ήλιος ο απατηλός θα λάμψει σήμερα πιο δυνατός».

Las campanas del templo catedralicio

Me desperté con las campanas de la iglesia.
Te siento a mi lado, esparces sonrisas.
“¿Escuchas las campanas del templo catedralicio
que suenan a alegre canción, a alegría de fiesta?”

Mensajes desde lejos. Eco del ayer.
Imagen viva, con colores, esperanzas y deseos.
Palabras de otro sueño, enterrado.

Cuando el silbo de las golondrinas parecía canción infantil
y la vida regalaba sus rosas con abundancia…
“Buen domingo, amada lejana, dondequiera que estés.
Quizás brille hoy más fuerte el sol engañoso”.

Αστέρας διάττων

Είμαι φτιαγμένη
από χώμα.
Από πέτρα.
Από άμμο.
Από ύδωρ.
Από φωτιά
Από πόνο.
Συμπάθιο κι αγάπη.
Θα εκραγώ.
Στο σύμπαν
θα σβήνω.
Αστέρας διάττων.
Σαν αστραπή
που νυχτιά
θα φωτίζει.

Estrella fugaz

Estoy hecha
de tierra.
De piedra.
De arena.
De agua.
De luz.
De dolor.
De perdón y amor.
Explotaré.
En el universo
me apagaré.
Estrella fugaz.
Como relámpago
que durante la noche
iluminará.

Ξερά κλαδιά

Ξερά κλαδιά
του χειμώνα.
Η ζωή κρυμμένη
στον κορμό.

Σα χέρια
στραμμένα σε ουρανό
προσεύχονται
για το αιώνιο
της αγάπης.
Του Σύμπαντος.

Ramas secas

Ramas secas
del invierno.
La vida oculta
en el tronco.

Como manos
vueltas al cielo
rezan
por lo eterno
del amor.
Del Universo.

Στη Βία ντελ Κόρσο

Γέμισε σκονισμένα σύννεφα σήμερα
ο ουρανός
στη Βία ντελ Κόρσο.
Γκρίζα, μαβιά, μαύρα.
Σταμάτησαν σα θόλος θλιβερός.
Σα να’ χουν συνάθροιση
λυπητερή.
Θρηνούν, χτυπιούνται,
σπαρταρούν.
Παρασκευή απόγευμα.
Σταγόνες μιας βροχής
που καρτερά.
Θεριεύει της μπόρας το δάκρυ.
Χειμωνιάτικος θρήνος.
Σπαραγμός.
Ανάκληση μνήμης
ενός ταξιδευτή.
Εικόνες που τρεμοπαίζουν
ανασύρονται από τη μνήμη.
Ζωντανεύουν.
Μεθυσμένα τα λόγια,
στολίδια στα χείλη
σα να ‘ταν χτες.
Τα πάντα ανατρέπουν.

En la Via del Corso

Hoy se ha llenado de nubes polvorientas
el cielo
en la Via del Corso.
Grises, malvas, negros.
Se han detenido como triste bóveda.
Como si tuvieran una reunión
penosa.
Se lamentan, se golpean,
ríen a carcajadas.
Gotas de una lluvia
que amenaza.
Se enfurece la lágrima de la tormenta.
Lamento invernal.
Desgarramiento.
Evocación de la memoria
de un viajero.
Imágenes que juegan temblorosas
se alzan del recuerdo.
Reviven.
Palabras embriagadas,
adornos en los labios
como si fuese ayer.
Todo se trastorna.

ΠΗΓΗ: ΕΡΑΤΩ :  http://eratopoesiaars.blogspot.com/2018/12/oi-zografidu-10-poemas.html

ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΝ. ΛΥΜΠΕΡΗ

1-ΚΥΡΙΑΚΗ 2

Η Κυριακή Αν. Λυμπέρη γεννήθηκε και ζει στη Χαλκίδα. Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί στα λογοτεχνικά περιοδικά Τα Ποιητικά, Το Φρέαρ, Οροπέδιο, Δέκατα, Μανιφέστο, Θευθ, Πόρφυρας, Το Κοράλλι, Δίοδος, καθώς και στα ηλεκτρονικά περιοδικά poeticanet, frear. gr και άλλα.
Κριτικά της σημειώματα για ποιητικά και άλλα βιβλία έχουν δημοσιευτεί στο περιοδικό Απόπλους, στο περιοδικό Θευθ, στη στήλη «Αναγνώσεις» της Κυριακάτικης Αυγής και στα ηλεκτρονικά περιοδικά  frear. gr και bookpress. Είναι μέλος του Κύκλου Ποιητών Αθηνών.
Μέχρι τώρα έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές:

«Κοιτούσα μέσα στο ποτήρι», Χαλκίδα 2009.
«Εμαυτού», Χαλκίδα 2010.
«Το κάλλος και το τραύμα», εκδ. Γαβριηλίδη, Αθήνα 2012.
«Ζητήματα ύψους», εκδ. Τυπωθήτω, Αθήνα 2015.
«Ορμητικοί φθόγγοι ως το χάνομαι» Οί Εκδόσεις των Φίλων (2017)
«Το ωραίο το φτιάχνεις»Οί Εκδόσεις των Φίλων (2019)

Συμμετοχή σέ συλλογικά έργα:

«Τα ποιήματα του 2015» – Κοινωνία των Δεκάτων,
«Τα ποιήματα του 17» Κοινωνία των Δεκάτων,
«Το παιδί στην Ποίηση» – Κύκλος Ποιητών 2018.

βιβλια57

βιβλια58

ΤΟ ΩΡΑΙΟ TO ΦΤΙΑΧΝΕΙΣ (2019)

ΤΟ ΩΡΑΙΟ TO ΦΤΙΑΧΝΕΙΣ

Είναι που ήθελα να είμαι με τους καλύτερους.
Κι έτσι κάποτε παρέδωσα
στο νοτιά τα μυστικά μου ανοίγματα
ακόμα η πνοή του περισσεύει στο στόμα μου
όμως κάθε ωραίο κάποτε τελειώνει.
Το ωραίο το φτιάχνεις, δεν υπάρχει από μόνο του·
μου έλεγε η εσωτερική αδελφή μου.
Ό,τι έχασες μπορείς να το ξανακερδίσεις·
ό,τι σου πήραν, σπείρε να φυτρώσει καινούριο.
Λοιπόν τον κήπο τώρα να καλλιεργήσω
να φύγουν τ’ αγριόχορτα
και να κοπούνε όλα τα ξερά, ανάμεσα
σε σάπιους σπόρους άνοιξη να μελετάω.
Κι ίσως η αιωνιότητα μου κάνει χάρη
ίσως ο Άδης να με λυπηθεί
μπορεί κι ο νοτιάς να καταθέσει
στο τέλος παράσημα στις πατούσες μου.

ΑΣΤΕΓΕΣ ΝΥΧΤΕΣ

Με άδεια μάτια στους δρόμους περιφέρεται
σε κάποιο παγκάκι
το πολύ πολύ να εμπιστευτεί τη λύπη.
’Άστεγες νύχτες, δίχως άστρα
μόνο ερωτηματικά
όπως, πού θα σε βρω επί τέλους
μήπως δεν έχεις καρδιά
μικρέ μου πρίγκηπα και τα τέτοια.
Δε σώνεται το πάθος εύκολα
αν θέλει το όνομά του να δικαιολογήσει.
Σταγόνα σταγόνα μόνο κυλάει
στις πλάκες αλμυρό και η γη από κάτω
ανακλαδίζεται κι ετοιμάζει τούς σπόρους της.

ΠΑΡ-ΕΞΗΓΗΣΕΙΣ

Αν το όνομα Πάρις περικλείει μιαν επιθυμία
ή ένα πλεούμενο για να σαλπάρεις
δεν θα το μάθετε ποτέ, αφού
δουλειά της Ποίησης δεν είναι να κάνει ανακοινώσεις
ούτε έχει σημασία αν η έμπνευση σε βρίσκει περπατώντας
ή όταν καθαρίζεις αμπελοφάσουλα.
Ούτε οι ακριβοί κοντυλοφόροι
σημαίνουν πάντα επιδέξιους γραφιάδες
και γενικώς όλα τα γνωστά
προϋποθέσεις, προθέσεις και ευγενείς φιλοδοξίες
είναι ζήτημα δευτερολέπτων να βρεθούν
στα σκουπίδια της πιο αριστοκρατικής γειτονιάς.
Το πιο πιθανόν είναι κι η Ελένη να βαριέται αφόρητα
να δραπετεύει συνέχεια για να μη μας συναντήσει
ανάγκη άλλωστε καμιά δεν έχει
-τόση σπατάλη ομορφιάς εκείνη!—
Τροίες κι Αιγύπτους αλωνίζει αναιδώς
είδωλο είναι, ό,τι θέλει κάνει
σύζυγοι προδομένοι κι εραστές, όλα εξ αρχής δικά της.
Αν το όνομα Πάρις σημαίνει
μια έλλειψη ή ένα περίσσευμα
δε θα το μάθετε ποτέ, αφού
οι αμφιβολίες δεν ικανοποιούνται με υποθέσεις
οι έρωτες δεν κερδίζονται με παρακάλια
τα άστρα δε συμπαρίστανται στους αγώνες μας, καθώς
στα μπαλκόνια τους ανεβαίνουμε
απλώς για να κοιτάξουμε καλύτερα κάτω.

ΑΦΟΡΜΗ ΓΙΑ ΠΟΙΗΜΑ

Και ο τρόπος που με κοιτούν τα μάτια σου
αφορμή για ποίημα. Σωτηρία όμως υπάρχει;
Βάστα με να σκαρφαλώσουμε στον ίλιγγο
ψίθυροι νερών, βατόμουρα για χείλη, να!
Με τα όνειρα από το χάος θα δραπετεύσουμε.
Ένα πουλί δείχνει το δρόμο και κάτω
στα παγκάκια άνεργοι, στις πλατείες ζητιάνοι
στους δρόμους μαθήτριες με βιβλία και τακούνια.
Μαστροποί απολαμβάνουν το τσιγάρο τους
των αχρήστων οι πλασιέ κουράζουν τα πόδια τους
μες στους κάδους η ζωή μας πεταμένη σαπίζει
πιο πολύ κάθε που απεργούν οι οδοκαθαριστές.
Κάποιοι ταΐζουν περιστέρια όμως.
Λες η αθωότητα ν’ ανθίζει ακόμα πουθενά;
Τα βρέφη δύσκολα ανασαίνουν στις θερμοκοιτίδες
την ώρα που οι δαίμονες χωρίς ντροπή
στις ταράτσες παίζουν στα ζάρια την ελπίδα.

ΚΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΓΕΛΟΥΣΕ

Στους νεκρούς στο Μάτι

Σ’ ένα φλογισμένο κλαδί καθόταν
αυτή τη φορά
ο πρίγκηπας του θανάτου.
Α, τί άπληστος!
Με μια του κίνηση
στροβίλιζε τίς ψυχές μες στη φωτιά
και γέμιζε το δάσος το άγριο γέλιο του.
Σάρκα μου, καμένη σάρκα μου
σε ποια άνθη, σε ποια πουλιά
να στραγγίζω τώρα τίς καθημερινές μου λύπες;
Από ποιες εξαίσιες λάμψεις
του ήλιου όταν χορεύει
ανάμεσα στα φυλλώματα
να κλέβω φως
των ματιών μου το θάμβος να περιορίζω;
Από ποιους εύρωστους κορμούς
ποιες φλούδες αρωματικές
ν’ αποστάζω τα ρήματά μου;
Σάρκα μου, μαύρη καμένη σάρκα μου
διαιρεμένη σ’ ογδόντα κορμιά
θυμίαμα πού προσβάλλεις τον ουρανό
πώς να σε ξανασυναντήσω αθώα;

ΚΙ ΑΛΛΗ ΜΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ΟΠΩΣ ΦΑΙΝΕΤΑΙ

Δεν αμφιβάλλω, θ’ απαντήσεις.
Θ’ ακούσω: μάλλον, μπορεί, πιθανόν.
Ο δαίμονας κρατάει το μολύβι σου.
Ο δαίμονας σου οδηγεί το χέρι.
Και έτσι, όπως τα βεγγαλικά
για το καλό του νέου χρόνου
θα σκίζουν ουρανούς και σύμπαντα
οι ώρες μου θα πέφτουν στο πηγάδι σου
θα γεύομαι άβυσσο στη γλώσσα.
Αχ, φωνήεντα μου παραπονεμένα
παράταση πνιγμού θα εκτελώ·
προς το βυθό του μέλλοντος μου
ο λαίμαργος αφέντης μου
νομίζω με τραβάει και φέτος.

ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ

Όσοι εδώ μέσα πνίγηκαν
καμιά φορά βγαίνουν στον αφρό.
Ένας άντρας πού έλεγε πώς ξέρει
όλα τα μυστικά περάσματα τ’ ουρανού
μάλλον δεν πρόσεξε
κάηκε στα τσιγάρα της νύχτας.
Να θυμηθώ τα δάχτυλά του·
φωσφόρισαν μια στιγμή τελευταία
όταν δοκίμαζε το σημείο τής προσευχής
σε μια θεότητα με δυο κεφάλια κι ένα κορμί.
Ύστερα πάλι η απέραντη υγρασία
της λάσπης πού δε γνωρίζει
να φτιάχνει μορφές που αντέχουν
τη στερεότητα της αγάπης.
Φτύνεις και φτύνεις στομάχι από μέθη
τη δυσκολία να υπάρχεις
σαν ίσος προς ίσον
κι ο σκανταλιάρης ο χρόνος που απεχθάνεται
αναμονές και σωσίβια
φιλότιμα σε βυθίζει
πάλι και πάλι στο σημείο μηδέν!

ΜΑΤΑΙΗ ΓΗ

Ο έρως τρέχει στο ουδέν
πιο γρήγορα από το φως.
Κυματάκια της λήθης γλείφουν τα πλευρά σου
στα χέρια
κτερίσματα από τη θάλασσα της σιωπής.
Σε χάνω τώρα·
θα σε ονομάσω
βαθιάς έλλειψης πηγή.
Α, δέστε πώς
στην άκρη του νου
πατάει το κορμί
ανθίζει η τρέλα τ’ άπληστα μπουμπούκια της!
Γκρεμούς του χάους ακουμπά
από την άλλη
μήπως να ξέρεις να χάνεις είναι σοφία;
Ο έρως τρέχει στο ουδέν.
Σημαίνει τότε
στο άρμα των δακρύων του
τα μάτια έχουν στερέψει.

ΤΟ ΠΕΝΘΟΣ ΤΑΙΡΙΑΖΕΙ ΣΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ

Ποιος ουρανός δανείστηκε το σώμα σου;
Θα έλειπα εγώ.
Και πέφτουν σαστισμένοι άγγελοι
σκοντάφτοντας σε περιοδεύοντα φεγγάρια.
Α, γυμνόποδη σε ξαναβρίσκω
ανυπεράσπιστη
το πένθος λες και μου ταιριάζει·
η κλίνη μου, η κλίση μου
τραντάζεται
από την ανορθογραφία των ερώτων.
Θα μείνω όμως λέω γυναίκα αμετανόητη
τα ξέπλεκα μαλλιά μου θα δωρίζω στους ανέμους
και στα ξεθωριασμένα μου φορέματα
στα βάθη των ωρών
θα γράφω με φιλιά την άβυσσο.

ΟΡΜΗΤΙΚΟΙ ΟΙ ΦΘΟΓΓΟΙ ΩΣ ΤΟ ΧΑΝΟΜΑΙ (2017)

ΔΗΘΕΝ ΔΙΚΗ MOΥ

Ά, γλώσσα άτιμη Ιερόδουλη
-για να το πω κομψά-
πως ξέρεις να μοιράζεσαι σε όλους
εδώ κι εκεί και σ’ οποίον να ’ναι
και τα «πολλών ανθρώπων λόγια σου»
μ’ ακολουθούν αδιάκοπα
απ’ την κουζίνα στο κρεβάτι!
Ατμίζεις, κυλιέσαι πρώτα μέσα στα κατσαρολικά
και φαγητά για το χατήρι σου θυσίασα
υστέρα στη βιβλιοθήκη για καφέ
και το βράδυ
δήθεν δική μου, δήθεν δωρεάν
να που με ταχταρίζουν στα σεντόνια
ορμητικοί οι φθόγγοι σου ως το χάνομαι.
Χτυπάνε μες στα δόντια μου
ταμπούρλο τα φωνήεντα σου
να μην τελειώνει η μουσική
καλέ τί ωραία που εξασκούμαι
στα ανείπωτα!
Όμως σαν οι πολλοί είναι κοντά μου
αλλά λείπει ο ένας
γλώσσα αυτό πώς ονομάζεται;
Και άραγε, γιατί δεν βρίσκω λέξεις να το πω
τόσο σοφή -ως τώρα- που έγινα κλέβοντας;
Και πώς ακόμα επιμένει η μοναξιά
-άλλη τρόμου αγαπητικιά κι αυτή!-
πίστη στο μαξιλάρι μου να ορκίζεται;

ΜΑΘΑΙΝΕΙΣ ΝΥΧΤΑ

’Από την τρύπα μιας βελόνας
εννοείς να περνάς τα εκατομμύρια των Άστρων
χειρονομίες, βλέμματα, συνομιλίες
αναμνήσεις μιας αγάπης
που έφυγε χωρίς επιστροφή.
Δεν ωφελεί το χάδι στα μαλλιά τώρα
η απουσία σφραγίδα στο δέρμα
μαθαίνεις νύχτα, μοναξιά αποστηθίζεις
σε ξένα σώματα ξεφορτώνεις το κενό.
Σε όλους τους δρόμους μες στην πόλη
μια πληγωμένη λέαινα βρυχάται
-η καρδιά- και δε λέει να ξαποστάσει
γυμνή αναδύεται στις γωνίες η θλίψη
σε καπνιστήρια, φαρμακεία, παγκάκια
το τελευταίο νόμισμα της ημέρας
στο ζητιάνο πού ντρέπεται λιγότερο
να δείξει την αδυναμία του στους περαστικούς.
Τί βάσανο οι λέξεις που δεν ειπώθηκαν
το αλάτι που δεν έγινε δάκρυα
ότι κανένας δεν περιμένει στο σπίτι είναι ψέμα.
Ένα μπουκάλι, ένα μαχαίρι, ένα γράμμα
με όλα αυτά μπορείς να ταξιδέψεις
να αποχαιρετίσεις μπορείς, διαλέγεις μόνο πώς
και το άλλο πρωί σκοτάδι θα είναι πάλι
σαν να μην πρόκειται να ξημερώσει ποτέ.

ΠΑΡΑΜΥΘΙΕΣ

Ότι οι δράκοι του ύπνου είναι καλοκάγαθοι
παίζουν τη βάρβιτο στα νύχια κι ημερεύουν
κι ας λαχταράει η γλώσσα δέρμα ζωντανό
τόσο πολύ
με μουσική ότι ενώνεται το αίμα
καλώδια κύτταρα ηλεκτρισμένα
να χορεύουν στον αγέρα
κι η γη να είναι μια σταλιά
βόλος στα δάχτυλα να παίζω
περίπατο σε άγρια να κάνω μονοπάτια
του λύκου τα δόντια να μην τα φοβηθώ
τόσο πολύ
ότι φυτρώνει πόδια η γοργόνα
ότι ξυπνάει με το φιλί η κοιμωμένη
ότι στ’ αλήθεια κάποια μέρα θα βρεθούμε
τόσο πολύ
τόσο πολύ ήθελα ν’ απατηθώ

ΤΗΣ ΜΥΓΑΣ

Με βάζεις στο κέντρο της οθόνης
με μελετάς σαν μύγα νοιώθω.
Σε πόσες διαστάσεις βλέπω
οι οφθαλμοί αν είναι στερεοσκοπικοί
πώς το κορμί μου σπάζει
πώς στριφογυρίζει
υπάκουα, αρθρωτά τα ποδιά αν έχω
αν τα φτεράκια στην εντέλεια λειτουργούν
για να πετάω γύρω από τα ίδια
με μια βουή σαν κλάμα.
Το ενδιαφέρον σου όμως μόνο
περιέργεια φυσιοδίφη.
Μα την ψυχή της μύγας ποιος θα την νοιαστεί;
Τα όνειρα στο μαλακό κεφάλι της
με μια κίνηση γίνονται λιώμα
πάει η μύγα
τώρα πολτός απλώνεται η ζωή της.

ΣΤΑ ΑΚΡΑ

Βλέπετε, είμαι γυναίκα
δε μου επιτρέπεται
σαν καθώς πρέπει, λεπτεπίλεπτη κι ευγενική
να μεθύσω, να φωνάξω, να βγω στους δρόμους
στα άκρα κάπως για το ποίημα
να φτάσω βρε παιδί μου.
Συνθήματα να γράφω δε μου πάει
βόμβες δε μ’ εμπιστεύεται κανείς
και δε μ’ αφήνει η αιδώς
τη γύμνια μου να περιφέρω
ψυχή εκτεθειμένη τόσο
τι χρειάζεται του σώματος τις μαγγανείες;
Όμως, αν πρόκειται για πυρκαγιές
ά, τότε μια χαρά μπορώ
την καρδιά σας να κάψω στο λεπτό
μ’ ένα φιτίλι ρήμα τόσο δα από
την πυριτιδαποθήκη της γλώσσας.

Η ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

Ήταν μια παράσταση απλώς θα μου πεις.
Φωτισμένη νύχτα
κλωστές να κινούν τα παράλυτα μέλη μας
επιθυμίες ενισχυμένες με κονιάκ
σαν ψέματα, όλα σαν ψέματα.
Και ποιος να διεύθυνε το έργο από ψηλά
ποιος σκηνοθέτης σχεδίαζε σκηνές
ποιος για τη χαρά οικονομούσε σταγόνες
ποιος στον κίνδυνο έσπρωχνε με φόρα
ποιος στα παθήματα
γελούσε κάτω απ’ τα μουστάκια του;
Όταν χάραξε
τα σώματα ξάπλωναν στο πανί
έχοντας εξαντλήσει τις δυνατότητές τους
τις κινήσεις που προβλέπονταν όλες
όλες τις γκριμάτσες που τους επιβλήθηκαν.
Έμοιαζαν κούκλες τσαλακωμένες -γιατί;
ας υπήρχε τουλάχιστον μια δικαιολογία !-
τέλειωσε, τέλειωσε η γιορτή λοιπόν
ξανά στα κουτιά τα σύνεργα
και μη το μέλλον μας
θ’ ασχοληθούν με ζήλο τα ποντίκια.

ΣΟΥ ΘΥΜΩΝΩ

Σου θυμώνω γιατί έχεις αυτά που εγώ δεν έχω
γιατί ξέρεις ποιο πλήκτρο να πατήσεις
για να ορμήσει στο δωμάτιο η συγκεκριμένη νότα
γιατί ξέρεις να στέλνεις
τη νότα στο αυτί που θέλεις
γιατί αυτό το αυτί
μπορείς να το κάνεις να γίνει και στόμα
που θα θέλει τώρα να λέει τα τραγούδια σου.
Σου θυμώνω γιατί θέλεις να σε τραγουδούν
ολοένα και περισσότερα στόματα.
να σε αγκαλιάζουν
όλο και περισσότερα χέρια
γιατί δε σου αρκεί μια αγάπη
γιατί οι νύχτες σου είναι ήσυχες
όταν οι δικές μου τελειώνουν μέσα στο μαρτύριο.
Σου θυμώνω γιατί με παιδεύεις με αμφισημίες
γιατί έχεις επιχειρήματα.
γιατί αν σου έλεγα όλα αυτά
θα γελούσες απλώς ή θα μ’ έδιωχνες
αμέσως θα με αντικαθιστούσες αδίστακτα.
Σου θυμώνω γιατί κλέβεις τα λόγια μου
και φτιάχνεις ωραία μουσική.

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ

Κουράστηκα να είμαι τόσο δική σου
να κουνάς το δάχτυλο και να έρχομαι
οποιαδήποτε ώρα
σε οποιοδήποτε σημείο του κόσμου
με καράβια, τραίνα και γράμματα
κουράστηκα να έρχομαι.
Έτσι κι αλλιώς δεν πρόκειται να κατοικήσω
στο σπίτι αυτό που αιωρείται στον ουρανό
και ξεφεύγουν οι μουσικές από τα παράθυρα
και τρίζουν ολοένα μαγεμένα τα πατώματα
να μυρίζουμε το πρωί τον καφέ που αχνίζει
να πετούν τα δάχτυλά μας φωτιές
οι λέξεις να υπακούουν.
Κουράστηκα να είμαι τόσο δική σου
κι ωστόσο τόσο ανάμεσα, τόσο μεταξύ
ποτέ ολόκληρη εκεί
κι όμως παντού αλλού μισή.
Ναι, δε θέλω πια να είμαι τόσο δική σου
μα είδες; Πάλι νυχτώνει
και μόνο μες στο ποίημα
μπορούμε να κλάψουμε μαζί.

ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΥΨΟΥΣ (2015)

Η ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

Έχει στης μέρας το χαμόγελο στηρίξει
μία χελιδονοφωλιά του νου
όλη μέρα τιτιβίζει τις ευχές της,
διακονία κανονική στο αόρατο.
Έχει στα στήθη του ανάψει μια φωτιά,
φως τίμιο να γδέρνει μ’ αστραπές,
να καυτηριάζει σπλάχνα μ’ επιμέλεια
στον ύπνο τους.
Έχει στο σώμα του σημάδια από φιλιά,
νυχτερινές ερώτων μαρτυρίες,
χέρια πλεγμένα αγαπητικά
και άλλα δάχτυλα που κεντούν
σταυροβελονιά το ανέφικτο.
Στους ορίζοντες πετάει σχοινιά
να θηλυκώσει τα τέσσερα σημεία.
Και έχει ανθώνες για τη γη φυλάξει
και φυλλαράκια αρωματικά βασιλικού
διαμελισμένη από στοργή
θα συναντήσετε την καρδιά του
στους δρόμους των ηπείρων να κυλάει,
μπάλα στα πόδια των παιδιών.

Η ΜΟΥΣΙΚΗ

Αρχίσαμε με τα κρουστά.
Τα πλήκτρα πάνω στις πληγές
και κακοφόρμιζε η σάρκα,
μέχρι να πέσει το άρρωστο κομμάτι.
Ήρθανε κι οι μικροί τυμπανιστές
να παιανίσουν χαρούμενα την είσοδο της μέρας.
Μετά, το φλάουτο στο στήθος μου
δεν έλεγε να σωπάσει
κι ήθελε να ενωθεί με τους κορυδαλλούς.
Πες είσαι παιδί
και σε μαθαίνουν από την αρχή
ν’ ανασαίνεις.
Πες φίδι κι άλλαξες το δέρμα σου,
ορθώνεις μεθυσμένο το λαιμό στη μελωδία.
Τα έγχορδα έρχονται στο τέλος.
Νύχια να γρατζουνίζουν μέρη τρυφερά,
λεπίδια να χαράζουν σπλάχνα.
Και παίξε παίξε, τελικά
σε καταπίνει η αγκαλιά της μουσικής
κι ο θάνατος κοιτάζει απ’ έξω.

ΕΝΑΣ ΙΝΔΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ

Ένας Ινδός άγγελος,
με τα ανοιχτά σε έκταση
μαύρα χέρια του φτερά,
να συνοψίζει το απόγευμα
επί ποδηλάτου στην κατωφέρεια,
όχι την πτώση των αγγέλων
-ότι αυτός ποτέ δεν γνώρισε
της έπαρσης την αμαρτία-
μα τη λιγνή απελπισία που ζυγιάζεται
στην άκρη του φωτός,
μια τελευταία στιγμή πριν παραδώσει
το μόνο ιμάτιο που κατέχει-σώμα του
στο πουθενά.

Ο ΛΥΚΟΣ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΓΛΩΣΣΑ

Ο λύκος που έγινε γλώσσα
ουρλιάζει κάθε νύχτα στο φεγγάρι,
πονάει τη συνείδηση των εντοσθίων του,
ελλιπής
στην πρώτη των κοπτήρων αρτιότητα,
στην ικανότητα προσανατολισμού.
Α, λύκε, λύκε, μην έρχεσαι
παρά την ώρα του έρωτα,
να βγάζω νύχια τρυφερά,
να βγάζω και καλές κραυγές
κι η λύκαινά μου να ’ναι εδώ
ζεστή,
παραδομένη
στο τρίχωμά μου,
στο νόημά μου
κι η περηφάνια μας στο χόρτο πατημένη
να μένει.

ΒΑΘΙΑ ΠΟΥ ΟΜΟΡΦΑΙΝΕΙΣ

Βαθιά που ομορφαίνεις με τ’ αστέρια,
στέκεσαι,
αργυρόχροα ετοιμάζεις
τα μέταλλα που θα με τελειώσεις,
τρέχει στα κόκαλα μια χθόνια μουσική,
γυαλίζουν τα μάτια σου σαν μοίρα.
Κι εγώ άμαθη κι αμήχανη
τα δάχτυλα δεν ξέρω να βολεύω,
την αγάπη λιγότερο
κι άμα λυθούν τα σπλάχνα,
αναβρύζουνε αρτεσιανά τα δάκρυα,
μερίζεται ο άρτος του γκρεμού.

ΤΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ

Στις φούχτες τ’ ουρανού μ’ εμπιστοσύνη
την εσπέρα απόθεσα το κορμί μου,
αδειάζοντας από αγάπες, λύπες, επιθυμίες.
Κι αν το βαθύ ξημέρωμα με πλάθει απ’ την αρχή,
χαμηλώνουν επικίνδυνα οι σημασίες
θεέ μου πού είναι το μονοπάτι σου να πατήσω,
βρέφος την ωραιότητα να θυμιατίζω,
να καλώ στο κέντρο της τη χαμένη αθωότητα,
κερδισμένο όνειρο ως το πρωί,
φως που ανταλλάχτηκε με συγγνώμη.

ΣΤΗΝ ΑΝΑΜΟΝΗ ΤΟΥ

Μήτρες της άνοιξης υγρές
μέσα στο χώμα του σωστού καιρού,
τρίζουν οι βολβοί, ετοιμάζονται,
αξίζει το κάλλος την αναμονή του.
Κι εσείς, φίλοι πουλιά μου, δώστε μου
την όρασή σας να κοιτάζω την πλάση,
τη γλώσσα σας να τραγουδήσω δώστε μου
στα πιο ψηλά κλαδιά της κατάφασης.
Μ’ αυτό τ’ αγεράκι σήμερα
να πυκνώσω θέλω το μέγεθος του κόσμου,
να λιώνουν απαλά στα χέρια μου
φρούτα, καρποί, επιδαψιλεύσεις της αγάπης.
Το λέμε τώρα έρωτα
του ουρανού και των άλλων άστρων,
το λέμε υποταγή στην ομορφιά
που κατεργάζεται τα μέταλλά της και παλιώνει.
Και όταν έρθει κάποτε η στιγμή
το πήλινο εκμαγείο μου στη γη να παραδώσω,
άρωμα γιασεμιού η διαθήκη μου
και ροδιού σπόροι οι λέξεις,
τ’ όνομά μου.

ΔΟΚΤΩΡ ΦΑΟΥΣΤΟΥΣ

Αγαπητέ μου δόκτορα,
δεν ξέρω εσύ τι λόγους είχες,
καθένας δοκιμάζεται, αλλιώς.
Έλεγα κι εγώ μήπως
για το χατήρι των λέξεων
να παραδώσω την ψυχή μου.
Γιατί πώς να μιλήσεις για την κόλαση σωστά,
εκ του μακρόθεν λέει δεν περιγράφεται.
Λοιπόν στου άρχοντα του σκότους
τα παλάτια οδηγήθηκα
(και τρέμιζε ο παντεπόπτης άστρο μακρινό),
τι αποτυχία!
Πως είναι η μοίρα μας εμάς των εραστών
και μέσα στις φωτιές ακόμα,
από τιμές και χρήμα κι ηδονές,
να προτιμάμε μάτια αγαπημένα.
Τα νύχια μας αντί να μεγαλώνουν,
γινόμαστε άκακα αρνιά,
αντί -που κατατρώνε σπλάχνα- γύπες,
γινόμαστε ταπεινά στρουθιά.
Και συ άλλωστε,
δόκτορα Φάουστους
-πρώτε που μας δίδαξες—
στου χαλασμού τις φλόγες βουτηγμένος
ξέκλεψες μια αστραπή από φως
κι έτσι όπως το πονεμένο κοίταζες
βλέμμα της Μαργαρίτας,
νοστάλγησες ξανά τον ουρανό.

ΣΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ

Όταν συχνάζεις πολύ
σε δώματα θεών,
στην επιστροφή πάντα θα κουβαλάς
στο ρούχο σου λίγη
από των συμποσίων τη χυμένη αμβροσία,
παρέα για φθαρμένα απογεύματα,
εξαίσια μυρωδιά αθανασίας.
Ο ίλιγγος του ύψους ακόμα στο μυαλό.
Στο κούτελο η σαϊτιά από το φως.
Της όψης των θεών καταπρόσωπο
η γοητεία που τυφλώνει.
Τα αιθέρια παλάτια
σχέδιο για το αίμα σου.
Και, των ανθών που έδρεψες
του Ολύμπου, η γύρη
κολλημένη στα δάχτυλα.
Να τρίψεις στις περγαμηνές
να γεμίσουν χρυσόσκονη.
Από μνήμης
να εξασκηθείς στην ωραιότητα.
Να πλάσεις τώρα τον πηλό με φρονιμάδα.
Δεν είναι ίδιος πια ο τεχνίτης
σαν γυρνά απ’ τα βουνά,
τα σύννεφα σαν γνώρισε,
δεν τον χωράει ο τόπος.

Η ΕΠΙΓΝΩΣΗ

Σε μια κλωστή κρεμόταν η επίγνωση της νύχτας
έλεγα μπορούσα να σ’ εμπιστευτώ
ότι θα απίθωνες στα πόδια μου λωτούς
στα στήθη μου φιλιά ώριμα, καρποφόρα.

Τώρα είναι μεσημέρι -όχι καταφυγές!-
έχει ένα φως που πυρπολεί τα μέσα μέρη της
αβύσσου, πουλιά δεν τραγουδούν εδώ
κρανίου τόπος η αλήθεια κατάματα.

Να μοιραζόμαστε με γρύλους την ορφάνια μας
ανοξείδωτες λύπες, ηχηρές, που κατρακυλούν
στα πηγαδίσια σπλάχνα μας και παφλάζουν
δυνατά του τέλους τα νερά.

Η ΔΩΔΕΚΑΤΗ ΩΡΑ

Υγραίνεται, πάλι η καρδιά.
Λικνίζονται στα βλέφαρα
οι σταλαγματιές των δακρύων,
εδώ περάσανε ράμφη, άνεμοι, πευκοβελόνες,
ένα μουντό φθινόπωρο που ετοίμαζε βροχές,
άνθη της τρικυμίας στη ράχη του νερού.
Έχει τέλος της πίκρας το ανάβρυσμα;
Η νύχτα ετοιμόγεννη ξεβράζει
συντρίμμια σάρκας, απόβλητα του έρωτα,
ξεφλουδισμένα σφάλματα, διφθέρες ανημπόριας
κι αυτές τις ρυτίδες λύπης ανάμεσα στα φρύδια.
Κι έτσι όπως χάσαμε των άστρων τα πατήματα,
ναυαγοί του ίσως,
σπαταλημένης σύνεσης ξεσκλίδια,
μόνο εδώ,
στην άκρη του καιρού,
ζητιάνοι πειστικοί του ελέους τώρα
που η δωδεκάτη ώρα σήμανε,
επί τέλους νοήμονες,
αλλιώς ποτέ, ποτέ!

ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΥΨΟΥΣ

Ζητήματα ύψους πραγματεύομαι, ακόμα,
ποιο να ’ναι το ύψος το σωστό’
θα κοιτώ απ’ το αιωρόπτερό μου
τα φαινόμενα.
Τις μέρες γυπαετοί, στρουθιά
και τζιτζικιών θυσία ερωτική
τις νύχτες μπούφοι, αηδόνια και πυγολαμπίδες.
Και μέσα σε υπόγειες τρύπες
φίδια, σκορπιοί,
πάντα αόρατα, καλά κρυμμένα τα επικίνδυνα.
Δε λέει αυτό το δάσος
να δώσει όλα του τα μυστικά,
μπερδεύομαι.
Όμως ο θάνατος απλώνει γύρω,
στο τέλος, την πάχνη του, δεν ωφελεί
η τόση επαγρύπνηση
ακριβοδίκαια μοιράζει την ποινή.
Και μόνο, εκεί ψηλά, τ’ αστέρια
ρίχνουν ματιές συμπονετικές
και στις γυμνές βραγιές στο χώμα
φυτεύουν χρυσαφιές ανταύγειες.

ΤΟ ΚΑΛΛΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΤΡΑΥΜΑ (2012)

ΣΤΟ ΝΑΟ

Αφού δεν έρχεσαι τέχνη
έρχομαι να σ’ επισκεφτώ εγώ
επί πώλου όνου μπαίνω
και αναμένω ιαχές.
Α, σιωπηλή, σιωπηλή μου αγάπη
πόσο με βασανίζεις ενίοτε
τα ξέφτια σου να κυνηγάω
στις πέντε άκρες του Ναού.
Κι αν (πόσο) με θυμώνουν
επαίτες κι αργυραμοιβοί
με φραγγέλιο θέλω
να υπερβώ το περιττό.
Ύστερα στα πόδια σου θα πέσω
-σε θυμάμαι
δροσιά μελών
ευφροσύνη αρμών—
όταν θα μου παραδοθείς
επιτέλους θα νιώσω
μικρός θεός εν τη βασιλεία μου.

ΕΞΟΡΙΑ

Από τότε που μας δόθηκε η εξορία
χνάρια γυμνά αφήνουμε στο χώμα
ελαφάκια
που αναζητάμε την τροφή και το νερό,
την ουσία,
η παρουσία της σάρκας μας βαραίνει
σαν ρούχο περιττό.
Ξένοι στα ξένα νιώθουμε
πατρίδα κάποια μας καλεί αλλού,
της Εύας τα φιλιά
παρηγοριά παροδική.
Ο τόπος ο εκεί
μας δένει με σκοινιά.
Αν ξέραμε τουλάχιστον με σιγουριά
ποιο είναι το καλό και το κακό!
Τιμωρείται ο κλέπτων οπώρας μάθαμε.
Ως πότε πια
θα μας τσακίζει αυτή η γνώση!

ΠΡΟΣΦΟΡΑ

Λοιπόν
έφτασα στην ηλικία
ακόμα και τους πόνους μου
να τους κοιτώ αφ’ υψηλού.
Στο τέλος
εύκολη γίνεται η ζωή
απλή
μάθημα που το ξέρεις πια απέξω
χιλιοδιαβασμένο.
Τώρα
μόνο το πρόσωπό μου
θέλω να κρατήσω
(από τα πάθη η περηφάνια
τελευταία αποχωρεί)
κι όσο για τα υπόλοιπα
μετρώ τα πλούτη μου
αφαιρώντας ένα ένα τα ιμάτιά μου,
τη γυμνότητά μου
θεσπέσια εσθήτα
φως
σου παραδίνω.

ΕΡΩΤΑΣ

Πώς έμπαινες στις φλέβες μου
λουτρώο φως
λυτά μαλλιά του φεγγαριού,
πώς έμπαινες στα σπλάχνα μου
πυρά, πνοή ειμαρμένης,
τα δάχτυλά σου όρη έπλαθαν
της τρυφερότητας στρογγυλής,
τα χείλη σου άρθρωναν βραχνά
τα πιθανά ονόματα του πόθου.
Κι ήτανε μέρες που ακούμπησα
στην άκρη του γκρεμού για να συναντηθούμε,
ήτανε νύχτες που μονάχη μέτρησα
μήκη χιλιόμετρα άστρα.
Α, έρωτα, έρωτα
χαράδρα εαυτού
κοιλάδα άνω κάτω ανθοφόρας γης πατρίδα,
πάρε με έρωτα
τυράννησέ με ως το πρωί
να διαλυθώ
να σκορπιστώ
μες στο μηδέν να βρω το νόημά μου.

ΑΣΤΡΟΛΑΒΟΣ

Ο κόσμος όλος
σ’ ένα μικρό κουτάκι.
Μηχανισμοί, γρανάζια, ώρες
πλανήτες που παιδεύονται στις συζυγίες τους
διαδρομές υπομονής
πλήξεις επαναληπτικές
τικ τακ του χρόνου ατελείωτο
γεωμετρία της φθοράς.
Κι εσύ συνείδηση που επιμένεις να υφαίνεις
ολοένα διαστάσεις του αθέατου
μες στην καρδιά του υπαρκτού
αν απατάσαι
με όραση ανάποδη
αισθήσεις πρόστυχες, ανυπόληπτες.
Τι ωραία ωστόσο που ανατέλλεις
από τα πάθη σου!
Επειδή ελευθερία σημαίνει
να διακόπτεις την τροχιά σου.

ΠΛΕΟΥΜΕΝΟ

Ένα πλεούμενο ποίημα σήπεται
σε μια γωνιά του εγκεφάλου μου
το καημένο
η γλώσσα —ρυμουλκό φιλότιμο-
επιχειρεί ανέλκυση·
α, ποίημα, ποίημα του βυθού.
Ναι.
Να θυμηθώ να ροκανίσω
τη φλούδα-φλοιό
να επιστρέφω
στην εποχή της αθωότητας
(γίνεται; εάν ίσως
αριθμομνήμων πόνος
σπρώχνει τις έλικες)
να υπάρξω
βρέφος σπαργανωμένο
στο νησί του τίποτα·
α, ποίημα, ποίημα
φέρε με
στο κέντρο του λωτού!

Η ΣΙΩΠΗ

Μες στη σιωπή
αναδεύονται
όλα τα τελειωμένα πράγματα
ζώα, φυτά κι αστέρια του μυαλού μου·
με τη σιωπή σχεδιάζω τη δημιουργία μου
λίαν αυτάρκης
πλάθω κόσμους απ’ το σώμα μου
πλανήτες-λέξεις στο στερέωμα εξακοντίζω
λέω «γενηθήτω φως»
και τότε Θεέ μου
σε καταλαβαίνω.

ΚΥΜΒΑΛΟ ΑΛΑΛΑΖΟΝ

Κύμβαλο αλαλάζον
καρδιά μου
σάρκα μου
ατέλεια φύσης που αγωνίζεται
να υπερβεί τον εαυτό της
σάλπιγγα για καταστροφή
μα και για κτίση
ταμπούρλο με τους χτυπους σου
αιμοδοτείς τον κόσμο που τρεκλιζει
στα τείχη της Ιεριχούς
ή εδώ
βραδιάζει ξημερώνει
καρδιά μου
πάντα σταθερά στο μετερίζι.

ΣΧΟΛΕΙΟ

Τα δέντρα έχουν κόκαλα
τρίζουν στον άνεμο
τεράστιες γέρικες αρθρώσεις
και ύστερα την άνοιξη
φορούν χρωματιστά φορέματα
και βγαίνουν βόλτα στους λειμώνες.
Κι εγώ
πότε μες στους χυμούς των κλάδων λούζομαι
ντύνομαι τα φυλλώματα κατάσαρκα
καρπούμαι την ανθοφορία
και πότε της φθοράς την ξηρασία εσοδεύω
γερνάω με τις εποχές.
Στο σχολείο των δέντρων μαθητεύω
να σκάβω επιμένω ψάχνοντας
βαθιά
το νόημα της ρίζας.

ΓΥΝΑΙΚΑ

Τόσες νύχτες εδώ
ταξιδεύουμε σε μέρη παραδείσια
και το πρωί ξυπνάς
το φίδι κουλουριάζεται στη γλώσσα σου
με τεμαχίζει ιδανικά
δοκιμάζει τα όριά μου
ποια σημασία έχει σήμερα την τιμητική της·
λιγνή, λιγνεύω ολοένα
περιφέρομαι
τα δικά μου όλα αποποιούμαι
λιγνή-φτερό-αέρας να δεθώ
στο κατάρτι της επιθυμίας σου
κάθε μέρα επιλέγω
σε ποιον ιστό θα σταυρωθώ
για να σου ταιριάζω.

Η ΑΝΟΙΞΗ

Η Άνοιξη αναδύεται ανελλιπώς
με πέταλα και πεταλούδες
προβάλλει ακούραστη, αμετανόητη
απλώνει το χιτώνα της στα δάση
με χρώματα στολίζει το κορμί της γης
άνθη πληθαίνουν και τελειώνονται
δέντρα κοσμούνται χαρίτων
και κάπου κάπου μια αιχμή
(επί των ρόδων)
να υπενθυμίζει:
το κάλλος απαιτεί το τραύμα του·
έχει κι η Άνοιξη αγκάθια!

ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ

Με τα φτερά του πόθου σου στους ώμους
διαπλέω ουρανούς γαλακτόχροες-
α, τέχνη, αγαπημένη ιδανική
μήπως μέσα στις συλλαβές
εφευρίσκω τον εαυτό μου;
Κάθε μέρα περνάει απαράλλαχτη
το τίποτα κινείται τόσο γρήγορα
η κινούμενη ακινησία με εγκλωβίζει-
αν τίποτα δεν κινείται
πώς σκέπτομαι λοιπόν;
πώς υποφέρω;
Ή όλα κινούνται με την ίδια ταχύτητα
προς το ίδιο τέλος
ώστε ο κινούμενος παρατηρητής
δεν είναι παρά παρατηρητής μόνο,
συμπαρασύρεταυ
ποτέ δε συμμετέχει.
Εγώ επομένως
με αλφαβήτα σπέρνω τον πηλό
σύμπαντα συναρμολογώ
επινοώ την επικράτεια της αλήθειας μου.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΛΥΜΠΕΡΗ ΕΓΡΑΨΑΝ:

ΟΡΜΗΤΙΚΟΙ ΟΙ ΦΘΟΓΓΟΙ ΩΣ ΤΟ ΧΑΝΟΜΑΙ

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

FRACTAL 19/7/2017

Το β΄ πρόσωπο της ποίησης

σαρξ εκ πνεύματος
πνεύμα εκ σαρκός

Όταν μια ποιητική συλλογή στην προμετωπίδα έχει αυτό το ανατρεπτικό, σε προετοιμάζει για μια ποίηση γήινη αλλά και για τη μετάπλαση του σώματος σε μια ενδιαφέρουσα δημιουργία. Οι λέξεις της Κυριακής Λυμπέρη είναι διαλεγμένες με κριτήριο μια ευθύβολη σκληρότητα. Και το ποίημα φτιάχνεται από υλικά τραχιά στην αφή.

Διαβάζοντας δεν ξέρω αν αυτός ο λόγος είναι αληθινός ή αν παίζει τον ρόλο του σε σκηνικό που η ποιήτρια έστησε. Η ποίηση αρέσκεται να δημιουργεί το περιβάλλον για να ακουμπήσουν οι λέξεις της. Κάποτε απολύτως ρεαλιστικό και κάποτε υπερβατικό και αθέατο σχεδόν. Σε κάθε περίπτωση (αληθινό ή μυθοπλαστικό, πραγματικό ή όχι) το περιβάλλον αυτό ενσωματώνει τον λόγο και έτσι, σαν ένα σύνολο αδιαίρετο, παρουσιάζεται σε μας αλλά και στον δημιουργό, που με διαφορετική ματιά κοιτάζει τη σκέψη του με νέο τώρα μανδύα, ποιητικό.

Η ποίηση της Κυριακής Λυμπέρη έχει δείξει και από προηγούμενες καταθέσεις ότι έχει άγρια ψυχή, και εννοώ μ’ αυτό (το αρχικά τρομακτικό) ότι δεν πατά σε δρόμους χαραγμένους αλλά προτιμά να ανοίγει μόνη της πέρασμα σε απάτητα ρουμάνια. Το προσωπικό κόστος πάντα εκεί για συνυπολογισμό, γιατί το σώμα είναι που πληγώνεται από τα κοφτερά αγκάθια, για να έρθει μετά ο νους, η σκέψη (τρωθείσα και ηττημένη) να μιλήσει με την ποιητική γλώσσα. Στην προηγούμενη συλλογή της η ποιήτρια (Ζητήματα ύψους, εκδόσεις Τυπωθήτω-λάλον ύδωρ) πρόσφερε τα ποιήματά της εν είδει ιδιόμορφων ιαμάτων σε όποιον ευαίσθητο αποδέκτη της. Εδώ περισσότερο ο αποδέκτης είναι η ίδια, που καταφεύγει σ’ αυτά ίσως σε μια απόπειρα να δει τον εαυτό της καταγεγραμμένο, με όσα μέσα του σκουρόχρωμα κουβαλά.

Με βάζεις στο κέντρο της οθόνης
με μελετάς σαν μύγα νοιώθω.
Σε πόσες διαστάσεις βλέπω
οι οφθαλμοί αν είναι στερεοσκοπικοί
πώς το κορμί μου σπάζε
πώς στριφογυρίζει
υπάκουα, αρθρωτά τα πόδια αν έχω
αν τα φτεράκια στην εντέλεια λειτουργούν
για να πετάω γύρω από τα ίδια
με μια βουή σαν κλάμα.
Το ενδιαφέρον σου όμως μόνο
περιέργεια φυσιοδίφη.
Μα την ψυχή της μύγας ποιος θα τη νοιαστεί;
Τα όνειρα στο μαλακό κεφάλι της
με μια κίνηση γίνονται λιώμα·
πάει η μύγα
τώρα πολτός απλώνεται η ζωή της.

(Της μύγας)

Το πρόσωπο που περισσότερο επιλέγει είναι το δεύτερο ενικό. Θα μπορούσε να εννοείται ο ποιητικός λόγος πίσω από αυτή την επιλογή, σε μια θέση-αντίθεση με την ποιήτρια (άλλωστε το έργο αυτονομείται ακόμα και από τον ίδιο τον δημιουργό του). Σε μια άλλη αναγνωστική εκδοχή πάλι θα ανακαλύπταμε το ποιητικό υποκείμενο απέναντι στον καθρέφτη του. Ίσως μια άλλη παρουσία, ένας άντρας, να υποκρύπτεται πίσω από το β΄ πρόσωπο, στον οποίο η ποιήτρια απευθύνει τον λόγο και τον εγκαλεί για την απουσία του; Ναι, θα ήταν μάλλον η πιο βολική από όλες τις ερμηνευτικές εκδοχές. Το πιο ενδιαφέρον εδώ είναι ότι διαβάζοντας δέχεσαι πότε τη μια και πότε την άλλη, σε μια ακολουθία σκέψεων και προσωπικών πλέον προβολών του ποιητικού λόγου σε σένα, τον αναγνώστη της ποίησης. Μήπως, όμως, αυτό είναι ένα από τα γνωρίσματα της δυνατής ποίησης, δηλαδή η κοινωνία του ποιήματος (πολυδιάστατη και πολύμορφη) με τον αναγνώστη του;

Η ποιήτρια έχει ισχυρό όπλο, ικανό να λειτουργήσει ως όχημα για να επιτευχθεί η κοινωνία/επικοινωνία: τον λόγο της, ιδιαίτερα αιχμηρό, ώστε να προκαλεί αλλά και να προσκαλεί σε μέθεξη μαζί του, με τις λέξεις φροντισμένα επιλεγμένες, ώστε να βρίσκουν στόχο ασφαλή.

Αν είμαι κόκαλο ποτισμένο με οξύ και δάκρυα
σταματημένους ήλιους αν έχω στα βλέφαρά μου
αν είμαι συκώτι μεθυσμένο που πρήζεται
και δεν αντέχει την οδύνη του
αν είμαι δέρμα που βαραίνει και πιέζει το κρέας
αν είμαι σώμα που υποφέρει
μπορώ να είμαι και φτερό, πουλί, αερόστατο
μπορώ να είμαι ρίζα που ανεβαίνει
βεγγαλικό που σκάει
την ουσία μου ν’ αναλίσκω μπορώ
με κρότο τα μυρμήγκια να εντυπωσιάζω.

(Αν είμαι)

Η ποίηση κάτω από αυτό το πρίσμα, όπως την εκλαμβάνει η Κυριακή Λυμπέρη, λειτουργεί σωματικά και νοητικά απέναντι στην παρουσία αλλά και την απουσία του έρωτα, κυρίως ως σαρκική βίωση. Και ανοίγοντας «διάλογο» με την Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ θα μιλήσει για τον απόντα έρωτα και το πώς αυτός πυροδοτεί την τέχνη της ποιητικής γραφής. Γνωστό αυτό άλλωστε. Δεν γράφεται ποιητικός λόγος αξιώσεων ως απότοκο χαρούμενης διάθεσης. Κι αν η ένταση της ερωτικής συνεύρεσης συχνά οδηγεί τη γραφίδα, πολύ περισσότερο και πιο βαθιά γράφει (κατάσαρκα) η απουσία της.

Κι όμως τα ποιήματα πετυχαίνουν
ακόμα κι όταν οι έρωτες αποτυχαίνουν.
Ιδίως τότε ίσως να πετυχαίνουν·
στο χαρτί ολοκληρώνεται το πάθος
φιλί-φιλί το αγαπημένο σώμα
γράφεται και ξαναγράφεται απ’ την αρχή
τα μάτια τώρα, τα χέρια μετά, τα χείλη
παρελαύνουν σαν άνθη σε μίσχους
με μια ριπή που θέρισε ο ζηλιάρης άνεμος
ή σαν πεφτάστερα που έσβησαν
πρόωρα απ’ το χάρτη τ’ ουρανού.
Όσο να πεις για τα δάκρυα
αλλάζει το χαρτί σε στέρνα
για να σηκώσει το βάρος τους
χωρίς να διαλυθεί, χωρίς να νοτίσει
αλλάζει σε φωλιά για να στεγάσει
ό,τι δεν μπόρεσε ο έρωτας.
Γιατί όταν έχεις τον έρωτα
το ποίημα τι να το κάνεις;

(Κι όμως Κατερίνα, Στην Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ)

Ο κόσμος της ποιήτριας ανοιχτός σε ερμηνείες, κυρίως προκλητικός για μια είσοδο αναγνωστική. Μπορεί να ξαφνιάζει πού και πού με την ωμότητα αλλά θα δείξει αλλού μια τρυφερότητα αναπάντεχη. Είναι το ίδιο πρόσωπο που γράφει εδώ:

[…]
Ταλέντο έχεις στις πλαστές τις συγκινήσεις
η τέχνη μάλλον όλα τα επιτρέπει.
Κι έτσι τα βράδια καθήκον σου συζυγικό
ν’ ανακατεύεις σάρκα μετά πνεύματος
και πάνω στην κορύφωση σου να ονομάζεις
έρωτα το τερατικό υβρίδιο.

Και αλλού:

[…]Νύφη της μοναξιάς
αρμένιζα στους ουρανούς
τυλιγμένη στα εξομολογητικά μελάνια μου.
Και μόνο το πρωί συμπονετικό
τον κάματό μου ελεούσε με τον ύπνο.

Δύο όψεις ενός και του αυτού δίνει η ποιήτρια. Το πρόσωπο της μοναξιάς με τη συνειδητοποίηση του απολεσθέντος πλέον αυθεντικού σκιρτήματος. Και μετά οι πιο τρυφερές λέξεις για την ίδια την τέχνη της που επιμένει εξομολογητικά να δημιουργεί τα γραμμένα της. Για μια ακόμα φορά ας μείνουμε στους στίχους της. Ίσως να προχωρούν πιο πέρα από αυτά που επιφανειακά δίνουν. Άλλωστε η ίδια δηλώνει τι θα ήθελε:

[…]
να μεθύσω, να φωνάξω, να βγω στους δρόμους
στα άκρα κάπως για το ποίημα
να φτάσω βρε παιδί μου.

Αυτά τα άκρα μήπως δεν υπαινίσσεται και ο τίτλος της συλλογής;

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

τοβιβλιο.νετ 26.09.2017

Η Κυριακή Λυμπέρη με τους φθόγγους της ποίησης

Η ποίηση είναι μία τέχνη προφορική και είναι από χιλιετίες αναπόσπαστο τμήμα της προφορικής μας παράδοσης. Παρά το γεγονός ότι εμείς την διαβάζουμε συνήθως, εκείνη συντίθεται για να απαγγέλλεται και να τέρπει διά της ακοής. Την παράδοση αυτή συνεχίζει με την νέα της ποιητική συλλογή και η Κυριακή Λυμπέρη, «ορμητικοί οι φθόγγοι ως το χάνομαι» (οι εκδόσεις των φίλων, 2017).
Η ποίηση της Λυμπέρη με υπερρεαλιστικές επιρροές (παραμυθίες, τοπίο Μαΐου, το τρένο) κινείται στον ρυθμό της προφορικής συνειρμικότητας. Με την αξιοποίηση του διασπασμένου θέματος ενσωματώνει αβίαστα αγωνίες υπαρξιακές και κοινωνικές παραστάσεις (ο άνδρας που δεν, για την καλή χρονιά, μαθαίνεις νύχτα, στο κοιμητήριο, amabilis insania, στα άκρα) σε αδιάσπαστες νοηματικά συνθέσεις που κινούνται στο συνειρμικό ρυθμό.
Ο θάνατος (για να σου μοιάζω, η εξάρτηση, στα κοιμητήρια) και η ποιητική αυτοαναφορικότητα βρίσκονται στο επίκεντρο των αποτυπώσεων της Λυμπέρη. Συχνά η στιχουργική διατηρεί χαρακτηριστικά της ποίησης του πένθους (επί σκηνής). Η ποιήτρια θρηνεί και νιώθει τη μοναξιά μιας απώλειας που δεν κατονομάζεται (το σπίτι στον ουρανό, τοπίο Μαΐου, όταν το ταβάνι υπαγορεύει).
Η έκφρασή της διακρίνεται από μία προφορικότητα εμπλουτισμένη με λυρικά στοιχεία. Οι ερωτήσεις (δήθεν δική μου, ο άντρας μου να μ’ επιθυμεί, αμφιβολίες δειλινού, τα δώρα, της μύγας, στα άκρα, κι όμως Κατερίνα, τα άγια τοις κυσί) υποστηρίζουν τον στιχουργικό ρυθμό και διαμορφώνουν ένα ψευδοσκηνικό περιβάλλον, που δεν συνοδεύεται από κάποιο διαλογικό ύφος. Αντίθετα, με παραστατικότητα τονίζουν τις βαθύτερες αγωνίες της δημιουργού (η παράσταση, επί σκηνής, ένας λόγος για το τίποτα, η σελίδα του κόσμου, διηγητικόν).
Και στη στοχαστική στιχουργική της οι υποθετικές προτάσεις βοηθούν στην κίνηση των αναζητήσεων της. Άλλοτε λειτουργούν σαν έμμεσες παρομοιώσεις και άλλες φορές σαν ερωτήσεις που περιμένουν την απόδοση/απάντησή τους.
Από την άλλη, οι «λέξεις» (όταν το ταβάνι υπαγορεύει, μαθαίνεις νύχτα, το τρένο) και η «γλώσσα» (παραμυθίες, αμφιβολίες δειλινού) χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο μιας ποιητικής αυτοαναφορικότητας. Εντάσσονται στο ύφος μίας διασπασμένης θεματικά ποιητικής για την ποίηση (η εξάρτηση, στα άκρα, amabilis insania, ένας λόγος για το τίποτα, επί σκηνής, κι όμως Κατερίνα, η τέχνη λοιπόν όλα τα επιτρέπει;).
Το φυσικό στοιχείο ενσωματώνεται αυθόρμητα στον συνειρμικό της στίχο. Το φυσικό περιβάλλον οπλίζει με εικόνες που μετασχηματίζει σε μέσο έκφρασης των υπαρξιακών της αγωνιών (να σκέφτεσαι χελιδονάκι, με τον τρόπο των δέντρων, της μύγας, τα μη γεγονότα). Και την ίδια στιγμή την εικονοποιία της υποστηρίζουν υπερρεαλιστικές πινελιές (στα κοιμητήρια, τοπίο Μαΐου, στα άκρα, όταν το ταβάνι υπαγορεύει). Χαρακτηριστική είναι η χρήση των λέξεων «ρίζες», «φύλλα» και «πουλιά» (με τον τρόπο των δέντρων, αν είμαι, να σκέφτεσαι χελιδονάκι).

ΧΡΥΣΑ ΦΑΝΤΗ

ΦΡΕΑΡ 10/11/2017

Γλώσσα άτιμη, ιερόδουλη –

Κυριακή Αν. Λυμπέρη, Ορμητικοί οι φθόγγοι ως το χάνομαι,

1.

Μετά τις συλλογές Κοιτούσα μέσα στο ποτήρι, 2009, Εμαυτού, 2010, Το κάλλος και το τραύμα (εκδ. Γαβριηλίδης, 2012) και το Ζητήματα Ύψους (εκδ. Τυπωθήτω, 2015), η Κυριακή Λυμπέρη με τη νέα ποιητική της συλλογή, Ορμητικοί οι φθόγγοι ως το χάνομαι, επιχειρεί να προσδιορίσει την ουσία ενός κόσμου σε συνεχή αμφισβήτηση και επαναδιαπραγμάτευση ακροβατώντας πάνω στο χάος. Με συνείδηση λόγου βιωμένου, γλώσσα παλλόμενη και ταυτόχρονα αποστασιοποιημένη, στα 33 ποιήματα που συγκροτούν την συλλογή ο λόγος της μας μεταφέρει επιτυχώς «από το κείμενο στο υπερκείμενο», αγγίζοντας θέματα υπαρκτικά και καίρια, όπως η δύναμη και η αδυναμία της ποίησης, το πάθος και η μοναξιά, το κενό και η ματαιότητα των ανθρωπίνων.

«Α, γλώσσα άτιμη ιερόδουλη/ -για να το πω κομψά-/πώς ξέρεις να μοιράζεσαι σε όλους/εδώ κι εκεί και σ’ όποιον να’ ναι/και τα “πολλών ανθρώπων λόγια” σου/μ’ ακολουθούν αδιάκοπα/απ’ την κουζίνα στο κρεβάτι!/[…] δήθεν δική μου, δήθεν δωρεάν/να που με ταχταρίζουν στα σεντόνια/ορμητικοί οι φθόγγοι σου ως το χάνομαι./Χτυπάνε μες στα δόντια μου/ταμπούρλο τα φωνήεντά σου/να μην τελειώνει η μουσική/καλέ τι ωραία που εξασκούμαι/στα ανείπωτα!»

Το αίνιγμα και η αμφισημία, η ρευστότητα των πραγμάτων μέσα από την κατάδειξη των αντιθέτων συγκροτούν (όπως και στις προηγούμενες ποιητικές της συλλογές) τον κύριο θεματικό της καμβά. Ο έρωτας, κυρίαρχος, αναγνωρισμένος ως «θεμελιώδης ανάγκη της ύπαρξης» συναντάται τόσο ως ανάταση, αλλά και (περισσότερο) ως θραύσμα και πτώση που μοιραία την ακολουθεί, αίσθηση που περισσότερο μας διψά παρά μας δροσίζει:

«Δεν ωφελεί το χάδι στα μαλλιά τώρα/ η απουσία σφραγίδα στο δέρμα/μαθαίνεις νύχτα, μοναξιά αποστηθίζεις/σε ξένα σώματα ξεφορτώνεις το κενό.»

Η ποίηση της Κυριακής Λυμπέρη δεν αποτελεί απλή κατάθεση ή πιστή απεικόνιση της πραγματικότητας. Στοχεύει κατευθείαν στην καρδιά και ταυτόχρονα μας ξαφνιάζει. Αναστοχαστική και λεπταίσθητη, με ιδιότυπες λεκτικές πολυσημίες και πινελιές υπερρεαλιστικές και συνειρμικές, θυμώδης αλλά και επικούρεια, απέναντι στη δυσάρεστη πραγματικότητα, δεν ξεχνά πως η γλώσσα (όπως και το συναίσθημα) ενώ επιθυμεί την πλήρωση υπάρχει κυρίως στην έλλειψη. Κοινωνός μιας γραφής γλυκόπικρα ειρωνικής, απεκδυόμενη την ευκολία του ανοήτως ευνόητου και της εύπεπτης κοινοτοπίας, υιοθετεί την Καρυωτακική εσωστρέφεια:

«Όμως/ θα σε φυλάω στο συρτάρι μου σαν φωτογραφία/θα σε φυλάω στο μυαλό σαν εξοχή/σήμερα που έξω ο Μάιος μοιράζει/το σώμα του σε χωράφια και κάμπους/και φτιάχνουν οι άντρες/στεφάνια στις αγαπημένες τους/και ορκίζονται “για πάντα” και δεν ξέρουν/πως αύριο μπορεί να ταξιδεύουν/πολύ μακριά και να ‘ναι/ο έρωτας μαδημένο λουλούδι/κι η άνοιξη γριά.»

Κι αλλού:

«Να καλημερίζω το κενό από απόσταση/τα δάκρυά μου να είναι χάρτινα/οι επιθυμίες μου πλαστικές/τα όνειρά μου σε τάξη.»

“Τα ποιήματα αποτυχαίνουν/όταν αποτυχαίνουν οι έρωτες./ Μην ακούτε τι σας λένε/θέλει ερωτική θαλπωρή το ποίημα/ για ν’ αντέξει/στον κρύο χρόνο/” γράφει η Αγγελάκη Ρουκ (Προοίμιο, Λυπιού, 1995). Και η Κυριακή Λυμπέρη, σε αντιστικτική συνομιλία μαζί της, στο ποίημα με τίτλο «Κι όμως Κατερίνα», απαντά:

«Κι όμως τα ποιήματα πετυχαίνουν/ακόμα κι όταν οι έρωτες αποτυχαίνουν./Ιδίως τότε ίσως να πετυχαίνουν·/στο χαρτί ολοκληρώνεται το πάθος/φιλί-φιλί το αγαπημένο σώμα/γράφεται και ξαναγράφεται απ’ την αρχή/τα μάτια τώρα, τα χέρια μετά, τα χείλη/ […]Γιατί όταν έχεις τον έρωτα/το ποίημα τι να το κάνεις;»

Η δημιουργία, εκτός από μέθεξη και μαγεία, είναι πρωτίστως στέρηση. Και την ποίηση δεν την γεννά κόρος σωματικός αλλά πνεύμα σάρκας που πάσχει, πεινά, επιθυμεί, αμφιβάλλει:

«Μήλο μου στρογγυλό / δύο μισά που έγιναν ένα / άμα σπάσει το ένα, τι γίνονται;», «Κι άμα στο πουθενά βρεθείς / πώς να γυρίσεις στην αρχή;»

«Κι αφού το όλο “σκηνικό είναι από χαρτόνι” / γιατί τον νιώθω τόσο αληθινό / τον πόνο αυτό που με καρφώνει;»

«Όμως σαν οι πολλοί είναι κοντά μου/αλλά λείπει ο ένας/γλώσσα αυτό πώς ονομάζεται;»

Το λυρικό στοιχείο, με ριπές λόγου καθημερινού, σπάει το ξερό ποιητικό στυλιζάρισμα συνεπικουρούμενο από ένα ευφάνταστο παιχνίδι εικόνων. Το φανταστικό σμίγει με το πραγματικό, το αφηρημένο με το συγκεκριμένο, υπαρκτικές αμφιβολίες και φιλοσοφικές διερωτήσεις εκφέρονται με αγωνία και γνησιότητα, σε αγαστή συμπόρευση με την φόρμα. Το ύφος παραμένει λιτό κι ο λόγος πυκνός και εξομολογητικός.

2.

Μακριά από αβασάνιστες αποτυπώσεις του συρμού, η Κυριακή Λυμπέρη υπερβαίνει τα εσκαμμένα, ενδυόμενη γλώσσα πολύτροπη. Ο στίχος της (αδυσώπητος και ταυτόχρονα ιαματικός) περιγράφει, υπογραμμίζει, ζωντανεύει και προεικάζει αδιέξοδα λίγο πριν την παραίτηση και τη σιωπή.

Η τέχνη:

«Στα κοιμητήρια γυρίζει αδιάκοπα/ με λέξεις επιμένει να καλλωπίζει το θάνατο/η Τέχνη μας, η καλύτερη νοσηλεύτρια/γυμνάζεται πάνω στους τάφους ακμαία/ανακαλεί νεκρούς/ξεψαχνίζει βίους/μερεμετίζει φθορές και σφάλματα/συγχωρεί·»

Και η ματαιότητα της ζωής:

«τη ματαιότητα για διάλειμμα/ κανένα ποτηράκι να κεράσει δοκιμάζει/τουλάχιστον/ανώδυνα τέλη, ανεπαίσχυντα, ειρηνικά/μήπως και της ξεκλέψει κατά λάθος/στη ζάλη της.»

Ο λακωνικός και υπαινικτικός της ενδοσκοπισμός:

«Με τη μέθοδο των υπαινιγμών/ αν δοκιμάσεις να μιλήσεις/ περισσότερο χρόνο/τα ερωτήματα θα σέρνονται./Έχει κι αυτό φυσικά τη γοητεία του./Παρακινεί σε διαδρομές τη φαντασία.»

Η φύση και η σχέση της με την ανθρώπινη ύπαρξη και δημιουργία:

«…μυστικές διεργασίες/απ’ τη ρίζα ως επάνω, χυμοί/μπαίνεις με όλους τους πόρους στο πράσινο/χλωροφύλλη ευχαριστία στο φως/χλωροφύλλη επιμελής χρήση/στο κουκούτσι του καρπού εισχωρείς/με τους σπόρους στην ουσία ανοίγεσαι/στη βαθιά ύπαρξη.»

Η αμφίθυμη στάση απέναντι στα τερτίπια της Παραμυθίας:

«[…] ότι φυτρώνει πόδια η γοργόνα/ ότι ξυπνάει με το φιλί η κοιμωμένη/ ότι στ’ αλήθεια κάποια μέρα θα βρεθούμε/ τόσο πολύ/ τόσο πολύ ήθελα ν’ απατηθώ!»

Η δύναμη των λέξεων:

«Όμως, αν πρόκειται για πυρκαγιές/ α, τότε μια χαρά μπορώ/την καρδιά σας να κάψω στο λεπτό/μ’ ένα φιτίλι ρήμα τόσο δα από/την πυριτιδαποθήκη της γλώσσας.»

Ο σπαραγμός:

«και η ελπίδα μου με συντηρεί/ωραία στην κατάψυξη/αγαπημένη κανενός.»

Ο κλαυσίγελος της διάψευσης:

«τέλειωσε, τέλειωσε η γιορτή λοιπόν/ξανά στα κουτιά τα σύνεργα/και με το μέλλον μας/θ’ ασχοληθούν με ζήλο τα ποντίκια.»

Κι ένα καβαφικού τύπου τέλος:

«Όμως απ’ το λαβύρινθο αν βγεις/το φως του ήλιου πάλι αν χορτάσεις/εύκολο είναι να ξεχνάς/εύκολο ομολογίες να κάνεις.»

Νοσταλγός της ένωσης, ο στοχασμός εδώ είναι αυθεντικός, μεστός και σαγηνευτικός:

«Και τώρα εγώ πώς θα τραβήξω / από το αυτάκι τη δικαίωσή μου;», «Μα πού είσαι;», «γλιτώνει κανείς από το ψέμα;», «Μα ήταν όλα για το ποίημα;», «ποιος στα παθήματα / γελούσε κάτω απ΄ τα μουστάκια του;»

Κι αλλού:

«Αν είμαι κόκαλο ποτισμένο με οξύ και δάκρυα / σταματημένους ήλιους αν έχω στα βλέφαρά μου / αν είμαι συκώτι μεθυσμένο που πρήζεται / και δεν αντέχει την οδύνη του / αν είμαι δέρμα που βαραίνει και πιέζει το κρέας / αν είμαι σώμα που υποφέρει / μπορώ να είμαι και φτερό, πουλί, αερόστατο / μπορώ να είμαι ρίζα που ανεβαίνει / βεγγαλικό που σκάει / την ουσία μου ν’ αναλίσκω μπορώ / με κρότο τα μυρμήγκια να εντυπωσιάζω».

Σάρκα και πνεύμα –«σαρξ εκ πνεύματος– πνεύμα εκ σαρκός» (όπως αναφέρει στο moto που για την αρχή του βιβλίου εφευρίσκει) γίνονται αλληγορία και όραμα, πηγή ενσυναίσθησης και ψυχικής υπέρβασης.

3.

Στους στίχους της Κυριακής Λυμπέρη η «επίκληση» είναι ομιχλώδης, κρυπτική, στα όρια του ερμητισμού. Αυτός ο κάποιος (ή κάτι) στο οποίο απευθύνεται η ποιήτρια δεν αποκτά ποτέ συγκεκριμένη ταυτότητα. Οι μάσκες με τις οποίες μας τον παρουσιάζει δείχνουν συχνά προς ένα φανταστικό πρότυπο:

«Κάποτε η εξάρτησή μου θα ήθελε/επί ίσοις όροις να στέκεται δίπλα σου/(τρόπος του λέγειν, πού;/αφού αυτός ο τόπος δεν υπάρχει)»

έναν άυλο μέντορα:

«Θα συμμετέχω πάλι και πάλι/σ’ αυτό το παιχνίδι/δήθεν πως είναι έρωτας/δήθεν πως λίγο κι εγώ σ’ εξουσιάζω/με την επανάληψη/και θα θέλω να σου μοιάζω[…]»

ένα ον σε αέναη απουσία- παρουσία:

«σε λίγο θα σχηματίσω τα σπίτια/ την πόλη, τον ουρανό./Από κάποιο λάθος της φαντασίας μου/κινδυνεύω να μη σε βρίσκω.[…]»

οντότητα προς την οποία εκείνη νιώθει ανεκπλήρωτο πόθο και έλξη:

«[…]ρουφάω το αίμα που σου ανήκει/χαμηλώνω τα στόρια, αλλά πάλι σε βλέπω/[…]»

ύπαρξη-αντανάκλαση των εσώτερων απωθήσεων και επιθυμιών της, πρόσωπο που μέσα από το βλέμμα ή μη βλέμμα του μοιάζει να θέτει όχι μόνο το θέμα, αλλά και τα ίδια τα όρια και τα μη όρια της ποίησής της. Εκφραστής του ανολοκλήρωτου και του ασύμπτωτου, πρόσωπο-Ιδέα που στην εμμονική του ανάκληση ο ψυχισμός της είναι ευάλωτος και συχνά αμφισβητεί ακόμη και τη δύναμη της ποιητικής της. Φανταστικό άλτερ έγκο της που (άλλοτε απροκάλυπτα κι άλλοτε υποδόρια) την σηματοδοτεί:
«Σου θυμώνω γιατί έχεις αυτά που εγώ δεν έχω/ …Σου θυμώνω γιατί κλέβεις τα λόγια μου/και φτιάχνεις ωραία μουσική».

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ

bookpress.gr 18/9/ 2017

«Γιατί όταν έχεις τον έρωτα το ποίημα τι να το κάνεις;»

Είμαι ένα τίποτα – εγώ
Κυριακή Αν. Λυμπέρη, Το κάλλος και το τραύμα, 2012

Ή μήπως πάλι / είμαι εγώ ένα τίποτα
Κυριακή Αν. Λυμπέρη, Ορμητικοί οι φθόγγοι ως το χάνομαι, 2017

Πέμπτη δοκιμή. Γραφή πορείας. Λυρικές εξομολογήσεις, κατά κανόνα ευσύνοπτες, με διακριτές παραλλαγές σε μορφή και περιεχόμενο. Τυπικές ενός και μόνου αδικαίωτου πάθους. Βιωματικό κεκτημένο. Στον αντίποδα της πόζας, της δήθεν έκφανσης, της εμφανώς ποιητικίζουσας συμπεριφοράς. Το ποίημα κατατίθεται δηλαδή μόνον αν έχει να δείξει κάτι. Πειστικά τα περί απομονώσεως του ποιητικού υποκειμένου, του αυτοεγκλεισμού του, της επακόλουθης στέρησης, του δεδηλωμένου ψυχοπνευματικοσωματικού κενού.
Αλλά εξίσου πειστικά και τα περί μιας κατά καιρούς θυσιαστικής, παθητικής, ήτοι μαζοχιστικής ομηρίας (βλ. κυρίως «Τα άγια τοις κυσί» σε συνδυασμό με την άκρως βασανιστική επίκληση: «Α, έρωτα, έρωτα / χαράδρα εαυτού / κοιλάδα άνω κάτω ανθοφόρας γης πατρίδα, / πάρε με έρωτα / τυράννησέ με ως το πρωί / να διαλυθώ / να σκορπιστώ / μες στο μηδέν να βρω το νόημά μου», από το ποίημα –τι άλλο;– « Έρωτας» της συλλογής Το κάλλος και το τραύμα, εκδ. Γαβριηλίδης). Αφομοιωμένες επιδράσεις επιφανών Ελλήνων και αλλοδαπών δημιουργών λόγου, κυρίως της μεταπολεμικής περιόδου. Διαχείριση του ζέοντος υλικού σύμφωνα με τους κανόνες μιας μουσικής αγωγής, η οποία προστατεύει το τελικό προϊόν από τον ύστερο εκφυλισμό του σε πεζολογία. Κι επειδή πολλά ζητήματα δεν διερευνώνται πλήρως, η ποιήτρια επανέρχεται διαρκώς σε ορισμένα από αυτά, λόγω της ιδιάζουσας βαρύτητάς τους. Όπως φερειπείν είναι: η διάψευση που ενυπάρχει στον έρωτα, η φύσει και θέσει ματαιότης του βίου, τα περιορισμένα όρια των γνωσιολογικών μας δυνατοτήτων, η μη διάρκεια της καταστατικής αγάπης, η έντονη παρουσία της μη Φύσης, η έλλειψη κοινού επικοινωνιακού παρονομαστή σε πλείστες όσες περιπτώσεις, ο εφιάλτης της ενδεχόμενης αδράνειας του εγώ, λειτουργώντας μέσα στο δεδομένο πλαίσιο μιας κατά κανόνα απρόσωπης ομήγυρης, η εγγενής δυσκολία της λέξης να αποτυπώσει τα μύχια στοιχεία των εννοιών, τα άφατα, τα πολυποίκιλα έρματα των ιδεών.

Κοντολογίς, η επαναφορά στη σταθερή αυτή θεματολογία κρίνεται περισσότερο ως περαιτέρω εμβάθυνση στα θέματα τα οποία φαίνεται να απασχολούν διαχρονικά την Κυριακή Αν. Λυμπέρη παρά ως εμμονή στη μη ανανέωση, στην άγονη και στείρα επανάληψη των όρων και των δεικτών του ποιητικού παιγνίου. Άλλωστε «η ποιητική γλώσσα βυθίζεται εκεί όπου ο κόσμος σκοτεινιάζει και η σημασία χάνεται» (βλ. ειδικότερα: Νάνος Βαλαωρίτης, Για μια θεωρία της Γραφής Γ΄, εκδ, Ψυχογιός). Εξού και το πεπρωμένο των επαναφορών στο χαοτικό γίγνεσθαι. Κατά τα άλλα, χαρακτηριστικό δείγμα των αλλεπάλληλων μεταπτώσεων του εγώ στη διακεκαυμένη ζώνη αυταπατών, παθημάτων και ηρωικών αναδιπλώσεων συνιστά, φρονώ, το διεσταλμένο εκείνο επίγραμμα, το οποίο τιτλοφορείται «Αν είμαι». Κατά λέξη έχει ως εξής: «Αν είμαι κόκαλο ποτισμένο με οξύ και δάκρυα / σταματημένους ήλιους αν έχω στα βλέφαρά μου / αν είμαι συκώτι μεθυσμένο που πρήζεται / και δεν αντέχει την οδύνη του / αν είμαι δέρμα που βαραίνει και πιέζει το κρέας / αν είμαι σώμα που υποφέρει / μπορώ να είμαι και φτερό, πουλί, αερόστατο / μπορώ να είμαι ρίζα που ανεβαίνει / βεγγαλικό που σκάει / την ουσία μου ν’ αναλίσκω μπορώ / με κρότο τα μυρμήγκια να εντυπωσιάζω». Ασφαλώς, ασύνειδα στο βάθος ακούγεται παραποιημένο το διάσημο «Αν» του νομπελίστα Τζόζεφ Ράντγιαρντ Κίπλινγκ (1865-1936), ενώ απηχείται και ο εμφανώς φιλοσοφών επίλογος του προηγηθέντος ιδεαλιστικού οιονεί credo με τίτλο «Τα δέντρα (ή περί του είναι)» από την προαναφερόμενη συλλογή Το κάλλος και το τραύμα. Ήτοι: «Αναρωτιέμαι αν τα δέντρα υπάρχουν τελικά / ή μόνο οι σκέψεις τους· / αν είμαι τέκτων εγώ / σχεδιαστής, κατασκευαστής / συντηρητής, ισορροπιστής / παραλλαγή θεού σε μέγεθος μικρό / απορροφητήρας δέντρων· / αν είμαι το ίδιο το δέντρο ε γ ώ / μ΄ ένα φλιτζάνι του καφέ στο χέρι / αν είμαι ε γ ώ / αν ε ί μ α ι » (σημειώνω ότι τα κενά ανάμεσα στα γράμματα συνιστούν συγκεκριμένη έκφραση της ποιήτριας).
Η κριτική έχει ήδη επισημάνει τις χαρακτηριστικότερες πλευρές αυτής της κατανοητής, εξόφθαλμα ερωτικής και συχνά πυκνά αυτοαναφορικής γραφής. Παραθέτω ενδεικτικά τα εξής: «Η υπερρεαλιστική της γραφή θα της δώσει την ελευθερία να πει τα ανείπωτα. Στην αλληγορία θα χτίσει το ποιητικό οικοδόμημα για να μην εκπέσει σε μελό ρεαλιστικές διατυπώσεις. Έτσι, καθόλου παράταιρος δεν φαίνεται “ένας ελέφαντας” που “ξαφνικά πετά”. Μάλιστα, θα λέγαμε πως είναι η καλύτερη μεταφορά εκείνου που χονδροειδώς οφείλει να καταπιεί […] Των παλιών ρομαντικών τα σύνεργα –“βράδια” και “φεγγάρια”– δεν επαρκούν για να βαστάξουν το βάρος της ψυχής. Και όσο πιο ψηλά κοιτάζει κανείς τόσο πιο βαρύς γίνεται ο κόσμος. Βράχος ασήκωτος ο καημός που το πάσχον εγώ πρέπει να άρει. Απέλπιδες είναι οι προσπάθειες να σκαλώσει σε κάτι, να υψωθεί πάνω από τις συμβάσεις, να κρατηθεί στην επιφάνεια και να μη βουλιάζει στων παραισθήσεων το τέλμα, όπου τη σέρνουν οι παλιές ευτυχισμένες σκηνές […] Εντέλει μας υπενθυμίζει πως τα ανθρώπινα δεινά είναι κοινά κι εμείς είμαστε εκεί για να υπομένουμε, συμπάσχοντας μαζί της, έστω κι αν καθένας “μοναχός ονειρεύεται και δεν ακούει το βραχνά του άλλου”, όπως έλεγε ο Σεφέρης» (βλ. Ανθούλα Δανιήλ, στο ηλεκτρονικό περιοδικό «Διάστιχο», 19 Οκτωβρίου 2016, κρίνοντας την αμέσως προηγούμενη συλλογή της, τα Ζητήματα ύψους, η οποία κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Τυπωθήτω το 2015).

Επίσης, για τις ανάγκες της εποπτικής στιγμής, απομονώνω και τα εξής ενδεικτικά: «Η ποίηση της Κυριακής Λυμπέρη μοιάζει να είναι ένα κομμάτι φυσικού κόσμου, σαν να βλάστησε όπως το δέντρο, να αναζητά την τροφή με το ένστικτο του ζώου, να καθοδηγεί τα βήματά της στο δάσος με την άνεση του θηρίου […] Μόνο που δεν έχει αυταπάτες. Στην περίπτωση της ποίησης, ο ποιητής δεν είναι ο Ιωνάς και το κήτος το έχει μέσα του, έναν δράκο-άγγελο [….] Έτσι λειτουργεί και το “φαρμακείο” των λέξεων, πάντα στα διανυκτερεύοντα, έτοιμο να δώσει τα δικά του γιατρικά στον πόνο των ανθρώπων. Μόνο που τα φάρμακα του ποιητή πρέπει να περάσουν από πολλές παγίδες των δρόμων για να φτάσουν να αποβούν ιαματικά [….] Διαβάζοντας την ποίηση της Κυριακής Λυμπέρη έχω την αίσθηση του “όλου”, όχι μόνον ως συνολική εικόνα του κόσμου του ποιητή αλλά και ευρύτερα, ως αντίληψη που διακατέχει την ποιήτρια για το αδιάσπαστο του σύμπαντος. Μοιάζει εδώ να καταργείται εκείνο το καρτεσιανό περίφημο “cogito ergo sum” που οδήγησε τη σκέψη του ανθρώπου σε έναν ανελέητο κατακερματισμό σε σώμα και πνεύμα, σε σκέψη και σε ύλη, σε αντιμετώπιση της ζωής πάντα ως προς κάτι που την κατηγοριοποιεί και την καταδικάζει σε διάσπαση αέναη. Εδώ όλα δένουν, όλα υπακούουν στον εσώτερο ρυθμό που δίνει ο λόγος ο ποιητικός, που όλα τα ενώνει και τα βάζει να συμπλέουν μέσα στους στίχους. «Στα ύψη με το σώμα» θα μας προτείνει ανατρέποντας όλα τα περί κατώτατων ενστίκτων και ανώτερων πνευματικών ιδιοτήτων. Στα ύψη ανεβαίνεις με το όλον της ύπαρξής σου, επομένως και με το σώμα, ίσως κυρίως με αυτό, εφόσον με όχημα το σώμα βυθίζεσαι, ας πούμε, στον έρωτα» (βλ. Διώνη Δημητριάδου, γράφοντας επίσης για τα προαναφερόμενα Ζητήματα ύψους στο ηλεκτρονικό περιοδικό «fractal», 13 Ιανουαρίου 2016).
Σ’ αυτή τη συλλογή μέτρησα τριάντα επτά (37) ακριβώς ερωτήματα, όπως διατυπώνονται διαδοχικά στα τριάντα τρία (33) ποιήματα του έργου. Αναπάντητα στην πλειονότητά τους. Τα καταθέτω όλα ανεξαιρέτως. Με τη σειρά μάλιστα της εμφάνισής τους, λίγο πολύ από σελίδα σε σελίδα, προκειμένου να δοθεί μια πληρέστερη εικόνα των διαλαμβανομένων: «Και πώς ακόμα επιμένει η μοναξιά / –άλλη τρόμου αγαπητικιά κι αυτή!– / πίστη στο μαξιλάρι μου να ορκίζεται;», «Μήλο μου στρογγυλό / δύο μισά που έγιναν ένα / άμα σπάσει το ένα, τι γίνονται;», «Κι άμα στο πουθενά βρεθείς / πώς να γυρίσεις στην αρχή;», «– Είναι μικρός ο κόσμος ή μεγάλος; / – Λυγμός λέγεται αυτό που ανεβαίνει / την ίδια ώρα κάθε βράδυ στα στήθη μου / ή καμπανούλα της απόστασης; / – Ένα παγόνι θα ‘ρθει –αν έρθει– κατά δω / ή τ’ αηδονάκι του ποτέ; / – Η όραση μήπως είναι άχρηστη για τους ερωτευμένους; / – Η γλώσσα λέει όσα χωράει η καρδιά / ή μόνο ξέρει τη φτώχεια της να επιδεικνύει;», «Ολόσωμο, επί τέλους, πότε θα σε δω; / Πότε τα σύμφωνα θα γίνουνε αλήθειες;», «σχολαστικά – πώς όχι;», «θ’ αγαπηθούμε;» «Πλήρωση δεν το είπες;», «“Μη δότε τα άγια τοις κυσί” / έτσι δε λένε;», «Γιατί όταν έχεις τον έρωτα το ποίημα τι να το κάνεις;», «Και τώρα εγώ πώς θα τραβήξω / από το αυτάκι τη δικαίωσή μου;», «Μα πού είσαι;», «γλιτώνει κανείς από το ψέμα;», «Μα ήταν όλα για το ποίημα;», «ποιος στα παθήματα / γελούσε κάτω απ΄ τα μουστάκια του;», «Κι αφού το όλο “σκηνικό είναι από χαρτόνι” / γιατί τον νιώθω τόσο αληθινό / τον πόνο αυτό που με καρφώνει;», «Έμοιαζαν κούκλες τσαλακωμένες – γιατί;», «Αναρωτιέμαι το τίποτα τι είναι; / Νόημα, λέξη απλώς / ή το δοχείο του παντός; / Μετά από πόσες προκύπτει αφαιρέσεις; / Από το τι το αφαιρείς; / Τι για να προκύψει πολλαπλασιάζεις; / Όμως, μήπως το περιτύλιγμα είναι το τίποτα; / Ή μήπως πάλι / είμαι εγώ ένα τίποτα / που κάθε τόσο γλείφω καραμέλες που μου δίνουν; / Α, τίποτα / είσαι καλό ή κακό / να σε φοβάμαι πρέπει ή να σε ποθώ; / Μα τι να φοβηθώ λοιπόν; / Σαν είμαι εγώ εδώ, εσύ δεν είναι / κι αν έρθεις πώς θα σε γνωρίσω;», «Η τέχνη λοιπόν όλα τα επιτρέπει;», «θα το επιτρέψεις τέχνη μου / τόσο γελοία να υπάρχω;», «Πώς μπορεί η σελίδα του κόσμου / να μην έχει και σήμερα κάτι να πει / τόση νέκρα στην καρδιά αντέχεται;», «τι σήμαινε λοιπόν αυτό / το σώμα ζητούσε τις δεσμεύσεις του;», «Μα είχα ήδη βαθιά τον αρραβώνα με τ’ αστέρια / πώς να δοθώ αλλού χωρίς / να παραδώσω την αθωότητα στα σκυλιά;» και εντέλει «Ναι, δε θέλω πια να είμαι τόσο δική σου· / μα είδες;»: Το ερώτημα ως ρητορικό ξεπέρασμα του κενού. Ως διαφυγή μέσα από τη νεφέλη των πολλαπλών σημασιών. Το ερώτημα ως εξορκισμός της αμφιβολίας της ύπαρξης για τον ίδιο τον εαυτό της. Ό,τι δηλαδή συναντά κανείς και αλλού. Φερειπείν: «Ως το δέντρο. Μ’ αγαπάς; / Ως το βουνό. Μ’ αγαπάς; / Ως τον ουρανό. Μ’ αγαπάς; / Πάντα κάτι εμποδίζει την αγάπη / όταν δεν υψώνεται κατακόρυφα / να εκτείνεται σε θαλάσσιο πλάτος» (βλ. το ποίημα της Γεωργίας Τριανταφυλλίδου με τίτλο «Απλωτές», από τη συλλογή της Δανεικά αγύριστα, εκδ. Κίχλη, που κυκλοφορήθηκε προσφάτως).
Σε μιαν άλλη αποστροφή εμπεριέχεται η συναφής διαφωτιστική δήλωση της Κυριακής Αν. Λυμπέρη: «Με τη μέθοδο των υπαινιγμών / αν δοκιμάσεις να μιλήσεις / περισσότερο χρόνο / τα ερωτήματα θα σέρνονται. / Έχει κι αυτό φυσικά τη γοητεία του. / Παρακινεί σε διαδρομές τη φαντασία». Ή με τον τρόπο της Μαρίας Ευσταθιάδη: «Η γλώσσα χωρίζει· δεν ενώνει. Στόχος της λογοτεχνίας είναι το αίνιγμα, το κρυμμένο νόημα, που το μαντεύεις σιγά σιγά, που αναδύεται μέσα από έναν πολυπρισματικό ιστό. Ο υπαινιγμός. Το παιχνίδι. Η πολυσημία είναι το κύριο χαρακτηριστικό της γλώσσας. Η λέξη δεν αναφέρεται, δεν παραπέμπει, η γραφή δεν αναπαριστά, χώρος της είναι η απουσία. Το ποίημα υφαίνεται [….] Οι λέξεις κρύβονται σε κλωστές, σε υφάσματα σε πτυχώσεις. Στην πραγματικότητα μόνο οι λέξεις υπάρχουν, ξεκάθαρες και συγχρόνως μυστηριώδεις. Σαν αστερισμοί. Μαύρο μελάνι πάνω στο λευκό. Δεν γράφεις με φως σε σκοτεινό πεδίο, μόνο το αλφάβητο των άστρων φανερώνεται με αυτόν τον τρόπο» (βλ. το επίμετρο στο Stéphane Mallarmé, Ίγκιτουρ ή η τρέλα του Ελμπενόν – Μια ζαριά δεν θα καταργήσει το τυχαίο, εκδ. Γαβριηλίδης).

Ισχυρίζομαι ότι η Κυριακή Αν. Λυμπέρη αντιλαμβάνεται κι αυτή ότι το πεπερασμένο της έκφρασής της, εν είδει και εν γένει, είθισται να απομακρύνει εντέλει το πράγμα από το πρόσωπο, να θολώνει το ίδιο το πρόσωπο καθώς σπεύδει να καθρεφτιστεί στο άλλο πρόσωπο, να καθιστά εντέλει τη διαβίβαση του μηνύματος προβληματική. Η προσέγγιση, η πολιορκία της ετερότητας, η κατάκτηση και η ενδεχόμενη κατανόησή της σε ικανό βάθος, μετά από μια κοπιώδη προσπάθεια, τελείται μέσα σε μιαν ομίχλη, σ’ ένα ημίφως θεάτρου σκιών. Τα ανδρείκελα-ανθρωπάρια του Πλάτωνα φθέγγονται ως αυτοσχέδιοι, συνεχώς πειραματιζόμενοι εγγαστρίμυθοι. Το ερώτημα υπονομεύει την οποιαδήποτε δογματική απόκλιση του ποιητικού υποκειμένου. Το έδαφος θα παραμένει ολισθηρό, υπαινίσσεται η αλυσίδα των τριάντα επτά (37) ερωτημάτων: γλιστράει η γλώσσα πάνω σε ό,τι την απειλεί με άμεση ακύρωσή της. Είναι το έδαφος της –έστω– Αλήθειας. Ο αναστοχασμός της ποιήτριας έχει οδηγηθεί και στο παρελθόν μαθηματικά στο ίδιο κατά βάση βασανιστικό ερώτημα, στην καταιγιστική αμφιβολία, στο πιθανολογούμενο μετά βεβαιότητος μηδέν. Είναι το βήμα της τελεσίδικης διάψευσης. Η αμφιβολία, όπως το γράμμα, το οποίο κατ’ ανάγκην την αρθρώνει, έτσι σκοτώνει κι αυτή. Κατά συνέπεια, το διάβημα που μας απασχολεί στην προκειμένη περίπτωση τελείται στην ενδοχώρα της καρυωτακικής απαισιοδοξίας. Να απομονώσω εδώ και το θυμοειδές, λαϊκότροπο δίστιχο «Μήπως το τίποτα / μας ρουφάει ξετσίπωτα;», από Το κάλλος και το τραύμα, σε αντιστοιχία με την ομολογία «Εγώ θα είναι τίποτα» του Καταλανού ποιητή Κάρλες Καμπς Μουντό (1948-) και το ποίημα με τίτλο «Ένας λόγος για το τίποτα» από το παρόν Ορμητικοί οι φθόγγοι ως το χάνομαι.

Κατέδειξα μερικές από τις δυνατές αναγνώσεις και ό,τι αυτές πιθανώς συνεγείρουν, μένοντας ενσυνειδήτως κοντά στο πνεύμα των όσων αποτυπώνονται στην εν λόγω συλλογή.

 ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΥΨΟΥΣ 

Μαργαρίτα Παπαγεωργίου

Σήματα ενδοποιητικής στην ποιητική συλλογή «Ζητήματα Ύψους» της Κυριακής Λυμπέρη 

January 12, 2017

Στη μελέτη του με τίτλο Seuils, «Κατώφλια», ο Gérard Genette εξετάζει τα στοιχεία που περιβάλλουν ένα κείμενο με σκοπό να το «παρουσιάσουν» και να το «καταστήσουν» παρόν. Αυτά τα στοιχεία αποτελούν το παρακείμενο και είναι ό,τι μεσολαβεί ανάμεσα στο κείμενο και τον αναγνώστη, όπως ο τίτλος ή οι επιμέρους τίτλοι όταν πρόκειται για ποιητική συλλογή, αφιερώσεις, μότο, σημειώσεις και άλλα. Όλα τα παρακειμενικά στοιχεία ανήκουν σε μια ζώνη, σε έναν ενδιάμεσο χώρο, ένα κατώφλι μετάβασης αλλά και μεταβίβασης. Είναι δηλαδή σαν ένα σύστημα οδηγιών χρήσεως για τους αναγνώστες και μελετητές του. Ακολουθώντας τα βότσαλα που μας αφήνει η Κυριακή Λυμπέρη στο κατώφλι της τέταρτης ποιητικής της συλλογής παρατηρούμε ότι ο τίτλος είναι Ζητήματα Ύψους και ότι αρχίζει με δυο μότο, με το πρώτο να αποτελείται από δυο στίχους του ποιητή Paul Eluard «Γιατί το σώμα και η ψυχή εκτίθενται μαζί/ Γιατί χρησιμεύουν ως δικαιολογία το ένα για την άλλη», και το δεύτερο με το στίχο του ποιητή Νίκου Καρούζου «Κανένα κυπαρίσσι στο ύψος της αγάπης».

Η ποιήτρια με αυτά τα παρακειμενικά στοιχεία αποδίδει τα χρέη της στους δυο ποιητές, υπογραμμίζει τις προσωπικές της αναφορές αλλά και μας προϊδεάζει για τα θεματικά μοτίβα της εν λόγω ποιητικής συλλογής. Δυο είναι λοιπόν οι άξονες γύρω από τους οποίους περιστρέφεται διττά. Μέσα από την ποιητική κατάδυση και ανάδυση στο σώμα αναζητάται η οδός του ύψους από τη μια, και της αγάπης από την άλλη.

Η ανυψωτική τάση είναι έκδηλη σ΄ όλη την ποιητική συλλογή της Κυριακής Λυμπέρη Ζητήματα ύψους. Η ποίηση εγγράφεται στο κορμί του ποιητή. Και τα δυο μαζί δημιουργούν ένα ποιητικό σύμπαν αναμέτρησης με το ύψος. Όταν όμως αναμετριέσαι με το ύψος, χρειάζεται να μελετήσεις την απόσταση που διανύεις ως εαυτός. Χρειάζεται να ενσκήψεις στο σώμα σου ως βάθος. Να ζυγίζεις το βάρος του κόσμου για να βρεις τις οδούς του ύψους. Και αυτό κάνει η Κυριακή Λυμπέρη εδώ.

Όλα τα ποιήματα, λες και ζητούν να αποτινάξουν από πάνω τους ή πάνω από το ποιητικό εγώ, ό,τι ως έρμα καθιστά το άγγιγμα τού επάνω δύσβατο.

Ποιο το επάνω και ποιο το κάτω; συχνά συγχέονται, αλλά μόνο γιατί η ανάβαση είναι ταυτόχρονα και μια κατάβαση στον εαυτό, όπως στον ηρακλείτειο στίχο «ὁδὸς ἄνω κάτω μία καὶ ὡυτή». «Κι αν καμιά φορά μετράω τα ύψη/ είναι τα βάθη που συλλογιέμαι» αναφέρει στο ποίημα «Με άγρια βότανα»: «Μα, όταν βγαίνω από εκεί,/ πόσα κομμάτια ουρανού/ μπορώ και θέλω να χαρίζω!» και στο «Χαρμολύπης εγκώμιον» «Και στα σύννεφα όταν ανεβαίνω/- δώσε γαλάζιο και σκοινιά! / ύστερα από λίγο βουλιάζω/ σε βάθη άπατα./ Αρμυρή, αρμυρή απ’ τον καιρό/ κι όμως αθώα,/ ξανακερδίζω την πρώτη μου ψυχή.»

Κινούμενη στης υπαρξιακής ποίησης τα μονοπάτια, σ΄ αυτή τη συλλογή η ψυχή σωματοποιείται διαμέσου οραματισμού στο χώρο της φύσης. Με απλή αλλά και πλούσια γλώσσα που ρέει σε εικονοποιία συμβολιστική, συχνά υπερρεαλιστική, με αποχρώσεις από τη διαδρομή της νεώτερης ποίησης, του Καρυωτάκη, του Ελύτη, του Εγγονόπουλου, του Ν. Καρούζου, αλλά και από τα ιερά κείμενα (στο ποίημα «Επί των υδάτων» (Ars Poetica) η ίδια η ποιήτρια μάς πλοηγεί στις ποικίλες πηγές της ποίησής της), στοχεύει στο συναίσθημα του αναγνώστη με αιχμές που απαλύνονται όμως, από μια εσωτερική τρυφερότητα.

Με τη συναίσθηση της δίψας του ουρανού αλλά και της φύσης του πηλού γράφει στο ποίημα με τίτλο «Η αρχή της αρχής» «η δίψα μου είναι των άστρων […] η καρδιά μου χώραγε τους ουρανούς/ και εγώ μοιράστηκα στα ερπετά!». Με αφετηρία την οδύνη της αδυναμίας του ανθρώπου, η ποιητική της συλλογής αποκτά μια πένθιμη παρατηρητικότητα του παρόντος, με άλλοτε πικρή και άλλοτε μεταφυσική ένταση.

Τα ποιήματα της Κ.Λ. ως «απαλοί ροδώνες όπου εξαντλεί την ανεπάρκειά της» με ποιητικά δομικά υλικά «άγρια βότανα, φρούτα, καρποί, λωτοί- φιλιά ώριμα, έχοντας στα δόντια το κλαράκι της μυρτιάς» και με όντα ζώντα του χάμω να αναμετρώνται και να τείνουν προς αυτά του άνω. Έτσι παρελαύνουν .. μια σφήκα κόκκινη στο δέντρο της καρδιάς, αηδόνια γυπαετοί, στρουθία /και τζιτζικιών θυσία ερωτική˙/ τις νύχτες μπούφοι, αηδόνια και πυγολαμπίδες/ άγγελοι του ουρανού αλλά και μέσα σε υπόγειες τρύπες/φίδια, σκορπιοί, μια καμηλοπάρδαλη, που και στα ψηλά, μα και στα χαμηλά γνωρίζει να ελπίζει, να τρώει, και να ζει/ ένας σκύλος που γλείφει τα χέρια του κυρίου του με ευγνωμοσύνη, αλλά και ένας λύκος που έγινε γλώσσα και ουρλιάζει κάθε νύχτα στο φεγγάρι- ένα ελάφι που η καρδιά του χώραγε στους ουρανούς αλλά μοιράστηκε στα ερπετά, ένα κήτος που σε ρουφάει ολόσωμο και είναι πάντα εκεί, μέχρι και ένας δράκος που έγινε με τα χρόνια άγγελος.

Ώσπου και ένας άγγελος ινδός προσφέρει τη μόνη ενσάρκωσή του, το ίδιο του το σώμα:

«Ένας Ινδός άγγελος,/ με τα ανοιχτά σε έκταση/ μαύρα χέρια του φτερά,/να συνοψίζει το απόγευμα/ επί ποδηλάτου στην κατωφέρεια, / όχι την πτώση των αγγέλων/ -ότι αυτός δεν γνώρισε / της έπαρσης την αμαρτία- /μα τη λιγνή απελπισία να ζυγιάζεται/ στην άκρη του φωτός, / μια τελευταία στιγμή πριν παραδώσει/ το μόνο ιμάτιο που κατέχει –σώμα του / στο πουθενά.» («Ινδός άγγελος»).

Μια παράλληλη εσωτερική αγωνία ζητά τον τόπο της ψηλά στα ποιήματα αυτά. Η αγωνία της αγάπης. Ναι, η αγάπη έχει ύψος. Εκεί κατοικεί. Μόνη. Η μοναξιά του επίδοξου αναβάτη – ακροβάτη στην αγάπη, άλλοτε ως πικρή διαπίστωση, άλλοτε ως προϋπόθεση κι άλλοτε ως υπόσχεση, υπερχειλίζει όλη τη συλλογή: «δύσκολη η μοναξιά, η αγάπη πονάει στα γόνατα./ Ακόμα κι αν δε βρεθούμε, ακόμα κι αν/ είσαι ήδη εδώ» γράφει στο ποίημα με τίτλο «Η προφητεία».

Η καρδιά της ποιήτριας στην μοναξιά της, αναζητά με πείσμα να αναμοχλεύσει το αόρατο, το ανέφικτο, με μια τιμιότητα που μόνο η αγάπη έχει, με μια αγαθότητα θα έλεγε κανείς. Ωστόσο, θέλει υπομονή και πόνο αυτός ο δρόμος. Συχνά διαβάζεις τίτλους ποιημάτων ή και στίχους όπου ο βαθύς πόνος υψώνεται σε εγκαρτέρηση, και το μάτωμα ακούγεται σαν σιωπηλό ουρλιαχτό. Στο ποίημα «Με άγρια βότανα» «Στον πόλεμό μου μ’ αίματα,/ στα σπλάχνα με πληγές/ και στο υφαντό μου το πανί / με υπομονή Πηνελόπης» ή στο ποίημα «Να επιμένεις» «Είναι καιρός που έμαθα να περπατώ/ στων ματιών σου την οικουμένη φιλέρημη,/ ψαλμωδίες τρυφερές πουλιών στους άκμονες,/ μουσική,/να επιμένεις στην αγάπη, να επιμένεις.»

Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι σε όλη την ποιητική συλλογή της Κυριακής Λυμπέρη η αυτοαναφορικότητα είναι το κύριο δομικό υλικό. Ότι η ποιήτρια παρατηρεί τον εαυτό της τη στιγμή της ποιητικής της διεργασίας και στη συνέχεια γράφει ποιήματα. Η κοινωνία όμως εγγράφεται στο σώμα του ποιητή και στη συνέχεια στο corpus του, την ποίησή του. Η ποίηση της Κ.Λ. όσο είναι αυτοαναφορική άλλο τόσο είναι σε αμοιβαιότητα με τον κόσμο γύρω της. Λαμβάνει και προσφέρει. Γεφυρώνει το εντεύθεν με το εκείθεν, ώστε αν και αναχωρητής ο ποιητής, αυτό να μη συνιστά φυγή από τον κόσμο αλλά συνομιλία με αυτόν.

Η ποιητική διαδικασία της ανόδου/ καθόδου δείχνει να έχει λυτρωτική καθαρτική επενέργεια στο ατομικό αλλά και στο συνολικό υποκείμενο. Η ποιητική δημιουργία εκλαμβάνεται ως προσφορά αν και υποσκάπτεται συχνά από το αδιάφορον των ανθρώπινων πραγμάτων. Η ματαιότητα του υλικού βίου και της απώλειας της αγάπης ή της απουσίας του ύψους απειλεί με καρυωτακικό πνιγμό την ποιήτρια στο ποίημα με τίτλο «Σαρκοβόρων νηπενθών ο βίος»: «των νηπενθών η αθωότητα/ είναι εξακολουθητική:/ ως προς το πράττειν δρουν ενστικτωδώς˙ ελευθερία τι σημαίνει; Ελευθερία, ευθύνη, εκλογή, και τα λοιπά/ τα νηπενθή δεν έχουν ακουστά. Της σάρκας η τροφή/ μόνη τους ασχολία. / Και για την πρόκληση χρώμα, μυρωδιά/ και τα υπόλοιπα που η φύση επιτρέπει.»

Και αναρωτιέται: «Έχει τέλος της πίκρας το ανάβρυσμα;» («Η δωδεκάτη ώρα»).

Και απαντά στο ποίημα «Στους αντίποδες»: «Πέφτουν τ’ αστέρια ένα ένα/ σαν κέρματα χάλκινα για τους ζητιάνους. Θα περιμένω ό,τι περισσέψει / τα αποφάγια, τα υπόλοιπα/ και τα σκουπίδια όλα. / Τα άχρηστα που γίνονται πολύτιμα/ στους πεινασμένους.» Στην ταπεινότητα, στο ελάχιστο των πραγμάτων μπορεί να βρίσκει κανείς την λύτρωση – αν ζεις στο ελάχιστο ή αν διερευνάς και ανατροφοδοτείσαι από το τίποτα, από το ανεπαίσθητο, μπορείς να βρεις την γαλήνη. Την ηρεμία της απάντησης ίσως;

Ο πόθος και η ανάγκη για τη χαμένη αγάπη λοιπόν. Για την αγάπη που ήταν υπόσχεση στον κόσμο αυτό και δεν εκπληρώθη. Για έναν Paradise Lost, μια αγάπη που ήταν προφητεία από το θεό αλλά δεν πραγματώθηκε. Δε νιώθεται. Μοναχά ελπίζεται μέσα σε ένα κόσμο σκοτεινό, αδιάφορο, έναν κόσμο ματαιότητας. Έναν κόσμο του τίποτα ή του μετρίου, που μόνο ανεπαίσθητες αναλαμπές της θεότητας των πραγμάτων, του Ωραίου, της αγνότητας που κάποτε ήταν και τώρα δεν είναι πια.

Ο ποιητής, ο άνθρωπος, βρίσκει μια χαμένη αθωότητα στην μοναξιά του δείχνει να μας λέει η Κ.Λ., στην δική του αναζήτηση με το χαρτί και το μολύβι, με την ενατένιση των άστρων, με την καταβύθιση στην ψυχή, όπου έχει καλά κρυμμένα τα λευκά σιδερωμένα βρεφικά λες ρουχαλάκια του εαυτού.

Σαράντα ένα ποιήματα σε αυτή τη συλλογή. Οι τίτλοι τους ως «μακροσκοπικά σήματα ενδοποιητικής» κατά τον Δ.Ν. Μαρωνίτη, μας οδηγούν συμβολικά και συνοπτικά στα θεματικά ρεύματα της ποιητικής αυτής συλλογής της Κ.Λ. Σταχυολογώντας μερικούς τίτλους θα μπορούσε να σχηματιστεί ένα ενδεικτικό παλίμψηστο: «Η καρδιά του ποιητή» – «Πορτραίτο» – «Με άγρια βότανα» – «Αντίποδες» – «Στα ύψη με το σώμα» – «Μη μιλήσω άλλο για αγάπη» – «Σαρκοβόρων νηπενθών ο βίος» – «Χαρμολύπης εγκώμιον» – «Επί των υδάτων (Ars poetica)» – «Τα μικρά άνθη» – «Στη φλούδα μου» – «Στην αναμονή του» – «Δωδεκάτη ώρα» – «Προφητεία» – «Μια ομοταξία για ν’ ανήκω» – «Γένοιτο» – «Στα σύννεφα» – «Ο τόπος μου» – «Να επιμένεις» – «Στην αρχή της αρχής» – «Από χίλιες οδούς» – «Ζητήματα ύψους».

Ποιήματα – Ζητήματα ύψους λοιπόν. Ενός ύψους που ορίζεται ως βάθος. Ενός ύψους που φέρεται ως ερώτηση και απάντηση, ως διαδρομή και τέλος, ως επιλογή και τυραννία. Ως η μόνη οδός εντέλει για την επιστροφή στην ουρανική αγάπη.

Αρχή και τέλος εδώ τα λόγια του Ν. Καρούζου: «Για το ύψος και για το βάθος. Όχι αστείες επιφάνειες. Όχι στιλπνότητες του αέρα. Ούτε τσίρκο στεναγμών, αλλ’ ο αέρας μαχόμενος. Που σημαίνει προοδεύω στον πόνο. Μια τέτοια πρόοδος είναι η ποίηση».

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Alex Strohl.]

ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

Διάστιχο 19/10/2016

Ένα βιβλίο με σαράντα ένα ποιήματα μιας σπαρακτικής εξωτερίκευσης συναισθημάτων που εξέθρεψε η απώλεια, η προδοσία, η ματαίωση του ονείρου. Ο έρωτας.

Η ποιητική συλλογή της Κυριακής Λυμπέρη με τον τίτλο Ζητήματα ύψους είναι μια de profundis εξομολόγηση, «De profundis clamavi ad te, lector», θα μπορούσε να πει η ποιήτρια, παραφράζοντας τον ψαλμό που έκανε διάσημο ο Όσκαρ Ουάιλντ. Ένα βιβλίο με σαράντα ένα ποιήματα μιας σπαρακτικής εξωτερίκευσης συναισθημάτων που εξέθρεψε η απώλεια, η προδοσία, η ματαίωση του ονείρου. Ο έρωτας.
Η συλλογή μπορεί να χωριστεί σε δύο μέρη, με σημείο τομής ενός πριν και ενός μετά το ποίημα «Επί των υδάτων (Ars Poetica)». Κόλαση και καθαρτήριο. Παράδεισος δεν υπάρχει πια.
Στο πρώτο ποίημα προσδιορίζει το χώρο της∙ μπαίνει στο δάσος απελπισμένη: Αγκάθια μες στο δάσος μου∙/ εύκολα σκίζεται το δέρμα (δεν ξέρω αν σωστά ακούω εδώ το θρόισμα από το «Μετάξι στον κήπο» του Γιώργου Βέη). Εκεί, σ’ αυτό το δάσος θα περιπλανηθεί και θα γδαρθεί, εκεί στο δέρμα της θα ανοίξει δρόμους για να φανεί το μέσα πάθος, η κόλαση – inferno.
Η υπερρεαλιστική της γραφή θα της δώσει την ελευθερία να πει τα ανείπωτα. Στην αλληγορία θα χτίσει το ποιητικό οικοδόμημα για να μην εκπέσει σε μελό ρεαλιστικές διατυπώσεις. Έτσι, καθόλου παράταιρος δεν φαίνεται «ένας ελέφαντας» που «ξαφνικά πετά». Μάλιστα, θα λέγαμε πως είναι η καλύτερη μεταφορά εκείνου που χονδροειδώς οφείλει να καταπιεί.
Μοιάζουν ωραία βέβαια τα βράδια στη σελήνη
αθώα είναι η ιστορία εκεί πάνω
τα λάθη μόνο για τους βράχους.
Των παλιών ρομαντικών τα σύνεργα –«βράδια» και «φεγγάρια»– δεν επαρκούν για να βαστάξουν το βάρος της ψυχής. Και όσο πιο ψηλά κοιτάζει κανείς τόσο πιο βαρύς γίνεται ο κόσμος. Βράχος ασήκωτος ο καημός που το πάσχον εγώ πρέπει να άρει. Απέλπιδες είναι οι προσπάθειες να σκαλώσει σε κάτι, να υψωθεί πάνω από τις συμβάσεις, να κρατηθεί στην επιφάνεια και να μη βουλιάζει στων παραισθήσεων το τέλμα, όπου τη σέρνουν οι παλιές ευτυχισμένες σκηνές:
Μια χελιδονοφωλιά του νου
…διακονία κανονική στο αόρατο
…Έχει στο σώμα του σημάδια από φιλιά
νυχτερινές ερώτων μαρτυρίες
χέρια πλεγμένα αγαπητικά
και άλλα δάχτυλα που κεντούν
σταυροβελονιά το ανέφικτο.
Ένας μικρός ιδιωτικός παράδεισος που μεταλλάχτηκε σε κόλαση. Γιατί κάθε παράδεισος έχει τον όφι του και της γνώσεως το δέντρο του και τη φιλέρευνη Εύα του. Ο δρόμος είναι μπροστά, η πόρτα ανοιχτή, μπαίνει, αλλά κανείς δεν ξέρει ότι στη στροφή περιμένει η αλλαξοκαιριά. Κι εκεί παίζεται το δράμα.
Η ποιήτρια, σαν τον ζητιάνο της παραβολής, εξόριστη του παραδείσου πια, αρκείται σε ό,τι έχει περισσέψει από το τραπέζι του πλούσιου: τα αποφάγια, τα υπόλοιπα/ και τα σκουπίδια όλα./ Τα άχρηστα που γίνονται πολύτιμα/ στους πεινασμένους, γιατί κι ένα μικρό ψίχουλο αρκεί από τον παράδεισο που δεν μπορεί να έχει. Η ερωτική έλλειψη έρχεται σαν διακριτικό παράπονο, καθόλου διεκδικητικό. Κι επειδή το παράλογο έχει μπει για καλά στη ζωή, το «πράσσειν άλογα» ή «πράσιν’ άλογα» ή «πράττειν παράλογα» προεκτείνεται στο ζωγραφίζειν παράλογα, στο «Πορτρέτο». Η πράσινη κυρία, με φουλάρι από άνθη, ταιριάζει στη θεωρία του τοπίου –Αν είναι χρώματα κισσού/ αν είναι αγράμπελη–, οι στίχοι μάς γυρίζουν σε άλλες εποχές και άρωμα παλιάς τεχνοτροπίας, μόδας και γυναικείας κοκεταρίας – το πράσινο «πορτρέτο» δίνει μια αίσθηση κακίας, ψυχικής διαστροφής, σαπίλας και μούχλας. Δεν είναι το πράσινο της νιότης, της φύσης, της χλόης, της ζωής. Πράσινο σαν φίδι φαρμακερό∙ «χολή;», αναρωτιέται η ποιήτρια. «Ναι», θα ήταν η απάντηση που αιωρείται και δεν κατατίθεται. Σπαρακτική επίσης ακούγεται η ορχήστρα με όλα τα όργανα να οργώνουν το νου και την ψυχή, να αρχίζουν δυνατά για να καταλήξουν οδυνηρά. Με τα κρουστά στην ενθουσιαστική αρχή και το θρήνο, lamentο, στο τέλος. Πληγές της ψυχής με ήπιες μεταφορές στο σώμα αντανακλούν: Η αγάπη πονάει στα γόνατα. Και όσο το ύψος πιο ψηλό τόσο το βάρος της πικρής γείωσης πιο βαρύ. Το ανηλεές «σαρκοβόρο νηπενθές» του Ομήρου, του Καρυωτάκη, του Μποντλέρ, τα φάρμακα της «νάρκης του άλγους» του Καβάφη, κανένα δεν μπορεί να ηρεμήσει το θηρίο, το «αμάχανον όρπετον» που τρώει από μέσα. Και ο «έρως ο λυσιμέλης», ο «ελθών εξ οράνω» (παραφράζω λίγο τη Σαπφώ) είναι ανήκεστος. Τι είναι το φιλί, η αναμονή, η πίεση, το βάθος της ουλής, τα δάχτυλα, ηλεκτρικά καλώδια; Όλα είναι του έρωτα σύνεργα, προσαγωγά νεύρα που στοχεύουν σωστά και πετυχαίνουν την καρδιά. Σταματώ για λίγο στο ποίημα «Χαρμολύπης εγκώμιον», όπου συνυπάρχουν η «χαρμολύπη» και η «πικροδάφνη», μισή χαρά, μισή λύπη, μισή πίκρα, μισή δόξα. Τα κλαδιά της πικροδάφνης σαν χέρια απελπισμένα. Οι βράχοι κοφτεροί με μασέλες, δόντια τρωκτικά/ που σκίζουν σάρκες από μέσα. Τα «δοξαστικά μεσημέρια» (του Ελύτη) με τα τζιτζίκια και τη συμβασιλεία των φυτών και λουλουδιών, των φτερωτών αγγέλων και των ερωτικών φιλιών, στον ήλιο τον καυτό, όλα μια επιφάνεια παραδείσου, ένα τσιρότο στην πληγή. Η ζείδωρη φύση με τα δώρα της, λουλούδια κι αρώματα, ορχήστρα ανεκλάλητου παραδείσου πλην, παρελθόντος. Μετρημένος ο χρόνος του. Αλλιώτικο το χρώμα του κι ας είναι ίδιος.
Έτσι ο έρωτας και τα ανθρώπινα όλα∙ μισά και για λίγο. Τόσο όσο να γεμίζει ο νους με μνήμη, η ψυχή με πληγές και η ζωή με πείρα. Μια διαρκής είσοδος – έξοδος από το δράμα, ένα φαίνεσθαι διάφορο του είναι. Μια αστραφτερή απάτη: αργυρόχροα ετοιμάζεις/τα μέταλλα που θα με τελειώσεις. «Αχ, ομορφιά, συ θα με παραδώσεις καθώς ο Ιούδας», λέει ο Ελύτης. «Αχ, έρωτα, καθώς Ιούδας με παρέδωσες», θα μπορούσε να λέει η ποιήτρια. Μ’ ένα φιλί κι ένα χάδι μου έκλεψες την αθωότητα, την ιερή στιγμή μου.
Ωστόσο, στο ποίημα «Αρχή της αρχής» κάνει επανεκτίμηση των πράξεων και επανεκκίνηση της ελπίδας. Στο «Επί των υδάτων (Ars poetica)», συνθεμένο από στίχους ή ιδέες ποιητών που αγάπησε, στηρίζει την πίστη που κλονίστηκε. Έτσι, γνωρίζει, με την πληγή στο πλευρό, ποιο το καλό, ποιο το κακό και ότι της αθωότητας η γλώσσα έχει τίμημα. Φως ανατέλλει πάλι, ο λόγος γίνεται πιο στοχαστικός, ο πόνος αποσύρεται από τη σκηνή, παραφυλάει ωστόσο στα παρασκήνια. Είναι αυτός που θα εκθρέψει τη νέα σοδειά. Το λέμε τώρα έρωτα/ του ουρανού και των άλλων άστρων/ το λέμε υποταγή στην ομορφιά/ που κατεργάζεται τα μέταλλά της και παλιώνει./ Και όταν έρθει κάποτε η στιγμή/ το πήλινο εκμαγείο μου στη γη να παραδώσω,/ άρωμα γιασεμιού η διαθήκη μου/ και ροδιού σπόροι οι λέξεις,/ τ’ όνομά μου.
Έτσι, λοιπόν, η συγκατάβαση επετεύχθη. Η παραδοχή έτοιμη. Η ποιήτρια αποφθέγγεται: Ευτυχισμένοι/ αυτοί που ξέρουν να τρυγούν την άνοιξη,/ ευτυχισμένοι/ αυτοί που κοιτούν κατάματα την αγάπη/ και τρισευτυχισμένοι αυτοί που δεν γνωρίζουν φόβο./ Κι εγώ δέντρο που καίγομαι/ και σβήνω τις φωτιές μου στα ποτάμια!, αλλιώς: «Μακάριοι οι μη ειδότες…», γιατί οι ειδότες δεν είναι μακάριοι, γιατί πώς να μιλήσεις για την κόλαση σωστά,/ εκ του μακρόθεν, λέει, δεν περιγράφεται. Αν δεν καείς μες στη φωτιά, δεν μαθαίνεις, «φωτιά, ωραία φωτιά, καίγε μας, λέγε μας τη ζωή», είπε ο Ελύτης. Η φωτιά, αυτή το πρώτο ρίζωμα και δεν είναι τυχαίο.

«Έτσι ο έρωτας και τα ανθρώπινα όλα∙ μισά και για λίγο. Τόσο όσο να γεμίζει ο νους με μνήμη, η ψυχή με πληγές και η ζωή με πείρα. Μια διαρκής είσοδος – έξοδος από το δράμα, ένα φαίνεσθαι διάφορο του είναι.»

Ο καιρός της περισυλλογής έφτασε. Η ποιήτρια περιηγήθηκε τον πόνο, περιέγραψε την απώλεια, κοίταξε από ψηλά την πτώση, από χαμηλά τον ουρανό, κράτησε μέσα της τα τιμαλφή της. Αξιοποίησε ό,τι η τέχνη της έδωσε, έδωσε στον πόνο της ρυθμό, ανακαίνισε την παλιά φόρμα, έπαιξε δίκαια ανάμεσα στο παλιό και στο καινούριο, και: Θα αναχωρήσω τώρα/ –αν δεν σας πειράζει– για τον τόπο μου/ …Αγαπητοί φίλοι,/ θα λείψω για λίγο τώρα,/ αποσύρομαι στην ηλικία που μου ταιριάζει,/ θα δοκιμάζω εξαρτήματα εκεί/ που οι κόσμοι συναρμολογούνται χάρτινοι/ αθώοι, θα εγκατασταθεί στα δίκαιά της. Και όλα στη θέση τους. Το σύμπαν δεν θα ανατραπεί. Η ζωή θα συνεχίζεται κι ο καθένας με την πληγή του θα ιδιωτεύει στον ιδιωτικό του κόσμο, στο όνειρο που μπορεί να ελπίζει για να μπορεί να ζει.
Η Κυριακή Λυμπέρη με τα Ζητήματα ύψους, αλλά και τα ζητήματα βάθους, μας άνοιξε την πόρτα για να μπούμε στο δάσος που την έγδαρε, την πόνεσε, την έκανε να νιώσει κανονικός άνθρωπος και, σαν πρωτόπλαστη, διωγμένη από τον παράδεισο, να συμβιβαστεί με το μεγάλο τίποτα:
Ο θάνατος απλώνει γύρω
στο τέλος, την πάχνη του, δεν ωφελεί
η τόση επαγρύπνηση.
Εντέλει μας υπενθυμίζει πως τα ανθρώπινα δεινά είναι κοινά κι εμείς είμαστε εκεί για να υπομένουμε, συμπάσχοντας μαζί της, έστω κι αν καθένας «μοναχός ονειρεύεται και δεν ακούει το βραχνά του άλλου», όπως έλεγε ο Σεφέρης.

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

FRACTAL 13/1/2016

Μια κριτική ανάγνωση στην ποιητική συλλογή «Ζητήματα ύψους» της Κυριακής Λυμπέρη, από τις εκδόσεις «Τυπωθήτω-λάλον ύδωρ»

Η ποίηση είναι οπωσδήποτε ένα “ζήτημα ύψους”, τουλάχιστον για τον ποιητή που της δίνει πνοή με τη γραφή του αλλά και για τον αναγνώστη που μεταλαμβάνει την ανάσα αυτή. Ζαλιστικό το ύψος αυτό, γι’ αυτούς που είναι μαθημένοι να πατούν μόνο στα γήινα και απολύτως ερμηνεύσιμα. Αντιθέτως, δελεαστικό με όλον του τον κίνδυνο, γι’ αυτούς που αντέχουν «απρόσμενες παγίδες, θαύματα ερήμην».

Είναι αναμενόμενο ίσως μέσα σ’ ένα ποίημα να ανιχνεύεται μια δόση αυτοαναφορικότητας. Περίπου αυτό που ονομάζουμε “ποιητική” του κάθε δημιουργού, τα χτίσιμο της δικής του οπτικής στην υπόθεση της γραφής. Η Κυριακή Λυμπέρη στα «Ζητήματα ύψους» παρουσιάζει -άλλοτε φανερά και άλλοτε πιο καλυμμένα- σχεδόν σε όλα τα 41 ποιήματα της συλλογής της αυτόν τον κόσμο στον οποίο κινείται η ποιητική σκέψη δίνοντας έτσι τη δική της εκδοχή για τα ποιητικά πράγματα. Μας προετοιμάζει ακόμη από τους πρώτους στίχους

«… Και αν ακούσεις ουρλιαχτό,
να με πονάς, αλλά να μη ζητήσεις
να επιστρέψω αμέσως, ώρες που
με άγρια βότανα το αίμα μου τροφοδοτώ.
Μα όταν βγαίνω από εκεί,
πόσα κομμάτια ουρανού
μπορώ και θέλω να χαρίζω!»

Άγρια η ψυχή του ποιητή; Κάποιες φορές ναι. Πάντως με άγρια βότανα τροφοδοτούμενη. Αλλιώς δεν γίνεται να μεταδώσει αυτά τα κομμάτια ουρανού, αν πρώτα δεν έχει δοκιμαστεί στα πιο σκληρά μονοπάτια. Η ποίηση δεν γράφεται με χαρές και τραγούδια. Απαιτεί αίμα ψυχής. Όπως αυτό που φαίνεται να κυλά στις φλέβες αυτής της ποίησης.

Ο κόσμος του ποιητή έχει ουρανό, με την απαιτούμενη εξύψωση, έχει όμως και καταβύθιση σε υδάτινα τοπία, εκεί που σαν νέος δύτης (στα ίχνη εκείνου του αρχέτυπου της ποίησης του Ρίτσου) θα δεχτεί από τον πυθμένα όλα τα θαυμαστά

«Η μισή μου καρδιά είναι εδώ πέρα,
όταν ξεβράζει η φουσκοθαλασσιά
ρήματα, λέξεις και μαργαριτάρια.»

Η ποίηση της Κυριακής Λυμπέρη μοιάζει να είναι ένα κομμάτι φυσικού κόσμου, σαν να βλάστησε όπως το δέντρο, να αναζητά την τροφή με το ένστικτο του ζώου, να καθοδηγεί τα βήματά της στο δάσος με την άνεση του θηρίου.

«Κι εγώ δέντρο που καίγομαι
και σβήνω τα φωτιές μου στα ποτάμια»

Αφήνεται να τη ρουφήξει «το κήτος ολόκληρο» σαν νέος Ιωνάς, γιατί μόνον έτσι

«πέστε μου,
δεν δίνεται ύστερα σαν χάρισμα η προφητεία;»

Μόνο που δεν έχει αυταπάτες. Στην περίπτωση της ποίησης, ο ποιητής δεν είναι ο Ιωνάς και το κήτος το έχει μέσα του, έναν δράκο-άγγελο.

«Ο δράκος μου κοιμάται
διαρκώς με το ένα μάτι ανοιχτό,
περιμένει τη κλήση μου τη σωστική,
στην αγωνία είναι πάντα έτοιμος.»

Έτσι λειτουργεί και το “φαρμακείο” των λέξεων, πάντα στα διανυκτερεύοντα, έτοιμο να δώσει τα δικά του γιατρικά στον πόνο των ανθρώπων. Μόνο που τα φάρμακα του ποιητή πρέπει να περάσουν από πολλές παγίδες των δρόμων για να φτάσουν να αποβούν ιαματικά. Και πρωτίστως θα πρέπει ο ποιητής να έχει παραδώσει την ψυχή του σαν νέος Φάουστ

«Γιατί πώς να μιλήσεις για την κόλαση σωστά,
εκ του μακρόθεν λέει δεν περιγράφεται».

Κατόπιν θα μπορεί κι αυτός να συνομιλεί με τους θεούς

«Όταν συχνάζεις πολύ
σε δώματα θεών
στην επιστροφή πάντα θα κουβαλάς
στο ρούχο σου λίγη
από των συμποσίων τη χυμένη αμβροσία,
παρέα για φθαρμένα απογεύματα,
εξαίσια μυρωδιά αθανασίας»

Διαβάζοντας την ποίηση της Κυριακής Λυμπέρη έχω την αίσθηση του “όλου”, όχι μόνον ως συνολική εικόνα του κόσμου του ποιητή αλλά και ευρύτερα, ως αντίληψη που διακατέχει την ποιήτρια για το αδιάσπαστο του σύμπαντος. Μοιάζει εδώ να καταργείται εκείνο το καρτεσιανό περίφημο “cogito ergo sum” που οδήγησε τη σκέψη του ανθρώπου σε έναν ανελέητο κατακερματισμό σε σώμα και πνεύμα, σε σκέψη και σε ύλη, σε αντιμετώπιση της ζωής πάντα ως προς κάτι που την κατηγοριοποιεί και την καταδικάζει σε διάσπαση αέναη. Εδώ όλα δένουν, όλα υπακούουν στον εσώτερο ρυθμό που δίνει ο λόγος ο ποιητικός, που όλα τα ενώνει και τα βάζει να συμπλέουν μέσα στους στίχους. «Στα ύψη με το σώμα» θα μας προτείνει ανατρέποντας όλα τα περί κατώτατων ενστίκτων και ανώτερων πνευματικών ιδιοτήτων. Στα ύψη ανεβαίνεις με το όλον της ύπαρξής σου, επομένως και με το σώμα, ίσως κυρίως με αυτό, εφόσον με όχημα το σώμα βυθίζεσαι, ας πούμε, στον έρωτα, και τότε φτιάχνεις δυο τρεις στίχους από τους πιο ερωτικούς

«κι άμα λυθούν τα σπλάχνα,
αναβρύζουνε αρτεσιανά τα δάκρυα,
μερίζεται ο άρτος του γκρεμού».

Η ποιήτρια έχει επίγνωση της θέσης της στον κόσμο των ποιητών, ακόμη κι όταν καταχωρίζει τον εαυτό της στα «χειμαδιά»

«Ταγμένοι οι ποιμένες ν’ αγρυπνούν
και να σηκώνουν τα φορτία των άστρων
κι εγώ εδώ στα χειμαδιά
μαθαίνω την ψυχή μου.»

Αυτή, ωστόσο, η εκμάθηση ψυχής είναι που εκτινάσσει τον λόγο και από ένα απλό ψέλλισμα στίχων (που συχνά απαντάται στο λογοτεχνικό σύμπαν) τον μεταλλάσσει σε ώριμη ποιητική πρόταση, ικανή να μιλήσει στον αναγνώστη, κι έτσι να τεθεί σε λειτουργία η μετακένωση με τον γραπτό λόγο μιας εμπειρίας ζωής και μιας συνάμα ενδιαφέρουσας σκέψης.

Θέλω να κρατήσω για το τέλος αυτής της ανάγνωσης ένα μικρό θαύμα ποιητικού λόγου που συνάντησα σ’ αυτές τις σελίδες. Και το παραθέτω ολόκληρο καθόσον μόνον έτσι “ζωγραφίζει” την εικόνα του και την παραδίδει πλήρη

«Ένας Ινδός άγγελος,
με τα ανοιχτά σε έκταση
μαύρα χέρια του φτερά,
να συνοψίζει το απόγευμα
επί ποδηλάτου στην κατωφέρεια,
όχι την πτώση των αγγέλων
-ότι αυτός ποτέ δεν γνώρισε
της έπαρσης την αμαρτία-
μα τη λιγνή απελπισία που ζυγιάζεται
στην άκρη του φωτός,
μια τελευταία στιγμή πριν παραδώσει
το μόνο ιμάτιο που κατέχει-σώμα του
στο πουθενά»

Είναι εδώ που όλα είναι ένα: ο στίχος-λόγος, η εικόνα, το φως, το χρώμα, η μουσική, ακόμη -θα τολμούσα να πω- εκείνο το απίθανο ποδήλατο που μας το σύστησε πρώτος ο Εμπειρίκος για να δούμε την ίδια την ποίηση σαν ανάπτυξη του στίλβοντος χρωματισμού του. Μα έχουμε Ποίηση εδώ! Και τότε «ο θάνατος κοιτάζει απ’ έξω».

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ 9/2/2016

Η αύξηση της ποιητικής παραγωγής των τελευταίων ετών έφερε στο προσκήνιο και την ελληνική περιφέρεια. Έχουμε ξανασημειώσει το γεγονός ότι έως τώρα οι περισσότερες ανθολογίες και ποιητικές εκδόσεις προέρχονταν από τα μεγαλύτερα αστικά κέντρα, δίνοντας μία καθαρά αστική οπτική στην ποίηση. Η εγγύτητα των ποιητών των αστικών κέντρων και οι συχνές μεταξύ τους επαφές διαμόρφωσαν όχι μόνο κοινά χαρακτηριστικά, αλλά και οδήγησαν στην αδιαφορία για ποιητές της περιφέρειας, των μικρών ή μεσαίων πληθυσμιακά αστικών κέντρων.

Τούτοι μακριά από τις επαφές και τις άμεσες επιρροές από ομοτέχνους διαμόρφωσαν ένα δικό τους ύφος συνδυάζοντας προσωπικά χαρακτηριστικά με κυρίαρχες -σε εθνικό επίπεδο- ποιητικές τάσεις και ρεύματα. Συνέδεσαν τις δικές τους κοινωνικές παραστάσεις κι εμπειρίες συνδέοντάς τις με τον περιβάλλοντα χώρο, το πλούσιο ελληνικό τοπίο.

Έτσι, αποκαλύπτεται μία νέα ομάδα ποιητών (που ακόμα δεν μελετήθηκε ως ομάδα λόγω ακριβώς τη μη συλλογικής καλλιτεχνικής έκφρασής τους) με πολλά κοινά χαρακτηριστικά μεταξύ τους και κυρίαρχη τη βιωματική φυσιολατρική προσέγγιση, που απέχει σημαντικά από την αστική ποίηση, παρά τα κοινά ποιοτικά στοιχεία που ίσως εντοπίσουμε. Σε αυτή την ομάδα θα εντάξουμε και την Κυριακή Λυμπέρη, «Ζητήματα ύψους» (τυπωθήτω, 2015).

Η ποίηση της Κυριακής Λυμπέρη είναι ανθρωποκεντρική και υπαρξιακή κατά βάση. Ο αναγνώστης ταξιδεύει στον ονειρικό της κόσμο· μαγεμένος ονειρεύεται κι αυτός. Και αν στόχος της τέχνης και της ποίησης είναι το ταξίδι του αναγνώστη/ακροατή, τότε ο στόχος της δημιουργού έχει επιτευχθεί στο απόλυτο καθώς το κοινό βιώνει τον αισθησιασμό της αισιοδοξίας μέσα από την ποιητική μαγεία της Κυριακής Λυμπέρη .

Ένας αξιοπρόσεκτος πλούτος διαφορετικών φυσικών παραστάσεων (χλωρίδα και πανίδα) εμπλουτίζουν την εικαστική, χωρίς βέβαια να εκλείπουν οι κοινωνικές παραστάσεις. Το λυρικό στοιχείο διαποτίζει όλη τη συλλογή και αναδύει μία νότα αισιοδοξίας, ακόμα κι όταν αγγίζει αποφάγια και σκουπίδια (οι αντίποδες). Και ακριβώς ζώντας στην ελληνική περιφέρεια, τόσο κοντά στην ύπαιθρο, η δημιουργός έχει πλούσιες εικόνες φύσης· σκηνές που καθώς τις μεταχειρίζεται με στιχουργική μαεστρία σε μία μείξη με βασικό συστατικό το σουρεαλισμό, αναδύουν ένα άρωμα ποίησης μακριά από την αστική απομόνωση και το μουντό της περιβάλλον.

…μη ζητήσεις
να επιστρέψω αμέσως, ώρες που
με άγρια βότανα το αίμα μου τροφοδοτώ.
Μα όταν βγαίνω από εκεί,
πόσα κομμάτια ουρανού
μπορώ και θέλω να χαρίζω!…

Η γλώσσα της είναι άμεση και ρέουσα. Η απλότητα του αφηγηματικού ύψους και η ροή της επιτρέπουν την ήπια κίνηση των εικόνων και έτσι το συναίσθημα εισχωρεί ταχύτερα στην ψυχή του αναγνώστη. Ωστόσο, η αφηγηματική απλότητα, δε σημαίνει γλωσσική ή εκφραστική απλότητα. Αντίθετα, υιοθετεί μία πλούσια εκφραστική.

Πολλά είναι τα επίθετα και οι άκλιτες λέξεις που πλουταίνουν την έκφρασή της. Παράλληλα, οι συχνές εναλλαγές προσώπων και ποιητικών υποκειμένων με τη σαγηνευτική γλώσσα μαγνητίζουν τον αναγνώστη. Ταυτόχρονα, μεταχειρίζεται με επιδεξιότητα τη μεταφορική χρήση των λέξεων, τις παρομοιώσεις, τις αντιθέσεις (δόκτωρ Φάουστους) και το ασύνδετο σχήμα (να επιμένεις) εντείνοντας ή χαλαρώνοντας τη συναισθηματική ένταση των στίχων της.

Η χρήση ερωτήσεων (οι αντίποδες, πορτραίτο, επί υδάτων, το κήτος, Ιώβ) και το β΄ ενικό γραμματικό πρόσωπο (η μουσική, μια ομοταξία για ν’ ανήκω, στην επικράτεια του βράχου, δόκτωρ Φάουστους, στα σύννεφα) προσδίδουν μαζί με το α΄ ενικό (ο τόπος μου, στη φλούδα μου, ο δράκος μου, ζητήματα ύψους, έτσι κι αλλιώς) μία θεατρικότητα· αναδύουν μία υποκριτική διάσταση μέσα από τον -φενάκη σκηνικό- διάλογο.

…Τρέχει το ελάφι πάνω κάτω στα ψηλώματα,
ξεραίνεται το γέλιο μου στην άκρη του λαιμού,
η δίψα μου είναι των άστρων…

Η ποιήτρια αξιοποιεί τον υπερρεαλισμό στο γλωσσικό επίπεδο διευρύνοντας τη γλώσσα με καινοφανή ονοματικά ή ρηματικά σύνολα (των ελαχίστων, έτσι κι αλλιώς, χαρμολύπης εγκώμιον, γένοιτο). Άλλοτε ο υπερρεαλισμός γίνεται ένα όχημα αλληγορίας για να εκφράσει τις αγωνίες για την πολιτική (στην επικράτεια του βράχου, το φαρμακείο), την κοινωνία (των ελαχίστων, τα μικρά άνθη, μια ομοταξία για ν’ ανήκω, Ιώβ), τον ίδιο τον άνθρωπο. Παρά την κρυπτικότητα του συμβολισμού το γενικό μήνυμα είναι εύληπτο και αγκαλιάζει τον αναγνώστη.

Βέβαια, βασικό γνώρισμα του υπερρεαλισμού είναι η εικονοπλαστική του ισχύς· μία δυναμική την οποία η Κυριακή Λυμπέρη αξιοποιεί επιτυχημένα. Εμπλουτίζει τη φυσική ροή της αφήγησης με εικόνες μετωνυμικής και μεταφορικής υφής. Ονοματικά σύνολα με ρίζες στους σουρεαλιστικούς συνειρμούς όχι μόνο πυκνώνουν τις παραστάσεις στο ποιητικό της κάδρο, αλλά και επιτρέπουν στο λυρισμό να ρέει ελεγχόμενος από το στιχουργικό ρυθμό· διατηρεί τον έλεγχο της συναισθηματικής έντασης και κεντρίζει τον αναγνώστη με τον γλωσσικό της πλούτο.

Έτσι, μετατρέπεται σε εκφραστική δίοδο αποτύπωσης της στιγμής (βαθιά που ομορφαίνεις) ή λειτουργεί ως οδός με άμεσες αναφορές στον έρωτα και την αγάπη (ημίμετρο, μη μιλήσω άλλο για αγάπη, η προφητεία, θαύματα ερήμην, στη φλούδα μου), τη μοναξιά (ο δράκος μου, το μονοπάτι), την ποίηση και τις τέχνες (πορτραίτο, η μουσική, έτσι κι αλλιώς, χαρμολύπης εγκώμιον) ή την ίδια την ποιητική παράδοση του τόπου (επί των υδάτων) και υπαρξιακές προσεγγίσεις (η αρχή της αρχής, το μονοπάτι, στα σύννεφα, η δωδέκατη ώρα, το κήτος).

Ας μην παραβλέπουμε ότι το μόνο υλικό της ποίησης είναι οι λέξεις, η γλωσσική δημιουργία που επιτρέπει τη ροή των συναισθημάτων προκαλώντας τις αισθήσεις. Και ακριβώς με αυτό το υλικό -και λίγη από την ύλη των ονείρων εμποτισμένων σε λυρισμό και αισιοδοξία- πειραματίζεται και μαγεύει η Κυριακή Λυμπέρη.

ΑΝΔΡΟΝΙΚΗ ΓΩΓΟΠΟΥΛΟΥ

ΦΕΥΘ, τεύχος 5, Ιούνιος 2017

ΜΙΑ ΒΟΛΤΑ ΒΑΘΙΑ ΝΑ ΚΑΝΟΜΕ ΣΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΑΣ…
(Κυριακή Λυμπέρη, Ζητήματα ύψους, εκδόσεις Τυπωθήτω, 2015, σελ. 60)

Στην ποιητική συλλογή Ζητήματα ύψους η Κυριακή Λυμπέρη αιωρείται μεταξύ αστεριών και σπηλαίων, μεταξύ ζωής και θανάτου. Πτήσεις και πτώσεις οι δυο πλευρές του ίδιου νομίσματος: συνεχείς αποδράσεις, συνεχείς καταβυθίσεις σε έναν κόσμο που τον έχει ζήσει, αλλά τον μελετά ακόμη: «Δε λέει αυτό το δάσος να δώσει όλα του τα μυστικά / μπερδεύομαι». Και τα όντα συμπαρασύρουν τον αναγνώστη σε ένα διαρκές ταξίδι στον αέρα. Ο ελέφαντας καταργώντας τους νόμους της βαρύτητας πετά, αν και γρήγορα με τον επόμενο στίχο αναιρείται η αλήθεια της ύπαρξής του, αφού μετατρέπεται σε χάρτινη ομπρέλα:
και να ένας ελέφαντας ξαφνικά που πετά,
ομπρέλες χάρτινες για θερινές βροχές

Άλλοτε μικρές σε έκταση ποιητικές συνθέσεις, άλλοτε μεγαλύτερες και μία εκτεταμένη, «Επί των υδάτων», δεν απομακρύνουν την ποιήτρια από το κύριο μέλημά της να κλείσει τα μηνύματά της στους τελευταίους κυρίως στίχους, μηνύματα φιλοσοφικά, κάποτε ειπωμένα με ιδιαιτέρως αυστηρό ύφος.
Η ποίηση της Λυμπέρη είναι και μια ξενάγηση στη φύση. Κυρίαρχα στοιχεία τα πουλιά. Λατρεύει τα πετάγματά τους, προσφέρονται εξάλλου για αλληγορικές αναγνώσεις, στοιχείο που συνηγορεί στην επιλογή του τίτλου της ποιητικής συλλογής Ζητήματα ύψους. Ο τίτλος, με μικρή διαφοροποίηση, θυμίζει στίχο του Καρυωτάκη. Στο ποίημα «Εμβατήριο Πένθιμο και Κατακόρυφο» λέει ο μεγάλος ποιητής μας: «Μαίανδροι στο χορό τους με τραβάνε. / Η ευτυχία μου, σκέπτομαι, θα ’ναι / ζήτημα ύψους».
Κατά έναν περίεργο τρόπο οι πτήσεις μετατρέπονται σε πτώσεις και αναπτύσσονται στα βάθη. Τα όρια μεταξύ τους ασαφή, σχεδόν ταυτίζονται:
Και αν καμιά φορά μετράω τα ύψη,
είναι τα βάθη που συλλογιέμαι.

Η καρδιά του/της δημιουργού, άλλοτε «διαμελισμένη», άλλοτε «μισή», πάντως και στις δυο περιπτώσεις κομματιασμένη, περιφέρεται ή μένει σταθερή «εδώ πέρα»: προορισμός της ποίησης ο διαμοιρασμός της στα πέρατα του κόσμου «στους δρόμους των ηπείρων» ή παραμονεύει ως μία σταθερά να εγκλωβίσει την έμπνευση μέσα σε «ρήματα, λέξεις και μαργαριτάρια».
Η απορία αναγνωστών, που δεν είναι πάντα άμοιρη σκωπτικής διάθεσης, «τι θέλει να πει άραγε ο ποιητής», χρησιμοποιείται από την ποιήτρια για ζωγραφικό πορτραίτο, κάθε άλλο όμως παρά ειρωνικά. «Τι να σημαίνουν άραγε / πράσινα χείλη… και πράσινα μαλλιά». Με σοβαρότητα παραθέτει τον προβληματισμό της σε θέματα οπτικής του δημιουργού: το βλέμμα του καλλιτέχνη είναι διαφορετικό από εκείνο του απλού παρατηρητή; Αναρωτιέται η ποιήτρια:
Μια ιδιοτροπία του καλλιτέχνη;
Μια υπενθύμιση ότι
ο κόσμος είναι
όπως εκείνος που τον βλέπει;

Μάλλον πρόκειται για ρητορικό ερώτημα, η απάντηση ενυπάρχει στην ερώτηση. Ποιος μας βεβαιώνει ότι η δική μας ματιά είναι ίδια με των άλλων; Μήπως βλέπουμε τον κόσμο, όπως επιθυμεί ο καθένας; Θεωρώ λοιπόν ότι στη συλλογή αυτή αποπειράται η ποιήτρια να καταγράψει την εξωτερική πραγματικότητα του φυσικού κόσμου μέσα από το πρίσμα, την οπτική του δικού της καλλιτεχνικού εγώ.
Η ποίηση της Λυμπέρη συχνά γίνεται διδακτική. Στο ποίημα «Στα ύψη με το σώμα» παίζει με τις ομόρριζες λέξεις «ψηλώνει|», «ψηλός», «ύψος», και φιλοσοφεί:
να ’ναι κανείς έτοιμος για όλα/
…και στα ψηλά μα και στα χαμηλά γνωρίζει
να ελπίζει, να τρώει και να ζει.

Οι λεπτομερείς αναφορές στο φυτικό και ζωικό βασίλειο μου δίνουν τη βεβαιότητα ότι η γνώση της και η αγάπη της γι’ αυτά οφείλονται σε μια πιο εξειδικευμένη ενασχόληση της ποιήτριας. Τα ποικίλα θέματα δίνουν ιδιαίτερο χρώμα στην ποίηση, δίνουν ήχο, κυρίως χαρίζουν κίνηση. Η στασιμότητα μάλλον άγνωστη, η νεκρή φύση, όπως θα την εισπράτταμε από έναν ζωγραφικό πίνακα, εξοστρακισμένη. Ο σουρεαλισμός, εφιαλτικός κάποιες φορές, και ο ρεαλισμός συνυπάρχουν. Ενίοτε στους τελευταίους στίχους με θαυμαστή απλότητα αποκαλύπτεται η αλληγορική διάθεση. Ολοφάνερα οι αλληγορίες και οι μεταφορές συμπράττουν για να προβληθεί η ιδέα που γέννησε το ποίημα. Περνά από την παραβολή και εξασφαλίζει έναν δυνατό εκφραστικό τρόπο, ταυτόχρονα μέσω αυτής αποφεύγει τη ρητορική κενολογία. Στο «Σαρκοβόρων νηπενθών βίος» περιγράφει αρχικά τη συμπεριφορά των αναρριχητικών σαρκοβόρων φυτών με την ονομασία νηπενθή, προς το τέλος με ύφος καταγγελτικό αποκαλύπτει τον προβληματισμό της σε ζητήματα αξιών, ηθικής: «ελευθερία, ευθύνη, εκλογή, και τα λοιπά / τα νηπενθή δεν έχουν ακουστά».
Το «τίποτα» και το «κενό» του «Ημίμετρου» συναντιούνται με το «πουθενά» του «Ένας Ινδός άγγελος» για να σχολιάσει η ποιήτρια την απογοήτευση από όπου κι αν αυτή προέρχεται ή την απελπισία. Η μοναχικότητα ή και η μοναξιά, ο πόνος, η φθορά, η ανάλωσή μας σε ποταπά πράγματα –«η καρδιά μου χώραγε στους ουρανούς / και εγώ μοιράστηκα στα ερπετά»– είναι καταστάσεις επώδυνες, όμως αναζητά τρόπους να τις ξεπεράσει, αν τις ξεπερνάει είναι ένα ζήτημα, αφού αναρωτιέται αν «Δύο ένα κάνουν ένα»; Τελικά καταλήγει στο «κενό».
Κάποιες περιγραφές είναι πολύ τολμηρές και προκαλούν τον αναγνώστη να μετρήσει τις αντοχές του στη φανταστική τους ανασύνθεση, όπως γίνεται στα ποιήματα «Μια ομοταξία για ν’ ανήκω» και «Έτσι κι αλλιώς». Αφαιρούνται τα πραγματικά στοιχεία από τα θέματα και χρησιμοποιείται ο σουρεαλισμός με εκφραστική δύναμη και προκλητική ελευθερία. Η παιχνιδιάρικη διάθεση εκφρασμένη σε στίχους που θυμίζουν παιδικό τραγούδι, «Δράκε-άγγελέ μου είσαι εδώ», καθώς και «Α, Λύκε, λύκε μην έρχεσαι» δεν αφήνουν περιθώρια επιστροφής στα χρόνια της αθωότητας. Η σχέση με τη φύση δεν είναι μια ανάλαφρη βουκολική απεικόνιση, αντίθετα είναι μια αφορμή εξομολόγησης προβληματισμών ή ακόμα και τραυματικών εμπειριών καθώς και αναζήτησης απαντήσεων.
Στο τελευταίο ποίημα «Ζητήματα ύψους» υπάρχει η απαισιόδοξη παραδοχή της ματαιότητας του κόσμου αυτού και στον ουρανό και σε υπόγειες τρύπες, στη νύχτα και στη μέρα και οπουδήποτε κρύβονται επικίνδυνα ζωύφια, «ο θάνατος απλώνει γύρω, / στο τέλος, την πάχνη του, δεν ωφελεί/η τόση επαγρύπνηση». Στο πρώτο ποίημα της συλλογής η ποιήτρια χαρίζει κομμάτια ουρανού, στο τελευταίο τα αστέρια ρίχνουν «ματιές συμπονετικές, φυτεύουν χρυσαφιές ανταύγειες». Ο θάνατος είναι νομοτελειακός, η ζωή κάνει αισθητή την παρουσία της από τον ουρανό μέχρι τις «υπόγειες τρύπες».
Στα περισσότερα ποιήματα χρησιμοποιεί το πρώτο ενικό πρόσωπο, με το εγώ της ποιήτριας να κάνει έντονη την παρουσία του με μια εξομολογητική διάθεση, ενώ με το δεύτερο ενικό πρόσωπο εν είδει παραινέσεων συνομιλεί με τους αναγνώστες, αν και δεν καθίσταται προφανής η άμεση ανταπόκρισή τους. Έτσι η ποίηση αποκτά μια θεατρικότητα με πρωταγωνιστές όχι μόνο την ποιήτρια, αλλά και ένα πλήθος άλλων όντων που διαλέγονται μαζί της. Το σκηνικό ορίζεται από την ίδια τη φύση με συνεχείς εναλλαγές.
Η στίξη υπάρχει για να κατευθύνει τον αναγνώστη, χωρίς να ανακόπτει τον ρέοντα λόγο. Μέσα από μια προσιτή γλώσσα, αυθεντική όσο και συναισθηματική, η ποιήτρια συνομιλεί διακειμενικά με άλλους ποιητές που φαίνεται να αγαπά και υπενθυμίζει στίχους ή φράσεις αυτολεξεί σε πλάγια γραφή ή σε παραφθορά. Στο «Επί των υδάτων (ars poetica)» είναι παρόντες ο Σεφέρης, «που δεν ξέρουν πώς να πεθάνουν», «αμυγδαλιές που ανθίζουν», ο Καρυωτάκης, «σύμβολα ζωής υπερτέρας», ο Ελύτης, «το μεγάλο κόσμο, το μικρό», «Άσμα ηρωικό», «Νεφέλη», ενώ ο Καβάφης υπονοείται μέσα από τις αυτοβιογραφικές ή θεματικές αναφορές, «μέτοικος», «Πτολεμαίοι». Δεν είναι μόνο η ανάγκη να ζητήσει την υποστηρικτική συνδρομή τους σε όσα εκφράζει, αλλά και μια ομολογία, μια παραδοχή πως κάποια πράγματα ειπώθηκαν με έναν τελεσίδικο τρόπο. Η ποιήτρια ενσωματώνει δημιουργικά στη δική της ποίηση την παρακαταθήκη των μεγάλων δημιουργών. Ταυτόχρονα δημιουργούνται οι προϋποθέσεις όχι μόνο για την αναζήτηση της ταυτότητας, αλλά και για τον αυτοπροσδιορισμό της ποιήτριας, «κι εγώ εδώ στα χειμαδιά / μαθαίνω την ψυχή μου», εμβαπτιζόμενη μέσα σε υψηλού επιπέδου ποιητικό περιβάλλον. Στο δεύτερο τίτλο «Αrs Poetica» γίνεται ευθεία αναφορά στον Λατίνο ποιητή Οράτιο και τις συμβουλές του προς τους συγγραφείς για τη σημασία της μελέτης των ανθρώπινων σχέσεων καθώς και τη σπουδαιότητα της έμπνευσης και της κριτικής.
Η ανάγνωση της συλλογής τελειώνει με υποβόσκουσα τη χιουμοριστική διάθεση που δημιουργεί με τη σειρά της αίσθημα αισιοδοξίας. Στο ποίημα «Με τα νήπια» χαιρόμαστε χαριτωμένες στιγμές με τα πληγωμένα από τα παιχνίδια γόνατα των παιδιών, με το φιλί της μάνας που τα γιατρεύει, με τα χνουδωτά αρκουδάκια, εξακολουθεί η ποιήτρια όμως να βρίσκεται σε σύγχυση, καθώς ακόμα δεν αποφάνθηκε για το «ποιο να ’ναι το ύψος το σωστό».
Η Κυριακή Λυμπέρη κατορθώνει να κρατήσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη αμείωτο, τον περνά μέσα από πάθη, πόθους, αναζητήσεις, αμφισβητήσεις. Όλα αυτά είναι όχημα για να δώσει τη μεγάλη αφορμή στον αναγνώστη να σκύψει στη δική του ψυχή, να ψάξει τις δικές του αντοχές, να ενισχύσει τις δικές του άμυνες:
Κι αν κοιτάξει κανείς στα βαθιά με προσοχή,
θα διακρίνει τουλάχιστον την ουρά.
Γιατί το κήτος είναι πάντα εκεί.

Θα επικαλεστώ για το τέλος στίχους ενός δυνατού και ευρηματικού ποιήματος της Κυριακής Λυμπέρη, «Η αρχή της αρχής». Η ποιήτρια δεν διστάζει να αυτο-αποκαλυφθεί με μια εξομολόγηση προσωπική συνδυασμένη με έντονη αυτοκριτική ή και μια δυναμική παραίνεση αποφυγής επανάληψης λαθών προς όλους.
Πώς άνθισα στα μέρη αυτά τα χαμηλά,
πήλινα πόδια χάρισα στο μέτριο
η καρδιά μου χώραγε στους ουρανούς
και εγώ μοιράστηκα στα ερπετά!

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΡΟΥΜΠΑΣ

Ποιητικά/6/2017

Ο ίλιγγος του ύψους

Παιδιά στον δρόμο παίζουν με τη μπάλα τους ποδόσφαιρο. Μπαλιές συρτές εξερευνούν το έδαφος. Μα μία δυνατή κλωτσιά είναι ικανή να στείλει τη μπάλα στα ουράνια, να της δώσει φτερά, προτού εισέλθει και πάλι σε τροχιά προσγείωσης. Στα ύψη και στα βάθη πραγματεύεται η Κυριακή Αν. Λυμπέρη τα ανθρώπινα σκαμπανεβάσματα του πνεύματος και της ψυχής, σε μια διαδικασία αλλεπάλληλων εναλλαγών, διαρκών προσδοκιών και διαψεύσεων. «Ζητήματα ύψους» διερευνά στην ομότιτλη ποιητική της συλλογή, ιδίως στις απρόβλεπτες διαστάσεις που τα ζητήματα αυτά προσλαμβάνουν όταν «μπάλα στα πόδια των παιδιών» γίνεται η καρδιά του ποιητή.
Το τοπίο της διερεύνησης η Λυμπέρη δεν το βρίσκει παρθένο. Αναζητώντας τον ουρανό βρίσκει το πατημένο μονοπάτι του Μίλτου Σαχτούρη. «Διψάμε για ουρανό», διατείνεται ο ποιητής στο ποίημα «Το ψωμί», και τον διεκδικεί ακόμη κι αν φαντάζει «Ένας μπαξές γεμάτος αίμα», αυτοχριζόμενος «κληρονόμος πουλιών» («Ο Ελεγκτής»). Ακόμη και τα «άχρηστα που γίνονται πολύτιμα» συναντούν τον «Συλλέκτη» του Σαχτούρη. Της «μέρας το χαμόγελο» απηχεί το «ράμφος της πρωίας» του Ανδρέα Εμπειρίκου. Τα πράσινα μαλλιά κυρίας σε πορτραίτο, που ποτέ δεν τα «ερωτεύτηκε η κόμη», εντοπίζονται στα «μαλλιά» της «Ιτιάς» του Μάρκου Μέσκου. Στα φαρμακεία, ως «πρόχειρες ενέσεις αιωνιότητας», «αναβολές φθοράς» κι «ευπώλητες ελπίδες σε συσκευασία» καθρεφτίζονται ο Κ. Π. Καβάφης («Μελαγχολία του Ιάσονος Κλεάνδρου· ποιητού εν Κομμαγηνή· 595 μ.Χ.») και ο Γιάννης Κοντός («Το φαρμακείο»). Ακόμα και το «δεντράκι μοναχό» της Λυμπέρη είναι δημοτικοφανές ή μπορεί και να αντικατοπτρίζει το «Πουλάκι» του Ιωάννη Βηλαρά. Άλλωστε, και ο ίδιος ο τίτλος της συλλογής παραπέμπει, αιώνες νωρίτερα, στην πραγματεία του Ψευδολογγίνου Περί ύψους.
Μια συλλογή, ωστόσο, που πραγματεύεται το ύψος, είτε σε επίπεδο αισθητικό, είτε σε συναισθηματικό ή νοητικό, δεν θα μπορούσε να μην εμπεριέχει τη συνέχεια στην πορεία των σχετικών ανθρώπινων αναζητήσεων και τη συνομιλία με τους προγενεστέρους. Είναι σαφές πως μέσα από τη γόνιμη συνομιλία με τους προγόνους, η Λυμπέρη προτίθεται να προεκτείνει τη συζήτηση προς την κατεύθυνση που υποδεικνύει η προσωπική της θέαση, οι επιταγές της καρδιάς και του μυαλού της. Αισθητικά, όλες οι τάσεις που έχουν μπολιάσει τη νεοελληνική ποίηση, έτσι όπως ανακύπτουν από τις διαφαινόμενες συνομιλίες, συμβάλλουν στον προσδιορισμό του ύψους.
Το ύψος για τη Λυμπέρη, όμως, στη διανοητική του πραγμάτευση, που αφορά την τοποθέτηση εντός κοινωνικού πλαισίου, αποκτά διαστάσεις στοχαστικές. Όταν, λοιπόν, το όραμα για τον ουρανό και τ’ αστέρια του δεν εκπληρώνεται, ελλοχεύει ο κίνδυνος του χθαμαλού, του μέτριου. Η ποιητική ηρωίδα γνωρίζει πως όταν φτάνει κανείς στα ύψη, πρέπει να μαθαίνει και να σκύβει, κι ίσως μάλιστα «πιο πολύ απ’ τον καθένα», αποφεύγοντας την υπεροψία. Γνωρίζει επίσης ότι κάθε άνοδος ακολουθείται κι από κάθοδο. Και τότε η ίδια νιώθει να σέρνεται σαν ερπετό στα χαμηλά, αδικαίωτη. Η οδυνηρή πτώση διδάσκει πως όλα τ’ αγαθά είναι εντέλει δανεικά. Οι βασιλικές χλαμύδες κάποτε επιστρέφονται, εφόσον, όπως γυμνοί ερχόμαστε στον κόσμο, έτσι και φεύγουμε γυμνοί «για τα νερά του θανάτου»· οπότε ο βιβλικός Ιώβ, με το παράδειγμά του, παρέχει μια απάντηση στις επιτακτικές ανθρώπινες υλικές διεκδικήσεις. Παρέχει, μάλιστα, τη γνησιότερη απάντηση, καθώς τα σιρόπια και τα έμπλαστρα δεν είναι παρά αστραφτερά καθρεφτάκια απευθυνόμενα σε ιθαγενείς, χωρίς αξία πραγματική.
Η νοητική προσέγγιση, όσο απαραίτητη κι αν είναι, βαραίνει με τη λογική της επεξεργασία τα φτερά. Η σοφία ρημάζει την αμεριμνησία, και το ελπιδοφόρο φως των αστεριών σπαταλιέται στη διεκδίκηση μιας τεμαχισμένης σύνεσης, που οδηγεί μονάχα στην απώλεια του ελέους. Ακόμη και το συναίσθημα πλήττεται, καθώς συντρίβεται σε έναν σύγχρονο κόσμο που το έχει κάνει στάχτη. Γι’ αυτό η ποιήτρια αναγκάζεται να μη μιλήσει άλλο για αγάπη, ανταποκρινόμενη μεν στο αίτημα, αυτή τη φορά, του Διονύση Σαββόπουλου, αλλά ενεργώντας κατά τον συγκεκριμένο τρόπο για λόγους εκ διαμέτρου αντίθετους: σταματά να προβάλλει τα συναισθήματα όχι επειδή εκείνα βρίσκονται παντού, οπότε είναι περιττές οι οποιεσδήποτε υπομνήσεις τους, αλλά επειδή θλίβεται από τον μαρασμό που επιβάλλει η ηγεμονία της προαναφερθείσας στάχτης.
Η διαφαινόμενη αποχώρηση από τον αγώνα για τον συναισθηματικό πλούτο, ωστόσο, είναι και η ίδια κομμάτι της νοητικής προσέγγισης, η οποία βαραίνει τη λογική. Κι αν οι νοητικές υπαγορεύσεις έχουν τη λογική τους, το συναίσθημα δεν παραιτείται έτσι εύκολα. Εξακολουθεί να εκδηλώνεται στον έντονα μεταφορικό λόγο της ποιήτριας και στον βαθύ λυρισμό της, όπως συμβαίνει στο ποίημα «Βαθιά που ομορφαίνεις», όπου η αμηχανία της ερωτικής προσέγγισης προκαλεί δάκρυα αστείρευτα, σπλάχνα και σώψυχα ακροβατούντα στην κόψη του γκρεμού και παραδομένα στον ίλιγγό του (εδώ η συνομιλία με τον «εξαίσιο ίλιγγο» από τη «Σονάτα του Σεληνόφωτος» του Γιάννη Ρίτσου), απόρροια και πάλι του ύψους. Από κοντά η μουσική υποδαυλίζει το συναίσθημα, χαράσσοντας με τα έγχορδα «λεπίδια» της τα σπλάχνα. Με τις εικόνες που δημιουργεί η ποιήτρια κεντά «σταυροβελονιά το ανέφικτο», σ’ ένα έργο τέχνης που αρνείται εντέλει να υποταχτεί στον «ρεαλισμό» της λογικής.
Παρά την όποια απογοήτευση, συνεπώς, η ποιητική ηρωίδα βρίσκει τις διεξόδους της. Και σε αυτό συμβάλλει ιδίως η επιστροφή στην παιδικότητα, στην αθωότητα του «χάρτινου» κόσμου, των παιδικών ζωγραφιών και κατασκευών, με την οποία η Λυμπέρη, οδηγούμενη στον επίλογο της συλλογής της, έρχεται να συναντήσει εκ νέου τα παιδιά της εκκίνησης, τα οποία έπαιζαν μπάλα με την καρδιά του ποιητή. Τον κύκλο των πραγματεύσεων σφραγίζει, λοιπόν, η παιδικότητα, και δη η ποιητικά εκφρασμένη παιδικότητα. Οι δυσκολίες, βέβαια, δεν θα πάψουν να ορθώνονται. Όμως οι «χρυσαφιές ανταύγειες» των αστεριών επίσης θα βρίσκουν τρόπο να τρυπώνουν ανάμεσα στα εμπόδια και να φωτίζουν τις οδούς διαφυγής απ’ το σκοτάδι.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΟΤΟΜΗΣ.

Είναι η τέταρτη παρουσία της ποιήτριας στα γράμματα, μετά τις συλλογές «Κοιτούσα μέσ’ στο ποτήρι», 2009, «Εμαυτού», 2010, και «Το κάλλος και το τραύμα», εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2012.
Η συλλογή περιέχει σαρανταένα ποιήματα, σε 64 σελίδες, κι έχει εκδοθεί το 2015, στη σειρά «λάλον ύδωρ», από τις εκδόσεις »Γκούτενμπεργκ – Τυπωθήτω».

Η Κυρ. Λυμπέρη εδώ, διαμορφώνει τη δική της ποιητική φόρμα. Η ποίηση της ανθρωποκεντρική, ανανεωτική, στοχαστική κι αλληγορική, εναλλάσσει τον εξωτερικό κόσμο των μοτίβων και των εικόνων, με τον εσώτερο – «ο λύκος που έγινε γλώσσα», «το κήτος», και «στην επικράτεια του βράχου».

Η αναζήτηση της ενότητας, και της αθωότητας του κόσμου, είναι το αίτημα στην ποιητική τής Κυρ. Λυμπέρη.

Η ποίηση της, είναι «κραταιός προφήτης μιας άλλης άνοιξης διαφορετικής», γράφει στο ποίημά της με τίτλο «γένοιτο».

Η Κυρ. Λυμπέρη «πετάει σχοινιά στους ορίζοντες», στο ποίημά της «η καρδιά του ποιητή», και τεχνουργεί αλλού, στο «επί των υδάτων», γράφοντας «ταγμένοι οι ποιμένες να αγρυπνούν και να σηκώνουν τα φορτία των άστρων», και στη συνέχεια, το «φώς που ανταλλάχτηκε με συγγνώμη»- «στο μονοπάτι».

Η Κυριακή Λυμπέρη, ανήκει στις νέες ποιητικές φωνές της περιφέρειας.

Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί στα λογοτεχνικά περιοδικά, «φρέαρ», «δέκατα», «μανιφέστο», και κριτικά της σημειώματα στις «Αναγνώσεις» της κυριακάτικης Αυγής.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ

Τ. 21 ΠΟΙΗΤΙΚΑ

Τέταρτη συλλογή. Διάχυτος, πλην όμως πειστικός, εύηχος λυρισμός. Φαίνεται να γνωρίζει σε βάθος την παραδοσιακή ποίηση και όχι μόνον, ημεδαπή και μέρος της αλλοδαπής. Το ερωτικό στοιχείο δεν φωνασκεί. Παρέχεται έτσι κειμενικό έδαφος, ικανό και αναγκαίο, για την ανάπτυξη υλικού άλλου γένους. Διακρίνω την αλκή μιας εσωτερικής δύναμης, μιας ορμής προς τα εμπρός.
Παραπέμπω στους τελευταίους επτά στίχους του εισαγωγικού κομματιού με τίτλο «Με άγρια βότανα»: «Και αν ακούσεις ουρλιαχτό, / να με πονάς, αλλά μη ζητήσεις να επιστρέφω αμέσως, ώρες που / με άγρια βότανα το αίμα μου τροφοδοτώ. / Μα όταν βγαίνω από εκεί, / πόσα κομμάτια ουρανού μπορώ και θέλω να χαρίζω!». Δεν διστάζει να αναπτύξει θέματα που άπτονται της
κλασικής γραμματολογίας, όπως φέρ’ ειπείν συμβαίνει με την περίπτωση των ποιημάτων που τιτλοφορούνται «Ιώβ» και «Δόκτωρ Φάουστους» Κατάφαση στη ζωή χωρίς επιφυλάξεις. Δείγμα: «Είναι καιρός που έμαθα να περπατώ / στων ματιών σου την οικουμένη φιλέρημη, / ψαλμωδίες τρυφερές πουλιών στους άκμονες μουσική, / να επιμένεις στην αγάπη, να επιμένεις» Από τις πλέον αισιόδοξες γραφές των ημερών.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΟΤΟΜΗΣ

Μια άλλη άνοιξη διαφορετική

Μια νέα ποιητική συλλογή με τίτλο «Ζητήματα ύψους», της Κυριακής Λυμπέρη, κάνει την εμφάνισή της στις προθήκες των βιβλιοπωλείων τις τελευταίες μέρες του Δεκέμβρη. Του Θανάση Τοτόμη.

Είναι η τέταρτη παρουσία της ποιήτριας στα γράμματα, μετά τις συλλογές «Κοιτούσα μέσ’ στο ποτήρι», 2009, «Εμαυτού», 2010, και «Το κάλλος και το τραύμα», εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2012.
Η συλλογή περιέχει σαρανταένα ποιήματα, σε 64 σελίδες, κι έχει εκδοθεί το 2015, στη σειρά «λάλον ύδωρ», από τις εκδόσεις »Γκούτενμπεργκ – Τυπωθήτω».

Η Κυρ. Λυμπέρη εδώ, διαμορφώνει τη δική της ποιητική φόρμα. Η ποίηση της ανθρωποκεντρική, ανανεωτική, στοχαστική κι αλληγορική, εναλλάσσει τον εξωτερικό κόσμο των μοτίβων και των εικόνων, με τον εσώτερο – «ο λύκος που έγινε γλώσσα», «το κήτος», και «στην επικράτεια του βράχου».

Η αναζήτηση της ενότητας, και της αθωότητας του κόσμου, είναι το αίτημα στην ποιητική τής Κυρ. Λυμπέρη.

Η ποίηση της, είναι «κραταιός προφήτης μιας άλλης άνοιξης διαφορετικής», γράφει στο ποίημά της με τίτλο «γένοιτο».

Η Κυρ. Λυμπέρη «πετάει σχοινιά στους ορίζοντες», στο ποίημά της «η καρδιά του ποιητή», και τεχνουργεί αλλού, στο «επί των υδάτων», γράφοντας «ταγμένοι οι ποιμένες να αγρυπνούν και να σηκώνουν τα φορτία των άστρων», και στη συνέχεια, το «φώς που ανταλλάχτηκε με συγγνώμη»- «στο μονοπάτι».

Η Κυριακή Λυμπέρη, ανήκει στις νέες ποιητικές φωνές της περιφέρειας.

Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί στα λογοτεχνικά περιοδικά, «φρέαρ», «δέκατα», «μανιφέστο», και κριτικά της σημειώματα στις «Αναγνώσεις» της κυριακάτικης Αυγής.

http://tvxs.gr/news/biblio/mia-alli-anoiksi-diaforetiki-i-nea-poiitiki-syllogi-zitimata-ypsoys-tis-kyriakis-lymperi

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΓΑΛΑΖΗΣ

Λεωνιδας

Ο Λεωνίδας Γαλάζης γεννήθηκε το 1962 στη Λευκωσία. Σπούδασε
Ελληνική
Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
και Παιδαγωγικά
στην Παιδαγωγική Ακαδημία Κύπρου. Παρακολούθησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Τμήμα Βυζαντινών και Νεοελληνικών
Σπουδών
του Πανεπιστημίου Κύπρου. Είναι διδάκτωρ Νεοελληνικής
Φιλολογίας του ίδιου πανεπιστημίου με τη διατριβή Ποιητική και
ιδεολογία στο κυπριακό θέατρο (1869-1925).
Το 2010 τιμήθηκε 
με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για την ποιητική του
συλλογή Λοκριγκάνα. Διετέλεσε μέλος της Κριτικής Επιτροπής των
Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας και Πρόεδρος της Ένωσης Λογοτεχνών
Κύπρου. Εργάζεται ως Επιθεωρητής Φιλολογικών Μαθημάτων στο
Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

ΠΟΙΗΣΗ

Ματωμένα Κοράλλια, Λευκωσία, 1979·
Ο λοιμός και άλλα ποιήματα, Λευκωσία, 1981.
Ιατρική βεβαίωση, Λευκωσία, 1982. (Κρατικό Βραβείο Νέου Λογοτέχνη)
Στυφά κυδώνια, Λευκωσία, 1988.
Φωτηλασία, Λευκωσία, 1999·
Παραδαρμός εν αλφαβήτω, Λευκωσία, , 2007.
Λοκριγκάνα, Αθήνα, Γαβριηλίδης, 2010. (Κρατικό Βραβείο Ποίησης)
Δοκιμές συγκολλήσεως, Αθήνα, Φαρφουλάς, 2013·
Ληξιπρόθεσμες επαγγελίες, Αθήνα, Φαρφουλάς, 2016.

ΜΕΛΕΤΕΣ-ΔΟΚΙΜΙΑ

Η προσωποποίηση στο ποιητικό έργο του Κώστα Μάντη,
Αθήνα, Εαβριηλίόης, 2008.
Ποιητική και ιδεολογία στο κυπριακό θέατρο (ι869-1925) (όιό.
διατριβή), Λευκωσία, Πολιτιστικές Υπηρεσίες Υπουρ-
γείου Παιδείας και Πολιτισμού, 2012.
Κειμενικές Διαθλάσεις, Αθήνα, Ιωλκός, 2012.

ΒΙΒΛΙΑ52

ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΡΟΠΟΙ ΣΗΜΑΣΙΕΣ (2018)

Θέματα Λογοτεχνίας

ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

Στο βιβλίο αυτό περιέχονται δοκιμές και σημειώματα γύρω από θέματα της ευρύτερης νεοελληνικής και της κυπριακής λογοτεχνίας. Το ενδιαφέρον του συγγραφέα επικεντρώνεται στην ποίηση των Γιώργου Σεφέρη, Βασίλη Μιχαηλίδη, Κώστα Μόντη, Ντίνας Κατσούρη, Κώστα Βασιλείου, Μελίτας Τόκα Καραχάλιου, Βικτωρίας Καπλάνη, Γιώργου Καλοζώη, Γιώργου Χριστοδουλίδη, Άντη Κανάκη και άλλων. Στον τομέα της πεζογραφίας ο συγγραφέας, μεταξύ άλλων, καταθέτει τις αναγνωστικές του προσεγγίσεις για τη διηγηματογραφία των Κώστα Λυμπουρή. Γιώργου Μολέσκη και Ρένου Χριστοφόρου, ενώ στον τομέα του θεάτρου εξετάζονται όψεις και πτυχές του έργου των Τεύκρου Ανθία, Γιάννη Κατσούρη, Θεοκλή Κουγιάλη και Ρήνας Κατσελλή. Στο βιβλίο περιέχονται αναζητήσεις και προβληματισμοί γύρω από τον ρόλο και τη λειτουργία της λογοτεχνικής κριτικής σε συνάρτηση με την κριτικογραφία του Δημήτρη Ραυτόπουλου. Τέλος, εκφέρονται απόψεις για τη συνανάγνωση λογοτεχνικών κειμένων στη διδακτική πράξη, για τον διάλογο ιστορίας και λογοτεχνίας και για τη χρήση της κυπριακής διαλέκτου στην κυπριακή λογοτεχνία των τελευταίων χρόνων.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ, Μυθιστόρημα ΙΒ’

(«Μποτίλια στο πέλαγο»)

…/…
Στη συλλογή που σχολιάζουμε, είτε τη διαβάσουμε ως ποιητική σύνθεση είτε ως συλλογή αυτοτελών ποιημάτων, εντοπίζονται ορισμένοι συνεκτικοί θεματικοί άξονες που, όπως έχει διαπιστωθεί, είναι εκείνοι «του δράματος, του ταξιδιού και της περιπλάνησης» και της αθεράπευτης νοσταλγίας για κάποια χαμένη πατρίδα», σι συνάρτηση «με τις μορφές του Οδυσσέα και των συντρόφων του, των Αργοναυτών και του Ελπήνορα».
Οι μορφές αυτές παραπέμπουν, μέσω της μυθικής μεθόδου και της αντικειμενικής συστοιχίας, στη σύγχρονη πραγματικότητα. Λόγου χάρη, από τον Δ.Ν. Μαρωνίτη προτείνεται η στοίχιση του αργοναυτικού μύθου με τη μικρασιατική εκστρατεία και των αναφορών στην Οδύσσεια με τη Μικρασιατική Καταστροφή και από παλαιότερους κριτικούς υπερτονίζονται οι απηχήσεις της ιστορικής αυτής τραγωδίας στη συλλογή.
Ωστόσο, τόσο από τον ίδιο τον Γ. Σεφέρη όσο και από μελετητές της ποίησής του υπογραμμίζεται ότι η απόλυτη ταύτιση του μύθου με τις συγκεκριμένες ιστορικές αναφορές θα αδικούσε τη συλλογή και τις πολλαπλές συνδηλώσεις των κυριότερων συμβόλων που χρησιμοποιεί σ’ αυτήν ο ποιητής. Πιο συγκεκριμένα, ο Σεφέρης σε συνέντευξή του στον Robert Levesque (1948) ανέφερε ότι δεν συμφωνούσε «ν’ αποδίδουν τη δραματική του αντίληψη για το σύμπαν στην καταστροφή και μόνο της Μικρός Ασίας», δεδομένου ότι «το πεπρωμένο των Ελλήνων και του σύγχρονου ανθρώπου είναι αφεαυτό τόσο τραγικό και απελπιστικό, ώστε μια αιματοχυσία σαν εκείνη της Σμύρνης στα 1922 δεν είναι, στην πραγματικότητα, παρά ένα σκληρό επεισόδιο μιας πιο σοβαρής Οδύσσειας». Από μελετητές, όπως οι Μ. Vitti, Δημ. Δημηρούλης και Ν. Ορφανίδης, υπογραμμίζεται το γεγονός ότι, παράλληλα με την τραγωδία του 1922, στην οποία προφανώς παραπέμπει το Μυθιστόρημα, στην ίδια συλλογή αναγνωρίζονται απηχήσεις του υπαρξιακού δράματος του σύγχρονου ανθρώπου και της εναγώνιας αναζήτησης του χαμένου χώρου και χρόνου.
…/…

ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΗ ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ
ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΜΟΝΤΗ

…/…
Η δυναμική αντίθεση παρελθόν-παρόν είναι στην ποίηση που σχολιάζουμε τόσο πολύμορφη, πολυσήμαντη και πολυεπίπεδη (αφορώντας όχι μόνο το εθνικό-συλλογικό επίπεδο, αλλά και το ατομικό), ώστε θα άξιζε να διερευνηθεί σε ειδική μελέτη. Βέβαια, το αδιάλειπτο ενδιαφέρον του ποιητή για το ιστορικό παρελθόν δεν μπορεί παρά να συνδεθεί με τα στοιχεία της ελληνικότητας και του καημού για τη συρρίκνωση του ελληνισμού, που είναι εμφανέστερα στα ποιήματα που αφορούν την τραγωδία του 1974· Στο Τρίτο γράμμα στη μητέρα, 1980 (ό.π. 918) το ποιητικό υποκείμενο διαπιστώνει με σπαρακτικό τρόπο τη διάσταση μεταξύ της σχολικής ιστορίας και της ιστορικής πραγματικότητας: «Γιατί μας είπαν ψέμα οι ουρανοί και ψέμα οι θάλασσες / και ψέμα τα χελιδόνια και ψέμα η καρδιά / και ψέμα οι Ιστορίες μας, / ψέμα, όλα ψέμα». Για τη θεματική της ήττας στην ποίηση του Κ. Μόντη, ο αναγνώστης μπορεί να μελετήσει, λόγου χάρη, τη μελέτη του Νίκου Ορφανίδη, «Από την ποίηση του αλυτρωτισμού στην
ποίηση της ήττας».
…/…

ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΤΡΟΠΗ

Νύξεις για τη πολιτική εγρήγορση και το ποιητικό ήθος στο ποιητικό έργο της Ντίνας Κατσούρη

…/…
Βέβαια, η πολιτική εγρήγορση στο ποιητικό έργο που παρουσιάζουμε δεν ταυτίζεται με τη δουλική στράτευση της ποιήτριας σε κομματικές υποδείξεις. Όπως ορθά διαπιστώθηκε από τον Θεοκλή Κουγιάλη, «η ποίηση της Κατσούρη είναι διακριτικά πολιτικοποιημένη, γεμάτη οξύτητα και κριτική, μέχρις επικριτική διάθεση […] και είναι στρατευμένη στην αξία “άνθρωπος” και στην αξία “ελευθερία”». Ας δούμε δύο παραδείγματα με τα οποία τεκμηριώνεται η ορθότητα της πιο πάνω άποψης: τα ποιήματα «Μη με πιέζεις», από τη συλλογή Μ’ ακουουούς; (1996), και «Η Αφροδίτη και η Βουλή», από τη συλλογή Της Αφροδίτης και του Άδωνη (2006). Στο
πρώτο ποίημα, που είναι αφιερωμένο στον ποιητή Άρη Αλεξάνδρου, το τριαντάφυλλο και το γαρίφαλο παραπέμπουν, κατά την άποψή μας, στα προδομένα οράματα και στην καταρρακωμένη για διάφορους λόγους αγνή ιδεολογία για την οποία αγωνίστηκαν οι δύο ποιητές. Από την άλλη, οι κομματικοί μηχανισμοί παρουσιάζονται στυγνά γραφειοκρατικοί και άκαμπτοι:
«Το τρίαντάφυλλο ή το γαρίφαλο εκείνο / που καταδυναστεύει
/ κάθε νύχτα τα όνειρα μας / ξεχειλίζει από / τη δυσμορφία τη δυσλεξία, τη δυσκαμψία και τη δυστοκία / των Κ.Ε και των Π.Γ.», πραγματικότητα που αναγκάζει την ομιλήτρια να αγωνίζεται «να ξεφύγει από όλα εκείνα / που παραμορφώνουν / την ιδεολογία και την ιδεοληψία / της ανθρώπινης υπόστασης» (Μ’ ακουουούς;, 26).
Την ίδια σημασιακή διάζευξη εντοπίζουμε στο δεύτερο ποίημα στο οποίο, όπως παρατηρήθηκε, «το καταληκτικό μοτίβο της εναπόθεσης μιας δέσμης από κόκκινα τριαντάφυλλα» στο γραφείο του Προέδρου της Βουλής «λειτουργεί σαρκαστικά», μέσα σ’ ένα πλαίσιο, θα προσθέταμε, αποστράγγισης της πολιτικής από κάθε ευαισθησία και μακρόπνοο όραμα (Της Αφροδίτης και του Αόωνη, 55)
…/…

ΤΟ ΘΕΜΑΤΙΚΟ ΜΟΤΙΒΟ ΤΗΣ ΜΟΡΦΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΜΟΡΦΙΑΣ ΣΤΗ ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ
ΜΕΛΙΤΑΣ ΤΟΚΑ-ΚΑΡΑΧΑΛΙΟΥ

…/…
Η ρευστότητα της ανθρώπινης μορφής συνδέεται με ερωτικές συνδηλώσεις, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης ισοτοπίας του χρόνου, και στο ποίημα «Στιγμές ρέουσες». «Μια μορφή από πάχνη» έχει την προσοχή της στραμμένη στα «χλοερά ζέφωτα της επιθυμίας». Από την άλλη, στο ποίημα «Τώρα είσαι», η μετάβαση από την αμορφία στη μορφή συνδέεται με την καλλιτεχνική
δημιουργία, καθώς μετά την ερωτική αναστάτωση («το πορφυρένιο αναστάτωμα των πόθων ») το ποιητικό υποκείμενο « σμιλεύει αδιάκοπα την πέτρα τη δοκιμασμένη », με αποτέλεσμα τη δημιουργία «εκστατικών μορφών»
που μεταμορφώνονται «σε σκιές της μοίρας κάτω από το σχισμένο τ’ ουρανού σεντόνι», ενώ επίκειται η αποδόμησή τους, αφού θα «απλοποιηθούν σε μνήμη». Επομένως, και εδώ το δίπολο μορφή-αμορφία δεν παραπέμπει σε σχήματα παγιωμένα, αλλά σε ευμετάβολες ψυχικές καταστάσεις και στην ομόλογη καλλιτεχνική τους αποτύπωση. Παρόμοια, στο ποίημα «Το μηδέν» η
προτίμηση του ποιητικού υποκειμένου στο στρογγυλό σχήμα οφείλεται στην αντίληψή του ότι αυτό δεν επιτρέπει τη συσσώρευση «των πτωμάτων του χρόνου» και επομένως το μηδέν συνδέεται με την επιλογή του να ξεχάσει τον «δικό του συνθλιμμένο, βουβό και οζυγώνιο χρόνο». Έτσι στα δυο ποιήματα η μνήμη των μορφών είναι μια δυσάρεστη εμπειρία η οποία οδηγεί τα ποιητικά υποκείμενα στην επιλογή της λήθης και άρα της αποδόμησής τους.
…/…

ΑΘΙΒΟΛΗ ΑΠΟΚΟΤΙΑΣ ΚΑΙ ΠΕΘΥΜΙΑΣ ΟΔΥΝΗ

Βικτωρία Καπλάνη, Η άγνωστη φίλη (2015)

…/…
Είναι, λοιπόν, Η άγνωστη φίλη ένα αξιόλογο ποιητικό βιβλίο, αν συνυπολογίσουμε τα πολλαπλά και παλίμψηστα σημασιολογικά, ρητορικά, υφολογικά και διακειμενικά επίπεδά του, που δεν είναι δυνατό να προσδιοριστούν και να αναλυθούν από την πρώτη ανάγνωση. Είναι επίσης, μια συλλογή που προσφέρεται για μια δειγματική εξέταση των τροπικοτήτων της πρόσληψης του Ερωτόκριτου στη νεοελληνική ποίηση του 21ου αιώνα (για παράδειγμα, μερικές φράσεις από τη συλλογή που παραπέμπουν στον Ερωτόκριτο είναι: «ορμητήριο ανέμων / φωλιά των πελελών πουλιών»: σ. 13, «απαγγέλλει πεθυμιές / ερμητικές κι ανέγνωρες»: σ. 19, «χορδή άρπας μελωδική γραμμή / αθιβολή αποκοτιάς και πεθυμιάς οδύνη»). Πάντως, από μια δειγματοληπτική δειρεύνηση του ζητήματος αυτού, διατυπώνουμε την υπόθεση εργασίας ότι η Β. Καπλάνη, διαλέγεται σε πολλά σημεία του βιβλίου της δημιουργικά με το πιο πάνω έργο του Β. Κορνάρου και σε καμιά περίπτωση δεν αρκείται σε απλή αναφορά των διακειμένων της, αλλά τα εντάσσει με τόλμη σε νέα συμφραζόμενα, εμπλουτίζοντας έτσι τις εκφραστικές δυνατότητες του ποιητικού της λόγου. Όμως η υπόθεση αυτή θα μπορούσε να διερευνηθεί διεξοδικά σε ξεχωριστή εργασία.

ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΑΝΟΙΚΤΟΥ ΤΡΑΥΜΑΤΟΣ

Κλεοπάτρα Μακρίδου Ρε Αλέξης.

Ο ηγέτης μιας καταδικασμένης επανάστασης, Λευκωσία, 2015
…/…
Όπως και σε πολλά από τα υπόλοιπα ποιήματα της συλλογής, έτσι και στο «Η πόλη μου το Καϊμακλί» εντοπίζουμε τη δυναμική αντίθεση μνήμη-λήθη. Οι νεκροί παρουσιάζονται «ξεχασμένοι μες στο μνήμα τους / ν’ ατενίζουν καθημερινά τον Πενταδάκτυλο / κι αυτός να βογκάει φυλακισμένος» (51). Από την άλλη, η αγωνία για την τύχη των αγνοουμένων είναι βασανιστική: «Ποιος ξέρει πού να βρίσκονται σήμερα / ίσως σε κανένα πηγάδι στη Μια Μηλιά ή στην Ομορφίτα […] μες στη σκουριά και την αδιαφορία του χρόνου». Ευθύνη, λοιπόν, των επιζώντων είναι να θυμούνται και να θυμίζουν και, άρα, του ποιητή να συντηρεί ανοιχτό το τραύμα, για να καθοδηγεί τον λαό σε επαγρύπνηση και αγώνα. Εύστοχα, επομένως, υποστηρίχθηκε ότι η «μνήμη και η ευθύνη είναι βασικές έννοιες στην ποίηση της Κλ. Μακρίδου». Δεν θα ήταν υπερβολή να υποστηρίξουμε πως στην ποίησή της, ποίηση του τραύματος, όπως την ονομάσαμε, η άγρυπνη ποιητική συνείδηση παραμένει προσηλωμένη στο χρέος της, που είναι η αγωνιστική εγρήγορση: «Τούτη την πληγή / την κράτησα ανοιχτή / η ψυχή μου να ξαγρυπνά όταν κοιμάμαι» (54). Κεντρικό σύμβολο της αγωνιστικότητας στη συλλογή της Κλ. Μακρίδου είναι η μορφή του Ρε Αλέξη: «Κάπου εδώ κοιμάσαι, Αλέξη, / μέσα στις καρδιές μας / μέσα στο αίμα μας / μέσα στα όνειρά μας / […] Ακόμη κι οι μηδίζοντες / αναγνωρίζουν την ηχώ της φωνής σου».

ΤΟ ΠΑΛΙΜΨΗΣΤΟ ΤΗΣ ΑΦΗΓΗΣΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΣΤΡΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

Αιμίλιος Σολωμού, Ημερολόγιο μιας απιστίας 2012

Με την τεχνική του εσωτερικού μονολόγου σε συνδυασμό με την πρωτοπρόσωπη, θερμή και ποιητική αφήγηση αποδίδονται οι σκέψεις και τα συναισθήματα της προϊστορικής Κασσιόπης και του συντρόφου της
στα Κεφάλαια 34 και 35· Ωστόσο, διαβάζοντας το Κεφάλαιο 33 (στο οποίο έχουμε τριτοπρόσωπη αφήγηση) έχουμε την εντύπωση πως αυτό το επίπεδο του άστατου προϊστορικού χρόνου συμφύρεται με τα υπόλοιπα χρονικά επίπεδα μέσα στη συνείδηση του κεντρικού ήρωα και σημαίνει εν τέλει την κατάργηση ή υπέρβαση του συμβατικού χρόνου: «Καπνίζει. Το λευκό πέπλο
του καπνού δραπετεύει και σκορπίζει γύρω του, σχηματίζοντας ένα λευκό διάφανο πέπλο. Ο Δουκαρέλης τη βλέπει [την Κασσιόπη] εκεί μέσα, να στέκει στην παραστάδα του μονόχωρου σπιτιού […]. Θα ήθελε να διεισδύσει βαθιά μέσα στην ψυχή και τη σκέψη της, θαρρεί πως θα μπορούσε και τώρα ν’ απλώσει τα δάχτυλά του και να την αγγίζει» (195)·
Επιπλέον, το Ημερολόγιο μιας απιστίας, πέρα από τις καθαρά αφηγηματικές του αρετές, είναι ένα αξιόλογο μυθιστόρημα και από πολλές άλλες απόψεις. Ενδεικτικά, σημειώνουμε πως η περιγραφή γιο τον συγγραφέα του Ημερολογίου… δεν είναι αυτοσκοπός, αυτοσκοπός, αλλά απορρέει αβίαστα και με θαυμαστή οικονομία από την αφηγηματική λειτουργία, πλαισιώνοντας μαζί με τον διάλογο το μυθιστορηματικό σύμπαν.
Εξάλλου, στο νέο μυθιστόρημα του Αιμίλιου Σολωμού, που αξίζει να διαβαστεί και να σχολιαστεί σε περισσότερη έκταση και βάθος, διαπλέκονται ποικίλα θέματα και ζητήματα, όπως είναι λόγου χάρη οι φιλοσοφικές και υπαρξιακές ανησυχίες γύρω από τον χρόνο και τη φθορά, τη ζωή και το θάνατο, τα πολιτικά ζητήματα της διαφθοράς, του ρουσφετιού και της γραφειοκρατίας (που καυτηριάζονται με σατιρική διάθεση), οι ανοιχτές πληγές από την
πρόσφατηιστορία του ελληνισμού (και κυρίους ο Εμφύλιος) το πανεπιστημιακό κατεστημένο και η αυταρχική εκπαίδευση.
Θεωρούμε, λοιπόν, ότι, μολονότι το Ημερολόγιο μιας απιστίας μπορεί να διαβαστεί από τον μέσο αναγνώστη χωρίς δυσκολία, δεν είναι ένα «εύπεπτο» μυθιστόρημα και ούτε βεβαίους ένα μυθιστόρημα του συρμού. Αντίθετα έχουμε την εντύπωση πους το μυθιστόρημα αυτό θα αντέξει στον χρόνο και θα «κερδίσει» επάξια τους αναγνώστες του.

«ΣΑΝ ΑΝΘΡΩΠΟΣ, ΠΟΥ ΞΕΡΕΙ ΝΑ ΝΙΩΘΕΙ ΤΟΝ ΠΟΝΟ ΤΟΥ ΑΛΛΟΥ…»

Κώστας Λυμπουρής, Των ημετέρων άλλων, 2014

Στην τρίτη συλλογή διηγημάτων του Κώστα Λυμπουρή Των ημετέρων άλλων (μετά το Προσωρινά κλειστό, 2006, και Για μια μικρή παύλα, 22011) δεσπόζουν οι θεματικοί άξονες του ανθρωπισμού και της οικονομικής κρίσης
Απέναντι στον ανθρωπισμό και την αποδοχή της ετερότητας, που αποπνέουν όλα τα διηγήματα της συλλογής, παρουσιάζονται ρατσιστικές συμπεριφορές, μισαλλόδοξες στάσεις και γενικότερα στάσεις απόρριψης οποιουδήποτε διαφέρει από το κοινωνικά αποδεκτό ως «κανονικό». Η αντιπαραβολή τους γίνεται με ρεαλιστική γραφή, που είναι το κύριο εργαλείο της κριτικής
στάσης του διηγηματογράφου και με την οποία ψέγονται ο νεοπλουτισμός, ο τοπικισμός και ο εθνικισμός.
Στη συλλογή περιλαμβάνονται 14 διηγήματα. Στα μισά από αυτά η υπόθεση εκτυλίσσεται στην Κύπρο και στα υπόλοιπα στην Ελλάδα (με δεσπόζοντα χώρο την Αθήνα). Έτσι, η οικονομική κρίση και οι τάσεις απόρριψης της ετερότητας αποδίδονται από δύο οπτικές γωνίες, του μητροπολιτικού ελληνισμού και του ελληνισμού της περιφέρειας.
…/…

«ΣΤΟΥΣ ΣΚΟΤΕΙΝΟΥΣ ΔΙΑΔΡΟΜΟΥΣ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ»

Γιώργος Μολέσκης, Όταν ο ήλιος μπήκε στο δωμάτιο, Διηγήματα 2017

…/…
Η πορεία στους «σκοτεινούς διαδρόμους της ανθρώπινης ύπαρξης», ένας από τους θεματικούς άξονες του βιβλίου, συνδέεται με το κυρίαρχο σε ολόκληρη τη συλλογή ψυχογραφικό στοιχείο, που δεν αποκλείεται να συνδέεται με τη μαθητεία του Μολέσκη στη ρωσική λογοτεχνία και ιδιαίτερα στη μυθιστοριογραφία του Ντοστογιέφσκι, όπως εύστοχα επισημάνθηκε από τον Χρυστόστομο Περικλέους.[9] Ως δείγματα της ψυχογραφικής τάσης του διηγηματογράφου Μολέσκη επιλέγουμε το «Ξύπνημα της επιθυμίας» και το «Ο φίλος μου ο Σεργκέι». Στο πρώτο, μαζί με τα διηγήματα «Βρέχει… αλλά εγώ θα πεθάνω» και «Μια φωτιά καίει μέσα στη νύχτα», τα αυτοβιογραφικά στοιχεία είναι περισσότερο δυσδιάκριτα σε σύγκριση με τα υπόλοιπα διηγήματα της συλλογής, δεδομένου ότι σε αυτά τα τρία η αφήγηση είναι τριτοπρόσωπη και τα εξιστορούμενα αποδίδονται με τη μηδενική εστίαση του παντογνώστη αφηγητή.
…/…

ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΜΕΣ ΕΠΑΓΓΕΛΙΕΣ (2016)

ΕΠΑΓΓΕΛΙΕΣ

Μη ξέροντας τι να διαλέξεις
απ’ τους καρπούς των Χιμαιρών
μη γνωρίζοντας ποιος τις κάλεσε
ή αν απρόσκλητες ήλθαν

τους έδειξες εντέλει την έξοδο.
Στο βάθος τ’ ουρανού
είδες τα μόρια της ύλης
να στροβιλίζονται τρελά

γύρω από τις εκτάσεις του Μηδενός
κι ύστερα να βυθίζονται
στ’ απέραντο Κενό του

σαν ανώφελες νιφάδες που χορεύοντας
σβήνουν ηρωικά στον αέρα
μαζί με του χιονιού τις ληξιπρόθεσμες επαγγελίες.

ΣΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ

Εκείνοι που βυθίστηκαν
στο κράτος της σιωπής
κοιμούνται στον βυθό της φορτωμένοι
με σπάνια πετρώματα κι άνθους της τρικυμίας.

Τα όνειρά τους ταξιδεύουν
στις αποικίες των κοραλλιών
κι ανθίζουν στο σκοτάδι
των οιδημάτων άστρα.

Στ’ άγρυπνα βάθη του ύπνου τους
να λουλουδίσουν τα καρφιά
τα χελιδόνια να κρυφτούν
από τις μαύρες συμφορές αποδιωγμένα.

ΑΝΑΠΛΙ

Αν ήσουν έμπορος με τ’ ασήμι στις φλέβες σου
πόσα μερόνυχτα θ’ αγρυπνούσες στο μικρομάγαζό σου
ξεσκονίζοντας τις αναμνήσεις!

Κανείς δεν θα τις έβλεπε
να τριγυρίζουν στα δρομάκια τ’ Αναπλιού.
Πάντα ονειρευόσουν τ’ απροσμέτρητα ύψη.
Που καιρός, όμως, γι’ αποδράσεις στο Παλαμήδι;

Τι βάρος στους ώμους σου
κι αυτές οι μνήμες
με τους σωτήρες στις πολεμίστρες!

Κι εσύ να μην ακούς τις κραυγές των καταδίκων
παρά μόνο να κοιτάζεις τα φλάμπουρα
τις φλογερές ματιές των κολασμένων
που φωτίζουν την ατέλειωτη νύχτα σου.

ΤΑ ΧΝΑΡΙΑ ΤΩΝ ΛΥΚΩΝ

Μας είπαν: «Κάψτε τα σπίτια σας και φύγετε
προτού σας κυκλώσουν οι λογιστές με τα κατάστιχά τους,
κάθε τεκμήριο της ύπαρξής σας κάψτε
σ’ αυτό το καταραμένο χωριό!».

Μέρα με τη μέρα πυκνώνουν τα χνάρια των λύκων
κάθε πρωί χάνουμε κι ένα παιδί
μα δεν χορταίνουν με τίποτα.

Μας είπαν: «Ξεχάστε ό,τι ξέρατε
τώρα μαγειρεύετε με τις δικές τους συνταγές
στις δανεικές τους χύτρες.»

Κι εμείς τους είπαμε πως ό,τι και να κάνουν
σπίτια δεν καίμε κι ούτε τα κειμήλιά μας
κι ας έλθουν να μας πάρουν σηκωτούς
με τους φρουρούς και τους χαρτογιακάδες τους!

ΜΕΤΑ ΤΙΣ ΤΕΛΕΤΕΣ

Μετά τις τελετές, τις παράτες, τους ύμνους,
τους πανηγυρικούς, τα ξεφαντώματα
τα χρωματιστά μπαλκόνια στους εξώστες,

πέτρες καυτές, ιδέες και ξερό ψωμί
με τις ψαλιδισμένες κορδέλες των τελετών
τα σπόρια και τ’ αναψυκτικά των παρελάσεων
τις ηχογραφημένες δηλώσεις των επισήμων

λόγια περίτεχνα χορτάσαμε
μα ξάφνου μείναμε σαν ξόανα
στον τόπο καρφωμένοι
από τις πέτρες των καλύτερών μας φίλων.

ΓΙΑ ΤΗ ΔΟΞΑ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΗΓΟΥ

Και τι δεν προδώσαμε
για τη δόξα του στρατηγού
πόσα καρφιά στην πλάτη μας
για τη δόξα του στρατηγού

πόση σκουριά στο αίμα μας
πόσες παρελάσεις βαρβάρων στο στέρνο μας
πόσες ηλεκτρικές εκκενώσεις στο μεδούλι μας
για τη δόξα του στρατηγού

πόσοι τόνοι βεγγαλικών στις πλατείες
για τη δόξα του στρατηγού
πόσες δεξαμενές υποσχέσεων
για τη δόξα του στρατηγού

πόσες καρδιές ραγισμένες
πόσα κεφάλια πουλιών
για τη δόξα του στρατηγού

πόσα δέντρα σκυφτά
πόσες πυρακτωμένες πέτρες
πόση σπατάλη φωτός
πόσες νύχτες υγρές στα ξωκλήσια
για τη δόξα του στρατηγού.

ΛΕΥΚΩΣΙΑ

Τα τείχη κυκλώνουν τα δωμάτιά μας.

Κι οι αυλές μας τόσο μικρές
κι οι κάμαρές μας φυλακές.
Τα κρίματά μας με τα καμπαναριά
και τους μιναρέδες τους
με τις αφρούρητες επάλξεις τους
με τις ατελείωτες προσθαφαιρέσεις των ισολογισμών
στις κάμαρες των σκοτεινών μας αποδράσεων.

ΑΝΑΜΟΝΗ

Δεν ήταν εκπρόθεσμες οι ενστάσεις σας, όχι δεν ήταν.
Μη σας καταβάλλει ο πανικός, προς Θεού,
κάποιος θα βρεθεί να σηκώσει το βάρος

δεν ήταν παράλογες οι απαιτήσεις σας, όχι δεν ήταν
όμως, οι διαδικασίες είναι η ουσία, μην το ξεχνάτε ποτέ!

Δε θα θέλατε δα να καταρρεύσουν οι τύποι
δε θα θέλατε να θρυμματιστούν οι μορφές.

Σκύψτε, λοιπόν, κι υπογράψτε.
Επιτέλους συνέλθετε!

ΜΑΤΑΙΟΔΟΞΙΑ 2

Έριχνε το σχοινί να δέσει το σύννεφο
κι αυτό γελούσε
όλο τού ξέφευγε και γελούσε.

Όλο τού ξέφευγε και τραγουδούσε
τα φευγαλέα σκιρτήματα της ζωής
σύννεφο, σύννεφο τρελό
στ’ ανθισμένα κλαδιά του θανάτου.

ΝΑΥΑΓΙΑ

Φυσικά δεν τους ενοχλεί να μιλούμε για ναυάγια, είπαν,
αρκεί να μην έχουν σχέση
με πρόσωπα και πράγματα.

Μπορούμε κάλλιστα να μιλούμε για ναυάγια
που ανάγονται στη σφαίρα του μύθου
ή στην επικράτεια των συμβόλων.

Ίσως ακόμη και για ξεχασμένα κουφάρια ναυαρχίδων
στον αχανή βυθό των λογισμών
που λαμπυρίζουν μες στο σκότος του θανάτου.

ΕΝΟΧΗ

Όταν κάλπαζε γύρω σου η παράκρουση
κι ο πόνος τον ανθρώπων βασιλεύει
όταν οι μέρες δραπετεύουν
κι οι νύχτες τους βυθίζονται
στην οργωμένη λάβα των κυμάτων,
εσύ δεν πρέπει να μιλάς.

Λίγο δεν είναι που κατάφερες
να παραμένεις στο απυρόβλητο.

Με τη σιωπή σου τώρα πλήρωσε
το τίμημα της ενοχής σου.

ΣΤΙΓΜΑΤΑ

Σιδερώνουμε τα πλυμένα όνειρα των παιδιών
να τα φορέσουν ατσαλάκωτα
έστω κι αν τα ψήνει ο πυρετός της οργής.

Κι ο ιδρώτας τους μήπως την υπόληψή μας
λεκιάσει προσέχουμε κι οι αιμοπτύσεις τους
κι οι εξάρσεις της αγωνίας τους
μη μας ταράξουν τον ύπνο.

Συγκεντρώνουμε τα παιδιά και τα σιδερώνουμε
μη μας φύγουν τσαλακωμένα και τρομάξουν τα πουλιά
ανεμίζοντας τις ψυχές τους μεσίστιες.

Κι οι εφιάλτες τους μήπως μας εκθέσουν προσέχουμε
και τα σμήνη τους μήπως την τιμή μας σπιλώσουν
με τα μαύρα τους στίγματα και τα κόκκινα ρίγη
και μείνουμε με τα πρόσωπα καρφωμένα στον τοίχο.

ΠΥΡΟΤΕΧΝΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΛΥΠΗΣ

Μας είδαν να στολίζουμε τις ήττες μας με σύμβολα
θριάμβου. Ναι, τα παιδιά μας! Να στέλνουμε στους φίλους
μας προσκλητήρια θανάτου. Δούλοι του Αστυάγη. Ακόμη
και τη ζωή μας πεσκέσι για την αφεντιά του θα δίναμε.
Πώς χάθηκαν αίφνης οι πλησίστιες βάρκες της φρόνησης;
Ποιος έλυσε τους λογισμούς απ’ τους σκαρμούς; Αθώες
εμείς περιστερές, όπως πάντα! Δεινοί γελωτοποιοί… Γιατί
να μας πιστέψουν τα παιδιά; Καρυκευμένα ψεύδη στο
προσκέφαλό τους. Κι η φωτιά του πόνου τους να σφυρίζει
με λύσσα. Τι να τους πούμε τώρα πια που μας έμαθαν όλοι
στα Σούσα για τους θεατρικούς μας πανηγυρικούς,
τα πυροτεχνήματα της λύπης στους ουρανούς των Εκβατάνων.

ΕΙΔΩΛΑ

Τι έμεινε τώρα να σου θυμίζει
τα βήματά σου στο μισογκρεμισμένο σπίτι
τη φωνή σου ραγισμένη;

Η αράχνη τύλιγε στο δίχτυ της
τους όρκους σου στα σύμβολα που νόμιζες αιώνια,
Μα ήρθαν τα χρόνια της αλήθειας και τα σύντριψαν.
Κι εσύ που προσκυνούσες τα είδωλα του ψεύδους
πώς να πιστέψεις πως γελάστηκες οικτρά.

Όμως, τι όμορφα που ήσαν εκείνα τα ψεύδη!
Και τι λαμπρές οι παραισθήσεις
που σε λίκνιζαν στην παραζάλη της χαράς!
Γι’ αυτό τα πάντα θα ’δίνες
να βυθιστείς και πάλι στη δίνη τους
έστω και για λίγα λεπτά αγορασμένης ευτυχίας.

ΔΟΚΙΜΕΣ ΣΥΓΚΟΛΛΗΣΕΩΣ (2013)

Μνήμη του πατέρα μου

ΜΕΝΟΥΝ ΟΙ ΛΑΜΨΕΙΣ

«…οι σπίθες […] φτάσανε ως τους
ουρανούς, γίναν αστέρια».
Αργύρης Χιόνης, Εσωτικά τοπία

Μην κοιτάς, μου ‘λεγες, με γυμνό μάτι
τις εκτυφλωτικές λάμψεις των συγκολλήσεων μου.
Μα εγώ συχνά σε ξεγελούσα
-για να διαπιστώσω ιδίοις όμμασι το μέγεθος της ζημίας.
Κατά τ’ άλλα πειθαρχούσα
αν και σ’ ενοχλούσα με τις συχνές ερωτήσεις μου.
Δεν ήξερα, φερ’ ειπείν, γιατί κάθε τόσο
χτυπούσες με τη βαριά τα πυρακτωμένα μέταλλα
ούτε μπορούσα τότε να καταλάβω
γιατί μ’ έβαζες με μια βούρτσα σκληρή και με λίμες
ν’ αφαιρώ σχολαστικά τη σκουριά
από τις επιφάνειες των μετάλλων.
Αν και τώρα καταλαβαίνω πως το μικρόβιο της σκουριάς
το φέρουν εκ συστάσεως
και το παίρνουν μαζί τους.

Τουλάχιστο μένουν οι λάμψεις
και τα φευγαλέα παιγνιδίσματα των σπινθήρων
που σε κλάσματα δευτερολέπτων ψύχονται
κι αμέσως κατακάθονται
με βαριά καρδιά στο πάτωμα
σαν ταπεινά ρινίσματα σιδήρου. 

ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ

Πόσο τρόμαξε η γάτα σου
όταν οι δυο ξένοι με τα παράξενα πλουμιά
μπήκαν απρόσκλητοι στο σπίτι!
Και τι φόβο τράβηξε
αντικρίζοντας τον σκύλο τους η έρμη
το χλωμό τους άλογο, τα σπαθιά και το γεράκι τους

Κρύφτηκε σε μια γωνιά της αυλής και περίμενε
χωρίς να προβλέψει
πως σε λίγα λεπτά -δα κατέφθαναν οι γείτονες
και τ’ ασθενοφόρο χλωμό
πως δεν θα προλάβαιναν τα παιδιά σου.

Χωρίς να μπορεί και τώρα να το πιστέψει
πως αναχώρησες για πάντα.
Ποιος θα της δίνει τώρα σημασία
σε ποιου τα πόδια θα κάθεται
από ποιον θα ζητά με νάζι τα χάδια
ποιου τα λόγια θ’ ακούει; 

ΑΠΟΣΤΕΙΡΩΜΕΝΑ ΑΙΣΘΗΜΑΤΑ

Το νυστέρι της μνήμης.
Ήταν οι λεκέδες στο πάτωμα
και τ’ άλογο με τα διάτρητα φτερά.

Περγαμηνές στους διαδρόμους
σταγόνες λεμονιού
και νίψον ανομήματα
σε μυστικούς νιπτήρες
όπου με χίλιες δυο προφυλάξεις
τις μνήμες εμποτίζουν
με τα δραστικά της λήθης υγρά
ώσπου να μη θυμάσαι τ’ όνομά σου.

Δισκία, ενέσεις, περικοκλάδες
λευκοντυμένοι Σαμαρείτες
με τ’ αποστειρωμένα αισθήματα.

Κι εμείς κοιτούσαμε σκυφτοί
εκείνα τα πουλιά που λοξοδρόμησαν.
Κι οι σταγόνες της βροχής
μας κυνηγούσαν δίχως έλεος.
Φαρμάκι!

ΑΝΩ ΜΑΔΑΡΗ

Στους πρόποδες της Άνω Μαδαρής
την ψυχή σου σε δίσκο κομίζοντας
με τις σαράντα πληγές.

Τ’ αδερφικά καρφιά της προδοσίας.

Πώς να σου μιλήσω
(το ξέρω μ’ ακούς, μα δεν μπορείς να μιλήσεις)
χάθηκαν τα ίχνη των «φίλων» σου
στον ασημένιο δίσκο την ψυχή σου
των αγίων ο χορός
κι η μάνα σου σκυφτή
πάνω απ’ την κούνια των αμνών.

«Την όψη των πραγμάτων να φοβάσαι
και τα καμώματα των σαλτιμπάγκων».

Όμως, δεν αργεί να σπάσει
τ’ απόστημα
δεν αργούν οι πυκνές των αμαρτημάτων
εκπυρσοκροτήσεις. 

ΜΕΤΑΛΛΑ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ

Ξυπνώντας μεσάνυχτα
για την τρίτη βάρδια στο μεταλλείο.
Στο παλιό λεωφορείο με τους εργάτες
με τις αγκούσες στη τσάντα σου
στων βουνών τις κορφές
αναζητώντας το νόημα
των συνεχών περιπλανήσεων
των καταβάσεων στις υγρές γαλαρίες
με το λιγοστό φως των φαναριών.

Δεν έμαθα την τέχνη σου
και να που τώρα δυσκολεύομαι
να συγκολλήσω τα μέταλλα της μνήμης
λίγη φωτιά περισσότερη απ’ ό,τι χρειάζεται
και τα κομμάτια σωριάζονται
άμορφες μάζες στο πάτωμα.

Εσύ βέβαια γνώριζες τις κατάλληλες θερμοκρασίες
συγκολλήσεως κάθε μετάλλου
μόνο που και τότε διαισθανόσουν
το πρόσκαιρο κάθε μορφής
μπροστά στην επέλαση των μικροβίων της σκουριάς
των αγγέλων της υγρασίας.

Ήξερες πάντως
πως το λεωφορείο κάποτε θα κοιμόταν για πάντα
στις πλάτες του βουνού
κι από τη μηχανή του θα ξεφύτρωναν
αμείλικτες περικοκλάδες. 

ΚΕΝΤΩΝΤΑΣ ΜΕ ΗΛΕΚΤΡΑ ΤΗ ΜΝΗΜΗ

Ψάχνω στην αποθήκη μας να βρω
τα παλιά σου ήλεκτρα
να συγκολλήσω τα θραύσματα της μνήμης.

Σε θήκες ανοξείδωτες να τ’ αποθέσω
παλεύοντας με τη σκουριά και τα στοιχεία της φύσης
που δεν γνωρίζουνε
τα πάθη της ψυχής
πόσο πικρίζουν το νερό
καθώς νυχτώνει.

Κεντώντας τη μνήμη με ήλεκτρο
ζωντανές να κρατήσω
τις στιγμές της ζωής σου
τη θλίψη στο βλέμμα σου…

Κι αν ο πόνος κεντά τις απόκρημνες
πλαγιές της αβύσσου
κι αν εκρήξεις γκρεμίζουνε το σύμπαν
κι αν στης γης τα σαγόνια
κείτεται τώρα το σώμα σου,

Στις ανοξείδωτες βαδίζεις
εκτάσεις μονάχος
των περιβολιών
και το πέρας κοιτάζεις των επουρανίων
αφήνοντας πίσω σου τη βάρκα
όπου λουφάζει τώρα δολερή
με διπλωμένα τα πλοκάμια της
και το κεντρί της βυθισμένο
στου ποταμού το μολυσμένο ρέμα
του Χάροντα η γυναίκα.

Η ΣΚΟΝΗ ΣΤΑ ΠΛΕΜΟΝΙΑ ΣΑΣ

Γιατί να ενοχλήσουν τους επιστάτες
οι αναθυμιάσεις κι η μαύρη σκόνη
που κατακάθιζε στα πλεμόνια σας;

Μια λεπτομέρεια χωρίς σημασία
ήταν η σκόνη στα πλεμόνια σας.
Εκείνο που προείχε τώρα
ήταν η κατασκευή των δοκών και των υποστυλωμάτων
των στεγάστρων
των θυρών και παραθύρων
των συστημάτων συναγερμού και διαφυγής.

Η σκόνη στα πλεμόνια σας
ήταν δικό σας πρόβλημα και μόνο.
Ας το αντιμετωπίζατε με θάρρος, επιτέλους.
Και μόνοι!

ΣΑΝ ΝΑ ‘ΧΕ ΨΥΧΗ

Μάταια προσπάθησα να βρω
μια φωτογραφία του πρώτου σου αυτοκινήτου
που τόσο το φρόντιζες σαν να ‘χε ψυχή.
Κι όντως είχε ψυχή
αφού αυτό ποτέ δεν σε πρόδωσε!

Κι ακόμα (δεν ξέρω αν υπάρχει τώρα κάπου
ή αν η μηχανή του γέμισε χόρτα και σαύρες)
πόσο αγόγγυστα μετέφερε
όσα βάρη κι αν του φορτώναμε
όπως τη μέρα εκείνη
που φεύγαμε άρον-άρον από τη Λευκωσία
με τόσους άλλους.
Πώς μπορέσαμε τότε να συγκρατηθούμε
(κι ιδίως πώς μπόρεσε κείνο)
όταν οι φρουροί της «εθνικής σωτηρίας»
μας σταμάτησαν στη μέση του δρόμου
και πίσω μας ουρές αυτοκινήτων.

Δεν θυμάμαι τώρα πότε και πώς
αποφάσισες να τ’ αφήσεις
όμως θυμάμαι πολύ καλά
πως αργότερα πολλές φορές ομολογούσες
ότι θα ‘ταν καλύτερα
να μην το εγκατέλειπες
ότι θα ‘ταν προτιμότερο
να το φρόντιζες μέχρι τέλους.

ΗΜΙΤΕΛΕΙΣ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Ο ξένος με του ρήσου τα πλουμιά
πήρε το ημερολόγιο σου και το καταξέσκισε
κι ούτε που νοιάστηκε
για τις ημιτελείς σημειώσεις σου.

Αν τον ένοιαζε
δεν θα πετούσε απ’ το παράθυρο
τις προσευχές και τα κονίσματα,
το ρολόι του τοίχου
(που συνέχιζε να χτυπά)
δεν θα θρονιαζόταν στο κρεβάτι σου
μέχρι να δει την ψυχή σου
να βγαίνει απ’ το παράθυρο.

Κι ούτε φυσικά που πρόσεξε τη γάτα
ν’ αναρριχιέται με σθένος στην κληματαριά
κι ακόμη πιο πάνω
και να ξεσπά σε λυγμούς
όταν πια η ψυχή σου ανέβαινε σε ύψη
που εκείνη αδυνατούσε να φτάσει.

ΟΙ ΜΕΛΙΣΣΕΣ

Στη μητέρα μου

Τόσο κακό μέσα στο σπίτι
κι οι μέλισσες στον κήπο μας
δεν έλεγαν να μας αφήσουν ήσυχους.

Ποιος θα τρυγούσε τους ανθούς
που είδαν πολλά τα μάτια τους
κι όμως γιορτάζαν
ακόμα κι αν μας έβλεπαν
να κλείνουμε τα χάσματα στο πάτωμα
κι αυτά ν’ ανοίγουν πιο πλατιά,
να περιθάλπουμε τους τοίχους
και πάλι να φουσκώνουν
οι ρωγμές τους επικίνδυνα;

Κι οι μέλισσες το μέλι τους
και τα λουλούδια τ’ άσματά τους
κι εμείς διαβάζοντας σκεφτικοί
το λήμμα «περικαρδίτις»
να κρυφοκοιτάμε τον πατέρα σκυφτό
στο προσκεφάλι της μητέρας
την Παναγιά στην άκρη του κρεβατιού της
μ’ ένα στεφάνι στα μαλλιά
από λουλούδια του κήπου μας
και μέλισσες σαν προσευχές
σε κάθε ανθό που δάκρυζε
και πίκριζε το μέλι.

ΝΑ ΧΕΣ ΤΟ ΣΘΕΝΟΣ…

«Τι άλλο να σου πω, πατέρα,
για να ‘ρθεις μαζί μου;
Δεν βλέπεις τις πύρινες γλώσσες
δεν ακούς τα ποδοβολητά,
τις ιαχές των Αχαιών;».

Να ‘χες το σθένος του Αινεία!

«Κι ύστερα τον φορτώθηκε στην πλάτη
και τον έσωσε
από τις άγριες διαθέσεις των Ελλήνων».

Να ‘βλεπες εγκαίρως τους καπνούς στον ορίζοντα
ν’ άκουγες τις ιαχές των βαρβάρων
να φορτωνόσουν στην πλάτη τον πατέρα σου
να μεταλάβαινες την τελευταία του λέξη!

ΕΠΙΤΥΜΒΙΑ ΦΥΛΛΑ

Αν οι γιατροί δεν κατοικούσαν
στις αρρώστιες τους
αν οι άγιοι δεν εγκατέλειπαν
τα κονίσματά τους
αν οι δικαστές δεν ποδοπατούσαν
τις ζυγαριές τους
αν οι επιτροπές δεν μετακόμιζαν
στα δύσβατα χωρία τους
αν από τα λιοντάρια δεν απέμεναν
παρά μόνο τα δόντια
κι από τους ποιητές
οι σκεβρωμένες λέξεις,

Τα φύλλα δεν θα ‘πεφταν
με τόσο πάταγο
στο μνήμα σου
και τ’ αγριόχορτα
δεν θα ξεπρόβαλλαν με τέτοιο θράσος
από τις ρωγμές
της γρανιτένιας μας θελήσεως!

ΚΙ ΥΣΤΕΡΑ ΤΙΠΟΤΑ

Υγρό σκοτάδι κι ύστερα φως
κήπος δακρύων
σπιθόβολες κραυγές
πίσω απ’ τους λόφους
κύμβαλα, κρόταλα
εφήμερες χαρές
και νίκες
κι ανεμοσκορπίσματα.

Κι ύστερα φως
κι ύστερα γυμνός
κι ύστερα τίποτα
χωρίς καν τ’ όνομα σου.
Πηχτό σκοτάδι, νερό
πέτρες και κόκαλα.

Και ξανά στο φως
ν’ ακούς τα παραμύθια
που γλυκαίνουν την αλήθεια
να κοιτάς ακίνητος τα όνειρά σου
που καλπάζουν στο φως
χωρίς επίγνωση, χωρίς αιδώ.

ΛΟΚΡΙΓΚΑΝΑ (2010)

ΑΝΥΠΑΚΟΥΑ ΜΕΤΑΛΛΑ

Σαν τους γύφτους
σφυροκοπάμε
αδιάκοπα
στο ίδιο αμόνι.
ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

Στενάζουν τα μέταλλα σαν πέφτουν τα σφυριά στα
ντελικάτα μάγουλά τους. Το αμόνι του παππού και τα
μάτια σου! Δεν παραδόθηκαν αμαχητί τα μέταλλα στη
μορφοποιητική πρόθεση των προγόνων σου. Εσύ πώς
επιμένεις απ’ την πρώτη; Τ’ ανυπάκουα μέταλλα… Δεν
φοβούνται τη σκουριά (κι ας μαίνεται ο επιστάτης κι
ας επισείεται η δαμόκλειος σπάθη πάνω από τα κεφάλια
των σιδηρουργών). Θα προτιμούσαν τη διαρκή
πυράκτωση, παραμένοντας στο μεταίχμιο παλιάς και
νέας μορφής. Θα ‘ταν γι’ αυτά καλύτερα να θρυμματίζονταν
τα φοβερά καλούπια. Κι ας παρέμεναν άμορφα,
πυρακτωμένα, χωρίς την απειλή του επόμενου
σφυροκοπήματος, των αέναων μορφοποιητικών παρεμβάσεων
από σιδηρουργούς που χάνουν τον ύπνο τους, αν πρόκειται
να κερδίσουν την εύνοια των επιστατών και των
θεωρητικών της σιδηρουργίας, μιας τέχνης όντως
δύσκολης, πλην όμως ευγενικής παρά τις υψηλές
θερμοκρασίες πυρακτώσεως και τους συχνούς βραχνάδες
των συντεχνιακών παραγόντων. Ας γράφουν ό,τι
θέλουν οι φυλλάδες. Τ’ αμόνια μόνο γνωρίζουν τη στενή
συγγένεια Μορφής και Πόνου, ως συνεργοί της
κονιορτοποιήσεως και τήξεως των μετάλλων, σαν
αντικρίζουνε τους τύπους που διετάχθησαν εξάπαντος να
συγκρατήσουν την ουσία.

ΗΛΕΚΤΡΟΣΟΚ II

For every ill deed in the past we suffer the consequence:
for sloth, for avarice, gluttony, neglect of the Word of GOD,
for pride, for lechery, treachery, for every act of sin.
T.S. ELIOT

Δεν σβήσαμε τα ξεθωριασμένα συνθήματα
δεν εμποδίσαμε τους νυκτοβάτες ν’ αποκηρύξουν
τα λίγα τετραγωνικά της λογικής μας.
Πετούμε τις παλιές μας αμαρτίες στα σκυλιά
που δεν κουράζονται ν’ αναζητούν παλιά προσκυνητάρια
σκουριασμένα φυλαχτάρια
στις χωματερές των ιστορικών αναδιφήσεων.
Δεν ξέρουμε, λέμε, ποιος ευθύνεται
για τα μοιραία παροράματα
για τους νεκρούς στα κλαδιά
με τις χιλιάδες πεταλούδες ανάμεσα
στις ρωγμές των οστών και στα κενά της μνήμης
αφού δεν λάβαμε τις γνωματεύσεις
των αρμοδίων επιτροπών διερευνήσεως.

Λες κι όλα γίναν ερήμην μας
λες και κανείς από μας δεν είδε τίποτα.
Αν και γνωρίζαμε τι σήμαιναν τ’ αρχικά των οργανώσεων
αν και γνωρίζαμε τους δολοφόνους.

Δεν λέμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους
πολύ μας χάλασαν οι ποιητές
με τις υπεκφυγές και τα κρυμμένα στο υπέδαφος
πυρομαχικά, με τις θαμμένες πρώτες ύλες
τις εκπυρσοκροτήσεις των ποιημάτων
στους αστυνομικούς σταθμούς πόλεως και προαστίων.

Πολύ μας κούρασαν οι διπλωμάτες
με τις αγαθές τους προθέσεις
(μάθαμε πια για τα καλά να βασιζόμαστε
στις δεσμεύσεις των μεσαζόντων).
Ας το πούμε καθαρά
πως μας βολεύουν τα κονσερβοκούτια
κι οι φρεσκοξυρισμένοι πρεσβευτές
αφού δεν μας θυμίζουν τίποτα
οι πεταλούδες γύρω απ’ τις αγχόνες
οι απαγωγές, οι δολοφονικές απόπειρες
το καλοκαιρινό χαλάζι
ο χαλασμός, τ’ αντίσκηνα, οι νεκροί στα κλαδιά
που φωσφόριζαν
κι εμείς δεν βλέπαμε τη λάβα
στους κρατήρες των ματιών τους.
Ας ομολογήσουμε πως δεν αντέχουμε
τις συγκινήσεις των εκταφών
τις ιδέες σκληρές να σιγοβράζουν στο κεφάλι μας για χρόνια
το πρόβλημα ν’ απλώνει τις ρίζες του παντού.
Πολύ μας ενοχλούν οι πεταλούδες!

Σκεφτόμαστε σε ξένη γλώσσα τους προγόνους μας
βαλσαμωμένους στα κλαδιά των ευκαλύπτων
να μας κοιτάζουν ανάποδα
καθώς βουλιάζουμε
στην ακριβή μας πολυθρόνα.
Κι όλο πετάμε στα σκυλιά
τις ενοχλητικές μας αναμνήσεις.
Σε ξένη γλώσσα προσευχόμαστε
με δανεικά κουρέλια ντύνουμε τα σκιάχτρα σαν σκεφτόμαστε
τις εφόδους των πουλιών.

Λες κι όλα γίναν ερήμην μας
λες και κανείς από μας δεν είδε τίποτα,
τους νεκρούς στα πηγάδια
τις πεταλούδες γύρο:> απ’ τις αγχόνες
τα τρωκτικά που ροκάνιζαν
μες στα κρησφύγετα
των μαρτύρων τα λείψανα.

Πώς να πιστέψουν οι ανακριτές ότι δεν θυμόμαστε τίποτα
κλεισμένοι στη γυάλα μας;

Ας ανακρίνουν επιτέλους τις προτομές, τις επιτύμβιες στήλες
κι ας μας αφήσουν ήσυχους
να σπαρταράμε στη γυάλα μας
σαν άφωνοι συντάκτες ειδήσεων
εντεταλμένοι αντιγραφείς των φαινομένων
στις όχθες των απονενοημένων υποχωρήσεων.

ΛΟΚΡΙΓΚΑΝΑ

μνήμη της γιαγιάς μου Ελευθερίας

Νοσοκόμες πάνε κι έρχονται
παρά το προκεχωρημένο της ώρας.
Της γιαγιάς η φωνή ραγισμένη
των συγκατοίκων ρόχθοι
πώς συνωστίζονται να τους υποδεχθούν στην όχθη
αμέτρητες ψυχές ζητιάνων κι ευγενών.

Λοκριγκάνα σπάνιο μέταλλο
χιλιάδες πέθαναν για σε μεταλλωρύχοι
βαθιά μέσα στη γη τρυπώνοντας
στις γαλαρίες με μάσκες και φανούς
αγνοώντας τις συνεχείς μεταστάσεις σου
τις αλλεπάλληλες αποδημίες.
Σκόνη στις κυψελίδες των πνευμόνων
ξανά σαν τυφλοπόντικες στις σήραγγες
καταμετρώντας τα μοιραία λάθη
των εμπειρογνωμόνων.

Την ευχή σου γιαγιά σφραγιστή στο μαντίλι
πώς τελειώνει το λάδι στο καντήλι
μεταλλωρύχοι σπάνιο μέταλλο
ξανά βαθιά στις σήραγγες για το μαύρο ψωμί
για τη ζωή των άλλων, τις ευγενείς επιδιώξεις τους
τις άριστες προοπτικές, τα παρεπόμενα της δόξης τους.

ΕΓΚΑΡΤΕΡΗΣΗ

Λωρίδες ύπνου στα κλαδιά των νευρώνων
φωνές από τα βάθη των σπηλαίων
της ύπουλης ελπίδας υποσχέσεις.

Ζοφερές εξατμίσεις της λογικής
στις πολυσύχναστες παροικίες του εγκεφάλου
τριγμοί στα έγκατα της εντεταλμένης εγκαρτερήσεως.

Λαμπάδες και τάματα
υποκλοπές
ισολογισμοί
παραισθήσεις.

Νωπές ουλές
σκοτάδι του μυαλού
λωρίδες άγκυρες ανέλπιστες
στο σαπιοκάραβο των υποδίκων.

ΥΠΟΓΕΙΑ ΣΤΡΩΜΑΤΑ

Θαμμένος βαθιά
κάτω από τόνους ανοχής
χωρίς τις νενομισμένες τιμές
και τους μακροσκελείς επικηδείους
χωρίς τους θρήνους
των πληρωμένων γυναικών.

Καρφωμένος πάνω στα πετρώματα
των υπογείων στρωμάτων
αναδεύοντας τα χώματα
νεκρός γι’ αυτούς
μα για τον θάνατο μπελάς
για τα καρφιά βραχνάς
γυρίζοντας σαν σβούρα μες στον τάφο σου
ξυπνώντας κάθε τόσο τους συγκάτοικους
που ξέχασαν για πάντα τα ρολόγια
και τις κορδέλες της ζωής.

Θαμμένος αναδεύοντας καρφιά
δεμένος στο κατάρτι των στιγμών που δεν παρέρχονται
για τα ρολόγια τίποτα
μόνο φωνές από τα βάθη κι απειλές
των πάσης φύσεως εκτελεστικών οργάνων
γραναζιών, εξαρτημάτων, υποστυλωμάτων
και συναφών αναλώσιμων υποσυστημάτων.

ΟΙ ΚΟΥΣΤΩΔΟΙ ΤΩΝ ΑΝΕΜΩΝ

Στ’ αμπάρι με τα σάπια κάγκελα
τις υποσχέσεις των κενταύρων
αλατισμένη λογική
φρεσκομαγειρεμένη
λαλούν κοκόρια και ξυπνούν τις συνειδήσεις.

Σκύψε, γονάτισε, προσκύνα
τους κουστωδούς των ανέμων
μην αμολήσουν τα σκυλιά και σηκωθούν τα κύματα
κι οι πειρατές παραιτηθούν στη μέση του πελάγου.

Πώς διαγουμίζουν τη ζωή σαν δεν είναι δική τους
πώς κυβερνούν τα βάθη της ψυχής μας!
Δούλοι πιστοί ξεχάσαμε πώς τραγουδούν ανέμελα
δούλοι πιστοί τα δόντια τρίζοντας
τ’ αφεντικά σαν το προστάξουν

Με τη συνείδηση στο πιάτο ξεβαμμένη
όνειρα σάπια φλούδες ελπίδων
αποξηραμένες δεσποινίδες
τους ανέμους, τους ανέμους, τους ανέμους!

ΑΠΟΜΙΜΗΣΙΣ

Εδώ ας σταθώ. Κι ας γελασθώ πως βλέπω αυτά…
Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ

Τα δέντρα επιμένουν πως υπάρχουν
το ίδιο τα βουνά καθώς και η θάλασσα
μόνο που δεν με συγκινούν
παρά τις εκκλήσεις τους να λογικευτώ,
να τύχω μιας οικολογικής θεραπείας.

Βέβαια κι εγώ διατείνομαι πως αυτά δεν υπάρχουν
πως είναι φρικτές απομιμήσεις των ιδεών.
Έτσι, λοιπόν, η ποίησις
περιορίζεται σε μίμηση δεύτερου βαθμού
σε ένα σπίτι με πολλαπλούς καθρέφτες
όπου τα όρια του όντος και της εικόνας του καταργούνται.

Επομένως, είτε θάλλουν είτε μαραίνονται τα δέντρα
είτε τα βουνά παρεκτρέπονται
κι η θάλασσα ξεβράζει
τα κουφάρια των νενομισμένων ισολογισμών,
οι καθρέφτες πάντοτε θ’ απεικονίζουν κατά το δοκούν
τις επινεύσεις της στιγμής
τις απελπιστικά πανομοιότυπες
σταγόνες της βροχής
τις φευγαλέες αστραπές
που τέμνουν τα φαινόμενα
ή καρφώνουν πισώπλατα
τους αμετανόητους γραφείς, τους λογιστές
και του πολλά υποσχόμενους
διοικητικούς υπαλλήλους.

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΠΕΙΡΑΜΑΤΟΣ
Ή ΟΙ ΑΘΛΙΟΙ ΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

Βρες το φιαλίδιο με τα κυριακάτικα δάκρυα της
αλλοδαπής οικιακής βοηθού κι άσε τις στέγες που
χορτάριασαν έτσι κι αλλιώς. Λίγες σταγόνες αρκούν στον
δοκιμαστικό σωλήνα. Ουρές ανέργων για ξηρά τροφή,
βαριεστημένοι δημόσιοι λειτουργοί, καμπάνες της
φιλανθρωπίας. Το οξείδιο της αγωνίας στους- διαδρόμους
των κυβερνητικών κτιρίων, χολή να στάζει σαν
μιλούν εντεταλμένοι κουστωδοί, βαριές κουβέντες,
αντεγκλήσεις, σκουριασμένα μυαλά, κατουρημένες
συνειδήσεις. Τα στερεά κατάλοιπα της νοσταλγίας, η
διαβίωσή μας σε συνθήκες ασφαλείας. Οι προσευχές
μας για κατάργηση της δουλείας στις τρώγλες της
Παλιάς Λευκωσίας. Τη φράγκικη λεπτότητα, παρακαλώ,
την οθωμανική νωχέλεια, την αγγλική διπλωματία!
Δεν βλέπω να ‘χετε συνθέσει τις καταβολές
επιτυχώς, ποιος σας δασκάλεψε για να σηκώσετε
κεφάλι; Θα το γνωρίζετε πως τα πειράματα κοστίζουν
ακριβά, ελάτε τώρα, πληρώστε το κόστος. Τι ζητάς το
κατηγορητήριο τώρα, κύριε Κ.; Δεν φτάνει που για
σένα ξαγρυπνούν οι δικαστές; Ερήμην; Έρημος,
ψεύτικα δόντια, περούκες, υποσχέσεις, σάπια χαμόγελα.
Στην πυρά, λαμόγιο, στην πυρά, στην πυρά! 

ΜΕ ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΚΑΡΦΩΜΕΝΟ
ΣΤΙΣ ΓΚΙΛΟΤΙΝΕΣ

Στάζει το αίμα. Στάζει. 0 Λένας στην είσοδο του
παλιού νοσοκομείου. Για τις σπουδές στην Αμερική.
Μένοντας πάντα εκεί. Να σε κοιτάζει με το καθαρό
του βλέμμα. Τα συνωμοτικά πουλιά στους ευκαλύπτους
Δεν ξέραμε τι μελετούσαν. Μικρασιατική
αβρότητα της Θεσσαλονίκης. Τις άρρητες γωνίες της
συνειδήσεως. Προσεκτικά με τη χλωρίνη. Να την
έχουμε πάντα καθαρή. Σπανίζουν πια τα ρήματα.
Διαφημίσεις και συνθήματα. Θα ‘φεύγε σε λίγες
μέρες. Νοσοκόμες πάνε κι έρχονται. Λοιπόν! Δεν
μπορούμε να σας πούμε τίποτα. Μέχρι να καταλήξουν
οι γιατροί. Χωριζομένη δικαιοσύνης. Πανουργία.
Τις ιδέες σαν άκακα βρέφη στην κούνια τους.
Το καταραμένο άσθμα ξανά. Σαράντα Εκκλησιές του
ονείρου. Λαϊκές ταβέρνες και μπακάλικα. Φοιτητικά
σχέδια για την κατάκτηση του σύμπαντος. Αδιαφορώντας
για τις μεθοδεύσεις των ορνέων με τα παράξενα
λατινικά ονόματα. Και τους μακροσκελείς τιμητικούς
τίτλους. Τις τηβέννους και τις κονκάρδες στις
συναγωγές. Οι ραβίνοι σάς καλούν να παραμείνετε
στη θέση σας. Για τους πρώτους αποκεφαλισμούς
των αιρετικών. Καρφί δεν τους καίγεται για τη
βεβήλωση της πόλεως. Με το βλέμμα καρφωμένο
στις γκιλοτίνες.

ΤΟΠΙΟ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ

Εσύ τουλάχιστον ζεις, μου είπε ο Λένας, δεν είναι λίγο.
Ακόμη κι αν βυθίζεσαι στο τέλμα,
υπάρχουν γύρω σου κλαδιά, πονετικά πουλιά και βάτραχοι.
Τίναξε το κορμί σου προς τα πάνω
προτού προλάβει η λάσπη να σε καταπιεί.
Εσύ τουλάχιστον δεν έσβησες
δεν γάζωσαν το σώμα σου οι κοπτοράπτες
εσύ τουλάχιστον δεν έπεσες ανήμπορος να σηκωθείς ξανά
δεν έσβησες στη μητρόπολη του νόμου και της τάξεως.
Εσύ τουλάχιστον δεν διαγράφηκες οριστικά
δεν εγκολπώθηκες το σκότος των υδάτων
δεν ετυφλώθης απ’ το φως των αρχαγγέλων
δεν έφαγες χώμα και πέτρες.

Εσύ τουλάχιστον μπορείς ακόμη να πιαστείς από κάπου
ν’ ανακαλύψεις δυνάμεις αντιστάσεως
και πλούσια στρώματα μετάλλων. Λοκριγκάνα!
Εσύ τουλάχιστον ακόμη μπορείς να ξεπλύνεις τους ρύπους
απ’ τα ρούχα της ψυχής σου
από τους εμπτυσμούς να καθαρίσεις το πρόσωπο
και τη χολή των Ιουδαίων.

Τώρα βυθίζομαι στο χιόνι πάλι
γύρω μου μαλακώνουν τα βουνά
τα δέντρα χάνονται μες στην αιθάλη.
Κι όταν το χιόνι με προδώσει,
ποιο χώμα, ποιες πέτρες, ποια ταφόπλακα
για τα τριάντα πέταλα της νιότης μου
για τα πονετικά πουλιά και τα κλωνάρια.

Εσύ τουλάχιστον δεν πέθανες.
Ακόμη κι αν βυθίζεσαι στο τέλμα, είμαι μαζί σου, είπε,
εδώ μες στην ομίχλη του μυαλού σου
με σύριγγες αντλώντας από τα εγκεφαλικά σου κύτταρα
τη μαύρη πίσσα
ξανά να φωτιστούν οι επάλξεις της λογικής
μέσα στην παρατεταμένη νύχτα της συναγωγής
μέσα στη μαύρη μέρα των νυχτοκοράκων.

ΛΕΥΚΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ

Πώς σας διέφυγαν τα παροράματα
στις λευκές σελίδες;
Σας ξεγέλασαν φαίνεται
με την προσποιητή τους αγνότητα
την τρυφερότητα της ανέγγιχτης σάρκας.

Το τι δεν έγραψες ως όφειλες
το τι δεν έπραξες ή είπες εν καιρώ
οι αιτιάσεις, οι προφάσεις
οι στυγνοί λογαριασμοί
ο φόβος των Ιουδαίων
ο νυσταγμός της ψυχής
τα δάκρυα των κροκοδείλων

αυτά κι αν σε εκθέτουν
αυτά κι αν σου προσάπτονται
στις μαρτυρικές καταθέσεις
ως άκρως επικίνδυνα
αλλά σπανίως ανιχνεύσιμα
παρά τις φιλότιμες παρεμβάσεις
των ειδικών σωμάτων ασφαλείας
των εμβριθών διορθωτών και φιλολόγων
ανακριτών και μικροβιολόγων.

Παραδαρμός εν Αλφαβήτω (2007)

Δ

Δωμάτιο με θέα.
Άγνωστος μεταξύ αγνώστων
Σ’ αυτή την πόλη
Που αγνοείς ακόμη τ’ όνομά της.
Ανοίγεις το παράθυρο
Και δεν βλέπεις παρά
Αλλεπάλληλα ανοιχτά παράθυρα.
Μόνο παράθυρα.
Αισθητή η απουσία ανθρώπων να κοιτάζουν απέναντι
Μόνο σκύβουν και σκάβουν στο πάτωμα
Να θάψουν τ’ ανομήματα
Να κρύψουν τις κατά καιρούς ομολογίες
Πίστεως και συμμορφώσεως
Τώρα που ανέλαβε καθήκοντα ο νέος μονοκράτωρ
Ο υπέρ πίστεως ταχθείς
Την πόλη να λαμπρύνει
Να χτίσει τα παράθυρα,
Να κλείσει μια για πάντα τις καταπακτές.

Μ

Μπορείς στις αποθήκες να βρεις
Τα λάβαρα των λαμπρών παρελάσεων
Κάτω από στρώματα σκόνης.

Ξεχασμένα παράσημα
Κιτρινισμένες νίκες
Συλλαλητήρια στην κεντρική πλατεία
Πανηγυρικοί λόγοι
Ενθουσιασμοί, ζητωκραυγές
Κάτω από επάλληλα στρώματα σιωπής
Που επωάζουν την εξέγερση.

Χωριά θαμμένα κάτω από τη λάσπη.
Αναθυμιάσεις των αμαρτημάτων
Του έρωτος κραυγές ημιτελείς
Κάτω απ’ τη λάσπη.
Τα λάβαρα, οι ιαχές κάτω απ’ τη λάσπη.
Ουδέν ίχνος ζωής κάτω απ’ τη λάσπη.

Με λάσπη πλάσε τα ομοιώματα
Προσώπων και τόπων.
Η τέχνη μπορεί.
Μη σε ξεγελά με τα καμώματά της.

Μπορείς στις αποθήκες να βρεις
Ξεχασμένα τετράδια
Κάτω από στρώματα σκόνης.
Η λάσπη δεν φοβάται τη σκόνη
Επικαλείται, εκλιπαρεί τη σκόνη
Επιζητεί τον εγκλεισμό στις αποθήκες
Μακράν της δυναστείας του νερού
Μακράν της φοβεράς απειλής του.

Ο

Ο λόγος του στρατηγού

Οι νίκες δεν είναι πάντοτε ορατές
Διά γυμνού οφθαλμού.
Κι αν νομίζουν πολλοί πως ηττηθήκαμε
Κι αν τα φαινόμενα απατούν
Εμείς αναπτύξαμε σχέδιον επιθέσεως
Το καταλληλότερο υπό τας περιστάσεις.
Οι στρατιώτες μας απαρνήθηκαν τα πάντα
Οι στρατιώτες μας έπεσαν
Στην απύθμενη αγκαλιά της δόξας.

Γνωρίζαμε βέβαια
Πως ο εχθρός θα περάσει πάνω από χιλιάδες πτώματα
Πως θα κάψει την πόλη το ξέραμε.
Μη μου μιλάτε όμως για ήττα.
Η νίκη μας δεν είναι ορατή
Δεν παύει ωστόσο να ‘ναι νίκη
Η άρνηση της άνευ όρων παραδόσεως.

Κανείς δεν κατάλαβε ακόμη
Το μέγεθος της νίκης των στρατιωτών μας.
Πώς, άλλωστε, να καταλάβει;
Η νίκη μας θα εκτιμηθεί δεόντως
Ύστερα από χρόνια
Μετά την επούλωση των πληγών
Μετά την ψύχραιμη στάθμιση των δεδομένων
Από τους οικείους των τεθνεώτων
Όταν πια θα εξατμισθούν τα συναισθήματα
Και θα ακούγεται μόνο η φωνή της λογικής
Των σχεδίων, των υψίστων ιδεών.

Φ

Φωνάξτε όσο θέλετε.

Εκτός συζητήσεως οι απόψεις σας
Οι πάσης φύσεως προσωπικές σας εκτιμήσεις
Τα συναισθήματα, οι ενστάσεις
Οι αιτιάσεις, τα σχόλια εκτός συζητήσεως.

Ο θυμός, η κριτική, τα υπονοούμενα
Η ειρωνεία, η εναντίωση εκτός συζητήσεως.
Εκτός συζητήσεως τα ρήματα, τα επίθετα,
Οι αντωνυμίες, και προπάντων τα επιρρήματα
Που παραπέμπουν σε μιαν άλλη ευτυχέστερη εποχή
Που υποκινούν νοσταλγικές διαφυγές
Σε ουτοπίες
Εξάπαντος εκτός, εκτός συζητήσεως.

Εκτός συζητήσεως οι ύμνοι, οι ωδές, οι σάτιρες
Οι γελοιογραφίες, οι λεζάντες, οι έρευνες
Οι αντικανονικές αναπνοές, τα εμφράγματα εκτός συζητήσεως.

Το ηλιοβασίλεμα, η αναδίφηση των αρχείων, οι φακοί
Η αναγραφή συνθημάτων εντός και εκτός πόλεως
Τα σχετλιαστικά επιφωνήματα, οι διαζευκτικοί σύνδεσμοι
Τα αφηρημένα ουσιαστικά εκτός συζητήσεως.

Οι μεθοδεύσεις των νικητών εκτός συζητήσεως
Εκτός συζητήσεως οι υπολογισμοί των πολιτικών μηχανικών
Η ασφάλεια της γέφυρας, οι απαγορευμένες λέξεις εκτός συζητήσεως.
Το τρωτό του Αχιλλέα εκτός συζητήσεως
Η εντός των τειχών χαμοζωή εκτός συζητήσεως
Τα πλοία που δεν λένε να σαλπάρουν εκτός συζητήσεως.
Επιτρέπεται, βέβαια, η συζήτησις εντός των καθορισμένων ορίων
Επί ιδίω, πάντοτε, κινδύνω. 

Δ

Έπρεπε να το καταλάβω.
Γιατί μόλις άρχισα να μιλώ
Τα φωνήεντα στασίασαν
Δεν ήθελαν να σχηματίσουν τις λέξεις καρφιά
Δεν ήθελαν την περαιτέρω συγκατοίκηση με τα σύμφωνα
Έστω και για λίγα λεπτά.
Αρνούνταν να καταγράψουν τη ροη της σκέψης
Να μεταβιβάσουν το μήνυμα για παραγωγή φωνής
Στον εγκέφαλο.
Αυτό μάς έλειπε τώρα
Να σηκώνουν κεφάλι τα φωνήεντα
Να εξεγείρονται τα σημεία
Προς αποφυγήν επικινδύνων εκφορών λόγου
Προς εξαφάνιση κάθε λεκέ της σκέψεως
Από πανάκριβα κοστούμια
Που μήτε πλένονται
Μήτε αντέχουν φυσικά στην κακομεταχείριση των καθαριστηρίων.

ΔΕΥΤΕΡΟΝ ΙΝΤΕΡΜΕΔΙΟ

Α

ΚΑΡΛΟΤΤΑ: Αλλ’ οι προδόται, οι εχθροί της προσφιλούς Πατρίδος
Επί τραχήλου θέτουσιν όνυχας τυραννίδος.
ΚΛΕΟΜΕΝΗΣ: Γυμνοί οι προμαχώνες μας, οι φύλακες κοιμώνται.

(Πολυξένη Λοϊζιάς, Η Δούλη Κόπρος, Εν Λεμησσώ Κόπρου,
Εκ του Τυπογραφείου Σάλπιγγος, 1890, 24).

Προδομένη περιφέρεσαι στο ακροθαλάσσι της Κερύνειας.
Άδεια πολυβολεία
Σκοποί κοιμούνται στα φυλάκια.

Για όλα φρόντισε ο Ιάκωβος.
Σαρακηνοί τρώνε τώρα τις σάρκες
Αυτής που ονόμασες πατρίδα σου.
Ελαφρά τη καρδία ο Ιάκωβος
Πούλησε τα πάντα για το στέμμα.
Πουλημένα τα ηλιοβασιλέματα
Πουλημένες οι αναμνήσεις
Από κουτούς που πίστεψαν
Στις υποσχέσεις του νόθου.

Προδομένη αντικρίζεις τη θάλασσα της Κερύνειας
Βλέπεις το πλοίο που θα σε πάρει μακριά να πλησιάζει
Μαυροντυμένη, βλέπεις τους προδότες
Μέσα στα βρόχια μιας τεράστιας αράχνης.

Άσε που οι κήρυκες ομιλούν περί εθνικής σωτηρίας
Άσε που βλέπουν την άνοιξη να πλησιάζει.
Το γεγονός είναι πως αφήνεις την Κερύνεια
Το γεγονός είναι πως μας εγκαταλείπει η Κερύνεια
Άδειους και μωρούς κι ανόητους ακολούθους
Ενός ακόμη πιο ανόητου αρχομανούς
Πυρομανούς και μητροκτόνου.

Της προσφιλούς πατρίδος τ’ ακρογιάλια
Βαρύς ζυγός στον τράχηλο
Ζητωκραυγές που ξάφνου κόπασαν
Και πύκνωσαν τα σύννεφα
Κι αρχίσανε κατάρες και βλαστήμιες
Από ποικίλες κατευθύνσεις.
Εκείνος άρπαξε το στέμμα απ’ το κεφάλι σου
Το πραξικόπημα ήταν γεγονός.
Πολλοί χορεύανε κι άλλοι χειροκροτούσαν
Την άνοιξη που δήθεν πλησίαζε
Άλλοι εκφωνούσαν πύρινους λόγους
Έχοντας ήδη παραδώσει τα πάντα στη φωτιά
Φωνασκούσαν για τη γαλάζια θάλασσα
Μη βλέποντας το κόκκινο της χρώμα.
Κραυγές υστερικές της μάνας σου
Καθώς επιβιβάζεσαι.
Αγαπημένε μου λαέ,
Τόσο εύκολα σε πλάνεψαν
Κατασκηνωτές του Τροόδους
Ελεγκτές κάθε κινήσεως, σκέψεως, προθέσεως
Πάσης εν γένει ενεργείας.

Δ

Δωμάτιο με θέα
Διάτρητη σιγή
Από σφαίρες
Των δικών σου.
Συνταχθείτε
Εκ δεξιών η εξ ευωνύμων.
Δείτε λοιπόν τους σταυρούς
Τα πεδία των μαχών
Τους γύρους θριάμβου των νικητών
Μέσα κι έξω από τα τείχη της Λευκωσίας
Σφαγμένους σαν γουρούνια προγόνους
Μέσα στις εκκλησιές τους.
Δεν ξέρω πια αν τα ποιήματα
Αντέχουν τόση πίκρα.

Ι

Ίσως σ αυτό το μισογκρεμισμένο σπίτι
Βρούμε τα νομίσματα που χάσαμε μικροί
Φως ξανθό και γαλανό
Κι ο κόσμος χάθηκε μαζί τους.

Σάπιες δοκοί και παλιοσίδερα
Απονενοημένες ενέργειες
Σπασμένα κρεβάτια
Αϋπνίες.

Εκείνα τα νομίσματα μονάχα
Κι όχι πιστές απομιμήσεις.
Μην προσπαθείτε να μας ξεγελάσετε.

Αν δεν τα βρούμε, μας αρκεί η λαμπρή τους ανάμνηση
Μας αρκούν τα μαγικά δειλινά
Που στη στιλπνή τους επιφάνεια καθρεφτίζονταν.

Ε

Εκτός θέματος

Μπορεί να γνωματεύσατε
Πως δεν πειθαρχήσαμε στα ζητούμενα
Όμως τα δεδομένα καυτά
Σιγόβραζαν στο κεφάλι μας
Αφήστε μας επιτέλους ήσυχους
Να περιπλανηθούμε στις απαγορευμένες οδούς
Να μπούμε στα χαμόσπιτα της Παλιάς Λευκωσίας
Εκεί που τα βράδια αλωνίζουν
Οι φρικτά σφαγμένοι πόθοι
Των παιδικών μας χρόνων.
Οι πρόγονοι δεν επαίρονται πια
Μας βαρέθηκαν φαίνεται
Δείτε πώς χασμουριούνται
Πίσω απ’ τις άραχλες κουρτίνες των σπουδαστηρίων.

Ξαπλωμένοι φρικτά στα προαύλια των συλημένων ναών
Με τις ματωμένες σημαίες στο προσκέφαλο
Με τ’ άστρα μιλιούνια ν’ αδιαφορούν για την τύχη τους
Αδέσποτα σκυλιά και λιμασμένες γάτες
Άθαφτοι χρόνια δίκοπα μες στα στενά της Χώρας
Περνούν ψυχές αδέκαστες κι ακούν τα κούφια λόγια
Κηρύκων και δασκάλων στ’ ανούσια πανηγύρια
Δίπλα στο προκεχωρημένο φυλάκιο
Ανάμεσα στ’ αγριόχορτα των απρόσκλητων αναμνήσεων
Που χτυπούν επίμονα
Κι ας υποκρίνονται πολλοί πως λείπουν σε ταξίδι
Αναψυχής η κάτι τέτοιο.

Αυτά θέλατε να γράψουμε, κύριε;
Αυτά;

ΦΩΤΗΛΑΣΙΑ (1999)

Λίγο προτού
να σβήσουν τα λαμπιόνια της γιορτής
και τ’ αποθέματα φωτιστικών εξαντληθούν
ανηφόρισε προς τους μοναχικούς
λόφους της Φαντασίας.
Φωτοβολίδες στείλε της χαράς από ψηλά
σήματα νίκης του ανέσπερου φωτός.

Φως ιλαρό, φως άκτιστο
κι ας μαίνονται οι φωτοκτόνοι.

Οι φωτοδότες άγγελοι
άγριες βροχές κι ανεμοδούρες δε φοβούνται.
Νύχτα και μέρα πολεμούν
το γέρακα φωτοκολάπτη.
Γιατί λοιπόν εσύ την κάθοδό σου
από τους λόφους να επισπεύσεις;
Μην κατεβείς,
αν πρώτα δε φωταγωγήσεις
τις προσκυνημένες κορυφές
τους άγονους, μοναχικούς
λόφους της Φαντασίας.

1993

 

ΜΕΘΕΟΡΤΙΟΝ

Πάνε μέρες που έσβησαν
τα λαμπιόνια της τελευταίας γιορτής.
Δούλοι του σκοταδιού χωρίς λυχνάρι.
Γύρω μας οι ψυχές ουρλιάζουνε
των άταφων ακόμα νεκρών.
Βουτηγμένες στην πυκνή ομίχλη
και τη μαυρίλα του Άδη.

Εκεί στις όχθες οι ψυχές
του ποταμιού ποδηλατήσανε
μονάχα μια φορά
και σκούριασαν, αλίμονο
τα στίλβοντα ποδήλατα.

1993

 

ΑΝΑΒΑΣΗ

Με βρήκε η νύχτα
ν’ ανηφορίζω φορτωμένος ενθύμια
των φίλων από την άλλη όχθη.
Από τον ουρανό
έπεφταν βροχή οστά πυρακτωμένα
αγάλματα σημαίες άρβυλα
ημιτελείς ερωτικές επιστολές.

1993-1994

ΠΑΡΟΥΣΙΑ

Ψυχές
σαν έντομα που παίζουν ξεχασμένα
στο φωτεινό περιβόλι της λάμπας…
Τα πλαστικά λουλούδια χάρμα
θάλλουν αθάνατα στο βάζο
και καρτερούνε τα έντομα
να φέρουν πάνω στα φτερά τους
τη μαύρη πάχνη των ηφαιστείων.

1994

ΚΑΘΟΔΟΣ

Στα έγκατα της γης συνάντησα τον άγγελο.
Μην πιεις νερό, τίποτα μην αγγίξεις.
Στον πυρετό καλύτερα να ψήνεσαι
από τη δίψα της ζωής.

Ο πιλότος μάς περίμενε μ’ ανοιχτή την απαλάμη.
Ήτανε άσαρκος κι άτριχος.
Παντελόνι και σακάκι μαύρα δερμάτινα.
Ρίξαμε στην απαλάμη του ο καθείς τον οβολό του
κι ένα πράσινο τόξο
άναψε στο στήθος του.

Με κομμένη την ανάσα κολυμπούσαμε
μες στο πηχτό σκοτάδι.
Στ’ αυτιά μας έφταναν οι κραυγές
των άταφων ακόμα νεκρών
και το ροχαλητό φριχτό των Ερινύων.

1993

ΕΥΜΕΝΕΙΣ ΕΥΜΕΝΙΔΕΣ

Στους υπερασπιστές της δημοκρατίας

Στα δεκαοχτώ σου, Μιχαλιό, φόρεσες το χακί.
Μαύρες ημέρες που αδερφός φαρμάκωνε αδερφό.
Γονατισμένα τα βουνά μπροστά στους στρατοδίκες
κι εσύ μια λεύκα λυγερή απροσκύνητη.

Ο Ύπνος ήρθε και σ’ αγκάλιασε πικρός.
Σε λόφους άδεντρους τα οστά σου
κι ο ήλιος να τα γλείφει σαν σκυλί.

Η μάνα σου μαράθηκε σκυφτή
πίσω από τ’ ανοιχτό παράθυρο.
«Έσβησε το φως μου, πάει
πέφτει το ρόδι σάπιο στην ποδιά μου.
Να κοιμηθώ
και την ψυχή να δένουν του παιδιού μου
δόλιες αράχνες;»

Μες στο σκοτάδι τα οστά σου φωσφορίζουν
σκορπισμένα εδώ κι εκεί, παλιέ μου φίλε.
Ροδοκόκκινα τη σάρκα μού καίνε τα οστά.

Βαριούνται και νυστάζουν οι Ερινύες
κι η ψυχή σου άραχλη πλανιέται
στα νοτισμένα δώματα του Άδη.

1993

ΠΑΡΑ ΔΗΜΟΝ ΟΝΕΙΡΩΝ

Μια πεταλούδα είσαι διαφορετική
διωγμένη από το πανηγύρι.

Κλειστοί για σένα οι εύοσμοι μπαξέδες.
Τα δέντρα θάλλουν και χωρίς εσένα.
Σπάνια οι άγγελοι ανάβουν τα φώτα.
Τότε πετάς αλόγιστα να χορέψεις
και καις τα φτερά σου.
Σαν πέσει το σκοτάδι
ο ουρανός σε φωνάζει
πασπαλισμένος με κόλλυβα.
Το σύννεφο σ’ αποπαίρνει
και τρέχει σαν τρελό
μη χάσει το παιχνίδι.
Ο ήλιος είναι άρρωστος.
Μια τόση δα σφαίρα ήρθε
και σ’ απέβαλε
– ο ουρανός σε καλεί
το σύννεφο θέλει να σε παίξει
ο ήλιος οικουρεί –
μια τόση δα σφαίρα
και σ’ απέβαλε διά παντός.

1994

ΗΡΩΕΣ

Μας βλέπουν οι ήρωες από τα βάθρα τους
και διερωτώνται
μας βλέπουν κι απορούν.
Ερυθριούν, όταν τους πλησιάζουμε
μετά πολλών στεφάνων.
Τις νύχτες επισκέπτονται
τα μαλακά κρεβάτια μας
και μας πετούν κατάμουτρα τα ερίτιμα στεφάνια
κλαίγοντας μ’ αναφιλητά στο προσκεφάλι μας
για τον διαρκή και παρατεταμένο θάνατό μας.

1998

«ΗΡΩΕΣ»

Ολίγοι σήμερα κατέθεσαν στεφάνι
στο καλλιμάρμαρό μου μνήμα.
Ο αγών ελησμονήθη ανδρός ηρωικού;

Ωστόσο δεν πτοούμαι.
Κατά την τηλεοπτική μετάδοση του γεγονότος
γνωρίζουν άριστα οι τεχνικοί
και πολλαπλασιάζουν τους παρισταμένους
επευφημούντας με δανεικά χειροκροτήματα.

Η προσφορά μου θα εκθειαστεί δεόντως
με τα κατάλληλα επίθετα
σχήματα λόγου υπερβολές
νεόκοπες υπερβολές, ομηρικά επίθετα
προσήκοντα σ’ αναμετάδοση του γεγονότος
δορυφορική.

1998

ΘΑΛΕΡΟ

Θάλλουμε ανέμελα
χωρίς απ’ τις σοφές
να διδασκόμαστε πέτρες.
Δε μνημονεύουν τους προγόνους των αυτές
ούτε φοβούνται τα πουλιά.

Οι πέτρες μάς εκλιπαρούν
να σπεύσουμε στο Όρος
γονυπετείς να ενδώσουμε στο θαύμα
προκατακλυσμιαίας γαλήνης.

Το Όρος αντιστέκεται
το Όρος υπομένει
παρά τους επονείδιστους
όρους της παραδόσεως
παρά τη λήθη ζώντων και νεκρών
στα κράσπεδα της ηλεκτρονικής
πληρώσεως πάσης επιθυμίας.

Τι να πούμε στους φίλους που ήπιανε το θάνατο;

Στου Όρους την ολόμαυρη ράχη
οστά πτερόεντα, έπεα προβολείς
παράσημα κονσέρβες πλαστικά.

Τη δόξα τραβώντας από τα μαλλιά
οι ρήτορες θάλλουν.

1998

ΜΝΗΜΗ

Ο ρήτωρ τρομάζει
όταν, καθώς ομιλεί,
οι μαύρες πεταλούδες έρχονται
και του κρύβουν το πρόσωπο
και του κλείνουν το στόμα.
Σβήνει τα φώτα στη στιγμή
και συνεχίζει ακάθεκτος
χωρίς να υποψιάζεται
και κάθιδρως αναφωνεί
χωρίς να ξέρει.

Καλότυχοι όσοι δεν ήπιανε
το γιατρικό της λήθης
κάτω απ’ το προσκεφάλι τους διπλώνοντας
τη φωτισμένη τους συνείδηση.

1998

ΠΡΟΣ ΤΟ ΦΩΣ

Παραδουλεύτρες μέλισσες ανάψανε τα φώτα
και τα σαλόνια λάμπουν των ανθών.

– Η πεταλούδα είναι πολύτιμη
μέσα στη μοναξιά σου, αδερφέ μου, του είπα.
Ξέρει να διαβάζει την ψυχή σου
κι είναι τόσο θλιμμένη;

– Γεύεται κι εκείνη τους καρπούς της Αναμονής.
Διακοπή ηλεκτρικού ρεύματος.
Δεν έζησα… Δεν έζησα…

– Μια πιστή εν τέλει διαθέτεις
ολόδική σου πεταλούδα.
Τι άλλο θέλεις;

– Λιβάδι με τ’ ασφοδίλια ιπτάμενο
άπιαστο, ανεξερεύνητο.
Τι κι αν η Περσεφόνη προβάλλει φωτοδότρα;
Τι κι αν πορτοκαλιά κλωστή
το σκότος καταργεί;
Στον κήπο τώρα της χαράς
Παίζουν ανέμελα τα ψάρια.

– Έλα μαζί μου. Το φως ξανά θα δεις.
Σε μυστικό βαθιά κρυμμένος κοιμητήρι
από τους άτεγκτους φρουρούς του Κάτω Κόσμου
θα ξεφύγεις.

1989-1994

ΑΝΑΛΗΨΗ

Γυμνά ολόφωτα κορίτσια
φωτηλατούν και μέλπουν.
Οι πεταλούδες πορφυρές
στολίζουν τα μαλλιά τους·
κοιμήθηκαν οι άγγελοι
κι η θάλασσα κατάπιε
τα ηλεκτροφόρα μυστικά
των σφουγγαράδων.

ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ

Εκεί που ψηλαφούσα το σκοτάδι
παράνομη ανατολή του ηλίου.
Φως παγερό. Φως όμως, φως!
Κι η αλήθεια! Οι φίλοι μου ξαναγεννήθηκαν.
Οι φίλοι μου γιορτάζουν
την ένδοξη τους Ανάσταση!

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Καράβι της επιστροφής στο φως.
Πολύχρωμες σημαίες στα ιστία
ιαχές τρελής χαράς.
Λάμπες, λαμπιόνια στα ξάρτια σου
κάθε λογής φωτιστικά.
Φωταγωγημένο
σε θάλασσα ανθισμένη πλέεις
πρόσω ολοταχώς.
Ναύτες ανεβοκατεβαίνουν στο κατάρτι.
Το ταξίδι θα συνεχιστεί χωρίς απρόοπτα.

Θάλασσα κι ουρανός έγιναν ένα
κι εμείς συγκάτοικοι των δελφινιών και των
αγγέλων.

1993

ΕΠΟΧΕΣ

Στην Κωνσταντία

ΑΝΟΙΞΗ

Ανοίγουν τα πέταλα τους τ’ αγριοκόριτσα
σε μυστικούς αμπελώνες
και προσεύχονται.

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

Σαν ήρθαν οι ληστές και δέσαν τους αμπελουργούς
όρη και λόφοι μαυροφόρεσαν.

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

Τα σφριγηλά στις δόξες τους
τσαμπιά των αμπελώνων.
Νύχτες από σκουριασμένο χαλκό του Σεπτέμβρη.
Παίρνει φωτιά το αμπέλι
τσαμπιά πυρακτωμένα
ρώγες ηφαίστεια
αθάνατοι λαμπτήρες
δείκτες ηλεκτρικής φορτίσεως
προάγγελοι της ήττας του θανάτου.

ΧΕΙΜΩΝΑΣ

Κάθε νιφάδα και μια ψυχή κοριτσιού
που ευτύχησε με τον άγγελο να χορέψει.

1994

ΑΝΑΜΝΗΣΗ

Καράβια σύννεφα.
Απόγευμα σπασμένα παράθυρα
καμινάδες
άλγος
όνειρα παγωμένα νοσταλγία.
Ρωτήσατε τον πόντο
αν οι ταξιδιώτες λησμόνησαν;
Ακούσατε τα ρόδα,
το παραμιλητό της γριάς;
Τα ρολόγια δεν αστειεύονται
οι θαλαμηπόλοι των ενυπνίων
δε χαρίζονται σε κανέναν.
Σύννεφα τύψεις
πειρατικά σκαριά
τη θάλασσα αναδεύουν
αγέραστοι θεοί δαιμονισμένοι.
Ο Βασιλεύς καθεύδει
τα ρόδα υποκλίνονται
ενώπιον της βασιλομήτορος των δισταγμών.
Οι ταξιδιώτες δεν ξεχνούν
τον οβολό της προσευχής.
Ανοίγουν οι ασκοί της νοσταλγίας
τα όνειρα εξανεμίζονται
οι άγιοι πόθοι δραπετεύουν
απ’ τις ρωγμές των καμινάδων του θανάτου.

1998

ΗΜΕΡΟΝΥΚΤΙΟ

ΟΡΘΡΟΣ

Εγερτήριο των αγγέλων.
Αναφορά στον ουρανό.
Παραδειγματική τιμωρία
των αγουροξυπνημένων.
Δάκρυα πάνω στα φύλλα της συκιάς.
Κάθε άγγελος λοιπόν ας ασκητέψει!

ΠΡΩΙ

Χωρίς τη δροσιά του σκοταδιού
χωρίς το εξαίσιο θυμίαμα
του έρωτα.
Οι άγγελοι στα μαύρα.
Αρχάγγελος με πύρινη ρομφαία
περιέρχεται τα ουράνια ξωκλήσια.
Άπαντες προς επιθεώρησιν!

ΜΕΣΗΜΕΡΙ

Ο ήλιος γευματίζει εν πλήρει δόξη.
Εκατοντάδες άγγελοι ένοχοι
ως μη στιλβώσαντες επαρκώς
τα υποδήματά των
ως μη την προσευχήν αναπέμψαντες
κατά τα ειωθότα.
Στην πυρά! Στην πυρά!

ΑΠΟΓΕΥΜΑ

Η ποίηση
είναι όχημα μεταφοράς προσωπικού.
Γλυκό του κουταλιού
στα παρεκκλήσια των αγγέλων
ύστερ’ από πικρόν ύπνο.
Οι μάνες που αναλήφθηκαν
προβαίνουν τώρα γυμνές
ολόλευκες νέες.

ΣΟΥΡΟΥΠΟ

Ένα παιδί πετροβολάει το φεγγάρι.
Θολό νερό
κόκκινο θολό βλέμμα του στρατιώτη.
Πλήγωσα το φεγγάρι, μάνα!
Ένα παιχνίδι ήταν μια κακή στιγμή.
Φτερωτά παιδιά
τρέχουνε πίσω απ’ τις ροδιές.
– Πού να με πιάσετε, φωνάζει το φεγγάρι
και τους πετάει κατάμουτρα τις γάζες.
– Θέλεις να παίξουμε, φεγγάρι;
– Έλα!
– Πού πας, γιε μου;

ΒΡΑΔΥ

Οι άγγελοι φορέσαν τα λευκά τους.
Ουράνια μουσική
Χέρια τυφλά
που ψαχουλεύουν τ’ άστρα.
Ο θρόνος του Θεού δεν εντοπίστηκε ακόμη.
Οι Άγιοι αγρυπνούν υπέρ ημών.

ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ

Φωταγωγημένοι λόφοι
με οστά κατάσπαρτοι
πολεμιστών λευκά
που, ιδού, παίρνουν ν’ αναψοκοκκινίζουν.
Έγερση των στρατιωτών.
Σα βρέφη αθώα υπερίπτανται του κόσμου
κι οι μάνες ανεμίζουν τα μαντίλια.
Μυριάδες άγγελοι, χιλιάδες βρέφη
ψάλλοντας τα επινίκια.

ΟΡΘΡΟΣ

Αναδάσωσε τις απάτητες κορφές
των απολιθωμένων τύψεων
λίγο προτού ξημερώσει
λίγο προτού εξαντληθούν οι πρώτες ύλες
και σβήσουν οι λαμπάδες
μια για πάντα.

1997

HIC

Κάθισες σ’ ένα πάρκο ν’ ανασάνεις
άνεργος και χολωμένος.
Όλη τη μέρα τι έψαχνες να βρεις;
Ήσουν ελεύθερος;

Φόρεσες τα καλύτερά σου ρούχα και βγήκες.
Στην κλινική «Rosa» ο φίλος σου ο Hic
μετρούσε τις μέρες που έφυγαν
χωρίς να του μιλήσουν.
«Δόξα στους ολάνθιστους μπαξέδες
των ονειροτόπων», είπε,
«αφού εκεί μπορεί κανείς, άμεμπτος
να σβήσει, όπως βολεί, τα κάρβουνά του.
Οι πυρκαγιές έτσι αποφεύγονται
κι οι εξάρσεις των μετωπικών συγκρούσεων».

CARMINA PARVA

α΄
Κατέβηκες στον κήπο ν’ ανασάνεις
και σε μυρίστηκαν τα δέντρα σαρκοβόρα.

β΄
Κοιμάσαι πια
μες στο κλουβί του παπαγάλου σου
εξασφαλίζεις, νοικοκύρη μου,
τον απαραίτητο αέρα και τροφή.

γ΄
Κάτω στον κήπο ένα βιολί
μια πέτρα
σπάζει.
Και σου είπα
μην εμπιστεύεσαι τα δέντρα.

δ΄
Γιατί να μη γινόμαστε ένα με τα τραγούδια;
Γιατί να παραμένουμε οι τυφλοί
σωματοφύλακες του μέλλοντος;

1991

INAMOENUM

Σε γνωρίσαμε μοναχική κι ανυπέρβλητη
Χέρσοι σαν παραφυλάγαμε
έξω από τ’ ολάνθιστο περβόλι.
Όμως, εσύ μην αφεθείς στον άνεμο
μην αρνηθείς την αλλότροπη
ιθαγένεια των πραγμάτων.
Η ωραιότης δε χάνεται.
Μένει γυμνή, προκλητική
στο βάθος των πραγμάτων.

1978-1990

ΙΘΑΚΗ

Δεν έχει τέλος τούτο το ταξίδι.
Κατεβαίνοντας σε κάθε σταθμό
με τα τρόπαια μιας αμφίβολης νίκης.
Και πάλι ξεκινώντας για το Άγνωστο.
Λησμονώντας την αμείλικτη κλεψύδρα
σ’ αίθουσες αναμονής…

1989

ΠΑΛΙΑ ΛΕΥΚΩΣΙΑ

Το φως πενθεί στη λάμπα
τα σπίτια αιμορραγούν.
Οι γριούλες τυλίγουν το νήμα της Υπομονής
κι αποσύρονται νωρίς.
Γράφουν αδέξια τα παιδιά
μες στο τετράδιο τ’ Ουρανού.
Αληθινά ζούνε μες στ’ Όνειρο.

1990

ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ

Τους νεκρούς σου μη μετράς
αφού δε γίνεται
δίχως απώλειες να νικήσεις.
Μόνο κοίταξε πώς θα μπορέσεις
κάποτε να βγεις
απ’ το καμίνι αράγιστος
χαμογελώντας στο Αναπότρεπτο
ψημένος.

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ

Στη μνήμη του Λένα Κάκκουρα*

Την πόρτα ανοίγω διάπλατα
και μπαίνουν τα πουλιά μέσα στο σπίτι.

Πικρή γεύση του καφέ στον ουρανίσκο.
τι μ’ έπιασε τώρα να εξετάσω
τ’ αναίτιο πέταγμα των οιωνών;

Κατά το βράδυ ήρθε πουλί το πιο τρανό
γέρακας πελιδνός.
Κόβει το νήμα ο Σαρακηνός
κι ο Αρχάγγελος σε βράχια απάτητα
τα νύχια του ακονίζει.

Το γέλιο που άνθιζε στα χείλη σου
πριν σβήσει,
τα χέρια άπλωσες
κι αγκάλιασες τη μυγδαλιά σφιχτά.
μ’ αυτή σού ξέφυγε
σβήνοντας τα λαμπάκια της
στα νύχια ακροπατώντας.

1994

* Σ’ ανάμνηση της τελευταίας μας συνάντησης
το τελευταίο καλοκαίρι της ζωής του.

ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ

Η κραυγή του πληγωμένου
ηλεκτρικού λαμπτήρα
οι προτροπές για σύνεση στα σκοτεινά.
Κοίταξε χαμηλά τις πέτρες
άσε τους επισήμους να λικνίζονται
στο έλεος των ανελέητων προβολέων.
Σκάψε βαθιά
να βρεις τις φλέβες χρυσαφιού
παρά τις επανειλημμένες προτροπές για σύνεση
παρά τις ύστατες εκκλήσεις
των χρηματιστών.

1998

ΣΚΙΕΣ

Το πρώτο ποίημα

Μαύρο πέπλο απλώθηκε γύρω η νύχτα.
Μυστηριακοί ήχοι ξεπετάγονταν
από τις φυλλωσιές των καρυδιών.
Οι σκιές των σκελετών που συναντήθηκαν
να πουν τα δικά τους
πολύ τάραξαν τη γαλήνη της Αιωνιότητας,
όπου τα κορμιά αντιπαλεύουν
στην αποθέωση του Έρωτα.
Και στα πολύβουα ρυάκια
απλώθηκε βαθιά σιωπή
και ρουμπινιές στάλες συνταιριάξανε
με τα μαβιά νούφαρα
και τ’ αηδόνια χωσμένα
στ’ απόκοσμα του ποταμιού
στήνανε ύμνο ξωτικό στον Έρωτα.
Κείνη τη στιγμή στην ψυχή μου
χώθηκε γαλήνη ανήσυχη
και με το μυστήριο αντιπάλεψε.
Και ο νους μου δε χώρεσε ποτές του
τα όσα η σιωπή της νύχτας κρύβει.

1976

ΟΙ ΑΣΚΟΙ ΤΗΣ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑΣ

Τα λαμπιόνια στασίασαν την ύστατη στιγμή.
Οι αστυνομικοί συνέλαβαν
τους φανατικούς νοσταλγούς
των πανηγυρικών λόγων.
Άψογες αναμάρτητες
πλαστικές ροδιές
πουλιά τηλεκατευθυνόμενα
άβουλα γελαστά
ηλεκτρικά κορίτσια.
Πού είναι το φως το αμαρτωλό;
Ο κήπος με τις ψευδαισθήσεις
η ήττα της τελειότητας
ο θάλαμος της αποστάξεως
των απαγορευμένων αισθημάτων;

Πού είναι τ’ αγριοκόριτσα
να δέσουν τους φρουρούς
ν’ ανοίξουν τους ασκούς της νοσταλγίας;

Άψογες αναμάρτητες ημέρες
επιθυμίες πλαστικές.

Πού χάθηκαν οι καθαρτήριοι άνεμοι;
Πού είναι οι πειρατές
οι ιαχές οι πυρσοί οι σημαίες
τα σκαριά
οι προγραφές
οι λόγοι οι ζητωκραυγές τα μανιφέστα
οι ζωντανές ημίγυμνες αμαρτωλές παραισθήσεις;

1998

ΠΕΡΙ ΙΣΤΟΡΙΑΣ I

Φρουροί των υποθηκών
φύλακες των δεσμεύσεων
σε θερμοκήπια
υψίστης αποδόσεως.

Παράγουμε κάθε λογής
πρωτοφανέρωτα φυτά
ιδέες καλλωπιστικές
ρήματα χάρμα
κι εκατομμύρια επίθετα
που μπαινοβγαίνουν σα μυρμήγκια
στα κρανία
των άταφων νεκρών μας.

ΠΕΡΙ ΙΣΤΟΡΙΑΣ II

Με λέξεις
χτίζουμε το παρελθόν
επίθετα
συνθήματα,
βεγγαλικά.

Στο τέλος του πανηγυριού
οι λέξεις δραπετεύουν.

Οι λέξεις επιστρέφουν
στα λεξικά
τραυματισμένες.

1999

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ

Οι λέξεις συνελήφθησαν
γιατί διανοήθηκαν
να μη συνεργήσουν
κι άφησαν τον ιδρωμένο ρήτορα
στα κρύα του λουτρού
μπροστά στο έξαλλο πλήθος.

Οι λέξεις βουλιάζουν
σε υγρούς τάφους.
Μας αποχαιρετούν
προτού καταχωρηθούν
αμετάκλητα
στα λεξικά του Τμήματος Υποταγής.

Κι εμείς νυσταγμένοι
δεν τολμούμε
να τις προφέρουμε
έστω και για τελευταία φορά.

1999

ΠΕΡΙ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ

Στα παιδιά μου και στους μαθητές μου

Δεν μπορεί, θα υπάρχει κάπου η αλήθεια.

Όμως το σημείο εκείνο
είναι χωμένο
κάτω από τόνους χώματος
στρώματα λάσπης μύθων
λόγων υπεκφυγών
σιωπής ενοχής
τύψεων
αυτοάμυνας.

Μακριά από τις έτοιμες αλήθειες
των πεφωτισμένων
σκάψε βαθιά
μόνο με τη δική σου αξίνα
φτύνοντας το χώμα και τη λάσπη
φτάνοντας μέχρι τον καυτό πυρήνα,

Εκεί που ο ρήτορας τρομάζει
σα μυρίζεται
τις καμένες σάρκες των παραμυθιών.

1999

ΣΤΥΦΑ ΚΥΔΩΝΙΑ (1988)

1

Κυδώνια στυφά μας φίλεψε
η αρχοντοθυγατέρα.
Για χρόνια πορευόμαστε σκυφτοί
βουβοί δεχόμαστε τον εμπαιγμό του ήλιου
κι όταν η κορφή ήταν πια δική μας
μ’ αυτούς τους άγουρους καρπούς
γελάσαμε τη δίψα μας
γίναμε εξάρτημα μιας μηχανής.

2

Συντονίζομαι με το ρυθμό της μηχανής
τη Μοναξιά και τ’ Όνειρο αποπέμπω
την Ποίηση απαρνούμαι
κάθε κακή συνήθεια.
Τη ρώμη τώρα υμνώ του σώματος
Σωφρονίζομαι
ανανήφω.

3

Ακόμα λίγο την ψυχή σου στίψε και θα στάξει
το απόσταγμα της έμπνευσης,
αιρετικέ της αγοράς.

Ποιοι σ’ επιβουλεύονται δε νοιάζεσαι να μάθεις
την ήττα συνηθίζοντας να επιλέγεις
και να τη βαλσαμώνεις σ’ ελεγείες.

Ώσπου μια μέρα ο γέρακας θα κράξει «εμπρός»
κι εσύ θα δέσεις την ψυχή σου μ’ ένα σπάγγο.
Δειλέ, εσύ που αντάλλαξες το χώμα με το σύννεφο
δούλος θα σέρνεσαι αραχνοΰφαντων σκιών. 

4

Από του χαρακώματος μιαν άκρη
ένας αναστεναγμός.
Βούλιαζε ο κήπος που μες στα σωθικά σου
κορφολόγαες.
Ξεχνάς πως κάποτε είσουν με τους μονομάχους;
Τη νύχτα οι στρατιώτες κοιμούνταν στο χαράκωμα
Η θάλασσα σ απέλπιζε
το σπαθί σου σκουριάζει. 

5

Κι ανέμελος αριστοκράτης ο ουρανός
να σε περιγελά που περιφέρεσαι
μ’ ένα σκουριασμένο σπαθί καρφωμένο πισώπλατα.

6

Σ’ έβλεπαν ατάραχοι να περιφέρεσαι
ανάμεσα σε ξεκοιλιασμένους οδοστρωτήρες
μ’ ένα σπαθί καρφωμένο στην πλάτη σου
επιχρύσωναν την υπομονή.

7

Κοίταζαν εκστατικοί το ηλιοβασίλεμα
μελετούσαν εμβριθώς τα τοπία
οι πορφυρογέννητοι! 

8

Αύριο θ’ ανοίξουν διάπλατα οι Ουρανοί
και θ’ αναληφθείς
πιο ρόδινος κι από ρόδο
σε μέρη που δεν κατοίκησε ούτε θεός.
Η Σιωπή Παναγία κι Αδάκρυτος
θ’ αναδύεται μέσα από το κάλλος
των οφθαλμών σου
και θα γυρίζει τους δείχτες του ρολογιού
βαθιά μέσα στο μέλλον.
Το σπαθί σου θα λειτουργιέται μέσα στις Εκκλησιές
και συ, γινωμένος καρπός,
θ’ αποτίθεσαι
στις αγκάλες της πλάσης.

9

Παιγνίδια των πουλιών πάνω στις στέγες
σπιτιών που ‘χουνε κλείσει εδώ και χρόνια.
Τα τιτιβίσματα αντηχούν ως πέρα
σε σκοτεινών βουνών και διψασμένων βρύων
αχανείς εκτάσεις.
Σβήνουν
χωρίς να τέρψουν ένα αυτί
χωρίς να προκαλέσουν ένα λίκνισμα
και τα πουλιά δεν παίζουν άλλο πια
κλείνονται στις φωλιές τους κι όλο κλαίνε.

10

Τη γαλήνη τόσο επόθησα
μα δεν τη βρήκα.
Μήπως είναι που κάθε λίγο ένα αστέρι
σκίζει την καρδιά μου για να μπει
ή μήπως είναι που τρίζουν για να βγουν στο φως
τα νέα φτερά μου;

11

Μικρή μου πεταλούδα
μη νομίζεις πως η ομορφιά σου με θαμπώνει.
Να* απλώς απορώ
πως από ένα βρώμικο σκουλήκι βγήκες εσύ,
η ξακουστή μες στο βασίλειο των εντόμων. 

12

Ανοίγω ένα παράθυρο
να μπει το φως μες στην καρδιά μου.
Όμως το φως δεν είναι εκείνο που ήθελα
και το παράθυρο μου κλείνει κάποιο χέρι.
Αλίμονο! Ένας Θεός το ξέρει
πόσος καιρός χρειάστηκε να λησμονήσω το σκοτάδι
τώρα το φως για πάντα χάθηκε
και μαύρο ανοίγει μπρος μου το χείλος του Άδη.

13

Θα πέσω ακόμα κι άλλο χαμηλά
θα γκρεμιστώ και θα πονέσω*
όταν με δουν στην άκρη του γκρεμού
με δύναμη θα σπρώξουν και θα πέσω.
Ο πόνος μου άνοιξε πληγές
που με τον χρόνο δεν θα κλείσουν
άγρια κοράκια το συκώτι μου θα φαν
άγρια κοράκια τα σημάδια τους θ’ αφήσουν.
Θα πέσω ακόμα κι άλλο χαμηλά
θα ζήσω χρόνια στο σκοτάδι
στη ζωή μου θα φορέσουν τα θεριά
μαύρο και πένθιμο μαγνάδι.

14

Όταν η φωτιά ήταν κοντά
κι ο Αρχάγγελος με το δρεπάνι του θέριζε μαργαρίτες
τα δένδρα εγκατελείφθησαν
μέσα στο καρναβάλι των αναλαμπών και των εκρήξεων.
Μα πού βροχή εκεί που κάθε σάλεμα είχε ανασταλεί
από τον φόβο επικειμένης συντελείας.
Το κάθε ζώον είχε μαρμαρώσει
πίσω από λαγωνικά και λύκους
που άφηναν τα σάλια τους να στάζουν
και να μολύνουν το χορτάρι.
Στους γάμους που ακολούθησαν τα δέντρα τραγουδούσαν
κι οι πέτρες αναστέναζαν για την σκληρή τους μοίρα.
Το μεσονύχτι τρίζαν τα κλαδιά
κι οι ρίζες έπαλλαν κάτω απ’ το χώμα.
Μα εκεί που τα φυλλώματα πλαντάζανε
και τα κορμιά των καρυδιών αναριγούσαν
μια κουκουβάγια βόγκηξε και πέσαν τα τσεκούρια.

Κι ο βαρκάρης κουβαλούσε τις ψυχές μας
στην αντίπερα όχθη
μαδώντας μαργαρίτες πάνω απ’ το θολό νερό. 

15

Νέοι του Περιθωρίου

Λουφάζουμε κάτω από λερά σεντόνια
αποπαίδια της Καταστροφής.
Είμαστε νούμερα σε μητρώα ανέργων.
Καρδαμωμένοι πρεσβύτες
κομίζουν τα δοχεία νυχτός
καθώς μας βλέπουν
να ξερνούμε χολή και να παραμιλούμε
εκτεθειμένοι στις συνωμοσίες των χαφιέδων,
να φτύνουμε αίμα και να προκαλούμε
τα φιλντισένια αισθήματα των καθωσπρέπει κυριών.
Είμαστε η μαγιά του μέλλοντος. 

16

Λέμε πως δεν ενδώσαμε
και κομπάζουμε για περιώνυμες νίκες.
Πού είναι, λοιπόν, τα τρόπαια μας;
Αφηνόμαστε.
Ποιος ξέρει
κάποια δύναμις ίσως μας περισώσει.

17

Τα τρόπαιά τους είναι οι πολύχρυσοι οίκοι
και οι εύσωμοι οικόσιτοι δούλοι. 

18

Νέοι του Περιθωρίου 2

Παραμένουμε δέσμιοι των δυσμενών συνθηκών
χωρίς να κηρύσσουμε επανάσταση
μια, έστω, αναίμακτη ανταρσία περιορισμένης κλίμακας.
Έτσι που μας ευνούχισαν οι ηθικολόγοι
κι οι πατριδοκάπηλοι
τι να κάνουμε,
γυρίνοι σ5 απέραντο βάλτο.
Χάνουμε την αίσθηση του ρυθμού
μαζί μας αργοπεθαίνει κι η ποίηση της πρώτης νεότητας.
Σκάβουμε τις πληγές μας
να βρούμε τα κατάλοιπα προγονικών ανομημάτων
που μας παιδεύουν ανελέητα.
Ξύλινα ειδώλια στην όψη αστραφτερά,
με σωθικά σαρακοφαγωμένα,
μπροστά σε γέρους ροδομάγουλους σερνόμαστε. 

19

Ξεκινούμε για τη Μεγάλη Σκάλα
με μεγάλα Όνειρα και φτερά νεοσσού
μ’ όλο που ξέρουμε πως δεν υπάρχει τελευταίο σκαλί,
πως τα φτερά μας θα κοπούν με δίκοπο σπαθί
μ’ όλο που ξέρουμε πως θα πνιγούν
μες στο αφρισμένο αίμα τα όνειρα.
Ξεκινούμε για τη Μεγάλη Σκάλα*
στη βάση της τοποθετούμε τα δεκανίκια
ευχόμαστε να μην μας χρειαστούν
παίρνουμε όλες τις προφυλάξεις
όμως η πτώση είναι μοιραία.

20

Να γκρεμίσουμε την σκάλα
να εξαφανίσουμε την σκάλα
φτωχοί και ξεχασμένοι στο σπιτάκι μας
δίχως εξαίσιες πτώσεις.

21

Μας μένει τώρα ένα δωμάτιο
σκοτεινό και υγρό
για να διπλώσουμε τη ζωή μας σα σεντόνι
(πίσω να γυρίσεις δεν μπορείς
σ’ εκείνο το νησί τ’ ονειρεμένο). 

22

Αλήθεια Κύριε,
Πόσοι νεκροί περιφερόμαστε
στις αγορές των ζωντανών
που ζουν και πλάθουν όνειρα
μακριά απ’ τα κοιμητήρια
κι όταν πεθάνουν, εύκολα
σαπίζουν και ξεχνούνε.

23

Σε λίγο θα νυχτώσει
κι οι χωροφύλακες θα κυνηγούν μια κάμπια.
Μην πτοηθείς, μην καταδώσεις.
Για ένα τρύπιο λάχανο
δεν είναι άδικο να βουίξουν οι κοιλάδες
δεν είναι κρίμα να μαγαριστούν οι βράχοι;

24

Ζωή μου ανεπαίσθητη,
που προχωρείς ρίχνοντας κύβους.

25

Ετοιμοθάνατος Ποιητής

Τον ξέκαναν οι μέριμνες και οι τεχνοκράτες
όπως αφανίζουν οι διχτάτορες
τους πολιτικούς των αντιπάλους.

26

Ακρωτηριασμένα αγάλματα»
Το βάρος των άλλων να τσακίζει το σβέρκο σου
την ψυχή σου ν9 αλέθει
μέσα στη συντριβή σου ν9 αντηχεί
των ημερών το βήμα το στρατιωτικό.
Να δεις που όλοι θα γίνουμε μια συμπαγής μάζα
πέτρες σοφά πελεκημένες, ταυτοπρόσωπες. 

27

Αστυάναξ

Μην κλαις τα στάχυα που κάηκαν
αυτά άφησαν σπόρους στη γη.

Ευτυχισμένος όποιος πεθάνει
αφήνοντας πίσω του καλή σπορά.
Εγώ θα κλάψω τον Πρίαμο
και την ξεκληρισμένη του γενιά
θα κλάψω την Εκάβη
και το μοιραίο παιδί, τον Αστυάνακτα,
που το γκρέμισαν από τα τείχη του Ιλίου οι Αχαιοί.
Το ‘χε προβλέψει, βλέπετε, ο Οδυσσέας
ο ποικιλόφρων, ο δημοχαριστής
πως αν δεν το ξέκαναν όσο ήταν καιρός
κάποτε θα ξυπνούσε μέσα του
το στοιχειωμένο αίμα του πατέρα του
το αίμα του λαού του
και θα ‘θελε να πάρει εκδίκηση σαν άντρας. 

28

Αινείας

Κάποτε είχα ένα σπιτικό*
το έχτισα με τα ίδια μου τα χέρια
μπορούσα τις νύχτες να κοιμούμαι
χωρίς να φοβούμαι τα στοιχειά και τη βροχή.
Τώρα ξημεροβραδιάζομαι σε πορείες προς την Τροία*
περπατώ με μια φωτογραφία στο χέρι
καπνίζω ασταμάτητα
γυρεύω ένα σημείο.
Πρέπει να ισορροπήσω πάνω σε μια κλωστή*
μα δεν κουβαλώ το βάρος του κυρού μου μόνο
μ5 έχουν φορτώσει ξένα αμαρτήματα
πώς να μην σπάσει; 

29

Καφενόβιες αράχνες μας θέλουν
να τρεφόμαστε με φτερωτές διακηρύξεις.
Να είμαστε οι αθέατοι οπαδοί,
αμέριμνοι θεατές της χρυσοποίκιλτης ζωής τους
στα ρηχά του βάλτου.

30

Μας πήραν για χταπόδια
και μας χτυπούν στα βράχια έτσι ανελέητα;
Γι αυτούς ακόμα κι οι πέτρες ανθίζουν
μα εμάς που σερνόμαστε σε σκοτεινούς διαδρόμους
ψάχνοντας πανικόβλητοι για μια έξοδο κινδύνου
μας κυνηγούν γαυγίζοντας οι πορφυρογέννητοι
και τα πιστά κομματικά σκυλιά.

31 

Μας χτυπούν στα βράχια
ν’ αποβάλουμε το μελάνι της πίκρας*
δεν ξέρουν πως είμαστε ανεξάντλητοι.
Ο φόβος του θανάτου τι είναι
μπροστά στο φόβο
ότι η ζωή μας ξεφτίζει σπαταλημένη;

32

Οι σκνίπες ανενόχλητες μας πίνουν το αίμα.
Χωνόμαστε στη λάσπη
στο αντικρυνό βουνό για ν’ ανεβούμε.
Το υγρό στοιχείο μας απειλεί.
Προσμένουμε το θαύμα με στεγνή ψυχή. 

33

Τα ποτάμια ρέουν και χάνονται υποταγμένα
δίχως χρόνο νεκρό
μα εσένα σου κόβονται τα γόνατα
μπροστά στο ενδεχόμενο μιας αδιάλειπτης ροής.
Παλινδρομείς
Η πίκρα απλώνει ρίζες στο κορμί σου
πώς να την ξεγεννήσεις όσο και να σκάψεις;
Τα σκουριασμένα σπαθιά
οι στυφοί καρποί στα πανέρια
η αναμονή που πάει να γίνει
παραδοχή της ήττας
α, η ζωή είναι μόνο μέσα στο ποτάμι
κι αν δε βραχούν τα πόδια σου
πάει, σ’ έκλεισαν έξω.

34

Εδώ στο βάλτο όλα ακινητούν
μόνο τα κουνούπια
παρέμειναν πιστά σε κάποια αποστολή.

35

Μας εξηγούν κυνικά
έτσι απροκάλυπτα
πως θα βουλιάξουμε.

36

Αγωνιζόμαστε λέμε
κι όμως πληρώνουμε το φόρο της υποταγής
τσακιζόμαστε να προσπέσουμε. 

37

Πέφτουν ηρωικά
στα τέσσερα
σαν θα τους εξαργυρωθεί μια τέτοια θυσία.

38

Δεν έδρεψες καθόλου εσύ άνθη της πέτρας.

39

Οι γερο-Φέρηδες έτριξαν τα δόντια
καθώς αντίκρυσαν ένα σκουλήκι άριστο
σαν τον Κυρίνο.
«Είναι ποπολάρος, αδερφέ,
και συν τοις άλλοις χωρίς αρχαία κομματική ταυτότητα
και προπαγανδιστική δραστηριότητα*
σε τέτοιους φράζουμε το δρόμο
και τους πατούμε στο λαιμό
αν είναι, τοιουτοτρόπως,
να κρατηθούμε αγέρωχοι στα ηνία». 

40

Να ‘σαι λοιπόν τώρα
εδώ σ’ αυτή την κόχη
όπου σε στρίμωξαν οι Φέρηδες.
Βγαίνουν οι γερόντοι στον εξώστη και ηλιάζονται
και ροδοκόκκινοι αφουγκράζονται
τις μυστικές δονήσεις του Απολύτου.
Εσύ χωμένος μέσα σε υγρούς τάφους ψαλμωδείς
έρποντας προχωρείς δίχως χάρτη
προς την οδό της Βασιλείας
Κι έρχονται να σου πουν συγκινημένοι
ότι ξεχείλισε στις στάμνες τους το μέλι. 

41

Εύκολα λησμονήσαμε κάθε προορισμό
μακριά από το δάσος.
Χωρίς πυξίδα και χάρτη
κινήσαμε να βρούμε την έξοδο
σ’ αυτό τον απέραντο στρατώνα.
Σε λίγο οι σαλπιγκτές συναγερμό θα σημάνουν
και θα βρεθούμε αντιμέτωποι
με τις ορδές των βαρβάρων.
Ο πατέρας έξαλλος αναποδογυρίζει το σπίτι
και το Ικρασί χύνει στο φόρεμα της μάνας.
Τα νυχτοπούλια κλαίνε
ψυχές Καταραμένες
καθώς τ’ Όρνεο απλώνει τα φτερά του
πάνω από τον κόσμο.
Ιδού η Σκιά. Όλοι μέσα της πλέουμε
άφωνοι και απαθείς
ο ωκεανός παρέρχεται
και τα βουνά εξομολογούνται σαστισμένα
μπρος στον αδέκαστο κριτή
που τρώει τα σωθικά του
όταν τηράει κατάστιχο της ανομίας.
Κρούομε τον κώδωνα και εξερχόμαστε.

ΙΑΤΡΙΚΗ ΒΕΒΑΙΩΣΗ (1982)

ΙΑΤΡΙΚΗ ΒΕΒΑΙΩΣΗ

Το φυτό αυτό αρνήθηκε τον ήλιο
κλείστηκε στον εαυτό-του
αρκέστηκε στην υγρασία ενός δωματίου
στα κάγκελα μιας γλάστρας.
Την ώρα που τα άλλα φυτά
έπιναν αχόρταγα το φως
και γίνονταν διάφανα
κι άνθιζαν και γελούσαν,
αυτό βυθομετρούσε το σκοτάδι
κι ένιωθε να στάζει μέσα-του,
σαν από Θεϊκιά κλεψύδρα,
το φαρμάκι.
Την ώρα που τ’ άλλα φυτά
τα ‘δερνε ο βοριάς
χωρίς καμιά ρυτίδα ν’ αυλακώνει την ψυχή-τους,
αυτό σιγά – σιγά γλιστρούσε
μέσα στα δίκτυα του θανάτου
κι είτανε τόσο πικραμένο
που οι χυμοί-του αλλοιώθηκαν,
έγιναν μελάνι.
Και στάζει τώρα κάθε βράδυ από τα φύλλα-του
μικρό μωρό μαύρο αγγελούδι ποίημα
που, αλίμονό-σου αν δεν μπορείς να το νταντέψεις
μεταμορφώνεται σε χταπόδι και σου θολώνει το μυαλό
και σ’ οδηγεί τυφλό κι ανυπεράσπιστο
εκεί που οδηγήθηκε κι ο κύρης-του
που αρνήθηκε τον ήλιο!

ΜΑΘΗΜΑ ΣΚΑΚΙΟΥ

«Πτώμα δε αυτώ ητοίμασται εξαίσιον»
Ιωβ, ιη’ 12

I

Ο Τζων φοβόταν την εξουσία περισσότερο απ’ όλους-μας
«Είναι η σκακιέρα κι είμαστε τα πιόνια» έλεγε
«κι ένα πιόνι καθώς πρέπει
πάντα προθύμως θυσιάζεται για το βασιλιά
ως η κατωτάτη αναβαθμίς της κλίμακος».
0 Τζων είταν ένας υποδειγματικός υπάλληλος
σκεφτόταν όταν έπρεπε και όπως έπρεπε
ποτέ δεν έλεγε τη γνώμη-του για τίποτα
είταν σα μηχανή
που την κουρδίζεις μια φορά και πάει ρολόι
ώσπου μια μέρα, ω συμφορά, τον πέταξαν στο δρόμο
γιατί άλλαξαν τ’ αφεντικά
(ένα πιστό σκυλί είναι πάντα επικίνδυνο όταν χάσει τόν
αφέντη-του).

Πέντε στόματα περιμένουν τώρα από τον Τζων
ένα κομμάτι ψωμί
μα αυτός ακόμα να βρει τα νερά-του
δεν έπαψε να συμπεριφέρεται σαν πιόνι
κι αναζητεί νέο βασιλιά να τον υπηρετήσει.
Άραγε θα καταλάβει καμιά φορά
πως βασιλιάς είναι ο Τζων και πιόνι ο Τζων
πως αρχή της κλίμακος είναι ο Τζων και τέλος ο Τζων
πως οι αλυσίδες που τον δένουν ξεκινούν από μέσα-του; 

ΙΙ

Ο Τζων, το πιόνι της πτώσεως,
ακόμα να βρει τα νερά-του
ξαπλώνει μέσα στη μπανιέρα
και παίζει με τις σαπουνόφουσκες.
Να! Τώρα γαντζώθηκε πάνω σε μια
κι αρχίζει ν* ανεβαίνει.
Τι ευφροσύνη Θεέ-μου
τι έξαλλη χαρά!
Εις μάτην όμως η αναστάτωση
σε λίγο σπάζει η σαπουνόφουσκα
σπάζει ο Τζων τα κοκκαλάκια-του
—Είταν η πρώτη φορά που τόλμησε να οδοιπορήσει κάθετα
Σημειωτέον ότι πριν να επισυμβούν τα ανωτέρω
μ’ ένα πριόνι έκοψε τα κάγκελα
που είχαν, αίφνης, ξεφυτρώσει από μέσα-του
και τον υποχρέωναν να ομιλεί εξ αποστάσεως.
Μη στενοχωριέσαι καημένε Τζων
αν μη τι άλλο,
η σαπουνόφουσκα «σ’ έδωκε το ωραίο ταξίδι!»

ΙΙΙ

Μετά το ταξίδι με τη σαπουνόφουσκα
ο Τζων υπέφερε από τρομερούς πόνους στους ώμους. Συγχρόνως,
τα κάγκελα άρχισαν πάλι να μεγαλώνουν και να τον
κυκλώνουν. Έτσι αναγκαζόταν να κοιμάται όρθιος ως νεκρός
μητροπολίτης. Ήθελε να τα ξεριζώσει από μέσα-του μα έγιναν
ένα με τα σπλάχνα-του: διακλαδώθηκαν από τον εγκέφαλο
μέχρι τα γεννητικά-του όργανα. Μέσα στην καρδιά-του
είτανε μια κάμπια. Ένας ποντικός ροκάνιζε τους νεφρούς
και το συκώτι-του. Από το τρύπιο κρανίο-του έβγαιναν καπνοί
και θειάφι σαν από φουγάρο καραβιού. Το γαλάζιο κοράκι τσιμπούσε
από εκεί, κάθε τόσο, ένα γραμμάριο μυαλού. Την ίδια
στιγμή γινόταν διάφανο κι έβλεπες μες στα σπλάχνα-του ένα
πελώριο μάτι που έβγαζε φωτιές.
Απροσδοκήτως ο Τζων άρχισε να πετά. Δεν κρεμόταν από
καμιά σαπουνόφουσκα κι όμως πετούσε για τόση ώρα ξεχνώντας
τα κάγκελα, ξεχνώντας την κάμπια και τον ποντικό. Όταν
επέστρεψε στο πάτωμα κοιτάχτηκε στον καθρέπτη, που παραδόξως
δεν εράγισε, και διεπίστωσε με τρόμο πως έγινε
πουλί! 

IV

Λόγω της επιδεινώσεως της παραδόξου ασθενείας-του, ο Τζων
μετεφέρθη εις την κλινικήν «Η φωλιά του Κούκου» διά θεραπείαν.
Ειδικές επιτροπές και υποεπιτροπές ιατρών απεφάσισαν, μετά
από πολυήμερες συσκέψεις, ότι ενδείκνυται:
Να υποβάλλεται εις ασκήσεις ακριβείας τρις ημερησίως
Ειδικός επιστήμων να του αναλύει την αξίαν της ελευθερίας
Να λαμβάνει ηρεμιστικά δισκία
Να μην σκέπτεται» να βλέπει, να ακούει και να σιωπά. Κάθε
αντίδρασίς-του, άλλωστε, θα ήτο επιζήμια.
Να τηρεί τον νόμον, να σέβεται πάντα ανώτερον και να
προσεύχεται υπέρ του βασιλέως.
Τέλος, να μεταφερθεί εις το εξωτερικό δια να του αφαιρεθούν τα πτερά.
Τονίζεται εν κατακλείδι ότι η εκμετάλλευσις των καγκέλων
από πεπειραμένον σιδερά θα ήτο δια το ίδρυμα λίαν επικερδής.
Έτσι θα περάσει το υπόλοιπον του βίου-του
ο Τζων το πιόνι της πτώσεως
ο υιός της απωλείας! 

ΙΧΘΥΣ Ο ΝΕΥΡΩΤΙΚΟΣ

Το ψάρι έχει, όντως, παράξενες ιδιότητες:
δεν ομιλεί ποτέ
δεν επιζεί παρά μόνο
μέσα στην εκνευριστική ρευστότητα του ύδατος
και, το σπουδαιότερον, δεν επαναστατεί.
Είναι νευρωτικό
κρύβεται τις νύχτες
κλαίει κρυφά
φθείρει το μυαλό-του ανεπανόρθωτα.
Όμως, σε μια βρώμικη θάλασσα,
το δάκρυ ενός ψαριού ποιος θα το νιώσει;

ΑΝΤΙΠΟΙΗΜΑ I

Να’ σαι ο τελευταίος στην κλίμακα
κι όμως να μην πατάς επί πτωμάτων ν’ ανεβείς
να μη φιλάς πόδια
να μην κλαίγεσαι
φτωχός αλλά υπερήφανος
(ένα μολύβι κι ένα τετράδιο όλα κι όλα-σου τα υπάρχοντα)
να λες πάντοτε την αλήθεια
να κεντρίζεις
και να* χεις να παλέψεις με πολλούς
που επιμόνως θα αρνούνται να σε χωνέψουν,
αυτό σημαίνει να’ σαι ποιητής.

ΑΝΤΙΠΟΙΗΜΑ II

Τι ψάχνεις δαιμονισμένε ποιητή
τι γυρεύεις
σημαδεμένος
παράλυτος εδώ και δυό χρόνια
Μήπως θα τρέξεις κι εσύ να φιλήσεις πόδια
Μήπως θα τρέξεις κι εσύ στον Αγαμέμνονα
να γυρέψεις τη χαμένη-σου Κόρη;

Πάει πια
έχασε την παρθενική-της στιλπνότητα
Κάθε-της λέξη σου ραγίζει τα οστά
σε γκρεμίζει.
Τις νύχτες δε θα σε αφήνει να κλείσεις μάτι
δε θα τραγουδά τις νύχτες
δε θα περιμένει κανένα Ρωμαίο
μόνο θα βρυχιέται σαν τίγρη
και θα παραμονεύει
πότε να ριχτεί του Αγαμέμνονα
να τον ξεσκίσει
να τον κάνει κομματάκια
για να μπορεί ο Θερσίτης να λέει ελεύθερα τη γνώμη-του
χωρίς να φοβάται τη μαγκούρα του Οδυσσέα
κι ο Αχιλλέας να παίζει με τις κούκλες-του
χωρίς το βραχνά της επιστράτευσης.

Πήγαινε δυστυχισμένε
να φέρεις την κόρη-σου πίσω
— Και τι δεν έπαθες για να τη σώσεις απ’ το Χάρο —
πλην όμως, άφησέ-τη να βρυχιέται
Μάτι κανείς-μας να μην κλείσει
εωσότου πληρώσει ο μοιχός τα κρίματά-του
κι όπου σπαθί, φυτρώσει στίχος. 

ΑΝΤΙΠΟΙΗΜΑ IIΙ

«Κόρη-μου,
σπλάχνο-μου αναρχικό
πληθωρικό
ατιμασμένο
ως πότε θα βρυχιέσαι
ως πότε θα χτυπάς το κεφάλι-οου στους τοίχους -,
Είσαι πολύ μικρή για να πεθάνεις.
Σήκω λοιπόν
τι κάθεσαι;
Παρ’ το σπαθί-σου
κόψε τα σάπια μέλη
του κυρού-σου πρώτα, εμέ
κι ύστερα βγες στους δρόμους
κόψε και φύτεψε
χειραφετήσου
οδήγα-με.

Ξεχνάς την Αντιγόνη που, δυναμική
αλλά και φρόνιμη,
πήρε απ’ το χέρι τον τυφλό πατέρα-της
και τον οδήγησε στον Κολωνό
όπου μέσα σε λάμψεις εκθαμβωτικές
εγνώρισε τον εαυτό-του
κι έσμιξε με τον ουράνιο πατέρα-του
εκστατικά τραγουδώντας;

Ακόμα και τυφλός κόρη-μου
δεν τα βάζω κάτω.
Ακουμπώντας στο μπράτσο-σου θα πορευτώ
θα νικήσω το θάνατο
θα επιζήσω
για να πράξω, να πάθω και να μάθω
και μέσα από τα μάτια μιας γοργόνας
θ’ αναληφθώ στον ουρανό τον απύθμενο».

ΑΝΤΙΠΟΙΗΜΑ IV

«Είσαι σαν τη γάτα, πατέρα
σαν τη γάτα που παίζει με την πεταλούδα
εκείνη ξεπεσμένη αριστοκράτισσα
ρηγοπούλα χιλιόπλουμη
χώνεται μες στα μουστάκια-σου
κι εσύ κάθεσαι στα πισινά-σου
και πηδάς να την φτάσεις.
Μα την ίδια στιγμή πετά μακριά
εξαφανίζει το γαλάζιο των φτερών-της
μέσα στη σπάταλη φωτοχυσία τ’ ουρανού
ανεβαίνει
τραγουδώντας
χορεύοντας
ξεχνώντας
την κάμπια που υποβόσκει μέσα-της.
Κι εσένα πατέρα σου τεντώνονται τα νεύρα
σα χορδές άρπας
για να παίζει η θλίψη με τα χλωμά – λιγνά-της δάχτυλα
πένθιμους σκοπούς
και γίνεσαι αγχώδης κι αλαφροΐσκιωτος.
Ξεχνάς τους ανθρώπους, πατέρα
και κυνηγάς την πεταλούδα
που βρίσκει καταφύγιο στον ουρανό
πάνω στα γένια του Παντοκράτορα
του Κραταιού
και με πόδια σαν από χαλκολίβανο.
Και περιμένεις με σηκωμένα τα πόδια
και φουσκωμένα τα πανιά
μετέωρος
ατσίγγανος
Χαδιάρης και λεπτεπίλεπτος
σαν γάτα». 

CARMINA PARVA

I

Ένα ποντίκι ροκανίζει
μες στο κεφάλι-μου τα σύρματα.
Μήπως ειν’ ο Θεός;
Κι αν είναι αυτός
προς τι η υπονόμευση;

ΙΙ

Άνοιξη που σε περίμενα και πώς σε περίμενα
πώς μου’ ρθες έτσι αγνώριστη
πώς μου’ ρθες έτσι αστόλιστη
πώς μου’ ρθες λαβωμένη;

ΙΙΙ

Προς ποίησιν
Ρόδο αιμοβόρο που φύτρωσες στο στήθος-μου
πόσο αίμα να σου δώσω;

IV

Περσεφόνη και Χάροντας
—Γυιέ-μου, μην παίρνεις τα παιδιά, μην παίρνεις τους λεβέντες
παίρνε τους γέρους που, οι άμοιροι, πονάνε κι υποφέρουν
—Να μην παίρνω τις όμορφες, μάνα, και τους λεβέντες
να μην παίρνω μικρά παιδιά, Χάροντας δε λογιέμαι.

V

Ζω σε μια ζούγκλα με θεριά
μ’ ανήμερα λιοντάρια και με φίδια.
Δαγκάνουν από εμέ, τον άμοιρο, και τρων
και στο σκοτάδι κρύβονται και πίσω από φτιασίδια.

VI

Ερωτικό
Αν ανοίξεις την καρδιά-μου
θα βρεις τα μάτια-σου*
αν ανοίξεις τα χέρια-μου
θα βρεις τα καρφιά-σου.

VII

Επτάστιχο
Φύτρωσε ένα κυπαρίσσι στην καρδιά-μου
οι ρίζες-του διάβρωσαν το κορμί-μου
το κορμί-μου γέμισε πληγές
οι πληγές μένουν ανοιχτές χρόνια και χρόνια.
Ζητώ αίμα για να ζήσω
κι αυτοί ζητάνε προσφορές
να βάφουνε τους δρόμους. 

ΤΟ ΑΙΝΙΓΜΑ ΤΗΣ ΣΦΙΓΓΑΣ

Ο Π ο ι η τ ή ς :
Οιδίποδα
δίποδε, τρίποδε, τετράποδε
έλυσες το περίφημο αίνιγμα και γκρέμισες τη Σφίγγα.
Όμως αίνιγμα είταν
κι η λύση του αινίγματος
πολύ πιο δυσχερές από το πρώτο.
Ξεκίνησες για να το λύσεις
μα απέτυχες οικτρά
και γκρεμίστηκες κι εσύ.
0 Ο ι δ ί π ο υ ς :
Κανείς δε θα γυρίσει να κοιτάζει τους καθρέπτες
κι όμως εκείνοι θρύψαλα – βολίδες στο κορμί-σας
πληγές σαράντα κι εκατό θα προξενήσουν
και πόρπες δε θα υπάρχουν πουθενά
και σπήλαια δε θα υπάρχουν πουθενά
giα να τα κατοικήσετε. 

ΠΕΡΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

Απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη των Ελλήνων
πλην ημών, κόντε-μου;
Να’ ναι το Μεσολόγγι μες στα πόδια-μας
και να χάνεται
κι εμείς να χάσκουμε
να λιγοθυμούμε
να νίπτουμε τας χείρας-μας
κι ύστερα να κακαρίζουμε περί του χρέους των άλλων
Δε μου λες, εμείς εξαιρούμεθα;
Κι ύστερα ν’ ανεβαίνουμε μια σκάλα
που την έχτισαν άλλοι
να βγάζουμε λόγους
να φωνασκούμε
και να γυρίζουμε τις νύχτες χωρίς ύπνο
αλύτρωτοι και μισότρελοι
και να μη δίνουμε ένα σάλτο από το θεωρείο
κι ότι γενεί
Απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη των Ελλήνων
πλην ημών, κόντε-μου;

ΔΙΧΩΣ ΘΕΟ

Πίδακες αιμάτων μέσα-μου
Εστίες συγκρούσεων
Ανακοινωθέντα
παρασημοφορήσεις
— και να μην μπορείς να μιλήσεις —
Πίδακες αιμάτων
σπασμένες αρτηρίες
ενδοσωματική ερήμωση.
Πέφτω
χωρίς Θεό, γκρεμίζομαι
χωρίς Θεό μέσα στην άβυσσο ζαλίζομαι.

ΙΩΒ

«Ήγησαι δε με ίσα πηλώ, εν γη και σποδώ-μου
η μερίς»
ΙΩΒ, λ’ 19

Καλώς ορίσατε και σήμερα
να φάτε από τη σάρκα-μου
αγαθά-μου σκουλήκια.
Μη φοβάστε» δε σας διώχνω.
Είστε τόσο λευκά
σαν την καλοσύνη του Κυρίου
που μ’ έριξε από τ’ αρχοντικό-μου
σ’ αυτή την κοπριά
που μου πήρε τους δορυφόρους και τις παλλακίδες-μου
που με ξεκλήρισε.
Άλλοτε είμουν τόσο βαρύς
που δε με σήκωνε το χώμα
τώρα κάθε πρωί
και λέω θ’ αναληφθώ.
Είμαι μια χούφτα κόκκαλα κάγκελα
σταυρωτά κυκλικά πλεκτά
κι η ψυχή-μου γυρεύει μια χαραμάδα να πετάξει.
Κλαίω
προσεύχομαι
καταριέμαι τη μέρα που γεννήθηκα
κοιμούμαι με την ελπίδα να μην ξαναξυπνήσω
προσπαθώ να δω σε τι έχω φταίξει
δεν βρίσκω τίποτα.
Και να μπορούσαν να με σώσουν οι ρητορείες των φίλων-μου
που στέκουν πίσω από τα τείχη και με επιπλήττουν…
Το χώμα κι η στάχτη ειν’ η πατρίδα μου. 

ΝΕΟΠΤΟΛΕΜΟΣ

Δεκαενιά χρονών ο Νεοπτόλεμος
με υψηλά, με άπιαστα όνειρα
κάθονταν παράμερα κι αναρωτιόταν
τι νόημα έχει γι’ αυτόν η ζωή.
Άραγε ο θάνατος είναι μια λύση,
μια οριστική αποδέσμευση από τα βάσανα του κόσμου αυτού
η μήπως είναι μια νέα αρχή τριβής προς εξαΰλωση;
Και κάθονταν κι αναρωτιόταν
κι είχε στο νου-του ο δυστυχής
τους δυο γέρους γονείς του Αδμήτου
που, όταν οι Θεοί τους ζήτησαν να δώσουν τη ζωή-τους
για να γλυτώσει ο νέος γυιός-τους από τη μαύρη μοίρα,
αυτοί αρνήθηκαν:
-Δεν είστε καλά, τους είπαν.
Όσο πιο κοντά βρισκόμαστε στο θάνατο
τόσο πιο γλυκιά ειν η ζωή.
Τέτοιες θυσίες της κράσεώς-μας δεν είναι!
Εν τούτοις σκέπτεται και ψηλαφεί
κι ειν’ η ζωή-του μαύρη.
Αυτός που μια σταλιά τα νιάτα δεν εχάρηκε
τι παρηγόρια στα γεράματά-του θα’ βρει; 

Η ΟΥΡΑΝΙΑ ΚΟΡΗ

Μελέτη θανάτου
Σκυφτός στον Άδη κατηφόριζε
με πόθο τρομερό θανάτου
— τόσο τον κόσμο είχε μισήσει —
Μα να! Αγγέλων λόχοι και συντάγματα
με κομποσκοίνι τον τυλίγουν
και πίσω, στη ζωή τον ανεβάζουν.
Κι άγγελος τον εγιάτρεψε κι αρχάγγελος του λέει:
«Ευδόκησε ο Θεός να λυτρωθείς,
μ’ όλο το βάρος των κριμάτων-σου,
κι Ουράνια Κόρη Αγγέλισσα θα στείλει
με φως ν’ αλείφει τις πληγές και την ψυχή-σου.
Τώρα κοιμήσου πρόσεξε, μόνο, μην ξαναγλυστρήσεις».
Η Κόρη τονε βρίσκει να κοιμάται
Πρώτα του αλείφει τις πληγές με φως και λάδι
κι ύστερα τον στολίζει με λουλούδια κι άστρα.
Όταν ξυπνήσει
θα τον πάρει από το χέρι
μαζί ν’ ανηφορίσουν
για την πολίχνη των ονείρων-τους.

Χριστούγεννα 1981. 

ΑΝΤΙ ΕΡΩΤΙΚΟ

«Το ρόδο κι όμορφος αθός γεννάται μες στ’ αγκάθι»
ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ

Μέσα στο δωμάτιο η κόρη γυμνή
μπρος στον καθρέπτη.
Όταν η πόρτα κτύπησε
στους μαστούς-της λευκός χρωματίστηκε ο φόβος.
Δεν άνοιξε
Πέρα – χιλιάδας μίλια μακριά –
ένας σταυρός εθέσπιζε τον ερωτισμό-της
κι εκείνη περίβλεπτη – αειπάρθενος ετρόμαζε
μήπως ανοίξει η πόρτα.
Ένα – ένα τ’ αστεράκια φωλιάζουν στον κόρφο-της
και ρίγος ηδονής την ταράζει
— Κόκκινο ρόδο στα μάγουλα η Μεγάλη Ντροπή —
Αχ! Μάταια φτερουγίζουν οι πόθοι-μου στο γυμνό-της κορμί
σα γαλάζια γλώσσα οξυγόνου.
Μα ως γλυκά θλιμμένη εθαύμαζε
του κορμιού-της το μυστικό βάθος
ανοίγει η πόρτα τρίζοντας με φοβέρες βαρειές
και εισέρχεται ο ιχθύς
γαλάζιος πιότερο από μένα.
Τότε εγώ με δίκοπο μαχαίρι
σφάζω τους πόθους-μου και μαδώ τα φτερά-τους
οπότε η κόρη αποσυντίθεται
σε δάκρυα μυγδαλιάς και μαργαρίτες
και ο ιχθύς γυρεύει νερό πριν να ‘ν αργά.
Τώρα γράφει στην άμμο αναστημένη
την ιστορία του έρωτα και του θανάτου:
μια τριανταφυλλιά που χύνει φαρμάκι από τ’ αγκάθια-της
να υπερασπίσει την αγνότητα των ρόδων.
Από τις θηλές των μαστών-της
ένα – ένα τ’ αστεράκια πέφτουν πιο λαμπρά
στον κάδο με τα κόλλυβα
κι είναι βαρύ το κάλλος-της να την αντέξω:
εκείνη ανώνυμη
εγώ επώνυμος συγχωνευόμαστε.
0 ιχθύς θα ταράζει τους ύπνους-μου
εωσότου την ανακτήσει
κι εκείνη απόρθητη καλόγρια
μέσα στα μοναστήρια της ψυχής-μου
ποτέ δε θα ξαναγδυθεί
γιατί την πλήρωσε βαριά την ομορφιά-της.

1979—1982

ΕΠΙΛΟΓΟΣ I

Εν τω μεταξύ θα τρέξω στη μαμά-μου να κλαφτώ
να βγάλω το άχτι-μου.
Μακροχρονίως
θα υποβάλλομαι εις ψυχοθεραπείαν εκάστην Παρασκευήν
θα χάφτω δισκία Fluaxol και Μelleril 25
θα ροκανίζω τα κάγκελα της φυλακής-μου.
Όσο για το μοιχό
που μου έκλεψε την κόρη-μου,
το σπλάχνο-του δεν εσπλαχνίστη ο πολυεύσπλαχνος
και θα με σκεφτόταν εμένα;

ΕΠΙΛΟΓΟΣ II

Προς τους δοκίμους διακόνους της Ποιήσεως

Με συγχωρείτε,
μα ήδη, αγαπητοί,
οι αντιστίχοι-μου άναψαν.

Ο ΛΟΙΜΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ (1981)

Ο    Λ Ο I Μ Ο Σ

Μιλώ και πεθαίνω για τα λόγια μου
Είμαι υπεύθυνος για τις πράξεις μου
Και τα ποιήματα μου
Είμαι κι εγώ ένας από τους μελλοθάνατους
Που γεννήθηκαν μέσα στη μάχη
Και θα πεθάνουν στο χαράκωμα
Εν τούτοις έχω το δικαίωμα να πω
ότι η Λευκωσία είναι μια πόλη αδιέξοδη
ότι η Λευκωσία είναι μια πόλη που βαρέθηκε τους δημαγωγούς
ότι η Λευκωσία είναι μια πόλη που υποφέρει
Είμαι κι εγώ ένας από τούς μελλοθάνατους
Εν τούτοις έχω το δικαίωμα να πω
ότι οι πολίτες στην αγορά αισθάνονται προδομένοι
ότι οι πολίτες στην αγορά ξέρουν πώς γελάστηκαν πικρά
ότι οι πολίτες στην αγορά ποτέ δεν βλέπουν όνειρα.
Μιλώ και πεθαίνω για τα λόγια μου.
Είμαι υπεύθυνος για τις πράξεις μου και τα ποιήματά μου.

ΛΕΥΚΩΣΙΑ

Λευκωσία πορνείο ανοιχτό
Λουλούδι μαραμένο
Λευκωσία με σύνορα, με σταυρούς, με δεκανίκια
Λευκωσία πράσινη
Λευκωσία της Γραμμής
Εμπορείο πατρίδων
Λεωφορείο απάτριδων
Παντού αδιέξοδα
Παντού στρογγυλά τραπέζια
Παντού Σιωπή
Λευκωσία σκληρή πραγματικότης
Λευκωσία τετελεσμένο γεγονός
Καράβι δίχως άγκυρα
Ναυτία τού ποιητή
Αδιέξοδα … αδιέξοδα. . . αδιέξοδα. . .
Λευκωσία κυπαρίσσι
Λευκωσία κενοτάφιο
Λευκωσία ματωμένη μου Αγάπη 

Ο ΝΕΚΡΟΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ

Α τι παράξενη σιωπή όταν δακρύζει η μάνα
Όταν χτυπά η καμπάνα τι πόνος, τι λυγμός
«Γυιέ μου, σαν σε λαβώσανε και στην καρδιά σε βρήκαν
τα βόλια τους, οι σφαίρες τους στα σωθικά μου μπήκαν».

ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ

Ω εσύ μικρό μου λούλουδο κομμένο στον ανθό σου
ποιός σ’ έκοψε και μάρανες και χάθηκε το φως σου;
Αχ και να μπορούν α ο φτωχός, με την αγάπη ίσως,
να σου χαρίσω τη ζωή, ξανά να σ’ αναστήσω.

MEANING DEATH

Σ’ εκδρομικό σακίδιο κουβάλησε τα χέρια μου
Πολυδάχτυλα, πολυώνυμα, νεκρά χωρίς ποτάμι και πηγή
Ήταν γυμνή και τα χέρια ήταν νεκρά
Ήταν γυμνή και τα χέρια ήταν κλαδιά
Τα χέρια κάγκελα
Γυμνή πίσω απ’ τα κάγκελα
Γυμνή μέσα στο δάσος
Λίγος χώρος για να φυτέψει τα χέρια
Λίγος χώρος για να κλάψει γοερά και να μείνει γυμνή
Ώσπου να θυμηθεί το βράχο και το φίδι
Όμως ο χώρος δεν παραχωρείται
Και μια γυμνή γυναίκα ή αράχνη δεν πολέμα
Τελικά έσκαψε τάφο στην καρδιά της και τα φύτεψε.

ΕΠΤΑΣΤΙΧΟ

Ανατολή ήλιου μέσ απ’ τα τρομαγμένα μάτια μου
Λιμοί, λοιμοί, πόλεμοι, χαλασμοί
Φανερωμένη παρθένος το σκότος συνθλίβει
ημερώνει τα ηφαίστεια πού εκρήγνυνται μέσα μου
Γεμίζω τις φούχτες μου μ’ άστρα
— Αχ τα ωραία μου τ’ άλικα τ’ άστρα —
Και τα κλείνω βαθιά στην καρδιά μου

Η ΠΑΘΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΒΡΑΧΩΝ

Ανεβαίνοντας τα σκαλοπάτια σκόνταψε
Και σαν βολίδα μες στην άβυσσο σφηνώνεται
Τώρα κοράκια τρώνε το συκώτι του
Κράχτες συνθλίβουνε τ’ αυτιά του
—.Μέσα στο δάσος των ανθρώπων Ένας —
Τιποτένιοι γιατί τον προδώνετε;
Τιποτένιοι γιατί τον σταυρώνετε;
«Και έπεσεν εκ του ουρανού μέγας αστήρ καιόμενος»
Και τα νερά πικράθηκαν
Κι ο ουρανός βιβλίο ανοικτό
Να διαβάζεις μέσα τα πάθη σου και να δακρύζεις
Κι ο ουρανός η παθολογία των βράχων
Που τους θυμάσαι μόνο όταν τους έχεις ανάγκη
Κι ο ουρανός μια σκέτη υποκρισία γαλάζιου
Να σου κρύβει τα πάντα
«Και το όνομα του αστέρος λέγεται ο άψινθος»
τις νύχτες
Όταν τ’ αστέρια θρηνούν το χαμένο αδελφό τους
Όταν η Σελήνη λύνει τα μάγια της πάνω στο
μαξιλάρι της Ελένης
Μ’ επιδέσμους και δεκανίκια ξεπροβάλλει
—Μέσα στο δάσος των ανθρώπων Ένας —
Και ξεκινάει για τη Μεγάλη Σκάλα.

ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΚΟΡΑΛΛΙΑ (1979)

Στο Νίκο Χριστοδούλου

Ι

Ω ήλιε πέτρινε που χρόνια σε λατρεύαμε
και στις σπονδές,
όπου χίλιους και χίλιους χρόνους κάναμε για σένα,
πάντα «καλοδεχούμενες» ήταν ο μηνυμός σου,

ώ ήλιε που χρόνια σ’ ονειρευόμαστε
— άντρακλα ίσαμε κει πάνω —
λαμπερό σημάδι του ονείρατου
που αφυπνίζει τ’ αστέρια,

ώ ήλιε αναίστητε, φτιαχτέ
τρέχα και κρύψου στα βουνά
να σκοτεινιάσει ο κόσμος
κι άσε τη γη στον πόνο της μονάχη να βρυχιέται
σ’ ένα πικρό – βουβό σκοπό μοιρολογιού που σβήνει.

ΙΙ

Κι ήρθαν κακοί καιροί•
φωτιά, λάβα και σίδερο σκίσαν της γης τα σπλάχνα
κι εσύ να στέκεις σιωπηλός δίχα να βγάζεις άχνα•
να στέκεις, να πικραίνεσαι, να μην γυρίζεις πίσω
— χιλιάδες κάστρα χάλασαν και πότε να τα χτίσω;
Και πήραμε στα χέρια μας τη μοίρα μας
και κλέψαμε απ’ τα σύγνεφα τον ήλιο.
Άξαφνε ακούστηκε η πύρινη ορμή του Σήμαντρου
να σμίγει με το βουητό της σκαπάνης το άπειρο •
να ψαχουλεύει την ψυχή του Εωσφόρου
στο αχνοφέγγισμα της Πούλιας,
να παίρνει την ανάσα από τον άνεμο
και να ποτίζει τις ψυχές.
Κι ήταν κατά το σούρουπο
κι οι τρυγητές των αμπελιών άργησαν να γυρίσουν
και βγήκανε οι χωρικοί
με δάδες και λαμπάδες στα χωράφια
μην τύχει και τους βρούνε,
μα μόλις έφτασαν εκεί
σταθήκαν άφωνοι όλοι•
τ’ αμπέλια σπάρτηκαν σταυρούς
κι απλώθηκαν τα κλήματα και τους εστεφανώσαν.
Φωτιά πετάχτηκε παντού κι έκαψε τις χαρές μας
και θρήνησαν οι άγγελοι και θρήνησεν η γη μας.
Κλάψαμε… Κλάψαμε… Κλάψαμε…
Κι οι σαύρες πού γυρνούσανε στην γη σαν κάθε μέρα
πολύ παραξενεύτηκαν σαν είδαν τούς ανθρώπους
— κάτι θεριά ανήμερα στην τρύπα της φωλιάς τους.
Στα ξωκλήσια της Μεγάλης Προσμονής
τρέξαμε να γλυτώσουμε•
μες στα κεριά τρεμόσβηνε η Ματωμένη Ελπίδα.
Οι καλογέροι φυλάγαν στο ιερό τα Ματωμένα
‘Ιμάτια του ‘Εσταυρωμένου.
Κρυστάλλωναν στη σκέψη τους τη Μοναξιά
των  Αγγέλων.

III

Καμένα τα δέντρα• η γη ρημαγμένη.
Το νιαούρισμα γάτας φανερώνει ζωή.
Η φωτιά αποτεφρώνει τις ματωμένες σάρκες.
Τα τσεκούρια πέφτουν κοφτερά
σαν χάρου δόντια στα σβέρκα των ανθρώπων
το αίμα ξεπετιέται ακράτητο
και ρουφάει τους μαύρους σκελετούς των ανθρώπων.

IV

Κείνα τα παιδιά
που γυρεύουν τη μάνα, τον κύρη τους
με ιδρωμένα τα πρόσωπα,
μ’ ένα κλάμα που ραγίζει παράθυρα,
Κείνα τα παιδιά πού φιλούνε τη γη
σαν τα χείλια της μάνας τους…
Νύχτα γυμνή… Νύχτα σκληρή…
Ένας βοριάς σέρνει τρεχάμενος
εκεί που σκοτώθηκαν οι αντρείοι.
Μοιρολόι της Μάνας μη γινόμενο κλάμα,
μη γινόμενο δάκρυ
στις καρδιές των αντρών που να κλάψουν το ντρέπονται,
χτύποι στα στήθια της Μάνας τρελοί και δακρύβγαλτοι
που μόνο η γης τους αφουγκράζεται…

Νύχτα γυμνή… Νύχτα σκληρή…
Αγάπη τ’ ανθρώπου που να σ’ έκρυψαν τώρα;
Γέλιο της Μοίρας που να σ’ έχτισαν τώρα;
Σειρήνες που χάσαν το ρυθμό της φωνής τους
και προμηνύσαν το θάνατο.

Δρόμοι τής κόλασης, Δρόμοι του Μίσους
πού σβήνουν στις πέτρινες καρδιές.
Ερημιά του πολέμου, κατάρα της κόλασης
πώς να μετρήσω το φλοίσβο
μες στα ποτάμια το αίμα;
Μοίρα πού καίεις τα δέντρα, πού λιώνεις τα σίδερα•
Μοίρα που δεν μπορεί να ‘σαι η μοίρα μου
Καρδιά που δεν μπορεί να ‘σαι η καρδιά μου
πώς να μερέψω το θάνατο;
Τα κύματα σπάνε στους βράχους.
Ή ζωή τελειώνει στους βράχους
κι ο ήλιος πίνει γουλιά-γουλιά την πίκρα του.

V

Πικρή ζωή• γεμάτη πόνους και κλάματα.
Τις νύχτες μες στα σπίτια μας
που τα ρημάξαν οι καιροί
γευόμαστε τη γλύκα της αγάπης
σαν ένα χάιδεμα του Μελτεμιού,
διαβάζουμε τα κοινωνικά
σε μια σκισμένη εφημερίδα.
Γη μοίρα μας ποιος θα τη γνοιαστεί;
Τα σπίτια σπαρμένα στους φωτοβολόνες του ονείρου•
η πίκρα χωμένη στις καρδιές των φτωχών.
Ματωμένα Κοράλλια στον ήλιο και στην αρμύρα
πώς να θρηνήσεις το γαίμα
πώς να κρατήσεις το δάκρυ ;
Περνούν οι μέρες σκοτεινές
κι ή ζωή μου τραβάει το δρόμο της μονότονα.
Ματωμένα Κοράλλια στη βροχή και στον άνεμο.
Το τραγούδι των γοργόνων σταμάτησε πια
γιατί μάθαν πώς ο Μεγαλέξαντρος πέθανε,
τα στάχυα γύραν στους κόρφους της Δήμητρας
μα μαραθήκαν
τί, είχε και κείνη τον καημό της Περσεφόνης.

VI

Το τελευταίο μας συναπάντημα ήτανε στ’ ακρογιάλι.
Κοιμήθηκες πάνω στ’ ατίθασο πέπλο της θάλασσας
κι ύστερα ερωτεύτηκες με τον Αυγερινό.
Βγήκες σαν ‘Αφροδίτη μέσα απ’ τα κύματα
και σ’ αγαπήσαμε με μιαν αγάπη αλλιώτικη
(όπως θ’ αγαπούσε ένας Γαλαξίας τη λευκότητα
της Σελήνης)
την άλλη μέρα κλάψαμε μαζί σου για το χαμένο σύντροφο
την άλλη μέρα
πιάσαμε χορό με τις μοιρολογήτρες χωρίς στηθόδεσμο.
Την άλλη μέρα γίναμε νεκρολούλουδα.
(‘Εκείνα τα γιασεμιά δεν μας προβλημάτισαν ποτέ’
είμασταν μονάχα οι ανιχνευτές του εφήμερου).
Το τελευταίο μας συναπάντημα ήτανε στ’ ακρογιάλι.
Ματωμένα Κοράλλια 
οι δρόμοι κλειστοί με σβησμένες γραμμές
τα σιτάρια καμένα.
Κι υστέρα κείνα τα μάτια δε βολεΐ να στεγνώσουν,
χέρια που δεν βολεΐ να μην τρέμουν
γιατί το αίμα πήζει στους βράχους,
χέρια που δεν βολεΐ να μην ψαχουλεύουν τα μάγουλα,
να τ αγγίζουν για ώρες…
‘Ω νέκρα, ώ νέκρα
ώ κραυγή τ’ ανθρώπου πού πλανιέται
ώ νέκρα, ώ ταφόπετρα της γης π’ αποκοιμιέται,
ώ γης αστέρευτου καημού
ώ γης άμετρου πάθους…
Πράσινη θάλασσα,
κάστρο στητό με στενές πολεμίστρες
κοράλλια ανεξάντλητα
κόκκινα γαρούφαλλα
κι ερείπια ναών Μεσαιωνικών με ψηλά κυπαρίσσια
κι οι θεοί να τσακώνουνται για μια γη μοιρασμένη.
Κι όλα πικράναν, γύρανε λουλούδια, δέντρα και όρη
και λες σαν μάνα πού ‘λειψε στα στήθια της το γάλα
και τα μωρά της τα ‘ριξε μες στους βαθιούς γκρεμούς
ότι, μονάχα πίκρες και καημούς είχε να τα βυζάξει
έτσι κι η γης εστέρεψε στους κόρφους τα νερά της
με το δρεπάνι κόβοντας τις μαύρες της τες φλέβες.

VII

Σ’ ένα πέτρινο λουλούδι
ένιωσα τη μυρουδιά της γης μου που την πρόδωσαν.
Σ’ ένα σπασμένο κοχύλι
άκουσα ξεθωριασμένη τη φωνή της Σαπφώς
να θρηνεί την Περσεφόνη.
Σ’ ένα δρόμο με φόντο το μαύρο ουρανό
έγραψα τα πάθη της γενιάς μου με γαίμα.

Οι ρίζες της ράτσας μου βαθιά στο χώμα.
Κρατήσαμε τις ρίζες μας βαθιά στο χώμα.
Κομμάτιασαν τον ήλιο
μας φέραν άλλον ήλιο, ψεύτικο από πέτρα,
μα ζήσαμε.

Ζήσαμε με την πίστη του δίκιου.
Τα δέντρα μας φωτοσυνθέσανε γιατί ή ψυχή μας
τα ‘θελε ανθισμένα.

Πήραμε αίμα από τις φλέβες των γονιών μας,
‘Ανοίξαμε τα βήματα
και χορέψαμε το δρεπάνι.
Κλέψαμε τη σιωπή των δέντρων
και μάθαμε ν’ αντέχουμε στους κεραυνούς.
Ζήσαμε… Αναπνέψαμε…

Γεννοβολήσαν οι γυναίκες,
βυζάξαν τα παιδιά τους την άρνηση, το γδικιωμό•
τα νανουρίσανε γλυκά: «Άγιά Μαρίνα τζιαί τζυρά».

Ζήσαμε… Αναπνέψαμε…

Χ

Πέτρα, τσεκούρι κι ήλιος
σμίξαν τις ώρες τ’ άπογέματου
και φτιάξαν την παντγιέρα μας.
Πέτρα, τσεκούρι κι ήλιος
δέθηκαν με τα μπράτσα μας•
δώσαν φωτιά στα μάτια μας
να φοβηθούν οι άνομοι
και νά σκιαχτούν οί οχτροί μας. 

Ο ΗΛΙΟΣ ΓΕΛΑ ΚΑΙ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΚΛΑΙΕΙ

στον Ιάκωβο πού τό ανακάλυψε

Ό ήλιος,
Η Σελήνη,
Τ’ αστέρια…

Τ’ αστέρια στον ουρανό μιλούν για τό φτωχό αγόρι
που κοιμάται κάτω απ’ τα δέντρα
για τον τρελό που παίζει με την κόκκινη
θάλασσα.
Κι οι πρόσφυγες μ’ ένα πιάτο στα χέρια τους
για λίγο ψωμί και τυρί
— ο ήλιος γελά —
κι οι πρόσφυγες με τη θλίψη στα μάτια τους
και τό φεγγάρι κλαίει…

ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΑ

Ι

Χαλάσματα πολέμου γύρω μας.
Γύρω μας φωτιές
στα σκοτεινά υπόγεια φωτιές,
στις φυλακές των καταδίκων φωτιές.
Ανατολή και Δύση λυπούνται.
Τί τραγική ειρωνεία. 

ΙΙ

Άσπροι, μαρμάρινοι σταυροί
σπαρμένοι μες στους κάμπους
κι η γης γεμάτη θρύψαλα
κι η γης γεμάτη πέτρες,
σαβανωμένη — κόκκινη,
σαβανωμένη — στείρα
με τα δεντρά της άφωνα
με τις χαρές της μαύρες
με τα παιδιά της ορφανά
να κλαιν μέσα στους δρόμους.

ΙΙΙ

Σε παρακαλώ•
μη μου μιλάς για την αγάπη.
Για μένα είναι μια πληγωμένη ανάμνηση…
Σέ παρακαλώ μην μέ κοιτάς.
—Τ’ αστέρια, ο ήλιος, η Σελήνη,
τα μάτια σου —
Μόνο δος μου τα χέρια σου.

IV

Η σκλαβιά ξεκίνησε από μέσα μας.
Σάπια κορμιά και βρώμικα,
σκουλήκια στους υπονόμους της εθνικοφροσύνης,
πώς να μην ξεσπάσει η χολέρα;

V

«Έγώ ειμί ο ερευνών νεφρούς και καρδίας
και δώσω υμίν εκάστω κατά τα έργα υμών».

Τόσα χρόνια καλοζωή•
βαλάντια έγκυα,
αρνητές του πολέμου.
Όμως αλλοίμονο
όταν τα τσεκούρια
θα σπάζουν τα κρανία των αδικούντων
κι οι τοίχοι που τούς έκρυβαν
θα κοκκινίζουν στο αίμα.

1976-1979

ΚΥΠΡΟΣ

Τόσοι καημοί που σ’ έζωσαν
και σ’ έριξαν στο χώμα,
μα μάχεσαι και με ψυχή
και λιονταρίσιο σώμα,

Μα μάχεσαι κι ορθώνεσαι
λαμπάδα μες στους κόσμους
να φέγγεις στους μικρόψυχους
μάνα, πατρίδα, φώς μου.

ΔΥΟ ΜΑΥΡΑ ΧΕΡΙΑ

Δυο μαύρα χέρια, μαύρα από κάρβουνο
περνούν από δίπλα μας•
τριξίματα στο σκοτάδι ακούονται.
Μη… μη φοβάσαι… Είμαι κοντά σου…
Μην κλαις… Σ’ αγαπώ…
Δυο μαύρα χέρια μαυρίζουν τους τοίχους
Δυο μαύρα χέρια μαυρίζουν τη μοίρα μας.
^Ω ! Πόσο αλλιώτικη σε πρόσμενα ζωή.
Πόσο ζεστά σας ήθελα αστέρια,
πόσο σιωπηλό σε άκουα, ψυχρέ και ανελέητε
θάνατε!
Όλα ψεύτικα… Όλα γυάλινα…
Πού να ‘σαι γλυκέ μου αδελφέ;
Ακούω τη φωνή σου, νιώθω την ανάσα σου.
Όχι! Μην σταματάς• υπάρχεις… ζεις…
όπου και να ‘σαι, σε σκέφτομαι, σε βλέπω.
Μην φεύγεις• σε προσμένω.

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ 1976 

Η ΝΕΚΡΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ

«Όνομα έχεις ότι ζής και νεκρός ει».
ΙΩΑΝΝΟΥ, ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ.

Απόψε τ’ αστέρια μας ξεχνούν
κι η πολιτεία βουβή αποκοιμιέται.
(Μαύρο λιθάρι η καρδιά βαραίνει στο κορμί μας)
κι εμείς κουρασμένοι
λοξοδρομούμε προς το βέβαιο θάνατο.
Κάθε αστέρι κι ένας τάφος
κάθε τάφος και σιωπή.
Σιωπή γυμνή πού μας πλακώνει.
Το σκοτάδι κρύβει την ασκήμια μας,
μας διαλύει μέσα στη δίνη του.
Όταν κοπιάζει ο Χάροντας μας βρίσκει πεθαμένους.
Νεκροταφείο η πόλη μας απόψε.
Κάποια ποντίκια θα φανούνε τα μεσάνυχτα
να ροκανίσουν την υποκρισία μας
σαν τα παλιά χειρόγραφα τ’ αδέξιου ποιητή.

ΜΑΗΣ, 1979 

ΟΙ ΣΚΛΑΒΟΙ

Οι σκλάβοι κοιμούνται, οι σκλάβοι πεθαίνουν
μες στις παράγκες της άχαρης πόλης.
Ο ήλιος στενάζει, τ’ αστέρια σωπαίνουν
κι η φόνισσα μοίρα τα χέρια της μόλις
απλώνοντας, κράζει: «ευπείθεια στους νόμους»
Οι σκλάβοι ξυπνάνε — ντουφέκια βροντάνε
το γαίμα ραντίζει τους δρόμους
κι εύτύς οί καμπάνες της πόλης χτυπάνε.

ΡΙΖΕΣ

Στα βράχια ετούτα
κυλάει αίμα από τις φλέβες μας.
Στα πετρόχτιστα κάστρα
πολεμούν οι αιώνες την αιωνιότητα.
Τούτους τούς βράχους πού μας γέννησαν,
τούτους τούς βράχους πού οι αετοί
μονάχα κατοικούνε
τούς λάξεψαν βροχές και πίκρες και καημοί
πού φτάνουν ως τις μέρες μας.

ΤΑ ΘΛΙΒΕΡΑ ΠΡΟΣΩΠΕΙΑ

Μοιρασμένη η ασκήμια στα πρόσωπα
χωρίς αδικίες.
Δίκαιη κι ή απονομή της στέρησης
του ποδιού, του χεριού
και της θλίψης στα πρόσωπα.
Αυτά τα παγωμένα χέρια,
τα κοίλα χέρια
που ζητιανεύουν
κάποτε είχαν τη δύναμη
ν’ ανεβάζουν τον ήλιο
πάνω απ’ τις καρδιές μας,
κάποτε είχαν τη δύναμη
να σπέρνουν την ελπίδα
στον κάμπο της στενόχωρης καρδιάς μας
για να φυτρώσει μια μαργαρίτα
μέσα στο ζοφερότατο μέλλον.
Τουλάχιστον τότε
μπορούσαμε να εξακριβώσουμε
αν μας αγαπούσαν ή δεν μας αγαπούσαν
και κλεινόμασταν στα σπίτια
που μας άνηκαν κι ήταν δικά μας
για να κλάψουμε.
Σήμερα τα σπίτια είναι δικά μας
και δεν μας ανήκουν•
η ελπίδα δεν είναι δική μας και δεν μας ανήκει.

Μαύρες, ισχνές φιγούρες στον ορίζοντα
πού γέρνουν κουρασμένες να πεθάνουν.

ΜΑΗΣ 1979 

ΑΣΚΗΣΗ ΛΥΡΙΣΜΟΥ

Χωρίς το αιωνόβιο ροχαλητό του πεύκου
δε θα ‘χαν τούτες οι πέτρες ιστορία
κι η λεύκα θα υπέφερε
από ένα κάποιο αίσθημα ανασφάλειας•
γι’ αυτό τις νύχτες οι Κρηναίες
βλέπουν τη λεύκα λυγερή
να τρέχει στους βραχότοπους
για τις μεριές του πεύκου,
γι’ αυτό κι η Πούλια κάθε νυχτιά
τηράει ένα δάκρυ
στα μάγουλα των αχνισμένων άστρων.

ΜΑΡΤΗΣ 1978

ΑΓΑΠΗ

Ζεσταίνω τα χέρια μου
στον χινοπωριάτικον ήλιο•
εκείνος χαμογελά πράος και δυνατός
διαθλώντας τα δάκρυα
στα μάγουλα των πεινασμένων παιδιών
πού τριγυρνάνε ξυπόλυτα.
Ζεσταίνω τα χέρια μου
και τ’ ακουμπώ στα μάγουλα των πεινασμένων παιδιών.
Και τότε δεν νιώθουν την πείνα τους,
και τότε δεν νιώθουν την έλλειψη της μητέρας τους
γιατί βυζαίνουν τούς χλωμούς μαστούς της Σελήνης
και τότε δεν νιώθουν την έλλειψη του πατέρα τους
γιατί αγοράζει τα παιγνίδια τους ό ήλιος.

ΣΕΠΤΕΜΒΡΗΣ 1978

Ν Υ Χ Τ Ε Ρ I Ν Ο

Ποτάμι πάψε πια να κλαις
πάψε να κελαρύζεις
τι, όλος ο κόσμος σώπασε
μονάχα εσύ γροικιέσαι…
Σωπάς και συ κι ακούς λυγμούς
θρήνους συρτούς της νύχτας
σε πιάνει το παράπονο
κι αναστενάζεις σφόδρα:
«Σαν όντας δεν κατέχετε
ποτέ σας μη μιλάτε
εσείς της νύχτας ‘πόκληροι,
ανήξεροι διαβάτες.
Κι εσύ φεγγάρω μου όμορφη
πάψε ν’ αναστενάζεις,
σκόρπισε τα φαρμάκια σου
ξανά μες στα νερά μου
κι εγώ απαλά θα τα κυλώ
για τις μεριές του νήλιου…
Έλα γλυκιά μου, μην αργείς
ρίξε μου σεληνόφως».
—«Ποτάμι μαραγκιάστηκα
και πλιό, δέν άνιμένω
ώρες αμέτρητες σκυφτή
τον ερωπλάνον ήλιο
κι η μάνα μου η θεότρελη•
η νύχτα η Μαυροχέρα,
αυτόνε θέλει για γαμπρό
ουδ’ άλλο, ουδέ κανένα».
—«»Ελα γλυκιά μου πια μην κλαις
το ποταμάκι το μικρό
παράφορα αγαπά σε
φαρμάκωστο, παράτα το
μα ερωτικά κοιτά σε».

ΑΥΤΟΧΕΙΡ ΚΑΤ ΕΠΑΝΑΛΗΨΙΝ

Μόλις παίρνει να βραδιάσει
γίνομαι άλλος άνθρωπος•
είμαι ένα πιόνι ανάμεσα στα σπίτια
πού συνωμοτούν συνωστισμένα γύρω από τα τζάκια τους.
Μόλις παίρνει να βραδιάσει γίνομαι άλλος άνθρωπος•
σβήνω ένα-ένα τα κεράκια του γαλαξία και πεθαίνω…
Τις νύχτες δεν έχω ύπνο,
τις νύχτες γυρίζω στα νεκροταφεία και πεθαίνω.
Κάθε νύχτα πεθαίνω…
Κάθε νύχτα σταυρώνομαι.

ΦΕΒΡΑΡΗΣ 1979

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΓΑΛΑΖΗ
ΣΤΗΝ ΟΛΓΑ ΠΙΕΡΙΔΟΥ 29/9/2016

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΣΜΕΣ ΕΠΑΓΓΕΛΙΕΣ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

Δευτέρα, 05 Δεκεμβρίου 2016 Ο Φιλελεύθερος

Η ευταξία στο στόχαστρο

Ο Λεωνίδας Γαλάζης συνεχίζει και στη νέα του ποιητική συλλογή, στο ίδιο υφολογικό και θεματικό μοτίβο, που μας συνήθισε σε όλη την προηγηθείσα δουλειά του. Φιλοδοξεί, και σε μεγάλο βαθμό το πετυχαίνει, να είναι ένας ποιητής αντισυμβατικός, ρηξικέλευθος, έναντι σε κάθετι κατεστημένο και παγιωμένο. Με δυο λόγια, να είναι ένας ποιητής που απεχθάνεται την πεπατημένη και το διακηρύττει συνεχώς. Αφού θέλει ακόμα και τους «…γεωμέτρες να πετούν / τα δύστροπά τους σχήματα / στα μούτρα των σοφών / φρουρών της ευταξίας». (σελ. 10) Ο ποιητής παραμένει μόνιμα χλευαστικός κατά της καθεστηκυίας, της όποιας καθεστηκυίας, τάξης: «…όλα βαίνουν καλώς, οι επιτροπές συσκέπτονται νυχθημερόν…». (σελ.12)

Ο Λ.Γ. στο βιβλίο αυτό μιλά σαφώς για τη σύγχρονη εποχή της οικονομικής κρίσης και της κοινωνικής αναλγησίας. Και το πράττει κυρίως αλληγορικά, αντλώντας εικόνες, παραδείγματα, σύμβολα και συμπεριφορές από αλλοτινές εποχές και, ουδόλως τυχαία, κατά πρώτο λόγο από το μεσαίωνα. Ακόμη μια διάφανη τεκμηρίωση τού πόσο πολύ πίσω μας πήγε η κοινωνικο-οικονομική οπισθοδρόμηση.

Ευνομία, ευταξία, καθεστηκυίατάξη, άρχουσα τάξη, βρίσκονται μονίμως στο στόχαστρο του ποιητή. Αμφισβητούνται, χλευάζονται, λοιδορούνται και κρίνονται με αυστηρότητα: «Όταν οι νόμοι σ’ επισκέπτονται, / να σκύβεις και να προσκυνάς / τα δύσβατά τους μονοπάτια / να τους δοξάζεις που θα νέμονται την ύπαρξή σου». (σελ. 25)

Ο Λ.Γ., με καυστικότητα και δριμύτητα, με οργή, πόνο και χλεύη, ψέγει την υποταγή. Στηλιτεύει σφοδρά μέχρι διαπόμπευσης τους υποταγμένους ανθρώπους: «Σκύβουνε το κεφάλι τα κοτόπουλα /(τι φρόνιμα κεφάλια δίχως φρόνημα) / στα κλουβιά τους με τάξη στοιβαγμένα /λοξοκοιτώντας σαν χαμένα». (σελ. 18) Η εικόνα με τα υποταγμένα κοτόπουλα επανέρχεται και στο ποίημα «Μόνο για το χώμα», για να επιβεβαιωθεί, να επικυρωθεί εκ νέου. Εδώ ο ποιητής αφήνει να διαρρεύσει και μια στυφή γεύση οδύνης για τις χαμηλές προσδοκίες, για τις ελπίδες περιορισμένης εμβέλειας: «Μόνο στο κλουβί μου να προσεύχομαι / ούτε καν ν’ αποδράσω μια σκέψη /και να μ’ επαινούν οι σφαγείς / που καρτερικά στο κλουβί μου σαπίζω».(σελ.34)

Ο ποιητής, με εύστοχους παραλληλισμούς και παρομοιώσεις, υποδεικνύει πως κάθε φυλή, κάθε τάξη, κάθε έθνος, κάθε κατηγορία ανθρώπων, με το δικό της μύθο ανδρώνεται, με το δικό της μύθο ανασαίνει. Ομοίως όπως το κάθε πουλί που με τη δικιά του λαλιά κελαηδεί: «Πόσο καμάρωναν τα γουρούνια για τη λάσπη τους! / Πόσες ιστορίες είχαν ν’ αφηγούνται / για τον ολόδικό τους βόρβορο / τους μυθικούς προγόνους των /ηρωικά σφαγιασθέντες». (σελ. 15)

Ο λόγος του ποιητή είναι αντιεξουσιαστικός αλλά δεν πλήττει μόνο τους εξουσιαστές, καταφέρνει πλήγματα και στους αυλικούς, τους υμνωδούς των εξουσιαστών: «Με σταγόνες ύμνων την υγεία μας, είπαν, θα βρίσκαμε. / Μόνο ν’ ακολουθούσαμε τυφλά τη συνταγή τους. /Τι δόξα κι αυτή! / Ναυαγοί με ωσαννά στις ξέρες». (σελ.27)

Τον ποιητή διακατέχει –ενίοτε και καταβάλει – μια θλίψη για το αναποτελεσματικό, το ατελέσφοροτου παλέματος, της αντίστασης, της αντίρρησης, της ένστασης. Κι αυτό είναι κάτιπου θέλει να κρατήσει κρυφό, τουλάχιστον από τις επερχόμενες γενιές, που συνιστούν την προοπτική και την ελπίδα, την προσδοκία για καλύτερες ημέρες: «Ποτέ μας δεν υπολογίσαμε τα πουλιά / με τα σπασμένα φτερά. / Πάλι καλά που τα παιδιά δεν είδαν και σήμερα / βαλσαμωμένες τις αντιστάσεις μας». (σελ. 31)

Ο Λ.Γ. δεν αφήνει στο απυρόβλητο ούτε την τυπολατρία – τυπολαγνεία. Ευθύβολα και ευθαρσώς ξιφουλκεί κατάτων τύπων, εμμένοντας στην ουσία των πραγμάτων. Και ο σαρκασμός του, όπως σε όλο το βιβλίο άλλωστε, διακρίνεται και από μια βαθιά ειρωνική δυναμική: «…δεν ήταν παράλογες οι απαιτήσεις σας, όχι δεν ήταν / όμως, οιδιαδικασίες είναι η ουσία, μην το ξεχνάτε ποτέ! / Δε θα θέλατε δα να καταρρεύσουν οι τύποι / δε θα θέλατε να θρυμματιστούν οι μορφές. / Σκύψτε, λοιπόν, κι υπογράψτε. / Επιτέλους συνέλθετε!». (σελ. 37)

Η θεματική διαπασών του Λ.Γ. περιλαμβάνει και τις χαμένες προσδοκίες, τα απολεσθέντα όνειρα, τα καταρρακωμένα ιδανικά. Μιλώντας για τη μνήμη ανασυνθέτει τη θέρμη που διέγειραν όλα όσα κάποτε προκαλούσαν μια κοινωνικο – ιδεολογική ανάταση και εγρήγορση, για να σκορπίσουν στο τέλος πίκρα και απογοήτευση: «Κουρέλια διψασμένα / στη στέρνα των ονείρωνμας. / Εργάτες βυθισμένοι σ’ ενός Οχτώβρη μακρινού την ανταρσία / ψάχνουν στη στέρνα τα κουρέλια τους / γύρω από το θολό νερό / της μνήμης που αγριεύει».(σελ.43)

Ο ποιητής εσχάτως πειραματίζεται αρκετά συχνά και με μια πρώτη ύλη που αξιοποιεί ποικιλοτρόπως, κυριολεκτικά ήμεταφορικά ή αλληγορικά, ως σύμβολο, ως μέσο έκφρασης κλπ. Στις «Δοκιμές συγκολλήσεως» (2013) ήταν τα διάφορα μέταλλα και μεταλλεύματα, στις «Ληξιπρόθεσμες επαγγελίες» (2016) είναι οι πέτρες, οι βράχοι, τα διάφοραπετρώματα, τα πετρώδη εδάφη και ούτω καθεξής. Νομίζω πως η ποίηση του Λ.Γ. έχει ανάγκη από μια πρώτη ύλη ως μοχλό αισθητικής ανέλκυσης ή ανάτασης. Γι’ αυτό και την επιστρατεύει, άρτια και λειτουργικά.

Οδεύοντας προς το τέλος αυτής της παρουσίασης, θέλω να πω πως θεωρώ το ποίημα «Αλλού» (σελ. 48) ως μια από τις καλύτερες στιγμές του βιβλίου. Με σαφήνεια, συμμετρία και δομική αρτιότητα, ο ποιητής αναφέρεται στις ζωές των απλών ανθρώπων που γίνονται έρμαιο στα χέρια των κραταιών ταγών της γης.

Δυο επισημάνσεις έχω να κάμω για αυτή τη συλλογή: α) Όσο ο στίχος του Λ.Γ. βαθαίνει στα νοήματα, τόσο πιο δύσβατος καθίσταται και τα «κλειδιά» του γίνονται δύσκολα, ακόμη και για αρκούντως μυημένους στα της ποίησης αναγνώστες. β) Η προσήλωση του ποιητή στη μορφολογική αλλά και τη θεματική συνέπεια, ευτυχώς πολύ αραιά, οδηγεί σε κάποια, μάλλον ελάχιστα, ψήγματα εγκεφαλισμού.

Χρήστος Μαυρής  στο ΠΟΙΕΙΝ 20/9/2016

Η τελευταία ποιητικη συλλογη του Λεωνίδα Γαλάζη, που ανήκει στην πολυάριθμη ομάδα των ποιητων που εμφανίσθηκαν (γεννήθηκε το 1962) στην Κύπρο μετα την ανεξαρτησία της απο τον αγγλικο ζυγο, τιτλοφορείται Ληξιπρόθεσμες επαγγελίες και εκδόθηκε τον Φεβρουάριο του 2016 απο της εκδόσεις Φαρφουλας, στην Αθήνα. Η συλλογη Ληξιπρόθεσμες επαγγελίες είναι η ένατη στη σειρα εκδομένη ποιητικη συλλογη του Γαλάζη, εφόσον προηγήθηκαν άλλες οκτω. Την χωρίζει όμως ένα χρονικο διάστημα τριών χρόνων απο την προηγούμενη ποιητικη συλλογη του που τιτλοφορείται Δοκιμες συγκολλήσεως και εκδόθηκε το 2013, επίσης απο τις εκδόσεις Φαρφουλας, στην Αθήνα.

Παρα το σύντομο χρονικο διάστημα που διέρρευσε απο την έμπνευση, τη συγγραφη και την ολοκλήρωση της τελευταίας συλλογης απο την αμέσως προηγούμενη, διαπιστώνω πως μεταξυ τους υπάρχουν κάποιες διακριτες διαφορες, (κυρίως σε ότι αφορα το επίπεδο της ποιότητας αλλα και τις δυσκολίες πρόσληψης της ποίησης που περιέχει η τελευταία συλλογη του), παρόλο που τεχνοτροπικα (υφολογικα, μορφολογικα και θεματογραφικα) είναι σχεδον οι ίδιες.

Βασικα, έχω διαπιστώσει πως η ποίηση που περιέχει η τελευταία συλλογη του Λεωνίδα Γαλάζη δεν είναι εξωστρεφης ούτε και εύκολη για κατανάλωση απο τον οποιονδήποτε, σε αντίθεση με την ποίηση που περιείχε η προηγούμενη συλλογη του, που στο μεγαλύτερο μέρος της ήταν βατη και κατανοητη απο τους αναγνώστες του. Κατα ανεξήγητο λόγο, στη συλλογη Ληξιπρόθεσμες επαγγελίες, η ποίηση του Γαλάζη παρουσιάζεται επιμελως κρυπτικη, αιγνιγματώδης και υπαινικτικη, με αποτέλεσμα ο αναγνώστης του να διαθέτει οπωσδήποτε κάποιο γνωσιολογικο και αισθητικο υπόβαθρο αλλα και να καταβάλλει κάποια επιπρόσθετη προσπάθεια μέχρι την πλήρη κατανόησή της. Στο σύνολό της ή σχεδον στο σύνολό της, για να μην είμαι απόλυτος, η συλλογη Ληξιπρόθεσμες επαγγελίες περιέχει ποίηση με εσωτερικο βάθος και πυκνότητα, επιμελως όμως αποκρυμμένη, όπως ήδη έχω αναφέρει, με αποτέλεσμα ο αναγνώστης να χρειάζεται να επιχειρήσει μία γενναία καταβύθιση μέσα στις σελίδες του βιβλίου αλλα και στον ψυχικο κόσμο του δημιουργου του, μέχρι να σισθανθει και ν’ απολαύσει αυτη την ποίηση.

Με άλλα λόγια, ο Λεωνίδας Γαλάζης, με τα ποιήματα που μας προτείνει στην τελευταία συλλογη του, αποφάσισε να μιλήσει για γεγονότα και θέματα «που ανάγονται στη σφαίρα του μύθου/ ή στην επικράτεια των συμβόλων». Θέλω να πω πως τα σύμβολα και οι μύθοι έχουν ρυθμιστικη θέση στην ποίηση που περιέχει αυτη η συλλογη του. Έτσι, τα ποιήματά του εδω δεν «έχουν σχέση με πρόσωπα και πράγματα», όπως καλως μας προδιαθέτει στο ποίημα «Ναυάγια», το οποίο, πιστεύω, αντανακλα και εκφράζει εύγλωττα όλη την ποιητικη του, το οποίο και δημοσιεύω αμέσως πιο κάτω:

ΝΑΥΑΓΙΑ

Φυσικα δεν τους ενοχλει να μιλούμε για ναυάγια, είπαν,
αρκει να μην έχουν σχέση
με πρόσωπα και πράγματα.
Μπορούμε κάλλιστα να μιλούμε για ναυάγια
που ανάγονται στη σφαίρα του μύθου
ή στην επικράτεια των συμβόλων.
Ίσως ακόμη και για ξεχασμένα κουφάρια ναυαρχίδων
στον αχανη βυθο των λογισμων
που λαμπυρίζουν μες στο σκότος του θανάτου.

Ο Λεωνίδας Γαλάζης, όπως διαφαίνεται καθαρα απο το πιο πάνω ποίημα, είναι ταγμένος και αφοσιωμένος στη σεφερικη σχολη ποίησης, όπου οι οπαδοι της δεν καταγράφουν τα πράγματα όπως οπτικα τα βλέπουν. Αντίθετα, τα θέματά τους (αυτο ισχύει και για τον Γαλάζη) τα περνάνε «απο τον καθρέπτη της ψυχης τους», όπως θα έλεγε ο αλησμόνητος Θεοδόσης Νικολάου, όπου χωνεμένα και αναπλασμένα τώρα τα προσφέρουν μέσα απο την «πολύσημη λειτουργία των συμβόλων» στους αναγνώστες τους.

Με αυτο θέλω να επισημάνω πως ο Γαλάζης δεν εστιάζει στην ποίησή του την πραγματικότητα. Απεναντίας, πρώτα προσπαθει να ευαισθητοποιήσει και να συγκινήσει τον αναγνώστη που διαβάζει την ποίησή του μέσω των συμβόλων ή των μύθων και, στη συνέχεια, τον αφήνει να οδηγηθει και ν’ ανακαλύψει απο μόνος του την πραγματικότητα (ιστορικη, κοινωνικη, πολιτικη) όπως την εκλαμβάνει στη διάρκεια της αναγνωστικης πορείας του. Δεν είναι τυχαίο, εξάλλου, που τη λέξη «σύμβολο-α» τη συναντάμε σε πολλα ποιήματά του.

Υπο αυτη την έννοια όμως σαφως και τα ποιήματα του Λ. Γαλάζη δεν είναι σκοτεινα, χωρις λογικο ειρμο και ακατάληπτα. Απλως, ο αναγνώστης του, χρειάζεται να εξοικειωθει πρώτα με τον τρόπο σκέψης και τον τρόπο λειτουργίας του, καθως και με την τεχνικη που εφαρμόζει για να οικοδομήσει αυτα τα ποιήματα, και στην πορεία θα κυλήσουν όλα ομαλα. Εννοω πως θα καταλήξει εύκολη υπόθεση η ανάγνωση και η κατανόηση αυτων των ποιημάτων. Δηλαδη, ο αναγνώστης του Γαλάζη, αν ενεργήσει με αυτο τον απλο τρόπο, δεν θα χρειασθει νομίζω να καταβάλει μεγάλο κόπο για ν’ αντιληφθει πως ο ποιητης, με αφορμη το συναπάντημά του μ’ ένα ταλαιπωρημένο πουλάκι, με μία ριζιμια πέτρα στο βουνο, μ’ ένα φύλλο στο δάσος που το παρασύρει ο αγέρας ή με μία «λεμονια ανθισμένη που φύτρωσε στην πέτρα», μπορει να εμπνευσθει και άνετα να δημιουργήσει υπέροχα ποιήματα, εμποτισμένα με πανανθρώπινα μηνύματα και ιδέες, τα οποία θα απολαύσει αφου πρώτα αποκρυπτογραφήσει τα σύμβολα τα οποία επέλεξε ο Γαλάζης για να στηρίξει αυτα τα ποιήματά του.

Δίνω στη συνέχεια το ποίημα «Μόνο προσεύχονται», που είναι κατα την άποψή μου ένα απο τα καλύτερα της συλλογης και που εκφράζει όλο το σκεπτικο που εξέθεσα πιο πάνω.

ΜΟΝΟ ΠΡΟΣΕΥΧΟΝΤΑΙ

Σκύβουνε το κεφάλι τα κοτόπουλα
(τι φρόνιμα κεφάλια δίχως φρόνημα)
στα κλουβια τους με τάξη στοιβαγμένα
λοξοκοιτώντας σαν χαμένα
Σκύβουν και προσκυνουν τον κύριό τους
(που να προβλέψουν τι τους ετοιμάζει)
σκύβουν και προσεύχονται τα φρόνιμα κοτόπουλα
απ’ τους θεους τους ξεχασμένα.
Δίχως ψυχη μα τόσο φρόνιμα
ποτε δεν ταλαιπώρησαν τον Κύριο τους
που τόσο τα επαινει καθως τα παραδίδει
με τα κεφάλια τους σκυμμένα στους σφαγεις.
Μ’ ακόμη και τότε κάνουν πως δεν βλέπουν τα μαχαίρια.
Μόνο προσεύχονται σκυφτα. Μόνο προσεύχονται!

Ο Λ. Γαλάζης, σε ότι αφορα τη σύλληψη, την εκτέλεση και την ολοκλήρωση ενος έκαστου των ποιημάτων του, μοιάζει να λειτουργει λίγο πολυ όπως ένας εμπνευσμένος σκηνοθέτης του κινηματογράφου που, πριν αρχίσει να γυρίζει μία σκηνη απο το έργο που πάει να ολοκληρώσει, πρέπει πρώτα να έχει απέναντί του ένα ευφάνταστο σκηνικο, πέριξ του οποίου θα εκτυλιχθουν οι σκηνοθετικες οδηγίες του, για να καταγραφουν ακολούθως απο τις κινηματογραφικες μηχανες όλες εκείνες οι εικόνες που εμπνεύσθηκε, που δουλεύει στο μυαλο του και που επιδιώκει να τις απαθανατίσει πάνω στην ταινία με την τέχνη του. Έτσι ακριβως συμβαίνει και στο Λ. Γαλάζη, με τη σκηνοθεσία να είναι εκείνο που αλλάζει κάθε φορα στα ποιήματα της εν λόγω συλλογης του. Εννοω ασφαλως τη σκηνικη επένδυση που επιχείρησε σε κάθε ποίημα, που επέρχεται σίγουρα με την εκφορα νέων εικόνων, φράσεων και κυρίως πολύσημων λέξεων, συμβόλων και μύθων.

Χωρις κανένα απολύτως περιθώριο αμφισβήτησης, ο Λ. Γαλάζης, μέσα απο τα ποιήματα της συλλογης Ληξιπρόθεσμες επαγγελίες, αποδεικνύεται ποιητης πρώτης γραμμης, με ισχυρες θέσεις και βέβαια με δυνατη έμπνευση. Επιπρόσθετα, η μακρόχρονη θητεία του στις τέχνες και τα γράμματα (είναι φιλόλογος καθηγητης) αποτελουν το στέρεο υπόστρωμα πάνω στο οποίο θεμελιώνει και στηρίζει το δικο του σημαντικο ποιητικο έργο. Συνεπως, οι επιρροες που δέχεται απο άλλους κορυφαίους ομότεχνους του είναι καλα αφομοιωμένες και κατάλληλα αξιοποιημένες στα δικα του ποιήματα. Γι’ αυτο ο επαρκης αναγνώστης είναι αδύνατον που να μην αισθανθει π.χ. τον απόηχο (έστω και εξασθενισμένο) απο την ποίηση (κυρίως) του Καβάφη, του Μόντη, του Σαχτούρη, του Καββαδία και άλλων στα ποιήματά του. Ακολουθει ένα μικρο ποίημα όπου καθως το διαβάζεις αισθάνεσαι τον απόηχο απο την φωνη του Μίλτου Σαχτούρη.

ΜΑΤΑΙΟΔΟΞΙΑ 2

Έριχνε το σχοινι να δέσει το σύννεφο
κι αυτο γελούσε
όλο του ξέφευγε και γελούσε.
Όλο του ξέφευγε και τραγουδούσε
τα φευγαλέα σκιρτήματα της ζωης
σύννεφο, σύννεφο τρελο
στ’ ανθισμένα κλαδια του θανάτου.


Δίνω και ένα ποίημα που μας θυμίζει το μεγάλο ποιητη της Αλεξάνδρειας, τον Κωνσταντίνο Καβάφη:

ΔΕΣΜΩΤΗΡΙΟ

Κανεις μην περιμένεις να σε σώσει.
Και μην πουλήσεις την ψυχη σου
για λίγες κάλπικες ημέρες.
Πόσο μάταιες, άλλωστε, θα’ σαν αυτες
πόσο γεμάτες θάνατο, πόσο γεμάτες φόβο.
Οι φίλοι σου έχουνε πια χαθει
σαν νιφάδες που σβήνουν ηρωικα
στο κυνήγι της δόξας.

Καταλήγοντας, θέλω να τονίσω πως η ποίηση γενικα του Λεωνίδα Γαλάζη συνιστα μία ιδιότυπη γραφη, αυστηρα προσωπικη που ωρίμασε αρκετα πρόωρα. Είναι μία γραφη πυκνη σε νοήματα, κυρίως σε μηνύματα και ιδέες, που αρδεύεται μόνιμα απο τη μεγάλη δεξαμενη των πανανθρώπινων αξιών, που αποτελει σίγουρα και την πεμπτουσία της ποίησής του. Είναι όλα αυτα τα στοιχεία όμως που τον κάνουν να ξεχωρίζει ως μία απο τις πιο γνήσιες, στέρεες, σοβαρες και ελπιδοφόρες ποιητικες φωνες που αναδείχθηκαν στην Κύπρο τα τελευταία χρόνια.

Λευκωσία 9.9.2016

http://www.poiein.gr/archives/34293/index.html#more-34293

Παναγιώτης Νικολαΐδης Ποιείν 1/7/2016

Η αναφαίρετη μοναξιά του ποιητή μέσα στην πολύβουη αγορά της πολιτείας

Με την ένατη κατά σειρά, καλαίσθητη εκδοτικά, ποιητική συλλογή Ληξιπρόθεσμες Επαγγελίες (Φαρφουλάς, 2016), ο ποιητής και στέρεος φιλόλογος Λεωνίδας Γαλάζης, παρουσιάζεται, σε σχέση με το προγενέστερο έργο του, οξύτερα κριτικός απέναντι στη σύγχρονή μας λιμνάζουσα, πολιτικοκοινωνική πραγματικότητα, φτιάχνοντας, ωστόσο, ποίηση λειτουργική και ώριμη. Έντονα ειρωνικός, συχνά σαρκαστικός, άλλοτε δηκτικός, ανυποχώρητα κατήγορος και φυσικά οργισμένος, αποτελεί μια παραδειγματική περίπτωση ενός πνευματικού ανθρώπου, που εξεγείρεται απέναντι σε ένα ανάξιο και ηθικά διαβρωμένο παρόν. Πιο συγκεκριμένα, τα θέματα α) της διάψευσης των ονείρων, των προσωπικών και συλλογικών αδιεξόδων της κυπριακής μεταπολεμικής πραγματικότητας («ΑΙΜΑ ΚΑΙ ΛΑΣΠΗ» σ. 15, «ΜΕΤΑ ΤΙΣ ΤΕΛΕΤΕΣ» σ. 21), β) της σωματικής και ψυχολογικής φθοράς, που συνυφαίνονται άρρηκτα με τη γραφειοκρατική απονεύρωση και τον στυγνό τεχνοκρατικό ορθολογισμό («ΣΩΤΗΡΙΟΝ» σ. 19, «ΣΩΚΡΑΤΗΣ» σ. 23, «ΝΟΜΟΙ» σ. 25, «ΑΝΑΜΟΝΗ» σ. 37), γ) της γενικότερης ηθικής, πολιτικής, κοινωνικής και πνευματικής έκπτωσης («ΤΡΥΠΙΑ ΓΡΟΣΙΑ» σ. 14, «ΟΛΑ ΔΙΚΑ ΤΟΥΣ» σ. 22, «ΑΠΟΛΟΓΙΑ» σ. 24, «ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΤΟ ΧΩΜΑ» σ. 34), δ) της αλλοτριωμένης ενηλικίωσης σε σύγκριση με την ανόθευτη παιδική ηλικία, η οποία, ωστόσο, δεν αποτελεί πλέον λυτρωτική ουτοπία, αλλά επιβαρύνει τον ενήλικα με συναισθήματα άγχους, χρέους και ενοχής («ΣΥΛΛΕΚΤΗΣ ΠΕΤΡΩΜΑΤΩΝ» σ. 30, «ΑΝΤΙΣΤΑΣΕΙΣ» σ. 31, «ΑΓΥΡΙΣΤΗ ΣΚΛΑΒΙΑ» σ. 36) και τέλος ε) της αίσθησης της εγγύτητας του θανάτου, μιας ζωής ανούσιας κι υποταγμένης «ΠΕΤΡΕΣ ΕΝ ΚΑΜΙΝΩ» σ. 38, «ΚΛΕΨΥΔΡΑ» σ. 40, «ΣΥΝΤΡΙΒΗ» σ. 41), δεσπόζουν στην ανά χείρας συλλογή, καταδεικνύοντας την πόλη ως τον κατεξοχήν ποιητικό χώρο ενός κόσμου αλλοτριωμένου με διαβρωμένο τον κοινωνικό ιστό, βυθισμένου στον ζόφο της καθημερινότητας και στην πνευματική καταβαράθρωση.

Πίσω από την ειρωνεία, τη σάτιρα και τον σαρκασμό διαφαίνεται, λοιπόν, ένας ποιητής με επίγνωση των αόρατων και απρόσωπων κοινωνικών μηχανισμών της αδυσώπητης εξουσίας, ο οποίος συνειδητοποιεί το βρώμικο παιχνίδι που παίζεται εις βάρος του. Ωστόσο, δεν παραδίνεται αμαχητί∙ τουναντίον επιχειρεί μια απεγνωσμένη ατομική αντίσταση με στόχο την απογύμνωση από τις προσωπικές ή συλλογικές αυταπάτες. Πρόκειται, επομένως, για έναν ποιητή υποψιασμένο, που θέλει να καταγγείλει, χωρίς να τρέφει ψευδαισθήσεις ότι η ποίηση μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. Καυστική ειρωνεία, πίκρα και σαρκασμός είναι ο δυναμικός, ποιητικός αντίλογός του στην καθημερινή φθορά, στην πολιτικοκοινωνική και πνευματική έκπτωση και καταβαράθρωση της ‘νεοκυπριακής’ πραγματικότητας. Μιας πραγματικότητας, που εδώ αρνείται τη μνημείωση ή την αποστειρωμένη ιστορικά ωραιοποίησή της μέσα στα φωτεινά, φυσικά τοπία και σε μια διαχρονική συνέχεια, όπως τη νοσταλγούσε ο Ελύτης ή όπως την περιέγραψε ο Σεφέρης, ο οποίος είδε τη μεγαλόνησο ως έναν αυθεντικό ελληνικό τόπο, «όπου το θαύμα λειτουργεί ακόμη».

ΜΟΝΟ ΠΡΟΣΕΥΧΟΝΤΑΙ (σ. 18)

Σκύβουνε το κεφάλι τα κοτόπουλα
(τι φρόνιμα κεφάλια δίχως φρόνημα)
στα κλουβιά τους με τάξη στοιβαγμένα
λοξοκοιτώντας σαν χαμένα.
Σκύβουν και προσκυνούν τον κύριό τους
(πού να προβλέψουν τι τους ετοιμάζει)
σκύβουν και προσεύχονται τα φρόνιμα κοτόπουλα
απ’ τους θεούς τους ξεχασμένα.
Δίχως ψυχή μα τόσο φρόνιμα
ποτέ δεν ταλαιπώρησαν τον Κύριό τους
που τόσο τα επαινεί καθώς τα παραδίδει
με τα κεφάλια τους σκυμμένα στους σφαγείς
Μ’ ακόμη και τότε κάνουν πως δεν βλέπουν τα μαχαίρια.
Μόνο προσεύχονται σκυφτά. Μόνο προσεύχονται!

Η ανά χείρας συλλογή αποκαλύπτει, επομένως, μια ηθική στάση αντίκρυ στα ασφυκτικά φαινόμενα μιας ανούσιας, αστικής ζωής, ενός κόσμου σαθρού και σάπιου, ο οποίος μόνο με τον κόσμο της Έρημης Χώρας του Έλιοτ μπορεί να συσχετιστεί. Μια στάση απώθησης, αηδίας και συγκρατημένης διαμαρτυρίας υψώνεται απέναντι στην απουσία σταθερών αξιών που παρατηρεί ο ποιητής στο κοινωνικό μας γίγνεσθαι, η οποία, όμως, ποτέ δεν οδηγεί ξεκάθαρα το ποίημα ως την εξέγερση, αλλά, ωστόσο, την εγκυμονεί. Το δραματικό κατακάθι της προσωπικής εμπειρίας, η πίκρα και η αγανάκτηση δεν αποκαλύπτονται φωναχτά∙ αντίθετα, περνούν έμμεσα και γι’ αυτό πιο εύστοχα, συνδυαζόμενα σε όλο το μήκος και το πλάτος της συλλογής με μια σκωπτική, διαβρωτική, ειρωνική διάθεση. Λαμβάνοντας τα πιο πάνω υπόψη, δεν θα ήταν, πιστεύω, παράτολμο και αβάσιμο να υποθέσουμε ότι η αντίδραση του ποιητή δεν συνδέεται μόνο με την τρέχουσα κοινωνικοπολιτική, οικονομική και πνευματική κρίση του τόπου, αλλά και με προσωπικά βιώματα και εμπειρίες.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ερμηνείας, ο παιγνιώδης τίτλος της συλλογής Ληξιπρόθεσμες Επαγγελίες, μετατρέπεται ξεκάθαρα σε σημαντικό ερμηνευτικό κλειδί ολόκληρου του βιβλίου. Κι αυτό γιατί ο πρώτος όρος του τίτλου, το επίθετο, δηλαδή, «Ληξιπρόθεσμες» προσδιορίζει αντιθετικά και ειρωνικά τον δεύτερο όρο, το ουσιαστικό «Επαγγελίες», ακυρώνοντας ή απονευρώνοντάς τον νοηματικά. Αποτελεί, με άλλα λόγια, ένα ειρωνικό, αλλά και αυτοσαρκαστικό σχόλιο τόσο απέναντι στην πολιτική διαφθορά, τον καιροσκοπισμό και την κοινωνική αθλιότητα ενός κόσμου ανερμάτιστου όσο και απέναντι στην ίδια τη λειτουργία ενός ληξιπρόθεσμου και κενού, από οποιοδήποτε κοσμογονικό ή συνεκτικό όραμα, ποιητικού λόγου. Η καταλυτική, πάντως, παρουσία της φθοράς όπως και της μόνιμης αίσθησης του αδιεξόδου είναι αδιάλειπτη και δραστική και καταδεικνύεται αφενός μέσα από τη χρήση συγκεκριμένων συμβόλων (π.χ. πέτρα, κοτόπουλα, Σωκράτης, νόμοι, κύμβαλα, κραυγή, σιωπή κ.λ.π.) και αφετέρου μέσα από τη στοχευμένη, σε ορισμένα ποιήματα, επιστράτευση της υπερρεαλιστικής ρητορικής.

Πιο συγκεκριμένα, η διακειμενική σύνδεση με το ελληνικό υπερρεαλιστικό κίνημα στα ποιήματα («ΜΕΓΑΙΡΕΣ ΤΩΝ ΥΔΡΑΤΜΩΝ» σ. 39, «ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΛΥΡΑΣ» σ. 57, «ΣΤΗ ΛΙΜΝΗ ΤΩΝ ΜΑΤΙΩΝ ΣΟΥ» σ. 59), αποσκοπεί στην ανάδειξη ενός δημιουργικού, ανατρεπτικού, θα λέγαμε, διαλόγου. Παρατηρούμε, με άλλα λόγια, μια ειρωνική απόκλιση από το προσφιλές, ιδιαίτερα στον γενάρχη του ελληνικού υπερρεαλισμού Α. Εμπειρίκο, μοτίβο της ανατροπής, πρώτα, της καθεστηκυίας, αστικής τάξης πραγμάτων και εν συνεχεία της ποιητικής επαγγελίας ενός καθολικού και λυτρωτικού, υπερρεαλιστικού οράματος σεξουαλικής απελευθέρωσης. Ως προς αυτή την κατεύθυνση, ο ευφυής τίτλος Ληξιπρόθεσμες Επαγγελίες είναι δηλωτικός της οριστικής απώλειας και της παντελούς απουσίας οράματος και ελπίδας, που κυριαρχούν σε όλη τη συλλογή.

ΣΤΗ ΛΙΜΝΗ ΤΩΝ ΜΑΤΙΩΝ ΣΟΥ (σ. 58)

Άγρια φωτιά στη λίμνη των ματιών σου. Ποιος πυροδότησε
τις σκέψεις σου; Νομίζεις πως οι διαβάτες θα γύριζαν να
δουν το κυπαρίσσι που λαμπάδιαζε στο κέντρο της πλατείας.
Μα ’χαν τα βλέμματά τους στα σύννεφα. Άντε τώρα να
πείσουν τα όργανα του νόμου ότι δεν γνωρίζουν τίποτα για
τα ρόδια που σκάγανε σαν τρελά στον αέρα ούτε για τις
τροχιές των γυάλινων καρφιών τους. Βαθιά στη λίμνη της
φωτιάς π’ άπλωσε τα πλοκάμια της στα σπίτια γιορτάζανε
τσιγγάνες σαν τρελές την έξοδο τους απ’ την πλήξη. Λες
και δεν είδανε ποτέ ξανά στον ουρανό δαιμονισμένη ρο-
διά να χορεύει, αποτινάζοντας το βάρος των ευθυνών της.
Στάχτη στις ψυχές μας κι άγριος πυρετός. Νερό! Μα πού;
Λευτεριά κι αυτή να σου τύχει σαν δεν έχεις πού ν’ αφή-
σεις τους καρπούς σου, μέχρι να δέσουν τα καράβια στο
λιμάνι της κρυφής ελπίδας πως ήταν όλα μια παραίσθηση.
Ήσουν ωραία. Ακόμα κι αν οι σκέψεις σου λαμπάδιασαν κι
έμειναν στάχτη τώρα πια στον ουρανό των ποιημάτων.

Ο βιωματικός πυρήνας του βιβλίου, το γεγονός ότι στην ψυχοσυναισθηματική πηγή των περισσότερων ποιημάτων βρίσκεται ο καημός, η πίκρα, η απογοήτευση και η αγανάκτηση φαίνεται ότι προσδιόρισε και εν πολλοίς καθόρισε τις εκφραστικές επιλογές του συγγραφέα. Ο Γαλάζης, όπως και στις προηγούμενες συλλογές του (βλ. ενδεικτικά μόνο τους τίτλους των συλλογών Φωτηλασία, Παραδαρμός εν αλφαβήτω, Λοκριγκάνα), αποκαλύπτει εξαρχής την πρόθεσή του για παιγνιώδη και ανατρεπτικά σχόλια, καθώς από το λεκτικό παιχνίδι απορρέει η πικρή ειρωνεία και ο μελαγχολικός σαρκασμός. Πλάι στη δεσπόζουσα ειρωνεία και τον σαρκασμό αξιοποιούνται παράλληλα οι αντιστροφές και το αιφνιδιαστικό παράλογο, που αντιμάχονται τον στείρο τεχνοκρατικό ορθολογισμό και αποκαλύπτουν ένα ποιητικό σύμπαν διαποτισμένο από μια πίκρα βίαια καταχωνιασμένη στα ενδότερα. Το κύριο, πάντως, μέσο αποφυγής του μελοδραματισμού στα ποιήματα της συλλογής είναι η ειρωνική χρήση της μορφής.

Κάτω από αυτό το πρίσμα, δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι αυτή η χιουμοριστική, ειρωνική και σαρκαστική διάθεση υποστηρίζεται τόσο γλωσσικά όσο και μορφολογικά∙ γλωσσικά επιτυγχάνεται με μια προκλητική γλωσσική ετερομιξία (γλωσσικά ίχνη προφορικότητας, καθαρεύουσας, εξουσιαστικού, τεχνοκρατικού, δημοσιογραφικού και πολιτικού λόγου, απηχήσεις του καβαφικού διδακτισμού, της υπερρεαλιστικής ρητορικής, της καρυωτακικής σάτιρας και της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς), ενώ στο μορφολογικό επίπεδο υποστηρίζεται ενίοτε με ομοιοκαταληξίες-καλαμπούρια, με την αξιοποίηση του ελλοχεύοντος διφορούμενου, με ασυνήθιστους τρόπους κάλυψης συντακτικών θέσεων, με τη χρήση μεταφορών, αλληγοριών, συμβόλων και άλλων ρητορικών σχημάτων και πρωτίστως με την ειρωνική, ανατρεπτική χρήση της αυστηρής μορφής του σονέτου.

Εστιάζοντας, ειδικότερα, στη χρήση του είδους του σονέτου στην ανά χείρας συλλογή, παρατηρούμε αρχικά ότι τουλάχιστον 16 από τα 51 ποιήματα που συγκεντρώνονται στην έκδοση ερωτοτροπούν είτε φανερά είτε υπόγεια με το γνωστό δεκατετράστιχο είδος και είναι ανομοιοκατάληκτα. Δεν είναι, μάλιστα, τυχαίο για την αρχιτεκτονική δόμηση της συλλογής ότι τόσο το εναρκτήριο όσο και το καταληκτικό ποίημα είναι δεκατετράστιχα. Το πρώτο διατηρεί την αυστηρή στροφική φόρμα των τεσσάρων στροφών του ιταλικού και γαλλικού σονέτου, αρχικά δύο τετράστιχων και εν συνεχεία δύο τρίστιχων (4,4,3,3), ενώ το τελευταίο διαστρεβλώνει τη στροφική αυστηρότητα του είδους σε τρεις στροφές μια τρίστιχη, μια πεντάστιχη και μια εξάστιχη. Σημειώνω, μάλιστα, εμφαντικά ότι σε αυτή την καταμέτρηση δεν υπολογίστηκαν άλλα 4 ποιήματα: 2 δεκαεπτάστιχα, που θα μπορούσαν καταχρηστικώς να θεωρηθούν σονέτα με ουρά και 2 εικοσάστιχα, που πάλι παρακινδυνευμένα θα μπορούσαν να θεωρηθούν διπλά σονέτα. Δεν καταμετρήθηκε επίσης το ποίημα δεκατριών στίχων («ΑΝΑΞΙΟΙ ΚΗΠΟΥΡΟΙ» σ. 35), το οποίο είναι, κατά την άποψή μου, σκόπιμα κουτσουρεμένο κατά ένα στίχο, σονέτο, καθώς τραγικές περσόνες του ποιήματος αποτελούν, όπως δηλώνει αλληγορικά ο τίτλος, ανάξιοι κηπουροί.

Παρατηρώντας, τώρα, προσεκτικά τα 16 αυτά δεκατετράστιχα ποιήματα βλέπουμε ότι μόνο 6 από τα 16 διατηρούν άθικτη την εξωτερική μορφή του στροφικού συστήματος του σονέτου (4,4,3,3 = 14 στίχοι). Πέρα από το κανονικό ανομοιοκατάληκτο σονέτο, εντοπίζουμε 3 ανάποδα σονέτα (3,3,4,4) ή και τη συγκεκαλυμμένη παρουσία 7 δεκατετράστιχων ποιημάτων, που υλοποιούνται με ποικίλους συνδυασμούς στροφικών συστημάτων [(4,3,3,4), (3,4,3,4), (3,4,4,3), (2,3,2,4,3), (2,2,2,2,2,2,2), (3,5,6), τα οποία θα μπορούσαμε συμβατικά, χάριν συζήτησης, να τα ονομάσουμε ψευδοσονέτα. Σε συνδυασμό με την πολύτροπη ανατροπή του εξωτερικού, στροφικού συστήματος του σονέτου σημειώνουμε παράλληλα και την εσωτερική αποδιοργάνωση του είδους, η οποία επιτυγχάνεται αφενός με τον συντακτικό κατακερματισμό στίχων (π.χ. χωρίζοντας το υποκείμενο από το κατηγορούμενο) και αφετέρου με έντονους διασκελισμούς, οι οποίοι προκαλούν ισχυρή διατάραξη της σύνταξης και κατ’ επέκταση του νοήματος, τόσο σε σχέση με συνεχόμενους στίχους όσο και με συνεχόμενες στροφές∙ στοιχεία που προκαλούν αδιαμφισβήτητα την αίσθηση ενός επώδυνου ποιητικού αδιεξόδου μπροστά στις αντεστραμμένες πνευματικές αξίες της σύγχρονής μας πολιτικοκοινωνικής, πολιτιστικής, πολιτικής και εθνικής πραγματικότητας. Αυτή η αντιστροφή, μάλιστα, των αξιών καταδεικνύεται και μορφικά με τη χρήση του ανάποδου σονέτου. Παράλληλα η κυρίαρχη αίσθηση της ανθρώπινης διάλυσης, της ηθικής αποσύνθεσης και της αποσπασματικότητας προβάλλεται μορφικά τόσο με την εξωτερική διάσπαση του στροφικού συστήματος του σονέτου όσο και με την εσωτερική διατάραξη της σύνταξης και του νοήματος.

Κάτω από αυτό το πρίσμα, είναι, προφανές ότι ο Λεωνίδας Γαλάζης, στην προσπάθειά του να εκφράσει έναν κόσμο, αλλοτριωμένο, βουλιαγμένο στον πολιτικό, κοινωνικό και πνευματικό βούρκο, χωρίς καμιά καταφυγή ή προοπτική μιας κάποιας έστω ανοικοδόμησης ή αποκατάστασης, πειραματίζεται με το σονέτο, ούτως ώστε να δημιουργήσει τις μορφές εκείνες που θα μπορέσουν να αισθητοποιήσουν τις νέες σχέσεις με την κοινωνία του και τον εαυτό του. Ο Καρυωτάκης, κρατώντας άθικτο το εξωτερικό, στροφικό περίβλημα του είδους, αλλά ανατρέποντας πολύτροπα την αισθητική της μορφής του από μέσα, δημιούργησε τον περίφημο, παράφωνο ήχο των «ξεχαρβαλωμένων κιθάρων». Ο Λεωνίδας Γαλάζης, σε έναν κόσμο ληξιπρόθεσμων επαγγελιών, μπροστά σε αυτή την ολοκληρωτική διάλυση και αλλοτρίωση που ζούμε, προχωρεί ένα βήμα παραπέρα και αποκαλύπτει τα «σπασμένα φτερά» της δικής του μουσικής ποίησης, διαλύοντας ή ανατρέποντας και τα δύο και το εξωτερικό περίβλημα και το εσωτερικό του σονέτου. Η σημαίνουσα, πάντως, χρήση του σονέτου, αλλά και γενικότερα η οργάνωση των ποιημάτων της συλλογής, υποβάλλουν έντονα στον αναγνώστη την αίσθηση ενός προσωπικού ρυθμού και μιας ποίησης που θεμελιώνεται γερά στη μουσικότητα. Πιο συγκεκριμένα, την εικόνα ενός θρυμματισμένου, μάταιου, με μουσικούς όρους, κόσμου παρουσιάζει το ποίημα «ΚΥΜΒΑΛΑ», ενώ το θέμα της βίαιης καθυπόταξης, κουρδίσματος της ανθρώπινης προσωπικότητας από μια αόρατη εξουσία αναπτύσσει το εξαιρετικό ποίημα «ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΛΥΡΑΣ».

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ανάγνωσης, η δεσπόζουσα θεματική της συλλογής σε συνδυασμό με την καινοτόμα, ανατρεπτική μορφολογικά, χρήση του σονέτου, αποδεικνύουν ότι ο Γαλάζης θέλει να κρατήσει ζωντανή τη μνήμη του Καρυωτάκη, καθώς και ο ίδιος εκφράζει συναφή αδιέξοδα σε προσωπικό και κοινωνικό επίπεδο. Είναι σαφές, ωστόσο, ότι η διακειμενική σύνδεση με τον αυτόχειρα της Πρέβεζας δεν εξυπηρετεί ένα είδος ποιητικής ειδωλολατρίας, αλλά έναν γόνιμο διάλογο. Έναν διάλογο που διακρίνεται σε υπόγειες επιδράσεις και σε ομολογημένα δάνεια και που, αφενός επικεντρώνεται στη δημιουργική και αφομοιωτική σχέση με τα δραστικά και ανθεκτικά στον χρόνο στοιχεία της ποίησης του Καρυωτάκη και αφετέρου καταδεικνύει την εξακολουθητική επαναφορά ενός αισθητικού ζητήματος που ταλανίζει τον μοντέρνο ποιητή: τη ρήξη του με την κοινωνία. Πρέπει να επισημανθεί εμφατικά ότι και οι δύο ποιητές υιοθετούν τον ρόλο του μοναχικού ακροβολιστή και όχι του στρατευμένου, εκείνου, δηλαδή, που έχει ένα αναπτυγμένο συνολικό επαναστατικό όραμα ή πρόγραμμα και θέλει να το επιβάλει. Είναι φυσικό, λοιπόν, εκφράζοντας ένα κλίμα κοινωνικής διάψευσης και αποξένωσης να αντιπροσωπεύουν αμφότεροι μια προσωπική αντίσταση χωρίς προγραμματικούς στόχους. Η στενή, επομένως, συναισθηματική και ψυχική συγγένεια του Γαλάζη με τον Καρυωτάκη αναδεικνύει περίτρανα για ακόμη μια φορά την αναμφισβήτητη αισθητική αξία και επικαιρότητα του καρυωτακικού έργου.

Συνοψίζοντας, στην τελευταία του συλλογή «ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΣΜΕΣ ΕΠΑΓΓΕΛΙΕΣ», ο Λεωνίδας Γαλάζης, βαθιά ταραγμένος και απογοητευμένος από τη σύγχρονή του πολιτική, κοινωνική και πνευματική πραγματικότητα, μιλά από τη μια συμβολικά, συγκρατημένα και χαμηλόφωνα κι από την άλλη ξεκάθαρα κι αιχμηρά. Μέσα από τις ποικίλες αντινομίες του ποιητικού του λόγου [(λυρισμός-καταγγελία), (κυριολεξία-μεταφορά), (εξομολόγηση, σιωπή-κραυγή), (παιδική αθωότητα-ενηλικίωση, καχυποψία), (τρυφερότητα-ειρωνεία, σαρκασμός, αυτοσαρκασμός), (μελαγχολία-παρωδία), (υποβλητική ατμόσφαιρα-λεκτικό παιχνίδι), (ρεαλιστικό- υπερρεαλιστικό), (πραγματικό-φανταστικό)], επιχειρεί να ελκύσει τον αναγνώστη του, υπηρετώντας το πνεύμα της κριτικής του στάσης. Επιμέρους ενστάσεις σε κάποια ποιήματα της συλλογής για έλλειψη ουσιαστικού βιωματικού υποστρώματος, εγκεφαλικότητα και επιτήδευση υπάρχουν και εκτιμούνται ως υποχώρηση σε σχέση με την προηγούμενή του συλλογή. Η παρούσα, όμως, συλλογή, με τις λεκτικές και μορφολογικές ανατροπές, τις σημασιακές εμβαθύνσεις και τους συμβολικούς συσχετισμούς, αιφνιδιάζει τον αναγνώστη και επιτυγχάνει, ανεπιφύλακτα, ένα ψηλό αισθητικό αποτέλεσμα. Επιπρόσθετα, αποκαλύπτει μια ελεύθερη, αλλά και επώδυνη στις επιλογές της πνευματική και ποιητική στάση, η οποία προϋποθέτει την αναφαίρετη μοναξιά μέσα στην πολύβουη αγορά της πολιτείας.

http://www.poiein.gr/archives/33703/index.html

Δοκιμές συγκολλήσεως

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

ΟΧΗΜΑ ΚΑΙ ΠΡΟΤΥΠΟ Η ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ

Ψήγματα της υπό παρουσίαση συλλογής «Δοκιμές συγκολλήσεως», θεματικά, στυλιστικά, υφολογικά προϋπήρχαν και στην προτελευταία συλλογή του Λεωνίδα Γαλάζη, που έφερε τίτλο «Λοκριγκάνα» και καταξιώθηκε με το κρατικό βραβείο ποίησης το 2010. Και αναφέρομαι πρωτίστως στη «μεταλλουργία- σιδηρουργία». Τόσο ως θεματικό έναυσμα όσο και ως εκφραστικό μέσο, με αυτοαναφορικά μεν στοιχεία, αλλά και καθολικές μεταπλάσεις-υπερβάσεις.

Χαίρομαι να σημειώσω πως ανάλογη συνέχεια και αλληλουχία διαπίστωσα και όταν παρουσίαζα τη «Λοκριγκάνα» σε σχέση με τη συλλογή που προηγήθηκε και έφερε τίτλο «Παραδαρμός εν αλφαβήτω», του 2007, όπου επίσης ενυπήρχαν στοιχεία και ποικιλότροπα ψήγματα της συλλογής που ακολούθησε.

Ο Λ.Γ. είναι από τους ποιητές που πιο συχνά γράφουν για εκείνα που τους ενοχλούν παρά για εκείνα που τους μαγεύουν, πιο πολύ για εκείνα που τους εξοργίζουν παρά για εκείνα που τους θέλγουν. Έτσι στο «Τα κέρματα» (σελ. 15), λέει: «Ήρθαν ντυμένα τα κοράκια / όπως όριζε η περίσταση» ή στο «Αποστειρωμένα αισθήματα» (σελ. 16), αποφαίνεται: «Δισκία, ενέσεις, περικοκλάδες / λευκοντυμένοι Σαμαρείτες /με τ’ αποστειρωμένα αισθήματα» και στο «Η σκόνη» (σελ. 17) διαπιστώνει: «Κοιτούσαν τη σκόνη / στα ρούχα τους / κι όχι το χώμα / που για πάντα σε κάλυπτε».

Κύριος θεματικός άξονας του βιβλίου τα ζητήματα της ζωής και του θανάτου. Με τον ποιητή συχνά να υποδεικνύει το εφήμερο αν όχι και το μάταιο του πράγματος. Π.χ. όταν τονίζει: …«τα λικνίσματα των ζωντανών διαιωνίζονται / τριγύρω από τις εφήμερες λάμψεις / και οι γυάλινες αποσκευές τους /ξεμένουνε στ’ αζήτητα των λιμανιών» στο «Στην πλάτη του ξύλου» (σελ. 21).

Η ίδια οπτική γωνία έρχεται και επανέρχεται συχνά όταν στο «Μέταλλα της μνήμης» (σελ. 23) απευθυνόμενος σε β’ ενικό πρόσωπο στον πατέρα του, όπως κάνει εξάλλου στα πλείστα ποιήματα της συλλογής, λέει: «Εσύ βέβαια γνώριζες τις κατάλληλες θερμοκρασίες / συγκολλήσεως κάθε μετάλλου / μόνο που και τότε διαισθανόσουν / το πρόσκαιρο κάθε μορφής / μπροστά στην επέλαση των μικροβίων της σκουριάς / των αγγέλων της υγρασίας».

Εικόνες σιδηρουργίας-μεταλλουργίας επιστρατεύονται συνεχώς, πότε αλληγορικά, πότε μεταφορικά, για να φωτίσουν, με την οπτική γωνία του ποιητή, καίρια υπαρξιακά ζητήματα, αλλά και μνήμες παιδικές που επιστρέφουν σαν μέταλλα, πυρακτωμένα ή οξειδωμένα.

Στο «Ανεπιγνώστως» (σελ. 25) θεωρώ ότι υποβόσκει, ενδεχομένως υπόγεια αλλά διαυγέστατα, και το ταξικό υπογάστριο της ποίησης του Λ.Γ. Αφού «λιμουζίνες αναπαύονται πάλαι πότε θαμβωτικές», οι οποίες «υπέβλεπαν τ’ αυτοκίνητα των εργατών». Για να καγχάσει στη συνέχεια: …«λες και δεν θα λίπαιναν κι αυτές / με τα πανάκριβα λάδια τους / τη γη που κανείς δεν γνωρίζει / πότε θ’ ανοίξει ξανά τα σαγόνια της».

Με όχημα και πρότυπο τη μορφή του αποθανόντος πατέρα του, ο Λ.Γ επιχειρεί να αναλύσει και να εμβαθύνει σε ζητήματα κοινωνικής υφής, υπαρξιακών αναζητήσεων ή άλλου φιλοσοφικού περιεχομένου, επιστρατεύοντας, συχνά-πυκνά και τη μεταφυσική, σε μια προσπάθεια ετεροχρονισμένης συνομιλίας και διαλόγου με τον εκδημήσαντα.

Η αισθητική κατηγορία της μνήμης, όπως σε όλες τις περιπτώσεις ποιητικής καταγραφής άλλωστε, συνυφαίνεται άρρητα και με την αντίστοιχη κατηγορία του χρόνου. Μόνο που αν η μνήμη σαγηνεύει και γαληνεύει τον Λ. Γ. ο χρόνος μάλλον τον δυναστεύει, ή τουλάχιστον τον ανησυχεί. Έτσι στο «Ανίατα ρολόγια» (σελ. 39) αποφαίνεται πως …«Τα ρολόγια τις αυταπάτες μας / μόνο μετρούν».

Ο ποιητής δελεάζεται, θέλγεται, ελκύεται, τόσον ο ίδιος όσο προφανώς και το πρότυπό του, μάλλον από εκείνο που δεν ακολούθησε ποτέ στη ζωή του, το ανυπότακτο, το απείθαρχο, το ατίθασο. Αυτό το συναίσθημα περιγράφεται εξόχως παραστατικά στο «Ανυπότακτοι σπινθήρες» (σελ. 42), όπου ο ποιητής μιλά για τους Τσιγγάνους, όταν ομολογώντας τη ζήλεια του, λέει: «Πόσο εύκολα παρασύρονταν / από τους ανυπόταχτους σπινθήρες / και μαζί τους ταξίδευαν!».

Προσφιλής αισθητική μανιέρα στο Λ. Γ., που απαντάται και σε προηγούμενες συλλογές του, είναι και η χλεύη. Η χλεύη στο πρέπον, στο ορθόν, στο αρμόζον, στο δεόντως επιβεβλημένο. Παραστατικά και ανάγλυφα αυτή η στάση καταγράφεται με ιδιαίτερη ευκρίνεια στο «Όλα τακτοποιήθηκαν…» (σελ. 50). Παραθέτω ένα ενδεικτικό απόσπασμα: «Όλα τακτοποιήθηκαν όπως έπρεπε. / Οι υπάλληλοι στα γραφεία τους / οι άνεργοι στα επιδόματά τους / οι ποιητές στα κελιά τους / οι νεκροί στα κρεβάτια τους / οι σπινθήρες στις θήκες τους / οι ζωντανοί στις αυταπάτες τους.»

Οι προμετωπίδες που υπάρχουν σε αρκετά ποιήματα παραπέμπουν σε διακειμενικούς διαλόγους. Πιο εύστοχη και πιο βαθιά απ’ όλες τις άλλες θεωρώ τη «συνομιλία» με τον Άρθουρ Μίλλερ, με βάση το αριστουργηματικό θεατρικό του τελευταίου «Ο θάνατος του εμποράκου». Στην προκειμένη περίπτωση, αυτό που επιχειρείται, με ουδόλως ευκαταφρόνητα αποτελέσματα, είναι μια προέκταση του πρωτογενούς υλικού. Στο «Τα μυστικά της ψυχής σου δάκρυα» (σελ. 52), ο αποθανών εμποράκος, δια στόματος Λ.Γ. απευθύνεται στη σύζυγο του λέγοντας : «Ετοίμασε μου μια ζεστή γωνιά στην ψυχή σου / να μπορώ να φυτεύω τους σπόρους μου τα βράδια / να κάνω σχέδια για τη ζωή σαν έφηβος / κι εσύ να μου φωνάζεις να ξαπλώσω / κι εγώ να σ’ αποκρίνομαι πως ειν’ ακόμα νωρίς /και δεν νυστάζω».

Ο Λ.Γ. έχει κατακτήσει ένα επίπεδο ποιότητας, σύνθεσης και εμβάθυνσης του ποιητικού του λόγου που τον καταξιώνει, κατά τη γνώμη μου, στην κρίση του αναγνωστικού κοινού, ως ένα από τους αξιολογότερους ποιητές της γενιάς του. Οι προσδοκίες αλλά και οι απαιτήσεις από ποιητές της δικής του εμβέλειας, είναι πάντοτε μεγάλες. Και μακάρι πάντα να δικαιώνονται, στον υψηλό σταθμό που δικαιώθηκαν τώρα.

Κυριακή 23 Ιουνίου 2013 Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ

ΑΝΤΗΣ ΚΑΝΑΚΗΣ

Οι λάμψεις των συγκολλήσεων φωτίζουν την ιστορία της κυπριακής εργατικής τάξης

Είναι η έβδομη ποιητική συλλογή του ποιητή Λ. Γαλάζη. Εξέδωσε ακόμα έξι συλλογές ποιημάτων. Η συλλογή του,«Λουκριγκάνα» τιμήθηκε με κρατικό

βραβείο ποίησης το 2010. Η συλλογή, «Δοκιμές συγκολλήσεων» είναι αφιερωμένη στη μνήμη του πατέρα του ποιητή, συγκολλητή, που εργαζότανε σε μεταλλείο.

Οι σπινθήρες – οι λάμψεις των συγκολλήσεων, του πατέρα – Γαλάζη, φωτίζουν διαμέσου της ποίησης του Λεωνίδα, μια άλλη εποχή.

Την εποχή των πατεράδων και παππούδων μας – της κυπριακής εργατικής τάξης: των μεταλλωρύχων, οικοδομών, γεωργών, βιοτεχνών, που εργαζόνταν σκληρά για ένα πενιχρό μεροκάματο για να συντηρήσουν τις οικογένειές τους.

Ο ποιητής των «Συγκολλήσεων» ταξιδεύει με τη μνήμη του και φέρνει στο φως με τις σπίθες – λάμψεις του πατέρα του, την κοινωνική ζωή εκείνης της εποχής της φτώχειας, της μιζέριας του εργαζόμενου λαού μας.

Στο ποίημα του «Στα μονοπάτια των Αγιασμάτων» γράφει (απόσπασμα):

«Μόνος, κατάμονος.
Μαύρες ελιές και ξερό ψωμί
κι ας έτριζαν τα δόντια τους τα τρωκτικά.
Το ξύδι κι η χολή
που σε πότισαν
αυτοί που τώρα κοίταζαν
τη σκόνη στα ρούχα τους.
Μόνος!
Κι ο κύρης σου στ’ αμόνι σκυφτός
στη φωτιά παραδίδοντας τα φοβερά μυστικά».

Με το δικό του, ποιητικό τρόπο, ο Λ.Γ. μας δίνει μια εικόνα της καθημερινής ζωής των ανθρώπων εκείνης της εποχής. Κι ο πατέρας του συνέχεια μάχεται κτυπά τ’ αμόνι… «στη φωτιά παραδίδοντας τα φοβερά μυστικά…».

Τα μυστικά της ζωής τα κουβαλούν μέσα τους οι εργαζόμενοι που καθημερινά αγωνίζονται, παλεύουν για να επιβιώσουν.

Όταν πραγματοποιούνται οι συγκολλήσεις οι λάμψεις μένουν, κατά τον ποιητή, στη μνήμη και τη συνείδηση και μας φωτίζουν.

Στο ποίημα: «Μένουν οι λάμψεις» τονίζει: (απόσπασμα):

«Τουλάχιστο μένουν οι λάμψεις
και τα φευγαλέα παιχνιδίσματα των σπινθήρων
που σε κλάσματα δευτερολέπτων ψύχονται
κι αμέσως κατακάθονται
με βαριά καρδιά στο πάτωμα
σαν ταπεινά ρινίσματα σιδήρου».

Ομως μέσα στη στάχτη των ρινισμάτων του σιδήρου αγρυπνούν λίγες σπίθες για να συνεχίσουν μετά το τρελό χορό τους.

Στο ποίημα: «Αγρυπνες Σπίθες» λέει τα πιο κάτω: (απόσπασμα):

«Λίγοι σπινθήρες όμως αγρυπνούσαν
κάτω από τα νεκρά ρινίσματα
και κει που δεν το περιμέναμε
μια εστία φωτιάς στο πάτωμα
(εκεί να μένουν άγρυπνοι!)
κι όλα τα ρινίσματα τραγουδώντας
ανέβαιναν πάλι
και χόρευαν σαν τρελά στον αέρα
κι ύστερα πάλι έπεφταν στο πάτωμα
και νόμιζα πως ήταν πια νεκρά
μα εσύ, πατέρα, γνώριζες πολύ καλά
την παρελκυστική τακτική των ρινισμάτων
που δεν τα βάζουνε κάτω
παρά καλύπτονται προσεχτικά
κάτω από τις επάλληλες στρώσεις της στάχτης
και κει που δεν το περιμένεις ζωντανεύουν
(εκεί να μένουν ζωντανά)
κι αναδεύουν τα βάθη της ψυχής μας
και χορεύουν έξαλλα μες στο καμίνι της ψυχής μας».

Αυτά όλα συντελούνται στη μνήμη στη συνείδηση στο υποσυνείδητο του ποιητή και των αναγνωστών του, μελετητών, των ποιημάτων του.
Χορεύουν έξαλλα μες το «καμίνι της ψυχής μας» οι σκιές των προγόνων μας που πάλευαν με τα μέταλλα και καρπούνταν οι ξένοι εργοδότες τούς κόπους τους, την υπεραξία της εργασίας τους.
Με φωτισμένο το νυστέρι της μνήμης, από τις λάμψεις των συγκολλήσεων, ο ποιητής διεισδύει στις γαλαρίες και μας παρουσιάζει μια εικόνα των συνθηκών εργασίας των μεταλλωρύχων:
«Μέταλλα της μνήμης»
(απόσπασμα):
«Ξυπνώντας μεσάνυχτα
για την τρίτη βάρδια στο μεταλλείο.
Στο παλιό λεωφορείο με τους εργάτες
με τις αγκούσες στην τσάντα σου
στων βουνών τις κορφές
αναζητώντας το νόημα
των συνεχών περιπλανήσεων
των καταβάσεων στις υγρές γαλαρίες
με το λιγοστό φως των φαναριών»

Ο ποιητής θλίβεται γιατί δεν έμαθε την τέχνη των συγκολλήσεων και δυσκολεύεται να συγκολλήσει τα μέταλλα της μνήμης:

«Δεν έμαθα την τέχνη σου
και να που τώρα δυσκολεύομαι
να συγκολλήσω τα μέταλλα της μνήμης
λίγη φωτιά περισσότερη απ’ ό,τι χρειάζεται
και τα κομμάτια σωριάζονται
άμορφες μάζες στο πάτωμα».

Και συνεχίζει: «Κεντώντας με ήλεκτρα τη μνήμη»:

«Ψάχνω στην αποθήκη μας να βρω
τα παλιά σου ήλεκτρα
να συγκολλήσω τα θραύσματα της μνήμης».

Ο Λ. Γαλάζης καταφέρνει, με τα ήλεκτρα του πατέρα του, να ενώνει τα θραύσματα της μνήμης. Να ενώνει το παρόν με το παρελθόν, με τη διαλεκτική του σκέψη.
Οι μεταλλωρύχοι κι αμιαντωρύχοι έπασχαν από την ασθένεια της πνευμονοκονίασης, γιατί δεν είχαν τ’ απαιτούμενα προστατευτικά μέσα από τη σκόνη των μετάλλων (του χαλκού και του αμιάντου).
Στο ποίημα του, «Η σκόνη στα πλεμόνια σας» ο ποιητής
γράφει (απόσπασμα):

«Η σκόνη στα πλεμόνια σας
Γιατί να ενοχλήσουν τους επιστάτες
οι αναθυμιάσεις κι η μαύρη σκόνη
που κατακάθιζε στα πλεμόνια σας»
και συνεχίζει:
«Η σκόνη στα πλεμόνια σας
ήταν δικό σας πρόβλημα και μόνο.
Ας το αντιμετωπίζατε με θάρρος, επιτέλους.
Και μόνοι!»

Πολλοί ήταν οι μεταλλωρύχοι και η αμιαντωρύχοι που έχασαν τη ζωή τους από την πνευμονοκονίαση, χωρίς βέβαια να έχουν την απαιτούμενη ιατρική περίθαλψη.
Με τις συγκολλήσεις ασχολούνταν κι οι «Τεχνουργοί σπάνιων κοσμημάτων» κι ασχολούνται μέχρι σήμερα. Σμίγουν (συγγολλούν) το χρυσάφι μ’ ευτελή μέταλλα για να κερδοσκοπούν…

«Ηξεραν, έλεγαν, τι γεύση έχει το χρυσάφι
οι τεχνουργοί των σπάνιων κοσμημάτων.
Πόσο λεπτεπίλεπτα στον πάγκο τα εργαλεία τους
τι νευρασθενικές οι ζυγαριές ακριβείας τους!»

Ο πατέρας του ποιητή, όμως δεν ασχολείτο με την αλχημεία δεν ήταν αλχημιστής, συγκολλούσε γνήσια μέταλλα.

«Ενώ εσύ που παίδευες τα ταπεινά σου μέταλλα με τη βαριά
δεν έμαθες ποτέ την τέχνη των περιστροφών,
των ελιγμών, των λήρων, των φληναφημάτων»

Ένα ποίημα, ξεχωριστό, της συλλογής που δεν έχει σχέση με τις συγκολλήσεις και τους σπινθήρες είναι «Τα μυστικά της ψυχής σου δάκρυα».
Ο ποιητής το εμπνεύστηκε από το θεατρικό έργο του Αμερικάνου δραματουργού Αρθουρ Μίλλερ «Ο θάνατος του εμποράκου».
Συνεχίζει το διάλογο και μεταξύ των πρωταγωνιστών του δράματος: του Γουίλλυ Λόμαν και της συζύγου του, Λίντας, με ποιητικό δραματικό ύφος. Και καταφέρνει, λακωνικά, να διατυπώσει το κύριο νόημα του έργου, (απόσπασμα):
Λέει ο Γουίλλυ στη Λίντα:
«Να με περιμένεις, Λίντα, Μην πάψεις ποτέ να με περιμένεις.
Τι να τα κάνω πια τα δάκρυά σου
και τις άλλες εκδηλώσεις του πένθους;
Να ξέρεις, Λίντα, πως η ψυχή του Γουίλλυ Λόμαν
προς την ψυχή σου μόνο κατευθύνεται
κι όχι στον ουρανό ή στον Κάτω Κόσμο.
Να ξέρεις πως η ψυχή του εμποράκου
θα χαθεί για πάντα
μόνο τη μέρα που θα πάψεις εσύ να τη γυρεύεις
μόνο τη μέρα που θα το πάρεις απόφαση
ότι δεν λείπω προσωρινά σε ταξίδι.
Γιατί μου ζητάς να σε συγχωρέσω, Λίντα;
Τι να κάνω πια τα δάκρυα
και τους θεατρινισμούς των κηδειών;
Ο ποιητής Λεωνίδας Γαλάζης σ’ αυτή του τη συλλογή: «Δοκιμές συγκολλήσεων» ταξιδεύει, με τις λάμψεις των συγκολλήσεων του πατέρα του σε μια άλλη εποχή και μας παρουσιάζει, σαν σε κινηματογραφική ταινία, με το στίχο του, τη βιοπάλη και τους αγώνες των μεταλλωρύχων για να
επιβιώσουν στις αντίξοες συνθήκες.
Εκείνης της εποχής και της στυγνής εκμετάλλευσης του μόχθου τους από τους εργοδότες.
Μας περιγράφει μια ζωντανή εικόνα του κοινωνικού γίγνεσθαι στην Κύπρο κατά τον εικοστό αιώνα, επί αγγλοκρατίας και στα πρώτα χρόνια της Κυπριακής Ανεξαρτησίας.
Οι λάμψεις των «συγκολλήσεων» φωτίζουν, με τη μνήμη του ποιητή, την οικογενειακή, κοινωνική διαβίωση και τις σκληρές συνθήκες εργασίας, των Κυπρίων εργαζομένων κατά τον 20ο αιώνα, όποτε διαμορφώνεται και οργανώνεται η κυπριακή εργατική τάξη.

ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΧΑΡΑΥΓΗ ΚΥΡΙΑΚΗ 6 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2013

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ ΚΑΛΛΙΝΟΣ

Κάτω απ’ τα νεκρά ρινίσματα

Αινιγματική είναι η φύσις της ποιήσεως, του είδους εκείνου του λόγου που βρίσκεται εν τω μέσω του νοητού και του υπέρλογου, του ρητού και του άρρητου. Απερινότητος, μας λέει ο Ζήσιμος Λορεντζάτος ο χαρακτήρ της ποιήσεως. Απερινόητος και ο τίτλος της τελευταίας ποιητικής συλλογής του Λεωνίδα Γαλάζη, «Δοκιμές συγκολλήσεως».

Διαβάζοντας όμως κανείς τα πρώτα ποιήματα του βιβλίου, αρχίζει να αντιλαμβάνεται ότι ο τίτλος του έχει ως ένα σημείο και κυριολεκτικό νόημα. Τα ποιήματα της συλλογής είναι σχεδόν εξ ολοκλήρου αφιερωμένα στον πατέρα του ποιητή – περιορισμένος αριθμός ποιημάτων είναι αφιερωμένα στην μητέρα του. Άνθρωποι και οι δύο, οι οποίοι όπως συνάγεται από την ποιητική αφήγηση έζησαν σκληρά και δύσκολα χρόνια.

«Ξυπόλυτος με μπαλωμένα ρούχα/ ροβόλαγες στα μονοπάτια…/ Μόνος, κατάμονος./ Μαύρες ελιές και ξερό ψωμί/ κι ας έτριζαν τα δόντια τους τα τρωκτικά…»

Η ταπεινή και σκληρή εργασία του χειρώνακτα σιδηρουργού, διά της αλχημικής ουσίας της ποιήσεως λαμβάνει μια σχεδόν ιερουργική διάσταση και μεταμορφώνεται σε ποιητική κατάσταση. Ο Paul Ricoeur γράφει ότι η ποιητική φαντασία έχει την ιδιότητα όχι απλά να περισυλλέγει εικόνες τις αισθητής εμπειρίας αλλά να δημιουργεί ένα καινούριο ποιητικό κόσμο, ο οποίος παρέχει μια νέα νοηματοδότηση της υπάρξεώς μας.

Περιγράφοντας ποιητικά στοιχεία ή αντικείμενα του εργαστηρίου του συγκολλητή μετάλλων πατέρα του, ο ποιητής εκφράζει τα στοιχεία εκείνα που έχουν εγγραφεί στην ψυχή του. Τα αντικείμενα αυτά δεν είναι πλέον συμβατικά αντικείμενα αλλά ποιητικά σύμβολα, τα οποία διά της φαντασίας παράγουν νέα νοήματα, και με την αναπάντεχη χρήση της γλώσσας ποιητικές εικόνες.

Οι ονειρικές εικόνες της ποίησης του Λεωνίδα Γαλάζη και οι υποσυνείδητες ποιητικές αναμνήσεις σχετίζονται με μια ποιητική του εσωτερικού χώρου, όπως την ορίζει ο Gaston Bachelard. Οι αναμνήσεις αναδύονται αυθόρμητα και αβίαστα από το ψυχικό υπόστρωμα του ποιητικού υποκειμένου και εκφράζονται ως ποιητικός λόγος. Σ’ αυτού του είδους την ποίηση κυρίαρχο είναι το ποιητικό Cogito (η υπόσταση δηλ. του ποιητή), η οποία φθάνει μέχρι τα όρια της σολιψιστικής υπαρξιακής κατάστασης.

Λίγοι σπινθήρες όμως αγρυπνούσαν/ κάτω από τα νεκρά ρινίσματα/ και κει που δεν το περιμέναμε/ μια εστία φωτιάς στο πάτωμα/ [εκεί να μένουν άγρυπνοι!]/ κι όλα τα ρινίσματα τραγουδώντας/ ανέβαιναν πάλι/ και χόρευαν σαν τρελά στον αέρα/ κι ύστερα πάλι έπεφταν στο πάτωμα/ και νόμιζα πως ήταν πια νεκρά/ μα εσύ, πατέρα, γνώριζες πολύ καλά/ την παρελκυστική τακτική των ρινισμάτων/ που δεν τα βάζουνε κάτω/ παρά καλύπτονται προσεχτικά/ κάτω από τις επάλληλες στρώσεις της στάχτης/ και κει που δεν το περιμένεις ζωντανεύουν/ [εκεί να μένουν ζωντανά]/ κι αναδεύουν τα βάθη της ψυχής μας/ και χορεύουν έξαλλα μες στο καμίνι της ψυχής μας…

Παρόλο που ο Γαλάζης γράφει σε ελεύθερο στίχο, χρησιμοποιεί δηλ. την κατ’ εξοχήν μοντερνιστική ποιητική, το εξομολογητικό, μελαγχολικό και θρηνητικό ύφος της ποίησης της τελευταίας του συλλογής θα μπορούσε να της προσδώσει τον χαρακτηρισμό της μοντέρνας ελεγείας λύπης. Τα ποιήματα της συλλογής μπορούν να διαβαστούν ως αποσπάσματα μιας αυτοτελούς και αδιάσπαστης σύγχρονης ελεγειογραφίας, καθώς όλα συγκλίνουν θεματολογικά, και συνυφαίνονται υφολογικά, δημιουργώντας ένα ενιαίο και αδιαίρετο ποιητικό όλον.

Η ελεγεία, το κατ’ εξοχήν ποίημα που εκφράζει την σχέση του ανθρώπου με τον θάνατο, η ποίηση δηλ. που εκφράζει το δέος, την θλίψη και την αγωνία του θανάτου, δεν μπορεί να μην περιέχει ταυτόχρονα κι ένα είδος στοχαστικής ενατένισης, καθώς όπως γράφει ο Πλάτων, σ’ αυτήν την απορία περί θανάτου έγκειται όλη η ουσία της φιλοσοφίας – Φιλοσοφία εστί η μελέτη θανάτου. Μια ποίηση λοιπόν με έντονο το στοιχείο του θανάτου ή μια ποίηση περί θανάτου, δεν μπορεί παρά να οδηγεί σε μια στοχαστική διάθεση για τα ουσιώδη ζητήματα υπάρξεως, της αθανασίας της ψυχής, της σχέσης της ύλης και του πνεύματος, τους σώματος και της ψυχής, την μοίρα της ψυχής μετά τον περατωθέντα βίο του σώματος. Αυτές οι απορίες για την μοίρα του πεπερασμένου ανθρώπινου όντος διαπερνούν την ποίηση του Γαλάζη, φευγαλέα και συνειρμικά.

Λόγιος ποιητής, με γερή φιλολογική αρματωσιά και γνώση, συνομιλεί με εκλεκτικά κείμενα της νεοελληνικής και της παγκόσμιας λογοτεχνίας, καθώς και της κλασσικής γραμματείας, αρδεύοντας στοχασμό και έμπνευση. Όπως λ.χ. με τον ποιητή Κωστή Παλαμά, τον Νίκο Εγγονόπουλο, τον Ηράκλειτο, την Θεία Κωμωδία του Dante Aligieri κ.ο.κ. Οι συχνές παραπομπές υπό την μορφή των ποιητικών μόττο, που συνοδεύουν αρκετά ποιήματα της συλλογής, στον Αργύρη Χιόνη, μαρτυρούν μια σαφή ποιητολογική σχέση, και προφανώς οφειλή. Η λογιοσύνη του Γαλάζη διαπιστώνεται και από την ποιητική του γλώσσα, μια γλώσσα πλούσια σε ιδιωματικές εκφράσεις και ποιητολογικούς τύπους. Χωρίς, βεβαίως, η φιλολογική επάρκειά του, να τον οδηγεί σε μια ποίηση πάσχουσα από φιλολογική επιτήδευση.

ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΑΥΓΗ 21/9/2013

ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΥ

Η συλλογή «Δοκιμές συγκολλήσεως» είναι αφιερωμένη στη μνήμη του πατέρα του ποιητή, που αποδήμησε πρόσφατα. Έτσι από την αρχή προκαταλαμβάνεται, σ” ένα βαθμό, ο αναγνώστης ότι πρωταγωνιστής θα είναι ο εκλιπών πατέρας και ο πόνος και η θλίψη από την αποδημία του. Ωστόσο, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Γιατί η ποίηση του Λεωνίδα Γαλάζη δεν ήταν ποτέ «εύκολη» ούτε επιφανειακή, ούτε μονοδιάσταση. Ο προσωπικός πόνος γίνεται πανανθρώπινος πόνος, η θλίψη γίνεται όχημα, για να στοχαστεί ο ποιητής πάνω στα μεγάλα υπαρξιακά ζητήματα της ζωής και του θανάτου, η μνήμη έρχεται και επανέρχεται ως προσωπικό βίωμα, αλλά παράλληλα για να κατακρίνει τα κακώς κείμενα της κοινωνίας μας, την υποκρισία, το ψέμα, τα άνομα συμφέροντα.

Και τα 50 ποιήματα έχουν όλα τα γνωρίσματα για να χαρακτηριστούν ως μια μεγάλη ποιητική σύνθεση. Το θέμα του αναχωρήσαντος πατέρα, η μνήμη, μοτίβα που επαναλαμβάνονται για να δώσουν ενότητα, άλλα δευτερεύοντα θέματα, οι εκφραστικοί τρόποι, το ενιαίο ύφος, ακόμα και οι ομότεχνοί του με τους οποίους συνομιλεί ο Λ. Γαλάζης είναι ορισμένα από τα συνδετικά στοιχεία. Ο ποιητής βλέπει τον πατέρα του να βαδίζει στη γενέθλια γη, «Στα μονοπάτια των Αγιασμάτων», γύρω από το μοναστήρι του Σταυρού του Αγιασμάτι, στη Μαδαρή, στην Πλατανιστάσα, άλλες φορές να χτυπά «με τη βαριά τα πυρακτωμένα μέταλλα», να εργάζεται σκληρά για τον επιούσιο, οι στιγμές με την αγαπημένη του γάτα, στο νοσοκομείο, στην Αχερουσία με το βαρκάρη, στη ζωή μετά τον θάνατο. Όπως εξομολογείται στο πολύ αποκαλυπτικό για τις προθέσεις του ποίημα «Κεντώντας με ήλεκτρα τη μνήμη»: ζωντανές να κρατήσω/τις στιγμές της ζωής σου/τη θλίψη στο βλέμμα σου.

Είναι σχεδόν αγωνιώδης αυτή η προσπάθεια του ποιητή σ” όλα τα ποιήματα της συλλογής, πρώτα να διαφυλάξει και να περισώσει από τη λήθη τη μνήμη του πατέρα και έπειτα να προχωρήσει σε μια φιλοσοφική ενατένιση για το πεπερασμένο της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο ίδιος εξομολογείται, θέτει βασανιστικά ερωτήματα, συνομιλεί νοερά πολλές φορές με τον πατέρα του και ο λόγος του εδώ γίνεται άμεσος, σχεδόν προφορικός. Ανασύρει προσωπικές μνήμες, σκέψεις, επώδυνες πίκρες πολλές φορές, αλλά με στόχο να καταδείξει την ακεραιότητα του πατέρα, την ευθύτητα, την εντιμότητα, τη λιτότητά του απέναντι στην προδοσία, την υποκρισία, την αδικία, την αμνησία, τη φιλαργυρία των άλλων.

Οι αναφορές στις πρόσφατες ιστορικές περιπέτειες της Κύπρου είναι περιορισμένες σε σχέση με τις προηγούμενες συλλογές του ποιητή, όπως και τα ζητήματα ποιητικής, αλλά αυτό έχει να κάνει με την κεντρική θεματική της συλλογής. Συχνά παραπέμπει στη φύση της πατρικής γης, σε γάτες, μέλισσες, πουλιά, μυρμήγκια. Ορισμένα από τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα είναι το εργαστήρι του μεταλλουργού με τα πυρακτωμένα μέταλλα, οι λάμψεις των συγκολλήσεων, οι σπινθήρες, τα ρινίσματα, η σκουριά (που συνδέονται με τη μνήμη και το βιοπορισμό του πατέρα), η μορφή της μάνας, οι γάτες και τα πουλιά, ο θάνατος, τα κεριά, η σκόνη, τα φύλλα, ο χρόνος, το ρολόι, οι τσιγγάνοι. Ο ποιητής συνδιαλέγεται συχνά με τους αρχαιοελληνικούς μύθους, τη χριστιανική παράδοση αλλά και πολλούς ποιητές και φιλοσόφους σε μια πλούσια διακειμενικότητα, π.χ. με τον Αργύρη Χιόνη, τον Σωκράτη, τον Ηράκλειτο, τον Σαχτούρη, τον Καβάφη, τον Σεφέρη (σε πολλά ποιήματα παρατίθενται μάλιστα προμετωπίδες με στίχους από ποιήματα ή ρήσεις τους).

Κι όμως μέσα σ” αυτή τη θλίψη και τη μελαγχολία που διατρέχει τη συλλογή, βρίσκουν χώρο για να εισχωρήσουν η ειρωνεία και ο σαρκασμός. Η κρυπτικότητα που χαρακτήριζε σε ένα βαθμό τις προηγούμενες συλλογές τώρα υποχωρεί, αλλά η πολυσημία και οι συμβολισμοί είναι έκδηλοι, οι μεταφορές και οι εικόνες, αντιθετικές καμιά φορά, είναι εντυπωσιακές (Ανηφόριζες μαζί με τη μητέρα/[.] Και πολλά προπορευόμενα βλέπατε κάρα/με τρόπο να πέφτουν στο κενό/και τ” άλογα κατάχλωμα στα σύννεφα/που φλογισμένο στάζαν αίμα: Άγουρα ξύλα). Ναι, είναι μια συλλογή που τη διατρέχει η θλίψη για την απώλεια του πατέρα, από την αρχή μέχρι το τέλος. Ωστόσο, πρόκειται για μια γόνιμη θλίψη και σε καμία περίπτωση ο ποιητής δεν υποπίπτει στην παγίδα του μελοδραματισμού, κάτι που διακρίνει τον ώριμο και κατασταλαγμένο από τον αρχάριο και άτεχνο ποιητή. Και αυτή είναι μια από τις αρετές της συλλογής «Δοκιμές συγκολλήσεως».

Όλα ταχτοποιήθηκαν

Όλα ταχτοποιήθηκαν όπως έπρεπε/Τα ενθύμια σου σφραγίστηκαν/οι επιστολές που δεν πρόλαβες να διαβάσεις/αρχειοθετήθηκαν/τα τηλεφωνήματα που ποτέ δεν απάντησες απαντήθηκαν/και δόθηκαν οι αναγκαίες εξηγήσεις/Όλοι ταχτοποιήθηκαν όπως έπρεπε./Οι υπάλληλοι στα γραφεία τους/οι άνεργοι στα επιδόματά τους/οι ποιητές στα κελιά τους/οι νεκροί στα κρεβάτια τους/οι σπινθήρες στις θήκες τους/οι ζωντανοί στις αυταπάτες τους .

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «ΑΝΕΥ» 48 (ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2013) 77-79.

 

Λοκριγκάνα

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

ΒΙΒΛΙΟ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΚΡΙΤΙΚΗΣ

Ο ΛΕΩΝΙΔΑΣ Γαλάζης, με την υπό παρουσίαση συλλογή του, «Λοκριγκάνα», εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2010, ξεκινά από την ίδια αφετηρία από την οποία ξεκίνησε και το 2007 με την προηγούμενη συλλογή του «Παραδαρμός εν αλφαβήτω». Και αναφέρομαι στο εγχείρημα της συγγραφής ενός συνθετικού ποιήματος. Και στην πρώτη και στη δεύτερη περίπτωση επιχειρήθηκε μια συμπαντική προσέγγιση με έντονα δημοσιολογικά στοιχεία. Ωστόσο, έχω την αίσθηση ότι στη «Λογκριγκάνα» ο Λ.Γ. κατάφερε να λειτουργήσει πιο φιλελεύθερα όσον αφορά στην προσήλωση που προαπαιτεί η αρχιτεκτονική δόμηση μιας ποιητικής σύνθεσης. Πάντα σε σύγκριση με τον «Παραδαρμό εν αλφαβήτω» η «Λοκριγκάνα» έχει, κατά τη γνώμη μου, και πιο συμπυκνωμένη θεματική ανάπτυξη, γεγονός που δημιουργεί προϋποθέσεις ακόμη μεγαλύτερης ευστοχίας.

Ένα συνθετικό ποίημα διασφαλίζει με πολλές αισθητικές και τεχνοτροπικές μανιέρες τη συνοχή του. Το εγχείρημα αλληλουχίας και συνοχής που επιχειρεί ο Λ.Γ., με το να αρπάζεται από ένα στίχο του προηγούμενου ποιήματος, συνήθως τον τελευταίο, για ν’ αρχίσει το επόμενο ποίημα, είναι ενδεικτικό. Ωστόσο, είναι ένα εγχείρημα ριψοκίνδυνο, διότι μπορεί να οδηγήσει και σε ατραπούς εγκεφαλισμού, κάτι που ευτυχώς δεν διαπίστωσα να συμβαίνει στην ποίηση του Λ.Γ. Έστω κι αν μερικές φορές δίνει την εντύπωση πως πλοηγείται από τους στίχους του, αντί να τους πλοηγεί. Και δεν υπονοώ ότι αυτό είναι πάντοτε κάτι αρνητικό. Αντιθέτως, αυτή η αμφίδρομη σχέση επιφέρει συχνά εκπληκτικά ευχάριστες και αιφνιδιαστικά όμορφες αισθητικές κατακτήσεις.

Συνολικά και συνοπτικά θα χαρακτήριζα τη «Λοκριγκάνα» ως ένα βιβλίο ποιητικής και συνάμα ένα βιβλίο κοινωνικής κριτικής. Εξάλλου, και τα ποιήματα ποιητικής στο βιβλίο έχουν έντονο κριτικό στίγμα. Τα περί ποίησης και των ποιητών, όπως και τα περί της κοινωνίας και των πολιτών, συμπλέκονται και συνυπάρχουν αρμονικά στην ποίηση του Λ.Γ. Πολλά ποιήματα του ξεκινούν εν είδει κοινωνικής κριτικής, αλλά στην πορεία απολήγουν σε δημιουργήματα ποιητικής. Όπως π.χ. στο «Αυλικοί» (σελ. 34) όπου στην αρχή ψέγεται το διαχρονικό, παρασιτικό φαινόμενο των αυλικών – ανεξαρτήτως καθεστώτος και εποχής – αλλά στο τέλος το σώμα της κοινωνίας παραλληλίζεται με το σώμα της ποίησης.

Έτσι, «…παρά τις διαβεβαιώσεις των αυλικών, από πληγές αγιάτρευτες / εκκρίνονται / οι μολυσμένοι στίχοι. Αμέσως σπεύδουν νοσοκόμοι / με γάζες ιωδίου / κι αντισηπτικά»… Συχνά – πυκνά ο Λ.Γ. στρέφει τα βέλη του σε στρεβλές, σαρθρές και νοσηρές καταστάσεις, τις οποίες προφανώς απαντά στον κοινωνικό ιστό, ασκώντας έντονη κριτική. Αυτό συμβαίνει και στο ποίημα «Οι κουστωδοί των ανέμων» (σελ. 31), ειδικά όταν λέει: «Δούλοι πιστοί ξεχάσαμε πως τραγουδούν ανέμελα / δούλοι πιστοί τα δόντια τρίζοντας / τ’ αφεντικά σαν το προστάξουν».

Η κοινωνική κριτική του Λ.Γ. μονίμως εστιάζεται σ’ αυτό που αποκαλούμε δημόσιο τομέα, στις δομές, στις νοοτροπίες και τους λειτουργούς του, τους μανδαρίνους της εξουσίας. Ως εκπαιδευτικός στο δημόσιο, εδώ και δυο δεκαετίες τουλάχιστον, έχει βιωματικές εμπειρίες που αξιοποιεί δεόντως. Έτσι, μάλλον ξέρει επακριβώς τι λέει όταν στο «Περιγραφή πειράματος ή οι άθλιοι της Λευκωσίας», (σελ. 37) καυτηριάζει: «Το οξείδιο της αγωνίας στους διαδρόμους των κυβερνητικών κτιρίων, χολή που στάζει σαν μιλούν εντεταλμένοι κουστωδοί, βαριές κουβέντες, αντεγκλήσεις, σκουριασμένα μυαλά, κατουρημένες συνειδήσεις».

Διάσπαρτα και συχνά εμβόλιμα ψήγματα από την εν γένει θεματική της ποιητικής απαντώνται σε πάρα πολλά ποιήματα της συλλογής. Σ’ αυτά ο Λ.Γ. αναμετράται, κρίνει, επικρίνει, ψέγει και μεμψιμοιρεί με τους ομότεχνούς του ή για τους ομότεχνούς του. Π.χ. στο «Φλούδες νοημάτων» (σελ. 26) λέει: «ποιήματα για τους καλάθους των υπεραγορών / εν μέσω προσφορών / κορδέλες στα μαλλιά αφελών κυράδων». Ο ρόλος του ποιητή στο κοινωνικό αλλά και στο αισθητικό γίγνεσθαι απασχολεί ιδιαίτερα τον Λ.Γ. και διαπερνά σχεδόν όλους του τους στίχους. Κυρίως, όμως, πραγματεύεται τον κόσμο των αισθημάτων και των συναισθημάτων, τον ψυχικό κόσμο των ποιητών. Εύγλωττα και εύστοχα στο «Ρινίσματα» (σελ.

27) σημειώνει: «Ρινίσματα αισθημάτων στο δοκιμαστικό σωλήνα. / Ψάξε να βρεις στο κατάλληλο φιαλίδιο / τη χημική ουσία που θα διαλύσει / τα στρώματα της σκουριάς».

Σε μια συλλογή με τόσες και τόσες αναφορές στην ποίηση και στους ποιητές, δεν λείπουν βέβαια και οι διακειμενικοί διάλογοι με προσφιλείς ομότεχνους και ως επί το πλείστον δάσκαλους του Λ.Γ., όπως π.χ. ο Καβάφης, που τον συναντούμε και ως προμετωπίδα στο «Απομίμησις» (σελ. 33) όπου ο Λ.Γ., εδραζόμενος πάνω σε καβαφικούς συλλογισμούς, προεκτείνει: «…η ποίησης / περιορίζεται σε μίμηση δεύτερου βαθμού / σε ένα σπίτι με πολλαπλούς καθρέφτες».

Θα ήθελα να κάμω κάποιες νύξεις και στους τεχνοτροπικούς πειραματισμούς του Λ.Γ. Σε μια σειρά από ποιήματα στον ελεύθερο στίχο παρεισφρέουν στίχοι ομοιοκατάληκτοι κλασικότροποι, συνήθως ζευγαρωτοί και ενίοτε δεκαπεντασύλλαβοι. Και ο στόχος δεν είναι βέβαια να δώσει μιαν αίσθηση δημώδους ποίησης, αλλά να προκληθεί η έκπληξη, η απορία, το μειδίαμα και μιας μορφής αστεϊσμός, καθώς αιφνιδιαστικά σμίγουν λέξεις λόγιες με λέξεις του καθημερινού συρμού. Θα έλεγα, ωστόσο, ότι τα αποτελέσματα αυτής της μανιέρας ποικίλλουν και ο βαθμός της αισθητικής ευόδωσής τους έχει μεγάλη διαπασών. Π.χ. στα «Τείχη» (σελ. 23) ενώ αρχικά συναντάμε ένα ευπρόσωπο ψήγμα κοινωνικής κριτικής: «λάσπη στις γωνιές των υπουργείων / στόμα κλειστό κατά τις υποδείξεις / τόλμησε να μιλήσεις και θα δεις», η εμμονή σε περιπαικτικές – λογοπαιγνιδίζουσες παρηχήσεις λειτουργεί, κατά την άποψή μου, διαβρωτικά, ως προς το συνολικό αισθητικό αποτέλεσμα: «Γύρισε και φίλησε τα τείχη, μη χάσεις τέτοια τύχη / να προσκυνάς ό,τι σου τύχει / αλλιώς μαυρίζουν ξαφνικά παράθυρα και τοίχοι / κατράμι και παράταιροι πυροβόλων ήχοι /…».

Από τις καλύτερες στιγμές του βιβλίου θεωρώ τρία ποιήματα με κοινά χαρακτηριστικά γνωρίσματα. Και αναφέρομαι στο «Σε νέα ηθοποιό» (σελ. 38), στο «Οι φίλοι μου τα σκιάχτρα» (σελ. 47) και στο «Λευκές σελίδες» (σελ. 48). Έχω την άποψη ότι και οι τρεις περιπτώσεις είναι από τις πλέον διαυγείς στιγμές στο βιβλίο, με νοηματική ευκρίνεια, επαρκή αισθητική πραγμάτωση και πάλλοντα συναισθηματικό φόρτο. Πρόκειται για ποιήματα συμπαγή και ολοκληρωμένα, με ροή, συνοχή και εντέλεια.

Ολοκληρώνω λέγοντας πως στη «Λοκριγκάνα» ο Λ.Γ. καταθέτει ένα σαφέστατο στίγμα ποιητή κριτή και επιτιμητή τόσο των λογοτεχνικών όσο και των κοινωνικών δρώμενων στον τόπο μας. Και το κριτικό στίγμα του Λ.Γ. είναι ιδιαιτέρως ευκρινές και ιδιαιτέρως καταπελτικό και καταγγελτικό όταν έχει ως αποδέκτη την εξουσία, την όποια εξουσία. Και αυτό συμβαίνει στις πλείστες των περιπτώσεων.

Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ, 12 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2012

ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

ΠΟΙΗΣΗ ΑΠΟ ΣΚΛΗΡΑ ΜΕΤΑΛΛΑ

Η αναζήτηση -ή ακόμη χειρότερα ο ορισμός- του «καλού» ποιήματος εντάσσεται μάλλον στην παθογένεια της ποιητικής τέχνης.

Υπό την έννοια, πως σε μια εποχή όπου το μορφωτικό επίπεδο των λογοτεχνών έχει ανέβει σημαντικά σε σύγκριση με περασμένες δεκαετίες, όπου οι πλείστοι ποιητές διαθέτουν τα στοιχειώδη σύνεργα προκειμένου να συγγράψουν ένα στιχούργημα που να ανταποκρίνεται στα πρότυπα του «αξιοπρεπούς» ποιήματος, μάλλον είναι ανάγκη να ορίσουμε το «κακό» ποίημα και να αναδείξουμε το «διαφορετικό» ποίημα. Όμως, η παθογένεια δεν περιορίζεται στο καλλιτεχνικό προϊόν· δεν αφορά μόνο τον φθαρμένο ποιητικό λόγο, μα και τον φθαρμένο δημόσιο λόγο των ποιητών δρώντας στο πλαίσιο της κοινωνίας. Ας μην επεκταθώ στην υπόσταση του ποιητή-προφήτη, του ποιητή-μύστη κ.λπ. Οι παραπάνω ιδιότητες δεν έχουν ούτως ή άλλως την κάποτε λειτουργικότητά τους, η οποία ουσιαστικά επρόκειτο για μία ενσαρκωμένη έννοια που συμφωνήθηκε στο φαντασιακό της κοινότητας. Ας περιοριστώ στη διαπίστωση πως πλέον συνιστά παγκόσμιο φαινόμενο η αναγωγή της ποίησης σε ακαδημαϊκή ενασχόληση και του ποιητή σε ένα μέλος της κοινωνίας που συμμετέχει στην «ανταλλαγή» προσβλέποντας σε ευτελή κι εφήμερα κέρδη κι ενός συστήματος που κατ’ εξοχήν συντρίβει τον ακτιβισμό της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Σε πρώτο επίπεδο τα 37 ποιήματα της συλλογής (ή μήπως σύνθεσης;) του Λ. Γαλάζη επιχειρούν την άσκηση μιας σκληρής κριτικής στο λογοτεχνικό «συνάφι». Πικρός και όχι πικραμένος, ο Γαλάζης παρατηρεί, στηλιτεύει, καταυγάζει την κοινωνική αναπηρία των ποιητών να μιλήσουν με τον άνθρωπο και όχι για τον άνθρωπο. Όμως, η γραφή του δεν εξαντλείται σε μια ομφαλοσκόπηση των ποιητικών ή αντι-ποιητικών δρώμενων. Επεκτείνεται σε κάθε είδους πολιτική, πολιτισμική, ηθική και αισθητική έκφανση της κοινωνίας, και κυρίως στα φαινόμενα παθογένειας που δείχνει αυτή. Και συνήθως, χωρίς να φαίνεται διαλλακτικός απέναντι στο ανθρώπινο πάθος και την αδυναμία. Τουναντίον, ο Γαλάζης, ως άλλος σιδηρουργός (δημιουργός), έχοντας σκάψει την επιφάνεια της νεοκυπριακής πραγματικότητας, ανακαλύπτει, συγκεντρώνει και κραυγάζει τα πιο σκληρά μέταλλα της ποιητικής διανοίας του.

Άλλοτε σε πεζόμορφα ποιήματα, άλλοτε κινούμενος στη μεθόριο του ελεύθερου στίχου, άλλοτε χρησιμοποιώντας παραφθορές των παραδοσιακών μορφών ποιητικής (βλ. σονέτα), ο Γαλάζης σχολιάζει από τη νεόπλουτη αντίληψη των συμπολιτών του και το τέλμα στο οποίο έχει περιέλθει το κυπριακό πρόβλημα μέχρι τις ρατσιστικές συμπεριφορές, την ιδεολογική πενία και την πνευματική φθορά που ενδέχεται να συμπαρασύρουν ακόμη και τα τελευταία υγιή κομμάτια της κοινωνίας. Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο πυρήνας στην ποίηση του Γαλάζη είναι η σχέση του πολίτη (και του ποιητή) με κάθε μορφή εξουσίας, και την επακόλουθη «πάλη» μεταξύ των δύο πλευρών, που διεξάγεται καθημερινά, ακόμη και σε ασήμαντα -φαινομενικά- περιστατικά του βίου.

Έτσι, ο Γαλάζης φέρνει την ποίηση και πάλι στη δική της καθαρότητα – στην καθαρότητα που σημαίνει πως η ποίηση αποτελεί ένα είδος πολιτικού ακτιβισμού και όχι μια απλή πνευματική δραστηριότητα. Εγείρει εκ νέου το ζήτημα κατά πόσο οφείλει η στάση του δημιουργού απέναντι στη ζωή να εκφράζεται και μέσω της τέχνης του. Ανασύρει τον εν πολλοίς ξεχασμένο ρόλο του ποιητή να ασκήσει κριτική έναντι της εξουσίας και να αναπτύξει τον ριζοσπαστικό του λόγο μέσα στην υποκριτική και διεφθαρμένη στάση της κοινωνίας· κατ’ ουσίαν, να κοινωνήσει την τέχνη του ως να ’ταν μέρισμα μιας ατομικής συνειδησιακής εξέγερσης, και όχι γενεσιουργός ή συνένοχη αιτία μιας συλλογικής σήψης· μιας εξέγερσης, η οποία οικοδομείται στην ανυπακοή του βίου που προσάπτει στο άτομο ο φθαρμένος κυρίαρχος λόγος. Συμπερασματικά, η «Λοκριγκάνα» του Λ. Γαλάζη έρχεται να μας υπενθυμίσει πως η ποιητική (και εν γένει καλλιτεχνική) πράξη -οργισμένη ή μη στην εκφορά της- όσο κι αν το πολιτικό, πολιτιστικό ή κοινωνικό κατεστημένο πασχίζει να πείσει για το αντίθετο, αποτελεί το κατ’ εξοχήν όπλο ενάντια σε κάθε εξουσία.

Ο Φιλελεύθερος, 5 Ιουνίου 2011

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΤΣΩΝΗΣ

Με εξώφυλλο από το βιβλίο του Ησίοδου Έργα και Ημέραι (Εκδ. Bartholomaei Zanetti, Βενετία 1537), κυκλοφόρησε στην Αθήνα μέσα στο 2010, από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδη το νέο ποιητικό βιβλίο του Λεωνίδα Γαλάζη, Λοκριγκάνα. Ο Λεωνίδας Γαλάζης, που είναι φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση της Κύπρου, έχει στο ενεργητικό του άλλες έξι ποιητικές συλλογές και ένα δοκίμιο για τον Κώστα Μόντη, και έχει κατά καιρούς δημοσιεύσει ποιήματα, φιλολογικές μελέτες και κριτικά σημειώματα σε κυπριακά λογοτεχνικά περιοδικά. Στη Λοκριγκάνα, που έχει πάρει τον τίτλο από το λεξιλόγιο των μεταλλωρύχων (Λοκριγκάνα σπάνιο μέταλλο/ χιλιάδες πέθαναν για σε μεταλλωρύχοι…., γράφει στο ομότιτλο ποίημα, σ. 21), διαβάζουμε 37 ποιήματα, μέσα από τα οποία ο ποιητής εκπέμπει, με τον δικό του ποιητικό τρόπο, μηνύματα για τη ζωή και για τον άνθρωπο. Ο Γαλάζης ανατέμνει τη γύρω του πραγματικότητα με το νυστέρι της ποίησης και γράφει στίχους δυνατούς και μεστούς σε νοήματα, που συγκινούν τον αναγνώστη, ενώ ταυτόχρονα τον προβληματίζουν. Γράφει χαρακτηριστικά για την ποίηση ο Λεωνίδας Γαλάζης: Γράψε ξανά τις λέξεις που καίνε κι άσε τα κούφια λόγια/ για τους εμπόρους/ τους εντολοδόχους της τάξεως/ τους λογογράφους/ τους υμνητές των ασκών/ τους κουστωδούς των ανέμων….

Άνευ 41 (καλοκαίρι 2011) 93.

Παραδαρμός εν Αλβαφήτω

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΛΕΟΝΤΙΟΥ

Η εκτενής ποιητική σύνθεση Παραδαρμός εν αλφαβήτω συνιστά ενδιαφέρουσα και αξιοσημείωτη πρόταση, αρκετά εξελιγμένη σε σχέση με το προηγούμενο βιβλίο του Λ. Γαλάζη .Ο ποιητής κρίνει σκόπιμο να διευκρινίσει σε εισαγωγικό σημείωμα τις προθέσεις και τις καταβολές του: Εκκινεί από το Αλφάβητο της αγάπης (Εκατόλογα), αλλά στην πορεία γνωρίζει και το παλαιότερο abecetarius, που έχει τις ρίζες του στην αρχαία εβραϊκή και ιαπωνική λογοτεχνία. Βέβαια, τέτοια στιχουργικά παιχνίδια με ακροστιχίδες χρησιμοποιούνται αρκετά στα ελληνιστικά χρόνια. Ο ποιητής ξεκαθαρίζει ότι δεν είχε σκοπό να αναπαραγάγει πιστά μορφικά ή άλλα χαρακτηριστικά της λογοτεχνικής παράδοσης, αλλά περισσότερο επεδίωξε να συγκεράσει παραδοσικούς και νεοτερικούς ρητορικούς τρόπους. […]

Το γλωσσικό παιχνίδι επανέρχεται σε αρκετά σημεία του βιβλίου, και ιδίως όταν θίγονται ζητήματα ποιητικής ή όταν σχολιάζονται οι λέξεις, οι απείθαρχες λέξεις που διαφεύγουν του ποιητή και αρνούνται και δεν είναι σε θέση να να κλείσουν μέσα τους την ποίηση. Ας θυμηθούμε ότι το γλωσσικό παιχνίδι αλλα και η βασανιστική αναμέτρηση του ποιητή με τις λέξεις επανέρχερχεται επίμονα σε αρκετές από τις Στιγμές του Μόντη. Ο νεότερος ποιητής κρίνει σκόπημο να αποτίσει φόρο τιμής και σε τρεις μείζονες ποιητές του 19 ου αιώνα, τους Κάλβο, Σολωμό και Β. Μιχαηλίδη. Και οι τρες συστεγάζονται στο ποίημα Ζ της ενότητας ΙΙ, που έχει ως επιγραφή στίχους από το σατιρικό ποίημα του τελευταίου «Ρωμαίος Και Τζον Πουλλής…». «Ζιρκόνιο στο υπέδαφος των ωδών του Kάλβου / Ζαργάνα γλώσσα του Σολωμού λυρικός πονοκέφαλος (…)Ζουμερή κυπρική διάλεκτο να την ακούς από φωνόγραφο».

Άνευ 27 (χειμώνας 2008) 91-93.

ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΥ

[…] Πρόκειται, πραγματικά, για έναν παραδαρμό εν αλφαβήτω, καθώς ο ποιητής παραδέρνει μέσα στη φουρτούνα του λεκτικού και ποιητικού πειραματισμού. Η συλλογή είναι χωρισμένη σε έξι ενότητες και τρία ιντερμέδια. Οι τίτλοι ακολουθούν τα γράμματα του αλαφαβήτου και συνήθως αρχίζουν με ακροστιχίδες από το Α μέχρι το Ω. Σε πολλά από τα ποιήματα πρωταγωνιστούν οι λέξεις που άλλοτε επαναστατούν, άλλοτε πολεμούν μεταξύ τους, δυστροπούν, διακόπτουν τη συνεργασία με τους ανθρώπους. Εύστοχα ο ποιητής παραπονιέται στο ποίημα Π της δεύτερης ενότητας»Παραδαρμός της Γλώσσας μου, πύρεξη του μυαλού μου».

Η θεματολογία της συλλογής είναι ποκίλη. Ωστόσο, κάθε προβληματική εντάσσεται σ’ ένα βασικό άξονα. Έτσι διαγράφεται κυρίως το πολιτικό πρόβλημα της Κύπρου και οι προεκτάσεις του, όπως οι κοινωνικές και οι οικονομικές και γενικά η σύγχρονη τοπική αλλά και η παγκόσμια πραγματικότητα. Επικρατεί μια άκρως εξωφρενική κατάσταση και το άτομο συντρίβεται στη μέγγενη των ποικίλων συμφερόντων. Ακόμα και το παιχνίδισμα με τες λέξεις λειτουργεί παραβολικά, υπαινικτικά, αμφίσημα. Αυτή η αμφισημία καθιστά την ποίηση του Λεωνίδα Γαλάζη μια ιδιαίτερη δημιουργική πράξη, ένα ζωγραφικό παλίμψηστο, μια αρχαιολογική στρωματογραφία μέσα στην οποία σναπτύσσονται κάτω από επάλληλα επίπεδα διάφορες θεματικές οπτικές γωνίες. […]

Άνευ 34 (φθινόπωρο 2009) 83-90.

Ιατρική Βεβαίωση

Α. ΠΑΝΑΤΟΣ

Όνειρα της ανθρώπινης φύσης.. .Βυθομετρώντας τον εαυτό του προσπαθεί να βρει ένα νόημα στη ζωή και στο θάνατο. Παρά τους απαισιόδοξους τόνους και τον αυτοσαρκασμό,η τελική εντύπωση είναι ότι ο συγγραφέας αποδέχεται τη ζωή και σαν αντίδοτο στο χαμό και στο θάνατο αντιπαραθέτει τον έρωτα και την ποίηση.Οι αντι-στίχοι του,όπως αποκαλεί τους στίχους του,κάνουν ήδη το θαύμα τους.Μετά από σωστή θητεία στην ελληνική ποιητική παράδοση,ο Γαλάζης έρχεται φορτωμένος ιστορικότητα και μνήμη να φέρει το ρίγος της καλής ποίησης.Βρίσκει πως κάποτε ο εαυτός του ήταν φυτό που αρνήθηκε τον ήλιο και βυθομετρούσε κάθε νύκτα το σκοτάδι του.Τώρα στάζει κάθε βράδυ από τα φύλλα του μικρό μωρό αγγελούδι ποίημα.Και για την ποίηση λέει: «Ρόδο αιμοβόρο που φύτρωσες στο στήθος μου,πόσο αίμα να σου δώσω;»Σαρκάζει την υποτέλεια,την αυτοϊκανοποίηση και το κλείσιμο στον εαυτό μας,το κούμπωμα στα κούφια και στα ασήμαντα και καταλήγει φτωχός αλλά υπερήφανος :

«Ένα μολύβι κι ένα τετράδιο
όλα κι όλα μου τα υπάρχοντα…
|Με συγχωρείτε, μα ,ήδη ,αγαπητοί,
Οι αντιστίχοι μου άναψαν.»

Τηλεοπτικό πρόγραμμα «Ορίζοντες», 1/9/198

Ο Λοιμός και άλλα ποιήματα
Λοιμός και άλλα ποιήματα
Ηλεκτρονική Έκδοση

Ένα τετράδιο με εφτά ποιήματα με το γενικό τίτλο Ο Λοιμός και άλλα ποιήματα μάς δίνει σαν καινούρια δουλειά ο Λεωνίδας Γαλάζης. Οι στίχοι του έχουν μια ποιότητα που προοιωνίζει εξέλιξη στο δύσκολο χώρο της ποίησης, αν ο ποιητής εξακολουθήσει να εργάζεται με μόχθο και συνέπεια. Στην ποίησή του κυριαρχεί ο δυναμισμός .Οι στίχοι του είναι σφιχτοδεμένοι.Η αγωνία του γύρω κόσμου φαίνεται να περισφίγγει τον ποιητή που εκδηλώνει τους φόβους κα τις αδυναμίες του προβληματιζόμενου ανθρώπου μέσα στα ποιήματά του.

(Ραδιοφωνική Εφημερίδα, 1981)

Στυφά κυδώνια

 

ΙΑΚΩΒΟΣ ΡΩΣΣΙΔΗΣ

Η τωρινή συλλογή του Λεωνίδα Γαλάζη – ενός ποιητή μόλις 26 χρονών – απευθύνεται στον αναγνώστη με μια ώριμη γλώσσα. Μας μιλά για τα «Στυφά κυδώνια» εννιά χρόνια μετά τα Ματωμένα κοράλλια, την πρώτη συλλογή του, με τη δύναμη της εσωτερικότητας, για να μας δώσει μια καινούργια γεύση πικρών στοχασμών. Κι ο στίχος του νέου ποιητή αποκτά κάποτε επιγραμματική πυκνότητα: «Ο φόβος του θανάτου τι είναι / μπροστά στο φόβο / ότι η ζωή μας ξεφτίζει σπαταλημένη;» Αντλεί ο Λ. Γαλάζης μέσα από σκληρά βιώματα – εμπειρίες προσωπικές, εμπειρίες δυσμενών συνθηκών – πασκίζοντας να μη νοθέψει την ειλικρίνεια του λόγου του, «την ποίηση της πρώτης νεότητας». Και η αγωνία διάχυτη παίρνει εδώ κι εκεί επαναστατημένες διαστάσεις, ανάμεσα σε «νούμερα σε μητρώα ανέργων».

Ο Φιλελεύθερος, 22/5/1988

Φωτηλασία

ΘΕΜΙΣ ΘΕΟΧΑΡΟΥΣ

Στη συλλογή αυτή δημοσιεύονται 32 ποιήματα που μπορούμε ανεπιφύλακτα να πούμε ότι έχουν γραφεί σε μερικές από τις πιο ευτυχισμένες ώρες της ποιητικής δημιουργίας του Λεωνίδα Γαλάζη. Ποιήματα μεστά ουσίας με άψογη τεχνική, έργα ενός προικισμένου ποιητή που εργάζεται αθόρυβα και χωρίς τυμπανοκρουσίες , για να δώσει ποίηση υψηλού επιπέδου.Το προσωπικό ύφος , η άνεση στη χρήση των εκφραστικών μέσων , η άριστη γνώση της ελληνικής γλώσσας (σπάνια δυστυχώς στις μέρες μας),η περιεκτικότητα του λόγου, το βαθύ του νοήματος, η οξυδέρκεια στην παρατήρηση, η φιλοσοφική διάθεση , ο προβληματισμός, η παρρησία στην έκφραση , η συνέπεια στην άποψη είναι στοιχεία που θέλγουν τον αναγνώστη – και μάλιστα τον αναγνώστη με απαιτήσεις. Ο τίτλος «Φωτηλασία» από το πρώτο ποίημα της συλλογής είναι ενδεικτικός του κλίματος στο οποίο κινείται το βιβλίο.Κυρίαρχο στοιχείο είναι ο αγώνας φωτός και σκότους με πολλαπλές έννοιες και διαστάσεις των δύο πολυσήμαντων λέξεων. Ο ποιητής επαγγέλλεται τη νίκη του φωτός , νίκη που για να επιτευχθεί, χρειάζεται σθένος , δύναμη ψυχής και αγώνας μεγάλος . Γλυκείς όμως οι καρποί .Ένα βιβλίο του Λεωνίδα Γαλάζη που έχει πολλά να πει με θαυμστό ποιητικό λόγο.

«Ραδιοφωνική Εφημερίδα», 30/7/199

ΔΩΡΟΣ ΛΟΪΖΟΥ

41991636_247245405981852_797208520696004608_n

Ο Δώρος Λοΐζου γεννήθηκε στη Λευκωσία 23.2. 1944. Το 1956 φοιτά στο Παγκύπριο Γυμνάσιο. Το 1966-1968 πηγαίνει στη Ρόδο για Ξενοδοχειακά. Το 1969 φοιτά στο Hellenic College της Βοστώνης. Το 1972 παίρνει το δίπλωμα Β.Α. ιστορίας.
Το 1972-1974 εργάζεται σαν καθηγητής στην ‘Αγγλική Σχολή Λευκωσίας.
Μετά την επιστροφή του στην Κύπρο το 1972, έπαιξε ένα δραστήριο ρόλο στον πολιτικό αγώνα της Πατρίδος του.
Στις 30 Αύγουστου δολοφονείται από τούς φασίστες στην πλατεία, «’Ελευθερίου Βενιζέλου» στη Λευκωσία σε ενέδρα που έστησαν κατά του αυτοκινήτου στο οποίο επέβαινε ο πρόεδρος του ΕΔΕΚ, Βάσος Λυσσαρίδης και οδηγούσε ο Λοΐζου.
Ο Λοΐζου είχε μεταφράσει στα ελληνικά ποιήματα ξένων λογοτεχνών ενώ εξέδωσε και την προσωπική του ποιητική συλλογή με τίτλο «Ψωμί και Ελευθερία»

1-βιβλιο

ΣΥΛΛΟΓΗ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΔΩΡΟΥ ΛΟΪΖΟΥ

ΨΩΜΙ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ TOY ΛΕΥΤΕΡΟΥ

Θα ρίξω τα μαλλιά μου πίσω
θα φορέσω το πρόσωπο ανάποδα
και θα βγω στους δρόμους και στις πλατέες
με ντουφέκια, φωνές, με συνθήματα
να ρεζιλέψω τους οπαδούς του συρματοπλέγματος,
να βάλω φωτιά στην Πρεσβεία του Θανάτου.

Θαρθούν οι γνωστικοί
να μου βάλουν τρικλοποδιά,
γιατί τους διώχνω τους πελάτες απο τα μαγαζιά.

Θαρθούν οι «ειδικοί αστυνομικοί»
να μου σπάσουν τα πλευρά
γιατί βάζω οργή και φωτιά στα παιδιά.

Θαρθούν οι κόκκινοι
να μου κοκκινίσουν το μούτρο
γιατί είμαι πιο κόκκινος απ’ αυτούς.

Θαρθούν οι λευκοί
να μου μαυρίσουν το μάτι
γιατί είμαι πιο λευκός απ’ αυτούς.

Θαρθούν οι φωτισμένοι
να μου αλλάξουν τα φώτα
γιατί είμαι πιο φωτισμένος απ’ αυτούς.

Θαρθούν
οι γελοίοι, οι σοβαροί, οι ανατολικοί, οι δυτικοί,
οι προτεστάντες, οι καθολικοί, οι δικοί, οι οχτροί,
οι διαόλοι, οι θεοί,
τελοσπάντων όλοι, εκείνοι κι αυτοί
που παίρνουν τη ζωή σαν καπρίτσιο της στιγμής,

Μα εγώ, θα ξαναρίξω τα μαλλιά μου πίσω
θα ξαναφορέσω το ματωμένο πρόσωπο, ανάποδα
και θα βγω στους δρόμους και στις πλατέες
με ντουφέκια, φωνές, με συνθήματα
να διεκδικήσω: Ψωμί και Ελευθερία.

SINE SOLE SILEO

Αύριο το πρωί
θ’ αρμενίσουμε πάλι
για πιο γελαστές θάλασσες
για καινούργια παρθένα νησιά.

Αύριο το πρωί
τα γαλάζια μας καράβια θα χαράξουν
κάποιο πιο δροσερό Αιγαίο
με συντροφιά ξέγνοιαστα δελφίνια.

Η ζωή συνεχίζεται.
Το ποτάμι που μόνο προορισμό
τη θάλασσα έχει
κυλά τραγουδώντας το σκοπό τον παμπάλαιο.
«Ένα μόνο αληθινό και υπαρχτό
κι αυτό το ένα είναι το φώς.
Μακάριοι όσοι κατέχουν τούτο το νόημα
ωραίοι κι αθάνατοι στον αιώνα μένουν».

Αύριο το πρωί
θ’ ανταμωθούμε πάλι
με κορίτσια, πιο διάφανα κι αγαπημένα
που τραγουδώντας θα λουλουδίσουμε το κρεβάτι του έ
μετουσιώνοντας το πάθος σε χαρά και σε γνώση.

Αύριο το πρωί
θα βρεθούμε στα πανιά τα μεγάλα
τραγουδώντας.

ΒΓΗΚΑ ΝΩΡΙΣ

Βγήκα νωρίς
στους πράσινους κήπους,
πριν προλάβουν να ξυπνήσουν
τα γιασεμιά κι οι μέλισσες.
Βγήκα νωρίς,
πριν γίνουν ατμός
οι ασχημάτιστες δροσοσταλίδες.

Ναι, βγήκα νωρίς.
Δε λέω,
μπορεί να μην είδα
πεταλούδες, ρόδα κι έντομα
μα είδα
τα υγρά όνειρα του εωθινού,
το ξεψύχισμα της άγουρης νύχτας,
το αόρατο αγκάλιασμα του ορατού με το άυλο…

Ναι, βγήκα νωρίς
-το ξέρω-
μα δεν το μετανιώνω.

ΠΕΜΠΤΗ ΛΕΩΦΟΡΟΣ, ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ

Θεέ μου,
χειρονομούν και μιλούν
με χίλιους δυο τρόπους
πασκίζουν για έκφραση
και τίποτε δεν καταφέρνουν
γυροφέρνοντας στα ίδια και τα ίδια
αναμασώντας την αχρηστία τους.
Κι όλα τούτα τα καμώματα
τα τόσα σχήματα και χρώματα,
Θεέ μου,
κανένα μα κανένα έχουν προορισμό.
Και καταλήγουν στη λεπτομέρεια
γεμίζοντας τις καρδιές τους
ρυτίδες, λίγδα, σκοτάδι. Ο θάνατος.

Είναι παλιό το παραμύθι.
Κουράστηκα να το λέω.
«… τα πουλιά δε θα σε σώσουν,
ούτε οι παρδαλοί σου οι φίλοι,
ούτε τα ταξίδια, ούτε τα όνειρα…»

Πάει πια
η ζωή σου κατάντησε
μια μεταχειρισμένη υπόθεση,
όπως οι χιλιοπατημένοι δρόμοι της Νέας Υόρκης.

ΜΑ ΩΣ ΠΟΤΕ ΠΙΑ!

Ως πότε πια να κάθομαι
να γεμίζω τα χαρτιά με μελάνι
να πνίγομαι μέσα σε φτωχές αναμνήσεις;
Τί μου στέλνεις τούτα τα πρόσωπα
που ν’ αγαπήσουν, ούτε ν’ αγαπηθούν ξέρουν;
που δε μπορούν ν’ αγαπήσουν
ούτε τα μάτια μου, ούτε την ποίηση;
τί μου τα στέλνεις
και μου γεμίζουν τα χέρια αγκάθια
το πουκάμισο κόκκινους λεκέδες
τη ψυχή μου μουχλιασμένα σύννεφα;
τί μου στέλνεις τούτες τις νεκρόμασκες
να μου κλέβουν τη σκέψη, τις ώρες, το αίμα μου;
Τί να τους πω, τί να τους δείξω για να πιστέψουν
που τ’ αυτιά τους γέμισαν τσιμέντο
και τα μάτια τους τσιγαρόσκονη;
Ω ήλιε, ήλιε αδελφέ μου,
μόνο στη φωτιά σου θα ξεδιψάσω.
Οι προδομένοι άγγελοι
ας δικαιολογήσουν την πίκρα μου.
Η άνοδος είναι ο αντικατοπτρισμός
του βυθίσματος στο έρεβος.
Άγγελοι, σκεπάστε με στις φτερούγες σας.
Διψώ, καίομαι. Βοήθεια! Νερό, Φώς!

ΔΕΥΤΕΡΟ ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΗΝ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΝΤΥΜΠΟΥΑ

Θα πεθάνουμε, Αικατερίνη, θα πεθάνουμε.
Δεν υπάρχει άλλος τρόπος για ν’ αθανατίσουμε,

Η δύναμη μας δεν κρύβεται άλλο.
Ξέφυγε, άπλωσε, προχώρησε.
Τούτο το πουκάμισο δε μας χωράει πια.
Γυμνοί κι αγέρωχοι ζούμε χωρίς φωτοσκιάσεις,
Ό,τι έχουμε ανήκει στον Ήλιο.
Μια φωτεινή σπαθιά κατακόρυφη έγινε το σώμα

Αικατερίνη,
η άρνησή σου μας οδήγησε στη μοναξιά,
η μοναξιά στη ψυχή
η ψυχή στο φώς
το φώς στην αθανασία.

Σ’ ευχαριστούμε, Αικατερίνη, που υπήρξες.
Χωρίς εσένα ποτέ δε θα γινόμαστε γίγαντες.

ΠΗΡΑΜΕ ΓΙΑ ΣΗΜΑΙΑ ΜΑΣ

Πήραμε για σημαία μας
τη στάχτη του κόσμου
και για τρόπο ζωής,
την άλλη υπόσταση του ανθρώπου…
-την περιφρονημένη…

Όλη σκληρή, απάνθρωπη, πικρή!

Κάθε μας στοχασμός
μια διείσδυση στην ελευθερία.
Κάθε μας στοχασμός
μια διείσδυση στην αλήθεια.

Είμαστε μόνοι,
όπως τ’ αστέρια.
Είμαστε περιπλανώμενες ψυχές,
όπως τ’ αστέρια…

Χωρίς μορφή, χωρίς όνομα
χωρίς όνειρα ή πατρίδα,
όπως τ’ αστέρια.

Και ακολουθώντας μόνο τη φωνή μας
φωτίζουμε σιωπηλά τον κόσμο
όπως τ’ αστέρια.

ΕΠΕΙΔΗ …

Επειδή πολύ μιλήσαμε για σένα
πολύ ελπίσαμε, πολύ απελπιστήκαμε.
Επειδή πολύ σ’ αγαπήσαμε
πολλές νύχτες, πολλές άδειες νύχτες.
Επειδή τόσο πολύ σε στοχαστήκαμε
τόσο πολύ σ’ αναζητήσαμε
μέσα στο αίμα
μέσα στο φώς
μέσα στις λέξεις
μέσα στη σιωπή
μέσα στο όνειρο
που στο τέλος έγινες και σύ όνειρο
περνώντας έτσι, άνεμος μέσα στον άνεμο.

Τώρα μετροφυλλούμε βιβλία
γράφουμε ποιήματα για εφημερίδες
μοιράζουμε με την ίδια απερισκεψία
το σκοτάδι και το φώς,
ύστερα ολοένα αλλάζουμε
σπίτια, ιδεολογίες, γυναίκες, πατρίδα…

Θα μπορέσουμε άραγε, έτσι;
Θα μπορέσουμε να ξεγελάσουμε την καρδιά

ΣΤΙΣ ΣΗΜΑΙΕΣ ΠΟΥ ΞΕΦΤΙΣΑΝ

Οι σημαίες κυματίζουν ανάποδα.
Πού’ ναι η πατρίδα;
Πού’ ναι οι ήρωες;
Οι σημαίες έγιναν σκιάχτρα
στα χωράφια των λαών
να τρομάζουν την ελευθερία.
Πού’ ναι η πατρίδα;
Πού ’ναι οι ήρωες;

Ερήμωση.
Οι σημαίες σημειώνουν σηψαιμία.

ΣΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΜΟΥ

Μα εγώ πατερούλη,
εγώ, ο μεγάλος ελεύθερος
χουφτιάζω
το φώς για σημαία,
για πατρίδα την ποίηση
και ξαγρυπνώ φρουρός
στις αυλάδες του κόσμου,
με την Αλήθεια για όπλο
και τους στίχους φυσέκια.

Περνούν οι αιώνες,
λαοί και βασίλεια,
φωνές, αναμνήσεις, σχήματα.
Μα εγώ εκεί. Το τραγούδι μου.

Πατερούλη,
ο γιός σου, ο μεγάλος ακρίτας,
ξημερώνει στ’ οδόφραγμα,
χίλια εννιακόσια εξήντα εννέα τόσα χρόνια.
Μπορείς να κοιμηθείς με χαμόγελο.
Τα όνειρα σου, αίμα μου!

ΣΤΗΝ ΑΔΕΛΦΗ ΜΟΥ

Κατά πού ν’ απλώσουμε
τα χέρια
τώρα που μας έκλεψες το μερίδιο;
Ποιό δάκτυλο θα μας δείξει
το δρόμο
τώρα που μετουσίωσες όλα τα δάχτυλα
σε λαλέδες πολύχρωμους;
Πώς να χορτάσουμε τη δίψα μας
τώρα που μας άδειασες όλα τ’ αλακάτια;
Πώς το θέλεις να αναπνεύσουμε άλλο
τώρα που ρούφηξες τον άνεμο;

Με άλλα λόγια μη μεταφράζεις οτιδήποτε
σε φώς. Άσε μας τουλάχιστον να ζούμε με την ελπίδα
πως κάποια μέρα τάχατες ίσως μπορέσουμε
να πορευτούμε με μόνο σύντροφο το αίμα μας.
Με άλλα λόγια, μην απλώνεις τα χέρια σου
έξω από τον κύκλο σου. Στάσου μέσα στον κόσμο σοι
μέσα στη ράτσα σου, κάτω από τον Ήλιο,
μέσα στο Φώς, μέσα στα σύνορα του πρώτου Γαλαξία
ό,τι όνομα κι αν του δίνεις, μα μείνε εκεί.

Όσο για μάς, άφησε τουλάχιστον
μια χάρτινη σημαιούλα του Ήλιου, για να μπορέσουμε
να παίξουμε το παιγνίδι του μολυβένιου στρατιώτη,
Προσκυνώ.

ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Τίποτε, Θεέ μου, τίποτε
Ερήμωση.
Χάος.
Τίποτε
Είμαι χαμένος
Όχι… όχι… όχι.
Επανάσταση.
Ναι, γρήγορα, για όνομα του Θεού.
Γρήγορα, μια σημαία.
Επανάσταση.

ΕΚΚΛΗΣΗ

Ω, εσείς που συνεχίζετε
στον έξω κόσμο μια κανονική ζωή
δίχως κινδύνους κι άλλες ταλαντεύσεις

Μη μας κατηγορήσετε πως συνηθίσαμε,
πως τάχα δεν πικραίνεται η καρδιά μας

έστω κι αν μόνοι μας διαλέξαμε
αυτό τον άγριο δρόμο.

ΜΠΕΤΟΒΕΝ, «ΗΡΩΙΚΗ»

Της ευλογίας λόγια υπεράξια
που αιώνες στεγνώνατε στο λαιμό,
ξεχυθείτε.
Χείμαρροι το φώς σου, Κύριε.
Χέρια υψωθείτε
ν’ αγγίξετε το άπιαστο.
Μάτια, ατενίστε, ατενίστε,
το Υπεράγιο Φώς.

ΕΣΕΙΣ ΠΟΥ ΘΑ ΥΠΑΡΞΕΤΕ ΚΑΠΟΤΕ

Εσείς
που θα υπάρξετε κάποτε
με πιο δυνατό μυαλό
και σοφία πολλή
μη μας κρίνετε.
Απλώς προσπαθήστε
να μας δικαιολογήσετε
ότι
είμαστε πλασμένοι αδύνατοι.

ΤΑ ΠΑΡΔΑΛΑ ΣΟΥ ΟΝΕΙΡΑ

Τα παρδαλά σου όνειρα
με το ύφος της ασυνέπειας
κι αυτό σου
το καρναβαλίστικο πρόσωπο
με τα άχαρα μάτια.

Μην τα πλασάρεις
σα σύμβολα μιας φιλοσοφίας.

Η ευαισθησία κι η συνέπεια
δεν ανήκουν μόνο στους ποιητές.

Κι αν σε ρωτήσουν
καμιά φορά
ποιοι τάχατες
αλλάζουν τον κόσμο
οι ποιητές ή τα κόμματα,
μη ντραπείς
να τους απαγγείλεις δυο-τρείς στίχους.

ΣΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟ

Είναι μια ύπαρξη απλή,
όλο αίμα και φώς,
που κατεβαίνει βαθιά από τους Γαλαξίες
και σκεπάζει το άπειρο
με μια ευαίσθητη διάφανη μελωδία,
που δεν είναι ούτε θεϊκιά, ούτε ανθρώπινη.
Ποιητή, ποιητή,
αθεράπευτε εραστή της αθανασίας,
μέσα από τα δάκρυα σου
θ’ ανατείλει ο ήλιος της λευτεριάς
μέσα από τις φλέβες σου
θα αναβλύσουν χαμόγελα
στις παρυφές της αγωνίας σου
θα φυτρώσουν ηλιοτρόπια.
Ποιητή, ποιητή,
αγαπημένο πρωτοσυντρόφι του Χριστού,
ο πυρετός σου θα λιώσει τους πάγους
και τα καράβια μας ελεύθερα
θα αρμενίσουν και πάλι το Αιγαίο.

ΣΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ ΓΙΩΡΓΟ ΣΕΦΕΡΗ

Έπαιρνε τη ζωή απλά και με δέος.
Δεν κάτεχε από δύναμες ή μαγικά.
Στο γέμισμα του κύκλου
είδε το όνειρο: «Μαύρο ή Άσπρο;»
Προτίμησε το χρώμα του.
Αρματώθηκε, πλήγωσε, ματώθηκε
Ώσπου ο πόνος τον απλοποίησε.

Άδειασε από πέτρα, γέμισε αίμα.

Όσοι τον νιώσανε, σώπασαν.
Οι υπόλοιποι τον κούρασαν
με πυροτεχνήματα, τίτλους και μ’ άλλα ηχηρά παρόμοια
Ώσπου ο Θεός τον λυπήθηκε.

Άδειασε από αίμα, γέμισε φώς.

Έτσι λυτρωμένος από πέτρες και γαίματα
δε χάραξε ούτε ένα άλφα
μέχρι που έσβησε.

Δικαιοσύνη, κανείς δεν τον ξέχασε.

ΤΟΥΤΟΣ Ο ΑΝΕΜΟΣ ΠΟΥ ΓΝΩΡΙΣΕΣ

Μνήμη κι αγάπη
στο σκοτεινό ποιητή
Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα.

Τούτος ο άνεμος που γνώρισες…
Τούτος ο άνεμος,
που τόσα πολλά σου έδειξε,
δεν έχει όνομα, δεν έχει ιστορία.
Τούτος ο άνεμος
που τόσο σε βασάνισε,
δεν είναι τίποτ’ άλλο, παρά η μοίρα σου.
Η άλλη σου υπόσταση
που γνώριζε μόνο το μαύρο ήλιο.
Το μαύρο ήλιο του ντουέντε.
Ο ίδιος ήλιος που σ’ αφάνισε.

……………………………………………….

Η ψυχή σου ανήκε στο ντουέντε.
Έπρεπε να πληρώσεις, Φεντερίκο.
Ο σκοτεινός άγγελος
δεν κατέχει από ποίηση και τέτοια.
Και το ’ξερες αυτό, Φεντερίκο.
Το ‘ξερες πολύ καλά.

ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΠΑΛΙ

Έρχονται πάλι.
Έρχονται, Φεντερίκο.
Μαύρα μάτια, μαύρες καρδιές, μαύρες κάννες.
Έρχονται να σε ξανασκοτώσουν,
Φεντερίκο.
Θα σε ξαναθάψουν με τους άλλους,
τους πολλούς,
τον κοσμάκη.
Κι ύστερα θα πουν
ότι σε σκότωσαν κατά λάθος,
πως ήταν ατύχημα, τυχαίο περιστατικό…
Άβε Μαρία, άβε Μαρία
προσευχήσου για μας.
Όλους εμάς τους αθώους Φεντερίκους
Εμάς που μας σκοτώνουν
τυχαία, κατά λάθος.

ΘΑΡΘΟΥΝ ΚΑΠΟΤΕ

Θαρθούν κάποτε
στιγμές και ώρες εξαίσιες
που θα γεμίσουν
τις μεγάλες άδειες στέπες του μυαλού
με λουλούδια αιθέρια…

Θαρθούν κάποτε
στιγμές και ώρες εξαίσιες
που θα πίνουν οι άγγελοι νερό
μέσα στις χούφτες…

ΚΑΛΗΝΥΧΤΑ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ

Καληνύχτα Μαργαρίτα…
Καλημέρα Μαργαρίτα…

Μην απορείς άλλο.
Η αγάπη σου είναι το ύφος μου.
Καληνύχτα Μαργαρίτα…
Καλημέρα Μαργαρίτα…
Ο ήλιος δε δύει ποτές! Μ’ ακούς;
Το μόνο υπαρχτό είναι το Φώς!
Καληνύχτα…
Καλημέρα…
Εσύ
εγώ
κι οι άνθρωποι όλοι
είναι το Φώς.

Καληνύχτα Μαργαρίτα…
Καλημέρα… Φώς.

Η ΖΩΗ ΔΕΝ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ

Η ζωή δεν τελειώνει
μ’ ένα αντίο, Μαργαρίτα.
Το τραγούδι του κόσμου
δε σβήνει στιγμή.

Μόνο μένει εκεί
να σου λέει, Μαργαρίτα,
πως εσύ ’σαι του κόσμου
η μόνη πηγή.

Κοίτα γύρω
πουλιά και λουλούδια
πως χαμόγελα ανθίζει η ζωή.
Τα ποιήματά μου γίναν ρυάκια
και ποτίζουν μ’ ελπίδα τη γη.

Η ζωή ένα τραγούδι, Μαργαρίτα,
και τραγούδα με πλέρια χαρά.
Το πρωί θα μας πάρει ο ήλιος
να γεμίσουν οι καρδιές μας φωτιά.

ΑΥΤΑ ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ Τ’ ΑΣΑΛΕΥΤΑ

Αυτά τα δέντρα τ’ ασάλευτα.
Ο μικρός Χριστός
που κοκκίνιζε μπροστά στα κορίτσια.
Το αγκαλιασμένο ζευγάρι
που κρατιόταν σφιχτά
—από φόβο μη φύγει ο ένας του άλλου.
Ύστερα πάλι
εκείνος ο επίμονα μονότονος
θλιμμένος ουρανός.
Κι εσύ
που με την τεράστια απουσία σου
άδειαζες τους δρόμους και τις πλατείες
και γέμιζες τη ψυχή μου
με χάος και λύπη κι ερημιά.

Μα πώς επιτέλους να στο πω;
κοίτα,
σ’ αγαπώ γιατί υπάρχεις.
Φτάνει που υπάρχεις
και γω θα σ’ αγαπώ.

ΓΙΑΤΙ AN ΕΙΧΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΣΟΥ

Γιατί αν είχα την αγάπη σου
γιατί αν είχα μόνο την αγάπη σου
Ο δυτικός άνεμος θα ‘ταν πιο υποφερτός
τα καράβια θα ‘φευγαν χωρίς μαντήλια και δάκρυα
κι οι μαργαρίτες θα περιφρονούσαν το ψύχος.

Γιατί αν είχα την αγάπη σου
γιατί αν είχα και μόνο την αγάπη σου,
θα μπορούσα, στο υπόσχομαι οτι θα μπορούσα
να γίνω ένα με το Φώς, ένα με τη ψυχή σου,
ένα με τον κόσμο.

Μα εσύ είσαι μια παθητική περίπτωση
που μασουλάει
τα φλούδια ενός ύψους που ξέφτισε…

Τώρα τί μου μιλάς και τί πασκίζεις;
Μα δε βλέπεις που το όνειρό σου αστόχησε;

Το μετεωρίζεται και τί περιμένεις;
Ψάξε τη ψυχή μου
άγγιξε τον κόσμο της ποίησης
κρατήσου απ’ τις παρυφές της αγωνίας μου
και λούσου στο αίμα μου, ν’ αθανατίσεις.

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

I

Εγώ, συντρόφια μου,
δεν κατέχω πολλά πράγματα.
Είμαι σχεδόν αγράμματος.
Ανοίγω την καρδιά μου
και περνά
ο Ήλιος
ο Κόσμος
ο Θεός
και μεθυσμένος από πολλή αγάπη και φώς
τραγουδώ
τραγουδώ
τραγουδώ
για να κρατήσω άσπιλο κι ακέραιο
τον προορισμό του ανθρώπου.

II

Κι αν θελήσεις να διεκδικήσεις τον τίτλο του ποιητή
δεν υπάρχει άλλος τρόπος, μα να ραντίσεις το αίμα σου
στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα
και την καρδιά σου να κάψεις
στη φωτιά που φωτίζει τον κόσμο,
για χάρη της «καθαρότητας των ουρανών»,
—που λέει κι ο Ελύτης.

IΙΙ

Αφού
ετάχτηκα
να γράφω στίχους
θα οδηγήσω το στοχασμό μου
ως την ύστερη ένταση της λέξης.
Ύστερα
το σύστημα του άλλου Γαλαξία
θα μου μάθει
τους στίχους του σύμπαντος.

IV

Και
ποιος σας είπε
ότι αυτό που κάνω
λέγεται ποίηση;
Εγώ απλώς
αντιγράφω αδέξια τον Ήλιο.

ΔΩΔΕΚΑ ΑΤΙΤΛΑ

1. Τον άνθρωπο…
Τον άνθρωπο…
Ποιος θα τον ανακαλύψει;

2. Μοίρασα
σα ψωμί
την καρδιά μου
Και δε μού ‘μεινε
ούτε ένα ψίχουλο.

3. Τον ουρανό, τον ουρανό
πώς
να τον αντιγράψω;
Δε
συγκινείται εύκολα.

4. Κι όμως…
Κάπου
στην άκρη των χειλιών σου
θα ενεδρεύει
πάντα
μια ιδέα χαμόγελο.

5. Η φιλοσοφία μας
συνοψίστηκε
σε μερικές λέξεις:
Εγώ, Εσύ, Εμείς!
Δηλαδή
εν αρχή ήταν ο Άνθρωπος
και η αγάπη για Σένα
και από Σένα
γνωριστήκαμε όλοι Εμείς!

6. Πάντως
Εμείς θα τους αντισταθούμε
Όποιοι και να ‘ναι…
Όσο δυνατοί και να ‘ναι.

7. Ένας ποιητής κινείται ανάμεσα μας.
Προσοχή!
Όπου κι αν τον συναντήσετε,
Πυροβολήστε
χωρίς προειδοποίηση.
Είναι επικίνδυνος!

8. Γιατί γράφω;
Μα για να υπερασπιστώ
το αθώο μου αίμα.

9. Μέσα μου
ένα αδιόρατο δάκρυ
ένα διαρκές ψιχάλισμα.
Κι αυτό το δάκρυ
δεν είναι μόνο δικό μου.

10. Για όνομα του Θεού…
Μην πετάτε
την καρδιά σας
στα σκυλιά…

11. Και τούτοι πάλι
οι Νεοέλληνες…
Θεέ μου, τι ουτοπία!

12. Ιστορία: Το πρώτο πράμα που
έμαθε ο άνθρωπος ήταν
ο σεβασμός στο θάνατο…

ΜΙΚΡΑ ΠΕΖΑ

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΚΑΙ Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

…Κι οι ποιητές να γράφουν πρέπει διαρκώς γιατί έξαφνα πεθαίνουν.
Κι όταν νιώθεις τη ανάγκη να γράψεις δεν συζητάς το θέμα
αλλά παίρνεις την πέννα και γράφεις ώσπου να λυτρωθείς.
Δεν ξέρω ώσπου μπορεί να φτάσει κανείς με τις λέξεις.
Αν η ποίηση είναι αρκετή να μας ελευθερώσει, πριν ανταμωθούμε με το θάνατο.
Ο θάνατος όταν σε βρει με προσωπείο κι αλυσίδες, ε, τότε πράγματι είναι φοβερό. Πεθαίνοντας έτσι τι μπορεί να κερδίσεις έξω από σκουλήκια;
Είναι περισσότερο η αγωνία του θανάτου που σε σκοτώνει. Η ψυχή σου θα ‘ναι κιόλας νεκρή πριν πεθάνεις. Θα ζεις στην οσμή των πτωμάτων.
Το θάνατο το φέρνουμε μέσα μας, και είναι αυτό το απροσδιόριστο που μας δυσκολεύει ν’ αγαπάμε, να ονειρευόμαστε, να πιστεύουμε.
Είναι αυτό το αόριστο χώρισμα, αυτός ο άυλος τοίχος που κρατά τους ανθρώπους σ’ απόσταση τον ένα απ’ τον άλλο, από την ίδια τους την ψυχή ακόμα.
Μερικές φορές σκέφτομαι μήπως σπαταλώ άδικα τις ώρες μου, μήπως οι στοχασμοί κι οι στίχοι μου είναι λόγια που θα θαφτούν κάτω από άλλα λόγια και κείνα κάτω από τα άλλα που θα ειπωθούν αργότερα.
Κι όμως αυτή η δύναμη που με κάνει να στοχάζομαι και να γράφω, αυτή μου η τάση να αναλύω το κάθε τι, αυτό το ασύχαστο ηφαίστειο που κοχλάζει μέσα μου, αυτή η ακαθόριστη διαίσθηση που με οδηγεί όλο και πιο κοντά στο Αληθινό και στο αιώνιο.
Ποιός μπορεί να με πείσει πως όλα αυτά είναι δείγματα ψευδαίσθησης ή αεροβαδίσματος;
Οι νόμοι θεσπίζονται για να εξυπηρετούν τους ανθρώπους και όχι
οι άνθρωποι τους νόμους!
Διότι τότε έχουμε στυγνή δικτατορία και τότε επιβάλλεται
ανυπακοή και αντίσταση αν οι πολίτες θέλουν ακόμη να διατηρούν την αξιοπρέπεια τους και τη διαφορά που τους κάνει να ξεχωρίζουν από τα κτήνη.

Η πρόοδος επιτυγχάνεται μόνο με επανάσταση. Όταν λέω επανάσταση δεν εννοώ μόνο την ένοπλη. Επιστημονική βιομηχανική, κοινωνική, πνευματική, ακόμη κι ατομική.
Σήμερα, τη χρονική αυτή στιγμή, η ανάγκη της επανάστασης, γίνεται ολοένα και πιο επιτακτική. Ιδίως στον κοινωνικό και πολιτικό τομέα. Είναι καιρός τ’ άτομα, οι πολίτες ενός κράτους να ενδιαφερθούν ενεργητικότερα στον τρόπο της διακυβέρνησης του τόπου όσο και για την πολιτική της κυβέρνησης.
Ιδίως οι πνευματικοί άνθρωποι έχουν καθήκον να συμμετάσχουν σε πρώτο πλάνο στα της πολιτείας, διότι είναι οι οδηγοί και οι εκφραστές της κοινής γνώμης.

ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ

1. Ευφροσύνη! Το μεγαλείο της γνώσης ας αντιταχτεί στο πανάρχαιο σχήμα,
στη θαλπωρή της καρδιάς.
Η έρημος στεγνώνει τ’ ασκιά της καρδιάς. Η έρημος είναι αδέκαστη.
Η καρδιά οδηγεί στην Αγάπη. Κι η Αγάπη στην έρημο. Όμως η Αγάπη δεν αντέχει την κάψα της ερήμου, την έλλειψη της βλάστησης κι εξαντλείται γρήγορα. Η έρημος είναι γεμάτη νεκρές, χαμένες αγάπες.
Η καρδιά σου δίνει μόνο τη δυνατότητα ν’ αντικρίσεις την έρημο. Μην την κουβαλήσεις όμως μαζί σου. Χωρίς λύπη, χωρίς δάκρυ αποχωρίσου την. Τουλάχιστον δώσ’ της τη δυνατότητα να πεθάνει αξιόπρεπα.

2. Τώρα η έρημος.
Άγνωστη-αδέκαστη-ανέκφραστη!
Και το υπερευαίσθητο κρίνο
μεταμορφώνεται σε πύρινη ρομφαία.
Η ψυχή αεί οδηγός.
Άγγελοι φοβεροί,
Αγριεμένοι ερημίτες
καραδοκούν ζυγιάζοντάς με
στο σκοτεινό τους βλέμμα.
Ο οργισμένος προφήτης,
-ο Άρχοντας της Ερήμου-
θα προβάλει σε λίγο.
Ψυχή, στο ύψος σου!
Η ρομφαία σε θέση κτυπήματος!
Η δοκιμασία, η δοκιμασία!

ΘΑΝΑΤΟΣ, Η ΑΝΑΠΑΨΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΙΣΤΗ

… Κάποτε ο πολεμιστής αποκάμνει, αποσύρεται για λίγο-
κοινός θάνατος, που λένε τούτοι της γής οι εύκολοι —πηγαίνει
παράμερα, στον ίσκιο’ ξεκουράζεται κομμάτι, ξεπλένεται απ’ τις
σκόνες και τα γαίματα, αλλάζει τα σχισμένα του ρούχα, τη φθαρμένη πανοπλία, τα ραγισμένα του κοντάρια, πίνει δυο-τρεις
χούφτες δροσερό νεράκι και αφήνοντας τη φιλόξενη σκιά, νάτονε
πάλι με κραυγές πολεμικές να ορμά στο συρφετό της μάχης μέσα.
Και αυτό πάει και πάει ώσπου οι βάρβαροι λυγίσουν, οι γραμμές
τους αραιώσουν κι η υποχώρηση σημάνει.
Τότες κι ο φίλος μας ο πολεμιστής γυρίζει πίσω στο σπίτι,
στους δικούς —μια και πέτυχε στην αποστολή του —να απολάψει
τους χρόνους του Ήλιου και της Γαλήνης.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ

NICANOR PARRA
Χιλή

ΖΗΤΙΑΝΟΣ
(Mendigo)

Δε μπορείς να ζεις στην πόλη
χωρίς τ’ απαραίτητα μέσα για συντήρηση.
Η αστυνομία εφαρμόζει το νόμο.

Μερικοί είναι στρατιώτες
που έχυσαν το αίμα για την πατρίδα
(αυτό σε εισαγωγικά)
Άλλοι είναι πονηρομπακάληδες
που κλέβουν ένα ή δυο ή τρία γραμμάρια
από ένα κιλό σταφίδες,

Και οι υπόλοιποι είναι παπάδες
που γυρνοφέρνουν μ’ ένα βιβλίο στα χέρια.

0 καθένας τους ξέρει τη δουλειά του.

Και ποιά νομίζετε, είναι η δική μου;
Τραγουδώ, κοιτώντας τα κλειστά παράθυρα
μπας και τ’ ανοίξουν
και
μου πετάξουν
κανένα κέρμα.

ΝΕΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ
(Iovenes)

Γράφετε όπως θέλετε
σ’ οποιοδήποτε στυλ σας αρέσει.
Πάρα πολύ αίμα έχει χυθεί κάτω από το γιοφύρι,
που θα ‘ταν ηλίθιο να πιστέψετε
πως μόνο ένας δρόμος είναι ο σωστός.

Στην ποίηση τα πάντα επιτρέπονται.

Με μόνο αυτόν τον όρο, βεβαίως:
Να γίνετε κύριοι της λευκής σελίδας.

NICOLAS GUILLEN
Κούβα

Ο ΚΑΝΤΑΛΙΣΟ Σ’ ΕΝΑ ΜΠΑΡ
(Cantaliso en un bar)

(Τουρίστες σ’ ένα μπαρ. Ο Κανταλίσο, η κιθάρα του.)

—«Μή με πλερώνετε για να τραγουδήσω
ό,τι δεν πρόκειται να τραγουδήσω.
Τώρα θ’ ακούσετε όσα ’θελα να πω
και δεν είπα προηγουμένως.

Ποιός σας έστειλε;
Σπαταλήστε τα λεφτά σας,
πιέστε το πιοτό σας,
αγοράστε μια μαράγκα —
μα δε μπορείτε να μ’ αγοράσετε εμένα,
όχι εμένα,
όχι εμένα.

Όλοι αυτοί οι ροδοκόκκινοι Γιάνκηδες
γιοί της γαρίδας,
γεννημένοι από μια μπουκάλα,
μια μπουκάλα ρούμι.

Ποιός σας είπε να ‘ρθετε;

Εσείς ζείτε
εγώ πεθαίνω,
τρώτε και πίνετε
μα όχι εγώ,
όχι εγώ.

Αν και είμαι ένας φτωχόνεγρος
το ξέρω ότι ο κόσμος δεν πάει καλά.
Αι, και ξέρω ένα κόλπο
που θα τον φτιάξει μια χαρά.
Ποιός σας έστειλε;
Όταν πάτε πίσω, στη Νέα Υόρκη,
να μου στείλετε μερικούς φουκαράδες
φτωχαδάκια σαν και μένα
φτωχαδάκια σαν και μένα.
Θα τους δώσω το χέρι
και θα τραγουδήσω μαζί τους
γιατί το τραγούδι που ξέρουν
είναι το ίδιο που ξέρω και γω.

SALVATOR NOVO
Μεξικό

Ο ΦΙΛΟΣ ΠΟΥ ΕΦΥΓΕ
(El amiko ido)

Ο Ναπολέων μου γράφει :
«Το Κολλέγιο είναι πολύ μεγάλο
σηκωνόμαστε πολύ νωρίς,
δε μιλάμε τίποτε άλλο, παρά εγγλέζικα,
σου στέλνω μια φωτογραφία του χτιρίου…»

Δε θα ξανακλέψουμε γλυκά μαζί
από τη ντουλάπα ή να τρέξουμε στο ποτάμι
να βρέξουμε τα πόδια
ή να κόψουμε αιματόχρωμα καρπούζια.

Τώρα ετοιμάζομαι για τις τελικές μου εξετάσεις.
Ύστερα, κατά τα φαινόμενα,
θα μάθω ό,τι πρέπει να ξέρω,
θα γίνω γιατρός,
θα έχω φιλοδοξίες, γενειάδα, μακριά παντελόνια.

Μ’ αν θα κάνω γιό
δε θ’ αφήσω κανένα να τον διδάξει τίποτε,
τον θέλω να ‘ναι τεμπέλης κι ευτυχισμένος
όπως ποτέ μου δε μπόρεσα να ‘μαι
εξ αιτίας των γονιών μου
όχι των γονιών μου,
των προπάππων μου,
όχι των προπάππων μου,
μα εξαιτίας του Θεού.

LUIS CARDOZA Y ARAGON
Γουατεμάλα

ΡΟΜΑΝΤΖΑ ΣΤΟΝ ΦΕΝΤΕΡΙΚΟ ΓΚΑΡΘΙΑ ΛΟΡΚΑ
Romance de Federico Garcia Lorga

Ο Τσαπουκαλής Τσιγγάνος έφυγε
με την όμορφη μιγάδα
και με μια γερή κιθάρα
εύθυμος και περίεργος να βρει
γιατί «Του Αντώνιο, η γυναίκα,
με τέτοιο τρόπο περπατεί…»

Γυναίκες στα μπαλκόνια
και νεράιδες και τρίτωνες
τραγουδούσαν μαργαριταρένια τραγούδια
στον ποιητή της Γρανάδας:
«Έλα από δω, Φεντερίκο,
κάμε τα πορτοκάλια να ευωδιάσουν
και τους ανανάδες και τα μήλα.
Θα σου στύψω ένα πιοτό
από ανθισμένα δειλινά και τραγούδια,
τη μουσική των χορών,
και το βαθύ τραγούδι: το χρώμα.
Η κιθάρα γκαστρώθηκε
(ίσως με την αυγή, μ’ όμορφες μιγάδες
ή με τον κορυδαλλό)
που τραγουδά σαν κοριτσόπουλο
με πιο λεπτούς γοφούς
και πιο στρόγγυλη σιλουέτα,
με φωνή τόσο γλυκιά
που τις μέλισσες ακόμα ξεγελά.
Έλα, από δω, Φεντερίκο
θα τα βάψουμε όλα μαύρα
τα πρόσωπα και τα κορμιά μας,
θα κάνουμε κότσο τα μαλλιά,
θα βάψουμε και τον ύπνο, ακόμα..
Είναι κάτι τραγούδια νέγρικα
σαν βαρυψημένα σταφύλια.
Είναι κάτι ζαχαρόσποροι
πιο γλυκοί κι από τ’ αυγερινά τ αστέρια.

Ο Τσαπουκαλής Τσιγγάνος έφυγε
με την όμορφη μιγάδα
εύθυμος και περίεργος να βρει…
και κάνανε έρωτα στ’ ακρογιάλι
και σαν ξυπνήσανε,
βρήκανε τον ήλιο μέσα στην κιθάρα τους

ΜΙΚΙ ROFU
Ιαπωνία

META TO ΦΙΛΙ

«Κοιμάσαι»,
«Όχι», είπες.
Άνθη του Μαγιού
ν ανθίζουν μες το μεσημέρι

Μέσα στη χλόη
κοντά στη λίμνη
κάτω από τον ήλιο

«Θα μπορούσα
να κλείσω τα μάτια
και να πεθάνω εδώ», είπες.

TSUBOI SHIGEJI
Ιαπωνία

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

Το Φθινόπωρο κάποιος φίλος
μου έστειλε ένα μήλο
πήγα να το φάω
όλο μονομιάς.

Κόκκινο: ολοκόκκινο

Στην παλάμη μου, ασήκωτο
Ασήκωτο όπως ο κόσμος.

MARUYAMA KAORU
Ιαπωνία

TOΥ ΧΩΡΙΣΜΟΥ Ο ΠΟΝΟΣ

Στ’ αφτί μιας άγκυρας ένας γλάρος
κάθεται
Ξαφνικά, χωρίς λέξη, η άγκυρα γλιστρά
κάτω.
Τρομαγμένος, ο γλάρος πετά μακριά.

Βιαστική, η άγκυρα γέρνει χλωμή
μεσ’ το νερό.

Βυθίζεται.
Κι αυτό που ο γλάρος νιώθει
γίνεται σκούξιμο λυπημένο κι άγριο,
χαμένο μεσ ’τον άνεμο.

VCQUES PREVERT
Γαλλία

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ

Η μητέρα κάνει πλεχτό
ο γιος κάνει πόλεμο.
Το βρίσκει πολύ φυσικό αυτό η μητέρα.
Κι ο πατέρας, τί κάνει ο πατέρας;
Ο πατέρας κάνει «μπίζνες»
η γυναίκα του πλεχτό
ο γιός του πόλεμο
αυτός τις «μπίζνες» του.
Το βρίσκει πολύ φυσικό αυτό, ο πατέρας.
Κι ο γιός, ο γιός τί να βρίσκει, ο γιός;
Δεν βρίσκει τίποτε, απολύτως τίποτε ο γιός.
Ο γιός, η μητέρα του κάνει πλεχτό,
ο πατέρας του «μπίζνες», αυτός πόλεμο.
Όταν τελειώσει ο πόλεμος
θα κάνει «μπίζνες» με τον πατέρα του.
Ο πόλεμος συνεχίζεται, η μητέρα συνεχίζει να πλέκει,
ο πατέρας συνεχίζει τις «μπίζνες»
ο γιός σκοτώθηκε, δε συνεχίζει άλλο.
Ο πατέρας κι η μητέρα, πάνε στο νεκροταφείο.
Το βρίσκουν πολύ φυσικό αυτό,
ο πατέρας κι η μητέρα.
Η ζωή συνεχίζεται. Η ζωή με το πλεχτό,
τον πόλεμο, τις «μπίζνες».
Οι «μπίζνες», ο πόλεμος, το πλεχτό, ο πόλεμος,
οι «μπίζνες», οι «μπίζνες», οι «μπίζνες»
η ζωή με το νεκροταφείο.

PAUL ELUARD
Γαλλία

ΕΚΕΙΝΗ, Η ΠΑΝΤΟΤΕΙΝΗ

Αν σας πω «Τα ‘χω εγκαταλείψει όλα»
σημαίνει πως δεν είναι εκείνη του κορμιού μου.
Ποτέ δεν καυχήθηκα γι αυτό.
Δεν είναι αλήθεια.
Κι η καταχνιά όπου κινούμαι
ποτέ δε ξέρει αν πέρασα.

Η βεντάλια των χειλιών της,
η ανταύγεια των ματιών της
μόνο εγώ είμαι κυκλωμένος
από αυτό τον τόσο μηδαμινό καθρέφτη
όπου ο αγέρας κυκλοφορεί μέσα μου.
Κι ο αγέρας έχει ένα πρόσωπο
ένα πρόσωπο αγαπημένο,
ένα πρόσωπο που αγαπά, το δικό σου πρόσωπο.

Σε σένα που δεν έχεις όνομα
και οι άλλοι δε σε γνωρίζουν
Η θάλασσα σου λέει: πάνω μου.
Ο ουρανός σου λέει: πάνω μου.

Τ’ άστρα σε διαισθάνονται, τα σύννεφα σε φαντάζονται
και το αίμα που χύνεται στις πιο ακριβές στιγμές
το αίμα της γενναιοφροσύνης,
σε μεταφέρνει με ηδονή.

Τραγουδώ τη μεγάλη χαρά να σε τραγουδώ
τη μεγάλη χαρά να σ’ έχω ή να μη σ’ έχω,
την ειλικρίνεια να σε περιμένω,
την αθωότητα να σε γνωρίζω.
Ω, εσύ που εξαλείφεις τη λησμονιά,
την ελπίδα και την άγνοια,
που εξαλείφεις την απουσία και με φέρνεις στον κόσμο.

Τραγουδώ για να τραγουδώ
σ’ αγαπώ για να τραγουδώ
το μυστήριο όπου η αγάπη
με δημιουργεί κι αυτολυτρώνεται

είσαι αγνή,
πιο αγνή κι από μένα
τον ίδιο ακόμη.

CARL SANDBURG (June 13, 1943)
Η.Π.Α.

Η ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΕΙΝΑΙ MIA ΣΥΝΗΘΕΙΑ
(Freedom is a Habit)

Η Λευτεριά είναι μια συνήθεια
κι ένα φορεμένο σακάκι.
Μερικοί γεννιούνται για να το φορούν
άλλοι για να μην το γνωρίσουν ποτέ.

Η Λευτεριά είναι φτηνή
ή πάλι σαν μια φορεσιά, τόσο ακριβή,
που οι άνθρωποι την πληρώνουν με τη ζωή τους
για να την έχουν.

Η Λευτεριά είναι αόρατη:
αυτοί που την έχουν
συχνά, δεν ξέρουν πως την έχουν
μέχρι που να τους την πάρουν
και τότες μαθαίνουν τί έχασαν.

Τί να σημαίνει αυτό;
Να ‘ναι τάχατες γρίφος; Ναι, πρώτο απ όλα απαντιέται
στ’ αλφαβητάρια των γρίφων.

Το να ‘σαι λεύτερος είναι έτσι κι έτσι
το μπορείς και δεν το μπορείς.
Οι πεζοί μπορεί να ‘χουν λευτεριά
μόνο αν η λευτεριά τους δε γίνει πεζή.
Οι δρομείς μπορεί να ‘χουν λευτεριά
μόνο αν η λευτεριά τους δεν τους ξεπεράσει.
Συχνά φαγάδες έχουν καταβροχθίσει
τη μερίδα της λευτεριάς τους και τώρα πεινούν.
Συχνά πότες παράχυσαν
το κρασί της λευτεριάς τους και τώρα διψούν.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ ΛΟΪΖΟΥ ΛΥΜΠΟΥΡΗ:

Ο αδελφός μου, Δώρος Λοΐζου

Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ /2/9/2019/xatzigeorgiou@yahoo.com

Η αδελφή του ποιητή και αγωνιστή, Δώρου Λoΐζου, που δολοφονήθηκε από την ΕΟΚΑ Β στις 30 Αυγούστου 1974, αποφασίζει να αφηγηθεί όσα δεν ανέφερε ποτέ δημόσια μέχρι σήμερα για τη ζωή του αδελφού της.

Αθηνά Λοΐζου

Φορούσε τα καλά της, είχε ετοιμάσει γλυκό, καφέ κυπριακό – με περίμενε στο μπαλκόνι «για να μην μπερδευτείς με τα νούμερα των σπιτιών στην Κλήμεντος», απέναντι -σχεδόν- από το δημοτικό σχολείο του Αγίου Αντωνίου. «Χαίρομαι πολύ που θα μιλήσουμε για τον Δώρο!», μου είπε στα σκαλιά, κάτω από μία μεγάλη κορνιζαρισμένη φωτογραφία του αδελφού της – τη χαμογελαστή και αισιόδοξη, την πιο γνωστή του ίσως. Επάνω στο φορμάικο τραπεζάκι του σαλονιού είχε ήδη συγκεντρώσει ξεθωριασμένα άλμπουμ με φωτογραφίες από τη ζωή του, τους δίσκους του, βιβλία που είχε διαβάσει με την υπογραφή του, παλιές κάρτες που της έστελνε από την Αθήνα και από την Αμερική όπου σπούδαζε, φωτοτυπημένα πολλά ποιήματά του «γιατί ξεκινήσαμε να κάνουμε ταξινόμηση σε πολλά χειρόγραφα». Η φωνή της «έσπαγε» συνεχώς, από την αρχή μέχρι το τέλος της συνέντευξης – από τη μία καταλάβαινα πως ήταν μία υπέρβαση για εκείνην να αναφέρεται επί μία ώρα στη δολοφονία του πιο αγαπημένου της προσώπου, από την άλλη ήθελε να μιλήσει, «για να δημοσιοποιηθούν ντοκουμέντα». Κι ας έκλαιγε σε πολλές στιγμές κι ας σταματούσαμε για μερικά λεπτά «για μια ανάσα». Ήταν σαν να περίμενε -και εκείνη- την ιδανική αυτή στιγμή ενός ζεστού απογεύματος, ενός ακόμη «μαύρου» Αυγούστου της Λευκωσίας, για να «φωτιστούν» μέσα της δύο από τα ωραιότερα ποιήματα του Δώρου Λοΐζου: «Ποίηση είναι / ο άνθρωπος που προσπαθεί να μιλήσει / σαν Θεός / κι ο Θεός που προσπαθεί να μιλήσει σαν άνθρωπος». «Κι αν σε ρωτήσουν / καμιά φορά / ποιοι τάχατες / αλλάζουν τον κόσμο / οι ποιητές ή τα κόμματα / μην ντραπείς / να τους απαγγείλεις δυο τρεις στίχους…».

Είναι σχεδόν ανατριχιαστικό ότι ζείτε τρία λεπτά από τον κυκλικό κόμβο του «ΟΧΙ», εκεί όπου δολοφονήθηκε ο αδελφός σας… Είναι. Αλλά είναι και η προτομή του Δώρου εκεί, οπότε είναι σαν παρηγοριά για μένα – είναι κάτι «δικό» μου.

Πού ήσασταν τη μέρα της δολοφονίας του; Εκείνη την περίοδο εργαζόμουν στην εταιρεία του Γιώργου Βασιλείου, του μετέπειτα προέδρου, τη «Λήδρα». Επί της Μακαρίου ήταν τα γραφεία. Άκουσα τις σφαίρες – τις άκουσε όλη η Λευκωσία. Αλλά δεν ήξερα. Καταλαβαίνετε, βέβαια, ότι το να ακούεις σφαίρες τον Αύγουστο του ’74 στην Κύπρο, ήταν κάτι σύνηθες πλέον. Λίγο μετά ήρθε ο κλητήρας της εταιρείας, ο οποίος ήταν ήδη στην τράπεζα, στην πλατεία Ελευθερίας. «Άκουσα ότι εσκοτώσαν τον Λυσσαρίδη», μας είπε όταν τον ρωτήσαμε «τι έγινε πάλε;». «Και κάποιος ήταν μαζί του…». Τα έχασα. Διότι διαισθάνθηκα τι είχε συμβεί. Δεν υπήρχε περίπτωση να μην ήταν και ο Δώρος μαζί με τον γιατρό! Ο Μάριος ο Τεμπριώτης ήταν σωματοφύλακας του Λυσσαρίδη, πήγαινε κάθε μέρα και τον έπαιρνε στις υποχρεώσεις του αλλά, λόγω των ταραχών και του πολέμου, και επειδή είχαν προειδοποιήσει επανειλημμένως τον γιατρό ότι θα τον σκοτώσει η ΕΟΚΑ Β’, είχαν κανονίσει τα παιδιά που ήταν μαζί του να τον παίρνουν και να τον φιλοξενούν σε κάποιο σπίτι τα ίδια, ώσπου να ησυχάσουν κάπως τα πράγματα. Για να μη γνωρίζουν πού μένει, διότι εκινδύνευε. Ελάχιστοι, λοιπόν, ήξεραν πού ήταν κάθε βράδυ ο γιατρός – ανάμεσά τους και ο Δώρος, ο οποίος βρισκόταν συνεχώς δίπλα του. Το βράδυ πριν από τη δολοφονία, είχα μάθει από άλλους ότι ο γιατρός είχε διαμείνει στο σπίτι του Δώρου, στον Άγιο Δομέτιο. Μέσα σε εκείνο το σπίτι έμενε και η Βαρβάρα, η Αμερικανίδα γυναίκα του Δώρου.

Όταν σας είπε ο κλητήρας για τον «σκοτωμένο στο “ΟΧΙ”», γιατί πιστέψατε ότι ήταν ο αδελφός σας; Από το πρώτο λεπτό ήμουν βέβαιη πως θα ήταν ο Δώρος! Πως δεν ήταν ο Λυσσαρίδης. O πατέρας μου, η μάνα μας, εγώ, του λέγαμε πάντα: «Μην πηγαίνεις συνέχεια μαζί με τον γιατρό. Θα σε παίξουν!». «Γιατί να φοβηθώ;», μας απαντούσε. «Άμα είναι το τυχερό μου…». Την 1η Αυγούστου τον είχαν ήδη συλλάβει άντρες της ΕΟΚΑ Β’, αλλά τους απείλησε η γυναίκα του, η οποία ήταν πολίτις των ΗΠΑ, ότι θα τους καταγγείλει στην αμερικανική πρεσβεία, διότι είχε και διεθνή δημοσιογραφική ταυτότητα. Και έτσι τον είχαν αφήσει τότε ελεύθερο. Αλλά ήδη ο Δώρος είχε στοχοποιηθεί. Μόλις αντιλήφθηκα, λοιπόν, τι θα είχε συμβεί, άφησα το γραφείο και έτρεξα στο μαγαζί με τα εξαρτήματα των αυτοκινήτων που είχε ο παπάς μου, στη λεωφόρο Ομήρου, δίπλα από τον «Καρυδά». Ο παπάς μου είχε ήδη ακούσει τι είχε γίνει εκεί από τον θείο μου, που δούλευε στη Cyta. Έκλεισε το μαγαζί και πήγε κατευθείαν στο νοσοκομείο, μαζί με τη μάμα μου, να δουν τι τελικά έγινε.

Πήγατε μαζί τους; Όχι. Εγώ έμεινα στο μαγαζί. Από το νοσοκομείο με πήρε τηλέφωνο ο παπάς μου και η μάμα μου και μου είπαν τα νέα: «Ο δολοφονημένος δεν είναι ο γιατρός, είναι ο Δώρος!». Εσοκαρίστηκα, δεν ήξερα τι μου εγίνετουν, αλλά τους είπα ότι δεν ήθελα να τον δω παραμορφωμένο – αντιλαμβάνεστε πώς ήταν εκείνες οι στιγμές. Και, μέχρι σήμερα, δεν μπορώ να δω τη συγκεκριμένη φωτογραφία, έτσι όπως τον είχαν κάνει με τις σφαίρες. Μετά, βέβαια, είχαμε άλλες διαδικασίες, γιατί δεν μας τον έδιναν αμέσως. Αλλά επιάσαμεν την ξαδέλφη μου, την Τζένη Ξιναρή, η οποία ήταν η ιδιαιτέρα του Τάσσου Παπαδόπουλου τότε, που τα εκανόνισεν όλα, για να κάνουμε την κηδεία την επόμενη μέρα. Θυμάμαι ότι ήρθαν στο σπίτι συγγενείς, πολλοί φίλοι, συναγωνιστές του Δώρου – εγώ δεν ήθελα να δω κανέναν! Εκλείστηκα στο δωμάτιό μου.
Στο μεταξύ, τι είχατε μάθει για τη δολοφονία; Στο αυτοκίνητο βρίσκονταν τρία άτομα. Ο Δώρος ήταν ο οδηγός. Η Βαρβάρα, η γυναίκα του Δώρου, η συνοδηγός. Ο γιατρός καθόταν στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου. Είχαν περάσει, στο μεταξύ, από το ξενοδοχείο Hilton και εκεί άφησαν μία Αμερικανίδα δημοσιογράφο, η οποία είχε μείνει μαζί τους το βράδυ της προηγούμενης μέρας και ήταν και εκείνη μέσα στο αυτοκίνητο, προκειμένου να στείλει κάποιες ανταποκρίσεις. Ο Δώρος, κάποια στιγμή, στην Κάνιγγος, είχε γυρίσει και είχε πει στον γιατρό: «Παρακολουθούν μας, είναι ένα αυτοκίνητο χωρίς νούμερα, πίσω μας». Όταν πια έφτασαν στο «ΟΧΙ», ξεκίνησαν οι σφαίρες. Ο γιατρός έσκυψε αμέσως, τις ριπές τις έφαεν ο Δώρος και κάποιες ξώφαλτσα η Βαρβάρα. Την ώρα που πήγαινε ο Δώρος να ελαττώσει ταχύτητα, επειδή ήταν το round about εκεί, τον έραψαν κανονικά τα καλάσνικοφ. Έφαεν 30 σφαίρες. Τις μισές πάνω στο κεφάλι και τις άλλες μισές γύρω που το αυτοκίνητο. Εκρατούσαν καλάσνικοφ και τον έραφκαν.

Είχα δει σε κάποιο ντοκιμαντέρ, στο ΡΙΚ, μία παλιά συνέντευξη της Βαρβάρας, η οποία έλεγε: «Ξέρω ποιοι σκότωσαν τον Δώρο, αλλά τότε δεν μπορούσα να μιλήσω για τους δολοφόνους γιατί φοβόμουνα»… Και ο γιατρός τα λέει αυτά στις μαρτυρίες του: «Είναι οι γνωστοί-άγνωστοι δολοφόνοι». Ξέρουμε συγκεκριμένα ποιοι είναι, αλλά… Ο παπάς μου, θυμάμαι, είχε πάει να δει τον Μακάριο, μετά τα γεγονότα. Του είπε: «Ξέρετε, Μακαριότατε, ποιοι εσκότωσαν τον γιο μου;». «Ξέρω, ξέρω…», του απάντησε ο Μακάριος. «Ε, αφού ξέρεις, να τους φέρεις μπροστά μου. Να πάρω δικαιοσύνη». «Σιγά σιγά, θα τα δούμε όλα», του είπε ο Μακάριος. Μία κοπέλα, η οποία μαρτύρησε, δύο μέρες μετά τη δολοφονία βρέθηκε πνιγμένη μέσα στο μπάνιο της, «από ηλεκτροπληξία». Για να καταλάβετε τις συνθήκες εκείνης της περιόδου… Σύμφωνα δε με τη μαρτυρία του Ηρακλή Χατζηρακλέους, που είχε την εφημερίδα «Ελεύθερος Λαός», η CIA πλήρωσε τότε εννέα χιλιάδες λίρες – πολλά λεφτά για την εποχή εκείνη. Αν σκεφτείτε πως ο γιατρός ήταν επικηρυγμένος για δώδεκα χιλιάδες λίρες, τότε καταλαβαίνετε πόσο σημαντικός ήταν γι’ αυτούς ο Δώρος. Η επιταγή βγήκε από την Αμερική. Και εξαργυρώθηκε!

Είστε βέβαιη γι’ αυτά που μου λέτε; Απολύτως! Έφτασεν πια η ώρα να τα πω δημόσια. Ο δημοσιογράφος του «Φιλελευθέρου», Κώστας Βενιζέλος, ετοιμάζει ήδη βιβλίο για τη ζωή του Δώρου -με πολλά, άγνωστα μέχρι σήμερα, στοιχεία- με τίτλο «Οι δολοφόνοι κυκλοφορούν ελεύθεροι», που θα κυκλοφορήσει μέσα στο φθινόπωρο. Σ’ αυτό δημοσιοποιούνται πολλά…

Αν είχατε τώρα μπροστά σας τους δολοφόνους του αδελφού σας, τι θα τους λέγατε; Θα προτιμούσα να μην τους αντικρίσω ποτέ! Γι’ αυτό και δεν γνωρίζω τι απέγιναν, πού ζουν… Αλλά, αν οι συνθήκες τα έφερναν και βρισκόμασταν πρόσωπο με πρόσωπο, νομίζω πως θα έβγαινα εκτός εαυτού. Καλύτερα να μη συμβεί. Ο παπάς μου μού έλεγε: «Έχει Θεό και θα πληρώσουν!». Αυτό θα σας απαντούσα κι εγώ τώρα.

Τι θυμάστε από την κηδεία του Δώρου; Θυμάμαι τον κόσμο… Χιλιάδες! Η πομπή έγινε από το «ΟΧΙ» ώς το κοιμητήριο. Κρατούσαν λουλούδια, έλεγαν συνθήματα, τραγουδούσαν – ήταν σαν μια μεγάλη διαδήλωση. Για μένα, όμως, ήταν σαν ένα φρικιαστικό όνειρο. Έτσι το έχω μέσα στο νου μου. H εικόνα είναι μπροστά μου – σαν να έγινε χθες… Δεν θυμάμαι τίποτε άλλο από εκείνη την ημέρα…
Έχει μαλακώσει πια κάπως ο πόνος σας για το θάνατο του αδελφού σας, μετά από 45 χρόνια; Όχι, όχι. Ποτέ! Αυτός ο πόνος δεν φεύγει ποτέ! Κι ούτε θα φύγει. Γιατί να συνηθίσω το θάνατο του Δώρου;

Η μητέρα σας ζει; Η μάμα μου επέθανεν πολύ πριν από τον παπά μου. Που το μαράζιν της, είχε νοσήσει στους πνεύμονες. Ήταν πιο εσωστρεφής η μάμα μου, εκράταν το μέσα της. Ενώ ο παπάς μου, όποτε είχε εκδηλώσεις, συνέδρια, διαδηλώσεις, πήγαινε με τα βιβλία του Δώρου, με τα ποιήματά του και τα διένειμε. «Δεν άξιζε να σκοτώσουν έτσι ένα παιδί!», έλεγε σε όλους. Ήταν πολλά περήφανος ο παπάς μου για τον Δώρο! Όλοι μας βέβαια ήμασταν περήφανοι για εκείνον, αλλά ο παπάς μου, πώς να σας το εξηγήσω, ήταν ο ήρωάς του, είχε γίνει το πρότυπό του. Ήθελε να διατηρήσει τη μνήμη του Δώρου ζωντανή! Σε όλους τους συλλόγους της ΕΔΕΚ είχε πάει και είχε δώσει φωτογραφίες του Δώρου, τους έλεγε «να τον θυμάστε…». Προσπαθούσα να τους παρηγορήσω, όσο μπορούσα. Ήμουν και ελεύθερη ακόμη τότε. Αλλά τους έλειπε πολύ ο Δώρος… Μάλιστα την ημέρα του γάμου μου, είχε συμβεί και το άλλο τραγικό. Πρωτομαγιά του ’76 παντρεύτηκα, την ίδια μέρα είχαν σκοτώσει τον Αλέκο Παναγούλη, ο οποίος ήταν συναγωνιστής του Δώρου. Πικρή μέρα. Ήταν μια παρέα όλοι αυτοί – ο Δώρος, ο Παναγούλης, ο Τάκης ο Χατζηδημητρίου…

Θυμάστε ποια ήταν τα πρότυπα του αδελφού σας; Ο Τσε Γκεβάρα. Ο Νίκος Μπελογιάννης. Ο Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα. Ο Νίκος Καζαντζάκης. Ο Νίτσε. Ο Μίκης Θεοδωράκης. Αυτούς θυμάμαι… Θα σας πω και κάτι ακόμη. Τη μέρα της δολοφονίας του, κατά τραγική ειρωνεία, μέσα στο αυτοκίνητο, ο Δώρος τραγουδούσε εκείνο το τραγούδι του Θεοδωράκη που λέει: «Ήταν πρωί του Αυγούστου κοντά στη ροδαυγή / βγήκα να πάρω αέρα στην ανθισμένη γη / βλέπω μια κόρη κλαίει, σπαρακτικά θρηνεί / σπάσε καρδιά μου, εχάθη το γελαστό παιδί…». Για να καταλάβετε, καμιά φορά, η μοίρα του ανθρώπου…
Γιατί ήταν συνεχώς μαζί με τον Λυσσαρίδη ο Δώρος; Το εξηγήσατε ποτέ; Δεν συνειδητοποιούσε πως κινδύνευε καθημερινά; Γιατί τον θαύμαζε! Γι’ αυτό. Ήταν ο μέντοράς του. Και ο γιατρός, όταν δολοφονήθηκε ο Δώρος, είπε: «Ήταν σαν να σκότωσαν τον γιο μου!». Ο παπάς μου πάντως προειδοποιούσε συνεχώς τον Δώρο, του έλεγε: «Πήγαινε πίσω στην Αμερική γιε μου, στις σπουδές σου, στη γυναίκα σου, είναι επικίνδυνα τα πράγματα, σταμάτα να είσαι συνέχεια μαζί με τον γιατρό!». Αλλά ο Δώρος δεν άκουγε κανέναν! «Τώρα που κινδυνεύει η Κύπρος, εγώ θα σηκωθώ και θα φύγω;», του απαντούσε. Έτσι ένιωθε. Ούτε γυναίκα ελογάριαζε, ούτε οικογένεια, ούτε τίποτε. Μόνο την Κύπρο. Του έλεγε ο παπάς μου – θυμούμαι το σαν τώρα: «Αν πεθάνεις γιε μου, τι θα γίνει τούτη η γυναίκα;». «Θα πάει πίσω στον τόπο της», του απαντούσε. Διαισθανόταν το θάνατό του, έτσι πιστεύω. Σε ένα του ποίημα, αφιερωμένο στον Τσε, έγραφε: «Θα πουν ότι κατά λάθος σε σκότωσαν…». Ήξερε! Τη γυναίκα του, τη Βαρβάρα, δεν την άφηνε δευτερόλεπτο τον τελευταίο καιρό. Σαν να ήθελε να ρουφήξει το κάθε δευτερόλεπτο μαζί της. Λίγες μέρες, θυμάμαι, πριν τον σκοτώσουν, του είπε για ακόμη μία φορά ο παπάς μου: «Ρε, δεν το καταλαβαίνεις; Θα σε σκοτώσουν όταν γυρίζεις συνέχεια μαζί με τον γιατρό!». Και του απάντησε ο Δώρος: «Εσύ, παπά, έγινες τόσων χρόνων, ήρθες, θα φύγεις από αυτό τον κόσμο, κανένας δεν σε ξέρει. Εγώ θέλω, όταν θα φύγω από τη ζωή, να αφήσω ένα όνομα. Δεν θέλω να κάνω ένα πέρασμα!»…

Πότε είχατε μιλήσει τελευταία φορά με τον αδελφό σας; Καμιά δεκαριά μέρες πριν από τη δολοφονία. Το έκανε για να μας προστατεύσει κυρίως. Γιατί ήταν πολύ επικίνδυνες οι μέρες τότε, το ξέρετε. Είχαμε πάει στις Πλάτρες. «Μείνετε εκεί», μας έλεγε, «δεν υπάρχει κράτος, έχουν φύγει όλοι. Όποιος θέλει, αν θέλει, καταλαμβάνει αύριο την Κύπρο. Μείνετε εκεί, για να γλιτώσετε». Ο Δώρος πολεμούσε στο Καϊμακλί όταν έγινε η εισβολή, απ’ όσο θυμάμαι. Ακόμη και όταν αναγκαζόταν προηγουμένως να κρυφτεί, κάποιες φορές, μέσα στο σπίτι μας, μας έλεγε πάντα «μην πείτε τίποτα σε καμιά γειτόνισσα!», διότι δεν ήθελε να μπλέξουμε ούτε εμείς, ούτε εκείνος.

Πόσων χρόνων ήταν όταν δολοφονήθηκε ο Δώρος; 30. Ειπώθηκαν πολλά μετά, πολλά αίσχη. Έφτασαν στο σημείο κάποιοι να πουν ότι «ο ίδιος ο γιατρός εσχεδίασε τη δολοφονία του Δώρου, γιατί φοβόταν πως θα του φάει την αρχηγία». Για να καταλάβετε πώς σκέφτονταν ορισμένοι άνθρωποι. Πάντως, ό,τι έλεγε ο γιατρός, για τον Δώρο ήταν «ευαγγέλιο»!

Από παιδί έγραφε ποιήματα; Ναι, ναι, αν και δεν συνήθιζε να μας τα απαγγέλλει – ορισμένα μόνο. Η ζωή ολόκληρη του Δώρου ήταν η ποίηση και το τραγούδι. Στο σπίτι έχω ακόμη τους δίσκους του: Μούτση, Θεοδωράκη, το «Φορτηγό» του Σαββόπουλου, Μάνο Λοΐζο, Κώστα Χατζή, πολλή κλασική μουσική -κυρίως Τσαϊκόφσκι, Βιβάλντι και Μότσαρτ- μέχρι και Olympians, Γιώργο Μουζάκη, Δαλιδά, John Lennon και Beatles. Ο Δώρος, μαζί με τον αδελφικό του φίλο, τον Γιώργο Νικολάου, έπαιζαν μονίμως κιθάρα και τραγουδούσαν. Τον Χατζιδάκι και τον Θεοδωράκη, από εκείνους τους έμαθα.

Τι είδους ποιήματα έγραφε τότε; Συνήθως έγραφε για την ελευθερία, για την πατρίδα. Όταν είχαν γίνει τα επεισόδια στη Σεβέρειο, την περίοδο της ΕΟΚΑ, ο Δώρος είχε συλληφθεί από τους Άγγλους. Ήταν μαθητής τότε. Κι όταν φοιτούσε στο Παγκύπριο Γυμνάσιο, ο Δώρος συμμετείχε ενεργά στη νεολαία της ΕΟΚΑ, την ΑΝΕ. Από τότε το έλεγε η καρδιά του! Θυμάμαι, επίσης, που μου έλεγε συνήθως ο Δώρος: «Να κοιμάσαι πολύ λίγο, γιατί ο ύπνος είναι χάσιμο από τη ζωή!». Και «να ζεις την κάθε στιγμή σαν να ‘ναι η τελευταία, Αθηνούλα. Γιατί ποτέ δεν ξέρεις…». Εγώ ήμουν «η μικρή». Με περνούσε δύο χρόνια ο Δώρος. Με συμβούλευε συνέχεια.

Σας πρόσεχε κιόλας; Ναι, ναι. Πάρα πολύ! Ήμουν «ο θηλυκός Δώρος» έλεγαν, επειδή μοιάζαμε πολύ. Ίσως γιατί είχαμε το ίδιο οβάλ πρόσωπο. Ο Δώρος ήταν πάντα πολύ φιλικό παιδί. Ήπιος χαρακτήρας. Λιγομίλητος. Μονίμως, όμως, αισιόδοξος. Είχε παρέες, παίζαμε όλοι μαζί -άλλοι ήταν συμμαθητές του, άλλοι πιο μικροί, άλλοι πιο μεγάλοι- ήμασταν καμιά δεκαπενταριά άτομα εδώ, στην Κλήμεντος. Ήταν ένα παιδί μονίμως χαμογελαστό! Α, και συνεχώς ερωτευμένος! (χαμογελά). Όποτε του γνώριζα κάποια από τις φιλενάδες μου, εκείνος άρχιζε τα ποιήματα… Τον άλλο μήνα, γνώριζε άλλη, άλλα ποιήματα.

Είναι πιο πολύ γνωστά τα αγωνιστικά του ποιήματα, παρά τα ερωτικά του… Τα περισσότερα από τα ερωτικά του ποιήματα δεν μας τα έλεγε. Τα ήξερε μόνο η παραλήπτρια (χαμογελά). Τώρα τα βρίσκουμε, σιγά σιγά και θα τα ταξινομήσουμε. Υπάρχουν ακόμη φίλες μου που έχουν φυλαγμένα ποιήματα του Δώρου…

Τι όνειρα έκανε; Νομίζω πως δεν έκανε μεγάλα όνειρα ο Δώρος. Δεν έλεγε ποτέ κάτι συγκεκριμένο. Δεν σκεφτόταν μακροπρόθεσμα. Ο παπάς μου του έλεγε να σπουδάσει ξενοδοχειακά, επειδή ο θείος ο Λούης είχε το τουριστικό γραφείο. Κι έτσι, ξεκίνησε να σπουδάζει με υποτροφία στη Ρόδο. Αλλά ήταν η εποχή που είχε γίνει η Χούντα και πιεζόταν πολύ στην Ελλάδα. Αντιδρούσε. Αποβλήθηκε τελικά από τη Σχολή επειδή, σε μία γιορτή, είχε καλύψει τη φωτογραφία του βασιλέα. Επέστρεψε μετά στην Κύπρο, τέλειωσε το στρατιωτικό του κι ύστερα πήγε στην Αμερική για να σπουδάσει. Τα «πιστεύω» του τα βρήκε στην ΕΔΕΚ. Γι’ αυτό και αρθρογραφούσε στα «Νέα», στη «Σοσιαλιστική Έκφραση» και στον «Ανεξάρτητο», μαζί με τον Ρένο Πρέντζα. Δεν είχαμε κάτι οικογενειακό προηγουμένως, σε σχέση με τα κόμματα. Όλα ξεκίνησαν από τον Δώρο, από τα διαβάσματά του -γιατί διάβαζε πολύ!- από τις ανησυχίες του, αλλά κυρίως από την αγάπη του για την Κύπρο. Ελάτρευε την Κύπρο!

Αυτή ήταν η προτεραιότητά του; Πάντα!

Τον είδατε ποτέ στενοχωρημένο; Αναστατωμένο, θα έλεγα. Τότε που τον έδιωξαν από την Ελλάδα, λόγω της Χούντας. Του έκανε καλό βέβαια η Αμερική, στη συνέχεια. Διέπρεψε στις σπουδές του, ήταν πολύ επιμελής, μέχρι που ο Αρχιεπίσκοπος Ιάκωβος του είχε πει «μείνε εδώ, σε χρειαζόμαστε», αλλά ο ίδιος αρνήθηκε. «Πρέπει να επιστρέψω στην Κύπρο. Η Κύπρος με χρειάζεται!», του είχε απαντήσει.
Πάλι η Κύπρος, ε; Πάντα. Πάνω από εμάς, πάνω απ’ όλους, ήταν η Κύπρος.

Η Βαρβάρα, η γυναίκα του, ζει στην Αμερική πια; Ναι. Αν και εκείνη ήθελε να παραμείνει στην Κύπρο. Με τον Δώρο παντρεύτηκαν με πολιτικό γάμο το ’72 και το ’73 με θρησκευτικό, στην Κύπρο. Όταν είχαν έρθει στην Κύπρο, από την Αμερική, ο Δώρος ξεκίνησε να δουλεύει ως καθηγητής φιλολογίας στο «English school» και η Βαρβάρα δίδασκε μουσική. Οι μαθητές λάτρευαν τον Δώρο! Κρέμονταν από τα χείλη του, γιατί ήταν διαφορετικός από τους άλλους καθηγητές, τους τα έλεγε αλλιώτικα τα πράγματα μάλλον, απ’ ό,τι μου λένε. Θα σας πω και κάτι άλλο, που δεν δημοσιοποιήθηκε ποτέ… Η Βαρβάρα ήταν έγκυος. Αλλά έκανε αποβολή, λόγω των γεγονότων, τον καιρό που κυνηγούσαν τον Δώρο. Μεταξύ πραξικοπήματος και εισβολής είχε κάνει απόξεση. Ο Δώρος δεν το γνώριζε, δεν πρόλαβε να του το πει η Βαρβάρα. Εγώ το έμαθα πολύ αργότερα, από την ίδια τη Βαρβάρα. Οι καταστάσεις, βλέπετε… Δεν ξέρω αν τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά στη ζωή του, αν γνώριζε πως θα γινόταν πατέρας. Ίσως η μοίρα του, όμως, να ήταν αυτή: Να γίνει ήρωας.

Τους Αύγουστους πώς τους ζείτε πια; Είναι οι μέρες εκείνες που θέλω να λείπω από την Κύπρο. Δεν αντέχεται όλο αυτό! Ακούω τις σειρήνες και τρομάζω. Όταν μεταδίδονται τα αφιερώματα για το πραξικόπημα και την εισβολή, κλείνω το ράδιο. Δεν θέλω να ακούω. Εστοίχισεν μου που έχασα τον Δώρο. Εστοίχισεν μου πολλά… Το καταλαβαίνετε… Όταν ήθελα κάτι που δεν μου το έδινε ο παπάς, έλεγα του Δώρου και τον έπειθε. Όταν ήταν στην Αθήνα, στην Αμερική, τότε που εδούλευε παράλληλα ως μπογιατζής, γιατί ο παπάς δεν μπορούσε εύκολα να τα βγάλει πέρα με ένα μαγαζί που είχε, πάντα μου έγραφε γράμματα. Τα έχω φυλαγμένα όλα! Μου έλεγε, θυμάμαι: «Αθηνούλα, είσαι ένα μηδενικό μέσα σε εκατομμύρια κόσμου. Χάνεσαι μέσα στη μάζα. Και μη νομίζεις ότι στην Αμερική είναι όλα ρόδινα…».

Αντέχετε τουλάχιστον να ακούτε το «τραγούδι του Λεύτερου»; (σιγοτραγουδά) «Θα ρίξω τα μαλλιά μου πίσω / θα φορέσω το πρόσωπο ανάποδα / θα βγω στους δρόμους / στες πλατέες…». Ναι. Ναι. Αυτό είναι το μόνο που αντέχω. Το συγκεκριμένο ποίημα δημοσιεύτηκε, πρώτη φορά, στις 22 Αυγούστου του 1974, μία βδομάδα ουσιαστικά πριν από τη δολοφονία του Δώρου, στην εφημερίδα «Τα Νέα». Να, άλλο ένα παιχνίδι της μοίρας… Την επόμενη της δολοφονίας του αναδημοσιεύτηκε και στη συνέχεια μελοποιήθηκε από τον Γιώργο Κοτσώνη, με ερμηνευτή τον Κώστα Καμένο. Το «τραγούδι του Λεύτερου» είναι το τραγούδι του Δώρου!

xatzigeorgiou@yahoo.com

http://www.philenews.com/downtown/anthropoi/article/770363/athina-loizoy-lympoyri-o-adelfos-moy-doros-loizoy?fbclid=IwAR0ZZ-wRZlhZsWZxQLDDFfBg1g__Mhy7H8dPmG8sB8jrMBkWeRWkXnLIyKE#.XWwLJmWU0K0.facebook

ΓΙΑ ΤΟΝ ΔΩΡΟ ΛΟΪΖΟΥ ΕΓΡΑΨΑΝ

ΒΑΣΟΣ ΛΥΣΣΑΡΙΔΗΣ

Όσο μακραίνει ο χρόνος, όσο οι συνθήκες γίνονται πιο δύσκολες, όσο δολοφονούνται τα οράματα, τόσο πιο πολύ μας λείπει ο Δώρος.
Τόσο πολύ πιο ζωντανός μας κηνυγάει με τους στίχους του, με τη ζωή, τον θάνατο του και τη θυσία του.
Τόσο και πιο απαιτητικός, με το ματωμένο πρόσωπο ανάποδα, απαιτεί συνέχιση αγώνων και αγωνιών.
Τον Δώρο που τώρα νίκησε τα σύνορα της μικρής Κύπρου και μετατρέπεται σε πανελλήνιο αγωνιστή σύμβολο ανθρωπιάς, αντίστασης, δημοκρατίας θα τον βρήτε αιώνια νέο σ’ αυτό το βιβλίο, αιώνια ζωντανό στη συνείδηση του
λαού μας, αιώνια καθοδηγητή των αγώνων για ψωμί και λευτεριά.

28.6.1999

ΒΑΡΒΑΡΑ ΜΠΕΛΛ

ΑΓΓΙΞΑ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΚΙ ΗΤΑΝ ΚΡΥΟΣ

(Στην μνήμη Δώρου Λοΐζου 1944 – 1974)

Άγγιξα το θάνατο και ήταν κρύος.
Έτσι τώρα κατάλαβα τί είναι ζωή και τι όχι.
Και το κατάλαβα γιατί άγγιξα τα παγωμένα του χέρια
το γλυκό του πρόσωπο.
Τα τρεμάμενα μου δάχτυλα γλίστρησαν
θάνατε. Τί κρύος που είσαι.
Μόνο τα γέννια και τα μαλλιά του ήταν αληθινά.
Προσπάθησα να μείνω λίγα ακόμη λεπτά εκεί δίπλα σου.
Πριν με σηκώσουν από κει που δεν ήθελα να φύγω.
«Ακόμη δυο λεπτά, σας παρακαλώ,»
«Όχι, αγαπητή μου. Αρκετά έχεις υποφέρει.
δεν είναι καλό για σένα».

Παλιά μου αγάπη, σύντροφε μου,
σαν παραγεμισμένη κούκλα.
Γιατί δεν ήσουν εσύ, ξαπλωμένος στο τραπέζι.
Ένα βουβό, άψυχο κορμί που του πήραν την ψυχή
κι αυτή πέταξε στον ουρανό,
αφήνοντας τη σάρκα μέσα στο κουτί.
Άδειο ανθρώπινο όστρακο.
Δεν θα υποκύψω πια ποτέ στα υλικά και στ’ ασήμαντα.
Γιατί βλέπεις, τώρα, κατάλαβα.
Άγγιξα το θάνατο και ήταν κρύος.

Μετάφραση: Βάσος Λυσσαρίδης

ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗΣ

2 ΓΙΩΡΓΟΣ

Ο Γιώργος Χριστοδουλίδης γεννήθηκε στη Μόσχα το 1968 και μεγάλωσε στη Λάρνακα. Σπούδασε δημοσιογραφία στο πανεπιστήμιο Λομονόσοφ της Μόσχας (ΜΑ in Journalism).

Για την πρώτη του ποιητική συλλογή, Ένια, (Εκδόσεις Ατέλεια, Λευκωσία 1996) τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Νέου Λογοτέχνη, ενώ για τη δεύτερη, Ονειτροτριβείο (Γαβριηλίδης, Αθήνα 2001) με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης. Ακολούθησε το Εγχειρίδιο Καλλιεργητή (Γκοβόστη, Αθήνα 2004), Το Απραγματοποίητο (Γαβριηλίδης, Αθήνα 2010) και ο Δρόμος μεταξύ Ουρανού και Γης (Φαρφουλάς, 2013).

To 2019, το ποίημα του «Είδη Πρώτης Ανάγκης» από το «Εγχειρίδιο Καλλιεργητή», Γκοβόστης 2005, σε μετάφραση στα γερμανικά της Michaela Prinzinger συμπεριλήφθηκε στην Ανθολογία Ευρωπαϊκής Ποίησης » Grand Tour» – Μάρτιος 2019. Την επιμέλεια της Ανθολογιας η German Academy for Language and Literature ανέθεσε στους ποιητές Jan Wagner και Federico Italiano.

Το 2018 επιμελήθηκε μαζί με τον Παναγιώτη Νικολαϊδη την «ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ 1960-2018» η οποία εκδόθηκε το Νοέμβριο του ίδιου έτους από τις εκδόσεις «κυμα», Αθήνα.

To Σεπτέμβριο του 2018, 10 ποιήματα του μεταφράστηκαν στα ισπανικά από τον Χοσέ Αντόνιο Μορένο Χουράδο, 5 εκ των οποίων συμπεριελήφθησαν στην ανθολογία του φεστιβάλ ποίησης ARS POETICA 1, που πραγματοποιήθηκε στην Πάτρα.

Την Άνοιξη του 2018 ο Παλαιστίνιος ποιητής Najwan Darwish μετέφρασε 10 ποιήματα του Χριστοδουλίδη τα οποία δημοσιεύτηκαν στην παναραβική εφημερίδα Alaraby.

Τον Φεβρουάριο του 2016 κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Μελάνι, Αθήνα, η έκτη ποιητική του συλλογή, Πληγείσες περιοχές/Γυμνές Ιστορίες, η οποία το ίδιο έτος μεταφράστηκε στα γαλλικά από τον Michel Volkovitch και κυκλοφόρησε στη Γαλλία από τον εκδοτικό οίκο Le miel des ang.es. Παρουσιάστηκε δε στο Παρίσι τον Μαϊο του 2017.  Η ίδια συλλογή μεταφράστηκε και εκδόθηκε στα σερβικά (εκδ.οίκοςTreći Trg) από την Aleksandra Milanovic και παρουσιάστηκε στο Βελιγράδι τον Οκτώβριο του 2018.Τον Ιούνιο του 2010 μια επιλογή ποιημάτων εκδόθηκε στα γερμανικά, στο Βερολίνο, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Ποίησης του Βερολίνου (Poesiefestival Berlin) και αναρτήθηκαν στον ιστότοπο του Φεστιβάλ https://www.lyrikline.org/en/poems/kalokairi-1983-6883#.WnwoJHyYPIU

σε απαγγελία του ιδίου του ποιητή. Το 2011, πέραν των 150 ποιημάτων του, που διατρέχουν δεκαπέντε χρόνια ποιητικής πορείας, μεταφράστηκαν στα βουλγάρικα από την Βασίλκα Πετρόβα-Χατζήπαπα, σε αυτόνομη έκδοση με τον τίτλο Ονειροτριβείο (Σόφια, 2011). To 2014 ,  6 βιντεοποιήματα του παρουσιάστηκαν στη Γερμανία. Ποιήματά του έχουν επίσης μεταφραστεί στις πλείστες ευρωπαϊκές γλώσσες ενώ δημοσιεύτηκαν σε κυπριακά και ξένα λογοτεχνικά περιοδικά.

Διετέλεσε μέλος του ΔΣ της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου.

Συνεργάζεται με τα πολιτιστικά περιοδικά «ΔΙΟΡΑΜΑ» (Κύπρος) και την ηλεκτρονική έκδοση της ιστοσελίδας «ΠΟΙΕΙΝ» (Ελλάδα)

Παρουσιάζεται επίσης σε σημαντικές ανθολογίες ποίησης και ποιητικές εκδόσεις, όπως: ARS POETICA 1, Πάτρα 2018, Anthologie de la poesie chypriote cotemporaine (editions Variations 2016), Θυμήσου, η κατοχή εξακολουθεί να υφίσταται (εκδόσεις Ανευ,2014), Uva di Cipro- Antologia della giovane poesia greco-cipriota ( Edizioni Joker 2014), Η ποίηση για την ποίηση (εκδόσεις ΠΕΝ Κύπρου 2012), Το Καταφύγιο (Αθήνα 2011),Nέα Ευθύνη (Αθήνα 2011), Ανθολογία Σύγχρονης Κυπριακής Ποίησης(Μανδραγόρας 2011) Αύριο, Maňana, Tomorrow (Λεμύθου, 2011), Ιστορία της Νεότερης Κυπριακής Λογοτεχνίας (Λευκωσία 2010), Ο ποιητής και ο κόσμος του (Λευκωσία, 2010), Εν αρχή ην ο λόγος (Λευκωσία, 2009),  Σύγχρονη Κυπριακή Λογοτεχνία (εκδόσεις Πλάμικ, Σόφια 2009), Zypern Literarisch (Γερμανία 2008), Ανθολογία Κυπρίων Ποιητών (1950-2008), Επιμέλεια Σ.Π. Βαρνάβας – Σ.Λ. Σκαρτσής, εκδ. «Ταξιδευτής», Αθήνα 2008, Zypern Poesie & Fotografie (Berlin 2008), Kipras Djeza (Λετονία 2007) , Fern von der dicht  besiedelten Sprache (Romiosini Verlag,Koln2006)κ.α

Συμμετοχή σε Διεθνείς Εκδηλώσεις (επιλογή)

Festival of Literature of the European Mediterranean – FLEM 2, Βελιγράδι, Οκτώβρης 2018, ΑRS POETICA 1, Πάτρα, Σεπτέμβριος 2018, Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης και Βιβλίου Βελιγραδίου (Treci Trg),  Μάης 2017 , Νύχτα της Λογοτεχνίας La Nuit de la Littérature, Παρίσι, Παρουσίαση της ποιητικής συλλογής Πληγείσες Περιοχές (Zones sinistrées)  στα γαλλικά, Μάης 2017,  Crowd Omnibus Reading Tour 2016 – Θεσσαλονίκη-Αθήνα, ποιητικές αναγνώσεις σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας ,Festival Voix Vives de Méditerranée en Méditerranée 2013, Sète, Γαλλία, Crossing Borders, Connecting Cultures 2010, Στοκχόλμη, Σουηδία, Poesiefestival Berlin: Βερολίνο, 2010  ,Συμπόσιο Ποίησης, Πανεπιστήμιο Πατρών, 2008 ,“Kleine Sprachen, Grosse Literaturen” Forum (Λειψία, 2006), Τhe Gerard Manley Hopkins Society of Poetry (Kildare, Ιρλανδία 2005), Διεθνής Μπιενάλε Ποίησης (Λιέγη, 2003), Literature Express Europa 2000: Σε διάστημα 45 ημερών, o Γ.Χριστοδουλίδης μαζί με 100 άλλους Ευρωπαίους λογοτέχνες ταξίδεψαν με ειδικά διαμορφωμένο τρένο, σε πέραν των 20 πόλεων και 10 χωρών, συμμετέχοντας σε σωρεία ποιητικών εκδηλώσεων. Το ποίημα του Χριστοδουλίδη «Οι θήκες των βιολιών» μελοποιήθηκε και δραματοποιήθηκε στο Παρίσι

ΒΙΒΛΙΑ ΟΛΑ

ΒΙΒΛΙΑ ΟΛΑ1

ΒΙΒΛΙΑ ΟΛΑ2

ΜΥΣΤΙΚΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ (2019)

ΣΕ ΚΑΠΟΙΟ ΣΚΟΤΑΔΙ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΗΣ

Κάθομαι γυμνός στο παγκάκι της κόλασης
και είναι νύχτα
όμως το σκοτάδι δεν μ’ αγγίζει.
Κάθομαι φωταγωγημένος από πυρσούς έκπτωτων αγγέλων
στο παγκάκι της κόλασης
επειδή μπορώ πια να παίξω με τους δαίμονες
και να τους στριμώξω προσωρινά
μέχρι το σκοτάδι να σκεπάσει τα πάντα.
Είμαι γυμνός
αλλά στολισμένος
σαν επιτάφιος
και σχεδόν θαρραλέος
για κάποια λεπτά.

ΑΘΕΑΤΗ ΑΝΑΠΗΡΙΑ

(Αμμόχωστος 1972)

Με πήραν από το χέρι και με πήγαν στην προβλήτα
δεν θυμάμαι ποιοι
αλλά μ’ αγαπούσαν.
Η πρωινή ομίχλη πύκνωνε
όσο περιμέναμε το πλοίο.
Κατέπλευσε
πρώτα η αναμονή
μετά η κούραση.
Οι γονείς μου
σαν κέρινα ομοιώματα
αποβιβάστηκαν μηχανικά
κι αγκάλιασαν σφικτά τα πέντε μου χρόνια
που ήταν εκεί
κι ύστερα
τα πέντε μου αναιμικά
που στέκονταν σκυμμένα μακρύτερα.
Με δυο κινήσεις οι γονείς μου
αγκάλιασαν τον έναν
που ήμουν εγώ.
Τα χρόνια μου ενώθηκαν
όπως ενώνεται το μισογεμάτο
ενός ποτηριού.

Ο ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ

Σε μια επίσκεψη γονέων στο σχολείο
τον είδα.
Φορούσε ένα φθαρμένο μπλε κοστούμι
ο σπινθηρισμός στο βλέμμα του
ράγιζε τα περισκόπια της μνήμης
σαν αγιοστέφανο πάνω από το κεφάλι του
έλαμπαν η γλυκύτητα και η πρώιμη σωφροσύνη
για έναν άντρα 30 χρόνων.
Το σκληρόδετο δέρμα στα χέρια του
με ευδιάκριτους ρόζους
στις μεριές των δακτύλων,
σήμαινε ότι πέρασε χρόνο
σε πετρωμένα χώματα
και πρωινούς παγετούς.

Μετροφύλλισε επιδέξια τις ακατάστατες σελίδες
και πλησιάζοντας χαμογέλασε:
«ο νεαρός είναι έξυπνος
πρέπει όμως να διαβάζει περισσότερο.
Και να μην φοβάται».
Ο μικρός γιος της πόρνης
που τις αργίες
όταν εκείνη τους έμπαζε από την πίσω πόρτα
του πλινθόκτιστου σπιτιού
αυτός με τα κοντοβράκια
κλεινόταν στα πιο υγρά υπόγεια της μέρας
πίσω από φιάλες υγραερίου
μέσα στον σκουπιδοτενεκέ της πολυκατοικίας
ήταν ο καθηγητής του γιου μου.

Έσκυψα
και του φίλησα τα χέρια.

ΑΠΡΙΛΗΣ

Τα ξεχασμένα παιδιά
κλωτσάνε μια ξεφούσκωτη μπάλα
στην αυλή του ξεφούσκωτου σχολείου.

Είναι 3 και 30 ακριβώς
ο ήλιος τέτοιο μήνα είναι συμπονετικός
καψώνει όμως σιγά-σιγά
ένα μετά το άλλο
τα ηλιοστάσιά του.

Το ξανθό κορίτσι
η μικρή κλειδούχος
ανοίγει παραφυλώντας το κάγκελο
και τρέχει προς τα έξω
για να φέρει κάτι ασήμαντο.

Η πόρτα μένει μισάνοιχτη
ένα παιδί τη βλέπει και προλαβαίνει
βγαίνει από τα όρια
και γίνεται σύννεφο
ένα άλλο παιδί κάνει το ίδιο
και γίνεται αστραπή
τα άλλα παιδιά γίνονται σταγόνες και άνεμοι
τα παιδιά πολλαπλασιάζονται
τα παιδιά εξαϋλώνονται.

Κάπως έτσι
εκείνη την ηλιόχαρη μέρα
ξέσπασε
πάνω από την αυλή του σχολείου
μια αλλόκοτη καταιγίδα.

ΤΑΧΥΠΑΛΜΙΑ

Όποτε με πιάνει ταχυπαλμία
με κυριεύει ένας φόβος
ότι κάτι κακό θα μου συμβεί
όμως προχθές
που έφτασα τους 200 παλμούς
την ώρα που ξεντυνόσουν
την ώρα που ξεντυνόσουν για μένα
δεν φοβήθηκα καθόλου.

ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΙ

Της κράταγε το χέρι
και περπατούσανε
πρωί απόγευμα.
Εκείνη λεπτή στα όρια της ύπαρξης
αυτός φαλακρός, μικρόσωμος
έμοιαζαν καμωμένοι ο ένας για τον άλλο
όταν έβγαιναν για περίπατο
τα χελιδόνια άφηναν τη φωλιά τους
για να δείξουν ότι είναι κι εκείνα μαζί.
Δεν θα το φανταζόμουν ποτέ
πως κάποιοι που έχουν περάσει τα πενήντα
κάπου εκεί
μπορούν να μοιράζονται ακόμη τόσο χρόνο
χωρίς να βαριούνται και να σουρώνουν.
Έτσι, μια φορά που τον είδα από μακριά
στο εμπορικό κέντρο
να χαϊδεύει τα μαλλιά μιας ξανθιάς
ήμουν βέβαιος ότι έφταιγε το πολύ κλάμα
που έκανα μικρός
η προδιάθεσή μου να βλέπω
πράγματα που δεν υπάρχουν.
Τώρα όμως δεν ξέρω
ποια από τις δυο εικόνες είναι αληθινή.

ΑΦΟΥΣΙΑ

Ακούω τον άνεμο
να γρατζουνάει τις χορδές της κιθάρας του
και βλέπω τη λίμνη να γδύνεται.
Μένει ολόγυμνη
αρχαίες ζωές αποκαλύπτονται
δεν μπορούν να κρυφτούν
ξεβράζονται από τα βάθη της
στάζοντας γύψο και πηλό.
Εδώ άρχισαν όλα, σκέφτομαι
ο έρωτας και ο πνιγμός
οι μυστικές συνευρέσεις
του νερού και του ηδυπαθούς φυσήματος
και να πώς καταλήξαμε
ο τόπος τώρα είναι έρημος
το σκοτάδι αφόρετο και αδοκίμαστο
σε τολμητίες που θα λάμψουν ξαφνικά.

Να ζεσταθείς
αλλά πρέπει κάποιος να τρίψει
μανιασμένα δυο αγκωνάρια
πάνω σε κάτι που θα ‘ναι πρόθυμο να θυσιαστεί.
Και να βιαστεί κυρίως
διότι μια περιοδικά ακανόνιστη τυφλότητα
μάς ταλαιπωρεί.
Περπατώ στο μονοπάτι
όπου απλώνει χαλί φωτός μια μεθυσμένη σελήνη
και την ώρα που νομίζω ότι σ’ αγγίζω
η σελήνη συνέρχεται.

Ο ΚΑΡΠΟΥΖΑΣ

Πουλάει καρπούζια μπροστά από τη στάση του λεωφορείου
Και τις προηγούμενες του ζωές πουλούσε καρπούζια
όμως επειδή τον 17ο αιώνα δεν υπήρχαν λεωφορεία
τα πουλούσε δίπλα από κοπριές αλόγων
και γαϊδουριών
στα σταυροδρόμια των χωματόδρομων
που ένωναν τα βοσκοτόπια
μια φορά χάρισε ένα ζουμερό καρπούζι
στην αυλή της Ρήγαινας
αλλά δεν κέρδισε την εύνοιά της
κι από τότε
υποψιάζεται πως
και στην επόμενή του ζωή
καρπούζια θα πουλά
μόνο που θα ήθελε να είναι
πιο νέος
λιγότερο σκυφτός
και καλύτερα ντυμένος
όταν εγώ θα περνώ με το ιπτάμενο αμάξι μου
θα τον βλέπω
και θα γράφω το ίδιο ποίημα.

ΠΕΝΤΕ ΓΑΡΥΦΑΛΛΑ

Πάτρα, 21.09.2018

Του είχαν απομείνει
πέντε γαρύφαλλα να πουλήσει
και ήταν μεσάνυχτα.
Αποκαμωμένος κι αρρύθμιστος να αντέχει
το συγκεκριμένο ωράριο εργασίας
κάθισε στο τραπέζι μιας νεανικής παρέας
που τον καλοδέχτηκε. Έπαιζαν μαζί του
σαν να ήταν εκείνο το εξελιγμένο είδος της κούκλας
που μπορούσε να ανταποκριθεί
χωρίς τις μπαταρίες της.
Εμείς πίναμε μπύρες
βαθιά μέσα στη φουσκωμένη πόλη.
Οι κλασικές ερωτήσεις:
-Οι γονείς σου;
-Σπίτι…
-Τόσο μικρός και πουλάς λουλούδια κατάνυχτα;
Καμία απάντηση
-0ες να κοιμηθείς;
-Ναι.
-Πόσο κάνουν και τα πέντε;
-Τρία ευρώ.
-Αν τα αγοράσουμε θα πας σπίτι;
-Ναι.
Ο κλασικός επίλογος:
– Το γαμημένο κράτος…
Οι υπηρεσίες…
Δεν υπάρχει τίποτα…
κανονικά θα έπρεπε να…
φυσικά, είναι εντελώς απαράδεκτο…

Σήκωσε στάχτες εκείνη τη νύχτα
κι ύστερα τα σπλάχνα της πόλης
πετάχτηκαν έξω.

ΜΥΣΤΙΚΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

Για να μπορούμε εμείς να γράφουμε ποιήματα
ένα αγέλαστο παιδί στην Ταϊλάνδη
πλέκει το φούτερ της επιστήθιάς σου επωνυμίας
κι άλλο ένα στο Περού
κατεβάζει πέτρες από το βουνό
στο πεινασμένο στόμα του ορυχείου
για να μπορούμε εμείς να γράφουμε ποιήματα
λεχώνες μανάδες με θηλές φουσκωμένες
δουλεύουν πλύστρες
στις πιο βρώμικες κουζίνες της τουριστικής περιοχής
εδώ παρά δίπλα αλλά κι εκεί πέρα στην Ευρώπη
κι οι πατεράδες γίνονται ξανά σκλάβοι στην Αμερική
για να μπορούμε εμείς να γράφουμε ποιήματα
οι πρόγονοί τους σκεπάστηκαν 60 χρόνια
από μια ασήκωτη πλάκα γης
κι όταν ξεμύτισαν από ένα φρεάτιο
που κατά λάθος έμεινε ανοικτό
πιο μαύροι από τη μαυρίλα τους
ήταν σαν να είχαν δει τον ήλιο πρώτη φορά
για να μπορούμε εμείς να γράφουμε ποιήματα
πλεούμενα βυθίζονται αύτανδρα στη Μεσόγειο
φανταστικά εισιτήρια
για τον βυθό βρέθηκαν στα χέρια τους
να τα κρατούν ακόμα
ενώ η δεκαπεντάχρονη Μύριαμ
βγαίνει οργισμένη το απόγευμα
από εβραϊκή φυλακή
και αναζητά το μάχιμο στρατιωτικό της σώμα.
Όλοι αυτοί ίσως δεν διάβασαν ποτέ ποιήματα
δεν έμαθαν ποτέ για σένα
για τον Σαχτούρη, τον Γουόλκοτ, τον Χίνι,
τον Κουαρόζ
τους υπερρεαλιστές, τα μεταμοντέρνα ρεύματα
και το σλαμ
ωστόσο, είναι αυτοί που έχουνε γράψει
τα ποιήματά μας
την ηρεμία μας πίσω από τους τέσσερις τοίχους
τα ονόματά μας στο διαδίκτυο
και τις εγκυκλοπαίδειες
την ευκαταφρόνητη φήμη μας
έχουνε θρέψει την υπερμεγέθη φιλοδοξία μας
όσο δεν μπόρεσαν να θρέψουν τα όνειρα
και τα στομάχια τους
και τώρα γράφω αυτό το ποίημα
γιατί πια ξέρω καλά
ότι αν δεν ήταν αυτοί
θα ήμουν εγώ
θα ήταν τα παιδιά μου
θα ήσουν εσύ
χωρίς το ραφιναρισμένο στυλ
και. το προβληματισμένο υφάκι
και τότε εμείς θα έπρεπε να γράψουμε
κάποιων άλλων τα ποιήματα.

ΘΡΥΜΜΑΤΑ

Εκείνη τη στιγμή
που το φλιτζάνι πέφτει στο πάτωμα
και θρυμματίζεται σε εκατό κομμάτια
καταλαβαίνεις τη σημασία της ακεραιότητας
ότι αυτό που λέμε ακέραιο
είναι αυτό που αντιστέκεται να μην σπάσει
αυτό που δεν αφήνεται να πέσει
και να γίνει εκατό κομμάτια
αλλά επιμένει να συγκρατεί
ό,τι το αποτελεί
αποφασισμένο να μην δείξει
ότι είναι τόσο εύθραυστο
όσο ένα φλιτζάνι

ότι είναι ακριβώς αυτό:

εκατό κομμάτια που κρατιούνται γερά
μεταξύ τους για να δείχνουν ένα.

ΠΛΗΓΕΙΣΕΣ ΠΕΡΙΟΧΕΣ/ΓΥΜΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ (2016)

[Το παιδί]

O KΡΟΤΟΣ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ ΤΟΥΣ

στον Ορέστη

Θυμάμαι τον πρώτο καιρό στο σχολείο
κρυφόκλαιγα
όταν το χέρι της μάνας μου αποτραβιόταν
κι ένα σιδερένιο χέρι
με χάιδευε στην πλάτη.
Νομίζω
δεν ήταν ότι φοβόμουν τους δασκάλους
τους εξεταστές
τους άγνωστους συμμαθητές
αργότερα τους αξιωματικούς στο στρατό
τους προφέσορες στο πανεπιστήμιο.
Τον ψυκτικό κύκλο της γνώσης τους φοβόμουν.
Τις λέξεις τους
σκληρές, αδιάλλακτες, δίχως αγάπη
σαν άδεια καρύδια την ώρα που σπάζουν
ενώ της μάνας μου οι λέξεις
ήταν ζυμωμένες στη στοργή.
Έτσι τώρα
που υποψιάζομαι στον γιο μου τον ίδιο φόβο
λέξεις του ετοιμάζω τα πρωινά
λέξεις αγαπητερές
να τις παίρνει μαζί του
να τον κρατάνε
όταν ο κρότος των ξένων λέξεων
τον περικυκλώσει.

ΣΠΑΣΜΕΝΑ ΠΟΔΗΛΑΤΑ

0 πατέρας τους έφτιαχνε τα σπασμένα ποδήλατα
της γειτονιάς.
Έρχονταν και περαστικοί κάποτε, του έφερναν.
Τα δυο παιδιά του έτρεχαν πέρα-δώθε ξυπόλητα
και ρακένδυτα
– στα μάτια τους έλαμπε η περιπέτεια
και το τέλος της.
Όλη μέρα έτρεχαν
αυτός πνιγμένος στη δουλειά
δεν τα χάνε απ’ τα μάτια του
όμως μια κοφτερή στιγμή
που το αδόκητο δρεπάνιζε τα σύθαμπα
στο τυφλό σημείο
όταν ο αυχένας αδυνατεί να στρίψει
του ξέφυγαν
καβάλησαν δυο σέλες
με τρυπημένους τροχούς
ξεχαρβαλωμένες καδένες
διαλυμένα φρένα
κι ανέβηκαν στο ψηλότερο σημείο των ονείρων.
Στη μεγάλη κατηφόρα των χρωμάτων
εκεί που συνήθως
όλα τα ξυπόλητα παιδιά την παθαίνουν
δεν τα κατάφεραν.
Τα γύρεψε μάταια
ο πατέρας τους
– ο ανήλιαγος.
Τα γύρεψε βουβά.
Μόνο αυτός τα γύρεψε.

Αυτά και άλλα περιστατικά
συμβαίνουν σε αφώτιστα μέρη.

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΠΟΥ ΤΙΣ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕΙΣ ΠΟΛΥ ΑΡΓΟΤΕΡΑ

Τα μεσημέρια στον χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας
μας κυνηγούσε ένας ξαναμμένος αστυνομικός
με σορτσάκι
και ο περιβολάρης.
Ο πρώτος σκυλόβριζε που παίζαμε μπάλα
και του χαλούσαμε τον ύπνο
έπαιρνε μια ξύλινη βέργα και κατέβαινε
να μας σπάσει στο ξύλο.
Ο δεύτερος ουρλιάζοντας ακατανόητα
ένα αγρίμι
νόμιζε ότι θα μας τσακώσει
την ώρα που του κόβαμε τα μέσπιλα απ’ τα δέντρα.
Όμως εμείς ήμασταν πιο ξαναμμένοι από αυτούς.
Και πιο σβέλτοι.
Μου πήρε πάντως χρόνια
να υποψιαστώ
ότι ίσως πιο πολύ από μας
μισούσανε το γέλιο μας
κι ότι
η εξουσία και η ιδιοκτησία
δεν αγαπάνε τα παιδιά.

[Περιπέτειες]

ΕΝΑΣ ΑΝΔΡΕΑΣ

Συναντιόμαστε τυχαία μια-δυο φορές τον χρόνο
χθες με είδε στην υπεραγορά την ώρα που διάλεγα
ντομάτες.
Με ρώτησε πάλι πώς πάει η μεγάλη μου κόρη
– Είναι γιος, και τώρα σπουδάζει, Ανδρέα.
– Α, ναι.
Παύση.
– Είναι καλά;
– Καλά.
Κάθε φορά η ίδια κουβέντα
πάνω από φθαρτά που σάπισαν
στην πόρτα του κουρείου ονομάτων
στο συνεργείο αλλαγής ποδιών
στις ουρές των στεγνών ανέργων
στους πεζοδρόμους των ζαρωμένων
στα χαρακώματα της πόλης
– Σκύψε Ανδρέα, όχι, όχι υπόκλιση
απλώς σκύψε.
Είναι παράξενο πώς ένας άνθρωπος
μπορεί να θυμάται λάθος πάντοτε το ίδιο πράγμα.
Πρόσεξα κι ένα τρέμουλο στα χέρια του
που επιδέξια έκρυβε κρατώντας σφικτά το καροτσάκι.
Κάνω ό,τι μπορώ να τον αποφύγω
όμως η επιμονή του να κοινοποιήσει την αμηχανία του
είναι ανίκητη.
Μια μέρα του έπεσε το κεφάλι
τρέχαμε να το προλάβουμε
στον κατήφορο.

Όταν πλήρωσα τον επόμενο εκδότη
και κυκλοφόρησα το έκτο μου βιβλίο
του το ταχυδρόμησα σε άγνωστη διεύθυνση
βέβαιος ότι με κάποιο τρόπο θα το παραλάμβανε.
Βρεθήκαμε πάλι μετά από χρόνια
στις δημόσιες τουαλέτες
για ένα κατούρημα επί πληρωμή.
«Πώς πάει η κόρη σου;
Σπουδαίο το ποίημα σου για εκείνον τον τύπο.
Απίθανος εκείνος ο τύπος, ποιος είναι;»

Η ΦΟΙΝΙΚΙΑ

Τυχαία πριν από χρόνια
βρήκα μια φοινικιά πεταγμένη
στο περβόλι του πατέρα
ήταν δεν ήταν όσο το χεράκι ενός παιδιού
μην τη φυτέψεις χαμένος κόπος
μου είχε πει
δεν τη βλέπεις;
Την πήρα και τη φύτεψα.
Αν έρθει κανείς τώρα στον κήπο μου
θα δει μια θεόρατη φοινικιά
να ρίχνει κλαδιά στην αυλή του γείτονα
και να τραγουδά
κι όταν με ρωτούν πόσα παιδιά έχω
λέω πέντε και το ένα παραλίγο να πεθάνει.

ΑΥΤΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Η ΦΩΝΗ ΜΟΥ

Δεν είναι η φωνή μου αυτή που ακούω να ηχεί
στο σκοτεινό δωμάτιο.
Χρόνια ακίνητος και άλαλος
μέσα σε νυχτερινή ονειροπόληση
και περισυλλογή
η σιωπή της πρέπει να έβγαλε ρίζες
σε κάποιου πρόσφορου το στόμα.
Κάποιου εξόχως ομιλητικού
που με ακρίβεια υπέθεσε τη φωνή μου.

[Θανατερά]

Ο ΓΕΡΟ ΓΙΩΡΚΗΣ

Κάθε που ο γέρο Γιωρκής
–που σε χρόνους δύσκολους έκλεψε τη Δεσποινού–
ένιωθε άρρωστος
έπινε κάθε μέρα για μια εβδομάδα ένα ποτηράκι ούζο
κι αν δεν του πέρναγε το γύριζε στο ελαιόλαδο
ένα κουτάλι τη βδομάδα σταθερά.
Όμως από τότε που είπε στη Δεσποινού
και στα δώδεκα τους κοπελλούθκια
“φύεετε εσείς, εγιώ εν να μείνω να προσέχω τα κτηνά”
από τότε που καταχωρήθηκε ως αγνοούμενος
και δεν ξανακούστηκε γι’ αυτόν
από τότε που έπαψαν να ταχυδακτυλουργούν
οι δωρητές της ελπίδας
από τότε η αμφιβολία:
Θα χτυπήσει ο εκσκαφέας πάνω στο σκληρό του καύκαλο;
Θα έρθουν μια μέρα οι αρμόδιοι με τα απομεινάρια του;
Τι διάολο γιατροσόφια υπάρχουν για κάτι τέτοια;

ΤΟ ΣΥΡΤΑΡΙ

Τα οστά του φυλαγμένα σ’ ένα συρτάρι
του ανθρωπολογικού εργαστηρίου
περιμένουν ταυτοποίηση.
Ένας άνθρωπος που ήθελε να κάνει πολλά
αλλά δεν του βγήκε, κακορίζικος.
Σαράντα χρόνια αγνοούμενος
πέντε χρόνια μάλλον νεκρός.
Τέσσερα χρόνια φυλαγμένος.
Φυλαγμένος προσεκτικά σ’ ένα συρτάρι παρόμοιο
μ’ εκείνο όπου κάποτε παιδί
είχε κρύψει ένα γλειφιτζούρι
για να το γλείψει αργότερα.

ΟΙ ΕΠΙΖΩΝΤΕΣ

Όσοι συνέρχονται
έχουν παραμορφωμένα πρόσωπα
κομμένα μέλη
και τους λείπει το προηγούμενο κοίταγμα.
Βυθίζονται σε ζάλη αφρισμένη
και τα λόγια τους γίνονται πουλιά
που δεν έχουν φωλιές.
Βλέπουν τις σπίθες ως ηλιαχτίδες
τις πληγές ως λάθος του τεχνίτη
και τα θύματα
ως αγγέλους που αποκοιμήθηκαν.
Βλέπουν τη σκηνή του δυστυχήματος
χωρίς τη φρίκη.
Ακριβώς όπως οι επιζώντες
μιας ήσυχης μέρας
– πολλών ήσυχων ημερών.

[Ερωτικά (της γυναίκας)]

Η ΗΛΕΚΤΡΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ

Ο ερχομός της στην πόλη
έφερε δονήσεις
που προκάλεσαν διακοπές
στην ηλεκτροδότηση της λήθης
της λήθης του έρωτα
και αρρυθμίες στην καθημερινή διεκπεραίωση
πολυκαιρισμένων συνηθειών
ενώ οι λάμψεις
που προείκαζε σε προπορευόμενους ορίζοντες
στην αντανάκλαση μελλοντικών αιώνων
πολιορκούσαν απροσδόκητα
το εικονικό φρούριο του.
Εκείνες τις μέρες λοιπόν
που ήξερε ότι δεν θα είναι πολλές
όπως ένα πιάτο τριαντάφυλλα
που ρευστοποιούνται σε συναισθήματα
απέφευγε να πλησιάζει
τα ψηλά παράθυρα των πάνω ορόφων
τους φωταγωγούς που μέσα τους
η παιδική περιέργειά μας
σκοτώθηκε πολλές φορές
τις ταράτσες του ουρανοξύστη αδύνατου
με την ουρανομήκη σιωπή των ευρισκόμενων
σε απρόσιτες κορυφές
όλα εκείνα τα αρχιτεκτονικά κολαστήρια των πόλεων
που τα επινόησαν
όσοι λίγο αγάπησαν ή αγαπήθηκαν
και που χωρίς να καταλάβεις
έχεις ήδη ενσωματωθεί
στην κυριαρχία του βάθους τους
όταν με πετρόχτιστη αδιαφορία
συχνά ενθαρρύνουν
μια διαδοχική σειρά
σχεδόν πραγματικών σου πτώσεων.

Η ΑΝΕΜΟΣΚΑΛΑ

Κοιμάται αποκαμωμένη
διαγώνια του κρεβατιού
και δεν ξέρω καν αν αναπνέει.
Δίπλα της
απλωμένος ο γιος μου
σκεπασμένος με φύλλα της νύχτας.
Η μυστική ανεμόσκαλα της σελήνης
8α ξεδιπλωθεί
αλλά θα την ανέβω πάλι μόνος.
Εκείνη θα ξυπνήσει
0α προσέξει της ανεμόσκαλας την άσκοπη αιώρηση
και θα τη μαζέψει
τη βάλει στο ντουλάπι
πως τόσα άλλα πράγματα
ανεξήγητα κάποτε
ρίχνει ο ουρανός.

[Ερωτικά (της ποίησης)]

ΣΥΓΚΟΜΙΔΗ

                              Στον Μ.Π.

Γράψαμε το πολύ πέντε ποιήματα
εγώ κι εσύ το ξέρουμε, Μιχάλη.
Όλα τα άλλα
φλυαρίες
μια ενθρόνιση της κενότητας.
Γράψαμε το πολύ πέντε ποιήματα
και μεταξύ μας αυτή είναι η αλήθεια.
Όλα τ’ άλλα
να έχουν δουλειά οι ειδήμονες
ο σκόρος, η κιτρινίλα, η λήθη
ενώ εμείς άφωνοι, τελειωμένοι
με φαγωμένα από τη νικοτίνη δόντια
να μας κατατρώει το αναπάντητο:
Μπορούσαμε να βγάλουμε κάτι περισσότερο;
Να μην τα παρατούσαμε τόσο εύκολα;
Γινόταν να εναντιωθούμε λίγο ακόμα;
Γινόταν να εναντιωθούμε κάπως καλύτερα;

ΤΟ ΚΑΦΕ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΖΟΖΕ ΣΑΡΑΜΑΓΚΟΥ

Διαβάζω ένα καφέ βιβλίο.
Ο συγγραφέας είναι νεκρός
ο μεταφραστής είναι νεκρός
ο βασικός ήρωας αυτοκτόνησε.
Εγώ είμαι ακόμη ζωντανός.
Κάθομαι στο κοίλο ενός άγνωστου φεγγαριού
και πίνω μια ξανθιά μπίρα.
Ποιος είπε ότι ο θάνατος
είναι ανίκητος;

ΔΡΟΜΟΣ ΜΕΤΑΞΥ ΟΥΡΑΝΟΥ ΚΑΙ ΓΗΣ (2013)

ΝΑΥΜΑΧΙΕΣ

Θα υπάρχουν πάντοτε
καράβια που πάνε και καράβια που έρχονται
Μαραθώνες και Σαλαμίνες
γι’ αυτό
θα προκύπτει πάντοτε
κάποιος Κυναίγειρος
με τα πελώρια χέρια του
ν’ αρπάζει το περσικό πολεμικό
να το κρατά ακίνητο
και όταν του κόβουν τα χέρια
να το συγκρατεί με τα δόντια του
και όταν του συνθλίβουν το σβέρκο
(για να ξαπολήσει επιτέλους)
τα δόντια του να βυθίζονται
στο ξύλο της πλώρης
και να μένουν εκεί βυθισμένα
μέχρι να λιώσει πρώτα το ξύλο
και μετά τα δόντια του.

ΓΙΑ ΤΙΣ ΚΕΡΥΝΕΙΕΣ

Ποιοι είναι αυτοί που λένε ότι χάθηκε η Κερύνεια;
Είναι οι γνωστικοί.
Αυτοί ξέρουν καλύτερα πως ό,τι χάνεται
δεν επιστρέφεται
πως των αδυνάμων τα λάθη
πληρώνονται με απώλεια
και με των ισχυρών το κέρδος.
Βλέπουν σήμερα αυτό που δεν μπορεί να γίνει αύριο.

Πώς χάθηκε αφού ακόμη είναι εκεί;

Κάποτε την ακούω σε αλλόφρον τραγούδι επιστροφής
αυτό που στα σχολεία οι γνωστικοί
δεν τους αρέσει να διδάσκεται
κάποτε νομίζω ότι θα ανέβω στο βαγόνι
αυτού του σκουριασμένου τρένου
που συρίζοντας διστακτικά με πλησιάζει
να βρεθώ πρώτη φορά
εκεί που αναρριγούν οι ακτές της
να δω αν λαμπυρίζει το ίδιο
η θάλασσα της με τις θάλασσες που ξέρω.
Ναι, είναι εκεί
τοποθετημένη πάνω στο τραπέζι των μεσολαβητών
για να επικυρωθεί οριστικά η απώλειά της
θα μπορείς, φυσικά, να την επισκέπτεσαι
τα τοπία της θα μένουν τα ίδια
δεν αλλάζουν τα βουνά και οι πλαγιές τους
ο παγερός αέρας που τα δέρνει τους χειμώνες
δεν ανήκει σε κανέναν.
Ίσως να έχουν δίκαιο οι γνωστικοί
ίσως να λένε πράγματα σωστά, της εποχής
ίσως μάλιστα να τους ακολουθούσα κι εγώ
σε αυτήν τους τη βεβαιότητα
αν δεν με κρατούσε
η ανεξήγητη εμμονή
να βλέπω ίσκιο
μέχρι σώμα να συμβεί
να μαζεύω κονιορτό
μέχρι γη να επιστρέψει
κι όλα να μεταμορφώνονται
σε αυτά που οι γνωστικοί
βεβαιώνουν ότι είναι αδύνατον
να γίνουν.

ΛΙΧΟΥΔΙΕΣ ΣΕ ΚΑΔΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΜΜΑΤΩΝ

Διαλέγουν συνήθως τις λιχουδιές
με βάση το μνημονικό του ουρανίσκου τους
την εξωραϊσμένη ιδέα που έχουν για τον εαυτό τους
συνδυάζοντας πάθος για νέες γεύσεις με βουλιμία
καλούς τρόπους και αριστοκρατική φινέτσα
το ίδιο και το χαμίνι της γειτονιάς
λιποβαρής στα κιλά ενός παιδιού
δεν τον υπολογίζεις
περνά απαρατήρητος
όταν πεθάνει
μια σελίδα θα έχει σχιστεί
από παραμύθι που δεν διάβασε κανείς
με το ποδήλατο του περιφέρεται στις γειτονιές
γι’ αυτόν δεν υπάρχει τίποτα ανθρώπινο
οσμίζεται σαν λαγωνικό
αποκλειστικά το χρήσιμο
κοντοστέκεται
κοιτάζει αριστερά, δεξιά
και επιτίθεται
στους κάδους απορριμμάτων
διαλέγοντας πάντα τις λιχουδιές.

ΑΝΑΚΤΟΡΑ ΜΕΓΑΛΟΥ ΠΕΤΡΟΥ

Από τ’ ανάκτορα του Μεγάλου Πέτρου
θυμάμαι τον κουτσό Αζέρο
να λογοφέρνει με τη γυναίκα του
και να εγκαταλείπει τα τρία παιδιά του
ανεβαίνοντας αλαφιασμένος τα σκαλιά
που κάποτε ανέβαιναν
ο Μεγάλος Πέτρος και οι αυλικοί του.
Από τ’ ανάκτορα του Μεγάλου Πέτρου
θυμάμαι το μικρότερο παιδί του Αζέρου
να γαντζώνεται από το σακατεμένο πόδι
του πατέρα του
να τον ικετεύει μάταια να μη φύγει
να κλαίει πάνω στα σκαλοπάτια.
Από τότε φαντάζομαι το μικρό αγόρι
να μεγαλώνει με ιλιγγιώδη ταχύτητα
να απομακρύνεται από τ’ ανάκτορα
να γίνεται πατέρας που δεν φεύγει.
Μα το αγόρι δεν μεγάλωσε ποτέ
το αγόρι έμεινε για πάντα ασάλευτο
στα σκαλιά των Ανακτόρων
να περιμένει
τον πατέρα του να επιστρέψει
αυτά ακριβώς θυμάμαι
από τα ανάκτορα του Μεγάλου Πέτρου.

Η ΒΕΛΟΥΔΙΝΗ ΑΠΩΛΕΙΑ ΠΟΛΛΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ

Ο καθένας πορεύεται τον δρόμο του
τον διανύει μέρα νύχτα
ξύπνιος ή στον ύπνο του
διανύει τον δρόμο του
είναι αποκλειστικά δικός του
περαστικοί τον διασταυρώνουν
τους συναντάς
σε συναντούν
κάποιοι μένουν για λίγο
κάθονται και τρώνε μαζί σου
ώσπου η μερίδα τους να τελειώσει
φεύγουν ραίνοντας με οσμές τα φύλλα της καρδιάς σου
το δέρμα τους το παίρνει ο ουρανός
για να φτιάξει καινούργιους ανθρώπους.
Ο άνθρωπος πορεύεται μονάχος τον δρόμο του
οι μέρες του είναι αποκλειστικά δικές του
κανείς δεν βλέπει το ξημέρωμα όπως εσύ
κανείς δεν υποψιάζεται για πολύ την οδύνη του άλλου
όταν όλα έχουν αφαιρεθεί
τα σύννεφα της απελπισίας
είναι καθαρά
μόνο στου καθενός ξεχωριστά τον δρόμο
γι’ αυτό εκατομμύρια άνθρωποι θα συνεχίσουν να χάνονται
με όλους τους τρόπους
χωρίς κανείς να θρηνήσει
περισσότερο απ’ όσο διαρκεί
η αναμονή της έλευσης ενός αστικού λεωφορείου
γιατί όλοι έχουν να πορευτούν τον δρόμο τους
χωρίς προειδοποιητικές σημάνσεις
χωρίς δυνατότητες επαναστροφής
έως ένα τελικό σημείο συνεύρεσης
όπου ένας δρόμος κοινός
συνάμα άγνωστος θ’ ανοίγεται για όλους.

ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

Αν το καλοσκεφτείς
ένας παλμός μάς διατηρεί
και μαζί του
χιλιάδες άλλες λεπτομέρειες
που η μια από την άλλη
χωρίς να δίνουν λογαριασμό
εξαρτάται και διαπλέκεται.
Έτσι λοιπόν
οι αυτόχειρες είχανε πάντοτε
ένα πλεονέκτημα:
Έζησαν όσο ήθελαν
οι υπόλοιποι
όσο μπορούσαν.

ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Αφού έσφαξαν τους Ινδιάνους
πυρπόλησαν τις σκηνές τους
ισοπέδωσαν τους καταυλισμούς τους
στείρωσαν τη ζωή τους
(για να μην υπάρξει η συνέχειά της)
γονιμοποίησαν τις ερήμους τους
με μηχανικές πολιτείες
όπου όλα έμοιαζαν μεταξύ τους
σκέφτηκαν ότι θα έπρεπε να κάνουν κάτι με τα ποτάμια
που αντί νερού
έρεαν αίμα
ότι θα έπρεπε να κάνουν κάτι με τα ινδιάνικα αγάλματα
που αποκτούσαν σάρκες
και βρυχούνταν.

ΔΡΟΜΟΣ ΜΕΤΑΞΥ ΟΥΡΑΝΟΥ ΚΑΙ ΓΗΣ

Ταξιδεύοντας στον δρόμο Κοιλανίου-Αμιάντου
βλέπω ξαφνικά
καβάλα στο γαϊδουράκι του
τον κύριο Κώστα
τον παππού μου
η ώρα πέντε του χαράματος.
Πού πας παππού; τον ρωτώ
Κυριακή ημέρα
το μεταλλείο είναι κλειστό
δεν γίνεται η ανάγκη να σε πηγαίνει πάλι στη δουλειά.
Τα ίχνη των βημάτων του
πολλών ετών θαρρώ
βυθίζονταν ανεξήγητα στην άσφαλτο
τον ακολούθησα με πόθο βαθύ
τρυπημένο από νοσταλγία αιχμηρή
να τον κουβεντιάσω ήθελα
τώρα που τον συνάντησα
με κοιτάζει όμως παράξενα
δεν αποκρίνεται στις εκκλήσεις μου
παρά μόνο προχωρά.
Είμαι ο άγγονάς σου, παππού
τα σκαμμένα χέρια σου
με κράτησαν κάποτε σφικτά
σε αυτόν τον κόσμο
χωρούσα ολόκληρος μες στις χούφτες σου
τις αργίες
με πήγαινες στον κινηματογράφο
πηδούσα κρυφά μέσα στο έργο
και επέστρεφα
λίγο πριν ξυπνήσεις
αποκαμωμένος ‘συ από τη σκληράδα των ημερών σου
συγχώρα με
δεν θυμούμαι ούτε μια ταινία πια
θερμομετρούσες μέσα μου τον πυρετό
με τα πόδια στον γιατρό για τα φάρμακα
μέσα στ’ αγιάζι
τις νεροποντές
δεν έμαθες ποτέ σου ποδήλατο
πάνω σε πέτρες κύλησε η ζωή σου
από καιρό σε κατάλαβα
δεν ήξερες πέραν της αγάπης.
Πώς την αντλούσες; Από πού;
Έβλεπες χορδές να παίζουν
δίχως ήχο
μεγάλη χωματερή η υπομονή
χωράει όλο το σκουπιδαριό του κόσμου.
Δεν χαίρεσαι που με θωρείς, παππού;
Τον ρώτησα.
Συνέχισε ατάραχος τον δρόμο του.
Πες μου πώς γίνεται
εσύ στους ζωντανούς να βρίσκεσαι
σε θάψαμε γρήγορα
ήταν Μάης
πώς να σε περιφέρουμε
μέσα σε ανθισμένους κήπους;
Κοντοστάθηκε τότε
κάτι μουρμούρισε δίχως ν’ ακούσω
(σαν θλίψη χωρίς το σχήμα των λέξεών της)
και συνέχισε σκυφτός
έτρεξα ξωπίσω του
ήθελα να τον αγκαλιάσω
αν και ήξερα ότι τα απέφευγε όλ’ αυτά
οι αγκαλιές δεν είναι για τους άνδρες,
μου έδειχνε.
Δεν τον προλάβαινα.
Περπάταγε ανάλαφρα
πέραν απ’ το ταχύ ή το αργό
δοκιμασμένος καιρό στο βασίλειο της σιωπής
τον έχανα, γινόταν σκιά ασύλληπτη
ενώ εγώ από κάπου αιωρούμουν
σαν στοιχειό.
Κοίταξα γύρω μου
ξέβαφαν τα χρώματα
το τοπίο πίσω απ’ του Τροόδους τα βουνά
μαβί πηχτό, μολύβι
πανδαισία από στάχτη
έσμιγε όλη την απελπισία
σε τερατούργημα αποχρωματισμένο
έβγαλα τότε μακρόσυρτη κραυγή
που κατάλαβα
πως κανείς δεν μαθαίνει
ότι επέθανεν.

ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΩΝ ΣΠΙΤΙΩΝ

Αν τα σπίτια μάς ανήκουν
τα γεγονότα των σπιτιών
δεν τα ορίζουμε
τα μυστικά, οι γογγυσμοί
οι άοπλες συγκρούσεις
αλλά και συμβάντα πιο τραγικά
εκείνων που μέσα απ’ τον ύπνο τους
ποτέ τους δεν θα σηκωθούν
να μάθουν ότι πέθαναν
ενώ ήταν για να πάνε όπως κάθε μέρα
στη δουλειά.
Σαν αναρριχητικά φυτά
διεισδύουν μες τα χρόνια μας
τα γεγονότα των σπιτιών
καταλαμβάνοντας κάθε τους στρωμνή,
υψιτενείς σκιές που περιφέρονται
σε πεδίο ακήρυχτου πολέμου,
κανείς δεν τα καρφώνει πάνω σε τοίχους
κανείς δεν τα σταυρώνει σε σταυρούς
όμως δεν φεύγουν.

ΣΒΗΝΟΝΤΑΣ ΙΧΝΗ ΕΠΙΜΕΛΩΣ

Σύντομα θα αποχαιρετήσουμε κι αυτό το καλοκαίρι
θα αποτινάξουμε τους τελευταίους κόκκους άμμου
απ’ τα σώματα
ένας θα ξεχαστεί βαθιά
μες τον λαβύρινθο του αυτιού
κι ίσως θαφτεί μαζί μας
θα σφαλίσουμε σφιχτά σε κάποιο ποίημα
ένα κομμάτι ήλιο λαμπερό
θα το διαβάσουν οι τυφλοί
και θα λάμψει σαν μικρός πυρσός τη νύχτα
(κι είναι πολλές τώρα οι νύχτες).
Θα κρύψουμε μιαν υποψία δροσιάς κάτω απ’ τη γλώσσα
θα διαχυθεί με τον καιρό στον ουρανίσκο
κι ένα μελλοντικό φιλί θα έχει γεύση θάλασσας
θα εξαφανίσουμε έναν απροσδόκητο έρωτα
όπως ο ταχυδακτυλουργός
–με κίνηση αστραπιαία
το φοβισμένο κουνέλι–
καταχωρώντας τον στα μη συντελεσθέντα
έτσι κανείς δεν θα μπορέσει να μας κλέψει τίποτα
αφού τίποτα δεν θα έχουμε
πέραν από τον απολογισμό
ότι από μπροστά μας πέρασε
ακόμη ένα καλοκαίρι.

ΕΞΟΔΟΣ

Εδώ
σε αυτόν τον τόπο
η ζέστη είναι στεγνή
άνθρωποι δραπετεύοντας
από τα ξεραμένα τους κορμιά
περνούν την ενδοχώρα
κι ακολουθώντας όλοι τις ίδιες γραμμές
ενώνονται με τη θάλασσα
όπως ενώνονται με μια γυναίκα
η οποία τους θέλησε σιωπηλά πολύ καιρό
πριν εκείνοι ανακαλύψουν τον βυθό της.

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ

Πέρασε από τότε πολύς καιρός
ο μοναδικός μάρτυρας δεν μίλησε
έδεσε σφικτά τη σιωπή του
σε λήθης προεξοχή
το μυστικό δεν διέρρευσε
κανείς δεν αναφέρθηκε ποτέ σ’ αυτό
θα μπορούσε λοιπόν να το ξεχάσει
να το θεωρήσει ως μη γενόμενο
θα μπορούσε ακόμη
να το αρνηθεί
δεν ήταν αυτός
τον μπέρδεψαν με άλλον
εκείνη την ώρα βρισκόταν αλλού
όλοι ήξεραν ότι βρισκόταν αλλού
εξάλλου
ήταν σκοτάδι όταν συνέβη
κι αυτός μη αναγνωρίσιμος
φορώντας τα μαύρα του γυαλιά.

ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΥΣΤΙΚΟ

Την κοιτάζει κατευθείαν στα μάτια
αναρωτιέται αν θέλουν να του μηνύσουν
ότι εκείνη ξέρει την αλήθεια
ότι ξέρει τα πάντα με κάθε λεπτομέρεια
για το φοβερό εκείνο μυστικό
που ενώ αυτός σχεδόν ανώδυνα διατηρεί
στην επιφάνεια της ζωής του
σαν αμυχή πάνω στο δέρμα
αυτή το έχει φυλάξει
βαθιά μέσα στην καρδιά της.
Για να αποκαλυφθεί
εκείνος μόνο
πρέπει να τ’ ομολογήσει.

ΤΟ ΑΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΤΟ  (2010)

ΤΟ ΑΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΤΟ

Πόση βροχή δεν έπεσε
από τους δισταγμούς των σύννεφων
μαύρος ήταν ο ουρανός
κοιλοπονούσε
νερό πολύ να βρέξει ήθελε
δεν έβρεξε.
Αόρατος τοίχος ο δισταγμός
όσο τον ανεβαίνεις
τόσο πιο πολύ ψηλώνει
πάνω του σπάνε
κύματα ψηλά
έρωτα έγκλειστου
στο ανομολόγητο
εξίσου επιδέξια αποτρέπει
ζωές στεγνές να βρέξουν
που τρεκλίζουν στη μεθόριο
της στεριάς με τη θάλασσα.
Τι γίνονται όλα αυτά
που δεν έγιναν;
με ρώτησες.
Σε ονειροφράγματα υποθέτω αποθηκεύονται
και από εκεί διοχετεύονται
σε μέλλον διψασμένο
με παραπόταμους που εκτείνονται
και χάνονται πέρα από τους χάρτες
σταγόνα σταγόνα να ποτίζουν
το απραγματοποίητο.

ΚΑΠΟΤΕ ΗΜΟΥΝ ΠΟΤΑΜΟΣ

Το τραγούδι μας, ψιθύρισες
το θυμάσαι;
Δεν θυμάμαι τίποτα πια
εδώ και πολύ καιρό
έχω λιμνάσει
με γέννησε ένας καταρράκτης
που τρέχει χωρίς μνήμη αδιάκοπα
που τρέχει πολύ νερό αδιάκοπα
δεν σταματά
αποκομμένος από την πηγή του
ενσωμάτωσε όλο το μήκος της αποδημίας του
και το πλάτος της έλλειψης του
βάθος μου ζητάς
άλλα σε λίγο ρηχό ρυάκι θ’ απομείνω
και μετά θα ξεραθώ
σε μακρύ αποτύπωμα
μόνο να κελαρύζω μπορώ
την επικείμενη αφυδάτωση μου.

ΔΟΤΗΣ ΟΡΓΑΝΩΝ

Δέρμα ανθεκτικό σε καύσωνες
με απορροφημένα τα εγκαύματα του
για περιπτώσεις βαριές
σε όσους έλιωσαν
μέσα σε βραδυφλεγείς ήλιους
προσωπικής μόνο χρήσης.
Πνεύμονες που νόμιζαν
ότι ήταν βράγχια
αφού συνήθως
ρουφούσαν θάλασσα.
Ήπαρ έμπειρο
σε καταχρηστικές οινοποσίες
στίχων με υψηλή περιεκτικότητα άλκοόλης.
Καρδιά σε άριστη κατάσταση
επαρκούς χωρητικότητας
και με διαφορά ώρας
στα ημισφαίρια της
να μην συναντούν
οι νυν
τούς πρώην.

ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΟ ΣΧΕΔΙΟ ΜΑΚΡΟΧΡΟΝΙΟΥ ΕΡΩΤΑ

Ας χαραχτεί λοιπόν κι αυτός ο δρόμος.
Κάντε τον όμως να μην οδηγεί στο ίδιο αδιέξοδο
να μην τους υπόσχονται οι οδοδείκτες
προορισμούς ονείρων
και μετά περίλυπους
να τους επιστρέφουν
σε αφετηρία χωρίς αφέτη
να πρέπει να διανύσουν
ως άλλοι πια
την ίδια περπατημένη απόσταση.
Κάντε λοιπόν κι αυτόν το δρόμο.
Φροντίστε όμως να φτιάξετε λωρίδες διαφυγής
προς οδικό δίκτυο ανεξερεύνητης σημασίας
σε μέρη άγνωστα να οδηγούν
σε εκτάσεις αχανείς
να ταξιδεύουνε
σαν ανεμοσκορπίσματα
στους τέσσερις ορίζοντες.
Κάντε τον όσο γίνεται μακρύτερο αυτόν το δρόμο
να μην τελειώνει
σε μιας ζωής πεζοπορία
να πεθαίνει από κούραση
ο έρωτας
πριν να γεράσει.

ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΧΑΛΑΖΙ

Εκείνο το απόγευμα
έριξε θυμάμαι
πολύ χαλάζι
σε πήρα τηλέφωνο
για να σου πω
ότι δεν έχω ξαναδεί τέτοιο πράγμα.
Η μπουγάδα είναι μέσα;
με ρώτησες
Ναι, είναι μέσα,
όμως εμείς
για μια στιγμή
μου φάνηκε ^
ότι ήμασταν έξω στην αυλή
αγκαλιασμένοι
και χορεύαμε.

ΑΤΕΛΕΣΦΟΡΕΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ

Γράμματα βλοσυρά
μου φέρνει ό ταχυδρόμος
γράμματα που δεν λένε καλημέρα
βυθισμένα στο έρεβος
του γραμματοκιβωτίου
μουλιασμένα, της υδατοπρομήθειας
γράμματα ηλεκτροφόρα της Αρχής Ηλεκτρισμού
επιστολές τραπεζικές,
υπενθυμίσεις ανεξόφλητων λογαριασμών
και προειδοποιήσεις τελευταίες
για άμεση αποπληρωμή
συσσωρευμένου χρέους
σε γενναιόδωρα χρόνια
που μου είχαν μυστικά δανείσει
λίγα μετρητά ευτυχίας
με το επιτόκιο που επιβάλλει
το τοκογλύφο παρελθόν
για να τα βγάζουν πέρα οι μέρες μου,
να μην ζητιανεύουν τον καιρό.
Αν όμως κάτι απρόσμενα
πολλαπλασίασε την άξια του
ήταν οι μετοχές μου
σε αζήτητα όνειρα
πού επέμεναν παρά τις προειδοποιήσεις
να επενδύονται
σε επισφαλείς ύπνους.
Δεν ξέρω πώς
φούσκα ίσως να ονειρεύεσαι τις μέρες
το βράδυ εξαργυρώνονται
οι δοσοληψίες με το υπερπέραν.
Αυτές μου κληροδότησαν
σπάνιο σμήνος φευγαλέων ελπίδων
φτερούγιζαν για κάμποσο καιρό στον κήπο μου
να με φυγαδεύσουν κατάφεραν σε άγνωστο έδαφος
χωρίς διεύθυνση, χωρίς συντεταγμένες
να ηρεμήσει επιτελούς ο απελπισμένος ταχυδρόμος
να έχει πού να παραδώσει
τα αταχυδρόμητα και μη παραληφθέντα.

Ο ΜΙΚΡΟΣ ΙΒΙΣΚΟΣ Ο ΕΔΩΔΙΜΟΣ

Το παιδί είπε «παπά, θέλω:> νερό».
Αυτός τρέμοντας σύγκορμος
του έφερε νερό.
Το παιδί δεν μπορούσε να πιει νερό.
Το παιδί ξεψύχησε μέσα σε λίγες ώρες.
Τώρα, όταν εκείνος πίνει νερό,
θυμάται τη ζωή του
σαν μια έρημο
που μέσα της
κάποτε είχε φυτρώσει
ο μικρός ιβίσκος
ο εδώδιμος.
Τώρα όταν το νερό κυλά στο λαρύγγι του
είναι όπως ένας ποταμός
που εκβάλλει
σ’ εκείνη την έρημο.

Μακάριο νοσοκομείο, 2006

ΘΑΛΑΣΣΑ ΣΕ ΝΤΟΥΛΑΠΙΑ

Μπήκε κρυφά στο παιδικό του δωμάτιο
έβγαλε τα ρούχα του
και φόρεσε τις έφηβες του πιτζάμες.
Είχε επιστρέψει με υπηρεσιακό
από παλαιότερες ηλικίες,
τα τεράστια τριχωτά πόδια του
κρέμονταν σαν ξεχαρβαλωμένες κεραίες
από το μικρό κρεβάτι.
Ακούμπησε το κεφάλι στο μαξιλάρι,
ήταν σκληρό σαν βότσαλο,
η θάλασσα που κάποτε
τον είχε βγάλει στη στεριά
λίμναζε τώρα
φυλακισμένη
μέσα σε στενάχωρα ντουλάπια.

ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΑΝΑΓΚΑΙΟ

Όταν έρχονται οι λέξεις, είπε
πρέπει να τις τακτοποιείς αμέσως
όπως μπορείς κι όπως ξέρεις,
αν δεν το κάνεις
οι λέξεις
θα μείνουν παγωμένες
σαν το μέτωπο
της γιαγιάς
μες στον ηλιόλουστο Απρίλη.
Η πνοή που φέρνει τέτοια πράγματα
είναι πάντα βιαστική.
Εξαντλεί το απόθεμα της
σε μεταφορές
όχι σε διατηρήσεις
δεν είναι για να περιμένεις
είναι μόνο για να προλαβαίνεις.

ΣΕ ΤΟΜΟΥΣ

Όπως οι εκλιπόντες
τοποθετούνται ευλαβικά στα φέρετρα
τα φέρετρα
στους θαλάμους των νεκροτομείων
όπως οι φωτογραφίες των εξαφανισθέντων
σε αστυνομικούς σταθμούς αναρτούνται
όπως οι σκελετοί
των προϊστορικών ζώων
στα μουσεία μεταφέρονται
έτσι και τα ποιήματα
σε τόμους καταλήγουν.

ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΣΠΙΤΙ

Πάνω στο λόφο
είναι το μεγάλο σπίτι
χτισμένο με ακριβή πέτρα
από λατομεία όπου πολλοί σκοτώθηκαν.
Ηλεκτροφόρα καλώδια
το περιβάλλουν
σαν απόρθητο φρούριο.
Όμως συχνά
κάτι βαρύ ακούγεται να πέφτει απ’ τις επάλξεις του
και να σκάει με πάταγο στο έδαφος.
Κάποιος που είχε καταφέρει να αποδράσει
είπε ότι είδε ανθρώπους
να καθαρίζουν μέρα νύχτα το πλακόστρωτο
από τα αίματα
τα τζάμια από τα άδεια βλέμματα,
τα πατώματα
από τα ίχνη που άφησαν
βιαστικά φαντάσματα
και μετά να εξαφανίζονται.
Κάποιος που είχε έρθει από μέσα
είπε ότι το μεγάλο σπίτι
είχε ένα μεγάλο άδειο
που ένα αόρατο χέρι
με μαεστρία έχει χτίσει.

ΤΟ ΦΟΡΤΙΟ

Σε κάθε δουλειά
είναι μια γυναίκα για τις άλλες δουλειές.
Πλένει τα πιάτα
καθαρίζει τα αποχωρητήρια
ψήνει καφέδες όταν τα πλήκτρα κροταλίζουν,
καφέδες λυπημένους
για να βλέπει στα φλιτζάνια
το πρόσωπο της.
Έχει χέρια μακριά σαν σκουπόξυλα
δείχνει συνήθως κουρασμένη
από ένα φορτίο
που πάντα κουβαλάει στους ώμους της.
Είναι το φορτίο αυτών που έπονται
που δεν τους βλέπει
παρά μόνο τους ανοίγει το δρόμο
να μεγαλώνουν
φτάνοντας έτσι αυτή
στο τέλος του δρόμου.
Αυτό το φορτίο
το διακρίνεις μόνο εσύ
και τη βοηθάς
πότε πότε
να το κατεβάζει.

ΓΡΑΦΟΝΤΑΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

Προχωρούν αγέρωχοι στο μέλλον.
Δουλικός περίγυρος
καθαρίζει τον καθρέφτη
από τα προηγούμενα είδωλα τους.
Τι προηγήθηκε πριν γίνουν εξουσία;
Τι μεσολάβησε της αγιοποίησής τους;
Υπάρχει πάντα ένα σκοτεινό μεσοδιάστημα
που αποσιωπάται.

ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ

Η κόρη του ποτέ δεν τον είχε δει.
Η κόρη του ποτέ δεν τον είχε πει.
Όταν τα λείψανα του ταυτοποιήθηκαν
όταν επιβεβαιώθηκε το γεγονός
πως ήταν στα τρία μέτρα εκτελεσμένος
από τότε
στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη
κι έκανε πρώτη φορά
να τον ψελλίσει:

«Πατέρα».

Η λέξη σχηματίστηκε στα χείλη της
κι έσκασε με κρότο
στο πάτωμα
όπως ή έκρηξη μιας βόμβας
που χάρις στη βραδύτητα του ήχου
έχεις το προνόμιο να δεις
το δευτερόλεπτο εκείνο
πριν ακουστεί.

ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟΥ

Όχι, δεν είναι εκείνος
που χάθηκε πριν τόσα χρόνια.
Μικρό παιδί
επιμένει
να περιφέρεται στη μνήμη μου
πέφτοντας πάντα
στο κενό
μιας συμπαγούς
απώλειας.
Με το κοντοπαντέλονο
το άγουρο δέρμα
το βλέμμα το ασκοτείνιαστο
πήγαινε στον πόλεμο