Category Archives: ΚΥΠΡΟΣ

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΠΑΝΤΕΛΙΔΗΣ

Ο Στέφανος Παντελίδης γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1973. Δεν σπούδασε Ελληνική Φιλολογία. Δεν έγραψε μελέτες, ούτε κριτικές βιβλίων. Οι δυο προηγούμενες ποιητικές συλλογές του Εκτός νόρμας (abookworm publications 2014) και Πάω γυρεύοντας ( κατά τον δαίμονα εαυτού) (Vakxikon.gr 2016) δεν τιμήθηκανμε κανένα βραβείο, δεν επανεκδόθηκαν, ούτε μεταφράστηκαν σε άλλες γλώσσες. Κάποιοι του είπαν πως η ποίηση του, τους αγγίζει. Θα ήθελε να ισχυριστεί πωςγράφει ποίηση για αυτούς. Η αλήθεια όμως είναι, πως γράφει γιατί αυτό του ορίζει επιτακτικά η φύση του.

ΠΑΩ ΓΥΡΕΥΟΝΤΑΣ (2016) 

[ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΔΑΙΜΟΝΑ ΕΑΥΤΟΥ]

ΓΥΡΕΥΟΝΤΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ

ΕΡΗΜΗ ΝΗΣΟΣ

Τους βλέπω και εγώ

-τους πεθαμένους του Έλιοτ1

μέσα στα αυτοκίνητά τους

πίσω απ’ τα γραφεία τους

στα καφέ και στα εστιατόριά τους.

Τι γυρεύω εγώ, ο ζωντανός, ανάμεσα σε πεθαμένους;

Και είναι τόσοι πολλοί

– δείχνουν τόσο χαρούμενοι.

Σκέφτομαι να πεθάνω και εγώ

-να γίνω σαν αυτούς:

χαρούμενος

εν ζωή νεκρός.

1.       0 Τ. Σ.Έλιοτ, στο ποίημά του Έρημη Χώρα (1922) γράφει: Ανύπαρχτη Πολιτεία/Μέσα στην καστανή καταχνιά μίας χειμωνιάτικης αυγής/ Χύνουνταν στο Γιοφύρι της Λόντρας ένα πλήθος, τόσοι πολλοί /Δεν το ‘χα σκεφτεί πως ο θάνατος είχε ξεκάνει τόσους πολλούς

(Μετάφραση: Γιώργος Σεφέρης).

ΚΥΠΡΟΣ 2015

Κάποιος να ανάψει πάλι τον ήλιο

κάποιος να πρασινίσει τους κάμπους

κάποιος να ανθίσει τις λεμονιές

κάποιος να ανοίξει τους ορίζοντες

κάποιος

και εμείς θα ακολουθήσουμε.

O ΠΑΛΑΙΟΣ HOMO SAPIENS

Στάθηκε στα δυο του πόδια

έφτιαξε εργαλεία

άναψε φωτιά

ανέπτυξε γλώσσα

κοίταξε ψηλά

είδε τα άστρα

κατάλαβε το μέγεθός του

κατάλαβε το τέλος του

Φοβήθηκε

και κρύφτηκε στη σπηλιά του

Ο ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ HOMO SAPIENS

Έφτιαξε υπολογιστές

έφτιαξε δορυφόρους

είδε τα άστρα

μέτρησε το σύμπαν

κατάλαβε το μέγεθός του

κατάλαβε το τέλος του

Φοβήθηκε

και έτρεξε για ψυχοθεραπεία.

ΣΕ ΚΥΚΛΟΥΣ

Ζούμε σε ατέλειωτους κύκλους.

Επαναλαμβάνουμε σκέψεις

– επαναλαμβάνουμε πράξεις

χωρίς να αλλάζει κάτι.

Σε ατελείωτους κύκλους

–  όπως αυτόν της Microsoft

που όλο γυρίζει.

Τον κοιτάς και σκέφτεσαι.

Νομίζεις πως φορτίζει το λογισμικό

–  νομίζεις σκέφτεται αυτό

αλλά σκέφτεσαι εσύ.

ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ ΜΟΥ

Αμάν, βρε πατέρα

– ας έβαζες το πήχη στα επιτεύγματα,

στις θέσεις και στα αξιώματα.

Εκεί να σε παραβγώ.

Όχι στην τιμιότητα

ούτε στην ακεραιότητα.

Πώς να σε φτάσω εκεί;

Πώς να σε επισκιάσω,

ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ ΜΟΥ

Ξέρω πως στα κρυφά προσεύχεσαι για μένα.

Να ξέρεις πως σαν έρθει εκείνη η ώρα,

κι εγώ με τη σειρά μου στα κρυφά,

στη μόνη προσευχή μου, θα έχω εσένα.

ΤΟ ΛΙΓΟ ΓΙΑ ΜΕΝΑ ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥ

Θα χάσω το δάσος για ένα δέντρο

κι ας φαίνομαι σε κάποιους αδαής.

Θα αγκαλιάσω το πρώτο δέντρο που θα βρω

θα ξαποστάσω ευγνώμων στη σκιά του.

Βρείτε εσείς το δάσος

―καιροσκόποι, πλεονέκτες―

και αφήστε το δέντρο σ’ εμένα

και στους όμοιούς μου.

ΠΑΛΙΡΡΟΙΑ

Ώρες ώρες έρχεται η άμπωτη

και μας αδειάζει.

Μένουμε κόκαλα και σάρκες.

Χωρίς ψυχή, σερνόμαστε χαμένοι.

Κι ύστερα να σου η πλημμυρίδα.

Φουσκώνουμε, τραβούμε

αισιόδοξα μπροστά.

Κι ύστερα πάλι,

έρχεται η άμπωτη.

ΑΥΤΟΣ

Αυτός ο αχρείος που ζει στο σπίτι μου

γεύεται τη γυναίκα μου,

μεγαλώνει τα παιδιά μου.

Αυτός ο τιποτένιος που πάει στο γραφείο μου

συναντιέται με τ’ αφεντικό μου

γράφει memo στ’ όνομά μου.

Αυτός ο άθλιος που βγαίνει με τους φίλους μου,

λέει τ’ αστεία μου,

γελά με τα δικά τους.

Αυτός

ναι, αυτός

να ξέρει πως υπάρχω ακόμη.

ΜΗΔΕΝΙΣΤΗΣ;

Ε όχι και μηδενιστής.

Απλώς αντιλαμβάνομαι το μέγεθος μου:

το τίποτα μου μες το σύμπαν

το τίποτα μου μες τον χρόνο

που δίνει τελικά αξία στη ζωή μου.

Άλλοι είναι οι μηδενιστές.

Ανόητα την ύπαρξή τους μηδενίζουν

εν αναμονή της «άλλης ζωής» που ακολουθεί.

ΓΥΡΕΥΟΝΤΑΣ ΘΕΟΥΣ

ΚΙΒΩΤΟΣ ΤΟΥ ΝΩΕ

Αυτή η ιστορία με την Κιβωτό του Νώε

που έσωσε τα ζώα από πνιγμό

που μας άφησε σώους στο βουνό Αραράτ

να ζευγαρώσουμε μετά την πλημμύρα

– αυτά τα καγκουρό

που μετοίκησαν μόνο στην Αυστραλία

– αυτές οι ζέβρες

που μετοίκησαν μόνο στην Αφρική

– αυτά τα αρμαντίλλο

που μετοίκησαν μόνο στην Αμερική

– αυτοί οι πιγκουΐνοι

που μετοίκησαν μόνο στην Ανταρτική

αυτή η ιστορία με την Κιβωτό του Νώε

μπάζει νερά από παντού.

ΚΑΙ ΕΙΠΕ Ο ΙΗΣΟΥΣ ΚΑΤΑ ΤΗ

ΔΕΥΤΕΡΗ ΚΑΘΟΔΟ ΤΟΥ:

Να μην πιστεύετε τυφλά.

Να με αμφισβητείτε.

Τι δάσκαλος θα ήμουν

αν ήθελα υπακοή

αντί για ελεύθερο πνεύμα;

Τι αξία έχει ο δάσκαλος

αν αντί δασκάλων καλύτερων απ’ αυτόν,

αφήσει μαθητές εξαρτημένους;

Μακάριοι οι έχοντες ελεύθερη και κριτική σκέψη,

ότι αυτοί φωτίσουν με το πνεύμα τους τούς άλλους

Και ο Νίτσε, ο Καβάφης,

οΤζόις και ο Καζαντζάκης

έγιναν οι πιο πιστοί ακόλουθοί Του.

ΕΥΡΗΚΑ

Είμαι σίγουρος, φωνάζει ο πιστός,

υπάρχει Θεός!

– και γελούν μαζί του οι νουνεχείς.

Είμαι σίγουρος, φωνάζει ο νουνεχής,

δεν υπάρχει Θεός!

– και γελούν μαζί του οι Θεοί.

ΕΧΟΥΜΕ ΔΡΟΜΟ ΑΚΟΜΗ

Διαγράψαμε τους Κενταύρους

μα κρατήσαμε τους δαίμονες

διαγράψαμε τους δράκους

μα κρατήσαμε τον διάβολο

διαγράψαμε τους ζωόμορφους θεούς

μα κρατήσαμε τους αγγέλους

διαγράψαμε τις μάγισσες

μα κρατήσαμε τις χαρτορίχτρες

διαγράψαμε τους μάντεις

μα κρατήσαμε τους θαυματοποιούς

κάρες, λαδάκια, αγιασμοί,

τάματα, κομποσκοίνια, εξορκισμοί

– έχουμε δρόμο ακόμη.

ΓΥΡΕΥΟΝΤΑΣ ΠΟΙΗΤΕΣ

ΤΙ ΕΙΝΑΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ (ΟΡΙΣΜΟΣ)

Πού να σταθεί επιστήμονας εδώ;

Τι να ψελλίσει ο βιολόγος;

Θέλει Πίνδαρο εδώ:

Σκιά ονείρου είναι.

Θέλει Όμηρο εδώ:

Γενεές φύλλων είναι.

Θέλει Λιαντίνη εδώ:

Το πιο τραγικό ον είναι.

Το μόνο που, ενόσω ζει,

Γνωρίζει πως πεθαίνει.

Και η επιστήμη υποκλίνεται στους ποιητές.

ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΠΟΙΗΣΗ

Αφήστε τα ηρεμιστικά.

Διαβάστε λίγη ποίηση.

Στο τρίτο ποίημα,

δεν θα σας κρατούν τα βλέφαρα σας.

Η ΩΡΑ ΝΑ ΓΡΑΨΕΙΣ ΠΟΙΗΣΗ

Είναι καλύτερα να μην γράφεις νέος.

Όχι γιατί σου λείπει η σοφία

– αλλά να μην σου μένει και γραπτώς

πόσο ευθυτενής ήσουν

πόσο πείσμα είχες τότε μέσα σου.

ΓΙΑ ΝΑ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΤΩ ΩΣ ΠΟΙΗΤΗΣ

Θα αρχίσω και εγώ τα ακαταλαβίστικα.

Να γράψω ας πούμε για τον Ηνίοχο

και το ένα το άλογο που ορμούσε χωρίς αιδώ.

Αυτό που -χρόνια αργότερα- ονόμασε ο Φρόυντ id.

Να γράψω ύστερα για πάμφωτα ελεγκτήρια

και χείλη σκοτεινά στη λήθη της θυέλλης.

Στο τέλος, θα προτάξω πάραυτα

τον δόλιο κερματισμό του υποκειμένου,

που σέρνει πρώιμα η θάλασσα

εκεί που ξημερώνει.

Και κάποιοι, που δικαιολογημένα

δεν θα καταλάβουν τίποτα,

αδικαιολόγητα επιτέλους

θα με τιμήσουν.

ΠΡΟΣ ΑΡΧΑΙΟΥΣ ΥΜΩΝ ΠΡΟΓΟΝΟΥΣ

Τίποτα από εσάς δεν κρατήσαμε.

Αντικαταστήσαμε το φως με το σκοτάδι

– την αλήθεια με την πλάνη

– την πάλη με την προσευχή.

Ελεεινοί φυγόπονοι επαίτες

δηλώσαμε υποταγή στο τίποτα

με ελπίδα

την αιώνια ανταμοιβή μας.

ΠΡΟΣ ΝΤΑ ΒΙΝΤΣΙ ΓΙΑ ΤΗ ΜΟΝΑ ΛΙΖΑ

Πόσο ν’ αντέξει η καημένη,

στημένη τόσες ώρες στο ατελιέ σου;

Γυναίκα ήταν όλο πάθος.

Κι εσύ ζωγράφιζες φύση νεκρή.

Έχασε στο τέλος το χαμόγελό της.

ΓΓ αυτό και τελικά έμειναν για μας

κάτι μυστήρια απομεινάρια.

ΠΡΟΣ ΔΑΡΒΙΝΟ

Δεν ξέρεις πως μισούμε την αλήθεια;

Αυτό το “απ’ τον πίθηκο”

μάς έπεσε βαρύ.

Ας έλεγες καλύτερα απ’ το παγώνι.

Και η «εξέλιξή» σου ―εν μια νυκτί―

θα γινόταν παγκόσμια αποδεκτή.


ΕΚΤΟΣ ΝΟΡΜΑΣ (2014)

ΣΕ ΕΙΚΟΣΙ ΛΕΠΤΑ, ΜΕ ΔΕΚΑ ΕΥΡΩ

Περιμένεις τη δική σου σειρά,

ελευθερώνεις ταχύτητα,

πέφτει νερό,

σαπούνι,

μετά οι Βούρτσες,

ο ζεστός αέρας.

Σε είκοσι λεπτά, με δέκα ευρώ, το όχημά σου είναι πάλι καθαρό.

Φεύγει η σκόνη,

φεύγει η Βρωμιά.

Σε είκοσι λεπτά, με δέκα ευρώ.

Να ‘χε ένα πλυντήριο η ψυχή,

να διώχναμε τη βρώμα,

να διώχναμε το μαύρο μέσα μας.

Και μη μου πείτε για θεούς και προσευχές,

ούτε για χάπια και ψυχοθεραπευτές.

Δεν είν’ το ίδιο.

Άλλο το πλυντήριο της ψυχής.

Να καθαρίζει η ψυχή.

Έτσι, απλά.

Με δέκα ευρώ, σε είκοσι λεπτά. 

ΣΤΟΝ ΠΑΙΔΟΝΕΥΡΟΛΟΓΟ

Τον κοιτούσα καθώς περιέγραφε

σύνδρομα και επιληψίες,

φάρμακα και θεραπείες.

Ήθελα να του πω

πως προτιμούσα να μην ήμουν εκεί,

πως προτιμούσα να συνέβαινε αυτό

σε άλλου το παιδί.

Ήθελα να του πω

τόπους που θα πήγαινα μα δε θα πάω,

αυτά που θα έβλεπα μα δε θα δω,

τι μπορούσα να γίνω,

μα δε θα γίνω ποτέ.

Ήθελα να του πω.

Μα δεν του είπα.

Τον πλήρωσα κι έφυγα.

Ο ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ

Ξεσπούσανε οε γέλια,

ξανά και ξανά,

στεκόμουνα στη μέση,

και τα ‘λεγα, το ένα μετά το άλλο.

Πραγματικά αστεία.

Γνήσιο, πηγαίο χιούμορ.

Και κάθε λίγο

κι άλλο ξέσπασμα,

κι άλλο χαχανητό.

«Πολύ χαρισματικός».

«Καλύτερος κι από γελωτοποιός».

Ύστερα πήγα σπίτι μου.

Και έκλαψα.

ΣΤΟ ΙΑΤΡΕΙΟ

Και συ κοριτσάκι στην υποδοχή, γιατί χαμογελάς;

Γιατί μιλάς με τόση ζεστασιά;

Γιατί μου απευθύνεσαι γλυκά,

με το επίθετό μου και το «κύριε» μπροστά;

Δε σου το είπα,

μα αν δε χαμογελούσες,

αν δε μιλούσες καν,

δε θα ‘κάνε καμιά διαφορά.

Αυτά που μου ‘πε ο γιατρός,

καθόλου δεν αλλάζουν.

Ούτε στην υποδοχή,

ούτε στο ξεπροβόδισμα.

ΠΡΟΣ ΕΦΗΒΟ ΑΝΙΨΙΟ

Εσένα δε μεγαλώσαμε

με ζωγραφιές και τραγουδάκια;

Σ’ εσένα δε διαβάζαμε

γλυκά παραμυθάκια;

Πότε έγινες αυθάδης,

αναιδής και πονηρός;

Πότε έγινες σαν εμάς;

ΠΡΟΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥΣ ΝΕΑΣ ΓΕΝΙΑΣ

Δε με νοιάζουν τα αιτήματά σας,

για υψηλούς μισθούς και επιδόματα.

Με νοιάζει που πρωί πρωί σας παραδίδουμε

ό,τι αγαπάμε πιο πολύ,

ό,τι πιο πολύτιμο έχουμε.

ΣΕ ΒΛΕΠΟΥΝ

Όλη σου η ζωή χορεύει στο ρυθμό

που σου κρατούν οι άλλοι.

Γι’ αυτούς το αυτοκίνητο το τζιπ,

γι’ αυτούς και η δουλειά σε πολυεθνική,

γι’ αυτούς το καλοκαίρι σε νησί,

γι’ αυτούς και το χειμώνα κάνεις σκι,

γι’ αυτούς εκείνο το ψυχρό το ρετιρέ,

Η αυτούς και η γυναίκα που θα πάρεις, θες δε θες

θα σου ‘λεγα να κάνεις κάτι και για σένα,

μόνο που δεν μπορείς.

Έχεις ξεχάσει πια ποιος είσαι.

Υπάρχεις απλά,

ως μια συνάρτηση των άλλων.

ΕΤΣΙ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ

Δε γεννιούνται ποιητές, οι ποιητές

ούτε σπουδάζονται.

Χτυπιούνται πρώτα.

Χτυπιούνται πρώτα στο πεδίο της ζωής

και ύστερα γράφουν στο χαρτί.

Για αυτό δε θα έπρεπε να τους φωνάζουν ποιητές

μα ποιηθέντες.

ΠΑΙΔΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ

Δεν είναι η ανεμελιά,

οι μακρινές οι Βόλτες, το κρυφτό.

Ούτε το πρώτο το ποδήλατο,

οι πλάκες, το τρεχτό.

Είναι που ονειρευόμουν με τις ώρες,

που σχεδίαζα το μέλλον.

Τι θα γίνω.

Πώς θα ζω.

ΠΕΡΙ ΚΟΛΑΚΕΙΑΣ

Πώς να αντισταθεί κανείς στην κολακεία;

Επιτέλους κάποιος σε θαυμάζει.

Επιτέλους κάποιος το έργο σου αναγνωρίζει.

Επιτέλους κάποιος σε σένα βλέπει

τον άνθρωπο το δίκαιο,

τον άξιο,

τον ικανό.

Θα πρέπει να τον ανταμείψετε γι’ αυτό.

Να τον κρατήσετε κοντά σας.

Σίγουρα δεν πρόκειται για κόλακα.

Σίγουρα αμερόληπτα σε σας θα είδε

τον άνθρωπο το δίκαιο,

τον άξιο,

τον ικανό.

ΣΤΗΝ ΚΗΔΕΙΑ ΤΟΥ ΜΙΛΤΟΥ ΠΟΥ ΕΦΥΓΕ ΠΟΛΥ ΝΕΟΣ

Τι ανάποδο θαύμα είναι αυτό;

Τι παιχνίδι της φύσης;

Να σκίζεται η καρδιά μου.

Και να μη βγαίνει αίμα.

Να κόβομαι στα δύο.

Και να μη βγαίνει αίμα.

Να στέκομαι.

Αλλά να είμαι στο πάτωμα.

Να κοιτάζω.

Και να μη Βλέπω τίποτα.

Γίνεται τόσος πόνος μέσα;

Γίνεται τόσος πόνος μέσα

και έξω τίποτα;

ΓΙΑ ΤΟ ΕΤΟΣ ΚΑΒΑΦΗ 2013

Αφήστε τον, τον Αλεξανδρινό,

στις σκοτεινές τις κάμαρές του,

πίσω απ’ τα κλειστά παράθυρα,

πίσω απ’ των κεριών το χαμηλό το φως.

Αφήστε τον, πολύ σπανίως,

να κατεβαίνει τα σκαλιά,

και στα κρυφά να δοκιμάζει,

τα δυνατά κρασιά της ηδονής.

Βρείτε το δικό σας δρόμο, τον Ιωνικόν,

φτιάξτε τα σπασμένα τα αγάλματά των.

Βγείτε στο δικό σας πηγαιμό.

Σταθείτε στις δικές σας Θερμοπύλες.

Δείτε πόσο γρήγορα σας σβήνουν τα κεριά.

Κι όσο μπορείτε προσπαθήστε,

έτοιμοι να είστε,

σαν έρθει κι η σειρά σας να ακούσετε από τα μακριά,

το μουσικό το θίασο να περνά.

ΚΡΙΣΗ 2013

Αγανακτούμε.

Λέμε να πάρουμε τους δρόμους.

Να ορθώσουμε το ανάστημα μας.

Να υψώσουμε τη φωνή μας.

Να ρίξουμε, οργισμένοι, πέτρες.

Αγανακτούμε περισσότερο,

που δεν ξέρουμε ποιους δρόμους να πάρουμε,

σε ποιους να ορθώσουμε το ανάστημά μας,

σε ποιους να υψώσουμε τη φωνή μας,

σε ποιους τις πέτρες μας να ρίξουμε.

ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΗ ΒΟΥΛΗ Ν’ ΑΠΟΦΑΣΙΣΕΙ

Άβουλη Βουλή,

πες μας τη Βουλή σου.

Ο ΕΠΙΚΗΔΕΙΟΣ ΜΟΥ

θα ήθελα να έγραφα εγώ τον επικήδειο μου.

θα γέμιζε η εκκλησία χαχανητά,

θα πάσκιζε να κρατηθεί ο ιερέας

και ο τρελός καντηλανάφτης θα είχε επιτέλους λόγο να γελά.

Κι αν κάποιος διαμαρτυρότανε πως δεν ταιριάζουν τέτοια σε κηδεία,

πως είναι η ομιλία μου απρεπής,

σίγουρα κάποιος που μ’ ήξερε καλά θα πεταγόταν και θα έλεγε

«Έτσι ήτανε αυτός. Έτσι ακριβώς».

ΕΑΥΤΟΣ

Αυτός κι αν είναι πανταχού παρών.

Αυτός κι αν είναι δίκαιος,

κριτής και τιμωρός.

Σ’ αυτόν λογοδοτούμε.

Αυτός τα πάντα ξέρει.

ΕΑΥΤΟΣ[2]

Αυτός δε θέλει παρακάλια.

Ούτε προσευχές και αγρυπνίες.

Δεν αποδέχεται τάματα.

Δεν του γελάς.

Αυτού.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Πάω γυρεύοντας

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΛΕΟΝΤΙΟΥ

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΑΝΕΥ Τ.65/2017

Ο Στέφανος Παντελίδης (γενν. 1973) είναι μια αιρετική ποιητική φωνή. Τα φιλοσοφικά του διαβάσματα και η συναναστροφή του με την ποίηση του Μόντη και του Καβάφη τού επιτρέπουν να διαμορφώσει μια λοξή ματιά απέναντι στα πράγματα και να αρθρώσει έναν αντικομφορμιστικό λόγο, μια ανατρεπτική γλώσσα, που έχει ως βασικά χαρακτηριστικά της την ειρωνεία, το χιούμορ και την σάτιρα, το σκώμμα, το λογοπαίγνιο και τον (αυτο)σαρκασμό. «Ποίηση γράφω πάντοτε με τον Μόντη. Τους στίχους μας  επιμελείται ο Καβάφης», προειδοποιεί στο αφτί του εξωφύλλου.

Ο Στ. Παντελίδης, τραπεζικός υπάλληλος στο επάγγελμα, εξέδωσε με μια πρώτη ποιητική συλλογή το 2014 με τον τίτλο Εκτός νόρμας. Παρόλο που δεν μεσολάβησε αρκετός καιρός ανάμεσα στην πρώτη και τη δεύτερη συλλογή του, η εξέλιξη του ποιητή είναι διακριτή και αξιοσημείωτη. Σε προλογικό σημείωμα στο πρόσφατο βιβλίο του, ο νέος ποιητής δηλώνει ότι πάει γυρεύοντας θεούς και ανθρώπους «κατά τον δαίμονα εαυτού», δηλ. όπως του υπαγορεύει η συνείδησή του. 

Η ανεπτυγμένη αυτή συλλογή αρθρώνεται σε τέσσερις ενότητες, με τους επιμέρους τίτλους «Γυρεύοντας ανθρώπους», «Γυρεύοντας θεούς», «Γυρεύοντας ποιητές» και «Γυρεύοντας διάλογο με τους μεγάλους». Το εναρκτήριο ποίημα του βιβλίου, με τον τίτλο «Έρημη νήσος», εκκινεί από έναν στίχο από την Έρημη χώρα του Έλιοτ και μας προϊδεάζει για το ότι ο νέος ποιητής θα κινηθεί «εκτός νόρμας»: «Τί γυρεύω εγώ, ο ζωντανός, ανάμεσα σε πεθαμένους; / Και είναι τόσοι πολλοί / – δείχνουν τόσο χαρούμενοι». Από κει και πέρα, ιδίως στα ολιγόστιχα ποιήματα, που καλύπτουν μεγάλο μέρος της συλλογής, τον κύριο τόνο τον δίνει ο Κ. Μόντης των «Στιγμών».

Σε μια σειρά αποφθεγματικούς και επιγραμματικούς στίχους της πρώτης ενότητας, ο ποιητής ρίχνει εξωστρεφείς ματιές σε σύγχρονες καταστάσεις, όπως στην πρόσφατη οικονομική κρίση, που έπληξε και την Κύπρο: «Δεν είναι που άδειασαν οι τσέπες / – είναι που άδειασαν οι ψυχές / και γίναμε σκιές του εαυτού μας» (Κρίση 2013-2015». Ή συλλαμβάνει καίρια τον παλμό της εποχής μας, την έκπτωση των ιδανικών και των αξιών: «Μην μας τύχει να χρειαστεί / να υπερασπιστούμε την πατρίδα, / τα ιδανικά, / τα όσια και τα ιερά. / Γιατί εύλογα θα μας ρωτήσει η νέα γενιά: / Ποια πατρίδα; / Ποια ιδανικά; / Ποια όσια και ιερά;» («Υπέρ βωμών»). Αλλού αναφέρεται στην ανακύκλωση της βίας στο Ισραήλ, ή αντιπαραβάλλει τον παλαιό και τον σύγχρονο homo sapiens, ή σχολιάζει υπαρξιακά ζητήματα, ή στέκεται σε πιο προσωπικά θέματα, στον έρωτα και σε οικογενειακές στιγμές. Στο στόχαστρο της απογυμνωτικής ματιάς του βρίσκεται και ο άλλος εαυτός, τον οποίο παρακολουθεί και ελέγχει, έχοντας συναίσθηση των ορίων του. Η πρώτη ενότητα κλείνει με μια τέτοια αυτοκριτική – απολογισμό, σε αντιδιαστολή με τους άλλους, τους πολλούς, που προσδοκούν μια άλλη, μεταθανάτια ζωή: «Ε όχι και μηδενιστής. / Απλώς αντιλαμβάνομαι το μέγεθός μου: / το τίποτά μου μες στο σύμπαν / το τίποτά μου μες στον χρόνο / που δίνει τελικά αξία στη ζωή μου. / Άλλοι είναι οι μηδενιστές. / Ανόητα την ύπαρξή τους μηδενίζουν / εν αναμονή της “άλλης ζωής” που ακολουθεί» («Μηδενιστής;»).

Με ανατρεπτική διάθεση προσεγγίζει ο Στ. Παντελίδης και τους θεούς, τους χριστιανικούς μύθους, τα εκκλησιαστικά ήθη, την ανάγκη του ανθρώπου να επινοεί θεούς και θαύματα. Ας δούμε δύο παραδείγματα: «Δεν σκότωσε ο Νίτσε τον Θεό. / Απλώς το ανακοίνωσε με στόμφο / – ετεροχρονισμένα. / Ήταν από παλιά νεκρός / – από τη γέννησή Του. / Παράλογος ο Θεός / όπως τα θαύματά Του» («Πέθανε ο Θεός»). «Τί να μας τάζουν άραγε στην άλλη ζωή; / Ίσως μια μεθεπόμενη θνητή ζωή / που θα μας “σώζει” / απ’ την αφόρητη πλήξη της αιωνιότητας» («Στην άλλη ζωή»).

Στην τρίτη, πιο σύντομη ενότητα της συλλογής, ο Στ. Παντελίδης ανοίγει συζήτηση με αγαπημένους του ποιητές, όπως τον Καβάφη και τον Μόντη. Έτσι, με αφορμή το «Έτος Καβάφη 2013», γράφει ανάμεσα σ’ άλλα, αφήνοντας αιχμές σε λογής καβαφιστές και καβαφολόγους: «Εξευτελίσαμε την ποίησή σου / μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου, / μες στες πολλές τις εισηγήσεις κι ομιλίες». Ή στρέφεται «Προς Κώστα Μόντη» για να του εκφράσει με παράπονο την όχι ανώδυνη επενέργεια που ασκεί η ποίησή του: «Πώς το ’κανες αυτό; / Με τόση αγάπη να μας τουφεκίζεις / – με τόση τρυφεράδα να μας κόβεις την καρδιά». Αλλού εκφράζει την ένστασή του για την «Ελένη» του Σεφέρη, για να δικαιολογήσει και να υπερασπιστεί τη δύναμη του έρωτα: «Μα τί εννοείτε “για ένα πουκάμισο αδειανό, / για μιαν Ελένη”; / Καθόλου αδειανό δεν ήταν το πουκάμισο. / Γεμάτο έρωτα ήταν: / έρωτα νέο, εφηβικό. / Έρωτα που νίκησε / και έκανε το δικό του» («Ένσταση, κύριε Σεφέρη»).

Αλλού, έχοντας σταθερό οδηγό τον Μόντη, σχολιάζει με χιούμορ και δηκτικότητα «ποιητές του καναπέ», δήθεν ποιητές, που επινοούν ωραίες λέξεις και γράφουν δυσνόητους στίχους χωρίς κανένα αντίκρισμα, επαναλαμβάνουν στερεότυπα και τετριμμένα θέματα και μοτίβα: «Ποιητές-λαπάδες», «Προς σύγχρονους ποητές», «Σύγχρονη ποίηση», «Τον Πενταδάκτυλο», «Από “ποιητές” σε Ποιητές», «Ποιητές που δεν γράφουν από ανάγκη», «Για να αναγνωριστώ ως ποιητής». Και καταλήγει να ορίσει τους «αληθινούς ποιητές» με τους παρακάτω καίριους, συμπυκνωμένους και αφαιρετικούς στίχους: «Δεν είναι θαύμα της ζωής οι Ποιητές / – απόβρασμά της είναι». Προφανώς για να υποδείξει ότι η ποίηση δεν γράφεται πάνω στην φαντακτερή και ρηχή επιφάνεια της ζωής, αλλά πηγάζει από τις πιο σκοτεινές πλευρές της, από το κατακάθι του πόνου, της αδικίας ή της αμφισβήτησης. Κάτι τέτοιο υποδηλώνεται, άλλωστε, και με το σκοτεινό μαύρο χρώμα του εξωφύλλου, όπου, μαζί με τα λευκά γράμματα με τα στοιχεία του τίτλου, εισχωρεί και ένας φωτεινός προβολέας, δημιουργώντας ισχυρή αντίθεση.

Στην τελευταία ενότητα της συλλογής ο νέος ποιητής επιδιώκει να συνομιλήσει με τους «μεγάλους», λογοτέχνες, άλλους καλλιτέχνες, φιλοσόφους και άλλα επώνυμα πρόσωπα του μύθου και της ιστορίας (κάποτε και ανώνυμα πρόσωπα της ταπεινής ζωής), ενώ κάποτε παρουσιάζει τέτοια πρόσωπα να συνδιαλέγονται μεταξύ τους και να κονταροχτυπιούνται: «Και τώρα τί θα γίνουμε χωρίς Θεό; / Ήταν μια κάποια λύσις» («Όταν διάβασε Νίτσε ο Καβάφης»). Από την ενότητα αυτή, ξεχωρίζουμε και τα παρακάτω, που μιλούν από μόνα τους. Όπως και στις «Στιγμές» του Μόντη, έτσι και εδώ ο τίτλος όχι μόνο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του ολιγόστιχου ποιήματος, αλλά λειτουργεί και ως κλειδί για την ανάγνωσή του: «Το πρόβλημα με εμάς / δεν είναι πως η βλακεία μας είναι ατέλειωτη σαν σύμπαν. / Είναι που διαβάζουμε αυτό που είπε ο Αϊνστάιν / και θεωρούμε πως αφορά όλους τους άλλους» («Η μοναξιά του Αϊνστάιν»). «Αν δεν με θέλουν στον παράδεισο, / πάω τζαι στην κόλασην που με παρακαλούσιν» («Ελάλεν η στετέ του γείτονά μου»).

Όσο γνωρίζουμε, η ποιητική αυτή συλλογή του Στ. Παντελίδη προσέχθηκε και σχολιάστηκε πολύ λίγο στην Κύπρο και στην Ελλάδα (από τους Γιώργο Φράγκο και Δήμο Χλωπτσιούδη). Προκαλεί όμως εντύπωση το γεγονός ότι αγνοήθηκε και από τα μέλη της κριτικής επιτροπής, που έκρινε τα υποψήφια βιβλία για τα κυπριακά λογοτεχνικά βραβεία του 2016. Κατά την αντίληψή μου, ο Στ. Παντελίδης κατέθεσε μια αξιοσημείωτη ποιητική πρόταση με τη δεύτερη συλλογή του, που αξίζει να διαβαστεί και να προσεχθεί περισσότερο. Βέβαια, υπήρχαν περιθώρια για κοσκινίσματα ή για μια αυστηρότερη επιλογή των κειμένων. Αν μπορούμε να δώσουμε μια συμβουλή, με κάθε επιφύλαξη, θα συστήναμε στον ποιητή να μην εγκλωβιστεί στις ποιητικές «Στιγμές» του Μόντη (όπως εγκλωβίστηκε, ίσως, και ο τελευταίος αναπαράγοντας τον εαυτό του). Όλα δείχνουν ότι ο Στ. Παντελίδης έχει όλες τις δυνατότητες (μια «κοφτερή», ανατρεπτική και αντιλυρική γλώσσα, την οξεία ματιά στα πράγματα, τα πλατιά διαβάσματα και το φιλοσοφικό υπόστρωμα) για να γράψει και πιο ολοκληρωμένα ποιήματα.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ 30/1/2017

«Πάω γυρεύοντας», εκδόσεις Βακχικόν 2016

Με ανατρεπτική διάθεση

Η ποίηση του Στέφανου Παντελίδη χαρακτηρίζεται από την αποφθεγματικότητα, την επιγραμματικότητα και την ανατρεπτική της διάθεση. Πρόκειται για μια ποίηση που πραγματεύεται, κατά κόρον, καίρια υπαρξιακά ζητήματα με ιδιαίτερη έφεση στις κριτικές επισημάνσεις και με, ίσως, σημαντικότερη εκφραστική μανιέρα το σαρκασμό και την ειρωνεία.

          Το βιβλίο του Στ. Π., το δεύτερο στη σειρά, είναι χωρισμένο σε τέσσερις ενότητες. Η πρώτη ενότητα έχει περισσότερο δημοσιολογικό χαρακτήρα, αφού ο ποιητής αναφέρεται στους ανθρώπους, στα αρετές και τα ελαττώματα τους, όπως αυτά βρίσκουν την έκφραση τους στο κοινωνικό γίγνεσθαι και τις διαπροσωπικές σχέσεις. Στη δεύτερη ενότητα ο ποιητής στέκεται κριτικά -έως και βλάσφημα- απέναντι σε αυτό που αποκαλούμε «τα θεία». Κρίνει τα θρησκευτικά και εκκλησιαστικά πράγματα με έντονη επικριτική διάθεση και με διακηρυκτική προσέγγιση ενός ιδιαίτερα εκδηλωτικού αθεϊσμού. Η τρίτη ενότητα της συλλογής του Στ. Π. περιλαμβάνει ποιήματα ποιητικής. Εδώ, πέραν των διακειμενικών διαλόγων με διάφορους δημιουργούς, παραμένει διάχυτο και το έντονο κριτικό στίγμα του ποιητή. Η τελευταία ενότητα περιλαμβάνει και πάλι διακειμενικούς διαλόγους, όχι κατ’ ανάγκη μόνο με ανθρώπους των γραμμάτων, αλλά και με ιστορικές και άλλες διακεκριμένες προσωπικότητες.

          Οι θεματικοί ορίζοντες του Στ. Π. είναι πολύ πλατιοί. Δεν περιλαμβάνουν μόνο διαχρονικά ζητήματα αρχών, αξιών και φιλοσοφικών ερωτημάτων, αλλά και τη σύγχρονη προβληματική για τις σχέσεις των ανθρώπων, όπως αυτές διαβρώνονται και αλλοτριώνονται μέσα από τη σύγχρονη τεχνολογία. Ως εκ τούτου, τα “social media” αποτελούν προσφιλές θέμα. Εδώ ο Στ. Π. γίνεται ιδιαίτερα χλευαστικός, σε σημείο που καγχάζει: «Τώρα που όλοι έχουν άποψη / τώρα που όλοι εκφράζονται παντού / έχασε η άποψη την αίγλη της». (σελ. 22) Γίνεται δε ιδιαίτερα βαθύς και καυστικός στην κριτική του: «Μετριέται πλέον η μοναξιά. / Βρήκε στις μέρες μας μονάδα μέτρησης: / όσο πιο πολλούς friends / τόσο πιο πολύ μόνοι». (σελ.24)

          Γενικά ο Στ. Π. διακρίνεται από μια παιγνιώδη διάθεση και μια έφεση στα λογοπαίγνια, που καθιστά τα μηνύματά του ιδιαιτέρως βατά: «Το ύψος της τιμής μας / καθορίζει / το ύψος της τιμής μας». (σελ. 27)

Η λακωνικότητα και η λιτότητα των στίχων του, έχω την άποψη ότι δημιουργούν καλές προϋποθέσεις αισθητικής ευόδωσης. Πχ μέσα σε μια μόνο φράση, θέτει τα θεμελιώδη υπαρξιακά ζητήματα της αναζήτησης και της αγάπης: «Να ερωτάς / και / να ερωτεύεσαι». (σελ. 29)

          Ο Στ. Π. έχει το χάρισμα να παραθέτει ακλόνητες, απαρασάλευτες αλήθειες, δοσμένες με απλότητα, αμεσότητα και χωρίς ίχνος επιτήδευσης ή πόζας. Συνήθως, ελαύνεται από προσωπικά βιώματα, αλλά πάντα φροντίζει να καθολικεύει τα μηνύματά του. Πχ, να τι λέει για τα παιδιά: «Όσο τα μεγαλώνουμε, μας μεγαλώνουν. / Όσα τα μαθαίνουμε, άλλα τόσα μας μαθαίνουν. Πού να ‘ξερα πως είχα τόση αγάπη;». (σελ. 39)

          Από την άλλη, ο ποιητής αρέσκεται στις ανάποδες, στις ανατρεπτικές αναγνώσεις αδιαμφισβήτητων, πάγιων θέσεων και αρχών: «Θα χάσω το δάσος για ένα δέντρο / κι ας φαίνομαι σε κάποιους αδαής… / Βρείτε εσείς το δάσος / – καιροσκόποι, πλεονέκτες – / και αφήστε το δέντρο σ’ εμένα / και στους όμοιούς μου». (σελ. 46)

          Ο Στ. Π. γράφει στίχους ατόφιας υπαρξιακής πνοής, διάφανους, ευνόητους, ευθείς, αποφθεγματικούς και καίριους. Γράφει χωρίς ίχνος κρυπτικότητας ή ελλειπτικότητας. Και διερωτώμαι αν αυτά τα χαρακτηριστικά συνιστούν μόνο αρετή. Ενδεχομένως, κάποτε ν’ αποτελούν και «γκρίζα ζώνη» καθώς αποστερούν την ποίησή του από τη δύναμη της υποβολής, αλλά και από τη γοητεία της αναζήτησης κρυφών νοημάτων πίσω από τις γραμμές. Παραθέτω ένα ενδεικτικό δείγμα της γραφής στην όποια αναφέρομαι: «Χλευάζουμε το σώμα, μα η αλήθεια είναι πως αυτό πεθαίνει τελευταίο. / Αντιστέκεται η σάρκα στο χώμα κάτι βδομάδες – / τα κόκαλα, πολύ περισσότερο. / Το αστείο είναι που μιλάμε με δέος για την ψυχή, / ενώ αυτή τελειώνει πριν από το σώμα. / Δεν έχουμε αιώνια ψυχή. / Άπλετη ματαιοδοξία έχουμε». (σελ. 54) 

          Ο ίδιος ο ποιητής έχει βέβαια την απάντηση στην επισήμανση που μόλις έκαμα και στους ενδοιασμούς που διατύπωσα πιο πάνω. Αφού σε ένα ποίημα ποιητικής, και με σαφή διάθεση αστεϊσμού, λέει: «Θα αρχίσω κι εγώ τα ακαταλαβίστικα… / Και κάποιοι, που δικαιολογημένα / δεν θα καταλάβουν τίποτα, / αδικαιολόγητα επιτέλους / θα με τιμήσουν». (σελ.112)

          Όπως σημείωσα ήδη, ο ποιητής ασκεί κριτική στα θρησκευτικά και τα εκκλησιαστικά πράγματα, με σαφή έφεση στην απομυθοποίηση και τον χλευασμό. Από την άλλη, μια αθεϊστική νότα διαπερνά όλα τα ομόθεμα ποιήματά του: «Τη δεύτερη φορά, ο Ιησούς / πέρασε έξω από την εκκλησία / και καθόλου δεν θύμωσε. / Δεν κατάλαβε το σπίτι Του. / Ήταν σαν έπαυλη πολυτελείας. / Δεν ήξερε Αυτός από τέτοια». (σελ.75)

          Όμως ειδικά για τους άθεους ο Στ. Π. γίνεται ιδιαίτερα εκθειαστικός: «Δεν φοβάται το Θεό ο άθεος/και μειδιά μπροστά στον διάβολό του».

 (σελ. 87)

          Ο ποιητής μεταφέρει τον υπαρξισμό και την μεταφυσική του και στα επέκεινα: «Τι μας τάζουν  άραγε στην άλλη ζωή;/Ίσως μια μεθεπόμενη θνητή ζωή/που θα μας ‘σώζει’/απ’ την αφόρητη πλήξη της αιωνιότητας». (σελ.94)

          Ολοκληρώνω με ένα ακόμα δείγμα ποιητικής, όπου ο Στ. Π. σημασιολογεί την ποίηση ως την τέχνη των καταφρονημένων. Η ποιητική δημιουργία εκβάλλεται από τον πάτο της ζωής, και όχι τον αφρό της: «Δεν είναι θαύμα της ζωής οι Ποιητές /- απόβρασμά της είναι». (σελ.111)

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

tovivlio.net 29/9/2016

Ο σαρκασμός διατρέχει όλη τη Νεοελληνική ποίηση σχεδόν από τη γέννησή της. Τόσο στον Σολωμό όσο και Κάλβο απαντώνται έντονα σατιρικά στοιχεία -σύμφυτα με το ρομαντικό πνεύμα- της εποχής- όσο και αργότερα στον Καρυωτάκη και τους υπερρεαλιστές. Αυτή την οδό με μία φενάκη αντιποιητική γραφή υιοθετεί κι ο Στέφανος Παντελίδης «πάω γυρεύοντας (κατά τον δαίμονα εαυτού)» (vakxikon.gr, 2016) προκειμένου να τοποθετηθεί αιχμηρά μέσω της ποιητικής οδού.

Η κοινωνική αγωνία και η κριτική διάθεση συνδέονται με μία δηκτικά αποφθεγματική διατύπωση που «επιτίθεται» συναισθηματικά στον αναγνώστη. Με το σαρκασμό ο ποιητής κρύβει τον πόνο για όσα τον πληγώνουν και μεταλαμπαδεύει την ανησυχία του στον ακροατή. Χωρίς να υιοθετεί το στοχαστικό ύφος της εύκολης ρητορείας, επιτρέπει μέσα από τη ειρωνεία και το συναίσθημα στο κοινό εκείνο να στοχαστεί μόνο του.

Πρόκειται για ποίηση εκτός κάθε νόρμας, που θεμελιώνεται σεμία απλή γραφή σε πρόζα, με  σύνθετο λόγοκαι αποφθεγματική διατύπωση (διασυρμός, επίμαχο σημείο, ο πιο δύσκολοςσύντροφος, προς Σωκράτη για την αμφισβήτηση, άντρας/γυναίκα, έρωτας/θάνατος, ητιμή μας) ή ο λογοπαιγνιώδης τόνος (προς Διογένη τον Κυνικό, τα δύο μεγάλαπρέπει της ζωής, έρωτας, είμαστε άνθρωποι, η μόνη διαφορά μας με τουςμελλοθάνατους, το χώμα κοιτώντας τον άνθρωπο, συγνώμη που χαλά το ρητό, αλλά,και σχεδόν το σύνολο της ενότητας «γυρεύοντας διάλογος με τους μεγάλους»). Οδημιουργός, εκθέτει τις αμφιβολίες και τις αγωνίες του αναζητώντας ποιητικέςαπαντήσεις σε διαχρονικά και καθημερινά προβλήματα της ζωής, συνδέοντας τουπαρξιακό με το κοινωνικό, το στοχαστικό με το ποιητικό.Η βραχυλογική διατύπωση συνυπάρχει με την αλληγορικήδιάθεση, ενισχύοντας τόσο το δηκτικό συναίσθημα όσο και το ίδιο το κριτικόπεριεχόμενο -που πια αποκτά μία συλλογική υπαρξιακή διάσταση. Άλλωστε, παρά τησυχνή παρουσία του πρωτοενικού υποκειμένου, η ποίηση του Παντελίδη δεν είναιεγωκεντρική/ατομοκεντρική· το κυρίαρχο μήνυμα είναι μία αγωνία -υπαρξιακήςφύσης- για την ίδια την κοινωνία. Ας μην ξεχνάμε ότι η ποίηση δεν επαναστατεί·διαμορφώνει μόνο τις συναισθηματικές προϋποθέσεις για να στοχαστεί και νααφυπνιστεί το κοινό.Η εικαστική απογύμνωση των ολιγόστιχων στιχουργημάτων,αναδεικνύει τις λέξεις και το σατιρικό μήνυμα. Καθώς ο Παντελίδης δεν ακολουθείκάποια περιγραφική ή αφηγηματική οδό, ο αναγνώστης/ακροατής δε χάνεται στιςλαβυρινθώδεις διαδρομές κάποιου επιδιωκόμενου βερμπαλιστικού εντυπωσιασμού.Αντίθετα, μαγεύεται από το λακωνικό και άμεσο ύφος. Εξάλλου, σε έναν κόσμο όπουοι συγκρίσεις γίνονται στα επιτεύγματα κι όχι στην ειλικρίνεια και τηντιμιότητα (του πατέρα μου), ο αντιλυρικός τόνος είναι το μόνο που οπλίζει μεθάρρος το δημιουργό στην αναζήτηση του δέντρου (το λίγο για μένα είναι πολύ).Το ίδιο ύφος διατηρεί και στην ενότητα «γυρεύοντας θεούς»,όπου το σταθερό θέμα διαπραγμάτευσης, το θρησκευτικό, ενισχύει το φιλοσοφικόμήνυμα για τη σχέση ανθρώπου και θείου που θεμελιώνεται στην κριτική οπτική(προς Ιησού, έχουμε δρόμο ακόμη, νέα εκκλησία, προς «Παναγιώτατο»ρασοφόρο, στον εκάστοτε και κατά τόπους Θεό).Μα ούτε ο σαρκασμός ούτε η προσέγγισή του φτάνουν στηνυπερβολή. Πιστός στα αρχαιοελληνικά διδάγματα αποφεύγει με προσοχή την ύβριν.Με οδηγό το μέτρο ακόμα κι όταν αποκαθηλώνει το θείο (Κιβωτός του Νώε,Παντοδύναμε, σε παρέσυρε, τρόμος, νοκ νοκ, «θεία παρουσία» στηνπισίνα, ανάποδος εξορκισμός, θεία ύβρις) προκαλεί ανυπότακτα το θρησκευτικόφανατισμό και το χριστιανικό δογματισμό, μένοντας πιστός στον δαίμονα εαυτούκαι την ευθυκρισία του.Άλλωστε, με την πρόκληση του εσωτερικού του δαίμονα, μεπροσήλωση τολμά να εκθέσει αφοριστικές απόψεις στην ενότητα «γυρεύονταςποιητές», σαρκάζοντας την ποιητική δημιουργία και τη στάση των ποιητών, όπωςτην παρατηρεί γύρω του. Με το ίδιο σθένος αποκαθηλώνει ή φιλοσοφεί με τους»μεγάλους του πνεύματος», από τον Καβάφη και το Σεφέρη έως τονΑϊνστάιν, το Νίτσε, το Ουάιλντ ακόμη και τον Μάικλ Τζάκσον με τον Λιαντίνη.Αξίζει να υπογραμμίσουμε ότι στη συλλογή οι αντιθέσειςαποτελούν μία βασική εκφραστική διέξοδο. Άλλοτε, υποφώσκουν έναντι μία ιδεατήςορθότητας (τρομακτικό, ζωή για δειλούς, παιδιά, νοκ νοκ, Κοβωτός του Νώε,διασυρμός, σκέψεις πριν την προσγείωση, από «ποιητές» σε ποιητές,φιλεύσπλαχνε και παντοδύναμε Κύριε, δεύτερη φορά ο Ιησούς έξω από την εκκλησία,στον εκάστοτε και κατά τόπους Θεό, προς «παναγιώτατο» ρασοφόρο,ποίηση Καβάφη κατά το «Έτος Καβάφη 2013», ένσταση, κύριε Σεφέρη) κιάλλες φορές εκτίθενται μέσα στα στιχουργήματα αποκαλύπτοντας έναν κόσμο αδικίαςκαι παραλογισμού (δέσμιοι πίστης, κοινωνικό κράτος, κρίση 2013-2015, φοιτητέςστα πανεπιστήμια οικονομικών του Λονδίνου, ευτυχία στα social media, η τιμήμας, ο πιο δύσκολος σύντροφος, του πατέρα μου, οξύμωρο, το λίγο για μένα είναιπολύ, παλίρροια, κακός οιωνός, είμαστε άνθρωποι, και είπε ο Ιησούς κατά τηδεύτερη κάθοδό Του, έχουμε δρόμο ακόμη, προς αρχαίους υμών προγόνους, οιαληθινοί ποιητές).Οι αντιθέσεις αποκαλύπτουν όμως και το συναίσθημα αηδίας πουκαταλαμβάνει τον ποιητή, μία ήπια αγανάκτηση που ξεπερνά το στενά κοινωνικό καιαγγίζει το υπαρξιακό. Μα η αποστροφή του δεν στοχεύει σε μία απλή καταγραφή·σκοπός του δημιουργού είναι να διαμορφώσει ένα συναισθηματικό πλαίσιο διαλόγουμε την κοινωνία. Οι αντιθέσεις υποστηρίζουν ακριβώς αυτή την οπτική του.

Και τούτες εκφραστικά αποδίδονται είτε με αρνήσεις σε οριστική (δεν) ως μία αντικειμενική κατάσταση ή με αντιθετικά -ονοματικά και ρηματικά- ζεύγη. Χαρακτηριστικά δε είναι και τα αντιθετικά ποιητικά ζεύγη  που ενισχύουν το στοχαστικό περιεχόμενο (ο παλιός homo sapiens- ο σύγχρονος homo sapiens, ευτυχία στα social media, στις εταιρείες, προς «παναγιώτατο» ρασοφόρο, Βουκεφάλας προς τα άλογα του Αχιλλέα, άντρας/γυναίκα, έρωτας, έρωτας/θάνατος, αυτή, του πατέρα μου-της μητέρας μου, τρομακτικό, Δεύτερη φορά ο Ιησούς έξω από την εκκλησία –τρεις συνθέσεις) ως τις δύο διαφορετικές του είναι και του θέλω ή τις διαφορετικές εκδοχές/οπτικές της ζωής.

Σημαντικό, επίσης, είναι να σημειώσουμε τον ιδιαίτερο λειτουργικό ρόλο που κατέχουν οι τίτλοι των συνθέσεων της συλλογής, καθώς αποκρυπτογραφούν το πλαίσιο αναφοράς και ορίζουν το επίπεδο σαρκασμού (κοινωνικό κράτος, κρίση 2013-2015, Βρετανός τουρίστας στη θάλασσα, κύκλος βίας, φοιτητές στα πανεπιστήμια οικονομικών του Λονδίνου, νέοι ήσασταν ερωτευμένοι, επίμαχο σημείο, τύψεις, το λίγο για μένα είναι πολύ, παλουκωμένος ο Αθανάσιος Διάκος σκέφτεται θλιμμένα).

Η κριτική του Παντελίδη πονάει· «χτυπά» βαθιά στην ψυχή μας σαν μαχαίρι. Το δηκτικό του ύφος με το στοχαστικό άλγος που φέρνει, διεγείρει ένα πλήθος συναισθημάτων στο κοινό, από ένα σαρκαστικό μειδίαμα μέχρι σφίξιμο απ’ τις αιχμηρές σκέψεις που αυθόρμητα γεννιούνται στο νου. Και εκεί ακριβώς έγκειται η ουσία της ποιητικής του, που συνειδητά κι αυτοθέλητα διατηρεί αποστάσεις από το «ποιητικό» ύφος.

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

To Koskino/16/9/2017

Συνήθως, όταν κάποιος καταπιάνεται με κάτι, που φαίνεται παράτολμο, ακούμε τη λαϊκή έκφραση: «Αυτός πάει γυρεύοντας». Πόσο μάλλον, όταν ένας ποιητής παίρνει το ρίσκο να εκδώσει μια ποιητική συλλογή σε μια δύσκολη εποχή και ακούει κάθε τόσο γύρω του ότι «η ποίηση δεν πουλάει» και ότι ζούμε σε μια εποχή πεζή.

Έρχεται, λοιπόν, να μας επιβεβαιώσει το ρίσκο ο Στέφανος Παντελίδης με την ποιητική του συλλογή «Πάω γυρεύοντας», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις “Vakxikon.gr” και όπως διαπιστώνουμε ο ποιητής είναι παράτολμος και πάει γυρεύοντας με τα ποιήματά του, αφού δεν διστάζει να τα βάλει με ανθρώπους, θεούς και σπουδαίους ποιητές και φιλόσοφους.

Αρχικά, ο Στέφανος Παντελίδης στρέφεται εναντίον ανθρώπων, που βρίσκονται στην εκάστοτε εξουσία και αποφασίζουν για τους υπόλοιπους: «Βεβαίως, θα δώσουμε σε όσους έχουν ανάγκη. / (Ό,τι αφήσουν αυτοί που δεν έχουν ανάγκη).» Πιο πέρα θα γράψει για τον σύγχρονο άνθρωπο: «Έφτιαξε υπολογιστές / έφτιαξε δορυφόρους / είδε τα άστρα / μέτρησε το σύμπαν / κατάλαβε το μέγεθός του / κατάλαβε το τέλος του. / Φοβήθηκε / και έτρεξε για ψυχοθεραπεία.», ενώ πιο κάτω θα ρίξει και μερικές σπόντες για τα social media: «Μετριέται πλέον η μοναξιά. / Βρήκε στις μέρες μας μονάδα μέτρησης: / όσο πιο πολλούς friends / τόσο πιο πολύ μόνοι.» Για τις εταιρίες ο Στέφανος Παντελίδης θα γράψει πως: «ο νικητής αμείβεται αδρά / και ο χαμένος πονάει περισσότερο.» Αρκετά εύστοχο σε αυτή την ενότητα είναι και το ποίημα «Πόδια»: «Σίγουρα τα έχεις παρεξηγήσει: / δεν είναι μόνο για να τρέχεις / -είναι και για να κλωτσάς.» Όμως, ο ποιητής δεν σταματάει εδώ. Τολμάει να τα βάλει με τον πιο δύσκολο αντίπαλο, που είναι ο ίδιος ο εαυτός του: «Δεν ακούω πια τους άλλους. / Δεν ακούω πια ούτε τον εαυτό μου. / Και όταν σπάνια του επιτρέπω να εκφραστεί, / διαφωνώ μαζί του πλήρως».

Πιο πάνω αναφέραμε ότι ο Στέφανος Παντελίδης πάει γυρεύοντας, επειδή τα βάζει με ανθρώπους, όμως, εκτός από την ανθρώπινη εξουσία υπάρχει και η θρησκευτική. Διαβάζοντας, την ποιητική συλλογή «Πάω γυρεύοντας», μπορούμε να πούμε ότι Στέφανος Παντελίδης τα βάζει και με θεούς. Έτσι, λοιπόν θα γράψει για «απεργία πίστης» και θα κατηγορήσει τον Ιησού ότι έκανε αδύνατο το να τον πιστέψει. Παρακάτω, δεν θα διστάσει να τα βάλει και με τους ρασοφόρους: «Πως αντέχεις το «Παναγιώτατος»; / Εγώ αμφιβάλω αν αξίζω το «κύριος» / -πόσο μάλλον το «παγκυριότατος.»

Στην επόμενη ενότητα της ποιητικής του συλλογής ο Στέφανος Παντελίδης γράφει για ποιητές, στηλιτεύοντας την υπερανάλυση, που έχει γίνει στην ποίηση του Καβάφη, ενώ πιο κάτω θα γράψει για τους σύγχρονους ποιητές: «Σαν ξόρκι μαγικό / -γράφετε τόσες λέξεις / και δεν μας μένει τίποτα.» και για τη σύγχρονη ποίηση: «Αφήστε τα ηρεμιστικά. / Διαβάστε λίγη ποίηση. / Στο τρίτο ποίημα, / δεν θα σας κρατούν τα βλέφαρά σας».

Στην τελευταία ενότητα της ποιητικής συλλογής «Πάω γυρεύοντας» ο Στέφανος Παντελίδης επιχειρεί έναν διάλογο με σπουδαίους ποιητές, φιλόσοφους και διάφορους στοχαστές, που άφησαν εποχή. Εδώ αξίζει να παραθέσουμε το ποίημα «Προς Δαρβίνο»: «Δεν ξέρεις πως μισούμε την αλήθεια; / Αυτό το απ’ τον πίθηκο / μας έπεσε βαρύ. / Ας έλεγες καλύτερα απ’ το παγώνι. / και η «εξέλιξή» σου -εν μια νυκτί- / θα γινόταν παγκόσμια αποδεκτή.» Σε αυτή την ενότητα ο ποιητής θα αφιερώσει κι ένα ποίημα στους «ανά την υφήλιο κυβερνώντες: «Κρατήστε το ποδόσφαιρο με νύχια και με δόντια. / Χωρίς αυτό, μπορεί ο όχλος να αρχίσει να διαβάζει / -μετά δεν θα σας σώζει τίποτα».

Συμπερασματικά, η ποιητική συλλογή του Στέφανου Παντελίδη «Πάω γυρεύοντας» είναι ένα πολύ ενδιαφέρον ρίσκο και κατά τη γνώμη μας, ο ποιητής ρίσκαρε και τα κατάφερε να κερδίσει την προσοχή μας. Τον προκαλούμε, λοιπόν, να συνεχίσει να ρισκάρει, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει και ο ίδιος στο τελευταίο ποίημα της συλλογής, παραφράζοντας τον Γούντι Άλεν: «Αν δεν σας αρέσουν τα ποιήματά μου, / έχω κι άλλα».

ΚΙΚΑ ΟΛΥΜΠΙΟΥ

anagnostria 11/7/2016

Έγραφα για την προηγούμενη (πρώτη) ποιητική συλλογή του Στέφανου Παντελίδη «Εκτός νόρμας»: «Τη διακρίνει η ορμητικότητα, μια βίαιαη λεκτική έκρηξη, μοιάζει με ατμό που ξεπηδάει ορμητικός όταν ξεσκεπάζουμε μια κατσαρόλα, όπου για ώρα έβραζε νερό. Σαν να κουβαλούσε καιρό μέσα του σκέψεις και συναισθήματα και τώρα απότομα τα αφήνει να ξεπηδήσουν».

Τώρα, σ’ αυτή τη δεύτερη συλλογή, ο ποιητής φαίνεται να έχει κάπως ηρεμήσει. Εμφανίζεται πιο κατασταλαγμένος, όχι τόσο συναισθηματικός. Ο προβληματισμός που υπήρχε στην πρώτη συλλογή εξακολουθεί να υπάρχει. Για τον άνθρωπο, για τον Θεό, για την ποίηση. «Συνομιλεί» με τα μεγάλα πνεύματα ψάχνοντας, ολοένα γυρεύοντας. Η λογική του συγκρουόμενη με το συναίσθημα επικρατεί, η ειρωνεία του σε κάνει αυθόρμητα να χαμογελάσεις. Κι αν είχαμε κάποια απορία για το τι «πάει γυρεύοντας», φροντίζει να μας προϊδεάσει με τον σύντομο πρόλογό του: «Πράττω κατά τον δαίμονα εαυτού», ουσιαστικά, σημαίνει «πράττω με αυτό που η συνείδησή μου θεωρεί σωστό», αδιαφορώντας κατά πόσο αυτό ικανοποιεί τις κοινωνικές νόρμες. Στο βιβλίο αυτό, κατά τον δαίμονα εαυτού πάω γυρεύοντας θεούς και ανθρώπους».

Η συλλογή χωρίζεται σε τέσσερις ενότητες: Γυρεύοντας ανθρώπους, Γυρεύοντας θεούς, Γυρεύοντας ποιητές, Γυρεύοντας διάλογο με τους μεγάλους. Ο Παντελίδης διαλογίζεται, αμφισβητεί, είναι ένα ανήσυχο πνεύμα που διερωτάται για τα ανθρώπινα, για τον Θεό, για την ποίηση. Δίνει ενίοτε τις δικές του ορθολογιστικές απαντήσεις, αλλά πιο συχνά απορεί παρασύροντάς μας στα ίδια εναγώνια ερωτήματα. Στο ποίημα «Υπέρ βωμών» γράφει:

Μην μας τύχει και χρειαστεί

να υπερασπιστούμε την πατρίδα,

τα ιδανικά,

τα όσια και ιερά.

Γιατί εύλογα θα μας ρωτήσει η νέα γενιά:

Ποια πατρίδα;

Ποια ιδανικά;

Ποια όσια και ιερά;

Απογοητεύεται από τη σύγχρονη μοναξιά:

Μετριέται πλέον η μοναξιά.

Βρήκε στις μέρες μας μονάδα μέτρησης:

Όσο πιο πολλούς friends

τόσο πιο πολύ μόνοι.

Με δυο μόνο στίχους ειρωνεύεται τη φθαρτότητά μας:

ΤΟ ΧΩΜΑ ΚΟΙΤΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ

Πρόσεχε πώς πατάς

-έχει ο καιρός γυρίσματα.

Με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο φιλοσοφεί πάνω στην έννοια «Θεός». Οι αμφιβολίες του συμπυκνώνονται τέλεια στο ποίημα  «Εύρηκα».

Είμαι σίγουρος, φωνάζει ο πιστός,

υπάρχει Θεός!

-και γελούν μαζί του οι νουνεχείς.

Είμαι σίγουρος, φωνάζει ο νουνεχής,

δεν υπάρχει Θεός!

-και γελούν μαζί του οι Θεοί.

Για να καταλήξει «Έχουμε δρόμο ακόμη» για να απαλλαγούμε από όλους τους φόβους, τις δεισιδαιμονίες, τις προκαταλήψεις που κατά καιρούς μας φόρτωσαν οι θρησκείες.

Οι «συνομιλίες» του με τους ποιητές και τους «μεγάλους» αποκαλύπτουν το εύρος των διαβασμάτων του, των επιδράσεων αλλά και των αμφισβητήσεών του. Το ακαριαίο των «Στιγμών» του Μόντη, οι συμβολισμοί του Καβάφη, καταφανείς στην ποίηση του Στέφανου. Η πλατωνική φιλοσοφία, ο Νίτσε, ο Κάλβος, ο Σολωμός, ο Σεφέρης, ο Ηράκλειτος και προπάντων ο «δάσκαλός» του, όπως τον αποκαλεί, ο Δ. Λιαντίνης, γίνονται άλλοτε με το έργο τους κι άλλοτε με τη ζωή τους οι προσφιλείς του συνομιλητές.

Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΟΥ ΑΪΝΣΤΑΙΝ

Το πρόβλημα με εμάς

δεν είναι πως η βλακεία μας είναι ατέλειωτη σαν το σύμπαν.

είναι που διαβάζουμε αυτό που είπε ο Αϊνστάιν

και θεωρούμε πως αφορά όλους τους άλλους.

ΠΡΟΣ ΠΑΟΥΛΟ ΚΟΕΛΟ

Το μόνο σύμπαν που συνωμοτεί

είναι το δικό σου.

Έγινες πλούσιος

πουλώντας παραμύθια.

Η ποίηση του Στέφανου Παντελίδη, απλή, κατανοητή, απογυμνωμένη από λυρικά ψιμμύθια, μπορεί να γίνει πηγή ευφρόσυνων στιγμών όταν την απολαμβάνουμε ως Τέχνη, αλλά και πρόξενος μελαγχολίας. Της μελαγχολίας που προκαλεί ο προβληματισμός για τα ανθρώπινα, τη ζωή και τον θάνατο, την Τέχνη και τον Θεό.

Εκτός νόρμας (2014)

ΚΙΚΑ ΟΛΥΜΠΙΟΥ

anagnostria  26/9/2014

Με την ποίηση ελάχιστα ασχολήθηκα σ’ αυτό εδώ το blog, αφού έχω μόνο 5 ποιητικές αναφορές σε σύνολο 474 αναρτήσεων. Όχι γιατί δεν μου αρέσει ή γιατί δεν διαβάζω ποίηση, αλλά γιατί άλλο η ανάγνωση και άλλο η παρουσίαση μιας ποιητικής συλλογής. Η ποίηση νιώθεται, δεν εκλογικεύεται («δεν υπάρχει «άρα» στην ποίηση», για να θυμηθούμε  τον Ελύτη). Όταν εκλογικεύσεις (πράγμα που δυστυχώς είμαστε υποχρεωμένοι να κάνουμε όταν διδάσκουμε), κάτι απ’ την αδιόρατη κι άπιαστη μαγεία της χάνεται. Ο φόβος λοιπόν μήπως προδώσω την ποίηση είναι που με συγκρατεί ώστε να την απολαμβάνω χωρίς να μιλώ πολύ γι’ αυτήν, ο φόβος μήπως δεν μπορέσω να μεταδώσω αυτά που ένιωσα.

Κι όμως πάλι κάποιοι στίχοι μου αναμοχλεύουν τέτοιες σκέψεις και συναισθήματα που πιεστικά γυρεύουν διέξοδο έκφρασης. Αυτό μου συνέβη με μια πρόσφατη ποιητική συλλογή. Τίτλος της, «Εκτός νόρμας», πρώτη ποητική συλλογή του Στέφανου Παντελίδη. Το πρώτο που μου έκανε εντύπωση σ’ αυτή την ολιγοσέλιδη συλλογή είναι μια ορμητικότητα, μια βίαιη λεκτική έκρηξη. Μου φάνηκε πως έμοιαζε με τον ατμό που ξεπηδάει ορμητικός σαν ξεσκεπάζουμε μια κατσαρόλα όπου για ώρα έβραζε νερό. Σαν να κουβαλούσε καιρό μέσα του σκέψεις και συναισθήματα και τώρα απότομα τα αφήνει να ξεπηδήσουν. Δεν ξέρω τι μου δημιούργησε αυτή την εντύπωση. Ίσως είναι το ολιγόστιχο των ποιημάτων, όπου το συναίσθημα γνωρίζει μια άκρα συμπύκνωση (πολλά ποιήματα αποτελούνται από ένα ή δύο ή τρεις το πολύ στίχους), ίσως είναι η διαμαρτυρία που έντονα ξεχύνεται ακόμη και προς το Θεό ή η ειρωνεία, κάποτε και ο αυτοσαρκασμός. Κάποια ποιήματα σε κάνουν να χαμογελάσεις, άλλοτε να δακρύσεις κι άλλοτε να ταυτιστείς με τη φωνή διαμαρτυρίας του ποιητή.

Ο Στέφανος μοιάζει οργισμένος, Η οργή της διαμαρτυρίας του απευθύνεται συχνά και στο Θεό. «Πού ήσουν;» ρωτάει το Θεό για δυο αδερφάκια που πέθαναν κλεισμένα στο ασανσέρ. Κι αλλού πάλι διαμαρτύρεται γιατί «Εκείνος έφυγε νύχτα, ενώ άφησε τ’ άλλα παιδιά να σφαγούν απ’ τον κτηνώδη βασιλιά», θυμίζοντάς μας τη σφαγή των νηπίων από τον Ηρώδη. Κι όμως δεν δηλώνει άθεος. Γιατί, αν δεν πίστευε, «δεν θα Του απηύθυνε το λόγο, δεν θα Του ζητούσε εξηγήσεις», δικαιολογείται ειρωνικά και παραπονεμένα.

Με τρυφερότητα και αγάπη γράφει ειδικά για τα παιδιά. Άλλωστε αφιερώνει τη συλλογή «Στο γιο μου Γιώργο, που η ιδιαιτερότητά του μου ανοίγει ορίζοντες».

Καταφανείς οι επιδράσεις που δέχτηκε ο Στέφανος, με κυρίαρχες την ποίηση του Μόντη και του Καβάφη. Όχι μόνο γιατί ονομαστικά τους αναφέρει σε αντίστοιχα ποιήματα, αλλά και για άλλους λόγους. Η φιλοσοφική διάθεση, η ειρωνεία, ο χωρίς ψιμμύθια λόγος που διακρίνει τους δυο ποιητές είναι χαρακτηριαστικά και του «Εκτός νόρμας». Παρόμοια με την τεχνική του Μόντη είναι και οι παραλλαγές πάνω στο ίδιο θέμα. Π.χ. «Τα μάτια», «Τα μάτια[2]», «Τα μάτια [3]» κ.λπ..

Εξαιρετικό το ποίημα «Για το έτος Καβάφη 2013». Ποίημα συνθεμένο, θα ‘λεγε κανείς, από στίχους του ίδιου του Αλεξανδρινού, που ο Στέφανος απευθύνει στον εαυτό του και στον καθένα μας.

Αφήστε τον τον Αλεξανδρινό,

στις σκοτεινές τις κάμαρές του,

πίσω απ’ τα κλειστά παράθυρα,

πίσω απ’ των κεριών το χαμηλό το φως.

Αφήστε τον, πολύ σπανίως,

να κατεβαίνει τα σκαλιά,

και στα κρυφά να δοκιμάζει,

τα δυνατά κρασιά της ηδονής.

Βρείτε το δικό σας δρόμο, τον Ιωνικόν,

φτιάξε τα σπασμένα τα αγάλματά των.

Βγείτε στο δικό σας πηγαιμό.

σταθείτε στις δικές σας Θερμοπύλες.

Δείτε πόσο γρήγορα σας σβήνουν τα κεριά.

Κι όσο μπορείτε προσπαθείστε,

έτοιμοι να είστε,

σαν έρθει κι η σειρά σας να ακούσετε από τα μακριά,

το μουσικό το θίασο να περνά.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Στη Μαρία Παναγιώτου

Ο Φιλελεύθερος 14/12/2016

«Ο αληθινός ποιητής οφείλει να αφυπνίζει τον αναγνώστη».

Στέφανος Παντελίδης: Ένας ροκ ποιητής

Νιώθει πως αυτό που γράφει είναι περισσότερο ροκ παρά ποίηση. Πιστεύει ακόμη ότι η καλή ποίηση είναι επανάσταση: «Φέρνει τον άνθρωπο αντιμέτωπο με τους φόβους του, αλλά του δίνει και ώθηση να γίνει καλύτερος. Οι αληθινοί ποιητές δεν ποιούν λέξεις, ποιούν συνειδήσεις», λέει ο Στέφανος Παντελίδης. Αφορμή για την κουβέντα μας, η δεύτερη ποιητική του συλλογή, «Πάω γυρεύοντας (κατά τον δαίμονα εαυτού)», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Vakhikon.gr.

Γράφει:

-Γιατί διάλεξες αυτόν τον τίτλο στο τελευταίο σου βιβλίο με ποιήματα;

Ο άνθρωπος που σταματά να πηγαίνει γυρεύοντας, μένει πνευματικά στάσιμος. Χάνει σιγά-σιγά την ψυχή του. Μετατρέπεται σε ζωντανό νεκρό. Μικρός, έβλεπα ζωντανούς νεκρούς σε ταινίες τρόμου. Σήμερα τους βλέπω γύρω μου, και με τρομάζουν περισσότερο. Στο βιβλίο μου πάω εν μέρει «γυρεύοντας καβγά», αφού οι στίχοι μου είναι συχνά προκλητικοί και ενοχλητικοί.

-Αναγκάζουν κατά κάποιον τρόπο τον αναγνώστη να διερωτηθεί για τον τρόπο που ζει, τη ζωή του;

Ναι, και μαζί με τον αναγνώστη πάω και εγώ γυρεύοντας, αναζητώ δηλαδή απαντήσεις στα διαχρονικά αλλά και καθημερινά προβλήματα της ζωής. «Γυρεύω ανθρώπους», σε στίχους μου για την κρίση, τα social media, τον έρωτα, τον θάνατο, την ευτυχία κ.ά. «Γυρεύω θεούς», αμφισβητώντας τις παγιωμένες αντιλήψεις περί θεών και προκαλώντας για κάτι καλύτερο. «Γυρεύω ποιητές» αμφισβητώντας τον ανιαρό δρόμο που έχουν πάρει αρκετοί σήμερα και «γυρεύω διάλογο με τους μεγάλους», συνομιλώντας με τον Σωκράτη, τον Αϊνστάιν, τον Νίτσε, τον Δαρβίνο, τον Όσκαρ Ουάιλντ, ακόμη και τον Μάικλ Τζάκσον. Η φράση στην παρένθεση «κατά τον δαίμονα εαυτού» τονίζει την αρχή να πράττει ο καθένας μας κατά συνείδηση. 

-«Όποιος ελεύθερα συλλογάται, ενοχλεί αυτούς που διοικούν», γράφεις στο οπισθόφυλλο του βιβλίου σου. Είναι γενικά ο ρόλος του ποιητή να «ενοχλεί» την εξουσία και να αφυπνίζει τον αναγνώστη;

Η αγάπη μου για την ελεύθερη σκέψη είναι διάχυτη στο βιβλίο μου. Πριν να παραφράσω τον Ρήγα, παραφράζω τον Κάλβο: «Θέλει αρετήν και τόλμην, η ελεύθερη  σκέψη». Ο εύκολος δρόμος είναι η παραδοχή στη μετριότητα της συλλογικής σκέψης. Ο δύσκολος, είναι να απελευθερωθείς από τα δεσμά και να αναπτύξεις ελεύθερη σκέψη. Ο Καβάφης το θέτει συγκλονιστικά στο ποίημά του «Τείχη»: «…Ανεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω».

-Ποιος κτίζει τείχη;

Τα τείχη τα κτίζουν η κοινωνία, το κράτος, η Εκκλησία, το κατεστημένο, ακόμη και ο εαυτός μας, όταν χάσει πλέον τις αντιστάσεις του. Αυτούς ακριβώς εννοώ ότι ενοχλεί «όποιος ελεύθερα συλλογάται». Και ναι, ο αληθινός ποιητής οφείλει να αφυπνίζει τον αναγνώστη. 

– Γράφεις για την οικονομική κρίση, «δεν είναι που άδειασαν οι τσέπες, είναι που άδειασαν οι ψυχές». Γιατί κατά την άποψή σου άδειασαν οι ψυχές;

Κατά την περίοδο της βαθιάς κρίσης 2013-2015, οι άνθρωποι γυρνούσαν σαν σκιές και γύρευαν από κάπου να πιαστούν, αλλά δεν έβρισκαν τίποτα στέρεο. Το χρήμα εξανεμίστηκε. Το κράτος, η Ελλάδα, η Ευρώπη, η Ρωσία, όλοι τους είχαν απογοητεύσει. Οι θεσμοί που έπρεπε να λειτουργήσουν δεν λειτούργησαν, ο κοινωνικός ιστός έλιωσε σαν κερί. Η καθημερινότητα μετατράπηκε σε βάσανο. Ο ενθουσιασμός χάθηκε. Τα κεφάλια έγειραν. Η ελπίδα έσβησε. Κάπως έτσι δεν αδειάζουν οι ψυχές;

-Ποια ανάγκη σε οδήγησε στον δρόμο της ποίησης;

Βλέπω και αντιλαμβάνομαι πολύ περισσότερα από όσα θα ήθελα. Κοινωνικά, πολιτικά, οικονομικά και φιλοσοφικά, νιώθω συχνά σαν τον Οιδίποδα Τύραννο. Μου αποκαλύπτεται μια αλήθεια τόσο δυσβάστακτη, που θα προτιμούσα να μην τη γνώριζα. Ζηλεύω πραγματικά τους «φτωχούς τω πνεύματι», επειδή λίγα αντιλαμβάνονται. Αφού λοιπόν δεν έχω τα κότσια του Οιδίποδα να τυφλωθώ για να μη βλέπω την αλήθεια, γράφω. Η ποίηση είναι για μένα μια μορφή εκτόνωσης. Η Κίκα Ολυμπίου έγραψε για την ποίηση μου στο blog της (anagnostria): «Τη διακρίνει η ορμητικότητα, μια βίαιη λεκτική έκρηξη, μοιάζει με ατμό που ξεπηδάει ορμητικός, όταν ξεσκεπάζουμε μια κατσαρόλα όπου για ώρα έβραζε νερό.»

-Οι στίχοι σου βγαίνουν εύκολα ή παιδεύεσαι πολύ για να βρεις τις κατάλληλες λέξεις;

Ενώ επιτρέπω στον εαυτό μου να παιδεύεται μερόνυχτα με σκέψεις, του απαγορεύω να παιδεύεται με λέξεις. Η εμμονή πολλών ποιητών στην εξεύρεση ιδανικών λέξεων, σκότωσε την ποίηση. Το αναγνωστικό κοινό μάς έχει εγκαταλείψει, όχι επειδή δεν είναι ικανό να μας κατανοήσει, όπως δηλώνουν γεμάτοι υπεροψία οι ποιητές. Την ευθύνη φέρουν οι ποιητές που έπαψαν να συγκλονίζουν τους αναγνώστες με τους στίχους τους.

-Σαρκάζεις στο βιβλίο σου τους σύγχρονους ποιητές και αναφέρεσαι στην κακή ποίηση. Πώς προσδιορίζεις την καλή ποίηση;

Η καλή ποίηση διακόπτει την καθημερινότητα. Αντιμάχεται τη συνήθεια. Αναστατώνει τον αναγνώστη. Του θυμίζει τη θνητότητά του, την τραγικότητά του, τους έρωτες που δεν έζησε, τις μάχες που δεν έδωσε, αυτά που οφείλει, αυτά που δεν είναι. Παράλληλα υμνεί τον έρωτα, την αγάπη, τις αρετές και το ήθος. Η καλή ποίηση είναι επανάσταση. Φέρνει τον άνθρωπο αντιμέτωπο με τους φόβους του, αλλά του δίνει και ώθηση να γίνει καλύτερος. Οι αληθινοί ποιητές δεν ποιούν λέξεις, ποιούν συνειδήσεις. Γι’ αυτό και στη δική μου κρίση, πέραν του Καβάφη και του Μόντη, στην κατηγορία Ποιητές είναι και επαναστάτες όπως ο Σωκράτης, ο Ιησούς, ο Νίτσε και ο Γκάντι, αλλά και ροκάδες όπως ο Jim Morrison, ο Bob Dylan και τα Διάφανα Κρίνα.

-Να θεωρήσω ότι είσαι σύμφωνος με την απονομή του Νόμπελ Λογοτεχνίας στον Bob Dylan;

Σίγουρα. Συχνά λέω πως αυτό που γράφω είναι περισσότερο ροκ παρά ποίηση. Πώς να μην με χαροποιεί η βράβευση του Dylan; Μας ανοίγει τον δρόμο! Καλλιτέχνες σαν αυτόν επηρέασαν με την ποίησή τους εκατομμύρια ανθρώπους.

-Μου φάνηκε παράξενο που ανέφερες τον Ιησού στα πρότυπά σου. Διαβάζοντας το βιβλίο σου, κάποιος θα έλεγε πως βρίσκεσαι στην αντίπερα όχθη.

Ο Ιησούς ήταν ένας αληθινός επαναστάτης. Αμφισβήτησε το κατεστημένο, κτύπησε την εξουσία και έδωσε δύναμη στους αδύναμους της εποχής του. Στη συνέχεια, υπήρξε αντικείμενο εκμετάλλευσης. Στα ποιήματα μου αντιπαλεύομαι αυτούς που στο όνομα του Ιησού αποκτούν πλούτο, εξουσία και δύναμη. Μάλλον θα συμφωνούσε με αρκετά από τα ποιήματά μου, όσο αντιχριστιανικά κι αν φαίνονται.

-Αναφέρεσαι στους στίχους σου στην ανούσια κοινωνικότητα του διαδικτύου. «Όσο πιο πολλούς friends, τόσο πιο πολύ μόνοι», σχολιάζεις. Εσύ δεν έχεις friends στο διαδίκτυο;

Δεν έχω facebook. Όχι επειδή αντιστέκομαι στην τεχνολογία. Απλώς από την αρχή δεν μου άρεσε το facebook ως μέσο επικοινωνίας. Οι «friends» κάθε άλλο παρά φίλοι είναι, και η επικοινωνία περιορίζεται σε ανούσια posts και δυσλεκτικά σχόλια τύπου «like» και «αγαπώ». Αντιθέτως λατρεύω το WhatsApp και φυσικά το email, γιατί μου δίδουν τη δυνατότητα να μοιράζομαι σκέψεις και συναισθήματα με πραγματικούς φίλους. Θα χαρώ, για παράδειγμα, αν αντί για «like», οι αναγνώστες του Φ, μου «μιλήσουν» στο spantelides@hotmail.com. 

-Τι είναι για σένα ευτυχία;

Γράφω στο βιβλίο μου:

Μετράμε την ευτυχία σε αριθμούς.

Κομπάζουμε για τους δεκάδες friends μας.

Ξεχάσαμε τι είπε ο Επίκουρος:

Ευτυχία είναι

μια όμορφη αυλή,

λίγο τυρί, λίγο κρασί

και δύο καλοί μας φίλοι.

-Ενώ η ποίησή σου θα μπορούσε να χαρακτηριστεί απαισιόδοξη, δεν είναι λίγοι οι στίχοι σου με χιούμορ.

Δεν είμαι απαισιόδοξος. Κοιτώ στα μάτια την πραγματικότητα. Και επειδή συχνά μου προκαλεί πόνο, την πολεμώ με χιούμορ.

– Τι θα έγραφες στον τάφο σου;

«Πήγα γυρεύοντας – και προφανώς δεν γύρισα πίσω.»

tvxs.gr 11/6/2016

Μιλήστε μας για το τελευταίο σας βιβλίο.

Το τελευταίο μου βιβλίο τιτλοφορείται «Πάω γυρεύοντας (κατά τον δαίμονα εαυτού)».  Πρόκειται για εκτός νόρμας ποίηση. Απλός και πεζός λόγος αλλά σύνθετη σκέψη. Πάω γυρεύοντας με δύο έννοιες: Πάω γυρεύοντας «καυγά», αφού οι στίχοι μου είναι συχνά προκλητικοί και ενοχλητικοί. Αναγκάζουν τον αναγνώστη να διερωτηθεί και να αμφισβητήσει αρχές και θεσμούς με τους οποίους συνήθισε να ζει. Κυρίως όμως πάω γυρεύοντας, αναζητώ δηλαδή, απαντήσεις στα διαχρονικά αλλά και καθημερινά προβλήματα της ζωής. Γι’ αυτό και χωρίζεται το βιβλίο σε τέσσερις  ενότητες: 1η. Γυρεύοντας ανθρώπους όπου με απασχολούν θέματα όπως η κρίση, η νωθρότητα, τα social media, ο έρωτας, ο θάνατος κ.ά. 2η. Γυρεύοντας Θεούς όπου ειρωνεύομαι τις παγιωμένες αντιλήψεις περί θεών και προκαλώ για κάτι καλύτερο, 3η. Γυρεύοντας ποιητές όπου τα βάζω με τους ποιητές που αντί να μας αναστατώνουν με την ποίησή τους μάς προκαλούν χασμουρητά και 4η. Γυρεύοντας διάλογο με τους μεγάλους όπου ο Σωκράτης, ο Αϊνστάιν, ο Νίτσε, ο Καβάφης, ο Όσκαρ Ουάιλντ ακόμη και ο Μάικλ Τζάκσον μπαίνουν σε διαλόγους μεταξύ τους, αλλά και μαζί μου, για διάφορα ενδιαφέροντα θέματα. Η φράση στην παρένθεση «κατά το δαίμονα εαυτού» τονίζει την αρχή να πράττει ο καθένας μας κατά συνείδηση και όχι να ποδηγετείται. Να έχουμε δηλαδή την ελευθερία να «πηγαίνουμε γυρεύοντας» με οδηγό τη δική μας κρίση. Για αυτό γράφω κάπου στην 4η ενότητα:

ΜΕ ΑΦΕΤΗΡΙΑ ΤΟΝ ΚΑΛΒΟ

Θέλει αρετή και τόλμη

η ελεύθερη σκέψη.

Πώς αναζητάτε την έμπνευση μες στα χρόνια της κρίσης;

Την έμπνευση δεν την αναζητάς εσύ. Σε αναζητά αυτή. Εν καιρώ κρίσης εμένα προσωπικά δεν με αφήνει ήσυχο ούτε μέρα ούτε νύκτα. Πώς να παραμείνω ασυγκίνητος στην εικόνα του μικρού τρίχρονου Σύριου, Allan, που ξέβρασε η θάλασσα μπρούμυτα στις ακτές της Τουρκίας με εκείνο το κοντό μπλε παντελόνι, την κόκκινη φανελίτσα και τα χαριτωμένα παπουτσάκια; Πώς να αντέξω στη θέα ενός ηλικιωμένου που περιμένει (από αξιοπρέπεια) να πέσει η νύκτα για να ψάξει λίγο φαγητό στον κάδο απορριμμάτων; Αλλά και αντίθετα: Μπορείς να μην εμπνευστείς μπροστά στον έρωτα, το χαμόγελο και την αισιοδοξία εν καιρώ κρίσης; Τόσο η χαρά  όσο και ο πόνος δυναμώνουν σε δυσμενείς περιόδους. Η Κρίση είναι τελικά μεγάλη μούσα.  

Ποια είναι η σχέση σας με τη λογοτεχνία;

Νομίζω το βιογραφικό που παραθέτω στο βιβλίο μου δίνει μια πρώτη εικόνα της περίεργης σχέσης μου με τη λογοτεχνία: Γεννήθηκα το 1973. Μετά τα 30, άρχισα να γράφω. Ποίηση γράφω πάντοτε με τον Μόντη. Τους στίχους μας επιμελείται ο Καβάφης. Ανταλλάζω απόψεις και μπαίνω σε ατέρμονες συζητήσεις με τον Διογένη, τον Σωκράτη, τον Φρόυντ και τον Ντόκινς. Συχνά με παίρνει ο Νίτσε με τον Ζαρατούστρα ορειβασία. Μένω στους πρόποδες εγώ, ενώ αυτοί απολαμβάνουν τις βουνοκορφές. Αθλούμαι επίσης, ανελλιπώς: Παίζω μποξ με το Ματθαίο, το Λουκά και τον Παύλο. Τις νύχτες, μελετώ το πιο φωτεινό άστρο του ουρανού, το Γκέμμα, με το δάσκαλό μου Δημήτρη Λιαντίνη.” Για να γίνω όμως πιο σαφής, θα έλεγα πως με τη λογοτεχνία έχω μια σχέση αγάπης και μίσους. Ενώ λατρεύω  και ευγνωμονώ συγγραφείς όπως τον Νίτσε, τον Λιαντίνη, τον Καβάφη και τον Μόντη μού προκαλούν ανία αλλά και συχνά εκνευρισμό ποιητές και συγγραφείς «του αέρα και του τίποτα». Γράφω και για τα δύο είδη, ιδιαίτερα στην 3η και στην 4η ενότητα του βιβλίου μου.

Μπορεί ένα καλό βιβλίο να «σώσει» την ψυχή μας;

Ένα καλό βιβλίο, ίσως. Παραδόξως όμως, ένα πολύ καλό βιβλίο δύναται περισσότερο να «καταστρέψει» αντί να «σώσει» την ψυχή μας. Εξαιρετικοί συγγραφείς και ποιητές όπως αυτοί που προανέφερα, μάς δείχνουν την αλήθεια με το έργο τους, μόνο που η αλήθεια είναι σαν τον ήλιο. Αν τον κοιτάξεις κατευθείαν σε τυφλώνει. Ενώ δηλαδή ένα βιβλίο όπως το Τάδε εφη Ζαρατούστρα ή το Γκέμμα σού χαρίζει απέραντη ικανοποίηση με τα μονοπάτια  σκέψης που σου διανοίγει, συγχρόνως σου προκαλεί απέραντο πόνο με την πικρή αλήθεια που σου φανερώνει.

Τα επόμενα εκδοτικά σχέδιά σας, κι όχι μόνο;

Δεν έχω ιδέα. Ειλικρινά. Γράφω από ανάγκη. Όταν λέω «από ανάγκη», εννοώ την ανάγκη που οι Αρχαίοι όριζαν ως «πάνω από τους θεούς». Είναι αυτό που οι ψυχολόγοι πολύ αργότερα ονόμασαν ορμή και οι βιολόγοι DNA. Ώσπου με σπρώχνει η ανάγκη, θα γράφω με ορμή. Όταν χαθεί, δε θα ξαναγράψω ούτε ένα στίχο. Αυτό που θέλω να πω είναι πως δεν προσπαθώ να γράφω ποίηση. Δεν βάζω στόχο μου να γίνω ποιητής. Γράφω με την ίδια ανάγκη που αναπνέω. Δεν το ορίζω, ούτε το επιλέγω. Αυτό ισχύει σήμερα. Για αυτό και μόλις έχω εκδώσει τη δεύτερη ποιητική συλλογή μου με περισσότερα από 130 ποιήματα/στοχασμούς. Για αύριο δεν μπορώ να ξέρω.

ΜΙΧAΛΗΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ

city.sigmalive  04/6/2014

«Η ποίησή μου είναι εκτός νόρμας, εγώ όχι»

Αναρωτιέται πότε προέκυψε ως κανόνας να είναι δυσνόητη η ποίηση και να απαιτεί αναλύσεις, εμβαθύνσεις και βοήθεια φιλολόγων για να κατανοηθεί, δηλώνει ότι πολλοί ποιητές, ακόμη και Νομπελίστες, τον αφήνουν αδιάφορο, αισθάνεται τυχερός που η ‘a bookworm publication’ αναγνώρισε ως ποίηση την… μη-ποίηση του, αλλά και που θα τον προλογίσει ο Μιχάλης Πιερής και εξηγεί γιατί στο εξώφυλλο της πρώτης ποιητικής συλλογής του, με τίτλο «Εκτός Νόρμας», υπάρχει μια στατιστική καμπύλη, ένα κουνούπι και ένας λεκές από καφέ.

Πως ορίζεται το «Εκτός Νόρμας» στην περίπτωση της δικής σου ποιητικής συλλογής; Έχει να κάνει με το περιεχόμενο των ποιημάτων σου;

Η ποιητική μου συλλογή δύσκολα μπορούσε να εκδοθεί με άλλο τίτλο. Ο τίτλος λειτουργεί ως προειδοποίηση για το περιεχόμενο που θα αντιμετωπίσει ο αναγνώστης ανοίγοντας το βιβλίο. Το περιεχόμενο ορίζεται ως εκτός νόρμας για πολλούς λόγους. Πρώτον η απλότητα γραφής. Δεν ξέρω πότε προέκυψε ως κανόνας να είναι δυσνόητη η ποίηση και να απαιτεί αναλύσεις, εμβαθύνσεις και βοήθεια φιλολόγων για να κατανοηθεί, αλλά δυστυχώς σήμερα αυτό συμβαίνει. Αντιθέτως, τα ποιήματα μου είναι γραμμένα σε απλή και κατανοητή γλώσσα, με όσο το δυνατό λιγότερες λέξεις και στίχους. Άνετα μπορεί να χλευαστεί για αυτό.

Εκτός νόρμας είναι και η θεματολογία των ποιημάτων της συλλογής αλλά και η ανατρεπτική τους διάθεση. Υπαρξιακά ερωτήματα, προβληματισμός για κοινωνικά θέματα, προσωπικές εμπειρίες, φιλοσοφικές θέσεις παρουσιάζονται εναλλάξ και χωρίς οποιαδήποτε τάξη με αποτέλεσμα (από ότι μου είπαν οι πρώτοι αναγνώστες) να προβληματίζουν, να συγκινούν, να προκαλούν κάποτε θυμό και κάποτε γέλιο.

Εκτός νόρμας είναι και το μέγεθός τους, αφού προσπαθώ να πω όσο το δυνατό περισσότερα με όσο το δυνατό λιγότερες λέξεις. Έτσι συμπυκνώνεται ο λόγος και παρουσιάζονται ποιήματα τριών μόνο στίχων, δύο στίχων, ενός στίχου και ακόμη και ένα ποίημα χωρίς στίχους. Ναι, σε ένα από τα ποιήματα το νόημα προκύπτει μέσα από τον τίτλο του, αφού απουσιάζουν παντελώς οποιοιδήποτε στίχοι.

Γενικά στη ζωή σου και δη στη δουλειά σου, θα έλεγες ότι κινείσαι εκτός νόρμας;

Ο τρόπος που σκέφτομαι και λειτουργώ είναι σίγουρα εκτός νόρμας. Οι στενοί φίλοι και συνεργάτες μου ευτυχώς με έχουν πια συνηθίσει και θα έλεγα απολαμβάνουν την ιδιαιτερότητα μου. Λίγοι δοκιμάζουν πλέον να με κλείσουν σε καλούπια γιατί αντιλαμβάνονται, νομίζω, ότι έτσι περισσότερο θα χάσουν παρά θα κερδίσουν. Ένα χαρακτηριστικό μου είναι ότι ακόμη και τη πιο σοβαρή στιγμή κάνω χιούμορ. Και ενώ πολλοί που δεν με ξέρουν καλά θα με αποκαλούσαν πολύ εύθυμο και κοινωνικό άτομο, αρκετές φορές κατακλύζομαι από θλίψη και απογοήτευση και νιώθω απόλυτα μόνος. Είναι τέτοιες στιγμές που διαβάζω, και μέσω των γραπτών τους κατανοώ, κλασσικούς υπαρξιακούς φιλόσοφους και ποιητές όπως τον Νίτσε και τον Καβάφη.

Εμφανισιακά δεν είμαι καθόλου εκτός νόρμας. Περνώ απαρατήρητος.

Γιατί αποφάσισες να μαζέψεις όλα τα ποιήματά σου σε ένα βιβλίο;

Δεν ξεκίνησα ποτέ να γράφω με σκοπό να εκδώσω. Δεν σπούδασα φιλολογικά και ούτε ανήκω με οποιοδήποτε τρόπο σε κύκλους ποιητών. Σε κάποια φάση της ζωής μου άρχισα να γράφω τις σκέψεις μου σε χαρτί απλά για να αποσυμφορήσω τον εγκέφαλο μου και να ξαλαφρώσω την ψυχή μου. Χρόνια μετά μοιράστηκα τα ποιήματα μου με δικούς μου ανθρώπους αλλά και με τρίτους και τα σχόλια τους ήταν τέτοια που με ενθάρρυναν να τολμήσω μια έκδοση.

Και γιατί με την ‘a bookworm publication’;

Είχα αποφασίσει να επισκεφθώ τουλάχιστον τρεις εκδοτικούς οίκους. Ήταν ο πρώτος οίκος που επισκέφτηκα. Τα παιδιά ήταν αρκετά ανοικτοί ώστε να αναγνωρίσουν ως ποίηση την μη-ποίηση μου και διέθεταν τις γνώσεις για τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσαμε να την παρουσιάσουμε επιτυχώς σε μια έκδοση. Εφόσον βρήκα αυτό που ζητούσα, δεν χρειάστηκε  να επισκεφθώ δεύτερο οίκο.

Το εξώφυλλο του βιβλίου τι απεικονίζει;

Το εξώφυλλο απεικονίζει την στατιστική καμπύλη της κανονικής κατανομής,  γνωστό ως normal distribution curve. Ενώ θα μπορούσα να τοποθετήσω την ποίηση μου, λόγω της διαφορετικότητας της, στα δύο  αποκλίνοντα άκρα (αριστερά ή δεξιά), επέλεξα να την παρουσιάσω ως ένα κουνούπι εντελώς εκτός του γραφήματος. Εκτός νόρμας. Επέλεξα το κουνούπι γιατί είναι ένα ευτελές έντομο. Δεν είναι τίποτα το σπουδαίο. Από την άλλη όμως είναι αρκετά ενοχλητικό, τσιμπά και μπορεί παρά το μικρό μέγεθός του να σου χαλάσει τον ύπνο. Ο λεκές από καφέ στο εξώφυλλο προϊδεάζει τον αναγνώστη ότι δεν θα διαβάσει ιδανικά ποιήματα για ιδανικούς κόσμους. Ο κόσμος μας είναι χαοτικός, άδικος  και μοχθηρός και τον λεκέ αυτό δεν τον ξεπλένω με την ποίηση μου. Αντιθέτως τον αναδεικνύω και τον παρουσιάζω σε αρκετά ποιήματα μου στην ωμότητα του.

Ειλικρινά, τι προσδοκίες έχεις μέσω αυτού του ‘εγχειρήματος’;

Καταρχήν επειδή είμαι άτομο με έντονες απόψεις σε πολλά θέματα για τα οποία δε βρίσκω συχνά συμμάχους, η έκδοση αυτή επιτελεί εκ προοιμίου το σκοπό της αφού μου δίνει ένα βήμα να μιλήσω. Να πω κάποια διαφορετικά πράγματα. Εμπορικά δεν έχω καμία προσδοκία. Επίσης, αν και θα ήθελα πολύ, δεν αναμένω αναγνώριση από την καλλιτεχνική κοινότητα. Ξέρω πως καθόλου δεν θα αλλάξω την κοινωνία ούτε τη ροή της τέχνης με την ποίηση μου. Δεν έχω τέτοιες προσδοκίες. Και μόνο δύο-τρία emails να λάβω από ανθρώπους που τους άγγιξε ή τους προβλημάτισε η ποίηση μου, θα με κάνει πολύ ευτυχισμένο.

Πως προέκυψε η γνωριμία με τον Μιχάλη Πιερή, ο οποίος προλογίζει την παρουσίασή σου;

Είμαι τυχερός που μέσα στην άγνοια μου για τα πολιτιστικά δρώμενα της Κύπρου δεν ήξερα ποιος ήταν ο Μιχάλης Πιερής. Διάβασα σε μια εφημερίδα μια συνέντευξη του για τον Κώστα Μόντη και αποφάσισα πως για να του αρέσει ο λιτός αλλά ουσιώδης λόγος του Μόντη θα του αρέσει και η ποίηση μου. Βρήκα το email του στο google και του έστειλα τα ποιήματα μου. Εάν γνώριζα πόσο καταξιωμένος είναι, δεν θα τολμούσα ποτέ κάτι τέτοιο! Ο κ. Πιερής με ενθάρρυνε και διακριτικά μου έδωσε και κατεύθυνση βελτίωσης. Όταν μερικά χρόνια μετά αποφάσισα να εκδώσω ήταν ο πρώτος που αναζήτησα για να με προλογίσει. Με τιμά το ότι θα είναι εκεί για την πρώτη παρουσίαση των ποιημάτων μου στις 13 Ιουνίου αλλά η ιστορία που σας περίγραψα τιμά περισσότερο τον ίδιο.  Αναδεικνύει πόσο προσιτός είναι και με πόσο σεβασμό και αγάπη ενθαρρύνει νέους στο χώρο ακόμη κι αν ο λόγος τους είναι εντελώς εκτός νόρμας.

Είναι κάποιοι ποιητές ή κάποια ποιήματα που σε καθόρισαν ως άνθρωπο;

Καταρχήν για μένα ποιητές δεν είναι αυτοί που γράφουν ποίησηαλλά αυτοί που επηρεάζουν μυαλά και τρόπους σκέψης με το γραπτό τους λόγο.Πολλοί ποιητές ακόμη και Νομπελίστες με αφήνουν αδιάφορο ενώ φιλόσοφοι όπως τονΝίτσε ή σε ελληνικό επίπεδο τον Δημήτρη Λιαντίνη με «ποιούν» ως άνθρωπο. Τα«Τείχη» του Καβάφη μου υπενθυμίζουν να αντιδρώ όποτε υποψιαστώ πως κτίζονταιτριγύρω μου. Οι «Στιγμές» του Μόντη μου επιτρέπουν να αναζητήσω και εγώ, μελίγη αναίδεια, μια θέση, ανάμεσα στους Κύπριους ποιητές.

ΕΡΩΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΓΙΑ ΠΟΙΗΤΕΣ

  • Πως αντιμετωπίζετε την ποίηση: ως μια ταυτότητα ή ως μια ετερότητα μέσα στησύγχρονη ζωή;

Η καλή ποίηση διακόπτει την καθημερινότητα. Αναστατώνει τον αναγνώστη. Αντιμάχεται τη συνήθεια. Είναι ετερότητα μέσα στη σύγχρονη ζωή όπως επίσης είναι και οι πραγματικοί ποιητές.  «Δεν είναι θαύμα της ζωής οι ποιητές, απόβρασμά της είναι»  γράφω  κάπου στη νέα μου συλλογή. Δεν εννοώ ότι οι ποιητές είναι κακοί χαρακτήρες – αποβράσματα.  Εννοώ ότι είναι αποβράσματα της ζωής. Αυτοί δηλαδή που η ζωή απορρίπτει, αυτοί που η ζωή δυσκολεύει περισσότερο. Αυτοί είναι οι ποιητές.  «Οι ποιητές του καναπέ ποτέ δεν φτάνουν τους μεγάλους , κι ας κρίνονται μεγάλοι απ’ τους ασπόνδυλους γραφιάδες της κάθε εποχής» γράφω στην απέναντι σελίδα. Ο τρελός που γυρνά μέρα μεσημέρι με ένα φανό και γυρεύει άνθρωπο, είναι ο ποιητής . Είναι αυτός που μας ενοχλεί με τις αλήθειες του.

  • Ο ποιητής είναι μια περσόνα γύρω από τις λέξεις ή λειτουργεί με έναν ενστικτώδη ορμεμφυτισμό; 

Αυτός που «τον βασανίζουν οι λέξεις αντί οι σκέψεις» δεν είναι ποιητής. Ο ποιητής γράφει από ανάγκη. Όταν λέω «από ανάγκη», εννοώ την ανάγκη που οι Αρχαίοι όριζαν ως «πάνω από τους θεούς». Είναι αυτό που οι ψυχολόγοι πολύ αργότερα ονόμασαν ορμή και οι βιολόγοι DNA. Οι αληθινοί ποιητές δεν προσπαθούν να γράφουν ποιήματα. Δεν βάζουν στόχο να είναι ποιητές. Γράφουν με την ίδια ανάγκη που αναπνέουν. Δεν το ορίζουν, ούτε το επιλέγουν. Είναι.

  • Μπορεί η τέχνη να κλείσει τις πληγές των ανθρώπων μέσα σε μια ενδότερη υπαρξιακή διαλεκτική;

Όχι δυστυχώς . Ακριβώς το αντίστροφο συμβαίνει. Η καλή τέχνη ανοίγει πληγές αντί να κλείνει. Βγάζει τον άνθρωπο από το λήθαργο. Του θυμίζει τη θνητότητά του, την τραγικότητά του, τους έρωτες που δεν έζησε, τις μάχες που δεν έδωσε, αυτά που οφείλει, αυτά που δεν είναι. Ενώ ο άνθρωπος διανύει τη ζωή του υποδουλωμένος στη μέριμνα, σαν ζωντανός νεκρός, ένας καλός συγγραφέας  τον «ανασταίνει» και τού δείχνει την αλήθεια. Η αλήθεια όμως είναι σαν τον ήλιο. Αν τον κοιτάξεις κατευθείαν σε τυφλώνει. Ένα καλό βιβλίο όπως το Τάδε εφη Ζαρατούστρα του Νίτσε ή το Γκέμμα του Δ. Λιαντίνη  χαρίζει στον άνθρωπο απέραντη ικανοποίηση με τα μονοπάτια  σκέψης που του διανοίγει , συγχρόνως όμως του ανοίγει πληγές με την πικρή αλήθεια που του φανερώνει.

  • Πιστεύετεότι ακολουθείτε το δρόμο άλλων ποιητών ή ακολουθείτε μια μοναχική πορεία μέσα στη γραφή σας;

Σίγουρα κανείς δεν γράφει σαν εμένα. Απλά γιατί κανείς δεν είναι εγώ. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ακολουθώ μοναχική πορεία. Σημαίνει ότι ακολουθώ μοναδική πορεία. Το δρόμο τον ανοίγουν αρχικά οι δάσκαλοί μας. Πίσω τους ακολουθάμε εμείς. Εάν μας το ορίσει η μοίρα, σε κάποια φάση δύναται να βαδίσουμε μαζί τους, δίπλα-δίπλα, και σπάνια, αν τελικά εμείς ορίσουμε τη μοίρα μας,  τους προσπερνούμε και χαράσσουμε δικούς μας δρόμους. Προσωπικά βρίσκομαι στην πρώτη φάση. Ευγνωμονώ αυτούς που μου έδειξαν το δρόμο και αντιμάχομαι αυτούς που μου τον φράσουν με φόβους ή φρούδες ελπίδες. Στο βιογραφικό μου περιγράφω ακριβώς αυτό: “Γεννήθηκα το 1973. Μετά τα 30, άρχισα να γράφω. Ποίηση γράφω πάντοτε με τον Μόντη. Τους στίχους μας επιμελείται ο Καβάφης. Ανταλλάζω απόψεις και μπαίνω σε ατέρμονες συζητήσεις με το Διογένη, τον Σωκράτη, τον Φρόυντ και τον Ντόκινς. Συχνά με παίρνει ο Νίτσε με τον Ζαρατούστρα ορειβασία. Μένω στους πρόποδες εγώ, ενώ αυτοί απολαμβάνουν τις βουνοκορφές. Αθλούμαι επίσης, ανελλιπώς: Παίζω μποξ με το Ματθαίο, το Λουκά και τον Παύλο. Τις νύχτες, μελετώ το πιο φωτεινό άστρο του ουρανού, το Γκέμμα, με το δάσκαλό μου Δημήτρη Λιαντίνη.”

  • Ποιές εικόνες κρατάτε μέσα σας από τη ζωή σας; Ποιές εικόνες με άλλα λόγια εφορμούνστη γραφή σας;

Όλα τα ποιήματά μου είναι αποτυπώματα των βιωμάτων και των εικόνων που φέρω ως άνθρωπος. Είμαστε όλοι το σύνολο της μνήμης μας. Κάθε σκέψη που καταγράφεται ως ποίημα πηγάζει από μια μνήμη που με καθόρισε σε αυτό που είμαι σήμερα. Ευχάριστες και δυσάρεστες εικόνες από την ζωή μου αλλά και εικόνες που δημιούργησα στη φαντασία μου, διαβάζοντας ένα βιβλίο, ακούγοντας ένα τραγούδι και συνομιλώντας με τους γύρω μου, εφορμούν με αναίδεια θα έλεγα, στη γραφή μου.

  • Ποια ερωτήματα καλείται να απαντήσει ο ποιητής διαχρονικά αλλά και στο παρόν πουζούμε;

Ο ποιητής έχει πολύ δύσκολο έργο.  Καλείται να απαντήσει τα αναπάντητα. Γράφει για τον έρωτα, ενώ «ο έρωτας δεν περιγράφεται / μόνο νιώθεται». Θέλει να δώσει νόημα στην ζωή, ενώ αυτή δεν έχει. Παλεύει το Θάνατο  παρόλο που αυτός «πάντα νικά/πάντα  περνά το δικό του». Βασανίζεται με τα γιατί της ζωής. Γιατί υπάρχουμε, γιατί ζούμε, γιατί αγαπούμε, γιατί πονούμε, γιατί αδικούμε, γιατί γράφουμε… γιατί ερωτούμε. Κτυπιέται αυτός για μάς. Τραυματίζεται ουσιαστικά ο ποιητής, για μάς. Η έμφυτη ευαισθησία του αλλά και το καθήκον που νιώθει να αναμετρηθεί αυτός αντί εμείς, τον καταρρακώνουν. Τα βάζει με τα αναπάντητα ερωτήματα και πάντοτε ηττάται. Δεν μας δίδει τελικά τις απαντήσεις. Γιατί απλά δεν υπάρχουν απαντήσεις.  Πάει γυρεύοντας, αφήνοντας για μας  λίγο από το φως της πορείας του.

  • Ποιο το νόημα της λέξης στην ποίηση; Μια απλή μορφή έκφρασης ή ένα ψυχικό αποτύπωμα;

Οι λέξεις στην ποίηση δεν πρέπει να είναι τίποτε περισσότερο από το μέσο έκφρασης και επικοινωνίας των σκέψεων των ποιητών. Όταν μετατραπούν σε αυτοσκοπό, χάνεται η ουσία της ποίησης. Πώς μπορεί  να διαβάζουμε ολόκληρες συλλογές ποιημάτων και να μην μας μένει τίποτα;  Να μην κρατάμε ένα στίχο; Να μην μας αγγίζει κάτι; Να μην μας ενοχλεί, να μην μας αναστατώνει τίποτα; Εάν δεν είναι αυτό ο ορισμός του «έπεα πτερόεντα», δεν ξέρω ποιος είναι.

  • Είναι η ποίηση το καταφύγιο του ανθρώπου;

Είναι καταφύγιο για λιγοστούς . Και αυτό, δεν οφείλεται μόνο στους αναγνώστες που αντί μια καλή ποιητική συλλογή προτιμούν το ποδόσφαιρο, την τηλεόραση και τα εύπεπτα βιβλία . Οφείλεται και στην αυξημένη παραγωγή κακής ποίησης. Ποίησης χωρίς ουσία, με έμφαση στις λέξεις και στόχο τον εντυπωσιασμό και την αυτοπροβολή. Τι καταφύγιο να βρει ο άνθρωπος σε τέτοια ποίηση; Η ποίηση αργοπεθαίνει. Και οι σύγχρονοι «ποιητές»  φέρουν μεγάλη ευθύνη για αυτό.

Μπορεί ο κόσμος να ζήσει ποιητικά;

Πολύ δύσκολα. Η ποίηση είναι δρόμος, δεν είναι σταθμός.

2 Σχόλια

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΑΝΑΓΙΩΤΟΣ

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΑΝΑΓΙΩΤΟΣ

 

Ο Κυριάκος Αναγιωτός γεννήθηκε το 1958 στη Λεμεσό. Το 1976 απεφοίτησε από το Λανίτειο Γυμνάσιο. Την περίοδο 1978 – 1986 σπούδασε στο Πολυτεχνείο του Άαχεν της Γερμανίας, από όπου πήρε το πτυχίο του Αρχιτέκτονα. Τα τελευταία δώδεκα χρόνια εργάζεται στις Τεχνικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού.
Ασχολείται με τον φιλοτελισμό, με εξειδίκευση στην Ταχυδρομική Ιστορία της Κύπρου. Στα πλαίσια των δραστηριοτήτων της Φιλοτελικής Εταιρείας Κύπρου, έδωσε διαλέξεις με θέμα: «Ιστορία των Ταχυδρομικών Συνθημάτων και Αναμνηστικών Σφραγίδων της Κύπρου».
Με την συλλογή του «Τα Ταχυδρομικά Συνθήματα της Κύπρου υπό Αγγλική Κατοχή, 1931-1960», έλαβε μέρος σε έξι φιλοτελικές εκθέσεις στην Κύπρο και δύο στο εξωτερικό, όπου και βραβεύτηκε.
Για τις επετειακές εκδόσεις του Δήμου Λεμεσού “Η Γιορτή του Κρασιού 45 Χρόνια” και “Η Γιορτή του Κρασιού 50 Χρόνια, 1961 – 2011, Οινόχρυσο Ιωβηλαίο” συνέγραψε το κεφάλαιο με θέμα: «Ταχυδρομικά Συνθήματα και Αναμνηστικές Σφραγίδες για τη Γιορτή του Κρασιού».
Διατηρεί προσωπική συλλογή παλαιών και νέων Κυπρολογικών εκδόσεων, με έμφαση στη σύγχρονη Κυπριακή Ιστορία και Πολιτική.
Διατηρεί επίσης προσωπική συλλογή εφήμερων με θέμα τη Λεμεσό, παλαιών κυπριακών εφημερίδων και περιοδικών, καρτών, νομισμάτων και τηλεκαρτών.

Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές:

“Ως άνεμος επακμάζων ”, Λεμεσός, 2012.
“Ανέστιος και λιθοξόος”, Λεμεσός, 2015.

1-%ce%b1%ce%bd%ce%b5%cf%83%cf%84%ce%b9%ce%bf%cf%83-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%bb%ce%b9%ce%b8%ce%bf%ce%be%ce%bf%ce%bf%cf%83

scan_pic0048

ΑΝΕΣΤΙΟΣ ΚΑΙ ΛΙΘΟΞΟΟΣ (2015)

Ανέστιος

Ούτε μία σπιθαμή ρωγμής
κατάφερα να συρράψω
τόσα χρόνια.

Ούτε κατά μία μοίρα
κατάφερα να περιστρέψω
το ανεστραμμένο μου πρόσωπο.

Ακόμη,
ούτε μίαν κλωστή
κατόρθωσα να ξηλώσω
απ’ το χοντρό, μάλλινο παλτό,
που μου φόρεσαν κατακαλόκαιρα.

Μοιραία,
περιφέρομαι
εις τας οδούς των άστεων
ως άστεγος επαίτης
και στις ρύμες των χωριών
ως γραφικός μουρλός.

Από τις τρύπιες μου τσέπες
πίπτουν
ήχοι και οσμές.
Από την ξεσχισμένη φόδρα
στάζουν
εικόνες.

Γόρδιος Δεσμός

Πώς καταφέραμε
να δέσουμε
έναν τόσον δυσεπίλυτο κόμπο;
0 Γόρδιος Δεσμός
μοιάζει μπροστά του
με απλό, προσκοπικό παιχνιδάκι.

Τώρα
ποιος Αλέξανδρος
θα τον κόψει,
έστω
με το σπαθί του;
Ποιος Χριστός
θα τον λύσει,
έστω
μ’ ένα άγγιγμά του,
αφού
ακρωτηριάζουμε
τους τριαντατριάχρονους;

Οι σάλπιγγες

Ουρανομήκεις και κατ’ επανάληψην
ήχησαν οι σάλπιγγες.

Όμως,
αρμός δεν ράγισε,
πέτρα δεν σάλεψε,
έστω μία ζεματίστρα να κυρτώσει.

Άθικτα και ακέραια
παρέμειναν τα γιγάντια τείχη.

Μειδιώντας
και νωχελικά ξύνοντας τον θυρεό του
το απόρθητο οχυρό
λοξοκοίταξε τα χάλκινα όργανα.

Σαρδόνια κάγχασε πρώτα,
μετά βρυχήθηκε.

Τα απαστράπτοντα πνευστά,
ακαριαία, απώλεσαν την στιλπνότητά τους
μετά ζάρωσαν
και συστάλθηκαν σε κόρνες.

Κόρνες άρρυθμες, βραχνές και θορυβώδεις,
ως των νυκτερινών αυτοκινητοπομπών
σε επινίκιους πανηγυρισμούς.

Σπονδές

Κούφωσε το χώμα
στα δύο μέτρα.
Λαγούμια γιόμισε στενά,
ίσα που να χωρούν τα χέρια τους.

Τα βράδια, οι μάνες,
σαράντα τόσα χρόνια,
προτού δειπνήσουν
με το κουτάλι του καημού,
το πιρούνι της προσμονής
και της αμφίστομης αγωνίας το μαχαίρι
έσκαβαν
χωρίς ανασασμό.

Να κανακέψουν ήθελαν
τα παλληκάρια τους
με το γλυκό που λαχταρούσαν,
το φαγητό που επιθυμούσαν,
ένα κομμάτι αχνιστό ψωμί
ή έστω
με τα ακροδάχτυλα
την στερνή τους ανάσα να κορφολογήσουν
και τον πόνο τους να γητέψουν.

Πριν ξεψυχήσουν.

Τελευταία γραμμή αμύνης

στον ποιητή Μάριο Αγαθοκλέους

Να κρατήσουν έπρεπε
το διάσελο,
πάση θυσία.

Βήμα
δεν έκανε πίσω
για ώρες πολλές.

Άξαφνα,
η ανάσα του αναπέταξε
κι άδραξε απ’ τον ώμο
το τελευταίο αλαφιασμένο σύννεφο.
Τα μάτια του ανάβλυσαν
κι έβαψαν πράσινο
τον αποτεφρωμένο λόγγο.
Το μπόι του διαστάληκε
κι έσκιασε
τ’ απόκρημνα βράχια.

Χρόνια μετά,
το βόλι στο στήθος του
μολύβι καυτό όπως τότε –
τ’ απέθεσε
κάτω απ’ τη μαύρη μαντήλα της μάνας,
που μεσίστια πλατάγιζε.

Την τρύπια του καρδιά
φλογισμένη όπως τότε –
την άφησε
κάτω απ’ την ξώπορτα της αγαπημένης,
την ώρα που ιστορούσε για Ακρίτες
στα εγγόνια της.

Στα βράχια

Άξαφνα,
τα όργανα
πέτρωσαν
στα χέρια των κιθαρωδών.

Στα κρεματόρια
των αυτόματων ταμιακών,
αποτεφρώθηκε
το δείπνο της τυροφάγου.

Μεσίστια κυμάτιζαν
οι χαρταετοί,
ανήμερα των κουλούμων.

Ποια η γύμνια
και ποια η μεταμφίεση;
Ποιο το πρόσωπο
και ποιο το προσωπείο;

Στα βράχια,
μονάχα τα αυτοφυή κυκλάμινα,
δεμένα πισθάγκωνα,
αρνούνται να προδώσουν την Άνοιξη.

Περί νήσου πάθη

Αγανακτισμένη
επούλωσε
την λογχισμένη της πλευρά,
ξεκάρφωσε
τις μαντεμένιες πρόκες
και βρόντηξε χάμω
τον ακάνθινον στέφανον.

Μετά,
αφού περιτυλίχθηκε
έξαλλη
την λευκή σινδόνα,
αποκαθηλώθηκε.

Δεν άντεξε
στις προκλήσεις
των δύο εκατέρωθέν της ληστών,
που όχι μόνον
το πνεύμα δεν παρέδωσαν
μα και γλέντι τρικούβερτο έστησαν
με οίνο
σε χρυσά κροντήρια.

Όσο
για την ανάσταση,
περίσκεπτη διείδε,
ότι δεν είναι θέμα
τριών ημερών.

Απόδραση

Δεν είναι
ήχος περιδεραίων
στα στήθη λικνιζομένων γυναικών.
Ούτε
κομπολογιού ήχος
στα χέρια αργόσχολων γερόντων.

Σύρσιμο
αόρατων αλυσίδων
είναι αυτό που ακούμε,
που όλο δυναμώνει,
όλο και σιμώνει.

Πώς να με πιστέψετε;
Πώς να τις δείτε;
Πώς να τις ψηλαφίσετε;
Αφού,
αόρατοι είναι και οι κατάδικοι.
Όπως,
αόρατα ήσαν τα εντάλματα,
αόρατες και οι συλλήψεις.
Αόρατες οι δίκες,
αόρατα και τα κελιά.

Πριονισμένοι καιροί.

Οι λοστοί σκούριασαν.
Φλυαρούν οι βαριοπούλες. 

Μνήμες

Την τρίαινά τους
έσεισαν
οι αποκαρωμένες μου μνήμες.

Η θάλασσα εσχίσθη
το βένθος ανεδύθη.

Τα κογχύλια άρπαξαν τα όργανα
άρχισαν τραγούδι τα ψάρια
έστησαν χορό τα κοράλλια.

Σίγησε το γραμμόφωνο.
Παντού πάλι πέλαγος.
Καταχώνιασα ξανά τις φωτογραφίες
και καταβυθίστηκα στο παρόν.

Της πόλης μου I

Ηδονοβλεψίας
παρελθόντων παραστάσεων.
Με μάτι καρφωμένο σε κλειδαρότρυπα
παλαιού επιστολικού δελταρίου,
σε είδα, Σαλώμη,
λικνιζομένη ν’ αποσείεις ένα ένα
και τα επτά σου πέπλα.

Τα πλινθόκτιστα ισόγεια,
τα αστικά δίπατα
και τα αρχοντικά σου τρίπατα.
Τους λιθόκτιστους ναΐσκους
και τα νεοκλασικά σου εκπαιδευτήρια.
Τα ανατολίτικα σαχνισιά
και τις δυτικότροπες αγιογραφίες σου.

Όταν η εκστατική μουσική σταμάτησε,
οι οιστρήλατες κραυγές καταλάγιασαν
και η ηδονική αχλή διαλύθηκε,
δεν είδα
το λάγνο σου κορμί.

Έντρομος αντίκρισα
το σκέλεθρο σου
σε κάλπικα τιμαλφή περιπλεγμένο.

Αλγεινοί κύκλοι των εξαφανίσεων.
Βρυχηθμοί εκσκαφέα, που με καρατόμησαν.

Επί της επίχωσης
σου προσφέρω τις μνήμες μου
επί πινάκι.

Ταξίδι στο πουθενά

Ευτυχείς και ευδιάθετοι
επιβιβάστηκαν εγκαίρως στο καράβι
οι ταξιδιώτες.

Με τα ψάθινά τους καπέλα,
τα σκούρα τους ματογυάλια,
τα πολύχρωμά τους φανελάκια.
Με πλήρεις τις αποσκευές.

Όμως,
άδεια ήσαν τ’ αμπάρια,
παγωμένοι οι ατμολέβητες.
Στη γέφυρα ερημιά.

0 ήλιος τενεκεδένιος,
ξύλινοι οι γλάροι.
Μολυβένιο το πλήρωμα.

Μήτε βοριάς
που φύσηξε,
μήτε νοτιάς.

Ούτε το βίρα
ακούστηκε,
ούτε το μάινα.

Ονειρικό ήταν το ταξίδι.
Χωρίς όμως ένα θυμητάρι,
δίχως έστω μιαν ανάμνηση. 

Ο εξουθενωμένος άγγελος

Καταπονημένος ο αρχάγγελος,
από τον άχαρο ρόλο του διαμεσολαβητή,
πέταξε σε ακτή ερημική.

Παρατώντας χάμω
την πύρινή του ρομφαία
έπλασε
μ’ ένα ξεχασμένο κουβαδάκι
έναν δικό του άγγελο,
από άμμο.

Μ’ ένα φύσημα
τον ζωντάνεψε
και διάδοχο του τον ώρισε
επί της γης,
αφήνοντάς τον
δίπλα από έναν ερειπωμένο
τηλεφωνικό θάλαμο.
Για τις επείγουσες κλήσεις.

Μετά,
χάθηκε.

Λιθοξόος

στον ποιητή Ανδρέα Μακρίδη

Αστείρευτα χέουσες
από μαρμάρινο μαστό.
Με ικμάδα εφηβική
αγκιστρωμένες
από το εκκρεμές του χρόνου.
Αφειδώλευτα δανεισμένες,
αιώνες τώρα,
με μηδενικό επιτόκιο.
Λέξεις
που σας θήλασα,
που με απογειώσατε,
που μία μία
σας άντλησα
από πηγάδια μυστικά.

Ζωσμένος
την αλφαβήτα.
Θωρακισμένος
με τ’ αλεξίσφαιρα σύμφωνα.

Εξοπλισμένος
με τα εκρηξιγενή φωνήεντα
κι έχοντας την περόνη των διφθόγγων
τραβηγμένη,
ακούραστα σας υπερασπίζομαι
εκ του πρηνηδόν,
εκ του γονυπετώς
και εκ του ορθίως.

Άγρυπνος λιθοξόος
περιφρουρώ,
σε βάρδιες εικοσιτετράωρες,
με στίχους πέτρινους
και τα εικοσιτέσσερα γράμματα.

Ως άνεμος επακμάζων (2012)

Γνώση

Με μάθανε να αριθμώ
μέχρι το δέκα.
Θέλησα να προχωρήσω
πιο πέρα.
Μου κόψανε τα δάχτυλα.

Σταύρωση

Γιατί μου φορτώσατε
στους ώμους
εκτός απ’ τον σταυρό
και τον Σίμωνα τον Κυρηναίο;

Παλιννόστηση

Επιπλέω.
Στον βυθό η σκιά μου
σκιάχτρο του πυθμένα.
Στο βάθος ένα πεφταστέρι
διαγράφει τροχιά ελπίδας.
Πέλαγος.
Στο βάθος ο ορίζοντας,
πιο πέρα δεύτερος
μετά άλλος
κι άλλος.
Στο τέρμα
η ισόβια κάθειρξή μου.
Πάντα ήθελα να ήμουν
ένας γλάρος.
Μου έλειπαν το λευκό
και τα φτερά.
Ένα κομμάτι ξύλο κι ένα πανί
την πιο απλή σχεδία
αυτό θέλω.
Η γραμμή πλεύσης
και τ’ αζιμούθια
είναι δική μου υπόθεση.
Δεν με τρομάζουν
οι τραμουντάνες κι οι τυφώνες.
Με φοβίζει μόνο η άπνοια.
Πιότερο τώρα που γνωρίζω ότι
οι ναυπηγοί και οι ναύκληροι
ψάχνουν κι αυτοί
για σχεδία.

Τα πρώτα δώρα

Μόλις
άνοιξα τα μάτια μου
στον θάλαμο νεογνών
της μαιευτικής κλινικής
αντίκρυσα
επιμελώς στοιβαγμένα
χιλιάδες κιβώτια
με αντιοφικούς ορούς
αντί για
κουδουνίστρες,
αρκουδάκια και
πολύχρωμα παπιά.
Αυτό
ήταν το δώρο των γονέων μου.
Ένα για κάθε μέρα
της ζωής μου,
όπως εκμυστηρεύθηκαν
στον κλινικάρχη.

Νηνεμία

Τα βράχια δημιουργήθηκαν,
για να τσακίζουν τα κύματα ή
τα κύματα για να ραπίζουν τα βράχια;
Αδιαφορώ.
Εγώ τα βότσαλα ζηλεύω
που αγκαλιάζονται
με τον φλοίσβο της θάλασσας.

Ζεϊμπέκικος

Κάθε φορά
που περιστρέφομαι
σε ρυθμό εννέα όγδοα,
αγναντεύω
τα βράχια
του Ζαλόγγου.

Αποφυλάκιση

Σταμάτα επιτέλους να υπολογίζεις
στους μουχλιασμένους τοίχους
τη μέρα της αποφυλάκισής σου.
Η αρίθμηση, σου έγινε συνήθεια
το κελί βολετό
και ξέχασες
ότι απελευθερώθηκες
προ πολλού.

Αντίστροφη μέτρηση

Στα τριάντα του
απέκτησε
το ρολόι
που ονειρευόταν.
Ένα πανάκριβο ρολόι
μεγάλης ακριβείας.
Πραγματικό κομψοτέχνημα
της σύγχρονης ωρολογοποιίας.
Με κατράν από λευκόχρυσο,
με γυαλί από κρύσταλλο,
με χρυσούς ωροδείκτες,
με δώδεκα διαμάντια.
Στα σαράντα του
έφαγε το κατράν.
Στα πενήντα του
μάσησε το κρύσταλλο.
Στα εξήντα του
κατάπιε τους ωροδείκτες.
Στα εβδομήντα του
καταβρόχθισε τα διαμάντια.
Στα ογδόντα του…
ο χρόνος
τον έκανε χρυσόσκονη
και τον σκόρπισε
στους πέντε ανέμους.

Ο ποδηλάτης

Στις σκοτεινές στοές
της μνήμης
βρήκα
σκονισμένο, σκουριασμένο
το παλιό μου ποδήλατο.
Το καβάλησα.
Ποδηλατούσα μόνο
με ανάποδες πεταλιές.
Παράξενο ταξίδι.
Απ’ το θαμπό παράθυρο
της λήθης
διέκρινα
τις ατελείωτες αλάνες,
τα πελώρια πετρόσπιτα,
τα θεόρατα θερινά σινεμά.
Ασπρόμαυρη διαδρομή.
Σε κάθε μου πεταλιά
μίκραινα
όλο και μίκραινα.
Μέχρι να φτάσω
στο κοιμητήρι
έγινα μια σταλιά.
Μπροστά από την πύλη
με σήκωσε στα χέρια της
η μαία.
Φασκιωμένο μ’ εναπόθεσε
στην αγκάλη
της μάνας μου.
Μάταιες όμως
όλες
οι προσπάθειές μου
να επιστρέψω
στη μήτρα της.
Την βρήκα
πετρωμένη.

Αγωνία

Μπροστάρηδες.
Γιόμισε ο τόπος
μπροστάρηδες.
Κάποιοι επιτέλους
πρέπει ν’ ακολουθούν
για να μαζεύουν
τα πτώματα.

Ζατρίκιον ΙΙ

Παράξενη
ετούτη η παρτίδα,
που παρακολουθώ.
Με ανορθόδοξη στρατηγική.
Ο λευκός Βασιλιάς,
η λευκή Βασίλισσα,
οι λευκοί Πύργοι
να τρώνε
τα λευκά πιόνια.
Ο μελανός Βασιλιάς,
η μελανή Βασίλισσα,
τα μελανά Άλογα
να τρώνε
τα μελανά πιόνια.
Κι αυτά εναγωνίως
να πασκίζουν
να συνεννοηθούν
προς αποφυγήν
της συντριβής.

Οι τέσσερεις εποχές

Φθινόπωρο
κι αυτό
που μας ήλθε!
Αντί
για κιτρινισμένα
φύλλα,
γιόμισαν οι δρόμοι
κίτρινες προκηρύξεις.
Μετά
από τέτοια Άνοιξη
όπου στα κλαδιά
ανθούσαν τηλεβόες,
αντί
για μπουμπούκια
και
τέτοιο Καλοκαίρι
όπου θερίζαμε όνειρα,
αντί
για σπαρτά,
έπρεπε να ήταν
αναμενόμενη
η έλευσή του.
Τον επερχόμενο
βαρύ, μακρύ
Χειμώνα
πώς θα τον διαβούμε;
Όπου, αντί
για λευκές νιφάδες,
θα ρίχνει
μαύρα κοτρόνια;

Τα ξεροπήγαδα

Τόπος
διάσπαρτος
από υδατοφράχτες
υψηλών προδιαγραφών.
Τα χείλια μου όμως
παραμένουν
αφυδατωμένα
εδώ και μισό αιώνα.
Εγώ
από τα ξεροπήγαδα
θέλω να ξεδιψάσω.
Απ’ όπου
αντίς για νερό
αντλούμε
θλιμμένες οπτασίες νέων
που τους σφραγίσανε
το βλέμμα
και το στόμα.
Λίγο απ’ το δάκρυ
και το σάλιο τους
θέλω να δροσιστώ.
Προτού μας
φτύσουνε.

Νησί στο κενό

Ψάρια
κολυμπούν
στο κενό.
Βότσαλα
κροταλίζουν
στο κενό.
Κύματα
παφλάζουν
στο κενό.
Άνεμοι
φυσάνε
στο κενό.
Καράβια
αρμενίζουν
στο κενό.
Άνθρωποι
αγναντεύουν
το κενό.
Πού χάθηκε
η θάλασσα;
Ποιος λαβύρινθος
την κατάπιε;
Τι νησί
λογίζεται τώρα
χωρίς το γαλάζιο της;
Τι νησί
λογίζεται
χωρίς τη μυρωδιά της;
Νησί
που όζει
χνώτα
Μινώταυρου
νησί
δεν λογιέται.

Πλησίον του τέρματος

Πλησιάζοντας
στο τέρμα του δρόμου,
αντίκρυσα
ένα ασύνηθες οδόφραγμα,
φτιαγμένο
από τεράστιους σωρούς φύλλων
των ετήσιων ημερολογίων
όλων των παρελθόντων χρόνων.
Μοναδικός φρουρός
η συνείδησή μου.

Μίζερες μέρες

Κουρελιασμένες,
ρακένδυτες,
μίζερες
που έγιναν
οι μέρες μας
σαν τυφλοί επαίτες
στα προαύλια εκκλησιών.
Εις βάθος τα ερωτήματα.
Ρηχές οι εξηγήσεις
σαν μουγκά τύμπανα
ανίκανα να αναχαιτίσουν
τα επελαύνοντα
σμήνη των ακρίδων.
Τρύπιοι αναλυτές.
Κούφιες αναλύσεις.
Οι μέρες
άρχισαν ήδη
να αιμοπτύουν.
Τις πταίει;
Γιατί
πάψαμε πλέον
να σκάβουμε
τη γη
για χρυσό
και πολύτιμα πετράδια
και ψαχουλεύουμε
σ’ αραχνιασμένες γωνιές
για κίβδηλα
κοσμήματα;

Ως σύγχρονος ΄Οσιρις

Συναρμολόγησα
το κομματιασμένο μου κορμί.
Έλειπε ο εγκέφαλος.
Επανασύνδεσα
το διαμελισμένο μου σώμα.
Έλειπε η καρδιά.
Άθροισα
τις εξασθενισμένες μου αισθήσεις.
Έλειπε η έκτη.
Αμέσως αυτοπυροδοτήθηκα
και γίνηκα αστέρι.

Ως άνεμος επακμάζων

Η ψυχή μου
ως άνεμος επακμάζων
δεν μπορεί
να κλειστεί
σε ασκί,
Οδυσσέα,
αδελφέ μου.

ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΥΡΙΑΚΟ ΑΝΑΓΙΩΤΟ ΕΓΡΑΨΑΝ:

Ανδρέας Μακρίδης

Παρουσίαση ποιητικής συλλογής Κυριάκου Αναγιωτού
«Ανέστιος και λιθοξόος»
Πολιτιστικό Κέντρο Ελληνικής Τράπεζας – Λεμεσός
Παρασκευή 18 Μαρτίου 2016

Τον Ιούνιο του 2012 ο Κυριάκος ή Ράκης Αναγιωτός εξέδωσε και παρέδωσε στην Κυπριακή και στην πανελλήνια Γραμματεία, την πρώτη ποιητική του συλλογή, με τίτλο «Ως άνεμος επακμάζων». Παρουσιάστηκε στη Λεμεσό τον Νοέμβριο του 2012.
Η συλλογή εκείνη απέσπασε πολύ ευμενή σχόλια από τους κριτικούς και το ποιητικό σώμα της Κύπρου, όπως και τις δικές μου εγκωμιαστικές κριτικές εκτιμήσεις, κατά την παρουσίαση του βιβλίου. Κατά συνέπεια, προ τετραετίας, ο Ράκης πήρε το βάπτισμα του πυρός, εισήλθε στο καθαρτήριο των κολασμένων και φορτώθηκε τον βαρύ σταυρό των ποιητών.
Η δεύτερη ποιητική παρουσία του Ράκη Αναγιωτού «Ανέστιος και λιθοξόος», που εκδόθηκε στα τέλη του 2015, πέραν της αυτονομημένης και ξεχωριστής αξιολόγησής της, αναπότρεπτα εγείρει και θέματα συγκριτικής αποτίμησης και κριτικής στάθμισης. Το ερώτημα είναι ακαριαίο και κρίσιμο. Έμεινε ο ποιητής σταθμευμένος στο πρώτο εκείνο σκαλί του Κωνσταντίνου Καβάφη ή συνέχισε την αναμέτρησή του με τον στίχο και την ποιητική; Αποτελεί η νέα του δημιουργία μιαν προοδευτική εξελικτική ποιητική καινοτομία ή αποτελεί μιαν στάσιμη επανάληψη της προηγούμενης συλλογής του; Εν ολίγοις, μας δίνει κάτι το καινούριο ή αυτοεπαναλαμβάνεται;
Η προσωπική μου εκτίμηση στα ερωτήματα αυτά είναι σαφώς καταφατική και υπερθετική. Ο Ράκης συνέχισε απ’ εκεί που σταμάτησε στην πρώτη του συλλογή και επέκτεινε τις ποιητικές του πραγματώσεις.
– Νέες θεματολογικές προσεγγίσεις.
– Βαθυστόχαστη κοινωνιολογική φιλοσόφιση.
– Ιδεώδη κοινωνικά και ανθρωπιστικά οράματα.
– Δριμύτερη και διαφανέστερη στηλίτευση των κοινωνικών και πολιτικών
πεπραγμένων.
– Καθαρότερος και σταθερότερος πολιτικός προσανατολισμός.
Αυτά είναι μερικά από τα καινούρια στοιχεία με τα οποία εμπλούτισε ο ποιητής τα στιχουργικά του δρώμενα. Ορθώτερα, οι συνιστώσες αυτές ενυπήρχαν εγκιβωτισμένες και στην πρώτη του ποιητική συλλογή, τώρα όμως ενηλικιώθηκαν, ενισχύθηκαν και απέκτησαν δυναμικώτερη παρουσία στους στίχους.
Ακόμη πιο ισχυρή και με πληθώρα νεωτερικών προσκτήσεων παρουσιάζεται η ποιητική της νέας συλλογής του.
– Σκόπιμη εκλογίκευση του έντεχνου παράλογου.
– Επίπλαστη, στοχευμένη σοβαροφάνεια, που εκβάλλει στην εσκεμμένη
ειρωνεία.
– Δραματοποίηση και σκηνική μεταφορά ονειρικών εμπειριών.
– Αύξηση και εκμετάλλευση των καινοτομιών του νεωτερισμού.
– Εκτενέστερη αξιοποίηση των κατακτήσεων του υπερρεαλισμού.
– Επιτυχής αξιοποίηση των λεξιλογικών “μεταλλείων” της καθαρεύουσας και
του γλωσσικού πλούτου της γλώσσας μας.

Την μετεξέλιξη αυτήν της ποίησης του Ράκη παρατήρησαν ομοθύμως και οι κριτικοί ή οι ομότεχνοι του, που έτυχε να διαβάσουν την συλλογή του.
Ο Γιώργος Κεχαγιόγλου σημειώνει πως η συλλογή περιέχει συγκλονιστικά κείμενα. Ο Αντώνης Πιλλάς στέκει στην σύγχρονη θεματική και στο προσωπικό ύφος. Ο Λεωνίδας Γαλάζης εντοπίζει την στάση διαμαρτυρίας και την εγρήγορση του ποιητή.
Ο Ανδρέας Κούνιος δηλώνει εντυπωσιασμένος από τους εμπύρετους στίχους, τον σπαραγμό και την ακμάζουσα ποίηση του Αναγιωτού.

Η αρχή έγινε με το «Ως άνεμος επακμάζων», η συνέχεια κατατίθεται με τον «Ανέστιο και λιθοξόο» και ο Ράκης οδεύει στον δρόμο της ποίησης. Μένει το δύσκολο μετά, και το σκοτεινό τέρμα, γιατί όπως έγραψε κάπου ο Λόρδος Βύρωνας: «τίποτε δυσκολότερο από την αρχή στην ποίηση, εκτός, ίσως, από το τέλος».
Πολλοί, επίδοξοι ποιητές, αγκυροβολημένοι στην εποχή του … κάρβουνου νομίζουν, αυταπατώμενοι, ότι μια δυνατή ιδέα, ντυμένη με δυο-τρεις λυρικές λέξεις και λίγο μετρικό σουβά, δίνει ένα καλό ποίημα. Δυστυχώς ματαιοπονούν επαναλαμβάνοντας την ποίηση άλλων εποχών, που προ πολλού ξεπέρασε την ημερομηνία λήξης της, και φορτώνουν το ήδη βεβαρυμμένο κάρρο της ποίησης με σκουπίδια και άχρηστη σαβούρα.
Αντίθετα, η ποίηση πρέπει πάντα να είναι πολιτιστικός αρχηγέτης και μπροστάρης. Πρέπει να πηγαίνει μπροστά και όλα τα άλλα να την ακολουθούν. Ο ποιητής ανοίγει δρόμους, φωτίζει τους δρόμους από όπου θα περάσουν οι άλλοι. Συνεπώς κάθε ποιητής αξιολογείται από την συμμετοχή και την προσφορά του στο καινούριο, θεματικά και αισθητικά, αν δηλαδή έχει να δώσει κάτι το νέο και συνάμα σπουδαίο. Η ποίηση του Ράκη έχει, πιστεύω, να δώσει νέα πράγματα, είναι νεωτερική, έχει το προσωπικό της ύφος και βαδίζει στις γραμμές του καλού λόγου και του ευ ποιώ.
Ο Νάσος Βαγενάς, σ’ ένα σημαντικό έργο του, με τίτλο «Για έναν ορισμό του μοντέρνου στην ποίηση», μας αποκαλύπτει με σαφήνεια τα εμφανέστερα χαρακτηρίστηκα της μοντέρνα ή νεωτερικής ποίησης, αυτά που ξεκολλούν ένα ποίημα από τις παρωχημένες εποχές του νατουραλισμού και του λυρισμού και το εντάσσουν στην σύγχρονη ποίηση. Κατά τον Βαγενά τα χαρακτηριστικά αυτά είναι:
1ο ) Ο ελεύθερος στίχος.
2ο) Η μεγάλη ανάπτυξη της δραματικότητας σε σύγκριση με τη λυρικότητα της
παλαιάς ποίησης
3ο) Το καθημερινό λεξιλόγιο – άμεση, ως ένα βαθμό, συνέπεια της δραματικότητας – σε αντίθεση προς το «ποιητικό» λεξιλόγιο της παλαιάς, που κάνει τη νέα ποίηση να πλησιάζει προς το λεξιλόγιο της πεζογραφίας και τον τόνο της προφορικής ομιλίας, και
4ο) Η σκοτεινότητα∙ μια σκοτεινότητα διανοητικής φύσεως, που κάνει δύσκολο να περιγράψουμε το νόημα ενός ποιήματος.
Και επεξηγεί ο Νάσος Βαγενάς:
« Από τα χαρακτηριστικά αυτά μόνο το πρώτο και το τέταρτο διακρίνουν τη νέα ποίηση από ολόκληρη την προηγούμενη ποίηση. Το δεύτερο και το τρίτο τη διακρίνουν κυρίως από την ποίηση των προηγούμενων εποχών. Γιατί και στο μακρυνότερο παρελθόν υπήρξαν εποχές ή στιγμές που η ποίηση πλησίαζε το καθημερινό λεξιλόγιο ή εξέφραζε καταστάσεις λιγότερο λυρικές και περισσότερο δραματικές.
Τα τέσσερα αυτά χαρακτηριστικά είναι ο,τι μας χτυπά περισσότερο στο μάτι όταν διαβάζουμε μοντέρνα ποίηση. Βέβαια δεν είναι απαραίτητο, για να θεωρηθεί ένα ποίημα μοντέρνο, να τα περιέχει όλα. Απαραίτητο είναι να περιέχει τα κύρια. Με τα όσα είπαμε παραπάνω έχουμε ήδη κάνει μιαν ιεράρχηση. Ο ελεύθερος στίχος και η σκοτεινότητα, ως εντελώς καινούρια, είναι τα κύρια χαρακτηριστικά.»
Η ποίηση του Ράκη, φρονώ, έχει και τα τέσσερα αυτά χαρακτηριστικά του μοντέρνου και νεωτερικού. Ελεύθερο στίχο, δραματικότητα, καθημερινό λεξιλόγιο και προπαντός σκοτεινότητα.
Στα πλαίσια της σκοτεινότητας του στίχου μπορούν να ενταχθούν μια σειρά άλλα χαρακτηριστικά, που πλουτίζουν τον μοντέρνο ή νεωτερικό ποιητικό λόγο, όπως
– Η έντεχνη εποικοδομητική ασάφεια.
– Τα στοιχεία του παραλόγου.
– Το εξωπραγματικό ή συμβολικό.
– Η γητεία του μυστηριώδους και μεταφυσικού.
– Τα κεκτημένα του υπερρεαλισμού.
Στον λιγοστό χρόνο που έχουμε θα επιχειρήσω να ψαύσω αδρομερώς μερικές μόνον από τις όψεις αυτές της νεωτερικής γραφής στην ποίηση του Ράκη.
Το εξωπραγματικό και παράλογο
Το εξωπραγματικό και παράλογο σε μεταφέρει πέραν της τετριμμένης και άχαρης καθημερινότητας στον χώρο του μυστηρίου και της μαγείας, εξάπτει και την φαντασία, εξαϋλώνει τον κόσμο των αισθητών και παράγει υπερκόσμιες και υπερβατικές εικόνες και όψεις των αισθητών. Εν ολίγοις οδηγεί τον ενεργοποιημένον νουν στον πραγματικό κόσμο της ποίησης, δηλαδή στον εκθαμβωτικό κόσμο του ονείρου και της ενόρασης, όπου τα πράγματα αποκτούν χιλιάδες διαστάσεις και έννοιες. Γι’ αυτό η παράδοση θέλει τον Όμηρο – τον μέγιστο ποιητή – τυφλό, γιατί χωρίς τα μάτια μπορεί να βλέπει στον υπερθεατό και υπέρλαμπρο κόσμο της πεμπτουσίας. Αυτό εννοούσε και ο Μαρκίς Ντόναλντ, όταν έλεγε ότι … «ποίηση ήταν αυτό που είδε ο Μίλτων όταν τυφλώθηκε». Μερικές τέτοιες στιγμές στον «Ανέστιο και λιθοξόο» :
– Από τις τρύπιες μου τσέπες/πίπτουν/ήχοι και οσμές
– Το απόρθητο οχυρό/λοξοκοίταξε τα χάλκινα όργανα
– Άξαφνα ή ανάσα του … άδραξε το τελευταίο … σύννεφο
– Μόνον έτσι (σαν σκέλεθρο) θα τον αναγνώριζαν τα λείψανα των συμπολεμιστών του
– Τα θρύψαλα έγιναν πουλιά
– Τρύπιες νύκτες που πλημμύρισαν ομίχλη
– Κατέβασε προσεκτικά τις σκιές από τους τοίχους
Βεβαίως, όλοι αυτοί οι προικισμένοι στίχοι, πέραν του εξωπραγματικού τους φορτίου, κινούνται και προς άλλες ενδιαφέρουσες διαστάσεις της ποίησης, όπως τον συμβολισμό, την αλληγορία, την αφηρημένη μεταφορά, που ενισχύουν το εξωπραγματικό και το μετατρέπουν σε αληθινή όψη της υποσυνείδητης πραγματικότητας ή όπως την αποκαλεί ο ίδιος ο Ράκης στους στίχους της αφιέρωσης της συλλογής στον αδελφό του Μπάμπη … «στις υπόγειες διαδρομές» μας.
Η σκοτεινότητα
Η σκοτεινότητα, παράλληλη διάσταση του εξωπραγματικού και παράλογου, σε εγκλωβίζει σ’ ένα νυχτωμένο και μεταβλητό κόσμο, όπου τα πράγματα χάνουν την υπόσταση τους, όπου όλα είναι τα πάντα και δεν είναι τίποτα, όπου τίποτε δεν προσφέρεται έτοιμο και σίγουρο, ως τροφή σε κονσέρβα. Αντίθετα, ο νους, περιβαλλόμενος από το άγνωστο και ακατανόητο του σκοταδιού, οφείλει να αυτενεργήσει, να ψηλαφήσει, να ανακαλύψει και να πάρει όχι όσα του προετοίμασε ο ποιητής, αλλά όσα του υποβάλλει ο ίδιος εαυτός του ως συνειδητό και υποσυνείδητο. Η σκοτεινότητα υποχρεώνει τον αναγνώστη να φωτίσει τους στίχους με το δικό του δαδί και να αντιληφθεί, ότι το ποίημα είναι το δικό του σπίτι, ο δικός του ναός, όπου αναζητά τον δικό του χαμένο εαυτό. Μερικοί σκοτεινοί στίχοι του Ράκη ως παράδειγμα:
– και βηματίζοντας στον ρυθμό του θανάτου/αντιστρόφως πορεύτηκε
– στα βράχια, μοναχά τα αυτοφυή κυκλάμινα, δεμένα πισθάγκωνα αρνούνται να προδώσουν την Άνοιξη
– Εξάλλου, σίγουρες ήσαν οι κερασφόρες έχιδνες
– μονίμως ευνουχισμένα έκπαγλα αγάλματα
– Πριονισμένοι καιροί
– Αλγεινοί κύκλοι των εξαφανίσεων
– Καλαφάτισα τις χαραμάδες τις άγνοιας
– διασπάστηκε σε χιλιάδες μέλισσες
Βεβαίως, η σκοτεινότητα δεν περιορίζεται στους πιο πάνω παραδειγματικούς στίχους. Διαχέεται και περιλούζει από την αρχή ως το τέλος ολόκληρη την συλλογή.
Υπερρεαλιστικά στοιχεία
Χωρίς να γράφει υπερρεαλιστική ποίηση ο Ράκης αξιοποιεί τα κεκτημένα του υπερρεαλισμού, τα οποία σήμερα, ως ένα είδος ποιητικής κληρονομιάς εισήλθαν και ενσωματώθηκαν στους νέους ποιητές, ως τμήμα, πια, της ποιητικής παράδοσης.
Ο υπερρεαλισμός δεν είναι μια κακόγουστη ασυναρτησία, όπως νομίζουν μερικοί αφελείς, αλλά μια απαράμιλλη ποιητική έξαρση, που παράγει εικόνες μεγαλείου και θαύματος, που απογειώνει τον νουν σε υπερκόσμιες πολιτείες εκεί όπου θριαμβεύει το μυθικό φως, η μαγική όψη των πραγμάτων και η αποκάλυψη των μυστηρίων. Ο ποιητής Ράκης Αναγιωτός αξιοποιεί με μέτρο τον υπερρεαλισμό προς εμπλουτισμό και εξωραϊσμό των στίχων του, για να δώσει στους συλλογισμούς του συνταρακτικές και θαμβωτικές διαστάσεις. Μερικά παραδείγματα, κυρίως της υπερρεαλιστικής εικονοποιίας του.
– η αρμάδα των κυμάτων
– η λευκή στρατιά των γιασεμιών
– από το μέτωπο μου στάζουν κάθιδροι οι στίχοι
– Με καράβι αποδήμησε στο μέσο πολύβουης ερήμου
– στον προθάλαμο της υπεροψίας τους
Οι στίχοι αυτοί αν και δεν πληρούν τα σταθερά χαρακτηριστικά του υπερρεαλισμού κινούνται σίγουρα σ’ ένα κλίμα υπερρεαλιστικό, όπως και όλοι οι στίχοι της συλλογής, που συνδυάζουν: την μεταφορά, το υπονοούμενο, το παραβολικό, το συμβολικό και το παραλογικό με το υπερρεαλιστικό.
Θέλω να επισημάνω και δυο τρία πράγματα για το λεκτικό συγκείμενο των ποιημάτων. Είναι η πάγια γνώμη μου ότι κάθε λέξη, που έπλασε ο άνθρωπος είναι ένα ανεπανάληπτο μνημείο της ανθρωπότητας. Είναι μια υπέρβαση του ανθρώπινου νου και μια μνημειακή κατάθεση στην ιστορία της τέχνης. Η αρχαία Ελληνική, η βυζαντινή και η Νεοελληνική μας γλώσσα “κατασκεύασαν” χιλιάδες λέξεις μνημεία. Καμία απ’ αυτές δεν αξίζει τον θάνατο. Δεν υπάρχουν αρχαίες και νεκρές λέξεις, χρήσιμες και άχρηστες. Ο Ράκης, πιστεύοντας στην γλωσσική αυτήν αλήθεια, επιλέγει και αξιοποιεί, λέξεις και φράσεις από όλες τις μορφές της γλώσσας μας, με τις οποίες κοσμεί τους στίχους του, με τις λεπτές έννοιες των οποίων εκφράζει τα νοήματα και τα συμφραζόμενά του. Ο ποιητής, ως φρουρός των λέξεων, δεν πετά στα σκουπίδια τύπους και λέξεις όπως: επακμάζων, ανέστιος, ο θανών, οι κληθέντες, χέουσες, εν τάχει, επί μακρόν, έκπαγλος, συχνάκις, ακηδία, ελάσσων, ουδόλως κ.ά. Αντίθετα τις συνταιριάζει αρμονικά με τις νεώτερες, νεοελληνικές, παράγοντας ένα διαχρονικό, διαιωνίως επίκαιρο έκπαγλο λόγο.
Την γλωσσική του αυτήν στάση την μαρτυρεί ο ίδιος στο ποίημά του «Λιθοξόος», όπου πλέκει το εγκώμιο των ελληνικών λέξεων, και τραγουδά την ηχητική και νοηματική αξία των φωνηέντων και των συμφώνων, των 24 γραμμάτων του αλφάβητου μας.
Με τον σεβασμό και την αξιοπρεπή στάση του απέναντι στην λέξη, επαναλαμβάνει ουσιαστικά την ρήση του μεγάλου Εμπεδοκλή, που δίδασκε ότι «η ποίηση μάς μαθαίνει πόσην αξίαν έχουν οι λέξεις».
Σ’ ένα κριτικό του σημείωμα για την συλλογή, ο Χρυσόστομος Περικλέους ορθά παρατηρεί, ότι: «εκείνο που ενώνει και καθιστά άρρηκτα δεμένα μορφή και περιεχόμενο στα ποιήματα της συλλογής είναι το ύφος. Το λόγιο αφηγηματικό ύφος, με λόγιες λέξεις και εκφράσεις και λόγια σύνταξη πολλές φορές, προσιδιάζει στη θεματική της συλλογής σε τέτοιο βαθμό, που έχεις την αίσθηση ενός χρονικού». Πράγματι το ύφος του αφηγητή ποιητή, οι αλληγορίες και οι παραβολές του, οι στηλιτεύσεις του συνθέτουν το χρονικό του ίδιου του ποιητή, αλλά και του κάθε ανθρώπου σ’ ένα σεισμόπληκτο άστυ κατερειπωμένο, όπου όσα έμειναν όρθια καταρρέουν το ένα μετά το άλλο από τις μετασεισμικές δονήσεις μιας σάπιας κοινωνίας.
Ουσιαστικά, τα ποιήματα του Ράκη συνθέτουν ένα πραγματικό πολιτικό διάλογο με τον αναγνώστη ή τον ακροατή, που θέτει στο ανατομικό τραπέζι όλες τις στρεβλώσεις και τις ανομίες, όλα τα κρίματα και τα κακώς έχοντα, ενός κόσμου που προ πολλού έχει αυτοχειριαστεί, που έχει ολοκληρωτικά καταρρεύσει και τώρα ψυχομαχεί χωμένος στο βούρκο των σμπαραλιασμένων αρχών και αξιών του.
Πρωτίστως, πρόκειται για ένα σπαρακτικό εσωτερικό διάλογο, όπου ο ποιητής συγκρούεται αδυσώπητα με τον εαυτό του, αυτομαστιγώνεται και αυτοσφάζεται, αναζητώντας μέσα στα ερείπια και τις πυρκαγιές του κόσμου, την δική του, προσωπική αλήθεια, το δικό του «γνώθι σαυτόν». Έτσι, το εκούσιο μαρτύριό του μετατρέπεται σε αιμάτινη καθαρτήρια τελετή, που κατά το Αισχύλειο «παθείν το έρξαντα», θα οδηγήσει στην αυτεπίγνωση, στην κάθαρση και την λυτρωτική ανάνηψη.
Τον ενδοψυχικό διάλογο ή τον σπαρακτικό μονόλογο του ποιητή, τον παραδέχονται και τον αποκαλύπτουν οι ίδιοι οι στίχοι του …
επί ώρες
και εις βάθος
συσκέπτομαι μετ’ εμού.

Αλλά και ο τίτλος της συλλογής είναι ενδεικτικός της θεματικής του έργου, αποκαλύπτει τόσο το περιεχόμενο όσο κα την μορφή, τα “κατά ποσόν” και τα “κατά ποιόν” μέρη του δράματος.
Το «ανέστιος», δηλαδή αυτός που δεν έχει δική του εστία, δικό του σπίτι και κατ’ επέκταση δική του πατρίδα, παραπέμπει στον περιπλανώμενο, αυτόν που περιφέρεται ανά τας οδούς και τας ρύμας των άστεων, βλέπει και στηλιτεύει με δριμύτητα τα ειδεχθή εγκλήματα της εξουσίας, των ισχυρών και όσων κατέχουν δύναμη, καταγγέλλει και ελεεινολογεί τα πταίσματα. Ταυτόχρονα, μετέχει στο μαρτύριο και υποφέρει, χωρίς να μένει ρήτορας και κριτής εξ αμάξης Την δυναμική αυτήν του ανέστιου την περιγράφουν επαρκώς και μόνον οι τίτλοι των ποιημάτων:
Ανέστιος – περί μεταλλάξεως και εγκληματικής αμελείας – το τελευταίο δείπνο – γόρδιος δεσμός – ανακομιδή – παγίδευση – ο θρίαμβος των οχετών – τελευταία γραμμή αμύνης – θλιβερή μετάπτωση των γάτων – οι δράκοι – οι αυτόπτες μάρτυρες – περί νήσου πάθη – ο εφιάλτης του Ιάσωνα – πόρισμα – η νύκτα της μεγάλης καταιγίδας – αναχώρηση – απόπλους – φυγή κ.τ.λ.
Το «λιθοξόος», ο πελεκητής της πέτρας, αυτός που δίνει μορφή και ζωή στην πέτρα, παραπέμπει στο επίπονο πελέκημα των στίχων, την σωστή επιλογή και λείανση των λέξεων, το πάθος για την αυστηρή σμίλευση της αισθητικής των συμφραζομένων.

Ο Ράκης Αναγιωτός στην συλλογή του αυτή συμπεριφέρεται ως προϊστορικό τέρας, κάτι σαν την Σκύλα ή την Χάρυβδη, τις Εριννύες, τον Ερυμάνθιο κάπρο ή τον νεοελληνικό δράκο. Παγιδεύει με ποιητικές γητειές τον αναγνώστη, τον μεταφέρει δεμένο στην φωλιά του και τον “αναγκάζει” να κοινωνήσει από το μαρτύριο του, να καθαρθεί και να ξυπνήσει εν συνεχεία, γιατί … «ονειρικό ήταν το ταξίδι», «ένα ταξίδι στο πουθενά» και σε όλα.

Δεν μπορώ να κλείσω, χωρίς να σημειώσω την εξαίρετη εικαστική δουλειά του Άκου Αβραάμ, που συνοδεύει και διανθίζει τα ποιήματα.

Αν όλα αυτά τα βρίσκετε λίγο υπερβολικά και ίσως νοσηρά, τότε να είστε σίγουροι, ότι ο Ράκης Αναγιωτός μπήκε και εγκαταστάθηκε ως μόνιμος δημότης στο αναρρωτήριο της ποίησης, αφού όπως έλεγε ο Μακώλεϋ «κανένας δεν μπορεί να γίνει ποιητής, χωρίς να έχει αρρωστημένο μυαλό» και όπως επεσήμαινε ο Σέλλεϋ «οι περισσότεροι δυστυχισμένοι γίνονται ποιητές».

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΛΕΟΝΤΙΟΥ

Άνευ 58 (Άνοιξη 2016) 84-91

Τρία χρόνια μεσολάβησαν από την έκδοση της πρώτης ποιητικής συλλογής του αρχικτέκτονα Κυριάκου Αναγιωτού. Και όμως, με το δεύτερο βιβλίο του κατορθώνει να κάνει τη μεγάλη έκπληξη. Η γραφή του φαίνεται τώρα σαφώς πιο εξελιγμένη και αποκρυσταλλωμένη, αν και δεν λείπουν τα στοιχεία του πειραματισμού, με την επιστράτευση διδαγμάτων από την ποιητική του υπερρεαλισμού. Στα ποιήματά του επανέρχονται υπερρεαλίζουσες εικόνες και εκφράσεις και εξωλογικές καταστάσεις, που συνθέτουν ένα παράδοξο, συχνά εφιαλτικό σκηνικό, που μας αναγκάζει να ξαναδούμε τα πράγματα μέσα από μια αντεστραμμένη ή διογκωμένη απεικόνισή τους.
Στο επίκεντρο αυτού του παράδοξου και εφιαλτικού σκηνικού χώρου βρίσκεται ο ποιητής / ομιλητής, που αναλαμβάνει συχνά πρωταγωνιστικό ρόλο σε ένα Θέατρο του Παράλογου: Πότε «άστεγος επαίτης» και «γραφικός μουρλός», πότε αφοσιωμένος λιθοξόος και υπερασπιστής των λέξεων και της αλφαβήτας· άλλοτε αδέσποτο σκυλί, που αλυχτά μέσα στα χαλάσματα συνθέτοντας στίχους, και άλλοτε ένα μεταλλαγμένο τρωκτικό, ένα πουλί ή διάττων αστέρας, παλαιός πολεμιστής ή εξουθενωμένος άγγελος, που απογοητεύονται από το περιβάλλον τους και φεύγουν για άλλους κόσμους.
Παρόλο που ο κόσμος της Κύπρου δεν κατονομάζεται ρητά, σε αρκετά ποιήματα αναγνωρίζουμε πράγματα και καταστάσεις του κυπριακού χώρου, που παρουσιάζονται συνήθως με αρνητικές και απομυθοποιητικές εικόνες και επιτρέπουν στην κριτική να δράσει υποδόρια και αποτελεσματικά. Για παράδειγμα, η γενέθλια Λεμεσός παραβάλλεται με τη βιβλική Σαλώμη, που αποβάλλει ανενδοίαστα τα πέπλα-μνημεία της και την παραδοσιακή αρχιτεκτονική της: «Έντρομος αντίκρισα / το σκέλεθρό σου / σε κάλπικα τιμαλφή περιπλεγμένο». Αλλού οι γάτες της αγίας Ελένης μετατρέπονται σε άπρακτους σπιτόγατους. Ανατροπή μύθων επανέρχεται και σε άλλα ποιήματα: «Οι δράκοι», «Περί νήσου πάθη», «Ο εφιάλτης του Ιάσονα».
Σε γενικές γραμμές, ο Κυρ. Αναγιωτός χρησιμοποιεί μια πλούσια και ουσιαστική ποιητική γλώσσα, εμπλουτισμένη με αρκετές λόγιες εκφράσεις. Κατορθώνει να διαπλάσει μια ανοίκεια και λειτουργική γραφή, που μας επιτρέπει να δούμε με διαφορετικό μάτι τα θέματα που αγγίζει. Έχω την εντύπωση ότι η χρήση λόγιων εκφράσεων ή ακόμα και υπερρεαλιστικών καταβολών θα μπορούσαν να ελεγχθούν περισσότερο. Επίσης θα έπρεπε να προσεχθούν μερικά ορθογραφικά λαθάκια και κυρίως η χρήση και κατάχρηση κομμάτων, που δυσκολεύει την ανάγνωση. Αξίζει, τέλος, να σημειώσουμε την πολύ εύστοχη εικονογράφηση του Άκου Αβραάμ.

ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΥ

Κυριάκος Αναγιωτός, Ανέστιος και λιθοξόος

Ποίηση που ξαφνιάζει. Που σε αρπάζει από το λαιμό, ένα πιστόλι στον κρόταφο. Διαφαίνεται ένα χάσμα ανάμεσα στην ποιητική φωνή και την κοινωνία. Αναδεικνύεται η παγίδευση του ατόμου στη σύγχρονη πραγματικότητα, μια σχεδόν καφκική, εφιαλτική ατμόσφαιρα και ασκείται αμείλικτη κριτική στο πολιτικοκοινωνικό και θρησκευτικό κατεστημένο. Ταυτόχρονα διακρίνονται υποδόρια και σχεδόν υπαινικτικά πτυχές της κυπριακής τραγωδίας και οι συνέπειές της όπως το δράμα των αγνοουμένων, οι μάχες, οι νεκροί, ο θάνατος. Αν και φαίνεται μια έντονη απαισιοδοξία, μια ποίηση χωρίς φως, χωρίς ελπίδα που οδηγεί στην ασφυξία, εντούτοις ο ερωτισμός, η συχνή παρουσία της θάλασσας και το ταξίδι απαλύνουν αυτή την εντύπωση. Ανάμεσα στη θεματολογία της συλλογής παρεμβάλλονται και ποιήματα ποιητικής. Οι παραβολές, οι συμβολισμοί, το καυστικό χιούμορ, οι υπερρεαλιστικές εικόνες, οι πειραματισμοί καθιστούν ιδιαίτερα πλούσια τη συλλογή και αξίζει πραγματικά να διαβαστεί. Εξαιρετικά τα σχέδια του Άκου Αβραάμ που συνοδεύουν τα ποιήματα. Ο Κυριάκος Αναγιωτός ήδη με αυτή τη δεύτερη ποιητική του συλλογή κατακτά ένα αξιοζήλευτο ποιητικό ύφος και ποιητική ωριμότητα.

Η νύκτα της μεγάλης καταιγίδας
Λίγες ξαγρυπνισμένες λέξεις,
χαραγμένες σε στίχους πέτρινους,
κύλισαν στο πάτωμα
από τα κουρασμένα μου δάκτυλα.
τη νύκτα της μεγάλης καταιγίδας.

Ξύπνησα το χάραμα.

Στον ορίζοντα, όμως,
δεν είχαν φανεί
οι πρώτες ακτίνες.

Πουθενά το λυκαυγές.

Ακόμη,
ούτε λέξεις,
ούτε στίχους,
ούτε δάκτυλα
αντίκρυσα.

Τα δάκτυλά μου γίνηκαν ιστοί,
οι λέξεις πανιά
και οι στίχοι άνεμος,
για να αναπετάσουν
μιαν έναστρη νύχτα με πανσέληνο.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

Η πρώτη συνολική διαπίστωση που μπορεί να κάνει κανείς, ολοκληρώνοντας την ανάγνωση της δεύτερης ποιητικής συλλογής του Κυριάκου Αναγιωτού «Ανέστιος και λιθοξόος», αφορά τη μεγάλη πρόοδο που έχει σημειώσει ο ποιητής, στα τρία χρόνια που μας χωρίζουν από την έκδοση της πρώτης του συλλογής. Μάλιστα, έχω την άποψη ότι η πρόοδος αυτή είναι καθολική, αφορά τόσο τις υφολογικές προσεγγίσεις και τα εκφραστικά του μέσα, όσο και τις αισθητικές του κατακτήσεις και τους ρητορικούς του τρόπους. Θεωρώ πως το θετικό βήμα που έχει συντελεστεί εκτείνεται προς τρεις κατευθύνσεις, που έχουν να κάμουν με το βάθος, την πυκνότητα και την ωρίμανση της ποίησης του Κ.Α.

Ο ποιητής αρχινά και τελειώνει τη νέα του συλλογή μ’ ένα ποίημα ποιητικής, διακηρυχτικό, μεστό, έμπλεο μηνυμάτων και νοημάτων, για την τέχνη της ποίησης. Στο πρώτο και το τελευταίο ποίημα του βιβλίου οφείλεται και ο τίτλος της συλλογής «Ανέστιος και λιθοξόος». Στο εναρκτήριο ποίημα ο Κ.Α. νιώθει τον εαυτό του γεμάτο από ποιητικές ορμές, εμπνεύσεις, ερεθίσματα και ιδέες. Και σπεύδει, δικαίως, να το διακηρύξει: «Από τις τρύπιες μου τσέπες / πίπτουν / ήχοι και οσμές. /Από την ξεσχισμένη φόδρα / στάζουν / εικόνες». (σελ. 11)

Στο τερματικό ποίημα της συλλογής έχω την αίσθηση ότι ο Κ.Α. μάλλον υπεραμύνεται της μαχητικότητας ως βασικού ειδολογικού χαρακτηριστικού της προσωπικής του ποιητικής: «Ζωσμένος / την αλφαβήτα. / Θωρακισμένος / με τ’ αλεξίσφαιρα σύμφωνα. / Εξοπλισμένος / με τα εκρηξιγενή φωνήεντα / κι έχοντας την περόνη των διφθόγγων / τραβηγμένη, / ακούραστα σας υπερασπίζομαι / εκ του πρηνηδόν, / εκ του γονυπετώς / και εκ του ορθίως. / Άγρυπνος λιθοξόος / περιφρουρώ, / σε βάρδιες εικοσιτετράωρες, / με στίχους πέτρινους / και τα εικοσιτέσσερα γράμματα». (σελ. 85-86)

Τα ποιήματα του Κ.Α. έχουν εξελικτική δομή, αρχή, μέση και τέλος. Είναι ποιήματα με συνέπεια, συνέχεια, συνοχή και λογική. Ποιήματα ατμοσφαιρικά και διαλεκτικά. Κι αυτές οι αρετές είναι ευδιάκριτες σχεδόν σε όλο το βιβλίο. Αναφέρω ενδεικτικά το ποίημα «Οι σάλπιγγες» (σελ. 25) όπου, κατά τη γνώμη μου, ο ποιητής πραγματεύεται, με θλίψη και οδύνη, το αμετάκλητο και αμετακίνητο της πανίσχυρης καθεστηκυίας τάξης. Σε όλο το ποίημα διαχέεται και μια στυφή γεύση απογοήτευσης.

Εδώ θα ήθελα να σημειώσω ότι στα πλείστα ποιήματα της συλλογής λειτουργούν εύρυθμα, παραγωγικά και αποτελεσματικά η αλληγορία και η μεταφορά, γεγονός που καθιστά την ποίηση του Κ.Α. ακόμα πιο υποβλητική. Αυτό συμβαίνει π.χ. στο ποίημα «Περί μεταλλάξεως και εγκληματικής αμέλειας» (σελ. 12) όπου σε μια καίρια και ισχυρή μεταφορά–αλληγορία βλέπουμε τα πουλιά να εξαφανίζονται αστραπιαία από τον πλανήτη και στη θέση τους να αυξάνονται ραγδαία τα τρωκτικά. Αλλά και στο αμέσως επόμενο ποίημα «Το τελευταίο δείπνο» (σελ. 14) ο ποιητής πραγματεύεται την εξαφάνιση του ανθρώπου, ως όντος λογικού, σκεπτόμενου και συναισθανόμενου.

Θέλω να επανέλθω όμως στην ατμοσφαιρικότητα των ποιημάτων του Κ.Α. Ενδεικτικά αναφέρω τα ποιήματα «Ο παλιός πολεμιστής» (σελ. 34) και «Η θλιβερή μετάπτωση των γάτων» (σελ. 38), που είναι ποιήματα καταστάσεων εν εξελίξει. Και με έμφυτο το στοιχείο της ανατροπής, της αποδόμησης και της έκπληξης. Ο ποιητής έχει ιδιαίτερα γόνιμη φαντασία. Πράγματα που όλοι είδαμε, καταστάσεις που όλοι βιώσαμε, καταφέρνει να τα δει διαφορετικά, καινοτόμα, ευφάνταστα και ανατρεπτικά. Και αυτό συμβαίνει με διαρκή κριτική διάθεση και καυστική προσέγγιση. Η κριτική του Κ.Α. αφορά, κατά κύριο λόγο, το αστικό τοπίο, όπως το διαμορφώνουν ή όπως το στρεβλώνουν οι ανθρώπινες συμπεριφορές και νοοτροπίες.

Ο Κ.Α. θεματοποιεί συχνά τη διάψευση των προσδοκιών, την ακύρωση των ονείρων, τη ματαίωση στόχων και σκοπών. Ένα αίσθημα πίκρας, πικρίας και απογοήτευσης διαπνέει συχνά τους στίχους του.

Στο ποίημα «Ο παλιάτσος», (σελ. 57) ακόμα ένα ποίημα καταστάσεων –ευσύνοπτο, άρτιο δομικά, ευθύβολο και εύστοχο νοηματικά– ο Κ.Α. ψέγει νοοτροπίες και συμπεριφορές που υπαγορεύονται ή εκπορεύονται από την ευκολία ή τη συνήθεια: «Στην κηδεία / του παλιάτσου / μονάχα οι ομότεχνοί του / δάκρυσαν. / Οι υπόλοιποι / θορυβωδώς καγχάζανε / και ενθέρμως χειροκροτούσαν. / Τραγικώς / το εξέλαβαν / ως μέρος της ατραξιόν του». Όπως το λέει ο Πλάτωνας στο περίφημο «Συμπόσιό» του: «Ομοίως ομοίω αεί πελάζει». Ή για να το πούμε πιο απλά, μόνο η εγγύτητα μπορεί να δώσει ορθές κρίσεις.

Στα ποιήματα «Της πόλης μου Ι» (σελ. 60) και «Της πόλης μου ΙΙ» (σελ. 62) έχω την εντύπωση ότι ο Κ.Α. συνομιλεί με τον επίσης ποιητή αδελφό του Μπάμπη Αναγιωτό και τα ομόθεμα ποιήματα του τελευταίου, που περιλαμβάνονται στη συλλογή του «Μνήμες μιας πόλης», 2013.

Γενικά, στα ποιήματα του Κ.Α. μιλούν οι εικόνες, τα χρώματα, οι γεύσεις και τα αρώματα. Ενεργοποιούνται όλες οι αισθήσεις. Με απώτερο στόχο βέβαια, τη νόηση και τον προβληματισμό. Π.χ. στο ποίημα «Ο παλαιός εμιγκρές», (σελ. 66) ανάμεσα σε άλλα, διαβάζουμε: «Όταν κατάκοπος / άναβε τσιγάρο / κι έπινε το πρώτο ποτήρι, / στα λοβία του / φώλευε η αλμύρα, / αδιάλειπτα οσφραινόταν ιώδιο. / Υπεράνω του / ίπταντο γλάροι».

Θα ήθελα όμως να ολοκληρώσω αυτή την παρουσίαση με μια από τις καλύτερες, κατά την άποψή μου, στιγμές του βιβλίου. Πρόκειται για το ποίημα «Τελευταία γραμμή αμύνης». Εδώ ο ποιητής πραγματεύεται την κυπριακή τραγωδία από το ύψος και υπό τα δεδομένα του σήμερα. Η αναφορά έχει να κάμει με τα ταυτοποιημένα οστά μέχρι πρότινος αγνοουμένων: «Χρόνια μετά, / το βόλι στο στήθος του / – μολύβι καυτό όπως τότε – / τ’ απέθεσε / κάτω απ’ τη μαύρη μαντήλα της μάνας, / που μεσίστια πλατάγιζε. / Την τρύπια του καρδιά / – φλογισμένη όπως τότε – / την άφησε / κάτω απ’ την ξώπορτα της αγαπημένης, / την ώρα που ιστορούσε για Ακρίτες / στα εγγόνια της» (σελ. 33).

ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΥΡΗΣ

Κυριάκος Αναγιωτός, «Ανέστιος και Λιθοξόος», Λεμεσός 2015

Μπήκε στον χώρο της Κυπριακής λογοτεχνίας με ποιοτικά άλματα

“Κυπριακή Βιβλιοφιλία”. Ιούνιος 2016

«Ανέστιος και λιθοξόος» τιτλοφορείται η δεύτερη ποιητική συλλογή του Κυριάκου Αναγιωτού, που κυκλοφόρησε προς το τέλος του 2015 και η οποία από πλευράς ποιότητας είναι σαφώς ανώτερη από την πρώτη συλλογή του, που έφερε τον τίτλο «Ως άνεμος επακμάζων» και η οποία κυκλοφόρησε το 2012.
Η δεύτερη συλλογή του Κυριάκου Αναγιωτού, που αρχίζει με το ποίημα ‘Ανέστιος’ και τελειώνομε το ποίημα ‘Λιθοξόος’, αποτελείται οπό 44 ποιήματα
τα οποία στο σύνολό τους περιέχουν υψηλού επιπέδου ποίηση. γεγονός που
εντυπωσιάζει το μεγάλο στ έκταση έδαφος που έχει κατορθώσει να κατακτήσει ο ποιητής στον χώρο της ελληνικής λογοτεχνίας της Κύπρου και μάλιστα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα!
Φυσικά, ο Κυριάκος Αναγιωτός δεν είναι ουράνοκατέβατος στον χώρο της λογοτεχνίας, εφόσον η προπαίδεια του σε αυτή χρονολογείται εδώ και δεκάδες χρόνια, άσχετα αν ο ποιητής εισήλθε στην εκδοτική δραστηριότητα μόλις πρόσφατα.
Ποιήματα όπως τα Γόρδιος Δεσμός, Προς αναστενάρηδες, Περιοδικής κυκλοφορίας, Παγίδευση, Δελτίο καιρού ή ο θρίαμβος των οχετών, Σπονδές, Τελευταία γραμμή αμύνης, Ο παλαιός πολεμιστής, Οι αυτόπτες μάρτυρες, Απόδραση, Ταξίδι στο πουθενά, Ημέρα, Ο εξουθενωμένος άγγελος κ.άλ. είναι κατασκευασμένα από γνήσια και στέρεα υλικά, που συγκροτούν μία αληθινή ποίηση με αποτέλεσμα να συγκινεί και συναρπάζει τον
αναγνώστη τους Δίνω στη συνέχεια το ποίημα «Ο εξουθενωμένος άγγελος» που είναι κατά την άποψή μου, ένα από τα καλύτερα ποιήματα που υπάρχουν στην εν λόγω συλλογή

Καταπονημένος ο αρχάγγελος,
από τον άχαρο ρόλο του διαμεσολαβητή,
πέταξε σε ακτή ερημική.

Παρατώντας χάμω
την πύρινή του ρομφαία
έπλασε
μ’ ένα ξεχασμένο κουβαδάκι
έναν δικό του άγγελο,
από άμμο.

Μ’ ένα φύσημα
τον ζωντάνεψε
και διάδοχο του τον όρισε
επί της γης,
αφήνοντάς τον
δίπλα από έναν ερειπωμένο
τηλεφωνικό θάλαμο.
Για τις επείγουσες κλήσεις.

Μετά,
χάθηκε.

Ιδιαίτερη εντύπωση όμως προκαλεί στον αναγνώστη η γραφή που χρησιμοποίησε ο ποιητής για να φτιάξει τα ποιήματα του! Μια ποιητική γραφή που είναι εμποτισμένη σε όλες τις φάσεις της
ελληνικής γλώσσας (περιέχει στοιχεία από την καθαρεύουσα, τη δημοτική αλλά και την κυπριακή διάλεκτο) αλλά και σε όλα τα είδη της λογοτεχνίας με προεξέχουσα την τάση του προς την υπερρεαλιστική γραφή. Αξίζει εδώ να αναφέρω πως ο Κυριάκος Αναγιωτός χρησιμοποιεί σπάνιες και άγνωστες (σχεδόν νεκρές)
λέξεις τις οποίες αφού εντοπίσει, τις επαναλειτουργεί αρμονικά, με ένα υπέροχο τρόπο, μέσα στα ποιήματα του. .λέξεις όπως π.χ. βένθος λύμη ρύμες μερομήνια, περίνοια και άλλες.
Στον αναγνώστη που διαβάζει σήμερα γενικά ποίηση προκαλεί αίσθηση το γεγονός ότι η έμπνευση των νεότερων
Κυπρίων ποιητών δεν έχει ερεθίσματα από τα τραγικά γεγονότα (πραξικόπημα και τουρκική εισβολή το 1974), όπως συνέβη με τους παλαιότερους ποιητές που ανήκουν στις γενιές του 1970 και
I960. Στην ποιητική συλλογή «Ανέστιος και Λιθοξόος» όμως ο Κυριάκος Αναγιωτός έστω και ακροθιγώς, έστω και υπαινικτικά καταπιάνεται με την πρόσφατη εθνική τραγωδία που βρήκε το νησί μας. Δίνω ένα μικρό δείγμα από το ποίημα «Το πουλί με το τσακισμένο ράμφος «, που βρίσκεται στη σελ. 17.

«Την πρωίαν της Δευτέρας
στις οκτώ και δεκαεπτά ακριβώς
το πουλί
φορώντας, όπως όπως
το θαλασσί του πουκάμισο,
με το ράμφος ακόμη περιδεμένο,
τράβηξε για άλλες πολιτείες»

Ο Κυριάκος Αναγιωτός παρόλο που εμφανίστηκε, όπως ανάφερα ήδη αργά στα εκδοτικά πράγματα της Κύπρου, κατά περίεργο τρόπο, διαπιστώνω πως έχει στενή συγγένεια με την ομάδα εκείνη των Λεμεσιανών ποιητών που ήταν συσπειρωμένοι αρχές της δεκαετίας του ’80, γύρω από το λογοτεχνικό περιοδικό «Άμαξα» (Κώστας Μακρίδης, Ανδρέας Μακρίδης, Μάριος Αγαθοκλέους, Χρίστος Μελιδης, Δέσπω Μιχαηλίδου ) και οι οποίοι προσπάθησαν διακαώς ανεπιτυχώς όμως ν’ αναβιώσουν το υπερρεαλιστικό
κίνημα στην κυπριακή λογοτεχνία.
Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να κάνουμε και στα σχέδια του Άκου Αβραάμ που κοσμούν το εξώφυλλο του βιβλίου αλλά και τις εσωτερικές σελίδες του. Είναι σχέδια απλά, όμως εμπνευσμένα και λειτουργικά, που συνταιριάζουν και συμβαδίζουν αρμονικά με τους στίχους της συλλογής
Και μια λεπτομέρεια: Εδώ και λίγο καιρό έχω παραλάβει από την Αθήνα την τελευταία ποιητική συλλογή του Μανώλη Πρατικάκη ενός από τους κορυφαίους ποιητές της Γενιάς του 1970, η οποία
ονομάζεται και αυτή μονολεκτικά Λιθοξόος. Δεν ξέρω αν λέει κάτι αυτή η σύμπτωση. Απλώς καταγράφω το γεγονός.

ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ

Μετά το Ως άνεμος επακμάζων (2012), ο Κυριάκος Αναγιωτός επανέρχεται με νέα ποιητική συλλογή υπό τον ευρηματικό τίτλο Ανέστιος και λιθοξόος [2015).
Με το που αρχίζεις να διαβάζεις τα ποιήματα της συλλογής νιώθεις ένα σφίξιμο στην καρδιά, που εντείνεται όσο προχωρείς καθώς αισθάνεσαι -μαζί με τον ποιητή- να καταρρέουν όλα γύρω σου, να διαρρηγνύεται η τάξη του κόσμου· αμετάκλητα καθώς,
όπως ομολογεί ο ποιητής από τον πρώτο κιόλας
στίχο «ούτε μια σπιθαμή ρωγμής /κατάψερα να συρράψω / τόσα χρόνια».
Κι ενώ περιφέρεται «εις τας οδούς των άστεων /ως άστεγος επαίτης». ανέστιος, και «ματαίως /αγναντεύ(ει) τον ουρανό/ για την έλευση των αποδημητικών πουλιών» κι «εναγωνίως / παρατηρ(εί) την εξαφάνιση / και των ενδημικών», «στο χώμα / κάτω από τα πέλματά (του) / αγέλες τρωκτικών/κινούνται ατάκτως» και «ραγδαίως/στο σώμα (του) / αυξάνεται η τριχοφυΐα» κι «αλματωδώς / ο κόκκυγάς (του) / αναπτύσσεται σε ουρά». Σαφής αναφορά σε μιαν αρνητική -μάλλον αντίστροφη- μετάλλαξη από τον άνθρωπο ξανά στο ζώο, μάλιστα σε κατώτερης μορφής ζώο, τρωκτικό που βυθίζεται στον υπόνομο. Κι αμέσως πιο κάτω, στο «τελευταίο δείπνο», η φρικιαστική αίσθηση εξαφάνισης της ζωής. Με τους αρχαιολόγους, σε ένα νέο κύκλο ζωής -αν υπάρξει- να «ψάχνουν απεγνωσμένα / για τον εντοπισμό / ενός έστω τεκμηρίου /που να συνηγορεί / για την ύπαρξή μου». Σε μια έκδηλη παραπομπή στο πρόσφατο οικονομικό
κραχ που, μέσα στη μακαριότητα μας. δεν βλέπαμε τη ρωγμή που χρόνια πριν άνοιγε διαρκώς, μέσα σε 25 μόνο λέξεις, αποτυπώνει το αίσθημα της ευρύτερης κατάρρευσης: «Άξαφνα τα όργανα πέτρωσαν στα χέρια των κιθαρωδών / Στα κρεματόρια
των αυτόματων ταμειακών αποτεφρώθηκε το δείπνο της τυροφάγου / μεσίστια κυμάτιζαν οι χαρταετοί ανήμερα των κουλούμων».
Τα μόνα που αντιστέκονται στη γενική κατάρρευση, τα φυτά, για την ακρίβεια και καθόλου ανεξήγητα, τα αυτοφυή φυτά: «Στα βράχια/μονάχα τα αυτοφυή κυκλάμινα/δεμένα πισθάγκωνα/αρνούνται να προδώσουν την άνοιξη», ενώ τα πουλιά μάταια προσπαθούν προειδοποιήσουν. Στο «πτηνό με το τσακισμένο ράμφος» το πουλί «σημασίας μείζονος/εκόμιζε μήνυμα/ γι αυτό απεγνωσμένα ράμφιζε/ των τηλεπικοινωνιών
τα πηνία και τα καλώδια». Με τα μάτια των πουλιών «από ψηλά / το χώρο επισκοπώντας» ο ποιητής ευκρινώς διακρίνει την αλήθεια. Αλλά μόνο με τη φωνή των πουλιών – τη φωνή της ποίησης- μπορεί να μιλήσει, μια φωνή που δεν λέει αλλά «σημαίνει», και που, ως τέτοια, «δεν προσμετράται» ως μαρτυρία, «στις αίθουσες των δικαστηρίων».
Εκείνο που ενώνει και καθιστά άρρηκτα δεμένα μορφή και περιεχόμενο στα ποιήματα της συλλογής είναι το ύφος. Το λόγιο αφηγηματικό ύφος, με λόγιες λέξεις κι εκφράσεις και λόγια σύνταξη πολλές φορές, προσιδιάζει στη θεματική ι ης συλλογής
σε τέτοιο βαθμό που έχεις την αίσθηση ενός χρονικού αναπόδραστων γεγονότων να οποία, με τη λιτότητα και την πυκνή λακωνική αφήγηση, ενεργούν άμεσα και καταλυτικά στη συνείδηση του αναγνώστη. Ο οποίος, μαζί με τον ποιητή, αποκτά συνείδηση της κατάρρευσης αλλά, όμοια όπως ο ποιητής, δεν βγάζει την ουρά του απ’ έξω γενόμενος κριτής από καθέδρας. Όπου το πρώτο ενικό πρόσωπο, εκεί ο ποιητής/αναγνώστης μέτοχος κι ένοχος στην πορεία της καταστροφής. Καθώς η επίγνωση από μόνη της δεν οδηγεί στην πράξη («ούτε μια σπιθαμή ρωγμής κατάφερα να
συρράψω τόσα χρόνια»), αισθάνεται πρώτα στον εαυτό του τα συμπτώματα της αντίστροφης μετάλλαξης προς το τρωκτικό. Κι ο ίδιος υφίσταται τις συνέπειες της απαθούς θέασης της καταστροφικής πορείας όσο νόμιζε πως δεν άγγιζε τον ίδιο.
«Απαθής διέκρινα/στη γωνία του δώματος/ τη μικρή φαιά αράχνη / […} αδιαφόρησα / για την προδιαγραφόμενη πλεκτάνη / του επιδέξιου θηρευτή». Τελικά όμως ο ίδιος ο ποιητής/αναγνώστης καθίσταται το πρώτο θύμα της καταστροφής καθώς
«μειδιώντας/και με προτεταμένες τις δαγκάνες/ προκλητικά μου επιδείκνυε/ την τεφροδόχο μου / η Μεγάλη Μελανή Αράχνη». Συνέκδοχα, κι όπου το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο, ο ποιητής/αναγνώστης συμμέτοχος και συνένοχος στα όσα συμβαίνουν. «Αν και παιδιόθεν διδαχθήκαμε / για τ ην αναβροχιά / αν και συχνάκις δεηθήκαμε […] αδιάφορους μας άφηνε / η (απερχόμενη στάθμη των αποβλήτων/ Ουδόλως ανησυχήσαμε / όταν τα λύματα μούσκεψαν τα πέλματά μας /ακόμα και όταν ανήλθαν/στον αστράγαλο και την κνήμη …». Εδώ, σε μια καταπληκτική αλληγορία, αναστρέφεται η ιδέα του νερού. Αντί που πέφτει από τον ουρανό «ως εξαγνιστική βροχή, ανεβαίνει
απειλητικά όχι η επιφάνεια του ωκεανού όπως συμβαίνει στην πραγματικότητα αλλά το νερό με τη μορφή των λυμάτων. Άλλο να ’ναι το νερό του ωκεανού «στην κάτω μας γνάθο» κι άλλο να ‘ναι «ο βόρβορος». Ανατριχιαστική γι’ αυτό και αποτελεσματική η εικόνα.
Σε παρεκβάσεις από το κυριολεκτικό ύψος του χρονικού ο ποιητής εισάγει ενίοτε το μύθο. Τον οποίο όμως η δημιουργική του φαντασία ανασκευάζει εντάσσοντας τον στη θεματική του χρονικού. Στον Εφιάλτη του Ιάσονα, για παράδειγμα, ο μύθος
παίρνει μιαν αντιηρωική τροπή όπου οι ήρωες τσακίζονται με τρόπο που ευτελίζει τα, κατά τον μύθο, ηρωικά τους κατορθώματα. Στο ποίημα οι δράκοι (του Αιήτη;)
-λέγε οι καλόγεροι- ως και τον Άη Γιώργη θα τον εξοντώσουν με απάτη και με τρόπο που απομυθοποιεί και τον Άγιο, ο οποίος εσφαλμένα εξέλαβε «τα μελανά μορφώματα των βράχων / ως ιερές εγκλείστρες / αντί για δρακοφωλιές». Σε μιαν άλλη αλληγορία στο περί νήσου πάθη η ανασκευή του μυθικού σχήματος
σταύρωση-ανάσταση υποδηλώνει την επί μακράν συνεχιζόμενη και με άδηλο τέλος εκκρεμότητα του πάθους στο οποίο οι δύο εκατέρωθεν της ληστές όχι μόνο δεν συμμετέχουν «μα και γλέντι τρικούβερτο έστησαν/με οίνο σε χρυσά κροντήρια»( το ποιοι
είναι οι ληστές μένει ανοικτό, παρότι η εικόνα παραπέμπει στο «οικονομικό θαύμα»).
Ωστόσο, του στρατιώτη που σκοτώθηκε το 74, όχι <ως μυθικού ήρωα αλλά ως συγκεκριμένης ατομικής συνείδησης, του διαστέλλει το μπόι δίνοντας του όμως μια πνευματική μάλλον παρά ηρωική διάσταση. Η ανάερη εικόνα «άξαφνα / η ανάσα του αναπέταξε / κι άδραξε απ’ τον ώμο / το τελευταίο αλαφιασμένο σύννεφο»-κατά
που θα ‘λεγε ο Ελύτης στον Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας- σπάζει τον φραγμό των υλικών σωμάτων και δίνει στον σκοτωμένο στρατιώτη ιδεατή μορφή.
Ενώ ο ανέστιος του τίτλου παρουσιάζεται από τον πρώτο κιόλας στίχο και πορεύεται διαλεγόμενος με τον αναγνώστη, τον λιθοξόο κρατιέται μετέωρη η απορία σου ως τον τελευταίο στίχο της συλλογής για να τον βρεις. Είναι το σημείο όπου ο ποιητής καταθέτει την ποιητική του ταυτότητα, αυτήν του λιθοξόου, αφού πρώτα παραθέσει τα υλικά της δουλειάς του «λέξεις που τις θήλασ(ε) / από μαρμάρινο μαστό / […] που μία μία τις άντλησ(ε) από πηγάδια μυστικά», τα «αλεξίσφαιρα σύμφωνα» και τα «εκρηξιγενή φωνήεντα». Είναι μια ποίηση που καίει καθώς «από κλίβανον αποτέφρωσης ονείρων / μία μία έσταζαν στο χαρτί/ από τα πυρωμένα μου δάκτυλα / φλεγόμενες οι λέξεις» [η διαδικασία της τήξης). Είναι μια διαδικασία κατά την οποία τήκεται το σώμα από τη φλόγα που καίει μες στην ψυχή του ποιητή,
και μέσα από τον διάφανο πλέον θώρακά του αποκαλύπτονται «πορφυρές οι πύρινες γλώσσες», η ποιητική δημιουργία. Η αποτέφρωση των ονείρων» και πιο κάτω στο ίδιο ποίημα οι «απανθρακωμένες προσδοκίες» αποτελούν δομικά στοιχεία του
ποιητικού κλίματος μέσα στο οποίο κινείται ο ποιητής, ένας ανέστιος λιθοξόος.

3 Ιανουάριου 2016

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΓΑΛΑΖΗΣ

Περιοδικό Διόραμα τ. 4 1-2/2016

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΣΕ ΠΡΟΣΦΑΤΑ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΕΣ ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΣΥΛΛΟΓΕΣ

Πώς αποτυπώνεται σε τέσσερις ποιητικές συλλογές Κυπρίων που εκδόθηκαν το 2015 η σχέση των ποιητικών υποκειμένων / ενδοκειμενικών ποιητών με την ποίηση και ποιοι προβληματισμοί διατυπώνονται γύρω από τον ρόλο τής ποιητικής τέχνης στην εποχή
μας.
Τα επίθετα στον τίτλο της ποιητικής συλλογής Ανέστιος και λιθοξόος του Κυριάκου Αναγιωτού (γ.1958) παραπέμπουν στις ιδιότητες του ενδοκειμενικού ποιητή-ομιλητή που βιώνει, αφενός, την ποιητική δημιουργία ως μία δύσκολη και επίπονη διαδικασία (με τη λανθάνουσα παρομοίωση
του ποιητή με τον τεχνίτη που επεξεργάζεται καλλιτεχνικά το μάρμαρο) και που βασανίζεται, αφετέρου, από την αίσθηση της αποξένωσης από την κοινότητα, τη συλλογική ζωή, την ομαδικότητα. Συνεπώς, στη συλλογή αυτή ο ενδοκειμενικός ποιητής είναι τοποθετημένος στο περιθώριο απ’ όπου σχολιάζει πότε με ειρωνεία πότε με σαρκασμό ό,τι τον προβληματίζει και τον
ερεθίζει. Ο ποιητής στη νέα συλλογή του Κυρ. Αναγιωτού περιγράφεται ως «άστεγος επαίτης ή γραφικός μουρλός» («Ανέστιος», σ. 11) και παρουσιάζεται να καυτηριάζει την προκλητική αδιαφορία των πολιτικών απέναντι στην ποίηση και τους ποιητές: «Ισχνή η φωνή μας/για να διατρυπήσει/την κάψουλα της αλαζονείας σας, / εστεμμένοι των εξωστών» («Μονόλογος ή διάλογος με απάντα συνομιλητή» (σ. 64). Στο ίδιο ποίημα είναι ευδιάκριτη η αντίθεση ανάμεσα στη στηλίτευση της υπεροψίας των πολιτικών και της κολακείας των παρακοιμωμένων και στην πικρία για το γεγονός ότι τα έργα της ποιητικής τέχνης περνούν απαρατήρητα, «οξειδώνονται από τον χρόνο»
και «λεκιάζονται από την ακηδία» (ό.π.). Η διάσταση ανάμεσα στον ποιητή και στην κοινότητα των αναγνωστών εντοπίζεται και στο ποίημα «Ταυτότητα» (σσ. 72-73), όπου το ποιητικό υποκείμενο εμφανίζεται με τις ιδιότητες του ορειβάτη και του ταξιδευτή και φυλάσσει τα μηνύματα του σ’ ένα μυστικό δισάκι, ενώ οι δυνητικοί αναγνώστες («ηνίοχοι και χαλινωτές») κατηγοροάνται με ειρωνεία ότι δεν γνωρίζουν- ούτε επιδιώκουν να μάθουν την τέχνη τής αποκωδικοπιησης των μηνυμάτων («περί αυτών,/ ούτως ή άλλως/νυχτωμένοι ήσασταν […]). Εξάλλου, στο ποίημα «Αδέσποτο σκυλί» μέσω της λανθάνουσας παρομοίωσης του ποιητή με αδέσποτο σκυλί
αποδίδεται η επιμονή του ποιητικού υποκειμένου να δημιουργεί και να εκφέρει τον ποιητικό του λόγο «πάνω απ’ τα χαλάσματα», να ψάχνει για επιζώντες και να ελπίζει για καλύτερες μέρες (σσ.83-84).Τέλος, στο ποίημα «Λιθοξόος», η άγρυπνη ποιητική συνείδηση του ομιλητή αγωνιά
και αγωνίζεται για την προστασία της μοναδικής της περιουσίας, που είναι η γλώσσα, ως μέσο της ελεύθερης σκέψης, του στοχασμού και της αμφισβήτησης όλων εκείνων των στοιχείων που αντιστρατεύονται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια: «Άγρυπνος λιθοξόος / περιφρουρώ / σε βάρδιες
εικοσιτετράωρες /με στίχους πέτρινους /και τα είκοσι τέσσερα γράμματα» (σ. 86) Επομένως, στην ποίηση του Κυριάκου Αναγιωτού η ποιητική δημιουργία προσλαμβάνει τις διαστάσεις μιας υπεύθυνης και πολιτικής (με την ευρύτερη σημασία του όρου) πράξης, μιας διαδικασίας επώδυνης αλλά και λυτρωτικής, που το πρώτο υλικό της συνιστούν τα όνειρα, οι προσδοκίες, οι διαψεύσεις, οι ελπίδες και άλλες ψυχικές καταστάσεις που ο ποιητής-δημιουργός μεταποιεί σε τέχνη. Στο ποίημα «Η διαδικασία της τήξης» η ποιητική δημιουργία εξεικονίζεται ως αποτέλεσμα της αποτέφρωσης των ονείρων και της απανθράκωσης των προσδοκιών του ποιητικού υποκειμένου , που επίσης φλέγεται, με αποτέλεσμα τα οστά του να μετουσιώνονται σε «γυάλινα παραπετάσματα». Επομένως, από την ποιητική γραφή – τήξη δεν μορφοποιείται μόνο το νέο ποίημα αλλά και ο ίδιος ο ποιητής, στοιχείο που παραπέμπει στη σύζευξη ποίησης και ηθικής, που εντοπίζεται σε πολλά από τα ποιήματα της συλλογής Ανέστιος και λιθοξόος του Κυριάκου Αναγιωτού.

Ανδρέας Κούνιος

Εφ. “Η Αλήθεια”  19.1.2016

critic_ak-01-1

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

ΑΝΔΡΕΑΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ

ανδρεας 3
Ο Ανδρέας Γεωργιάδης γεννήθηκε στη Μεσόγη της Πάφου το 1948. Σπούδασε Φυσιογνωσία και Γεωγραφία στην Αθήνα και μετεκπαιδεύτηκε στον Καναδά. Από το 1978 δίδασκε σε σχολεία Μέσης Εκπαίδευσης και το 2005 προήχθη σε Επιθεωρητή Φυσιογνωστικών-Βιολογίας.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

1990 «Ακαριαία» (Λευκωσία)
1999 «Αίσωπος εσαεί»(Λευκωσία)
2001 «Ο tempora, ο mores!» (σάτιρες)(Λευκωσία)
2002 «Φυσιοδρόμιο» (Βραβείο Jean Monnet)(Λευκωσία)
2003 «Fisi0dromo» (δίγλωσση έκδοση ιταλικά-ελληνικά)(Λευκωσία)
2009 «Αίσωπος νυν και αεί» (Βραβείο Κυπριακού Συνδέσμου Παιδικού Νεανικού ιβλίου)      (Εκδ.Γερμανός)
2011 «Εκατόν συν (+) μία Σατιρικές Τοξοβολές»(Βιβλιεκδοτική)
2014 «Φόνοι και δίκες στην πρώιμη Αγγλοκρατία 1. Νικολής Χατζηαντώνη Τσιακολής»(Εκδ.Γερμανός)
2015 «Ελληνική Μυθολογία εμμέτρως»(Εκδ.Γερμανός)
2015 «Σατιρικές Τοξοβολές Β’»(Εκδ.Γερμανός)
2016 «Αισώπειοι Μύθοι»(Εκδ.Γερμανός)
2016 «Άνθη σοφίας εμμέτρως»(Εκδ.Γερμανός)
2017 «Φόνοι και δίκες στην πρώιμη Αγγλοκρατία 2. Γιωρκής Αντώνης Γιαλλούρης     (Εκδ.Γερμανός)

 

 

 

 

ΠΟΙΗΣΗ

 

ΑΚΑΡΙΑΙΑ (1999)

Η ΜΕΤΑΛΛΑΞΗ

Η ακτινοβολία σου
προκάλεσε μετάλλαξη
στο γονίδιο του έρωτα•
τον έκανε παράφορο.

Πόσο αισθάνομαι ευτυχής!
Μ’ αλλοίμονο• το ξέρω•
θα ’ναι θνησιγενής.

 

Η ΜΟΙΡΑ ΜΑΣ

Πάντα μας Θησέα
Θα σκοτώνουμε το Μινώταυρο
εφόσο μας παρέχεται
ο μίτος της Αριάδνης.
Και πάντα όμως
Θα σκοτώνουμε τον Αιγέα
εφόσο θα ξεχνούμε
– ακούσια ή εκούσια –
ν’ αλλάξουμε πανί.

Κατά τα άλλα, πάντα
Θα είμαστε ήρωες.

 

ΝΑ ΜΗ ΘΥΜΩΣΕΙΣ

Να μη θυμώσεις που η Σθενόβοια
θα σε συκοφαντήσει στον Προίτο.
Μόνο έτσι θα μπορέσεις
να σκοτώσεις τη Χίμαιρα,
να δοξαστείς.
Όσο για τη Σθενόβοια
δεν είναι ανάγκη να την τιμωρήσεις.
Άστηνε• θα αυτοκτονήσει.
Προς θεού όμως.
Μην πάρουν τα μυαλά σου αέρα
και θελήσεις ν’ ανεβείς
στα ουράνια δώματα.
Σου φτάνουν και τα επίγεια.

 

ΕΠΟΥΣΙΩΔΗ

Τι κι αν ο Σίσυφος
διέφθειρε τα χρηστά ήθη της Αντίκλειας.
Τι κι αν κεράτωσε το Λαέρτη.
Φτάνει που γεννήθηκε ο Οδυσσέας.
Με χρηστά ήθη και κέρατα θ’ ασχολούμαστε;

 

ΜΟΝΟ ΕΤΣΙ

Μάταια μάχεσαι Έκτορα
να σκοτώσεις τον Αγαμέμνονα.
Φύλαξε τα βέλη σου
και κάνε μια ευχή:
Η Κλυταιμνήστρα να ’ν’ καλά.
Οι Έλληνες πεθαίνουν από Έλληνες.
Ε τότε, λέει η Ανδρομάχη,
ο Θεός να δίνει χρόνια
και στην Ηλέκτρα.

 

Η ΠΟΛΙΣ ΕΑΛΩ

Έπρεπε να το περιμένεις
Σαλαμίνα.
Ο Τεύκρος
δεν έφερε μόνο εσένα.
Έφερε μαζί του
την κατάρα της Τροίας
την εκδίκηση της Τρίαινας.

Αμαρτίαι γονέων, βλέπεις. 

 

ΓΙΑΤΙ

Γιατί Θησέα ξέχασες
ν’ αλλάξεις το πανί
και χάθηκε ο Αιγέας;

Κάτω στην άκρη του γιαλού
κάθομαι και κλαίω
που δεν αλλάζομε πανί
και χάνεται το Αιγαίο.

 

ΤΙ ΔΕΙΛΟΙ ΠΟΥ ΕΙΜΑΣΤΕ

Πόθος μας κοινός η ένωση.
Μας κρατάει όμως χωριστά
η Κοινή Γνώμη.

Τι δειλοί που είμαστε
να λαμβάνομε υπόψη μια κοινή!

 

Η ΑΤΥΧΙΑ ΜΑΣ

Από πολύ νωρίς
μας άφησε η μάνα μας.
Και να δεις την ατυχία μας.
Δεν μπορέσαμε να έχουμε
ούτε μια καλή παραμάνα.

 

Η ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΤΩΝ ΔΕΙΝΟΣΑΥΡΩΝ

Οι δεινόσαυροι κάλεσαν γενική συνέλευση.
Πρώτος μίλησε ο τυραννόσαυρος.
—Συνερπετά, με τυραννεί μια σκέψη.
Κινδυνεύει η ύπαρξή μας
από κάτι πυγμαία τρωκτικά.
Πρέπει να δείξομε την πυγμή μας.
— Συμφωνώ με τον προλαλήσαντα
βροντοφώναξε ο βροντόσαυρος.
Η κατάστασή μας είναι δεινή
αγαπητοί δεινόσαυροι.
Πρέπει να χαραχθεί
μία κοινή γραμμή.

Όλοι συμφώνησαν με την κοινή
μα διαφώνησαν στη γραμμή.

Σήμερα βρέθηκαν τα απολιθώματά τους.

Κάποιοι κροκόδειλοι που επέζησαν
χύνουν κροκοδείλια δάκρυα
για τους χαμένους συγγενείς.

 

ΕΛΑΤΕ

Ελάτε να κυλίσομε το λίθο
που στέκεται εμπρός μου.
Ελάτε να σβήσομε το μύθο
που έγινε θεός μου.

Είναι βαθύς ο όρθρος
αργεί να ξημερώσει.
Είναι πλατύς ο βόθρος
και ποιος θα με γλυτώσει;

 

ΤΥΧΑΙΑ

(Στο θάνατο του Παναγούλη)

Δεν υπάρχει αυτόπτης μάρτυς.
Μόλις είχε φύγει ο Μάρτης
παίρνοντας μαζί και τον Απρίλη.
Δεν αφήνουν τύπους σήμερα οι ήλοι.
Πέστε ατύχημα τυχαία•
να γραφτεί εις τα τροχαία.

 

ΠΡΕΠΕΙ

Δεν ημπορείς να τ’ αρνηθείς•
πρέπει να πας εις την αγνείαν•
να πορευθείς ανάμεσα
του διχοτομημένου σκύλου.

Δεν ημπορείς να τ’ αρνηθείς-
παρ ’ όλο που το διαισθάνεσαι,
παρ ’ όλο που είσαι σχεδόν σίγουρος
πως είναι παγίδα του Περδίκκα.
Πρέπει να πας.
Το επιβάλλουν οι καιροί.
Πρέπει να πας.
Να σε κατασπαράξουν οι ελέφαντες.

 

ΣΑΦΗΣ ΠΡΟΤΙΜΗΣΗ

Αφήσαμε τη σκανδάλη
και πιάσαμε τα σκάνδαλα.
Σαφής προτίμηση
τον ουδετέρου γένους. 

 

ΑΡΚΕΙ

Αφού έγραψες ποιήματα
γιατί σε θλίβουν τέτοιο λογισμοί;
«Άτιμος εγώ βιώσομαι
και ουδείς ουδαμού»;
Είσαι ποιητής!

 

ΠΡΟΣΟΧΗ

Ηρακλή,
χρειάζεται μεγάλη προσοχή•
προσοχή εις τους χιτώνας.
Η Δηιάνειρα ελλοχεύει.

 

ΤΟΥ ΣΥΡΜΟΥ

H primula sinensis
είναι του συρμού.
Αλλάζει χρώματα
αναλόγως θερμομέτρου.

 

ΑΝ ΘΕΛΕΙΣ Ν’ ΑΠΟΦΥΓΕΙΣ

Να πελεκάς το νόημα
ουχί την ομοιοκαταληξία,
Ποιητή.
Να γράφεις «ολιγόστιχα μεν,
δυνάμεως δε μεστά».
Πρόσεχε αυτή τη λεπτομέρεια
αν θέλεις ν’ αποφύγεις των Μουσών
το
«έρρε [ποιητή] κακέ».

 

«ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ ΜΟΥ ΕΔΩΣΑΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ»

«ούλος ορά, ούλος δε νοεί, ούλος δε τ’ ακούει»
Ξενοφώνης ο Κολοφώνιος

Τ’ ακούεις Αθηναίε που με ρώτησες
τι γλώσσα μιλάμε εις την Κύπρο
σαν άκουσες το ούλος;
Του Ξενοφάνη του Κολοφώνιου
Έλλην Αθηναίε.

 

 

ΦΥΣΙΟΔΡΟΜΙΟ (2002)

 

Βιότυποι

ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟ

Μην αφήσετε το φως
να φάει το σκοτάδι
εξ ολοκλήρου.
Ακόμα κι η φωτοσύνθεση
έχει τη σκοτεινή της φάση.

 

Ο ΓΟΝΟΤΥΠΟΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΜΑΣ

Ο έρως ο εφήμερος
ελέγχεται από υποτελές.
Ο έρως ο αιώνιος
ελέγχεται από επικρατές.
Εμείς φέρομε το επικρατές
σε ομόζυγη κατάσταση.

 

ΤΗΣ ΔΙΑΦΕΥΓΕΙ

Τι εγωισμό, τι έπαρση
εκείνη η μετάλλαξη.
Της διαφεύγει το γεγονός
πως ήταν τυχαίο λάθος.

 

ΚΛΩΝΟΠΟΙΗΣΗ

Τι θλιβερόν
ν’ απωλεσθεί
το κάλλος
της ποικιλίας.

Γρήγορα.
πετάξετε τον κλώνο
κρατήστε την ποίηση.
Κρατήστε το κάλλος.

 

ΧΕΙΜΕΡΙΟΣ ΥΠΝΟΣ

Για να αποφύγομε τη λιμοκτονία
περιπέσαμε σε χειμέριο ύπνο
εμείς, θηλαστικά όντες.

Αν μη τι άλλο
αποσπάσαμε το φθόνο
της χειμέριας νάρκης.

 

ΣΥΝΑΨΗ

Από καιρό υπήρχε
μία αμοιβαία έλξης.

Μα εκείνο το απόγευμα
που βρέθηκαν τυχαία
-ήταν τυχαία η συνάντηση;-
είχαν πολλή δουλειά
να κάνουν οι συνάψεις.
Οι νευροδιαβιβαστές
ελευθερώνονταν ποτάμι.
Άναψαν οι συνάψεις.

Αναπόφευκτα
συνήψαν σχέσεις.

 

ΗΡΘΕΣ ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΙΣ

Ήρθες για να δεις
τα βαλσαμωμένα πουλιά.
Σε άγγιξα δοκιμαστικά
και μου απάντησες θετικά.
Σ’ έφερα στην αγκαλιά μου
και τα χείλη μου συνάντησαν
την παρειά σου.

Πού ήσουνα ταριχευτή
να βαλσαμώσεις τη στιγμή;

 

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ

Η μελεαγρίνη η μαργαριτοφόρος
όταν ερεθιστεί
κάνει μαργαριτάρι.

Ένα ερέθισμα παρακαλώ.

 

Φυσιοδρόμιο

ΑΙΝΕΙΤΕ ΤΟ ΧΑΟΣ

Αινείτε το χάος,
τον πατέρα της τάξης
την κατάληξη των πάντων.

Αινείτε το χάος.
Το χάος ελλοχεύει.

 

ΚΕΝΟ

Είσαι το κλασικό κενό
κι εγώ το κβαντικό μπορεί.
Επαίρεσαι για το κλασικό
και με οικτίρεις για το κβαντικό.

Επαίρου.
Παρά την έπαρσή σου
δεν παύεις να είσαι
ένα απόλυτο κενό.

 

ΕΓΡΗΓΟΡΣΗ

Ιερείς όλου του κόσμου
συσπειρωθείτε.
Το άστρο του Κυνός
εγκυμονεί κινδύνους.
Μπορεί ν’ αποκαλύψει
τα μυστικά του σκότους.
Άστρο του Κυνός: ο Σείριος.

 

ΕΙΔΩΛΑ

Από κεκτημένη ταχύτητα
πλησίασες την κορυφή του κατόπτρου.
Το είδωλό σου φανταστικό.
Πόσο θα ήθελα
να φτάσω και να μείνω
πάνω στην κύρια εστία.
Να πάω στο άπειρον!

 

ΤΟ ΚΛΕΙΣΙΜΟ ΤΟΥ ΔΙΑΚΟΠΤΗ

Αποδεδειγμένα
εκείνο το άγγιγμα
έκλεισε το διακόπτη.
Άρχισαν να φωτοβολούν.
Αυτή η φωτοβολία τους
θα διαρκέσει πολύ.
Η φόρτιση του συσσωρευτή
είχε κρατήσει χρόνια.

 

ΑΚΡΑΤΟΣ ΕΡΩΣ

Δε βιαστήκανε.
Αφήσανε τον έρωτα
να πάρει τον καιρό του,
να υποστεί τη ζύμωση.

Τώρα ακράτητοι
τον γεύονται άκρατο.

 

ΑΙΤΙΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ

Μη γίνει ισοπέδωση των πάντων.
Να μείνουν οι διαφορές.
Η διαφορά δυναμικού
δημιουργεί το ρεύμα.

 

ΑΠΟΣΤΑΞΗ

Η ξηρή απόσταξη των λιθανθράκων
παράγει φωταέριο.

Μην αγχώνεσαι.
Πάντα υπάρχει χρόνος
για μια ξηρή απόσταξη.

 

Η ΗΛΕΚΤΟΛΥΣΗ ΤΟΥ ΥΔΑΤΟΣ

Από καιρό καραδοκούσαν
να με ηλεκτρολύσουν.
Με είχαν στο βολτάμετρο
με είχαν εις την πρίζα·
τους έλειπαν οι ηλεκτρολύτες.

Μα πάντα υπάρχουν καλοθελητές
– και δη συγγενείς εξ αίματος
Η μία πρόσφερε οξύ
η άλλη πρόσφερε τη βάση
και με διέσπασαν.
Το οξυγόνο εις την άνοδο
το υδρογόνο εις την κάθοδο.

Εν ολίγοις
με έκαμαν αέρια.

Μην καρτεράς να επανέλθεις
στην προτέρα σου κατάσταση.
Ποιος να σου δώσει ευδιόμετρο;
Ποιος να σου δώσει ρεύμα;

Βολτάμετρο, ηλεκτρολύτες: αναγκαία για την
ηλεκτρόλυση (διάσπαση) του νερού.
Ευδιόμετρο: συσκευή για την (ανα)σύνθεση του νερού.

 

Η ΖΗΛΕΙΑ ΤΟΥ

Δε ζηλεύω τίποτα
παρά μόνο το λαμπίκο.
Μπορεί και βγάζει απόσταγμα.

Έτσι μονολογούσε
ένας φλύαρος ποιητής.

 

 

ΣΑΤΥΡΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ

 

O TEMPORA, O MORES! (2001)

 

ΑΪΝΤΑ

Έλα Παφίτη άφησε τα πού ’ντα και τα είντα
και πάρε εισιτήριο να δεις και συ Αΐντα.
Πάφε ν’ ακούεις τσιατιστά, ν’ ακούεις αμανέδες
εις τις ζωοπανήγυρεις και εις τους καφενέδες.
Πάφε ν’ ακούεις Γαβαλά, ν’ ακούεις Μαίρη Λίντα
καιρός είναι, Παφίτη μου, ν’ ακούσεις και Αΐντα
Πάρε και συ, Παφίτισσα, καινούργια τουαλέτα
κι άσε τα ρούχα τα φτηνά, τ’ απλά μα και τα σκέτα.
Δείξε πως είσαι και εσύ μία γυνή της Δύσης
και όχι τριτοκοσμική με το σταμνί της βρύσης.
Έλα, Παφίτη, δείξε τους πως είσαι Ευρωπαίος
κι ας ήσουν τράγος μια ζωή… αποδιοπομπαίος!

 

ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΧΕΛΙΔΟΝΙΑ

Κατέφθασαν στη νήσο μας τα πρώτα χελιδόνια
και του Τροόδους έλιωσαν τα τελευταία χιόνια.
Οποία αγαλλίαση, οποία ευφροσύνη
να βλέπεις τα πουλάκια μας να τρέχουν κατά σμήνη!
Να σχίζουνε τον ουρανό, να σχίζουν τους αιθέρες
και συ να προαισθάνεσαι καλύτερες ημέρες.
Τώρα που θα ‘ρθει στο νησί του έρωτα το χάπι
και ραφανίς θα γίνεται ο κόκκος το σινάπι.
Και θα χαρούν τα πρόσωπα που ήταν λυπημένα
θα σηκωθούν και… τα πουλιά που ήταν ναρκωμένα!

 

0 TEMPORA, Ο MORES!

Οποία σήψης και βρωμιά, οποία δυσοσμία!
Το βλέπουν και οι Ιταλοί και λένε «mamma mia».
Εδώ πρέπει να έρχονται να μετεκπαιδευτούνε
στο πώς να χρηματίζονται, εις το λαβείν και δούναι.
Εδώ πρέπει να έρχονται, εις το δικό μας χάνι
να κάμνουν την ειδίκευση οι ξένοι πολισμάνοι.
Να κάμνουν σεμινάρια εδώ κι οι τρομοκράτες
και βασικήν εκπαίδευση Τσετσένοι και Κροάτες.
Εδώ πρέπει να κάμνουνε, στου καμπαρέ τις πίστες
την πρακτικήν εξάσκηση οι όπου γης αρτίστες.
Σίγουρα υπερέχομε από τις άλλες χώρες
ω τι καιροί, τι ήθη! Ο tempora ο mores!

 

ΠΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ

Ήμαστε ένα δείγμα παραδείσου επιγείου
και εγίναμε εσχάτως ένας στάβλος του Αυγείου.
Φόνοι και ανατινάξεις κι εκτελέσεις εν ψυχρώ
κι εξαφάνιση ατόμων στήσανε τρελό χορό.
Βιασμοί των κορασίδων κι έξαρση ναρκωτικών
εγχωρίων μα και ξένων και σκληρών και μαλακών.
Επικράτησε ο νόμος της μαφίας, των νονών
και κανείς δε μαρτυράει, παριστάνει τον μαννόν.
Μέχρι που ‘ρθεν ένας Κκόσιης, ένα τρομερό παιδίν
που εθύμωσε λιγάκι και αγρίεψεν το δειν
κι αποφάσισε να βάλει μία τάξη στο νησί
κι έβαλε φωνή μεγάλη κι υπεσχέθη τοις κυσί:
Ως εδώ και μη παρέκει, μωρέ άντρες της νυκτός,
θα σας σβήσω από το χάρτη, για καλά και δια παντός.

 

ΨΗΛΩΝΕΙ ΤΟΥΣ ΚΟΝΤΟΥΣ

Απ’ τη χαρά μου την πολλή νομίζω πως πετάω
σαν έμαθα τα νέα σου, δόκτορα Ζια Χετάο.
Ψηλώνεις λένε τους κοντούς κατά ολίγους πόντους
κι όλοι αφ’ υψηλού θωρούν τον κόσμο για δικόν τους.
Γι’ αυτό και κάμνω αίτηση ομού μετά του Σπύρου
να μπούμε εις την κλινική μετά χαράς απείρου
πεντέξι πόντους και για μας να δώσεις, ιατρέ μου,
να μας θωρούν και να λαλούν τι ύψος ρε, Θεέ μου!
τέτοιους ανθρώπους θέλομε δια την Προεδρία
κι όταν μας δει και ο Ντενκτάς να θέλει εκεχειρία.
Να σκάσουν ’που τη ζήλεια τους κι ο Γαλανός κι ο Τάσος
και να χαθεί εις τη στιγμή το άπειρό τους θράσος.
Κι άσπροι να γίνουνε κι οι δυο, κάτασπροι ως ο γύψος
όταν σταθούμε, ιατρέ, εις το δικό μας… ύψος!

 

ΔΙΑΙΤΑ

Είπα να κάμω δίαιτα αμέσως και εν τάχει
να χάσω περιττά κιλά, τα λίπη και τα πάχη
και άρχισα και έπαιρνα της δίαιτας τα χάπια.
Όντως, εκεί που ήμουνα σαν τη χοντρή την πάπια,
και άρχισα να γίνομαι ωραίος και στυλάκι
αίφνης μας εκατέφθασε η είδηση φαρμάκι:
Τα χάπια που ανέφερα βλάφτουνε την καρδία
μπορεί να σου προσφέρουνε και γρήγορη κηδεία.
Εκεί που απολάμβανα τα πάχη μου, τα κάλλη
τώρα ακούω την καρδιά σαν την τρελή να πάλλει.
Τα ήθελα και τα ‘παθα ο δύστυχος, ο τάλας
καλύτερα γερή καρδιά κι ας μοιάζω της βουβάλας!

 

ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΣΠΑΘΑΡΗ

Ήτανε χάρμα οφθαλμών και χάρμα του ειδέναι
η συνεδρία στη Βουλή, λαέ μου καημένε!
Τους είδες και τους άκουσες ωμά να μας λαλούσιν
για τίποτε δε νοιάζονται, πεννιάν πως δε φακκούσιν.
Τους είδες να τσακώνονται όπως τα πετινάρια
και έλαμψαν δημόσια σαν τα σβηστά φανάρια.
Κατηγορίες είπανε και τις βαφτίσαν χάδια
και σου μιλούν συνέχεια για φούρνους παξιμάδια.
Για τίποτε δε νοιάζονται, τίποτε δεν τους μέλει
ας πάει και το παλιάμπελο, ας πάει και το αμπέλι.
Τους είδα και τους θαύμασα, τι ομορφιά, τι χάρη
μου θύμισαν παράσταση… Ευγένιου Σπαθάρη.

 

ΝΑ ΜΑΣ ΦΥΛΑΕΙ Ο ΘΕΟΣ

Μίλησαν για ζιζάνια και ζιζανιοκτόνα
κι είπαν υπονοούμενα πολλά κατά κανόνα.
Μας μίλησαν για γεροβού και για τις ηλικίες
κι είπανε φράσεις άτυπες κι όχι πολύ οικείες.
Τουτέστιν κτυπηθήκανε πιο κάτω απ’ τη μέση
και όπως πάμε φίλοι μου θα μας φορέσουν φέσι.
Να μας φυλάει ο Θεός και η αγία Θέκλα
ο νους τους είναι μοναχά πιστεύω στην καρέκλα.
Να μας φυλάει ο Θεός στη γη την ημισεία
ούτε το δόγμα σώζει μας ούτε και η Ρωσία.

 

ΠΡΟΑΓΩΓΕΣ

Καθόλου δε σεβάστηκε την πείρα μου την τόση
μία μικρή προαγωγή και μένα να μου δώσει.
Τα φώτα μου νυχθημερόν τα δίνω στην παιδεία
διδάσκοντας τους μαθητές πώς κάνουν τα παιδία.
Ποτέ δεν πήρα άδεια από γιατρό ή μαία
ποτέ δεν είπα έσφαλα, ποτέ το culpa mea.
Πρώτος πηγαίνω στο σχολειό και φεύγω τελευταίος
ουδέποτε χρημάτισα και ανεξεταστέος.
Ήλπιζα μια προαγωγή, Επιτροπή, να δώσεις
κι όχι να βάλεις πισινή, στο τέλος να κολώσεις.
Πότε ως τώρα έκανα απ’ το σχολειό κοπάνα
ή πότε μου ερίξατε καμιά μικρή καμπάνα;
Οι μαθητές με έχουνε υπογραμμό και τύπο
και σεις με αδικήσατε, τι άλλο να σας είπω.
Πώς ημπορείς, Επιτροπή, τις νύκτες να κοιμάσαι;
Δε βλέπεις που σε βρίζουνε «αι γενεαί αι πάσαι»;

 

ΒΡΑΒΕΙΑ «ΑΦΡΟΔΙΤΗ» (1)

Μπράβο, Φειδία, μπράβο σου για την πρωτοβουλία
που δείχνει πως δεν σκέφτεσαι μονάχα την κοιλία.
Μιλώ για την Επιτροπή βραβείων Αφροδίτη
που θα τιμά ετήσια τον άριστο Παφίτη.
Θα γίνεται η βράβευση αρίστων των γραμμάτων
και όχι όπως γινότανε κωφών και αομμάτων.
Είμαι καθόλα σίγουρος θ’ αρχίσετε από μένα
που έχω χιούμορ άφθονο και δυνατή την πέννα.
Το πρώτο να το δώσετε σε με που γράφω στίχους
αν θέλετε να έχετε τους βίους σας ησύχους. 

 

ΒΡΑΒΕΙΑ «ΑΦΡΟΔΙΤΗ» (2)

Έγινε η απονομή βραβείων Αφροδίτη
και μένα με αγνόησαν τον έντιμο πολίτη.
Εγώ ποτέ δεν έδειρα μικρόν τε ή μεγάλον,
ποτέ μου δεν εσκότωσα κολιόν ή παπαγάλον.
Γιατί έχουνε οι βίδες μου ολίγον δήθεν λάσκο
μ’ αρνήθησαν τη βράβευση, ω τι μεγάλο φιάσκο!
Υπόψη δεν ελάβατε τον έντιμό μου βίον
και με καταδικάσατε ως άχρηστον πληβείον.
Εγώ που κάθε Σάββατο τη σάτιρα σας γράφω
εγώ που σας εκόμισα το χιούμορ εις την Πάφο.
Εγώ να μείνω, Επιτροπή, έξωθεν των βραβείων;
Τώρα θα έχεις σίγουρα… αβίωτον τον βίον.

 

ΠΙΣΩ ΣΤΗ ΦΥΣΗ

Να πάμε λέω, φίλοι μου, ξανά πίσω στη φύση
εκεί νομίζω βρίσκεται, αγαπητοί, η λύση.
Εμπρός όλοι εκτρέφετε κοτόπουλα και χοίρους
και σταματήστε πάραυτα τα χάμπουργκερς και γύρους.
Τέρμα στα εισαγόμενα, τέρμα στις διοξίνες
ελάτε πίσω στους αγρούς, στ’ αλέτρι, στις αξίνες.
Να πάτε ν’ αγοράσετε και μία δυο κουνέλες
να τρώτε λίγους κούνελους, μην τρώτε καραμέλες.
Να ‘χετε μέσα στην αυλή και μία δύο γίδες
να τις αρμέγετε αυτές αντί για τις… Βελγίδες!

 

ΜΗ ΠΡΟΑΓΩΓΗ

Επήγα σε συνέντευξη διά να με προάξουν
και παρ’ ολίγο, φίλοι μου, να με κατασπαράξουν.
Απάντουν την ερώτηση κάθιδρως και ασθμαίνων
και παμψηφεί μ’ απέρριψαν μετά πολλών επαίνων.
Το λάθος μου δεν έβαλα κι εγώ κανένα μέσο
τα μέλη της επιτροπής να τα προδιαθέσω.
Και έτσι με απέρριψαν, εμέ που είμαι φωστήρας
τον κάτοχο διπλώματος κι ιδιαιτέρας πείρας.
Και πάλι επαρέμεινα απ’ έξω του νυμφώνος
για να εργάζομαι σκληρά ως ο γνωστός σας… όνος!

 

 

ΕΚΑΤΟΝ (+) ΜΙΑ ΣΑΤΥΡΙΚΕΣ ΤΟΞΟΒΟΛΙΕΣ (2011)

 

ΠΕΡΙΣΚΟΠΙΟ

ΤΟ ΧΙΟΥΜΟΡ ΚΛΕΒΕΙ… TIΣ ΚΑΡΔΙΕΣ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ

Μία κουβέντα ευφυής ρίχνει γυναίκες πιότερο
απ’ ότι μια συνεύρεση σε φιλντισένιο κότερο.
Μία γυναίκα εκτιμά μιαν έξυπνη ατάκα
απ’ το να ξόδευες γι’ αυτήν χιλιάρικα μια δράκα.
Και δεν δίνει βαρύτητα τόσο στην ευμορφία
όσο να ‘χει ο άντρας της στο χιούμορ ευστροφία.
Αυτό λέγει η έρευνα άγγλων επιστημόνων·
μήπως ισχύει, σκέφτομαι, για τις εγγλέζες μόνον;
Για πόσα, πόσα Σάββατα τη σάτιρα σας γράφω
και δεν ευρέθη μια γυνή ακόμα εις την Πάφο
να εκτιμά το χιούμορ μου, την τόση μου σοφία
και να ζητήσει έστω μια, μια μου φωτογραφία.
Φαίνεται η Παφίτισσα πως εκτιμά το χρήμα
και λέγει για τον ποιητή «για κοίτα ένα βλήμα».

 

ΜΕΤΑΛΛΩΡΥΧΟΙ

Εχθές, προχθές και σήμερα ο κόσμος ομιλεί
γι’ αυτό που εσυνέβηκε στη μακρινή Χιλή.
Σηκώνεται η τρίχα μου και μόνο που το γράφω
γιατί στο νου μου έρχεται το «η Ζωή εν Τάφω».
Για τόσες μέρες έμειναν στα έγκατα της γης
και μόνο που το σκέφτεσαι μπορεί να εκραγείς.
Καλύτερα να τρέφομαι με κρόμμυα κι ελαίας
και να βαδίζω στας οδούς με μόνον τας σκελέας,
παρά να είμαι έγκλειστος κάτω στα μεταλλεία
ή στα αμπάρια ζωντανός σε βυθισμένα πλοία.
Καλύτερα να τρέφομαι μονάχα με κριθάρι
κι ακόμα ας με λακτίζουνε πεντέξι γαϊδάροι,
αλλά να ‘μαι στο έδαφος, εις την στεριά επάνω
κι ας τρώγω άρτον και ελιάν, τίποτε παραπάνω!

 

Η ΕΥΤΥΧΙΑ ΕΡΧΕΤΑΙ ΣΤΑ 85

Μια έρευνα της Εθνικής των ΗΠΑ Ακαδημίας
έγινε πρόξενος χαράς, θάρρους και ευθυμίας.
Η ευτυχία έρχεται εις τα ογδονταπέντε
σίγουρα, αναμφισβήτητα, άλλοτε πως Βεραμέντε.
Μπορεί να ‘ναι τα νιάτα μας τα πιο καλά μας χρόνια
μα δεν κρατάνε δυστυχώς, ως θέλουμε, αιώνια.
Γινόμαστε σοφότεροι όσο περνά ο χρόνος
κι ευτυχισμένοι πιο πολύ ομολογώ συγχρόνου.
Απ’ τα σαράντα ξεκινά μια αισιοδοξία
που αποκτά τη μέγιστη στα γηρατειά αξία.
Πίσω της έχει την ουρά, είπανε, η αχλάδα
αντέξετε την καταχνιά και έρχεται λιακάδα.
θάρρος λοιπόν αδέλφια μου, θάρρος και πάλι θάρρος
κι η ευτυχία θα μας βρει λίγο πριν έρθει ο Χάρος!

 

«ΠΑΓΩΤΟ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ» ΚΕΡΝΟΥΝ ΤΟΝ ΠΑΠΑ

Μια εταιρεία παγωτού από την Ιταλία
έφτιαξε μια θυγατρική με έδρα την Αγγλία.
Η εταιρεία λέγεται Antonio Federici
κι έβαλε διαφήμιση το πιο κάτω κορίτσι:
μιαν έγκυον καλόγριαν αργά ν’ απολαμβάνει
το παγωτόν σε κύπελλον, χωρίς χρόνο να χάνει.
Βγήκε η διαφήμιση επί τη ευκαιρία
της ιερής επίσκεψης του Πάπα στην Αγγλία,
θέση δεν παίρνω ασφαλώς επί του προκειμένου
μήπως αρπάξω και καμιά ποινή αφορεσμένου.
Μα φαίνεται το παγωτό – εάν μπορώ να κρίνω –
πως είναι δραστικότερο ακόμα κι απ’ το κρίνο!

 

ΤΟ ΚΥΚΝΕΙΟΝ ΤΟΥ ΑΣΜΑ

Ένας τριανταδυό χρονών κάτοικος Λετονίας
θέλησε να απαλλαγεί της πλήξης και ανίας.
Πήρε λοιπόν τη σύζυγο και πήγε στο ποτάμι
καθότι ήταν καύσωνας, το μπάνιο του να κάμει.
Η σύζυγος του ήτανε, λέγεται, γκαστρωμένη
κι ένιωθε μέσ’ στον ποταμό πολύ χαλαρωμένη.
Μα τη φωλιά του φύλαγε κάπου εκεί πλησίον
Ο κύκνος, κι αύθις έγινε ανήμερο θηρίον.
Όρμησε προς την έγκυο δια να την ραμφίσει
Κι ο άντρας της προσέτρεξε για να την βοηθήσει.
Μα όμως εκτυπήθηκε άσχημα στο κεφάλι
και βρέθηκεν απρόσμενα σε χλοερήν αγκάλη.
0 κύκνος έτσι ξαφνικά σε χρόνου μικρό κλάσμα
έγινε για τον σύζυγο το κύκνειόν του άσμα.

 

ΕΡΩΤΟΣ … ΔΡΩΜΕΝΑ

FACEBOOK

Μπήκα κι εγώ στο Facebook τώρα στα γηρατεία
κι αμέσως αναφώνησα «οποία γοητεία».
Σύντομα διαπίστωσα ένα καινούργιο κόσμο
γεμάτο από λούλουδα, βασιλικό και δυόσμο.
Κάποιοι και κάποιες με καλούν για να με κάνουν φίλο
κι ανοίγει η καρδούλα μου, ως λένε, φύλλο φύλλο.
Όπως δείχνουν τα πράματα και κατά τα φαινόμενα
μπορεί εις τα γεράματα να Βρω κι εγώ μια γκόμενα!

 

ΤΟ ΜΑΣΑΖ ΧΑΛΑΡΩΝΕΙ… ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ

Έγινε μία έρευνα στην Ταϊβάν εσχάτως
κι από τ’ αποτελέσματα είμαι χαρά γεμάτος.
Μας λεν οι επιστήμονες πως οι χειρομαλάξεις
είν’ ευεργετικές πολύ, κι ολίγον αν το ψάξεις
βοηθούν και ψυχοπάθειες που ‘ναι πολύ στα μείον
κι ενίοτε μας στέλλουνε εις στο φρενοκομείον.
Μειώνουν τα επίπεδα των ορμονών του στρες
τους δυο απλά αυξάνοντας νευροδιαβιβαστές.
Έτσι λοιπόν η μάλαξη μας δίνει ευεξία
στο σώμα μα και στη ψυχή στην κυριολεξία.
Γι’ αυτό δηλώνω υπεύθυνα, σας λέω τελεσίδικα,
κομμένα πια τα φάρμακα, όλοι στα μασαζίδικα!

 

Η ΔΙΧΤΥΩΤΗ ΠΕΡΙΒΟΛΗ TΗΣ

Σ’ αυτό το δίχτυ που θωρείς έχουν μπλεχτεί κάμποσοι,
κάποιοι που ‘ταν αγράμματοι κι άλλοι που είχαν γνώση.
Απλοί πολίτες του λαού και αξιωματούχοι
πολίτες εργαζόμενοι μα και συνταξιούχοι.
Σ’ αυτό το δίχτυ μπλέχτηκαν μεσόκοποι και γέροι
και νέοι αναρίθμητοι, ολόκληρον ασκέρι!
Παγίδεψε θρησκόληπτους, αμαρτωλούς και θρήσκους
ηγέτες και υπήκοους, αθρώπους κι ανθρωπίσκους.
Σ’ αυτό το δίχτυ που θωρείς εμπλέκονται οι πάντες
Από ανθρώπους λαϊκούς μέχρι κι ιεροφάντες.

 

ΤΑΛΕΝΤΟ ΣΤΑ ΧΕΙΛΗ

Λάθος λοιπόν εντύπωση αγαπητές κυρίες,
λέω εσχηματίσετε, και λάθος εμπειρίες.
Οι άντρες δεν κοιτάζουνε τόσο πολύ τα μάτια
μα ούτε και τα θεωρούν του έρωτα παλάτια.
Μια έρευνα απέδειξε ότι κοιτούν τα χείλη
κι αυτά είναι του έρωτα, ωε φαίνεται, η πύλη!
Ιδίως αν με ροζ κραγιόν είναι καλά βαμμένα
εκεί είναι ιδιαίτερα τα βλέμματα στραμμένα.
Αν τύχει δε τα χείλη σας να είναι και σαρκώδη
τίποτα δεν χρειάζεστε απ’ τα λοιπά χρειώδη.
Η έρευνα απέδειξε ότι λοιπόν τα χείλη
κάνουν τον ήλιο του έρωτα αμέσως ν’ ανατείλει.

 

ΕΝ ΟΙΚΩ ΚΑΙ ΕΝ ΔΗΜΩ

Ο ΟΜΦΑΛΟΣ ΤΗΣ ΓΗΣ

Όλος ο κόσμος να το δει και να τ’ ομολογήσει
ότι ανέκαθεν ορθή ήταν αυτή η ρήση:
Η Κύπρος είναι ο ομφαλός ετούτου του πλανήτη
και λόγια αυτά δεν ήτανε ενός ψευδοπροφήτη.
Εμπράκτως το απέδειξε η ίδια η NASA
φωτογραφία δίνοντας στην Οικουμένη πάσα.
Να δούνε κι οι εξ αίματος ‘Έλληνες αδελφοί
που λανθασμένα νόμιζαν πως είναι οι Δελφοί.
Της γης λοιπόν ο ομφαλός είναι αυτή η νήσος
γι’ αυτό κι ο κόσμος μας μισεί, ενδεχομένως, ίσως.
Γι’ αυτόν λοιπόν τον ομφαλόν ήρθαν τόσοι κουρσάροι
κι εκάθησαν στο σβέρκο μας, πάντα βαρύ γομάρι.
Γι’ αυτό το μέγα γεγονός τον Κύριον υμνούμε
ολόχρονα κορδώνουμε και… ομφαλοσκοπούμε!

 

ΦΡΟΥΡΑ ΣΤΑ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΑ

Με αυτό που έχει γίνει δεν τολμάς πια να πεθάνεις
μήπως πέσεις και συ θύμα μιας ανίερης σκαπάνης.
Να ‘ρθουν νύκτα τυμβωρύχοι να σε βγάλουν απ’ το μνήμα
και να κρυφολέει ο κόσμος «τον ξεθάψανε, τι κρίμα!»
Δια τούτο εισηγούμαι με την όση έχω σοφία
και φρουρά να μπει από τούδε μέσα στα νεκροταφεία.
Να προσέχει μέρα νύχτα όλους τους Κεκοιμημένους
μην ο ύπνος τους ταράξει από τους διεστραμμένους.
Όλοι στο νεκροταφείο θα εισέρχονται με πάσο
για ν’ αποφευχθεί στο μέλλον ό,τι έγινε στον Τάσο.
Εάν δεν μπορεί να γίνει θα καώ να γίνω στάχτη
να γλιτώσω απ’ τα σκουλήκια κι όποιον άλλον μ’ έχει άχτι.

 

ΟΥΤΩ ΚΑΛΟΥΜΕΝΗ ΜΗΤΕΡΑ ΠΑΤΡΙΔΑ

Πρέπει, ούτω καλούμενη, πατρίδα μας μητέρα
να πεις τώρα δημόσια ποιον έχουμε πατέρα.
Ή είμαστε εξώγαμο που εγεννήθη πρώμο
και ως ανεπιθύμητο πετάχτηκε στο δρόμο;
Να γίνει τεστ μητρότητος να δούμε αν είσαι μάνα,
η μάνα που μας γέννησε ή μήπως παραμάνα;
Να αιωρούνται δεν πρέπει τέτοιες καταγγελίες
γιατί ο Κυρ- Χριστόφιας μας έχει αμφιβολίες.
θυμάσαι που μας είπανε πόρνη, σαν την Ελένη;
Έστω κι αν ήταν ψέματα η ρετσινιά μας μένει.
Για τούτο η κατάσταση πρέπει να καθαρίσει
και το «ούτω καλούμενη» κεφάλαιο να κλείσει.

 

ΕΜΠΡΟΣ

Εμπρός λοιπόν ας πάρουμε λείψανα των αγίων
που χρόνια τώρα βρίσκονται εντός των υπογείων.
Τα λάβαρα ας σηκώσουμε των ένδοξων προγόνων
που εξισούνται άνετα με βόμβες μεγατόνων.
Να πορευθούμε Βόρεια να πάμε στην Κερύνεια
χωρίς μπαζούκας, πύραυλους, κανόνια και μαρτίνια.
Οι άγιοι θα κάνουνε το θαύμα τους και πάλι
και θα ‘ναι της Ανάστασης μέρα πολύ μεγάλη.
Μπροστά ναν’ ο Χρυσόστομος, ο ένας αλλά λέων·
άχθος αρούρης να ‘μαστέ δεν το μπορούμε πλέον.
Και την Κωνσταντινούπολη αφήνουμε γι’ αργότερα
όταν θα αποκτήσουμε λείψανα περισσότερα.

 

ΧΙΛΤΟΝ ΣΤΗ ΣΕΛΗΝΗ

Έλα να προκρατήσουμε θέσεις για τη σελήνη
για να ‘μαστέ πανέτοιμοι σαν έρθει η ώρα εκείνη
που θα ανοίξει επίσημα το Χίλτον στο φεγγάρι
και ο καθείς μας θα τραβά εκεί να ρομαντζάρει.
Δε με γεμίζει στο εξής η γήινη μας φύση
ούτε και θέλω, αγαπητή, πεζές περιπλανήσει.
Εμείς δεν γεννηθήκαμε για τούτο τον πλανήτη
αλλά για τη σελήνη μας και τον Αποσπερίτη.
Λέω να πάμε πιο κοντά στον ήλιο να λιαζόμαστε
και στη σελήνη γνήσια να … σεληνιαζόμαστε.

 

Η ΚΥΠΡΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΟΞΕΝΙΑ

Αφότου εμφανίστηκαν στο πρόσωπό μου γένια
βροχή πήγαιναν κι έρχονταν στο σπίτι τα προξένια.
Εκεί που αποφάσιζα άλλαζα πάλι γνώμη
κι εβαυκαλίζουμουν κρυφά, «είναι νωρίς ακόμη».
Το κάθε νέο προξενιό χειρότερο απ’ τ’ άλλο
και συνεχώς απέφευγα τα στέφανα να Βάλω.
Ήλπιζα πως θα εύρισκα γυναίκα πιο ωραία
κι ένας εργένης γέροντας κατάντησα μοιραία.
Έμεινα στα αζήτητα, καμιά πια δεν με θέλει
ούτε οι χήρες κι οι γριές δεν με ποθούν εντέλει.

Έτσι κι η Κύπρος ψάχνοντας να εύρει τέλεια λύση
σε βιλαέτι της Τουρκιάς πάει να καταντήσει.

 

 

ΣΑΤΙΡΙΚΕΣ ΤΟΞΟΒΟΛΙΕΣ Β’ (2015)

 

ΕΝΑ ΠΛΟΙΟ ΝΗΣΙ

Ένα καράβι θα ‘θελα, μία θαλαμηγό
κι ας μη γνωρίζω σίγουρα πώς να την πλοηγώ.
Νησί το σκάφος να ‘τανε ηφαιστειογενές
και με αυτό το πέλαγος θα ‘σχίζα τ’ αχανές.
(θα ‘χε την παραλία του και μερικές καλύβες
καθώς και λίγους φοίνικες απ’ τις αρχαίες Θήβες.
Έτσι η ζωή μου θα ‘τανε όλη μια παραλία
και δεν θα γνώριζα ποτέ τι ‘ναι μελαγχολία.
Στο πλοίο θα ευρίσκοντο πάντα πεντέξι γκόμενες
και άμα τις βαριόμουνα θα ‘φερνα τις επόμενες.
Μπροστά μου τύφλα να ‘χουνε ο βασιλιάς κι ο ρήγας·
νάνοι αυτοί θα φαίνονται κι εγώ θα ‘μαι ο γίγας.
Πόσο πολύ θα ήθελα ένα πλοίο νησί
αλλά περιορίζομαι στο … «όμφακες εισί». 

 

ΑΓΡΙΟ ΞΥΛΟ ΣΤΟΝ ΝΑΟ ΤΗΣ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ ΣΤΗ ΒΗΘΛΕΕΜ

Και φέτος, όπως είθισται, Ορθόδοξοι κι Αρμένιοι
φέρθηκαν ως οι έσχατοι του κόσμου τιποτένιοι.
Εις τον ναό της Γέννησης εν Βηθλεέμ τη πόλει
αντί να είναι άγιοι φέρθηκαν ως διαβόλοι
Κάνοντας το καθάρισμα που ‘ναι γνωστόν ως «σάρωμα»
πολεμικόν εις τον ναόν επικρατούσεν άρωμα.
Έβαλαν οι Ορθόδοξοι τη σκάλα σ’ ένα μέρος
μα οι Αρμένιοι όρμησαν επάνω τους εγκαίρως.
Λογομαχίες άρχισαν, τα σου ‘πα και τα μου ‘πες
κι εν συνεχεία άρχισαν να πέφτουνε οι σκούπες.
οι πολισμάνοι φώναζαν: «Αδέλφια, ειρήνη υμίν»
μα κείνοι υπερασπίζοντο της πίστης την τιμήν.
Έσπασαν δύο δάκτυλα του μοναχού Ματθαίου
Τον ώμο δε τραυμάτισαν ενός διακόνου νέου.
Έτσι συχνά οι Χριστιανοί τρώγονται σαν τους σκύλους
Κι αποδεικνύουν έμπρακτα το «αγαπάτε αλλήλους!»

 

ΚΑΛΛΙΣΤΕΙΑ ΕΛΕΦΑΝΤΩΝ ΣΤΟ ΝΕΠΑΛ

Και καλλιστεία στο Νεπάλ έγιναν ελεφάντων.
Κύριε των Δυνάμεων και των αγίων Πάντων!
Τα ζώα επαρέλασαν σε μία πασαρέλα
κι η μέρα ήταν όμορφη, η φύση εχαμογέλα.
Αφού πρώτα τους έπλυναν, τους άλειψαν με λάδι,
τους έβαψαν, τους έδωσαν στη ράχη ένα χάδι.
Ύστερα τους εκάλυψαν με ρούχα από μετάξι
και όλοι τους εφαίνοντο να ‘ταν πολύ εντάξει.
Κριτήρια που λήφθηκαν για τη βαθμολογία
ήταν η διακόσμηση αλλά κι η πειθαρχία.
Μία δεκαπεντάχρονη που την ελέγαν Κάλι
εστέφθηκε βασίλισσα κι όλοι είπαν χαλάλι.
Εμείς δεν ημπορούσαμε τα καλλιστεία όνων
να κάναμε στον τόπο μας, ή έστω ημιόνων;
Να παρελάσουν ζωντανά με τσιούλλους* και με σάματα
μα τίποτα δεν κάνουμε, ρε είμαστε για κλάματα!

*τσιούλλος: προστατευτικό κάλυμμα ζώου, κάτω από το σάγμα
σάμα: σάγμα

 

H JORDAN CARVER ΣΕ ΡΟΛΟ JANE ΣΤΗ ΖΟΥΓΚΛΑ

Και μόλις την αντίκρισα εφώναξα αμάν
κι’ επήρα την απόφαση να γίνω ο Ταρζάν.
Μαζί της θα κυκλοφορώ μέσ’ στα παρθένα δάση
και δεν θα είμαστε ποτέ οι δυο μας υπό τάση.
Θα την αρπάζω αγκαλιά και θα πηδώ στα δέντρα
κι εκείνη θα ‘ναι βασικά βασίλισσα κι αφέντρα.
Την κάθε μέρα θα ‘μαστέ ντυμένοι ελαφρώς
κι ούτε θα σκοτιζόμαστε πώς θα ‘ναι ο καιρός.
Η κάθε μέρα θα ‘ναι πανήγυρης, γιορτή
κι εκείνη θα ενδίδει, θαρρώ, αμαχητί.
Κι αν έρθει κάποια μέρα κανένας τοκετός
ο πιο ευτυχισμένος θα ‘μαι, δηλώ, θνητός. 

 

LADA SAMARA

Μία ζωή αγόραζα Peugeot του Σαρκοζί
μα τώρα αποφάσισα ν’ αλλάξω μαγαζί.
Μα ούτε και τη Mercedes σκοπεύω ν’ αγοράσω·
η Μέρκελ με κατάφερε να πω το «να σας βράσω».
Κοιτάζων τα οπίσθια αυτών των δεσποινίδων,
ήλθεν το φως στους οφθαλμούς, ανέβλεψα και είδον,
το κάρον που επιθυμώ τώρα να αποκτήσω
να ‘ναι γραμμένον ασφαλώς στη ράχη τους οπίσω.
Κι αμέσως ανεβόησα: «Θεέ μου τι καμπύλες!
Για τούτες θυσιάζομαι σε νέες Θερμοπύλες».
Και φεύγω τώρα ολοταχώς για ν’ αγοράσω Lada
να ‘χα και μίαν απ’ αυτές, κι ας τρώω αυγά μελάτα! 

 

ΤΟ ΚΡΕΒΑΤΙ ΤΟΥ FACEBOOK

Νύχτα και μέρα όλοι σκυμμένοι στην οθόνη
μιλούμε με τους άλλους, μα στην ουσία μόνοι.
Κοιτάμε πόσα λάικ βάλαν στις αναρτήσεις
και μήπως μας εκάναν πολλές κοινοποιήσεις.
Έξω από το φέις δεν κάνουμε ούτε ώρα
KL αν λείψουμε για Λίγο κάτι μας τρώει ως ψώρα.
Μια φαεινή ιδέα ήρθε σ’ έναν Κροάτη
για μας όλους του φέις να φτιάξει ένα κρεβάτι.
Κι έτσι μες στο κρεβάτι όλοι μας ξαπλωμένοι
θα ‘μαστέ με το φέις πάντα συνδεδεμένοι.

 

ΣΥΝΟΔΟΣ ΠΟΛΥΤΕΛΕΙΑΣ

Αυτή εδώ η καλλονή η εικονιζομένη
του μακαρίτη Richard Pratt ήταν η ερωμένη.
Αυτός ο Pratt ήταν πολυεκατομμυριούχος
αλλά του Άδη έγινε τώρα τιμαριούχος.
Εκείνη δεν εδούλευε σ’ ένα κοινό μπουρδέλο•
του Hustler και του Penthouse ήτανε το μοντέλο.
Λέγεται Ashton Madison, θαυμάστε το κορμί της
και σίγουρα πανευτυχής πήγεν ο μακαρίτης.
Ζητά εκατομμύρια από τον μακαρίτη
για τις υπηρεσίες της έξω και μες’ στο σπίτι.
Έστησεν οίκον Συνοδών σ’ ένα ξενοδοχείο
που τελικά αποδείχτηκε σωστό χρυσωρυχείο.
Την ώρα τους εχρέωνε με χίλια πεντακόσια
δολάρια, μη φανταστείς πως ήταν τάχα γρόσια!
Μα τους γειτόνους κτύπησε επάνω στο κρανίον
και κάποιοι την κατάγγειλαν πως λειτουργεί ττορνείι
Έτσι λοιπόν της έκλεισαν τώρα το πρακτορείον
και έγινεν η Madison ανήμερον θηρίον.
Χιλιάδες θα επλήρωνα γι’ αυτήν την συνοδόν
για να την έχω σπίτι μου ή έστω καθ’ οδόν.
Δική μου για διάστημα λίγων μόνων ωρών
ας ήταν και ας μ’ έστελλε σε … τόπον χλοερόν!

 

ΣΟΥΤΙΕΝ … ΑΓΝΟΤΗΤΑΣ: ΑΝΟΙΓΕΙ ΜΟΝΟ ΜΕ ΒΕΡΑ!

Φεύγοντας απ’ τη χώρα τους παλιά οι Σταυροφόροι
δεν άφηναν τη σύζυγο μόνο με μεσοφόρι.
Μια ζώνη της αγνότητας φορούσαν στο κορμί τους
και το κλειδί που άνοιγε το έπαιρναν μαζί τους.
Και έτσι ήταν σίγουροι δεν θα τους απατούσαν
όσο καιρό για τον Χριστό αυτοί θα πολεμούσαν.
Και επειδή την σήμερον διά του αρραβώνος
πολλοί τη νέα γεύονται κι ύστερα ανοικτιρμόνως
φεύγουν και την αφήνουνε ρόδον τσαλακωμένοι
στηθόδεσμον εφτιάξανε πολύ ασφαλισμένον.
Θ’ ανοίγει ο στηθόδεσμος μονάχα με τη βέρα
και τότε μόνον τα βυζιά θα πάρουνε αέρα.
Τώρα λοιπόν που έχουμε ασφάλεια μεγάλη
και δεν μπορεί τα στήθη της να δει άλλος ή άλλη
το πήρα πια απόφαση να παντρευτώ εν τελεί
κι ας τρέμει η μασέλα μου κι ας τρέμουνε τα μέλη

 

ΑΝΤΙΟ, ΛΟΙΠΟΝ, ΦΕΙΣΜΠΟΥΚ

Επήρα την απόφαση και το ανακοινώνω:
φεύγω από το φέισμπουκ και δεν το μετανιώνω.
Δεν θα ‘μαι εδώ συνέχεια να γράφω καλημέρα
και να εισπράττω τελικά κοπανιστόν αέρα.
Να απαντώ ακούραστα σε όλα τα σκουντήματα
και να σκοτίζομαι αν ναι θα πω εις τα αιτήματα
Έχετε γεια οι φίλοι μου και όλη η παρέα
μέχρις εδώ και κλείνουνε οι δρόμοι μας μοιραία.
Φεύγω λοιπόν και μη θρηνείς μητέρα μου Ελλάδα
αφήνω τις ομάδες σου, πάω σ’ άλλην ομάδα.
Πάω να μπω σ’ αυτήν εδώ που βλέπεις την ομάδα
κι εύχομαι μη μου δώσουνε καμιά τριχομονάδα.
Θα είμαι εγώ ο αρχηγός του γυναικείου πλήθους
και ο αδέκαστος κριτής του ολόγυμνού τους στηθους
Θα πάρω ένα ποδήλατο και θα τις συνοδεύω
κι ελπίζω όταν τις κοιτώ τα λόγια μην μπερδεύω
Βγάζω, λοιπόν, και το πετώ του φέισμπουκ το γκέμι,
να ζήσετε κι εσείς καλά κι εγώ με το χαρέμι.

 

ΕΒΑΛΕ AIR CONDITION ΣΤΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΑ

Ενώ άλλοι χειμάζονται να πω επιεικώς
ακούστε το τι έκανε αξιωματικός.
ανεμιστήρες έβαλε και κλιματιστικά
μέσα στο θερμοκήπιο και στα πουλερικά.
Γιατί να υποφέρουνε, σκέφτηκε, τα κλωσσόπουλα,
είπε να ζήσουνε κι αυτά ως άλλα βασιλόπουλα.
Εμάς λοιπόν οι κότες μας έχουν air condition
Κι ας παίρνουν οι πολιτικοί μας μίζες και commission.
Να δούνε οι Κουτόφραγκοι πως αγαπούν τα ζώα
Οι Έλληνες, που βασικά πλάσματα είν’ αθώα,
Ας το ακούσουν όλοι αυτοί που μας θωρούν μπατίρηδες
ακόμα και στις κότες μας είμαστε νοικοκύρηδες!
Λεφτά λοιπόν υπάρχουνε και σήμερα και τότες,
λεφτά υπάρχουνε πολλά, λεφτά να φαν κι οι κότες.

 

ΜΟΥ ΦΑΓΑΤΕ ΤΟ ΕΦΑΠΑΞ

Λάθη πολλά εκάνατε πλειστάκις κι όχι άπαξ,
και τελικά μου φάγατε, κύριοι, το εφάπαξ.
Τριάντα χρόνια δούλευα και κάτι παραπάνω
και τώρα με το κλείσιμο όλα σχεδόν τα χάνω.
Μία ζωή την έφαγα επάνω εις την έδρα
και τώρα μ’ αποστέλλετε εκεί ένθα απέδρα.
Σαράντα χρόνια Λαϊκή και αποταμιεύσεις
δεν έπρεπε ν’ αξιωθώ τοιαύτης, λέω, γεύσης.
Με πείσατε και άφησα τα χρήματα κοντά σας
και έτσι εκατάντησα μπατίρης ο μπαγάσας.
Φάγατε ό,τι μάζεψα μετά μεγάλου κόπου·
να ‘χετε την κατάρα μου κι εκείνη του Πισκόπου

 

ΣΤΕΡΝΗ ΜΟΥ ΓΝΩΣΗ ΝΑ Σ’ ΕΙΧΑ ΠΡΩΤΑ!

Τι ήθελα και έγινα απόφοιτος Ιδρύματος
και δεν γινόμουν πωλητής αυτού του καταστήματος
Τα νιάτα μου σπατάλησα μες’ στα Πανεπιστήμια
τόσα χρόνια με έρευνες, μελέτες και δοκίμια.
Κι εν τέλει εκατάντησα διδάσκαλος της Μέσης
διδάσκοντας στους μαθητές των πλανητών τις θέσεις
Καθότι τους εδίδασκα και τη Γεωγραφία
αλλά τα Βιολογικά ήταν πλειοψηφία.
Εδίδασκα περί φυτών, περί του φασιόλου,
περί στομάχου, ειλεού και κατιόντος κόλου.
Εδίδασκα τ’ αμφίβια, τα ψάρια και τα φίδια
αλλά και τα μαλάκια, τα μύδια και τα στρείδια.
Δίδασκα για μετάλλαξη, τι είναι τα γονίδια
και κάθε χρόνο έλεγα τα ίδια και τα ίδια.
Τα χρόνια μου σπατάλησα επάνω εις την έδρα
κι επήρα τώρα την οδόν «ένθα οδύνη απέδρα».
Εδώ να ήμουν πωλητής να πούλαγα υποδήματα
αντί που αναλώθηκα διδάσκοντας μαθήματα.
Δεν θα ‘χα τα διαβάσματα και προετοιμασία
αλλά για τέτοιες σαν κι αυτή θα γίνομουν θυσία!
Να είχα λέγω, ομολογώ, μυαλό δύο κουκούτσια
αντί για γνώση έπρεπε να πούλαγα … παπούτσια!

 

120ΧΡΟΝΟΣ ΙΝΔΟΣ ΞΑΝΑΠΑΝΤΡΕΥΤΗΚΕ

Στα εκατόν του είκοσι παντρεύτηκε και πάλι·
οποία είδηση κι αυτή χαρμόσυνη, μεγάλη!
Πριν έξι χρόνια χήρεψε μα πού να μείνει μόνος
μα τούτο και μια σύζυγο γύρευε επιμόνως.
Μετά από προσπάθεια μεγάλη τα παιδιά του
βρήκανε μια που μέτραγε τα χρόνια τα μισά του.
Έτσι αισίως ήρθανε εις γάμου κοινωνίαν
και όλοι τους ευχήθηκαν να ‘χουν μακροζωίαν.
Αυτά κοιτάζω και εγώ και παίρνω μέγα θάρρος
ότι μακράν ευρίσκεται, πολύ μακράν ο Χάρος.
Τώρα εις τα εξήντα μου καλά είμαι εργένης
κι ας λεν χωρίς την παντρειά πως είμαι ένας πένης.
Έχω μπροστά μου, σκέφτομαι, εξήντα χρόνια ακόμη
να ζήσω ελεύθερο πουλί κι ύστερα αλλάζω γνώμη. 

 

ΜΗΝΥΜΑΤΑ ΣΤΟ ΚΙΝΗΤΟ

Μα ‘ναι της ηλικίας μου να στέλλω εγώ μηνύματα
εγώ που επαρέδιδα μία ζωή μαθήματα;
Εγώ που δεν επέτρεπα οι μαθητές στην τάξη
τα κινητά τους να κρατούν, κι ήμουν πολύ εντάξει;
Αν είχε ένας μαθητής το κινητό στο χέρι
τον κηδεμόνα έπρεπε μπροστά μου να τον φέρει.
Ακόμα και τις όμορφες μαθήτριες τιμωρούσα
έστω και αν ενδόμυχα πάρα πολύ πονούσα.
Μα τώρα πώς κατάντησα, στο κινητό όλη μέρα
από Δευτέρα συνεχώς ως την άλλη Δευτέρα.
Αλλά να στέλλω έμαθα ακόμα και καρδίες
και όσα πριν ενόμιζα πως ήταν αηδίες.
Κοίταξε πώς κατάντησες στα γηρατειά, Αντρέα.
και ίσως να σε λοιδορούν οι φίλοι σου μοιραία.
Γι’ αυτό σου λέω σύνελθε και άσε τα μηνύματα,
μάλλον να επισκέπτεσαι συχνότερα τα … μνήματα.

 

ΕΜΜΕΤΡΑ
(ΜΥΘΟΙ – ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ – ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ)

 

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΕΜΜΕΤΡΩΣ (2015)

 

ΔΙΑΣ ΚΑΙ ΜΑΙΑ

Ο Δίας με τις πιο πολλές του Άτλαντα τις κόρες
επέρναγε ευχάριστα, φιλήδονα τις ώρες.
Μιαν ημέρα τα ‘φτιάξε λοιπόν και με τη Μαία
που ήτανε «καλλίκομη», είχε μαλλιά ωραία.
Τη νύκτα που κοιμότανε πολύ βαθιά η Ήρα
ο Δίας εσηκώνετο κι εχάνετο τριγύρα.
Πήγαινε και την έβλεπε σε σπήλαιο στην Κυλλήνη
κι από την πρώτη επαφή άναβε σαν καμίνι.
Και επαφή στην επαφή γκαστρώθηκε η Μαία
και τον Ερμή εγέννησε χωρίς γιατρό ή μαία.

 

Η ΑΡΠΑΓΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ

Από ψηλά εώρακε ο Δίας στη Συρία
ύπαρξιν όντως όμορφη και λίαν αιθερία.
Του ταύρου παίρνει τη μορφή, πλευρίζει την κυρία
κι εκείνη αθώα καβαλά με κάποιαν απειρία.
Αρχίζει ποδαρόδρομο ο ταύρος για την Κρήτη
κι εκείνη του εφώναζε: «Πού πας μωρέ αλήτη;»
Στη νήσο όταν έφτασε έγινε ο ταύρος Δίας
και την Ευρώπη γκάστρωσε άνευ καμιάς αδείας.
Εκείνη του εγέννησε δυο μπάσταρδους και κάτι
που υιοθέτησεν ο Ζευς κι έφερε στο παλάτι.

 

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΑΔΩΝΙ

Η Αφροδίτη ήτανε σφόδρα ερωτευμένη
με τον μικρό τον Άδωνι, πολύ καψουρεμένη.
0 Άρης δεν ανέχετο, όμως, η ερωμένη
να γυροφέρνει ερωτικώς με κάθε παλιοεργένη:
«Ως πόσο μεσ’ στα πόδια μου θα σ’ έχω ρε μαϊμούνι
κι ευθύς μεταμορφώθηκε σε άγριο γουρούνι.
Αίφνης ενεφανίσθηκε μπροστά στο παλληκάρι
και τη ζωή του γρήγορα κατάφερε να πάρει.

 

Ο ΗΡΑΚΛΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΦΙΔΙΑ

Ο Ηρακλής κι ο Ιφικλής κοιμόντουσαν αντάμα.
Τον Ηρακλή εξύπνησε του αδελφού το κλάμα.
Σαν άνοιξε τα μάτια του αντίκρισε δυο φίδια.
«Εδώ εσείς, τί θέλετε;» και σούφρωσε τα φρύδια.
Τα άρπαξεν απ’ το λαιμό, τα έσφιξεν με λύσσαν
κι εντός ολίγου και των δυο τα μάτια των εκλείσαν.
Και η Αλκμήνη έτρεξεν ίσια στον Τειρεσία.
«Βλέπω», της είπε, «γύναι μου, αιματηρή πορεία.
Θα έχει αναμφίβολα της ρώμης τα ηνία
και θ’ αποκτήσει σύντομα και δόξαν αιωνία».

 

ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΤΗΣ ΑΡΓΩΣ

Σαν δέχτηκε ο Ιάσονας τον όρο του Πελία
κατέφυγεν εις τους Δελφούς να πάρει οδηγία.
Εν συνεχεία ζήτησε να γίνει το καράβι
και να ‘ναι καλοτάξιδο, το έργο ν’ αναλάβει.
Η Αθηνά βοήθησε ανάλαφρο να γίνει
και μια λαλιά απίστευτη του ‘δώσε ανθρωπίνη,
γιατί ξύλο στην πλώρη του η Αθηνά καρφώνει
της ιερής βελανιδιάς που είναι στη Δωδώνη.
Είχεν την ικανότητα σωστά να προφητεύει.
Γιατί ήταν πολύ γρήγορο Αργώ τ’ αναγορεύει.
Έστειλε ο Ιάσονας κήρυκες στην Ελλάδα:
«Όσοι πιστοί προσέλθετε, ελάτε στην ομάδα».
Εδήλωσαν συμμετοχή κάμποσα παλληκάρια
που τη ζωή τους έπαιζαν άφοβα εις τα ζάρια.
Μαζεύτηκαν στην Ιωλκό· καλύτερους δεν είδα
κι από εκεί ξεκίνησαν να πάνε στην Κολχίδα.

 

 

ΑΙΣΩΠΕΙΟΙ ΜΥΘΟΙ (2016)

ΕΜΜΕΤΡΗ ΑΠΟΔΟΣΗ

 

ΑΗΔΟΝΙ ΚΑΙ ΓΕΡΑΚΙ

Πάνω σε μια βελανιδιά ένα αηδόνι άδει
κι ούτε περνά απ’ ίο μυαλό η ύπαρξη του Άδη.
Ένα γεράκι όρμησε πάνω ίου να ίο φάει
και τ’ αηδόνι τρέμοντας θερμοπαρακαλάει:
«Δεν είναι κρίμα αφέντη μου μαζί μου να μιλλώσεις;»
Δεν πας με μεγαλύτερα πουλιά για να μπουκώσεις;
«Τι λες, μωρέ αγόρι μου, τι λες, ρε παλληκάρι,
ν’ αφήσομε το γάμο μας να πάμε για πουρνάρι;»

 

ΑΘΗΝΑΙΟΣ ΧΡΕΟΦΕΙΛΕΤΗΣ

0 δανειστής εζήταγε τα χρήματα επειγόντως
μα ο χρεώστης ήτανε πολύ μπατίρης όντως.
Γι’ αυτό και εκουβάλησε ό,τι είχε, – μια γουρούνα
και να φωνάζει άρχισε, τι άλλο, άλα ούνα!
Ένας ανήρ πλησίασε για να την αγοράσει
και για τις γέννες ρώτησε οποίαν είχεν κράση.
«Είναι πολύ παράδοξο, μυστήριο θα είπω
ανήκει, όπως φαίνεται, σε ένα σπάνιο τύπο.
Τη μια γεννά αρσενικά και θηλυκά την άλλη.»
Και όταν ο αγοραστής είπε πως τον προσβάλλει
και ότι από τις ψευτιές τον έπιασε η ζάλη,
«ακόμα και ερίφια» του ‘πε, «μπορεί να βγάλει».

 

ΓΑΤΟΣ ΚΑΙ ΠΕΤΕΙΝΟΣ

Ο γάτος συλλαμβάνοντας ένα μικρό κοκόρι
άνευ καθυστερήσεως έτσι το κατηγορεί:
«Πολύ τον κόσμο ενοχλάς, τον ύπνο τους ταράζεις
όταν τις νύχτες, άπονε, σαν πετεινάρι κράζεις.»
«Για το καλό τους προσπαθώ, είμαι το ξυπνητήρι
τις νύχτες μένω ξάγρυπνος, τους κάνω το χατίρι.»
«Είσαι ένας πολύ πρόστυχος, είσαι ένας αιμομίχτης.»
«Για ν’ αυξηθεί η παραγωγή, να αυξηθεί ο δείχτης.
Για το καλό τ’ αφεντικού, ρε γάτε μου, πασχίζω.»
«Ου με πείσεις καν με πείσεις και σε καταβροχθίζω.»

 

ΠΕΤΕΙΝΟΙ

Δυο πετεινοί εμπήκανε σε κοκορομαχία
κι ο ηττημένος κρύφτηκε κάπου σε μια γωνία.
0 νικητής ανέβηκεν επάνω σ’ έναν τοίχο
και ένα νικητήριον έβγαλε, κράξας, ήχο.
Εις αετός τον πρόσεξε κι ώρα χωρίς να χάσει
επέπεσε επάνω του και τον κατασπαράσσει.
0 ηττημένος πετεινός ξεκίνησε από τότες
και άφοβα εβάτευε τις θηλυκιές τις κότες.

 

ΑΛΕΠΟΥ ΚΑΙ ΣΤΑΦΥΛΙΑ

Μια αλεπού σαν πρόσεξε να κρέμονται σταφύλια
τα σάλια της αρχίσανε να τρέχουν απ’ τα χείλια.
Και μια και δυο επήδησε τους βότρυας να φθάσει
μα σύντομα κατάλαβε το χρόνο πως θα χάσει.
Κι ενώ πρώτα την έβλεπε ως σπάνια τροφή
φεύγοντας αναφώνησε πως «όμφακες εισί».

 

Η ΚΟΛΟΒΗ ΑΛΕΠΟΥ

Μια αλεπού επιάστηκε – οποία η συμφορά της!-
σε μια παγίδα κι έχασε, ναι, όλη την ουρά της.
Ωσάν κι αυτήν εσκέφτηκε να κάμει και τις άλλες
να μην αισθάνεται ντροπή, να μην έχει τις ζάλες.
Τις κάλεσε σε σύσκεψη, να οπλισθούν με θάρρος
να αφαιρέσουν την ουρά, να φύγει ένα βάρος.
Και μια αλεπού σηκώθηκε κι είπε να της μιλήσει
και έτσι πολύ σύντομα τη σύναξη να λύσει.
– Όλα αυτά, κουμπάρα μου, αλλού να τα πουλάς.
Εάν εσέ δε σύμφερε, φτερά δεν ξεκολλάς!

 

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΤΣΑΚΙΣΕ ΤΟ ΑΓΑΛΜΑ

Ένας φτωχός στο σπίτι, του άγαλμα είχε στήσει
και το θεό ικέτευε για να τον βοηθήσει.
Οι μέρες επερνούσανε η μια μετά την άλλη
μα έμενε στη φτώχεια του και στο κακό του χάλι.
Μίαν ημέρα το λοιπόν τ’ αρπάζει απ’ το πόδι
και τρίζοντας τα δόντια του «θεός είσαι ή βόδι»
είπε και το εκτύπησε, του ’σπάσε το κεφάλι,
και από μέσα μπόρεσε χρυσόν πολύν να βγάλει.
«Καλά μου ‘πεν ο κύρης μου παλιά, κάποιαν ημέρα
ακόμα και ο άγιος χρειάζεται φοβέρα!».

 

ΑΣΤΡΟΝΟΜΟΣ

Εις αστρονόμος έβγαινε καθ’ όλας τας εσπέρας
και ανυψών τους οφθαλμούς κοίταζε τους αστέρας.
Κοιτάζοντας τον ουρανό μια νύκτα με σκοτάδι
δεν πρόσεξε ο δύστυχος κι έπεσε σε πηγάδι.
Ενώ ’κει μέσα ευρίσκετο πραγματικός σακάτης,
αφού έμαθε τι έγινε, του λέει ένας διαβάτης:
«Εσύ δεν δύνασαι να δεις τι βρίσκεται μπροστά σου
και τ’ άστρα ψάχνεις να ιδείς χιλιόμετρα μακριά σου;

 

ΓΕΩΡΓΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΦΙΔΙ

Ένας γεωργός ευρήκε μέσ’ στη μέση του χειμώνος
ένα φίδι ναρκωμένο λόγω της πολλής χιόνος.
Το λυπήθηκε αρκούντως και στον κόρφο του το χώνει
και εκείνο σαν συνήλθε το σωτήρα του δαγκώνει.
Κι εψιθύρισε οδεύων προς του Χάροντα τας θύρας
«Δίκαια τώρα παθαίνω, έναν πονηρό οικτίρας».

 

ΔΕΙΛΟΣ ΚΥΝΗΓΟΣ ΚΑΙ ΞΥΛΟΚΟΠΟΣ

Αναζητούσε κυνηγός του λιονταριού αχνάρι
και ξυλοκόπο ρώτησε με χάρη, με καμάρι:
«Ειδες αχνάρια λιονταριού και πού αυτό κοιτάξει;
Δείξε μου τώρα, αν μπορείς, το αίμα μου που βράζει».
Σαν προθυμοποιήθηκε στο ίδιο να τον πάρει
«τα’ αχνάρια του σου ζήτησα και όχι το λιοντάρι».

 

ΤΟ ΕΛΑΦΙ ΚΑΙ Η ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ

Μια ελαφίνα έδινε στον γιο της συμβουλές:
«Αγαπημένε μου υιέ, ελάφι μου που λες,
Η φύση σε επροίκισε με κέρατα, με σώμα
Και συ να τρέμεις τα σκυλιά, να τα φοβάσαι ακόμα;»
Πριν να τελειώσει άκουσε να έρχονται οι σκύλοι
Και πρώτη η μάνα έτρεξε κι έκοψε ένα μίλι.

 

Ο ΚΑΒΟΥΡΑΣ ΚΑΙ Η ΜΑΝΑ ΤΟΥ

Μια καβουρίνα δίδασκε τον γιο της, σαν βαδίζει
το σώμα του στα πλάγια ποσώς να μη λυγίζει.
«Να περπατάς ολόισια, γιε μου, σαν κυπαρίσσι
Το σώμα σου ευθυτενές και όχι υπό κλίση
μη πάθεις και σκολίωση και εις το μέλλον κλάψω».
«Περπάτα, μάνα, να σε δω και θα σε αντιγράψω».

 

ΚΑΥΧΗΣΙΑΡΗΣ

Εις αθλητής στον τόπο του δεν πέτυχε μια νίκη
κι ονειδιζόμενος πολύ επήγε σ’ άλλα μήκη.
Γυρίζοντας αργότερα στα πάτρια εδάφη
επαίρετο πως κέρδισε νίκες πολλές, χρυσάφι.
Εις δε τη Ρόδο έκανε άλμα, ως είπε, μέγα
που ουδέποτε κατάφερε ούτ’ όναγρος ούτ’ αίγα.
Αυτό του το κατόρθωμα πολλοί θα μαρτυρήσουν,
εάν ποτέ το πόδι τους στον τόπο του πατήσουν.
Και ένας τότε φώναξε: «παράτα τα καυχήματα.
Ιδού η Ρόδος, φίλε μου, ιδού και τα πηδήματα».

 

Ο ΛΥΧΝΟΣ

Ένας λύχνος εκαυχάτο ότι υπέρ τον ήλιο λάμπει.
Εκατάφερε στο σπίτι μια ριπή ανέμου να μπει
και ο λύχνος τότε πάει και ο λύχνος τότε σβήνει.
Κάποιος τότε τον ανάβει στο σκοτάδι να μη μείνει
και σιγά του ψιθυρίζει: «Πάψε λύχνε να κομπάζεις
φέγγε μόνο και σιώπα, με τα άστρα μη τα βάζεις.»

 

ΝΑΥΑΓΟΣ

Ένας πλούσιος Αθηναίος εταξίδευε με πλοίο
όταν πιάνει τρικυμία και το έκοψε στα δύο.
Όλοι τότε κολυμπούσαν για να βγούνε στη στεριά
και αυτός μόνο κοιτούσε κατά Όλυμπο μεριά.
«Αθηνά γαλανομάτα, γλύτωσε με απ’ τον πνιγμό
και γω δώρα θα σου κάμω που δε θα ‘χουν τελειωμό.»
«Για να γλυτώσεις, φίλε μου, κολύμπα σα δελφίνι
τα παρακάλια άσε τα. «Συν Αθηνά και χείρα κινεί».

 

ΟΔΟΙΠΟΡΟΣ ΚΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑ

Εις οδοιπόρος εύρηκε εις γην ερημωμένη
μία γυναίκα μόνη της πολύ κατσουφιασμένη.
«Ποια είσαι», την ερώτησε. «Με λεν», είπεν, «Αλήθεια»
«Θα κάμω μιαν ερώτηση και μη την πεις ηλίθια.
Γιατί την πόλη άφησες και ζεις στην ερημία;».
«Όλοι το ψέμα προτιμούν, εμέ ψυχή καμία».

 

ΓΑΙΔΑΡΟΣ, ΠΕΤΕΙΝΟΣ ΚΑΙ ΛΙΟΝΤΑΡΙ

Ένα γαϊδούρι έβοσκε με ένα πετεινάρι
όταν εις το γάιδαρο όρμησε ένα λιοντάρι.
Το πετεινάρι λάλησε φωνή πολύ μεγάλη
και το λιοντάρι έκανε στα πόδια να το βάλει.
0 γάιδαρος ενόμισε αυτός ήταν αιτία
που το λιοντάρι τρόμαξε, γέμισε τα βρακία.
Γι’ αυτό και ο γάιδαρος ρίχνεται στο λιοντάρι
ώσπου φωνή δεν έφτανε από το πετεινάρι.
0 λέων αναθάρρησε και τον καταβροχθίζει
κι ο γάιδαρος πεθαίνοντας ούτω πως κλαυθμυρίζει:
Αφού από πολέμαρχους η σκούφια σου δεν φτάνει
τι ήθελες και έπεσες στης μάχης το καζάνι;

 

ΠΛΟΥΣΙΟΣ ΚΑΙ ΜΟΙΡΟΛΟΓΙΣΤΡΕΣ

Ενός πλουσίου πέθανε η μία θυγατέρα
ο ήθελε να την κλάψουνε μια νύκτα και μια μέρα.
Γυναίκες τότε μίσθωσε να τη μοιρολογήσουν
κι η άλλη κόρη εθλίβετο που ξένες θα θρηνήσουν.
-Μητέρα», της εφώναξε, «είμαστε σιχαμένες,
για να μας κλάψουν τη νεκρή φέραμε πληρωμένες»
«Να μη λυπάσαι, κόρη μου, δεν έχουμε το κρίμα.
Αυτές θρηνούν μεν γοερώς, μα είναι για το χρήμα»

 

ΣΑΛΠΙΓΚΤΗΣ

Ο σαλπιγκτής που σάλπιζε της μάχης εμβατήρια
επιάστηκε αιχμάλωτος κι ήταν στα κρατητήρια.
«Ουδέποτε εσήκωσα ακόντιο ή δόρυ
ουδέποτε εσκότωσα άντρα, κούρο ή κόρη.
Τη σάλπιγγά μου έπαιζα, τίποτε παραπάνω
γι’ αυτό αν με σκοτώσετε, άδικα θα πεθάνω».
«Το ξέρουμε πως έπαιζες μια σάλπιγγα χαλκίνη.
Γι’ αυτό θα σε σκοτώσουμε, γιατί μαζί μ’ εκείνη
τον κόσμο εξεσήκωνες να πάει εις τη μάχη
και πολεμώντας υψηλό το φρόνημά του να ’χει».

 

ΧΥΤΡΕΣ

Μέσ’ στα νερά του ποταμού, μέσ’ στην τρελή του δίνη
δυο χύτρες εκατέβαιναν, χαλκή και οστρακίνη.
Κι η οστρακίνη φώναξε: «χάλκινη, μη μου άπτου,
γιατί αλλιώς θα δώσουμε δουλειά του νεκροθάπτου».

 

 

ΑΝΘΗ ΣΟΦΙΑΣ εμμέτρως (2016)

 

ΑΙΣΧΥΛΟΣ

Θα το φωνάξω δυνατά: χωρίς αμφιβολία
γλυκύτερος ο θάνατος από την τυραννία.

Πεπαιτέρα γάρ μοίρα τής τυραννίδος
Αισχύλος, Αγαμέμνων 1365

***

Η υπεροψία αν ανθεί, καρποφορεί το στάχυ
τ’ ολέθρου τότε σίγουρα, κι ως θέρος δάκρυα θα ‘χει.

Ύβρις γαρ έξανθούσ’ έκάρπωσε στάχυν
άτης, όθεν πάγκλαυτον έξαμά Θέρος.
Αισχύλος, Πέρσαι 821-822

***

Ετούτο έχω να σου πω, μην πεις πως δεν συνάδει:
το ίδιο πρέπει να τιμάς το φως και το σκοτάδι.

Σκότω φάος αντίμοιρον•
χάριτες δ’ ομοίως.
Αισχύλος, Χοηφόροι 319-320

 

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ

«Τι είναι φίλος;», ρώτησε, κι απάντησεν αυτόματα:
«Μία ψυχή που κατοικεί», είπε, «σε δύο σώματα».

Ερωτηθείς τι έστι φίλος έφη, «μία ψυχή δύο σώμασιν
ενοικούσα».
Διογένης Λαέρτιος, Βίοι φιλοσόφων, Βιβλίον 5, Αριστοτέλης 20

***

Τ’ Αριστοτέλη λέγεται πως ήτανε η πίστη:
συστατική επιστολή το κάλλος, η καλλίστη.

Τό κάλλος παντός έλεγεν έπιστολίου συστατικώτερον.
Διογένης Λαέρτιος, Βίοι φιλοσόφων, Βιβλίον 5, Αριστοτέλης 18

***

«Δεν επιτρέπεται ο σοφός να είναι απαθής»,
ο Αριστοτέλης έλεγε, «μα μετριοπαθής».

Έφη δε τον σοφόν απαθή μέν μή είναι,
μετριοπαθή δέ.
Διογένης Λαέρτιος, Βίοι φιλοσόφων, Βιβλίον 5, Αριστοτέλης 31

 

ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ

Θηρίο ακαταμάχητο απ’ τη γυναίκα άλλο
αν θα βρεθεί καμία φορά, πολύ το αμφιβάλλω.

***

Ούδέν έστι θηριον γυναικός αμαχώτερον.
Αριστοφάνης, Λυσιστράτη 1014

***

Είναι αισχρόν, ομολογώ, ο ηλικιωμένος
με μια γυναίκα νεαρή να είναι παντρεμένος.

Αισχρόν νέα γυναικί πρεσβύτης ανήρ.
Αριστοφάνης, Αποσπάσματα

***

Προτού ν’ ακούσεις και τους δυο, τον λόγο να τους δώσεις
δικαστικήν απόφαση ποτέ σου μην εκδώσεις.

Πριν αν αμφοίν μύθον
ακούσης,
ουκ άν δικάσαις.
Αριστοφάνης, Σφήκες724-726

 

ΔΙΟΓΕΝΗΣ Ο ΚΥΝΙΚΟΣ

Την πιο κάτω απάντηση του Διογένη παίρνουν
σαν είδε τους υπεύθυνους ενός ναού να σέρνουν
ένα φτωχό που έκλεψε απ’ τον ναό φιάλη:
«Σέρνουν τον κλέφτη τον μικρό οι κλέφτες οι μεγάλοι».

Θεασάμενος ποτε τους ίερομνήμονας των ταμιών τινα
φιάλην ύφηρημενον άγοντας έφη, «οί μεγάλοι κλέπται
τον μικρόν αγουσι».
Διογένης Λαέρτιος Βίοι φιλοσόφων, Βιβλίον 6, Διογένης 45

***

0 τύραννος ερώτησε ποίος χαλκός συστήνεται
για να κατασκευάζονται τ’ αγάλματα τα κρείττονα.
«Κείνος», του λέει ο κυνικός, «με τον οποίον γίνεται
Το άγαλμα τ’ Αρμόδιου και του Αριστογείτονα».

Ερωτηθείς ποτε υπό τυράννου ποιος είη αμείνων χαλκός
εις ανδριάντα, έφη, «αφ’ ού Αρμόδιος καί Αριστογείτων
εχαλκεύθησαν ».
Διογένης Λαέρτιος, Βίοι Φιλοσοφώ ν, Βιβλίον 6, Διογένης 50

 

ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ

Όπως που να γεννήθηκες πριν από λίγο χρόνο,
αναχωρείς απ’ τη ζωή στου θάνατου τον θρόνο.

Πας ώσπερ άρτι γεγονώς εκ τού ζήν απέρχεται.
Επίκουρος, Προσφώνησις, LX, Συλλογή Βατικανού

***

Τίποτε είναι αρκετόν, το Λέω και το θίγω,
σ’ εκείνον που το αρκετό το θεωρεί ολίγο.

Ούδέν ικανόν ώ ολίγον τό ικανόν.
Επίκουρος, Προσφώνησις, LXVIII, Συλλογή Βατικανού

***

Δεν πρέπει να εφαρμόζουμε βία κατά της φύσης
μα να πειθόμεθα σ’ αυτήν, αυτή είναι η λύσις.

Ού βιαστέον τήν φύσιν αλλά πειστέον.
Επίκουρος, Προσφώνησις, XXI, Συλλογή Βατικανού

 

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ

Σύντομη είναι η ζωή κι αν τα μεγάλα τρέχεις,
στα σίγουρα δεν χαίρεσαι ούτε αυτά που έχεις.

Βραχύς αιών· επί τούτω
δέ τις άν μεγάλα διώκων
τά παρόντ’ ουχί φέροι.
Ευριπίδης, Βάκχαι 397-399

***

Κανένα οπού ευτυχεί μην πείτε ευτυχισμένο
προτού έρθει το τέλος του, τον δείτε πεθαμένο.

Των δ’ εύδαιμόνων
μηδένα νομίζετ’ ευτυχείν, πριν άν θάνη.
Ευριπίδης, Τρωάδες 509-510

 

ΗΡΟΔΟΤΟΣ

Πόσο σπουδαίο αγαθό είν’ η ελευθερία
του λόγου, ο Ηρόδοτος είπε στην «Ιστορία».

Η ισηγορίη εστί χρήμα σπουδαίον.
Ηρόδοτος, Ιστορίαι Ε78

***

Από το σώμα μια γυνή σαν βγάλει τον χιτώνα
Απ’ το κορμί και την αιδώ βγάζει κατά κανόνα.

Άμα δε κιθώνι εκδυομένω εκδύεται καί τήν αιδώ γυνή.
A Ηρόδοτος, Ιστορίαι Α8

***

Μέχρι κι ο ίδιος ο θεός, είν εξακριβωμένο,
Να αποφύγει δεν μπορεί της μοίρας το γραμμένο.

Την πεπρωμένην μοίραν αδύνατά έστι άποφυγείν και θεώ.
Ηρόδοτος, Ιστορίαι A 91 

 

ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ

Πρέπει να ξέρεις, φίλτατε, και άγρια και ήμερα
και σώματα και χρήματα, όλα είναι εφήμερα.

Εφήμερα σώματα καί χρήματα.
Θουκυδίδης, Ξυγγραφή Β 53

***

Δυο είναι τ’ ασυμβίβαστα γι’ απόφαση σωστή
κι αυτά ναι αναμφίβολα ταχύτης και οργή.

Δύο τά εναντιώτατα εύβουλία είναι, τάχος τε και οργήν.
Θουκυδίδης, Ξυγγραφή Γ 42 |

***

Ελπίδα μα και έρωτα σε κάθε πράγμα είδα
και πρώτα είν’ ο έρωτας κι ακολουθεί η ελπίδα:.

Ή τε ελπίς καί ό έρως έπί παντί, ό μεν ηγούμενος,
ή δ’ έφεπομένη. |
Θουκυδίδης, Ξυγγραφή Γ 45

 

ΞΕΝΟΦΩΝ

Τα αγαθά διδάσκεσαι από τους αγαθούς·
Αν έχεις φαύλων επαφές απόλλυται κι ο νους.

Εσθλών μεν γάρ απ’ εσθλά διδάξεαν ήν δή κακοίσι
συμμισγης, απολείς καί τόν εόντα νόον.
Ξενοφών, Απομνημονεύματα 20

***

Τα λόγια του Ησίοδου έγιναν παροιμία:
«Ντροπή δεν είναι η δουλειά μα είναι η αργία».

Ησιόδου μέν το έργον δ’ ουδέν όνειδος, αεργίη δέ τ’ όνειδος.
Ξενοφών, Απομνημονεύματα 56

***

Νομίζω πως οι άνθρωποι τον πλούτον και πενίαν
Τους έχουνε εις τις ψυχές και όχι στην οικίαν.

Ότι νομίζω, ώ άνδρες, τούς ανθρώπους ούκ εν τώ οίκω
Τον πλούτον και την πενίαν έχειν, άλλ’ έν ταίς ψυχαίς.
Ξενοφώντος Συμπόσιον 34

 

ΠΙΝΔΑΡΟΣ

Ναι, είναι προτιμότερο, λέω, να με φθονούν,
παρά να με οικτίρουν και να με λοιδωρούν.

Κρέσσων γάρ οικτιρμού φθόνος.
Ιωάννης Στοβαίος, Έκλογαί – Αποφθέγματα – Ύποθήκαι, Βιβλιον τρίτον
Περί φθόνον 22

***

Και ο πλούσιος και ο φτωχός κι ο πάνω κι από κάτου
παίρνουν μαζί αμφότεροι τον δρόμο του θανάτου.

Αφνός πενιχρός τε θανάτου πέρας άμα νέονται.
Πίνδαρος, ΝεμεόνικοςΖ 19

***

Εις τη ζωή εφήμεροι! Τι είναι; Τι δεν είναι;
Σκιά ονείρου ο άνθρωπος. Γι’ αυτό τρώγε και πίνε.

Επάμεροι! Τί δέ τις; τί δ ον τις; σκιάς όναρ άνθρωπος.
Πίνδαρος, Πυθιόνικος VIII 95

 

ΣΟΦΟΚΛΗΣ

Το πείσμα εις τις συμφορές καθόλου δεν συμφέρει•
καινούργιες ίσως συμφορές ενδέχεται να φέρει.

Θυμός δ’ έν κακοίς ου ξύμφορον.
Σοφοκλής, Οιδίπους έπι Κολωνώ 592

***

Απ’ όλα πιο σημαντικό είναι η φρονιμάδα•
να δίνεις τόπο στην οργή και εις την αγριάδα.

Όσω κράτιστον κτημάτων ευβουλία;
Σοφοκλής, Αντιγόνη 1050

***

Στον κόσμο δεν γεννήθηκα για να μισώ τους άλλους
αλλά τους άλλους ν’ αγαπώ, μικρούς είτε μεγάλους.

Ούτοι συνέχθειν, άλλα συμφιλείν έφυν.
Σοφοκλής, Αντιγόνη 523

***

Ο έρως αναμφίβολα, όταν και όπου λάχει,
είνα ακατανίκητος πάντοτε εις τη μάχη.

Έρως ανίκατε μάχαν.
Σοφοκλής, Αντιγόνη 781

 

ΣΩΚΡΑΤΗΣ

Όποιος, λοιπόν, λιγότερα έχει εις το ταμείον
Αυτός σίγουρα βρίσκεται εις τους θεούς πλησίον.

Και ελάχιστων δεόμενος έγγιστα είναι θεών.
Διογένης Λαέρτιος, Βίοι φιλοσόφων, Βιβλίον 2, Σωκράτης 27

***

«Ποίον αναγνωρίζετε ως κάλλιστον κτημάτων;»
«Τις ώρες τις ελεύθερες αντί πολλών καμάτων».

«Και έπήνει σχολήν ώς κάλλιστον κτημάτων.
Διογένης Λαέρτιος, Βίοι φιλοσόφων, Βιβλίον 2, Σωκράτης 31

***

Προτού να πιει το κώνειον του είπεν η Ξανθίππη:
Αδίκως αποθνήσκεις, ναι, και άδικα σε χάνω».
Και ο Σωκράτης άνετα κατόρθωσε να είπει:
Μήπως εσύ θα ήθελες δίκαια να πεθάνω;»

Της γυναικός είπούσης, «άδίκως αποθνήσκεις», «συ δέ»,
έφη, «δικαίως εβούλου;»

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

 

Παρουσίαση από MICHELE IANNELLI

Ευτυχισμένη ή ποίηση που ταξιδεύει άπό τη μιά στην άλλη γλώσσα!
(Beata la poesia che transita dall’una in altra lingua!) K. Χρυσάνθης

Ο Ανδρέας Γεωργιάδης, ο όποιος έχει βραβευθεί με το Πρώτο Διεθνές Βραβείο Γραμμάτων «Jean Μοηηέί» 2002, γεννήθηκε το 1948 στη Μεσόγη της Πάφου, χωριό της Κύπρου, λίγα μόλις χιλιόμετρα από τη θάλασσα που καυχιέται ότι γέννησε την Αφροδίτη, στην πιο επιβλητική περιοχή της Κύπρου έπειτα από εκείνη του Τροόδους, τόσο για το τοπίο όσο και για τη
χλωρίδα και την πανίδα της. Κάτω από έναν βαθυγάλανο ουρανό, μέσα στον όποιο, ολόκληρο τον χρόνο, ο ήλιος κυριαρχεί Θριαμβικά, το χώμα είναι ντυμένο με πλούσια βλάστηση από τα εσπεριδοειδή ως τις ελιές, από τ’ αμπέλια ως τις χαρουπιές, δίνοντας γρήγορα τη θέση του στο δάσος, όπου βρίσκονται μαζί λουλούδια, φυτά και ζώα που δεν συναντιούνται αλλού, όπως ο βραχύφυλλος κέδρος, ο πελεκάνος και το αγρινό, πολύ όμοιο με το αγριοκάτσικο της Σαρδηνίας και της Κορσικής μα πιο μεγάλο, για να μη πούμε και για τα πουλιά που ενδημούν εκεί η τα αποδημητικά, που περνούν από τον βορρά στον νότο κι από τη δύση στην ανατολή, από και προς τις
τρεις ηπείρους που βρέχονται από τη Μεσόγειο, και σταματούν για να πάρουν μιαν ανάσα.
Μέσα σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον ο Ανδρέας Γεωργιάδης δεν μπορούσε να μην αποκτήσει εξ απαλών ονύχων, σεβασμό, αγάπη και πάθος για τη φύση, τόσον ισχυρά, ώστε, στον κατάλληλο χρόνο, να κατευθύνει προς αυτήν και τις σπουδές του: σπούδασε πρώτα φυσιογνωστικά στις ΆΘήνες και ειδικεύτηκε κατόπι στο ίδιο θέμα στον Καναδά.
Η είσοδός του στον Παρνασσό έγινε πριν δώδεκα χρόνια με τη συλλογή του ’Ακαριαία (1990), που την ακλούθησαν ο Αίσωπος εσαεί (1999) και το Ο tempora, ο mores! (2001). Με αυτά όλα στο ενεργητικό του, στα όποια πρέπει να προστεθεί κι ο ρόλος του ως καθηγητή των φυσιογνωστικών, από το 1978, στα σχολεία μέσης παιδείας, εξέδωσε μέσα στο 2002 την ποιητική συλλογή Φυσιοδρόμιο.
Αποτελείται από 28 συνολικά ποιήματα, που τα χαρακτηρίζει η συντομία, η απλότητα και η μεστότητα του στοχασμού, ιδιότητες που ταιριάζουν στο επιγραμματικό είδος. Χωρίζεται σε δυο μέρη. Το πρώτο, με δεκατρία ποιήματα, τιτλοφορείται Βιότυποι, όρος με τον όποιο η γενετική στο παρελθόν δήλωνε μιαν ομαδοποίηση ειδών κατώτερης ομοταξίας θεωρούμενων γενετικώς ομογενών, η έννοια των όποιων σήμερα αποδίδεται με τον όρο «καθαρόαιμη γραμμή». Το δεύτερο μέρος, με δεκαπέντε ποιήματα, έχει τον ίδιο τίτλο της συλλογής Φυσιοδρόμιο, μια ποιητική διαδρομή που τη διαπερνούν οι νόμοι της φύσης, τον
σκοπό των οποίων ο ποιητής τον εξηγεί βάζοντας ως προμετωπίδα της συλλογής έναν στοχασμό του Ίωάννου του Σιναϊτου.
Έργο ποιητικό, καρπός της εμπειρίας ενός φυσιοδίφη, ενός δασκάλου και ενός αθλητή των μουσών, ο όποιος στο έργο του αυτό μαστιγώνει τα ήθη, όπως και στις προαναφερθείσες συλλογές Αίσωπος εσαεί και Ο tempora, ο mores!. Γίνεται όμως Αμέσως σαφές πως, αν είναι Αλήθεια —και είναι Αλήθεια— ότι όλα τα λογοτεχνικά έργα απευθύνονται στους λίγους, με την έννοια ότι δεν αποτελούν ψωμοτύρι για τον οποιοδήποτε αναγνώστη,
το έργο αυτό είναι διπλά απευθυνόμενο στους λίγους. Απαιτεί ένα ελάχιστο επιστημονικών γνώσεων, στον βαθμό που ο συγγραφέας, στο τέλος μερικών ποιημάτων, σημειώνει τις βιοφυσικοχημικές αρχές από τις όποιες αντλεί την έμπνευση της ποίησής του. Τη θέλει βραχύλογη, χωρίς ψεύτικα στολίδια, όπως διαβάζομε στα ποιήματα Η ζήλεια του και Είδωλα. Στο
πρώτο, το τελευταίο της συλλογής, ο ποιητής ρίχνει διακριτικά βέλη στους φλύαρους ποιητές, βάζοντάς τα, παραδόξως, στο στόμα ενός μονολογούντος φλύαρου ποιητή, ο όποιος, κάποια μέρα, παραδεχόμενος τα όριά του, ομολογεί τη ζήλεια του για τον αποστακτήρα. Ας του δώσουμε τον λόγο:

Δε ζηλεύω τίποτα
παρά μόνο το λαμπίκο
Μπορεί και βγάζει απόσταγμα.

Έτσι μονολογούσε
ένας φλύαρος ποιητής.

Στα Είδωλα, έκτο ποίημα του δεύτερου μέρους, ο ποιητής σκιαγραφεί τη διαφορά Ανάμεσα στον ίδιο, δεδηλωμένο ποιητή του συγκεκριμένου και της ρεαλιστικής γλώσσας, και στους άλλους, τους φλύαρους κατά την άποψή του, που εμείς θα μπορούσαμε να τους ονομάσομε ποιητές των λόγων, οικειοποιούμενοι μια φράση του Pirandello, ο οποίος, αντιτάσσοντας τον εαυτό του στον D’ Annunzio, που τον χαρακτήριζε ποιητή των λόγων, όριζε τον εαυτό του ποιητή των πραγμάτων. Aς δούμε, εν προκειμένω, πως εκφράζεται, ελέγχοντας εκείνους, οι όποιοι, αντί να εμβαθύνουν, προσεγγίζουν επιπόλαια τα προβλήματα:

Από κεκτημένη ταχύτητα
πλησίασες την κορυφή του κατόπτρου.
Το είδωλό σου φανταστικό.
Πόσο θα ήθελα
να φτάσω και να μείνω
πάνω στην κύρια εστία.
Να πάω στο άπειρον!

Από τα δύο επιγράμματα, αυτό το τελευταίο ανάγεται στους
νόμους της οπτικής και συγκεκριμένα στην αντίληψη περί κύριας εστίας, η όποια αποτελεί σύμβολο του συγκεκριμένου, αντιπαρατιθέμενης σ’ εκείνην περί δευτερεύουσας εστίας, σύμβολου του αφηρημένου, ενώ το προηγούμενο ποίημα κάνει συσχετισμό με τον αποστακτήρα, για να καταστήσει σαφές ότι η ποίηση πρέπει να είναι καρπός ακριβούς στάθμισης και στοχασμού, ένα αληθινό απόσταγμα του νου. Αϊτή η επανειλημμένη
χρήση του λεξιλογίου των θετικών επιστημών στο Φυσιοδρόμιο είναι σταθερή.
Κάθε τόσο συναντούμε εκεί αναφορές σε επιστημονικά όργανα, όπως βολτάμετρο, ηλεκτρολύτες, άνοδος και κάθοδος, έντομα και άνθη, καθώς και διάφορους φυσικούς νόμους και φαινόμενα, κύτταρο, φωτοσύνθεση, ηλεκτρόλυση, κλώνος και κλωνοποίηση, υμενόπτερα, γονιμοποίηση, δεινόσαυροι και βροντόσαυροι, μαλάκια, ήλεκτρον. και ούτω καθ’ έξης. Για τούτο έχει δίκαιο ο Ανδρέας Πετρίδης, όταν παραβάλλει, μέσα στον αναγκαίο βέβαια σεβασμό των αποστάσεων, τον κόσμο του Γεωργιάδη μ’ εκείνον του Κωνσταντίνου Καβάφη, τονίζοντας το γεγονός ότι, ενώ ο τελευταίος, για τις ποιητικές του συνθέσεις, πήρε πρόσωπα και σύμβολα από την ιστορία, ο δικός μας, θραύοντας αποφασιστικά τις γέφυρες με την παράδοση, ως μελετητής της φύσης που είναι, παίρνει τα σύμβολά του από
τον βιοφυσικοχημικό κόσμο.
Η πρωτοτυπία όμως δεν στηρίζεται τόσο στην προσφυγή στις επιστημονικές προόδους και στα ειδικά μέσα με τα όποια αυτές πραγματοποιούνται στα εργαστήρια, όσο στο γεγονός ότι ο Γεωργιάδης, χάρις στην ευαισθησία και στη φαντασία (χαρίσματα απαραίτητα για να ασκεί κάποιος την τέχνη της ποίησης) άλλα και χάρις στο γεγονός ότι είναι μια πέννα από χρόνια εξοικειωμένη με τον μόχθο της λογοτεχνίας, πετυχαίνει να μεταδώσει ένα αίσθημα, το δικό του και το δικό μας, και ως εκ τούτου οικουμενικό στα πολυάριθμα φαινόμενα που ρυθμίζουν το σύμπαν, μετατρέποντάς τα έτσι σε ποιητικά, ικανά δηλαδή να προξενούν συναισθήματα. Και το ότι είναι ένας φυσιολάτρης το φανερώνει το γεγονός ότι απέναντι στον κόσμο από τον οποίο παίρνει τα σύμβολά του τρέφει τον σεβασμό εκείνου που αισθάνεται ότι η ανθρώπινη γνώση δεν μπορεί και δεν πρέπει να βιάζει τη φύση με τη λανθασμένη αυταπάτη ότι μπορεί να
τα εξηγήσει όλα. Είναι απαραίτητο πάντα να υπάρχει, όπως στο φαινόμενο της φωτοσύνθεσης, κάτι ακατάληπτο, σκοτεινό, ανεξερεύνητο, μ’ ένα λόγο ανυπέρβλητο, ώστε να αποφεύγεται οποιαδήποτε ανεξέλεγκτη έρευνα που μπορεί να μας εκθέσει σε ανυπολόγιστους κινδύνους.
Διακηρύσσει αυτή την αλήθεια ως μια προμετωπίδα στη συλλογή, με την πρώτη επιγραμματική σύνθεση που έχει τον τίτλο Απαραίτητο.
Τα φυσικά φαινόμενα και οι νόμοι τους έχουν γίνει δομικά εργαλεία στην ποιητική του δημιουργία, με κανένα όμως τρόπο ως αυτοσκοπός, αλλά, όπως έχει ήδη λεχθεί, σε μια λειτουργία διδακτική. Πειστική είναι, εν προκειμένω, Η εξαφάνιση των δεινοσαύρων, που έχει τη μορφή και τη γεύση ενός μύθου. Δίνοντας φωνή στα προϊστορικά ζώα, ελέγχει την ελλιπή ευαισθησία μας απέναντι στα προβλήματα του περιβάλλοντος, τοσούτο μάλλον αφού, απέναντι στη βαθμιαία φθορά του πλανήτη μας, αντί να ανασκουμπωθούμε και να κάνομε όσα απαιτεί το κοινό συμφέρον, ασχολούμαστε με άγονες συζητήσεις παρά με έργα, αν και είμαστε βέβαιοι πως ένα γυάλινο μπουκάλι, το όποιο στο παρελθόν ανόητα χαρακτηριζόταν «άδειο για απόρριψη», αν πετιέται στο περιβάλλον, δεν είναι μόνο υλικό
ρύπανσης αλλά και πλούτος που γίνεται καπνός.
Όπως γίνεται φανερό, το ηθικό δίδαγμα δεν είναι κάτι ψεύτικο, δεν έχει τη γεύση του αποφθέγματος η της παροιμίας που κάποτε αποτελούσε την κατακλείδα των κειμένων με διδακτικό περιεχόμενο. Βρίσκεται, αντίθετα, μέσα στη λογική των πραγμάτων, ως φυσικός επίλογος της αφήγησης, η όποια είναι λιτή αλλά ταυτόχρονα ζωηρή, καθώς τη διαπερνά άλλοτε μια
ευτραπελία, καθ’ ολοκληρίαν μεσογειακή, συγκροτημένης καυστικότητας και άλλοτε μια ειρωνεία που γίνεται σαρκασμός η αυτοειρωνεία, όπως στο ποίημα με τον τίτλο Πολύ πυκνόν, με αναφορά στον ποιητικό του τρόπο και αντίληψη, ως κατάληξη του έργου, που μπαίνει στο στόμα ενός αναγνώστη ενοχλημένου και συγχυσμένου από την τόση ερμητικότητα, ο οποίος στο τέλος ξεσπά σε μια κραυγή καταδίκης.
Ο σαρκασμός είναι παρών και στο ποίημα Η μοίρα μας, στο όποιο επισημαίνεται κάθε υποκρισία και εξαπάτηση και όπου μιλούν τα υμενόπτερα, τα όποια, μέσω της επικονίασης, γονιμοποιούν τις ορχιδέες, που το όνομά τους, οφειλόμενο στο σχήμα της ρίζας – βολβού τους, υποδηλώνει μια ψευδοανδρικότητα. Τον βρίσκομε ακόμα και στο ποίημα Του συρμού, όπου ψέγεται η συμπεριφορά εκείνων που αλλάζουν γνώμη και χρώμα σε κάθε πολιτική μεταβολή. Στο Της διαφεύγει, λαμβάνοντας υπ’
όψη τις κινήσεις της μετάλλαξης (υιοθετεί τη λέξη μετάλλαξη και όχι μεταλλαγή) στη δομή ενός κυττάρου (πηγής καθόλου ευχάριστης αλλαγής), την παρομοιάζει με κάποιον που φτάνει ψηλά χωρίς να το αξίζει, αλλά συμπτωματικά. Στο Προς Θεόν, με το όποιο αρχίζει το δεύτερο μέρος της συλλογής, βεβαιώνεται η αρχή ότι ο Θεός είναι απρόσιτος και ακατάληπτος, για τούτο το να τον φθάσει κανείς είναι πράγμα αδύνατο. Για να το καταλάβει κάποιος πρέπει να αναχθεί στο ακουστικό φαινόμενο
Doppler εφαρμοζόμενο στην οπτική, το όποιο θα οδηγούσε στην
παραδοχή μιας ταχύτητας απομάκρυνσης στα ουράνια σώματα
με επακόλουθη την απεριόριστη διέκταση του σύμπαντος, που,
αν είναι έτσι, θα μας εμπόδιζε να προσεγγίσομε στον Θεό. Δεν
μπορούμε, ωστόσο, να αποκλείσουμε ότι ο ποιητής μπορεί να
υπαινίσσεται κάτι άλλο, το αδύνατο, παραδείγματος χάριν, της
σύζευξης της θρησκευτικής πίστης με πολιτικά πιστεύω στηριγμένα στην άρνηση της ύπαρξης του Θεού. Στην Κλωνοποίηση, συνώνυμη μιας ισοπεδωτικής όσο και επικίνδυνης ομοιομορφίας,
επιτιμά τους επιδέξιους πρωτοπόρους πειραματιστές. Εδώ φθάνει σε μοντέρνα εκδοχή, η ηχώ των λόγων του Λουκιανού: Η ποικιλία κάνει ελκυστική και, ως εκ τούτου, ωραία τη ζωή, όπως και το σκόρπισμα του ανθρώπου της εποχής μας, εκφραζόμενο με μεγαλύτερη δραστικότητα στο ποίημα Η ηλεκτρόλυση του ύδατος, όπου ο λόγος δίνεται στο νερό, το όποιο εδώ συμβολίζει τον άνθρωπο ως άτομο και ως σύνολο μαζί.
Τα στοιχεία υδρογόνο και οξυγόνο, αποτέλεσμα της διάσπασης, όπως και ο ηλεκτρισμός και οι ηλεκτρολύτες που την προκάλεσαν, συμβολίζουν τους παράγοντες της αλλοτρίωσης και του κατακερματισμού του σύγχρονου ανθρώπου, ο όποιος, αφού έχασε κάθε πίστη σε άξιες σταθερές και αντικειμενικές, αισθάνεται ανερμάτιστος και μόνος μπροστά στα ανεξήγητα
ερωτηματικά της ύπαρξης. Κι ακόμα συνεχώς πιο τρωτός, τη στιγμή που βρίσκεται στην κορυφή τόσων εκπληκτικών κατακτήσεων της τεχνικής και της επιστήμης, οι όποιες, αν τις χειριστούμε με φρόνηση, παράλληλα προς την ανάκτηση των παλιών άξιών, συμβατών με τις νέες (όπως εκείνες της οικογένειας, της αληθινής αλληλεγγύης και του αισθήματος του δικαίου) θα αποτρέψουν τις απειλές εναντίον ενός πλανήτη, ο όποιος αντιδρά όσο
πάει και πιο έντονα στη βία, στην όποια τον υποβάλλομε.

(μτφ. Γ. Χατζηκωστής)

[’Από την παρουσίαση του «Φυσιοδρόμιου» στο Salon du Centre
CultureI Frangals (via Garibaldi 20, Genova), με την ευκαιρία της απονομής στον Α. Γεωργιάδη του Πρώτου Βραβείου της Όγδοης Περιόδου του Διεθνούς Βραβείου Γραμμάτων JEAN ΜΟΝΝΕΤ (13 Δεκεμβρίου 2002). Το όλο κείμενο της παρουσίασης δημοσιεύθηκε στην καθημερινή εφημερίδα Η Σημερινή στις 17 Φεβρουάριου 2003, σε μετάφραση του Γιώργου Χατζηκωστή, επιμελητή της παρούσας έκδοσης].

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ

Εξ Αφορμής Αισθητικές προσεγγίσεις (2014)

Η ιδιότυπη συμβολιστική του Ανδρέα Γεωργιάδη

Η σπαρακτική στο είδος της ποιητική ενεργοποίηση στοιχείων και φαινομένων των θετικών επιστημών, κάνει τον Ανδρέα Γεωργιάδη να είναι και να φαίνεται ως ο πλέον ιδιότυπος – και ας τον γνωρίζουν ελάχιστοι – ποιητής του χώρου μας.
Η προσπάθειά του, τηρουμένων των αναλογιών, παραπέμπει στον κόσμο των πολλαπλών προσωπείων του Καβάφη, με μια βασική ωστόσο διαφορά. Ο Καβάφης χρησιμοποιεί προσωπεία και σύμβολα από τον ευκολότερα
αναγνωρίσιμο χώρο της ιστορίας, κάτι που μειώνει σημαντικά τον βαθμό διακινδύνευσης της επικοινωνίας του με τον αναγνώστη. Ο Ανδρέας Γεωργιάδης κάνει τα πάνω κάτω και κόβει ολότελα τις γέφυρες με τη γνωστή και δοκιμασμένη συμβολιστική, αντλώντας το υλικό του σχεδόν
αποκλειστικά από τον απάτητο ποιητικά κόσμο της Βιολογίας, της Φυσικής ή της Χημείας. Αναμετράται έτσι δημιουργικά με την ψυχρή και συναισθηματικά ανύπαρκτη επιφάνεια τους, μπαίνοντας σε ανάλογη καλλιτεχνική
διακινδύνευση. Θέτει συχνά ενώπιον του ιδιόμορφες καλλιτεχνικές προκλήσεις, προκαλώντας με τη σειρά του κι εμάς να σκύψουμε χωρίς προκατάληψη πάνω απ’ τις δύσβατες εκφραστικές του αναζητήσεις.
Κινείται έτσι διαρκώς σε τεντωμένο σχοινί, με υπαρκτό ρίσκο να διαταράξει λεπτές ισορροπίες και να περιπέσει στο πνευματικό ευφυολόγημα ή την ευρηματική ατάκα.
Η δυσκολία για τον αναγνώστη έγκειται σχεδόν αποκλειστικά στην ειδική γνωσιολογική προπαίδεια, μια βασική προϋπόθεση για την άμεση και ακριβή πρόσληψη των νύξεων και υπονοουμένων των στίχων του.
Η προσεκτική όμως ανάγνωση ανταμείβει τελικά τον αναγνώστη, αφού τον φέρνει σε επαφή μ’ ένα πρωτόγνωρο αισθητικό κλίμα, σπάνιο στο είδος του. Και δεν είναι λίγες οι στιγμές που πραγματώνεται μ’ εκπληκτικό τρόπο
μια σύμπνοια μορφής και ουσίας, όπου πνευματικές αγωνίες και ανθρώπινα πεπρωμένα αναδύονται δειλά δειλά μέσα από απίθανα προσωπεία φυσικοχημικών και βιολογικών φαινομένων. Κι ενώ τούτο σε πρώτο πλάνο
αιφνιδιάζει και προσλαμβάνεται καταρχήν ως διανοητικό παιγνίδι, εμβαθύνοντας στην ανάγνωση οδηγούμαστε στην εμβίωση μιας κρυπτικής κι επτασφράγιστης αισθαντικότητας.
Πρόκειται σίγουρα για μια ανοίκεια και διαφορετική φωνή με αναγνωρίσιμο ύφος, που διεκδικεί – παρά την ολιγογραφία και τις όποιες ουσιαστικές αντιρρήσεις- τον ελάχιστο χώρο της στο μωσαϊκό της νεότερης Κυπριακής
ποίησης. Η επάνοδος εξάλλου του ποιητή, κάθε φορά με βελτιωμένους και εμπλουτισμένους ποιητικούς τρόπους, μας υποχρεώνει να του δώσουμε περισσότερη προσοχή κι ετοιμότητα αποδοχής αυτού που δεν συνηθίσαμε. Ακόμα κι αν δεν είναι πάντοτε βέβαιο, ότι κινείται εντός των ορίων της ποιητικής επικράτειας.

Δείγματα γραφής του Ανδρέα Γεωργιάδη:

Η ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΝΟΣ ΕΡΩΤΑ

Από τον Ενεστώτα
φτάσαμε στον Παρατατικό.
Σιγά σιγά εγίναμε
και Αορίστου χρόνου.
Εν τέλει
καταλήξαμε στον Παρα – κείμενο
με το επιτύμβιου
«ενθάδε κείται»….

Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ

Ένας ειδωλολάτρης:

Και να το ξέρεις Θεοδόσιε. *
Η φωτιά που άναψες
ϋα μας φέρει το σκότος.
Και νυν και αεί
και εις τους αιώνας
των αιώνων.

* 0 αυτοκράτορας Θεοδόσιος έδωσε την άδειά του στον
Πατριάρχη Αλεξανδρείας για πράξεις θρησκευτικού φανατισμού,
που οδήγησαν τελικά καί στην καταστροφή της Μεγάλης Βιβλιοθήκης
της Αλεξάνδρειας, όπου εφυλάττετο η σοφία των αρχαίων.

ΑΓΝΟΙΑ

Μ’ έκοψαν
με κομμάτιασαν.

Αγνοούσαν
πως είμαι Ύδρα.

Στην ηλεκτρόλυση του ύδατος που ακολουθεί, περιγράφεται δήθεν η χημική διάσπαση του νερού, όπως τη μάθαμε, σε υδρογόνο και οξυγόνο, με τη βοήθεια του ηλεκτρισμού και διαφόρων ηλεκτρολυτών… Που φυσικά δεν
είναι άλλοι από τους σύγχρονους ψυχρούς συντελεστές της αποξένωσης και διάσπασης της ανθρώπινης ύπαρξης, στη συγκεκριμένη περίπτωση του ίδιου του ποιητή. Το ποίημα αναπτύσσεται με μια επιφανειακά παγερή
πιστότητα στη χημική διαδικασία της ηλεκτρόλυσης του νερού, που συμβολίζει στην προκειμένη περίπτωση την ίδια την ψυχή και το σώμα του δημιουργού.

Η ΗΛΕΚΤΟΛΥΣΗ ΤΟΥ ΥΔΑΤΟΣ

Από καιρό καραδοκούσαν
να με ηλεκτρολύσουν.
Με είχαν στο βολτάμετρο
με είχαν εις την πρίζα·
τους έλειπαν οι ηλεκτρολύτες.

Μα πάντα υπάρχουν καλοθελητές
– και δη συγγενείς εξ αίματος
Η μία πρόσφερε οξύ
η άλλη πρόσφερε τη βάση
και με διέσπασαν.
Το οξυγόνο εις την άνοδο
το υδρογόνο εις την κάθοδο.

Εν ολίγοις
με έκαμαν αέρια.

Μην καρτεράς να επανέλθεις
στην προτέρα σου κατάσταση.
Ποιος να σου δώσει ευδιόμετρο;
Ποιος να σου δώσει ρεύμα;

Βολτάμετρο, ηλεκτρολύτες: αναγκαία για την
ηλεκτρόλυση (διάσπαση) του νερού.
Ευδιόμετρο: συσκευή για την (ανα)σύνθεση του νερού.

 

ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ ΧΑΤΖΗΠΑΝΑΓΗ

ΗΔΥΦΩΝΟ 15/11/2015

Ο Ανδρέας Γεωργιάδης υπηρετώντας εδώ και χρόνια επαξίως
το είδος, έχει πολιτογραφηθεί ως ένας από τους πλέον δόκιμους και γόνιμους
σατιρικούς ποιητές της σύγχρονης ποιητικής μας Γραμματείας. Στις εικονογραφημένες του συλλογές «0 tcmpora. o mores!» και ·· Εκατόν
συν (+) μία Σατιρικές Τοξοβολίες» δεv αφήνει σχεδόν κανένα αξιοπερίεργο
ή ιλαρό τραγικό συμβάν της παλαιότερης και πρόσφατης κυπριακής
ελληνικής ή παγκόσμιας επικαιρότητας, που να μην το προβάλει κάτω από τον δικό του μεγεθυντικό φακό. Σχολιάζοντας το με πνευματώδες
χιούμορ, το παρωδεί ταυτόχρονα με καυστική ειρωνεία ευθύβολης διορθωτικής διάθεσης από τις αθέατες εσοχές μέχρι τις εκρηκτικές «ηλιακές» του προεξοχές. Έτσι, με ρέουσα λεκτικό ευστοχία ζευγαρωτής
ομοιοκαταληξίας οι ιαμβικοί του δεκαπεντασύλλαβοι κατορθώνουν να
αναδείξουν τον καίριο προβληματισμό της περιρρέουσας ατμόσφαιρας
αποστάζοντας το γελοίο, αλλά και μεταφέροντας μας από τις άχρωμες
μέρες των αυχμηρών καιρών στη χρωμόσφαιρα του ευτράπελου αλληγορικού κόσμου μιας πολυσήμαντης ποιητικής σατιρογραφίας.
Τεκμηριώνοντας τις ανωτέρω επισημάνσεις, παραπέμπουμε στον εικονιζόμενο φακό, που εστιάζει στο ποίημα -Έστελλε παπάδες για τεστ
Παπανικολάου!». καθώς και στους τελευταίους στίχους ενός άλλου τών
«Τοξοβολών»: -Φύσηξε, Αίολε, κι εδώ να φέρεις λίγα νέφη/να ανακτήσουμε κι εμείς οι δύστυχοι το κέφι». Ενώ. στο επιλογικό επιγραμματικό
ποίημα της βραβευμένης συλλογής του «Φυοιοδρόμιο», όπου μεταστοιχειώνει φυσικοχημικά και βιολογικά φαινόμενα σε πρωτότυπες ποιητικές φανερώσεις, αισθητοποιεί μεταφορικά την τελετουργική διαδικασία της ποιοτικής ποιητικής δημιουργίας «Δε ζηλεύω τίποτα / παρά μόνο τον λαμπίκο./ Μπορεί και βγάζει απόσταγμα/Ετσι μονολογούσε ένας φλύαρος ποιητής».
Ωστόσο, ο «φλύαρος ποιητής» αποδεικνύεται εύγλωττος μυθολόγoς μιας χυμώδους αφηγηματικής μεταποίησης της – Ελληνικής Μυθολογίας». κατά την ομώνυμη φετινή συλλογή του. Με επιδεξιότερη και ωριμότερη υφολογική σκευή απ’ ότι στα προγενέστερα σατιρικά του έργα, εμπνευσμένα από τον Αίσωπο, ζωντανεύει μυθολογικούς ήρωες και θρυλικά δρώμενα, ανθρωπόμορφες αδυναμίες θεών και ημίθεων, μα και τα υπεράνθρωπα επιτεύγματα τους, διανθίζοντας ης παραστατικές εικόνες της υποβλητικής του σκηνογραφίας με έγχρωμες απεικονίσεις γλυπτών. ανάγλυφων, αγγειογραφιών και μωσαϊκών μαζί με ζωγραφικούς πίνακες μεγάλων καλλιτεχνών, που εποπτικοποιούν αντιστοίχως κάθε έντιτλο ποίημα.
Από το DNA του αρχέγονου μυθολογικού πυρήνα, ο ποιητής διαδραματίζει ρόλο αγγελιοφόρου και μεταφορικού RNA, μεταγράφοντας το γενετικό υλικό σε έμμετρη λειτουργική απόδοση, για να μιλήσουμε με βιολογικούς όρους, που
προσιδιάζουν στο πεδίο του επιστητού του. Ενσωματώνοντας στην κύρια εκδοχή του μύθου στοιχεία από διάφορες παραλλαγές του, την εμπλουτίζει ακόμα περισσότερο με εύστοχες αποτιμήσεις συμβολικών προεκτάσεων, που διαθλώνται πρισματικά στο παρόν. Από την πολυφασματική θεματογραφία της συλλογής σημειώνουμε ενδεικτικά πτυχές από τις μυθικές γενεαλογίες, την περιπετειώδη ζωή των θεών του Ολύμπου και ης σχέσεις τους με τους θνητούς, από τις προϊστορικές βασιλικές δυναστείες, καθώς και μυθολογούμενες επικές ιστορίες οπό τον Θηβαϊκό και Τρωικό Κύκλο, την Αργοναυτική Εκστρατεία και τους άθλους του Ηρακλή. Παρά τις φανταστικές ικανότητες και τις ευφάνταστες πράξεις τους, «οι θεοί είναι άτομα και όχι αφηρημένες έννοιες, ιδέες ή αντιλήψεις», κατά τον Ελληνιστή Walter Burkcrt. Αυτά τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ελληνικής θεανθρωπομορφίας, ως εναρμόνια συμμετρία της ανθρώπινης και θεϊκής φύσης του κόσμου, φωτίζει «εμμέτρως» ο Ανδρέας Γεωργιάδης, τονίζοντας τη διαχρονικότητα της φιλοσοφικής μυθοπλαστικής πρόσληψης των
αρχαίων Ελλήνων, όπως και την ανά τους αιώνες θελκτική επενέργεια του αγέραστου αρχαιοελληνικού μύθου στην αισθητική αγωγή και τη δημιουργική φαντασία Αντί επιλόγου, ως δείγμα γραφής και επίκαιρης σημειολογίας παραθέτουμε μερικούς στίχους: «Γέμισε από κοπριά η χώρα του Αυγεία / κι άμεσα εκινδΰνευε του κόσμου η υγεία / 0 Ευρυοθέας έμαθε για όλη αυτή την
κρίση / και κάλεσε τον Ηρακλή να δώσει μία λύση,/ χωρίς καμιά βοήθεία με τα δικά του χέρια/σε χρόνο πολύ σύντομο, μίαν ημέρα πλέρια».

 

ΟΝΗΣΙΦΟΡΟΣ  ΝΕΟΦΥΤΟΥ

«Ο τόπος εν ο άδρωπος … και χωρίς τον άνδρωπον ο τόπος εν γέρημος». Αυτή η διαχρονική λαϊκή θυμοσοφία ισχύει για όλο τον κόσμο, ισχύει πανανθρώπινα. Αδιαμφισβήτητα αυτή η ρήση ισχύει και για το χωριό μας, τη
Μεσόγη, που σαν τόπος δεν είναι «γέρημος». Οι άνθρωποί της, οι Μεσογειώτες, είν’ αυτοί που της προσδίδουν τιμή, ομορφιά, πολιτισμό. Καθημερινοί άνθρωποι, άνθρωποι του μεροκάματου, των γραμμάτων, των τεχνών και των επιστημών, με τον βίο και την πολιτεία τους, με τις δημιουργικές δραστηριότητες τους, κάνουν το χωριό τους να έχει μια θέση αξιόλογη, να ξεχώριζα από άλλες κοινότητες.
Ένας τέτοιος «άδρωπος». ένας τέτοιος Μεσογειώτης καμάρι της κοινότητάς μας είναι αναντίρρητα ο Αντρέας Γεωργιάδης Ο βίος και η πολιτεία του δικαιολογούν την κατάταξή του μεταξύ των Μεσογειωτών, που λαμπρύνουν την κοινότητά μας. Εκπαιδευτικός δάσκαλος και επιθεωρητής των
Φυσιογνωστικών και της Βιολογίας έκανε, υπηρετώντας την Παιδεία, μια επιτυχή σταδιοδρομία. Άφησε κατά τη διάρκεια της καριέρας του τις καλύτερες των εντυπώσεων. Οι μαθητές και οι συνάδελφοί του έχουν να λεν για τον Αντρέα τα καλύτερα Τον επαινούν ως δάσκαλο και ως συνάδελφο. Φίλος μου εκπαιδευτικός που γνώρισε και συνεργάστηκε με τον Αντρέα. χαρακτήρισε την εκπαιδευτική του σταδιοδρομία ως ευλογία για την παιδεία. Σκοπός μου, φυσικά, με τα γραφόμενά μου, δεν είναι να αξιολογήσω σήμερα την καριέρα του Αντρέα ως εκπαιδευτικού. Αυτό το έκαναν οι μαθητές και οι προϊστάμενοί του, που τον χαρακτήριζαν με τα πιο κολακευτικά λόγια. Σε μένα επομένως δεν πέφτει τέτοιος λόγος

Παίρνω σήμερα χαρτί να γράφω γιο τον Αντρέα. παρακινημένος από το πλούσιο ποιητικό-συγγραφικό του έργο, που με ενθουσιάζει και με κάνει να νιώθω ευχάριστα κάθε φορά που έρχομαι σε επαφή με κάποιο οπό τα δημιουργήματα του. Κάνω την αποκοτιά, και δεν το κρύβω, πως τρέμω οπό φόβο και διστάζω με τη σκέψη, μήπως αδικήσω τον Αντρέα με τα γραφόμενα μου. Λογοτέχνης δεν λογαριάζομαι, με τη βιβλιοκρισία δεν καταπιάστηκα ποτέ μου. Αυτές οι ανασχετικές σκέψεις κάνουν την πένα μου να συγκρατιέται και να μην τολμά να καταγράψει όλα όσο νιώθω και όσα ταιριάζουν να καταγραφούν για τον επιτυχημένο σατιρικό ποιητή και συγγραφέα. Θα διερωτηθεί ο αναγνώστης και δικαιολογημένο θα πει:« Αφού, κύριε, δεν
πληροίς τις προϋποθέσεις για να γράψεις για ένα ποιητή-συγγραφέα του μεγέθους του Γεωργιάδη. τι μπαίνεις στον κόπο να μουτζουρώσεις το χαρτί και να ξοδέψεις τα μολύβια σου;»
Στη βιβλιοθήκη μου παρελαύνουν και τη στολίζουν δέκα βιβλία του Γεωργιάδη. Αυτά τα βιβλία, ιδιαίτερα το σατιρικό, μου χάρισαν πολύ ευχάριστες στιγμές διαβάζοντας τα. Αυτή την ευχαρίστηση θέλω, γράφοντος να την εξωτερικέψω. Σε ποιο αληθινά οπό τα δέκα του βιβλία που κυκλοφορούν, τα μάτια δεν βόσκουν αχόρταγα στο περιεχόμενό τους και η ψυχή του αναγνώστη δεν ευφραίνεται! Στα «Ακαριαία», στον «Αίσωπο
εσαεί», στο «Ο lempora, ο mores»; Στο «Φυσιοδρόμιο», στον «Αίσωπο νυν και αεί», στις «Εκατόν συν (+) μία Σατιρικές Τοξοβολές»; Στην «Ελληνική Μυθολογία εμμέτρως» ή στην τελευταίο έκδοση «Σατιρικές Τοξοβολές Β’»; Στο βιβλίο του «Φόνοι και δίκες στην πρώιμη Αγγλοκρατία 1. Νικολής ΧστζησντώνηΤσιοκολής», συναντά ο αναγνώστης στο περιεχόμενό του ένα εξαίρετο ερευνητή-λογοτέχνη, που ντοκουμενταρισμένα φέρνει στην
επιφάνεια ξεχασμένες σελίδες της ιστορίας του χωριού μας και όχι μόνο.
Φιλόλογος ο Αντρέας δεν είναι Κι όμως ο αναγνώστης τον θαυμάζει για την ικανότητά του να χρησιμοποιεί με θαυμάσιο τρόπο την κυπριακή τοπολαλιά, την κοινή ελληνική και την καθαρεύουσα. Αυτό τα τρία γλωσσικά εργαλεία τα χρησιμοποιεί περίτεχνο και πετυχαίνει τις ομοιοκαταληξίες στα σατιρικά του ποιήματα.
Τα ποιήματα του τα διακρίνει μια λεπτή ειρωνεία και αυτοσαρκασμός που γοητεύουν τον αναγνώστη. Είναι αριστοτέχνης στον χειρισμό του έμμετρου λόγου και με απλότητα εκφράζει επιγραμματικά τα μηνύματα του. Αυτά όλα μας υποχρεώνουν να τον κατατάξουμε στους σπουδαίους σατιρικούς ποιητές Δικαιολογημένο μερικοί αναγνώστες του τον ονόμασαν Σουρή της Κύπρου
Σ’ όλα του τα ποιήματα δια φαίνεται η δυνατή του φαντασία και μαζί με την πολυμάθεια του γίνεται άριστος «τοξοβόλος», πετυχαίνοντας τους στόχους του. Προσυπογράφουμε τον χαρακτηρισμό που του έδωσαν «ο Σουρής της Κύπρου». Για μας ο Αντρέας Γεωργιάδης είναι ο Μεσογειώτης Σουρής και χαιρόμαστε τη δημιουργικότητα του, τιμά τη Μεσόγη μας.

 

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

ΧΡΙΣΤΟΣ ΧΑΤΖΗΠΑΠΑΣ

xristos

Ο Χρίστος Χατζήπαπας γεννήθηκε το 1947. Σπούδασε Κτηνιατρική στη Σόφια όπου αργότερα έκανε μεταπτυχιακά. Εξέδωσε τρεις ποιητικές συλλογές, τρία μυθιστορήματα και πέντε συλλογές διηγημάτων.
Δύο μυθιστορήματα και δύο συλλογές διηγημάτων του τιμήθηκαν με Κρατικό βραβείο. Ένα βιβλίο του με διηγήματα από όλες τις συλλογές διηγημάτων εκδόθηκε στα Αγγλικά με τον τίτλο Like a discus thrower, εκδ. Αρμίδα.
Ξεχωριστά ποιήματα και διηγήματά του μεταφράστηκαν σε πολλές ξένες γλώσσες
Ο Χρ. Χατζήπαπας διετέλεσε για πολλά χρόνια Πρόεδρος της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου και είναι μέλος της συντακτικής επιτροπής του λογοτεχνικού περιοδικού Νέα Εποχή. Το 2017, του απονεμήθηκε το Βραβείο «Γ.Φ. Πιερίδης» της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου για τη συνολική προσφορά του στα κυπριακά γράμματα.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ
Ενδοσκόπιο, Ποιήματα, Λευκωσία 1969
Εισαγωγή στην τραγωδία, Ποιήματα, Λευκωσία 1979
Το μεγάλο ψέμα, Διηγήματα, Σύγχρονη Εποχή, 1981
Εντελώς Φυσιολογικός, Διηγήματα, Λευκωσία, 1984
Το χρώμα του γαλάζιου υάκινθου, Μυθιστόρημα, (Καστανιώτη), 1989
Στην Ολκό του μαύρου φεγγαριού, Μυθιστόρημα, (Δελφίνι), 1993
Στο μάτι του φιδιού, Μυθιστόρημα, (Καστανιώτη) 2000
      Βουλγαρική έκδοση, (Μπαλκάνι), 2003
Έρως εν καμίνω. Διηγήματα, (Λιβάνη), 2001
Like a discus thrower, short stories, (Armida), 2009
To ασταθές βήμα, Διηγήματα, (Γαβριηλίδη)ς, 2009
      Βουλγαρική έκδοση, (Πλάμακ), 2010
      Τουρκική έκδοση, (ISIK KITAVEVI), 2013
      Γαλλική Έκδοση, (Kallimages), 2014
Τα πηγάδια της ιστορίας, Ποιήματα (Γαβριηλίδης) 2012
Αλλόφυλοι εραστές, Διηγήματα, (Γκοβόστη) 2018

 

 

 

ΑΛΛΟΦΥΛΟΙ ΕΡΑΣΤΕΣ (2018)

ΜΕΡΟΣ Α’

αν έλειπε εκείνη η μέρα από το ημερολόγιο

 

ΑΝ ΕΛΕΙΠΕ ΕΚΕΙΝΗ Η ΜΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ.. .

ΑΝ ΕΛΕΙΠΕ εκείνη η μέρα από το ημερολόγιο κι εκείνη η γρουσούζικη ώρα, το παιδί θα ζούσε σήμερα…» είπε ο Ερόλ κι έχωσε τα δάκτυλα του δεξιού χεριού στα γκρίζα, μακριά μαλλιά του. Διέκοψε απότομα την προηγούμενη διήγησή του. Σαν να τον είχε αρπάξει ρεύμα μικρής τάσης· μια ηλεκτροπληξία μνήμης… «Μπορεί τώρα να ήταν σήμερα ένας ακτιβιστής της ειρήνης και της επανένωσης. Όπως εμένα, εσάς…» συνέχισε, σαν να απευθυνόταν μακριά, σε κάποιον αόρατο άγνωστο.
Κατάλαβα πως η αρχινημένη κουβέντα μας, για τους «Αλλόφυλους εραστές», θα έμενε στη μέση…
«Μα, ναι, θα πρέπει πρώτα να πω αυτό! Ήρθε ξαφνικά και δεν φεύγει απ’ εδώ!» είπε ο Ερόλ, πιέζοντας και στρίβοντας τον δείκτη σαν αρίδα στον κρόταφο.
Ήθελε να πει πως εκεί κατοικούσε η μνήμη. Που αδημονούσε…
0 μεταφραστής και φίλος μου, ο Αζίζ, ένιωσε και ο ίδιος ένα τράνταγμα. Κοιτούσε μια εμένα, μια εκείνον.
Δεν ήθελε να του ξεφύγει λέξη:
«Μεσούντος του Αυγούστου, λοιπόν, και της δεύτερης εισβολής… Δεν θα ξεχάσω τους αιχμάλωτους που είχανε εγκλωβιστεί σε αγροικίες του Γεωργικού Γυμνασίου, στις παρυφές της Μόρφου. Στις εκκαθαρίσεις που ακολούθησαν την επέλαση του στρατού, λάβαινε μέρος κι ο Γιουσούφης. Φανατικός, δολοφόνος κατά συρροή, ορκισμένος της Τ.Μ.Τ. Γνωστός σ’ όλους στο χωριό σαν Γιουσουφάκι. Φοβού όσους έχουν και επεξηγηματικό παρατσούκλι…» είπε και χαμογέλασε, παρακολουθώντας αν πιάσαμε τον υπαινιγμό του. Θα του έλεγα εγώ, πως κι εμείς απ’ εδώ συνηθίζουμε κάτι ανάλογο, για ανθρώπους που, λόγω πλούσιου ποινικού μητρώου, δεν αρκούνται στ’ όνομά τους και χρήζουν διευκρίνισης. Αλλά, γιατί να διακόψω;
«Μόλις που είχε καταφέρει το Γιουσουφάκι, πριν από κάνα μήνα, να ξεφύγει, δυστυχώς, από την Εθνική Φρουρά και τους πραξικοπηματίες που, με το που μπήκαν στο χωριό, μάζεψαν τους άντρες και τους στείλανε
πακέτο στη Λεμεσό. Το Γιουσουφάκι έκανε επάγγελμα το φονικό. Yirtici hayvan, ύαινα! Κυκλοφορούσε μ’ ένα αυτόματο, δίπλα στους Τούρκους στρατιώτες, αγρίμι που οσμιζόταν το ζεστό αίμα από μακριά». Οι αιχμάλω-
τοι, καμιά εικοσαριά, κρατούνταν στην αυλή του σχολείου. Τυχαία, στη σκηνή βρέθηκε ένας Τούρκος γιατρός, απ’ αυτούς που είχε φέρει μαζί του ο στρατός. Στους ώμους του πολλά σιρίτια. Οι βοηθοί του τον φώναζαν
αρχίατρο. Πάνω στην κουβέντα τού ξέφυγε πως, ευτυχώς, χρόνια τώρα στον στρατό, δεν του έτυχε ποτέ να δει να θανατώνεται άνθρωπος μπροστά στα μάτια του. Δεν θα το άντεχε… Πιθανότατα, μέσα στην κόλαση των
ημερών, να είχε νιώσει ξαλαφρωμένος με κάποια καινούργια διαταγή από το αρχηγείο…
»Τι ήθελε να το πει, αυτό, ο γιατρός!
»Αυτοστιγμεί, το Γιουσουφάκι, βγήκε μπροστά, σαν κακομαθημένο παιδί, κουνιστός λυγιστός, κοντός, μια σπιθαμή, και παρίστανε λες, πως επιθεωρούσε την ομάδα των αιχμαλώτων. Εκείνοι στάθηκαν προσοχή μπροστά του. Στη φάτσα του κόλλησε μια μάσκα με κάτι δόντια που της λείπανε».
Ο Ερόλ άγγιξε μηχανικά, δυο τρεις φορές, το χέρι στη θέση της καρδιάς. Εκεί που οι καπνιστές βάζουν συνήθως το κουτί με τα τσιγάρα… για να την προστατέψουν. Άναψε ένα. Πρότεινε αφηρημένα και σ’ εμάς, αν και ήξερε
πως δεν καπνίζουμε.
«Το Γιουσουφάκι», συνέχισε ο Ερόλ, «απευθύνθηκε χλευαστικά σ’ έναν από τους αιχμαλώτους, δυο φορές το μπόι του: ‘Έλα εδώ εσύ, καλός μου φαίνεσαι! 
>>Ήταν ένα ψηλό, λιγνό παιδί, γύρω στα είκοσι πέντε. Του μίλησε στα ελληνικά. Χωρίς να χάνει χρόνο, τον έστησε σαν δίσκο σκοποβολής στα είκοσι μέτρα, μέσα στην πλατεία του σχολείου. 0 γιατρός σαν κατάλαβε τις σατανικές προθέσεις του, έμπηξε τις φωνές.
»“Τουρ, τουρ! Μη, μην το κάνεις αυτό! Υπάρχει διαταγή! ”
»Πριν τελειώσει όμως τα λόγια του, είδε τα αίματα να πιτσιλίζουν τη μικρή πλατεία, και τον αιχμάλωτο να σωριάζεται σακί κάτω.
»0 γιατρός έκανε εμετό και λιποθύμησε.
»“Αμ’ τέτοιοι είναι οι Τούρκοι αξιωματικοί;” ακούστηκε η ύαινα να βρίζει, φτύνοντας κάτω με θόρυβο τη θερινή σκόνη που είχε ζυμωθεί με τον ιδρώτα στις γωνιές των χειλιών του. “Γιαζίκ, για αξιωματικοί! φτου, για
αξιωματικοί…”»
«Πιθανότατα ο δολοφόνος γνώριζε για τη διαταγή, η οποία είχε φτάσει κατά το απομεσήμερο από το Κεντρικό Αρχηγείο. “Να μην δολοφονούνται οι αιχμάλωτοι, για να ανταλλαγούν με δικούς μας! ”
»Και να φανταστείς, δεν είχαμε μέχρι τότε σοβαρά επεισόδια με τους Έλληνες συγχωριανούς μας. Τα μάζεψαν, βέβαια και φύγανε το ’58, με την ΕΟΚΑ και τις φασαρίες. Ήτανε οι λίγοι. Μετακόμισαν στην Πέτρα, το κεφαλοχώρι δίπλα. Όπως είχε γίνει και με δικούς μας σε άλλα χωριά, όπου ήταν μειονότητα. Κράτησαν όμως οι πιο πολλοί τα κτήματά τους, ερχόντουσαν και τα δουλεύανε, πίναμε μαζί τον καφέ μας στα καφενεία. Και στους γάμους μας έρχονταν και στους δικούς τους πηγαίναμε. Διατηρούσαμε καλές σχέσεις μέχρι το ’74. Τον Γιουσόυφη τον τραβούσε το αίμα. Μέσα στην τρέλα του
πολέμου, που η ευθύνη δεν βαραίνει προσωπικά κανένα, ο καλός χάνει τα νερά του κι ο κακός, γίνεται θηρίο ανήμερο. Yirtici hayvan, ο Γιουσούφ!

Με την τελευταία λέξη, ο Ερόλ πέταξε οργισμένος το τσιγάρο μακριά, σαν να σημάδευε κάποιον. Αμέσως, όμως, σηκώθηκε, πήγε και τον πάτησε, λιώνοντάς τον με το τακούνι του.
Επιστρέφοντας, είπε: «Αν έλειπε εκείνη η μέρα του Αυγούστου από το ημερολόγιο, εκείνη η γρουσούζικη ώρα, το παιδί θα ζούσε σήμερα…»

 

ΣΤΟ ΑΙΘΡΙΟ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ

Στη μνήμη του Νέαρχου Γεωργιάδη

Τον συνάντησα στο αίθριο, δεν ήθελα όμως να του μιλήσω. Να μου τη βιδώσει αίφνης και να φτάσουμε στα άκρα. Εκείνος άλλωστε έχαιρε ασυλίας, το πιο πιθανό, θα βρισκόμουν εγώ στο κλουβί. Ένας ταπεινός κυλικειάρχης. Όχι, όχι, θα προτιμούσα να τον φτύσω εμπιστευτικά, χωρίς μάρτυρες. Ή τουλάχιστον στην τηλεόραση, όπως κάνω με κάποιους πολιτικούς… «Προδότες», κατά την άποψή μου. Άκου, πού έχω μάθει εγώ τέτοια βρομόλογα; Μα αφού τους ακούω στο γυαλί κάθε μέρα να σκυλοβρίζονται; Εδώ στην καντίνα, όμως, φιλαράκια πρώτης…
Τι με εξάπτει, όμως; Η Μόρφου θα επιστρεφόταν στους κατοίκους της σύμφωνα με όλα τα σχέδια λύσης του Κυπριακού. Κάποια κόμματα διαφωνούσαν με αυτά και η πόλη έπεφτε κάθε φορά θύμα, όπως και η Αμμόχωστος, πόλη φάντασμα, περιφραγμένη με συρματόπλεγμα. Χωρίς κατοίκους, αφημένη στον χαλασμό του χρόνου, πεδίο μάχης ανάμεσα σε ερπετά και ποντίκια. Παιγνιδάκι του Αίσωπου ανάμεσα στο ποντίκι και το λιοντάρι που βρυχάται. Η Μόρφου, τουλάχιστον, κατοικείται. Από Τουρκοκύπριους του νότου, οι οποίοι με το σχέδιο εθνοκάθαρσης του τουρκικού στρατού το ’74, ξεριζώθηκαν από τα σπίτια τους, τους εγκατέστησαν εδώ. Κράτησαν και τ’ όνομά της. «Όμορφο» τη λένε. Σ’ αντίθεση με τόσα άλλα ονόματα που η κατοχή, για λόγους μνημοκτονίας, τους άλλαξε τα φώτα. Νοσταλγούν όμως την πόλη τους. Ένας μου ’λεγε τις προάλλες πως θα πάρει τυρί στο Νότο, να του φτιάξουν πασχαλινές φλαούνες οι Λεμεσιανοί, παλιοί γείτονες του, όπως κάνει κάθε χρόνο, αφότου άνοιξαν τα οδοφράγματα το 2003. Γι’ αυτό, άλλωστε, σαν τους δόθηκε η ευκαιρία, ψήφισαν να τη δώσουνε πίσω. Παρότι την αγάπησαν πια, ξέροντας όμως πως η ψυχή της δεν θα τους δοθεί ποτέ, έπαψε και να καρπίζει όπως πριν- η συνείδησή τους υπαγόρευε πως η πόλη εξακολουθεί να ανήκει στους παλιούς ιδιοκτήτες της. Αυτοί όμως, γαϊδούρια, σκέτα. Όχι συλλήβδην, βεβαίως! Σημειωμένους έχω μόνο κάτι επιφανείς άνδρες και γυναίκες, που βολεύτηκαν μέσα σε γλυκές κομματικές μυλόπετρες, βουλευτιλίκια και άλλες μπανανόφλουδες· ξεχάστηκαν. Παρ’ όλα αυτά, σε μένα δεν αρέσουν οι διαπληκτισμοί. Στο κάτω κάτω, η πόλη τους στάθηκε για μένα μονάχα μητριά. Τα έξι χρόνια που φοίτησα εκεί στο γυμνάσιο.
Ένας συγγραφέας(1), καταγόμενος επίσης από τη Μόρφου, είχε διαπληκτιστεί μαζί τους, έμαθα, με αφορμή ένα διήγημά του για τα παιδικά του χρόνια στη γενέτειρά του. Κι όλοι πέσανε απάνω του , να τον φάνε• πέθανε ο άνθρωπος, τους έκανε το χατίρι. Εδώ και τρία χρόνια. Όπως κι ο μικρός ήρωας του πριν από σαράντα χρόνια. Και οι δυο από καρδιά. Όχι, βέβαια, επειδή πέσανε πάνω τους να τους φάνε. όχι. Γραμμένους τους είχανε. 0 θάνατός τους επήλθε σε διαφορετικούς χρόνους. Στην κηδεία τους δεν πάτησε σχεδόν κανένας συμπολίτης, τέτοιο σκορποχώρι που κατάντησαν. Ή τουλάχιστον κάποιος επίσημος ή επώνυμος, ή πώς αλλιώς τους λένε αυτούς που επαγγέλλονται τον πατριωτισμό. Ούτε βουλευτής. ευρωβουλευτίνα ή ο εν κατοχή δήμαρχός τους• αυτών που η αντίστασή τους συνίσταται στο να επιδίδουν κάθε χρόνο, στην επέτειο της κατάληψης της πόλης, ένα ψήφισμα σε κάποιον λοχία της Ειρηνευτικής Δύναμης. Αυτοί που ξέχασαν πως η γενέτειρά τους είχε γεννήσει έναν καλό συγγραφέα (2) . Η προσφυγιά, μην ακούτε λόγια, τα μεγάλα λόγια «δεν ξεχνώ», όλα τα ξεχνά, όλα τα μαχαιρώνει, προπαντός σαν πέσουν οφίτσια και καλό φαί… Αυτά τους έσουρνε, πώς να αγαπήσουν έναν τέτοιο νεκρό!
Το διήγημά του «Η τελευταία επιθυμία του Μεμέτη»(3) αναφέρεται σ’ ένα τουρκάκι, γείτονά του, το οποίο οι Έλληνες ομήλικοί του δεν το θέλανε, φυσικά. Αντιθέτως, το περιλούζανε με βρισιές από το πλούσιο υβρεολόγιο ενάντια στους σύνοικους, όπως εμπλουτίστηκε στη διάρκεια του ένοπλου αγώνα κατά των Άγγλων, όταν ο φανατισμός χτύπησε κόκκινο εναντίον των Τούρκων γειτόνων τους· ως επίσης και των αριστερών γειτόνων τους. Επειδή και οι δυο δεν στήριξαν, λέει, τον ένοπλο αγώνα τους για Ένωση. Μόνο ο Φοίβος, ο μικρότερος αδερφός του, έκανε παρέα τον Μεμέτη, το γειτονόπουλό τους. Αχώριστοι φίλοι. Ο συγγραφέας, θυμάται το παιδί εαυτό του διαποτισμένο και το ίδιο από μισαλλοδοξία, μαζί με άλλους συμμαθητές του. Ένα βράδυ τα κάνανε γυαλιά καρφιά στο τουρκικό σχολείο. Υψώνοντας την ίδια νύχτα την ελληνική σημαία στο δικό τους σχολείο, ενθαρρυμένοι προφανώς από τους δασκάλους τους. Για να ακολουθήσει και η επίθεση ενάντια στο τζαμί. Πράξη αποδιδόμενη στο διήγημα, σε κύκλους της ΕΟΚΑ, που εξισώνεται στα μάτια του συγγραφέα περίπου με την τουρκική τρομοκρατική οργάνωση ΒΟΛΚΑΝ. Όλ’ αυτά αναγκάζουν τους λίγους Τουρκοκύπριους να εγκαταλείψουν την πόλη τους και να εγκατασταθούν στη Λεύκα, γειτονική κωμόπολη όπου πλειοψηφούσαν οι Τούρκοι.
Είχε περάσει χρόνος αφότου οι γείτονές τους, ο παπλωματάς με τη γυναίκα του και τον μικρό Μεμέτη εγκατέλειψαν την πόλη. Η μάνα του Φοίβου στεναχωριόταν που είχε χάσει την καλή γειτόνισσα και ο γιος της τον φίλο του. Και μια μέρα μπροστά στην πόρτα τους καταφτάνει ένα ταξί. Μέσα είναι η κυρία Μουκατές και ο γιος της, που ήρθε για να δει τον φίλο του. Άρρωστος
με την καρδιά του. Δεν του έμενε πολλή ζωή. Αγκαλιάστηκαν με τον Φοίβο, τους άφησαν για λίγο μόνους στο δωμάτιο. Όταν βγήκαν, ήταν και οι δυο κλαμένοι. Δεν είχε κλείσει μήνας και ο Μεμέτης έφυγε απ’ αυτή την άχαρη ζωή. 0 φίλος του πήγε στην κηδεία, μαζί με τη μάνα και τον πατέρα του, ο οποίος έμοιαζε πιο στεναχωρημένος κι από τον γιο του. Στο δρόμο της επιστροφής χτύπησε μια στο τιμόνι θυμωμένος: «Αχ, φτωχέ κοσμάκη!
Αν είχαν τα ριάλια, μπορεί και να το παίρναν Αγγλία το παιδί…»

Τον είδα να βγαίνει από τη Βουλή. Ήταν ένας από τους 76%, που δεν θέλησαν να πάνε πίσω, το 2004, επειδή το σχέδιο λύσης δεν το ενέκρινε ο αρχηγός… παρότι αυτός ο ίδιος το συζήταγε για δυο χρόνια. Η Μόρφου, πάλι στα αζήτητα. Ποιος ξέρει, αν θα προταθεί και πάλι για επιστροφή. Πάλι! Πάλι με χρόνια με καιρούς… Ένιωθε μήπως κάποια ενοχή; Πάντως ήταν λίγο σκυφτός ο βουλευτής και κουρεμένος γουλί- του φταίξανε οι τρίχες. Πλησίασε. Θα πρέπει να τον έκοβαν λόρδες, ερχόταν φουριόζος κατά πάνω μου. Δεν το είχε ξανακάνει και δεν ήξερα πώς να σταθώ στο ύψος των περιστάσεων. Όλοι οι συνάδελφοί του και το προσωπικό ξέρανε τα νόστιμα και προσεγμένα σάντουιτς μας. Μετρημένα σ’ αυτά, με θεία αναλογία, το αλλαντικό, το τυρί, το λαχανικό. Το ζέσταμα επίσης, αυστηρά καθορισμένο σαν ήπιος πυρετός, το ίδιο κι η μουστάρδα σε καράτια, και η πίκλα, σε δόση ακρίβειας. Το αγγούρι μόλις που ξεμύτιζε στο κάθε δάγκωμα, η ντομάτα, λόγω χρώματος και ειδικής ευαισθησίας, απέφευγε να εμφανιστεί. Εν κατακλείδι, η κατανάλωση ενός τέτοιου γεύματος, ισοδυναμούσε, σύμφωνα με κάποιους πελάτες, με κορυφαία πανδαισία! Πρόσφυγας όντας, είχε δουλέψει ένα διάστημα στα καράβια. Στην Αμβέρσα είχε γνωρίσει αυτά τα σάντουιτς, δίπλα στον σταθμό του τρένου, με τα πολλά χρυσοχοεία… Μόνο ο βουλευτής δεν τα ήξερε. Για μεσημεριανό πεταγόταν σπίτι, ήταν κοντά. 
Γνώριζα και τον πατέρα του εν λόγω βουλευτή. Ποτίζαμε κάποτε από κοινό αυλάκι τα περβόλια μας. Πορτοκάλια εκείνος, γκρέιπφρουτ εγώ. Εκείνος με δίδασκε τη δική του αιώνια πείρα του περβολάρη, έμοιαζε σχεδόν πατέρας μου, αλλά και μάθαινε από μένα τα πιο καινούργια, μιας που ήμουν απόφοιτος του Γεωργικού Γυμνασίου της κωμόπολης. Δεν αναφέρω τ’ όνομά του για να μην προσβάλω τον γιο του. Πέθανε κι αυτός με τον καημό του γυρισμού. Το μυαλό μου τον… συγκράτησε κάπως ωχρό, ή καλύτερα τεφρό, κάτω από το φως του φεγγαριού· να πλατσουρίζει στο νερό, μ’ ένα φτυάρι στον ώμο. Μολονότι στην αρχή τα βρήκε σκούρα, στο τέλος με αναγνώρισε κι εκείνος. Αρκετά γερασμένος από τον νόστο της επιστροφής. Του εξήγησα, όμως, πως και οι δυο τσαλαβουτούσαμε σε όνειρο. Εξ ου και οι φάτσες μας σαν αρνητικά φωτογραφίας· κατάλαβε.
Τρεις μέρες πριν ανοίξουν τα οδοφράγματα είχα επισκεφτεί το Γυμνάσιό μου, όπως άλλωστε έκανα συχνά στα όνειρά μου. Ήθελα να ξαναδώ το τεράστιό του χολ, όπου παίζαμε ντόμινο, σκάκι και ντάμα. Παίρναμε από τη βιβλιοθήκη βιβλία, ακόμη και του ερωτικού Γρηγορίου Ξενόπουλου και τα διαβάζαμε, ανεξέλεγκτα και ακατασχέτως, ακούγαμε από το ραδιόφωνο τις Κυριακές τους ποδοσφαιρικούς αγώνες, κάναμε τις γιορτές μας, παίζαμε θέατρα, απαγγέλλαμε ποιήματα και καθόμασταν τις τελικές εξετάσεις της χρονιάς. Δίπλα ο κοιτώνας της έκτης τάξης και στην άλλη πλευρά, η γραμματεία του σχολείου. Πιο μέσα το γραφείο του διευθυντή με το βούνευρο της τιμωρίας. Από την πίσω μεριά ο αμπελώνας όπου κάναμε τα πειράματά μας και στο βάθος ο απέραντος πορτοκαλεώνας. Προς τα ανατολικά ξεκινούσε ο δρόμος που οδηγούσε στη μεγάλη δεξαμενή. Αριστερά και δεξιά της «ιεράς οδού», όπως την ονομάζαμε, ήταν οι κοιτώνες της τάξης μας, τα καινούργια ατομικά λουτρά, όπου εκσφενδονίζαμε, χωρίς συστολή πια, τα σπερματοζωάριά μας, υποχρεωτικά δις εβδομαδιαίους. Ενδιάμεσα της ιεράς οδού το δωμάτιο ενός θεολόγου ντόπερμαν, επίσημου ελεγκτή των οργασμών μας, το ξομολογητάρι και στη συνέχεια, λαχανόκηποι και αγροί με αμέτρητες φανταχτερές πεταλούδες. Πόσες πεταλούδες, σαν τρυφερές μαθητριούλες σε παρέλαση από το διπλανό λύκειο, δεν είχαμε καρφώσει πάνω στον αιμοσταγή κι ανόητο πίνακα των συλλογών μας! Η δεξαμενή χρησίμευε και για κολυμβητικούς αγώνες που κάναμε το καλοκαίρι πριν από τις εξετάσεις. Από δίπλα περνούσε ο καινούργιος υπεραστικός δρόμος προς Ξερό και Λεύκα. Κάποιοι τυχαίοι σταματούσαν, περνούσαν μέσα από την περίφραξη και μας παρακολουθούσαν να σχίζουμε σαν κοκκινόψαρα το νερό.
Δεν ήταν όμως κανένας εκεί. Λες και οι αγώνες είχαν εγκαταλειφθεί από τον καιρό του Μεγάλου Θεοδόσιου, που τον είπανε τέτοιον, αυτόν τον θεομπαίχτη, αφού μεταξύ άλλων θεάρεστων, έκλεισε τις ακαδημίες και κατάργησε τους Ολυμπιακούς αγώνες. Προσπάθησα να τρυπώσω μέσα από τα τέλια. Πιο κάτω ήταν στρατιώτες, κατάφερα όμως ν’ ανεβώ στο τείχος της δεξαμενής. Άδεια! Στο βυθό της λάσπη και μέσα βατράχια με λερά ματοτσίνορα. Με το που με πήραν είδηση άρχιζαν να κοάζουν εκνευριστικά. Σ’ αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στην πραγματικότητα, όπου τα βατράχια σιωπούν στο άκουσμα ξένων θορύβων. Εκείνα όμως, συνέχιζαν το δαιμονικό κόασμά τους, μες στο όνειρο. Δοκίμασα να φωνάξω, με την ελπίδα πως θα άφηναν τα σπαστικά τους και θα συμπεριφέρονταν επιτέλους, ανθρώπινα, σύμφωνα με τις φυσικές τους συνήθειες. Τίποτε! Η φωνή μου δεν έβγαινε και τ’ αυτιά μου κουδούνιζαν από τα ψηλά ντεσιμπέλ. Αποφάσισα να του δίνω. Οι βάτραχοι μεγάλωναν σε μέγεθος, το ένιωθα ξεμακραίνοντας. Κοίταξα πίσω κάποια στιγμή, με φόβο, να το επιβεβαιώσω. Συντελούνταν κάτι χειρότερο. Οι τεράστιοι βάτραχοι, μεταμορφωμένοι τώρα σε μεγάλες χελώνες, βάρκες αναποδογυρισμένες, τρέχανε το κατόπι μου, με απειλητικές διαθέσεις. Ήξερα από τα παιδικά παραμύθια πως οι χελώνες κινούνται αργά, ιδιαίτερα ανταγωνιζόμενες το λαγό, έξυπνες όμως, τον είχαν κερδίσει μερικές φορές, κόντευαν να δρέψουν το ιδρωμένο πουκάμισό μου από πίσω. Ξαναγύρισα. Να βρω κάποια κατεύθυνση που θα τους ήταν δύσκολο να ακολουθήσουν. Αμέσως όμως στ’ αυτιά μου ήχησε αλλιώτικος ο θόρυβος της κίνησής τους, έμοιαζε μεταλλικός σαν εκσκαφέων, δεν ήταν πια ορδές από χελώνες, αλλά ίλες στρατιωτικών αρμάτων. Την πατήσαμε τώρα, λέω στον εαυτό μου αγκομαχώντας.
Μα γιατί τόλμησα να διακινδυνέψω ένα τέτοιο ταξίδι, ακόμη και στον ύπνο μου; Οι κάννες των πολυβόλων τους με ακολουθούσαν κατά πόδας! Τότε σκέφτηκα πως αυτές κοιτούν μακριά, οι κάννες δεν βλέπουν τι συμβαίνει ακριβώς κάτω από τη μύτη τους. Σχεδίαζα με ελπίδα τη διαφυγή μου. Κι ακριβώς τότε, μέσα από τις πρασιές των πορτοκαλιών, ακούω μια σιγανή φωνή:
«Κρύψου αμέσως κάτω από το δέντρο κι ακολούθα με!»
Το φεγγάρι πυρπολούσε τη νύκτα. Στην αρχή νόμιζα πως ήταν από τα τροχιοδεικτικά και τα βεγγαλικά της μάχης. Μιας μάχης με στόχο εμένα, που είχα τολμήσει να πλησιάσω τη δεξαμενή, άντρο ως φαίνεται, των πολεμικών επιχειρήσεων του εχθρού.
«Έλα μην χάνεις τον χρόνο!» άκουσα ξανά τη φωνή μπροστά μου.
Ακολούθησα. Στο ξέφωτο, εκεί που χώριζαν κάποτε μεταξύ τους τα περβόλια μας, στάθηκε κατάφατσα μπροστά μου. Έμοιαζε βέβαια γερασμένος από τον καημό της προσφυγιάς, όμως αμέσως τον αναγνώρισα. 0 πατέρας του βουλευτή.
«Δίπλα ακριβώς, πέρα απ’ αυτό τον όχθο, είναι το περβόλι της αδερφής σου, δεν το θυμάσαι;»
Ήταν το περβόλι που ποτίζαμε μαζί πριν από χρόνια. Η αδερφή κι ο γαμπρός μου, που καταγόταν από τη Μόρφου, ζούσαν για πολλά χρόνια στην Αυστραλία. Δυο χρόνια προ της εισβολής είχαν αποφασίσει να επαναπατριστούν. Με τις οικονομίες τους αγόρασαν ένα μεγάλο κτήμα που το εμπιστεύτηκαν σε μένα μέχρι την επιστροφή και την επανεγκατάστασή τους. Δυστυχώς δεν κατάφερα να το κρατήσω. Μείνανε με άδεια χέρια και στα ξένα, για πάντα. Στα γράμματά μου προσπαθούσα να εξηγήσω στην αδελφή μου πως το πάλεψα με τα τανκς, αλλά, δυστυχώς, η πάλη ήταν άνιση. Εκείνη αντιλαμβανόταν βέβαια, όπως και ο καλότατος σύζυγός της, πως δεν το είχα παλέψει καθόλου, κούφια λόγια ήταν. Όμως, δοκίμασαν να μπουν στη θέση μου, την ώρα που τα άρματα με κυνηγούσαν. Και οι δυο κατανοούσαν πως δεν ήταν δυνατό να τα βάλω μαζί τους, σιωπούσαν, όμως, συνωμοτικά. Ή μάλλον γράφανε κάποτε, πως «δεν πειράζει, εσύ έκανες ό,τι περνούσε από το χέρι σου… Καμιά φορά η δειλία σώζει τον άνθρωπο!» Ίσως και να υπονοούσαν, στον ύπνο μου πάντα, πως το ότι είχα καταφέρει εγκαίρως να διαφύγω, ήταν κι αυτό θετικό. Και, εν πάση περιπτώσει, σαφώς καλύτερο από του να διάγω σήμερα σαν αγνοούμενος, όπως άλλοι χίλιοι πεντακόσιοι, να αγνοούμαι μέσα στο περβόλι τους. Πράγμα που δεν συμμεριζόμουν, αφού άθαφτος καθώς θα ήμουν, θα με τρώγανε τα όρνια και θα έμενε ο σκελετός μου σαν σασί τρακτέρ, σκιάχτρο. ν’ ασπρίζει στον ήλιο. Κι όταν θα άρχιζε η διαδικασία της αναγνώρισης των χαμένων πτωμάτων και το κυνηγητό των οστών, με τη μέθοδο του ντι εν έι, κανείς δεν θα ψυλλιαζόταν να πάρει γενετικό υλικό από ένα σκιάχτρο. Και θα έμενα εσαεί στη μέση του χωραφιού να φυλάει το μποστάνι από τα κοράκια. Κι όταν κάποτε απελευθερωθεί η πόλη κι επιστρέψουν με το καλό, ζωντανοί να ’ναι, θα βρουν τα καρπούζια, τα πεπόνια, τα φασολάκια και τις ντομάτες, άθικτες. Μόνο που, στο μεταξύ, η ετεροθαλής αδερφή μου έπαθε πάρκινσον και θα της ήταν αδύνατο, μου έλεγε, να περπατήσει μέσα σε ανώμαλο χωράφι, με πολλούς σβόλους, έλεγε. Οπότε θα έστελνε τις δυο της κόρες, τη μια που διακρινόταν ως γιατρός στη Μελβούρνη και την άλλη, μεγαλοδικηγόρος αυτή, για να μαζέψουν ντοματίνια από το χωράφι τους. 0 γαμπρός μου είχε γεράσει κι αυτός ανεπανόρθωτα. Και παρόλα αυτά έκανε κι ο ίδιος κρυφά όνειρα. Τους έκρυβα επιμελώς την υπόθεση της υπεραγοράς…
«Τώρα», μου λέει ο πατέρας του βουλευτή, «θα σε περάσω απέναντι στο κτήμα της αδελφής σου. 0 κίνδυνος είχε περάσει, μόνο ο μεταλλικός θόρυβος των εκσκαφέων ακουγόταν ξεθωριασμένος. «Μέσα έχουν κτίσει τελευταία ένα σούπερ μάρκετ, ανήκει, νομίζω, στον συμπέθερο του Ντενκτάς. Εκεί δεν θα σε πειράξει κανείς. Θα μπεις, απαρατήρητος, μέσα σε μια μεγάλη κάσα, θα ξαπλώσεις σαν νεκρός, και αύριο πρωί πρωί, θα σε μεταφέρουν Λευκωσία».
«Και τι μ’ αυτό του λέω, θα με πάνε στην κατεχόμενη μεριά! Θα με γραπώσουν εκεί και αιωνία μου η μνήμη, για τα καλά! Δεν με συμβουλεύεις σωστά, θείε!» τόλμησα να πω. Πρώτη φορά του έμπαινα έτσι, αφότου τον θυμάμαι.
«Όχι, σου λέω!» είπε κάπως θιγμένος, «το φορτηγό αυτό ακολουθεί χρόνια τώρα μια μυστική διαδρομή. Περνά για λίγο στην ελεύθερη Λευκωσία, κάνει στάση ενός δευτερολέπτου μπροστά από τη Βουλή και θα πρέπει εκείνη ακριβώς τη στιγμή να προλάβεις να πεταχτείς. Μετά περνά πάλι, μέσω του φυλακίου Λήδρα Πάλας, στην κατεχόμενη Λευκωσία. Όμως, το τελευταίο, στην ουσία, δεν σε αφορά».
Έμεινα λίγο σκεφτικός. Ακόμη και στο όνειρο, θεωρούσα παράλογη μια τέτοια διαδρομή. Γέλασα κιόλας, οικτρά βέβαια, παραλληλίζοντας τον εαυτό μου με τυφλό ή λεπρό που θα έπρεπε, μέσα σε δέκατα δευτερολέπτου, όταν ο άγγελος ταράξει τα νερά, να πηδήξω στην κολυμβήθρα…
Θα πρέπει να κατάλαβε την οικτρότητα της σκέψης μου και είπε: «Μη σκέφτεσαι οικτρά! Πρώτα πρώτα δεν είσαι νεκρός. Αυτό θα πρέπει να το συνειδητοποιήσεις και να το χωνέψεις καλά. Διαφορετικά!… Στη Βουλή,
λοιπόν, θα σε περιμένει ο γιος μου. Μόλις φανείς στην πόρτα του φορτηγού, αυτός θα σε αρπάξει, οπότε αυτομάτως τερματίζεται κάθε δικαιοδοσία του οδηγού και των ένοπλων φρουρών, επάνω σου».
Το επιχείρημά του μου φάνηκε πειστικό. Από τη στιγμή που θα κρατιόμουν από το χέρι του βουλευτή, αποκτούσα κι εγώ ασυλία, ακόμη κι απέναντι στις σφαίρες.

Αυτό ήταν το όνειρο που είχα δει τρεις μέρες πριν από το άνοιγμα των οδοφραγμάτων, του οποίου είχαν προηγηθεί οι μαζικές διαδηλώσεις των Τουρκοκυπρίων, ενάντια στο καθεστώς. Σημαντικό ρόλο, βέβαια, θα έπαιξε
και η πολιτική οξυδέρκεια του Πρωθυπουργού της Τουρκίας που, με το άνοιγμα αυτό, αποσυμπίεζε μια βαλβίδα πριν από τη μεγάλη έκρηξη του καζανιού.
Σε τρεις μέρες παρακάλεσα ένα φίλο Τουρκοκύπριο και με πήρε με το αμάξι του μέχρι το Γυμνάσιό μου. Από την πλευρά του δρόμου προς Ξερό, κάπου εκεί στη δεξαμενή, όντως υπήρχε στρατόπεδο. Πλησιάσαμε από άλλη πλευρά. Το μεγάλο χολ ήταν ισοπεδωμένο, άχρι θεμελίων, όπως τους ελληνικούς ναούς που είχαν κατεδαφιστεί με μανία από τον Ιουστινιανό για να κτιστεί ο Ιππόδρομος και κυρίως το Υδραγωγείο της Κωνσταντινούπολης.
Στη στάση της Βουλής δεν με περίμενε κανένας βουλευτής. Αυτός ήταν μέσα, στα ενδότερα, που λέμε, και μηχανορραφούσε πάντα, μαζί με άλλους σχέδια για επιστροφή στη Μόρφου. Εάν και εφόσον πετυχαίναμε, όπως λέει, την ιδεατή λύση. Την προ της ταπεινωτικής ήττας, λόγω προδοτικής βλακείας, την προ της καταστροφής, την προ του εποικισμού από εκατοντάδες χιλιάδες έποικους που συνέρεαν κατά σμήνη σαν μύγες πράσινες, κατά τον Jenan Selchuk(4) . από την Ανατολία. Και κυρίως, αν δεν επέστρεφαν όλοι οι πρόσφυγες στα σπίτια τους. Και όλοι οι αγνοούμενοι στα σπίτια τους. Στα νεκροταφεία του νότου. Με τα μικροσκοπικά τους φέρετρα! Έτσι περνούσαν τα χρόνια. Και πάνω σ’ αυτές τις άπεφθες θέσεις είχε κτίσει τέτοια καριέρα που δεν είχε πια ανάγκη την επιστροφή…
Παρόλα αυτά πετάχτηκα σβέλτα στη στάση και ανέλαβα το κυλικείο. Τον περίμενα σαν τα χιόνια από καιρό, να πεινάσει και να απευθυνθεί σ’ εμάς. Είχα προειδοποιήσει τα παιδιά, τα οποία στην κρίσιμη στιγμή χτύπησαν ρέστα· αρνήθηκαν να τον εξυπηρετήσουν. Έμεινε εμβρόντητος! Και διαμαρτυρόμενος που ρεζιλεύεται μεταξύ των συναδέλφων του, οι οποίοι στο μεταξύ κατασπάραζαν, σαν… κύριοι, τα σάντουιτς Αμβέρσας. Στράφηκε προς εμένα, αγριωπός, και ξιφουλκώντας ένα απόσπασμα του νόμου εναντίον μου.
«Είναι εντολή από τον πατέρα σου! αντέτεινα, ήμασταν ψες μαζί…» Μολονότι ο πατέρας του ήταν νεκρός εδώ και μια δεκαετία, ασκούσε όμως ακόμη νεκρική επιρροή πάνω του, …ελέω αλύτρωτης Μόρφου.
Θα πρέπει να το κατάλαβε και ο ίδιος πως κάτι δεν του έβγαινε. Το έδειχνε ο τρόπος που είχε μαζέψει την ουρά στα σκέλια κι απομακρύνθηκε.
1) Σε μια προσπάθεια δημιουργίας συνείδησης ειρηνικής συνύπαρξης, επί διακυβέρνησης Χριστόφια, έγινε μια πρόταση συμπερίληψης στη σχολική ύλη λογοτεχνικών κειμένων που ενδεχομένως θα βοηθούσαν προς αυτή την κατεύθυνση. Ουαί και αλίμονο! Οι γνωστοί εθνικιστικοί κύκλοι κατάφεραν, για άλλη μια φορά, να ακυρώσουν κάθε προοπτική. Στην περίπτωση, θύμα λιντσαρίσματος ήταν και το διήγημα του Νέαρχου Γεωργιάδη.

2) 0 Νέαρχος Γεωργιάδης, συγγραφέας αρκετών βιβλίων με διηγήματα και πολλών άλλων με έρευνες για το ρεμπέτικο τραγούδι που γίνανε γνωστά στο πανελλήνιο, πέθανε τον Ιούλιο του 2013. Στην κηδεία του δεν είδα κανένα επώνυμο Μορφίτη, για να τον ευχαριστήσει που διέσωσε εις τον αιώνα τη μνήμη της Μόρφου μέσα από το διήγημά του «0 Αβράμης ο Κύριος», που διαδραματίζεται στην πλατεία του πολιούχου Αγίου Μάμα, ούτε και για το διήγημα «Η τελευταία επιθυμία του Μεμέτη» που σώζει την τιμή των Ελληνοκυπρίων απέναντι σε ό,τι κακό διέπραξαν για τη διαίρεση της πατρίδας…

3) Φαίνεται πως η υπόθεση του εν λόγω διηγήματος είναι πέρα για πέρα αληθινή. Τριάντα χρόνια από την τουρκική εισβολή και με το μερικό άνοιγμα των οδοφραγμάτων, η Ένωση Λογοτεχνών Κύπρου διοργάνωσε με τους Τουρκοκύπριους συναδέλφους δύο βραδιές διηγήματος με έργα τεσσάρων διηγηματογράφων από κάθε πλευρά. Το διήγημα του Νέαρχου Γεωργιάδη διαβάστηκε μεταφρασμένο στην κατεχόμενη Λευκωσία. Με το πέρας της ανάγνωσης, ένας ηλικιωμένος Τουρκοκύπριος, κατασυγκινημένος, ανέβηκε στη σκηνή και
ασπάστηκε τον συγγραφέα. Ήταν ο πατέρας του Μεμέτη, ο κύριος Μουζαφέρ, ο παπλωματάς του διηγήματος.
4) Jenan Selchuk: Τουρκοκύπριος νεαρός ποιητής. Έγραψε το ποίημα Αμμόχωστος, όπου κατακεραυνώνει την κατοχή και τον εποικισμό: «Με μια στρατιωτική επιχείρηση / της αφαίρεσαν τις ωοθήκες… / Σμήνη από μύγες πρασινωπές / γεννοβολούν στο λιμάνι / κάμπιες σε σαλβάρια τυλιγμένες…»

 

ΜΕΡΟΣ Β’

αφρός ονείρου η ζωή

ΘΙΝΕΣ ΑΓΑΠΗΣ ΚΑΙ ΦΟΒΟΥ

ΤΑ ΧΑΛΑΣΑΝ ΑΔΟΞΑ εδώ και μερικά χρόνια. Από μια επιπολαιότητα, χωρίς να έχει εξαντληθεί μέσα τους η ιξώδης έλξη της αλλοτινής μέθης. Αυτό ίσως ένιωθε εκείνη και πιθανόν εκείνος. Γι’ αυτό σαν τύχαινε κάποτε να συναντηθούν στο ανέμελο της σύμπτωσης, υπήρχε τρέμουλο και ξηρασία στα χείλη του. Κι εκείνης η φωνή κολλούσε. Δύσκολα τούς έρχονταν λέξεις· έμεναν στον ουρανίσκο. Λέξεις που άλλοτε σάλιωναν με υγρά του σώματός τους. Ένδειξη τού πόσο είχαν αφεθεί στην ξηρασία της ιδιότυπης τρέλας.
Ένα δείλι τον είδε να πλησιάζει από μακριά πάνω στο κύμα. Πήρε θέση άμυνας, όπως μια φορά, στα ξηρά χρόνια: την είχε ακουμπήσει με ασύνειδη τρυφερότητα στο μπράτσο κι εκείνη τινάχτηκε λες και την άγγιξαν δόντια κοφτερά. Ξανοίχτηκε στα βαθιά. Είδε μέσα από τη μάσκα της μια σμέρνα. Έμοιαζε με τυλιχτό κατιμέρι στη σκιά ενός βράχου. Υπέθεσε πως καραδοκούσε το θύμα
της. Η ίδια, λεία της. Κι αμέσως μέσα της φόβος: πως το κεφάλι της εκτοξεύεται και της δαγκώνει τη ρώγα. Μα το ζώο απλώς αμυνόταν. Εκείνος πλησίαζε. Το κολλώδες του θυμικού του ξεπρόβαλε σαν κρυμμένη χαρά. Εκείνη το σημείωσε, ανταπέδωσε, κι ένιωσε αίφνης άλγος γλυκύ στο υπογάστριο. Όπως τότε, που γάτες ηδονής γρατσούνιζαν τα έγκατά της μετά την ιεροπραξία της συνουσίας.
Έμοιαζε σαν να είχε βρεθεί σε δύσκολη θέση. Στο παγκάκι της παραλίας κάθονταν μαζί της μια κυρία με τον γιο της. Τους σύστησε. Ξάφνου μια εντύπωση πως η κυρία ήθελε να της πασάρει τον μορφονιό της. Να του μάθει τον αντρισμό. Πρόσχαρη, ύπαρξη γενναιόδωρη και αφειδής. Και άλλοι πιθανόν, με την ίδια λογική, θα μπορούσαν να φανταστούν πως ήταν η κατάλληλη να τους μάθει τον αντρισμό. Ήταν όμως παντρεμένη και διόλου διατεθειμένη να μάθει στον οποιονδήποτε το οτιδήποτε. Εκτός από Φυσική στους μαθητές της. Πιο πέρα βρισκόταν ο άντρας της. Έφτιαχνε παιγνίδια στην άμμο με τις κορούλες του. Πίσω από μια θίνα που τους έκρυβε. Αν φώναζε δυνατά, θα την άκουγαν. Δεν φώναξε. Αντίθετα, σαν να απολάμβανε την πολιορκία της. Το αγόρι ήταν
συνάδελφος στο γυμνάσιο, δέκα χρόνια νεότερος. Μαθηματικός. Πολύ κοντά στη Φυσική. Έμοιαζε όμως αναποφάσιστος. καθόλου φανατικός της διεκδίκησης. Κι
αυτό πίκραινε τη μάνα του, που καλοκρατούσε την πρόσχαρη συνάδελφό του. Ήλπιζε, ποιος ξέρει, σε κάποια ευγενική ατιμία. Να διδάξει στον προκομμένο της, για τον οποίο ψυχανεμιζόταν πως κι εκείνος τη λιμπιζόταν, να κατανοήσει πως, σάρκα και ψυχή πάνε πλάι πλάι. Αγκαλιάζεις την ψυχή, αγκαλιάζεις τη σάρκα. Κι ανάποδα. Αυτό, μάλλον, θα ήταν το αίτημα της μάνας προς την καταδεκτική καθηγήτρια, όμορφη τριανταπεντάρα να μάθει στον γιο της πως, άμα αγκαλιάζεις τη σάρκα, αγκαλιάζεις την ψυχή. Δεν ήξερε πώς να το πετύχει.
Έβλεπε τον γιο της, λεβέντη μέχρις απάνω, ωραίο αναλόγως, αλλά με μια ανυπαρξία στο πρόσωπο. Έλιωνε. Ή, δεν έλιωνε ακριβώς, αφού έμοιαζε χαρούμενη και απολάμβανε την παρέα της κοπέλας, απλώς ήταν σκεφτική. Σκεφτόταν κι αυτή τη σμέρνα, κουλουριασμένη στη σκιά του ύφαλου, έτοιμη να ριχτεί στο θύμα της. Δεν Φοβόταν όμως, η ίδια ήταν θύτης, με το να ζητάει ό,τι ζητούσε από την καθηγήτρια. Και θύμα, ίσως. Χαμογελούσε σ’ ό,τι εκείνη έλεγε, το πιθανό θύμα της. Και ήλπιζε. Και θα ήλπιζε ακόμη μέχρι τέλους, αν δεν προέκυπτε εκείνος, που είχε κολλώδεις ουσίες στο αίμα του. Το ψυχανεμίστηκε αμέσως. Από τη θλίψη του που μπερδευόταν με ευτυχία.
Κρατούσε στα χέρια ένα αόρατο ψαροντούφεκο. Στη θέα του η σμέρνα, επίσης αόρατη, παρέλυσε από φόβο. Κανείς δεν υποπτεύθηκε τον δικό του φόβο. Την έχανε οριστικά. Από τα δόντια του παλληκαριού, που τον περνούσε μισό κεφάλι κι είχε το στόμα κλειστό όλη την ώρα. Είδε πίσω από τα σαρκώδη χείλη του τα δόντια της. Κουλουριασμένη σαν κατιμέρι. Πάει, την έχανε. Ξεχνούσε πως εδώ και καιρό ήταν χαμένη για πάντα, στην αγκαλιά του άλλου πίσω από τις θίνες.
Η καθηγήτρια, που αυθαιρέτως και αδίκως θεωρήθηκε, πως μπορούσε να διδάξει πράγματα σε άλλους, ένιωσε αίφνης ένα τρέμουλο και ξηρασία στα χείλη. Κι αντί να κάνει κάτι να τα υγράνει, όπως το αντικαθρέφτισμά του με νόημα της ένευε, σε μια προσπάθεια καθέλκυσής της πάλι στα νερά του, εκείνη, φοβισμένη, σύρθηκε μ’ ευλυγισία φιδιού και χάθηκε στη σχισμάδα του βράχου. Ένιωσε ασφαλής πίσω από τον εαυτό της. Κι ας ήταν η θλίψη της, αδελφή μιας θλίψης φόβου. Καταπώς το λέει το τραγούδι «από φόβο χάσαμε… δεν μας συγχωρώ!»
Εκείνος, έκανε μεταβολή, προς την κατεύθυνση των βράχων με την αλισάχνη στις γούβες και τα αιχμηρά δόντια. Φυσιολογικά, με το αλάτι στην πληγή, θα έπρεπε να σφαδάζει. Κανένας, όμως μορφασμός δεν ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του, το γυάλινο λες και ονειρικό. Για να βυθιστεί σχεδόν αμέσως και ολοκληρωτικά, πίσω από τον αφρώδη λόφο της λύπης του. Πράγμα που πιθανόν να σήμαινε πως δεν θα επιπόλαζε ποτέ. Μέχρι τέλους. Και να, πώς έρχονται κάποτε τα πράγματα! Από καιρό είχε μια άποψη πως μια μέρα θα τον συναντούσε. Για πρώτη φορά, ξανά… Όπως τον άγγελο της Αγίας Θηρεσίας, θα κατέβαζε τη ρομφαία μέσα της. Σφαδάζοντας, θα τον αποκαλούσε τρυφερά «άγγελέ μου!» κι εκείνος, «γλύκα μου» κι ακόμη πιο πεζά, «γλυκό του κουταλιού». Κάποτε κιόλας έπιανε τον εαυτό της πεπεισμένο πως αυτό θα συνέβαινε μια μέρα που η ζέστη θα της περόνιαζε τα κόκαλα. Υπήρξαν όμως, και άλλες εκδοχές στις φαντασιώσεις της, όπως αυτή σήμερα, πως θα ερχόταν από τη θάλασσα σαν στήλη νερού, περιδινούμενη στήλη νερού, που έλιωνε από ζέστη σαν κύμα, χύνοντας τα δάκρυά του, σταγόνες χοντρές στο σώμα της, αδιάβροχο, φτερά κύκνου, από τα αντηλιακά λάδια καρύδας και μαντζούνια λησμονιάς.
Θα έφευγε, ναι. Αφρός ονείρου. Μέρα μεσημέρι. Παίρνοντας μαζί του και τη φαντασίωση της μάνας που είχε πασάρει το γιο της για μαθητεία στον έρωτα.

 

Η ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΗ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
Ή
ΕΠΕΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΚΑΤΟΥΡΙΑΣΗ

Το επεισόδιο άρχισε σε μια στιγμή αφηρημάδας, ενώ κοιτούσε το στήθος της ωραίας Ντιόν, που τους φρόντιζε με ευρωπαϊκή φιλικότητα και προσεγμένη θηλυκότητα τις μέρες του συμποσίου. Τα βυζάκια της, προσεγμένα κι αυτά με μέτρο, είχε φροντίσει να τα θωρακίζει με μια ροζ φανελίτσα, κάτω από το ελαφρώς ανοικτό πουκάμισο. Δεν έδινε, επομένως, την ευκαιρία, που συνήθως παραχωρούν ευχαρίστως οι δικές μας των εύκρατων κλιμάτων και των οψίμως χειραφετηθεισών, που με το παραμικρό σκύψιμο, ανοίγουν παραδείσους αναμονής, ξέροντας πως προκαλούν τις έγκαυλες προθέσεις του επιτήδειου παρατηρητή. Κείνη τη στιγμή ακριβώς ένιωσε θιγμένη μα και κολακευμένη από το… περιεκτικό βλέμμα του και του έκανε νεύμα να το μετακινήσει εσπευσμένως προς την κατεύθυνση όπου ένας άνθρωπος, ύψους τουλάχιστον τριών μέτρων, ερχόταν κατά πάνω τους. Κοψοχόλιασε. Αμέσως όμως κατάλαβε πως επρόκειτο για τον ξεναγό τους ο οποίος περπατούσε μέσα στην άμμο που περιέβαλλε το περίπτερο ή πώς αλλιώς να ειπωθεί, το παρατηρητήριο μάλλον, από το οποίο ατένισαν μόλις απ’ άκρη σ’ άκρη, μέχρι το βάθος του ωκεανού, στο εξαιρετικό «Πανόραμα Mesdag» του ομώνυμου ξακουστού ζωγράφου. Τρικ οφθαλμαπάτης, προφανώς. 
Κάπου εκεί τελείωνε και η περιήγηση στο μουσείο και την προσκάλεσε να πήγαιναν ένα περίπατο μέχρι το Διεθνές Δικαστήριο, το οποίο έπεφτε σχετικά κοντά, όπως η ίδια του είχε εξηγήσει. Ήταν πολύ περίεργος να δει αυτό το επίγειο θαύμα, όπου ο θεός, με ανθρώπινο χέρι απονέμει δικαιοσύνη, πολύ πριν από τη Δευτέρα παρουσία. Και μετά να κάθονταν κάπου για ένα ολλανδικό σναπς genever και γιατί όχι, να δειπνούσαν μαζί. Τρεις μέρες ήταν αρκετές για αυτού του βαθμού εξοικείωση. Εκείνη προφασίστηκε δουλειές, μπορεί, όμως, να μην ήταν πρόφαση, και γιατί, δηλαδή, να ήταν; Του εξήγησε απλώς τον δρόμο κι αποχαιρετίστηκαν. Το χαμόγελό της πάντα φιλικό κι αινιγματικό, άφηνε και στον ίδιο μια γεύση ατελείωτου, δεν του επέτρεψε να κοιτάξει ξανά το στήθος της, έστω, τελευταία φορά. Το στήθος της χανόταν για πάντα… Αυτό το τελευταίο χάρηκε που του ήρθε στο μυαλό κι έκανε την παλαβή σκέψη να την πάρει το κατόπι, να την προφτάσει, για να της πει ειδικά αυτό. Εκείνη, όμως, πιθανό να μην το έβρισκε καθόλου κομψό και αστείο, λέξεις με τις οποίες χαρακτήρισε ένα από τα διηγήματά του στο βιβλίο που της είχε χαρίσει δυο μέρες πιο πριν. Ναι, κάπως έτσι εκφράστηκε. Και σαν το έλεγε, κουδούνιζαν ήχοι γλυκοί στα λόγια της. Κι ανυπομονούσε να διαβάσει και τα υπόλοιπα. Γι’ αυτό βιαζόταν, να πάει σπίτι και να στρωθεί στο διάβασμα.
Το βράδυ ερχόταν συνεχώς στον ύπνο του. Μια αυτή, μια ο άλλος, ο υπεράνθρωπος που περπατούσε στην άμμο. Ο οποίος, του προσήψε την κατηγορία της αφηρημάδας, οπότε κάποια στιγμή, απρόκλητα, απείλησε πως θα τον άρπαζε και θα τον πετούσε στο ποτάμι που διέσχιζε το απέναντι ψαροχώρι. Μέσα στον πανοραμικό πίνακα μεν, αλλά αρκετά βαθύ με υποσχόμενο πνιγμό και με τις πολυπληθείς κεραίες των καραβιών σαν βελόνες, με διάθεση η κάθε μια να τρυπήσει κι από ένα κύτταρό του. Τόσο σοβαρό το αμάρτημα. Η Ντιόν έμοιαζε να ανησυχεί, ξέροντας πως αιτία για όλα αυτά ήταν τα στήθη της, σε λίγο, όμως, έμοιαζε να το ξεπερνά και χαμογέλασε με τον διφορούμενο τρόπο της. Μετά τον πλησίασε, τον κάλυψε σαν προστασία και ο υπεράνθρωπος απομακρύνθηκε σταδιακά σε σύννεφο σκόνης που σήκωναν τα βήματά του στην άμμο. Εκείνη στήθηκε όρθια, κοίταξε προς το μέρος του κι έκανε μια αόριστη χειρονομία, σαν να τον κατευόδωνε με ανακούφιση. Του χαμογέλασε ξανά με το διφορούμενο χαμόγελό της. Λες, όπως το ψεύτικο χαμόγελο της Τζοκόντα, για το οποίο μια ζωή διερωτόταν τι του έβρισκαν, επιτέλους; Είναι δυνατόν να προσποιούνται όλοι κατά συρροή, ότι εκείνη η λαγόχειλη γυναίκα είναι όμορφη; Δεν πιάνει μπάζα μπροστά στο σχεδόν ντροπαλό χαμόγελο της Ντιόν. Παρόμοια και με τα τραγούδια του Μητροπάνου, που απαξάπαντες τα έχουν για απαύγασμα ομορφιάς, μελωδικά ναι, μα οι στίχοι, εκτός ελαχίστων, είναι σκέτες ανοησίες. Μεταφρασμένα σε μια άλλη γλώσσα, γερμανικά ή αγγλικά, θα είναι για τα πανηγύρια. Κι όμως το χαμόγελό της, κάθε άλλο παρά εξεζητημένο, αποδείχτηκε το πιο γνήσιο από το πρώτο κιόλας βράδυ που την είχε συναντήσει στη ρεσεψιόν της γνωριμίας. Ακολούθως τον κράτησε από το χέρι και σχεδόν χορεύοντας, τον κατέβασε στον μόλο κι απ’ εκεί γλίστρησαν συνωμοτικά σε μια γολέτα του 18ου αιώνα. Ο καπετάνιος του θύμισε τον υπερμεγέθη τύπο στην άμμο, παραδόξως, όμως, είχε εκπέσει στις κανονικές του διαστάσεις κι έδειχνε εξαιρετικά καλοπροαίρετος. Η Ντιόν δεν του έδωσε ιδιαίτερη σημασία, ήταν απλώς ευγενική με το μοναδικό αυτό μέλος του πληρώματος, που είχε φροντίσει να τα βρουν όλα στην εντέλεια. «Τράβα στ’ ανοικτά!» του είπε. Η συμπεριφορά της φανέρωνε κυριαρχία στο σκάφος, ενώ η ελαφρά υπόκλισή του στη δεσποινίδα την επιβεβαίωνε. 
Μπροστά σ’ όλα αυτά τα απρόσμενα, είχε ξεχάσει τη βόλτα που εκείνη του είχε αρνηθεί μα και την πρόθεσή του να επισκεφτεί το Διεθνές Δικαστήριο, το οποίο, οι Ολλανδοί ονομάζουν Vredespaleis, «Παλάτι της Ειρήνης», του εξήγησε. Μετά η Ντιόν άνοιξε το ψυγειάκι και τον κάλεσε να υποδείξει το ποτό της προτίμησής του. Μινιατούρες ουίσκι, βότκα, τζιν, μα εκείνος προτίμησε το ντόπιο genever, στο οποίο είχε εθιστεί τις τελευταίες μέρες. Στεκόταν από πάνω της όσο εκείνη σκυφτή εξερευνούσε το περιεχόμενο ψάχνοντας κάτι για συνοδευτικό. Τότε πρόσεξε πως το ροζ φανελάκι απουσίαζε και τα βυζάκια της ήταν τώρα πιο εκτεθειμένα στο αχόρταγο βλέμμα του. Εκείνη το κατάλαβε και δεν έκανε τίποτε να σταματήσει τις ριπές του βλέμματός του. Την πήρε από τις μασχάλες και την τράβηξε πάνω του. Τη φίλησε. Εκείνη ανταπέδωσε με κλειστά μάτια. Με κλειστά μάτια τη βρήκε όταν εκείνος ξεκόλλησε τα χείλη του από τα δικά της, για να προχωρήσει με τα φιλιά στον άσπρο γκρεμ λαιμό κι ακολούθως πιο κάτω. Ένιωθε το σώμα της να ριγεί κολλημένο στο δικό του σ’ όλο τους σχεδόν το ύψος. Έμεναν ακάλυπτες μόνο κάτι χαραμάδες χαμηλά στα πόδια. Κατέβασαν το σναπς μονορούφι. Μετά τη φίλησε στα βυζιά, που πια δεν διέθεταν θωράκιση. Οι ρώγες πάλλονταν στο στόμα του. Δεν ήθελε να απατήσει τη γυναίκα του που περιπολούσε τριγύρω, σε κανένα μουσείο, καμιάν εκκλησία, όμως δεν άντεξε στον παλλόμενο πειρασμό. Θυμήθηκε κιόλας μια φράση της, που τον ενοχοποιούσε κάποτε δικαίως ή αδίκως: «Ξέρω, ο άγγελός σου είναι αδύνατος». Που θα πει πως είναι επιρρεπής σε πειρασμούς. Κι ακριβώς στην πιο κρίσιμη στιγμή ένιωσε το πέος του κατατεμαχισμένο. Δεν ήξερε τι να το κάνει, ο καπετάνιος πέταξε το μαχαίρι στη θάλασσα, εξαφανίζοντας κάθε ίχνος. Εκείνη κάθισε δίπλα του περίλυπη. Σκεφτόμενη, όμως. Για να την ευθυμήσει, και σαν καλός συγγραφέας, άρχισε να της διηγείται το παραμύθι για τον θεό Όσιρι που δολοφονήθηκε από τον αδελφό του Σεθ, ο οποίος τον έκοψε σε κομμάτια που τα διασκόρπισε σε ολόκληρο τον κόσμο. Η Ίσις, η αδελφή και σύζυγός του, ξεκίνησε ένα ατέρμονο ταξίδι προκειμένου να μαζέψει όλα τα κομμάτια του θεού και να τον ξαναφέρει στη ζωή. Και όντως, κατάφερε να τα συγκεντρώσει όλα, εκτός από το πέος του. Μη θέλοντας να αφήσει νεκρό τον εραστή της, έφτιαξε ένα άλλο από πηλό και του χάρισε ξανά τη ζωή με πεολειχία.

Η ονείρωξη αυτή, ανάμεσα τρόμου και ηδονής, μπορεί να ήταν κι από τις τελευταίες της ζωής του. Ήταν κοντά πενήντα. Η γυναίκα του στη διπλανή καμπίνα δεν είχε αντιληφθεί το παραμικρό. Πάλευε κι εκείνη με τους δικούς της εφιάλτες. Με τον τρίμετρο γίγαντα που εγκατέλειψε κάποια στιγμή τον οίακα στο έλεος του θεού και πήγε κοντά της, αφήνοντας ακυβέρνητο το σκάφος. Μόλις κατάλαβε ότι εκείνη δεν ανταποκρινόταν, άρχισε να της ψιθυρίζει στο αυτί πως ο άντρας της είναι ένοχος και σε λίγο θα έρθει η αστυνομία για να του πάρει κατάθεση.
-Κατάθεση για τι;
-Κάποιος κατούρησε το Διεθνές Δικαστήριο.
Μόνο αυτό δεν περίμενε ν’ ακούσει. Της φάνηκαν τρελά όλα τούτα και αποφάσισε στα σοβαρά να τερματίσει το όνειρο. Δεν μπορούσε όμως! Στη γλώσσα της ξανά ερωτήσεις και στ’ αυτιά της ξανά οι απαντήσεις. Έστω κι αν είχε ξυπνήσει μια δυο φορές κι υποσχέθηκε στον εαυτό της πως θα ονειρευόταν στο εξής κάτι άλλο, για να επικαλύψει το όνειρο εφιάλτη. 
-Και γιατί να αφορά τον άντρα μου αν κάποιος κατούρησε το Διεθνές Δικαστήριο; Ήξερε, ναι, πως κατέβαζε κάποτε κάτι τέτοιες ιδέες που τις εκσφενδόνιζε σαν αστεία, όχι όμως πως θα έφτανε ίσαμε την πράξη.
-Μα αυτό λέω, εκείνος τον έβαλε πάνω. Είναι, δηλαδή, ο ηθικός αυτουργός.
Θα πρέπει να ήταν η ώρα που ο άντρας της απολάμβανε τον ονειρικό οργασμό του. Λες κι είχε φυσήξει ένα δροσερό αεράκι από το φινιστρίνι και της χάιδεψε το πρόσωπο. Μάλλον θα είχε μόλις ξυπνήσει και η ίδια. Σ’ ένα δωμάτιο του ξενοδοχείου Novotel στο κέντρο της πόλης.
-Σε λίγο θα κτυπήσει το τηλέφωνο από την ρεσεψιόν. Οι αστυνομικοί περιμένουν κάτω. Αυτό το άκουσε στα σίγουρα. Ήταν ήδη ξύπνια. Στο μπάνιο ακουγόταν το νερό να πέφτει. Ο άντρας της. Βγαίνοντας την πληροφόρησε πως είχε ένα ευχάριστο όσο και δυσάρεστο βράδυ ονείρων, αλλά, τώρα κάτι συμβαίνει κάτω και θα πρέπει να κατεβαίνουμε, της είπε. Εσύ πώς πέρασες, το βράδυ σου; Πριν εκείνη απαντήσει χτύπησε το τηλέφωνο.
Κάτω τους περίμεναν δυο αστυνομικοί, τους είπανε όμως πολύ ευγενικά να προγευματίσουν πρώτα και μετά θα υπέβαλλαν «κάποιες ερωτήσεις στον κύριο!». Πάνω στην ταραχή ξέχασαν να πιουν το ποτό τους από κρύο νερό με λεμόνι και δυόσμο που προσφερόταν στην ρεσεψιόν κάθε πρωί. Τούτο μπορούσε να αλλάξει τα δεδομένα της μέρας. Και όντως, τον είχε προσέξει στη διπλανή passage, δίπλα από την τραπεζαρία, ένα μέτρο από κοντά τους. Πρόσεξε τις χειροπέδες κάτω από το μπουφάν, σε σχήμα συγκοινωνούντων δοχείων με το χέρι του αστυνομικού. Πανύψηλου επίσης, δεν συγκρινόταν όμως, με τον χτεσινό ξεναγό στο μουσείο. Η ταραχή κυριάρχησε, τους είχε κοπεί η όρεξη. Μετά τον καφέ η γυναίκα του, παρά την έντονη περιέργειά της, προτίμησε ν’ ανέβει στο δωμάτιο. Ευτυχώς δεν είχε προσέξει τον «διακριτικά» κρατούμενο. Άλλωστε, ένα νεύμα των ανακριτών τής είχε δώσει να καταλάβει πως δεν ήταν επιθυμητή. 
-Θα πρέπει να μας ακολουθήσετε για λίγο. Εσείς είστε ο ηθικός αυτουργός όλων όσων έχουν διαδραματιστεί το ψεσινό βράδυ. Ο φίλος μας απ’ εδώ τα έκανε γυαλιά καρφιά. Παραβίασε τη μεγάλη καγκελόπορτα του Δικαστηρίου, πλησίασε το κτίριο και το κατούρησε πατόκορφα. Είχε και ροή, φάνηκε, μετά από τόσες μπίρες…
Ο συγγραφέας κοιτούσε μια εκείνους και μια τον λεβέντη του, που κρυφογελούσε κάτω από τα μουστάκια του που δεν διέθετε, και δεν αποφάσιζε ποια υπερασπιστική γραμμή να ακολουθούσε. Να απ αρνηθεί τον καλό υπηρέτη, τον πιστό του φίλο;… Που ήταν πάντα όλος αυτιά, σ’ όσα τρελά έλεγε και δεν έλεγε, κι απλώς τα σκεφτόταν, κι αυτός αντιδρούσε συχνά σ’ αυτά. Ήταν το χέρι του, εκτελούσε. Ε, κάποτε και βίαια, όπως ψες. Που είχε πλακωθεί στις μπίρες και στα σναπς κι ακολούθως ξεσάλωσε κατουρώντας τα θεία της ανθρωπότητας.
-Έβαλε και φωτιά στο δέντρο Anna Paulowna μπρος από την είσοδο, μετέτρεψε σε στάχτη τις επιθυμίες του πολιτισμένου κόσμου για ειρήνη και δικαιοσύνη… Πως τάχα δεν δικάστηκαν οι Μπους και Μπλερ αλλά μόνο οι Μιλόσεβιτς και Κάρασιτς.
Α, τώρα άρχισε να μπαίνει στο νόημα για το μέχρι πού είχε φτάσει ο τύπος. Όχι δεν μπορούσε να φορτωθεί μια τέτοια ευθύνη. Αρνήθηκε τα πάντα. Οπότε, αλά μπρατσέ τον οδήγησαν πεζό απέναντι, στο Binnenhof, στο σύμπλεγμα των κυβερνητικών κτιρίων. Απ’ εκεί περνούσαν τις τελευταίες μέρες για την αίθουσα του συνεδρίου. Ο ήρωάς του δεν φαινόταν να είχε θιγεί από την προδοσία του, απεναντίας, κι άμα έβρισκε ευκαιρία του έριχνε και κανένα κρυφό χαμόγελο. Αυτή ήταν συχνά η τακτική τους. Τους χώρισαν, όμως, εκεί. Ο συγγραφέας βρέθηκε μονάχος σ’ ένα δωμάτιο με ψηλά παράθυρα, να διαβάζει την ολονύκτια κατάθεση του ήρωά του: Έναν απολογισμό ή και τις σκέψεις του για όσα του επεφύλαξε η άσχημη εκείνη νύκτα. Σκοπός και η δική του παραδοχή. Μπρε τους παμπόνηρους…
«Ωραία πόλη η Χάγη!», για κοίτα τον τώρα, τους αρχίζει στα κομπλιμέντα. «Αν και στιγματισμένη από ένα άντρο, απ’ όπου παρελαύνουν όλοι οι διεθνείς εγκληματίες. Κατά τα άλλα, ωραίοι άνθρωποι οι Ολλανδοί», μα, για κοίτα τον, πώς συνεχίζει το καλόπιασμα! «Τολμώ να πω και οι γυναίκες τους, όπως η ελκυστική Odin, που γνώρισα στα πλαίσια της διεθνούς σύναξης με θέμα ‘Η ψευδαίσθηση στη λογοτεχνία’. Λες και δεν έχει με τι άλλο να ασχοληθεί ο κόσμος, ειδικά αυτές τις μέρες που η Ευρώπη κατακλύζεται από πρόσφυγες και βραδυφλεγείς βόμβες από την ανατολή… 
»Μου έδειξε το Δικαστήριο από το παράθυρο. Κατεβήκαμε στην επόμενη στάση. Τραμ Νο 1. Θα ερχόμουν την επαύριον, είχε ήδη σουρουπώσει. Μου υπέδειξε, όπως της ζήτησα, ένα εστιατόριο, εκεί κοντά, με καλό ολλανδέζικο stake. Βιαζόταν, αλλά ήπιε μαζί μου ένα genever, μη με απογοητέψει. Καλό απεριτίφ, είπε, παραδεχόμενη, όμως, πως σπάνια πίνει. Την πρόλαβα όμως, και υστεροβούλως παράγγειλα ένα δεύτερο πριν σηκωθεί. Εξαιρετικό, είπα, ρουφώντας το μονοκοπανιάς, επιβραβεύοντας την επιλογή της. Το αρνήθηκε ευγενικά, οπότε το κατέβασα κι εκείνο. Η γλώσσα μου αμολήθηκε., Μπροστά στη θέα του Διεθνούς Δικαστηρίου το συνέδριό της είχε αλλάξει μέσα μου θεματική. «Η ψευδαίσθηση της Δικαιοσύνης!» Το σιγοψιθύρισα, μα δεν κατάλαβε. Χαμογέλασε με κατανόηση εστιάζοντας στο άδειο σφηνάκι στο χέρι μου. Και ξάφνου, ‘θα αποφασιζόταν σήμερα στις Βρυξέλες ο καταμερισμός των προσφύγων’, είπε η Οντίν, δοκιμάζοντας με κάποια καθυστέρηση να μπει στο πετσί μου. Τι να ΄καναν αυτοί οι κατατρεγμένοι στην κρυόκωλη Ευρώπη, σκέφτηκα εγώ, μα το κράτησα μέσα μου. ‘Θυμήθηκα τον πατέρα μου, τότε με την εθνοκάθαρση του τουρκικού στρατού από τα χωριά μας στην Καρπασία. Άνθρωπος που δούλευε σκληρά τη γαλαντόμα γη, τον αέρα, τη θάλασσα; Τι γυρεύουμε εμείς στους καταυλισμούς της Λευκωσίας, παραπονιόταν η μάνα μου; Να σπέρνουμε σιτάρι, να φυτεύουμε καπνά, να μαζεύουμε χαρούπια, ελιές; Και πεταγόταν από την άλλη παραλογιζόμενος ο πατέρας. Ή να πιάνουμε ψάρι στις πισίνες της αριστοκρατίας; Δέκα χρονών ήμουν τότε, μα βελόνιαζα κάθε τρελή λέξη τους. Η θεία από δίπλα θρηνούσε δυο γιούδες. Ένα σκοτωμένο κι ένα αγνοούμενο. Τον Κίσιγκερ και τον Ετζεβίτ, τους δικούς μας δολοφόνους, ποιος θα τους δικάσει; Πήγαινε κι ερχόταν στην αυλή και ρωτούσε μέρες, μέχρι που έπαθε τον κόλπο κι έμεινε σε μια καρέκλα αμίλητη.
»Μιλούσα μόνος, εκείνη είχε φύγει. Έφτασε το στέκι και το γύρισα στις μπίρες. Ρούφηξα μερικές Stella Artois. Προτού εγκαταλείψω επισκέφτηκα σαν κύριος την τουαλέτα. Πριν διανύσω διακοσαριά μέτρα η κύστη μου ξανακτύπησε. Δεν μπορούσα να το ρίξω εν μέση οδώ. Σέβομαι τις συνήθειες των πολιτισμένων ανθρώπων, σαν κι εσάς! Νάτος πάλι, με τις κολακείες του! Άλλωστε, θα με μαζεύατε και θα με κλείνατε μέσα. Ήταν η στιγμή που θα εισέβαλλα για να απαιτήσω εξηγήσεις από την Κάρλα ντελ Πόντε, για την τάξη του κόσμου… Η Οντίν δεν με ήξερε καλά. Τα κάγκελα κλειστά κι επενδυμένα στο πάνω μέρος με μυτερά καρφάκια, μόλις διακριτά, πολιτισμένα. 
»Πριν λάβω την τελική απόφαση να πεταχτώ και να βρεθώ μ’ ένα σάλτο στον κήπο, κατευθύνθηκα ενστικτωδώς προς το περίπτερο της εισόδου, όπου ένα δεντράκι πατόκορφα στολισμένο με χαρτάκια. Ευχές κι επιθυμίες, εξήγησε η ωραία μουλάτη φύλακας, για την ειρήνη και τη δικαιοσύνη στον κόσμο. Όπως στα παλιά χρόνια, οι παρακλήσεις στη δική μας Αφροδίτη και τη μετέπειτα αντικαταστάτριά της, τη θεά Παναγία. Συντηρούν κι αυτές μέχρι σήμερα από ένα δέντρο, όπου οι πιστοί, βίρα, κρεμούν τα παρδαλά λουριά τους. 
»Διάβασα ένα, διάβασα δεύτερο, τρίτο! Κανένα δεν έλεγε να μαζέψουν και όσους προστάτεψε η τσιμπίδα του νόμου τους… Μου ήρθε στο μυαλό το κορίτσι της Καλύμνου, που αντικρίζοντας στην ακτή πνιγμένο το αγόρι στην αγκαλιά του πατέρα του, αναφώνησε: ‘Αν για το Παρίσι πρέπει να κάνουμε ενός λεπτού παγκόσμια σιγή, για τη Συρία θα πρέπει να βγάλουμε τον παγκόσμιο σκασμό για δέκα χρόνια’. Αυτή η θύμηση μου τη βίδωσα απότομα.
»Δεν χρειάστηκαν πάνω από πέντε λεπτά, όση ώρα, δηλαδή, ήταν αναγκαία στη νεαρή μελαψή υπάλληλο, να κατεβεί τα σκαλιά της τουαλέτας αριστερά της, να εισέλθει στο ουρητήριο γυναικών, να καθίσει στη λεκάνη, να ουρήσει ό,τι τη φούσκωνε μέχρι πριν από λίγο, να σκουπίσει το ουρητικό της όργανο μην λερώσει την κιλότα της, και να επιστρέψει ανακουφισμένη. Έτοιμη να κλειδώσει τους πάντες έξω από την παγκόσμια δικαιοσύνη και να του δίνει. Τότε ήταν, που είδε με φρίκη το απογυμνωμένο, από ευχές, χαρτάκια κι ελπίδες, δέντρο απέναντί της κι εμένα να ποδοπατώ τα ασυνάρτητα χαρτάκια. Στη συνέχεια, τους έβαλα φόκο, πριν βρεθεί κοντά μου, πριν προλάβει να μιλήσει στο κινητό της. Και όχι μόνο. Πήδηξα σε χρόνο μηδέν τον φράκτη με τα ευγενικά αιχμηρά καρφάκια, αφού προηγουμένως ανέβηκα σ’ ένα τριγωνικό γεροντικό τρολεάκι. Αυτό που χρησιμοποιούν οι ηλικιωμένοι σας σαν μέσο κίνησης και αθανασίας, για να περιδιαβάζουν στην πόλη, αλλά και στην άλλη ζωή. Παίζει ρόλο Φιλιπινέζας καθ’ ημάς. Γίνεται και κάθισμα για κουρασμένους χρήστες. Κι αν κάποιος, μες στην άνοιά του το ξεχάσει, πράγμα που έγινε μπρος στα μάτια μου, επωφελούμαι και πηδώ χωρίς πρόβλημα στον χλοερό κήπο του Διεθνούς Δικαστηρίου. Κι αρχίζω να τρέχω προς την είσοδο. Κανένας δε με σταματά. Το νόστιμο στέκι που καταβρόχθισα πριν από λίγο, όχι well done, αλλά medium, με πολύ αίμα, τώρα εκδικείται. Διψώ για αίμα, εκδίκηση. Το ίδιο και οι μπίρες Stella Artois που αναλαμβάνουν τη δική τους δράση.
»Ωστόσο, κύριοι, ανακριτές, πρέπει να ξέρετε, πως αυτές οι απαισιότητες περί αίματος είχαν εισχωρήσει στο μυαλό μου τότε, εν βρασμώ ψυχής. Η αλήθεια είναι πως ποτέ μου δεν δίψασα για αίμα. Ποτέ, μα ποτέ. Εκτός από την περίπτωση του ολλανδικού στέικ, που τόσο όμορφα το φτιάχνουν οι μάγειροί σας εδώ στη Χάγη. (Πάλι οι κολακείες του!) Μα και στο Άμστερνταμ πάνω στα κανάλια το φτιάχνουν ωραία και στην Ουλτρέχτη, απ’ όσο θυμάμαι. Μα ναι, και στο Νάιμεγκεν, είχα φάει κι εκεί μια φορά στέκι με αίμα, πάνω στον Ρήνο. Αυτό το αίμα επιθυμώ.
»Η κύρια είσοδος του Δ.Δ άρχισε να μουλιάζει από το κάτουρο, οπότε και βρέθηκα στην αγκαλιά δυο συναδέλφων σας, φρουρών, του παγκόσμιου δικαίου. Έψαχναν τους καρπούς των χεριών μου για έναν ανεξήγητο λόγο. Αμέσως πρόσεξα τις χειροπέδες. Κρατούσα ακόμη το πουλί μου, σείοντάς το για εκροή και των τελευταίων σταγόνων. Και μου φάνηκε προς στιγμή να το διασκεδάζουμε οι τρεις μας. Τους έθεσα εντούτοις προ των ευθυνών τους, ως εκπροσώπους της διεθνούς νομιμότητας, πως δεν είμαι ο όποιος τυχών, και θα έπρεπε να κάνουν λίγη υπομονή ακόμη. Μέχρι να ανασύρω από την τσέπη μου λίγο χαρτάκι τουαλέτας, να σκουπίσω τις τελευταίες ρανίδες της ούρησής μου. Συνήθεια που χρονολογούνταν σαν προσωπική επιταγή υγιεινής. Θα έπρεπε να τη σεβαστούν, όσο το ένα μου χέρι βρισκόταν ακόμη εκτός χειροπέδης. Μου φάνηκε να δείχνουν κατανόηση. Κοίταξαν κιόλας αλλού όσο εγώ το τίναζα ακόμη. Αν ήταν οι δικοί μας αστυνομικοί, θα ήμουν κιόλας ανάπηρος. Μέσα σ’ εκείνο το κενό απορίας, πώς να συμπεριφερθούν σ’ έναν τρελό για δέσιμο, επωφελήθηκα για να κοιτάξω με ενδιαφέρον το αυλακάκι που διατηρούσε την αφρώδη ροή του όσο κυλούσε ανάμεσα στα μικρά λεπτεπίλεπτα τουβλάκια, που σκέπαζαν ολόκληρη την παλιά πόλη. Πριν ο γάντζος περισφίξει και τον αριστερό μου καρπό, πρόλαβα να χώσω στην τσέπη το διηθητικό χαρτάκι για την επόμενη επίσταξη. 
»Όντως, το χαρτάκι που μόλις πρόλαβα να τακτοποιήσω, το ένιωσα συμπαραστάτη σ’ ό,τι θα ακολουθούσε. Αλλιώτικα θα κατέρρεε όλη μου η άμυνα, όπως εκείνη του Λούζιν* και, βεβαίως, το σκεπτικό μου. Ήταν όλα στο τραπέζι, ακόμη και μια άτακτη υποχώρησή μου. Ευτυχώς σεβάστηκαν την άποψή μου πως η μπίρα Stella Artois, είναι υπέρ του δέοντος διουρητική. Η κύστη μου και η επίκτητη ακράτεια, προειδοποιούσαν και πάλι. Και το είχα παρατηρημένο, όταν έχεις γεμάτη κύστη, παραδίνεσαι άνευ όρων. Έδειξαν υπομονή. Τους βάραινε, καλά το κατάλαβα, η ενοχή του παγκόσμιου ψέματος; 
»Με οδήγησαν ευγενικά στις τουαλέτες δίπλα από την έξοδο.. Εκεί που πριν από λίγο το μελανούρι φύλακας είχε ξαλαφρώσει από τα υγρά του. Έμοιαζε, αναστατωμένη που το όμορφο δεντράκι της έμοιαζε με μαδημένη κότα. Τα χαρτάκια κάπνιζαν ακόμη. Ευτυχώς που δεν τους πρότεινα να τα σβήσω με την κάνουλά μου, επειδή ξεκάπνιζαν άσχημα. Μου είχε περάσει από το μυαλό.
»Μόλις στράγγισα τις τελευταίες σταγόνες, με γράπωσαν, όπως ήδη ξέρετε, οι δύο πράοι Ολλανδοί με τις τανάλιες τους και, χωρίς άλλη συνθηκολόγηση, με μετέφεραν στην αστυνομική κλούβα που περίμενε απ’ έξω. Επιτέλους, κάποιος με ρώτησε κάτι. Ο αξιωματικός της κλούβας. Τα θυμωμένα λόγια του έμοιαζαν με σπασμένα Γερμανικά με πολλά χριτς χρατς, που μου ενέπνευσαν φόβο. Κατάλαβε αμέσως το λάθος του κι επανέλαβε σε μια πιο κατανοητή γλώσσα. Τι γύρευα εκεί; Σας παραθέτω, λοιπόν, αυτολεξεί τον διάλογό μας. Όσο, βέβαια, μου επιτρέπει η μνήμη και η διαύγειά μου.
-Ζητώ, παρακαλώ, συνάντηση με την εισαγγελέα Κάρλα ντελ Μπόντε!
-Τι; Έμεινε άφωνος. Και τι θα την κάνεις, τέτοια ώρα; Είπε πάλι θυμωμένα, με πολλά χρ-χρ.
-Να ρωτήσω, αν έχει ήσυχη τη συνείδησή της…
Κι ενώ έκανε νόημα στους συνοδούς του να με μαζεύουν, είπε ακόμη: ‘Δεν είν’ εδώ. Αυτή έχει φύγει με σύνταξη’. Μην καταλαβαίνοντας εγώ, πόσο σοβαρά ή όχι, το είπε.
-Γέρασε, δηλαδή; συνέχισα την απορία μου.
-Πάρτε τον, είπε. Αν και στη γλώσσα του, από τα πολλά χρ-χρ κατάλαβα, πως την είχα βαμμένη. Τόσο το καλύτερο, σκέφτηκα. Οι εφημερίδες αύριο κάτι θα πουν για την περίπτωσή μου… Καλό αυτό, τίποτε δεν πάει χαμένο. Φτάνει να μην ξαναχτυπήσει η φούσκα μου.
-Τότε, θα ήθελα να δω τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου. Τον κύριο… Φον… Λες και τ’ όνομά του ήταν στη μύτη της γλώσσας μου κι οι μπίρες το κατέπνιγαν.
-Κλείστε τον! είπε πιο αποφασιστικά και αμετάκλητα. Χρρ… Μ’ έσπρωξε κιόλας λιγάκι, να πιάσω τη θέση μου στην κλούβα. Κατάλαβα πως ήδη απομακρυνόμασταν από την περιοχή του ευγενικού και αστείου. 
»Πριν με μαντρώσουν, οι κύριοι συνάδελφοί σας, είχαν ζητήσει και αρπάξει το πορτοφόλι μου. Με την ταυτότητα μέσα, που μου χρησίμευε για διαβατήριο στην Ενωμένη Ευρώπη, τα λεφτά, πεντακοσαριά ευρώ, τις δύο πιστωτικές κάρτες, την ευρωπαϊκή κάρτα ασθενείας, την κάρτα του American Heart Center με τα δύο στεν, ακόμη και μια λανθάνουσα δημοσιογραφική ταυτότητα, ό,τι, δηλαδή, γενικώς με συνιστούσε. Μου κόπηκαν τα πόδια. Όσες φορές είχα ονειρευτεί έναν τέτοιο εφιάλτη, ξυπνούσα σχεδόν προ της ανακοπής. Τους προειδοποίησα. Θα έφερναν ακεραία την ευθύνη… Μέχρι που να φτάσουμε στο κελί και πριν κλείσουν την πόρτα πίσω τους, μου τα επέστρεψαν όλα. Ένιωσα ανακουφισμένος. Και θα ένιωθα ακόμη και ευτυχής αν δεν κτυπούσε πάλι επιθετικά η κύστη μου. Βρέθηκα ξανά μπροστά στον κίνδυνο να απολέσω κάθε πλεονέκτημα εξ αιτίας της. Κοίταξα ένα γύρο στο κελί, δεν είδα το φωτεινό γυαλί κάποιας τουαλέτας. Κατάλαβα πως αυτό ήταν μέρος της ανακριτικής τακτικής τους, που μόλις άρχιζε. 
»Πριν μπήξω τις φωνές για να διεκδικήσω μέχρις εσχάτων τα δικαιώματά της φούσκας μου, άνοιξε την πόρτα μια νεαρή κυρία. Αν δεν βρισκόμουν κάτω από την πίεσή της , θα την έβρισκα κιόλας ωραία. Της εξήγησα. Χαμογέλασε. Με οδήγησε δίπλα. Θα πρέπει να γνώριζε από το ιστορικό μου και μου έδωσε επιπρόσθετο χρόνο για να σκουπίσω στο διηθητικό χαρτί τις τελευταίες σταγόνες. Μπορεί κιόλας η σκηνή της ούρησής μου, να προβαλλόταν στο σχεδόν διάφανο γυαλί της πόρτας κι εκείνη να παρακολουθούσε. Μα τα παπούτσια μου δεν είχαν καν κορδόνια. Μην κάνω καμιά τρέλα, πράγμα που δεν ήταν καθόλου στις προθέσεις μου. Αλλά εσείς, δεν το ξέρατε και λάβατε τα μέτρα σας. Καλώς!» Να τον πάλι, τον κόλακα.
»Η ωραία λοχίας κάθισε απέναντί μου και μου υπέβαλε, με καλή διάθεση, μερικές ερωτήσεις. Μόνο αν ήθελα τις απαντούσα. Γλυκιά. Ίδια η Odin, με αστυνομική στολή. Μα, και η φωνή της. Κι όσο η φούσκα μου άδειαζε και άφηνε τη σκέψη μου απερίσπαστη, καταλάβαινα πως αυτά τα πράγματα, απίθανης κατασκοπίας, θα μπορούσαν να συμβούν μόνο στις χώρες του τέως σοσιαλισμού. Που με τέτοια κολπάκια δέκα αστυνομικοί στη Μόσχα μου υφάρπαξαν εκατό μάρκα πολύτιμα, φοιτητικά. Όχι, όχι, εδώ είμαστε στην πολιτισμένη Ευρώπη, σκεφτόμουν, όσο εκείνη έμπαινε στην πρώτη ερώτηση: 
»Αν αυτό που έχω κάνει απόψε μου έτυχε να το έχω ξανακάνει. Δεν εννοούσε προφανώς αν έχω ξανακατουρήσει Διεθνές Δικαστήριο. Ούτε αν έχω ξαναφάει ολλανδέζικο στέικ, αν έχω πιει απανωτά τρία σναπς και ρουφήξει κάποιες μπιρίτσες Stella Artois. Δεν εννοούσε αυτό, αλλά κι αυτό να εννοούσε, μπορούσα να απαντήσω ευθαρσώς όχι. Είστε απόλυτα σίγουρος; μου λέει και με κοιτά με τα γλυκά μάτια της. Ωχ, η Odin! Ήθελα να της πιάσω το χέρι. Όχι πως με την Odin το άγγιγμα των χεριών παρέπεμπε σε κάτι παραπάνω από χειραψία. Δεν ξέρω αν χαμογελούσε σ’ όλους και καθηκόντως με αυτή την έλξη. Ή είχε ξεχωρίσει κάτι σ’ εμένα, που θα ήθελε να μου το δείξει. Πως με είχε θυμηθεί από το συνέδριο. Ή από το περιστατικό στο μουσείο και το πανόραμα Mesdag. Διέκοψε ξανά τη σκέψη μου:
-Ρώτησα αν έχετε ξανακάνει κάτι τέτοιο. Παύση. Αν έχετε σκεφτεί να προβείτε σε μια παρόμοια βιαιοπραγία;
»Αυτή τη λέξη δεν τη συμπαθούσα. Με άφησε άφωνο η ξαφνική σκληρότητά της. 
-Εννοείτε, αν έχω κατουρήσει δημόσιο κτίριο ή τέλος πάντων, κάτι αξιοσέβαστο, που δε θα έπρεπε; 
– Που να εμπεριέχει το στοιχείο της διαμαρτυρίας…
-Ναι, απαντώ, ναι! Ο χρόνος που είχα κερδίσει πριν είχε αποτέλεσμα. Την πρώτη φορά κατούρησα ένα παπούτσι συμμαθητή μου, της λέω, το είχα γεμίσει μέχρις απάνω. Ζούσαμε σε οικοτροφείο. Κοιμόμασταν σε κοινό θάλαμο στον πρώτο όροφο. Τα παπούτσια μας παρκαρισμένα στον διάδρομο σαν κατσαρίδες… Γέλασα, ανιστορώντας κάτι από την παιδική μου αθωότητα. Χαμογέλασε κι εκείνη. Ίδια η Odin! Ξεθάρρεψα. Έπρεπε να κατεβαίνουμε ολόκληρο όροφο και τα ουρητήρια ήταν κάτω στην αυλή…
– Ναι, όντως ήταν μια διαμαρτυρία, είπε τώρα σοβαρά. Σκέψου όμως και κάτι από την ενήλικη ζωή σου.
Για να ανακτήσω ξανά το θάρρος της, είπα να ξανοιχτώ και σε μια περίπτωση που θα την έκανε να γελάσει. Πριν χρόνια είχα επισκεφτεί τον γιο μου στο Κίελο, όπου σπούδαζε. Πέσαμε πάνω στο Κίλε Βόχε, το φεστιβάλ μπίρας. Καταλαβαίνετε. Την πρώτη φορά πήρα το δρόμο για τις δημοτικές τουαλέτες, μπροστά στη λίμνη. Μεγάλη ουρά, μόλις που άντεξα. Τη δεύτερη ξανά, αλλά ο κόσμος πολύ λιγότερος. Την τρίτη φορά έκανα κι εγώ ό,τι και οι άλλοι. Κατουρούσαμε τους τοίχους της εκκλησίας. Όλοι. 
»Δεν γέλασε. Ρώτησε μόνο: Η τρίτη;, λες κι ήταν σίγουρη και για μια τρίτη που να επιβεβαίωνε τη διάγνωσή της περί Εκδικητικής Κατουρίασης. 
»Με εντυπωσίασε η διάγνωσή της. Μόνο μια επαγγελματίας εγκληματολόγος ψυχολόγος, θα μπορούσε να τη θέσει με τόση ακρίβεια. 
-Το είχα σκεφτεί, αλλά δεν το πραγματοποίησα. Ήταν τότε που η Βουλή μας κάτω, σε μια βδομάδα είχε πάρει δυο αλληλοαναιρούμενες αποφάσεις. Στη μια χαρακτήριζε έναν ολετήρα της χώρας, που ανατίναζε αστυνομικούς σταθμούς κυβερνητικά κτίρια, ως επικίνδυνο εγκληματία και στη δεύτερη, που στο μεταξύ ο περί ου ο λόγος τα είχε τινάξει, τον ανακήρυξε άξιον τέκνον της πατρίδος!
-Τρομερό, όντως! Και γιατί δεν το πραγματοποίησες;
-Πρώτα απ’ όλα κείνη την εποχή δεν έπινα μπίρες. Πάνω από μια μικρή, δηλαδή! Κάποτε. Δεν είχα λεφτά, σπούδαζα τότε, θα έπρεπε να κόψω εισιτήριο να κατέβω κάτω. Πού τέτοια λεφτά; Άσε που κάτι τέτοιο μπορεί και να μου στοίχιζε τη ζωή. Οι νυχτοβάτες, χάριν της πατρίδος, ήταν πολλοί εκείνες τις ολέθριες μέρες.
-Τώρα καταλαβαίνω πλήρως τα κίνητρά σου. Η ποινή μπορεί να κυμαίνεται από μερικούς μήνες μέχρι και ενός έτους φυλάκιση.
-Μα πώς, της λέω, με πίκρα στη φωνή, που την είχα εμπιστευτεί. Σ’ αυτή την περίπτωση απλώς περνούσα απ’ εκεί και η φούσκα μου πλήρης, έκανε κουμάντο. Καταδικάζετε μία ουροδόχο κύστη σε ενός έτους φυλάκιση;

Αυτές ήταν και οι τελευταίες λέξεις από την επεισοδιακή κατάθεση του alter ego, του συγγραφέα, ο οποίος είχε λάβει μέρος στο συνέδριο με θέμα «Η ψευδαίσθηση στη λογοτεχνία». Αυτή ήταν και η εισήγησή του, που καταχειροκροτήθηκε. 
Μόνο ένας σηκώθηκε πάνω και τον κατακεραύνωσε: Μα τι θέλει, κύριε, ο ιδεατός σου ήρωας; Έχει καταβροχθίσει τον αγλέουρα, έχει πιει του σκασμού και γνοιάστηκε τώρα τους πρόσφυγες… Δεν είχε, δηλαδή, κατανοήσει, ο κύριος αυτός, τη δικτατορία της φούσκας. Δεν είχε γευτεί ποτέ του μπίρα. Ήταν και ο ίδιος πρόσφυγας από το Αφγανιστάν. Τις τρεις μέρες του συνεδρίου ο νους και τα μάτια όλων περιπολούσαν διακριτικά γύρω από τη ζώνη του.
*Η άμυνα του Λούζιν – μυθιστόρημα του Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ

 

ΤΑ ΠΗΓΑΔΙΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ (2012)

ΥΠΝΟΣ ΑΝΤΙΠΟΙΗΤΙΚΟΣ

Κάποτε νιώθω τόσο κουρασμένος
θέλω να πάω να κοιμηθώ
με διάθεση
πέραν του ύπνου.
Να κοιμηθώ
βαθιά
να μην ακούω.

Η κενότητα των λόγων σας
η ματαιότητα των πράξεών σας
υπνηλία μου φέρνουν
θανατερή.
Να κοιμηθώ χωρίς όνειρα
τα όνειρα
αντίγραφο όσων ζω
καθρέφτισμα των λόγων σας
της θρασύτητάς σας
εγώ τα έχω σιχαθεί.

Δε θέλω να βλέπω
μέσα σε συμπληγάδες βλακείας
επηρμένης
οιδηματικής
σαν πτώμα με μύγες πράσινες
να γυροφέρνουν
την πατρίδα μου την ίδια.

Θέλω να κοιμηθώ•
νομίζοντας πως κοιμάμαι
να συνεχίσω.

 

ΝΟΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΗ

Στην πατρίδα πάλι και στους πολιτικούς της

Τέλεψαν τα πανηγύρια
του ανερμάτιστου Λόγου
οι κρίνοι
της αειπαρθένου κυήσεως
οι θρήνοι
το έλαιο στους λύχνους
των μωρών παρθένων
οι μαστιγώσεις
οι εμπτυσμοί των ηλιθίων
τ’ ακάνθινα στέφανα
των εμπαθών

τετέλεσται όλα
με την αλήθεια του νου.
Η τρέλα στους υπονόμους
τα κεφάλια μέσα

πολιτικοί της πεντάρας
αρχιερείς γυμνοί από φαιλόνια
και χρυσά
άσπρα βρακιά όλοι
μηδενός εξαιρουμένου
βρακιά χεσμένα.

Τα πλυντήρια των λέξεων
αρνούνται να στραγγίσουν το νόημα
της ρυπαρότητας
τ’ απορρυπαντικά σήκωσαν τα χέρια
και με την Ανάσταση του νου
ο κάθε κατεργάρης στον πάγκο του.

Είτε, δηλαδή, αφαιρούμε
τον ακάνθινο στέφανο
από την κεφαλήν Αυτής –
μπήγοντας στην καρδιά ο καθένας τ’ αγκάθι
μοιραζόμενοι τους εμπτυσμούς που μας αναλογούν
τα ραπίσματα
χάριν Αυτής -,
είτε κρινόμαστε ανάξιοι κάθε Σταύρωσης
κι από δω και μπρος
ο καθείς τον Γολγοθά του,
μπαγάσηδες.

Τρίτη Διακαινησίμου, Απριλίου έκτη, 2010, εν Λευκωσία

 

ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΣΤΗΝ ΚΑΡΠΑΣΙΑ

Στον Λευτέρη Παπαλεοντίον

Ψες δεν έκλεισα μάτι.
Έβλεπα όνειρο παιδικό
έναν εφιάλτη
πως εκδρομή πηγαίναμε
στην Καρπασία
γιαλό γιαλό.

Περάσαμε κι απ’ το χωριό
καποιανού φίλου.
Που έμοιαζε άλλοτε μικρός
και άλλοτε μεγάλος
κι έκλαιγε γοερώς.

Ήτανε τούτη η σατανική εναλλαγή
που με ξυπνούσε κάθε τόσο.

Έκλαιγε λέγοντας πως το χωριό του
δεν το γνωρίζει πια.
Μα δεν το ξέρω, έλεγε
νυκτοβατώντας σαν αγγελούδι
αρπαγμένος στο καπό
και έλεγε πως όλοι μας
κανονικά έχουμε ένα χωριό
μια μήτρα που αγαπάμε.

 

ΧΙΟΝΙ ΣΤΟΝ ΠΕΝΤΑΔΑΧΤΥΛΟ

Άσπρη μέρα, επιτέλους, 
σαβάνωσε την ημισέληνο 
στο αμίλητο βουνό. 
Αναίσθητος όμως ο ήλιος 
βούρτσισε στο πι και φι 
το αθώο χιόνι
δεν είχε αίσθηση του τι ποιεί.

 

ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ

ΟΝΕΙΡΩΔΥΝΙΑ

Κείνα τα κόκκινα μυρμήγκια
τα υπερμεγέθη
που τρέχουν σαν μηχανές
παίρνουν και φέρνουν στα όνειρά μου
καβαλάρηδες

χωρίς κράνος 
μήτε κεφάλια

που γελούν όμως 
μαρσάροντας 
ξέρω πως γελούν.

Κι εγώ να φοβάμαι 
πως έρχεσαι

με το κεφάλι κομμένο

να με ασπαστείς.

Καίτοι
στο διηνεκές
η απουσία σου.

 

ΕΥΤΥΧΕΙΣ ΗΜΕΡΕΣ

Οι ευτυχείς Ημέρες της ζωής του
έρχονται κάποτε
μάγισσες
αναμαλλιάρες
του θυμίζουν καγχάζοντας
την ελαφρότητά του
όταν τις είχε
γυναίκες στο κρεβάτι
με στήθη ηφαιστειακά.

Να, μαλάκα, του κάνουν
μουντζώνοντάς τον,
γιατί δε φύλαγες
κάποιες μας
για τα καλά στερνά;

Κι’ εκείνος
να τις κοιτά καχύποπτα
θαμπές
μέσα από το γυαλί του ονείρου.

Ξυπνώντας,
να μετρά απλώς την πίεσή του
που έχει ανέβει αισθητά

 

ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΜΕΙΝΟΥΜΕ ΚΙ ΕΤΣΙ

Βρεθήκαμε
να ζούμε μιαν κατάσταση,
να την υπερασπιζόμαστε,
καθώς λεν, με το αίμα μας
και να τη μισούμε
με κρύα σοφία
και κοσμιότητα.

Περικυκλωμένοι σ’ ένα
κιγκλίδωμα σιωπών
που θα μιλήσουν
με την αηδία του σκύλου
που κροταλίζει το βρασμένο κρέας
και τη θαλπωρή.

Μπορεί να μείνουμε κι έτσι
ως τη συντέλεια
πρότυπα υποταγής
μαζικής τρέλας
σαν είδος ζωής.

 

Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΜΟΥ

Η θάλασσά μου
δύστροπη σήμερα
γι’ αυτό δεν μπήκα μέσα της
μέχρι να κατευνάσουν τα νευράκια της
να’ ναι καλή μαζί μου
να μου φιλά το σώμα
εγώ να γλιστρώ στο βυθό της,
έμβρυο
να με περνά απ’ τον κόλπο της
να με αναγεννά
στα ιαματικά της ξεπλένοντας
τη θλίψη μου.

 

ΕΝΥΠΝΙΟ

Την ανακαλεί στον ύπνο του
από το διαδίκτυο παλιών καιρών
όπως φακίρηδες τα πνεύματα
και παπάδες από την Ωραία Πύλη
την Πλατυτέρα των Ουρανών.

Αυτή
παγιδευμένη στο μαγνητικό πεδίο του
νιώθει νευρικότητα
διστάζει
μα δεν μπορεί παρά
να καθελκυστεί σαν καραβάκι
κάποτε
στ’ ονειρικό επίνειό του.
Αν και αναποφάσιστη
ενίοτε εχθρική
περιμένοντάς τον
να πατήσει τη σκανδάλη του enter.

Αυτός,
καίτοι χαρούμενος
για τη λυσιτέλεια της πονηριάς του
αδρανεί.

Μάγος καλός
μα διόλου πια
τεχνίτης.

 

ΔΙΚΗ

Θα ‘πρεπε να ‘χε τελειώσει 
από χτες η δίκη 
για την κλοπή του χαμόγελου 
στη δυναστεία της θλίψης• 
όπου ξεπουλάν 
παράνομες χαρές 
ως να ήταν περιττές 
επαίσχυντες
ως να μην ήταν πετράδια
αιωνιότητας
κι αθανασίας, έστω
μες στη γενική ψευδαίσθηση
και την απόλυτη λήθη.

Αν βγάζαμε την ψυχή μας 
τη μουλιάζαμε 
στη χλωρίνη του πένθους 
τη στεγνώναμε 
στ’ αγκάθια 
και στους ίσκιους μας 
θα μπορούσαμε ίσως 
να μιλάμε με παρρησία 
στους δικαστές

που μας χέζουν ολοσχερώς 
λες κι οι ίδιοι δεν κακούργησαν ποτέ
στον έρωτά τους – 
την τυφλή τους δικαιοσύνη.

 

ΑΓΕΝΝΗΤΑ ΒΡΕΦΗ

Πόσα διηγήματα
χάθηκαν μέσα στον ύπνο
σαν αφύλακτα παιδιά του δρόμου
πόσες ποιήσεις
καταβρόχθισε
και δεν έφτασαν ως το πρωί.

Διαφορετικοί κοιμόμαστε
αλλιώτικοι ξυπνάμε
μην ξέροντας σε ποιο κρεβάτι
μένει έγκυος η μνήμη
με ποιον μας απατά μες στο σκοτάδι

σε ποια κλινική
ή κάδο απορριμμάτων
τ’ αποβάλλει

χωρίς ένα χάδι
ανάγνωση νηφάλια
πρωινή.

 

ΠΡΟΔΟΣΙΕΣ

Κατόρθωσες κ ι αυτό ,
συγγραφεύ μέγα,
να προδίδεις φίλους
με τόση ευκολία.
Μετά από ενδελεχή προπόνηση,
εννοείται.
Ξεκινώντας από τον εαυτό σου
που κρυβόταν χρόνια
παριστάνοντας τον ρέμπελο
γράφων επιτηδείως –
ακόμη και άσιτος έμεινες
επί μακρόν.

Ώσπου συνήλθες
πρώτα οικόσιτο
σε πισινές αυλές,
εν συνεχεία
ορθά κοφτά τα είπες
–όπως τα ήθελαν–
έγινες δεχτός στα σαλόνια τους
που

«να, προς τα κει πέφτουν!»
έλεγε ο Σκαρίμπας
μουντζώνοντάς τα–
μα κι ο Βάρναλης,
θαρρώ.

 

 

ΕΡΩΣ ΕΝ ΚΑΜΙΝΩ, Διηγήματα, (2001)

Από το διήγημα «Να ντρεπόμαστε να πούμε τ’ όνομά μας»

…Οπότε μια Κυριακή πρωί με αποσπά από το σπίτι και πηγαίνουμε να με ξεναγήσει σ’ εκείνο το «υπέροχο και φανταστικό καταφύγιο, το τόσο μακρινό μα και τόσο μέσα μας, όπως η ψυχή μας!»
Η γυναίκα μου δυσφορούσε βλέποντάς με ν’ ανεβαίνω στο αυτοκίνητο και να φεύγουμε μαζί. Δικαιολογημένη κάπου. Λαμβάνοντας κανείς υπόψη πως άλλοι συνάδελφοι στο σχολείο κάπου τον απέφευγαν, εκτός βέβαια από τη Μνημειάδου . Την Έλλη Μνημειάδου, που είχε κι εκείνη μέσα της μια δίδυμη αδελφή να την κυνηγά. Εκείνη δεν είχε αγνοούμενο πατέρα, όπως εκείνον, αλλά έναν άλλο, πολύ δικό της άνθρωπο – κι ας μην τη συνέδεε μαζί του καμιά συγγένεια αίματος ή καταχωρισμένη, τέλος πάντων, σε χαρτί επίσημο, και κυρίως το παιδί του που δεν συνέλαβε ποτέ…
Τρέχα τώρα βρες άκρη με τα πονεμένα, σαλεμένα μυαλά.
Όλοι όμως, κουτσομπόληδες και μη, γνωρίζαμε με πάσα λεπτομέρεια γιατί η Έλλη Μνημειάδου δεν είχε συλλάβει ποτέ το μοναδικό παιδί της, που θα πρέπει τώρα να κυκλοφορεί γύρω στα δώδεκα με τελειωμένο το δημοτικό, κι ωστόσο δεν το έχει δει κανείς, παρά μόνο εκείνη σε κάτι φευγαλέες στιγμές, παρασυρμένη από οπτασίες και εμμονές… Γνωρίζαμε ακόμη, κουτσομπόληδες και μη, πως τη μέρα εκείνη, της μοιραίας σύλληψης –στο μυαλό ή στο σώμα;- είχαν σβουρίξει πάνω από την ερωτική φωλιά τους, στο ρετιρέ του «Σαλαμίς Μπέι» στην Αμμόχωστο, τα αεροπλάνα του Αττίλα. «Μη» του είπε, «μη! Μιαν άλλη φορά που τα πράγματα θα είναι καλύτερα!» Το σπέρμα του κύλησε κάπου γύρω στον αφαλό της. Τώρα ζωντανεύει κάποτε και θέλει να μπει μέσα της. Οπότε ένας γαλαξίας από σπυράκια φυτρώνει στο σώμα της, αλέα εφιαλτική στην παλιά διαδρομή. Τον Νίκο δεν τον ξαναείδε από τότε. Και παρόλο που το όνομά του φιγουράρει στον κατάλογο των αγνοουμένων, εκείνη ξέρει… Στην αρχή δεν θέλησε να στερήσει την ελπίδα από τους δικούς του, τους «πραγματικά» δικούς του. Ύστερα, όσο περνούσαν τα χρόνια, της φαινόταν ακόμη πιο δύσκολο κι έτσι τα πράγματα μείνανε στο διφορούμενο του θανάτου. Η ίδια στο μεταξύ είχε φροντίσει να διασταυρώσει επαρκώς κάποιες πληροφορίες, που προέρχονταν από παλιό φίλο και τέως, ας πούμε, ερωτικό αντίζηλο του Νίκου. «Άς πούμε», έλεγε κι εκείνη και γελούσε κάποτε μέσα από ξεσπάσματα αυτοσαρκασμού. «Ένα “ας πούμε” έχει καταντήσει η ζωή μας, ας πούμε πως ζούμε, ας πούμε πως γεννήσαμε παιδιά, που όταν όμως βαράνε το κουδούνι της εξώπορτας κι αλαφιασμένοι τρέχουμε, αυτά γίνονται άφαντα, ροβολώντας τις σκάλες». Μεγαλώνουν όμως, μεγαλώνουν τα παιδιά που δεν γεννήσαμε… Μεγαλώνουν και μας κυνηγούν… σκέφτεται κάποτε, σαν είναι στις πολύ πολύ μαύρες της.
Ο Θεός να βάλει το χέρι του.

 

ΣΤΟ ΜΑΤΙ ΤΟΥ ΦΙΔΙΟΥ (2000)

(Απόσπασμα)

…. Θα πρέπει, εν τέλει, να ήταν κανένας τριχοφάγος από τους γάτους, γιατί αυτός είχε άλλο βίτσιο. Αντί για σκυλί κι εκείνο το εσταυρωμέρο ρίφι, αυτός κουβαλούσε πάντα μαζί του ένα γάτο. Γάτο υψηλής περιωπής, που άμα βαριόταν κι ήθελε να βγει, πεταγόταν στο χερούλι της πόρτας μια δυο και κατάφερνε ν’ ανοίξει. Και σαν δεν γινόταν ούτε αυτό, έπαιρνε φόρα και πηδούσε από το παράθυρο κι όποιον πάρει ο χάρος. Μπορούσε να προσγειωθεί από το ύψος του πρώτου ορόφου στο κεφάλι κάποιου ανέμελου περαστικού, που θα κατουρούσε στο εξής κόμπο κόμπο από τον φόβο του. Ο Θεός, όμως, μας γλίτωσε από μιαν τέτοιαν εκδοχή και είχε προτείνει κάτι άλλο: αντί στο κεφάλι του περαστικού να προσγειωθεί στην οροφή ενός διερχόμενου λεωφορείου. Οπότε τα κάνει, φαντάζομαι, λίμπα τα ζεμπίλια των επιβατών, επιθεωρώντας σ’ αυτά κάθε τι γατοφαγώσιμο… Κάνει και την εξοχή του στα ορεινά και μας κατεβαίνει με αναρρωτική, πηδώντας πάλι από ψηλά, ακριβώς μπροστά από την πόρτα μας, και με σπασμένο το κεφάλι από το ξύλο.
Έτσι, ο Κωστής προτιμούσε να τον κουβαλά μαζί του για να ‘χει το κεφάλι του ήσυχο. Μια φορά τον είχε πάρει κιόλας μαζί του στην εκκλησία. Και πάνω στη βιάση του μην σφετεριστούν άλλοι τα ρούχα των εξαπτέρυγων που ήταν ωραία και φανταχτερά σαν άμφια δεσποτάδων, παράτησε τον γάτο σ’ ένα μπαούλο εκεί δίπλα. Και φυσικά κάποιαν ώρα άρχισε να νιαουρίζει ο διάβολος. Τρέχει ο παπάς ν’ ανοίξει, πετάγεται από μέσα σαν σαΐτα και σκαρφαλώνει ο καταραμένος στο εικονοστάσι. Κάμποση ώρα περιπατούσε πάνω από τα κεφάλια των αγίων, όπως έναν απελπισμένο που ανεβαίνει στον τρίτο όροφο κραδαίνοντας την απειλή πως θα ριχτεί στο κενό – που τελικά όμως κάνει δεύτερες σκέψεις: «Τέτοια ζωή, κάλλιον ζωή παρά θάνατος». Εξακολούθησαν να τον προκαλούν βεβαίως, μ’ ένα κηροσβέστη, πως θα τον κατέβαζαν άδοξα. Οπότε εκείνος πετάγεται στο χρυσό καντήλι που κρέμεται απευθείας από τον ομφαλό του Παντοκράτορα ψηλά στον θόλο. Κι αρχίζει να ανεβαίνει. Όσο πλησιάζει όμως προς τον πάντων Κτίστη, κάτι του λέει πως τα πράγματα άρχισαν να σκουραίνουν, αφού από κάτω βάζει τις φωνές ο παπάς και μαζί του συνολικώς το ποίμνιον. Οπότε γυρίζει τον κώλο κι αρχίζει να κατεβαίνει, κι ακούει τότε το γέλιο του Θεού. Του νιαουρίζει κι αυτός με τη σειρά του και μ’ ένα σάλτο ακαριαίο πηδάει στο κενό. Ακριβώς πάνω στη γενειάδα του μοιχού ιερέως. Θεέ μου, πώς τα σκαρώνεις κάτι τέτοια, με τι νόμισμα πληρώνεις εσύ; Γελούσες, όμως, σε είδα, Παντοκράωρ!
Να γιατί αρρώστησε ο Κωστής. Και τον άφησαν εκεί να λειώνει, πρώτη η δασκάλα του τον είχε παρατημένον. Και να τώρα. Τώρα είναι αργά. Απλώς τραβούμε ο καθένας τον δρόμο του που όλο και στενεύει… Αχ, εκείνη η «στενή πύλη», «ολίγοι εισίν οι ευρίσκοντες αυτήν», έγραφε η Ρέγγα, η αδερφή του, σε μιαν υποσημείωση υπεροπτικής ειρωνείας.
Και ο Θεολόξ να παραφυλάει την πράσινη πινακίδα με τις επιστολές των μαθητών και να επιμένει σε μερίδιο βλεψία σε όλα τούτα, που είναι ανάξια λόγου, πόσο μάλλον Θεού λόγου…

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΑΛΛΌΦΥΛΟΙ ΕΡΑΣΤΈΣ

ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΥ

Diastixo 23/7/2018

Ο Χρίστος Χατζήπαπας κλείνει σχεδόν πενήντα χρόνια στα γράμματα. Η πρώτη του ποιητική συλλογή, Ενδοσκόπιο, εκδόθηκε το 1969. Έκτοτε εξέδωσε συλλογές ποίησης και διηγήματος, αλλά και τρία μυθιστορήματα. Παρά τη μακρά διαδρομή στη λογοτεχνία, εξακολουθεί να πειραματίζεται. Αυτό αποδεικνύει η τελευταία συλλογή διηγημάτων του, Αλλόφυλοι εραστές. Αντιθετικοί άξονες διαπερνούν όλη τη συλλογή, έτσι που το βιβλίο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί διπολικό, κάτι που έδωσε την ευκαιρία στον συγγραφέα να αναμετρηθεί με πολύ σημαντικά θέματα. Ήδη ο τίτλος παραπέμπει σε αυτή τη διπολικότητα – και δεν είναι μόνο τα δύο μέρη του βιβλίου τα οποία κινούνται σε διαφορετικό ύφος και θεματολογία. Είναι και οι δύο αφηγηματικές φωνές σε ορισμένα διηγήματα, αλλά και οι αντιθετικές σχέσεις θάνατος/ζωή-έρωτας, παρελθόν-παρόν, νεότητα/γήρας-ομορφιά/φθορά, Ελληνοκύπριοι-Τουρκοκύπριοι. Παρά τη διπλότητα αυτή, η αίσθηση της ενότητας και της σύγκλισης διατηρείται χάρη στην επιδέξια τεχνική του συγγραφέα, αφού υπάρχουν οι άξονες και οι συνδετικοί αρμοί που τέμνουν κάθε φορά τους δύο πόλους: π.χ. έρωτας και θάνατος, κυπριακό, αυτοαναφορικότητα, διακειμενικότητα.
Το πρώτο διήγημα, το πρώτο μέρος και όλη η συλλογή τιτλοφορούνται Αλλόφυλοι εραστές. Τα διηγήματα έχουν να κάνουν με τις σχέσεις ανάμεσα σε Ελληνοκυπρίους και Τουρκοκυπρίους κυρίως στα κρίσιμα χρόνια μέχρι το 1974, αλλά και σήμερα. Ο συγγραφέας επιστρατεύει την τεχνική της πρωτοπρόσωπης μαρτυρίας, της αποκαλυπτικής εξομολόγησης, κι άλλοτε τον δημοσιογραφικό λόγο, όπως στο διήγημα «Τα σκυλιά του Κουτλού Ανταλί», αλλά και τη συμβατική τριτοπρόσωπη αφήγηση. Σε αρκετά διηγήματα, όπως στα «Αλλόφυλοι εραστές», «Αν έλειπε εκείνη η μέρα στο ημερολόγιο…», «Ο Ντελι-Γιωρκής», «Ειδική αποστολή», υπάρχει πάντα μια φωνή πίσω από τη φωνή, ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα του αποκαλυπτικού λόγου. Ένας πρωτοπρόσωπος Τουρκοκύπριος αφηγητής καταθέτει τη μαρτυρία του για τα γεγονότα που έζησε τη δεκαετία του 1960 μέχρι το 1974, τον παραλογισμό που οδήγησε στην τραγωδία της Κύπρου. Ο επίσης πρωτοπρόσωπος αφηγητής-συγγραφέας ελάχιστα επεμβαίνει. Ανάμεσά τους μεσολαβεί ένας διερμηνέας. Ο αφηγούμενος τα περιστατικά ζει μια δραματική στιγμή κατά την εξομολόγηση, με κορυφώσεις δραματικής έντασης.

Το ιστορικό, πολιτικό και χωροχρονικό πλαίσιο, και γενικά η ανθρωπογεωγραφία μέσα στην οποία εγγράφεται η μυθοπλασία, είναι το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα με εστίαση στη δεκαετία του 1960 έως την εισβολή: ΕΟΚΑ, τα σχέδια του Ντενκτάς για taxim-διχοτόμηση, ΤΜΤ, η Βολκάν και δολοφονίες Τουρκοκυπρίων, ΕΟΚΑ Β’, διακοινοτικές ταραχές, οι εκατέρωθεν δολοφονίες και ο εξτρεμισμός, το πραξικόπημα, η εισβολή. Η δράση τοποθετείται κυρίως σε τουρκοκρατούμενες περιοχές, π.χ. στην περιοχή της Μόρφου.

Στο πρώτο διήγημα, «Αλλόφυλοι εραστές», και στο δεύτερο, «Αν έλειπε εκείνη η μέρα στο ημερολόγιο…», πρωτοπρόσωπος αφηγητής είναι ο Ερόλ. Αναφέρεται σε γεγονότα που συνέβησαν στην περιοχή της Μόρφου. Ο Ερόλ μιλά για δολοφονίες Τουρκοκυπρίων και Ελληνοκυπρίων, αλλά και διαταγές για μαζικές δολοφονίες. Ωστόσο, υπήρξαν άνθρωποι εκατέρωθεν που αρνήθηκαν να εκτελέσουν τέτοιες εντολές, όπως ο Ερόλ και ο Δημήτρης, οι οποίοι έσωσαν αντίστοιχα Ελληνοκυπρίους και Τουρκοκυπρίους. Μέσα σε όλα αυτά, παρά τη φωτιά και τον πόλεμο, ο έρωτας βρίσκει τον τρόπο να ανθίσει και να στεριώσει. Έτσι, ο Ερόλ στην αφήγησή του εγκιβωτίζει προσωπικές ερωτικές ιστορίες, τη δική του με την Αλέφ, του Παντελή με την Ντενίζ, του Δημήτρη με την Αντιλέ.
Στο διήγημα «Ειδική αποστολή», ο Νιχάτ αποκαλύπτει την αποστολή που ανέθεσε σε αυτόν και τον Χασάν ο κατοχικός στρατός στην Ελιά· να θάψουν μια φρικτά δολοφονημένη, βιασμένη και γυμνή Ελληνοκύπρια. Στο διήγημα «Στα Καλυβάτζια», ο Τουρκοκύπριος Μουράτ, παλιό στέλεχος της ΤΜΤ, εκφράζει την παράξενη επιθυμία να γνωρίσει ένα από τα μέλη της ΕΟΚΑ Β’. Στο διήγημα «Τα αγαπημένα σκυλιά του Κουτλού Ανταλί», ο συγγραφέας αναφέρεται στη δολοφονία του Τουρκοκύπριου δημοσιογράφου, υπέρμαχου της φιλίας και της ειρηνικής συνύπαρξης με τους Ελληνοκυπρίους. Στο διήγημα «Ο Ντελι-Γιωρκής», στο οποίο εγκιβωτίζεται και η αφήγηση του Ζεκί, εξιστορεί τα γεγονότα των διακοινοτικών συγκρούσεων στα Καζιβερά. Στο διήγημα «Στο αίθριο της Βουλής», ο συγγραφέας θυμάται το συγκινητικό διήγημα του Νέαρχου Γεωργιάδη «Η τελευταία επιθυμία του Μεμέτη» για τη φιλία ενός Τουρκοκύπριου παιδιού με συνομήλικό του Ελληνοκύπριο, σε μια δηλητηριασμένη ατμόσφαιρα μίσους και εθνικισμού. Η «Καύση» αποτελεί φόρο τιμής στον Εμίν. Σε αυτό εξιστορείται η φιλία του αφηγητή με τον Εμίν, ο οποίος παρά τις αντιξοότητες και την πολεμική του Ραούφ Ντενκτάς επέλεξε, μετά την εισβολή, να ζήσει με τους Ελληνοκυπρίους. Στο «Σαν μια στιγμή η ζωή», ο ετοιμοθάνατος Ελληνοκύπριος Βήτα, ανάμεσα στο παραμιλητό και τα ενύπνιά του, αφηγείται μνήμες της ζωής του που σχετίζονται με τα τραγικά γεγονότα της Κύπρου.

Όλα όσα αναφέρονται είναι θεματικές που ο Χρίστος Χατζήπαπας ανέπτυξε και σε άλλα έργα του (διηγήματα, μυθιστορήματα, ποίηση). Οι εξομολογήσεις και οι μαρτυρίες στόχο έχουν να αναδείξουν την αλήθεια που η επίσημη Ιστορία αρνείται να καταγράψει. Με όχημα τη μνήμη, ο συγγραφέας φτάνει με τόλμη στο βάθος των πραγμάτων, στηλιτεύει τις ακρότητες και τον εθνικισμό. Αυτό που τον ενδιαφέρει ιδιαίτερα είναι τα φωτεινά παραδείγματα, οι εξαιρέσεις, οι άνθρωποι που μέσα στον παραλογισμό της εποχής τους πήγαν ενάντια στο ρεύμα και διέσωσαν την ανθρωπιά και τον άνθρωπο. «Μπορεί και να μας βγει σε καλό. Η γνώση της Ιστορίας δεν έβλαψε ποτέ κανέναν…» θα σχολιάσει η Αϊσέ στο διήγημα «Στα Καλυβάτζια».

Παρά τα όσα τραγικά περιγράφονται, η εντύπωση που αφήνει ο συγγραφέας είναι πως υπάρχει ακόμα ελπίδα. Είναι ο έρωτας, η αγάπη, η ομορφιά και η φιλία που θριαμβεύουν μέσα στη φωτιά, υπερνικώντας το μίσος και ξεπερνώντας κάθε εθνοφυλετικό, θρησκευτικό ή γλωσσικό περιορισμό. Πολύ χαρακτηριστική είναι η παραδοχή των δύο πρώην ορκισμένων εχθρών, του Τουρκοκύπριου Μουράτ (ΤΜΤ) και του Ελληνοκύπριου Παναγιώτη (ΕΟΚΑ Β’) στο διήγημα «Στα Καλυβάτζια». Στη συνάντησή τους, καθώς αναλογίζονται το παρελθόν, παραδέχονται: «Γελαστήκαμε, Μουράτ, μας ξεγέλασαν!» «Bokettik! Σκατά τα κάναμε!».

Τα ζητήματα ταυτότητας απασχολούν τον συγγραφέα σε πολλά από τα διηγήματα. Ο έρωτας ανάμεσα σε έναν Ελληνοκύπριο και μια Τουρκοκύπρια του δίνει την ευκαιρία να εξετάσει τέτοια θέματα, όπως η θρησκεία (οι Τουρκοκύπριοι δεν είναι ιδιαίτερα θρησκευόμενοι) και η γλώσσα (πολλοί Τουρκοκύπριοι μιλούν την ελληνοκυπριακή διάλεκτο και αρκετοί μέχρι το 1974 δεν ήξεραν τούρκικα).

Ο τίτλος του β’ μέρους της συλλογής δίνει τη βασική θεματική των εννιά διηγημάτων: «Αφρός ονείρου η ζωή». Αναφέρονται στο πεπερασμένο και το εφήμερο της ανθρώπινης ύπαρξης. Τα πολιτικοϊστορικά γεγονότα και η κριτική που ασκείται υποχωρούν σε δεύτερο επίπεδο. Αυτό που κυριαρχεί είναι η κοινωνική κριτική για το σήμερα, η αλλοτρίωση και κυρίως τα αντιθετικά σχήματα νεότητα-γήρας, θάνατος-έρωτας. Αντίθετα με ό,τι συμβαίνει στο α’ μέρος της συλλογής, στο οποίο, παρά τα φαινομενικά ανυπέρβλητα εμπόδια, εθνικά, θρησκευτικά ή άλλα, ο έρωτας ευοδώνεται, εδώ ο συγγραφέας επιστρέφει σε ένα χαρακτηριστικό θεματικό μοτίβο της τέχνης του: ο πόθος υπάρχει, αλλά ο έρωτας σπάνια θα ολοκληρωθεί, καθώς θα παραμείνει στη σφαίρα της επιθυμίας, του ονείρου, των ονειρώξεων και της φαντασίας. Το ύφος επίσης αλλάζει: αντί του τραγικού-δραματικού, εδώ κυριαρχεί το χιούμορ, η ειρωνεία, ο σαρκασμός και ο αυτοσαρκασμός. Επιπλέον, τα διηγήματα αυτά συνδέει ένας πρωτοπρόσωπος, ομοδιηγητικός αφηγητής, ο οποίος διανύει τη μέση ηλικία ή βαδίζει προς την τρίτη ηλικία.
Το τελευταίο διήγημα του β’ μέρους έχει τίτλο «Η ψευδαίσθηση στη λογοτεχνία ή Επαναστατική κατουρίαση». Είναι ένα διήγημα για την ποιητική του διηγήματος. Ο συγγραφέας επισκέπτεται τη Χάγη για ένα συμπόσιο λογοτεχνίας. Όμως, θα βρεθεί υπόλογος ενώπιον της δικαιοσύνης, γιατί ο ήρωας της ιστορίας του, alter ego του συγγραφέα, κατούρησε το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Η πρόθεσή του είναι προφανής: να ξεσκεπάσει την υποκρισία της διεθνούς δικαιοσύνης (σε αυτό συμβάλλουν οι αναφορές στην Κύπρο και στον εμφύλιο στη Συρία). Κι εδώ ο ερωτικός πόθος του αφηγητή για τη συνεργάτιδά του Ντιόν γίνεται πράξη μόνο στις ονειρώξεις του. Όμως, όλη αυτή η ιστορία δεν ήταν παρά η εισήγηση του συγγραφέα στο συμπόσιο με τίτλο «Η ψευδαίσθηση στη λογοτεχνία ή Επαναστατική κατουρίαση». Στο διήγημα αναπτύσσεται το μοτίβο του ανεκπλήρωτου έρωτα, του ερωτικού πόθου που βρίσκει διέξοδο μόνο στη φαντασία του ήρωα. Το όνειρο γενικά διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στο έργο του Χρίστου Χατζήπαπα. Είναι ο χώρος στον οποίο πραγματώνεται το απραγματοποίητο, εκεί που γεφυρώνεται το συνειδητό με το ασυνείδητο.

Οι ήρωες υποφέρουν, λοιπόν, από έναν βασανιστικό έρωτα, έναν Έρωτα εν καμίνω, για να θυμηθούμε τη συλλογή που ο Χατζήπαπας εξέδωσε το 2001. Η θεματική αυτή, σε παραλλαγές, συναντάται στα διηγήματα «Παραγωγικός έρως», «Αυτοί που τρέχανε σαν άλογα», «Το εισιτήριο», «Δεν πίστευε στον θάνατο», «Οι καημένοι» και «Θίνες αγάπης και φόβου». Ακόμα, όμως, κι εκεί που ανθίζει ο έρωτας, η αιφνίδια αλλαγή της τύχης, ο θάνατος ή μια αρρώστια έρχονται να ανακόψουν απότομα την ερωτική πληρότητα. Αυτή η ματαίωση δίνει την ευκαιρία στον συγγραφέα να ψυχογραφήσει σε βάθος τους ήρωές του, να δημιουργήσει την κατάλληλη δραματική ένταση, να πειραματιστεί με τη φαντασία και να υπονομεύσει το ρεαλιστικό στοιχείο.

xatzipapasΈνα από τα βασικά χαρακτηριστικά της συλλογής είναι η διακειμενικότητα. Ο συγγραφέας δημιουργεί ένα πυκνό δίχτυο τέτοιων αναφορών, καθώς συνομιλεί με δικά του έργα ή με έργα άλλων συγγραφέων και την παράδοση. Αλλά, όπως σε όλα τα έργα του Χρίστου Χατζήπαπα, έτσι κι εδώ μια από τις σημαντικότερες αρετές είναι η γλώσσα. Είναι, πράγματι, ιδιαίτερα γοητευτική η μείξη τύπων της καθαρεύουσας, της δημοτικής, της εκκλησιαστικής γλώσσας, της προφορικής γλώσσας στις αφηγήσεις ή στους διαλόγους, της κυπριακής διαλέκτου και η συχνή παράθεση τούρκικων λέξεων. Πότε απλή και λιτή, σε ρεαλιστικό ύφος, άλλοτε περίτεχνη και ποιητική, μεταφορική, ενίοτε λυρική και πότε σκληρή και τολμηρή, σε μακροπερίοδο λόγο ή κοφτή, ανάλογα με το αφηγηματικό ύφος κάθε φορά, η γλώσσα είναι ένα στοιχείο που πρωταγωνιστεί στο βιβλίο.

Η συλλογή Αλλόφυλοι εραστές διακρίνεται από αφηγηματική πολυμορφία. Η μετατόπιση του χρόνου από το παρόν στο παρελθόν και αντίστροφα είναι συχνή και επιτρέπει στους αφηγητές να δουν από απόσταση τα γεγονότα και να τοποθετηθούν με νηφαλιότητα. Η ρεαλιστική αφήγηση πολλές φορές υπονομεύεται με ονειρικά, μνημονικά και φαντασιακά στοιχεία ή συνειρμούς και εγκιβωτισμούς. Ο πλάγιος λόγος τρέπεται, κατά διαστήματα, σε ελεύθερο πλάγιο λόγο και ο διάλογος ή και ο αφηγηματικός μονόλογος είναι συχνός. Η αφήγηση, ιδιαίτερα στο πρώτο μέρος, είναι πολλές φορές κυκλική, η αρχή συχνά φορτίζεται με δραματικό τόνο όπως και το τέλος, που σχεδόν πάντα αφήνεται ανοιχτό σε προβληματισμό. Γενικά, δεν υπάρχει τίποτα μονοδιάστατο στα διηγήματα του Χρίστου Χατζήπαπα, ούτε στη γλώσσα, ούτε στην αφήγηση, ούτε στη θεματική του. Κάτι που καταδεικνύει τη διαρκή έγνοια του και την ενσυνείδητη πάλη με τη γραφή. Αυτό καθιστά το έργο του εξαιρετικά ενδιαφέρον.

 

ΠΕΡΣΑ ΚΟΥΜΟΥΤΣΗ

FRACTAL 03/10/2018

Με τα μάτια του Άλλου

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Κύπριος λογοτέχνης Χρήστος Χατζήπαπας καταπιάνεται με θέματα που αφορούν στη σύγχρονη ιστορία του τόπου του. Τα άλγη και τα πάθη της Κυπριακής ψυχής, που παραμένει τρωτή, και συναισθηματικά ευάλωτη μετά τα τραγικά γεγονότα του ‘74 . Η συλλογική κι ατομική μνήμη, η βιωματική εμπειρία, η Ιστορία, μαζί με το ιδεολογικό υπόβαθρο του συγγραφέα και την αντικειμενική του στάση απέναντι στα γεγονότα που διαδραματίστηκαν και σημάδεψαν ανεξίτηλα την Κύπρο, πάντα έπαιζαν καθοριστικό ρόλο, τόσο στο πεζογραφικό, όσο και στο ποιητικό του έργο, όπως πιστεύω παίζουν πρωτεύοντα ρόλο στο έργο των περισσοτέρων Κυπρίων λογοτεχνών της γενιάς του. Έτσι και σε αυτό εδώ το βιβλίο με τον ευρηματικό και αντιπροσωπευτικό τίτλο «Αλλόφυλοι εραστές», ο συγγραφέας επιστρέφει με μια συλλογή διηγημάτων όπου κύριοι πρωταγωνιστές- εκτός από τα πρόσωπα που σκιαγραφεί- είναι ο τόπος, ο χρόνος, η μνήμη και η Ιστορία. Μόνο που εδώ υπογραμμίζεται και ένα ακόμα σημαντικό θέμα που, αν και δεν είναι εντελώς νέο για το συγγραφέα, παρουσιάζεται με μεγαλύτερη ευκρίνεια και τολμηρότητα: και αυτό διότι στο μεγαλύτερο μέρος της συλλογής, ο συγγραφέας δίνει έμφαση τις διαπροσωπικές σχέσεις ανάμεσα σε Ελληνοκυπρίους και Τουρκοκυπρίους, κυρίως εκείνες που αναπτύχθηκαν κατά τις τελευταίες δεκαετίες, μετά την εισβολή. Με αφηγηματική δεινότητα, συναισθηματική συγκρότηση, ενίοτε πρόκληση ή σαρκασμό, κι απαλλαγμένος όπως πάντα από την προκατάληψη του παρελθόντος, την εκατέρωθεν παραποίηση της ιστορίας, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει σε μια από τις ιστορίες του, συνθέτει διηγήσεις που εμβαθύνουν στην ανθρώπινη ψυχή, διεισδύουν στην ουσία των ανθρώπινων σχέσεων και σχολιάζουν τα κοινωνικά ήθη και τις νοοτροπίες του σήμερα, με ένα τρόπο που πιστεύω ότι αντιτίθεται σε μεγάλο βαθμό στην αρνητική προδιάθεση μιας μεγάλης μερίδας ανθρώπων απέναντι στα γεγονότα και προπάντων στις στερεότυπες αντιλήψεις της.

Ο Χ Χ ανατέμνει και σκιαγραφεί ανάγλυφα τη σημερινή πραγματικότητα στην Κύπρο, αναπαριστώντας την αλήθεια γυμνή, κι αναδεικνύοντας πολλές από τις άγνωστες (σε πολλούς από εμάς) πτυχές της, διατηρώντας, όπως ανέφερα μια αμερόληπτη κι απροκατάληπτη στάση. Κι ανάμεσα σε όλα αυτά παρεμβάλλει διακριτικά τα υπαρκτικά ζητήματα που είναι φανερό ότι τον απασχολούν, ερωτηματικά και προβληματισμοί γύρω από δίπολα της ανθρώπινης ύπαρξης, όπως είναι η ζωή και ο θάνατος, η νεότητα και το γήρας ή ακμή και η φθορά, αλλά κι ο έρωτας στις διάφορες εκφάνσεις και εκδοχές του, ενώ η φιλία, η κατανόηση, η ελπίδα, είναι θέματα τα οποία διαχειρίζεται με ευαισθησία, θέλοντας έτσι να υπογραμμίσει τη δύναμη της ζωής και τον θρίαμβό της πάνω σε ότι επαπειλεί τη φυσική της ροή, όπως ο πόλεμος, τα μίση και η εχθρότητα. Ένα ικανό αντίβαρο κι αντιστάθμιζα για τη μισαλλοδοξία, τον φανατισμό τους εθνο-φυλετικούς, θρησκευτικούς φραγμούς που γεννά ο πόλεμος. Ικανά να θεριεύουν ακόμα και μέσα στον παραλογισμό του πολέμου, τον κυκεώνα και την τραγικότητας που επιφέρει. Και μαζί με την ψυχογραφία των ηρών, αναδύεται ο τόπος, ενώ ο χρόνος όπου διεξάγεται η δράση των ιστοριών, αν και δεν είναι ποτέ σταθερός, αφού μετατοπίζεται διαρκώς ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, παραμένει ένα αποτελεσματικό όχημα, πάνω στο οποίο αναπτύσσει τις ιστορίες του, δίνοντας έτσι στον αναγνώστη μια έκτυπη εικόνα για το χθες και το σήμερα. Και το πετυχαίνει επιστρατεύοντας άλλοτε τον ρεαλισμό κι άλλοτε τον μύθο, άλλοτε όνειρο, κι άλλοτε τη μνήμη. Σε κάθε περίπτωση όμως με ένα τρόπο που αντιβαίνει ή και καταρρίπτει τις στερεοτυπικές αντιλήψεις μας για τα γεγονότα.

Ο αφηγηματικός τρόπος ανταποκρίνεται με τη σειρά του στα πολλαπλά επίπεδα της συλλογής αφού και αυτός αλλάζει διαρκώς, έτσι η πρωτοπρόσωπη αφήγηση δίνει τη σκυτάλη στη τριτοπρόσωπη, ενώ από τα προτερήματα του βιβλίου συγκαταλέγεται και ένα είδος ‘αμοιβαίας ανταλλαγής’ του αφηγηματικού προσώπου. Ο συγγραφέας Χρήστος Χατζήπαπας δίνει φωνή στον «Άλλο», καταγράφει δηλαδή τα γεγονότα από την ‘άλλη’ σκοπιά ή ματιά. Έτσι δανειζόμενος τη φωνή ενός Τουρκοκύπριου καταθέτει τη δική του μαρτυρία για τα γεγονότα που έζησε ο ίδιος από πρώτο χέρι τη δεκαετία του 1960, διατηρώντας έτσι μια ισορροπία και μια ισονομία στον αφηγηματικό ιστό. Κατά αυτόν τον τρόπο αναδύεται ‘ακέραιη’ ή σχεδόν η αλήθεια και της άλλης πλευράς, και κατά επέκταση το ευρύτερο ιστορικό, πολιτικό, κοινωνικό και πολιτισμικό υπόβαθρο της σύγχρονης πραγματικότητας στην Κύπρο.

Οι ιστορίες που παρελαύνουν η μια μετά την άλλη 19 στον αριθμό απλώνονται σε δυο μέρη και δημιουργούν ένα πολύχρωμο καμβά, πάνω στον οποίο ο αναγνώστης έρχεται αντιμέτωπος με πλείστες πτυχές της σύγχρονης ιστορίας που αν και αναγνωρίζει σε κάποιο -μεγαλύτερο ή μικρότερο -βαθμό, είναι βέβαιο ότι αγνοεί λεπτομέρειές της, τις λεπτεπίλεπτες εκείνες αποχρώσεις του συναισθηματικού και ιδεολογικού κόσμου των ανθρώπων που την έχουν βιώσει από πρώτο χέρι, ή που καλούνται να ζήσουν με το βάρος της μνήμης που την αφορά, ένα θέμα που γίνεται πιο έντονα απτό κι ‘ανάγλυφο’ στο δεύτερο μέρος του βιβλίου. Και μέσα σε όλα αυτά τα τραγικά και τα παράλογα, συνυφαίνεται η φιλία κι ο έρωτας ανάμεσα σε «Αλλόφυλους».

Η τολμηρότητα του Χρ Χατζήπαπα είναι εμφανής και σε άλλα επίπεδα του βιβλίου, επιλέγει να τοποθετήσει κάποιες από τις ιστορίες του σε τουρκοκρατούμενες περιοχές, ενώ μιλά ανοικτά μέσω των πρωταγωνιστών του, για ζητήματα οδυνηρά και ευαίσθητα όπως τις εκατέρωθεν δολοφονίες, τον φανατισμό, τη μισαλλοδοξία αλλά και στον αντίποδα όλων αυτών, το γεγονός ότι κάποιοι είχαν αρνηθεί να εκτελέσουν τέτοιες εντολές κι από τις δυο πλευρές και να σώσουν ζωές ανεξαρτήτως εθνοτικής ταυτότητας. τονίζοντας έτσι τον ανθρώπινο παράγοντα που η ιστορία τείνει φανατικά να αγνοεί ή να προσπερνά. Άξια λόγου είναι η ιστορία του Τουρκοκύπριου, ο οποίος επέλεξε, μετά την εισβολή, να ζήσει με τους Ελληνοκυπρίους.

Από τα βασικά χαρακτηριστικά της συλλογής είναι επίσης η χρήση του συνειρμικού λόγου και μιας ιδιαζόντως ποικιλόμορφης γλώσσας, αφού οι λιτές περιγραφές συχνά εναλλάσσονται με τον λυρισμό και την ποιητική διάθεση του συγγραφέα, ενώ ακόμα συχνότερα εντάσσει στους διαλόγους φράσεις της Κυπριακής διαλέκτου και τουρκικές λέξεις. Τέλος η «ζοφερότητα των θεμάτων, η κοινωνική κριτική που ασκεί, άλλοτε υποδόρια και άλλοτε ευθαρσώς, εξισορροπούνται έντεχνα με την χιουμοριστική διάθεση του συγγραφέα, αφού το χιούμορ και ο αυτοσαρκασμός δεν απουσιάζουν από τις ιστορίες του Χ. Χατζήπαπα. Τραγελαφικές καταστάσεις συνυπάρχουν με την πικρή /θλιβερή πραγματικότητα, δημιουργώντας έτσι ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον, γοητευτικό και συγκινητικό βιβλίο.

 

ΤΑ ΠΗΓΑΔΙΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

ΛΕΥΤΕΡΗ ΠΑΠΑΛΕΟΝΤΙΟΥ

http://www.oanagnostis.gr, 13.5.2013

Σάτιρα και ρεαλισμός

Με δυο ποιητικές συλλογές εμφανίστηκε στον χώρο της λογοτεχνίας ο Χρ. Χατζήπαπας (γενν. 1947): Ενδοσκόπιο (1969) και Εισαγωγή στην τραγωδία (1979).

Στα χρόνια που μεσολάβησαν αφοσιώθηκε σχεδόν αποκλειστικά στην καλλιέργεια της πεζογραφίας: εξέδωσε τέσσερις συλλογές διηγημάτων και τρία μυθιστορήματα, δίνοντας τον καλύτερο εαυτό του στα πιο πρόσφατα βιβλία διηγημάτων του και βελτιώνοντας σταδιακά τα μυθιστορήματά του.
Ειδικά η πρώτη ενότητα της πρόσφατης συλλογής του, ίσως η πιο συγκροτημένη και η πιο δραστική ενότητα του βιβλίου, θα μπορούσε να διαβαστεί παράλληλα με ορισμένα περίπου ομόθεμα διηγήματα της τελευταίας συλλογής του (Το ασταθές βήμα, 2009), αλλά και συνδυαστικά με παλιότερα διηγήματα κυπριακής θεματικής. Η επιγραφή με την οποία εξαγγέλλονται τα πρώτα δεκατρία ποιήματα («Της γλυκείας χώρας Κύπρου / που μισή και σερνάμενη την καταντήσαμε») μας προδιαθέτει για το στίγμα των κειμένων αυτών: α) είναι ποιήματα που εντοπίζονται καταρχήν στον κυπριακό χώρο, με έμφαση στις πιο πρόσφατες ιστορικές περιπέτειές του· β) αν και δεν λείπουν οι λυρικές πινελιές, οι ονειρικές διαφυγές και οι νοσταλγικές αναπολήσεις μιας παλιότερης ζωής, κατά κανόνα δεσπόζει στα περισσότερο κείμενα η ρεαλιστική ματιά, που απολήγει συχνά και βρίσκει τις καλύτερες στιγμές της σε μια δριμεία, καταλυτική σάτιρα, κάποτε και στον (αυτο)σαρκασμό.
Ήδη στο πρώτο, ομότιτλο ποίημα της συλλογής («Τα πηγάδια της ιστορίας») τα ξεροπήγαδα της ανομβρίας εξελίσσονται σε σύμβολα φανατισμού και εθνικισμού, αφού κατέληξαν να μπαζώνονται με πτώματα δολοφονημένων Τουρκοκυπρίων ή Ελληνοκυπρίων από τα χρόνια τα πρώτων διακοινοτικών συγκρούσεων ώς τις μέρες της Εισβολής. Αντιδιαστέλλοντας την ομορφιά και την ασχήμια, τα χρόνια της αθωότητας ή την πίστη στο «υπέροχο της ουτοπίας» με τη σύγχρονη εποχή της έρημης χώρας και της ιδεολογικής ή άλλης διάψευσης, ο ποιητής εξαπολύει δριμεία σατιρική κριτική σε κούφιους, ματαιόδοξους και θρασείς πολιτικούς και πολιτικάντηδες που καπηλεύονται το πολιτικό πρόβλημα του τόπου και την πατρίδα γενικότερα. Η ιστορική μοίρα της Κύπρου συνδέεται με την τραγική κατάληξη της Αροδαφνούσας του γνωστού δημοτικού τραγουδιού: «Άνου να πάμεν, Ροδαφνού, τζ’ αφταίννει το καμίνιν…» («Αροδάφνες στον αυτοκινητόδρομο»).
Η σκληρή σάτιρα συνεχίζεται και σε ποιήματα όπως το «Νοός ανάσταση», που στρέφεται ενάντια σε πολιτικούς και εκκλησιαστικούς ηγέτες: «πολιτικοί της πεντάρας / αρχιερείς γυμνοί από φαιλόνια / και χρυσά / άσπρα βρακιά όλοι / μηδενός εξαιρουμένου / βρακιά χεσμένα». Με ανάλογη αντικομφορμιστική και απομυθοποιητική γλώσσα, που θυμίζει κάποτε τη γραφή και άλλων ποιητών της «Γενιάς του 1974», αποκαθηλώνεται ο «τρισχόγλαστος» «Ολετήρ», ο γνωστός ιδρυτής της ΕΟΚΑ Β΄, που οδήγησε με μαθηματική ακρίβεια τον τόπο στην καταστροφή του ’74, αλλά εξακολουθεί να τιμάται ως ήρωας.
Αξίζει να αναφερθεί εδώ και το καταληκτικό ποίημα της ενότητας αυτής («Δε μ’ ενδιαφέρει»), που φαίνεται να είναι ένα από τα πιο δυνατά και ανατρεπτικά ποιήματα του βιβλίου. Ο ποιητής απαξιώνει και σαρκάζει για άλλη μια φορά τους πολιτικούς, αλλά απαρνείται και επώνυμα πρόσωπα της Ιστορίας (όπως τον συμπαθή «μάγκα» Ιουλιανό και τον «γάιδαρο» Ιουστινιανό), δηλώνοντας την προτίμησή του στις μικρές χαρές της ζωής και υποβάλλοντας με μαύρο χιούμορ την έγνοια του για την έλευση του θανάτου: «Μ’ ενδιαφέρει να είμαι ωραίος / στο φέρετρό μου / για το βασίλειο των σκουληκιών».
Σε μια μεγαλύτερη ενότητα με τον γενικό τίτλο «Της ύπαρξης, του έρωτα και του θανάτου» στεγάζονται άλλα 38 ποιήματα ποικίλης θεματικής, με έμφαση στα μεγάλα θέματα της ζωής και της λογοτεχνίας. Η σκιά του θανάτου, ο έρωτας ως απουσία ή προσμονή, η επέλαση του χρόνου και η παρακμή της ζωής και της σάρκας, ο διαχωρισμός του σώματος και της ψυχής, ονειρικές διαφυγές, υπαρξιακές ανησυχίες, τρυφερές εικόνες και νοσταλγικές επιστροφές στην παιδική αθωότητα, η αντιπαράθεση της ομορφιάς και της ποίησης απέναντι στην ασχήμια και τη φθορά, ποιήματα ποιητικής, σατιρικές και ανατρεπτικές θεωρήσεις θεσμών και αξιών είναι από τα θέματα και τα μοτίβα που δεσπόζουν στα κείμενα της ενότητας αυτής.
Ανάμεσα σ’ άλλα, ξεχωρίζει το αξιόλογο ποίημα ποιητικής «Ξέρω ένα ποιητή», στο οποίο σατιρίζεται ο επίδοξος ποιητής «που δεν αγαπά τις λέξεις / τα φορτία τους / τις συμφορές που σέρνουν / άλογα ανυποψίαστα / αφηνιασμένα», αλλά «κυνηγά προχείρως / λέξεις καταντημένες / επί χρήμασι / ήχους κυμβάλων». Μέσα από την αρνητική αξιολόγηση ενός τέτοιου συγγραφέα («Ένα ποιητή / που δεν κοιμάται με τις λέξεις του / μην τον λογαριάζεις / τον ανέραστο») ο Χρ. Χατζήπαπας υποβάλλει έμμεσα την άποψη ότι ο ποιητής αντιμετωπίζει ή πρέπει να αντιμετωπίζει τη λέξη ως ένα ζωντανό και ερωτικό σώμα, με ποικίλες συνδηλώσεις, αμφισημίες και αποχρώσεις, ώστε να αποτυπώνει τον σπαραγμό του αφυπνισμένου σώματος και της απογυμνωμένης ψυχής, την αλήθεια και τον θάνατο.
Στις καλύτερες στιγμές του βιβλίου ο Χρ. Χατζήπαπας μάς ξαφνιάζει με την ετοιμότητά του να σατιρίσει και να σαρκάσει με οξυμένη ή αμφίθυμη γλώσσα πρόσωπα και καταστάσεις της σύγχρονης κυπριακής ζωής, την κενότητα και την αλαζονία της πολιτικής ή της εκκλησιαστικής εξουσίας, την έκπτωση των ιδεολογιών, τη διαφθορά και την παρακμή, προμηνύοντας, θα λέγαμε, τη σημερινή κατάντια της Κύπρου. Με ρεαλιστική ή αφαιρετική γλώσσα αγγίζει αποτελεσματικά και άλλα μεγάλα θέματα της ζωής και της λογοτεχνίας, την έλξη του έρωτα και τον φόβο του θανάτου, το μυστήριο της ανθρώπινης ύπαρξης και τις μικρές ή τις μεγαλύτερες χαρές της ζωής. Η σατιρική, ανατρεπτική γλώσσα και η λιτή, ευθύβολη γραφή είναι, κατά την άποψή μου, τα πιο ισχυρά εφόδια στα καλύτερα ποιήματα της συλλογής.

ΠΕΡΣΑ ΚΟΥΜΟΥΤΣΗ

«…Τα πηγάδια μας
πολλών χιλιάδων χρόνων
τα μπαζώσαμε
με κουφάρια εχθρών
ανεπάρκειες
και βλακεία.
Τώρα αφυδατωμένοι
ρακένδυτοι
χωρίς δυνάμεις
προχωράμε
ασθμαίνοντας
κι αυτάρεσκα
στο μέλλον»
*****
«Έλα, μη καθυστερείς,
εξαντλείται ο χρόνος
εξαντλείται γενικώς
σέρνοντάς μας από το χέρι
μας εξαντλεί.
Όλα πωλούνται δύο σε ένα
κι αυτός ο κερατάς
σε δέκα, είκοσι
και βάλε.»

Αν οι ιστορίες του Χρίστου Χατζήπαπα στη συλλογή διηγημάτων του με τίτλο «Το ασταθές βήμα» (εκδ. Γαβριηλίδη, 2009) με εντυπωσίασε, η τελευταία αυτή ποιητική του συλλογή, που τιτλοφορείται «Τα πηγάδια της ιστορίας», κατάφερε να με συγκινήσει και να με συναρπάσει.. Αλλά ποιες ιστορίες αφηγείται ο ποιητής και σε ποια πηγάδια αναφέρεται;

Η συλλογή αυτή των ποιημάτων του Χρίστου Χατζήπαπα ουσιαστικά χωρίζεται σε δυο ενότητες. Στην πρώτη, ο πολιτικοποιημένος ποιητής παραμένει συνεπής στη θεματογραφία που ανέκαθεν τον απασχολούσε: το αδιέξοδο της Κύπρου, και το μέλλον της. Υψώνει με θάρρος τη φωνή ενάντια στην υποκρισία, την αδιαφορία, τη διαφθορά και το λήθαργο των πολιτικών. «Της γλυκείας χώρας Κύπρου που μισή και σερνάμενη την καταντήσαμε», ονομάζει το πρώτο μέρος, αδιαφορώντας για τις συνέπειες ή την οργή των… εγκαλουμένων. Ο Χ.Χ. δε θα μπορούσε να μείνει αδιάφορος απέναντι στα όσα συμβαίνουν στον τόπο του, δεν αποστασιοποιείται, ούτε εθελοτυφλεί. εξάλλου ανέκαθεν αντλούσε την έμπνευσή του από τα πηγάδια της ιστορίας του, τα πηγάδια του πόνου και των βασάνων, τα πηγάδια της συλλογικής και ατομικής μνήμης. Με περίσσια ειρωνεία που αγγίζει τα όρια της καυστικότητας, αλλά και διάθεση αυτοσαρκασμού ασκεί δριμεία κριτική στην πολιτική ηγεσία του τόπου του την οποία ευθαρσώς καθιστά υπαίτια για τις ανεπούλωτες πληγές, τη λήθη και την αμεριμνησία σε ότι αφορά το ζήτημα της πατρίδας του αλλά και το μέλλον της, που φαντάζει στα μάτια του αβέβαιο: «Η κενότητα των λόγων σας, η ματαιότητα των πράξεών σας… πολιτικοί της πεντάρας…» Για να μεταφέρει το μήνυμα του ο ΧΧ καταφεύγει σε μια γλώσσα ρεαλιστική- χωρίς να απουσιάζουν οι μεταφορές και οι συμβολισμοί- άμεση, αιχμηρή τις περισσότερες φορές, κοφτερή σαν μαχαίρι που συγκαλύπτει εύσχημα, ένα σπάνιο λυρισμό και την τραγικότητα που υποβόσκει σε όλα του ανεξαίρετα τα ποιήματα.

Όσο για το δεύτερο μέρος της συλλογής (Τα της ύπαρξης, του έρωτα και του θανάτου), έχω την εντύπωση πως σε αυτό ο Χ. Χ. αφηγείται τη δική του ιστορία, αλλά αφηγούμενος την ιστορία του, στην ουσία αναγεννά την ιστορία του καθενός από εμάς, καθώς όλα του τα ποιήματα είναι στην πραγματικότητα περιπλανήσεις της ψυχής σε παλαιότερα ταξίδια της, που είναι όλα ισχυρά ελκόμενα από την ίδια την ουσία της: τα πάθη της, τις διαψεύσεις της, το ανεκπλήρωτο του έρωτα, την απώλεια και την προδοσία, κυρίως του χρόνου και της φθοράς που προκαλεί στο πέρασμά του.

Η ομορφιά δεν ξεφεύγει από την ασχήμια
και τη σήψη
μένει όμως σκέψη αισθησιακή μες τον αέρα
……
ανασεμιά σε στίχο
να τη οσμίζονται οι ειδήμονες οι τολμηροί
κι οι εμποδισμένοι

Η μελαγχολία του, έρχεται σε αντίθεση ή μάλλον σε σύγκρουση με το σαρκασμό ή την ειρωνεία που, που δεν είναι άλλη, από το πετυχημένο προσωπείο αυτής της τραγικότητας. Και εδώ πρωταγωνιστής του έργου του, ο χρόνος! Απανταχού παρών, πανίσχυρος και αδέκαστος, συχνά άτεγκτος για τα όσα μας επιφέρει. Τα πάντα υπόκεινται σε αυτόν και την ανελέητη φθορά, τη σήψη που αφήνει πίσω του. Κανείς δεν μένει ανεπηρέαστος, κανείς μας δεν γλιτώνει. Γιατί αυτός, ο ‘κερατάς’, σαν ένας επιτήδειος μαστροπός, μας τραβά μακριά από το αντικείμενο του πόθου μας: την ίδια τη ζωή, αρνούμενος να μας δώσει μια άλλη ευκαιρία. Δεν αφουγκράζεται την οδύνη μας και δε μας συμπονά, μόνο κωφεύει στις εκκλήσεις, ενώ μας σέρνει άτσαλα (σαν σε ένα φρενιασμένο χορό), για να μας εξαντλήσει οριστικά και αμετάκλητα.

Έπειτα, ο ποιητής καταλήγει και πάλι στο όνειρο, σαν μια πράξη λύτρωσης από την ωμή αλήθεια, γιατί ίσως μόνο το όνειρο και ο ύπνος μας ανακουφίζουν από τον πόνο της απώλειας.

‘Να θυμάσαι τα όνειρα
να τα ξεχωρίζεις
από τοπία και γυναίκες
όπου πέρασες
αλαφιασμένο ζαρκάδι
τα σώματα που άγγιξες
κι αυτά που δεν άγγιξες
έχουν ένα σύνορο
έξω από τον ύπνο’

Μέσα από μια ποίηση που η αισθαντικότητα της αφυπνίζει τις αισθήσεις και ενεργοποιεί όλα μας τα συναισθήματα, κυρίως τη θλίψη και την πικρία μας για όλα όσα πέρασαν, για όλα όσα εξαντλήθηκαν με το χρόνο, για όλα όσα χάσαμε, η φθορά περνά τη σκυτάλη της στην παντοδυναμία του θανάτου, την παραδίδει στον άρχοντα και εμπνευστή της ποίησης του Χατζήπαπα, είτε αυτός είναι πραγματικός, είτε θάνατος μεταφορικός, κυρίως όμως ο επιβεβλημένος θάνατος του έρωτα και των συναισθημάτων, είναι αυτός που εξουσιάζει τη σκέψη του και καθορίζει πάντα το ύφος και τα θέματα που επιλέγει. Η αδυναμία της ανθρώπινης φύσης να επιβληθεί στο χρόνο και κατά συνέπεια στο θάνατο, είναι αφόρητη. Ο Χ. Χ δεν την αντέχει και, επιστρατεύοντας το σαρκασμό, γελά σκωπτικά στην προσπάθεια του να την ευτελίσει. Ο σαρκασμός, δεν είναι παρά η συγκάλυψη του πόνου, οι πληγές που ματώνουν κάθε φορά με την ανάκληση των εικόνων από το παρελθόν, που ενεργοποιούνται με τη μνήμη. Κάπου διάβασα πως, όταν η ποίηση συναντάει το ρεαλισμό, σκιαγραφεί πιο εύκολα τις ψυχές των ανθρώπων.. Έτσι θα χαρακτήριζα την ποίηση του Χ Χ,

Ο ποιητικός στοχασμός κορυφώνεται, όταν το ερωτικό στοιχείο που υποβόσκει ακόμα και κάτω από τις σκηνές του ψυχικού θανάτου συναντά το ανεκπλήρωτο. Κάποιες στιγμές η αλήθεια σε σχέση με το φανταστικό, σχεδόν τέμνονται ή συμφύρονται συνεχώς, ενώ οι αντιθέσεις προσδίδουν στην ποίησή του μεγαλύτερη τραγικότητα και σπαραγμό, αλλά επίσης ισχυροποιούν τα νοήματά του. Η ποίηση είναι το καταφύγιο του Χρ Χατζήπαπα, και είναι μια ποίηση που μας οδηγεί στην αλήθεια, όσο και αν αυτή είναι οδυνηρή, στο αμετάκλητο του έρωτα, της ίδιας της ζωής. Ο έρωτας, ο χρόνος και ο θάνατος δεν συνυπάρχουν μόνο αρμονικά σε αυτή τη συλλογή, βρίσκονται πάντα σε παράλληλες τροχιές και στο τέλος πάντα συναντιούνται, για να γίνουν η επιτομή της ποίησής του.

Τώρα που έκλεισε, είπε
οριστικά το παράθυρο
στην άπλα του πράσινου
το μονοπάτι
που μας ροβολούσε στην ευτυχία
με τα σμηγματικά υγρά του
πάχνη του αχαλίνωτου
απομένει μόνο η σύνεση
η αλλόκοτη σύνεση του θανάτου.

Η παρούσα σύνθεση του Χ.Χ δίνει την αίσθηση ενός δραματοποιημένου έργου, όπου κάθε ποίημα αποτελεί μια ξεχωριστή σκηνή, σαν μια κινηματογραφική ταινία, όπως εκείνες του Φελίνι, όπου ο ρεαλισμός συναντά την ποιητικότητα, με ένα θαυμάσιο και μοναδικό τρόπο. Και ενώ η ονειρική ατμόσφαιρα συγκρούεται με την ωμή πραγματικότητα κάθε φορά, μια παράξενη αίσθηση ανακούφισης, λύτρωσης αναδύεται μέσα από όλα αυτά που νομίζω ότι προέρχεται από την ταύτιση του αναγνώστη μαζί τους.

Τέλος, πρέπει να σημειώσω, ότι η συλλογή αυτή ποιημάτων μου θύμισε έντονα τους στίχους του Καρυωτάκη

«Στο σώμα, στην ενθύμηση πονούμε. 
Μας διώχνουνε τα πράγματα, κι η ποίησις 
είναι το καταφύγιο που φθονούμε.»
Στα αλήθεια ποιο άλλο καταφύγιο να βρούμε;;;

 

ΤΟ ΑΣΤΑΘΕΣ ΒΗΜΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

Πέρσα Κουμούτση

Fractal 23/12/2015

Τράνζιτο επιβάτες

Το «Ασταθές βήμα» του Κύπριου συγγραφέα Χρίστου Χατζήπαπα, κάθε άλλο από ασταθές είναι. Βήμα σταθερό, στιβαρό που αφήνει ξεκάθαρο το αποτύπωμα του στο έδαφος της σύγχρονης ελληνοκυπριακής λογοτεχνίας που τα τελευταία χρόνια αναζητά νέα θέματα, νέους ορίζοντες και νέους τρόπους προσέγγισης και γραφής. «Ό,τι κερδίζεται από τη ζωή χάνεται από την τέχνη;» αναρωτιέται ο συγγραφέας σε μια από τις ιστορίες του, αναφερόμενος στη ρήση του Όσκαρ Ουάιλντ. Αλλά έρχεται να διασώσει την τέχνη μέσα από την δική της αλήθεια, μέσα από την αληθοφάνεια της γραφής του, μέσα από την ανασύσταση της πραγματικότητας και το μεθοδικό ξεγύμνωμα των καταστάσεων, όπως και τη βαθμιαία αποκάλυψη των προσώπων στα διηγήματά του. Πνευματώδης, καυστικός, τολμηρός, δηκτικός περισσότερο με τον εαυτό του, συγκινητικός επίσης, αλλά σε κάθε περίπτωση αποκαλυπτικός. Η γραφή του νυστέρι που τέμνει και ξεσκεπάζει ώστε να δούμε βαθύτερα σε όλες σχεδόν τις ιστορίες του τον μέσα εαυτό του κόσμου του αλλά και του κόσμου μας. Το οξύμωρο ανταγωνίζεται τον πικρό ρεαλισμό, αναδεικνύοντας με ένα μοναδικό τρόπο τις απόψεις του συγγραφέα για τη ζωή, τον έρωτα, το χρόνο, τη φθορά που επιφέρει στις ανθρώπινες σχέσεις , αλλά και στον ίδιο μας τον εαυτό. Η βαναυσότητα του κωμικού, ο ερωτισμός και η ομορφιά της ασχήμιας, oι πόλεις των όμορφων και άσχημων πλασμάτων. Το οξύμωρο αποκτά τη δική του διάσταση στις ιστορίες του Χατζήπαπα και λειτουργεί καταλυτικά, εντούτοις ο ρεαλισμός δεν απουσιάζει στιγμή από το βιβλίο και είναι πάντα συνυφασμένος με το φαντασιακό, ενώ οι περιπλανήσεις του νου και της ψυχής αντιπαραβάλλονται με τα πραγματικά ταξίδια της ζωής , και τα οδοιπορικά των ηρώων. Τα φανταστικά-ονειρικά στοιχεία -παρότι δεν υπάρχουν παντού – συγκαταλέγονται στα προτερήματα του βιβλίου, χαρίζοντας ποιητικότητα και λυρισμό στις περιγραφές των τόπων και των ηρώων.

Σπάνια διαβάζει κανείς στις μέρες μας τέτοια πολυδιάστατα βιβλία, όπως Το ασταθές βήμα του Χρίστου Χατζήπαπα. Βιβλία που εμβαθύνουν στην ανθρώπινη ψυχή, διεισδύουν στην ουσία των ανθρώπινων σχέσεων και σχολιάζουν με τέτοια σοφία, αλλά και με διάθεση αυτοσαρκασμού και διακωμώδησης τα κοινωνικά ήθη και τις νοοτροπίες ορισμένων δημόσιων λειτουργών. Εκτός λοιπόν από την ευαισθησία με την οποία χειρίζονται τα θέματά τους οι ιστορίες αυτές αποδίδουν με ακρίβεια και παραστατικότητα τα τοπικά χαρακτηριστικά, χωρίς όμως το γεωγραφικό στίγμα, η Βουλγαρία, η Ιταλία ή η Κύπρος να δεσμεύουν με τις ιδιομορφίες τους τη φαντασία του αναγνώστη. Οι ιστορίες του Χατζήπαπα, επειδή αποτελούν περιπλανήσεις στον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου μπορεί να έχουν συμβεί οπουδήποτε. Θα έλεγα μάλιστα ότι το ύφος και η γραφή του κύπριου πεζογράφου είναι πολύ κοντά σε αυτό που θέλω εγώ να διαβάζω στα βιβλία της ελληνόφωνης λογοτεχνίας, θέματα και τρόπους που αναζητώ και δεν βρίσκω εύκολα. Παρά μόνο, ίσως, σε ελάχιστους συγγραφείς, μιας άλλης εποχής και με μια αύρα ποιητικού ρεαλισμού που σήμερα απουσιάζει.

Κλείνοντας θα ήθελα να παραθέσω από το βιβλίο μια φράση που περιγράφει τα συναισθήματα που ένιωσα ολοκληρώνοντας τις ιστορίες του Χατζήπαπα: «οι τράνζιτο επιβάτες παρακαλούνται να περάσουν από το όνειρο στην πραγματικότητα, οι αποσκευές τους θα διαμετακομιστούν στην επόμενη πτήση, πραγματικές επίσης!»

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ ΕΛΠΙΔΟΦΟΡΟ ΙΝΤΖΕΜΠΕΛΗ

diastixo.gr /18/7/2018

Κύριε Χατζήπαπα, ποια ήταν η αφορμή για να εκδοθεί η συλλογή διηγημάτων σας Αλλόφυλοι εραστές (Εκδόσεις Γκοβόστη);

Πριν από κανένα χρόνο, το τελειωμένο μυθιστόρημά μου Οι θλιμμένοι έρωτες της Φρύνης προτίμησε να αποσυρθεί στη σκήτη του. Μέχρι που να λογαριαστώ ξανά μαζί του, τράβηξα από ένα άλλο συρτάρι τα διηγήματα που περίμεναν εναγωνίως. Κάποια τελειωμένα, άλλα καλούσαν για την τελευταία πινελιά, κάποια τρίτα στα σπάργανα. Το διήγημα χαρίζει στον δημιουργό ψυχική ανάταση, διορθώνει τον κόσμο των συναισθημάτων του, σκοτώνει το κακό κι όταν ακόμη οι ήρωές του πάσχουν ή οδηγούνται κακήν κακώς στην ανεραστία και στον θάνατο. Είναι κι αυτό είδος κάθαρσης. Σαν χρειάζομαι τη σεροτονίνη μου, ανασύρω κάποια από τη φαρέτρα μου κι αρχίζω να παίζω μαζί τους. Δεκαοκτώ από τα τριάντα τόσα έκοψαν το νήμα. Είναι αυτά που εκδόθηκαν από τον Γκοβόστη ως Αλλόφυλλοι εραστές. Τα υπόλοιπα ας περιμένουν. Επειδή έχω κι άλλες έγνοιες συγγραφικές και το γνωρίζουν…

Τα διηγήματα της συλλογής αναφέρονται σε ιστορικές εποχές που έχουν περάσει. Γιατί γυρίζετε πίσω τη μηχανή του χρόνου;

Με ενδιαφέρει η μνήμη, όχι βέβαια η όποια μνήμη. Ο εγκέφαλος σβήνει τις ανούσιες μνήμες, για να μπορεί να διασώζει τις ουσιαστικές. Και η λογοτεχνία αυτό κάνει, συντηρεί τη συλλογική μνήμη, κατ’ αντίθεση κάποτε προς την Ιστορία. Στην Κύπρο, τουλάχιστον, που δεν έχουμε τα κότσια να την καταγράψουμε ως έχει. Την πρόσφατη Ιστορία μας την έγραψαν οι νικητές μιας ηττημένης χώρας. Για μένα, λοιπόν, η λογοτεχνία θεραπεύει την Ιστορία, είναι το ίαμά της. Και τούτο γαργαλίζει ευχάριστα τη γραφίδα του συγγραφέα.

Παιδικές μνήμες, νοσταλγία αλλά και δύσκολες καταστάσεις. Ποια ήταν πιο δύσκολη, η εποχή της δεκαετίας του 1950 που μεγαλώσατε ή η σημερινή εποχή;

Στην ιδιαίτερη πατρίδα μου ζούσαμε πάντοτε και μέχρι σήμερα επί ξηρού ακμής, συχνά εν ευφορία, επειδή δεν ξέραμε τι κρυβόταν πίσω από τα φαινόμενα. Παραδείγματος χάριν, με τη λήξη του αντιαποικιακού αγώνα, επιστρέφοντας ο Μακάριος στην Κύπρο κι έχοντας στον χαρτοφύλακά του τις Συμφωνίες Ζυρίχης, αναφώνησε με στόμφο μπροστά στο παραληρούν πλήθος το γνωστό: «Νενικήκαμεν!». Η επιλογή του ένοπλου αγώνα προδίκαζε τα δεινά που ακολούθησαν, αφού έμπασε στο παιγνίδι την Τουρκία. Χαρήκαμε πολύ εκείνη τη νίκη. Σύντομα, όμως, στην οικογένεια θα βιώναμε εκείνο που ψαλμωδούσε και στην εκκλησία ο πατέρας: «Πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν…». Από μια αδικία είχαμε χάσει ως οικογένεια σχεδόν τα πάντα κι η Δικαιοσύνη του νεοσύστατου κράτους, τζίφος! Ζούσαμε, δηλαδή, Το μεγάλο ψέμα. Αυτός ήταν κι ο τίτλος της πρώτης μου συλλογής διηγημάτων (Σύγχρονη Εποχή, 1981). Δύσκολα χρόνια, όπως και τώρα. Ύστερα από επιχώσεις λαθών, δεν ξέρουμε κατά πού τραβούμε…

Μέσα από τα διηγήματα ακτινογραφείτε με συγκινητικό τρόπο την κυπριακή ψυχή, τη φορτισμένη από την Εισβολή και την Κατοχή και τα «εμφύλια» πάθη. Γιατί αυτή η πληγή δεν έχει ακόμη κλείσει;

Επιτρέψτε μου να απαντήσω με λόγια ενός σημαντικού Κύπριου πολιτευτή και διανοητή, του Τάκη Χατζηδημητρίου, από το πρόσφατο βιβλίο του, Κύπρος 1950-1959, Το τέλος του αλυτρωτισμού: «Ήρθε κάποτε η ώρα να πάρουμε κι εμείς τη θέση μας στον κόσμο. Δεν ήταν εύκολο. Πονέσαμε και προκαλέσαμε πόνο ο ένας στον άλλον. Ο φίλος και ο εχθρός ήταν μέσα μας. Αίμα, θύματα και συμφορές, ήρωες και ήττες, θλίψη και πάθη και άλλοι κύκλοι αίματος. Ήταν όλα αυτά αναγκαία; Δεν υπήρχε άλλος τρόπος πιο ανθρώπινος, για να εννοήσουμε ότι όλοι είμαστε παιδιά της Κύπρου, ότι όλοι είμαστε κληρονομιά του τόπου, με τις συνήθειες και τις παραδόσεις μας; Μέσα από αυτές τις περιπέτειες του καιρού μας, ένα πια είναι το ζητούμενο: Να εννοήσουμε τους εαυτούς μας και τους άλλους και όλοι μαζί να χαρούμε αυτόν τον πανέμορφο τόπο, που η τύχη και η ιστορία μάς παρέδωσαν. Όλοι είμαστε παιδιά της Κύπρου που αγαπούμε το ίδιο την πατρίδα μας». Καταλήγω πως αυτή η πληγή θα… κλείσει, έστω κι αν η ουλή θα είναι εκεί, με τη λύση του Κυπριακού και την επανένωση της χώρας, χωρίς την παρουσία τουρκικών στρατευμάτων.

Με ενδιαφέρει η μνήμη, όχι βέβαια η όποια μνήμη. Ο εγκέφαλος σβήνει τις ανούσιες μνήμες, για να μπορεί να διασώζει τις ουσιαστικές. Και η λογοτεχνία αυτό κάνει, συντηρεί τη συλλογική μνήμη, κατ’ αντίθεση κάποτε προς την Ιστορία.

Σε κάποιες από τις ιστορίες είσαστε συγκλονιστικός. Ιδίως όταν περιγράφετε το 2003, όταν είκοσι εννιά χρόνια μετά την Εισβολή επισκεφτήκατε τα κατεχόμενα μέρη. Αναλογίζομαι τη συγκίνησή σας. Αλήθεια, ποια ήταν τα αισθήματα των Κυπρίων τότε;

Το μερικό άνοιγμα των οδοφραγμάτων υπήρξε μια έξυπνη κίνηση του Ερντογάν, άνοιγε τη βαλβίδα αποσυμπίεσης μετά τις μεγάλες διαδηλώσεις των Τουρκοκυπρίων. Κατ’ ανάλογο τρόπο λειτούργησε και για τους Ελληνοκύπριους. Για πολλούς θύμισε τον Σεφέρειο «Γυρισμό του ξενιτεμένου», όπου οι στέγες τούς έρχουνταν ως τους ώμους… Οι ανατολίτες έποικοι είχαν αφήσει τα σπίτια στο έλεος της φθοράς. Μα και οι πλείστοι Τουρκοκύπριοι ποτέ δεν τα θεώρησαν δικά τους. Πολλοί Ελληνοκύπριοι, βέβαια, είχαν αφήσει πίσω τους τεράστιες περιουσίες. Τα συναισθήματα εκείνων των ημερών ήταν συγκλονιστικά. Συχνά, μέσα από τους εναγκαλισμούς και τα… κυπριακά ελληνικά των Τουρκοκυπρίων, δεν ξεχώριζες ποιος ήταν τι. Το πανηγύρι όμως τέλειωσε και η Κατοχή είναι εκεί. Μετά το 2004, με την απόρριψη του Σχεδίου Ανάν, οι Τουρκοκύπριοι βίωσαν τη μεγάλη τους απογοήτευση, ενώ τα τετελεσμένα επί του εδάφους πήραν να αλλάζουν ραγδαία. Για μένα, σύμβολα νοσταλγίας στάθηκαν η Μόρφου των γυμνασιακών μου χρόνων και η όμορφη Κερύνεια, όπου έζησα για λίγο και έγραψα τα πρώτα μου ποιήματα. Πόλεις που συνιστούν τους μεγάλους μου έρωτες. Βρίσκονται στα πρώτα μου μυθιστορήματα και σε πολλά όνειρά μου, που έχουν γίνει διηγήματα. Αυτά στα οποία κι εσείς αναφέρεστε.

Μέχρι το 1974 ζούσατε ειρηνικά μαζί με τους Τουρκοκυπρίους σε ένα νησί με κοινή διοίκηση. Υπάρχει ελπίδα στο μέλλον να αλλάξει κάτι πολιτικά στην Κύπρο προς το καλύτερο;

Αλίμονο αν δεν αλλάξει. Η Κύπρος χάνεται. Πριν απ’ αυτό, όμως, μια διόρθωση: Η ομαλή συμβίωση με τους Τουρκοκυπρίους, που ήταν διαχρονική πριν από την ανεξαρτησία, κράτησε ύστερα απ’ αυτήν μονάχα τρία χρόνια. Αφού και οι δυο πλευρές από την πρώτη στιγμή είχανε τη δική τους ατζέντα, τους αλυτρωτικούς τους στόχους. Συνδαυλιζόμενους, παντοιοτρόπως, εκατέρωθεν. Με αποτέλεσμα τις ένοπλες συγκρούσεις του ’63-’64, με πολλά θύματα, κυρίως Τουρκοκυπρίους. Των οποίων η σοβινιστική ηγεσία τούς απέσυρε τότε από την ενιαία διοίκηση και τους ενέκλεισε σταδιακά σε θύλακες. Ήταν μια «μίνι» διχοτόμηση. Κι εμείς πάλι χαιρόμασταν… Με το πραξικόπημα της χούντας και του Γρίβα το’74, και με απογυμνωμένη κάθε άμυνα, η Τουρκία εισέβαλε ανενόχλητη στην Κύπρο, επέβαλε τη διχοτόμηση και τον εθνοτικό διαχωρισμό με μαζικές δολοφονίες, εθνοκάθαρση και βίαιες μετακινήσεις πληθυσμών. Οι επαφές μεταξύ των δύο κοινοτήτων έπαψαν, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων και με τη βοήθεια της ειρηνευτικής δύναμης των Ηνωμένων Εθνών. Πρωτοπόροι σ’ αυτή την επικοινωνία ήταν οι λογοτέχνες, με επικεφαλής την Ένωση Λογοτεχνών Κύπρου.

Μου αρέσει που μιλάτε με θάρρος για τα πολιτικά πράγματα και στις ιστορίες σας έχετε δυναμική θέση. Συμβαίνει κάτι ανάλογο και στους Κύπριους φίλους μας;

Κάποιοι χαρακτηρίζουν το έργο μου ως κατεξοχήν ερωτικό, ενώ άλλοι ως πολιτικό. Παραδόξως, ισχύουν και τα δύο. Ναι, καλά παρατηρήσατε, μιλώ με πάθος για τα πολιτικά πράγματα στη χώρα μου, γιατί με νοιάζει προς τα πού βαδίζει ο τόπος. Προσπαθώ να γνωρίζω Ιστορία για να είμαι αντικειμενικός στους προσανατολισμούς μου. Άλλωστε η γενιά μου βίωσε την Ιστορία, δεν μπορεί να μένει εκτός. Το θέμα είναι πώς η πολιτική και η Ιστορία ενσωματώνονται στη λογοτεχνία. Ο Λευτέρης Παπαλεοντίου γράφοντας για το μυθιστόρημά μου Στο μάτι του φιδιού λέει πως η Ιστορία ενσταλάζεται σε μικρές δόσεις, ακόμη και εκεί που ο έρωτας είναι κυρίαρχος. Οι νεότεροι συγγραφείς στην Κύπρο είναι οιονεί αποστασιοποιημένοι από την πολιτική.

Ποια είναι η κατάσταση στην κατεχόμενη Κύπρο;

Οι Τουρκοκύπριοι βρίσκονται σε απόγνωση. Κατακλυσμένοι από Ανατολίτες έποικους ενός άλλου πολιτισμού και βαθιά θρησκεύομενους, σ’ αντίθεση με τους ίδιους, που είναι Ευρωπαίοι και καθόλου θρήσκοι. Η ισλαμοποίηση των κατεχομένων είναι στόχος της κυβέρνησης Ερντογάν. Τζαμιά ξεφυτρώνουν παντού. Οι Τουρκοκύπριοι αντιστέκονται με κάθε μέσο, αλλά μέχρι πότε; Μπορεί ήδη να αποτελούν μειοψηφία. Η κρίση στην τουρκική οικονομία μεταφέρθηκε και στα κατεχόμενα. Κάποιοι απ’ αυτούς λένε πως αυτοί είναι υπό κατοχή, σ’ αντίθεση με εμάς… Μόνο η λύση Ομοσπονδίας θα γλιτώσει τον τόπο από τον αφανισμό.

Ο τίτλος της συλλογής σας είναι Αλλόφυλοι εραστές. Αλήθεια, έγιναν ποτέ γάμοι ανάμεσα σε Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους;

Αραιά και πού, και με τάσεις απόκρυψης. Ο Τουρκοκύπριος συγγραφέας Ιμπραχίμ Αζίζ στο βιβλίο του Το αίμα της μνήμης παραθέτει ένα διήγημα που στηρίζεται σε πραγματικά γεγονότα: Ο Αχμέτ και ο Μιχάλης είναι αδέλφια από Ελληνοκύπριο πατέρα και Τουρκοκύπρια μητέρα. Ο Αχμέτ βρίσκεται εγκλεισμένος σε γκέτο, το ’64-’65, και ο Μιχάλης τού πάει με το ποδήλατο διάφορες λιχουδιές, αφού τον… πρήξανε στα βραστά ρεβίθια και στις φακές από την Τουρκία. Τον σταματά και τον αποπέμπει ο εκ Τουρκίας διοικητής του θύλακα.

Στη δική σας τη γενιά, οι Τουρκοκύπριοι μιλούσαν την ελληνική γλώσσα. Τι θα γίνει στο μέλλον; Θα πάψουν οι Τουρκοκύπριοι να μιλούν ελληνικά;

Ναι, οι πλείστοι μιλούσαν ελληνικά. Μάλιστα, σε ένα διήγημά μου περιγράφεται μια νεαρή Τουρκοκύπρια που μιλούσε μόνο ελληνικά, το ίδιο και οι γονείς της. Η Εκκλησία είχε παίξει, δυστυχώς, χείριστο ρόλο σπρώχνοντας μεγάλη μερίδα των λεγόμενων «λινοπάμπακων» στην αγκαλιά της Τουρκίας. Αυτό είχε γίνει κοντά στο 1900 με το πέρασμα από την Τουρκοκρατία στη Βρετανοκρατία, που οι εξισλαμισθέντες δεν έγιναν δεκτοί ξανά ως Έλληνες. Μετά το 1974, η κατάσταση χειροτέρεψε. Οι Τουρκοκύπριοι, ξεκομμένοι από τους Έλληνες –και κυρίως οι νέοι– αποκόπηκαν από τα ελληνικά. Με το άνοιγμα, ωστόσο, των οδοφραγμάτων πολλοί Τουρκοκύπριοι μαθαίνουν ξανά ελληνικά. Με μια λύση, οπωσδήποτε θα αλλάξουν πάλι τα πράγματα.

Έχετε γράψει πέντε συλλογές διηγημάτων και τρία μυθιστορήματα. Μπορεί κάποιος συγγραφέας να γράφει με την ίδια επιτυχία στη μικρή φόρμα και στο μυθιστόρημα;

Πρώτιστη σημασία έχει για μένα η απόφαση, ο σχεδιασμός, η οργάνωση του χρόνου και ο καταμερισμός του. Τα διηγήματα γράφονται συνήθως στα διαλείμματα των μυθιστορημάτων.

Σήμερα εκδίδονται ογκώδη μυθιστορήματα. Αλήθεια, υπάρχουν αναγνώστες που να έχουν ελεύθερο χρόνο για να τα διαβάσουν;

Μάλλον μιλάτε για έργα συνήθως χαμηλότερης λογοτεχνικής πνοής. Ναι, υπάρχουν αναγνώστες για όλα τα γούστα κι αυτοί/ες πλειοψηφούν. Αν και υπάρχουν και οι εξαιρέσεις μεγάλων και σημαντικών μυθιστορημάτων με εκλεκτικούς αναγνώστες. Πάντως, ο χρόνος του σύγχρονου ανθρώπου για διάβασμα όλο και λιγοστεύει.

Είσαστε μέλος της συντακτικής επιτροπής του λογοτεχνικού περιοδικού Νέα Εποχή. Διαβάζει σήμερα ο αναγνώστης τα έντυπα περιοδικά;

Το υπό αναφορά περιοδικό κυκλοφορεί απ’ όσο ξέρω σε πάνω από 600 αντίτυπα και οι συνδρομητές από μόνοι τους ανανεώνουν κάθε χρόνο τη συνδρομή τους. Αυτό μπορεί να είναι κάποια ένδειξη.

Σας θυμάμαι ως πρόεδρο, επί σειρά ετών, της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου. Ποιες είναι οι δραστηριότητες του λογοτεχνικού αυτού σωματείου;

Κύριο μέλημα της ΕΛΚ είναι να φέρει την ντόπια λογοτεχνία πιο κοντά στον Κύπριο αναγνώστη με παρουσιάσεις βιβλίων, ημερίδες, εκδόσεις, κ.ά. Παραλλήλως, πολλοί Ελλαδίτες συγγραφείς παρουσιάζουν το έργο τους στην Κύπρο μέσα από παρόμοιες εκδηλώσεις. Παλαιότερα είχε συμβολή στο να μπει η ντόπια λογοτεχνία στην εκπαίδευση, πράγμα που δεν ίσχυε, δεδομένης και της πενιχρής εκπροσώπησής της στα σχολικά βιβλία προερχόμενα από την Ελλάδα. Συχνά επίσης εκφέρει δημόσιο λόγο για θέματα και πολιτικές που έχουν σχέση με τον πολιτισμό, και όχι μόνο. Η πρόσκληση, ας πούμε, το 1990 και η επίσκεψη του μεγάλου Τούρκου συγγραφέα Αζίζ Νεσίν στην Κύπρο ήταν πρωτίστως πολιτική πράξη. Επέφερε την πρώτη μεγάλη ρωγμή στο τείχος του διαχωρισμού, ο δε κατοχικός ηγέτης Ραούφ Ντενκτάς έφυγε τότε στο εξωτερικό, εξαπολύοντας μύδρους κατά της επίσκεψης που είχε φέρει κοντά τους διανοούμενους από τις δυο πλευρές του συρματοπλέγματος. Ή η κοινή διαμαρτυρία στα κατεχόμενα, πριν από μερικά χρόνια, των συγγραφέων εκατέρωθεν, κατά της ληστρικής λατόμευσης του Πενταδακτύλου ήταν επίσης πράξη αντίστασης. Οι κοινές εκδηλώσεις, οι διαγωνισμοί για νέους συγγραφείς και οι κοινές εκδόσεις, πέραν από την αντιστασιακή υφή τους απέναντι στην Κατοχή, προάγουν και την ίδια την ντόπια λογοτεχνία. Να φανταστείτε, η αντίστοιχη οργάνωση των Τουρκοκυπρίων Συγγραφέων και Καλλιτεχνών έχει απαλείψει το συνθετικό Τουρκο- από την ονομασία της. Αρκετοί Τουρκοκύπριοι λογοτέχνες είναι ήδη μέλη της. Η ΕΛΚ εδώ και πολλά χρόνια είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Συνομοσπονδίας Συγγραφέων (EWC) με δραστήρια συμμετοχή. Οι νεοεμφανιζόμενοι λογοτέχνες θεωρούν ως πρώτο τους σκαλί το να καταστούν μέλη της. Η προσφορά της ΕΛΚ στην κοινωνία γενικότερα καταγράφεται, νομίζω, ως θετική.

Ποια είναι η σχέση σας με την τεχνολογία; Διαβάζετε ειδήσεις ή άρθρα στο διαδίκτυο; Διαβάζετε e-books;

Μπορώ να πω πως είμαι από τους πρώτους στην Κύπρο που έθεσε τον υπολογιστή στη διάθεση της συγγραφής. Το διαδίκτυο επίσης μου προσφέρεται ως βοήθεια. Δεν έχω, ωστόσο, εξοικειωθεί με το ηλεκτρονικό βιβλίο.

 

 

 

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ, ΠΟΙΗΣΗ

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΓΑΛΑΖΗΣ

Ο Λεωνίδας Γαλάζης γεννήθηκε το 1962 στη Λευκωσία. Σπούδασε ελληνική φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και παιδαγωγικά στην Παιδαγωγική Ακαδημία Κύπρου. Παρακολούθησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Τμήμα Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου. Είναι διδάκτωρ Νεοελληνικής Φιλολογίας του ίδιου Πανεπιστημίου με τη διατριβή «Ποιητική και ιδεολογία στο κυπριακό θέατρο (1869-1925)». Εργάζεται ως φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ματωμένα κοράλλια (1979),

Ο λοιμός και άλλα ποιήματα (δίφυλλο, 1981),

Ιατρική βεβαίωση (1982), Κρατικό Βραβείο Νέου λογοτέχνη (Κύπρου)

Στυφά κυδώνια (1988),

Φωτηλασία (1999)

Παραδαρμός εν αλφαβήτω (2007) Το 2010 τιμήθηκε με το) για την ποιητική του συλλογή

Λοκριγκάνα (2010), Κρατικό Βραβείο Ποίησης (Κύπρου)

Δοκιμές συγκολλήσεως (2013)

Ληξιπρόθεσμες επαγγελίες (2016)

ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΡΟΠΟΙ ΣΗΜΑΣΙΕΣ (2018)

ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΡΟΠΟΙ ΣΗΜΑΣΙΕΣ (2018)

Θέματα Λογοτεχνίας

ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

Στο βιβλίο αυτό περιέχονται δοκιμές και σημειώματα γύρω από θέματα της ευρύτερης νεοελληνικής και της κυπριακής λογοτεχνίας. Το ενδιαφέρον του συγγραφέα επικεντρώνεται στην ποίηση των Γιώργου Σεφέρη, Βασίλη Μιχαηλίδη, Κώστα Μόντη, Ντίνας Κατσούρη, Κώστα Βασιλείου, Μελίτας Τόκα Καραχάλιου, Βικτωρίας Καπλάνη, Γιώργου Καλοζώη, Γιώργου Χριστοδουλίδη, Άντη Κανάκη και άλλων. Στον τομέα της πεζογραφίας ο συγγραφέας, μεταξύ άλλων, καταθέτει τις αναγνωστικές του προσεγγίσεις για τη διηγηματογραφία των Κώστα Λυμπουρή. Γιώργου Μολέσκη και Ρένου Χριστοφόρου, ενώ στον τομέα του θεάτρου εξετάζονται όψεις και πτυχές του έργου των Τεύκρου Ανθία, Γιάννη Κατσούρη, Θεοκλή Κουγιάλη και Ρήνας Κατσελλή. Στο βιβλίο περιέχονται αναζητήσεις και προβληματισμοί γύρω από τον ρόλο και τη λειτουργία της λογοτεχνικής κριτικής σε συνάρτηση με την κριτικογραφία του Δημήτρη Ραυτόπουλου. Τέλος, εκφέρονται απόψεις για τη συνανάγνωση λογοτεχνικών κειμένων στη διδακτική πράξη, για τον διάλογο ιστορίας και λογοτεχνίας και για τη χρήση της κυπριακής διαλέκτου στην κυπριακή λογοτεχνία των τελευταίων χρόνων.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ, Μυθιστόρημα ΙΒ’

(«Μποτίλια στο πέλαγο»)

…/…

Στη συλλογή που σχολιάζουμε, είτε τη διαβάσουμε ως ποιητική σύνθεση είτε ως συλλογή αυτοτελών ποιημάτων, εντοπίζονται ορισμένοι συνεκτικοί θεματικοί άξονες που, όπως έχει διαπιστωθεί, είναι εκείνοι «του δράματος, του ταξιδιού και της περιπλάνησης» και της αθεράπευτης νοσταλγίας για κάποια χαμένη πατρίδα», σι συνάρτηση «με τις μορφές του Οδυσσέα και των συντρόφων του, των Αργοναυτών και του Ελπήνορα».

Οι μορφές αυτές παραπέμπουν, μέσω της μυθικής μεθόδου και της αντικειμενικής συστοιχίας, στη σύγχρονη πραγματικότητα. Λόγου χάρη, από τον Δ.Ν. Μαρωνίτη προτείνεται η στοίχιση του αργοναυτικού μύθου με τη μικρασιατική εκστρατεία και των αναφορών στην Οδύσσεια με τη Μικρασιατική Καταστροφή και από παλαιότερους κριτικούς υπερτονίζονται οι απηχήσεις της ιστορικής αυτής τραγωδίας στη συλλογή.

Ωστόσο, τόσο από τον ίδιο τον Γ. Σεφέρη όσο και από μελετητές της ποίησής του υπογραμμίζεται ότι η απόλυτη ταύτιση του μύθου με τις συγκεκριμένες ιστορικές αναφορές θα αδικούσε τη συλλογή και τις πολλαπλές συνδηλώσεις των κυριότερων συμβόλων που χρησιμοποιεί σ’ αυτήν ο ποιητής. Πιο συγκεκριμένα, ο Σεφέρης σε συνέντευξή του στον Robert Levesque (1948) ανέφερε ότι δεν συμφωνούσε «ν’ αποδίδουν τη δραματική του αντίληψη για το σύμπαν στην καταστροφή και μόνο της Μικρός Ασίας», δεδομένου ότι «το πεπρωμένο των Ελλήνων και του σύγχρονου ανθρώπου είναι αφεαυτό τόσο τραγικό και απελπιστικό, ώστε μια αιματοχυσία σαν εκείνη της Σμύρνης στα 1922 δεν είναι, στην πραγματικότητα, παρά ένα σκληρό επεισόδιο μιας πιο σοβαρής Οδύσσειας».    Από μελετητές, όπως οι Μ. Vitti, Δημ. Δημηρούλης και Ν. Ορφανίδης, υπογραμμίζεται το γεγονός ότι, παράλληλα με την τραγωδία του 1922, στην οποία προφανώς παραπέμπει το Μυθιστόρημα, στην ίδια συλλογή αναγνωρίζονται απηχήσεις του υπαρξιακού δράματος του σύγχρονου ανθρώπου και της εναγώνιας αναζήτησης του χαμένου χώρου και χρόνου.

…/…

ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΗ ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΜΟΝΤΗ

…/…

Η δυναμική αντίθεση παρελθόν-παρόν είναι στην ποίηση που σχολιάζουμε τόσο πολύμορφη, πολυσήμαντη και πολυεπίπεδη (αφορώντας όχι μόνο το εθνικό-συλλογικό επίπεδο, αλλά και το ατομικό), ώστε θα άξιζε να διερευνηθεί σε ειδική μελέτη. Βέβαια, το αδιάλειπτο ενδιαφέρον του ποιητή για το ιστορικό παρελθόν δεν μπορεί παρά να συνδεθεί με τα στοιχεία της ελληνικότητας και του καημού για τη συρρίκνωση του ελληνισμού, που είναι εμφανέστερα στα ποιήματα που αφορούν την τραγωδία του 1974· Στο Τρίτο γράμμα στη μητέρα, 1980 (ό.π. 918) το ποιητικό υποκείμενο διαπιστώνει με σπαρακτικό τρόπο τη διάσταση μεταξύ της σχολικής ιστορίας και της ιστορικής πραγματικότητας: «Γιατί μας είπαν ψέμα οι ουρανοί και ψέμα οι θάλασσες / και ψέμα τα χελιδόνια και ψέμα η καρδιά / και ψέμα οι Ιστορίες μας, / ψέμα, όλα ψέμα». Για τη θεματική της ήττας στην ποίηση του Κ. Μόντη, ο αναγνώστης μπορεί να μελετήσει, λόγου χάρη, τη μελέτη του Νίκου Ορφανίδη, «Από την ποίηση του αλυτρωτισμού στην

ποίηση της ήττας».

…/…

ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΤΡΟΠΗ

Νύξεις για τη πολιτική εγρήγορση και το ποιητικό ήθος στο ποιητικό έργο της Ντίνας Κατσούρη

…/…

Βέβαια, η πολιτική εγρήγορση στο ποιητικό έργο που παρουσιάζουμε δεν ταυτίζεται με τη δουλική στράτευση της ποιήτριας σε κομματικές υποδείξεις. Όπως ορθά διαπιστώθηκε από τον Θεοκλή Κουγιάλη, «η ποίηση της Κατσούρη είναι διακριτικά πολιτικοποιημένη, γεμάτη οξύτητα και κριτική, μέχρις επικριτική διάθεση […] και είναι στρατευμένη στην αξία “άνθρωπος” και στην αξία “ελευθερία”». Ας δούμε δύο παραδείγματα με τα οποία τεκμηριώνεται η ορθότητα της πιο πάνω άποψης: τα ποιήματα «Μη με πιέζεις», από τη συλλογή Μ’ ακουουούς; (1996), και «Η Αφροδίτη και η Βουλή», από τη συλλογή Της Αφροδίτης και του Άδωνη (2006). Στο

πρώτο ποίημα, που είναι αφιερωμένο στον ποιητή Άρη Αλεξάνδρου, το τριαντάφυλλο και το γαρίφαλο παραπέμπουν, κατά την άποψή μας, στα προδομένα οράματα και στην καταρρακωμένη για διάφορους λόγους αγνή ιδεολογία για την οποία αγωνίστηκαν οι δύο ποιητές. Από την άλλη, οι κομματικοί μηχανισμοί παρουσιάζονται στυγνά γραφειοκρατικοί και άκαμπτοι:

«Το τρίαντάφυλλο ή το γαρίφαλο εκείνο / που καταδυναστεύει

/ κάθε νύχτα τα όνειρα μας / ξεχειλίζει από / τη δυσμορφία τη δυσλεξία, τη δυσκαμψία και τη δυστοκία / των Κ.Ε και των Π.Γ.», πραγματικότητα που αναγκάζει την ομιλήτρια να αγωνίζεται «να ξεφύγει από όλα εκείνα / που παραμορφώνουν / την ιδεολογία και την ιδεοληψία / της ανθρώπινης υπόστασης» (Μ’ ακουουούς;, 26).

Την ίδια σημασιακή διάζευξη εντοπίζουμε στο δεύτερο ποίημα στο οποίο, όπως παρατηρήθηκε, «το καταληκτικό μοτίβο της εναπόθεσης μιας δέσμης από κόκκινα τριαντάφυλλα» στο γραφείο του Προέδρου της Βουλής «λειτουργεί σαρκαστικά»,  μέσα σ’ ένα πλαίσιο, θα προσθέταμε, αποστράγγισης της πολιτικής από κάθε ευαισθησία και μακρόπνοο όραμα (Της Αφροδίτης και του Αόωνη, 55)

…/…

ΤΟ ΘΕΜΑΤΙΚΟ ΜΟΤΙΒΟ ΤΗΣ ΜΟΡΦΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΜΟΡΦΙΑΣ ΣΤΗ ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ

ΜΕΛΙΤΑΣ ΤΟΚΑ-ΚΑΡΑΧΑΛΙΟΥ

…/…

Η ρευστότητα της ανθρώπινης μορφής συνδέεται με ερωτικές συνδηλώσεις, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης ισοτοπίας του χρόνου, και στο ποίημα «Στιγμές ρέουσες». «Μια μορφή από πάχνη» έχει την προσοχή της στραμμένη στα «χλοερά ζέφωτα της επιθυμίας».  Από την άλλη, στο ποίημα «Τώρα είσαι», η μετάβαση από την αμορφία στη μορφή συνδέεται με την καλλιτεχνική

δημιουργία, καθώς μετά την ερωτική αναστάτωση («το πορφυρένιο αναστάτωμα των πόθων ») το ποιητικό υποκείμενο « σμιλεύει αδιάκοπα την πέτρα τη δοκιμασμένη », με αποτέλεσμα τη δημιουργία «εκστατικών μορφών»

που μεταμορφώνονται «σε σκιές της μοίρας κάτω από το σχισμένο τ’ ουρανού σεντόνι», ενώ επίκειται η αποδόμησή τους, αφού θα «απλοποιηθούν σε μνήμη».  Επομένως, και εδώ το δίπολο μορφή-αμορφία δεν παραπέμπει σε σχήματα παγιωμένα, αλλά σε ευμετάβολες ψυχικές καταστάσεις και στην ομόλογη καλλιτεχνική τους αποτύπωση. Παρόμοια, στο ποίημα «Το μηδέν» η

προτίμηση του ποιητικού υποκειμένου στο στρογγυλό σχήμα οφείλεται στην αντίληψή του ότι αυτό δεν επιτρέπει τη συσσώρευση «των πτωμάτων του χρόνου» και επομένως το μηδέν συνδέεται με την επιλογή του να ξεχάσει τον «δικό του συνθλιμμένο, βουβό και οζυγώνιο χρόνο». Έτσι στα δυο ποιήματα η μνήμη των μορφών είναι μια δυσάρεστη εμπειρία η οποία οδηγεί τα ποιητικά υποκείμενα στην επιλογή της λήθης και άρα της αποδόμησής τους.

…/…

ΑΘΙΒΟΛΗ ΑΠΟΚΟΤΙΑΣ ΚΑΙ ΠΕΘΥΜΙΑΣ ΟΔΥΝΗ

Βικτωρία Καπλάνη, Η άγνωστη φίλη (2015)

…/…

Είναι, λοιπόν, Η άγνωστη φίλη ένα αξιόλογο ποιητικό βιβλίο, αν συνυπολογίσουμε τα πολλαπλά και παλίμψηστα σημασιολογικά, ρητορικά, υφολογικά και διακειμενικά επίπεδά του, που δεν είναι δυνατό να προσδιοριστούν και να αναλυθούν από την πρώτη ανάγνωση. Είναι επίσης, μια συλλογή που προσφέρεται για μια δειγματική εξέταση των τροπικοτήτων της πρόσληψης του Ερωτόκριτου στη νεοελληνική ποίηση του 21ου αιώνα (για παράδειγμα, μερικές φράσεις από τη συλλογή που παραπέμπουν στον Ερωτόκριτο είναι: «ορμητήριο ανέμων / φωλιά των πελελών πουλιών»: σ. 13, «απαγγέλλει πεθυμιές / ερμητικές κι ανέγνωρες»: σ. 19, «χορδή άρπας μελωδική γραμμή / αθιβολή αποκοτιάς και πεθυμιάς οδύνη»). Πάντως, από μια δειγματοληπτική δειρεύνηση του ζητήματος αυτού, διατυπώνουμε την υπόθεση εργασίας ότι η Β. Καπλάνη, διαλέγεται σε πολλά σημεία του βιβλίου της δημιουργικά με το πιο πάνω έργο του Β. Κορνάρου και σε καμιά περίπτωση δεν αρκείται σε απλή αναφορά των διακειμένων της, αλλά τα εντάσσει με τόλμη σε νέα συμφραζόμενα, εμπλουτίζοντας έτσι τις εκφραστικές δυνατότητες του ποιητικού της λόγου. Όμως η υπόθεση αυτή θα μπορούσε να διερευνηθεί διεξοδικά σε ξεχωριστή εργασία.

ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΑΝΟΙΚΤΟΥ  ΤΡΑΥΜΑΤΟΣ

Κλεοπάτρα Μακρίδου Ρε Αλέξης. Ο ηγέτης μιας καταδικασμένης επανάστασης, Λευκωσία, 2015

…/…

Όπως και σε πολλά από τα υπόλοιπα ποιήματα της συλλογής, έτσι και στο «Η πόλη μου το Καϊμακλί» εντοπίζουμε τη δυναμική αντίθεση μνήμη-λήθη. Οι νεκροί παρουσιάζονται «ξεχασμένοι μες στο μνήμα τους / ν’ ατενίζουν καθημερινά τον Πενταδάκτυλο / κι αυτός να βογκάει φυλακισμένος» (51). Από την άλλη, η αγωνία για την τύχη των αγνοουμένων είναι βασανιστική: «Ποιος ξέρει πού να βρίσκονται σήμερα / ίσως σε κανένα πηγάδι στη Μια Μηλιά ή στην Ομορφίτα […] μες στη σκουριά και την αδιαφορία του χρόνου». Ευθύνη, λοιπόν, των επιζώντων είναι να θυμούνται και να θυμίζουν και, άρα, του ποιητή να συντηρεί ανοιχτό το τραύμα, για να καθοδηγεί τον λαό σε επαγρύπνηση και αγώνα. Εύστοχα, επομένως, υποστηρίχθηκε ότι η «μνήμη και η ευθύνη είναι βασικές έννοιες στην ποίηση της Κλ. Μακρίδου». Δεν θα ήταν υπερβολή να υποστηρίξουμε πως στην ποίησή της, ποίηση του τραύματος, όπως την ονομάσαμε, η άγρυπνη ποιητική συνείδηση παραμένει προσηλωμένη στο χρέος της, που είναι η αγωνιστική εγρήγορση: «Τούτη την πληγή / την κράτησα ανοιχτή / η ψυχή μου να ξαγρυπνά όταν κοιμάμαι» (54). Κεντρικό σύμβολο της αγωνιστικότητας στη συλλογή της Κλ. Μακρίδου είναι η μορφή του Ρε Αλέξη: «Κάπου εδώ κοιμάσαι, Αλέξη, / μέσα στις καρδιές μας / μέσα στο αίμα μας / μέσα στα όνειρά μας / […] Ακόμη κι οι μηδίζοντες / αναγνωρίζουν την ηχώ της φωνής σου».

ΤΟ ΠΑΛΙΜΨΗΣΤΟ ΤΗΣ ΑΦΗΓΗΣΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΣΤΡΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

Αιμίλιος Σολωμού, Ημερολόγιο μιας απιστίας 2012

Με την τεχνική του εσωτερικού μονολόγου σε συνδυασμό με την πρωτοπρόσωπη, θερμή και ποιητική αφήγηση αποδίδονται οι σκέψεις και τα συναισθήματα της προϊστορικής Κασσιόπης και του συντρόφου της

στα Κεφάλαια 34 και 35· Ωστόσο, διαβάζοντας το Κεφάλαιο 33 (στο οποίο έχουμε τριτοπρόσωπη αφήγηση) έχουμε την εντύπωση πως αυτό το επίπεδο του άστατου προϊστορικού χρόνου συμφύρεται με τα υπόλοιπα χρονικά επίπεδα μέσα στη συνείδηση του κεντρικού ήρωα και σημαίνει εν τέλει την κατάργηση ή υπέρβαση του συμβατικού χρόνου: «Καπνίζει. Το λευκό πέπλο

του καπνού δραπετεύει και σκορπίζει γύρω του, σχηματίζοντας ένα λευκό διάφανο πέπλο. Ο Δουκαρέλης τη βλέπει [την Κασσιόπη] εκεί μέσα, να στέκει στην παραστάδα του μονόχωρου σπιτιού […]. Θα ήθελε να διεισδύσει βαθιά μέσα στην ψυχή και τη σκέψη της, θαρρεί πως θα μπορούσε και τώρα ν’ απλώσει τα δάχτυλά του και να την αγγίζει» (195)·

Επιπλέον, το Ημερολόγιο μιας απιστίας, πέρα από τις καθαρά αφηγηματικές του αρετές, είναι ένα αξιόλογο μυθιστόρημα και από πολλές άλλες απόψεις. Ενδεικτικά, σημειώνουμε πως η περιγραφή γιο τον συγγραφέα του Ημερολογίου… δεν είναι αυτοσκοπός, αυτοσκοπός, αλλά απορρέει αβίαστα και με θαυμαστή οικονομία από την αφηγηματική λειτουργία, πλαισιώνοντας μαζί με τον διάλογο το μυθιστορηματικό σύμπαν.

Εξάλλου, στο νέο μυθιστόρημα του Αιμίλιου Σολωμού, που αξίζει να διαβαστεί και να σχολιαστεί σε περισσότερη έκταση και βάθος, διαπλέκονται ποικίλα θέματα και ζητήματα, όπως είναι λόγου χάρη οι φιλοσοφικές και υπαρξιακές ανησυχίες γύρω από τον χρόνο και τη φθορά, τη ζωή και το θάνατο,  τα πολιτικά ζητήματα της διαφθοράς, του ρουσφετιού και της γραφειοκρατίας (που καυτηριάζονται με σατιρική διάθεση), οι ανοιχτές πληγές από την

πρόσφατηιστορία του ελληνισμού (και κυρίους ο Εμφύλιος) το πανεπιστημιακό κατεστημένο και η αυταρχική εκπαίδευση.

Θεωρούμε, λοιπόν, ότι, μολονότι το Ημερολόγιο μιας απιστίας  μπορεί να διαβαστεί από τον μέσο αναγνώστη χωρίς  δυσκολία, δεν είναι ένα «εύπεπτο» μυθιστόρημα και  ούτε βεβαίους ένα μυθιστόρημα του συρμού. Αντίθετα έχουμε την εντύπωση πους το μυθιστόρημα αυτό θα αντέξει στον χρόνο και θα «κερδίσει» επάξια τους αναγνώστες του.

«ΣΑΝ ΑΝΘΡΩΠΟΣ, ΠΟΥ ΞΕΡΕΙ ΝΑ ΝΙΩΘΕΙ ΤΟΝ ΠΟΝΟ ΤΟΥ ΑΛΛΟΥ…»

Κώστας Λυμπουρής, Των ημετέρων άλλων, 2014

Στην τρίτη συλλογή διηγημάτων του Κώστα Λυμπουρή Των ημετέρων άλλων (μετά το Προσωρινά κλειστό, 2006, και Για μια μικρή παύλα, 22011) δεσπόζουν οι θεματικοί άξονες του ανθρωπισμού και της οικονομικής κρίσης

Απέναντι στον ανθρωπισμό και την αποδοχή της ετερότητας, που αποπνέουν όλα τα διηγήματα της συλλογής, παρουσιάζονται ρατσιστικές συμπεριφορές, μισαλλόδοξες στάσεις και γενικότερα στάσεις απόρριψης οποιουδήποτε διαφέρει από το κοινωνικά αποδεκτό ως «κανονικό». Η αντιπαραβολή τους γίνεται με ρεαλιστική γραφή, που είναι το κύριο εργαλείο της κριτικής

στάσης του διηγηματογράφου και με την οποία ψέγονται ο νεοπλουτισμός, ο τοπικισμός και ο εθνικισμός.

Στη συλλογή περιλαμβάνονται 14 διηγήματα. Στα μισά από αυτά η υπόθεση εκτυλίσσεται στην Κύπρο και στα υπόλοιπα στην Ελλάδα (με δεσπόζοντα χώρο την Αθήνα). Έτσι, η οικονομική κρίση και οι τάσεις απόρριψης της ετερότητας αποδίδονται από δύο οπτικές γωνίες, του μητροπολιτικού ελληνισμού και του ελληνισμού της περιφέρειας.

…/…

«ΣΤΟΥΣ ΣΚΟΤΕΙΝΟΥΣ ΔΙΑΔΡΟΜΟΥΣ

ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ

Γιώργος Μολέσκης,  Όταν ο ήλιος μπήκε στο δωμάτιο, Διηγήματα 2017

…/…

Η πορεία στους «σκοτεινούς διαδρόμους της ανθρώπινης ύπαρξης», ένας από τους θεματικούς άξονες του βιβλίου, συνδέεται με το κυρίαρχο σε ολόκληρη τη συλλογή ψυχογραφικό στοιχείο, που δεν αποκλείεται να συνδέεται με τη μαθητεία του Μολέσκη στη ρωσική λογοτεχνία και ιδιαίτερα στη μυθιστοριογραφία του Ντοστογιέφσκι, όπως εύστοχα επισημάνθηκε από τον Χρυστόστομο Περικλέους.[9] Ως δείγματα της ψυχογραφικής τάσης του διηγηματογράφου Μολέσκη επιλέγουμε το «Ξύπνημα της επιθυμίας» και το «Ο φίλος μου ο Σεργκέι». Στο πρώτο, μαζί με τα διηγήματα «Βρέχει… αλλά εγώ θα πεθάνω» και «Μια φωτιά καίει μέσα στη νύχτα», τα αυτοβιογραφικά στοιχεία είναι περισσότερο δυσδιάκριτα σε σύγκριση με τα υπόλοιπα διηγήματα της συλλογής, δεδομένου ότι σε αυτά τα τρία η αφήγηση είναι τριτοπρόσωπη και τα εξιστορούμενα αποδίδονται με τη μηδενική εστίαση του παντογνώστη αφηγητή.

…/…

ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΜΕΣ ΕΠΑΓΓΕΛΙΕΣ (2016)

 

ΣΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ

Εκείνοι που βυθίστηκαν

στο κράτος της σιωπής

κοιμούνται στον βυθό της φορτωμένοι

με σπάνια πετρώματα κι άνθους της τρικυμίας.

Τα όνειρά τους ταξιδεύουν

στις αποικίες των κοραλλιών

κι ανθίζουν στο σκοτάδι

των οιδημάτων άστρα.

Στ’ άγρυπνα βάθη του ύπνου τους

να λουλουδίσουν τα καρφιά

τα χελιδόνια να κρυφτούν

από τις μαύρες συμφορές αποδιωγμένα.

ΜΕΤΑ ΤΙΣ ΤΕΛΕΤΕΣ

Μετά τις τελετές, τις παράτες, τους ύμνους,

τους πανηγυρικούς, τα ξεφαντώματα

τα χρωματιστά μπαλκόνια στους εξώστες,

πέτρες καυτές, ιδέες και ξερό ψωμί

με τις ψαλιδισμένες κορδέλες των τελετών

τα σπόρια και τ’ αναψυκτικά των παρελάσεων

τις ηχογραφημένες δηλώσεις των επισήμων

λόγια περίτεχνα χορτάσαμε

μα ξάφνου μείναμε σαν ξόανα

στον τόπο καρφωμένοι

από τις πέτρες των καλύτερών μας φίλων.

ΛΕΥΚΩΣΙΑ

Τα τείχη κυκλώνουν τα δωμάτιά μας.

Κι οι αυλές μας τόσο μικρές

κι οι κάμαρές μας φυλακές.

Τα κρίματά μας με τα καμπαναριά

και τους μιναρέδες τους

με τις αφρούρητες επάλξεις τους

με τις ατελείωτες προσθαφαιρέσεις των ισολογισμών

στις κάμαρες των σκοτεινών μας αποδράσεων.

ΑΝΑΜΟΝΗ

Δεν ήταν εκπρόθεσμες οι ενστάσεις σας, όχι δεν ήταν.

Μη σας καταβάλλει ο πανικός, προς Θεού,

κάποιος θα βρεθεί να σηκώσει το βάρος

δεν ήταν παράλογες οι απαιτήσεις σας, όχι δεν ήταν

όμως, οι διαδικασίες είναι η ουσία, μην το ξεχνάτε ποτέ!

Δε θα θέλατε δα να καταρρεύσουν οι τύποι

δε θα θέλατε να θρυμματιστούν οι μορφές.

Σκύψτε, λοιπόν, κι υπογράψτε.

Επιτέλους συνέλθετε!

ΠΥΡΟΤΕΧΝΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΛΥΠΗΣ

Μας είδαν να στολίζουμε τις ήττες μας με σύμβολα

θριάμβου. Ναι, τα παιδιά μας! Να στέλνουμε στους φίλους

μας προσκλητήρια θανάτου. Δούλοι του Αστυάγη. Ακόμη

και τη ζωή μας πεσκέσι για την αφεντιά του θα δίναμε.

Πώς χάθηκαν αίφνης οι πλησίστιες βάρκες της φρόνησης;

Ποιος έλυσε τους λογισμούς απ’ τους σκαρμούς; Αθώες

εμείς περιστερές, όπως πάντα! Δεινοί γελωτοποιοί… Γιατί

να μας πιστέψουν τα παιδιά; Καρυκευμένα ψεύδη στο

προσκέφαλό τους. Κι η φωτιά του πόνου τους να σφυρίζει

με λύσσα. Τι να τους πούμε τώρα πια που μας έμαθαν όλοι

στα Σούσα για τους θεατρικούς μας πανηγυρικούς,

τα πυροτεχνήματα της λύπης στους ουρανούς των Εκβατάνων.

ΔΟΚΙΜΕΣ ΣΥΓΚΟΛΛΗΣΕΩΣ (2013)

Μνήμη του πατέρα μου

ΜΕΝΟΥΝ ΟΙ ΛΑΜΨΕΙΣ

«…οι σπίθες […] φτάσανε ως τους

ουρανούς, γίναν αστέρια».

Αργύρης Χιόνης, Εσωτικά τοπία

Μην κοιτάς, μου ‘λεγες, με γυμνό μάτι

τις εκτυφλωτικές λάμψεις των συγκολλήσεων μου.

Μα εγώ συχνά σε ξεγελούσα

-για να διαπιστώσω ιδίοις όμμασι το μέγεθος της ζημίας.

Κατά τ’ άλλα πειθαρχούσα

αν και σ’ ενοχλούσα με τις συχνές ερωτήσεις μου.

Δεν ήξερα, φερ’ ειπείν, γιατί κάθε τόσο

χτυπούσες με τη βαριά τα πυρακτωμένα μέταλλα

ούτε μπορούσα τότε να καταλάβω

γιατί μ’ έβαζες με μια βούρτσα σκληρή και με λίμες

ν’ αφαιρώ σχολαστικά τη σκουριά

από τις επιφάνειες των μετάλλων.

Αν και τώρα καταλαβαίνω πως το μικρόβιο της σκουριάς

το φέρουν εκ συστάσεως

και το παίρνουν μαζί τους.

Τουλάχιστο μένουν οι λάμψεις

και τα φευγαλέα παιγνιδίσματα των σπινθήρων

που σε κλάσματα δευτερολέπτων ψύχονται

κι αμέσως κατακάθονται

με βαριά καρδιά στο πάτωμα

σαν ταπεινά ρινίσματα σιδήρου.

ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ

Πόσο τρόμαξε η γάτα σου

όταν οι δυο ξένοι με τα παράξενα πλουμιά

μπήκαν απρόσκλητοι στο σπίτι!

Και τι φόβο τράβηξε

αντικρίζοντας τον σκύλο τους η έρμη

το χλωμό τους άλογο, τα σπαθιά και το γεράκι τους

Κρύφτηκε σε μια γωνιά της αυλής και περίμενε

χωρίς να προβλέψει

πως σε λίγα λεπτά -δα κατέφθαναν οι γείτονες

και τ’ ασθενοφόρο χλωμό

πως δεν θα προλάβαιναν τα παιδιά σου.

Χωρίς να μπορεί και τώρα να το πιστέψει

πως αναχώρησες για πάντα.

Ποιος θα της δίνει τώρα σημασία

σε ποιου τα πόδια θα κάθεται

από ποιον θα ζητά με νάζι τα χάδια

ποιου τα λόγια θ’ ακούει;

ΑΠΟΣΤΕΙΡΩΜΕΝΑ ΑΙΣΘΗΜΑΤΑ

Το νυστέρι της μνήμης.

Ήταν οι λεκέδες στο πάτωμα

και τ’ άλογο με τα διάτρητα φτερά.

Περγαμηνές στους διαδρόμους

σταγόνες λεμονιού

και νίψον ανομήματα

σε μυστικούς νιπτήρες

όπου με χίλιες δυο προφυλάξεις

τις μνήμες εμποτίζουν

με τα δραστικά της λήθης υγρά

ώσπου να μη θυμάσαι τ’ όνομά σου.

Δισκία, ενέσεις, περικοκλάδες

λευκοντυμένοι Σαμαρείτες

με τ’ αποστειρωμένα αισθήματα.

Κι εμείς κοιτούσαμε σκυφτοί

εκείνα τα πουλιά που λοξοδρόμησαν.

Κι οι σταγόνες της βροχής

μας κυνηγούσαν δίχως έλεος.

Φαρμάκι!

ΑΝΩ ΜΑΔΑΡΗ

Στους πρόποδες της Άνω Μαδαρής

την ψυχή σου σε δίσκο κομίζοντας

με τις σαράντα πληγές.

Τ’ αδερφικά καρφιά της προδοσίας.

Πώς να σου μιλήσω

(το ξέρω μ’ ακούς, μα δεν μπορείς να μιλήσεις)

χάθηκαν τα ίχνη των «φίλων» σου

στον ασημένιο δίσκο την ψυχή σου

των αγίων ο χορός

κι η μάνα σου σκυφτή

πάνω απ’ την κούνια των αμνών.

«Την όψη των πραγμάτων να φοβάσαι

και τα καμώματα των σαλτιμπάγκων».

Όμως, δεν αργεί να σπάσει

τ’ απόστημα

δεν αργούν οι πυκνές των αμαρτημάτων

εκπυρσοκροτήσεις.

ΜΕΤΑΛΛΑ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ

Ξυπνώντας μεσάνυχτα

για την τρίτη βάρδια στο μεταλλείο.

Στο παλιό λεωφορείο με τους εργάτες

με τις αγκούσες στη τσάντα σου

στων βουνών τις κορφές

αναζητώντας το νόημα

των συνεχών περιπλανήσεων

των καταβάσεων στις υγρές γαλαρίες

με το λιγοστό φως των φαναριών.

Δεν έμαθα την τέχνη σου

και να που τώρα δυσκολεύομαι

να συγκολλήσω τα μέταλλα της μνήμης

λίγη φωτιά περισσότερη απ’ ό,τι χρειάζεται

και τα κομμάτια σωριάζονται

άμορφες μάζες στο πάτωμα.

Εσύ βέβαια γνώριζες τις κατάλληλες θερμοκρασίες

συγκολλήσεως κάθε μετάλλου

μόνο που και τότε διαισθανόσουν

το πρόσκαιρο κάθε μορφής

μπροστά στην επέλαση των μικροβίων της σκουριάς

των αγγέλων της υγρασίας.

Ήξερες πάντως

πως το λεωφορείο κάποτε θα κοιμόταν για πάντα

στις πλάτες του βουνού

κι από τη μηχανή του θα ξεφύτρωναν

αμείλικτες περικοκλάδες.

ΚΕΝΤΩΝΤΑΣ ΜΕ ΗΛΕΚΤΡΑ ΤΗ ΜΝΗΜΗ

Ψάχνω στην αποθήκη μας να βρω

τα παλιά σου ήλεκτρα

να συγκολλήσω τα θραύσματα της μνήμης.

Σε θήκες ανοξείδωτες να τ’ αποθέσω

παλεύοντας με τη σκουριά και τα στοιχεία της φύσης

που δεν γνωρίζουνε

τα πάθη της ψυχής

πόσο πικρίζουν το νερό

καθώς νυχτώνει.

Κεντώντας τη μνήμη με ήλεκτρο

ζωντανές να κρατήσω

τις στιγμές της ζωής σου

τη θλίψη στο βλέμμα σου…

Κι αν ο πόνος κεντά τις απόκρημνες

πλαγιές της αβύσσου

κι αν εκρήξεις γκρεμίζουνε το σύμπαν

κι αν στης γης τα σαγόνια

κείτεται τώρα το σώμα σου,

Στις ανοξείδωτες βαδίζεις

εκτάσεις μονάχος

των περιβολιών

και το πέρας κοιτάζεις των επουρανίων

αφήνοντας πίσω σου τη βάρκα

όπου λουφάζει τώρα δολερή

με διπλωμένα τα πλοκάμια της

και το κεντρί της βυθισμένο

στου ποταμού το μολυσμένο ρέμα

του Χάροντα η γυναίκα.

Η ΣΚΟΝΗ ΣΤΑ ΠΛΕΜΟΝΙΑ ΣΑΣ

Γιατί να ενοχλήσουν τους επιστάτες

οι αναθυμιάσεις κι η μαύρη σκόνη

που κατακάθιζε στα πλεμόνια σας;

Μια λεπτομέρεια χωρίς σημασία

ήταν η σκόνη στα πλεμόνια σας.

Εκείνο που προείχε τώρα

ήταν η κατασκευή των δοκών και των υποστυλωμάτων

των στεγάστρων

των θυρών και παραθύρων

των συστημάτων συναγερμού και διαφυγής.

Η σκόνη στα πλεμόνια σας

ήταν δικό σας πρόβλημα και μόνο.

Ας το αντιμετωπίζατε με θάρρος, επιτέλους.

Και μόνοι!

ΣΑΝ ΝΑ ‘ΧΕ ΨΥΧΗ

Μάταια προσπάθησα να βρω

μια φωτογραφία του πρώτου σου αυτοκινήτου

που τόσο το φρόντιζες σαν να ‘χε ψυχή.

Κι όντως είχε ψυχή

αφού αυτό ποτέ δεν σε πρόδωσε!

Κι ακόμα (δεν ξέρω αν υπάρχει τώρα κάπου

ή αν η μηχανή του γέμισε χόρτα και σαύρες)

πόσο αγόγγυστα μετέφερε

όσα βάρη κι αν του φορτώναμε

όπως τη μέρα εκείνη

που φεύγαμε άρον-άρον από τη Λευκωσία

με τόσους άλλους.

Πώς μπορέσαμε τότε να συγκρατηθούμε

(κι ιδίως πώς μπόρεσε κείνο)

όταν οι φρουροί της «εθνικής σωτηρίας»

μας σταμάτησαν στη μέση του δρόμου

και πίσω μας ουρές αυτοκινήτων.

Δεν θυμάμαι τώρα πότε και πώς

αποφάσισες να τ’ αφήσεις

όμως θυμάμαι πολύ καλά

πως αργότερα πολλές φορές ομολογούσες

ότι θα ‘ταν καλύτερα

να μην το εγκατέλειπες

ότι θα ‘ταν προτιμότερο

να το φρόντιζες μέχρι τέλους.

ΗΜΙΤΕΛΕΙΣ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Ο ξένος με του ρήσου τα πλουμιά

πήρε το ημερολόγιο σου και το καταξέσκισε

κι ούτε που νοιάστηκε

για τις ημιτελείς σημειώσεις σου.

Αν τον ένοιαζε

δεν θα πετούσε απ’ το παράθυρο

τις προσευχές και τα κονίσματα,

το ρολόι του τοίχου

(που συνέχιζε να χτυπά)

δεν θα θρονιαζόταν στο κρεβάτι σου

μέχρι να δει την ψυχή σου

να βγαίνει απ’ το παράθυρο.

Κι ούτε φυσικά που πρόσεξε τη γάτα

ν’ αναρριχιέται με σθένος στην κληματαριά

κι ακόμη πιο πάνω

και να ξεσπά σε λυγμούς

όταν πια η ψυχή σου ανέβαινε σε ύψη

που εκείνη αδυνατούσε να φτάσει.

ΟΙ ΜΕΛΙΣΣΕΣ

Στη μητέρα μου

Τόσο κακό μέσα στο σπίτι

κι οι μέλισσες στον κήπο μας

δεν έλεγαν να μας αφήσουν ήσυχους.

Ποιος θα τρυγούσε τους ανθούς

που είδαν πολλά τα μάτια τους

κι όμως γιορτάζαν

ακόμα κι αν μας έβλεπαν

να κλείνουμε τα χάσματα στο πάτωμα

κι αυτά ν’ ανοίγουν πιο πλατιά,

να περιθάλπουμε τους τοίχους

και πάλι να φουσκώνουν

οι ρωγμές τους επικίνδυνα;

Κι οι μέλισσες το μέλι τους

και τα λουλούδια τ’ άσματά τους

κι εμείς διαβάζοντας σκεφτικοί

το λήμμα «περικαρδίτις»

να κρυφοκοιτάμε τον πατέρα σκυφτό

στο προσκεφάλι της μητέρας

την Παναγιά στην άκρη του κρεβατιού της

μ’ ένα στεφάνι στα μαλλιά

από λουλούδια του κήπου μας

και μέλισσες σαν προσευχές

σε κάθε ανθό που δάκρυζε

και πίκριζε το μέλι.

ΝΑ ΧΕΣ ΤΟ ΣΘΕΝΟΣ…

«Τι άλλο να σου πω, πατέρα,

για να ‘ρθεις μαζί μου;

Δεν βλέπεις τις πύρινες γλώσσες

δεν ακούς τα ποδοβολητά,

τις ιαχές των Αχαιών;».

Να ‘χες το σθένος του Αινεία!

«Κι ύστερα τον φορτώθηκε στην πλάτη

και τον έσωσε

από τις άγριες διαθέσεις των Ελλήνων».

Να ‘βλεπες εγκαίρως τους καπνούς στον ορίζοντα

ν’ άκουγες τις ιαχές των βαρβάρων

να φορτωνόσουν στην πλάτη τον πατέρα σου

να μεταλάβαινες την τελευταία του λέξη!

ΕΠΙΤΥΜΒΙΑ ΦΥΛΛΑ

Αν οι γιατροί δεν κατοικούσαν

στις αρρώστιες τους

αν οι άγιοι δεν εγκατέλειπαν

τα κονίσματά τους

αν οι δικαστές δεν ποδοπατούσαν

τις ζυγαριές τους

αν οι επιτροπές δεν μετακόμιζαν

στα δύσβατα χωρία τους

αν από τα λιοντάρια δεν απέμεναν

παρά μόνο τα δόντια

κι από τους ποιητές

οι σκεβρωμένες λέξεις,

Τα φύλλα δεν θα ‘πεφταν

με τόσο πάταγο

στο μνήμα σου

και τ’ αγριόχορτα

δεν θα ξεπρόβαλλαν με τέτοιο θράσος

από τις ρωγμές

της γρανιτένιας μας θελήσεως!

ΚΙ ΥΣΤΕΡΑ ΤΙΠΟΤΑ

Υγρό σκοτάδι κι ύστερα φως

κήπος δακρύων

σπιθόβολες κραυγές

πίσω απ’ τους λόφους

κύμβαλα, κρόταλα

εφήμερες χαρές

και νίκες

κι ανεμοσκορπίσματα.

Κι ύστερα φως

κι ύστερα γυμνός

κι ύστερα τίποτα

χωρίς καν τ’ όνομα σου.

Πηχτό σκοτάδι, νερό

πέτρες και κόκαλα.

Και ξανά στο φως

ν’ ακούς τα παραμύθια

που γλυκαίνουν την αλήθεια

να κοιτάς ακίνητος τα όνειρά σου

που καλπάζουν στο φως

χωρίς επίγνωση, χωρίς αιδώ.

ΛΟΚΡΙΓΚΑΝΑ (2010)

ΑΝΥΠΑΚΟΥΑ ΜΕΤΑΛΛΑ

Σαν τους γύφτους

σφυροκοπάμε

αδιάκοπα

στο ίδιο αμόνι.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

Στενάζουν τα μέταλλα σαν πέφτουν τα σφυριά στα

ντελικάτα μάγουλά τους. Το αμόνι του παππού και τα

μάτια σου! Δεν παραδόθηκαν αμαχητί τα μέταλλα στη

μορφοποιητική πρόθεση των προγόνων σου. Εσύ πώς

επιμένεις απ’ την πρώτη; Τ’ ανυπάκουα μέταλλα… Δεν

φοβούνται τη σκουριά (κι ας μαίνεται ο επιστάτης κι

ας επισείεται η δαμόκλειος σπάθη πάνω από τα κεφάλια

των σιδηρουργών). Θα προτιμούσαν τη διαρκή

πυράκτωση, παραμένοντας στο μεταίχμιο παλιάς και

νέας μορφής. Θα ‘ταν γι’ αυτά καλύτερα να θρυμματίζονταν

τα φοβερά καλούπια. Κι ας παρέμεναν άμορφα,

πυρακτωμένα, χωρίς την απειλή του επόμενου

σφυροκοπήματος, των αέναων μορφοποιητικών παρεμβάσεων

από σιδηρουργούς που χάνουν τον ύπνο τους, αν πρόκειται

να κερδίσουν την εύνοια των επιστατών και των

θεωρητικών της σιδηρουργίας, μιας τέχνης όντως

δύσκολης, πλην όμως ευγενικής παρά τις υψηλές

θερμοκρασίες πυρακτώσεως και τους συχνούς βραχνάδες

των συντεχνιακών παραγόντων. Ας γράφουν ό,τι

θέλουν οι φυλλάδες. Τ’ αμόνια μόνο γνωρίζουν τη στενή

συγγένεια Μορφής και Πόνου, ως συνεργοί της

κονιορτοποιήσεως και τήξεως των μετάλλων, σαν

αντικρίζουνε τους τύπους που διετάχθησαν εξάπαντος να

συγκρατήσουν την ουσία.

ΗΛΕΚΤΡΟΣΟΚ II

For every ill deed in the past we suffer the consequence:

for sloth, for avarice, gluttony, neglect of the Word of GOD,

for pride, for lechery, treachery, for every act of sin.

T.S. ELIOT

Δεν σβήσαμε τα ξεθωριασμένα συνθήματα

δεν εμποδίσαμε τους νυκτοβάτες ν’ αποκηρύξουν

τα λίγα τετραγωνικά της λογικής μας.

Πετούμε τις παλιές μας αμαρτίες στα σκυλιά

που δεν κουράζονται ν’ αναζητούν παλιά προσκυνητάρια

σκουριασμένα φυλαχτάρια

στις χωματερές των ιστορικών αναδιφήσεων.

Δεν ξέρουμε, λέμε, ποιος ευθύνεται

για τα μοιραία παροράματα

για τους νεκρούς στα κλαδιά

με τις χιλιάδες πεταλούδες ανάμεσα

στις ρωγμές των οστών και στα κενά της μνήμης

αφού δεν λάβαμε τις γνωματεύσεις

των αρμοδίων επιτροπών διερευνήσεως.

Λες κι όλα γίναν ερήμην μας

λες και κανείς από μας δεν είδε τίποτα.

Αν και γνωρίζαμε τι σήμαιναν τ’ αρχικά των οργανώσεων

αν και γνωρίζαμε τους δολοφόνους.

Δεν λέμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους

πολύ μας χάλασαν οι ποιητές

με τις υπεκφυγές και τα κρυμμένα στο υπέδαφος

πυρομαχικά, με τις θαμμένες πρώτες ύλες

τις εκπυρσοκροτήσεις των ποιημάτων

στους αστυνομικούς σταθμούς πόλεως και προαστίων.

Πολύ μας κούρασαν οι διπλωμάτες

με τις αγαθές τους προθέσεις

(μάθαμε πια για τα καλά να βασιζόμαστε

στις δεσμεύσεις των μεσαζόντων).

Ας το πούμε καθαρά

πως μας βολεύουν τα κονσερβοκούτια

κι οι φρεσκοξυρισμένοι πρεσβευτές

αφού δεν μας θυμίζουν τίποτα

οι πεταλούδες γύρω απ’ τις αγχόνες

οι απαγωγές, οι δολοφονικές απόπειρες

το καλοκαιρινό χαλάζι

ο χαλασμός, τ’ αντίσκηνα, οι νεκροί στα κλαδιά

που φωσφόριζαν

κι εμείς δεν βλέπαμε τη λάβα

στους κρατήρες των ματιών τους.

Ας ομολογήσουμε πως δεν αντέχουμε

τις συγκινήσεις των εκταφών

τις ιδέες σκληρές να σιγοβράζουν στο κεφάλι μας για χρόνια

το πρόβλημα ν’ απλώνει τις ρίζες του παντού.

Πολύ μας ενοχλούν οι πεταλούδες!

Σκεφτόμαστε σε ξένη γλώσσα τους προγόνους μας

βαλσαμωμένους στα κλαδιά των ευκαλύπτων

να μας κοιτάζουν ανάποδα

καθώς βουλιάζουμε

στην ακριβή μας πολυθρόνα.

Κι όλο πετάμε στα σκυλιά

τις ενοχλητικές μας αναμνήσεις.

Σε ξένη γλώσσα προσευχόμαστε

με δανεικά κουρέλια ντύνουμε τα σκιάχτρα σαν σκεφτόμαστε

τις εφόδους των πουλιών.

Λες κι όλα γίναν ερήμην μας

λες και κανείς από μας δεν είδε τίποτα,

τους νεκρούς στα πηγάδια

τις πεταλούδες γύρο:> απ’ τις αγχόνες

τα τρωκτικά που ροκάνιζαν

μες στα κρησφύγετα

των μαρτύρων τα λείψανα.

Πώς να πιστέψουν οι ανακριτές ότι δεν θυμόμαστε τίποτα

κλεισμένοι στη γυάλα μας;

Ας ανακρίνουν επιτέλους τις προτομές, τις επιτύμβιες στήλες

κι ας μας αφήσουν ήσυχους

να σπαρταράμε στη γυάλα μας

σαν άφωνοι συντάκτες ειδήσεων

εντεταλμένοι αντιγραφείς των φαινομένων

στις όχθες των απονενοημένων υποχωρήσεων.

ΛΟΚΡΙΓΚΑΝΑ

μνήμη της γιαγιάς μου Ελευθερίας

Νοσοκόμες πάνε κι έρχονται

παρά το προκεχωρημένο της ώρας.

Της γιαγιάς η φωνή ραγισμένη

των συγκατοίκων ρόχθοι

πώς συνωστίζονται να τους υποδεχθούν στην όχθη

αμέτρητες ψυχές ζητιάνων κι ευγενών.

Λοκριγκάνα σπάνιο μέταλλο

χιλιάδες πέθαναν για σε μεταλλωρύχοι

βαθιά μέσα στη γη τρυπώνοντας

στις γαλαρίες με μάσκες και φανούς

αγνοώντας τις συνεχείς μεταστάσεις σου

τις αλλεπάλληλες αποδημίες.

Σκόνη στις κυψελίδες των πνευμόνων

ξανά σαν τυφλοπόντικες στις σήραγγες

καταμετρώντας τα μοιραία λάθη

των εμπειρογνωμόνων.

Την ευχή σου γιαγιά σφραγιστή στο μαντίλι

πώς τελειώνει το λάδι στο καντήλι

μεταλλωρύχοι σπάνιο μέταλλο

ξανά βαθιά στις σήραγγες για το μαύρο ψωμί

για τη ζωή των άλλων, τις ευγενείς επιδιώξεις τους

τις άριστες προοπτικές, τα παρεπόμενα της δόξης τους.

ΕΓΚΑΡΤΕΡΗΣΗ

Λωρίδες ύπνου στα κλαδιά των νευρώνων

φωνές από τα βάθη των σπηλαίων

της ύπουλης ελπίδας υποσχέσεις.

Ζοφερές εξατμίσεις της λογικής

στις πολυσύχναστες παροικίες του εγκεφάλου

τριγμοί στα έγκατα της εντεταλμένης εγκαρτερήσεως.

Λαμπάδες και τάματα

υποκλοπές

ισολογισμοί

παραισθήσεις.

Νωπές ουλές

σκοτάδι του μυαλού

λωρίδες άγκυρες ανέλπιστες

στο σαπιοκάραβο των υποδίκων.

ΥΠΟΓΕΙΑ ΣΤΡΩΜΑΤΑ

Θαμμένος βαθιά

κάτω από τόνους ανοχής

χωρίς τις νενομισμένες τιμές

και τους μακροσκελείς επικηδείους

χωρίς τους θρήνους

των πληρωμένων γυναικών.

Καρφωμένος πάνω στα πετρώματα

των υπογείων στρωμάτων

αναδεύοντας τα χώματα

νεκρός γι’ αυτούς

μα για τον θάνατο μπελάς

για τα καρφιά βραχνάς

γυρίζοντας σαν σβούρα μες στον τάφο σου

ξυπνώντας κάθε τόσο τους συγκάτοικους

που ξέχασαν για πάντα τα ρολόγια

και τις κορδέλες της ζωής.

Θαμμένος αναδεύοντας καρφιά

δεμένος στο κατάρτι των στιγμών που δεν παρέρχονται

για τα ρολόγια τίποτα

μόνο φωνές από τα βάθη κι απειλές

των πάσης φύσεως εκτελεστικών οργάνων

γραναζιών, εξαρτημάτων, υποστυλωμάτων

και συναφών αναλώσιμων υποσυστημάτων.

ΟΙ ΚΟΥΣΤΩΔΟΙ ΤΩΝ ΑΝΕΜΩΝ

Στ’ αμπάρι με τα σάπια κάγκελα

τις υποσχέσεις των κενταύρων

αλατισμένη λογική

φρεσκομαγειρεμένη

λαλούν κοκόρια και ξυπνούν τις συνειδήσεις.

Σκύψε, γονάτισε, προσκύνα

τους κουστωδούς των ανέμων

μην αμολήσουν τα σκυλιά και σηκωθούν τα κύματα

κι οι πειρατές παραιτηθούν στη μέση του πελάγου.

Πώς διαγουμίζουν τη ζωή σαν δεν είναι δική τους

πώς κυβερνούν τα βάθη της ψυχής μας!

Δούλοι πιστοί ξεχάσαμε πώς τραγουδούν ανέμελα

δούλοι πιστοί τα δόντια τρίζοντας

τ’ αφεντικά σαν το προστάξουν

Με τη συνείδηση στο πιάτο ξεβαμμένη

όνειρα σάπια φλούδες ελπίδων

αποξηραμένες δεσποινίδες

τους ανέμους, τους ανέμους, τους ανέμους!

ΑΠΟΜΙΜΗΣΙΣ

Εδώ ας σταθώ. Κι ας γελασθώ πως βλέπω αυτά…

Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ

Τα δέντρα επιμένουν πως υπάρχουν

το ίδιο τα βουνά καθώς και η θάλασσα

μόνο που δεν με συγκινούν

παρά τις εκκλήσεις τους να λογικευτώ,

να τύχω μιας οικολογικής θεραπείας.

Βέβαια κι εγώ διατείνομαι πως αυτά δεν υπάρχουν

πως είναι φρικτές απομιμήσεις των ιδεών.

Έτσι, λοιπόν, η ποίησις

περιορίζεται σε μίμηση δεύτερου βαθμού

σε ένα σπίτι με πολλαπλούς καθρέφτες

όπου τα όρια του όντος και της εικόνας του καταργούνται.

Επομένως, είτε θάλλουν είτε μαραίνονται τα δέντρα

είτε τα βουνά παρεκτρέπονται

κι η θάλασσα ξεβράζει

τα κουφάρια των νενομισμένων ισολογισμών,

οι καθρέφτες πάντοτε θ’ απεικονίζουν κατά το δοκούν

τις επινεύσεις της στιγμής

τις απελπιστικά πανομοιότυπες

σταγόνες της βροχής

τις φευγαλέες αστραπές

που τέμνουν τα φαινόμενα

ή καρφώνουν πισώπλατα

τους αμετανόητους γραφείς, τους λογιστές

και του πολλά υποσχόμενους

διοικητικούς υπαλλήλους.

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΠΕΙΡΑΜΑΤΟΣ

Ή ΟΙ ΑΘΛΙΟΙ ΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

Βρες το φιαλίδιο με τα κυριακάτικα δάκρυα της

αλλοδαπής οικιακής βοηθού κι άσε τις στέγες που

χορτάριασαν έτσι κι αλλιώς. Λίγες σταγόνες αρκούν στον

δοκιμαστικό σωλήνα. Ουρές ανέργων για ξηρά τροφή,

βαριεστημένοι δημόσιοι λειτουργοί, καμπάνες της

φιλανθρωπίας. Το οξείδιο της αγωνίας στους- διαδρόμους

των κυβερνητικών κτιρίων, χολή να στάζει σαν

μιλούν εντεταλμένοι κουστωδοί, βαριές κουβέντες,

αντεγκλήσεις, σκουριασμένα μυαλά, κατουρημένες

συνειδήσεις. Τα στερεά κατάλοιπα της νοσταλγίας, η

διαβίωσή μας σε συνθήκες ασφαλείας. Οι προσευχές

μας για κατάργηση της δουλείας στις τρώγλες της

Παλιάς Λευκωσίας. Τη φράγκικη λεπτότητα, παρακαλώ,

την οθωμανική νωχέλεια, την αγγλική διπλωματία!

Δεν βλέπω να ‘χετε συνθέσει τις καταβολές

επιτυχώς, ποιος σας δασκάλεψε για να σηκώσετε

κεφάλι; Θα το γνωρίζετε πως τα πειράματα κοστίζουν

ακριβά, ελάτε τώρα, πληρώστε το κόστος. Τι ζητάς το

κατηγορητήριο τώρα, κύριε Κ.; Δεν φτάνει που για

σένα ξαγρυπνούν οι δικαστές; Ερήμην; Έρημος,

ψεύτικα δόντια, περούκες, υποσχέσεις, σάπια χαμόγελα.

Στην πυρά, λαμόγιο, στην πυρά, στην πυρά!

ΜΕ ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ

ΚΑΡΦΩΜΕΝΟ ΣΤΙΣ ΓΚΙΛΟΤΙΝΕΣ

Στάζει το αίμα. Στάζει. 0 Λένας στην είσοδο του

παλιού νοσοκομείου. Για τις σπουδές στην Αμερική.

Μένοντας πάντα εκεί. Να σε κοιτάζει με το καθαρό

του βλέμμα. Τα συνωμοτικά πουλιά στους ευκαλύπτους

Δεν ξέραμε τι μελετούσαν. Μικρασιατική

αβρότητα της Θεσσαλονίκης. Τις άρρητες γωνίες της

συνειδήσεως. Προσεκτικά με τη χλωρίνη. Να την

έχουμε πάντα καθαρή. Σπανίζουν πια τα ρήματα.

Διαφημίσεις και συνθήματα. Θα ‘φεύγε σε λίγες

μέρες. Νοσοκόμες πάνε κι έρχονται. Λοιπόν! Δεν

μπορούμε να σας πούμε τίποτα. Μέχρι να καταλήξουν

οι γιατροί. Χωριζομένη δικαιοσύνης. Πανουργία.

Τις ιδέες σαν άκακα βρέφη στην κούνια τους.

Το καταραμένο άσθμα ξανά. Σαράντα Εκκλησιές του

ονείρου. Λαϊκές ταβέρνες και μπακάλικα. Φοιτητικά

σχέδια για την κατάκτηση του σύμπαντος. Αδιαφορώντας

για τις μεθοδεύσεις των ορνέων με τα παράξενα

λατινικά ονόματα. Και τους μακροσκελείς τιμητικούς

τίτλους. Τις τηβέννους και τις κονκάρδες στις

συναγωγές. Οι ραβίνοι σάς καλούν να παραμείνετε

στη θέση σας. Για τους πρώτους αποκεφαλισμούς

των αιρετικών. Καρφί δεν τους καίγεται για τη

βεβήλωση της πόλεως. Με το βλέμμα καρφωμένο

στις γκιλοτίνες.

ΤΟΠΙΟ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ

Εσύ τουλάχιστον ζεις, μου είπε ο Λένας, δεν είναι λίγο.

Ακόμη κι αν βυθίζεσαι στο τέλμα,

υπάρχουν γύρω σου κλαδιά, πονετικά πουλιά και βάτραχοι.

Τίναξε το κορμί σου προς τα πάνω

προτού προλάβει η λάσπη να σε καταπιεί.

Εσύ τουλάχιστον δεν έσβησες

δεν γάζωσαν το σώμα σου οι κοπτοράπτες

εσύ τουλάχιστον δεν έπεσες ανήμπορος να σηκωθείς ξανά

δεν έσβησες στη μητρόπολη του νόμου και της τάξεως.

Εσύ τουλάχιστον δεν διαγράφηκες οριστικά

δεν εγκολπώθηκες το σκότος των υδάτων

δεν ετυφλώθης απ’ το φως των αρχαγγέλων

δεν έφαγες χώμα και πέτρες.

Εσύ τουλάχιστον μπορείς ακόμη να πιαστείς από κάπου

ν’ ανακαλύψεις δυνάμεις αντιστάσεως

και πλούσια στρώματα μετάλλων. Λοκριγκάνα!

Εσύ τουλάχιστον ακόμη μπορείς να ξεπλύνεις τους ρύπους

απ’ τα ρούχα της ψυχής σου

από τους εμπτυσμούς να καθαρίσεις το πρόσωπο

και τη χολή των Ιουδαίων.

Τώρα βυθίζομαι στο χιόνι πάλι

γύρω μου μαλακώνουν τα βουνά

τα δέντρα χάνονται μες στην αιθάλη.

Κι όταν το χιόνι με προδώσει,

ποιο χώμα, ποιες πέτρες, ποια ταφόπλακα

για τα τριάντα πέταλα της νιότης μου

για τα πονετικά πουλιά και τα κλωνάρια.

Εσύ τουλάχιστον δεν πέθανες.

Ακόμη κι αν βυθίζεσαι στο τέλμα, είμαι μαζί σου, είπε,

εδώ μες στην ομίχλη του μυαλού σου

με σύριγγες αντλώντας από τα εγκεφαλικά σου κύτταρα

τη μαύρη πίσσα

ξανά να φωτιστούν οι επάλξεις της λογικής

μέσα στην παρατεταμένη νύχτα της συναγωγής

μέσα στη μαύρη μέρα των νυχτοκοράκων.

ΛΕΥΚΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ

Πώς σας διέφυγαν τα παροράματα

στις λευκές σελίδες;

Σας ξεγέλασαν φαίνεται

με την προσποιητή τους αγνότητα

την τρυφερότητα της ανέγγιχτης σάρκας.

Το τι δεν έγραψες ως όφειλες

το τι δεν έπραξες ή είπες εν καιρώ

οι αιτιάσεις, οι προφάσεις

οι στυγνοί λογαριασμοί

ο φόβος των Ιουδαίων

ο νυσταγμός της ψυχής

τα δάκρυα των κροκοδείλων

αυτά κι αν σε εκθέτουν

αυτά κι αν σου προσάπτονται

στις μαρτυρικές καταθέσεις

ως άκρως επικίνδυνα

αλλά σπανίως ανιχνεύσιμα

παρά τις φιλότιμες παρεμβάσεις

των ειδικών σωμάτων ασφαλείας

των εμβριθών διορθωτών και φιλολόγων

ανακριτών και μικροβιολόγων.

Παραδαρμός εν Αλφαβήτω (2007)

Δ

Δωμάτιο με θέα.

Άγνωστος μεταξύ αγνώστων

Σ’ αυτή την πόλη

Που αγνοείς ακόμη τ’ όνομά της.

Ανοίγεις το παράθυρο

Και δεν βλέπεις παρά

Αλλεπάλληλα ανοιχτά παράθυρα.

Μόνο παράθυρα.

Αισθητή η απουσία ανθρώπων να κοιτάζουν απέναντι

Μόνο σκύβουν και σκάβουν στο πάτωμα

Να θάψουν τ’ ανομήματα

Να κρύψουν τις κατά καιρούς ομολογίες

Πίστεως και συμμορφώσεως

Τώρα που ανέλαβε καθήκοντα ο νέος μονοκράτωρ

Ο υπέρ πίστεως ταχθείς

Την πόλη να λαμπρύνει

Να χτίσει τα παράθυρα,

Να κλείσει μια για πάντα τις καταπακτές.

Μ

Μπορείς στις αποθήκες να βρεις

Τα λάβαρα των λαμπρών παρελάσεων

Κάτω από στρώματα σκόνης.

Ξεχασμένα παράσημα

Κιτρινισμένες νίκες

Συλλαλητήρια στην κεντρική πλατεία

Πανηγυρικοί λόγοι

Ενθουσιασμοί, ζητωκραυγές

Κάτω από επάλληλα στρώματα σιωπής

Που επωάζουν την εξέγερση.

Χωριά θαμμένα κάτω από τη λάσπη.

Αναθυμιάσεις των αμαρτημάτων

Του έρωτος κραυγές ημιτελείς

Κάτω απ’ τη λάσπη.

Τα λάβαρα, οι ιαχές κάτω απ’ τη λάσπη.

Ουδέν ίχνος ζωής κάτω απ’ τη λάσπη.

Με λάσπη πλάσε τα ομοιώματα

Προσώπων και τόπων.

Η τέχνη μπορεί.

Μη σε ξεγελά με τα καμώματά της.

Μπορείς στις αποθήκες να βρεις

Ξεχασμένα τετράδια

Κάτω από στρώματα σκόνης.

Η λάσπη δεν φοβάται τη σκόνη

Επικαλείται, εκλιπαρεί τη σκόνη

Επιζητεί τον εγκλεισμό στις αποθήκες

Μακράν της δυναστείας του νερού

Μακράν της φοβεράς απειλής του.

Ο

Ο λόγος του στρατηγού

Ο ι νίκες δεν είναι πάντοτε ορατές

Διά γυμνού οφθαλμού.

Κι αν νομίζουν πολλοί πως ηττηθήκαμε

Κι αν τα φαινόμενα απατούν

Εμείς αναπτύξαμε σχέδιον επιθέσεως

Το καταλληλότερο υπό τας περιστάσεις.

Οι στρατιώτες μας απαρνήθηκαν τα πάντα

Οι στρατιώτες μας έπεσαν

Στην απύθμενη αγκαλιά της δόξας.

Γνωρίζαμε βέβαια

Πως ο εχθρός θα περάσει πάνω από χιλιάδες πτώματα

Πως θα κάψει την πόλη το ξέραμε.

Μη μου μιλάτε όμως για ήττα.

Η νίκη μας δεν είναι ορατή

Δεν παύει ωστόσο να ‘ναι νίκη

Η άρνηση της άνευ όρων παραδόσεως.

Κανείς δεν κατάλαβε ακόμη

Το μέγεθος της νίκης των στρατιωτών μας.

Πώς, άλλωστε, να καταλάβει;

Η νίκη μας θα εκτιμηθεί δεόντως

Ύστερα από χρόνια

Μετά την επούλωση των πληγών

Μετά την ψύχραιμη στάθμιση των δεδομένων

Από τους οικείους των τεθνεώτων

Όταν πια θα εξατμισθούν τα συναισθήματα

Και θα ακούγεται μόνο η φωνή της λογικής

Των σχεδίων, των υψίστων ιδεών.

Φ

Φωνάξτε όσο θέλετε.

Εκτός συζητήσεως οι απόψεις σας

Οι πάσης φύσεως προσωπικές σας εκτιμήσεις

Τα συναισθήματα, οι ενστάσεις

Οι αιτιάσεις, τα σχόλια εκτός συζητήσεως.

Ο θυμός, η κριτική, τα υπονοούμενα

Η ειρωνεία, η εναντίωση εκτός συζητήσεως.

Εκτός συζητήσεως τα ρήματα, τα επίθετα,

Οι αντωνυμίες, και προπάντων τα επιρρήματα

Που παραπέμπουν σε μιαν άλλη ευτυχέστερη εποχή

Που υποκινούν νοσταλγικές διαφυγές

Σε ουτοπίες

Εξάπαντος εκτός, εκτός συζητήσεως.

Εκτός συζητήσεως οι ύμνοι, οι ωδές, οι σάτιρες

Οι γελοιογραφίες, οι λεζάντες, οι έρευνες

Οι αντικανονικές αναπνοές, τα εμφράγματα εκτός συζητήσεως.

Το ηλιοβασίλεμα, η αναδίφηση των αρχείων, οι φακοί

Η αναγραφή συνθημάτων εντός και εκτός πόλεως

Τα σχετλιαστικά επιφωνήματα, οι διαζευκτικοί σύνδεσμοι

Τα αφηρημένα ουσιαστικά εκτός συζητήσεως.

Οι μεθοδεύσεις των νικητών εκτός συζητήσεως

Εκτός συζητήσεως οι υπολογισμοί των πολιτικών μηχανικών

Η ασφάλεια της γέφυρας, οι απαγορευμένες λέξεις εκτός συζητήσεως.

Το τρωτό του Αχιλλέα εκτός συζητήσεως

Η εντός των τειχών χαμοζωή εκτός συζητήσεως

Τα πλοία που δεν λένε να σαλπάρουν εκτός συζητήσεως.

Επιτρέπεται, βέβαια, η συζήτησις εντός των καθορισμένων ορίων

Επί ιδίω, πάντοτε, κινδύνω.

Δ

Έπρεπε να το καταλάβω.

Γιατί μόλις άρχισα να μιλώ

Τα φωνήεντα στασίασαν

Δεν ήθελαν να σχηματίσουν τις λέξεις καρφιά

Δεν ήθελαν την περαιτέρω συγκατοίκηση με τα σύμφωνα

Έστω και για λίγα λεπτά.

Αρνούνταν να καταγράψουν τη ροη της σκέψης

Να μεταβιβάσουν το μήνυμα για παραγωγή φωνής

Στον εγκέφαλο.

Αυτό μάς έλειπε τώρα

Να σηκώνουν κεφάλι τα φωνήεντα

Να εξεγείρονται τα σημεία

Προς αποφυγήν επικινδύνων εκφορών λόγου

Προς εξαφάνιση κάθε λεκέ της σκέψεως

Από πανάκριβα κοστούμια

Που μήτε πλένονται

Μήτε αντέχουν φυσικά στην κακομεταχείριση των καθαριστηρίων.

ΔΕΥΤΕΡΟΝ ΙΝΤΕΡΜΕΔΙΟ

Α

ΚΑΡΛΟΤΤΑ: Αλλ’ οι προδόται, οι εχθροί της προσφιλούς Πατρίδος

Επί τραχήλου θέτουσιν όνυχας τυραννίδος.

ΚΛΕΟΜΕΝΗΣ: Γυμνοί οι προμαχώνες μας, οι φύλακες κοιμώνται.

(Πολυξένη Λοϊζιάς, Η Δούλη Κόπρος, Εν Λεμησσώ Κόπρου,

Εκ του Τυπογραφείου Σάλπιγγος, 1890, 24).

Προδομένη περιφέρεσαι στο ακροθαλάσσι της Κερύνειας.

Άδεια πολυβολεία

Σκοποί κοιμούνται στα φυλάκια.

Για όλα φρόντισε ο Ιάκωβος.

Σαρακηνοί τρώνε τώρα τις σάρκες

Αυτής που ονόμασες πατρίδα σου.

Ελαφρά τη καρδία ο Ιάκωβος

Πούλησε τα πάντα για το στέμμα.

Πουλημένα τα ηλιοβασιλέματα

Πουλημένες οι αναμνήσεις

Από κουτούς που πίστεψαν

Στις υποσχέσεις του νόθου.

Προδομένη αντικρίζεις τη θάλασσα της Κερύνειας

Βλέπεις το πλοίο που θα σε πάρει μακριά να πλησιάζει

Μαυροντυμένη, βλέπεις τους προδότες

Μέσα στα βρόχια μιας τεράστιας αράχνης.

Άσε που οι κήρυκες ομιλούν περί εθνικής σωτηρίας

Άσε που βλέπουν την άνοιξη να πλησιάζει.

Το γεγονός είναι πως αφήνεις την Κερύνεια

Το γεγονός είναι πως μας εγκαταλείπει η Κερύνεια

Άδειους και μωρούς κι ανόητους ακολούθους

Ενός ακόμη πιο ανόητου αρχομανούς

Πυρομανούς και μητροκτόνου.

Της προσφιλούς πατρίδος τ’ ακρογιάλια

Βαρύς ζυγός στον τράχηλο

Ζητωκραυγές που ξάφνου κόπασαν

Και πύκνωσαν τα σύννεφα

Κι αρχίσανε κατάρες και βλαστήμιες

Από ποικίλες κατευθύνσεις.

Εκείνος άρπαξε το στέμμα απ’ το κεφάλι σου

Το πραξικόπημα ήταν γεγονός.

Πολλοί χορεύανε κι άλλοι χειροκροτούσαν

Την άνοιξη που δήθεν πλησίαζε

Άλλοι εκφωνούσαν πύρινους λόγους

Έχοντας ήδη παραδώσει τα πάντα στη φωτιά

Φωνασκούσαν για τη γαλάζια θάλασσα

Μη βλέποντας το κόκκινο της χρώμα.

Κραυγές υστερικές της μάνας σου

Καθώς επιβιβάζεσαι.

Αγαπημένε μου λαέ,

Τόσο εύκολα σε πλάνεψαν

Κατασκηνωτές του Τροόδους

Ελεγκτές κάθε κινήσεως, σκέψεως, προθέσεως

Πάσης εν γένει ενεργείας.

Δ

Δωμάτιο με θέα

Διάτρητη σιγή

Από σφαίρες

Των δικών σου.

Συνταχθείτε

Εκ δεξιών η εξ ευωνύμων.

Δείτε λοιπόν τους σταυρούς

Τα πεδία των μαχών

Τους γύρους θριάμβου των νικητών

Μέσα κι έξω από τα τείχη της Λευκωσίας

Σφαγμένους σαν γουρούνια προγόνους

Μέσα στις εκκλησιές τους.

Δεν ξέρω πια αν τα ποιήματα

Αντέχουν τόση πίκρα.

Ι

Ίσως σ αυτό το μισογκρεμισμένο σπίτι

Βρούμε τα νομίσματα που χάσαμε μικροί

Φως ξανθό και γαλανό

Κι ο κόσμος χάθηκε μαζί τους.

Σάπιες δοκοί και παλιοσίδερα

Απονενοημένες ενέργειες

Σπασμένα κρεβάτια

Αϋπνίες.

Εκείνα τα νομίσματα μονάχα

Κι όχι πιστές απομιμήσεις.

Μην προσπαθείτε να μας ξεγελάσετε.

Αν δεν τα βρούμε, μας αρκεί η λαμπρή τους ανάμνηση

Μας αρκούν τα μαγικά δειλινά

Που στη στιλπνή τους επιφάνεια καθρεφτίζονταν.

Ε

Εκτός θέματος

Μπορεί να γνωματεύσατε

Πως δεν πειθαρχήσαμε στα ζητούμενα

Όμως τα δεδομένα καυτά

Σιγόβραζαν στο κεφάλι μας

Αφήστε μας επιτέλους ήσυχους

Να περιπλανηθούμε στις απαγορευμένες οδούς

Να μπούμε στα χαμόσπιτα της Παλιάς Λευκωσίας

Εκεί που τα βράδια αλωνίζουν

Οι φρικτά σφαγμένοι πόθοι

Των παιδικών μας χρόνων.

Οι πρόγονοι δεν επαίρονται πια

Μας βαρέθηκαν φαίνεται

Δείτε πώς χασμουριούνται

Πίσω απ’ τις άραχλες κουρτίνες των σπουδαστηρίων.

Ξαπλωμένοι φρικτά στα προαύλια των συλημένων ναών

Με τις ματωμένες σημαίες στο προσκέφαλο

Με τ’ άστρα μιλιούνια ν’ αδιαφορούν για την τύχη τους

Αδέσποτα σκυλιά και λιμασμένες γάτες

Άθαφτοι χρόνια δίκοπα μες στα στενά της Χώρας

Περνούν ψυχές αδέκαστες κι ακούν τα κούφια λόγια

Κηρύκων και δασκάλων στ’ ανούσια πανηγύρια

Δίπλα στο προκεχωρημένο φυλάκιο

Ανάμεσα στ’ αγριόχορτα των απρόσκλητων αναμνήσεων

Που χτυπούν επίμονα

Κι ας υποκρίνονται πολλοί πως λείπουν σε ταξίδι

Αναψυχής η κάτι τέτοιο.

Αυτά θέλατε να γράψουμε, κύριε;

Αυτά;

ΦΩΤΗΛΑΣΙΑ (1999)

ΦΩΤΗΛΑΣΙΑ

Λίγο προτού

να σβήσουν τα λαμπιόνια της γιορτής

και τ’ αποθέματα φωτιστικών εξαντληθούν

ανηφόρισε προς τους μοναχικούς

λόφους της Φαντασίας.

Φωτοβολίδες στείλε της χαράς από ψηλά

σήματα νίκης του ανέσπερου φωτός.

Φως ιλαρό, φως άκτιστο

κι ας μαίνονται οι φωτοκτόνοι.

Οι φωτοδότες άγγελοι

άγριες βροχές κι ανεμοδούρες δε φοβούνται.

Νύχτα και μέρα πολεμούν

το γέρακα φωτοκολάπτη.

Γιατί λοιπόν εσύ την κάθοδό σου

από τους λόφους να επισπεύσεις;

Μην κατεβείς,

αν πρώτα δε φωταγωγήσεις

τις προσκυνημένες κορυφές

τους άγονους, μοναχικούς

λόφους της Φαντασίας.

1993

ΜΕΘΕΟΡΤΙΟΝ

Πάνε μέρες που έσβησαν

τα λαμπιόνια της τελευταίας γιορτής.

Δούλοι του σκοταδιού χωρίς λυχνάρι.

Γύρω μας οι ψυχές ουρλιάζουνε

των άταφων ακόμα νεκρών.

Βουτηγμένες στην πυκνή ομίχλη

και τη μαυρίλα του Άδη.

Εκεί στις όχθες οι ψυχές

του ποταμιού ποδηλατήσανε

μονάχα μια φορά

και σκούριασαν, αλίμονο

τα στίλβοντα ποδήλατα.

1993

ΑΝΑΒΑΣΗ

Με βρήκε η νύχτα

ν’ ανηφορίζω φορτωμένος ενθύμια

των φίλων από την άλλη όχθη.

Από τον ουρανό

έπεφταν βροχή οστά πυρακτωμένα

αγάλματα σημαίες άρβυλα

ημιτελείς ερωτικές επιστολές.

1993-1994

ΠΑΡΟΥΣΙΑ

Ψυχές

σαν έντομα που παίζουν ξεχασμένα

στο φωτεινό περιβόλι της λάμπας…

Τα πλαστικά λουλούδια χάρμα

θάλλουν αθάνατα στο βάζο

και καρτερούνε τα έντομα

να φέρουν πάνω στα φτερά τους

τη μαύρη πάχνη των ηφαιστείων.

1994

ΚΑΘΟΔΟΣ

Στα έγκατα της γης συνάντησα τον άγγελο.

Μην πιεις νερό, τίποτα μην αγγίξεις.

Στον πυρετό καλύτερα να ψήνεσαι

από τη δίψα της ζωής.

Ο πιλότος μάς περίμενε μ’ ανοιχτή την απαλάμη.

Ήτανε άσαρκος κι άτριχος.

Παντελόνι και σακάκι μαύρα δερμάτινα.

Ρίξαμε στην απαλάμη του ο καθείς τον οβολό του

κι ένα πράσινο τόξο

άναψε στο στήθος του.

Με κομμένη την ανάσα κολυμπούσαμε

μες στο πηχτό σκοτάδι.

Στ’ αυτιά μας έφταναν οι κραυγές

των άταφων ακόμα νεκρών

και το ροχαλητό φριχτό των Ερινύων.

1993

ΕΥΜΕΝΕΙΣ ΕΥΜΕΝΙΔΕΣ

Στους υπερασπιστές της δημοκρατίας

Στα δεκαοχτώ σου, Μιχαλιό, φόρεσες το χακί.

Μαύρες ημέρες που αδερφός φαρμάκωνε αδερφό.

Γονατισμένα τα βουνά μπροστά στους στρατοδίκες

κι εσύ μια λεύκα λυγερή απροσκύνητη.

Ο Ύπνος ήρθε και σ’ αγκάλιασε πικρός.

Σε λόφους άδεντρους τα οστά σου

κι ο ήλιος να τα γλείφει σαν σκυλί.

Η μάνα σου μαράθηκε σκυφτή

πίσω από τ’ ανοιχτό παράθυρο.

«Έσβησε το φως μου, πάει

πέφτει το ρόδι σάπιο στην ποδιά μου.

Να κοιμηθώ

και την ψυχή να δένουν του παιδιού μου

δόλιες αράχνες;»

Μες στο σκοτάδι τα οστά σου φωσφορίζουν

σκορπισμένα εδώ κι εκεί, παλιέ μου φίλε.

Ροδοκόκκινα τη σάρκα μού καίνε τα οστά.

Βαριούνται και νυστάζουν οι Ερινύες

κι η ψυχή σου άραχλη πλανιέται

στα νοτισμένα δώματα του Άδη.

1993

ΠΑΡΑ ΔΗΜΟΝ ΟΝΕΙΡΩΝ

Μια πεταλούδα είσαι διαφορετική

διωγμένη από το πανηγύρι.

Κλειστοί για σένα οι εύοσμοι μπαξέδες.

Τα δέντρα θάλλουν και χωρίς εσένα.

Σπάνια οι άγγελοι ανάβουν τα φώτα.

Τότε πετάς αλόγιστα να χορέψεις

και καις τα φτερά σου.

Σαν πέσει το σκοτάδι

ο ουρανός σε φωνάζει

πασπαλισμένος με κόλλυβα.

Το σύννεφο σ’ αποπαίρνει

και τρέχει σαν τρελό

μη χάσει το παιχνίδι.

Ο ήλιος είναι άρρωστος.

Μια τόση δα σφαίρα ήρθε

και σ’ απέβαλε

– ο ουρανός σε καλεί

το σύννεφο θέλει να σε παίξει

ο ήλιος οικουρεί –

μια τόση δα σφαίρα

και σ’ απέβαλε διά παντός.

1994

ΗΡΩΕΣ

Μας βλέπουν οι ήρωες από τα βάθρα τους

και διερωτώνται

μας βλέπουν κι απορούν.

Ερυθριούν, όταν τους πλησιάζουμε

μετά πολλών στεφάνων.

Τις νύχτες επισκέπτονται

τα μαλακά κρεβάτια μας

και μας πετούν κατάμουτρα τα ερίτιμα στεφάνια

κλαίγοντας μ’ αναφιλητά στο προσκεφάλι μας

για τον διαρκή και παρατεταμένο θάνατό μας.

1998

«ΗΡΩΕΣ»

Ολίγοι σήμερα κατέθεσαν στεφάνι

στο καλλιμάρμαρό μου μνήμα.

Ο αγών ελησμονήθη ανδρός ηρωικού;

Ωστόσο δεν πτοούμαι.

Κατά την τηλεοπτική μετάδοση του γεγονότος

γνωρίζουν άριστα οι τεχνικοί

και πολλαπλασιάζουν τους παρισταμένους

επευφημούντας με δανεικά χειροκροτήματα.

Η προσφορά μου θα εκθειαστεί δεόντως

με τα κατάλληλα επίθετα

σχήματα λόγου υπερβολές

νεόκοπες υπερβολές, ομηρικά επίθετα

προσήκοντα σ’ αναμετάδοση του γεγονότος

δορυφορική.

1998

ΘΑΛΕΡΟ

Θάλλουμε ανέμελα

χωρίς απ’ τις σοφές

να διδασκόμαστε πέτρες.

Δε μνημονεύουν τους προγόνους των αυτές

ούτε φοβούνται τα πουλιά.

Οι πέτρες μάς εκλιπαρούν

να σπεύσουμε στο Όρος

γονυπετείς να ενδώσουμε στο θαύμα

προκατακλυσμιαίας γαλήνης.

Το Όρος αντιστέκεται

το Όρος υπομένει

παρά τους επονείδιστους

όρους της παραδόσεως

παρά τη λήθη ζώντων και νεκρών

στα κράσπεδα της ηλεκτρονικής

πληρώσεως πάσης επιθυμίας.

Τι να πούμε στους φίλους που ήπιανε το θάνατο;

Στου Όρους την ολόμαυρη ράχη

οστά πτερόεντα, έπεα προβολείς

παράσημα κονσέρβες πλαστικά.

Τη δόξα τραβώντας από τα μαλλιά

οι ρήτορες θάλλουν.

1998

ΜΝΗΜΗ

Ο ρήτωρ τρομάζει

όταν, καθώς ομιλεί,

οι μαύρες πεταλούδες έρχονται

και του κρύβουν το πρόσωπο

και του κλείνουν το στόμα.

Σβήνει τα φώτα στη στιγμή

και συνεχίζει ακάθεκτος

χωρίς να υποψιάζεται

και κάθιδρως αναφωνεί

χωρίς να ξέρει.

Καλότυχοι όσοι δεν ήπιανε

το γιατρικό της λήθης

κάτω απ’ το προσκεφάλι τους διπλώνοντας

τη φωτισμένη τους συνείδηση.

1998

ΠΡΟΣ ΤΟ ΦΩΣ

Παραδουλεύτρες μέλισσες ανάψανε τα φώτα

και τα σαλόνια λάμπουν των ανθών.

– Η πεταλούδα είναι πολύτιμη

μέσα στη μοναξιά σου, αδερφέ μου, του είπα.

Ξέρει να διαβάζει την ψυχή σου

κι είναι τόσο θλιμμένη;

– Γεύεται κι εκείνη τους καρπούς της Αναμονής.

Διακοπή ηλεκτρικού ρεύματος.

Δεν έζησα… Δεν έζησα…

– Μια πιστή εν τέλει διαθέτεις

ολόδική σου πεταλούδα.

Τι άλλο θέλεις;

– Λιβάδι με τ’ ασφοδίλια ιπτάμενο

άπιαστο, ανεξερεύνητο.

Τι κι αν η Περσεφόνη προβάλλει φωτοδότρα;

Τι κι αν πορτοκαλιά κλωστή

το σκότος καταργεί;

Στον κήπο τώρα της χαράς

Παίζουν ανέμελα τα ψάρια.

– Έλα μαζί μου. Το φως ξανά θα δεις.

Σε μυστικό βαθιά κρυμμένος κοιμητήρι

από τους άτεγκτους φρουρούς του Κάτω Κόσμου

θα ξεφύγεις.

1989-1994

ΑΝΑΛΗΨΗ

Γυμνά ολόφωτα κορίτσια

φωτηλατούν και μέλπουν.

Οι πεταλούδες πορφυρές

στολίζουν τα μαλλιά τους•

κοιμήθηκαν οι άγγελοι

κι η θάλασσα κατάπιε

τα ηλεκτροφόρα μυστικά

των σφουγγαράδων.

ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ

Εκεί που ψηλαφούσα το σκοτάδι

παράνομη ανατολή του ηλίου.

Φως παγερό. Φως όμως, φως!

Κι η αλήθεια! Οι φίλοι μου ξαναγεννήθηκαν.

Οι φίλοι μου γιορτάζουν

την ένδοξη τους Ανάσταση!

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Καράβι της επιστροφής στο φως.

Πολύχρωμες σημαίες στα ιστία

ιαχές τρελής χαράς.

Λάμπες, λαμπιόνια στα ξάρτια σου

κάθε λογής φωτιστικά.

Φωταγωγημένο

σε θάλασσα ανθισμένη πλέεις

πρόσω ολοταχώς.

Ναύτες ανεβοκατεβαίνουν στο κατάρτι.

Το ταξίδι θα συνεχιστεί χωρίς απρόοπτα.

Θάλασσα κι ουρανός έγιναν ένα

κι εμείς συγκάτοικοι των δελφινιών και των

αγγέλων.

1993

ΕΠΟΧΕΣ

Στην Κωνσταντία

ΑΝΟΙΞΗ

Ανοίγουν τα πέταλα τους τ’ αγριοκόριτσα

σε μυστικούς αμπελώνες

και προσεύχονται.

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

Σαν ήρθαν οι ληστές και δέσαν τους αμπελουργούς

όρη και λόφοι μαυροφόρεσαν.

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

Τα σφριγηλά στις δόξες τους

τσαμπιά των αμπελώνων.

Νύχτες από σκουριασμένο χαλκό του Σεπτέμβρη.

Παίρνει φωτιά το αμπέλι

τσαμπιά πυρακτωμένα

ρώγες ηφαίστεια

αθάνατοι λαμπτήρες

δείκτες ηλεκτρικής φορτίσεως

προάγγελοι της ήττας του θανάτου.

ΧΕΙΜΩΝΑΣ

Κάθε νιφάδα και μια ψυχή κοριτσιού

που ευτύχησε με τον άγγελο να χορέψει.

1994

ΑΝΑΜΝΗΣΗ

Καράβια σύννεφα.

Απόγευμα σπασμένα παράθυρα

καμινάδες

άλγος

όνειρα παγωμένα νοσταλγία.

Ρωτήσατε τον πόντο

αν οι ταξιδιώτες λησμόνησαν;

Ακούσατε τα ρόδα,

το παραμιλητό της γριάς;

Τα ρολόγια δεν αστειεύονται

οι θαλαμηπόλοι των ενυπνίων

δε χαρίζονται σε κανέναν.

Σύννεφα τύψεις

πειρατικά σκαριά

τη θάλασσα αναδεύουν

αγέραστοι θεοί δαιμονισμένοι.

Ο Βασιλεύς καθεύδει

τα ρόδα υποκλίνονται

ενώπιον της βασιλομήτορος των δισταγμών.

Οι ταξιδιώτες δεν ξεχνούν

τον οβολό της προσευχής.

Ανοίγουν οι ασκοί της νοσταλγίας

τα όνειρα εξανεμίζονται

οι άγιοι πόθοι δραπετεύουν

απ’ τις ρωγμές των καμινάδων του θανάτου.

1998

ΗΜΕΡΟΝΥΚΤΙΟ

ΟΡΘΡΟΣ

Εγερτήριο των αγγέλων.

Αναφορά στον ουρανό.

Παραδειγματική τιμωρία

των αγουροξυπνημένων.

Δάκρυα πάνω στα φύλλα της συκιάς.

Κάθε άγγελος λοιπόν ας ασκητέψει!

ΠΡΩΙ

Χωρίς τη δροσιά του σκοταδιού

χωρίς το εξαίσιο θυμίαμα

του έρωτα.

Οι άγγελοι στα μαύρα.

Αρχάγγελος με πύρινη ρομφαία

περιέρχεται τα ουράνια ξωκλήσια.

Άπαντες προς επιθεώρησιν!

ΜΕΣΗΜΕΡΙ

Ο ήλιος γευματίζει εν πλήρει δόξη.

Εκατοντάδες άγγελοι ένοχοι

ως μη στιλβώσαντες επαρκώς

τα υποδήματά των

ως μη την προσευχήν αναπέμψαντες

κατά τα ειωθότα.

Στην πυρά! Στην πυρά!

ΑΠΟΓΕΥΜΑ

Η ποίηση

είναι όχημα μεταφοράς προσωπικού.

Γλυκό του κουταλιού

στα παρεκκλήσια των αγγέλων

ύστερ’ από πικρόν ύπνο.

Οι μάνες που αναλήφθηκαν

προβαίνουν τώρα γυμνές

ολόλευκες νέες.

ΣΟΥΡΟΥΠΟ

Ένα παιδί πετροβολάει το φεγγάρι.

Θολό νερό

κόκκινο θολό βλέμμα του στρατιώτη.

Πλήγωσα το φεγγάρι, μάνα!

Ένα παιχνίδι ήταν μια κακή στιγμή.

Φτερωτά παιδιά

τρέχουνε πίσω απ’ τις ροδιές.

– Πού να με πιάσετε, φωνάζει το φεγγάρι

και τους πετάει κατάμουτρα τις γάζες.

– Θέλεις να παίξουμε, φεγγάρι;

– Έλα!

– Πού πας, γιε μου;

ΒΡΑΔΥ

Οι άγγελοι φορέσαν τα λευκά τους.

Ουράνια μουσική

Χέρια τυφλά

που ψαχουλεύουν τ’ άστρα.

Ο θρόνος του Θεού δεν εντοπίστηκε ακόμη.

Οι Άγιοι αγρυπνούν υπέρ ημών.

ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ

Φωταγωγημένοι λόφοι

με οστά κατάσπαρτοι

πολεμιστών λευκά

που, ιδού, παίρνουν ν’ αναψοκοκκινίζουν.

Έγερση των στρατιωτών.

Σα βρέφη αθώα υπερίπτανται του κόσμου

κι οι μάνες ανεμίζουν τα μαντίλια.

Μυριάδες άγγελοι, χιλιάδες βρέφη

ψάλλοντας τα επινίκια.

ΟΡΘΡΟΣ

Αναδάσωσε τις απάτητες κορφές

των απολιθωμένων τύψεων

λίγο προτού ξημερώσει

λίγο προτού εξαντληθούν οι πρώτες ύλες

και σβήσουν οι λαμπάδες

μια για πάντα.

1997

HIC

Κάθισες σ’ ένα πάρκο ν’ ανασάνεις

άνεργος και χολωμένος.

Όλη τη μέρα τι έψαχνες να βρεις;

Ήσουν ελεύθερος;

Φόρεσες τα καλύτερά σου ρούχα και βγήκες.

Στην κλινική «Rosa» ο φίλος σου ο Hic

μετρούσε τις μέρες που έφυγαν

χωρίς να του μιλήσουν.

«Δόξα στους ολάνθιστους μπαξέδες

των ονειροτόπων», είπε,

«αφού εκεί μπορεί κανείς, άμεμπτος

να σβήσει, όπως βολεί, τα κάρβουνά του.

Οι πυρκαγιές έτσι αποφεύγονται

κι οι εξάρσεις των μετωπικών συγκρούσεων».

CARMINA PARVA

α΄

Κατέβηκες στον κήπο ν’ ανασάνεις

και σε μυρίστηκαν τα δέντρα σαρκοβόρα.

Β΄

Κοιμάσαι πια

μες στο κλουβί του παπαγάλου σου

εξασφαλίζεις, νοικοκύρη μου,

τον απαραίτητο αέρα και τροφή.

Γ΄

Κάτω στον κήπο ένα βιολί

μια πέτρα

σπάζει.

Και σου είπα

μην εμπιστεύεσαι τα δέντρα.

Δ΄

Γιατί να μη γινόμαστε ένα με τα τραγούδια;

Γιατί να παραμένουμε οι τυφλοί

σωματοφύλακες του μέλλοντος;

1991

INAMOENUM

Σε γνωρίσαμε μοναχική κι ανυπέρβλητη

Χέρσοι σαν παραφυλάγαμε

έξω από τ’ ολάνθιστο περβόλι.

Όμως, εσύ μην αφεθείς στον άνεμο

μην αρνηθείς την αλλότροπη

ιθαγένεια των πραγμάτων.

Η ωραιότης δε χάνεται.

Μένει γυμνή, προκλητική

στο βάθος των πραγμάτων.

1978-1990

ΙΘΑΚΗ

Δεν έχει τέλος τούτο το ταξίδι.

Κατεβαίνοντας σε κάθε σταθμό

με τα τρόπαια μιας αμφίβολης νίκης.

Και πάλι ξεκινώντας για το Άγνωστο.

Λησμονώντας την αμείλικτη κλεψύδρα

σ’ αίθουσες αναμονής…

1989

ΠΑΛΙΑ ΛΕΥΚΩΣΙΑ

Το φως πενθεί στη λάμπα

τα σπίτια αιμορραγούν.

Οι γριούλες τυλίγουν το νήμα της Υπομονής

κι αποσύρονται νωρίς.

Γράφουν αδέξια τα παιδιά

μες στο τετράδιο τ’ Ουρανού.

Αληθινά ζούνε μες στ’ Όνειρο.

1990

ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ

Τους νεκρούς σου μη μετράς

αφού δε γίνεται

δίχως απώλειες να νικήσεις.

Μόνο κοίταξε πώς θα μπορέσεις

κάποτε να βγεις

απ’ το καμίνι αράγιστος

χαμογελώντας στο Αναπότρεπτο

ψημένος.

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ

Στη μνήμη του Λένα Κάκκουρα*

Την πόρτα ανοίγω διάπλατα

και μπαίνουν τα πουλιά μέσα στο σπίτι.

Πικρή γεύση του καφέ στον ουρανίσκο.

τι μ’ έπιασε τώρα να εξετάσω

τ’ αναίτιο πέταγμα των οιωνών;

Κατά το βράδυ ήρθε πουλί το πιο τρανό

γέρακας πελιδνός.

Κόβει το νήμα ο Σαρακηνός

κι ο Αρχάγγελος σε βράχια απάτητα

τα νύχια του ακονίζει.

Το γέλιο που άνθιζε στα χείλη σου

πριν σβήσει,

τα χέρια άπλωσες

κι αγκάλιασες τη μυγδαλιά σφιχτά.

μ’ αυτή σού ξέφυγε

σβήνοντας τα λαμπάκια της

στα νύχια ακροπατώντας.

1994

* Σ’ ανάμνηση της τελευταίας μας συνάντησης

το τελευταίο καλοκαίρι της ζωής του.

ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ

Η κραυγή του πληγωμένου

ηλεκτρικού λαμπτήρα

οι προτροπές για σύνεση στα σκοτεινά.

Κοίταξε χαμηλά τις πέτρες

άσε τους επισήμους να λικνίζονται

στο έλεος των ανελέητων προβολέων.

Σκάψε βαθιά

να βρεις τις φλέβες χρυσαφιού

παρά τις επανειλημμένες προτροπές για σύνεση

παρά τις ύστατες εκκλήσεις

των χρηματιστών.

1998

ΣΚΙΕΣ

Το πρώτο ποίημα

Μαύρο πέπλο απλώθηκε γύρω η νύχτα.

Μυστηριακοί ήχοι ξεπετάγονταν

από τις φυλλωσιές των καρυδιών.

Οι σκιές των σκελετών που συναντήθηκαν

να πουν τα δικά τους

πολύ τάραξαν τη γαλήνη της Αιωνιότητας,

όπου τα κορμιά αντιπαλεύουν

στην αποθέωση του Έρωτα.

Και στα πολύβουα ρυάκια

απλώθηκε βαθιά σιωπή

και ρουμπινιές στάλες συνταιριάξανε

με τα μαβιά νούφαρα

και τ’ αηδόνια χωσμένα

στ’ απόκοσμα του ποταμιού

στήνανε ύμνο ξωτικό στον Έρωτα.

Κείνη τη στιγμή στην ψυχή μου

χώθηκε γαλήνη ανήσυχη

και με το μυστήριο αντιπάλεψε.

Και ο νους μου δε χώρεσε ποτές του

τα όσα η σιωπή της νύχτας κρύβει.

1976

ΟΙ ΑΣΚΟΙ ΤΗΣ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑΣ

Τα λαμπιόνια στασίασαν την ύστατη στιγμή.

Οι αστυνομικοί συνέλαβαν

τους φανατικούς νοσταλγούς

των πανηγυρικών λόγων.

Άψογες αναμάρτητες

πλαστικές ροδιές

πουλιά τηλεκατευθυνόμενα

άβουλα γελαστά

ηλεκτρικά κορίτσια.

Πού είναι το φως το αμαρτωλό;

Ο κήπος με τις ψευδαισθήσεις

η ήττα της τελειότητας

ο θάλαμος της αποστάξεως

των απαγορευμένων αισθημάτων;

Πού είναι τ’ αγριοκόριτσα

να δέσουν τους φρουρούς

ν’ ανοίξουν τους ασκούς της νοσταλγίας;

Άψογες αναμάρτητες ημέρες

επιθυμίες πλαστικές.

Πού χάθηκαν οι καθαρτήριοι άνεμοι;

Πού είναι οι πειρατές

οι ιαχές οι πυρσοί οι σημαίες

τα σκαριά

οι προγραφές

οι λόγοι οι ζητωκραυγές τα μανιφέστα

οι ζωντανές ημίγυμνες αμαρτωλές παραισθήσεις;

1998

ΠΕΡΙ ΙΣΤΟΡΙΑΣ I

Φρουροί των υποθηκών

φύλακες των δεσμεύσεων

σε θερμοκήπια

υψίστης αποδόσεως.

Παράγουμε κάθε λογής

πρωτοφανέρωτα φυτά

ιδέες καλλωπιστικές

ρήματα χάρμα

κι εκατομμύρια επίθετα

που μπαινοβγαίνουν σα μυρμήγκια

στα κρανία

των άταφων νεκρών μας.

ΠΕΡΙ ΙΣΤΟΡΙΑΣ II

Με λέξεις

χτίζουμε το παρελθόν

επίθετα

συνθήματα,

βεγγαλικά.

Στο τέλος του πανηγυριού

οι λέξεις δραπετεύουν.

Οι λέξεις επιστρέφουν

στα λεξικά

τραυματισμένες.

1999

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ

Οι λέξεις συνελήφθησαν

γιατί διανοήθηκαν

να μη συνεργήσουν

κι άφησαν τον ιδρωμένο ρήτορα

στα κρύα του λουτρού

μπροστά στο έξαλλο πλήθος.

Οι λέξεις βουλιάζουν

σε υγρούς τάφους.

Μας αποχαιρετούν

προτού καταχωρηθούν

αμετάκλητα

στα λεξικά του Τμήματος Υποταγής.

Κι εμείς νυσταγμένοι

δεν τολμούμε

να τις προφέρουμε

έστω και για τελευταία φορά.

1999

ΠΕΡΙ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ

Στα παιδιά μου και στους μαθητές μου

Δεν μπορεί, θα υπάρχει κάπου η αλήθεια.

Όμως το σημείο εκείνο

είναι χωμένο

κάτω από τόνους χώματος

στρώματα λάσπης μύθων

λόγων υπεκφυγών

σιωπής ενοχής

τύψεων

αυτοάμυνας.

Μακριά από τις έτοιμες αλήθειες

των πεφωτισμένων

σκάψε βαθιά

μόνο με τη δική σου αξίνα

φτύνοντας το χώμα και τη λάσπη

φτάνοντας μέχρι τον καυτό πυρήνα,

Εκεί που ο ρήτορας τρομάζει

σα μυρίζεται

τις καμένες σάρκες των παραμυθιών.

1999

ΣΤΥΦΑ ΚΥΔΩΝΙΑ

1

Κυδώνια στυφά μας φίλεψε

η αρχοντοθυγατέρα.

Για χρόνια πορευόμαστε σκυφτοί

βουβοί δεχόμαστε τον εμπαιγμό του ήλιου

κι όταν η κορφή ήταν πια δική μας

μ’ αυτούς τους άγουρους καρπούς

γελάσαμε τη δίψα μας

γίναμε εξάρτημα μιας μηχανής.

2

Συντονίζομαι με το ρυθμό της μηχανής

τη Μοναξιά και τ’ Όνειρο αποπέμπω

την Ποίηση απαρνούμαι

κάθε κακή συνήθεια.

Τη ρώμη τώρα υμνώ του σώματος

Σωφρονίζομαι

ανανήφω.

3

Ακόμα λίγο την ψυχή σου στίψε και θα στάξει

το απόσταγμα της έμπνευσης,

αιρετικέ της αγοράς.

Ποιοι σ’ επιβουλεύονται δε νοιάζεσαι να μάθεις

την ήττα συνηθίζοντας να επιλέγεις

και να τη βαλσαμώνεις σ’ ελεγείες.

Ώσπου μια μέρα ο γέρακας θα κράξει «εμπρός»

κι εσύ θα δέσεις την ψυχή σου μ’ ένα σπάγγο.

Δειλέ, εσύ που αντάλλαξες το χώμα με το σύννεφο

δούλος θα σέρνεσαι αραχνοΰφαντων σκιών.

4

Από του χαρακώματος μιαν άκρη

ένας αναστεναγμός.

Βούλιαζε ο κήπος που μες στα σωθικά σου

κορφολόγαες.

Ξεχνάς πως κάποτε είσουν με τους μονομάχους;

Τη νύχτα οι στρατιώτες κοιμούνταν στο χαράκωμα

Η θάλασσα σ απέλπιζε

το σπαθί σου σκουριάζει.

5

Κι ανέμελος αριστοκράτης ο ουρανός

να σε περιγελά που περιφέρεσαι

μ’ ένα σκουριασμένο σπαθί καρφωμένο πισώπλατα.

6

Σ’ έβλεπαν ατάραχοι να περιφέρεσαι

ανάμεσα σε ξεκοιλιασμένους οδοστρωτήρες

μ’ ένα σπαθί καρφωμένο στην πλάτη σου

επιχρύσωναν την υπομονή.

7

Κοίταζαν εκστατικοί το ηλιοβασίλεμα

μελετούσαν εμβριθώς τα τοπία

οι πορφυρογέννητοι!

8

Αύριο θ’ ανοίξουν διάπλατα οι Ουρανοί

και θ’ αναληφθείς

πιο ρόδινος κι από ρόδο

σε μέρη που δεν κατοίκησε ούτε θεός.

Η Σιωπή Παναγία κι Αδάκρυτος

θ’ αναδύεται μέσα από το κάλλος

των οφθαλμών σου

και θα γυρίζει τους δείχτες του ρολογιού

βαθιά μέσα στο μέλλον.

Το σπαθί σου θα λειτουργιέται μέσα στις Εκκλησιές

και συ, γινωμένος καρπός,

θ’ αποτίθεσαι

στις αγκάλες της πλάσης.

9

Παιγνίδια των πουλιών πάνω στις στέγες

σπιτιών που ‘χουνε κλείσει εδώ και χρόνια.

Τα τιτιβίσματα αντηχούν ως πέρα

σε σκοτεινών βουνών και διψασμένων βρύων

αχανείς εκτάσεις.

Σβήνουν

χωρίς να τέρψουν ένα αυτί

χωρίς να προκαλέσουν ένα λίκνισμα

και τα πουλιά δεν παίζουν άλλο πια

κλείνονται στις φωλιές τους κι όλο κλαίνε.

10

Τη γαλήνη τόσο επόθησα

μα δεν τη βρήκα.

Μήπως είναι που κάθε λίγο ένα αστέρι

σκίζει την καρδιά μου για να μπει

ή μήπως είναι που τρίζουν για να βγουν στο φως

τα νέα φτερά μου;

11

Μικρή μου πεταλούδα

μη νομίζεις πως η ομορφιά σου με θαμπώνει.

Να* απλώς απορώ

πως από ένα βρώμικο σκουλήκι βγήκες εσύ,

η ξακουστή μες στο βασίλειο των εντόμων.

12

Ανοίγω ένα παράθυρο

να μπει το φως μες στην καρδιά μου.

Όμως το φως δεν είναι εκείνο που ήθελα

και το παράθυρο μου κλείνει κάποιο χέρι.

Αλίμονο! Ένας Θεός το ξέρει

πόσος καιρός χρειάστηκε να λησμονήσω το σκοτάδι

τώρα το φως για πάντα χάθηκε

και μαύρο ανοίγει μπρος μου το χείλος του Άδη.

13

Θα πέσω ακόμα κι άλλο χαμηλά

θα γκρεμιστώ και θα πονέσω*

όταν με δουν στην άκρη του γκρεμού

με δύναμη θα σπρώξουν και θα πέσω.

Ο πόνος μου άνοιξε πληγές

που με τον χρόνο δεν θα κλείσουν

άγρια κοράκια το συκώτι μου θα φαν

άγρια κοράκια τα σημάδια τους θ’ αφήσουν.

Θα πέσω ακόμα κι άλλο χαμηλά

θα ζήσω χρόνια στο σκοτάδι

στη ζωή μου θα φορέσουν τα θεριά

μαύρο και πένθιμο μαγνάδι.

14

Όταν η φωτιά ήταν κοντά

κι ο Αρχάγγελος με το δρεπάνι του θέριζε μαργαρίτες

τα δένδρα εγκατελείφθησαν

μέσα στο καρναβάλι των αναλαμπών και των εκρήξεων.

Μα πού βροχή εκεί που κάθε σάλεμα είχε ανασταλεί

από τον φόβο επικειμένης συντελείας.

Το κάθε ζώον είχε μαρμαρώσει

πίσω από λαγωνικά και λύκους

που άφηναν τα σάλια τους να στάζουν

και να μολύνουν το χορτάρι.

Στους γάμους που ακολούθησαν τα δέντρα τραγουδούσαν

κι οι πέτρες αναστέναζαν για την σκληρή τους μοίρα.

Το μεσονύχτι τρίζαν τα κλαδιά

κι οι ρίζες έπαλλαν κάτω απ’ το χώμα.

Μα εκεί που τα φυλλώματα πλαντάζανε

και τα κορμιά των καρυδιών αναριγούσαν

μια κουκουβάγια βόγκηξε και πέσαν τα τσεκούρια.

Κι ο βαρκάρης κουβαλούσε τις ψυχές μας

στην αντίπερα όχθη

μαδώντας μαργαρίτες πάνω απ’ το θολό νερό.

15

Νέοι του Περιθωρίου

Λουφάζουμε κάτω από λερά σεντόνια

αποπαίδια της Καταστροφής.

Είμαστε νούμερα σε μητρώα ανέργων.

Καρδαμωμένοι πρεσβύτες

κομίζουν τα δοχεία νυχτός

καθώς μας βλέπουν

να ξερνούμε χολή και να παραμιλούμε

εκτεθειμένοι στις συνωμοσίες των χαφιέδων,

να φτύνουμε αίμα και να προκαλούμε

τα φιλντισένια αισθήματα των καθωσπρέπει κυριών.

Είμαστε η μαγιά του μέλλοντος.

16

Λέμε πως δεν ενδώσαμε

και κομπάζουμε για περιώνυμες νίκες.

Πού είναι, λοιπόν, τα τρόπαια μας;

Αφηνόμαστε.

Ποιος ξέρει

κάποια δύναμις ίσως μας περισώσει.

17

Τα τρόπαιά τους είναι οι πολύχρυσοι οίκοι

και οι εύσωμοι οικόσιτοι δούλοι.

18

Νέοι του Περιθωρίου 2

Παραμένουμε δέσμ