Category Archives: ΚΥΠΡΟΣ

ΑΝΔΡΕΑΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ

ανδρεας 3
Ο Ανδρέας Γεωργιάδης γεννήθηκε στη Μεσόγη της Πάφου το 1948. Σπούδασε Φυσιογνωσία και Γεωγραφία στην Αθήνα και μετεκπαιδεύτηκε στον Καναδά. Από το 1978 δίδασκε σε σχολεία Μέσης Εκπαίδευσης και το 2005 προήχθη σε Επιθεωρητή Φυσιογνωστικών-Βιολογίας.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

1990 «Ακαριαία» (Λευκωσία)
1999 «Αίσωπος εσαεί»(Λευκωσία)
2001 «Ο tempora, ο mores!» (σάτιρες)(Λευκωσία)
2002 «Φυσιοδρόμιο» (Βραβείο Jean Monnet)(Λευκωσία)
2003 «Fisi0dromo» (δίγλωσση έκδοση ιταλικά-ελληνικά)(Λευκωσία)
2009 «Αίσωπος νυν και αεί» (Βραβείο Κυπριακού Συνδέσμου Παιδικού Νεανικού ιβλίου)      (Εκδ.Γερμανός)
2011 «Εκατόν συν (+) μία Σατιρικές Τοξοβολές»(Βιβλιεκδοτική)
2014 «Φόνοι και δίκες στην πρώιμη Αγγλοκρατία 1. Νικολής Χατζηαντώνη Τσιακολής»(Εκδ.Γερμανός)
2015 «Ελληνική Μυθολογία εμμέτρως»(Εκδ.Γερμανός)
2015 «Σατιρικές Τοξοβολές Β’»(Εκδ.Γερμανός)
2016 «Αισώπειοι Μύθοι»(Εκδ.Γερμανός)
2016 «Άνθη σοφίας εμμέτρως»(Εκδ.Γερμανός)
2017 «Φόνοι και δίκες στην πρώιμη Αγγλοκρατία 2. Γιωρκής Αντώνης Γιαλλούρης     (Εκδ.Γερμανός)

 

 

 

 

ΠΟΙΗΣΗ

 

ΑΚΑΡΙΑΙΑ (1999)

Η ΜΕΤΑΛΛΑΞΗ

Η ακτινοβολία σου
προκάλεσε μετάλλαξη
στο γονίδιο του έρωτα•
τον έκανε παράφορο.

Πόσο αισθάνομαι ευτυχής!
Μ’ αλλοίμονο• το ξέρω•
θα ’ναι θνησιγενής.

 

Η ΜΟΙΡΑ ΜΑΣ

Πάντα μας Θησέα
Θα σκοτώνουμε το Μινώταυρο
εφόσο μας παρέχεται
ο μίτος της Αριάδνης.
Και πάντα όμως
Θα σκοτώνουμε τον Αιγέα
εφόσο θα ξεχνούμε
– ακούσια ή εκούσια –
ν’ αλλάξουμε πανί.

Κατά τα άλλα, πάντα
Θα είμαστε ήρωες.

 

ΝΑ ΜΗ ΘΥΜΩΣΕΙΣ

Να μη θυμώσεις που η Σθενόβοια
θα σε συκοφαντήσει στον Προίτο.
Μόνο έτσι θα μπορέσεις
να σκοτώσεις τη Χίμαιρα,
να δοξαστείς.
Όσο για τη Σθενόβοια
δεν είναι ανάγκη να την τιμωρήσεις.
Άστηνε• θα αυτοκτονήσει.
Προς θεού όμως.
Μην πάρουν τα μυαλά σου αέρα
και θελήσεις ν’ ανεβείς
στα ουράνια δώματα.
Σου φτάνουν και τα επίγεια.

 

ΕΠΟΥΣΙΩΔΗ

Τι κι αν ο Σίσυφος
διέφθειρε τα χρηστά ήθη της Αντίκλειας.
Τι κι αν κεράτωσε το Λαέρτη.
Φτάνει που γεννήθηκε ο Οδυσσέας.
Με χρηστά ήθη και κέρατα θ’ ασχολούμαστε;

 

ΜΟΝΟ ΕΤΣΙ

Μάταια μάχεσαι Έκτορα
να σκοτώσεις τον Αγαμέμνονα.
Φύλαξε τα βέλη σου
και κάνε μια ευχή:
Η Κλυταιμνήστρα να ’ν’ καλά.
Οι Έλληνες πεθαίνουν από Έλληνες.
Ε τότε, λέει η Ανδρομάχη,
ο Θεός να δίνει χρόνια
και στην Ηλέκτρα.

 

Η ΠΟΛΙΣ ΕΑΛΩ

Έπρεπε να το περιμένεις
Σαλαμίνα.
Ο Τεύκρος
δεν έφερε μόνο εσένα.
Έφερε μαζί του
την κατάρα της Τροίας
την εκδίκηση της Τρίαινας.

Αμαρτίαι γονέων, βλέπεις. 

 

ΓΙΑΤΙ

Γιατί Θησέα ξέχασες
ν’ αλλάξεις το πανί
και χάθηκε ο Αιγέας;

Κάτω στην άκρη του γιαλού
κάθομαι και κλαίω
που δεν αλλάζομε πανί
και χάνεται το Αιγαίο.

 

ΤΙ ΔΕΙΛΟΙ ΠΟΥ ΕΙΜΑΣΤΕ

Πόθος μας κοινός η ένωση.
Μας κρατάει όμως χωριστά
η Κοινή Γνώμη.

Τι δειλοί που είμαστε
να λαμβάνομε υπόψη μια κοινή!

 

Η ΑΤΥΧΙΑ ΜΑΣ

Από πολύ νωρίς
μας άφησε η μάνα μας.
Και να δεις την ατυχία μας.
Δεν μπορέσαμε να έχουμε
ούτε μια καλή παραμάνα.

 

Η ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΤΩΝ ΔΕΙΝΟΣΑΥΡΩΝ

Οι δεινόσαυροι κάλεσαν γενική συνέλευση.
Πρώτος μίλησε ο τυραννόσαυρος.
—Συνερπετά, με τυραννεί μια σκέψη.
Κινδυνεύει η ύπαρξή μας
από κάτι πυγμαία τρωκτικά.
Πρέπει να δείξομε την πυγμή μας.
— Συμφωνώ με τον προλαλήσαντα
βροντοφώναξε ο βροντόσαυρος.
Η κατάστασή μας είναι δεινή
αγαπητοί δεινόσαυροι.
Πρέπει να χαραχθεί
μία κοινή γραμμή.

Όλοι συμφώνησαν με την κοινή
μα διαφώνησαν στη γραμμή.

Σήμερα βρέθηκαν τα απολιθώματά τους.

Κάποιοι κροκόδειλοι που επέζησαν
χύνουν κροκοδείλια δάκρυα
για τους χαμένους συγγενείς.

 

ΕΛΑΤΕ

Ελάτε να κυλίσομε το λίθο
που στέκεται εμπρός μου.
Ελάτε να σβήσομε το μύθο
που έγινε θεός μου.

Είναι βαθύς ο όρθρος
αργεί να ξημερώσει.
Είναι πλατύς ο βόθρος
και ποιος θα με γλυτώσει;

 

ΤΥΧΑΙΑ

(Στο θάνατο του Παναγούλη)

Δεν υπάρχει αυτόπτης μάρτυς.
Μόλις είχε φύγει ο Μάρτης
παίρνοντας μαζί και τον Απρίλη.
Δεν αφήνουν τύπους σήμερα οι ήλοι.
Πέστε ατύχημα τυχαία•
να γραφτεί εις τα τροχαία.

 

ΠΡΕΠΕΙ

Δεν ημπορείς να τ’ αρνηθείς•
πρέπει να πας εις την αγνείαν•
να πορευθείς ανάμεσα
του διχοτομημένου σκύλου.

Δεν ημπορείς να τ’ αρνηθείς-
παρ ’ όλο που το διαισθάνεσαι,
παρ ’ όλο που είσαι σχεδόν σίγουρος
πως είναι παγίδα του Περδίκκα.
Πρέπει να πας.
Το επιβάλλουν οι καιροί.
Πρέπει να πας.
Να σε κατασπαράξουν οι ελέφαντες.

 

ΣΑΦΗΣ ΠΡΟΤΙΜΗΣΗ

Αφήσαμε τη σκανδάλη
και πιάσαμε τα σκάνδαλα.
Σαφής προτίμηση
τον ουδετέρου γένους. 

 

ΑΡΚΕΙ

Αφού έγραψες ποιήματα
γιατί σε θλίβουν τέτοιο λογισμοί;
«Άτιμος εγώ βιώσομαι
και ουδείς ουδαμού»;
Είσαι ποιητής!

 

ΠΡΟΣΟΧΗ

Ηρακλή,
χρειάζεται μεγάλη προσοχή•
προσοχή εις τους χιτώνας.
Η Δηιάνειρα ελλοχεύει.

 

ΤΟΥ ΣΥΡΜΟΥ

H primula sinensis
είναι του συρμού.
Αλλάζει χρώματα
αναλόγως θερμομέτρου.

 

ΑΝ ΘΕΛΕΙΣ Ν’ ΑΠΟΦΥΓΕΙΣ

Να πελεκάς το νόημα
ουχί την ομοιοκαταληξία,
Ποιητή.
Να γράφεις «ολιγόστιχα μεν,
δυνάμεως δε μεστά».
Πρόσεχε αυτή τη λεπτομέρεια
αν θέλεις ν’ αποφύγεις των Μουσών
το
«έρρε [ποιητή] κακέ».

 

«ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ ΜΟΥ ΕΔΩΣΑΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ»

«ούλος ορά, ούλος δε νοεί, ούλος δε τ’ ακούει»
Ξενοφώνης ο Κολοφώνιος

Τ’ ακούεις Αθηναίε που με ρώτησες
τι γλώσσα μιλάμε εις την Κύπρο
σαν άκουσες το ούλος;
Του Ξενοφάνη του Κολοφώνιου
Έλλην Αθηναίε.

 

 

ΦΥΣΙΟΔΡΟΜΙΟ (2002)

 

Βιότυποι

ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟ

Μην αφήσετε το φως
να φάει το σκοτάδι
εξ ολοκλήρου.
Ακόμα κι η φωτοσύνθεση
έχει τη σκοτεινή της φάση.

 

Ο ΓΟΝΟΤΥΠΟΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΜΑΣ

Ο έρως ο εφήμερος
ελέγχεται από υποτελές.
Ο έρως ο αιώνιος
ελέγχεται από επικρατές.
Εμείς φέρομε το επικρατές
σε ομόζυγη κατάσταση.

 

ΤΗΣ ΔΙΑΦΕΥΓΕΙ

Τι εγωισμό, τι έπαρση
εκείνη η μετάλλαξη.
Της διαφεύγει το γεγονός
πως ήταν τυχαίο λάθος.

 

ΚΛΩΝΟΠΟΙΗΣΗ

Τι θλιβερόν
ν’ απωλεσθεί
το κάλλος
της ποικιλίας.

Γρήγορα.
πετάξετε τον κλώνο
κρατήστε την ποίηση.
Κρατήστε το κάλλος.

 

ΧΕΙΜΕΡΙΟΣ ΥΠΝΟΣ

Για να αποφύγομε τη λιμοκτονία
περιπέσαμε σε χειμέριο ύπνο
εμείς, θηλαστικά όντες.

Αν μη τι άλλο
αποσπάσαμε το φθόνο
της χειμέριας νάρκης.

 

ΣΥΝΑΨΗ

Από καιρό υπήρχε
μία αμοιβαία έλξης.

Μα εκείνο το απόγευμα
που βρέθηκαν τυχαία
-ήταν τυχαία η συνάντηση;-
είχαν πολλή δουλειά
να κάνουν οι συνάψεις.
Οι νευροδιαβιβαστές
ελευθερώνονταν ποτάμι.
Άναψαν οι συνάψεις.

Αναπόφευκτα
συνήψαν σχέσεις.

 

ΗΡΘΕΣ ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΙΣ

Ήρθες για να δεις
τα βαλσαμωμένα πουλιά.
Σε άγγιξα δοκιμαστικά
και μου απάντησες θετικά.
Σ’ έφερα στην αγκαλιά μου
και τα χείλη μου συνάντησαν
την παρειά σου.

Πού ήσουνα ταριχευτή
να βαλσαμώσεις τη στιγμή;

 

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ

Η μελεαγρίνη η μαργαριτοφόρος
όταν ερεθιστεί
κάνει μαργαριτάρι.

Ένα ερέθισμα παρακαλώ.

 

Φυσιοδρόμιο

ΑΙΝΕΙΤΕ ΤΟ ΧΑΟΣ

Αινείτε το χάος,
τον πατέρα της τάξης
την κατάληξη των πάντων.

Αινείτε το χάος.
Το χάος ελλοχεύει.

 

ΚΕΝΟ

Είσαι το κλασικό κενό
κι εγώ το κβαντικό μπορεί.
Επαίρεσαι για το κλασικό
και με οικτίρεις για το κβαντικό.

Επαίρου.
Παρά την έπαρσή σου
δεν παύεις να είσαι
ένα απόλυτο κενό.

 

ΕΓΡΗΓΟΡΣΗ

Ιερείς όλου του κόσμου
συσπειρωθείτε.
Το άστρο του Κυνός
εγκυμονεί κινδύνους.
Μπορεί ν’ αποκαλύψει
τα μυστικά του σκότους.
Άστρο του Κυνός: ο Σείριος.

 

ΕΙΔΩΛΑ

Από κεκτημένη ταχύτητα
πλησίασες την κορυφή του κατόπτρου.
Το είδωλό σου φανταστικό.
Πόσο θα ήθελα
να φτάσω και να μείνω
πάνω στην κύρια εστία.
Να πάω στο άπειρον!

 

ΤΟ ΚΛΕΙΣΙΜΟ ΤΟΥ ΔΙΑΚΟΠΤΗ

Αποδεδειγμένα
εκείνο το άγγιγμα
έκλεισε το διακόπτη.
Άρχισαν να φωτοβολούν.
Αυτή η φωτοβολία τους
θα διαρκέσει πολύ.
Η φόρτιση του συσσωρευτή
είχε κρατήσει χρόνια.

 

ΑΚΡΑΤΟΣ ΕΡΩΣ

Δε βιαστήκανε.
Αφήσανε τον έρωτα
να πάρει τον καιρό του,
να υποστεί τη ζύμωση.

Τώρα ακράτητοι
τον γεύονται άκρατο.

 

ΑΙΤΙΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ

Μη γίνει ισοπέδωση των πάντων.
Να μείνουν οι διαφορές.
Η διαφορά δυναμικού
δημιουργεί το ρεύμα.

 

ΑΠΟΣΤΑΞΗ

Η ξηρή απόσταξη των λιθανθράκων
παράγει φωταέριο.

Μην αγχώνεσαι.
Πάντα υπάρχει χρόνος
για μια ξηρή απόσταξη.

 

Η ΗΛΕΚΤΟΛΥΣΗ ΤΟΥ ΥΔΑΤΟΣ

Από καιρό καραδοκούσαν
να με ηλεκτρολύσουν.
Με είχαν στο βολτάμετρο
με είχαν εις την πρίζα·
τους έλειπαν οι ηλεκτρολύτες.

Μα πάντα υπάρχουν καλοθελητές
– και δη συγγενείς εξ αίματος
Η μία πρόσφερε οξύ
η άλλη πρόσφερε τη βάση
και με διέσπασαν.
Το οξυγόνο εις την άνοδο
το υδρογόνο εις την κάθοδο.

Εν ολίγοις
με έκαμαν αέρια.

Μην καρτεράς να επανέλθεις
στην προτέρα σου κατάσταση.
Ποιος να σου δώσει ευδιόμετρο;
Ποιος να σου δώσει ρεύμα;

Βολτάμετρο, ηλεκτρολύτες: αναγκαία για την
ηλεκτρόλυση (διάσπαση) του νερού.
Ευδιόμετρο: συσκευή για την (ανα)σύνθεση του νερού.

 

Η ΖΗΛΕΙΑ ΤΟΥ

Δε ζηλεύω τίποτα
παρά μόνο το λαμπίκο.
Μπορεί και βγάζει απόσταγμα.

Έτσι μονολογούσε
ένας φλύαρος ποιητής.

 

 

ΣΑΤΥΡΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ

 

O TEMPORA, O MORES! (2001)

 

ΑΪΝΤΑ

Έλα Παφίτη άφησε τα πού ’ντα και τα είντα
και πάρε εισιτήριο να δεις και συ Αΐντα.
Πάφε ν’ ακούεις τσιατιστά, ν’ ακούεις αμανέδες
εις τις ζωοπανήγυρεις και εις τους καφενέδες.
Πάφε ν’ ακούεις Γαβαλά, ν’ ακούεις Μαίρη Λίντα
καιρός είναι, Παφίτη μου, ν’ ακούσεις και Αΐντα
Πάρε και συ, Παφίτισσα, καινούργια τουαλέτα
κι άσε τα ρούχα τα φτηνά, τ’ απλά μα και τα σκέτα.
Δείξε πως είσαι και εσύ μία γυνή της Δύσης
και όχι τριτοκοσμική με το σταμνί της βρύσης.
Έλα, Παφίτη, δείξε τους πως είσαι Ευρωπαίος
κι ας ήσουν τράγος μια ζωή… αποδιοπομπαίος!

 

ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΧΕΛΙΔΟΝΙΑ

Κατέφθασαν στη νήσο μας τα πρώτα χελιδόνια
και του Τροόδους έλιωσαν τα τελευταία χιόνια.
Οποία αγαλλίαση, οποία ευφροσύνη
να βλέπεις τα πουλάκια μας να τρέχουν κατά σμήνη!
Να σχίζουνε τον ουρανό, να σχίζουν τους αιθέρες
και συ να προαισθάνεσαι καλύτερες ημέρες.
Τώρα που θα ‘ρθει στο νησί του έρωτα το χάπι
και ραφανίς θα γίνεται ο κόκκος το σινάπι.
Και θα χαρούν τα πρόσωπα που ήταν λυπημένα
θα σηκωθούν και… τα πουλιά που ήταν ναρκωμένα!

 

0 TEMPORA, Ο MORES!

Οποία σήψης και βρωμιά, οποία δυσοσμία!
Το βλέπουν και οι Ιταλοί και λένε «mamma mia».
Εδώ πρέπει να έρχονται να μετεκπαιδευτούνε
στο πώς να χρηματίζονται, εις το λαβείν και δούναι.
Εδώ πρέπει να έρχονται, εις το δικό μας χάνι
να κάμνουν την ειδίκευση οι ξένοι πολισμάνοι.
Να κάμνουν σεμινάρια εδώ κι οι τρομοκράτες
και βασικήν εκπαίδευση Τσετσένοι και Κροάτες.
Εδώ πρέπει να κάμνουνε, στου καμπαρέ τις πίστες
την πρακτικήν εξάσκηση οι όπου γης αρτίστες.
Σίγουρα υπερέχομε από τις άλλες χώρες
ω τι καιροί, τι ήθη! Ο tempora ο mores!

 

ΠΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ

Ήμαστε ένα δείγμα παραδείσου επιγείου
και εγίναμε εσχάτως ένας στάβλος του Αυγείου.
Φόνοι και ανατινάξεις κι εκτελέσεις εν ψυχρώ
κι εξαφάνιση ατόμων στήσανε τρελό χορό.
Βιασμοί των κορασίδων κι έξαρση ναρκωτικών
εγχωρίων μα και ξένων και σκληρών και μαλακών.
Επικράτησε ο νόμος της μαφίας, των νονών
και κανείς δε μαρτυράει, παριστάνει τον μαννόν.
Μέχρι που ‘ρθεν ένας Κκόσιης, ένα τρομερό παιδίν
που εθύμωσε λιγάκι και αγρίεψεν το δειν
κι αποφάσισε να βάλει μία τάξη στο νησί
κι έβαλε φωνή μεγάλη κι υπεσχέθη τοις κυσί:
Ως εδώ και μη παρέκει, μωρέ άντρες της νυκτός,
θα σας σβήσω από το χάρτη, για καλά και δια παντός.

 

ΨΗΛΩΝΕΙ ΤΟΥΣ ΚΟΝΤΟΥΣ

Απ’ τη χαρά μου την πολλή νομίζω πως πετάω
σαν έμαθα τα νέα σου, δόκτορα Ζια Χετάο.
Ψηλώνεις λένε τους κοντούς κατά ολίγους πόντους
κι όλοι αφ’ υψηλού θωρούν τον κόσμο για δικόν τους.
Γι’ αυτό και κάμνω αίτηση ομού μετά του Σπύρου
να μπούμε εις την κλινική μετά χαράς απείρου
πεντέξι πόντους και για μας να δώσεις, ιατρέ μου,
να μας θωρούν και να λαλούν τι ύψος ρε, Θεέ μου!
τέτοιους ανθρώπους θέλομε δια την Προεδρία
κι όταν μας δει και ο Ντενκτάς να θέλει εκεχειρία.
Να σκάσουν ’που τη ζήλεια τους κι ο Γαλανός κι ο Τάσος
και να χαθεί εις τη στιγμή το άπειρό τους θράσος.
Κι άσπροι να γίνουνε κι οι δυο, κάτασπροι ως ο γύψος
όταν σταθούμε, ιατρέ, εις το δικό μας… ύψος!

 

ΔΙΑΙΤΑ

Είπα να κάμω δίαιτα αμέσως και εν τάχει
να χάσω περιττά κιλά, τα λίπη και τα πάχη
και άρχισα και έπαιρνα της δίαιτας τα χάπια.
Όντως, εκεί που ήμουνα σαν τη χοντρή την πάπια,
και άρχισα να γίνομαι ωραίος και στυλάκι
αίφνης μας εκατέφθασε η είδηση φαρμάκι:
Τα χάπια που ανέφερα βλάφτουνε την καρδία
μπορεί να σου προσφέρουνε και γρήγορη κηδεία.
Εκεί που απολάμβανα τα πάχη μου, τα κάλλη
τώρα ακούω την καρδιά σαν την τρελή να πάλλει.
Τα ήθελα και τα ‘παθα ο δύστυχος, ο τάλας
καλύτερα γερή καρδιά κι ας μοιάζω της βουβάλας!

 

ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΣΠΑΘΑΡΗ

Ήτανε χάρμα οφθαλμών και χάρμα του ειδέναι
η συνεδρία στη Βουλή, λαέ μου καημένε!
Τους είδες και τους άκουσες ωμά να μας λαλούσιν
για τίποτε δε νοιάζονται, πεννιάν πως δε φακκούσιν.
Τους είδες να τσακώνονται όπως τα πετινάρια
και έλαμψαν δημόσια σαν τα σβηστά φανάρια.
Κατηγορίες είπανε και τις βαφτίσαν χάδια
και σου μιλούν συνέχεια για φούρνους παξιμάδια.
Για τίποτε δε νοιάζονται, τίποτε δεν τους μέλει
ας πάει και το παλιάμπελο, ας πάει και το αμπέλι.
Τους είδα και τους θαύμασα, τι ομορφιά, τι χάρη
μου θύμισαν παράσταση… Ευγένιου Σπαθάρη.

 

ΝΑ ΜΑΣ ΦΥΛΑΕΙ Ο ΘΕΟΣ

Μίλησαν για ζιζάνια και ζιζανιοκτόνα
κι είπαν υπονοούμενα πολλά κατά κανόνα.
Μας μίλησαν για γεροβού και για τις ηλικίες
κι είπανε φράσεις άτυπες κι όχι πολύ οικείες.
Τουτέστιν κτυπηθήκανε πιο κάτω απ’ τη μέση
και όπως πάμε φίλοι μου θα μας φορέσουν φέσι.
Να μας φυλάει ο Θεός και η αγία Θέκλα
ο νους τους είναι μοναχά πιστεύω στην καρέκλα.
Να μας φυλάει ο Θεός στη γη την ημισεία
ούτε το δόγμα σώζει μας ούτε και η Ρωσία.

 

ΠΡΟΑΓΩΓΕΣ

Καθόλου δε σεβάστηκε την πείρα μου την τόση
μία μικρή προαγωγή και μένα να μου δώσει.
Τα φώτα μου νυχθημερόν τα δίνω στην παιδεία
διδάσκοντας τους μαθητές πώς κάνουν τα παιδία.
Ποτέ δεν πήρα άδεια από γιατρό ή μαία
ποτέ δεν είπα έσφαλα, ποτέ το culpa mea.
Πρώτος πηγαίνω στο σχολειό και φεύγω τελευταίος
ουδέποτε χρημάτισα και ανεξεταστέος.
Ήλπιζα μια προαγωγή, Επιτροπή, να δώσεις
κι όχι να βάλεις πισινή, στο τέλος να κολώσεις.
Πότε ως τώρα έκανα απ’ το σχολειό κοπάνα
ή πότε μου ερίξατε καμιά μικρή καμπάνα;
Οι μαθητές με έχουνε υπογραμμό και τύπο
και σεις με αδικήσατε, τι άλλο να σας είπω.
Πώς ημπορείς, Επιτροπή, τις νύκτες να κοιμάσαι;
Δε βλέπεις που σε βρίζουνε «αι γενεαί αι πάσαι»;

 

ΒΡΑΒΕΙΑ «ΑΦΡΟΔΙΤΗ» (1)

Μπράβο, Φειδία, μπράβο σου για την πρωτοβουλία
που δείχνει πως δεν σκέφτεσαι μονάχα την κοιλία.
Μιλώ για την Επιτροπή βραβείων Αφροδίτη
που θα τιμά ετήσια τον άριστο Παφίτη.
Θα γίνεται η βράβευση αρίστων των γραμμάτων
και όχι όπως γινότανε κωφών και αομμάτων.
Είμαι καθόλα σίγουρος θ’ αρχίσετε από μένα
που έχω χιούμορ άφθονο και δυνατή την πέννα.
Το πρώτο να το δώσετε σε με που γράφω στίχους
αν θέλετε να έχετε τους βίους σας ησύχους. 

 

ΒΡΑΒΕΙΑ «ΑΦΡΟΔΙΤΗ» (2)

Έγινε η απονομή βραβείων Αφροδίτη
και μένα με αγνόησαν τον έντιμο πολίτη.
Εγώ ποτέ δεν έδειρα μικρόν τε ή μεγάλον,
ποτέ μου δεν εσκότωσα κολιόν ή παπαγάλον.
Γιατί έχουνε οι βίδες μου ολίγον δήθεν λάσκο
μ’ αρνήθησαν τη βράβευση, ω τι μεγάλο φιάσκο!
Υπόψη δεν ελάβατε τον έντιμό μου βίον
και με καταδικάσατε ως άχρηστον πληβείον.
Εγώ που κάθε Σάββατο τη σάτιρα σας γράφω
εγώ που σας εκόμισα το χιούμορ εις την Πάφο.
Εγώ να μείνω, Επιτροπή, έξωθεν των βραβείων;
Τώρα θα έχεις σίγουρα… αβίωτον τον βίον.

 

ΠΙΣΩ ΣΤΗ ΦΥΣΗ

Να πάμε λέω, φίλοι μου, ξανά πίσω στη φύση
εκεί νομίζω βρίσκεται, αγαπητοί, η λύση.
Εμπρός όλοι εκτρέφετε κοτόπουλα και χοίρους
και σταματήστε πάραυτα τα χάμπουργκερς και γύρους.
Τέρμα στα εισαγόμενα, τέρμα στις διοξίνες
ελάτε πίσω στους αγρούς, στ’ αλέτρι, στις αξίνες.
Να πάτε ν’ αγοράσετε και μία δυο κουνέλες
να τρώτε λίγους κούνελους, μην τρώτε καραμέλες.
Να ‘χετε μέσα στην αυλή και μία δύο γίδες
να τις αρμέγετε αυτές αντί για τις… Βελγίδες!

 

ΜΗ ΠΡΟΑΓΩΓΗ

Επήγα σε συνέντευξη διά να με προάξουν
και παρ’ ολίγο, φίλοι μου, να με κατασπαράξουν.
Απάντουν την ερώτηση κάθιδρως και ασθμαίνων
και παμψηφεί μ’ απέρριψαν μετά πολλών επαίνων.
Το λάθος μου δεν έβαλα κι εγώ κανένα μέσο
τα μέλη της επιτροπής να τα προδιαθέσω.
Και έτσι με απέρριψαν, εμέ που είμαι φωστήρας
τον κάτοχο διπλώματος κι ιδιαιτέρας πείρας.
Και πάλι επαρέμεινα απ’ έξω του νυμφώνος
για να εργάζομαι σκληρά ως ο γνωστός σας… όνος!

 

 

ΕΚΑΤΟΝ (+) ΜΙΑ ΣΑΤΥΡΙΚΕΣ ΤΟΞΟΒΟΛΙΕΣ (2011)

 

ΠΕΡΙΣΚΟΠΙΟ

ΤΟ ΧΙΟΥΜΟΡ ΚΛΕΒΕΙ… TIΣ ΚΑΡΔΙΕΣ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ

Μία κουβέντα ευφυής ρίχνει γυναίκες πιότερο
απ’ ότι μια συνεύρεση σε φιλντισένιο κότερο.
Μία γυναίκα εκτιμά μιαν έξυπνη ατάκα
απ’ το να ξόδευες γι’ αυτήν χιλιάρικα μια δράκα.
Και δεν δίνει βαρύτητα τόσο στην ευμορφία
όσο να ‘χει ο άντρας της στο χιούμορ ευστροφία.
Αυτό λέγει η έρευνα άγγλων επιστημόνων·
μήπως ισχύει, σκέφτομαι, για τις εγγλέζες μόνον;
Για πόσα, πόσα Σάββατα τη σάτιρα σας γράφω
και δεν ευρέθη μια γυνή ακόμα εις την Πάφο
να εκτιμά το χιούμορ μου, την τόση μου σοφία
και να ζητήσει έστω μια, μια μου φωτογραφία.
Φαίνεται η Παφίτισσα πως εκτιμά το χρήμα
και λέγει για τον ποιητή «για κοίτα ένα βλήμα».

 

ΜΕΤΑΛΛΩΡΥΧΟΙ

Εχθές, προχθές και σήμερα ο κόσμος ομιλεί
γι’ αυτό που εσυνέβηκε στη μακρινή Χιλή.
Σηκώνεται η τρίχα μου και μόνο που το γράφω
γιατί στο νου μου έρχεται το «η Ζωή εν Τάφω».
Για τόσες μέρες έμειναν στα έγκατα της γης
και μόνο που το σκέφτεσαι μπορεί να εκραγείς.
Καλύτερα να τρέφομαι με κρόμμυα κι ελαίας
και να βαδίζω στας οδούς με μόνον τας σκελέας,
παρά να είμαι έγκλειστος κάτω στα μεταλλεία
ή στα αμπάρια ζωντανός σε βυθισμένα πλοία.
Καλύτερα να τρέφομαι μονάχα με κριθάρι
κι ακόμα ας με λακτίζουνε πεντέξι γαϊδάροι,
αλλά να ‘μαι στο έδαφος, εις την στεριά επάνω
κι ας τρώγω άρτον και ελιάν, τίποτε παραπάνω!

 

Η ΕΥΤΥΧΙΑ ΕΡΧΕΤΑΙ ΣΤΑ 85

Μια έρευνα της Εθνικής των ΗΠΑ Ακαδημίας
έγινε πρόξενος χαράς, θάρρους και ευθυμίας.
Η ευτυχία έρχεται εις τα ογδονταπέντε
σίγουρα, αναμφισβήτητα, άλλοτε πως Βεραμέντε.
Μπορεί να ‘ναι τα νιάτα μας τα πιο καλά μας χρόνια
μα δεν κρατάνε δυστυχώς, ως θέλουμε, αιώνια.
Γινόμαστε σοφότεροι όσο περνά ο χρόνος
κι ευτυχισμένοι πιο πολύ ομολογώ συγχρόνου.
Απ’ τα σαράντα ξεκινά μια αισιοδοξία
που αποκτά τη μέγιστη στα γηρατειά αξία.
Πίσω της έχει την ουρά, είπανε, η αχλάδα
αντέξετε την καταχνιά και έρχεται λιακάδα.
θάρρος λοιπόν αδέλφια μου, θάρρος και πάλι θάρρος
κι η ευτυχία θα μας βρει λίγο πριν έρθει ο Χάρος!

 

«ΠΑΓΩΤΟ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ» ΚΕΡΝΟΥΝ ΤΟΝ ΠΑΠΑ

Μια εταιρεία παγωτού από την Ιταλία
έφτιαξε μια θυγατρική με έδρα την Αγγλία.
Η εταιρεία λέγεται Antonio Federici
κι έβαλε διαφήμιση το πιο κάτω κορίτσι:
μιαν έγκυον καλόγριαν αργά ν’ απολαμβάνει
το παγωτόν σε κύπελλον, χωρίς χρόνο να χάνει.
Βγήκε η διαφήμιση επί τη ευκαιρία
της ιερής επίσκεψης του Πάπα στην Αγγλία,
θέση δεν παίρνω ασφαλώς επί του προκειμένου
μήπως αρπάξω και καμιά ποινή αφορεσμένου.
Μα φαίνεται το παγωτό – εάν μπορώ να κρίνω –
πως είναι δραστικότερο ακόμα κι απ’ το κρίνο!

 

ΤΟ ΚΥΚΝΕΙΟΝ ΤΟΥ ΑΣΜΑ

Ένας τριανταδυό χρονών κάτοικος Λετονίας
θέλησε να απαλλαγεί της πλήξης και ανίας.
Πήρε λοιπόν τη σύζυγο και πήγε στο ποτάμι
καθότι ήταν καύσωνας, το μπάνιο του να κάμει.
Η σύζυγος του ήτανε, λέγεται, γκαστρωμένη
κι ένιωθε μέσ’ στον ποταμό πολύ χαλαρωμένη.
Μα τη φωλιά του φύλαγε κάπου εκεί πλησίον
Ο κύκνος, κι αύθις έγινε ανήμερο θηρίον.
Όρμησε προς την έγκυο δια να την ραμφίσει
Κι ο άντρας της προσέτρεξε για να την βοηθήσει.
Μα όμως εκτυπήθηκε άσχημα στο κεφάλι
και βρέθηκεν απρόσμενα σε χλοερήν αγκάλη.
0 κύκνος έτσι ξαφνικά σε χρόνου μικρό κλάσμα
έγινε για τον σύζυγο το κύκνειόν του άσμα.

 

ΕΡΩΤΟΣ … ΔΡΩΜΕΝΑ

FACEBOOK

Μπήκα κι εγώ στο Facebook τώρα στα γηρατεία
κι αμέσως αναφώνησα «οποία γοητεία».
Σύντομα διαπίστωσα ένα καινούργιο κόσμο
γεμάτο από λούλουδα, βασιλικό και δυόσμο.
Κάποιοι και κάποιες με καλούν για να με κάνουν φίλο
κι ανοίγει η καρδούλα μου, ως λένε, φύλλο φύλλο.
Όπως δείχνουν τα πράματα και κατά τα φαινόμενα
μπορεί εις τα γεράματα να Βρω κι εγώ μια γκόμενα!

 

ΤΟ ΜΑΣΑΖ ΧΑΛΑΡΩΝΕΙ… ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ

Έγινε μία έρευνα στην Ταϊβάν εσχάτως
κι από τ’ αποτελέσματα είμαι χαρά γεμάτος.
Μας λεν οι επιστήμονες πως οι χειρομαλάξεις
είν’ ευεργετικές πολύ, κι ολίγον αν το ψάξεις
βοηθούν και ψυχοπάθειες που ‘ναι πολύ στα μείον
κι ενίοτε μας στέλλουνε εις στο φρενοκομείον.
Μειώνουν τα επίπεδα των ορμονών του στρες
τους δυο απλά αυξάνοντας νευροδιαβιβαστές.
Έτσι λοιπόν η μάλαξη μας δίνει ευεξία
στο σώμα μα και στη ψυχή στην κυριολεξία.
Γι’ αυτό δηλώνω υπεύθυνα, σας λέω τελεσίδικα,
κομμένα πια τα φάρμακα, όλοι στα μασαζίδικα!

 

Η ΔΙΧΤΥΩΤΗ ΠΕΡΙΒΟΛΗ TΗΣ

Σ’ αυτό το δίχτυ που θωρείς έχουν μπλεχτεί κάμποσοι,
κάποιοι που ‘ταν αγράμματοι κι άλλοι που είχαν γνώση.
Απλοί πολίτες του λαού και αξιωματούχοι
πολίτες εργαζόμενοι μα και συνταξιούχοι.
Σ’ αυτό το δίχτυ μπλέχτηκαν μεσόκοποι και γέροι
και νέοι αναρίθμητοι, ολόκληρον ασκέρι!
Παγίδεψε θρησκόληπτους, αμαρτωλούς και θρήσκους
ηγέτες και υπήκοους, αθρώπους κι ανθρωπίσκους.
Σ’ αυτό το δίχτυ που θωρείς εμπλέκονται οι πάντες
Από ανθρώπους λαϊκούς μέχρι κι ιεροφάντες.

 

ΤΑΛΕΝΤΟ ΣΤΑ ΧΕΙΛΗ

Λάθος λοιπόν εντύπωση αγαπητές κυρίες,
λέω εσχηματίσετε, και λάθος εμπειρίες.
Οι άντρες δεν κοιτάζουνε τόσο πολύ τα μάτια
μα ούτε και τα θεωρούν του έρωτα παλάτια.
Μια έρευνα απέδειξε ότι κοιτούν τα χείλη
κι αυτά είναι του έρωτα, ωε φαίνεται, η πύλη!
Ιδίως αν με ροζ κραγιόν είναι καλά βαμμένα
εκεί είναι ιδιαίτερα τα βλέμματα στραμμένα.
Αν τύχει δε τα χείλη σας να είναι και σαρκώδη
τίποτα δεν χρειάζεστε απ’ τα λοιπά χρειώδη.
Η έρευνα απέδειξε ότι λοιπόν τα χείλη
κάνουν τον ήλιο του έρωτα αμέσως ν’ ανατείλει.

 

ΕΝ ΟΙΚΩ ΚΑΙ ΕΝ ΔΗΜΩ

Ο ΟΜΦΑΛΟΣ ΤΗΣ ΓΗΣ

Όλος ο κόσμος να το δει και να τ’ ομολογήσει
ότι ανέκαθεν ορθή ήταν αυτή η ρήση:
Η Κύπρος είναι ο ομφαλός ετούτου του πλανήτη
και λόγια αυτά δεν ήτανε ενός ψευδοπροφήτη.
Εμπράκτως το απέδειξε η ίδια η NASA
φωτογραφία δίνοντας στην Οικουμένη πάσα.
Να δούνε κι οι εξ αίματος ‘Έλληνες αδελφοί
που λανθασμένα νόμιζαν πως είναι οι Δελφοί.
Της γης λοιπόν ο ομφαλός είναι αυτή η νήσος
γι’ αυτό κι ο κόσμος μας μισεί, ενδεχομένως, ίσως.
Γι’ αυτόν λοιπόν τον ομφαλόν ήρθαν τόσοι κουρσάροι
κι εκάθησαν στο σβέρκο μας, πάντα βαρύ γομάρι.
Γι’ αυτό το μέγα γεγονός τον Κύριον υμνούμε
ολόχρονα κορδώνουμε και… ομφαλοσκοπούμε!

 

ΦΡΟΥΡΑ ΣΤΑ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΑ

Με αυτό που έχει γίνει δεν τολμάς πια να πεθάνεις
μήπως πέσεις και συ θύμα μιας ανίερης σκαπάνης.
Να ‘ρθουν νύκτα τυμβωρύχοι να σε βγάλουν απ’ το μνήμα
και να κρυφολέει ο κόσμος «τον ξεθάψανε, τι κρίμα!»
Δια τούτο εισηγούμαι με την όση έχω σοφία
και φρουρά να μπει από τούδε μέσα στα νεκροταφεία.
Να προσέχει μέρα νύχτα όλους τους Κεκοιμημένους
μην ο ύπνος τους ταράξει από τους διεστραμμένους.
Όλοι στο νεκροταφείο θα εισέρχονται με πάσο
για ν’ αποφευχθεί στο μέλλον ό,τι έγινε στον Τάσο.
Εάν δεν μπορεί να γίνει θα καώ να γίνω στάχτη
να γλιτώσω απ’ τα σκουλήκια κι όποιον άλλον μ’ έχει άχτι.

 

ΟΥΤΩ ΚΑΛΟΥΜΕΝΗ ΜΗΤΕΡΑ ΠΑΤΡΙΔΑ

Πρέπει, ούτω καλούμενη, πατρίδα μας μητέρα
να πεις τώρα δημόσια ποιον έχουμε πατέρα.
Ή είμαστε εξώγαμο που εγεννήθη πρώμο
και ως ανεπιθύμητο πετάχτηκε στο δρόμο;
Να γίνει τεστ μητρότητος να δούμε αν είσαι μάνα,
η μάνα που μας γέννησε ή μήπως παραμάνα;
Να αιωρούνται δεν πρέπει τέτοιες καταγγελίες
γιατί ο Κυρ- Χριστόφιας μας έχει αμφιβολίες.
θυμάσαι που μας είπανε πόρνη, σαν την Ελένη;
Έστω κι αν ήταν ψέματα η ρετσινιά μας μένει.
Για τούτο η κατάσταση πρέπει να καθαρίσει
και το «ούτω καλούμενη» κεφάλαιο να κλείσει.

 

ΕΜΠΡΟΣ

Εμπρός λοιπόν ας πάρουμε λείψανα των αγίων
που χρόνια τώρα βρίσκονται εντός των υπογείων.
Τα λάβαρα ας σηκώσουμε των ένδοξων προγόνων
που εξισούνται άνετα με βόμβες μεγατόνων.
Να πορευθούμε Βόρεια να πάμε στην Κερύνεια
χωρίς μπαζούκας, πύραυλους, κανόνια και μαρτίνια.
Οι άγιοι θα κάνουνε το θαύμα τους και πάλι
και θα ‘ναι της Ανάστασης μέρα πολύ μεγάλη.
Μπροστά ναν’ ο Χρυσόστομος, ο ένας αλλά λέων·
άχθος αρούρης να ‘μαστέ δεν το μπορούμε πλέον.
Και την Κωνσταντινούπολη αφήνουμε γι’ αργότερα
όταν θα αποκτήσουμε λείψανα περισσότερα.

 

ΧΙΛΤΟΝ ΣΤΗ ΣΕΛΗΝΗ

Έλα να προκρατήσουμε θέσεις για τη σελήνη
για να ‘μαστέ πανέτοιμοι σαν έρθει η ώρα εκείνη
που θα ανοίξει επίσημα το Χίλτον στο φεγγάρι
και ο καθείς μας θα τραβά εκεί να ρομαντζάρει.
Δε με γεμίζει στο εξής η γήινη μας φύση
ούτε και θέλω, αγαπητή, πεζές περιπλανήσει.
Εμείς δεν γεννηθήκαμε για τούτο τον πλανήτη
αλλά για τη σελήνη μας και τον Αποσπερίτη.
Λέω να πάμε πιο κοντά στον ήλιο να λιαζόμαστε
και στη σελήνη γνήσια να … σεληνιαζόμαστε.

 

Η ΚΥΠΡΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΟΞΕΝΙΑ

Αφότου εμφανίστηκαν στο πρόσωπό μου γένια
βροχή πήγαιναν κι έρχονταν στο σπίτι τα προξένια.
Εκεί που αποφάσιζα άλλαζα πάλι γνώμη
κι εβαυκαλίζουμουν κρυφά, «είναι νωρίς ακόμη».
Το κάθε νέο προξενιό χειρότερο απ’ τ’ άλλο
και συνεχώς απέφευγα τα στέφανα να Βάλω.
Ήλπιζα πως θα εύρισκα γυναίκα πιο ωραία
κι ένας εργένης γέροντας κατάντησα μοιραία.
Έμεινα στα αζήτητα, καμιά πια δεν με θέλει
ούτε οι χήρες κι οι γριές δεν με ποθούν εντέλει.

Έτσι κι η Κύπρος ψάχνοντας να εύρει τέλεια λύση
σε βιλαέτι της Τουρκιάς πάει να καταντήσει.

 

 

ΣΑΤΙΡΙΚΕΣ ΤΟΞΟΒΟΛΙΕΣ Β’ (2015)

 

ΕΝΑ ΠΛΟΙΟ ΝΗΣΙ

Ένα καράβι θα ‘θελα, μία θαλαμηγό
κι ας μη γνωρίζω σίγουρα πώς να την πλοηγώ.
Νησί το σκάφος να ‘τανε ηφαιστειογενές
και με αυτό το πέλαγος θα ‘σχίζα τ’ αχανές.
(θα ‘χε την παραλία του και μερικές καλύβες
καθώς και λίγους φοίνικες απ’ τις αρχαίες Θήβες.
Έτσι η ζωή μου θα ‘τανε όλη μια παραλία
και δεν θα γνώριζα ποτέ τι ‘ναι μελαγχολία.
Στο πλοίο θα ευρίσκοντο πάντα πεντέξι γκόμενες
και άμα τις βαριόμουνα θα ‘φερνα τις επόμενες.
Μπροστά μου τύφλα να ‘χουνε ο βασιλιάς κι ο ρήγας·
νάνοι αυτοί θα φαίνονται κι εγώ θα ‘μαι ο γίγας.
Πόσο πολύ θα ήθελα ένα πλοίο νησί
αλλά περιορίζομαι στο … «όμφακες εισί». 

 

ΑΓΡΙΟ ΞΥΛΟ ΣΤΟΝ ΝΑΟ ΤΗΣ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ ΣΤΗ ΒΗΘΛΕΕΜ

Και φέτος, όπως είθισται, Ορθόδοξοι κι Αρμένιοι
φέρθηκαν ως οι έσχατοι του κόσμου τιποτένιοι.
Εις τον ναό της Γέννησης εν Βηθλεέμ τη πόλει
αντί να είναι άγιοι φέρθηκαν ως διαβόλοι
Κάνοντας το καθάρισμα που ‘ναι γνωστόν ως «σάρωμα»
πολεμικόν εις τον ναόν επικρατούσεν άρωμα.
Έβαλαν οι Ορθόδοξοι τη σκάλα σ’ ένα μέρος
μα οι Αρμένιοι όρμησαν επάνω τους εγκαίρως.
Λογομαχίες άρχισαν, τα σου ‘πα και τα μου ‘πες
κι εν συνεχεία άρχισαν να πέφτουνε οι σκούπες.
οι πολισμάνοι φώναζαν: «Αδέλφια, ειρήνη υμίν»
μα κείνοι υπερασπίζοντο της πίστης την τιμήν.
Έσπασαν δύο δάκτυλα του μοναχού Ματθαίου
Τον ώμο δε τραυμάτισαν ενός διακόνου νέου.
Έτσι συχνά οι Χριστιανοί τρώγονται σαν τους σκύλους
Κι αποδεικνύουν έμπρακτα το «αγαπάτε αλλήλους!»

 

ΚΑΛΛΙΣΤΕΙΑ ΕΛΕΦΑΝΤΩΝ ΣΤΟ ΝΕΠΑΛ

Και καλλιστεία στο Νεπάλ έγιναν ελεφάντων.
Κύριε των Δυνάμεων και των αγίων Πάντων!
Τα ζώα επαρέλασαν σε μία πασαρέλα
κι η μέρα ήταν όμορφη, η φύση εχαμογέλα.
Αφού πρώτα τους έπλυναν, τους άλειψαν με λάδι,
τους έβαψαν, τους έδωσαν στη ράχη ένα χάδι.
Ύστερα τους εκάλυψαν με ρούχα από μετάξι
και όλοι τους εφαίνοντο να ‘ταν πολύ εντάξει.
Κριτήρια που λήφθηκαν για τη βαθμολογία
ήταν η διακόσμηση αλλά κι η πειθαρχία.
Μία δεκαπεντάχρονη που την ελέγαν Κάλι
εστέφθηκε βασίλισσα κι όλοι είπαν χαλάλι.
Εμείς δεν ημπορούσαμε τα καλλιστεία όνων
να κάναμε στον τόπο μας, ή έστω ημιόνων;
Να παρελάσουν ζωντανά με τσιούλλους* και με σάματα
μα τίποτα δεν κάνουμε, ρε είμαστε για κλάματα!

*τσιούλλος: προστατευτικό κάλυμμα ζώου, κάτω από το σάγμα
σάμα: σάγμα

 

H JORDAN CARVER ΣΕ ΡΟΛΟ JANE ΣΤΗ ΖΟΥΓΚΛΑ

Και μόλις την αντίκρισα εφώναξα αμάν
κι’ επήρα την απόφαση να γίνω ο Ταρζάν.
Μαζί της θα κυκλοφορώ μέσ’ στα παρθένα δάση
και δεν θα είμαστε ποτέ οι δυο μας υπό τάση.
Θα την αρπάζω αγκαλιά και θα πηδώ στα δέντρα
κι εκείνη θα ‘ναι βασικά βασίλισσα κι αφέντρα.
Την κάθε μέρα θα ‘μαστέ ντυμένοι ελαφρώς
κι ούτε θα σκοτιζόμαστε πώς θα ‘ναι ο καιρός.
Η κάθε μέρα θα ‘ναι πανήγυρης, γιορτή
κι εκείνη θα ενδίδει, θαρρώ, αμαχητί.
Κι αν έρθει κάποια μέρα κανένας τοκετός
ο πιο ευτυχισμένος θα ‘μαι, δηλώ, θνητός. 

 

LADA SAMARA

Μία ζωή αγόραζα Peugeot του Σαρκοζί
μα τώρα αποφάσισα ν’ αλλάξω μαγαζί.
Μα ούτε και τη Mercedes σκοπεύω ν’ αγοράσω·
η Μέρκελ με κατάφερε να πω το «να σας βράσω».
Κοιτάζων τα οπίσθια αυτών των δεσποινίδων,
ήλθεν το φως στους οφθαλμούς, ανέβλεψα και είδον,
το κάρον που επιθυμώ τώρα να αποκτήσω
να ‘ναι γραμμένον ασφαλώς στη ράχη τους οπίσω.
Κι αμέσως ανεβόησα: «Θεέ μου τι καμπύλες!
Για τούτες θυσιάζομαι σε νέες Θερμοπύλες».
Και φεύγω τώρα ολοταχώς για ν’ αγοράσω Lada
να ‘χα και μίαν απ’ αυτές, κι ας τρώω αυγά μελάτα! 

 

ΤΟ ΚΡΕΒΑΤΙ ΤΟΥ FACEBOOK

Νύχτα και μέρα όλοι σκυμμένοι στην οθόνη
μιλούμε με τους άλλους, μα στην ουσία μόνοι.
Κοιτάμε πόσα λάικ βάλαν στις αναρτήσεις
και μήπως μας εκάναν πολλές κοινοποιήσεις.
Έξω από το φέις δεν κάνουμε ούτε ώρα
KL αν λείψουμε για Λίγο κάτι μας τρώει ως ψώρα.
Μια φαεινή ιδέα ήρθε σ’ έναν Κροάτη
για μας όλους του φέις να φτιάξει ένα κρεβάτι.
Κι έτσι μες στο κρεβάτι όλοι μας ξαπλωμένοι
θα ‘μαστέ με το φέις πάντα συνδεδεμένοι.

 

ΣΥΝΟΔΟΣ ΠΟΛΥΤΕΛΕΙΑΣ

Αυτή εδώ η καλλονή η εικονιζομένη
του μακαρίτη Richard Pratt ήταν η ερωμένη.
Αυτός ο Pratt ήταν πολυεκατομμυριούχος
αλλά του Άδη έγινε τώρα τιμαριούχος.
Εκείνη δεν εδούλευε σ’ ένα κοινό μπουρδέλο•
του Hustler και του Penthouse ήτανε το μοντέλο.
Λέγεται Ashton Madison, θαυμάστε το κορμί της
και σίγουρα πανευτυχής πήγεν ο μακαρίτης.
Ζητά εκατομμύρια από τον μακαρίτη
για τις υπηρεσίες της έξω και μες’ στο σπίτι.
Έστησεν οίκον Συνοδών σ’ ένα ξενοδοχείο
που τελικά αποδείχτηκε σωστό χρυσωρυχείο.
Την ώρα τους εχρέωνε με χίλια πεντακόσια
δολάρια, μη φανταστείς πως ήταν τάχα γρόσια!
Μα τους γειτόνους κτύπησε επάνω στο κρανίον
και κάποιοι την κατάγγειλαν πως λειτουργεί ττορνείι
Έτσι λοιπόν της έκλεισαν τώρα το πρακτορείον
και έγινεν η Madison ανήμερον θηρίον.
Χιλιάδες θα επλήρωνα γι’ αυτήν την συνοδόν
για να την έχω σπίτι μου ή έστω καθ’ οδόν.
Δική μου για διάστημα λίγων μόνων ωρών
ας ήταν και ας μ’ έστελλε σε … τόπον χλοερόν!

 

ΣΟΥΤΙΕΝ … ΑΓΝΟΤΗΤΑΣ: ΑΝΟΙΓΕΙ ΜΟΝΟ ΜΕ ΒΕΡΑ!

Φεύγοντας απ’ τη χώρα τους παλιά οι Σταυροφόροι
δεν άφηναν τη σύζυγο μόνο με μεσοφόρι.
Μια ζώνη της αγνότητας φορούσαν στο κορμί τους
και το κλειδί που άνοιγε το έπαιρναν μαζί τους.
Και έτσι ήταν σίγουροι δεν θα τους απατούσαν
όσο καιρό για τον Χριστό αυτοί θα πολεμούσαν.
Και επειδή την σήμερον διά του αρραβώνος
πολλοί τη νέα γεύονται κι ύστερα ανοικτιρμόνως
φεύγουν και την αφήνουνε ρόδον τσαλακωμένοι
στηθόδεσμον εφτιάξανε πολύ ασφαλισμένον.
Θ’ ανοίγει ο στηθόδεσμος μονάχα με τη βέρα
και τότε μόνον τα βυζιά θα πάρουνε αέρα.
Τώρα λοιπόν που έχουμε ασφάλεια μεγάλη
και δεν μπορεί τα στήθη της να δει άλλος ή άλλη
το πήρα πια απόφαση να παντρευτώ εν τελεί
κι ας τρέμει η μασέλα μου κι ας τρέμουνε τα μέλη

 

ΑΝΤΙΟ, ΛΟΙΠΟΝ, ΦΕΙΣΜΠΟΥΚ

Επήρα την απόφαση και το ανακοινώνω:
φεύγω από το φέισμπουκ και δεν το μετανιώνω.
Δεν θα ‘μαι εδώ συνέχεια να γράφω καλημέρα
και να εισπράττω τελικά κοπανιστόν αέρα.
Να απαντώ ακούραστα σε όλα τα σκουντήματα
και να σκοτίζομαι αν ναι θα πω εις τα αιτήματα
Έχετε γεια οι φίλοι μου και όλη η παρέα
μέχρις εδώ και κλείνουνε οι δρόμοι μας μοιραία.
Φεύγω λοιπόν και μη θρηνείς μητέρα μου Ελλάδα
αφήνω τις ομάδες σου, πάω σ’ άλλην ομάδα.
Πάω να μπω σ’ αυτήν εδώ που βλέπεις την ομάδα
κι εύχομαι μη μου δώσουνε καμιά τριχομονάδα.
Θα είμαι εγώ ο αρχηγός του γυναικείου πλήθους
και ο αδέκαστος κριτής του ολόγυμνού τους στηθους
Θα πάρω ένα ποδήλατο και θα τις συνοδεύω
κι ελπίζω όταν τις κοιτώ τα λόγια μην μπερδεύω
Βγάζω, λοιπόν, και το πετώ του φέισμπουκ το γκέμι,
να ζήσετε κι εσείς καλά κι εγώ με το χαρέμι.

 

ΕΒΑΛΕ AIR CONDITION ΣΤΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΑ

Ενώ άλλοι χειμάζονται να πω επιεικώς
ακούστε το τι έκανε αξιωματικός.
ανεμιστήρες έβαλε και κλιματιστικά
μέσα στο θερμοκήπιο και στα πουλερικά.
Γιατί να υποφέρουνε, σκέφτηκε, τα κλωσσόπουλα,
είπε να ζήσουνε κι αυτά ως άλλα βασιλόπουλα.
Εμάς λοιπόν οι κότες μας έχουν air condition
Κι ας παίρνουν οι πολιτικοί μας μίζες και commission.
Να δούνε οι Κουτόφραγκοι πως αγαπούν τα ζώα
Οι Έλληνες, που βασικά πλάσματα είν’ αθώα,
Ας το ακούσουν όλοι αυτοί που μας θωρούν μπατίρηδες
ακόμα και στις κότες μας είμαστε νοικοκύρηδες!
Λεφτά λοιπόν υπάρχουνε και σήμερα και τότες,
λεφτά υπάρχουνε πολλά, λεφτά να φαν κι οι κότες.

 

ΜΟΥ ΦΑΓΑΤΕ ΤΟ ΕΦΑΠΑΞ

Λάθη πολλά εκάνατε πλειστάκις κι όχι άπαξ,
και τελικά μου φάγατε, κύριοι, το εφάπαξ.
Τριάντα χρόνια δούλευα και κάτι παραπάνω
και τώρα με το κλείσιμο όλα σχεδόν τα χάνω.
Μία ζωή την έφαγα επάνω εις την έδρα
και τώρα μ’ αποστέλλετε εκεί ένθα απέδρα.
Σαράντα χρόνια Λαϊκή και αποταμιεύσεις
δεν έπρεπε ν’ αξιωθώ τοιαύτης, λέω, γεύσης.
Με πείσατε και άφησα τα χρήματα κοντά σας
και έτσι εκατάντησα μπατίρης ο μπαγάσας.
Φάγατε ό,τι μάζεψα μετά μεγάλου κόπου·
να ‘χετε την κατάρα μου κι εκείνη του Πισκόπου

 

ΣΤΕΡΝΗ ΜΟΥ ΓΝΩΣΗ ΝΑ Σ’ ΕΙΧΑ ΠΡΩΤΑ!

Τι ήθελα και έγινα απόφοιτος Ιδρύματος
και δεν γινόμουν πωλητής αυτού του καταστήματος
Τα νιάτα μου σπατάλησα μες’ στα Πανεπιστήμια
τόσα χρόνια με έρευνες, μελέτες και δοκίμια.
Κι εν τέλει εκατάντησα διδάσκαλος της Μέσης
διδάσκοντας στους μαθητές των πλανητών τις θέσεις
Καθότι τους εδίδασκα και τη Γεωγραφία
αλλά τα Βιολογικά ήταν πλειοψηφία.
Εδίδασκα περί φυτών, περί του φασιόλου,
περί στομάχου, ειλεού και κατιόντος κόλου.
Εδίδασκα τ’ αμφίβια, τα ψάρια και τα φίδια
αλλά και τα μαλάκια, τα μύδια και τα στρείδια.
Δίδασκα για μετάλλαξη, τι είναι τα γονίδια
και κάθε χρόνο έλεγα τα ίδια και τα ίδια.
Τα χρόνια μου σπατάλησα επάνω εις την έδρα
κι επήρα τώρα την οδόν «ένθα οδύνη απέδρα».
Εδώ να ήμουν πωλητής να πούλαγα υποδήματα
αντί που αναλώθηκα διδάσκοντας μαθήματα.
Δεν θα ‘χα τα διαβάσματα και προετοιμασία
αλλά για τέτοιες σαν κι αυτή θα γίνομουν θυσία!
Να είχα λέγω, ομολογώ, μυαλό δύο κουκούτσια
αντί για γνώση έπρεπε να πούλαγα … παπούτσια!

 

120ΧΡΟΝΟΣ ΙΝΔΟΣ ΞΑΝΑΠΑΝΤΡΕΥΤΗΚΕ

Στα εκατόν του είκοσι παντρεύτηκε και πάλι·
οποία είδηση κι αυτή χαρμόσυνη, μεγάλη!
Πριν έξι χρόνια χήρεψε μα πού να μείνει μόνος
μα τούτο και μια σύζυγο γύρευε επιμόνως.
Μετά από προσπάθεια μεγάλη τα παιδιά του
βρήκανε μια που μέτραγε τα χρόνια τα μισά του.
Έτσι αισίως ήρθανε εις γάμου κοινωνίαν
και όλοι τους ευχήθηκαν να ‘χουν μακροζωίαν.
Αυτά κοιτάζω και εγώ και παίρνω μέγα θάρρος
ότι μακράν ευρίσκεται, πολύ μακράν ο Χάρος.
Τώρα εις τα εξήντα μου καλά είμαι εργένης
κι ας λεν χωρίς την παντρειά πως είμαι ένας πένης.
Έχω μπροστά μου, σκέφτομαι, εξήντα χρόνια ακόμη
να ζήσω ελεύθερο πουλί κι ύστερα αλλάζω γνώμη. 

 

ΜΗΝΥΜΑΤΑ ΣΤΟ ΚΙΝΗΤΟ

Μα ‘ναι της ηλικίας μου να στέλλω εγώ μηνύματα
εγώ που επαρέδιδα μία ζωή μαθήματα;
Εγώ που δεν επέτρεπα οι μαθητές στην τάξη
τα κινητά τους να κρατούν, κι ήμουν πολύ εντάξει;
Αν είχε ένας μαθητής το κινητό στο χέρι
τον κηδεμόνα έπρεπε μπροστά μου να τον φέρει.
Ακόμα και τις όμορφες μαθήτριες τιμωρούσα
έστω και αν ενδόμυχα πάρα πολύ πονούσα.
Μα τώρα πώς κατάντησα, στο κινητό όλη μέρα
από Δευτέρα συνεχώς ως την άλλη Δευτέρα.
Αλλά να στέλλω έμαθα ακόμα και καρδίες
και όσα πριν ενόμιζα πως ήταν αηδίες.
Κοίταξε πώς κατάντησες στα γηρατειά, Αντρέα.
και ίσως να σε λοιδορούν οι φίλοι σου μοιραία.
Γι’ αυτό σου λέω σύνελθε και άσε τα μηνύματα,
μάλλον να επισκέπτεσαι συχνότερα τα … μνήματα.

 

ΕΜΜΕΤΡΑ
(ΜΥΘΟΙ – ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ – ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ)

 

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΕΜΜΕΤΡΩΣ (2015)

 

ΔΙΑΣ ΚΑΙ ΜΑΙΑ

Ο Δίας με τις πιο πολλές του Άτλαντα τις κόρες
επέρναγε ευχάριστα, φιλήδονα τις ώρες.
Μιαν ημέρα τα ‘φτιάξε λοιπόν και με τη Μαία
που ήτανε «καλλίκομη», είχε μαλλιά ωραία.
Τη νύκτα που κοιμότανε πολύ βαθιά η Ήρα
ο Δίας εσηκώνετο κι εχάνετο τριγύρα.
Πήγαινε και την έβλεπε σε σπήλαιο στην Κυλλήνη
κι από την πρώτη επαφή άναβε σαν καμίνι.
Και επαφή στην επαφή γκαστρώθηκε η Μαία
και τον Ερμή εγέννησε χωρίς γιατρό ή μαία.

 

Η ΑΡΠΑΓΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ

Από ψηλά εώρακε ο Δίας στη Συρία
ύπαρξιν όντως όμορφη και λίαν αιθερία.
Του ταύρου παίρνει τη μορφή, πλευρίζει την κυρία
κι εκείνη αθώα καβαλά με κάποιαν απειρία.
Αρχίζει ποδαρόδρομο ο ταύρος για την Κρήτη
κι εκείνη του εφώναζε: «Πού πας μωρέ αλήτη;»
Στη νήσο όταν έφτασε έγινε ο ταύρος Δίας
και την Ευρώπη γκάστρωσε άνευ καμιάς αδείας.
Εκείνη του εγέννησε δυο μπάσταρδους και κάτι
που υιοθέτησεν ο Ζευς κι έφερε στο παλάτι.

 

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΑΔΩΝΙ

Η Αφροδίτη ήτανε σφόδρα ερωτευμένη
με τον μικρό τον Άδωνι, πολύ καψουρεμένη.
0 Άρης δεν ανέχετο, όμως, η ερωμένη
να γυροφέρνει ερωτικώς με κάθε παλιοεργένη:
«Ως πόσο μεσ’ στα πόδια μου θα σ’ έχω ρε μαϊμούνι
κι ευθύς μεταμορφώθηκε σε άγριο γουρούνι.
Αίφνης ενεφανίσθηκε μπροστά στο παλληκάρι
και τη ζωή του γρήγορα κατάφερε να πάρει.

 

Ο ΗΡΑΚΛΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΦΙΔΙΑ

Ο Ηρακλής κι ο Ιφικλής κοιμόντουσαν αντάμα.
Τον Ηρακλή εξύπνησε του αδελφού το κλάμα.
Σαν άνοιξε τα μάτια του αντίκρισε δυο φίδια.
«Εδώ εσείς, τί θέλετε;» και σούφρωσε τα φρύδια.
Τα άρπαξεν απ’ το λαιμό, τα έσφιξεν με λύσσαν
κι εντός ολίγου και των δυο τα μάτια των εκλείσαν.
Και η Αλκμήνη έτρεξεν ίσια στον Τειρεσία.
«Βλέπω», της είπε, «γύναι μου, αιματηρή πορεία.
Θα έχει αναμφίβολα της ρώμης τα ηνία
και θ’ αποκτήσει σύντομα και δόξαν αιωνία».

 

ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΤΗΣ ΑΡΓΩΣ

Σαν δέχτηκε ο Ιάσονας τον όρο του Πελία
κατέφυγεν εις τους Δελφούς να πάρει οδηγία.
Εν συνεχεία ζήτησε να γίνει το καράβι
και να ‘ναι καλοτάξιδο, το έργο ν’ αναλάβει.
Η Αθηνά βοήθησε ανάλαφρο να γίνει
και μια λαλιά απίστευτη του ‘δώσε ανθρωπίνη,
γιατί ξύλο στην πλώρη του η Αθηνά καρφώνει
της ιερής βελανιδιάς που είναι στη Δωδώνη.
Είχεν την ικανότητα σωστά να προφητεύει.
Γιατί ήταν πολύ γρήγορο Αργώ τ’ αναγορεύει.
Έστειλε ο Ιάσονας κήρυκες στην Ελλάδα:
«Όσοι πιστοί προσέλθετε, ελάτε στην ομάδα».
Εδήλωσαν συμμετοχή κάμποσα παλληκάρια
που τη ζωή τους έπαιζαν άφοβα εις τα ζάρια.
Μαζεύτηκαν στην Ιωλκό· καλύτερους δεν είδα
κι από εκεί ξεκίνησαν να πάνε στην Κολχίδα.

 

 

ΑΙΣΩΠΕΙΟΙ ΜΥΘΟΙ (2016)

ΕΜΜΕΤΡΗ ΑΠΟΔΟΣΗ

 

ΑΗΔΟΝΙ ΚΑΙ ΓΕΡΑΚΙ

Πάνω σε μια βελανιδιά ένα αηδόνι άδει
κι ούτε περνά απ’ ίο μυαλό η ύπαρξη του Άδη.
Ένα γεράκι όρμησε πάνω ίου να ίο φάει
και τ’ αηδόνι τρέμοντας θερμοπαρακαλάει:
«Δεν είναι κρίμα αφέντη μου μαζί μου να μιλλώσεις;»
Δεν πας με μεγαλύτερα πουλιά για να μπουκώσεις;
«Τι λες, μωρέ αγόρι μου, τι λες, ρε παλληκάρι,
ν’ αφήσομε το γάμο μας να πάμε για πουρνάρι;»

 

ΑΘΗΝΑΙΟΣ ΧΡΕΟΦΕΙΛΕΤΗΣ

0 δανειστής εζήταγε τα χρήματα επειγόντως
μα ο χρεώστης ήτανε πολύ μπατίρης όντως.
Γι’ αυτό και εκουβάλησε ό,τι είχε, – μια γουρούνα
και να φωνάζει άρχισε, τι άλλο, άλα ούνα!
Ένας ανήρ πλησίασε για να την αγοράσει
και για τις γέννες ρώτησε οποίαν είχεν κράση.
«Είναι πολύ παράδοξο, μυστήριο θα είπω
ανήκει, όπως φαίνεται, σε ένα σπάνιο τύπο.
Τη μια γεννά αρσενικά και θηλυκά την άλλη.»
Και όταν ο αγοραστής είπε πως τον προσβάλλει
και ότι από τις ψευτιές τον έπιασε η ζάλη,
«ακόμα και ερίφια» του ‘πε, «μπορεί να βγάλει».

 

ΓΑΤΟΣ ΚΑΙ ΠΕΤΕΙΝΟΣ

Ο γάτος συλλαμβάνοντας ένα μικρό κοκόρι
άνευ καθυστερήσεως έτσι το κατηγορεί:
«Πολύ τον κόσμο ενοχλάς, τον ύπνο τους ταράζεις
όταν τις νύχτες, άπονε, σαν πετεινάρι κράζεις.»
«Για το καλό τους προσπαθώ, είμαι το ξυπνητήρι
τις νύχτες μένω ξάγρυπνος, τους κάνω το χατίρι.»
«Είσαι ένας πολύ πρόστυχος, είσαι ένας αιμομίχτης.»
«Για ν’ αυξηθεί η παραγωγή, να αυξηθεί ο δείχτης.
Για το καλό τ’ αφεντικού, ρε γάτε μου, πασχίζω.»
«Ου με πείσεις καν με πείσεις και σε καταβροχθίζω.»

 

ΠΕΤΕΙΝΟΙ

Δυο πετεινοί εμπήκανε σε κοκορομαχία
κι ο ηττημένος κρύφτηκε κάπου σε μια γωνία.
0 νικητής ανέβηκεν επάνω σ’ έναν τοίχο
και ένα νικητήριον έβγαλε, κράξας, ήχο.
Εις αετός τον πρόσεξε κι ώρα χωρίς να χάσει
επέπεσε επάνω του και τον κατασπαράσσει.
0 ηττημένος πετεινός ξεκίνησε από τότες
και άφοβα εβάτευε τις θηλυκιές τις κότες.

 

ΑΛΕΠΟΥ ΚΑΙ ΣΤΑΦΥΛΙΑ

Μια αλεπού σαν πρόσεξε να κρέμονται σταφύλια
τα σάλια της αρχίσανε να τρέχουν απ’ τα χείλια.
Και μια και δυο επήδησε τους βότρυας να φθάσει
μα σύντομα κατάλαβε το χρόνο πως θα χάσει.
Κι ενώ πρώτα την έβλεπε ως σπάνια τροφή
φεύγοντας αναφώνησε πως «όμφακες εισί».

 

Η ΚΟΛΟΒΗ ΑΛΕΠΟΥ

Μια αλεπού επιάστηκε – οποία η συμφορά της!-
σε μια παγίδα κι έχασε, ναι, όλη την ουρά της.
Ωσάν κι αυτήν εσκέφτηκε να κάμει και τις άλλες
να μην αισθάνεται ντροπή, να μην έχει τις ζάλες.
Τις κάλεσε σε σύσκεψη, να οπλισθούν με θάρρος
να αφαιρέσουν την ουρά, να φύγει ένα βάρος.
Και μια αλεπού σηκώθηκε κι είπε να της μιλήσει
και έτσι πολύ σύντομα τη σύναξη να λύσει.
– Όλα αυτά, κουμπάρα μου, αλλού να τα πουλάς.
Εάν εσέ δε σύμφερε, φτερά δεν ξεκολλάς!

 

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΤΣΑΚΙΣΕ ΤΟ ΑΓΑΛΜΑ

Ένας φτωχός στο σπίτι, του άγαλμα είχε στήσει
και το θεό ικέτευε για να τον βοηθήσει.
Οι μέρες επερνούσανε η μια μετά την άλλη
μα έμενε στη φτώχεια του και στο κακό του χάλι.
Μίαν ημέρα το λοιπόν τ’ αρπάζει απ’ το πόδι
και τρίζοντας τα δόντια του «θεός είσαι ή βόδι»
είπε και το εκτύπησε, του ’σπάσε το κεφάλι,
και από μέσα μπόρεσε χρυσόν πολύν να βγάλει.
«Καλά μου ‘πεν ο κύρης μου παλιά, κάποιαν ημέρα
ακόμα και ο άγιος χρειάζεται φοβέρα!».

 

ΑΣΤΡΟΝΟΜΟΣ

Εις αστρονόμος έβγαινε καθ’ όλας τας εσπέρας
και ανυψών τους οφθαλμούς κοίταζε τους αστέρας.
Κοιτάζοντας τον ουρανό μια νύκτα με σκοτάδι
δεν πρόσεξε ο δύστυχος κι έπεσε σε πηγάδι.
Ενώ ’κει μέσα ευρίσκετο πραγματικός σακάτης,
αφού έμαθε τι έγινε, του λέει ένας διαβάτης:
«Εσύ δεν δύνασαι να δεις τι βρίσκεται μπροστά σου
και τ’ άστρα ψάχνεις να ιδείς χιλιόμετρα μακριά σου;

 

ΓΕΩΡΓΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΦΙΔΙ

Ένας γεωργός ευρήκε μέσ’ στη μέση του χειμώνος
ένα φίδι ναρκωμένο λόγω της πολλής χιόνος.
Το λυπήθηκε αρκούντως και στον κόρφο του το χώνει
και εκείνο σαν συνήλθε το σωτήρα του δαγκώνει.
Κι εψιθύρισε οδεύων προς του Χάροντα τας θύρας
«Δίκαια τώρα παθαίνω, έναν πονηρό οικτίρας».

 

ΔΕΙΛΟΣ ΚΥΝΗΓΟΣ ΚΑΙ ΞΥΛΟΚΟΠΟΣ

Αναζητούσε κυνηγός του λιονταριού αχνάρι
και ξυλοκόπο ρώτησε με χάρη, με καμάρι:
«Ειδες αχνάρια λιονταριού και πού αυτό κοιτάξει;
Δείξε μου τώρα, αν μπορείς, το αίμα μου που βράζει».
Σαν προθυμοποιήθηκε στο ίδιο να τον πάρει
«τα’ αχνάρια του σου ζήτησα και όχι το λιοντάρι».

 

ΤΟ ΕΛΑΦΙ ΚΑΙ Η ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ

Μια ελαφίνα έδινε στον γιο της συμβουλές:
«Αγαπημένε μου υιέ, ελάφι μου που λες,
Η φύση σε επροίκισε με κέρατα, με σώμα
Και συ να τρέμεις τα σκυλιά, να τα φοβάσαι ακόμα;»
Πριν να τελειώσει άκουσε να έρχονται οι σκύλοι
Και πρώτη η μάνα έτρεξε κι έκοψε ένα μίλι.

 

Ο ΚΑΒΟΥΡΑΣ ΚΑΙ Η ΜΑΝΑ ΤΟΥ

Μια καβουρίνα δίδασκε τον γιο της, σαν βαδίζει
το σώμα του στα πλάγια ποσώς να μη λυγίζει.
«Να περπατάς ολόισια, γιε μου, σαν κυπαρίσσι
Το σώμα σου ευθυτενές και όχι υπό κλίση
μη πάθεις και σκολίωση και εις το μέλλον κλάψω».
«Περπάτα, μάνα, να σε δω και θα σε αντιγράψω».

 

ΚΑΥΧΗΣΙΑΡΗΣ

Εις αθλητής στον τόπο του δεν πέτυχε μια νίκη
κι ονειδιζόμενος πολύ επήγε σ’ άλλα μήκη.
Γυρίζοντας αργότερα στα πάτρια εδάφη
επαίρετο πως κέρδισε νίκες πολλές, χρυσάφι.
Εις δε τη Ρόδο έκανε άλμα, ως είπε, μέγα
που ουδέποτε κατάφερε ούτ’ όναγρος ούτ’ αίγα.
Αυτό του το κατόρθωμα πολλοί θα μαρτυρήσουν,
εάν ποτέ το πόδι τους στον τόπο του πατήσουν.
Και ένας τότε φώναξε: «παράτα τα καυχήματα.
Ιδού η Ρόδος, φίλε μου, ιδού και τα πηδήματα».

 

Ο ΛΥΧΝΟΣ

Ένας λύχνος εκαυχάτο ότι υπέρ τον ήλιο λάμπει.
Εκατάφερε στο σπίτι μια ριπή ανέμου να μπει
και ο λύχνος τότε πάει και ο λύχνος τότε σβήνει.
Κάποιος τότε τον ανάβει στο σκοτάδι να μη μείνει
και σιγά του ψιθυρίζει: «Πάψε λύχνε να κομπάζεις
φέγγε μόνο και σιώπα, με τα άστρα μη τα βάζεις.»

 

ΝΑΥΑΓΟΣ

Ένας πλούσιος Αθηναίος εταξίδευε με πλοίο
όταν πιάνει τρικυμία και το έκοψε στα δύο.
Όλοι τότε κολυμπούσαν για να βγούνε στη στεριά
και αυτός μόνο κοιτούσε κατά Όλυμπο μεριά.
«Αθηνά γαλανομάτα, γλύτωσε με απ’ τον πνιγμό
και γω δώρα θα σου κάμω που δε θα ‘χουν τελειωμό.»
«Για να γλυτώσεις, φίλε μου, κολύμπα σα δελφίνι
τα παρακάλια άσε τα. «Συν Αθηνά και χείρα κινεί».

 

ΟΔΟΙΠΟΡΟΣ ΚΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑ

Εις οδοιπόρος εύρηκε εις γην ερημωμένη
μία γυναίκα μόνη της πολύ κατσουφιασμένη.
«Ποια είσαι», την ερώτησε. «Με λεν», είπεν, «Αλήθεια»
«Θα κάμω μιαν ερώτηση και μη την πεις ηλίθια.
Γιατί την πόλη άφησες και ζεις στην ερημία;».
«Όλοι το ψέμα προτιμούν, εμέ ψυχή καμία».

 

ΓΑΙΔΑΡΟΣ, ΠΕΤΕΙΝΟΣ ΚΑΙ ΛΙΟΝΤΑΡΙ

Ένα γαϊδούρι έβοσκε με ένα πετεινάρι
όταν εις το γάιδαρο όρμησε ένα λιοντάρι.
Το πετεινάρι λάλησε φωνή πολύ μεγάλη
και το λιοντάρι έκανε στα πόδια να το βάλει.
0 γάιδαρος ενόμισε αυτός ήταν αιτία
που το λιοντάρι τρόμαξε, γέμισε τα βρακία.
Γι’ αυτό και ο γάιδαρος ρίχνεται στο λιοντάρι
ώσπου φωνή δεν έφτανε από το πετεινάρι.
0 λέων αναθάρρησε και τον καταβροχθίζει
κι ο γάιδαρος πεθαίνοντας ούτω πως κλαυθμυρίζει:
Αφού από πολέμαρχους η σκούφια σου δεν φτάνει
τι ήθελες και έπεσες στης μάχης το καζάνι;

 

ΠΛΟΥΣΙΟΣ ΚΑΙ ΜΟΙΡΟΛΟΓΙΣΤΡΕΣ

Ενός πλουσίου πέθανε η μία θυγατέρα
ο ήθελε να την κλάψουνε μια νύκτα και μια μέρα.
Γυναίκες τότε μίσθωσε να τη μοιρολογήσουν
κι η άλλη κόρη εθλίβετο που ξένες θα θρηνήσουν.
-Μητέρα», της εφώναξε, «είμαστε σιχαμένες,
για να μας κλάψουν τη νεκρή φέραμε πληρωμένες»
«Να μη λυπάσαι, κόρη μου, δεν έχουμε το κρίμα.
Αυτές θρηνούν μεν γοερώς, μα είναι για το χρήμα»

 

ΣΑΛΠΙΓΚΤΗΣ

Ο σαλπιγκτής που σάλπιζε της μάχης εμβατήρια
επιάστηκε αιχμάλωτος κι ήταν στα κρατητήρια.
«Ουδέποτε εσήκωσα ακόντιο ή δόρυ
ουδέποτε εσκότωσα άντρα, κούρο ή κόρη.
Τη σάλπιγγά μου έπαιζα, τίποτε παραπάνω
γι’ αυτό αν με σκοτώσετε, άδικα θα πεθάνω».
«Το ξέρουμε πως έπαιζες μια σάλπιγγα χαλκίνη.
Γι’ αυτό θα σε σκοτώσουμε, γιατί μαζί μ’ εκείνη
τον κόσμο εξεσήκωνες να πάει εις τη μάχη
και πολεμώντας υψηλό το φρόνημά του να ’χει».

 

ΧΥΤΡΕΣ

Μέσ’ στα νερά του ποταμού, μέσ’ στην τρελή του δίνη
δυο χύτρες εκατέβαιναν, χαλκή και οστρακίνη.
Κι η οστρακίνη φώναξε: «χάλκινη, μη μου άπτου,
γιατί αλλιώς θα δώσουμε δουλειά του νεκροθάπτου».

 

 

ΑΝΘΗ ΣΟΦΙΑΣ εμμέτρως (2016)

 

ΑΙΣΧΥΛΟΣ

Θα το φωνάξω δυνατά: χωρίς αμφιβολία
γλυκύτερος ο θάνατος από την τυραννία.

Πεπαιτέρα γάρ μοίρα τής τυραννίδος
Αισχύλος, Αγαμέμνων 1365

***

Η υπεροψία αν ανθεί, καρποφορεί το στάχυ
τ’ ολέθρου τότε σίγουρα, κι ως θέρος δάκρυα θα ‘χει.

Ύβρις γαρ έξανθούσ’ έκάρπωσε στάχυν
άτης, όθεν πάγκλαυτον έξαμά Θέρος.
Αισχύλος, Πέρσαι 821-822

***

Ετούτο έχω να σου πω, μην πεις πως δεν συνάδει:
το ίδιο πρέπει να τιμάς το φως και το σκοτάδι.

Σκότω φάος αντίμοιρον•
χάριτες δ’ ομοίως.
Αισχύλος, Χοηφόροι 319-320

 

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ

«Τι είναι φίλος;», ρώτησε, κι απάντησεν αυτόματα:
«Μία ψυχή που κατοικεί», είπε, «σε δύο σώματα».

Ερωτηθείς τι έστι φίλος έφη, «μία ψυχή δύο σώμασιν
ενοικούσα».
Διογένης Λαέρτιος, Βίοι φιλοσόφων, Βιβλίον 5, Αριστοτέλης 20

***

Τ’ Αριστοτέλη λέγεται πως ήτανε η πίστη:
συστατική επιστολή το κάλλος, η καλλίστη.

Τό κάλλος παντός έλεγεν έπιστολίου συστατικώτερον.
Διογένης Λαέρτιος, Βίοι φιλοσόφων, Βιβλίον 5, Αριστοτέλης 18

***

«Δεν επιτρέπεται ο σοφός να είναι απαθής»,
ο Αριστοτέλης έλεγε, «μα μετριοπαθής».

Έφη δε τον σοφόν απαθή μέν μή είναι,
μετριοπαθή δέ.
Διογένης Λαέρτιος, Βίοι φιλοσόφων, Βιβλίον 5, Αριστοτέλης 31

 

ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ

Θηρίο ακαταμάχητο απ’ τη γυναίκα άλλο
αν θα βρεθεί καμία φορά, πολύ το αμφιβάλλω.

***

Ούδέν έστι θηριον γυναικός αμαχώτερον.
Αριστοφάνης, Λυσιστράτη 1014

***

Είναι αισχρόν, ομολογώ, ο ηλικιωμένος
με μια γυναίκα νεαρή να είναι παντρεμένος.

Αισχρόν νέα γυναικί πρεσβύτης ανήρ.
Αριστοφάνης, Αποσπάσματα

***

Προτού ν’ ακούσεις και τους δυο, τον λόγο να τους δώσεις
δικαστικήν απόφαση ποτέ σου μην εκδώσεις.

Πριν αν αμφοίν μύθον
ακούσης,
ουκ άν δικάσαις.
Αριστοφάνης, Σφήκες724-726

 

ΔΙΟΓΕΝΗΣ Ο ΚΥΝΙΚΟΣ

Την πιο κάτω απάντηση του Διογένη παίρνουν
σαν είδε τους υπεύθυνους ενός ναού να σέρνουν
ένα φτωχό που έκλεψε απ’ τον ναό φιάλη:
«Σέρνουν τον κλέφτη τον μικρό οι κλέφτες οι μεγάλοι».

Θεασάμενος ποτε τους ίερομνήμονας των ταμιών τινα
φιάλην ύφηρημενον άγοντας έφη, «οί μεγάλοι κλέπται
τον μικρόν αγουσι».
Διογένης Λαέρτιος Βίοι φιλοσόφων, Βιβλίον 6, Διογένης 45

***

0 τύραννος ερώτησε ποίος χαλκός συστήνεται
για να κατασκευάζονται τ’ αγάλματα τα κρείττονα.
«Κείνος», του λέει ο κυνικός, «με τον οποίον γίνεται
Το άγαλμα τ’ Αρμόδιου και του Αριστογείτονα».

Ερωτηθείς ποτε υπό τυράννου ποιος είη αμείνων χαλκός
εις ανδριάντα, έφη, «αφ’ ού Αρμόδιος καί Αριστογείτων
εχαλκεύθησαν ».
Διογένης Λαέρτιος, Βίοι Φιλοσοφώ ν, Βιβλίον 6, Διογένης 50

 

ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ

Όπως που να γεννήθηκες πριν από λίγο χρόνο,
αναχωρείς απ’ τη ζωή στου θάνατου τον θρόνο.

Πας ώσπερ άρτι γεγονώς εκ τού ζήν απέρχεται.
Επίκουρος, Προσφώνησις, LX, Συλλογή Βατικανού

***

Τίποτε είναι αρκετόν, το Λέω και το θίγω,
σ’ εκείνον που το αρκετό το θεωρεί ολίγο.

Ούδέν ικανόν ώ ολίγον τό ικανόν.
Επίκουρος, Προσφώνησις, LXVIII, Συλλογή Βατικανού

***

Δεν πρέπει να εφαρμόζουμε βία κατά της φύσης
μα να πειθόμεθα σ’ αυτήν, αυτή είναι η λύσις.

Ού βιαστέον τήν φύσιν αλλά πειστέον.
Επίκουρος, Προσφώνησις, XXI, Συλλογή Βατικανού

 

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ

Σύντομη είναι η ζωή κι αν τα μεγάλα τρέχεις,
στα σίγουρα δεν χαίρεσαι ούτε αυτά που έχεις.

Βραχύς αιών· επί τούτω
δέ τις άν μεγάλα διώκων
τά παρόντ’ ουχί φέροι.
Ευριπίδης, Βάκχαι 397-399

***

Κανένα οπού ευτυχεί μην πείτε ευτυχισμένο
προτού έρθει το τέλος του, τον δείτε πεθαμένο.

Των δ’ εύδαιμόνων
μηδένα νομίζετ’ ευτυχείν, πριν άν θάνη.
Ευριπίδης, Τρωάδες 509-510

 

ΗΡΟΔΟΤΟΣ

Πόσο σπουδαίο αγαθό είν’ η ελευθερία
του λόγου, ο Ηρόδοτος είπε στην «Ιστορία».

Η ισηγορίη εστί χρήμα σπουδαίον.
Ηρόδοτος, Ιστορίαι Ε78

***

Από το σώμα μια γυνή σαν βγάλει τον χιτώνα
Απ’ το κορμί και την αιδώ βγάζει κατά κανόνα.

Άμα δε κιθώνι εκδυομένω εκδύεται καί τήν αιδώ γυνή.
A Ηρόδοτος, Ιστορίαι Α8

***

Μέχρι κι ο ίδιος ο θεός, είν εξακριβωμένο,
Να αποφύγει δεν μπορεί της μοίρας το γραμμένο.

Την πεπρωμένην μοίραν αδύνατά έστι άποφυγείν και θεώ.
Ηρόδοτος, Ιστορίαι A 91 

 

ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ

Πρέπει να ξέρεις, φίλτατε, και άγρια και ήμερα
και σώματα και χρήματα, όλα είναι εφήμερα.

Εφήμερα σώματα καί χρήματα.
Θουκυδίδης, Ξυγγραφή Β 53

***

Δυο είναι τ’ ασυμβίβαστα γι’ απόφαση σωστή
κι αυτά ναι αναμφίβολα ταχύτης και οργή.

Δύο τά εναντιώτατα εύβουλία είναι, τάχος τε και οργήν.
Θουκυδίδης, Ξυγγραφή Γ 42 |

***

Ελπίδα μα και έρωτα σε κάθε πράγμα είδα
και πρώτα είν’ ο έρωτας κι ακολουθεί η ελπίδα:.

Ή τε ελπίς καί ό έρως έπί παντί, ό μεν ηγούμενος,
ή δ’ έφεπομένη. |
Θουκυδίδης, Ξυγγραφή Γ 45

 

ΞΕΝΟΦΩΝ

Τα αγαθά διδάσκεσαι από τους αγαθούς·
Αν έχεις φαύλων επαφές απόλλυται κι ο νους.

Εσθλών μεν γάρ απ’ εσθλά διδάξεαν ήν δή κακοίσι
συμμισγης, απολείς καί τόν εόντα νόον.
Ξενοφών, Απομνημονεύματα 20

***

Τα λόγια του Ησίοδου έγιναν παροιμία:
«Ντροπή δεν είναι η δουλειά μα είναι η αργία».

Ησιόδου μέν το έργον δ’ ουδέν όνειδος, αεργίη δέ τ’ όνειδος.
Ξενοφών, Απομνημονεύματα 56

***

Νομίζω πως οι άνθρωποι τον πλούτον και πενίαν
Τους έχουνε εις τις ψυχές και όχι στην οικίαν.

Ότι νομίζω, ώ άνδρες, τούς ανθρώπους ούκ εν τώ οίκω
Τον πλούτον και την πενίαν έχειν, άλλ’ έν ταίς ψυχαίς.
Ξενοφώντος Συμπόσιον 34

 

ΠΙΝΔΑΡΟΣ

Ναι, είναι προτιμότερο, λέω, να με φθονούν,
παρά να με οικτίρουν και να με λοιδωρούν.

Κρέσσων γάρ οικτιρμού φθόνος.
Ιωάννης Στοβαίος, Έκλογαί – Αποφθέγματα – Ύποθήκαι, Βιβλιον τρίτον
Περί φθόνον 22

***

Και ο πλούσιος και ο φτωχός κι ο πάνω κι από κάτου
παίρνουν μαζί αμφότεροι τον δρόμο του θανάτου.

Αφνός πενιχρός τε θανάτου πέρας άμα νέονται.
Πίνδαρος, ΝεμεόνικοςΖ 19

***

Εις τη ζωή εφήμεροι! Τι είναι; Τι δεν είναι;
Σκιά ονείρου ο άνθρωπος. Γι’ αυτό τρώγε και πίνε.

Επάμεροι! Τί δέ τις; τί δ ον τις; σκιάς όναρ άνθρωπος.
Πίνδαρος, Πυθιόνικος VIII 95

 

ΣΟΦΟΚΛΗΣ

Το πείσμα εις τις συμφορές καθόλου δεν συμφέρει•
καινούργιες ίσως συμφορές ενδέχεται να φέρει.

Θυμός δ’ έν κακοίς ου ξύμφορον.
Σοφοκλής, Οιδίπους έπι Κολωνώ 592

***

Απ’ όλα πιο σημαντικό είναι η φρονιμάδα•
να δίνεις τόπο στην οργή και εις την αγριάδα.

Όσω κράτιστον κτημάτων ευβουλία;
Σοφοκλής, Αντιγόνη 1050

***

Στον κόσμο δεν γεννήθηκα για να μισώ τους άλλους
αλλά τους άλλους ν’ αγαπώ, μικρούς είτε μεγάλους.

Ούτοι συνέχθειν, άλλα συμφιλείν έφυν.
Σοφοκλής, Αντιγόνη 523

***

Ο έρως αναμφίβολα, όταν και όπου λάχει,
είνα ακατανίκητος πάντοτε εις τη μάχη.

Έρως ανίκατε μάχαν.
Σοφοκλής, Αντιγόνη 781

 

ΣΩΚΡΑΤΗΣ

Όποιος, λοιπόν, λιγότερα έχει εις το ταμείον
Αυτός σίγουρα βρίσκεται εις τους θεούς πλησίον.

Και ελάχιστων δεόμενος έγγιστα είναι θεών.
Διογένης Λαέρτιος, Βίοι φιλοσόφων, Βιβλίον 2, Σωκράτης 27

***

«Ποίον αναγνωρίζετε ως κάλλιστον κτημάτων;»
«Τις ώρες τις ελεύθερες αντί πολλών καμάτων».

«Και έπήνει σχολήν ώς κάλλιστον κτημάτων.
Διογένης Λαέρτιος, Βίοι φιλοσόφων, Βιβλίον 2, Σωκράτης 31

***

Προτού να πιει το κώνειον του είπεν η Ξανθίππη:
Αδίκως αποθνήσκεις, ναι, και άδικα σε χάνω».
Και ο Σωκράτης άνετα κατόρθωσε να είπει:
Μήπως εσύ θα ήθελες δίκαια να πεθάνω;»

Της γυναικός είπούσης, «άδίκως αποθνήσκεις», «συ δέ»,
έφη, «δικαίως εβούλου;»

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

 

Παρουσίαση από MICHELE IANNELLI

Ευτυχισμένη ή ποίηση που ταξιδεύει άπό τη μιά στην άλλη γλώσσα!
(Beata la poesia che transita dall’una in altra lingua!) K. Χρυσάνθης

Ο Ανδρέας Γεωργιάδης, ο όποιος έχει βραβευθεί με το Πρώτο Διεθνές Βραβείο Γραμμάτων «Jean Μοηηέί» 2002, γεννήθηκε το 1948 στη Μεσόγη της Πάφου, χωριό της Κύπρου, λίγα μόλις χιλιόμετρα από τη θάλασσα που καυχιέται ότι γέννησε την Αφροδίτη, στην πιο επιβλητική περιοχή της Κύπρου έπειτα από εκείνη του Τροόδους, τόσο για το τοπίο όσο και για τη
χλωρίδα και την πανίδα της. Κάτω από έναν βαθυγάλανο ουρανό, μέσα στον όποιο, ολόκληρο τον χρόνο, ο ήλιος κυριαρχεί Θριαμβικά, το χώμα είναι ντυμένο με πλούσια βλάστηση από τα εσπεριδοειδή ως τις ελιές, από τ’ αμπέλια ως τις χαρουπιές, δίνοντας γρήγορα τη θέση του στο δάσος, όπου βρίσκονται μαζί λουλούδια, φυτά και ζώα που δεν συναντιούνται αλλού, όπως ο βραχύφυλλος κέδρος, ο πελεκάνος και το αγρινό, πολύ όμοιο με το αγριοκάτσικο της Σαρδηνίας και της Κορσικής μα πιο μεγάλο, για να μη πούμε και για τα πουλιά που ενδημούν εκεί η τα αποδημητικά, που περνούν από τον βορρά στον νότο κι από τη δύση στην ανατολή, από και προς τις
τρεις ηπείρους που βρέχονται από τη Μεσόγειο, και σταματούν για να πάρουν μιαν ανάσα.
Μέσα σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον ο Ανδρέας Γεωργιάδης δεν μπορούσε να μην αποκτήσει εξ απαλών ονύχων, σεβασμό, αγάπη και πάθος για τη φύση, τόσον ισχυρά, ώστε, στον κατάλληλο χρόνο, να κατευθύνει προς αυτήν και τις σπουδές του: σπούδασε πρώτα φυσιογνωστικά στις ΆΘήνες και ειδικεύτηκε κατόπι στο ίδιο θέμα στον Καναδά.
Η είσοδός του στον Παρνασσό έγινε πριν δώδεκα χρόνια με τη συλλογή του ’Ακαριαία (1990), που την ακλούθησαν ο Αίσωπος εσαεί (1999) και το Ο tempora, ο mores! (2001). Με αυτά όλα στο ενεργητικό του, στα όποια πρέπει να προστεθεί κι ο ρόλος του ως καθηγητή των φυσιογνωστικών, από το 1978, στα σχολεία μέσης παιδείας, εξέδωσε μέσα στο 2002 την ποιητική συλλογή Φυσιοδρόμιο.
Αποτελείται από 28 συνολικά ποιήματα, που τα χαρακτηρίζει η συντομία, η απλότητα και η μεστότητα του στοχασμού, ιδιότητες που ταιριάζουν στο επιγραμματικό είδος. Χωρίζεται σε δυο μέρη. Το πρώτο, με δεκατρία ποιήματα, τιτλοφορείται Βιότυποι, όρος με τον όποιο η γενετική στο παρελθόν δήλωνε μιαν ομαδοποίηση ειδών κατώτερης ομοταξίας θεωρούμενων γενετικώς ομογενών, η έννοια των όποιων σήμερα αποδίδεται με τον όρο «καθαρόαιμη γραμμή». Το δεύτερο μέρος, με δεκαπέντε ποιήματα, έχει τον ίδιο τίτλο της συλλογής Φυσιοδρόμιο, μια ποιητική διαδρομή που τη διαπερνούν οι νόμοι της φύσης, τον
σκοπό των οποίων ο ποιητής τον εξηγεί βάζοντας ως προμετωπίδα της συλλογής έναν στοχασμό του Ίωάννου του Σιναϊτου.
Έργο ποιητικό, καρπός της εμπειρίας ενός φυσιοδίφη, ενός δασκάλου και ενός αθλητή των μουσών, ο όποιος στο έργο του αυτό μαστιγώνει τα ήθη, όπως και στις προαναφερθείσες συλλογές Αίσωπος εσαεί και Ο tempora, ο mores!. Γίνεται όμως Αμέσως σαφές πως, αν είναι Αλήθεια —και είναι Αλήθεια— ότι όλα τα λογοτεχνικά έργα απευθύνονται στους λίγους, με την έννοια ότι δεν αποτελούν ψωμοτύρι για τον οποιοδήποτε αναγνώστη,
το έργο αυτό είναι διπλά απευθυνόμενο στους λίγους. Απαιτεί ένα ελάχιστο επιστημονικών γνώσεων, στον βαθμό που ο συγγραφέας, στο τέλος μερικών ποιημάτων, σημειώνει τις βιοφυσικοχημικές αρχές από τις όποιες αντλεί την έμπνευση της ποίησής του. Τη θέλει βραχύλογη, χωρίς ψεύτικα στολίδια, όπως διαβάζομε στα ποιήματα Η ζήλεια του και Είδωλα. Στο
πρώτο, το τελευταίο της συλλογής, ο ποιητής ρίχνει διακριτικά βέλη στους φλύαρους ποιητές, βάζοντάς τα, παραδόξως, στο στόμα ενός μονολογούντος φλύαρου ποιητή, ο όποιος, κάποια μέρα, παραδεχόμενος τα όριά του, ομολογεί τη ζήλεια του για τον αποστακτήρα. Ας του δώσουμε τον λόγο:

Δε ζηλεύω τίποτα
παρά μόνο το λαμπίκο
Μπορεί και βγάζει απόσταγμα.

Έτσι μονολογούσε
ένας φλύαρος ποιητής.

Στα Είδωλα, έκτο ποίημα του δεύτερου μέρους, ο ποιητής σκιαγραφεί τη διαφορά Ανάμεσα στον ίδιο, δεδηλωμένο ποιητή του συγκεκριμένου και της ρεαλιστικής γλώσσας, και στους άλλους, τους φλύαρους κατά την άποψή του, που εμείς θα μπορούσαμε να τους ονομάσομε ποιητές των λόγων, οικειοποιούμενοι μια φράση του Pirandello, ο οποίος, αντιτάσσοντας τον εαυτό του στον D’ Annunzio, που τον χαρακτήριζε ποιητή των λόγων, όριζε τον εαυτό του ποιητή των πραγμάτων. Aς δούμε, εν προκειμένω, πως εκφράζεται, ελέγχοντας εκείνους, οι όποιοι, αντί να εμβαθύνουν, προσεγγίζουν επιπόλαια τα προβλήματα:

Από κεκτημένη ταχύτητα
πλησίασες την κορυφή του κατόπτρου.
Το είδωλό σου φανταστικό.
Πόσο θα ήθελα
να φτάσω και να μείνω
πάνω στην κύρια εστία.
Να πάω στο άπειρον!

Από τα δύο επιγράμματα, αυτό το τελευταίο ανάγεται στους
νόμους της οπτικής και συγκεκριμένα στην αντίληψη περί κύριας εστίας, η όποια αποτελεί σύμβολο του συγκεκριμένου, αντιπαρατιθέμενης σ’ εκείνην περί δευτερεύουσας εστίας, σύμβολου του αφηρημένου, ενώ το προηγούμενο ποίημα κάνει συσχετισμό με τον αποστακτήρα, για να καταστήσει σαφές ότι η ποίηση πρέπει να είναι καρπός ακριβούς στάθμισης και στοχασμού, ένα αληθινό απόσταγμα του νου. Αϊτή η επανειλημμένη
χρήση του λεξιλογίου των θετικών επιστημών στο Φυσιοδρόμιο είναι σταθερή.
Κάθε τόσο συναντούμε εκεί αναφορές σε επιστημονικά όργανα, όπως βολτάμετρο, ηλεκτρολύτες, άνοδος και κάθοδος, έντομα και άνθη, καθώς και διάφορους φυσικούς νόμους και φαινόμενα, κύτταρο, φωτοσύνθεση, ηλεκτρόλυση, κλώνος και κλωνοποίηση, υμενόπτερα, γονιμοποίηση, δεινόσαυροι και βροντόσαυροι, μαλάκια, ήλεκτρον. και ούτω καθ’ έξης. Για τούτο έχει δίκαιο ο Ανδρέας Πετρίδης, όταν παραβάλλει, μέσα στον αναγκαίο βέβαια σεβασμό των αποστάσεων, τον κόσμο του Γεωργιάδη μ’ εκείνον του Κωνσταντίνου Καβάφη, τονίζοντας το γεγονός ότι, ενώ ο τελευταίος, για τις ποιητικές του συνθέσεις, πήρε πρόσωπα και σύμβολα από την ιστορία, ο δικός μας, θραύοντας αποφασιστικά τις γέφυρες με την παράδοση, ως μελετητής της φύσης που είναι, παίρνει τα σύμβολά του από
τον βιοφυσικοχημικό κόσμο.
Η πρωτοτυπία όμως δεν στηρίζεται τόσο στην προσφυγή στις επιστημονικές προόδους και στα ειδικά μέσα με τα όποια αυτές πραγματοποιούνται στα εργαστήρια, όσο στο γεγονός ότι ο Γεωργιάδης, χάρις στην ευαισθησία και στη φαντασία (χαρίσματα απαραίτητα για να ασκεί κάποιος την τέχνη της ποίησης) άλλα και χάρις στο γεγονός ότι είναι μια πέννα από χρόνια εξοικειωμένη με τον μόχθο της λογοτεχνίας, πετυχαίνει να μεταδώσει ένα αίσθημα, το δικό του και το δικό μας, και ως εκ τούτου οικουμενικό στα πολυάριθμα φαινόμενα που ρυθμίζουν το σύμπαν, μετατρέποντάς τα έτσι σε ποιητικά, ικανά δηλαδή να προξενούν συναισθήματα. Και το ότι είναι ένας φυσιολάτρης το φανερώνει το γεγονός ότι απέναντι στον κόσμο από τον οποίο παίρνει τα σύμβολά του τρέφει τον σεβασμό εκείνου που αισθάνεται ότι η ανθρώπινη γνώση δεν μπορεί και δεν πρέπει να βιάζει τη φύση με τη λανθασμένη αυταπάτη ότι μπορεί να
τα εξηγήσει όλα. Είναι απαραίτητο πάντα να υπάρχει, όπως στο φαινόμενο της φωτοσύνθεσης, κάτι ακατάληπτο, σκοτεινό, ανεξερεύνητο, μ’ ένα λόγο ανυπέρβλητο, ώστε να αποφεύγεται οποιαδήποτε ανεξέλεγκτη έρευνα που μπορεί να μας εκθέσει σε ανυπολόγιστους κινδύνους.
Διακηρύσσει αυτή την αλήθεια ως μια προμετωπίδα στη συλλογή, με την πρώτη επιγραμματική σύνθεση που έχει τον τίτλο Απαραίτητο.
Τα φυσικά φαινόμενα και οι νόμοι τους έχουν γίνει δομικά εργαλεία στην ποιητική του δημιουργία, με κανένα όμως τρόπο ως αυτοσκοπός, αλλά, όπως έχει ήδη λεχθεί, σε μια λειτουργία διδακτική. Πειστική είναι, εν προκειμένω, Η εξαφάνιση των δεινοσαύρων, που έχει τη μορφή και τη γεύση ενός μύθου. Δίνοντας φωνή στα προϊστορικά ζώα, ελέγχει την ελλιπή ευαισθησία μας απέναντι στα προβλήματα του περιβάλλοντος, τοσούτο μάλλον αφού, απέναντι στη βαθμιαία φθορά του πλανήτη μας, αντί να ανασκουμπωθούμε και να κάνομε όσα απαιτεί το κοινό συμφέρον, ασχολούμαστε με άγονες συζητήσεις παρά με έργα, αν και είμαστε βέβαιοι πως ένα γυάλινο μπουκάλι, το όποιο στο παρελθόν ανόητα χαρακτηριζόταν «άδειο για απόρριψη», αν πετιέται στο περιβάλλον, δεν είναι μόνο υλικό
ρύπανσης αλλά και πλούτος που γίνεται καπνός.
Όπως γίνεται φανερό, το ηθικό δίδαγμα δεν είναι κάτι ψεύτικο, δεν έχει τη γεύση του αποφθέγματος η της παροιμίας που κάποτε αποτελούσε την κατακλείδα των κειμένων με διδακτικό περιεχόμενο. Βρίσκεται, αντίθετα, μέσα στη λογική των πραγμάτων, ως φυσικός επίλογος της αφήγησης, η όποια είναι λιτή αλλά ταυτόχρονα ζωηρή, καθώς τη διαπερνά άλλοτε μια
ευτραπελία, καθ’ ολοκληρίαν μεσογειακή, συγκροτημένης καυστικότητας και άλλοτε μια ειρωνεία που γίνεται σαρκασμός η αυτοειρωνεία, όπως στο ποίημα με τον τίτλο Πολύ πυκνόν, με αναφορά στον ποιητικό του τρόπο και αντίληψη, ως κατάληξη του έργου, που μπαίνει στο στόμα ενός αναγνώστη ενοχλημένου και συγχυσμένου από την τόση ερμητικότητα, ο οποίος στο τέλος ξεσπά σε μια κραυγή καταδίκης.
Ο σαρκασμός είναι παρών και στο ποίημα Η μοίρα μας, στο όποιο επισημαίνεται κάθε υποκρισία και εξαπάτηση και όπου μιλούν τα υμενόπτερα, τα όποια, μέσω της επικονίασης, γονιμοποιούν τις ορχιδέες, που το όνομά τους, οφειλόμενο στο σχήμα της ρίζας – βολβού τους, υποδηλώνει μια ψευδοανδρικότητα. Τον βρίσκομε ακόμα και στο ποίημα Του συρμού, όπου ψέγεται η συμπεριφορά εκείνων που αλλάζουν γνώμη και χρώμα σε κάθε πολιτική μεταβολή. Στο Της διαφεύγει, λαμβάνοντας υπ’
όψη τις κινήσεις της μετάλλαξης (υιοθετεί τη λέξη μετάλλαξη και όχι μεταλλαγή) στη δομή ενός κυττάρου (πηγής καθόλου ευχάριστης αλλαγής), την παρομοιάζει με κάποιον που φτάνει ψηλά χωρίς να το αξίζει, αλλά συμπτωματικά. Στο Προς Θεόν, με το όποιο αρχίζει το δεύτερο μέρος της συλλογής, βεβαιώνεται η αρχή ότι ο Θεός είναι απρόσιτος και ακατάληπτος, για τούτο το να τον φθάσει κανείς είναι πράγμα αδύνατο. Για να το καταλάβει κάποιος πρέπει να αναχθεί στο ακουστικό φαινόμενο
Doppler εφαρμοζόμενο στην οπτική, το όποιο θα οδηγούσε στην
παραδοχή μιας ταχύτητας απομάκρυνσης στα ουράνια σώματα
με επακόλουθη την απεριόριστη διέκταση του σύμπαντος, που,
αν είναι έτσι, θα μας εμπόδιζε να προσεγγίσομε στον Θεό. Δεν
μπορούμε, ωστόσο, να αποκλείσουμε ότι ο ποιητής μπορεί να
υπαινίσσεται κάτι άλλο, το αδύνατο, παραδείγματος χάριν, της
σύζευξης της θρησκευτικής πίστης με πολιτικά πιστεύω στηριγμένα στην άρνηση της ύπαρξης του Θεού. Στην Κλωνοποίηση, συνώνυμη μιας ισοπεδωτικής όσο και επικίνδυνης ομοιομορφίας,
επιτιμά τους επιδέξιους πρωτοπόρους πειραματιστές. Εδώ φθάνει σε μοντέρνα εκδοχή, η ηχώ των λόγων του Λουκιανού: Η ποικιλία κάνει ελκυστική και, ως εκ τούτου, ωραία τη ζωή, όπως και το σκόρπισμα του ανθρώπου της εποχής μας, εκφραζόμενο με μεγαλύτερη δραστικότητα στο ποίημα Η ηλεκτρόλυση του ύδατος, όπου ο λόγος δίνεται στο νερό, το όποιο εδώ συμβολίζει τον άνθρωπο ως άτομο και ως σύνολο μαζί.
Τα στοιχεία υδρογόνο και οξυγόνο, αποτέλεσμα της διάσπασης, όπως και ο ηλεκτρισμός και οι ηλεκτρολύτες που την προκάλεσαν, συμβολίζουν τους παράγοντες της αλλοτρίωσης και του κατακερματισμού του σύγχρονου ανθρώπου, ο όποιος, αφού έχασε κάθε πίστη σε άξιες σταθερές και αντικειμενικές, αισθάνεται ανερμάτιστος και μόνος μπροστά στα ανεξήγητα
ερωτηματικά της ύπαρξης. Κι ακόμα συνεχώς πιο τρωτός, τη στιγμή που βρίσκεται στην κορυφή τόσων εκπληκτικών κατακτήσεων της τεχνικής και της επιστήμης, οι όποιες, αν τις χειριστούμε με φρόνηση, παράλληλα προς την ανάκτηση των παλιών άξιών, συμβατών με τις νέες (όπως εκείνες της οικογένειας, της αληθινής αλληλεγγύης και του αισθήματος του δικαίου) θα αποτρέψουν τις απειλές εναντίον ενός πλανήτη, ο όποιος αντιδρά όσο
πάει και πιο έντονα στη βία, στην όποια τον υποβάλλομε.

(μτφ. Γ. Χατζηκωστής)

[’Από την παρουσίαση του «Φυσιοδρόμιου» στο Salon du Centre
CultureI Frangals (via Garibaldi 20, Genova), με την ευκαιρία της απονομής στον Α. Γεωργιάδη του Πρώτου Βραβείου της Όγδοης Περιόδου του Διεθνούς Βραβείου Γραμμάτων JEAN ΜΟΝΝΕΤ (13 Δεκεμβρίου 2002). Το όλο κείμενο της παρουσίασης δημοσιεύθηκε στην καθημερινή εφημερίδα Η Σημερινή στις 17 Φεβρουάριου 2003, σε μετάφραση του Γιώργου Χατζηκωστή, επιμελητή της παρούσας έκδοσης].

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ

Εξ Αφορμής Αισθητικές προσεγγίσεις (2014)

Η ιδιότυπη συμβολιστική του Ανδρέα Γεωργιάδη

Η σπαρακτική στο είδος της ποιητική ενεργοποίηση στοιχείων και φαινομένων των θετικών επιστημών, κάνει τον Ανδρέα Γεωργιάδη να είναι και να φαίνεται ως ο πλέον ιδιότυπος – και ας τον γνωρίζουν ελάχιστοι – ποιητής του χώρου μας.
Η προσπάθειά του, τηρουμένων των αναλογιών, παραπέμπει στον κόσμο των πολλαπλών προσωπείων του Καβάφη, με μια βασική ωστόσο διαφορά. Ο Καβάφης χρησιμοποιεί προσωπεία και σύμβολα από τον ευκολότερα
αναγνωρίσιμο χώρο της ιστορίας, κάτι που μειώνει σημαντικά τον βαθμό διακινδύνευσης της επικοινωνίας του με τον αναγνώστη. Ο Ανδρέας Γεωργιάδης κάνει τα πάνω κάτω και κόβει ολότελα τις γέφυρες με τη γνωστή και δοκιμασμένη συμβολιστική, αντλώντας το υλικό του σχεδόν
αποκλειστικά από τον απάτητο ποιητικά κόσμο της Βιολογίας, της Φυσικής ή της Χημείας. Αναμετράται έτσι δημιουργικά με την ψυχρή και συναισθηματικά ανύπαρκτη επιφάνεια τους, μπαίνοντας σε ανάλογη καλλιτεχνική
διακινδύνευση. Θέτει συχνά ενώπιον του ιδιόμορφες καλλιτεχνικές προκλήσεις, προκαλώντας με τη σειρά του κι εμάς να σκύψουμε χωρίς προκατάληψη πάνω απ’ τις δύσβατες εκφραστικές του αναζητήσεις.
Κινείται έτσι διαρκώς σε τεντωμένο σχοινί, με υπαρκτό ρίσκο να διαταράξει λεπτές ισορροπίες και να περιπέσει στο πνευματικό ευφυολόγημα ή την ευρηματική ατάκα.
Η δυσκολία για τον αναγνώστη έγκειται σχεδόν αποκλειστικά στην ειδική γνωσιολογική προπαίδεια, μια βασική προϋπόθεση για την άμεση και ακριβή πρόσληψη των νύξεων και υπονοουμένων των στίχων του.
Η προσεκτική όμως ανάγνωση ανταμείβει τελικά τον αναγνώστη, αφού τον φέρνει σε επαφή μ’ ένα πρωτόγνωρο αισθητικό κλίμα, σπάνιο στο είδος του. Και δεν είναι λίγες οι στιγμές που πραγματώνεται μ’ εκπληκτικό τρόπο
μια σύμπνοια μορφής και ουσίας, όπου πνευματικές αγωνίες και ανθρώπινα πεπρωμένα αναδύονται δειλά δειλά μέσα από απίθανα προσωπεία φυσικοχημικών και βιολογικών φαινομένων. Κι ενώ τούτο σε πρώτο πλάνο
αιφνιδιάζει και προσλαμβάνεται καταρχήν ως διανοητικό παιγνίδι, εμβαθύνοντας στην ανάγνωση οδηγούμαστε στην εμβίωση μιας κρυπτικής κι επτασφράγιστης αισθαντικότητας.
Πρόκειται σίγουρα για μια ανοίκεια και διαφορετική φωνή με αναγνωρίσιμο ύφος, που διεκδικεί – παρά την ολιγογραφία και τις όποιες ουσιαστικές αντιρρήσεις- τον ελάχιστο χώρο της στο μωσαϊκό της νεότερης Κυπριακής
ποίησης. Η επάνοδος εξάλλου του ποιητή, κάθε φορά με βελτιωμένους και εμπλουτισμένους ποιητικούς τρόπους, μας υποχρεώνει να του δώσουμε περισσότερη προσοχή κι ετοιμότητα αποδοχής αυτού που δεν συνηθίσαμε. Ακόμα κι αν δεν είναι πάντοτε βέβαιο, ότι κινείται εντός των ορίων της ποιητικής επικράτειας.

Δείγματα γραφής του Ανδρέα Γεωργιάδη:

Η ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΝΟΣ ΕΡΩΤΑ

Από τον Ενεστώτα
φτάσαμε στον Παρατατικό.
Σιγά σιγά εγίναμε
και Αορίστου χρόνου.
Εν τέλει
καταλήξαμε στον Παρα – κείμενο
με το επιτύμβιου
«ενθάδε κείται»….

Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ

Ένας ειδωλολάτρης:

Και να το ξέρεις Θεοδόσιε. *
Η φωτιά που άναψες
ϋα μας φέρει το σκότος.
Και νυν και αεί
και εις τους αιώνας
των αιώνων.

* 0 αυτοκράτορας Θεοδόσιος έδωσε την άδειά του στον
Πατριάρχη Αλεξανδρείας για πράξεις θρησκευτικού φανατισμού,
που οδήγησαν τελικά καί στην καταστροφή της Μεγάλης Βιβλιοθήκης
της Αλεξάνδρειας, όπου εφυλάττετο η σοφία των αρχαίων.

ΑΓΝΟΙΑ

Μ’ έκοψαν
με κομμάτιασαν.

Αγνοούσαν
πως είμαι Ύδρα.

Στην ηλεκτρόλυση του ύδατος που ακολουθεί, περιγράφεται δήθεν η χημική διάσπαση του νερού, όπως τη μάθαμε, σε υδρογόνο και οξυγόνο, με τη βοήθεια του ηλεκτρισμού και διαφόρων ηλεκτρολυτών… Που φυσικά δεν
είναι άλλοι από τους σύγχρονους ψυχρούς συντελεστές της αποξένωσης και διάσπασης της ανθρώπινης ύπαρξης, στη συγκεκριμένη περίπτωση του ίδιου του ποιητή. Το ποίημα αναπτύσσεται με μια επιφανειακά παγερή
πιστότητα στη χημική διαδικασία της ηλεκτρόλυσης του νερού, που συμβολίζει στην προκειμένη περίπτωση την ίδια την ψυχή και το σώμα του δημιουργού.

Η ΗΛΕΚΤΟΛΥΣΗ ΤΟΥ ΥΔΑΤΟΣ

Από καιρό καραδοκούσαν
να με ηλεκτρολύσουν.
Με είχαν στο βολτάμετρο
με είχαν εις την πρίζα·
τους έλειπαν οι ηλεκτρολύτες.

Μα πάντα υπάρχουν καλοθελητές
– και δη συγγενείς εξ αίματος
Η μία πρόσφερε οξύ
η άλλη πρόσφερε τη βάση
και με διέσπασαν.
Το οξυγόνο εις την άνοδο
το υδρογόνο εις την κάθοδο.

Εν ολίγοις
με έκαμαν αέρια.

Μην καρτεράς να επανέλθεις
στην προτέρα σου κατάσταση.
Ποιος να σου δώσει ευδιόμετρο;
Ποιος να σου δώσει ρεύμα;

Βολτάμετρο, ηλεκτρολύτες: αναγκαία για την
ηλεκτρόλυση (διάσπαση) του νερού.
Ευδιόμετρο: συσκευή για την (ανα)σύνθεση του νερού.

 

ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ ΧΑΤΖΗΠΑΝΑΓΗ

ΗΔΥΦΩΝΟ 15/11/2015

Ο Ανδρέας Γεωργιάδης υπηρετώντας εδώ και χρόνια επαξίως
το είδος, έχει πολιτογραφηθεί ως ένας από τους πλέον δόκιμους και γόνιμους
σατιρικούς ποιητές της σύγχρονης ποιητικής μας Γραμματείας. Στις εικονογραφημένες του συλλογές «0 tcmpora. o mores!» και ·· Εκατόν
συν (+) μία Σατιρικές Τοξοβολίες» δεv αφήνει σχεδόν κανένα αξιοπερίεργο
ή ιλαρό τραγικό συμβάν της παλαιότερης και πρόσφατης κυπριακής
ελληνικής ή παγκόσμιας επικαιρότητας, που να μην το προβάλει κάτω από τον δικό του μεγεθυντικό φακό. Σχολιάζοντας το με πνευματώδες
χιούμορ, το παρωδεί ταυτόχρονα με καυστική ειρωνεία ευθύβολης διορθωτικής διάθεσης από τις αθέατες εσοχές μέχρι τις εκρηκτικές «ηλιακές» του προεξοχές. Έτσι, με ρέουσα λεκτικό ευστοχία ζευγαρωτής
ομοιοκαταληξίας οι ιαμβικοί του δεκαπεντασύλλαβοι κατορθώνουν να
αναδείξουν τον καίριο προβληματισμό της περιρρέουσας ατμόσφαιρας
αποστάζοντας το γελοίο, αλλά και μεταφέροντας μας από τις άχρωμες
μέρες των αυχμηρών καιρών στη χρωμόσφαιρα του ευτράπελου αλληγορικού κόσμου μιας πολυσήμαντης ποιητικής σατιρογραφίας.
Τεκμηριώνοντας τις ανωτέρω επισημάνσεις, παραπέμπουμε στον εικονιζόμενο φακό, που εστιάζει στο ποίημα -Έστελλε παπάδες για τεστ
Παπανικολάου!». καθώς και στους τελευταίους στίχους ενός άλλου τών
«Τοξοβολών»: -Φύσηξε, Αίολε, κι εδώ να φέρεις λίγα νέφη/να ανακτήσουμε κι εμείς οι δύστυχοι το κέφι». Ενώ. στο επιλογικό επιγραμματικό
ποίημα της βραβευμένης συλλογής του «Φυοιοδρόμιο», όπου μεταστοιχειώνει φυσικοχημικά και βιολογικά φαινόμενα σε πρωτότυπες ποιητικές φανερώσεις, αισθητοποιεί μεταφορικά την τελετουργική διαδικασία της ποιοτικής ποιητικής δημιουργίας «Δε ζηλεύω τίποτα / παρά μόνο τον λαμπίκο./ Μπορεί και βγάζει απόσταγμα/Ετσι μονολογούσε ένας φλύαρος ποιητής».
Ωστόσο, ο «φλύαρος ποιητής» αποδεικνύεται εύγλωττος μυθολόγoς μιας χυμώδους αφηγηματικής μεταποίησης της – Ελληνικής Μυθολογίας». κατά την ομώνυμη φετινή συλλογή του. Με επιδεξιότερη και ωριμότερη υφολογική σκευή απ’ ότι στα προγενέστερα σατιρικά του έργα, εμπνευσμένα από τον Αίσωπο, ζωντανεύει μυθολογικούς ήρωες και θρυλικά δρώμενα, ανθρωπόμορφες αδυναμίες θεών και ημίθεων, μα και τα υπεράνθρωπα επιτεύγματα τους, διανθίζοντας ης παραστατικές εικόνες της υποβλητικής του σκηνογραφίας με έγχρωμες απεικονίσεις γλυπτών. ανάγλυφων, αγγειογραφιών και μωσαϊκών μαζί με ζωγραφικούς πίνακες μεγάλων καλλιτεχνών, που εποπτικοποιούν αντιστοίχως κάθε έντιτλο ποίημα.
Από το DNA του αρχέγονου μυθολογικού πυρήνα, ο ποιητής διαδραματίζει ρόλο αγγελιοφόρου και μεταφορικού RNA, μεταγράφοντας το γενετικό υλικό σε έμμετρη λειτουργική απόδοση, για να μιλήσουμε με βιολογικούς όρους, που
προσιδιάζουν στο πεδίο του επιστητού του. Ενσωματώνοντας στην κύρια εκδοχή του μύθου στοιχεία από διάφορες παραλλαγές του, την εμπλουτίζει ακόμα περισσότερο με εύστοχες αποτιμήσεις συμβολικών προεκτάσεων, που διαθλώνται πρισματικά στο παρόν. Από την πολυφασματική θεματογραφία της συλλογής σημειώνουμε ενδεικτικά πτυχές από τις μυθικές γενεαλογίες, την περιπετειώδη ζωή των θεών του Ολύμπου και ης σχέσεις τους με τους θνητούς, από τις προϊστορικές βασιλικές δυναστείες, καθώς και μυθολογούμενες επικές ιστορίες οπό τον Θηβαϊκό και Τρωικό Κύκλο, την Αργοναυτική Εκστρατεία και τους άθλους του Ηρακλή. Παρά τις φανταστικές ικανότητες και τις ευφάνταστες πράξεις τους, «οι θεοί είναι άτομα και όχι αφηρημένες έννοιες, ιδέες ή αντιλήψεις», κατά τον Ελληνιστή Walter Burkcrt. Αυτά τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ελληνικής θεανθρωπομορφίας, ως εναρμόνια συμμετρία της ανθρώπινης και θεϊκής φύσης του κόσμου, φωτίζει «εμμέτρως» ο Ανδρέας Γεωργιάδης, τονίζοντας τη διαχρονικότητα της φιλοσοφικής μυθοπλαστικής πρόσληψης των
αρχαίων Ελλήνων, όπως και την ανά τους αιώνες θελκτική επενέργεια του αγέραστου αρχαιοελληνικού μύθου στην αισθητική αγωγή και τη δημιουργική φαντασία Αντί επιλόγου, ως δείγμα γραφής και επίκαιρης σημειολογίας παραθέτουμε μερικούς στίχους: «Γέμισε από κοπριά η χώρα του Αυγεία / κι άμεσα εκινδΰνευε του κόσμου η υγεία / 0 Ευρυοθέας έμαθε για όλη αυτή την
κρίση / και κάλεσε τον Ηρακλή να δώσει μία λύση,/ χωρίς καμιά βοήθεία με τα δικά του χέρια/σε χρόνο πολύ σύντομο, μίαν ημέρα πλέρια».

 

ΟΝΗΣΙΦΟΡΟΣ  ΝΕΟΦΥΤΟΥ

«Ο τόπος εν ο άδρωπος … και χωρίς τον άνδρωπον ο τόπος εν γέρημος». Αυτή η διαχρονική λαϊκή θυμοσοφία ισχύει για όλο τον κόσμο, ισχύει πανανθρώπινα. Αδιαμφισβήτητα αυτή η ρήση ισχύει και για το χωριό μας, τη
Μεσόγη, που σαν τόπος δεν είναι «γέρημος». Οι άνθρωποί της, οι Μεσογειώτες, είν’ αυτοί που της προσδίδουν τιμή, ομορφιά, πολιτισμό. Καθημερινοί άνθρωποι, άνθρωποι του μεροκάματου, των γραμμάτων, των τεχνών και των επιστημών, με τον βίο και την πολιτεία τους, με τις δημιουργικές δραστηριότητες τους, κάνουν το χωριό τους να έχει μια θέση αξιόλογη, να ξεχώριζα από άλλες κοινότητες.
Ένας τέτοιος «άδρωπος». ένας τέτοιος Μεσογειώτης καμάρι της κοινότητάς μας είναι αναντίρρητα ο Αντρέας Γεωργιάδης Ο βίος και η πολιτεία του δικαιολογούν την κατάταξή του μεταξύ των Μεσογειωτών, που λαμπρύνουν την κοινότητά μας. Εκπαιδευτικός δάσκαλος και επιθεωρητής των
Φυσιογνωστικών και της Βιολογίας έκανε, υπηρετώντας την Παιδεία, μια επιτυχή σταδιοδρομία. Άφησε κατά τη διάρκεια της καριέρας του τις καλύτερες των εντυπώσεων. Οι μαθητές και οι συνάδελφοί του έχουν να λεν για τον Αντρέα τα καλύτερα Τον επαινούν ως δάσκαλο και ως συνάδελφο. Φίλος μου εκπαιδευτικός που γνώρισε και συνεργάστηκε με τον Αντρέα. χαρακτήρισε την εκπαιδευτική του σταδιοδρομία ως ευλογία για την παιδεία. Σκοπός μου, φυσικά, με τα γραφόμενά μου, δεν είναι να αξιολογήσω σήμερα την καριέρα του Αντρέα ως εκπαιδευτικού. Αυτό το έκαναν οι μαθητές και οι προϊστάμενοί του, που τον χαρακτήριζαν με τα πιο κολακευτικά λόγια. Σε μένα επομένως δεν πέφτει τέτοιος λόγος

Παίρνω σήμερα χαρτί να γράφω γιο τον Αντρέα. παρακινημένος από το πλούσιο ποιητικό-συγγραφικό του έργο, που με ενθουσιάζει και με κάνει να νιώθω ευχάριστα κάθε φορά που έρχομαι σε επαφή με κάποιο οπό τα δημιουργήματα του. Κάνω την αποκοτιά, και δεν το κρύβω, πως τρέμω οπό φόβο και διστάζω με τη σκέψη, μήπως αδικήσω τον Αντρέα με τα γραφόμενα μου. Λογοτέχνης δεν λογαριάζομαι, με τη βιβλιοκρισία δεν καταπιάστηκα ποτέ μου. Αυτές οι ανασχετικές σκέψεις κάνουν την πένα μου να συγκρατιέται και να μην τολμά να καταγράψει όλα όσο νιώθω και όσα ταιριάζουν να καταγραφούν για τον επιτυχημένο σατιρικό ποιητή και συγγραφέα. Θα διερωτηθεί ο αναγνώστης και δικαιολογημένο θα πει:« Αφού, κύριε, δεν
πληροίς τις προϋποθέσεις για να γράψεις για ένα ποιητή-συγγραφέα του μεγέθους του Γεωργιάδη. τι μπαίνεις στον κόπο να μουτζουρώσεις το χαρτί και να ξοδέψεις τα μολύβια σου;»
Στη βιβλιοθήκη μου παρελαύνουν και τη στολίζουν δέκα βιβλία του Γεωργιάδη. Αυτά τα βιβλία, ιδιαίτερα το σατιρικό, μου χάρισαν πολύ ευχάριστες στιγμές διαβάζοντας τα. Αυτή την ευχαρίστηση θέλω, γράφοντος να την εξωτερικέψω. Σε ποιο αληθινά οπό τα δέκα του βιβλία που κυκλοφορούν, τα μάτια δεν βόσκουν αχόρταγα στο περιεχόμενό τους και η ψυχή του αναγνώστη δεν ευφραίνεται! Στα «Ακαριαία», στον «Αίσωπο
εσαεί», στο «Ο lempora, ο mores»; Στο «Φυσιοδρόμιο», στον «Αίσωπο νυν και αεί», στις «Εκατόν συν (+) μία Σατιρικές Τοξοβολές»; Στην «Ελληνική Μυθολογία εμμέτρως» ή στην τελευταίο έκδοση «Σατιρικές Τοξοβολές Β’»; Στο βιβλίο του «Φόνοι και δίκες στην πρώιμη Αγγλοκρατία 1. Νικολής ΧστζησντώνηΤσιοκολής», συναντά ο αναγνώστης στο περιεχόμενό του ένα εξαίρετο ερευνητή-λογοτέχνη, που ντοκουμενταρισμένα φέρνει στην
επιφάνεια ξεχασμένες σελίδες της ιστορίας του χωριού μας και όχι μόνο.
Φιλόλογος ο Αντρέας δεν είναι Κι όμως ο αναγνώστης τον θαυμάζει για την ικανότητά του να χρησιμοποιεί με θαυμάσιο τρόπο την κυπριακή τοπολαλιά, την κοινή ελληνική και την καθαρεύουσα. Αυτό τα τρία γλωσσικά εργαλεία τα χρησιμοποιεί περίτεχνο και πετυχαίνει τις ομοιοκαταληξίες στα σατιρικά του ποιήματα.
Τα ποιήματα του τα διακρίνει μια λεπτή ειρωνεία και αυτοσαρκασμός που γοητεύουν τον αναγνώστη. Είναι αριστοτέχνης στον χειρισμό του έμμετρου λόγου και με απλότητα εκφράζει επιγραμματικά τα μηνύματα του. Αυτά όλα μας υποχρεώνουν να τον κατατάξουμε στους σπουδαίους σατιρικούς ποιητές Δικαιολογημένο μερικοί αναγνώστες του τον ονόμασαν Σουρή της Κύπρου
Σ’ όλα του τα ποιήματα δια φαίνεται η δυνατή του φαντασία και μαζί με την πολυμάθεια του γίνεται άριστος «τοξοβόλος», πετυχαίνοντας τους στόχους του. Προσυπογράφουμε τον χαρακτηρισμό που του έδωσαν «ο Σουρής της Κύπρου». Για μας ο Αντρέας Γεωργιάδης είναι ο Μεσογειώτης Σουρής και χαιρόμαστε τη δημιουργικότητα του, τιμά τη Μεσόγη μας.

 

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

ΧΡΙΣΤΟΣ ΧΑΤΖΗΠΑΠΑΣ

xristos

Ο Χρίστος Χατζήπαπας γεννήθηκε το 1947. Σπούδασε Κτηνιατρική στη Σόφια όπου αργότερα έκανε μεταπτυχιακά. Εξέδωσε τρεις ποιητικές συλλογές, τρία μυθιστορήματα και πέντε συλλογές διηγημάτων.
Δύο μυθιστορήματα και δύο συλλογές διηγημάτων του τιμήθηκαν με Κρατικό βραβείο. Ένα βιβλίο του με διηγήματα από όλες τις συλλογές διηγημάτων εκδόθηκε στα Αγγλικά με τον τίτλο Like a discus thrower, εκδ. Αρμίδα.
Ξεχωριστά ποιήματα και διηγήματά του μεταφράστηκαν σε πολλές ξένες γλώσσες
Ο Χρ. Χατζήπαπας διετέλεσε για πολλά χρόνια Πρόεδρος της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου και είναι μέλος της συντακτικής επιτροπής του λογοτεχνικού περιοδικού Νέα Εποχή. Το 2017, του απονεμήθηκε το Βραβείο «Γ.Φ. Πιερίδης» της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου για τη συνολική προσφορά του στα κυπριακά γράμματα.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ
Ενδοσκόπιο, Ποιήματα, Λευκωσία 1969
Εισαγωγή στην τραγωδία, Ποιήματα, Λευκωσία 1979
Το μεγάλο ψέμα, Διηγήματα, Σύγχρονη Εποχή, 1981
Εντελώς Φυσιολογικός, Διηγήματα, Λευκωσία, 1984
Το χρώμα του γαλάζιου υάκινθου, Μυθιστόρημα, (Καστανιώτη), 1989
Στην Ολκό του μαύρου φεγγαριού, Μυθιστόρημα, (Δελφίνι), 1993
Στο μάτι του φιδιού, Μυθιστόρημα, (Καστανιώτη) 2000
      Βουλγαρική έκδοση, (Μπαλκάνι), 2003
Έρως εν καμίνω. Διηγήματα, (Λιβάνη), 2001
Like a discus thrower, short stories, (Armida), 2009
To ασταθές βήμα, Διηγήματα, (Γαβριηλίδη)ς, 2009
      Βουλγαρική έκδοση, (Πλάμακ), 2010
      Τουρκική έκδοση, (ISIK KITAVEVI), 2013
      Γαλλική Έκδοση, (Kallimages), 2014
Τα πηγάδια της ιστορίας, Ποιήματα (Γαβριηλίδης) 2012
Αλλόφυλοι εραστές, Διηγήματα, (Γκοβόστη) 2018

 

 

 

ΑΛΛΟΦΥΛΟΙ ΕΡΑΣΤΕΣ (2018)

ΜΕΡΟΣ Α’

αν έλειπε εκείνη η μέρα από το ημερολόγιο

 

ΑΝ ΕΛΕΙΠΕ ΕΚΕΙΝΗ Η ΜΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ.. .

ΑΝ ΕΛΕΙΠΕ εκείνη η μέρα από το ημερολόγιο κι εκείνη η γρουσούζικη ώρα, το παιδί θα ζούσε σήμερα…» είπε ο Ερόλ κι έχωσε τα δάκτυλα του δεξιού χεριού στα γκρίζα, μακριά μαλλιά του. Διέκοψε απότομα την προηγούμενη διήγησή του. Σαν να τον είχε αρπάξει ρεύμα μικρής τάσης· μια ηλεκτροπληξία μνήμης… «Μπορεί τώρα να ήταν σήμερα ένας ακτιβιστής της ειρήνης και της επανένωσης. Όπως εμένα, εσάς…» συνέχισε, σαν να απευθυνόταν μακριά, σε κάποιον αόρατο άγνωστο.
Κατάλαβα πως η αρχινημένη κουβέντα μας, για τους «Αλλόφυλους εραστές», θα έμενε στη μέση…
«Μα, ναι, θα πρέπει πρώτα να πω αυτό! Ήρθε ξαφνικά και δεν φεύγει απ’ εδώ!» είπε ο Ερόλ, πιέζοντας και στρίβοντας τον δείκτη σαν αρίδα στον κρόταφο.
Ήθελε να πει πως εκεί κατοικούσε η μνήμη. Που αδημονούσε…
0 μεταφραστής και φίλος μου, ο Αζίζ, ένιωσε και ο ίδιος ένα τράνταγμα. Κοιτούσε μια εμένα, μια εκείνον.
Δεν ήθελε να του ξεφύγει λέξη:
«Μεσούντος του Αυγούστου, λοιπόν, και της δεύτερης εισβολής… Δεν θα ξεχάσω τους αιχμάλωτους που είχανε εγκλωβιστεί σε αγροικίες του Γεωργικού Γυμνασίου, στις παρυφές της Μόρφου. Στις εκκαθαρίσεις που ακολούθησαν την επέλαση του στρατού, λάβαινε μέρος κι ο Γιουσούφης. Φανατικός, δολοφόνος κατά συρροή, ορκισμένος της Τ.Μ.Τ. Γνωστός σ’ όλους στο χωριό σαν Γιουσουφάκι. Φοβού όσους έχουν και επεξηγηματικό παρατσούκλι…» είπε και χαμογέλασε, παρακολουθώντας αν πιάσαμε τον υπαινιγμό του. Θα του έλεγα εγώ, πως κι εμείς απ’ εδώ συνηθίζουμε κάτι ανάλογο, για ανθρώπους που, λόγω πλούσιου ποινικού μητρώου, δεν αρκούνται στ’ όνομά τους και χρήζουν διευκρίνισης. Αλλά, γιατί να διακόψω;
«Μόλις που είχε καταφέρει το Γιουσουφάκι, πριν από κάνα μήνα, να ξεφύγει, δυστυχώς, από την Εθνική Φρουρά και τους πραξικοπηματίες που, με το που μπήκαν στο χωριό, μάζεψαν τους άντρες και τους στείλανε
πακέτο στη Λεμεσό. Το Γιουσουφάκι έκανε επάγγελμα το φονικό. Yirtici hayvan, ύαινα! Κυκλοφορούσε μ’ ένα αυτόματο, δίπλα στους Τούρκους στρατιώτες, αγρίμι που οσμιζόταν το ζεστό αίμα από μακριά». Οι αιχμάλω-
τοι, καμιά εικοσαριά, κρατούνταν στην αυλή του σχολείου. Τυχαία, στη σκηνή βρέθηκε ένας Τούρκος γιατρός, απ’ αυτούς που είχε φέρει μαζί του ο στρατός. Στους ώμους του πολλά σιρίτια. Οι βοηθοί του τον φώναζαν
αρχίατρο. Πάνω στην κουβέντα τού ξέφυγε πως, ευτυχώς, χρόνια τώρα στον στρατό, δεν του έτυχε ποτέ να δει να θανατώνεται άνθρωπος μπροστά στα μάτια του. Δεν θα το άντεχε… Πιθανότατα, μέσα στην κόλαση των
ημερών, να είχε νιώσει ξαλαφρωμένος με κάποια καινούργια διαταγή από το αρχηγείο…
»Τι ήθελε να το πει, αυτό, ο γιατρός!
»Αυτοστιγμεί, το Γιουσουφάκι, βγήκε μπροστά, σαν κακομαθημένο παιδί, κουνιστός λυγιστός, κοντός, μια σπιθαμή, και παρίστανε λες, πως επιθεωρούσε την ομάδα των αιχμαλώτων. Εκείνοι στάθηκαν προσοχή μπροστά του. Στη φάτσα του κόλλησε μια μάσκα με κάτι δόντια που της λείπανε».
Ο Ερόλ άγγιξε μηχανικά, δυο τρεις φορές, το χέρι στη θέση της καρδιάς. Εκεί που οι καπνιστές βάζουν συνήθως το κουτί με τα τσιγάρα… για να την προστατέψουν. Άναψε ένα. Πρότεινε αφηρημένα και σ’ εμάς, αν και ήξερε
πως δεν καπνίζουμε.
«Το Γιουσουφάκι», συνέχισε ο Ερόλ, «απευθύνθηκε χλευαστικά σ’ έναν από τους αιχμαλώτους, δυο φορές το μπόι του: ‘Έλα εδώ εσύ, καλός μου φαίνεσαι! 
>>Ήταν ένα ψηλό, λιγνό παιδί, γύρω στα είκοσι πέντε. Του μίλησε στα ελληνικά. Χωρίς να χάνει χρόνο, τον έστησε σαν δίσκο σκοποβολής στα είκοσι μέτρα, μέσα στην πλατεία του σχολείου. 0 γιατρός σαν κατάλαβε τις σατανικές προθέσεις του, έμπηξε τις φωνές.
»“Τουρ, τουρ! Μη, μην το κάνεις αυτό! Υπάρχει διαταγή! ”
»Πριν τελειώσει όμως τα λόγια του, είδε τα αίματα να πιτσιλίζουν τη μικρή πλατεία, και τον αιχμάλωτο να σωριάζεται σακί κάτω.
»0 γιατρός έκανε εμετό και λιποθύμησε.
»“Αμ’ τέτοιοι είναι οι Τούρκοι αξιωματικοί;” ακούστηκε η ύαινα να βρίζει, φτύνοντας κάτω με θόρυβο τη θερινή σκόνη που είχε ζυμωθεί με τον ιδρώτα στις γωνιές των χειλιών του. “Γιαζίκ, για αξιωματικοί! φτου, για
αξιωματικοί…”»
«Πιθανότατα ο δολοφόνος γνώριζε για τη διαταγή, η οποία είχε φτάσει κατά το απομεσήμερο από το Κεντρικό Αρχηγείο. “Να μην δολοφονούνται οι αιχμάλωτοι, για να ανταλλαγούν με δικούς μας! ”
»Και να φανταστείς, δεν είχαμε μέχρι τότε σοβαρά επεισόδια με τους Έλληνες συγχωριανούς μας. Τα μάζεψαν, βέβαια και φύγανε το ’58, με την ΕΟΚΑ και τις φασαρίες. Ήτανε οι λίγοι. Μετακόμισαν στην Πέτρα, το κεφαλοχώρι δίπλα. Όπως είχε γίνει και με δικούς μας σε άλλα χωριά, όπου ήταν μειονότητα. Κράτησαν όμως οι πιο πολλοί τα κτήματά τους, ερχόντουσαν και τα δουλεύανε, πίναμε μαζί τον καφέ μας στα καφενεία. Και στους γάμους μας έρχονταν και στους δικούς τους πηγαίναμε. Διατηρούσαμε καλές σχέσεις μέχρι το ’74. Τον Γιουσόυφη τον τραβούσε το αίμα. Μέσα στην τρέλα του
πολέμου, που η ευθύνη δεν βαραίνει προσωπικά κανένα, ο καλός χάνει τα νερά του κι ο κακός, γίνεται θηρίο ανήμερο. Yirtici hayvan, ο Γιουσούφ!

Με την τελευταία λέξη, ο Ερόλ πέταξε οργισμένος το τσιγάρο μακριά, σαν να σημάδευε κάποιον. Αμέσως, όμως, σηκώθηκε, πήγε και τον πάτησε, λιώνοντάς τον με το τακούνι του.
Επιστρέφοντας, είπε: «Αν έλειπε εκείνη η μέρα του Αυγούστου από το ημερολόγιο, εκείνη η γρουσούζικη ώρα, το παιδί θα ζούσε σήμερα…»

 

ΣΤΟ ΑΙΘΡΙΟ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ

Στη μνήμη του Νέαρχου Γεωργιάδη

Τον συνάντησα στο αίθριο, δεν ήθελα όμως να του μιλήσω. Να μου τη βιδώσει αίφνης και να φτάσουμε στα άκρα. Εκείνος άλλωστε έχαιρε ασυλίας, το πιο πιθανό, θα βρισκόμουν εγώ στο κλουβί. Ένας ταπεινός κυλικειάρχης. Όχι, όχι, θα προτιμούσα να τον φτύσω εμπιστευτικά, χωρίς μάρτυρες. Ή τουλάχιστον στην τηλεόραση, όπως κάνω με κάποιους πολιτικούς… «Προδότες», κατά την άποψή μου. Άκου, πού έχω μάθει εγώ τέτοια βρομόλογα; Μα αφού τους ακούω στο γυαλί κάθε μέρα να σκυλοβρίζονται; Εδώ στην καντίνα, όμως, φιλαράκια πρώτης…
Τι με εξάπτει, όμως; Η Μόρφου θα επιστρεφόταν στους κατοίκους της σύμφωνα με όλα τα σχέδια λύσης του Κυπριακού. Κάποια κόμματα διαφωνούσαν με αυτά και η πόλη έπεφτε κάθε φορά θύμα, όπως και η Αμμόχωστος, πόλη φάντασμα, περιφραγμένη με συρματόπλεγμα. Χωρίς κατοίκους, αφημένη στον χαλασμό του χρόνου, πεδίο μάχης ανάμεσα σε ερπετά και ποντίκια. Παιγνιδάκι του Αίσωπου ανάμεσα στο ποντίκι και το λιοντάρι που βρυχάται. Η Μόρφου, τουλάχιστον, κατοικείται. Από Τουρκοκύπριους του νότου, οι οποίοι με το σχέδιο εθνοκάθαρσης του τουρκικού στρατού το ’74, ξεριζώθηκαν από τα σπίτια τους, τους εγκατέστησαν εδώ. Κράτησαν και τ’ όνομά της. «Όμορφο» τη λένε. Σ’ αντίθεση με τόσα άλλα ονόματα που η κατοχή, για λόγους μνημοκτονίας, τους άλλαξε τα φώτα. Νοσταλγούν όμως την πόλη τους. Ένας μου ’λεγε τις προάλλες πως θα πάρει τυρί στο Νότο, να του φτιάξουν πασχαλινές φλαούνες οι Λεμεσιανοί, παλιοί γείτονες του, όπως κάνει κάθε χρόνο, αφότου άνοιξαν τα οδοφράγματα το 2003. Γι’ αυτό, άλλωστε, σαν τους δόθηκε η ευκαιρία, ψήφισαν να τη δώσουνε πίσω. Παρότι την αγάπησαν πια, ξέροντας όμως πως η ψυχή της δεν θα τους δοθεί ποτέ, έπαψε και να καρπίζει όπως πριν- η συνείδησή τους υπαγόρευε πως η πόλη εξακολουθεί να ανήκει στους παλιούς ιδιοκτήτες της. Αυτοί όμως, γαϊδούρια, σκέτα. Όχι συλλήβδην, βεβαίως! Σημειωμένους έχω μόνο κάτι επιφανείς άνδρες και γυναίκες, που βολεύτηκαν μέσα σε γλυκές κομματικές μυλόπετρες, βουλευτιλίκια και άλλες μπανανόφλουδες· ξεχάστηκαν. Παρ’ όλα αυτά, σε μένα δεν αρέσουν οι διαπληκτισμοί. Στο κάτω κάτω, η πόλη τους στάθηκε για μένα μονάχα μητριά. Τα έξι χρόνια που φοίτησα εκεί στο γυμνάσιο.
Ένας συγγραφέας(1), καταγόμενος επίσης από τη Μόρφου, είχε διαπληκτιστεί μαζί τους, έμαθα, με αφορμή ένα διήγημά του για τα παιδικά του χρόνια στη γενέτειρά του. Κι όλοι πέσανε απάνω του , να τον φάνε• πέθανε ο άνθρωπος, τους έκανε το χατίρι. Εδώ και τρία χρόνια. Όπως κι ο μικρός ήρωας του πριν από σαράντα χρόνια. Και οι δυο από καρδιά. Όχι, βέβαια, επειδή πέσανε πάνω τους να τους φάνε. όχι. Γραμμένους τους είχανε. 0 θάνατός τους επήλθε σε διαφορετικούς χρόνους. Στην κηδεία τους δεν πάτησε σχεδόν κανένας συμπολίτης, τέτοιο σκορποχώρι που κατάντησαν. Ή τουλάχιστον κάποιος επίσημος ή επώνυμος, ή πώς αλλιώς τους λένε αυτούς που επαγγέλλονται τον πατριωτισμό. Ούτε βουλευτής. ευρωβουλευτίνα ή ο εν κατοχή δήμαρχός τους• αυτών που η αντίστασή τους συνίσταται στο να επιδίδουν κάθε χρόνο, στην επέτειο της κατάληψης της πόλης, ένα ψήφισμα σε κάποιον λοχία της Ειρηνευτικής Δύναμης. Αυτοί που ξέχασαν πως η γενέτειρά τους είχε γεννήσει έναν καλό συγγραφέα (2) . Η προσφυγιά, μην ακούτε λόγια, τα μεγάλα λόγια «δεν ξεχνώ», όλα τα ξεχνά, όλα τα μαχαιρώνει, προπαντός σαν πέσουν οφίτσια και καλό φαί… Αυτά τους έσουρνε, πώς να αγαπήσουν έναν τέτοιο νεκρό!
Το διήγημά του «Η τελευταία επιθυμία του Μεμέτη»(3) αναφέρεται σ’ ένα τουρκάκι, γείτονά του, το οποίο οι Έλληνες ομήλικοί του δεν το θέλανε, φυσικά. Αντιθέτως, το περιλούζανε με βρισιές από το πλούσιο υβρεολόγιο ενάντια στους σύνοικους, όπως εμπλουτίστηκε στη διάρκεια του ένοπλου αγώνα κατά των Άγγλων, όταν ο φανατισμός χτύπησε κόκκινο εναντίον των Τούρκων γειτόνων τους· ως επίσης και των αριστερών γειτόνων τους. Επειδή και οι δυο δεν στήριξαν, λέει, τον ένοπλο αγώνα τους για Ένωση. Μόνο ο Φοίβος, ο μικρότερος αδερφός του, έκανε παρέα τον Μεμέτη, το γειτονόπουλό τους. Αχώριστοι φίλοι. Ο συγγραφέας, θυμάται το παιδί εαυτό του διαποτισμένο και το ίδιο από μισαλλοδοξία, μαζί με άλλους συμμαθητές του. Ένα βράδυ τα κάνανε γυαλιά καρφιά στο τουρκικό σχολείο. Υψώνοντας την ίδια νύχτα την ελληνική σημαία στο δικό τους σχολείο, ενθαρρυμένοι προφανώς από τους δασκάλους τους. Για να ακολουθήσει και η επίθεση ενάντια στο τζαμί. Πράξη αποδιδόμενη στο διήγημα, σε κύκλους της ΕΟΚΑ, που εξισώνεται στα μάτια του συγγραφέα περίπου με την τουρκική τρομοκρατική οργάνωση ΒΟΛΚΑΝ. Όλ’ αυτά αναγκάζουν τους λίγους Τουρκοκύπριους να εγκαταλείψουν την πόλη τους και να εγκατασταθούν στη Λεύκα, γειτονική κωμόπολη όπου πλειοψηφούσαν οι Τούρκοι.
Είχε περάσει χρόνος αφότου οι γείτονές τους, ο παπλωματάς με τη γυναίκα του και τον μικρό Μεμέτη εγκατέλειψαν την πόλη. Η μάνα του Φοίβου στεναχωριόταν που είχε χάσει την καλή γειτόνισσα και ο γιος της τον φίλο του. Και μια μέρα μπροστά στην πόρτα τους καταφτάνει ένα ταξί. Μέσα είναι η κυρία Μουκατές και ο γιος της, που ήρθε για να δει τον φίλο του. Άρρωστος
με την καρδιά του. Δεν του έμενε πολλή ζωή. Αγκαλιάστηκαν με τον Φοίβο, τους άφησαν για λίγο μόνους στο δωμάτιο. Όταν βγήκαν, ήταν και οι δυο κλαμένοι. Δεν είχε κλείσει μήνας και ο Μεμέτης έφυγε απ’ αυτή την άχαρη ζωή. 0 φίλος του πήγε στην κηδεία, μαζί με τη μάνα και τον πατέρα του, ο οποίος έμοιαζε πιο στεναχωρημένος κι από τον γιο του. Στο δρόμο της επιστροφής χτύπησε μια στο τιμόνι θυμωμένος: «Αχ, φτωχέ κοσμάκη!
Αν είχαν τα ριάλια, μπορεί και να το παίρναν Αγγλία το παιδί…»

Τον είδα να βγαίνει από τη Βουλή. Ήταν ένας από τους 76%, που δεν θέλησαν να πάνε πίσω, το 2004, επειδή το σχέδιο λύσης δεν το ενέκρινε ο αρχηγός… παρότι αυτός ο ίδιος το συζήταγε για δυο χρόνια. Η Μόρφου, πάλι στα αζήτητα. Ποιος ξέρει, αν θα προταθεί και πάλι για επιστροφή. Πάλι! Πάλι με χρόνια με καιρούς… Ένιωθε μήπως κάποια ενοχή; Πάντως ήταν λίγο σκυφτός ο βουλευτής και κουρεμένος γουλί- του φταίξανε οι τρίχες. Πλησίασε. Θα πρέπει να τον έκοβαν λόρδες, ερχόταν φουριόζος κατά πάνω μου. Δεν το είχε ξανακάνει και δεν ήξερα πώς να σταθώ στο ύψος των περιστάσεων. Όλοι οι συνάδελφοί του και το προσωπικό ξέρανε τα νόστιμα και προσεγμένα σάντουιτς μας. Μετρημένα σ’ αυτά, με θεία αναλογία, το αλλαντικό, το τυρί, το λαχανικό. Το ζέσταμα επίσης, αυστηρά καθορισμένο σαν ήπιος πυρετός, το ίδιο κι η μουστάρδα σε καράτια, και η πίκλα, σε δόση ακρίβειας. Το αγγούρι μόλις που ξεμύτιζε στο κάθε δάγκωμα, η ντομάτα, λόγω χρώματος και ειδικής ευαισθησίας, απέφευγε να εμφανιστεί. Εν κατακλείδι, η κατανάλωση ενός τέτοιου γεύματος, ισοδυναμούσε, σύμφωνα με κάποιους πελάτες, με κορυφαία πανδαισία! Πρόσφυγας όντας, είχε δουλέψει ένα διάστημα στα καράβια. Στην Αμβέρσα είχε γνωρίσει αυτά τα σάντουιτς, δίπλα στον σταθμό του τρένου, με τα πολλά χρυσοχοεία… Μόνο ο βουλευτής δεν τα ήξερε. Για μεσημεριανό πεταγόταν σπίτι, ήταν κοντά. 
Γνώριζα και τον πατέρα του εν λόγω βουλευτή. Ποτίζαμε κάποτε από κοινό αυλάκι τα περβόλια μας. Πορτοκάλια εκείνος, γκρέιπφρουτ εγώ. Εκείνος με δίδασκε τη δική του αιώνια πείρα του περβολάρη, έμοιαζε σχεδόν πατέρας μου, αλλά και μάθαινε από μένα τα πιο καινούργια, μιας που ήμουν απόφοιτος του Γεωργικού Γυμνασίου της κωμόπολης. Δεν αναφέρω τ’ όνομά του για να μην προσβάλω τον γιο του. Πέθανε κι αυτός με τον καημό του γυρισμού. Το μυαλό μου τον… συγκράτησε κάπως ωχρό, ή καλύτερα τεφρό, κάτω από το φως του φεγγαριού· να πλατσουρίζει στο νερό, μ’ ένα φτυάρι στον ώμο. Μολονότι στην αρχή τα βρήκε σκούρα, στο τέλος με αναγνώρισε κι εκείνος. Αρκετά γερασμένος από τον νόστο της επιστροφής. Του εξήγησα, όμως, πως και οι δυο τσαλαβουτούσαμε σε όνειρο. Εξ ου και οι φάτσες μας σαν αρνητικά φωτογραφίας· κατάλαβε.
Τρεις μέρες πριν ανοίξουν τα οδοφράγματα είχα επισκεφτεί το Γυμνάσιό μου, όπως άλλωστε έκανα συχνά στα όνειρά μου. Ήθελα να ξαναδώ το τεράστιό του χολ, όπου παίζαμε ντόμινο, σκάκι και ντάμα. Παίρναμε από τη βιβλιοθήκη βιβλία, ακόμη και του ερωτικού Γρηγορίου Ξενόπουλου και τα διαβάζαμε, ανεξέλεγκτα και ακατασχέτως, ακούγαμε από το ραδιόφωνο τις Κυριακές τους ποδοσφαιρικούς αγώνες, κάναμε τις γιορτές μας, παίζαμε θέατρα, απαγγέλλαμε ποιήματα και καθόμασταν τις τελικές εξετάσεις της χρονιάς. Δίπλα ο κοιτώνας της έκτης τάξης και στην άλλη πλευρά, η γραμματεία του σχολείου. Πιο μέσα το γραφείο του διευθυντή με το βούνευρο της τιμωρίας. Από την πίσω μεριά ο αμπελώνας όπου κάναμε τα πειράματά μας και στο βάθος ο απέραντος πορτοκαλεώνας. Προς τα ανατολικά ξεκινούσε ο δρόμος που οδηγούσε στη μεγάλη δεξαμενή. Αριστερά και δεξιά της «ιεράς οδού», όπως την ονομάζαμε, ήταν οι κοιτώνες της τάξης μας, τα καινούργια ατομικά λουτρά, όπου εκσφενδονίζαμε, χωρίς συστολή πια, τα σπερματοζωάριά μας, υποχρεωτικά δις εβδομαδιαίους. Ενδιάμεσα της ιεράς οδού το δωμάτιο ενός θεολόγου ντόπερμαν, επίσημου ελεγκτή των οργασμών μας, το ξομολογητάρι και στη συνέχεια, λαχανόκηποι και αγροί με αμέτρητες φανταχτερές πεταλούδες. Πόσες πεταλούδες, σαν τρυφερές μαθητριούλες σε παρέλαση από το διπλανό λύκειο, δεν είχαμε καρφώσει πάνω στον αιμοσταγή κι ανόητο πίνακα των συλλογών μας! Η δεξαμενή χρησίμευε και για κολυμβητικούς αγώνες που κάναμε το καλοκαίρι πριν από τις εξετάσεις. Από δίπλα περνούσε ο καινούργιος υπεραστικός δρόμος προς Ξερό και Λεύκα. Κάποιοι τυχαίοι σταματούσαν, περνούσαν μέσα από την περίφραξη και μας παρακολουθούσαν να σχίζουμε σαν κοκκινόψαρα το νερό.
Δεν ήταν όμως κανένας εκεί. Λες και οι αγώνες είχαν εγκαταλειφθεί από τον καιρό του Μεγάλου Θεοδόσιου, που τον είπανε τέτοιον, αυτόν τον θεομπαίχτη, αφού μεταξύ άλλων θεάρεστων, έκλεισε τις ακαδημίες και κατάργησε τους Ολυμπιακούς αγώνες. Προσπάθησα να τρυπώσω μέσα από τα τέλια. Πιο κάτω ήταν στρατιώτες, κατάφερα όμως ν’ ανεβώ στο τείχος της δεξαμενής. Άδεια! Στο βυθό της λάσπη και μέσα βατράχια με λερά ματοτσίνορα. Με το που με πήραν είδηση άρχιζαν να κοάζουν εκνευριστικά. Σ’ αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στην πραγματικότητα, όπου τα βατράχια σιωπούν στο άκουσμα ξένων θορύβων. Εκείνα όμως, συνέχιζαν το δαιμονικό κόασμά τους, μες στο όνειρο. Δοκίμασα να φωνάξω, με την ελπίδα πως θα άφηναν τα σπαστικά τους και θα συμπεριφέρονταν επιτέλους, ανθρώπινα, σύμφωνα με τις φυσικές τους συνήθειες. Τίποτε! Η φωνή μου δεν έβγαινε και τ’ αυτιά μου κουδούνιζαν από τα ψηλά ντεσιμπέλ. Αποφάσισα να του δίνω. Οι βάτραχοι μεγάλωναν σε μέγεθος, το ένιωθα ξεμακραίνοντας. Κοίταξα πίσω κάποια στιγμή, με φόβο, να το επιβεβαιώσω. Συντελούνταν κάτι χειρότερο. Οι τεράστιοι βάτραχοι, μεταμορφωμένοι τώρα σε μεγάλες χελώνες, βάρκες αναποδογυρισμένες, τρέχανε το κατόπι μου, με απειλητικές διαθέσεις. Ήξερα από τα παιδικά παραμύθια πως οι χελώνες κινούνται αργά, ιδιαίτερα ανταγωνιζόμενες το λαγό, έξυπνες όμως, τον είχαν κερδίσει μερικές φορές, κόντευαν να δρέψουν το ιδρωμένο πουκάμισό μου από πίσω. Ξαναγύρισα. Να βρω κάποια κατεύθυνση που θα τους ήταν δύσκολο να ακολουθήσουν. Αμέσως όμως στ’ αυτιά μου ήχησε αλλιώτικος ο θόρυβος της κίνησής τους, έμοιαζε μεταλλικός σαν εκσκαφέων, δεν ήταν πια ορδές από χελώνες, αλλά ίλες στρατιωτικών αρμάτων. Την πατήσαμε τώρα, λέω στον εαυτό μου αγκομαχώντας.
Μα γιατί τόλμησα να διακινδυνέψω ένα τέτοιο ταξίδι, ακόμη και στον ύπνο μου; Οι κάννες των πολυβόλων τους με ακολουθούσαν κατά πόδας! Τότε σκέφτηκα πως αυτές κοιτούν μακριά, οι κάννες δεν βλέπουν τι συμβαίνει ακριβώς κάτω από τη μύτη τους. Σχεδίαζα με ελπίδα τη διαφυγή μου. Κι ακριβώς τότε, μέσα από τις πρασιές των πορτοκαλιών, ακούω μια σιγανή φωνή:
«Κρύψου αμέσως κάτω από το δέντρο κι ακολούθα με!»
Το φεγγάρι πυρπολούσε τη νύκτα. Στην αρχή νόμιζα πως ήταν από τα τροχιοδεικτικά και τα βεγγαλικά της μάχης. Μιας μάχης με στόχο εμένα, που είχα τολμήσει να πλησιάσω τη δεξαμενή, άντρο ως φαίνεται, των πολεμικών επιχειρήσεων του εχθρού.
«Έλα μην χάνεις τον χρόνο!» άκουσα ξανά τη φωνή μπροστά μου.
Ακολούθησα. Στο ξέφωτο, εκεί που χώριζαν κάποτε μεταξύ τους τα περβόλια μας, στάθηκε κατάφατσα μπροστά μου. Έμοιαζε βέβαια γερασμένος από τον καημό της προσφυγιάς, όμως αμέσως τον αναγνώρισα. 0 πατέρας του βουλευτή.
«Δίπλα ακριβώς, πέρα απ’ αυτό τον όχθο, είναι το περβόλι της αδερφής σου, δεν το θυμάσαι;»
Ήταν το περβόλι που ποτίζαμε μαζί πριν από χρόνια. Η αδερφή κι ο γαμπρός μου, που καταγόταν από τη Μόρφου, ζούσαν για πολλά χρόνια στην Αυστραλία. Δυο χρόνια προ της εισβολής είχαν αποφασίσει να επαναπατριστούν. Με τις οικονομίες τους αγόρασαν ένα μεγάλο κτήμα που το εμπιστεύτηκαν σε μένα μέχρι την επιστροφή και την επανεγκατάστασή τους. Δυστυχώς δεν κατάφερα να το κρατήσω. Μείνανε με άδεια χέρια και στα ξένα, για πάντα. Στα γράμματά μου προσπαθούσα να εξηγήσω στην αδελφή μου πως το πάλεψα με τα τανκς, αλλά, δυστυχώς, η πάλη ήταν άνιση. Εκείνη αντιλαμβανόταν βέβαια, όπως και ο καλότατος σύζυγός της, πως δεν το είχα παλέψει καθόλου, κούφια λόγια ήταν. Όμως, δοκίμασαν να μπουν στη θέση μου, την ώρα που τα άρματα με κυνηγούσαν. Και οι δυο κατανοούσαν πως δεν ήταν δυνατό να τα βάλω μαζί τους, σιωπούσαν, όμως, συνωμοτικά. Ή μάλλον γράφανε κάποτε, πως «δεν πειράζει, εσύ έκανες ό,τι περνούσε από το χέρι σου… Καμιά φορά η δειλία σώζει τον άνθρωπο!» Ίσως και να υπονοούσαν, στον ύπνο μου πάντα, πως το ότι είχα καταφέρει εγκαίρως να διαφύγω, ήταν κι αυτό θετικό. Και, εν πάση περιπτώσει, σαφώς καλύτερο από του να διάγω σήμερα σαν αγνοούμενος, όπως άλλοι χίλιοι πεντακόσιοι, να αγνοούμαι μέσα στο περβόλι τους. Πράγμα που δεν συμμεριζόμουν, αφού άθαφτος καθώς θα ήμουν, θα με τρώγανε τα όρνια και θα έμενε ο σκελετός μου σαν σασί τρακτέρ, σκιάχτρο. ν’ ασπρίζει στον ήλιο. Κι όταν θα άρχιζε η διαδικασία της αναγνώρισης των χαμένων πτωμάτων και το κυνηγητό των οστών, με τη μέθοδο του ντι εν έι, κανείς δεν θα ψυλλιαζόταν να πάρει γενετικό υλικό από ένα σκιάχτρο. Και θα έμενα εσαεί στη μέση του χωραφιού να φυλάει το μποστάνι από τα κοράκια. Κι όταν κάποτε απελευθερωθεί η πόλη κι επιστρέψουν με το καλό, ζωντανοί να ’ναι, θα βρουν τα καρπούζια, τα πεπόνια, τα φασολάκια και τις ντομάτες, άθικτες. Μόνο που, στο μεταξύ, η ετεροθαλής αδερφή μου έπαθε πάρκινσον και θα της ήταν αδύνατο, μου έλεγε, να περπατήσει μέσα σε ανώμαλο χωράφι, με πολλούς σβόλους, έλεγε. Οπότε θα έστελνε τις δυο της κόρες, τη μια που διακρινόταν ως γιατρός στη Μελβούρνη και την άλλη, μεγαλοδικηγόρος αυτή, για να μαζέψουν ντοματίνια από το χωράφι τους. 0 γαμπρός μου είχε γεράσει κι αυτός ανεπανόρθωτα. Και παρόλα αυτά έκανε κι ο ίδιος κρυφά όνειρα. Τους έκρυβα επιμελώς την υπόθεση της υπεραγοράς…
«Τώρα», μου λέει ο πατέρας του βουλευτή, «θα σε περάσω απέναντι στο κτήμα της αδελφής σου. 0 κίνδυνος είχε περάσει, μόνο ο μεταλλικός θόρυβος των εκσκαφέων ακουγόταν ξεθωριασμένος. «Μέσα έχουν κτίσει τελευταία ένα σούπερ μάρκετ, ανήκει, νομίζω, στον συμπέθερο του Ντενκτάς. Εκεί δεν θα σε πειράξει κανείς. Θα μπεις, απαρατήρητος, μέσα σε μια μεγάλη κάσα, θα ξαπλώσεις σαν νεκρός, και αύριο πρωί πρωί, θα σε μεταφέρουν Λευκωσία».
«Και τι μ’ αυτό του λέω, θα με πάνε στην κατεχόμενη μεριά! Θα με γραπώσουν εκεί και αιωνία μου η μνήμη, για τα καλά! Δεν με συμβουλεύεις σωστά, θείε!» τόλμησα να πω. Πρώτη φορά του έμπαινα έτσι, αφότου τον θυμάμαι.
«Όχι, σου λέω!» είπε κάπως θιγμένος, «το φορτηγό αυτό ακολουθεί χρόνια τώρα μια μυστική διαδρομή. Περνά για λίγο στην ελεύθερη Λευκωσία, κάνει στάση ενός δευτερολέπτου μπροστά από τη Βουλή και θα πρέπει εκείνη ακριβώς τη στιγμή να προλάβεις να πεταχτείς. Μετά περνά πάλι, μέσω του φυλακίου Λήδρα Πάλας, στην κατεχόμενη Λευκωσία. Όμως, το τελευταίο, στην ουσία, δεν σε αφορά».
Έμεινα λίγο σκεφτικός. Ακόμη και στο όνειρο, θεωρούσα παράλογη μια τέτοια διαδρομή. Γέλασα κιόλας, οικτρά βέβαια, παραλληλίζοντας τον εαυτό μου με τυφλό ή λεπρό που θα έπρεπε, μέσα σε δέκατα δευτερολέπτου, όταν ο άγγελος ταράξει τα νερά, να πηδήξω στην κολυμβήθρα…
Θα πρέπει να κατάλαβε την οικτρότητα της σκέψης μου και είπε: «Μη σκέφτεσαι οικτρά! Πρώτα πρώτα δεν είσαι νεκρός. Αυτό θα πρέπει να το συνειδητοποιήσεις και να το χωνέψεις καλά. Διαφορετικά!… Στη Βουλή,
λοιπόν, θα σε περιμένει ο γιος μου. Μόλις φανείς στην πόρτα του φορτηγού, αυτός θα σε αρπάξει, οπότε αυτομάτως τερματίζεται κάθε δικαιοδοσία του οδηγού και των ένοπλων φρουρών, επάνω σου».
Το επιχείρημά του μου φάνηκε πειστικό. Από τη στιγμή που θα κρατιόμουν από το χέρι του βουλευτή, αποκτούσα κι εγώ ασυλία, ακόμη κι απέναντι στις σφαίρες.

Αυτό ήταν το όνειρο που είχα δει τρεις μέρες πριν από το άνοιγμα των οδοφραγμάτων, του οποίου είχαν προηγηθεί οι μαζικές διαδηλώσεις των Τουρκοκυπρίων, ενάντια στο καθεστώς. Σημαντικό ρόλο, βέβαια, θα έπαιξε
και η πολιτική οξυδέρκεια του Πρωθυπουργού της Τουρκίας που, με το άνοιγμα αυτό, αποσυμπίεζε μια βαλβίδα πριν από τη μεγάλη έκρηξη του καζανιού.
Σε τρεις μέρες παρακάλεσα ένα φίλο Τουρκοκύπριο και με πήρε με το αμάξι του μέχρι το Γυμνάσιό μου. Από την πλευρά του δρόμου προς Ξερό, κάπου εκεί στη δεξαμενή, όντως υπήρχε στρατόπεδο. Πλησιάσαμε από άλλη πλευρά. Το μεγάλο χολ ήταν ισοπεδωμένο, άχρι θεμελίων, όπως τους ελληνικούς ναούς που είχαν κατεδαφιστεί με μανία από τον Ιουστινιανό για να κτιστεί ο Ιππόδρομος και κυρίως το Υδραγωγείο της Κωνσταντινούπολης.
Στη στάση της Βουλής δεν με περίμενε κανένας βουλευτής. Αυτός ήταν μέσα, στα ενδότερα, που λέμε, και μηχανορραφούσε πάντα, μαζί με άλλους σχέδια για επιστροφή στη Μόρφου. Εάν και εφόσον πετυχαίναμε, όπως λέει, την ιδεατή λύση. Την προ της ταπεινωτικής ήττας, λόγω προδοτικής βλακείας, την προ της καταστροφής, την προ του εποικισμού από εκατοντάδες χιλιάδες έποικους που συνέρεαν κατά σμήνη σαν μύγες πράσινες, κατά τον Jenan Selchuk(4) . από την Ανατολία. Και κυρίως, αν δεν επέστρεφαν όλοι οι πρόσφυγες στα σπίτια τους. Και όλοι οι αγνοούμενοι στα σπίτια τους. Στα νεκροταφεία του νότου. Με τα μικροσκοπικά τους φέρετρα! Έτσι περνούσαν τα χρόνια. Και πάνω σ’ αυτές τις άπεφθες θέσεις είχε κτίσει τέτοια καριέρα που δεν είχε πια ανάγκη την επιστροφή…
Παρόλα αυτά πετάχτηκα σβέλτα στη στάση και ανέλαβα το κυλικείο. Τον περίμενα σαν τα χιόνια από καιρό, να πεινάσει και να απευθυνθεί σ’ εμάς. Είχα προειδοποιήσει τα παιδιά, τα οποία στην κρίσιμη στιγμή χτύπησαν ρέστα· αρνήθηκαν να τον εξυπηρετήσουν. Έμεινε εμβρόντητος! Και διαμαρτυρόμενος που ρεζιλεύεται μεταξύ των συναδέλφων του, οι οποίοι στο μεταξύ κατασπάραζαν, σαν… κύριοι, τα σάντουιτς Αμβέρσας. Στράφηκε προς εμένα, αγριωπός, και ξιφουλκώντας ένα απόσπασμα του νόμου εναντίον μου.
«Είναι εντολή από τον πατέρα σου! αντέτεινα, ήμασταν ψες μαζί…» Μολονότι ο πατέρας του ήταν νεκρός εδώ και μια δεκαετία, ασκούσε όμως ακόμη νεκρική επιρροή πάνω του, …ελέω αλύτρωτης Μόρφου.
Θα πρέπει να το κατάλαβε και ο ίδιος πως κάτι δεν του έβγαινε. Το έδειχνε ο τρόπος που είχε μαζέψει την ουρά στα σκέλια κι απομακρύνθηκε.
1) Σε μια προσπάθεια δημιουργίας συνείδησης ειρηνικής συνύπαρξης, επί διακυβέρνησης Χριστόφια, έγινε μια πρόταση συμπερίληψης στη σχολική ύλη λογοτεχνικών κειμένων που ενδεχομένως θα βοηθούσαν προς αυτή την κατεύθυνση. Ουαί και αλίμονο! Οι γνωστοί εθνικιστικοί κύκλοι κατάφεραν, για άλλη μια φορά, να ακυρώσουν κάθε προοπτική. Στην περίπτωση, θύμα λιντσαρίσματος ήταν και το διήγημα του Νέαρχου Γεωργιάδη.

2) 0 Νέαρχος Γεωργιάδης, συγγραφέας αρκετών βιβλίων με διηγήματα και πολλών άλλων με έρευνες για το ρεμπέτικο τραγούδι που γίνανε γνωστά στο πανελλήνιο, πέθανε τον Ιούλιο του 2013. Στην κηδεία του δεν είδα κανένα επώνυμο Μορφίτη, για να τον ευχαριστήσει που διέσωσε εις τον αιώνα τη μνήμη της Μόρφου μέσα από το διήγημά του «0 Αβράμης ο Κύριος», που διαδραματίζεται στην πλατεία του πολιούχου Αγίου Μάμα, ούτε και για το διήγημα «Η τελευταία επιθυμία του Μεμέτη» που σώζει την τιμή των Ελληνοκυπρίων απέναντι σε ό,τι κακό διέπραξαν για τη διαίρεση της πατρίδας…

3) Φαίνεται πως η υπόθεση του εν λόγω διηγήματος είναι πέρα για πέρα αληθινή. Τριάντα χρόνια από την τουρκική εισβολή και με το μερικό άνοιγμα των οδοφραγμάτων, η Ένωση Λογοτεχνών Κύπρου διοργάνωσε με τους Τουρκοκύπριους συναδέλφους δύο βραδιές διηγήματος με έργα τεσσάρων διηγηματογράφων από κάθε πλευρά. Το διήγημα του Νέαρχου Γεωργιάδη διαβάστηκε μεταφρασμένο στην κατεχόμενη Λευκωσία. Με το πέρας της ανάγνωσης, ένας ηλικιωμένος Τουρκοκύπριος, κατασυγκινημένος, ανέβηκε στη σκηνή και
ασπάστηκε τον συγγραφέα. Ήταν ο πατέρας του Μεμέτη, ο κύριος Μουζαφέρ, ο παπλωματάς του διηγήματος.
4) Jenan Selchuk: Τουρκοκύπριος νεαρός ποιητής. Έγραψε το ποίημα Αμμόχωστος, όπου κατακεραυνώνει την κατοχή και τον εποικισμό: «Με μια στρατιωτική επιχείρηση / της αφαίρεσαν τις ωοθήκες… / Σμήνη από μύγες πρασινωπές / γεννοβολούν στο λιμάνι / κάμπιες σε σαλβάρια τυλιγμένες…»

 

ΜΕΡΟΣ Β’

αφρός ονείρου η ζωή

ΘΙΝΕΣ ΑΓΑΠΗΣ ΚΑΙ ΦΟΒΟΥ

ΤΑ ΧΑΛΑΣΑΝ ΑΔΟΞΑ εδώ και μερικά χρόνια. Από μια επιπολαιότητα, χωρίς να έχει εξαντληθεί μέσα τους η ιξώδης έλξη της αλλοτινής μέθης. Αυτό ίσως ένιωθε εκείνη και πιθανόν εκείνος. Γι’ αυτό σαν τύχαινε κάποτε να συναντηθούν στο ανέμελο της σύμπτωσης, υπήρχε τρέμουλο και ξηρασία στα χείλη του. Κι εκείνης η φωνή κολλούσε. Δύσκολα τούς έρχονταν λέξεις· έμεναν στον ουρανίσκο. Λέξεις που άλλοτε σάλιωναν με υγρά του σώματός τους. Ένδειξη τού πόσο είχαν αφεθεί στην ξηρασία της ιδιότυπης τρέλας.
Ένα δείλι τον είδε να πλησιάζει από μακριά πάνω στο κύμα. Πήρε θέση άμυνας, όπως μια φορά, στα ξηρά χρόνια: την είχε ακουμπήσει με ασύνειδη τρυφερότητα στο μπράτσο κι εκείνη τινάχτηκε λες και την άγγιξαν δόντια κοφτερά. Ξανοίχτηκε στα βαθιά. Είδε μέσα από τη μάσκα της μια σμέρνα. Έμοιαζε με τυλιχτό κατιμέρι στη σκιά ενός βράχου. Υπέθεσε πως καραδοκούσε το θύμα
της. Η ίδια, λεία της. Κι αμέσως μέσα της φόβος: πως το κεφάλι της εκτοξεύεται και της δαγκώνει τη ρώγα. Μα το ζώο απλώς αμυνόταν. Εκείνος πλησίαζε. Το κολλώδες του θυμικού του ξεπρόβαλε σαν κρυμμένη χαρά. Εκείνη το σημείωσε, ανταπέδωσε, κι ένιωσε αίφνης άλγος γλυκύ στο υπογάστριο. Όπως τότε, που γάτες ηδονής γρατσούνιζαν τα έγκατά της μετά την ιεροπραξία της συνουσίας.
Έμοιαζε σαν να είχε βρεθεί σε δύσκολη θέση. Στο παγκάκι της παραλίας κάθονταν μαζί της μια κυρία με τον γιο της. Τους σύστησε. Ξάφνου μια εντύπωση πως η κυρία ήθελε να της πασάρει τον μορφονιό της. Να του μάθει τον αντρισμό. Πρόσχαρη, ύπαρξη γενναιόδωρη και αφειδής. Και άλλοι πιθανόν, με την ίδια λογική, θα μπορούσαν να φανταστούν πως ήταν η κατάλληλη να τους μάθει τον αντρισμό. Ήταν όμως παντρεμένη και διόλου διατεθειμένη να μάθει στον οποιονδήποτε το οτιδήποτε. Εκτός από Φυσική στους μαθητές της. Πιο πέρα βρισκόταν ο άντρας της. Έφτιαχνε παιγνίδια στην άμμο με τις κορούλες του. Πίσω από μια θίνα που τους έκρυβε. Αν φώναζε δυνατά, θα την άκουγαν. Δεν φώναξε. Αντίθετα, σαν να απολάμβανε την πολιορκία της. Το αγόρι ήταν
συνάδελφος στο γυμνάσιο, δέκα χρόνια νεότερος. Μαθηματικός. Πολύ κοντά στη Φυσική. Έμοιαζε όμως αναποφάσιστος. καθόλου φανατικός της διεκδίκησης. Κι
αυτό πίκραινε τη μάνα του, που καλοκρατούσε την πρόσχαρη συνάδελφό του. Ήλπιζε, ποιος ξέρει, σε κάποια ευγενική ατιμία. Να διδάξει στον προκομμένο της, για τον οποίο ψυχανεμιζόταν πως κι εκείνος τη λιμπιζόταν, να κατανοήσει πως, σάρκα και ψυχή πάνε πλάι πλάι. Αγκαλιάζεις την ψυχή, αγκαλιάζεις τη σάρκα. Κι ανάποδα. Αυτό, μάλλον, θα ήταν το αίτημα της μάνας προς την καταδεκτική καθηγήτρια, όμορφη τριανταπεντάρα να μάθει στον γιο της πως, άμα αγκαλιάζεις τη σάρκα, αγκαλιάζεις την ψυχή. Δεν ήξερε πώς να το πετύχει.
Έβλεπε τον γιο της, λεβέντη μέχρις απάνω, ωραίο αναλόγως, αλλά με μια ανυπαρξία στο πρόσωπο. Έλιωνε. Ή, δεν έλιωνε ακριβώς, αφού έμοιαζε χαρούμενη και απολάμβανε την παρέα της κοπέλας, απλώς ήταν σκεφτική. Σκεφτόταν κι αυτή τη σμέρνα, κουλουριασμένη στη σκιά του ύφαλου, έτοιμη να ριχτεί στο θύμα της. Δεν Φοβόταν όμως, η ίδια ήταν θύτης, με το να ζητάει ό,τι ζητούσε από την καθηγήτρια. Και θύμα, ίσως. Χαμογελούσε σ’ ό,τι εκείνη έλεγε, το πιθανό θύμα της. Και ήλπιζε. Και θα ήλπιζε ακόμη μέχρι τέλους, αν δεν προέκυπτε εκείνος, που είχε κολλώδεις ουσίες στο αίμα του. Το ψυχανεμίστηκε αμέσως. Από τη θλίψη του που μπερδευόταν με ευτυχία.
Κρατούσε στα χέρια ένα αόρατο ψαροντούφεκο. Στη θέα του η σμέρνα, επίσης αόρατη, παρέλυσε από φόβο. Κανείς δεν υποπτεύθηκε τον δικό του φόβο. Την έχανε οριστικά. Από τα δόντια του παλληκαριού, που τον περνούσε μισό κεφάλι κι είχε το στόμα κλειστό όλη την ώρα. Είδε πίσω από τα σαρκώδη χείλη του τα δόντια της. Κουλουριασμένη σαν κατιμέρι. Πάει, την έχανε. Ξεχνούσε πως εδώ και καιρό ήταν χαμένη για πάντα, στην αγκαλιά του άλλου πίσω από τις θίνες.
Η καθηγήτρια, που αυθαιρέτως και αδίκως θεωρήθηκε, πως μπορούσε να διδάξει πράγματα σε άλλους, ένιωσε αίφνης ένα τρέμουλο και ξηρασία στα χείλη. Κι αντί να κάνει κάτι να τα υγράνει, όπως το αντικαθρέφτισμά του με νόημα της ένευε, σε μια προσπάθεια καθέλκυσής της πάλι στα νερά του, εκείνη, φοβισμένη, σύρθηκε μ’ ευλυγισία φιδιού και χάθηκε στη σχισμάδα του βράχου. Ένιωσε ασφαλής πίσω από τον εαυτό της. Κι ας ήταν η θλίψη της, αδελφή μιας θλίψης φόβου. Καταπώς το λέει το τραγούδι «από φόβο χάσαμε… δεν μας συγχωρώ!»
Εκείνος, έκανε μεταβολή, προς την κατεύθυνση των βράχων με την αλισάχνη στις γούβες και τα αιχμηρά δόντια. Φυσιολογικά, με το αλάτι στην πληγή, θα έπρεπε να σφαδάζει. Κανένας, όμως μορφασμός δεν ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του, το γυάλινο λες και ονειρικό. Για να βυθιστεί σχεδόν αμέσως και ολοκληρωτικά, πίσω από τον αφρώδη λόφο της λύπης του. Πράγμα που πιθανόν να σήμαινε πως δεν θα επιπόλαζε ποτέ. Μέχρι τέλους. Και να, πώς έρχονται κάποτε τα πράγματα! Από καιρό είχε μια άποψη πως μια μέρα θα τον συναντούσε. Για πρώτη φορά, ξανά… Όπως τον άγγελο της Αγίας Θηρεσίας, θα κατέβαζε τη ρομφαία μέσα της. Σφαδάζοντας, θα τον αποκαλούσε τρυφερά «άγγελέ μου!» κι εκείνος, «γλύκα μου» κι ακόμη πιο πεζά, «γλυκό του κουταλιού». Κάποτε κιόλας έπιανε τον εαυτό της πεπεισμένο πως αυτό θα συνέβαινε μια μέρα που η ζέστη θα της περόνιαζε τα κόκαλα. Υπήρξαν όμως, και άλλες εκδοχές στις φαντασιώσεις της, όπως αυτή σήμερα, πως θα ερχόταν από τη θάλασσα σαν στήλη νερού, περιδινούμενη στήλη νερού, που έλιωνε από ζέστη σαν κύμα, χύνοντας τα δάκρυά του, σταγόνες χοντρές στο σώμα της, αδιάβροχο, φτερά κύκνου, από τα αντηλιακά λάδια καρύδας και μαντζούνια λησμονιάς.
Θα έφευγε, ναι. Αφρός ονείρου. Μέρα μεσημέρι. Παίρνοντας μαζί του και τη φαντασίωση της μάνας που είχε πασάρει το γιο της για μαθητεία στον έρωτα.

 

Η ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΗ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
Ή
ΕΠΕΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΚΑΤΟΥΡΙΑΣΗ

Το επεισόδιο άρχισε σε μια στιγμή αφηρημάδας, ενώ κοιτούσε το στήθος της ωραίας Ντιόν, που τους φρόντιζε με ευρωπαϊκή φιλικότητα και προσεγμένη θηλυκότητα τις μέρες του συμποσίου. Τα βυζάκια της, προσεγμένα κι αυτά με μέτρο, είχε φροντίσει να τα θωρακίζει με μια ροζ φανελίτσα, κάτω από το ελαφρώς ανοικτό πουκάμισο. Δεν έδινε, επομένως, την ευκαιρία, που συνήθως παραχωρούν ευχαρίστως οι δικές μας των εύκρατων κλιμάτων και των οψίμως χειραφετηθεισών, που με το παραμικρό σκύψιμο, ανοίγουν παραδείσους αναμονής, ξέροντας πως προκαλούν τις έγκαυλες προθέσεις του επιτήδειου παρατηρητή. Κείνη τη στιγμή ακριβώς ένιωσε θιγμένη μα και κολακευμένη από το… περιεκτικό βλέμμα του και του έκανε νεύμα να το μετακινήσει εσπευσμένως προς την κατεύθυνση όπου ένας άνθρωπος, ύψους τουλάχιστον τριών μέτρων, ερχόταν κατά πάνω τους. Κοψοχόλιασε. Αμέσως όμως κατάλαβε πως επρόκειτο για τον ξεναγό τους ο οποίος περπατούσε μέσα στην άμμο που περιέβαλλε το περίπτερο ή πώς αλλιώς να ειπωθεί, το παρατηρητήριο μάλλον, από το οποίο ατένισαν μόλις απ’ άκρη σ’ άκρη, μέχρι το βάθος του ωκεανού, στο εξαιρετικό «Πανόραμα Mesdag» του ομώνυμου ξακουστού ζωγράφου. Τρικ οφθαλμαπάτης, προφανώς. 
Κάπου εκεί τελείωνε και η περιήγηση στο μουσείο και την προσκάλεσε να πήγαιναν ένα περίπατο μέχρι το Διεθνές Δικαστήριο, το οποίο έπεφτε σχετικά κοντά, όπως η ίδια του είχε εξηγήσει. Ήταν πολύ περίεργος να δει αυτό το επίγειο θαύμα, όπου ο θεός, με ανθρώπινο χέρι απονέμει δικαιοσύνη, πολύ πριν από τη Δευτέρα παρουσία. Και μετά να κάθονταν κάπου για ένα ολλανδικό σναπς genever και γιατί όχι, να δειπνούσαν μαζί. Τρεις μέρες ήταν αρκετές για αυτού του βαθμού εξοικείωση. Εκείνη προφασίστηκε δουλειές, μπορεί, όμως, να μην ήταν πρόφαση, και γιατί, δηλαδή, να ήταν; Του εξήγησε απλώς τον δρόμο κι αποχαιρετίστηκαν. Το χαμόγελό της πάντα φιλικό κι αινιγματικό, άφηνε και στον ίδιο μια γεύση ατελείωτου, δεν του επέτρεψε να κοιτάξει ξανά το στήθος της, έστω, τελευταία φορά. Το στήθος της χανόταν για πάντα… Αυτό το τελευταίο χάρηκε που του ήρθε στο μυαλό κι έκανε την παλαβή σκέψη να την πάρει το κατόπι, να την προφτάσει, για να της πει ειδικά αυτό. Εκείνη, όμως, πιθανό να μην το έβρισκε καθόλου κομψό και αστείο, λέξεις με τις οποίες χαρακτήρισε ένα από τα διηγήματά του στο βιβλίο που της είχε χαρίσει δυο μέρες πιο πριν. Ναι, κάπως έτσι εκφράστηκε. Και σαν το έλεγε, κουδούνιζαν ήχοι γλυκοί στα λόγια της. Κι ανυπομονούσε να διαβάσει και τα υπόλοιπα. Γι’ αυτό βιαζόταν, να πάει σπίτι και να στρωθεί στο διάβασμα.
Το βράδυ ερχόταν συνεχώς στον ύπνο του. Μια αυτή, μια ο άλλος, ο υπεράνθρωπος που περπατούσε στην άμμο. Ο οποίος, του προσήψε την κατηγορία της αφηρημάδας, οπότε κάποια στιγμή, απρόκλητα, απείλησε πως θα τον άρπαζε και θα τον πετούσε στο ποτάμι που διέσχιζε το απέναντι ψαροχώρι. Μέσα στον πανοραμικό πίνακα μεν, αλλά αρκετά βαθύ με υποσχόμενο πνιγμό και με τις πολυπληθείς κεραίες των καραβιών σαν βελόνες, με διάθεση η κάθε μια να τρυπήσει κι από ένα κύτταρό του. Τόσο σοβαρό το αμάρτημα. Η Ντιόν έμοιαζε να ανησυχεί, ξέροντας πως αιτία για όλα αυτά ήταν τα στήθη της, σε λίγο, όμως, έμοιαζε να το ξεπερνά και χαμογέλασε με τον διφορούμενο τρόπο της. Μετά τον πλησίασε, τον κάλυψε σαν προστασία και ο υπεράνθρωπος απομακρύνθηκε σταδιακά σε σύννεφο σκόνης που σήκωναν τα βήματά του στην άμμο. Εκείνη στήθηκε όρθια, κοίταξε προς το μέρος του κι έκανε μια αόριστη χειρονομία, σαν να τον κατευόδωνε με ανακούφιση. Του χαμογέλασε ξανά με το διφορούμενο χαμόγελό της. Λες, όπως το ψεύτικο χαμόγελο της Τζοκόντα, για το οποίο μια ζωή διερωτόταν τι του έβρισκαν, επιτέλους; Είναι δυνατόν να προσποιούνται όλοι κατά συρροή, ότι εκείνη η λαγόχειλη γυναίκα είναι όμορφη; Δεν πιάνει μπάζα μπροστά στο σχεδόν ντροπαλό χαμόγελο της Ντιόν. Παρόμοια και με τα τραγούδια του Μητροπάνου, που απαξάπαντες τα έχουν για απαύγασμα ομορφιάς, μελωδικά ναι, μα οι στίχοι, εκτός ελαχίστων, είναι σκέτες ανοησίες. Μεταφρασμένα σε μια άλλη γλώσσα, γερμανικά ή αγγλικά, θα είναι για τα πανηγύρια. Κι όμως το χαμόγελό της, κάθε άλλο παρά εξεζητημένο, αποδείχτηκε το πιο γνήσιο από το πρώτο κιόλας βράδυ που την είχε συναντήσει στη ρεσεψιόν της γνωριμίας. Ακολούθως τον κράτησε από το χέρι και σχεδόν χορεύοντας, τον κατέβασε στον μόλο κι απ’ εκεί γλίστρησαν συνωμοτικά σε μια γολέτα του 18ου αιώνα. Ο καπετάνιος του θύμισε τον υπερμεγέθη τύπο στην άμμο, παραδόξως, όμως, είχε εκπέσει στις κανονικές του διαστάσεις κι έδειχνε εξαιρετικά καλοπροαίρετος. Η Ντιόν δεν του έδωσε ιδιαίτερη σημασία, ήταν απλώς ευγενική με το μοναδικό αυτό μέλος του πληρώματος, που είχε φροντίσει να τα βρουν όλα στην εντέλεια. «Τράβα στ’ ανοικτά!» του είπε. Η συμπεριφορά της φανέρωνε κυριαρχία στο σκάφος, ενώ η ελαφρά υπόκλισή του στη δεσποινίδα την επιβεβαίωνε. 
Μπροστά σ’ όλα αυτά τα απρόσμενα, είχε ξεχάσει τη βόλτα που εκείνη του είχε αρνηθεί μα και την πρόθεσή του να επισκεφτεί το Διεθνές Δικαστήριο, το οποίο, οι Ολλανδοί ονομάζουν Vredespaleis, «Παλάτι της Ειρήνης», του εξήγησε. Μετά η Ντιόν άνοιξε το ψυγειάκι και τον κάλεσε να υποδείξει το ποτό της προτίμησής του. Μινιατούρες ουίσκι, βότκα, τζιν, μα εκείνος προτίμησε το ντόπιο genever, στο οποίο είχε εθιστεί τις τελευταίες μέρες. Στεκόταν από πάνω της όσο εκείνη σκυφτή εξερευνούσε το περιεχόμενο ψάχνοντας κάτι για συνοδευτικό. Τότε πρόσεξε πως το ροζ φανελάκι απουσίαζε και τα βυζάκια της ήταν τώρα πιο εκτεθειμένα στο αχόρταγο βλέμμα του. Εκείνη το κατάλαβε και δεν έκανε τίποτε να σταματήσει τις ριπές του βλέμματός του. Την πήρε από τις μασχάλες και την τράβηξε πάνω του. Τη φίλησε. Εκείνη ανταπέδωσε με κλειστά μάτια. Με κλειστά μάτια τη βρήκε όταν εκείνος ξεκόλλησε τα χείλη του από τα δικά της, για να προχωρήσει με τα φιλιά στον άσπρο γκρεμ λαιμό κι ακολούθως πιο κάτω. Ένιωθε το σώμα της να ριγεί κολλημένο στο δικό του σ’ όλο τους σχεδόν το ύψος. Έμεναν ακάλυπτες μόνο κάτι χαραμάδες χαμηλά στα πόδια. Κατέβασαν το σναπς μονορούφι. Μετά τη φίλησε στα βυζιά, που πια δεν διέθεταν θωράκιση. Οι ρώγες πάλλονταν στο στόμα του. Δεν ήθελε να απατήσει τη γυναίκα του που περιπολούσε τριγύρω, σε κανένα μουσείο, καμιάν εκκλησία, όμως δεν άντεξε στον παλλόμενο πειρασμό. Θυμήθηκε κιόλας μια φράση της, που τον ενοχοποιούσε κάποτε δικαίως ή αδίκως: «Ξέρω, ο άγγελός σου είναι αδύνατος». Που θα πει πως είναι επιρρεπής σε πειρασμούς. Κι ακριβώς στην πιο κρίσιμη στιγμή ένιωσε το πέος του κατατεμαχισμένο. Δεν ήξερε τι να το κάνει, ο καπετάνιος πέταξε το μαχαίρι στη θάλασσα, εξαφανίζοντας κάθε ίχνος. Εκείνη κάθισε δίπλα του περίλυπη. Σκεφτόμενη, όμως. Για να την ευθυμήσει, και σαν καλός συγγραφέας, άρχισε να της διηγείται το παραμύθι για τον θεό Όσιρι που δολοφονήθηκε από τον αδελφό του Σεθ, ο οποίος τον έκοψε σε κομμάτια που τα διασκόρπισε σε ολόκληρο τον κόσμο. Η Ίσις, η αδελφή και σύζυγός του, ξεκίνησε ένα ατέρμονο ταξίδι προκειμένου να μαζέψει όλα τα κομμάτια του θεού και να τον ξαναφέρει στη ζωή. Και όντως, κατάφερε να τα συγκεντρώσει όλα, εκτός από το πέος του. Μη θέλοντας να αφήσει νεκρό τον εραστή της, έφτιαξε ένα άλλο από πηλό και του χάρισε ξανά τη ζωή με πεολειχία.

Η ονείρωξη αυτή, ανάμεσα τρόμου και ηδονής, μπορεί να ήταν κι από τις τελευταίες της ζωής του. Ήταν κοντά πενήντα. Η γυναίκα του στη διπλανή καμπίνα δεν είχε αντιληφθεί το παραμικρό. Πάλευε κι εκείνη με τους δικούς της εφιάλτες. Με τον τρίμετρο γίγαντα που εγκατέλειψε κάποια στιγμή τον οίακα στο έλεος του θεού και πήγε κοντά της, αφήνοντας ακυβέρνητο το σκάφος. Μόλις κατάλαβε ότι εκείνη δεν ανταποκρινόταν, άρχισε να της ψιθυρίζει στο αυτί πως ο άντρας της είναι ένοχος και σε λίγο θα έρθει η αστυνομία για να του πάρει κατάθεση.
-Κατάθεση για τι;
-Κάποιος κατούρησε το Διεθνές Δικαστήριο.
Μόνο αυτό δεν περίμενε ν’ ακούσει. Της φάνηκαν τρελά όλα τούτα και αποφάσισε στα σοβαρά να τερματίσει το όνειρο. Δεν μπορούσε όμως! Στη γλώσσα της ξανά ερωτήσεις και στ’ αυτιά της ξανά οι απαντήσεις. Έστω κι αν είχε ξυπνήσει μια δυο φορές κι υποσχέθηκε στον εαυτό της πως θα ονειρευόταν στο εξής κάτι άλλο, για να επικαλύψει το όνειρο εφιάλτη. 
-Και γιατί να αφορά τον άντρα μου αν κάποιος κατούρησε το Διεθνές Δικαστήριο; Ήξερε, ναι, πως κατέβαζε κάποτε κάτι τέτοιες ιδέες που τις εκσφενδόνιζε σαν αστεία, όχι όμως πως θα έφτανε ίσαμε την πράξη.
-Μα αυτό λέω, εκείνος τον έβαλε πάνω. Είναι, δηλαδή, ο ηθικός αυτουργός.
Θα πρέπει να ήταν η ώρα που ο άντρας της απολάμβανε τον ονειρικό οργασμό του. Λες κι είχε φυσήξει ένα δροσερό αεράκι από το φινιστρίνι και της χάιδεψε το πρόσωπο. Μάλλον θα είχε μόλις ξυπνήσει και η ίδια. Σ’ ένα δωμάτιο του ξενοδοχείου Novotel στο κέντρο της πόλης.
-Σε λίγο θα κτυπήσει το τηλέφωνο από την ρεσεψιόν. Οι αστυνομικοί περιμένουν κάτω. Αυτό το άκουσε στα σίγουρα. Ήταν ήδη ξύπνια. Στο μπάνιο ακουγόταν το νερό να πέφτει. Ο άντρας της. Βγαίνοντας την πληροφόρησε πως είχε ένα ευχάριστο όσο και δυσάρεστο βράδυ ονείρων, αλλά, τώρα κάτι συμβαίνει κάτω και θα πρέπει να κατεβαίνουμε, της είπε. Εσύ πώς πέρασες, το βράδυ σου; Πριν εκείνη απαντήσει χτύπησε το τηλέφωνο.
Κάτω τους περίμεναν δυο αστυνομικοί, τους είπανε όμως πολύ ευγενικά να προγευματίσουν πρώτα και μετά θα υπέβαλλαν «κάποιες ερωτήσεις στον κύριο!». Πάνω στην ταραχή ξέχασαν να πιουν το ποτό τους από κρύο νερό με λεμόνι και δυόσμο που προσφερόταν στην ρεσεψιόν κάθε πρωί. Τούτο μπορούσε να αλλάξει τα δεδομένα της μέρας. Και όντως, τον είχε προσέξει στη διπλανή passage, δίπλα από την τραπεζαρία, ένα μέτρο από κοντά τους. Πρόσεξε τις χειροπέδες κάτω από το μπουφάν, σε σχήμα συγκοινωνούντων δοχείων με το χέρι του αστυνομικού. Πανύψηλου επίσης, δεν συγκρινόταν όμως, με τον χτεσινό ξεναγό στο μουσείο. Η ταραχή κυριάρχησε, τους είχε κοπεί η όρεξη. Μετά τον καφέ η γυναίκα του, παρά την έντονη περιέργειά της, προτίμησε ν’ ανέβει στο δωμάτιο. Ευτυχώς δεν είχε προσέξει τον «διακριτικά» κρατούμενο. Άλλωστε, ένα νεύμα των ανακριτών τής είχε δώσει να καταλάβει πως δεν ήταν επιθυμητή. 
-Θα πρέπει να μας ακολουθήσετε για λίγο. Εσείς είστε ο ηθικός αυτουργός όλων όσων έχουν διαδραματιστεί το ψεσινό βράδυ. Ο φίλος μας απ’ εδώ τα έκανε γυαλιά καρφιά. Παραβίασε τη μεγάλη καγκελόπορτα του Δικαστηρίου, πλησίασε το κτίριο και το κατούρησε πατόκορφα. Είχε και ροή, φάνηκε, μετά από τόσες μπίρες…
Ο συγγραφέας κοιτούσε μια εκείνους και μια τον λεβέντη του, που κρυφογελούσε κάτω από τα μουστάκια του που δεν διέθετε, και δεν αποφάσιζε ποια υπερασπιστική γραμμή να ακολουθούσε. Να απ αρνηθεί τον καλό υπηρέτη, τον πιστό του φίλο;… Που ήταν πάντα όλος αυτιά, σ’ όσα τρελά έλεγε και δεν έλεγε, κι απλώς τα σκεφτόταν, κι αυτός αντιδρούσε συχνά σ’ αυτά. Ήταν το χέρι του, εκτελούσε. Ε, κάποτε και βίαια, όπως ψες. Που είχε πλακωθεί στις μπίρες και στα σναπς κι ακολούθως ξεσάλωσε κατουρώντας τα θεία της ανθρωπότητας.
-Έβαλε και φωτιά στο δέντρο Anna Paulowna μπρος από την είσοδο, μετέτρεψε σε στάχτη τις επιθυμίες του πολιτισμένου κόσμου για ειρήνη και δικαιοσύνη… Πως τάχα δεν δικάστηκαν οι Μπους και Μπλερ αλλά μόνο οι Μιλόσεβιτς και Κάρασιτς.
Α, τώρα άρχισε να μπαίνει στο νόημα για το μέχρι πού είχε φτάσει ο τύπος. Όχι δεν μπορούσε να φορτωθεί μια τέτοια ευθύνη. Αρνήθηκε τα πάντα. Οπότε, αλά μπρατσέ τον οδήγησαν πεζό απέναντι, στο Binnenhof, στο σύμπλεγμα των κυβερνητικών κτιρίων. Απ’ εκεί περνούσαν τις τελευταίες μέρες για την αίθουσα του συνεδρίου. Ο ήρωάς του δεν φαινόταν να είχε θιγεί από την προδοσία του, απεναντίας, κι άμα έβρισκε ευκαιρία του έριχνε και κανένα κρυφό χαμόγελο. Αυτή ήταν συχνά η τακτική τους. Τους χώρισαν, όμως, εκεί. Ο συγγραφέας βρέθηκε μονάχος σ’ ένα δωμάτιο με ψηλά παράθυρα, να διαβάζει την ολονύκτια κατάθεση του ήρωά του: Έναν απολογισμό ή και τις σκέψεις του για όσα του επεφύλαξε η άσχημη εκείνη νύκτα. Σκοπός και η δική του παραδοχή. Μπρε τους παμπόνηρους…
«Ωραία πόλη η Χάγη!», για κοίτα τον τώρα, τους αρχίζει στα κομπλιμέντα. «Αν και στιγματισμένη από ένα άντρο, απ’ όπου παρελαύνουν όλοι οι διεθνείς εγκληματίες. Κατά τα άλλα, ωραίοι άνθρωποι οι Ολλανδοί», μα, για κοίτα τον, πώς συνεχίζει το καλόπιασμα! «Τολμώ να πω και οι γυναίκες τους, όπως η ελκυστική Odin, που γνώρισα στα πλαίσια της διεθνούς σύναξης με θέμα ‘Η ψευδαίσθηση στη λογοτεχνία’. Λες και δεν έχει με τι άλλο να ασχοληθεί ο κόσμος, ειδικά αυτές τις μέρες που η Ευρώπη κατακλύζεται από πρόσφυγες και βραδυφλεγείς βόμβες από την ανατολή… 
»Μου έδειξε το Δικαστήριο από το παράθυρο. Κατεβήκαμε στην επόμενη στάση. Τραμ Νο 1. Θα ερχόμουν την επαύριον, είχε ήδη σουρουπώσει. Μου υπέδειξε, όπως της ζήτησα, ένα εστιατόριο, εκεί κοντά, με καλό ολλανδέζικο stake. Βιαζόταν, αλλά ήπιε μαζί μου ένα genever, μη με απογοητέψει. Καλό απεριτίφ, είπε, παραδεχόμενη, όμως, πως σπάνια πίνει. Την πρόλαβα όμως, και υστεροβούλως παράγγειλα ένα δεύτερο πριν σηκωθεί. Εξαιρετικό, είπα, ρουφώντας το μονοκοπανιάς, επιβραβεύοντας την επιλογή της. Το αρνήθηκε ευγενικά, οπότε το κατέβασα κι εκείνο. Η γλώσσα μου αμολήθηκε., Μπροστά στη θέα του Διεθνούς Δικαστηρίου το συνέδριό της είχε αλλάξει μέσα μου θεματική. «Η ψευδαίσθηση της Δικαιοσύνης!» Το σιγοψιθύρισα, μα δεν κατάλαβε. Χαμογέλασε με κατανόηση εστιάζοντας στο άδειο σφηνάκι στο χέρι μου. Και ξάφνου, ‘θα αποφασιζόταν σήμερα στις Βρυξέλες ο καταμερισμός των προσφύγων’, είπε η Οντίν, δοκιμάζοντας με κάποια καθυστέρηση να μπει στο πετσί μου. Τι να ΄καναν αυτοί οι κατατρεγμένοι στην κρυόκωλη Ευρώπη, σκέφτηκα εγώ, μα το κράτησα μέσα μου. ‘Θυμήθηκα τον πατέρα μου, τότε με την εθνοκάθαρση του τουρκικού στρατού από τα χωριά μας στην Καρπασία. Άνθρωπος που δούλευε σκληρά τη γαλαντόμα γη, τον αέρα, τη θάλασσα; Τι γυρεύουμε εμείς στους καταυλισμούς της Λευκωσίας, παραπονιόταν η μάνα μου; Να σπέρνουμε σιτάρι, να φυτεύουμε καπνά, να μαζεύουμε χαρούπια, ελιές; Και πεταγόταν από την άλλη παραλογιζόμενος ο πατέρας. Ή να πιάνουμε ψάρι στις πισίνες της αριστοκρατίας; Δέκα χρονών ήμουν τότε, μα βελόνιαζα κάθε τρελή λέξη τους. Η θεία από δίπλα θρηνούσε δυο γιούδες. Ένα σκοτωμένο κι ένα αγνοούμενο. Τον Κίσιγκερ και τον Ετζεβίτ, τους δικούς μας δολοφόνους, ποιος θα τους δικάσει; Πήγαινε κι ερχόταν στην αυλή και ρωτούσε μέρες, μέχρι που έπαθε τον κόλπο κι έμεινε σε μια καρέκλα αμίλητη.
»Μιλούσα μόνος, εκείνη είχε φύγει. Έφτασε το στέκι και το γύρισα στις μπίρες. Ρούφηξα μερικές Stella Artois. Προτού εγκαταλείψω επισκέφτηκα σαν κύριος την τουαλέτα. Πριν διανύσω διακοσαριά μέτρα η κύστη μου ξανακτύπησε. Δεν μπορούσα να το ρίξω εν μέση οδώ. Σέβομαι τις συνήθειες των πολιτισμένων ανθρώπων, σαν κι εσάς! Νάτος πάλι, με τις κολακείες του! Άλλωστε, θα με μαζεύατε και θα με κλείνατε μέσα. Ήταν η στιγμή που θα εισέβαλλα για να απαιτήσω εξηγήσεις από την Κάρλα ντελ Πόντε, για την τάξη του κόσμου… Η Οντίν δεν με ήξερε καλά. Τα κάγκελα κλειστά κι επενδυμένα στο πάνω μέρος με μυτερά καρφάκια, μόλις διακριτά, πολιτισμένα. 
»Πριν λάβω την τελική απόφαση να πεταχτώ και να βρεθώ μ’ ένα σάλτο στον κήπο, κατευθύνθηκα ενστικτωδώς προς το περίπτερο της εισόδου, όπου ένα δεντράκι πατόκορφα στολισμένο με χαρτάκια. Ευχές κι επιθυμίες, εξήγησε η ωραία μουλάτη φύλακας, για την ειρήνη και τη δικαιοσύνη στον κόσμο. Όπως στα παλιά χρόνια, οι παρακλήσεις στη δική μας Αφροδίτη και τη μετέπειτα αντικαταστάτριά της, τη θεά Παναγία. Συντηρούν κι αυτές μέχρι σήμερα από ένα δέντρο, όπου οι πιστοί, βίρα, κρεμούν τα παρδαλά λουριά τους. 
»Διάβασα ένα, διάβασα δεύτερο, τρίτο! Κανένα δεν έλεγε να μαζέψουν και όσους προστάτεψε η τσιμπίδα του νόμου τους… Μου ήρθε στο μυαλό το κορίτσι της Καλύμνου, που αντικρίζοντας στην ακτή πνιγμένο το αγόρι στην αγκαλιά του πατέρα του, αναφώνησε: ‘Αν για το Παρίσι πρέπει να κάνουμε ενός λεπτού παγκόσμια σιγή, για τη Συρία θα πρέπει να βγάλουμε τον παγκόσμιο σκασμό για δέκα χρόνια’. Αυτή η θύμηση μου τη βίδωσα απότομα.
»Δεν χρειάστηκαν πάνω από πέντε λεπτά, όση ώρα, δηλαδή, ήταν αναγκαία στη νεαρή μελαψή υπάλληλο, να κατεβεί τα σκαλιά της τουαλέτας αριστερά της, να εισέλθει στο ουρητήριο γυναικών, να καθίσει στη λεκάνη, να ουρήσει ό,τι τη φούσκωνε μέχρι πριν από λίγο, να σκουπίσει το ουρητικό της όργανο μην λερώσει την κιλότα της, και να επιστρέψει ανακουφισμένη. Έτοιμη να κλειδώσει τους πάντες έξω από την παγκόσμια δικαιοσύνη και να του δίνει. Τότε ήταν, που είδε με φρίκη το απογυμνωμένο, από ευχές, χαρτάκια κι ελπίδες, δέντρο απέναντί της κι εμένα να ποδοπατώ τα ασυνάρτητα χαρτάκια. Στη συνέχεια, τους έβαλα φόκο, πριν βρεθεί κοντά μου, πριν προλάβει να μιλήσει στο κινητό της. Και όχι μόνο. Πήδηξα σε χρόνο μηδέν τον φράκτη με τα ευγενικά αιχμηρά καρφάκια, αφού προηγουμένως ανέβηκα σ’ ένα τριγωνικό γεροντικό τρολεάκι. Αυτό που χρησιμοποιούν οι ηλικιωμένοι σας σαν μέσο κίνησης και αθανασίας, για να περιδιαβάζουν στην πόλη, αλλά και στην άλλη ζωή. Παίζει ρόλο Φιλιπινέζας καθ’ ημάς. Γίνεται και κάθισμα για κουρασμένους χρήστες. Κι αν κάποιος, μες στην άνοιά του το ξεχάσει, πράγμα που έγινε μπρος στα μάτια μου, επωφελούμαι και πηδώ χωρίς πρόβλημα στον χλοερό κήπο του Διεθνούς Δικαστηρίου. Κι αρχίζω να τρέχω προς την είσοδο. Κανένας δε με σταματά. Το νόστιμο στέκι που καταβρόχθισα πριν από λίγο, όχι well done, αλλά medium, με πολύ αίμα, τώρα εκδικείται. Διψώ για αίμα, εκδίκηση. Το ίδιο και οι μπίρες Stella Artois που αναλαμβάνουν τη δική τους δράση.
»Ωστόσο, κύριοι, ανακριτές, πρέπει να ξέρετε, πως αυτές οι απαισιότητες περί αίματος είχαν εισχωρήσει στο μυαλό μου τότε, εν βρασμώ ψυχής. Η αλήθεια είναι πως ποτέ μου δεν δίψασα για αίμα. Ποτέ, μα ποτέ. Εκτός από την περίπτωση του ολλανδικού στέικ, που τόσο όμορφα το φτιάχνουν οι μάγειροί σας εδώ στη Χάγη. (Πάλι οι κολακείες του!) Μα και στο Άμστερνταμ πάνω στα κανάλια το φτιάχνουν ωραία και στην Ουλτρέχτη, απ’ όσο θυμάμαι. Μα ναι, και στο Νάιμεγκεν, είχα φάει κι εκεί μια φορά στέκι με αίμα, πάνω στον Ρήνο. Αυτό το αίμα επιθυμώ.
»Η κύρια είσοδος του Δ.Δ άρχισε να μουλιάζει από το κάτουρο, οπότε και βρέθηκα στην αγκαλιά δυο συναδέλφων σας, φρουρών, του παγκόσμιου δικαίου. Έψαχναν τους καρπούς των χεριών μου για έναν ανεξήγητο λόγο. Αμέσως πρόσεξα τις χειροπέδες. Κρατούσα ακόμη το πουλί μου, σείοντάς το για εκροή και των τελευταίων σταγόνων. Και μου φάνηκε προς στιγμή να το διασκεδάζουμε οι τρεις μας. Τους έθεσα εντούτοις προ των ευθυνών τους, ως εκπροσώπους της διεθνούς νομιμότητας, πως δεν είμαι ο όποιος τυχών, και θα έπρεπε να κάνουν λίγη υπομονή ακόμη. Μέχρι να ανασύρω από την τσέπη μου λίγο χαρτάκι τουαλέτας, να σκουπίσω τις τελευταίες ρανίδες της ούρησής μου. Συνήθεια που χρονολογούνταν σαν προσωπική επιταγή υγιεινής. Θα έπρεπε να τη σεβαστούν, όσο το ένα μου χέρι βρισκόταν ακόμη εκτός χειροπέδης. Μου φάνηκε να δείχνουν κατανόηση. Κοίταξαν κιόλας αλλού όσο εγώ το τίναζα ακόμη. Αν ήταν οι δικοί μας αστυνομικοί, θα ήμουν κιόλας ανάπηρος. Μέσα σ’ εκείνο το κενό απορίας, πώς να συμπεριφερθούν σ’ έναν τρελό για δέσιμο, επωφελήθηκα για να κοιτάξω με ενδιαφέρον το αυλακάκι που διατηρούσε την αφρώδη ροή του όσο κυλούσε ανάμεσα στα μικρά λεπτεπίλεπτα τουβλάκια, που σκέπαζαν ολόκληρη την παλιά πόλη. Πριν ο γάντζος περισφίξει και τον αριστερό μου καρπό, πρόλαβα να χώσω στην τσέπη το διηθητικό χαρτάκι για την επόμενη επίσταξη. 
»Όντως, το χαρτάκι που μόλις πρόλαβα να τακτοποιήσω, το ένιωσα συμπαραστάτη σ’ ό,τι θα ακολουθούσε. Αλλιώτικα θα κατέρρεε όλη μου η άμυνα, όπως εκείνη του Λούζιν* και, βεβαίως, το σκεπτικό μου. Ήταν όλα στο τραπέζι, ακόμη και μια άτακτη υποχώρησή μου. Ευτυχώς σεβάστηκαν την άποψή μου πως η μπίρα Stella Artois, είναι υπέρ του δέοντος διουρητική. Η κύστη μου και η επίκτητη ακράτεια, προειδοποιούσαν και πάλι. Και το είχα παρατηρημένο, όταν έχεις γεμάτη κύστη, παραδίνεσαι άνευ όρων. Έδειξαν υπομονή. Τους βάραινε, καλά το κατάλαβα, η ενοχή του παγκόσμιου ψέματος; 
»Με οδήγησαν ευγενικά στις τουαλέτες δίπλα από την έξοδο.. Εκεί που πριν από λίγο το μελανούρι φύλακας είχε ξαλαφρώσει από τα υγρά του. Έμοιαζε, αναστατωμένη που το όμορφο δεντράκι της έμοιαζε με μαδημένη κότα. Τα χαρτάκια κάπνιζαν ακόμη. Ευτυχώς που δεν τους πρότεινα να τα σβήσω με την κάνουλά μου, επειδή ξεκάπνιζαν άσχημα. Μου είχε περάσει από το μυαλό.
»Μόλις στράγγισα τις τελευταίες σταγόνες, με γράπωσαν, όπως ήδη ξέρετε, οι δύο πράοι Ολλανδοί με τις τανάλιες τους και, χωρίς άλλη συνθηκολόγηση, με μετέφεραν στην αστυνομική κλούβα που περίμενε απ’ έξω. Επιτέλους, κάποιος με ρώτησε κάτι. Ο αξιωματικός της κλούβας. Τα θυμωμένα λόγια του έμοιαζαν με σπασμένα Γερμανικά με πολλά χριτς χρατς, που μου ενέπνευσαν φόβο. Κατάλαβε αμέσως το λάθος του κι επανέλαβε σε μια πιο κατανοητή γλώσσα. Τι γύρευα εκεί; Σας παραθέτω, λοιπόν, αυτολεξεί τον διάλογό μας. Όσο, βέβαια, μου επιτρέπει η μνήμη και η διαύγειά μου.
-Ζητώ, παρακαλώ, συνάντηση με την εισαγγελέα Κάρλα ντελ Μπόντε!
-Τι; Έμεινε άφωνος. Και τι θα την κάνεις, τέτοια ώρα; Είπε πάλι θυμωμένα, με πολλά χρ-χρ.
-Να ρωτήσω, αν έχει ήσυχη τη συνείδησή της…
Κι ενώ έκανε νόημα στους συνοδούς του να με μαζεύουν, είπε ακόμη: ‘Δεν είν’ εδώ. Αυτή έχει φύγει με σύνταξη’. Μην καταλαβαίνοντας εγώ, πόσο σοβαρά ή όχι, το είπε.
-Γέρασε, δηλαδή; συνέχισα την απορία μου.
-Πάρτε τον, είπε. Αν και στη γλώσσα του, από τα πολλά χρ-χρ κατάλαβα, πως την είχα βαμμένη. Τόσο το καλύτερο, σκέφτηκα. Οι εφημερίδες αύριο κάτι θα πουν για την περίπτωσή μου… Καλό αυτό, τίποτε δεν πάει χαμένο. Φτάνει να μην ξαναχτυπήσει η φούσκα μου.
-Τότε, θα ήθελα να δω τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου. Τον κύριο… Φον… Λες και τ’ όνομά του ήταν στη μύτη της γλώσσας μου κι οι μπίρες το κατέπνιγαν.
-Κλείστε τον! είπε πιο αποφασιστικά και αμετάκλητα. Χρρ… Μ’ έσπρωξε κιόλας λιγάκι, να πιάσω τη θέση μου στην κλούβα. Κατάλαβα πως ήδη απομακρυνόμασταν από την περιοχή του ευγενικού και αστείου. 
»Πριν με μαντρώσουν, οι κύριοι συνάδελφοί σας, είχαν ζητήσει και αρπάξει το πορτοφόλι μου. Με την ταυτότητα μέσα, που μου χρησίμευε για διαβατήριο στην Ενωμένη Ευρώπη, τα λεφτά, πεντακοσαριά ευρώ, τις δύο πιστωτικές κάρτες, την ευρωπαϊκή κάρτα ασθενείας, την κάρτα του American Heart Center με τα δύο στεν, ακόμη και μια λανθάνουσα δημοσιογραφική ταυτότητα, ό,τι, δηλαδή, γενικώς με συνιστούσε. Μου κόπηκαν τα πόδια. Όσες φορές είχα ονειρευτεί έναν τέτοιο εφιάλτη, ξυπνούσα σχεδόν προ της ανακοπής. Τους προειδοποίησα. Θα έφερναν ακεραία την ευθύνη… Μέχρι που να φτάσουμε στο κελί και πριν κλείσουν την πόρτα πίσω τους, μου τα επέστρεψαν όλα. Ένιωσα ανακουφισμένος. Και θα ένιωθα ακόμη και ευτυχής αν δεν κτυπούσε πάλι επιθετικά η κύστη μου. Βρέθηκα ξανά μπροστά στον κίνδυνο να απολέσω κάθε πλεονέκτημα εξ αιτίας της. Κοίταξα ένα γύρο στο κελί, δεν είδα το φωτεινό γυαλί κάποιας τουαλέτας. Κατάλαβα πως αυτό ήταν μέρος της ανακριτικής τακτικής τους, που μόλις άρχιζε. 
»Πριν μπήξω τις φωνές για να διεκδικήσω μέχρις εσχάτων τα δικαιώματά της φούσκας μου, άνοιξε την πόρτα μια νεαρή κυρία. Αν δεν βρισκόμουν κάτω από την πίεσή της , θα την έβρισκα κιόλας ωραία. Της εξήγησα. Χαμογέλασε. Με οδήγησε δίπλα. Θα πρέπει να γνώριζε από το ιστορικό μου και μου έδωσε επιπρόσθετο χρόνο για να σκουπίσω στο διηθητικό χαρτί τις τελευταίες σταγόνες. Μπορεί κιόλας η σκηνή της ούρησής μου, να προβαλλόταν στο σχεδόν διάφανο γυαλί της πόρτας κι εκείνη να παρακολουθούσε. Μα τα παπούτσια μου δεν είχαν καν κορδόνια. Μην κάνω καμιά τρέλα, πράγμα που δεν ήταν καθόλου στις προθέσεις μου. Αλλά εσείς, δεν το ξέρατε και λάβατε τα μέτρα σας. Καλώς!» Να τον πάλι, τον κόλακα.
»Η ωραία λοχίας κάθισε απέναντί μου και μου υπέβαλε, με καλή διάθεση, μερικές ερωτήσεις. Μόνο αν ήθελα τις απαντούσα. Γλυκιά. Ίδια η Odin, με αστυνομική στολή. Μα, και η φωνή της. Κι όσο η φούσκα μου άδειαζε και άφηνε τη σκέψη μου απερίσπαστη, καταλάβαινα πως αυτά τα πράγματα, απίθανης κατασκοπίας, θα μπορούσαν να συμβούν μόνο στις χώρες του τέως σοσιαλισμού. Που με τέτοια κολπάκια δέκα αστυνομικοί στη Μόσχα μου υφάρπαξαν εκατό μάρκα πολύτιμα, φοιτητικά. Όχι, όχι, εδώ είμαστε στην πολιτισμένη Ευρώπη, σκεφτόμουν, όσο εκείνη έμπαινε στην πρώτη ερώτηση: 
»Αν αυτό που έχω κάνει απόψε μου έτυχε να το έχω ξανακάνει. Δεν εννοούσε προφανώς αν έχω ξανακατουρήσει Διεθνές Δικαστήριο. Ούτε αν έχω ξαναφάει ολλανδέζικο στέικ, αν έχω πιει απανωτά τρία σναπς και ρουφήξει κάποιες μπιρίτσες Stella Artois. Δεν εννοούσε αυτό, αλλά κι αυτό να εννοούσε, μπορούσα να απαντήσω ευθαρσώς όχι. Είστε απόλυτα σίγουρος; μου λέει και με κοιτά με τα γλυκά μάτια της. Ωχ, η Odin! Ήθελα να της πιάσω το χέρι. Όχι πως με την Odin το άγγιγμα των χεριών παρέπεμπε σε κάτι παραπάνω από χειραψία. Δεν ξέρω αν χαμογελούσε σ’ όλους και καθηκόντως με αυτή την έλξη. Ή είχε ξεχωρίσει κάτι σ’ εμένα, που θα ήθελε να μου το δείξει. Πως με είχε θυμηθεί από το συνέδριο. Ή από το περιστατικό στο μουσείο και το πανόραμα Mesdag. Διέκοψε ξανά τη σκέψη μου:
-Ρώτησα αν έχετε ξανακάνει κάτι τέτοιο. Παύση. Αν έχετε σκεφτεί να προβείτε σε μια παρόμοια βιαιοπραγία;
»Αυτή τη λέξη δεν τη συμπαθούσα. Με άφησε άφωνο η ξαφνική σκληρότητά της. 
-Εννοείτε, αν έχω κατουρήσει δημόσιο κτίριο ή τέλος πάντων, κάτι αξιοσέβαστο, που δε θα έπρεπε; 
– Που να εμπεριέχει το στοιχείο της διαμαρτυρίας…
-Ναι, απαντώ, ναι! Ο χρόνος που είχα κερδίσει πριν είχε αποτέλεσμα. Την πρώτη φορά κατούρησα ένα παπούτσι συμμαθητή μου, της λέω, το είχα γεμίσει μέχρις απάνω. Ζούσαμε σε οικοτροφείο. Κοιμόμασταν σε κοινό θάλαμο στον πρώτο όροφο. Τα παπούτσια μας παρκαρισμένα στον διάδρομο σαν κατσαρίδες… Γέλασα, ανιστορώντας κάτι από την παιδική μου αθωότητα. Χαμογέλασε κι εκείνη. Ίδια η Odin! Ξεθάρρεψα. Έπρεπε να κατεβαίνουμε ολόκληρο όροφο και τα ουρητήρια ήταν κάτω στην αυλή…
– Ναι, όντως ήταν μια διαμαρτυρία, είπε τώρα σοβαρά. Σκέψου όμως και κάτι από την ενήλικη ζωή σου.
Για να ανακτήσω ξανά το θάρρος της, είπα να ξανοιχτώ και σε μια περίπτωση που θα την έκανε να γελάσει. Πριν χρόνια είχα επισκεφτεί τον γιο μου στο Κίελο, όπου σπούδαζε. Πέσαμε πάνω στο Κίλε Βόχε, το φεστιβάλ μπίρας. Καταλαβαίνετε. Την πρώτη φορά πήρα το δρόμο για τις δημοτικές τουαλέτες, μπροστά στη λίμνη. Μεγάλη ουρά, μόλις που άντεξα. Τη δεύτερη ξανά, αλλά ο κόσμος πολύ λιγότερος. Την τρίτη φορά έκανα κι εγώ ό,τι και οι άλλοι. Κατουρούσαμε τους τοίχους της εκκλησίας. Όλοι. 
»Δεν γέλασε. Ρώτησε μόνο: Η τρίτη;, λες κι ήταν σίγουρη και για μια τρίτη που να επιβεβαίωνε τη διάγνωσή της περί Εκδικητικής Κατουρίασης. 
»Με εντυπωσίασε η διάγνωσή της. Μόνο μια επαγγελματίας εγκληματολόγος ψυχολόγος, θα μπορούσε να τη θέσει με τόση ακρίβεια. 
-Το είχα σκεφτεί, αλλά δεν το πραγματοποίησα. Ήταν τότε που η Βουλή μας κάτω, σε μια βδομάδα είχε πάρει δυο αλληλοαναιρούμενες αποφάσεις. Στη μια χαρακτήριζε έναν ολετήρα της χώρας, που ανατίναζε αστυνομικούς σταθμούς κυβερνητικά κτίρια, ως επικίνδυνο εγκληματία και στη δεύτερη, που στο μεταξύ ο περί ου ο λόγος τα είχε τινάξει, τον ανακήρυξε άξιον τέκνον της πατρίδος!
-Τρομερό, όντως! Και γιατί δεν το πραγματοποίησες;
-Πρώτα απ’ όλα κείνη την εποχή δεν έπινα μπίρες. Πάνω από μια μικρή, δηλαδή! Κάποτε. Δεν είχα λεφτά, σπούδαζα τότε, θα έπρεπε να κόψω εισιτήριο να κατέβω κάτω. Πού τέτοια λεφτά; Άσε που κάτι τέτοιο μπορεί και να μου στοίχιζε τη ζωή. Οι νυχτοβάτες, χάριν της πατρίδος, ήταν πολλοί εκείνες τις ολέθριες μέρες.
-Τώρα καταλαβαίνω πλήρως τα κίνητρά σου. Η ποινή μπορεί να κυμαίνεται από μερικούς μήνες μέχρι και ενός έτους φυλάκιση.
-Μα πώς, της λέω, με πίκρα στη φωνή, που την είχα εμπιστευτεί. Σ’ αυτή την περίπτωση απλώς περνούσα απ’ εκεί και η φούσκα μου πλήρης, έκανε κουμάντο. Καταδικάζετε μία ουροδόχο κύστη σε ενός έτους φυλάκιση;

Αυτές ήταν και οι τελευταίες λέξεις από την επεισοδιακή κατάθεση του alter ego, του συγγραφέα, ο οποίος είχε λάβει μέρος στο συνέδριο με θέμα «Η ψευδαίσθηση στη λογοτεχνία». Αυτή ήταν και η εισήγησή του, που καταχειροκροτήθηκε. 
Μόνο ένας σηκώθηκε πάνω και τον κατακεραύνωσε: Μα τι θέλει, κύριε, ο ιδεατός σου ήρωας; Έχει καταβροχθίσει τον αγλέουρα, έχει πιει του σκασμού και γνοιάστηκε τώρα τους πρόσφυγες… Δεν είχε, δηλαδή, κατανοήσει, ο κύριος αυτός, τη δικτατορία της φούσκας. Δεν είχε γευτεί ποτέ του μπίρα. Ήταν και ο ίδιος πρόσφυγας από το Αφγανιστάν. Τις τρεις μέρες του συνεδρίου ο νους και τα μάτια όλων περιπολούσαν διακριτικά γύρω από τη ζώνη του.
*Η άμυνα του Λούζιν – μυθιστόρημα του Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ

 

ΤΑ ΠΗΓΑΔΙΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ (2012)

ΥΠΝΟΣ ΑΝΤΙΠΟΙΗΤΙΚΟΣ

Κάποτε νιώθω τόσο κουρασμένος
θέλω να πάω να κοιμηθώ
με διάθεση
πέραν του ύπνου.
Να κοιμηθώ
βαθιά
να μην ακούω.

Η κενότητα των λόγων σας
η ματαιότητα των πράξεών σας
υπνηλία μου φέρνουν
θανατερή.
Να κοιμηθώ χωρίς όνειρα
τα όνειρα
αντίγραφο όσων ζω
καθρέφτισμα των λόγων σας
της θρασύτητάς σας
εγώ τα έχω σιχαθεί.

Δε θέλω να βλέπω
μέσα σε συμπληγάδες βλακείας
επηρμένης
οιδηματικής
σαν πτώμα με μύγες πράσινες
να γυροφέρνουν
την πατρίδα μου την ίδια.

Θέλω να κοιμηθώ•
νομίζοντας πως κοιμάμαι
να συνεχίσω.

 

ΝΟΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΗ

Στην πατρίδα πάλι και στους πολιτικούς της

Τέλεψαν τα πανηγύρια
του ανερμάτιστου Λόγου
οι κρίνοι
της αειπαρθένου κυήσεως
οι θρήνοι
το έλαιο στους λύχνους
των μωρών παρθένων
οι μαστιγώσεις
οι εμπτυσμοί των ηλιθίων
τ’ ακάνθινα στέφανα
των εμπαθών

τετέλεσται όλα
με την αλήθεια του νου.
Η τρέλα στους υπονόμους
τα κεφάλια μέσα

πολιτικοί της πεντάρας
αρχιερείς γυμνοί από φαιλόνια
και χρυσά
άσπρα βρακιά όλοι
μηδενός εξαιρουμένου
βρακιά χεσμένα.

Τα πλυντήρια των λέξεων
αρνούνται να στραγγίσουν το νόημα
της ρυπαρότητας
τ’ απορρυπαντικά σήκωσαν τα χέρια
και με την Ανάσταση του νου
ο κάθε κατεργάρης στον πάγκο του.

Είτε, δηλαδή, αφαιρούμε
τον ακάνθινο στέφανο
από την κεφαλήν Αυτής –
μπήγοντας στην καρδιά ο καθένας τ’ αγκάθι
μοιραζόμενοι τους εμπτυσμούς που μας αναλογούν
τα ραπίσματα
χάριν Αυτής -,
είτε κρινόμαστε ανάξιοι κάθε Σταύρωσης
κι από δω και μπρος
ο καθείς τον Γολγοθά του,
μπαγάσηδες.

Τρίτη Διακαινησίμου, Απριλίου έκτη, 2010, εν Λευκωσία

 

ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΣΤΗΝ ΚΑΡΠΑΣΙΑ

Στον Λευτέρη Παπαλεοντίον

Ψες δεν έκλεισα μάτι.
Έβλεπα όνειρο παιδικό
έναν εφιάλτη
πως εκδρομή πηγαίναμε
στην Καρπασία
γιαλό γιαλό.

Περάσαμε κι απ’ το χωριό
καποιανού φίλου.
Που έμοιαζε άλλοτε μικρός
και άλλοτε μεγάλος
κι έκλαιγε γοερώς.

Ήτανε τούτη η σατανική εναλλαγή
που με ξυπνούσε κάθε τόσο.

Έκλαιγε λέγοντας πως το χωριό του
δεν το γνωρίζει πια.
Μα δεν το ξέρω, έλεγε
νυκτοβατώντας σαν αγγελούδι
αρπαγμένος στο καπό
και έλεγε πως όλοι μας
κανονικά έχουμε ένα χωριό
μια μήτρα που αγαπάμε.

 

ΧΙΟΝΙ ΣΤΟΝ ΠΕΝΤΑΔΑΧΤΥΛΟ

Άσπρη μέρα, επιτέλους, 
σαβάνωσε την ημισέληνο 
στο αμίλητο βουνό. 
Αναίσθητος όμως ο ήλιος 
βούρτσισε στο πι και φι 
το αθώο χιόνι
δεν είχε αίσθηση του τι ποιεί.

 

ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ

ΟΝΕΙΡΩΔΥΝΙΑ

Κείνα τα κόκκινα μυρμήγκια
τα υπερμεγέθη
που τρέχουν σαν μηχανές
παίρνουν και φέρνουν στα όνειρά μου
καβαλάρηδες

χωρίς κράνος 
μήτε κεφάλια

που γελούν όμως 
μαρσάροντας 
ξέρω πως γελούν.

Κι εγώ να φοβάμαι 
πως έρχεσαι

με το κεφάλι κομμένο

να με ασπαστείς.

Καίτοι
στο διηνεκές
η απουσία σου.

 

ΕΥΤΥΧΕΙΣ ΗΜΕΡΕΣ

Οι ευτυχείς Ημέρες της ζωής του
έρχονται κάποτε
μάγισσες
αναμαλλιάρες
του θυμίζουν καγχάζοντας
την ελαφρότητά του
όταν τις είχε
γυναίκες στο κρεβάτι
με στήθη ηφαιστειακά.

Να, μαλάκα, του κάνουν
μουντζώνοντάς τον,
γιατί δε φύλαγες
κάποιες μας
για τα καλά στερνά;

Κι’ εκείνος
να τις κοιτά καχύποπτα
θαμπές
μέσα από το γυαλί του ονείρου.

Ξυπνώντας,
να μετρά απλώς την πίεσή του
που έχει ανέβει αισθητά

 

ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΜΕΙΝΟΥΜΕ ΚΙ ΕΤΣΙ

Βρεθήκαμε
να ζούμε μιαν κατάσταση,
να την υπερασπιζόμαστε,
καθώς λεν, με το αίμα μας
και να τη μισούμε
με κρύα σοφία
και κοσμιότητα.

Περικυκλωμένοι σ’ ένα
κιγκλίδωμα σιωπών
που θα μιλήσουν
με την αηδία του σκύλου
που κροταλίζει το βρασμένο κρέας
και τη θαλπωρή.

Μπορεί να μείνουμε κι έτσι
ως τη συντέλεια
πρότυπα υποταγής
μαζικής τρέλας
σαν είδος ζωής.

 

Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΜΟΥ

Η θάλασσά μου
δύστροπη σήμερα
γι’ αυτό δεν μπήκα μέσα της
μέχρι να κατευνάσουν τα νευράκια της
να’ ναι καλή μαζί μου
να μου φιλά το σώμα
εγώ να γλιστρώ στο βυθό της,
έμβρυο
να με περνά απ’ τον κόλπο της
να με αναγεννά
στα ιαματικά της ξεπλένοντας
τη θλίψη μου.

 

ΕΝΥΠΝΙΟ

Την ανακαλεί στον ύπνο του
από το διαδίκτυο παλιών καιρών
όπως φακίρηδες τα πνεύματα
και παπάδες από την Ωραία Πύλη
την Πλατυτέρα των Ουρανών.

Αυτή
παγιδευμένη στο μαγνητικό πεδίο του
νιώθει νευρικότητα
διστάζει
μα δεν μπορεί παρά
να καθελκυστεί σαν καραβάκι
κάποτε
στ’ ονειρικό επίνειό του.
Αν και αναποφάσιστη
ενίοτε εχθρική
περιμένοντάς τον
να πατήσει τη σκανδάλη του enter.

Αυτός,
καίτοι χαρούμενος
για τη λυσιτέλεια της πονηριάς του
αδρανεί.

Μάγος καλός
μα διόλου πια
τεχνίτης.

 

ΔΙΚΗ

Θα ‘πρεπε να ‘χε τελειώσει 
από χτες η δίκη 
για την κλοπή του χαμόγελου 
στη δυναστεία της θλίψης• 
όπου ξεπουλάν 
παράνομες χαρές 
ως να ήταν περιττές 
επαίσχυντες
ως να μην ήταν πετράδια
αιωνιότητας
κι αθανασίας, έστω
μες στη γενική ψευδαίσθηση
και την απόλυτη λήθη.

Αν βγάζαμε την ψυχή μας 
τη μουλιάζαμε 
στη χλωρίνη του πένθους 
τη στεγνώναμε 
στ’ αγκάθια 
και στους ίσκιους μας 
θα μπορούσαμε ίσως 
να μιλάμε με παρρησία 
στους δικαστές

που μας χέζουν ολοσχερώς 
λες κι οι ίδιοι δεν κακούργησαν ποτέ
στον έρωτά τους – 
την τυφλή τους δικαιοσύνη.

 

ΑΓΕΝΝΗΤΑ ΒΡΕΦΗ

Πόσα διηγήματα
χάθηκαν μέσα στον ύπνο
σαν αφύλακτα παιδιά του δρόμου
πόσες ποιήσεις
καταβρόχθισε
και δεν έφτασαν ως το πρωί.

Διαφορετικοί κοιμόμαστε
αλλιώτικοι ξυπνάμε
μην ξέροντας σε ποιο κρεβάτι
μένει έγκυος η μνήμη
με ποιον μας απατά μες στο σκοτάδι

σε ποια κλινική
ή κάδο απορριμμάτων
τ’ αποβάλλει

χωρίς ένα χάδι
ανάγνωση νηφάλια
πρωινή.

 

ΠΡΟΔΟΣΙΕΣ

Κατόρθωσες κ ι αυτό ,
συγγραφεύ μέγα,
να προδίδεις φίλους
με τόση ευκολία.
Μετά από ενδελεχή προπόνηση,
εννοείται.
Ξεκινώντας από τον εαυτό σου
που κρυβόταν χρόνια
παριστάνοντας τον ρέμπελο
γράφων επιτηδείως –
ακόμη και άσιτος έμεινες
επί μακρόν.

Ώσπου συνήλθες
πρώτα οικόσιτο
σε πισινές αυλές,
εν συνεχεία
ορθά κοφτά τα είπες
–όπως τα ήθελαν–
έγινες δεχτός στα σαλόνια τους
που

«να, προς τα κει πέφτουν!»
έλεγε ο Σκαρίμπας
μουντζώνοντάς τα–
μα κι ο Βάρναλης,
θαρρώ.

 

 

ΕΡΩΣ ΕΝ ΚΑΜΙΝΩ, Διηγήματα, (2001)

Από το διήγημα «Να ντρεπόμαστε να πούμε τ’ όνομά μας»

…Οπότε μια Κυριακή πρωί με αποσπά από το σπίτι και πηγαίνουμε να με ξεναγήσει σ’ εκείνο το «υπέροχο και φανταστικό καταφύγιο, το τόσο μακρινό μα και τόσο μέσα μας, όπως η ψυχή μας!»
Η γυναίκα μου δυσφορούσε βλέποντάς με ν’ ανεβαίνω στο αυτοκίνητο και να φεύγουμε μαζί. Δικαιολογημένη κάπου. Λαμβάνοντας κανείς υπόψη πως άλλοι συνάδελφοι στο σχολείο κάπου τον απέφευγαν, εκτός βέβαια από τη Μνημειάδου . Την Έλλη Μνημειάδου, που είχε κι εκείνη μέσα της μια δίδυμη αδελφή να την κυνηγά. Εκείνη δεν είχε αγνοούμενο πατέρα, όπως εκείνον, αλλά έναν άλλο, πολύ δικό της άνθρωπο – κι ας μην τη συνέδεε μαζί του καμιά συγγένεια αίματος ή καταχωρισμένη, τέλος πάντων, σε χαρτί επίσημο, και κυρίως το παιδί του που δεν συνέλαβε ποτέ…
Τρέχα τώρα βρες άκρη με τα πονεμένα, σαλεμένα μυαλά.
Όλοι όμως, κουτσομπόληδες και μη, γνωρίζαμε με πάσα λεπτομέρεια γιατί η Έλλη Μνημειάδου δεν είχε συλλάβει ποτέ το μοναδικό παιδί της, που θα πρέπει τώρα να κυκλοφορεί γύρω στα δώδεκα με τελειωμένο το δημοτικό, κι ωστόσο δεν το έχει δει κανείς, παρά μόνο εκείνη σε κάτι φευγαλέες στιγμές, παρασυρμένη από οπτασίες και εμμονές… Γνωρίζαμε ακόμη, κουτσομπόληδες και μη, πως τη μέρα εκείνη, της μοιραίας σύλληψης –στο μυαλό ή στο σώμα;- είχαν σβουρίξει πάνω από την ερωτική φωλιά τους, στο ρετιρέ του «Σαλαμίς Μπέι» στην Αμμόχωστο, τα αεροπλάνα του Αττίλα. «Μη» του είπε, «μη! Μιαν άλλη φορά που τα πράγματα θα είναι καλύτερα!» Το σπέρμα του κύλησε κάπου γύρω στον αφαλό της. Τώρα ζωντανεύει κάποτε και θέλει να μπει μέσα της. Οπότε ένας γαλαξίας από σπυράκια φυτρώνει στο σώμα της, αλέα εφιαλτική στην παλιά διαδρομή. Τον Νίκο δεν τον ξαναείδε από τότε. Και παρόλο που το όνομά του φιγουράρει στον κατάλογο των αγνοουμένων, εκείνη ξέρει… Στην αρχή δεν θέλησε να στερήσει την ελπίδα από τους δικούς του, τους «πραγματικά» δικούς του. Ύστερα, όσο περνούσαν τα χρόνια, της φαινόταν ακόμη πιο δύσκολο κι έτσι τα πράγματα μείνανε στο διφορούμενο του θανάτου. Η ίδια στο μεταξύ είχε φροντίσει να διασταυρώσει επαρκώς κάποιες πληροφορίες, που προέρχονταν από παλιό φίλο και τέως, ας πούμε, ερωτικό αντίζηλο του Νίκου. «Άς πούμε», έλεγε κι εκείνη και γελούσε κάποτε μέσα από ξεσπάσματα αυτοσαρκασμού. «Ένα “ας πούμε” έχει καταντήσει η ζωή μας, ας πούμε πως ζούμε, ας πούμε πως γεννήσαμε παιδιά, που όταν όμως βαράνε το κουδούνι της εξώπορτας κι αλαφιασμένοι τρέχουμε, αυτά γίνονται άφαντα, ροβολώντας τις σκάλες». Μεγαλώνουν όμως, μεγαλώνουν τα παιδιά που δεν γεννήσαμε… Μεγαλώνουν και μας κυνηγούν… σκέφτεται κάποτε, σαν είναι στις πολύ πολύ μαύρες της.
Ο Θεός να βάλει το χέρι του.

 

ΣΤΟ ΜΑΤΙ ΤΟΥ ΦΙΔΙΟΥ (2000)

(Απόσπασμα)

…. Θα πρέπει, εν τέλει, να ήταν κανένας τριχοφάγος από τους γάτους, γιατί αυτός είχε άλλο βίτσιο. Αντί για σκυλί κι εκείνο το εσταυρωμέρο ρίφι, αυτός κουβαλούσε πάντα μαζί του ένα γάτο. Γάτο υψηλής περιωπής, που άμα βαριόταν κι ήθελε να βγει, πεταγόταν στο χερούλι της πόρτας μια δυο και κατάφερνε ν’ ανοίξει. Και σαν δεν γινόταν ούτε αυτό, έπαιρνε φόρα και πηδούσε από το παράθυρο κι όποιον πάρει ο χάρος. Μπορούσε να προσγειωθεί από το ύψος του πρώτου ορόφου στο κεφάλι κάποιου ανέμελου περαστικού, που θα κατουρούσε στο εξής κόμπο κόμπο από τον φόβο του. Ο Θεός, όμως, μας γλίτωσε από μιαν τέτοιαν εκδοχή και είχε προτείνει κάτι άλλο: αντί στο κεφάλι του περαστικού να προσγειωθεί στην οροφή ενός διερχόμενου λεωφορείου. Οπότε τα κάνει, φαντάζομαι, λίμπα τα ζεμπίλια των επιβατών, επιθεωρώντας σ’ αυτά κάθε τι γατοφαγώσιμο… Κάνει και την εξοχή του στα ορεινά και μας κατεβαίνει με αναρρωτική, πηδώντας πάλι από ψηλά, ακριβώς μπροστά από την πόρτα μας, και με σπασμένο το κεφάλι από το ξύλο.
Έτσι, ο Κωστής προτιμούσε να τον κουβαλά μαζί του για να ‘χει το κεφάλι του ήσυχο. Μια φορά τον είχε πάρει κιόλας μαζί του στην εκκλησία. Και πάνω στη βιάση του μην σφετεριστούν άλλοι τα ρούχα των εξαπτέρυγων που ήταν ωραία και φανταχτερά σαν άμφια δεσποτάδων, παράτησε τον γάτο σ’ ένα μπαούλο εκεί δίπλα. Και φυσικά κάποιαν ώρα άρχισε να νιαουρίζει ο διάβολος. Τρέχει ο παπάς ν’ ανοίξει, πετάγεται από μέσα σαν σαΐτα και σκαρφαλώνει ο καταραμένος στο εικονοστάσι. Κάμποση ώρα περιπατούσε πάνω από τα κεφάλια των αγίων, όπως έναν απελπισμένο που ανεβαίνει στον τρίτο όροφο κραδαίνοντας την απειλή πως θα ριχτεί στο κενό – που τελικά όμως κάνει δεύτερες σκέψεις: «Τέτοια ζωή, κάλλιον ζωή παρά θάνατος». Εξακολούθησαν να τον προκαλούν βεβαίως, μ’ ένα κηροσβέστη, πως θα τον κατέβαζαν άδοξα. Οπότε εκείνος πετάγεται στο χρυσό καντήλι που κρέμεται απευθείας από τον ομφαλό του Παντοκράτορα ψηλά στον θόλο. Κι αρχίζει να ανεβαίνει. Όσο πλησιάζει όμως προς τον πάντων Κτίστη, κάτι του λέει πως τα πράγματα άρχισαν να σκουραίνουν, αφού από κάτω βάζει τις φωνές ο παπάς και μαζί του συνολικώς το ποίμνιον. Οπότε γυρίζει τον κώλο κι αρχίζει να κατεβαίνει, κι ακούει τότε το γέλιο του Θεού. Του νιαουρίζει κι αυτός με τη σειρά του και μ’ ένα σάλτο ακαριαίο πηδάει στο κενό. Ακριβώς πάνω στη γενειάδα του μοιχού ιερέως. Θεέ μου, πώς τα σκαρώνεις κάτι τέτοια, με τι νόμισμα πληρώνεις εσύ; Γελούσες, όμως, σε είδα, Παντοκράωρ!
Να γιατί αρρώστησε ο Κωστής. Και τον άφησαν εκεί να λειώνει, πρώτη η δασκάλα του τον είχε παρατημένον. Και να τώρα. Τώρα είναι αργά. Απλώς τραβούμε ο καθένας τον δρόμο του που όλο και στενεύει… Αχ, εκείνη η «στενή πύλη», «ολίγοι εισίν οι ευρίσκοντες αυτήν», έγραφε η Ρέγγα, η αδερφή του, σε μιαν υποσημείωση υπεροπτικής ειρωνείας.
Και ο Θεολόξ να παραφυλάει την πράσινη πινακίδα με τις επιστολές των μαθητών και να επιμένει σε μερίδιο βλεψία σε όλα τούτα, που είναι ανάξια λόγου, πόσο μάλλον Θεού λόγου…

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΑΛΛΌΦΥΛΟΙ ΕΡΑΣΤΈΣ

ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΥ

Diastixo 23/7/2018

Ο Χρίστος Χατζήπαπας κλείνει σχεδόν πενήντα χρόνια στα γράμματα. Η πρώτη του ποιητική συλλογή, Ενδοσκόπιο, εκδόθηκε το 1969. Έκτοτε εξέδωσε συλλογές ποίησης και διηγήματος, αλλά και τρία μυθιστορήματα. Παρά τη μακρά διαδρομή στη λογοτεχνία, εξακολουθεί να πειραματίζεται. Αυτό αποδεικνύει η τελευταία συλλογή διηγημάτων του, Αλλόφυλοι εραστές. Αντιθετικοί άξονες διαπερνούν όλη τη συλλογή, έτσι που το βιβλίο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί διπολικό, κάτι που έδωσε την ευκαιρία στον συγγραφέα να αναμετρηθεί με πολύ σημαντικά θέματα. Ήδη ο τίτλος παραπέμπει σε αυτή τη διπολικότητα – και δεν είναι μόνο τα δύο μέρη του βιβλίου τα οποία κινούνται σε διαφορετικό ύφος και θεματολογία. Είναι και οι δύο αφηγηματικές φωνές σε ορισμένα διηγήματα, αλλά και οι αντιθετικές σχέσεις θάνατος/ζωή-έρωτας, παρελθόν-παρόν, νεότητα/γήρας-ομορφιά/φθορά, Ελληνοκύπριοι-Τουρκοκύπριοι. Παρά τη διπλότητα αυτή, η αίσθηση της ενότητας και της σύγκλισης διατηρείται χάρη στην επιδέξια τεχνική του συγγραφέα, αφού υπάρχουν οι άξονες και οι συνδετικοί αρμοί που τέμνουν κάθε φορά τους δύο πόλους: π.χ. έρωτας και θάνατος, κυπριακό, αυτοαναφορικότητα, διακειμενικότητα.
Το πρώτο διήγημα, το πρώτο μέρος και όλη η συλλογή τιτλοφορούνται Αλλόφυλοι εραστές. Τα διηγήματα έχουν να κάνουν με τις σχέσεις ανάμεσα σε Ελληνοκυπρίους και Τουρκοκυπρίους κυρίως στα κρίσιμα χρόνια μέχρι το 1974, αλλά και σήμερα. Ο συγγραφέας επιστρατεύει την τεχνική της πρωτοπρόσωπης μαρτυρίας, της αποκαλυπτικής εξομολόγησης, κι άλλοτε τον δημοσιογραφικό λόγο, όπως στο διήγημα «Τα σκυλιά του Κουτλού Ανταλί», αλλά και τη συμβατική τριτοπρόσωπη αφήγηση. Σε αρκετά διηγήματα, όπως στα «Αλλόφυλοι εραστές», «Αν έλειπε εκείνη η μέρα στο ημερολόγιο…», «Ο Ντελι-Γιωρκής», «Ειδική αποστολή», υπάρχει πάντα μια φωνή πίσω από τη φωνή, ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα του αποκαλυπτικού λόγου. Ένας πρωτοπρόσωπος Τουρκοκύπριος αφηγητής καταθέτει τη μαρτυρία του για τα γεγονότα που έζησε τη δεκαετία του 1960 μέχρι το 1974, τον παραλογισμό που οδήγησε στην τραγωδία της Κύπρου. Ο επίσης πρωτοπρόσωπος αφηγητής-συγγραφέας ελάχιστα επεμβαίνει. Ανάμεσά τους μεσολαβεί ένας διερμηνέας. Ο αφηγούμενος τα περιστατικά ζει μια δραματική στιγμή κατά την εξομολόγηση, με κορυφώσεις δραματικής έντασης.

Το ιστορικό, πολιτικό και χωροχρονικό πλαίσιο, και γενικά η ανθρωπογεωγραφία μέσα στην οποία εγγράφεται η μυθοπλασία, είναι το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα με εστίαση στη δεκαετία του 1960 έως την εισβολή: ΕΟΚΑ, τα σχέδια του Ντενκτάς για taxim-διχοτόμηση, ΤΜΤ, η Βολκάν και δολοφονίες Τουρκοκυπρίων, ΕΟΚΑ Β’, διακοινοτικές ταραχές, οι εκατέρωθεν δολοφονίες και ο εξτρεμισμός, το πραξικόπημα, η εισβολή. Η δράση τοποθετείται κυρίως σε τουρκοκρατούμενες περιοχές, π.χ. στην περιοχή της Μόρφου.

Στο πρώτο διήγημα, «Αλλόφυλοι εραστές», και στο δεύτερο, «Αν έλειπε εκείνη η μέρα στο ημερολόγιο…», πρωτοπρόσωπος αφηγητής είναι ο Ερόλ. Αναφέρεται σε γεγονότα που συνέβησαν στην περιοχή της Μόρφου. Ο Ερόλ μιλά για δολοφονίες Τουρκοκυπρίων και Ελληνοκυπρίων, αλλά και διαταγές για μαζικές δολοφονίες. Ωστόσο, υπήρξαν άνθρωποι εκατέρωθεν που αρνήθηκαν να εκτελέσουν τέτοιες εντολές, όπως ο Ερόλ και ο Δημήτρης, οι οποίοι έσωσαν αντίστοιχα Ελληνοκυπρίους και Τουρκοκυπρίους. Μέσα σε όλα αυτά, παρά τη φωτιά και τον πόλεμο, ο έρωτας βρίσκει τον τρόπο να ανθίσει και να στεριώσει. Έτσι, ο Ερόλ στην αφήγησή του εγκιβωτίζει προσωπικές ερωτικές ιστορίες, τη δική του με την Αλέφ, του Παντελή με την Ντενίζ, του Δημήτρη με την Αντιλέ.
Στο διήγημα «Ειδική αποστολή», ο Νιχάτ αποκαλύπτει την αποστολή που ανέθεσε σε αυτόν και τον Χασάν ο κατοχικός στρατός στην Ελιά· να θάψουν μια φρικτά δολοφονημένη, βιασμένη και γυμνή Ελληνοκύπρια. Στο διήγημα «Στα Καλυβάτζια», ο Τουρκοκύπριος Μουράτ, παλιό στέλεχος της ΤΜΤ, εκφράζει την παράξενη επιθυμία να γνωρίσει ένα από τα μέλη της ΕΟΚΑ Β’. Στο διήγημα «Τα αγαπημένα σκυλιά του Κουτλού Ανταλί», ο συγγραφέας αναφέρεται στη δολοφονία του Τουρκοκύπριου δημοσιογράφου, υπέρμαχου της φιλίας και της ειρηνικής συνύπαρξης με τους Ελληνοκυπρίους. Στο διήγημα «Ο Ντελι-Γιωρκής», στο οποίο εγκιβωτίζεται και η αφήγηση του Ζεκί, εξιστορεί τα γεγονότα των διακοινοτικών συγκρούσεων στα Καζιβερά. Στο διήγημα «Στο αίθριο της Βουλής», ο συγγραφέας θυμάται το συγκινητικό διήγημα του Νέαρχου Γεωργιάδη «Η τελευταία επιθυμία του Μεμέτη» για τη φιλία ενός Τουρκοκύπριου παιδιού με συνομήλικό του Ελληνοκύπριο, σε μια δηλητηριασμένη ατμόσφαιρα μίσους και εθνικισμού. Η «Καύση» αποτελεί φόρο τιμής στον Εμίν. Σε αυτό εξιστορείται η φιλία του αφηγητή με τον Εμίν, ο οποίος παρά τις αντιξοότητες και την πολεμική του Ραούφ Ντενκτάς επέλεξε, μετά την εισβολή, να ζήσει με τους Ελληνοκυπρίους. Στο «Σαν μια στιγμή η ζωή», ο ετοιμοθάνατος Ελληνοκύπριος Βήτα, ανάμεσα στο παραμιλητό και τα ενύπνιά του, αφηγείται μνήμες της ζωής του που σχετίζονται με τα τραγικά γεγονότα της Κύπρου.

Όλα όσα αναφέρονται είναι θεματικές που ο Χρίστος Χατζήπαπας ανέπτυξε και σε άλλα έργα του (διηγήματα, μυθιστορήματα, ποίηση). Οι εξομολογήσεις και οι μαρτυρίες στόχο έχουν να αναδείξουν την αλήθεια που η επίσημη Ιστορία αρνείται να καταγράψει. Με όχημα τη μνήμη, ο συγγραφέας φτάνει με τόλμη στο βάθος των πραγμάτων, στηλιτεύει τις ακρότητες και τον εθνικισμό. Αυτό που τον ενδιαφέρει ιδιαίτερα είναι τα φωτεινά παραδείγματα, οι εξαιρέσεις, οι άνθρωποι που μέσα στον παραλογισμό της εποχής τους πήγαν ενάντια στο ρεύμα και διέσωσαν την ανθρωπιά και τον άνθρωπο. «Μπορεί και να μας βγει σε καλό. Η γνώση της Ιστορίας δεν έβλαψε ποτέ κανέναν…» θα σχολιάσει η Αϊσέ στο διήγημα «Στα Καλυβάτζια».

Παρά τα όσα τραγικά περιγράφονται, η εντύπωση που αφήνει ο συγγραφέας είναι πως υπάρχει ακόμα ελπίδα. Είναι ο έρωτας, η αγάπη, η ομορφιά και η φιλία που θριαμβεύουν μέσα στη φωτιά, υπερνικώντας το μίσος και ξεπερνώντας κάθε εθνοφυλετικό, θρησκευτικό ή γλωσσικό περιορισμό. Πολύ χαρακτηριστική είναι η παραδοχή των δύο πρώην ορκισμένων εχθρών, του Τουρκοκύπριου Μουράτ (ΤΜΤ) και του Ελληνοκύπριου Παναγιώτη (ΕΟΚΑ Β’) στο διήγημα «Στα Καλυβάτζια». Στη συνάντησή τους, καθώς αναλογίζονται το παρελθόν, παραδέχονται: «Γελαστήκαμε, Μουράτ, μας ξεγέλασαν!» «Bokettik! Σκατά τα κάναμε!».

Τα ζητήματα ταυτότητας απασχολούν τον συγγραφέα σε πολλά από τα διηγήματα. Ο έρωτας ανάμεσα σε έναν Ελληνοκύπριο και μια Τουρκοκύπρια του δίνει την ευκαιρία να εξετάσει τέτοια θέματα, όπως η θρησκεία (οι Τουρκοκύπριοι δεν είναι ιδιαίτερα θρησκευόμενοι) και η γλώσσα (πολλοί Τουρκοκύπριοι μιλούν την ελληνοκυπριακή διάλεκτο και αρκετοί μέχρι το 1974 δεν ήξεραν τούρκικα).

Ο τίτλος του β’ μέρους της συλλογής δίνει τη βασική θεματική των εννιά διηγημάτων: «Αφρός ονείρου η ζωή». Αναφέρονται στο πεπερασμένο και το εφήμερο της ανθρώπινης ύπαρξης. Τα πολιτικοϊστορικά γεγονότα και η κριτική που ασκείται υποχωρούν σε δεύτερο επίπεδο. Αυτό που κυριαρχεί είναι η κοινωνική κριτική για το σήμερα, η αλλοτρίωση και κυρίως τα αντιθετικά σχήματα νεότητα-γήρας, θάνατος-έρωτας. Αντίθετα με ό,τι συμβαίνει στο α’ μέρος της συλλογής, στο οποίο, παρά τα φαινομενικά ανυπέρβλητα εμπόδια, εθνικά, θρησκευτικά ή άλλα, ο έρωτας ευοδώνεται, εδώ ο συγγραφέας επιστρέφει σε ένα χαρακτηριστικό θεματικό μοτίβο της τέχνης του: ο πόθος υπάρχει, αλλά ο έρωτας σπάνια θα ολοκληρωθεί, καθώς θα παραμείνει στη σφαίρα της επιθυμίας, του ονείρου, των ονειρώξεων και της φαντασίας. Το ύφος επίσης αλλάζει: αντί του τραγικού-δραματικού, εδώ κυριαρχεί το χιούμορ, η ειρωνεία, ο σαρκασμός και ο αυτοσαρκασμός. Επιπλέον, τα διηγήματα αυτά συνδέει ένας πρωτοπρόσωπος, ομοδιηγητικός αφηγητής, ο οποίος διανύει τη μέση ηλικία ή βαδίζει προς την τρίτη ηλικία.
Το τελευταίο διήγημα του β’ μέρους έχει τίτλο «Η ψευδαίσθηση στη λογοτεχνία ή Επαναστατική κατουρίαση». Είναι ένα διήγημα για την ποιητική του διηγήματος. Ο συγγραφέας επισκέπτεται τη Χάγη για ένα συμπόσιο λογοτεχνίας. Όμως, θα βρεθεί υπόλογος ενώπιον της δικαιοσύνης, γιατί ο ήρωας της ιστορίας του, alter ego του συγγραφέα, κατούρησε το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Η πρόθεσή του είναι προφανής: να ξεσκεπάσει την υποκρισία της διεθνούς δικαιοσύνης (σε αυτό συμβάλλουν οι αναφορές στην Κύπρο και στον εμφύλιο στη Συρία). Κι εδώ ο ερωτικός πόθος του αφηγητή για τη συνεργάτιδά του Ντιόν γίνεται πράξη μόνο στις ονειρώξεις του. Όμως, όλη αυτή η ιστορία δεν ήταν παρά η εισήγηση του συγγραφέα στο συμπόσιο με τίτλο «Η ψευδαίσθηση στη λογοτεχνία ή Επαναστατική κατουρίαση». Στο διήγημα αναπτύσσεται το μοτίβο του ανεκπλήρωτου έρωτα, του ερωτικού πόθου που βρίσκει διέξοδο μόνο στη φαντασία του ήρωα. Το όνειρο γενικά διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στο έργο του Χρίστου Χατζήπαπα. Είναι ο χώρος στον οποίο πραγματώνεται το απραγματοποίητο, εκεί που γεφυρώνεται το συνειδητό με το ασυνείδητο.

Οι ήρωες υποφέρουν, λοιπόν, από έναν βασανιστικό έρωτα, έναν Έρωτα εν καμίνω, για να θυμηθούμε τη συλλογή που ο Χατζήπαπας εξέδωσε το 2001. Η θεματική αυτή, σε παραλλαγές, συναντάται στα διηγήματα «Παραγωγικός έρως», «Αυτοί που τρέχανε σαν άλογα», «Το εισιτήριο», «Δεν πίστευε στον θάνατο», «Οι καημένοι» και «Θίνες αγάπης και φόβου». Ακόμα, όμως, κι εκεί που ανθίζει ο έρωτας, η αιφνίδια αλλαγή της τύχης, ο θάνατος ή μια αρρώστια έρχονται να ανακόψουν απότομα την ερωτική πληρότητα. Αυτή η ματαίωση δίνει την ευκαιρία στον συγγραφέα να ψυχογραφήσει σε βάθος τους ήρωές του, να δημιουργήσει την κατάλληλη δραματική ένταση, να πειραματιστεί με τη φαντασία και να υπονομεύσει το ρεαλιστικό στοιχείο.

xatzipapasΈνα από τα βασικά χαρακτηριστικά της συλλογής είναι η διακειμενικότητα. Ο συγγραφέας δημιουργεί ένα πυκνό δίχτυο τέτοιων αναφορών, καθώς συνομιλεί με δικά του έργα ή με έργα άλλων συγγραφέων και την παράδοση. Αλλά, όπως σε όλα τα έργα του Χρίστου Χατζήπαπα, έτσι κι εδώ μια από τις σημαντικότερες αρετές είναι η γλώσσα. Είναι, πράγματι, ιδιαίτερα γοητευτική η μείξη τύπων της καθαρεύουσας, της δημοτικής, της εκκλησιαστικής γλώσσας, της προφορικής γλώσσας στις αφηγήσεις ή στους διαλόγους, της κυπριακής διαλέκτου και η συχνή παράθεση τούρκικων λέξεων. Πότε απλή και λιτή, σε ρεαλιστικό ύφος, άλλοτε περίτεχνη και ποιητική, μεταφορική, ενίοτε λυρική και πότε σκληρή και τολμηρή, σε μακροπερίοδο λόγο ή κοφτή, ανάλογα με το αφηγηματικό ύφος κάθε φορά, η γλώσσα είναι ένα στοιχείο που πρωταγωνιστεί στο βιβλίο.

Η συλλογή Αλλόφυλοι εραστές διακρίνεται από αφηγηματική πολυμορφία. Η μετατόπιση του χρόνου από το παρόν στο παρελθόν και αντίστροφα είναι συχνή και επιτρέπει στους αφηγητές να δουν από απόσταση τα γεγονότα και να τοποθετηθούν με νηφαλιότητα. Η ρεαλιστική αφήγηση πολλές φορές υπονομεύεται με ονειρικά, μνημονικά και φαντασιακά στοιχεία ή συνειρμούς και εγκιβωτισμούς. Ο πλάγιος λόγος τρέπεται, κατά διαστήματα, σε ελεύθερο πλάγιο λόγο και ο διάλογος ή και ο αφηγηματικός μονόλογος είναι συχνός. Η αφήγηση, ιδιαίτερα στο πρώτο μέρος, είναι πολλές φορές κυκλική, η αρχή συχνά φορτίζεται με δραματικό τόνο όπως και το τέλος, που σχεδόν πάντα αφήνεται ανοιχτό σε προβληματισμό. Γενικά, δεν υπάρχει τίποτα μονοδιάστατο στα διηγήματα του Χρίστου Χατζήπαπα, ούτε στη γλώσσα, ούτε στην αφήγηση, ούτε στη θεματική του. Κάτι που καταδεικνύει τη διαρκή έγνοια του και την ενσυνείδητη πάλη με τη γραφή. Αυτό καθιστά το έργο του εξαιρετικά ενδιαφέρον.

 

ΤΑ ΠΗΓΑΔΙΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

ΛΕΥΤΕΡΗ ΠΑΠΑΛΕΟΝΤΙΟΥ

http://www.oanagnostis.gr, 13.5.2013

Σάτιρα και ρεαλισμός

Με δυο ποιητικές συλλογές εμφανίστηκε στον χώρο της λογοτεχνίας ο Χρ. Χατζήπαπας (γενν. 1947): Ενδοσκόπιο (1969) και Εισαγωγή στην τραγωδία (1979).

Στα χρόνια που μεσολάβησαν αφοσιώθηκε σχεδόν αποκλειστικά στην καλλιέργεια της πεζογραφίας: εξέδωσε τέσσερις συλλογές διηγημάτων και τρία μυθιστορήματα, δίνοντας τον καλύτερο εαυτό του στα πιο πρόσφατα βιβλία διηγημάτων του και βελτιώνοντας σταδιακά τα μυθιστορήματά του.
Ειδικά η πρώτη ενότητα της πρόσφατης συλλογής του, ίσως η πιο συγκροτημένη και η πιο δραστική ενότητα του βιβλίου, θα μπορούσε να διαβαστεί παράλληλα με ορισμένα περίπου ομόθεμα διηγήματα της τελευταίας συλλογής του (Το ασταθές βήμα, 2009), αλλά και συνδυαστικά με παλιότερα διηγήματα κυπριακής θεματικής. Η επιγραφή με την οποία εξαγγέλλονται τα πρώτα δεκατρία ποιήματα («Της γλυκείας χώρας Κύπρου / που μισή και σερνάμενη την καταντήσαμε») μας προδιαθέτει για το στίγμα των κειμένων αυτών: α) είναι ποιήματα που εντοπίζονται καταρχήν στον κυπριακό χώρο, με έμφαση στις πιο πρόσφατες ιστορικές περιπέτειές του· β) αν και δεν λείπουν οι λυρικές πινελιές, οι ονειρικές διαφυγές και οι νοσταλγικές αναπολήσεις μιας παλιότερης ζωής, κατά κανόνα δεσπόζει στα περισσότερο κείμενα η ρεαλιστική ματιά, που απολήγει συχνά και βρίσκει τις καλύτερες στιγμές της σε μια δριμεία, καταλυτική σάτιρα, κάποτε και στον (αυτο)σαρκασμό.
Ήδη στο πρώτο, ομότιτλο ποίημα της συλλογής («Τα πηγάδια της ιστορίας») τα ξεροπήγαδα της ανομβρίας εξελίσσονται σε σύμβολα φανατισμού και εθνικισμού, αφού κατέληξαν να μπαζώνονται με πτώματα δολοφονημένων Τουρκοκυπρίων ή Ελληνοκυπρίων από τα χρόνια τα πρώτων διακοινοτικών συγκρούσεων ώς τις μέρες της Εισβολής. Αντιδιαστέλλοντας την ομορφιά και την ασχήμια, τα χρόνια της αθωότητας ή την πίστη στο «υπέροχο της ουτοπίας» με τη σύγχρονη εποχή της έρημης χώρας και της ιδεολογικής ή άλλης διάψευσης, ο ποιητής εξαπολύει δριμεία σατιρική κριτική σε κούφιους, ματαιόδοξους και θρασείς πολιτικούς και πολιτικάντηδες που καπηλεύονται το πολιτικό πρόβλημα του τόπου και την πατρίδα γενικότερα. Η ιστορική μοίρα της Κύπρου συνδέεται με την τραγική κατάληξη της Αροδαφνούσας του γνωστού δημοτικού τραγουδιού: «Άνου να πάμεν, Ροδαφνού, τζ’ αφταίννει το καμίνιν…» («Αροδάφνες στον αυτοκινητόδρομο»).
Η σκληρή σάτιρα συνεχίζεται και σε ποιήματα όπως το «Νοός ανάσταση», που στρέφεται ενάντια σε πολιτικούς και εκκλησιαστικούς ηγέτες: «πολιτικοί της πεντάρας / αρχιερείς γυμνοί από φαιλόνια / και χρυσά / άσπρα βρακιά όλοι / μηδενός εξαιρουμένου / βρακιά χεσμένα». Με ανάλογη αντικομφορμιστική και απομυθοποιητική γλώσσα, που θυμίζει κάποτε τη γραφή και άλλων ποιητών της «Γενιάς του 1974», αποκαθηλώνεται ο «τρισχόγλαστος» «Ολετήρ», ο γνωστός ιδρυτής της ΕΟΚΑ Β΄, που οδήγησε με μαθηματική ακρίβεια τον τόπο στην καταστροφή του ’74, αλλά εξακολουθεί να τιμάται ως ήρωας.
Αξίζει να αναφερθεί εδώ και το καταληκτικό ποίημα της ενότητας αυτής («Δε μ’ ενδιαφέρει»), που φαίνεται να είναι ένα από τα πιο δυνατά και ανατρεπτικά ποιήματα του βιβλίου. Ο ποιητής απαξιώνει και σαρκάζει για άλλη μια φορά τους πολιτικούς, αλλά απαρνείται και επώνυμα πρόσωπα της Ιστορίας (όπως τον συμπαθή «μάγκα» Ιουλιανό και τον «γάιδαρο» Ιουστινιανό), δηλώνοντας την προτίμησή του στις μικρές χαρές της ζωής και υποβάλλοντας με μαύρο χιούμορ την έγνοια του για την έλευση του θανάτου: «Μ’ ενδιαφέρει να είμαι ωραίος / στο φέρετρό μου / για το βασίλειο των σκουληκιών».
Σε μια μεγαλύτερη ενότητα με τον γενικό τίτλο «Της ύπαρξης, του έρωτα και του θανάτου» στεγάζονται άλλα 38 ποιήματα ποικίλης θεματικής, με έμφαση στα μεγάλα θέματα της ζωής και της λογοτεχνίας. Η σκιά του θανάτου, ο έρωτας ως απουσία ή προσμονή, η επέλαση του χρόνου και η παρακμή της ζωής και της σάρκας, ο διαχωρισμός του σώματος και της ψυχής, ονειρικές διαφυγές, υπαρξιακές ανησυχίες, τρυφερές εικόνες και νοσταλγικές επιστροφές στην παιδική αθωότητα, η αντιπαράθεση της ομορφιάς και της ποίησης απέναντι στην ασχήμια και τη φθορά, ποιήματα ποιητικής, σατιρικές και ανατρεπτικές θεωρήσεις θεσμών και αξιών είναι από τα θέματα και τα μοτίβα που δεσπόζουν στα κείμενα της ενότητας αυτής.
Ανάμεσα σ’ άλλα, ξεχωρίζει το αξιόλογο ποίημα ποιητικής «Ξέρω ένα ποιητή», στο οποίο σατιρίζεται ο επίδοξος ποιητής «που δεν αγαπά τις λέξεις / τα φορτία τους / τις συμφορές που σέρνουν / άλογα ανυποψίαστα / αφηνιασμένα», αλλά «κυνηγά προχείρως / λέξεις καταντημένες / επί χρήμασι / ήχους κυμβάλων». Μέσα από την αρνητική αξιολόγηση ενός τέτοιου συγγραφέα («Ένα ποιητή / που δεν κοιμάται με τις λέξεις του / μην τον λογαριάζεις / τον ανέραστο») ο Χρ. Χατζήπαπας υποβάλλει έμμεσα την άποψη ότι ο ποιητής αντιμετωπίζει ή πρέπει να αντιμετωπίζει τη λέξη ως ένα ζωντανό και ερωτικό σώμα, με ποικίλες συνδηλώσεις, αμφισημίες και αποχρώσεις, ώστε να αποτυπώνει τον σπαραγμό του αφυπνισμένου σώματος και της απογυμνωμένης ψυχής, την αλήθεια και τον θάνατο.
Στις καλύτερες στιγμές του βιβλίου ο Χρ. Χατζήπαπας μάς ξαφνιάζει με την ετοιμότητά του να σατιρίσει και να σαρκάσει με οξυμένη ή αμφίθυμη γλώσσα πρόσωπα και καταστάσεις της σύγχρονης κυπριακής ζωής, την κενότητα και την αλαζονία της πολιτικής ή της εκκλησιαστικής εξουσίας, την έκπτωση των ιδεολογιών, τη διαφθορά και την παρακμή, προμηνύοντας, θα λέγαμε, τη σημερινή κατάντια της Κύπρου. Με ρεαλιστική ή αφαιρετική γλώσσα αγγίζει αποτελεσματικά και άλλα μεγάλα θέματα της ζωής και της λογοτεχνίας, την έλξη του έρωτα και τον φόβο του θανάτου, το μυστήριο της ανθρώπινης ύπαρξης και τις μικρές ή τις μεγαλύτερες χαρές της ζωής. Η σατιρική, ανατρεπτική γλώσσα και η λιτή, ευθύβολη γραφή είναι, κατά την άποψή μου, τα πιο ισχυρά εφόδια στα καλύτερα ποιήματα της συλλογής.

ΠΕΡΣΑ ΚΟΥΜΟΥΤΣΗ

«…Τα πηγάδια μας
πολλών χιλιάδων χρόνων
τα μπαζώσαμε
με κουφάρια εχθρών
ανεπάρκειες
και βλακεία.
Τώρα αφυδατωμένοι
ρακένδυτοι
χωρίς δυνάμεις
προχωράμε
ασθμαίνοντας
κι αυτάρεσκα
στο μέλλον»
*****
«Έλα, μη καθυστερείς,
εξαντλείται ο χρόνος
εξαντλείται γενικώς
σέρνοντάς μας από το χέρι
μας εξαντλεί.
Όλα πωλούνται δύο σε ένα
κι αυτός ο κερατάς
σε δέκα, είκοσι
και βάλε.»

Αν οι ιστορίες του Χρίστου Χατζήπαπα στη συλλογή διηγημάτων του με τίτλο «Το ασταθές βήμα» (εκδ. Γαβριηλίδη, 2009) με εντυπωσίασε, η τελευταία αυτή ποιητική του συλλογή, που τιτλοφορείται «Τα πηγάδια της ιστορίας», κατάφερε να με συγκινήσει και να με συναρπάσει.. Αλλά ποιες ιστορίες αφηγείται ο ποιητής και σε ποια πηγάδια αναφέρεται;

Η συλλογή αυτή των ποιημάτων του Χρίστου Χατζήπαπα ουσιαστικά χωρίζεται σε δυο ενότητες. Στην πρώτη, ο πολιτικοποιημένος ποιητής παραμένει συνεπής στη θεματογραφία που ανέκαθεν τον απασχολούσε: το αδιέξοδο της Κύπρου, και το μέλλον της. Υψώνει με θάρρος τη φωνή ενάντια στην υποκρισία, την αδιαφορία, τη διαφθορά και το λήθαργο των πολιτικών. «Της γλυκείας χώρας Κύπρου που μισή και σερνάμενη την καταντήσαμε», ονομάζει το πρώτο μέρος, αδιαφορώντας για τις συνέπειες ή την οργή των… εγκαλουμένων. Ο Χ.Χ. δε θα μπορούσε να μείνει αδιάφορος απέναντι στα όσα συμβαίνουν στον τόπο του, δεν αποστασιοποιείται, ούτε εθελοτυφλεί. εξάλλου ανέκαθεν αντλούσε την έμπνευσή του από τα πηγάδια της ιστορίας του, τα πηγάδια του πόνου και των βασάνων, τα πηγάδια της συλλογικής και ατομικής μνήμης. Με περίσσια ειρωνεία που αγγίζει τα όρια της καυστικότητας, αλλά και διάθεση αυτοσαρκασμού ασκεί δριμεία κριτική στην πολιτική ηγεσία του τόπου του την οποία ευθαρσώς καθιστά υπαίτια για τις ανεπούλωτες πληγές, τη λήθη και την αμεριμνησία σε ότι αφορά το ζήτημα της πατρίδας του αλλά και το μέλλον της, που φαντάζει στα μάτια του αβέβαιο: «Η κενότητα των λόγων σας, η ματαιότητα των πράξεών σας… πολιτικοί της πεντάρας…» Για να μεταφέρει το μήνυμα του ο ΧΧ καταφεύγει σε μια γλώσσα ρεαλιστική- χωρίς να απουσιάζουν οι μεταφορές και οι συμβολισμοί- άμεση, αιχμηρή τις περισσότερες φορές, κοφτερή σαν μαχαίρι που συγκαλύπτει εύσχημα, ένα σπάνιο λυρισμό και την τραγικότητα που υποβόσκει σε όλα του ανεξαίρετα τα ποιήματα.

Όσο για το δεύτερο μέρος της συλλογής (Τα της ύπαρξης, του έρωτα και του θανάτου), έχω την εντύπωση πως σε αυτό ο Χ. Χ. αφηγείται τη δική του ιστορία, αλλά αφηγούμενος την ιστορία του, στην ουσία αναγεννά την ιστορία του καθενός από εμάς, καθώς όλα του τα ποιήματα είναι στην πραγματικότητα περιπλανήσεις της ψυχής σε παλαιότερα ταξίδια της, που είναι όλα ισχυρά ελκόμενα από την ίδια την ουσία της: τα πάθη της, τις διαψεύσεις της, το ανεκπλήρωτο του έρωτα, την απώλεια και την προδοσία, κυρίως του χρόνου και της φθοράς που προκαλεί στο πέρασμά του.

Η ομορφιά δεν ξεφεύγει από την ασχήμια
και τη σήψη
μένει όμως σκέψη αισθησιακή μες τον αέρα
……
ανασεμιά σε στίχο
να τη οσμίζονται οι ειδήμονες οι τολμηροί
κι οι εμποδισμένοι

Η μελαγχολία του, έρχεται σε αντίθεση ή μάλλον σε σύγκρουση με το σαρκασμό ή την ειρωνεία που, που δεν είναι άλλη, από το πετυχημένο προσωπείο αυτής της τραγικότητας. Και εδώ πρωταγωνιστής του έργου του, ο χρόνος! Απανταχού παρών, πανίσχυρος και αδέκαστος, συχνά άτεγκτος για τα όσα μας επιφέρει. Τα πάντα υπόκεινται σε αυτόν και την ανελέητη φθορά, τη σήψη που αφήνει πίσω του. Κανείς δεν μένει ανεπηρέαστος, κανείς μας δεν γλιτώνει. Γιατί αυτός, ο ‘κερατάς’, σαν ένας επιτήδειος μαστροπός, μας τραβά μακριά από το αντικείμενο του πόθου μας: την ίδια τη ζωή, αρνούμενος να μας δώσει μια άλλη ευκαιρία. Δεν αφουγκράζεται την οδύνη μας και δε μας συμπονά, μόνο κωφεύει στις εκκλήσεις, ενώ μας σέρνει άτσαλα (σαν σε ένα φρενιασμένο χορό), για να μας εξαντλήσει οριστικά και αμετάκλητα.

Έπειτα, ο ποιητής καταλήγει και πάλι στο όνειρο, σαν μια πράξη λύτρωσης από την ωμή αλήθεια, γιατί ίσως μόνο το όνειρο και ο ύπνος μας ανακουφίζουν από τον πόνο της απώλειας.

‘Να θυμάσαι τα όνειρα
να τα ξεχωρίζεις
από τοπία και γυναίκες
όπου πέρασες
αλαφιασμένο ζαρκάδι
τα σώματα που άγγιξες
κι αυτά που δεν άγγιξες
έχουν ένα σύνορο
έξω από τον ύπνο’

Μέσα από μια ποίηση που η αισθαντικότητα της αφυπνίζει τις αισθήσεις και ενεργοποιεί όλα μας τα συναισθήματα, κυρίως τη θλίψη και την πικρία μας για όλα όσα πέρασαν, για όλα όσα εξαντλήθηκαν με το χρόνο, για όλα όσα χάσαμε, η φθορά περνά τη σκυτάλη της στην παντοδυναμία του θανάτου, την παραδίδει στον άρχοντα και εμπνευστή της ποίησης του Χατζήπαπα, είτε αυτός είναι πραγματικός, είτε θάνατος μεταφορικός, κυρίως όμως ο επιβεβλημένος θάνατος του έρωτα και των συναισθημάτων, είναι αυτός που εξουσιάζει τη σκέψη του και καθορίζει πάντα το ύφος και τα θέματα που επιλέγει. Η αδυναμία της ανθρώπινης φύσης να επιβληθεί στο χρόνο και κατά συνέπεια στο θάνατο, είναι αφόρητη. Ο Χ. Χ δεν την αντέχει και, επιστρατεύοντας το σαρκασμό, γελά σκωπτικά στην προσπάθεια του να την ευτελίσει. Ο σαρκασμός, δεν είναι παρά η συγκάλυψη του πόνου, οι πληγές που ματώνουν κάθε φορά με την ανάκληση των εικόνων από το παρελθόν, που ενεργοποιούνται με τη μνήμη. Κάπου διάβασα πως, όταν η ποίηση συναντάει το ρεαλισμό, σκιαγραφεί πιο εύκολα τις ψυχές των ανθρώπων.. Έτσι θα χαρακτήριζα την ποίηση του Χ Χ,

Ο ποιητικός στοχασμός κορυφώνεται, όταν το ερωτικό στοιχείο που υποβόσκει ακόμα και κάτω από τις σκηνές του ψυχικού θανάτου συναντά το ανεκπλήρωτο. Κάποιες στιγμές η αλήθεια σε σχέση με το φανταστικό, σχεδόν τέμνονται ή συμφύρονται συνεχώς, ενώ οι αντιθέσεις προσδίδουν στην ποίησή του μεγαλύτερη τραγικότητα και σπαραγμό, αλλά επίσης ισχυροποιούν τα νοήματά του. Η ποίηση είναι το καταφύγιο του Χρ Χατζήπαπα, και είναι μια ποίηση που μας οδηγεί στην αλήθεια, όσο και αν αυτή είναι οδυνηρή, στο αμετάκλητο του έρωτα, της ίδιας της ζωής. Ο έρωτας, ο χρόνος και ο θάνατος δεν συνυπάρχουν μόνο αρμονικά σε αυτή τη συλλογή, βρίσκονται πάντα σε παράλληλες τροχιές και στο τέλος πάντα συναντιούνται, για να γίνουν η επιτομή της ποίησής του.

Τώρα που έκλεισε, είπε
οριστικά το παράθυρο
στην άπλα του πράσινου
το μονοπάτι
που μας ροβολούσε στην ευτυχία
με τα σμηγματικά υγρά του
πάχνη του αχαλίνωτου
απομένει μόνο η σύνεση
η αλλόκοτη σύνεση του θανάτου.

Η παρούσα σύνθεση του Χ.Χ δίνει την αίσθηση ενός δραματοποιημένου έργου, όπου κάθε ποίημα αποτελεί μια ξεχωριστή σκηνή, σαν μια κινηματογραφική ταινία, όπως εκείνες του Φελίνι, όπου ο ρεαλισμός συναντά την ποιητικότητα, με ένα θαυμάσιο και μοναδικό τρόπο. Και ενώ η ονειρική ατμόσφαιρα συγκρούεται με την ωμή πραγματικότητα κάθε φορά, μια παράξενη αίσθηση ανακούφισης, λύτρωσης αναδύεται μέσα από όλα αυτά που νομίζω ότι προέρχεται από την ταύτιση του αναγνώστη μαζί τους.

Τέλος, πρέπει να σημειώσω, ότι η συλλογή αυτή ποιημάτων μου θύμισε έντονα τους στίχους του Καρυωτάκη

«Στο σώμα, στην ενθύμηση πονούμε. 
Μας διώχνουνε τα πράγματα, κι η ποίησις 
είναι το καταφύγιο που φθονούμε.»
Στα αλήθεια ποιο άλλο καταφύγιο να βρούμε;;;

 

ΤΟ ΑΣΤΑΘΕΣ ΒΗΜΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

Πέρσα Κουμούτση

Fractal 23/12/2015

Τράνζιτο επιβάτες

Το «Ασταθές βήμα» του Κύπριου συγγραφέα Χρίστου Χατζήπαπα, κάθε άλλο από ασταθές είναι. Βήμα σταθερό, στιβαρό που αφήνει ξεκάθαρο το αποτύπωμα του στο έδαφος της σύγχρονης ελληνοκυπριακής λογοτεχνίας που τα τελευταία χρόνια αναζητά νέα θέματα, νέους ορίζοντες και νέους τρόπους προσέγγισης και γραφής. «Ό,τι κερδίζεται από τη ζωή χάνεται από την τέχνη;» αναρωτιέται ο συγγραφέας σε μια από τις ιστορίες του, αναφερόμενος στη ρήση του Όσκαρ Ουάιλντ. Αλλά έρχεται να διασώσει την τέχνη μέσα από την δική της αλήθεια, μέσα από την αληθοφάνεια της γραφής του, μέσα από την ανασύσταση της πραγματικότητας και το μεθοδικό ξεγύμνωμα των καταστάσεων, όπως και τη βαθμιαία αποκάλυψη των προσώπων στα διηγήματά του. Πνευματώδης, καυστικός, τολμηρός, δηκτικός περισσότερο με τον εαυτό του, συγκινητικός επίσης, αλλά σε κάθε περίπτωση αποκαλυπτικός. Η γραφή του νυστέρι που τέμνει και ξεσκεπάζει ώστε να δούμε βαθύτερα σε όλες σχεδόν τις ιστορίες του τον μέσα εαυτό του κόσμου του αλλά και του κόσμου μας. Το οξύμωρο ανταγωνίζεται τον πικρό ρεαλισμό, αναδεικνύοντας με ένα μοναδικό τρόπο τις απόψεις του συγγραφέα για τη ζωή, τον έρωτα, το χρόνο, τη φθορά που επιφέρει στις ανθρώπινες σχέσεις , αλλά και στον ίδιο μας τον εαυτό. Η βαναυσότητα του κωμικού, ο ερωτισμός και η ομορφιά της ασχήμιας, oι πόλεις των όμορφων και άσχημων πλασμάτων. Το οξύμωρο αποκτά τη δική του διάσταση στις ιστορίες του Χατζήπαπα και λειτουργεί καταλυτικά, εντούτοις ο ρεαλισμός δεν απουσιάζει στιγμή από το βιβλίο και είναι πάντα συνυφασμένος με το φαντασιακό, ενώ οι περιπλανήσεις του νου και της ψυχής αντιπαραβάλλονται με τα πραγματικά ταξίδια της ζωής , και τα οδοιπορικά των ηρώων. Τα φανταστικά-ονειρικά στοιχεία -παρότι δεν υπάρχουν παντού – συγκαταλέγονται στα προτερήματα του βιβλίου, χαρίζοντας ποιητικότητα και λυρισμό στις περιγραφές των τόπων και των ηρώων.

Σπάνια διαβάζει κανείς στις μέρες μας τέτοια πολυδιάστατα βιβλία, όπως Το ασταθές βήμα του Χρίστου Χατζήπαπα. Βιβλία που εμβαθύνουν στην ανθρώπινη ψυχή, διεισδύουν στην ουσία των ανθρώπινων σχέσεων και σχολιάζουν με τέτοια σοφία, αλλά και με διάθεση αυτοσαρκασμού και διακωμώδησης τα κοινωνικά ήθη και τις νοοτροπίες ορισμένων δημόσιων λειτουργών. Εκτός λοιπόν από την ευαισθησία με την οποία χειρίζονται τα θέματά τους οι ιστορίες αυτές αποδίδουν με ακρίβεια και παραστατικότητα τα τοπικά χαρακτηριστικά, χωρίς όμως το γεωγραφικό στίγμα, η Βουλγαρία, η Ιταλία ή η Κύπρος να δεσμεύουν με τις ιδιομορφίες τους τη φαντασία του αναγνώστη. Οι ιστορίες του Χατζήπαπα, επειδή αποτελούν περιπλανήσεις στον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου μπορεί να έχουν συμβεί οπουδήποτε. Θα έλεγα μάλιστα ότι το ύφος και η γραφή του κύπριου πεζογράφου είναι πολύ κοντά σε αυτό που θέλω εγώ να διαβάζω στα βιβλία της ελληνόφωνης λογοτεχνίας, θέματα και τρόπους που αναζητώ και δεν βρίσκω εύκολα. Παρά μόνο, ίσως, σε ελάχιστους συγγραφείς, μιας άλλης εποχής και με μια αύρα ποιητικού ρεαλισμού που σήμερα απουσιάζει.

Κλείνοντας θα ήθελα να παραθέσω από το βιβλίο μια φράση που περιγράφει τα συναισθήματα που ένιωσα ολοκληρώνοντας τις ιστορίες του Χατζήπαπα: «οι τράνζιτο επιβάτες παρακαλούνται να περάσουν από το όνειρο στην πραγματικότητα, οι αποσκευές τους θα διαμετακομιστούν στην επόμενη πτήση, πραγματικές επίσης!»

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ ΕΛΠΙΔΟΦΟΡΟ ΙΝΤΖΕΜΠΕΛΗ

diastixo.gr /18/7/2018

Κύριε Χατζήπαπα, ποια ήταν η αφορμή για να εκδοθεί η συλλογή διηγημάτων σας Αλλόφυλοι εραστές (Εκδόσεις Γκοβόστη);

Πριν από κανένα χρόνο, το τελειωμένο μυθιστόρημά μου Οι θλιμμένοι έρωτες της Φρύνης προτίμησε να αποσυρθεί στη σκήτη του. Μέχρι που να λογαριαστώ ξανά μαζί του, τράβηξα από ένα άλλο συρτάρι τα διηγήματα που περίμεναν εναγωνίως. Κάποια τελειωμένα, άλλα καλούσαν για την τελευταία πινελιά, κάποια τρίτα στα σπάργανα. Το διήγημα χαρίζει στον δημιουργό ψυχική ανάταση, διορθώνει τον κόσμο των συναισθημάτων του, σκοτώνει το κακό κι όταν ακόμη οι ήρωές του πάσχουν ή οδηγούνται κακήν κακώς στην ανεραστία και στον θάνατο. Είναι κι αυτό είδος κάθαρσης. Σαν χρειάζομαι τη σεροτονίνη μου, ανασύρω κάποια από τη φαρέτρα μου κι αρχίζω να παίζω μαζί τους. Δεκαοκτώ από τα τριάντα τόσα έκοψαν το νήμα. Είναι αυτά που εκδόθηκαν από τον Γκοβόστη ως Αλλόφυλλοι εραστές. Τα υπόλοιπα ας περιμένουν. Επειδή έχω κι άλλες έγνοιες συγγραφικές και το γνωρίζουν…

Τα διηγήματα της συλλογής αναφέρονται σε ιστορικές εποχές που έχουν περάσει. Γιατί γυρίζετε πίσω τη μηχανή του χρόνου;

Με ενδιαφέρει η μνήμη, όχι βέβαια η όποια μνήμη. Ο εγκέφαλος σβήνει τις ανούσιες μνήμες, για να μπορεί να διασώζει τις ουσιαστικές. Και η λογοτεχνία αυτό κάνει, συντηρεί τη συλλογική μνήμη, κατ’ αντίθεση κάποτε προς την Ιστορία. Στην Κύπρο, τουλάχιστον, που δεν έχουμε τα κότσια να την καταγράψουμε ως έχει. Την πρόσφατη Ιστορία μας την έγραψαν οι νικητές μιας ηττημένης χώρας. Για μένα, λοιπόν, η λογοτεχνία θεραπεύει την Ιστορία, είναι το ίαμά της. Και τούτο γαργαλίζει ευχάριστα τη γραφίδα του συγγραφέα.

Παιδικές μνήμες, νοσταλγία αλλά και δύσκολες καταστάσεις. Ποια ήταν πιο δύσκολη, η εποχή της δεκαετίας του 1950 που μεγαλώσατε ή η σημερινή εποχή;

Στην ιδιαίτερη πατρίδα μου ζούσαμε πάντοτε και μέχρι σήμερα επί ξηρού ακμής, συχνά εν ευφορία, επειδή δεν ξέραμε τι κρυβόταν πίσω από τα φαινόμενα. Παραδείγματος χάριν, με τη λήξη του αντιαποικιακού αγώνα, επιστρέφοντας ο Μακάριος στην Κύπρο κι έχοντας στον χαρτοφύλακά του τις Συμφωνίες Ζυρίχης, αναφώνησε με στόμφο μπροστά στο παραληρούν πλήθος το γνωστό: «Νενικήκαμεν!». Η επιλογή του ένοπλου αγώνα προδίκαζε τα δεινά που ακολούθησαν, αφού έμπασε στο παιγνίδι την Τουρκία. Χαρήκαμε πολύ εκείνη τη νίκη. Σύντομα, όμως, στην οικογένεια θα βιώναμε εκείνο που ψαλμωδούσε και στην εκκλησία ο πατέρας: «Πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν…». Από μια αδικία είχαμε χάσει ως οικογένεια σχεδόν τα πάντα κι η Δικαιοσύνη του νεοσύστατου κράτους, τζίφος! Ζούσαμε, δηλαδή, Το μεγάλο ψέμα. Αυτός ήταν κι ο τίτλος της πρώτης μου συλλογής διηγημάτων (Σύγχρονη Εποχή, 1981). Δύσκολα χρόνια, όπως και τώρα. Ύστερα από επιχώσεις λαθών, δεν ξέρουμε κατά πού τραβούμε…

Μέσα από τα διηγήματα ακτινογραφείτε με συγκινητικό τρόπο την κυπριακή ψυχή, τη φορτισμένη από την Εισβολή και την Κατοχή και τα «εμφύλια» πάθη. Γιατί αυτή η πληγή δεν έχει ακόμη κλείσει;

Επιτρέψτε μου να απαντήσω με λόγια ενός σημαντικού Κύπριου πολιτευτή και διανοητή, του Τάκη Χατζηδημητρίου, από το πρόσφατο βιβλίο του, Κύπρος 1950-1959, Το τέλος του αλυτρωτισμού: «Ήρθε κάποτε η ώρα να πάρουμε κι εμείς τη θέση μας στον κόσμο. Δεν ήταν εύκολο. Πονέσαμε και προκαλέσαμε πόνο ο ένας στον άλλον. Ο φίλος και ο εχθρός ήταν μέσα μας. Αίμα, θύματα και συμφορές, ήρωες και ήττες, θλίψη και πάθη και άλλοι κύκλοι αίματος. Ήταν όλα αυτά αναγκαία; Δεν υπήρχε άλλος τρόπος πιο ανθρώπινος, για να εννοήσουμε ότι όλοι είμαστε παιδιά της Κύπρου, ότι όλοι είμαστε κληρονομιά του τόπου, με τις συνήθειες και τις παραδόσεις μας; Μέσα από αυτές τις περιπέτειες του καιρού μας, ένα πια είναι το ζητούμενο: Να εννοήσουμε τους εαυτούς μας και τους άλλους και όλοι μαζί να χαρούμε αυτόν τον πανέμορφο τόπο, που η τύχη και η ιστορία μάς παρέδωσαν. Όλοι είμαστε παιδιά της Κύπρου που αγαπούμε το ίδιο την πατρίδα μας». Καταλήγω πως αυτή η πληγή θα… κλείσει, έστω κι αν η ουλή θα είναι εκεί, με τη λύση του Κυπριακού και την επανένωση της χώρας, χωρίς την παρουσία τουρκικών στρατευμάτων.

Με ενδιαφέρει η μνήμη, όχι βέβαια η όποια μνήμη. Ο εγκέφαλος σβήνει τις ανούσιες μνήμες, για να μπορεί να διασώζει τις ουσιαστικές. Και η λογοτεχνία αυτό κάνει, συντηρεί τη συλλογική μνήμη, κατ’ αντίθεση κάποτε προς την Ιστορία.

Σε κάποιες από τις ιστορίες είσαστε συγκλονιστικός. Ιδίως όταν περιγράφετε το 2003, όταν είκοσι εννιά χρόνια μετά την Εισβολή επισκεφτήκατε τα κατεχόμενα μέρη. Αναλογίζομαι τη συγκίνησή σας. Αλήθεια, ποια ήταν τα αισθήματα των Κυπρίων τότε;

Το μερικό άνοιγμα των οδοφραγμάτων υπήρξε μια έξυπνη κίνηση του Ερντογάν, άνοιγε τη βαλβίδα αποσυμπίεσης μετά τις μεγάλες διαδηλώσεις των Τουρκοκυπρίων. Κατ’ ανάλογο τρόπο λειτούργησε και για τους Ελληνοκύπριους. Για πολλούς θύμισε τον Σεφέρειο «Γυρισμό του ξενιτεμένου», όπου οι στέγες τούς έρχουνταν ως τους ώμους… Οι ανατολίτες έποικοι είχαν αφήσει τα σπίτια στο έλεος της φθοράς. Μα και οι πλείστοι Τουρκοκύπριοι ποτέ δεν τα θεώρησαν δικά τους. Πολλοί Ελληνοκύπριοι, βέβαια, είχαν αφήσει πίσω τους τεράστιες περιουσίες. Τα συναισθήματα εκείνων των ημερών ήταν συγκλονιστικά. Συχνά, μέσα από τους εναγκαλισμούς και τα… κυπριακά ελληνικά των Τουρκοκυπρίων, δεν ξεχώριζες ποιος ήταν τι. Το πανηγύρι όμως τέλειωσε και η Κατοχή είναι εκεί. Μετά το 2004, με την απόρριψη του Σχεδίου Ανάν, οι Τουρκοκύπριοι βίωσαν τη μεγάλη τους απογοήτευση, ενώ τα τετελεσμένα επί του εδάφους πήραν να αλλάζουν ραγδαία. Για μένα, σύμβολα νοσταλγίας στάθηκαν η Μόρφου των γυμνασιακών μου χρόνων και η όμορφη Κερύνεια, όπου έζησα για λίγο και έγραψα τα πρώτα μου ποιήματα. Πόλεις που συνιστούν τους μεγάλους μου έρωτες. Βρίσκονται στα πρώτα μου μυθιστορήματα και σε πολλά όνειρά μου, που έχουν γίνει διηγήματα. Αυτά στα οποία κι εσείς αναφέρεστε.

Μέχρι το 1974 ζούσατε ειρηνικά μαζί με τους Τουρκοκυπρίους σε ένα νησί με κοινή διοίκηση. Υπάρχει ελπίδα στο μέλλον να αλλάξει κάτι πολιτικά στην Κύπρο προς το καλύτερο;

Αλίμονο αν δεν αλλάξει. Η Κύπρος χάνεται. Πριν απ’ αυτό, όμως, μια διόρθωση: Η ομαλή συμβίωση με τους Τουρκοκυπρίους, που ήταν διαχρονική πριν από την ανεξαρτησία, κράτησε ύστερα απ’ αυτήν μονάχα τρία χρόνια. Αφού και οι δυο πλευρές από την πρώτη στιγμή είχανε τη δική τους ατζέντα, τους αλυτρωτικούς τους στόχους. Συνδαυλιζόμενους, παντοιοτρόπως, εκατέρωθεν. Με αποτέλεσμα τις ένοπλες συγκρούσεις του ’63-’64, με πολλά θύματα, κυρίως Τουρκοκυπρίους. Των οποίων η σοβινιστική ηγεσία τούς απέσυρε τότε από την ενιαία διοίκηση και τους ενέκλεισε σταδιακά σε θύλακες. Ήταν μια «μίνι» διχοτόμηση. Κι εμείς πάλι χαιρόμασταν… Με το πραξικόπημα της χούντας και του Γρίβα το’74, και με απογυμνωμένη κάθε άμυνα, η Τουρκία εισέβαλε ανενόχλητη στην Κύπρο, επέβαλε τη διχοτόμηση και τον εθνοτικό διαχωρισμό με μαζικές δολοφονίες, εθνοκάθαρση και βίαιες μετακινήσεις πληθυσμών. Οι επαφές μεταξύ των δύο κοινοτήτων έπαψαν, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων και με τη βοήθεια της ειρηνευτικής δύναμης των Ηνωμένων Εθνών. Πρωτοπόροι σ’ αυτή την επικοινωνία ήταν οι λογοτέχνες, με επικεφαλής την Ένωση Λογοτεχνών Κύπρου.

Μου αρέσει που μιλάτε με θάρρος για τα πολιτικά πράγματα και στις ιστορίες σας έχετε δυναμική θέση. Συμβαίνει κάτι ανάλογο και στους Κύπριους φίλους μας;

Κάποιοι χαρακτηρίζουν το έργο μου ως κατεξοχήν ερωτικό, ενώ άλλοι ως πολιτικό. Παραδόξως, ισχύουν και τα δύο. Ναι, καλά παρατηρήσατε, μιλώ με πάθος για τα πολιτικά πράγματα στη χώρα μου, γιατί με νοιάζει προς τα πού βαδίζει ο τόπος. Προσπαθώ να γνωρίζω Ιστορία για να είμαι αντικειμενικός στους προσανατολισμούς μου. Άλλωστε η γενιά μου βίωσε την Ιστορία, δεν μπορεί να μένει εκτός. Το θέμα είναι πώς η πολιτική και η Ιστορία ενσωματώνονται στη λογοτεχνία. Ο Λευτέρης Παπαλεοντίου γράφοντας για το μυθιστόρημά μου Στο μάτι του φιδιού λέει πως η Ιστορία ενσταλάζεται σε μικρές δόσεις, ακόμη και εκεί που ο έρωτας είναι κυρίαρχος. Οι νεότεροι συγγραφείς στην Κύπρο είναι οιονεί αποστασιοποιημένοι από την πολιτική.

Ποια είναι η κατάσταση στην κατεχόμενη Κύπρο;

Οι Τουρκοκύπριοι βρίσκονται σε απόγνωση. Κατακλυσμένοι από Ανατολίτες έποικους ενός άλλου πολιτισμού και βαθιά θρησκεύομενους, σ’ αντίθεση με τους ίδιους, που είναι Ευρωπαίοι και καθόλου θρήσκοι. Η ισλαμοποίηση των κατεχομένων είναι στόχος της κυβέρνησης Ερντογάν. Τζαμιά ξεφυτρώνουν παντού. Οι Τουρκοκύπριοι αντιστέκονται με κάθε μέσο, αλλά μέχρι πότε; Μπορεί ήδη να αποτελούν μειοψηφία. Η κρίση στην τουρκική οικονομία μεταφέρθηκε και στα κατεχόμενα. Κάποιοι απ’ αυτούς λένε πως αυτοί είναι υπό κατοχή, σ’ αντίθεση με εμάς… Μόνο η λύση Ομοσπονδίας θα γλιτώσει τον τόπο από τον αφανισμό.

Ο τίτλος της συλλογής σας είναι Αλλόφυλοι εραστές. Αλήθεια, έγιναν ποτέ γάμοι ανάμεσα σε Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους;

Αραιά και πού, και με τάσεις απόκρυψης. Ο Τουρκοκύπριος συγγραφέας Ιμπραχίμ Αζίζ στο βιβλίο του Το αίμα της μνήμης παραθέτει ένα διήγημα που στηρίζεται σε πραγματικά γεγονότα: Ο Αχμέτ και ο Μιχάλης είναι αδέλφια από Ελληνοκύπριο πατέρα και Τουρκοκύπρια μητέρα. Ο Αχμέτ βρίσκεται εγκλεισμένος σε γκέτο, το ’64-’65, και ο Μιχάλης τού πάει με το ποδήλατο διάφορες λιχουδιές, αφού τον… πρήξανε στα βραστά ρεβίθια και στις φακές από την Τουρκία. Τον σταματά και τον αποπέμπει ο εκ Τουρκίας διοικητής του θύλακα.

Στη δική σας τη γενιά, οι Τουρκοκύπριοι μιλούσαν την ελληνική γλώσσα. Τι θα γίνει στο μέλλον; Θα πάψουν οι Τουρκοκύπριοι να μιλούν ελληνικά;

Ναι, οι πλείστοι μιλούσαν ελληνικά. Μάλιστα, σε ένα διήγημά μου περιγράφεται μια νεαρή Τουρκοκύπρια που μιλούσε μόνο ελληνικά, το ίδιο και οι γονείς της. Η Εκκλησία είχε παίξει, δυστυχώς, χείριστο ρόλο σπρώχνοντας μεγάλη μερίδα των λεγόμενων «λινοπάμπακων» στην αγκαλιά της Τουρκίας. Αυτό είχε γίνει κοντά στο 1900 με το πέρασμα από την Τουρκοκρατία στη Βρετανοκρατία, που οι εξισλαμισθέντες δεν έγιναν δεκτοί ξανά ως Έλληνες. Μετά το 1974, η κατάσταση χειροτέρεψε. Οι Τουρκοκύπριοι, ξεκομμένοι από τους Έλληνες –και κυρίως οι νέοι– αποκόπηκαν από τα ελληνικά. Με το άνοιγμα, ωστόσο, των οδοφραγμάτων πολλοί Τουρκοκύπριοι μαθαίνουν ξανά ελληνικά. Με μια λύση, οπωσδήποτε θα αλλάξουν πάλι τα πράγματα.

Έχετε γράψει πέντε συλλογές διηγημάτων και τρία μυθιστορήματα. Μπορεί κάποιος συγγραφέας να γράφει με την ίδια επιτυχία στη μικρή φόρμα και στο μυθιστόρημα;

Πρώτιστη σημασία έχει για μένα η απόφαση, ο σχεδιασμός, η οργάνωση του χρόνου και ο καταμερισμός του. Τα διηγήματα γράφονται συνήθως στα διαλείμματα των μυθιστορημάτων.

Σήμερα εκδίδονται ογκώδη μυθιστορήματα. Αλήθεια, υπάρχουν αναγνώστες που να έχουν ελεύθερο χρόνο για να τα διαβάσουν;

Μάλλον μιλάτε για έργα συνήθως χαμηλότερης λογοτεχνικής πνοής. Ναι, υπάρχουν αναγνώστες για όλα τα γούστα κι αυτοί/ες πλειοψηφούν. Αν και υπάρχουν και οι εξαιρέσεις μεγάλων και σημαντικών μυθιστορημάτων με εκλεκτικούς αναγνώστες. Πάντως, ο χρόνος του σύγχρονου ανθρώπου για διάβασμα όλο και λιγοστεύει.

Είσαστε μέλος της συντακτικής επιτροπής του λογοτεχνικού περιοδικού Νέα Εποχή. Διαβάζει σήμερα ο αναγνώστης τα έντυπα περιοδικά;

Το υπό αναφορά περιοδικό κυκλοφορεί απ’ όσο ξέρω σε πάνω από 600 αντίτυπα και οι συνδρομητές από μόνοι τους ανανεώνουν κάθε χρόνο τη συνδρομή τους. Αυτό μπορεί να είναι κάποια ένδειξη.

Σας θυμάμαι ως πρόεδρο, επί σειρά ετών, της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου. Ποιες είναι οι δραστηριότητες του λογοτεχνικού αυτού σωματείου;

Κύριο μέλημα της ΕΛΚ είναι να φέρει την ντόπια λογοτεχνία πιο κοντά στον Κύπριο αναγνώστη με παρουσιάσεις βιβλίων, ημερίδες, εκδόσεις, κ.ά. Παραλλήλως, πολλοί Ελλαδίτες συγγραφείς παρουσιάζουν το έργο τους στην Κύπρο μέσα από παρόμοιες εκδηλώσεις. Παλαιότερα είχε συμβολή στο να μπει η ντόπια λογοτεχνία στην εκπαίδευση, πράγμα που δεν ίσχυε, δεδομένης και της πενιχρής εκπροσώπησής της στα σχολικά βιβλία προερχόμενα από την Ελλάδα. Συχνά επίσης εκφέρει δημόσιο λόγο για θέματα και πολιτικές που έχουν σχέση με τον πολιτισμό, και όχι μόνο. Η πρόσκληση, ας πούμε, το 1990 και η επίσκεψη του μεγάλου Τούρκου συγγραφέα Αζίζ Νεσίν στην Κύπρο ήταν πρωτίστως πολιτική πράξη. Επέφερε την πρώτη μεγάλη ρωγμή στο τείχος του διαχωρισμού, ο δε κατοχικός ηγέτης Ραούφ Ντενκτάς έφυγε τότε στο εξωτερικό, εξαπολύοντας μύδρους κατά της επίσκεψης που είχε φέρει κοντά τους διανοούμενους από τις δυο πλευρές του συρματοπλέγματος. Ή η κοινή διαμαρτυρία στα κατεχόμενα, πριν από μερικά χρόνια, των συγγραφέων εκατέρωθεν, κατά της ληστρικής λατόμευσης του Πενταδακτύλου ήταν επίσης πράξη αντίστασης. Οι κοινές εκδηλώσεις, οι διαγωνισμοί για νέους συγγραφείς και οι κοινές εκδόσεις, πέραν από την αντιστασιακή υφή τους απέναντι στην Κατοχή, προάγουν και την ίδια την ντόπια λογοτεχνία. Να φανταστείτε, η αντίστοιχη οργάνωση των Τουρκοκυπρίων Συγγραφέων και Καλλιτεχνών έχει απαλείψει το συνθετικό Τουρκο- από την ονομασία της. Αρκετοί Τουρκοκύπριοι λογοτέχνες είναι ήδη μέλη της. Η ΕΛΚ εδώ και πολλά χρόνια είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Συνομοσπονδίας Συγγραφέων (EWC) με δραστήρια συμμετοχή. Οι νεοεμφανιζόμενοι λογοτέχνες θεωρούν ως πρώτο τους σκαλί το να καταστούν μέλη της. Η προσφορά της ΕΛΚ στην κοινωνία γενικότερα καταγράφεται, νομίζω, ως θετική.

Ποια είναι η σχέση σας με την τεχνολογία; Διαβάζετε ειδήσεις ή άρθρα στο διαδίκτυο; Διαβάζετε e-books;

Μπορώ να πω πως είμαι από τους πρώτους στην Κύπρο που έθεσε τον υπολογιστή στη διάθεση της συγγραφής. Το διαδίκτυο επίσης μου προσφέρεται ως βοήθεια. Δεν έχω, ωστόσο, εξοικειωθεί με το ηλεκτρονικό βιβλίο.

 

 

 

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ, ΠΟΙΗΣΗ

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΓΑΛΑΖΗΣ

Λεωνιδας

 

 

Ο Λεωνίδας Γαλάζης γεννήθηκε το 1962 στη Λευκωσία. Σπούδασε ελληνική φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και παιδαγωγικά στην Παιδαγωγική Ακαδημία Κύπρου. Παρακολούθησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Τμήμα Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου. Είναι διδάκτωρ Νεοελληνικής Φιλολογίας του ίδιου Πανεπιστημίου με τη διατριβή «Ποιητική και ιδεολογία στο κυπριακό θέατρο (1869-1925)». Εργάζεται ως φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Ματωμένα κοράλλια (1979),
Ο λοιμός και άλλα ποιήματα (δίφυλλο, 1981),
Ιατρική βεβαίωση (1982), Κρατικό Βραβείο Νέου λογοτέχνη (Κύπρου)
Στυφά κυδώνια (1988),
Φωτηλασία (1999)
Παραδαρμός εν αλφαβήτω (2007) Το 2010 τιμήθηκε με το) για την ποιητική του συλλογή
Λοκριγκάνα (2010), Κρατικό Βραβείο Ποίησης (Κύπρου)
Δοκιμές συγκολλήσεως (2013)
Ληξιπρόθεσμες επαγγελίες (2016)

 

 

1-ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΣΜΕΣ ΕΠΑΓΓΕΛΙΕΣ

 

ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΜΕΣ ΕΠΑΓΓΕΛΙΕΣ (2016)

 

ΣΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ

Εκείνοι που βυθίστηκαν
στο κράτος της σιωπής
κοιμούνται στον βυθό της φορτωμένοι
με σπάνια πετρώματα κι άνθους της τρικυμίας.

Τα όνειρά τους ταξιδεύουν
στις αποικίες των κοραλλιών
κι ανθίζουν στο σκοτάδι
των οιδημάτων άστρα.

Στ’ άγρυπνα βάθη του ύπνου τους
να λουλουδίσουν τα καρφιά
τα χελιδόνια να κρυφτούν
από τις μαύρες συμφορές αποδιωγμένα.

ΜΕΤΑ ΤΙΣ ΤΕΛΕΤΕΣ

Μετά τις τελετές, τις παράτες, τους ύμνους,
τους πανηγυρικούς, τα ξεφαντώματα
τα χρωματιστά μπαλκόνια στους εξώστες,

πέτρες καυτές, ιδέες και ξερό ψωμί
με τις ψαλιδισμένες κορδέλες των τελετών
τα σπόρια και τ’ αναψυκτικά των παρελάσεων
τις ηχογραφημένες δηλώσεις των επισήμων

λόγια περίτεχνα χορτάσαμε
μα ξάφνου μείναμε σαν ξόανα
στον τόπο καρφωμένοι
από τις πέτρες των καλύτερών μας φίλων.

ΛΕΥΚΩΣΙΑ

Τα τείχη κυκλώνουν τα δωμάτιά μας.

Κι οι αυλές μας τόσο μικρές
κι οι κάμαρές μας φυλακές.
Τα κρίματά μας με τα καμπαναριά
και τους μιναρέδες τους
με τις αφρούρητες επάλξεις τους
με τις ατελείωτες προσθαφαιρέσεις των ισολογισμών
στις κάμαρες των σκοτεινών μας αποδράσεων.

ΑΝΑΜΟΝΗ

Δεν ήταν εκπρόθεσμες οι ενστάσεις σας, όχι δεν ήταν.
Μη σας καταβάλλει ο πανικός, προς Θεού,
κάποιος θα βρεθεί να σηκώσει το βάρος

δεν ήταν παράλογες οι απαιτήσεις σας, όχι δεν ήταν
όμως, οι διαδικασίες είναι η ουσία, μην το ξεχνάτε ποτέ!

Δε θα θέλατε δα να καταρρεύσουν οι τύποι
δε θα θέλατε να θρυμματιστούν οι μορφές.

Σκύψτε, λοιπόν, κι υπογράψτε.
Επιτέλους συνέλθετε!

ΠΥΡΟΤΕΧΝΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΛΥΠΗΣ

Μας είδαν να στολίζουμε τις ήττες μας με σύμβολα
θριάμβου. Ναι, τα παιδιά μας! Να στέλνουμε στους φίλους
μας προσκλητήρια θανάτου. Δούλοι του Αστυάγη. Ακόμη
και τη ζωή μας πεσκέσι για την αφεντιά του θα δίναμε.
Πώς χάθηκαν αίφνης οι πλησίστιες βάρκες της φρόνησης;
Ποιος έλυσε τους λογισμούς απ’ τους σκαρμούς; Αθώες
εμείς περιστερές, όπως πάντα! Δεινοί γελωτοποιοί… Γιατί
να μας πιστέψουν τα παιδιά; Καρυκευμένα ψεύδη στο
προσκέφαλό τους. Κι η φωτιά του πόνου τους να σφυρίζει
με λύσσα. Τι να τους πούμε τώρα πια που μας έμαθαν όλοι
στα Σούσα για τους θεατρικούς μας πανηγυρικούς,
τα πυροτεχνήματα της λύπης στους ουρανούς των Εκβατάνων.

 

 

ΔΟΚΙΜΕΣ ΣΥΓΚΟΛΛΗΣΕΩΣ (2013)

Μνήμη του πατέρα μου

ΜΕΝΟΥΝ ΟΙ ΛΑΜΨΕΙΣ

«…οι σπίθες […] φτάσανε ως τους
ουρανούς, γίναν αστέρια».
Αργύρης Χιόνης, Εσωτικά τοπία

Μην κοιτάς, μου ‘λεγες, με γυμνό μάτι
τις εκτυφλωτικές λάμψεις των συγκολλήσεων μου.
Μα εγώ συχνά σε ξεγελούσα
-για να διαπιστώσω ιδίοις όμμασι το μέγεθος της ζημίας.
Κατά τ’ άλλα πειθαρχούσα
αν και σ’ ενοχλούσα με τις συχνές ερωτήσεις μου.
Δεν ήξερα, φερ’ ειπείν, γιατί κάθε τόσο
χτυπούσες με τη βαριά τα πυρακτωμένα μέταλλα
ούτε μπορούσα τότε να καταλάβω
γιατί μ’ έβαζες με μια βούρτσα σκληρή και με λίμες
ν’ αφαιρώ σχολαστικά τη σκουριά
από τις επιφάνειες των μετάλλων.
Αν και τώρα καταλαβαίνω πως το μικρόβιο της σκουριάς
το φέρουν εκ συστάσεως
και το παίρνουν μαζί τους.

Τουλάχιστο μένουν οι λάμψεις
και τα φευγαλέα παιγνιδίσματα των σπινθήρων
που σε κλάσματα δευτερολέπτων ψύχονται
κι αμέσως κατακάθονται
με βαριά καρδιά στο πάτωμα
σαν ταπεινά ρινίσματα σιδήρου.

ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ

Πόσο τρόμαξε η γάτα σου
όταν οι δυο ξένοι με τα παράξενα πλουμιά
μπήκαν απρόσκλητοι στο σπίτι!
Και τι φόβο τράβηξε
αντικρίζοντας τον σκύλο τους η έρμη
το χλωμό τους άλογο, τα σπαθιά και το γεράκι τους

Κρύφτηκε σε μια γωνιά της αυλής και περίμενε
χωρίς να προβλέψει
πως σε λίγα λεπτά -δα κατέφθαναν οι γείτονες
και τ’ ασθενοφόρο χλωμό
πως δεν θα προλάβαιναν τα παιδιά σου.

Χωρίς να μπορεί και τώρα να το πιστέψει
πως αναχώρησες για πάντα.
Ποιος θα της δίνει τώρα σημασία
σε ποιου τα πόδια θα κάθεται
από ποιον θα ζητά με νάζι τα χάδια
ποιου τα λόγια θ’ ακούει;

ΑΠΟΣΤΕΙΡΩΜΕΝΑ ΑΙΣΘΗΜΑΤΑ

Το νυστέρι της μνήμης.
Ήταν οι λεκέδες στο πάτωμα
και τ’ άλογο με τα διάτρητα φτερά.

Περγαμηνές στους διαδρόμους
σταγόνες λεμονιού
και νίψον ανομήματα
σε μυστικούς νιπτήρες
όπου με χίλιες δυο προφυλάξεις
τις μνήμες εμποτίζουν
με τα δραστικά της λήθης υγρά
ώσπου να μη θυμάσαι τ’ όνομά σου.

Δισκία, ενέσεις, περικοκλάδες
λευκοντυμένοι Σαμαρείτες
με τ’ αποστειρωμένα αισθήματα.

Κι εμείς κοιτούσαμε σκυφτοί
εκείνα τα πουλιά που λοξοδρόμησαν.
Κι οι σταγόνες της βροχής
μας κυνηγούσαν δίχως έλεος.
Φαρμάκι!

ΑΝΩ ΜΑΔΑΡΗ

Στους πρόποδες της Άνω Μαδαρής
την ψυχή σου σε δίσκο κομίζοντας
με τις σαράντα πληγές.

Τ’ αδερφικά καρφιά της προδοσίας.

Πώς να σου μιλήσω
(το ξέρω μ’ ακούς, μα δεν μπορείς να μιλήσεις)
χάθηκαν τα ίχνη των «φίλων» σου
στον ασημένιο δίσκο την ψυχή σου
των αγίων ο χορός
κι η μάνα σου σκυφτή
πάνω απ’ την κούνια των αμνών.

«Την όψη των πραγμάτων να φοβάσαι
και τα καμώματα των σαλτιμπάγκων».

Όμως, δεν αργεί να σπάσει
τ’ απόστημα
δεν αργούν οι πυκνές των αμαρτημάτων
εκπυρσοκροτήσεις.

ΜΕΤΑΛΛΑ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ

Ξυπνώντας μεσάνυχτα
για την τρίτη βάρδια στο μεταλλείο.
Στο παλιό λεωφορείο με τους εργάτες
με τις αγκούσες στη τσάντα σου
στων βουνών τις κορφές
αναζητώντας το νόημα
των συνεχών περιπλανήσεων
των καταβάσεων στις υγρές γαλαρίες
με το λιγοστό φως των φαναριών.

Δεν έμαθα την τέχνη σου
και να που τώρα δυσκολεύομαι
να συγκολλήσω τα μέταλλα της μνήμης
λίγη φωτιά περισσότερη απ’ ό,τι χρειάζεται
και τα κομμάτια σωριάζονται
άμορφες μάζες στο πάτωμα.

Εσύ βέβαια γνώριζες τις κατάλληλες θερμοκρασίες
συγκολλήσεως κάθε μετάλλου
μόνο που και τότε διαισθανόσουν
το πρόσκαιρο κάθε μορφής
μπροστά στην επέλαση των μικροβίων της σκουριάς
των αγγέλων της υγρασίας.

Ήξερες πάντως
πως το λεωφορείο κάποτε θα κοιμόταν για πάντα
στις πλάτες του βουνού
κι από τη μηχανή του θα ξεφύτρωναν
αμείλικτες περικοκλάδες.

ΚΕΝΤΩΝΤΑΣ ΜΕ ΗΛΕΚΤΡΑ ΤΗ ΜΝΗΜΗ

Ψάχνω στην αποθήκη μας να βρω
τα παλιά σου ήλεκτρα
να συγκολλήσω τα θραύσματα της μνήμης.

Σε θήκες ανοξείδωτες να τ’ αποθέσω
παλεύοντας με τη σκουριά και τα στοιχεία της φύσης
που δεν γνωρίζουνε
τα πάθη της ψυχής
πόσο πικρίζουν το νερό
καθώς νυχτώνει.

Κεντώντας τη μνήμη με ήλεκτρο
ζωντανές να κρατήσω
τις στιγμές της ζωής σου
τη θλίψη στο βλέμμα σου…

Κι αν ο πόνος κεντά τις απόκρημνες
πλαγιές της αβύσσου
κι αν εκρήξεις γκρεμίζουνε το σύμπαν
κι αν στης γης τα σαγόνια
κείτεται τώρα το σώμα σου,

Στις ανοξείδωτες βαδίζεις
εκτάσεις μονάχος
των περιβολιών
και το πέρας κοιτάζεις των επουρανίων
αφήνοντας πίσω σου τη βάρκα
όπου λουφάζει τώρα δολερή
με διπλωμένα τα πλοκάμια της
και το κεντρί της βυθισμένο
στου ποταμού το μολυσμένο ρέμα
του Χάροντα η γυναίκα.

Η ΣΚΟΝΗ ΣΤΑ ΠΛΕΜΟΝΙΑ ΣΑΣ

Γιατί να ενοχλήσουν τους επιστάτες
οι αναθυμιάσεις κι η μαύρη σκόνη
που κατακάθιζε στα πλεμόνια σας;

Μια λεπτομέρεια χωρίς σημασία
ήταν η σκόνη στα πλεμόνια σας.
Εκείνο που προείχε τώρα
ήταν η κατασκευή των δοκών και των υποστυλωμάτων
των στεγάστρων
των θυρών και παραθύρων
των συστημάτων συναγερμού και διαφυγής.

Η σκόνη στα πλεμόνια σας
ήταν δικό σας πρόβλημα και μόνο.
Ας το αντιμετωπίζατε με θάρρος, επιτέλους.
Και μόνοι!

ΣΑΝ ΝΑ ‘ΧΕ ΨΥΧΗ

Μάταια προσπάθησα να βρω
μια φωτογραφία του πρώτου σου αυτοκινήτου
που τόσο το φρόντιζες σαν να ‘χε ψυχή.
Κι όντως είχε ψυχή
αφού αυτό ποτέ δεν σε πρόδωσε!

Κι ακόμα (δεν ξέρω αν υπάρχει τώρα κάπου
ή αν η μηχανή του γέμισε χόρτα και σαύρες)
πόσο αγόγγυστα μετέφερε
όσα βάρη κι αν του φορτώναμε
όπως τη μέρα εκείνη
που φεύγαμε άρον-άρον από τη Λευκωσία
με τόσους άλλους.
Πώς μπορέσαμε τότε να συγκρατηθούμε
(κι ιδίως πώς μπόρεσε κείνο)
όταν οι φρουροί της «εθνικής σωτηρίας»
μας σταμάτησαν στη μέση του δρόμου
και πίσω μας ουρές αυτοκινήτων.

Δεν θυμάμαι τώρα πότε και πώς
αποφάσισες να τ’ αφήσεις
όμως θυμάμαι πολύ καλά
πως αργότερα πολλές φορές ομολογούσες
ότι θα ‘ταν καλύτερα
να μην το εγκατέλειπες
ότι θα ‘ταν προτιμότερο
να το φρόντιζες μέχρι τέλους.

ΗΜΙΤΕΛΕΙΣ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Ο ξένος με του ρήσου τα πλουμιά
πήρε το ημερολόγιο σου και το καταξέσκισε
κι ούτε που νοιάστηκε
για τις ημιτελείς σημειώσεις σου.

Αν τον ένοιαζε
δεν θα πετούσε απ’ το παράθυρο
τις προσευχές και τα κονίσματα,
το ρολόι του τοίχου
(που συνέχιζε να χτυπά)
δεν θα θρονιαζόταν στο κρεβάτι σου
μέχρι να δει την ψυχή σου
να βγαίνει απ’ το παράθυρο.

Κι ούτε φυσικά που πρόσεξε τη γάτα
ν’ αναρριχιέται με σθένος στην κληματαριά
κι ακόμη πιο πάνω
και να ξεσπά σε λυγμούς
όταν πια η ψυχή σου ανέβαινε σε ύψη
που εκείνη αδυνατούσε να φτάσει.

ΟΙ ΜΕΛΙΣΣΕΣ

Στη μητέρα μου

Τόσο κακό μέσα στο σπίτι
κι οι μέλισσες στον κήπο μας
δεν έλεγαν να μας αφήσουν ήσυχους.

Ποιος θα τρυγούσε τους ανθούς
που είδαν πολλά τα μάτια τους
κι όμως γιορτάζαν
ακόμα κι αν μας έβλεπαν
να κλείνουμε τα χάσματα στο πάτωμα
κι αυτά ν’ ανοίγουν πιο πλατιά,
να περιθάλπουμε τους τοίχους
και πάλι να φουσκώνουν
οι ρωγμές τους επικίνδυνα;

Κι οι μέλισσες το μέλι τους
και τα λουλούδια τ’ άσματά τους
κι εμείς διαβάζοντας σκεφτικοί
το λήμμα «περικαρδίτις»
να κρυφοκοιτάμε τον πατέρα σκυφτό
στο προσκεφάλι της μητέρας
την Παναγιά στην άκρη του κρεβατιού της
μ’ ένα στεφάνι στα μαλλιά
από λουλούδια του κήπου μας
και μέλισσες σαν προσευχές
σε κάθε ανθό που δάκρυζε
και πίκριζε το μέλι.

ΝΑ ΧΕΣ ΤΟ ΣΘΕΝΟΣ…

«Τι άλλο να σου πω, πατέρα,
για να ‘ρθεις μαζί μου;
Δεν βλέπεις τις πύρινες γλώσσες
δεν ακούς τα ποδοβολητά,
τις ιαχές των Αχαιών;».

Να ‘χες το σθένος του Αινεία!

«Κι ύστερα τον φορτώθηκε στην πλάτη
και τον έσωσε
από τις άγριες διαθέσεις των Ελλήνων».

Να ‘βλεπες εγκαίρως τους καπνούς στον ορίζοντα
ν’ άκουγες τις ιαχές των βαρβάρων
να φορτωνόσουν στην πλάτη τον πατέρα σου
να μεταλάβαινες την τελευταία του λέξη!

ΕΠΙΤΥΜΒΙΑ ΦΥΛΛΑ

Αν οι γιατροί δεν κατοικούσαν
στις αρρώστιες τους
αν οι άγιοι δεν εγκατέλειπαν
τα κονίσματά τους
αν οι δικαστές δεν ποδοπατούσαν
τις ζυγαριές τους
αν οι επιτροπές δεν μετακόμιζαν
στα δύσβατα χωρία τους
αν από τα λιοντάρια δεν απέμεναν
παρά μόνο τα δόντια
κι από τους ποιητές
οι σκεβρωμένες λέξεις,

Τα φύλλα δεν θα ‘πεφταν
με τόσο πάταγο
στο μνήμα σου
και τ’ αγριόχορτα
δεν θα ξεπρόβαλλαν με τέτοιο θράσος
από τις ρωγμές
της γρανιτένιας μας θελήσεως!

ΚΙ ΥΣΤΕΡΑ ΤΙΠΟΤΑ

Υγρό σκοτάδι κι ύστερα φως
κήπος δακρύων
σπιθόβολες κραυγές
πίσω απ’ τους λόφους
κύμβαλα, κρόταλα
εφήμερες χαρές
και νίκες
κι ανεμοσκορπίσματα.

Κι ύστερα φως
κι ύστερα γυμνός
κι ύστερα τίποτα
χωρίς καν τ’ όνομα σου.
Πηχτό σκοτάδι, νερό
πέτρες και κόκαλα.

Και ξανά στο φως
ν’ ακούς τα παραμύθια
που γλυκαίνουν την αλήθεια
να κοιτάς ακίνητος τα όνειρά σου
που καλπάζουν στο φως
χωρίς επίγνωση, χωρίς αιδώ.

 

 

ΛΟΚΡΙΓΚΑΝΑ (2010)

ΑΝΥΠΑΚΟΥΑ ΜΕΤΑΛΛΑ

Σαν τους γύφτους
σφυροκοπάμε
αδιάκοπα
στο ίδιο αμόνι.
ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

Στενάζουν τα μέταλλα σαν πέφτουν τα σφυριά στα
ντελικάτα μάγουλά τους. Το αμόνι του παππού και τα
μάτια σου! Δεν παραδόθηκαν αμαχητί τα μέταλλα στη
μορφοποιητική πρόθεση των προγόνων σου. Εσύ πώς
επιμένεις απ’ την πρώτη; Τ’ ανυπάκουα μέταλλα… Δεν
φοβούνται τη σκουριά (κι ας μαίνεται ο επιστάτης κι
ας επισείεται η δαμόκλειος σπάθη πάνω από τα κεφάλια
των σιδηρουργών). Θα προτιμούσαν τη διαρκή
πυράκτωση, παραμένοντας στο μεταίχμιο παλιάς και
νέας μορφής. Θα ‘ταν γι’ αυτά καλύτερα να θρυμματίζονταν
τα φοβερά καλούπια. Κι ας παρέμεναν άμορφα,
πυρακτωμένα, χωρίς την απειλή του επόμενου
σφυροκοπήματος, των αέναων μορφοποιητικών παρεμβάσεων
από σιδηρουργούς που χάνουν τον ύπνο τους, αν πρόκειται
να κερδίσουν την εύνοια των επιστατών και των
θεωρητικών της σιδηρουργίας, μιας τέχνης όντως
δύσκολης, πλην όμως ευγενικής παρά τις υψηλές
θερμοκρασίες πυρακτώσεως και τους συχνούς βραχνάδες
των συντεχνιακών παραγόντων. Ας γράφουν ό,τι
θέλουν οι φυλλάδες. Τ’ αμόνια μόνο γνωρίζουν τη στενή
συγγένεια Μορφής και Πόνου, ως συνεργοί της
κονιορτοποιήσεως και τήξεως των μετάλλων, σαν
αντικρίζουνε τους τύπους που διετάχθησαν εξάπαντος να
συγκρατήσουν την ουσία.

ΗΛΕΚΤΡΟΣΟΚ II

For every ill deed in the past we suffer the consequence:
for sloth, for avarice, gluttony, neglect of the Word of GOD,
for pride, for lechery, treachery, for every act of sin.

T.S. ELIOT

Δεν σβήσαμε τα ξεθωριασμένα συνθήματα
δεν εμποδίσαμε τους νυκτοβάτες ν’ αποκηρύξουν
τα λίγα τετραγωνικά της λογικής μας.
Πετούμε τις παλιές μας αμαρτίες στα σκυλιά
που δεν κουράζονται ν’ αναζητούν παλιά προσκυνητάρια
σκουριασμένα φυλαχτάρια
στις χωματερές των ιστορικών αναδιφήσεων.
Δεν ξέρουμε, λέμε, ποιος ευθύνεται
για τα μοιραία παροράματα
για τους νεκρούς στα κλαδιά
με τις χιλιάδες πεταλούδες ανάμεσα
στις ρωγμές των οστών και στα κενά της μνήμης
αφού δεν λάβαμε τις γνωματεύσεις
των αρμοδίων επιτροπών διερευνήσεως.

Λες κι όλα γίναν ερήμην μας
λες και κανείς από μας δεν είδε τίποτα.
Αν και γνωρίζαμε τι σήμαιναν τ’ αρχικά των οργανώσεων
αν και γνωρίζαμε τους δολοφόνους.

Δεν λέμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους
πολύ μας χάλασαν οι ποιητές
με τις υπεκφυγές και τα κρυμμένα στο υπέδαφος
πυρομαχικά, με τις θαμμένες πρώτες ύλες
τις εκπυρσοκροτήσεις των ποιημάτων
στους αστυνομικούς σταθμούς πόλεως και προαστίων.

Πολύ μας κούρασαν οι διπλωμάτες
με τις αγαθές τους προθέσεις
(μάθαμε πια για τα καλά να βασιζόμαστε
στις δεσμεύσεις των μεσαζόντων).
Ας το πούμε καθαρά
πως μας βολεύουν τα κονσερβοκούτια
κι οι φρεσκοξυρισμένοι πρεσβευτές
αφού δεν μας θυμίζουν τίποτα
οι πεταλούδες γύρω απ’ τις αγχόνες
οι απαγωγές, οι δολοφονικές απόπειρες
το καλοκαιρινό χαλάζι
ο χαλασμός, τ’ αντίσκηνα, οι νεκροί στα κλαδιά
που φωσφόριζαν
κι εμείς δεν βλέπαμε τη λάβα
στους κρατήρες των ματιών τους.
Ας ομολογήσουμε πως δεν αντέχουμε
τις συγκινήσεις των εκταφών
τις ιδέες σκληρές να σιγοβράζουν στο κεφάλι μας για χρόνια
το πρόβλημα ν’ απλώνει τις ρίζες του παντού.
Πολύ μας ενοχλούν οι πεταλούδες!

Σκεφτόμαστε σε ξένη γλώσσα τους προγόνους μας
βαλσαμωμένους στα κλαδιά των ευκαλύπτων
να μας κοιτάζουν ανάποδα
καθώς βουλιάζουμε
στην ακριβή μας πολυθρόνα.
Κι όλο πετάμε στα σκυλιά
τις ενοχλητικές μας αναμνήσεις.
Σε ξένη γλώσσα προσευχόμαστε
με δανεικά κουρέλια ντύνουμε τα σκιάχτρα σαν σκεφτόμαστε
τις εφόδους των πουλιών.

Λες κι όλα γίναν ερήμην μας
λες και κανείς από μας δεν είδε τίποτα,
τους νεκρούς στα πηγάδια
τις πεταλούδες γύρο:> απ’ τις αγχόνες
τα τρωκτικά που ροκάνιζαν
μες στα κρησφύγετα
των μαρτύρων τα λείψανα.

Πώς να πιστέψουν οι ανακριτές ότι δεν θυμόμαστε τίποτα
κλεισμένοι στη γυάλα μας;

Ας ανακρίνουν επιτέλους τις προτομές, τις επιτύμβιες στήλες
κι ας μας αφήσουν ήσυχους
να σπαρταράμε στη γυάλα μας
σαν άφωνοι συντάκτες ειδήσεων
εντεταλμένοι αντιγραφείς των φαινομένων
στις όχθες των απονενοημένων υποχωρήσεων.

 

 

ΛΟΚΡΙΓΚΑΝΑ

μνήμη της γιαγιάς μου Ελευθερίας

Νοσοκόμες πάνε κι έρχονται
παρά το προκεχωρημένο της ώρας.
Της γιαγιάς η φωνή ραγισμένη
των συγκατοίκων ρόχθοι
πώς συνωστίζονται να τους υποδεχθούν στην όχθη
αμέτρητες ψυχές ζητιάνων κι ευγενών.

Λοκριγκάνα σπάνιο μέταλλο
χιλιάδες πέθαναν για σε μεταλλωρύχοι
βαθιά μέσα στη γη τρυπώνοντας
στις γαλαρίες με μάσκες και φανούς
αγνοώντας τις συνεχείς μεταστάσεις σου
τις αλλεπάλληλες αποδημίες.
Σκόνη στις κυψελίδες των πνευμόνων
ξανά σαν τυφλοπόντικες στις σήραγγες
καταμετρώντας τα μοιραία λάθη
των εμπειρογνωμόνων.

Την ευχή σου γιαγιά σφραγιστή στο μαντίλι
πώς τελειώνει το λάδι στο καντήλι
μεταλλωρύχοι σπάνιο μέταλλο
ξανά βαθιά στις σήραγγες για το μαύρο ψωμί
για τη ζωή των άλλων, τις ευγενείς επιδιώξεις τους
τις άριστες προοπτικές, τα παρεπόμενα της δόξης τους.

 

 

ΕΓΚΑΡΤΕΡΗΣΗ

Λωρίδες ύπνου στα κλαδιά των νευρώνων
φωνές από τα βάθη των σπηλαίων
της ύπουλης ελπίδας υποσχέσεις.

Ζοφερές εξατμίσεις της λογικής
στις πολυσύχναστες παροικίες του εγκεφάλου
τριγμοί στα έγκατα της εντεταλμένης εγκαρτερήσεως.

Λαμπάδες και τάματα
υποκλοπές
ισολογισμοί
παραισθήσεις.

Νωπές ουλές
σκοτάδι του μυαλού
λωρίδες άγκυρες ανέλπιστες
στο σαπιοκάραβο των υποδίκων.

ΥΠΟΓΕΙΑ ΣΤΡΩΜΑΤΑ

Θαμμένος βαθιά
κάτω από τόνους ανοχής
χωρίς τις νενομισμένες τιμές
και τους μακροσκελείς επικηδείους
χωρίς τους θρήνους
των πληρωμένων γυναικών.

Καρφωμένος πάνω στα πετρώματα
των υπογείων στρωμάτων
αναδεύοντας τα χώματα
νεκρός γι’ αυτούς
μα για τον θάνατο μπελάς
για τα καρφιά βραχνάς
γυρίζοντας σαν σβούρα μες στον τάφο σου
ξυπνώντας κάθε τόσο τους συγκάτοικους
που ξέχασαν για πάντα τα ρολόγια
και τις κορδέλες της ζωής.

Θαμμένος αναδεύοντας καρφιά
δεμένος στο κατάρτι των στιγμών που δεν παρέρχονται
για τα ρολόγια τίποτα
μόνο φωνές από τα βάθη κι απειλές
των πάσης φύσεως εκτελεστικών οργάνων
γραναζιών, εξαρτημάτων, υποστυλωμάτων
και συναφών αναλώσιμων υποσυστημάτων.

ΟΙ ΚΟΥΣΤΩΔΟΙ ΤΩΝ ΑΝΕΜΩΝ

Στ’ αμπάρι με τα σάπια κάγκελα
τις υποσχέσεις των κενταύρων
αλατισμένη λογική
φρεσκομαγειρεμένη
λαλούν κοκόρια και ξυπνούν τις συνειδήσεις.

Σκύψε, γονάτισε, προσκύνα
τους κουστωδούς των ανέμων
μην αμολήσουν τα σκυλιά και σηκωθούν τα κύματα
κι οι πειρατές παραιτηθούν στη μέση του πελάγου.

Πώς διαγουμίζουν τη ζωή σαν δεν είναι δική τους
πώς κυβερνούν τα βάθη της ψυχής μας!
Δούλοι πιστοί ξεχάσαμε πώς τραγουδούν ανέμελα
δούλοι πιστοί τα δόντια τρίζοντας
τ’ αφεντικά σαν το προστάξουν

Με τη συνείδηση στο πιάτο ξεβαμμένη
όνειρα σάπια φλούδες ελπίδων
αποξηραμένες δεσποινίδες
τους ανέμους, τους ανέμους, τους ανέμους!

ΑΠΟΜΙΜΗΣΙΣ

Εδώ ας σταθώ. Κι ας γελασθώ πως βλέπω αυτά…

Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ

Τα δέντρα επιμένουν πως υπάρχουν
το ίδιο τα βουνά καθώς και η θάλασσα
μόνο που δεν με συγκινούν
παρά τις εκκλήσεις τους να λογικευτώ,
να τύχω μιας οικολογικής θεραπείας.

Βέβαια κι εγώ διατείνομαι πως αυτά δεν υπάρχουν
πως είναι φρικτές απομιμήσεις των ιδεών.
Έτσι, λοιπόν, η ποίησις
περιορίζεται σε μίμηση δεύτερου βαθμού
σε ένα σπίτι με πολλαπλούς καθρέφτες
όπου τα όρια του όντος και της εικόνας του καταργούνται.

Επομένως, είτε θάλλουν είτε μαραίνονται τα δέντρα
είτε τα βουνά παρεκτρέπονται
κι η θάλασσα ξεβράζει
τα κουφάρια των νενομισμένων ισολογισμών,
οι καθρέφτες πάντοτε θ’ απεικονίζουν κατά το δοκούν
τις επινεύσεις της στιγμής
τις απελπιστικά πανομοιότυπες
σταγόνες της βροχής
τις φευγαλέες αστραπές
που τέμνουν τα φαινόμενα
ή καρφώνουν πισώπλατα
τους αμετανόητους γραφείς, τους λογιστές
και του πολλά υποσχόμενους
διοικητικούς υπαλλήλους.

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΠΕΙΡΑΜΑΤΟΣ
Ή ΟΙ ΑΘΛΙΟΙ ΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

Βρες το φιαλίδιο με τα κυριακάτικα δάκρυα της
αλλοδαπής οικιακής βοηθού κι άσε τις στέγες που
χορτάριασαν έτσι κι αλλιώς. Λίγες σταγόνες αρκούν στον
δοκιμαστικό σωλήνα. Ουρές ανέργων για ξηρά τροφή,
βαριεστημένοι δημόσιοι λειτουργοί, καμπάνες της
φιλανθρωπίας. Το οξείδιο της αγωνίας στους- διαδρόμους
των κυβερνητικών κτιρίων, χολή να στάζει σαν
μιλούν εντεταλμένοι κουστωδοί, βαριές κουβέντες,
αντεγκλήσεις, σκουριασμένα μυαλά, κατουρημένες
συνειδήσεις. Τα στερεά κατάλοιπα της νοσταλγίας, η
διαβίωσή μας σε συνθήκες ασφαλείας. Οι προσευχές
μας για κατάργηση της δουλείας στις τρώγλες της
Παλιάς Λευκωσίας. Τη φράγκικη λεπτότητα, παρακαλώ,
την οθωμανική νωχέλεια, την αγγλική διπλωματία!
Δεν βλέπω να ‘χετε συνθέσει τις καταβολές
επιτυχώς, ποιος σας δασκάλεψε για να σηκώσετε
κεφάλι; Θα το γνωρίζετε πως τα πειράματα κοστίζουν
ακριβά, ελάτε τώρα, πληρώστε το κόστος. Τι ζητάς το
κατηγορητήριο τώρα, κύριε Κ.; Δεν φτάνει που για
σένα ξαγρυπνούν οι δικαστές; Ερήμην; Έρημος,
ψεύτικα δόντια, περούκες, υποσχέσεις, σάπια χαμόγελα.
Στην πυρά, λαμόγιο, στην πυρά, στην πυρά!

ΜΕ ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ
ΚΑΡΦΩΜΕΝΟ ΣΤΙΣ ΓΚΙΛΟΤΙΝΕΣ

Στάζει το αίμα. Στάζει. 0 Λένας στην είσοδο του
παλιού νοσοκομείου. Για τις σπουδές στην Αμερική.
Μένοντας πάντα εκεί. Να σε κοιτάζει με το καθαρό
του βλέμμα. Τα συνωμοτικά πουλιά στους ευκαλύπτους
Δεν ξέραμε τι μελετούσαν. Μικρασιατική
αβρότητα της Θεσσαλονίκης. Τις άρρητες γωνίες της
συνειδήσεως. Προσεκτικά με τη χλωρίνη. Να την
έχουμε πάντα καθαρή. Σπανίζουν πια τα ρήματα.
Διαφημίσεις και συνθήματα. Θα ‘φεύγε σε λίγες
μέρες. Νοσοκόμες πάνε κι έρχονται. Λοιπόν! Δεν
μπορούμε να σας πούμε τίποτα. Μέχρι να καταλήξουν
οι γιατροί. Χωριζομένη δικαιοσύνης. Πανουργία.
Τις ιδέες σαν άκακα βρέφη στην κούνια τους.
Το καταραμένο άσθμα ξανά. Σαράντα Εκκλησιές του
ονείρου. Λαϊκές ταβέρνες και μπακάλικα. Φοιτητικά
σχέδια για την κατάκτηση του σύμπαντος. Αδιαφορώντας
για τις μεθοδεύσεις των ορνέων με τα παράξενα
λατινικά ονόματα. Και τους μακροσκελείς τιμητικούς
τίτλους. Τις τηβέννους και τις κονκάρδες στις
συναγωγές. Οι ραβίνοι σάς καλούν να παραμείνετε
στη θέση σας. Για τους πρώτους αποκεφαλισμούς
των αιρετικών. Καρφί δεν τους καίγεται για τη
βεβήλωση της πόλεως. Με το βλέμμα καρφωμένο
στις γκιλοτίνες.

ΤΟΠΙΟ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ

Εσύ τουλάχιστον ζεις, μου είπε ο Λένας, δεν είναι λίγο.
Ακόμη κι αν βυθίζεσαι στο τέλμα,
υπάρχουν γύρω σου κλαδιά, πονετικά πουλιά και βάτραχοι.
Τίναξε το κορμί σου προς τα πάνω
προτού προλάβει η λάσπη να σε καταπιεί.
Εσύ τουλάχιστον δεν έσβησες
δεν γάζωσαν το σώμα σου οι κοπτοράπτες
εσύ τουλάχιστον δεν έπεσες ανήμπορος να σηκωθείς ξανά
δεν έσβησες στη μητρόπολη του νόμου και της τάξεως.
Εσύ τουλάχιστον δεν διαγράφηκες οριστικά
δεν εγκολπώθηκες το σκότος των υδάτων
δεν ετυφλώθης απ’ το φως των αρχαγγέλων
δεν έφαγες χώμα και πέτρες.

Εσύ τουλάχιστον μπορείς ακόμη να πιαστείς από κάπου
ν’ ανακαλύψεις δυνάμεις αντιστάσεως
και πλούσια στρώματα μετάλλων. Λοκριγκάνα!
Εσύ τουλάχιστον ακόμη μπορείς να ξεπλύνεις τους ρύπους
απ’ τα ρούχα της ψυχής σου
από τους εμπτυσμούς να καθαρίσεις το πρόσωπο
και τη χολή των Ιουδαίων.

Τώρα βυθίζομαι στο χιόνι πάλι
γύρω μου μαλακώνουν τα βουνά
τα δέντρα χάνονται μες στην αιθάλη.
Κι όταν το χιόνι με προδώσει,
ποιο χώμα, ποιες πέτρες, ποια ταφόπλακα
για τα τριάντα πέταλα της νιότης μου
για τα πονετικά πουλιά και τα κλωνάρια.

Εσύ τουλάχιστον δεν πέθανες.
Ακόμη κι αν βυθίζεσαι στο τέλμα, είμαι μαζί σου, είπε,
εδώ μες στην ομίχλη του μυαλού σου
με σύριγγες αντλώντας από τα εγκεφαλικά σου κύτταρα
τη μαύρη πίσσα
ξανά να φωτιστούν οι επάλξεις της λογικής
μέσα στην παρατεταμένη νύχτα της συναγωγής
μέσα στη μαύρη μέρα των νυχτοκοράκων.

ΛΕΥΚΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ

Πώς σας διέφυγαν τα παροράματα
στις λευκές σελίδες;
Σας ξεγέλασαν φαίνεται
με την προσποιητή τους αγνότητα
την τρυφερότητα της ανέγγιχτης σάρκας.

Το τι δεν έγραψες ως όφειλες
το τι δεν έπραξες ή είπες εν καιρώ
οι αιτιάσεις, οι προφάσεις
οι στυγνοί λογαριασμοί
ο φόβος των Ιουδαίων
ο νυσταγμός της ψυχής
τα δάκρυα των κροκοδείλων

αυτά κι αν σε εκθέτουν
αυτά κι αν σου προσάπτονται
στις μαρτυρικές καταθέσεις
ως άκρως επικίνδυνα
αλλά σπανίως ανιχνεύσιμα
παρά τις φιλότιμες παρεμβάσεις
των ειδικών σωμάτων ασφαλείας
των εμβριθών διορθωτών και φιλολόγων
ανακριτών και μικροβιολόγων.

 

 

Παραδαρμός εν Αλφαβήτω (2007)

Δ

Δωμάτιο με θέα.
Άγνωστος μεταξύ αγνώστων
Σ’ αυτή την πόλη
Που αγνοείς ακόμη τ’ όνομά της.
Ανοίγεις το παράθυρο
Και δεν βλέπεις παρά
Αλλεπάλληλα ανοιχτά παράθυρα.
Μόνο παράθυρα.
Αισθητή η απουσία ανθρώπων να κοιτάζουν απέναντι
Μόνο σκύβουν και σκάβουν στο πάτωμα
Να θάψουν τ’ ανομήματα
Να κρύψουν τις κατά καιρούς ομολογίες
Πίστεως και συμμορφώσεως
Τώρα που ανέλαβε καθήκοντα ο νέος μονοκράτωρ
Ο υπέρ πίστεως ταχθείς
Την πόλη να λαμπρύνει
Να χτίσει τα παράθυρα,
Να κλείσει μια για πάντα τις καταπακτές.

Μ

Μπορείς στις αποθήκες να βρεις
Τα λάβαρα των λαμπρών παρελάσεων
Κάτω από στρώματα σκόνης.

Ξεχασμένα παράσημα
Κιτρινισμένες νίκες
Συλλαλητήρια στην κεντρική πλατεία
Πανηγυρικοί λόγοι
Ενθουσιασμοί, ζητωκραυγές
Κάτω από επάλληλα στρώματα σιωπής
Που επωάζουν την εξέγερση.

Χωριά θαμμένα κάτω από τη λάσπη.
Αναθυμιάσεις των αμαρτημάτων
Του έρωτος κραυγές ημιτελείς
Κάτω απ’ τη λάσπη.
Τα λάβαρα, οι ιαχές κάτω απ’ τη λάσπη.
Ουδέν ίχνος ζωής κάτω απ’ τη λάσπη.

Με λάσπη πλάσε τα ομοιώματα
Προσώπων και τόπων.
Η τέχνη μπορεί.
Μη σε ξεγελά με τα καμώματά της.

Μπορείς στις αποθήκες να βρεις
Ξεχασμένα τετράδια
Κάτω από στρώματα σκόνης.
Η λάσπη δεν φοβάται τη σκόνη
Επικαλείται, εκλιπαρεί τη σκόνη
Επιζητεί τον εγκλεισμό στις αποθήκες
Μακράν της δυναστείας του νερού
Μακράν της φοβεράς απειλής του.

Ο

Ο λόγος του στρατηγού

Ο ι νίκες δεν είναι πάντοτε ορατές
Διά γυμνού οφθαλμού.
Κι αν νομίζουν πολλοί πως ηττηθήκαμε
Κι αν τα φαινόμενα απατούν
Εμείς αναπτύξαμε σχέδιον επιθέσεως
Το καταλληλότερο υπό τας περιστάσεις.
Οι στρατιώτες μας απαρνήθηκαν τα πάντα
Οι στρατιώτες μας έπεσαν
Στην απύθμενη αγκαλιά της δόξας.

Γνωρίζαμε βέβαια
Πως ο εχθρός θα περάσει πάνω από χιλιάδες πτώματα
Πως θα κάψει την πόλη το ξέραμε.
Μη μου μιλάτε όμως για ήττα.
Η νίκη μας δεν είναι ορατή
Δεν παύει ωστόσο να ‘ναι νίκη
Η άρνηση της άνευ όρων παραδόσεως.

Κανείς δεν κατάλαβε ακόμη
Το μέγεθος της νίκης των στρατιωτών μας.
Πώς, άλλωστε, να καταλάβει;
Η νίκη μας θα εκτιμηθεί δεόντως
Ύστερα από χρόνια
Μετά την επούλωση των πληγών
Μετά την ψύχραιμη στάθμιση των δεδομένων
Από τους οικείους των τεθνεώτων
Όταν πια θα εξατμισθούν τα συναισθήματα
Και θα ακούγεται μόνο η φωνή της λογικής
Των σχεδίων, των υψίστων ιδεών.

Φ

Φωνάξτε όσο θέλετε.

Εκτός συζητήσεως οι απόψεις σας
Οι πάσης φύσεως προσωπικές σας εκτιμήσεις
Τα συναισθήματα, οι ενστάσεις
Οι αιτιάσεις, τα σχόλια εκτός συζητήσεως.

Ο θυμός, η κριτική, τα υπονοούμενα
Η ειρωνεία, η εναντίωση εκτός συζητήσεως.
Εκτός συζητήσεως τα ρήματα, τα επίθετα,
Οι αντωνυμίες, και προπάντων τα επιρρήματα
Που παραπέμπουν σε μιαν άλλη ευτυχέστερη εποχή
Που υποκινούν νοσταλγικές διαφυγές
Σε ουτοπίες
Εξάπαντος εκτός, εκτός συζητήσεως.

Εκτός συζητήσεως οι ύμνοι, οι ωδές, οι σάτιρες
Οι γελοιογραφίες, οι λεζάντες, οι έρευνες
Οι αντικανονικές αναπνοές, τα εμφράγματα εκτός συζητήσεως.

Το ηλιοβασίλεμα, η αναδίφηση των αρχείων, οι φακοί
Η αναγραφή συνθημάτων εντός και εκτός πόλεως
Τα σχετλιαστικά επιφωνήματα, οι διαζευκτικοί σύνδεσμοι
Τα αφηρημένα ουσιαστικά εκτός συζητήσεως.

Οι μεθοδεύσεις των νικητών εκτός συζητήσεως
Εκτός συζητήσεως οι υπολογισμοί των πολιτικών μηχανικών
Η ασφάλεια της γέφυρας, οι απαγορευμένες λέξεις εκτός συζητήσεως.
Το τρωτό του Αχιλλέα εκτός συζητήσεως
Η εντός των τειχών χαμοζωή εκτός συζητήσεως
Τα πλοία που δεν λένε να σαλπάρουν εκτός συζητήσεως.
Επιτρέπεται, βέβαια, η συζήτησις εντός των καθορισμένων ορίων
Επί ιδίω, πάντοτε, κινδύνω.

Δ

Έπρεπε να το καταλάβω.
Γιατί μόλις άρχισα να μιλώ
Τα φωνήεντα στασίασαν
Δεν ήθελαν να σχηματίσουν τις λέξεις καρφιά
Δεν ήθελαν την περαιτέρω συγκατοίκηση με τα σύμφωνα
Έστω και για λίγα λεπτά.
Αρνούνταν να καταγράψουν τη ροη της σκέψης
Να μεταβιβάσουν το μήνυμα για παραγωγή φωνής
Στον εγκέφαλο.
Αυτό μάς έλειπε τώρα
Να σηκώνουν κεφάλι τα φωνήεντα
Να εξεγείρονται τα σημεία
Προς αποφυγήν επικινδύνων εκφορών λόγου
Προς εξαφάνιση κάθε λεκέ της σκέψεως
Από πανάκριβα κοστούμια
Που μήτε πλένονται
Μήτε αντέχουν φυσικά στην κακομεταχείριση των καθαριστηρίων.

 

ΔΕΥΤΕΡΟΝ ΙΝΤΕΡΜΕΔΙΟ

Α

ΚΑΡΛΟΤΤΑ: Αλλ’ οι προδόται, οι εχθροί της προσφιλούς Πατρίδος
Επί τραχήλου θέτουσιν όνυχας τυραννίδος.
ΚΛΕΟΜΕΝΗΣ: Γυμνοί οι προμαχώνες μας, οι φύλακες κοιμώνται.

(Πολυξένη Λοϊζιάς, Η Δούλη Κόπρος, Εν Λεμησσώ Κόπρου,
Εκ του Τυπογραφείου Σάλπιγγος, 1890, 24).

Προδομένη περιφέρεσαι στο ακροθαλάσσι της Κερύνειας.
Άδεια πολυβολεία
Σκοποί κοιμούνται στα φυλάκια.

Για όλα φρόντισε ο Ιάκωβος.
Σαρακηνοί τρώνε τώρα τις σάρκες
Αυτής που ονόμασες πατρίδα σου.
Ελαφρά τη καρδία ο Ιάκωβος
Πούλησε τα πάντα για το στέμμα.
Πουλημένα τα ηλιοβασιλέματα
Πουλημένες οι αναμνήσεις
Από κουτούς που πίστεψαν
Στις υποσχέσεις του νόθου.

Προδομένη αντικρίζεις τη θάλασσα της Κερύνειας
Βλέπεις το πλοίο που θα σε πάρει μακριά να πλησιάζει
Μαυροντυμένη, βλέπεις τους προδότες
Μέσα στα βρόχια μιας τεράστιας αράχνης.

Άσε που οι κήρυκες ομιλούν περί εθνικής σωτηρίας
Άσε που βλέπουν την άνοιξη να πλησιάζει.
Το γεγονός είναι πως αφήνεις την Κερύνεια
Το γεγονός είναι πως μας εγκαταλείπει η Κερύνεια
Άδειους και μωρούς κι ανόητους ακολούθους
Ενός ακόμη πιο ανόητου αρχομανούς
Πυρομανούς και μητροκτόνου.

Της προσφιλούς πατρίδος τ’ ακρογιάλια
Βαρύς ζυγός στον τράχηλο
Ζητωκραυγές που ξάφνου κόπασαν
Και πύκνωσαν τα σύννεφα
Κι αρχίσανε κατάρες και βλαστήμιες
Από ποικίλες κατευθύνσεις.
Εκείνος άρπαξε το στέμμα απ’ το κεφάλι σου
Το πραξικόπημα ήταν γεγονός.
Πολλοί χορεύανε κι άλλοι χειροκροτούσαν
Την άνοιξη που δήθεν πλησίαζε
Άλλοι εκφωνούσαν πύρινους λόγους
Έχοντας ήδη παραδώσει τα πάντα στη φωτιά
Φωνασκούσαν για τη γαλάζια θάλασσα
Μη βλέποντας το κόκκινο της χρώμα.
Κραυγές υστερικές της μάνας σου
Καθώς επιβιβάζεσαι.
Αγαπημένε μου λαέ,
Τόσο εύκολα σε πλάνεψαν
Κατασκηνωτές του Τροόδους
Ελεγκτές κάθε κινήσεως, σκέψεως, προθέσεως
Πάσης εν γένει ενεργείας.

Δ

Δωμάτιο με θέα
Διάτρητη σιγή
Από σφαίρες
Των δικών σου.
Συνταχθείτε
Εκ δεξιών η εξ ευωνύμων.
Δείτε λοιπόν τους σταυρούς
Τα πεδία των μαχών
Τους γύρους θριάμβου των νικητών
Μέσα κι έξω από τα τείχη της Λευκωσίας
Σφαγμένους σαν γουρούνια προγόνους
Μέσα στις εκκλησιές τους.
Δεν ξέρω πια αν τα ποιήματα
Αντέχουν τόση πίκρα.

Ι

Ίσως σ αυτό το μισογκρεμισμένο σπίτι
Βρούμε τα νομίσματα που χάσαμε μικροί
Φως ξανθό και γαλανό
Κι ο κόσμος χάθηκε μαζί τους.

Σάπιες δοκοί και παλιοσίδερα
Απονενοημένες ενέργειες
Σπασμένα κρεβάτια
Αϋπνίες.

Εκείνα τα νομίσματα μονάχα
Κι όχι πιστές απομιμήσεις.
Μην προσπαθείτε να μας ξεγελάσετε.

Αν δεν τα βρούμε, μας αρκεί η λαμπρή τους ανάμνηση
Μας αρκούν τα μαγικά δειλινά
Που στη στιλπνή τους επιφάνεια καθρεφτίζονταν.

Ε

Εκτός θέματος

Μπορεί να γνωματεύσατε
Πως δεν πειθαρχήσαμε στα ζητούμενα
Όμως τα δεδομένα καυτά
Σιγόβραζαν στο κεφάλι μας
Αφήστε μας επιτέλους ήσυχους
Να περιπλανηθούμε στις απαγορευμένες οδούς
Να μπούμε στα χαμόσπιτα της Παλιάς Λευκωσίας
Εκεί που τα βράδια αλωνίζουν
Οι φρικτά σφαγμένοι πόθοι
Των παιδικών μας χρόνων.
Οι πρόγονοι δεν επαίρονται πια
Μας βαρέθηκαν φαίνεται
Δείτε πώς χασμουριούνται
Πίσω απ’ τις άραχλες κουρτίνες των σπουδαστηρίων.

Ξαπλωμένοι φρικτά στα προαύλια των συλημένων ναών
Με τις ματωμένες σημαίες στο προσκέφαλο
Με τ’ άστρα μιλιούνια ν’ αδιαφορούν για την τύχη τους
Αδέσποτα σκυλιά και λιμασμένες γάτες
Άθαφτοι χρόνια δίκοπα μες στα στενά της Χώρας
Περνούν ψυχές αδέκαστες κι ακούν τα κούφια λόγια
Κηρύκων και δασκάλων στ’ ανούσια πανηγύρια
Δίπλα στο προκεχωρημένο φυλάκιο
Ανάμεσα στ’ αγριόχορτα των απρόσκλητων αναμνήσεων
Που χτυπούν επίμονα
Κι ας υποκρίνονται πολλοί πως λείπουν σε ταξίδι
Αναψυχής η κάτι τέτοιο.

Αυτά θέλατε να γράψουμε, κύριε;
Αυτά;

 

 

ΦΩΤΗΛΑΣΙΑ (1999)

ΦΩΤΗΛΑΣΙΑ

Λίγο προτού
να σβήσουν τα λαμπιόνια της γιορτής
και τ’ αποθέματα φωτιστικών εξαντληθούν
ανηφόρισε προς τους μοναχικούς
λόφους της Φαντασίας.
Φωτοβολίδες στείλε της χαράς από ψηλά
σήματα νίκης του ανέσπερου φωτός.

Φως ιλαρό, φως άκτιστο
κι ας μαίνονται οι φωτοκτόνοι.

Οι φωτοδότες άγγελοι
άγριες βροχές κι ανεμοδούρες δε φοβούνται.
Νύχτα και μέρα πολεμούν
το γέρακα φωτοκολάπτη.
Γιατί λοιπόν εσύ την κάθοδό σου
από τους λόφους να επισπεύσεις;
Μην κατεβείς,
αν πρώτα δε φωταγωγήσεις
τις προσκυνημένες κορυφές
τους άγονους, μοναχικούς
λόφους της Φαντασίας.

1993

ΜΕΘΕΟΡΤΙΟΝ

Πάνε μέρες που έσβησαν
τα λαμπιόνια της τελευταίας γιορτής.
Δούλοι του σκοταδιού χωρίς λυχνάρι.
Γύρω μας οι ψυχές ουρλιάζουνε
των άταφων ακόμα νεκρών.
Βουτηγμένες στην πυκνή ομίχλη
και τη μαυρίλα του Άδη.

Εκεί στις όχθες οι ψυχές
του ποταμιού ποδηλατήσανε
μονάχα μια φορά
και σκούριασαν, αλίμονο
τα στίλβοντα ποδήλατα.

1993

ΑΝΑΒΑΣΗ

Με βρήκε η νύχτα
ν’ ανηφορίζω φορτωμένος ενθύμια
των φίλων από την άλλη όχθη.
Από τον ουρανό
έπεφταν βροχή οστά πυρακτωμένα
αγάλματα σημαίες άρβυλα
ημιτελείς ερωτικές επιστολές.

1993-1994

ΠΑΡΟΥΣΙΑ

Ψυχές
σαν έντομα που παίζουν ξεχασμένα
στο φωτεινό περιβόλι της λάμπας…
Τα πλαστικά λουλούδια χάρμα
θάλλουν αθάνατα στο βάζο
και καρτερούνε τα έντομα
να φέρουν πάνω στα φτερά τους
τη μαύρη πάχνη των ηφαιστείων.

1994

ΚΑΘΟΔΟΣ

Στα έγκατα της γης συνάντησα τον άγγελο.
Μην πιεις νερό, τίποτα μην αγγίξεις.
Στον πυρετό καλύτερα να ψήνεσαι
από τη δίψα της ζωής.

Ο πιλότος μάς περίμενε μ’ ανοιχτή την απαλάμη.
Ήτανε άσαρκος κι άτριχος.
Παντελόνι και σακάκι μαύρα δερμάτινα.
Ρίξαμε στην απαλάμη του ο καθείς τον οβολό του
κι ένα πράσινο τόξο
άναψε στο στήθος του.

Με κομμένη την ανάσα κολυμπούσαμε
μες στο πηχτό σκοτάδι.
Στ’ αυτιά μας έφταναν οι κραυγές
των άταφων ακόμα νεκρών
και το ροχαλητό φριχτό των Ερινύων.

1993

ΕΥΜΕΝΕΙΣ ΕΥΜΕΝΙΔΕΣ

Στους υπερασπιστές της δημοκρατίας

Στα δεκαοχτώ σου, Μιχαλιό, φόρεσες το χακί.
Μαύρες ημέρες που αδερφός φαρμάκωνε αδερφό.
Γονατισμένα τα βουνά μπροστά στους στρατοδίκες
κι εσύ μια λεύκα λυγερή απροσκύνητη.

Ο Ύπνος ήρθε και σ’ αγκάλιασε πικρός.
Σε λόφους άδεντρους τα οστά σου
κι ο ήλιος να τα γλείφει σαν σκυλί.

Η μάνα σου μαράθηκε σκυφτή
πίσω από τ’ ανοιχτό παράθυρο.
«Έσβησε το φως μου, πάει
πέφτει το ρόδι σάπιο στην ποδιά μου.
Να κοιμηθώ
και την ψυχή να δένουν του παιδιού μου
δόλιες αράχνες;»

Μες στο σκοτάδι τα οστά σου φωσφορίζουν
σκορπισμένα εδώ κι εκεί, παλιέ μου φίλε.
Ροδοκόκκινα τη σάρκα μού καίνε τα οστά.

Βαριούνται και νυστάζουν οι Ερινύες
κι η ψυχή σου άραχλη πλανιέται
στα νοτισμένα δώματα του Άδη.

1993

ΠΑΡΑ ΔΗΜΟΝ ΟΝΕΙΡΩΝ

Μια πεταλούδα είσαι διαφορετική
διωγμένη από το πανηγύρι.

Κλειστοί για σένα οι εύοσμοι μπαξέδες.
Τα δέντρα θάλλουν και χωρίς εσένα.
Σπάνια οι άγγελοι ανάβουν τα φώτα.
Τότε πετάς αλόγιστα να χορέψεις
και καις τα φτερά σου.
Σαν πέσει το σκοτάδι
ο ουρανός σε φωνάζει
πασπαλισμένος με κόλλυβα.
Το σύννεφο σ’ αποπαίρνει
και τρέχει σαν τρελό
μη χάσει το παιχνίδι.
Ο ήλιος είναι άρρωστος.
Μια τόση δα σφαίρα ήρθε
και σ’ απέβαλε
– ο ουρανός σε καλεί
το σύννεφο θέλει να σε παίξει
ο ήλιος οικουρεί –
μια τόση δα σφαίρα
και σ’ απέβαλε διά παντός.

1994

ΗΡΩΕΣ

Μας βλέπουν οι ήρωες από τα βάθρα τους
και διερωτώνται
μας βλέπουν κι απορούν.
Ερυθριούν, όταν τους πλησιάζουμε
μετά πολλών στεφάνων.
Τις νύχτες επισκέπτονται
τα μαλακά κρεβάτια μας
και μας πετούν κατάμουτρα τα ερίτιμα στεφάνια
κλαίγοντας μ’ αναφιλητά στο προσκεφάλι μας
για τον διαρκή και παρατεταμένο θάνατό μας.

1998

«ΗΡΩΕΣ»

Ολίγοι σήμερα κατέθεσαν στεφάνι
στο καλλιμάρμαρό μου μνήμα.
Ο αγών ελησμονήθη ανδρός ηρωικού;

Ωστόσο δεν πτοούμαι.
Κατά την τηλεοπτική μετάδοση του γεγονότος
γνωρίζουν άριστα οι τεχνικοί
και πολλαπλασιάζουν τους παρισταμένους
επευφημούντας με δανεικά χειροκροτήματα.

Η προσφορά μου θα εκθειαστεί δεόντως
με τα κατάλληλα επίθετα
σχήματα λόγου υπερβολές
νεόκοπες υπερβολές, ομηρικά επίθετα
προσήκοντα σ’ αναμετάδοση του γεγονότος
δορυφορική.

1998

ΘΑΛΕΡΟ

Θάλλουμε ανέμελα
χωρίς απ’ τις σοφές
να διδασκόμαστε πέτρες.
Δε μνημονεύουν τους προγόνους των αυτές
ούτε φοβούνται τα πουλιά.

Οι πέτρες μάς εκλιπαρούν
να σπεύσουμε στο Όρος
γονυπετείς να ενδώσουμε στο θαύμα
προκατακλυσμιαίας γαλήνης.

Το Όρος αντιστέκεται
το Όρος υπομένει
παρά τους επονείδιστους
όρους της παραδόσεως
παρά τη λήθη ζώντων και νεκρών
στα κράσπεδα της ηλεκτρονικής
πληρώσεως πάσης επιθυμίας.

Τι να πούμε στους φίλους που ήπιανε το θάνατο;

Στου Όρους την ολόμαυρη ράχη
οστά πτερόεντα, έπεα προβολείς
παράσημα κονσέρβες πλαστικά.

Τη δόξα τραβώντας από τα μαλλιά
οι ρήτορες θάλλουν.

1998

ΜΝΗΜΗ

Ο ρήτωρ τρομάζει
όταν, καθώς ομιλεί,
οι μαύρες πεταλούδες έρχονται
και του κρύβουν το πρόσωπο
και του κλείνουν το στόμα.
Σβήνει τα φώτα στη στιγμή
και συνεχίζει ακάθεκτος
χωρίς να υποψιάζεται
και κάθιδρως αναφωνεί
χωρίς να ξέρει.

Καλότυχοι όσοι δεν ήπιανε
το γιατρικό της λήθης
κάτω απ’ το προσκεφάλι τους διπλώνοντας
τη φωτισμένη τους συνείδηση.

1998

ΠΡΟΣ ΤΟ ΦΩΣ

Παραδουλεύτρες μέλισσες ανάψανε τα φώτα
και τα σαλόνια λάμπουν των ανθών.

– Η πεταλούδα είναι πολύτιμη
μέσα στη μοναξιά σου, αδερφέ μου, του είπα.
Ξέρει να διαβάζει την ψυχή σου
κι είναι τόσο θλιμμένη;

– Γεύεται κι εκείνη τους καρπούς της Αναμονής.
Διακοπή ηλεκτρικού ρεύματος.
Δεν έζησα… Δεν έζησα…

– Μια πιστή εν τέλει διαθέτεις
ολόδική σου πεταλούδα.
Τι άλλο θέλεις;

– Λιβάδι με τ’ ασφοδίλια ιπτάμενο
άπιαστο, ανεξερεύνητο.
Τι κι αν η Περσεφόνη προβάλλει φωτοδότρα;
Τι κι αν πορτοκαλιά κλωστή
το σκότος καταργεί;
Στον κήπο τώρα της χαράς
Παίζουν ανέμελα τα ψάρια.

– Έλα μαζί μου. Το φως ξανά θα δεις.
Σε μυστικό βαθιά κρυμμένος κοιμητήρι
από τους άτεγκτους φρουρούς του Κάτω Κόσμου
θα ξεφύγεις.

1989-1994

ΑΝΑΛΗΨΗ

Γυμνά ολόφωτα κορίτσια
φωτηλατούν και μέλπουν.
Οι πεταλούδες πορφυρές
στολίζουν τα μαλλιά τους•
κοιμήθηκαν οι άγγελοι
κι η θάλασσα κατάπιε
τα ηλεκτροφόρα μυστικά
των σφουγγαράδων.

ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ

Εκεί που ψηλαφούσα το σκοτάδι
παράνομη ανατολή του ηλίου.
Φως παγερό. Φως όμως, φως!
Κι η αλήθεια! Οι φίλοι μου ξαναγεννήθηκαν.
Οι φίλοι μου γιορτάζουν
την ένδοξη τους Ανάσταση!

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Καράβι της επιστροφής στο φως.
Πολύχρωμες σημαίες στα ιστία
ιαχές τρελής χαράς.
Λάμπες, λαμπιόνια στα ξάρτια σου
κάθε λογής φωτιστικά.
Φωταγωγημένο
σε θάλασσα ανθισμένη πλέεις
πρόσω ολοταχώς.
Ναύτες ανεβοκατεβαίνουν στο κατάρτι.
Το ταξίδι θα συνεχιστεί χωρίς απρόοπτα.

Θάλασσα κι ουρανός έγιναν ένα
κι εμείς συγκάτοικοι των δελφινιών και των
αγγέλων.

1993

ΕΠΟΧΕΣ

Στην Κωνσταντία

ΑΝΟΙΞΗ

Ανοίγουν τα πέταλα τους τ’ αγριοκόριτσα
σε μυστικούς αμπελώνες
και προσεύχονται.

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

Σαν ήρθαν οι ληστές και δέσαν τους αμπελουργούς
όρη και λόφοι μαυροφόρεσαν.

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

Τα σφριγηλά στις δόξες τους
τσαμπιά των αμπελώνων.
Νύχτες από σκουριασμένο χαλκό του Σεπτέμβρη.
Παίρνει φωτιά το αμπέλι
τσαμπιά πυρακτωμένα
ρώγες ηφαίστεια
αθάνατοι λαμπτήρες
δείκτες ηλεκτρικής φορτίσεως
προάγγελοι της ήττας του θανάτου.

ΧΕΙΜΩΝΑΣ

Κάθε νιφάδα και μια ψυχή κοριτσιού
που ευτύχησε με τον άγγελο να χορέψει.

1994

ΑΝΑΜΝΗΣΗ

Καράβια σύννεφα.
Απόγευμα σπασμένα παράθυρα
καμινάδες
άλγος
όνειρα παγωμένα νοσταλγία.
Ρωτήσατε τον πόντο
αν οι ταξιδιώτες λησμόνησαν;
Ακούσατε τα ρόδα,
το παραμιλητό της γριάς;
Τα ρολόγια δεν αστειεύονται
οι θαλαμηπόλοι των ενυπνίων
δε χαρίζονται σε κανέναν.
Σύννεφα τύψεις
πειρατικά σκαριά
τη θάλασσα αναδεύουν
αγέραστοι θεοί δαιμονισμένοι.
Ο Βασιλεύς καθεύδει
τα ρόδα υποκλίνονται
ενώπιον της βασιλομήτορος των δισταγμών.
Οι ταξιδιώτες δεν ξεχνούν
τον οβολό της προσευχής.
Ανοίγουν οι ασκοί της νοσταλγίας
τα όνειρα εξανεμίζονται
οι άγιοι πόθοι δραπετεύουν
απ’ τις ρωγμές των καμινάδων του θανάτου.

1998

ΗΜΕΡΟΝΥΚΤΙΟ

ΟΡΘΡΟΣ

Εγερτήριο των αγγέλων.
Αναφορά στον ουρανό.
Παραδειγματική τιμωρία
των αγουροξυπνημένων.
Δάκρυα πάνω στα φύλλα της συκιάς.
Κάθε άγγελος λοιπόν ας ασκητέψει!

ΠΡΩΙ

Χωρίς τη δροσιά του σκοταδιού
χωρίς το εξαίσιο θυμίαμα
του έρωτα.
Οι άγγελοι στα μαύρα.
Αρχάγγελος με πύρινη ρομφαία
περιέρχεται τα ουράνια ξωκλήσια.
Άπαντες προς επιθεώρησιν!

ΜΕΣΗΜΕΡΙ

Ο ήλιος γευματίζει εν πλήρει δόξη.
Εκατοντάδες άγγελοι ένοχοι
ως μη στιλβώσαντες επαρκώς
τα υποδήματά των
ως μη την προσευχήν αναπέμψαντες
κατά τα ειωθότα.
Στην πυρά! Στην πυρά!

ΑΠΟΓΕΥΜΑ

Η ποίηση
είναι όχημα μεταφοράς προσωπικού.
Γλυκό του κουταλιού
στα παρεκκλήσια των αγγέλων
ύστερ’ από πικρόν ύπνο.
Οι μάνες που αναλήφθηκαν
προβαίνουν τώρα γυμνές
ολόλευκες νέες.

ΣΟΥΡΟΥΠΟ

Ένα παιδί πετροβολάει το φεγγάρι.
Θολό νερό
κόκκινο θολό βλέμμα του στρατιώτη.
Πλήγωσα το φεγγάρι, μάνα!
Ένα παιχνίδι ήταν μια κακή στιγμή.
Φτερωτά παιδιά
τρέχουνε πίσω απ’ τις ροδιές.
– Πού να με πιάσετε, φωνάζει το φεγγάρι
και τους πετάει κατάμουτρα τις γάζες.
– Θέλεις να παίξουμε, φεγγάρι;
– Έλα!
– Πού πας, γιε μου;

ΒΡΑΔΥ

Οι άγγελοι φορέσαν τα λευκά τους.
Ουράνια μουσική
Χέρια τυφλά
που ψαχουλεύουν τ’ άστρα.
Ο θρόνος του Θεού δεν εντοπίστηκε ακόμη.
Οι Άγιοι αγρυπνούν υπέρ ημών.

ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ

Φωταγωγημένοι λόφοι
με οστά κατάσπαρτοι
πολεμιστών λευκά
που, ιδού, παίρνουν ν’ αναψοκοκκινίζουν.
Έγερση των στρατιωτών.
Σα βρέφη αθώα υπερίπτανται του κόσμου
κι οι μάνες ανεμίζουν τα μαντίλια.
Μυριάδες άγγελοι, χιλιάδες βρέφη
ψάλλοντας τα επινίκια.

ΟΡΘΡΟΣ

Αναδάσωσε τις απάτητες κορφές
των απολιθωμένων τύψεων
λίγο προτού ξημερώσει
λίγο προτού εξαντληθούν οι πρώτες ύλες
και σβήσουν οι λαμπάδες
μια για πάντα.

1997

HIC

Κάθισες σ’ ένα πάρκο ν’ ανασάνεις
άνεργος και χολωμένος.
Όλη τη μέρα τι έψαχνες να βρεις;
Ήσουν ελεύθερος;

Φόρεσες τα καλύτερά σου ρούχα και βγήκες.
Στην κλινική «Rosa» ο φίλος σου ο Hic
μετρούσε τις μέρες που έφυγαν
χωρίς να του μιλήσουν.
«Δόξα στους ολάνθιστους μπαξέδες
των ονειροτόπων», είπε,
«αφού εκεί μπορεί κανείς, άμεμπτος
να σβήσει, όπως βολεί, τα κάρβουνά του.
Οι πυρκαγιές έτσι αποφεύγονται
κι οι εξάρσεις των μετωπικών συγκρούσεων».

CARMINA PARVA

α΄
Κατέβηκες στον κήπο ν’ ανασάνεις
και σε μυρίστηκαν τα δέντρα σαρκοβόρα.

Β΄
Κοιμάσαι πια
μες στο κλουβί του παπαγάλου σου
εξασφαλίζεις, νοικοκύρη μου,
τον απαραίτητο αέρα και τροφή.

Γ΄
Κάτω στον κήπο ένα βιολί
μια πέτρα
σπάζει.
Και σου είπα
μην εμπιστεύεσαι τα δέντρα.

Δ΄
Γιατί να μη γινόμαστε ένα με τα τραγούδια;
Γιατί να παραμένουμε οι τυφλοί
σωματοφύλακες του μέλλοντος;

1991

INAMOENUM

Σε γνωρίσαμε μοναχική κι ανυπέρβλητη
Χέρσοι σαν παραφυλάγαμε
έξω από τ’ ολάνθιστο περβόλι.
Όμως, εσύ μην αφεθείς στον άνεμο
μην αρνηθείς την αλλότροπη
ιθαγένεια των πραγμάτων.
Η ωραιότης δε χάνεται.
Μένει γυμνή, προκλητική
στο βάθος των πραγμάτων.

1978-1990

ΙΘΑΚΗ

Δεν έχει τέλος τούτο το ταξίδι.
Κατεβαίνοντας σε κάθε σταθμό
με τα τρόπαια μιας αμφίβολης νίκης.
Και πάλι ξεκινώντας για το Άγνωστο.
Λησμονώντας την αμείλικτη κλεψύδρα
σ’ αίθουσες αναμονής…

1989

ΠΑΛΙΑ ΛΕΥΚΩΣΙΑ

Το φως πενθεί στη λάμπα
τα σπίτια αιμορραγούν.
Οι γριούλες τυλίγουν το νήμα της Υπομονής
κι αποσύρονται νωρίς.
Γράφουν αδέξια τα παιδιά
μες στο τετράδιο τ’ Ουρανού.
Αληθινά ζούνε μες στ’ Όνειρο.

1990

ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ

Τους νεκρούς σου μη μετράς
αφού δε γίνεται
δίχως απώλειες να νικήσεις.
Μόνο κοίταξε πώς θα μπορέσεις
κάποτε να βγεις
απ’ το καμίνι αράγιστος
χαμογελώντας στο Αναπότρεπτο
ψημένος.

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ

Στη μνήμη του Λένα Κάκκουρα*

Την πόρτα ανοίγω διάπλατα
και μπαίνουν τα πουλιά μέσα στο σπίτι.

Πικρή γεύση του καφέ στον ουρανίσκο.
τι μ’ έπιασε τώρα να εξετάσω
τ’ αναίτιο πέταγμα των οιωνών;

Κατά το βράδυ ήρθε πουλί το πιο τρανό
γέρακας πελιδνός.
Κόβει το νήμα ο Σαρακηνός
κι ο Αρχάγγελος σε βράχια απάτητα
τα νύχια του ακονίζει.

Το γέλιο που άνθιζε στα χείλη σου
πριν σβήσει,
τα χέρια άπλωσες
κι αγκάλιασες τη μυγδαλιά σφιχτά.
μ’ αυτή σού ξέφυγε
σβήνοντας τα λαμπάκια της
στα νύχια ακροπατώντας.

1994

* Σ’ ανάμνηση της τελευταίας μας συνάντησης
το τελευταίο καλοκαίρι της ζωής του.

ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ

Η κραυγή του πληγωμένου
ηλεκτρικού λαμπτήρα
οι προτροπές για σύνεση στα σκοτεινά.
Κοίταξε χαμηλά τις πέτρες
άσε τους επισήμους να λικνίζονται
στο έλεος των ανελέητων προβολέων.
Σκάψε βαθιά
να βρεις τις φλέβες χρυσαφιού
παρά τις επανειλημμένες προτροπές για σύνεση
παρά τις ύστατες εκκλήσεις
των χρηματιστών.

1998

ΣΚΙΕΣ

Το πρώτο ποίημα

Μαύρο πέπλο απλώθηκε γύρω η νύχτα.
Μυστηριακοί ήχοι ξεπετάγονταν
από τις φυλλωσιές των καρυδιών.
Οι σκιές των σκελετών που συναντήθηκαν
να πουν τα δικά τους
πολύ τάραξαν τη γαλήνη της Αιωνιότητας,
όπου τα κορμιά αντιπαλεύουν
στην αποθέωση του Έρωτα.
Και στα πολύβουα ρυάκια
απλώθηκε βαθιά σιωπή
και ρουμπινιές στάλες συνταιριάξανε
με τα μαβιά νούφαρα
και τ’ αηδόνια χωσμένα
στ’ απόκοσμα του ποταμιού
στήνανε ύμνο ξωτικό στον Έρωτα.
Κείνη τη στιγμή στην ψυχή μου
χώθηκε γαλήνη ανήσυχη
και με το μυστήριο αντιπάλεψε.
Και ο νους μου δε χώρεσε ποτές του
τα όσα η σιωπή της νύχτας κρύβει.

1976

ΟΙ ΑΣΚΟΙ ΤΗΣ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑΣ

Τα λαμπιόνια στασίασαν την ύστατη στιγμή.
Οι αστυνομικοί συνέλαβαν
τους φανατικούς νοσταλγούς
των πανηγυρικών λόγων.
Άψογες αναμάρτητες
πλαστικές ροδιές
πουλιά τηλεκατευθυνόμενα
άβουλα γελαστά
ηλεκτρικά κορίτσια.
Πού είναι το φως το αμαρτωλό;
Ο κήπος με τις ψευδαισθήσεις
η ήττα της τελειότητας
ο θάλαμος της αποστάξεως
των απαγορευμένων αισθημάτων;

Πού είναι τ’ αγριοκόριτσα
να δέσουν τους φρουρούς
ν’ ανοίξουν τους ασκούς της νοσταλγίας;

Άψογες αναμάρτητες ημέρες
επιθυμίες πλαστικές.

Πού χάθηκαν οι καθαρτήριοι άνεμοι;
Πού είναι οι πειρατές
οι ιαχές οι πυρσοί οι σημαίες
τα σκαριά
οι προγραφές
οι λόγοι οι ζητωκραυγές τα μανιφέστα
οι ζωντανές ημίγυμνες αμαρτωλές παραισθήσεις;

1998

ΠΕΡΙ ΙΣΤΟΡΙΑΣ I

Φρουροί των υποθηκών
φύλακες των δεσμεύσεων
σε θερμοκήπια
υψίστης αποδόσεως.

Παράγουμε κάθε λογής
πρωτοφανέρωτα φυτά
ιδέες καλλωπιστικές
ρήματα χάρμα
κι εκατομμύρια επίθετα
που μπαινοβγαίνουν σα μυρμήγκια
στα κρανία
των άταφων νεκρών μας.

ΠΕΡΙ ΙΣΤΟΡΙΑΣ II

Με λέξεις
χτίζουμε το παρελθόν
επίθετα
συνθήματα,
βεγγαλικά.

Στο τέλος του πανηγυριού
οι λέξεις δραπετεύουν.

Οι λέξεις επιστρέφουν
στα λεξικά
τραυματισμένες.

1999

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ

Οι λέξεις συνελήφθησαν
γιατί διανοήθηκαν
να μη συνεργήσουν
κι άφησαν τον ιδρωμένο ρήτορα
στα κρύα του λουτρού
μπροστά στο έξαλλο πλήθος.

Οι λέξεις βουλιάζουν
σε υγρούς τάφους.
Μας αποχαιρετούν
προτού καταχωρηθούν
αμετάκλητα
στα λεξικά του Τμήματος Υποταγής.

Κι εμείς νυσταγμένοι
δεν τολμούμε
να τις προφέρουμε
έστω και για τελευταία φορά.

1999

ΠΕΡΙ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ

Στα παιδιά μου και στους μαθητές μου

Δεν μπορεί, θα υπάρχει κάπου η αλήθεια.

Όμως το σημείο εκείνο
είναι χωμένο
κάτω από τόνους χώματος
στρώματα λάσπης μύθων
λόγων υπεκφυγών
σιωπής ενοχής
τύψεων
αυτοάμυνας.

Μακριά από τις έτοιμες αλήθειες
των πεφωτισμένων
σκάψε βαθιά
μόνο με τη δική σου αξίνα
φτύνοντας το χώμα και τη λάσπη
φτάνοντας μέχρι τον καυτό πυρήνα,

Εκεί που ο ρήτορας τρομάζει
σα μυρίζεται
τις καμένες σάρκες των παραμυθιών.

1999

ΣΤΥΦΑ ΚΥΔΩΝΙΑ

1

Κυδώνια στυφά μας φίλεψε
η αρχοντοθυγατέρα.
Για χρόνια πορευόμαστε σκυφτοί
βουβοί δεχόμαστε τον εμπαιγμό του ήλιου
κι όταν η κορφή ήταν πια δική μας
μ’ αυτούς τους άγουρους καρπούς
γελάσαμε τη δίψα μας
γίναμε εξάρτημα μιας μηχανής.

2

Συντονίζομαι με το ρυθμό της μηχανής
τη Μοναξιά και τ’ Όνειρο αποπέμπω
την Ποίηση απαρνούμαι
κάθε κακή συνήθεια.
Τη ρώμη τώρα υμνώ του σώματος
Σωφρονίζομαι
ανανήφω.

3

Ακόμα λίγο την ψυχή σου στίψε και θα στάξει
το απόσταγμα της έμπνευσης,
αιρετικέ της αγοράς.

Ποιοι σ’ επιβουλεύονται δε νοιάζεσαι να μάθεις
την ήττα συνηθίζοντας να επιλέγεις
και να τη βαλσαμώνεις σ’ ελεγείες.

Ώσπου μια μέρα ο γέρακας θα κράξει «εμπρός»
κι εσύ θα δέσεις την ψυχή σου μ’ ένα σπάγγο.
Δειλέ, εσύ που αντάλλαξες το χώμα με το σύννεφο
δούλος θα σέρνεσαι αραχνοΰφαντων σκιών.

4

Από του χαρακώματος μιαν άκρη
ένας αναστεναγμός.
Βούλιαζε ο κήπος που μες στα σωθικά σου
κορφολόγαες.
Ξεχνάς πως κάποτε είσουν με τους μονομάχους;
Τη νύχτα οι στρατιώτες κοιμούνταν στο χαράκωμα
Η θάλασσα σ απέλπιζε
το σπαθί σου σκουριάζει.

5

Κι ανέμελος αριστοκράτης ο ουρανός
να σε περιγελά που περιφέρεσαι
μ’ ένα σκουριασμένο σπαθί καρφωμένο πισώπλατα.

6

Σ’ έβλεπαν ατάραχοι να περιφέρεσαι
ανάμεσα σε ξεκοιλιασμένους οδοστρωτήρες
μ’ ένα σπαθί καρφωμένο στην πλάτη σου
επιχρύσωναν την υπομονή.

7

Κοίταζαν εκστατικοί το ηλιοβασίλεμα
μελετούσαν εμβριθώς τα τοπία
οι πορφυρογέννητοι!

8

Αύριο θ’ ανοίξουν διάπλατα οι Ουρανοί
και θ’ αναληφθείς
πιο ρόδινος κι από ρόδο
σε μέρη που δεν κατοίκησε ούτε θεός.
Η Σιωπή Παναγία κι Αδάκρυτος
θ’ αναδύεται μέσα από το κάλλος
των οφθαλμών σου
και θα γυρίζει τους δείχτες του ρολογιού
βαθιά μέσα στο μέλλον.
Το σπαθί σου θα λειτουργιέται μέσα στις Εκκλησιές
και συ, γινωμένος καρπός,
θ’ αποτίθεσαι
στις αγκάλες της πλάσης.

9

Παιγνίδια των πουλιών πάνω στις στέγες
σπιτιών που ‘χουνε κλείσει εδώ και χρόνια.
Τα τιτιβίσματα αντηχούν ως πέρα
σε σκοτεινών βουνών και διψασμένων βρύων
αχανείς εκτάσεις.
Σβήνουν
χωρίς να τέρψουν ένα αυτί
χωρίς να προκαλέσουν ένα λίκνισμα
και τα πουλιά δεν παίζουν άλλο πια
κλείνονται στις φωλιές τους κι όλο κλαίνε.

10

Τη γαλήνη τόσο επόθησα
μα δεν τη βρήκα.
Μήπως είναι που κάθε λίγο ένα αστέρι
σκίζει την καρδιά μου για να μπει
ή μήπως είναι που τρίζουν για να βγουν στο φως
τα νέα φτερά μου;

11

Μικρή μου πεταλούδα
μη νομίζεις πως η ομορφιά σου με θαμπώνει.
Να* απλώς απορώ
πως από ένα βρώμικο σκουλήκι βγήκες εσύ,
η ξακουστή μες στο βασίλειο των εντόμων.

12

Ανοίγω ένα παράθυρο
να μπει το φως μες στην καρδιά μου.
Όμως το φως δεν είναι εκείνο που ήθελα
και το παράθυρο μου κλείνει κάποιο χέρι.
Αλίμονο! Ένας Θεός το ξέρει
πόσος καιρός χρειάστηκε να λησμονήσω το σκοτάδι
τώρα το φως για πάντα χάθηκε
και μαύρο ανοίγει μπρος μου το χείλος του Άδη.

13

Θα πέσω ακόμα κι άλλο χαμηλά
θα γκρεμιστώ και θα πονέσω*
όταν με δουν στην άκρη του γκρεμού
με δύναμη θα σπρώξουν και θα πέσω.
Ο πόνος μου άνοιξε πληγές
που με τον χρόνο δεν θα κλείσουν
άγρια κοράκια το συκώτι μου θα φαν
άγρια κοράκια τα σημάδια τους θ’ αφήσουν.
Θα πέσω ακόμα κι άλλο χαμηλά
θα ζήσω χρόνια στο σκοτάδι
στη ζωή μου θα φορέσουν τα θεριά
μαύρο και πένθιμο μαγνάδι.

14

Όταν η φωτιά ήταν κοντά
κι ο Αρχάγγελος με το δρεπάνι του θέριζε μαργαρίτες
τα δένδρα εγκατελείφθησαν
μέσα στο καρναβάλι των αναλαμπών και των εκρήξεων.
Μα πού βροχή εκεί που κάθε σάλεμα είχε ανασταλεί
από τον φόβο επικειμένης συντελείας.
Το κάθε ζώον είχε μαρμαρώσει
πίσω από λαγωνικά και λύκους
που άφηναν τα σάλια τους να στάζουν
και να μολύνουν το χορτάρι.
Στους γάμους που ακολούθησαν τα δέντρα τραγουδούσαν
κι οι πέτρες αναστέναζαν για την σκληρή τους μοίρα.
Το μεσονύχτι τρίζαν τα κλαδιά
κι οι ρίζες έπαλλαν κάτω απ’ το χώμα.
Μα εκεί που τα φυλλώματα πλαντάζανε
και τα κορμιά των καρυδιών αναριγούσαν
μια κουκουβάγια βόγκηξε και πέσαν τα τσεκούρια.

Κι ο βαρκάρης κουβαλούσε τις ψυχές μας
στην αντίπερα όχθη
μαδώντας μαργαρίτες πάνω απ’ το θολό νερό.

15

Νέοι του Περιθωρίου
Λουφάζουμε κάτω από λερά σεντόνια
αποπαίδια της Καταστροφής.
Είμαστε νούμερα σε μητρώα ανέργων.
Καρδαμωμένοι πρεσβύτες
κομίζουν τα δοχεία νυχτός
καθώς μας βλέπουν
να ξερνούμε χολή και να παραμιλούμε
εκτεθειμένοι στις συνωμοσίες των χαφιέδων,
να φτύνουμε αίμα και να προκαλούμε
τα φιλντισένια αισθήματα των καθωσπρέπει κυριών.
Είμαστε η μαγιά του μέλλοντος.

16

Λέμε πως δεν ενδώσαμε
και κομπάζουμε για περιώνυμες νίκες.
Πού είναι, λοιπόν, τα τρόπαια μας;
Αφηνόμαστε.
Ποιος ξέρει
κάποια δύναμις ίσως μας περισώσει.

17

Τα τρόπαιά τους είναι οι πολύχρυσοι οίκοι
και οι εύσωμοι οικόσιτοι δούλοι.

18

Νέοι του Περιθωρίου 2
Παραμένουμε δέσμιοι των δυσμενών συνθηκών
χωρίς να κηρύσσουμε επανάσταση
μια, έστω, αναίμακτη ανταρσία περιορισμένης κλίμακας.
Έτσι που μας ευνούχισαν οι ηθικολόγοι
κι οι πατριδοκάπηλοι
τι να κάνουμε,
γυρίνοι σ5 απέραντο βάλτο.
Χάνουμε την αίσθηση του ρυθμού
μαζί μας αργοπεθαίνει κι η ποίηση της πρώτης νεότητας.
Σκάβουμε τις πληγές μας
να βρούμε τα κατάλοιπα προγονικών ανομημάτων
που μας παιδεύουν ανελέητα.
Ξύλινα ειδώλια στην όψη αστραφτερά,
με σωθικά σαρακοφαγωμένα,
μπροστά σε γέρους ροδομάγουλους σερνόμαστε.

19

Ξεκινούμε για τη Μεγάλη Σκάλα
με μεγάλα Όνειρα και φτερά νεοσσού
μ’ όλο που ξέρουμε πως δεν υπάρχει τελευταίο σκαλί,
πως τα φτερά μας θα κοπούν με δίκοπο σπαθί
μ’ όλο που ξέρουμε πως θα πνιγούν
μες στο αφρισμένο αίμα τα όνειρα.
Ξεκινούμε για τη Μεγάλη Σκάλα*
στη βάση της τοποθετούμε τα δεκανίκια
ευχόμαστε να μην μας χρειαστούν
παίρνουμε όλες τις προφυλάξεις
όμως η πτώση είναι μοιραία.

20

Να γκρεμίσουμε την σκάλα
να εξαφανίσουμε την σκάλα
φτωχοί και ξεχασμένοι στο σπιτάκι μας
δίχως εξαίσιες πτώσεις.

21

Μας μένει τώρα ένα δωμάτιο
σκοτεινό και υγρό
για να διπλώσουμε τη ζωή μας σα σεντόνι
(πίσω να γυρίσεις δεν μπορείς
σ’ εκείνο το νησί τ’ ονειρεμένο).

22

Αλήθεια Κύριε,
Πόσοι νεκροί περιφερόμαστε
στις αγορές των ζωντανών
που ζουν και πλάθουν όνειρα
μακριά απ’ τα κοιμητήρια
κι όταν πεθάνουν, εύκολα
σαπίζουν και ξεχνούνε.

23

Σε λίγο θα νυχτώσει
κι οι χωροφύλακες θα κυνηγούν μια κάμπια.
Μην πτοηθείς, μην καταδώσεις.
Για ένα τρύπιο λάχανο
δεν είναι άδικο να βουίξουν οι κοιλάδες
δεν είναι κρίμα να μαγαριστούν οι βράχοι;

24

Ζωή μου ανεπαίσθητη,
που προχωρείς ρίχνοντας κύβους.

25
Ετοιμοθάνατος Ποιητής

Τον ξέκαναν οι μέριμνες και οι τεχνοκράτες
όπως αφανίζουν οι διχτάτορες
τους πολιτικούς των αντιπάλους.

26

Ακρωτηριασμένα αγάλματα»
Το βάρος των άλλων να τσακίζει το σβέρκο σου
την ψυχή σου ν9 αλέθει
μέσα στη συντριβή σου ν9 αντηχεί
των ημερών το βήμα το στρατιωτικό.
Να δεις που όλοι θα γίνουμε μια συμπαγής μάζα
πέτρες σοφά πελεκημένες, ταυτοπρόσωπες.

27

Αστυάναξ
Μην κλαις τα στάχυα που κάηκαν
αυτά άφησαν σπόρους στη γη.

Ευτυχισμένος όποιος πεθάνει
αφήνοντας πίσω του καλή σπορά.
Εγώ θα κλάψω τον Πρίαμο
και την ξεκληρισμένη του γενιά
θα κλάψω την Εκάβη
και το μοιραίο παιδί, τον Αστυάνακτα,
που το γκρέμισαν από τα τείχη του Ιλίου οι Αχαιοί.
Το ‘χε προβλέψει, βλέπετε, ο Οδυσσέας
ο ποικιλόφρων, ο δημοχαριστής
πως αν δεν το ξέκαναν όσο ήταν καιρός
κάποτε θα ξυπνούσε μέσα του
το στοιχειωμένο αίμα του πατέρα του
το αίμα του λαού του
και θα ‘θελε να πάρει εκδίκηση σαν άντρας.

28

Αινείας
Κάποτε είχα ένα σπιτικό
το έχτισα με τα ίδια μου τα χέρια
μπορούσα τις νύχτες να κοιμούμαι
χωρίς να φοβούμαι τα στοιχειά και τη βροχή.
Τώρα ξημεροβραδιάζομαι σε πορείες προς την Τροία
περπατώ με μια φωτογραφία στο χέρι
καπνίζω ασταμάτητα
γυρεύω ένα σημείο.
Πρέπει να ισορροπήσω πάνω σε μια κλωστή*
μα δεν κουβαλώ το βάρος του κυρού μου μόνο
μ5 έχουν φορτώσει ξένα αμαρτήματα
πώς να μην σπάσει;

29

Καφενόβιες αράχνες μας θέλουν
να τρεφόμαστε με φτερωτές διακηρύξεις.
Να είμαστε οι αθέατοι οπαδοί,
αμέριμνοι θεατές της χρυσοποίκιλτης ζωής τους
στα ρηχά του βάλτου.

30

Μας πήραν για χταπόδια
και μας χτυπούν στα βράχια έτσι ανελέητα;
Γι αυτούς ακόμα κι οι πέτρες ανθίζουν
μα εμάς που σερνόμαστε σε σκοτεινούς διαδρόμους
ψάχνοντας πανικόβλητοι για μια έξοδο κινδύνου
μας κυνηγούν γαυγίζοντας οι πορφυρογέννητοι
και τα πιστά κομματικά σκυλιά.

31

Μας χτυπούν στα βράχια
ν’ αποβάλουμε το μελάνι της πίκρας*
δεν ξέρουν πως είμαστε ανεξάντλητοι.
Ο φόβος του θανάτου τι είναι
μπροστά στο φόβο
ότι η ζωή μας ξεφτίζει σπαταλημένη;

32

Οι σκνίπες ανενόχλητες μας πίνουν το αίμα.
Χωνόμαστε στη λάσπη
στο αντικρυνό βουνό για ν’ ανεβούμε.
Το υγρό στοιχείο μας απειλεί.
Προσμένουμε το θαύμα με στεγνή ψυχή

.

33

Τα ποτάμια ρέουν και χάνονται υποταγμένα
δίχως χρόνο νεκρό
μα εσένα σου κόβονται τα γόνατα
μπροστά στο ενδεχόμενο μιας αδιάλειπτης ροής.
Παλινδρομείς
Η πίκρα απλώνει ρίζες στο κορμί σου
πώς να την ξεγεννήσεις όσο και να σκάψεις;
Τα σκουριασμένα σπαθιά
οι στυφοί καρποί στα πανέρια
η αναμονή που πάει να γίνει
παραδοχή της ήττας
α, η ζωή είναι μόνο μέσα στο ποτάμι
κι αν δε βραχούν τα πόδια σου
πάει, σ’ έκλεισαν έξω.

34

Εδώ στο βάλτο όλα ακινητούν
μόνο τα κουνούπια
παρέμειναν πιστά σε κάποια αποστολή.

35

Μας εξηγούν κυνικά
έτσι απροκάλυπτα
πως θα βουλιάξουμε.

36

Αγωνιζόμαστε λέμε
κι όμως πληρώνουμε το φόρο της υποταγής
τσακιζόμαστε να προσπέσουμε.

37

Πέφτουν ηρωικά
στα τέσσερα
σαν θα τους εξαργυρωθεί μια τέτοια θυσία.

38

Δεν έδρεψες καθόλου εσύ άνθη της πέτρας.

39

Οι γερο-Φέρηδες έτριξαν τα δόντια
καθώς αντίκρυσαν ένα σκουλήκι άριστο
σαν τον Κυρίνο.
«Είναι ποπολάρος, αδερφέ,
και συν τοις άλλοις χωρίς αρχαία κομματική ταυτότητα
και προπαγανδιστική δραστηριότητα*
σε τέτοιους φράζουμε το δρόμο
και τους πατούμε στο λαιμό
αν είναι, τοιουτοτρόπως,
να κρατηθούμε αγέρωχοι στα ηνία».

40

Να ‘σαι λοιπόν τώρα
εδώ σ’ αυτή την κόχη
όπου σε στρίμωξαν οι Φέρηδες.
Βγαίνουν οι γερόντοι στον εξώστη και ηλιάζονται
και ροδοκόκκινοι αφουγκράζονται
τις μυστικές δονήσεις του Απολύτου.
Εσύ χωμένος μέσα σε υγρούς τάφους ψαλμωδείς
έρποντας προχωρείς δίχως χάρτη
προς την οδό της Βασιλείας
Κι έρχονται να σου πουν συγκινημένοι
ότι ξεχείλισε στις στάμνες τους το μέλι.

41

Εύκολα λησμονήσαμε κάθε προορισμό
μακριά από το δάσος.
Χωρίς πυξίδα και χάρτη
κινήσαμε να βρούμε την έξοδο
σ’ αυτό τον απέραντο στρατώνα.
Σε λίγο οι σαλπιγκτές συναγερμό θα σημάνουν
και θα βρεθούμε αντιμέτωποι
με τις ορδές των βαρβάρων.
Ο πατέρας έξαλλος αναποδογυρίζει το σπίτι
και το Ικρασί χύνει στο φόρεμα της μάνας.
Τα νυχτοπούλια κλαίνε
ψυχές Καταραμένες
καθώς τ’ Όρνεο απλώνει τα φτερά του
πάνω από τον κόσμο.
Ιδού η Σκιά. Όλοι μέσα της πλέουμε
άφωνοι και απαθείς
ο ωκεανός παρέρχεται
και τα βουνά εξομολογούνται σαστισμένα
μπρος στον αδέκαστο κριτή
που τρώει τα σωθικά του
όταν τηράει κατάστιχο της ανομίας.
Κρούομε τον κώδωνα και εξερχόμαστε.

 

 

ΙΑΤΡΙΚΗ ΒΕΒΑΙΩΣΗ (1982)

ΙΑΤΡΙΚΗ ΒΕΒΑΙΩΣΗ

Το φυτό αυτό αρνήθηκε τον ήλιο
κλείστηκε στον εαυτό-του
αρκέστηκε στην υγρασία ενός δωματίου
στα κάγκελα μιας γλάστρας.
Την ώρα που τα άλλα φυτά
έπιναν αχόρταγα το φως
και γίνονταν διάφανα
κι άνθιζαν και γελούσαν,
αυτό βυθομετρούσε το σκοτάδι
κι ένιωθε να στάζει μέσα-του,
σαν από Θεϊκιά κλεψύδρα,
το φαρμάκι.
Την ώρα που τ’ άλλα φυτά
τα ‘δερνε ο βοριάς
χωρίς καμιά ρυτίδα ν’ αυλακώνει την ψυχή-τους,
αυτό σιγά – σιγά γλιστρούσε
μέσα στα δίκτυα του θανάτου
κι είτανε τόσο πικραμένο
που οι χυμοί-του αλλοιώθηκαν,
έγιναν μελάνι.
Και στάζει τώρα κάθε βράδυ από τα φύλλα-του
μικρό μωρό μαύρο αγγελούδι ποίημα
που, αλίμονό-σου αν δεν μπορείς να το νταντέψεις
μεταμορφώνεται σε χταπόδι και σου θολώνει το μυαλό
και σ’ οδηγεί τυφλό κι ανυπεράσπιστο
εκεί που οδηγήθηκε κι ο κύρης-του
που αρνήθηκε τον ήλιο!

ΜΑΘΗΜΑ ΣΚΑΚΙΟΥ

«Πτώμα δε αυτώ ητοίμασται εξαίσιον»
Ιωβ, ιη’ 12

I

Ο Τζων φοβόταν την εξουσία περισσότερο απ’ όλους-μας
«Είναι η σκακιέρα κι είμαστε τα πιόνια» έλεγε
«κι ένα πιόνι καθώς πρέπει
πάντα προθύμως θυσιάζεται για το βασιλιά
ως η κατωτάτη αναβαθμίς της κλίμακος».
0 Τζων είταν ένας υποδειγματικός υπάλληλος
σκεφτόταν όταν έπρεπε και όπως έπρεπε
ποτέ δεν έλεγε τη γνώμη-του για τίποτα
είταν σα μηχανή
που την κουρδίζεις μια φορά και πάει ρολόι
ώσπου μια μέρα, ω συμφορά, τον πέταξαν στο δρόμο
γιατί άλλαξαν τ’ αφεντικά
(ένα πιστό σκυλί είναι πάντα επικίνδυνο όταν χάσει τόν
αφέντη-του).

Πέντε στόματα περιμένουν τώρα από τον Τζων
ένα κομμάτι ψωμί
μα αυτός ακόμα να βρει τα νερά-του
δεν έπαψε να συμπεριφέρεται σαν πιόνι
κι αναζητεί νέο βασιλιά να τον υπηρετήσει.
Άραγε θα καταλάβει καμιά φορά
πως βασιλιάς είναι ο Τζων και πιόνι ο Τζων
πως αρχή της κλίμακος είναι ο Τζων και τέλος ο Τζων
πως οι αλυσίδες που τον δένουν ξεκινούν από μέσα-του;

ΙΙ

Ο Τζων, το πιόνι της πτώσεως,
ακόμα να βρει τα νερά-του
ξαπλώνει μέσα στη μπανιέρα
και παίζει με τις σαπουνόφουσκες.
Να! Τώρα γαντζώθηκε πάνω σε μια
κι αρχίζει ν* ανεβαίνει.
Τι ευφροσύνη Θεέ-μου
τι έξαλλη χαρά!
Εις μάτην όμως η αναστάτωση
σε λίγο σπάζει η σαπουνόφουσκα
σπάζει ο Τζων τα κοκκαλάκια-του
—Είταν η πρώτη φορά που τόλμησε να οδοιπορήσει κάθετα
Σημειωτέον ότι πριν να επισυμβούν τα ανωτέρω
μ’ ένα πριόνι έκοψε τα κάγκελα
που είχαν, αίφνης, ξεφυτρώσει από μέσα-του
και τον υποχρέωναν να ομιλεί εξ αποστάσεως.
Μη στενοχωριέσαι καημένε Τζων
αν μη τι άλλο,
η σαπουνόφουσκα «σ’ έδωκε το ωραίο ταξίδι!»

ΙΙΙ

Μετά το ταξίδι με τη σαπουνόφουσκα
ο Τζων υπέφερε από τρομερούς πόνους στους ώμους. Συγχρόνως,
τα κάγκελα άρχισαν πάλι να μεγαλώνουν και να τον
κυκλώνουν. Έτσι αναγκαζόταν να κοιμάται όρθιος ως νεκρός
μητροπολίτης. Ήθελε να τα ξεριζώσει από μέσα-του μα έγιναν
ένα με τα σπλάχνα-του: διακλαδώθηκαν από τον εγκέφαλο
μέχρι τα γεννητικά-του όργανα. Μέσα στην καρδιά-του
είτανε μια κάμπια. Ένας ποντικός ροκάνιζε τους νεφρούς
και το συκώτι-του. Από το τρύπιο κρανίο-του έβγαιναν καπνοί
και θειάφι σαν από φουγάρο καραβιού. Το γαλάζιο κοράκι τσιμπούσε
από εκεί, κάθε τόσο, ένα γραμμάριο μυαλού. Την ίδια
στιγμή γινόταν διάφανο κι έβλεπες μες στα σπλάχνα-του ένα
πελώριο μάτι που έβγαζε φωτιές.
Απροσδοκήτως ο Τζων άρχισε να πετά. Δεν κρεμόταν από
καμιά σαπουνόφουσκα κι όμως πετούσε για τόση ώρα ξεχνώντας
τα κάγκελα, ξεχνώντας την κάμπια και τον ποντικό. Όταν
επέστρεψε στο πάτωμα κοιτάχτηκε στον καθρέπτη, που παραδόξως
δεν εράγισε, και διεπίστωσε με τρόμο πως έγινε
πουλί!

IV

Λόγω της επιδεινώσεως της παραδόξου ασθενείας-του, ο Τζων
μετεφέρθη εις την κλινικήν «Η φωλιά του Κούκου» διά θεραπείαν.
Ειδικές επιτροπές και υποεπιτροπές ιατρών απεφάσισαν, μετά
από πολυήμερες συσκέψεις, ότι ενδείκνυται:
Να υποβάλλεται εις ασκήσεις ακριβείας τρις ημερησίως
Ειδικός επιστήμων να του αναλύει την αξίαν της ελευθερίας
Να λαμβάνει ηρεμιστικά δισκία
Να μην σκέπτεται» να βλέπει, να ακούει και να σιωπά. Κάθε
αντίδρασίς-του, άλλωστε, θα ήτο επιζήμια.
Να τηρεί τον νόμον, να σέβεται πάντα ανώτερον και να
προσεύχεται υπέρ του βασιλέως.
Τέλος, να μεταφερθεί εις το εξωτερικό δια να του αφαιρεθούν τα πτερά.
Τονίζεται εν κατακλείδι ότι η εκμετάλλευσις των καγκέλων
από πεπειραμένον σιδερά θα ήτο δια το ίδρυμα λίαν επικερδής.
Έτσι θα περάσει το υπόλοιπον του βίου-του
ο Τζων το πιόνι της πτώσεως
ο υιός της απωλείας!

ΙΧΘΥΣ Ο ΝΕΥΡΩΤΙΚΟΣ

Το ψάρι έχει, όντως, παράξενες ιδιότητες:
δεν ομιλεί ποτέ
δεν επιζεί παρά μόνο
μέσα στην εκνευριστική ρευστότητα του ύδατος
και, το σπουδαιότερον, δεν επαναστατεί.
Είναι νευρωτικό
κρύβεται τις νύχτες
κλαίει κρυφά
φθείρει το μυαλό-του ανεπανόρθωτα.
Όμως, σε μια βρώμικη θάλασσα,
το δάκρυ ενός ψαριού ποιος θα το νιώσει;

ΑΝΤΙΠΟΙΗΜΑ I

Να’ σαι ο τελευταίος στην κλίμακα
κι όμως να μην πατάς επί πτωμάτων ν’ ανεβείς
να μη φιλάς πόδια
να μην κλαίγεσαι
φτωχός αλλά υπερήφανος
(ένα μολύβι κι ένα τετράδιο όλα κι όλα-σου τα υπάρχοντα)
να λες πάντοτε την αλήθεια
να κεντρίζεις
και να* χεις να παλέψεις με πολλούς
που επιμόνως θα αρνούνται να σε χωνέψουν,
αυτό σημαίνει να’ σαι ποιητής.

ΑΝΤΙΠΟΙΗΜΑ II

Τι ψάχνεις δαιμονισμένε ποιητή
τι γυρεύεις
σημαδεμένος
παράλυτος εδώ και δυό χρόνια
Μήπως θα τρέξεις κι εσύ να φιλήσεις πόδια
Μήπως θα τρέξεις κι εσύ στον Αγαμέμνονα
να γυρέψεις τη χαμένη-σου Κόρη;

Πάει πια
έχασε την παρθενική-της στιλπνότητα
Κάθε-της λέξη σου ραγίζει τα οστά
σε γκρεμίζει.
Τις νύχτες δε θα σε αφήνει να κλείσεις μάτι
δε θα τραγουδά τις νύχτες
δε θα περιμένει κανένα Ρωμαίο
μόνο θα βρυχιέται σαν τίγρη
και θα παραμονεύει
πότε να ριχτεί του Αγαμέμνονα
να τον ξεσκίσει
να τον κάνει κομματάκια
για να μπορεί ο Θερσίτης να λέει ελεύθερα τη γνώμη-του
χωρίς να φοβάται τη μαγκούρα του Οδυσσέα
κι ο Αχιλλέας να παίζει με τις κούκλες-του
χωρίς το βραχνά της επιστράτευσης.

Πήγαινε δυστυχισμένε
να φέρεις την κόρη-σου πίσω
— Και τι δεν έπαθες για να τη σώσεις απ’ το Χάρο —
πλην όμως, άφησέ-τη να βρυχιέται
Μάτι κανείς-μας να μην κλείσει
εωσότου πληρώσει ο μοιχός τα κρίματά-του
κι όπου σπαθί, φυτρώσει στίχος.

ΑΝΤΙΠΟΙΗΜΑ IIΙ

«Κόρη-μου,
σπλάχνο-μου αναρχικό
πληθωρικό
ατιμασμένο
ως πότε θα βρυχιέσαι
ως πότε θα χτυπάς το κεφάλι-οου στους τοίχους -,
Είσαι πολύ μικρή για να πεθάνεις.
Σήκω λοιπόν
τι κάθεσαι;
Παρ’ το σπαθί-σου
κόψε τα σάπια μέλη
του κυρού-σου πρώτα, εμέ
κι ύστερα βγες στους δρόμους
κόψε και φύτεψε
χειραφετήσου
οδήγα-με.

Ξεχνάς την Αντιγόνη που, δυναμική
αλλά και φρόνιμη,
πήρε απ’ το χέρι τον τυφλό πατέρα-της
και τον οδήγησε στον Κολωνό
όπου μέσα σε λάμψεις εκθαμβωτικές
εγνώρισε τον εαυτό-του
κι έσμιξε με τον ουράνιο πατέρα-του
εκστατικά τραγουδώντας;

Ακόμα και τυφλός κόρη-μου
δεν τα βάζω κάτω.
Ακουμπώντας στο μπράτσο-σου θα πορευτώ
θα νικήσω το θάνατο
θα επιζήσω
για να πράξω, να πάθω και να μάθω
και μέσα από τα μάτια μιας γοργόνας
θ’ αναληφθώ στον ουρανό τον απύθμενο».

ΑΝΤΙΠΟΙΗΜΑ IV

«Είσαι σαν τη γάτα, πατέρα
σαν τη γάτα που παίζει με την πεταλούδα
εκείνη ξεπεσμένη αριστοκράτισσα
ρηγοπούλα χιλιόπλουμη
χώνεται μες στα μουστάκια-σου
κι εσύ κάθεσαι στα πισινά-σου
και πηδάς να την φτάσεις.
Μα την ίδια στιγμή πετά μακριά
εξαφανίζει το γαλάζιο των φτερών-της
μέσα στη σπάταλη φωτοχυσία τ’ ουρανού
ανεβαίνει
τραγουδώντας
χορεύοντας
ξεχνώντας
την κάμπια που υποβόσκει μέσα-της.
Κι εσένα πατέρα σου τεντώνονται τα νεύρα
σα χορδές άρπας
για να παίζει η θλίψη με τα χλωμά – λιγνά-της δάχτυλα
πένθιμους σκοπούς
και γίνεσαι αγχώδης κι αλαφροΐσκιωτος.
Ξεχνάς τους ανθρώπους, πατέρα
και κυνηγάς την πεταλούδα
που βρίσκει καταφύγιο στον ουρανό
πάνω στα γένια του Παντοκράτορα
του Κραταιού
και με πόδια σαν από χαλκολίβανο.
Και περιμένεις με σηκωμένα τα πόδια
και φουσκωμένα τα πανιά
μετέωρος
ατσίγγανος
Χαδιάρης και λεπτεπίλεπτος

σαν γάτα».

CARMINA PARVA

I

Ένα ποντίκι ροκανίζει
μες στο κεφάλι-μου τα σύρματα.
Μήπως ειν’ ο Θεός;
Κι αν είναι αυτός
προς τι η υπονόμευση;

ΙΙ

Άνοιξη που σε περίμενα και πώς σε περίμενα
πώς μου’ ρθες έτσι αγνώριστη
πώς μου’ ρθες έτσι αστόλιστη
πώς μου’ ρθες λαβωμένη;

ΙΙΙ

Προς ποίησιν
Ρόδο αιμοβόρο που φύτρωσες στο στήθος-μου
πόσο αίμα να σου δώσω;

IV

Περσεφόνη και Χάροντας
—Γυιέ-μου, μην παίρνεις τα παιδιά, μην παίρνεις τους λεβέντες
παίρνε τους γέρους που, οι άμοιροι, πονάνε κι υποφέρουν
—Να μην παίρνω τις όμορφες, μάνα, και τους λεβέντες
να μην παίρνω μικρά παιδιά, Χάροντας δε λογιέμαι.

V

Ζω σε μια ζούγκλα με θεριά
μ’ ανήμερα λιοντάρια και με φίδια.
Δαγκάνουν από εμέ, τον άμοιρο, και τρων
και στο σκοτάδι κρύβονται και πίσω από φτιασίδια.

VI

Ερωτικό
Αν ανοίξεις την καρδιά-μου
θα βρεις τα μάτια-σου*
αν ανοίξεις τα χέρια-μου
θα βρεις τα καρφιά-σου.

VII

Επτάστιχο
Φύτρωσε ένα κυπαρίσσι στην καρδιά-μου
οι ρίζες-του διάβρωσαν το κορμί-μου
το κορμί-μου γέμισε πληγές
οι πληγές μένουν ανοιχτές χρόνια και χρόνια.
Ζητώ αίμα για να ζήσω
κι αυτοί ζητάνε προσφορές
να βάφουνε τους δρόμους.

ΤΟ ΑΙΝΙΓΜΑ ΤΗΣ ΣΦΙΓΓΑΣ

Ο Π ο ι η τ ή ς :
Οιδίποδα
δίποδε, τρίποδε, τετράποδε
έλυσες το περίφημο αίνιγμα και γκρέμισες τη Σφίγγα.
Όμως αίνιγμα είταν
κι η λύση του αινίγματος
πολύ πιο δυσχερές από το πρώτο.
Ξεκίνησες για να το λύσεις
μα απέτυχες οικτρά
και γκρεμίστηκες κι εσύ.
0 Ο ι δ ί π ο υ ς :
Κανείς δε θα γυρίσει να κοιτάζει τους καθρέπτες
κι όμως εκείνοι θρύψαλα – βολίδες στο κορμί-σας
πληγές σαράντα κι εκατό θα προξενήσουν
και πόρπες δε θα υπάρχουν πουθενά
και σπήλαια δε θα υπάρχουν πουθενά
giα να τα κατοικήσετε.

ΠΕΡΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

Απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη των Ελλήνων
πλην ημών, κόντε-μου;
Να’ ναι το Μεσολόγγι μες στα πόδια-μας
και να χάνεται
κι εμείς να χάσκουμε
να λιγοθυμούμε
να νίπτουμε τας χείρας-μας
κι ύστερα να κακαρίζουμε περί του χρέους των άλλων
Δε μου λες, εμείς εξαιρούμεθα;
Κι ύστερα ν’ ανεβαίνουμε μια σκάλα
που την έχτισαν άλλοι
να βγάζουμε λόγους
να φωνασκούμε
και να γυρίζουμε τις νύχτες χωρίς ύπνο
αλύτρωτοι και μισότρελοι
και να μη δίνουμε ένα σάλτο από το θεωρείο
κι ότι γενεί
Απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη των Ελλήνων
πλην ημών, κόντε-μου;

ΔΙΧΩΣ ΘΕΟ

Πίδακες αιμάτων μέσα-μου
Εστίες συγκρούσεων
Ανακοινωθέντα
παρασημοφορήσεις
— και να μην μπορείς να μιλήσεις —
Πίδακες αιμάτων
σπασμένες αρτηρίες
ενδοσωματική ερήμωση.
Πέφτω
χωρίς Θεό, γκρεμίζομαι
χωρίς Θεό μέσα στην άβυσσο ζαλίζομαι.

ΙΩΒ

«Ήγησαι δε με ίσα πηλώ, εν γη και σποδώ-μου
η μερίς»
ΙΩΒ, λ’ 19

Καλώς ορίσατε και σήμερα
να φάτε από τη σάρκα-μου
αγαθά-μου σκουλήκια.
Μη φοβάστε» δε σας διώχνω.
Είστε τόσο λευκά
σαν την καλοσύνη του Κυρίου
που μ’ έριξε από τ’ αρχοντικό-μου
σ’ αυτή την κοπριά
που μου πήρε τους δορυφόρους και τις παλλακίδες-μου
που με ξεκλήρισε.
Άλλοτε είμουν τόσο βαρύς
που δε με σήκωνε το χώμα
τώρα κάθε πρωί
και λέω θ’ αναληφθώ.
Είμαι μια χούφτα κόκκαλα κάγκελα
σταυρωτά κυκλικά πλεκτά
κι η ψυχή-μου γυρεύει μια χαραμάδα να πετάξει.
Κλαίω
προσεύχομαι
καταριέμαι τη μέρα που γεννήθηκα
κοιμούμαι με την ελπίδα να μην ξαναξυπνήσω
προσπαθώ να δω σε τι έχω φταίξει
δεν βρίσκω τίποτα.
Και να μπορούσαν να με σώσουν οι ρητορείες των φίλων-μου
που στέκουν πίσω από τα τείχη και με επιπλήττουν…
Το χώμα κι η στάχτη ειν’ η πατρίδα μου.

ΝΕΟΠΤΟΛΕΜΟΣ

Δεκαενιά χρονών ο Νεοπτόλεμος
με υψηλά, με άπιαστα όνειρα
κάθονταν παράμερα κι αναρωτιόταν
τι νόημα έχει γι’ αυτόν η ζωή.
Άραγε ο θάνατος είναι μια λύση,
μια οριστική αποδέσμευση από τα βάσανα του κόσμου αυτού
η μήπως είναι μια νέα αρχή τριβής προς εξαΰλωση;
Και κάθονταν κι αναρωτιόταν
κι είχε στο νου-του ο δυστυχής
τους δυο γέρους γονείς του Αδμήτου
που, όταν οι Θεοί τους ζήτησαν να δώσουν τη ζωή-τους
για να γλυτώσει ο νέος γυιός-τους από τη μαύρη μοίρα,
αυτοί αρνήθηκαν:
-Δεν είστε καλά, τους είπαν.
Όσο πιο κοντά βρισκόμαστε στο θάνατο
τόσο πιο γλυκιά ειν η ζωή.
Τέτοιες θυσίες της κράσεώς-μας δεν είναι!
Εν τούτοις σκέπτεται και ψηλαφεί
κι ειν’ η ζωή-του μαύρη.
Αυτός που μια σταλιά τα νιάτα δεν εχάρηκε
τι παρηγόρια στα γεράματά-του θα’ βρει;

Η ΟΥΡΑΝΙΑ ΚΟΡΗ

Μελέτη θανάτου
Σκυφτός στον Άδη κατηφόριζε
με πόθο τρομερό θανάτου
— τόσο τον κόσμο είχε μισήσει —
Μα να! Αγγέλων λόχοι και συντάγματα
με κομποσκοίνι τον τυλίγουν
και πίσω, στη ζωή τον ανεβάζουν.
Κι άγγελος τον εγιάτρεψε κι αρχάγγελος του λέει:
«Ευδόκησε ο Θεός να λυτρωθείς,
μ’ όλο το βάρος των κριμάτων-σου,
κι Ουράνια Κόρη Αγγέλισσα θα στείλει
με φως ν’ αλείφει τις πληγές και την ψυχή-σου.
Τώρα κοιμήσου πρόσεξε, μόνο, μην ξαναγλυστρήσεις».
Η Κόρη τονε βρίσκει να κοιμάται
Πρώτα του αλείφει τις πληγές με φως και λάδι
κι ύστερα τον στολίζει με λουλούδια κι άστρα.
Όταν ξυπνήσει
θα τον πάρει από το χέρι
μαζί ν’ ανηφορίσουν
για την πολίχνη των ονείρων-τους.

Χριστούγεννα 1981.

ΑΝΤΙ ΕΡΩΤΙΚΟ

«Το ρόδο κι όμορφος αθός γεννάται μες στ’ αγκάθι»
ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ

Μέσα στο δωμάτιο η κόρη γυμνή
μπρος στον καθρέπτη.
Όταν η πόρτα κτύπησε
στους μαστούς-της λευκός χρωματίστηκε ο φόβος.
Δεν άνοιξε
Πέρα – χιλιάδας μίλια μακριά –
ένας σταυρός εθέσπιζε τον ερωτισμό-της
κι εκείνη περίβλεπτη – αειπάρθενος ετρόμαζε
μήπως ανοίξει η πόρτα.
Ένα – ένα τ’ αστεράκια φωλιάζουν στον κόρφο-της
και ρίγος ηδονής την ταράζει
— Κόκκινο ρόδο στα μάγουλα η Μεγάλη Ντροπή —
Αχ! Μάταια φτερουγίζουν οι πόθοι-μου στο γυμνό-της κορμί
σα γαλάζια γλώσσα οξυγόνου.
Μα ως γλυκά θλιμμένη εθαύμαζε
του κορμιού-της το μυστικό βάθος
ανοίγει η πόρτα τρίζοντας με φοβέρες βαρειές
και εισέρχεται ο ιχθύς
γαλάζιος πιότερο από μένα.
Τότε εγώ με δίκοπο μαχαίρι
σφάζω τους πόθους-μου και μαδώ τα φτερά-τους
οπότε η κόρη αποσυντίθεται
σε δάκρυα μυγδαλιάς και μαργαρίτες
και ο ιχθύς γυρεύει νερό πριν να ‘ν αργά.
Τώρα γράφει στην άμμο αναστημένη
την ιστορία του έρωτα και του θανάτου:
μια τριανταφυλλιά που χύνει φαρμάκι από τ’ αγκάθια-της
να υπερασπίσει την αγνότητα των ρόδων.
Από τις θηλές των μαστών-της
ένα – ένα τ’ αστεράκια πέφτουν πιο λαμπρά
στον κάδο με τα κόλλυβα
κι είναι βαρύ το κάλλος-της να την αντέξω:
εκείνη ανώνυμη
εγώ επώνυμος συγχωνευόμαστε.
0 ιχθύς θα ταράζει τους ύπνους-μου
εωσότου την ανακτήσει
κι εκείνη απόρθητη καλόγρια
μέσα στα μοναστήρια της ψυχής-μου
ποτέ δε θα ξαναγδυθεί
γιατί την πλήρωσε βαριά την ομορφιά-της.

1979—1982

ΕΠΙΛΟΓΟΣ I

Εν τω μεταξύ θα τρέξω στη μαμά-μου να κλαφτώ
να βγάλω το άχτι-μου.
Μακροχρονίως
θα υποβάλλομαι εις ψυχοθεραπείαν εκάστην Παρασκευήν
θα χάφτω δισκία Fluaxol και Μelleril 25
θα ροκανίζω τα κάγκελα της φυλακής-μου.
Όσο για το μοιχό
που μου έκλεψε την κόρη-μου,
το σπλάχνο-του δεν εσπλαχνίστη ο πολυεύσπλαχνος
και θα με σκεφτόταν εμένα;

ΕΠΙΛΟΓΟΣ II

Προς τους δοκίμους διακόνους της Ποιήσεως

Με συγχωρείτε,
μα ήδη, αγαπητοί,
οι αντιστίχοι-μου άναψαν.

 

 

Ο ΛΟΙΜΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ (1981)

Ο Λ Ο I Μ Ο Σ

Μιλώ και πεθαίνω για τα λόγια μου
Είμαι υπεύθυνος για τις πράξεις μου
Και τα ποιήματα μου
Είμαι κι εγώ ένας από τους μελλοθάνατους
Που γεννήθηκαν μέσα στη μάχη
Και θα πεθάνουν στο χαράκωμα
Εν τούτοις έχω το δικαίωμα να πω
ότι η Λευκωσία είναι μια πόλη αδιέξοδη
ότι η Λευκωσία είναι μια πόλη που βαρέθηκε τους δημαγωγούς
ότι η Λευκωσία είναι μια πόλη που υποφέρει
Είμαι κι εγώ ένας από τούς μελλοθάνατους
Εν τούτοις έχω το δικαίωμα να πω
ότι οι πολίτες στην αγορά αισθάνονται προδομένοι
ότι οι πολίτες στην αγορά ξέρουν πώς γελάστηκαν πικρά
ότι οι πολίτες στην αγορά ποτέ δεν βλέπουν όνειρα.
Μιλώ και πεθαίνω για τα λόγια μου.
Είμαι υπεύθυνος για τις πράξεις μου και τα ποιήματά μου.

ΛΕΥΚΩΣΙΑ

Λευκωσία πορνείο ανοιχτό
Λουλούδι μαραμένο
Λευκωσία με σύνορα, με σταυρούς, με δεκανίκια
Λευκωσία πράσινη
Λευκωσία της Γραμμής
Εμπορείο πατρίδων
Λεωφορείο απάτριδων
Παντού αδιέξοδα
Παντού στρογγυλά τραπέζια
Παντού Σιωπή
Λευκωσία σκληρή πραγματικότης
Λευκωσία τετελεσμένο γεγονός
Καράβι δίχως άγκυρα
Ναυτία τού ποιητή
Αδιέξοδα … αδιέξοδα. . . αδιέξοδα. . .
Λευκωσία κυπαρίσσι
Λευκωσία κενοτάφιο
Λευκωσία ματωμένη μου Αγάπη

Ο ΝΕΚΡΟΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ

Α τι παράξενη σιωπή όταν δακρύζει η μάνα
Όταν χτυπά η καμπάνα τι πόνος, τι λυγμός
«Γυιέ μου, σαν σε λαβώσανε και στην καρδιά σε βρήκαν
τα βόλια τους, οι σφαίρες τους στα σωθικά μου μπήκαν».

ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ

Ω εσύ μικρό μου λούλουδο κομμένο στον ανθό σου
ποιός σ’ έκοψε και μάρανες και χάθηκε το φως σου;
Αχ και να μπορούν α ο φτωχός, με την αγάπη ίσως,
να σου χαρίσω τη ζωή, ξανά να σ’ αναστήσω.

MEANING DEATH

Σ’ εκδρομικό σακίδιο κουβάλησε τα χέρια μου
Πολυδάχτυλα, πολυώνυμα, νεκρά χωρίς ποτάμι και πηγή
Ήταν γυμνή και τα χέρια ήταν νεκρά
Ήταν γυμνή και τα χέρια ήταν κλαδιά
Τα χέρια κάγκελα
Γυμνή πίσω απ’ τα κάγκελα
Γυμνή μέσα στο δάσος
Λίγος χώρος για να φυτέψει τα χέρια
Λίγος χώρος για να κλάψει γοερά και να μείνει γυμνή
Ώσπου να θυμηθεί το βράχο και το φίδι
Όμως ο χώρος δεν παραχωρείται
Και μια γυμνή γυναίκα ή αράχνη δεν πολέμα
Τελικά έσκαψε τάφο στην καρδιά της και τα φύτεψε.

ΕΠΤΑΣΤΙΧΟ

Ανατολή ήλιου μέσ απ’ τα τρομαγμένα μάτια μου
Λιμοί, λοιμοί, πόλεμοι, χαλασμοί
Φανερωμένη παρθένος το σκότος συνθλίβει
ημερώνει τα ηφαίστεια πού εκρήγνυνται μέσα μου
Γεμίζω τις φούχτες μου μ’ άστρα
— Αχ τα ωραία μου τ’ άλικα τ’ άστρα —
Και τα κλείνω βαθιά στην καρδιά μου

Η ΠΑΘΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΒΡΑΧΩΝ

Ανεβαίνοντας τα σκαλοπάτια σκόνταψε
Και σαν βολίδα μες στην άβυσσο σφηνώνεται
Τώρα κοράκια τρώνε το συκώτι του
Κράχτες συνθλίβουνε τ’ αυτιά του
—.Μέσα στο δάσος των ανθρώπων Ένας —
Τιποτένιοι γιατί τον προδώνετε;
Τιποτένιοι γιατί τον σταυρώνετε;
«Και έπεσεν εκ του ουρανού μέγας αστήρ καιόμενος»
Και τα νερά πικράθηκαν
Κι ο ουρανός βιβλίο ανοικτό
Να διαβάζεις μέσα τα πάθη σου και να δακρύζεις
Κι ο ουρανός η παθολογία των βράχων
Που τους θυμάσαι μόνο όταν τους έχεις ανάγκη
Κι ο ουρανός μια σκέτη υποκρισία γαλάζιου
Να σου κρύβει τα πάντα
«Και το όνομα του αστέρος λέγεται ο άψινθος»
τις νύχτες
Όταν τ’ αστέρια θρηνούν το χαμένο αδελφό τους
Όταν η Σελήνη λύνει τα μάγια της πάνω στο
μαξιλάρι της Ελένης
Μ’ επιδέσμους και δεκανίκια ξεπροβάλλει
—Μέσα στο δάσος των ανθρώπων Ένας —
Και ξεκινάει για τη Μεγάλη Σκάλα.

 

 

ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΚΟΡΑΛΛΙΑ (1979)

Στο Νίκο Χριστοδούλου

Ι

Ω ήλιε πέτρινε που χρόνια σε λατρεύαμε
και στις σπονδές,
όπου χίλιους και χίλιους χρόνους κάναμε για σένα,
πάντα «καλοδεχούμενες» ήταν ο μηνυμός σου,

ώ ήλιε που χρόνια σ’ ονειρευόμαστε
— άντρακλα ίσαμε κει πάνω —
λαμπερό σημάδι του ονείρατου
που αφυπνίζει τ’ αστέρια,

ώ ήλιε αναίστητε, φτιαχτέ
τρέχα και κρύψου στα βουνά
να σκοτεινιάσει ο κόσμος
κι άσε τη γη στον πόνο της μονάχη να βρυχιέται
σ’ ένα πικρό – βουβό σκοπό μοιρολογιού που σβήνει.

ΙΙ

Κι ήρθαν κακοί καιροί•
φωτιά, λάβα και σίδερο σκίσαν της γης τα σπλάχνα
κι εσύ να στέκεις σιωπηλός δίχα να βγάζεις άχνα•
να στέκεις, να πικραίνεσαι, να μην γυρίζεις πίσω
— χιλιάδες κάστρα χάλασαν και πότε να τα χτίσω;
Και πήραμε στα χέρια μας τη μοίρα μας
και κλέψαμε απ’ τα σύγνεφα τον ήλιο.
Άξαφνε ακούστηκε η πύρινη ορμή του Σήμαντρου
να σμίγει με το βουητό της σκαπάνης το άπειρο •
να ψαχουλεύει την ψυχή του Εωσφόρου
στο αχνοφέγγισμα της Πούλιας,
να παίρνει την ανάσα από τον άνεμο
και να ποτίζει τις ψυχές.
Κι ήταν κατά το σούρουπο
κι οι τρυγητές των αμπελιών άργησαν να γυρίσουν
και βγήκανε οι χωρικοί
με δάδες και λαμπάδες στα χωράφια
μην τύχει και τους βρούνε,
μα μόλις έφτασαν εκεί
σταθήκαν άφωνοι όλοι•
τ’ αμπέλια σπάρτηκαν σταυρούς
κι απλώθηκαν τα κλήματα και τους εστεφανώσαν.
Φωτιά πετάχτηκε παντού κι έκαψε τις χαρές μας
και θρήνησαν οι άγγελοι και θρήνησεν η γη μας.
Κλάψαμε… Κλάψαμε… Κλάψαμε…
Κι οι σαύρες πού γυρνούσανε στην γη σαν κάθε μέρα
πολύ παραξενεύτηκαν σαν είδαν τούς ανθρώπους
— κάτι θεριά ανήμερα στην τρύπα της φωλιάς τους.
Στα ξωκλήσια της Μεγάλης Προσμονής
τρέξαμε να γλυτώσουμε•
μες στα κεριά τρεμόσβηνε η Ματωμένη Ελπίδα.
Οι καλογέροι φυλάγαν στο ιερό τα Ματωμένα
‘Ιμάτια του ‘Εσταυρωμένου.
Κρυστάλλωναν στη σκέψη τους τη Μοναξιά
των ‘Αγγέλων.

III

Καμένα τα δέντρα• η γη ρημαγμένη.
Το νιαούρισμα γάτας φανερώνει ζωή.
Η φωτιά αποτεφρώνει τις ματωμένες σάρκες.
Τα τσεκούρια πέφτουν κοφτερά
σαν χάρου δόντια στα σβέρκα των ανθρώπων
το αίμα ξεπετιέται ακράτητο
και ρουφάει τους μαύρους σκελετούς των ανθρώπων.

IV

Κείνα τα παιδιά
που γυρεύουν τη μάνα, τον κύρη τους
με ιδρωμένα τα πρόσωπα,
μ’ ένα κλάμα που ραγίζει παράθυρα,
Κείνα τα παιδιά πού φιλούνε τη γη
σαν τα χείλια της μάνας τους…
Νύχτα γυμνή… Νύχτα σκληρή…
Ένας βοριάς σέρνει τρεχάμενος
εκεί που σκοτώθηκαν οι αντρείοι.
Μοιρολόι της Μάνας μη γινόμενο κλάμα,
μη γινόμενο δάκρυ
στις καρδιές των αντρών που να κλάψουν το ντρέπονται,
χτύποι στα στήθια της Μάνας τρελοί και δακρύβγαλτοι
που μόνο η γης τους αφουγκράζεται…

Νύχτα γυμνή… Νύχτα σκληρή…
Αγάπη τ’ ανθρώπου που να σ’ έκρυψαν τώρα;
Γέλιο της Μοίρας που να σ’ έχτισαν τώρα;
Σειρήνες που χάσαν το ρυθμό της φωνής τους
και προμηνύσαν το θάνατο.

Δρόμοι τής κόλασης, Δρόμοι του Μίσους
πού σβήνουν στις πέτρινες καρδιές.
Ερημιά του πολέμου, κατάρα της κόλασης
πώς να μετρήσω το φλοίσβο
μες στα ποτάμια το αίμα;
Μοίρα πού καίεις τα δέντρα, πού λιώνεις τα σίδερα•
Μοίρα που δεν μπορεί να ‘σαι η μοίρα μου
Καρδιά που δεν μπορεί να ‘σαι η καρδιά μου
πώς να μερέψω το θάνατο;
Τα κύματα σπάνε στους βράχους.
Ή ζωή τελειώνει στους βράχους
κι ο ήλιος πίνει γουλιά-γουλιά την πίκρα του.

V

Πικρή ζωή• γεμάτη πόνους και κλάματα.
Τις νύχτες μες στα σπίτια μας
που τα ρημάξαν οι καιροί
γευόμαστε τη γλύκα της αγάπης
σαν ένα χάιδεμα του Μελτεμιού,
διαβάζουμε τα κοινωνικά
σε μια σκισμένη εφημερίδα.
Γη μοίρα μας ποιος θα τη γνοιαστεί;
Τα σπίτια σπαρμένα στους φωτοβολόνες του ονείρου•
η πίκρα χωμένη στις καρδιές των φτωχών.
Ματωμένα Κοράλλια στον ήλιο και στην αρμύρα
πώς να θρηνήσεις το γαίμα
πώς να κρατήσεις το δάκρυ ;
Περνούν οι μέρες σκοτεινές
κι ή ζωή μου τραβάει το δρόμο της μονότονα.
Ματωμένα Κοράλλια στη βροχή και στον άνεμο.
Το τραγούδι των γοργόνων σταμάτησε πια
γιατί μάθαν πώς ο Μεγαλέξαντρος πέθανε,
τα στάχυα γύραν στους κόρφους της Δήμητρας
μα μαραθήκαν
τί, είχε και κείνη τον καημό της Περσεφόνης.

VI

Το τελευταίο μας συναπάντημα ήτανε στ’ ακρογιάλι.
Κοιμήθηκες πάνω στ’ ατίθασο πέπλο της θάλασσας
κι ύστερα ερωτεύτηκες με τον Αυγερινό.
Βγήκες σαν ‘Αφροδίτη μέσα απ’ τα κύματα
και σ’ αγαπήσαμε με μιαν αγάπη αλλιώτικη
(όπως θ’ αγαπούσε ένας Γαλαξίας τη λευκότητα
της Σελήνης)
την άλλη μέρα κλάψαμε μαζί σου για το χαμένο σύντροφο
την άλλη μέρα
πιάσαμε χορό με τις μοιρολογήτρες χωρίς στηθόδεσμο.
Την άλλη μέρα γίναμε νεκρολούλουδα.
(‘Εκείνα τα γιασεμιά δεν μας προβλημάτισαν ποτέ’
είμασταν μονάχα οι ανιχνευτές του εφήμερου).
Το τελευταίο μας συναπάντημα ήτανε στ’ ακρογιάλι.
Ματωμένα Κοράλλια
οι δρόμοι κλειστοί με σβησμένες γραμμές
τα σιτάρια καμένα.
Κι υστέρα κείνα τα μάτια δε βολεΐ να στεγνώσουν,
χέρια που δεν βολεΐ να μην τρέμουν
γιατί το αίμα πήζει στους βράχους,
χέρια που δεν βολεΐ να μην ψαχουλεύουν τα μάγουλα,
να τ αγγίζουν για ώρες…
‘Ω νέκρα, ώ νέκρα
ώ κραυγή τ’ ανθρώπου πού πλανιέται
ώ νέκρα, ώ ταφόπετρα της γης π’ αποκοιμιέται,
ώ γης αστέρευτου καημού
ώ γης άμετρου πάθους…
Πράσινη θάλασσα,
κάστρο στητό με στενές πολεμίστρες
κοράλλια ανεξάντλητα
κόκκινα γαρούφαλλα
κι ερείπια ναών Μεσαιωνικών με ψηλά κυπαρίσσια
κι οι θεοί να τσακώνουνται για μια γη μοιρασμένη.
Κι όλα πικράναν, γύρανε λουλούδια, δέντρα και όρη
και λες σαν μάνα πού ‘λειψε στα στήθια της το γάλα
και τα μωρά της τα ‘ριξε μες στους βαθιούς γκρεμούς
ότι, μονάχα πίκρες και καημούς είχε να τα βυζάξει
έτσι κι η γης εστέρεψε στους κόρφους τα νερά της
με το δρεπάνι κόβοντας τις μαύρες της τες φλέβες.

VII

Σ’ ένα πέτρινο λουλούδι
ένιωσα τη μυρουδιά της γης μου που την πρόδωσαν.
Σ’ ένα σπασμένο κοχύλι
άκουσα ξεθωριασμένη τη φωνή της Σαπφώς
να θρηνεί την Περσεφόνη.
Σ’ ένα δρόμο με φόντο το μαύρο ουρανό
έγραψα τα πάθη της γενιάς μου με γαίμα.

Οι ρίζες της ράτσας μου βαθιά στο χώμα.
Κρατήσαμε τις ρίζες μας βαθιά στο χώμα.
Κομμάτιασαν τον ήλιο
μας φέραν άλλον ήλιο, ψεύτικο από πέτρα,
μα ζήσαμε.

Ζήσαμε με την πίστη του δίκιου.
Τα δέντρα μας φωτοσυνθέσανε γιατί ή ψυχή μας
τα ‘θελε ανθισμένα.

Πήραμε αίμα από τις φλέβες των γονιών μας,
‘Ανοίξαμε τα βήματα
και χορέψαμε το δρεπάνι.
Κλέψαμε τη σιωπή των δέντρων
και μάθαμε ν’ αντέχουμε στους κεραυνούς.
Ζήσαμε… Αναπνέψαμε…

Γεννοβολήσαν οι γυναίκες,
βυζάξαν τα παιδιά τους την άρνηση, το γδικιωμό•
τα νανουρίσανε γλυκά: «Άγιά Μαρίνα τζιαί τζυρά».

Ζήσαμε… Αναπνέψαμε…

Χ

Πέτρα, τσεκούρι κι ήλιος
σμίξαν τις ώρες τ’ άπογέματου
και φτιάξαν την παντγιέρα μας.
Πέτρα, τσεκούρι κι ήλιος
δέθηκαν με τα μπράτσα μας•
δώσαν φωτιά στα μάτια μας
να φοβηθούν οι άνομοι
και νά σκιαχτούν οί οχτροί μας.

 

Ο ΗΛΙΟΣ ΓΕΛΑ ΚΑΙ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΚΛΑΙΕΙ

στον Ιάκωβο πού τό ανακάλυψε

Ό ήλιος,

Η Σελήνη,

Τ’ αστέρια…

Τ’ αστέρια στον ουρανό μιλούν για τό φτωχό αγόρι
που κοιμάται κάτω απ’ τα δέντρα
για τον τρελό που παίζει με την κόκκινη
θάλασσα.
Κι οι πρόσφυγες μ’ ένα πιάτο στα χέρια τους
για λίγο ψωμί και τυρί
— ο ήλιος γελά —
κι οι πρόσφυγες με τη θλίψη στα μάτια τους
και τό φεγγάρι κλαίει…

ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΑ

Ι

Χαλάσματα πολέμου γύρω μας.
Γύρω μας φωτιές
στα σκοτεινά υπόγεια φωτιές,
στις φυλακές των καταδίκων φωτιές.
Ανατολή και Δύση λυπούνται.
Τί τραγική ειρωνεία.

ΙΙ

Άσπροι, μαρμάρινοι σταυροί
σπαρμένοι μες στους κάμπους
κι η γης γεμάτη θρύψαλα
κι η γης γεμάτη πέτρες,
σαβανωμένη — κόκκινη,
σαβανωμένη — στείρα
με τα δεντρά της άφωνα
με τις χαρές της μαύρες
με τα παιδιά της ορφανά
να κλαιν μέσα στους δρόμους.

ΙΙΙ

Σε παρακαλώ•
μη μου μιλάς για την αγάπη.
Για μένα είναι μια πληγωμένη ανάμνηση…
Σέ παρακαλώ μην μέ κοιτάς.
—Τ’ αστέρια, ο ήλιος, η Σελήνη,
τα μάτια σου —
Μόνο δος μου τα χέρια σου.

IV

Η σκλαβιά ξεκίνησε από μέσα μας.
Σάπια κορμιά και βρώμικα,
σκουλήκια στους υπονόμους της εθνικοφροσύνης,
πώς να μην ξεσπάσει η χολέρα;

V

«Έγώ ειμί ο ερευνών νεφρούς και καρδίας
και δώσω υμίν εκάστω κατά τα έργα υμών».

Τόσα χρόνια καλοζωή•
βαλάντια έγκυα,
αρνητές του πολέμου.
Όμως αλλοίμονο
όταν τα τσεκούρια
θα σπάζουν τα κρανία των αδικούντων
κι οι τοίχοι που τούς έκρυβαν
θα κοκκινίζουν στο αίμα.

1976-1979

ΚΥΠΡΟΣ

Τόσοι καημοί που σ’ έζωσαν
και σ’ έριξαν στο χώμα,
μα μάχεσαι και με ψυχή
και λιονταρίσιο σώμα,

Μα μάχεσαι κι ορθώνεσαι
λαμπάδα μες στους κόσμους
να φέγγεις στους μικρόψυχους
μάνα, πατρίδα, φώς μου.

ΔΥΟ ΜΑΥΡΑ ΧΕΡΙΑ

Δυο μαύρα χέρια, μαύρα από κάρβουνο
περνούν από δίπλα μας•
τριξίματα στο σκοτάδι ακούονται.
Μη… μη φοβάσαι… Είμαι κοντά σου…
Μην κλαις… Σ’ αγαπώ…
Δυο μαύρα χέρια μαυρίζουν τους τοίχους
Δυο μαύρα χέρια μαυρίζουν τη μοίρα μας.
^Ω ! Πόσο αλλιώτικη σε πρόσμενα ζωή.
Πόσο ζεστά σας ήθελα αστέρια,
πόσο σιωπηλό σε άκουα, ψυχρέ και ανελέητε
θάνατε!
Όλα ψεύτικα… Όλα γυάλινα…
Πού να ‘σαι γλυκέ μου αδελφέ;
Ακούω τη φωνή σου, νιώθω την ανάσα σου.
Όχι! Μην σταματάς• υπάρχεις… ζεις…
όπου και να ‘σαι, σε σκέφτομαι, σε βλέπω.
Μην φεύγεις• σε προσμένω.

ΦΘΙΝΌΠΩΡΟ 1976 

Η ΝΕΚΡΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ

«Όνομα έχεις ότι ζής και νεκρός ει».
ΙΩΑΝΝΟΥ, ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ.

Απόψε τ’ αστέρια μας ξεχνούν
κι η πολιτεία βουβή αποκοιμιέται.
(Μαύρο λιθάρι η καρδιά βαραίνει στο κορμί μας)
κι εμείς κουρασμένοι
λοξοδρομούμε προς το βέβαιο θάνατο.
Κάθε αστέρι κι ένας τάφος
κάθε τάφος και σιωπή.
Σιωπή γυμνή πού μας πλακώνει.
Το σκοτάδι κρύβει την ασκήμια μας,
μας διαλύει μέσα στη δίνη του.
Όταν κοπιάζει ο Χάροντας μας βρίσκει πεθαμένους.
Νεκροταφείο η πόλη μας απόψε.
Κάποια ποντίκια θα φανούνε τα μεσάνυχτα
να ροκανίσουν την υποκρισία μας
σαν τα παλιά χειρόγραφα τ’ αδέξιου ποιητή.

ΜΑΗΣ, 1979

ΟΙ ΣΚΛΑΒΟΙ

Οι σκλάβοι κοιμούνται, οι σκλάβοι πεθαίνουν
μες στις παράγκες της άχαρης πόλης.
Ο ήλιος στενάζει, τ’ αστέρια σωπαίνουν
κι η φόνισσα μοίρα τα χέρια της μόλις
απλώνοντας, κράζει: «ευπείθεια στους νόμους»
Οι σκλάβοι ξυπνάνε — ντουφέκια βροντάνε
το γαίμα ραντίζει τους δρόμους
κι εύτύς οί καμπάνες της πόλης χτυπάνε.

ΡΙΖΕΣ

Στα βράχια ετούτα
κυλάει αίμα από τις φλέβες μας.
Στα πετρόχτιστα κάστρα
πολεμούν οι αιώνες την αιωνιότητα.
Τούτους τούς βράχους πού μας γέννησαν,
τούτους τούς βράχους πού οι αετοί
μονάχα κατοικούνε
τούς λάξεψαν βροχές και πίκρες και καημοί
πού φτάνουν ως τις μέρες μας.

ΤΑ ΘΛΙΒΕΡΑ ΠΡΟΣΩΠΕΙΑ

Μοιρασμένη η ασκήμια στα πρόσωπα
χωρίς αδικίες.
Δίκαιη κι ή απονομή της στέρησης
του ποδιού, του χεριού
και της θλίψης στα πρόσωπα.
Αυτά τα παγωμένα χέρια,
τα κοίλα χέρια
που ζητιανεύουν
κάποτε είχαν τη δύναμη
ν’ ανεβάζουν τον ήλιο
πάνω απ’ τις καρδιές μας,
κάποτε είχαν τη δύναμη
να σπέρνουν την ελπίδα
στον κάμπο της στενόχωρης καρδιάς μας
για να φυτρώσει μια μαργαρίτα
μέσα στο ζοφερότατο μέλλον.
Τουλάχιστον τότε
μπορούσαμε να εξακριβώσουμε
αν μας αγαπούσαν ή δεν μας αγαπούσαν
και κλεινόμασταν στα σπίτια
που μας άνηκαν κι ήταν δικά μας
για να κλάψουμε.
Σήμερα τα σπίτια είναι δικά μας
και δεν μας ανήκουν•
η ελπίδα δεν είναι δική μας και δεν μας ανήκει.

Μαύρες, ισχνές φιγούρες στον ορίζοντα
πού γέρνουν κουρασμένες να πεθάνουν.

ΜΑΗΣ 1979

ΑΣΚΗΣΗ ΛΥΡΙΣΜΟΥ

Χωρίς το αιωνόβιο ροχαλητό του πεύκου
δε θα ‘χαν τούτες οι πέτρες ιστορία
κι η λεύκα θα υπέφερε
από ένα κάποιο αίσθημα ανασφάλειας•
γι’ αυτό τις νύχτες οι Κρηναίες
βλέπουν τη λεύκα λυγερή
να τρέχει στους βραχότοπους
για τις μεριές του πεύκου,
γι’ αυτό κι η Πούλια κάθε νυχτιά
τηράει ένα δάκρυ
στα μάγουλα των αχνισμένων άστρων.

ΜΑΡΤΗΣ 1978

ΑΓΑΠΗ

Ζεσταίνω τα χέρια μου
στον χινοπωριάτικον ήλιο•
εκείνος χαμογελά πράος και δυνατός
διαθλώντας τα δάκρυα
στα μάγουλα των πεινασμένων παιδιών
πού τριγυρνάνε ξυπόλυτα.
Ζεσταίνω τα χέρια μου
και τ’ ακουμπώ στα μάγουλα των πεινασμένων παιδιών.
Και τότε δεν νιώθουν την πείνα τους,
και τότε δεν νιώθουν την έλλειψη της μητέρας τους
γιατί βυζαίνουν τούς χλωμούς μαστούς της Σελήνης
και τότε δεν νιώθουν την έλλειψη του πατέρα τους
γιατί αγοράζει τα παιγνίδια τους ό ήλιος.

ΣΕΠΤΕΜΒΡΗΣ 1978

Ν Υ Χ Τ Ε Ρ I Ν Ο

Ποτάμι πάψε πια να κλαις
πάψε να κελαρύζεις
τι, όλος ο κόσμος σώπασε
μονάχα εσύ γροικιέσαι…
Σωπάς και συ κι ακούς λυγμούς
θρήνους συρτούς της νύχτας
σε πιάνει το παράπονο
κι αναστενάζεις σφόδρα:
«Σαν όντας δεν κατέχετε
ποτέ σας μη μιλάτε
εσείς της νύχτας ‘πόκληροι,
ανήξεροι διαβάτες.
Κι εσύ φεγγάρω μου όμορφη
πάψε ν’ αναστενάζεις,
σκόρπισε τα φαρμάκια σου
ξανά μες στα νερά μου
κι εγώ απαλά θα τα κυλώ
για τις μεριές του νήλιου…
Έλα γλυκιά μου, μην αργείς
ρίξε μου σεληνόφως».
—«Ποτάμι μαραγκιάστηκα
και πλιό, δέν άνιμένω
ώρες αμέτρητες σκυφτή
τον ερωπλάνον ήλιο
κι η μάνα μου η θεότρελη•
η νύχτα η Μαυροχέρα,
αυτόνε θέλει για γαμπρό
ουδ’ άλλο, ουδέ κανένα».
—«»Ελα γλυκιά μου πια μην κλαις
το ποταμάκι το μικρό
παράφορα αγαπά σε
φαρμάκωστο, παράτα το
μα ερωτικά κοιτά σε».

ΑΥΤΟΧΕΙΡ ΚΑΤ ΕΠΑΝΑΛΗΨΙΝ

Μόλις παίρνει να βραδιάσει
γίνομαι άλλος άνθρωπος•
είμαι ένα πιόνι ανάμεσα στα σπίτια
πού συνωμοτούν συνωστισμένα γύρω από τα τζάκια τους.
Μόλις παίρνει να βραδιάσει γίνομαι άλλος άνθρωπος•
σβήνω ένα-ένα τα κεράκια του γαλαξία και πεθαίνω…
Τις νύχτες δεν έχω ύπνο,
τις νύχτες γυρίζω στα νεκροταφεία και πεθαίνω.
Κάθε νύχτα πεθαίνω…
Κάθε νύχτα σταυρώνομαι.

ΦΕΒΡΑΡΗΣ 1979

 

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΓΑΛΑΖΗ
ΣΤΗΝ ΟΛΓΑ ΠΙΕΡΙΔΟΥ 29/9/2016

 

 

 

ΓΙΑ ΤΟ ΛΕΩΝΙΔΑ ΓΑΛΑΖΗ ΕΓΡΑΨΑΝ:

ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΣΜΕΣ ΕΠΑΓΓΕΛΙΕΣ

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

Δευτέρα, 05 Δεκεμβρίου 2016 Ο Φιλελεύθερος

Η ευταξία στο στόχαστρο

Ο Λεωνίδας Γαλάζης συνεχίζει και στη νέα του ποιητική συλλογή, στο ίδιο υφολογικό και θεματικό μοτίβο, που μας συνήθισε σε όλη την προηγηθείσα δουλειά του. Φιλοδοξεί, και σε μεγάλο βαθμό το πετυχαίνει, να είναι ένας ποιητής αντισυμβατικός, ρηξικέλευθος, έναντι σε κάθετι κατεστημένο και παγιωμένο. Με δυο λόγια, να είναι ένας ποιητής που απεχθάνεται την πεπατημένη και το διακηρύττει συνεχώς. Αφού θέλει ακόμα και τους «…γεωμέτρες να πετούν / τα δύστροπά τους σχήματα / στα μούτρα των σοφών / φρουρών της ευταξίας». (σελ. 10) Ο ποιητής παραμένει μόνιμα χλευαστικός κατά της καθεστηκυίας, της όποιας καθεστηκυίας, τάξης: «…όλα βαίνουν καλώς, οι επιτροπές συσκέπτονται νυχθημερόν…». (σελ.12)

Ο Λ.Γ. στο βιβλίο αυτό μιλά σαφώς για τη σύγχρονη εποχή της οικονομικής κρίσης και της κοινωνικής αναλγησίας. Και το πράττει κυρίως αλληγορικά, αντλώντας εικόνες, παραδείγματα, σύμβολα και συμπεριφορές από αλλοτινές εποχές και, ουδόλως τυχαία, κατά πρώτο λόγο από το μεσαίωνα. Ακόμη μια διάφανη τεκμηρίωση τού πόσο πολύ πίσω μας πήγε η κοινωνικο-οικονομική οπισθοδρόμηση.

Ευνομία, ευταξία, καθεστηκυίατάξη, άρχουσα τάξη, βρίσκονται μονίμως στο στόχαστρο του ποιητή. Αμφισβητούνται, χλευάζονται, λοιδορούνται και κρίνονται με αυστηρότητα: «Όταν οι νόμοι σ’ επισκέπτονται, / να σκύβεις και να προσκυνάς / τα δύσβατά τους μονοπάτια / να τους δοξάζεις που θα νέμονται την ύπαρξή σου». (σελ. 25)

Ο Λ.Γ., με καυστικότητα και δριμύτητα, με οργή, πόνο και χλεύη, ψέγει την υποταγή. Στηλιτεύει σφοδρά μέχρι διαπόμπευσης τους υποταγμένους ανθρώπους: «Σκύβουνε το κεφάλι τα κοτόπουλα /(τι φρόνιμα κεφάλια δίχως φρόνημα) / στα κλουβιά τους με τάξη στοιβαγμένα /λοξοκοιτώντας σαν χαμένα». (σελ. 18) Η εικόνα με τα υποταγμένα κοτόπουλα επανέρχεται και στο ποίημα «Μόνο για το χώμα», για να επιβεβαιωθεί, να επικυρωθεί εκ νέου. Εδώ ο ποιητής αφήνει να διαρρεύσει και μια στυφή γεύση οδύνης για τις χαμηλές προσδοκίες, για τις ελπίδες περιορισμένης εμβέλειας: «Μόνο στο κλουβί μου να προσεύχομαι / ούτε καν ν’ αποδράσω μια σκέψη /και να μ’ επαινούν οι σφαγείς / που καρτερικά στο κλουβί μου σαπίζω».(σελ.34)

Ο ποιητής, με εύστοχους παραλληλισμούς και παρομοιώσεις, υποδεικνύει πως κάθε φυλή, κάθε τάξη, κάθε έθνος, κάθε κατηγορία ανθρώπων, με το δικό της μύθο ανδρώνεται, με το δικό της μύθο ανασαίνει. Ομοίως όπως το κάθε πουλί που με τη δικιά του λαλιά κελαηδεί: «Πόσο καμάρωναν τα γουρούνια για τη λάσπη τους! / Πόσες ιστορίες είχαν ν’ αφηγούνται / για τον ολόδικό τους βόρβορο / τους μυθικούς προγόνους των /ηρωικά σφαγιασθέντες». (σελ. 15)

Ο λόγος του ποιητή είναι αντιεξουσιαστικός αλλά δεν πλήττει μόνο τους εξουσιαστές, καταφέρνει πλήγματα και στους αυλικούς, τους υμνωδούς των εξουσιαστών: «Με σταγόνες ύμνων την υγεία μας, είπαν, θα βρίσκαμε. / Μόνο ν’ ακολουθούσαμε τυφλά τη συνταγή τους. /Τι δόξα κι αυτή! / Ναυαγοί με ωσαννά στις ξέρες». (σελ.27)

Τον ποιητή διακατέχει –ενίοτε και καταβάλει – μια θλίψη για το αναποτελεσματικό, το ατελέσφοροτου παλέματος, της αντίστασης, της αντίρρησης, της ένστασης. Κι αυτό είναι κάτιπου θέλει να κρατήσει κρυφό, τουλάχιστον από τις επερχόμενες γενιές, που συνιστούν την προοπτική και την ελπίδα, την προσδοκία για καλύτερες ημέρες: «Ποτέ μας δεν υπολογίσαμε τα πουλιά / με τα σπασμένα φτερά. / Πάλι καλά που τα παιδιά δεν είδαν και σήμερα / βαλσαμωμένες τις αντιστάσεις μας». (σελ. 31)

Ο Λ.Γ. δεν αφήνει στο απυρόβλητο ούτε την τυπολατρία – τυπολαγνεία. Ευθύβολα και ευθαρσώς ξιφουλκεί κατάτων τύπων, εμμένοντας στην ουσία των πραγμάτων. Και ο σαρκασμός του, όπως σε όλο το βιβλίο άλλωστε, διακρίνεται και από μια βαθιά ειρωνική δυναμική: «…δεν ήταν παράλογες οι απαιτήσεις σας, όχι δεν ήταν / όμως, οιδιαδικασίες είναι η ουσία, μην το ξεχνάτε ποτέ! / Δε θα θέλατε δα να καταρρεύσουν οι τύποι / δε θα θέλατε να θρυμματιστούν οι μορφές. / Σκύψτε, λοιπόν, κι υπογράψτε. / Επιτέλους συνέλθετε!». (σελ. 37)

Η θεματική διαπασών του Λ.Γ. περιλαμβάνει και τις χαμένες προσδοκίες, τα απολεσθέντα όνειρα, τα καταρρακωμένα ιδανικά. Μιλώντας για τη μνήμη ανασυνθέτει τη θέρμη που διέγειραν όλα όσα κάποτε προκαλούσαν μια κοινωνικο – ιδεολογική ανάταση και εγρήγορση, για να σκορπίσουν στο τέλος πίκρα και απογοήτευση: «Κουρέλια διψασμένα / στη στέρνα των ονείρωνμας. / Εργάτες βυθισμένοι σ’ ενός Οχτώβρη μακρινού την ανταρσία / ψάχνουν στη στέρνα τα κουρέλια τους / γύρω από το θολό νερό / της μνήμης που αγριεύει».(σελ.43)

Ο ποιητής εσχάτως πειραματίζεται αρκετά συχνά και με μια πρώτη ύλη που αξιοποιεί ποικιλοτρόπως, κυριολεκτικά ήμεταφορικά ή αλληγορικά, ως σύμβολο, ως μέσο έκφρασης κλπ. Στις «Δοκιμές συγκολλήσεως» (2013) ήταν τα διάφορα μέταλλα και μεταλλεύματα, στις «Ληξιπρόθεσμες επαγγελίες» (2016) είναι οι πέτρες, οι βράχοι, τα διάφοραπετρώματα, τα πετρώδη εδάφη και ούτω καθεξής. Νομίζω πως η ποίηση του Λ.Γ. έχει ανάγκη από μια πρώτη ύλη ως μοχλό αισθητικής ανέλκυσης ή ανάτασης. Γι’ αυτό και την επιστρατεύει, άρτια και λειτουργικά.

Οδεύοντας προς το τέλος αυτής της παρουσίασης, θέλω να πω πως θεωρώ το ποίημα «Αλλού» (σελ. 48) ως μια από τις καλύτερες στιγμές του βιβλίου. Με σαφήνεια, συμμετρία και δομική αρτιότητα, ο ποιητής αναφέρεται στις ζωές των απλών ανθρώπων που γίνονται έρμαιο στα χέρια των κραταιών ταγών της γης.

Δυο επισημάνσεις έχω να κάμω για αυτή τη συλλογή: α) Όσο ο στίχος του Λ.Γ. βαθαίνει στα νοήματα, τόσο πιο δύσβατος καθίσταται και τα «κλειδιά» του γίνονται δύσκολα, ακόμη και για αρκούντως μυημένους στα της ποίησης αναγνώστες. β) Η προσήλωση του ποιητή στη μορφολογική αλλά και τη θεματική συνέπεια, ευτυχώς πολύ αραιά, οδηγεί σε κάποια, μάλλον ελάχιστα, ψήγματα εγκεφαλισμού.

 

 

Χρήστος Μαυρής  στο ΠΟΙΕΙΝ 20/9/2016

Η τελευταία ποιητικη συλλογη του Λεωνίδα Γαλάζη, που ανήκει στην πολυάριθμη ομάδα των ποιητων που εμφανίσθηκαν (γεννήθηκε το 1962) στην Κύπρο μετα την ανεξαρτησία της απο τον αγγλικο ζυγο, τιτλοφορείται Ληξιπρόθεσμες επαγγελίες και εκδόθηκε τον Φεβρουάριο του 2016 απο της εκδόσεις Φαρφουλας, στην Αθήνα. Η συλλογη Ληξιπρόθεσμες επαγγελίες είναι η ένατη στη σειρα εκδομένη ποιητικη συλλογη του Γαλάζη, εφόσον προηγήθηκαν άλλες οκτω. Την χωρίζει όμως ένα χρονικο διάστημα τριών χρόνων απο την προηγούμενη ποιητικη συλλογη του που τιτλοφορείται Δοκιμες συγκολλήσεως και εκδόθηκε το 2013, επίσης απο τις εκδόσεις Φαρφουλας, στην Αθήνα.
Παρα το σύντομο χρονικο διάστημα που διέρρευσε απο την έμπνευση, τη συγγραφη και την ολοκλήρωση της τελευταίας συλλογης απο την αμέσως προηγούμενη, διαπιστώνω πως μεταξυ τους υπάρχουν κάποιες διακριτες διαφορες, (κυρίως σε ότι αφορα το επίπεδο της ποιότητας αλλα και τις δυσκολίες πρόσληψης της ποίησης που περιέχει η τελευταία συλλογη του), παρόλο που τεχνοτροπικα (υφολογικα, μορφολογικα και θεματογραφικα) είναι σχεδον οι ίδιες.
Βασικα, έχω διαπιστώσει πως η ποίηση που περιέχει η τελευταία συλλογη του Λεωνίδα Γαλάζη δεν είναι εξωστρεφης ούτε και εύκολη για κατανάλωση απο τον οποιονδήποτε, σε αντίθεση με την ποίηση που περιείχε η προηγούμενη συλλογη του, που στο μεγαλύτερο μέρος της ήταν βατη και κατανοητη απο τους αναγνώστες του. Κατα ανεξήγητο λόγο, στη συλλογη Ληξιπρόθεσμες επαγγελίες, η ποίηση του Γαλάζη παρουσιάζεται επιμελως κρυπτικη, αιγνιγματώδης και υπαινικτικη, με αποτέλεσμα ο αναγνώστης του να διαθέτει οπωσδήποτε κάποιο γνωσιολογικο και αισθητικο υπόβαθρο αλλα και να καταβάλλει κάποια επιπρόσθετη προσπάθεια μέχρι την πλήρη κατανόησή της. Στο σύνολό της ή σχεδον στο σύνολό της, για να μην είμαι απόλυτος, η συλλογη Ληξιπρόθεσμες επαγγελίες περιέχει ποίηση με εσωτερικο βάθος και πυκνότητα, επιμελως όμως αποκρυμμένη, όπως ήδη έχω αναφέρει, με αποτέλεσμα ο αναγνώστης να χρειάζεται να επιχειρήσει μία γενναία καταβύθιση μέσα στις σελίδες του βιβλίου αλλα και στον ψυχικο κόσμο του δημιουργου του, μέχρι να σισθανθει και ν’ απολαύσει αυτη την ποίηση.
Με άλλα λόγια, ο Λεωνίδας Γαλάζης, με τα ποιήματα που μας προτείνει στην τελευταία συλλογη του, αποφάσισε να μιλήσει για γεγονότα και θέματα «που ανάγονται στη σφαίρα του μύθου/ ή στην επικράτεια των συμβόλων». Θέλω να πω πως τα σύμβολα και οι μύθοι έχουν ρυθμιστικη θέση στην ποίηση που περιέχει αυτη η συλλογη του. Έτσι, τα ποιήματά του εδω δεν «έχουν σχέση με πρόσωπα και πράγματα», όπως καλως μας προδιαθέτει στο ποίημα «Ναυάγια», το οποίο, πιστεύω, αντανακλα και εκφράζει εύγλωττα όλη την ποιητικη του, το οποίο και δημοσιεύω αμέσως πιο κάτω:

ΝΑΥΑΓΙΑ

Φυσικα δεν τους ενοχλει να μιλούμε για ναυάγια, είπαν,
αρκει να μην έχουν σχέση
με πρόσωπα και πράγματα.
Μπορούμε κάλλιστα να μιλούμε για ναυάγια
που ανάγονται στη σφαίρα του μύθου
ή στην επικράτεια των συμβόλων.
Ίσως ακόμη και για ξεχασμένα κουφάρια ναυαρχίδων
στον αχανη βυθο των λογισμων
που λαμπυρίζουν μες στο σκότος του θανάτου.

Ο Λεωνίδας Γαλάζης, όπως διαφαίνεται καθαρα απο το πιο πάνω ποίημα, είναι ταγμένος και αφοσιωμένος στη σεφερικη σχολη ποίησης, όπου οι οπαδοι της δεν καταγράφουν τα πράγματα όπως οπτικα τα βλέπουν. Αντίθετα, τα θέματά τους (αυτο ισχύει και για τον Γαλάζη) τα περνάνε «απο τον καθρέπτη της ψυχης τους», όπως θα έλεγε ο αλησμόνητος Θεοδόσης Νικολάου, όπου χωνεμένα και αναπλασμένα τώρα τα προσφέρουν μέσα απο την «πολύσημη λειτουργία των συμβόλων» στους αναγνώστες τους.
Με αυτο θέλω να επισημάνω πως ο Γαλάζης δεν εστιάζει στην ποίησή του την πραγματικότητα. Απεναντίας, πρώτα προσπαθει να ευαισθητοποιήσει και να συγκινήσει τον αναγνώστη που διαβάζει την ποίησή του μέσω των συμβόλων ή των μύθων και, στη συνέχεια, τον αφήνει να οδηγηθει και ν’ ανακαλύψει απο μόνος του την πραγματικότητα (ιστορικη, κοινωνικη, πολιτικη) όπως την εκλαμβάνει στη διάρκεια της αναγνωστικης πορείας του. Δεν είναι τυχαίο, εξάλλου, που τη λέξη «σύμβολο-α» τη συναντάμε σε πολλα ποιήματά του.
Υπο αυτη την έννοια όμως σαφως και τα ποιήματα του Λ. Γαλάζη δεν είναι σκοτεινα, χωρις λογικο ειρμο και ακατάληπτα. Απλως, ο αναγνώστης του, χρειάζεται να εξοικειωθει πρώτα με τον τρόπο σκέψης και τον τρόπο λειτουργίας του, καθως και με την τεχνικη που εφαρμόζει για να οικοδομήσει αυτα τα ποιήματα, και στην πορεία θα κυλήσουν όλα ομαλα. Εννοω πως θα καταλήξει εύκολη υπόθεση η ανάγνωση και η κατανόηση αυτων των ποιημάτων. Δηλαδη, ο αναγνώστης του Γαλάζη, αν ενεργήσει με αυτο τον απλο τρόπο, δεν θα χρειασθει νομίζω να καταβάλει μεγάλο κόπο για ν’ αντιληφθει πως ο ποιητης, με αφορμη το συναπάντημά του μ’ ένα ταλαιπωρημένο πουλάκι, με μία ριζιμια πέτρα στο βουνο, μ’ ένα φύλλο στο δάσος που το παρασύρει ο αγέρας ή με μία «λεμονια ανθισμένη που φύτρωσε στην πέτρα», μπορει να εμπνευσθει και άνετα να δημιουργήσει υπέροχα ποιήματα, εμποτισμένα με πανανθρώπινα μηνύματα και ιδέες, τα οποία θα απολαύσει αφου πρώτα αποκρυπτογραφήσει τα σύμβολα τα οποία επέλεξε ο Γαλάζης για να στηρίξει αυτα τα ποιήματά του.
Δίνω στη συνέχεια το ποίημα «Μόνο προσεύχονται», που είναι κατα την άποψή μου ένα απο τα καλύτερα της συλλογης και που εκφράζει όλο το σκεπτικο που εξέθεσα πιο πάνω.

ΜΟΝΟ ΠΡΟΣΕΥΧΟΝΤΑΙ

Σκύβουνε το κεφάλι τα κοτόπουλα
(τι φρόνιμα κεφάλια δίχως φρόνημα)
στα κλουβια τους με τάξη στοιβαγμένα
λοξοκοιτώντας σαν χαμένα
Σκύβουν και προσκυνουν τον κύριό τους
(που να προβλέψουν τι τους ετοιμάζει)
σκύβουν και προσεύχονται τα φρόνιμα κοτόπουλα
απ’ τους θεους τους ξεχασμένα.
Δίχως ψυχη μα τόσο φρόνιμα
ποτε δεν ταλαιπώρησαν τον Κύριο τους
που τόσο τα επαινει καθως τα παραδίδει
με τα κεφάλια τους σκυμμένα στους σφαγεις.
Μ’ ακόμη και τότε κάνουν πως δεν βλέπουν τα μαχαίρια.
Μόνο προσεύχονται σκυφτα. Μόνο προσεύχονται!

Ο Λ. Γαλάζης, σε ότι αφορα τη σύλληψη, την εκτέλεση και την ολοκλήρωση ενος έκαστου των ποιημάτων του, μοιάζει να λειτουργει λίγο πολυ όπως ένας εμπνευσμένος σκηνοθέτης του κινηματογράφου που, πριν αρχίσει να γυρίζει μία σκηνη απο το έργο που πάει να ολοκληρώσει, πρέπει πρώτα να έχει απέναντί του ένα ευφάνταστο σκηνικο, πέριξ του οποίου θα εκτυλιχθουν οι σκηνοθετικες οδηγίες του, για να καταγραφουν ακολούθως απο τις κινηματογραφικες μηχανες όλες εκείνες οι εικόνες που εμπνεύσθηκε, που δουλεύει στο μυαλο του και που επιδιώκει να τις απαθανατίσει πάνω στην ταινία με την τέχνη του. Έτσι ακριβως συμβαίνει και στο Λ. Γαλάζη, με τη σκηνοθεσία να είναι εκείνο που αλλάζει κάθε φορα στα ποιήματα της εν λόγω συλλογης του. Εννοω ασφαλως τη σκηνικη επένδυση που επιχείρησε σε κάθε ποίημα, που επέρχεται σίγουρα με την εκφορα νέων εικόνων, φράσεων και κυρίως πολύσημων λέξεων, συμβόλων και μύθων.
Χωρις κανένα απολύτως περιθώριο αμφισβήτησης, ο Λ. Γαλάζης, μέσα απο τα ποιήματα της συλλογης Ληξιπρόθεσμες επαγγελίες, αποδεικνύεται ποιητης πρώτης γραμμης, με ισχυρες θέσεις και βέβαια με δυνατη έμπνευση. Επιπρόσθετα, η μακρόχρονη θητεία του στις τέχνες και τα γράμματα (είναι φιλόλογος καθηγητης) αποτελουν το στέρεο υπόστρωμα πάνω στο οποίο θεμελιώνει και στηρίζει το δικο του σημαντικο ποιητικο έργο. Συνεπως, οι επιρροες που δέχεται απο άλλους κορυφαίους ομότεχνους του είναι καλα αφομοιωμένες και κατάλληλα αξιοποιημένες στα δικα του ποιήματα. Γι’ αυτο ο επαρκης αναγνώστης είναι αδύνατον που να μην αισθανθει π.χ. τον απόηχο (έστω και εξασθενισμένο) απο την ποίηση (κυρίως) του Καβάφη, του Μόντη, του Σαχτούρη, του Καββαδία και άλλων στα ποιήματά του. Ακολουθει ένα μικρο ποίημα όπου καθως το διαβάζεις αισθάνεσαι τον απόηχο απο την φωνη του Μίλτου Σαχτούρη.

ΜΑΤΑΙΟΔΟΞΙΑ 2

Έριχνε το σχοινι να δέσει το σύννεφο
κι αυτο γελούσε
όλο του ξέφευγε και γελούσε.
Όλο του ξέφευγε και τραγουδούσε
τα φευγαλέα σκιρτήματα της ζωης
σύννεφο, σύννεφο τρελο
στ’ ανθισμένα κλαδια του θανάτου.

Δίνω και ένα ποίημα που μας θυμίζει το μεγάλο ποιητη της Αλεξάνδρειας, τον Κωνσταντίνο Καβάφη:

ΔΕΣΜΩΤΗΡΙΟ

Κανεις μην περιμένεις να σε σώσει.
Και μην πουλήσεις την ψυχη σου
για λίγες κάλπικες ημέρες.
Πόσο μάταιες, άλλωστε, θα’ σαν αυτες
πόσο γεμάτες θάνατο, πόσο γεμάτες φόβο.
Οι φίλοι σου έχουνε πια χαθει
σαν νιφάδες που σβήνουν ηρωικα
στο κυνήγι της δόξας.

Καταλήγοντας, θέλω να τονίσω πως η ποίηση γενικα του Λεωνίδα Γαλάζη συνιστα μία ιδιότυπη γραφη, αυστηρα προσωπικη που ωρίμασε αρκετα πρόωρα. Είναι μία γραφη πυκνη σε νοήματα, κυρίως σε μηνύματα και ιδέες, που αρδεύεται μόνιμα απο τη μεγάλη δεξαμενη των πανανθρώπινων αξιών, που αποτελει σίγουρα και την πεμπτουσία της ποίησής του. Είναι όλα αυτα τα στοιχεία όμως που τον κάνουν να ξεχωρίζει ως μία απο τις πιο γνήσιες, στέρεες, σοβαρες και ελπιδοφόρες ποιητικες φωνες που αναδείχθηκαν στην Κύπρο τα τελευταία χρόνια.
Λευκωσία 9.9.2016

http://www.poiein.gr/archives/34293/index.html#more-34293

Παναγιώτης Νικολαΐδης Ποιείν 1/7/2016

Η αναφαίρετη μοναξιά του ποιητή μέσα στην πολύβουη αγορά της πολιτείας

Με την ένατη κατά σειρά, καλαίσθητη εκδοτικά, ποιητική συλλογή Ληξιπρόθεσμες Επαγγελίες (Φαρφουλάς, 2016), ο ποιητής και στέρεος φιλόλογος Λεωνίδας Γαλάζης, παρουσιάζεται, σε σχέση με το προγενέστερο έργο του, οξύτερα κριτικός απέναντι στη σύγχρονή μας λιμνάζουσα, πολιτικοκοινωνική πραγματικότητα, φτιάχνοντας, ωστόσο, ποίηση λειτουργική και ώριμη. Έντονα ειρωνικός, συχνά σαρκαστικός, άλλοτε δηκτικός, ανυποχώρητα κατήγορος και φυσικά οργισμένος, αποτελεί μια παραδειγματική περίπτωση ενός πνευματικού ανθρώπου, που εξεγείρεται απέναντι σε ένα ανάξιο και ηθικά διαβρωμένο παρόν. Πιο συγκεκριμένα, τα θέματα α) της διάψευσης των ονείρων, των προσωπικών και συλλογικών αδιεξόδων της κυπριακής μεταπολεμικής πραγματικότητας («ΑΙΜΑ ΚΑΙ ΛΑΣΠΗ» σ. 15, «ΜΕΤΑ ΤΙΣ ΤΕΛΕΤΕΣ» σ. 21), β) της σωματικής και ψυχολογικής φθοράς, που συνυφαίνονται άρρηκτα με τη γραφειοκρατική απονεύρωση και τον στυγνό τεχνοκρατικό ορθολογισμό («ΣΩΤΗΡΙΟΝ» σ. 19, «ΣΩΚΡΑΤΗΣ» σ. 23, «ΝΟΜΟΙ» σ. 25, «ΑΝΑΜΟΝΗ» σ. 37), γ) της γενικότερης ηθικής, πολιτικής, κοινωνικής και πνευματικής έκπτωσης («ΤΡΥΠΙΑ ΓΡΟΣΙΑ» σ. 14, «ΟΛΑ ΔΙΚΑ ΤΟΥΣ» σ. 22, «ΑΠΟΛΟΓΙΑ» σ. 24, «ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΤΟ ΧΩΜΑ» σ. 34), δ) της αλλοτριωμένης ενηλικίωσης σε σύγκριση με την ανόθευτη παιδική ηλικία, η οποία, ωστόσο, δεν αποτελεί πλέον λυτρωτική ουτοπία, αλλά επιβαρύνει τον ενήλικα με συναισθήματα άγχους, χρέους και ενοχής («ΣΥΛΛΕΚΤΗΣ ΠΕΤΡΩΜΑΤΩΝ» σ. 30, «ΑΝΤΙΣΤΑΣΕΙΣ» σ. 31, «ΑΓΥΡΙΣΤΗ ΣΚΛΑΒΙΑ» σ. 36) και τέλος ε) της αίσθησης της εγγύτητας του θανάτου, μιας ζωής ανούσιας κι υποταγμένης «ΠΕΤΡΕΣ ΕΝ ΚΑΜΙΝΩ» σ. 38, «ΚΛΕΨΥΔΡΑ» σ. 40, «ΣΥΝΤΡΙΒΗ» σ. 41), δεσπόζουν στην ανά χείρας συλλογή, καταδεικνύοντας την πόλη ως τον κατεξοχήν ποιητικό χώρο ενός κόσμου αλλοτριωμένου με διαβρωμένο τον κοινωνικό ιστό, βυθισμένου στον ζόφο της καθημερινότητας και στην πνευματική καταβαράθρωση.
Πίσω από την ειρωνεία, τη σάτιρα και τον σαρκασμό διαφαίνεται, λοιπόν, ένας ποιητής με επίγνωση των αόρατων και απρόσωπων κοινωνικών μηχανισμών της αδυσώπητης εξουσίας, ο οποίος συνειδητοποιεί το βρώμικο παιχνίδι που παίζεται εις βάρος του. Ωστόσο, δεν παραδίνεται αμαχητί∙ τουναντίον επιχειρεί μια απεγνωσμένη ατομική αντίσταση με στόχο την απογύμνωση από τις προσωπικές ή συλλογικές αυταπάτες. Πρόκειται, επομένως, για έναν ποιητή υποψιασμένο, που θέλει να καταγγείλει, χωρίς να τρέφει ψευδαισθήσεις ότι η ποίηση μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. Καυστική ειρωνεία, πίκρα και σαρκασμός είναι ο δυναμικός, ποιητικός αντίλογός του στην καθημερινή φθορά, στην πολιτικοκοινωνική και πνευματική έκπτωση και καταβαράθρωση της ‘νεοκυπριακής’ πραγματικότητας. Μιας πραγματικότητας, που εδώ αρνείται τη μνημείωση ή την αποστειρωμένη ιστορικά ωραιοποίησή της μέσα στα φωτεινά, φυσικά τοπία και σε μια διαχρονική συνέχεια, όπως τη νοσταλγούσε ο Ελύτης ή όπως την περιέγραψε ο Σεφέρης, ο οποίος είδε τη μεγαλόνησο ως έναν αυθεντικό ελληνικό τόπο, «όπου το θαύμα λειτουργεί ακόμη».

ΜΟΝΟ ΠΡΟΣΕΥΧΟΝΤΑΙ (σ. 18)

Σκύβουνε το κεφάλι τα κοτόπουλα
(τι φρόνιμα κεφάλια δίχως φρόνημα)
στα κλουβιά τους με τάξη στοιβαγμένα
λοξοκοιτώντας σαν χαμένα.
Σκύβουν και προσκυνούν τον κύριό τους
(πού να προβλέψουν τι τους ετοιμάζει)
σκύβουν και προσεύχονται τα φρόνιμα κοτόπουλα
απ’ τους θεούς τους ξεχασμένα.
Δίχως ψυχή μα τόσο φρόνιμα
ποτέ δεν ταλαιπώρησαν τον Κύριό τους
που τόσο τα επαινεί καθώς τα παραδίδει
με τα κεφάλια τους σκυμμένα στους σφαγείς
Μ’ ακόμη και τότε κάνουν πως δεν βλέπουν τα μαχαίρια.
Μόνο προσεύχονται σκυφτά. Μόνο προσεύχονται!

Η ανά χείρας συλλογή αποκαλύπτει, επομένως, μια ηθική στάση αντίκρυ στα ασφυκτικά φαινόμενα μιας ανούσιας, αστικής ζωής, ενός κόσμου σαθρού και σάπιου, ο οποίος μόνο με τον κόσμο της Έρημης Χώρας του Έλιοτ μπορεί να συσχετιστεί. Μια στάση απώθησης, αηδίας και συγκρατημένης διαμαρτυρίας υψώνεται απέναντι στην απουσία σταθερών αξιών που παρατηρεί ο ποιητής στο κοινωνικό μας γίγνεσθαι, η οποία, όμως, ποτέ δεν οδηγεί ξεκάθαρα το ποίημα ως την εξέγερση, αλλά, ωστόσο, την εγκυμονεί. Το δραματικό κατακάθι της προσωπικής εμπειρίας, η πίκρα και η αγανάκτηση δεν αποκαλύπτονται φωναχτά∙ αντίθετα, περνούν έμμεσα και γι’ αυτό πιο εύστοχα, συνδυαζόμενα σε όλο το μήκος και το πλάτος της συλλογής με μια σκωπτική, διαβρωτική, ειρωνική διάθεση. Λαμβάνοντας τα πιο πάνω υπόψη, δεν θα ήταν, πιστεύω, παράτολμο και αβάσιμο να υποθέσουμε ότι η αντίδραση του ποιητή δεν συνδέεται μόνο με την τρέχουσα κοινωνικοπολιτική, οικονομική και πνευματική κρίση του τόπου, αλλά και με προσωπικά βιώματα και εμπειρίες.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ερμηνείας, ο παιγνιώδης τίτλος της συλλογής Ληξιπρόθεσμες Επαγγελίες, μετατρέπεται ξεκάθαρα σε σημαντικό ερμηνευτικό κλειδί ολόκληρου του βιβλίου. Κι αυτό γιατί ο πρώτος όρος του τίτλου, το επίθετο, δηλαδή, «Ληξιπρόθεσμες» προσδιορίζει αντιθετικά και ειρωνικά τον δεύτερο όρο, το ουσιαστικό «Επαγγελίες», ακυρώνοντας ή απονευρώνοντάς τον νοηματικά. Αποτελεί, με άλλα λόγια, ένα ειρωνικό, αλλά και αυτοσαρκαστικό σχόλιο τόσο απέναντι στην πολιτική διαφθορά, τον καιροσκοπισμό και την κοινωνική αθλιότητα ενός κόσμου ανερμάτιστου όσο και απέναντι στην ίδια τη λειτουργία ενός ληξιπρόθεσμου και κενού, από οποιοδήποτε κοσμογονικό ή συνεκτικό όραμα, ποιητικού λόγου. Η καταλυτική, πάντως, παρουσία της φθοράς όπως και της μόνιμης αίσθησης του αδιεξόδου είναι αδιάλειπτη και δραστική και καταδεικνύεται αφενός μέσα από τη χρήση συγκεκριμένων συμβόλων (π.χ. πέτρα, κοτόπουλα, Σωκράτης, νόμοι, κύμβαλα, κραυγή, σιωπή κ.λ.π.) και αφετέρου μέσα από τη στοχευμένη, σε ορισμένα ποιήματα, επιστράτευση της υπερρεαλιστικής ρητορικής.
Πιο συγκεκριμένα, η διακειμενική σύνδεση με το ελληνικό υπερρεαλιστικό κίνημα στα ποιήματα («ΜΕΓΑΙΡΕΣ ΤΩΝ ΥΔΡΑΤΜΩΝ» σ. 39, «ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΛΥΡΑΣ» σ. 57, «ΣΤΗ ΛΙΜΝΗ ΤΩΝ ΜΑΤΙΩΝ ΣΟΥ» σ. 59), αποσκοπεί στην ανάδειξη ενός δημιουργικού, ανατρεπτικού, θα λέγαμε, διαλόγου. Παρατηρούμε, με άλλα λόγια, μια ειρωνική απόκλιση από το προσφιλές, ιδιαίτερα στον γενάρχη του ελληνικού υπερρεαλισμού Α. Εμπειρίκο, μοτίβο της ανατροπής, πρώτα, της καθεστηκυίας, αστικής τάξης πραγμάτων και εν συνεχεία της ποιητικής επαγγελίας ενός καθολικού και λυτρωτικού, υπερρεαλιστικού οράματος σεξουαλικής απελευθέρωσης. Ως προς αυτή την κατεύθυνση, ο ευφυής τίτλος Ληξιπρόθεσμες Επαγγελίες είναι δηλωτικός της οριστικής απώλειας και της παντελούς απουσίας οράματος και ελπίδας, που κυριαρχούν σε όλη τη συλλογή.

ΣΤΗ ΛΙΜΝΗ ΤΩΝ ΜΑΤΙΩΝ ΣΟΥ (σ. 58)

Άγρια φωτιά στη λίμνη των ματιών σου. Ποιος πυροδότησε
τις σκέψεις σου; Νομίζεις πως οι διαβάτες θα γύριζαν να
δουν το κυπαρίσσι που λαμπάδιαζε στο κέντρο της πλατείας.
Μα ’χαν τα βλέμματά τους στα σύννεφα. Άντε τώρα να
πείσουν τα όργανα του νόμου ότι δεν γνωρίζουν τίποτα για
τα ρόδια που σκάγανε σαν τρελά στον αέρα ούτε για τις
τροχιές των γυάλινων καρφιών τους. Βαθιά στη λίμνη της
φωτιάς π’ άπλωσε τα πλοκάμια της στα σπίτια γιορτάζανε
τσιγγάνες σαν τρελές την έξοδο τους απ’ την πλήξη. Λες
και δεν είδανε ποτέ ξανά στον ουρανό δαιμονισμένη ρο-
διά να χορεύει, αποτινάζοντας το βάρος των ευθυνών της.
Στάχτη στις ψυχές μας κι άγριος πυρετός. Νερό! Μα πού;
Λευτεριά κι αυτή να σου τύχει σαν δεν έχεις πού ν’ αφή-
σεις τους καρπούς σου, μέχρι να δέσουν τα καράβια στο
λιμάνι της κρυφής ελπίδας πως ήταν όλα μια παραίσθηση.
Ήσουν ωραία. Ακόμα κι αν οι σκέψεις σου λαμπάδιασαν κι
έμειναν στάχτη τώρα πια στον ουρανό των ποιημάτων.

Ο βιωματικός πυρήνας του βιβλίου, το γεγονός ότι στην ψυχοσυναισθηματική πηγή των περισσότερων ποιημάτων βρίσκεται ο καημός, η πίκρα, η απογοήτευση και η αγανάκτηση φαίνεται ότι προσδιόρισε και εν πολλοίς καθόρισε τις εκφραστικές επιλογές του συγγραφέα. Ο Γαλάζης, όπως και στις προηγούμενες συλλογές του (βλ. ενδεικτικά μόνο τους τίτλους των συλλογών Φωτηλασία, Παραδαρμός εν αλφαβήτω, Λοκριγκάνα), αποκαλύπτει εξαρχής την πρόθεσή του για παιγνιώδη και ανατρεπτικά σχόλια, καθώς από το λεκτικό παιχνίδι απορρέει η πικρή ειρωνεία και ο μελαγχολικός σαρκασμός. Πλάι στη δεσπόζουσα ειρωνεία και τον σαρκασμό αξιοποιούνται παράλληλα οι αντιστροφές και το αιφνιδιαστικό παράλογο, που αντιμάχονται τον στείρο τεχνοκρατικό ορθολογισμό και αποκαλύπτουν ένα ποιητικό σύμπαν διαποτισμένο από μια πίκρα βίαια καταχωνιασμένη στα ενδότερα. Το κύριο, πάντως, μέσο αποφυγής του μελοδραματισμού στα ποιήματα της συλλογής είναι η ειρωνική χρήση της μορφής.
Κάτω από αυτό το πρίσμα, δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι αυτή η χιουμοριστική, ειρωνική και σαρκαστική διάθεση υποστηρίζεται τόσο γλωσσικά όσο και μορφολογικά∙ γλωσσικά επιτυγχάνεται με μια προκλητική γλωσσική ετερομιξία (γλωσσικά ίχνη προφορικότητας, καθαρεύουσας, εξουσιαστικού, τεχνοκρατικού, δημοσιογραφικού και πολιτικού λόγου, απηχήσεις του καβαφικού διδακτισμού, της υπερρεαλιστικής ρητορικής, της καρυωτακικής σάτιρας και της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς), ενώ στο μορφολογικό επίπεδο υποστηρίζεται ενίοτε με ομοιοκαταληξίες-καλαμπούρια, με την αξιοποίηση του ελλοχεύοντος διφορούμενου, με ασυνήθιστους τρόπους κάλυψης συντακτικών θέσεων, με τη χρήση μεταφορών, αλληγοριών, συμβόλων και άλλων ρητορικών σχημάτων και πρωτίστως με την ειρωνική, ανατρεπτική χρήση της αυστηρής μορφής του σονέτου.
Εστιάζοντας, ειδικότερα, στη χρήση του είδους του σονέτου στην ανά χείρας συλλογή, παρατηρούμε αρχικά ότι τουλάχιστον 16 από τα 51 ποιήματα που συγκεντρώνονται στην έκδοση ερωτοτροπούν είτε φανερά είτε υπόγεια με το γνωστό δεκατετράστιχο είδος και είναι ανομοιοκατάληκτα. Δεν είναι, μάλιστα, τυχαίο για την αρχιτεκτονική δόμηση της συλλογής ότι τόσο το εναρκτήριο όσο και το καταληκτικό ποίημα είναι δεκατετράστιχα. Το πρώτο διατηρεί την αυστηρή στροφική φόρμα των τεσσάρων στροφών του ιταλικού και γαλλικού σονέτου, αρχικά δύο τετράστιχων και εν συνεχεία δύο τρίστιχων (4,4,3,3), ενώ το τελευταίο διαστρεβλώνει τη στροφική αυστηρότητα του είδους σε τρεις στροφές μια τρίστιχη, μια πεντάστιχη και μια εξάστιχη. Σημειώνω, μάλιστα, εμφαντικά ότι σε αυτή την καταμέτρηση δεν υπολογίστηκαν άλλα 4 ποιήματα: 2 δεκαεπτάστιχα, που θα μπορούσαν καταχρηστικώς να θεωρηθούν σονέτα με ουρά και 2 εικοσάστιχα, που πάλι παρακινδυνευμένα θα μπορούσαν να θεωρηθούν διπλά σονέτα. Δεν καταμετρήθηκε επίσης το ποίημα δεκατριών στίχων («ΑΝΑΞΙΟΙ ΚΗΠΟΥΡΟΙ» σ. 35), το οποίο είναι, κατά την άποψή μου, σκόπιμα κουτσουρεμένο κατά ένα στίχο, σονέτο, καθώς τραγικές περσόνες του ποιήματος αποτελούν, όπως δηλώνει αλληγορικά ο τίτλος, ανάξιοι κηπουροί.
Παρατηρώντας, τώρα, προσεκτικά τα 16 αυτά δεκατετράστιχα ποιήματα βλέπουμε ότι μόνο 6 από τα 16 διατηρούν άθικτη την εξωτερική μορφή του στροφικού συστήματος του σονέτου (4,4,3,3 = 14 στίχοι). Πέρα από το κανονικό ανομοιοκατάληκτο σονέτο, εντοπίζουμε 3 ανάποδα σονέτα (3,3,4,4) ή και τη συγκεκαλυμμένη παρουσία 7 δεκατετράστιχων ποιημάτων, που υλοποιούνται με ποικίλους συνδυασμούς στροφικών συστημάτων [(4,3,3,4), (3,4,3,4), (3,4,4,3), (2,3,2,4,3), (2,2,2,2,2,2,2), (3,5,6), τα οποία θα μπορούσαμε συμβατικά, χάριν συζήτησης, να τα ονομάσουμε ψευδοσονέτα. Σε συνδυασμό με την πολύτροπη ανατροπή του εξωτερικού, στροφικού συστήματος του σονέτου σημειώνουμε παράλληλα και την εσωτερική αποδιοργάνωση του είδους, η οποία επιτυγχάνεται αφενός με τον συντακτικό κατακερματισμό στίχων (π.χ. χωρίζοντας το υποκείμενο από το κατηγορούμενο) και αφετέρου με έντονους διασκελισμούς, οι οποίοι προκαλούν ισχυρή διατάραξη της σύνταξης και κατ’ επέκταση του νοήματος, τόσο σε σχέση με συνεχόμενους στίχους όσο και με συνεχόμενες στροφές∙ στοιχεία που προκαλούν αδιαμφισβήτητα την αίσθηση ενός επώδυνου ποιητικού αδιεξόδου μπροστά στις αντεστραμμένες πνευματικές αξίες της σύγχρονής μας πολιτικοκοινωνικής, πολιτιστικής, πολιτικής και εθνικής πραγματικότητας. Αυτή η αντιστροφή, μάλιστα, των αξιών καταδεικνύεται και μορφικά με τη χρήση του ανάποδου σονέτου. Παράλληλα η κυρίαρχη αίσθηση της ανθρώπινης διάλυσης, της ηθικής αποσύνθεσης και της αποσπασματικότητας προβάλλεται μορφικά τόσο με την εξωτερική διάσπαση του στροφικού συστήματος του σονέτου όσο και με την εσωτερική διατάραξη της σύνταξης και του νοήματος.
Κάτω από αυτό το πρίσμα, είναι, προφανές ότι ο Λεωνίδας Γαλάζης, στην προσπάθειά του να εκφράσει έναν κόσμο, αλλοτριωμένο, βουλιαγμένο στον πολιτικό, κοινωνικό και πνευματικό βούρκο, χωρίς καμιά καταφυγή ή προοπτική μιας κάποιας έστω ανοικοδόμησης ή αποκατάστασης, πειραματίζεται με το σονέτο, ούτως ώστε να δημιουργήσει τις μορφές εκείνες που θα μπορέσουν να αισθητοποιήσουν τις νέες σχέσεις με την κοινωνία του και τον εαυτό του. Ο Καρυωτάκης, κρατώντας άθικτο το εξωτερικό, στροφικό περίβλημα του είδους, αλλά ανατρέποντας πολύτροπα την αισθητική της μορφής του από μέσα, δημιούργησε τον περίφημο, παράφωνο ήχο των «ξεχαρβαλωμένων κιθάρων». Ο Λεωνίδας Γαλάζης, σε έναν κόσμο ληξιπρόθεσμων επαγγελιών, μπροστά σε αυτή την ολοκληρωτική διάλυση και αλλοτρίωση που ζούμε, προχωρεί ένα βήμα παραπέρα και αποκαλύπτει τα «σπασμένα φτερά» της δικής του μουσικής ποίησης, διαλύοντας ή ανατρέποντας και τα δύο και το εξωτερικό περίβλημα και το εσωτερικό του σονέτου. Η σημαίνουσα, πάντως, χρήση του σονέτου, αλλά και γενικότερα η οργάνωση των ποιημάτων της συλλογής, υποβάλλουν έντονα στον αναγνώστη την αίσθηση ενός προσωπικού ρυθμού και μιας ποίησης που θεμελιώνεται γερά στη μουσικότητα. Πιο συγκεκριμένα, την εικόνα ενός θρυμματισμένου, μάταιου, με μουσικούς όρους, κόσμου παρουσιάζει το ποίημα «ΚΥΜΒΑΛΑ», ενώ το θέμα της βίαιης καθυπόταξης, κουρδίσματος της ανθρώπινης προσωπικότητας από μια αόρατη εξουσία αναπτύσσει το εξαιρετικό ποίημα «ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΛΥΡΑΣ».
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ανάγνωσης, η δεσπόζουσα θεματική της συλλογής σε συνδυασμό με την καινοτόμα, ανατρεπτική μορφολογικά, χρήση του σονέτου, αποδεικνύουν ότι ο Γαλάζης θέλει να κρατήσει ζωντανή τη μνήμη του Καρυωτάκη, καθώς και ο ίδιος εκφράζει συναφή αδιέξοδα σε προσωπικό και κοινωνικό επίπεδο. Είναι σαφές, ωστόσο, ότι η διακειμενική σύνδεση με τον αυτόχειρα της Πρέβεζας δεν εξυπηρετεί ένα είδος ποιητικής ειδωλολατρίας, αλλά έναν γόνιμο διάλογο. Έναν διάλογο που διακρίνεται σε υπόγειες επιδράσεις και σε ομολογημένα δάνεια και που, αφενός επικεντρώνεται στη δημιουργική και αφομοιωτική σχέση με τα δραστικά και ανθεκτικά στον χρόνο στοιχεία της ποίησης του Καρυωτάκη και αφετέρου καταδεικνύει την εξακολουθητική επαναφορά ενός αισθητικού ζητήματος που ταλανίζει τον μοντέρνο ποιητή: τη ρήξη του με την κοινωνία. Πρέπει να επισημανθεί εμφατικά ότι και οι δύο ποιητές υιοθετούν τον ρόλο του μοναχικού ακροβολιστή και όχι του στρατευμένου, εκείνου, δηλαδή, που έχει ένα αναπτυγμένο συνολικό επαναστατικό όραμα ή πρόγραμμα και θέλει να το επιβάλει. Είναι φυσικό, λοιπόν, εκφράζοντας ένα κλίμα κοινωνικής διάψευσης και αποξένωσης να αντιπροσωπεύουν αμφότεροι μια προσωπική αντίσταση χωρίς προγραμματικούς στόχους. Η στενή, επομένως, συναισθηματική και ψυχική συγγένεια του Γαλάζη με τον Καρυωτάκη αναδεικνύει περίτρανα για ακόμη μια φορά την αναμφισβήτητη αισθητική αξία και επικαιρότητα του καρυωτακικού έργου.
Συνοψίζοντας, στην τελευταία του συλλογή «ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΣΜΕΣ ΕΠΑΓΓΕΛΙΕΣ», ο Λεωνίδας Γαλάζης, βαθιά ταραγμένος και απογοητευμένος από τη σύγχρονή του πολιτική, κοινωνική και πνευματική πραγματικότητα, μιλά από τη μια συμβολικά, συγκρατημένα και χαμηλόφωνα κι από την άλλη ξεκάθαρα κι αιχμηρά. Μέσα από τις ποικίλες αντινομίες του ποιητικού του λόγου [(λυρισμός-καταγγελία), (κυριολεξία-μεταφορά), (εξομολόγηση, σιωπή-κραυγή), (παιδική αθωότητα-ενηλικίωση, καχυποψία), (τρυφερότητα-ειρωνεία, σαρκασμός, αυτοσαρκασμός), (μελαγχολία-παρωδία), (υποβλητική ατμόσφαιρα-λεκτικό παιχνίδι), (ρεαλιστικό- υπερρεαλιστικό), (πραγματικό-φανταστικό)], επιχειρεί να ελκύσει τον αναγνώστη του, υπηρετώντας το πνεύμα της κριτικής του στάσης. Επιμέρους ενστάσεις σε κάποια ποιήματα της συλλογής για έλλειψη ουσιαστικού βιωματικού υποστρώματος, εγκεφαλικότητα και επιτήδευση υπάρχουν και εκτιμούνται ως υποχώρηση σε σχέση με την προηγούμενή του συλλογή. Η παρούσα, όμως, συλλογή, με τις λεκτικές και μορφολογικές ανατροπές, τις σημασιακές εμβαθύνσεις και τους συμβολικούς συσχετισμούς, αιφνιδιάζει τον αναγνώστη και επιτυγχάνει, ανεπιφύλακτα, ένα ψηλό αισθητικό αποτέλεσμα. Επιπρόσθετα, αποκαλύπτει μια ελεύθερη, αλλά και επώδυνη στις επιλογές της πνευματική και ποιητική στάση, η οποία προϋποθέτει την αναφαίρετη μοναξιά μέσα στην πολύβουη αγορά της πολιτείας.

http://www.poiein.gr/archives/33703/index.html

Δοκιμές συγκολλήσεως

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ
ΟΧΗΜΑ ΚΑΙ ΠΡΟΤΥΠΟ Η ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ

Ψήγματα της υπό παρουσίαση συλλογής «Δοκιμές συγκολλήσεως», θεματικά, στυλιστικά, υφολογικά προϋπήρχαν και στην προτελευταία συλλογή του Λεωνίδα Γαλάζη, που έφερε τίτλο «Λοκριγκάνα» και καταξιώθηκε με το κρατικό βραβείο ποίησης το 2010. Και αναφέρομαι πρωτίστως στη «μεταλλουργία- σιδηρουργία». Τόσο ως θεματικό έναυσμα όσο και ως
εκφραστικό μέσο, με αυτοαναφορικά μεν στοιχεία, αλλά και καθολικές μεταπλάσεις-υπερβάσεις.
Χαίρομαι να σημειώσω πως ανάλογη συνέχεια και αλληλουχία διαπίστωσα και όταν παρουσίαζα τη «Λοκριγκάνα» σε σχέση με τη συλλογή που προηγή-
θηκε και έφερε τίτλο «Παραδαρμός εν αλφαβήτω», του 2007, όπου επίσης ενυπήρχαν στοιχεία και ποικιλότροπα ψήγματα της συλλογής που ακολούθησε.
Ο Λ.Γ. είναι από τους ποιητές που πιο συχνά γράφουν για εκείνα που τους ενοχλούν παρά για εκείνα που τους μαγεύουν, πιο πολύ για εκείνα που τους
εξοργίζουν παρά για εκείνα που τους θέλγουν. Έτσι στο «Τα κέρματα» (σελ. 15), λέει: «Ήρθαν ντυμένα τα κοράκια / όπως όριζε η περίσταση» ή στο «Αποστειρωμένα αισθήματα» (σελ. 16), αποφαίνεται: «Δισκία, ενέσεις, περικοκλάδες / λευκοντυμένοι Σαμαρείτες /με τ’ αποστειρωμένα αισθήματα» και στο «Η σκόνη» (σελ. 17) διαπιστώνει: «Κοιτούσαν τη σκόνη / στα ρούχα τους / κι όχι το χώμα / που για πάντα σε κάλυπτε».
Κύριος θεματικός άξονας του βιβλίου τα ζητήματα της ζωής και του θανάτου. Με τον ποιητή συχνά να υποδεικνύει το εφήμερο αν όχι και το μάταιο του πράγματος. Π.χ. όταν τονίζει: …«τα λικνίσματα των ζωντανών διαιωνίζονται / τριγύρω από τις εφήμερες λάμψεις / και οι γυάλινες αποσκευές τους /ξεμένουνε στ’ αζήτητα των λιμανιών» στο «Στην πλάτη
του ξύλου» (σελ. 21).
Η ίδια οπτική γωνία έρχεται και επανέρχεται συχνά όταν στο «Μέταλλα της μνήμης» (σελ. 23) απευθυνόμενος σε β’ ενικό πρόσωπο στον πατέρα του,
όπως κάνει εξάλλου στα πλείστα ποιήματα της συλλογής, λέει: «Εσύ βέβαια γνώριζες τις κατάλληλες θερμοκρασίες / συγκολλήσεως κάθε μετάλλου / μόνο που και τότε διαισθανόσουν / το πρόσκαιρο κάθε μορφής / μπροστά στην επέλαση των μικροβίων της σκουριάς / των αγγέλων της υγρασίας».
Εικόνες σιδηρουργίας-μεταλλουργίας επιστρατεύονται συνεχώς, πότε αλληγορικά, πότε μεταφορικά, για να φωτίσουν, με την οπτική γωνία του
ποιητή, καίρια υπαρξιακά ζητήματα, αλλά και μνήμες παιδικές που επιστρέφουν σαν μέταλλα, πυρακτωμένα ή οξειδωμένα.
Στο «Ανεπιγνώστως» (σελ. 25) θεωρώ ότι υποβόσκει, ενδεχομένως υπόγεια αλλά διαυγέστατα, και το ταξικό υπογάστριο της ποίησης του Λ.Γ. Αφού «λιμουζίνες αναπαύονται πάλαι πότε θαμβωτικές», οι οποίες «υπέβλεπαν τ’ αυτοκίνητα των εργατών». Για να καγχάσει στη συνέχεια: …«λες και δεν θα λίπαιναν κι αυτές / με τα πανάκριβα λάδια τους / τη γη που κανείς δεν γνωρίζει / πότε θ’ ανοίξει ξανά τα σαγόνια της».
Με όχημα και πρότυπο τη μορφή του αποθανόντος πατέρα του, ο Λ.Γ επιχειρεί να αναλύσει και να εμβαθύνει σε ζητήματα κοινωνικής υφής, υπαρξιακών αναζητήσεων ή άλλου φιλοσοφικού περιεχομένου, επιστρατεύοντας, συχνά-πυκνά και τη μεταφυσική, σε μια προσπάθεια ετεροχρονισμένης συνομιλίας και διαλόγου με τον εκδημήσαντα.
Η αισθητική κατηγορία της μνήμης, όπως σε όλες τις περιπτώσεις ποιητικής καταγραφής άλλωστε, συνυφαίνεται άρρητα και με την αντίστοιχη κατηγορία του χρόνου. Μόνο που αν η μνήμη σαγηνεύει και γαληνεύει τον Λ. Γ. ο χρόνος μάλλον τον δυναστεύει, ή τουλάχιστον τον ανησυχεί. Έτσι στο «Ανίατα ρολόγια» (σελ. 39) αποφαίνεται πως …«Τα ρολόγια τις αυταπάτες μας / μόνο μετρούν».
Ο ποιητής δελεάζεται, θέλγεται, ελκύεται, τόσον ο ίδιος όσο προφανώς και το πρότυπό του, μάλλον από εκείνο που δεν ακολούθησε ποτέ στη ζωή του, το ανυπότακτο, το απείθαρχο, το ατίθασο. Αυτό το συναίσθημα περιγράφεται εξόχως παραστατικά στο «Ανυπότακτοι σπινθήρες» (σελ. 42), όπου ο ποιητής μιλά για τους Τσιγγάνους, όταν ομολογώντας τη ζήλεια του,
λέει: «Πόσο εύκολα παρασύρονταν / από τους ανυπόταχτους σπινθήρες / και μαζί τους ταξίδευαν!».
Προσφιλής αισθητική μανιέρα στο Λ. Γ., που απαντάται και σε προηγούμενες συλλογές του, είναι και η χλεύη. Η χλεύη στο πρέπον, στο ορθόν, στο αρμόζον, στο δεόντως επιβεβλημένο. Παραστατικά και ανάγλυφα αυτή η στάση καταγράφεται με ιδιαίτερη ευκρίνεια στο «Όλα τακτοποιήθηκαν…» (σελ. 50). Παραθέτω ένα ενδεικτικό απόσπασμα: «Όλα τακτοποιήθηκαν όπως έπρεπε. / Οι υπάλληλοι στα γραφεία τους / οι άνεργοι στα επιδόματά τους / οι ποιητές στα κελιά τους / οι νεκροί στα κρεβάτια τους / οι σπινθήρες στις θήκες τους / οι ζωντανοί στις αυταπάτες τους.»
Οι προμετωπίδες που υπάρχουν σε αρκετά ποιήματα παραπέμπουν σε διακειμενικούς διαλόγους. Πιο εύστοχη και πιο βαθιά απ’ όλες τις άλλες θεωρώ τη «συνομιλία» με τον Άρθουρ Μίλλερ, με βάση το αριστουργηματικό θεατρικό του τελευταίου «Ο θάνατος του εμποράκου». Στην προκειμένη περίπτωση, αυτό που επιχειρείται, με ουδόλως ευκαταφρόνητα αποτελέσματα, είναι μια προέκταση του πρωτογενούς υλικού. Στο «Τα μυστικά της ψυχής σου δάκρυα» (σελ. 52), ο αποθανών εμποράκος, δια στόματος Λ.Γ. απευθύνεται στη σύζυγο του λέγοντας : «Ετοίμασε μου μια
ζεστή γωνιά στην ψυχή σου / να μπορώ να φυτεύω τους σπόρους μου τα βράδια / να κάνω σχέδια για τη ζωή σαν έφηβος / κι εσύ να μου φωνάζεις να ξαπλώσω / κι εγώ να σ’ αποκρίνομαι πως ειν’ ακόμα νωρίς /και δεν νυστάζω».
Ο Λ.Γ. έχει κατακτήσει ένα επίπεδο ποιότητας, σύνθεσης και εμβάθυνσης του ποιητικού του λόγου που τον καταξιώνει, κατά τη γνώμη μου, στην κρίση
του αναγνωστικού κοινού, ως ένα από τους αξιολογότερους ποιητές της γενιάς του. Οι προσδοκίες αλλά και οι απαιτήσεις από ποιητές της δικής του εμβέλειας, είναι πάντοτε μεγάλες. Και μακάρι πάντα να δικαιώνονται, στον υψηλό σταθμό που δικαιώθηκαν τώρα.

Κυριακή 23 Ιουνίου 2013 Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ

ΑΝΤΗΣ ΚΑΝΑΚΗΣ

Οι λάμψεις των συγκολλήσεων φωτίζουν την ιστορία της κυπριακής εργατικής τάξης
Είναι η έβδομη ποιητική συλλογή του ποιητή Λ. Γαλάζη. Εξέδωσε ακόμα έξι συλλογές ποιημάτων. Η συλλογή του,«Λουκριγκάνα» τιμήθηκε με κρατικό
βραβείο ποίησης το 2010. Η συλλογή, «Δοκιμές συγκολλήσεων» είναι αφιερωμένη στη μνήμη του πατέρα του ποιητή, συγκολλητή, που εργαζότανε σε μεταλλείο.
Οι σπινθήρες – οι λάμψεις των συγκολλήσεων, του πατέρα – Γαλάζη, φωτίζουν διαμέσου της ποίησης του Λεωνίδα, μια άλλη εποχή.
Την εποχή των πατεράδων και παππούδων μας – της κυπριακής εργατικής τάξης: των μεταλλωρύχων, οικοδομών, γεωργών, βιοτεχνών, που εργαζόνταν σκληρά για ένα πενιχρό μεροκάματο για να συντηρήσουν τις οικογένειές τους.
Ο ποιητής των «Συγκολλήσεων» ταξιδεύει με τη μνήμη του και φέρνει στο φως με τις σπίθες – λάμψεις του πατέρα του, την κοινωνική ζωή εκείνης της εποχής της φτώχειας, της μιζέριας του εργαζόμενου λαού μας.
Στο ποίημα του «Στα μονοπάτια των Αγιασμάτων» γράφει (απόσπασμα):

«Μόνος, κατάμονος.
Μαύρες ελιές και ξερό ψωμί
κι ας έτριζαν τα δόντια τους τα τρωκτικά.
Το ξύδι κι η χολή
που σε πότισαν
αυτοί που τώρα κοίταζαν
τη σκόνη στα ρούχα τους.
Μόνος!
Κι ο κύρης σου στ’ αμόνι σκυφτός
στη φωτιά παραδίδοντας τα φοβερά μυστικά».

Με το δικό του, ποιητικό τρόπο, ο Λ.Γ. μας δίνει μια εικόνα της καθημερινής ζωής των ανθρώπων εκείνης της εποχής. Κι ο πατέρας του συνέχεια μάχεται κτυπά τ’ αμόνι… «στη φωτιά παραδίδοντας τα φοβερά μυστικά…».
Τα μυστικά της ζωής τα κουβαλούν μέσα τους οι εργαζόμενοι που καθημερινά αγωνίζονται, παλεύουν για να επιβιώσουν.
Όταν πραγματοποιούνται οι συγκολλήσεις οι λάμψεις μένουν, κατά τον ποιητή, στη μνήμη και τη συνείδηση και μας φωτίζουν.
Στο ποίημα: «Μένουν οι λάμψεις» τονίζει: (απόσπασμα):

«Τουλάχιστο μένουν οι λάμψεις
και τα φευγαλέα παιχνιδίσματα των σπινθήρων
που σε κλάσματα δευτερολέπτων ψύχονται
κι αμέσως κατακάθονται
με βαριά καρδιά στο πάτωμα
σαν ταπεινά ρινίσματα σιδήρου».

Ομως μέσα στη στάχτη των ρινισμάτων του σιδήρου αγρυπνούν λίγες σπίθες για να συνεχίσουν μετά το τρελό χορό τους.
Στο ποίημα: «Αγρυπνες Σπίθες» λέει τα πιο κάτω: (απόσπασμα):

«Λίγοι σπινθήρες όμως αγρυπνούσαν
κάτω από τα νεκρά ρινίσματα
και κει που δεν το περιμέναμε
μια εστία φωτιάς στο πάτωμα
(εκεί να μένουν άγρυπνοι!)
κι όλα τα ρινίσματα τραγουδώντας
ανέβαιναν πάλι
και χόρευαν σαν τρελά στον αέρα
κι ύστερα πάλι έπεφταν στο πάτωμα
και νόμιζα πως ήταν πια νεκρά
μα εσύ, πατέρα, γνώριζες πολύ καλά
την παρελκυστική τακτική των ρινισμάτων
που δεν τα βάζουνε κάτω
παρά καλύπτονται προσεχτικά
κάτω από τις επάλληλες στρώσεις της στάχτης
και κει που δεν το περιμένεις ζωντανεύουν
(εκεί να μένουν ζωντανά)
κι αναδεύουν τα βάθη της ψυχής μας
και χορεύουν έξαλλα μες στο καμίνι της ψυχής μας».

Αυτά όλα συντελούνται στη μνήμη στη συνείδηση στο υποσυνείδητο του ποιητή και των αναγνωστών του, μελετητών, των ποιημάτων του.
Χορεύουν έξαλλα μες το «καμίνι της ψυχής μας» οι σκιές των προγόνων μας που πάλευαν με τα μέταλλα και καρπούνταν οι ξένοι εργοδότες τούς κόπους τους, την υπεραξία της εργασίας τους.
Με φωτισμένο το νυστέρι της μνήμης, από τις λάμψεις των συγκολλήσεων, ο ποιητής διεισδύει στις γαλαρίες και μας παρουσιάζει μια εικόνα των συνθηκών εργασίας των μεταλλωρύχων:
«Μέταλλα της μνήμης»
(απόσπασμα):
«Ξυπνώντας μεσάνυχτα
για την τρίτη βάρδια στο μεταλλείο.
Στο παλιό λεωφορείο με τους εργάτες
με τις αγκούσες στην τσάντα σου
στων βουνών τις κορφές
αναζητώντας το νόημα
των συνεχών περιπλανήσεων
των καταβάσεων στις υγρές γαλαρίες
με το λιγοστό φως των φαναριών»

Ο ποιητής θλίβεται γιατί δεν έμαθε την τέχνη των συγκολλήσεων και δυσκολεύεται να συγκολλήσει τα μέταλλα της μνήμης:

«Δεν έμαθα την τέχνη σου
και να που τώρα δυσκολεύομαι
να συγκολλήσω τα μέταλλα της μνήμης
λίγη φωτιά περισσότερη απ’ ό,τι χρειάζεται
και τα κομμάτια σωριάζονται
άμορφες μάζες στο πάτωμα».

Και συνεχίζει: «Κεντώντας με ήλεκτρα τη μνήμη»:

«Ψάχνω στην αποθήκη μας να βρω
τα παλιά σου ήλεκτρα
να συγκολλήσω τα θραύσματα της μνήμης».

Ο Λ. Γαλάζης καταφέρνει, με τα ήλεκτρα του πατέρα του, να ενώνει τα θραύσματα της μνήμης. Να ενώνει το παρόν με το παρελθόν, με τη διαλεκτική του σκέψη.
Οι μεταλλωρύχοι κι αμιαντωρύχοι έπασχαν από την ασθένεια της πνευμονοκονίασης, γιατί δεν είχαν τ’ απαιτούμενα προστατευτικά μέσα από τη σκόνη των μετάλλων (του χαλκού και του αμιάντου).
Στο ποίημα του, «Η σκόνη στα πλεμόνια σας» ο ποιητής
γράφει (απόσπασμα):

«Η σκόνη στα πλεμόνια σας
Γιατί να ενοχλήσουν τους επιστάτες
οι αναθυμιάσεις κι η μαύρη σκόνη
που κατακάθιζε στα πλεμόνια σας»
και συνεχίζει:
«Η σκόνη στα πλεμόνια σας
ήταν δικό σας πρόβλημα και μόνο.
Ας το αντιμετωπίζατε με θάρρος, επιτέλους.
Και μόνοι!»

Πολλοί ήταν οι μεταλλωρύχοι και η αμιαντωρύχοι που έχασαν τη ζωή τους από την πνευμονοκονίαση, χωρίς βέβαια να έχουν την απαιτούμενη ιατρική περίθαλψη.
Με τις συγκολλήσεις ασχολούνταν κι οι «Τεχνουργοί σπάνιων κοσμημάτων» κι ασχολούνται μέχρι σήμερα. Σμίγουν (συγγολλούν) το χρυσάφι μ’ ευτελή μέταλλα για να κερδοσκοπούν…

«Ηξεραν, έλεγαν, τι γεύση έχει το χρυσάφι
οι τεχνουργοί των σπάνιων κοσμημάτων.
Πόσο λεπτεπίλεπτα στον πάγκο τα εργαλεία τους
τι νευρασθενικές οι ζυγαριές ακριβείας τους!»

Ο πατέρας του ποιητή, όμως δεν ασχολείτο με την αλχημεία δεν ήταν αλχημιστής, συγκολλούσε γνήσια μέταλλα.

«Ενώ εσύ που παίδευες τα ταπεινά σου μέταλλα με τη βαριά
δεν έμαθες ποτέ την τέχνη των περιστροφών,
των ελιγμών, των λήρων, των φληναφημάτων»

Ένα ποίημα, ξεχωριστό, της συλλογής που δεν έχει σχέση με τις συγκολλήσεις και τους σπινθήρες είναι «Τα μυστικά της ψυχής σου δάκρυα».
Ο ποιητής το εμπνεύστηκε από το θεατρικό έργο του Αμερικάνου δραματουργού Αρθουρ Μίλλερ «Ο θάνατος του εμποράκου».
Συνεχίζει το διάλογο και μεταξύ των πρωταγωνιστών του δράματος: του Γουίλλυ Λόμαν και της συζύγου του, Λίντας, με ποιητικό δραματικό ύφος. Και καταφέρνει, λακωνικά, να διατυπώσει το κύριο νόημα του έργου, (απόσπασμα):
Λέει ο Γουίλλυ στη Λίντα:
«Να με περιμένεις, Λίντα, Μην πάψεις ποτέ να με περιμένεις.
Τι να τα κάνω πια τα δάκρυά σου
και τις άλλες εκδηλώσεις του πένθους;
Να ξέρεις, Λίντα, πως η ψυχή του Γουίλλυ Λόμαν
προς την ψυχή σου μόνο κατευθύνεται
κι όχι στον ουρανό ή στον Κάτω Κόσμο.
Να ξέρεις πως η ψυχή του εμποράκου
θα χαθεί για πάντα
μόνο τη μέρα που θα πάψεις εσύ να τη γυρεύεις
μόνο τη μέρα που θα το πάρεις απόφαση
ότι δεν λείπω προσωρινά σε ταξίδι.
Γιατί μου ζητάς να σε συγχωρέσω, Λίντα;
Τι να κάνω πια τα δάκρυα
και τους θεατρινισμούς των κηδειών;
Ο ποιητής Λεωνίδας Γαλάζης σ’ αυτή του τη συλλογή: «Δοκιμές συγκολλήσεων» ταξιδεύει, με τις λάμψεις των συγκολλήσεων του πατέρα του σε μια άλλη εποχή και μας παρουσιάζει, σαν σε κινηματογραφική ταινία, με το στίχο του, τη βιοπάλη και τους αγώνες των μεταλλωρύχων για να
επιβιώσουν στις αντίξοες συνθήκες.
Εκείνης της εποχής και της στυγνής εκμετάλλευσης του μόχθου τους από τους εργοδότες.
Μας περιγράφει μια ζωντανή εικόνα του κοινωνικού γίγνεσθαι στην Κύπρο κατά τον εικοστό αιώνα, επί αγγλοκρατίας και στα πρώτα χρόνια της Κυπριακής Ανεξαρτησίας.
Οι λάμψεις των «συγκολλήσεων» φωτίζουν, με τη μνήμη του ποιητή, την οικογενειακή, κοινωνική διαβίωση και τις σκληρές συνθήκες εργασίας, των Κυπρίων εργαζομένων κατά τον 20ο αιώνα, όποτε διαμορφώνεται και οργανώνεται η κυπριακή εργατική τάξη.

ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΧΑΡΑΥΓΗ ΚΥΡΙΑΚΗ 6 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2013

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ ΚΑΛΛΙΝΟΣ

Κάτω απ’ τα νεκρά ρινίσματα
Αινιγματική είναι η φύσις της ποιήσεως, του είδους εκείνου του λόγου που βρίσκεται εν τω μέσω του νοητού και του υπέρλογου, του ρητού και του άρρητου. Απερινότητος, μας λέει ο Ζήσιμος Λορεντζάτος ο χαρακτήρ της ποιήσεως. Απερινόητος και ο τίτλος της τελευταίας ποιητικής συλλογής του Λεωνίδα Γαλάζη, «Δοκιμές συγκολλήσεως».
Διαβάζοντας όμως κανείς τα πρώτα ποιήματα του βιβλίου, αρχίζει να αντιλαμβάνεται ότι ο τίτλος του έχει ως ένα σημείο και κυριολεκτικό νόημα. Τα ποιήματα της συλλογής είναι σχεδόν εξ ολοκλήρου αφιερωμένα στον πατέρα του ποιητή – περιορισμένος αριθμός ποιημάτων είναι αφιερωμένα στην μητέρα του. Άνθρωποι και οι δύο, οι οποίοι όπως συνάγεται από την ποιητική αφήγηση έζησαν σκληρά και δύσκολα χρόνια.
«Ξυπόλυτος με μπαλωμένα ρούχα/ ροβόλαγες στα μονοπάτια…/ Μόνος, κατάμονος./ Μαύρες ελιές και ξερό ψωμί/ κι ας έτριζαν τα δόντια τους τα τρωκτικά…»
Η ταπεινή και σκληρή εργασία του χειρώνακτα σιδηρουργού, διά της αλχημικής ουσίας της ποιήσεως λαμβάνει μια σχεδόν ιερουργική διάσταση και μεταμορφώνεται σε ποιητική κατάσταση. Ο Paul Ricoeur γράφει ότι η ποιητική φαντασία έχει την ιδιότητα όχι απλά να περισυλλέγει εικόνες τις αισθητής εμπειρίας αλλά να δημιουργεί ένα καινούριο ποιητικό κόσμο, ο οποίος παρέχει μια νέα νοηματοδότηση της υπάρξεώς μας.
Περιγράφοντας ποιητικά στοιχεία ή αντικείμενα του εργαστηρίου του συγκολλητή μετάλλων πατέρα του, ο ποιητής εκφράζει τα στοιχεία εκείνα που έχουν εγγραφεί στην ψυχή του. Τα αντικείμενα αυτά δεν είναι πλέον συμβατικά αντικείμενα αλλά ποιητικά σύμβολα, τα οποία διά της φαντασίας παράγουν νέα νοήματα, και με την αναπάντεχη χρήση της γλώσσας ποιητικές εικόνες.
Οι ονειρικές εικόνες της ποίησης του Λεωνίδα Γαλάζη και οι υποσυνείδητες ποιητικές αναμνήσεις σχετίζονται με μια ποιητική του εσωτερικού χώρου, όπως την ορίζει ο Gaston Bachelard. Οι αναμνήσεις αναδύονται αυθόρμητα και αβίαστα από το ψυχικό υπόστρωμα του ποιητικού υποκειμένου και εκφράζονται ως ποιητικός λόγος. Σ’ αυτού του είδους την ποίηση κυρίαρχο είναι το ποιητικό Cogito (η υπόσταση δηλ. του ποιητή), η οποία φθάνει μέχρι τα όρια της σολιψιστικής υπαρξιακής κατάστασης.
Λίγοι σπινθήρες όμως αγρυπνούσαν/ κάτω από τα νεκρά ρινίσματα/ και κει που δεν το περιμέναμε/ μια εστία φωτιάς στο πάτωμα/ [εκεί να μένουν άγρυπνοι!]/ κι όλα τα ρινίσματα τραγουδώντας/ ανέβαιναν πάλι/ και χόρευαν σαν τρελά στον αέρα/ κι ύστερα πάλι έπεφταν στο πάτωμα/ και νόμιζα πως ήταν πια νεκρά/ μα εσύ, πατέρα, γνώριζες πολύ καλά/ την παρελκυστική τακτική των ρινισμάτων/ που δεν τα βάζουνε κάτω/ παρά καλύπτονται προσεχτικά/ κάτω από τις επάλληλες στρώσεις της στάχτης/ και κει που δεν το περιμένεις ζωντανεύουν/ [εκεί να μένουν ζωντανά]/ κι αναδεύουν τα βάθη της ψυχής μας/ και χορεύουν έξαλλα μες στο καμίνι της ψυχής μας…
Παρόλο που ο Γαλάζης γράφει σε ελεύθερο στίχο, χρησιμοποιεί δηλ. την κατ’ εξοχήν μοντερνιστική ποιητική, το εξομολογητικό, μελαγχολικό και θρηνητικό ύφος της ποίησης της τελευταίας του συλλογής θα μπορούσε να της προσδώσει τον χαρακτηρισμό της μοντέρνας ελεγείας λύπης. Τα ποιήματα της συλλογής μπορούν να διαβαστούν ως αποσπάσματα μιας αυτοτελούς και αδιάσπαστης σύγχρονης ελεγειογραφίας, καθώς όλα συγκλίνουν θεματολογικά, και συνυφαίνονται υφολογικά, δημιουργώντας ένα ενιαίο και αδιαίρετο ποιητικό όλον.
Η ελεγεία, το κατ’ εξοχήν ποίημα που εκφράζει την σχέση του ανθρώπου με τον θάνατο, η ποίηση δηλ. που εκφράζει το δέος, την θλίψη και την αγωνία του θανάτου, δεν μπορεί να μην περιέχει ταυτόχρονα κι ένα είδος στοχαστικής ενατένισης, καθώς όπως γράφει ο Πλάτων, σ’ αυτήν την απορία περί θανάτου έγκειται όλη η ουσία της φιλοσοφίας – Φιλοσοφία εστί η μελέτη θανάτου. Μια ποίηση λοιπόν με έντονο το στοιχείο του θανάτου ή μια ποίηση περί θανάτου, δεν μπορεί παρά να οδηγεί σε μια στοχαστική διάθεση για τα ουσιώδη ζητήματα υπάρξεως, της αθανασίας της ψυχής, της σχέσης της ύλης και του πνεύματος, τους σώματος και της ψυχής, την μοίρα της ψυχής μετά τον περατωθέντα βίο του σώματος. Αυτές οι απορίες για την μοίρα του πεπερασμένου ανθρώπινου όντος διαπερνούν την ποίηση του Γαλάζη, φευγαλέα και συνειρμικά.
Λόγιος ποιητής, με γερή φιλολογική αρματωσιά και γνώση, συνομιλεί με εκλεκτικά κείμενα της νεοελληνικής και της παγκόσμιας λογοτεχνίας, καθώς και της κλασσικής γραμματείας, αρδεύοντας στοχασμό και έμπνευση. Όπως λ.χ. με τον ποιητή Κωστή Παλαμά, τον Νίκο Εγγονόπουλο, τον Ηράκλειτο, την Θεία Κωμωδία του Dante Aligieri κ.ο.κ. Οι συχνές παραπομπές υπό την μορφή των ποιητικών μόττο, που συνοδεύουν αρκετά ποιήματα της συλλογής, στον Αργύρη Χιόνη, μαρτυρούν μια σαφή ποιητολογική σχέση, και προφανώς οφειλή. Η λογιοσύνη του Γαλάζη διαπιστώνεται και από την ποιητική του γλώσσα, μια γλώσσα πλούσια σε ιδιωματικές εκφράσεις και ποιητολογικούς τύπους. Χωρίς, βεβαίως, η φιλολογική επάρκειά του, να τον οδηγεί σε μια ποίηση πάσχουσα από φιλολογική επιτήδευση.

ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΑΥΓΗ 21/9/2013

ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΥ

Η συλλογή «Δοκιμές συγκολλήσεως» είναι αφιερωμένη στη μνήμη του πατέρα του ποιητή, που αποδήμησε πρόσφατα. Έτσι από την αρχή προκαταλαμβάνεται, σ” ένα βαθμό, ο αναγνώστης ότι πρωταγωνιστής θα είναι ο εκλιπών πατέρας και ο πόνος και η θλίψη από την αποδημία του. Ωστόσο, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Γιατί η ποίηση του Λεωνίδα Γαλάζη δεν ήταν ποτέ «εύκολη» ούτε επιφανειακή, ούτε μονοδιάσταση. Ο προσωπικός πόνος γίνεται πανανθρώπινος πόνος, η θλίψη γίνεται όχημα, για να στοχαστεί ο ποιητής πάνω στα μεγάλα υπαρξιακά ζητήματα της ζωής και του θανάτου, η μνήμη έρχεται και επανέρχεται ως προσωπικό βίωμα, αλλά παράλληλα για να κατακρίνει τα κακώς κείμενα της κοινωνίας μας, την υποκρισία, το ψέμα, τα άνομα συμφέροντα.
Και τα 50 ποιήματα έχουν όλα τα γνωρίσματα για να χαρακτηριστούν ως μια μεγάλη ποιητική σύνθεση. Το θέμα του αναχωρήσαντος πατέρα, η μνήμη, μοτίβα που επαναλαμβάνονται για να δώσουν ενότητα, άλλα δευτερεύοντα θέματα, οι εκφραστικοί τρόποι, το ενιαίο ύφος, ακόμα και οι ομότεχνοί του με τους οποίους συνομιλεί ο Λ. Γαλάζης είναι ορισμένα από τα συνδετικά στοιχεία. Ο ποιητής βλέπει τον πατέρα του να βαδίζει στη γενέθλια γη, «Στα μονοπάτια των Αγιασμάτων», γύρω από το μοναστήρι του Σταυρού του Αγιασμάτι, στη Μαδαρή, στην Πλατανιστάσα, άλλες φορές να χτυπά «με τη βαριά τα πυρακτωμένα μέταλλα», να εργάζεται σκληρά για τον επιούσιο, οι στιγμές με την αγαπημένη του γάτα, στο νοσοκομείο, στην Αχερουσία με το βαρκάρη, στη ζωή μετά τον θάνατο. Όπως εξομολογείται στο πολύ αποκαλυπτικό για τις προθέσεις του ποίημα «Κεντώντας με ήλεκτρα τη μνήμη»: ζωντανές να κρατήσω/τις στιγμές της ζωής σου/τη θλίψη στο βλέμμα σου.
Είναι σχεδόν αγωνιώδης αυτή η προσπάθεια του ποιητή σ” όλα τα ποιήματα της συλλογής, πρώτα να διαφυλάξει και να περισώσει από τη λήθη τη μνήμη του πατέρα και έπειτα να προχωρήσει σε μια φιλοσοφική ενατένιση για το πεπερασμένο της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο ίδιος εξομολογείται, θέτει βασανιστικά ερωτήματα, συνομιλεί νοερά πολλές φορές με τον πατέρα του και ο λόγος του εδώ γίνεται άμεσος, σχεδόν προφορικός. Ανασύρει προσωπικές μνήμες, σκέψεις, επώδυνες πίκρες πολλές φορές, αλλά με στόχο να καταδείξει την ακεραιότητα του πατέρα, την ευθύτητα, την εντιμότητα, τη λιτότητά του απέναντι στην προδοσία, την υποκρισία, την αδικία, την αμνησία, τη φιλαργυρία των άλλων.
Οι αναφορές στις πρόσφατες ιστορικές περιπέτειες της Κύπρου είναι περιορισμένες σε σχέση με τις προηγούμενες συλλογές του ποιητή, όπως και τα ζητήματα ποιητικής, αλλά αυτό έχει να κάνει με την κεντρική θεματική της συλλογής. Συχνά παραπέμπει στη φύση της πατρικής γης, σε γάτες, μέλισσες, πουλιά, μυρμήγκια. Ορισμένα από τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα είναι το εργαστήρι του μεταλλουργού με τα πυρακτωμένα μέταλλα, οι λάμψεις των συγκολλήσεων, οι σπινθήρες, τα ρινίσματα, η σκουριά (που συνδέονται με τη μνήμη και το βιοπορισμό του πατέρα), η μορφή της μάνας, οι γάτες και τα πουλιά, ο θάνατος, τα κεριά, η σκόνη, τα φύλλα, ο χρόνος, το ρολόι, οι τσιγγάνοι. Ο ποιητής συνδιαλέγεται συχνά με τους αρχαιοελληνικούς μύθους, τη χριστιανική παράδοση αλλά και πολλούς ποιητές και φιλοσόφους σε μια πλούσια διακειμενικότητα, π.χ. με τον Αργύρη Χιόνη, τον Σωκράτη, τον Ηράκλειτο, τον Σαχτούρη, τον Καβάφη, τον Σεφέρη (σε πολλά ποιήματα παρατίθενται μάλιστα προμετωπίδες με στίχους από ποιήματα ή ρήσεις τους).
Κι όμως μέσα σ” αυτή τη θλίψη και τη μελαγχολία που διατρέχει τη συλλογή, βρίσκουν χώρο για να εισχωρήσουν η ειρωνεία και ο σαρκασμός. Η κρυπτικότητα που χαρακτήριζε σε ένα βαθμό τις προηγούμενες συλλογές τώρα υποχωρεί, αλλά η πολυσημία και οι συμβολισμοί είναι έκδηλοι, οι μεταφορές και οι εικόνες, αντιθετικές καμιά φορά, είναι εντυπωσιακές (Ανηφόριζες μαζί με τη μητέρα/[.] Και πολλά προπορευόμενα βλέπατε κάρα/με τρόπο να πέφτουν στο κενό/και τ” άλογα κατάχλωμα στα σύννεφα/που φλογισμένο στάζαν αίμα: Άγουρα ξύλα). Ναι, είναι μια συλλογή που τη διατρέχει η θλίψη για την απώλεια του πατέρα, από την αρχή μέχρι το τέλος. Ωστόσο, πρόκειται για μια γόνιμη θλίψη και σε καμία περίπτωση ο ποιητής δεν υποπίπτει στην παγίδα του μελοδραματισμού, κάτι που διακρίνει τον ώριμο και κατασταλαγμένο από τον αρχάριο και άτεχνο ποιητή. Και αυτή είναι μια από τις αρετές της συλλογής «Δοκιμές συγκολλήσεως».
Όλα ταχτοποιήθηκαν
Όλα ταχτοποιήθηκαν όπως έπρεπε/Τα ενθύμια σου σφραγίστηκαν/οι επιστολές που δεν πρόλαβες να διαβάσεις/αρχειοθετήθηκαν/τα τηλεφωνήματα που ποτέ δεν απάντησες απαντήθηκαν/και δόθηκαν οι αναγκαίες εξηγήσεις/Όλοι ταχτοποιήθηκαν όπως έπρεπε./Οι υπάλληλοι στα γραφεία τους/οι άνεργοι στα επιδόματά τους/οι ποιητές στα κελιά τους/οι νεκροί στα κρεβάτια τους/οι σπινθήρες στις θήκες τους/οι ζωντανοί στις αυταπάτες τους .

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «ΑΝΕΥ» 48 (ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2013) 77-79.

 

Λοκριγκάνα

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

ΒΙΒΛΙΟ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΚΡΙΤΙΚΗΣ

Ο ΛΕΩΝΙΔΑΣ Γαλάζης, με την υπό παρουσίαση συλλογή του, «Λοκριγκάνα», εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2010, ξεκινά από την ίδια αφετηρία από την οποία ξεκίνησε και το 2007 με την προηγούμενη συλλογή του «Παραδαρμός εν αλφαβήτω». Και αναφέρομαι στο εγχείρημα της συγγραφής ενός συνθετικού ποιήματος. Και στην πρώτη και στη δεύτερη περίπτωση επιχειρήθηκε μια συμπαντική προσέγγιση με έντονα δημοσιολογικά στοιχεία. Ωστόσο, έχω την αίσθηση ότι στη «Λογκριγκάνα» ο Λ.Γ. κατάφερε να λειτουργήσει πιο φιλελεύθερα όσον αφορά στην προσήλωση που προαπαιτεί η αρχιτεκτονική δόμηση μιας ποιητικής σύνθεσης. Πάντα σε σύγκριση με τον «Παραδαρμό εν αλφαβήτω» η «Λοκριγκάνα» έχει, κατά τη γνώμη μου, και πιο συμπυκνωμένη θεματική ανάπτυξη, γεγονός που δημιουργεί προϋποθέσεις ακόμη μεγαλύτερης ευστοχίας.
Ένα συνθετικό ποίημα διασφαλίζει με πολλές αισθητικές και τεχνοτροπικές μανιέρες τη συνοχή του. Το εγχείρημα αλληλουχίας και συνοχής που επιχειρεί ο Λ.Γ., με το να αρπάζεται από ένα στίχο του προηγούμενου ποιήματος, συνήθως τον τελευταίο, για ν’ αρχίσει το επόμενο ποίημα, είναι ενδεικτικό. Ωστόσο, είναι ένα εγχείρημα ριψοκίνδυνο, διότι μπορεί να οδηγήσει και σε ατραπούς εγκεφαλισμού, κάτι που ευτυχώς δεν διαπίστωσα να συμβαίνει στην ποίηση του Λ.Γ. Έστω κι αν μερικές φορές δίνει την εντύπωση πως πλοηγείται από τους στίχους του, αντί να τους πλοηγεί. Και δεν υπονοώ ότι αυτό είναι πάντοτε κάτι αρνητικό. Αντιθέτως, αυτή η αμφίδρομη σχέση επιφέρει συχνά εκπληκτικά ευχάριστες και αιφνιδιαστικά όμορφες αισθητικές κατακτήσεις.
Συνολικά και συνοπτικά θα χαρακτήριζα τη «Λοκριγκάνα» ως ένα βιβλίο ποιητικής και συνάμα ένα βιβλίο κοινωνικής κριτικής. Εξάλλου, και τα ποιήματα ποιητικής στο βιβλίο έχουν έντονο κριτικό στίγμα. Τα περί ποίησης και των ποιητών, όπως και τα περί της κοινωνίας και των πολιτών, συμπλέκονται και συνυπάρχουν αρμονικά στην ποίηση του Λ.Γ. Πολλά ποιήματα του ξεκινούν εν είδει κοινωνικής κριτικής, αλλά στην πορεία απολήγουν σε δημιουργήματα ποιητικής. Όπως π.χ. στο «Αυλικοί» (σελ. 34) όπου στην αρχή ψέγεται το διαχρονικό, παρασιτικό φαινόμενο των αυλικών – ανεξαρτήτως καθεστώτος και εποχής – αλλά στο τέλος το σώμα της κοινωνίας παραλληλίζεται με το σώμα της ποίησης.
Έτσι, «…παρά τις διαβεβαιώσεις των αυλικών, από πληγές αγιάτρευτες / εκκρίνονται / οι μολυσμένοι στίχοι. Αμέσως σπεύδουν νοσοκόμοι / με γάζες ιωδίου / κι αντισηπτικά»… Συχνά – πυκνά ο Λ.Γ. στρέφει τα βέλη του σε στρεβλές, σαρθρές και νοσηρές καταστάσεις, τις οποίες προφανώς απαντά στον κοινωνικό ιστό, ασκώντας έντονη κριτική. Αυτό συμβαίνει και στο ποίημα «Οι κουστωδοί των ανέμων» (σελ. 31), ειδικά όταν λέει: «Δούλοι πιστοί ξεχάσαμε πως τραγουδούν ανέμελα / δούλοι πιστοί τα δόντια τρίζοντας / τ’ αφεντικά σαν το προστάξουν».
Η κοινωνική κριτική του Λ.Γ. μονίμως εστιάζεται σ’ αυτό που αποκαλούμε δημόσιο τομέα, στις δομές, στις νοοτροπίες και τους λειτουργούς του, τους μανδαρίνους της εξουσίας. Ως εκπαιδευτικός στο δημόσιο, εδώ και δυο δεκαετίες τουλάχιστον, έχει βιωματικές εμπειρίες που αξιοποιεί δεόντως. Έτσι, μάλλον ξέρει επακριβώς τι λέει όταν στο «Περιγραφή πειράματος ή οι άθλιοι της Λευκωσίας», (σελ. 37) καυτηριάζει: «Το οξείδιο της αγωνίας στους διαδρόμους των κυβερνητικών κτιρίων, χολή που στάζει σαν μιλούν εντεταλμένοι κουστωδοί, βαριές κουβέντες, αντεγκλήσεις, σκουριασμένα μυαλά, κατουρημένες συνειδήσεις».
Διάσπαρτα και συχνά εμβόλιμα ψήγματα από την εν γένει θεματική της ποιητικής απαντώνται σε πάρα πολλά ποιήματα της συλλογής. Σ’ αυτά ο Λ.Γ. αναμετράται, κρίνει, επικρίνει, ψέγει και μεμψιμοιρεί με τους ομότεχνούς του ή για τους ομότεχνούς του. Π.χ. στο «Φλούδες νοημάτων» (σελ. 26) λέει: «ποιήματα για τους καλάθους των υπεραγορών / εν μέσω προσφορών / κορδέλες στα μαλλιά αφελών κυράδων». Ο ρόλος του ποιητή στο κοινωνικό αλλά και στο αισθητικό γίγνεσθαι απασχολεί ιδιαίτερα τον Λ.Γ. και διαπερνά σχεδόν όλους του τους στίχους. Κυρίως, όμως, πραγματεύεται τον κόσμο των αισθημάτων και των συναισθημάτων, τον ψυχικό κόσμο των ποιητών. Εύγλωττα και εύστοχα στο «Ρινίσματα» (σελ.
27) σημειώνει: «Ρινίσματα αισθημάτων στο δοκιμαστικό σωλήνα. / Ψάξε να βρεις στο κατάλληλο φιαλίδιο / τη χημική ουσία που θα διαλύσει / τα στρώματα της σκουριάς».
Σε μια συλλογή με τόσες και τόσες αναφορές στην ποίηση και στους ποιητές, δεν λείπουν βέβαια και οι διακειμενικοί διάλογοι με προσφιλείς ομότεχνους και ως επί το πλείστον δάσκαλους του Λ.Γ., όπως π.χ. ο Καβάφης, που τον συναντούμε και ως προμετωπίδα στο «Απομίμησις» (σελ. 33) όπου ο Λ.Γ., εδραζόμενος πάνω σε καβαφικούς συλλογισμούς, προεκτείνει: «…η ποίησης / περιορίζεται σε μίμηση δεύτερου βαθμού / σε ένα σπίτι με πολλαπλούς καθρέφτες».
Θα ήθελα να κάμω κάποιες νύξεις και στους τεχνοτροπικούς πειραματισμούς του Λ.Γ. Σε μια σειρά από ποιήματα στον ελεύθερο στίχο παρεισφρέουν στίχοι ομοιοκατάληκτοι κλασικότροποι, συνήθως ζευγαρωτοί και ενίοτε δεκαπεντασύλλαβοι. Και ο στόχος δεν είναι βέβαια να δώσει μιαν αίσθηση δημώδους ποίησης, αλλά να προκληθεί η έκπληξη, η απορία, το μειδίαμα και μιας μορφής αστεϊσμός, καθώς αιφνιδιαστικά σμίγουν λέξεις λόγιες με λέξεις του καθημερινού συρμού. Θα έλεγα, ωστόσο, ότι τα αποτελέσματα αυτής της μανιέρας ποικίλλουν και ο βαθμός της αισθητικής ευόδωσής τους έχει μεγάλη διαπασών. Π.χ. στα «Τείχη» (σελ. 23) ενώ αρχικά συναντάμε ένα ευπρόσωπο ψήγμα κοινωνικής κριτικής: «λάσπη στις γωνιές των υπουργείων / στόμα κλειστό κατά τις υποδείξεις / τόλμησε να μιλήσεις και θα δεις», η εμμονή σε περιπαικτικές – λογοπαιγνιδίζουσες παρηχήσεις λειτουργεί, κατά την άποψή μου, διαβρωτικά, ως προς το συνολικό αισθητικό αποτέλεσμα: «Γύρισε και φίλησε τα τείχη, μη χάσεις τέτοια τύχη / να προσκυνάς ό,τι σου τύχει / αλλιώς μαυρίζουν ξαφνικά παράθυρα και τοίχοι / κατράμι και παράταιροι πυροβόλων ήχοι /…».
Από τις καλύτερες στιγμές του βιβλίου θεωρώ τρία ποιήματα με κοινά χαρακτηριστικά γνωρίσματα. Και αναφέρομαι στο «Σε νέα ηθοποιό» (σελ. 38), στο «Οι φίλοι μου τα σκιάχτρα» (σελ. 47) και στο «Λευκές σελίδες» (σελ. 48). Έχω την άποψη ότι και οι τρεις περιπτώσεις είναι από τις πλέον διαυγείς στιγμές στο βιβλίο, με νοηματική ευκρίνεια, επαρκή αισθητική πραγμάτωση και πάλλοντα συναισθηματικό φόρτο. Πρόκειται για ποιήματα συμπαγή και ολοκληρωμένα, με ροή, συνοχή και εντέλεια.
Ολοκληρώνω λέγοντας πως στη «Λοκριγκάνα» ο Λ.Γ. καταθέτει ένα σαφέστατο στίγμα ποιητή κριτή και επιτιμητή τόσο των λογοτεχνικών όσο και των κοινωνικών δρώμενων στον τόπο μας. Και το κριτικό στίγμα του Λ.Γ. είναι ιδιαιτέρως ευκρινές και ιδιαιτέρως καταπελτικό και καταγγελτικό όταν έχει ως αποδέκτη την εξουσία, την όποια εξουσία. Και αυτό συμβαίνει στις πλείστες των περιπτώσεων.

Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ, 12 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2012

ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
ΠΟΙΗΣΗ ΑΠΟ ΣΚΛΗΡΑ ΜΕΤΑΛΛΑ

Η αναζήτηση -ή ακόμη χειρότερα ο ορισμός- του «καλού» ποιήματος εντάσσεται μάλλον στην παθογένεια της ποιητικής τέχνης.
Υπό την έννοια, πως σε μια εποχή όπου το μορφωτικό επίπεδο των λογοτεχνών έχει ανέβει σημαντικά σε σύγκριση με περασμένες δεκαετίες, όπου οι πλείστοι ποιητές διαθέτουν τα στοιχειώδη σύνεργα προκειμένου να συγγράψουν ένα στιχούργημα που να ανταποκρίνεται στα πρότυπα του «αξιοπρεπούς» ποιήματος, μάλλον είναι ανάγκη να ορίσουμε το «κακό» ποίημα και να αναδείξουμε το «διαφορετικό» ποίημα. Όμως, η παθογένεια δεν περιορίζεται στο καλλιτεχνικό προϊόν· δεν αφορά μόνο τον φθαρμένο ποιητικό λόγο, μα και τον φθαρμένο δημόσιο λόγο των ποιητών δρώντας στο πλαίσιο της κοινωνίας. Ας μην επεκταθώ στην υπόσταση του ποιητή-προφήτη, του ποιητή-μύστη κ.λπ. Οι παραπάνω ιδιότητες δεν έχουν ούτως ή άλλως την κάποτε λειτουργικότητά τους, η οποία ουσιαστικά επρόκειτο για μία ενσαρκωμένη έννοια που συμφωνήθηκε στο φαντασιακό της κοινότητας. Ας περιοριστώ στη διαπίστωση πως πλέον συνιστά παγκόσμιο φαινόμενο η αναγωγή της ποίησης σε ακαδημαϊκή ενασχόληση και του ποιητή σε ένα μέλος της κοινωνίας που συμμετέχει στην «ανταλλαγή» προσβλέποντας σε ευτελή κι εφήμερα κέρδη κι ενός συστήματος που κατ’ εξοχήν συντρίβει τον ακτιβισμό της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Σε πρώτο επίπεδο τα 37 ποιήματα της συλλογής (ή μήπως σύνθεσης;) του Λ. Γαλάζη επιχειρούν την άσκηση μιας σκληρής κριτικής στο λογοτεχνικό «συνάφι». Πικρός και όχι πικραμένος, ο Γαλάζης παρατηρεί, στηλιτεύει, καταυγάζει την κοινωνική αναπηρία των ποιητών να μιλήσουν με τον άνθρωπο και όχι για τον άνθρωπο. Όμως, η γραφή του δεν εξαντλείται σε μια ομφαλοσκόπηση των ποιητικών ή αντι-ποιητικών δρώμενων. Επεκτείνεται σε κάθε είδους πολιτική, πολιτισμική, ηθική και αισθητική έκφανση της κοινωνίας, και κυρίως στα φαινόμενα παθογένειας που δείχνει αυτή. Και συνήθως, χωρίς να φαίνεται διαλλακτικός απέναντι στο ανθρώπινο πάθος και την αδυναμία. Τουναντίον, ο Γαλάζης, ως άλλος σιδηρουργός (δημιουργός), έχοντας σκάψει την επιφάνεια της νεοκυπριακής πραγματικότητας, ανακαλύπτει, συγκεντρώνει και κραυγάζει τα πιο σκληρά μέταλλα της ποιητικής διανοίας του.
Άλλοτε σε πεζόμορφα ποιήματα, άλλοτε κινούμενος στη μεθόριο του ελεύθερου στίχου, άλλοτε χρησιμοποιώντας παραφθορές των παραδοσιακών μορφών ποιητικής (βλ. σονέτα), ο Γαλάζης σχολιάζει από τη νεόπλουτη αντίληψη των συμπολιτών του και το τέλμα στο οποίο έχει περιέλθει το κυπριακό πρόβλημα μέχρι τις ρατσιστικές συμπεριφορές, την ιδεολογική πενία και την πνευματική φθορά που ενδέχεται να συμπαρασύρουν ακόμη και τα τελευταία υγιή κομμάτια της κοινωνίας. Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο πυρήνας στην ποίηση του Γαλάζη είναι η σχέση του πολίτη (και του ποιητή) με κάθε μορφή εξουσίας, και την επακόλουθη «πάλη» μεταξύ των δύο πλευρών, που διεξάγεται καθημερινά, ακόμη και σε ασήμαντα -φαινομενικά- περιστατικά του βίου.
Έτσι, ο Γαλάζης φέρνει την ποίηση και πάλι στη δική της καθαρότητα – στην καθαρότητα που σημαίνει πως η ποίηση αποτελεί ένα είδος πολιτικού ακτιβισμού και όχι μια απλή πνευματική δραστηριότητα. Εγείρει εκ νέου το ζήτημα κατά πόσο οφείλει η στάση του δημιουργού απέναντι στη ζωή να εκφράζεται και μέσω της τέχνης του. Ανασύρει τον εν πολλοίς ξεχασμένο ρόλο του ποιητή να ασκήσει κριτική έναντι της εξουσίας και να αναπτύξει τον ριζοσπαστικό του λόγο μέσα στην υποκριτική και διεφθαρμένη στάση της κοινωνίας· κατ’ ουσίαν, να κοινωνήσει την τέχνη του ως να ’ταν μέρισμα μιας ατομικής συνειδησιακής εξέγερσης, και όχι γενεσιουργός ή συνένοχη αιτία μιας συλλογικής σήψης· μιας εξέγερσης, η οποία οικοδομείται στην ανυπακοή του βίου που προσάπτει στο άτομο ο φθαρμένος κυρίαρχος λόγος. Συμπερασματικά, η «Λοκριγκάνα» του Λ. Γαλάζη έρχεται να μας υπενθυμίσει πως η ποιητική (και εν γένει καλλιτεχνική) πράξη -οργισμένη ή μη στην εκφορά της- όσο κι αν το πολιτικό, πολιτιστικό ή κοινωνικό κατεστημένο πασχίζει να πείσει για το αντίθετο, αποτελεί το κατ’ εξοχήν όπλο ενάντια σε κάθε εξουσία.

Ο Φιλελεύθερος, 5 Ιουνίου 2011

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΤΣΩΝΗΣ

Με εξώφυλλο από το βιβλίο του Ησίοδου Έργα και Ημέραι (Εκδ. Bartholomaei Zanetti, Βενετία 1537), κυκλοφόρησε στην Αθήνα μέσα στο 2010, από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδη το νέο ποιητικό βιβλίο του Λεωνίδα Γαλάζη, Λοκριγκάνα. Ο Λεωνίδας Γαλάζης, που είναι φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση της Κύπρου, έχει στο ενεργητικό του άλλες έξι ποιητικές συλλογές και ένα δοκίμιο για τον Κώστα Μόντη, και έχει κατά καιρούς δημοσιεύσει ποιήματα, φιλολογικές μελέτες και κριτικά σημειώματα σε κυπριακά λογοτεχνικά περιοδικά. Στη Λοκριγκάνα, που έχει πάρει τον τίτλο από το λεξιλόγιο των μεταλλωρύχων (Λοκριγκάνα σπάνιο μέταλλο/ χιλιάδες πέθαναν για σε μεταλλωρύχοι…., γράφει στο ομότιτλο ποίημα, σ. 21), διαβάζουμε 37 ποιήματα, μέσα από τα οποία ο ποιητής εκπέμπει, με τον δικό του ποιητικό τρόπο, μηνύματα για τη ζωή και για τον άνθρωπο. Ο Γαλάζης ανατέμνει τη γύρω του πραγματικότητα με το νυστέρι της ποίησης και γράφει στίχους δυνατούς και μεστούς σε νοήματα, που συγκινούν τον αναγνώστη, ενώ ταυτόχρονα τον προβληματίζουν. Γράφει χαρακτηριστικά για την ποίηση ο Λεωνίδας Γαλάζης: Γράψε ξανά τις λέξεις που καίνε κι άσε τα κούφια λόγια/ για τους εμπόρους/ τους εντολοδόχους της τάξεως/ τους λογογράφους/ τους υμνητές των ασκών/ τους κουστωδούς των ανέμων….

Άνευ 41 (καλοκαίρι 2011) 93.

Παραδαρμός εν Αλβαφήτω

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΛΕΟΝΤΙΟΥ

Η εκτενής ποιητική σύνθεση Παραδαρμός εν αλφαβήτω συνιστά ενδιαφέρουσα και αξιοσημείωτη πρόταση, αρκετά εξελιγμένη σε σχέση με το προηγούμενο βιβλίο του Λ. Γαλάζη .Ο ποιητής κρίνει σκόπιμο να διευκρινίσει σε εισαγωγικό σημείωμα τις προθέσεις και τις καταβολές του: Εκκινεί από το Αλφάβητο της αγάπης (Εκατόλογα), αλλά στην πορεία γνωρίζει και το παλαιότερο abecetarius, που έχει τις ρίζες του στην αρχαία εβραϊκή και ιαπωνική λογοτεχνία. Βέβαια, τέτοια στιχουργικά παιχνίδια με ακροστιχίδες χρησιμοποιούνται αρκετά στα ελληνιστικά χρόνια. Ο ποιητής ξεκαθαρίζει ότι δεν είχε σκοπό να αναπαραγάγει πιστά μορφικά ή άλλα χαρακτηριστικά της λογοτεχνικής παράδοσης, αλλά περισσότερο επεδίωξε να συγκεράσει παραδοσικούς και νεοτερικούς ρητορικούς τρόπους. […]

Το γλωσσικό παιχνίδι επανέρχεται σε αρκετά σημεία του βιβλίου, και ιδίως όταν θίγονται ζητήματα ποιητικής ή όταν σχολιάζονται οι λέξεις, οι απείθαρχες λέξεις που διαφεύγουν του ποιητή και αρνούνται και δεν είναι σε θέση να να κλείσουν μέσα τους την ποίηση. Ας θυμηθούμε ότι το γλωσσικό παιχνίδι αλλα και η βασανιστική αναμέτρηση του ποιητή με τις λέξεις επανέρχερχεται επίμονα σε αρκετές από τις Στιγμές του Μόντη. Ο νεότερος ποιητής κρίνει σκόπημο να αποτίσει φόρο τιμής και σε τρεις μείζονες ποιητές του 19 ου αιώνα, τους Κάλβο, Σολωμό και Β. Μιχαηλίδη. Και οι τρες συστεγάζονται στο ποίημα Ζ της ενότητας ΙΙ, που έχει ως επιγραφή στίχους από το σατιρικό ποίημα του τελευταίου «Ρωμαίος Και Τζον Πουλλής…». «Ζιρκόνιο στο υπέδαφος των ωδών του Kάλβου / Ζαργάνα γλώσσα του Σολωμού λυρικός πονοκέφαλος (…)Ζουμερή κυπρική διάλεκτο να την ακούς από φωνόγραφο».

Άνευ 27 (χειμώνας 2008) 91-93.

ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΥ

[…] Πρόκειται, πραγματικά, για έναν παραδαρμό εν αλφαβήτω, καθώς ο ποιητής παραδέρνει μέσα στη φουρτούνα του λεκτικού και ποιητικού πειραματισμού. Η συλλογή είναι χωρισμένη σε έξι ενότητες και τρία ιντερμέδια. Οι τίτλοι ακολουθούν τα γράμματα του αλαφαβήτου και συνήθως αρχίζουν με ακροστιχίδες από το Α μέχρι το Ω. Σε πολλά από τα ποιήματα πρωταγωνιστούν οι λέξεις που άλλοτε επαναστατούν, άλλοτε πολεμούν μεταξύ τους, δυστροπούν, διακόπτουν τη συνεργασία με τους ανθρώπους. Εύστοχα ο ποιητής παραπονιέται στο ποίημα Π της δεύτερης ενότητας»Παραδαρμός της Γλώσσας μου, πύρεξη του μυαλού μου».

Η θεματολογία της συλλογής είναι ποκίλη. Ωστόσο, κάθε προβληματική εντάσσεται σ’ ένα βασικό άξονα. Έτσι διαγράφεται κυρίως το πολιτικό πρόβλημα της Κύπρου και οι προεκτάσεις του, όπως οι κοινωνικές και οι οικονομικές και γενικά η σύγχρονη τοπική αλλά και η παγκόσμια πραγματικότητα. Επικρατεί μια άκρως εξωφρενική κατάσταση και το άτομο συντρίβεται στη μέγγενη των ποικίλων συμφερόντων. Ακόμα και το παιχνίδισμα με τες λέξεις λειτουργεί παραβολικά, υπαινικτικά, αμφίσημα. Αυτή η αμφισημία καθιστά την ποίηση του Λεωνίδα Γαλάζη μια ιδιαίτερη δημιουργική πράξη, ένα ζωγραφικό παλίμψηστο, μια αρχαιολογική στρωματογραφία μέσα στην οποία σναπτύσσονται κάτω από επάλληλα επίπεδα διάφορες θεματικές οπτικές γωνίες. […]

Άνευ 34 (φθινόπωρο 2009) 83-90.

Ιατρική Βεβαίωση

Α. ΠΑΝΑΤΟΣ

Όνειρα της ανθρώπινης φύσης.. .Βυθομετρώντας τον εαυτό του προσπαθεί να βρει ένα νόημα στη ζωή και στο θάνατο. Παρά τους απαισιόδοξους τόνους και τον αυτοσαρκασμό,η τελική εντύπωση είναι ότι ο συγγραφέας αποδέχεται τη ζωή και σαν αντίδοτο στο χαμό και στο θάνατο αντιπαραθέτει τον έρωτα και την ποίηση.Οι αντι-στίχοι του,όπως αποκαλεί τους στίχους του,κάνουν ήδη το θαύμα τους.Μετά από σωστή θητεία στην ελληνική ποιητική παράδοση,ο Γαλάζης έρχεται φορτωμένος ιστορικότητα και μνήμη να φέρει το ρίγος της καλής ποίησης.Βρίσκει πως κάποτε ο εαυτός του ήταν φυτό που αρνήθηκε τον ήλιο και βυθομετρούσε κάθε νύκτα το σκοτάδι του.Τώρα στάζει κάθε βράδυ από τα φύλλα του μικρό μωρό αγγελούδι ποίημα.Και για την ποίηση λέει: «Ρόδο αιμοβόρο που φύτρωσες στο στήθος μου,πόσο αίμα να σου δώσω;»Σαρκάζει την υποτέλεια,την αυτοϊκανοποίηση και το κλείσιμο στον εαυτό μας,το κούμπωμα στα κούφια και στα ασήμαντα και καταλήγει φτωχός αλλά υπερήφανος :

«Ένα μολύβι κι ένα τετράδιο
όλα κι όλα μου τα υπάρχοντα…
Με συγχωρείτε, μα ,ήδη ,αγαπητοί,
Οι αντιστίχοι μου άναψαν.»

Τηλεοπτικό πρόγραμμα «Ορίζοντες», 1/9/198

Ο Λοιμός και άλλα ποιήματα
Λοιμός και άλλα ποιήματα
Ηλεκτρονική Έκδοση
Ένα τετράδιο με εφτά ποιήματα με το γενικό τίτλο Ο Λοιμός και άλλα ποιήματα μάς δίνει σαν καινούρια δουλειά ο Λεωνίδας Γαλάζης. Οι στίχοι του έχουν μια ποιότητα που προοιωνίζει εξέλιξη στο δύσκολο χώρο της ποίησης, αν ο ποιητής εξακολουθήσει να εργάζεται με μόχθο και συνέπεια. Στην ποίησή του κυριαρχεί ο δυναμισμός .Οι στίχοι του είναι σφιχτοδεμένοι.Η αγωνία του γύρω κόσμου φαίνεται να περισφίγγει τον ποιητή που εκδηλώνει τους φόβους κα τις αδυναμίες του προβληματιζόμενου ανθρώπου μέσα στα ποιήματά του.

(Ραδιοφωνική Εφημερίδα, 1981)

Στυφά κυδώνια

 

ΙΑΚΩΒΟΣ ΡΩΣΣΙΔΗΣ

Η τωρινή συλλογή του Λεωνίδα Γαλάζη – ενός ποιητή μόλις 26 χρονών – απευθύνεται στον αναγνώστη με μια ώριμη γλώσσα. Μας μιλά για τα «Στυφά κυδώνια» εννιά χρόνια μετά τα Ματωμένα κοράλλια, την πρώτη συλλογή του, με τη δύναμη της εσωτερικότητας, για να μας δώσει μια καινούργια γεύση πικρών στοχασμών. Κι ο στίχος του νέου ποιητή αποκτά κάποτε επιγραμματική πυκνότητα: «Ο φόβος του θανάτου τι είναι / μπροστά στο φόβο / ότι η ζωή μας ξεφτίζει σπαταλημένη;» Αντλεί ο Λ. Γαλάζης μέσα από σκληρά βιώματα – εμπειρίες προσωπικές, εμπειρίες δυσμενών συνθηκών – πασκίζοντας να μη νοθέψει την ειλικρίνεια του λόγου του, «την ποίηση της πρώτης νεότητας». Και η αγωνία διάχυτη παίρνει εδώ κι εκεί επαναστατημένες διαστάσεις, ανάμεσα σε «νούμερα σε μητρώα ανέργων».

Ο Φιλελεύθερος, 22/5/1988

Φωτηλασία

ΘΕΜΙΣ ΘΕΟΧΑΡΟΥΣ

Στη συλλογή αυτή δημοσιεύονται 32 ποιήματα που μπορούμε ανεπιφύλακτα να πούμε ότι έχουν γραφεί σε μερικές από τις πιο ευτυχισμένες ώρες της ποιητικής δημιουργίας του Λεωνίδα Γαλάζη. Ποιήματα μεστά ουσίας με άψογη τεχνική, έργα ενός προικισμένου ποιητή που εργάζεται αθόρυβα και χωρίς τυμπανοκρουσίες , για να δώσει ποίηση υψηλού επιπέδου.Το προσωπικό ύφος , η άνεση στη χρήση των εκφραστικών μέσων , η άριστη γνώση της ελληνικής γλώσσας (σπάνια δυστυχώς στις μέρες μας),η περιεκτικότητα του λόγου, το βαθύ του νοήματος, η οξυδέρκεια στην παρατήρηση, η φιλοσοφική διάθεση , ο προβληματισμός, η παρρησία στην έκφραση , η συνέπεια στην άποψη είναι στοιχεία που θέλγουν τον αναγνώστη – και μάλιστα τον αναγνώστη με απαιτήσεις. Ο τίτλος «Φωτηλασία» από το πρώτο ποίημα της συλλογής είναι ενδεικτικός του κλίματος στο οποίο κινείται το βιβλίο.Κυρίαρχο στοιχείο είναι ο αγώνας φωτός και σκότους με πολλαπλές έννοιες και διαστάσεις των δύο πολυσήμαντων λέξεων. Ο ποιητής επαγγέλλεται τη νίκη του φωτός , νίκη που για να επιτευχθεί, χρειάζεται σθένος , δύναμη ψυχής και αγώνας μεγάλος . Γλυκείς όμως οι καρποί .Ένα βιβλίο του Λεωνίδα Γαλάζη που έχει πολλά να πει με θαυμστό ποιητικό λόγο.

«Ραδιοφωνική Εφημερίδα», 30/7/199

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ

ΣΤΕ-001

Ο Στέφανος Στεφανίδης είναι ποιητής, δοκιμιογράφος και απομνημονευματογράφος, μεταφραστής, εθνογράφος και ντοκιμαντερίστας. Γεννήθηκε στο Τρίκωμο της Κύπρου. Στα οκτώ του, ο πατέρας του τον πήρε μαζί του στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου και μεγάλωσε. Απέκτησε διδακτορικό τίτλο από το Πανεπιστήμιο του Κάρντιφ, ενώ κατά τη διάρκεια των σπουδών του έζησε κατά περιόδους σε ’Ισπανία, Πορτογαλία και Ελλάδα.
Για έξι χρόνια δίδαξε λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο της Γουιάνας, όπου
ανέπτυξε ενδιαφέρον για τις διασπορικές κοινότητες των Κρεολών της Καραϊβικής και των ’Ινδών. Η βαθιά σχέση του με την ’Ινδία συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Για επτά χρόνια έζησε στην Ουάσιγκτον, προτού επιστρέψει στην Κύπρο το 1992 ως μέλος του ιδρυτικού διδακτικού προσωπικού του Πανεπιστημίου Κύπρου. Το 2017 συνταξιοδοτήθηκε με την ιδιότητα του Καθηγητή Αγγλικής και Συγκριτικής Λογοτεχνίας. Επιλεγμένα ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί σε περισσότερες από δώδεκα γλώσσες. Γράφει στα αγγλικά, αλλά στο έργο του αντηχούν και άλλες γλώσσες.
Έχει εκδώσει, ανάμεσα σ’ άλλα, τα βιβλία Translating Kali’s Feast: the Goddess in Indo-Caribbean Ritual and Fiction (2000) καί Blue Moon in Rajasthan and other poems (2005).

ΒΙΒΛΙΟ

Ο ΑΝΕΜΟΣ ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΑ ΧΕΙΛΗ ΜΟΥ (2018)

THE WIND UNDER MY LIPS (2018)

(Μετάφραση: Δέσποινα Πυρκεττή)

ΑΝ ΜΟΥ ΛΑΧΑΙΝΕ

για την Κάθυ

Αν μου λάχαινε τις λέξεις θα ξεστόμιζα
απ’ το μυαλό του καθενός
Θα τις πρόφερα με το ρυθμό της βοής
που τραντάζει τα παντζούρια ορθάνοιχτα
να μπει μέσα το αεράκι
να σε χαϊδέψει με τ’ ακροδάχτυλά του
τα απαλότερα κι από πέταλα άγριας τριανταφυλλιάς
Ή θα ’κανα επίκληση στον άνεμο που κροταλίζει
κι απασφαλίζει τους μεντεσέδες
για να σε πάρει μακριά
με ορθάνοιχτα πανιά
έστω για μια στιγμή
να γίνω σπουδαίος στ’ ανάμεσο σπουδαίων
μικρός στ’ ανάμεσο μικρών
το ποίημα να γενώ που εσύ είσαι…

 

ΠΡΟΣΜΕΝΟΝΤΑΣ ΑΗΔΟΝΙΑ

Τη μικρότερη ώρα
ξυπνώ και καρτερώ
μ’ αδημονία
πώς θα κελαηδήσει το αηδόνι.
Ο βρυχηθμός της θάλασσας
απορροφά τους ήχους
των τρένων που περνούν
με παρασέρνει σ’ αποκοίμισμα
τόσο που δεν αισθάνομαι
το λάλημα του πετεινού.
Το φώς το ροδαλό μου διαφεύγει
νυχτοπατώντας μέσα από τις περσίδες
για ν’ απαλύνει τον ύπνο της Κάθυ
κι έτσι αφουγκράζομαι άρωμα ζεστό φρέσκιας φοκάτσιας
στο πρώτο χτύπημα τις Ραφαέλας έξω απ’ την πόρτα μου.

Βίλλα Ρινκόν, Μπολιάσκο, Λιγκούρια, Μάρτης 2009 

 

ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΤΕΧΝΗ: ΝΕΡΟ ΓΙΑ ΤΗ ΠΟΙΗΣΗ

για τή Σαρασβάτι, την ‘Υδάτινη

Τόση πολλή ποίηση σε τοσοδά νησί
άλλο μή γράψετε φυτέψτε δέντρα
και ποτίστε…

Gur Gens

Προσθέτω φωνή στον έκκροτο ήχο
δίχως να ξέρω αν εκρήγνυται προς τα μέσα ή έξω
Ακολουθεί γάργαρος κρότος g r g r g r
περνά o αέρας και σουφρώνω τα χείλη
σπρώχνω τη γλώσσα να σχηματίσω την πνοή
να συλλάβω την οπτασία που κρύβει η συλλαβή
Ούτε (μ)ου ούτε (σ)υ
Ούτε μπροστά ούτε πίσω
Στου ονείρου το γλίστρημα
μου δίνεις κωδικό για να σε βρω
μα ένας απ’ τους αριθμούς ξεπέφτει στην αφάνεια.
Χέρι μυστικό προσφέρει το χαμένο κρίκο
δίχως την προσταγή μου
Αν όμως στέρξω να φωνάξω
ποιες γλώσσες θα μιλήσουν θα το ξέρω;
Στέλνω αγγελιαφόρους στο κατόπι σου
κι όταν σε φέρνουν
δεν αναγνωρίζω το πρόσωπό σου
μονάχα το αίσθημα αναγνωρίζω
Και τα μαλλιά σου αγγίζοντας
προσυπογράφω: αλήθεια, είναι της ερωμένης σου,
της θάλασσας, το χόρτο.
Αν όντως έχεις έρθει
τότε γιατί σωπαίνεις;
Ξέρω τώρα πώς gens δεν είσαι — ψεύδονται τα ονόματα
Έχεις τα χρόνια της θάλασσας
και του shiv
του αρχαίου χορευτή
Γνέφεις στη σιγή
που μίλα πριν και μετά το αα
το ου
και το μμ.
Περιμένω την ποίηση.
Ή να περιμένω το νερό;
Κλείνω τα μάτια
απαγγέλλω το μάντρα
gur-gur-gur

Φεβρουάριος 2004 

 

ΠΟΛΗ-ΦΑΝΤΑΣΜΑ

Ο βίος βραχύς,
η δε τέχνη μακρή.
Ιπποκράτης

Γκρεμίζεται στη σιγή της απόφασης
το Βαρώσι γνέφει και σιγανά
μου ψιθυρίζει στ’ αυτί
μέσα απ’ το συρματόπλεγμα
Ars longa, vita brevis est

Με λαχτάρα εύθρυπτη (αποκαρδιωτική
γυρνώ αντικρίζω το νερό
έτοιμος ν’ απογειωθώ
δελφίνι στο νέκταρ
μιας θάλασσας
ίνδαλμα συνάμα κι αυταπάτη
Ποιες σκιές προσμένουν
στην αντίπερα όχθη

 

ΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΤΑ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙΑ

Από της Λάρνακας τη θάλασσα πριν από τόσα χρόνια
κίνησες για ένα όνειρό για μένα και για σένα
Στο πλοίο μου κράταγες το χέρι
Πρώτη φορά διέσχιζα το πέλαγο
Τώρα στην ίδια θάλασσα επιστρέφεις
στο τελευταίο σου όνειρο
Τότε ήσουν πατέρας μου, τώρα παιδί μου γίνεσαι γυρνώντας
Πρέπει τώρα να ονειρευτώ τ’ όνειρό σου
καθώς μέσα στο φέρετρο της μετακομιδής σου
πίσω σου αφήνεις διά παντός
την πόλη του Λαζάρου και του Ζήνωνα
και τη θάλασσα περνάς για να φτάσεις στη νεκρική πυρά

Προτού ετοιμαστείς ν’ αναχωρήσεις
Ψάξε, μου είπες, για να βρεις της Λάρνακας
τα πορτοκάλια. Γιατί άργησαν φέτος;
Αδημονούσες να γλυκάνεις το αίμα
να ξαναγίνεις ο μαθητής που ήσουν κάποτε
μέσα στην κοσμοσυρροή των Φοινικούδων
Δεν θέλω μοιρολόγια, μαύρα, παπάδες γενειοφόρους
δήλωνες συχνά
Ανοίξτε τα παράθυρα
αφήστε το φως να μπει άπλετο μέσα
Τώρα μου παραχώρησες τη μνήμη σου
ύστατο δώρο
Η σορός σου ελεεινή ξαναγίνεται
ρυθμός στης μάνας σου τη μήτρα
όσο εγώ καταδιώκω τη γεύση
των εκτοπισμένων σου πορτοκαλιών

Δεκέμβριος 2000

 

ΜΟΙΡΑΣΜΕΝΗ ΚΑΡΔΙΑ

για την παλιά πόλη

σε λυκόφωτος προσκύνημα
διασχίζω τα Ενετικά Τείχη
και ταξιδεύω ένδον
γυρεύοντας τη γλώσσα του μοιρολογιού
πνιγμένα αναφιλητά της γέρικης καρδιάς
συνθήματα στα παλιά τείχη
Τα όνειρά μας στους τάφους
τάφοι γεμίζουν τα όνειρά μας

μάτια τυφλά και λαίμαργα
γρίλιες που κρύβουν το φως απ’ τις λευκές αυλές
φαντάσματα μυστακοφόρων καβάλα σε ψάθινες καρέκλες
λασπωμένα ριζικά μέσα στα κατακάθια του καφέ
σκιές των γιαγιάδων μας
ανάμεσα στις λεμονιές της μνήμης
χέρια αρθριτικά ράβουν ακόμη το πάπλωμά μου βελονιά τη βελονιά

προφυλάσσουν το σώμα μου
πέτρινη μήτρα εικόνων που δακρύζουν
Βυζαντινοί άγιοι, που δεν θυμάμαι τα ονόματα τους
μια ανάμνηση μόνο, ένα άρωμα θυμιάματος αρχαίου
μα και λυγμοί στις προσευχές αθέατου χότζα στο Βορρά

ή ζεστή θωριά των νέων κάτω απ’ τα παγωμένα κράνη
είναι ζωοδότρα δύναμη περίλυπης καρδιάς
λάβαρα κυματίζουν
με εξορίζουν απ’ τις κομμένες αρτηρίες
έτσι κινώ να βγω μέσα απ’ της πόλης τις πύλες
ενώ ονειρεύομαι ανατολή, βορρά
οπτασία κοινότητας
και θεία κοινωνία
με θάλασσα, εσπεριδοειδή και προβατίσιο γάλα
κι ελιά
στο ξημέρωμα μιας γης στη χάση της
εύθραυστο τρόπαιο

Λευκωσία 1993 (ελαφρώς αναθεωρημένο το 2000)

 

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ

Θεϊκή νόσος
καλύπτει τη λαχτάρα
σε ξεχείλισμα λέξεων
Πρόβα άφιξης
αιώνια επανάληψη
ζωών που έχουμε ζήσει

Στο σύδεντρο των κυπαρισσιών
ένα ιωβηλαίο από τριζόνια
σβήνει τον τόνο της χαράς
και το λιθόκτιστο
εκκρίνει αλάτι και τέφρα
Βυθίζεται σε πέπλο βαθύτερου σκότους
καθώς αποκοιμιέμαι
σαλεύοντας με πάχνη εωθινή
ανοίγοντας τα μάτια για να δω τί ενδέχεται
να κομίσει η θάλασσα, φερ’ ειπείν φύκια και
καλαμάρι με φρέσκο μελάνι για το στυλό μου

2016

 

ΚΟΡΗ ΜΟΥ

Η παράφορή σου γέννηση πέφτει σαν καθαρή ψιχάλα
σήμερα, χάραμα σκοτεινού Γενάρη, κι εγώ
αλαφραίνω μαζί με της μητέρας σου το σώμα
όσο η φλόγα των μαλλιών σου
επιστρέφει εκεί που διυλίζαμε την άνοιξη
Αγγιχτήκαμε μέσα από τους φεγγίτες του Παρισιού
μετά από νύχτες έρωτα
Πιαστήκαμε γελώντας από κυρτές κόκκινες στέγες
έτοιμες να μας ρίξουν στο γύρισμα του ποταμού
ή στης γωνιάς το καφενείο

Τυλίγεις τα δαχτυλάκια σου γύρω απ’ το δάχτυλό μου
έτσι που με κοιτάς με βλέμμα καθαρό, ξένης
που με ξέρει καλύτερα
κι απ’ της γιαγιάς μου το λιόδεντρο

Πριν σβήσω περιμένω
να μου αποκαλυφθείς σε ήλιο και βροχή
και στης συλλαβής ΚΑ το μυστήριο

Φεβρουάριος 2005

 

ΝΕΚΡΗ ΖΩΝΗ

Σκοτεινή προσήλωση στην τελευτή
υπερπλήρες νεκροταφείο
ενταφιασμένων αναμνήσεων
επιορκίας και προδοσίας
Λαχταρώντας μιαν ευρύτερη ομορφιά
θα γινόμουν Η Φερεπάφα
ν’ αγγίζω ό,τι κινείται
να μεταμορφώνω με κοφτερό μάτι ή
μ’ έναν και μόνον ήχο
από κοχύλι
θα δελέαζα φάντασμα
στης θάλασσας τη μακρινή φωνή
θανάσιμη ηχώ que sera sera
Ο άνθρωπος που ήξερε πολλά
σιωπηλά προδίδει το κρυφό του

 

ΚΑΡΠΑΣΙΑ

για τον equus asinus, τήν caretta caretta, και
τα άλλα σπάνια είδη που με συντρόφευσαν στο
ταξίδι ή που συνάντησα καθ’ οδόν

Θυμάσαι
τότε που πέρασε ο ήλιος στην Παρθένο
και τραβηχτήκαμε ενάντια στη βαρύτητα

σε τόπο λεπτόρρευστο
προσεκτικά μην πατήσουμε τα ριζώματα
της αψιθιάς πλάι στο βράχο

όπου ο Άγιος Φίλων βρήκε το ιερό σημείο
κι ο ουρανός πάρα πολύς
καθώς η θάλασσα τον ήλιο καταπίνει

και στην απόχρωση του πορφυρού
μαίες χελωνών που ήρθαν από μακριά
να κομίσουν την επιστήμη της φύσης

στη φύση της αναχώρησης που φωλιάζει
καθώς του οστράκου η σπείρα σε υγρό θαλασσί
ενστερνίζεται μια σάρκα ευάλωτου πράσινου

Κι όταν έπεσε η νύχτα μ’ έναν χείμαρρο βροχής
και χτύπησε ο κεραυνός
το ντέφι

την ώρα που η φλόγα του κεριού
χόρευε λεϊλαλίμ
Κι αποκρινόμενα

λικνίστηκαν τα σώματά μας
καθώς στρεφόταν του νησιού η γάστρα
ώσπου η μέρα πάστρεψε τους αγρούς

για τ’ άγρια γαϊδούρια με τα μεγάλα μάτια
συνεσταλμένα που τραγουδούν σ’ εμάς, τους συγγενείς τους
«Όλμάζ Όλμάζ να με πεθαίνεις πολεμάς»

Και με βαρύτητα γυρίζουμε για να ρωτήσουμε
ετούτος είν’ του γυρισμού ο δρόμος
προς μια Μεσαορία εύφορη αθέριστη;

Ο αέρας, τόσο πηκτός που τον κόβεις με μαχαίρι
και σπίτια που χαραμίζονται σαν τον καιρό τον ίδιο
ή σαν διαστημόπλοια πού έχασαν το έδαφος

αβέβαια αν σε τούτο τον τόπο
ο χρόνος τους είναι μακρύς ή είναι βραχύς
ήταν κάποτε αυτή η πεδιάδα

η παλιά θάλασσα
ανάμεσα σε δυο νησιά
ήταν κάποτε

το ενδιαίτημά μου
ώσπου σηκώθηκε ο ορίζοντας
για να διαβούμε

γι’ αυτό κι ακόμη αναρωτιέμαι
πώς να γράψω ποίηση πυκνή;
πώς να ψάλω έναν τόπο τόσο διάφανο; 

 

ΦΕΓΓΑΡΙ ΣΕ ΦΥΤΕΙΑ ΖΑΧΑΡΟΚΑΛΑΜΟΥ Ι

Ολόγιομο φεγγάρι σε φυτεία ζαχαροκάλαμου τα σύννεφα αναδεύει
τους ουρανούς και του ναού τον τρούλο διανοίγει
Στην αιώρα μου αναχαράζω οράματα
Απέκλεισα το αλάτι και τη σάρκα
να κάνω χώρο στα όνειρα να μπουν
Μπλάβος πίθηκος έρπει
εύοσμος μαλακός καστανός βρεγμένος
Αν τη λατρεία σου μιμηθώ
θα γίνουν άραγε οι θεοί μου παλμός, φωτιά, νερό ξανά;
Αγγίζω ξιπόλητος το χώμα
το δέρμα σκληραίνει και σκουραίνει
Λέει ο Μάμου
Πάνω στον πάνθηρα ο Διόνυσος είναι αδελφός της Ντούργκας
Ναός είναι η καρδιά σου
φωνές μανάδων και αδελφών μου λένε
όπου κι αν πας, τον κουβαλάς μαζί σου
Έσπασε το περίγραμμα της γίδας και του πετεινού
ενώ η βροχή ξεπλένει το αίμα
το νέο αίμα να προκόψει
καθώς ο Σεληνοσκόπος αναδύεται ανάμεσα
σε νέα σελήνη και πανσέληνο
Θα μιλήσουμε με νέα φωτιά και νέα ιστορία πριν
σκοτεινιάσει το φεγγάρι

Μπερμπίς, Γουιάνα, δεκαετία του ’80

 

ΘΥΣΙΑ

Για σένα αδελφή. Αδελφός Στέφ

διψώντας για νέα ελπίδα
ανασκαλίζω πολυκαιρισμένες στάχτες
και βλέπω εσένα. Αδελφή
φανερωμένη σε όραμα
μπράτσα γυμνά, πασαλειμμένα κιτρινόριζα
χέρια ματωμένα γδέρνουν κατσίκας τη δορά
τεντώνοντας το δέρμα της καρδιάς
αρχαίο τύμπανο βαρά για πάντα νέα ζωή
τρόπαιο νέας ημέρας
κι εγώ
να γράφω ρητορείες
όσο σαν δήμιος σηκώνω σπάθα τόσο σαν γίδι κλαίω
κάποτε σάρκα που ψάχνει πνεύμα
μα τώρα πνεύμα που ψάχνει σάρκα
στη γη των ζωντανών κρυφοκοιτάζω
όπως τεντώνεις το δέρμα της καρδιάς μου

Γουιάνα και Ουάσιγκτον DC, 1988

 

ΔΥΟ ΑΣΒΟΙ ΣΤΗ ΛΙΓΚΟΥΡΙΑ

faccia a faccia

Έκθαμβοι πάνω που στρίψαμε
τους είδαμε να γρηγορεύουν στο σκοτάδι
με κέφι να τραβούν το δρόμο τους
φορώντας γούνες και ουρές
Σταθήκαμε κι οι δυο αποσβολωμένοι
με τα δερμάτινα παλτά και μάλλινα σκουφιά μας
Μας κοίταξαν
και τους κοιτάξαμε
κι ύστερα δίχως λέξη
μας γύρισαν την πλάτη
κι εξαφανίστηκαν χωρίς ίχνος
αφήνοντας μας όρθιους
στο τελευταίο σκαλί
ν’ αποθαυμάζουμε!
Άραγε τί να ήθελαν;
Και μάλιστα εκεί, καταμεσής της σκάλας!

Τ’ άλλο βράδυ στο δείπνο
ντυμένοι με καλό σακάκι και γραβάτα
στην έπαυλη στα πεύκα
δηλώσαμε μέσα από δυο γουλιές κρασί:
Ήταν, που λέτε, δυο ασβοί
καταμεσής της σκάλας
Ήταν, που λέτε, δυο ασβοί!

Μπολιάσκο, Λιγκούρια, 2009

 

ΣΑΒΑΝΟ

Σύλφη της αναθύμησης μου
θησαυρός νιότης
αλγεινής θεϊκής
απλώνεις λινό σάβανο
με κατηφέδες σ’ έντονο κίτρινο
το πιο θεσπέσιο όλων των χρωμάτων
τυλίγοντας τη γη
λειμώνας για τους αφανέρωτους
πένθος ανθός αναχώρησης
με τη μεστή γεύση της κιτρινόριζας και
μια φευγαλέα σπίθα
ελιξίριο βλέμματος ιεροφάντη.

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Σταύρος Σταύρου Καραγιάννης

(Απόσπασμα)

H ανά χείρας πρώτη δίγλωσση έκδοση της δουλειάς του Στέφανου
Στεφανίδη, από αθηναϊκό εκδοτικό οίκο, αποτελεί ένα απολύτως απαραίτητο και καίριο εγχείρημα. Τα ποιήματα και η ποιητική του πρόζα έχουν συντείνει στον αναπροσδιορισμό των ορίων της Κύπρου ως συμβολικού χώρου, κι έχουν ενισχύσει την εμπειρία του τόπου ως προς τη γεωγραφική έννοια του βιωμένου φυσικού χώρου άλλα και ως σχήματος λόγου. Η γραφή του Στεφανίδη δεν περιορίζεται στο νησί που γεννήθηκε, μα αφορά μέρη και κουλτούρες που έχει βιώσει στα ταξίδια, τις επισκέψεις και τις διαμετακομίσεις του μέσα από εθνικά και νοητικά σύνορα. Η ποιητική του εμποτίζεται από κεκτημένες εμπειρίες και εντυπωσιακή ευρυμάθεια: καθηγητής Συγκριτικής Λογοτεχνίας, μελετητής της μεταποικιακής θεωρίας, πολύγλωσσος μεταφραστής, άλλα και εθνογράφος και ντοκουμενταρίστας. Οι λογοτεχνικοί του πειραματισμοί βρίσκουν έκφραση στα αγγλικά, τη γλώσσα πού έμαθε στα παιδικά του χρόνια, όταν μεταφυτεύτηκε από την Κύπρο στην
Αγγλία. Ήταν μια εξέλιξη στην οποία ο ποιητής δεν είχε καμία αυτενέργεια. Έτσι, μεγαλώνοντας στην αποικιακή μητρόπολη, ανακάλυψε στα αγγλικά, τη γλώσσα του εκτοπισμού του, μιαν ανοίκεια οικία. Η αμφιλεγόμενη σχέση του με τη γλώσσα γονιμοποίησε μια παρόρμηση δημιουργικής καταφυγής σε μια πληθώρα γλωσσών και κουλτουρών. Ως προς την ποιητική του, λοιπόν, ο Στεφανίδης ανήκει στην ίδια παράδοση συγγραφέων με τον Ντέρεκ Γουόλκοτ και τον Σαλμάν Ρούσντι, που διαπραγματεύονται μεταποικιακές πολιτικές γλωσσικής και πολιτισμικής ταυτότητας, εξερευνώντας παράλληλα γλώσσες και πολιτισμούς κι αποκαλύπτοντας φευγαλέες εικόνες μιας ρευστής ανοιχτοσύνης όπου η καθομιλούμενη παρόρμηση εκφράζεται σε γλώσσα
κοσμοπολιτική. Θεωρώ πώς ο Στεφανίδης πρέπει να γίνει κατανοητός
ως ποιητής στα διάκενα των γλωσσών, καθώς αυτός ο ίδιος ενσαρκώνει τη μεταφραστική διεργασία στις βαθύτερές της εκφάνσεις. Τα αγγλικά που γράφει επανεφευρίσκονται σε ιδιοσυγκρασιακή μορφή, μεταποιούνται, όπως θα έλεγε ο Ρούσντι, και αντανακλούν τη σύνθετη υποκειμενικότητα του ποιητή. Η ελληνική μετάφραση της Δέσποινας Πυρκεττή σε αύτη την έκδοση σηματοδοτεί μια σημαντική κατεύθυνση στην τροχιά που διαγράφει η ποίηση και η ποιητική του πρόζα.

 

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΡΙΑΣ

(Απόσπασμα)

Είναι τυλιγμένη σε μια αύρα η γραφή του Στέφανου, κάποτε ανάερη και ρευστή, κι άλλοτε πυκνή σαν συνωστισμένη μνήμη. Στα ποιήματά του μεταχειρίζεται συνειδητά πολύσημες λέξεις, παρηχήσεις,
εικονοποιία και επιλεκτική ομοιοκαταληξία για να ιστορήσει το χειροπιαστό αλλά κυρίως για να υπαινιχτεί το υπερκόσμιο, «πιο πέρα απ’ της ζωής τις βεβαιότητες». Στο γλωσσικό του σύμπαν αναδεύεται η σιβυλλική λαλιά των γιαγιάδων του με αναφορές σε στίχους του Γ.Χ. Ώντεν, του Γουόλκοτ, του Όβίδιου, του Καλντερόν — αλλά και του Καβάφη, υπόρρητα. Η κυπριακή διάλεκτος, η αγγλική ποίηση, το θέατρο του ισπανικού χρυσού αιώνα, καθώς και λέξεις αρχαιοελληνικές, τούρκικες, λατινικές, πορτογαλικές, σανσκριτικές, συνθέτουν ένα πολύτιμο κράμα εξωκειμενικών αναφορών που ως επί το πλείστον μεταγράφονται αμετάφραστες στα ελληνικά ως ελάχιστος φόρος τιμής στον πολυπολιτισμικό χείμαρρο που έχει εμποτίσει έναν
φερέοικο. Στα πεζά του, αν στον αφηγηματικό πυρήνα τοποθετείται
η ακούσια, άρα βίαιη, μεταφορά του από την Κύπρο στην Αγγλία
της δεκαετίας του ’60, η βασική διήγηση διανθίζεται από ένθετες
αφηγηματικές ακολουθίες που αψηφούν το χωροχρονικό συνεχές.

Δέσποινα Πυρκεττή

 

ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

ALEV ADIL*

Η ποίηση και η πρόζα του Στεφανίδη έχουν έναν εκπληκτικό τρόπο να διερευνούν την κίνηση ανάμεσα σε χρόνους της μνήμης, τόπους εξορίας και
μετανάστευσης, διαφορετικές γλώσσες και πολιτισμικά συγκείμενα. Ο άνεμος κάτω απ’ τα χείλη μου είναι μια συγκλονιστική συλλογή ποιημάτων
και ενθυμητικών θραυσμάτων που διατρέχει ηπείρους, μυθικές παραδόσεις
και μετααποικιακές ιστορίες… Ως ζωτική προσθήκη στον κανόνα της κυπριακής λογοτεχνίας, άλλα και ως αισθαντική προσωπική μαρτυρία, η γραφή του αποτελεί φάρο ευλύγιστης άντι-μνήμης. Ρητά προσωπική και υπόρρητα πολιτική, η πένα του είναι έμπλεη αγάπης και απώλειας.

*συγγραφέας καί κριτικός για τό TLS

 

ΑΝΤΡΙΑΝΑ ΙΕΡΟΔΙΑΚΟΝΟΥ*

Νησιώτικη, θαλασσινή, ονειρική, νοσταλγική, μαντική, πολύγλωσση άλλα
πάνω απ’ όλα Τρικωμίτικη — η ποίηση και η πρόζα του Στέφανου Στεφανίδη «του Τρικωμίτη» αποτελούν έναν ύμνο έρωτα για τον τόπο όπου
ξεκίνησε η ζωή του. Τα ταξίδια, οι περιπέτειες, οι διάφορες γλώσσες που
σημάδεψαν την ζωή αυτή, όλα οδηγούν αναπόφευκτοι πίσω στο Τρίκωμο της
Κύπρου, που ο Στέφανος χάνει και ξαναβρίσκει σ’ ένα δημιουργικό κύκλο
χωρίς τέλος.

*Κύπρια ποιήτρια και μυθιστοριογράφος

 

EDIE MEIDAV*

Ό Στεφανίδης είναι ένας από τούς σημαντικότερους συγγραφείς της Ανατολικής Μεσογείου, έτσι όπως ξεπροβάλλει μέσα από μια θάλασσα πλασμένη από διχόνοια κι αυθεντικότητα. Η ιστορία που υφαίνει είναι τόσο ζωηρή πού σπινθηρίζει: κάθε πρόταση είναι τρυφερή, ευφάνταστη και πολυστρωματική, ώστε να μας θυμίζει ότι η μεγαλύτερη ύβρις έγκειται στην πεποίθηση πως κάθε ιστορία δεν έχει παρά μία πηγή. Η φωνή του είναι η φωνή που οι αποικιοκράτες πρόγονοί μας θέλησαν να καταπνίξουν, μια φωνή που γίνεται τραγούδι γύρω από κάθε προσταγή για την υβριδικότητα, τη μυθοπλασία, τη χαρά και τον πόνο του να είσαι άνθρωπος. Ο άνεμος κάτω απ’ τα χείλη μου ανοίγει μια κρίσιμη πύλη στη ζωή της Κύπρου: ένας άντρας και μια χώρα ενηλικιώνονται: τόσο το καλύτερο για τον αναγνώστη.

*συγγραφέας των βιβλίων Lola, California καί Kingdom of the Young

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

ΛΕΥΚΙΟΣ ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ

ΛΕΥΚΙΟΣ ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ

 

Ο Λεύκιος Ζαφειρίου γεννήθηκε το Νοέμβριο του 1948 στη Λάρνακα. Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Τα τελευταία χρόνια διδάσκει στο Εσπερινό Γυμνάσιο Λευκωσίας. Εξέδωσε τις ποιητικές συλλογές «Ποιήματα» (1975, 1977), «Σχεδόν μηδίζοντες» (1977), «Απομαγνητοφώνηση» (1978), «Ο μιγάδας άγγελος» (1980), το πεζογράφημα «Οι συμμορίτες» (1983) και τη μελέτη «Η νεότερη Κυπριακή Λογοτεχνία: γραμματολογικό σχεδίασμα» (1991). Επιμελήθηκε την «Ανθολογία σύγχρονης κυπριακής ποίησης» (Αθήνα 1985). Ποιήματα, κείμενα και μελέτες για τη λογοτεχνία δημοσίευσε σε πολλά περιοδικά, συλλογικές εκδόσεις, πρακτικά συνεδρίων. Μετείχε στην έκδοση του λογοτεχνικού περιοδικού «Σημείο» (Λευκωσία 1992-1999), καθώς και στην έκδοση των λογοτεχνικών περιοδικών «Ακτή» και «Ύλαντρον».

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ:
Ποιήματα (Κούρος, 1975, 1977)
Σχεδόν μηδίζοντες (ποιήματα, Τα τετράδια του Ρήγα, 1977, 1981)
Απομαγνητοφώνηση (ποιήματα, 1978)
Ο μιγάδας άγγελος (ποιήματα, 1980)
Η θλίψη τον απογεύματος (ποιήματα, Μεταίχμιο, 2007)
Ποιήματα 1965-2010 (Γαβριηλίδης, 2011)
Οι συμμορίτες (νουβέλα, 1983, β’ έκδοση, Γαβριηλίδης, 2009)
Η νεότερη κυπριακή λογοτεχνία. Γραμματολογικό σχεδίασμα (μελέτη, 1991)
Ανδρέας Κάλβος, Ελπίς πατρίδος (ΟΕΛΜΕΚ – ΣΕΚΦ, Λευκωσία 2004)
Ο βίος και το έργο του Ανδρέα Κάλβου (1792-1869) (μελέτη, Μεταίχμιο, 2006)
Χρονολόγιο Διονυσίου Σολωμού (ΣΕΚΦ, Λευκωσία, 2007, 2008)
Κυπριακό Χρονολόγιο (10.000 π.Χ.-2008 μ. Χ.) (ΓΤΠ, Λευκωσία, 2008)
Μ ευλάβεια και με λύπη (Εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2013)

 

 

ΠΟΙΗΜΑΤΑ (1975)

 

Η ΠΟΙΗΣΗ

Η ποίηση είναι ένας κήπος
γεμάτος πουλιά,
τραγουδάει τον έρωτα
τον Μιχάλη την Άννα.
Η ποίηση είναι το σπίτι
που χωράει μέσα όλο τον κόσμο.

Μα όταν η ελευθερία χάνεται
η ποίηση γίνεται
σπαθί και ντουφέκι.

 

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ

Ξερίζωσε από μέσα μου όλες τις λέξεις
δώσε τους μια όποια σημασία
κι ύστερα προσπάθησε να τις βάλεις πάλι
με μια δική σου τάξη μέσα μου.

Ωστόσο εγώ θα επιμένω να λέω
την ελευθερία ελευθερία
τον φόνο φόνο
την ενοχή ενοχή
μ’ ένα πείσμα τρελού που σκαλίζει
στον τοίχο τ όνομά του
με τα νύχια.

 

ΕΛΛΑΔΑ 1973

του Τάσου

Μεσίστιες σημαίες στα μπαλκόνια
απέραντη βουή στους δρόμους
σταματημένη. Κι η Ελλάδα
τουριστικό κέντρο,
κέντρο μετακομιστικού εμπορίου
και διερχομένων μεγιστάνων.
Μπορντέλα στη Σοφοκλέους, πάροδος Αθηνάς

Κι ο Μακρυγιάννης
με τ’ Απομνημονεύματα στο χέρι
ποιος τον ξέρει

 

1974 Μ.X.

Δίκτυον αποχετεύσεως
Ακροπόλεως Μυκηνών –
Εγώ αποχετεύομαι
εγώ συνθλίβομαι στους υπονόμους,
τα χέρια μου οι κυβωτιόσχημοι λίθοι
ένα συμπαγές σώμα
αιωρούμαι πάνω απ’ τους προμαχώνες,
οι αγωγοί με παρασύρουν
επί των επάλξεων οι οφθαλμοί μου
εξορυγμένοι
επιθεωρούν τους πήλινους σωλήνας,
αναστραμμένα Π
φρεάτια ακάλυπτοι αύλακες
όλα με παρασύρουν
κι εκβάλλω χίλια κομμάτια
λοξώς κάτω απ’ το βόρειο τείχος.
Δίκτυον αποχετεύσεως
Μυκηνών
ακροπόλεως
ζωή μου! ζωή μου!
που τόσο σε ξέφτυσαν
στις φυλακές
στα γήπεδα
ζωή μου! ζωή μου!
αποχετεύομαι κι εκβάλλω
βορείως!
νοτίως!
απ’ όλες τις μπάντες
τούτης της πολιτείας.

Συγχυσμένος συνθλίβομαι
μεταξύ αποχετευτικού συστήματος
Αθηνών – Μυκηνών.

 

ΝΕΦΕΛΗ

I

Ήσουν ένας άνθρωπος χωρίς ιστορία
δεν πήρες μέρος σε καμιά εκστρατεία,
σε καμιάς μάχης τα πυρά
δεν διασταυρώθηκε η ύπαρξή σου
για να ’χεις τίτλους μεταθανάτιους
να φτάνουν συγχαρητήρια τηλεγραφήματα
στην παλιά σου διεύθυνση —
αλήθεια γιατί αλλάζεις συνέχεια
διευθύνσεις και δημιουργείς
ένα μυστήριο γύρω απ’ το πρόσωπό σου –
το πρόσωπό σου δεν υπήρξε
δεν είχε ποτέ μια κάποια μορφή
που να δικαιολογούσε την ύπαρξή σου.

II

Επιστρέφω κάποτε στους δικούς σου τόπους
γιατί έχουν πείσμα
τα λόγια σου που δεν ειπώθηκαν
κι οι σκέψεις σου που δεν πρόλαβες
να γράψεις.

 

IN MEMORIAM

Σου στέλνω χρόνια τώρα
το ίδιο γράμμα στη γνωστή πάντα διεύθυνση
κλειστό σ’ αμόλυντο φάκελο,
που δεν το ‘γγιξαν τα χέρια του λογοκριτή
δεν το βεβήλωσαν τα μάτια του ανακριτή
και πάντα το λαβαίνω πίσω
στη δική μου διεύθυνση,
σα να ’κλεισαν τις σάκες τους
οι ταχυδρόμοι του κόσμου
και τέλειωσαν τη διανομή.

 

ΛΕΩ ΝΑ ΚΛΕΙΣΩ

Λέω να κλείσω
μια για πάντα
την Ποιητική μου Ανθολογία –
δώρο μακρινό της εφηβείας, ν
α μη γράψω πια άλλα ποιήματα
και τέλος να δώσω
σ’ αυτή την ιστορία.
Μα πάλι εσένα σκέφτομαι μάνα,
που τριαντατριών χρόνων
αποδήμησες –
Μάρτης μήνας ήτανε
του χίλια εννιακόσια πενήντα εφτά.

 

ΕΔΩ ΠΟΥ ΦΤΙΑΧΝΑΜΕ

Εδώ που φτιάχναμε τους χαρταετούς
και παίζαμε κρυφτούλι
Εδώ που ακινητούν τα δυο κομμένα χέρια
αναζητώντας τον επίμονο άνεμο
το πνιγμένο περπάτημα του μικρού παιδιού.
Εδώ που τελειώνουν τα ταξίδια των καραβιών
πάνω στη λευκή άμμο της αποδημίας
των νεκρών με το μαντήλι της άνοιξης.
Εδώ που θρυμμάτισε τα όνειρά της
η απουσία των ανθρώπων,
θα έρθει η ώρα της αναχώρησης.

 

ΣΤΟΝ ΣΙΕΡΚΕΤ

Σε σκοτώσαν
σου βγάλαν τα μάτια
σου δέσαν τα χέρια,
ύστερα σε πετάξαν στο ποτάμι
στη θάλασσα, στη λάβα του ηφαιστείου
χωρίς να ενδώσεις
χωρίς να φοβηθείς.

Σε κατατεμάχισαν
κομμάτι κομμάτι
κι ακόμα αντιστέκεσαι
κι ακόμα επιμένεις.

 

Ο ΕΝΟΧΟΣ

Κάπνισε και το τελευταίο τσιγάρο.
Ύστερα κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Τα
ον παρακολουθούσαν
δυο μάτια θρυμματισμένα
σαν κάδρο στο δάπεδο.

Σάστισε… Έπαιξε τα ματόκλαδά του…
Άνοιξε την πόρτα
και χάθηκε όπως το ποντίκι
στο τρίξιμο της κάσας.

 

ΣΧΕΔΟΝ ΜΗΔΙΖΟΝΤΕΣ (1977)

 

15.7.1974

Οι νεκροί βρομούσαν από ’να
μίλι μακριά, ήταν ανελέητο
το τελευταίο καλοκαίρι –
τρυπούσε τους ίσκιους των δέντρων
τις στέγες των σπιτιών.
Φριχτό καλοκαίρι για τους ανθρώπους
μπάσαν τους νεκρούς απ’ την πίσω
πόρτα στον Άη Γιάννη,
δεν τους χωρούσαν, λέει, τα φέρετρα.
Κι ο πιτσιρικάς —πήχτρα το αίμα
στα ρούχα του- άνοιγε λάκκους,
τον χτυπούσε ο ήλιος ανελέητα
στους κροτάφους στη μνήμη
βαθιά ως το μέλλον.

Τον ήξερες αλλιώτικα
τον κυπριώτικο ήλιο
θεία Μαρίνα την αυγή
με τα περιστέρια στους ώμους.

 

ΛΕΥΚΩΣΙΑ

Λευκωσία!
ο Μακρύδρομος δεν βγάζει
πια πουθενά
πίσω απ’ τις βιτρίνες των μαγαζιών σου
αιωρούνται πύργοι σιωπής.
Δεν σε παίρνει ο ύπνος
κι όπως γυρίζεις απ’ την άλλη μεριά
για να κοιμηθείς
ακουμπάει το πρόσωπο σου
το πρόσωπο της προδοσίας.
Λευκωσία! Λευκωσία!
είναι φοβερό, το ξέρουμε
που τρέμεις απ’ την ανάμνηση αυτή
γιατί τρυπάει τα κόκαλα τα νεύρα.

 

Ο ΠΕΝΤΑΔΑΚΤΥΛΟΣ

0 Πενταδάκτυλος αναπνέει
στον δικό μου ρυθμό
έγινε ένα με τους δικούς μου παλμούς
ανακατεύτηκε μέσα μου
και δεν μπορείς να ξεχωρίσεις
τον Πενταδάκτυλο απ’ τον εαυτό μου
τον εαυτό μου απ’ τον Πενταδάκτυλο
το αίμα του απ’ το δικό μου.
Κι έτσι συμπορευόμαστε συνυπάρχουμε:
ο Πενταδάκτυλος το βουνό
κι εγώ ο άνθρωπος.

 

ΚΥΠΡΙΩΤΙΚΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

Του Λευτέρη Πούλιου
για την κυπριακή φεγγοβολιά

Φεγγάρι που αρμενίζεις στο γαλάζιο
φεγγάρι παράξενο κι αστραφτερό
ουράνια γεννήτρια ηλεκτρικού ρεύματος
στη μέση τ’ απομεσήμερου
ταξιδεύουν μαζί σου
μπασταρδεμένα όνειρα
και σκέψεις με δεκανίκια.
Φεγγάρι που είδες το φονικό
και κρύφτηκες πίσω από ‘να σύννεφο
φεγγάρι κυπριώτικο
ματωμένο κι αλλόκοτο
της μνήμης και της οργής
φεγγάρι κρυφό
σταματημένο στη μέση της νύχτας
πυρπολημένο απομακρυνόμενο
σαν οπτασία και σύννεφο.

14.3.1976

 

ΣΧΕΔΟΝ ΜΗΔΙΖΟΝΤΕΣ

Στον Δώρο Λοΐζου

Κραυγή του Δώρου
κραυγή της πατρίδας
περιτυλιγμένη το χρέος
την οργή περιτυλιγμένη
αρχίσαμε να μπασταρδεύουμε
το νόημά σου.
Κι εκφυλιζόμαστε υποχωρούμε…
Ένοχοι σχεδόν μηδίζοντες
ζεσταινόμαστε πλάι σε μια ηλεκτρική θερμάστρα.

 

ΝΕΚΡΟΣ ΚΥΠΡΙΟΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΑΦΟ

Εγώ δεν σας ζήτησα
μια τέτοια διευθέτηση
κι ούτε ποτέ σας έκανα
λόγο για κάτι παρόμοιο.
Επιτέλους
ποιος σας έδωσε το δικαίωμα
να ποζάρετε ξεδιάντροπα
σε φωτογραφίες καθόλου δικές σας
να διαπραγματεύεστε τα δικά μας
σπίτια σα να ’ταν δικά σας
κερνώντας κονιάκ ο ένας τον άλλο
ο κλέφτης τον φονιά
ο ρουφιάνος τον πάτρωνα.
Κι εγώ να ουρλιάζω
επιμένοντας να κρατιέμαι από μια πέτρα
ξερνώντας οργή και μίσος μαζί
κάλπικα νομίσματα στην πιο κρίσιμη
συναλλαγή.

 

ΚΥΠΡΟΣ 1977

Η Κύπρος
λαχανιασμένη πνοή
κάτω απ’ το νυστέρι
του πιο σιχαμερού χειρουργείου
κι ο λαός της εκτεθειμένος
στο λεπίδι των τραστ.
Υπερπόντιοι στόλοι
βολτάρουν στη θάλασσα
κι ο Πενταδάκτυλος
μ’ ένα στραβό σκουφί σύννεφο
κατεβαίνει ξεθεωμένος τις νύχτες
στους δρόμους της Λευκωσίας.

Φτάνει πια μασημένες κουβέντες
ρουφιανιές και τα τέτοια.

 

Ο ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟΣ

Παραφυλάς στο πρώτο καντούνι
και βγαίνεις μαζί μας τις νύχτες
με μια γόπα στα χείλη.
Στριμώχνεσαι σ’ ένα τραπεζάκι
οι άλλοι μιλούν
δεν έχει σημασία
που δεν σε προσέχουν.
Ύστερα σηκώνεσαι και φεύγεις
αφήνεις επίτηδες τη γόπα
στο τραπεζάκι, στα χείλη σου
μπερδεύεται κάτι.
Εσύ δεν χαμογελάς
προσπαθείς να αρθρώσεις
μια λέξη
που να μη συνθλίβεται
από οδοστρωτήρες κι ερπύστριες.

 

ΠΑΡΑΝΟΜΗ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΗ
ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ

Η σύναξη έγινε τελείως αντικανονικά:
ο Μακρυγιάννης μπάρκαρε
απ’ τη Μακρόνησο (μισότρελοι σύντροφοι
με λειψά αφτιά κουτσαίνοντας του σφύριξαν
να προσέχει απ’ τα μεγάλα τρωκτικά)’
ο Χικμέτ ξεκίνησε
από τα λαϊκά προάστια
της Κωνσταντινούπολης (εργάτες πεινασμένοι
στους δρόμους διοχέτευαν την οργή τους
στην ποίησή του – αρκαντάς βάστα
γερά του φώναζαν κι έδειχναν
τον Πενταδάκτυλο με τον δείκτη
του χεριού τους)’
ο Ρήγας πέρασε
μέσα από ένα προπέτασμα καπνού
και βρέθηκε στη μέση της πλατείας
βρεγμένος ως το κόκαλο
με το λουρί περασμένο στον λαιμό
απαγγέλλοντας με στραγγαλισμένη φωνή
στίχους του νεότερου Ναζίμ.

25.3.1977

 

Η ΜΑΝΑ ΜΟΥ ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ

Έτσι καθώς ξεπηδούν
στις πλαγιές μια μια
οι άσπρες σημαδούρες της άνοιξης
η σεπτή σου μορφή
προβάλλει
περιχυμένη φως ιλαρό,
προτομή με δυο δάκρυα
πεταλούδας στα μάτια
απ’ τα δακρυγόνα
του χρόνου.

Μάρτης 1977

 

ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΣΗ (1978)

 

ΧΩΡΙΣ ΑΝΑΠΝΟΗ

Πέρασα μέσα από μια κόλαση φωτιάς
τα μετρό δεν έχουν φτάσει στη χώρα μου
κι έτσι μου είναι δύσκολο
να τραγουδώ χωρίς λόγο
κάποιος μέσα μου αποπατεί
ανθοδέσμες μουσικές προκαλεί
μιαν έκρηξη γέλιου
κι ύστερα φεύγει.
Αυτοί που έχτισαν τους καταυλισμούς
αποκοιμήθηκαν μέσα μου
τους κουβαλώ κάθε μέρα στη δουλειά
στον ύπνο στους απογευματινούς περιπάτους
στα εγκαίνια των εκθέσεων
στα σινεμά στις υπουργικές
εγκυκλίους στις συνεδριάσεις της βουλής
στις στήλες των εφημερίδων.
Αυτοί που έχτισαν τους καταυλισμούς
απομαγνητοφώνησαν και τη φωνή μου
τεμαχίζουν τα λόγια μου
κομμάτι κομμάτι μ’ αποσυνθέτουν
προσπαθώντας να πλαστογραφήσουν
και τα δαχτυλικά μου αποτυπώματα ακόμη

 

ΜΝΗΜΗ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟΥ

Τέσσερα χρόνια Αλέξαντρε Σπαρτίδη
το αίμα σου ανεξάντλητο στα οδοφράγματα
το κουβαλούν τις νύχτες
μέσα σε σύριγγες στα εργαστήρια
για ανάλυση —
μετά τη διάγνωση πετιούνται ρήτορες
και σε αναλύουν
παραμορφώνοντας το ανεξάντλητο της θυσίας σου
το ανεξάντλητο της ελευθερίας μας.

19.11.1977

 

ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΟΣ ΟΔΗΓΟΣ ΚΥΠΡΟΥ

Γαλάζια θάλασσα
πεδιάδες βουνά
κυπαρίσσια και πεύκα
φυλάκια και πάλε φυλάκια
πολυβολεία ως την άκρη της μνήμης
παραμορφωμένα όνειρα παιδιών
και βόμβες ναπάλμ
πανάθλια ραντάρ που υψώνονται
απειλητικά
παραδεισένιες πλαζ
και πολυτελή ξενοδοχεία.

Το βράδυ μεταφέρουν
τους τουρίστες με πούλμαν
απ’ το Κούριο ή την Αγγελόκτιστη
βιαστικά στο αεροδρόμιο
επιβιβάζονται
αποβιβάζονται
με προβολείς ή χωρίς προβολείς
τρέχουν να προλάβουν
τη ζωή τον θάνατο.

«Θα ξανάρθουμε» ή «very nice place».

 

ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΤΗ ΛΑΡΝΑΚΑ

Ήσουν κάποτε αρχέγονη
ασίκισα
με τις συμμορίες των παιδιών
απ’ τις φτωχογειτονιές.
Έχεις γίνει αγνώριστη
Λάρνακα
με τους κοριτσίστικους φιόγκους
των αστών στα μαλλιά σου –
η Ευτυχία βγήκε στο σφυρί,
παιδάκια τρέχαμε με την καλπάζουσα
μουσική του φλοίσβου των κυμάτων
κι οι Φοινικούδες παράστεκαν
στην απλωσιά του πόντου –
τώρα μπασταρδεμένη
γυρεύεις άγκιστρα ν’ αρπαχτείς,
μπούχτισες από την καθημερινή τρυφή
μακιγιαρισμένων κομπάρσων
φοβάσαι μη και σου τύχει
γάγγραινα κακό συναπάντημα.
Θυμάσαι τότε
που με ξύλινα σπαθιά
παίζαμε τον Έκτορα
και τον Αχιλλέα –
η Σαλιμέ είχε μια καλοσύνη
απίθανα τρυφερή,
τώρα ποιος ξέρει
πού να βρίσκεται,
η παιδική της αφέλεια
δεν μπορούσε να καταλάβει
σκοτωμούς Τούρκων και Ρωμιών,
είχε ένα χρώμα μελαχρινό
το πρόσωπό της.
Σκάλα ελπίζω σε σένα
και τον λαό σου,
ο τουρκομαχαλάς είναι μαχαίρι
στη μνήμη μου —
η Λαϊκκά πριν δεχτεί
τον τελευταίο πελάτη
κοίταξε κατά τη θάλασσα
και τον μιναρέ,
δάκρυα πιρούνιαζαν τα μάγουλά της
δεν άντεχε να βλέπει φονικά

το σπίτι της έγινε πολυβολείο
φυλάκιο Λαϊκκάς!
φυλάκιο Λαϊκκάς!
στη Λάρνακα
πόλη της Κύπρου
νησιού της Μεσόγειος.

 

ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ

Τρέχω πάνω απ’ τα κύματα
σύννεφο γλάρος και μπόιγκ
η θάλασσα μέσα μου γαλάζια
μουσική συμφωνία
κυλάει στις φλέβες μου
πλεούμενα κορνάρουν
και μαζούτ ρίχνονται
μέσα της μέσα μου
χωρίς σειρήνες και μέδουσες
η θάλασσα νάιλον πυρπολημένη
ανάμνηση κι ο Οδυσσέας
να βγάζει το παντελόνι του
και να πέφτει με μαγιό
τελευταίας μόδας στο κύμα.

 

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΕ ΤΙΣ ΛΕΥΚΕΣ

Στο πίσω μέρος το ποτάμι
μαζί του κατέβαιναν
μικροί σκελετοί
επίδεσμοι σπασμένα κάδρα
της μητέρας και σαρείδια
που στοιβάζονταν σ’ ένα τούνελ
αέρινο – μέσα πετούσαν
βολβούς μουσικές ξεχασμένες
παλιά βιβλιάρια καταθέσεων
τσαλακωμένα απ’ την άσκοπη χρήση
τόσων χρόνων —

Ύστερα ανοίγουν τα παράθυρα
χορεύουν τα πράγματα στο φως
κι οι νέες γυναίκες απλώνουν
τα χέρια τους σε πουλιά
καθισμένα στις λεύκες
μια αδιόρατη κίνηση
σχεδόν καλπάζουσα μέσα στον χρόνο.

 

ΑΝΑΜΝΗΣΗ

«Μάνα!» φώναξα
κι ευθύς ακούστηκε μέσα μου υπόκωφα
εκείνος ο ήχος απ’ το φιτίλι της λάμπας
στο κομοδίνο επάνω’
και το πρόσωπό της (από τη μια μεριά
φωτισμένο) έδειχνε
τις καταιγίδες που την τσάκισαν.

 

ΝΕΦΕΛΗ

Ποια μπόρα σ’ έχει ρίξει
μέσα μου
και χρόνο με τον χρόνο ριζώνεις
πιο βαθιά στην κάθε μου ίνα
στο κάθε αιμοσφαίριο μου-
τραγούδι δαιμονισμένο
ανάγλυφη πληγή η αφή σου
στροβιλιζόμενη σκέψη
επίμονα με καθηλώνει,
το πείσμα σου
κάθετος βράχος
που ρίχνεται μέσα στη θάλασσα
τα μάτια σου σε διαστολή
κάτω από κραδασμούς ηλεκτροσόκ
ενεδρεύουν αδυσώπητα
και θλιμμένα το σκοτάδι*
προσποιούμαι τον ανήξερο
ένας αδαής σαλτιμπάγκος
κι η διεισδυτικότητά σου
με ξαφνιάζει –
ουρλιάζω στην ανυποψίαστη αίσθηση
της απουσίας σου,
κάτω από αψίδες μιας άχρονης
ελευθερίας μετακινείσαι και
μετατοπίζεσαι μέσα μου κορίτσι
κάτω απ’ τις λεύκες αυλής
ερειπωμένου σπιτιού μεταλλάσσοντας
το σκοτάδι, σε φως
την οδύνη σε τραγούδι
κρατώντας τα χρόνια της εφηβείας σου
κάτω απ’ το χώμα
σε λήκυθο υπόγεια
να τρέχει το αίμα σου
στις φλέβες μου μέσα.

 

ΣΤΙΧΟΙ

Μπαίνει στην πόλη με το βράδυ
ο Γρηγόρης Αυξεντίου κραδαίνοντας
φραγγέλιο –
τα τζουκ μποξ της Ρηγαίνης
σχεδόν εκμηδενίζουν την τρεμάμενη φωνή του’
έρημη κι η Πλατεία Ελευθερίας
την σκίζει κάποιο κορνάρισμα αυτοκινήτου
ή κυκλικές εγκαταστάσεις μεγαφώνων
και φωτεινές ρεκλάμες καλλυντικών.

 

Ο ΜΙΓΑΔΑΣ ΑΓΓΕΛΟΣ (1980)

 

ΠΟΙΗΜΑ

Στον Κώστα Βασιλείου

Ασθμαίνοντας πορεύεται το ποίημα
κι οι λέξεις δύσκολα μπαίνουν
στον στίχο
παιδιά που συλλαβίζουν
ή τρέχουν στην αυλή
μην ξέροντας από πού να πας
κοντά τους
Το ποίημα αποτυπώνει
τη μέσα μας ζωή πολύ δύσκολα
το φτάνεις
Όπως σε νύχτα μακελειού
οχυρώνεσαι πίσω απ’ τον θάνατο των άλλων
έτσι και το ποίημα εκτεθειμένο
πριν από μας
κερδίζει τις λέξεις.

 

ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΟΝΕΙΡΕΥΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΑΥΛΗ
ΤΟΥ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ

Κατρακυλάει το φεγγάρι
ασημένια βήματα
στις σκάλες τ’ ουρανού
πριν τα μεσάνυχτα —

κάποιος άναψε το πολύφωτο
στο βάθος του ορίζοντα
ή ένα χέρι αόρατο με πινέλο
ασήμωσε τα δέντρα
στην αυλή του σχολείου’

και τα παιδιά κοιμούνται

στον ύπνο τους ένας χαρταετός
όλη τη νύχτα σκαρφάλωνε
στην ταράτσα της απέναντι πολυκατοικίας.

31.5.1979

 

ΚΥΠΡΙΩΤΙΚΟ A’

Είσαι μέσα μου
τρυφερό κλωνάρι
ραγισμένο γυαλί
που κινδυνεύει να θρυμματιστεί
λευκό γιασεμί στο σκοτάδι
τραγούδι γαλάζιο και πράσινο
σε δίσκο χωρίς στροφές
στο γραμμόφωνο του τρόμου-
είσαι μέσα μου
χωραφάκι που
τ’ ανοίγουν τα σπλάχνα κομπρεσέρ
το παραγεμίζουν μπετόν και ραντάρ –
ύστερα ανεβαίνουν στο δέρμα σου
μεταλλικά πτηνά της τεχνολογίας
σκύβεις το κεφάλι
όπως ελάφι λαβωμένο
κάτω απ’ το φως του ήλιου
κι όλο μακραίνει η εκατόφυλλη άνοιξη
νησί μου.

 

ΣΕ ΧΩΡΟ ΑΝΩΝΥΜΟ

Κατοικώ σ’ ένα χώρο
που δεν με ξέρει
σε υπόγειες στοές περιφέρουν
τη μνήμη μου
κατεβαίνω με ασανσέρ στα σκοτεινά
ουράνια αεροδρόμια της ψυχής μου
λεπτεπίλεπτοι φορείς της εξουσίας
χειρουργούν τα αισθήματά μου
πάνω σε τραπέζι ανατομικό
με μια λάμπα θυέλλης –

αίφνης ένας άγγελος δακρυσμένος
ταριχεύει τη μνήμη μου.
Αποπνέω καπνιά και ξερατό
σε χώρο ανώνυμο.

 

ΕΡΩΤΙΚΟ Α’

Είσαι βασιλικός
αποκλεισμένος χειμώνα
στη γλάστρα της νύχτας
στο πλάι μου καπνίζεις
δευτερόλεπτα και το πρόσωπο σου
μια γεωγραφία ερωτική’
τα μάτια σου λεηλατημένα από φως
και τα χείλη σου ελαφιού βηματισμός
στην απλωσιά του κορμιού σου.
Έχω χάρτες σε μπαούλα του χρόνου
ξεχασμένος μαζί σου να διαβάσω
σε ταξίδια ν’ ανοιχτώ μαζί σου
έτσι π αφήνομαι σε περιδιάβαση
μουσική σε όστρακο μέσα
στους γοφούς στην κοιλιά και στο στήθος

Το κορμί σου γυμνό ταξιδεύει
στον χρόνο.

 

ΕΡΩΤΙΚΟ Β’

Θαλασσινή μικρή σειρήνα
με σπρώχνεις στον έρωτα
καθώς αναδύεσαι μέσα σου
φιλί φιλί ανοίγοντας
όλα τα κρυφά μουσικά παράθυρα
του κορμιού σου σε μένα.

 

ΕΡΩΤΙΚΟ Γ’

Ποιος άνεμος σ’ έριξε
γυμνή
στο πλάι μου ν’ ανιχνεύεις
περιοχές του έρωτα
ποιο μουσικό δοξάρι
δονεί τα κορμιά μας
και τα μαλλιά σου ξέμπλεκα
υπνωτισμένα γύρω απ’ τον λαιμό
ποτάμι ορμητικό της ομορφιάς
στα μυστικά της ηδονής αρώματα
παραδομένο.

 

Η ΠΟΛΗ

Είμαι στην πολιτεία του τίποτα
ένας αλήτης της νύχτας –
η πόλη δίχως πολεοδομικό σχέδιο
η τσιμεντένια πόλη με το ημίψηλο
καπέλο κάτω απ’ τον ήλιο
η πόλη που τρέχουμε
τραγουδάμε
πεθαίνουμε
μέσα της όλοι
η πόλη που τη διασχίζουμε
με μηχανάκι
ή αυτοκίνητο
η πόλη
με φωτεινές ρεκλάμες
και μπαρ
η πόλη που χωρίς πουλόβερ
και με δύσπνοια δύσκολα κοιμάται
η πόλη με τους βιομήχανους
η πόλη χωρίς όνομα
κοντεύει στον θάνατό της κάθε μέρα.

 

ΑΡΝΗΤΙΚΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΡΗ ΒΕΛΟΥΧΙΩΤΗ

Τα γεγονότα στοιβάζονται
όπως τα τρόφιμα στο ψυγείο
ξεπέφτουν στην ψύξη
ίσως κι αντέξουν στην από δρεπανηφόρα
άρματα πορεία του χρόνου
στροβιλίζονται στο ανατομικό τραπέζι
της ιστορίας τα γεγονότα
μαζί κι οι φίλοι
που άρχισαν να ενδίδουν
στην υποψία του «καλώς διάγομεν» —
τα εβδομηντατρία στο Πολυτεχνείο κρατούσαμε
τσίλιες για τη λευτεριά
τώρα λουφάζουμε σε περσικούς τάπητες
και παρδαλές πολυθρόνες
σε παραδεισένιες πλαζ συζητάμε
για τακτική αγώνα μ’ ανάπηρη
τη θέληση
<