ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗΣ

2 ΓΙΩΡΓΟΣ

Ο Γιώργος Χριστοδουλίδης γεννήθηκε στη Μόσχα το 1968 και μεγάλωσε στη Λάρνακα. Σπούδασε δημοσιογραφία στο πανεπιστήμιο Λομονόσοφ της Μόσχας (ΜΑ in Journalism).

Για την πρώτη του ποιητική συλλογή, Ένια, (Εκδόσεις Ατέλεια, Λευκωσία 1996) τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Νέου Λογοτέχνη, ενώ για τη δεύτερη, Ονειτροτριβείο (Γαβριηλίδης, Αθήνα 2001) με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης. Ακολούθησε το Εγχειρίδιο Καλλιεργητή (Γκοβόστη, Αθήνα 2004), Το Απραγματοποίητο (Γαβριηλίδης, Αθήνα 2010) και ο Δρόμος μεταξύ Ουρανού και Γης (Φαρφουλάς, 2013).

To 2019, το ποίημα του «Είδη Πρώτης Ανάγκης» από το «Εγχειρίδιο Καλλιεργητή», Γκοβόστης 2005, σε μετάφραση στα γερμανικά της Michaela Prinzinger συμπεριλήφθηκε στην Ανθολογία Ευρωπαϊκής Ποίησης » Grand Tour» – Μάρτιος 2019. Την επιμέλεια της Ανθολογιας η German Academy for Language and Literature ανέθεσε στους ποιητές Jan Wagner και Federico Italiano.

Το 2018 επιμελήθηκε μαζί με τον Παναγιώτη Νικολαϊδη την «ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ 1960-2018» η οποία εκδόθηκε το Νοέμβριο του ίδιου έτους από τις εκδόσεις «κυμα», Αθήνα.

To Σεπτέμβριο του 2018, 10 ποιήματα του μεταφράστηκαν στα ισπανικά από τον Χοσέ Αντόνιο Μορένο Χουράδο, 5 εκ των οποίων συμπεριελήφθησαν στην ανθολογία του φεστιβάλ ποίησης ARS POETICA 1, που πραγματοποιήθηκε στην Πάτρα.

Την Άνοιξη του 2018 ο Παλαιστίνιος ποιητής Najwan Darwish μετέφρασε 10 ποιήματα του Χριστοδουλίδη τα οποία δημοσιεύτηκαν στην παναραβική εφημερίδα Alaraby.

Τον Φεβρουάριο του 2016 κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Μελάνι, Αθήνα, η έκτη ποιητική του συλλογή, Πληγείσες περιοχές/Γυμνές Ιστορίες, η οποία το ίδιο έτος μεταφράστηκε στα γαλλικά από τον Michel Volkovitch και κυκλοφόρησε στη Γαλλία από τον εκδοτικό οίκο Le miel des ang.es. Παρουσιάστηκε δε στο Παρίσι τον Μαϊο του 2017.  Η ίδια συλλογή μεταφράστηκε και εκδόθηκε στα σερβικά (εκδ.οίκοςTreći Trg) από την Aleksandra Milanovic και παρουσιάστηκε στο Βελιγράδι τον Οκτώβριο του 2018.Τον Ιούνιο του 2010 μια επιλογή ποιημάτων εκδόθηκε στα γερμανικά, στο Βερολίνο, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Ποίησης του Βερολίνου (Poesiefestival Berlin) και αναρτήθηκαν στον ιστότοπο του Φεστιβάλ https://www.lyrikline.org/en/poems/kalokairi-1983-6883#.WnwoJHyYPIU

σε απαγγελία του ιδίου του ποιητή. Το 2011, πέραν των 150 ποιημάτων του, που διατρέχουν δεκαπέντε χρόνια ποιητικής πορείας, μεταφράστηκαν στα βουλγάρικα από την Βασίλκα Πετρόβα-Χατζήπαπα, σε αυτόνομη έκδοση με τον τίτλο Ονειροτριβείο (Σόφια, 2011). To 2014 ,  6 βιντεοποιήματα του παρουσιάστηκαν στη Γερμανία. Ποιήματά του έχουν επίσης μεταφραστεί στις πλείστες ευρωπαϊκές γλώσσες ενώ δημοσιεύτηκαν σε κυπριακά και ξένα λογοτεχνικά περιοδικά.

Διετέλεσε μέλος του ΔΣ της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου.

Συνεργάζεται με τα πολιτιστικά περιοδικά «ΔΙΟΡΑΜΑ» (Κύπρος) και την ηλεκτρονική έκδοση της ιστοσελίδας «ΠΟΙΕΙΝ» (Ελλάδα)

Παρουσιάζεται επίσης σε σημαντικές ανθολογίες ποίησης και ποιητικές εκδόσεις, όπως: ARS POETICA 1, Πάτρα 2018, Anthologie de la poesie chypriote cotemporaine (editions Variations 2016), Θυμήσου, η κατοχή εξακολουθεί να υφίσταται (εκδόσεις Ανευ,2014), Uva di Cipro- Antologia della giovane poesia greco-cipriota ( Edizioni Joker 2014), Η ποίηση για την ποίηση (εκδόσεις ΠΕΝ Κύπρου 2012), Το Καταφύγιο (Αθήνα 2011),Nέα Ευθύνη (Αθήνα 2011), Ανθολογία Σύγχρονης Κυπριακής Ποίησης(Μανδραγόρας 2011) Αύριο, Maňana, Tomorrow (Λεμύθου, 2011), Ιστορία της Νεότερης Κυπριακής Λογοτεχνίας (Λευκωσία 2010), Ο ποιητής και ο κόσμος του (Λευκωσία, 2010), Εν αρχή ην ο λόγος (Λευκωσία, 2009),  Σύγχρονη Κυπριακή Λογοτεχνία (εκδόσεις Πλάμικ, Σόφια 2009), Zypern Literarisch (Γερμανία 2008), Ανθολογία Κυπρίων Ποιητών (1950-2008), Επιμέλεια Σ.Π. Βαρνάβας – Σ.Λ. Σκαρτσής, εκδ. «Ταξιδευτής», Αθήνα 2008, Zypern Poesie & Fotografie (Berlin 2008), Kipras Djeza (Λετονία 2007) , Fern von der dicht  besiedelten Sprache (Romiosini Verlag,Koln2006)κ.α

Συμμετοχή σε Διεθνείς Εκδηλώσεις (επιλογή)

Festival of Literature of the European Mediterranean – FLEM 2, Βελιγράδι, Οκτώβρης 2018, ΑRS POETICA 1, Πάτρα, Σεπτέμβριος 2018, Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης και Βιβλίου Βελιγραδίου (Treci Trg),  Μάης 2017 , Νύχτα της Λογοτεχνίας La Nuit de la Littérature, Παρίσι, Παρουσίαση της ποιητικής συλλογής Πληγείσες Περιοχές (Zones sinistrées)  στα γαλλικά, Μάης 2017,  Crowd Omnibus Reading Tour 2016 – Θεσσαλονίκη-Αθήνα, ποιητικές αναγνώσεις σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας ,Festival Voix Vives de Méditerranée en Méditerranée 2013, Sète, Γαλλία, Crossing Borders, Connecting Cultures 2010, Στοκχόλμη, Σουηδία, Poesiefestival Berlin: Βερολίνο, 2010  ,Συμπόσιο Ποίησης, Πανεπιστήμιο Πατρών, 2008 ,“Kleine Sprachen, Grosse Literaturen” Forum (Λειψία, 2006), Τhe Gerard Manley Hopkins Society of Poetry (Kildare, Ιρλανδία 2005), Διεθνής Μπιενάλε Ποίησης (Λιέγη, 2003), Literature Express Europa 2000: Σε διάστημα 45 ημερών, o Γ.Χριστοδουλίδης μαζί με 100 άλλους Ευρωπαίους λογοτέχνες ταξίδεψαν με ειδικά διαμορφωμένο τρένο, σε πέραν των 20 πόλεων και 10 χωρών, συμμετέχοντας σε σωρεία ποιητικών εκδηλώσεων. Το ποίημα του Χριστοδουλίδη «Οι θήκες των βιολιών» μελοποιήθηκε και δραματοποιήθηκε στο Παρίσι

ΒΙΒΛΙΑ ΟΛΑ

ΒΙΒΛΙΑ ΟΛΑ1

ΒΙΒΛΙΑ ΟΛΑ2

ΜΥΣΤΙΚΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ (2019)

ΣΕ ΚΑΠΟΙΟ ΣΚΟΤΑΔΙ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΗΣ

Κάθομαι γυμνός στο παγκάκι της κόλασης
και είναι νύχτα
όμως το σκοτάδι δεν μ’ αγγίζει.
Κάθομαι φωταγωγημένος από πυρσούς έκπτωτων αγγέλων
στο παγκάκι της κόλασης
επειδή μπορώ πια να παίξω με τους δαίμονες
και να τους στριμώξω προσωρινά
μέχρι το σκοτάδι να σκεπάσει τα πάντα.
Είμαι γυμνός
αλλά στολισμένος
σαν επιτάφιος
και σχεδόν θαρραλέος
για κάποια λεπτά.

ΑΘΕΑΤΗ ΑΝΑΠΗΡΙΑ

(Αμμόχωστος 1972)

Με πήραν από το χέρι και με πήγαν στην προβλήτα
δεν θυμάμαι ποιοι
αλλά μ’ αγαπούσαν.
Η πρωινή ομίχλη πύκνωνε
όσο περιμέναμε το πλοίο.
Κατέπλευσε
πρώτα η αναμονή
μετά η κούραση.
Οι γονείς μου
σαν κέρινα ομοιώματα
αποβιβάστηκαν μηχανικά
κι αγκάλιασαν σφικτά τα πέντε μου χρόνια
που ήταν εκεί
κι ύστερα
τα πέντε μου αναιμικά
που στέκονταν σκυμμένα μακρύτερα.
Με δυο κινήσεις οι γονείς μου
αγκάλιασαν τον έναν
που ήμουν εγώ.
Τα χρόνια μου ενώθηκαν
όπως ενώνεται το μισογεμάτο
ενός ποτηριού.

Ο ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ

Σε μια επίσκεψη γονέων στο σχολείο
τον είδα.
Φορούσε ένα φθαρμένο μπλε κοστούμι
ο σπινθηρισμός στο βλέμμα του
ράγιζε τα περισκόπια της μνήμης
σαν αγιοστέφανο πάνω από το κεφάλι του
έλαμπαν η γλυκύτητα και η πρώιμη σωφροσύνη
για έναν άντρα 30 χρόνων.
Το σκληρόδετο δέρμα στα χέρια του
με ευδιάκριτους ρόζους
στις μεριές των δακτύλων,
σήμαινε ότι πέρασε χρόνο
σε πετρωμένα χώματα
και πρωινούς παγετούς.

Μετροφύλλισε επιδέξια τις ακατάστατες σελίδες
και πλησιάζοντας χαμογέλασε:
«ο νεαρός είναι έξυπνος
πρέπει όμως να διαβάζει περισσότερο.
Και να μην φοβάται».
Ο μικρός γιος της πόρνης
που τις αργίες
όταν εκείνη τους έμπαζε από την πίσω πόρτα
του πλινθόκτιστου σπιτιού
αυτός με τα κοντοβράκια
κλεινόταν στα πιο υγρά υπόγεια της μέρας
πίσω από φιάλες υγραερίου
μέσα στον σκουπιδοτενεκέ της πολυκατοικίας
ήταν ο καθηγητής του γιου μου.

Έσκυψα
και του φίλησα τα χέρια.

ΑΠΡΙΛΗΣ

Τα ξεχασμένα παιδιά
κλωτσάνε μια ξεφούσκωτη μπάλα
στην αυλή του ξεφούσκωτου σχολείου.

Είναι 3 και 30 ακριβώς
ο ήλιος τέτοιο μήνα είναι συμπονετικός
καψώνει όμως σιγά-σιγά
ένα μετά το άλλο
τα ηλιοστάσιά του.

Το ξανθό κορίτσι
η μικρή κλειδούχος
ανοίγει παραφυλώντας το κάγκελο
και τρέχει προς τα έξω
για να φέρει κάτι ασήμαντο.

Η πόρτα μένει μισάνοιχτη
ένα παιδί τη βλέπει και προλαβαίνει
βγαίνει από τα όρια
και γίνεται σύννεφο
ένα άλλο παιδί κάνει το ίδιο
και γίνεται αστραπή
τα άλλα παιδιά γίνονται σταγόνες και άνεμοι
τα παιδιά πολλαπλασιάζονται
τα παιδιά εξαϋλώνονται.

Κάπως έτσι
εκείνη την ηλιόχαρη μέρα
ξέσπασε
πάνω από την αυλή του σχολείου
μια αλλόκοτη καταιγίδα.

ΤΑΧΥΠΑΛΜΙΑ

Όποτε με πιάνει ταχυπαλμία
με κυριεύει ένας φόβος
ότι κάτι κακό θα μου συμβεί
όμως προχθές
που έφτασα τους 200 παλμούς
την ώρα που ξεντυνόσουν
την ώρα που ξεντυνόσουν για μένα
δεν φοβήθηκα καθόλου.

ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΙ

Της κράταγε το χέρι
και περπατούσανε
πρωί απόγευμα.
Εκείνη λεπτή στα όρια της ύπαρξης
αυτός φαλακρός, μικρόσωμος
έμοιαζαν καμωμένοι ο ένας για τον άλλο
όταν έβγαιναν για περίπατο
τα χελιδόνια άφηναν τη φωλιά τους
για να δείξουν ότι είναι κι εκείνα μαζί.
Δεν θα το φανταζόμουν ποτέ
πως κάποιοι που έχουν περάσει τα πενήντα
κάπου εκεί
μπορούν να μοιράζονται ακόμη τόσο χρόνο
χωρίς να βαριούνται και να σουρώνουν.
Έτσι, μια φορά που τον είδα από μακριά
στο εμπορικό κέντρο
να χαϊδεύει τα μαλλιά μιας ξανθιάς
ήμουν βέβαιος ότι έφταιγε το πολύ κλάμα
που έκανα μικρός
η προδιάθεσή μου να βλέπω
πράγματα που δεν υπάρχουν.
Τώρα όμως δεν ξέρω
ποια από τις δυο εικόνες είναι αληθινή.

ΑΦΟΥΣΙΑ

Ακούω τον άνεμο
να γρατζουνάει τις χορδές της κιθάρας του
και βλέπω τη λίμνη να γδύνεται.
Μένει ολόγυμνη
αρχαίες ζωές αποκαλύπτονται
δεν μπορούν να κρυφτούν
ξεβράζονται από τα βάθη της
στάζοντας γύψο και πηλό.
Εδώ άρχισαν όλα, σκέφτομαι
ο έρωτας και ο πνιγμός
οι μυστικές συνευρέσεις
του νερού και του ηδυπαθούς φυσήματος
και να πώς καταλήξαμε
ο τόπος τώρα είναι έρημος
το σκοτάδι αφόρετο και αδοκίμαστο
σε τολμητίες που θα λάμψουν ξαφνικά.

Να ζεσταθείς
αλλά πρέπει κάποιος να τρίψει
μανιασμένα δυο αγκωνάρια
πάνω σε κάτι που θα ‘ναι πρόθυμο να θυσιαστεί.
Και να βιαστεί κυρίως
διότι μια περιοδικά ακανόνιστη τυφλότητα
μάς ταλαιπωρεί.
Περπατώ στο μονοπάτι
όπου απλώνει χαλί φωτός μια μεθυσμένη σελήνη
και την ώρα που νομίζω ότι σ’ αγγίζω
η σελήνη συνέρχεται.

Ο ΚΑΡΠΟΥΖΑΣ

Πουλάει καρπούζια μπροστά από τη στάση του λεωφορείου
Και τις προηγούμενες του ζωές πουλούσε καρπούζια
όμως επειδή τον 17ο αιώνα δεν υπήρχαν λεωφορεία
τα πουλούσε δίπλα από κοπριές αλόγων
και γαϊδουριών
στα σταυροδρόμια των χωματόδρομων
που ένωναν τα βοσκοτόπια
μια φορά χάρισε ένα ζουμερό καρπούζι
στην αυλή της Ρήγαινας
αλλά δεν κέρδισε την εύνοιά της
κι από τότε
υποψιάζεται πως
και στην επόμενή του ζωή
καρπούζια θα πουλά
μόνο που θα ήθελε να είναι
πιο νέος
λιγότερο σκυφτός
και καλύτερα ντυμένος
όταν εγώ θα περνώ με το ιπτάμενο αμάξι μου
θα τον βλέπω
και θα γράφω το ίδιο ποίημα.

ΠΕΝΤΕ ΓΑΡΥΦΑΛΛΑ

Πάτρα, 21.09.2018

Του είχαν απομείνει
πέντε γαρύφαλλα να πουλήσει
και ήταν μεσάνυχτα.
Αποκαμωμένος κι αρρύθμιστος να αντέχει
το συγκεκριμένο ωράριο εργασίας
κάθισε στο τραπέζι μιας νεανικής παρέας
που τον καλοδέχτηκε. Έπαιζαν μαζί του
σαν να ήταν εκείνο το εξελιγμένο είδος της κούκλας
που μπορούσε να ανταποκριθεί
χωρίς τις μπαταρίες της.
Εμείς πίναμε μπύρες
βαθιά μέσα στη φουσκωμένη πόλη.
Οι κλασικές ερωτήσεις:
-Οι γονείς σου;
-Σπίτι…
-Τόσο μικρός και πουλάς λουλούδια κατάνυχτα;
Καμία απάντηση
-0ες να κοιμηθείς;
-Ναι.
-Πόσο κάνουν και τα πέντε;
-Τρία ευρώ.
-Αν τα αγοράσουμε θα πας σπίτι;
-Ναι.
Ο κλασικός επίλογος:
– Το γαμημένο κράτος…
Οι υπηρεσίες…
Δεν υπάρχει τίποτα…
κανονικά θα έπρεπε να…
φυσικά, είναι εντελώς απαράδεκτο…

Σήκωσε στάχτες εκείνη τη νύχτα
κι ύστερα τα σπλάχνα της πόλης
πετάχτηκαν έξω.

ΜΥΣΤΙΚΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

Για να μπορούμε εμείς να γράφουμε ποιήματα
ένα αγέλαστο παιδί στην Ταϊλάνδη
πλέκει το φούτερ της επιστήθιάς σου επωνυμίας
κι άλλο ένα στο Περού
κατεβάζει πέτρες από το βουνό
στο πεινασμένο στόμα του ορυχείου
για να μπορούμε εμείς να γράφουμε ποιήματα
λεχώνες μανάδες με θηλές φουσκωμένες
δουλεύουν πλύστρες
στις πιο βρώμικες κουζίνες της τουριστικής περιοχής
εδώ παρά δίπλα αλλά κι εκεί πέρα στην Ευρώπη
κι οι πατεράδες γίνονται ξανά σκλάβοι στην Αμερική
για να μπορούμε εμείς να γράφουμε ποιήματα
οι πρόγονοί τους σκεπάστηκαν 60 χρόνια
από μια ασήκωτη πλάκα γης
κι όταν ξεμύτισαν από ένα φρεάτιο
που κατά λάθος έμεινε ανοικτό
πιο μαύροι από τη μαυρίλα τους
ήταν σαν να είχαν δει τον ήλιο πρώτη φορά
για να μπορούμε εμείς να γράφουμε ποιήματα
πλεούμενα βυθίζονται αύτανδρα στη Μεσόγειο
φανταστικά εισιτήρια
για τον βυθό βρέθηκαν στα χέρια τους
να τα κρατούν ακόμα
ενώ η δεκαπεντάχρονη Μύριαμ
βγαίνει οργισμένη το απόγευμα
από εβραϊκή φυλακή
και αναζητά το μάχιμο στρατιωτικό της σώμα.
Όλοι αυτοί ίσως δεν διάβασαν ποτέ ποιήματα
δεν έμαθαν ποτέ για σένα
για τον Σαχτούρη, τον Γουόλκοτ, τον Χίνι,
τον Κουαρόζ
τους υπερρεαλιστές, τα μεταμοντέρνα ρεύματα
και το σλαμ
ωστόσο, είναι αυτοί που έχουνε γράψει
τα ποιήματά μας
την ηρεμία μας πίσω από τους τέσσερις τοίχους
τα ονόματά μας στο διαδίκτυο
και τις εγκυκλοπαίδειες
την ευκαταφρόνητη φήμη μας
έχουνε θρέψει την υπερμεγέθη φιλοδοξία μας
όσο δεν μπόρεσαν να θρέψουν τα όνειρα
και τα στομάχια τους
και τώρα γράφω αυτό το ποίημα
γιατί πια ξέρω καλά
ότι αν δεν ήταν αυτοί
θα ήμουν εγώ
θα ήταν τα παιδιά μου
θα ήσουν εσύ
χωρίς το ραφιναρισμένο στυλ
και. το προβληματισμένο υφάκι
και τότε εμείς θα έπρεπε να γράψουμε
κάποιων άλλων τα ποιήματα.

ΘΡΥΜΜΑΤΑ

Εκείνη τη στιγμή
που το φλιτζάνι πέφτει στο πάτωμα
και θρυμματίζεται σε εκατό κομμάτια
καταλαβαίνεις τη σημασία της ακεραιότητας
ότι αυτό που λέμε ακέραιο
είναι αυτό που αντιστέκεται να μην σπάσει
αυτό που δεν αφήνεται να πέσει
και να γίνει εκατό κομμάτια
αλλά επιμένει να συγκρατεί
ό,τι το αποτελεί
αποφασισμένο να μην δείξει
ότι είναι τόσο εύθραυστο
όσο ένα φλιτζάνι

ότι είναι ακριβώς αυτό:

εκατό κομμάτια που κρατιούνται γερά
μεταξύ τους για να δείχνουν ένα.

ΠΛΗΓΕΙΣΕΣ ΠΕΡΙΟΧΕΣ/ΓΥΜΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ (2016)

[Το παιδί]

O KΡΟΤΟΣ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ ΤΟΥΣ

στον Ορέστη

Θυμάμαι τον πρώτο καιρό στο σχολείο
κρυφόκλαιγα
όταν το χέρι της μάνας μου αποτραβιόταν
κι ένα σιδερένιο χέρι
με χάιδευε στην πλάτη.
Νομίζω
δεν ήταν ότι φοβόμουν τους δασκάλους
τους εξεταστές
τους άγνωστους συμμαθητές
αργότερα τους αξιωματικούς στο στρατό
τους προφέσορες στο πανεπιστήμιο.
Τον ψυκτικό κύκλο της γνώσης τους φοβόμουν.
Τις λέξεις τους
σκληρές, αδιάλλακτες, δίχως αγάπη
σαν άδεια καρύδια την ώρα που σπάζουν
ενώ της μάνας μου οι λέξεις
ήταν ζυμωμένες στη στοργή.
Έτσι τώρα
που υποψιάζομαι στον γιο μου τον ίδιο φόβο
λέξεις του ετοιμάζω τα πρωινά
λέξεις αγαπητερές
να τις παίρνει μαζί του
να τον κρατάνε
όταν ο κρότος των ξένων λέξεων
τον περικυκλώσει.

ΣΠΑΣΜΕΝΑ ΠΟΔΗΛΑΤΑ

0 πατέρας τους έφτιαχνε τα σπασμένα ποδήλατα
της γειτονιάς.
Έρχονταν και περαστικοί κάποτε, του έφερναν.
Τα δυο παιδιά του έτρεχαν πέρα-δώθε ξυπόλητα
και ρακένδυτα
– στα μάτια τους έλαμπε η περιπέτεια
και το τέλος της.
Όλη μέρα έτρεχαν
αυτός πνιγμένος στη δουλειά
δεν τα χάνε απ’ τα μάτια του
όμως μια κοφτερή στιγμή
που το αδόκητο δρεπάνιζε τα σύθαμπα
στο τυφλό σημείο
όταν ο αυχένας αδυνατεί να στρίψει
του ξέφυγαν
καβάλησαν δυο σέλες
με τρυπημένους τροχούς
ξεχαρβαλωμένες καδένες
διαλυμένα φρένα
κι ανέβηκαν στο ψηλότερο σημείο των ονείρων.
Στη μεγάλη κατηφόρα των χρωμάτων
εκεί που συνήθως
όλα τα ξυπόλητα παιδιά την παθαίνουν
δεν τα κατάφεραν.
Τα γύρεψε μάταια
ο πατέρας τους
– ο ανήλιαγος.
Τα γύρεψε βουβά.
Μόνο αυτός τα γύρεψε.

Αυτά και άλλα περιστατικά
συμβαίνουν σε αφώτιστα μέρη.

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΠΟΥ ΤΙΣ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕΙΣ ΠΟΛΥ ΑΡΓΟΤΕΡΑ

Τα μεσημέρια στον χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας
μας κυνηγούσε ένας ξαναμμένος αστυνομικός
με σορτσάκι
και ο περιβολάρης.
Ο πρώτος σκυλόβριζε που παίζαμε μπάλα
και του χαλούσαμε τον ύπνο
έπαιρνε μια ξύλινη βέργα και κατέβαινε
να μας σπάσει στο ξύλο.
Ο δεύτερος ουρλιάζοντας ακατανόητα
ένα αγρίμι
νόμιζε ότι θα μας τσακώσει
την ώρα που του κόβαμε τα μέσπιλα απ’ τα δέντρα.
Όμως εμείς ήμασταν πιο ξαναμμένοι από αυτούς.
Και πιο σβέλτοι.
Μου πήρε πάντως χρόνια
να υποψιαστώ
ότι ίσως πιο πολύ από μας
μισούσανε το γέλιο μας
κι ότι
η εξουσία και η ιδιοκτησία
δεν αγαπάνε τα παιδιά.

[Περιπέτειες]

ΕΝΑΣ ΑΝΔΡΕΑΣ

Συναντιόμαστε τυχαία μια-δυο φορές τον χρόνο
χθες με είδε στην υπεραγορά την ώρα που διάλεγα
ντομάτες.
Με ρώτησε πάλι πώς πάει η μεγάλη μου κόρη
– Είναι γιος, και τώρα σπουδάζει, Ανδρέα.
– Α, ναι.
Παύση.
– Είναι καλά;
– Καλά.
Κάθε φορά η ίδια κουβέντα
πάνω από φθαρτά που σάπισαν
στην πόρτα του κουρείου ονομάτων
στο συνεργείο αλλαγής ποδιών
στις ουρές των στεγνών ανέργων
στους πεζοδρόμους των ζαρωμένων
στα χαρακώματα της πόλης
– Σκύψε Ανδρέα, όχι, όχι υπόκλιση
απλώς σκύψε.
Είναι παράξενο πώς ένας άνθρωπος
μπορεί να θυμάται λάθος πάντοτε το ίδιο πράγμα.
Πρόσεξα κι ένα τρέμουλο στα χέρια του
που επιδέξια έκρυβε κρατώντας σφικτά το καροτσάκι.
Κάνω ό,τι μπορώ να τον αποφύγω
όμως η επιμονή του να κοινοποιήσει την αμηχανία του
είναι ανίκητη.
Μια μέρα του έπεσε το κεφάλι
τρέχαμε να το προλάβουμε
στον κατήφορο.

Όταν πλήρωσα τον επόμενο εκδότη
και κυκλοφόρησα το έκτο μου βιβλίο
του το ταχυδρόμησα σε άγνωστη διεύθυνση
βέβαιος ότι με κάποιο τρόπο θα το παραλάμβανε.
Βρεθήκαμε πάλι μετά από χρόνια
στις δημόσιες τουαλέτες
για ένα κατούρημα επί πληρωμή.
«Πώς πάει η κόρη σου;
Σπουδαίο το ποίημα σου για εκείνον τον τύπο.
Απίθανος εκείνος ο τύπος, ποιος είναι;»

Η ΦΟΙΝΙΚΙΑ

Τυχαία πριν από χρόνια
βρήκα μια φοινικιά πεταγμένη
στο περβόλι του πατέρα
ήταν δεν ήταν όσο το χεράκι ενός παιδιού
μην τη φυτέψεις χαμένος κόπος
μου είχε πει
δεν τη βλέπεις;
Την πήρα και τη φύτεψα.
Αν έρθει κανείς τώρα στον κήπο μου
θα δει μια θεόρατη φοινικιά
να ρίχνει κλαδιά στην αυλή του γείτονα
και να τραγουδά
κι όταν με ρωτούν πόσα παιδιά έχω
λέω πέντε και το ένα παραλίγο να πεθάνει.

ΑΥΤΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Η ΦΩΝΗ ΜΟΥ

Δεν είναι η φωνή μου αυτή που ακούω να ηχεί
στο σκοτεινό δωμάτιο.
Χρόνια ακίνητος και άλαλος
μέσα σε νυχτερινή ονειροπόληση
και περισυλλογή
η σιωπή της πρέπει να έβγαλε ρίζες
σε κάποιου πρόσφορου το στόμα.
Κάποιου εξόχως ομιλητικού
που με ακρίβεια υπέθεσε τη φωνή μου.

[Θανατερά]

Ο ΓΕΡΟ ΓΙΩΡΚΗΣ

Κάθε που ο γέρο Γιωρκής
–που σε χρόνους δύσκολους έκλεψε τη Δεσποινού–
ένιωθε άρρωστος
έπινε κάθε μέρα για μια εβδομάδα ένα ποτηράκι ούζο
κι αν δεν του πέρναγε το γύριζε στο ελαιόλαδο
ένα κουτάλι τη βδομάδα σταθερά.
Όμως από τότε που είπε στη Δεσποινού
και στα δώδεκα τους κοπελλούθκια
“φύεετε εσείς, εγιώ εν να μείνω να προσέχω τα κτηνά”
από τότε που καταχωρήθηκε ως αγνοούμενος
και δεν ξανακούστηκε γι’ αυτόν
από τότε που έπαψαν να ταχυδακτυλουργούν
οι δωρητές της ελπίδας
από τότε η αμφιβολία:
Θα χτυπήσει ο εκσκαφέας πάνω στο σκληρό του καύκαλο;
Θα έρθουν μια μέρα οι αρμόδιοι με τα απομεινάρια του;
Τι διάολο γιατροσόφια υπάρχουν για κάτι τέτοια;

ΤΟ ΣΥΡΤΑΡΙ

Τα οστά του φυλαγμένα σ’ ένα συρτάρι
του ανθρωπολογικού εργαστηρίου
περιμένουν ταυτοποίηση.
Ένας άνθρωπος που ήθελε να κάνει πολλά
αλλά δεν του βγήκε, κακορίζικος.
Σαράντα χρόνια αγνοούμενος
πέντε χρόνια μάλλον νεκρός.
Τέσσερα χρόνια φυλαγμένος.
Φυλαγμένος προσεκτικά σ’ ένα συρτάρι παρόμοιο
μ’ εκείνο όπου κάποτε παιδί
είχε κρύψει ένα γλειφιτζούρι
για να το γλείψει αργότερα.

ΟΙ ΕΠΙΖΩΝΤΕΣ

Όσοι συνέρχονται
έχουν παραμορφωμένα πρόσωπα
κομμένα μέλη
και τους λείπει το προηγούμενο κοίταγμα.
Βυθίζονται σε ζάλη αφρισμένη
και τα λόγια τους γίνονται πουλιά
που δεν έχουν φωλιές.
Βλέπουν τις σπίθες ως ηλιαχτίδες
τις πληγές ως λάθος του τεχνίτη
και τα θύματα
ως αγγέλους που αποκοιμήθηκαν.
Βλέπουν τη σκηνή του δυστυχήματος
χωρίς τη φρίκη.
Ακριβώς όπως οι επιζώντες
μιας ήσυχης μέρας
– πολλών ήσυχων ημερών.

[Ερωτικά (της γυναίκας)]

Η ΗΛΕΚΤΡΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ

Ο ερχομός της στην πόλη
έφερε δονήσεις
που προκάλεσαν διακοπές
στην ηλεκτροδότηση της λήθης
της λήθης του έρωτα
και αρρυθμίες στην καθημερινή διεκπεραίωση
πολυκαιρισμένων συνηθειών
ενώ οι λάμψεις
που προείκαζε σε προπορευόμενους ορίζοντες
στην αντανάκλαση μελλοντικών αιώνων
πολιορκούσαν απροσδόκητα
το εικονικό φρούριο του.
Εκείνες τις μέρες λοιπόν
που ήξερε ότι δεν θα είναι πολλές
όπως ένα πιάτο τριαντάφυλλα
που ρευστοποιούνται σε συναισθήματα
απέφευγε να πλησιάζει
τα ψηλά παράθυρα των πάνω ορόφων
τους φωταγωγούς που μέσα τους
η παιδική περιέργειά μας
σκοτώθηκε πολλές φορές
τις ταράτσες του ουρανοξύστη αδύνατου
με την ουρανομήκη σιωπή των ευρισκόμενων
σε απρόσιτες κορυφές
όλα εκείνα τα αρχιτεκτονικά κολαστήρια των πόλεων
που τα επινόησαν
όσοι λίγο αγάπησαν ή αγαπήθηκαν
και που χωρίς να καταλάβεις
έχεις ήδη ενσωματωθεί
στην κυριαρχία του βάθους τους
όταν με πετρόχτιστη αδιαφορία
συχνά ενθαρρύνουν
μια διαδοχική σειρά
σχεδόν πραγματικών σου πτώσεων.

Η ΑΝΕΜΟΣΚΑΛΑ

Κοιμάται αποκαμωμένη
διαγώνια του κρεβατιού
και δεν ξέρω καν αν αναπνέει.
Δίπλα της
απλωμένος ο γιος μου
σκεπασμένος με φύλλα της νύχτας.
Η μυστική ανεμόσκαλα της σελήνης
8α ξεδιπλωθεί
αλλά θα την ανέβω πάλι μόνος.
Εκείνη θα ξυπνήσει
0α προσέξει της ανεμόσκαλας την άσκοπη αιώρηση
και θα τη μαζέψει
τη βάλει στο ντουλάπι
πως τόσα άλλα πράγματα
ανεξήγητα κάποτε
ρίχνει ο ουρανός.

[Ερωτικά (της ποίησης)]

ΣΥΓΚΟΜΙΔΗ

                              Στον Μ.Π.

Γράψαμε το πολύ πέντε ποιήματα
εγώ κι εσύ το ξέρουμε, Μιχάλη.
Όλα τα άλλα
φλυαρίες
μια ενθρόνιση της κενότητας.
Γράψαμε το πολύ πέντε ποιήματα
και μεταξύ μας αυτή είναι η αλήθεια.
Όλα τ’ άλλα
να έχουν δουλειά οι ειδήμονες
ο σκόρος, η κιτρινίλα, η λήθη
ενώ εμείς άφωνοι, τελειωμένοι
με φαγωμένα από τη νικοτίνη δόντια
να μας κατατρώει το αναπάντητο:
Μπορούσαμε να βγάλουμε κάτι περισσότερο;
Να μην τα παρατούσαμε τόσο εύκολα;
Γινόταν να εναντιωθούμε λίγο ακόμα;
Γινόταν να εναντιωθούμε κάπως καλύτερα;

ΤΟ ΚΑΦΕ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΖΟΖΕ ΣΑΡΑΜΑΓΚΟΥ

Διαβάζω ένα καφέ βιβλίο.
Ο συγγραφέας είναι νεκρός
ο μεταφραστής είναι νεκρός
ο βασικός ήρωας αυτοκτόνησε.
Εγώ είμαι ακόμη ζωντανός.
Κάθομαι στο κοίλο ενός άγνωστου φεγγαριού
και πίνω μια ξανθιά μπίρα.
Ποιος είπε ότι ο θάνατος
είναι ανίκητος;

ΔΡΟΜΟΣ ΜΕΤΑΞΥ ΟΥΡΑΝΟΥ ΚΑΙ ΓΗΣ (2013)

ΝΑΥΜΑΧΙΕΣ

Θα υπάρχουν πάντοτε
καράβια που πάνε και καράβια που έρχονται
Μαραθώνες και Σαλαμίνες
γι’ αυτό
θα προκύπτει πάντοτε
κάποιος Κυναίγειρος
με τα πελώρια χέρια του
ν’ αρπάζει το περσικό πολεμικό
να το κρατά ακίνητο
και όταν του κόβουν τα χέρια
να το συγκρατεί με τα δόντια του
και όταν του συνθλίβουν το σβέρκο
(για να ξαπολήσει επιτέλους)
τα δόντια του να βυθίζονται
στο ξύλο της πλώρης
και να μένουν εκεί βυθισμένα
μέχρι να λιώσει πρώτα το ξύλο
και μετά τα δόντια του.

ΓΙΑ ΤΙΣ ΚΕΡΥΝΕΙΕΣ

Ποιοι είναι αυτοί που λένε ότι χάθηκε η Κερύνεια;
Είναι οι γνωστικοί.
Αυτοί ξέρουν καλύτερα πως ό,τι χάνεται
δεν επιστρέφεται
πως των αδυνάμων τα λάθη
πληρώνονται με απώλεια
και με των ισχυρών το κέρδος.
Βλέπουν σήμερα αυτό που δεν μπορεί να γίνει αύριο.

Πώς χάθηκε αφού ακόμη είναι εκεί;

Κάποτε την ακούω σε αλλόφρον τραγούδι επιστροφής
αυτό που στα σχολεία οι γνωστικοί
δεν τους αρέσει να διδάσκεται
κάποτε νομίζω ότι θα ανέβω στο βαγόνι
αυτού του σκουριασμένου τρένου
που συρίζοντας διστακτικά με πλησιάζει
να βρεθώ πρώτη φορά
εκεί που αναρριγούν οι ακτές της
να δω αν λαμπυρίζει το ίδιο
η θάλασσα της με τις θάλασσες που ξέρω.
Ναι, είναι εκεί
τοποθετημένη πάνω στο τραπέζι των μεσολαβητών
για να επικυρωθεί οριστικά η απώλειά της
θα μπορείς, φυσικά, να την επισκέπτεσαι
τα τοπία της θα μένουν τα ίδια
δεν αλλάζουν τα βουνά και οι πλαγιές τους
ο παγερός αέρας που τα δέρνει τους χειμώνες
δεν ανήκει σε κανέναν.
Ίσως να έχουν δίκαιο οι γνωστικοί
ίσως να λένε πράγματα σωστά, της εποχής
ίσως μάλιστα να τους ακολουθούσα κι εγώ
σε αυτήν τους τη βεβαιότητα
αν δεν με κρατούσε
η ανεξήγητη εμμονή
να βλέπω ίσκιο
μέχρι σώμα να συμβεί
να μαζεύω κονιορτό
μέχρι γη να επιστρέψει
κι όλα να μεταμορφώνονται
σε αυτά που οι γνωστικοί
βεβαιώνουν ότι είναι αδύνατον
να γίνουν.

ΛΙΧΟΥΔΙΕΣ ΣΕ ΚΑΔΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΜΜΑΤΩΝ

Διαλέγουν συνήθως τις λιχουδιές
με βάση το μνημονικό του ουρανίσκου τους
την εξωραϊσμένη ιδέα που έχουν για τον εαυτό τους
συνδυάζοντας πάθος για νέες γεύσεις με βουλιμία
καλούς τρόπους και αριστοκρατική φινέτσα
το ίδιο και το χαμίνι της γειτονιάς
λιποβαρής στα κιλά ενός παιδιού
δεν τον υπολογίζεις
περνά απαρατήρητος
όταν πεθάνει
μια σελίδα θα έχει σχιστεί
από παραμύθι που δεν διάβασε κανείς
με το ποδήλατο του περιφέρεται στις γειτονιές
γι’ αυτόν δεν υπάρχει τίποτα ανθρώπινο
οσμίζεται σαν λαγωνικό
αποκλειστικά το χρήσιμο
κοντοστέκεται
κοιτάζει αριστερά, δεξιά
και επιτίθεται
στους κάδους απορριμμάτων
διαλέγοντας πάντα τις λιχουδιές.

ΑΝΑΚΤΟΡΑ ΜΕΓΑΛΟΥ ΠΕΤΡΟΥ

Από τ’ ανάκτορα του Μεγάλου Πέτρου
θυμάμαι τον κουτσό Αζέρο
να λογοφέρνει με τη γυναίκα του
και να εγκαταλείπει τα τρία παιδιά του
ανεβαίνοντας αλαφιασμένος τα σκαλιά
που κάποτε ανέβαιναν
ο Μεγάλος Πέτρος και οι αυλικοί του.
Από τ’ ανάκτορα του Μεγάλου Πέτρου
θυμάμαι το μικρότερο παιδί του Αζέρου
να γαντζώνεται από το σακατεμένο πόδι
του πατέρα του
να τον ικετεύει μάταια να μη φύγει
να κλαίει πάνω στα σκαλοπάτια.
Από τότε φαντάζομαι το μικρό αγόρι
να μεγαλώνει με ιλιγγιώδη ταχύτητα
να απομακρύνεται από τ’ ανάκτορα
να γίνεται πατέρας που δεν φεύγει.
Μα το αγόρι δεν μεγάλωσε ποτέ
το αγόρι έμεινε για πάντα ασάλευτο
στα σκαλιά των Ανακτόρων
να περιμένει
τον πατέρα του να επιστρέψει
αυτά ακριβώς θυμάμαι
από τα ανάκτορα του Μεγάλου Πέτρου.

Η ΒΕΛΟΥΔΙΝΗ ΑΠΩΛΕΙΑ ΠΟΛΛΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ

Ο καθένας πορεύεται τον δρόμο του
τον διανύει μέρα νύχτα
ξύπνιος ή στον ύπνο του
διανύει τον δρόμο του
είναι αποκλειστικά δικός του
περαστικοί τον διασταυρώνουν
τους συναντάς
σε συναντούν
κάποιοι μένουν για λίγο
κάθονται και τρώνε μαζί σου
ώσπου η μερίδα τους να τελειώσει
φεύγουν ραίνοντας με οσμές τα φύλλα της καρδιάς σου
το δέρμα τους το παίρνει ο ουρανός
για να φτιάξει καινούργιους ανθρώπους.
Ο άνθρωπος πορεύεται μονάχος τον δρόμο του
οι μέρες του είναι αποκλειστικά δικές του
κανείς δεν βλέπει το ξημέρωμα όπως εσύ
κανείς δεν υποψιάζεται για πολύ την οδύνη του άλλου
όταν όλα έχουν αφαιρεθεί
τα σύννεφα της απελπισίας
είναι καθαρά
μόνο στου καθενός ξεχωριστά τον δρόμο
γι’ αυτό εκατομμύρια άνθρωποι θα συνεχίσουν να χάνονται
με όλους τους τρόπους
χωρίς κανείς να θρηνήσει
περισσότερο απ’ όσο διαρκεί
η αναμονή της έλευσης ενός αστικού λεωφορείου
γιατί όλοι έχουν να πορευτούν τον δρόμο τους
χωρίς προειδοποιητικές σημάνσεις
χωρίς δυνατότητες επαναστροφής
έως ένα τελικό σημείο συνεύρεσης
όπου ένας δρόμος κοινός
συνάμα άγνωστος θ’ ανοίγεται για όλους.

ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

Αν το καλοσκεφτείς
ένας παλμός μάς διατηρεί
και μαζί του
χιλιάδες άλλες λεπτομέρειες
που η μια από την άλλη
χωρίς να δίνουν λογαριασμό
εξαρτάται και διαπλέκεται.
Έτσι λοιπόν
οι αυτόχειρες είχανε πάντοτε
ένα πλεονέκτημα:
Έζησαν όσο ήθελαν
οι υπόλοιποι
όσο μπορούσαν.

ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Αφού έσφαξαν τους Ινδιάνους
πυρπόλησαν τις σκηνές τους
ισοπέδωσαν τους καταυλισμούς τους
στείρωσαν τη ζωή τους
(για να μην υπάρξει η συνέχειά της)
γονιμοποίησαν τις ερήμους τους
με μηχανικές πολιτείες
όπου όλα έμοιαζαν μεταξύ τους
σκέφτηκαν ότι θα έπρεπε να κάνουν κάτι με τα ποτάμια
που αντί νερού
έρεαν αίμα
ότι θα έπρεπε να κάνουν κάτι με τα ινδιάνικα αγάλματα
που αποκτούσαν σάρκες
και βρυχούνταν.

ΔΡΟΜΟΣ ΜΕΤΑΞΥ ΟΥΡΑΝΟΥ ΚΑΙ ΓΗΣ

Ταξιδεύοντας στον δρόμο Κοιλανίου-Αμιάντου
βλέπω ξαφνικά
καβάλα στο γαϊδουράκι του
τον κύριο Κώστα
τον παππού μου
η ώρα πέντε του χαράματος.
Πού πας παππού; τον ρωτώ
Κυριακή ημέρα
το μεταλλείο είναι κλειστό
δεν γίνεται η ανάγκη να σε πηγαίνει πάλι στη δουλειά.
Τα ίχνη των βημάτων του
πολλών ετών θαρρώ
βυθίζονταν ανεξήγητα στην άσφαλτο
τον ακολούθησα με πόθο βαθύ
τρυπημένο από νοσταλγία αιχμηρή
να τον κουβεντιάσω ήθελα
τώρα που τον συνάντησα
με κοιτάζει όμως παράξενα
δεν αποκρίνεται στις εκκλήσεις μου
παρά μόνο προχωρά.
Είμαι ο άγγονάς σου, παππού
τα σκαμμένα χέρια σου
με κράτησαν κάποτε σφικτά
σε αυτόν τον κόσμο
χωρούσα ολόκληρος μες στις χούφτες σου
τις αργίες
με πήγαινες στον κινηματογράφο
πηδούσα κρυφά μέσα στο έργο
και επέστρεφα
λίγο πριν ξυπνήσεις
αποκαμωμένος ‘συ από τη σκληράδα των ημερών σου
συγχώρα με
δεν θυμούμαι ούτε μια ταινία πια
θερμομετρούσες μέσα μου τον πυρετό
με τα πόδια στον γιατρό για τα φάρμακα
μέσα στ’ αγιάζι
τις νεροποντές
δεν έμαθες ποτέ σου ποδήλατο
πάνω σε πέτρες κύλησε η ζωή σου
από καιρό σε κατάλαβα
δεν ήξερες πέραν της αγάπης.
Πώς την αντλούσες; Από πού;
Έβλεπες χορδές να παίζουν
δίχως ήχο
μεγάλη χωματερή η υπομονή
χωράει όλο το σκουπιδαριό του κόσμου.
Δεν χαίρεσαι που με θωρείς, παππού;
Τον ρώτησα.
Συνέχισε ατάραχος τον δρόμο του.
Πες μου πώς γίνεται
εσύ στους ζωντανούς να βρίσκεσαι
σε θάψαμε γρήγορα
ήταν Μάης
πώς να σε περιφέρουμε
μέσα σε ανθισμένους κήπους;
Κοντοστάθηκε τότε
κάτι μουρμούρισε δίχως ν’ ακούσω
(σαν θλίψη χωρίς το σχήμα των λέξεών της)
και συνέχισε σκυφτός
έτρεξα ξωπίσω του
ήθελα να τον αγκαλιάσω
αν και ήξερα ότι τα απέφευγε όλ’ αυτά
οι αγκαλιές δεν είναι για τους άνδρες,
μου έδειχνε.
Δεν τον προλάβαινα.
Περπάταγε ανάλαφρα
πέραν απ’ το ταχύ ή το αργό
δοκιμασμένος καιρό στο βασίλειο της σιωπής
τον έχανα, γινόταν σκιά ασύλληπτη
ενώ εγώ από κάπου αιωρούμουν
σαν στοιχειό.
Κοίταξα γύρω μου
ξέβαφαν τα χρώματα
το τοπίο πίσω απ’ του Τροόδους τα βουνά
μαβί πηχτό, μολύβι
πανδαισία από στάχτη
έσμιγε όλη την απελπισία
σε τερατούργημα αποχρωματισμένο
έβγαλα τότε μακρόσυρτη κραυγή
που κατάλαβα
πως κανείς δεν μαθαίνει
ότι επέθανεν.

ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΩΝ ΣΠΙΤΙΩΝ

Αν τα σπίτια μάς ανήκουν
τα γεγονότα των σπιτιών
δεν τα ορίζουμε
τα μυστικά, οι γογγυσμοί
οι άοπλες συγκρούσεις
αλλά και συμβάντα πιο τραγικά
εκείνων που μέσα απ’ τον ύπνο τους
ποτέ τους δεν θα σηκωθούν
να μάθουν ότι πέθαναν
ενώ ήταν για να πάνε όπως κάθε μέρα
στη δουλειά.
Σαν αναρριχητικά φυτά
διεισδύουν μες τα χρόνια μας
τα γεγονότα των σπιτιών
καταλαμβάνοντας κάθε τους στρωμνή,
υψιτενείς σκιές που περιφέρονται
σε πεδίο ακήρυχτου πολέμου,
κανείς δεν τα καρφώνει πάνω σε τοίχους
κανείς δεν τα σταυρώνει σε σταυρούς
όμως δεν φεύγουν.

ΣΒΗΝΟΝΤΑΣ ΙΧΝΗ ΕΠΙΜΕΛΩΣ

Σύντομα θα αποχαιρετήσουμε κι αυτό το καλοκαίρι
θα αποτινάξουμε τους τελευταίους κόκκους άμμου
απ’ τα σώματα
ένας θα ξεχαστεί βαθιά
μες τον λαβύρινθο του αυτιού
κι ίσως θαφτεί μαζί μας
θα σφαλίσουμε σφιχτά σε κάποιο ποίημα
ένα κομμάτι ήλιο λαμπερό
θα το διαβάσουν οι τυφλοί
και θα λάμψει σαν μικρός πυρσός τη νύχτα
(κι είναι πολλές τώρα οι νύχτες).
Θα κρύψουμε μιαν υποψία δροσιάς κάτω απ’ τη γλώσσα
θα διαχυθεί με τον καιρό στον ουρανίσκο
κι ένα μελλοντικό φιλί θα έχει γεύση θάλασσας
θα εξαφανίσουμε έναν απροσδόκητο έρωτα
όπως ο ταχυδακτυλουργός
–με κίνηση αστραπιαία
το φοβισμένο κουνέλι–
καταχωρώντας τον στα μη συντελεσθέντα
έτσι κανείς δεν θα μπορέσει να μας κλέψει τίποτα
αφού τίποτα δεν θα έχουμε
πέραν από τον απολογισμό
ότι από μπροστά μας πέρασε
ακόμη ένα καλοκαίρι.

ΕΞΟΔΟΣ

Εδώ
σε αυτόν τον τόπο
η ζέστη είναι στεγνή
άνθρωποι δραπετεύοντας
από τα ξεραμένα τους κορμιά
περνούν την ενδοχώρα
κι ακολουθώντας όλοι τις ίδιες γραμμές
ενώνονται με τη θάλασσα
όπως ενώνονται με μια γυναίκα
η οποία τους θέλησε σιωπηλά πολύ καιρό
πριν εκείνοι ανακαλύψουν τον βυθό της.

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ

Πέρασε από τότε πολύς καιρός
ο μοναδικός μάρτυρας δεν μίλησε
έδεσε σφικτά τη σιωπή του
σε λήθης προεξοχή
το μυστικό δεν διέρρευσε
κανείς δεν αναφέρθηκε ποτέ σ’ αυτό
θα μπορούσε λοιπόν να το ξεχάσει
να το θεωρήσει ως μη γενόμενο
θα μπορούσε ακόμη
να το αρνηθεί
δεν ήταν αυτός
τον μπέρδεψαν με άλλον
εκείνη την ώρα βρισκόταν αλλού
όλοι ήξεραν ότι βρισκόταν αλλού
εξάλλου
ήταν σκοτάδι όταν συνέβη
κι αυτός μη αναγνωρίσιμος
φορώντας τα μαύρα του γυαλιά.

ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΥΣΤΙΚΟ

Την κοιτάζει κατευθείαν στα μάτια
αναρωτιέται αν θέλουν να του μηνύσουν
ότι εκείνη ξέρει την αλήθεια
ότι ξέρει τα πάντα με κάθε λεπτομέρεια
για το φοβερό εκείνο μυστικό
που ενώ αυτός σχεδόν ανώδυνα διατηρεί
στην επιφάνεια της ζωής του
σαν αμυχή πάνω στο δέρμα
αυτή το έχει φυλάξει
βαθιά μέσα στην καρδιά της.
Για να αποκαλυφθεί
εκείνος μόνο
πρέπει να τ’ ομολογήσει.

ΤΟ ΑΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΤΟ  (2010)

ΤΟ ΑΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΤΟ

Πόση βροχή δεν έπεσε
από τους δισταγμούς των σύννεφων
μαύρος ήταν ο ουρανός
κοιλοπονούσε
νερό πολύ να βρέξει ήθελε
δεν έβρεξε.
Αόρατος τοίχος ο δισταγμός
όσο τον ανεβαίνεις
τόσο πιο πολύ ψηλώνει
πάνω του σπάνε
κύματα ψηλά
έρωτα έγκλειστου
στο ανομολόγητο
εξίσου επιδέξια αποτρέπει
ζωές στεγνές να βρέξουν
που τρεκλίζουν στη μεθόριο
της στεριάς με τη θάλασσα.
Τι γίνονται όλα αυτά
που δεν έγιναν;
με ρώτησες.
Σε ονειροφράγματα υποθέτω αποθηκεύονται
και από εκεί διοχετεύονται
σε μέλλον διψασμένο
με παραπόταμους που εκτείνονται
και χάνονται πέρα από τους χάρτες
σταγόνα σταγόνα να ποτίζουν
το απραγματοποίητο.

ΚΑΠΟΤΕ ΗΜΟΥΝ ΠΟΤΑΜΟΣ

Το τραγούδι μας, ψιθύρισες
το θυμάσαι;
Δεν θυμάμαι τίποτα πια
εδώ και πολύ καιρό
έχω λιμνάσει
με γέννησε ένας καταρράκτης
που τρέχει χωρίς μνήμη αδιάκοπα
που τρέχει πολύ νερό αδιάκοπα
δεν σταματά
αποκομμένος από την πηγή του
ενσωμάτωσε όλο το μήκος της αποδημίας του
και το πλάτος της έλλειψης του
βάθος μου ζητάς
άλλα σε λίγο ρηχό ρυάκι θ’ απομείνω
και μετά θα ξεραθώ
σε μακρύ αποτύπωμα
μόνο να κελαρύζω μπορώ
την επικείμενη αφυδάτωση μου.

ΔΟΤΗΣ ΟΡΓΑΝΩΝ

Δέρμα ανθεκτικό σε καύσωνες
με απορροφημένα τα εγκαύματα του
για περιπτώσεις βαριές
σε όσους έλιωσαν
μέσα σε βραδυφλεγείς ήλιους
προσωπικής μόνο χρήσης.
Πνεύμονες που νόμιζαν
ότι ήταν βράγχια
αφού συνήθως
ρουφούσαν θάλασσα.
Ήπαρ έμπειρο
σε καταχρηστικές οινοποσίες
στίχων με υψηλή περιεκτικότητα άλκοόλης.
Καρδιά σε άριστη κατάσταση
επαρκούς χωρητικότητας
και με διαφορά ώρας
στα ημισφαίρια της
να μην συναντούν
οι νυν
τούς πρώην.

ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΟ ΣΧΕΔΙΟ ΜΑΚΡΟΧΡΟΝΙΟΥ ΕΡΩΤΑ

Ας χαραχτεί λοιπόν κι αυτός ο δρόμος.
Κάντε τον όμως να μην οδηγεί στο ίδιο αδιέξοδο
να μην τους υπόσχονται οι οδοδείκτες
προορισμούς ονείρων
και μετά περίλυπους
να τους επιστρέφουν
σε αφετηρία χωρίς αφέτη
να πρέπει να διανύσουν
ως άλλοι πια
την ίδια περπατημένη απόσταση.
Κάντε λοιπόν κι αυτόν το δρόμο.
Φροντίστε όμως να φτιάξετε λωρίδες διαφυγής
προς οδικό δίκτυο ανεξερεύνητης σημασίας
σε μέρη άγνωστα να οδηγούν
σε εκτάσεις αχανείς
να ταξιδεύουνε
σαν ανεμοσκορπίσματα
στους τέσσερις ορίζοντες.
Κάντε τον όσο γίνεται μακρύτερο αυτόν το δρόμο
να μην τελειώνει
σε μιας ζωής πεζοπορία
να πεθαίνει από κούραση
ο έρωτας
πριν να γεράσει.

ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΧΑΛΑΖΙ

Εκείνο το απόγευμα
έριξε θυμάμαι
πολύ χαλάζι
σε πήρα τηλέφωνο
για να σου πω
ότι δεν έχω ξαναδεί τέτοιο πράγμα.
Η μπουγάδα είναι μέσα;
με ρώτησες
Ναι, είναι μέσα,
όμως εμείς
για μια στιγμή
μου φάνηκε ^
ότι ήμασταν έξω στην αυλή
αγκαλιασμένοι
και χορεύαμε.

ΑΤΕΛΕΣΦΟΡΕΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ

Γράμματα βλοσυρά
μου φέρνει ό ταχυδρόμος
γράμματα που δεν λένε καλημέρα
βυθισμένα στο έρεβος
του γραμματοκιβωτίου
μουλιασμένα, της υδατοπρομήθειας
γράμματα ηλεκτροφόρα της Αρχής Ηλεκτρισμού
επιστολές τραπεζικές,
υπενθυμίσεις ανεξόφλητων λογαριασμών
και προειδοποιήσεις τελευταίες
για άμεση αποπληρωμή
συσσωρευμένου χρέους
σε γενναιόδωρα χρόνια
που μου είχαν μυστικά δανείσει
λίγα μετρητά ευτυχίας
με το επιτόκιο που επιβάλλει
το τοκογλύφο παρελθόν
για να τα βγάζουν πέρα οι μέρες μου,
να μην ζητιανεύουν τον καιρό.
Αν όμως κάτι απρόσμενα
πολλαπλασίασε την άξια του
ήταν οι μετοχές μου
σε αζήτητα όνειρα
πού επέμεναν παρά τις προειδοποιήσεις
να επενδύονται
σε επισφαλείς ύπνους.
Δεν ξέρω πώς
φούσκα ίσως να ονειρεύεσαι τις μέρες
το βράδυ εξαργυρώνονται
οι δοσοληψίες με το υπερπέραν.
Αυτές μου κληροδότησαν
σπάνιο σμήνος φευγαλέων ελπίδων
φτερούγιζαν για κάμποσο καιρό στον κήπο μου
να με φυγαδεύσουν κατάφεραν σε άγνωστο έδαφος
χωρίς διεύθυνση, χωρίς συντεταγμένες
να ηρεμήσει επιτελούς ο απελπισμένος ταχυδρόμος
να έχει πού να παραδώσει
τα αταχυδρόμητα και μη παραληφθέντα.

Ο ΜΙΚΡΟΣ ΙΒΙΣΚΟΣ Ο ΕΔΩΔΙΜΟΣ

Το παιδί είπε «παπά, θέλω:> νερό».
Αυτός τρέμοντας σύγκορμος
του έφερε νερό.
Το παιδί δεν μπορούσε να πιει νερό.
Το παιδί ξεψύχησε μέσα σε λίγες ώρες.
Τώρα, όταν εκείνος πίνει νερό,
θυμάται τη ζωή του
σαν μια έρημο
που μέσα της
κάποτε είχε φυτρώσει
ο μικρός ιβίσκος
ο εδώδιμος.
Τώρα όταν το νερό κυλά στο λαρύγγι του
είναι όπως ένας ποταμός
που εκβάλλει
σ’ εκείνη την έρημο.

Μακάριο νοσοκομείο, 2006

ΘΑΛΑΣΣΑ ΣΕ ΝΤΟΥΛΑΠΙΑ

Μπήκε κρυφά στο παιδικό του δωμάτιο
έβγαλε τα ρούχα του
και φόρεσε τις έφηβες του πιτζάμες.
Είχε επιστρέψει με υπηρεσιακό
από παλαιότερες ηλικίες,
τα τεράστια τριχωτά πόδια του
κρέμονταν σαν ξεχαρβαλωμένες κεραίες
από το μικρό κρεβάτι.
Ακούμπησε το κεφάλι στο μαξιλάρι,
ήταν σκληρό σαν βότσαλο,
η θάλασσα που κάποτε
τον είχε βγάλει στη στεριά
λίμναζε τώρα
φυλακισμένη
μέσα σε στενάχωρα ντουλάπια.

ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΑΝΑΓΚΑΙΟ

Όταν έρχονται οι λέξεις, είπε
πρέπει να τις τακτοποιείς αμέσως
όπως μπορείς κι όπως ξέρεις,
αν δεν το κάνεις
οι λέξεις
θα μείνουν παγωμένες
σαν το μέτωπο
της γιαγιάς
μες στον ηλιόλουστο Απρίλη.
Η πνοή που φέρνει τέτοια πράγματα
είναι πάντα βιαστική.
Εξαντλεί το απόθεμα της
σε μεταφορές
όχι σε διατηρήσεις
δεν είναι για να περιμένεις
είναι μόνο για να προλαβαίνεις.

ΣΕ ΤΟΜΟΥΣ

Όπως οι εκλιπόντες
τοποθετούνται ευλαβικά στα φέρετρα
τα φέρετρα
στους θαλάμους των νεκροτομείων
όπως οι φωτογραφίες των εξαφανισθέντων
σε αστυνομικούς σταθμούς αναρτούνται
όπως οι σκελετοί
των προϊστορικών ζώων
στα μουσεία μεταφέρονται
έτσι και τα ποιήματα
σε τόμους καταλήγουν.

ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΣΠΙΤΙ

Πάνω στο λόφο
είναι το μεγάλο σπίτι
χτισμένο με ακριβή πέτρα
από λατομεία όπου πολλοί σκοτώθηκαν.
Ηλεκτροφόρα καλώδια
το περιβάλλουν
σαν απόρθητο φρούριο.
Όμως συχνά
κάτι βαρύ ακούγεται να πέφτει απ’ τις επάλξεις του
και να σκάει με πάταγο στο έδαφος.
Κάποιος που είχε καταφέρει να αποδράσει
είπε ότι είδε ανθρώπους
να καθαρίζουν μέρα νύχτα το πλακόστρωτο
από τα αίματα
τα τζάμια από τα άδεια βλέμματα,
τα πατώματα
από τα ίχνη που άφησαν
βιαστικά φαντάσματα
και μετά να εξαφανίζονται.
Κάποιος που είχε έρθει από μέσα
είπε ότι το μεγάλο σπίτι
είχε ένα μεγάλο άδειο
που ένα αόρατο χέρι
με μαεστρία έχει χτίσει.

ΤΟ ΦΟΡΤΙΟ

Σε κάθε δουλειά
είναι μια γυναίκα για τις άλλες δουλειές.
Πλένει τα πιάτα
καθαρίζει τα αποχωρητήρια
ψήνει καφέδες όταν τα πλήκτρα κροταλίζουν,
καφέδες λυπημένους
για να βλέπει στα φλιτζάνια
το πρόσωπο της.
Έχει χέρια μακριά σαν σκουπόξυλα
δείχνει συνήθως κουρασμένη
από ένα φορτίο
που πάντα κουβαλάει στους ώμους της.
Είναι το φορτίο αυτών που έπονται
που δεν τους βλέπει
παρά μόνο τους ανοίγει το δρόμο
να μεγαλώνουν
φτάνοντας έτσι αυτή
στο τέλος του δρόμου.
Αυτό το φορτίο
το διακρίνεις μόνο εσύ
και τη βοηθάς
πότε πότε
να το κατεβάζει.

ΓΡΑΦΟΝΤΑΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

Προχωρούν αγέρωχοι στο μέλλον.
Δουλικός περίγυρος
καθαρίζει τον καθρέφτη
από τα προηγούμενα είδωλα τους.
Τι προηγήθηκε πριν γίνουν εξουσία;
Τι μεσολάβησε της αγιοποίησής τους;
Υπάρχει πάντα ένα σκοτεινό μεσοδιάστημα
που αποσιωπάται.

ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ

Η κόρη του ποτέ δεν τον είχε δει.
Η κόρη του ποτέ δεν τον είχε πει.
Όταν τα λείψανα του ταυτοποιήθηκαν
όταν επιβεβαιώθηκε το γεγονός
πως ήταν στα τρία μέτρα εκτελεσμένος
από τότε
στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη
κι έκανε πρώτη φορά
να τον ψελλίσει:

«Πατέρα».

Η λέξη σχηματίστηκε στα χείλη της
κι έσκασε με κρότο
στο πάτωμα
όπως ή έκρηξη μιας βόμβας
που χάρις στη βραδύτητα του ήχου
έχεις το προνόμιο να δεις
το δευτερόλεπτο εκείνο
πριν ακουστεί.

ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟΥ

Όχι, δεν είναι εκείνος
που χάθηκε πριν τόσα χρόνια.
Μικρό παιδί
επιμένει
να περιφέρεται στη μνήμη μου
πέφτοντας πάντα
στο κενό
μιας συμπαγούς
απώλειας.
Με το κοντοπαντέλονο
το άγουρο δέρμα
το βλέμμα το ασκοτείνιαστο
πήγαινε στον πόλεμο
και πιο πέρα από τον πόλεμο
σε χώρο και χρόνο
αγνοούμενο.
Εκείνον θέλω να μου επιστρέψετε
όχι αυτόν τον άγνωστο
που φέρνει μαζί του
γένια σκληρά
από φυλακή μακρινή
και κατασκότεινη.

ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΛΛΙΕΡΓΗΤΗ (2005)

Ο ΣΥΓΓΝΩΜΩΝ

Έσπασε την πέτρα
έφτασε στο χώμα
άρχισε να σκάβει
με τα δυο του χέρια
ολημερίς έσκαβε
χτύπησε πάνω σ’ ένα σπασμένο κόκκαλο
κροτάλισε το αυτόματο
συντρίβοντας το όστρακο της λήθης
ξεθάφτηκε ο προαιώνιος πυροβολισμός
μύρισε ο τόπος μουλιασμένο μπαρούτι.
Έπιασε τότε τη σφαίρα και την χάιδεψε
την τύλιξε σ’ ένα γαρύφαλλο
και βούλωσε το στόμιο του όπλου
το χέρι του άλλου αποσύρθηκε από την σκανδάλη
έκανε άσπρο κύκλο πάνω στο μέτωπο της νύχτας.
Αποκοιμήθηκε.
Να βρουν την ησυχία τους οι επόμενοι
να πορευτούν εν ειρήνη.

Ο ΤΑΦΟΣ

Αυτός που σκότωσες
πέρασε μέσα σου
φώλιασε τρομαγμένος σαν αηδόνι
στο ταβάνι του πίσω μπαλκονιού σου
περιφραγμένη θέα επιλέγει
και δεν μιλάει.
Φοβάσαι τη μετέωρη του σιωπή
το βουβό του κατηγορώ
που ως ουρλιαχτό διασκορπίστηκε στα κύτταρα σου.
Μέσα σου ζει ο σκοτωμένος
ασάλευτος σαν νεκρός
δεν σου ζητά τον λόγο
μόνο χορτάρια και βρύα σε γεμίζει
με μύρα μυρωδικά σε ραίνει
ηχούν τρισάγια στ’ αφτιά σου
γίνεσαι ο τάφος του.

ΒΑΘΙΑ ΜΕΣΑ ΣΕ ΜΙΑ ΜΟΣΧΟΒΙΤΙΚΗ ΝΥΧΤΑ

Τρία παιδάκια
σαν τρία πουλάκια
σκάλιζαν τα σκουπίδια
κελαηδούσαν και τιτίβιζαν
σε περασμένη ώρα
ύστερα πέταξαν
στις φωλιές τους
όχι δεν πέταξαν
στις φωλιές τους
νομίζω δεν πέταξαν στις φωλιές τους.
Παρασύρθηκαν από τον αέρα του πρωινού
πριν τους κλείσει η φυλακή
που δεν την βλέπεις
παρά μόνο ακούς
τις ανέκκλητες μπάρες της
να πέφτουν.
Είδα ένα παιδάκι να πουλάει λουλούδια
εκατό ρούβλια το μπουκέτο
κανείς δεν αγόρασε
από την πολυεθνική παρέα
«λέει ψέματα,
ο πατέρας του δεν τον εγκατέλειψε
κι η μάνα του
δεν είναι κατάκοιτη στο στρώμα».
Εσείς πόσα ψέματα είπατε άθλιοι
ούτε καν για να πουλήσετε
ένα μπουκέτο λουλούδια
λοιπόν
μονάχα αν δεν υπήρξατε
έχετε το δικαίωμα να υπερασπιστείτε
αξιοπρεπώς την αθωότητά σας
Προσκομίστε πάραυτα
πιστοποιητικό ανυπαρξίας!

ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΛΛΙΕΡΓΗΤΗ

Άλλο πρόσωπο είχε το πρωί
τί είδους μαχαίρια σε χαράκωσε έτσι;
Σε είχα προειδοποιήσει να σταματήσεις
να καλλιεργείς αδέσποτα χέρια
δεν θα φυτρώσουν
για να γράψουν τη θεσπέσια λέξη
αναπόφευκτα στράφηκαν εναντίον σου
αγανακτισμένα με την ποιότητα του εδάφους
πώς να πιάσουν με τόσο αίμα να τα ποτίζει;
Δικό τους αίμα που μέχρι πρόσφατα
στις φλέβες τους κυκλοφορούσε
να μην σε ξαναδώ λοιπόν στο αυθόρμητο
να καυχιέσαι ότι απέκτησες φτερά
για κατακόρυφη απογείωση
ό,τι κατακόρυφα ανυψώνεται
κατακόρυφα συντρίβεται
καλλιέργησε αν θέλεις σύθαμπα
από σπόρους αδήλωτου ήλιου
άλλωστε κρύβεις πολλές
ξεθυμασμένες αχτίδες
στην αποθήκη σου
ποθούν να λάμψουν φευγαλέα
πάρε ως παράδειγμα εμένα
από καιρό έχω πάψει δημόσια να ανθίζω
για να κερδίσω εύκολη πρόσβαση
στη λεπιδοφόρο νύχτα
επέλεξα το συμβιβασμό
μιας μυστικής ανθοφορίας
και φυσικά έπρεπε κάποια στιγμή να μαρανθώ
όπως είχα υποσχεθεί
στα εκ γενετής ζηλότυπα μαραμένα
όλα τα κλαδιά μου τα έστρεψα
τότε προς τα μέσα
σ’ ένα άδειο χώρο πού αν δεν δοκιμάσεις
δεν θα μάθεις ότι υπάρχει
με την πείρα και τις δοκιμασίες
σε όλες τις μορφές της κίνησης
διδάσκεσαι το σεβασμό προς την ακινησία.
Δες πόσα χρόνια κάνουνε τα δέντρα να πεθάνουν.

ΦΩΝΗ ΒΟΩΝΤΟΣ ΕΝ ΤΗ ΕΡΗΜΩ

Έβαλα τη φωνή σου σε ναφθαλίνη
και την έκλεισα σ’ ένα παλιό μπαούλο
να την ακούω εκεί πού θα πάω
θα χτίσω κι ένα μπαλκόνι
να την ελευθερώνω και να τη βλέπω
να κατακτά άπαρτες κορφές
κι υστέρα να επιστρέφει κουρασμένη
στο πρόχειρο μου αντίσκηνο.
Τη νύχτα θα την εμπλουτίζω με προσωπικές παρηχήσεις
πού θα αφομοιώνω από το χορό της άμμου
για να με ξυπνά το πρωί
μ’ ένα ευθύβολο τραγούδι
και όλα τα βαρέλια με νερό να γεμίζει
έτσι θα σε καταπίνω
φυλάξου όμως μην διαρρεύσεις
από τις πληγές ώριμου πόθου
σε τεράστια πυρκαγιά κατευθείαν θα βρεθείς
κι άντε μετά ανέγκαυτη να επιστρέψεις.

ΜΠΡΟΣΤΑ ΠΑΝΤΑ ΜΠΡΟΣΤΑ

Θυμάμαι το φυματικό κήπο
και τον χάρτινο αλεξιπτωτιστή
να συντρίβεται σ’ ένα χλωμό τριαντάφυλλο.
Θυμάμαι το νυστέρι του χειρουργού
να αστράφτει στον αέρα
και να αφαιρεί τα σάπια χρόνια
θυμάμαι πού τον ρώτησα
αν μπορούσε να χειρουργήσει
επιτέλους τον χρόνο
ή να τον υποβάλει
έστω σε εντατική θεραπεία
να του αντιστρέψει τη μονοδρομικότητα
ώστε να μάς γυρίζει ενίοτε πίσω
φτάνει το όλο μπροστά.
Μια ατίθαση θάλασσα αναπολώ
να εφορμά στη βραχνάδα του λαιμού μου
και να την καθαρίζει
σαν υδραυλικός πού ξεβουλώνει
σωλήνες νεροχύτη.
Θυμάμαι μια εφήμερη στιγμή
να ερωτεύεται αυτό που εγκατέλειπε
από πού να γαντζωθεί να σταματήσει;
Όλες οι προεξοχές του χρόνου αμβλύνθηκαν
από κοφτερά μαχαίρια αναζητήσεων.
Το ποίημα που το έσκαγε πριν το πιάσω,
θυμάμαι,
γιατί πίστευε ότι ήταν πεταλούδα
τις μέρες μου που νόμιζα βαριές
και τώρα ταξιδεύουν πάνω σε σύννεφα
τα θεριά και τα τέρατα θυμάμαι
αλλά και τις ακατανόητες γυναίκες των ονείρων
να περιεργάζονται καχύποπτα
νεόκοπους ονειροπόλους
και τις αγρύπνιες πού έκανα στον ύπνο μου,
θυμάμαι,
για να τις συναντήσω όταν θα ξυπνούσαν.

ΦΟΡΟΣ ΤΙΜΗΣ

Έχω χρέος, είπε
να αποτίσω φόρο τιμής
σ’ αυτό τον κόσμο
αυτός με πλούτισε
αυτός με φτώχυνε
αυτός μου εκμίσθωσε
την ρυμούλκηση του πνεύματος
μέχρι την πλήρη εκταμίευση
όλων των αισθήσεων
αυτός εντέλει συνταξιοδότησε
τα πάθη μου
ώστε τώρα ρεμβαστικά
να απολαμβάνω καπνίζοντας
της ζωής τα ερείπια
ενιότε ναι, ανεβαίνω στο απέναντι βουνό
για να επιβεβαιώσω
πόσο επιβλητικότερος
είναι ακόμα ο ουρανός
από αυτά που ευθυγραμμίζονται
στο βλέμμα μου
θυμάσαι που με ρώτησες
«γιατί όσο τον πλησιάζουμε
αυτός απομακρύνεται»;
θυμάσαι που με επίσημο τόνο με ρώτησες
«αν η θάλασσα που δείχνει να συγκλίνει
ως μαγνητισμένη στο ομοούσιο γαλάζιο,
αγνοεί τη ληξιπρόθεσμη σύμβαση χρώματος
που της δόθηκε»;

Μακριά ερώτηση. Δεν χωρεί αβρόχοις ποσίν
σ’ ένα ποίημα.
Όμως τον τυφλοπόντικα συχνά επισκέπτομαι
στον οποίο απέραντο σεβασμό τρέφω
για να τείνω ευήκοον ους
στην ερμητικά έγκλειστη
αναπνοή των νεκρών.

ΔΥΟ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

Πώς γίνεται; διερωτήθηκες
δύο διαφορετικές φωτογραφίες
να δείχνουν το ίδιο πράγμα;
Η μια – προάστια Μόσχας
χιόνι παντού, φοιτητική παρέα
που ακροβολίστηκε στις ταράτσες του χρόνου
εσύ για μια στιγμή να ισορροπείς
στις στιλβωμένες ράγιες
που χάνονταν στο αχανές βαθύ της ενδοχώρας
κι ύστερα λίγο πριν σωριαστείς στο χώμα
κάποιος που δεν ξανάδα
λες και τον παρέσυρε τρένο-φωτοβολίδα
να σε απαθανατίζει.
Η άλλη στους απέραντους αμπελώνες του Μπορντώ
στενός διάδρομος χορτόσπαρτος
κυκλωμένος κουρεμένα πυκνά φυτά
να αποκαλύπτει στο βάθος μικροσκοπική έξοδο
στη μέση της ολοστρόγγυλη κουκίδα
εσύ με μορφασμό αδιευκρίνιστο
– χαρά πρόσκαιρη ενέσκηψε πάλι.
Ποιος μας απαθανάτισε τούτη τη φορά
και τον σάρωσε ο χρόνος;
Πώς γίνεται δύο διαφορετικοί δρόμοι
να μην σε οδηγούν στο ίδιο σημείο
αλλά σαν μπανανόφλουδες
να κρέμμονται στο λοξό κορμό της μνήμης;

ΥΠΟΣΧΕΣΗ ΕΧΕΜΥΘΕΙΑΣ

Και πότε θα μας πουν τι γίνεται εκεί πέρα;
Πότε θα μάθουμε τι μας περιμένει
ή καλύτερα τι μας επιφυλάσσεται
Αν μας ακούνε, ας μας σφυρίξουν μια φορά
τη σιωπή τους θα την εκλάβουμε
ως οριστική επιβεβαίωση
στην ανάγκη θα εγερθούμε από τον πένθιμό μας ύπνο
ας διαρρήξουν την πύλη των ανερμήνευτων ονείρων
που νεκροσκοπία θυμίζουν
απαιτούμε να δούμε πέραν από το σκοτάδι
αυτόπτες μάρτυρες περίπεμπτους να επιστρέφουν
για να καταθέσουν την άποψή τους για τα συνειμαρμένα
χωρίς να χρειαστεί να βάλουν το χέρι στο ευαγγέλιο
ούτως ή άλλως αυτό δεν θα είχε πια καμία σημασία.
Υποσχόμαστε να μην του καταδώσουμε
Στους ονειροκρίτες.

ΜΟΛΥΒΕΝΙΟΣ ΑΚΡΟΒΑΤΗΣ

Για να εξαλείψω την απόσταση
απλώνω τα χέρια μου να διαβείς.
Ισορροπείς τρομαγμένος
στις λυγισμένες κλωστές της βροχής
έμφοβο το είδωλο
στον καθρέφτη του ορίζοντα
μην πέσεις και θρυμματιστείς
μην επιζήσει τον κομματιών σου.

ΞΕΝΟΔΟΧΕΊΟ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ

Νοικοκυρεμένη νύχτα.
Η βόλτα στην πόλη σε περιμένει
κι ο άδειος οδηγός
σου φέρνει ένα καινούργιο τετράδιο
μαλακότερο και με πλατύτερα διαστήματα
μεταξύ των γραμμών
να χορεύουνε βαλς οι ηλικιωμένες λέξεις
και να αποκοιμούνται ανάλαφρα στα ποιήματα
σαν σε δωμάτιο ξενοδοχείου πολυτελείας.
Σε εποχή αιχμής
αυξάνεται η τιμή διανυκτέρευσης
υπεύθυνο κρατήσεων αναζητώ
τους υπερπόντιους στίχους να διανέμει
σε δίκλινα με θέα στη θάλασσα
μην τους κακοφανεί
η ξαφνική αλλαγή περιβάλλοντος
να έχουν εύκολη πρόσβαση στον κήπο
και σε φιλόξενα τριαντάφυλλα
να γράφονται τις νύχτες
να λούζονται σε δωρεάν φως σελήνης
κι όλο το σύμπαν να τους διαβάζει.

ΕΙΔΗ ΠΡΩΤΗΣ ΑΝΑΓΚΗΣ

Πήρα δυο κομμάτια χαρτί
στη μια τα ψώνια, στην άλλη το ποίημα
τα έβαλα στην ίδια τζέπη
του μαγικού παντελονιού
μπλέχτηκαν μεταξύ τους
άλλαξαν θέσεις οι λέξεις
το «τυρί» έλιωσε τόσο κοντά στον ήλιο
και θρυμματίστηκαν τ’ «αυγά» πέφτοντας
από τα γεφύρια των στίχων
χύθηκε το «κόκκινο κρασί»
στις χίλιες οπές που ακόμα δεν είχαν ανοίξει.
Έφθασα τελικά στην υπεραγορά
σκιές αγόρασα σε τιμή ευκαιρίας
κι έναν έρωτα που έμενε απούλητος στα ράφια,
ένα ανοιχτήρι ειδικό
για τις κονσέρβες μνήμης
που αναμνήσεις
με ημερομηνία λήξης διαθέτουν.
Η μοναδική παρεξήγηση
έγινε με το κουνέλι.
Στο ποίημα έγραφε «εντελώς φοβισμένο»
κι εγώ σφαγμένο το βρήκα.

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ

Ήρθε το σπίτι
και στάθηκε δίπλα
από τα ασιτικά τους κορμάκια.
Ανασηκώθηκε και τα σκέπασε.
Οι βρύσες άρχισαν να τρέχουν καθαρό νερό
γέμισαν τα πιάτα φαΐ
τα παράθυρα άνοιξαν
κι ένα άλλο φως χύθηκε στα προσωπάκια τους
παρασέρνοντας μακριά το φόβο του θανάτου.
Στο βάθος του σπιτιού
στρωμένα κρεβατάκια με λινά σκεπάσματα
και χοντρά πουπουλένια μαξιλάρια
τους περιμέναν
Στις τεντωμένες ακόμα παλάμες τους
(σαν ικεσία που εκπληρώθηκε)
σπόροι φύτρωναν
και γίνανε ο κήπος του σπιτιού.

ΟΝΕΙΡΟΤΡΙΒΕΙΟ  (2001)

ΠΕΡΙΦΛΕΓΗΣ ΘΝΗΣΙΜΟΤΗΤΑ

«Από που αντλείς τόση καλοσύνη;» τον ρώτησε
«Από τον εναπομείναντα χρόνο μου.
Κάθε φορά που κάνω κάτι καλό
αφαιρώ από τη διάρκειά μου.
Η καλοσύνη είναι μια σύντμηση».
«Και τι κερδίζεις σε αντάλλαγμα;»
«Κερδίζω στη συμπύκνωση.
Αισθάνομαι να προσεγγίζω τις διαστάσεις μου,
εντείνομαι αφήνοντας πίσω προηγούμενα όρια
σαν τη φωτιά που απλώνεται και δυναμώνει
λιώνοντας την άχρηστη ύλη
η οποία καίγεται συστρεφόμενη».
«Κι εγώ που έχω αμέτρητο χρόνο μπροστά μου
κάτοχος μιας θριαμβικής αθανασίας
θα μπορούσα να γίνω καλύτερος από σένα
μια αιωνιότητα καλοσύνης
είναι τόσο εύκολο», είπε με βεβαιότητα.
Ο άλλος κούνησε συγκαταβατικά το κεφάλι.
Του ήταν αδύνατο — σκέφτηκε — να καταλάβει
τη σημασία της περιφλεγούς θνησιμότητας.

ΦΟΒΟΣ

Δεν φοβάμαι το θάνατο.
Τον καυτό ήλιο φοβάμαι
του Αυγούστου.
Τη ζέστη την τρομακτική.
Πού δεν θα ‘μαι
σε κάποια αμμουδιά
να με φιλά η θάλασσα — φοβάμαι —
παρά βαθιά μέσα στο χώμα.
Με τόση ζέστη.

ΟΙ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΙ

Περνούσε η πομπή αμίλητη
ευπρεπώς πένθιμη.
Που και που σποραδικά αναφιλητά έβρεχαν
το ξεραμένο χείλος του νεκροταφείου.
Ήτανε Μάης – ανήσυχος κι ανόθευτος.
Ο ήλιος
αυτός ο μεγάλος ανυποψίαστος
έφεγγε, έφεγγε
στ’ ακονισμένα δόντια
των κληρονόμων.

ΤΟ ΒΟΥΒΟ ΤΟΠΙΟ

Οι πατέρες δεν αγαπάνε τα παιδιά τους.
Τους δίνουν χαρτζιλίκι για να απαλλαγούν
από την ανώριμη φορτικότητά τους.
Τα πηγαίνουν στο σχολείο
αμίλητοι, ευθυτενείς
σαν αρχαία αγάλματα
που τρέμουν
λίγες ρωγμές τρυφερότητας.
Τα δεν πρέπει και τα μην τολμήσεις
Τα διαδέχεται με τον καιρό
μια αμήχανη σιωπή
προϊόν απωλεσθείσας εξουσίας.
Μια σιωπή τραυματισμένη
από τους πυροβολισμούς της τηλεόρασης
τη βουβαμάρα του τοπίου.
Αυτό το τοπίο διαρκώς επαναλαμβάνεται
πολιορκεί, ζυγίζεται στο χρόνο
καθορίζει το χρόνο
αναβάλλεται
και τελικά εκβάλλεται
ξεβράζοντας τις κομμένες μας γλώσσες
στο άδειο στόμα της ύπαρξης.

ΠΑΡΙΖΙΑΝΙΚΗ ΟΦΘΑΛΜΑΠΑΤΗ

Παρέλαση στο Παρίσι.
Απροσδόκητη.
Κατευθυνόμασταν προς την Παναγία των Παρισίων.
Οι χρυσοκόκκινες στολές των λογχοφόρων
τα περιττώματα των αλόγων στο δρόμο
ζευγαράκια που φιλιούνταν
ο Σηκουάνας μια κουρασμένη κατάφαση
τουρίστες να ψάχνουν το σωστό μέρος
σουβενίρ και περίεργες ουρές περιέργων.
Σε λίγο θα κτυπήσουν οι καμπάνες
και με βάση το πρόγραμμα
ό Κουασιμόδος θα πηδήξει στο κενό
καταχειροκροτούμενος.

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Βγήκαμε βόλτα στην προκυμαία
κι ακόμα την αλμύρα την κουβαλώ
στο κορμί μου.
Γωνιακό μπαράκι
κι άγευστο μπράντι σάουαρ
τριγύρω ξένοι με πέτσινα σακάκια
κρυμμένα εσώψυχα
στα περισκόπια της μέρας
η θάλασσα σαν καθρέφτης
να πολλαπλασιάζει τη μοναξιά της πόλης.
Ιστιοφόρα απελπισμένων ναυαγών
τα τροχοφόρα,
κυλούν πάνω στο νερό.
Να μπορούσα να εξαφανιστώ
πριν το βλέφαρο σου ξανανοίξει
να επιστρέψω ως φάντασμα πραγματικό να
-σου χρωστώ άλλωστε ένα χωρισμό—
σκεφτόμουν έκθαμβος
ενώ ο Μάριος μου έδειχνε
την άλλη πόλη ψηλά στο λόφο
με τα φώτα και τις μουσικές της
να κατακλύζουν ως και το σύννεφο
που άνοιγε το στόμα
για να γευτεί λίγη ευτυχία
Εκεί να πάμε, εκεί να πάμε
με προέτρεψες
-με ενθουσιασμό-
λες και δεν έβλεπες
πως δεν είχαμε πόδια.

ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΣΕ

Πάνω στο κορμί μου
η σκόνη του δρόμου
που πέρασες
τα πόδια μου βαραίνει
η δική σου κούραση.
Πολύ πριν υπάρξεις
σε περίμενε η πόρτα μου.
Εκείνος ο άγνωστος ξυλουργός
που την έφτιαχνε
– τραγουδούσε.

ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΣΟΛΩΜΟΥ ΣΟΛΩΜΟΥ

Το τσιγάρο

Παράξενο.
Κανείς δεν τόλμησε να εκμεταλλευτεί
¿κείνο το τσιγάρο
που στο γάζωμα των αυτομάτων
έμεινε κολλημένο στο στόμα σου
σαν προσθετικό μέλος
σαν καπνοδόχος
ή πονοδόχος
κι ύστερα έγινε ιστός
στη σημαία των μυρμηγκιών.
Ούτε τη μάρκα του δεν μάθαμε.
Τί φοβήθηκαν;

Το κάπνισμα

Κι όταν θα προβάλουν
και ξαναπροβάλουν
εκείνη τη σκηνή
θα τους είναι δύσκολο να πείσουν
ότι το κάπνισμα μπορεί να βλάψει
σοβαρά την υγεία.

ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ

Πόσων χρονών είναι ο άνεμος;
Πόσων χρονών είναι τούτος ο άνεμος
που ραπίζει το βόρειο πρόσωπο της μνήμης;
Πόσων χρονών είναι ο γέρος;
Πόσων χρονών είναι εκείνος ο γέρος
που έμεινε να φροντίσει τα βόδια
όταν επέλαυναν οι ορδές των ξένων;
Πόσα χρόνια έζησε;
Πόσων χρονών είναι τα εικοσιεφτά μωρά;
Πόσων χρονών είναι τα χαμένα εικοσιεφτά μωρά
οι αναβεβλημένες ζωές τους;
Πόσων χρονών είναι οι φωτογραφίες τους;
Πόσων χρονών είναι τα χέρια των μανάδων που τις περιφέρουν;
Πόσων χρονών είναι οι αυλακιές στα χέρια τους;
Πόσων χρονών είμαστε;

ΑΤΙΤΛΟ

(Σ’ ένα παιδί που εγκαταλείφθηκε)

Κοιτώντας στο χάρτη
ίσως βρεις τελικά
το δρόμο
που θα σε οδηγήσει
πίσω σε σένα

Ο ουρανός -ένα ρήγμα-
όταν ζήτησες επίμονα
να μάθεις την αλήθεια.
«Ποιαν απ’ όλες;»
σε ρώτησε ο παππούς.

«Ήθελα ν’ αγαπήσω»
φώναξες
και το βράχνιασμα στο λαιμό σου
τ’ άκουσες μόνο εσύ

Ήτανε τύχη ή ατυχία;
τα χαμόγελα που απευθύνονταν σε άλλους
να ξεψυχούσαν πάντα
μέσα στις τσέπες σου.

Τα ‘βρίσκε η γιαγιά
λίγο πριν βάλει πλυντήριο
κι όσο κι αν έκανε την ανήξερη
τα φύτευε προσεκτικά στο δικό της νεκροταφείο.

Μια μέρα ήρθε ένα γράμμα
τρέξαν όλοι να το διαβάσουν
σ’ άφησαν μόνο να συγκολλάς σκισμένες φωτογραφίες.
Πόσος καιρός χρειάζεται άραγε
για να ταιριάξεις τις στιγμές
μιας άλλης ζωής;

Κι εκεί που πίστεψες ότι θα πάρεις τις απαντήσεις
ένα χέρι -το δικό σου χέρι—
που δεν ταίριαζε με τίποτα
άρχισε να σου χαϊδεύει
τις νύχτες τα μαλλιά.

Έβρεχε.
Απ’ το παράθυρο διέκρινες τον άγνωστο
να σε κοιτάει από την πλαγιά του λόφου.
Μολονότι χιλιάδες δέντρα παρεμβάλλονταν
ήσουν σίγουρος
ότι είχε καρφωμένο το βλέμμα πάνω σου.

Όταν έφυγες
η πόρτα έμεινε ανοιχτή
το εξέλαβαν σαν οιωνό επιστροφής
ξεχνώντας ότι οι άγγελοι
μπορούν να πετάξουν
μέσα από τα παράθυρα.

ΠΡΟΣ ΕΜΠΝΕΥΣΗ

Μοναδικό μου παράπονο
ότι δεν με καταδέχεσαι
πολύ τελευταία,
Πίστεψέ με:
Εγώ μπορεί να μετοίκησα
αλλά η ψυχή μου
παραμένει στο ίδιο υπόγειο.

ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ

Κι αυτή η επίμονη συνήθεια
να βάζεις τελεία
στον τελευταίο στίχο.
Εντάξει, ίσως σκοντάψει η λέξη,
μα αυτό που λέμε ποίημα
θα συνεχίσει το δρόμο του.

ΟΝΕΙΡΟΤΡΙΒΕΙΟ

                   του Θεόδωρου

Όλο κοντά σου με ήθελες
κι όλο εγώ αργούσα.
Ή δεν ερχόμουν.
Όταν με ρωτούσες που ήμουν
σου έλεγα δουλειά.
Τι να σου ‘λεγα στο κάτω κάτω;
Ότι ήμουν στο ονειροτριβείο λιωμένος
κάτω από τους φοβερούς του μύλους;
Ότι παρίστανα το σκοτεινό κομμάτι του κενού
πίσω από τα χαμόγελα των ζωντανών – νεκρών;
Τον τζόγκερ μήπως που βγαίνει άξαφνα
και σκοτώνει την παρτίδα;
Ή τον καβαλάρη της χίμαιρας
που κάηκε όταν πήρε φωτιά το σπιρτόκουτο;

ΤΟ ΒΑΘΟΣ

στον παλαιστή Πολυκανδριώτη

Δεν αρκούν οι λέξεις για να γραφτεί το ποίημα.
Ούτε τα δομικά υλικά για να κτιστεί η θαλπωρή μας.
Οι αδένες δεν παράγουν οδύνη
παρά μόνο τα δάκρυά της.
Όταν η σιωπή δεν είναι έλλειψη λόγου
είναι η αναζήτηση του.
Οι ώμοι που στο σεισμό συγκρατούν ένα τοίχο
όσο χρειάζεται να μην πέσει
δεν είναι απλώς μια μυϊκή μάζα.
Πίσω από κάθε έκρηξη
υπάρχει ένα αθέατο βάθος
πού απορροφά την έκρηξη.

ΠΕΡΙ ΕΛΠΙΔΩΝ Ο ΛΟΓΟΣ

Μπροστά στο ανείπωτο
ελπίζεις κάτι να συμβεί
να αποτρέψει το κακό
όπως κάθε εβδομάδα των Παθών
στην τηλεόραση καρφωμένος
να περιμένεις τον ‘Ιούδα να διστάσει
τον Πιλάτο να τολμήσει
τα πλήθη να αναβλέψουν
τον Πέτρο —έστω—
να μην Τον αρνηθεί.

ΕΝΙΑ  (1996)

ΕΚΠΟΜΠΕΣ ΓΙΑ ΠΟΙΗΤΕΣ

Μ’ αρέσουν οι σπάνιες εκπομπές της τηλεόρασης
για τους ποιητές, όταν μ’ ένα τσιγάρο στο χέρι,
με φόντο στοίβες βιβλία
τριγυρισμένοι από ασήμαντα σουβενίρ και μπιχλιμπίδια
θυμούνται, διαλογίζονται, στιγματίζουν.

Το ξέρουν πώς όλα τούτα είναι του κάκου.
Πάντα το ‘ξέραν , με τον πρώτο στίχο το ‘χαν νιώσει –
η απόσταση του σύμπαντος τεράστια,
τα όνειρα είχαν πάντα σαν σπίτι τους τα σύννεφα.
Ο χρόνος, ο θλιβερός αυτός δήμιος,
να συνθλίβει τα πρόσωπα, τα πράγματα,
να παρασέρνει στο διάβολο τις αναμνήσεις.

Σαν παλιά σαπιοκάραβα τραβηγμένα στην άκτη
πού ‘ναι γραφτό να μην ξανασαλπάρουν
μοιάζουν οι ποιητές σ’ αυτές τις εκπομπές.

Ό θησαυρός δεν βρέθηκε ποτές,
ενώ απ’ το ταξίδι έμεινε μόνο η αλμύρα της θάλασσας
κι ο ηλίθιος απολογισμός
για ό,τι αξίζει να χαίρεσαι και για ό,τι να λυπάσαι.

ΟΙ ΘΗΚΕΣ ΤΩΝ ΒΙΟΛΙΩΝ

Τα όργανα είναι η ανάγκη μας
να ακούσουμε κάτι άλλο,
έκτος από την ηλίθια φωνή μας.

Όμως μέσα απ’ τους ήχους του βιολιού
καταλαβαίνεις τη σημασία της σιωπής
και του θανάτου.

Οι βιολιστές θα ‘πρεπε να ‘ταν νάνοι•
όταν πεθαίνουν να τους θάβουν
μέσα στις θήκες των βιολιών τους.

ΚΑΚΟΠΕΤΡΙΑ

Εστιατόρια χαμένα μες στα δέντρα.
Για να μπεις και να καθίσεις πρέπει να περάσεις
μέσα απ’ τις φωτιές των πουλιών.
Μικρά ξενοδοχεία ψάχνουν για ισορροπία
πάνω στους ανηφορικούς δρόμους,
σπίτια διάσπαρτα εδώ κι εκεί,
γαντζωμένα στις πλάγιες των λόφων,
μέσα απ’ την απλότητα τους
ξεμυτίζουν παιδικά προσωπάκια.

Τι θα γίνει λοιπόν
αν αποσύρω το τοπίο
από τα όρια του παραθύρου,
αν το πάρω μαζί μου
σαν μια μεγάλη ζωντανή ανάμνηση;
Θα συνεχίσει νά ακούγεται το κελάρυσμα του νερού
από απέναντι;
Το βουνό θα μείνει ακίνητο;

ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΟ ΣΤΗ ΡΩΣΙΑ

Έβαλε λίγο κραγιόν στο πύρινο στεφάνι των χειλιών,
χτένισε τα μαλλιά της με το βελούδο μιας απλόχερης εύνοιας
και κοίταζε προς τον παραμυθένιο κήπο.

«Ξέρεις», του είπε, «όλα ήτανε μια παρεξήγηση
που δημιούργησε ο χώρος, η στιγμή, η τρελή εποχή
κι ίσως το χιόνι που λιώνει.
Σε λίγο θα έρθει η Άνοιξη και θέλω να είμαι μόνη.
Ό δρόμος δεν χωράει δυο».

Αυτός θυμάται την ψυχραιμία που επέδειξε,
το πώς κατέβηκε στη στάση να περιμένει το λεωφορείο,
την απάντηση που του ‘ρθε στο μυαλό
μόνο σαν έκλεισε η πόρτα,
το μοναδικό μεθυσμένο επιβάτη,
τη νύχτα που ήταν μαλακή και αδιάφορη.

ΕΝΙΑ

Δεν είναι απελπισία
να ξέρεις ότι το ποίημα τούτο
ποτέ δεν θα διαβάσεις.
Παρηγοριά είναι.

Γιατί τα ποιήματα δεν γίνονται
για να διαβάζονται.
Για να πεθαίνουν γίνονται,
μέσα στην ομορφιά που αναπέμπει
ένας ασύλληπτος χρησμός.

Μελωδική μουσική τα συνοδεύει
κατά την ανάληψη
και οι άγγελοι ανοίγουν τις φτερούγες,
να τα υποδεχτούν.
Ουράνιες γυναίκες
με τα στήθη έξω
περιμένουν να τα βυζάξουν
αγνότατα βρέφη
σε μια ανύποπτη δικαίωση.

ΑΡΓΗ ΕΞΟΔΟΣ

Πάλευε με τα τελευταία απομεινάρια των αναμνήσεων.
Τόση μοναξιά και κάνεις δεν την είδε.
Την πάλεψε μονάχος.

Τον βασάνιζε αύτη η σταδιακή έξοδος
από μια άλλη ζωή.
Τώρα, στα τελευταία στάδια μπλεκότανε στους συνειρμούς.
Ανατολή – δύση.
Μετά πάλι ανατολή;
Και μετά πάλι δύση;
Κι η παλιά αγάπη σαν ένα μικροσκοπικό αγκάθι,
που νόμιζες πώς δεν θα βγει ποτέ από το δάκτυλο.

ΤΟ ΠΑΓΟΘΡΑΥΣΤΙΚΟ

Δέκα μέρες τώρα χιονίζει.
Ένα χιόνι κατάλευκο,
σαν το χαμόγελο μιας νύμφης αναπάντεχης,
σαν τον ερχομό μιας ελπίδας ανέλπιδης.

Τα χέρια μου πάγωσαν. Τα ποιήματα πάγωσαν.
Οι στίχοι γλιστρούν απ’ το χαρτί
και χάνονται στη σκόνη των βουβών επίπλων.
Έχει γεμίσει το κομοδίνο πράγματα
ασήμαντα, αμφίβολα, ανυπόληπτα.

Η καρδιά μου σαν κάποιο πεισματάρικο παγοθραυστικό
των βόρειων παραλλήλων
κλυδωνίζεται, ταράζεται, αγωνίζεται
να σπάσει τους πάγους που σχηματίστηκαν μέσα μου.

ΜΕΤΑΛΛΑΓΗ

Της φόρεσε το δακτυλίδι απαλά
με μια λεπτότητα που πρώτη φορά
παρατηρούσε στις κινήσεις του.

Ύστερα πήρε απ’ τη συγκατάβαση του φεγγαριού
όλη τη φαντασία που πρόσφερε ή στιγμή
κι έφτιαξε τα μεγάλα λόγια.
Εκείνη δάκρυσε.

Πέρασαν πολλές ώρες έτσι μαζί,
ώσπου ο άνεμος έσβησε τα κεριά
και τραβήχτηκαν μέσα.

Αυτός ακόμα θυμάται
πως ξαφνικά σκλήρυναν τα χέρια του
πως όλη τη νύχτα δεν την άγγιξε διόλου
μην και νιώσει τον αφέντη
που γεννήθηκε μέσα του.

ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗ ΕΓΡΑΨΑΝ:

ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΥΡΗΣ

ΠΟΙΕΙΝ 4/12/2016

Ποίηση χαμηλόφωνη και με ύφος απλης κουβέντας
Πολλες αναγνώσεις επιδέχεται η τελευταία ποιητικη συλλογη του Γιώργο Χριστοδουλίδη που τιτλοφορείται Πληγείσες περιοχες
Τον τελευταίο καιρο, συγκεκριμένα τους πρώτους μήνες του 2016, έχουν φθάσει στα χέρια μου αξιόλογα ποιητικα βιβλία. Και το λέω αυτο με αρκετη ικανοποίηση και χαρα, γιατι είναι βιβλία που είναι γραμμένα απο νέους κυρίως ανθρώπους. Θέλω να πω πως οι δημιουργοι τους δεν ανήκουν στις κατεστημένες πλέον γενιες του 1960 και 1970 αλλά στις γενιες που άρχισαν να διαμορφώνονται και να σχηματίζονται τα τελευταία χρόνια στην Κύπρο.
Επιπλέον, έχω διαπιστώσει, πως τα περισσότερα απο αυτα τα βιβλία έχουν κυκλοφορήσει απο σπουδαίους εκδοτικους οίκους στην Αθήνα, όπου αυτοι οι εκδοτικοι οίκοι έχουν να επιδείξουν σημαντικη δουλεια, εννοω επαγγελματικη δραστηριότητα, στον τομέα τους.
Θα διερωτάστε ίσως τι σημαίνει αυτο; Σημαίνει πως οι δημιουργοι αυτων των βιβλίων είναι απόλυτα σίγουροι για την υψηλη ποιότητα της γραφης τους και γενικα της τέχνης που διακονουν, με αποτέλεσμα όχι μόνο να μην φοβούνται τη σύγκριση με τους άλλους Έλληνες ομότεχνους τους αλλά να την επιδιώκουν κιόλας. Κάτι που είναι, πιστεύω, απόλυτα φυσιολογικο και σωστο και ας κινδυνεύω να χαρακτηρισθω για άλλη μία φορα ελληνοκεντρικος. Γιατι, για μένα, απο τη στιγμη που κάποιος δημιουργος γράφει στην ελληνικη γλώσσα, είναι αδιανότητο να απευθύνει τη γραφη και κατ’ επέκταση την τέχνη του σε 700 χιλιάδες μόνο ελληνοκύπριους και όχι σε 11, ή και περισσότερα, εκατομμύρια που αριθμεί σήμερα ο ελληνισμος.
Δυστυχως, αυτο το αδικαιολόγητο λάθος, έγινε απο τους περισσότερους δημιουργους της δικης μου γενιας αλλα και της προηγούμενης του 1960, με αποτέλεσμα η κυπριακη ποίηση να εγκλωβιστει στον εαυτό της, και όχι μόνο να μην ανανεώνεται αλλα και να οδηγείται σε μαρασμο μέρα με τη μέρα. Δεν είναι τυχαίο που η θεματογραφία αυτων των γενιων περιορίστηκε ασφυκτικα στα τραγικα γεγονότα του 1974 και στον σκλαβωμένο Πενταδάκτυλο.
Ανάμεσα, λοιπον, στα αξιόλογα βιβλία που διάβασα τον τελευταίο καιρο είναι και η ποιητικη συλλογη του Γιώργου Χριστοδουλίδη που φέρει τον τίτλο «Πληγείσες περιοχές» και συμπληρώνεται με τον επίτιτλο «Γυμνες ιστορίες». Και ομολογω πως, στα σαράντα τόσα χρόνια που διαβάζω ποίηση, πρώτη φορα συνάντησα βιβλίο με τόσο έντιμο και αποκαλυπτικο τίτλο! Όμως για τον επίτιτλο «Γυμνες ιστορίες» θα επανέλθω στη συνέχεια για ν’ αντιληφθείτε γιατι τον χαρακτήρισα «έντιμο» και «αποκαλυπτικο».
Η ποιητικη συλλογη «Πληγείσες περιοχες» φαινομενικα παρουσιάζεται σαν ένα βιβλίο που περιέχει απλη και κατανοητη ποίηση. Αυτο όμως είναι παγίδα και αλίμονο στον αναγνώστη αν πέσει σε αυτη την πλάνη. Θα αποτύχει, χωρις να μπορέσει να καταλάβει και να νιώσει την απόλυτη ουσία που περιέχει η ποίηση του Χριστοδουλίδη. Γιατι το βιβλίο, όπως διαπιστώνω, είναι καλα δομημένο απο το δημιουργο του, όπου στόχευσε και επεδίωξε να περιλάβει σε αυτο μια ποίηση κατασκευασμένη απο τα πιο απλα και ταπεινα υλικα, (προς Θεου δεν εννοω ευτελη υλικα), και που στο τέλος, χάρη στη μαστορια του, μέσα απο αυτα τα καταφρονεμένα υλικα της γλώσσας μας, κατορθώνει να μας μυήσει σε μια πανανθρώπινη και αξιοθαύμαστη τέχνη.
Συνεπως το βιβλίο αντέχει σε πολλές αναγνώσεις. Θέλω να πω επιδέχεται πολλες αναγνώσεις όπου σε κάθε νέα ανάγνωση ο αναγνώστης ανακαλύπτει και κάτι το καινούργιο. Δηλαδη, στο βάθος του βιβλίου, μέσα στις σελίδες του, υπάρχουν πολλοι «μεσότοιχοι» όπου ο αναγνώστης πρέπει να τους γκρεμίσει, είτε με τα χέρια του είτε με την βαριοπούλα, για να εισχωρήσει εντος του και να φθάσει στην ποιητικη ουσία του. Γι αυτο ανάφερα προηγουμένως ότι η απλότητα μπορεί να είναι και μία πλάνη για τον αναγνώστη.
Θα προσπαθήσω στην συνέχεια και εν συντομία να δώσω μερικά μόνο χαρακτηριστικα της ποίησης που περιέχει η συλλογη «Πληγείσες περιοχες».
-1ον χαρακτηριστικο: Όλα σχεδον τα ποιήματα της έκτης συλλογης του Γιώργου Χριστοδουλίδη ή, οι «γυμνες ιστορίες» του, όπως θέλει να τις αποκαλει ο ποιητης, που είναι ασφαλως και η πιο ώριμη δουλεια του, είναι κατασκευασμένα απο στίχους εντελως απογυμνωμένους, μέχρι που ο αναγνώστης φθάνει στο σημείο να έχει την εντύπωση πως έχει μπροστα του ένα γεύμα απο κόκκαλα και όχι ένα γεύμα απο ψαχνο κρέας. «Ναι, έτσι σας θέλω, λιπόσαρκους/ να φαίνονται τα κόκκαλά σας», λέει ο Κώστας Μόντης σε κάποιους εφιαλτικους στίχους του, τους οποίους είχα συνεχώς μπροστά μου όταν διάβαζα τις «Πληγείσες περιοχες».
Δηλαδη, τα ποιήματα του Γιώργου Χριστοδουλίδη στο μεγαλύτερο μέρος τους, είναι χαμηλόφωνα και έχουν το ύφος μιας κουβέντας. Εννοω πως αρχίζουν σαν μια κουβεντούλα με εξομολογητικο χαρακτήρα, που έχει ταυτόχρονα και τη θέρμη της προφορικης ομιλίας. Αυτή η κουβεντούλα είναι φτιαγμένη απο κοινότοπες φράσεις, εντελως απαλλαγμένη απο την επιτήδευση και τη βαρύτητα του αισθήματος, με αποτέλεσμα να διερωτάται ο αναγνώστης που είναι η ποίηση σε αυτά τα ποιήματα. Προς το τέλος όμως του ποιήματος, σαν επιμύθιο, και μάλιστα εξαιρετικης πυκνότητας, το ποίημα ολοκληρώνεται με δύο ή τρεις περίτεχνους στίχους, όπου εκει υπάρχει όλη η ποιητικη ουσία, ο στοχασμος και ο απώτερος στόχος του ποιητή. Δηλαδή σε αυτο το επιμύθιο κρύβεται και φανερώται μαζι η ποίηση.
-2ον χαρακτηριστικο: Ο Γιώργος Χριστοδουλίδης, πολλες φορες, στα ποιήματα του, στην εν λόγω συλλογη του, κάνει χρήση της πολυσημίας των λέξεων έτσι που πρέπει να αναζητούμε κάθε φορά με ποια έννοια τις χρησιμοποίησε. Χαρακτηριστικο παράδειγμα είναι το ποιήμα «Η Φοινικια».

Τυχαία πριν απο χρόνια
βρήκα μια φοινικια πεταγμένη
στο περιβόλι του πατέρα
ήταν δεν ήταν όσο το χεράκι ενος παιδιου
μην τη φυτέψεις χαμένος κόπος
μου είχε πει
δεν τη βλέπεις;
Την πήρα και τη φύτεψα.
Αν έρθει κανεις τώρα στον κήπο μου
θα δει μια θεόρατη φοινικια
να ρήχνει κλαδια στην αυλη του γείτονα
και να τραγουδα
κι όταν με ρωτουν πόσα παιδια έχω
λέω πέντε και το ένα παραλίγο να πεθάνει.

Άν με ρωτήσει τώρα κάποιος αναγνώστης να του πω τι είναι αυτη «η θεόρατη φοινικια» που «ρίχνει κλαδια στην αυλη του γείτονα» του ποιητη και ταυτόχρονα έχει το χάρισμα να του τραγουδα, σίγουρα δεν θα μπορέσω να του δώσω ξεκάθαρη απάντηση.
-3ον χαρακτηριστικο. Στην καινούργια συλλογη του, ο Γιώργος Χριστοδουλίδης αντλει στοιχεία απο την πρόσφατη Ιστορία της Κύπρου, κυρίως απο το πραξικόπημα και την τουρκικη εισβολη, τα οποία μεταπλάθει και ενσωματώνει αποτελεσματικα στην ποίησή του.
Η κυπριακη Ιστορία, είτε είναι καταγραμμένη σε βιβλία, είτε αυτη είναι προφορικη μαρτυρία, απο στόμα σε στόμα, άρχισε να καταλαμβάνει χώρο στην ποίησή του, γεγονος που δεν συνέβαινε τόσο έντονα στην προηγούμενη δουλεια του. Ενδεικτικα αναφέρω τα ποιήματα «Πραγματικοι κερατάδες», με την επεξηγηματικη σημείωση στο τέλος του ποιήματος «Σκηνη απο την 17η Ιουλίου 1974», «Ο γέρο Γιωρκης», «Το συρτάρι» και άλλα.
4ον χαρακτηριστικο: Οι ήρωες του Χριστοδουλίδη είναι απλοι, καθημερινοι και ανθρώπινοι. Είναι δηλαδη ζωντανοι και ενδιαφέροντες άνθρωποι, είτε αυτοι είναι τα μικρα παιδια που παίζουν στην αυλη της πολυκατοικίας ή του συνεργείου επιδιόρθωσης ποδηλάτων, είτε είναι ο καλοκάγαθος τύπος, ονόματι Ανδρέας, που τον συναντα ο ποιητης κάποτε στην υπεραγορα και κάποτε στα δημόσια ουρητήρια ή είναι οι αιωνόβιοι της Ινδίας που «πίνουν νερο και τρώνε ήλιο». Αυτο δείχνει πως για τον αληθινο ποιητη όλα τα υλικα που έχει στη διάθεσή του είναι εκμεταλλεύσιμα, και ότι την ίδια αξία έχει η ανθρώπινη ψυχη σε όποιο κοινωνικο στρώμα κι αν ανήκει. Ο ήρωας του είτε ανήκει στην κατηγορία των πλουσίων είτε ανήκει στην κατηγορία των φτωχων, για τον Χριστοδουλίδη αντιμετωπίζεται με τα ίδια αξιολογικα μέτρα.
5ον χαρακτηριστικο: Στη συλλογη κυριαρχει το δίπολο Ζωη-Θάνατος. Με αυτο θέλω να τονίσω πως τα στοιχεία αυτα γίνονται ο βασικος νοηματικος ιστος πάνω στον οποίο θεμελιώνονται αρκετα ποιήματα όπως π.χ το ποίημα «Οι επιζώντες».
6ον χαρακτηριστικο: Στην ποίηση του Χριστοδουλίδη υπάρχει μια παιγνιώδης και αυτοσαρκαστικη διάθεση. Εννοω πως κάνει χιούμορ και λογοπαίγνια στην ποίησή του, που απευθύνονται άλλοτε στον εαυτό του και άλλοτε στον αναγνώστη. Υπάρχουν όμως και σημάδια απογοήτευσης αλλα και έντονης αμφισβήτησης, με αποτέλεσμα να φθάνει στο σημείο ο ποιητης να δηλώνει πως «μόνο οι πραγματικα σκοτωμένοι/ γίνονται σπουδαίοι ποιητες». Όλα αυτα τα στοιχεία όμως, προκαλουν κάποια μαγεία, ερεθίζουν τα συναισθήματα, κινουν το ενδιαφέρον και επιφέρουν έλξη στον αναγνώστη. Ενδεικτικα αναφέρω τα ποιήματα «Χριστούγεννα 2015», «Συγκομιδη», «Όχι πραγματικα σκοτωμένος».
7ον Χαρακτηριστικο: Ο Χριστουδουλίδης, στην παρούσα συλλογη του, παρουσιάζεται ως ποιητης του Άστεως. Δηλαδη το σκηνικο μέσα στο οποίο λειτουργει η φαντασία του είναι αυτο της πόλης, όπου εκει συντελείται η τραγωδία των ανώνυμων ανθρώπων αλλα και η δικη του τραγωδία, εκει δηλαδη που οι άνθρωποι ζουν και πεθαίνουν. Σίγουρα, δεν τον εμπνέει η ύπαιθρος ή, να το πω αλλιώτικα, δεν μπορει να έχει ποιητικα ερεθίσματα απο τη φύση. Παρουσιάζεται σαν ένας αθέατος παρατηρητης όπου απο μακρυα ή απο ψηλα καταγράφει εικόνες, άλλοτε ευρισκόμενος στην κερκίδες ενος γηπέδου και άλλοτε ευρισκόμενος στον τελευταίο όροφο μιας πολυκατοικίας. Στη συνέχεια, ο ποιητης, στο γραφείο του ή στο εργαστήριο του, γίνεται ο αληθινος χρονικογράφος του καιρου του, εφόσον αυτες τις εικόνες τις καταγράφει στο χαρτι, τις επεξεργάζεται και στο τέλος τις μετατρέπει σε ποιήματα υψηλης αισθητικης.
8ον χαρακτηριστικο και τελευταίο: Η οργανικη πεζότητα που χαρακτηρίζει την τελευταία ποιητικη δουλεια του Χριστοδουλίδη φέρνει στη μνήμη μου, έντονα μάλιστα, την ποίηση του κορυφαίου ποιητη της πρώτης μεταπολεμικής γενιας Μανόλη Αναγνωστάκη. Με αυτο ασφαλως δεν εννοω πως ο Χριστοδουλίδης αντιγράφει ή μιμείται την ποίηση του Θεσσαλονικιου ποιητη. Αντιθέτως, ο επηρεασμος, αν υπάρχει τελικα επηρεασμος, αυτος παρουσιάζεται αρκετα αφομοιωμένος και χωνεμένος στην ποίησή του.
Ας μην μας διαφεύγει, εξάλλου, και η εξης λεπτομέρειά του: Η πρώτη ενότητα της συλλογης του τιτλοφορείται «Το παιδι», όπου περιλαμβάνει ποιήματα εμπνευσμένα ή αφιερωμένα σε παιδια. Συγκεκριμένα, τα πρώτα τρία ποιήματα ο ποιητης τα αφιερώνει στα παιδια του. Είναι ποιήματα παραινετικα, γεμάτα στοργή και αλήθειες. Αξίζει όμως να θυμηθούμε πως στη τελευταία συλλογη του Αναγνωστάκη, που τιτλοφορείται «Ο Στόχος», υπάρχει και το υπέροχο ποίημα «Στο παιδί μου…», όπου εκεί ο μεγάλος ποιητής προτρέπει να λέμε αλήθειες στα παιδια, δηλαδη να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, και όχι με παραμύθια. Έχω την εντύπωση όμως πως αυτή η σύμπτωση δεν είναι τυχαία απο τη μερια του Χριστοδουλίδη.
Σε αυτο το απλο σχέδιο προσέγγισης της ποίησης του Γιώργου Χριστοδουλίδη προσπάθησα να φέρω στην επιφάνεια κάποια αδρα χαρακτηριστικά της, όπως τα εισέπραξα διαβάζοντας την τελευταία συλλογη του. Μια ποίηση, όπως ανάφερα, που αναφέρεται σε πράγματα συγκεκριμένα και οι στίχοι της χαρακτηρίζονται γενικα από σαφήνεια και πληρότητα νοήματος. Αυτη η επιτυχία οφείλεται, σίγουρα, στο μεγάλο ταλέντο και το οξυ αισθητήριο του δημιουργου τους όπου, συνδυασμένα με σκληρη δουλειά και αφοσίωση, κατάφερε να οικοδομήσει μία γνήσια και αληθινη ποιητικη φωνη. Αυτα όλα, ασφαλως, είναι ικανα τεκμήρια για να μας πείσουν πως η ποίηση του Χριστοδουλίδη έχει όλα τα απαραίτητα πιστοποιητικα για να αντιμετωπίσει το αδυσώπητο χρόνο. Και τώρα και στο μέλλον. Ταυτόχρονα τον κάνει να ξεχωρίζει και ως μια απο τις πιο αντιπροσωπευτικες ποιητικες φωνες της γενιάς του.

http://www.poiein.gr/archives/35090/index.html#comment-1204145

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

Ο Φιλευλεύθερος 7/11/2016

 Τρυφερότητα και ανάταση

Η νέα ποιητική συλλογή του Γιώργου Χριστοδουλίδη, που φέρει τίτλο «Πληγείσες περιοχές», αποτελείται από 35 ποιήματα χωρισμένα σε 5 ενότητες: α) τις παιδικές μνήμες, δικές του ποιητή και των παιδιών του, β) την καθημερινότητα και τα βιώματά της, γ) τα υπαρξιακά ζητήματα, με έμφαση στο θάνατο, δ) τα ερωτικά ποιήματα με θέμα τη γυναίκα και ε) τα ερωτικά ποιήματα με θέμα την ποίηση, που στην ουσία πρόκειται περί ποιημάτων ποιητικής.

Τα τρία εναρκτήρια ποιήματα της συλλογής: α) «Ο κρότος των λέξεων τους» (σελ. 9), β) «Κάταγμα» (σελ. 10) και γ) «Δουλειές του ποδαριού» (σελ. 11) είναι αφιερωμένα στους τρεις γιους του ποιητή, Ορέστη, Άρη και Θεόδωρο. Πρόκειται για ποιήματα γεμάτα τρυφερότητα, φαντασία αλλά και μιας μορφής υπερβατικότητα. Ο ποιητής ενίοτε συμπλέκει, αλλά πιο συχνά συνθέτει εικόνες μαγικού ρεαλισμού με τα παιδιά του πρωταγωνιστές: «Κάποτε τον φωνάζουν / και σε άλλες δουλειές / κάποτε / τον φωνάζουν / από τους ουρανούς / να κάνει τον άγγελο / να ανεβάσει τους πληγωμένους». (σελ. 11)

Ο ποιητής ανασύρει από την παιδική του μνήμη μικρά περιστατικά, ευτράπελα αλλά συνήθη για κάθε παιδί κάθε εποχής. Και με τη διόπτρα της σημερινής του ωριμότητας, τα ανασυνθέτει, σημασιολογώντας τα πλέον αλλιώτικα και με συμπεράσματα που άλλοτε συγκινούν με την ευαισθησία και την τρυφερότητα τους, και άλλοτε τέρπουν με την ειρωνεία, την καυστικότητα και τον χλευαστικό σαρκασμό τους: «…η εξουσία και η ιδιοκτησία / δεν αγαπάνε τα παιδιά». (σελ. 15)

Ο Γ.Χ. είναι κατά βάση ενδοσκοπικός ποιητής, γιατί είτε στα παιδιά του αναφέρεται, είτε στις δικές του παιδικές μνήμες, είτε στα βιώματα από τη σύγχρονη καθημερινότητα, είτε με ζητήματα αισθητικής καταπιάνεται, είτε με την ερωτική θεματική, διυλίζει τα πάντα μέσα του. Από τον εσωτερικό του κόσμο αντλεί για τις όποιες «εξωτερικές» ή φαινομενικά εξωστρεφείς επισημάνσεις και παρατηρήσεις του. Ανεξαρτήτως θεματικής, λοιπόν, θεωρώ τα ποιήματά του – σ’ αυτή την συλλογή και όχι μόνο – ως ποιήματα εσωτερικού, ιδιωτικού χώρου. Ό,τι και όποια ζητήματα κι αν θίγει ο ποιητής, για τον εαυτό του μιλά, για όσους περιβάλλει και τον περιβάλλουν με αγάπη, για την προσωπική του ιστορία και τον προσωπικό του μύθο. Ακόμη και οι άλλοι στους οποίους αναφέρεται, όπως π.χ. στο ποίημα «Ένας Ανδρέας» (σελ. 21) αντιφεγγίζονται μέσα από την δική του ιδιοσυστασία και υπόσταση.

Από την άλλη, σχεδόν δεν υπάρχει ποίημα του Γ.Χ. που να μην εμπερικλείει μέσα του πτυχές, ρανίδες, ιχνοστοιχεία ή και αδρές, ευθείες νύξεις περί ποιητικής και αισθητικής. Οι πεποιθήσεις του ποιητή γι’ αυτά τα καίρια ζητήματα, που απασχολούν άλλωστε κάθε δημιουργό, διαχέονται στα ποιήματα του, άλλοτε ακροθιγώς και άλλοτε με κάποιου βαθμού πληθωρικότητα, αλλά δεν απουσιάζουν ποτέ. Π.χ. στο ποίημα: «Πίνακας στο μέσον του Αιγαίου» (σελ. 28) βλέπουμε την τεράστια σημασία που αποδίδει ο ποιητής στη μνήμη της εικόνας, της εικόνας που αποθηκεύεται επιμελώς για να επανέλθει αργότερα, επεξεργασμένη και αναπλασμένη, υπό μορφή καλλιτεχνικού δημιουργήματος.

Και στη νέα συλλογή του Γ.Χ., όπως και στις πλείστες προηγούμενες, βρίσκει τρόπο έκφρασης και η κοινωνική ευαισθησία. Εδώ το ουμανιστικό πρόσωπο του ποιητή συμπλέκεται με τις υπαρξιακές του αναζητήσεις. Π.χ. στο «Ιαπωνικό παραμύθι» (σελ. 33), ο ποιητής μιλά για «γνήσια φτώχια» που μπορεί ν’ αφανίσει «μια οικογένεια / μια ολόκληρη γενιά». Και μπροστά σε αυτά τα δραματικά δρώμενα, με αφοπλιστικό κυνισμό, υπενθυμίζει ότι «…εμφανίζεται / κάποτε στον κόσμο / ένα είδος αδιάφορης αθωότητας». (σελ. 34)

Δεν υπάρχει ποιητική συλλογή του Γ.Χ. όπου να μην θεματοποιείται, μοναδικά σε κάθε περίπτωση, ο τραγικός και συνάμα προδοτικός Ιούλης του 1974, άλλοτε ως παιδική μνήμη και άλλοτε ως σύγχρονο βίωμα και παρεπόμενο εκείνης της τραγωδίας. Η συλλογή «Πληγείσες περιοχές» δεν αποτελεί εξαίρεση. Θα ήθελα ν’ αναφερθώ συνολικά στα ποιήματα: «Ο γέρο Γιωρκής» (σελ. 40), «Το συρτάρι» (σελ. 41) και «Φτηνά τη γλύτωσε ο Σωτήρης» (σελ. 42), όπου λειτουργεί ο συγκινησιακός αιφνιδιασμός του αναγνώστη, το βίωμα του σήμερα ως απότοκο του ’74 και ένα σέβας απροσμέτρητο στα θύματα εκείνης της μεγάλης τραγωδίας, που στιγμάτισε και μοιραία στιγματίζει και θα στιγματίζει εσαεί την πατρίδα μας. Παραθέτω ολόκληρο «Το συρτάρι»: «Τα οστά του φυλαγμένα σ’ ένα συρτάρι / του ανθρωπολογικού εργαστηρίου / περιμένουν ταυτοποίηση. / Ένας άνθρωπος που ήθελε να κάμει πολλά / αλλά δεν του βγήκε, κακορίζικός. / Σαράντα χρόνια αγνοούμενος / πέντε χρόνια μάλλον νεκρός. / Τέσσερα χρόνια φυλαγμένος. / Φυλαγμένος προσεκτικά σ’ ένα συρτάρι παρόμοιο / μ’ εκείνο όπου κάποτε παιδί / είχε κρύψει ένα γλειφιτζούρι / για να το γλείψει αργότερα». (σελ. 41)

Το ωραιότερο ερωτικό ποίημα της συλλογής, κατά την άποψή μου, είναι «Η ανεμόσκαλα» (σελ. 51) και λυπούμαι που λόγω χώρου δεν μπορώ να το παραθέσω ολόκληρο, ενώ η αποσπασματική παράθεση θα το αδικούσε κατάφορα. Περιορίζομαι να πω ότι η τρυφερότητα αναδεικνύεται ως ένα από τα κύρια εφαλτήρια για τις ποιητικές ανατάσεις του Γ.Χ.

Ο Γ.Χ. σπάνια λειτουργεί με αφοριστικές προσεγγίσεις στην ποίησή του. Όταν το πράττει όμως είναι καίριος, ευθύβολος, και εύστοχος: «Δεν υπάρχουν γυναίκες χωρίς αλυσίδες / δεν υπάρχουν γυναίκες ικανές να μην τις σπάσουν / και δεν υπάρχουν γυναίκες / που το καταλαβαίνουν πριν τις σπάσουν». (σελ. 52)

Οφείλω να ομολογήσω ότι απόλαυσα ιδιαίτερα την τελευταία ενότητα του βιβλίου με τα πέντε ποιήματα ποιητικής, όπου ο Γ.Χ. συνομιλεί με ομότεχνούς του ποιητές, αλλά και με τον ίδιο του τον εαυτό. Θα τα χαρακτήριζα όλα αμεσότατα, ολόδροσα και με γενναία δόση χιούμορ. Δεν έχω παρά να ευχηθώ καλή συνέχεια στον ποιητή Γ.Χ.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΓΑΛΑΖΗΣ

ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΟΥΣΙΩΔΟΥΣ

Κείμενο παρουσίασης της ποιητικής συλλογής του Γ. Χριστοδουλίδη Πληγείσες περιοχές / Γυμνές ιστορίες στην Αίθουσα Εκδηλώσεων του Πολιτιστικού Κέντρου Στροβόλου, στις 18 Απριλίου 2016 από τον Λεωνίδα Γαλάζη

Ο υπαρξιακός στοχασμός και η εσωτερικότητα, η στοχαστική γραφή, η χαμηλότονη ποίηση, η κοινωνική κριτική και η μετουσίωση καθημερινών ασήμαντων, πολλές φορές, περιστατικών σε ποίηση είναι ορισμένα από τα γνωρίσματα της ποιητικής του Γ. Χριστοδουλίδη, που εντοπίστηκαν από την κριτική στις προηγούμενες ποιητικές συλλογές του, και τα οποία κυριαρχούν στη συλλογή του Πληγείσες περιοχές, που κυκλοφόρησε πρόσφατα 1 . Αυτά τα γνωρίσματα αποκρυσταλλώνονται σε ένα ευδιάκριτο προσωπικό ύφος, που αποστρέφεται την κίβδηλη ποιητική ρητορεία και την αισθηματολογία.
Από τον τίτλο της συλλογής υποβάλλονται οι σημασίες της συντελεσμένης καταστροφής, είτε στο επίπεδο του εξωτερικού κόσμου είτε στο επίπεδο της ανθρώπινης συνείδησης, αλλά και των βαθύτερων και συχνά ανομολόγητων επιθυμιών και ονείρων του ανθρώπου. Και στη μια και στην άλλη περίπτωση, απομένει η τραυματική βίωση του ολέθρου και η πικρή αποτύπωσή της. Εξάλλου, ο υπότιτλος Γυμνές ιστορίες παραπέμπει, αφενός στο λιτό, γυμνό και αστόλιστο ύφος των ποιημάτων της συλλογής και, αφετέρου, στον αφηγηματικό χαρακτήρα των περισσότερων από αυτά, που πλέον έχουν αποκρυσταλλωθεί ως δεσπόζουσες τάσεις της ποιητικής του Γ. Χριστοδουλίδη, «με καιρό και με κόπο» και με αδιάλειπτη μελέτη της ελληνικής και της παγκόσμιας ποίησης, «σε αναζήτηση πια ποιημάτων και όχι ποιητών», όπως ο ίδιος δηλώνει. Συνεπώς, μια διερεύνηση των διακειμενικών σχέσεων και των πιθανών σημείων «συνομιλίας» της ποίησής του με το έργο άλλων ποιητών δεν πρέπει να περιοριστεί στους Μπουκόφσκι, Χριστιανόπουλο,2 Ρίτσο, Λειβαδίτη, Ντύλαν Τόμας, Τράνστρομερ, αλλά να επεκταθεί και σε άλλους λιγότερο γνωστούς ή ελάσσονες ποιητές, χωρίς να παραγνωρίζει τη «συνάντησή» της με την πεζογραφία, τον κινηματογράφο και τη μουσική.
Ας επανέλθουμε, όμως, στο νέο βιβλίο του ποιητή. Τα τριάντα πέντε ποιήματα της συλλογής κατανέμονται σε πέντε ενότητες: Το παιδί (5 ποιήματα), Περιπέτειες (8 π.), Θανατερά (9 π.), Ερωτικά (της γυναίκας) (6 π.) και Ερωτικά (της ποίησης) (5 π.). Οι τίτλοι αυτοί παραπέμπουν στους δεσπόζοντες θεματικούς άξονες της συλλογής, δηλαδή στις μνήμες της παιδικής ηλικίας, στη δύναμη της ανατροπής από το απροσδόκητο, στη φθορά, στη λήθη και στην απώλεια, στον έρωτα και στον θάνατο, στην ποίηση για την ποίηση
Οι μνήμες της παιδικής ηλικίας κυριαρχούν στην πρώτη ενότητα της συλλογής, χωρίς να λείπουν από τις υπόλοιπες. Η μητρική μορφή σε ορισμένα από τα ποιήματα αυτά (π.χ. στο «Ο κρότος των λέξεών τους»: 9-10 και στο «Κάταγμα»: 10) συνδέεται με τη γλώσσα της στοργής και της αγάπης, σε αντίθεση με τις λέξεις των άλλων, φορέων συχνά εξουσίας, «σκληρές, αδιάλλακτες, δίχως αγάπη / σαν άδεια καρύδια την ώρα που σπάζουν» (9). Η παιδική αθωότητα και η χαρά του παιγνιδιού αντιπαραβάλλονται με τη σκληρότητα της εξουσίας και της ιδιοκτησίας («Μου πήρε πάντως χρόνια / να υποψιαστώ / ότι ίσως πιο πολύ από μας / μισούσανε το γέλιο μας / κι ότι / η εξουσία και η ιδιοκτησία / δεν αγαπάνε τα παιδιά»: «Ιστορίες που τις καταλαβαίνεις πολύ αργότερα»: 15). Αντίθετα, στο ποίημα «Ασκήσεις Γυμναστικής» το ποιητικό υποκείμενο δεν ανακαλεί στη μνήμη του εμπειρίες της παιδικής του ζωής, αλλά παρατηρεί από την οπτική γωνία του ενήλικα την πρόωρη απώλεια της παιδικότητας σ’ ένα γυμναστήριο: («Μόνο εκείνος ο φωνακλάς γυμναστής / […]/ ίσως και να χαστούκιζε κάποια παιδιά / […] / που είναι τόσο παιδιά / ενώ εκείνος ίσως να τα ήθελε να μεγαλώσουν πιο γρήγορα»: 17). Θα συνιστούσε, ωστόσο, παρανάγνωση της νέας συλλογής του Γ. Χριστοδουλίδη η ταύτιση των αναμνήσεων από την παιδική ηλικία με μια διάθεση νοσταλγικής επιστροφής στον χαμένο παράδεισό της. Σε ποιήματα άλλων ενοτήτων, όπου το ποιητικό υποκείμενο ανακαλεί παιδικές μνήμες και αυτές συνδέονται με τραυματικές και επώδυνες εμπειρίες (λ.χ. από τα γεγονότα του 1974 και κυρίως από το δράμα των αγνοουμένων: 25, 40, 41), η παιδική θέαση του κόσμου προσλαμβάνει τη διάσταση μιας χαμηλόφωνης διαμαρτυρίας και ταυτόχρονα επίκλησης του δικαίου σ’ έναν κόσμο βαθύτατα τραυματισμένο από την αδικία και όχι μόνο από αυτήν.
απροσδόκητου και της ανατροπής των παγιωμένων αντιλήψεων εντοπίζεται σε ορισμένα ποιήματα της συλλογής, τα οποία, όπως διαπιστώνει ο αναγνώστης, απηχούν, από τη μια, την αριστοτελική περιπέτεια, με τη σημασία της αιφνίδιας μεταβολής των καταστάσεων: «Ἔστι δὲ περιπέτεια μὲν ἡ εἰς τὸ ἐναντίον τῶν πραττομένων μεταβολὴ»3 και, από την άλλη, την αναγνώριση: «Ἀναγνώρισις [30] δέ, ὥσπερ καὶ τοὔνομα σημαίνει, ἐξ ἀγνοίας εἰς γνῶσιν μεταβολή»4. Λόγου χάρη, στο αφηγηματικό ποίημα «Σπασμένα ποδήλατα» η παιδική περιπέτεια, με τη σημασία της αναζήτησης νέων εμπειριών , διαχωρίζεται από το αδόκητο «που μια κοφτερή στιγμή / δρεπάνιζε τα σύθαμπα» , με αποτέλεσμα την τραγική απώλεια, σε μια «κοφτερή στιγμή», όπως εκ των υστέρων αναγνωρίζεται από τον πατέρα (13-14). Το ίδιο σχήμα της περιπέτειας-αναγνώρισης εντοπίζεται στο ποίημα «Ιστορίες που τις καταλαβαίνεις πολύ αργότερα», καθότι το κυνηγητό των παιδιών από τον αστυνομικό και τον περιβολάρη, που αρχικά αποδιδόταν στην οργή τους για την μεσημεριανή οχληρία ή την κλοπή λίγων φρούτων, πολύ αργότερα, με τη σοφία των χρόνων, αποδίδεται στο μίσος της εξουσίας και της ιδιοκτησίας για τα παιδιά (15). Από την άλλη, η κατά τα άλλα κοινότυπη ιστορία της συνάντησης σε μια υπεραγορά, στο ποίημα «Ανδρέας» (21-22), μετουσιώνεται σε μια εξωλογική εμπειρία, όπου και πάλι ανιχνεύεται το σχήμα περιπέτεια-αναγνώριση. Στο ποίημα αυτό η αιφνίδια μεταβολή αφορά τους τοπικούς δείκτες: από τη σκηνή της συνάντησης, τη στιγμή που το ποιητικό υποκείμενο «διαλέγει ντομάτες», μεταφερόμαστε έξω από την «πόρτα του κουρείου ονομάτων», στο «συνεργείο της αλλαγής ποδιών», «στις ουρές των στεγνών ανέργων». Η εξωλογική εμπειρία συνδέεται επίσης με το περιστατικό της πτώσης του κεφαλιού του Ανδρέα και στην προσπάθειά του να το προλάβει τρέχοντας μαζί με το ποιητικό υποκείμενο «στον κατήφορο»
Προφανώς, το εξωλογικό στοιχείο είναι έκφανση του υπαρξιακού στοχασμού στις Πληγείσες περιοχές του Γ. Χριστοδουλίδη και συνδέεται με τη διπολική αντίθεση ζωή-θάνατος, που επίσης διαπερνά πολλά ποιήματα της συλλογής. Για παράδειγμα, στο ποίημα «Χριστούγεννα 2015», κατά παράδοξο τρόπο, οι νεκροί γιορτάζουν στο κέντρο της πόλης και πρόκειται να βασιλέψουν σε αυτήν, ενώ οι ζωντανοί «σε λίγο θα πάρουν τη θέση των νεκρών» (43), εικόνα που ανακαλεί στη μνήμη μας τα εφιαλτικά «Χριστούγεννα 1948» του Μίλτου Σαχτούρη ή και τη ρήση του Ηράκλειτου «ἀθάνατοι θνητοί, θνητοὶ ἀθάνατοι, ζῶντες τὸν ἐκείνων θάνατον, τὸν δὲ ἐκείνων βίον τεθνεῶτες»5 . Σε αντίθεση με το μεταφυσικό τοπίο του ποιήματος αυτού, στο «Φτηνά τη γλίτωσε ο Σωτήρης», ο φόβος του θανάτου εξαιτίας της πτώσης από ένα δέντρο τοποθετείται σε ένα πιο αληθοφανές σκηνικό και συγκρίνεται με το συντελεσμένο ύστερα από χρόνια γεγονός του θανάτου στον πόλεμο.
Συναφές με το θέμα του θανάτου είναι το συχνά επανερχόμενο θέμα της φθοράς, το οποίο, στο ποίημα «Ραδιενέργεια», λόγου χάρη, επιμερίζεται στα θεματικά στοιχεία της ασθένειας του ποιητικού υποκειμένου και της καταστροφής του ξύλινου σπιτιού από τα σκουλήκια. Εξάλλου, στο ποίημα «Σπινθηρογράφημα» η ιατρική εξέταση συνδέεται με τις ερωτικές μνήμες του ομιλητή, μετά τις εικόνες της φθοράς των ασθενών (50). Ο έρωτας είναι ίσως η μόνη διέξοδος για υπέρβαση της φθοράς, έστω και πρόσκαιρα, όπως γράφει ο Γ. Χριστοδουλίδης στο ποίημα «Αγάπη μπορεί να συμβαίνει και μετά από πολλά χρόνια»: «Και νιώθω μια ευλογία για όλα αυτά / όπως εκείνη που περιβάλλει / όσους πρόλαβαν να σφιχταγκαλιαστούν / πριν τους σκεπάσει οριστικά ένα υπερμέγεθες κύμα / ή τους μασήσει η δεξιά σιαγόνα της φθοράς» (53). Ο έρωτας ως φευγαλέα και παροδική βίωση της ευτυχίας εντοπίζεται και στο ποίημα «Η ηλεκτροδότηση της λήθης», όπου η έλευση της ερωτικής μορφής στην πόλη προκαλεί δονήσεις και διακοπές «στην ηλεκτροδότηση της λήθης / της λήθης του έρωτα / και αρρυθμίες στην καθημερινή διεκπεραίωση / πολυκαιρισμένων συνηθειών […]» (48). Η εφήμερη δυναμική του έρωτα λειτουργεί μέσα σε ένα πλαίσιο αντιερωτικό, στο οποίο δεσπόζουν «τα αρχιτεκτονικά κολαστήρια των πόλεων» και η «πετρόχτιστη αδιαφορία» όσων «λίγο αγάπησαν ή αγαπήθηκαν» (49).
Όπως η γνήσια ερωτική εμπειρία είναι σπάνια και με ελάχιστη διάρκεια, παρόμοια οι καθαρά ποιητικές στιγμές στην όλη πορεία ενός ποιητή είναι ελάχιστες, συνεπώς πάρα πολύ λίγα είναι και τα άξια λόγου ποιήματά του, αν συγκριθούν με το σύνολο του έργου του. Το αυτοαναφορικό ποίημα «Συγκομιδή» είναι μια ποιητική απάντηση του Γ. Χριστοδουλίδη στο «Noli me legere» του ομότεχνού του Μιχάλη Παπαδόπουλου, στο οποίο ο δεύτερος γράφει: «Υπήρξα ποιητής / δύο λέξεων μόνο / […]. Εν τοιαύτη όμως περιπτώσει /με τόσο μελάνι που έχυσα / με τόσους τόνους πεταμένου χαρτιού / δεν συνεισέφερα κι εγώ / στη γιγαντιαία διαδικασία παραγωγής του περιττού / για μια στιγμή ανεπαίσθητης κατανάλωσης του ουσιώδους;» 6. Στη «Συγκομιδή», που είναι αφιερωμένη στον Μ.Π., γίνεται μια αποτίμηση της ποιητικής παραγωγής των δύο ομοτέχνων: «Γράψαμε το πολύ πέντε ποιήματα / εγώ κι εσύ το ξέρουμε Μιχάλη./ Όλα τα άλλα / φλυαρίες / μια ενθρόνιση της κενότητας.». Επιπλέον, τίθεται το βασανιστικό ερώτημα αν οι ποιητές θα μπορούσαν να εναντιωθούν ακόμη περισσότερο στην αντιποιητική εποχή τους, αντί «να τα παρατήσουν τόσο εύκολα». (58).
Είναι λοιπόν η γνήσια ποιητική εμπειρία σπάνια και φευγαλέα. Κι αυτό μπορεί να συνδέεται με έναν τραγικό διχασμό του ίδιου του ποιητή, ανάμεσα στη δύσκολη επιλογή μιας μοναχικής και επίπονης πορείας και στην εύκολη ταύτιση με τον τρόπο ζωής όσων επέλεξαν να μη δημιουργούν. Ο διχασμός αυτός είναι το θέμα ενός άλλου ποιήματος ποιητικής, που φέρει τον τίτλο «Πηγές έμπνευσης». Ο ενδοκειμενικός ποιητής βιώνει τραγικά μιαν εκκρεμότητα, δηλαδή όσο γράφει έχει την αίσθηση ότι τον παρακολουθεί ένας αγροίκος που του τονίζει ότι «δεν τον ενδιαφέρει η ποίηση» «σκίζοντας όλα τα πρωτόκολλα», χωρίς όμως να καταφέρνει να πείσει τον πρώτο «να ασχοληθεί με κάτι πιο προσοδοφόρο». Στο τέλος, επέρχεται μια πρόσκαιρη συμφιλίωση ανάμεσα στους δύο «εαυτούς» του ποιητή, ο διχασμός του οποίου, σε καμιά περίπτωση δεν συνδέεται με μιαν αυτάρεσκη αναχώρηση και εναντίωση απέναντι στην κοινωνία, όπως συνέβαινε παλαιότερα στην ποίηση του αισθητισμού.
Αντίθετα, τόσο σε αυτή τη συλλογή όσο και στις προηγούμενες του Γ. Χριστοδουλίδη, είναι ευδιάκριτη μια εκτεταμένη κοινωνική περιοχή, με τα επιμέρους θέματα της βιοπάλης, της κοινωνικής δυστυχίας, της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο και άλλα. Αυτή η θεματική εντοπίζεται στα ποιήματα «Δουλειές του ποδαριού» (11), «Σπασμένα ποδήλατα» (13-14), «Ο γερο-Γιωρκής» (40). Ειδικά, στο τελευταίο έχουμε μια χαμηλόφωνη αποτύπωση του δράματος των αγνοουμένων σε συνδυασμό με το θέμα της βιοπάλης. Ο αναγνώστης έχει την αίσθηση, τόσο γι’ αυτό το ποίημα όσο και για τα υπόλοιπα της συλλογής, ότι η ποιητική φωνή καταθέτει με στοχαστική πικρία και ενίοτε με λεπτή ειρωνεία το καταστάλαγμα βασανιστικών συλλογισμών του ποιητικού υποκειμένου γύρω από τον κόσμο της εξωτερικής πραγματικότητας και γύρω από τον εσωτερικό άνθρωπο με όσα πρόσκαιρα τον χαροποιούν και όσα διαρκώς τον θλίβουν και κάποτε τον συντρίβουν.
Σε καμιά περίπτωση η ποιητική φωνή στις Πληγείσες περιοχές του Γ. Χριστοδουλίδη δεν εκτρέπεται στον συναισθηματισμό ή στην εύκολη ποιητική ρητορεία. Ο ποιητής επέλεξε τον δύσκολο δρόμο της μετουσίωσης της πεζολογίας σε ουσιώδη ποιητικό λόγο, τις περισσότερες φορές ανιχνεύοντας την ποιητική ουσία ανάμεσα στα τετριμμένα καθημερινά περιστατικά και πολύ πιο σπάνια συναρμόζοντας την ουσία αυτή με απροσδόκητους και τολμηρούς συνδυασμούς λέξεων. Και μπορούμε ανεπιφύλακτα να υποστηρίξουμε ότι, στον δύσκολο αυτό δρόμο, ο Γ. Χριστοδουλίδης πέτυχε πάρα πολύ περισσότερα, από ό,τι ο ίδιος με μετριοπάθεια γράφει αποκαλώντας τον εαυτό του «ποιητή πέντε το πολύ ποιημάτων».
Σας ευχαριστώ

1 Βλ. ενδεικτικά Γιώργος Κεχαγιόγλου-Λευτέρης Παπαλεοντίου, Ιστορία της νεότερης κυπριακής λογοτε-
χνίας, Λευκωσία, Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών, 2010, 733′ Αιμίλιος Σολωμού, «Γιώργου Χριστο-
δουλίδη, Μεταξύ ουρανού και γης, Αθήνα, Φαρφουλάς 2013», Ανευ 48 (Καλοκαίρι 2013) 82-84′ Χρήστος
Μαυρής, «Η ποίηση των κοινωνικών αδιεξόδων», Χαραυγή, 8 Ιουλίου 2013.
2 Βλ. «Ηρωες και ηρωίδες υπάρχουν μόνο στους μύθους»: Συνέντευξη του Γιώργου Χριστοδουλίδη στη
Χαριτίνη Μαλισσόβα, Ιστολόγιο «Δια-Λόγου Διαδρομές»: http://wwwharitinicom.bIogspot.com.cy
/2014/05/biog-post_26.html
3 Βλ. Αριστοτέλης, Ποιητική 1452a.
4 Ο.π.
5 Ηράκλειτος, απ. 67: Hippolytus, Ref. haer. ix. 10: http://www.dassicpersuasion.org/pw/heraclitus/her-
patu.htm
6 Μιχάλης Παπαδόπουλος, Εντός συνόρων, Λευκωσία, Ακτή, 2000,35.

ΔΗΜΟΣΙΕΎΤΗΚΕ ΣΤΟ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΌ ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ Τ.528/Καλοκαίρι 2016

Παναγιώτης Νικολαΐδης Φιλόλογος-ποιητής
ΔΙΟΡΑΜΑ τ. 5 Μάρτιος-Απρίλιος 2016

Στο σκοτεινό βάθος των ανθρώπων και των πραγμάτων: σχόλια
πάνω στην ποιητική συλλογή του Γ. Χριστοδουλίδη Πληγείσες
περιοχές, Γυμνές ιστορίες

Με την έκτη κατά σειρά ποιητική συλλογή Πληγείσες περιοχές, Γυμνές ιστορίες (Μελάνι, 2016), ο ποιητής και δημοσιογράφος στο επάγγελμα Γ. Χριστοδουλίδης αξιοποιεί τις κατακτήσεις της προηγούμενης του διαδρομής σφραγίζοντας μια ποιητική πορεία ιδιαίτερα δημιουργική και γόνιμη. Κάτω από αυτό το πρίσμα η ανά χείρας ποιητική κατάθεση αντανακλά την περιπέτεια μιας ποιητικής πρωτίστως συνείδησης που δεν καταλαγιάζει στις κατακτήσεις της, αλλά στρεφόμενη προς το ίδιο της το παρελθόν επεξεργάζεται τις συνέπειες της διαδρομής της, στοχάζεται το βάρος που της κληροδότησαν οι αισθητικές, υπαρξιακές και ιστορικές της δεσμεύσεις και αποδεικνύεται έτοιμη να τις διαχειριστεί εκ νέου σε ένα τραυματικό και επώδυνο παρόν. Και είναι ακριβώς για τούτον τον λόγο που το νέο του ποιητικό βιβλίο, επιτυγχάνει αισθητικά σε μεγαλύτερο βαθμό μιαν εκφραστική πυκνότητα χάρη στον αυστηρότερο έλεγχο παλαιότερων διηγηματικών στοιχείων και κυρίως της υπερβολικής αναλυτικότητας, που αποδυνάμωναν κάποιες φορές το συμπαγές γλωσσικό αισθητήριο. Ένα δεύτερο χάρισμα που αποδεικνύει, κατά την άποψή μου, ότι το βιβλίο αυτό αποτελεί και το επιστέγασμα της ωριμότητας του Χριστοδουλίδη, είναι ότι διευρύνει τα οικεία θέματά του σε μεγαλύτερους κύκλους δημιουργώντας νέες περιοχές αναζήτησης.
Η συλλογή αποτελείται από πέντε, ίσες περίπου σε ποιήματα, ενότητες [Το παιδί, Περιπέτειες, Θανατερά, Ερωτικά (της γυναίκας), Ερωτικά (της ποίησης)]. Πιο συγκεκριμένα οι τρεις πρώτοι ομόκεντροι, θεματικοί κύκλοι του βιβλίου ακολουθούν οριζόντια την αναπόφευκτη πορεία της ανθρώπινης ζωής (παιδί-ενηλικίωση-θάνατος). Η αποφασιστική πορεία του ποιητικού υποκειμένου προς την αυτογνωσία έχει τέτοια ενδελέχεια, έτσι όπως εκτυλίσσεται από ποίημα σε ποίημα, που δίνει, κατά την άποψή μου, στην έκδοση μια σχεδόν μυθιστορηματική διάσταση. Αντίθετα, οι δύο τελευταίοι θεματικοί κύκλοι (έρωτας για τη γυναίκα και την ποίηση) διατρέχουν κάθετα όλο το εγχείρημα και εισάγουν στη μυθολογία του βιβλίου, ένα κλειδί ανάγνωσης∙ ένα κλειδί που προοικονομεί με διαύγεια τον πυρήνα του ποιητικού στοχασμού που αναπτύσσεται πολύτροπα στη συλλογή, δηλαδή τη σχέση του ανθρώπου με τη θνητότητα και με τη γλώσσα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι πέντε δομικές ενότητες, ιχνηλατούν το ίδιο θέμα με πέντε καταθέσεις διαφορετικής μορφής, θερμοκρασίας και εμβέλειας, ισορροπώντας, βέβαια, μέσα από τις αντινομίες τους. Σε κάθε περίπτωση, ο λειτουργικός τίτλος, Πληγείσες περιοχές, φωτίζει ενίοτε με μαύρο φως και ενίοτε με το φως της ελπίδας τον παιδικό κόσμο, την ενηλικίωση, τον θάνατο, την ιστορία, την κοινωνία, τον έρωτα και την ποίηση αδιάλειπτα και οργανικά, δημιουργώντας ένα αισθητικά λειτουργικό ποιητικό σύμπαν που αποπνέει αγάπη για τον άνθρωπο και την τέχνη.
ΤΟ ΚΑΦΕ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΖΟΖΕ ΣΑΡΑΜΑΓΚΟΥ (σ. 60)
Διαβάζω ένα καφέ βιβλίο.
Ο συγγραφέας είναι νεκρός
ο μεταφραστής είναι νεκρός
ο βασικός ήρωας αυτοκτόνησε.
Εγώ είμαι ακόμη ζωντανός.
Κάθομαι στο κοίλο ενός άγνωστου φεγγαριού
Και πίνω μια ξανθιά μπίρα.
Ποιος είπε ότι ο θάνατος
είναι ανίκητος
Όπως αποδεικνύει η ανάγνωση του συνόλου του έργου του Χριστοδουλίδη, ο ποιητής γράφει τους ισχυρότερους του στίχους όταν εκκινεί από τα προσωπικά του βιώματα και γίνεται εξομολογητικός. Συνήθως σε μια τέτοια εκκίνηση, το εγώ φτάνει πολύ μακρύτερα από το σημείο που όριζε η αφετηρία του και συναντά το εμείς. Τα περισσότερα από τα ποιήματα της συλλογής καταδεικνύουν με σαφήνεια μια δραματική και, ας το καταθέσω προκαταβολικά, ποιητικά δραστική στροφή του ποιητικού υποκειμένου προς τον εσώτερο βιωματικό του πυρήνα, εκεί όπου μονίμως αναθρώσκουν μνήμες ζωογονητικές (π.χ. ερωτικές, παιδικές), αλλά και πολλές λύπες, ματαιώσεις, διαψεύσεις και οδυνηρές διαπιστώσεις. Συγκλίνουν, με άλλα λόγια, προς ένα ζεύγμα αποσταγμένης πείρας ζωής, πικρίας για τις συντελεσμένες απώλειες και καρτερικού φόβου για τα επικείμενα.
Σε ορισμένα πάλι ποιήματα, ιδιαίτερα στις ενότητες (Περιπέτειες και Θανατερά) η ιστορία και ο έντονος κοινωνικός προβληματισμός δεν εξορίζονται άρδην από το ποιητικό προσκήνιο ούτε, ωστόσο, εκφέρονται φωναχτά ή ανεπεξέργαστα. Αντίθετα, ενσωματώνονται έντεχνα στον οντολογικό πυρήνα της ανθρώπινης ύπαρξης και για τούτο μετουσιώνονται, ως επί το πλείστον, αισθητικά και λειτουργικά σε ποίηση. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, συγκεκριμένα στοιχεία του κοινωνικού, καλλιτεχνικού και ιστορικού βίου, οι συνειδητές δηλαδή σκοπεύσεις, αλλά και οι ασυνείδητες αναφορές, οι ρήξεις και οι κρίσιμες υπαρξιακές επιλογές του ποιητικού υποκειμένου, δεν αποσιωπούνται με κανένα τρόπο, αλλά εγγράφονται ποιητικά στο κείμενο ως αναπόσπαστο συστατικό στοιχείο παραγωγής και διακίνησης του νοήματος.
ΤΟ ΣΥΡΤΑΡΙ (σ. 41)
Τα οστά του φυλαγμένα σ’ ένα συρτάρι
του ανθρωπολογικού εργαστηρίου
περιμένουν ταυτοποίηση.
Ένας άνθρωπος που ήθελε να κάνει πολλά
Αλλά δεν του βγήκε, κακορίζικος.
Σαράντα χρόνια αγνοούμενος
πέντε χρόνια μάλλον νεκρός.
Τέσσερα χρόνια φυλαγμένος.
Φυλαγμένος προσεκτικά σ’ ένα συρτάρι παρόμοιο
μ’ εκείνο όπου κάποτε παιδί
είχε κρύψει ένα γλειφιντζούρι
για να το γλύψει αργότερα.
Λαμβάνοντας τα πιο πάνω υπόψη, θεωρώ ότι ακόμη ένα θετικό στοιχείο του βιβλίου, είναι ότι αρκετά ποιήματα, ακόμα και όταν πρόκειται για ποιήματα ποιητικής, πείθουν σε μεγάλο βαθμό με την αλήθεια τους και αιτιολογούν βάσιμα τον υπότιτλο της συλλογής Γυμνές ιστορίες. Και τούτο συμβαίνει γιατί αφενός ο ποιητικός πυρήνας διαποτίζεται, βυθίζεται στο βίωμα και αφετέρου γιατί αυτό το βίωμα πραγματώνεται αισθητικά επιτυγχάνοντας τις περισσότερες φορές καθολικότητα. Σε αυτήν ακριβώς τη μείξη ατομικού και συλλογικού, μύθου και ιστορίας εδρεύει κατά τη γνώμη μου ένα από τα σημεία-κλειδιά της συλλογής, το οποίο μάλιστα φωτίζει τον αφηγηματικό σκελετό του βιβλίου.
Πιο συγκεκριμένα, στο κέντρο της αφηγηματικής τεχνικής του ποιητή δεσπόζει συμπληρωματικά το πρώτο και το τρίτο ενικό πρόσωπο, στα οποία θεωρώ ότι συμπλέκονται αξεδιάλυτα δύο στοιχεία: το αυτοβιογραφικό-βιωματικό από τη μια και το ιστορικοκοινωνικό-αφηγηματικό, σκηνοθετικό από την άλλη. Με τη χρήση του πρώτου ενικού προσώπου, ο ποιητής δημιουργεί τις προϋποθέσεις ενός αυτοβιογραφικού μυθιστορήματος, στο οποίο ο αναγνώστης εμπλέκεται αναπόφευκτα. Με τη χρήση του τρίτου ενικού προσώπου, η απουσία του ποιητή ταυτίζεται με την αναγνωστική ελευθερία που εγγυάται αδόκητη διεύρυνση του ποιήματος. Και στις δύο περιπτώσεις ο ομιλητικός χαμηλόφωνος τόνος, η προσωπική εξομολόγηση, η απροσποίητη ειλικρίνεια, η κατάθεση ψυχής αποτελούν τις εκφραστικές προθέσεις και προϋποθέσεις.
Το βιωματικό υλικό, επομένως, δεν εξασφαλίζει από μόνο του υψηλό ποιητικό αποτέλεσμα, αλλά πραγματώνεται επιτυχώς σε αισθητικά λειτουργική ποίηση πρωτίστως χάριν της ισχυρής, οικειωτικής δύναμης του στίχου. Και στην περίπτωση του Γ. Χριστοδουλίδη, η δύναμη του στίχου του οφείλεται πρωτίστως στον επιτυχή, τις περισσότερες φορές, ποιητικά συγκερασμό μιας συγκρατημένης συγκίνησης με ένα διανοητικό-στοχαστικό στοιχείο, προϊόν ανήσυχου προβληματισμού και άγρυπνης σκέψης. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο ποιητικός ρεαλισμός του Χριστοδουλίδη, αποδεικνύεται στις καλύτερές του στιγμές σε εξαιρετικό όπλο της γραφής, καθώς τον προφυλάσσει από τις παγίδες του ποιητικού ναρκισσισμού, ενώ παράλληλα του επιτρέπει να ψηλαφεί τραγικά βιώματα με την έσχατη λεκτική απλότητα. Με αυτό τον τρόπο, τα ιδιωτικά βιώματα του ποιητή δεν παραμένουν ασφυκτικά κλειστά στον χώρο των φευγαλέων εντυπώσεων του καθημερινού βίου, αλλά ανοίγονται προς μια βαθύτερη υπαρξιακή και πολιτισμική νοηματοδότηση.

ΤΟ ΣΕΛΙΝΙ (σ. 24)
Ήμουν δεν ήμουν εφτά χρονών
κι εκείνη η σταφιδιασμένη γριούλα είχε ανοικτή
τη χούφτα.
Της έδωσα το χαρτζιλίκι μου –ένα σελίνι
κι έτρεξα φοβισμένος μακριά.
Η γριά πέθανε, εγώ μεγάλωσα
ο χρόνος κάτω από το χώμα
καθάρισε τα κόκαλά της
αν δεν ήταν θαμμένη
θα βλέπατε ότι έχουν το ίδιο χρώμα
με το φετινό φεγγάρι του Αυγούστου
όμως αυτό που θέλω να πω
είναι ότι εκείνο το σελίνι
από τότε
καθημερινά μου επιστρέφεται
κι αστράφτει
πιο πολύ απ’ όλα τ’ άλλα νομίσματα
μες το ταξίδι του.

Εστιάζοντας στον μελαγχολικό τόνο, ο οποίος σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό διατρέχει το σύνολο σχεδόν της παραγωγής του ποιητή, παρατηρούμε ότι εδώ αναδύεται θεματικά εντοπισμένος και εμφιλοχωρεί επιτακτικά στο εσωτερικό της ποιητικής έκφρασης. Η αβεβαιότητα, τα διλήμματα, οι φόβοι, το άγχος για το οδυνηρό πέρασμα του χρόνου και οι ενοχές, οδηγούν το ποιητικό υποκείμενο άλλοτε σε μελαγχολικές κρίσεις συνειδήσεως και ταυτότητας στις οποίες διακυβεύεται ολόκληρη η ύπαρξή του και άλλοτε σε επάλληλους κύκλους εξωστρέφειας που εκδηλώνονται περισσότερο με ειρωνεία και λιγότερο με οργή για την εξαχρείωση των κοινωνικών ηθών στον τόπο μας, την κοινωνική και ιστορική αδικία και τον θάνατο. Από την άλλη πλευρά, η προσκόλλησή του ποιητή σε ηθικές αξίες και αρχές, ο ανθρωπισμός του, η προσήλωσή του στην ομορφιά και κατ’ επέκταση την αλήθεια, τον βοηθούν, βεβαίως, πρόσκαιρα να ισορροπήσει ψυχικά, δεν επιφέρουν, ωστόσο, την πολυπόθητη εσωτερική γαλήνη.
Και είναι για αυτόν ακριβώς τον λόγο που, ενώ θεματοποιείται εμφαντικά η βίαιη εισβολή του εξωτερικού κόσμου στον αφύλαχτο χώρο της ιδιωτικής ζωής και της ύπαρξης, ταυτόχρονα το ποιητικό εκκρεμές εξισώνει το αποτέλεσμα με τη αντίστροφη και, τις περισσότερες φορές, λυτρωτική παρέμβαση της ποιητικής όρασης που μεταμορφώνει τον εξωτερικό κόσμο. Πρόκειται για μια ανατρεπτική, σε πολλά ποιήματα της συλλογής, οπτική, η οποία αφαιρεί από τα πράγματα την κοινή θέα και θέασή τους, βάζοντας στη θέση τους ένα ιδιάζον, λοξό ποιητικό κοίταγμα, το οποίο ως επί το πλείστον αναποδογυρίζει την κοινή λογική και κυοφορεί το θαύμα.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η κοινωνική περιθωριοποίηση, η ανέκκλητη φθορά του σώματος, η εξαχρείωση των αισθημάτων, η κοινωνική αδιαφορία, η αδικία, οι σωματικές και ψυχικές πληγές αποτελούν εν τέλει διάφορες εκδοχές της υπαρξιακής ερημιάς και του παράλογου της ιστορίας, που μόνο η ποίηση και ο έρωτας μπορούν έστω και για λίγο να νικήσουν. Οι δύο τελευταίες ενότητες του βιβλίου καταδεικνύουν εξάλλου εμφαντικά ότι μόνο η ποίηση και ο έρωτας δύνανται να προστατεύσουν τον λυρισμό της σκέψης και την παιδική ηλικία, να επιτεθούν στη βαρβαρότητα, στην κατανάλωση των σχέσεων, στην κοινωνική και ιστορική αδικία, στα λογής στερεότυπα, ακόμη και στην ίδια την ποίηση όταν αυτή είναι άσφαιρη. Η ποίηση και ο έρωτας εμφανίζονται, λοιπόν, αιφνίδια στη σκηνή για να βεβαιώσουν τη δυνατότητα ενός ουσιαστικότερου υπάρχειν μέσω μιας ανατρεπτικής ματιάς, η οποία ως επί το πλείστον ανατρέπει το άνοστο περίβλημα της καθημερινότητάς μας.
ΟΙ ΕΠΙΖΩΝΤΕΣ (σ. 44)
Όσοι συνέρχονται
έχουν παραμορφωμένα πρόσωπα
κομμένα μέλη
και τους λείπει το προηγούμενο κοίταγμα.
Βυθίζονται σε ζάλη αφρισμένη
και τα λόγια τους γίνονται πουλιά
που δεν έχουν φωλιές.
Βλέπουν τις σπίθες ως ηλιαχτίδες
τις πληγές ως λάθος του τεχνίτη
και τα θύματα
ως αγγέλους που αποκοιμήθηκαν.
Βλέπουν τη σκηνή του δυστυχήματος
χωρίς τη φρίκη.
Ακριβώς όπως οι επιζώντες
μιας ήσυχης μέρας
-πολλών ήσυχων ημερών.

Πρέπει να σημειωθεί, ωστόσο, ότι αυτή η ανατρεπτική όραση δεν περιορίζεται αυτάρεσκα και από απόσταση ασφαλείας στο υπαρξιακό ή στο ιστορικοκοινωνικό πεδίο, αλλά επεκτείνεται με παρρησία και στο πεδίο της ίδιας της ποίησης. Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, που στο καταληκτικό ποίημα της συλλογής «ΠΗΓΕΣ ΕΜΠΝΕΥΣΗΣ», αποδομείται ειρωνικά από τη μια το εξιδανικευμένο μοντέλο του ρομαντικού ποιητή, ενός καθαρού, υπερβατικού, όντος, που επικοινωνεί με το θείο και εμπνέεται από αυτό, ενώ ταυτόχρονα προβάλλεται αντιθετικά από την άλλη το ακάθαρτο, γήινο σώμα του πραγματικού ποιητή. Το ποίημα, κινείται, με άλλα λόγια, επιθετικά και εσώστροφα, προς την κατεύθυνση του ίδιου του ποιητή-δημιουργού, αποδομώντας, αφενός, τη ρομαντική και ιδεαλιστική εικόνα του ποιητή ως πολιτιστικώς ορθού κοινωνικού προτύπου για έναν υψηλό πολιτισμό, και αφετέρου τη ναρκισσιστική του ασθένεια.
ΠΗΓΕΣ ΕΜΠΝΕΥΣΗΣ (σ. 61)
Υπάρχει μια εκκρεμότητα
που αν δεν την πω δεν θα ησυχάσω.
Κάποιος με παρακολουθεί την ώρα που γράφω.
Ένας αγροίκος
τον ακούω να κόβει τα νύχια του
να ξύνεται να χασμουριέται
μετά να σηκώνεται να σπάει αβγά
να κάνει ομελέτα
ύστερα να ανάβει την τηλεόραση
να ρουφά την ημερήσια φρικαλεότητα
μετά να παθιάζεται μ’ ένα ντέρπι
να στυλώνει το τεράστιο πούρο του
να στέλλει δαχτυλίδια καπνού
στο γκρίζο ταβάνι του
που καταρρέει αδιάκοπα.
Δεν με ενδιαφέρει καθόλου η ποίηση
μου λέει, σκίζοντας όλα τα πρωτόκολλα
κατ’ ακρίβειαν την έχω εντελώς γραμμένη
και χασκογελά.
Νομίζει ότι έτσι θα με τσαντίσει
ή θα με κάνει να ασχοληθώ
με κάτι πιο προσοδοφόρο.
Ας πιούμε ένα ποτήρι κρασί, του απαντώ
Κερασμένο από μένα
πάλι μου έδωσες
το καλύτερο ποίημα.
Συνοψίζοντας, η πρόσφατη ποιητική συλλογή του Γ. Χριστοδουλίδη Πληγείσες περιοχές, Γυμνές ιστορίες, αποτελεί ένα ποιητικό χρονολόγιο του αόρατου ρήγματος της ύπαρξης. Σε αυτό τον ψυχικό ιστό ό,τι χάθηκε, κομματιάστηκε και σπαταλήθηκε, δεν αντιπροσωπεύει μιαν ουδέτερη, άχρηστη και αποσημασιολογημένη ύλη, αλλά ένα ακόμη ολοζώντανο σύμπαν, που μολονότι αιμορραγεί ακατάσχετα από κάθε του άνοιγμα, δεν λέει με κανέναν τρόπο να παραδώσει τα όπλα. Για τούτο και η ποιητική του κρυσταλλώνεται σε ένα ξεκάθαρο διπολικό σχήμα: από τη μια η οδυνηρή νοσταλγία ενός οριστικά χαμένου, παιδικού παραδείσου, από την άλλη η επίμονη προσπάθεια του ποιητή να υπερβεί αυτή την απώλεια και να επανακτήσει την αρχική ολότητα. Επιμέρους ενστάσεις σε ορισμένα σημεία του βιβλίου για υπερβολική αναλυτικότητα ή πλατειασμό υπάρχουν, δεν μπορούν ωστόσο, κατά την άποψή μου, να αλλοιώσουν σε μεγάλο βαθμό το συνολικό αποτέλεσμα. Το θαύμα της ποίησης ιχνοβατεί το σκοτεινό βάθος των ανθρώπων και των πραγμάτων και εξακολουθεί να προβάλλει μέσα από τις άπειρες κρύπτες της πραγματικότητας. Όποιος διαθέτει την κατάλληλη όραση το βλέπει.

Χαριτίνη Μελισσόβα Εφ. Θεσσαλία/25/12/2016

Η ποιητική συλλογή του Γιώργου Χριστοδουλίδη, που φέρει τίτλο «Πληγείσες περιοχές», αποτελείται από 35 ποιήματα χωρισμένα σε 5 ενότητες: α) τις παιδικές μνήμες, δικές του ποιητή και των παιδιών του, β) την καθημερινότητα και τα βιώματά της, γ) τα υπαρξιακά ζητήματα, με έμφαση στο θάνατο, δ) τα ερωτικά ποιήματα με θέμα τη γυναίκα και ε) τα ερωτικά ποιήματα με θέμα την ποίηση, που στην ουσία πρόκειται περί ποιημάτων ποιητικής. Ο Γ.Χ. σπάνια λειτουργεί με αφοριστικές προσεγγίσεις στην ποίησή του. Όταν το πράττει όμως είναι καίριος, ευθύβολος, και εύστοχος: «Δεν υπάρχουν γυναίκες χωρίς αλυσίδες / δεν υπάρχουν γυναίκες ικανές να μην τις σπάσουν / και δεν υπάρχουν γυναίκες / που το καταλαβαίνουν πριν τις σπάσουν».

Κώστας Τσιαχρής  Φιλολογικές Ματιές 1/1/2017

Με  αυτόν τον  δημοσιογραφικού  ύφους τίτλο  και με μία διάθεση άκρως  διερευνητική, ο δημιουργός αυτής  της συλλογής, έκτης  κατά σειρά, αναζητά  κάτι  σαν πτώμα  πάνω  στην εικόνα   ενός  φαινομενικά     εύρωστου οργανισμού. Και σα να  παίρνει φόρα  από την αθωότητα  της  παιδικής  ηλικίας για να χτυπήσει με δύναμη  και με  το κεφάλι χωρίς κράνος  πάνω στην κολόνα  του θανάτου. Και σα να βγάζει από το συρτάρι του το  γλειφιτζούρι για να πλανέψει  την ανθρωπιά  που κρύβεται στα  ενδιάμεσα στάδια. Και  σα να βγαίνει από τη σύγκρουση  ανέλπιστα  επιζών.

GIORGIO TZIMURTAS

ΣΤΙΧΟΙ ΑΠΟ ΚΡΥΦΑ ΣΤΡΩΜΑΤΑ

Στα κρυφά στρώματα της πραγματικότητας, στην πολύμορφη σύνθεσή της και στην απρόσμενη αποτελεσματικότητά της – σ’ αυτές τις βαθιά δρώσες περιοχές διεισδύει η ποίηση του Γιώργου Χριστοδουλίδη. Αποκαλύπτει μυστικές εξαρτήσεις και ασύνειδους μηχανισμούς, απονέμοντάς τους ένα ακριβές γλωσσικό περίγραμμα.Οι στίχοι του είναι διαφωτιστικοί. Το μέσον για την κρίση, τη συνειδητοποίηση, είναι η ίδια η ποίηση με τη διπλή σημασία της λέξης: ως λυρική έκφραση και ως νοηματική ανα-διαμόρφωση του κόσμου.
Προγραμματική σημασία ενέχει το ποίημα «Τελική κρίση», όπου λέει: «Θέλω να σταματήσω να προδίδω την ποίηση./ Να προσθέσω επιτέλους στις λέξεις/ το αληθινό τους νόημα./(…) ΄Υστερα να περιμένω ν’ ακούσω/ το σύρσιμο της σαύρας από τα ερείπια,/ ή το φτερούγισμα του περιστεριού/ μ’ ένα κλαδί ελαίας στο ράμφος. Οι στίχοι μηνύουν επίσης, ότι τόσο η ικανότητα για κρίση όσο και η διαμεσολάβησή τους προϋποθέτουν την ειλικρίνεια της γλώσσας, έχουν ανάγκη τη συμφωνία μαζί της.
Η υψηλής περιεκτικότητας μορφή είναι χαρακτηριστική της ποίησης του Χριστοδουλίδη: «Γράφω σύντομους στίχους, η έκφρασή μου είναι παρά τα συγκεκριμένα γεγονότα, στα οποία αναφέρομαι, συμβολική», εξηγεί ο ποιητής. Τα σύμβολά του διαθέτουν, παρά την σαφήνειά τους, ποικίλα επίπεδα. Στο ποίημα «Τελική κρίση» μπορεί «τα ερείπια» να αναφέρονται σε ένα μακρύ παρελθόν, του οποίου η κληρονομιά θα πρέπει να διευκρινισθεί και να κατανοηθεί εκ νέου. Αλλά εξ ίσου επισημαίνουν πόσο πρόσκαιρη μπορεί να είναι η αρχέγονη δύναμή τους. Η οποία μπορεί να λήξει λόγω του χρονικής φύσεως προορισμού τους ως κτηρίων, λόγω καταστροφής από τον χρόνο ή το ανθρώπινο χέρι.
Το «σύρσιμο της σαύρας» πάνω στην πέτρα διευκρινίζει: Οι τοίχοι που κατέρρευσαν έχουν γίνει ένα μέρος της φύσης. Ως πολιτισμικό, αλλά συγχρόνως και ως αποδεικτικό στοιχείο της ταυτότητας ενός τόπου συγχωνεύονται πια στο τοπίο. Στο εξωτερικό τοπίο, αλλά και στο εσωτερικό, της ψυχής. Εκεί συντηρούν τόνους που δεν έχουν ανακαλυφθεί ακόμα. Όποιος διαθέτει λεπτή αίσθηση γι’ αυτούς, έχει και τη δυνατότητα να ακούσει και » το φτερούγισμα του περιστεριού/ μ’ ένα κλαδί ελαίας στο ράμφος», την ειρήνη, δηλαδή, που πλησιάζει.
Κι αυτό πρέπει να γίνει κατανοητό από γενικώς ανθρώπινη, κοινωνική και πολιτική άποψη.
Ο Χριστοδουλίδης , που γεννήθηκε το 1968 στη Μόσχα και εργάζεται στην Κύπρο ως δημοσιογράφος, καλλιεργεί στην ποίησή του και τους τρεις θεματικούς κύκλους: «Είναι όσα βιώνω, αυτά που αποκτούν μορφή στην ποίησή μου. Αποφασιστικές είναι πολλές και διάφορες επιδράσεις και πηγές έμπνευσης,» όπως υποστηρίζει. Όταν έχει την αίσθηση ότι ωρίμασε ο χρόνος για να γράψει κάτι, τότε ακολουθεί αυτήν την τάση. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τα ποιήματα που δημιουργούνται σε μια τέτοια φάση βρίσκονται και σε κάποια εξάρτηση μεταξύ τους.
«Προσπαθώ να διεισδύσω όλο και βαθύτερα στην ανθρώπινη ύπαρξη». Έτσι καθορίζει ο Χριστοδουλίδης τον στόχο της ποίησής του. Σε σχέση με τα κοινωνικά θέματα λέει: «Προσπαθώ να δώσω φωνή σ’ αυτούς που δεν έχουν. Μέσα από μια παγκόσμια προοπτική». Ως παράδειγμα αναφέρει τους παράνομους μετανάστες. «Το φτερούγισμα του περιστεριού» μπορεί να ερμηνευτεί και με αυτό το νόημα, τη στιγμή μάλιστα που αυτό παραθέτει και στο κρατικό οικόσημο της Κύπρου.
Ο Χριστοδουλίδης αφιερώνεται επίσης και στην κριτική του πολιτισμού, στην απειλή του ανθρώπου από τη ριζική εμπορευματοποίηση του κόσμου. Στο ποίημα «Οι βάρβαροι» γράφει: «Με ξένα χέρια ταξιδεύουμε στο μέλλον/ (…)/ Ασύλληπτοι κραδασμοί/ ηχούν από παντού/ (…)/ Από την απέναντι λεωφόρο/ οι βάρβαροι/ που άλλοτε κραδαίναν ακονισμένα σπαθιά/ με διαφημιστικές πινακίδες/ τώρα θριαμβεύουν.
Από πολιτική άποψη ασχολείται με το πρόβλημα της Κύπρου, τον χωρισμό της πατρίδας του εδώ και πάνω από 34 χρόνια εξαιτίας της κατάκτησης ενός τρίτου της νήσου από τους Τούρκους . Εδώ ωστόσο δεν πρόκειται για θρήνο, αλλά «για διασαφήνιση του τραγικού που δεν γίνεται πια αντιληπτό». Τονίζει πως υπάρχει κίνδυνος, «να συνηθίσουμε σε πολλά πράγματα, που δεν θα έπρεπε να είναι έτσι. » Ένα σημαντικό δείγμα αυτής του της πρόθεσης είναι το ποίημα «Θα πενθήσω αργότερα», όπου γίνεται λόγος «για προσωρινούς χωρισμούς που γίναν μόνιμοι» και παρακάτω για «όνειρα/ που έμειναν τέτοια».
Στο ποίημα αυτό διαφαίνεται πολύ καθαρά η προειδοποιητική πλευρά της ποίησης του Χριστοδουλίδη, αλλά και η τέχνη τού να καθάρει διά της ποίησης. Παρ’ όλα αυτά ο ίδιος είναι πεπεισμένος ότι: «η ποίηση δεν αλλάζει τον κόσμο». Δεν αποκλείεται ωστόσο «ένας και μοναδικός άνθρωπος να μπορέσει μέσω ενός ποιήματος να δει κάτι τελείως καινούργιο ή και να το συνειδητοποιήσει». Ο Χριστοδουλίδης πιστεύει βαθιά ότι «η ποίηση μπορεί να μας κάνει πιο σοφούς, να μας οδηγήσει σε καλύτερη γνώση του δικού μας εγώ».
Κι αυτό είναι μια εμπειρία που έχει κάνει ο ίδιος: Το πρώτο του ποίημα το έγραψε ο Γιώργος Χριστοδουλίδης στα 13 του χρόνια. Ήταν μια στιγμή που είναι γι’ αυτόν παρούσα ακόμη ως σήμερα. «Επέστρεφα από το σχολείο στο σπίτι πολύ λυπημένος, απογοητευμένος από τον εαυτό μου. Σκεφτόμουν πως δεν είχα κανένα ιδιαίτερο χάρισμα, που να απέδειχνε ότι διέθετα προσωπικότητα», διηγείται ο ίδιος. Ξαφνικά άρπαξε ένα μολύβι και έγραψε ένα ποίημα. «Διαπίστωσα ότι μπορούσα να γράψω ποίηση. Και άρχισα να γράφω.»
Στην αρχή έγραφε ποιήματα με ομοιοκαταληξία, όπως ήταν η συνήθεια της ελληνικής ποίησης στις προηγούμενες δεκαετίες. Σιγά σιγά προχώρησε σε νέους τρόπους. Η πρώτη του ποιητική συλλογή «΄Ενια» – ο τίτλος είναι ένα γυναικείο όνομα, που όμως όταν προφέρεται μπορεί να σημαίνει και «νόημα» – εκδόθηκε το 1996. Για τη συλλογή αυτή του απονεμήθηκε το κρατικό βραβείο για νέους ποιητές. Πέντε χρόνια αργότερα ο Χριστοδουλίδης τιμήθηκε με το Πρώτο Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τον δεύτερο τόμο με ποιήματά του το «Ονειροτριβείο». Η πιο πρόσφατη ποιητική του συλλογή, που παρουσίασε το 2004, φέρει τον τίτλο «Εγχειρίδιο καλλιεργητή». Τα ποιήματα της συλλογής αυτής είναι πιο μακροσκελή από ό,τι στις παλαιότερες, αλλά ο Χριστοδουλίδης παραμένει πιστός στο συμπυκνωτικό του ύφος. Παρά ταύτα διαβαίνει τώρα το μονοπάτι μιας πιο διηγηματικής παρουσίασης.
Ως προς τη μορφολογική τους άποψη, τα ποιήματά του είναι «πάντα ένα καινούργιο πείραμα». Επιδράσεις δέχτηκε εκτός από τη ρωσική ποίηση, την οποία διάβαζε όσο σπούδαζε στη Μόσχα Δημοσιογραφία,καθώς και από την αγγλόφωνη, αλλά και, προπαντός, από τους νεοέλληνες λυρικούς ποιητές: Γιάννη Ρίτσο, Τάκη Σινόπουλο, Νικηφόρο Βρεττάκο και την Κική Δημουλά, που αναφέρει με ιδιαίτερη έμφαση. Ως τυπικά κυπριακά στοιχεία στην ποίησή του ο Χριστοδουλίδης χαρακτηρίζει «όλα όσα παραδίδει η καθεμιά ποιητική γενιά στις επερχόμενες». Έχει εμβαθύνει στους στίχους των Κυπρίων ποιητών, ενώ στα ποιήματα του Κώστα Μόντη και του Μιχάλη Πασιαρδή διαπίστωσε πόσο σπουδαία είναι «η συγκέντρωση στο πιο ουσιαστικό». Αυτό που ο ίδιος θα ήθελε κυρίως να κατορθώσει, είναι » Η απλότητα της ποίησης αφού κατανοηθεί προηγουμένως η πολλαπλότητα της πραγματικότητας».
Σημαντικό είναι επίσης κατά τον Χριστοδουλίδη η επικοινωνία με τον αναγνώστη. Για την αποστολή ωστόσο της ποίησης ο Χριστοδουλίδης μας λέει στο ποίημά του «Ένια»: «(…) τα ποιήματα δεν γίνονται/ για να διαβάζονται./ Για να πεθαίνουν γίνονται/ μέσα στην ομορφιά που αναπέμπει/ ένας ασύλληπτος χρησμός.

Αιμίλιος Σολωμού
Περιοδικό Άνευ

Γιώργου Χριστοδουλίδη, Δρόμος μεταξύ ουρανού και γης, εκδ. Φαρφουλάς, 2013

Με την πέμπτη του ποιητική συλλογή «Δρόμος μεταξύ ουρανού και γης» (χωρισμένη σε δύο μέρη) ο Γιώργος Χριστοδουλίδης ανανεώνει την παρουσία του στον ποιητικό χάρτη της Κύπρου, συνεχίζοντας μια ξεχωριστή ποιητική διαδρομή. Ανήκει στη γενιά των ποιητών που αποκλίνουν από τις θεματικές και τα εκφραστικά μέσα της γενιάς του 1974. Στους νέους ποιητές που σ’ ένα βαθμό «αμφισβητούν» την ποιητική της προηγούμενης γενιάς.

Ο ποιητής επανέρχεται σε θέματα που τον απασχολούσαν στις πρότερες συλλογές του. Ωστόσο, υπό το φως των τελευταίων εξελίξεων στην οικονομία και συνεπώς την επιδείνωση των κοινωνικών όρων διαβίωσης, η ποίησή του γίνεται αμεσότερη, επικαιροποιείται περισσότερο, καταπιάνεται με ζητήματα που δε χρειάζεται πια να τα αναγάγει από το μερικό και μεμονωμένο στο γενικό και πανανθρώπινο. Τώρα, έχει κανείς την αίσθηση πως ο ποιητής ακολουθεί αντίστροφη πορεία: από το γενικό απομονώνει το μεμονωμένο και με το φακό του εξετάζει αυτές τις αλλαγές. Κι αυτό, γιατί η διάρρηξη του κοινωνικού ιστού υφίσταται πια τέτοια διάβρωση και έχει πάρει τέτοιες διαστάσεις με ταχείς ρυθμούς και συνεχώς επιδεινούμενους που απειλεί να μας συμπαρασύρει όλους. Η απόγνωση είναι δίπλα μας, χτυπά και τη δική μας πόρτα.

Βέβαια, αυτό δε σημαίνει πως την ποίηση του Γ. Χριστοδουλίδη μονοπωλεί η κοινωνική θεματική (ιδωμένη με μια λοξή ειρωνική διάθεση). Έχει το μεγαλύτερο μερίδιο, αλλά τον απασχολεί, όπως πάντα, το κυπριακό εθνικό πρόβλημα (και μάλιστα αυτό προτάσσεται στη συλλογή, στα πρώτα ποιήματα), π.χ. στο ποίημα «Για τις Κερύνειες», στο οποίο ασκεί κριτική στους «γνωστικούς» που έχουν ξεγραμμένη την Κερύνεια ή σε ανάλογο πλαίσιο, με πιο έμμεσες παρόμοιες απηχήσεις, κινείται και στα ποιήματα «Ναυμαχίες» και «Επέτειοι». Πάντως, η πραγματικότητα είναι ότι βαρύτητα δίνεται σε κοινωνιολογικά και υπαρξιακά ζητήματα όπως η εκμετάλλευση των οικονομικών μεταναστών και η νοσταλγία τους για τη γενέθλια γη, οι άστεγοι, η διαφθορά και η διαπλοκή της εξουσίας, η κυρίαρχη θέση του χρήματος και του υλισμού στην κυπριακή κοινωνία του νεοπλουτισμού σε αντιδιαστολή με την ανέχεια, την κοινωνική αναλγησία και αδικία, η μοναξιά του σύγχρονου ανθρώπου, η φθορά και το γεγονός του θανάτου, ο έρωτας και η αγάπη. Η διεθνής επικαιρότητα, ή οι εμπειρίες από ταξίδια, είναι επίσης ορισμένα από τα θέματα τα οποία επανέρχονται στις συλλογές του Γ. Χριστοδουλίδη (εδώ π.χ. οι πολύνεκρες βομβιστικές επιθέσεις στο Ιράκ). Ιδιαίτερα σ’ αυτή τη συλλογή καταπιάνεται με οικογενειακές (και προσωπικές) μνήμες (ενδεικτική είναι η μορφή του παππού στο ποίημα που έδωσε τον τίτλο στη συλλογή) και εμπειρίες. Επιμένει με ευαισθησία και στοχαστική διάθεση στις σχέσεις μεταξύ γονέων και παιδιών και κυρίως στον τρόπο ανατροφής τους. Ασκεί κριτική στους γονείς, γιατί έκλεισαν τη μνήμη των παιδιών τους σ’ ένα φιλμ της φωτογραφικής σας μηχανής ή γιατί δεν τα έμαθαν να σηκώνονται όταν πέφτουν («Νουθεσία»). Στο ποίημα «Ανάκτορα Μεγάλου Πέτρου» αναφέρεται στην τραυματική εμπειρία της εγκατάλειψης των παιδιών από έναν πατέρα. Στα παιδιά και στη σχέση τους με τους γονείς γίνεται αναφορά και στα ποιήματα «Πρωινή εικόνα» και «Περί λαθών». Μέσα στα πλαίσια αυτής της οικογενειακής θεματικής εντάσσεται και το ποίημα «Γεγονότα μέσα στα χρόνια των σπιτιών»: Σαν αναρριχητικά φυτά/διεισδύουν μες στα χρόνια μας/τα γεγονότα των σπιτιών.

Συχνά στη συλλογή παρόντα είναι και τα ποιήματα ποιητικής: ο ποιητής συνειδητοποιεί την αδυναμία του να αλλάξει τα κακώς κείμενα, αλλά εκφράζει την ετοιμότητα να συνεχίσει να γράφει («Απελπισία»). Αλλού αναφέρεται στην αποστολή των ποιητών: μέχρι να πρηστούν τα χέρια τους/να αιμορραγήσουν/μέχρι το ορυχείο/να αναβλύσει στίχους/ή να τους καταπλακώσει («Υπόγειες Εργασίες») ή έχει επίγνωση του γεγονότος ότι όσα θα γράψεις και θα πεις στο μέλλον/έχουν ήδη ειπωθεί («Οι περισσότεροι είναι σαν κι εσένα») ή ακόμα αντιλαμβάνεται τη δύναμη της ποίησης, αφού θα σφαλίσουμε σφιχτά σε κάποιο ποίημα/ένα κομμάτι ήλιο λαμπερό/θα το διαβάσουν οι τυφλοί/και θα λάμψει σαν μικρός πυρσός τη νύχτα («Σβήνοντας τα ίχνη επιμελώς»).

Έντονα παρών στη συλλογή είναι ο υπαρξιακός στοχασμός και η εσωτερικότητα. Ο ποιητής συλλογίζεται πάνω σε κορυφαία ζητήματα της ανθρώπινης ύπαρξης, όπως ο έρωτας, η φθορά, ο χρόνος, η μοναξιά, ο θάνατος και το επέκεινα (π.χ. οι σχέσεις νεκρών/ζωντανών-συχνά αναρωτιέται αν οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται ότι πια έχουν αποδημήσει). Πολλά από τα θέματα αναπτύσσονται με διδακτική, παραινετική διάθεση που παραπέμπει εν μέρει στον Καβάφη («Ο βλαστός»: Έτσι και τη ζωή σου/μην την φυτέψεις όπου να’ ναι/δεν υπόκειται σε μεταφυτεύσεις/ψάξε καλά το έδαφος/τις πιθανές μελλοντικές αναπτύξεις/την πετροποίηση του φυσικού της περιβάλλοντος/κι αν δεν βρεις αυτό που ζητάς/γύρεψε λύση στο νερό). Παρόλα αυτά, ο στίχος του Γ. Χριστοδουλίδη παραμένει νηφάλιος και η ποίησή του χαμηλότονη. Δεν πέφτει στην παγίδα να κραυγάσει και να υψώσει τη φωνή της, παρά τον ιδιαίτερα καταγγελτικό της χαρακτήρα.

Γενικά, ο Γ. Χριστοδουλίδης έχει διαμορφώσει το δικό του προσωπικό ύφος με τον τρόπο που πραγματεύεται τα θέματα και τους ρητορικούς του τρόπους. Η συνομιλία με την ιστορία, η διεθνής επικαιρότητα, η κοινωνική κριτική, η έντονη στοχαστική διάθεση σε υπαρξιακά ζητήματα, η μνήμη, η ειρωνεία και ο σαρκασμός ορισμένες φορές, η επανάληψη, η αμφισημία είναι χαρακτηριστικά της ποίησής του.

Χρήστος Μαυρής

ΧΑΡΑΥΓΗ 8 Ιουλίου 2013

Η ποίηση των κοινωνικών αδιεξόδων

Η τραγωδία του Ιούλη του 1974 δεν έχει περάσει, όσο θα έπρεπε, και στην νέα ποιητική συλλογή (η έκτη στη σειρά) του Γιώργου Χριστοδουλίδη, που τιτλοφορείται «Δρόμος μεταξύ ουρανού και γης» που εκδόθηκε το 2013, στην Αθήνα. Φυσικά, η τραγωδία του 1974 (πραξικόπημα-τουρκική εισβολή- νεκροί-αγνοούμενοι-προσφυγιά) δεν έχει περάσει ούτε και στην ποίηση των άλλων, νεότερων ποιητών της Κύπρου. Και αυτό, εν μέρει, είναι δικαιολογημένο λόγω της αποστασιοποίησης από τα τραγικά αυτά γεγονότα αλλά και λόγω έλλειψης, νομίζω, βιωμάτων, εφόσον οι περισσότεροι ήσαν τότε σε μικρή ηλικία ή, κάποιοι, ίσως να ήταν και αγέννητοι. Συνεπώς δεν έζησαν τη φρίκη του πολέμου και τις δύσκολες μέρες που ακολούθησαν για τον κυπριακό λαό, για να τα καταγράψουν στην ποίησή τους. Κάποιες μεμονωμένες προσπάθειες που γίνονται στις μέρες μας, από την πλευρά αυτών των ποιητών, όπως διαπιστώνω, δεν καταλήγουν ή, καλύτερα, δεν μετουσιώνονται σε ποιητική τέχνη.
Με άλλα λόγια, η Ιστορία ή τα ιστορικά γεγονότα είναι μονίμως απόντα από την ποίησή τους, σε αντίθεση με τις προηγούμενες γενιές των Κυπρίων ποιητών, δηλαδή τη γενιά του 1974 και του 1960, που η Ιστορία αποτέλεσε την νερομάνα για την ποίησή τους.Με αυτό εννοώ πως το κέντρο της ποίησης των νεότερων ποιητών δεν είναι η Ιστορία. Το κέντρο της ποίησής τους είναι η ανθρώπινη κοινωνία που, χάρη στην εξέλιξη της Τεχνολογίας, τώρα μπορούν να την παρακολουθούν και να την εποπτεύουν σε όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη μας.Μία παγκόσμια κοινωνία που, στο σύνολό της, μαστίζεται από πολέμους και εμφύλιες διαμάχες, από την οικονομική κρίση και τη φτώχεια, με αποτέλεσμα ναείναι γεμάτη με άστεγους και πεινασμένους, με πρόσφυγες και κατατρεγμένους, με άρρωστους και εξαθλιωμένους! Μια κοινωνία που οδηγεί τα μέλη της συνεχώς σε αδιέξοδα, χωρίς να μπορεί να τους προσφέρει έστω και μία αχτίδα ελπίδα ή κάποιες στιγμές χαράς, με την κατάσταση αυτή να επιδεινώνεται ολοένα και περισσότερο. Ακριβώς, μέσα σε αυτά τα κοινωνικά αδιέξοδα καλούνται ναεπιβιώσουν σήμερα οι Κύπριοι ποιητές, παλαιότεροι και σύγχρονοι.Μαζί τους ασφαλώς και ο Γιώργος Χριστοδουλίδης που η μέχρι σήμερα ποιητική παραγωγή του τον κάνει να ξεχωρίζει σαν ένα από τους σημαντικότερους εκπρόσωπους της νεότερης ποιητικής γενιάς και που η νέα ποιητική συλλογή του, όπως διαπιστώνω, είναι βουτηγμένη μέσα στο ανθρώπινο υπαρξιακό δράμα.
Δηλαδή, αποτελείται από ποιήματα που τα θέματά τους είναι καθημερινά και ανθρώπινα, συνεπώς είναι εμποτισμένα με πόνο και πίκρα. Εκείνο όμως, που ξεχωρίζει έντονα στη νέα συλλογή του και σε κάνει να το προσέξεις με ιδιαίτερη ματιά, είναι το γεγονός πως τα περισσότερα ποιήματά του αφορούν θέματα που, εκ πρώτης όψεως, μπορεί να θεωρηθούν δευτερευούσης σημασίας από τους αναγνώστες του, άρα ασήμαντα και ανούσια, (όπως π.χ. η πρωινή συνομιλία με ένα υποτιθέμενο παππού του), με αποτέλεσμα να διερωτώνται αν άξιζε τον κόπο να ασχοληθεί ο ποιητής με αυτά τα θέματα. Όταν ολοκληρώσεις όμως την ανάγνωσή τους, θα διαπιστώσεις πως στο βάθος τους, (ειδικά όπως προσέγγισε και ανέπτυξε τα θέματά του ο Χριστοδουλίδης), αυτά τα χαμηλόφωνα ποιήματα, με στίχους που μοιάζουν σαν καθημερινές κουβέντες, είναι γεμάτα ουσία και πανανθρώπινα μηνύματα. Σίγουρα όμως, αυτό δεν μπορεί να το καταφέρει ο οποιοσδήποτε. Γιατί, αυτή η προσπάθειά του Χριστοδουλίδη, είναι μεν μια δουλειά αξιόλογη αλλά συνάμα είναι και πολύ δύσκολη, όχι όμως ανώτερη των δυνάμεων και του ταλέντου του. Και, βέβαια, θέλει μεγάλο ταλέντο να μετατρέψεις ένα ασήμαντο γεγονός ή ένα ασήμαντο θέμα σε ποίηση και μάλιστα, μερικές φορές, σε μεγάλη και ενδιαφέρουσα ποίηση! Ο Χριστοδουλίδης όμως, όπως διαφαίνεται μέσα από την παρούσα συλλογή του, διαθέτει ταλέντο και μάλιστα με το παραπάνω. 

Δρ Νίκη Κατσαούνη, Συγγραφέας, Κριτικός Τέχνης

‘’Δρόμος Μεταξύ Ουρανού και Γης’’: Μια Ποιητική Συλλογή Ως Απόπειρα Αυτοστέγασης

’Εάν το αίτημα των φυσικών και φιλοσοφικών αναζητήσεων του ανθρώπου είναι να εννοήσει ο άνθρωπος τον Κόσμο, η τέχνη αντιστρέφει αυτό το αίτημα. Το τρομαχτικό αίτημα που θέτει η τέχνη είναι, να εννοηθεί ο άνθρωπος από τον Κόσμο’’. Γιώργος Χειμωνάς ’Έξι Μαθήματα για τον Λόγο’’, Ύψιλον, 1984 σελ. 122.

‘’Ευλογημένοι όσοι διατηρούν την αυθεντικότητα τους. Ευλογημένοι όσοι διασώζουν τα καλύτερα εδάφη της ψυχής τους’’. Γιώργος Χριστοδουλίδης, FB, Σεπτ. 2013.

TO ΔΙΑΚΙΝΔΥΝΕΥΣΩ ΝΑ ΣΥΝΕΧΙΣΩ από εκεί που έμεινα, που διέκοψα μάλλον, πριν από δέκα σχεδόν χρόνια όταν έκανα την παρουσίαση της δεύτερης Ποιητικής Συλλογής του Γιώργου Χριστοδουλίδη, το ‘’Ονειροτριβείο’’, με ένα κείμενο που είχα όχι μόνο ξεχάσει ολότελα και αφασικά, αλλά και χάσει από προσώπου γης ως ‘’λέξη και ως πράγμα’’. Το είχε κρατήσει και μου το έστειλε ηλεκτρονικά ο Γιώργος τις προάλλες. Με τίτλο ελαφρά συντετμημένο, για σας, να λέει ‘’Μια Ανά-Γνώση’’ στην ‘’Εργώδη Αμφι-λογία του Γιώργου Χριστοδουλίδη ’’, ανα-γνώρισα τον χρόνο εκτός χρόνου όπου κατοικοεδρεύει συνήθως λάθρα μια άλλη (αλλά πάλι) ‘’τάξη’’ πραγμάτων που ο Φουκώ στο Οι Λέξεις και Τα Πράγματα δεν κατονομάζει μονολεκτικά αλλά περιγραφικά : ‘’’Ετσι, σε κάθε πολιτισμό, ανάμεσα σ’ αυτό που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε διατακτικούς κώδικες και στους στοχασμούς για την τάξη, υπάρχει η γυμνή εμπειρία της τάξης και των τρόπων ύπαρξής της’’. Σ’ αυτή την κατά-τάξη η λογοτεχνία μπορεί νάναι το διάμεσο, γι αυτό είναι βατή ως μια ‘’τεχνική’’ αντίληψης των πραγμάτων, αλλά και ως μετέχουσα μιας οιονεί ερμηνείας τους. Λέω τεχνική γιατί η ανά-γνωση προϋποθέτει μια μαθητεία, ένα εργαλείο που διαφέρει από κείνο της συμβατικής αποκωδικοποίησης.

ΑΣ ΘΕΣΟΥΜΕ ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ σαν μια υπόθεση εργασίας: Πώς μια ποίηση /λογοτεχνία γίνεται κατανοητή από τον ίδιο αναγνώστη που δεν είναι πια ο ίδιος, όπως δεν είναι ο ίδιος ο δημιουργός της; Άρα, δε μιλούμε καν για την ίδια λογοτεχνία. Ας ξεσκαρτάρουμε τα στερεότυπα του τύπου, ‘ο Χριστοδουλίδης ασχολείται με θέματα της επικαιρότητας, κοινωνικά προβλήματα και συγκαιρινές του ανησυχίες’. Αυτό δεν τον διακρίνει από έναν άλλο λιγότερο ή περισσότερο, ή διόλου ‘’Χριστοδουλίδη’’. Και: από πού κι ώς πού εσείς κι εγώ που ξέρουμε την ποίησή του εδώ και χρόνια, ή αποκτούμε τώρα μια εξοικείωση μ’ αυτή, μπορούμε να διακρίνουμε και να συγκρίνουμε αυτή τη γραφή με τον εαυτό της, ως ανήκουσα στο παρελθόν και ως μετέχουσα στο μέλλον;

Π.χ. Οδύνη (σελ. 32). ‘’Είμαι ο Μιχάλης Παπάς./ Σας διαβάζω τακτικά./ Είδα πριν λίγο τις ειδήσεις. / Είχα στείλει ένα άρθρο κάποτε./Πρότεινα να γίνει μια γερουσία σε κάθε πόλη./Να αποφύγουμε έτσι την οριζόντια ψηφοφορία./ Είμαι ο Μιχάλης Παπάς./Γράφω για τα Νέα της Πάφου./ Είμαι συνδρομητής σας./Νομίζω ότι είναι μια καλή ιδέα./Ήμουν εκπαιδευτικός./Να περιμένω να δω αν θα γράψετε κάτι;/Αύριο ή μεθαύριο;/ Είμαι μέλος του κόμματος/Σας ευχαριστώ./Καληνύχτα σας/’’. (Από το ‘Ονειροτριβείο’ 2004).

ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΔΕΚΑ ΧΡΟΝΙΑ. Δεν σημαίνει καθόλου το ίδιο, αυτό το ποίημα στον ποιητή του, ούτε σε μένα τον αναγνώστη του, σήμερα σαν ποίημα και όχι σαν συμβάν. Ούτε ο δάσκαλος στο μάθημα της ανάλυσης θα το αναλύσει το ίδιο οξόν κι αν είναι ένας κακός φιλόλογος. Και πάλι δεν μπορείς να παπαγαλίσεις το Είμαι ο Μιχάλης Παπάς, έστω κι αν το αποστηθίσεις. Τι κάνουμε με τους κλασικούς θα ρωτήσεις. Τον Όμηρο, λχ. τους Τραγικούς, τον Αριστοφάνη, ή και τον Μένανδρο… Ο Φουκώ θα σου απαντήσει για την κλασική σύνδεση πράγματος με τη λέξη πριν την αποδόμηση σημαίνοντος από το σημαινόμενο. Ο Καβάφης όμως δεν είναι διόλου ‘κλασικός’ κι ας κλασικίζει γλωσσικά. Η γλώσσα του ήταν πολύ κοντά στην Ελληνιστική κοινή που διαδέχθηκε την Αττική. Αυτή καθιερώθηκε όταν ο Μεγαλέξανδρος κατάκτησε την Ανατολή (βλ. George Thomson ‘’H Eλληνική Γλώσσα Αρχαία και Νέα ‘’Διαλέξεις για τον Αρχαίο Ελληνικό Πολιτισμό σελ. 53) γι αυτό και η Κωνσταντινοπολίτικη καταγωγή του είναι όχι μόνο αναγνωρίσιμη, από τον υποψιασμένο αναγνώστη, αλλά και καύχημα του ίδιου. Μάλλον λάθος είναι αυτό που μαθαίνουμε στο λύκειο ότι ο Καβάφης διαιρείται στερεότυπα σε ιστορικό, φιλοσοφικό, ερωτικό. Η ποίηση είναι πάντοτε οι τρείς αυτοί ή/και άλλοι χώροι, αδιαχώριστοι. Μετέχει και των τριών (ή περισσότερων) αυτών ‘τάξεων’ ως μία σύν-τάξη, τουλάχιστον στη σύγχρονη εποχή, και όχι με την αρχαία ελληνική κωδικο-ποίηση, όπου σημαίνον και σημαινόμενο ήταν μαζί σ΄ένα αυστηρά αποκλείον ό,τι άλλο ‘’εκτός εαυτού’’ σημείο. Δεν είναι μάλλον, λοιπόν, η λογοτεχνία ένα διάμεσο από τη μια, πραγματικότητας, ιστορικής, συμβατικής γλώσσας και κωδικών, και, φιλοσοφικής ερμηνείας, από την άλλη; Είναι το σημαινόμενο, άραγε, ως πρωτεύον, εδώ, στη λογοτεχνία; Είναι αυτό που λέει ο Χειμωνάς ότι η λογοτεχνία ως τέχνη ορθώνεται με αίτημά της να εννοηθεί ο άνθρωπος από τον κόσμο;

ΔΕ ΓΝΩΡΙΖΩ ΠΙΟ ακραία επιστημονική και φιλοσοφική απαίτηση από το δέον του Χειμωνά: Αίτημα της τέχνης να γίνει αντιληπτή από τον κόσμο και όχι τ’ αντίστροφο. Πάντα διαβάζω Χειμωνά από άλλα βιβλία, από άλλες γραμμές, από άλλες χώρες, και μου βγαίνει ο ίδιος, από άλλο δρόμο, πάντα από λοξοδρόμημα. Πάντα ο ίδιος – ατελεύτητος. Διαβάζω τον Χριστοδουλίδη το ίδιο, μ΄ένα φακό που διαθλά το χρόνο, αλλάζει τον τόπο, αλλάζω και εγώ ως αναγνώστης, και βρίσκω πως ο Γ. Χρ. είναι επακριβής σαν πείραμα που επαναλήφθηκε πολλές φορές για να δώσει το ίδιο ΟΕΔ, την ίδια επαλήθευση: ενός ανθρώπου που αιτείται να κάνει την ανά-γνώσή του κατανοητή από μένα – qua ‘’κόσμο’’.

ΝΑΙ ΑΛΛΑ ΠΩΣ ΑΝΑ-ΓΙΓΝΩΣΚΩ, πώς ανα-γνωρίζω τον Γ. Χρ. όταν οι θέσεις των λέξεων προς τα πράγματα έχουν αποσυντεθεί, και νέα σημαινόμενα συνωθούνται στα παλιά σημαίνοντα, στον ίδιο αριθμό σελίδων του βιβλίου δομώντας νέα ανεξερεύνητα, black holes and baby universes; Πώς εγκυρώνεται η ισχύς της επικαιρότητας του Γ. Χρ ως διαχρονική και οικουμενική σε ένα διαρκές δείγμα δομής που ρέει διαρκώς, σ’ ένα σώμα κατατετμημένης ποίησης που παραμένει αρτιμελές; Σαν ένα πλανητικό σύστημα στην επεκτατική του φάση άρα που δεν γερνά, που αναμιμνήσκεται, μόνο ανά-δρομα, αλλά δεν γυρνά οπίσω και δεν γιγνώσκει εμπρός; Δε ξέρω αν υπάρχει ποίηση ‘’επίκαιρη’’ κι ας γράφει ό,τι θέλει ως breaking news και περιστασιακό: ‘’Το Φορτίο’’. (Από ‘Το Απραγματοποίητο’. 2010. Σελ. 43). Δε ξέρω ποίηση νέα, δεν ξέρω ποίηση ηλικιωμένη, δε ξέρω ποίηση ατσαλάκωτη και σιδερωμένη. Δε ξέρω ποίηση πεποιημένη. Πεπατημένη. Ξέρω ποίηση ανα-ποιουμένη. Επ-ανα-ποιουμένη.

‘’…Το ουράνιο τόξο αφοπλίστηκε./Του αφαιρέθηκαν τα βέλη και επιδιορθώθηκε η καμπυλότητά του/μην εκληφθεί ως όπλο μαζικής καταστροφής// Γ.Χρ. ‘’Εγχειρίδιο Καλλιεργητή’’, 2004.

-Γράφει ο Γιώργος Χειμωνάς: ‘’Η αναγκαιότητα…σύζευξης του ολικού με το ειδικό επιβάλλεται, ενίοτε γεννάται, από το πρώτο το ολικό. Αυτό θα μπορούσε, αρκετά ‘’επικά’’ είναι αλήθεια να αποκληθεί και φαινόμενο Κυναίγειρου: η ολόθυμη αγωνία του ήρωα να συγκρατήσει το περσικό πλοίο δεν ανακόπτεται από την απώλεια των φυσικών του οργάνων για να το πετύχει, δηλαδή των χεριών του. Ο Κυναίγειρος εντέλει θα χρησιμοποιήσει ένα άλλο αρπαχτικό όργανο: τα δόντια του. Το θέμα είναι πάντα ότι το πλοίο δεν πρέπει να φύγει (: να ένας πολύτιμος ορισμός για τον λόγο της τέχνης).’’

ΚΟΙΤΑΤΕ ΤΩΡΑ ΤΗΝ ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΗ σύμπτωση στην αναφορά στον Κυναίγειρο στο ‘’Ναυμαχίες’’ σελ. 12, ‘’Δρόμος μεταξύ Ουρανού και Γης’’ του Γ. Χριστοδουλίδη, που εικονογραφεί ακριβώς ιστορικά και φιλοσοφικά το σχόλιο του Χειμωνά για τον Κυναίγειρο. Από το ‘Ολικό’, βεβαίως, που πολλαπλασιάζει ακόμα και τον Μαραθώνα και τη Σαλαμίνα στον Χριστοδουλίδη: ‘’Θα υπάρχουν πάντοτε/καράβια που πάνε/και καράβια που έρχονται/ Μαραθώνες και Σαλαμίνες/γι’ αυτό/ θα προκύπτει πάντοτε/ κάποιος Κυναίγειρος/με τα πελώρια χέρια του/ν’ αρπάζει το περσικό πολεμικό/να το κρατά ακίνητο/ και όταν του κόβουν τα χέρια/να το συγκρατεί με τα δόντια του/και όταν του συνθλίβουν το σβέρκο/(για να ξαπολήσει επιτέλους)/τα δόντια του να βυθίζονται/το ξύλο της πλώρης/και να μένουν εκεί βυθισμένα/μέχρι να λιώσει πρώτα το ξύλο/και μετά τα δόντια του//. Η σωματικότητα είναι για τον Χειμωνά σημαντική, είναι γιατρός και ποιητής, η σωματικότητα δεν αφίσταται της τελικής ‘’παραγωγής’’ ενός έργου τέχνης. Γι’ αυτό η τέχνη έχει βρεί το αντίκρισμά της στον έρωτα, όσο υπερβατικός ή μεταφυσικός , από τον Καβάφη και πίσω στο Τροπάριο της Κασσιανής και πιο παλιά, στην κλασική Σαπφώ, όπου η ποίηση ενέχει το σημείο στην ολότητά του, όταν το άτομο δεν είχε διασπασθεί από το κοινωνικό σύνολο.

ΤΕΛΕΙΩΝΩ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ αυτή του Γιώργου Χριστοδουλίδη, με μια απορία με την οποία ξεκίνησα, και που κατέφυγα στον Gaston Bachelard για να με βοηθήσει: στο ωραίο σύγγραμμά του ‘’Η Ποιητική του Χώρου’’, (Εκδ. Χατζηνικολή σελ. 31) εξετάζει με ‘’ποιο τρόπο ριζωνόμαστε σε μία γωνιά του κόσμου…γιατί το σπίτι είναι η γωνιά μας μέσα στον κόσμο’’…’’όπου επιτρέπεται (…) σε όλους, πλούσιους ή φτωχούς να ονειροπολούν’’. Ο Γ. Χρ. πρέπει να μου έδωσε όσο κανένας ποιητής, αν πάρω τη γενιά μου, που όλοι γράψαμε το κοντό μας και το μακρύ μας μετά το ’74, ΤΟΣΟ, το βαθύ μαχαίρωμα του ξεριζωμού, της προσφυγιάς, της απουσίας εστίας, στέγης, ‘νιστιάς’, στέγασης, αυτοστέγασης: αυτές τις δύο τελευταίες λέξεις έγραψα κλείνοντας το τελευταίο του βιβλίο, ‘Μεταξύ Ουρανού και Γης’, σ΄ αυτό το αστέγαστο στέγαστρο μεταξύ, αναξέοντας μια πληγή που νόμιζα δεν έχει άλλο αίμα να αιμορραγεί. Ο Γ. Χρ. όχι μόνο εμμένει στο ολικό, στο μαζικό, το οικουμενικό, με τον ιδικό του, ειδικό τρόπο, τον απόλυτα ατομικό, αλλά το κάνει στο διάκενο, χωρίς δίχτυ ασφαλείας, χωρίς ανήκειν, χωρίς έρεισμα κανένα, παρεκτός μια καρδιά διάτρητη, διαμπερή, όπου μπαινοβγαίνουν οι θύελλες του τόπου του/μας που έγινε μια δυστοπία, οι τυφώνες των μακρινών Ηπείρων, τα πάθη του Οδυσσέα και του Καβάφη χέρι χέρι με τον Μπουκόφκι που του αρέσει αλλά δεν του μοιάζει δεν μοιάζει με κανένα μας, μα είναι ένα παιδί που δεν είχε την πολυτέλεια της στέγασης στον κόσμο που ονειρεύεται. …Mακάρι να μπορούσε να το πει σαν τον άλλο ποιητή τον Τάκη Σινόπουλο που αγαπά: ‘’ Εδώ γεννήθηκα./Εδώ μεγάλωσα. Λοιπόν αυτά μου χρειάζονται/για την οργή μου και την περηφάνια μου./Για να κρατήσω και να κρατηθώ./Δεν έχω θεούς. Και δε φοβάμαι’’//.

Αυτό-στέγαση αιτείται ο Γιώργος Χριστοδουλίδης στεγάζοντας με επίγνωση ένα τσούρμο άστεγους, εμάς, που ψάχνουμε μια μαρτυρία της εξορίας και της ξενιτείας, που είναι η Κύπρος. Ο Γ. Χρ. μας φιλοξενεί. Πολλούς συνωστισμένους, σαστισμένους, μέσα σ’ ένα κόσμο στον οποίο Κύπριοι και ξένοι πιο δικοί από τους δικούς, αναγνωρίζουμε την απουσία μας, και την απόστασή μας. Μα απ΄ όπου ο ίδιος είναι το ίδιο ξενωμένος. Πώς σκέφτεται το μέλλον;;; Τι ονειρεύεται για αύριο;

‘’Θα υπάρχει πάντα μια οφειλή/ γιατί δεν έγινες παράθυρο/γιατί δεν έγινες το φως/ για κείνους.’’

-Παράθυρο; Φως; Δυο λέξεις πριν την ου-τοπία την απανταχού σκεπή του κόσμου, που λέγεται ψιθυριστά, πια, συνωμοτικά, σαν βλασφημία, βλοσυρά, ασθματικά, σαν δυσθυμία: (ελευθ—ελευθερ— ελευθερία—θερία)…

ΝΚ Σεπτ. 25, 2013

Μιχάλης Παπαντωνόπουλος

«Έρχεται καλή σοδειά»… ή μάλλον ήρθε

Το απραγματοποίητο είναι μία από τις δυνατές εκφορές των μικρών θανάτων που δοκιμάζει ο άνθρωπος στην τριβή του με την καθημερινότητα. Στην περίπτωση του Γιώργου Χριστοδουλίδη και της τέταρτης ποιητικής συλλογής του, το «απραγματοποίητο» είναι η ανθρωπολογία της ποίησής του. Κι είναι

πολλοί οι τρόποι που μπορεί να μετέλθει ο άνθρωπος προκειμένου να επιμεληθεί το χάσμα της πλήρωσης ή την ήττα του.

Το Απραγματοποίητο του Γ. Χριστοδουλίδη κινείται όχι προς αυτήν την κατεύθυνση, αλλά εντός της ίδιας μίας κατεύθυνσης, σαν να διερευνά την πληγή που σκάβει το συγκεκριμένο στοιχείο στην ανθρώπινη συνείδηση και το σώμα της ύπαρξης. Και μέσα σε αυτά τα όρια μεταλλάσσεται διαρκώς: άλλοτε ως αποκομμένος ποταμός από την πηγή του, πότε ως συντριβή στο αδιατάρακτο της πραγματικότητας, αλλού περνώντας τη γραμμή του ανεπίστρεπτου ή φέγγοντας τον δικό του ήλιο κρυμμένο σε ασημάδευτη θάλασσα.

Κι όμως, παρά τον λυρισμό της, η ποίηση του Χριστοδουλίδη δεν αναπτύσσεται με όρους ατομικής ψυχολογίας. Βαθιά στο ποίημα εργάζεται μια μεταφυσική του αισθητού, η οποία μετουσιώνεται σε εικόνα. Για την ακρίβεια, σε ακτινογραφία της εικόνας. Θα έλεγα πως το μεγαλύτερο ενδιαφέρον στην ποιητική φωνή του Χριστοδουλίδη έγκειται ακριβώς σε αυτήν τη συνθήκη: στη διαδικασία που παράγει την εικόνα και όχι στην εικόνα αυτή καθαυτή παρά τη χρήση υπερρεαλιστικών και εξπρεσιονιστικών ρητορικών ελιγμών, στους οποίους οφείλεται εν πολλοίς και η έντονη εικονοποιία του ανά χείρας βιβλίου.Η αντιμετώπιση του ποιήματος ως διαδικασία παραγωγής εικόνας μετατρέπειτο καλλιτεχνικό δημιούργημα σε αντικείμενο. Υπό την έννοια πως ο Χριστοδουλίδης οικοδομεί την καλλιτεχνική του επικράτεια στη βάση της δύναμης που διαθέτουν οι μορφές των αντικειμένων, η παρουσία και η χρήση των οποίων προσδίδει πολιτικό περιεχόμενο στα συγκεκριμένα ποιήματα. Μην φανταστείτε όμως ούτε κάποιο είδος στρατευμένης τέχνης ούτε ένατυποποιημένο βίωμα υπό τη μορφή συνθήματος ή σλόγκαν. Στην προκειμένη περίπτωση, η πολιτική υπόσταση των ποιημάτων είναι ζήτημα αντικειμένων, όπως αυτά εκφέρονται με μόνη διαμεσολάβηση τη λέξη και κατ’ επέκταση όπως περιγράφουν το κοινωνικό και ιστορικό περιβάλλον από το οποίο προέρχονται και στο οποίο ανήκουν αμετάκλητα.

Στην κρίση μου, η μόνη αίσθηση απραγματοποίητου που μένει μετά την ανάγνωση του τέταρτου ποιητικού βιβλίου του Χριστοδουλίδη, αφορά την έλλειψη τόλμης ως προς τη μορφή των ποιημάτων, η οποία θα όξυνε την εντύπωση του αντικειμένου ποιήματος. Γιατί στο σύνολό της, η παρούσα συλλογή είναι η επιτομή της μέχρι τώρα λογοτεχνικής παρουσίας του

Γ. Χριστοδουλίδη στα νεοελληνικά Γράμματα.

Ενδεικτικά:

Του είπαν/ ότι σαν έκαναν μπάνιο/ στη θάλασσα της Καρπασίας/ είδαν να περνάει σαν νέφος/ στα χωράφια/ μια αγέλη γαϊδάρων./ Στη γεωγραφία/ η χερσόνησος είναι κοντά/ μας χωρίζει μόνο ένα ρήγμα/ που δεν καταγράφεται στις κλίμακες./ Πολλοί παραπατούν και πέφτουν/μες στο βάθος του/ ακολουθώντας τον αντίλαλο/ της συνείδησής τους./ Το πρωί σηκώνονται/ και πάνε στη δουλειά τους/ χωρίς γρατσουνιές/ σαν να μη συνέβη τίποτα.

(Αβρόχοις ποσίν, σελ. 47 του βιβλίου) (φιλελεύθερος, 3/7/2010)

Νίκη Κατσαούνη

Μία Ανά – γνώση

Η εργώδης αμφιλογία του «Ονειροτριβείου» του Γ. Χριστοδουλίδη

                                                         «Πάνε τα μικρά μυστικά

                                                            στα πρόθυρα του μεγάλου μυστηρίου».

                                                                                                   Γιάννης Ρίτσος

Α. Ο λόγος δυνατόν να λογισθεί ως η πρώτη αυθαιρεσία, η πρώτη

αυτο – αν-αίρεση του Λόγου, αφού ‘εκείνο’, η λέξη, που λέγεται πουθενά συγκαταλέγεται. Ως ‘πράγμα’ δεν υφίσταται. Ο λόγος αφίσταται (των πραγμάτων) .Της πραγματικότητας. Το σημαίνον, η λέξη, συναινετικά δηλεί πράγμα ή μη – πράγμα, που αυτό σημαίνεται. Συνιστά, άραγε αυτή, η πρώτη αυθαιρεσία, μια τρέλα, ή ένα παρα -λογισμό; Αν ακούσουμε τον Μισέλ Φουκώ (*1) θα εννοήσουμε, από τον εξοβελισμό της τρέλας, ως ομιλίας με την απόσπασή της από την εν γένει γλώσσα, και τον σταδιακό αλλά καθ – οριστικό, αποκλεισμό και εγκλεισμό της σε ψυχιατρεία (κλειστά ή ανοικτά), την ποίηση ως εξορία μιας άλλης ομιλίας, παραβασιακής επίσης, στα δικά της γκέττο: Το βιβλίο, το χαρτί, το ταβάνι, το τραπέζι, το δρόμο, τα ρούχα, τα αισθητήρια όργανα του ποιητή. Άντε και μια αίθουσα (αναμονής, καθ’ οδόν προς την θεραπεία), όπου οι παραβάτες του κανονικού λόγου θα ελευθεροποιηθούν έντινι μέτρω, ‘έμμετρα’, ακόμη καλύτερα, αλλ’ ύστερα θα οδηγηθούν στην «πραγματικότητα» των πραγμάτων, θα προ(σ)χωρήσουν στην αποθεράπευοη (της γλώσσας). Θα επανενωθούν με τα πράγματα σε μία και μόνη πραγματικότητα. Θα εκκενωθούν από την παραβατικότητα για να ενταχθούν στην εμπράγματη ταξινόμηση της κυρίαρχης γλώσσας (τάξης). Του επιτρεπόμενου λόγου. Σαράντα ακριβώς χρόνια μετά από τις προβλέψεις του Φουκώ, «οι νευρώσεις ανήκουν», ήδη, «στις συστατικές μορφές (και όχι στις παρεκκλίσεις) της κοινωνίας μας».   -Με άλλα λόγια, πώς γίνονται σήμερα κατανοητές και εύληπτες, ως διάλεκτοι μιας παγκοσμιοποιημένης, κοινής γλώσσας, οι ομιλίες του Μίτους και των Ταλιμπάν; Και παράγουν, μάλιστα, «έργο», εικονογραφημένο και επαυξημένα σχολιασμένο από το CNN, που μας κάνει να τρέχουμε, περιδεείς, να προλάβουμε κι εμείς στην ολοκλήρωσή του;

Β. ΑΣ ΔΑΝΕΙΣΤΟΥΜΕ από την κοινή μας παρακαταθήκη: Μιαν ανά – γνώση, άλλωστε υπαινίσσεται ο Γιώργος Χριστοδουλίδης, σε μιαν εργώδη αμφιλογία που εκρέει από το Όνειροτριβείο’ του. Ας δανειστούμε από την ενδοσκόπηση ενός άλλου ποιητή, του Γιώργου Χειμωνά, για να ανά – γνώσουμε τον Γιώργο Χριστοδουλίδη. Ο λογοτεχνικός λόγος, συνιστά για τον Χειμωνά, «την ικανότερη διάλεκτο να αποτυπώνει τη μείζονα ασάφεια του Πράγματος, εξοικονομώντας την ελάσσονα σαφήνεια της Ομιλίας.» (Τα πλάγια είναι του συγγραφέα) (*2). Αν η ασάφεια του Πράγματος αποτυπωνόταν με μια τεχνητή σαφήνεια, τότε θα είχαμε τις άλλες τρεις λειτουργίες του λόγου: την συμβατική, την επιστημονική, την φιλοσοφική. Η ελάσσων σαφήνεια, όμως, που αναφέρεται από τον Χειμωνά, προαγγέλλεται με τη λέξη «εξοικονομώντας», που δηλώνει αφαίρεση, στη λογοτεχνία, και μάλιστα το ίδιο «τεχνητή». Η αφαίρεση (οικονομία) στην τέχνη γενικά, στη λογοτεχνία και ειδικώτερα στην ποίηση, είναι εκείνη που επιτρέπει την «αμφιλογία». Η λέξη «τεχνητή», δε σημαίνει «επιδιωκόμενη», όμως, ή ψιμύθιο και πρόσθετο διάκοσμο. Διά – κοσμος είναι οντολογικά, από τη «φύση» της, η ποίηση έτσι όπως εκτείνεται στο μεσοδιάστημα μεταξύ πράγματος – νοήματος, συνειδητότητας – ασυνειδήτου, εγρήγορσης – ονείρου. Ο πρώτος λόγος στην Ελλάδα ήταν ο ποιητικός. Ο χρησμός εγκιβώτιζε αυτή την αμφιλογία, η Πυθία απαντά, ανοίγοντας νέα ερωτήματα με τους γρίφους της Σφίγγας: «Πόσων χρονών είναι ο άνεμος;» Ερωτά ο Γ. Χριστοδουλίδης, («Αγνοούμενος χρόνος», σελ. 29).

Δεν υπάρχει πιο θεία βλασφημία, μεγαλύτερη ύβρις στη θεούσα κυρίαρχη γλώσσα της επικαιρότητας απ’ αυτή του Χειμωνά: «Την συνείδηση του ανθρώπου χρησιμοποιεί ο κόσμος για να υπάρχει… Γιατί καμιά άλλη γνώση στη φύση δεν είναι ικανή παρά μόνο του ανθρώπου, για να παρίσταται στον κόσμο και να τον εννοεί».

«Πίσω απ’ το πράσινο/ είναι ένα άλλο πράσινο./ Μέσα στους ανθρώπους/ είναι άλλοι άνθρωποι./ Εσύ διακρίνεις τον επίδεσμο./…Γ. Χριστοδουλίδης, Αυτοπροσδιορισμός (σελ. 17).

Γ. Ο Γ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗΣ αναγιγνώσκει τον Κόσμο και τον Καιρό: Εξωθεί στη μίμηση μιας πράξεως σπουδαίας, Αριστοτέλειας, ακριβώς στην ώρα της:

Εκείνη τη στιγμή που απο – ποιητές του λόγου στον «Νέο Κόσμο»

απαγγέλλουν το τέλος της Ιστορίας και την απαρχή μιας Νέας Τάξης. Εξωθεί στην απελπισία, την πιο ζοφερή γιατί μόνο από κει ίσως διαφανεί το δίδυμο της, η , • ελπίδα:

Περί Ελπίδων ο λόγος

Μπροστά στο ανείπωτο/ ελπίζεις κάτι να συμβεί/ να αποτρέψει το κακό/ όπως κάθε εβδομάδα των Παθών/ στην τηλεόραση καρφωμένος/ να περιμένεις τον Ιούδα να διστάσει/ τον Πιλάτο να τολμήσει/τα πλήθη να αναβλέψουν/τον Πέτρο – έστω-/ να μην Τον αρνηθεί (σελ. 45).

Ο μύθος είναι γνωστός. Όμως οι μεγάλοι δραματικοί ποιητές εγκαθιστούσαν, ο καθείς με τον τρόπο του, μιαν άλλη ανάγνωση, μέσα στα μύχια του μύθου που ήταν ακριβώς μια νέα γνώση: Του Ατόμου για τον Κόσμο και τον Καιρό.

«Ο μύθος είναι το δόγμα της εξανθρώπισης του κόσμου», γράφει ο Χειμωνάς.

Η απελπισία του Χριστοδουλίδη δεν συνιστά μιαν από – γνώση, μιαν αποστασιοποίηση από τη γνώση, μιαν απόγνωση έστω. Η απελπισία της ποίησης του Γ. Χριστοδουλίδη, της ποίησης tout court, προβάλλει το αρνητικό της πραγματικότητας, της δεσπόζουσας εικόνας. Οι μέλλοντες «νικητές» της σημερινής επικαιρότητας είναι αισιόδοξοι – Αμφότεροι.

Και βέβαιοι. Όμως χρειάζονται και οι δύο τον δικό τους μύθο. Ανεστραμμένος σήμερα είναι, κατά τον Χειμωνά, ο νέος μύθος της εκκόσμισης του ανθρώπου:

«Ο κόσμος, με το τέλος του μύθου, το τέλος του Καιρού, τελείται ερήμην του ανθρώπου αλλά ο άνθρωπος φέρει τον κόσμο εντός του. Εξαιτίας της ξηρασίας που εστράγγισε τα κοσμολογικά κοιτάσματα της συνείδησης του, της μνήμης του, η κατασκευή ενός σύγχρονου ανθρωπολογικού μύθου … προσφεύγει συχνά σε τρόπους παλαιικής μυθοπλασίας…»

Ο μύθος, όμως, της Νέας Τάξης με «πιστούς» και «άπιστους», εννοείται όλους πιστούς, απομυθοποιεί διότι δεν επιτρέπει καμία αμφιλογία, καμία αμφιβολία. Το δίδυμο ‘πιστός – άπιστος’ συναρθρούται από δύο αποκλίνοντες και αμοιβαία αποκλείοντες μονολόγους, ‘μαζί μας ή εναντίον μας’, ενώ η σύγκρουση μονολόγων και πολεμικής τεχνολογίας, και όχι πολιτισμών, εννοιών ανοικτών και πολυσχιδών, δεν αφήνει παρά σαν ενδεχόμενο την κατίσχυση του ενός επί του άλλου, για περίοδο προκαθορισμένη.

Δ. Ο ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΟΣ λόγος, τον οποίο ο Γ. Χριστοδουλίδης γνωρίζει πολύ καλά, έχει επιφέρει την πλήρη ταύτιση θετικού – αρνητικού, τον αποκλεισμό της ανά – γνώσης, την εδραίωση της μίας και μόνης αλήθειας.

Μου είναι αδύνατο να αντισταθώ στον πειρασμό να μεταφέρω εδώ τον κυνισμό της δημοσιογραφικής «αντικειμενικότητας» που ποζάρει ως σεμνή βεβαιότητα και αλήθεια και δεν σηκώνει, ένεκα του ιλαρού (το Κυπριακό «ιλα-

ρός») και ηπίου τόνου της, παραπέρα σκέψη ή συζήτηση: «Η τρομοκρατία είναι ενδεχομένως αντίδραση σε μια πολιτική αλλά με τίποτε δεν είναι δημιούργημά της. Πρόκειται για μια μετατόπιση που οδηγεί με μαθηματική βεβαιότητα στην αθώωση». (*3).

Ο Γ. Χριστοδουλίδης δεν είναι όμως δημοσιογράφος. Είναι ποιητής. Δεν προσπαθεί να είναι αντικειμενικός. Κανένα ποίημά του δεν επιφέρει «λύση». Η μόνη του βεβαιότητα είναι μια μικρή μανιακή συνήθεια:

Βεβαιότητα

Κι αυτή η επίμονη συνήθεια/ να βάζεις τελεία/ στον τελευταίο στίχο./ Εντάξει, ίσως σκοντάψει η λέξη,/ μα αυτό που λέμε ποίημα/θα συνεχίσει το δρόμο του.

Η ποίηση δεν είναι δημοσιογραφία. Μια φορά ο Κωστής Παλαμάς κατηγόρησε τον Κωνσταντίνο Καβάφη πως η ποίησή του ήταν ‘δημοσιογραφικά σημειώματα’.

Ο Ευριπίδης κατηγορήθηκε, όχι από τους συγχρόνους του, ότι σ’ αυτόν «Οι ήρωες του μύθου χάνουν το μεγαλείο τους, γίνονται Αθηναίοι του 5ου αι. π.Χ.» (*4). Στην Εκάβη ο μέγας ήρωας του μύθου Οδυσσέας είναι «ποικιλόφρων/ κόπις ηδυλόγος δημοχαριστής.» (Δηλαδή πανούργος ψεύτης, γλυκομίλητος κόλακας του λαού).

Οι σημερινοί ρεπόρτερ (ανταποκριτές) θα ήταν τότε οι κήρυκες. Ο Ευριπίδης τους κρίνει δηκτικά γιατί «είναι πάντα στην υπηρεσία των δυνατών» (Ορέστης). Οι μάντεις (σημερινοί θεούσοι) καταδικάζονται από τον Ευριπίδη γιατί εξαπατούν τους αφελείς (στην Ελένη), και τους φιλόδοξους, όπως ο Αλκιβιάδης, ο Ευριπίδης τους διασύρει γιατί παρασύρουν τους συμπολίτες τους σε ολέθριες περιπέτειες. (στην Ελένη, επίσης).

Ο Μισέλ Φουκώ έλεγε σαν φιλόσοφος και κρυπτό -ποιητής,

πριν σαράντα χρόνια:

«Αυτό που δεν θα αργήσει να πεθάνει, αυτό που ήδη πεθαίνει

μέσα μας (ο θάνατος του οποίου φέρει τη σημερινή μας γλώσσα)

είναι ο homo dialecticus – το ον της έναρξης, της επιστροφής και

του χρόνου, το ζώο που χάνει την αλήθεια του και την ξαναβρίσκει

φωτισμένη, το ξένο για τον εαυτό του που ξαναγίνεται οικείο.»

Ε. ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ,για τον Φουκώ, δεν απομακρύνθηκαν από

την ύβρι επειδή την καταδίκαζαν, αλλά (γιατί) βρίσκονταν μάλλον

μέσα στην απομάκρυνση αυτής της υπερβολής, στην καρδιά

αυτού του απόμακρου όπου την συντηρούσαν. Με αείποτε ανοικτό το αίνιγμα σήμερα πώς η Αθήνα μπόρεσε να κυριευτεί και να απαλλαγεί από τον παραλογισμό του Αλκιβιάδη. Ο Ευριπίδης είναι μια απάντηση ανοικτή τόσο

που να ανα – γιγνώσκει ο Φουκώ στις μέρες του, αλλ’ όχι οι δημοσιογράφοι στις δικές μας. Το πώς δηλαδή «οι άνθρωποι μπόρεσαν να γυρέψουν την αλήθεια τους, την ουσιώδη ομιλία τους και τα σημεία τους μέσα στον κίνδυνο

που τους έκανε να τρέμουν, και από τον οποίο δεν μπορούσαν να

μην αποστρέψουν τα μάτια άπαξ και τον αντιλήφθηκαν».(*5).

Αυτό, για τον μύθο, την ποίηση και τους Έλληνες θα φαίνεται πιο παράδοξο, κατά τον Φουκώ, από το να ζητούν σήμερα οι άνθρωποι την αλήθεια τους στο θάνατο. Μιαν αλήθεια που λέει τι θα απογίνουν οι πάντες. Ο πόλεμος αυτός τον δικαιώνει.

Γ. Χριστοδουλίδης, Από το Ημερολόγιο ενός ειρηνιστή

Αυτόν τον πανίσχυρο λόγο/ που κατεβαίνει απ’ το βουνό/απανθρακωμένο από τις εκρήξεις/ ακουμπισμένο σε δύο κατάλευκα φτερά/ ποιος τον εκφέρει;/ Και ποια καταδίκη επέβαλε να τον ακούω μόνο εγώ; (σελ. 26).

Ο Γ. Χριστοδουλίδης δεν είναι, όπως είπα, δημοσιογράφος. Δημοσιογραφεί, όμως, και στέλλει ανταποκρίσεις για όλους εμάς τους καπνιστές που καλούμεθα να προσέξουμε την υγεία μας, και εν πάση περιπτώσει να δείξουμε λίγη ευαισθησία για την υγεία των άλλων, έστω και αν δεν έχουν ληφθεί μέτρα για τη ζωή των άλλων, που ξερακιανοί από την πείνα, ή καλοζωισμένοι – πιστοί, σήμερα στο Αφγανιστάν, καλούνται από τον μονόλογο της νέας παγκόσμιας γλώσσας να πάνε να σκοτωθούν τον ίδιο, στατιστικά αποδεδειγμένον εκ των προτέρων, θάνατο.

Το κάπνισμα

Κι όταν προβάλουν/ και θα ξαναπροβάλουν/ εκείνη τη σκηνή/θα τους είναι δύσκολο να πείσουν/ ότι το κάπνισμα μπορεί να βλάψει/ σοβαρά την υγεία (σελ. 27).

ΟΙ ΣΥΝΟΠΤΙΚΟΙ ΜΟΥ ΑΦΟΡΙΣΜΟΙ ΑΠ’ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ Γ. ΧΡ.

α. Κάθε φορά που θα πεις ‘πάει σώθηκε η ποίηση θα βγει κάποιος και θα σε

διαψεύσει.

β. Κάθε φορά που απελπίζεσαι θα βγει η ποίηση να σου θυμίσει πως δεν απελπίστηκες αρκετά.

γ. Όταν ένας ποιητής σου θυμίζει κάτι που δεν ήξερες τότε εποίησε.

δ. Όταν σου θυμίζει ό,τι ξέρεις τότε επαναλαμβάνεται.

ε. Όταν σε κάνει να σταματήσεις και να σκεφτείς τότε ανακεφαλαιώνει τον

κόσμο.

στ. Όταν ένας ποιητής σου επιτρέπει τότε εκείνος παραμένει όμηρος

κι εσύ ελευθερώνεσαι.

ζ. Όταν δεν σου επιτρέπει μένει άμοιρος: Εσύ ατύχησες. Εκείνος αστόχησε.

η. Αν δεν οσμιοτείς ναρκοπέδιο τότε η ποίηση πήγε στη Δερύνεια μόνο για τουρισμό και θα γυρίσει πίσω σώα και αφελής.

Αυτά ανέγνωσα από τον Γ:ώργο Χριστοδουλίδη και έτσι τα γράφω.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Το ‘Ονειροτριβείο’ είναι η 2η ποιητική συλλογή του Γιώργου Χριστοδουλίδη, (Εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα, 2001, α.α 52) και παρουσιάστηκε στο βιβλιοπωλείο Ο Κοχλίας, στη Λευκωσία, την π. Δευτέρα, 8 Οκτ. Η πρώτη του ποιητική συλλογή, ‘Ένια’, δημοσιεύθηκε το 1996 και πήρε Α’ Κρατικό Βραβείο Νέου Λογοτέχνη το 1998. Με Λαρνακιώτικη καταγωγή, ο Γ.Χρ. γεννήθηκε στη Μόσχα, το 1968. Εκεί σπούδασε λογοτεχνία. Εργάζεται ως δημοσιογράφος.

(*1) Zok Ντεριντά και Μισέλ Φουκώ, ‘Τρέλα και Φιλοσοφία’, εκδ. Ολκός, Αθήνα 1996.

(*2) Γιώργος Χειμωνάς, Τα Όνειρα της Αϋπνίας’ κεφ. «Νους και Όνειρο, Η

Απόγνωση», σελ.42 Εκδ. Πλέθρον, Αθήνα, 1994. -Βλ. επίσης περιοδικό Η Λέξη. Αφιέρωμα στην Αρχαία Τραγωδία. Ιουλ – Αύγ., 1988. Μελέτημα Γ. Χειμωνά με τίτλο ‘Πώς τελειώνει ο μύθος’, σ.σ. 550 -552.

(*3) Αρθρο του I. Κ. Πρετεντέρη με τίτλο Ή νέα αταξία,Το Βήμα της Κυριακής, 7.10. 2001, ημέρα που άρχισε η επίθεση των Η.Π.Α και της Βρεταννίας εναντίον του Αφγανιστάν. Ο κ. Πρετεντέρης διαχωρίζει, χωρίς να το δικαιολογεί, την ‘αντίδραση’ που γέννησε την τρομοκρατία από το ‘δημιούργημά’ της. Αφού η ‘αντίδραση’ – σε μία δράση – δεν θεωρείται ‘δημιούργημα’, τότε τι ‘δημιουργεί’ την τρομοκρατία και γιατί δεν

τον απασχολεί; Από πού και ως πού γίνεται η ‘μετατόπιση της ενοχής’; Γιατί

η όποια αντίδραση δηλ. μια πράξη, να οδηγεί, με ‘μαθηματική ακρίβεια’ στην

αθώωσή της, εφόσον υπάρχουν οι νόμοι; Πώς μπορεί η μαζική δολοφονία

ανθρώπων να αθωωθεί σε διεθνές δικαστήριο; Είναι η τιμωρία αυτοσκοπός, ή

εάν τα αίτια μιας πράξης (αντίδρασης) καταστροφικής για όλους γίνουν κατα-

νοητά, τότε θα προληφθούν παρόμοιες πράξεις; Και τέλος, ποιο κράτος έχει το δικαίωμα της αυτοδικίας, εναντίον κρατών, εφόσον υπάρχει το διεθνές δίκαιο; Η γλώσσα (μας) η ίδια, νομίζω, εμπεριέχει αυτή τη διαλεκτική, που δεν επιτρέπει τόση ‘μαθηματική βεβαιότητα’, εκτός των μαθηματικών και αναδεικνύει τις αντιφάσεις, στις οποίες μπορεί να υποπέσουμε, δυστυχώς, συμπαρασύροντας μαζί μας και τη λογική. Εσύ τι λές, Γιώργο;

(*4) Α. Γεωργοπαπαδάκου, ‘Ελληνική Γραμματολογία’, Θεσσαλονίκη.

(*5) Αυτό το αντιλαμβάνεται ο Απόλυτος Αναγνώστης, αποστρεφόμενος

πλέον την ανάγνωση, κάν, ίσως γιατί δεν επιθυμεί να διακινδυνεύσει τίποτε,(

ή το τίποτε του)

Μερικές Kριτικές απόψεις για το έργο
του Γιώργου Χριστοδουλίδη

«…..Κάθε φορά που πάεις να πείς πάει σώθηκε η ποίηση θα βγει κάποιος να σε διαψεύσει. Κάθε φορά που απελπίζεσαι θα βγει η ποίηση να σου θυμίσει ότι δεν απελπίστηκες αρκετά. Οταν ένας ποιητής σου θυμίζει κάτι που δεν ήξερες τότε εποίησε. Οταν σε κάνει να σταματήσεις και να σκεφτείς τότε ανακεφαλαιώνει τον κόσμο. Οταν ένας ποιητής σου επιτρέπει τότε εκείνος παραμένει όμηρος και εσύ ελευθερώνεσαι. Αν δεν οσμιστείς ναρκοπέδιο τότε η ποίηση πήγε στην Δερύνεια για τουρισμό και θα γυρίσει πίσω σώα και αφελής….Αυτά ανέγνωσα από τον Γιώργο Χριστοδουλίδη και έτσι τα γράφω»

Δρα Νίκη Κατσαούνη, εφημερίδα «ΧΑΡΑΥΓΗ» 14 Οκτωβρίου 2001

«……Στο ονειροτριβείο του Γιώργου Χριστοδουλίδη το καθαυτό κείμενο παραδίδει ένα λόγο κάθε άλλο παρά πρωτόλειο.Καλά επεξεργασμένοι και στέρεοι στίχοι χωρίς περιττά στολίδια, εμφανίζονται έτοιμοι να «κοινωνιολογήσουν» να μιλήσουν δηλαδή για το «έξω»(που δεν το επισκέπτονται ιδιαιτέρως συχνά οι μούσες στα χρόνια μας) χωρίς να ολισθήσουν στον καταγγελτικό τόνο….Αλλά αυτό που ενδιαφέρει κυρίως είναι ο τρόπος κι ο τόνος της συλλογής:Ο τρόπος της πικραμένης ειρωνείας που αποδραματοποιεί τα πράγματα και η οποία σε κάποιους στίχους δεν αρνείται και τον χλευασμό στο ίδιο το ποίημα»

Παντελής Μπουκάλας, εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (ΑΘΗΝΑ) 2002

«…Από τις ποιητικές συλλογές που κυκλοφόρησαν στην Κύπρο κατά την τελευταία πενταετία και ανήκουν σε νέους, ξεχώρισαν τα βιβλία «ΕΝΙΑ» 1996 του Γιώργου Χριστοδουλίδη και «ΣΥΝΤΟΜΕΣ ΠΑΤΡΙΔΕΣ» 1998 του Στέφανου Σταυρίδη»

Λευτέρης Παπαλεοντίου κριτικός ποίησης, καθηγητής νεοελληνικής λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρο

«Ο Χριστοδουλίδης αποτελεί μια ευχάριστη έκπληξη στη σύγχρονη ποιητική παραγωγή της Κύπρου… Χειρίζεται με επάρκεια μια μετρημένη στοχαστική γραφή…Συνήθως συστήνει ένα ποιητικό υποκείμενο που στοχάζεται νηφάλια πάνω στα πράγματα και αντιμετωπίζει με στωϊκότητα και απομυθοποιητική διάθεση πρόσωπα και καταστάσεις. Θεματοποιεί τον ατελέσφορο αγώνα του ανθρώπου που άλλοτε επιχειρεί να κατακτήσει τις κορυφές της ζωής και άλλοτε περιορίζεται στην αφάνεια ώσπου να αντικρίσει το επερχόμενο τέλος, τον θάνατο…»

Λευτέρης Παπαλεοντίου κριτικός ποίησης, καθηγητής νεοελληνικής λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρο, Λογοτεχνικό περιοδικό ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ

************************

«Η ποιητική συλλογή του Γιώργου Χριστοδουλίδη «Ονειροτριβείο» κινείται με άνεση στο χώρο της σύγχρονης ποίησης….Υπάρχει μια δραματική αίσθηση της φθοράς και του ανέλπιδου που διατυπώνονται μ’ ένα σύγχρονο ποιητικό ύφος κι ένα καλοζυγισμένο λόγο»

Σκεπτικό βράβευσης του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού του Γιώργου Χριστοδουλίδη για την ποιητική συλλογή «Ονειροτριβείο»

«….Προσωπικά είχα να διαβάσω εδώ και πολλά χρόνια τέτοια ώριμη, επιβλητική και προσωπική ποίηση. Ο Χριστοδουλίδης γράφει ποίηση για να την στερεώσει μέσα στον καθάριο λόγο αλλά και για να στερεώσει το ΕΙΝΑΙ του με τον λόγο. Και εδώ είναι πιστεύω ακριβώς η ειδοποιός διαφορά που χαρακτηρίζει την νέα γενιά των ποιητών της Κύπρου, δηλαδή της γενιάς του Γιώργου Χριστοδουλίδη με την αμέσως προηγούμενη γενιά ποιητών….»

Χρήστος Μαυρής, ποιητής, ΧΑΡΑΥΓΗ 14/10/2001

«….Μια τέτοια φανέρωση ουσιώδους και ρωμαλέου λόγου πέτυχε ο Γιώργος Χριστοδουλίδης με τη νέα του συλλογή «Εγχειρίδιο Καλλιεργητή».Μια ανασκαφική πλοήγηση στα χέρσα εδάφη της γλώσσας με την ανιδιοτελή προσφορά της πλήρους άνθησης»

Μιχάλης Παπαδόπουλος, ποιητής, κριτικός λογοτεχνίας εφημερίδα ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΜΑΡΤΙΟΣ 2005

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Στην Χαριτίνη Μαλισσόβα

Ηρωες και ηρωϊδες υπάρχουν μόνο πέραν από τους μύθους

Αναζητώντας τις γέφυρες που ενώνουν τον κόσμο των ανθρώπων με τον κόσμο των ψυχών καταπιάνεται στην Πέμπτη του ποιητική συλλογή ο Γιώργος Χριστοδουλίδης.

Με γλώσσα καυστική,άκρως παρακινητική προς τον αναγνώστη να γίνει θεατής της δικής του οπτικής προς τα μεγάλα κοινωνιολογικά προβλήματα του καιρού μας,με υπαρξιακές προεκτάσεις και με αμφίσημη γραφή, μετατρέπει τους στίχους σε βέλη καθιστώντας μας μάρτυρες της φθοράς και του ανέλπιδου του λόγου του.

Με έντονο το αίσθημα της ευθύνης του ανθρώπου απέναντι στον άνθρωπο,η ποίηση του Γιώργου Χριστοδουλίδη καθηλώνει και τον πιο δύσκολο και υποψιασμένο κάθε μορφής ποιητικού λόγου,αναγνώστη.

Έχοντας διαβάσει και τις προηγούμενες ποιητικές του συλλογές, συναισθάνεσαι την εξωστρέφεια του ποιητή ,ο οποίος γεννήθηκε και σπούδασε στη Μόσχα,η διαμονή του στην οποία «επηρέασε όχι μόνο τη γραφή αλλά και την ύπαρξή του»,οπως ο ίδιος λέει.

Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του το πέρασε και το περνά στην Κύπρο,με έντονες τις μνήμες και τις προσωπικέςκαι οικογενειακές εμπειρίες από το ‘74, πιστεύει ότι «ο ποιητής ποιώντας ,αφαιρεί κάτι από το θάνατο».Με την πεποίθηση ότι ήρωες είναι πέρα από τους μύθους και με τη δημοσιογραφική του ιδιότητα να τον κάνει να κοιτά πιο βαθιά στους ανθρώπους,ανατροφοδοτώντας έτσι την πένα του , «κλέβει» εικόνες και σπαράγματα από το εφήμερο της δημοσιογραφίας για να περάσει στην ποιητική αιωνιότητα.

Θεωρεί ότι μόνο αν εξαλειφθεί η η απληστία και η αδικία που μας κυβερνούν θα επέλθει ανάκαμψη τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Κύπρο και πιστεύει πως πρέπει να δώσουμε στα παιδιά την ευκαιρία και την επιλογή να τα απομυθοποιήσουν όλα και να τα ξαναπλάσουν με το δικό τους βλέμμα,όχι μόνο με λόγια αλλά και με πράξεις.

Ο Κύπριος ποιητής και δημοσιογράφος Γιώργος Χριστοδουλίδης μιλά στις Διαδρομές για την τελευταία του ποιητική συλλογή,»Δρόμος μεταξύ ουρανού και γης»,(εκδ.Φαρφουλάς)και απαντά σε ερωτήσεις που αφορούν την ποιητική,δημοσιογραφική και γονεική του ιδιότητα,μέσα από το πρίσμα της Κρίσης που πλήττει την Ελλάδα και την Κύπρο.

Ο Γιώργος Χριστοδουλίδης γεννήθηκε στη Μόσχα το 1968 και μεγάλωσε στη Λάρνακα. Σπούδασε δημοσιογραφία στο πανεπιστήμιο Λομονόσοφ της Μόσχας. Για την πρώτη του ποιητική συλλογή, Ένια, (Εκδόσεις Ατέλεια, Λευκωσία 1996) τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Νέου Λογοτέχνη, ενώ για τη δεύτερη, Ονειτροτριβείο, (Γαβριηλίδης, Αθήνα 2001) με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης. Ακολούθησε το Εγχειρίδιο Καλλιεργητή (Γκοβόστη, Αθήνα 2004) και Το Απραγματοποίητο (Γαβριηλίδης, Αθήνα 2010).

Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, γερμανικά, γαλλικά, βουλγάρικα, ισπανικά, λετονικά, πορτογαλικά, λιθουανικά, κλπ.

1)Σας καλωσορίζω στην εφημερίδα Θεσσαλία,κύριε Χριστοδουλίδη.

«Δρόμος μεταξύ ουρανού και γης»η πρόσφατη ,πέμπτη κατά σειρά,ποιητική σας συλλογή.

Ποια η σημειολογία του τίτλου;

Ευχαριστώ πολύ για τη δυνατότητα που μου δίνετε. Η σημειολογία του τίτλου έχει μάλλον να κάνει με την αναζήτηση του υπερβατικού στοιχείου στη ζωή. Μια αναζήτηση με μηδενικό χειροπιαστό αποτέλεσμα, όμως οι κραδασμοί παραμένουν και γίνονται ή προσπαθούν να γίνουν ποίηση. Το ομώνυμο ποίημα της συλλογής το οποίο αιωρείται σε αυτόν το νοητό δρόμο μεταξύ ουρανού και γης, δίνει μια πιο επαρκή απάντηση στο ερώτημά σας.

2)Στα ποιήματά σας διακρίνει κάποιος έντονο το στοιχείο της απαισιοδοξίας,με έντονη κοινωνιολογική κριτική και συχνά πολιτικές προεκτάσεις….

Δεν πρόκειται θέλω να πιστεύω για απαισιοδοξία, αλλά για συναίσθηση της ματαιότητας. ‘Ο,τι ο πολύς κόσμος ενδεχομένως να αντιλαμβάνεται στη δύση της ζωής του, ο ποιητής το βιώνει και το μετουσιώνει σε χημικές ενώσεις λέξεων από το λυκαυγές της ποιητικής του ύπαρξης. Ακόμα κι έτσι όμως, η ποίηση είναι από μόνη της μια μικρή άρνηση της ματαιότητας. Ποιείς, άρα αφαιρείς κάτι από το θάνατο. Προσωρινά. Οσον αφορά το δεύτερο σκέλος της ερώτησής σας, σιχαίνομαι την ομφαλοσκόπηση και την εσωστρέφεια. Την ώρα που ο ποιητής κοιτά έκθαμβος μια ξαφνική καταιγίδα με τα αστραπόβροντα της, κάποιοι πνίγονται. Δεν θα μπορούσα να το προσπεράσω αυτό. Μου δίνει άλλωστε έωλο άλλοθι και ενίοτε με πείθει ότι «κοίτα εσύ γράφεις κάποτε για τους αδικημένους και καταφρονεμένους, μην νιώθεις άσχημα». Γελοιότητες φυσικά, άσχημα δεν πρέπει να νιώθει μόνο όποιος αναλώνει το σύνολο των δυνάμεων για όσα αξίζουν, για όσους δεν μπορούν από μόνοι τους.

3)Έχοντας διαβάσει και προηγούμενες ποιητικές σας συλλογές,με άγγιξαν ιδιαίτερα οι αναφορές σας στα παιδιά και τους ηλικιωμένους.Πόσο σημαντική νομίζετε ότι είναι η προστασία αυτών των δύο ηλικιών;

Υπάρχει αυτό που λέτε. Κοιτάχτε, αν η ποίηση μπορούσε να προστατεύσει τα παιδιά και τους ηλικιωμένους, ευχαρίστως να γράφω δέκα ποιήματα τη μέρα. Θα ήταν μετριότατα, αλλά θα τό ´κανα.. Με συγκλονίζει η πολύμορφή παιδική δυστυχία. Μια φορά στη Μόσχα στις μία τα ξημερώματα, τρία παιδιά σκάλιζαν ένα κάδο απορριμμάτων. Τώρα αυτή η φτώχεια ήρθε και στο σπίτι μας. Οσο για τους ηλικιωμένους, φεύγουν επειδή άλλοι πρέπει να πάρουν τη θέση τους. Γιατί λοιπόν να μην φεύγουν χορτάτοι, πλήρεις ημερών και αγάπης; Επειδή όμως αυτό δεν πρόκειται να συμβεί, λέω, ας υπάρχει τουλάχιστον μια ποιητική κατάθεση. Μια ιερή κατάθεση αμφιβόλου κοινωνικής αξίας και ανύπαρκτης ανταπόδοσης. Φυσικά όλα αυτά δεν δικαιολογούν το ανάλγητο κράτος.

4)Οι σπουδές σας στη Ρωσική πρωτεύουσα,πόσο επηρέασαν τη γραφή σας;

Οι σπουδές μου στη Μόσχα, όπου και γεννήθηκα, δεν επηρέασαν απλώς την ποίηση μου. Διαμόρφωσαν την ύπαρξή μου. Ταξίδεψα εκεί το 1987. Η κατάρρευση μιας ολόκληρης αυτοκρατορίας, ήταν συνώνυμη για μένα με την κατάρρευση ενός απόρθητου έτσι φάνταζε) ιδεολογικού κώδικα αξιών.

Δεν ήταν μόνο αυτό. Στη Μόσχα γνώρισα τον Σαλμάν, ένα τυφλό φοιτητή της ιατρικής. Έναν σοφό άνθρωπο. Παίζαμε σκάκι και με νικούσε. Θήτευσα κοντά του. Ξέρετε πόσοι σπουδαίοι φιλόσοφοι υπάρχουν στον κόσμο που δεν θα τους μάθει κανείς; Όπου φουρτούνα λοιπόν, για να επανέλθω, και ένα έναυσμα για αναζήτηση. Οι απαντήσεις είχαν γίνει ξανά ερωτήματα και αυτή τη φορά έπρεπε να απαντηθούν όχι συνταγογραφικά. Ετσι έψαξα τη δική μου αλήθεια. Δεν βγήκα τόσο στους δρόμους, όσο είδα δρόμους μέσα μου. Τείνω να καταλήξω ότι δεν υπάρχει κατάληξη και αυτό από μόνο του είναι ένα υπέροχο τέλος. Η αλήθεια είναι πάντοτε ένας κινούμενος στόχος. Πρέπει να τρέχεις ξωπίσω της. Βρήκα επίσης στους λογαριασμούς μου με τη ζωή, ένα χρέος, μια οφειλή που ενώ ξέρεις ότι είναι αδύνατο να αποπληρωθεί, αναλώνεσαι να την αποπληρώσεις: Είναι οφειλή προς εκείνους που δεν είδαν το φως που τους έδειχνε μια έξοδο, την πόρτα πίσω από τον τοίχο. Στο τέλος, γίνεται μια οφειλή προς τον εαυτό σοu.Πιστεύω όμως ότι είμαστε στην αρχή, αρκεί να γλυτώσουμε την περιβαλλοντική καταστροφή, έναν πυρηνικό όλεθρο ή την απόλυτη ένδεια.

5)Ποιοι ποιητές αποτέλεσαν γενικότερα πρότυπο για εσάς;

Σε διάφορα στάδια της ζωής μας, δεχόμαστε επηρεασμούς αναλόγως σε ποια κατάσταση είναι οι κεραίες μας να τους δεχτούν. Στα είκοσι δεν είσαι έτοιμος να δεχτείς αυτό που δέχεσαι στα 40. Δεν θα σταθώ σε ονόματα, πλην των: Μάρκες, Χριστιανόπουλου και Μπουκόβσκι. Όχι γιατί οι άλλοι που διάβασα δεν με συντάραξαν ή έθελξαν ή μάγεψαν. Αλλά αυτοί οι τρεις διείσδυσαν πολύ βαθιά μέσα μου. ´Ολα και όλοι σε καθορίζουν και με τον καιρό καταλαβαίνεις πως ένας ποιητής, ένας συγγραφέας, κρίνεται κυρίως από εκείνα που ΔΕΝ έγραψε.

6)Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σας ήρωες και ηρωίδες της λογοτεχνίας;

Διαφωνώ με τον χαρακτηρισμό. Ήρωες και ηρωίδες υπάρχουν μόνο πέραν από τους μύθους. Και πόσοι από αυτούς το επιδίωξαν; Πιστεύω μάλιστα ότι οι περισσότεροι αν υπήρχε η δυνατότητα μετά θάνατον να ερωτηθούν, θα απέρριπταν τον τίτλο. Ο κάθε άνθρωπος γνωρίζει τον εαυτό του καλύτερα από τον καθένα. Αν όμως με ρωτάτε για πρόσωπα μπορώ να αναφέρω κάποιους που ενδεχομένως να μην είναι ευρέως γνωστοί όπως ο Σβιτρικάιλοφ στο Εγκλημα και Τιμωρία, ο Πιέτρο Κρέσπι στα 100 χρόνια μοναξιά, αλλά και ο Κουασιμόδος στην Παναγία των Παρισίων. Ειδικά ο Κουασιμόδος συμβολίζει τόσα πολλά. Και ,ξέρετε ,αν με ρωτούσαν ποιος είναι ο πιο όμορφος ήρωας των βιβλίων όπως τον αναφέρετε,, μάλλον αυτόν θα διάλεγα. Ολα αυτά με επιφύλαξη διότι διάβασα τα μισά βιβλία μου όντας ανώριμος και τα άλλα μισά ίσως πιο ώριμος απ’ ότι έπρεπε.

7)Πόσο παρατηρητής της πραγματικότητας οφείλει να είναι ένας ποιητής,και πόσο η δημοσιογραφική σας ιδιότητα τροφοδοτεί την ποιητική γραφή σας;

Δεν γνωρίζω το πόσο, αλλά από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, είχα μια τάση σε τέτοιες παρατηρήσεις, κυρίως των ανθρώπινων,όχι τόσο της φύσης. Κοιτούσα τους ανθρώπους να περπατούν, να κάθονται, να γελούν, να κλαίνε, να τσακώνονται. Αργότερα, όταν ήρθε και η δημοσιογραφική μου ιδιότητα, μου δόθηκε η δυνατότητα να κοιτώ τους ανθρώπους πιο βαθιά και διέκρινα ότι δυστυχούν. Πάντα κοιτούσα, σπανίως παρέμβαινα και αυτό είναι μια εξομολόγηση, αλλά και όπου επιχείρησα να παρέμβω, οι τοίχοι ή τα τείχη ήταν πολύ ψηλά για μένα και την μη επαρκούσα επιμονή μου. Εκλεβα λοιπόν- και τώρα κλέβω -εικόνες και σπαράγματα από το εφήμερο της δημοσιογραφίας για να τα περάσω στην «ποιητική αιωνιότητα». Κάτι σαν κλεπταποδοχή μοιάζει αλλά στον καιρό υπάρχουν τόσες κλεψιές, ας κάνω κι εγώ μίαν.

8)Κατάγεστε,ζείτε και εργάζεστε στην Κύπρο.Ως συνομήλική σας,έζησα τη φρίκη του πολέμου έμμεσα,καθώς όλοι αισθανθήκαμε ανασφάλεια και τρόμο ότι θα συνέβαινε και στην Ελλάδα.Πόσο επηρέασε τη γραφή σας η εμπειρία αυτή;

Έμεινε ως τραύμα ή έδωσε ώθηση στην πένα σας;

Θυμάμαι τον πατέρα μου την 15η Ιουλίου 1974. Είναι γιατρός ο πατέρας μου. Εκείνη την ώρα έκανε μια ενδοφλέβια ένεση σε ασθενή του,όταν ακούστηκε από το ραδιόφωνο το βδελυρό «ο Μακάριος είναι νεκρός». Τέλειωσε με την ένεση και εξαφανίστηκε. Αργότερα πολύ μάθαμε ότι οργάνωσε την αντίσταση στη Λάρνακα κατά του πραξικοπήματος, και ακολούθως ανέβηκε μαζί με άλλους στον Πενταδάκτυλο να πολεμήσει τους Τούρκους. Θυμάμαι τη γιαγιά μου να διώχνει τους πραξικοπηματίες όταν ήρθαν στο σπίτι της(εμείς κρυβόμασταν εκεί) για να συλλάβουν τον πατέρα και τον παππού μου. Τους έδιωξε κουνώντας τα χέρια και φωνάζοντας «αίσχος». Ξέρετε, η δύναμη του καλού ,στον κατάλληλο άνθρωπο, μπορεί να υπερνικήσει άοπλη το κακό. Έκτοτε δεν χρειάστηκε κανείς να μου πολλά για το τι είναι αξιοπρέπεια και θάρρος. Ηξερα. Και όταν ξεχνώ, θυμάμαι εκείνα τα γεγονότα.

9)Ως δημοσιογράφος,αλλά και ως ευρωπαίος πολίτης,πώς βλέπετε ευρύτερα την κατάσταση σε Ελλάδα και Κύπρο;Ποιο είναι το πιο έντονο συναίσθημά σας για την υπάρχουσα κατάσταση;

Υπάρχει ελπίδα ανάκαμψης;

Ελπίδα ανάκαμψης; Πάντα πρέπει να ελπίζουμε αλλά δεν βλέπω κάτι. Ελπίδα θα υπήρχε αν οι αχόρταγοι απατεώνες για κάποιο λόγο σταματούσαν να κυβερνούν τον κόσμο και να υποδουλώνουν χώρες και λαούς. Ηδη έχει υπολογιστεί ότι από τη λεγόμενη κρίση σε ευρωπαϊκό επίπεδο,αλλά και σε παγκόσμιο, οι πολυεθνικές τριπλασίασαν τα κέρδη τους ενώ οι μισθωτοί τριπλασίασαν τη φτώχεια τους. Για ποια ανάκαμψη μιλάμε συνεπώς; Βλέπω απληστία, αδικία και φόβο. Αυτά μας κυβερνούν.

10)Ποια είναι η μεγαλύτερή σας ανησυχία ως γονιός;Με ποιον τρόπο μπορεί κάποιος μέσω της συγγραφικής του δουλειάς να δώσει κίνητρα και ελπίδα στα νέα παιδιά;

Τα μεγαλύτερα ατιμώρητα εγκλήματα, έγιναν στα κρυφά, πίσω από τους τέσσερις τοίχους των σπιτιών, από γονείς σε βάρος των παιδιών τους. Ένα μέρος μου θρηνεί γι’ αυτά τα παιδιά. Εγκληματίες γονείς έχουν δημιουργήσει εγκληματίες ενήλικες. Ενας από τους μεγαλύτερους εκτελεστές της μαφίας στην Αμερική , ο Ρίτσαρντ Κουκλίνσκι, ήταν δημιούργημα των γονέων του ,οι οποίοι ποτέ δεν του έδωσαν αγάπη, παρά μόνο τον έσπαζαν στο ξύλο, πολλές φορές χωρίς λόγο. Πρέπει να δώσουμε επιλογή στα παιδιά να βιώσουν και την ομορφιά αλλά και να μάθουν από την ασχήμια της ζωής. Να τα απομυθοποιήσουν όλα και να τα ξαναπλάσουν με το δικό τους βλέμμα. Να τους δώσουμε την επιλογή να ανεβούν αλλά και να πέσουν. Να έχουμε τη δύναμη να το κάνουμε. Κι όλα αυτά μέσα από την ανόθευτη αγάπη μας. Τα παιδιά να ξέρουν ότι τα αγαπάμε, και επειδή τα αγαπάμε, τ’ αφήνουμε όταν πρέπει και είμαστε δίπλα τους όταν το θέλουν. Μα το κυριότερο, δεν είναι τα λόγια αλλά οι πράξεις μας. Αυτές θυμούνται τα παιδιά και από αυτές θα μας κρίνουν.

Σας ευχαριστώ πολύ !

Στο ΠΑΡΑΘΥΡΟ Λοξές ματιές στο πολιτισμό 25/1/2012

Η ποίηση αρχίζει….
Και τελειώνει…
Η ιστορία της ζωής σου σε 85 λέξεις.
Για ποιο λόγο γράφεις;
Για τι γράφεις;
Ψηφιακά ή έντυπα βιβλία;
Με ή χωρίς βιβλία στο σχολείο;
Η ποίηση είναι μια εξευγενισμένη ανάγκη του ανθρώπου για επικοινωνία. Ένα καταφύγιο όπου ο ποιητής και ο αναγνώστης, αλληλεπιδρούν χωρίς να γνωρίζει ο ένας τον άλλον. Είναι όμως και μια διαφυγή την οποία αναζητούμε όταν η καθημερινή ροή της ζωής μας παραλύει από τα ασφυκτικά αδιέξοδα. Η ποίηση λοιπόν, αρχίζει, εκεί που απομυθοποιείται ο υλικός κόσμος και έρχεται για να αναγγείλει την ολική φθορά του. Στις καλύτερες στιγμές της, η ποίηση θεσμοθετεί τις νομοθετικές διατάξεις των ονείρων.
2 . Η ποίηση τελειώνει όταν αποστρέφει το πρόσωπο της από τον ανθρώπινο πόνο και αναλίσκεται σε προσωπικές ομφαλοσκοπήσεις. Όταν αποξενώνεται από το κοινωνικό γίγνεσθαι. Όταν υποτάσσεται στην κάθε λογής εξουσία, διότι η ποίηση είναι μια πράξη αντίστασης. Όταν υποκύπτει στις κολακείες. Όταν ξαστοχεί στον εντοπισμό της ομορφιάς του κόσμου, του θαύματος της δημιουργίας και της συνέχειας του.

Υπάρχει ένα αθέατο βάθος μέσα μας και μέσα στην πραγματικότητα. Πολλοί θα το αντιληφθούν αν τους βοηθήσουν οι περιστάσεις. Ο ποιητής ζει μέσα του. Από παιδί συνδιαλέγομαι μαζί του. Βίωσα ευτυχίες και δυστυχίες, χαμούς και αναπάντεχες αποκτήσεις. Υπάρχουν στιγμές που θα μου μείνουν αξέχαστες και χρόνια ολόκληρα που θα ήθελα να έχουν ξεχαστεί. Διεκδικώ το δικαίωμα της αμφισβήτησης, αμφισβητώντας πρώτα το εγώ μου. Ο άνθρωπος είναι πολλοί άνθρωποι μαζί. Μια πολυδιάστατη συγκρότηση εκφάνσεων ανάλογα με το περιβάλλον στο οποίο δρα. Ευλογημένοι όσοι διατηρούν την αυθεντικότητα τους. Ευλογημένοι όσοι διασώζουν τα καλύτερα εδάφη της ψυχής τους.
Μπορώ μόνο να υποθέσω. Γράφω για να ικανοποιήσω την εσωτερική μου ανάγκη να εκφράσω και να ερμηνεύσω τον συμβατικό και υπερβατικό κόσμο. Να διερευνήσω την ανάγκη των ανθρώπων να γίνουν δέκτες αυτής της ματαιοδοξίας μου. Να αναμετρηθώ με τον εαυτό μου και να ανακαλύψω τα όρια του. Ισως γράφω για να συμπληρώσω έστω μια σελίδα από την τεράστια εγκυκλοπαίδεια στη βιβλιοθήκη του σύμπαντος. Να επιμηκύνω ἐτσι την παρουσία μου στο χρόνο, μετά το τέλος της φυσικής μου ζωής, με κάποια υποτυπώδη μνημόνευση του έργου μου.
Βγαίνω στο δρόμο. Βλέπω ξένους εργάτες σε θερμοκρασία μηδέν να τους δρεπανίζει το κρύο. Βλέπω οικοδόμους στο λιοπύρι να κόβουν σίδερα. Επιβεβαιώνω την ανθρώπινη μου υπόσταση αναγνωρίζοντας την υπέρμετρη δυσκολία της ζωής τους. Μιας και δεν μπορώ να τους μαζέψω όλους στο σπίτι μου, προσπαθώ να τους χωρέσω μέσα στην ποίηση μου που είναι πιο φιλόξενη και ευρύχωρη. Αγναντεύω τον Πενταδάκτυλο. Δεν έχω πάει ποτέ. Γράφω για τις Κερύνειες που στέκονται βουβές και οι γνωστικοί μας λένε ότι τις χάσαμε. Υποκλίνομαι σε αυτόν που κάηκε μέσα στη φωτιά αλλά και σε αυτόν που είδε τη ζωή του σκορπισμένη σε ερείπια. Συνομιλώ με την ενόργανη σιωπή των πραγμάτων και των ψυχών. Αφουγκράζομαι τους κραδασμούς της πέμπτης εποχής, της εποχής του έρωτα. Μένω άναυδος με τα κομψοτεχνήματα της φύσης και των ανθρώπων. Γεύομαι τα αποστάγματα της παγκόσμιας σοφίας. Μετά προσπαθώ να συναρμολογήσω τα κομμάτια της δικής μου ταπεινής φωνής, σε στίχους.
5.Τα ψηφιακά βιβλία είναι η εξέλιξη των εντύπων και όπως κάθε τι που ανήκει στο μέλλον, χρειάζεται χρόνο να αφομοιώσει εκείνο που ανήκει στο παρελθόν και στο παρόν. Ελπίζω ο χρόνος αυτός να είναι πολύς…

6.Το σχολείο θα έπρεπε να ήταν χώρος δημιουργίας και έμπνευσης. Χώρος καλλιέργειας της κρίσης των μαθητών. Συνεπώς, χρειάζονται αφενός, καινοτόμες εκπαιδευτικές πολιτικές, αφετέρου, εμπνευσμένοι εκπαιδευτικοί που να φωτίζουν με τη παρουσία τους και να καθηλώνουν με τη σοφία τους τις νέες γενιές και όχι να βολεύονται πίσω από τη στερεότυπη διδακτέα ύλη. Απαιτείται εκπαίδευση που να ελκύει τα παιδιά να πάνε στο σχολείο και όχι να τα απωθεί, που να αποδέχεται και να σέβεται τον εύθραυστο και εύπλαστο ψυχικό τους κόσμο, τις ιδιαιτερότητες τους. Χρειάζονται λοιπόν και τα ανάλογα βιβλία.

Συνέντευξη στο Γραφείον Ποίησεως.

1.Ας υποθέσουμε ότι έχετε απέναντί σας τον εαυτό σας όταν ήταν παιδί και πρέπει να τον συστήσετε σε άλλους. Τι θα λέγατε; Άλλαξε κάτι από τότε;

1. Διαμορφωνόμαστε μέσα από τα βιώματα και την τριβή με τα πράγματα και τους ανθρώπους. Πιστεύω ότι όσο μεγαλώνουμε η σχέση μας με το παιδί που υπήρξαμε, βαθαίνει. Σφυρηλατείται. Σε νεότερες ηλικίες αυτό δεν συμβαίνει. Εκεί έχουμε ένα πλατύ μπροστινό χρονο-ορίζοντα. Προχωρώντας μέσα από τα χρόνια, ο χρονο-ορίζοντας αυτός στενεύει, έτσι αρχίζουμε να κοιτάμε πίσω πιο συχνά. Τι είμασταν τότε που ακόμη είχαμε άπλετο χρόνο; Αξιοποιήσαμε τις ευκαιρίες; Γίναμε πιο πολύ το άθροισμα των επιλογών μας ή των φόβων μας; Εκείνο το παιδί που αναφέρετε ήταν το πρόπλασμα αυτού που είμαι σήμερα. Αν κάτι υποψιάζομαι ότι διατήρησα από αυτό, είναι τη διερευνητική ματιά προς τον κόσμο. Αγνή θα ήθελα να πιστεύω, ενίοτε επιφυλακτική. Αν είναι να το συστήσω σε άλλους, θα πω, “προσπάθησε να γίνει κάτι που δεν ήξερε και πολλές φορές λάθεψε”. Πορεύτηκε περισσότερο με την καρδιά και το ένστικτο παρά με τη λογική. Θα χρειαζόμασταν μια δεύτερη ζωή, με την εμπειρία της πρώτης, για κάνουμε λιγότερα λάθη. Όμως ο άνθρωπος δεν κρίνεται από την τελειότητα του ή από το πόσο αλάνθαστος είναι. Κρίνεται από τη γνησιότητα των πράξεων του και από το αν πρόδωσε το αρχετυπικό παιδί που είχε μέσα του. Αισθάνομαι ότι η ουσία εκείνου του παιδιού, ακόμη με καθορίζει. Αν δεν την διατηρούσα, νομίζω δεν θα μπορούσα να γράφω ποίηση. Εξάλλου, η μεγάλη ποίηση έχει μέσα της το ανολοκλήρωτο, το ατελές, ακόμη και το παιδικό. Η τελειότητα είναι για μένα μια υπέροχη ατέλεια.

2.Πώς ακούτε την ποιητική φωνή σας διαβάζοντας τους στίχους σας;

2. Ειλικρινά δεν μ αρέσει. Χρειάζεται και μια χαρισματικότητα στην ανάγνωση, ένα ύφος που δεν κατέχω. Προτιμώ τη σιωπηλή ανάγνωση της ποίησης, απομονωμένη από ήχους και κυρίως από τη φωνή μου. Οχι μόνο δικών μου ποιημάτων αλλά και ποιημάτων άλλων ποιητών, αγαπημένων. Πιστεύω άλλωστε ότι το ποίημα συγγενεύει περισσότερο με τη σιωπή παρά με ήχους και φωνές, εκτός αν υπάρχει χαρισματικότητα όπως προανάφερα. Κοιτάξτε πόσο σιωπηλό είναι το φως! Κανένας ήχος δεν το συνοδεύει, όμως λάμπει. H ποίηση είναι μια καμπάνα που χτυπά σιωπηλά, μια χορωδία σιωπής. Βλέπεις τα στόματα να ανοιγοκλείνουν αλλά για να ακούσεις, πρέπει να συντονιστείς στη σωστή συχνότητα.

3.Επίγονο ποιων ποιητών θεωρείτε τον εαυτό σας;

3. Θα ήταν άτοπο να πω ότι είμαι επίγονος κάποιου ποιητή. Με την ανασφάλεια που συνοδεύει κάθε τι συμπερασματικό το οποίο αφορά την ποίηση, θα έλεγα ότι οι στίχοι μου είναι παιδιά, αφενός της ύπαρξης μου που νιώθει την ανάγκη να εκφραστεί πέραν της καθημερινής ομιλίας, να συνθέσει το δικό της τραγούδι, αφετέρου, όλων εκείνων των αναγνωσμάτων που με συνεπήραν και μου άνοιξαν πιο μεγάλες πόρτες για να εισέλθω στο μυστήριο της ποίησης. Αυτή η αλληλεπίδραση είναι ένας ακρογωνιαίος λίθος στην ποίηση. Πρόσφατα έγραψα ένα δοκίμιο που δημοσιεύτηκε στο ΠΟΙΕΙΝ ότι «οι άλλοι είναι μέσα μας». Είναι οι άλλοι που διαβάσαμε και μας ανάγκασαν να επανερχόμαστε σε αυτούς. Είμαι πια πεπεισμένος ότι η μεγάλη λογοτεχνία γεννά νέα λογοτεχνία. Μυούμαστε στο είδος χάρις στις παρακαταθήκες των προγενέστερων. Αισθάνομαι ότι σε κάθε πόρτα που άνοιγα, ένας ποιητής με καλωσόριζε. Εξάλλου, οι νεκροί ποιητές απαλλαγμένοι από τις μικρότητες της ζωής, είναι πολύ πιο ανιδιοτελείς από τους ζωντανούς.

4. Η ποίηση αδικεί τον ποιητή καθώς δεν μπορεί να τον θρέψει. Εσείς πώς την αντιμετωπίζετε επαγγελματικά στο βίο σας ;

5. Είναι αλήθεια ότι οι πλείστοι ποιητές έχουν άδειους τραπεζικούς λογαριασμούς. Και είναι επίσης αλήθεια πως συνήθως πληρώνουμε για να αγοράσουμε τα αντίτυπα των βιβλίων μας από τον εκδότη. Προσωπικά ελπίζω να πετύχω κάποτε να εκδώσω χωρίς να πληρώσω. Είναι μια ευγενής φιλοδοξία, έτσι τουλάχιστον το βλέπω. Σπούδασα δημοσιογραφία και την ασκώ εδώ και 24 χρόνια. Την παρούσα στιγμή είμαι βοηθός αρχισυντάκτης στο Κυπριακό Πρακτορείο Ειδήσεων, πέρασα όμως από την “κόλαση” του ιδιωτικού τομέα, ζυμώθηκα μέσα από ανθρώπινες ιστορίες οδύνης.
Η ποίηση μπορεί να μην αποφέρει, αλλά μας χαρίζει μια ψευδαίσθηση που αξίζει τον κόπο: Ότι μπορούμε να αφήσουμε κάτι πίσω μας . Στο κάτω κάτω, οι άλλες ψευδαισθήσεις είναι καλύτερες; Αλλοι αφήνουν διαθήκες με περιουσίες, οι ποιητές, το έργο τους. Να επιμηκυνθούμε κατά κάποιον τρόπο στο διηνεκές Στη ζωή είναι σημαντικό να μπορείς να τραφείς και να θρέψεις, στην ποίηση βρίσκεσαι για άλλο σκοπό. Η ποίηση σου δίνει την ευκαιρία να δείξεις αν αξίζει να μνημονεύεσαι. Συνεπώς δεν αδικεί τον ποιητή η ποίηση, μάλλον τον ευνοεί υπό τις περιστάσεις. Φυσικά και θα ήθελα να δω τα βιβλία μου να πουλούν, όχι τόσο για να αποφέρουν έσοδα, αλλά επικοινωνία και γιατί όχι, επιβεβαίωση. Ας το παραδεχτούμε, είμαστε ανασφαλείς εμείς οι ποιητές. Να μετρηθώ λοιπόν μέσα από την αυστηρή ματιά του αναγνώστη. Και με τον χρόνο. Η αναμέτρηση είναι πολύπτυχη, και αφορά το τι γράφτηκε, το τι γράφεται και το τι δεν έχει ακόμη γραφτεί. Είναι στην ουσία μια αναμέτρηση που μας ξεπερνά.

5.Πώς σας επισκέπτονται οι ιστορίες που γράφετε γι΄ αυτές;

5. Μου λένε ότι πρέπει να βιαστώ. Η πνοή που τις φέρνει δεν διαρκεί πολύ. Αν δεν κρατήσεις σημειώσεις, μετά είναι αργά. Και τις λέξεις να θυμάσαι δεν θα είναι το ίδιο. Η πνοή που φέρνει τους στίχους διαθέτει τη δική της ατμοσφαιρική πίεση, δεν γίνεται βγαίνοντας “έξω”, να “συναρμόσεις” το υλικό της σε ποίημα. Πρέπει να προλάβεις όσο είσαι “μέσα”. Μπορεί ένας αστροναύτης να επιβιώσει βγάζοντας το σκάφανδρο; Δεν μπορεί. Είναι κάτι πέραν από τα όρια του συνειδητού. Γίνομαι δέκτης μηνυμάτων που εκπέμπονται από άγνωστη πηγή. Ενίοτε έχουν την μορφή αινιγμάτων. Καλούμαι να τα λύσω. Το αίνιγμα της ζωής. Όλα γύρω από αυτό περιστρέφονται. Μετά, το αίνιγμα του θανάτου και της φθοράς που προηγείται. Στο μεσοδιάστημα, ο έρωτας, η αγάπη, η αλληλεγγύη για τον καταφρονημένο, το να γνοιάζεσαι και να πονάς για εκείνους που υποφέρουν, χωρίς ποτέ να το μάθουν ότι συμπάσχεις μαζί τους.
Συμβαίνει συχνά όταν οδηγώ, όταν περπατώ, το βράδυ λίγο πριν το ύπνο. Λέω κάποτε θα το γράψω το πρωί και το πρωί έχει ήδη φύγει ο στίχος. Οσον αφορά τη θεματική, δεν υπάρχει κάτι αυστηρά προκαθορισμένο. Μπορεί να είναι ένα βίωμα-έχω κάνει μια στροφή τελευταία σε αυτό που αποκαλούμε βιωματική ποίηση- που έρχεται από πολύ μακριά, μπορεί να είναι ένα σκάψιμο στην ύπαρξη, μια δόνηση, ένας κραδασμός της ψυχής, που θέλουν να μορφοποιηθούν σε ποίημα. Προκύπτουν επίσης κάποιες ιστορίες ανθρώπων, ως αποτέλεσμα και της επαγγελματικής μου ιδιότητας. Η οδύνη όμως της πραγματικότητας είναι πολύ πιο βαθιά από αυτό που μπορεί κανείς και συγκεκριμένα εγώ, να μεταφέρει στην ποιητική του γραφή.

6. Η αρματωσιά των ποιητικών σας διαδρομών σε τι διαφέρει από αυτές των ομότεχνών σας;

6. Δεν ξέρω. Υπάρχουν πολύ διαφορετικοί ποιητές από μένα που γράφουν εξαιρετικά. Ξεκινώ λοιπόν από αυτό, υπάρχουν πολύ πιο δεξιοτέχνες με ευρεία γκάμα αποθεματικού λέξεων, συνδυασμών, επινοητικότητας. Ετσι ακολουθώ τη λογική ότι ακόμα μαθαίνω το πως γράφεται η ποίηση. Και θα μαθαίνω μου φαίνεται μέχρι τέλους. Ισως το πιο σημαντικό που έχω μάθει και αναπτύξει είναι να ξεχωρίζω τι να κρατώ και τι να απορρίπτω. Ειδικά το τελευταίο, το κρίνω πολύ ουσιώδες. Aφαιρώντας φτάνεις στην ελλειπτικότητα της πύκνωσης. Ομως εν γένει, όπως προανέφερα, είμαστε όλοι επίγονοι των προηγούμενων ακόμα κι αν δεν το συνειδητοποιούμε. Οποιος δεν το μάθει αυτό, θα περάσει δύσκολα στην ποίηση, δεν θα μπορέσει να αφήσει το δικό του στίγμα.

7. Ο χώρος της ποίησης και της λογοτεχνίας, όπως έχει δείξει η ιστορία, είναι τόπος μικρών και μεγάλων αψιμαχιών. Εσείς πώς τις βιώνετε;

7. Επιλέγω μέσα από την ποίηση να κάνω φίλους παρά εχθρούς. Και έχω κάνει, λίγους αλλά ακριβούς. Φυσικά αυτό είναι μόνο η δική μου επιλογή. Υπάρχουν πεινασμένοι άνθρωποι για φήμη και καθιέρωση, χωρίς να διαθέτουν τον αναγκαίο ποιητικό εξοπλισμό, ας πούμε, εξού και είναι τόσο πεινασμένοι. Υποκαθιστούν την ποιητική τους ανεπάρκεια με υπερμεγέθη φιλοδοξία που αγγίζει τα όρια του φαιδρού. Θέλουν να κυριαρχήσουν πάση θυσία, θέλουν να αρχηγεύσουν. Δημιουργούν κυκλώματα, ένα είδος πελατειακών σχέσεων αναπτύσσεται. Εξοβελίζονται όσοι αρνούνται να παίξουν το παιγνίδι αυτό. Ξέρετε πόσοι μου είπαν ότι θα γράψουν για το προηγούμενο μου βιβλίο και δεν έγραψαν; Γιατί; Διότι δεν παρακαλάω και δεν πρόκειται να παρακαλέσω κανέναν. Κι όσοι έγραψαν και τους ευχαριστώ, είτε θετικά είτε αρνητικά, το έκαναν με δική τους πρωτοβουλία.
Βλέπουμε αξιόλογες φωνές, να αποσιωπούνται από την εγχώρια κριτική και άλλες, όχι τόσο αξιόλογες θα έλεγα, να υπερπροβάλλονται. Ετσι όμως πλήττεται η ίδια η ποίηση διότι με ποιόν τρόπο να φτάσει ο σημερινός αναγνώστης σε ένα αξιόλογο έργο, όταν αυτό απωθείται από το ίδιο το σύστημα; Δημιουργούνται ετερόφωτοι ποιητές αφού τα βιβλία τους που λανσάρονται (όχι όλα βεβαίως), δεν έχουν τη δύναμη να μιλήσουν από μόνα τους. Άλλοι ομιλούν για αυτά και εντεταλμένα. Όμως ο χρόνος και πάλι θα είναι αδυσώπητος κριτής. Οταν οι άλλοι παύσουν να επαινούν, ό,τι δεν αξίζει απλώς θα ξεχαστεί. Μόνο ένα αυτόφωτο έργο μπορεί να επιβιώσει κι ας μην συμβεί αυτό σήμερα ή αύριο. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να αναφερθώ σε μια ποιητική συλλογή που πιστεύω αξίζει να διαβαστεί. Το κάνω επειδή δεν είδα να γράφει κανείς κάτι γι’ αυτή. Αναφέρομαι στις “Ζωογραφίες”, της Σοφίας Σακελλαρίου. Δεν την γνωρίζω την ποιήτρια, το κάνω αυτό επειδή θεωρώ το βιβλίο αδικημένο, είναι ένα είδος φόρου τιμής στα αποσιωπημένα.

8. Η ποίηση έχει διάρκεια και διαδρομή. Εσείς πώς έχετε σχεδιάσει την πορεία σας προς την ολοκλήρωση του έμμετρου αγώνα που επιτελείτε;

8. Δεν έχω σχεδιάσει κάτι, δεν τα καταφέρνω με τους σχεδιασμούς. Ζω το σήμερα, το πολύ να σκεφτώ τις επόμενες μέρες. Ο ποιητής δεν σχεδιάζει, απορροφά ή απορρίπτει ό,τι του έρχεται. Σχεδιάζουν οι οικονομολόγοι. Προσδοκώ φυσικά να γράψω ακόμη κάποια ποιήματα που ελπίζω να έχουν κάτι να πουν, να σημαίνουν κάτι, πρώτα για μένα, μετά για όσους τύχει να τα διαβάσουν. Ελπίζω επίσης να έχω το θάρρος να φανώ αρκετά έντιμος ώστε να σιωπήσω όταν βεβαιωθώ πως δεν έχω κάτι άξιο λόγου να πω, δηλαδή να γράψω. Ξέρετε, πιστεύω πως σε μεγάλο βαθμό όλα έχουν λεχθεί, τα πιο σημαντικά τουλάχιστον, από πλευράς θεματικής. Αυτό που καλείται ο ποιητής να κάνει είναι να τα συνθέσει ξανά ανοίγοντας ένα νέο βάθος.

9. Στον επέκεινα χρόνο πού νομίζετε ότι θα βρίσκατε το πορτρέτο που ο ίδιος φιλοτεχνείτε;

9. Σε κάποιο κάλαθο των αχρήστων ίσως ή σε κάποιο υπόγειο με πέντε εκατοστά σκόνη πάνω του . Ειλικρινά δεν μπορώ να γνωρίζω. Ο ποιητής ενώ γράφει στο σήμερα δεν γράφει μόνο για το σήμερα αλλά κυρίως για το αύριο. Το αύριο όμως είναι ανεξερεύνητο όπως και τα γούστα του και οι αισθητικές του. Νομίζω όμως πως ο καθένας ξέρει αν έχει γράψει κάτι που αξίζει ή απλώς πέρασε το χρόνο του λέγοντας ότι έγραφε ποίηση για να γεμίσει τις άδειες από νόημα ώρες του. Στην ποίηση ο τελικός κριτής έρχεται πολύ αργότερα που θα πέσει η αυλαία, μέσα στο σκοτάδι.

10.Πώς ορίζετε το ποίημα που «αντέχει τον χρόνο»;

10. Γι’ αυτά γράφουμε. Πρέπει να έχεις μεγάλη δίψα μέσα σου για να γράψεις τέτοια ποιήματα. Μεγάλη κατανόηση του κόσμου, της ύπαρξης και τι σημαίνει η ποίηση απέναντι σε αυτά. Ισως πρώτα απ’ όλα να συνειδητοποιήσεις ότι η λογοτεχνία σου δίνει αυτή τη μοναδική δυνατότητα, γιατί πολλοί δεν το συνειδητοποιούν και νομίζουν ότι σημαντικό είναι να γράψεις ακόμη ένα ποίημα και όχι ένα σπουδαίο ποίημα ή μια σειρά ποιημάτων που θα σε οδηγήσουν σε μια άλλη σειρά σπουδαίων ποιημάτων. Το παράξενο όμως είναι πως ακόμη κι αν γράψεις τέτοια ποιήματα, δεν μπορείς να πεις ότι ξέρεις πως γράφονται, ειδάλλως, θα τα έγραφες συνέχεια. Είναι κάτι μοναδικό, ένα προνόμιο που σου δίνεται για κάποιες μόνο στιγμές και πρέπει να το αρπάξεις. Είναι αδύνατο να το κατέχεις, αν είσαι τυχερός, μπορείς να το αγγίξεις. Τα ποιήματα που αντέχουν στο χρόνο έχουν τα κότσια να τα βάλουν με το χρόνο. Αντέχουν όχι επειδή συμφιλιώνονται με τον χρόνο αλλά επειδή τον νικούν. Τον κάνουν να παραδεχτεί την ήττα του και να παραμερίσει επειδή το μήνυμα που μεταφέρουν πάντα θα βρίσκει ευήκοον ους. Γράφτηκαν για αναγνώστες που ακόμη δεν έχουν γεννηθεί. Είναι τα ποιήματα χωρίς ημερομηνία λήξης. Τα διαβάζεις και νομίζεις ότι γράφτηκαν χθες, ενώ μπορεί να έχει παρέλθει αιώνιος χρόνος από τη συγγραφή τους. Τα καλύτερα δε εξ αυτών, εγώ τουλάχιστον αποκομίζω την αίσθηση ότι έχουν γραφτεί σε κάποιο γραφείο του μέλλοντος. Κάποιο φανταστικό γραφείο ποιήσεως.

ΠΑΝΟΣ Κ. ΘΑΣΙΤΗΣ

2300_poiisi-10

Γεννήθηκε στον Μόλυβο της Λέσβου το 1923. Οι γονείς του ήταν πρόσφυγες από τα Μοσχονήσια της Μικράς Ασίας. Προερχόταν από οικογένεια ναυτικών. Το 1930 η οικογένειά του εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Θεσσαλονίκη. Τελείωσε τη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου και εργάστηκε ως δικηγόρος.

Ενώ ήταν φοιτητής, στα χρόνια της γερμανικής κατοχής συμμετείχε στη συντακτική ομάδα του φοιτητικού περιοδικού «Ξεκίνημα» με το ψευδώνυμο Νικόλας Νάρβας (15 Φεβρουαρίου – 15 Οκτωβρίου 1944, αρχισυντάκτης ήταν ο Μανόλης Αναγνωστάκης), ενώ ήταν και αρχισυντάκτης (1943-1944) του περιοδικού «Λεύτερα Νιάτα» που εξέδιδε η ΕΠΟΝ. Την περίοδο Μαρτίου – Ιουνίου 1945 σε συνεργασία με τον Μ. Αναγνωστάκη και τον Γιώργο Καφταντζή εξέδωσαν το περιοδικό «Φοιτητής».

Το πρώτο έργο που παρουσίασε ήταν το ποίημα «Έτσι είναι πάντα», στο «Ξεκίνημα» (τεύχος 1, 15 Φεβρουαρίου 1944). Λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων στάλθηκε εξορία στον Άη Στράτη και στη Μακρόνησο την περίοδο 1947-1950. Την περίοδο 1962-1964 ήταν μέλος του δ.σ. του συλλόγου «Τέχνη» της Θεσσαλονίκης. Κατά τις περιόδους 1974-1977 και 1981-1984 ήταν μέλος του διοικητικού συμβουλίου του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος. Έγινε και πρόεδρος του δ.σ. του ΚΘΒΕ την περίοδο 1984-1986.

Δημοσίευσε μελέτες και κριτικές γύρω από τη λογοτεχνία στα περιοδικά «Καινούρια Εποχή», «Νέα Εστία», «Ο Πολίτης», «Αντί», «Ελεύθερα Γράμματα», «Η συνέχεια», «Ο παρατηρητής» και στην εφημερίδα «Καθημερινή». Επίσης στα περιοδικά «Κριτική» και «Νέα Πορεία», όπυ υπέγραφε με το ψευδώνυμο Βασίλης Νησιώτης.

Από τον Δήμο Θεσσαλονίκης του απονεμήθηκε το 1951 το Βραβείο Ποίησης. Υπήρξε μέλος της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης. Το 1982 συμμετέσχε στο Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης, που διοργανώθηκε στην πόλη Struga της πρώην Γιουγκοσλαβίας.

Το 1983 συμμετέσχε στο Διεθνές Συνέδριο Ποίησης του Βελιγραδίου ως τακτικός σύνεδρος και εισηγητής. Ήταν μέλος των επιτροπών του ποιητικού διαγωνισμού του Δήμου Θεσσαλονίκης (1960) και του θεατρικού διαγωνισμού του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος (1964). Ακόμη υπήρξε μέλος της οργανωτικής επιτροπής του θεσμού «Βαλκανικό Θέατρο» (1980) και της επιτροπής μελέτης και αναθεώρησης των ελληνικών κρατικών σκηνών.

Ποιήματά του μεταφράστηκαν σε διάφορες γλώσσες (γαλλικά, αγγλικά, γερμανικά, ιταλικά, ρωσικά, σουηδικά, πολωνικά κ.λπ.).

Ασχολήθηκε επίσης με τη θεωρία και την κριτική της λογοτεχνίας. Είναι ο συντάκτης της πρώτης μελέτης εφαρμοσμένου κριτικού λόγου για το «Άξιον Εστί» του Ελύτη με τίτλο «Οδυσσέας Ελύτης (Η συνείδηση του ελληνικού μύθου)» το 1961.

Πέθανε στη Θεσσαλονίκη στις 21 Αυγούστου 2008, σε ηλικία 85 ετών.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Δίχως κιβωτό (1951)
Πράγματα (1957)
Πράγματα 2 – Αριθμοί (1962)
Εκατόνησος (1971)
Ελεεινόν Θέατρον… (1980)
Σχιστολιθικά (1974-1979)

Γύρος στην ποίηση (1966, δοκίμια)
7 δοκίμια για την ποίηση (1979)
Τα δοκίμια 1957-1983 (1990)

βιβλιο

ΔΙΧΩΣ ΚΙΒΩΤΟ (1945-1949)

ΠΡΩΙΝΟ

Γύφτισσα ζωή
Με χιλιάδες κουδουνάκια στ’ ανεμισμένα παρδαλά φουστάνια σου
Μοσκοβολάς χωράφι και φιλί
Και σε περνούν στις χαίτες τους χαράματα στην πόλη
’Άλογα γοργά ζεμένα σε γλυκοτριζάτες σούστες.

Χείμαρρε από μήλα που αλογάριαστα κατρακυλάς
Στους παχνισμένους δρόμους
Ανάμεσα στα χρυσά κρόσσια της αυγής
Και στις ξυπόλητες πατούσες των παιδιών
Γερό το χέρι να ’ναι πάντα
Ζωή για να σ’ αδράχνει
Καθώς η χούφτα τ’ ανυπότακτο βυζί.

ΕΦΗΒΙΚΟ

Είσαι το σχήμα ανάμεσα στη νύχτα και στον άνεμο
Είσαι το βούισμα του ίσκιου μου που σέρνεται μεσάνυχτα
Πλάι σ’ αυτές τις θεόκουφες ράχες των σπιθών
Το κουρέλι είσαι της χίμαιρας που το κρατώ στα χέρια μου
Χωρίς να το βλέπω.

Είσαι τα εκατομμύρια φιλήματα μιας θάλασσας χειλιών
Ογρής πυρωμένης
Που φλοισβίζει στο μάγουλό μου το σκαμμένο.

Εσένα φωνάζουν είκοσι χρόνια τώρα
Κάτι αμολόγητοι στίχοι που ανεμίζουν τεντωμένοι στης φλέβας το σκοινί
Και σε γυρεύουν σ’ όλα τα παραθύρια της άνοιξης
Σ’ όλες τις καταιγίδες
Σ’ όλα των προγόνων τ’ αγκαλιάσματα
Να ’ρθεις να σαρκώσεις τον ίσκιο μου
Για να ’σαι ο ίδιος ο εαυτός μου
Κι όταν εσύ πεθάνεις να πεθάνω.

ΓΥΝΑΙΚΑ

’Έρχεσαι δυνατή ζεστή αγαπημένη
Σαν τη νοτιά μεσάνυχτα του Αυγούστου
Από σάρκα κι άνεμο γυναίκα.

Έρχεσαι χορεύοντας
Πάνω στα γυμνά στιλέτα του πάθους σου
Ξεντύνεσαι τους ίσκιους
Κι ολόγυμνη σαν το κύμα ζυγώνεις
Αλαφροτρέμοντας.

Έρχεσαι! Έρχεσαι!
Όμως εγώ είμ’ ένα πνεμάτι αράχνης στη μασχάλη του φθινοπώρου
Που δε μπορεί ν’ αγγίξει ο ερχομός σου
Αν και περνάς από μέσα μου γλυκοσφυρίζοντας
Αν και τα μάτια σου παρακαλάνε
Χαμηλώνοντας κατά τη μαλακιά δοξαριά του δέρματός σου
Αν και κάθε αυγή
Δένω τις σπασμένες κλωστές μου
Και περιμένω να ξανάρθεις και να ξαναφύγεις
Σαν τη νοτιά
Από σάρκα κι άνεμο γυναίκα.

ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ’ΡΘΕΙ Η ΑΝΟΙΞΗ

Πρέπει να ’ρθει η άνοιξη με τ’ αμέτρητα άγουρα στηθάκια της
Και με τα σκουλαρίκια της τα κρυσταλλένια
Με τα γοργά της βήματα που ξυπνάνε τις ελπίδες
Με τη γαλάζια κραυγή της
Γιατί δεν πρέπει τώρα να φωνάξω
Κι εσύ δεν πρέπει τίποτα να ψιθυρίσεις
Τίποτα δεν πρέπει ν’ ακουστεί για την ερημιά των ματιών σου
Όπου παγώνει ασάλευτη το σχήμα της η απελπισία
Για το νεκρό σου δέρμα για τα νεκρά μαλλιά σου
Για του κρεβατιού σου τα τέσσερα σίδερα
Γι’ αυτά τα νιάτα που κρέμονται στον ίσκιο σαν τ’ άδεια ρούχα
εκείνων που πέθαναν
Γι’ αυτόν τον απερίγραπτο χειμώνα.

ΧΩΡΙΣΜΟΣ

Ήρθες και τίποτα δεν άντεξε πλάι σου
Έφυγες και τίποτα δε χάθηκε μαζί σου
Στα χέρια μου κρατώ και την ελπίδα και τη μνήμη σου
Το αίμα μου περνάει μεσ’ από σένα
Μοίρασα τον ίσκιο μου με σένα
Τίποτα δε μου λείπει· γιατί τίποτα δε χάθηκε μαζί σου.

ΜΕΡΕΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Άσε με να πιστεύω
Πως μπορούμε να κινήσουμε από δω
Όπου μασούμε τον ήλιο με τα δόντια μας
Και διώχνουμε το φως απ’ τα δωμάτιά μας ως να μας λησμονήσει.
Εδώ τα ξέρουμε και τα μισούμε όλα
Σαν τις χαρακιές του προσώπου μας
Και σαν τους τάφους τους οικογενειακούς
Όλο πικρή σοφία
Σαν την πανάρχαιη Καλημέρα
Χάρτινο χαμόγελο και προδοσία κι επιμονή.

Άσε με να πιστεύω
Πως πέρ’ από το σύρμα του ορίζοντα
Δε θα μας αγαπούν μήτε θα μας αρνιούνται,
Να πιστεύω
Πως υπάρχει αλλού ένα δέντρο
Άξιο για τα νεύρα του κεραυνού
Ένα μαχαίρι που δε γνώρισε σπλάχνα
Κι ένα ποτήρι μ’ απρόσιτα χείλη
Να πιούμε!

ΧΩΡΙΣ ΟΝΟΜΑ

Εδώ, στα χαμηλά, τελειώνουν τ’ άστρα
Εδώ και τ’ απόσταγμα κάθε χαρούμενης ώρας σου
Εδώ τραβιέται και μαυρίζει το πρόσωπο του Μάη
Τάξε
Θα το βρεις μες στα κουφά νερά.

Αν θυμηθείς, έλα στις στέρφες όχθες τους που δε σε περιμένουν·
Εδώ, κάτω απ’ τις φυλλωσιές της λάσπης με κάτι κατάστιχτα
Σκισμένα λείψανα
Θα στήσεις πάλι τον πιο παλιό ουρανό σου
Τον πιο γλυκό.

Άλλα ποτάμια τυλιγμένα σ’ ασημένιες γούνες
Κλέβουν τα όνειρά σου
Άλλα ποτάμια κλέβουν τα όνειρά σου
Κι εδώ καθίζει το αίμα σου αχρηστεμένο
Δίχως καμιά περιττή φωνή.

Ακάθαρτο νεύρο!
Πότε βουερό πότε παράλυτο
Αδιάφορο κερδίζεις τους αιώνες
Μαγνήτη άγγελε σε κάθε τέρμα.
Τώρα μ’ ένα πρόσωπο τόσο κάθετο
Τόσο γυμνό από έλεος και υποταγή
Ακούω τ’ ανάβρυσμά σου μέσα στο πιο διάφανο κρύσταλλο
Πάω να πιάσω τ’ άσπρο μήνυμα καθ’ ελπίδας
Σ’ ακούω να ξυπνάς και να φτάνεις.

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΘΛΙΨΗΣ

Ένα κορίτσι πέθανε π.χ.
Τα πλήθη τ’ απατούν και τα προδίνουν
Το σύμβολο του αυτόχειρα νύχτα πατά στις στέγες σα σειρήνα
Και δείχνει το δρόμο στους απελπισμένους.
Τόσο παλιά όλ’ αυτή η ιστορία μιας αναπότρεπτης ατυχίας
Κι όμως πάλι την ακούς
Σα μια φωνή ραγισμένη που έρχεται από πολύ μακριά.

Μόνος σ’ αυτό τον κάβο της σιωπής
Μακριά απ’ τον αιώνα και το σώμα μου
Πέρα απ’ τη νεκρή πληγή που άνοιξα στον χάρτινο ουρανό
Σε βρίσκω θλίψη μου
Παντέρημο απολίθωμα τόσης περασμένης δυστυχίας
Πικρή αιωνιότητα
Να χάνεσαι στο μέλλον μαζί μου.

ΑΠΟΓΕΜΑ

Ανεπίληπτος ουρανός
Ακίνητος
Τέλειος σαν κύκλος: απελπίζει
Απρόσιτη απόλαψη για μένα που τον βλέπω
Μες από ένα ύφασμα
Όπου καθίζει η στέρηση κι η φρίκη.

Και στο βάθος αόριστα
Να περνάς ανάγλυφο κατ’ απ’ το χνούδι τ’ ουρανού
Σαν αιφνίδια ταραχή πίσω απ’ τις κουρτίνες
Σώμα αγαπημένο
Πιο μακρινό πιο ανύπαρχτο απ’ τ’ απόγεμα που σβήνει.

ΘΥΜΗΣΟΥ ΦΙΛΕ

θυμήσου φίλε τις πικρές νύχτες της αλητείας
Δίχως σκοπό δίχως καπνό δίχως στέγη
Μέσα στους δρόμους να γυρνούμε διαλυμένοι
Και τα κλειστά παράθυρα τα φωτισμένα
Να κοσκινίζουν θαλπωρές τόσο κοντά
Και τόσο αφάνταστα μακριά μας.

θυμήσου τα ξένα δωμάτια που κοιμηθήκαμε
-Ήταν όλα τόσο ξένα!
Χιλιάδες άγνωστοι πριν από μας
Είχαν αφήσει μέσα τους μια αίσθηση δρόμου
Τις απόμαχες πόρνες μπρος σ’ ένα τζιν φτηνό θυμήσου
Ν’ ανοίγουν κάτω από τα πόδια μας χάη ερημιάς.

θυμήσου φίλε το κορίτσι που μας ήρθε απ’ την πατρίδα
Κάποτε τόσο ελεύθερο
Με ιδανικά με κοσμοθεωρία με αέρα
Αχ το κορίτσι που μας ήρθε απ’ την πατρίδα
Μέσα στα σκέλη του αθλητή
Στο Ξενοδοχείο των Ρόδων να εξοκείλει.

θυμήσου αυτά τα πράγματα κι αυτά τα πρόσωπα μιας παρακμής
θυμήσου μια ζωή που αγάπησες και μίσησες
Μαζί μου.

ΓΥΡΙΖΕΙ Ο ΚΑΙΡΟΣ

Γυρίζει ο καιρός
Πάλι βροχή
Σ’ αυτό το λυπημένο σταυροδρόμι των ανέμων
Οι ελπίδες φεύγουν σα βρεγμένα σύννεφα
Κι η νιότη μας μια παγωμένη σκόνη πια.

Γυρίζει ο καιρός γυρίζει
Ένα κουβάρι άνεμοι χορεύουν μεθυσμένοι στην αντένα
Και μας ξεκουφαίνουν.
Πάλι μπορεί να πέσει μπορεί να πέσουμε κι εμείς
—Μ’ όλο το αίμα μου θα βάψω τ’ άσπρο φουστάνι που φορείς.
Τα πλευρά μας άνοιξαν οι βροχές μας δέρνουν
—Απάνεμοι κύκλοι πηγαδιού σε φέρνουν και σε παίρνουν.

Απλό μαχαίρι τ’ ουρανού
Ρίχνει τη στέγη μας.
Ρίξε το πρόσωπο στα χέρια
Τίποτα πια δε μένει.
Όμως μην κλάψεις:
Θα ’ναι πάρα πολύ.

ΙΣΤΟΡΙΑ

Αύριο δε θα ’χουμε μήτε ένα ξένο σπίτι
Μήτε ψωμί μήτε φίλους.
Διάβηκε η ζωή μες απ’ τα χέρια μας
Και μας τα πήρε.

Δεν ξέρω αν είμαστε οι πιο δυνατοί οι πιο περήφανοι
Οι πιο αγνοί
Και μείναμε σαν δέντρα η σαν κάμποι
Στην ερημιά
Πιστοί στον εαυτό μας, οι τελευταίοι μιας εποχής…
—Ποιος τα ρωτάει αυτά;
Κι άλλωστε τι ακριβώς ήταν αυτός ο εαυτός μας
Έτσι μοιρασμένος σε σκοπούς και σχέδια αντιφατικά;

Σαν όλους τους νικημένους κουρασμένοι και κουραστικοί
Βέβαιοι για τη μάταιην ιστορία μας
Που διάβηκε παράξενα, απλώς παράξενα
Σα γέροι πελαργοί θα μείνουμε κρυφά στα βαλτοτόπια
Κοιτάζοντας για τελευταία φορά στον ουρανό, της νιότης μας τους
παγωμένους δρόμους
Μόνοι μ’ έναν θάνατο που κανείς τη θλίψη του δε θα τη μάθει.

Ήχοι συρτοί «χαμαί πέσαι… Φοίβος… απέσβετο»
Σαν καταχνιά παγώνουνε τα γόνατά μας.

ΒΥΘΟΣ

Ας μην τραγουδώ
Ας μη βλέπω πια τη χλόη που ήρεμη ανασαίνει μες στους
κάμπους
Μήτε τα πρόσωπα των γυναικών με το φανταστικό τους βάθος
Μήτε τη ζωή με τις μεταρρυθμίσεις.
Ξέρω τώρα την καταγωγή των θλιμμένων πηγών
Γιατί κλαίει η τόλμη μπρος σε μιαν απόσταση δίχως όνομα
Γιατί πέρα από κάθε ύψος αρχίζει νέο ύψος νέα απελπισία.

Οι παλιές ελπίδες: άσπρες φυλακές
Ελεύθερος πια δεν ελπίζω.

Πίσω απ’ την αιώνια τη χαρούμενη αυταπάτη των επιφανειών
Ο δίδυμος Αδάμ σηκώνει τα μεσάνυχτα ανεμόσκαλες
Γυρεύοντας χαμένους πλανήτες, την ουσία του κόσμου
Που σωπαίνει σα φεγγαρίσιο φέγγος
Μες σε πηγάδια μυστικά.

Νικητής και νικημένος σταματώ: Δεν υπάρχει τίποτα πιο πέρα η αύριο
Απ’ αυτόν το δρόμο που γυρνάει στην αρχή του
Περνώντας από τη ζωή στο θάνατο ολοένα
Με θρήνο και με σιωπή παγωμένος η καμένος
Ζώνοντας μ’ άπειρο ρίγος τους αιώνες
Γεμάτος παράξενους οδοιπόρους.

…Πάνω σε πεδιάδες απ’ ασβέστη με το σχέδιο μιας νέας θλίψης μέσα μου
Όμοιος με μια σταλιά καφέ
Αδιάκοπα απλώνω.

ΠΡΑΓΜΑΤΑ (1950)

ΟΔΟΙΠΟΡΟΙ

Ερχόμαστε από πολύ μακριά.
Φορούμε χιτώνια που άνθρωποι καλοί μας δώσανε στο δρόμο.
Δεν τραγουδάμε, δεν ονειρευόμαστε, δεν κοιτάζουμε πίσω·
περπατούμε.

Τα βράδια στην περίμετρο της πόλης
ενθ’ αμαυρούται και σιγά η ζωή,
πάνω στα χέρια μας περνούμε γυμνό
μιας φρίκης σταθερής το σώμα
που τ’ αντέχουμε μόνο εμείς.

Με αριθμούς διαλύουμε τη μαγεία της νιότης
του έρωτα τη μαγεία.
Μες στο σκληρό μυαλό μας σηκώνουμε
το είδωλο τού κόσμου αληθινό.

Φως πραγμάτων περιρρέει τη ζωή μας που αποσύρθηκε
όταν η αρετή σκοτώθηκε κι απ’ το καλό κι απ’ το κακό.

ΑΠ’ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

Στέκομαι και βλέπω απ’ το παράθυρο
τμήματα σπιτιών και δρόμων,
ακούω φωνές, αποσπάσματα ομιλιών,
στίγματα που αναζητά η αίσθησή μου, απαθή·
αθανασία ασήμαντη πραγμάτων χωρίς μνήμη
που δεν περνούν, καθώς εμείς οι άνθρωποι περνούμε.

Στέκομαι και βλέπω απ’ το παράθυρο…

Πόσο πουλάνε τα μαντίλια στο λιμάνι;
Μαντίλια γι’ αποχαιρετισμούς που φεύγουν
απ’ τα χέρια σαν πουλιά
σαν άνθρωποι που γίνανε πουλιά και μας γυρεύουν
άνθρωποι που δεν υπάρχουν πια και μείς δεν τους αποζητούμε·
άνθρωποι μαντίλια άνθρωποι.

ΜΟΝΑΞΙΑ

Όλοι ανακαλύπτουμε μια μέρα κάτι
χάνουμε κάτι
δίνουμε και παίρνουμε τις ίδιες μαχαιριές.
Όμοια τα στίγματα στα πρόσωπά μας.

Αλήθεια,
θα μπορούσε να ’μαστέ φίλοι, θα μπορούσε…
Αν σε μιαν ελάχιστη στιγμή
μαύρο ξαφνικό λεπίδι δε χώριζε τη συντροφιά μας
στα δυο·
εγώ απ’ εδώ, σ’ ενός έρημου κύκλου τη μέση
τρομαγμένος
χαμένος
απελπισμένος
κλαίοντας γοερά πάνω σε νεκρούς που δεν ξέρετε
ή που σκοτώσατε οι ίδιοι•
και σεις εκείθε ανέπαφοι, αφάνταστα μακριά μου.

Δεν ήρθαμε
Δε θα φύγουμε μαζί.

ΧΡΟΝΙΚΟ

Εδώ η ζωή σκότωσε τη ζωή.
Μέσα στους δρόμους μας δεν περπατούν γενναίοι.
Συντροφιές δολοφόνων περισφίγγουν τούς αστερισμούς.

Απ’ τούς εξώστες των εφημερίδων βγαίνουν κάτι τρομεροί κύριοι
γράφουν στον ουρανό μεγάλα μαύρα γράμματα
κι αποσύρονται.

Από χέρι σε χέρι ξένο, διασχίζουμε το μέλλον
περίπου ασφαλώς,
άνθρωποι ξοφλημένοι
αναγνωρίζουμε τους εαυτούς μας δίχως φρίκη πια
μέσα σ’ αυτά τα στεγανά ομοιώματα
που περιφράζουν τον ουρανό
μέσα σ’ αυτούς που ανταλλάξαν τη ζωή
με μια διαδοχή συμμετρικών τακτοποιήσεων.

ΔΙΑΝΥΚΤΕΡΕΥΣΗ

Χωρίς να καταλάβω με βρήκε η νύχτα πάλι,
όλη τη μέρα πόσο περίμενα να ’ρθει
κάτι καινούριο θα ’ρθει μαζί της είχα ελπίσει,
«ή νύχτα πάντα φέρνει κάτι καινούριο» είχα σκεφτεί.
Η αυγή με βρίσκει πάλι, μέσα στους δρόμους μόνο
μπροστά μου ξένα σπίτια, θαμμένα αποβραδίς,
σπασμένος φωνογράφος μέσα στο καφενείο
όλη τη νύχτα το ’λεγε «ζητιάνος της ζωής…».

ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ

Ήταν ένας δρόμος φωτεινός και καθαρός,
κι όμως ένιωθα τα κράσπεδά του -ήταν- σαπισμένα,
βαριά από λείψανα φριχτά.

Το πρόσωπό μου ηλιόλουστο, όμως κομμένο στα δυο
και στη βαθιά ρωγμή του μέσα
ο Γ. Φ. ο γίγας «η πλούσια καρδιά»
βρέθηκε τάλληρα γεμάτη και ποιήματα δεκάρας·
ο Κ. Μ. ο σιωπηλός, ο αδάμας, ο υπεράνω
τώρα κύριος μιας βρωμερής περιοχής
οδεύει σε λόφους σκουπιδιών και σκούζει:
παρίσταται κρίση συνειδήσεως
υπό το φως της σελήνης,
ακόμα!

Στα σπίτια η ζωή συνεχίζεται.

ΠΑΡΟΥΣΙΑ

Ακούω ακόμη τη φωνή της -είν’ ένας άνθρωπος κάθε φωνή-
«γύρισε!»
Με κρατούσε κι ένιωθα πως κρατούσε τη ζωή της.

Τώρα παντού η τρομερή φωνή της
τρύπα τους τοίχους, τρύπα το χρόνο,
αποσύρεται, επιστρέφει, αποσύρεται.
Τώρα παντού το φτωχό της είδωλο τ’ αγαπημένο
που συναντώ τα βράδια και το χάνω μες στους δρόμους.

Σ’ όλο τον κόσμο το βάρος ενός ανθρώπου
που ήρθε τόσο κοντά μας.

ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΙ ΤΩΝ ΜΟΪΚΑΝΩΝ

Στους φίλους

Άνοιξαν οι πύλες
απροσδόκητα,
όμως χωρίς βιάση καμιά,
βουβές·
-μόνον οι πιο ευαίσθητοι άκουσαν κάτι,
σαν πτώση εντόμου, στο δάπεδο, νεκρού·
και διάβηκεν η συντροφιά μας.

Βήματα σταθερά, καθαρά περιγράμματα,
μέταλλα στα μάτια
εμείς, σταθήκαμε στην αγορά -οι έμποροι είχαν φύγει·
κάτι περαστικοί συνάχτηκαν σ’ ένα γύρο σκοτεινό.
Ο πιο λαμπρός μας πάει μπροστά και λέει:
«Τώρα ο τρομερός χαλκός των σαλπίγγων θα ηχήσει,
αποσύρεται το τίμιο βάρος μας
κι απ’ το φτωχό τελώνη κι από τον φαρισαίο·
ωραίοι άνθρωποι, η ζωή σας δεν είχε τόπο για μας,
ήταν πιο μικρή από μας, αφού δεν έχει πίστη
να πολλαπλασιάζεται, να διαρκεί
η ν’ άπατά
και δεν αντέχει στον καθρέφτη.
Δεν έχει αγνότητα και σαπίζει
θεούς δεν έχει μήτε καν να τους πυροβολεί
μήτε φως αγάπης άπτεται αυτής·
Αποσυρόμαστε νικώντας -νικώντας;»

Ήταν η φωνή του ένας ρυθμός κυκλικός,
αδιάκοπος, απαλός
τρομερός,
διαπερνούσε το κάθε τι:
ήταν για τη γη και για τον ουρανό.
Κάποιοι κίνησαν να ’ρθούν
να προστεθούν στη συντροφιά μας
«Μη μας εγγίζετε
μη μας ακολουθείτε
μη μας βλέπετε
μη μας ενθυμείσθε.

Είμαστε ανεπανάληπτοι».

ΚΑΤΟΙΚΙΑ ΣΤΗ ΓΗ

Διαγράφεται σπίτι χαρωπό
άσπρο με κόκκινη στέγη, με πηγάδι και λαχανόκηπο.
Η γη αποθέτει μέσα του της ευωδιάς της το μυστικό·
πουλάρι του δρυμού γλύφει το ξύλινο κατώφλι του τις νύχτες
φέρνει κι αυτό το μυστικό της απλής του ζωής·
τ’ άστρα χαμηλώνουν, έλκονται μες στο νερό που αγρυπνεί.
Μπορούμε να κατοικήσουμε.

Το ποτάμι περνάει απ’ εδώ
μες από καλαμιές και θάμνους που όνομα δεν έχουν
μες από χόρτα που προσφέρουν μ’ αγάπη ό,τι έχουν
περνάει κι από μας και δε μας ξεχωρίζει.
Πλένει τα πόδια των πουλιών, τ’ άλογα ξεδιψάει
ποτίζει -όσο μπορεί- τα χωράφια
δεν έχει θρύλους μήτε όνειρα τα βράδια·
είναι νερό
κάνει καλά τη δουλειά του
κουράζεται
κοιμάται.

ΕΛΠΙΔΑ

Υπάρχουν οι πηγές που γεννούν τοσ’ αεράκια
υπάρχουν δάση όπου τ’ αθώα πρωινά ανασαίνουν φίλοι·
οι πνοές τους φθάνουν ως εμάς και μας γλιτώνουν
φέρνουν μηνύματα της χλόης και του νερού
φέρνουν την ακοή των δέντρων που τα κρατούν απ’ τη μασχάλη
παραμύθια, τα βαριά παπούτσια τους τα λιώνουν
αέρας μπαινοβγαίνει στα ριζά τους
τα κλαδιά τους γέμισαν πανιά,
οι βυθοί της θάλασσας ξυπνούνε μες στα δάση
αλλάζει τάξη ο κόσμος, αγκαλιάζεται σφικτά
χαίρεται η φωνή μας φίλοι
δικό της το φάρδος της ημέρας
Θα ’βρει πίστη και θα ζήσει·
υπάρχουν παντού ο ουρανός και τα παιδιά.

ΠΡΑΓΜΑΤΑ (2) – ΑΡΙΘΜΟΙ
(1958-1960)

ΠΡΑΓΜΑΤΑ (2)

Ο ΣΟΒΑΣ

Σώριασαν τα χαρτιά
επάνω στα χαρτιά
λόγια και λόγια
στα λόγια·
τις παλιές σκεπάσαν
με καινούριες μάσκες
με άλλον ασβέστη
τον ασβέστη.

Είπαν φωλιές
τους τάφους των πουλιών,
ψηλά σκόρπισαν τα φτερά τους
κι είπαν -φωνάζαν- πως είναι
πουλιά
οι άδειοι ίσκιοι.

Μόνο τ’ αγάλματα
μείναν αγάλματα
δείχνουν ποιοι είμαστε
μας παίρνουν, αμίλητοι άγγελοι,
τις νύχτες στα φτερά τους.

ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

Δεν υπάρχει φωνή
Δε λάμπει φωτιά· η νύχτα
είναι σκοτάδι και το πιάνεις.
Ο αέρας στέκεται -θύρα κλειστή
Οι άνθρωποι στέκονται, γνωρίζονται
από τις πλάτες τους· τη μέρα μιλούν
καθένας μόνο τη σιωπή του ακούει.

Φαίνονται από το κιγκλίδωμα πίσω
τεμαχισμένοι.
Ένα μακρύ σίδερο, από ώμο σε ώμο πέρα ως πέρα,

Το κεφάλι τους.

Ο ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Δεξιά το Σεράι αριστερά το καλύβι
στη μέση ο δρόμος
στο δρόμο το φανάρι
απ’ το φανάρι κάτω η σκιά του
πίσω απ’ το σκοτεινό βουβό πανί.
Οι θεατές χαμηλά στα καθίσματα· στο δρόμο
τα λεωφορεία η Τροχαία
οι άνεργοι.

Ανάβει το φως·
ο πρωταγωνιστής σηκώνεται μες στο κουτί του
βγαίνει
ακουμπά στο φανάρι
βγάζει το καρφί σπάνει το ξύλο
ξεκολλά το κεφάλι του
τ’ ακουμπά κάτω, λύνει τα μέλη του
ένα-ένα.
Τότε το πανί γεμίζει μ’ άλλους ίσκιους,
με χέρια και πόδια που κλαίνε.
Ανεβαίνει, ανεβαίνει το αίμα
το Σεράι βουλιάζει
το καλύβι πλέει.

Όμως ο θεατρώνης φτάνει.
Σβήνει το φως
κολλά τα χέρια κολλά τα πόδια
κολλά το κεφάλι καρφώνει το ξύλο
ξεθάβει το Σεράι
κατεβάζει το καλύβι
πλένει τα αίματα
ανάβει πάλι το φως

«Άρχοντες μου!…»

ΚΑΤΑΔΥΣΗ

Ήρθαν τα νερά
κι ο κόσμος του νερού,
τον πήραν
στους αιώνες των αιώνων.

Η άμμος του πήρε
τα μάτια,
βουβά της αχιβάδας μάρμαρα
σκεπάζουν
το κορμί του.

Το φως του ήλιου
σώθηκε, όμως εν’ άλλο φως
γεννιέται εδώ κάτω·
αόρατοι βασιλικοί καθρέφτες το συνάζουν
αμέτρητα πουλιά το μοιράζουν παντού.

Τιμωρά πελαγίσια τύμπανα
το αγγέλλουν.

ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

Του φεγγαριού βροχή ασημένια
πάνω στους μεθυσμένους ώμους του νερού
ως πέφτεις, από το σιωπηλό της πλώρης μας δρεπάνι
θερισμένη, πιο βαθιά
κι απ’ τη θνητή ψυχή μας φτάνεις.

Στενάζοντας σε δέχεται ο βυθός κι ανοίγει
Κύμα το κύμα η άμμος σε φιλεί
Όλα τα δάση των φυκιών λυσίκομα κυλούνε
και κυλούνε αγκαλιασμένα.

Κι ο πελαγίσιος Πάνας ο ερμαφρόδιτος ο αχτινωτός
στα βουβά των κοχυλιών κατώφλια σκούζει.

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΦΤΕΡΩΝ

Πιο πάνω απ’ το φεγγάρι
πέταλα ενός άνθους
που μαδά βαθιά στον ουρανό
-κανένας δεν το βλέπει-
λείψανα απ’ τις φτερούγες ίσως
του νεκρού Αρχαγγέλου
-κανένας δεν το ξέρει—
αγέρας μας φέρνει
αγέρας μας παίρνει
είδωλα της μιας στιγμής.

Ακούστε το θρήνο απ’ την κοιλάδα
τ’ αγαπημένα ονόματα στα δόντια της τίγρης
τους κρίκους της ζωντανής αλυσίδας
που η αόρατη βαριά συντρίβει.
Τίποτε δε μας εγγίζει εμάς,
μες στο γοργό δίχτυ των ίσκιων μας
τίποτε δεν απομένει.

Όταν το φως στ’ αλύγιστα κοντάρια του
σηκώνει τον ήλιο
τα εύθυμα της μέρας πνεύματα
σκορπούν στον ουρανό
γοργά απλωμένη θάλασσα κι εμείς τ’ ακολουθούμε
στήλες γινόμαστε λευκές, άνθη
στις φτέρνες του αέρα
Άνεμος πάλι μας σκορπά.

ΑΙΝΙΓΜΑ

-Είναι πολύ ψηλά ή πολύ βαθιά;
Στέκεται ή περπατεί μπροστά ή πίσω πάει;
Μέσα στα ρούχα του είναι ή στον ίσκιο του μέσα
κι είναι δικός του ο ίσκιος
είν’ αληθινός -μια μαύρη ψαλιδιά που χαίνει
στ’ άσπρο και το ξεγυμνώνει;

Και τ’ άσπρο, υπάρχει τ’ άσπρο;

Βρίσκεται δω που στεκόμαστε δενόμαστε χτιζόμαστε
επιμένουμε ως το απαίσιο τέλος
συνεχιζόμαστε κι αρχίζει πάλι ο πανάρχαιος γύρος
Ή εδώ ποτέ δεν ήταν;

Αυτό που λες ή αυτό που κρύβεις είναι;
Η αόριστη κατατομή, ιερή, πίσω από τον βαθύ της Νύχτας τοίχο
που μαντεύεις η ό,τι ορατό θριαμβεύει, πάνω απ’ όλους
τους ορίζοντες ψηλά;
Ποιο το χρώμα και η φύση του
Πούθε αρχίζει ποιο το τέλος του
Είναι ψάρι πουλί ή φωτιά;

-Ηχώ των όλων, πίσω απ’ του φεγγαριού τις μάντρες
Αόρατες,

Η αλήθεια.

ΑΡΙΘΜΟΙ

Διάφανες υδρίες τ’ ουρανού
παραμυθούνε τη λειψή ζωή μας,
σμίγοντας μες ατό παρθένο φως
το χρόνο με τη στάχτη·
στα λίκνα των στοιχείων τ’ άλυπα
κοιμίζοντας, για λίγο, τις βαριές
ανάποδες ψυχές μας.

Ι

Του ήλιου η νέα λάμψη φτάνει.
Όμως ακόμη το παλιό του φως, επάνω
στις ασάλευτες μορφές των νομισμάτων.
Το νέο φως να ‘ρθεί!
Απ’ άλλον ουρανό, μαζί με τους τυφλούς
αλύγιστους αγγέλους.
Να τραβηχτούν οι στέγες μας, οι τοίχοι
που μας χώρισαν να πέσουν, πάλι στους δρόμους
να βρεθούμε· στ’ αχνάρια των πηγών
να βρούμε πάλι τη φωνή μας, αρχαία
φωνή των αριθμών
όμοια με κείνη που έλαμψε
μες απ’ τη φλεγομένη βάτο.
«Να μην αγαπήσεις Πηγάδι η αγάπη
δροσίζει και πνίγει Το μίσος
πηγάδι που πνίγει
Μην επιθυμήσεις Όσα βαθιά λαχταρούμε είναι τα όνειρα
Ίσκιοι πουλιών τα όνειρα
φευγάτοι
Μην πιστέψεις Άσωτη σε ζώνει νύχτα
Ο δαυλός το φανάρι ο λαμπτήρας
τη μετατοπίζουν
Λοφοσειρές τα σώματα
ένα μες στ’ άλλο από το φως
στη σκιά περνούν
Βαθιά σαλεύει ο πηλός, του πηλού η φωνή,
το πήλινο αίμα
Τ’ άνθη είναι τ’ ουρανού
κι ο ουρανός τα παίρνει».

II

Ας αρχίσουμε πάλι από τη γέννηση
απ’ τ’ άστρο και το φως του· μ’ εσένα
που ακόμη τώρα άντρας
μες στο βαθύ γυαλί του μέλλοντος
ορθός, ορθός ακόμη
ευαγγελίζεσαι τη βλάστησή του.

III

Ιδού αγαπητός των ευθειών
των ουρανογραμμένων.
Χαλινάρι των κυμάτων ποτάμιο στέρνο
εξώστης της καρδιάς,
ασίγητης,
από την άβατη τάξη των αστέρων
ο Μοναχός ο Νέος φάνηκε.
Το χιόνι κοίμισε τον κόσμο έλιωσε τα φώτα
μόνη σώζεται η φωνή Του
σώτειρα.
Απ’ τον καιρό μας ως το δικό του που αγγέλλεται καιρό,
η τρομερή ανταύγεια του μέλλοντος
πυκνό φως των μετάλλων που αισθάνονται
-η μουσική της πέτρας κάθετη απογυμνώνει
τον ουρανό-
Διδαχή του αιθέρα στα ορθογώνια δάση

Αθανασία των στοιχείων
η κωφάλαλη.

VI

Ύλη από γιασεμί και χαλκό κοιμωμένη
σε περιοχές X
Βιομηχανικό πεδίο του άλλου αιώνα
όπου θα γεννηθώ και θα πεθάνω άνθρωπος·
Με λόγια που δε δύνονται να σε φανταστούν,
με εικόνες και πράγματα απ’ το καλύβι
αυτού του αιώνα, σε υποθέτω
Και με το φως της χαραμάδας,
οπού τρέμει η ίρις του χαμού και πρήζεται
το φάσμα του καιρού
αναποδογυρισμένο
Σε πλάθω Ήλιε.

VII

Γυμνό το πρίσμα του ατσαλιού ανατέλλει
Ανώδυνη Αφροδίτη,
μες απ το βόμβο που εκατομμύρια σκέψεις κάνουν.
Δίπλα στην τρομερή την κόψη του φωτός
με σιδερένια πέδιλα διαβαίνει ο νέος χρόνος.
Σταθερός αλλ’ απαλός, ακίνδυνος ο χρόνος,
γυρνώντας και γυρνώντας στων αριθμών τις σέρες
τις κλειστές.
Ανάμεσα στο φως και στην πηγή του
υπάρχουμε πρώτη φορά.

Ερημιά! Όμως αγνή φίλη
του φωτός ερημιά που το σκοτάδι λεηλατεί.
Ερημιά της δικαιοσύνης. Γαλήνη.
(Μισός στο σκοτάδι μισός στη σκιά,
διαβαίνει δ πρίγκιπας της σήψης
σέρνοντας το μακρύ πτώμα της παλιάς μουσικής,
αθροίζοντας στα φονικά του μάτια τ’ άνθη.
—’Αγέρωχη ευωδιά του χρόνου
στα υψηλά δώματα μείνε.

Μακριά απ’ αυτόν).

IX

Τα φωτεινά μας είδωλα είν’ οι άγγελοι
που τα ποντίσαμε στον ουρανό
απ’ τα ανοιχτά παράθυρά μας·
και τώρα ακούεται ο βόμβος τους
στ’ αστέρια γύρω
-η άλλη ποθητή ζωή μας.

Ουρανός υπάρχει γιατί υπάρχει γη
κι άνθρωποι τη στολίζουν.

X

’Άπειρο πεδίο του χιονιού και του ασβέστη
όπου τ’ άνθη σιωπηλά κι αιώνια θάλλουν,
όραμα των έμπιστων αριθμών
-πάνω στ’ αμάξια τους παιδιά ταξιδεύουν
μοναξιά των στοιχείων,
αίσθηση πρώτη όταν το νερό και το χώμα
πρωτοξυπνούσε εν ζωή,
της αγνότητας ιδέα στον ουρανό θαμμένη.

Σας εγγίζω πάλι καθώς χαράζω πρώτος
πάνω στο χιόνι των γενεών.

XI

Σαν το νερό στο χώρο και στο χρόνο· ίδιο
στη πηγή και στην κοίτη σε θάλασσα και σ’ ουρανό
σαν το νερό ας πάει κι η ψυχή μας
να γίνει άγριος ποταμός, λιμνίσια φίλη.

Σαν το νερό στην άμμο να σβηστεί.

ΕΚΑΤΟΝΗΣΟΣ
(1966-1968)

ΓΙΑ ΛΙΓΟ

Η θάλασσα, η θάλασσα κι η θάλασσα.
Τ’ ανώνυμο χαλίκι, απλουστεμένο απ’ τον καιρό,
πλάι σ’ αμέτρητα όμοια πλάσματα του νερού και της πέτρας.
Άχνη τ’ αλατιού στις τεφροδόχες κρύπτες των βράχων,
η εργάτρια πανίδα, γύρω-γύρω στο κρυφό περιγιάλι.
Ο μη αναθρώσκοντας, μη καπνός.
Η νεόφυτη σελήνη, στη μέση του όρμου που μισοϋπάρχει.
Το νερό ζυγώνει ήσυχα,
μπορεί να σε πάρει·
τα μαγνητικά, τα φωσφορούχα χείλη της αγάπης…

Ωστόσο κάθε πρωί το γυαλί σταματά στον πνιγμένο,
στην άγκυρα, στο λιωμένο σκοινί.
Σκίζεται ο πόντος,
σηκώνονται οι θρήνοι που δε φτάξαν πουθενά,
σταματημένοι για πάντα,
στους άσπρους τοίχους του μεσημεριού.

Αυτά είν’ ο πυρήνας -ο χαμένος καθώς λέτε.
Δε θα με βρείτε ποτέ έτσι.
Τώρα η μουσική, το φεγγάρι απ’ την ταράτσα,
η τεχνητή αναπαραγωγή της νύχτας,
η πόλη, ο σωστός δρόμος, το σπίτι, τα λόγια
που πολλαπλασιάζουν τα λόγια.
Τώρα είμαστε πάλι εμείς. Προσαρμοσμένοι, αλληγορικοί,
μιλούμε πολλές γλώσσες,
συγκατανεύουμε να κρύψουμε το φόνο.

Εδώ, σας περιμένω αλλιώτικα,
μαζί με τον κ. Προύθ, την κ. Πούθ
και την κόρη τους Ούθ.

Η ΜΑΡΜΑΡΩΜΕΝΗ

Περιμένοντας το μεγάλο νερό,
άδειο γαλανό κεφάλι
και το φεγγάρι μελανιασμένο
στις αλυσίδες
και το καράβι στο κοιμητήρι.

Πίσω απ’ το μαύρο τοίχο
που στέκεσαι και κοιτάζεις,
τίποτα πια δεν περνάει.

Μαρμαρωμένη βουλιάζεις άλλου

ΕΙΚΟΝΑ ΓΙΑ ΔΥΟ

Εσύ χάνεσαι όλη μέρα, στο βόμβο που έχουνε χιλιάδες κινητήρες
στα κυκλικά παραπετάσματα της σκόνης.
Βουλιάζεις πίσω από σειρές μεγάλα σπίτια,
στοές, μεγάλοι δρόμοι που σ’ απορροφούν.
«Σταθμός-Χαριλάου» η γραμμή που παίρνεις,
για τη φανταστική δουλειά και το φανταστικό σου σπίτι
απεγνωσμένα.

Το σωστό πρόγραμμα απ’ έξω, μια προσωπίδα για τους άλλους
Για σένα πιο βαθιά, η σφαγή.

Το άσπρο νερό ξαφνικά πορφυρό.
Η παγώνια φυτρωμένη στα σπλάχνα,
μαύρα μεγάλα χάσματα στο δρόμο, χαμένα όλα τα σημάδια
κι από ψηλά, ο μακρινός βόμβος της καταστροφής.
Σιγή τυλίγει στο γυαλί, το κάθε τι που βλέπεις,
χέρια και πόδια και πρόσωπα απομένουν στον αέρα,
σαν την εικόνα στην οθόνη, τη στιγμή που κόβεται η ταινία.

Στο νου πυκνή βροχή σε λιώνει.

ΕΠΙΦΩΝΗΜΑ

Εσύ ήσουν η αγάπη .Ίριδα ανοιχτή, απ’ το πορτοκαλί
ως το χρυσό κι ως τ’ άσπρο που τυφλώνει,
δρασκελώντας κρεμαστά νερά και κρυφά στερεώματα,
έρημη μεγάλη νύχτα πάνδημο μεσημέρι.

Μαλλιά -ποτάμια που με πνίγατε
η γη κι ο πυρωμένος σπόρος της βαθιά,
ο ουρανός κι η αφανέρωτη όψη του,
μισό κι ολόκληρο του φεγγαριού,
φέξη και χάση του κόσμου.
Η προσευχή κι εικόνισμα για προσευχή,
ασήμαντα χαμένα λόγια την ώρα της καταστροφής,
τρίξιμο της θύρας για ζωή και για θάνατο.
Ναι ή όχι: κι υπάρχεις, δεν υπάρχεις.

Εσύ που ήσουν η αγάπη, πες μου τώρα πως σταματούνε
το μυαλό, πως το σκοτώνουν.

Ω μονοκύτταρο απολιθωμένο στο νεκρό σημείο,
κλειστό στο ναρκωμένο τείχος·
και τ’ αυλάκι για το αίμα κομμένο·
κι η φωνή, αγέρας που ζει και φέρνει τον άνθρωπο στον άνθρωπο
φευγάτη· , ,
κι ο χτύπος της καρδιάς, ένας ρυθμός στ’ ανώνυμο ρολόγι
και το κορμί απονευρωμένο κι η σάρκα στο έλεος της βροχής.
Ένα μάτι, γι’ αυτό που λένε φως· τ’ άλλο για το σκοτάδι.
Ο ήλιος, πυρωμένο τρελό πορτοκαλί
κι η νύχτα, μαύρη κυκλοδίωκτη αμμουδιά όπου βουλιάζεις
Η θρέψη, η πέψη, ο ύπνος

Οι άλλοι: τα διπλανά μονοκύτταρα, στη σειρά

«…ΕΛΕΕΙΝΟΝ ΘΕΑΤΡΟ…»
(α’ 1961-63, β’ 1974-76)

Α’

ΣΥΖΗΤΗΣΗ

Είμαστε φίλοι κάποτε, όμως -διστάζω να στο πω-
κάτω από διαφορετικές συνθήκες άλλης εποχής
και προπαντός πιο νέοι, Βασιλάκη.

Δε σού ’κοψα την καλημέρα βέβαια, σε χαιρετώ
όταν αναποφεύκτως συναντιόμαστε στο δρόμο.
Σου δίνω τσιγάρο, συμβουλές και δανεικά -όταν μπορώ-
εν ονόματι τόσων και τόσων που ακόμα μας δένουν,
όμως ανεπίστρεπτα παρελθόντων.

Και τα σύκα-σύκα για να πούμε -όσο είναι δυνατό ή πρέπει ακόμα
τα λέμε- είσαι κουραστικός, λιγάκι απηρχαιωμένος,
επιμένοντας, μόνος, στο ’41 ή στο ’47 η στα καινούρια που μας βρήκαν,
ταράζοντας με ψευτοφανατισμούς -ξεπερασμένους-
την κατά τ’ άλλα ευχάριστη συζήτησή μας.

Ξυπνώντας -ανυπόφορα- τα φαντάσματα
μιας -δήθεν- προδομένης νιότης.

ΜΑΘΗΜΑΤΑ

Η λέξη Ελευθερία είναι σχετική, Ελλάς
επίσης σχετική -αυτό το παραδέχονται όλοι.
Κόβοντας κάτι από τη μια, προσθέτοντας στην άλλη κάτι,
τουλάχιστον φαινόμαστε -κι εν μέρει είμαστε-
και φιλελεύθεροι και εθνικοί συνάμα.

Αν κάποιοι βλάπτονται απ’ τα μέτρα μας, οι άλλοι ωφελούνται
κι αν μερικοί μεμψιμοιρούν, στραβοκοιτούν η έστω κάνουν που αντιδρούνε
αυτό το επιτρέπουμε, το ενθαρρύνουμε αυτό -με μέτρο.

Εμείς, στενά δεν ερμηνεύουμε τ’ άγια των άγιων!

Άμα το παρακάνουν όμως κι αρχίσουν τις φωνές
τα «κλέφτες» «τύραννοι» τα «κάτω» κι άλλα που τα συνηθίζουν
και βγουν στους δρόμους συν γυναιξί και τέκνοις
και τα λένε στ’ ανοιχτά και πια δεν παίρνουν από λόγια κι απ’ αστεία,
ορμούν οι γυμνασμένοι νόμοι σα σκυλιά και τους κατασπαράζουν,
γονατιστοί στις πλάκες έλεος ζητούν, ομολογούν οι άθλιοι το λάθος
το διαλαλούνε στις πλατείες.

-Όχι, θα παίξουμε εν ου παικτοίς!

ΑΣ ΥΠΟΧΩΡΟΥΣΑΝ ΛΙΓΟ

Τι θέλουν τώρα αυτοί και μας θυμώνουν;
Τι κουταμάρες λένε πάλι για δήθεν υπόπτους συνδυασμούς
γι’ ανόμως κερδισμένα;
Είναι ζηλιάρηδες, ανάγωγοι, ξυπόλητοι πάππου προς πάππον,
πεινασμένοι -και δικαίως τέτοιοι που ’ναι-
δεν ξέρουν τι θα πει ζωή
-την πήρανε στα εύκολα ψωμοζητώντας-
και τώρα κάνουν τους ενάρετους,
παίζουν τους Ροβεσπιέρους!

Στο κάτω-κάτω, ας ήταν ικανοί κι αυτοί,
ας υποχωρούσαν λίγο, ας ελίσσονταν λιγάκι,
ας άρπαζαν τις ευκαιρίες, ας σπρώχναν κι ας πατούσαν στην ανάγκη
αφού κανείς δεν τ’ απαγόρεψε αυτά
-όλοι με κάτι τέτοια ζούμε και περνούμε.

Τούς έξυπνους μας κάνουν τώρα;

ΕΠΙΤΥΧΟΝΤΕΣ

Άγομεν ήλικίαν ώριμον
Ορθώς φρονούμε
Ορθώς καθήμεθα -και ασφαλώς-
Δικαίως κεραυνοβολούμε τους παρίες
Σεβάσμιοι -και τρομεροί αν χρειαστεί- τοις πάσι.

Εμείς, δεν είμαστε άνθρωποι τυχαίοι.
Εδώ να φτάσουμε, ν’ αρπαχτούμε απ’ εδώ
να κρεμαστούμε ασθμαίνοντας, να επιπλεύσουμε όπως-όπως,
τι δεν απεμπολήσαμε,
θέλοντας μη θέλοντας τι δεν επράξαμε, οι καημένοι.

Ενάρετα γηράσκοντες, άξια διοικούντες τώρα
και -φυσικά- γενναία μισθοδοτούμενοι,
απ’ τον Ταμία-‘Ήλιο.

ΝΑΙ

Θεός να μας φυλάει -και τα παιδιά μας και τ’ αγγόνια μας-
Θεός να δίνει γνώση και στους άλλους. Είμαστε καλά, καλούτσικα,
πολλά δε γυρεύουμε -το φαγί μας, το σπιτάκι μας,
και κάτι στην άκρη για την κακιά την ώρα.
Σα μας χτυπούν την πόρτα, δεν ρωτάμε «δίκαιος η άνομος»
δίνουμε σ’ όλους αυτό που μπορούμε.
Τα παιδιά μας στο έθνος, τα κορίτσια στους όμοιους μας.
Πουλάμε στο συνηθισμένο κέρδος, πάμε πάντα με το νόμο.

-Έτσι η γαλήνη στέκεται στο σπιτικό μας.

Λέμε πάντα ναι -και στη φωτιά και στο νερό
στο μυλωνά και στον ξωμάχο.
Ναι στον άγιο, ναι στον διάβολο.
Ναι, κι όταν ναι δεν υπάρχει:
Είν’ η φωτιά που πέφτει πια
και μας εξολοθρεύει.

Β’

ΙΣΤΟΡΙΑ (1941 – )

Εχθροί -έτσι τους λέγαν άλλοι- πατήσανε τη χώρα
Λυπήθηκα πολύ. Όμως δεν τα ’βαψα και μαύρα.

Πρώτες αβέβαιες μέρες, το μαγαζί κλειστό
Μετά, όλα καθώς πριν κανονικά.
Αγόραζα-πουλούσα με λεφτά
και βέβαια το κέρδος-ΚΕΡΔΟΣ.

Το «Ελευθερία η θάνατος» -τι δίλημμα γελοίο!-
ουδόλως μ’ αφορούσε.
«Καίνε, σκοτώνουν, ξεριζώνουν», φωνάζανε τις νύχτες με χωνιά
Πρωί, το μαγαζί απείραχτο. Ψεύδη λοιπόν
ασύστολα κι αυτά.
Όμως κι αλήθεια αν ήταν -που δεν ήταν-
θα γίνανε αλλού και σ’ άλλους -που τ’ άξιζαν.

Έτσι ο καιρός ευχάριστά -σχεδόν- περνούσε.
«Σχεδόν»… Θα το παρέλειπα κι αυτό.
Αλλ’ όσο να πεις, υπήρξε κι ενοχλούσε κι απειλούσε
κείνο το μυστήριο συνοθύλευμα, το κινδυνώδες κι αλητήριο
εαμελασεπόν…
Τελικά, δε λέω, βγήκε κι αυτό απ’ τη μέση
-Ελλάς και Συμμαχία το γκρέμισαν εκ βάθρων-
Μα παρατρίχα να μας χέσει.

Τα ίδια, φυσικά, κι εν συνεχεία

«ΕΠΙΠΛΕΩ»

Όχι πώς έπαθα ναυάγιο, κινδύνεψα να χαθώ
κι ανάγκη πάσα να κρατηθώ στον αφρό.
Μην πάει ο νους σας σε θαλάσσιες τραγωδίες
αύτανδρα βυθισμένα φορτηγά
επιβάτες και πληρώματα χαμένα.
Τα φοβούμαι αυτά και τ’ απωθώ.

Αν και φυγείν αδύνατον το πεπρωμένο
δεν το προκαλώ ποτέ.
Μετακινούμαι βέβαια, αλλά μονάχα για δουλειές.
Και το πλοίο τ’ αποκλείω.

«’Επιπλέω» λοιπόν ίσον τα βολεύω πάντα
-μες στις ελληνικές αντίξοες, τόσο ρευστές, συνθήκες-
με την ψυχή στα δόντια -ή μάλλον τα δόντια στην ψυχή.

Με κάποια ασύλληπτη, για βάρβαρους, αλληγορία.

ΜΕ ΤΟΛΜΗ ΟΛΙΓΗ…

Ήμουν κι εγώ ενάρετος.
Χρόνια και χρόνια
στην έρημο του καλού κ’ αγαθού.
Βιδωμένος στο κενό.
Κατεψυγμένος.

Όμως θα ξέρεις από βιολογία
για το αίμα μας που δεν αλλάζει
την αυτοσυντήρηση, την αναπαραγωγή, το κατούρημα
τα θηλυκά, τις κενώσεις
-γι’ αυτά τ’ ανθρώπινα απ’ τα πιο ανθρώπινα.

Άρχισε και το εποικοδόμημα να με πιέζει.
Μια θέση κι εγώ, δίπλα σε τόσους άλλους
ν’ αποφύγω τα χτυπήματα -πέφταν βροχή στον καιρό μου-
να επιβιώσω, με τα εν χρήσει μέσα να επιπλεύσω.
Πατώντας εν τέλει αυτά που όλοι πατούν
λέγοντας τα ίδια αναπόφευκτα ψέματα
κρύβοντας τις ίδιες, πάγκοινες αλήθειες.

Με τόλμη ολίγη.
Και -κατ’ ανάγκη- λιγότερη αρετή.

ΓΕΝΕΣΗ 2

Σώσον -πάλι- Κύριε το λαό σου
Άνοιξέ του τα μάτια
Κάνε τη μέρα-μέρα
Νύχτα τη νύχτα
Στάσου στη μέση, κράτησέ τες -σαν πρώτα –
Χωριστά.

Πού το φως
Πού το σκοτάδι
Να ξέρουμε.

-Εμείς, οι πιστοί σου τελοσπάντων!

«ΠΕΡΝΩ»

«Δεν θα περάσουν!…».
Κι όμως
οι φασίστες
πέρασαν.

Όμως αργά, με τον καιρό, τα παιδιά ξανάρχισαν
«No passeran, no passeran… ».
Τα βουβαμένα τύμπανα ξυπνούσαν στον αέρα.
Άναβαν πάλι στις στοές
μια-μια οι θρυμματισμένες λάμπες.
Τα φυτίλια ένα-ένα.

Κι οι πορθητές, με τον καιρό
σαπίσαν
και ταφήκαν
στη Μαδρίτη.

«Περνώ» λοιπόν Senor καθίκι
δε σημαίνει μετακίνηση στο χώρο.

ΣΧΙΣΤΟΛΙΘΙΚΑ
(1974-1979)

ΑΝΑΣΚΑΦΗ

οδός Εγνατία

Ι

Χρόνια περιμένεις εδώ· στο ίδιο σημείο.

Βραχιόλια σκουλαρίκια χρωματιστά μαντίλια κι ο μάγος ακονιστής.
Πουλιά και φίδια επίχρυσα, μικροπράγματα για τη χαρά
και την ανάγκη μιας στιγμής -είν’ η στιγμή που κάνει
και ξεκάνει τη ζωή σου- θα λάμψουν νύχτα στο τσίτι της φτωχής.
Σαββάτο βράδυ στα παραπήγματα, πλάι στη θάλασσα, πλάθει μιαν άλλη ζωή.
Δεν θα ’ναι ποτέ η δική της.
«Πυρακτωμένα φώτα στη σειρά και σε τυφλώνουν, μικρή Ελένη.
Κάθεσαι και παίζεις και δε βλέπεις τ’ άσπρο δρεπάνι ψηλά
-βγήκε και σε γυρεύει κρυμμένο στο νέο φεγγάρι.
Μήτε προσέχεις το τεφρό μάτι του ιδιοκτήτη στη γωνιά.
Πάνω στη λαμαρίνα η περιστροφική ίρις παίρνει
και ξαναφέρνει απείραχτο -νομίζεις- το κεφάλι του νέου τραγουδιστή»

Εδώ ο βίος του Αγίου Γεωργίου, το δίκαιο κοντάρι το κακό θηρίο.
Ο Μυροβλύτης, χλωρός ακόμη στο ψηφί.
Ο γαλάζιος σταυρός, παυσίπονα, αναισθητικά κενά της τελευταίας σελήνης.
Κι ο γιατρός στ’ άσπρα κι οι ωοθήκες της στον κουβά.
Χρόνια περιμένεις εδώ.
Είν’ ο μεγάλος πολυχρονεμένος δρόμος που περνούν τους πεθαμένους
Μαβιές κορδέλες και λουλούδια, ονόματα κι αποχαιρετισμοί στα χρυσά
στριμμένες πομπές -θα κατεβείς κι εσύ, θα πάρεις μέρος.

IV

Εδώ σιγά σιγά συνάχτηκε η ζωή σου.

Δύσκολο να μιλήσεις, αν δεν κατέβεις τη σκάλα του καιρού.
Μες στον αχνό να ξεχωρίσεις την παιδική μορφή στον καθρέφτη
ν’ αντέξεις αγγίζοντας τον ζωντανό δίσκο
ρόδινα μπαμπακερά χέρια. Να ψηλαφίσεις τ’ αχνάρι των χειλιών
να φανταστείς τη δική σου φωνή, τα πρώτα λόγια στον ουρανίσκο.
Πίσω πάλι στις ροδοδάφνες όπου χάθηκες παιδί.
Στον κόρφο της μητέρας που τη χωνεύει το χώμα.
Στο καλό και στην πηγή του καλού.
Να σταθείς στην καγκελόπορτα που έφραζε τον κήπο,
στον κήπο που έκρυβε το σπίτι. Ανάμεσα στ’ αρώματα
και στη χρυσή σκόνη και στα πέπλα που σου ξεφεύγουν.

τα νησιά oι πατρίδες

I

Γύρω γύρω θάλασσα και στη μέση πέτρες πονετικές.
Σπίτια-φυτά κι ανοιγοκλείναν
άνθρωποι από πηλό, έργα του χεριού και της αγάπης.

Αίμα χρυσό του ήλιου τρέφει κι ωριμάζει τους καρπούς
το φεγγάρι προφταίνει ξαφνικά του κοριτσιού το χέρι
-γα μέλαινα- τη στιγμή π’ αγκαλιάζει.
Μυστήρια του ανθρώπου φανερωμένα μια στιγμή στου γιασεμιού τη λάμψη.

Απ’ τον ανθό της πασχαλιάς ως το έρεβος, η εργάτρια κλωστή της μέλισσας
ενώνει τον καιρό.

οι σύντροφοι

Ι

Όπου και να κοιτάξουμε ραγίζ’ η εικόνα και πηδά το αίμα των συντρόφων.

Στον λίγο ίσκιο που το μεσημέρι αφήνει γύρω απ’ τις ρίζες των σπιτιών
δώθε απ’ το καμένο χώμα και τα πελυκοφόρα αμάξια που περνούσαν,
καθώς τρυπάνια σύρματα και κινητήρες αλλάζανε την πόλη,
ήρθαν κρυφά και στάθηκαν η Φλώρινα η Πρέσπα η Κοζάνη κι η Κατερίνη,
χωριά σβησμένα, γλώσσες πλουμιστές μια φορά σαν τα φτερά του παγωνιού.
Ήρθαν η χλωρή γκορτσιά, η λεύκα το κορίτσι, ο πρίνος και το κατσίκι
ο χρυσός καπνός και δίπλα
με λερή χλαίνη η Μίρκα η χλόη ξεσκισμένη,
ήσυχα γλιστρώντας στο θολό ρείθρο.
—Ξέρεις, εμείς πήγαμε πιο μακριά. Το δύσκολο είν’ η απόφαση.
Το δυο και δυο τέσσερα. Ύστερα, όλα τραβούν μοναχά τους.
Κι αυτός εκεί ανάμεσα σας, ένας ήσυχος άνθρωπος με την εφημερίδα
και τα λαχανικά, ίσως αυτός, ένας Γιάννης που σας συνήθισε και τον συνηθίσατε,
βαστούσε το μαχαίρι που με μοίρασε.

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ

Φίλε, πως βρέθηκες εδώ, πως στριμώχτηκες
πως σβήνεις.

Με τον καιρό, γίναν πολλά στον τόπο και σ’ εσένα.
Μπορεί να μη θυμάσαι πια, ίσως να μη λογάριασες τι πλήρωνες
περνώντας τις στενές πύλες. Από χαντάκι σε χαντάκι
λιγόστευες ολοένα, κηλίδες κλέβαν την εικόνα
μέναν σημάδια στη φωνή, νεκρά κενά στο νου.
Με κάθε χιόνι, πέθαινε κι ένα κλαδί στο δέντρο.
Ήλιος και θάλασσα παίρναν πιο πολλά απ’ όσα δίναν.

Τώρα τις νύχτες προσπαθείς να ξεφύγεις.
Παίζεις στα χέρια σου άχρηστα κλειδιά
χαλίκια κι όστρακα από νησιά καταποντισμένα.
Μυρίζοντας φύκια, ελεείς την ψυχή σου που λείπει.

Άφησε πια τη θάλασσα .Έχει τελειώσει.
Και το ποτάμι άλλαξε κοίτη. Κι ο κρότος π’ ακούς κάθε βράδυ
είν’ η ξερή λάσπη που σπάνει. Στην παλιά όχθη
στρέμματα καλαμιές χωρίς φωνή νερού
λίγα δέντρα και πεθαίνουν
γλώσσες της άμμου στεγνωμένες.

Τώρα τα καλοκαίρια καίγονται μακριά.
Το παράθυρο βλέπει στον αντικρινό τοίχο και πρέπει να συνηθίσεις
Πηγαίνοντας απ’ αυτό το τετράγωνο στ’ άλλο τετράγωνο
ό,τι απόμεινε απ’ τη ζωή σου.

ΒΡΕΧΕΙ

Il pleut de vois de femmes…
G. APOLLINAIRE

Βρέχει απ’ το πρωί.
Βρέχει στ’ αυτοκίνητα, στα πλαστικά υπόστεγα των δρόμων.
Στο δράκο καπνοσυλλέκτη ψηλά στην ταράτσα
στο λεπρό δάσος με τις αντένες.

Βρέχει και δε βλέπεις τη βροχή
στο γραφείο 405 από βροχή δεν ξέρεις.
Βρέχει έξω από τις αίθουσες των μυστικών συσκέψεων
τους κύλινδρους των στεγνοκαθαριστηρίων έξω.
Βρέχει και δε βρέχεσαι, αδύνατο να βραχείς
να ‘ρθεις να περπατήσεις κάτω απ’ τη βροχή μαζί μου.

Βρέχει στον τελευταίο σταθμό της βενζίνης, στο χαλασμένο
λάστιχο του φορτηγού
στο νεκροταφείο της ακτής, στην κρεμασμένη θάλασσα
στους πεθαμένους ουρανούς των διυλιστηρίων
στις τρομερές σημαίες των διεθνών εταιρειών.
Βρέχει στους σκουπιδότοπους.
Στ’ ασθενοφόρο που σε παίρνει.

Βρέχει συνέχεια.
Μήτε φωνές γυναικών

Μήτε τίποτα.

Τ’ ΑΔΕΣΠΟΤΑ

ΦΕΓΓΑΡΙ- ΦΕΓΓΑΡΑΚΙ

I

Στον ουρανό βγήκε το τελευταίο φεγγάρι.
Πήδα μέσα τώρα.
Τώρα που περνάει απ’ το μπαλκόνι.

II

Το φεγγαράκι έπαιξε κι έχασε όλο τ’ ασήμι του
στην πισίνα. Για μια γυμνή ψευτο-Ελένη.
Έναν Ποσειδώνα εκσκαφέα.

Τώρα πείνα και κλαίει μετανιωμένο.
Πλανιέται άδειο στον ουρανό.
—Μικρό κουτό φεγγάρι.
Σε φτιάξαμε ασημένιες καρδούλες
καρφίτσες, φουρκέτες, παραμάνες.

‘Οτιδήποτε.

Ο ΝΕΚΡΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ

Δεν είμ’ εδώ που ψάχνεις.

Τι γυρεύω εγώ μες στα λουλούδια
στ’ αβάσταχτο φως του φεγγαριού.

Στις αίθουσες που οι ρήτορες
εκπολιτίζουν το κοινό
με τα φαντάσματά μας.

Τι γυρεύω.

ΣΤΗ ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΦΩΝΗΣ

Φώναζε.
Και φωνή δεν έβγαινε.
Στη θέση της φωνής έβγαιν’ αχνός
ονόματα ουσιαστικά και ρήματα στραγγαλισμένα
αφές πραγμάτων άδηλες, νοήματα διαλυμένα
μάζες κουφές χιλιάδες πεθαμένες πεταλούδες.

Τραγούδι ανάποδο, τετέλεσται, στους γάντζους των σφαγείων.

ΑΦΡΟΔΙΤΗ 2004

Σπάνοντας το τεχνητό μονοκύτταρο
αναβλύζεις μέσ’ από λόχμες πλαστικές.
Θάλλεις σ’ ανύπαρχτα χώματα
σ’ αλγεβρικά πεδία.

Τις νύχτες χύνεις στα μάτια σου αλουμίνιο
λάμπεις στις πίστες φθοριούχα.
Δεν ξέρεις τι θα πει γιασεμί.
Κάνεις το σημείο του έρωτα
κι εκσπερματώνεις σταθερά ορυκτέλαιο

ΑΔΗΜΟΣΙΕΥΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Η ΟΜΟΡΦΗ ΑΝΔΡΙΑΝA

Απαλά κρατώντας το λαγούτο
ανάμεσα στα ολάνοιχτα παγώνια που τη μισοκρύβουν
και στ’ άφαντα σταματημένα αηδόνια
παίζει και τραγουδά η όμορφη Ανδριάνα.

Ακούστε φίλοι το παλιό τραγούδι που ανεβαίνει
με τα λησμονημένα έργα της αγάπης·
χρυσή κλωστή που κλώθεται και δένει τις ψυχές μας.

«Στου Κομνηνού το αρχοντικό στην Πόλη
καφτό μεσημέρι του Αυγούστου
φύλακες και σκυλιά ο ύπνος τα είχε πάρει.
Τ’ αδράχτι σταμάτησε στης βάγιας
που νύσταξε το χέρι.

Μ’ όλο που ο πόλεμος επήρε τέλος
κι οι Φράγκοι μιναδόροι άνεργοι σκόρπισαν
ξέμεινε εδώ ο Καλαβρέζος Μπρούνο.
Για της μικρής Θεανώς τη χάρη
τώρα κρυφό λαγούμι σκάβει
χώματα πέτρες ξεκολλά.

Κι όταν η γη κάτω απ’ τις φτέρνες της φυραίνει
ολόγυμνη πέφτει στις πυρωμένες πλάκες.
Κι από κάτω ο κασμάς τη συνταράζει».

Πέτρα, 1978

ΕΝ ΙΣΗ ΜΟΙΡΑ

Γιατί να βγάλω εγώ το φίδι από την τρύπα;
Τασσόμενος με τους μεν, εναντίον των δε
φωνάζοντας στα γήπεδα υπέρ η κατά
υπεραμυνόμενος των X
καυτηριάζοντας τους Ψ;

Κι αν γυρίσει, όπως λένε, ο τροχός
κι έρθουν τα πάνω κάτω -η αντιστρόφως,
τότε ‘γώ με ποιους θα πάω κι εναντίον ποιων;

Στου ασταθούς μου βίου τον φαύλο κύκλο
κάπου στη μέση στέκομαι, προσεχτικά.
Εν ίση μοίρα μ’ όλους.
(Κανείς δε θα με πει εχθρό.
Δε θα μ’ αναγνωρίσει φίλο)

Σεπτέμβριος 1980

ΚΙΒΩΤΙΟ ΠΑΡΑΠΟΝΩΝ

Μα τι φωνάζεις; Πού τα βρήκες επιτέλους
το «ψέμα» την «απάτη», πού τα είδες;

Είπαμε:
Κάνε μια αίτηση και βλέπουμε.
Πέρνα την τάδε του μηνός -να δούμε.
Ξαναπέρνα -και θα ξαναδούμε.
(Και τανάπαλιν -αλλά σπανίως).

Τίποτα φοβερό, όπως βλέπεις
-συνήθης διαδικασία
απλώς ζητήματα ρουτίνας.

Βέβαια, μπορεί να σε κουράζουν -κάπως- όλ’ αυτά.
Να σ’ εξοργίζουν κιόλας -πότε-πότε.
Όμως κι εκείνα τα «Εστέ σύντομοι» στους τοίχους
«Ώραι διά το κοινόν 11π.μ. – 11π.μ.»
και συναφή λοιπά, εκνευριστικά.
Όλα ενοχλούν -ναι, συμφωνούμε.
Μα δεν είναι χριστιανέ μου και για θάνατο
-ούτε κομμένα μέλη ούτε αίμα πουθενά.
Κι οπωσδήποτε, δεν γίνονται από πρόθεση:
Αναπόφευκτα κενά μιας τεράστιας μηχανής
που νυχθημερόν μοχθεί για σένα -η έστω και για σένα.

(Μοχθηρό επίμονο ανθρωπάκι
σκουλήκι που σηκώνεις και κεφάλι τώρα,
συνταγματικό κιβώτιο παραπόνων
που δε θα φτάσουν -να’ σαι βέβαιο- πουθενά).

23/3/1981

ΦΕΥΓΕΙΣ

Φεύγεις, γλυκό πουλί της νιότης
μ’ άκου τι σου λέει κι ο γεροστρατιώτης.

Κι αν βιδωθείς βαθιά μες στον αιθέρα
κορμάκι πούπουλα κι αν σβήσουν στο υπερπέρα
χωρίς εσένα μόνος με το νεκρό στρατό μου
θα συνεχίσω όρθιος με τον υπόλοιπο εαυτό μου.

5/9/1989

ΑΠΟΡΙΕΣ

Καθώς περιπατούσε στην ακτή
σκεφτότανε, θαρρείτε, τι;

Τον Ιωνά που σώθηκε απ’ το κήτος
ή γυμνές στα ξώφυλλα σειρήνες μήπως;

Σόδομα και Γόμορρα θαλασσινά
ή ασήμαντα συμβάντα περσινά;

Την Κλειώ τη θηριώδη, τη βαθύκολπη Νεφέλη
ή τη χθεσινή ρετσίνα απ’ το βαρέλι;

Το ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ
η το βιβλιάριο του ΙΚΑ;

Του Καβάφη έπεα βαριά
η τα πτερόεντα του Παλαμά;

Τον αγρίως καλπάζοντα τιμάριθμο
η τον μυστήριο αστρικό λογάριθμο;

Τ’ ανεξιχνίαστο μυαλό του ανθρώπου
η τα ίδια και τα ίδια κι έπιτόπου;

6/2/1990

Η ΜΕΤΑΛΛΑΞΗ

Ρίξτε πρώτα τον ασβέστη
υστέρα χώμα, πέτρες
πάλι χώμα.
Να πακτωθεί ο νεκρός
να διαλυθεί
να εξατμιστεί.
Και στον αρχαίο δρόμο προς τον άχρηστο βωμό
υψώστε σταυρούς της ωλένης
να τρομοκρατούν το μέλλον.
(Έτσι, με τον καιρό, όλα -μα όλα
θα χαθούν, θα ξεχαστούν).

Και τώρα όλοι μαζί!
—Ζήτω η θετική πλύση των εγκεφάλων
Η παραγωγική μετάλλαξη του εχθρού
Οι βάτραχοι οι κροκόδειλοι οι μαϊμούδες.

Ο γρυλισμός του όντως όντος στους πλανήτες.

6/3/1996

ΑΙΣΘΗΣΗ

Kι’ απ των παιδιών τα στόματα ακόμη
σαν πεθαμένα βγαίνουν τα πρώτα λόγια.
Μια μυρωδιά παντού
αόρατης σφαγής.
—Τι έγινε Τειρεσία;
Τι πρόκειται να γίνει;

1984-1996

Ο ΧΡΟΝΟΣ

Μέσα στα ρημαγμένα σπίτια
παιδάκια γύψινα χαμογελούν ακόμη στα ταβάνια.
Δρόμοι της ώχρας έξω
δρομολογούν το φεγγάρι.

Ο χρόνος τρέφεται με πεθαμένα πράγματα·
ανθρώπους πεθαμένους.

1984-1996

ΣΑΝ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΔΑΠΟΥΣ

Σαν τους αλλοδαπούς και τους αλλόφωνους
εδώ κι εσύ θα μείνεις.

Αρθρώνοντας κωμικά μια γλώσσα
που κανείς δε μιλά·
γονατίζοντας κρυφά σε νοερά κοιμητήρια·

σώζοντας μέσα σου, έστω για λίγο ακόμη,
τις ύστατες εικόνες απ’ τα μάτια
των σκοτωμένων σου
των κρεμασμένων σου
των σκοτωμένων σου.

1999

ΑΦΘΑΡΤΕΣ ΜΠΛΟΥΖΕΣ

Άφθαρτες μπλούζες κάτασπρες
καταυγάζουν διαδρόμους αγωνίας
θαλάμους ανανήψεων
άγρια χειρουργεία.

Αρμενίζουν στα ματωμένα δάπεδα
προπέμποντας στο επέκεινα
σώματα γυμνά, παραδομένα•
επιστρέφουν ανέπαφες.
Ανανεώνονται στις τουαλέτες, συνεχίζουν
ακατάπαυτα.

Άφθαρτες μπλούζες κάτασπρες.

20/10/2000

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ ΓΙΑ TON X.

Ενθάδε κείται άγνωστος.
Δίχως όνομα χωρίς μορφή
σημάδι καν η ίχνος πως υπήρξε.

Μπορεί ασήμαντος
μπορεί σπουδαίος, όσο ζούσε
-τώρα έτσι κι αλλιώς
ολοκληρωτικά εξουδετερωμένος.

Κενό μες στο κενό.
Χωρίς καμιά σημασία.

ΚΙΝΗΣΕΙΣ

Κι αυτό το λίγο φως, τι χρειάζεται;
Σπάσε τα μαύρα -και τ’ άσπρα- γυαλιά σου.
Και τον αμφιβληστροειδή
σταθερά,
στρέψ’ του εντός σου.

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΟΥ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗ ΣΤΑΥΡΟΥ ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ

Η παρούσα έκδοση βασίστηκε στις υπάρχουσες εκδόσεις των ποιητικών

συλλογών του Πάνου Θασίτη από το 1951 έως το 1983, στη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του το 1990, καθώς και στα αδημοσίευτα ποιήματα που βρέθηκαν στα κατάλοιπά του.

Σεβάστηκα απολύτως τις, σε σημεία, γλωσσικές ιδιοτυπίες του ποιητή, τη στίξη και τη στιχουργική μορφή των ποιημάτων. Οι μόνες παρεμβάσεις που επιχείρησα αφορούν στη διόρθωση εμφανών αβλεψιών και στην ενοποίηση της ορθογραφίας, σύμφωνα με τις τελευταίες επιλογές του Πάνου Θασίτη, ο όποιος από συλλογή σε συλλογή εκσυγχρόνιζε ο ίδιος την ορθογραφία του, φτάνοντας στη χρήση του μονοτονικού στα πιο πρόσφατα από τα αδημοσίευτα του ποιήματα. Ωστόσο, χάριν ομοιομορφίας μετέτρεψα και αυτά τα ποιήματα σε πολυτονικό.

Από τα αδημοσίευτα ποιήματα, άλλα χειρόγραφα και άλλα δακτυλόγραφα, επέλεξα εκείνα που έφεραν χειρόγραφη την ένδειξη «τελικό»,

καθώς και τις πλέον ολοκληρωμένες και ευκρινείς από τις διάφορες παραλλαγές που ανακάλυψα και συνέκρινα. Η σειρά της κατάταξής τους

ακολουθεί τον χρόνο συγγραφής τους, όπως αυτός αναγράφεται στο τέλος του κάθε ποιήματος. Είναι βέβαιο πως μια φιλολογική έρευνα θα είχε ασχοληθεί επαρκέστερα και διεξοδικότερα με τα ποιήματα αυτά,

κάτι που φαντάζομαι δτι θα γίνει μελλοντικά.

Ευχαριστίες οφείλω στην οικογένεια του ποιητή, την κόρη του Λήδα

Θασίτη και τον γαμπρό του Δημήτρη Αλεξάνδρου, που μου παραχώρησαν ανεπιφύλακτα την πρόσβαση στο αρχείο του, αλλά και επωμίστηκαν τον χρόνο και το κόστος παραγωγής όσων φωτοαντιγράφων μου χρειάστηκαν.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΑΠΟ ΑΛΕΞΗ ΖΗΡΑ

Πάνος Θασίτης. Νόηση και ποιητική ενάργεια

Γι’ αυτά τα νιάτα που κρέμονται στον ίσκιο
σαν τ’ άδεια ρούγα εκείνων πού πέθαναν
Γι’ αυτόν τον απερίγραπτο χειμώνα

Π. Θ., Δίχως Κιβωτό (1951)

‘Υπάρχει ακόμα και σήμερα μια σύγχυση στις ερμηνευτικές προσεγγίσεις αρκετών κριτικών που τυχαίνει να ασχοληθούν με τη γνωστή τριάδα των συνομήλικων, μεταπολεμικών ποιητών της Θεσσαλονίκης: τον Μανόλη Αναγνωστάκη (γεν. 1925), τον Κλείτο Κύρου (γεν. 1921) και τον Πάνο Θασίτη (γεν. 1923). Τους αντιμετωπίζουν σαν δέσμη συγγενικών φωνών, λόγω της νεανικής συνύπαρξής τους, στο διάστημα Φεβρουάριου -’Οκτωβρίου 1944, στο φοιτητικό επονίτικο Ξεκίνημα, και σχεδόν τους ταυτίζουν λόγω του ότι ήταν σχεδόν ομόλογα παρόντες στη φαντασία των παλαιότερων αναγνωστών της λογοτεχνίας. Κοινές εμπειρίες, κοινές δοκιμασίες, επομένως ένα ομογάλακτο, πρωτοβάθμιο υλικό, από όπου υποτίθεται ότι αντλούσαν ως δημιουργοί ένα σημαντικό μέρος της θεματικής της ποίησής τους. Όμως, ήταν έτσι τα πράγματα; Συμμετείχαν κι αυτοί, και ως ποιο σημείο, στη λιτή και ασκητική μοιρασιά του ιδεολογικού πεπρωμένου που η εποχή του πρώιμου μεταπολέμου έκανε στα πιο ονειροπόλα από τα παιδιά της; Αποδέχονταν εν σώματι ότι ήταν ταγμένοι κάτω από τις σημαίες της «ποίησης της ήττας», όταν η ήττα ήταν μια έννοια, αν όχι εξαρχής αλλά πάντως πολύ σύντομα, διφορούμενη, όχι μόνο για τη γενιά τους αλλά και για τον καθένα από τους τρεις; Όλοι σήμερα γνωρίζουμε ότι ως μνημείωση ενός συλλογικού γεγονότος, η ήττα επιβλήθηκε αναδρομικά, και μάλιστα ερήμην της ίδιας της ποίησης. Ήταν ένας βολικός όρος, ανάμεσα σε τόσους άλλους, με πολλές ισοπεδωτικές γενικεύσεις και στρεβλώσεις, που υιοθετήθηκε αμέσως, ακόμα και από την επίσημη γραμμή, γιατί έκλεινε μέσα του την υποχώρηση, την αναδίπλωση και τη συντριβή, έννοιες που έμειναν
ψηλά στο εικονοστάσι της ελληνικής αριστεράς, μόνιμο ενοχικό φάσμα
της από το όποιο δεν ξέφυγε ποτέ.

Είναι γνωστό ότι ο Θασίτης δεν μπορούσε να ξεχάσει την ανεστραμμένη, κολαστήρια εικόνα του Αιγαίου, όπως τη διέσωσε η μνήμη του από τα τέλη της δεκαετίας του ’40, «Τόσοι φίλοι χαμένοι στους σχιστόλιθους / να γυρίζουν στον ύπνο μας / αθώοι μες στ’ άσπρο λινό», αλλά προτιμούσε να ορίζει το ηθικό στίγμα της ποίησης της γενιάς του όχι ως ποίηση της ήττας, αλλά ως ποίηση «του κοινωνικού πόνου», ως, δηλαδή, σημείο συμμετοχής σ’ ένα βίωμα πέρα ως πέρα συλλογικό, με τη συλλογική του αποτύπωση να ξεπερνάει την ποίηση νοούμενη ως ατομική και μοναχική πράξη δημιουργίας. Με τα χρόνια, μάλιστα, σχημάτισα την πεποίθηση ότι ένα από τα μόνιμα και ευδιάκριτα χαρακτηριστικά της ποίησης του Θασίτη το συναντούμε εδώ. Είναι η επιμονή του να προσπαθεί να βλέπει πάνω και πέρα από το τείχος του ευσυγκίνητου συναισθήματος, να «βλέπει», ας πούμε, με φίλτρο το νου του: «Έρχομαι να πω για τη διάλυση των σχεδίων / Για το γκρέμισμα των βημάτων / Για την εξάτμιση του νου που λιώνει και συντρίβει το νόημα του κόσμου». Πόση διαφορά δεν υπάρχει ανάμεσα στον τόνο αυτού του τρόπου της προσωπικής κατάθεσης και του τρόπου της προσωπικής κατάθεσης στο πασίγνωστο «Μιλώ» του Αναγνωστάκη! Από την πλευρά αυτή, ας μη λησμονούμε ότι οι καλύτερες στιγμές της συζήτησης για την «ποίηση της ήττας», γύρω στο ’60, στην Επιθεώρηση Τέχνης, στην Κριτική και στις πιο ταπεινές και αφανείς Μαρτυρίες, έκλιναν περισσότερο στη δική του προοπτική, του Θασίτη. Το αρχικό πεδίο αναφοράς της συζήτησης ήταν η γενικότερη κρίση συνείδησης που προέβαλλε στην αμέσως μεταπολεμική περίοδο ως θέμα και γλωσσά της ποίησης, και όχι μόνο της ποίησης που έβγαινε από τις συμμετοχικές εμπειρίες της αριστεράς. Ενώ κατέληξε σύντομα αύτη η συζήτηση να έχει την περιοριστική έννοια του πως αντικατοπτρίζεται στο συναίσθημα του ομόδοξου ποιητή η ιδεολογική και στρατηγική ήττα τού κινήματος, αλλά και η υποχώρηση των πολιτικών του οραματισμών!

Συνέπεια όλων αυτών ήταν η γενική εντύπωση για τους τρεις τους, τον Αναγνωστάκη, τον Κύρου και τον Θασίτη -σ’ αυτούς ας προσθέσω, έστω καταχρηστικά, τον Σερραίο Γιώργο Καφταντζή (γεν. 1920), οργανωμένο κι αυτόν ως φοιτητή στην κατοχική ΕΠΟΝ και συμπράξαντα στο Ξεκίνημα-, ότι πρόκειται για όμοιες η για συγγενείς ποιητικές φωνές. Ενώ δεν συμβαίνει καθόλου κάτι τέτοιο. ’Ακόμα και στα πρώτα τους βιβλία, που εκεί ήταν εύλογο να υπάρχουν πολλά ομόρριζα και ομόθεμα στοιχεία, με δεδομένη την πολιτική τους νεανική θητεία και τις κολαστήριες δοκιμασίες τους (ιδιαίτερα του Αναγνωστάκη και του Θασίτη), διέφερε αρκετά η ένταση και το μέταλλο της φωνής τους. Η θέση που έπαιρνε ο καθένας τους για να «αφηγηθεί» τη στάση ζωής του στα πρώτα χρόνια του μεταπολέμου. Το πως και το τι στοχαζόταν γι’ αυτά. Παρά την εμπειρική και βιωματική σύγκλιση ο λόγος του Θασίτη ξεχωρίζει από το λόγο των άλλων, ακόμα και στα ποιήματα του Δίχως κιβωτό (1951) η και στα επόμενα, τα Πράγματα (1957).

Το πιο ευδιάκριτο χαρακτηριστικό της πρώιμης φωνής του, που αργότερα θα γίνει πιο διανοητική και, συνεκδοχικά, ειρωνική, για να καταλήξει στο τέλος στον σαρκασμό του Ελεεινού θεάτρου (1980), είναι η εμφανής προσπάθεια τιθάσευσης και έλεγχου της υψηλής συγκίνησης: «Ποιος ήρθε; / Δεν περιμένουμε δε θέλουμε κανέναν. /Έτοιμοι! Όχι ταξίδια». Προσπάθεια που έχει, ασφαλώς, άμεση σχέση και με το ότι η γλώσσα της ποίησης εξαρχής παρουσιάζεται πυκνότερη στα νοήματά της και αδρότερη στο ύφος της από των άλλων φίλων του, της τριάδας. Γι αυτό και εκείνη που δίνει στο ποίημα έναν όγκο, ένα βάρος στοχασμού είναι η αναζήτηση του γνωσιακού βάθους παρά της συναισθηματικής έντασης, το «Blocus Animae» όπως είναι και ο τίτλος ενός ποιήματος της συλλογής του ’57. Υπάρχει ένα αθέατο πρόσωπο, μια περσόνα που «περιγράφει» αμέτοχα, σαν να διατηρεί μιαν απόσταση ασφαλείας από την κατάσταση πανικού που υποδηλώνεται. Ένας παντεπόπτης, για να χρησιμοποιήσουμε έναν όρο της αφηγηματολογίας, που εστιάζει περισσότερό την προσοχή του στην ανάδειξη του πραγματολογικού υλικού της εικόνας, στην «ψύχραιμη» καταγραφή των δεδομένων, και όχι τόσο στη συναισθηματική κατάσταση που δημιουργούν στον ψυχικό κόσμο του.

Έτσι, τα σύμβολα που χρησιμοποιεί ο Θασίτης γίνονται πιο «συγκεκριμένα», πιο βατά, πιο προσπελάσιμα και κατανοητά, μια και ο παντεπόπτης-ποιητής νοιάζεται για την επικοινωνία μέσω νοημάτων. Δεν φαίνεται να τον ενδιαφέρει η υποκίνηση της συγκίνησης, της συναισθηματικής διάθεσης του άλλου, το να τον κερδίσει στα «εύκολα» σημεία του. ’Ιδίως στα Πράγματα, μπορεί η αίσθηση της μοναξιάς να είναι καταλυτική, αφού ο ποιητής είναι αναγκασμένος να διασχίσει την άνυδρη έρημο της πόλης για να μπορέσει να βρει ένα σταθερό σημείο νέας εκκίνησης. Όμως και πάλι, παρά τη διάχυτη σκηνογραφία τρόμου, η συγκίνηση που εκλύεται από τις ποιητικές εικόνες είναι έτσι συγκρατημένη και μετρημένη, ώστε να μοιάζει με περιγραφή μιας δραματικής κατάστασης, που για να γίνει πιο κατανοητή μας υποβάλλεται η ανάγκη δημιουργίας μιας απόστασης ανοικείωσης από αυτήν. Νομίζω ότι εκεί που πράγματι διακρίνεται μια σαφής διαφοροποίηση στο έργο του Πάνου Θασίτη, είναι το 1962, στα Πράγματα 2-Άριθμοί. Ο λόγος του γίνεται ελλειπτικότερος και ο στίχος του ακόμα πιο οξύς και πυκνός, ενώ το νόημα απαιτεί μια ακόμα μεγαλύτερη ανοικείωση, καθώς αγγίζει πλέον την αφαίρεση, σαν να μην το δεσμεύουν τα καθημερινά συμφραζόμενα της εποχής: «Νερό με το νερό, με τη φωτιά φωτιά / πάνω στ’ αριθμημένο είδωλο της γης διαβαίνει. / Οι αριθμοί σημαίνουν θάλασσα / το σκοτεινό της φύλο στο βυθό τ’ άσπρα της / μαντίλια στον αγέρα».

Ένας περισσότερο οξύς και καθόλου διθυραμβικός Ελύτης. Έτσι και η έκπτωση, ο φόβος και η φθορά που, άλλωστε, συνθέτουν την ταυτότητα του ελληνικού μεταπολέμου στους περισσότερους από τους συνομήλικούς του, παίρνουν σ’ αυτή την ποίηση τη διάσταση ενός εγκόσμιου, γενικευμένου κακού. Ενός κακού που η λυρική φαντασία δεν το αρνείται, δεν μάχεται με το να αντιπαρατάσσει σ’ αυτό το ωραίο της ζωής, απλώς το μεταμορφώνει, το συμβολοποιεί για να εξοικειωθεί με αυτό, και σε τούτο ο Θασίτης δεν είναι μακριά από το σύμπαν θανάτου του Μίλτου Σαχτούρη: «Δεξιά το Σεράι αριστερά το καλύβι / […] / Οι θεατές χαμηλά στα καθίσματα- στο δρόμο / τα λεωφορεία η Τροχαία / οι άνεργοι. // ’Ανάβει το φως / [….] / Τότε το πανί γεμίζει μ’ άλλους ίσκιους, /με χέρια και πόδια που κλαίνε. /Ανεβαίνει ανεβαίνει το αίμα / το Σεράι βουλιάζει / το καλύβι πλέει».

Η κίνηση αυτή, μέσα σε μια δεκαετία, από το περιορισμένο τοπίο της ήττας στο απεριόριστο, εχθρικό σύμπαν και στον λυρικό του συμβολισμό, μας δείχνει ότι ο Θασίτης ήθελε να ξεφύγει από τα στενά όρια της ελεγείας, με την οποία η γενιά του θρήνησε τον κλειστό ορίζοντα της αμέσως μεταπολεμικής ιστορίας. Πράγματι, σ’ ένα μεγάλο αριθμό από τους ποιητές των πρώτων μετεμφυλιακών χρόνων, η ποιητική δημιουργία γεννήθηκε και πήρε τη μορφή μιας προσπάθειας εξόδου από το δραματικό βίωμα της αναδιπλωμένης ζωής, για να επιστρέφει σ’ αυτό με «σκυμμένο το κεφάλι», έχοντας συμβιβαστεί με τη διαπίστωση του αδιεξόδου. Όμως στο έργο του Θασίτη απουσιάζει κάθε ίχνος παθητικότητας. Ερμητικά η όχι, τα ποιήματα του 1962, που ίσως αποτελούν μια από τις κορυφαίες στιγμές του έργου του, επέλεξαν την πύκνωση και τη νοηματική αφαίρεση, επειδή σκόπευαν να συνθέσουν ένα μυθολογικό σύστημα που κατά κάποιο τρόπο γείωνε στα καθέκαστα της ζωής το σύστημα του’ Ελύτη. Αναφορές στα φυσικά στοιχεία, στον ουρανό, στο νερό, στη θάλασσα, στον ήλιο, στους αστερισμούς, στη γη, αλλά χωρίς αυτό το ιδιόμορφο, δικό του, ποιητικό σύστημα να έχει αποσυνδεθεί από τα πεδία των κοινών εμπειριών. Χωρίς οι αναγωγές και οι συμβολισμοί του να προσβλέπουν σε μια μεταφυσική θεραπεία.

Όντως, στα Πράγματα 2 η λειτουργία των εικόνων είναι συνειρμική, με σπασμένα και θρυμματισμένα τα κομμάτια τους, έτσι ώστε η αφαιρετική γλώσσα να αποδίδει την αίσθηση του ασύντακτου χρόνου της πραγματικότητας. Αλλά, όπως και να το κάνουμε, ο Θασίτης δεν χάνει στιγμή από τα μάτια του τους γενικούς ορούς της εποχής. Μπορεί να

φαίνεται ότι τους παραμερίζει, αλλά αν προσέξουμε καλύτερα δεν τους αγνοεί, απλώς τους αλλάζει θέση, τους φτιάχνει μιαν άλλη «πατρίδα», τους μεταθέτει σε μια διάσταση πιο οικουμενική. Ο άκρως ροϊκός χρόνος που κυριαρχεί σ’ αυτή την άκρως αφαιρετική περίοδο της ποίησης του, δεν σημαίνει πάντως ότι παύουν να αναγνωρίζονται τα πράγματα και η ουσιαστική τους σχέση με τον άνθρωπο στο νέο συμβολικό τους περιβάλλον: «Και με το φως της χαραμάδας, / όπου τρέμει η ίρις του χαμού και πρήζεται / το φάσμα του καιρού / αναποδογυρισμένο / Σε πλάθω Ήλιε». Μια τρίτη, τέλος, διαφοροποίηση συναντούμε στο έργο του Π. Θασίτη με την Εκατόνησο (1971) και το Ελεεινόν θέατρον (1980), δύο συλλογές που σημείωσαν την επάνοδο του ποιητή από το μεταφορικά ιστορημένο των συμβολικών Πραγμάτων 2 – Αριθμών στο κυριολεκτικά και ρεαλιστικά ιστορημένο. Τι συνετέλεσε άραγε σ’ αυτή την αναστροφή; Μήπως η θητεία του στην καβαφική ειρωνική αναδιάταξη της ιστορίας; Σίγουρα εκείνο στο όποιο έχει αλλάξει δραστικά η ποίηση του Θασίτη, για μια φορά ακόμα, είναι κυρίως στην αναπροσαρμογή της νοηματικής της λειτουργίας. Η μέσα από το στοχαστικό κάτοπτρο του νου δραματική αίσθηση των Πραγμάτων και των Αριθμών, τώρα στηρίζεται όσο ποτέ άλλοτε στο αιχμηρό, επιθετικό και σκωπτικό ύφος ενός λόγου που δεν κρύβει τις πολιτικές θέσεις του. Οδηγητική ευκρίνεια, ανασύνταξη της ηθικής στάσης του ποιητή απέναντι στα φαινόμενα της Ιστορίας· πως να ξεχάσουμε ότι στην ίδια ακριβώς χρονική στιγμή που βγαίνει η πολιτικά ρητή Εκατόνησος, συγκλίνουν τα ποιήματα του σχεδόν σχηματικού στον πολιτικό ρεαλισμό του Στόχου, του Μανόλη Αναγνωστάκη; Το ενδιαφέρον είναι ότι όπως άρχισε ο κύκλος της ποίησης και στους δυο, έτσι έκλεισε.

Αλέξης Ζήρας

[Φεβρ. – Μαρτ. 2011]

ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ

ΣΤΑΥΡΟΣ ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ

http://www.chronosmag.eu, τχ. 3, Ιούλιος 2013

αλληλένδετες η πολιτική και η ηθική διάσταση του ανθρώπου

[Η συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του Πάνου Θασίτη,

αφετηρία για αποκωδικοποίηση και αναγνώριση ενός έργου οξυδερκούς,

τολμηρού και πολυσήμαντου] Σταύρος Ζαφειρίου

Συνηθίζεται ακόμη τον Πάνο Θασίτη, τον Μανόλη Αναγνωστάκη και τον Κλείτο Κύρου, σχεδόν συνομήλικους ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, να τους κατατάσσουν, ως τριάδα, στους λεγόμενους «κοινωνικούς ποιητές» της Θεσσαλονίκης· ένας χαρακτηρισμός σαφώς προτιμότερος από τον άλλον: «ποιητές της ήττας», εξίσου όμως ευάλωτος και δεσμευτικός, όσον αφορά τον ποιητικό χώρο στον οποίο ο καθένας κινήθηκε.

Ό,τι φέρνει κοντά τους τρεις, εκλιπόντες πλέον, ποιητές είναι η κοινή πολιτική τους τοποθέτηση, η δράση που ανέπτυξαν κατά την περίοδο της Κατοχής και μετέπειτα, και η σχεδόν παρόμοια μοίρα που αντιμετώπισαν: των διώξεων και των εκτοπίσεων, και, στην περίπτωση του Αναγνωστάκη, μέχρι και της καταδίκης σε θάνατο.

Ό,τι επίσης τους φέρνει κοντά είναι η αναπόφευκτη παρουσία της ιστορίας και του βιώματος στην ποίησή τους· ενός βιώματος στοιχειοθετημένου στο συνθετήριο της ιστορίας, το οποίο πέρασε από το όραμα στη διάψευση, για να βρει τόπο έκφρασης εντέλει στον σαρκασμό και στην ειρωνεία.

Ό,τι όμως τους διαφοροποιεί είναι η ίδια η ποίηση, αυτό δηλαδή που προτάσσει ο καθένας ως ποιητικό τρόπο, ως φόρμα, ως οπτική, όλα τα στοιχεία εκείνα που τον κάνουν εμφανώς διακριτό από τους άλλους, αποδεσμεύοντάς τον έτσι από τις ψευδοφιλολογικές κατηγοριοποιήσεις. Ενώ λοιπόν στον συμβολιστή Κύρου περισσεύει η «κραυγή» και στον Αναγνωστάκη επικαιροποιείται η αισθητική της κοινωνικής παρακμής, ο Θασίτης διευρύνει το ποιητικό πεδίο κινούμενος μεταξύ ενός ελεγχόμενου λυρισμού και ενός σαρκασμού, αυτοσαρκασμού ενίοτε που δεν διστάζει να φτάσει στα όρια του τραγικού και του τραγέλαφου.

Ο Πάνος Θασίτης γεννήθηκε το 1923 από πρόσφυγες Μικρασιάτες γονείς στον Μόλυβο της Μυτιλήνης. Από το 1930 εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε νομικά στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, ασκώντας στη συνέχεια το επάγγελμα του δικηγόρου. Ως φοιτητής, στη διάρκεια της γερμανοϊταλικής Κατοχής, πήρε μέρος ως επονίτης στην Εθνική Αντίσταση. Υπήρξε μέλος της συντακτικής ομάδας του φοιτητικού περιοδικού Ξεκίνημα (1944) και αρχισυντάκτης του περιοδικού της Ε.Π.Ο.Ν. Μακεδονίας-Θράκης Λεύτερα Νιάτα (1943-44). Μετά την Απελευθέρωση εκτοπίστηκε στον Άη-Στράτη και στη Μακρόνησο. Στον τόπο της εξορίας γνωρίστηκε με τον Γιάννη Ρίτσο, με τον οποίο διατήρησε και στη συνέχεια μια σχέση αμοιβαίας ποιητικής εκτίμησης και συντροφικής εμπιστοσύνης. Το 1951 εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τον χαρακτηριστικά απαισιόδοξο τίτλο Δίχως Κιβωτό. Ακολούθησαν τα Πράγματα (1957) και τα Πράγματα 2 – Αριθμοί (1962), η Εκατόνησος (1971), το … ελεεινόν θέατρον (1980) και τα Σχιστολιθικά (1983).

Έκτοτε, ο Πάνος Θασίτης, ολιγογράφος από επιλογή, εξέδωσε το 1990 έναν συγκεντρωτικό τόμο των ποιημάτων του, στον οποίο προσέθεσε μία ενότητα με τον τίτλο «Τα Αδέσποτα», και σώπασε εκδοτικά μέχρι και το τέλος της ζωής του, τον Αύγουστο του 2008. Όσα αδημοσίευτα, ολοκληρωμένα ποιήματα βρέθηκαν στα κατάλοιπά του, συμπεριελήφθησαν σε μια νέα συγκεντρωτική και διορθωμένη έκδοση (Νεφέλη, 2011), ενώ εκκρεμεί η φιλολογική προσέγγιση και η συγκριτική μελέτη των ημιτελών ποιημάτων του και των παραλλαγών τους.

Εξίσου όμως σημαντικό με το ποιητικό θεωρείται και το δοκιμιακό έργο του Θασίτη. Με δύο συλλογές δοκιμίων, Γύρος στην ποίηση και 7 δοκίμια για την ποίηση, ο Θασίτης δίνει το στίγμα ενός οξυδερκούς, διεισδυτικού και τολμηρού νου, ο οποίος καταθέτει ευθέως την άποψή του, χωρίς τις συνήθεις αμφισημίες του συμβατικού θεωρητικού και κριτικού λόγου. Χαρακτηριστικό παραμένει, ως παράδειγμα, το γεγονός ότι ήταν ο πρώτος που υποδέχτηκε ανεπιφύλακτα θετικά το Άξιον Εστί του Οδυσσέα Ελύτη, σπάζοντας έτσι την αμήχανη σιωπή της κριτικής.

Τι είναι όμως αυτό που καθιστά τον Πάνο Θασίτη σημαντικό ποιητή; Έχοντας την τύχη να αποκτήσω, μετά τον θάνατό του, πρόσβαση στο αρχείο του, είχα παράλληλα και την ευκαιρία να διαπιστώσω, μέσω της αλληλογραφίας του, την εκτίμηση που έτρεφαν για την ποίησή του ομότεχνοί του όπως ο Ρίτσος, ο Ελύτης, ο Σινόπουλος, ο Παπαδίτσας, αλλά και πεζογράφοι όπως ο Κοσμάς Πολίτης ή ο Στρατής Τσίρκας. Τι ήταν αυτό που διέκριναν στον Θασίτη, αυτό που τον ξεχώριζε ως φωνή, αυτό που τον τοποθετούσε, όχι στο βήμα του πολιτικά στρατευμένου, του κοινωνικού, του μονοσήμαντου εντέλει ποιητή, αλλά στο εργαστήρι ενός καθολικά πνευματικού ανθρώπου;

Διαβάζοντας τα ποιήματά του, αυτές τις λίγες και λιγοσέλιδες συλλογές που μας άφησε, εύκολα μπορεί να διακρίνει κανείς τις εξακτινώσεις της σκέψης του, τις αφετηρίες του και τους τερματισμούς του, τη σπείρα που σχηματίζει γύρω από τον πυρήνα της η δημιουργική διαδρομή του. Και το ίδιο εύκολα μπορεί να αποκωδικοποιήσει αυτόν τον πυρήνα. Γιατί, παρά την πυκνότητα και το στοχαστικό βάθος, παρά την αφαίρεση και τον οιονεί ερμητισμό, παρά την ένταση και τη θερμοκρασία που μεταδίδει ο μακροπερίοδος λόγος του, μόνο δυσνόητος και σκοτεινός δεν είναι ο Θασίτης ως ποιητής. Τοποθετώντας στο κέντρο της ποίησής του, όχι μόνο την πολιτική αλλά και την ηθική διάσταση του ανθρώπου (ή μάλλον, συναρτώντας τη μία με την άλλη), με τις αδυναμίες και με τη δύναμή του, με τις παραχωρήσεις του και τους συμβιβασμούς που φτάνουν ώς την υποταγή, αλλά και με την πίστη του στη ζωή που φτάνει ώς τη θυσία, κατεδαφίζοντας τα συνθήματα και ανασύροντας από τα ερείπια τις συνθλιμμένες ιδέες, διακρίνοντας το καλό και το κακό ως ενεργήματα όρων και προϋποθέσεων, εξυψώνοντας τη γυναίκα πάνω από την ύλη και τον έρωτα πάνω από το συναίσθημα, εναλλάσσοντας τον εξωτερικό σαρκασμό με την εσωτερική καταβύθιση, καταφέρνει να ολοκληρώσει την ποιητική παρουσία του, έτσι που η απόσυρσή του από το 1983 και μετά να φαντάζει όχι σαν μια δύστροπη άρνηση αλλά σαν η νηφάλια παραδοχή ενός εκπληρωμένου τέλους.

Και ίσως έτσι να εννοούσε ο ίδιος τους στίχους του «Νεκρού ποιητή» του:

Δεν είμαι εδώ που ψάχνεις.
Τι γυρεύω εγώ μες στα λουλούδια
στ’ αβάσταχτο φως του φεγγαριού.
Στις αίθουσες που οι ρήτορες
εκπολιτίζουν το κοινό
με τα φαντάσματά μας.
Τι γυρεύω.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΟΜΙΑΝΟΣ

ce9acea9ce9dcea3cea4ce91ce9dcea4ce99ce9dce9fcea3

 

Ο Κωνσταντίνος Κομιανός γεννήθηκε στην Αθήνα αλλά κατοικεί από τα παιδικά του χρόνια στην Κέρκυρα όπου και εργάζεται.
Ποιήματα του έχουν δημοσιευθεί σε ανθολογίες, λογοτεχνικά περιοδικά
και στο διαδίκτυο. Συμμετέχει επίσης στη ποιητική ανθολογία «Pegaso Greco» – Poeti Greci contemporanei – Antologia sull’ arte poetica» (ISBN 978-88-99773-01-4) των εκδόσεων  της Ομοσπονδίας Ιταλών Συγγραφέων FUIS [Federazione Unitaria Italiana Scrittori] που εκδόθηκε το 2018 στη Ρώμη

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Έκθετοι μονόλογοι, Γαβριηλίδης (2018)
Ποιητικές αφηγήσεις, Γαβριηλίδης (2015)
Μαχόμενος έρως, Γαβριηλίδης (2014)

ΣΗΜ. Και στις τρεις συλλογές εναλλάσσονται ολιγόστιχα με κυρίως ποιήματα. Τα ολιγόστιχα προλογίζουν το ποίημα και είναι συγγενικού νοηματικού περιεχομένου με αυτό.

 

ΒΙΒΛΙΑ45

 

ΕΚΘΕΤΟΙ ΜΟΝΟΛΟΓΟΙ (2018)

Μια αντωνυμία υπομονής
διασπαθίστηκε στο καρνάγιο του θυμού
με τα σφυριά της δίψας κι έψαλε
τον ύμνο της διάβασης των αγνοουμένων

ΕΓΚΑΘΕΤΟΣ ΣΥΛΛΟΓΙΣΜΟΣ

Διέφυγαν οι ευάλωτοι αναστεναγμοί
μιας μύχιας ελπίδας από το μουχλιασμένο
οικογενειακό κάδρο της απάθειας
και ισορρόπησαν στο άκρο
της πραγμάτωσης των επιθυμιών τους

Ταλαντεύτηκαν στιγμές
αναποφάσιστης ομηρίας στην αδράνεια
της αυτοδιάθεσης του αμέτοχου
συλλογιζόμενοι τις πιθανότητες
να χρεοκοπήσουν στο φαράγγι
της έλλειψης εξασφάλισης

Μα απομακρύνθηκαν
από τον κίνδυνο της απώλειας ισορροπίας
οπισθοχωρώντας μόλις ένα βήμα πίσω
από την ευλογία του ρίσκου

* * * * * * * *

Με κίβδηλο αέρα αναπνέω
τις νύχτες που με οικονόμησε η ζωή

 

ΠΑΓΙΑ ΟΦΘΑΛΜΑΠΑΤΗ

Παραισθησιόπληκτες συνήθειες
συνομολογούν στο τέλος μιας μουδιασμένης μέρας
τα ψευδή τους οράματα
Αντικρινός τοίχος της ενόρασής μου η αυταπάτη

Ζώντας σε μια υποφωτισμένη έρημο
στο άνευρο φως του είναι
βυθισμένος στην αδράνεια
μιας κούφιας νύχτας του υπάρχειν
το αιωρούμενο σώμα μου αναπαύεται
στην αμήχανη υποστήριξη της όασης
ενός καναπέ στο χρώμα της άμμου

Ανολοκλήρωτη ψευδαίσθηση αλήστου μνήμης
αναμνήσεων

Αύριο στην ίδια καθημερινή ρουτίνα
η κάμηλος ζωή μου θα διανύσει διψή
σαν δεύτερη φύση
και θα μετουσιωθεί την υποχρέωσή της
να διασχίσει τη μονοδιάστατη διαδρομή
σε ανυπαρξία όασης και παραισθήσεων

Και το καλοκαιρινό όνειρο, κακοκαιρία ζωής

* * * * * * * *

Αχαρτογράφητα τοπία
οι υλικοί δεσμοί
των ενάρετων επιθυμιών μου

 

ΑΣΤΙΚΗ ΕΡΗΜΟΣ

Άφησε το καραβάνι πίσω σου
κοίτα την καμήλα στα μάτια -ρώτα την
σε πάει εκεί που θες;

365 καθρέφτες δρόμος
για έναν χρόνο αμμοθύελλας αφρού
στην αδιέξοδη κολυμβήθρα
των ενήλικων βαφτίσεων

Εκτός κι αν εννοείς διέξοδο
το τράβηγμα της τάπας

* * * * * * * *

Ασθμαίνει η ψυχή μου
εμπρός στο βωμό
του ανώφελου δίκιου

ΑΥΓΗ

Εκεί που ο θάνατος συναντά
της φτώχειας το δάκρυ
Στου άμαχου ανθρώπου την παράδοση
στο μαστίγιο της αδιαφορίας
Στου ελπιδοφόρου ορίζοντα
τη μαύρη καταιγίδα
Στων σφαγμένων αμνών το ζεστό αίμα
Στην αμείλικτη δράση
του παράλογου θερισμού των ψυχών
Στην άδικη μοίρα της αιώνιας σύνθλιψης
θα εκρήξω την πιο ισχυρή μου ιαχή
και θα ταριχεύσω ακίνητο της ζωής τον ζόφο

* * * * * * * *

Φτερούγισα
αναστάσιμος

ΑΤΡΩΤΗ ΕΠΙΘΥΜΙΑ

Στον ορίζοντά μου

τόξο γκρίζο
τόξο λευκό
τόξο γαλάζιο

Κι’ εξακοντίζομαι μέσα του

Άνεμο δίχτυ
έμπνεης πτήσης
στην απελεύθερη διαφυγή

Στο χάραμα της προσμονής

Ψυχή μου αψηλοθώρητη
πέτα ψηλά

Στο χάραμα της προσδοκίας

Ψυχή μου ανεμοπέραστη
σήκω ψηλά

Και πιάσε ρεύμα!

* * * * * * * *

Η ιδεολογία επιτρέπει την απαλλαγή από τη σκέψη
παράλληλα δε βοηθά και την παραχάραξη
της πραγματικότητας

MANCUR OLSON

Ιδεολογία είναι η νάρκωση τον ατόμου
από την τοξίνη τον απόλυτου

ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΕΩΡΓΟΥΣΗΣ

Στις ιδεολογίες ο άνθρωπος γίνεται υποχείριο
της επιστήμης των ιδεών τους
Κ.Κ.

ΑΣΤΙΚΟΙ ΣΩΤΗΡΕΣ

στους αληθινά ελεύθερους

Περπάτησα στις τεμαχισμένες πολιτείες
της αντιπαράθεσης
αριστερών και δεξιών με όμοιες καρδιές
(έπειτα από έγκυρη νεκροψία)

Στους φαύλους διαδρόμους των πιστολέρο ιδεολόγων
πρόθυμων να φέρουν την ισότητα
και να μοιράσουν τ’ αγαθά
με το μαχαίρι της εκδίκησης και του ρεβανσισμού

Τερατώδεις ψυχές αλλοτριωμένες
απ’ το σκορβούτο της εξίσωσης που κουρεύει
το δικαίωμα των ελεύθερων επιλογών στη ζωή

Κουρδισμένοι τιμητές αξιών και προθέσεων
όμως αγνωστικιστές στην αριθμητική της ηθικής

Βρακιά μεγαλύτερο νούμερο από το σαρκίο
που εμπεριέχουν καθώς αντιαισθητικά
σαν παλιάτσοι ντυμένοι το παράλογο

Ξόανα πεταλωμένα φτιασιδωμένες
άναρθρες ατάκες διεκδίκησης του σπαταλημένου

Δίποδα ζωσμένα φυσίγγια λεχρής δυσπιστίας
στην ελεύθερη αναπνοή· επικυρίαρχοι ζηλωτές
σε λυτρωτές μεταμφιεσμένοι

«Ίσοι» πιο ίσοι από τους άλλους και «καθαροί»
πιο καθαροί από τους υπολοίπους
μετακινούμενα όρθια μνημεία μουχλιασμένης
πίστης σε ανωφελείς κοσμοθεωρίες

Και μέσα στον παραλογισμό τους η ζωή μου
πανάθεμά τους ναι, η ζωή μου!
μοναδικός κρουνός νερού αλήθειας
γεμάτος άλατα πια και σκουριές, να στάζει

* * * * * * * *

Χάλασμα έτσι
που την έκαμες
ζωή αφίλητη
να σ’ τη χαρίσω είναι

 

ΔΙΑΦΑΝΟ ΔΕΡΑΣ

Στο λαγούμι της ζωής φτυαρίζω
ώρες και μέρες

Κάθε φτυαριά
μερικά δράμια αυταπάτης έξω από το λάκκο
μερικούς πόντους εγγύτερος
στη σάρκα και τα οστά της ύπαρξής μου
σοδιάζοντας ό,τι έχω σπείρει

Και η ψυχή από ψηλά να κοιτάει
ίδια και απαράλλαχτη

Όπως την πρώτη μέρα που άρχισα να σκάβω

* * * * * * * *

Αρχάριοι ζωής
απόντες του θανάτου
καθόσον παρόντες του θυμού

 

ΕΝΗΛΙΚΙΩΣΗ

Συγκρατώ το ολόγραμμα
του πολυδιάστατου οργανικού χώρου
που οριοθετεί τους μηχανισμούς της σκέψης μου
ανάμεσα στον δείκτη και τον αντίχειρα

Έργο δυνάμει εύπλαστο
η έκβασή του πηλός που δεν ψήθηκε
αναστέλλεται δεχόμενο νουθεσίες
που μου αποσπούν την προσοχή
από μια εσωτερική ανησυχία

Ένα παρόν σαν μπουκάλα γκάζι·
κάποιος πρέπει να τ’ ανάψει για να λάμψει

Ένα μέλλον που όσο και να λάμψει
το σκοτάδι του θα περιμένει όπως πάντα
την πρώτη ευκαιρία

Μια φασαρία που υπάρχει εκεί
μόνο για να επιθυμώ πότε θα κάμψει

Μα όταν πεθάνω, θα ’χει μια ησυχία

* * * * * * * *

Στη ζωή δεν έχεις
μόνον είσαι

ΧΩΡΙΣ ΚΙΝΗΤΡΟ

Ένα τραπέζι μήκος εμπρός μου
η απάθεια στο τέλος του γεύματος·
ανάγνωση μπράιγ του κενού
με αφή τις σκέψεις

Και πώς να γεμίσεις
την ανύπαρκτη πια πείνα με όρεξη

* * * * * * * *

Ανελέητα τα ελέη σου
μαστίγωσαν την έλλειψη ανοχής μου
στην απρόσκλητη ελεημοσύνη

 

ΠΛΗΓΩΜΕΝΑ ΒΗΜΑΤΑ

Ευκρινώς παραλληλόγραμμες στο σχήμα
πλάκες, κομμάτια στη σειρά τοποθετημένα
με μια ομοιομορφία διάχρονη
Και είμαι στο κατόπι τους εποπτεύοντας στιγμές

Αυτή η ακαμψία τους η δομική πώς με διαολίζει
τη στιγμή που λυγίζω σαν κλαρί λεύκας στον άνεμο
Μια μετακίνηση αδύναμης θέλησης
όχι από ηθική αδυναμία αλλά σωματική καχεξία

Πώς ένα σώμα να σηκώσει τόσο ήθος
σφιγμένο σαν από τανάλια σε τσιμεντένιο καλούπι
οριοθετημένο από την ακατάσχετη φλυαρία
των περιορισμών μιας έκκεντρης μετακίνησης

Στην ακάνθινη γη πατούσαν ξυπόλητες οι προσμονές
πότιζε τη δίψα θειάφι – πυρομανούς ήλιου παρουσία
στου όζοντος το στρώμα απουσία – οδυνηρή
η έκθεση στην καθεστηκυία αντίληψή του·
ακρίδες μόλυναν την επιούσια αναπνοή
έραινε την τόλμη ιδρώτας κι ύστερα… έδυσαν κι’ οι πνοές

Και να η αντίθεση, θαυμάστε ένα ράκος
να περπατάει σε στιβαρό πεζοδρόμιο

* * * * * * * *

Έλαιος μυχός
στο νεύμα του ανθρώπου
το δόκιμον έλεος

 

ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΣ ΔΑΝΕΙΣΜΟΣ

Κρεμάσου απ’ το λαιμό-σου
ακούμπα το κεφάλι-σου
στον ώμο-σου

Αφέσου με εγκατάλειψη
σε σίγουρα χέρια

Στηρίξου πάνω-σου

* * * * * * * *

Δεν θα κρατήσεις άνθρωπο
που δεν λυγάει η ψυχή του

ΣΥΝΥΠΑΡΞΗ

Στις κορφές
αδιάλειπτα έναστρες
εκστατικά κοιτάζω

Κάλυψέ με στην απουσία μου
με δάχτυλα τρεμάμενα
κι εγώ θα σε ανταμείψω
με το φως τους

* * * * * * * *

Τα απόνερα βιαστικού
λεωφορείου μούσκεψαν
εμπρός μου δυο στάσεις
της έννοιας του απρόσμενου

 

ΚΛΙΜΑΚΑ BLUE

Είναι στιγμές που μια σειρά από νότες
τσακίζονται στη σειρά σαν μπάλες μπιλιάρδου
κι ενδιάμεσα προλαβαίνεις ν’ ακούσεις
το χτύπο της καρδιάς να βροντοφωνάζει απουσία

Ανεπιθύμητη αίγλη μοναξιάς
στην πασαρέλα του κλαμπ των ανένταχτων της ζωής·
τριγμοί στερημένης απόγνωσης – σποτ λίγων βατ
στου μισοφωτισμένου δωματίου την περιφραγμένη κυριαρχία

Κι ο αδαής πόθος γκελάρει
το δυσκολονόητο εύρος των επιθυμιών του
κόντρα στης κουρτίνας την απλωμένη αμηχανία
στο απογευματινό αεράκι των αναμνήσεων

* * * * * * * *

Στο φως και στον αιθέρα
χωρίς συλλογισμούς

 

ΟΡΙΣΤΙΚΟ

Το σκεφτόμουν καιρό κάμποσο
μα δεν ήταν η δυσκολία της σκέψης το πρόβλημα
αλλά η απόφαση της εφαρμογής της

Στο τέλος είπα να το δοκιμάσω·
να παραιτηθώ των επιθυμιών
για να με αποθυμήσουν οι απογοητεύσεις

* * * * * * * *

Στον κρότο τη σιγή
και το μεταξύ τους
απέραντο Είναι

ΛΟΓΟΥ ΕΠΙΘΥΜΙΑ

Τριβόλισμα περίγλωττο η άχνα της ζωής
μεγεθυσμένη επιθυμία· κι όταν εκφρασθεί
στου πεπερασμένου χρόνου την επενδυμένη έκφραση
οι λέξεις, σερπαντίνες γλαφυρές, ξετυλίγονται
να φθάσουν το νοηματικό ορίζοντα

* * * * * * * *

Πάλεψε η στάχτη με φωτιά
Που θέριευε στη πλάτη της
Και νίκησε στο τέλος

ΑΛΜΑ

Δίχως την προτροπή της βεβαιότητας
πνεύμα με τα γρανάζια της σκέψης σου νωθρά
να ασθμαίνουν στωικά το μαρασμό
των πειθαρχούντων ενοχών·
απαλοιφή μιας νιότης ύστερης
στου ανδριάντα της τον μπρούτζο
σκουριά στεφανωμένη

Έξι ζωές σπασμένες στη σειρά
κανείς να μην τις νοιάζεται θεός
αλύπητα που μαστιγώνει το λιοπύρι
στου νταμαριού την πέτρα, πύρινη ακτίνα
πουρνάρι μες στο καταχείμωνο
του δόλιου του σπουργίτη απαντοχή στη φθίση

Κι έρχεται η εβδόμη να το πεις

Πως είναι απίστευτο·
από το απόλυτο μηδέν να κινήσω άνοιξη
και από του λογισμού την απειλή
ούτε στεναχώρια να προκύπτει·
στων σπασμένων δακτύλων την ικεσία
ο κομπασμός της έμπνευσης ανάστατος
καθώς τα νερά ηχούν θριαμβικά

 

ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ (2015)

Σπάζοντας το κέλυφος
καρπώθηκα στον πυρήνα
αυτοπραγμάτωση·
ένοικος στη σοδειά της

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Ξενύχτησα τη θλίψη μου
στης απόγνωσης την ασπόνδυλη σάρκα
Μαβιά σύννεφα μ’ ακολούθησαν
να διασχίζω τις απόκρημνες πλαγιές
του ορίζοντα – έρημου
Οι ερινύες των αδιέξοδων επιλογών
με βασάνισαν γαντζωμένες
στην ανώφελη αναρρίχηση
της ύπαρξής μου – ασθμαίνουσας

Ξέμεινα από σηματοδότηση διάδρομου ζωής

Στην κορυφογραμμή
της εντέλειας απογοήτευσης
χθόνιοι κραδασμοί έσω κόσμου
προσομοίωσαν με χάσμα που υποχωρεί
την αόρατη ελπίδα μου
για επανένταξη στο υπαρκτό

Η νύχτα μου σε ψυχίατρου ντιβάνι συνεδρία

Μα στο σταμάτημα του χρόνου
εκεί που η μνήμη μουδιάζει σαν αρτηρία
πατημένη σε διάστροφη στάση,
στην κορύφωση της ατέλειωτης ενδελέχειας
ενός στερεώματος μαύρη τρύπα
το σκοτεινό τούνελ άρχισε ν’ αχνοφέγγει
Στης νύχτας τα κρόσσια
χρυσοποίκιλτες κλωστές
του ήλιου οι πρώτες ακτίνες
διεισδύουν στης ψυχής μου την υφή

* * * * * * * *

Στη μοναδιαία στιγμή
της επαπειλούμενης ήττας μου
βαπτίσθηκα – εκτρεπόμενος
από γηγενής σε γενναίος

ΥΠΕΡΒΑΣΗ

Στο σημείο που τέμνει την επαφή
της φυσικής μου ύπαρξης
με τον φυσικό κόσμο, μια πτήση
-έχοντας τον οδηγό του βιολογικού οχήματος
πιο κοντά στ’ αστέρια απ’ τις οδηγίες
που έλαβα για τέτοια διαδρομή- εκκίνησα

Ειδήσεις απ’ τον έξω κόσμο
χωρίς ηλεκτρομαγνητικά κύματα-
τα περιστέρια βουβά χωρίς φακέλους
Οπτικής χοάνης διάσελο
η δίοδος πρόσληψης των πληροφοριών
πάγια άφηνε την πεποίθηση πως πορεύομαι
σε ψιμύθια επίστρωσης ονείρου

Να όμως που το ένα φτερό πληγώνεται
πιάνει να τρέμει, τραντάζει το πέταγμα
χωλαίνει στρεβλή η πτήση -το σφύριγμα του αέρα
ασυνήθιστο— γιακάς που ραπίζει
μεταμεσονύκτιο διαβάτη στο ξεροβόρι
Δεν γλιστράει ρευστά και ανεμπόδιστα ο κορμός
το σώμα υποφέρει της έμβιας πτήσης
καρδιά με ανεπάρκεια βαλβίδας
Προβλέπουν οι νοητικές διαδικασίες —
αισθάνονται το επερχόμενο τέλος

Και τότε από μηχανής θεός προβάλλει
το γερό φτερό με πιο μεγάλο τόνο να τεντώνει
το διαγώνιο σύνδεσμο που συνδέει
την άρθρωση με το πολύτιμο φορτίο
που μεταφέρει έννοιες
συναισθηματική νοημοσύνη
οντότητα γνώσης — διακαή πόθο
αυτή να μην είναι η τελευταία πτήση
σε παρανάλωμα πτώσης να μην τραπεί
ουσία που κάθε στιγμή δύναται
να μετασχηματιστεί σε υπερούσια
ανωτερότητας συγκρινόμενη
με τον άμαχο εαυτό

Κι απρόσμενα αποδίδει η υπέρβαση
Δεν χρειάζεται άνωσης προσπάθεια,
δύναμη φυσική η μετουσίωση·
ανέξοδης κίνησης γλίστρημα ανέμου
η πορεία της, στην αυτοδιάθετη διάσταση περνά

Και το μονόπτερο πέταγμα γίνεται στρόβιλος
που καίει αντιύλη προθέσεων
και μετατρέπεται σε ενσάρκωση εμπιστοσύνης

* * * * * * * *

Κατέβασμα roller coaster –
απηνής μιας ενδόμυχης θλίψης

 

ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ ΩΣΜΩΣΗ ΑΙΣΘΗΜΑΤΩΝ

Στις πασαρέλες των μπαρ
σώματα διαθλώ μένα
στο μπλαζέ των γλαρών βλεμμάτων
βαδίζουν υπνωτισμένα
ανάμεσα στις άδηλες αναπνοές
των λάγνων ιδιοκτητών τους
αναζητώντας με συλλεκτικό οίστρο
την κεφαλή που τους ταιριάζει

Καθώς, νηφάλια και σε εγρήγορση,
η ιέρεια-γκαρσόνα
τρέχει με έκδηλη προθυμία
να σερβίρει το καλαμάκι
που θα ρουφηχτούν οι χαλκομανίες
των διηθημένων τους υπάρξεων

* * * * * * * *

Γύρισα τη φόδρα του παλτού
μου ανάποδα – κι είδα το μαύρο
βελουδένιο μου πουκάμισο
ν’ απομακρύνεται στη νύχτα

 

ΑΤΑΥΤΟΠΟΙΗΤΟΣ

Στο δωμάτιο η σιωπή
ήταν τόσο εκκωφαντική
που έμοιαζε με κενό ζωής

Τρόμαξε όταν αισθάνθηκε
την καρδιά του να χτυπάει

Τ ο φωτιστικό απ’ το ταβάνι
έστελνε διαγώνια δέσμη φωτός

Διέσχιζε από πάνω
μέχρι κάτω εμπρός του
τον άμεσο ορίζοντα που έβλεπε
και τον άφηνε στη σκιά

Το πρόσωπό του ανφάς
απέναντι στον καθρέφτη μια μάσκα

Προσπάθησε να του προσαρτήσει
ενσυναίσθηση
να του προσδώσει ζώσα ταυτότητα

Υπάρχω
Αισθάνομαι
Είμαι
Γνωρίζω
Κρίνω
Απαιτώ
Προσδοκώ
Ελπίζω

Τι… ποιος…

Οποιοσδήποτε

Θα μπορούσε
να είναι οποιοσδήποτε άλλος
στη θέση του

* * * * * * * *

Ένα όνειρο τσακίστηκε
με κρότο σε γκρίζα βραδιά
ξερό κλαρί πατημένο – μπότα
στο αειφόρο δάσος των επιθυμιών μου

 

ΚΕΝΗ ΣΚΕΨΗ

Και μια κουρτίνα
ρίχνει το κορμί της στο πάτωμα

στην αλλόκοτη σιγή
επίπεδων εικόνων ξαγρύπνια
-να ’μαι στη διάχυση-
ασήμαντος ήρωας των αναπνοών

Αδήλωτη συνέπεια
λάμπας εξοικονόμησης ενέργειας

* * * * * * * *

Αδιάφορες
με καθορίζουν οι ώρες

ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΑΚΡΟΑΣΗ

Κι έτσι επέπλευσα
όχι μόνο στο νερό μα στη στεριά
ακόμα εκεί που τράνταζε το πιο πολύ

Λαθρεπιβάτης γαλαρίας βαθιά
στο ημίφως της ζωής, πιο δυνατούς
αισθάνθηκα τους σεισμούς
και τη μονοξείδωση στις αρτηρίες
που κυλά το αίμα εκεί κάτω·
εν καιρώ ειρήνης – άμαχο ψυχορράγημα
αθέατων πληγών – συνθήκη υποχώρησης
απ’ τα εδάφη της ευτυχίας

Υπόκωφος αχός ανάσας
σε μετάσταση ζωής
κι ανοιγόκλεισμα βλεφάρων
αδρό περίγραμμα σώματος
οπτασία νυχτερινή τώρα πια

με κρουστά τύμπανα κι ανάλαφρα πλήκτρα
ενδιαιτώ τη γύμνια
του άδειου μεταμεσονύκτιου δωματίου

 

ΧΙΜΑΙΡΟ ΕΡΜΑ

Σ’ αλαργινό βαπόρι απόψε θα μπαρκάρω
και τ’ αλγεινά μου όνειρα
θα τα φουντάρω – σε ταξιδιού σαλβάρι

 

ΤΑ ΤΑΞΙΔΙΑ ΜΟΥ

Ενυπόθηκοι δανεισμοί στη διαπίδυση
από της καθημερινής μου ανίας
την τελματωμένη βουή

Αγοραίες εικόνες στα γκισέ
των όρθιων ενοράσεων-
ανήθικες παραπλανήσεις στων
ονείρων την αθώα συγκρότηση

Απαλλαγή ομηρίας στη μόνιμη
βλάβη των καίριων πληγμάτων
που ασκεί επάνω μου η πλάκα-
βακτηριδιακή, ανεκδοτολογική, τσιμεντένια
ή οποιοσδήποτε άλλης σύστασης

Περίγυρος βωμός στη σπλαχνικότητα
του ανέσπερου φωτός μου-
δανεικό τοτέμ οπιούχων ιριδισμών
διάχυση της άγουρης λατρείας
στην πίστη του καινοφανούς

Γόητρο αναξιολόγητων ηδονών
στο σακίδιο του άφατου μυστηρίου
μοιχός, έκκεντρος διάπλους
στους ωκεανούς του ασυνείδητου
με αλεξίπτωτο ελεύθερης πτώσης

Σκυταλοδρομίες λαχανιασμένων αναχωρήσεων
με άκυρες τις αλλαγές στις ξέπνοες αφίξεις-
αμάλγαμα χαλαρότητας – εναλλασσόμενης
με τον κόμπο στο στομάχι μιας τρικυμίας

Συναισθηματικοί και βιολογικοί κραδασμοί-
τραμπάλες ανένταχτων επιθυμιών
άνοδος και κάθοδος στις γλιστερές πίστες
της έμπαρκης λαχτάρας στα πλοία του θυμικού

* * * * * * * *

Αυλαίες διάφανες παράθυρα
άρμενα φύλλα
ευωδιάζουν κλαρίσια άνοιξη

 

ΑΝΟΙΞΗ

Μια πρωτόγνωρη καλημέρα
του ευχήθηκε η φύση
Οι ήχοι της ηρεμίας
κατώφλι νέου ξεκινήματος

Ευωδιές ανάστατες
ενσυναίσθητη παραζάλη οι εκπνοές
στον νοτισμένο από αρώματα αιθέρα

Το ξύλο που ακτινοβολεί
ουσία προσωπικότητας
αντίληψη επάρκειας να σε στυλώσει
στην ψυχή του σήμερα
κι αυτό το μπόλιασμα να γίνει
αγνάντεμα μέλλοντος άγιας αναγέννησης

Ερύθημα παιδικής αθωότητας
που αγνοεί τον ξεπεσμό
Όστρακο βούλησης να σφαλίσει τη χαρά

Ζωή χωρίς συναίσθηση ενοχής
σ’ αυτό το μονοπάτι της ελπίδας
βηματισμός με την ειρήνη στην καρδιά

Στης επικράτειάς του
τη λυτρωμένη άνοιξη
ν’ ανθίζουν πάντα οι μυγδαλιές

* * * * * * * *

Αηδόνια σίγησαν στον ήλιο
κι αναστήθηκαν αναριγώντας
οι χορδές της σιωπής -στ’ άκουσμα
του χαρίσματος— παλλόμενες

 

ΠΑΡΘΕΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Στο ρομβοειδές σου σχήμα
τα χέρια δέονται

Τα δάχτυλα λυγούν απερίφραστα

Οι καρποί έσονται άγουροι
στον τόνο τους

Που δεν άνοιξες ακόμα κουκουνάρι

* * * * * * * *

Ανταύγειες ζωής φωτεινές
στο πέραν του ορίζοντα
λαμπρύνουν, έπακρον το μύθευμα
και τη στιγμή ζώσα

 

ΝΑ ΞΕΔΙΨΑΓΕΣ ΨΥΧΗ

Το δικαίωμά του αναφαίρετο στηρίζει
για συγκατάνευση ο άνθρωπος -με της
ζωής την πυρωμένη ατμομηχανή τη μάχη-
στης φύσης τη συμμαχία, καθώς και το
αυθόρμητό της προσηνές πλησίασμα

Τη δύστοκη βεβαιότητα ν’ ακουμπήσει
εκεί επιθυμεί της συνέχισης του ταξιδιού
μ’ επισφαλή προορισμό όπως αυτό
στο άγνωστο μέλλον μονοπάτι

Το σώμα σε βάθος απομυζάει αγαλλίαση
μ’ όλους τους πόρους της ύπαρξής του
σαν διψασμένος άγριων καρπών τους χυμούς
μετά από άνυδρη πορεία στη στέπα

Κι όμως πόσες φορές, κι ενώ μπορεί
να κοιτάει σε μια θάλασσα τόσο πρόσχαρη
και γαληνεμένη -και πόσο συμπονετική
για την ψυχή μια σκιά- μια ξέρα, έρχεται
να ξεδιψάσει απ’ το υγρό τοπίο των ματιών του

Είναι αυτή η κλέφτρα δροσιάς θαρρώ εκείνες
τις στιγμές, σαν την άπιστη ηχώ της ευτυχίας·
που την υγρόπεμπτη χαρά ν’ αρπάξει απ’
τα βρεγμένα μαλλιά της θέλει – να τη
στεγνώσει στο καύκαλο της αιώνιας πυροστιάς

* * * * * * * *

Διελεύσαμε απαρηγόρητοι και διψώντες
το πραιτόριο των ευφημισμών

 

ΕΠΩΔΟΣ

Κοίταξα σε ορίζοντες φωτός
και πλατινένια φεγγάρια
που μου υποσχέθηκαν καλειδοσκοπική
ευτυχία — αλλά με πούλησαν στην αναμονή
της εκπλήρωσης του θαυμαστού

Απώλεσα άμπωτες ανόθευτης ευγένειας
αναμένοντας θρασύδειλες παλίρροιες
και κύματα βιαστικών αναδρομών
στα θολά νερά τους που πνίγηκε η αθωότητά μου

Άντεξα την ραπισμένη γεύση
του λυγμού της μετάνοιας
στην εναγώνια πάλη μου ν’ αναπαυθώ
απ’ την επανάληψη των δοκιμασιών

Δοκίμασα την έντεχνη προσπάθεια
να διατίθεμαι βορά
στης κίβδηλης πρόθεσης την αγυρτεία
έχοντας σαν ελπίδα να υπερβώ
την πραγματικότητα του προβλέψιμου

Στη στασιμότητα του ενεργού χρόνου όμως
θάμπωσα το συναισθηματικό μου Μέλος

Γύρεψα Μελωδία να μειδιά
στων αναγκών μου τους εκβιασμούς
και να τραγουδά στης υλικής μου υπόστασης
την Τραγωδία

Με τραγική όμως συνέπεια κι αξιοθαύμαστη
συνέχεια, η φάλτσα Χορωδός ζωή
διένυσε με κύκλους χορού και λεπτόηχες κορόνες
το χρονικό εύρος του βίου μου

* * * * * * * *

Αδιάβατα τα κύματα
άφησαν πίκρες στη στεριά-
Ναυσίθοος πορεία
έστερξε την ευγνωμοσύνη μου

 

ΠΑΛΙΑ ΠΟΛΗ

(Κέρκυρα)

Οι σκέψεις μου δίκλωνος ειρμός
υγρού και γήινου στοιχείου ίπτανται
εφαλτήριες -άλματα αχνών αναμνήσεων
όταν οι νότες- ουράνια συμφωνία
φυσούν ως ρεύματα αέρος
π’ αγκαλιάζουν οίκους θαλπωρής

Στο καθιστικό τους των ανθρώπων αγωνίες
ευφραίνονται φορές
με γλυκό του κουταλιού και λικέρ πορτοκαλάκι
σερβιρισμένη μετάγγιση καλλιέπειας·
κι άλλες πάλι πλέουν μελαγχολικές
στην ένδεια του λόγου και το περίσσεμα σιωπής
λιμνάζουσα βαρυθυμία

Κι η πόλη όρθια φορώντας ως το γόνατο
κάτω απ’ την πολύχρωμη φορεσιά της
γκρίζα στιβάλια, στεκόμενη μειλίχια
με ακλόνητη πειθώ στο adagio της δομής της
υποδέχεται ευρύκορμα πλήθη μικροκυματισμών
ακροστιχώς συνωστισμένων, που λάμνουν
πνιγμένους ψιθύρους θαυμασμού
επίτιμης προσέγγισης σ’ ένα ζωντανό θρύλο
φέροντα τη σφραγίδα της ευραίωνης γοητείας

* * * * * * * *

Έφθινε το γκάζι
της εντροπής αναζήτησης
διαθλώμενο – κι η λήθη
προχώρησε την ευταξία της
στην πρόκα του υπήνεμου όρμου

 

ΑΝΑΛΑΜΠΗ

Υδράργυρο με τεμπέλικο ρυθμό
θαρρείς της αβαρίας του το βρέφος κουναρούσε
κυμάτιζε το νερό κάτω
απ’ τη σκούρα κουβέρτα τ’ ουρανού

Μες στ’ ομιχλώδες πρωινό
έμοιαζε η αχνή εξάτμισή του με δαδί
που είχε απ’ ώρα μισοσβήσει –
μα σαν να ’χε μετανιώσει

ουράνιος Αμοργινός απνεϊστής
στην υποξία του ανάδυση –
μια ανάσα του ν’ αρπάξει περιμένει

Με μια εκτίναξη της φλόγας του
ξανά τον κόσμο να φωτίσει
στην καταχνιά να λάμψει
και να ξαναλαμπρύνει το πνεύμα π’ αναμένει

 

ΤΙΜΑΛΦΗΣ ΕΙΚΟΝΑ

(Πανσέληνος)

Στρογγυλός δίσκος
στ’ ουρανού τη θαλάμη
ακινητεί τ’ ασήμι της εικασίας

 

ΕΚΛΑΜΠΡΗ ΓΗ

Στην καλδέρα του φωτός
το μάγμα δεν καίει
δροσίζει την καυτή ματιά
με τον κυμάτισμά του

Αγόμενα τα στοιχεία του νερού
πτητικά ως πνεύμα
συνέρχονται να προσφωνήσουν
στο φάος της ψυχής

Ελλάδα του πελάγου και του ήλιου

 

ΜΑΧΟΜΕΝΟΣ ΕΡΩΣ (2014)

Μοιάζει τον περισσότερο καιρό
η ζωή με μια ταινία, τα καλύτερα
λόγια σου είχαν πει γι ’ αυτήν μα
σαν πήγες στον κινηματογράφο
να τη δεις, με το δικό σου ρόλο
στη ζωή ήσουν πιασμένος τόσο
που έχασες το έργο

 

ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΣ

Άκουσα τη φωνή μου
στόμιο πνευστού
στη διακύμανση της μελωδίας
να εκπέμπει αρμονικές συχνότητες
σε μια αιώρηση ακολουθίας
χωρίς τη συγκατάθεση της θέλησής μου
γλιστρώντας σε γιγαντιαίο κύμα
κατάβασης πελάγους
με το στομάχι κόμπο
ανίκανος την εκ βαθέως
εποφθαλμιούσα της παράδοσής μου
δύναμη, να ελέγξω
κι ανοίχτηκα σε ωκεάνιες αισθήσεις
επιθυμιών, κυματιστών
χρωματικών διαβαθμίσεων
μιας ανεξέλεγκτης παρόρμησης
να γίνω ναυαγός σε πυροδοτημένη ξέρα
να κατακτήσω
μια ευπροσήγορη συλφίδα
που στην έκπνοη ανάδυσή της
απ’ το υγρό συναίσθημα
με δόνησε στη συχνότητα
ενός διαπασών

* * * * * * * *

Διαίρεσε το μπουκέτο μιας αγκαλιάς
σε πέντε μάτσα ακόρντα
και βάλε δυο ολόφρεσκες
ανάσες μέντας στην καρδιά σου

 

ΕΝΟΡΑΣΗ

Διαβλέποντας
την ωφελιμότητα
από την επικαρπία
της αστρογέννεσης
στον ορίζοντα
των ματιών σου

εξέπνευσα αχλή

για να προσλάβω
τα νοήματα
με χρονοκαθυστέρηση

και πασπαλισμένα
με ζάχαρη… άχνη

* * * * * * * *

Πλάγιασε στη ζέστη του κορμιού
ένα καλοκαίρι πάθος

 

ΕΜΒΑΘΥΝΩ

Μου πήρε μια αιωνιότητα
να διανύσω την απόσταση απ’ τα υγρά σου χείλη
μέχρι την κοχλάζουσα φύση σου

Στο ενδιάμεσο συνάντησα
ένα χείμαρρο κρυφών πηγών
κατέβηκα λόφους τέτοιας υφής
που μ’ εξασφάλιζαν από ατύχημα πτώσης
διέτρεξα σπλάχνα πού μέσα τους κρύβουν
τους μηχανισμούς διαιώνισης της ζωής
κι όταν κατέληξα στο κοχλάζον
ηφαίστειό σου, δροσιά και σαγήνη
με περιέλουσε αντί για καύσωνας

Έτσι δρέψαμε κι οι δυο τους καρπούς
της επικονίασης των ειδών

Σχεδόν ξεγελάστηκα πως είχα διατρέξει
την υδρόγειο του κύκλου της ζωής
όταν διαπίστωσα πως κάτω απ’ το
υαλουρονικό οξύ της επιδερμίδας σου
κρύβεται άλλη μια εναργής αιωνιότητα
υπέρβασης των ορίων
της αντιληπτότητας των αισθήσεων

Αναβαπτίσθηκα, μάρτυς διοράσεων

* * * * * * * *

Αδιάλειπτες οι μνήμες
πανωφόρι υπεκφυγών
στην ανατριχιασμένη
επιδερμίδα σου

 

ΕΜΦΡΑΓΜΑ

Αγχωτική η προσμονή διαδικασίας
ενέχυρης στην άμπωτη των αισθημάτων
κρώζει- χασμωδία πολυφωνική
απεγνωσμένων ρήξεων με την έγκυο αναμονή
μιας διατρητής εμπιστοσύνης
που πλειοδότησε σε προσδοκία
και αναμονή παρόρμησης
εμπνευσμένης από αθωότητα
και προσμονή – κι αν δεν ευτύχησε
να μεταφέρει το μήνυμα στον αποδέκτη
του διαδικαστικού εγχειρήματος εξελισσόμενη σε φάση
υπότασης των αρτηριών
με τη δικαιολογία και την πιθανολογούμενη παραδοχή
πως η αυξανόμενη πίεση
οδηγεί σε συμφόρηση πάθους.

* * * * * * * *

Ενεδύθην σχολή μεταγωγέως
εκτελών μυσταγωγία
εν εγρηγόρσει αισθημάτων

 

ΟΜΟΡΟΣ ΓΟΗΤΕΙΑ

Εν κόμη ξέπλεκη

κόρης χρυσόμαλλης
σύμπλοκα γοητευτικής

έπλεξα εγκώμιο

Περίπλοκα εκφραστικό
τα μάλα, χρυσόπλεκτο

* * * * * * * *

Αυλάκωσε
η ψυχή της γης
με μια του αέρα νότα

 

ΓΙΓΝΩΣΚΩ ΤΟΝ ΑΝΕΜΟ

Σταγόνες ενδιάστατες ζωής
στον ορίζοντα
σταλάζουν στης αφής σου το χάραμα

όπου γη και ύδωρ σώματος
κι αναπνοής την άχνη, ένθεν
έσπευσε να ορίσει ο άνεμος
της ειρωνείας μου τον όρκο στον νόστο της σιωπής
τ’ αγγέλιασμα, της Οριάνθης θρήνος

Σε ύλη διιστάμενος ο πόθος
από μακριά π’ ανέμιζε
το συνειρμό μαντίλι
της έωλης μα ευφρόσυνής μου λησμονιάς
καρπίσθηκε
των ζώντων στεναγμών την επικράτεια

Κι ασυνεπής στην πίστη μου
κράτησα στην ανάσα της
δυο αναφιλητών αντάμωμα

ζητώντας εκείνου του φιλεύσπλαχνου
βοσκού τη βλοσυρή φλογέρα
να μου θυμίζει πώς θα σπαράξω την αυγή
πληρώνοντας το τίμημα

* * * * * * * *

Άσε της μνήμης
σύμφυτες εικόνες
να διαβαίνουν

 

ΕΡΗΜΟΣ ΨΥΧΗ

Σαν εκκωφαντική κλαγγή μετάλλων
που συγκρούονται

Σαν αισθήματα
ραντισμένα με θειάφι

Σαν ανάγκη που ξεφωνίζει
από έλλειψη

Σαν ικμάδα φωτός
που σκιάζεται από απαγόρευση

Σαν διάσταση βάθους
που συμπιέζεται

Σαν αμόνι καυτό
που δέχεται κρύο νερό

Σαν σπίτι χωρίς παράθυρα
μες στο καταχείμωνο

Σαν προσάναμμα ζωής
που δεν ανάβει

Σαν ήλιος
που έδυσε στην ανατολή του

Σαν γυμνή πορεία
μες στο ξεροβόρι

Σαν πλήγμα
στο μυχό του υπάρχω

η προδοσία της υπόσχεσής σου

* * * * * * * *

Εκτροχιασμένα διαστημόπλοια μνήμης
έψαχναν τα ίχνη του λαμπερού σου χαμόγελου

 

ΥΣΤΑΤΟ ΕΓΧΕΙΡΗΜΑ

Στην ακινησία του πρωινού με αναγωγές προσδοκίες
ειλικρινείς διαβαίνουν οι προθέσεις

Ευθυτενής ενατένιση του επιθυμητού χωρίς αναστολές-
θάλασσα ανταριασμένη πέντε βήματα στο κύμα
η ανωφελής εγρήγορση των αφρών
επιπλέοντος εγωισμού, εκεί
ακροπόταμος εκβολή θεάται το πλάτος

Πλησιάστε λοιπόν νερά αυθορμήτως
στο εμφανώς παράλογο σκηνικό
της καταπιεσμένης μου επιθυμίας
ασύμμετρες προσβολές υπαιτιότητας

Και να ’σουν μονάχη σου εδώ
καβάλα στη μαινόμενη, να σε σώσω
στου ηρωισμού μου το ακροκένταυρο τόλμημα

Εξασφαλισμένη μου διάσωση
εξασφαλισμένη μου σωτηρία ψυχής

* * * * * * * *

Οι φλέβες μου
λεωφόροι

 

ΘΕΡΙΝΟ ΗΛΙΟΣΤΑΣΙΟ

Κτίρια, άνθρωποι, ζωές — ατμίζουν επιθυμίες
και τ’ ατσάλι στηρίζει τον όρθιο κοπετό
που ασθμαίνει την αγάπη
στη δυσκολία της να μετράς πνοές
και να φυτρώνεις αψύς στις λεωφόρους
σαν τις λειχήνες της ερήμου
οι πόθοι σου ακράτητη ροή
ελεύθεροι να διαβρώνουν της ασφάλτου
την έρμαιη συνοχή — λακκούβες
που απομυζούν την όμβρια δίψα της ζωής
στο γέρμα του καυτού ήλιου

* * * * * * * *

Αιμάτινες ψηφίδες κορεσμένων δύσεων
διάβηκαν τον παράφορο ουρανό μου

 

ΣΤΟΥ ΧΡΩΜΑΤΟΣ ΤΟ ΡΗΓΜΑ

Τη θάλασσα ζωγράφιζα κι έβαλα τον παφλασμό της
να φιλά στ’ ακρογιαλιού τη χρυσόμεικτη άμμο

Και σαν ν’ άκουσα το φλοίσβο της τον ομιλητικό
στην παράκτια γραμμή κει κάτω να δακρύζει
ήχους υγρούς που γύρευαν λέει το ζωγράφο
να του πουν μην πάει κι αφήσει το έργο του στη μέση

Όχι τώρα για όνομα Θεού
π’ άρχισε του άνεμου έρωτα το κύμα ν’ ανταριάζει!

* * * * * * * *

Σε συνάντησα στ’ ανεμοδαρμένα ύψη
μ’ άγγιξες στους παφλασμούς των κυμάτων
γείραμε μαζί στα ροδιά ηλιοβασιλέματα-
μα θαμπώθηκα τόσο απ’ τη λάμψη σου
που ταυτίστηκα με την ψυχή σου

 

ΑΝΤΙΟ

Θέλω να σου μιλήσω
για την αγάπη
που φεύγει, έφυγε
σαν άμμος
σ’ αναποδογυρισμένη
κλεψύδρα

Απ’ τη γεμάτη πλευρά
στην άδεια
ένα φινάλε σονάτας
σ’ ενάρετο σεληνόφως

Εκείνη την άνοιξη
τη βρήκαμε στην ακτή
του νέου μας κόσμου
κι έπειτα
την περπατήσαμε
απ’ το χέρι
σαν μικρό παιδί
σ’ όλες τις ηλιόλουστες
ακρογιαλιές το καλοκαίρι
που τα βέλη του έρωτα
θρόιζαν άφαντα
σε απάνεμο ουρανό

Κι ήταν τόσο χαρούμενο
εκείνο το παιδί
όπως κανείς μεγάλος
ποτέ
δε θα μπορέσει να ’ναι

Ο χρόνος είχε σταματήσει
κι αντί για κόκκους άμμου
η κλεψύδρα έρεε
ευαισθησία και ρομαντισμό
κατανόηση κι ανταμοιβή

Κι όλα καμπύλωναν νωχελικά
καθώς ορίζοντας
ανοιχτής θάλασσας τη δύση

Μα ύστερα ήρθε το φθινόπωρο

Και την αφήσαμε εκεί
στην αλατισμένη άμμο
σαν κοχύλι
που το κέλυφός του
λιώνει από μοναξιά

* * * * * * * *

Ζωής χιονοσκέπαστες ανάσες·
τα κορφινά τους ίχνη
απαρνιέμαι στην αφή σου

 

ΕΝΩΣΗ

Μια πόρτα ανοίγει
Τρίζοντας

Ένας επισκέπτης της βροχής

Κι ένα διά-κενο
γεμίζει

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

 

ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΑΜΠΟΓΛΗΣ

fractalart.gr/9/1/2019

[Ένα μέλλον που όσο και να λάμψει
το σκοτάδι του θα περιμένει όπως πάντα
την πρώτη ευκαιρία]

 

Αγαπητέ φίλε κύριε Κωνσταντίνε  Κομιανέ καλημέρα. Μόλις ολοκληρώθηκε η μετακόμιση της βιβλιοθήκης μου. Με πολύ χαρά σας ενημερώνω πως βρήκα τη συλλογής σας με την ευγενική αφιέρωση που είχα χάσει τόσο καιρό. Ήταν καταχωνιασμένη άγνωστο πως στο τελευταίο μεγάλο κιβώτιο της μεταφοράς με τις συγκεντρωτικές εκδόσεις νεώτερων και πολύ νεότερων ποιητών όπως των Σεφέρη, Λειβαδίτη, Ρίτσου, Δημουλά, Ελύτη, Τσιρόπουλου, Καρέλλη, Ρουκ, Γώγου, Γκανά,  Μέσκου, Μαρκόπουλου, Καρούζου, Χατζηλαζάρου, Σαχτούρη, Σινόπουλου, Βαρβέρη, Χρονά, Ριζάκη, Σιώτη, Θεοχάρη, κοκ. Γεμάτο μέχρι τα χείλια. Αναφέρομαι λεπτομερώς  στο περιεχόμενο για να δικαιολογηθώ κι όχι για να καμαρώσω.  Ασήκωτο κιβώτιο ή μια  βαρύτατη διαθήκη. Κρύβονταν κάτω- κάτω λες από σεμνότητα κι αιδημοσύνη. Καλό σημάδι για τούτο το «χαμένο» βιβλίο που ρεζίλεψε την οργανωτική μου δεινότητα, μονολόγησα, και σκέφθηκα πως πρέπει να το ξεψαχνίσω πριν μου δραπετεύσει πάλι. « Έκθετοι μονόλογοι» λοιπόν, που αφαιρώντας και παραφράζοντας δεν μιλούν απλά, φωνάζουν:  «Κι΄ ας συνυπολογίσουμε ότι ζούμε!». Ποιητική ζωντανή, με ψυχή πάλλουσα. Εικόνες και έννοιες σε αστραπιαία κίνηση. Οπτική  φουτούρας. Δηλαδή ο ποιητής Κομιανός τολμάει, και η ευθύνη δική του, και το καλό σάστισμα δικό μας, καθώς αρχίζουμε να βλέπουμε τον κόσμο  με τα μάτια  μιας  γραφής που σπαρταράει στο ορμητικό χάος της… «Να την αδράξω το λοιπόν με ασυγκράτητη ορμή/ και βουλιμία φθονερή, τροφική δηλητηρίαση/που σάρωσε τις λεωφόρου των εντέρων  μου / και καθάρισε τα ρείθρα των πεζοδρομίων/ ορμητικός χείμαρρος στους σφιχτούς κανόνες/των πεπερασμένων ορίων της λιτής μου ανυπακοής/ξεγλιστρώντας αέναα σαν νιφάδα αποστείρωσης/ χιόνι λεύκανσης του βόρβορου κόσμου/ που προέκυψε από της αυθάδους απρέπειας/την άλογη και ανισόρροπη σπορά/ώσπου να ξεπλύνω της αδράνειας τη σήψη / Κι ας συνυπολογίσουμε ότι ζω!».

Ποιητική με ολωσδιόλου ιδιαίτερο χαρακτήρα στην μορφή και το περιεχόμενο που αγκαλιάζει τις εμπειρίες του αναγνώστη. Εντάξει του καλού, του επίμονου αναγνώστη, που τον ενδιαφέρει το κάτι νέο εντός της αναπόφευκτης επανάληψης: ο «έφηβος» ορίζοντας. Δύναμη και ανθρωπιά στις έννοιες, ένταση στις λέξεις,  καθώς αυτές παρατάσσονται με πειθαρχία. Πειθαρχία ως κατάσταση θεμιτή εδώ γύρω διότι νεανική υπερβολή και  μένος  λοξής φάλαγγας παραμονεύουν και συχνά εκδηλώνονται. Υψηλόφρων συναίσθημα  τούτες οι τάσεις διότι  οι στραβοτιμονιές, αφού  δεν καταλήγουν σε ανεξέλεγκτο ολίσθημα, οδηγούν στον καλό στόχο.   Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται το σύγχρονο και το καλό ετούτης της έκφρασης παρά τον διάχυτο λυρισμό στα όρια ενός  φορμαλισμού. Αλλά εδώ συμβαίνει μια χρήση φορμαλισμού  σε  ασφαλές και διακριτικό επίπεδο κάτι σαν δυνατό άρωμα Παρνασσού   και όχι μάζα απορριμμάτων. Δηλαδή στοιχείο  που αφομοιώνεται στα νοήματα και γίνεται αποδεκτό ως γεννήτρια ύφους σε μια εποχή που νομίζει ότι της πηγαίνει πιότερο η Αφαίρεση. Αλλά τι σημαίνει Αφαίρεση;  Και καταρχήν εδώ μέσα υπάρχει αφαίρεση; Ναι υπάρχει και ουσιαστική μάλιστα. Διότι αφαίρεση δεν σημαίνει απλά λιγότερες λέξεις αλλά κυρίως συμπύκνωση ιδεών. Στύψιμο  ουρανού και γης σ΄ ένα μοναδικό πλανήτη από νερά που ρέουν. Χειμαρρώδης λόγος, συχνά ελλειπτικός μέχρι παραποίησης του θανάτου  να δείχνει κυρίως γεύμα ζωής… «Μέσα από τη σιωπή / ξεπρόβαλαν κροταλίζοντας / ακούσια παραγόμενοι / ήχοι μέλλοντος διαθλώμενοι / καθώς απαύγαζαν μήνυμα / που ασφυκτιούσε στο παρελθόν του». Και βέβαια  η ευθύνη μοιράζεται. Βαριά κληρονομιά, αναπόφευκτη, πως η γνώση, ως διαδικασία συνεχούς επίγνωσης, πλησιάζει το θείο.  «Και ας μην επιδικάζουμε / εις τον φέροντα την ψυχή / το βάρος των πληγών της», συμπληρώνει η προφυλακή του επόμενου ποιήματος, -ΛΟΓΟΣ ΨΥΧΗΣ- .  Όσο και να προσπαθεί ο ποιητής να ξεχωρίσει με απόλυτο τρόπο τα ποιήματα η συλλογή αυτόματα  αποκτά ενιαίο χαρακτήρα. Ή μήπως με το εύρημα της στροφής – προφυλακή ο ποιητής να θέλει να τονίσει αυτή ακριβώς την αναδυόμενη συνέχεια όπου ως αλυσοδεμένες μονάδες βαδίζουν τα ποιήματα μέχρι την τελευταία σελίδα;  Ένα  ακόμη χαρακτηριστικό στοιχείο εδώ είναι ο Θριαμβικός λόγος  που δεν παραληρεί  αλλά με σαφήνεια απλώνει την αλήθεια της ύπαρξης. Μια αλήθεια κατακτημένη βήμα-βήμα.  Βηματισμός πεπρωμένου οι δυνάμεις εντός των οποίων μας περιόρισε το σύμπαν ως ελεύθερους με τούτο τον τρόπο: μέχρις εδώ και μη παρέκει·  ως εν υποχρεωτική αποδοχή πειθόμενοι· ως εν πίστη τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι. Έτσι  κεντά τις λευκές σελίδες ο ρυθμός του Κομιανού. Χειροτεχνία με διαδρομές όπου εμπόδια εκφραστικά υψώνονται από τον ποιητή με τρόπο ώστε να φτάσουμε με ακονισμένη τη σκέψη στην ολοκλήρωση μιας αντίληψης , συχνά ασθμαίνοντας. Αλλά τούτη η κούραση αντί να εξουθενώνει, στηρίζει και υποστηρίζει, γυμνάζει θα έλεγα την θέληση του καλού αναγνώστη. Άλλωστε η ποίηση, αν δεν θέλει να διασωθεί  μόνο ως κοινοτοπία ή συρμός παρηγορητικού  και ερωτικού λόγου, αυτή πρέπει να είναι η κατεύθυνση… «Τριβόλισμα περίγλωττο η άχνα της ζωής / μεγεθυμένη επιθυμία· κι όταν εκφραστεί / στου πεπερασμένου χρόνου την επενδυμένη έκφραση / οι λέξεις, σερπαντίνες γλαφυρές, ξετυλίγονται / να φθάσουν το νοηματικό ορίζοντα». Και στην επόμενη σελίδα να φαντάζει σαν ιντερμέτζο η προφυλακή του επερχόμενου ποιήματος,  «Στην διαδρομή της ολοκλήρωσης μου/ σημείο αναφοράς δεν υπάρχει / Ορίζεται μόνο από την αντίληψη / της διαρκούς πληρότητας», δηλαδή, λίγο πριν το κυρίως επόμενο σώμα καταλήξει στην Μεταφορά με την εξαιρετική σε απλότητα και αφαίρεση ακροτελεύτια στροφή  , «και πιάνω να δουλεύω / του μέλλοντος μου το υφαντό».   Οι έννοιες εδώ,  καθώς διαπραγματεύονται με την ανάγκη κατανοώντας την αιτία,  καταλήγουν  ουσία της ύπαρξης,  θεμέλιο της ύπαρξης. Καταλήγουν ύμνος στην  Αποδοχή. Και η Αποδοχή οδηγεί στην κατανόηση άρα στη Συνέχεια. Η ποίηση μόνο έτσι ακουμπά τον τελικό στόχο της, το υπέρτατο καθήκον της, την κατανόηση της Συνέχειας μέσω της Συντριβής.  Μοναδική αδυναμία , (συμπαθής και κατανοητή αδυναμία), κατά την άποψη μου βέβαια πάντα,  είναι οι   αλλεπάλληλες και εν σειρά Γενικές που θα μπορούσαν  να μειωθούν ώστε να αφαιρεθεί το περιττό βάρος,  όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο. Ένα πρόβλημα οικονομίας και καθαρής τεχνικής κυρίως, όπως επίσης η συγκέντρωση σε ορισμένα σημεία περισσότερων Επιθέτων και Ουσιαστικών κραυγής  από ότι θα έπρεπε ή που αντέχουν οι έννοιες «καρτερία» και «αισθητική» στην ποίηση. Αλλά τίποτε δεν είναι  ακριβώς «κακό» εδώ.   Και όλα τα είδη παρατηρήσεων  είναι λεπτομέρειες εμπρός στον  ιδιαίτερο και άκρως ενδιαφέροντα προσωπικό χαρακτήρα, στο ιδιαίτερο άρωμα εντέλει   της ποιητικής  του Κωνσταντίνου Κομιανού. Και πως δηλαδή  μπορείς να βροντοφωνάξεις κατάμουτρα την αλήθεια και την ελπίδα σου στην ποικιλοτρόπως συγκεκαλυμμένη υποκρισία μιας γενικευμένης γραφειοκρατίας  αν όχι με  τους στίχους: «Τερατώδεις ψυχές αλλοτριωμένες απ΄ το σκορβούτο της εξίσωσης που κουρεύει το δικαίωμα των ελευθέρων επιλογών στη ζωή». Και άλλου, «Στους  φαύλους διαδρόμους των πιστολέρο ιδεολόγων πρόθυμων να φέρουν την ισότητα  και να μοιράσουν τα αγαθά με το μαχαίρι της εκδίκησης και του ρεβανσισμού». Στροφές στο ίδιο παγκόσμιας αξίας και αναφοράς  ποίημα, που μπορεί να είναι ή να φαίνονται πληθωρικές στην έκφραση, αλλά και πως δηλαδή να μετατρέψεις την οδύνη σου σε ξεκάθαρο μήνυμα κατά της παράνοιας εν πολλοίς ελεγχόμενης και κατευθυνόμενης .

 Την συνέχεια εδώ την αναλαμβάνει η στροφή – προφυλακή του επόμενου ποιήματος. Όπου μπορεί να ζωγραφίζει ολότελα διαφορετικά , ωστόσο ενισχύει-προστατεύει και το προηγούμενο ποίημα ταυτόχρονα ως ουραγός με τα χρώματα που προσφέρει η πολύτιμη εμπειρία-συντριβή του ποιητή: «Μαραθήκαμε στην αναμονή για καλύτερες μέρες / Μονάχα να ΄τανε η πλάνη της μνήμης ουραγός». Εδώ τρεις λέξεις, μαραθήκαμε- αναμονή-ουραγός, διάγουν συγχρόνως σε μόνωση και συνεργασία,  ορίζοντας την αποδοχή και την έκκληση. Μια έκκληση-ευχή ως ουμανιστικός ρυθμός. Σκηνοθετεί και σκηνογραφεί ο ποιητής Κομιανός. Θα πρέπει να προσθέσω στα προτερήματα  της συλλογής τα εξαιρετικά και σύνθετα ελληνικά με τρόπο που ίσως κουράσει κάποιους αλλά μάλλον δημιουργεί επίγευση ικανοποίησης και ελπίδες για το μέλλον της ελληνικής γλώσσας . Στο επικίνδυνα εχθρικό  και απαιτητικό  περιβάλλον της εποχής μας  τέτοιες προσπάθειες πρέπει να προβάλλονται. Και δεν είναι τυχαίο που το καλό περιοδικό «τό κοράλλι», τεύχος 17-18, αφιέρωσε 3 σελίδες στην ποιητική του Κωνσταντίνου Κομιανού. Εδώ θα βρει ο καλός αναγνώστης και όχι μόνον, 5 εξαιρετικά ανέκδοτα ποιήματα που προσθέτουν  κάτι παραπάνω στη δυναμική του ποιητή και επιπλέον η οικονομία σε Γενικές και Επίθετα έχει παίξει το ρόλο της.  Ας μην ξεχάσουμε να ευχαριστήσουμε στη δεδομένη περίπτωση  τις εκδόσεις Γαβριηλίδη, αλλά και άλλους εκδότες, που στην ουσία και παρά τις αντίξοες συνθήκες, συγκεντρώνουν γύρω τους και υποστηρίζουν φωνές που επιμένουν. Φωνές που υπόσχονται την εξέλιξη του έγχρωμου, σε μια εποχή όπου το ημίφως της  γραφειοκρατικής λογικής εδώ γύρω ενισχύεται, διεισδύει και μολύνει τα πάντα· μα τα πάντα, και μένα τον ίδιο ακόμα, παραφράζοντας  εκείνο το σπουδαίο.  Ολοκληρώνω με λίγους ακόμη ελλειπτικούς στίχους που εμπεριέχουν την πεμπτουσία της συλλογής… «Κι  ας συνυπολογίσουμε ότι πατώ στη γη / Και να που τρύπωσε κείνος ο κοκκινολαίμης / πυρετός του θυμαριού ανάσα που στήριξε / όλη τη συνάφεια να διεκδικώ της έφεσής μου / το δικαίωμα…». Σχεδόν εξοντωτικό προσόν η ειλικρίνεια στην ποίηση όταν ο ποιητής στέκεται αρνητικά ενώπιον των ισχυρών δυνάμεων του συρμού, της ιδεοληψίας, της άγνοιας, της εμμονής, του αντί-ουμανισμού, στη τελική ίσταται με αντιοικονομική αποφασιστικότητα  περιοριζόμενος στο ελάχιστο της μέγιστης αλήθειας.   Ευχαριστούμε τον ποιητή Κωνσταντίνο Κομιανό για την γενναιότητα της  γραφής του σε αντίξοες συνθήκες για το αντικειμενικό, για το αληθές για την συμβολή του στη διάσωση και ενίσχυση μιας σπουδαίας και ξεχασμένης ή έστω παραμελημένης «κίνησης», της Επαλήθευσης. Η μόνη έγκυρη κίνηση τακτικής  παρά το πλευρό του Διαλόγου σήμερα. Η Επαλήθευση ελέγχει τον  Θρίαμβο και λογαριάζει τη Συντριβή. Η επαλήθευση βρίσκεται μεταξύ των εργαλείων της ποίησης. Είναι εργαλείο ουμανισμού, είναι εργαλείο αθανασίας κατά την ποιότητα της γνώσης, ή όπως σκιτσάρει με ενάργεια ο ποιητής : «Πάλεψε η στάχτη με φωτιά / που θέριευε στην πλάτη της / και νίκησε στο τέλος».

 

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

tovivlio.ne 31/3/2016

Το ποιητικό οδοιπορικό του Κωνσταντίνου Κομιανού

Η ποίηση είναι ταξίδι στον εσώκοσμο του δημιουργού· ένα ταξίδι στον εσωτερικό κόσμο των αισθημάτων, της φαντασίας και των ενστίκτων. Και ο αναγνώστης είναι ο συνοδοιπόρος που ανακαλύπτει συγ-κινούμενος τι κινητοποιεί το δημιουργό, τις φοβίες και τις αγωνίες τους. Γιατί τελικά η ποίηση είναι ο διαυγής καθρέφτης που αποκαλύπτει το εσωτερικό και το εξωτερικό.

Σε ένα τέτοιο οδοιπορικό μας μεταφέρει και η ποίηση του Κωνσταντίνου Κομιανού. Η στιχουργική του ταξιδεύει τον αναγνώστη μέσα από την αυθόρμητη και φενάκη απροσχεδίαστη γραφή του σε ένα ταξίδι ατομικών εμπειριών κι αγωνιών. Είναι ένα εσωτερικό ταξίδι με επίκεντρο τις προσωπικές ανησυχίες και τις κρυφές επιθυμίες.

Στην πρώτη του ποιητική συλλογή, «Μαχόμενος Έρως» (Γαβριηλίδης, 2014), στοχάζεται και περιγράφει τον έρωτα, την αγάπη, τη σεξουαλικότητα. Ο έρωτας προσεγγίζεται με μία υπαρξιακή πνοή και στοχαστική διάθεση· συνδέεται με την αγωνιά για το μέλλον, τη μοναξιά και τις ατομικές φοβίες. Ένα πλούσιος καμβάς γεμάτος κίνηση και πολύχρωμη φωτεινότητα με ρομαντικές αποχρώσεις ξεδιπλώνεται μέσα από σ’ ένα ατομοκεντρικό υπαρξιακό πεδίο αναζητήσεων.

Άγγιξέ με όπως η ομίχλη το βουνό
αγάπησέ με όπως η μοναξιά
την άργιλο του πόθου

Διακρίνεται ένα αδιαμόρφωτο ακόμα ύφος που πειραματίζεται και αναζητά έκφραση στη λογοτεχνική παράδοση. Απαντώνται στοιχεία υπερρεαλιστικά (μια πιρόγα απάθειας, εφαλτήριες οι ανάγκες του κορμιού σου, εκτροχιασμένα διαστημόπλοια, ένοχης σκέψης πλήγμα, γιγνώσκω τον άνεμο, τεμαχισμένος τ’ ομιχλώδες μέλλον, λυγμός, γαλαζοπράσινο το εύμορφο συναίσθημά σου) και λυρικές πνοές (εμβαθύνω, λαμπερή ως έλλειψη, φύλαξε τα δάκρυά σου, ζώδιο-οφιούχος)· άλλοτε υιοθετείται ένα αφηγηματικό ύφος (ανάσα ζωής, εμβαθύνω, λυγμός, έρωτος μελωδία, χρονικό μιας πτώχευσης) κι άλλες φορές μία περιγραφική ποιητική αποτύπωση (μια πιρόγα απάθειας, ενέχυρος, αποδημητικός έρως, γιγνώσκω τον άνεμο) ή εξομολογητική διάθεση (αστρικά σώματα, ενόραση, θαλασσοταραχή).

Δυο άνθρωποι μόνο
να σκιάζουν το φιλί
κι ο κόσμος όλος διαστέλλεται

Ο πειραματισμός φαίνεται και στο στίχο του που άλλοτε εκφράζεται με μεγάλης έκτασης συνθέσεις κι άλλες φορές με ολιγόστιχη φόρμα -έως και χαϊκού. Ενίοτε επιλέγει έμμετρη στιχουργία κι άλλοτε ελεύθερα με πεζολογικό ρυθμό μέσα από έναν πλούσιο λόγο. Συχνά αξιοποιεί τη μεταφορική δύναμη των λέξεων και επεξεργάζεται τη γλώσσα είτε με λογοπαιγνιώδη χαρακτήρα (παραμορφωμένα αισθήματα) είτε βασισμένος στην επανάληψη (έρημος ψυχή). Λεξιλογικά κυριαρχούν τα ρήματα υποστηρίζοντας μία εμπλουτισμένη με επίθετα προφορικότητα· η δε ελεγχόμενη χρήση των επιθέτων συμφωνεί με το στιχουργικό ρυθμό και πλουταίνει την ποιητική έκφραση του Κομιανού.
Στη δεύτερη συλλογή του, «ποιητικές αφηγήσεις» (Γαβριηλίδης, 2015), αν και παρατηρείται ξανά μία ποικιλία στη φόρμα, στην ουσία κυριαρχούν οι ολιγόστιχες συνθέσεις (2-5 στίχων) και οι μεγάλης έκτασης· εκτεταμένα ποιήματα και στιχουργικά θραύσματα συμπληρώνουν το ένα το άλλο. Αυτή η εναλλαγή αντικατοπτρίζει και τη διαρκή πάλη του ποιητή απέναντι στα δικά του συναισθήματα και τις αέναες προσωπικές του αναζητήσεις.
Το ύφος του γίνεται πιο στοχαστικό· το υπαρξιακό μήνυμα υποτάσσεται στην πλούσια έκφραση και το συναίσθημα γίνεται μελαγχολικό. Η πλούσια εικαστική ακολουθεί κι αυτή τη στοχαστική διάθεση του ποιητή και παρά τη φωτεινότητα και την κίνηση, ενισχύει το συναίσθημα της απογοήτευσης.
Το αφηγηματικό ύφος υποστηρίζει τη στοχαστική διάθεση, ενώ οι πολλές στροφές θεμελιώνουν την πολυθεματικότητα των ποιημάτων. Τα δύο πρώτα ενικά πρόσωπα προσδίδουν μία απατηλά διαλογική/σκηνική διάσταση ισορροπώντας τη μελαγχολική διάθεση.
Η φόρμα που κάθε φορά υιοθετεί κάθε καθοδηγεί και την έκφρασή του. Στις μεγαλύτερες συνθέσεις ο λόγος του Κομιανού γίνεται βαρύτερος -συγκριτικά με την πρώτη του εμφάνιση στην ποίηση. Η λιτότητα εγκαταλείπεται και τα επίθετα αυξάνονται εντυπωσιακά, όπως και οι παθητικές μετοχές· σχεδόν κάθε ουσιαστικό συνοδεύεται από έναν προσδιορισμό (ετερόπτωτο, επιθετικό ή κατηγορηματικό).

Υπόγειες διαδρομές
διάβρωσαν την επιφάνεια
του καθωσπρεπισμού

Αντίθετα, στις ολιγόστιχες συνθέσεις, η εκφραστική του διακρίνεται από αποφθεγματικότητα και βραχυλογικό ύφος· η λιτότητα επιτρέπει στο συναίσθημα να αναδυθεί αμεσότερα αγκαλιάζοντας τον αναγνώστη. Αναδεικνύεται ένα λογοπαιγνιώδες ύφος που με τη μελετημένη επιλογή και τοποθέτηση των λέξεων αξιοποιεί την ηχητική του χροιά ή το συνειρμικό τους περιεχόμενο.
Η ποιητική του Κομιανού διακρίνεται από τον πλούσιο και στοχαστικό λόγο. Συχνά ο λόγος του γίνεται βαρύς μέσα από την αναζήτηση λέξεων με ισχυρό φορτίο σε βάρος ίσως του συναισθήματος. Αντιστέκεται στο βερμπαλισμό, αν και στις μεγαλύτερες συνθέσεις του φλερτάρει μαζί του, παρακωλύοντας το συναίσθημα. Ωστόσο, η γραφή του είναι ειλικρινής και βαθιά ανθρωποκεντρική.

 

ΝΤΕΛΑΛΗΣ

Ποιητικές αφηγήσεις στο μονοπάτι της επιστροφής . Οι στίχοι  σε οδηγούν σε ένα  ταξίδι που όλοι οι νόμοι της εμπειρικής πραγματικότητας αίρονται. Τα πάντα μπορούν να συμβούν, οι σημασίες αντιστρέφονται και τα νοήματα μεταπίπτουν ακατάπαυστα, ανάλογα με τις προθέσεις και τα περιεχόμενα της μνήμης ή της φαντασίας του Ποιητή.  Ένα εσωτερικό ταξίδι  αναζητήσεων  που λοξοδρομεί και μοιράζει νήματα στους αναγνώστες .  Θυμίζω ότι οι αναγνώστες μιας ποιητικής συλλογής  ξεκινούν ένα ταξίδι με προορισμό την πιο κρυφή επιθυμία τους , στο χέρι τους είναι λοιπόν  να δουν το μονοπάτι που τους οδηγεί  εκεί, όπως επίσης στο χέρι τους είναι αν φτάσουν να μη διστάζουν να μπουν στο χώρο που λέγεται  ασυνείδητο.  Η ποίηση παραμένει ένας δύσκολος δρόμος, ένας δρόμος που έχει  λίγους οδηγούς και   λίγους ταξιδιώτες  , αλλά είναι ένας δρόμος που μπορεί να σε οδηγήσει στη λύτρωση….

https://ntelalisapostaxti.blogspot.com/search/label/%CE%9A%CF%89%CE%BD%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%BD%CE%BF%CF%82%20%CE%9A%CE%BF%CE%BC%CE%B9%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CF%82?fbclid=IwAR0H6FuzALAJRjngm3-tw-lNbijxv-Bjs8d8iaMmdnG9cFre2_iEJxPVrOo

 

γραφειο ποιησης

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Ενότητα 1η: Εκ των έσω

Ποια παιδική σας ανάμνηση παραμένει ανεξίτηλη;

Πολλές δράσεις και παιχνίδια από τις ατέλειωτες τότε καλοκαιρινές διακοπές.

Και ως ενήλικος; Τι είναι αυτό που συχνά πυκνά ανασύρετε στη μνήμη σας και αποτελεί πάντα ένα καλό εφαλτήριο για το μέλλον;

Οι νίκες απέναντι στις αντιξοότητες.

Εκλάμψεις, αναλαμπές; Συνήθως με ποιον τις μοιράζεστε;

Πολύ σπάνια πια τυχαίνει να ενθουσιασθώ για κάτι σε τέτοιο βαθμό που να νοιώσω την ανάγκη να το μοιρασθώ.

Ο άνθρωπος, ανέκαθεν, ως οντότητα ζει ανάμεσα σε πειρασμούς. Ασπίδες έχουμε;

Έχει σχέση με την ηλικία το πόσο και πως θα προστατευθείς. Αν ζεις απόλυτα safe από νέος θα βιώσεις μια ζωή χωρίς εμπειρίες, κάτι που θα σ’ αφήσει ανολοκλήρωτο ως προσωπικότητα. Η ικανότητα αποφυγής όμως των κινδύνων είναι ένα προσόν που δεν το διαθέτουν όλοι, κάτι που μπορεί ν’ αποβεί για κάποιους, μοιραίο.

Τι σας προσγειώνει απότομα;

Η δυστυχία.

Δώστε μου ένα λόγο για ν’ αγαπήσει κανείς τη μέρα.

Η δημιουργία.

Σε ποια εποχή συναντάμε τον αληθινό Κωνσταντίνο, όπου συμμετέχουν σε αυτό που ζει όλα τα μέρη του σώματος (σώμα, μυαλό, ψυχή);

Εποχή του χρόνου μεγάλης διάρκειας μ’ αυτά τα χαρακτηριστικά δεν υπάρχει. Υπάρχουν όμως μικρές χρονικές περίοδοι που τα κίνητρά μας απαιτούν αυτή τη συνοχή. Σπάνιες στιγμές αυτές.

Ποια είναι η ραχοκοκαλιά της ζωής;

Η εξέλιξη. Χωρίς αυτήν παθαίνει κανείς… δισκοπάθεια.

Ενότητα 2η: H τέχνη της γραφής

Από τα είδη του λόγου, ποιο σας συγκινεί/συναρπάζει περισσότερο;

Όλα τα είδη λογοτεχνίας, αρκεί να έχουν τις ποιότητες που θα με συν-κινήσουν.

Υπάρχει λογοτεχνικός ήρωας του οποίου το γραφτό της μοίρας θα αλλάζατε;

Μάλλον δεν θα είχε νόημα κάτι τέτοιο, αφού όλο το βιβλίο έχει γραφεί γύρω απ’ αυτή την κατάληξη, αυτή τη μοίρα, και η αλλαγή της θ’ ανέτρεπε τους στόχους της συγγραφής του βιβλίου. Μακάρι να είχα τη δυνατότητα ν’ άλλαζα τη μοίρα της ζωής αληθινών ανθρώπων.

Η γραφή απαιτεί πειθαρχία ή λειτουργεί αυτόματα;

Σε μένα λειτουργεί μόνον το τυχαίο και το απρογραμμάτιστο. Σχεδόν ποτέ δεν έγραψα υπακούοντας σε κάποιο σχεδιασμό ή σε κάποιο πρόγραμμα.

Επιλέγετε ένα καλοξυσμένο μολύβι ή μια καινούργια γραμματοσειρά ενός πολυμέσου, για να ζυμώσετε το χρόνο, τον τόπο, τους ήρωες ως πρώτη επαφή με τη σελίδα;

Κι’ εδώ θα πω ότι πολύ σπάνια σκάρωσα κάτι κατ’ ευθείαν στο πληκτρολόγιο. Συνήθως ένα στυλό κι ένα πρόχειρο χαρτί είναι ότι μου χρειάζεται (μιλάμε πάντα βέβαια για ποίηση, που βολεύεται μια χαρά μ’ αυτήν την πρακτική).

Ας π(ι)ούμε μαζί έναν αγαπημένο σας στίχο/φράση/απόσπασμα από την εγχώρια ή παγκόσμια λογοτεχνία.

Μη μας λες, Κύριε, πως μας έδωσες μυαλό να κρίνουμε,
μη μας λες, Κύριε, πώς μας έδωσες ελεύθερη βούληση ν’ αποφασίζουμε,
αφού ξέρεις πολύ καλά τι μυαλό μας έδωσες,
αφού ξέρεις πολύ καλά τι ελεύθερη βούληση μας έδωσες.
Κώστας Μόντης

Ενότητα 3η: Μια φράση ασυμπλήρωτη

(Ένα μικρό λογοπαίγνιο με αφορμή τον τίτλο βιβλίου «Να ζεις, να αγαπάς και να μαθαίνεις» του Δρ. Φελίτσε Λεονάρντο Μπουσκάλια)

Να ζεις, να αγαπάς, να μαθαίνεις και να ελπίζεις πως… όλα αυτά είναι… πραγματικότητα.

Υ.Γ. Οι ταινίες κρύβουν μέσα στη συντομία τους μεγαλειώδεις πανανθρώπινες αξίες. Υπάρχει κάποια την οποία, από πλευράς σεναρίου, μας παροτρύνετε να δούμε;

Δεν μπορώ να πω ότι θα ταίριαζε σε όλα τα γούστα, αλλά μόλις θυμήθηκα την «Λεπτή κόκκινη γραμμή» του Τέρενς Μάλικ. ‘Ισως θα έπρεπε να την ξαναδώ κι’ εγώ μετά από τόσα χρόνια, για να δω αν θα με ξανασυγκινήσει με την ίδια ένταση.

https://www.booktourmagazine.com/news/gnoriste-ton-konstantino-komiano/

ΕΥΤΥΧΙΑ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΛΟΥΚΙΔΟΥ

57319789_372604926798935_3496507376452763648_n

.

.

Η Ευτυχία – Αλεξάνδρα Λουκίδου γεννήθηκε στο Μόναχο, κατάγεται από την Κωνσταντινούπολη και ζει στη Θεσσαλονίκη, όπου σπούδασε στη Φιλοσοφική σχολή του Α.Π.Θ. Διδάσκει δημιουργική γραφή στη Θεσσαλονίκη και στην Κύπρο. Παράλληλα με την ποίηση ασχολείται με το δοκίμιο, με δημοσιεύσεις σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά και συλλογικούς τόμους.
Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ιταλικά, ισπανικά, αλβανικά, βουλγαρικά και περιέχονται σε ελληνικές και ξένες ανθολογίες.
Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων, της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης, όπου διετέλεσε Γεν. Γραμματέας, και του Κύκλου Ποιητών.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

ΠΟΙΗΣΗ

(2017) Αφόρετα θαύματα, Κέδρος
(2012) Το επιδόρπιο, Κέδρος (Υποψήφιο για Κρατικό Βραβείο.)
(2008) Όροφος μείον ένα, Εκδόσεις Καστανιώτη
(2004) Ν’ ανθίζουμε ως το τίποτα, Εκδόσεις Καστανιώτη
(1999) Εν τη ρύμη του νόστου, Αρμός
(1993) Το τρίπτυχο του φέγγους, Ιδιωτική Έκδοση
(1986) Λυπημένες μαργαρίτες, Εγνατία

.

ΔΟΚΙΜΙΑ

(2015) Πέραν της γραφής, Κέδρος [23 δοκίμια αναφερόμενα στο έργο ισάριθμων ποιητών]
(2012) Συρραπτική του προσώπου, Νέος Αστρολάβος / Ευθύνη [Επίσκεψη στην ποίηση του Ορέστη Αλεξάκη]
(2004)Εν αναμονή (Συμμετοχή στον συλλογικό τόμο «Ακροατής     Οριζόντων Προσεγγίσεις στην ποίηση του Ορέστη Αλεξάκη»), Γαβριηλίδης

 

.

ΒΙΒΛΙΑ17

.

ΑΦΟΡΕΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ (2017)

.

ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΟ ΝΕΡΟ

Σταγόνες υδρατμών παραδομένες
σε οροφές που αναμετρούν τη γύμνια μου
– ποτέ δεν θα ’ναι επαρκώς εκτεθειμένη –
μια υπόκρουση αγκαθωτού νερού
θα συνοδεύει τις σκηνές
κι έτσι η παραφορά
σαν ηχογράφηση παλιά
απλώς θα γράφει ιστορία.

Στο μεταξύ
γαντζάκια από πλεξιγκλάς
θα συγκρατούν το αθέατο
θα αποτυπώνουν την ντροπή
με φώσφορο λιωμένο
– μια αναγγελία διάλυσης
πριν την υποτροπή
κι η καταχνιά θρηνητική
να στάζει στα πλακάκια –

– Ποιος πριονίζει τη σκιά;

– Δεν είναι μια·
είν’ η δική μου
κολλημένη στη δική σου.
Σφάγιο ιερό
που δεν ανήκει σε κανέναν.

Γλιστρά απ’ το σώμα μου
κρυστάλλινος ο τόπος
– Έξοδος και Θριαμβικό μαζί –
ραγισματιές απλώνονται
στην πρώτη όρασή μου
– ήμουν παιδί
κι οι λέξεις τότε δεν πενθούσαν –

Τώρα
ας μείνουν αμετάφραστα
τα δύο ονόματά μου.
Μια εκδοχή θα ’ναι κι αυτή
άλλοτε εντός
κι άλλοτε εκτός τοπίου
μία οξύμωρη προοπτική
για αυτό το άλλο νόημα
το αιφνιδιαστικό
που αχνοφωτίζει το προφίλ
όσο καμία λάμπα.

.

ΥΠΑΡΧΗΓΟΣ ΣΤΗΝ ΟΔΟ ΚΥΠΡΟΥ 17

Υπάρχει κάτι πάντοτε μέσα στις ιστορίες
που υποκινεί προσωρινά την υποψία.

Μια εκλογή αναπάντεχη
μια πλάτη γυρισμένη στο προαίσθημα
ή ας πούμε
ένα παρελθόν που δεν το έζησε κανείς
και τότε εύκολα μαντεύεις τα υπόλοιπα:

τι ελάχιστο διάστημα
ανάμεσα στο λείπουμε
και στο φριχτά πονούμε
πόσο αθώος τελικά
ο κόσμος που ορίζεται απ’ τον θάνατο·
μια παρουσία έρωτα
– θαρρείς υπόδειγμα άνοιξης –
μια απληστία ουρανού στεφανωμένη χώμα
κι η μετρημένη έκταση πλέον
όλη δική σου.

Η ευπιστία φταίει προφανώς
και η εμπιστοσύνη
που έτσι ασυλλόγιστα
η οριζόντια γραμμή
για κάθετη σου μοιάζει.

Σαν τότε που φιλάσθενη
ή λόγω τιμωρίας
ανεβασμένη στο σκαμνάκι μου
έξω από το παράθυρο κρεμόμουν
για να κοιτάζω τα παιδιά
που παίζαν στην πρασιά.
Στη φαντασία μου μάλιστα
υπαρχηγός γινόμουν
κι αν τύχαινε καμιά φορά
κι οι άλλοι μάς κερδίζαν
την ήττα της ομάδας μου
χρεωνόμουν μυστικά.

Μισή μες στο δωμάτιο
μισή έξω απ’ το σπίτι
να λαχανιάζω ασάλευτη
να ιδρώνω παγωμένη
να κρύβομαι
να φαίνομαι
να κάνω πως θυμώνω

με ματωμένα γόνατα
και λίγο πριν νυχτώσει
κατάκοπη και καθαρή
να κλείνω τα παντζούρια
ν’ αλλάζω μοίρα ξαφνικά
απ’ το σκαμνάκι-ψέμα μου

να κατεβαίνω.

.

ΑΓΟΡΑ ΧΡΥΣΟΥ

0 χώρος θύμιζε φουαγιέ
πολυτελούς ξενοδοχείου.
Πόρνες, ζητιάνοι και προαγωγοί
μαχαιροβγάλτες και κλεφτρόνια
εξορισμένοι από κει·
ή μάλλον κάπου εκεί κι αυτοί
όμως σε ρόλους άλλους, σοβαρούς
όπως, ας πούμε
αβρών εκτιμητών χρυσού
με τον πελάτη εμπρός τους μαγκωμένο
ακουμπισμένο στον γκισέ
ταριχευμένο έντομο πλαισιωμένο με κορνίζα.

Εδώ ρευστοποιούνται οι αναμνήσεις.
Εδώ προέλευση και καταγωγή
χέρι με χέρι ανταλλάσσονται.

(Χρυσή αλυσίδα με βαφτιστικό σταυρό
η βέρα και το δαχτυλίδι της μητέρας
ρολόγια αξίας με μπριγιάν
συλλεκτικά νομίσματα
σκεύη αργυρά
ακόμα κι έργα τέχνης) 
Κι η εχεμύθεια φυσικά χρυσός…
Γυρεύει δόντια δυνατά
για το κλεισμένο στόμα
-κατά προτίμηση χρυσά –
την περηφάνια μας
αρχοντικά να ροκανίζουν.

Κι ακολουθεί το λιώσιμο
(Τήξη εν καμίνω ή χοάνη
καμίνευση, χωνεία)
μια ρευστοποίηση σκληρή
όρκων, γεννήσεων, επετείων.

Αποσυντίθενται τα σύμβολα
χάνουν τα περιγράμματά τους οι αξίες
μες στη χρυσή χωματερή παντός τετελεσμένου
και τότε πια τα πρόσωπα ίκτερο εμφανίζουν
-γιατί αρρωσταίνουνε βαριά
όσοι το παρελθόν τους εκποιούνε –
παίρνουν το βυθισμένο βλέμμα του νεκρού
όταν τα ονόματα αρχίζει να ξεχνά
και βάζει πλώρη ολοταχώς
για νέες αμνησίες.

.

ΞΕΝΟΙ

Μιλήστε μου για την απόγνωση
που προκαλεί σ’ εσάς
μια τέτοια αιωνιότητα.
Η αίθουσα αναμονής υγρή
– άκουσα μπάζει μαραμένες εποχές
πως βρέχει χλεύη αναιδή κι αποδοκιμασία –
κι όλες αυτές οι ατελείωτες ουρές
σε κέντρα αλλοδαπών, σε υπηρεσίες
– θαρρείς σε προθαλάμους ιαματικών λουτρών
ή σε προαύλια παραδείσων –
με την αφέλεια πως θα σας δεχτούν
πρώτη φορά στα άγια των αγίων!

Μα, ποιους;
Εσάς;
Αν είναι δυνατόν!
Εσάς;
Με το μισό κουλούρι σας!
Εσάς που μοναχά
οι δαίμονες των αμπαριών σάς ξέρουν
και πια δεν σας γαβγίζουνε
όπως οι τόσοι προβολείς
και οι σφυρίχτρες!

Ξέρω…
Κάποτε ελπίσατε στη βραχνή βροχή
στο δήθεν έλεός της
γι’ αυτό ιδρωμένοι κι άρρωστοι
βγήκατε απ’ τα λαγούμια
βασίζοντας στο μετεωρολογικό
την όποια λύτρωσή σας.

Μα δεν σας πληροφόρησε κανείς
ότι η πρόγνωση καιρού
στον τόπο αυτόν που ήρθατε
πάντοτε πέφτει έξω;

.

ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ

Αυλές καθαρίζω, υπόγεια καθαρίζω
αποθήκες και ακάλυπτους σε δύο ώρες συγυρίζω.
Όλα τα παλιά σίδερα μαζεύω…
Εικονοστάσια αδειανά, κάγκελα σκουριασμένα
κλουβιά που απελευθέρωσαν πουλιά
ρόπτρα, σπασμένες πόρτες
σίδερα ατμού και γραφομηχανές
δάχτυλα παγωμένα…

Με μια επιβάρυνση μικρή
σηκώνω και πετάω στο λεπτό
ό,τι παλιό σάς ξέμεινε
στις «μουσικές καρέκλες»
κοκαλωμένο κι άφωνο
με ένδυμα επίσημο, εορταστικό
μα σκοροφαγωμένο
να βλέπει
προς την πλευρά του αφανισμού
και να μην το πιστεύει.

Σκεύη παλιά, ποδήλατα
φουγάρα, καλαπόδια
πούδρες περλέ, μαλλιά μπουκλέ
μονόκλ και περουκίνια
καλειδοσκόπια, παπιγιόν
μουστάκια, φαβορίτες.

Παλιά με φόβιζε πολύ
η εισβολή στα υπόγεια της υγρής ακινησίας
η επικείμενη έξωση διά των μεγαφώνων
η εκκαθάριση του αχρηστευμένου χρόνου.

Τώρα όλο και πιο σπάνια
κάποιος διαλαλεί
ένα παρόν ακέραιο, στιλπνό.
Λιγόστεψαν οι παλιατζήδες.
Όσο για τους ελάχιστους που απέμειναν
απροσδιόριστο πότε ακριβώς περνούν.
Αμφίβολη η ώρα τους.

Σαν την αμφίβολη ώρα
των εκτελέσεων.

.

ΚΟΛΑΖ ή Η ΣΥΛΛΕΚΤΙΚΗ ΤΟΥ ΑΠΟΚΟΛΛΗΘΕΝΤΟΣ

Διαθέτω έναν φάκελο-συμπιεσμένο δάσος
συλλογή κατοικίδια παλιάς ανθοφορίας
δοξαστικό του ετερογενούς και των αποκομμάτων
μικρές εικόνες πτώματα και ανάπηρες ιδέες
που ένοχα τις αφαίρεσα από το σύνολό τους
με την υπόσχεση δεύτερου βίου ανώτερου
σε προηγμένο φόντο.

(Σελίδες περιοδικών
– στο όριο του περιττού
πρόχειρα διπλωμένες –
φωτογραφίες γυναικών
γερόντων, αγαλμάτων
παιδιών πάνω σε καρουζέλ
μα και μεταθανάτιες βικτωριανές
– αγκαλιασμένοι οι συγγενείς με τον νεκρό
πάνω στον καναπέ του –
και κείμενα που μία βίαιη ψαλιδιά
σώπασε τη ροή τους)

Τώρα, στη σκοτεινή αναμονή
τη σιγουριά παρέχουνε
του από μηχανής Θεού
για εκείνη τη μοναδική φορά
που η έμπνευση θα έχει δυστοκία.

Μια ομηρία άθλια
που με προσχήματα φαιδρά
κρατά για χρόνια ανενεργό
το ήδη παρωχημένο.
Μόνο που εγείρονται κάποτε κι αυτά
σύσσωμα συμμετέχοντας
στην έγχρωμη παρέλαση των ασημαντοτήτων.

Είν’ η στιγμή
που θραύσματα συστρεφόμενα
επιχειρούν ομαδικά
χειρόγραφη την έκπληξη να κάνουν
με απώτερο φυσικά σκοπό
το αίνιγμα να παραμείνει άλυτο.

Θέλει να τσαλακώσεις ασημόχαρτα πολλά
για να βρεθείς με ασφάλεια
ανήμερα του Λόγου.

Εκβάλλει η τυφλότητα
από βαθύ πηγάδι.

.

ΔΕΥΤΕΡΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ

Α, ελεεινές δεύτερες σκέψεις
που αποδειχτήκατε δειλές
και σπεύδατε να μας σώσετε
σαν θαύμα αναπάντεχο
πριν καν να γίνει η δέηση.

Με το ένα πόδι τεντωμένο στο αύριο
– τέλεια να μιμείται καλπασμό –
να μας κρατάτε ακίνητους και βαρετούς
στη σύνεση καθηλωμένους

ή πιο συχνά
με μια πειθώ δημαγωγού
και ασφαλιστή συγχρόνως
ν’ απλώνετε ρίζες μέσα μας
ρίζες χοντρές και στέρεες
που εγγυώνται βλάστηση
ανθούς, καρποφορία…
Μα, εντέλει, τίποτε απ’ αυτά.
Μονάχα ρίζες
που εγγυώνται ρίζες.

Κι είναι για άλλους
η ζωή και η αποστασία
του δρόμου η σκόνη η άγια
κι οι αγρυπνίες στη χάρη της.

Για εσάς
είν’ τα προσχήματα και τα μεθοδευμένα
η αρτιμελής ζωή και οι φαντασιώσεις
για να μπορεί επ’ άπειρον
του φόβου το βατράχι να κοάζει
για να ανθίζει επιτυχώς
η ομοιομορφία·

σαν κάτι νύχτες νοσηρές
που από πλήξη αφόρητη
τις λάμπες απ’ τους δρόμους
ξεβιδώνουν
και τις βιδώνουνε μετά
μέχρι να ’ρθει τ’ άλλο πρωί.
Μια εναλλαγή μηχανική
με βλέμμα άδειο, σταθερό
λες και μιμούνται θάνατο.

Οι νύχτες…

Ως το πρωί.
Βιδώνουν
ξεβιδώνουν…
Με βλέμμα άδειο
σταθερό.

Α, ελεεινές δεύτερες σκέψεις
που αποδειχτήκατε σοφές
διδάσκοντάς μας άρνηση και υποταγή
κι αθώα οπισθοχώρηση…

Μας μάθατε για τα καλά
πως ό,τι δεν μας συναντά
αυτό στο τέλος
μας διασχίζει.

.

ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΩΣ ΕΝ ΟΥΡΑΝΩ ΚΑΙ ΕΠΙ ΤΗΣ ΓΗΣ

«Άνθρωπον ουκ έχω…»
Κατά Ιωάννην, έ 7

Μαζευτήκαμε σήμερα εδώ
να αποδώσουμε τιμές
στη νεκρή αιωνιότητα
να αποχαιρετήσουμε με ύφος ανάλαφρο
τις μάταιες διαβαθμίσεις του φωτός
να ανταλλάξουμε τα θαύματα
με την επιείκεια.

Είναι ασφαλής ο τρόπος
που στενεύει η θηλιά
σαν αυθαδιάζει στα όνειρα
η ταραχή του μονομάχου.

Οι λέξεις τότε αμάσητες
τις εκδοχές τους καταπίνουν
αρνούνται να ονομάσουν τα αθέατα
τα προφανή
και ξένος, ξένος
σε όλα τα επεισόδια της κίνησης
μέσα του αποσύρεται ο αργοπορημένος
και θραύεται διαδοχικά
η λάμψη του νερού.

«Άγγελος γαρ κατά καιρόν
κατέβαινεν εν τη κολυμβήθρα,
και ετάρασσε το ύδωρ·
ο ουν πρώτος εμβάς μετά την ταραχήν […]
υγιής εγίνετο
ω δήποτε κατείχετο νοσήματι».

Μα ήταν πολλοί οι ανίατοι
και πώς εγκαίρως να συρθούν
ως τη δεξαμενή;
Παράξενη κι η ελπίδα τους
ανταγωνιστική
σ’ έναν Θεό που επικροτεί
την επιδεξιότητα των αναπήρων.

Και κάπου εκεί, παράμερα κι αυτός.
Ανυπεράσπιστος στους τρόμους του
και στους κινδύνους ασκημένος
να αγρυπνά από ένστικτο
και να επιζεί αγόγγυστα
– έτη τριάντα οκτώ –
της παραλύσεώς του.

«τούτον ιδών ο Ιησούς κατακείμενον […]
λέγει αυτώ·
θέλεις υγιής γενέσθαι;
απεκρίθη αυτώ ο ασθενών·
Κύριε, άνθρωπον ουκ έχω,
ίνα όταν ταραχθή το ύδωρ
βάλη με εις την κολυμβήθραν».

Κύριε της Σπλαχνίσεως
απόλυσε τον άγγελο
και τη μελαγχολία των ωρών
με μια μακρόσυρτη κραυγή
αλλοίωσέ την
να εξατμιστεί το μαύρο φως
να ζαλιστεί απ’ τη μοσχοβολιά
η άκρη του γκρεμού
να στεφανώσει την πληγή
έναστρη αμνηστία
κι αργά αργά να σηκωθούν
όλοι οι γονατισμένοι.

«Λέγει αυτώ ο Ιησούς·
έγειρε, άρον τον κράββατόν σου
και περιπάτει».

.

Η ΑΥΤΑΡΚΕΙΑ ΤΟΥ ΚΥΡ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ

Του αρκούν λίγα χιόνια
τουλίπες αργοκίνητες
βαμβακερής ανίας
όλα να τα αγνίσουν!

Του αρκεί ένας έρωτας
ονόματι μπαρμπα-Γιαννιός
μια καρδιά ρημαγμένη
κι ένα σπίτι ερείπιο
σε δρομάκι μακρόστενο
σοκάκι όμοιο μ’ αυτόν
– το ζωντανό σοκάκι –

Του αρκούν κάποιες γραίες
βασανισμένες και άτυχες
με ήθος ανδρικόν
– εξηκονταετείς σχεδόν –

Χαδούλα, η λεγομένη Φράγκισσα
κι άλλη μια, η θεια-Σκεύω
βαρδιανός μες στα Σπόρκα
να ’ναι σιμά στον γιο της
στο Λοιμοκαθαρτήριο.

Και τέλος
του αρκεί ένας ύπνος αιώνιος
όπως αυτός μες στα ποιήματα
– ενίοτε κατοπτρικός
και πάντα λασπωμένος –
λες και στοιβάζεται αργά
πάνω στο χιόνι χιόνι
σινδόνα και σάβανο μαζί

για να παραδοθούν
αγιασμένες και λευκές
στη νέα μέρα οι ψυχές
στεφανωμένες οι άμοιρες
την πιο πικρή τους γνώση
πως βεβαιότητα καμιά
σκοπό δεν το ’χει να μας χαριστεί
ολισθηρότητα καμιά
σκοπό δεν το ’χει να μας παρακάμψει.

Ένας βάλτος πριν κι ένα έλος μετά
θα ’ναι όλη κι όλη η σκηνογραφία·
ένας θάνατος εκ γενετής
και ένα πένθος αέναο
κάτω απ’ τα μάτια του Κριτού
του Παλαιού των Ημερών
του Τρισαγίου.

.

ΣΕΛΑΝΙΚ Ι

.

Μητέρα ανύμφευτη

Εκείνοι που ήρθαν έφερναν
κι από έναν αριθμό…
Για την ακρίβεια
τον κουβαλούσαν πάνω τους
τον είχανε συνέχεια μαζί τους
όχι όμως όπως ένα φυλαχτό
αλλά όπως ένας ανάπηρος
το κομμένο του πόδι.

Εμείς, το ’64
που φτάσαμε σ’ αυτό απ’ το ’55
με τη γαλάζια σκόνη του διωγμού
να κάθεται στα ρούχα μας
να ασπρίζει την ψυχή μας.

Εμείς
δεν ήμασταν ποτέ
ό,τι κοιτούσε ο καθρέφτης
μα μία Πόλη που έψαχνε
πόλη να κατοικήσει
με Εγνατία, με Ντεπό
με Βασιλίσσης Όλγας
με Υπερώο θαλασσινό
για να σταθούν επάνω του
Καρέλλη και Πεντζίκης.

-Όμως
εγώ δεν έχω τόπο να σταθώ…

-Σας είπαμε
εδώ είναι πια ο τόπος.

-Δεν έχω…
Βυθιζόμαστε
μπαίνουν νερά
στ’ αμπάρια του μυαλού μου
κι η μπάντα του Παπάφειου
πότε το «Μέγαν εύρατο…»
πότε το «Υπερμάχω…»

Νερά, πολλά νερά…

Τα πρόσωπά μας άδειασαν
κάτω απ’ την πάχνη
που μας στεφανώνει
η αρμονία των ίσκιων μας
σκυφτή μες στην ομίχλη
κι ο έρως προς το έσχατον
κοινή καταγωγή μας

αλλά και οι κήποι…
μια αλληγορία ορίζοντα
που δεν γεωμετρείται
λιμάνι εν πλήρη κινήσει και σιωπή
Βαρδάρης που ιερουργεί
πόρνη που δεν μεταμελείται.

Τώρα
στην προκυμαία με τους γερανούς
πυροτεχνήματα συλλέγει και υγρασία
δίσκους 78 στροφών
παλαιά πορτρέτα ένδοξα
που χάσαν την κορνίζα
μοιράζει σε άγνωστους φιλιά
πολλά φιλιά

μα πιο συχνά στα σκοτεινά
βαμβάκι και ιώδιο
για τ’ ανοιγμένο τραύμα.

.

ΣΕΛΑΝΙK II

.

Η πυρκαγιά

Η πόλη υπήρχε απλώς για να χαθεί
να αντικατασταθεί από την έννοιά της
όταν θα αποφάσιζαν
κάποιοι να την αφηγηθούν
και να την καταγράψουν.

Μια ομορφιά ατάραχη
που απογυμνώνει και εκπορθεί
πράξη ερωτική κι απονενοημένη
σαγήνη που τρομοκρατεί
όπως η λέξη «λάμπα» στο σκοτάδι.

Ήμουν κι εγώ ένα απ’ αυτά
ήταν πολλά, ήμουν μικρή
κι όλα ήταν ξένα.
Κορίτσια με γαλάζιο νυχτικό
στις μύτες σηκωμένα
τις κάτω φράσεις του χρησμού
να προσπαθούν να φτάσουν.

Να γίνεσαι η επιστροφή
όταν η πυρκαγιά
θα σ’ απελευθερώνει
κι άλλοτε ευτέλεια μαγική
για ν’ αποσυντονίζεις.
Συνέργεια στην αιώρηση
και επίκληση σε πρώτο ενικό.

Άντε να ερμηνεύσεις!
Και να ’τανε μόνον αυτό;

Άχνιζε από μακριά κάποια παλιά πατρίδα
κι ας έμοιαζε αυτή εδώ
αγίασμα στα μάτια
– τρεις γουλιές νηστικός κάθε πρωί
να καταποντιστεί στα σωθικά
η κάψα του άλλου τόπου –

Και πώς αλλιώς;

Όταν η μυρωδιά σιμιγδαλιού
και η οσμή λεβάντας
χάνονται απ’ τα ρούχα σου
όταν πια δ ε ν υπάρχεις
επινοείς την κόχη σου
– αρχιτεκτονική εξοντωτική –
μισός μέσα στα όρια
μισός στην έξοδο κινδύνου.

– Και πώς ευθύνεστε εσείς
για το κακό;

– Ήτανε Αύγουστος
την προηγουμένη του Σωτήρος
κόντευε τρεις το μεσημέρι…
Μέναμε τότε σε ένα σπίτι από μπαγδατί
κάπου στο Μεβλεβί Χανέ
πάνω από την Κολόμβου
κι εγώ απλώς λιμπίστηκα
τηγανητές μελιτζάνες.
Παραμονές μεγάλης εορτής.
Πού να το φανταστώ…
Κάηκαν όλα!
Μέχρι κι ο Αϊ-Δημήτρης!

Έκτοτε
στην παραλία οι περιπατητές
βράδυ πρωί λυπούνται
μικραίνουν και συστρέφονται
σαν να διαβάζουν μια πληγή
κάπου πιο πάνω απ’ το στομάχι
και ύστερα
σε στάση προσευχής
στραμμένοι προς τα Κάστρα
ερήμους απαγγέλλουν δυνατά
για τους τροφίμους του Γεντί Κουλέ
και τους εκτελεστές τους.

Πράγματα ασήμαντα, φωσφορικά
που ξελογιάζουνε – όσο να πεις –
τους ξένους.

Η πολιτεία αυτή των ποιητών
με υαλικά στρωμένη
μπερδεύει επετείους και εορτές
δέντρα χριστουγεννιάτικα
στολίζει μες στο θέρος
και σημαιούλες χάρτινες
μοιράζει μες στο Πάσχα.

Είν’ η ρυμοτομία των ψυχών
εκείνο που την καθορίζει.

.

Ο ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΚΛΕΦΤΗ

Εγώ είμαι αυτός που κρύβεται
πίσω απ’ την απουσία
τα βράδια ωστόσο κατοικώ
σ’ ένα χρυσωρυχείο.

Φοβάμαι το αιφνίδιο
τρέμω τα καλοκαίρια
μα πιότερο απ’ την ερημιά
η ασθένεια με πονά
των συμπτωμάτων.

Κλέβω χαρτονομίσματα
βιβλία διαβασμένα
κι από τα ρούχα ειδικά
αυτά που έχουν τσέπες.

Η απελπισία των χεριών
συχνά μ’ εξαναγκάζει
να μετατρέπομαι σε ηχώ
των άηχων βημάτων.

Των μεγαφώνων η σιγή
και η μελαγχολία
είναι απλώς η αφορμή
για τη λαθροχειρία.

Κυρίως νομίζω ευθύνεται
η σκοτεινή αγκαλιά μου.

Σας κλέβω μόνο την αφή
το άγγιγμα που αφήσατε
πάνω στις πορσελάνες
γιατί είν’ απόκρημνη η ζωή
δίχως το άλλο σώμα
και τελευταία πετάγομαι
κλαίω μέσα στον ύπνο.

Φιλάργυρος της αφαίρεσης
δανείζομαι το παρελθόν
γυρεύω οικογένεια
συλλέγω από απόγνωση
μεταξωτές αισθήσεις.

Κι όσο εγώ σώζομαι κρυφά
στις αμυχές της σάρκας
γίνεστε εσείς η υπογραφή
της άγραφης ζωής μου.

Γι’ αυτό σας λέω, πιστέψτε με:

Δεν είμαι κλέφτης, μα τυφλός
που βλέπει με τα χέρια…
Φάντασμα που ψαχουλεύει αμίλητο
να βρει δικαιολογίες
ν’ ακούσει γύρισμα κλειδιών
το άνοιγμα της πόρτας
ή μια προστακτική φωνή
να του φωνάζει

μείνε.

.

ΧΑΡΤΙΝΗ ΣΥΝΑΞΗ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ

Μπορεί να είναι απλώς μια συντροφιά
αταίριαστη σε χρόνο και σε τόπο
– νοσταλγοί τού πάντοτε και φυσικά τού αλλού.
Μπορεί κι οι σημειώσεις που κράτησα
στο μάθημα ορθοφωνίας των καιρών
ή στο άλλο
της ορθής διαχείρισης απωλειών και τρόμου.

Ίσως κι η παρατήρηση της πιο βαθιάς ρωγμή
– ένα κρατς πιο δειλό κι άλλο ένα με θόρυβο
εκεί που λαμπυρίζει το υποσυνείδητο.

Μπορεί το ζητούμενο να ήταν τελικά
το λαχάνιασμα της αορτής
όπως όταν κάνεις ποδήλατο
σε κατηφόρα δίχως χέρια.

Ίσως πάλι και ένα θέατρο σκιών
με υπνοβάτες στα χαρακώματα
και αριστοκράτες ασκητές
στις παρυφές της λάμψης
με αδιευκρίνιστο ως τώρα φυσικά
αν έψαλλαν γαμήλιο εμβατήριο χαρωπό
ή τυπικά συνόδευαν μια νεκρική πομπή.

Ανεξάρτητα από τις συνθήκες που όρισαν
τη συνάντηση της συντροφιάς μ’ εμένα
εγώ τους βρήκα καθισμένους σε μία σκάλα
προορισμένη μόνο για καθόδους
και λίγο πριν βραδιάσει
τους άκουσα να συνομιλούν
για το πάθος
πέραν της γραφής.

.

ΤΑ ΣΤΑΔΙΑ

Πρώτα
μια αδυναμία αντίληψης του προφανούς.
Ή μάλλον όχι.
Πρώτα
εκ δεξιών η κόλαση
εξ ευωνύμων η περήφανη καρδιά
με τους κρυμμένους δυναμίτες στις ραφές
στους μαύρους κύκλους των ματιών
στην αδιαφορία, στην απέχθεια.

Μετά
μια ηλικία παιδική πρόωρα γερασμένη
να εκσφενδονίζονται στο πρωινό
χάπια και παραπεμπτικά αντί για φρυγανιές
κι ευθύνες για την ασταθή ζωή, την αιωρούμενη
– ένας τερματικός σταθμός
όπου κανείς δεν κατεβαίνει –

Θα ήταν μάλλον βολικό να συνηθίζαμε
αλλά μας έσωσε η αφέλεια και η ασχετοσύνη
η αδυναμία δηλαδή να πράξουμε τα στοιχειώδη
χωρίς στο βάθος να σαλεύει μέσα μας
η άθλια επινόηση της προσδοκίας.

Ξέρετε
αυτή η σκόπιμα διαδεδομένη φήμη
περί επικείμενης αναψυχής
που ως ευλογία δωρεάν
όλοι ανεξαιρέτως δικαιούμαστε
μια αγάπη που πια δεν θα λιμοκτονεί
και δεν θα αρρωσταίνει…

Μια απάτη
μάλλον ήθελαν να πουν.

Μια απάτη
που πια δεν θα λιμοκτονεί
και δεν θα αρρωσταίνει.

.

ΛΑΓΩΝΙΚΟ ή Η ΕΜΠΝΕΥΣΗ

Εμφανιζόταν κι έφευγε
και σάλπιζε υποχώρηση
όμως την ύστατη στιγμή
θριαμβικά επέστρεφε
κρατώντας μες στα δόντια της
– θήραμα άχρηστο, ακριβό –
το ρίγος ενός βλέμματος
ή το κλειδί που ξεκλειδώνει τους καθρέφτες
κουρέλια αποκριάτικων στολών
γεμάτα μούχλα και υγρασία
κι ίσως μιαν επιφύλαξη

όπως, ας πούμε, ότι
λέω σημαίνει κάποτε κι αποσιωπώ
όμως ποιος δίνει τώρα σημασία
τώρα που όσο ποτέ
ανθίστανται τα πράγματα
και ούτε μιαν ανάμνηση
δεν είναι δυνατό ν’ ανακαλέσεις

τώρα που τα βερίκοκα
δεν τρώγονται μονάχα καλοκαίρι
κι οι λέξεις
ελάχιστη σχέση έχουν τελικά
μ’ εκείνο που σημαίνουν.

.

ΟΜΟΛΟΓΙΑ

Όχι, όχι
εγώ δεν ξεκίνησα για εκεί
ούτε για κάπου αλλού βεβαίως…
Όμως πώς να εξηγήσω
τα ανήκουστα και τα φαιδρά
τότε που τα φωνήεντα
αιφνίδια καταργήθηκαν
και σύμφωνα συριστικά
εγκαταστάθηκαν
φαρδιά πλατιά στο στήθος;

Να είσαι ήσυχος, μου έλεγαν
σχεδόν ψιθυριστά να κλαψουρίζεις
κι εμείς θα αναλάβουμε
διακριτικά να σε παρηγορούμε
σσσσσς, σσσσσς, σσσσσς…

Ύστερα εγώ θυμόμουν μία κυρία άγνωστη
που σπρώχναμε μαζί ένα άδειο καροτσάκι
– άφαντο από μέσα το μωρό
κι άλλωστε η βόλτα αυτή μάλλον δεν έγινε ποτέ
αφού μετά βρεθήκαμε δίχως εξάρτυση καμιά
πάνω στα κύματα να περπατάμε.
(Μπα, αποκλείεται να έγινε ποτέ
μάλλον θα το φαντάστηκα).

Όμως μετά απ’ αυτό
τα σύμφωνα θαρρείς και μ’ εγκατέλειψαν
ή μάλλον μετακόμισαν
από το στήθος στο μυαλό
κι έτσι αρχίσαν οι φωνές
κανονικές φωνές που έκαναν προτάσεις
παίξ’ το όσο μπορείς αδιάφορος
όπως αν πήγαινες στο τελωνείο με λαθραία…

Άκου στο τελωνείο με λαθραία!
Μα πώς; αναρωτιόμουν.
Άσε που εγώ συνήθιζα
χωρίς βαριές αποσκευές να ταξιδεύω…

Πού να κρυφτούν τα αβάσταχτα;
Κι αν πεις λεφτά για υπέρβαρο
πού θα ’βρισκα να δώσω;

.

ΣΤΑ ΡΑΦΙΑ ΔΟΛΙΟΦΘΟΡΕΙΣ

Έστω και χάρτινοι, θα μείνουμε εδώ
στο συνοικιακό βιβλιοπωλείο
με ασήκωτο το ελαφρύ χώμα του καιρού
να σκεπάζει τα λόγια μας.

Ματαιωμένοι και αδιευκρίνιστοι
τις άκρες των σελίδων θα τσακίζουμε
για να σφαδάζει το λευκό που αστόχησε
– που πάντα αστοχεί –
και μας σηκώνει απ’ το κρεβάτι αξημέρωτα
να βρούμε, λέει, τον ένοχο
και να τον καταδώσουμε
να ρίξουμε τους προβολείς
στους κατοικίδιους πάνθηρες
κι αν βέβαια αυτό είναι εφικτό
τα μάτια των ανήλικων
με γάζες να τα δέσουμε
αφού όσα τοπία και να δουν

πάλι ο καθένας γίνεται
αυτό που πάντοτε είναι.

.

Ο ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΕΡΧΟΜΕΝΗΣ

Ανήκω στα φυτά
της οικογένειας των εβενοειδών…
Ουδέποτε εξαγνίζομαι
μονάχα αποξεχνιέμαι
σκοντάφτω πριν φανερωθώ
και στη σκηνή
διά θαλάσσης ανεβαίνω.

Ανέγγιχτη και τρυφερή
ανεξιλέωτη και παγωμένη
σκορπάω ίχνη με γραφές
που δεν μιλιούνται πια
κυλώ μέσα στις φλέβες μου
τη βραδινή πομπή των διαμελισμένων
κι αφήνω αδικαίωτη τη σάρκα
να ραγίζει.

Απ’ τον καιρό που ειπώθηκε η έρημος
ακέραιη εκπλήρωσα
την καθ’ ημέραν θλίψη
τη μεταμφίεσα σε μουσική
τραύλισμα που μ’ αγρίευε
και μ’ έσωζε συγχρόνως…

Α, η άχαρη δωρεά της ομορφιάς
κι η άνιση πληρωμή της
εικονοστάσι αδειανό
απ’ τ’ αναθήματά του
τρομαχτικό εξαπτέρυγο
που αυτοπυρπολείται…

Ωστόσο αντιστάθηκα.
Με χίλιους τρόπους άντεξα
την όποια εκπαίδευσή μου
ως και λευκή σημαία κούνησα
για να πειστούν ότι εγκαταλείπω.

– Μη μ’ αγκαλιάζεις
άφησέ με χιονισμένη
άσε με να συντηρηθώ
μέσα στην τέλεια ψύξη
να συνεχίσω αγόγγυστα να ζω
με ακίδες μες στο αίμα…

Μα τώρα που κάτι άστραψε
μέσα στη μαύρη οθόνη
πώς θα διέλθω διάφανη
τέτοιον αποκλεισμό;
Πώς θα επιστρέψω τελικά
το ακριβές σκοτάδι;

Έχω διαγραφεί
– να φανταστείς –
κι απ’ τους αγνοημένους…
Επείγει η επάνοδος!

Το έργο που δεν έπαιξα
αιφνίδια κατεβαίνει…

.

ΤΟ ΧΟΡΤΟ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ

Το χόρτο της επιστροφής
ήδη από την άφιξη άρχισα να μασάω
–κι ας έστρεφα το βλέμμα μου
για να μη θυμηθώ, να μην επαναλάβω–
εκείνη αμεταμφίεστη εκεί
μια επιστροφή-επανάληψη
που ερχόταν απ’ το παρελθόν
σαν εξοικείωση λυγμού
με το αναφιλητό του
σαν νόσος που ανησυχεί
μην έρθει η γιατρειά της.

Δεν ξέρω πια σε ποιον σταθμό
ούτε κι αν πρόκειται ποτέ
στ’ αλήθεια να σε συναντήσω.

Με φως τρισύλλαβων φιλιών
τους λυπημένους ώμους σου νοτίζω
για μιαν αγάπη αξόδευτη μιλώ
μα πώς να με πιστέψεις;
Είν’ ακατάπαυστο το βουητό
των ερειπίων στο στήθος.

Κρατήσου από το άγγιγμα
να σε τραβήξω πάνω
θυμήσου νέα άνθηση
από την ηδονή μου
υπάρχουν κι άλλοι κήποι εκεί
κι είναι οι φράχτες τους
σκοπίμως παραβιασμένοι.

Μεσάνυχτα, αγάπη μου
και στα πεδία των μαχών
φωτιές και φόβοι καταπαύουν
το σκούρο μπλε του λήθαργου
κάποτε ξεθωριάζει.

.

ΠΛΑΝΗ ΠΑΝΣΕΛΗΝΗ

Φεγγάρι
λάμψη μαύρου διαμαντιού
ή μήπως
αντανάκλαση θαμπής μελαγχολίας;

Ατλάζια του αμίλητου
φέγγουνε σαν αντίλαλος
στο αναγνωστήριο των βλεμμάτων
χαμένοι όρκοι, αγγίγματα
μια κλίμακα θαμβωτική
η άχρονη στιγμή ν’ ανεβοκατεβαίνει…

Να προλάβω όσα δεν έπραξα
να εξιλεωθώ και ν’ απολογηθώ
να αθωωθώ και να ξανααμαρτήσω
κάτω απ’ το φως σου το ανακριτικό
για μιαν αιωνιότητα να κλάψω

και έπειτα
σαν πυρετός που υποχωρεί
αργά να εγκαταλείψω
αφήνοντας ύστατο παραμιλητό
για τα άφεγγα που καραδοκούν
να μας εξουθενώσουν

για τα καπέλα που άδειασαν
αιφνίδια
απ’ τους λαγούς τους

για την πανσέληνη έκπληξη
τότε στους κήπους του πασά
εγώ…
με μαύρο φόρεμα
να απαγγέλλω ποιήματα
κι εσύ…
να πρωτοσυναντάς τη Σαλονίκη

κανείς δεν έμαθε ποτέ
πόση παραίτηση και πόσος δισταγμός
τους ερχομούς στεριώνουν
ποια απόγνωση αδάκρυτη
βραδιάζει την αγάπη
ή πόσα φεγγάρια από σίδερο
πρέπει να καταπιεί
κάπου στην Κίνα ο ποιητής
για να αυτοκτονήσει.

Μόνο οι εκ γενετής τυφλοί
και κάποιοι πρόσφατα νεκροί
θυμούνται πια
το μαύρο φως που κατοικεί
στο εκτυφλωτικό αίνιγμά σου·

οι άλλοι εμείς
ίσως κάποιο προαίσθημα σκουριάς
και μια ανεπαίσθητη ενοχή
για το έγκλημα του έρωτα
που πλάνη στην πλάνη
ακούραστα επιμένει.

.

ΤΟ ΠΡΟΣΧΗΜΑ

Ένα κορίτσι που σκύβει και αφαιρεί
το πετραδάκι απ’ το σανδάλι του
δεν είναι παρά ένα πρόσχημα

για να ανθήσουν οι σιωπές του φράχτη
να μεταμεληθεί ο θάνατος
για τη συγκομιδή του
μενεξεδένιες λέξεις να απλωθούν
να σκεπαστεί η άβυσσος.

Όπως και να ’χει
τα στάχυα θα είναι πάντα κίτρινα
το κόκκινο ποδήλατο θα διασχίζει αμέριμνο
τη λύπη του απογεύματος
κι η άνοιξη με το σημαδεμένο γόνατο
θα παίρνει τις κατηφοριές
να σκίσει τα χρεόγραφα
να φέξει με το αίμα της
το άναυδο της στάχτης των σωμάτων.

Κάπως έτσι προχωρημένα μεσάνυχτα
κυλάει ο υδράργυρος
ενώνονται τα θραύσματα ανίατων εποχών
ψιχαλίζει το νόημα της άλλης γραφής
πάνω από τα σεντόνια

που δεν κατατείνει ούτε προέρχεται
μα αέναα προεκτείνεται και διαγράφει
που δεν οικτίρει ούτε χλευάζει
μονάχα σβήνει και ακυρώνει
και διαγράφει και πετά
και τσαλακώνει και πετά
και σκίζει…

Για ν’ απομείνει μόνο αυτή.
Σαν δόξα ξημερώματος.
Η άχραντη
βελούδινη γυμνότητα.

.

ΡΑΓΙΣΜΑΤΙΑ

Στάζουν αγρύπνια οι φωνές
που διεκδικούν
τα αιχμηρά παράκτια σκοτάδια
–ανάπαιστοι του ελλειπτικού
και του αποσιωπηθέντος
ίαμβοι της άρνησης
κρυστάλλινοι σαν μοίρα–

Θα γίνουν στίχοι κάποτε
οι ψίθυροι των έγκλειστων
στο ασκητικό κελί τους
η δυσανάγνωστη ομορφιά
που έχουν τα συντρίμμια
η άχρηστη βεβαιότητα
του εξαγνιστικού.

Μα τώρα
που ναυάγησαν και οι αλληγορίες
βλασταίνει φως εφήμερο
απ’ τις κοφτές ανάσες
–εύθρυπτο σαν το κέλυφος
γαλάζιων κοχυλιών–
τύψεις παράφωνες και δανεικές
ραγίζουν τη συγκίνηση
ψάχνουν σε βάλτους πράσινους
τα μισητά μονόκλ.

.

ΣΧΕΔΙΟ ΔΙΑΣΩΣΗΣ

Χτυπώ τον χρόνο για να μπω
τη γυάλινή του συγκατάθεση γυρεύω
μήπως στεριώσει τούτη τη φορά
η επιστροφή στην ξενιτιά
μα δεν αναγνωρίζω τ’ όνομά μου
ο αρχαίος τρόμος διέρχεται από τις αμυχές
κι αρνούμαι, αντιστέκομαι
το ρίγος να κατανοήσω
τυφλή κι αποχρωματισμένη
με την ηχώ γαμήλιων αποχαιρετισμών
κύκλους να κάνει γύρω μου
λες και το χάος ορίζεται
αν παρατηρηθεί.

Να ξεγλιστράς
αυτό μονάχα σώζει
φύλλα ευκαλύπτου να εισπνέεις
και σε υδάτινους ναούς
τις ρίζες σου ν’ απλώνεις

«τον νυμφώνα σου βλέπω…»

κι αν δεις να κλαίει το παιδί
κράτησε την ανάσα σου
τραγούδησέ του ημερομηνίες παλιές
βοήθα το απ’ την κορνίζα να κατέβει
βάλ’ το λέξεις αποδημητικές να συλλαβίσει
μην το ακούς

«και ένδυμα ουκ έχω ίνα εισέλθω εν αυτώ…»

οι πιθανότητες είναι αρκετές
– να του εξηγήσεις –
κάποιος να σε προλάβει και
πού θα πας νυχτιάτικα, μείνε εδώ, να πει
κι άλλωστε πόσο κρατάει η ζωή

αύριο χωριζόμαστε.

.

.

ΤΟ ΕΠΙΔΟΡΠΙΟ (2012)

.

ΤΟ ΔΙΦΟΡΟΥΜΕΝΟ ΛΕΥΚΟ

Κι αν τώρα συγυρίζω και τακτοποιώ
αφύσικα φερσίματα
φλούδες δύσπιστων λέξεων
και μπουκαλάκια αιθέρα
και να φανερωθεί ζητώ
’κείνο που δεν ορίζεται

είναι γιατί
το τρίξιμο κάθε μισάνοιχτου
με έχει αποτελειώσει
γιατί οι γνώμες
– ακόμη και των ειδικών –
διχάζονται
αν, λόγου χάρη, στρώνουμε
λευκό σεντόνι νυφικό
ή νεκρικό του τάφου.

Μα πιο πολύ
γιατί, όπως ψιθυρίζεται
τα ξύλα ήδη κόπηκαν
και συναχτήκαν στη γωνιά
κι έξω από εμάς
μια δίχως έλεος πυρά
κλαδί, κλαδί ετοιμάζεται.

.

ΤΟ ΕΠΙΔΟΡΠΙΟ

Προτείνω, αγαπητοί μου, για αλλαγή
να ξεκινήσει η βραδιά με το επιδόρπιο.
Ποτέ δεν ξέρεις, άλλωστε, τι γίνεται
έτσι επικίνδυνα άρρωστοι που είμαστε.

Κι αν σταθήκαμε ως τώρα τυχεροί
και πλαγιάζαμε καμιά φορά
δίχως συγχώρεση
ήταν γιατί πιστεύαμε
πως οι αιφνίδιοι αποχωρισμοί
δε θα μας αφορούσαν.

Ένα στασίδι ελεύθερο
πάντα κρατούσαμε γι’ αυτούς
όμως
πόσα εγκλήματα θαρρείς
πως είναι προμελετημένα;

Ελπίζαμε – οι αφελείς –
σε μιαν αναίτια μεγαλοψυχία.
Νιώθαμε κιόλας μιαν ευγνωμοσύνη
που δε γνωρίζαμε ποτέ
σε ποιον συγκεκριμένα τη χρωστούσαμε.
Μα η απειλή ήταν εδώ.
Κι είναι και τώρα.
Προπόσεις και σφυρίγματα
ουδόλως τελικά την αποτρέπουν.

Για όλα αυτά, λοιπόν, αγαπητοί
και για μια πρόληψη
ας φάμε απόψε πρώτα
το επιδόρπιο.

.

ΑΠΟ ΑΓΝΩΣΤΗ ΣΥΧΝΟΤΗΤΑ

Να πράττεις το ανεπίτρεπτο
να παραβαίνεις δηλαδή
τη μοίρα που σου δόθηκε
έχει – όσο να πεις –
μια σχετική καταλαλιά.

Αλλάζουν ξαφνικά όλες οι σημασίες
τα προαισθήματα
θεωρούνται πλέον αποδείξεις
οι εξαρτήσεις που σ’ αυτές ενέδωσες
δε σου χρεώνονται άλλο στις ζημίες
όσο για το κωφάλαλο λευκό
του κάθε αμετάκλητου
χάνει θαρρείς την φοβερή του αίγλη

-ένας απλός αβάσιμος χρησμός
που πια κατάντησε φτηνή δικαιολογία
παξιμαδάκια και κονιάκ
την ώρα που τελειώνουν τα προσχήματα
και πουθενά η συνέχεια
κι ό,τι εννόησες εννόησες-

Γι’ αυτό
αν κάτι επιβιώσει του χαμού
πιότερο απ’ τα ερείπια και τις φωτογραφίες
θα ’ναι ο πολύχρωμος εικαστικός στρατός
που τον σχημάτισαν παιδιά
στα περιθώρια των βιβλίων
-σχέδια ασυνάρτητα, φιγούρες και συνθήματα
παρεμβολές του αιώνιου
που μόνο αυτά αφουγκράζονται-

ένας ασώματος στρατός
με μαρκαδόρους και ξυλομπογιές
να πολεμήσει να γραφτεί
η άλλη Ιστορία.

.

Η ΦΩΤΕΙΝΗ ΤΣΟΥΛΗΘΡΑ

Του φορούσαν
την ειδική πράσινη ρόμπα
όταν ένα σμήνος οριγκάμι
ξεκίνησε πτήσεις τρελές
γύρω απ’ το δωμάτιο.

Σήκωσε στον αέρα
βαμβάκια και περιοδικά
χάρτινες των αγίων εικονίτσες
κι έριξε κάτω
και της χειροτεχνίας ακόμη
το κόκκινο ψαλιδάκι

και τότε εκείνος
θυμήθηκε τα παιδικά Χριστούγεννα
να ευωδιάζουν – χιλιόμετρα μακριά –
μια πλάνη απροκάλυπτη
μια δυσανάλογη ακύρωση
άρρωστη από απαντοχή
έναν εσπερινό απαράλλαχτο
μ’ αυτόν του Επιταφίου.

Ύστερα εμφανίστηκε η δασκάλα του
μαζί με κάτι γηραλέες νοσοκόμες
να σπρώχνουν αμαξίδια
με καθρεφτάκια αθάμπωτα
πέλματα φρόνιμα, γυμνά
δίχως τα πέδιλά τους
και μπάλες αδειανές απ’ το παιχνίδι τους.

Τον συνόδευσαν ως το υπόγειο
όμως εκεί
σε μιαν αλλιώτικη ρευστότητα
διάσημοι ωρολογοποιοί
– σκυμμένοι πάνω
στην ακινητοποίηση των δευτερολέπτων –
ήδη προσδένονταν
στη φωτισμένη σκόνη του φακού τους
για να βρεθούν
πενήντα μόλις μιλιγκράμ μετά
– πεσμένοι και μικροσκοπικοί –
στο ελάχιστο διάστημα
της παρά κάτι έκπληξης
και του ολοσχερώς ματαιωμένου…

Η επέμβαση
μπορούσε πια να ξεκινήσει.
Η νάρκωση που του έδωσαν
τον είχε πιάσει για καλά.

.

ΚΑΘ’ ΕΞΙΝ ΕΞΑΡΘΡΗΜΑ

Μου φαίνεται
πως δε μετράω πια σωστά
πως μου ξεφεύγουν
ημερομηνίες και αποστάσεις
πως είναι αργά πολύ
για να γεράσω και να εμπιστευτώ
ότι παραπατώ και συνεχίζω
και συνεχίζω να παραπατώ
μέσα στον άγριο θερισμό
και στα σαββατοκύριακα
-με διαγνωσμένη την αστάθεια στην επιγονατίδα-
πάνω σ’ αυτό το πάτωμα
που στρώθηκε για την περίσταση ειδικά
βελούδινα μαξιλαράκια για καρφίτσες.

Τι δένεις εδώ;
-Δένω του Μαρτιού τον ήλιο
να μη σε κάψει.

Και μη μου δείχνεις
τη σπασμένη ραχοκοκαλιά
στην ακτινογραφία
ήτανε κάποτε οστά κι επιθυμία
παράδοση άνευ όρων σε μπακιρένια σώματα
που, αν και τα βάραιναν μύριες κατηγορίες
ξέραν καλά να παίζουν με τα αντίθετα
να τάζουν χαϊμαλιά και καθρεφτάκια
να κάνουν πως λιποθυμούν
να παραλύουν.

Πόρτες περιστρεφόμενες
που εντέλει με ζαλίσανε.

-Τι δένεις εδώ;
-Δένω του Μαρτιού τον ήλιο
να μη σε κάψει.

Μα τώρα κύλησε ο υδράργυρος
έξω απ’ το θερμόμετρο
σώνεται η λευκή κι η κόκκινη κλωστή…

-Πες το άλλη μια και τελευταία
πες: «τι δέ-νεις ε-δώ;»

-Όχι, δεν λέω.

Μου πριονίζει η προστασία τον καρπό
τον μελανιάζει
βραχιόλι έπειτα γίνεται από αγκάθια μοβ
που, αν με ρωτήσετε, γιατρέ
μόνον αυτά κατηγορώ
-κι όχι την υγρασία-
αυτά
που πήγαν και ξεφύτρωσαν
ανάμεσα σε δυο σφυγμούς
και μου τρυπάνε τώρα
τις κλειδώσεις.

.

ΕΝΑ ΒΑΛΣ ΠΑΡΑΞΕΝΟ

Όλα ήταν αλλόκοτα
σ’ εκείνο το εγχείρημα
θαρρείς και έπρεπε οπωσδήποτε
να ζευγαρώσουνε για το χορό
η ακροβάτισσα κι ο εγγαστρίμυθος.

Η συμφωνία εξ αρχής ήταν σαφής:

όσο το κενό θα επέμενε να διαστέλλεται
έγκλειστοι εμείς έξω απ’ τις παγίδες
θα ελεούσαμε μ’ έναν παράφωνο ψαλμό
ό,τι εγκαταλείψαμε
θα στρέφαμε τα αναφιλητά
προς άλλες τρικυμίες
κι από φιλότιμο και μόνο
σύμφωνα και φωνήεντα θα κατεβάζαμε
– αντί για κλάμα – από τα μάτια.

Όμως τελείως ξαφνικά
και δίχως μιαν αναγγελία
ένας σκαντζόχοιρος
πήρε τη θέση του εγγαστρίμυθου.
Γύριζε! Γύριζε! της έλεγε
και σε μια ξέφρενη φιγούρα
τρύπησε με τ’ αγκάθια του
της ακροβάτισσας το τούλινο κορμί.

Κι όσο γι’ αυτά που βλέπετε
σε τούτο το χαρτί γραμμένα
δεν είναι παρά – όπως συμφωνήθηκε –
το κλάμα από τα μάτια της.

.

ΘΑ ΑΠΟΔΟΘΟΥΝ ΕΥΘΥΝΕΣ

«Η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει»  
Προς Κορινθίους Α΄, Κεφ. ΙΓ΄

Ήτανε να μας έβρει το κακό.
Άμαθοι κι απροσάρμοστοι
γεμάτοι γρατζουνιές
συνωστιζόμασταν στην έξοδο κινδύνου.

Άλλοι τη νόμιζαν σταθμό
για άλλους ήταν τέρμα
όμως
όπως και να τον πεις τον παιδεμό
αλλού είναι η παγίδα.

Να έρχεσαι
να υπάρχεις
να περνάς
και να μην είσαι.

Ωστόσο
δε θα αδικηθεί κανείς στη μοιρασιά.

Κι η ομορφιά θα πληρωθεί
κι η μεταμέλεια θα ελεγχθεί
για τις προθέσεις της
και ύποπτος δακρύων
ο Σεπτέμβρης θα θεωρηθεί.

Και ούτε να φαντάζεσαι
πως η αγάπη θα γλιτώσει
έτσι που φεύγει και ξανάρχεται
σαν εκκρεμές
αθώα σαν αμαρτωλή
που αείποτε εκπίπτει.

Το φταίξιμο που μας αναλογεί
θα αποδοθεί μέχρι δεκάρας.

.

ΕΓΩ ΤΟ ΛΕΩ ΔΕΙΛΙΑ

Με την κηλίδα της ερημιάς
σαν φήμη να εξαπλώνεται στο στήθος
πέρασα τοίχο τοίχο
τα μεσάνυχτα απέναντι.

Κι όχι όπως οι άλλοι
τυλιγμένοι το μαύρο πανί της σιωπής
αλλά με ηλεκτροφόρα σύρματα
στην πλάτη μου ριγμένα
για το κρύο.

Έλεγα…
δε θα εκμυστηρευτώ πουθενά
τον μυστικό συνδυασμό
που δίχως δάχτυλα και χτένες
ξελύνει τα μαλλιά μου.

Και τι κατάφερα;

Ένας φεγγίτης
να πλέει μέσα στον καθρέφτη
ένας καθρέφτης
να πλέει πάνω στο κρεβάτι
ένα κρεβάτι άλιωτο
να φλέγεται στα θαύματα.

Μετά
πάντα και πάντα
εκείνη η γνωστή σχισμή
ίσα ίσα
για να χωρέσει ένα γράμμα.

.

ΗΤΑΝ ΕΝΑ ΜΙΚΡΟ ΚΑΡΑΒΙ

Πέρα από κάθε υπολογισμό και φαντασία
κατώτεροι των περιστάσεων φανήκατε.
Κι ας είχατε στα χέρια σας
ραβδάκι δυόσμου, τεχνητές αναπνοές
και κάνα δυο ζαχαρωτά.

Πλησιάσατε σαν λυτρωτές
κι αφού κερδίσατε
τη δύσπιστη καρδιά μας
αποσυρθήκατε σε μια γωνιά
και ρίξατε σφυρίζοντας τον κλήρο

«…να δούμε
ποιος, ποιος, ποιος θα φαγωθεί
να δούμε
ποιος, ποιος, ποιος θα τα φυλάει…»

Ποιος;
Μα, φυσικά, εγώ
κι όχι μόνο τα νώτα μου
αλλά τα ρούχα, τα γραφτά
τα μυστικά μου
και ό,τι άλλο θα μπορεί να φυλαχτεί.

Άσε που από δω κι εμπρός
θα ανοίγω – ακόμη και στο τρένο – τα παράθυρα
και τότε
όλες οι ανατριχιαστικές λεπτομέρειες
θα γίνονται αμέσως παρελθόν
θα μεγαλώνουν μονομιάς οι νύχτες που έσφαλα
και το ξημέρωμα θα ναυαγεί
σαν πυροβολισμός που ματαιώθηκε

ενώ εγώ
θα ανεβαίνω ατάραχη
μια σκάλα από αναβολές
προτιμώντας για τρόπαιο
μια λέξη άγνωστη τελείως σ’ εσάς
από έναν κήπο με νάνους
και βαρετά θαύματα.

.

ΔΩΡΟ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

Έραβε γάντια
έκλεβε απ’ τις βιβλιοθήκες
και είχε μεγάλη συλλογή
από λαμπάκια νυκτός.

Ακούστηκε πως όλα άρχισαν
μ’ εκείνο το ξαφνικό χτύπημα
του κουδουνιού
μα πιο πολύ με την ευκολία
που οι άλλοι δέχτηκαν να μπουν εγγυητές
για κάποιον άγνωστο Νοέμβρη
που δήθεν θα ‘σωζε τον κόσμο.

Το ότι περνούσε το πάτωμα
για Ιορδάνη ποταμό
εκ πρώτης φάνηκε χαριτωμένο
όταν όμως υπέβαλε τα σέβη της
σε ένα κέικ με τζάνερα
τότε η ομίχλη εισέβαλε στην ιστορία
και ο τριγμός ξεκούρδισε
πιάνο, παιχνίδια και ρολόγια.

Η ανθισμένη κερασιά στην πλάτη της
ίσως να ήταν μια εξήγηση
μια περηφάνια αλλιώτικη
για μια δικαιοσύνη
έστω και καθυστερημένη.

Στις γιορτές
ζήτησε να της τυλίξουνε για δώρο
δυο τρεις φιάλες δακρυγόνων
σφαίρες, σφυριά και έναν σιγαστήρα
και τότε ολόκληρο το παρελθόν
μαζί κι οι υποσχέσεις
γλίστρησαν κάτω απ’ το κρεβάτι της
και κρύφτηκαν
λες κι ήταν κάποτε αληθινά.

Τα πράγματα
μπαίναν σιγά σιγά στη θέση τους.

Η γαλοπούλα άχνιζε στο γιορτινό τραπέζι
μανικετόκουμπα και φο μπιζού
ματαίως χέρια και λαιμούς αποζητούσαν
ενώ εκείνη
φωτογράφιζε πουλιά
έβαζε πίσω στο κουτί της την περούκα…

κι άλλωστε
δεν είχε λόγους άλλους πια
τη ζωντανή να προσποιείται.

.

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΥΠΟΘΕΣΗ

Στα σπίτια μέσα
οι λέξεις είναι χωρισμός
μια ύπουλη λιτάνευση ληγμένων υποσχέσεων
μια ανόητη υπομονή ανάμεσα σε δυο πνιγμούς
τη λάμψη των χρυσών δαχτυλιδιών
και τη φριχτή αναπνοή του γηραλέου ζώου.

Πονάνε οι ταγμένοι να ημερέψουν
τη φωνή τής μέσα χορωδίας
ματώνουν ολομόναχοι
μες στην κρυψώνα του καημού
καμιά φορά πάνω χιμούν στους προβολείς
κι ύστερα επιστρέφουνε πάλι στο ίδιο ψέμα.

Βολεύονται όπως όπως
σ’ αυτό το θερμοκήπιο κλουβί
που βλέπει στον ακάλυπτο
κι έχει την πλάτη του στραμμένη
στα διλήμματα.

Θαμπό και νοτισμένο το κλουβί
θαρρείς κι αχνίζουν δάκρυα σε κελιά
πριν από την εκτέλεση
μα το αποδίδουν έντεχνα
στην αχνιστή τους σούπα.

Κάποτε, ένας απ’ αυτούς
–περιορισμένων μάλλον αντοχών–
σαν άστρο πέφτει αιφνίδια
μες στον φωταγωγό
ψελλίζοντας για τελευταία φορά
χαϊδευτικά το όνομά του

οι υπόλοιποι
γδέρνουν επάνω κάτω το παρκέ
κάποιοι επιλέγουν καθιστή διαμαρτυρία
κι ελάχιστοι πιο τολμηροί
ανοίγουν τα προσχέδια
φωτογραφίζουνε
ασκήσεις επί χάρτου και μακέτες
κι εκδίδουνε τα Άπαντα
ποιημάτων που δεν τύπωσαν ποτέ
ποιημάτων που ούτε γράφτηκαν.

.

ΣΥΝΤΑΓΕΣ ΓΙΑ ΑΦΡΑΤΟΥΣ ΕΦΙΑΛΤΕΣ

Ο ύπνος μου καμιά φορά τινάζεται ψηλά.
Μισός να ξεφλουδίζει ραγισμένες προσωπίδες
κι άλλος μισός να τρέχει να κρυφτεί
απ’ τους τελωνοφύλακες.

Τον στεναγμό τότε κυκλώνουν νυχτερίδες
κι αυτός
-με σαλεμένα παραμιλητά-
φόβους φοβάται και φοβίζει
και εγκαύματα σταλάζει στα σεντόνια
μέχρι ολοκαυτώματος.

Ίσως αν έλειπαν τα ρούχα απ’ την καρέκλα
αν δεν απέφευγα τον φωτογράφο στα γενέθλια
κι αν έστω και για μια φορά δεν έχανα τον δρόμο
μπορεί και να μην μπέρδευα
τα λόγια με τα δάκρυα.

Αύριο
θα σκουπίσω όλη την καταχνιά
από το πρόσωπό μου
και άφοβη θα ξανοιχτώ
σε γάργαρο άσπρο γέλιο.

Ούτε στιγμή μην αμφιβάλετε γι’ αυτό.
Όχι όμως τώρα.
Αύριο.

.

…ΚΙ ΕΜΕΙΣ ΧΕΙΡΟΤΕΡΑ

Υπάρχει κάπου ένα τέρμα
που τίποτα εκεί δε λιγοστεύει.
Καμιά αφορμή δε στέκεται ικανή
ν’ ανοίξει τα παράθυρα
να μπει ο αέρας ο τρελός
που ανακατώνει τα χαρτιά
και ξέσκεπα αφήνει στη νεροποντή
χρώματα και προσχήματα
μέχρι να ξεθωριάσουν.

Υπάρχει κάπου και γαλήνη
γαλάζια και γυαλιστερή
όπως τα κυριακάτικα λουστρίνια
και οι ποδόγυροι εκεί
ποτέ δεν είναι λασπωμένοι
ούτε τα λόγια στήνουν ενέδρες
σε κανέναν.

Με τέτοια μελιστάλαχτα
και άλλες υποσχέσεις
μη διανοηθείτε άλλη φορά
να νανουρίσετε μικρά παιδιά.

.

Η ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΜΕ ΕΛΑΦΡΕΣ ΑΠΟΣΚΕΥΕΣ

Ούτε σαλεύει, ούτε ξαγρυπνά
ούτε να θυμηθεί μπορεί
τους λόγους
που κάθε απόγευμα κουτσαίνει.

Κανέναν πειθαναγκασμό
δε θα καταδεχόταν
κι ας έσφιγγε στα δόντια της
ένα πελώριο δάσος ουρλιαχτών
κι εκείνη τη μικρή κλωστή
που συγκρατεί, πριν ξηλωθεί
ένα πουλόβερ από χιόνι.

Δυο τρεις φωτογραφίες κουνημένες
μια χούφτα δευτερόλεπτα
κι αμέτρητα γυαλιστερά καρφιά
ήτανε όλα κι όλα τα απαραίτητα
για το ταξίδι.

.

BERLIN ALEXANDERPLATZ

Κανονικά, με λένε Σόνια.
Μίτσε, με βάφτισε ο Φραντς
– μονόχειρας, μα ξέρει ν’ αγκαλιάζει.
Τη μέρα προτιμώ να υπνοβατώ.
Με ένα νόμισμα κρυμμένο στο μαντίλι
περνάω βιαστικά έξω από τα προάστια
σκιές ευκίνητες πουλώ στην Alexanderplatz
στα ενυδρεία σπάζω τις φυσαλίδες
κι αφού των πληκτικών επεισοδίων
διασχίζω την ομίχλη
βρίσκομαι σώα σαν νεκρή
στο τέλος της θλιμμένης ιστορίας.

Η πλατεία γέμισε μεμιάς αρωματοπωλεία.
Έξω απ’ τις χαραμάδες των πληγών
πλημμύρα ακυβέρνητη
λεβάντα και θυμίαμα
γαζία και λιβάνι.

Όμως, εγώ
πάντοτε αλήθεια σού έλεγα, Φραντς.
Ω, μα και βέβαια μπορούσα
μόνο εσένα ν’ αγαπώ
ο άλλος ήτανε παιδί, μπορεί και γέρος
μην τα σκαλίζεις τώρα πια
ήπιε απλώς ένα κονιάκ
έβαλε φωτιά στα μαλλιά της μαριονέτας
κι έπειτα εξαφανίστηκε.

Κι άφησε, Φραντς
τι θες κι ανοίγεις τώρα το πορτάκι
άστο μες στο κλουβί του το πουλί
μη μου το πνίγεις
πονάω, Φραντς, με σφίγγεις, Φραντς
χύθηκε κάτω όλο το νερό
ποτέ ξανά τιτίβισμα
ποτέ ξανά μισή αγκαλιά
γέμισε πούπουλα ο αέρας, Φραντς
δε σε ακούω πια
πούπουλα και φτερά
δε σε πονάω πια
μόνο φτερά
δε με πειράζει τώρα πια…

Οι άνθρωποι στο δάσος
πεθαίνουν πάντα από ντροπή.

.

ΜΙΑ ΒΑΘΙΑ ΥΠΟΚΛΙΣΗ

«Πραγματικά εκλεπτυσμένοι
είναι μόνο οι νεκροί»
JANE AUSTEN

Στους δρόμους χορωδίες και γιορτές
ξύλινοι πάγκοι με γλυκά
συνωμοσία και άγνοια.

Παλιά βαγόνια στις αλάνες
μεταμφιέζονται πυρετωδώς
σε καμαρίνια με χρωματιστά φτερά.
Σβηστά λαμπιόνια, φωσφορίζουσες σκιές
ρόμπες σατέν και γούνινα μανσόν
να αστράψουν ετοιμάζονται
για τη βραδιά των χειροκροτημάτων.

Σκηνοθέτης:
Σκορπίστε, γρήγορα, στα σκηνικά
μπαχάρια και λουίζες
να καλυφθεί ως το απόγευμα
η μυρωδιά της ναφθαλίνης…

Ερασιτέχνες πυροτεχνουργοί
και αστυφύλακες
εν είδει Επιταφίου περιφέρουν
κλουβιά με ντροπαλούς Αμβρόσιους
και ξεπεσμένες Ιουλίες
– κάτι αναμμένα κηροπήγια κρατούν
και απαγγέλλουν –

την ίδια ώρα που αλλού
σε υγρό βάθος σκοτεινό
ήδη η Γκρέτα μακιγιάρεται
πανέτοιμη να κοιταχτεί στα δάκρυα
ενός ακόμη ανάξιου θαυμαστή
που θ’ αρνηθεί να την πυροβολήσει
ενώ ο ωραίος Ολιβιέ
προβάρει την υπόκλιση
στο μαύρο κοκτέιλ φόρεμα
της Όντρεϊ που κρυώνει.

Ντελάλης:
Σήμερα
επισκέπτεται την πόλη σας
για μια μοναδική βραδιά
ο φημισμένος θίασος
που εμφανίζει επί σκηνής
πασίγνωστους νεκρούς ηθοποιούς
του κλασικού ρεπερτορίου.

Για μια βραδιά αποκλειστικά
μία ολόκληρη εποχή θα αναστηθεί
όμως δε θα το ξέρει.
Να υποκριθείτε, συνεπώς
ότι δεν πέθαναν ποτέ
πως παίζουν ασταμάτητα και δε γερνούν
πως δε μεσολαβήσαν χώματα
αφιερώματα εκτενή και νοσταλγίες.

Να είστε, εξ’ άπαντος, όλοι εκεί!

Και μη σκεφτείτε, φυσικά, το εισιτήριο.
Η ανατριχίλα απόψε
θα είναι δωρεάν!

.

ΠΑΛΙΕΣ ΑΜΗΧΑΝΙΕΣ

Να τελειώσει πια και τούτη η μετακόμιση
και κάποιος να μαζέψει
τα καμένα σπίρτα από το πάτωμα
– καμένα αδίκως βέβαια
αφού και τα όνειρα κι ο θάνατος
φωτίζονται από μέσα.

Να θυμηθώ και ν’ αποχαιρετίσω
όπως ξέρουν ν’ αποχαιρετιούνται
μόνον οι ασθενείς
όταν ο ένας απ’ τους δυο
πρώτος το θάλαμο εγκαταλείπει.

Περάσαμε επιτυχώς όλες τις αμαρτίες
μα πριν απ’ την καταστροφή
«Τας θύρας! Τας θύρας!», φώναξαν
και τότε
αν και μας κάλυπτε
όπως παλιά στην τάξη η δασκάλα μας
είν’ η σειρά σου, μού είπανε
αλλά εγώ ως συνήθως δείλιασα
και κάπως έτσι άρχισε σιγά σιγά
η φόδρα μες στην τσέπη
να ξηλώνεται.

.

ΡΕΖΕΝΤΑ

Εκείνη:
-Δεν ομοιοκαταληκτούσανε ποτέ
τα λόγια μου με τη φωνή μου.
Κι ήμουν αυτό που αρνιόμουν
ηχώ από βράχια που έπεφταν
ίχνη γεμάτη μιας αφής
που όμως της λείπαν δάχτυλα
-κάποιος μετράει
επάνω στο σεντόνι τα λεφτά του
τα βρίσκει πάντοτε λειψά-
μια επανάληψη αστροφεγγιάς
κι ύστερα πάλι το άδειο

και όταν λέμε άδειο
δεν εννοούμε τη σιωπή
αλλά να ζεις το αταίριαστο
κι άφαντος να ’ναι ο κήπος.

Εκείνος:
-Μην παραδίνεσαι, μικρή μου Ρεζεντά
ανέλπιστα κάποια στιγμή
τα αδύνατα μπορούν να γίνουν δυνατά

κι ας αναβοσβήνει σταθερά τα φώτα της
η ηλικία του καθρέφτη
– θα λήξει κάποτε κι αυτή
σύντομη σαν διήγηση
με έκβαση προβλεπόμενη –
κι ας είναι αφηρημένοι οι δικαστές
και σιωπηλοί οι άγιοι μες στα εορτολόγια.

Η απάντηση θα ’ρθει μια βραδιά
όταν οι επιζήσαντες σχίσουν μεμιάς
του κόσμου όλα τα σεντόνια
-τι θά ’βρουν τότε
να φορέσουν τα φαντάσματα
ποια τύψη θα εφεύρει ο θάνατος
για να μας διεκδικήσει;

Εκείνη:
Μα τι κουβέντες κύριε
τι απερισκεψία
κι αν όσα αισιόδοξα μου υπόσχεστε
αίφνης πραγματοποιηθούν
-για τα σεντόνια, λέω, τα σχισμένα-
τότε όλο αυτό το θέατρο σκιών
πού θα παιχτεί
κι εμείς που ως γνωστόν
φοβόμαστε το χιόνι
χωρίς μία παράσταση

πώς θα περάσουμε το απόγευμα
πριν τη Μεγάλη Νύχτα;

.

ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΙΙ

Αχνίζανε τα πόδια μου
σε κυανά παγάκια βυθισμένα
απόκρημνο σπήλαιο ιδιωτικό
– τίποτα το σπουδαίο –
μια πρόχειρη εγκατάσταση υπόγειου πνιγμού
όταν τον άκουσα συγκλονισμένο να μιλά
για το κρυμμένο νόημα των χειρογράφων
και τις αλληγορίες των ματαιώσεων.

– «Πώς μπήκατε απρόσκλητος στο ασφυκτικό τοπίο;
Πώς παρακάμψατε το πλαίσιο και τον πυρετό;
Κι όλοι αυτοί που δακρυσμένοι σας ακούν
χωρίς να σας γυρεύουν αποδείξεις
τίνος σινιάλο περιμένουν
να κατεβούν επιτέλους απ’ τη σκάλα;
Θα μου απαντήσετε λοιπόν;
Πώς ήρθατε και από πού;

-Μα, από τις προσωπογραφίες φυσικά.
Εύκολα εξαγοράζονται οι μορφές
με ένα χάδι στα μαλλιά
ιδίως αυτές που δε χαμογελούν».

Όσο για εσάς, μου τόνισε
«τον λιγοστό καιρό που απομένει
υπόσχομαι μαζί μου να είστε ασφαλής.
Θα ’ναι σβησμένο το σκοτάδι
από τις πυρκαγιές του
κι οι στοχασμοί ευσχήμως θα διακόπτονται
απ’ το σωτήριο κενό.

Επείγει, ωστόσο, να αποφύγετε τη σύγχυση.
Ό,τι λευκό κινείται μες στον έρωτα
μην το περάσετε κι εσείς για περιστέρι.
Μια χούφτα αλάτι είναι απλώς
που αλλάζει χέρια βιαστικά
και χρησιμοποιείται ενίοτε
σαν αιμοστατικό.

Τα πόδια μου είχανε μουδιάσει.
Τον ρώτησα αν μου επέτρεπε
να αντιγράψω το αίνιγμα
κι όταν αυτός συμφώνησε
του ζήτησα ν’ ανάψει τα πολύφωτα
και να στραφεί να με κοιτάξει.

.

Η ΑΠΟΧΩΡΗΣΗ III

Όταν οι επισκέπτες έφευγαν
με συμβούλεψαν να ξεχάσω τη μυρωδιά
απ’ το καμένο σιμιγδάλι μες στο σπίτι
και να μην εκδικηθώ.

Σκοπός μου, είπαν
έπρεπε να ’ναι το άσκοπο
η στιγμή της τρυφερής συνενοχής
όπως όταν μεσάνυχτα
σε θαλασσάκι απόμερο
πευκοβελόνες κι εραστές
πυροδοτούν βεγγαλικά
κι ούτε λυγμός ούτε χαμόγελο
ούτε καν … κρυώνω εδώ που μ’ άφησες
ή … ας σταματήσει πια αυτή η μουσική.

Μετά τους ρώτησα
τι θα ’πρεπε να κάνω
για τον υπόλοιπο καιρό.

Τη χαρούμενη, μου απάντησαν
μα όταν επέμεινα λιγάκι να σοβαρευτούν
μου μίλησαν για κάποιον
που έγινε πορσελάνη
και σε μια νύχτα μέσα έσπασε.

Κλείδωσα πίσω τους διπλά
και τα αμαρτήματα μεμιάς
θαρρείς και συγχωρήθηκαν

κι έγινε αυτό, για να φανεί
το πολύ προχωρημένο της ώρας
κάτι που εμφανώς προέκυπτε
κι απ’ τα σφιγμένα χέρια μας
κάτω από τα σκεπάσματα

μία συνήθεια παλιά
όταν η πόρτα άνοιγε απότομα
και με αδέξιες κινήσεις
κάποιος ψαχούλευε τα πράγματά μας
λες κι ήθελε να μας θυμίσει
ότι το σύρσιμο που ακούγεται
από τα περασμένα

είν’ οι παντόφλες και η νυχτικιά
γύρω από το μουγκό τηλέφωνο.

.

ΝΥΧΤΕΡΙΝΕΣ ΠΑΡΑΝΟΜΙΕΣ
Ή
ΚΑΠΝΙΖΟΝΤΑΣ SILK CUT Μ’ ΕΝΑΝ ΡΙΝΟΚΕΡΟ

Οδηγημένη από ένα ένστικτο τυφλό
βράδυ παρά βράδυ
διέσχιζε σιωπηλή την πολιτεία.
Περνούσε ολόισια
μέσα απ’ τις φωτεινές ρεκλάμες των κτιρίων
κι εκεί πρώτα δοκίμαζε ελαστικά καλσόν
– όχι όμως για τις γάμπες της –
το πρόσωπό της σκόπευε
για τη ληστεία να καλύψει
αφού κι η Τράπεζα
το χαμηλό της επιτόκιο διαφήμιζε

κι εκείνη έλεγε
να το τολμήσει τελικά το ταξιδάκι
προς τα εξωτικά νησιά της διπλανής αφίσας
δίχως να στερηθούν και τα παιδιά
της σχολικής χρονιάς τα φροντιστήρια
«μέχρι τις είκοσι οι εγγραφές»
αναβόσβηνε απειλητικά
η πινακίδα στο μπαλκόνι.

Ύστερα έσκιζε στα δυο
τη μοβ μεταξωτή μαντίλα
και κάπνιζε παρέα με τον ρινόκερο
τα είκοσι τσιγάρα απ’ το πακέτο.

Μου έχουν αναθέσει να προλάβω
– του εξηγούσε διαρκώς –
κι όσο για
τις υποτιθέμενες φιλίες μου με αγνώστους
βάλ’ το, επιτέλους μια για πάντα στο μυαλό σου
ο σωστός χρόνος
κρύβεται συστηματικά πίσω από την κουρτίνα
και ούτε να σε ξεγελά
των φαρμακείων που διανυκτερεύουν
η δήθεν ευσπλαχνία.

Ένα άγριο παραμιλητό κι ένα λαχάνιασμα
θα φτάσουν ίσως κάποτε στον ελεήμονα Θεό.
Τα υπόλοιπα αναφιλητά κι οι περαιτέρω ικεσίες
μες στο προαύλιο που υπήρξαμε
θα «διαλυθούν ησύχως».

.

ΣΥΛΛΕΚΤΗΣ

Παρά τις τόσες προειδοποιήσεις να παραιτηθώ
απ’ την αγαπημένη μου συνήθεια
εγώ επέμενα πως με τον τρόπο αυτό
θα διαλευκάνω μια για πάντα το μυστήριο.

Παλιά υπόθεση – ως γνωστόν – η αφηρημάδα
γι’ αυτό κι εγώ θα μάζευα τριγύρω μου
ό,τι οι άλλοι κάποτε για λόγους ανεξήγητους
το είχανε ξεχάσει:

Ένα σακάκι, μιαν ομπρέλα, ένα κασκόλ.
Κάποιον απλήρωτο λογαριασμό.
Την τηλεφωνική γραμμή ανοιχτή.
Της προηγούμενης βραδιάς τον εφιάλτη.

Τα απλωμένα ασπρόρουχα στην καλοκαιρινή βροχή.
Το χάπι για τον ίλιγγο.
Τα σπίρτα τους και τον φακό.
Το δρύινο συρτάρι κλειδωμένο.

Τα λόγια τους απ’ το θεατρικό.
Το παρελθόν μαζί με τ’ όνομά τους.
Την κρυψώνα και το παρασύνθημα.
Την επέτειο.

Μα, απ’ όλα πιο πολύ…

Τον δρόμο να επιστρέψουνε στο σπίτι.
Τον όρκο.
Την υπογραφή.

Τα δακτυλικά αποτυπώματα
στα πόμολα επάνω.

.

ΜΕΡΕΣ ΔΥΣΚΟΛΕΣ

Σπασμένα όλα τα φράγματα
κι η μόνη νίκη του νερού
να ομολογεί την ξηρασία του.

Ακίνητη και η όραση
στάχτη κι ανατολή ομίχλης
έξω απ’ την πόρτα
που δεν άνοιξε στον κίνδυνο.

Η λάσπη ορίζει τώρα την απόσταση.

Όμως, πού να βρεις έναν άνθρωπο
που να κρατά τον λόγο του
την κρίσιμη ώρα να μπορεί
να κάνει τον αδιάφορο
να κρύψει έστω ένα παιδί
κάτω από το τραπέζι.

Οι άλλοι έξω χτυπάνε στα τυφλά
η μια πίσω απ’ την άλλη
κλειδώνονται οι εξώπορτες
και λόγια πια παρηγοριάς
ούτε στη σκόνη γράφονται
ούτε και στα βιβλία.

.

.

ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ (2008)

.

ΑΠ’ ΩΡΑ Σ’ ΩΡΑ

Αέρας σκουριασμένος φυσάει στο δωμάτιο
απ’ τη μεριά παλιάς πληγής.
Δαγκάνει ο τρόμος το μυαλό
και ναυαγός στον ίλιγγο
ζάλη τη ζάλη
σε λαμαρίνες και ξερόκλαδα σκοντάφτω.

Ποιος λέει πως μελαγχόλησα;
Σε μια αποθήκη γυαλικών
κλειδώθηκαν τα χρόνια μου.
Κορίτσια απαρηγόρητα
φορούνε τις κουρτίνες νυφικό.
Οι νεραϊδούλες νόσησαν
και βήχουν ασταμάτητα
κι όσο να πεις
μια άλλη οικειότητα θεριεύει στο σκοτάδι.

Ποιος λέει πως μελαγχόλησα;
Υποδειγματικά εξέτισα
όποιο κενό μού αναλογεί.
Μόνο λίγο ξαφνιάστηκα.
Τόσα σωσίβια, τόση εγκαρτέρηση
κι απ’ ώρα σ’ ώρα
η στάθμη του νερού να εξαντλείται.

.

ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΟΡΙΣΤΙΚΟ

Μ’ άρπαζαν απειλητικά απ’ το λαιμό
όλα εκείνα που φοβόμουν.
Κι αυτό αν το καλοσκεφτείς
ήταν λιγάκι διφορούμενο.
Έμοιαζε πως εγώ ακολουθούσα
-με κάποια απόσταση ασφαλείας φυσικά-
εκείνους που μετέφεραν
έναν βρεγμένο κήπο
– άνθρωποι τρομαγμένοι, σκοτεινοί
που παραμέριζαν τον ίσκιο τους
και στην αληθινή τους ιστορία
θριαμβικά εισέρχονταν.

Εκεί
έχοντας πρώτα διά παντός απαρνηθεί
τις παιδικές τους βεβαιότητες
ατάραχοι ξανάμπαιναν στον χθεσινό τους εφιάλτη
για να τραβήξουν απ’ την τράπουλα
και πάλι το κακό χαρτί
αυτό που κάνει τις βελόνες στις πυξίδες
να τρελαίνονται

κι όσοι είναι έτοιμοι στη σκάλα γι’ αναχώρηση
-βοηθείστε να πεθάνουμε, να εκλιπαρούν
αλλά φροντίστε, όσο γίνεται, να είναι οριστικό»
αφού απ’ το ημίψηλο δε βγαίνουν περιστέρια
κι όλες οι διευκρινήσεις
δεν αναφέρουν πουθενά τους ψευδομάρτυρες
που διαβεβαίωναν πως στον κατακλυσμό
θ’ ακούγονταν καμπάνες.

Συνήθως έτσι γίνεται
και τελικά υπερισχύει η βροχή
που φτάνει πάντα τελευταία
και σαν Ημέρα Κρίσεως
με μιας όλα τα εγκλήματα αθωώνει.

.

ΙΑΤΡΙΚΗ ΕΠΙΣΚΕΨΗ

Θα ‘λεγα πως πηγαίνετε καλά!
Ως την επόμενη εξέταση
δεν αποκλείεται να ‘χετε γίνει άγγελος.
Βλέπετε, πολλοί οι υποψήφιοι
και πόσες υποσχέσεις αναβολής να δώσεις;

Μα, μην το παίρνετε προσωπικά!
Και βέβαια το ξέρω
πως μόνο σ’ εσάς δε θα συμβεί.
Εσείς απλώς θα επαναλαμβάνετε
στο ρυθμό της ατμομηχανής τη φράση:
Σε τρία καλοκαίρια θα επισκεφθώ το Μόναχο
και εναλλακτικά:
θέλουνε άλλαγμα οι μεντεσέδες της ντουλάπας.

Όσο για τις φοβίες σας και τα κακά σας όνειρα
ας μη συγχέουμε την υστερία με το ένστικτο.
Ανώδυνα, ότι συμβεί, θα το αντιμετωπίσουμε
σε σταδιακές μικρές απώλειες καταφεύγοντας:
πρώτα μαλλιών
-να μη σκαλώνουν οι μορφές κατά την έξοδό τους-
μετά κιλών
-καμιά βαρύτητα δεν εγγυήθηκε ποτέ
μια δεύτερη ανάγνωση του βίου-
και τέλος χρώματος
-αυτό έχει σχέση με τον ήλιο
αλλά πού να σας το εξηγώ επακριβώς.
Κι άλλωστε
σας μιλώ ως ιατρός
ανίατων ψευδαισθήσεων
και πόθων που ασεβώς κακοφορμίζουν.

.

ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ

0 θάνατος αποβραδίς μας έφραζε το δρόμο
κι εγώ που από μικρό παιδί
τα έτρεμα τα καλοκαίρια
θα μου έφτανε, έλεγα, μία χειρονομία
ένα ανέλπιστο κλείσιμο λογαριασμών
όπως
όταν γυρίζεις το φλιτζάνι του καφέ
κι όλα τα φίδια, οι εχθροί και οι κλεισμένοι δρόμοι
λειωμένες απειλές κατρακυλούν
μέσα στο νεροχύτη.

Όμως σιδηρουργείο η ζωή
και βάρος αμετάθετο η τελευταία λέξη
όταν σε αίθουσες αναμονής ηλεκτρικές
αδύναμα κορμιά κρέμονται στους καλόγερους
και πανωφόρια αδειανά
μπαίνουν ν’ ακτινοβοληθούν.

Τους μήνες που κοιμάται ο κάβουρας
κοντεύω να πιστέψω
πως ίσως και να με ακούς
πώς κάπως Σε συγκίνησα κι εγώ.
Ύστερα, λέω, θα φταίει που δε γνωρίζω
τη διάλεκτο των περιστεριών
μπορεί το ασταθές του χαρακτήρα μου
ίσως κι εκείνη ή καθ’ έξιν υπνηλία μου
τις Κυριακές στον όρθρο.

Όμως κακά τα ψέματα
ήρθε ο καιρός
τον πετροπόλεμο να συνηθίσουμε
τώρα που χτύπησαν μεσάνυχτα
κι η χρυσαφένια άμαξα
ξανάγινε κολοκύθα.

.

ΧΗΜΕΙΟΘΕΡΑΠΕΙΑ

Μπορεί να έφταιγε
εκείνο το χυδαίο πλήθος των τύψεων
που απεγνωσμένα μ’ έψαχνε
στην άκρη της γιορτής
ξεθωριασμένα ρούχα να με ντύσει.

Και δε μιλώ γι’ αυτό που
η παιδική απελπισία επινοεί
όταν σαν από γλύκισμα κλεμμένο
τρίμματα ερήμου προσπαθείς
κάτω απ’ τη γλώσσα σου να κρύψεις.

Τις αμαξοστοιχίες με τα σβηστά βαγόνια
πολύ μετά θα ανακάλυπτα.

Μιλώ για όσα προηγήθηκαν
στους κάτασπρους διαδρόμους
που βγάζουνε σ’ ανηφοριές
με οιδήματα λουλούδια
φαινόλης και ιωδίου ευωδιές
και δάση
με φορητούς μεταλλικούς κορμούς
– τσαμπιά του αλουμινόχαρτου –
να στάζουν τα φαρμάκια τους
στο αφελές σου αίμα
να μάθει αυτό που ήθελε οικειότητες
και άλλα τραταρίσματα
μ’ αυτόν τον ψεύτη θεατρώνη
που πάνω που τα λόγια σου
φαρσί τ’ αποστηθίζεις
έρχεται και – κακήν κακώς –
έξω σε βγάζει από το έργο.

.

ΞΥΛΙΝΑ ΣΥΡΤΑΡΙΑ

Όλα θαρρείς
τ’ απορροφάει ο κραδασμός

– μια στιγμιαία εξαίσια οικουμένη
που ιερουργεί τον θάνατο
μια πνιγηρή αντιφεγγιά
που εισέρχεται στο χόρτο
με δακρυγόνα κι ουρλιαχτά –

ώσπου η συγκομιδή του ουρανού
αδιάκοπα πληθαίνει
και έντομα γεμίζουν τα κρεβάτια μας.

Ίσως γι αυτό κι επείγει
να σκάψουμε τις σήραγγες.
Τα νυχτικά του πάνω κόσμου
φρεσκοσιδερωμένα
σε ξύλινα συρτάρια να τα κρύβουμε
να συνηθίζουν τα σατέν
σε κρεβατάκια πιο μικρά πια να ξαπλώνουν
να μάθουνε και τα βαμβακερά
πώς είναι να πλαγιάζεις με αγνώστους
– γαμπριάτικα κοστούμια ντεμοντέ
και καθημερινά φορέματα για τσάι
την ύπτια αποσύνθεση
ασάλευτα να περιμένουν.

Λίγη λεβάντα
πάντοτε σε τούλι τυλιγμένη
αθώος μοβ υπαινιγμός
για να ευωδιάζει κήπος στην κλεισούρα.

.

ΚΑΠΟΤΕ ΚΙ ΑΥΤΟΙ ΠΑΡΑΔΟΘΗΚΑΝ

Τους αγαπούσα
γιατί έλεγα πως δε θα με πονέσουν.
Θα είχαν ήδη εξαντληθεί
κι οι λόγοι για εκδίκηση
τώρα που το σάπιο ευωδίαζε γύρω τους
κι από το άπληστο κορμί τους
βλάσταιναν οι πληγές
– ντροπές σημαδεμένες με κόκκινα γαρύφαλλα
κακοραμμένα επάνω τους –
απόδειξη πως κάποτε κι αυτοί παραδοθήκαν
ας ήταν και με ύπνωση.

Τώρα
στον καθρέφτη που βάφεται
η πεθαμένη μάνα τους
πυκνή σιωπή χιονίζει
αυτοί πετάνε τα βιβλία και τρέχουν
να φωτογραφηθούν
με της παλιάς τους γειτονιάς τη συμμορία.

Όμως για τη συγκόλληση του χρόνου
καμιά εκεχειρία
με την ασάλευτη επανάληψη
δε φαίνεται επαρκής
ούτε η ελάχιστη προσπάθεια
να παγιδεύσεις τον σφυγμό.

Το απόγευμα του βλέμματος
μονάχα όταν ανάβει η νύχτα μέσα του
μπορείς να το υποθέσεις.

Στο μεταξύ
ο σκορπιός κατηφορίζει τους κροτάφους τους
το σκήπτρο του κατακτητή
γίνεται μαύρο ρόδο
κι από τα γερασμένα χέρια τους
κάνοντας κρότο ηχηρό
γλιστρά στο χάρτινο κενό τους.

.

ΜΕΡΙΛΥΝ…ΠΑΡ’ ΟΛΙΓΟΝ

Αυτές οι σκάλες δεν έχουν κουπαστή
έτσι που το απρόσεκτο
να γίνει ανεπανόρθωτο

σαν δισταγμός που
– ανίσχυρος να αντισταθεί στα έγχορδα που ακούγονται στη σάλα –
ανάβει εντέλει πόθο μοχθηρό

γιατί δεν επισκέπτεται συχνά το πανδοχείο μας
ούτε κι αυτός ο υπαινιγμός μιας θύμησης
κάποιας αλληγορίας ενός ιλίγγου νικημένου
από ένα φιαλίδιο φτηνό
που βιαστικές ανάσες το εξαντλούνε.

Γι’ αυτό κι εγώ φοράω τα μποτάκια μου
και
βάλ’ το στα πόδια κούκλα μου 

φωνάζουν
την ξέρεις τη δουλειά σου εσύ
happy birthday Mr. President
κι άσε για άλλους τις υποκλίσεις στο κενό.

.

ΦΟΒΑΜΑΙ

Τακτική ακροάτρια στο αμφιθέατρο της φρίκης
όμως το μάθημα του σιωπηλού αναφιλητού
πάντοτε για την άλλη εξεταστική.

Γιατί τα λόγια απομακρύνονται
όταν διαστέλλονται οι μορφές
κι ό,τι φωνάζω
δεν αντηχεί πια την εγκατάλειψη
αλλά μια σιωπηλή παραδοχή
που ο σαλεμένος νους αποκαλεί
χρόνο μες στα εγκόσμια
παγίδα για να πιάνεται η αγάπη
πάντα σε λάθος αστραπή να κατεβαίνει
αφού φημολογείται ότι τη νύχτα
εξ άπαντος θ’ ανέβει ο ελεγκτής
και τρέμει, βίαια μην την πετάξει έξω.

Και τότε,
… δε μένει πια κανείς εδώ;
Κανείς που από το παρελθόν του

να έχει πια παραιτηθεί;

Ξέρω πολλούς με ρουφηγμένα πρόσωπα
που δε γυρεύουν να σωθούν
μόνο να νικηθούν από την ομορφιά
να διαψευστούν
και ό,τι παρασταίνεται εν μέσω εορτασμών
να δούνε να σωριάζεται
απ’ τη βεγγαλική κραυγή

φοβάμαι.

.

ΤΑ ΑΠΟΣΙΩΠΗΤΙΚΑ

Κι ενώ κάθε πρωί τα σχολικά
μαζεύουν από τις γωνιές
πολύχρωμους αθώους νυσταγμένους
με το σημάδι του μη προορισμού
ρόδινη χαρακιά στα μάγουλά τους
κάπου αλλού
αγέλαστες δασκάλες
σχεδιάζουν να τους μάθουν
πως σ’ ένα μέλλον κοντινό τη δυστυχία
θα την πυροβολήσουν με τις λέξεις
– κι όχι παιδί μου
όπως κάποιοι τρελοί και ηττημένοι ισχυρίζονται
μ’ εκείνες τις τρεις ολόμαυρες τελίτσες.
Αυτές, μικροί μου άγγελοι
δεν είναι πια στη διδακτέα ύλη.

.

ΒΕΛΟΝΕΣ

Όχι, ποτέ δεν ήμασταν
τελείως προετοιμασμένοι.
Γι’ αυτό και στο μεταλλικό
κουτί για τα μπισκότα
καιρό τώρα φυλάγαμε
όχι κλωστές και δαχτυλήθρες
αλλά βελόνες κάθε είδους και μεγέθους.

Βελόνες του ραψίματος
– σχιζότανε ο μύθος σου
κι οι αποτρόπαιες ρωγμές
έξω απ’ το σώμα σου σε έχυναν –

βελόνες γραμμοφώνου
– παράφωνες ηχούσαν τελευταία οι προσευχές
και συστηματικά απουσίαζε
απ’ την ορχήστρα ο μαέστρος –

βελόνες για ενέσεις
– έτσι, για την τιμή των όπλων
να μη φανεί πως μια παρ-αίνεση
που η ελπίδα θα ’θελε
εμείς την αρνηθήκαμε –

ακόμα και πευκοβελόνες
– εύφλεκτες και ολισθηρές
σε απειλούσανε με πυρκαγιά
ώσπου στρώμα, σεντόνια, μέτωπο
και τρυπημένα χέρια
λαμπάδιαζαν και τότε
ο σωθείς
γράφεται με ήτα Ευτυχούλα;

Όμως εγώ

μόνο μια ήττα ήξερα, μπαμπά
κι αυτήν
όσο κι αν το παλέψαμε
στάθηκε αδύνατο να μην την υποστούμε.

.

29 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ

ΚΟΡΗ:
Σε απάνεμο ύπνο αθάνατο
μια θύελλα φιλεύσπλαχνη
την κόλασή σου εκμηδενίζει.
Μια άφεση, μια απάντηση
ο ογκόλιθος της συντριβής
κι η κλίμακα των μορφασμών
σε παγωμένη αδράνεια βυθισμένη.

ΠΑΤΕΡΑΣ:
Α, με καλούν στα σκοτεινά
την ανθυγιεινή ζωή να εγκαινιάσω.
Τους το είχα βέβαια δηλώσει από νωρίς
πως ασφαλώς και προτιμώ Φθινόπωρο
για την ακρίβεια τις αρχές του Φθινοπώρου
φωτίζονται αλλιώς θαρρείς
τα μεταχειρισμένα πράγματα

Στρόμπολι, Ταορμίνα…

ΓΥΝΑΙΚΑ:
Μήπως κάποια καλύτερη τιμή
γι’ αυτό το ξύλινο τιμόνι καραβιού;
Το ψάχνει χρόνια ο άνδρας μου…

ΠΑΤΕΡΑΣ:
Ένα πανέρι με λουλούδια
ίσως να το απέρριπτα
όμως
τόσα πορτρέτα ολόγυρα
πώς θα τα συνηθίσω;
Ανώφελα ναυάγια που επιπλέουν
εκτεθειμένες μοναξιές
στο διεστραμμένο βλέμμα τ’ ουρανού
κι αυτά τα σαλιγκάρια
που ανηφορίζουνε στα πόδια μου…

Τελειώνουμε…
Υγρή, ακάθεκτη σιωπή
μ’ εγκαθιστά στους βάλτους της.

.

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΕΜΠΤΗ

Έμοιαζε με εορταστική βραδιά
ούτε βελούδα βέβαια ούτε και μουσελίνες
μονάχα η αγωνία να διαβαστούν ανάποδα
φιλιά και δευτερόλεπτα
κάτω απ’ το κάτασπρο ταβάνι
μ’ εκείνο το «ως διά μαγείας»
πάντοτε να καθυστερεί.

Ποιον ένοιαζε αν τουρτούριζα
έξω απ’ τα παραμύθια
ατάραχα στην είσοδο
μέναν τα κουδουνάκια.

– Οι άνθρωποι δεν αλλάζουνε, μου φώναζες
μονάχα αποκαλύπτονται
όπως εκεί που δεν το περιμένεις
κι ο ύπνος σου εφάπτεται
με χίλιες εκκρεμότητες
καλείσαι ξάφνου ν’ αναμετρηθείς
με προθεσμίες που τελειώνουν.

Σαφέστατος υπαινιγμός
πως μόνο στα τρένα δόθηκε
να διασχίσουν την αιωνιότητα
αφήνοντας πίσω τους καπνούς
για να διαφεύγουν οι σκιές την τιμωρία.

Έπειτα
κατρακυλούν πυρετικές
κρύβοντας κάτω απ’ τον σηκωμένο τους γιακά
την αντοχή που τους αναλογεί.

Τα υπόλοιπα ας μείνουν εκκρεμή
ως τότε που θα κλείσουμε ταμείο.

.

Ο ΒΑΤΡΑΧΑΝΘΡΩΠΟΣ

Την επόμενη μέρα θα πήγαιναν όλοι
όπως πάντα στις δουλειές τους
αναζητώντας στην έκφραση των περαστικών
τη διαβεβαίωση πως μια παράταση ακόμη
είχε και πάλι κερδηθεί.

Είχε προηγηθεί δύσκολη νύχτα.
Στο πατρικό σπίτι
η στέγη ανοιγόκλεινε επικίνδυνα.
Αυτό είχε βέβαια συμβεί στο παρελθόν
και σ’ ένα άλλο ποίημα
τότε που εκείνη
φορώντας το μαύρο της παλτό
κι έχοντας τη βαλίτσα της στο χέρι
περίμενε τον Αι- Γιώργη
από τα εικονίσματα να κατεβεί
και να την πάρει.

Αυτή τη φορά
θα αρκούσε ένα σφύριγμα
και τότε αύτανδρο το κρεβάτι
θα βυθίζονταν
κι εσύ
σαν έμπειρος νεκρός
– μια κι ήσουν δύτης –
δίχως βαρίδια, μπουκάλες και στολή
μακριά απ’ το σώμα θα ταξίδευες
για μια διάρκεια αμετάπειστη.

Όσο για τα διαδικαστικά της εκφοράς
ο σωσίας σου
– κάτωχρος και σε στάση προσοχής –
θα έπαιρνε τη θέση σου.

.

ΝΤΟΥ ΜΠΙ ΝΤΟΥ ΜΠΙ ΝΤΟΥ

Κατά την πρωινή επίσκεψη
άγνωστοι κύριοι
με μακροχρόνιες σπουδές στην τρομερή
οφθαλμαπάτη της ζωής
κι άνθη βανίλιας ανάμεσα στα δόντια τους
μιλούσαν χαμηλόφωνα
για την τύχη που θα είχαν
οι ανομολόγητες αμαρτίες
τώρα που η σκάλα γινόταν επικίνδυνη
και η Αποκαθήλωση δε σήκωνε αναβολή.

Οι άλλοι μετά θα προσπαθούσαν
ν’ αποσιωπήσουν το συμβάν
και φυσικά μιλώ
για κείνη την Πρωτοχρονιά
που έγειρες απαλά για μια στιγμή στο πλάι
κι ανεξιχνίαστο έμεινε έκτοτε το αίνιγμα.

Πώς δηλαδή
ενώ ήξερες τόσο καλά ν’ ανακατεύεις χρώματα
επέλεξες το συμπαγές λευκό
κι όπως απότομα διακόπτεται η ταινία
και λες
τώρα θα πέσουν γράμματα
τώρα θ’ ακούσω μουσική
όμως ο ήρωας tableau vivant
θαρρείς και αφαιρείται
ή δεν μπορεί να θυμηθεί τα λόγια του.

Γιατί αλήθεια δεν είναι εύκολη υπόθεση
εκεί που προχωράς κι εσύ μαζί
μ’ άλλους σακατεμένους
ξάφνου στο βάθος ν’ αστράφτουν προβολείς
ο κύριος με το επίσημο κοστούμι
ν’ αφήνει το μικρόφωνο
να ’ρχεται κατά πάνω σου
το χέρι να σου απλώνει φιλικά
–με λένε Φράνκυ να σου λέει
το «Strangers in the night»
έμαθα σας αρέσει.

.

ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ

Εξοικειωμένο μόνο με νυχτοφύλακες
και αθεράπευτα ωχρές μητέρες
είναι το φάντασμα του υπογείου μας.
Τη συντριμμένη αντίσταση του λύκου
μ’ ένα φτερό χαράζει τ’ απογεύματα
στη σκόνη της παλιάς μας ραπτομηχανής
και σε αγρυπνία προσκαλεί
ένοικους κι επισκέπτες
– πως τάχα
στο σκοτεινό θάλαμο του ύπνου
ο θάνατος
τις πρώτες μας φωτογραφίες εμφανίζει.

Από την άλλη, δεν το’ χει σε τίποτα
να βάλει ξαφνικά τα κλάματα
μπροστά σ’ ένα χτενάκι φαγωμένο
αναβάλλοντας επ’ αόριστον
την προγραμματισμένη του αναμέτρηση με το μηδέν
που πάει να πει
με τ’ άκοπα νυχάκια του
σεντόνια λήθης να ξεσκίσει.

Τα βράδια όταν σβήνω το φως
φοράει τα παπούτσια μου
βάζει το παιδικό μου κόκκινο παλτό
στους ώμους σου επάνω με ανεβάζει
μπλέκει τα δάχτυλά μου στα δικά σου
και …λάααδι πουλώ, ξύυυδι πουλώ
εγώ την Ία μου δεν την πουλώ
όλη τη νύχτα ασταμάτητα
γύρω απ’ το κρεβάτι.

.

Ο ΣΤΡΑΤΟΣ

Ύστερα απ’ την ανεπανάληπτη εκείνη περιήγηση
στο μητροπολιτικό κέντρο
το άλσος των πρώτων συναντήσεων
βρήκε επιτέλους την πραγματική του θέση
στον χρόνο της αφήγησης.
Η πληγή ωστόσο έχασκε ανοιχτή
όπως το στόμα
έχοντας μόλις περιβάλει με ηχώ τις αναμνήσεις.

Κι όλα μετά παύουν να είναι ορατά.
Τα ηλιοτρόπια τυλίγουν
με κορδέλες σκοτεινές τη νέα μέρα.
Μες στα ραγίσματα του χρόνου
πανέτοιμο ακροβατεί εκείνο που αφανίζει
κι εντούτοις η άνοιξη
ακάθεκτη επελαύνει
την ίδια ώρα που ο στρατός των σκουληκιών
δειπνεί κάτω από χαραγμένα ονόματα
κι οριακές χρονολογίες.

Ποια πρόφαση λοιπόν θα ’ναι ικανή
την παρουσία μας στους αποχωρισμούς
να αποτρέψει;
Μονάχα σκέψεις αιχμηρές
μα το μυστήριο –ό,τι κι αν πεις– δεν αναιρείται.
Με άφωνες κι ασυνάρτητες απαγγελίες κοριτσιών
δε στήνονται στους κεραυνούς ενέδρες.

.

.

Ν’ ΑΝΘΙΖΟΥΜΕ ΩΣ ΤΟ ΤΙΠΟΤΑ (2004)

.

ΚΑΤ’ ΟΝΑΡ ΝΑΥΤΙΛΛΟΜΕΝΟΙ

«Ναι έρχομαι ταχέως. Αμήν
Ναι, έρχου Κύριε Ιησού».
ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ (κβ΄20)

Σπλαχνίσου, Κύριε, και φύλαξε όσους δεν ονειρεύονται.
Γεννήθηκαν μ’ ένα λυγμό
κι άλλοι μ’ αράχνες από μέσα.
Στη χλομάδα της έντρομης νεκρής
της ανθούσης αιθρίας τη γύρη ψιχάλισε.
Κι εσύ ζωγραφισμένο αμπαζούρ
-νυσταγμένη υπενθύμιση μιας μάταιης αναμονής-
τα βράδια φώτιζε των στερημένων.

Κολλάνε επάνω στη ζωή όπως οι πεταλίδες
και -πού το ξέρεις-
μπορεί και να μας πάρει ο ύπνος, λένε
και πόσο να παραμονεύεις τον Θεό
του απολεσθέντος ήχου του εφημέριοι
πόσο την ουτοπία να χαρτογραφείς
τους όρθρους με χόρτο καμένο να ντύνεις;

Όχι πως ξέφυγα κι εγώ·
πάντα σε υπόγειες αυλές
λιθόστρωτες αγάπες κυνηγούσα.
Πλην όμως
μ’ ένα κλαδί ροδακινιάς
ξόρκιζα την άπνοια του πάθους
σε σεντόνια λινά.
Θέλω να πω πως υπέμεινα
σε διαδρόμους σκοτεινούς προχώρησα
και πίσω από πόρτες σφαλιστές
έγινα η απόκριση.

Κι απόψε, τι νομίζεις;
Όρθια για ώρες στην ουρά
θα περιμένω -συστημένο κι επείγον-
να ταχυδρομήσω το «έρχου».

.

ΤΩΝ ΑΠΟΤΕΦΡΩΜΕΝΩΝ ΗΜΕΡΩΝ

Κάποτε όλα σ’ αποχαιρετούν.
Μια γκρίζα σερπαντίνα ο καπνός των αποτεφρωμένων ημερών
διασχίζει των δέντρων την υπομονή.
Μ’ όλα τα φώτα του σβησμένα, σε ενυδρεία αφτέρουγων πουλιών φεγγοβολεί
-βλέπεις οι πεθαμένοι κρυώνουνε ξεσκέπαστοι-
βιρτουόζος των αλλοιώσεων, τα περιγράμματα της μνήμης προσπερνά
κι ας είναι ακόμη άγνωστη η ρυμοτομία της ψυχής.

Στις άδειες παραλίες φωνές και γέλια ακούγονται
μια λέμβος ακυβέρνητη σπασμένα ρόδια μεταφέρει
κι η Σόνια «θ’ αναπαυθούμε, θ’ αναπαυθούμε» έλεγε
κι ύστερα
προέχει να μαζέψουμε τα τζάμια από το πάτωμα
τις τεθλασμένες να σβήσουμε και τις ευθείες στην παλάμη χαρακιές.

Μα τι τις θέλαμε τις χειραψίες με τον έρωτα;
Κι έπειτα τόσα ρόδια σε τι επιτέλους μας χρησίμευσαν;

.

Ν’ ΑΝΘΙΖΟΥΜΕ ΩΣ ΤΟ ΤΙΠΟΤΑ

Η αλήθεια είναι πως προσπαθήσαμε πολύ.
Γνωρίζαμε στο βάθος ότι η μνήμη άπιστη είναι
κι αν δε συλλέγεις αποδείξεις, σε λίγα χρόνια σ’ απατά.

Στοιβάξαμε κι εμείς τις μαδημένες μαργαρίτες
– είχαν ανακριθεί σκληρά
μέχρι να ομολογήσουν την τρισύλλαβη αυταπάτη –
κάπου ψηλά κρεμάσαμε και τ’ άχρηστο κομποσκοίνι
– οι απελπισμένοι έρωτες το’ χαν να ζουν ασκητικά –
σπάσαμε και το μελανοδοχείο του χειμώνα
μήπως γεμίσει η κάμαρη ξανά με χελιδόνια.

Τίποτα δεν ωφέλησε.

Ό,τι προφέραμε μαραίνονταν αμίλητο
λες κι η μικρόψυχη ζωή προβάριζε το θάνατο
πριν τη συνθλίψει η χρόνος.
Τιμωρημένοι ισόβια στη σάρκινη ερημιά μας
μας έβαζαν να υποδυόμαστε πουλιά
μας μάθαιναν ν’ ανθίζουμε ως το τίποτα
κι ανθεκτικοί στην ενοχή
τα «πάντα» ν’ ανταλλάσσουμε με μιας στιγμής φιλί.

.

ΕΠΙΝΟΗΣΕΙΣ

Και ποιος θα άντεχε – μου λες; –
σ’ αυτή την κρύα κάμαρα, σ’ αυτά τα κρύα σεντόνια
να ξεπαγιάζει άυπνος και να κεντά
όπως εμείς, αγρούς στα μαξιλάρια
– από αυτούς που τρέχουν τα παιδιά
κι απ’ το κυνηγητό τους λαχανιάζουν –
μήπως και αποκάμουμε, μήπως μας πάρει ο ύπνος
και λυτρωμένοι το πρωί ξυπνήσουμε
μ’ ένα στεφάνι αγιάζι στα μαλλιά.

.

ΤΡΕΙΣ ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΑΘΡΕΦΤΗ

α. Σε χρόνο υπερσυντέλικο

Ακόμη και για τις μέρες που θα ’ρχονταν μιλούσε σε χρόνο υπερσυντέλικο
χρόνο των φαντασμάτων τον αποκαλούσαμε μικροί.
Κοιτώντας πάντα προς τα ’κει που τα βήματα καταβροχθίζουν τους γκρεμούς
σήκωνε στα χέρια το θαύμα και το αναποδογύριζε.
Νωθρές νιφάδες ασημένιες έπεφταν τα φωνήεντα στην ανοιχτή παλάμη του
– πολλά τα φθαρμένα αντικείμενα γύρω και αυτές
θα αναλάμβαναν την όποια επισκευή.

Το ξημέρωμα τον έβρισκε ν’ αποθηκεύει δάκρυα.
Θα χρειαστούνε, έλεγε.
Πού να ξεφλουδίζεις τόσες θαλασσογραφίες, αν τύχει κι έρθει ανομβρία
κι άλλωστε
κανένας δε μας κουβεντιάζει πια σ’ αυτή τη χλοϊσμένη ολονυκτία
έτσι θερισμένους απ’ το φιλί
έτσι ασυμφιλίωτους με την εύνοια κάθε γαμήλιας ανίας

και ήδη απ’ τις φωτογραφίες λάσπη ξερή φυσά
κι ο έρωτας αδιάβαστος μπροστά από τον καθρέφτη
τα λόγια του απαγγέλλει κι αδέξια χειρονομεί
αιώνες τώρα. 

.

β. Μικροί καθημερινοί ηρωισμοί

Νεροποντές σκιών σε λευκές επιφάνειες τοίχων
καθήλωναν το βλέμμα του.
Ο ύπνος του έμπαζε νερά
– σκασμένη η μπογιά στην ίσαλο του ονείρου
κι η ευτυχία θα ’ρχόταν αν προλάβαινε να ξεχάσει.

Πέντε η ώρα το πρωί, εν πλήρη σιωπή, ανέστελλε
την έκλειψη του πάθους, αδειάζοντας μες στο δωμάτιο
κουβάδες πνιγμένων λυγμών.

Κάποιος θ’ ανάλωνε μες στην αγάπη του την αθλιότητά μας
αλλά ούτε όνομα, ούτε χρονιά, αόρατες γραφές και υποσχέσεις.
Γι’ αυτό τι ωφελεί τα δοκάρια της οροφής να μελετάς;
Τις μυστικές συνομιλίες των ψυχών
μόνο συλλέκτες άστρων τις κατέχουν.

Μα εκείνος μίλαγε διαρκώς για παπούτσια παλιά
που μόνα τους διέσχιζαν ξεθωριασμένες διαβάσεις
για καπέλα παράταιρα που φόραγαν κάτι γριές ψευδαισθήσεις
και πάντοτε ψιθυριστά για τα πράσινα σεντόνια των χειρουργείων
με την κηλίδα της ζωής να εφημερεύει αμήχανη.
Τις νύχτες παραμόνευε πλανόδιους οργανοπαίκτες.
«Ήχους ν’ ακούω» έλεγε «περαστικούς κι απόμακρους
όπως η ύπαρξή μου».

.

ΠΑΛΑΙΟΠΩΛΗΣ ΝΟΥΣ

Οφείλαμε έναν επίλογο στα μάταια συνθήματά μας
μία αλήθεια ασήμαντη σαν πάθος σιωπηλό
που άξαφνα ομολογήθηκε.

Κάποτε αυτοί που αγαπήσαμε θα μας επέστρεφαν στον εαυτό μας
θα ανακαλύπταμε ξανά το αίμα μας ξεχασμένο σε ασθενοφόρα ενθύμια
να ξενυχτά σαν πυρετός σε μέτωπο παιδιού.

Έναν επίλογο αγορασμένο απ’ τον παλαιοπώλη νου
που ανάμεσα σε καρτ ποστάλ, κλουβιά για ωδικά πτηνά
και φράσεις που αχρήστευσε η παντομίμα του θανάτου
γνωρίζει σε μπουκαλάκια γυάλινα αξίας ευτελούς
την πανάκριβη σκόνη των ημερών να φυλακίζει.

.

ΙΣΩΣ ΚΑΙ ΝΑ ΑΚΟΥΓΑΜΕ…

Οι νύχτες που περάσαμε ήταν ακίνητες και σιωπηλές
προσηλωμένες σε κάτι φράσεις μακρόστενες
σαν τα πεζούλια που καθόμασταν παιδιά
όταν οι άλλοι δε μας παίζαν
.
Κάτι φράσεις επίμονες, πιο βουερές κι από τις τύψεις
όπως: « Το κακό είναι, ότι κατά διαστήματα
αποσπάται η προσοχή σου και δεν πενθείς»
ή «Ήρθε το βράδυ και πρέπει να παραδώσουμε».

Και πάντοτε ίδια η ελπίδα:
αν αφήναμε τις πόρτες μισάνοιχτες
αν παραιτούμασταν απ’ τις κουβέντες
ίσως και να ακούγαμε απ’ το επάνω πάτωμα
τον γέρο να προσκαλεί τους πεθαμένους φίλους του
ανοιγοκλείνοντας εξαίσια ένα παλιό ακορντεόν.

.

ΣΥΓΧΥΣΗ

Βαδίζαμε σαν μεθυσμένοι, συγγενεύαμε με τη θάλασσα
της μαθαίναμε ν’ αποστηθίζει τα πρόσωπά μας
μιαν άλλη φυλή τής συστήναμε
αυτήν που με φερσίματα τυφλού σε ζωγραφισμένα βιβλία
έβρισκε τα σφαλιστά παράθυρα και τ’ άνοιγε στο φως.
Εκείνοι που θα φέρναν το κακό είχαν κλειδί
θα ’μπαιναν απ’ την πόρτα.
Ξοδέψαμε όλη τη ζωή μας για μια συγχώρεση
που δε μας δόθηκε ποτέ.

Ο δρόμος πλάι στη θάλασσα…
Τόση αγάπη πώς να την κουμαντάρεις;
Ανάγωγη κι αβράδιαστη –ίδια φωτιά Πεντηκοστής–
στα κύματα ν’ ανάβει πυρκαγιές
να καταργεί τους φάρους
να βλέπει τα σημάδια του καιρού
κι αυτή να ταξιδεύει.

Και πώς να ξεχωρίσεις με μόνο το φεγγάρι οδηγό
αν ήταν η νέα μέρα που έφτανε
ή αυτή που έφευγε για πάντα.

.

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΒΡΕΘΗΚΕ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

θυμάμαι τότε ευθυμούσαμε
άγγελοι μπαινόβγαιναν στο σπίτι
τρώγαν μαζί μας βραδινό
την ίδια έρημο μ’ εμάς βαδίζανε
και όλες οι αναχωρήσεις αναβάλλονταν για κάποιο ξημέρωμα
που θα μας είχε κλειδώσει απ’ έξω το όνειρο.
Οι σημασίες της αφής ήταν ακόμη αμετάφραστες
στο σαλόνι ηχούσαν πορσελάνες και η κουρτίνα στο πλάι τραβηγμένη
το δρόμο επιτηρούσε και τη θάλασσα
μην τύχει και παρασυρθούν
ακυρωθεί η τάξη και ψάχνουμε πλοία στους σταθμούς
και στα πελάγη δέντρα.
Ο Κόλλιας, όπως μού ’λεγες, την είχε ικανή για όλα.

Κι ύστερα, μού διαφεύγει πώς
-όμως χωρίς προειδοποίηση-
θες κάτι λέξεις εμπύρετες
εμπιστευμένες στη «μεγάλη εμβέλεια» της ύστατης συγκομιδής
θες κάποιων χειλιών εργατικών η ανάσα
εντεταλμένη στο θάνατο να επικαθίσει
θέλεις η ευπιστία
γνώρισμα των αγράμματων και των μικρών παιδιών 
πάντως το σπίτι βρέθηκε στη θάλασσα
κάτωχρο μα ανθεκτικό το ’δαμε να επιπλέει
από τις λέξεις σώθηκαν μόνον οι δοτικές
κι εμείς οι δυο αγνοούμενοι
λίγα μόλις τετράγωνα μακριά από τους αγίους
στην άσφαλτο αναίτια πνιγμένοι.

.

ΑΠΟ ΤΟ ΦΟΒΟ ΚΕΡΔΙΣΜΕΝΟΙ

Τώρα μονάχα δυο ώρες ζωής
σκοτωμένες από τα τρωκτικά φιλιά
και μία λύπη αχνίζουσα να περιφέρει
πάνω απ’ του τρένου τις γραμμές
ένα φεγγάρι χάρτινο θάνατο φορτωμένο.

Κάποτε σκέφτηκα σοβαρά το ενδεχόμενο
να φιλιώναμε
με τις ανεξίτηλες αναμνήσεις των χεριών
ακόμα και πότε πότε να κλείναμε έξω απ’ την πόρτα τη βροχή
κι αφού κι ο χρόνος δεν είναι παρά
το ξέφτισμα του λουριού απ’ το ρολόι μας
ως πότε μισοί κερδισμένοι απ’ τα πουλιά
-εξέχοντας από την εποχή της στερεμένης κοίτης-
και μισοί από το φόβο κερδισμένοι;

Γιατί φυσάει απ’ τη μεριά του αίματος
κι αν θες να ξέρεις
σε ήσυχους τάφους ευλογημένων σπιτικών
δε δικαιώνεται η ζωή.

.

ΜΙΑΣ ΑΛΛΗΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ

Κι έπειτα σώπασες
όπως σωπαίνει μια βρύση χαλασμένη
όταν αδειάζει το δωμάτιο
ή όπως το πρόσωπο γυρίζεις απ’ την άλλη
και πια ούτε «μνήσθητι μου» ακούς
ούτε στο «ίνα τι» μια ερμηνεία δίνεις

μόνον ο ήχος των καρφιών επίμονος και δελεαστικός
να ξεμοναχιάζει τον έρωτα στο λήμμα «Τετέλεσται«

.

Ο,ΤΙ ΔΕ ΓΙΑΤΡΕΨΑ

Τώρα που τα πράγματα
πάνε να γίνουν οι αλληγορίες των πραγμάτων
επιτέλους η γραφή των κυμάτων γίνεται ευανάγνωστη.

Θα μου πεις…
Και οι σκιές πού κυνηγούνε τα παιδιά;
Οι υαλογραφίες στους σταθμούς;
Τα ανυπεράσπιστα προάστια της λήθης
από το ανεκπλήρωτο φωταγωγημένα;

Ό,τι δε γιάτρεψα αυτό με προσδιορίζει.

Κι η ερημιά ευρύχωρη
κι η νύχτα να γυαλίζει από τα δάκρυα
κι ο έρωτας επικλινής, για να γλιστρούν οι σημασίες.

Να φανταστείς
σε είχα περάσει για εκδρομή κι εσύ ήσουν μόνο ανάμνηση
μάλλον πολύβουη σιωπή
χέρι δεξί που έσωζε και άκρη τού γκρεμού
– μπορεί κι ο ίδιος ο γκρεμός.

Γι’ αυτό λοιπόν μη μου ξεχνιέσαι στα όνειρα
φανάρια οι δρόμοι τους δεν έχουν
μονάχα σμήνη μελισσών, ρήτορες αναλφάβητους, άνεργους κηπουρούς
και στη γωνία απόκοσμη την ίδια πάντοτε
γριά-παιδούλα απελπισμένα να ρωτά:
«Αν δε χρειάζεστε την Κυριακή σας, κύριε, μπορείτε
να μου τη δώσετε;»

.

ΥΠΟΛΟΓΙΖΑΜΕ ΣΕ ΑΛΛΕΣ ΕΠΟΧΕΣ

Κύμα και στάχτη που υποτάσσεται και διαφεντεύει η ψυχή μου.
Διασχίζει την καταστροφή κι ένα σκοπό σφυρίζει απαγορευμένο.
Τόσα κρυμμένα λόγια στο συρτάρι, λέξεις κραυγές
σαν πτώση ενός νομίσματος σε στερεμένη αγάπη

Υπολογίζαμε σε άλλες εποχές.

Πιο πάνω απ’ τους ψιθύρους της ομίχλης
ένας καθεδρικός ναός βροχής θα αιωρούνταν
παμπάλαιος όπως ο φόβος μας
τον ύπνο να ξεπλύνει από όνειρα κακά
-σάμπως η ακίνητη αστροφεγγιά
ματαιωμένες προσευχές γινόταν να επιστρέψει.

Υπολογίζαμε σε άλλες εποχές.

Μα τώρα καίγονται κι εξατμίζονται τα βράδια
όπως ο δρόμος αποχαιρετά το τρένο μες στ’ απόγευμα
ή όπως σβήνει μονομιάς το φως
κι άξαφνα μες στην κάμαρα φυτρώνει ένα πλατάνι.

Καίγονται κι εξατμίζονται
κι είναι γι’ αυτό που η ανάσα μας
σπιθοβολεί γαλάζιες αστραπές.

.

Η ΘΕΣΗ ΠΑΝΤΟΤΕ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

Αμαρτωλή υπόθεση κι ο γυρισμός.
Σκοτάδια χυμένα από φθινόπωρα παλιά
σκοτάδια που τυφλώνουνε
όπως ρουφάει ένα τούνελ το τοπίο
λιβάδια αποκόμματα μιας άχρηστης αστραφτερής στιγμής
που εκτίναξε το ποίημα
και ήσυχη οπισθοχώρηση ανθρώπων κι ουρανού.

η θέση πάντοτε παράθυρο
να’ ναι εύθραυστη η απόσταση απ’ ό,τι ξεμακραίνει
μα η πλάτη ασυναίσθητα στο μέλλον γυρισμένη.

ώσπου άξαφνα
σε ξένης χώρας παλαιοπωλείο να βρίσκεσαι
τη βυσσινιά να παζαρεύεις πολυθρόνα
που κάποτε -σου φάνηκε-
ένας λυγμός ανίατος για μέρες σε είχε ρίξει.

.

ΕΝΟΙΚΟΙ ΑΠΟΥΣΙΟΛΟΓΙΩΝ

Αργότερα κατάλαβα πως ό,τι συνομιλεί στην κάμαρα
με τους τριγμούς του ξύλου
το θάνατο αποστρέφεται
και να σκεπάσει προσπαθεί στο διάδρομο τα βήματα
γι’ αυτό
το ν’ αποφύγω με ξόρκια και προσχήματα
όσα μιλιούνται ερήμην μου μες στο παλιό το σπίτι
μάλλον αδύνατο μου φαίνεται

κι έτσι απόψε στο υπόγειο λέω να κατεβώ
την ανάπηρη να επιδιορθώσω πολυθρόνα
να ξαποσταίνουν πού και πού κι εκείνα τα φαντάσματα
που πήγαιν’ έλα μες στον τρόμο
ένα ομιχλώδες σταλάζουν βιολετί σε πάθη νωθρά
που αβοήθητα μαραίνονται

γιατί -όπως όλοι ξέρουμε-
ένα κλουβί μ’ ερωδιούς είναι ήδη μια διαμαρτυρία
μια άηχη ορχήστρα αποδημητικών καιρών
κι ό,τι κρυφοκοιτάει πίσω απ’ τα χαλάσματα
δεν είναι παρά τα γέρικα νεκρά παιδιά
-η Σελίκα, η Ναθαλία κι η γιαγιά μου-
που έδωσαν μια και άνοιξαν
το ξύλινο μακρόστενο κενό τους
και τρέξαν να συνεχίσουν το κρυφτό
που μια υποχρέωση ζωής τούς έκοψε στη μέση.

.

ΤΟ ΚΑΡΟΤΣΑΚΙ ΤΩΝ ΑΝΑΠΗΡΩΝ ΣΤΙΓΜΩΝ

Σχεδόν κατάκοποι μα με την παρηγοριά πως κάποτε θα πεθαίναμε
βαδίζαμε μερόνυχτα σε άνυδρα νεκροταφεία κοχυλιών.
Αφοσιωμένοι στην παραφροσύνη να διαρρήξουμε
το κενό μετά απ’ τον ορισμό του
αξιώναμε την αδυναμία μας, αποθεώναμε το εύθραυστο
και κολλώντας με σκοτάδι τα φτερά μας
ήρωες γινόμασταν εις αναζήτηση του συγγραφέα τους.

Στο πίσω μέρος της σκηνής
μια παραγεμισμένη αποθήκη ακολουθούσε ξέχειλη
την ώρα που γυμνασμένοι σαλτιμπάγκοι
έσπρωχναν ανεπαίσθητα μια ξύλινη εξέδρα.
Κι αφού καμιά αναχώρηση δεν κάνει κρότο ηχηρό
είδαμε μεσοπέλαγα μια πυρκαγιά ν’ ανάβει σαν ντροπή
και τότε καταλάβαμε πως ο Θεός των περιπλανώμενων
με βουερή αστροφεγγιά
το καροτσάκι των ανάπηρων στιγμών καθοδηγούσε.

.

ΤΟ ΣΚΟΙΝΙ

του πηγαδιού
που κατεβάζει στη θάλασσα την κιβωτό του κήπου

του καραβιού
που ανεβάζει την άγκυρα και το βυθό ακυρώνει

του ακροβάτη ποιητή
πάνω απ’ το άχραντο κενό
την άφιξη του αγγέλου που εποπτεύει

του ορειβάτη χαρταετού
πίσω απ’ τα τζάμια του Θεού
την εύθραυστη ελαφρότητά μας υπενθυμίζοντας

της καμπάνας
όταν το θάνατο του αυτόχειρα διστάζει να θρηνήσει

της σημαίας
που υποστέλλει την έπαρση
και αναγγέλλει την ήττα

της αιώρας
που προσποιείται τη γέφυρα
λες κι η χαρά θα περάσει
-ή μια σελήνη πάνινη σε νυχτωμένο κήπο-

της μέσης του καλόγερου
της ράχης των βιβλίων
αυτό που δυο παιδιά γυρνούν
πάνω απ’ τα χάχανα ενός τρίτου

κι αυτό που κατεβάζει τον νεκρό
τραβώντας αμετάκλητα του τρόμου την αυλαία.

.

ΜΕΘΟΔΟΣ ΠΤΗΣΗΣ ΑΝΕΥ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΥ

Τα φτερά μας τις μέρες εκείνες
-σταθμευμένα κι αναποφάσιστα-
σκοτείνιαζαν τους φωταγωγούς.

Τη μέθοδο πτήσης άνευ διδασκάλου
την είχαμε κάνει προ πολλού προσάναμμα
μαζί με τα βιβλία μουσικής
τις άρρωστες νύχτες της καρδιάς
όταν η υγρασία των ανεπίδοτων φιλιών
τρυπούσε το κορμί μας.

Ωστόσο την είχαμε απομνημονεύσει
λογαριάζαμε να την υπαγορεύσουμε
στην πεθαμένη μας γιαγιά
την ώρα που οι άλλοι τους καθρέφτες θα κάλυπταν
τη λήθη διευκολύνοντας του αζήτητου προσώπου.

Μάταια…
Όμοια με σκιάχτρα τ’ ουρανού
διώχναμε απ’ τις στέγες τα πουλιά.

Κάτι λόγια παλιά κι ασυνάρτητα
καταδικασμένα το χαμένο πάθος τους ν’ αναζητούν
για αγγέλους μας περνούσαν και μας ντρέπονταν
οι προσευχές των ασεβών επάνω μας χτυπούσαν
και οι γιορτές από ψηλά πιο πένθιμες φαντάζαν.

Κανένα λείψανο του χθεσινού φωτός
δεν εξαγόραζε κάποιον υποτυπώδη προορισμό.
Ο δρόμος που βαδίσαμε ποτέ δεν είχε διανοιχτεί.

Καμιά φωνή δε σάλευε τ’ απείθαρχα φτερά μας
-κι άλλωστε πού ακούστηκε
στο ανύπαρκτο να δίνεις εντολές;

.

ΕΡΑΣΙΤΕΧΝΕΣ ΘΕΑΤΡΙΝΟΙ

Το απόγευμα εκείνο έβρεχε λύπη ακατέργαστη
μια αυτονόητη βροχή που διοχέτευε τη γυάλινη ανία της
σ’ όλες τις Κυριακές των μυθιστορημάτων.
Κάπως έτσι, να ξέρεις, πολλαπλασιάζονται οι απουσίες.
Γι’ αυτό κι η φωτεινή εξαίρεση του έρωτα
μια σκευωρία είναι, για να ασκεί την εποπτεία του ο χρόνος
σ’ ό,τι η εγκατάλειψη αφήνει να θριαμβεύει αζήτητο
στο ψύχος του καθρέφτη.

Και η νύχτα;
Ποια αυτάρκεια θα καταλύσει ποτέ
τη θρηνώδη βασιλεία της ώχρας
όταν εισβάλλει ο Σεπτέμβρης με τα παλιά ρολόγια του
και το τσάι δε σερβίρεται πια με την άφιξη
μόνο καμιά φορά μπορεί και να παραβρεθείς άθελά σου
στην ανάγνωση παράδοξων επιστολών
που αγγέλλουν το απροσδόκητο.
Κι επειδή κάπως πρέπει να συντηρηθούν και οι υποβολείς
καλό είναι τα μεσάνυχτα ν’ ανοίξουν οι καταπακτές του στήθους
παγιδευμένες αλληγορίες να αναμετρηθούν
με όλα τα λάγνα ψέματα κάποιας παράστασης ζωής
που ερασιτέχνες θεατρίνοι ερήμην σου ανεβάζουνε
παίζοντας και χάνοντας για σένα.

.

ΦΕΥΓΟΥΜΕ…

«… κι η διαδρομή, μια σταθερή περιστροφή.
Μια μεταμφιεσμένη ακινησία».
                                       ΟΡΕΣΤΗΣ ΑΛΕΞΑΚΗΣ

Να περιφέρεσαι από ενοχή σε άφεση
από σπατάλη σ’ ερημιά
και να χαϊδεύεις τον ίσκιο των χεριών σου.
Να δωροδοκείς τα βιβλία ν’ αποσιωπήσουν
-έστω και για μια νύχτα-
τη σιωπηλή διαδήλωση των σκοτωμένων ηρώων.
Να κρύβεις κάτω απ’ τα ρούχα σου τη λύπη
και σαν λαθρέμπορος να μεταφέρεις κάτι ενθύμια παιδικά
μια ξύλινη γέφυρα κι ένα δωμάτιο γιορτής
για την ενηλικίωση των λέξεων.

Φεύγουμε…
Κι έξω μυρίζει γιασεμιά·

στον αυλόγυρο της εκκλησίας ο σχολικός θίασος
ανεβάζει μ’ επιτυχία την Αποκαθήλωση.

Τι ανοιγοκλείνεις τη διαβασμένη εφημερίδα;
Η μέρα σφράγισε τα μυστικά της
η ξαφνική νεροποντή ξέπλυνε τον παλιό σταθμό
έσβησαν κι οι φωτεινές επιγραφές.
Κανείς δεν έμεινε για να μας μεταπείσει.

.

ΕΝ ΤΗ ΡΥΜΗ ΤΟΥ ΝΟΣΤΟΥ (1999)

.

ΔΙΑΣΩΣΗ ΑΠΩΛΕΙΩΝ

Καθώς πια όλα είναι εφικτά
Πλην της αθανασίας

Φύλαξέ μου
Πάνω σε φτερό ερωδιού
Την πτώση ενός άστρου
Για τα στερνά Χριστούγεννα
Του αναιμικού παιδιού

Δυο λευκά σανδάλια
Καθώς αναπαύονται
Σε ράχη πολυθρόνας
Για τις χωλές ελπίδες μας

Το παλιό σχολικό κουδούνι
Για να ξυπνάει τους νεκρούς
Μέσα στο κοιμητήρι
Κι άστεγοι αυτοί
Να βηματίζουν σιγανά
Μέσα στα παραμύθια

Του ερωτευμένου κοριτσιού
Τον ηλιοκαμένο ώμο
Για να δανείσει στο σούρουπο
Τη σκοτεινιά του

Κι ίσως τέλος μια χαλασμένη οροφή
Για να ψιχαλίζει από εκεί
Το πένθος του ο ουρανός