Category Archives: ΚΥΠΡΟΣ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

ΓΙΩΡΓΟΣ

 

Ο Γιώργος Φράγκος γεννήθηκε στη Λεμεσό το 1962. Έκδωσε δύο ποιητικές συλλογές στα μαθητικά του χρόνια. Την περίοδο 1982-1988 σπούδασε δημοσιογραφία στο Πανεπιστήμιο Φιλίας των Λαών της Μόσχας. Το 1989 παρακολούθησε στο ίδιο Πανεπιστήμιο μεταπτυχιακά μαθήματα
στην έδρα της λογοτεχνίας.
Από το 1990 εργάζεται στη Λευκωσία ως δημοσιογράφος στον ημερήσιο Τύπο. Διατηρεί τη στήλη της κριτικής ποίησης στην εφημερίδα «Ο Φιλελεύθερος».
Υπήρξε μέλος του Δ.Σ. της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου για δυο δεκαετίες, ενώ την περίοδο 2013-2017 διετέλεσε Γενικός Γραμματέας. Ήταν,
επίσης, μέλος της Συμβουλευτικής Επιτροπής Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας. Πλέον, είναι Πρόεδρος της Ένωσης Συντακτών Κύπρου.
Από το 1978 μέχρι σήμερα, έχει εκδώσει πέντε ποιητικές συλλογές. Ποιήματά του δημοσιεύονται κατά καιρούς, ως επί το πλείστον, στα
λογοτεχνικά περιοδικά «Νέα Εποχή» και «Ανευ», ενώ έχει συμμετοχή και σε ορισμένες ποιητικές ανθολογίες. Εκτός από την ποίηση, ασχολείται και με την κριτική λογοτεχνίας, έχοντας δημοσιεύσει εκατοντάδες βιβλιοπαρουσιάσεις και άλλα συναφή κριτικά σημειώματα και μελετήματα, κυρίως στον ημερήσιο και περιοδικό Τύπο της Κύπρου.
Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, τουρκικά, ισπανικά, ιταλικά, βουλγάρικα και ρωσικά.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Παλαιοπωλείο ασμάτων, Φαρφουλάς 2013
Φλοίσβος συννέφων Βακχικόν 2018

(ιδιωτικές εκδόσεις, εξαντλημένες και εκτός εμπορίου)

Τα πρώτα φτερουγίσματά μου, Κύπρος 1978
Κι όλοι μαζί να θρύψουμε τ’ άσπρο το περιστέρι,
Κύπρος 1979
Ιαχές, Κύπρος 1984
Ιστορία αγάπης σε πέντε πράξεις, Κύπρος 1986

 

 

ΦΛΟΙΣΒΟΣ ΣΥΝΝΕΦΩΝ (2018)

ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ

ΚΥΜΑΤΑ ΚΑΙ ΣΥΝΝΕΦΑ

Τα κύματα με τα σύννεφα
πιάνουν συχνά ψιλή κουβέντα.
Ξασπρίζουν τα πρώτα αγριεμένα
μαυρίζουν τα δεύτερα συνοφρυωμένα.
Κι όταν τα κύματα γαληνεύουν
τα σύννεφα μοιάζουν
με βαμβακοφυτείες στον ουρανό.

Τα κύματα με τα σύννεφα
έχουν ισότιμη και αμοιβαία σχέση.
Τα πρώτα τροφοδοτούν τα δεύτερα
κι αυτά, με τη σειρά τους,
καθορίζουν τη συμπεριφορά των πρώτων.
Ουδείς ποδηγετεί, ουδείς καθυποτάσσεται.

Είναι, βεβαίως, και μια σχέση ερωτική.
Κι ας φέρνει καταιγίδες και τραμουντάνες.
Καθώς ανεβαίνουν τα κύματα
χαμηλώνουν τα σύννεφα
κι αλληλοθωπεύονται
μ’ αγριεμένο πάθος.
Και δεν ξέρεις πότε εισχωρεί
το σύννεφο στο κύμα
και πότε το ανάποδο.

Και η βροχή;
Ψιλή, ραγδαία ή βροχοθύελλα,
είναι καρπός του έρωτα
κυμάτων και συννέφων.
Τα κύματα υιοθετούν συχνά
στοιχεία από τη συμπεριφορά
των συννέφων και αντιστρόφως.
Έτσι δεν ξενίζει κανένα
που αντικρίζουμε
σύννεφα κυματιστά
ή συννεφιασμένα κύματα.

Κι ο ποιητής;
Μια ζωή ποδαρόδρομο
σε κακοτράχαλα μονοπάτια.
Πώς θα ’θελε να βρεθεί
καβάλα σ’ ένα σύννεφο
ή και σ’ ένα κύμα ακόμη!
Έτσι να περιδιαβεί
ουρανούς κι ωκεανούς
μακριά και πάνω
από λογής – λογής
μικρότητες, ασημαντότητες
και άλλα συναφή.

 

ΠΟΙΗΤΙΚΑ ΒΙΒΛΙΑ I

Αρσακειάδες αλλοτινών εποχών
σε πάρτι ξέφρενα
με ημίγυμνες κορασίδες.
Φτωχοί συγγενείς
σε γαμήλια δεξίωση
νεόπλουτων νεονύμφων.
Τα βιβλία της ποίησης
στα κυπριακά βιβλιοπωλεία.
Στριμωγμένα, σφηνωμένα
ανάμεσα σε λογής – λογής
ευπώλητα και φανταχτερά χαρτικά
ασφυκτιούν, υποφέρουν, πονούν.

Μα σαν σβήσουν τα φώτα
και γυρίσει αντίστροφα η καρτέλα
από το “open” στο “closed”
οι στίχοι ξεγλιστρούν απ’ τις σελίδες
ψιθυριστά – ψιθυριστά μα παθιασμένα
και στροβιλίζονται συναμεταξύ τους
στους ρυθμούς ενός κελαριστού βαλς
εκβάλλοντας συνάμα ο καθένας
τη δίκιά του μελωδία.

Το πρωί οι πωλήτριες
ταχτοποιούν από ’ξαρχής
τα στραβοβαλμένα βιβλία
και νιώθουν στ’ ακροδάχτυλα
το ελαφρύ λαχάνιασμά τους.

 

ΤΗΣ ΖΩΗΣ

ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΑΝΑΜΟΝΗ *

Απαγορεύεται η αναμονή
Έτσι που ανοίγει τα επίμονα, καρτερικά φτερά της
κόβει τον αέρα της διαρροής,
της εισροής ή και της όποιας ροής.

Απαγορεύεται η αναμονή
Έτσι σφιχτά που σταυρώνει τα χέρια της
στο προσηλωμένο στήθος
παρακωλύει τη διέλευση νέων ανέμων,
νέων ιδεών, νέων ταλαιπωριών, έστω.

Απαγορεύεται η αναμονή
Έτσι φορτικά καρφωμένα π’ αφήνει τα μάτια της
στο αέναο κενό της μίας ελπίδας
διεμβολίζει εκατοντάδες άλλα φτερακίσματα,
αναπτερώσεις, αναπετάσματα,
ακόμη και ανεμοσκορπίσματα.

Απαγορεύεται η αναμονή
αναγορεύεται σε προσμονή
υπαγορεύεται σε πλησμονή, έστω.
Φτάνει ν’ αποκτήσει τάση και διάσταση
κλίση, επίκληση ή ανάκληση.
Οι επίπεδες στατικές αναμονές
είναι αδιέξοδες και άδοξες συνάμα.

*Επιγραφή μπροστά από την πύλη των αφίξεων
στο διεθνές αεροδρόμιο της Λάρνακας.

 

ΣΤΗΝ ΚΗΔΕΙΑ ΤΟΥ ΝΕΑΡΧΟΥ*

Τρεις οι παπάδες κι ένας ο ψάλτης τέσσερις
παρέπεμπαν στη γνωστή πειραιώτικη τετράδα
του Βαμβακάρη, του Παγιουμτζή, του Δελιά και του Μπάτη.
Κι όταν αρχίνισαν τα θυμιάματα και τα «Κύριε ελέησον»
νόμιζα πως άκουγα να κελαηδούν μπαγλαμαδάκια.
Το «έτι δεόμεθα υπέρ αναπαύσεως της ψυχής
του κεκοιμημένου δούλου του Θεού»
σε ρυθμό …απτάλικο μού ακούστηκε
εννέα όγδοα ολοκάθαρα!

Εκλάμβανα τις βυζαντινές ψαλμωδίες
για σμυρναίικους αμανέδες.
Τα ευλογητάρια και τις δεήσεις για «άλα»
και «γυάλα» και «όπα» και «γεια σου Νέαρχε»!
Καθώς, φαντάζομαι, ο νεκρός δεδικαίωται
ο μεταστάς άλλο που δεν θα ήθελε
εξόν από το να ηχήσουν τέλια στη θανή του.
Όσο για το «Μακαρία η οδός, η πορεύει σήμερον»
σωστό χασαποσέρβικο, με μπρίο και ρυθμό.

Από το θόλο του τρούλου έφταναν στ’ αυτιά μου
μελωδίες από βιολιά και νταούλια, ντέφια
ζουρνάδες, τζουράδες και μπουζούκια.
Κι ένα μπαγλαμάδακι – σωστό ζουζούνι ατελεύτητο –
κράταγε το ίσο στον βραχνόφωνο παπά.

Μα σαν είπε ο ιερέας: «ένθα άπέδρα πάσα οδύνη
λύπη και στεναγμός», σκέφτηκα πως
ο αποθανών σίγουρα «εν τόπω άναψύξεως»
θα θεωρούσε .. .των αγγέλων τα μπουζούκια!

Και γέλασα πικρά, φέρνοντας στο νου
το σαρδόνιο χαμόγελο του μεταστάντος
καθώς ο παπάς είπε: «η ζωή και η άνάπαυσις
του κεκοιμημένου δούλου σου», καθότι
ο μεταστάς άλλα θεωρούσε ζωή και άλλα ανάπαυση
άλλα, πολύ διαφορετικά από αυτά που εννοούσε
το παπαδομάνι μπροστά από την Ωραία Πύλη
ή μήπως δεν ήταν Ωραία Πύλη αλλά .. .παλκοσένικο;

 

0 Νέαρχος Γεωργιάδης, σημαντικός πεζογράφος αλλά και σπουδαίος
μελετητής της ιστορίας του ρεμπέτικου και λαϊκού τραγουδιού, με
πανελλήνια αναγνώριση, πέθανε στις 31 Ιουλίου και κηδεύτηκε στις 2
Αύγουστου του 2013 στη Λευκωσία. Το ποίημα γράφτηκε αυθημερόν.
(Να προσθέσω πως ήταν από τη Μόρφου)

 

ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΜΜΕΝΟ ΒΡΕΦΟΣ

Εγκαταλειμμένο βρέφος το αύριο,
με βρώμικες φασκιές,
μπουσουλάει στα λασπόνερα
της αβεβαιότητας και της ασυδοσίας,
μυξοκλαίει ατενίζοντας
θολά τοπία και γκρίζους ουρανούς,
τρίβει τα κατακόκκινα ματάκια του
λες κι άγγιξε καυτό πιπέρι ανευθυνότητας.

Εγκαταλειμμένο βρέφος το αύριο,
με λερωμένο προσωπάκι,
σπαράζει αφημένο
στα σκαλοπάτια της ασυνειδησίας,
πλαντάζει γοερά
στο πεζοδρόμιο της διαφθοράς,
εκβάλλει βαθύς, διακεκομμένους λυγμούς,
διασπώντας το νιρβάνα αφελούς μακαριότητας.

Το αύριο όμως,
όπως και κάθε αύριο άλλωστε,
θα μεγαλώσει,
θ’ ανατραφεί σε ορφανοτροφεία και ιδρύματα,
θ’ ανδρωθεί σε πλατείες, συγκεντρώσεις, διαδηλώσεις,
θα γαλουχηθεί σε νάματα και ιδανικά,
θα προδοθεί σε γραφεία και καταγώγια
και θα ταφεί με δόξες και τιμές
βραχείας ημερομηνίας λήξεως.

Ώσπου ν’ ακουστεί και πάλι το κλάμα ενός μωρού,
κι ένα καινούργιο αύριο,
έκθετο και εγκαταλελειμμένο,
να τραβήξει ξανά την ίδια ανηφόρα.

 

ΧΑΜΟΓΕΛΑ

Το κρατικό θέατρο σημαιοστολισμένο για την πρεμιέρα
Στο φουαγιέ τα μέλη του Δ.Σ.
να υποδέχονται με σαρδόνια χαμόγελα τους επίσημους προσκεκλημένους
Χαμόγελο – φρεγάδα, της κλίμακας άλφα δεκαέξι,
για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας
Χαμόγελο – ταχύπλοο σκάφος, της κλίμακας άλφα δώδεκα,
για τους βουλευτές
Φευγαλέο χαμόγελο – σκουτεράκι, στη βάση της κλίμακας,
για τον ρεπορταράκο που μπήκε τελευταίος στον προθάλαμο.

Και πικροχαμόγελο – υπερωκεάνιο
εκ μέρους του μεταστάντος δραματουργού
που εξ ουρανού αντελήφθη
το δράμα της κλίμακας των αξιών μας.

 

ΝΕΚΡΑ ΠΡΟΣΦΥΓΟΠΟΥΛΑ

Δαντελένιος αφρός
σάβανο μικρών παιδιών
μες στη Μεσόγειο.

Φλοίσβος κυμάτων
μοιρολόι αντί νανούρισμα.

Κι η φουσκοθαλασσιά
νεκρώσιμος ακολουθία.

Ο Μαΐστρος, ο Λεβάντες
ο Γαρμπής και ο Πουνέντες
βαστάζοι φέρετρων.

Ο Γραίγος κι ο Σιρόκος
σταυρούς καρφώνουν
σ’ ανώνυμα μνήματα
στην ακροθαλασσιά.

Και το φεγγάρι
ανάβει σαν καντήλι
σε παραλίες – κοιμητήρια.

Τα χαμόγελα που δεν άνθισαν
τα γελάκια που δεν ακούστηκαν
τα χαδάκια που δεν δόθηκαν
πορφυρόχρυσα κοχύλια στο βυθό.

 

ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

ΚΟΥΤΑΒΙ

Καχεκτικό κουτάβι ο έρωτας,
ζαρωμένο στον καναπέ του σαλονιού μας.
Μάλλινη κουβέρτα, ο παρατατικός που το σκεπάζει.
Γαβάθα με γάλα, ο αόριστος στα πόδια του.
Κι ένα κόκαλο βρασμένο, ο υπερσυντέλικος στο πλάι του.

Όμως αυτό ποθεί
του ενεστώτα τα παιγνιδίσματα,
ο παρακείμενος έστω,
να του ρίξει τη μπάλα
κι αυτό λαχανιάζοντας
να τρέξει να τη φέρει.

Όμως αυτό λαχταρά
του στιγμιαίου μέλλοντος τους κραδασμούς,
του συντελεσμένου μέλλοντος τις αυτάρεσκες ανάσες,
πόσο μάλλον του μέλλοντος διαρκείας
τα γλυκά γουργουρητά.

 

ΜΟΝΑΞΙΕΣ

Εκατομμύρια μοναξιές
συνωθούνται σε λεωφόρους, μετρό, σταθμούς.
Χιλιάδες μοναξιές
συμβαδίζουν εκ παραλλήλου,
σε πορείες, συναυλίες, διαδηλώσεις.
Εκατοντάδες μοναξιές,
παρίστανται σε τελετές, δεξιώσεις, εκδηλώσεις.
Δεκάδες μοναξιές,
μετέχουν σε γεύματα, δείπνα, γιορτές.

Μα οι χειρότερες,
οι πιο φρικτές, οι πιο δυσβάσταχτες,
είναι οι δυο μοναξιές.
Οι δυο μοναξιές
δίπλα στον πάγκο της κουζίνας,
μπροστά στην τηλεόραση,
στο υπνοδωμάτιο.

 

 

ΠΑΛΑΙΟΠΩΛΕΙΟ ΑΣΜΑΤΩΝ (2013)

Τραγούδια για πράγματα κι αισθήματα παλιά

 

ΠΑΛΑΙΟΠΩΛΕΙΟ

Πέρασα βερνίκι όλες μου τις μνήμες
κόλλησα με γόμα όλες τις ρωγμές
πήρα τα σκαρπέλα, πήρα και τις λίμες
κι έχω αφήσ’ απ’ έξω όλες τις πομπές.

Παλαιοπωλείο είν’ οι μνήμες μας
καλογυαλισμένες μέσα στη ψυχή
έχουν μέσα φόδρα απ’ τις λύπες μας
μα και για σφραγίδα άλλην εποχή.

Έχω συντηρήσει τόσες αναμνήσεις
έχω βάλει λάδια κι άλλα υλικά
έχω αποβάλει τόσες αντιρρήσεις
έβγαλα τη σκόνη κι άλλα περιττά.

Έβαψα μ’ ασβέστη θύμησες ποικίλες
έβγαλα τα χόρτα τα πειρατικά
άνοιξα με φόρα της καρδιάς τις πύλες
κι άφησα να φέγγουν τα θαυμαστικά.

 

ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΠΟΔΗΛΑΤΟ

Στη μνήμη του πατέρα

Το παλιό ποδήλατο
στην καρδιά σου φύλα το
στα πετάλια του στηρίζεις
παιδικές σου αναμνήσεις.

Μαύρο και θεόρατο
με τεράστια σέλα
και με πόν’ αόρατο
έλα και ξαναέλα.

Το παλιό ποδήλατο
να ξεχνάς αδύνατο
έτριζε η καδένα του
και μάγκωναν τα φρένα του.

Κρέμονταν τα πόδια μου
στον πισινό τροχό του
τώρα με τα ζόρια μου
πετώ με το φτερό του.

Το παλιό ποδήλατο
στ’ όνειρό μου είδα το
το φανάρι νικελένο
έμαθα να περιμένω.

Ακούω το κουδούνι
στο έμπα της αυλής μας
μ’ αξύριστο πηγούνι
χαμογελάς μαζί μας.

Το παλιό ποδήλατο
αν μπορείς κυνήγα το
γυάλιζαν οι ακτίνες του
στου ήλιου τις αχτίδες του.

Έβαζα το πρόσωπο
πια’ από την πλάτη σου
σ’ ένα κόσμο απρόσωπο
φυλαχτό η αγάπη σου.

Το παλιό ποδήλατο
στην αυλή αφύλαχτο
πού να το καβαλικέψεις
πού ’ν’ τα κότσια να πιστέψεις.

Απ’ τη μέση σε κρατώ
και τ’ αέρι χαίρομαι
αχ μπαμπά πώς σ’ αγαπώ
τώρα π’ ερωτεύομαι.

 

ΠΑΛΙΑ ΚΑΦΕΝΕΙΑ

Στα παλιά τα καφενεία
ψήνουν τον καφέ στην άμμο
για την παλιοκοινωνία
λένε λόγια παραπάνω.

Έχουν άποψη και μπέσα
εμπειρίες κι ενοχές
και γνωρίζουν από μέσα
της ζωής τις διδαχές.

Στα παλιά τα καφενεία
κουδουνίζουνε τα ζάρια
και σκοτώνουν την ανία
στης ψυχής τους τα αμπάρια.

Έχουν μνήμες, έχουν πόνο
και πολλά παθήματα
θέλουν να θυμούνται μόνο
τα γλυκιά μαθήματα.

Στα παλιά τα καφενεία
ζωγραφιά μια Γενοβέφα
σαν παλιά χαρτομανία
πα’ στο τάβλι και την πρέφα.

Έχουν στρογγυλά τραπέζια
λιγδιασμένες τράπουλες
και γλυκά σαν πετιμέζια
είν’ τα λόγια που μου λες.

 

ΟΙ ΠΑΛΙΟΦΙΛΟΙ

Οι παλιόφιλοι γερνάνε
σωρηδόν και ομαδόν
μα ποτέ του δεν στενεύει
της καρδιάς το εμβαδόν.

Οι παλιόφιλοι γυρνάνε
εν ριπεί του οφθαλμού
στη στιγμή της ευτυχίας
και στην ώρα του λυγμού.

Έχεις πού να αρπαχτείς
έχεις πού να ακουμπήσεις
σε πελάη αν ριχτείς
θα τους βρεις να επιζήσεις.

Οι παλιόφιλοι ξεχνάνε
ποτέ έχουν ειδωθεί
μα η σχέση τους γρανάζι
που δεν έχει φαγωθεί.

Οι παλιόφιλοι μιλάνε
από μιλιά μακριά
αφανίζει αποστάσεις
της ψυχής η γιατρειά.

Οι παλιόφιλοι γελάνε
με τις θύμησες του νου
έχουνε ματιά καθάρια
καταγάλαν’ ουρανού.

 

ΟΙ ΠΑΛΙΟΙ ΣΥΜΜΑΘΗΤΕΣ

Γινωμένοι, σιτεμένοι οι παλιοί συμμαθητές
ψάχνουνε την εφηβεία σε προγούλια κι ενοχές.
Έχουν γάργαρο το γέλιο και το βλέμμα φωτεινό
και το νου απαλλαγμένο από κάθε τι πικρό.

Νικητές ή νικημένοι οι παλιοί συμμαθητές
νιώθουν πάντοτε ωραία για το μακρινό το χθες.
Όταν θα συναντηθούνε βάζουνε τα γιορτινά
της ψυχής τους τα παντζούρια τα κρατούνε ανοικτά.

Ξεχειλίζουν απ’ αγάπη οι παλιοί συμμαθητές
δεν χρωστάνε, δεν πονάνε κι ανταλλάσουνε ευχές.
Νοσταλγούν την ηλικία που ’χαν όνειρα ζεστά
τώρα έχουν αγκωνάρια που τα θεωρούν μεστά.

Δυστυχείς κι ευτυχισμένοι οι παλιοί συμμαθητές
ατελέσφορων ερώτων παραμένουν εραστές.
Σαν βρεθούν και σαν μιλήσουν νιώθουν πάντοτε καλά
που τα χρόνια τους τ’ αθώα τούς χαδεύουν απαλά.

 

ΠΑΛΙΕΣ ΠΟΥΤΑΝΕΣ

Οι παλιάς κοπής πουτάνες
έχουν μείνει μοναχές
χαθήκαν και οι αλάνες
χάθηκαν κι οι ενοχές.

Τα χαμόσπιτα που ζούνε
μένουν πάντα ανοιχτά
λίγο φως απομυζούνε
και αυτό στα πεταχτά.

Οι παλιάς κοπής πουτάνες
ζούνε μέσα στη βρωμιά
στα ξωπόρτια τους ροχάλες
κάτουρου αναθυμιά.

Το κατώφλι τους διαβαίνουν
γέροι και αλλοδαποί
κι ούτε που βαριανασαίνουν
στο κορμί τους το γιαπί.

Οι παλιάς κοπής πουτάνες
μένουν ξύπνιες ως αργά
έχουν πεθαμένες μάνες
και τα στήθια τους βαριά.

 

ΠΑΛΙΕΣ ΑΓΑΠΕΣ

Οι παλιές αγάπες μένουν στη σοφίτα του μυαλού
σκεπασμένες, σκονισμένες και με γεύση του πηλού.

Δεν έχουν ποτέ γεράσει, δεν έχουν ποτέ χαθεί
κι όσο έχουνε πικράνει, τόσο έχουν πικραθεί.

Οι παλιές αγάπες πάντα γαληνεύουν τη ψυχή
δεν εξάπτουνε τα πάθη, δεν ανοίγουνε πληγή.

Κουβαλούνε αναμνήσεις σαν μυρμήγκια την τροφή
και γνωρίζουν ως που φτάνουν, ξέρουνε την οροφή.

Οι παλιές αγάπες έχουν κάτι απροσπέλαστο
μοιάζουν με τον ουρανό μας, το γλυκό και έναστρο.

Αγαπώ τη νοσταλγία, αγαπώ πολύ κι αυτές
δεν κομπάζω, μα ρεμβάζω και τις πεθυμώ σαν χθες.

 

ΠΑΛΙΑ ΚΙΘΑΡΑ

Μνήμη Αλεξάντερ Σαχνόφ

Παλιά κιθάρα
που σαν καμάρα
άνοιγε στους ορίζοντες
κι έτερπε τους γνωρίζοντες.

Παλιά κιθάρα
σαν μια κανάρα
έβγαζε φθόγγους μαγικούς
και ήχους υπεραστικούς.

Στο γρατσούνισμά σου
έβγαινε σπινθήρας
και στο άγγιγμά σου
άνοιγε κρατήρας.
Άναβαν τα μάτια
με μια συγχορδία
βούλιαζαν γινάτια
στη μυσταγωγία.

Παλιά κιθάρα
χωρίς φανφάρα
που είχε τέλια για χορδές
στων αισθημάτων τις ορδές.

Παλιά κιθάρα
γερή αμπάρα
που έφραζε τις έγνοιες μας
και στήριζε τις μέρες μας.

 

Η ΠΑΛΙΑ ΓΕΙΤΟΝΙΑ

Η παλιά γειτονιά
σφίγγει σαν πετονιά
γρατσουνάει τις μνήμες
του μυαλού μας τις κνήμες.

Για καφέ στη βεράντα
να μυρίζουν λεβάντα
οι αυλές όπως πάντα,
γιασεμιά σα γιρλάντα.

Η παλιά γειτονιά
σβήνει μ’ απονιά
κάθε πίκρας πετράδι
κάθε πόνου σημάδι.

Η παλιά γειτονιά
και το χρόνο – φονιά
τον ξαπλώνει στο χώμα
στης αλάνας το σώμα.

Η παλιά γειτονιά
μας ανοίγει πανιά
και γινόμαστ’ έφηβοι
και εκλείπουν οι φόβοι.

Στην παλιά γειτονιά
με τα χέρια χωνιά
οι μητέρες καλούνε
τα παιδιά τους να ’ρθούνε.

Στην παλιά γειτονιά
ούτε μια θημωνιά
ξεφυτρώσαν παλάτια
και χαθήκαν γινάτια.

 

ΣΤΕΚΙΑ ΠΑΛΙΑ

Στέκια παλιά ερημωμένα
με τα γκαρσόνια γερασμένα
μόνο που δεν παλιώσανε
οι μνήμες που μας δώσανε.

Στέκια παλιά μαραζωμένα
με τα τελάρα στοιβαγμένα
μόνο που δεν παλιώσανε
οι φίλοι που μας δώσανε.

Τα στέκια μένουν μέσα μας
κεντρίζουνε τη μπέσα μας
κι έχουνε ζεστό μαγκάλι
ν’ ανταμώσουμε και πάλι.

Στέκια παλιά και ξεβαμμένα
με τα τραπέζια τους φθαρμένα
μόνο που δεν στοιχειώσανε
κι αγάπες μάς ενώσανε.

Στέκια παλιά και ξεχασμένα
με τα ποτήρια ραγισμένα
μόνο που δεν στοιχειώσανε
και δώσανε και σώσανε.

 

ΠΑΛΙΟ ΖΕΪΜΠΕΚΙΚΟ

Μ’ ένα παλιό ζεϊμπέκικο
περνώ την ανηφόρα
και με χαρμάνι σέρτικο
στεγνώνω απ’ την μπόρα.

Μ’ ένα παλιό ζεϊμπέκικο
σωστό αρσιβαρίστα
ξαλάφρωσε ο πόνος μου
και τα μαράζια σβηστά.

Μ’ ένα παλιό ζεϊμπέκικο
δυνάμεις συγκεντρώνω
τον πόνο μου τον άτιμο
στο καναβάτσο στρώνω.

Μ’ ένα παλιό ζεϊμπέκικο
κοκτέιλ βιταμινών
και το ντουνιά τον ψεύτικο
νικάω επιμείνων.

 

ΠΕΝΤΑΔΡΟΜΟΣ

Μνήμη Μάριου Τόκα

Πού ’ναι τα παλιά τα καφενεία
με τα τζάμια τα θαμπά
δεν υπάρχει χρόνος για ανία
και η μνήμη ακουμπά
κάπου μες στης Γλάδστωνος τα μέρη
με καρέκλες τόνενες
τενεκέδες φούλια στο παρτέρι
και αφράτες γκόμενες.

Πεντάδρομε, πεντάμορφε
μ ένα πεντασέλινο στο χέρι
πεντανόστιμα σουβλάκια αγοράζω.
Πεντάδρομε, πεντάστερε
σ’ ένα πεντακάθαρο πανέρι
πέντε κύφυλα, κουλούρια να κοιτάζω.
Πεντάδρομε, πεντάκλωνε
μιας πεντάρας νιάτα το ασκέρι
πεντοζαλισμένος θέλω ν’ αγαλλιάζω.

Πού ’ν’ τα σχολικά λεωφορεία
με γκριζοπαντέλονα
τα αγόρια κάνουν φασαρία
όνειρα να σέλωνα.
Καβαλάρης στη Θεσσαλονίκης
άπειρες κλεφτές ματιές
τα κορίτσια ξέρουν που ανήκεις
άσε τις αποκοτιές.

Ορθοπεταλιές στην Άγια Ζώνη
και σούζες στα φανάρια
δίχως χέρια πάνω στο τιμόνι
και τρέλα δυο καντάρια.
Στην Ανεξαρτησίας στη γωνιά
κορίτσια κόβουν βόλτες
συνεννοούνται με μιαν αγκωνιά
σα βλέπουνε δυο μόρτες.

 

ΛΕΜΕΣΟΣ

Στ’ ακροθαλάσσι σου υφαίνουν
γιρλάντες τ’ αφροκύματα.
Και στην καρδιά μας ανασταίνουν
γυμν’ αλαφροπατήματα.

Σεργιανάνε ανεράδες,
τραγουδάνε μαχαλάδες,
στ’ ακροθαλάσσι σου.
Όλ’ η πλάση ταρσανάδες,
αγαλλιάζουνε μανάδες,
στ ’ακροθαλάσσι σου.

Στ’ ακροθαλάσσι σου διαβαίνουν
όνειρ’ ελπίδες και ευχές.
Και στο γιαλό σου όλοι ξεπλένουν
βάσανα, πίκρες κι ενοχές.

Στ’ ακροθαλάσσι σου αγναντεύουν
καράβια, πλοία, φορτηγά.
Κι οι παφλασμοί βρε πως νταντεύουν
γυναίκες, γέρους και παιδιά.

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΑ

ΤΟ ΣΥΝΑΠΑΝΤΗΜΑ ΤΗΣ ΛΕΥΤΕΡΙΑΣ

«Ανταμώσανε,
κατ’ απ’ τον ίσκιο μιας προδομένης ιστορίας
κατ’ απ’ το πέπλο του ακρωτηριασμένου παρελθόντος
δώσαν τα χέρια και ένωσαν τις καρδιές
τις αγκάλες άνοιξαν
και λουλούδια φύτρωσαν
κόκκινο τριαντάφυλλο ξεφύτρωσε απ’ του κανονιού την μπούκα
η ξιφολόγχη βλάστησε και γίνηκε γαρουφαλιά».

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΝΙΚΟΣ ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΗΛ

Κάποτε ένας δάσκαλός μου, έλεγε ότι τα καλά βιβλία πάντοτε είναι και καλές εκδόσεις, χωρίς ωστόσο να ισχύει η αντίθετη προϋπόθεση. Δηλαδή αν μια έκδοση είναι καλή δεν σημαίνει ότι και το περιεχόμενο είναι καλό. Σήμερα παρουσιάζω ένα ζεστό, πολύ καλό βιβλίο, μια πολύ καλή έκδοση: το Παλαιοπωλείο Ασμάτων του δημοσιογράφου Γιώργου Φράγκου.

Το βιβλίο εκδόθηκε από τις εκδόσεις Φαρφουλάς τον Σεπτέμβριο του 2013 και παρουσιάστηκε στο κοινό έξη μήνες αργότερα, στις 4 Μαρτίου 2014 (στο διάστημα αυτό είχε μεσολαβήσει ένα ξαφνικό πρόβλημα υγείας και αυτό ήταν ένας ακόμα λόγος για να μη χάσω την παρουσίαση: ευτυχώς ο φίλος Γιώργος Φράγκος ήταν πολύ καλά στην υγεία του). Στάθηκα τυχερός γιατί στην παρουσίαση ακούστηκαν και τέσσερα υπέροχα τραγούδια από τη συλλογή, που μελοποίησε και τραγούδησε ο συνθέτης Λάρκος Λάρκου.

Μνήμες, μνήμες, μνήμες: ένας ολόκληρος κόσμος που δεν υπάρχει πια. Στην οθόνη της ψυχής μας οι μορφές και τα σχήματα γίνονται αχνά, και τα χρώματα έχουν ξεθωριάσει, έχουν γίνει γκρίζα. Έρχεται όμως ο ποιητής και τους ξαναδίνει τη χαμένη τους ζωντάνια και αίγλη. Μαζί όμως, απλώνει παντού και μια γάζα τρυφερότητας, θλίψης και νοσταλγίας.

 

Συνέντευξη στον Νέστορα Πουλάκο

vakxikon.gr

Συνομιλήσαμε με τον δημοσιογράφο και ποιητή Γιώργο Φράγκο με αφορμή την κυκλοφορία του τελευταίου του βιβλίου «Φλοίσβος συννέφων» (εκδόσεις Βακχικόν 2018).

Σε α’ πρόσωπο για τον «Φλοίσβο συννέφων»

Κυοφορούσα μέσα μου για καιρό τον «Φλοίσβο», ως εσωτερική διεργασία ποιητικής εγρήγορσης και ενατένισης πραγμάτων, καταστάσεων και προσώπων. Γιατί «Φλοίσβος»; Διότι είναι μια διεργασία αέναη, συνεχής, αδιάκοπη και διαχρονική. Διότι συνάμα εμπεριέχει και κάτι μαγευτικό σε ήχο, χρώμα και γεύση. Παρότι είμαι ποιητής τα σαββατοκύριακα, τις αργίες και τα βράδια, η ποίησή μου αναφέρεται κυρίως στις εργάσιμες ώρες των ανθρώπων. Με ενδιαφέρουν πολύ οι άνθρωποι της μισθωτής εργασίας. Και με ενδιαφέρουν συλλογικά, σωρευτικά, επί συνόλου και όχι εξατομικευμένα. Στην καθημερινή μου ενασχόληση είμαι δημοσιογράφος και συνδικαλιστής. Έτσι, μοιραία, εκείνο που επιχειρώ διακαώς να προσδώσω στην ποίησή μου είναι κοινωνικός χαρακτήρας, ευαισθησία και αλληλεγγύη. Εάν το επιτυγχάνω ή όχι θα το κρίνουν άλλοι.

Η επιρροή της οικονομικής και κυπριακής κρίσης

Η οικονομική κρίση στην Κύπρο, όπως και στα πλείστα ευρωπαϊκά κράτη του νότου και των Βαλκανίων – μάλλον προεξαρχούσης της Ελλάδας – εξακολουθεί ακόμη να σοβεί. Είναι λοιπόν μια ζώσα πραγματικότητα που δεν μπορεί να μην απασχολεί την ποίηση, στην προκειμένη περίπτωση τη δική μου ποίηση. Στο βιβλίο υπάρχουν αρκετά ποιήματα που θίγουν ζητήματα όπως η οικονομική μετανάστευση, η ανεργία, η οικονομική δυσπραγία κλπ. Η επικαιρότητα ως πηγή έμπνευσης εμπεριέχει βέβαια κινδύνους. Ελπίζω η κρίση να παρέλθει σύντομα, αλλά τα ποιήματά μου, αν και …ανεπίκαιρα, να έχουν ακόμα διάρκεια ζωής. Τώρα για το κυπριακό πρόβλημα και πως αυτό βρίσκει την έκφρασή του στην ποίησή μου, θα ήθελα να πω ότι, κατά τη γνώμη μου, το θέμα του προβλήματος και των γενεσιουργών αιτιών που το προκάλεσαν μάλλον έχει κορεσθεί. Εκείνο που σήμερα προέχει πιστεύω πως είναι να ασχοληθούμε και λογοτεχνικά με την αναζήτηση διόδων που να οδηγούν στην επίλυση του προβλήματος. Έχει και η ποίηση χρέος να σταθεί ενώπιον του συνόλου του κυπριακού λαού και να δώσει οράματα και εμπνεύσεις, να υποδείξει δρόμους και τρόπους που να στοχεύουν στην ειρήνη και την επανένωση της μικρής μοιρασμένης μας πατρίδας. Γι’ αυτό και έχω κάμει πηγή της έμπνευσής μου ό,τι μπορεί να φέρει πιο κοντά Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους, ό,τι μπορεί στη συμφιλίωση και την επανασυμβίωση των δύο κοινοτήτων του νησιού.

Η σχέση με τη λογοτεχνία

Αγαπούσα πολύ την ανάγνωση και την απαγγελία, από τα πολύ παιδικά μου χρόνια. Έχω αμυδρές αναμνήσεις του εαυτού μου να απαγγέλνει ανεβασμένος σε καρέκλα, με κοντό παντελόνι και κουρεμένος γουλί. Αυτό επιβεβαιώνουν και μεγαλύτεροι. Τα πρώτα ποιήματα γράφτηκαν στο δημοτικό σχολείο και τα πρώτα δύο βιβλία εκδόθηκαν ενόσω ήμουν ακόμα έφηβος μαθητής. Ακολούθησαν ακόμα δύο βιβλία όταν ήμουν φοιτητής. Όμως πρώτα υπήρξα βιβλιοφάγος, βιβλιολάτρης, …παμφάγος αναγνώστης και ύστερα συγγραφέας. Το ένα έφερε το άλλο. Από την …υπερκατανάλωση πέρασα στην …παραγωγή! Δεν υπάρχει δημιουργία που να μην συνδέεται με την αγάπη. Λατρεύω τη λογοτεχνία, γι’ αυτό και προσπαθώ, με όλη μου τη ψυχή και όλες μου τις δυνάμεις, να την υπηρετήσω.

Επόμενα συγγραφικά σχέδια

Αν και λόγω φόρτου επαγγελματικής εργασίας και φυσικής ροπής προς τον ρεμβασμό – μπορεί κανείς να το πει και έφεση προς το χουζούρι – είμαι βασικά ολιγογράφος, έχω ήδη στο μυαλό και εν μέρει στα σκαριά άλλα τρία βιβλία. Ένα ποιητικό, ένα κριτικό και ένα πεζογραφικό. Φιλοδοξία μου είναι να συγγράψω μια ποιητική συλλογή εξολοκλήρου για τον έρωτα, τους κραδασμούς, τους σπαραγμούς αλλά και τις ανατάσεις του. Θέλω ακόμη να εκδώσω ένα ανθολόγιο από τις κριτικές μου κυρίως για ποιητικά βιβλία της τελευταίας δεκαετίας. Τέλος, το πεζογραφικό μου εγχείρημα θα αφορά ευσύνοπτα διηγήματα από τις εμπειρίες που αποκόμισα για 26 συναπτά έτη στην ενεργό δημοσιογραφία.

https://www.vakxikon.gr/g-fragos-synentefksh/

 

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

1-Constantinos Chicago

 

Ο Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου γεννήθηκε στη Κύπρο το 1981 όπου και ζει.
Έχει σπουδές κι εμπειρία στη Δημοτική, Ειδική και Μη-Τυπική Εκπαίδευση και είναι εκπαιδευόμενος Συστημικός Ψυχοθεραπευτής. Είναι εκπαιδευτής ενηλίκων στα Ανθρώπινα Δικαιώματα και την Αντι-ρατσιστική Εκπαίδευση κι είναι εξειδικευμένος στη φιλοσοφία και μεθοδολογία του Θεάτρου των Καταπιεσμένων. Έχει διεξαγάγει εργαστήρια κοινωνικού θεάτρου σε δεκάδες φορείς.
Έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές: Υπερκαινοφανής (Μελάνι, 2017) και Οι πέντε εποχές (Μελάνι, 2012) για την οποία ήταν υποψήφιος για το βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Ποιητή από την Ελληνική Εταιρεία Συγγραφέων (Βραβείο Γιάννη Βαρβέρη). Το 2008 βραβεύτηκε από την Ένωση Λογοτεχνών Κύπρου με Α΄ Βραβείο Ποίησης σε διαγωνισμό της για νέους λογοτέχνες. Έχει συμμετάσχει σε φεστιβάλ λογοτεχνίας στην Κύπρο και το εξωτερικό, κατά τη διάρκεια των οποίων δραματοποίησε ποιήματά του: Έκθεση φωτογραφίας What’s the point of poetry? (Φεστιβάλ Ποίησης Βερολίνου, 2013), Σαρδάμ: η λογοτεχνία αλλιώς (aRttitude, 2013), Ποίηση σε απευθείας διάλογο (Ιδεόγραμμα, 2014), Γι’ αυτά που θα ’πρεπε να φέγγουν (Ακτίς, 2015), CROWD Omnibus Reading Tour (Σερβία και Βουλγαρία, 2016), BOOK ME (Πολιτιστικό Ίδρυμα Τράπεζας Κύπρου, 2016), 1st Cyprus Poetry Slam (Ιδεόγραμμα, 2017 – κατά τη διάρκεια του οποίου προκρίθηκε στον τελικό) κ.ά.

 

 

 

ΥΠΕΡΚΑΙΝΟΦΑΝΗΣ (2017)

Φυλογένεση

ΤΟ ΞΕΚΙΝΗΜΑ

Οι Θεοί ήταν ρητοί:

Μην κοιτάξεις πίσω
μέχρι ν’ ανέβουμε πάνω.
Αλλιώς θα το μετανιώσεις.

Είναι να μη μου απαγορεύσεις κάτι.

Τα είδα όλα.
Στην αρχή μέχρι τριάντα πέντε χρόνια πίσω.
Ύστερα ακόμα πιο πίσω.
Απείρως.

Ανατινάχτηκα μπροστά τους σαν υπερκαινοφανής αστέρας.

Κι όταν ήρθα στα ίσια μου,
μου ’λείπε η φωνή.

Αλλά περιέργως μπορώ να γράφω.

 

ΔΙΑΓΑΛΑΞΙΑΚΟ

Λίγο η διάνοια,
λίγο το συναίσθημα,
να σου και το απότοκο ποίημα.

Η Μεγάλη Άρκτος χρειάζεται ένα ποίημα.
Βρέθηκε κανείς να της το ταΐσει;

Το Σύμπαν ξέρει μόνο να διαστέλλεται
από τον καιρό της Μεγάλης Έκρηξης.
Κι έχω να δηλώσω πως δεν έτυχε ποτέ να συνωμοτήσει
ολόκληρο για να καταφέρω εγώ κάτι
(Όχι πως περίμενα κάτι τέτοιο).

Μ’ ακούει κανείς;
Αν δεν υπάρχει άλλος εκεί έξω,
τότε φοβάμαι πως πάει πολύς χώρος χαμένος.

Τόσοι γαλαξίες
να μην έχουν κανέναν να τους γράφει ποιήματα;

 

ERECTION

Μόλις τελείωσα

κοιμήθηκε ευτυχώς ο Homo Erectus

ξύπνησε όμως ο Homo Solitarius.

 

ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ

Στο ψιλικατζίδικο δίπλα
πωλούνται ταμπέλες «Ενοικιάζεται».
Κατά πως φαίνεται
είναι σύνηθες να τίθενται πράγματα
σε καθεστώς ενοικίασης.

(Όπως κι εγώ εξάλλου,
δεν με πουλάω ξανά,
το πολύ πολύ να μ’ ενοικίαζα.)

Στο μουσείο οι μισές αίθουσες κλειστές.
Κρίση.

Στην Αίθουσα Αρχαιοτήτων Θήρας
έλυσα το αίνιγμα της μορφής μου:

Στη μεγάλη έκρηξη του ηφαιστείου της
καλύφθηκα πατόκορφα από τέφρα
κι απέμεινε στο τέλος μόνο τ’ αποτύπωμά μου.

Οι πονηροί αρχαιολόγοι έχυσαν γύψο
κι έφτιαξαν το εκμαγείο μου.

Λοιπόν, τώρα που βρήκα τ’ άκρα μου
κρέμασα επάνω μου μια απ’ αυτές τις ταμπέλες
μ’ εξέθεσα στην πλατεία μπροστά στο Μουσείο
κι ενοικιάζομαι.

Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, Αθήνα

 

ΚΑΤΑΠΙΕΣΗ

Τόσο πολύ σπέρμα,
τόσο παγκόσμιο σπέρμα,
να πηγαίνει χαμένο!
Τόσο που θ’ αρκούσε, διάολε,
να φτιάξει έναν δεύτερο Τίβερη.

Αυτά αναλογιζόταν ο Πάπας της Ρώμης.

Στο μεταξύ, εγώ πάσκιζα να το κρατήσω μέσα μου.
0παπάς ήταν κατηγορηματικός:
ο αυνανισμός συνιστά αμάρτημα!

Είχε έρθει στο γυμνάσιο να μας εξομολογήσει
υποχρεωτικά.
Τίτο ’θελα και του το ’πα;

Τριάντα τρεις φορές την προσευχή
«Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ Θεού ελέησόν με»
κρατώντας το κομποσκοίνι
κι η πίστη θ’ απομακρύνει την καύλα θαυματουργά.

Μετά από χρονιά
ο Τίβερης πλημμύρισε και
γκρέμισε όλα τα φράγματά μου.

 

ΑΜΦΙΒΙΟΣ

0 γάμος κάποιου απ’ την παλιοπαρέα,
οροφή
Γλέντι στην ξενοδοχείου
κοντά στο λιμάνι.

Η πόλη ώσπου φτάνει το μάτι·
μόνο εμπόδιο ο ορίζοντας.

Τα πράγματα άλλαξαν, είπαν.
Καιρός να παραδεχτούμε πως δεν είμαστε οι ίδιοι.
Η ιστορία, δυστυχώς, δεν επαναλαμβάνεται…

Λίγο πριν το ξημέρωμα
οι θεόρατοι γερανοί στο λιμάνι
μεταμορφώθηκαν σε δαγκάνες αστακού
και μ’ ένα δάγκωμα τράβηξαν μακριά
το σκέπαστρο του παρελθόντος.

Έμεινε παρόν
μόνο το παρόν.

Ήμαστε τόσο ψηλά
αλλά η παλίρροια μας έφτασε.
Τι στο καλό! Νερό μέχρι τα γόνατα.
Άι στο διάολο για reunion.

Περίμενα πως θα τρομάξω
ή πως θα κλάψω
αλλά τίποτα.

Οι άνθρωποι καταγόμαστε απ’ το νερό.

Θεσσαλονίκη

 

ΠΟΙΗΣΗ ΜΕΤΑ ΤΟ ΑΟΥΣΒΙΤΣ

I
Ανέκαθεν με ταλαιπωρούσε ένα ποίημα
για τ’ Ολοκαύτωμα
αλλά δεν δεχόμουν να γράψω, γιατί
ποιος είμαι εγώ να γράψω κάτι γι’ αυτό;

II
Στο ξενοδοχείο
[μετά τον έρωτα]
μού διάβασες το ποίημα που έγραψες
για την οικογένειά σου που χάθηκε στο Άουσβιτς.

Ω να,
το ποίημα έρπει να εξέλθει, αλλά το καταπίνω.

III
Ήθελα να πω:
Εγώ πιστεύω πιο πολύ
στους Αρειανούς παρά στους Άριους.
Αλλά θα χανόταν το νόημα κάπου στη μετάφραση
και σώπασα.

IV
Έξαφνα το κλιματιστικό
άρχισε να βγάζει ατμούς.
Looks like a gas chamber this room!

Γέλασες δυνατά.
Us, Jews, we often do such humour.
Γέλασα κι εγώ.

V
Σκέφτηκα:
Ένα ποίημα για ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης κάνει
την τελευταία του απόπειρα να γραφτεί, παράλληλα μ’
έναν έρωτα που καταβάλλει μια απέλπιδα προσπάθεια
να γεννηθεί. Αν δεν γράψω απόψε κάτι γι’ αυτό, δεν θα
γίνει ποτέ. Αν δεν ερωτευτούμε απόψε, δεν θα γίνει ποτέ.

VI
Ύστερα εσύ έφυγες, σου ’στειλα γράμμα,
εσύ δεν απάντησες, τα γνωστά.
Αν απαντούσες, θα σ’ το ’λεγα:

Σ’ ερωτεύτηκα,
χάρη σ’ εσένα μπόρεσα επιτέλους
ν’ απαλλαγώ απ’ την ανάγκη
να γράψω κάτι για τ’ Ολοκαύτωμα
μιας κι έγραψες εσύ εκείνο που ’θελα να πω.

VII
Αυτό είναι αρκετό.

 

LITTLE BOY

1945

Μήκος τρία μέτρα
και βάρος τέσσερις τόνοι.
Ένα μικρομέγαλο αγόρι.

Γραπώθηκα πάνω του.

Sir, you are just a little boy.
Besides, you are not born yet.
How could you stop us?
It is inevitable to happen,
είπε ο σμηναγός μην μπορώντας να κρύψει τον γέλωτά

Πάτησε το κουμπί.
Πέσαμε μαζί. Το δάγκωνα,
να εκραγεί τουλάχιστον στον αέρα.
Μάταια.

Παλεύαμε μέχρι τελικής πτώσης,
μαζί ακουμπήσαμε τη γη
κι εγώ εξαφανίστηκα μέσα στο μανιτάρι.

Από τότε είμαι αγνοούμενος.

 

ΠΟΙΗΤΙΚΗ

Μιας και κουράστηκα να σε καλοπιάνω
Έχουμε και λέμε:

Εγώ είμαι αυτός που έβαλε πρώτος
το γαρίφαλο μέσα στην κάννη
στην Επανάσταση των Γαριφάλων.

Εγώ είμαι αυτός που στάθηκε άοπλος
μπροστά στην ορδή των τανκς
στην εξέγερση στην Τιέν Αν Μεν.

(Μου ‘χαν τελειώσει τα πυρομαχικά
μετά από αιώνες συγκρούσεων
και σκέφτηκα την επιλογή της μη-βίαιης αντίστασης).

Για πες τώρα, ποιητή, εσύ τι έκανες;
Εκτός από το να ποιείς,
πράττεις κιόλας;
Ή μήπως είν’ αρκετή η γραφή σου;

 

ΑΥΤΟΧΕΙΡΕΣ ΠΟΙΗΤΡΙΕΣ

Καθίσαμε στις όχθες του Τσαρλς
απέναντι απ’ το Χάρβαρντ.

Στην επιφάνεια του ποταμού προβαλλόταν η ιστορία
της ζωής μου.
Κάπου κάπου η εικόνα χαλούσε επειδή ψάρια
πηδούσαν πάνω απ’ το νερό.

Από τη μια μεριά καθόταν η Ανν (η Σέξτον)
απ’ την άλλη η Σύλβια (η Πλαθ)
πίναμε μπίρες
και γελούσαμε υστερικά.

Σε κάποια φάση
μια γυναίκα θεάθηκε να περπατά στις παρυφές
του ποταμού
κρατώντας μεγάλες πέτρες.

«Βιρτζίνια!» αναφώνησαν οι κοπέλες (η Γουλφ).

Χωρίς δεύτερη σκέψη έτρεξαν προς το μέρος της
και μέχρι να αποφασίσω τι θα ’κανα εγώ
εκείνες είχαν ήδη κατα-

βυθιστεί.

Δεν τις ακολούθησα.
Εξάλλου, δεν είν’ δικό μου το φταίξιμο.
Φταίει η Ποίηση.

Βοστώνη

 

ΚΟΥΚΟΥΛΙ

Κτύπησα την πόρτα·
άκουσα την 5η του Μπετόβεν.

Ανοικτή· εκείνος μέσα·
πίσω από παραπέτασμα ανθρώπινης κοπριάς
ξέρασα αλλά είπα «δεν φεύγω»

καλυμμένος από χοντρό στρώμα λίπους
κι η τηλεόραση ν’ ατμίζει απ’ την υπερχρήση
-πάνε έξι μήνες αφότου χώθηκε εκεί μέσα-

έκανε επαναλαμβανόμενη κίνηση
[θύμιζε κατανασκασμό]
έλεγε τραγουδιστά
Φτιά-χνω κου-κού-λι, να μπω μέ-σα,
κου-κου-λι με-τα-ξέ-νιο, ν’ απο-δη-μή-σω εντός του.

 

ΥΠΕΡΚΑΙΝΟΦΑΝΗΣ I

5400 π,Χ.
Αστερισμός του Ταύρου
Γαλακτώδης Οδός

Γεια, Γαία.

Παρόλο που απεβίωσα φέτος
Εσύ εκεί πέρα
θα το αντιληφθείς το 1054 μ. Χ.
(Δεν ευθύνεσαι εσύ,
παρά μόνο η ασύλληπτη απόσταση που μας χωρίζει.)

Πόση εμπιστοσύνη να σου έχω, γλυκιά μου,
όταν μεταδίδονται τόσο καθυστερημένα οι πληροφορίες!
Αυτό το γράμμα για παράδειγμα,
το ‘γραψα 6.500 χρόνια πριν από το δικό σου τώρα.

Κι αν γράψω το Μανιφέστο μου,
πόσο επίκαιρο θα ναι τότε;

Το 1731 μ. Χ. οι άνθρωποί σου θ’ ανακαλύψουν το
νεφέλωμά μου,
το 1968 μ.Χ. θ’ ανακαλύψουν το αστρικό πτώμα μου,
και πάει λέγοντας.
Τα αστεροσκοπεία τους θα με σκοπεύσουν
μα εγώ, να το ξέρεις,
δεν δέχομαι να στηθώ σε εκτελεστικό απόσπασμα.
Είμαι ελεύθερος ανεξαρτήτως χωροχρόνου.

Γαία,
χλωμή μπλε τελεία,
μόριο σκόνης που αιωρείται σε μια ηλιαχτίδα,
να προσέχεις.
Τα πράγματα θα γίνουν πιο δύσκολα.

Ο υπερκαινοφανής

 

ΦΥΛΟΓΕΝΕΣΗ

Αδύνατον να κοιμηθείς
με τόσες σκέψεις μπηγμένες
σ’ ένα τόσο μικρό κρανίο.

4:44 π. μ.
Μπήκαν όλοι μέσα.
Και ο Σάπιενς και ο Νεάντερταλ και ο Ερέκτους
και άλλοι πολλοί που δεν τους ξέρω.

Σταθήκαμε σε κύκλο.
Κοιταχτήκαμε.
Δεν βρήκαμε κοινή γλώσσα.
Πιάσαμε τα χέρια.

Ένιωσα τον παλμό τους
να κτυπά στο εσωτερικό όλων των παλαμών μου.
Μέχρι που συγχρονίστηκε.

4:44 π. μ.
Βγήκαν όλοι έξω.

Απέμεινα πάλι μόνος μου
Με την Οντογένεση.

 

Οντογένεση

ΑΛΥΣΟΠΡΙΟΝΟ

Δεν ήταν
γκαπ γκουπ
ήταν
ντραμ ντρουμ.

Απ’ το πρωί
ξεκίνησε το ηλεκτρικό αλυσοπρίονο
να τα κλαδεύει
και ο κηπουρός
βάλθηκε να με πείσει
ότι είναι για το καλό τους.

Νταμπ ντουμπ
έκαναν
όταν έπεφταν κάτω
τεράστια τα κλαδιά
λες κι ήταν δέντρα.

(Όταν πριονιστούν όλα τα κλαδιά
και μείνει μόνο ο κορμός
πως λέγεται το δέντρο;
Ίσως απλώς στην πρώτη δημοτικού
όλα να σου φαίνονται μεγάλα.)

-Μικρέ μου, τώρα κάνε πιο πίσω μη βρω εγώ τον μπελά
μου. 0α φυτρώσουν πάλι πιο μεγάλα και θαλερά. Μη
στενοχωριέσαι. Θα ξανάρθω όταν θα ’σαι στη δευτέρα,
να δεις που τότε θα ’ναι ακόμα μεγαλύτερα. Άντε.
θυμώσω.
— Γιατί θα ξανάρθετε;
— Για να τα ξανακόψω.

 

ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΟΜΑΙ

Γνωρίζω ένα ρήμα
και ξέρω να το κλίνω
απέξω κι ανακατωτά
σε όλους τους χρόνους του.

Πάντοτε όμως σε πρώτο πρόσωπο
και κυρίως φωνή παθητική.

Το μόνο που αλλάζει
από καιρού εις καιρόν
είναι το ποιητικό αίτιο.

Άλλως γνωστό ως αίτιο της ποίησής μου

 

ΚΑΥΣΙΜΑ

Ι
Ποτέ δεν κατάλαβα αν όντως είχε καύσιμα
στην σκοπιά που την έλεγαν «Καύσιμα».

Χειρότερο νούμερο το δύο-τέσσερις.
Σκοτάδι όσο θες για να σκοτεινιάζεις,

Μια μέρα ο εφοδεύων μ’ έπιασε στα πράσα
|απ’ τα μπράτσα|.
Δεν τον πρόσεξα, παραδέχομαι.
Απόδειξη ότι δεν φυλάττω καλά το Έθνος.

λίγοτοσκοτάδιλίγοηνύσταλίγοηβουήτουδιαύλου
λίγοηηλικίαμουλίγοαπόλα.

Από ’κείνη τη μέρα βλέπω φαντάσματα.

 

ΙΙ
Στην ουσία
ράβουμε εσαεί το ίδιο ποίημα
ελπίζοντας μια μέρα το υφαντό του πόνου να τελειώσει
ώστε να το πετάξουμε στα σκουπίδια.

Μα τα καύσιμα στον πυθμένα μας είναι ανανεώσιμα.

 

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Είχαμε μόνο:
Πολικό Αστέρα, Πυξίδα, Χάρτη.
Το αζιμούθιο του καταυλισμού:
5.000 χιλιοστόμετρα πυροβολικού.

Κανονίστε να επιστρέφετε πριν το πρώτο φως.
Αν χαθείτε, είστε άξιοι της μοίρας σας. Ξεκουμπιστείτε.

Το στρατιωτικό όχημα έβγαλε απ’ τον κώλο καπνούς
κι εξαφανίστηκε.

Πολικός Αστέρας.

Εκείνο το απομονωμένο αστέρι
δεξιά απ’ τη Μεγάλη Άρκτο
που πάντοτε, βρέξει, χιονίσει, δείχνει τον βορρά.

Άφησα τους άλλους να βγάλουν άκρη,
κι απέμεινα να τον κοιτάζω.

Εδώ και δισεκατομμύρια χρόνια
κάθεται εκεί πέρα μονάχος
μα δεν νιώθει μοναξιά.
Εκτελεί ακούραστα το καθήκον του
που είναι να προβάλλει τον Βόρειο Ουράνιο Πόλο.

Κι αν κάποτε σβήσει, θα πει τουλάχιστον πως μας έδωσε
τη φωτιά.

Κάποια στιγμή
είδα τον λοχαγό ν’ ανεβαίνει πάνω του
χρησιμοποιώντας μια ανεμόσκαλα
κι έπειτα να τρώει τα σωθικά του.

Απ’ το στόμα του έτρεχε αντί αίματος
αστερόσκονη.

Δεν τον χρειάζεστε.
Να δούμε αν θα τα βρείτε χωρίς τούτον τον βλάκα.

 

ΕΦΗΜΕΡΑ

Απάνω που νόμιζα
πως μ’ έχω χαρτογραφήσει
πετάγεται μπροστά μου
τούτος ο ξεροπόταμος.
Από πού κι ως πού;
Τόση ξηρασία δεν έχουν εμένα οι συντεταγμένες μου.

Απόψε είναι η νύχτα
που τα εφήμερα έντομα
έχουν την τελευταία τους έκδυση.
Μάλιστα, ένα είδος που γνώρισα εδώ στον ποταμό,
πρέπει μέσα σε πέντε λεπτά
να στεγνώσουν τα φτερά τους,
να πετάξουν,
να επιλέξουν σύντροφο
και να το κάνουν.

Έπειτα, πεθαίνουν ακαριαία.
Απάνω στο σεξ
όλα τελειώνουν.

Κι εγώ;
Τι στο καλό θέλω με τα εφημερόπτερα;
Σκοπός μου δεν είναι
ούτε η αναπαραγωγή ούτε η εκσπερμάτωση.
Εγώ γνωρίζω καλά το είδος μου
και
δεν θέλω να πεθαίνω κάθε που τελειώνω

 

ΚΑΙΟΜΕΝΟΣ

Και που ξύπνησα σε μια πόλη-θαύμα
τι θα πει;
Εγώ είμαι ακόμα το ίδιο πλάσμα.

Και που μυρίζει μπαρούτι τι θα πει;
Και που φλέγομαι τι θα πει;
Και που κανείς δεν σταματά τι θα πει;

Απαιτείται πολύς κόπος
μέχρι να εξουδετερώσω
μία μία
και να περιμαζέψω
τις νάρκες
που άφησαν κάποιοι
φεύγοντας
απ’ το κορμί μου.

Αν δεν το κάνω
θα συνεχίσω
με κάθε παραπάτημα
να γίνομαι παρανάλωμα.

Χρειάζομαι, επειγόντως, μία σκαπάνη.

Νέα Υόρκη

 

ΑΥΤΟΔΙΑΘΕΣΗ

Όταν γεννήθηκα ήμουν άγραφη πλάκα
αλλά το υλικό της ήταν φτιαγμένο από το
δεσοξυριβοζονουκλεϊνικό οξύ μου.

Όσα έζησα καταγράφηκαν πάνω της.
(Κάποιοι απερίσκεπτοι έγραψαν με μαρκαδόρο ανεξίτηλο
κάποιοι έκαναν ασκήσεις χαρακτικής με μυτερό κόπτη
[εξού και οι ρυτίδες μου]
σε κάποια σημεία έχω λιώσει από μόνος μου γι’ άλλους.)

Ενίσταμαι.
Δεν είμαι θύμα αυτών που μ’ έχουν καθορίσει.
Αρκετά να ’μαι η συνισταμένη
της κληρονομικότητας και του περιβάλλοντος μου.

Έχω χαρτογραφήσει τα όρη και τις χαράδρες μου,
έχω απλώσει πάνω μου λευκό καμβά,
κρατάω στ’ αριστερό μου χέρι κάρβουνο,
κι είμαι και πάλιν άγραφος.

Tabula-ξανά-rasa.

 

ΥΠΕΡΚΑΙΝΟΦΑΝΗΣ II

Εντάξει, λοιπόν, θα το χάψω.
Θα το κάψω.

Έχω πολλά ακόμα στη ζωή μου να συντήξω.
Μέχρι που δεν θα ’χω άλλα να κάψω.
Θα ξεμείνω από καύσιμα.

Έπειτα, η βαρύτητά μου
θα με συνθλίψει.
[Ποιος δύναται να πάει κόντρα στους νόμους της φύσης;]

Προς στιγμήν
-αυτήν της έκρηξης—
θα ’μαι υπερκαινοφανής αστέρας.

Σε κάποιον πλανήτη θα μείνουν έκθαμβοι
με τη λαμπρότητα του κύκνειου άσματός μου.

Έπειτα,
Τ ί π ο τ α.

 

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΤΑΞΙΔΙ

Το δωμάτιο πλέει ακυβέρνητο
μέσα στην κατάμαυρη νύκτα.
Μα έχω αστρολάβο τον λογισμό μου.

Γνωρίζω τη γωνία πρόσπτωσης του σεληνόφωτος
και τη γωνία ανάκλασης των απολεσθέντων.
Γνωρίζω τα ονόματα όλων των ουράνιων σωμάτων,
των πετούμενων, κι όσων έχω πετάζει.

Είμαι άριστος χειριστής τηλεσκοπίων
αλλά όχι τόσο ικανός με τα μικροσκόπια
(ο μικρόκοσμος των ανθρώπων έχει τρομακτικά προβλήματα.
τελοσπάντων.)

Ναυτιλλόμενος με διαφανή άγκυρα αυτό το ποίημα
κι ανεξερεύνητο ύφαλο να πέφτει μπροστά στα πόδια μου.

Ασφαλής πρόβλεψη:
Όπου να ’σαι,
όπου και να ’σαι,
θα Ξημερώσει.

 

 

ΟΙ ΠΕΝΤΕ ΕΠΟΧΕΣ (2012)

άνοιξη

έτσι αρχίζει το παραμύθι
«Μια φορά κι έναν καιρό…»

μα αυτό είναι τώρα
Μια φορά μονάχα.

<>|<>

Σε νιώθω που είσαι πίσω απ’ τη βαριά πόρτα
-πέντε βήματα από μένα-

παλιρροϊκό κύμα έτοιμο να τη σπάσεις
άνεμος έτοιμος να τη ρίξεις
τέρας έτοιμο να τη φας

τίποτα δε σε κρατάει πια!

Έλα μέσα,
Έρωτα.

<>|<>

Τις νύχτες
εμείς οι δυο
ξεντυνόμαστε τις ενοχές
και τις ρίχνουμε τσαλακωμένες στο πάτωμα

γυμνοί
-παρότι στο σκοτάδι-
βλέπουμε επιτέλους την αλήθεια μας

ξημερώνει
μα εμείς ακόμα κοιτάζουμε

Ομολογώ
πως κάποια πρωινά δελεάστηκα
να κυκλοφορήσω στο δρόμο
φορώντας τον εαυτό μου
και τίποτε άλλο.

 

καλοκαίρι

Είναι πολύ παράξενο

εκεί που σ’ αγάπησα
ήταν στ’ αλήθεια το τέλος του κόσμου

οδηγώντας για ώρα πολλή
φτάναμε σ’ ένα σημείο
που ο δρόμος τελείωνε
και υψωνόταν ένα τεράστιο βουνό μπροστά μας

Το τέλος του κόσμου
Η αρχή της αγάπης.

<>|<>

Όταν έρθει η αγάπη η αληθινή
δε χρειάζεται
ούτε το μικρό δάχτυλο να κουνήσεις

καθόλου να μετακινηθείς
απ’ τον εαυτό σου
αν είναι η αγάπη η πραγματική.

<>|<>

Κάποιες φορές
έχω την εντύπωση
πως εσύ δημιούργησες το σύμπαν

Εσύ προκάλεσες τη Μεγάλη Έκρηξη
κι από τότε κρατάς τα νήματα
όλων των πλανητών και σωμάτων
κι ελέγχεις την εντελέχεια

Κι ακόμα δεν πιστεύω
με πόση μαεστρία και προσοχή
κρατάς αυτό το μικρό αστέρι
κι ολοένα του δίνεις πνοή για να μη σβήσει

Ολόκληρο σύμπαν
μα εσύ έχεις πιότερη έγνοια
αυτό το ασήμαντο αστέρι

Σαν ένα μικρό παιδάκι
το ταξιδεύεις ανάμεσα στα νεφελώματα
και το κρατάς σφιχτά να μην πέσει σε μαύρες τρύπες

Του δείχνεις το δρόμο
μέσα στο άπειρο.

<>|<>

Ζητούσα πάντα βοήθεια
μέσω λέξεων
που κάποιοι ονόμασαν ποιήματα

Όταν ξαφνικά
σταμάτησα να ελευθερώνω πόνο στο σύμπαν

Όχι πια αστροναύτης του πόνου
ούτε χαμένος στο διάστημα

Πήρα σπίτι σ’ ένα γειτονικό γαλαξία.

 

φθινόπωρο

Αυτή η λάμψη
που αδιάκοπα σε συνοδεύει
λες κι είναι αύρα σου

Δεν είναι δική σου.

Είναι η αντανάκλαση
του εαυτού μου πάνω σου.

<>|<>

Εγώ είμαι δοχείο
συγκοινωνούν μ’ εσένα

Έχει ανοίξει η στρόφιγγα
της αντοχής μου.

Προσοχή!
Αδειάζουμε!

<>|<>

Έτσι είχες κάποτε εσύ ονομάσει εμένα:
«Βροχή σε περίοδο ανομβρίας»

Κι εγώ ολόχαρος
έριξα όλα τα κυβικά νερού μου επάνω σου

Μα εσύ ήσουνα ξανά και ξανά
σε κατάσταση ξηρασίας.

<>|<>

Μπορείς στ’ αλήθεια
σε μια στιγμή να ζήσεις
όσα ζεις σε μια ολάκερη ζωή

μπορείς κιόλας
σε μια στιγμή
να χάσεις όλες τις στιγμές
που θα ’χες την ευκαιρία
να έρθει εκείνη η στιγμή.

<>|<>

Σήμερα είπα να παίξω
τα αισθήματά μου για σένα
Κορώνα Γράμματα

βρήκα ένα κέρμα
επάνω στο ράφι
κι έγραφε με ανάγλυφα γράμματα
Θυμός

το ’ριξα ψηλά

μέχρι να πέσει στο πάτωμα
και ν’ ακούσω το γδούπο του
ακόμα ήλπιζα

αλλά το μόνο που είδα
ήταν ζωγραφισμένη τη Λύπη μου
στην πίσω πλευρά του.

<>|<>

Είναι η αγάπη μας
μια πλάνη
κι η ζωή ακόμα πιο μεγάλη

Είναι η αγάπη μας
ένα όνειρο
μέσα σε όνειρο.

<>|<>

Συνήθως μετά τις δώδεκα η ώρα
όλοι έχουν φύγει
και μένω με τον εαυτό μου μονάχος

Θα προτιμούσα
να μη μέναμε οι δυο μας
γιατί όλο με ρωτάει πράγματα

«Γιατί έκανες τούτο;
Γιατί είπες τ’ άλλο;»

Φεύγοντας την επόμενη φορά πάρτε τον μαζί σας.

<>|<>

Μέρες τώρα
προσποιούμαι πως έχω πεθάνει

ελπίζοντας να με ψάξεις
ή έστω να με θάψεις.

 

χειμώνας

Οι μέρες περνούν
χωρίς τίποτα να συμβαίνει

εγώ συνεχίζω να πενθώ
ελπίζοντας πως κάποτε τη λύπη
θα ξορκίσω

Το ξόρκι είναι σκληρό:
«Τρεις φορές να φωνάξω πως εσύ δεν αξίζεις
και αμέσως η λύπη εμένα θ’ αφήσει»

Απ’ το πρωί είμαι εδώ
προσπαθώ να ξορκίσω τη θλίψη
αλλά μπερδεύω τα λόγια μου
κι ολοένα λέω «αξίζεις».

<>|<>

Πότε θα ’ρθει ο ύπνος
κι εμένα να πάρει;

δοκίμασα τα πάντα

ακόμα και στο μυαλό μου
να σε σκοτώσω
με μια χούφτα χάπια λήθης

αλλά συνεχίζω
όλο το βράδυ τους τοίχους να φυλάω
και ξανά την εικόνα σου να φιλάω.

<>|<>

Εδώ και λίγους μήνες
πονά ασταμάτητα το κεφάλι μου

Μια φίλη είπε τρομαγμένα:
«Να πας να κάνεις τομογραφία εγκεφάλου
να δούμε τι συμβαίνει μέσα στο κεφάλι σου»

Δε βαριέσαι.

Ξέρω από τώρα πως
η τομογραφία θα τυπώσει
τη φωτογραφία σου.

<>|<>

Κάποτε δέχομαι αναπάντεχες νυχτερινές επισκέψεις
από φαντάσματα

τρομάζω
μιας και δεν πιστεύω στη μετά θάνατον ζωή

Ευτυχώς με διαβεβαιώνουν
ότι έρχονται από το παρελθόν.

<>|<>

Ένα λεπτό πριν το ξημέρωμα
ορκίζομαι
πως δεν έχω ξαναδεί πιο σκοτεινό σκοτάδι

Μαύρη τρύπα
απειλεί να με ρουφήξει
μέσα απ’ όλα τα παράθυρα.

<>|<>

Το παρελθόν μου
κάθε μέρα μεγαλώνει
κι εγώ το κουβαλώ
πάνω στους ώμους μου

τουλάχιστον ο Σίσυφος
είχε συνεχώς την ίδια πέτρα να κουβαλάει

ενώ το δικό μου βάρος
μεγαλώνει μέρα με τη μέρα.

<>|<>

Μέρες ολόκληρες
κάθομαι άπραγος
περιμένοντας να γεννήσω
αυτό το ποίημα

Αντί να σπάζουν τα νερά
νερά μπάζουν από παντού
και βυθίζομαι

Μέρα με τη μέρα
γνωρίζω καλύτερα το ποίημα αυτό
αλλά δεν τίκτεται
Κι ούτε τήκεται

Αναρωτιέμαι ποιος βιαστής
φύτεψε αυτό τον σπόρο μέσα μου

Ίσως στο τέλος να μη γεννήσω ένα ποίημα
αλλά εγώ ο ίδιος να εξαχνωθώ σε ποιητατμούς.

 

αγρανάπαυση

Πέρασαν μήνες
στέγνωσα από λέξεις και συναίσθημα
ποτέ δεν έγραψα
και δεν ξέρω αν ήταν που δεν έβρισκα τις
ή αν δεν ένιωθα τίποτα

Συγχώρεσέ με, Ποίηση
που μακριά σου είχα φτάσει

Ήταν στιγμές που φοβήθηκα
πως δε θα ξαναγράψω
ή μάλλον πως δε θα ξανανιώσω

τι τρομαχτικό!

Ξαφνικά όμως ένιωσα σήμερα κάτι
και σε σένα, Ποίηση, έχω πάλι στραφεί

ας είναι άγιο τ’ όνομά σου.

<>|<>

Δε θέλω να σε θάψω
σε σεντούκι
έξι πόδια κάτω από τη γη.

Θέλω να σε φυτέψω
στο φρέσκο χώμα της ψυχής μου.

Και πάνω σου να βλαστήσουν
όμορφα λουλούδια.

Έτσι θέλω να είναι
η ύστερη εποχή σου.

Μετά σου.

<>|<>

Έχω σπαταλήσει ώρες πολλές
να σκέφτομαι
πώς άραγε
νιώθουν οι άλλοι

Έχω φορέσει
τόσες πολλές φορές
ξένα παπούτσια
που πια έχει αλλάξει
το μέγεθος του ποδιού μου.

<>|<>

Όταν γεννιέται ένα παιδί
οι νεράιδες είναι παρούσες
και δίνουν τα δώρα τους

γνωρίσματα
που θα γλιτώσουν τον άνθρωπο
απ’ τον επικείμενο πόνο

Σ’ άλλους δίνουν θέληση
σ’ άλλους υπομονή
και σ’ άλλους δύναμη

δίνουν μέχρι κι αναλγησία

Εμένα μου ’δωσαν
την Ποίηση.

<>|<>

Η πέμπτη εποχή

Τελείωσαν όλες οι εποχές

έχω ζήσει τον κύκλο
που κάνει ο έρωτας

Το πρώτο λάκτισμα και τον τελευταίο σπασμό του έρωτα.

Έχω βάλει τα συναισθήματά μου σε βιτρίνα
και μπορώ, επιτέλους, να τα κοιτάζω
λες κι είναι αρχαιολογικά εκθέματα

ο χειμώνας τούτος ήταν βαρύς
επέζησα όμως
και ζω τώρα την παντοδυναμία της αυτοδυναμίας μου

Είμαι ο Ένας και ο Καθένας.

Διαισθάνομαι πως κάποτε θα ’ρθει ξανά άνοιξη
μα αυτή η εποχή, τώρα, είναι ιδιαίτερη

Όχι, ξεγελάστηκα.
Δεν είχαν τελειώσει όλες οι εποχές

Κάθισα
άπλωσα τα άκρα μου στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα
κι αναπαύομαι·

μέσα μου ίσως σκιρτούν ακόμα ζιζάνια
αλλά, τι λύτρωση,
δεν χρειάζομαι τίποτα.

Δεν ήξερα πως υπάρχει εποχή πέμπτη!

Τώρα ξέρω
γιατί οι πάνσοφοι αγρότες
αφήνουν κάποτε τα χωράφια τους
σε αγρανάπαυση.

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Υπερκαινοφανής

ΝΕΝΑ ΦΙΛΟΥΣΗ

Διόραμα τεύχος 19 (Περιοδικό Τεχνών και Πολιτισμού  10/2018)

Το δεύτερο ποιητικό βιβλίο του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου, που κυκλοφόρησε τον Μάιο του 2017 από τις εκδόσεις Μελάνι, ήρθε πέντε χρόνια μετά το πρώτο, Πέντε Εποχές (Μελάνι 2012) να επιβεβαιώσει την ποιητική του ταυτότητα, εξασφαλίζοντάς του έτσι μια θέση από όπου η νέα φωνή του καταθέτει τη δική της μαρτυρία για την εποχή του.

Το βιβλίο, αποτελείται από δύο διακριτές ενότητες, που τιτλοφορούνται αντίστοιχα, Φυλογένεση και Οντογένεση. Ο ίδιος στις Σημειώσεις του εξηγεί για τη φυλογένεση: η μελέτη της ιστορίας της βιολογικής εξέλιξης ενός είδους, ενώ για την οντογένεση: η μελέτη της ιστορίας και ζωής ενός μεμονωμένου οργανισμού. Σκόπιμη και ευφυής επιλογή για τις δύο ενότητες δεδομένου του περιεχομένου τους αλλά και ό,τι αυτό σημαίνει για τη συλλογή των 48 και 50 ποιημάτων αντίστοιχα. Διατηρούμε ωστόσο το δικαίωμα να συνδέσουμε τους δύο υπότιτλους με περεταίρω σημάνσεις, καθώς έχουμε να κάνουμε με ποίηση και οι ποιητές έχουν εκ φύσεως μέθη και παρά- νοια. Ο Καραγιάννης υποστηρίζει ότι οι βιολογικές αυτές έννοιες καθιστούν τα ποιήματα καθόλα πολιτικές δηλώσεις (Cadences, 13o τεύχος). Συμφωνώ και προσθέτω ότι ως πολιτικό ον, ο σκεπτόμενος ποιητής αδυνατεί να εκδυθεί την καθολική αγωνία της ανθρωπότητας. Εξάλλου, η αυτοενοχοποίησή αποτελεί αυτόβουλη στάση του να σηκώσει πάνω του όλη την αθλιότητα του άκοσμου κόσμου μας που αφήνει παιδιά να πεθαίνουν, σκοτώνει ανθρώπους σαν να ήταν αναλώσιμο είδος, καταστέλλει επαναστάσεις και καταπατεί ανθρώπινα δικαιώματα.

Για να είσαι σε θέση να μιλήσεις για ένα έργο, χρειάζονται πολλές αναγνώσεις. Ο Υπερκαινοφανής, δεν χαρίζεται στον αναγνώστη. Κάθε φορά, ο δεύτερος, ανακαλύπτει νέους τόπους και οδούς για να συν- κινηθεί ή να συλλογιστεί ή να αυτοανατραπεί. Ο λόγος για τον λόγο του Άλλου, επισύρει μια ιδιότροπη ευθύνη και μια διαδικασία όχι απλώς ερμηνείας, αλλά κυρίως δημιουργίας μιας διαδρομής μέσα από την οποία ως αναγνώστες θα εισέλθουμε στα ενδότερα της διανόησης και της ποιητικής του γλώσσας. Ουδόλως εύκολη υπόθεση. Σημειώστε και την αναγκαιότητα να έχουμε πρώτα καθαρθεί από κάθε προηγούμενη υποψία και πάθος παλεύοντας για την αθωότητα του αναγνώστη που η ποίηση (αν είναι όντως ποίηση) θα του αναδεύσει τα σωθικά ή θα τον ακινητοποιήσει χρονικά για όσο αντέχει.

Με την πρόθεση να μιλήσω για το βιβλίο, χρειάστηκε να επιλέξω έναν άξονα. Η αλήθεια όμως είναι ότι η συλλογή αυτή, προσφέρει πολλά θέματα για συζήτηση: η συμπαντική διάσταση του κόσμου και του προσώπου, ο χρόνος και ενίοτε η κατάργησή του ή η καθολικότητά του, η ιστορικότητα, η μνήμη, τα ταξίδια του ποιητικού ήρωα, η συγκρότηση της ταυτότητας του εγώ και η προσωπική περιπέτεια, η σχέση με το νερό και τις ιδιότητές του, η ενοχή και η ενοχοποίηση, η καταβαράθρωση κάθε παγιωμένης βεβαιότητας, η αμφισβήτηση της κατασκευασμένης τάξης, οι άπειρες ετερωνυμίες μέσα από εκμαγεία, αποτυπώματα, γλυπτά, αγάλματα, προσωπεία. Ακόμα και η αισθητική απόδοση κάποιων στίχων (μείξη πεζών – κεφαλαίων γραμμάτων, σχέδια, επιμελώς διαταραγμένη σειρά λέξεων). Συνεπώς γίνεται αντιληπτό ότι διαφορετικά πεδία συνδέονται με την αναζήτηση ερμηνευτικών προτάσεων και προσφέρουν γενναιόδωρα τα εργαλεία τους.

Η Φυλογένεση σε ζαλίζει, σε τσιγκλά, σε περιστρέφει γύρω από την κοινή μοίρα των ανθρώπων άλογα και μεταπραγματικά (sic) αφού οι χρονικές συμβάσεις αναπτύσσονται γύρω από ιστορικά ή μυθολογικά γεγονότα: πρώτος παγκόσμιος πόλεμος, Άουσβιτς, Χιροσίμα, αποίκιση Αμερικής από ασιατικές φυλές, Μινωική έκρηξη, Κίνα 200 π.Χ. , σεισμός 18ου αι. στη Λισαβόνα, επανάσταση των Γαριφάλων και της Ουράνιας Γαλήνης, ανεύρεση φυσικής ανθρώπινης μούμιας του 3300 π.Χ. , Ορφέας και Ευρυδίκη, η στήλη της Ροζέτας, Ολυμπιακοί του ’68, κομήτες, περσίδες, πύραυλοι, βόμβες, υπερκαινοφανείς αστέρες, το άδικο που επαναλαμβάνεται διαρκώς μέσα στην ιστορία, ο θάνατος. Πάντα, μέσα από τα μάτια του ποιητή που στέκεται κριτικά, ενίοτε ειρωνικά απέναντι στη χρονική απόσταση, απέναντι στις αποστάσεις γενικώς.

Επιλέγω τρία αποσπάσματα :
Μέχρι χθες ακόμη/ μπηγμένοι στα χαρακώματα/ βλέπαμε τα χρόνια να περνούν / και τους φίλους να πεθαίνουν στα χέρια μας. (Δεν είμαστε οι τελευταίοι, Στις πεδιάδες της Φλάνδρας, σ. 40)
Δεν ξέρω αν η θλίψη σας είναι /που τόσα χρόνια δεν σας έβρισκαν/ ή που τελικά δεν έγινε ο πόλεμος /για τον οποίο έχετε φτιαχτεί. (Πήλινος Στρατός, σ. 27)
Και
Το σύμπαν ξέρει μόνο να διαστέλλεται/ από τον καιρό της Μεγάλης Έκρηξης./ Κι έχω να δηλώσω πως δεν έτυχε ποτέ να συνωμοτήσει ολόκληρο για να καταφέρω εγώ κάτι. (Διαγαλαξιακό, σ.16)

Σε δέκα ποιήματα της συλλογής ορίζεται ως αφετηρία το σύμπαν, ο αστρικός κόσμος, η αστρονομία εν γένει, με την οπτική βεβαίως του ποιητή, ο οποίος χειρίζεται επιδέξια την επιστημονική πληροφορία κατά τη μετάπλασή της σε ποιητικό λόγο. Εδώ, ο αστρικός κόσμος θεωρώ ότι συνιστά ετερωνυμία της ανθρωπότητας και όπως θα προσπαθήσω να δείξω στη συνέχεια, ερμηνεύεται με απολύτως ερωτικούς όρους: Τόσοι γαλαξίες / να μην έχουν κανέναν να τους γράφει ποιήματα; (σ.16) Πιστεύω πως κάτω από τη science fiction προσέγγιση και τις ιστορικές αναφορές βγαίνει μια φωνή σπαρακτική, (η φωνή που στο intro ποίημα της συλλογής δηλώνει ότι του λείπει) μια individual οντότητα η οποία ποθεί να ενωθεί με κάτι άλλο, που υπερβαίνει τις φυσικές δυνάμεις, το εδώ και τώρα, τη σύμβαση (συγκυρία ή τύχη;) να έχει γεννηθεί σε συγκεκριμένο τόπο, να μιλά συγκεκριμένη γλώσσα, να ζει με τον τρόπο που ζει. Μια φωνή καθόλα δραματική, αφού αποδίδει και «δείχνει» σαν δρώμενο, με αείζωον πάθος ακόμα και σκοτεινές γωνίες του ασυνείδητου, δημιουργώντας έτσι μια νέα κοσμιότητα, πιο κοντά στη δικαιοσύνη. Έτσι λοιπόν, ο ποιητής ταυτίζεται με το αχανές του κόσμου και του χρόνου, γνωρίζοντας ότι τα μεγάλα λόγια και οι μεγάλες βλέψεις οδηγούν στο τέλος, στην πτώση. Ενδεικτικό παράδειγμα το ποίημα Κομήτης ISON: (σ. 15). Αστροφυσικές ατάκες αιωρούνται ελεύθερα και οι συμπαντικές ενέργειες ονοματίζονται με όρους αρχαίας τραγωδίας. Η άνοδος και η πτώση. Η ύβρις και η νέμεση, η ίσις και η άτη, για να καταλήξει στο αναπόφευκτο και κομματιασμένο : «Κατακερματίστηκα», όπου η μορφή της λέξης σημασιοδοτεί το περιεχόμενό της.

Όσοι έχουν γράψει ή μιλήσει για τον Υπερκαινοφανή ή και ειδικότερα για τη Φυλογένεση (π.χ. Παπαλεοντίου στο 64ο τεύχος του ΑΝΕΥ, Τσιάρτας στο fractalart, Μολέσκης, Γαλανού και Μιχαηλίδου στις παρουσιάσεις του βιβλίου, Διώνη Δημητριάδου στο meanoihtavivlia.blogspot.com.cy κ.α.) εντοπίζουν την κοσμολογική θεματολογία της και τη συνομιλία του ποιητικού υποκειμένου με τα συμπαντικά φαινόμενα και την ανθρώπινη ιστορία. Ωστόσο, μόνο δέκα ποιήματα αφορούν στον κόσμο του σύμπαντος (προσέξτε το κλάσμα 10/98 του βιβλίου ή αν θέλετε 10/48 της Φυλογένεσης). Ερευνώντας για τους υπερκαινοφανείς αστέρες ή supernovae μαθαίνουμε ότι:
«Ο όρος αναφέρεται σε διάφορους τύπους εκρήξεων που συμβαίνουν στο τέλος της ζωής των αστέρων κατά τις οποίες παράγουν εξαιρετικά φωτεινά αντικείμενα, αποτελούμενα από πλάσμα, (ιονισμένη ύλη) και των οποίων η αρχική φωτεινότητά τους στη συνέχεια αδυνατίζει μέχρι του σημείου της αφάνειας μέσα σε λίγους μήνες. Η θερμοπυρηνική έκρηξη παράγει λάμψη κατά πολύ μεγαλύτερη από αυτή ολόκληρου του γαλαξία. Οι εκρήξεις σουπερνόβα είναι η κύρια πηγή πολλών σημαντικών στοιχείων. Για παράδειγμα, όλο το ασβέστιο στα οστά μας και όλος ο σίδηρος του οργανισμού μας έχουν παραχθεί σε κάποια έκρηξη υπερκαινοφανούς, εδώ και δισεκατομμύρια χρόνια. Η έκρηξη μεταφέρει αυτά τα βαρέα στοιχεία στον μεσοαστρικό χώρο, εμπλουτίζοντας τα μοριακά νέφη (αστρική σκόνη ή αστρόσκονη) που αποτελούν την πρώτη ύλη για τον σχηματισμό των αστέρων και των πλανητών. Κάθε άτομο του σώματός μας, κάθε μόριο του αέρα που αναπνέουμε, δημιουργήθηκαν σε ένα άστρο και έφτασαν ως εδώ με μια έκρηξη υπερκαινοφανούς. Κατά μία έννοια, είμαστε κυριολεκτικά παιδιά των αστεριών.»
Και λέω κι εγώ με το φτωχό μου το μυαλό, ώπα, τι έχουμε εδώ; Θυσία! Και οι θυσίες εξ ορισμού συνιστούν ερωτική διάθεση και προσφορά. Σαν ορθόδοξη αρτοκλασία, σαν μυστικιστικό καννιβαλιστικό δρώμενο, σαν να λέμε «και διεμερίσαντο το φως αυτού, έλαβον λάμψη». «Η γραφή είναι ό,τι μένει από την «έκρηξη» του ποιητή, που τεμαχίζεται στα ποιήματά του», κατά τον Παπαλεοντίου . Αφήνοντας τεράστια λάμψη και δημιουργώντας νέα αστέρια – ποιήματα προσθέτω. Η αστρόσκονη του Παπαγεωργίου, σαν άλλη φθορά καθίσταται γενεσιουργός παράγοντας και κατακάθεται σε κάθε τι που ξαναγεννιέται για να θυμηθούμε και τον Ελύτη «ό,τι αγαπώ γεννιέται αδιάκοπα, ό,τι αγαπώ βρίσκεται στην αρχή του πάντα» (Ήλιος ο Πρώτος ΙΙΙ). Κι έτσι, ενώ τα ποιητολογικά του ποιήματα είναι ενδεχομένως πιο ολοκληρωμένα εντούτοις τα κοσμολογικά εντυπώνονται στον αναγνώστη περισσότερο.

Ως λογικό επακόλουθο λοιπόν, τα απολιθώματα και η φθορά του ανθρώπινου σώματος που συναντάμε σε κάποιους στίχους δεν αναχαιτίζουν την ανάγκη που εκφράζεται για διεμβόλιση του χρόνου, τη βαθύτερη επιθυμία του ανθρώπου για αθανασία: Κι αν η γη έχει στ’ αλήθεια ηλικία 4,55 δισεκατομμύρια χρόνια / ψάχνω μία ρωγμή στον αχανή χ χρόνο /να χωρέσω μέσα. (Απολίθωμα, σ.17) και του ποιητή για υστεροφημία : εύχομαι αυτό το ποίημα να φτάσει σ’ εκείνη την εποχή, τουλάχιστον, ως απολίθωμα. (στο ίδιο). Ο ποιητής εστιάζει σε όλα με δισυπόστατη γλώσσα υλική και συμβολική: Τα είδα όλα. / Στην αρχή μέχρι τριάντα πέντε χρόνια πίσω. / Ύστερα ακόμα πιο πίσω./Απείρως. (Ξεκίνημα, σ. 11). Ποια όλα; Η έπαρση της νιότης; Ορμή για ζωή και γνώση; Ποιος χρόνος; Της αφήγησης; Της εμπειρίας; Της ποιητικής έμπνευσης; Λέξεις όπως τότε, σήμερα, χρόνια, κάποτε, προτού και άλλοι χρονικοί προσδιορισμοί παντού, σχεδόν σε κάθε ποίημα. Επίσης, η ταύτιση του εγώ με τον χρόνο, με το τέλος, με τα περασμένα αλλά και τα μελλούμενα : Κλειστήκαμε σ’ ένα δωμάτιο/ εγώ και οι άλλοι τρεις εαυτοί μου. Ο συντελεσμένος/ Ο επιτελεσμένος/ Ο τετελεσμένος. Προσέξτε την επιλογή του β συνθετικού τέλος που σημαίνει σκοπός ή προορισμός (Μουσική δωματίου σ. 102). Κι ακόμα, στο καταληκτικό και ομότιτλο ποίημα της Φυλογένεσης, ολόκληρη η ανθρωπότητα από καταβολής κόσμου, συνυπάρχει και συγχρονίζεται στην ατομική αγωνία: 4:44 π.μ. /Μπήκαν όλοι μέσα. /Και ο Σάπιενς και ο Νεάντερταλ και ο Ερέκτους/ και άλλοι πολλοί που δεν τους ξέρω.[ …] 4:44 π.μ. /Βγήκαν όλοι έξω./ Απέμεινα πάλι μόνος μου/ με την Οντογένεση. (σ.67). Έτσι, κάποτε το κοινό κοινωνικό γίνεται ιδιωτικό, κυρίως στη Φυλογένεση όπως επί παραδείγματι στο ποίημα Ενοικιάζεται (σ. 23) ή το Κομήτης CP 820692 (σ.64) και άλλοτε το προσωπικό βίωμα ανάγεται σε πανανθρώπινη εμπειρία ή επιθυμία, αναγωγή που χαρακτηρίζει περισσότερο την Οντογένεση, βλ. ποίημα Εφήμερα (σ.86 )ή Δυσεπίλυτη άλγεβρα (σ.103) ή Αλγαισθησία (σ.93).

Για την ταύτιση του συλλογικού με το ατομικό γίγνεσθαι αλλά και την ευφυή χρήση λογοπαιγνίων, διαβάζω το ολιγόστιχο ποίημα Erection (=ανόρθωση, στύση) (σ.21)
Μόλις τελείωσα / κοιμήθηκε ευτυχώς ο Homo Erectus/ ξύπνησε όμως ο Homo Solitarius (από το solitus (=μόνος)

Η οντολογική κινητικότητα του ποιητικού αυτού corpus με τις αναρίθμητες υπονομεύσεις της επιστημονικής γνώσης μέσα από κατ’ επίφαση ρεαλιστικές εικόνες και αλλοτριωμένες σημασίες δηλώνεται κάποτε ρητά ή συνήθως υπόρρητα σε ό,τι αφορά στο σύνολο, στην πραγματικότητα των Άλλων. Ενώ δηλαδή ο χωροχρόνος δηλώνεται, εντούτοις είναι εμφανής και έντονη η προσπάθεια του ποιητικού εγώ είτε να τον καταργήσει, ειδικά όταν αφορά στο όλον, (παρατηρείται έντονα στη Φυλογένεση), είτε να τον θωπεύσει όταν αφορά στο προσωπικό πένθος, (ειδικά στην Οντογένεση, βλ. ποίημα Ημέρα μνήμης απολεσθέντων, σ.84). Σ’ αυτό συμβάλλει και η ταξιδιάρικη ψυχή του ποιητή. Τοπία υπαρκτά αναφέρονται σε ποιήματα ή σημειώνονται ως γενέτειρα του ποιήματος με σκηνοθετική επιμέλεια: Φλωρεντία, Κίνα, Σαντορίνη, Λονδίνο, Βουλγαρία, Στρασβούργο, Νιζ, Βερολίνο, Μετέωρα, Αθήνα, Λισαβόνα, Καλαβασός, Πράσινη Γραμμή, Ψηλορείτης, Βοστώνη, Κακοπετριά, Νέα Υόρκη. Και παράλληλα, ποτάμια , λίμνες, θάλασσες γιατί «καταγόμαστε από το νερό». Παρόλα αυτά, ο ποιητής καταφέρνει εντέλει να αποδράσει απ’ όλα δηλώνοντας: Είμαι ελεύθερος ανεξαρτήτως χωροχρόνου. (Υπερκαινοφανής Ι, σ.65)

Στην Οντογένεση, συναντούμε πιο προσωπικά ποιήματα, στα οποία άλλοτε το εγώ ταυτίζεται με την ποίηση ή το ποίημα, ή με τον τόπο μας (Ορυχείο σ.92) ή την οικουμένη (Εθνικός ύμνος σ. 83), άλλοτε είναι ο ίδιος ο ποιητής που εκτίθεται σε προσωπικές εξομολογήσεις μέσα από μετωνυμίες alter ego (Η εξομολόγηση μιας πεταλούδας σ. 104) και υπαινικτικές ετεροπροσωπίες (Πρόσωπα σ.112), μικρές ποιητικές αυτοβιογραφίες, τοποθετημένες σχεδόν σε χρονολογική σειρά. Παιδικές μνήμες – τραύματα, εφηβική διαπίστωση για την αστοχία της εκπαίδευσης, πέντε ποιήματα με αφετηρία τη στρατιωτική θητεία και τη φοίτηση στη σχολή εφέδρων αξιωματικών, ταξίδια, ερωτικά στιγμιότυπα ή επιθυμίες, απώλειες, η οδυνηρή περιπέτεια με την ποίηση. Κι εδώ θα ήθελα να σταθώ στα ποιήματα ποιητικής του βιβλίου. Στις «Αυτόχειρες ποιήτριες» δραματοποιείται μια συνάντηση του ποιητή με την Ανν Σέξτον, τη Σύλβια Πλαθ και τη Βιρτζίνια Γουλφ. Το ποίημα, με τον τίτλο «Ποιητική», αποτελεί κριτική στην ποιητική ταυτότητα, και άρα και αυτοκριτική: «Για πες τώρα, ποιητή, εσύ, τί έκανες; / Εκτός από το να ποιείς, / πράττεις κιόλας; / Ή μήπως είν’ αρκετή η γραφή σου;» (σ.51) κι αλλού για τον αναμενόμενο θάνατο ενός μικρού παιδιού, γράφει ειρωνικά: «εγώ όντας ποιητής περιμένω το συμβάν να συμβεί για να γράψω ποίημα» (σ.48). Επίσης στο Γιώτα της Ποίησης (σ.106) και στο Ανθεκτικότητα (σ.107) καταθέτει τον εγκλωβισμό του στην οδύνη και την ηδονή της ποίησης. Τέλος, σε άλλα δύο ποιήματα Ημέρα μνήμης απολεσθέντων (σ.84) και The poetics of now (σ.89) υπονομεύεται η εν δυνάμει θέση του ποιητή μπροστά στη φρίκη του πολέμου ή την απώλεια του προορισμού ως τόπου του επιθυμητού.

Εν τέλει, μέσα από κοσμολογικά ή προσωπικά – ετερωνυμικά ποιήματα ο Παπαγεωργίου διασώζει την αναρχία του κόσμου με όρους ερωτικούς ενώ ταυτόχρονα η ευκοσμία του σύμπαντος ή του προσωπικού μικρόκοσμου υπονομεύεται από την ποιητική ειρωνεία και την γνήσια ποιητική του θέαση καταφέρνοντας να αντικρίσει τη ζωή μέσα από τα μάτια του sapiens, περισσότερο ως solitarius και, το σημαντικότερο, ως poieticus άνθρωπος που δηλώνει τη φωνή και τον λόγο του. Εύχομαι το μικροσύμπαν των λέξεων και των παύσεων του αλλά και το μακροσύμπαν των συλλογισμών του και των τραυμάτων ατομικών ή συλλογικών, να συνεχίσουν να συναντώνται ερωτικά και παραγωγικά. Εύχομαι στον Κωνσταντίνο Παπαγεωργίου να εκρήγνυται ακατάπαυστα και να λάμπει αδιαλείπτως μέσα από τους στίχους του.

 

ΜΑΡΙΑ ΠΥΛΙΩΤΟΥ

εφημερίδα Αλήθεια 19/7/2018

Ο νέος ποιητής Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου ξεχώρισε κιόλας από την πρώτη ποιητική συλλογή του (Οι Πέντε Εποχές, 2012), ένα ποιητικό βιβλίο που η ανάγνωσή του μας είχε προδιαθέσει θετικά για τη μελλοντική εξέλιξη του ποιητή και τη σοβαρότητα που αντιμετώπιζε ο ίδιος το θέμα ποίηση. Είχαμε γράψει τότε: «ο ποιητής δεν αφήνει τίποτα στην τύχη και αυτή η υπευθυνότητα είναι σίγουρο πως θα συνεχιστεί». Και συνεχίστηκε κι έχουμε τώρα μπροστά μας τη νέα, τόσο ενδιαφέρουσα, δουλειά του «Υπερκαινοφανής». Στις «Σημειώσεις» του ο ίδιος ο ποιητής επεξηγεί πως «υπερκαινοφανής» αστέρας είναι ένας αστέρας που πεθαίνει σταδιακά και καταστροφικά, με αποτέλεσμα μια τιτάνια έκρηξη… Λέει κι άλλα για τον αστέρα αυτό, λέει παρακάτω και για καμιά πενηνταριά άλλες λέξεις, λέξεις και έννοιες βέβαια που τον ενέπνευσαν να γράψει αυτή τη νέα του συλλογή. Πρωτότυπα ποιήματα που σε ξαφνιάζουν με την τολμηρή σύλληψή τους και από τα οποία, βέβαια, δεν λείπει η υπαρξιακή αγωνία, η έκπληξη, ο αυτοσαρκασμός, η ειρωνεία. Τόσο νέος και στη νέα του δουλειά ο Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου ασχολείται με το θέμα του θανάτου (Ο πρώτος θάνατος, Η φυσική απιθανότητα του θανάτου στο μυαλό ενός ζωντανού κ.α.).
Είναι ποιήματα του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου που νιώθεις να μοιάζουν με συμπυκνωμένα μυθιστορήματα, με τις απορίες και τα κενά που εσκεμμένα αφήνει για να τα συμπληρώσει ο αναγνώστης με τη δική του φαντασία. Και προχωρείς, κι όσο προχωρείς νέες εκπλήξεις αυτοσαρκασμού, αυτοσάτιρας, αυτοειρωνείας (Ενοικιάζεται, σελ. 23) σε περιμένουν. Και ξαφνικά η ποίηση πάει να γίνει εικονογραφική (Ο Otzi, σελ. 26), πάει να γίνει ξανά συμπυκνωμένος μύθος (Ποίηση μετά το Άουσβιτς, σελ. 42-43). Η εικόνα εναλλάσσεται με το μύθο (Ο γύπας και το κοριτσάκι, σελ.48-49). Παρομοιώσεις ή μεταφορές που ξαφνιάζουν: «Γαία / χλωμή μπλε τελεία / μόριο σκόνης που αιωρείται σε μια ηλιαχτίδα / να προσέχεις. / Τα πράγματα θα γίνουν πιο δύσκολα». (σελ. 66). Μια ποίηση, το ξαναλέμε, που ξαφνιάζει με την ευρηματικότητά της. Μια ποίηση, ζωγραφική, γεωμετρία, χημεία, ό,τι φανταστείς. Ενδιαφέρουσα, μοναδική.

 

Λευτέρης Παπαλεοντίου

ΑΝΕΥ, 64ο τεύχος.

Ήδη με την πρώτη συλλογή του (Οι πέντε εποχές, 2012), που προσέχθηκε και στην Ελλάδα, ο Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου (Κύπρος 1981) εμφανίστηκε στον χώρο της ποίησης με αρκετές αξιώσεις και με περισσότερες υποσχέσεις. Η πρόσφατη, ογκώδης συλλογή του, με τον τίτλο Υπερκαινοφανής (ο όρος παραπέμπει σε ένα νέο αστέρι που εκρήγνυται σε μικρό χρονικό διάστημα αφήνοντας καταστροφικά αποτελέσματα), φαίνεται αρκετά φιλόδοξη: Δομείται σε δύο ενότητες (με τους τίτλους Φυλογένεση και Οντογένεση, αντίστοιχα) και ξανοίγεται σε ποικίλα θέματα. Μάλιστα ο ποιητής κρίνει σκόπιμο να παραθέσει δέκα σελίδες με σημειώσεις στο τέλος του βιβλίου, για να εξηγήσει όρους, ιστορικές και άλλες αναφορές που περνούν στα κείμενά του.
Το πρώτο ποίημα της συλλογής («Το ξεκίνημα»), ένα ποίημα ποιητικής, θα μπορούσε να θεωρηθεί προγραμματικό: Ο ποιητής, παραβλέποντας τις εντολές των θεών, κοιτάζει πίσω για να δει το παρελθόν του, όπως ο Ορφέας θέλησε να δει την Ευρυδίκη. Έτσι, ο ποιητής καλείται να πληρώσει το τίμημα της ύβρεως: «Ανατινάχτηκα μπροστά τους σαν υπερκαινοφανής αστέρας. / Κι όταν ήρθα στα ίσια μου, / μου ’λειπε η φωνή. / Αλλά περιέργως μπορώ να γράφω». Η γραφή είναι ό,τι μένει από την «έκρηξη» του ποιητή, που τεμαχίζεται στα ποιήματά του.
Και σε άλλα κείμενα της πρώτης ενότητας ο Κ. Παπαγεωργίου ασχολείται με θέματα που συνδέονται με το σύμπαν και την κοσμολογία (γαλαξίες, αστερισμούς, κομήτες, μετεωρίτες), με την εξέλιξη του ανθρώπινου είδους, ιστορικές περιόδους, μνημεία, πρόσωπα και περιστατικά. Συνήθως προσθέτει τη δική του πινελιά στην εξέλιξη των πραγμάτων, προσεγγίζοντάς τα με λοξή ματιά: «Μόλις τελείωσα. / κοιμήθηκε ευτυχώς ο Homo Erectus / ξύπνησε όμως ο Homo Solitarius» (“Erection”).
Από την πρώτη ενότητα μας σταματούν άλλα δύο κείμενα με ποιητολογικό χαρακτήρα: Στις «Αυτόχειρες ποιήτριες» παρακολουθούμε μια φανταστική συνάντηση του ποιητή/ομιλητή με τρεις ποιήτριες, την Ανν Σέξτον, τη Σύλβια Πλαθ και τη Βιρτζίνια Γουλφ, που αυτοκτόνησαν. Ο ποιητής παρακολουθεί τον πνιγμό τους στον ποταμό, καταλήγοντας με τους στίχους: «Εξάλλου δεν είν’ δικό μου το φταίξιμο. / Φταίει η ποίηση». Το δεύτερο ποίημα, με τον τίτλο «Ποιητική», αποτελεί κριτική στο σινάφι των ποιητών, αλλά λειτουργεί και ως αυτοκριτική: «Γιά πες τώρα, ποιητή, εσύ, τί έκανες; / Εκτός από το να ποιείς, / πράττεις κιόλας; / Ή μήπως είν’ αρκετή η γραφή σου;».
Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου συναντάμε πιο προσωπικά και ίσως πιο ολοκληρωμένα ποιήματα, όπως τα «Απογοητεύομαι», «Καύσιμα» (ειδικά το ΙΙ: «Στην ουσία / ράβουμε εσαεί το ίδιο ποίημα / ελπίζοντας μια μέρα το υφαντό του πόνου να τελειώσει / ώστε να το πετάξουμε στα σκουπίδια. / Μα τα καύσιμα στον πυθμένα μας είναι ανανεώσιμα»), «Εφήμερα», «Καιόμενος», «Αυτοδιάθεση» κτλ. Από τις πιο αξιοσημείωτες αρετές στο γράψιμο του Κ. Παπαγεωργίου είναι η λιτότητα και η συμπύκνωση, η απροσποίητη, αντικομφορμιστική έκφραση. Βέβαια χρειάζεται ακόμη αρκετή δουλειά, ώστε να κατακτήσει ο ποιητής τα εκφραστικά του μέσα και να μεταποιήσει το πρωτογενές θεματικό υλικό του σε ολοκληρωμένα ποιήματα.

 

Δρ. Σταύρος Καραγιάννη

«Cadences: A journal of literature and the arts in Cyprus» (13ο τεύχος)
Πρωτογνώρισα τον Κωνσταντίνο Παπαγεωργίου όταν δημοσίευσε την πρώτη του ποιητική συλλογή «Οι Πέντε Εποχές». Εντυπωσιάστηκα με τον τρόπο σκέψης του νεαρού αυτού ποιητή, αλλά και με τον τρόπο που αντιλαμβανόταν την μετάφραση της εμπειρίας σε γλώσσα. Μου έδωσε την εντύπωση ενός πολύπλευρου και βαθύτατου στοχαστή, ο οποίος σκηνοθετεί εικόνες και γλώσσα για να μεταδώσει νοήματα άκρως πολιτικοποιημένα. Η καινούργια αυτή συλλογή ποιημάτων «Υπερκαινοφανής» έχει πολλές διαφορές από την πρώτη, και σηματοδοτεί μια καινούργια τροχιά στις καλλιτεχνικές ανησυχίες του ποιητή. Απλώνει τις συντεταγμένες της πολύ πλατιά εκφράζοντας σκέψεις και ιδέες οι οποίες δίνουν στο έργο ένα διαπολιτισμικό, διεθνιστικό, οικουμενικό, ακόμη και γαλακτικό, χαρακτήρα. Το κεντρικό θέμα επιστρατεύει μια ιστορία ξεχασμένη ή παραμελημένη, ούτως ώστε να δώσει στην σημερινή μας πραγματικότητα μια διάσταση που είναι αόρατη στους πιο πολλούς από εμάς. Μας προσφέρει έναν τρόπο να φανταστούμε στιγμές της καθημερινότητας μας, αναμνήσεις, συναισθήματα, μέσα σε ένα πλαίσιο που μπορεί να χαρακτηριστεί άπειρο αφού καθορίζεται από το ακαθόριστο διάστημα και μια ιστορία ύπαρξης που δύσκολα συλλαμβάνεται.
Πολλές φορές οι κριτικοί ποίησης βιάζονται να δηλώσουν ότι πρόθεση τους δεν είναι να θεωρητικολογήσουν γιατί τάχατες η θεωρία είναι γενική και αόριστη. Εμένα πρόθεση μου είναι ακριβώς να θεωρητικολογήσω επειδή η θεωρία μάς προσφέρει προοπτική αλλά και βοηθά στην κατανόηση φαινομένων της καθημερινότητας. Η ποίηση του Παπαγεωργίου αντλεί τα θέματα της από την καθημερινότητα και από απλά συναισθήματα για να φτιάξει εικόνες και να επέμβει με δημιουργικό λόγο πάνω σε ζητήματα πολιτικής του ατόμου μέσα σε ένα κοινωνικό πλαίσιο. Κάποιες φορές αυτό το κοινωνικό πλαίσιο παρουσιάζεται ως αμείλικτο, άλλες φορές ως επιθυμητό και άλλες φορές ως καταστροφικό. Από τη συλλογή αυτή αναδύονται επείγοντα ερωτήματα για την μοναξιά, την καταπίεση, τον έρωτα, την αγάπη, αλλά και την ιστορικότητα της ανάμνησης και την ανάμνηση της ιστορικότητας.
Ομολογώ ότι χρειάστηκε μια μικρή έρευνα για να αντιληφθώ τι ακριβώς σημαίνει ο όρος «υπερκαινοφανείς αστέρες» ή supernova, ούτως ώστε να μπορέσω να συλλάβω τα νοήματα που βρίσκονταν στην σύνταξη αυτής της ποιητικής συλλογής. Ο όρος λοιπόν αναφέρεται σε διάφορους τύπους εκρήξεων που συμβαίνουν στο τέλος της ζωής των αστέρων κατά τις οποίες παράγουν εξαιρετικά φωτεινά αντικείμενα, αποτελούμενα από πλάσμα, (ιονισμένη ύλη) και των οποίων η αρχική φωτεινότητά τους στη συνέχεια αδυνατίζει μέχρι του σημείου της αφάνειας μέσα σε λίγους μήνες (http://www.eoellas.org/ 2016/07/11/yperkainofaneis-asteres/).
Η θερμοπυρηνική έκρηξη παράγει λάμψη που είναι κατά πολύ μεγαλύτερη από αυτή ολόκληρου του γαλαξία. Οι εκρήξεις σουπερνόβα είναι η κύρια πηγή πολλών σημαντικών στοιχείων. Για παράδειγμα, όλο το ασβέστιο στα οστά μας και όλος ο σίδηρος του οργανισμού μας έχουν παραχθεί σε κάποια έκρηξη υπερκαινοφανούς, εδώ και δισεκατομμύρια χρόνια. Η έκρηξη μεταφέρει αυτά τα βαρέα στοιχεία στο μεσοαστρικό χώρο, εμπλουτίζοντας τα μοριακά νέφη (αστρική σκόνη ή αστρόσκονη) που αποτελούν την πρώτη ύλη για τον σχηματισμό των αστέρων και των πλανητών (Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου, http://aktines.blogspot.com.cy/2014/06/supernova.html). Κάθε άτομο του σώματός μας, κάθε μόριο του αέρα που αναπνέουμε, δημιουργήθηκαν σε ένα άστρο και έφτασαν ως εδώ με μια έκρηξη υπερκαινοφανούς. Κατά μία έννοια, είμαστε κυριολεκτικά «παιδιά των αστεριών.»
Ένας υπερκαινοφανής αστέρας, λοιπόν, δίνει το πιο λαμπρό και φαντασμαγορικό του φως την ώρα που εκρήγνυται! Αυτή η έκσταση του φωτός είναι που κάνει την υπόσχεση πράξη και μας χαρίζει δυνατότητες ανάπλασης ακριβώς την στιγμή του χαμού. Ταυτόχρονα, αυτό το άπειρο τέμνεται από την εμπειρία μιας καθημερινότητας στην οποία οι πολλαπλές σχέσεις εξουσίας ασκούν την επίδραση τους πάνω στο άτομο.
Η ποιητική συλλογή αποτελείται από δύο μέρη. Το πρώτο μέρος έχει τον τίτλο «Φυλογένεση» ένας βιολογικός όρος που αναφέρεται στην έρευνα της συγγένειας τών ζωντανών πλασμάτων του πλανήτη που ζούμε. Αυτή η συγγένεια σχετίζεται, ή και καθορίζεται από την ιστορία της συνεχόμενης εξέλιξης τους. Μέσα στα ερευνητικά πλαίσια της φυλογένεσης αντιλαμβανόμαστε τις σχέσεις ανάμεσα στα διάφορα είδη και την εξέλιξη τους. Παρέχει επίσης ένα θεωρητικό υπόβαθρο στο οποίο οφείλεται και η κινητικότητα της αντίληψης αυτής. Το δεύτερο μέρος έχει τον τίτλο «Οντογένεση» που αναφέρεται στην ιδιωτική ιστορία μιας ζωής από την στιγμή της δημιουργίας της μέχρι που παύει να υπάρχει. Οντογένεση είναι η συγκεκριμένη ιστορία του ατόμου ενώ φυλογένεση είναι τα στάδια της πορείας του είδους στο οποίο ανήκει το άτομο μέχρι να φτάσει στην τωρινή του μορφή.
Στην ποίηση του Παπαγεωργίου, οι όροι αυτοί τυγχάνουν μιας δημιουργικής επεξεργασίας όπου οι βιολογικές αυτές έννοιες που υποδηλώνουν αναπόσπαστες διαδικασίες στην εξέλιξη και συνέχιση της ζωής στον πλανήτη αποτελούν το πλαίσιο των ποιημάτων και τα καθιστούν καθόλα πολιτικές δηλώσεις. Η φυλογένεση π.χ. έχει σαν ένα από τα αποτελέσματα της την βόμβα της Χιροσίμα στο ποίημα “Little Boy.”
Κάποια από τα ποιήματα της συλλογής μαρτυρούν μια πολύ μακρά και λεπτομερή διαδικασία κύησης. Η φωνή που αρθρώνει τους στίχους δεν ανήκει πάντα στον ποιητή. Ενδύεται διάφορες μορφές με στόχο να μας χαρίσει μια σειρά χαρακτήρων στους οποίους εμείς αναγνωρίζουμε κομμάτια του εαυτού μας, ή και ανθρώπους του περίγυρου μας. Πολλές φορές όμως οι χαρακτήρες μας είναι ολότελα ξένοι, και το ενδιαφέρον μας διεγείρεται ακριβώς από την ικανότητα του ποιητή να κάνει το ξένο οικείο και το οικείο τέχνη του λόγου, ούτως ώστε η κατανόηση της καθημερινότητας να εμπλουτίζεται με την διορατικότητα που μας χαρίζουν οι ποιητικές εικόνες.
Η ποιητική του δομή χαρακτηρίζεται από έντονα μεταμοντέρνα στοιχεία, και αντλεί έναυσμα από την τάση του ποιητή να σκηνοθετεί τον λόγο με συγκεκριμένα σχήματα νοήματος αλλά και εικόνας. Οι ρυθμοί των στίχων και η ένταση των λέξεων χαρίζουν την δυνατότητα μεταμόρφωσης η οποία όντας απαραίτητη στην ποιητική μετάπλαση απουσιάζει από τον συνηθισμένο συμβατό λόγο. Μάλιστα, σε κάποιες στιγμές τα ποιήματα υποδηλώνουν τις δυνατότητες που υπάρχουν στο αναπάντεχο συναπάντημα με το υπερβατικό. Λόγου χάριν, στο ποίημα «Προμηθέας» η προσωποποίηση του Πολικού Αστέρα δημιουργεί την αίσθηση ενός σώματος ουράνιου αλλά ταυτόχρονα με μια υπόσταση γήινη – συνδυάζει ο Προμηθέας δύο φύσεις. Βρίσκω καταπληκτικό τον τρόπο που το ποίημα ζωντανεύει το θείο μέσα από ένα βλέμμα πόθου, το βλέμμα του αφηγητή του ποιήματος. Το θείο είναι αυτό που έχει την δυνατότητα να εμπνεύσει και να θρέψει την φαντασία με την δημιουργική φλόγα. Αυτή είναι που καθιστά δυνατή την τέχνη και την πνευματική επιβίωση που ξεχωρίζει τον άνθρωπο από το κτήνος. Και όμως, στο ποίημα υπάρχει το κτήνος και είναι ο λοχαγός ο οποίος σε μια συμβολική πράξη, σαν γύπας τρώει τα σωθικά του Προμηθέα θέλοντας να σβήσει τις δυνατότητες: «Δεν τον χρειάζεστε. / Να δούμε αν θα τα βρείτε χωρίς τούτον τον βλάκα» (82). Και ενώ καταβροχθίζει τα σωθικά του Προμηθέα από το στόμα του τρέχει όχι αίμα αλλά αστερόσκονη. Σε μια κανιβαλική πράξη, λοιπόν, καταβροχθίζουμε αυτό ακριβώς που μας φωτίζει την ανθρώπινη μας πορεία δίνοντας μας την αίσθηση προσανατολισμού.
Και κλείνω με την εξής σκέψη: η ωριμότητα είναι σημαντικό επίτευγμα στην τέχνη αλλά και το αποτέλεσμα σκληρής δουλειάς. Και θαυμάζω το ταλέντο του Κωνσταντίνου αλλά και την επένδυση αγάπης στη δουλειά του – βασικό συστατικό που ευθύνεται για αισθητική στάθμη, συναισθηματική επίκληση και πολυεπίπεδη ερμηνευτική δυναμική. Αντιλαμβάνομαι την ποίηση όχι ως την αισθητοποίηση μιας στιγμιαίας εντύπωσης αλλά ως σύνθεση η οποία αναπτύσσει σε διάφορα δομικά και σημασιολογικά επίπεδα ένα θεματικό ή θυμικό πυρήνα. Με τέτοια κριτήρια λοιπόν υπ΄όψιν, η συλλογή του Κωνστανίνου Παπαγεωργίου αντιπροσωπεύει μια σπουδαία και σημαντική κατάθεση στην Κυπριακή ποίηση.

 

Άριστος Τσιάρτας

http://www.fractalart.gr 8/11/17
Βουβές και ανείσπραχτες εκρήξεις
–Μαμά τι’ναι αυτό που κλαίει μέσα στο σπίτι μας;/–Τίποτα μικρό μου, μάλλον η φάκα θα’ πιασε κανένα ποντίκι/Ψέματα. Όλα ψέματα./ Η ποντικοπαγίδα άδεια πάλι./Η κραυγή όμως εκεί. Για χρόνια./Μόνο εγώ την άκουσα.
Μια βουβή κραυγή βγαίνει από τους στίχους του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου στη νέα του ποιητική συλλογή με τίτλο «Υπερκαινοφανής» . Πρόκειται για μια κραυγή που ανατρέπει τα επιφαινόμενα σχήματα και τις καθηλωτικές ψευδαισθήσεις με τα οποία ο άνθρωπος ορίζει και αντέχει τον κόσμο.
Ο ποιητικός λόγος θεματοποιεί όψεις συμπαντικών φαινομένων, της εξέλιξης του ανθρώπινου είδους αλλά και ιστορικών ή κοινωνικών γεγονότων, προκαλώντας συγκίνηση όχι μέσα από μια άκριτη αισθηματολογία ή ανυπόμονη παρόρμηση αλλά μέσα από ένα διακριτά ελεγχόμενο και ανεπιτήδευτο λυρισμό.
Στην ποίηση του Παπαγεωργίου δεν υπάρχουν αρραγή σχήματα. Τα πάντα είναι θραυσμένα: η αφήγηση, η καθημερινότητα, ακόμα και τα στοιχεία των άκαμπτων στρατιωτικών κανόνων. Στη συνέχεια, με ποικίλλουσα κάθε φορά αντοχή και διάθεση, ο ποιητής, αποπειράται να ανασυγκολλήσει τον κόσμο του και τον τραυματικά κατακερματισμένο εαυτό (έχω γίνει ολόκληρος/ το άθροισμα των μπαλωμάτων μου.)
Με στίχους που χαρακτηρίζονται από δραματική ένταση, ο ποιητής εκφράζει υπαρξιακές αναζητήσεις και ένα εσωτερικό σπαραγμό. Ταυτόχρονα, η τραυματική και αδιέξοδη πορεία της ανθρωπότητας δεν τον αφήνουν αδιάφορο. Έτσι, ο ποιητής αναμετριέται επίμονα με τη φρίκη του Άουσβιτς προσπαθώντας να απωθήσει την ηχώ του τρόμου, να την υποτάξει και να την ξορκίσει. Μάταια, όμως. ( Ώ να, το ποίημα έρπει να εξέλθει/αλλά το καταπίνω). Έπειτα, προτείνει το αρχετυπικό μοτίβο της καρτερικότητας, με την οποία ο προμηθεικός ήρωας υπομένει το μέσα και τη μοίρα του, ως μέρος του ποιητικού γίγνεσθαι. (Εδώ και δισεκατομμύρια χρόνια/κάθεται εκεί πέρα μονάχος/ μα δε νιώθει μοναξιά…./Kι αν κάποτε σβήσει, θα πει τουλάχιστον πως μας έδωσε τη φωτιά.)
Εκείνο που είναι διάχυτο στην ποίηση του Παπαγεωργίου, δεν είναι τόσο η άρνηση της χαράς όσο τα κενά που την παράγουν: το καταλυτικό βάρος της μοναξιάς, η απογοήτευση, η ματαίωση αλλά και οι χαίνουσες ή κρυφές πληγές που ενεργοποιούν τη συνείδηση, τη μνήμη και την έμπνευση. (Αφέθηκα αφελώς/ στην απληστία μεταλλωρύχων/ και εξήγαγα όλο το δυνητικό μου.)
Άλλοτε με τρόπο ρητό και άλλοτε με πλάγιες ματιές αντιμετωπίζει στοχαστικά και με διάθεση ειρωνικής αμφισβήτησης εδραιωμένα στερεότυπα, στρεβλές και άδικες πτυχές της κοινωνικής πραγματικότητας. Και το επιτυγχάνει με στίχους που μέσα στη σκωπτικότητα τους θαρρείς και διαρρηγνύουν το κέλυφος της περιχαράκωσης σε κενά περιεχομένου σχήματα. Είναι, μάλιστα, φορές που οι στίχοι υπονομεύουν ειρωνικά το επιδεικτικά προσποιητό άνοιγμα στη διαφορετικότητα, η οποία δύσκολα γίνεται αποδεκτή επειδή στην απόρριψη της στερεώνονται εύθραυστες υπεροχές ή βεβαιότητες. (Δεν είμαι ρατσιστής/ αλλά αυτά να βλέπουν τα παιδιά μας;/Το παίζουν τώρα τελευταία οι μαύροι/ίσοι και όμοιοι μας.)
Η ποίηση του Παπαγεωργίου αποτελεί ένα χώρο στον οποίο τα αλλοτινά σφριγηλά όνειρα και οι ανεκπλήρωτες προσδοκίες κληροδοτούν πίκρα και ενοχή. Ο ποιητής ψηλαφεί τις διαψεύσεις και τους στόχους που υπηρέτησε, δεν νοσταλγεί, όμως, χαμένες αθωότητες. Χλευάζει τη ματαιοδοξία και την αυταπάτη, κλείνει σ’ ένα άλμπουμ αναλλοίωτες τις εικόνες, πενθεί για να πάψει να μοιρολογά, να ημερέψει και να υπερβεί το μάταιο. (Μ’ όλες τις ζωές που δεν έζησα/ κι όλες τις φάλαινες που εντέλει δεν είδα/έχω φτιάξει φωτογραφικό άλμπουμ./Φταίω εγώ που’ναι πιο χοντρό/ απ’το άλμπουμ της ζωής μου;)
Πρώιμα, αβίαστα ωστόσο και πειστικά, ο ποιητής στη δεύτερη, μόλις, συλλογή του τολμά και πετυχαίνει, να πειραματιστεί και να ενσωματώσει στην ποίηση του νέες τεχνοτροπικές αναζητήσεις. Αντλεί έμπνευση από τη συλλογική και ατομική μνήμη. Αποστάζει την ποίηση του φωτίζοντας τα μικρά, τα καθημερινά και τα παραμελημένα. Με τρόπο, όμως, που σηματοδοτεί τον ιδιαίτερο και παραμυθητικό χαρακτήρα της ποίησης του.

 

Γιώργος Μολέσκης

παρουσίαση βιβλίου στο Σκαλί Αγλαντζιάς (31/5/17)

Το 2017 κυκλοφόρησε, από τις αθηναϊκές Εκδόσεις Μελάνι, το δεύτερο ποιητικό βιβλίο του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου με τον τίτλο «Υπερκαινοφανής». Με το νέο του αυτό έργο ο ποιητής συνεχίζει με συνέπεια και με πάθος τον δρόμο που χάραξε με το πρώτο βιβλίο, «Οι πέντε εποχές», Εκδόσεις Μελάνι, 2012, επιβεβαιώνοντας ακόμη μια φορά ότι είναι ένας ποιητής που γράφει γιατί έχει κάτι ουσιαστικό να πει. Όπως και το πρώτο του βιβλίο, καλύπτει και αυτό έναν αξιοπρόσεκτο για ποιητική συλλογή αριθμό σελίδων, εκατόν σαράντα πέντε. Το πρώτο αποτελείτο από πέντε μέρη, τα πρώτα τέσσερα με το όνομα των εποχών του χρόνου και το πέμπτο την Αγρανάπαυση, αυτό χωρίζεται σε δυο μέρη, τη Φυλογένεση και την Οντογένεση. Οι διαχωρισμοί αυτοί είναι, πιστεύω, ουσιαστικοί για την κατανόηση του περιεχομένου και των μηνυμάτων των βιβλίων, που ακόμη κι αν δεν έχουν εξαρχής συλληφθεί ως ενότητες, όσον αφορά στις αναζητήσεις και τους φιλοσοφικούς και υπαρξιακούς προβληματισμούς τους, διαβάζονται και λειτουργούν ως τέτοιες με τον τη σειρά που τοποθετούνται στα βιβλία και κατ’ επέκταση στην πρόσληψη του αναγνώστη.
Πέρα από αυτά τα εξωτερικά χαρακτηριστικά, υπάρχουν και άλλα, εσωτερικά, που συνδέουν ουσιαστικά τα δυο βιβλία. Όπως σημείωνα μιλώντας στην παρουσίαση του πρώτου βιβλίου, ο Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου παρουσιάζεται ως ένας ώριμος ποιητής, με τη δική του φωνή και το δικό του ύφος, τη δική του ποιητική γλώσσα και τρόπο έκφρασης. Κατά κανόνα είναι επιγραμματικός, τα ποιήματα του ολιγόστιχα. Το κάθε ποίημα ολοκληρώνεται με μια ποιητική σκέψη, με την κατάθεση ενός συναισθήματος και κλείνει με κάποιους ανατρεπτικούς και συνάμα αυτοεξομολογητικούς στίχους, που οδηγούν βαθύτερα σ’ ένα χώρο αναζήτησης της αυτογνωσίας και του νοήματος της ύπαρξης. Παράλληλα, τοποθετημένα στο βιβλίο, με βάση και τη θεματική και τις αναζητήσεις του ποιητή, τα ποιήματα συνδέονται μεταξύ τους, διαβάζονται ως συνθετικά μέρη μιας ενότητας, ως μικροί σταθμοί στην εξέλιξη του βασικού θέματος.
Μέσα από τις πέντε ενότητες του πρώτου του βιβλίου, «Οι πέντε εποχές», ο ποιητής πραγματεύεται την εσωτερική πορεία του ήρωά του προς την αυτογνωσία, η οποία έρχεται ως αποτέλεσμα μιας εκθαμβωτικής ερωτικής έξαρσης και της ματαίωσής του έρωτα. Αυτό οδηγεί και σε μια παράλληλη ανάπτυξη του αισθήματος της αυτογνωσίας, που με τη σειρά του οδηγεί στη συνειδητοποίηση ότι μια νέα κατάσταση είναι έτοιμη να γεννηθεί μέσα από όλα αυτά. Έτσι, το ερωτικό θέμα του βιβλίου μπορεί κανείς να το δει και ως ένα συμβολισμό άλλων καταστάσεων της ανθρώπινης ύπαρξης και της ζωής της ίδιας.
Στην πρώτη ενότητα του νέου του βιβλίου «Υπερκαινοφανής», τη Φυλογένεση, ο ποιητικός ήρωας του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου συνομιλεί με τον κόσμο του σύμπαντος, αλλά και διαχρονικά με την ιστορία του ανθρώπου πάνω στη γη, σε μια διαρκή πορεία αναζήτησης του νοήματος της ζωής. Παίρνοντας ερεθίσματα από τον χώρο της επιστήμης, μιλά για το σύμπαν, τον χρόνο, τ’ αστέρια, τους κομήτες, τους υπερκαινοφανής αστέρες, που εξαντλώντας την ενέργειά τους πεθαίνουν στο σύμπαν αφήνοντας να ταξιδεύει για έτη φωτός η λάμψη του θανάτου τους. Εμπνεύσεις αντλεί και από την ίδια τη γη, την ιστορία, τη γεωλογία, τα ηφαίστεια, τις μεταβολές και τις ανατροπές που γνωρίζει μέσα στο χρόνο, αλλά και από τη διαχρονική ιστορία του ανθρώπου, την πορεία του πάνω στη γη και τα έργα του. Μέσα από όλα αυτά ο ποιητικός ήρωας διαλογίζεται πάνω στην ιδέα του θανάτου και της διάρκειας, βιώνει τους υπαρξιακούς προβληματισμούς και προσπαθεί να υπερβεί τα αδιέξοδά του.
Μέσα από τα ποιήματα της δεύτερης ενότητας, Οντογένεση, με αναφορές σε αυτοβιογραφικά γεγονότα, αλλά και γεγονότα από την ιστορία του ανθρώπου στη διαχρονική του πορεία πάνω στη γη, ο ποιητής, επισημαίνοντας αντιφάσεις και ανατροπές, αναζητά το νόημα της ζωής και την ουσία της ύπαρξης.
Στα ποιήματα του βιβλίου συναντούμε πλήθος αναφορών σε γεγονότα από τη διαχρονική ιστορία του ανθρώπου, τα οποία λειτουργούν ως δημιουργικές εμπνεύσεις, οι οποίες μετουσιώνονται ποιητικά. Οι αναφορές αυτές συνδυάζονται με διάφορα αυτοβιογραφικά στοιχεία και δίδονται συχνά με μια ανατρεπτική ποιητική, μέσα από την οποία διαγράφεται ένας ποιητικός ήρωας, που τον χαρακτηρίζει πάθος και προβληματισμός. Όλα αυτά κάνουν την ανάγνωση του βιβλίου ενδιαφέρουσα, προκαλώντας την ενεργό διανοητική και συναισθηματική συμμετοχή του αναγνώστη.

 

Αλεξάνδρα Γαλανού

παρουσίαση βιβλίου στο Σκαλί Αγλαντζιάς (31/5/17)
Θα αρχίσω με μια προσωπική νότα για να πω ότι πριν τέσσερα τόσα χρόνια , ήταν Μάρτης του 2013 νομίζω, σε μια ποιητική συνάντηση στο Σολώνειον που διοργάνωσε ο φίλος ποιητής Βάκης Λοιζίδης, διάβασε κι ένας νέος ποιητής ο Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου , η ποίηση του μου κίνησε το ενδιαφέρον να διαβάσω τη πρώτη του ποιητική συλλογή «Οι Πέντε Εποχές» κι από τότε παρακολουθώ την ποιητική του διαδρομή που αφού πέρασε και την πέμπτη εποχή, έχει πια εκτοξευθεί στο διάστημα για να εκραγεί ως υπερκαινοφανής αστέρας και να μοιραστεί μαζί μας τα κατάλοιπα μιας ποιητικής έκρηξης πρωτότυπης, καινοφανούς, ενδιαφέρουσας και εκπληκτικής !
Ο Κωνσταντίνος ταξιδεύει στη Λισαβόνα, Θεσσαλονίκη, Φλωρεντία, Λονδίνο, Νέα Υόρκη, Βελιγράδι , Στρασβούργο και δεν θυμάμαι που αλλού, το μόνο που θυμάμαι είναι ότι με φωτογραφίες του μυαλού γράφει ποίηση γεμάτη αναζητήσεις , ερωτήματα , προβληματισμούς αλλά και ομορφιά, ερωτισμό και υποδόρια ειρωνεία καμιά φορά.
Τον απασχολεί η σύγχρονη εποχή , η επικαιρότητα αλλά και η ιστορία. Έχει μια εμμονή με συμπαντικά φαινόμενα , με την εξέλιξη του ανθρώπου ή του είδους αυτού που λέγεται άνθρωπος. Είναι ένας κάτοικος της «χλωμής γαλάζιας κουκίδας» έτσι όπως φαίνεται η γη από το διάστημα . Μας θυμίζει την ασημαντότητα της ύπαρξης μας αναζητώντας συγχρόνως τα σημαντικά της ζωής μας.
Για τον Κωνσταντίνο, όπως μας λέει και ο ίδιος , η ποίηση ξεκινά μέσα σου, στο σημείο όπου τέμνονται η νόηση, το συναίσθημα και το ένστικτο. Έτσι στη δεύτερη ενότητα της συλλογής την «Οντογένεση» τα ποιήματα γίνονται πιο εσωστρεφή . Τον απασχολεί το εφήμερο της ύπαρξης, το ανεκπλήρωτο, η απώλεια και τα τραύματα της . Έτσι γράφονται τα ποιήματα που είναι «το υπόλοιπο της ζωής μας».
Ο ποιητής ως αναζητητής του εαυτού του αλλά και ως μελετητής του ψυχισμού του ψάχνει και ψάχνεται και μέσα σε αυτό το ταξίδι βρίσκουμε κι εμείς κομμάτια του εαυτού μας . Δεν είναι αυτό η Ποίηση;
Ένα ανήσυχο πνεύμα που συνέχεια ερευνά ,θέλει να μαθαίνει… ένας αδηφάγος αναγνώστης… μελετητής του αχανούς και του άπειρου …

 

Διώνη Δημητριάδου

https://meanoihtavivlia.blogspot.com.cy/, 28/12/17
«Η δεύτερη ποιητική συλλογή του Κύπριου ποιητή, που έχει κάνει αίσθηση ήδη από την πρώτη του εμφάνιση. Μια ποιητική περιήγηση στο σύμπαν, στον μεταφυσικό προβληματισμό, στις πιθανότητες και απιθανότητες της ζωής. Η αναμέτρηση της ποίησης με όσα ισορροπούν ανάμεσα στη λογική και στην υπέρβασή της.»
7. Λίλη Μιχαηλίδου, παρουσίαση του βιβλίου στο μουσείο «Το πλουμιστό ψωμί» (6/6/17)
Ξεκίνησα να περπατώ ανάμεσα στους στίχους της νέας ποιητικής συλλογής του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου. δεν υπάκουσα στην απαγόρευση των Θεών, ούτε φυσικά και στην προτροπή του Κωνσταντίνου, με αποτέλεσμα μια ανεμοζάλη να κατακυριεύσει τις σκέψεις μου και να τις ξετινάξει μακριά, πολύ μακριά από τη χαλάρωση της αναπαυτικής μου.
Βρέθηκα να ταλαντεύομαι στο αστρικό σύμπαν, ανάμεσα σε αστέρες, νεφελώματα, κομήτες, ένιωσα να πέφτω σε κενά αέρος και δεν το κρύβω έχω κι εγώ υψοφοβία. Με αιφνιδίασαν συστήνοντας μου το πρόσωπο του θανάτου. με ταξίδεψαν στις πεδιάδες, στα υψώματα και στις κατακόμβες της ύπαρξής του ποιητή… Για να μπορέσω να ξαναβρώ την ηρεμία μου, να καταλάβω και να πω δυο λόγια που να αντιπροσωπεύουν αυτή τη σημαντική ποιητική συλλογή, μπήκα ξανά και ξανά στα ποιήματα, δυο και τρεις και τέσσερις, σε μερικά και πέντε φορές!
Διαβάζοντας λοιπόν τη νέα πολυπρόσωπη ποιητική συλλογή του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου, νιώθει κανείς πως διαβαίνει από ένα γαλαξία, διαπερνά τα σύννεφα, κατεβαίνει στη γη και περιπλανάται στις απέραντες εκτάσεις της. Η μικρή Κύπρος η βάση, ο Ποιητής επίσης η βάση. αφήνει όμως ελεύθερη τη γραφή του κι εξακοντίζεται στη Νέα Υόρκη, στο Νησί του Πάσχα, διασχίζει μαζί με τους πρώτους περιπατητές τη Βερίγγεια Γέφυρα, ανεβαίνει στις Άλπεις, κατεβαίνει στις πεδιάδες της Φλάνδρας, πάει στο Νταχάου, στο Άουσβιτς, στο Βερολίνο, στο Βελιγράδι, στην Μπουρκάς, απλώνει τα πόδια του στα παράλια της μαύρης θάλασσας…
Μέσα σ’ αυτό το σύμπαν συμβαίνουν ενδιαφέροντα αλλά και ανατρεπτικά πράγματα. Ο ποιητής γράφει συνέχεια. Γράφει για να μπορεί να αναχθεί σε παίκτη ικανό ώστε να κερδίσει το στοίχημα που έχει βάλει με τη ζωή του. Γράφει για να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις και να κατανοήσει το αίνιγμα και το άνοιγμα του κόσμου, όπως το ονομάζει ο Λέοναρτ Κοέν. Γράφει για να περάσει στη γνώση ακολουθώντας τα βήματα που μόνο ένας ποιητής μπορεί και γνωρίζει.
Συνδιαλλάττεται με αστέρες, με την ιστορία τους, με φυσικά φαινόμενα, τις επιπτώσεις τους, με το θάνατο, με τον πρώτο άνθρωπο, με το δεύτερο άνθρωπο, με τους απογόνους τους… μέχρι τις μέρες μας.
Αντιμετωπίζει τις ανασφάλειες, τις ενοχές, τις φοβίες, τις απογοητεύσεις, τις εξομολογήσεις, τις ανακαλύψεις, τους σεισμούς, τα εφήμερα, τις τελετουργίες, την εγκατάλειψη, τις υπερβολές της στρατιωτικής εκπαίδευσης, τα λάθη, την καταπίεση, μπορώ να πω, με θάρρος και πείσμα, γιατί θέλει να σωθεί, να επιβιώσει.
Όχι απλά να επιβιώσει, αλλά να βιώσει έναν κόσμο καινούργιο και φωτεινό. «όπου να’ σαι θα ξημερώσει» μας λέει. Και το εννοεί, γιατί όλο αυτό το μακρύ ταξίδι, η σαγηνευτική περιπέτεια, δεν είναι λίγο. Είναι ένα ταξίδι έξω από το συμβατικό τρόπο σκέψης, μέσα από πολλές συμπληγάδες, εκρήξεις, αντιπαραθέσεις, μέσα από σκοτεινές, νεφελώδεις, άγνωστες και πρωτόγνωρες διαδρομές, μέχρι να φτάσει στο φως.
Και έχει αληθινά ξημερώσει για τον Κωνσταντίνο, και είναι μια μέρα με άπλετο φως και άπλετη αγάπη… απαραίτητα εφόδια για τις επόμενες «μάχες» της ζωής του.

8. Πέννυ Τομπρή, «Υλικό ονείρων» 9,58fm (ΕΡΤ3), 27/9/17
http://webradio.ert.gr/958fm/27sep2017-yliko-oniron-konstantinos-papageorgiou/
Μια πολύ ενδιαφέρουσα ποιητική συλλογή θα γίνει η αφορμή για τα σημερινά μας ραδιοφωνικά όνειρα. Έχει τον τίτλο «Υπερκαινοφανής» και την υπογράφει ο Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου ο οποίος γεννήθηκε και ζει στην Κύπρο και είναι μόλις 36 ετών. Γραφή σαφώς ιδιαίτερη, δομημένη με λέξεις καθημερινές, που πασχίζουν ωστόσο να αποκαλύψουν όσα δε λέγονται ποτέ, όσα επιμένουμε να αρνούμαστε, εκτός και αν καταφύγουμε στην οδυνηρή όσο και λυτρωτική αλήθεια των ποιημάτων. Αυτών που όπως λέει ο ίδιος ο ποιητής σε ένα του στίχο είναι «το υπόλοιπο της ζωής μας». … Όλοι τούτοι οι στίχοι που περιλαμβάνονται στις σελίδες, συνθέτουν μια κραυγή.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ  9/7/2018

Απλότητα, χιούμορ και αυτοσαρκασμός

Οι δεσπόζοντες προβληματισμοί στην τελευταία ποιητική συλλογή του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου έχουν να κάμουν με τις υπαρξιακές αναζητήσεις του συγγραφέα, με τις σκέψεις του για τη ζωή και τον θάνατο. Ο Κ.Π. πραγματεύεται τη συγκεκριμένη θεματική – και όχι μόνον αυτή βέβαια – με φαντασία και απλότητα, κύριες αρετές της ποίησής του όπως τις γνωρίσαμε και στην πρώτη του συλλογή «Οι πέντε εποχές», εκδόσεις Μελάνι, 2012. Ο συγγραφέας θέτει, κατά κανόνα, καίρια ερωτήματα. Μόνο που επιλέγει άλλοτε να τα απαντά και άλλοτε να τα αφήνει να αιωρούνται.

Το αισθητικό αποτέλεσμα, στα πλείστα ποιητικά εγχειρήματα του Κ.Π., πέρα από τη φαντασία και την απλότητα, συνεπικουρείται και από το χιούμορ, που είναι εξίσου απλό και λιτό, και συχνά αυτοσαρκαστικό: «Μ’ ακούει κανείς; / Αν δεν υπάρχει άλλος εκεί έξω, / τότε φοβάμαι πως πάει πολύς χώρος χαμένος. / Τόσοι γαλαξίες / να μην έχουν κανέναν να τους γράφει ποιήματα;». (σελ. 16)
Τα ποιήματα του Κ.Π. πρωτίστως καταγράφουν καταστάσεις και δευτερευόντως συναισθήματα που απορρέουν από αυτές. Και όχι αντιστρόφως. Έτσι ο ποιητής αποφεύγει τους πλεονασματικούς συναισθηματισμούς και δημιουργεί αξιοσημείωτη ατμοσφαιρικότητα.

Ο Κ.Π. στα ποιήματά του, κατά βάση, διηγείται επεισόδια, περιστατικά, συμβάντα, ενσταντανέ. Και το πράττει με μπρίο, με ρυθμό, με χιούμορ και περιπαιχτική διάθεση. Χαρακτηριστικά είναι τα ποιήματα που αναφέρονται στη στρατιωτική του εκπαίδευση στην Κρήτη ή γενικά στη στρατιωτική του θητεία.

Ο Κ.Π. είναι ακομπλεξάριστος, αυτοσαρκαστικός, με χιούμορ που τσακίζει κόκαλα. Ο ποιητής απολαμβάνει αυτό που κάνει γι’ αυτό και καθίσταται και ο ίδιος απολαυστικός. Πχ στο απολαυστικά ευτράπελο ποίημα του «Καταπίεση» (σελ. 31) διακωμωδεί την εφηβική περιπέτεια του με τον αυνανισμό και πόσο απελευθερωτικά αυτή έληξε.

Την ίδια ώρα ο Κ.Π. είναι λιτός, βατός, κατανοητός, με ροή λόγου και αφηγηματικότητα που δεν κουράζει. Ούτε και μαστίζεται από πόζες ή πεζολογικά ειδολογικά χαρακτηριστικά. Κι αυτό, παρά το γεγονός ότι κάποια ποιήματα του θα μπορούσαν να είναι μικρά αφηγήματα, μινιατιουρίστικα χρονογραφήματα, ευσύνοπτα διηγήματα. Αφού πρόκειται για ποιήματα που εμπεριέχουν μύθο ο οποίος εξελίσσεται, με αρχή, κορύφωση και τέλος. Αυτό συμβαίνει πχ με το ποίημα «Ποίηση μετά το Άουσβιτς». (σελ. 42-43)

Ο Κ.Π. αξιοποιεί τις ταξιδιωτικές του εμπειρίες με πολύ δημιουργικό τρόπο, με φαντασία, ευαισθησία, ευρηματικότητα, περιπαικτική αλλά και υπερβατική διάθεση. Αυτό συμβαίνει πχ στο ποίημα «Δαβίδ» (σελ. 29) που διαδραματίζεται στη Φλωρεντία, στο ποίημα «Προσευχή Ι» (σελ. 35) που διαδραματίζεται στη Λισαβόνα και ούτω καθεξής.

Στο βιβλίο του Κ.Π. εντοπίζουμε και αρκετά διακείμενα, απόρροια των μελετημάτων του ποιητή. Πχ όταν λέει: «Για πες τώρα, ποιητή, εσύ τι έκανες; / Εκτός από το να ποιείς, / πράττεις κιόλας; / Ή μήπως ειν’ αρκετή η γραφή σου;». (σελ. 51) μοιάζει να συνομιλεί με τους στίχους του Τίτου Πατρίκιου: «…κανένας στίχος σήμερα δεν ανατρέπει καθεστώτα / κανένας στίχος δεν κινητοποιεί τις μάζες…». Εδώ ο κοινός ψόγος έχει ασφαλώς να κάμει με την ματαιότητα του κοινωνικού ρόλου της ποίησης, υπό μια άκρως κριτική και ταυτόχρονα πεσιμιστική ματιά.

Συχνά η ποίηση του Κ.Π. είναι μια συνεχής μετάβαση από τον εξωτερικό κόσμο στον εσωτερικό κόσμο και τανάπαλιν. Κάποτε μάλιστα δεν είναι καν μετάβαση από τον ένα κόσμο στον άλλο, αλλά μια μετεώριση μεταξύ των δύο.

Στα ποιήματα «Απογοητεύομαι» (σελ. 75) και «Καύσιμα» (σελ. 77) ο Κ.Π. πραγματεύεται τη γενεσιουργό αιτία της ποίησης. Και εξηγεί, ιδιαίτερα παραστατικά και ευφάνταστα, πως η πίκρα, η θλίψη, η συντριβή, ο πόνος, αποτελούν τα πιο ουσιαστικά ελατήρια για να γραφτεί ποίηση, καλή ποίηση: «Στην ουσία / ράβουμε εσαεί το ίδιο ποίημα / ελπίζοντας μια μέρα το υφαντό του πόνου να τελειώσει / ώστε να το πετάξουμε στα σκουπίδια». (σελ. 77)

Εξ ου και ο Κ.Π. έχει μιαν έφεση στην ανάλυση τραυμάτων, τραυματικών ή μετατραυματικών καταστάσεων. Λέει: «Δεν λιμάρονται τα τραύματα». (σελ. 98) Κι αμέσως λίγο παρακάτω, σε στίχους ενδοσκοπικούς, ψυχογραφικούς, ψυχαναλυτικούς, αποφαίνεται: «Απαιτείται πολύς κόπος / μέχρι να εξουδετερώσω / μία μία / και να περιμαζέψω / τις νάρκες / που άφησαν κάποιοι / φεύγοντας / απ’ το κορμί μου». (σελ. 99)

Μέσα από την ποίηση του ο Κ.Π. κάνει τον εαυτό του χίλια κομμάτια. Τον ξεγυμνώνει, τον τεμαχίζει, τον ανασυνθέτει, τον αναλύει, τον αποκαλύπτει, τον λοιδορεί, τον εκθέτει, τον διαπομπεύει, τον ειρωνεύεται, τον σαρκάζει, τον διασύρει και τον αποδημεί. Γι’ αυτό και το πνεύμα του παραμένει συνεχώς φλογίζον, ανήσυχο, γρηγορόν. Αφού ποίηση σημαίνει και εγρήγορση, αναβρασμός, αφύπνιση: «Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου / μαίνεται μέσα μου η φωτιά. / Πώς να σβήσει όταν γράφεις ποιήματα». (σελ. 105)

 

Οι Πέντε Εποχές

Γιώργος Μύαρης

http://www.poiein.gr (9/10/2014)
Ο Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου γεννήθηκε το 1981 στην Κύπρο. Εργάζεται στην εκπαίδευση. Βραβεύτηκε στο διαγωνισμό για νέους λογοτέχνες της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου (2008). Το 2012 εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Οι πέντε εποχές» στις εκδόσεις «Μελάνι» (έφτασε στη βραχεία λίστα του βραβείου ποίησης «Γιάννη Βαρβέρη» που θέσπισε η Εταιρεία Συγγραφέων της Ελλάδας για πρωτοεμφανιζόμενους λογοτέχνες). Στην πρώτη συλλογή του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου η λυρική διαύγαση του ερωτικού στοιχείου επιτρέπει στον άνθρωπο να νιώσει τα πιο ισχυρά συναισθήματα της ύπαρξης και να ταξιδέψει διαμέσου πέντε περιόδων της ζωής του προς την ανακάλυψη του εαυτού του. Οι τέσσερις εποχές (Άνοιξη, Καλοκαίρι, Φθινόπωρο, Χειμώνας) διαπερνώνται από την ένταση των συλλογισμών για τη δημιουργία και την ποίηση, τον έρωτα και την καθημερινότητα. Έπεται η «Αγρανάπαυση» με την επέλαση του αδηφάγου πένθους και «Η πέμπτη εποχή» που δίνει την ευκαιρία για αναστοχασμό· εξομολόγηση για όσα βιώνει ο ερωτευμένος· σπουδή ποιητική για το τραύμα του ανεκπλήρωτου έρωτα· στοχαστική προσέγγιση μιας «μετα-τραυματικής άνθισης που ενδεχομένως ακολουθεί».

 

Αιμίλιος Σολωμού

ΑΝΕΥ, τεύχος 48
Οι πέντε εποχές» είναι η πρώτη ποιητική συλλογή του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου. Πρόκειται για μια ογκώδη ποιητική συλλογή 144 σελίδων. Χωρίζεται σε πέντε μέρη: Άνοιξη, Καλοκαίρι, Φθινόπωρο, Χειμώνας, Αγρανάπαυση. Πρόκειται εν πολλοίς για ολιγόστιχα και άτιτλα ποιήματα που πραγματεύονται εξελικτικά και κλιμακωτά τον κύκλο του έρωτα από την αρχή (άνοιξη) μέχρι τη φθορά του (χειμώνας) και τη μετέπειτα ανασκόπηση και απολύτρωση, η οποία ονομάζεται αγρανάπαυση (η πέμπτη εποχή).
Τα πλείστα των ποιημάτων αναπτύσσονται διαλογικά. Ο ποιητής συνομιλεί με το υποκείμενο του έρωτά του, ένα πρόσωπο συγκεκριμένο και ταυτόχρονα αδιευκρίνιστο, αόριστο, ή ακόμα και με τον ίδιο τον εαυτό του. Πολλές φορές η οικονομία του στίχου δίνει την εντύπωση της παράθεσης σκέψεων εν είδει στοχαστικών ρήσεων, αποστροφών και αποφθεγμάτων ή παράθεσης στιγμών, εμπειριών, στοχασμών σαν να πρόκειται για ημερολόγιο. Τη συλλογή διατρέχει έντονα η διάθεση για λογοπαίγνιο. Συχνά κυριαρχούν τα συναισθήματα της εξιδανίκευσης, της πληρότητας, της μοναξιάς, της νοσταλγίας, του ψυχικού, ερωτικού πόνου, της ματαίωσης, της μελαγχολίας, του εγωισμού, της διάθεσης για αντιπαλότητα, της πλάνης, της ψευδαίσθησης, του θυμού, του κυνισμού ή και του μίσους. Ιδιαίτερα εξελικτικά, τα συναισθήματα εναλλάσσονται προς το οδυνηρότερο και αρνητικότερο όσο η συλλογή προχωρεί από την άνοιξη στο χειμώνα, μέχρι τη λύτρωση της πέμπτης εποχής, στην αγρανάπαυση. Επαναλαμβανόμενα μοτίβα είναι οι σκέψεις ή αναμνήσεις που αναπτύσσονται κατά τη διάρκεια μιας οδήγησης ή της νυχτερινής ανασκόπησης, π.χ τα μεσάνυχτα, στο μεταίχμιο της προηγούμενης και της επόμενης μέρας. Πάντως, αν και η συλλογή έχει ως κεντρικό θέμα της από την αρχή μέχρι το τέλος τον έρωτα, οι στίχοι απλώνονται και σε άλλες θεματικές, υπαρξιακές και φιλοσοφικές ενατενίσεις και χαρακτηρίζεται από μια βαθύτερη σκέψη. Ιδιαίτερα εκεί που κυριαρχεί η λιτότητα και η απλότητα (όχι κατ’ ανάγκην αποκλειστικά στα ολιγόστιχα ποιήματα), η ποίηση του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου είναι στις καλύτερες στιγμές της. Είναι αλήθεια, ότι ενυπήρχε ο κίνδυνος (λόγω και της έκτασης της), η συλλογή να περιοριστεί σε μια μονότροπη και επιφανειακή θεαματική, κλειστή και προσωπική, αλλά ο ποιητής κατάφερε και διέσωσε την ποιότητα της ποίησής του, καθώς σε ένα πολύ μεγάλο βαθμό έχει κατακτήσει τους τρόπους έκφρασης και έχει διαμορφώσει μια δική του ποιητική φωνή. Μια άλλη θεματική που αναπτύσσεται στη συλλογή είναι τα ποιήματα ποιητικής, σε σχέση με το κυρίαρχο ζήτημα, τον έρωτα. Μόνο που η ποίηση εδώ λειτουργεί εξαγνιστικά, λυτρωτικά, ως ένα σωσίβιο για εκτόνωση και επούλωση των ερωτικών πληγών: Ξαφνικά όμως ένιωσα σήμερα κάτι/και σε σένα, Ποίηση, έχω πάλι στραφεί/ας είναι άγιο τ’ όνομά σου.
Από την εποχή καλοκαίρι:
Είναι πολύ παράξενο/εκεί που σ’ αγάπησα/ήταν στ’ αλήθεια το τέλος του κόσμου/οδηγώντας για ώρα πολλή/φτάναμε σ’ ένα σημείο/που ο δρόμος τελείωνε/και υψωνόταν ένα τεράστιο βουνό μπροστά μας/Το τέλος του κόσμου/Η αρχή της αγάπης.

 

Αντρέας Κούνιος

Αλήθεια (24/8/12)
Δεν μαθαίνεις, τελικά, εάν τα ποιήματα του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου είναι πληγές ή βάλσαμα αλλά, φαντάζομαι, ή μάλλον είμαι βέβαιος πως, αυτή είναι η βαθιά, η ουσιώδης, η σπαρακτική αξία της ποίησης. Έπειτα, εάν σκεφτούμε σε τι κόσμο ζούμε και πόσα συναισθηματικά σκαμπανεβάσματα χαρακτηρίζουν το σύντομο, και ενίοτε τραγικό, βίο μας επί της Γης, τότε ίσως καταλήξουμε στο εύθραυστο μεν, λογικό δε, συμπέρασμα πως πληγές και βάλσαμα είναι το ίδιο και το αυτό.
Η ποιητική συλλογή, πάντως, που διάβασα χτες το απόγευμα, κάτω από το λατρεμένο μου ήχο της σιωπής, με ταξίδεψε σε πέντε εμπνευσμένες εποχές όπου, φυσικά, οι συμβολισμοί τρέχουν πέρα-δώθε. Οι στίχοι του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου, πέρα από τη μουσικότητά τους, ξεχωρίζουν για τον εσωτερικό τους πλούτο, για τον κομψό λυρισμό τους, για την ανήσυχη φύση του ίδιου του ποιητή ο οποίος καταφέρνει και σκιαγραφεί, άλλοτε πιστός στο ρεαλισμό και άλλοτε πιστός στη φαντασία, την αχανή μοναξιά των ανθρώπων, ακόμα και όταν πλάι τους, δίπλα τους, απέναντί τους υπάρχουν άλλοι άνθρωποι, και δη αγαπημένοι.
Οι καταβυθίσεις του στη θάλασσα των ερώτων, μα και των απωλειών, στη θάλασσα της παρουσίας που μοιάζει με απουσία και της απουσίας που μοιάζει με παρουσία, έχοντας φορέσει το σκάφανδρο της ποίησης, ή μάλλον τη φιάλη της ποίησης, καθιστούν τον αναγνώστη όμηρο των σκέψεών του. Και, φυσικά, οι εποχές υπόκεινται στο νόμο της υποκειμενικότητας. Ένας ποιητής μπορεί να διακρίνει καύσωνες στο καταχείμωνο, ή καταιγίδες στο κατακαλόκαιρο, ή να φυτέψει αμυγδαλιές στην καρδιά του φθινοπώρου, ή να χαρίσει τον Οκτώβριο στην άνοιξη. Ένας ποιητής δικαιούται απόλυτα να μπερδεύει το χρόνο, να μετακινεί λεπτοδείκτες, να αλλάζει χρονολογίες παρακινούμενος, εννοείται, από την αστείρευτη περιέργειά του.
Δεν μπορώ να πω, με βεβαιότητα, εάν «Οι πέντε εποχές» ανήκουν στην αισιόδοξη ή στην απαισιόδοξη πλευρά της τέχνης του λόγου. Μπορώ, όμως, να πω με βεβαιότητα ότι η ποίηση του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου ξεχειλίζει από τρυφερότητα, μολονότι δεν υστερεί σε οργή, και από αγάπη, παρόλο που συναντάμε, στις φυλλωσιές της, και ψήγματα φθόνου – θεωρητικού έστω. Όσο για την κουραστική δομή των ημερολογίων, εγώ τη διέγραψα προ πολλού. Ακολουθώ και εμπιστεύομαι τους ποιητές, προπάντων όταν οι ιδέες τους αστράφτουν σαν βότσαλα στον ήλιο: «Λένε πως ο Θεός/δίνει μόνο/όσο μπορεί κάποιος/ν’ αντέξει/τάχα/πως ποτέ/δεν του ξεφεύγει/στο μέτρημα ο πόνος/πως είναι αλάνθαστος/άφθαστος/άκακος/και καθόλου άπονος/εγώ διαφωνώ/αλλά Του το αναγνωρίζω/πως αν κάποτε πέσει/πιο πολύς πόνος/στέλνει έναν άγγελο/να τον μαζέψει». Το ωραιότερο ποίημα της συλλογής.

 

Λίλη Μιχαηλίδου

παρουσιάσεις του βιβλίου στο Σκαλί Αγλαντζιάς και Art Studio 55
… σε νιώθω που είσαι πίσω από τη βαριά πόρτα /
τίποτα δε σε κρατάει πια / έλα μέσα / έρωτα!
και μπήκε μέσα ο έρωτας, εκείνη ακριβώς την στιγμή που όλα συνέκλιναν, στην άνοιξη του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου.
Κι ένα ταξίδι αρχίζει. Στην αρχή, χωρίς να μιλάει, ίσως λόγω της έκπληξης του καινούργιου, του ανέλπιστου. Mα αργότερα οι λέξεις και η πένα του, μέρα και νύχτα συνεργάζονται, σμιλεύουν, καταγράφουν ακατάπαυτα.
Θέλει να νιώσει την απώτερη αίσθηση, να ακολουθήσει την ηχώ της φωνής του, και διερωτάται: ποιά πόρτα να χρησιμοποιήσω/ του σώματος ή της ψυχής?
Άνοιξε και τις δυο ταυτόχρονα και τον είδε κατάματα.
στο όνειρό μου θα σε δω / θα ‘σαι εδώ.
Με τις εννιά αυτές λέξεις ο Κωνσταντίνος δίνει τον ορισμό του ερωτευμένου. Ενός ερωτευμένου ποιητή, που έχει την ικανότητα να είναι την ίδια στιγμή μέσα σ’ ένα τέλος που δεν είναι τέλος, μα η αρχή ενός πρωτόγνωρου και μοναδικού. Κι’ όταν η αγάπη είναι αληθινή /δεν χρειάζεται ούτε το μικρό δαχτυλάκι να κουνήσει/ καθόλου να μετακινηθεί από τον εαυτό του
Και αφήνει τον Θείο χρόνο να κυλήσει απάνω του. Έναν εκτεταμένο χρόνο πέρα από τον συμβατό, και πεινάει, αδειάζει, βραχυκυκλώνεται, απελευθερώνει την αγάπη σε μορφή δακρύων, παίζει τα αισθήματά του κορώνα γράμματα, μα είναι βέβαιος πως η αγάπη δεν χάνεται /αλλά παίρνει μορφή άλλη
Αυτό που βιώνουμε, αγαπητοί φίλοι, διασχίζοντας τις σελίδες του βιβλίου, είναι μια κατάθεση. Η κατάθεση του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου για τις πέντε εποχές που τόλμησε να ζήσει, πέρα από τα τετριμμένα και τα καθημερινά, με τη δύναμη ενός ποιητή που ξέρει να μπερδεύει το λόγο, τους στίχους και τις λέξεις του με την πραγματικότητα και το όνειρο, να ξαναφέρει στο προσκήνιο ρινίσματα του χτες, να τα αναμειγνύει με το σήμερα, να τα μεταφέρει στο μέλλον…
Μπαίνει στο καλοκαίρι κι κόσμος του γεμίζει ευφορία. παίρνει σπίτι σ’ ένα γειτονικό γαλαξία / μεσουρανεί στο σύμπαν με την πνοή του έρωτα, πλάθεται στα χέρια του
Ένα φθινοπωρινό απόγεμα… τον βλέπουμε να κάθεται στην άκρη της λίμνης και να αναρωτιέται τι ώρα πεθαίνουν: τα όνειρα? και είναι ώρες που εύχεται να μπορούσε να προσεύχεται, γιατί ξέρει πως όλα υπόκεινται στη νομοτέλεια της φυσικής εξέλιξης των πραγμάτων, και η ζωή είναι πηλός / που στεγνώνει απότομα…
Κι αναπάντεχα δέχεται τις νυχτερινές επισκέψεις του χειμώνα κι ο ποιητής πενθεί / ελπίζοντας πως κάποτε θα ξορκίσει τη λύπη και τρομάζει, μιας και δεν πιστεύει στη μετά θάνατον ζωή.
Μέσα του μαίνεται το κενό / σαν ταραγμένη θάλασσα και εκπαιδεύεται ν’ ακροβατεί, ενώ έξω απλώνεται σκοτάδι ολόμαυρο…
Όμως, κάπου στο βάθος, ο χρόνος συγκρατεί την ουσία και συλλογιέται πως, αυτό που βιώνει είναι ένα μικρό λιθαράκι. Ένα μικρό λιθαράκι του αρχέγονου / αρχέτυπου πόνου που, αφού ξεκαθαρίσει θα ζιζάνια γύρω του, θα τον βάλει στην άκρη, και θα κάνει κατάδυση σε καινούργια νερά… να γεννήσει νέα ποιήματα και έχοντας ο ίδιος βιώσει την εμπειρία, δηλώνει πως, αν κάποτε πέσει πιο πολύς πόνος / ο Θεός θα στείλει έναν άγγελο να τον μαζέψει…
Πέρασαν οι μήνες, στέγνωσαν οι λέξεις και τα συναισθήματα του, κι ο φόβος της εγκατάλειψης γυρόφερνε στο μυαλό του. Μα ένα φτερό τον παροτρύνει να πετάξει και να ξεχάσει τα πάντα, να μην τον νοιάζει για τίποτα… κι ας είναι άγιο το όνομα της ποίησης που για τον ίδιο, είναι απαραίτητο συστατικό της ευτυχίας
είναι αργά – αν μετράς από ψες
είναι νωρίς – αν μετράς από σήμερα
και μαζεύει τα κομμάτια του / σαν ένα παιδί που συλλέγει κογχύλια
και βυθίζεται ολοένα βαθύτερα στη λύτρωση…
Όλα τα πιο πάνω, αγαπητοί φίλοι, δεν είναι λόγια δικά μου.
Είναι στίχοι του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου, μέσα από την ποιητική του συλλογή «Οι Πέντε Εποχές». Στίχοι, που με οδήγησαν σ’ έναν κάμπο συναισθημάτων, που φύτρωσαν, άνθισαν, κάρπισαν, ωρίμασαν, τρυγήθηκαν και τώρα, αναπαύονται στις σελίδες της μνήμης ή, για να χρησιμοποιήσω την ετυμολογία της πέμπτης εποχής, αγραναπαύονται…
Στην καλαίσθητη εκτύπωση των Εκδόσεων Μελάνι, έκλεισε τον κύκλο της εξομολόγησης του έρωτά του / το πρώτο λάκτισμα / και τον τελευταίο σπασμό του / το τραύμα αλλά και την μετα-τραυματική άνθηση
Όλοι μας, λίγο ή πολύ, έχουμε περάσει μέσα από τις τέσσερις εποχές του έρωτα, βιώνοντας τη μάχη ανάμεσα στην παρουσία και την απουσία ‘του άλλου’. Μια μάχη στην οποία άλλοτε βουλιάζουμε κι άλλοτε επιπλέουμε. Κι όλα γυρίζουν πάνω σ’ έναν κρυφό άξονα μιας πέμπτης εποχής που λίγοι έχουν την ικανότητα να βιώσουν και που, όπως την περιγράφει ο ποιητής, είναι καθοριστική, γιατί εδώ ανακαλύπτουμε τον εαυτό μας
Τώρα, οι μέρες του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου, γεμίζουν με ποίηση. Ποίηση ταυτόχρονα καθρέφτης και αντανάκλαση της ψυχής του, μια λάμψη που αδιάκοπα θα τον συνοδεύει.
Τα μύρια θρύψαλα έχουν συναρμολογηθεί κι η ξηρασία χρειάστηκε μόνο μερικά κυβικά μέτρα νερού, και ξαναζωντάνεψε…
Σ’ ευχαριστώ Κωνσταντίνε,
για την αποκάλυψη αυτού του ταξιδιού….

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

Ο Φιλελεύθερος 2/9/2012

Με τον έρωτα κυρίαρχο θεματικό μοτίβο, στην ακμή ή παρακμή του

Η πολυσέλιδη ποιητική συλλογή του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου. που φέρει τίτλο «Οι πέντε εποχές» κυκλοφόρησε το 2012 από τις έκδοσης «Μελάνι· και πρόκειται για την πρώτη εκδομένη δουλειά ενός νέου δημιουργού Το γεγονός ότι ο Κ.Π. από αυτή την πρωτόλεια δουλειά κατόρθωσε κιόλας ν’ αποκτήσει ένα προσωπικό ύφος, το οποίο μάλιστα ξεδιπλώνεται πάνω στον καμβά μιας ομαλής θεματικής με ομοιογένεια και ειρμό, πρέπει να καταλογιστεί στα υπέρ του νέου ποιητή. Το κυρίαρχο θεματικό μοτίβο είναι φυσικά ο έρωτας στην ακμή η την παρακμή του, στην παρουσία η την απουσία του.
   Θεωρώ εύστοχα τα πλείστα ευσύνοπτα ερωτικής θεματικής ποιήματα της συλλογής, τα οποία παρατίθενται με τρόπο αποφθεγματικό, αλλά απολύτως ευκρινή. Όπως το άτιτλο ποίημα της σελ. 28 «Πάρα πολλά / γύρω μου / περιέχουν/ μια υποψία σου / Τα υπόλοιπα / είσαι εσύ» Ο έρωτας, φυσικά, δεν είναι ανθόσπαρτη και ψυχαγωγημένη λεωφόρος Το συχνά επώδυνο του πράγματος σκιαγραφεί με αφοπλιστική απλότητα ο Κ .Π. «Ένα αθέατο ράγισμα μου /-δικό σου δημιούργημα -/μ’ έκανε τελικά μύρια θρύψαλα /κι έπειτα κόπηκε / απ τα κομμάτια μου / θαυμαστά το έργα σου»· (σελ 42)
Όταν ο νεαρός ποιητής (γεννημένος το 1981) δεν σαγηνεύεται υπέρμετρα από το εύηχο ή το εύσχημο των λέξεων στον δεν αφήνεται πολύ σε έξυπνα έως εξυπνακίστικα λογοπαίγνια όταν αξιοποιεί, λειτουργικά και παραστατικά, μεταφορές και παρομοιώσεις, όταν μεταπλάθει ποιητικά εικόνες της καθημερινότητας προσδίδοντας τους άλλες διαστάσεις, το αποτέλεσμα είναι ουδόλως ευκαταφρόνητο. π.χ. στο άτιτλο ποίημα της σελ 57 λέει: «Μήνες τώρα / η σχέση μας κείτεται / σε κώμα / Ο γιατρός θύμωσε: / Πρέπει επιτελούς ν’ αποφασίσετε / Να σώζατε έστω το ζωτικά όργανα /να τα με τα μοσχεύατε στη μετέπειτα ζωή σας.
Εκεί οπού λειτουργεί ο σαρκασμός και κυρίως ο αυτοσαρκασμός και το χιούμορ, η ποιητική ιδέα διασώζεται και ευδοκιμεί. Π.χ. στη σελ. 70: Μέρες τώρα / προσποιούμαι πως εχω πεθάνει /ελπίζοντας να με ψάξεις / ή έστω να με θάψεις».
Όπως πραγματεύεται τις ερωτικές σχέσεις, ο Κ.Π πραγματεύεται και τις μετα-ερωτικές. Με την ίδια ένταση και ζέση, με την ίδια ανεπιτήδευτη απλότητα: «Δεν θέλω να σε θάψω / σε σεντούκι / έξη ποδιά κάτω από τη γη / θέλω να σε φυτέψω / στο φρέσκο χώμα της ψυχής μου. / Και πάνω σου να βλαστήσουν / όμορφα λουλούδια /Έτσι θέλω να είναι / η ύστερη εποχή σου. / Μετά σου· (σελ 124)
   Πέρα από την ερωτική θεματική, που ούτως ή άλλως είναι παρούσα σε όλα τα ποιήματα της συλλογής, ο Κ.Π καταπιάνεται και με μεγάλες φιλοσοφικές έννοιες, όπως ο χρόνος και ο πόνος. Και συχνά πετυχαίνει επαρκή αποτελέσματα Κυρίως όταν οι λέξεις συνεπικουρούνται και από εικόνες όπως π.χ στο «Θεέ χρόνε· (σελ 105): «Σ’ αφήνω να κυλήσεις / επάνω μου / άσε μου αν θες / σημάδια / αλλά κλείσε την ψυχή μου / να μην μπάζει / ο αδελφός Σου / ο Πόνος / Αμήν»
   Θέλω όμως να σταθώ και στα ποιήματα ποιητικής που περιλαμβάνει η συλλογή. Τέτοιο είναι το προγραμματικό, παραστατικό και ευθύβολο: «Καταδύσεις· (σελ.111) όπου μέσα από ένα αναλυτικό παραλληλισμό, ο Κ. Π σημασιολογεί με επάρκεια τη θέση της ποίησης στη ζωή του. Το παραθέτω ολόκληρο «Θα μπορούσα / να μην κατέδυα κάτω απ’ της επιφάνειας μου την τσίπα/ να μη ρίσκαρα τη ζωή μου φτάνοντας τόσο βαθιά / θα μπορούσα / να μην κινδύνευα απ την ασθένεια των ποιητών / θα μπορούσα να μη φέρω πάντοτε φιάλη ποίησης» Γενικά, βρίσκω ιδιαιτέρως θετικό το γεγονός ότι τα θέματα ποιητικής απασχολούν πολύ συχνά τον Κ.Π. Αυτή η ενασχόληση προσφέρει έναν μπούσουλα. που διαρκώς τον επαναφέρει σε τάξη όποτε διαφανεί ο ελλοχεύων κίνδυνος του ξεστρατίσματος Και η ποίηση, όπως κι όλα τα μεγάλο πράγματα στον κόσμο, πρέπει να έχει στρατηγικές στοχεύσεις Ορθά λοιπόν: «Τα ποιήματα είναι φλέβες / που μ’ ενώνουν με κάθε τι που βρίσκεται γύρω μου / εγώ είμαι η καρδιά. (σελ.142 ).
   Ως νέος ποιητής. παρορμητικός και αυθόρμητός. ο Κ.Π . νομοτελειακά θα έλεγα, έχει μια σχέση με τη δουλειά του. που δεν του επιτρέπει την απόρριψη, τη διαγραφή, το σκίσιμο στίχων. Αυτό συμβαίνει με όλους τους νέους ποιητές, είναι ερωτευμένοι με τη δουλειά τους Κατά τη γνώμη μου. η συλλογή του Κ.Π. θα ήταν αισθητικά επαρκέστερη αν έλειπαν από μέσα γύρω στο 10% των στίχων που περιλήφθησαν σε αυτή. Με τον καιρό, με την ωριμότητα που επιφέρει ο χρόνος και η διαρκής ενασχόληση με την ποίηση είμαι σίγουρος ότι θα μπορέσει και ο Κ.Π. ν’ αρχίσει ν’ απορρίπτει και να ξεδιαλέγει στίχους του. με μεγαλύτερη αυστηρότητα απ’ όση το πράττει τώρα.
   Επίσης, σταδιακά. ο νέος αυτός ποιητής θα διευρύνει και τους θεματικούς του ορίζοντες, πέρα από τον έρωτα και τον εσωτερικό του κόσμο, πέρα και από τα θέματα ποιητικής. Φιλική συμβουλή και παραίνεση μου. να ενδιατρίψει π.χ. στο έργο του μεγάλου Ρώσου ποιητή Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι τροβαδούρου του έρωτα και της επανάστασης. Μέσα από αυτό το έργο θα βρει πολλές απαντήσεις για τη θέση του «εγώ» και του «εμείς· στην ποίηση και την κοινωνία. Μέσα από αυτό το έργο θα γίνει κοινωνός και των συλλογικών. μαζικών, κοινωνικών διεργασιών, που παρέχουν πλέρια ερεθίσματα για ποιητικές μεταπλαστή η από μονές τους συντελούν κι αποτελούν ποίηση.

 

ΧΡΥΣΑ ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

Τα Ποιητικά, Τεύχος 9

Ο Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου ετοίμαζε δεκατρία χρόνια την ανά χείρας συλλογή, η οποία περιλαμβάνει τις τέσσερις εποχές, με την αγρανάπαυση να ακολουθεί, ενώ στο τέλος επανέρχεται η άνοιξη μόνο ως τίτλος, για να συνεχιστεί νοερά ο κύκλος των εποχών και της ζωής στο διηνεκές, θα μπορούσε να εκληφθεί η απλή αναφορά στην άνοιξη ως μια νότα αισιοδοξίας ή μια υπόμνηση του αναπότρεπτου κενού. Πιο απαιτητικά και επιτυχημένα είναι τα μακροσκελή ποιήματα, μιας και τα λακωνικά και κοφτά. για να διαθέτουν δύναμη, χρειάζονται ποιητική εξάσκηση και τριβή με την καθημερινότητα. Παρ’ όλ’ αυτά, οι «διάλογοι» για το θέμα της δημιουργίας και της ποίησης, τον έρωτα, το εφήμερο διαθέτουν εσωτερικότητα, πυκνότητα πολλές φορές, καθώς και εικόνες που δεν δημιουργήθηκαν τυχαία, αλλά προβάλλουν ιδέες και στοχαστική διάθεση, μολονότι δεν αποφεύγεται ένα είδος ναρκισσιστικής στάσης: «σαν να ‘μαι γλύπτης/ λες κι είσαι μάρμαρο/ όπως ακριβώς σε θέλω/ σε φτιάχνω/ κι έπειτα/ δειλά/κρυφά/ κάθομαι και σε θαυμάζω/ Ζωή μου.»

 

ΠΥΛΙΩΤΟΥ

ΞΕΝΟΥ

 

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

ΑΘΗΝΑ ΤΕΜΒΡΙΟΥ

1-ΑΘΗΝΑ Τ

Η Αθηνά Τέμβριου σπούδασε Αγγλική Λογοτεχνία στο State University of New York at Stony Brook στις Η.Π.Α και συνέχισε τις μεταπτυχιακές της σπουδές στο University of Sussex στο Ηνωμένο Βασίλειο, με κύριο θέμα τη λογοτεχνία της αγγλικής και της ιταλικής αναγέννησης. Έχει διακριθεί σε διαγωνισμούς ποίησης και έχει δημοσιεύσει ποιήματά της σε διάφορες ανθολογίες στην Κύπρο και στο εξωτερικό, σε λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες. Έχει επίσης αρθρογραφήσει ως δημοσιογράφος. Είναι μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Εθνικής Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών Κύπρου, μέλος του ΠΕΝ, του Συνδέσμου Ηνωμένων Εθνών Κύπρου και του Συνδέσμου Χαρισματικών Παιδιών Κύπρου. Έχει εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές, Της Πατρίδας και της Νιότης (1997) και Μετάβαση (2009) παι Ανάμεσα στους ήχους (2017). Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά και στα Γερμανικά. Είναι καθηγήτρια αγγλικής λογοτεχνίας και γλώσσας.

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟΥΣ ΗΧΟΥΣ (2017)

Για την έμπνευση

ΠΟΙΗΣΗ

Χτύπα, τον στίχο με το σφυρί
να πάρει τη μορφή του κόσμου.
Σπίθες να πετάξουν τα μάτια
να καεί το ξερό δάσος της μνήμης
ν’ αναστηθούν τα κομμένα
δέντρα που αγαπήσαμε
και τα χέρια να σκάψουν τη γη
ώσπου ο σπόρος σου, Ποίηση,
να καρπίσει και να θρέψει
τους πεινασμένους.

ΤΟ ΑΝΑΠΟΤΡΕΠΤΟ

Η σύναξη των ποιητών μοιάζει, συχνά
με τραγούδι της θάλασσας
πότε θρηνητικό, πότε ελπιδοφόρο
σαν κύμα οργής ή σιωπής,
χειμώνα ή καλοκαίρι.

Τον στίχο νύχτα μέρα πλάθουν,
μα κάποτε ξεχνούν πως ό,τι γεννιέται
δίχως φόβο ή ντροπή καλείται Ποίηση,
αντάρτισσα κυρά με τα λιτά
μαύρα ρούχα της επανάστασης.

ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΗ

Γεννιούνται άνθρωποί
με μία δάδα στο χέρι,
φωτίζουν δρόμους
και προχωρούν.
Μα άλλοι έρχονται με
μια χούφτα σκοτάδι
και το σκορπούν
κι ας γράφουν ποίηση.

Της απόγνωσης

ΣΤΙΓΜΕΣ ΑΠΟΓΝΩΣΗΣ

Σε στείρες στιγμές τί να γράψει κανείς;
Ξέφυγε ο στίχος πάνω από τις γραμμές,
πάνω απ’ ης συνειδήσεις ανθρώπων
κι όλοι αποκαμωμένοι, σκυμμένοι στη γη
μαζεύουν όνειρα μέσα στις λάσπες του χθες.

Αύριο, αν οι δρόμοι μας κλείσουν
στις καταιγίδες και απελπιστούμε,
ας μάθουμε πως οι τράπεζες της ψυχής
ήσαν πάντα ανοιχτές, μα δεν το ξέραμε.

ΕΝΑΛΛΑΓΗ

Τα βλέμματα σκάβουν τη γη,
φυτεύουν νάρκες,
σημαδεύουν παιδιά
στην ανάγκη του ελέους.
Οι σπίθες, εκρήξεις ρηχών συνειδήσεων
κι η αθωότητα, μορφή που έχασε
τον δρόμο ανάμεσα σε χαλάσματα
και σ’ όνειρα, χαραγμένα μ ’ αίμα.

Ένα παιχνίδι δεν φέρνει την ίαση.
Ένα κομμάτι ψωμί δεν χορταίνει
τα στόματα της αβύσσου.
Η ελπίδα δεν είναι βάλσαμο της ψυχής
στις ρωγμές των καταυλισμών.
Ο νόμος δεν ορίζει το δίκαιο της συμπόνοιας
κι είναι αργά να αλλάξει πορεία ο άνεμος.
Μα, ό,τι γεννιέται προλαβαίνει τον χρόνο,
με της φύσης το λιτό κέρασμα
εναλλάσονται οι εποχές.

Ψηφίδες ποίησης

A.
Να ’στε ιδεαλιστές
στον ρεαλισμό σας
για να μην γίνουν
απέναντι τ’ αστέρια
καταπέλτες ονείρων.

I.
Θα σε κρύψω πίσω απ’ τα χαρακώματα
μην σε βρει ο έρωτας τοξοβόλος γυρνώντας
απ’ το κυνήγι του φεγγαριού,
ως θνητή δεν κατέχω τη γνώση να τον γελάσω.

Ν.
Η εμμονή τον παραλόγου,
οι δηλώσεις δειλές, φοβισμένες.
Καθυστερείς να σχηματίσεις τον κύκλο,
να διασχίσεις την άλλη πλευρά.

Ρ.
ο στίχος δεν φοβάται ν’ αρμενίσει
στις ρηχές θάλασσες των κοινών θνητών.
Πνίγεται μόνο μες τους αιώνες
σαν δεν αντικρίσει την πανσέληνο της αγάπης.

Υ.
Σαν ταξιδεύεις για την Ιθάκη
η μοναξιά δεν σε πληγώνει.
Βρίσκεις ανθρώπους-λιμάνια
να ξαποστάσεις για μια στιγμή.

Του έρωτα

ΕΙΚΟΝΕΣ

Η φωνή σου σμίγει γλυκά με τον άνεμο,
αθόρυβα σαν τον Άριελ στην Καταιγίδα
του Σαίξπηρ, φιγούρα άυλη.
Τρεμοπαίζεις στο φως της σελήνης
με το κρασί της αγάπης
και το χρώμα του έρωτα.

Η ποίηση σε καλεί
για μια στιγμή εναγκαλισμού,
μα εσύ δειλά αποποιείσαι τ όνειρο.
Σε μαγνητίζουν τ’ αστέρια.
Είναι φάροι που φωτίζουν
χρόνια φευγάτα.

Σ’ ονειρεύομαι σαν χαιρετώ την ελπίδα
κάθε φορά π’ ανταμώνει
γλυκά καλοκαίρια, χαμένους κόσμους.
Αφουγκράζομαι άδειες λέξεις με νόημα,
η αναμονή επιστρατεύει τη μνήμη.
«Ο ίσκιος στην αυλή με το κυπαρίσσι.»

ΕΡΩΤΑΣ

Ξεπροβάλλει ο έρωτας στις αμμουδιές του κόσμου
με το φεγγάρι συνοδοιπόρο,
απλώνει το χέρι στις πονεμένες ψυχές,
τις παίρνει μαζί του στα βάθη της θάλασσας
να πνίξουν τον φόβο,
μα τις γυρνά ξανά με τα κύματα
και το χαιρέτισμα του ήλιου.

ΓΙΑ ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ

Είπες θα περιμένω
το καλοκαίρι στον πρωινό ήλιο
ν’ αντικρίσω αγάπη.

Είπες θα περιμένω πιστός
στα σημάδια στην Άμμο
καθώς βηματίζεις.

Είπες θα περιμένω
τον πρωινό στίχο στο άκουσμα σου,
στο άνοιγμα του ουρανού.

Είπες θα περιμένω
τη θύμηση να μιλήσει για βόλτες
στη θάλασσα, μήνα Αύγουστο.

Είπες θα περιμένω
στην απουσία σου,
στην απουσία μου.

Μεταφυσικοί στοχασμοί

ΤΟ ΑΙΝΙΓΜΑ

Σαν έγειρα στη γη να πάρω δύο στίχους
είδα τα κόκαλα τους άσπρα στον ήλιο.
Η σάρκα χαμένη όπως ετάχθη,
μόνο η ψυχή φτερούγιζε στον άνεμο
με της βροχής το άσμα το γνώριμο,
πριν ταξιδέψει στο τέλος του Χρόνου,
πριν η Εικόνα να ξεθωριάσει,
αντίκρισα το αίνιγμα στο φως
καθ’ ομοίωση της αρχαίας πνοής
με συνάντησε ο τρίτος στίχος,
στους ήχους της σιωπής του κόσμου.

Ήταν ο μόνος τρόπος να αναληφθώ.

ΣΚΕΨΕΙΣ Β’

Είναι οι σκέψεις άσμα ασμάτων
την ώρα που η ψυχή μετρά τους ίσκιους,
την ώρα που ο άνθρωπος αργά βαδίζει.
Όσο ο χρόνος τον περιγελά,
οι φιγούρες μπροστά του χορεύουν,
παράλογα τον στοιχειώνουν,
πλάθουν τον κόσμο μες στη σιωπή,
γρίφους γράφουν στους άδειους τοίχους.

ΦΩΣ

Την ώρα που το φεγγάρι υμνούσε τον άνθρωπο
εμείς δειλά σκεπάσαμε το φως, μη μας τυφλώσει.
Έτσι απλά αφανίσαμε τον ήλιο,
αφού δεν ξέραμε τους νόμους,
τι είναι μέρα και τι νύχτα.

Κι όταν τα πρώτα σύννεφα
χαθήκαν με την βουή τ’ ανέμου
στίχοι και μουσική αδράξανε το φως
να ζεσταθούν οι άνθρωποι ξανά
αφού δεν ήξεραν τον τρόπο.

Παρορμήσεις

ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ

Είμαστε σαν τα δέντρα
κάτω απ’ τον ήλιο
ούτε μια στάλα νερό
τα δρόσισε μέσα στο καλοκαίρι.
Όμως οι ρίζες άπλωσαν
βαθιά μέσα στη γη
καλά κρατάνε τα κλαδιά
τα φύλλα σαν ψυχές
γρικούν πρωί και βράδυ.

Είμαστε σαν τα δέντρα.
Η ανάσα, το όνειρο ενός παιδιού
την ώρα της ανάπαυσης
κάτω απ’ τον ίσκιο μας,
μέχρι να διανύσει ο χρόνος
τις μέρες της σιωπής
για να γευτούμε τη δροσιά
του κόσμου.

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Σαν δεν σπάσει τα τείχη ο άνθρωπος,
μονολογεί δίπλα σε ένα παράθυρο
με την πόρτα ανοιχτή.
Ίσως έτσι τον συναντήσει η ζωή
σαν περνά.
Είναι κι αυτός ένας τρόπος.

ΑΚΡΟΒΑΤΕΣ

Ακροβατούμε σ’ ένα σχοινί
ατενίζοντας τον ορίζοντα
πάνω από τις θάλασσες,
πάνω από τα βουνά’
συναντώντας μικρούς θεούς

η διαδρομή χαράζει, το αίνιγμα,
προδιαθέτει άσκηση
για να μην πέσουμε,
μην διακοπεί το ταξίδι και
συναντήσουμε το κενό

ακόμη μια φορά
σαν πριν απ ’ τη γέννησή μας,
απ’ το σκοτάδι στο φως,
αιώνια, σφαιρικά, με στιγμές
π’ αγαπήσαμε.

ΜΕΤΑΒΑΣΗ (2009)

Να πιω το μεδούλι της ζωής,
να ιστορήσω
το μύθο και το πέρασμα
στο φως, στο σκότος, στο άνοιγμα της ψυχής
μέχρι που λέξη να μη μείνει μακρινή,
μέχρι που της ο κύκλος να αλλάξει. 

ΤΟ ΡΟΛΟΙ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ

Ο χτύπος στον τοίχο με προσκαλεί
να κάνω τη σκέψη έρμαιο
τον χρόνου και της αγάπης
που δεν καθόρισαν θεοί μα άνθρωποι
άθλιοι και χαμένοι.

Όσο χτυπά ο δείκτης θα μου θυμίζει πως
τρέχουν να αρπαχτούν σ’ αυτά που δε
φέρνει ο λογισμός…
γλυφά, απρόσιτα κομμάτια της ζωής
αιματηρά και πικραμένα.

Είναι αίνιγμα η πράξη;
Όπως ο έντονος χτύπος στον τοίχο,
ίσως σαν δεν την καθορίζει ο νους,
σαν δεν την κοιμίζει η αγάπη,
με τόσες ελπίδες σίγουρα δεν είναι γρίφος.
Θέατρο στημένο θάναι.
Γραμμένο
μέσα στη σύγχυση, μέσα στης αφροσύνης
τον παλμό… 

ΦΙΛΟΜΕΛΑ

Η χώρα μου μάτωσε.
Τα δάκρυα ξεχασμένες
σταγόνες σιωπής.
Μες την κρούστα της κίτρινης γης
σπέρνει ο θεός
λευτεριά.
Στον πυρήνα της θάβει
την Άθλια σκλαβιά του αιώνα.

Η χώρα μου μάτωσε.
Είναι πια μοιραία γυναίκα
με τα χέρια κομμένα
μα τα πόδια γερά.
Οι κραυγές, ήχοι σπαραχτικοί
χωρίς λέξεις.
Τι να ‘χει να πει;
Η χώρα μου μ’ αίμα
είναι πια μια Λαβίνια ή Φιλομέλα. 

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ

Σκυφτός γράφει μια ιστορία,
στίχο με στίχο τα αχνάρια της αλήθειας
να χαράξει
Όταν αποκοιμάται
πλάθει την καληνύχτα της ζωής,
ώσπου να ανταμώσει το πρωινό
τη συνείδηση να περπατά.
Σαν δεν τη χαιρετήσει με τα πρώτα
χτυπήματα,
τη συναντά ξανά στους δρόμους σαν κλαίει…
για μια σταγόνα παρηγοριάς,
να ξεδιψάσει.

ΖΩΗ

Α.

Κάθε στιγμή που η γη γυρνά
γράφω ένα ποίημα,
για να επιβεβαιώνω την ύπαρξή μου,
να δικαιολογώ τη ζωή χωρίς εμένα …

Β.

Σήμερα πεθαίνουν τα γιασεμιά,
τα πλήγωσε ο κρύος νοτιάς,
τα γύμνωσε ο έρωτας,
τα σπάραξε η αγάπη…

Γ.

Ναυαγοί είμαστε
σε νησάκια του κόσμου
πριν να ανασάνουμε
άνθρωποι,
πριν να χύσουμε αίμα αθώο
σε γη, θάλασσα,
ουρανό και φωτιά.

ΑΠΟΨΕ

Απόψε θέλω να αποσιωπήσω κάτι φωνές,
να κατευνάσω σκιές αχαλίνωτες,
οργισμένες.

Πώς γίνονται οι μνήμες φαντάσματα
κυνηγοί;
Ας πάρω το πιο γλυκό τουφέκι να σημαδεύσω
μάτια που βγάζουν φωτιά,
στόμα που λέξεις ξερνάει
και τη θύμηση να σκοτώσω
μήπως απόψε μου πάρει την πένα
σ’ άγριους κόσμους ρηχούς.

Ο ΠΡΩΤΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ

Αναφορά στον Νίκο Καζαντζάκη

Δύο κορμιά απλωμένα σε ένα γαλάζιο πέπλο.
Πίνακας δοσμένος στο πρώτο, στο τελευταίο κύμα.
Ξεχασμένος σε εποχή που οι άνθρωποι
ξεκινήσανε τον παράδεισο,
μα χαθήκαν.

Ποιος παράδεισος σχηματίστηκε στο κορμί
στην ψυχή ή στην άβυσσο;
Είναι κάποια μονοπάτια που το φεγγάρι στάζει λίγο λίγο
τη θάλασσα,
πλημμυρίζει το σύμπαν.
Η νύχτα χωρίς αστέρια παραδίνει τους ίσκιους της
σε δρομάκια που το φεγγάρι δεν έχει φωτίσει.

Έχεις γράψει ποιητή αδικημένε πως
ο καθείς έχει πινέλα να ζωγραφίσει παράδεισο,
ο καθείς μπορεί να χωρέσει μέσα.
Θα ζωγραφίσω την κόλαση,
θα κλείσω την πόρτα.
Μήτε ζο μήτε άνθρωπος
να διαβεί, να περάσει.
Να γυρνά μοναχά τα στενά δρομάκια,
σαν το φεγγάρι ρίχνει τ’ άπλετο φως.

ΜΟΥΣΙΚΗ

Ένα φύλλο πρωί πρωί με χαιρέτησε.
Ήταν το σώμα τον ισχνό μα αγέρωχο.
Η αγάπη ακόμα μου <δείξε το δρόμο.
Ο άνεμος με βαρύφερνε ‘δω και ‘κει.
Χρυσές στιγμές τον Ντεπουσσί,
πρωί πρωί οι νότες…

ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ

Ό,τι και να γίνει στο λέω,
αυτή η ψυχή δε χάνεται.
Ό,τι και να γίνει στο λέω,
τίποτα δεν μπορεί να κλείσει τους πόρους της.
Αναπνέει ελεύθερα, μακριά από ‘σένα.,
μακριά από σύνορα.
Δεν τρέφει πάθη και προπάντων δε σκλαβώνεται.

ΦΥΓΑΣ

Είσαι κρυμμένος στην τελευταία
γωνιά του δρόμου.
Ο φόβος κυρίαρχος σε πνίγει.
Χαιρέτα τον άνεμο, σε προσπερνά.
Χαιρέτα την κυρία με το ψηλό καπέλο.
Σε ακολουθά κυρίως τις νύχτες,
σου θυμίζει τη γέννηση σου

ΣΥΓΝΩΜΗ

Είμαι μικρός.
Είσαι μεγάλος.
Απροσάρμοστος γίγαντας
των δώδεκα χρόνων,
με το δάκρυ μπροστά σε πρόσωπα
καθημερινά και ξένα.

Είμαι μικρός.
Είσαι σαν το παιδί που κάθεται
δίπλα… και σε περιφρονεί.
Το χτυπάς και απολογείσαι.

Θα θυμάσαι πάντα τα πρόσωπα,
τις φωνές και το χρώμα τ’ ουρανού απέναντι.
Η χειραψία δεν είναι αρκετή,
όσο και αν προσπάθησες με χαμόγελο
να τη σφραγίσεις.

ΠΟΙΗΣΗ

Είσαι η φλόγα μιας στιγμής.
Αυτή η φλόγα που ταξιδεύει τη σκέψη,
καίει τη θλίψη.
Αυτή που ζεσταίνει τα σύννεφα
στο γαλάζιο ουρανό,
να γεννήσει βροχή,
να δροσίσει τη γη,
να ομορφύνει τη θάλασσα.

ΕΛΠΙΔΑ

Ελπίδα είναι το γλυκοχάραμα
της νιότης,
τον φευγαλέου ταξιδιώτη ο σταθμός
και της γυναίκας η ζωή η ντόμπρα.

Ελπίδα είναι το ξανθό
προσάναμμα ανθρώπου
και τα γλυκά αναγγέλματα
τα βράδια τον Σεπτέμβρη.
Είναι βελούδινο άγγιγμα
στα πρώτα τα σκιρτήματα.
Είναι η δύναμη ψυχής τα χρόνια της ζωής μας. 

ΑΓΓΕΛΟΣ ΘΑΝΑΤΟΥ

Νεκρό πουλί ανάστησες τη μέρα.
Νεκρό πουλί
σαν κείτεσαι στην ασφαλτοστρωμένη
της ζωής πορεία.

Νεκρό πουλί,
κομμάτια θρύψαλα
το φτέρωμα του κόσμου
σαν δεν κατόρθωσε στο πέταγμα
να φτάσει την αγάπη.

Πώς ήσυχα κοιμάσαι;
Απορώ… πώς τούτη τη γαλήνη
έπραξες μετά το θάνατο σου;

Μικρό πουλί μη μου χαθείς
σαν μες την σήψη σκλαβωθείς.
Στη θύμησή σου ο φόβος,
ο θάνατος και η ζωή.
Η μόνη ελπίδα,
μικρό πουλί,
το θάνατο για μια στιγμή ξεγέλασες,
νεκρό πουλί.

ΕΡΩΤΙΚΑ

Α.

Μην είδατε πού πήγαινε η αγάπη,
όταν ξυπνούσαμε;
Ήταν κρυμμένη κάτω απ’ τα μάτια μας
ώσπου να την καλέσει πάλι ο αυγερινός

Ε.

Τα μάτια σου δρόμος, για να περάσω
στην άλλη άκρη τ’ ουρανού,
χωρίς επιστροφή
με τον έρωτα συντροφιά,
με την ποίηση να γυρνά αδίστακτη.
Χίλιες λέξεις, αν είναι να με ανταμώσουν
στο απέραντο της ψυχής, ταξίδεψα…

Ζ.

Ήταν τόσο διαφορετικοί
και τόσο όμοιοι.
Τόσες φορές χαμένοι
τη σκιά μιας λέξης.
Φλέρταραν τη σιγή μήπως μιλήσει
ο έρωτας.

Ήταν τόσο διαφορετικοί
και τόσο όμοιοι.
Αυτός έμαθε να αγαπά…
και εκείνη;
Εκείνη κρατάει τον έρωτα
μην της ξεφύγει,
ο χρόνος δεν είναι πιοτό
να μεθύσει.
Πάει καιρός που έψαχνε στην ψυχή του
ελπίδα και απόγνωση. 

Θ.

Μεσ’ τη βουή τ’ ανέμου πρωτάκουσα
για ‘σένα και ‘μένα.
Αν άφησες τις λέξεις να σκορπιστούν
κομμάτια χιλιάδες,
τώρα σκύβεις και τα μαζεύεις
με τόση αγάπη
και μ’ άλλη τόση
τον έρωτα σκαλίζεις.
Θα σου κρατώ το χέρι,
όταν με χρώματα τους ίσκιους
αφανίσεις. 

Κ.

Ήταν θυμάμαι μια μέρα αλλιώτικη
καθώς περπατούσες με τους ώμους γυρτούς
και τα μάτια χαμηλωμένα στην σκέψη.
Ήσουν ωραίος.
Έτσι απλά σ’ αγάπησα,
στη ζέστα του μικρού καφέ
με τον Ντα Βίντσι στον τοίχο,
τον καφέ, και το γλυκό που μοιραστήκαμε.
Έτσι απλά σ’ αγάπησα…

Λ.

Χάθηκα μέσ’ το γαλάζιο.
Νόμιζα ήταν θάλασσα, ή τ’ άπλετο φως
τον ήλιου.
Ήταν όμως τα μάτια σου…
καράβι της ψυχής, για να σαλπάρω.

Ο.

Σ’ αυτό το ποίημα τι να πω;
Να κλέψω θέλησα απ’ τον ήλιο την ελπίδα,
ολημερίς να πλάθω στίχο στίχο τη ζωή.
Μα όταν βραδιάζει, ο λογισμός παγίδα μοιάζει…
Παλεύω, χάνομαι, γυρνώ, αναζητώ. 

Π.

Σκέφτομαι για ‘σένα και για ‘μένα,
άνθη είμαστε κι αγκάθια.
Πότε ομορφίζουμε τον κόρφο του έρωτα
κι άλλες στιγμές
ματώνουμε ελπίδες.
Να σε χαρώ για μια στιγμή μπουμπούκι ανοιχτό
μέχρι να ξανανθίσεις…

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Με τα μάτια στραμμένα σε ‘σένα και ‘μένα
πήρα το δρόμο τον χωρισμού.
Ό,τι ονειρεύτηκα
μένει σε τούτο τ’ άσπρο χαρτί.
Ό,τι γύρεψα στης ζωής τον
πολύστιχο μύθο βάλλεται
με σημάδια, μηνύματα…
Δεν είπες πως αν δε
γνωρίζει κανείς τι θα ειπεί θάνατος
δεν πεθαίνει ποτές;

Σαν λαλήσει ο χρόνος τρεις φορές
πλένεται ο νους φως και σκοτάδι.
Πώς να βρω τον νήματος άκρη;
Θησέας δεν τάχθηκα στην Κνωσό.

Η αγάπη δεν πορεύεται εις τον Άδη,
αναπαύεται αιώνια
εις το φως τον αυγερινού…

ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΝΙΟΤΗΣ (1997)

Ανάπαυλα μεσ’ στο τραγούδι
των πουλιών και στο μουρμουρητό των δέντρων
Και ευφράνθηκε η στείρα η καρδιά
την νεκρική σιγή
που φέρνει ο νους τ’ ανθρώπου. 

ΣΤΗΝ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΠΑΤΣΑΛΙΔΟΥ

Τη φωνή σου δεν άκουσα ποτέ
τη φιγούρα σου γνώρισα
σε ένα παλιό άλμπουμ σε κάποιο
ερμάρι κλεισμένο
και γίνηκε η σκόνη χρυσόσκονη
και στόλισε δυο ωραία μαύρα μάτια.
Και πως τα θαύμασα τα δυο μαύρα
σου μάτια, τις λίμνες της ψυχής
γαληνεμένα μάτια.

Η σκιά σου, γλυκιά δασκάλα μιας
σκληρής εποχής
μεσ’ στην ψυχή της νιότης του σήμερα
που με μια πένα καμώθηκε να γράψει
το όνομα σου σε ένα χαρτί.
Κι η καρδιά γεννοβόλησε μια φλόγα αγάπης
μνήμης σταθμό ή ποίησης δώρο.

Μια στάλα απ’ το αίμα σου πήρα
και της ρίζας τ άσπρα σου γράμματα.
Για να αφήσω την σκέψη μετουσίωση ενός
λουλουδιού σε μια άσπρη πλάκα.
Σαν ένα αεροφύσημα μια μέρα του Νιόβρη
που πήρε τη σκέψη μου βόλτα σε ένα άδικο χαμό
σε σύντομο ταξίδι.

Πως της μοίρας καράβι μπαρκάρισες
για γλυκιά ουτοπία.
Σαν καλός ναυτικός απαρνήθηκες
ένα κομμάτι γη στη στεριά
για τη θάλασσα, σε ένα καράβι παράδεισο

Ο ΓΥΡΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ

Τον δρόμο στη γη που με γέννησε να πάρω
να αφήσω τον πόνο, ανάσταση του ονείρου μου.
Θέλει η ψυχή να αρμενίσει στο πέλαγος της θύμησης,
τότε παιδί που αγνάντευα την θάλασσα.
Κοχύλια μάζευα σε λεύτερη αμμουδιά
κι αφουγκραζόμουν τις φωνές στα βράχια.
Θα ήτανε ήρωες που μούγκριζαν σαν τα θεριά
-προμήνυμα του τόπου- και μάχονταν στις Θερμοπύλες.

Εκεί σ’ αυτή τη θάλασσα έσμιξε ο Άρης στ’ ακρογιάλι
και γίνανε όλοι ένα, άντρες, παιδιά, γυναίκες
μια μορφή.
Παλεύανε τα κύματα κι όταν πια ο κάματος της πίκρας
κόπασε, καθίσανε στα βράχια
να στραγγίξει το αίμα τους.

Κομμάτια τα κορμιά στην αύρα του καλοκαιριού
κι όσοι απομείνανε να ψάχνουνε τη ζωή
που έφευγε σαν το πουλί στα ξένα
μαζεύανε τα δάκρια απ’ τη γη και πίνανε νερό
της λησμονιάς.
Αποσπερίτη φως δε φάνηκε εκείνες τις μέρες.
Έτρεχαν όλοι για να βρουν ένα κομμάτι ουρανό
για να κρυφτούν, ένα κομμάτι γη να ξαποστάσουν
να δώσουνε στο κορμί φυγή
και στη ψυχή το γυρισμό, όνειρο ματωμένο.

Νησί της ομορφιάς, νησί τραγουδημένο
την Αφροδίτη έψαχναν μεσ’ στις κορφές του
Ολύμπου και στις ακτές της θάλασσας
τη φώναζα να ‘ρθει.
Νύχτα να τραγουδήσει τραγούδι τελευταίο
και να χαθεί σαν τις ψυχές που ανάδευαν στον Άδη. 

ΦΑΝΑΤΙΣΜΕΝΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

Μικρέ πολεμιστή ποιος είσαι;
Πιόνι σε τρελό στρατό.
Στα χέρια όπλα και κραυγές
σε ώρες σιγαλιάς
σε πληγωμένες μέρες
φιλιώνουνται το άγνωστο.

Μικρέ πολεμιστή ποιος είσαι;
Ίσως πουλί που σπαρταρά στο μαύρο.
Εσύ γελάς, αυτό πονά, πεθαίνει.
Ο θάνατος κοινό ρολόι που χτυπά
και ξεμακραίνεις στα βήματα δειλός.

Μικρέ πολεμιστή κρυφές ελπίδες ψάχνεις.
Στο δίλημμα ταυτότητα και σίδερο.
Ανύποπτα στα περασμένα βλέπεις
απεγνωσμένους οδηγούς
φαντάσματα οι όμοιοι σου δείχνουν
εχθρούς της γης,
αυτούς που παίζουν φτιάχνοντας
μικρούς πολεμιστές. 

1974

Λήθη στους χειμώνες που περνούν
αν ζητά η καρδιά ή το παράπονο
πικρού καλοκαιριού ή ένα καράβι που αρχινά
ταξίδι στα βαθιά,
μα όλο κινά και πνίγεται
μαζί με ξένους ναυτικούς
σε ξένες θάλασσες.

Έρχεται ο χρόνος, γυρολόγος
κρυφά να εναγκαλίζεται
ώρες πικρού καλοκαιριού
και κυνηγούμε τ* όνειρο
τ’ όνειρο της λευτεριάς.

Πατρίδα πολυτάραχη το βιος
σου πάει και χάνεται.
Σε γέλασε το πράσινο σε μια γραμμή
και ορθώνεται σαν τείχος.
Βάρεσε της σκλαβιάς ο πόνος
στα χρόνια της παρηγοριάς, στα χρόνια της ελπίδας
μα η νοσταλγία της σιωπής το δρόμο σου χαράζει.

ΑΡΜΟΝΙΑ

Αν είναι το τραγούδι
της ζωής μικρό
θα τραγουδώ στιγμές
από ένα ποίημα.
Είναι η ζωή με λόγο
ερωτικό,
σκέψη, ειρμός
κρυφή μου ηλιαχτίδα 

ΑΓΑΠΗ

Αγάπη είναι το τραγούδι τ’ αηδονιού
το δειλινό,
το απρόσμενο βλέμμα του προσώπου
είναι το χάδι της καρδιάς
και του χεριού το σκίρτημα.

Αγάπη είναι η άνοιξη που χαμογελά
στα παραθύρια,
είναι τα αναφλογισμένα νιάτα
στις δύσκολες μέρες,
στα χρόνια της πυρηνικής και του διωγμού.

Αγάπη είναι το μικρό παιδί που αναγέρνει τα μάτια
σα ζωγραφίζει της ψυχής, μαγεμένα αστέρια.
Είναι το δειλό κυκλάμινο με το βαρύ κεφάλι,
είναι θερμό χαμόγελο και ελεύθερη καρδιά. 

Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΣΟΥ

Το πρωινό που ανταμώνει ο ήλιος
στην κορφή των βράχων, τις ψυχές
αποθέτεις τα χέρια στη θάλασσα
σα χρωματίζεις μάτια
παραγάδια του σύμπαντος.

Παράξενη που είναι η θάλασσα
την ώρα που η ψυχή γεννά τον οίστρο.
Παράξενα πως μασουλά τον ύπνο
των γενναίων.
Να πιστεύεις στο παραμιλητό του κύματος
και στης χαράς τη στέρνα όλο να πνίγεσαι.
Και να διψάς την παράδοση του κορμιού
στα νερά που ξέπλυνε το πέλαγος,
στο τέλος της χώρας σου. 

ΕΙΡΩΝΕΙΑ

Ταξίδευες στον ίσκιο της ζωής
με την χαρά στην κωμική της φάση.
Μπροστά στην άπιαστη ευτυχία
λαμπρά τα αισθήματα
κι οι χειρονομίες.

Ονειρευόσουν γλυκά τον ήλιο
και χάριζες ολάκερο φεγγάρι
στον πρώτο σκλάβο της ζωής
σαν έπινες τις πρώτες πίκρες
σ’ ένα ποτήρι αδειανό
κι αχρωμάτιστο.

Μικρές οι μπόρες της φετινής σου
Άνοιξης,
μικρές κι οι καταιγίδες.
Άπιαστες κι αυτές οι αβρόντητες
ελπίδες που μαζεύεις δειλά
απ’ την πρωινή βροχή.

ΑΛΛΑΓΕΣ

Μεταβολή τ’ ανθρώπου το γλυκό ξημέρωμα
σαν πρωτοβγεί στο μύθο και κραυγάζει,
βαρύ το τίμημα,
στις σκέψεις λύγισμα ακολουθεί
κι όμως δε σκοτεινιάζει.
Στις λύπες κύματα μαίνονται
στο συναπάντημα χαράς
ήλιοι σαλεύουν.

Έρχονται μέρες ζοφερές
κι αργοκυλούν με δέος.
Να πως τρομάζουν ισχυρούς, φαταλιστές
γηραιούς.
Ένας ο ίσκιος αυτοσκοπός
παραμιλά στο δρόμο οπαδός
ιστορικής σελίδας προσιτής
στο κόσμο π’ ανασαίνει.

ΑΠΛΗΣΤΙΑ

Πλούτο και δόξα στο κατώφλι της ζωής
ζητά να ξεδιψάσει
σαν το θεριό, που όλο πεινά
κι ο χορτασμός αργεί να φτάσει.

Πικρή ζωή,
άγριο παιχνίδι που αρχινά
χωρίς σκοπό.
Άχρωμη κόρη σθενικιά
δεν θα ξυπνήσει το πρωί
νύχτα στο παλατάκι.

ΣΥΛΛΟΓΙΣΜΟΙ

Δεν υπάρχουν λόγια να
γραφτούν στις σελίδες.
Δεν υπάρχουν λόγια να
στολίσουν τη ζωή ή να πνίξουν
το θάνατο.
Δυο χέρια απλώνουν, μαζεύουν τον πόνο
κι εμείς τα σταυρώνουμε.

Να πάρουμε τ’ άστρα,
κρυφά σα φωτίζουν τον δρόμο.
Καυτές συνείδησες στα στόματα μας.
Πιοτό το φεγγάρι σιγά σιγά μεθάμε
κι αλαλιασμένοι νοσταλγοί γινόμαστε.
Ειν’ το κατώφλι του σπιτιού
μακρύ κι ατέλειωτο.
Ας είναι η σκέψη μας γλυκιά
ήμερη ταξιδεύτρα.
Χρόνια μας πάει στις θάλασσες,
κάποτε βλέπει και στεριά. 

ΜΙΚΡΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ

Μικρή φωτογραφία, κι εσύ στη μέση να κοιτάς
μικρός κι ανήμπορος
δίπλα σ’ άλλες μικρές φωτογραφίες.
Θα πεις μια ιστορία
κι αν είσαι τυχερός κι αν πείσεις
θα πάρεις την τύχη στα χέρια
ν’ αρπάξουν ήλιο κι αγάπη.

Μη μας κοιτάζεις, λύπες δεν είναι για μας
δάκρυ δε χύνουμε για μεγαλεία
έχουμε θάρρος να λέμε αστεία
και να γελάμε σαν τα παιδιά.

Δυο μάτια χρόνια ζητούν πολλά
λεπτά και ώρες στο κουτί
την σκέψη μου τρομάζουν.

Δεν είναι τα μάτια του μικρού παιδιού
στους υπονόμους και στα υποστατικά
θάλασσες μολυσμένες.
Δεν είναι δηλητήριο το χρώμα της αλήθειας.
Σφραγίζει η θλίψη το χαρτί
γίνεται το μελάνι δάκρυ
κι εσύ μικρή φιγούρα φεύγεις πια.
Η ματιά παραλείπει να πει
ότι οι άνθρωποι μένουν. 

ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΤΡΙΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Σκυφτός, μικρός συλλογισμένος μέσα στου δρόμου
τ’ αδιέξοδα περνά.
Κρατά γερά το μέτωπο που ‘γινε σίδερο
και το βαραίνει.
Λίγα τα χρόνια, γέρικα χρόνια
όλα σα στάλες της βροχής
που γεύτηκε τις νύχτες του χειμώνα

Το δάκρυ στη στεριά δε φαίνεται
ο πόνος των μικρών μια θάλασσα δακρύων
Κλάμα, γέλιο στον ήλιο, ψυχρά θερμά αισθήματα.
Πνιγμένοι μεσ’ το νέφος του αιώνα
ψάχνουν το τρένο της φυγής.

Μικρά παιδιά πεθαίνουν φίλε μου.
Εγώ, εσύ πως βολευτήκαμε ωραία!
Με θαλπωρή θα ζήσουμε στο χρήμα
με ψευδαισθήσεις βιώνουμε το ψέμα
Τα ‘δαμε σήμερα, χτες τα διαβάσαμε
ήταν περίπου δυο χιλιάδες
στα μάτια τους ο θάνατος μια απειλή.

Εσύ, εγώ πως κοιμηθήκαμε μικρέ μου φίλε;
Μεσ’ το βαθύ μας ύπνο ούτε ανασασμός.
Αυτά τα κλάματα στα χέρια των τρανών
αλίμονο οι αλυσίδες τους τα πόδια καίνε.
Εμάς δε μας τα δένουνε, οι αλαφροΐσκιωτοι
τα νήματα κρατάνε. 

ΙΣΤΟΡΙΑ

Να διψάς την ιστορία σου
σαν κραυγάζεις στο παρελθόν μη γίνει παρόν,
και το παρόν σου μέλλον.
Να σταματάς το χρόνο, γιατί γίνεται το λεπτό
μια ώρα και η ώρα μια ημέρα
και η ημέρα μια ζωή.
Ποτέ να ξέρεις δεν γυρνάς στο πρώτο το λεπτό.

Κάθε στιγμή να λαχταράς να γευτείς το ποτό
της γαλήνης.
Και το μεθύσι του Διόνυσου χαρά να την πιεις
κρυφά σαν θνητός.

Ξεχασμένε εσύ νιε, στα ντουλάπια του τρελού καιρού
του συρμού και της λήθης, του νοθευμένου κρασιού
και της γεύσης του ψεύτικου ονείρου.
Και αν το κυνήγι του ξεχασμένου λαγού στις μέρες
της πείνας σου άγριο και δειλό, να βλέπεις από
κάποιο παράθυρο την μοίρα να τρέχει.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Ανάμεσα στου ήχους

ΜΑΡΙΑ ΠΥΛΙΩΤΟΥ

«Τον ποιητή δέοι, είπερ μέλλει
ποιητής είναι, ποιείν μύθους
αλλ’ ου λόγους» (Πλάτωνας).

Η Αθηνά Τέμβριου, από το πρώτο της βιβλίο: «Της Πατρίδας και της Νιότης» (εκδόσεις Πήλιο, 1997) καθώς και από το επόμενό της: «Μετάβαση» (εκδόσεις Εν Τύποις, 2009) μας είχε εντυπωσιάσει με την ωριμότητα της γραφής της, τις γνώσεις και την ευαισθησία της και. πολύ δίκαια, μας είχε προδιαθέσει για το επόμενο πέταγμά της. Οι προσδοκίες μας
έχουν επαληθευτεί. Είναι σημαντικό το χρονικό αυτό διάστημα των 20
χρόνων – 20 χρόνια προβληματισμού, αυτοκριτικής, μελέτης, απαραίτητα
συστατικά κάθε αληθινού ταλέντου – το χρονικό αυτό διάστημα, λοιπόν,
έφερε το αποτέλεσμα που έχουμε τώρα στα χέρια μας: «Ανάμεσα στους Ήχους», που κυκλοφόρησε πρόσφατα.
Η ποιήτρια αφιερώνει τη νέα της δουλειά «Εις μνήμην Κυριακής Σολωμού». Ακολουθεί ο λόγος ύπαρξης της ίδιας της δημιουργού καθώς προτάσσεται ως σημαντικό αναγκαίο και καθρέφτης της νέας ποίησής της: «Ζω στην ουσία/δίχως όνομα ή εξουσία/Ο στίχος/μια άγκυρα της ψυχής/στον πυρήνα του κόσμου». Και η ποιητική αυτή συλλογή κλείνει: «Η αγάπη σμιλεύει τον στίχο/ταπεινά κι απέριττα/με της ζωής την ορμή καταργεί μες στη σιγή τον χρόνο».
Αρχή και τέλος, στίχος-Αγάπη. Αναγκαιότητα και αποτέλεσμα.
Τα 90 τόσα ποιήματα της η Αθηνά Τέμβριου τα χωρίζει σε 5 ενότητες:
Για την έμπνευση. Της απόγνωσης. Ψηφίδες ποίησης. Του έρωτα, Παρορμήσεις. Μια θεματική ποικιλία κι ένας πλούτος συναισθημάτων να
διατρέχει το κάθε ποίημα, όπου η ποιήτρια κατορθώνει να ξεκαθαρίσει
το προσωπικό της στυλ όσο λίγοι στη σύγχρονη Κυπριακή ποίηση. Κι
εκεί όπου χρειάζεται, οι στίχοι γίνονται πιο λιτοί και περιεκτικοί,
σύντομοι, αποφθεγματικοί, αφού η ποιήτρια έχει κιόλας αποφλοιώσει
την περιττή επιδερμίδα τους: «Ο χαμένος παράδεισος του Ποιητή/είναι
πίσω απ’ τον ήλιο». Για να μπούμε στη νέα ποίησή της. η ποιήτρια μας
δίνει το κλειδί: «Χτύπα τον στίχο με το σφυρί/να πάρει τη μορφή του
κόσμου/Σπίθες να πετάξουν τα μάτια/να καεί το ξερό δάσος της μνήμης/ν’ αναστηθούν τα κομμένα/δέντρα που αγαπήσαμε/και τα χέρια να
σκάψουν τη γη/ώσπου ο σπόρος σου, Ποίηση/ να καρπίσει και να θρέψει/ τους πεινασμένους».
Κλείνοντας, θα ‘θελα να σημειώσω την άψογη αισθητική του βιβλίου,
που οφείλεται στο γνωστό εκδοτικό Εν Τύποις.

ΣΤΕΛΙΟΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ

Η ΠΙΣΤΗ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ ΤΕΜΒΡΙΟΥ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ

Η Αθηνά Τέμβριου στην ποιητική της συλλογή “Ανάμεσα στους Ήχους” δίνει στην ποίηση μοναδικά βαρύνουσα και θεμελιώδη για την ύπαρξη σημασία ως σήμα ουσίας «άγκυρα της ψυχής στον πυρήνα του κόσμου».

Το πρώτο μέρος της συλλογής «Για την έμπνευση» επαληθεύει την ταύτιση του δουλεμένου στίχου με τη μορφή του κόσμου. Εκρηκτικές οι διαστάσεις της πίστης της στη δύναμη της Ποίησης ως καθρέφτη του έσω και έξω κόσμου που μπορεί να εξακτινωθεί στους ανθρώπους και να τους θρέψει πνευματικά.

Η ποιητική δημιουργία διατρέχει τα στάδια της γέννησης με πόνο πολύ και αυταπάρνηση, πολύμορφη και πολυποίκιλη, μαχητική και ασυμβίβαστη. Οι ποιητές φέρνουν στο φως το δικό τους κόσμο, γιατί μπορούν να διαβάζουν ανάμεσα στις γραμμές, να συλλαβίζουν τις μυστικές φωνές και να τις ενσαρκώνουν στο στίχο μέσα στον ερωτικό τους οίστρο. Μόνο με πόνο και σκληρή φωτεινή δημιουργία απλώνεται το φως της ποίησης στον κόσμο.

Στο δεύτερο τμήμα της συλλογής, «Της Απόγνωσης» με τον Άμλετ στη σκηνή κι εμάς θεατές, ανοίγεται η καταπακτή του ψεύδους μέσα στο οποίο ζούμε, με τραγικούς απόηχους για την ύπαρξή μας. Ο βιασμός της ανθρώπου, η βαρβαρότητα, μια παρέλαση αίματος και απανθρωπιάς σε παγκόσμια κλίμακα και μικρογραφία, με την αδικημένη κάθε Αμμόχωστο και τις κραυγές που δεν αφήνουν την ποιήτρια παρά στην αγρύπνια της. Η άγνοια και η γνώση, το κρυπτό και το φανερό, η διαμαρτυρία για καταστάσεις που ζήσαμε και ζούμε, μιας ανθρώπινης ευαίσθητης ποιητικής ψυχής, που κραυγάζει για το δίκαιο και την αλήθεια σε μια κοινωνία που βουλιάζει, παρασύροντας μαζί της την παιδικότητα και αθωότητα.

«Ψηφίδες Ποίησης» η τρίτη, ενότητα είκοσι τεσσάρων ολιγόστιχων ποιημάτων, κοφτός λόγος, λακωνικός, μεστός, και στο ρυθμό ως χαϊκού, σαν αρπάγματα στον άνεμο ποιητικές πτήσεις, αλήθειες, ομορφιές, αντικειμενικά δοσμένα ή απευθυνόμενα, εκφραστικά ποιήματα ατόμου ή ομάδων. Η ποίηση κι η προβληματική της, η αγάπη, ο Έρως, τα όνειρα των ανθρώπων, ερωτήματα κι αποφθέγματα πείρας. Μπορούσαν να ήταν και «Στιγμές», όταν η ποιήτρια συλλαμβάνει τα μηνύματα «Ανάμεσα στους Ήχους», αιώνια μηνύματα, τα κλειδώνει στο στίχο τα κρυσταλλώνει και μας τα προσφέρει.

«Του Έρωτα». Μέσα στο κλίμα του Σαίξπηρ στην αρχή ταξιδεύουμε με την ποιήτρια ταξίδι μαγευτικό στο άπειρο του τόπου και των χρονικών εναλλαγών, ανάμεσα σε θάλασσα και ουρανό, χωρίς να μας εγκαταλείπει ο φιλοσοφικός προβληματισμός κι οι αιώνιες για τον Έρωτα συλλήψεις, από το Μύθο ως το Σήμερα, από τα πανάρχαια αρχέτυπα ως το πραγματικό γυναικείο Εγώ και τους περήφανους καημούς του.

«Μεταφυσικοί στοχασμοί». Η Αθηνά Τέμβριου συνδυάζει την ποίηση με τη φιλοσοφία ως παλαιότατα γινόταν από μεγάλους στοχαστές της αρχαιότητας. Τα αιώνια ερωτήματα της ζωής και του θανάτου, ποιητικά δοσμένα, κεντρίζουν ολοκληρωτικά τον αναγνώστη που παρακολουθεί, εκπλήττεται, θαυμάζει- κατά το αρχαίον- μπαίνει στον πόλεμο κατά της φθοράς και της ανθρώπινης μοίρας. Το συμπέρασμα από αυτά του κύκλου τα γυρίσματα είναι η εσωτερική σταθερά: «Τη χαρά τη φέρω εσώψυχα/ κάτω από τα πόδια σου/ με στίχους και άσματα.»

«Παρορμήσεις». Ελπιδοφόρα μηνύματα για τον άνθρωπο, τη γλώσσα, στάσεις ζωής στη σχέση των φύλων, αποδοχές πραγματικοτήτων, μα στο βάθος η ελπίδα για αλλαγή ή η ανάγκη για αλλαγή. Η ποιήτρια δέχεται ερεθίσματα, μηνύματα «Ανάμεσα στους Ήχους», αφήνει τα δικά της εκφραζόμενη ελεύθερα και υπεύθυνα, παίρνει θέση, προβληματίζεται και προβληματίζει μέσα από την ομορφιά, την αλήθεια και το ήθος της ποιητικής της συλλογής, καθρέφτη της ίδιας και του ευγενούς κόσμου της.

«Ανάμεσα στους Ήχους»: μια ποιητική συλλογή της ομορφιάς και της καθάριας σκέψης.

ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΠΥΛΑΡΙΝΟΣ

Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ  24/11/2018

Ποίηση και ψυχή

Η ποίηση της Αθηνάς Τέμβριου μας μεταφέρει σε εναλλασσόμενους χώρους: φυσικούς κατ’ αρχάς, όπου και τα πρώτα της ακούσματα, οι πρώτοι ήχοι, οι φωνές του ανθρώπινου πόνου, τα ψιθυρίσματα της ποίησης, οι λόγοι των μεγάλων ποιητών της καρδιάς της‧ και εναλλάξ σε χώρους μεταφυσικούς, όπου ακούει τα τραγούδια της Μούσας, τη μυστική πηγή της έμπνευσης, τους μαγικούς ήχους αυτών που ποθούμε. Η αγιότητα των στοιχείων της φύσης και του περιβάλλοντος, η άηχη γλώσσα του ονείρου και των οραματισμών διαπλέκονται και στις δύο αυτές περιπτώσεις, του απτού αφενός και αφετέρου του αχειροποίητου, συχνά επικρατεί μια ιδιότυπη, πολλά όμως σημαίνουσα, σιωπή που άλλοτε εμβάλλει σε φόβους και άλλοτε σε ελπίδες, καλώντας τον αναγνώστη να συμμετάσχει στα ακούσματα των ήχων που και η ποιήτρια ακούει και θέλει να μας καταστήσει κοινωνούς τους. Η μυητική ατμόσφαιρα, για να εξαγάγω το πρώτο συμπέρασμα, είναι το βασικό γνώρισμα της συλλογής, η οποία θεμελιώνεται πάνω σε καθαρά προσωπικό ύφος και γραφή.

Έμπνευση, επανάσταση, αντίσταση, ελπίδα, χρόνος, ποίηση αποτελούν λέξεις κλειδιά, που δορυφορούν την κρίσιμη λειτουργία της ψυχής, όρου πολύσημου και καθοριστικού για την ποιήτρια, εμφανιζόμενου σε όλα σχεδόν τα συνθέματά της: μέσα της χωρούν ο άνθρωπος ως υλικό και πνευματικό ον, ο εσώτερος κόσμος μας, η αόρατη δύναμη που μας εμπνέει και μας κατευθύνει, η αγωνία για το άγνωστο «μετά»‧ είναι οι ψυχές «σύννεφα στο μπλε του κόσμου» (σ. 68), για να αξιοποιήσω μια δική της ποιητική μεταφορά. Ωστόσο, αυτή η πολυπεριεκτική ψυχή, υπό όλες τις μορφές ή μεταμορφώσεις της, συνάπτεται άρρηκτα με την ποίηση, την «άγκυρα της ψυχής», κατά τον ορισμό της, τη θεϊκή αυτή λειτουργία που μπορεί και εκφράζει τους παλμούς της ψυχής και που μετουσιώνει τα μηνύματά της.

Οι έξι ενότητες, από τις οποίες απαρτίζεται η συλλογή, αποτελούν διαφορετικές εκφάνσεις της ανθρώπινης ψυχής και αναδεικνύουν τις πολλές πτυχές της. Η πρώτη, «για την ἐμπνευση», την άυλη αυτή ψυχική ανάγκη, ουσιαστικά αποτελείται από τα ποιήματα εκείνα που αποκαλούνται ποίηση ποιητικής και στις σελίδες της εκτυλίσσονται οι απόψεις της ΑΤ για την ποίηση, τον στίχο, τη λέξη και τους δημιουργούς της. Επικαλούμενη την ποίηση, ως εστία του φωτός, και τονώνοντας τον εργάτη ποιητή στο ομώνυμο σύνθεμα, παρουσιάζει την ευεργετική πνευματική δύναμή της για τον άνθρωπο (σ. 13):

Χτύπα τον στίχο με το σφυρί

να πάρει τη μορφή του κόσμου.

Σπίθες να πετάξουν τα μάτια

να καεί το ξερό δάσος της μνήμης

ν’ αναστηθούν τα κομμένα

δέντρα που αγαπήσαμε

και τα χέρια να σκάψουν τη γη

ώσπου ο σπόρος σου, Ποίηση,

να καρπίσει και να θρέψει

τους πεινασμένους.

Η ποίηση για την ΑΘ έχει αναστάσιμο ρόλο, αναγεννά τις κουρασμένες ψυχές. Ο ποιητής, ον μοναδικό, δημιουργεί με πόνο, ακολουθώντας τον μοναχικό δρόμο του, ανάμεσα στην ελπίδα και τον θρήνο. Η Ποίηση, θα γράψει, είναι «αντάρτισσα κυρά με τα λιτά / μαύρα ρούχα της επανάστασης» (σ. 16). Σε ένα αυτοαναφορικό ποίημα, «Η ποιήτρια» το τιτλοφορεί, μας δίνει τον ορισμό του μύστη ποιητή (σ. 17):

 Συλλογισμένη κι ασυμβίβαστη

με τα βήματα ελαφίνας,

αμαζόνα, τοξοβόλος του χρόνου,

με τ’ ακροδάχτυλα

καρτερικά στη σιωπή

σχηματίζει σαν αποκαμωμένη

μέχρι το σούρουπο ένα ήλιο,

ένα φεγγάρι κι ένα σύννεφο

να κρύψει την ποίηση μα

η βροχή στάζει θάνατον κι έρωτα.

Αξίζει να επισημάνουμε τις πηγές από τις οποίες αρδεύεται η ΑΤ και μαρτυρούν για το οπλοστάσιό της: είναι ο Δάντης (σ. 19), ο Μίλτον (σ. 20), με τον οποίο συνομιλώντας του αντιτείνει ότι «ο χαμένος παράδεισος / είναι πίσω απ’ τον ήλιο», είναι ο Σαίξπηρ (σ. 30). Δεν αναφέρεται ονομαστικά, έχω όμως την αίσθηση ότι στο ήθος και το ύφος των ποιημάτων της αναγνωρίζει κανείς τον Νικ. Βρεττάκο.

Η γραφή και οι λέξεις την προβληματίζουν. Για τη λέξη θεωρεί ότι δεν έχει ουσία, «αν δεν την κάνεις στίχο, / στροφή, ποίημα, αν δεν ασπαστείς το τελευταίο άκουσμα / της μουσικής ενός σύμπαντος» (σ. 23), ενώ για τη γραφή (σ. 27) γράφει στο ομότιτλο ποίημα:

Μετουσιώνω τις σκέψεις

σε λέξεις, στίχους, στροφές

σαν με γυρνάνε σε κάθε στιγμή

π’ αγάπησα και θέλω παράφορα

να χαράξω σ’ άσπρο χαρτί.

Η ενότητα «Της απόγνωσης» μας φέρνει στον κόσμο της πραγματικότητας. Πολλά ποιήματα έχουν αφόρμηση ή πυρήνα ιστορικό, με αναφορές στο δράμα του κυπριακού ελληνισμού, την αρχαία ιστορία και τον τρόπο που η ποιήτρια θεωρεί το ιστορικό γεγονός. Είτε εμβληματικά σύμβολα (ο Άμλετ, η Αντιγόνη, ο Οδυσσέας) που παραπέμπουν δραματικά στο σήμερα, είτε ιστορικά συμβάντα τραυματικά σύγχρονα (η έρημη Αμμόχωστος, η 11η Ιουλίου, που παραπέμπει σε δυσοίωνες ώρες του 1974), είτε ανώνυμα γεγονότα και πρόσωπα (αγνοούμενοι, τραγικοί αυτόχειρες, καταυλισμοί) δηλώνουν την παρακμή, τις στιγμές της απόγνωσης, τα πάθη της ψυχής και τις διαψεύσεις. Η ψυχή στην ενότητα αυτή είναι διάτρητη, κραυγάζει απελπισμένα, κρύβει μέσα της τον άφατο πόνο.

Ξεχνούσε η φύση το θρόισμα των φύλλων,

οι άνθρωποι την ψυχή τους,

οι αδικημένοι την Επανάσταση

 κι ας ήταν Άνοιξη,

θα γράψει στο ποίημα «Παρακμή» (σ. 40). Και στις «Στιγμές απόγνωσης» (σ. 33) θα δείξει πώς μαζί με τα όνειρα ο άνθρωπος χάνει και την ψυχή του:

Αύριο, αν οι δρόμοι μας κλείσουν

στις καταιγίδες και απελπιστούμε,

ας μάθουμε πως οι τράπεζες της ψυχής

ήσαν πάντα ανοιχτές, μα δεν το ξέραμε.

Ιντερμέδιο θα ονόμαζα το τρίτο μέρος, τις «Ψηφίδες ποίησης». Είναι 24 ολιγόστιχα ποιήματα, που φέρουν την αρίθμηση του αλφαβήτου, διδακτικού ή συμβουλευτικού  χαρακτήρα, γραμμένα με λυρική διάθεση και εναλλασσόμενη την ελπίδα με τη μελαγχολία. Καλύπτουν διάφορες θεματικές και λειτουργούν εν είδει αποφθεγμάτων, συμπυκνώνοντας όσα προηγήθηκαν.

Η τέταρτη ενότητα, «Του έρωτα», έρχεται ως επίκληση στον φτερωτό θεό, να ανακουφίσει τον πόνο, να απαλύνει το φόβο, να γεμίσει τη ζωή του ανθρώπου με περιεχόμενο και αγάπη. Το κυριότερο, όμως, αυτό που σε όλες τις ενότητες της συλλογής συμπαραστέκεται στην ψυχή, παρηγορώντας ή εμπνέοντας, είναι η ποίηση. Οι ήχοι της χαϊδεύουν ακατάπαυστα τα αυτιά της ποιήτριας, την εξωθούν να μετατρέψει τα αισθήματα σε στίχο, σε θεραπευτικό ποιητικό λόγο.

Τα δύο τελευταία μέρη έχουν μεταφυσικές προοπτικές, εκφράζουν αγωνίες υπαρξιακές, είναι τα ερωτήματα του ανθρώπου μπροστά στην αμφιβολία και το δέος μπροστά στο άγνωστο. Οι τίτλοι που τους δίνει, «Μεταφυσικοί στοχασμοί» και «Παρορμήσεις», είναι χαρακτηριστικοί του περιεχομένου τους. Το φως, η σιωπή, η υποβολή, ο χρόνος με τις ποικίλες φανερώσεις του, ο θάνατος εν τέλει, που καιροφυλακτεί, απασχολούν την ΑΤ, στην προσπάθειά της να προσεγγίσει το δυσερμήνευτο της ζωής. Στο ποίημα «Άνοιξη» γράφει:

Άτυχος που πεθαίνει τέτοια μέρα

με το φως λιγοστό στα δυο μας χέρια,

ώσπου να ανθίσει το χώμα στη γη,

να χαθούν τα πουλιά από τα μάτια μας,

είδαμε τόσα λίγα.

Έτσι, οι ανησυχίες, τα κενά, οι αμφισβητήσεις μετατρέπονται σε παρορμήσεις, σε τρόπους αντιμετώπισης των μεγάλων ερωτημάτων, που συνιστούν ταυτόχρονα και τρόπο ζωής, όπως την βλέπει η ΑΤ στο ποίημα «Πορεία» (σ. 64),

Ένα κλειστό δωμάτιο η ζωή

με δυο παράθυρα

για να στρέψει το βλέμμα

ο άνθρωπος στη Δύση ή στην Ανατολή.

Έχω την αίσθηση ότι η ποιήτρια, αφού  κατέθεσε τις σκέψεις της στα δύο πρώτα μέρη της συλλογής της και αφού τα πύκνωσε με γνωμικό τρόπο στις ψηφίδες της, από τον έρωτα και μετά κινείται στο πεδίο της ύπαρξης, αναζητώντας το βαθύτερο νόημα της ζωής. Φύση, ο τρισδιάστατος χρόνος, το θαύμα της ζωής και η ανεξήγητη συντομία της την κατευθύνουν στην ερμηνεία του ψυχικού κόσμου του ανθρώπου, διακρίνοντας τις θέσεις και τις άρσεις του, από την ελπίδα, την έννοια της συνείδησης και τη λειτουργία της μνήμης ἐως τη ματαιότητα των εγκοσμίων και τη μετεμψύχωση ως πιθανή επάνοδό του στον κόσμο. Οι παρορμήσεις της, κινήσεις συναισθηματικές, διεγερτικές του έσω κόσμου –η επανάσταση ως εξανάσταση των ψυχών είναι συνήθης στο λεξιλόγιό της–, συνιστούν και την πρότασή της.  Μια πρόταση εν εξελίξει, που ο χρόνος θα την παγιώσει σε σύστημα. Η εναλλαγή της σιγής και της σιωπής σε ήχους δεν αποτελεί αντίφαση. Είναι ακριβώς οι μυστικές φωνές που ακούει, αποκλειστικό προνόμιο των ποιητών, και η μετουσίωσή τους. Είναι η ποίηση, που κυριαρχεί επιβλητικά στη σκέψη της και διαπνέει όλες τις ενότητες της συλλογής της, η οποία από εργαλείο γίνεται πρωταγωνίστρια στο ταξίδι της από τον φυσικό κόσμο στη μεταφυσική του συνέχεια. Είναι αυτή η αλήθεια που από το εφήμερο ερωτεύεται το φως, όπως το δείχνει στο ακόλουθο ποίημά της, που πολύ ρεαλιστικά αντί «Αίσθηση» το αποκαλεί «Ψευδαίσθηση» (σ. 91»:

Η ζωή μας όλη

λευκά ψέματα,

απλωμένα ένα-ένα

να στεγνώσουν

κάτω από τον ήλιο

για να γίνουν ήθος,

για να γίνουν φως.

Είναι η ποίηση που την οδηγεί σε «Επιλογές» (σ. 92-93), αντιτασσόμενην στο μοιραίο, ώστε να επιλέγει «χρώματα της επανάστασης, αξεθώριαστα στην ψυχή», «τον έρωτα μπροστά στη συνήθεια», «τη ζωή [ως] έξοδο από το συμβατό, το ταξίδι της ευμάθειας στην άκρη της άγνοιας». Είναι οι ποιητές που επιμένουν μάταια να ανατρέπουν τις ψευδαισθήσεις, δίνοντας νόημα στο εφήμερο. Είναι η ψυχή, αυτή η άγνωστη αλλά και θαυματουργός δύναμη, που μέσα της κρύβει τεράστια ηθικά φορτία, τα οποία δεν εμπίπτουν στη γνώση ούτε στην άγνοια, αλλά αποτελούν πηγές της δοξασίας, δηλαδή της γέφυρας, της μεσότητας εκείνης, που από το σκοτάδι στρέφεται ερωτικά, άρα και ποιητικά, προς το φως και προμηνύει οραματικά το νέο.

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

ΦΑΝΗΣ ΚΡΙΓΚΟΣ

φανης

 

Ο Φάνης Κρίγκος γεννήθηκε τον Μάρτιο του 1974 στη Λύση Αμμοχώστου.
Ασχολείται με διάφορες μορφές λογοτεχνίας όπως διήγημα, παραμύθι, δοκίμιο, κωμωδία και ποίηση, εκδίδοντας μάλιστα το 2009 τη συλλογή «Εκτός Ρεπερτ-Ορίου». Αρκετά από τα γραπτά του έχουν δημοσιευθεί στον έντυπο και διαδικτυακό τύπο, στίχοι του δε, έχουν μελοποιηθεί από διάφορους συνθέτες, ενώ δύο από αυτά έχουν συμπεριληφθεί σε δισκογραφικές δουλειές.
Από το 2002 στο Κανάλι 6 είναι ο παραγωγός της εκπομπής «Τρένο Φάντασμα» με την οποία κατέκτησε το πρώτο βραβείο από την Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου, στην κατηγορία «Μουσικές – Ψυχαγωγικές εκπομπές». Διοργανώνει κι επιμελείται αρκετές συναυλίες κι εκδηλώσεις.

 

ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 

ΑΠΟ-ΔΡΑΣΕΙΣ

Είμαστε λεν οι ποιητές
απ’ τη ζωή καταραμένοι
είμαστε πρόσφυγες και ξένοι
και μετανάστες απ’ το χτες.

Η φυλακή μου αμαρτίες σε προφάσεις.
Τις αλυσίδες που με έχουν κρατημένο
τις σιγοκόβω κάθε βράδυ με τη λίμα.
Είναι αποδέσμευση το κάθε μου το ποίημα.
Είναι σεντόνι από τα κάγκελα δεμένο
που οδηγεί σε στιγμιαίες αποδράσεις.

Πέσαμε λεν αμαχητί
σε επαΐοντες και γνώστες
σ’ ακροατές και αναγνώστες
που ‘χουν αυτοευνουχιστεί.

Η φυλακή μου μήτηρ πάσης αμαρτίας.
Βάση του άρθρου είμαι ενάντια στο ρεύμα.
Κατά παράβαση στο νόμο και τον όρο
για υπεράσπιση με βάζω δικηγόρο.
Έγκλειστο ισόβια το σώμα και το πνεύμα.
Η καταδίκη δηλωμένης απαρτίας.

Μα όσο οι λέξεις μας πονούν
αλαφροΐσκιωτους διαβάτες
ρομαντικούς και παραβάτες
οι ποιητές μεσουρανούν.

 

ΚΑΙ

Και απέκτησα «σπουδαί ελληνικαί».
Και σ’ όλα που’ χω πάει τα σχολεία.
Και στης γραμματικής μου τα βιβλία.
Και ήταν σαφές: «μετά από τελεία
δεν ξεκινάς την πρόταση με Και».

Και κυριάτα. Και πληθυντικούς.
Και πως μου έκαναν εντέλει και τη χάρη.
Και μ’ αναγόρευσαν της γνώσης τον μπροστάρη.
Και μόνο να τηρώ τ’ αλφαβητάρι.
Και τους κανόνες τους συντακτικούς.

Και ξέρω πρόσωπα σημαίνοντα, αδρά.
Και έχω τις απαραίτητες συστάσεις.
Και τα προσχήματα τηρώ. Και αποστάσεις.
Και τις ευγένειας τις δέουσες προφάσεις.
Και όπως πρέπει συμπεριφορά.

Και έχω αρχίσει να διδάσκω σε παιδιά.
Και τους μαθαίνω πως συνδέονται οι λέξεις.
Και αυτά μου λεν: «κύριε κλείδωσες τις σκέψεις.
Και θες τα εύπλαστα μυαλά μας να νταντέψεις».
Και κάτι λένε, πως δεν έχω πια καρδιά…

Και δάσκαλος κοσμιοτάτης αγωγής.
Και σαν σοφή γιγνόσκω κουκουβάγια.
Και εκείνη πέταξε να βρει τα αποφάγια.
Και στους αντίζηλους της έριξε τα μάγια.
Και να’ μαι, διά της ατόπου απαγωγής.

Και με τα χρόνια και τα μέσα διευθυντής.
Και τ’ ακριβά μου τα κοστούμια για απάτες.
Και τις σιδερωμένες μου γραβάτες.
Και να ζητώ ζωή σε ξένες πλάτες.
Και της παιδείας τη χαμένη Ατλαντίς.

Και έτσι απέκτησα αυλή και χορηγό.
Και να μιλώ στη διαπασών για να τους πείθει.
Και να μαγεύω με τις λέξεις μου τα πλήθη.
Και εξυμνώντας τις αξίες και τα ήθη.
Και να που μ’ έκαναν παιδείας υπουργό!

 

ΟΡΘΟ(ΓΡ)ΡΑΦΙΕΣ

Εντός των τοίχων
των τειχών
απ’ των τυχόντων
των τυχών
εναπομείναντας.
Πρέπει, άνθρωποι είμαι, σφάλματα εγώ κάνουμε.
Έτσι, σωρό
προκύπτουν λάθΟι
μες τον πληθυντικό του όμικρον γιώτα (χι μου)…

Τόσα πολλά
που ούτε τη σύνταξη κρατούν
ούτε το πρόσχημα τηρούν ορθογραφίας…

 

ΧΑ-ΜΕΝΟΣ

Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική
τη σκέψη αγγλική
τη διάλεκτο κυπριακή
την εκπαίδευση φασιστική
τη διατύπωση ηλεκτρονική
και τη γραφή μου greeklish.
Κοίτα και πως γράφονται πλέον τα «oneira» !
Ο διαδιχτυακός μου τΟίχος, προσωπικό τΕίχος.
Κι έπρεπε να αντιληφθώ, να συνταιριάσω, να συγχρονίσω
σύγχρονες λέξεις, φράσεις κι έννοιες σαν κι αυτές.
Μπερδεύτηκα !
Σε ένα γέλιο (χα)
και μια οργή (μένος).
Τουτέστιν: Χα-μένος.
Σε μια μετάφραση και μια μετάβαση…

 

Α-ΝΤΑΜΑ

Σου επιστρέφω την καρδιά μου
πάντοτε άνηκε σε σένα
θα ναι τα φύλλα μου καμένα
αν αρνηθείς την προσφορά μου.
Έλα, να πορευτούμε αντάμα
από την τράπουλα πιο έξω
σ’ όποιο παιχνίδι και να παίξω
θα είσαι η δική μου Ντάμα…

 

Ζ-ΕΙΣΑΙ

Ζήσε, όπως θέλεις κι αρμόζει στο είναι σου.
Βρίσε, σε κομμάτια να σπας τις βιτρίνες σου.
Σβήσε, ανασφάλειες, σκέψεις ανόητες.
Λύσε, τις σχοινένιες σου δέσμες τις νοητές.

 

Φ-ΕΥΓΕ

Φεύγω από:
ότι δεν μου ταίριαζε
όσα δεν τους ταίριαζα
εσέ που με θυμήθηκες αργά, λειψά κι από συμφέρον
που δεν μου παίνεψες τα λίγα μου σωστά
και δεν μου θύμωσες στα λάθη μου τα τόσα.

Αποχωρώ «φίλους» πολλούς
Με ανάπνιχτα αισθήματα
έχοντας ανήσυχη τη συνείδησή μου
κι επίγνωση του γεγονότος
πως έχω πράξει το καθήκον μου στο αβέβαιο…

 

ΠΡΟΣ ΠΩ-ΛΥΣΗ

Σαν από πλήθος αγαπώ να ερωτεύομαι
και μακιγιάρω την ασκήμια μου με δόσεις
με κάποιο όνειρο φτηνιάρικο βολεύομαι
που παζαρεύω την τιμή του στις εκπτώσεις.

Ψάχνω τον ήλιο μα οι κουρτίνες μου τον έκρυψαν
στην εποχή των παγετώνων, της πλημμύρας
αλλάζω ρότα, κι όμως δες με πως κατέληξα
άξιο τέκνο της ανάξιας μου μοίρας,

Κι έτσι κρασώνω το νερό μου και το γεύομαι
βαριά τρεκλίζοντας στο κέφι έχω έρθει
μα όσο το πίνω άλλο τόσο που νοθεύομαι
καταναλώνω ως την ύστερη μου μέθη,

Θεατρινίζω, Τον εαυτό μου υποδύομαι
σ’ αυτού του δράματος η πράξη η τελευταία
από θιασάρχης σε κομπάρσο αναδεικνύομαι
τα φώτα σβήνουν της σκηνής, πέφτει η αυλαία.

 

ΟΛΟ-ΤΕΛΟΣ

Για στάσου. Τώρα θυμήθηκες
αν ζω, αν πέθανα ή πεθαίνω;
Τι να σε κάνω στις χαρές μου
και τις λύπες
πώς να σ’ αντέξω στις γιορτές μου
και τις θλίψεις
αν δε σου είμαι η καλημέρα,
η καληνύχτα
και δόσεις ισχυρές απ’ το
ενδιάμεσό τους…

 

ΗΘ-ΕΛΑ

Δεν λέω, μπορεί και να με ήθελες.
Όχι όμως όπως θα ‘ θελα εγώ.
Ξέρω καλά, πως είσαι καλά
θα ‘ θελα όμως να τ’ ακούω από σένα.
Δεν δήλωσα ζητιάνος που αρκείται στο κομμάτι σου
και ναυαγός που αναμένει μια ελπίδα.
Ήθελα τόσο
να κόβεις φλέβα για την πάρτη μου
να πρόσμενες το είναι μου παράφορα
να νοσταλγείς το στιγμιαίο μου παράλογα.
Μα δεν κατάφερα, κι αποχωρώ.
Εκείνη η σιγή μου που εξέθρεψες
θέλει να γίνει κραυγαλέα απουσία…

ΑΠΟ-ΚΛΕΙΣΤΙΚΟ

Δεν θέλω τ’ όνομα, μου από σένα,
βρες μου κάτι που θα με λες μόνο εσύ
κι εγώ από εσέ θ’ ακούω μόνο.
Που δεν θα ξέρει άλλος κανένας
κι ούτε ποτέ του δεν θα ακούσει…

 

Ε(ρε)ΘΙΣΜΕΝΟΙ

Ει εσείς ερωτευμένοι !
Σας βαρεθήκαμε, τι δεν καταλαβαίνετε;
Πόση πια υπερβολή στον υπερθετικό σας;
Γίνατε χρήστες εθισμένοι αγαπίνης
Υπήρξαμε κι εμείς όπως εσείς μα θέμα δεν το κάναμε
Πως ξεχειλώσατε τον έρωτα δημόσια
με λόγια αξόδευτα, φιλιά,
σαχλούς ρομαντισμούς υπερχειλίζοντες.
Πόσα βατράχια θρέψατε σε πρίγκιπα μανδύα;

 

ΜΙΣΩ-ΤΙΜΗΣ

Σιγά που μ’ αγάπησες !
Έτσι σαν μ’ είχες πάντοτε
σε διαρκή αμφιταλάντευση
και άνισο ενδιαφέρον.
Στο όταν, στο όποτε, στο αν και στο περίπου.
Ναι μεν αλλά, μπορεί και να
Λειψός, εκπτωτικός και σχοινοβάτης
να επιζώ μέσα στο θάνατο του ίσως σου…

 

ΥΛΗ-ΚΡΙΝΑ

Εδώ πειστήκανε στα «πρέπει» τα κοινωνικά, σε «μη»
οικογενειακά, σε «μάθε» σχολικά, σε «θα» πολιτικά,
σε «αμήν» θρησκευτικά, μα εγώ πρέπει να πείσω μετά
κόπου. Χρειάζεται να λέω «για να είμαι ειλικρινής»
στης φράσης την αρχή κι ένα «πραγματικά» στο τέλος,
Πρέπει, να ενισχύω το χαμόγελο σε μίζερες υπάρξεις
να γελάω τρανταχτά σ’ ανέκδοτα χαζά, να δακρύζω
γυαλιστά τις συγκινήσεις μου, να είμαι πανταχού
παρών στις κοσμικές – κοινωνικές τους εκδηλώσεις
κι ένα σωρό και τα λοιπά και τα λοιπά…
Μπας και πείσω, σ’ εποχή, δυσκολοχώνευτη
γι’ αλήθειες…

 

ΑΤΡΟ-ΜΙΤΟΣ

Εγώ που δεν φοβήθηκα
την προσφυγιά, τη λησμονιά
την εγκατάλειψη,
τα όπλα που μου πρόταξαν οι
αντίπαλοι, τα δακρυγόνα που
μας ‘ρίξαν στα οδοφράγματα, το ξύλο
εκείνη τη βραδιά στο κρατητήριο…

Μα όταν την πόρτα κτυπώ
και περιμένω να φανείς, ακόμα
τρέμω…

 

ΠΛΕΥΡΙΚΟΝ

Μ’ ούλλα τ’ ασύντυχα του νου
τα ύστερα του κόσμου
ξεβαίννει τζι ο καμός μου
ίσιαμε τ’ άψη τ’ ουρανού.

Που τ’ ανεμόσκαλον της γης
τα νεφικά να ρίζω
στα δώματα πασκίζω
για τη σοθκιάν μιας σταλαμής.

Τζι όποτε σπέρνω τον καρπόν
στο θέρος να με κλέφκουν
ετέλεψαν τζι αρτζιέφκουν
βούττημαν νήλιου ως πουρνόν.

Ναν πλάνεμαν τζαι μισιθκιά
τ’ αντάκωμαν στη σκέψη
πληγή που εν θα δρέψει
τζι εν σοζιάζει στην φαθκιά.

Που τον πρωτόπλαστον της πλάσης
η στον Δεσμώτην των θεών
στο πλάσμαν το σημερινόν
να κουβαλάς βαρύν σταυρόν
να καρτεράς να ησυχάσεις
τζι ας τους επλούμισες λαμπρόν
ππέσε που τζιήνον το πλευρόν
λαλούν σου ούλλα που γυρόν
ότι τζι αν κάμεις εν θα αγιάσεις.

 

ΚΡΙΤΙΚΗ

ΕΛΕΝΑ ΣΙΟΥΦΤΑ

Με την ποίησή του, ακτινογραφεί τις κοινωνικές συνθήκες, τις ανθρώπινες σχέσεις και τις εσωτερικές του διαδρομές.
Το έξαλλο βουητό του κόσμου διυλίζεται στην ποιητική γλώσσα που δηλώνει ξεκάθαρα το προσωπικό μήνυμα. Τα χνάρια που οι αισθήσεις αφήνουν, ο απόηχος της μέρας που πέρασε, οι αναμονές, κινητοποιούν τον εσωτερικό μονόλογο.
Κρατώντας σφικτά με την πένα του μια ήρεμη οργή, αφήνει τα λόγια να εξοστρακίσουν κάθε αμφιβολία πως τα πράγματα δεν είναι έτσι όπως τα παρουσιάζει. Αποστεώνει τις λέξεις, τις σπάζει, τις μετατρέπει σε παζλ .Δεν αφήνει τίποτα στην τύχη. Ακόμα κι ο τίτλος του κάθε ποιήματος είναι ένας μικρός πρόλογος σε αυτό που θα ακολουθήσει.
Το ύφος του άμεσο, σαρκαστικό όχι μόνο προς τους άλλους αλλά και προς τον εαυτό του. Δε βγάζει έξω την ουρά του για να παίξει το ρόλο του δικαστή εκ του ασφαλούς. Αν το έκανε εξάλλου, δεν θα γινόταν πειστικός. Αναλαμβάνει το δικό του μερίδιο ευθύνης σ’ αυτό τον κόσμο όπου «ο καθένας κρυώνει κατά μόνας».)
Τα ποιήματα του Φάνη Κρίγκου, είναι ένας διαρκής αντίλογος στην τάξη αυτού του κόσμου. Η μοναξιά, η επιφανειακότητα των σχέσεων, η αβεβαιότητα, η υποκρισία της όποιας εξουσίας, ο συνειδησιακός ευνουχισμός, δυναστεύουν τον ψυχισμό του ποιητή και του δίνουν το δικαίωμα να καταργήσει τα προσχήματα και την απόστασή του από τον αναγνώστη, να μιλήσει ανοικτά και συγκεκριμένα βάζοντας μαχαίρι στην ψευδαίσθηση. Έχει υποχρέωση να μιλήσει αφού ανήκει στον κύκλο των καταραμένων ποιητών.
Θυμάμαι σε μια βιογραφία που διάβασα του Γιάννη Τσαρούχη, αναφέρεται πως μια νύχτα η νοσοκόμα του τον μάλωνε επειδή εκείνος ετοιμαζόταν να βγει και να πάει σε μια εκδήλωση . Ήταν ήδη αρκετά άρρωστος , έξω έβρεχε και αυτή του έβαλε τις φωνές : « Κύριε Τσαρούχη, πού πάτε, θα πεθάνετε !» «Για να μην πεθάνω, να μην ζήσω;» τη ρώτησε εκείνος. Κι όμως τη ζωή μας δυστυχώς τη ξοδεύουμε κάπως έτσι. Δε ζούμε. Προσπαθούμε να μην πεθάνουμε. Προδωνόμαστε καθημερινά από ένα τρόπο ζωής που ουσιαστικά ανήκει στη δικαιοδοσία άλλων. Κι ο ποιητής, παροτρύνει να διαπραγματευόμαστε τις επιλογές μας μοναχά με τον εαυτό μας, να λύσουμε τα δεσμά που μας δένουν με την υποκρισία. Ζήσε και μην αρκείσαι απλώς στο να επιβιώνεις. Τότε μόνο θα σταματήσεις να είσαι η ενσαρκωμένη παρερμηνεία του όρου «άνθρωπος»….
Τα ποιήματά του Φάνη Κρίγκου, αφορούν τον καθένα μας. Ρίχνουν φως στους σκοτεινούς διαδρόμους του μυαλού μας και σε δωμάτια της ψυχής που ακόμη, είτε δεν βρήκαμε το χρόνο , είτε δεν βρήκαμε το κουράγιο να τα εξερευνήσουμε.
Οι ψευδοελευθερίες, οι ψευδοδημοκρατίες, η ψευδοθρησκευτικότητα, η ψευδοηθική μας. Αισθήματα και τρόποι ζωής ψεύτικοι, κλισέ και στημένα σενάρια, για την εικόνα μας μόνο , που οδηγούν σε εφιάλτες του ύπνου και του ξύπνιου.
Ο άνθρωπος μέσα στον κόσμο της πτώσης και της φθοράς, μέσα στη βλακεία που μεθοδικά επισημοποιείται, μέσα στων εγωισμών τα άγχη, της ματαιοδοξίας και της κενοδοξίας τα κόμπλεξ, της σκληροκαρδίας το δηλητήριο, τις απονιάς τις πληγές, δεν μπορεί παρά να υποφέρει ,αν είναι άνθρωπος φυσιολογικός. Κι ο ποιητής υποφέρει. Σχεδόν κάθε του ποίημα , μια διαμαρτυρία με κρούστα απελπισίας. Και πως να από-απελπιστεί που όλα τα τρένα ελπίδας , εκτροχιασμένα σαπίζουν στους σταθμούς του εφησυχασμού.
Κι αφού επιρρίπτει και στον εαυτό του την ευθύνη για τη γύρω ασκήμια σημαίνει πως ο ηθικός αυτουργός της ποιητικής συλλογής δεν είναι ο ίδιος μα η συνείδηση του. Μια συνείδηση που παίρνει τα ηνία σε έναν κόσμο όπου « οι άνθρωποι αγαπούν να ερωτεύονται και μακιγιάρουν την ασκήμια τους με δόσεις, που βολεύονται με κάποιο όνειρο φτηνιάρικο και στις εκπτώσεις παζαρεύουν την τιμή του.»
Οι στίχοι του Φάνη Κρίγκου δεν είναι ούτε εύκολοι ούτε εύπεπτοι. Παρόλο που δε μιλούν για την ομορφιά, οι στίχοι του είναι ωραίοι επειδή δεν αποτελούν προϊόν φαντασίωσης ή μίμησης αλλά είναι στραγγιγμένοι από βιώματα δικά του, ακριβοπληρωμένα γι’ αυτό και πείθουν. Ένα έργο με φωνή , σιωπή , υποψία. Ένα έργο που θα μπορούσε να αντικατασταθεί με τους αριθμούς, 3, 2, 1 και με όρους μαθηματικούς, να οριστεί, ως αντίστροφη μέτρηση…

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

ΝΙΚΗ ΜΑΡΑΓΚΟΥ

2

Η Νίκη Μαραγκού γεννήθηκε στις 23 Μαίου 1948 στη Λεμεσό. Η Κύπρια λογοτέχνης και ζωγράφος έχασε τη ζωή της σε τροχαίο, στις 7 Φεβρουαρίου 2013 κοντά στη πόλη Φαγιούν της Αιγύπτου (100 χλμ από το Κάιρο).

Ποια ήταν η Νίκη Μαραγκού? Στο τελευταίο βιβλίο που εξέδωσε το 2012 «Δεκαοκτώ αφηγήσεις» και στη τελευταία σελίδα γράφει η ίδια το βιογραφικό της.

«Γεννήθηκα στη Λεμεσό το 1948. Ό πατέρας μου ήταν από την Αμμόχωστο και η μάνα μου από την Κοζάνη. Αυτό με βοήθησε να διατηρήσω μια πλατιά εικόνα του ελληνικού ορίζοντα μεγαλώνοντας στο ανατολικότερο σημείο του. Υπήρξαμε μια τυχερή γενιά πού βίωσε ακραίες καταστάσεις. Από τη γιαγιά μου στον αργαλειό, από τους γύφτους με αρκούδες πού χόρευαν, στους σημερινούς υπολογιστές. Σπούδασα στο Βερολίνο κι έπειτα χρειάστηκα τα αποχαυνωτικά μεσημέρια της Λευκωσίας για να θυμηθώ ποια είμαι. Έκανα διάφορες δουλειές, δίδαξα κεραμική σε τυφλούς, εργάστηκα δέκα χρόνια στο θέατρο, έκανα εκθέσεις ζωγραφικής και χαρακτικής. Το κεντρικό σημείο όμως στη ζωή μου ήταν πάντα η σχέση μου με τη γλώσσα, την αρχαία, τη βυζαντινή, τη νέα. Έτσι, έγινα βιβλιοπώλης για 27 χρόνια, για να έχω όλα τα βιβλία πού θέλω και γι’ αυτό ξαναπήγα στο Πανεπιστήμιο ψάχνοντας λέξεις για τα νέα παιγνίδια μου.»

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

ΤΑ ΑΠΟ ΚΗΠΩΝ, ποίηση, εκδόσεις ΑΓΡΑ, 1980.( Κρατικός έπαινος ποίησης 1981)

ΑΡΧΗ IΝΔIΚΤΟΥ, ποίηση, Λευκωσία, 1987. (Κρατικό βραβείο ποίησης 1988)

ΜIΑ ΣΤΡΩΣΗ ΑΜΜΟΥ, διηγήματα, Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝIΩΤΗ, 1990.(Κρατικό βραβείο πεζογραφίας 1991)

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ, Εκδόσεις ΑΡΜΟΣ 1994.

ΕΙΝΑΙ Ο ΠΑΝΘΗΡΑΣ ΖΩΝΤΑΝΟΣ, μυθιστόρημα, Εκδόσεις Καστανιώτη, 1998 (κρατικό βραβείο πεζογραφίας)

ΓΙΑΤΡΟΣ ΑΠΟ ΤΗ ΒΙΕΝΝΗ, μυθιστόρημα, Εκδόσεις Το Ροδακιό, Αθήνα 2003

ΣΥΝΤΑΓΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΕΡΙΝΑ, 2000 Λευκωσία.

DIVAN, ποιήματα 1967-2000, Ροδακιό, Αθήνα 2005, βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών

ΤΟ ΠΑΛΙΚΑΡΙ ΜΕ ΤΟ ΤΑΣΙ, Αθήνα 2005, Εκδ. Ταξιδευτής

Ο ΤΣΑΓΓΑΡΗΣ ΚΑΙ Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ. Αθήνα 2005, Εκδ. Ταξιδευτής

ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΜΕ ΤΟΝ ΑΛΕΞΗ (φωτογραφίες και κείμενο για τον ζωγράφο Αλέξη Ακριθάκη), Αθήνα 2007

Ο ΔΑΙΜΩΝ ΤΗΣ ΠΟΡΝΕΙΑΣ, διηγήματα, εκδ. Μελάνι, Αθήνα 2007

ΓΕΖΟΥΛ, Εκδόσεις Εστία, Αθήνα 2010

ΔΕΚΑΟΧΤΩ ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ Το Ροδακιό 2012

ΠΡΟΣ ΑΜΥΔΡΑΝ ΙΔΕΑΝ, Το Ροδακιό 2013

Μεταφράσεις

(1999) Sartorius, Joachim, Αλεξάνδρεια, Το Ροδακιό

(1992) Esteban, Claude, Αϋπνία, ημερολόγιο. Ζωγραφιστές εικόνες., Ερατώ

(1992) Longley, Michael, 1939-, Ποιήματα, Ερατώ

(1992) Deluy, Henri, 1931-, Πρώτες σουίτες, Ερατώ

Προς Αμυδράν ιδέα (2013)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΣΤΟ ΒΟΡΡΑ

Επειδή μιλώ για τριαντάφυλλα,

για τη διάχυση του φωτός,

την ανημποριά της αγάπης,

και την παροδική ζωή μας,

μη νομίζετε, φίλοι από τον βορρά,

ότι αυτό που συνέβηκε το 74

δεν απλώνει σαν κηλίδα στη ζωή μου,

κάθε μέρα.

Το φεγγάρι ξεπροβάλλει σα μια φέτα καρπουζιού

από τη θάλασσα

και η πεθαμένη μητέρα μου στη βεράντα του

σπιτιού μας στην παραλία της Αμμοχώστου να μας

φωνάζει να βγούμε από το νερό.

Είδα έναν πίνακα που ζωγράφισε τις προάλλες

στον τοίχο μιας ταβέρνας στο Καρπάσι.

Μιας ταβέρνας που την αποτελούσαν κλεμμένες

καρέκλες, κλεμμένα τραπεζομάντηλα, κλεμμένες

πόρτες, κλεμμένα χερούλια.

-Είναι της μάνας μου, είπα στον ταβερνάρη, εδώ

είναι γραμμένο το όνομα της.

-Τώρα όμως είναι δικό μου, είπε ο άντρας που ήρθε

από το μέρος που ανατέλλει ο ήλιος,

(έτσι μου τον περιέγραψε η γυναίκα του).

-Είναι δικό μου τώρα, είπε, ganimet,*

έτσι το λένε στα τουρκικά.

ganimet λάφυρο πολέμου

  

Ο ΦΙΛΗΣΥΧΟΣ ΕΡΩΣ

Τα σημεία των καιρών έδειχναν

πως πλησίαζε το τέλος του κόσμου

κι έτσι ο Ιωάννης ο Κύπριος

ο καλύτερος μαθητής του Jacopo

βιαζόταν να τελειώσει τη μέλλουσα κρίση στον

τρούλο

δεν το παρενοχλούσε πια νυχθημερόν ο φιλήσυχος

έρως

έβαζε τα χρώματα στη σειρά,

το χονδροκόκκινο, την όχρα,

και απλά ξεκινούσε κάθε πρωί

τη δουλειά.

  

ΥΠΟΛΕΙΜΜΑΤΑ ΦΩΤΙΑΣ

Αργεί το μνημόσυνο

και κοιτάζω τις τοιχογραφίες.

Κάτω από τη σκηνή της ανάστασης

σε μαύρο φόντο

κλειδιά, καρφιά, αλυσίδες,

υλικά του Άδη,

όπως αυτά που έβρισκα

στο χώρο στάθμευσης του κοιμητηρίου

απομεινάρια από τη φωτιά του

Μεγάλου Σαββάτου.

Τα μάζευα για να της φτιάξω ένα έργο.

Ιούνιος 2008

  

ΑΓΙΟΙ ΣΑΡΑΝΤΑ KIRKLAR TEKKE

Στον Τεκκέ

υπήρχε μια σκιερή αυλή

ένα περιβόλι με αμυγδαλιά

ροδιά και συκιά

για να τρώνε οι πιστοί

κι ένα αρχαίο πηγάδι

με νερό.

Οι δερβίσηδες ήταν σαράντα

38 Τούρκοι και 2 Έλληνες.

Εκεί ήταν θαμμένοι και οι τεσσαράκοντες

μάρτυρες της Σεβάστειας, αλαμάνοι. Άγιοι,

που ήρθαν από την Παλαιστίνη.

Στο πανηγύρι στις 9 Μαρτίου

μαζεύονταν χριστιανοί και Οθωμανοί

και γιόρταζαν μαζί.

  

ΤΡΟΟΔΟΣ

Είδα στο βουνό

το ύδωρ των αετών*

την θαυμαστήν μπαμπακόπετραν

μα πιο πολύ ατένισα

τις πτυχώσεις,

τα λαμπρά ενδύματα,

τα πορφυρά,

το στόλισμα του ξύλου,

με το χονδροκόκκινο, την ώχρα, τα χρυσά,

τους μαίανδρους, τα φύλλα και τους πάνθηρες

που τα έτρωγε όλα σιγά-σιγά

το σαράκι.

  

Η ΧΑΡΟΥΠΙΑ ΣΤΟ GOOGLE

Στον Νίκο Νικολάου

Το δωμάτιο που είχε χωματένιο πάτωμα

ήταν το πιο ζεστό,

έφερνε στη θεία νερό

να το ραντίζει και να το σκουπίζει.

Κάθε βράδυ

περιδιάβαζε το σπίτι και τον κήπο,

θυμόταν ακόμα και τις τρύπες από τα καρφιά στον τοίχο.

Έμπαινε σ’ όλα τα σπίτια στο Βασίλι,

μετρούσε τα βήματα μέχρι την Κανακαριά

τριγύριζε στα γύρω χωριά.

Όταν είδε στο Google Earth την χαρουπιά

όπου άφηνε το τράκτορ δωδεκάχρονος

και έτρεχε

πρώτα στο θάμνο με τα σκίνα

και μετά στη θάλασσα

για να μην κάψει τα πόδια του

έκλαψε πικρά.

  

ΧΩΡΙΣ ΨΩΜΙ

Ο Αλύπιος που κατασκεύαζε σέλες

και ο γείτονάς του σκαλιστής σεντουκιών,

ο Πέτρος που μάζευε αυγά της ακρίδας

και ο Γιώργος Μηνάς που πουλούσε παστέλι

μαζεύτηκαν στην Κάτω Πλατεία

την Piazza di Basso,

να διαμαρτυρηθούν για την έλλειψη ψωμιού

γιατί ο Ρήγας έστελνε με τα πλοία

όλο το σιτάρι στη Βενετία

και έμενε η Λευκωσία χωρίς ψωμί

  

ΤΟ ΑΓΑΛΜΑ

Όλοι αυτοί που παίρνουν το λεωφορείο

από το «άγαλμα»

ή δίνουν εκεί ραντεβού

πάνω στα τείχη της Λευκωσίας

ξέρουν άραγε πως το «άγαλμα» αυτό

με την μπέρτα και το όρθιο ανάστημα

είναι ο Διονύσιος Σολωμός

που κοιτάζει απορημένος πάνω από την τάφρο

προς το “nandos flame grilled chicken”

γιατί η λέξη φλόγα κάτι του θυμίζει.

  

ΡΑΜΑΖΑΝΙ ΣΤΟ ΚΑΪΡΟ

Πήγαμε με την Αν στα εγκαίνια

μετά το βράδυ στο παζάρι στο Φιασιάουι

κόσμος παντού, γυναίκες να καπνίζουν ναργιλέ,

ήπια σαλέπι με καβουρδισμένα αμύγδαλα

φουντούκια, σταφίδες.

Εκείνη ήπιε χυμό από ρόδι και μάγκο

με τους κόκκους του ροδιού να επιπλέουν.

— Ο κροκόδειλος που κρεμόταν στο ταβάνι,

είπε η Αν είναι ο ίδιος με αυτόν που κρεμόταν παλιά

στο τζαμί Μπαρκούκ.

Γυρνώντας στο ξενοδοχείο μεσάνυχτα, αγόρασα

μια ζακέτα με λουλούδια.

Αδύνατον να κοιμηθώ.

  

ΓΑΛΑΝΑ ΜΑΤΙΑ

Η Αγγελική έλεγε

καθώς καθόμασταν στο Φίλοιστρον

και τρώγαμε μεζέδες

ότι η μάνα της

πρόσεξε πόσο γαλανά

ήταν τα μάτια του άντρα της

όταν του τα έκλεισε

για τελευταία φορά.

  

ΚΗΠΟΙ ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΙ

Να σε αφήνουν τα άλογα στην Πύλη

να περνάς από σιντριβάνια,

κήπους νυχτερινούς,

νούφαρα, υάκινθους,

μήλα των Εσπερίδων.

Το φως τα ανατρέπει όλα,

αλλά εσύ επιμένεις να διασχίζεις τα άδυτα,

τα σκοτεινά, τα αμίλητα

  

ΕΠΙΣΤΡΕΦΟΝΤΑΣ

Επιστρέφοντας

βήμα βήμα

στο καλτερίμι του παλιού χειρογράφου

περιμένω το σύνηθες θαύμα

που είναι κρυμμένο με επιμέλεια

στην 25η σελίδα.

Οι φαγωμένες πλάκες λάμπουν στη βροχή,

οι βάρκες ανεβοκατεβαίνουν τον Βόσπορο

και ο έρωτας μου φαίνεται

υπόθεση πια μακρινή.

Συνεχίζω λοιπόν την ανάγνωση.

  

ΑΥΡΙΟ

Αύριο

θα ανατείλει ο ήλιος στην ώρα του

γιατί ο κόσμος τούτος

έχει κανόνες απαράβατους

και περιγράμματα αμετακίνητα

που δεν είμαι σε θέση να κατανοήσω

κρατώ λοιπόν την ψευδαίσθηση

της ελευθερίας

και ευφραίνομαι

στην θέα των καραβιών με φώτα

στην παραλία της Λεμεσού

διαβάζοντας για την Άννα Λουζινιάν

που κυκλοφορούσε με τον παπαγάλο της

ενώ στον γάμο της ένα γιγάντιος αετός περπατούσε μέσα στο πλήθος

κινώντας μηχανικά τις φτερούγες

  

ΠΕΡΑΣΜΕΝΑ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ

Περασμένα μεσάνυχτα

βροχή, άνεμος δυνατός

μόνη στο σπίτι

η αίσθηση της μοναξιάς σχεδόν ηδονική

όπως το απόγευμα

που έκοβα φρούτα στην κουζίνα

ήρεμα

και τα ρούχα που άπλωσα

έσταζαν τιπ, τιπ, τιπ

  

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ ΣΤΟ ΒΕΡΟΛΙΝΟ

Οι οδοκαθαριστές μάζεψαν τα φύλλα

όμως μέχρι το άλλο πρωί

είχαν ξαναγεμίσει οι δρόμοι

και μια ψιλή βροχή

τα μαλάκωσε

έτσι που πατούσα μαλακά

και προσεκτικά

προχωρώντας στα μονοπάτια της μνήμης

σε σταθμούς υπογείου που άλλαξαν

μαλλιά λευκά

μέλη βαριά

νέα παιδιά,

η γυναίκα μπήκε στην κουζίνα

κι αυτός έκλεισε την πόρτα

πέρασαν σαράντα χρόνια.

  

ΣΤΟ ΚΑΙΡΟΥΑΝ

Στο Καϊρουάν άκουσα τους αργαλειούς της Αμμοχώστου

όπως τους περιγράφουν παλιοί χρονικογράφοι

ήπια από το νερό του πηγαδιού

που ενώνεται υπόγεια με τη Μέκκα.

Το νερό ξεπήδησε όταν ο Όκμπα σκόνταψε

σε χρυσό κύπελλο στην άμμο και έκτισε εκεί την πόλη.

Ο σιδεράς Αμόρ Αμπάντα,

που είχε το χάρισμα της προφητείας

κατασκεύασε τεράστιες άγκυρες

για να κρατούν την πόλη

αγκυροβολημένη στη στεριά.

Έτσι περπάτησα με ασφάλεια στα παζάρια

είδα τις γυναίκες με τα ενδύματα

που τα συγκρατούσαν

χρυσές πόρπες

και τον γεροντάκο

που περνούσε σε φοινικοβελόνες

ένα ένα τα γιασεμιά.

Τα πουλιά έπιναν νερό από τις παλάμες των νεκρών.

  

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Είναι στιγμές που μένω έκθαμβη

μπροστά σ’ αυτό το μυστήριο,

μπροστά σ’ αυτό το θαύμα του κόσμου

το θαύμα που είναι μια γλώσσα,

το θαύμα που είναι μια θρησκεία,

το θαύμα που είναι μια ορχήστρα,

όλα αυτά που έφτιαξε ο άνθρωπος με υπομονή και γνώση

αλλά πιο πολύ μένω έκθαμβη μπροστά στο θαύμα

του μεταξοσκώληκα που μπλέκει το κουκούλι του

που θα το υφάνουν νεαρά παιδιά σε σκοτεινά δωμάτια

στη Μπενάρες και θα το μεταφέρουν στις αγορές

πάνω σε καμήλες

που απλώνουν το πόδι για να μη βουλιάζουν στην άμμο.

  

ΚΑΘΕ ΧΡΟΝΟ ΣΤΙΣ 13 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

Κάθε χρόνο στις 13 Αυγούστου

τη μέρα που ο τουρκικός στρατός

μπήκε στην Αμμόχωστο

και ο Κωνσταντής οκτάχρονος

έφυγε με την οικογένεια του,

πάει και καθαρίζει την παραλία

από τα αποτσίγαρα, τα πλαστικά,

τα τενεκεδάκια, τα κουκούτσια τα γυαλιά.

  

ΝΕΚΡΗ ΖΩΝΗ

Αυτό που λένε «νεκρή ζώνη» δεν υπάρχει

γιατί πάντα ανήκε σε κάποιους ζωντανούς.

Στο σκοινί με τα ρούχα της μνήμης

μικρές φανέλες σκάζουν στον ήλιο

ένα αγόρι πέφτει κάτω

και πληγώνει το γόνατο του

Μια γυναίκα κλαίει.

Ευτυχώς η γη δε γνωρίζει τίποτα γι’ όλα αυτά

και διακοσμεί τους πεσμένους τοίχους με κισσό

τις πληγές με παπαρούνες

τους τάφους με θυμάρι

 

ΤΟ ΠΡΟΖΥΜΙ

Σκέφτομαι τις γυναίκες που ξυπνούσαν

με το άστρο της πορνής για να ζυμώσουν

Τις Χριστιανές με προζύμι που είχαν φτιάξει

από τον αγιασμό της ημέρας του Σταυρού

και τις Τουρκάλες με νερό από τα πρωτοβρόχια.

Και οι δυο κουβαλούσαν τα βρέφη στη ράχη τους

και τη γνώση τους για την ιερότητα της ζωής.

Οι άντρες τους καμιά φορά το ξεχνούσαν.

  

ΔΕΝ ΤΗΣ ΠΗΡΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ

Για την επέτειο του θανάτου της μητέρας μου

Δεν της πήρα λουλούδια αλλά σηκώθηκα νωρίς

να βρω ψάρι καλό στην αγορά

βρήκα και μήλα καθιστά για τάρτα

έτσι όπως τα έφτιαχνε αυτή,

μες τις καλές της μέρες.

Στρούντελ και σνίτσελ απ’ τη Βιέννη

και σβίγγους όπως η θεία Ματίνα.

Δεν της πήρα λουλούδια

αλλά έσβησα στην ώρα του τον φούρνο

για να προλάβω την συνάντηση στο μαγαζί

πήρα τον Γιώργο από το σχολείο

κάναμε μαζί μπάνιο το σκυλί

κι ύστερα ήθελε να του διαβάσω εφτά βιβλία

Δεν της πήρα λουλούδια,

κατάφερα όμως να δουλέψω δυο ώρες

στον υπολογιστή.

Πήγα να δω και την κυρία Δήμητρα,

με κατάλαβε από τη φωνή μου

Είχα καιρό να πάω να την δω, της πήρα γλύκισμα

νηστίσιμο

και κάθισα κοντά της και μου έλεγε.

Δεν της πήρα λουλούδια

κλάδεψα όμως τη λουίζα και έβαλα λίπασμα

στα δέντρα. Μετακίνησα τις γαρδένιες έτσι που να

πιάνουν ήλιο το πρωί

και φύλαξα τα ρούχα τα χειμερινά,

με προσοχή να μην τα φάει ο σκόρος

Με προσοχή αντιγράφω τις κινήσεις της

πως έπλαθε ζυμάρι, έβαζε λάδι στα κιχιά,

ανέβαινε, κατέβαινε, και όλους τους εφρόντιζε.

Δεν της πήρα λουλούδια

μα προσπαθώ ισάξια τ

ούτο το σπίτι να φροντίζω,

τούτο το σπίτι και τους ένοικους του

όπως με έμαθε αυτή σωστά και μετρημένα.

Με προσοχή αντιγράφω στις κινήσεις της

με προσοχή να μην τις φάει ο σκόρος.

  

ΜΗ ΔΩΣΕΙΣ ΣΑΠΟΥΝΙ

Μη δώσεις σαπούνι

γιατί μπορεί να ξεπλύνει την αγάπη

μπορεί να ξεπλύνει τα δάκρυα

μπορεί να ξεπλύνει το νεκρό

μπορεί να ξεπλύνει τα σημάδια

από τον ιδρώτα, από το σπέρμα σου

μη δώσεις σαπούνι

μπορεί να γλιστρήσεις πάνω στα μάρμαρα του χαμάμ

και να μην είμαι εκεί για να σε αρπάξω.

  

Η ΤΡΟΜΕΡΗ ΣΤΙΓΜΗ

Την τρομερή στιγμή που

η Αριάδνη είδε το πλοίο του Θησέα

να χάνεται στον ορίζοντα

δεν την ξέχασε ποτέ.

Και δεν την παρηγόρησε

ούτε το χρυσό στεφάνι του Διόνυσου

ούτε η corona borealis

που έλαμπε κάθε βράδυ στον ουρανό.

  

 

DIVAN (2005) 1967-2000

  

Αρχή Ινδίκτου (1987)

  

ΟΝΕΙΡΕΤΗΣΙΑ

Καθώς προσπαθείς να ισορροπήσεις

στο σπίτι με τους εξαίσιους ανεμοδείκτες

ανάμεσα στην ενήδονη και την ασκητική ζωή

όπως λέει ο Άραβας ποιητής

είναι μια γέφυρα λεπτότερη απ’ την τρίχα

που τη διαβαίνεις πάνω στο άτι του έρωτα

ένας αέρας από τη δύση σε τυλίγει

ούτε ηδύς ούτε αλγεινός

και η εγγύτητα των ανατολικών συνόρων

την ώρα που ο ήλιος βασιλεύει πίσω από τα κεραμεία

και ο ελληνικής καταγωγής ερμηνευτής του κορανίου

ανάβει τη λάμπα του

μνήμην ποιείς

της άμμινης κύτης

άλλα και του φενόλου και του χιτώνος

ιδιόχρωμου, λευκού,

γράψον το όνομα εις χαρτάριον

ή εις φύλλον

ονειρετησία.

  

ΑΡΧΗ ΙΝΔΙΚΤΟΥ

Αρχή Ινδίκτου

που μπορεί να είναι και Μάρτης

όταν πάλι σε αλώνει ο έρωτας

δεν αντιστέκεσαι

φτιάχνεις ένα άγαλμα

και το κοσμείς με τιμές και όργια

που εφάπτονται της μνήμης

μαράθων, θριδάκων, λέκτρων,

το πράσινο του παγονιού

στις φτερούγες του Αρχάγγελου

οι μέρες με τους ένθεους φίλους

πριν απ’ την Καθαρά Δευτέρα

ομόπτερου έρωτος χάριν

και οι άλλες στο Rajastan

η ακινησία που τις ακολουθεί

ενός ανθρώπου διαβασμένου που αγωνίζεται

να βρει την εσωτερική φωτιά

την αναχώρηση από την ηδονή

πού πρόβλεψαν οι αστρολόγοι

όταν στις υπαίθριες κουζίνες

στο έμπα του νέου χρόνου

οι οδηγοί των ρίκσο κοιμόντουσαν ο ένας πλάι στον άλλο

περπάτησες ως το ξενοδοχείο

ενώ γίνονταν ερωτικές οι αόρατες πόλεις

οι δρόμοι, τα φύλλα.

  

ΥΠΕΡ ΑΥΤΩΝ

Το σταχτόχρωμο πέτρωμα — σάρδιο,

με τις ερυθρές αποχρώσεις

φανερώνει το μυστικό τοπίο της ψυχής

αιθάλεια, ανεμόεσσα,

τώρα που τελειώνουν τα ταξίδια

σε πόλεις που οι τοίχοι τους

είναι ζωγραφισμένοι με πλοία

Ραβέννα, Βουκουρέστι, Κωνσταντινούπολη,

Οδησσό, Σμύρνη, Πέργαμο, Αλεξάνδρεια,

η θάλασσα σκουριάζει το σίδερο

και ξεφυλλίζει τη μπογιά

καιρός να μαζευτείς στο σπίτι σου

να αξιωθείς να γράψεις

υπέρ αυτών

γράμματα μη ειδότων.

Λήμνος – Λευκωσία, φθινόπωρο 1987

  

ΜΕΣΗΜΕΡΙ ΣΤΟ ΝΑΥΠΛΙΟ

Το κρεβάτι γλίστραγε από δύση σ’ ανατολή

άντίθετα άπό τή φαινομενική κίνηση των άστρων.

Μ. Γϊουρσενάρ, ’Άβυσσος

Το μεσημέρι στο Ναύπλιο

Ο χρόνος μαζεύεται σε αμμωτό

οι καφέδες ακινητοποιούνται στα φλιτζάνια

τα νερά αντανακλούν μες στα ποτήρια

τον Τίβερη

περίεργα πουλιά

κι αυλές όπου εξάγουν ίασεμόλαδο

το βουητό της μύγας

τετραγωνίζει τα μωσαϊκά

ένας κύκλος, ένας ρόμβος, δύο ψαθάκια,

τρία συμβολαιογραφεία, τέσσερα μπαστούνια,

πέντε γλόμποι

παίζοντας μ’ ένα νόμισμα του Ιουστινιανού

αραδιάζω τα λόγια σου πάνω στα φύλλα

πού ανεπαίσθητα κινεί

ένας ξαφνικός μεσημεριάτικος άνεμος

  

ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟ ΔΙΟΝΥΣΗ

Ουκ αν έχομεν ειπείν βεβαίως

ούτ’ αλκυόνων περί ούτ’ άηδόνων

Λουκιανός

Γιατί ρε Διονύση,

δεν είναι εύκολο να μίλα κανείς σήμερα

με βεβαιότητα ούτε για αλκυόνες ούτε για αηδόνια

όταν κατοικεί σε σπίτι

που δε θυσιάστηκε πετεινός στα θεμέλιά του

κι ούτε έχει κοιμηθεί σε στρώμα

με σταυρούς ραμμένους στις τέσσερις γωνιές του

όπου πέφταν τα νομίσματα

χρυσά και αργυρά

κι οι σπόροι από βαμβάκι και σησάμι

ή έχει χυθεί μαζί με τους άλλους στους δρόμους

ως βαθιά μέσα στη νύχτα

στα λαμπρά φωτισμένα σπίτια

με τούς Λάζαρους ντυμένους με κίτρινα λουλούδια

και γύρω απ’ τα γεμάτα άνθη στρώματά τους

στέφανα και δημητριακά

πουλιά ερπετά πέταλα

αλεύρι μάραθο κεριά και μέλι

πιο μαλακά απ’ τον ύπνο

Έτσι Διονύση,

μέσα στο γενικό θαλάσσωμα

της ανακρίβειας

των αισθημάτων

πίνοντας καφέ, Παρασκευή πρωί,

δεν έχω παρά να σου πω

πως σε πεθύμησα πολύ.

  

ΟΠΟΙΟΣ ΠΕΡΑΣΕΙ ΣΤΗΝ ΑΛΛΗ ΟΧΘΗ

Όποιος περάσει στην άλλη όχθη

δε γυρίζει πίσω ποτέ

με το καράβι που μια ζωή συναρμολογούσε

με σκοινί γέρο και ξύλο αρωματικό

θα ταξιδέψει τις δώδεκα ώρες της νύχτας

και το πρωί θα τριγυρνά

σε συνοικίες αράπικες

μικρομάγαζα στολισμένα

με χρωματιστά λαμπιόνια

γλυκά αμύγδαλα ποτά

θα μπαίνει μες στα σπίτια τα κτισμένα με πλιθάρι

θα βάζει στα μαλλιά του λάσπη

και θα πενθεί όπως κι αυτοί τον Άδωνη.

Ανάμεσα στους κίονες

με τ άνθη του λωτού και του παπύρου

θα βλέπει κάποτε αργά το απόγευμα

κάποια ρωμαϊκή επιγραφή

κάποιον άγιο χριστιανό ζωγραφισμένο

ή ένα άλογο ή μια ρομφαία

και θα ξαναθυμάται

μόνον σαν μια σκιά σαν αστραπή

την περασμένη του ζωή

το γενεαί πάσαι τούς ευκάλυπτους στο κυβερνείο

τον τοίχο τον ψηλό με τα γυαλιά

κάποτε ακόμα και τη θάλασσα

αύτη αλήθεια πια σαν όνειρο τη θάλασσα.

Έτσι θα εντρυφείς μες στη σιωπή σου

θα κουβαλείς μια μουσική που πέτρωσε

θ’ ακούς τα κρόταλα το φίδι το αιγυπτιακό

μόνη εσύ θα τα ακούς

μόνη εσύ θα τα διηγείσαι.

  

Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΛΕΜΕΣΙΑΝΟΣ

Στη γυναίκα έφτανε η μέρα

και η υπακοή στα σήματα των ζώων

Εκείνος, μόνο ο ύπνος και ο έρωτας του θύμιζαν

πως ήταν θνητός

μηχανικός στο φτωχό συνεργείο

με τα ωραία τα βλέφαρα τα δυνατά του χέρια

τα χείλη της Χαρούλας ’Αλεξίου στην αφίσα

ΖΗΤΩ Η ΕΛΛΑΔΑ στην καρφωμένη πόρτα του λουτρού

πλάι στα ναυτιλιακά γραφεία της πόλης

που δεν ταξιδεύει πια

που δεν χασομερεί δεν παίζει

που της αρνήθηκαν τα γηρατειά της

γέμισε πράκτορες μεσίτες μερσεντές

γυναίκες έντρομες

που μόνο να ψωνίζουν ξέρουν

να θυμάται την καμπύλη της ράχης της

ενώ χαλαρώνει τις βίδες

τα άσπρα τα στήθη την κοιλιά

καρποί και κολοκύθες που στεγνώνουν πάνω στα δώματα

με τον αχό της μάχης

μόνος αητός και παντοδύναμος, τουρκομεγαλωμένος

εγκλωβισμένος και αγνοούμενος μες στη δική του πόλη

Λεμεσιανός μηχανικός από τον Άη Αντώνη

και η μέρα με αέρα φωτεινή

τα ήμερα δέντρα οι σκιές

η κρήνη του ήλιου

η θάλασσα της Λεμεσού στο βάθος.

  

 

Divan (2000)

  

ΟΙ ΑΝΕΜΟΙ TOΥ ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ

Οι άνεμοι, του Σεπτέμβρη

φέρνουν τα πέταλα της βουκεμβίλιας

στο μαγαζί

κοσμούν το πάτωμα

ακούω τα ψιθυρίσματα των φύλλων

κάτι σαν

«αμφιπότατε», «πότε»

«πάντα»

κάτι μου έρχεται να πω

μα τρέμω μην ταράξω την ευτυχία.

Σεπτ. 1988

  

ΒΡΟΧΗ ΣΤΗ ΦΙΚΑΡΔΟΥ

Η Μαρία πέρασε τα δάχτυλά της

πάνω από το πανί

το υφαντό που σκέπαζε το τραπέζι

ήχησε το ξύλινο κουτάλι

στην πήλινη κούπα

ανακαλώντας ήχους

παλιότερους από μάς

έτσι όπως η μυρωδιά

που έβγαινε από το λινό

και οι πρώτες σταγόνες της βροχής

στις σκληρές γωνιές της πέτρας

φέρναν μαζί τους

μέσα από ένα λουτρό φωτός

αφηγήσεις της Χαλιμάς

σε κάμαρες χαμηλοτάβανες κλειστές

στρωμένες με κιλίμια

διηγήσεις του Πρωτομάστορα

Μιχαήλ Χριστόφορου Γούναρη έκ Φαρμακά

που ήταν κεραμιδάς, παρπέρης, κοφινάς,

χτίστης, μαχαλεπάρης.

Το μολυβί χρώμα της πέτρας

είναι συνέχεια του ουρανού

Όκτ. 1988

  

Η ΛΕΥΚΩΣΙΑ ΤΟΝ ΙΟΥΛΙΟ

Ανήμερα του Προφήτη Ηλία

στη Φανερωμένη, άπλωνε ο διάκος

τη σημαία για το μνημόσυνο των πεσόντων,

«Η εις ουρανόν πυρφόρος ανάβασις»

άναψα κερί και κοίταξα τις φαγωμένες ζωγραφιές του θόλου

«θα τον έπιανε σίγουρα ίλιγγος πάνω στις σκαλωσιές»,

σκέφτηκα.

  

ΟΙ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΕΣ

Παρέα με το γεωμέτρη και τον κηροπλάστη

φύτεψα φέτος τριανταφυλλιές στον κήπο

αντί να γράφω ποιήματα

την εκατόφυλλη από το σπίτι με το πένθος στον Άγιο Θωμά

την εξηντάφυλλη που έφερε ό Μίδας από τη Φρυγία

την Μπαγκσιανή που ήρθε από την Κίνα

μοσχεύματα από τη μοναδική μουσσιέττα που επέζησε

μες στην παλιά την πόλη

άλλα προπαντός τη Rosa Gallica πού έφεραν οι σταυροφόροι

που αλλιώς τη λέμε και δαμασκηνή

με το εξαίσιο άρωμά της.

Παρέα με το γεωμέτρη και τον κηροπλάστη

άλλα και τον τετράνυχο, τον τίγρη, το φυλλοδέτη

τη μηλολόνθη, τη χρυσόμυγα

το αλογάκι της Παναγίας πού τα τρώει όλα

θα μοιραστούμε φύλλα, πέταλα, ουρανό στον αφάνταστο αυτό κήπο

κι αυτοί κι εγώ περαστικοί.

Γενάρης 1993

  

ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ

Τα σύμφωνα, τα φωνήεντα,

από τον λάρυγγα, τα χείλη, τα δόντια

σχηματίζουν την κοινή Αλεξανδρινή

δε με βοηθάει όμως για να σου πω

αυτό ποy νιώθω

μένω αναγκαστικά στη ρευστότητα

του κειμένου

στο σχολιασμό του επιμελητή

και την αδυναμία του έρωτα

όλα τούτα τα πρωινά με βροχή.

1993

  

ΣΤΗΝ ΑΥΛΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ

Κι όμως το γέλιο αντηχούσε

στην αυλή του Άγιου Λαζάρου

καθώς περπατούσαμε στον άδειο δρόμο

πριν από το δείπνο.

Μιλούσες για την αίθουσα

Όπου πρωτακούστηκαν οι θρήνοι

για τον Αλέξανδρο

σου ‘λεγα για τη ματιά που έριξα

στον άλλο κόσμο

πίσω από τα κλουβιά με τα γεράκια

και τις κουκουβάγιες

όπου το ένα ψαθί άγγιζε τ άλλο,

ευτελή κλουβιά

καμωμένα με καλάμια από τα έλη του νότου

δεμένα πρόχειρα με νήμα

νήμα όπως αυτό που ενώνει τις ζωές μας.

Οι ψυχές ετοιμάζονταν για το μεγάλο ταξίδι

στις ακτές της Συρίας, στην Πέτρα, την Ιεριχώ,

δρόμοι του Στράβωνα, του Πτολεμαίου,

για να φτάσουν σούρουπο

στην Πύλη των Λεόντων.

Τη θυμάσαι την κουκουβάγια πού έκλαιγε, εκεί

πάντα το βράδυ, ιδία ώρα?

Οκτ. 1993

  

ΠΑΡΑΛΟΓΗ

Κουνάει ακόμα το καράβι

μια δεξιά, μια αριστερά,

ή και βουλιάζει

σε ταραγμένο ύπνο

μαύρα νερά

περάσματα

φτερουγίσματα πουλιού

ρηχό βουβό

σαν κλάμα \

που δεν φαίνεται

που δεν το βλέπει άλλος

αχνό τρεμούλιασμα χειλιών

παίξιμο των βλεφάρων

βάραθρο ανοίγει στην καρδιά

και πέφτω όλη μέσα

ψάχνω ένα λόγο να πιαστώ

κλαδάκι να πατήσω

μα όλο πέφτω σε βαθύ

και πιο πυκνό σκοτάδι

μη δεις μην ακούσεις μάτια μου

τί λένε τα πουλάκια.

Δεκ. 1994

  

ΜΑΓNAYPA

Ακόμα κι αν έχεις περάσει από τη Μαγναύρα

και έμαθες ν’ αμφισβητείς την εγκυρότητα

του γραπτού λόγου

δε μπορείς καθόλου να εξηγήσεις

πως κάποτε χωρίζει το σώμα και η ψυχή

πως παίρνει καθένα άλλο δρόμο

το σώμα αναζητά το οικείο χάδι

ενώ η ψυχή το άγνωστο

ευφραίνεται στις σιωπές

στην αβέβαιη κίνηση του νέου άντρα

που κάθεται στη μέση της ομήγυρης

και μέ τα μάτια ελαφρά κλεισμένα

παρακολουθεί.

Ποιήματα μιας άλλης εποχής

  

ΣΕ ΜΥΣΤΙΚΕΣ ΟΜΑΔΕΣ

Σε μυστικές ομάδες ετοιμάζω την αναχώρηση μου

σε μια γωνιά το πανέρι με τα νήματα

και τις χρωματιστές κλωστές

στην άκρη του τραπεζίου τα τετράδια και οι μπογιές

στο ντουλάπι το μπλε παντελόνι

και η μεταξωτή μπλούζα με τους αγγέλους

Οκτώ το πρωί

το ροζ δωμάτιο σχεδόν όμορφο

σε μια γωνιά ένας πόθος πού ξεραίνεται

δίπλα ο περδικοδέτης του και το κερένιο τάμα

στο πάτωμα γυάλες γεμάτες λάζαρους

σήμερα πρέπει να φύγω.

Γιαλούσα 1974

  

ΣΥΝΟΜΙΛΙΕΣ

—Κάθε φορά πού περνούσα από δω, είπε η γυναίκα του Θωμά,

με πονούσε το στομάχι,

τώρα θέλω να μείνω εδώ,

από την ταράτσα φαίνεται το χωριό,

—Δε μπορώ να ησυχάσω εδώ, είπε ο Αντώνης

είχα πορτοκάλια στο χωρίο,

—Δε θα πάρω δάνειο από την κυβέρνηση, είπε ο Αντρέας,

το μωρό της Χρυστάλλας έκλαιγε,

ο άντρας της δεν είχε στείλει ακόμα τις προσκλήσεις

για την Αυστραλία,

ο κάμπος απλωνόταν κίτρινος και αποπνικτικά ζεστός,

και η κυρία Ελένη είχε πάει με τα εφτά παιδιά της

στη θάλασσα

με το λεωφορείο του καταυλισμού

  

ΤΡΙΤΟ ΓΡΑΜΜΑ

Ούτε που το φαντάστηκα πως μου ’μελλε

η ώριμη γνώση

η κατάφαση του πάθους

και η αβεβαιότητα του έρωτα

μια Κυριακή με Μάλερ πάνω από τη θάλασσα

με τα τζάμια να λάμπουν στο απογευματινό φως

και τις μικρές ακροπόλεις

πάνω στις ταράτσες

για τούς ουράνιους και τους θαλασσινούς θεούς

χωρίς πουθενά για να πιαστώ

Να φεύγουν με το φως τα σμαραγδένια τα νερά

πάνω από την πλατεία που σκοτείνιαζε

τις ομπρέλες που αραίωναν

αφήνοντας πίσω χώμα, λάσπη, πέτρες και κλαράκια

σελίδες τετραδίων, καράβια μέ φώτα

πράξεις ανώφελες αλλά αναγκαίες,

κύβους, κολόνες, τριγωνάκια.

Τα από κήπων (1980)

  

ΑΚΟΜΑ ΕΝΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

Ακόμα ένα καλοκαίρι

μέσα στα σχήματα και τα χρώματα

της νεκρής του θάλασσας

πίσω απ’ την πόρτα με τα καφασωτά

άλλο πού να βουλιάζεις μέσα μου

άλλο που να βουλιάζεις μέσα μου

τότε που τα ‘χα όλα μα δεν ήξερα

την ένταση τη διάρκεια την ομογένεια του σώματος μου

την περιστέφανη τις κοιλάδες την ελεούσα

στην άκρη των χειλιών στο βάθος της παλάμης

αποικία της θάλασσας

αύριο θα ‘ρθω να σε βρω

αργά το απόγευμα

θα στάζω από παντού νερό κι αλάτι

πλάι στο θαλασσινό κρεβάτι

εσύ θα στέκεσαι ακίνητος

στη διχάλα των αισθητών πραγμάτων

με φύκια φύλλα φτέρη να ορίζουν τη θέση της ψυχής σου

τώρα πού θα υποστείς σ’ όλα σου τα μέλη την καταστροφή

φυγάς θεόθεν κι αλήτης

οχι προφήτης οδηγός θεραπευτής

εγώ πού κινούμουν στο ρυθμό σου σ’ αποχαιρετώ

έχουν έρθει οι ονειροτόκες μέρες

τα θαλασσοκτόνα λόγια

ο ανεμοπλάστης απέραντος ουρανός

  

ΝΑ ΜΗΝ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙΣ ΜΕ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ

Να μην τελειώνεις με το παρελθόν

να το πλησιάζεις τόσο

που να φαίνονται από μακριά οι φωτιές

κι ύστερα πάλι ν’ απομακρύνεσαι

μετά απ’ τον βαθύ τον ύπνο

πλάι στην ακίνητη λίμνη

το μεσημέρι

με την αραιή φιλτραρισμένη της ζωή

τη σμίκρυνση του φόβου

και τον homo ludens

και τη συκιά την άκαρπη

όπου πρωτάκουσες απόγευμα το θρόισμα του φιδιού

και μάζεψες ύλες ταις αμαρτίες ενώπιον σου

η μια να σου χαϊδεύει τα μαλλιά

η άλλη νι σου φτιάχνει τα ρούχα

η τρίτη να κάθεται στα πόδια σου και νι σου τραγουδάει

μην κλαις μικρή Ερμιόνη

πλάι στον αρχαίο ερειπιώνα

κοίτα τι λαμπερά φτερά άκου τραγούδια

ξέχασε τα σύντομα διαστήματα του θανάτου

τα πεύκα στον ανήφορο

πριν απ’ τις τουρκικές γραμμές

τις σκοτεινές τις τρύπες τ’ ουρανού

θα ’ρθει πάλι η μαμά σου

θα δεις, θα ’ρθει πάλι η μαμά σου

Αγλαντζιά, καλοκαίρι 1977

 

ΜΕ ΤΗΝ ΥΓΡΗ ΖΩΗ ΣΟΥ

Με την υγρή ζωή σου

νι σου κολλά ανάμεσα στά πόδια

και να μη σ’ αφήνει

να ετοιμαστείς για τη συνηγορία

την εσωτερική σου αναχώρηση για το νότο

ο άντρας πού κάθεται κάτω απ’ το γυμνό δέντρο

για τρία χρόνια και δεν βλέπει τίποτα

ούτε το ξύλο που σπρώχνει το χώμα προς τα πάνω

ούτε τους πολλούς τους οικτιρμούς σου

μέχρι πού έγινες μικρή και ασήμαντη

κουρασμένη διψασμένη

μόνη

να πλανιέσαι μες στους ανθισμένους κάμπους

και τους μικρούς βυζαντινούς σου ουρανούς

με κίτρινα σχεδιασμένα συννεφάκια

Γιαλούσα, άνοιξη 1974

  

ΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ

Εσύ που με το αλφαβητάρι της θάλασσας στο χέρι

μου ’μαθές γραφή κι ανάγνωση

τη γεύση τού αχινού

το φιλί της αχιβάδας

το κυμάτισμα των φυκιών

και τα μικρά τα πράσινα τα ξέφωτα

απ’ όπου έμπαινε ορμητικά το πέλαγος

πού χάθηκες και ποιός

πρωτοστατεί τώρα στα κύματα

πώς μ’ άφησες κι έφυγα

συλημένη κι ελεύθερη μες στους νεκρούς

σφίγγοντας τα δικά σου λόγια τ’ απογεύματα

τού Αη Μέμνιου στην ατέλειωτη σειρά με τ’ αυτοκίνητα

πού κάθε τόσο σταματούσαν οι εθνοφρουροί

«Προσδοκώ ανάσταση των αμμουδιών» είπες

στην ’Αμμόχωστο στο έμπα του Σεπτέμβρη

τραβιέται πίσω η θάλασσα και σχηματίζονται μικρές λίμνες

Μη μου μιλάς για το βαθύ κρεβάτι

το σπίτι με τις αγριοσυκιές

τις πέτρες τις αστραφτερές

και τις επαναληπτικές φωνές

σε λίγο θα ’ρθουν οι βροχές

κι ή παραλία θα ’ναι έρημη χωρίς σκιές

  

ΣΤΗ ΠΑΡΑΛΙΑ ΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

Στη Λεμεσό μια θάλασσα θολή

κι αδιόρατη

σα να ’πεσε γκρίζο χιόνι

στους κυματοθραύστες και στην προκυμαία

και στο παλιό το σπίτι

με την πλαϊνή τη σκάλα και τα εμπορικά

κοιμισμένο στα φύλλα τού υμενόκαλου

Όμως είναι άλλο πράγμα η θάλασσα

έτσι που σου αφήνεται

έτσι που σε σέρνει

έτσι που σου απλώνεται πέρα από τους ευκάλυπτους

φορτωμένη αροδάφνες σάπιο ξύλο θαλασσινά λουτρά

άλλο πράγμα η θάλασσα

έτσι που εισχωρεί στην πόλη καλπάζοντας στις γωνιές

σκαρφαλώνει στις ταράτσες

μπλέκεται στα φαρμακεία

φτάνει στα δικαστήρια

σέρνοντας μαζί της καρίνες και χαρταετούς

μια μυρωδιά από χαρούπια

σκουριά φιλιά ναυάγια

για να με ξαναφέρνει κάθε πρωί

στον αληθινό μου προορισμό

  

ΕΝΑ ΦΕΓΓΑΡΙ ΣΑΝ ΚΛΩΣΤΗ

Τη νύχτα μας επήραν στο Σεράι.

Από κείνη τη νύχτα δεν ξαναείδα

τον πατέρα μου.

Κατάθεση Χριστάκη Μαύρη

Ένα φεγγάρι σαν κλωστή

πάνω απ’ τη Λευκωσία

20 του ’Ιούλη 1979,

πάνω από τη γη όλο ξεχνάς

το κοφτερό μαχαίρι

  

ΘΑ ΞΑΝΑΒΡΕΙΣ ΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΣΟΥ

Θα ξαναβρείς τα βήματά σον

Τάκης Σινόπουλος

Θα ξαναβρείς τα βήματά σου

Θα σκαρφαλώσεις σε βουνά περήφανα

Δίπλα σε ρίζες καλαμιού μες στο νερό θα ξαναβρείς

τα βήματά σου

θα κοιμηθείς στο ’Άβατο

θα πιεις νερό απ’ το βαθύ πηγάδι

θα μπεις στο ιερό το μυρωμένο με λιβάνι

με τις μετόπες και τους ρόδακες

και τα περίτεχνα φατνώματα της οροφής

θα βρεις τον Ύπνο και τον ’Όνειρο την Ηπιόνη

και την Ιασώ κι απ’ το βαθύ λήθαργο θ’ ανασύρεις

δεντροστοιχίες καστρόπορτες δρόμους με πέτρες

απογεύματα στο Ναύπλιο

χωρίς σύντροφο πια εξόν για το κρεβάτι σου

με μια ευτυχία πλατάνου ή βαθυπράσινου νερού

μια Κυριακή να αιωρείται μες στα δέντρα

ένα κελάηδισμα πουλιού να μπαίνει μες στις λέξεις σου

ένα αχνό πορτοκαλί στην άκρη των νησιών

Παλιά ’Επίδαυρος

  

ΠΡΟΣΦΥΓΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΡΠΑΣΙΑ

«Ελείφκαν μου οι ώρες τζει πάνω», είπε,

«ώσπου να ρίξω τα δίχτυα μου

να πάω στου Μελισσάκρου

ετέλειωνεν η μέρα

και εξύπνουν που τα χαράματα

μεν χάσω ούτε λεπτόν»

Τώρα γυμναστής σ’ ένα απογευματινό Γυμνάσιο

γυρίζει τα καφενεία

τα κέντρα της Λευκωσίας

τις χαρτοπαικτικές λέσχες τον ιππόδρομο

προσπαθώντας μάταια να σκοτώσει

τ’ ατέλειωτα μεσημέρια

τα πρωινά

«τουλάχιστον να ’ταν η θάλασσα κοντά»

  

ΑΡΧΕΣ TOT ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ

Αρχές του Σεπτέμβρη στην Αγία Νάπα

γαλήνεψαν οι σορκοί

κάτω από την επιφάνεια του νερού

νιώθω παντού την παρουσία σου

Φθινόπωρο 1976

   

18 Αφηγήσεις  (2012)

Η ΑΦΗΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ

Όταν έστραφήκαν οι αιχμάλωτοι, τζιαί έπέρασεν καιρός, τζιαί δεν ηρτεν κανένα μήνυμα, εκατάλαβα ότι ό άντρας μου ήταν χαμένος. Είπα στον εαυτό μου: «Μαρία, είσαι πέντε μηνών έγκυος, έχεις δυο μωρά, με τον άντρα μου θα εζούσαν τούτα τα μωρά μια χαρούμενη τζιαί καλή ζωή, έτσι πρέπει να ζήσουν, κάμε την καρδιά σου πέτρα, ούτε κλάματα ούτε τίποτε, έχεις μωρά νά άναγιώσεις.» Έτσι έκαμα, εστάθηκα τζιαι εμεγάλωσα τα μωρά μου, σε ένα σπίτι που δεν ήταν σπίτι με πένθος, σε ένα σπίτι κανονικό. Επαρασταθήκαν μου τα αδέρφια μου, ή μάνα μου, ας έν’ καλά. Βέβαια ήταν δύσκολο να γεννήσω, να μεν έσιει παπά το μωρό, ερωτούσαν με τα μωρά: «Πότε έν’ να ‘ρτει ό παπάς μας;» έλεά τους: «Έτο μια νύχτα έν’ να χτυπήσει ή πόρτα, τζιαί έν’ να ‘ρτει ο παπάς σας.» Τι εμπορούσα να απαντήσω, εν ήξερα ούτε εγώ, αφού ό γιος μου πού αρραβωνιάστηκε άκουσα τον που έλεε της νύφης μου ότι έγινεν δεκαοκτώ χρονών τζιαί ακόμα κάθε φορά που εκτύπαν η πόρτα ενόμιζεν ότι έν’ να ‘ν’ ό τζιύρης του. Τον πρώτον καιρόν εθώρουν τον Αντρέα στον ύπνο μου, κάθε νύχτα, ότι είχα να συζητήσω μαζί του, έλεά του τα στον ύπνο, είχα παράπονο, έλεα γιατί να μείνει, γιατί να μεν φύει όπως οι άλλοι. Μια νύχτα είδα τον εστέκετουν στο χωράφι, κοντά στη μάντρα, είπα του: «Γιατί, γιατί εν έστράφηκες κοντά μας;» «Μαρία», άπάν- τησέν μου, «ήθελα αλλά εν εμπορούσα». Που τότε εν τον εξαναεΐδα στον ύπνο μου.

  

Η ΑΦΗΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΙΚΚΑΣ

Ό άντρας μου είχε δύο σκυλιά κυνηγετικά. Τη Λάσσυ τζιαί τον Πέτρο, δυο σκυλιά πανέμορφα. Τα είχαμε στο περβόλι στο Κάτω Βαρώσι. Τους είχαμε δικό τους κλουβί μεγάλο. Μια εβδομάδα πριν την εισβολή έσκαψαν το χώμα τζιαί βγήκαν. Φοβηθήκαμε μην τα χάσουμε τζιαί κάναμε τσιμέντο τό πάτωμα. Για να μην μπορούν να φύγουν. Είκοσι οκτώ χρόνια ακόμα τα βλέπω στον ύπνο μου

Η ΑΦΗΓΗΣΗ ΤΗΣ ΕΜΙΝΕ

Ετο, κόρη μου, το ’63 έγιναν κάτι φασαρίες στον Άι-Σωζόμενο, το διπλανό χωρκό τζιαί ειδοποίησαν μας να φύουμεν, έφοηθήκαμεν τζιόλας. Είχα τέσσερα μωρά, ο μιτσής έπαιζε μέσα στην αύλή, είχα αυλή με τοίχο γυρόν-γυρόν τζιαί έπιασα τα δκυό μωρά μου, που κάθε χέρι έναν, τζιαί έφυα, επήα στη Λουρουτζίνα, που ήταν χωρκό τούρκικο. Μες στη βιάση μου εν είδα ότι το μιτσίν το μωρό εν είσιεν παπούτσια τζιαί επήρα το ανυπόλυτο. Κλάμα τα μωρά, θέλουμε τον παπά μας, που έν’ ο παπάς μας, ήρτεν ο άντρας μου, εβοήθησέ μας ο αρφός μου τζιαί ηύραμεν σπίτι στη Λευκωσία, άμμα ήμαστεν δκυό οικογένειες μέσα στο σπίτι, εμαλλώναν τα μωρά, ήταν δύσκολα, είπα του αρφού μου που ήταν ζαπτιές να μου εύρει άλλο σπίτι ας έν’ τζιαί μιτσίν. Ηύρεν μου έναν άλλον δκυό κάμαρες ίσια που μας εχώρεν. Επήαν τα μωρά σχολείο. Επεράσαν λλία χρόνια, σαν να εσάσαν τα πράματα, λαλεί μου ό άντρας μου: «Θέλω να πάω πίσω στο χωρκό μου.» Εν’ αλήθκεια στην Ποταμιά επερνούσαμεν πολλά καλά, είχαμεν τζιαί χωράφκια τζιαί κτηνά. Έπαίρναμεν το γάλα στον τζιύρη του Συλλούρη πού έκαμνεν χαλλούμια τζιαί έδίαν μας πάντα, είχαν έτσι ύπόγειο τζιαί εβάλαν τα τυρκά τζιαί κάθε μέρα άλατίζαν τα για να γίνουν, καλά πλάσματα. Ήθελα τζιαί εγώ να πάω στο χωρκό μου, αλλά για τα μωρά εν είσιεν σχολείο τούρκικο. Είπεν μου ό τζιύρης μου: «Άφησ’ μου τά μωρά κοντά μου νά πηαίνουν σχολείο, τζιαί πάτε εσείς πίσω.» Έπήαμεν. Άλλα πάλε το ’74 έξεσπιτωθήκαμεν. Εγυρίσαμεν τρία σπίθκια ώσπου τζιαί έδώκάν μας ένα σπίτι στο Άκάκι. Πριν πού μας ήταν μέσα ο στρατός τζιαί έν άφησαν τίποτε, να τα φυλάξουμε των πλασμάτων πού ήταν δικό τους το σπίτι. Το σπίτι που κάθουμαι έν’ του ανιψιού του γιατρού του Πίπη, αν τούς ήξέρεις. Πάω στην Ποταμιά, στες γειτόνισσές μου, κάμνουν χαρά άμα με δουν, τηλεφωνούν μου να πάω. ‘Αμαν μπορώ, πηαίνω, ίντα νά κάμουμε, κόρη μου, εγεράσαμεν. Οι τωρινοί ούτε μπορούν νά καταλάβουν τι βάσανα επεράσαμε, έν πειράζει, να με γίνει όμως πόλεμος, να μέ ξαναγίνει έτσι κακόν, τζι’ έν πειράζει, να τα ξηχάσουμεν.

  

Ο δαίμων της πορνείας  (2007)

  

NICOSSIESES (απόσπασμα)

…Η διαχωριστική γραμμή έκοβε την πόλη στη μέση ακριβώς, στην οδό Ερμού. Ήταν η περιοχή που περνούσαμε σχεδόν καθημερινά με τη μητέρα μου. Ατέλειωτα μακρόστενα μαγαζιά με γυαλικά, πιάτα, ποτήρια, παιγνίδια, ένας καταρράκτης χρωμάτων, τα πρώτα τότε πλαστικά που με εντυπωσίαζαν με τα χρώματά τους, εμαγιέ κούπες κινέζικες με ψάρια ζωγραφισμένα. Η περιοχή ερήμωσε, τα μαγαζιά μεταφέρθηκαν αλλού, σκόρπισαν, στο καφενείο SPITFIRE μόλις που διαβάζεις πια την επιγραφή, μια παλιά βέσπα σε μια χορταριασμένη βιτρίνα, σάκοι με άμμο, χαρακώματα. Έφυγα το 1965 από τη Λευκωσία. Πήγα στο Βερολίνο για σπουδές, εκεί βίωσα μιαν άλλη Λευκωσία, τη νοσταλγία της. Γύρισα πίσω το 1970. Βρήκα μια πόλη αρκετά αλλαγμένη, είχα αλλάξει όμως και εγώ, είχα χάσει τα νερά μου και δεν μπορούσα πια ούτε να γράψω, ούτε να ζωγραφίσω. Έγραφα άρθρα σε εφημερίδες «για τις νέες τάσεις του ευρωπαϊκού σοσιαλισμού» για τα οποία έπαιρνα πολύ καλά σχόλια, αλλά είχα μπολιαστεί από τη βορειοευρωπαϊκή θλίψη. Είχα χάσει τα μολύβια μου. Μόνον τα αποχαυνωτικά μεσημέρια της Λευκωσίας με βοήθησαν να ξαναθυμηθώ ποια είμαι. Η απραξία και οι φοινικιές στον ορίζοντα. Και η θάλασσα. Πριν από την εισβολή του 1974 η Λευκωσία ήταν σχεδόν μια παραθαλάσσια πόλη. Σε είκοσι λεπτά βρισκόσουν στη θάλασσα, ανέβαινε το αυτοκίνητο στο βουνό κι ο δρόμος κατέβαινε κα¬τακόρυφα προς την Κερύνεια, προς τη θάλασσα, μια μαγεμένη θάλασσα. Συχνά κλείνω τα μάτια και κάνω νοερά το ταξίδι αυτό προς τη θάλασσα. Πάνε πια 26 χρόνια. Για να πας πια σε αντάξια θάλασσα θέλεις δυόμισι ώρες ταξίδι. Η θάλασσα χάθηκε από την καθημερινότητα της πόλης. Κοιτάζοντας προς το βορρά το βουνό του Πενταδάκτυλου, που κρύβει τη θάλασσα, βλέπω μια τεράστια τουρκική σημαία σχηματισμένη πάνω στο βουνό. Αποφεύγω να κοιτάζω το βορρά…

  

ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 23/5/2013

 

 

1-ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΝΙΚΗΣ2

Στις 23 Μαΐου 2013 σε εκδήλωση στη Κεντρική Βιβλιοθήκη του Δήμου Θεσσαλονίκης κάναμε μια εκδήλωση προς τιμή της όπου μίλησαν για τη ζωή και το έργο της οι Βικτωρία Καπλάνη, Αρχοντούλα Διαβάτη,ο Βασίλης Καραγιάννης και ο Ανδρέας Καρακόκκινος .

  

Η Βικτωρία Καπλάνη 

Διαβάζοντας τη Νίκη Μαραγκού

Η Νίκη Μαραγκού έρχεται στα γράμματα από το δρόμο του Καβάφη. Δρόμος με ευρύτατους ορίζοντες, μας οδηγεί σε μια πλατιά αντίληψη του ελληνισμού στο χώρο και στο χρόνο μέσα από τη γλώσσα, τη δομή της αίσθησης, το συγκερασμό και τη δημιουργική αφομοίωση ιδεών και εκφραστικών μέσων για την αναπαράσταση και την κατανόηση του κόσμου. Το φιλοπερίεργον πνεύμα της την ωθεί να παρατηρεί, να διαβάζει, να ερευνά. Αναγνώστρια φανατική μελετά με πάθος ιστορία, ενδιαφέρεται για την αρχαιολογία, τη ζωγραφική, την αγιογραφία, τη φωτογραφία και τη λογοτεχνία. Λατρεύει τα παραμύθια, τις λαϊκές αφηγήσεις, τη μαγειρική και τις λαϊκές τέχνες. Το ποιητικό και πεζογραφικό της έργο είναι ενιαίο. Η Μαραγκού είναι συγγραφέας και κάθε φορά επιλέγει το είδος του λόγου που ταιριάζει στο υλικό που έχει να εκφράσει. Γι’ αυτό άλλοτε επιλέγει τον ποιητικό λόγο, άλλοτε την προσωπική αφήγηση ή το διήγημα και σε άλλες στιγμές το μυθιστόρημα, κάποιες φορές γραμμένο με πιο παραδοσιακό τρόπο (Γιατρός απ’ τη Βιέννη) και άλλοτε πάλι εφαρμόζοντας σ’ αυτό πιο μοντέρνες τεχνικές στην αφήγηση (Γεζούλ).

Ο λόγος της μεστός και περιεκτικός ξέρει να εστιάζει στο καίριο και ουσιαστικό και χαρακτηρίζεται από την απουσία συναισθηματικών εξάρσεων και εκρήξεων. Δεν εκφωνείται ποτέ εν βρασμώ ψυχής, παρά αφού η ένταση έχει καταλαγιάσει. Η αφήγηση, η περιγραφή και το λιτό εύστοχο σχόλιο πάνω σε μια λεπτομέρεια χαρακτηρίζουν την τεχνική των περισσοτέρων ποιημάτων της. Το πρώτο πρόσωπο έχει πολύ διακριτική παρουσία στον ποιητικό της λόγο και δεν επιτρέπει στον αναγνώστη να σχηματίσει με ακρίβεια το πορτρέτο ούτε να υποθέσει τη βιογραφία του ποιητικού υποκειμένου, παρά μόνο να διασταυρωθεί μ’ έναν άνθρωπο που νοιάζεται βαθιά για την ανθρώπινη κατάσταση. Έναν άνθρωπο που έχει αποδεχτεί τη θνητότητα και το φθαρτό των πάντων, που είναι συμφιλιωμένος με την παραδοχή ότι όλα χάνονται, όλα ενέχουν το στοιχείο της απώλειας. Οι έρωτες, οι άνθρωποι, οι πόλεις. Η εμμονή στην αναζήτηση των λέξεων από όλες τις περιόδους της ιστορίας της γλώσσας είναι φανερή στα ποιήματά της καθώς και η συνομιλία με άλλους ποιητές και συγγραφείς από την αρχαιότητα μέχρι τη σύγχρονη εποχή.

Τα ποιήματά της μπορούμε να τα χωρίσουμε αρκετά αυθαίρετα και σχηματικά, χάριν περιγραφής, σε τρεις μεγάλες ομάδες, που σε μεγάλο βαθμό αλληλοσυμπληρώνονται και αλληλοεπικαλύπτονται. Τα ποιήματα της Κύπρου είναι μια ομάδα, εκείνα των ταξιδιών η δεύτερη και η τρίτη εκείνα που λειτουργούν περισσότερο ως σχόλια ή αυτοσχόλια με ένα πνεύμα αναστοχασμού και μια πιο ευδιάκριτη φιλοσοφική διάθεση. Στα περισσότερα ποιήματα το ποιητικό υποκείμενο παίρνει αποστάσεις από το βιωματικό υλικό, καθώς αυτό μεταπλάθεται σε τέχνη. Είναι φανερό ότι αντιλαμβάνεται πρωτίστως νοητικά τον κόσμο και ελέγχει τα έντονα και βαθιά συναισθήματά του. Αυτή η συναισθηματική απόσταση καθιστά τον ποιητικό της λόγο πιο δραστικό, καθώς ο πόνος δεν εκδραματίζεται, αλλά παραμένει στο υπόστρωμα του ποιήματος και προκαλεί τις δονήσεις στη γλώσσα.

Ο γενέθλιος τόπος, η Κύπρος, τροφοδοτεί τη γραφή της με εικόνες, μνήμες και λέξεις. Τα ιστορικά δραματικά γεγονότα του νησιού και τα συλλογικά τραύματα που αυτά προκάλεσαν, υπογείως διατρέχουν όλο το έργο της. Στο βάθος το πρόβλημα της Κύπρου μοιάζει να κινεί τα νήματα της γραφής της με διακριτικότητα και ποιητική αφαίρεση. Η διαμαρτυρία, η καταγγελία για το κακό δηλώνονται άλλοτε πιο φανερά κι άλλοτε υπαινικτικά μέσα από στιγμιότυπα του καθημερινού βίου, μέσα από τις έγνοιες των ανθρώπων, χωρίς κραυγές και συνθήματα. Η Μαραγκού συνομιλεί με τον τόπο, την ιστορία και τον πολιτισμό του, όχι με έναν στενά εννοούμενο και μίζερο πατριωτισμό, αλλά με αληθινή αγάπη και σεβασμό προς όλους τους κατοίκους αυτού του τόπου, με κατανόηση και στη μοίρα του αντιπάλου. Δεν προκρίνει σε καμιά περίπτωση την έχθρα, το μίσος και το φανατισμό αλλά την ειρήνη και το δικαίωμα στην αξιοπρέπεια και τη ζωή. Όποιος, άλλωστε, αγαπά πραγματικά το γενέθλιο τόπο του, σέβεται και το γενέθλιο τόπο των άλλων.

Άνθρωπος με δυτική παιδεία, ενστερνίζεται πολλές αρχές της δυτικής σκέψης, αλλά βρίσκει το κέντρο της στον κόσμο της Ανατολής. Η φιλοσοφία της Ανατολής αντιλαμβάνεται το συντονισμό του ανθρώπου με τη ροή της ζωής, τη δύναμη του να αλληλεπιδρά ενεργειακά με το σύμπαν και την ενότητα του χρόνου. Αυτές οι βασικές αρχές γοητεύουν τη Μαραγκού και τις ενσωματώνει στο καλλιτεχνικό της σύμπαν. Η ευρυμάθεια και η ανοιχτή ματιά της αφήνουν τα περιθώρια για να συνυπάρχουν στο έργο της η Ανατολή και η Δύση.

Αν κοιτάξουμε και το αφηγηματικό της έργο, θα παρατηρήσουμε ανάλογες τάσεις και συμπεριφορές. Το έπος της καθημερινότητας κι οι ανθρώπινες σχέσεις μέσα στο χρόνο είναι στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος της Μαραγκού. Οι ήρωές της πρόσωπα ιστορικά, προερχόμενα από το οικογενειακό ή το ευρύτερο κοινωνικό της περιβάλλον και δίπλα σ’ αυτά πρόσωπα που επιμελώς πλάθει η φαντασία για να μπολιάσει την πραγματικότητα με διαφορετικές αντιλήψεις, στάσεις κι οπτικές, προκειμένου εκείνη να αναπαρασταθεί και να αποκαλυφθεί με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη πληρότητα. Μέσα από τα πρόσωπα και τη δράση τους αναβιώνουν κι ανασταίνονται δημιουργικά διάφορες εποχές.

Η Μαραγκού παίρνει σελίδες της ιστορίας του 19ου και 20 αιώνα και μέσα σ’ αυτές ενσωματώνει πολλά γεγονότα της ζωής της και της οικογενειακής της ιστορίας. Βαδίζει παράλληλα, ανακαλύπτει τα σημεία επαφής και εκλεκτικής συγγένειας με πρόσωπα αλλοτινών εποχών που μέσω της συναισθηματικής ταύτισης τής γίνονται οικεία και κατορθώνει να τα ψυχογραφήσει ουσιαστικά και αποτελεσματικά. Αν εξαιρέσουμε μερικές αφηγήσεις, όπου δηλώνονται κάποια πραγματολογικά στοιχεία του βίου της, τα αυστηρά προσωπικά της βιώματα μεταπλάθονται και καθρεφτίζονται στο σώμα των φανταστικών ηρώων ή ακόμη και κάποιων ιστορικών προσώπων. Αξίζει να επισημανθεί ότι η συγγραφέας δεν ψυχαναλύει τους ήρωες της. Δεν αναλώνεται καν σε ψυχολογικές αναλύσεις και αφήνει μέσα από σκηνές του καθημερινού βίου να φαίνονται οι περίπλοκες διαδρομές των αισθημάτων.

Κοσμοπολίτες πολλοί ήρωες της Μ. κοσμοπολίτισσα κι η ίδια. Το ταξίδι, η περιήγηση, προσφιλής της ενασχόληση, επιδρά στη διαμόρφωση του ψυχικού της πεδίου και τροφοδοτεί το αφηγηματικό της έργο με εμπειρίες, εικόνες και γνώσεις. Περιπλάνηση σε χώρες της Δύσης και κυρίως της Ανατολής, μελέτη με ενσυναίσθηση της ζωής σε άλλους τόπους, άλλες εποχές και διαφορετικές συνθήκες της δίνουν τη δυνατότητα με λογισμό και όνειρο, με φαντασία και γνώση να συλλάβει την αίσθηση, την αντίληψη, την ανάσα και το βηματισμό της ζωής που είχαν οι άνθρωποι που έζησαν άλλοτε και αλλού. Ανήσυχη περιηγήτρια η Μαραγκού αναζητά να κατανοήσει την αλληλεπίδραση ανθρώπου και τόπου. Οι πόλεις, οι τόποι με τη στρωματογραφία αιώνων που κουβαλούν κεντρίζουν διαρκώς το ενδιαφέρον της, όπως και οι ποικίλοι τρόποι , οι παραλλαγές με τις οποίες οι άνθρωποι υποδέχονται τη ζωή, τη μοίρα, το θεό και το θάνατο. Όλη αυτή η αναζήτηση της επιτρέπει να αντιλαμβάνεται τη ζωή με περισσότερη ανοιχτοσύνη και να συμπεριφέρεται με την ευρύτητα πνεύματος που διαθέτει ένας πολίτης του κόσμου.

Το ταξίδι υπάρχει πάντα στις αφηγήσεις της. Επιστρέφει σε μέρη αγαπημένα μέσω του λόγου και κοινωνεί τη γνώση και την εμπειρία που της χάρισαν. Κάθε χορταριασμένος τόπος έχει μνήμη κι αυτή τη μνήμη η συγγραφέας θέλει να την αποκαλύψει, γιατί κρύβει ακριβά μυστικά, πολύτιμα δώρα. Υπάρχει ένα εσωτερικό νήμα που δίνει ενότητα στο αφηγηματικό της έργο. Τάσεις και διαθέσεις, παρόμοια ερωτήματα και προβληματισμοί, τόποι και ιστορικά γεγονότα επανέρχονται, ήρωες και περιστατικά ξαναγυρίζουν πολλές φορές αθόρυβα και διακριτικά για να προστεθεί κάθε φορά μια καινούρια λεπτομέρεια.

Η Μαραγκού αναβιώνει έναν κόσμο που συχνά ερχόταν αντιμέτωπος με οριακές καταστάσεις, που θεωρούσε δεδομένο τον αγώνα για την επιβίωση και δεχόταν την περιπέτεια, τη μεταβολή της τύχης με μαχητικότητα, αλλά και όταν οι περιστάσεις το απαιτούσαν με αποδοχή και καρτερικότητα. Έναν κόσμο που ως συλλογική μνήμη τον κουβαλάμε μέσα μας, έναν κόσμο που αναγνωρίζει την αξία της ζωής και παλεύει γι’ αυτήν, έναν κόσμο που για τους νεότερους είναι πιο κοντά στο παραμύθι και το θαύμα. Οι ήρωες της Μαραγκού σε όποια κοινωνική τάξη κι αν ανήκουν είναι άνθρωποι με βίο πολυτάραχο και περιπετειώδη και τα γεγονότα τα ιστορικά αλληλοεπιδρούν με τις εσωτερικές τρικυμίες της ψυχής τους. Κάπως έτσι όμως είναι και η ζωή, ένα αξεδιάλυτο μίγμα αυτού που βιώνουμε

και στο βάθος σκεφτόμαστε για αυτήν και αυτού που οι συνθήκες οι ιστορικές δημιουργούν.

Η απλότητα και η αμεσότητα χαρακτηρίζουν τις αφηγήσεις της Νίκης Μαραγκού. Μοιάζει η τέχνη της με κείνη των παραμυθάδων που όσο επώδυνα και τρομερά πράγματα κι αν αφηγούνται, αυτό που μένει στο τέλος είναι η γλύκα και η ομορφιά της ζωής. Απουσιάζει η υπερβολή, η επιτήδευση, απουσιάζει ο ναρκισσισμός και η νοσηρότητα. Στην πάλη του φωτός με το σκοτάδι, το φως κερδίζει τις μάχες και παραμένει στόχος κι αυτοσκοπός. Από τα βιβλία της μένει η κατάφαση στη ζωή, η αποδοχή της ζωής όσο δύσκολη, σκληρή και τραγική κι αν είναι.

Τα γυναικεία πρόσωπα στο έργο της Μαραγκού παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλομορφία. Γυναίκες αρχόντισσες, αστές, διανοούμενες, λαϊκές κι αγράμματες που μεταφέρουν τη σοφία της φύσης, το πνεύμα διάκρισης που έχουν κατακτήσει μέσα στις δυσκολίες και τους κόπους, που προτάσσουν την αξία της ζωής, της αγάπης, της ειρήνης και της εστίας. Γυναίκες που δημιουργούν, που αναζητούν το δικό τους δρόμο στην τέχνη και τη ζωή. Γυναίκες γήινες σε επαφή με το συγκεκριμένο που γνωρίζουν την ενέργεια της γης και της φύσης, συμφιλιωμένες και με το άλογο στοιχείο της ύπαρξης το μαγικό και παραμυθένιο. Γυναίκες που γνωρίζουν την αξία της προσφοράς, της φροντίδας, γυναίκες που δημιουργούν νόστιμα φαγητά, ανοίγουν φύλλο με τέχνη, υφαίνουν αριστουργήματα στους αργαλειούς, νοικοκυρές με τα προσεγμένα σπίτια τους αρχοντικά ή φτωχόσπιτα, σπίτια με τη φτερούγα της στοργής και της αγάπης.

Αξίζει να σταθούμε στο τελευταίο της βιβλίο με τον τίτλο «18 αφηγήσεις». Εδώ η Μαραγκού καταγράφει αφηγήσεις γυναικών Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων που δέχτηκαν να της μιλήσουν για τις ανατροπές που η ζωή τους έχει υποστεί, εξαιτίας των παιχνιδιών της ιστορίας, τόσο στη δεκαετία του 60, όσο και μετά την εισβολή. Από τις αφηγήσεις τους προκύπτει μια ιστορία της Κύπρου, έτσι όπως δεν θα την έγραφε κανένας ιστορικός, ιδωμένη από τη ματιά των ηττημένων. Και ηττημένοι σ’ αυτή την ιστορία είναι κυρίως αυτοί που δε ρωτήθηκαν και μόνο κλήθηκαν, θέλοντας και μη, να υποστούν τις συνέπειες του ανελέητου πολιτικού παιχνιδιού. Μια ιστορία γραμμένη από τις γυναίκες, βιωμένη από την οπτική του φύλου τους, αφηγημένη στη δική τους ντοπιολαλιά. Η μόνη παρέμβαση της συγγραφέως είναι να διαγράφει τα περιττά λόγια, τις επαναλήψεις, να επεξηγεί ό,τι δεν είναι κατανοητό, ώστε να προκύπτει ένα κείμενο μεστό και αναγνώσιμο.

Η Νίκη Μαραγκού, όπως ισχυρίζονται οι άνθρωποι που τη γνώρισαν, κυκλοφορούσε πάντα με ένα μπλοκ. Όχι μόνο για να γράφει, αλλά και για να ζωγραφίζει. Δεν πρέπει να παραγνωρίσουμε τη σημασία που έχει η ζωγραφική στη συνολική πολιτισμική παρουσία της Νίκης Μαραγκού. Ζωγράφιζε ακουαρέλες, έκανε κολάζ, χαρακτικά, αγιογραφίες. Στα περισσότερα έργα της απουσιάζει η προοπτική, μια ένδειξη ότι η τέχνη της έχει επιρροές από τη βυζαντινή ζωγραφική. Το ενδιαφέρον της για τους ανθρώπους, τα τοπία και για τα απλά καθημερινά πράγματα φαίνεται και στη ζωγραφική της, όπου σχεδιάζει προσόψεις κτιρίων, αντικείμενα του σπιτιού, νεκρές φύσεις, διακοσμητικά σχέδια με έντονα χρώματα, αλλά και προσωπογραφίες. Τα υδατοχρώματα ευνοούν τη διαφάνεια και το λυρισμό στις εικόνες της.

Στις μέρες μας, όπου η μόνη βεβαιότητα είναι η αβεβαιότητα, τώρα που η Ελλάδα κι η Κύπρος δοκιμάζονται σκληρά μέσα στο απάνθρωπο παιχνίδι του σύγχρονου οικονομικού πολέμου και που έχουν αρχίσει φανερά και απροκάλυπτα πάλι να χτίζονται τείχη, να χαράζονται με βία οι διαχωριστικές γραμμές και να ακούγεται η ρητορεία του μίσους, τέτοιες φωνές, όπως αυτή της Νίκη Μαραγκού μας υπενθυμίζουν ότι η ζωή πάντα παλεύει για να υπάρχει, μας δίνουν το κουράγιο, όποιες κι αν είναι οι συνθήκες, να πατάμε στη γη και προπαντός να μην χάνουμε την ανθρωπιά μας.

 

 Αρχοντούλα Διαβάτη:

Δεν της πήρα λουλούδια

Γνωριστήκαμε στην Διεθνή έκθεση βιβλίου, εδώ, στη Θεσσαλονίκη, μπρος στο σταντ του Ροδακιού όπου είχες εκδώσει τότε το Γιατρό από τη Βιέννη κι εγώ Στη μάνα του νερού. Ανταλλάξαμε τα βιβλία μας με αφιέρωση, εγώ γεμάτη προσδοκίες για την τύχη του πρώτου βιβλίου κι εσύ συγκρατημένη – είχες πίσω σου δρόμο μακρύ στην ποίηση και στη ζωγραφική, στη δραματουργία και στο παραμύθι, στα διηγήματα, στις μεταφράσεις και στο μυθιστόρημα. Πολυβραβευμένη, καταξιωμένη, μια τυχερή γυναίκα.

Επικοινωνούσαμε με μηνύματα ηλεκτρονικά που γεφυρώνονταν με επισκέψεις ανάμεσα στα άλλα ταξίδια σου ξανά και ξανά στη Θεσσαλονίκη, καλεσμένη κάθε τόσο από συλλόγους και σε συνέδρια ή σταθερά καλεσμένη στη Διεθνή Έκθεση βιβλίου. Και μια δική μου επίσκεψη υπήρξε μια φορά, στη Λευκωσία, μαζί και μια παρουσίαση του βιβλίου μου στον ΚΟΧΛΙΑ, στο δικό σου βιβλιοπωλείο, από σένα βέβαια με τη γνωστή σου γενναιοδωρία, και αυτή την παράξενη ακτινοβολία ενός πνευματικού ανθρώπου με γνώση και ήρεμη καλοσύνη.

Και τα μηνύματα συνεχίστηκαν – ευχές και ποιήματα και φωτογραφίες ταξιδιών και μικρά κείμενα ή ανήσυχες αιτιάσεις κάποτε- από μένα κυρίως για τη δύσκολη δημιουργικότητα τη δική μου ή τον αρνητισμό των εκδοτών. Μου έστειλες ζωγραφισμένες χειροποίητες -όπως τις έλεγες- ευχές για το νέον έτος 2013, και σου έστειλα τον Ιούνιο την κριτική στα Νέα -δεν την είχες δει;- για τις Δεκαοκτώ Αφηγήσεις, από το ΡΟΔΑΚΙΟ και πάλι. Στη μέρα της γυναίκας μου έστειλες φέτος Το προζύμι, ενώ πέρυσι την ίδια μέρα μου είχες στείλει το ποίημα για την επέτειο του θανάτου της μητέρας – Δεν της πήρα λουλούδια.

Και μετά ήρθε κεραυνός η είδηση του θανάτου σου από τροχαίο στο Φαγιούμ, στην Αίγυπτο που αγαπούσες να μελετάς κι όλο εκεί ήθελες να γυρνάς πάλι και πάλι, στην Αίγυπτο του αγαπημένου αλεξανδρινού που αυτός ήταν το πρώτο σου ηδονικό διάβασμα όταν ήσουνα παιδί και σου άρεσε να αντιγράφεις τους ποιητές. Μια Πέμπτη, στις 7 Φεβρουαρίου 2013 – κι ας έμοιαζες άτρωτη έτσι ήρεμη, ευλογημένη θαρρείς, μητέρα και γιαγιά και κοσμοπολίτισσα και καταξιωμένη συγγραφέας και ανήσυχη και δημιουργική: μια πανοπλία αγάπης απέναντι στη συνηθισμένη κακοτυχία και φθορά. Μια πανοπλία που, τελικά, δεν τη φόρεσες πολύ. Αλίμονο.

Τι μεγάλη λύπη, τι μεγάλη απώλεια για τους δικούς σου ανθρώπους και για την Κύπρο, έναν τόπο όπου το θαύμα λειτουργεί ακόμη, για τους φίλους σου στον κόσμο όλο. Τώρα είσαι ακόμα στα κοινωνικά δίκτυα με τις φωτογραφίες και τα λόγια σου, ένα ανοιχτό βήμα να ερχόμαστε και να ανταλλάσσουμε λύπη και ποιήματα. Xτες μάλιστα, στις αναγγελθείσες μέλλουσες εκδηλώσεις στο facebook ήταν καρφιτσωμένα τα γενέθλιά σου, σαν να μην έφυγες ποτέ, στις 23 Μαΐου.

Ξεφυλλίζω τα ποιήματά σου – Προς αμυδράν ιδέαν, Ποιήματα 2003-2013.

Μια πρώτη εκτύπωση από το ΡΟΔΑΚΙΟ, παλιά μήτρα των ποιημάτων σου και σήμερα πάλι της νέας υπό έκδοσιν συλλογής. Είναι μια δίγλωσση έκδοση -αγγλικά, ελληνικά–, η μετάφραση από τα ελληνικά της Ξένιας Ανδρέου. Τα της Κύπρου, Τα Αλεξανδρινά, Περίπλους, Τα Αμετάφραστα, οι επιμέρους ενότητες. Ταξιδιώτης, flaneur, αναζητάς αδιάκοπα την ταυτότητά σου στις χώρες της Ευρώπης, στην Αίγυπτο ή στην Τουρκία ,στον μυστηριακό κόσμο της Ανατολής ή σταθερά στις κοινότητες της Κύπρου, συνομιλώντας με τους λαϊκούς ανθρώπους, κερδίζοντας ολοένα σε ωριμότητα, ήρεμη καλοσύνη και σοφία. Ωστόσο, «μη νομίζετε, φίλοι από το βορρά,/ ότι αυτό που συνέβηκε το’ 74 / δεν απλώνει σαν κηλίδα στη ζωή μου/, κάθε μέρα.».

Φτιάχνεις τα ποιήματά σου με απλά χωμάτινα υλικά της καθημερινότητας, της ιστορίας και της μνήμης με έναν ήρεμο στοχασμό στο τέλος, κερδίζοντας έμπνευση από τις ασταμάτητες διαδρομές σου στο χώρο και στο χρόνο. Τα σκηνοθετείς μετά αφήνοντας για το τέλος πάντοτε μια συγκινημένη σκέψη σαν κατακλείδα.

«…Όταν είδε στο Google Earth τη χαρουπιά / όπου άφηνε το τράκτορ δωδεκάχρονος / κι έτρεχε / πρώτα στο θάμνο με τα σκίνα / και μετά στη θάλασσα /Για να μην κάψει τα πόδια του / έκλαψε πικρά.».

Δεν ενδίδεις στην παραγραφή της μνήμης και την αλλοτρίωση, «αυτό που λένε νεκρή ζώνη δεν υπάρχει», γιατί « Στο σκοινί με τα ρούχα της μνήμης / μικρές φανέλες σκάζουν στον ήλιο.». Εσύ ανένδοτη κοιτάζεις νοσταλγικά μέσα σου «τον αιωρούμενο κήπο / που ήταν η Κερύνεια…»

Γιατί οι γυναίκες ξέρουν οι Χριστιανές και οι Τουρκάλες «αυτό που οι άντρες τους καμιά φορά το ξεχνούσαν» – « και οι δυο κουβαλούσαν τα βρέφη στη ράχη τους / και τη γνώση τους για την ιερότητα της ζωής».

Υπάρχει το αύριο. «Αύριο / θα ανατείλει ο ήλιος στην ώρα του…», παρόλο που στον ΠΕΔΟΥΛΑ, «Στριφογυρίζουν τα κλήματα / στις έρημες αυλές / φυτεμένα από άλλες γενιές / σκαρφαλώνουν στις σιδεριές / σε μια άναρχη διάταξη, / ένα χάος από κλαδιά, ξερά τσαμπιά,/ χωρίς πουλιά /, ανεβαίνουν προς τον ουρανό, / κατεβαίνουν προς το πλακόστρωτο / με τα σάπια κίτρινα φύλλα / μάρτυρες μιας ζωής που τέλειωσε./»

Στα ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΝΑ η γυναίκα περιδιαβαίνει στις ημέρες του ταξιδιού με τις αισθήσεις ζωντανές ζωγραφίζοντας εικόνες μιλώντας μας εμπιστευτικά σε πρώτο πρόσωπο «…τα καροτσάκια πουλούν / φούλια , γλυκοπατάτες, αχιβάδες με λεμόνι, σπόρια /. Νοικιάζουν πατίνια για τα παιδιά.» Ή σε άλλο ποίημα, «ήπια σαλέπι με καβουρδισμένα αμύγδαλα / φουντούκία, σταφίδες.»

Στον ΠΕΡΙΠΛΟΥ, τα μπλε παπούτσια ενός άντρα, προφανώς ενός αγαπημένου άντρα, είναι ένα ποίημα που παραπέμπει σε ένα τότε που φέρνει δάκρυα ασταμάτητα και ίσως συνδέεται με το ποίημα επιστρέφοντας, όπου «και ο έρωτας μου φαίνεται / υπόθεση πια μακρινή / Συνεχίζω λοιπόν την ανάγνωση» και λιγότερο με το ποίημα Περασμένα μεσάνυχτα, όπου «…η αίσθηση της μοναξιάς σχεδόν ηδονική…».

Εδώ διαβάζω και το ποίημα Δεν της πήρα λουλούδια, αποθέωση της αγαπημένης μητέρας, γυναίκας αεικίνητης «μες τις καλές τις μέρες», «με προσοχή αντιγράφω τις κινήσεις της», κι αυτό είναι αρκετό. Εξάλλου οι γυναίκες και στο Βουκουρέστι «…φροντίζουν να ανατέλλει ο ήλιος στη σωστή ώρα / κάθε μέρα.»

Περιδιαβάζοντας ζωγραφίζει εικόνες, όπως ΣΤΟ ΚΑΙΡΟΥΑΝ, «και το γεροντάκο (είδα)/ που περνούσε σε φοινικοβελόνες / ένα-ένα τα γιασεμιά. /Τα πουλιά έπιναν νερό από τις παλάμες των νεκρών» ή μένεις έκθαμβη μπροστά στο μυστήριο του κόσμου, στη Μπενάρες.

Κάποτε σταματά την αγχωμένη περιδιάβαση: ΚΑΝΕΝΑ ΑΛΜΑ ΠΡΟΣ ΤΑ ΕΜΠΡΟΣ, μεγαλύτερο απ’ τη φθορά,λέω εγώ, «μόνο βήματα αργά/ που μου επιτρέπουν να παρατηρώ / τον κάλυκα του άνθους / πώς τεντώνεται/ τις τελευταίες ακτίνες/ να αγγίξει/ του φωτός…». Να μη μας αιφνιδιάσει το αναπότρεπτο τέλος.

Με τα Συρόμενα φύλλα φαίνεται η ανάγκη για μια νέα ταξινόμηση /καθώς προχωρούμε προσεκτικά / στην αρχή διστακτικά / σε μια καινούρια διάταξη, μέχρι το ποίημα, Σαν λιμπελούλα, όπου διακηρύσσεται δοξαστικά η πίστη σε έναν ευτυχισμένο έρωτα επιτέλους, μια συνεχή ευτυχία / που πεταλίζει γύρω μου / σαν λιμπελούλα. Αλλά «…καθώς το μαλακό φως του φθινοπώρου / άναβε τους φοίνικες στο παράθυρο» – ακριβή μεταφορά για την δειλινή εκείνη μεταιχμιακή ώρα – μια εμπνευσμένη παρομοίωση μετά για μια ερωτική σχέση βραδυφλεγή και δύσκολη της παρακμής των ημερών μας, που δυσκολεύεται να μεταδώσει τη φλόγα και την έκρηξη, «που (όμως) ξαφνικά ανάβει και φωτίζεται / όπως οι φοίνικες στο παράθυρο, / αφήνοντας όλα τ’ άλλα στο σκοτάδι», ξημερώνει.

Αντίο ή Γεζούλ( =όλα χάνονται ) και πάλι αντίο.

 

 

Από δυο  Κύπριους ποιητές που ζουν στη Κύπρο, ήταν φίλοι της και η ίδια τους εκτιμούσε όπως μου είχε πει, ζήτησα δυό λόγια για την αποψινή βραδιά.

Ο Βάκης Λοιζίδης μου έστειλε ένα ποίημα που έγραψε:

Σήμερα δε θα φυλάξω στο συρτάρι το ποίημα

Στη Νίκη

Σήμερα δε θα φυλάξω στο συρτάρι το ποίημα

Θα σε ρωτήσω αν ένιωσες ποτέ

τις ακουαρέλες σαν τις λέξεις στο ποίημα

Αν εκεί που νιώθεις το ζόφο

κερδίζεις τελικά στο χαρτί την διαύγεια Τ

ι σημαίνουν τα κοφρέ χαρτιά για σένα

Κατά πόσον οι νέες τεχνικές χαρακτικής

στερούν την μαγεία από την πράξη της δημιουργίας

Κάθε φορά που φτάνει ζεστό φαγητό στο τραπέζι

μαγειρεμένο με φροντίδα λες και πρόκειται για ποίημα

θα σε θυμόμαστε, Θα σε θυμόμαστε

κι όταν πίσω από παράθυρα καφασωτά στεκόμαστε

Κι αν κανείς την ζωή σου ζηλέψει

ας δανιστεί από την Κατερίνα ένα μπλοκάκι

με σκίτσα, τόπους , ημερομηνίες κι ανθρώπους

καθώς εσύ θα ταξιδεύεις αιώνια

Κι ο Πάμπος Κουζάλης μου έγραψε.

Αγαπητέ Ανδρέα. Επειδή είναι πολύ δύσκολο να αποδεχτώ ότι η φωνή της Νίκης σίγησε για πάντα κι ότι δεν θα την ξανασυναντήσω σε κάποια από τις ποιητικές συναντήσεις μας εντός ή εκτός Κύπρου, θέλω να πιστεύω ότι λείπει σε ένα από τα πολλά κι αγαπημένα ταξίδια της. Μόνο που αυτή τη φορά δεν θα λάβω σε ένα email της λίγα από τα χρώματα, τις γεύσεις, τι ομορφιές, τις εικόνες που αντίκριζε κι ήθελε να μοιραστεί μαζί μας. Το μόνο που κατάφερα να αρθρώσω για τη Νίκη τη μέρα που την αποχαιρετήσαμε ήταν οι εξής στίχοι:

Στο πένθος το γλυκύτατο

του μακρινού Φαγιούμ

τόσο κοντά γιατί επήγες, Νίκη;

Ενύσταξεν η ψυχή σου;

  

 

Μαρία Παναγιώτου

Ο Φιλελεύθερος Παρασκευή, 21 Ιουνίου 2013

Κατερίνα Ατταλίδου: Η εικαστικός μιλά για τη μητέρα της Νίκη Μαραγκού

Η Νίκη με έμαθε να έχω ενθουσιασμό για τα μικρά και τα μεγάλα θαύματα

Η Νίκη Μαραγκού έφυγε σε μια πολύ δημιουργική περίοδο της ζωής της, προτού προλάβει να δει τυπωμένες δυο σημαντικές εκδόσεις που είχε στα σκαριά. Την ποιητική συλλογή «Προς αμυδράν ιδέαν», ποιήματα 2003-2013, εκδόσεις Ροδακιό, και ένα άλλο βιβλιαράκι, με τον τίτλο «Θάλασσα», εκδόσεις Rimal, με ένα κείμενο της ίδιας και φωτογραφίες της Μεξικανής μεταφράστριας και φίλης της Σέλμα Ανσίρα. Τα δυο αυτά βιβλία παρουσιάστηκαν πρόσφατα στην Αθήνα, στο Βερολίνο και στη Λευκωσία. Την έκδοσή τους προώθησε η κόρη της, εικαστικός Κατερίνα Ατταλίδου, η οποία μας μίλησε για τη μητέρα της και για όσα έμαθε να αγαπά μαζί της… Κλείσαμε ραντεβού στο σπίτι της Νίκης Μαραγκού στον Άγιο Δομέτιο. Ένα όμορφο αστικό σπίτι τις δεκαετίας του ’60 γεμάτο με έργα της ίδιας, αναμνηστικά από ταξίδια της και πολλά βιβλία. «Εδώ έρχομαι κάθε μέρα τα πρωινά, καταγράφω τα βιβλία της και φροντίζω το σπίτι», θα μου πει η Κατερίνα.

Ήταν ολοκληρωμένα τα τελευταία βιβλία της Νίκης προτού φύγει;

Η ποιητική συλλογή ήταν σχεδόν έτοιμη και η παρουσίαση είχε οριστεί για τον Μάρτιο. Συγκεντρώνει τα ποιήματά της των 10 τελευταίων χρόνων. Μέρος των ποιημάτων τα εξέδιδε σε χειροποίητα βιβλιαράκια που τύπωνε μόνη στον υπολογιστή, τα έδενε με μια κορδέλα και τα χάριζε σε φίλους. Μετά από το ξαφνικό συμβάν του Φεβράρη ένιωσα την επείγουσα ανάγκη να ζητήσω από την εκδότριά της Τζούλια Τσιακίρη να προχωρήσει με την έκδοση. «Η Θάλασσα» ήταν ένα κοινό όνειρο της Νίκης και της Σέλμας και βοήθησαν στην ολοκλήρωσή της και οι δύο αδελφές της Νίκης, η Άννα και η Μαρίνα καθώς και η εκδότριά της Νόρα Σιάουα.

Απ’ ό,τι ξέρω ετοίμαζε μια σειρά ζωγραφικά έργα για τα Καβάφεια, εμπνευσμένα από την πόλη Φαγιούμ. Τι έγινε με αυτά τα έργα;

Ναι, υπάρχει μια σειρά από μονοτυπίες που έγιναν για τα Καβάφεια, η οποία πιθανόν να εκτεθεί το φθινόπωρο στο σπίτι του Καβάφη στην Αλεξάνδρεια. Επίσης, βρήκα στο γραφείο της κάποια κείμενα για την Αλεξάνδρεια, με τα οποία έφτιαξα με τη βοήθεια του φίλου της Νίκου Νικολάου ένα βιβλιαράκι σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων, το οποίο έχει ήδη σταλεί στην Αλεξάνδρεια.

Στον πρόλογο του «Προς αμυδράν ιδέαν» γράφεις ότι η Νίκη έφυγε σε μια στιγμή της ζωής της πολύ δημιουργική και ευτυχισμένη. Αυτό το στοιχείο σού έδωσε δύναμη να αντιμετωπίσεις τον θάνατό της;

Η είδηση με βρήκε ανέτοιμη και αδύναμη. Χάρη σε ένα ένστικτο πρωταρχικό, αλλά και χάρη στη σοφία και συμπαράσταση του γιου μου, και γενικότερα όλης της οικογένειας και των φίλων μας, μπόρεσαν να γίνουν όλα όπως έπρεπε. Το ταξίδι στην Αίγυπτο, ο αποχαιρετισμός του σώματος, το πέρασμα από το σπίτι, η επιστροφή στη γη, η φροντίδα του τάφου. Το τελετουργικό υπήρξε πολύ πηγαίο, βαθύ και σημαντικό.

Σε έκανε να δεις τη ζωή αλλιώς ο θάνατός της;

Συνειδητοποίησα πόσο εύθραυστοι και ευάλωτοι είμαστε. Πώς μια στιγμή μπορεί να ανατρέψει τα πάντα. Πως είναι καλά να χαιρόμαστε κάθε στιγμή που είμαστε ζωντανοί. Η Νίκη έφυγε σε μια στιγμή όπου ήταν ευτυχισμένη και αυτό με οδηγεί σαν φάρος. Νιώθω πως ο καλύτερος τρόπος να τιμήσω τη μνήμη της είναι να αγαπώ τη ζωή και τους ανθρώπους με την ίδια χαρά και δημιουργικότητα με την οποία η ίδια διέσχισε τη ζωή.

Τι την έλκυε στην Αίγυπτο;

Διάβασα σε ένα κείμενο της ιδίας πως στην Αλεξάνδρεια έβρισκε τα κομμάτια ενός παζλ που είχε την ανάγκη να συμπληρώσει. Πιστεύω πως την έλκυαν τα επίπεδα της ιστορίας που είναι εμφανή σ’ αυτή την πόλη, οι άνθρωποι και οι ρυθμοί. Επίσης, όταν βλέπω φωτογραφίες της παραθαλάσσιας αυτής πόλης σκέφτομαι πως ίσως να έβρισκε εκεί κάτι από τις μνήμες της Αμμοχώστου. Συνήθιζε να πηγαίνει συχνά με τον φίλο της ζωγράφο Αντρέα Καραγιάν και να περνά μέρες φτιάχνοντας ακουαρέλες σε διάφορα σημεία της πόλης.

Πώς οδηγήθηκε στη ζωγραφική;

Η γιαγιά μου η Καίτη ζωγράφιζε και έφτιαχνε ξυλόγλυπτα. Ήταν μια δυναμική γυναίκα από την Κοζάνη, μαία στο επάγγελμα. Κρατούσε την κλινική του παππού, μεγάλωνε τις κόρες της και στον ελεύθερο της χρόνο είχε φτιάξει μια απίστευτη σειρά από λάδια με ελαιοχρώματα, εξαιρετικά προχωρημένα για την εποχή της. Εκτός από τις αντίκες, το σπίτι του παππού ήταν γεμάτο με τα έργα της. Ίσως αυτός να ήταν ένας από τους λόγους…

Οπόταν θα ‘λεγες ότι η ζωγραφική ήταν στο DNA σας;

Ίσως. Η Νίκη είχε την ανάγκη να δημιουργεί από πολύ νωρίς. Τα ημερολόγιά της ήταν πάντα διακοσμημένα, ζωγραφισμένα. Αργότερα, στο Βερολίνο εμφάνιζε μόνη της τις ασπόμαυρες φωτογραφίες που τραβούσε. Δούλεψε για χρόνια τον πηλό, τη χαρακτική, μάζευε πάντα αντικείμενα με τα οποία δημιουργούσε μικρές κατασκευές, και είχε πάντα στην τσάντα της το κουτί με τις ακουαρέλες και το μπλοκ ζωγραφικής. Θεωρούσε ότι η δημιουργικότητα είναι το πιο μεγάλο δώρο για τον άνθρωπο.

Οι αδερφές Μαραγκού, η Νίκη και η Άννα, θεωρούνταν αντισυμβατικές και προοδευτικές για την εποχή τους. Τι καθόρισε τον χαρακτήρα τους;

Είχαν καλή μόρφωση και ταξίδεψαν πολύ νέες. Είχαν ανοίγματα προς τη ζωή. Πιθανόν να έπαιξε ρόλο και το Βαρώσι που ήταν ένα κέντρο για τις νέες ιδέες και τάσεις. Η Νίκη περνούσε τα καλοκαίρια ατελείωτες ώρες στη βιβλιοθήκη του θείου της Μήτσου Μαραγκού με τις πολύτιμες και σπάνιες εκδόσεις. Μετά πήγε στο Βερολίνο, όπου έζησε τον Μάη του ’68, μια πολύ ιδιαίτερη εποχή. Έκανε παρέα με καλλιτέχνες όπως τον Αλέξη τον Ακριθάκη. Η Νίκη ήταν ανοιχτή και απενοχοποιημένη, περισσότερο κι από τις γυναίκες του σήμερα.

Η αγάπη

της θάλασσας

Στα βιβλία και στους πίνακές της πρωταγωνιστεί η θάλασσα. Πώς εξηγείς αυτή την αγάπη;

Η αγάπη της για τη θάλασσα είναι συνδεδεμένη με το Βαρώσι. Κάθε φορά που υποψιαζόταν ότι ίσως να υπήρχε μια πιθανότητα να επιστρέψουμε, έλαμπε ολόκληρη. Την πρώτη φορά που πήγαμε μαζί, παρόλο που η εικόνα της πόλης ήταν τόσο σκληρή, η Νίκη ήταν σαν μαγεμένη με τη θάλασσα. Μου έλεγε: «Δες την άμμο, έχεις δει πιο ωραία άμμο στη ζωή σου; Δες την πέτρα την «καμήλα» όπου κολυμπούσαμε… έλα να κολυμπήσουμε ώς εκεί».

Πηγαίνατε ταχτικά στην Αμμόχωστο;

Πιο συχνά πηγαίναμε μαζί στο Ριζοκάρπασο, όπου κάναμε με τον Στέφανο Καράμπαμπα, τον σύντροφό μου, μαθήματα τέχνης στα παιδιά. Πήγαινε συχνά στην Κερύνεια με τον στενό της φίλο Πέτρο Αντωνίου και κολυμπούσε. Της άρεσε να πηγαίνει στα βαθιά και γυρνώντας προς τη στεριά να παρακολουθεί την κορυφογραμμή του Πενταδάκτυλου.

Σ’ έναν στίχο γράφει «μην νομίζετε φίλοι στον βορρά ότι αυτό που έγινε το ’74 δεν απλώνει σαν λεκές στη ζωή μου κάθε μέρα».

Την πονούσε η κατάσταση και την άγγιζε βαθύτατα. Αλλά δεν αναλωνόταν σε οποιουδήποτε είδους παράπονο. Στη ζωή της δεν στεκόταν να μακρηγορήσει για τα δυσάρεστα. Ο μεγάλος πόνος και η αγάπη της για την Κύπρο υπάρχει βαθύς μέσα στο συγγραφικό της έργο.

Είχε φίλους στα κατεχόμενα;

Είχε πάρα πολλούς φίλους Τουρκοκύπριους που ήρθαν στην κηδεία της και στην παρουσίαση του βιβλίου στην Πύλη Αμμοχώστου. Ήταν ιδιαίτερα αγαπητή και υπήρξε η πρώτη Κύπρια που βιβλίο της μεταφράστηκε στα τουρκικά.

Πώς ήταν στις φιλίες της;

Ήταν πολύ καλή φίλη, αγαπούσε τους φίλους της, τους φρόντιζε. Όποτε πήγαινε ένα ταξίδι είχε το συνήθειο να γράφει ένα κείμενο που το έστελλε στους φίλους της και ήταν σαν να πήγαιναν και αυτοί στο ταξίδι. Χάριζε τα βιβλία της, άνοιγε το σπίτι της και φιλοξενούσε συχνά κόσμο. Ήταν ένας άνθρωπος που δεν ήξερε τι σήμαινε φθόνος, κακία.

Τα βιβλία

και ο Κοχλίας

Γιατί άνοιξε τον Κοχλία;

Για να έχει τα βιβλία που ήθελε και δεν έβρισκε και για να συμβάλει στην κίνηση ιδεών στον κυπριακό χώρο. Ο Κοχλίας ήταν κάτι περισσότερο από ένα απλό βιβλιοπωλείο. Ήταν ένα κέντρο πολιτισμού.

Τι βιβλία διάβαζε;

Τα πιο σημαντικά βιβλία στη ζωή της ήταν τα ιστορικά μυθιστορήματα και γενικότερα τα ιστορικά βιβλία. Όποτε δούλευε σ’ ένα νέο μυθιστόρημα μπορούσε να περάσει κάποια χρόνια να μελετά την περίοδο για την οποία έγραφε, σε βιβλία και σε βιβλιοθήκες ανά τον κόσμο.

Εσύ τι μνήμες έχεις από τον Κοχλία;

Το ’80, όταν άνοιξε το βιβλιοπωλείο, ήμουν εφτά χρονών. Περνούσα όλα μου τα απογεύματα ανάμεσα στα βιβλία. Μου άρεσε πολύ να τα συγυρίζω και να τα ταξινομώ.

Τι οδήγησε στο κλείσιμο του βιβλιοπωλείου;

Όταν άνοιξαν τα μεγάλα βιβλιοπωλεία στη Λευκωσία επηρεάστηκε πολύ η δουλειά. Όταν της έγινε η προσφορά από τον Κυριάκου να το αγοράσει, ήταν έτοιμη να αφιερωθεί σε άλλα πράγματα. Και η Νίκη είχε αυτή την απίστευτη ικανότητα, όσο πολύτιμο και να ήταν κάτι, να μπορεί να το αφήνει όταν πια δεν είχε τη χρησιμότητά του. Μετά τον Κοχλία ξεκίνησε να γράφει, να ζωγραφίζει και να ταξιδεύει με απίστευτο ρυθμό.

Ποιο θεωρείς το πιο σημαντικό της έργο;

Η ίδια θεωρούσε τις «Δεκαοκτώ αφηγήσεις» ως το πιο σημαντικό. Αγαπούσε πολύ αυτό τον τόπο και με τις «Δεκαοκτώ αφηγήσεις» ήθελε να δώσει φωνή στις γυναίκες της Κύπρου. Είναι ένα έργο ζωής. Δημιούργησε σχέσεις με τις γυναίκες, πήγαινε ξανά και ξανά και τις άκουγε, περνούσε χρόνο μαζί τους έτσι ώστε να αφομοιώσει τον λόγο τους. Εγώ αγαπώ όλα της τα βιβλία και βρίσκω ιδιαίτερα σπουδαία τη νέα της ποιητική συλλογή. Τα ποιήματά της έχουν μια αμεσότητα και με αγγίζουν βαθειά.

Έχεις βρει στο σπίτι της υλικό που δεν είναι γνωστό;

Υπάρχουν τα τετράδια ταξιδιών της. Όποτε ταξίδευε είχε ένα τετράδιο όπου σχεδίαζε. Επίσης υπάρχουν ταξιδιωτικά διηγήματα, όλη η αλληλογραφία της. Ακόμη δεν έχω ψάξει όλο το υλικό. Η Μεξικανή φίλη της Σέλμα Ανσίρα, μου εισηγήθηκε να γίνει ο χώρος ένα μουσείο λογοτεχνίας. Κάθε αντικείμενο εδώ έχει μια ολόκληρη ιστορία. Έχει ένα έπιπλο γεμάτο με βιβλία από τη βιβλιοθήκη του Μήτσου του Μαραγκού, τα οποία αγόρασε από παλαιοπώλες στο εξωτερικό.

Πιστεύεις ότι το έργο της μπορεί να αξιοποιηθεί από την πολιτεία;

Το πλούσιο συγγραφικό της έργο αναφέρεται στον τόπο με μια σύγχρονη ματιά. Θα ήταν πιστεύω πολύ σημαντικό κάποιο από τα βιβλία της να διδάσκεται στα σχολεία. Επίσης οι «Δεκαοκτώ αφηγήσεις» είναι ένα έργο που θα χαιρότανε να έβλεπε να ανεβεί σε θεατρική παράσταση ιδιαίτερα από τον ΘΟΚ με τον οποίο είχε μακροχρόνια σχέση. Επίσης είναι σημαντικό κάποια στιγμή να γίνει μια αναδρομική έκθεση με όλο το ζωγραφικό της έργο.

Σε σένα τι έμαθε η Νίκη;

Η Νίκη ήταν ένας πολύ ιδιαίτερος και χαρισματικός άνθρωπος. Μου έμαθε να έχω ενθουσιασμό και περιέργεια για τα μικρά και τα μεγάλα θαύματα της ζωής. Χάρη στη Νίκη έχω μια επείγουσα αίσθηση ότι είναι πολύ σημαντικό να λέω ευχαριστώ για το θαύμα της ύπαρξης, για ό,τι έχω, και μετά να ξεκινώ τη μέρα μου. Η αγάπη της για τη ζωή, η δημιουργικότητά της, η χαρά της, η δεκτικότητά της, η τρυφερότητά της, η διακριτικότητά της και η αμεσότητα και η ειλικρίνεια με την οποία προσέγγιζε τα πάντα είναι τα μαθήματα που έχω να εμπεδώσω!

  

Κέντημα με φθαρμένες κλωστές

Νίκη Μαραγκού, Γεζούλ

μυθιστόρημα, εκδόσεις Εστία

Το βιβλίο αυτό ξεκίνησα να το γράφω κομμάτι κομμάτι, σαν ένα πάτσγουερκ, καμωμένο με παλιά υλικά, ένα κέντημα με φθαρμένες κλωστές. Ξεκίνησα από τη γειτονιά τού Ψυρρή, όπου με έφερε μια περίεργη σύμπτωση, έψαξα εκεί τ’ αχνάρια μιας άλλης εποχής, και άρχισα να αφηγούμαι μια παλιά ιστορία, βασικά για να μιλήσω για το σήμερα.

Κεντρικό πρόσωπο του βιβλίου είναι η Τερέζα Μακρή (Λούλα), που ενέπνευσε τον Βύρωνα, χωρίς το όνομα του να αναφέρεται πουθενά στο βιβλίο. Παρακολουθούμε την ανάδυση της γυναίκας αυτής πέρα από την εποχή της. Ξεκίνησα στα τυφλά, μέσα από μια περίεργη παρόρμηση, και άρχισα να διαβάζω για την περιοχή και την εποχή. Για την Αθήνα δηλαδή στις αρχές του 19ου αιώνα. Περπατούσα με τις ώρες στους δρόμους τού Ψυρρή, στην περιοχή γύρω από την Ακρόπολη, ανέβαινα στο Αστεροσκοπείο, στα δρομάκια πίσω από την Πνύκα, στους βράχους απ’ όπου φαίνονταν η Αίγινα και τ’ άλλα νησιά. Πήγαινα στη Γεννάδειο, στην Εθνική Βιβλιοθήκη και διάβαζα τις αφηγήσεις των περιηγητών. Και κομμάτι κομμάτι άρχισε να κτίζεται η ιστορία.

Ξεκίνησε μια περιπέτεια που με πήρε στην Αθήνα του 19ου αιώνα, στην Αίγινα, την Κέρκυρα, το Μεσολόγγι, την Κωνσταντινούπολη, αλλά και την Αμμόχωστο του Μεσοπολέμου, και στο σήμερα των Bodyshop και Starbucks. Ταξίδεψα στα διάφορα μέρη όπου συγκεντρώνεται η δράση.

Ιστορικές λεπτομέρειες φώτιζαν ξαφνικά μια ολόκληρη εποχή και έτσι γίνεται το μυθιστόρημα αυτό κι ένας οδηγός της Αθήνας, χωρίς να είχα μια τέτοια πρόθεση από την αρχή και συγχρόνως μια σπουδή για το πώς γράφεται ένα μυθιστόρημα, μια και ανοίγω στον αναγνώστη τα χαρτιά μου. Αυτή είναι και για μένα η γοητεία της γραφής, βουτιά σε βαθιά νερά, χωρίς καθόλου να ξέρω πού θα με βγάλει αυτή η περιπλάνηση. Δεν έχω ποτέ πρόγραμμα ή πλάνο όταν γράφω, ξεκινώ και όπου με βγάλει η τύχη, η τέχνη και η τόλμη, που έλεγε και ο Ελύτης, τα τρία Τ. Ψάχνοντας λοιπόν βρέθηκα με ανθρώπους που μου είπαν ιστορίες, έμαθα πράγματα και θάματα, πήγα στην Κωνσταντινούπολη, που την ήξερα καλά, αλλά που αυτή την φορά έπρεπε να τη δω με άλλο μάτι, όπως θα την έβλεπε μια Αθηναία που θα βρισκόταν εκεί την εποχή του Κριμαϊκού πολέμου, έψαξα τους στρατώνες, τα παλιά τζαμιά, τις διαδρομές με τα βαποράκια. Πήγα στη Σαλαμίνα, όπου κατέφευγαν οι Αθηναίοι όταν τα πράγματα γίνονταν δύσκολα στην Αθήνα, πήγα στην Αίγινα του Καποδίστρια στα δύσκολα εκείνα χρόνια που κτιζόταν το νέο ελληνικό κράτος, στην Αγία Πετρούπολη των Τσάρων, αλλά και στην Αμμόχωστο, τη δική μου Αμμόχωστο των παιδικών μου χρόνων, που βρίσκει πάντα τρόπο να μπαίνει από το παράθυρο ακόμα και σ’ ένα βιβλίο η δράση του οποίου συγκεντρώνεται κυρίως στην Αθήνα του 19ου αιώνα.

Ο περίεργος τίτλος του βιβλίου Γεζούλ είναι από ένα παλιό πλακάκι που αγόρασα κάποτε στο Κάιρο, η λέξη αυτή στα αραβικά σημαίνει «όλα περνούν, όλα χάνονται». Είχα πάντα δυσκολία να βάζω τίτλους στα βιβλία, είναι το σημείο που μπλοκάρω και δεν μπορώ πια να σκεφτώ. «Γεζούλ» λοιπόν, όλα περνούν και χάνονται, ή μήπως όχι;

«Ξεκίναγα από Ασωμάτων και έφτανα στον Κεραμεικό κοιτάζοντας τα σπίτια, τους δρόμους, τους Αέρηδες από την Αιόλου, να δω με τα δικά της μάτια, να αποκλείσω τα μαγαζιά, τους νέγρους με τις τσάντες, τα Benneton, τα Bodyshop, να δω τη θέα της Ακρόπολης όπως θα την έβλεπε εκείνη από τα διάφορα σημεία του δρόμου. Και καμιά φορά στεκόμουν έκθαμβη μπροστά σε κάποιο κτήριο, κάποια εσοχή του δρόμου, κάποιο ετοιμόρροπο μπαλκόνι, με μια αίσθηση λες και ήθελαν κάτι να μου πουν σε μια γλώσσα που όμως δεν γνώριζα, που δεν ήμουν σε θέση να αποκρυπτογραφήσω. Περπάταγα λες και ήμουν τυφλή για όλα τα σημερινά, και τα μάτια έψαχναν να βρουν αυτά που δεν διακρίνονται εύκολα, τα κρυμμένα και παλιά».

«Ελευθεροτυπία»/ «Βιβλιοθήκη», τχ. 627, 30.10.2010

Επιμέλεια Μισέλ Φάις

 

 Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου | ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 22/01/2011

«Γεζούλ» σημαίνει στα αραβικά «όλα χάνονται». Για την Κύπρια Νίκη Μαραγκού, η λέξη αυτή ως τίτλος στο καινούργιο μυθιστόρημά της αποκτά συμβολική σημασία, καθώς ολόκληρο το βιβλίο είναι ένας αγώνας να μη χαθούν κάποια πράγματα, εκ πρώτης όψεως ασήμαντα

Στα παλιότερα μυθιστορήματα και διηγήματά της, αρχίζοντας από το 1991(«Μια στρώση άμμου» , «Είναι ο πάνθηρας ζωντανός» , «Γιατρός από τη Βιέννη»και «O Δαίμων της πορνείας»), η Νίκη Μαραγκού αναστήλωνε με χαρισματική τέχνη και διέσωζε πρόσωπα και στιγμές της πρόσφατης ελληνικής και κυπριακής ζωής, συχνά στηριγμένη σε αυτοβιογραφικό υλικό. Σήμερα χτίζει μια σύνθεση με παράλληλες αφηγήσεις για πρόσωπα από διαφορετικές εποχές.

Τα δυο κεντρικά γυναικεία πρόσωπα έχουν κοινό σημείο εκκίνησης τη γειτονιά του Ψυρή στην Αθήνα. Η πρώτη από τις δυο, η Λούλα, γεννήθηκε και μεγάλωσε εκεί στις αρχές του 19ου αιώνα. Στο πατρικό της, το σπίτι του προξένου της Αγγλίας Προκόπιου Μακρή, φιλοξενήθηκε το 1809 ο λόρδος Βύρων. Η Λούλα δεν είναι άλλη από τη Θηρεσία ή Τερέζα Μακρή, την περίφημη «κόρη των Αθηνών», την παιδούλα που ερωτεύτηκε ο ποιητής τουChild Ηarold. Τα πλήρη στοιχεία ταυτότητας των προσώπων και οι συνθήκες διαβίωσής τους αποδίδονται ελλειπτικά- ο Βύρων αναφέρεται στο βιβλίο ως ο «Εγγλέζος» και το όνομά του αναγράφεται μόνο στο οπισθόφυλλο. Η αφήγηση της ιστορίας της Λούλας, του γάμου της με έναν άλλο Εγγλέζο, των ταξιδιών της και των περιπετειών της εκτυλίσσεται παράλληλα με την αφήγηση μιας άλλης γυναίκας, που βρέθηκε έπειτα από τις δικές της περιπλανήσεις και αναζητήσεις στη γειτονιά του Ψυρή της σύγχρονης Αθήνας, και ξεδιπλώνει αποσπασματικά, σε λόγο πρωτοπρόσωπο και συχνά εξομολογητικό, θραύσματα μνήμης από ιστορίες ζωής, της δικής της και άλλων.

Κριμαία και Κύπρος

Οι ιστορίες των δυο γυναικών μοιάζουν να απλώνονται σε έναν κοινό χάρτη μετακινήσεων σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας, της Ευρώπης και της Μεσογείου, από τα κέντρα και τις υπό κατασκευή πρωτεύουσες των νέων κρατών στις εξίσου σκονισμένες επαρχιακές πόλεις και αντιστρόφως- στοιχειοθετώντας έναν τρόπο ζωής τόσο οικείο για τον μείζονα ελληνισμό του 19ου αιώνα, «αυτόχθονα» και «ετερόχθονα», που οι περιπέτειές του συνεχίστηκαν και σε όλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα: Αθήνα, Αίγινα, Αλεξάνδρεια, Κάιρο, Κέρκυρα, Πειραιάς, Μάλτα, Κωνσταντινούπολη, Αγία Πετρούπολη, Μεσολόγγι, Αμμόχωστος.

Οι παράλληλες αφηγήσεις των δυο γυναικών πλαισιώνουν η μια την άλλη σε ένα ιστορικό φόντο από σημαντικά γεγονότα, την Ελληνική Επανάσταση, τον Κριμαϊκό Πόλεμο, διεθνείς συρράξεις και διπλωματικά επεισόδια στην Ελλάδα και αλλού, όπως τα «Πατσιφικά» στην Αθήνα του 1849-50, που είχαν ως συνέπεια τον αποκλεισμό του Πειραιά. Οι ιστορικές αναφορές φτάνουν μέχρι την τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974. Το βιβλίο, κεντημένο με το υλικό της ιστορίας, διαφοροποιείται ωστόσο ριζικά από άλλα σύγχρονα μυθιστορήματα με ιστορικό θέμα- μία από τις κυρίαρχες τάσεις της πεζογραφίας μας. Η συγγραφέας, αν και γράφει, όπως και άλλοι ομότεχνοί της, ύστερα από προσεκτική τεκμηρίωση και μελέτη ιστορικών ντοκουμέντων, καθώς γίνεται αντιληπτό στον έμπειρο αναγνώστη, ωστόσο υπονομεύει ό,τι θα μπορούσε να υπηρετήσει μια κυρίαρχη ιστορική αφήγηση, την τελεολογία της και τα όποια μηνύματά της: δεν έχουμε μια ιστορία, αλλά ιστορίες ζωής, που μένουν ανοιχτές, ακόμη κι όταν κλείνουν βιολογικά με τον θάνατο, καθώς συνεχίζονται και αναδιπλασιάζονται στη φαντασία άλλων ανθρώπων, μέσα από τα σκόρπια τεκμήρια που άφησαν με τις ιστορίες τους και τα υλικά ίχνη τους, τα χαμένα σπίτια της αναγκαστικής προσφυγιάς τους, και τα αντικείμενά τους.

Κοινωνικοί ρόλοι

Η συγγραφέας, δουλεύοντας με το υλικό της καθημερινότητας των ανθρώπων, τους παρουσιάζει κυρίως μέσα από τις απλές δραστηριότητές τους, τις χειρονομίες τους, τις προσωπικές στιγμές τους, καθώς εργάζονται, χτίζουν, ράβουν, μαγειρεύουν, ντύνονται, παίζουν, διασκεδάζουν, κι ενώ ουσιαστικά παράγουν και εδραιώνουν έθιμα, κινήσεις, συμπεριφορές, θεσμούς, με τους οποίους προσπαθούν να αντιμετωπίσουν τις στοιχειώδεις, οριακές τραυματικές καταστάσεις της ζωής, που κορυφώνονται στον έρωτα και τον θάνατο. Αυτές οι οριακές καταστάσεις αποτυπώνονται στα πρόσωπα του βιβλίου με μεγάλη τέχνη, ως χαρακτηριστικά και μυστικά των διαφορετικών επαγγελμάτων και κοινωνικών ρόλων μιας παρελθούσας εποχής: γιατρός, νοσοκόμα, πολεμιστής, αρχιτέκτονας, παλαιοπώλης, μοδίστρα, ζωγράφος, πρόξενος, νοικοκυρά.

Η Λούλα και η χήρα μητέρα της βιώνουν τις δύσκολες στιγμές της ίδρυσης του νεοελληνικού κράτους και παλεύουν με την ένδεια, που τροφοδοτεί και συνδαυλίζει τη δημιουργικότητά τους: επινοούν και εξοικονομούν, μαγειρεύουν, ράβουν, εγκαινιάζουν νέα επαγγέλματα. Παράλληλα, η σύγχρονη αφηγήτρια ιχνηλατεί με τα μάτια, ψαύει με τα χέρια τα υλικά ίχνη αυτού του παρελθόντος που καλύπτει και μακρινότερα σημεία της Μεσογείου, στις συχνές επισκέψεις της σε ένα παλαιοπωλείο στου Ψυρή, όπου μέσα από τα αντικείμενα οδηγείται σε παράξενους συσχετισμούς που αγγίζουν τα όρια της μαγείας, όπως σε αντίστοιχες επισκέψεις των ηρώων του Μπαλζάκ στον θαυμαστό και παράξενο κόσμο των παρισινών παλαιοπωλείων.

Τα αντικείμενα αυτά, ένα κεραμικό, μια ζωγραφιά, ένα κέντημα, αλλάζουν χέρια, όπως αλλάζουν οι τύχες των ανθρώπων, συμβολίζοντας μια πρόταση για την ανθρώπινη συνύπαρξη σε τόπους με μακραίωνο πολυεθνικό παρελθόν, σφραγισμένους από τη βάσανο των διακοινοτικών συγκρούσεων.

  

Βασιλική Χρίστη

ΔΕΚΑΟΧΤΩ ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ

20.07.2012/diavasame.gr

Ιστορίες γυναικών

Η Νίκη Μαραγκού συγκέντρωσε στο καινούριο βιβλίο της, που κυκλοφόρησε εν μέσω μιας κρίσης που απλώνεται και βαθαίνει συνεχώς, δεκαοκτώ αφηγήσεις γυναικών από την Κύπρο.

Οι αφηγήσεις αυτές διατρέχουν διάφορες εποχές μέχρι να φθάσουν στο παρόν ή, αντίθετα, ξεκινούν από το παρόν γυρνώντας πίσω, όπως στα παραμύθια: αποικιοκρατία, ΕΟΚΑ, διακοινοτικές ταραχές, τουρκική εισβολή. Η Ελισάβετ θυμάται το σπίτι της με την αυλή και τα δέντρα στο κατεχόμενο σήμερα Καρπάσι – οι πουζαλίνες (=τα μούρα) που μάζευε ανεβασμένη στο δέντρο γίνονται το σύμβολο μιας ζωής όχι ακριβώς ανέφελης, σίγουρα όμως ευτυχισμένης. Όλες οι γυναίκες προέρχονται από αγροτικές οικογένειες και είναι συνηθισμένες στις γεωργικές εργασίες, ακόμη και τις βαριές. Δουλεύουν σκληρά, είναι ανθεκτικές στις δυσκολίες, καρτερικές και αφοσιωμένες στην οικογένειά τους. Όπως η Σουσάννα, που ο αυστηρός πατέρας της τής στέρησε μια εκδρομή με τον αρραβωνιαστικό της – και που είχε καημό ένα καινούριο ζευγάρι παπούτσια για να φορέσει στο γάμο της. Εκτός από τις γεωργικές εργασίες, οι γυναίκες ασχολούνται με όλων των ειδών τις οικιακές εργασίες, με τη φροντίδα των παιδιών και βεβαίως των συζύγων τους. Υπομένουν μια μοίρα που διάλεξαν οι ίδιες ή (συνήθως) που διάλεξαν άλλοι γι΄ αυτές, με εγκαρτέρηση και αυταπάρνηση. Όπως η Ασπασία, που στάθηκε στον άντρα της σε όλα τα σκαμπανεβάσματα της επαγγελματικής του ζωής χωρίς να βαρυγκωμήσει ποτέ. Κάποιες παρακολούθησαν μόνο μερικές τάξεις του δημοτικού, άλλες πήγαν γυμνάσιο και άλλες, πιο τυχερές, μορφώθηκαν λίγο παραπάνω. Όπως η Δήμητρα που ήταν δασκάλα, μα σταμάτησε να δουλεύει όταν παντρεύτηκε. Με τα αγγλικά που γνώριζε μεσολαβούσε στους βρετανούς αξιωματούχους για να βοηθήσει τους χωρικούς. Η Κούλα, πάλι, βοηθούσε όλο τον κόσμο και με τις ενέργειές της πέτυχε να κτιστεί ένα γηροκομείο σε κρατική γη.

Οι δεκαοκτώ γυναίκες, Ελληνοκύπριες και Τουρκοκύπριες, αφηγούνται στην κυπριακή διάλεκτο και η συγγραφέας, που έχει ακούσει τις ιστορίες τους πολλές φορές, τις κατέγραψε σε ένα μαγνητόφωνο ή σε ένα σημειωματάριο αφαιρώντας αυτά που δεν είχαν ενδιαφέρον, τις επαναλήψεις, επεξηγώντας κάτι που θα ήταν ακατανόητο, έτσι ώστε να βγαίνει ένα σφιχτό κείμενο που να έχει κάτι να πει, όπως αναφέρει στη σύντομη εισαγωγή της. (Σε υποσελίδιες σημειώσεις επεξηγούνται οι λέξεις που πιθανόν να μην γνωρίζει ο αναγνώστης.) Αν και οι αφηγήσεις είναι αυθεντικές, το κοινό σημείο που τις ενώνει είναι ακριβώς αυτή η παρέμβαση της συγγραφέως (ή επιμελήτριας) που τις επέλεξε. Κάτω από τις γραμμές διακρίνεται ο ένας και μοναδικός αφηγητής που ενδύεται τα πρόσωπα αυτών των γυναικών και αφήνει να τον/την οδηγήσουν στα μονοπάτια της γραφής. Οι λέξεις μεταπλάθονται και φτιάχνουν εικόνες κι από κει γεννιούνται οι προσωπικές ιστορίες της καθεμιάς, τα μικρά και τα μεγάλα επεισόδια της ζωής τους, ο πόνος, η νοσταλγία, η προσμονή, η αγάπη.

  

Μαρίνα Σχίζα

Έφυγε ταξιδιάρισσα και ελεύθερη

Ο Φιλελεύθερος 10 Φεβρουαρίου 2013

Τα ταξίδια ήταν η ζωή της, όπως πολύ όμορφα διατύπωσε σε μια από τις συνεντεύξεις της στον «Φ»: «Υπήρξα μεγάλη ταξιδιώτισσα ιδιαίτερα στα νεανικά μου χρόνια. Στο τέλος του πρώτου χρόνου στο πανεπιστήμιο αγόρασα για 30 λίρες ένα αυτοκίνητο. Και γύρισα με αυτό την Ευρώπη, την Τουρκία, τα Βαλκάνια. Θυμούμαι μια φορά οδηγούσα έξω από την Πράγα ανάμεσα σε τανκς. Είχε γίνει εισβολή και δεν το είχα πάρει μυρωδία. Ήμουν ατρόμητη τότε. Μια άλλη φορά μου κτύπησε το αυτοκίνητο ένα λεωφορείο έξω από τη Σμύρνη. Τότε στην Τουρκία τα λεωφορεία δεν είχαν ασφάλεια. Μου έφτιαξαν το αυτοκίνητο σε ένα συνεργείο στη Σμύρνη. Εμαθα πολλά σ’ αυτά τα ταξίδια».

Η Νίκη ήταν περίεργη, όπως χαρακτήριζε πολλές φορές τον εαυτό της. Με την έννοια ότι την ενδιέφερε να παρατηρεί αυτό που γίνεται γύρω της. «Μπορείς να γράψεις μόνο όταν είσαι σε θέση να παρατηρήσεις. Να σιωπήσεις και να ακούσεις».

Τα τελευταία δύο μηνύματα που πήρα από τη Νίκη παραμένουν ακόμα στο Inbox του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Το πρώτο στις 10 Δεκεμβρίου 2012 με το οποίο με πληροφορούσε ότι «στις 12.12.12 (ημέρα της συντέλειας του κόσμου κατά τους Μάγια) θα προβληθεί το βίντεο της Βουβούλας Σκούρα «Νίκη Μαραγκού Επιφάνειες νερού» στο Λουτρό των Αέρηδων στην Πλάκα στα πλαίσια της έκθεσης Αφροδρίτη 2012 ιεροί και βέβηλοι καθαρμοί». Το δεύτερο μήνυμα, ήρθε λίγες μέρες αργότερα, στις 18 Δεκεμβρίου με μια ηλεκτρονική ευχετήρια κάρτα και τον χαιρετισμό «Μέσα στα πλαίσια της γενικής οικονομικής περισυλλογής, αντί να ταχυδρομήσω τις χειροποίητες κάρτες μου, σας στέλνω τις ευχές μου για τα Χριστούγεννα και τον Καινούργιο Χρόνο ηλεκτρονικά!»

Η Νίκη λες και το ήθελε η τύχη, έφυγε την περασμένη Πέμπτη σε ένα από τα ταξίδια της στην Αίγυπτο, την οποία αγαπούσε ιδιαίτερα. Ταξίδεψε για το Κάιρο την περασμένη Παρασκευή 1η Φεβρουαρίου, όπου είχε διευθετήσει να κάνει εκδρομή στην πόλη Φαγιούμ, με μια ομάδα που αποτελείτο από ταξιδιώτες, ερευνητές, καλλιτέχνες από διάφορες χώρες του κόσμου. Μαζί θα πήγαινε και ο στενός της φίλος Ανδρέας Κάραγιαν, ο οποίος μετάνιωσε την τελευταία στιγμή. Η Νίκη επέμενε να πάει. Δύο μέρες μετά την άφιξή της στο Κάιρο, επικοινώνησε με τον Ανδρέα για να του πει ότι σκεφτόταν να επιστρέψει καθώς τα πράγματα ήταν δύσκολα εκεί. Καθώς άρχισαν να φτάνουν στο Κάιρο και τα άλλα μέλη της ομάδας «πολύ ενδιαφέροντες προσωπικότητες», όπως είπε στον Ανδρέα, άλλαξε γνώμη. Ένας άλλος λόγος που ήθελε να παραμείνει ήταν γιατί είχε αρχίσει να κάνει μια σειρά από μονοτυπίες εμπνευσμένες από το έργο του Αλεξανδρινού ποιητή, τις οποίες θα παρουσίαζε στα Καβάφεια στην Αλεξάνδρεια τον ερχόμενο Μάρτιο.

Η Νίκη είχε μια ιδιαίτερη αγάπη για την Ανατολή. Το διατύπωσε πολύ εύστοχα ο Αλέξης Ζήρας (Ελευθεροτυπία, Ιανουάριος 2004): «Στον κόσμο της Νίκης Μαραγκού συνυπάρχει η ανατολική ραθυμία, η ηδυπάθεια και η αστραφτερή πνευματικότητα της δυτικής παράδοσης».

Η σχέση της Κύπρου με την Ανατολή, και η ιστορία πάντα με απασχολούσαν, είχε πει σε μια της συνέντευξη. «Κάπως με βοήθησε και η οικογενειακή μου ιστορία σ’ αυτό. Ο πατέρας μου ήταν από την Αμμόχωστο και η μάνα μου από τη Μακεδονία. Αυτό με βοήθησε να διατηρήσω μια πλατειά εικόνα του ελληνικού ορίζοντα μεγαλώνοντας στο ανατολικότερό του σημείο.

Αισθάνομαι επίσης ότι υπήρξαμε μια τυχερή γενιά που βίωσε ακραίες καταστάσεις. Από τη γιαγιά μου στον αργαλειό, τους γύφτους με αρκούδες να χορεύουν όταν ήμουν μικρή στη Μακεδονία, στους σημερινούς υπολογιστές, την παγκοσμιοποίηση. Είναι λες και σε μια γενιά πέρασα όλη την ιστορία της ανθρωπότητας. Θυμάμαι το μαγείρεμα με ξύλα, το ζύμωμα του ψωμιού, όπως αυτά γίνονταν για χιλιάδες χρόνια. Στις επόμενες γενιές αυτά θα είναι ιστορία. Νιώθω πολύ τυχερή για αυτά τα βιώματα. Και νομίζω με βοήθησαν πολύ στο γράψιμο. Με έκαναν να καταλάβω πράγματα.

Μέσα από αυτή τη ζεστή παρατηρητικότητά της και αγάπη για τον άνθρωπο και τον τόπο, η Νίκη έγραψε ποίηση, πεζογραφικό έργο, δημιούργησε ζωγραφικό έργο. Αρχικά ξεκίνησε να γράφει ποίηση. Ποιήματά της κυκλοφόρησαν για πρώτη φορά στην Ελλάδα το 1980 (Τα από κήπων, εκδ. Άγρα), ενώ για τη συλλογή «Divan» βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών.

Κάποια στιγμή πέρασε στην πεζογραφία. Σχεδόν χωρίς να το καταλάβει. Για χρόνια πήγαινε συχνά και έβλεπε τον Ευάγγελο Λουίζο που ζούσε σε μια πολυκατοικία στη Λευκωσία. Της διηγιόταν τις ιστορίες του, τις ιστορίες της Αμμοχώστου. Όταν πέθανε σκέφτηκε να γράψει κάπου αυτές τις ιστορίες. Όταν ξεκίνησε μπλέχτηκαν με τις δικές της μνήμες της Αμμοχώστου και έτσι γράφτηκε το πρώτο μυθιστόρημα το «Είναι ο πάνθηρας ζωντανός». Όταν το έγραφε ζούσα νοερά για 2-3 χρόνια στην Αμμόχωστο του ‘60. «Ήταν κάτι μαγικό». Το δεύτερο μυθιστόρημα «Γιατρός από τη Βιέννη» της πήρε πολλά χρόνια. Είχε υλικό από τις ζωές των γονιών της.

Το παιγνίδι με τις λέξεις ήταν μαγικό για την ίδια. «Από πολύ μικρή ηλικία θυμάμαι ότι έπαιζα με τις λέξεις. Οι παραμονές μου στο σπίτι του θείου μου Μήτσου Μαραγκού στην Αμμόχωστο έπαιξαν ένα ρόλο. Ήταν ένα σπίτι πάνω στη θάλασσα γεμάτο πίνακες του Πολ Γεωργίου, όπου περνούσα ώρες στη βιβλιοθήκη του. Εκεί αναπτύχθηκε η σχέση μου με τα βιβλία. Εκεί πρωτοδιάβασα Καβάφη στα φυλλάδια που κυκλοφορούσε ο ίδιος στην Αλεξάνδρεια. Εκεί μετροφύλλησα τα βιβλία του Τσεσνόλα, άρχισα να καταλαβαίνω τι θα πει ιστορία. Εκεί έμαθα τη μυρωδιά του παλιού βιβλίου. Κι ο πατέρας μου ήταν ξεχωριστός άνθρωπος. Χειρουργούσε καθημερινά από τα χαράματα, αλλά αυτό δεν τον εμπόδιζε να διαβάζει κάθε μέρα τρεις αθηναϊκές εφημερίδες. Η μητέρα μου είχε αυτό που θα ονομάζαμε «ελληνικό δαιμόνιο», έκανε στην κλινική τη δουλειά πέντε υπαλλήλων. Από αυτήν έμαθα να χαίρουμαι αυτό που κάνω, είτε είναι να μελετώ, είτε να μαγειρεύω, είτε να παίρνω τους σκύλους περίπατο. Και είχα εμπνευσμένους δασκάλους στο Γυμνάσιο. Από ‘κει και πέρα η γραφή είναι κάτι μυστήριο. Είναι κάτι σαν την αναπνοή. Έρχεται από μόνη της.»

Με το μάτι στραμμένο πάντα στην αγαπημένη της Αμμόχωστο, από το 2004 και μετά την επισκεπτόταν συχνά. Μάζευε μνήμες και εικόνες. Το τελευταίο της βιβλίο «Δεκαοκτώ αφηγήσεις» (Το Ροδακιό, Μάιος 2012) είναι αφιερωμένο στις γυναίκες της Κύπρου με ρίζα ελληνική ή τούρκικη, γυναίκες που συνάντησε στις ελεύθερες περιοχές, αλλά και στα κατεχόμενα. Ελισάβετ, Κοραλλία, Ασπασία, Σουσάννα, Δήμητρα, Μαρία, Μουσεϊντέ Χανούμ, Μαρίκκα, Φροσούλα, Ναζίφ, Χαρίκλεια, Γιαννούλα, Ευαγγελία, Κούλα, Μαρίτσα, Εμινέ, Άννα, Μαρούλα. Γυναίκες που αφηγούνται ό,τι έβλεπαν τα μάτια τους κι ό,τι έζησαν πριν τις χωρίσει η τραγωδία του 1974 στην Κύπρο. Η Νίκη Μαραγκού συγκράτησε από τα λεγόμενα τον ανθό, πυκνώνοντας, δένοντας ή συναρτώντας λεπτομέρειες και αρμούς: «Σ’ αυτούς τους δύσκολους καιρούς που περνάμε, όπου κανείς δεν είναι πια σίγουρος για τίποτα, οι γυναίκες αυτές είχαν μια δωρική, αρχέγονη γνώση του σωστού και του δικαίου, που με άφηνε άναυδη και με βοηθούσε να ζήσω με διάκριση. Από τις αφηγήσεις τους περνά η αποικιοκρατία, ο αγώνας της ΕΟΚΑ, η εισβολή αλλά προπαντός η καθημερινότητά τους. Και βγαίνει τελικά μια εικόνα της Κύπρου, που δύσκολα θα μπορούσε να αποδοθεί από έναν ιστορικό ή έναν κοινωνιολόγο.»

Ζωγραφική

Μεγάλη αγάπη της Νίκης εκτός από το γράψιμο ήταν η ζωγραφική. Την πρώτη ατομική της έκθεση την έκανε το 1975. Τα εγκαίνια έκανε τότε ο Αδαμάντιος Διαμαντής. Ακολούθησαν άλλες έξι ατομικές εκθέσεις με τελευταία το 1996 στην Γκαλερί Γκλόρια στη Λευκωσία. Τοπία της Κύπρου και άλλων τόπων που επισκεπτόταν. Φωτεινά χρώματα που αποκάλυπταν την αγαπησιάρικη σχέση που είχε με τη φύση, τους ανθρώπους και όλα τα ζωντανά.

Το 1987 είχε εκθέσει μαζί με τον Αντρέα Κάραγιαν με τον οποίο ζωγράφιζε συστηματικά στη φύση. Πήρες μέρος στην Μπιενάλε Λουμπλιάνας (1993) και Καΐρου (1996), ενώ συμμετείχε σε πολλές εκθέσεις στην Κύπρο και το εξωτερικό. Από το 1996 και μετά παρ’ όλο που συνέχισε σποραδικά να ζωγραφίζει συγκεντρώθηκε στη συγγραφή. Έκανε όμως ακουαρέλες, χαρακτικά, κολλάζ και ακρυλικά. Και τις παρουσίασε σε έκθεση που έκανε τον περασμένο Μάιο στον χώρο τέχνης πολλαπλών χρήσεων «Αισχύλου 83», στην ομώνυμη οδό, στην Παλιά Λευκωσία. Τίτλος της «τι είναι η πατρίδα μας, μην είναι οι κάμποι;» παρμένο από το ποίημα του Κώστα Ουράνη.

Αυτή την πατρίδα αναζητούσε η Νίκη, μέσα στους τόπους που επισκεπτόταν και τους ανθρώπους που γνώριζε. Έφυγε ταξιδιάρισσα και ελεύθερη, με ένα μπλοκ ζωγραφικής και ένα τετράδιο στο χέρι, στον δρόμο προς την πόλη Φαγιούμ για να εμπνευστεί, να γράψει, να ζωγραφίσει. Ήθελε να δει από κοντά τα περίφημα νεκρικά πορτρέτα των ρωμαϊκών χρόνων, προορισμένα για ταφική χρήση συνοδεύοντας τον νεκρό στον άλλο κόσμο… Δεν πρόλαβε.

   

Η ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ ΤΗΣ ΝΙΚΗΣ ΜΑΡΑΓΚΟΥ

154514_457799727569872_2107620442_n

536096_455151071168071_91073531_n

Alexandrian-coffe-shop

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

etching-window-with-chair

fish-2

fish-1

fish-3

fish-etch-1

Forsters-Hotel-Alex

karpouzi

kipos

mansia

niki1491

niki9499

niki3493

niki5495

niki7497

niki9499

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Rue-de-Crete

Rue-Sala-El-Din

shoes

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

ΕΥΤΥΧΙΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ

5

 

Η Ευτυχία Παναγιώτου (Λευκωσία, 1980) έγραψε τα βιβλία ποίησης μέγας κηπουρός (Κοινωνία των (δε)κάτων, 2007· 2η έκδοση 2014), Μαύρη Μωραλίνα (Κέδρος, 2010· 3η έκδοση 2015) και Χορευτές (Κέδρος, 2014· 2η έκδοση 2015). Τα δύο πιο πρόσφατα βιβλία της εμφανίστηκαν σε μικρές λίστες για βραβεία.
Έχει μεταφράσει τα Ερωτικά ποιήματα της Ανν Σέξτον (Μελάνι, 2010· 2η έκδοση 2015), ποιήματα της Ανν Κάρσον (υπό έκδοση) καθώς και ποιήματα Άγγλων ρομαντικών (υπό έκδοση).
Τα τελευταία χρόνια εξερευνά τα όρια της γραπτής ποίησης απολαμβάνοντας το διάλογο με άλλες μορφές τέχνης (βίντεο, μουσική).
Σπούδασε φιλοσοφία και νεοελληνική φιλολογία. Το 2017 ολοκλήρωσε το διδακτορικό της στη νεοελληνική ποίηση. Σήμερα συντονίζει το «Εργαστήρι Ποιητικής Τέχνης» στο Έναστρον και διδάσκει Νεοελληνική Λογοτεχνία (19ος-21ος) στο τμήμα Δημιουργικής Γραφής του ΕΑΠ.
Ζει για χρόνια στην Αθήνα.

 

1-ΧΟΡΕΥΤΕΣ

1-ΜΑΥΡΗ ΜΩΡΑΛΙΝΑ

1-Μεγας κηπουρος-001

1-496l

ΧΟΡΕΥΤΕΣ (2014)

 

Η ετυμηγορία του ύπνου

Ο συριγμός μακρόσυρτος, θα τον ακούς,
από το φάρυγγα του διαδρόμου.
Μια παιδική φωνή ψηλώνει, σβήνει στο φα’
τρομώδη δάχτυλα τη σαβανώνουν.
Θ’ ακούς και ψιθυρίσματα, υγρά κι αλλόκοτα,
τις νευρικές σελίδες που γυρνούν,
τον παφλασμό των λερωμένων
υφασμάτων.

Κι αν κυματίζεις σε μάγων ραψωδίες,
στου ιδρωμένου σεντονιού τις κούρσες,
πάλι άσωστος βρέθηκες’ ο τόπος σ’ εμποδίζει,
και σε κυκλώνουν
ξένα αίματα’ αρχαία παλτά
οι συγγενείς, λες και σε ξέρουν.
Στέκουν με χέρια καθαρά
πλάι στο μικρό σου φέρετρο.

Τρελαίνονται οι σειρήνες, κάνει η σφραγίδα σάλτο στο χαρτί,
η επιταγή αλλάζει χέρια
κι ένα κίτρινο γάντι ορθώνεται, δείχνει δεξιά.
Κοιτάζοντας τον Εγγαστρίμυθο
κάτι σκαμμένα πρόσωπα
τις σόλες σέρνουν
προς τη χαράδρα.

Ονόματα οχληρά ηχούν,
και τα κιτάπια,
με σύντομες — των άβουλων — κραυγές,
σφαλίζουν.

Άλλο δεν σφάδασε η νύχτα.
Τα ρούχα του φονιά θα ’χουν πλυθεί.
Τόσο νερό κελάρυσε στις ίνες τους.
Τα γρανάζια έβηξαν και σώπασαν
ενώ ο αέρας, τακτικός και με τις φούριες του,
σηκώθηκε να σφουγγαρίσει.

Ησυχία.

Μόνο μια θηλιά μέσα μου
ταλαντεύεται σφυρίζοντας.

Και το πτώμα σου
— που σαλπάρισε, είπανε.

Γύρισε ξανά πλευρό.

 

ΜΑΡΙΟΝΕΤΕΣ

 

Ο ρήτορας

Ήσουν ωραίος’ σαν πνιγμένος Έλληνας.
Το γέλιο σου ως το λαρύγγι, ανέβαινε.
Ήταν πως θα σε σφίξει στην καρδιά
σαν μέγγενη ή σαν κρασί.

Μα εσύ τσουγκρίζεις το ποτήρι σου,
χορός τα χωρατά σου, κι αγορεύεις.
Λες, ο ιδρώτας του προσώπου μου,
κι οργώνεις το ψαρό μουστάκι σου.

Ήσουν ωραίος’ σαν πληγωμένο σπαρτό.
Στα μάτια σου δυο ζώα αλάφιαζαν,
τομάρια, κι όλο γάβγιζαν
την οικουμένη.

Ήσουν αγέρωχος μόνο στο ποίημα.
Στιχάκι αοιδών όπου μας πλάνεψαν.
Όταν μας σφύραες απ’ το βουνό,
ήταν για να βουτάς στην τρύπια τσέπη

την παλάμη,

να πιάνεις τον παράδεισο.
Φλογέρα που σε πρόδωσε
– και δεν συγχώρεσες.
Τσιγαριλίκια, αέρα στρίβεις

για να κλωθογυρίζουν
κι οι μύγες του χωρίου.

 

Ζεϊμπέκικο του Κάτω Κόσμου

[Στης σημαίας τον πάτο ένας άντρας.
Σκυφτός και σκεφτικός, φουμάρει.
Σηκώνει το κεφάλι-σε κοιτάζει-σκύβει πάλι, και φουμάρει.]

Μάρμαρο, στίχο μελετώ
και το κορμί μου όλο πάει
με τον νέο
ρυθμό να κάμψει.
Ολόστροφος
την ομορφιά ορίζω’ θα ’χει χαλάσει
το αντηχείο του μυαλού.

Στην άσπρη φρεναπάτη των κινδυνευτών,
τα σίδερα της ηλικίας μου φρένιασαν,
θα πάρω μιαν ανηφόρια, θα πάρω μονοπάτια,
και ποιος γαμήλιος χορός.
Δοσοληψία αφηνιάζει
— δουλεμπορία των Ουρανών —
ποιο χαλινάρι.
Στα γόνατά της πέφτοντας,
βρω τα σκαλοπάτια που πάν’ στη Λευτεριά,
γλίστρησα σε ναρκοπέδιο αισθήματος.

Τραγούδι ολάνοιχτο, βορά παθών.
Άκου πώς σκάβουν
τα μέσα [Αντιγόνη],

Κι αυτή η ανηφόρια
ας ήταν
του χρόνου η παγωνιά.

Μια πιρουέτα.

 

Περί ύψους

Ύμνον παθητικό θε να σου υψώσω
Διονύσιος Σολωμός

Σαν σέρναν στα στενά τη γάτα απ’ το λουρί,
ακούστηκαν, μου φάνηκε, αγορίστικα γελάκια.
Κακόηχα φωνήεντα — αόρατη σφαγή —
σαν ν’ ατιμάζονται ποιήματα.
Και απ’ τα σπλάχνα του πλήθους
ύμνος υψώθηκε, τάχα με φιγουράτη φορεσιά
[μισή γιος Αετού, μισή γιος Ψηλορείτη],
κι ένα μικρό φουσάτο ανηφόριζε,
υπόκρουση του χάους.

Θα παίζαν στα δάχτυλα
τη φύση.
Σπρώχναν στον γκρεμό το γάιδαρο
[κείνον με τα μεγάλα αυτιά],
να δει καλά πώς γέρασε η Μαριώ [η αλεπού],
και πώς στριγκλάει ακόμα
η ηχώ, μονάχη.
Και με σκοπούς στοιχειώναν
τρυφερό κοράσι. Φτυστό
εσύ. Με τη λευκή στολή

στέκω σιδερωμένη.
Έτσι όπως στοιχήθηκα
— το χέρι ν’ αγκαλιάζει τον διπλανό,
αδερφικό-λεν’-ώμο —
τέτοιους ρυθμούς ομολογούσα.
Όπως το πόδι μου απαλά το τίναζα
και λυγερή το λύγιζα
— να μ’ αγαπάει ο δάσκαλος,
ήθελα να μ’ αγαπά —
ύπουλο υφάδι με κινούσε
σε μια επέτειο εθνική,
στις κοφτερές ρωγμές
της μνήμης.

Ήταν ψηλός, ήταν χακί’ όπως τα τανκς.
Μα δεν χτυπούσα το τακούνι μου.

Προσευχόμουν
από στήθους.

Μήπως κι έτσι ψηλώσει ο νους.

 

ΕΓΩ ΕΚΟΙΜΗΘΗΝ, Ο ΥΠΝΟΣ ΕΞΗΓΕΡΘΗ

 

Σφυρίζοντας στο προαύλιο της πατρίδας

Πίσω μας κρύφτηκε.
Μουντζούρα της μνήμης.
Είτε κοιτάξουμε πίσω είτε βαδίσουμε μπρος,
το τετράγωνο στόμα της μας ανακρίνει
και τον φαρδύ φακό φυλάμε πιο μέσα.

Παιδιά χωρίς φωνή,
μνημείο ορθώσαμε της μουσικής.
Παιδιά χωρίς σφαγή,
με τα χείλη να χάσκουν
στη χορωδία ολοστρόγγυλα.

Παίζουμε παντομίμα. Να σωθεί η σιωπή
και ο Δον Πιέτρο να γλιτώσει
από τις παρτιτούρες.

Μα ο τρόμος καταδότης με τα πλήκτρα.

Ενώπιον μας τον καθίζουν.
Γιατί έπαιζε μπάλα κι ήταν παπάς.

Ωραία παραφωνία.

 

Οι υφάντρες

Παγιδεύτηκαν σ’ ένα κακόφημο ποίημα.
Τα μαλλιά τους αλωνίζουν κυνηγοί κεφαλών.
Και στο στόμα λεπίδι, η ποινή στον αγρότη,
πνιγαλίων κι ο φόβος, χρηματίζει σαν φίλος.

Την ηχώ τους φιμώνει ο Φωνομέτρης χαφιές.
Ήχοι είναι, θα πούνε’ δεν ακούγονται όλοι.
Τα παράθυρα κλείνουν και οι πόρτες κλειδώνουν
και ο τάφος πλευρίζει τον τυχαίο διαβάτη.

Μόνο η τραγωδός η σοπράνο
τον κουρέα αγγέλλει εφιάλτη.
Το χέρι υφάντρας θα υψώνει,
που το νέο της σώμα διασχίζει
ο ροζ σατράπης σταυρός.

Στου Μεχίκο τ’ αφιόνι, ερημιά και αλάνες.
Είναι βρόχι ο σπόρος, το λαρύγγι τους σφίγγει.
Λαναρίζονται νύφες και στο μάτι μπαμπάκι.
Στη φωνή σου η άμετρη θλίψη. Κι ο Μπαχ.

 

Ο σαλταδόρος

Όσο να πει πως
το ψάρι στο δίχτυ δεν είναι ψάρι σε τηγάνι,
τσουρουφλίζεται στις λέξεις του,
στις άτυχες μεταφορές – τι μαρτύριο.
Να φτύνει το κακό, κι αυτό ακούραστο.
Από τα χείλη του να πιάνεται
και πάλι πίσω, μες στο σάλιο,
το δηλητήριο ν’ αναδεύεται.

Όπως στα παιδικά μας φιλμ,
το φουσκωμένο σύννεφο
μόνο βροχή τού έστελνε από πάνω,
και μέχρι να φτάσει σπίτι
εκείνο πάλι του πετούσε σταυρωτά
καρφιά.

Κι αν είναι, λένε, σαν σφυριά
του ποιητή η δουλειά
είναι γιατί χρειάζεσαι μια σκαλωσιά

ν’ ανέβεις ως το σύννεφο,
στη ρίζα, λένε, τ’ ουρανού ν’ ανέβεις,

με γλίστρημα κανένα
— αλλιώς του κάκου —
κι όχι γιατί είναι σαν σφυρί
η δουλειά του ποιητή.

Ένα ψάρι σε τηγάνι δεν είναι ψάρι σε ταψί.
Ένα ψάρι στο χείλι δεν είναι ψάρι στο δίχτυ.
Μέχρι να γίνει μουσική η φωνή σου,
όσο το σκουριασμένο σώμα από το τρίξιμο
να στήσει πέντε κόκαλα,
με κόντρα αέρα, βρογχικά φυσήματα,
νέα μεγάφωνα μπορεί να ’ρθουνε.

Μα εσένα το μυαλό σου στο χορό.

 

Η ΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ
ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΥΝΙΣΜΟ

 

Λίγο πριν σηκωθείς

Μην πεις πως δεν πόθησες τα φτερά του παγονιού,
ένα φόρεμα να σκουπίζει την πίστα με βαλς.
Κι αν την κορόνα σου έκλεψε τελικά το καρδιοχτύπι
όταν σε κοίταξε στα μάτια ο τολμηρότερος,
μην πεις πως ήτανε κατακτητής’

στα γόνατα είχε πέσει.

 

Σισύφεια στάση

Φως φρικώδες και γδύνει
του Αισώπου την κόρη
που ’χε χέρια-πουλιά,
για δάχτυλα ράμφος
και κάτι μάτια μυθώδη.

Οι γλύπτες παραφρόνησαν.

Σκαλισμένους τους βρίσκεις
με το ίδιο τους χέρι.
Μια στρατιά από αγάλματα
με τη φρίκη στο στόμα
και τα μάτια σβηστά.

Μα ένας γλύπτης ξεμάνισε.

Αεράκι που φύσηξε,
τα καλάμια σαν έγχορδα
παίζει.
Κι οι καλόγριες, στάχυα,
μαθαίνουν ρυθμό.
Το χιτώνα τους ρίχνει,
σαν αυλαία στα βλέφαρα,
και τρίβουμε, τρέμουμε,
δαγκώνουμε, αφήνουμε

την άμμο να μένει υγρή
μες στο λάβρο ξημέρωμα.

 

Ας χορέψουμε

Γκρεμίζοντας τον ύπνο
Ηλίας Λάγιος

Ο πόθος έλιωσε τα μάτια μας.

Έγινε τραγούδι, να τυραννάει τον λογοκόπο.
Αόρατο δοξάρι σε παρτιτούρες αρλεκίνου
που έσκιαξε κι έσκισε το μισοφόρι
του θανάτου. Ήχος πειραγμένος,
από παράτολμο σμίξιμο.

Το χώμα να φοβάται το σώμα.

Γι’ αυτό πριν πάλι ο Τυφλός λαλήσει
— Ας βροντήξουν παλαλά ταμπούρλα,
και πλήθος παρδαλά τα γυναικεία λώματα
ας τσερίσουν με τον πήχη τον αγράνεμον.

Και πεντοζάλη και πυρρίχιος
και τρομαχτόν. Το χέρι εκείνο,
αυτό που αναδύθηκε
— Κάλεσμα ήταν ή αποχαιρετισμός;

 

ΠΡΟΘΕΡΜΑΝΣΗ

 

Το μολύβι σέρνει το σώμα μου.

Όρθιο στον αέρα — αντιστέκεται.

Χορευτικό το ύφος, Σαολίν.

Γρονθοκοπώ στον πυρετό της αγάπης.

 

 

Μαύρη Μωραλίνα (2010)

 

κοίταξε τη Μωραλίνα
έχει κόψει τα μαλλιά της

 

χαράζει το χέρι, πάει να πει νοσοκομείο

στο βιβλίο μου ζωγραφίζω ένα τρίγωνο.
στην επάνω γωνία ο θεός, στην αριστερή η γάτα μου,
στη δεξιά το μολύβι.
είν’ ένα μαγικό τρίγωνο
γιατί
σε μια προέκταση της μνήμης μου
ανεπιθύμητη
οι γραμμές ατονούν και χαλαρώνουν και κινούνται πέρα δώθε
κι ο θεός γίνεται μαύρη ιέρεια, η γάτα μου πάνθηρας,
το μολύβι μου στυλό.

ο πάνθηρας αχόρταγος’ ποθεί την ιέρεια,
το στυλό ανεξίτηλο’ τον εκδικείται,
έτσι αφανίζονται τα άκρα
και σώζεται
μονάχο του το θηλυκό
ανίδεη από εξουσία
κέρδισε μια μάχη που αγνοούσε.

λευκός θίασος — έλαχε σ’ εμένα,
κάποιο δώρο θα ‘ταν της ανάγκης,
που με το ραβδάκι της τώρα με βάζει να
παριστάνω την τρελή.
απροπόνητη

αφήνομαι σε κάτι που καλπάζει σαν τα γιατρικά μου
κόβω τα χαρτιά μου σκίζω τα θαυματουργά μου, μια κρύπτη
είσαι — Grotta Azzura — και κάτι σαν γραμμή χαράζει
νέα στραβή, κάτι συμβαίνει με το σχήμα αυτό — τρίγωνο
διαβολικό — δεν ζωγραφίζεται.

 

κλαίει με το πάθος της κυρίας
Μοντιλιάνι

 

φάκελος «Μαύρη Μωραλίνα»: νέγρα πέταξε τσάι στο λιμάνι

ο πόνος μάς μωραίνει
Maurice Blanchot

ήταν μια Χοντρή Πέμπτη, κι ένα στόμα πειναλέο
απ’ την Πολωνία (απ’ αυτά που γέρνουνε προς Γερμανία).
μπορεί και να ‘ταν απλώς ένα μπούτι στην Ελλάδα,
από κείνα που μετανιώνεις που έφαγες.
δεν τρώμε κρέας, παρά μόνο τις άγιες

«Μαναστατώνης», συστήνεσαι στ’ αγγλικά
«Μαναστατώνη», αποκρίνομαι στα γαλλικά.

γλώσσες-μάσκες’ μιλάνε για πολιτισμό με-μέτρο
σου ρουφάω το αίμα με-το- σταγονόμετρο
είν’ ευγενείς χειρονομίες, βολεύονται σε ημερολόγια.
την Πέμπτη τρώμε καλά, αλλά το μεγάλο δείπνο
είναι πάντα Κυριακή

μια μέρα
άγια, ματωμένη.
κάπως έτσι με τα ενάντια,
στα λόγια μπορεί

και δυο βασίλεια ένα να — αν η σκιά τους δεν κάλπαζε —
πανικόβλητο κυνήγι για το μαύρο μπούτι, αν ο ωραίος
βασιλιάς δεν ήταν εκεί — αν δεν υπήρχες εσύ — , αν
ένα khat μες στα δόντια του δεν παραμιλούσε, αν δεν
ήταν μηρυκαστικό, αν βασίλισσα δεν ήταν αυτή
θα μπορούσαμε εγώ κι εσύ.

μα η νέγρα Μωραλίνα ταλανίζεται, η μαύρη Μωραλίνα
τελαλίζει ποιος αυτόχειρ μασκοφόρος ποιος ιππότης τίνος
πότης να ντυθεί για χάρη ποιας απάτης άσπρη αφρική;

 

κυτάει απ’ το καθρεφτάκι της τα’ ωραίο
πρόσωπο μιας Άλλης
που χάθηκε Οκτώβριο μήνα

 

σκηνές από την καθημερινή ζωή σε ανάπλαση μνήμης

η αδελφή μου χάθηκε τον Οκτώβριο του ’07.
την αναζητώ σε αναγγελίες θανάτων.

στ’ αλήθεια, είπαν, δεν υπήρξε,
όμως το τζάμι μου όλο τρίζει,
μια στριγκιά φωνή με σέρνει
από το φόρεμα να μπω
μες στο νερό του μαύρου τοκετού της
να γίνω η νοσοκόμα δίπλα της σε ύπνωση
να γίνω ο άντρας της να την κρατώ παραλυμένος
μα παραμένω το ασθενοφόρο που δεν έρχεται
στο τέλος μ’ αποκάλεσε φονιά,
το κορίτσι μου τ’ ανύπαρκτο Ρεμπώ λοιπόν,
κατάληξη σπουδαία φωνήεντα
της τραγουδώ,
το ίδιο μου το λαρύγγι χύνοντας
«Ε για το λευκό I για το κόκκινο»
I για το κόκκινο Ε για το λευκό

κι όλο τραγουδώ
για τούτα τα χεράκια, τα δύο ποδαράκια
και για όλα του κόσμου τα παιδάκια
θυμάμαι πώς,
πώς να τραγουδώ.

 

όταν ακουμπάει το κραγιόν στα χείλη
αποχρώσεις δεν υπάρχουν του κόκκινου

 

σας δίνει το ελεύθερο

σηκώνω το δεξί, λέω χάιλ στήθος.
κλείνω τα μάτια, λέω χάιλ στόχος.
με τ αριστερό στην κοιλιάς λέω χάιλ σημαία.

και πυροβολούν αλύπητα,
κανείς δεν με βρίσκει.

εστιάζουν σε ό,τι λέγεται
— κακόφημη ανυπαρξία, αναίτιο κενό, μπλα μπλα –
και στήνουν στον τοίχο τις λεπτομέρειες.

εγώ όμως ζω
– χορεύω χάος
με λένε Μωραλίνα, κι όμως αυτή δεν είμ’ εγώ.

σ’ έναν κάδο η καρδιά μου καίει τα ρούχα της.
για να σώσει η φωτιά της απ’ τα δακρυγόνα
ό,τι αξίζει.

κάπως έτσι αναπνέω.
πώς να το πω απλά;

μέσα στον κόσμο χάνεις
μόνο νύχτες.

 

ο άντρας που έχει δει τον ήλιο ξέρει’

 

όταν το ποίημα
ανοίγεται σε προσωπικά δεδομένα

στη ζωή δεν έγινες τίποτα, εδώ γίνεσαι κάτι,
μπορεί να μην τ’ ονειρεύτηκες,
τέτοιος θάνατος δεν σε ικανοποιεί,
κι όμως θυμάμαι’ λάτρευες λέξεις.
για κείνες τις άψυχες θα πέθαινες

σε βλέπω στο ποίημα να υπογραμμίζεις’
με λευκό την αλήθεια, με κόκκινο το ψέμα.
για μια έκρηξη της φαντασίας
θα ‘ταν απρεπές να τη μαλώσεις

ποντάρω στ’ ότι θα χαμογελάσεις.
με κάποιον τρόπο πρέπει να σ’ ευχαριστήσω.
για τούτο δω το μελιστάλαχτο θηρίο,
γι’ αυτή μου τη γύμνια
που για μένα ήσουν μουσική.
θέλω να πω Μαέστρος, όποιος εναρμονίζει τη φυγή

μα στάσου λίγο, κανείς ειδήμων δεν θα καταλάβει.
σκοτώνω ένα ποίημα για να ψυχώσω εσένα
φιλοπερίεργοι δεξιά κι αριστερά
ζητούν να μάθουν τι είχαμε να μοιράσουμε.
η ουτοπία δυο σωμάτων να γίνονται ένα

εκείνος αθέτησε την αρμονία, το βασίλειο, τα φθογγόσημά
καθώς το σώμα της καιγόταν και, μόνο ακόμη,
έκανε να τραγουδήσει.
στο μεταξύ πληθαίναν οι εγγράμματοι κανίβαλοι.
έμπαινε στη μέση το ολόφρεσκο κρέας.
κάθε κοριτσιού η σάρκα ωραίο κρεσέντο ατονάλ

είμαι ένα φωνήεν ακαριαία σφαγμένο.
όταν «οί χοίροι υϊζουσιν, τα χοιρίδια κοϊζουσιν,
οι όφεις ίΰζουσιν»
πολλά εγκλήματα διαφεύγουν απ’ το λάρυγγα.
εγώ σκοτώνω ένα ποίημα, εμψυχώνω εσένα

κείνη που γράφει έχει ήδη υποκλιθεί.
κανονικός μαέστρος.

 

με ανάπηρους τους φθόγγους των πουλιών

 

το σύνδρομο της Ιερουσαλήμ

έρχεται η μέρα που όλα σβήνουν.
στα μάτια μια μαντίλα, τα τυλίγει το φως,
και με τη νυχτικιά βαδίζω πάνω στα κάγκελα ακροβάτης.
δεν φοβάμαι πια το ύφος, δεν φοβάμαι το κενό,
ο ίλιγγος ανοίγει χέρι προς τον ουρανό
κι αναμετριέται με τα σύννεφα.

βρέχει ο Μετεωρολόγος.

(πίνουμε
βροχή, πιανόμαστε σφιχτά, τα σώματα ουράνια
και τόξο η μουσική και τα κουμπιά ορθάνοιχτα στο
πέλαγος)

το νερό θα ’ναι- αναστατώνει τον ύπνο μου.
αλμυρό, πολύ αλμυρό’ αίμα για τα σεντόνια,
ψάξε-ψάξε δεν θα τον βρεις.
κοριτσάκι, όχι εδώ. όχι μ’ αυτόν

τα νεύρα μου ντιν-νταν θόλος.
σώμα που σείεσαι, σώσε,
θάλασσα, σώσε με.

κολυμπώ στην ακτή της ουτοπίας μας.
μια τεταμένη γραμμή στο χάρτη μάς χωρίζει.
ο ναός στ’ ανάμεσα μας. συντρίμμια τ’ ανάμεσά
μας, τείχος δακρύων δυτικό.

στις φλόγες πίσω ποτέ.
(πολιτισμός)

αν κάποτε θελήσεις να μας μάθεις θυμήσου το Kippah μας
κι αν θες να μάθεις την αρρώστια σου, δες, έχουμε ντυθεί
με της μαμάς το νυφικό κραδαίνοντας τα κάγκελα, αρσενική
και θηλυκή αγάπη, αλυχτώντας αγάπη, εμείς μόνο αγάπη
— είχαμε σκορπίσει.

 

νεκρόφιλος κανείς δεν είναι

 

τον θέλω ανελέητο να τρέχει μέσα στη βροχή

κάποτε συνέβη.
ήρθε σαν ελεημοσύνη της θλίψης
που κοίταξε χορτασμένη το έργο της.
τον ωραίο άνθρωπο,
το πιο θλιμμένο στον κόσμο πραγματάκι,
που δεν έχει κανέναν.
φτάνει αυτό το χάρισμα
να χαρακώσει τα χέρια του με λέξεις,
σφάλματα δίχως συγχώρεση.
και το μολύβι στη σελίδα
πιέζει-σκίζει-πνίγεται στο τρίγωνο πηγάδι.

η αγάπη σώθηκε από σαρκοφαγωμένη θλίψη,
το θέαμα θριαμβικό.

ισιώνει τώρα την κορνίζα, σκουπίζει το γυαλί
και η ανάμνηση γελά.
αρκεί, για λίγο, μια κουβέντα,
χειρονομία μικρή,
φόρος τιμής στην τρέλα
ίσως αρκεί.

 

ανθρωπογραφία της Francesca Woodman,
Αμερικανίδας φωτογράφου που αυτοχειριάστηκε
στα 22 της, θέτοντας τέλος στο ταλέντο της

μια λάμψη κάτω απ’ τα σεντόνια.
χέρι φωτογραφίζει άλλο χέρι που κάποτε έγραφε.
ό,τι είναι αδύνατο να ειπωθεί αληθινά
τρυπιέται απ’ το μυαλό.
ίσως κάτι συνταρακτικό
όσο μια ρωγμή, όσο η ανάσα

— εγκάθετη
μελωδία σε σύστημα τυφλό,
καρποί σύρονται σε χέρια
κι ένα κλικ
επώδυνο,
μουσική οργάνων’ τρύπα στο στομάχι,
ξερνάει την κλίνη, την πνιγηρή ησυχία,
θα τη μαλώσει πάλι η νοσοκόμα, μα κρούει το κουδουνάκι’
νοσταλγεί κάποιον που να ’ρχεται.

ό,τι συνέβηκε ήτανε λέξεις
μια έξοχη του μυαλού της σε καλώδιο.

αργοκινεί τον σπασμένο της γοφό,
έναν τρυποκάρυδο πιστό,
παρόντα στην τελετή, που ’ναι γιορτή,
λευκό φοράει βικτοριανό φόρεμα.
(ο πατέρας χορεύει μπρος στο παράθυρο.
ο αδελφός υποβολέας του ρυθμού,
βήμα δεν χάνεται, η μητέρα τραγουδά,
κι όλα είναι χαρμόσυνα),
τόσο χαρμόσυνα δίχως εμένα

αυτό που δεν μπορώ να δω
το λένε χαρά

(βασανιστικά βήματα και φάλτσες φωνές
γύρω από ’να ακουστικό, και κλάματα)
μια λέξη – π’ αγωνία -, κι όλα πάλι συσκοτίζονται.

η κόρη μας εθισμένη στα χρώματα

κάτι αδύνατο να ειπωθεί
ειλικρινά
ανθρώπινο εντελώς.

 

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ FRANCESCA WOODMAN

 

ταινία μαύρη της κρύβει, τώρα τα μάτια

στην Τζένη Μαστοράκη

τα χέρια της στ’ αυτιά και μια φωνή να την καλεί να φύγει
από κοντά του, όχι αυτό, από τα μάτια του, από το υγρό τραγούδι
το δίχως γυρισμό λουλούδι, βέλο, και θα μπορούσε κάποτε
στη μέση να κοπεί, κορδέλα που τον έζωνε, οχιά και χρόνια
η πληγωμένη, πόσους και γιατί πάντα τους καλούς μαζί της,
ζωντανή η αγάπη θάβει και την αγάπη της.

την πλάτη έχει γυρισμένη και μια φωνή να τον καλεί, να φύγει
τέτοια η ερημιά, τόσο γλυκόπιοτο το σεντόνι,
χειρονομίες, χέρια από την οροφή που κρέμονται,
το ύστατό του χαίρε, πάντα ματαιωμένο
για την αιώνια ηδονή, και πάλι πίσω αυτή,
ν’ αυτήν πάλι, μα έχει τα μάτια κλείσει.

 

 

ΜΕΓΑΣ ΚΗΠΟΥΡΟΣ (2007)

 

το κεφάλι μου σύμπαν ολόκληρο

μου αρέσει να κοιτώ τις σκέψεις μου σαν χάνονται
στο διάστημα ορφανές και
ξαναβρίσκονται στο στόμα άλλων,
τις κινήσεις σαν μιμούνται αγριανθρώπων και
επιστρέφουν σε μένα ξένες.
ωραίες σαν το κεφάλι μου — εκσφενδονίζεται
συνένοχο.

 

ars poetica

κανείς δεν είδε ίο μασκοφόρο με τα τριαντάφυλλα,
έφευγε απ’ το σπίτι με ψαλίδια στα χέρια και μ’ έναν
γάτο μαύρο αγκαλιά στο δάσος με τα μυστικά -δεν
το ’ξερε κανείς- μέχρι που χείλη τεράστια μίλησαν
για εγκλήματα στον ποταμό, για πευκοβελόνες θηρίου,
για επιθανάτιους χτύπους και θρήνους στη διαπασών,
τότε αγκάθια χέρια το ξεγύμνωσαν, το ξερίζωσαν
το μολυσμένο μανιτάρι το μαινόμενο.

 

ενδοφλέβια

είμαι ο πόνος που γίνεται πλήγμα σε κάθε λέξη.
τρυπάω τα δόντια ν’ αρθρωθώ· συνέχεια ματώνω.
με βία γεννιέμαι, ύπαρξη που απαγορεύεται.

σφαλίζω το στόμα με δάκρυα που καταπίνω.
μες στη σιωπή μου ανθίζω κι εντός μου
ποτίζω φαντάσματα σ’ άδειες καρέκλες.

-μουσικό παιχνίδι ψυχοθεραπείας-

 

επίκτητα

αναζητήσεις κρυμμένες
στο συρτάρι μου
βγαίνουν έξω από μένα
το βράδυ που φοράω
πανσέληνο
και κόκκινα χείλια
που δεν είναι
από κραγιόν
-το χτύπημα-
γύρω από το σώμα μου
κυκλώνεσαι
ίδιο φίδι,
χόρτο που κολλάει
σε λάσπη
κάτω από παπούτσι,
ιδρώνουν τα πόδια
από φόβο, μπορεί
να παραλύουν, δεν ξέρω,
να βουλιάζουν.

δεν ήτανε δικά μου αυτά
αλλά τα έρμεια τα σανδάλια.

 

αγνοώντας τον θεό κτλ.

ξεράθηκαν τα χείλη μου παραμιλώντας ευχολόγια.
αστρονομικοί αριθμοί στη δεκάτη με ζαλίζουν ευχές
δέκα κοιτάνε ένα αδειασμένο κακό
-απόντα άπαντα-
οι ευχές πρέπει να μπουν σε σειρά αμέσως,
να μπουν σε σειρά επειγόντως.
η ζητιάνα μέσα μου εκλιπαρεί
για ψίχουλα.

διασαλεύω την τάξη Σου και τρομάζω.
αλλά, υπομονή, ο χρόνος προβλέπει,
λίγο ακόμα και θα επαληθευτεί η εξίσωση.
θα σμίξω όλη τη χολή μου με δάκρυα δέκα
ήρεμα – θα βγει η εξίσωση.
σκάβω το λάκκο μου ψέλνοντας επικήδειους.
εντολή μου, το κακό να εξέλθει.

ο τίγρης στο στόμα σου,
ρουφηγμένο δάκρυ στο
στομάχι έχω ένα ζώο που κοιμάται,
παίρνει αίμα απ’ την καρδιά μου
κι έπειτα κοιμάται, το ζώον,
κοιμάται το δίκαιο — το τρέφω
απ’ την Αρχή το παραμύθι.

μετά τη δεκάτη υπάρχω παρελθούσα.
ελπίζω για να κλαίω.
κλαίω για να ελπίζω.

μα εξισώνομαι.

 

και τι απομένει

τη νύχτα έρχονται οι σκέψεις
πλανόδιοι λειτουργοί και μύστες.
με αποφεύγουν τη μέρα όταν χλομή
ξυπνώ απ’ τη λήθη
ενώ το βράδυ κάνουν κύκλους στον λευκό
ουρανό — πίσω μου κρατάν τα χέρια.
με γδύνουν, με βιάζουν, με περιγελούν,
τη νύχτα, όταν έρχονται, παραμονεύουν
πρώτα μην είναι άλλος κανείς
στο προσκεφάλι μου

έρωτας ή τρέλα.

 

φάντασμα

θα σου κάνω μάγια ξένε για να μ’ αγαπήσεις
θα σου φτιάξω φίλτρα για να ’ρθεις σε μένα
πίσω σου θα σπείρω οργίλες φωτιές να τρέξεις γρήγορα
θα ’χω μιαν αγκαλιά μεγάλη να χωράει τα όνειρά σου
ζαχαρένια λόγια σε ροζ τοπία θα σου χαρίσω ήχους,
μυρωδιές, χαρμόσυνες ειδήσεις κι εφηβεία
κι ό,τι τραβά η ψυχούλα σου θα το ’χεις — λίγο μονάχα
δώσε αίμα στη δική μου που πεινάει η στοιχειωμένη.

 

.

καρδιογράφημα

η μνήμη μου, ένα λασπωμένο ποτάμι
που ρέει στα χέρια σου και
στο έλεός μου το μπουκάλι σπασμένο,
σώμα ριγμένο σε δάχτυλα ξένα
καρπωμένα παραίτηση.
ένα μωρό πνιγμένο, προσφορά της σιωπής μου,
που αφήνω να μοιάζει πως κοιμάσαι
φασκιωμένος με τους πόθους μου
μέσα στη χούφτα που μεγάλωσα του μέλλοντος
κοιτώντας μόνο τις ευθείες.

ντρέπομαι μικρή να υποφέρω τόσο.
αν είναι ο πόνος των μικρών ελάχιστος
θέλω ένα τίποτα να γίνω
θέλω το τίποτα — φωνάζω
τόσο, που μια μέρα θα κοπώ επιτέλους
απ’ τα τεντωμένα μου λαρύγγια.
άλαλο έμβρυο θα επιστρέψω σε σένα.

στη θάλασσα που πόθησα
στη θάλασσα που γνώρισα
ποτάμι πριν γίνεις και παγώσεις
μια χαρακιά ευθεία στο στήθος μου
για να θυμάμαι.

 

l’ opera aperta

μπερδεμένες περιπτώσεις οι λέξεις μου.
έχουν μια εμμονή να σκάβουν σε εντόσθια
και μετά, σαν να ’χουνε δει κανένα φάντασμα,
τρομάζουν απ’ τα πράγματα οι λέξεις,
μοιάζει με άρρωστο παραμύθι όπου
στον τρόμο της όρασης η ψυχή είναι πάντα αθώα,
κυκλοφορώ ξυπόλυτη στο στιβαρό σου μπράτσο
δρασκελώντας αρτηρίες:
κοκκινίζω εύκολα δίχως συνέπειες.

απ’ τους χάρτες μαθαίνω τον τρόπο να συγχωρώ.
μοιάζει με άλμα προς το μέλλον,
αδιαφορία για το μέλλον μάλλον
η υπερβολή της αθωότητας.

προχωρώντας -σαν κι εσένα- κλέβω κάτι.
μοιράζομαι.

 

η μεταφυσική της δυ στυχίας

είναι το εγώ μου
το ημερωμένο ζώο κατόπιν Κοιμήσεως
το στιγμιότυπο της παραίσθησης
μπρος στον άγνωστο κόσμο
και η απελπισία
ένας εφιάλτης που δεν ξυπνά
παρά μόνο στη σκέψη σου.

είναι το εγώ σου
η παραχάραξη των παιδικών οραμάτων
ο ατέρμων ύπνος της ηδονής
που πέφτει στο χαντάκι λυπημένη,
της οδύνης ο τόπος ο ακατανόητος
-η λογική προς κάθειρξη-
όταν κοιτώ και ξανακοιτώ απ’ ένα κάτοπτρο
τη θωριά σου να σβήνει, ο μόχθος μου σκύβει
μπρος στη μάταιη εξήγηση.

-κάλεσμα αγιοσύνης-

 

βλέπω θα πει επινοώ

φτύνει η άνοιξη ένα-ένα τα δοντάκια της,
κουκούτσια φθισικά, από αίμα κάτι παραπάνω.
ο καιρός γλίστρησε απ’ το στόμα μου, μια στάλα
δηλητήριο.

φτύνω τις μέρες για να μην τις στενεύω.
δεν φταίει που δεν ξημερώνουν, μα που
σαν ξημερώνουν είναι ακόμα σκοτάδι.
με ματογυάλια στέκομαι, στέκι έγινα
ηλιθίων που στοχεύει στην όραση.

υπάρχει ή δεν υπάρχει;
όσο ρωτώ απαντά ο Κανένας.
υπάρχει παίζοντας δίχως ίχνη με γάντια μάγου.
εγώ όμως δεν παίζω.
δεν παίζω!
η αλήθεια είναι πως δεν μπορώ να παίξω.
οι κούνιες, σκουριασμένες, τρίζουν από τότε
που μ’ έσφιξες για πάντα μες στα δόντια σου.
δεν μπορώ να βγω.

ήμουν άνοιξη.

 

επιτάφιος

στα σταυροδρόμια που πέρασαν
τα χαμηλωμένα μάτια σου
δεν μ’ ονόμασες.
τα λόγια στην κάθε ανατολή
παραμονεύουν στη δύση — λυπημένα χαμόγελα,
υποσχέσεις ονειρικές που μου θυμίζουν ποτάμια.

κύλησες χωρίς εμένα
μες στην ψυχή μου καθισμένος
τώρα χαιρετάς μιαν άλλη μου ψυχή
και τα μάτια μου μες σ’ άλλα μάτια,
πρόσωπα που πλέουν πληθαίνοντας
χωρίς σκοπό να φτάσουν κάπου.

κάποτε χάραζα στο χάρτη διαδρομές
τώρα δεν έχει απομείνει τίποτα
παρά η ελεγεία και ο θυμός
τώρα που νιώθω τη δυστυχία, τι πάει να πει
η κάθε μέρα να ’ναι κακόγουστη φάρσα.
μετέχω στην ιστορία συγκρίνοντας.

μιλώντας για σένα σ’ απαρνιέμαι.
λόγια δεν περιγράφουν όσα υπήρξες.
αγγίζω τα δάχτυλά σου,
βυθισμένα στο αίμα,
τα σώματά μας δεμένα σε κόκκινο
σάβανο· υστερική λαγνεία και πένθος.

τα όνειρά μας πες μου.
δεν θα γίνουν λαγούμι;

 

μέγας κηπουρός

στον Μίλτο

παραλογίζεται τα βράδια ο κηπουρός μου.
σπείρει λέξεις στο χώμα
θάβει λέξεις κάτω απ’ το χώμα.
λέξεις λαβωμένες, πρώτα τις χτυπά
τις δένει έπειτα χωρίς φόβο
οίκτο ποτέ του δεν νιώθει γι’ αυτές,
κλαίνε σπαράζουν σκούζουν καταριούνται
-λέξεις είναι-
τις βουβαίνει.
το καταφέρνει το αίμα.
δεν είναι ο κηπουρός μου αυτός.

σπείρει το θάνατο.
με σπέρνει θάνατο.
γίνομαι ο θάνατος.

 

γονατισμένη

χάλασε ο δίσκος, ανάποδα παίζει τα τραγούδια.
τώρα ο στίχος αντίστροφα με πάει.

μια πεταλούδα κόλλησες στο γόνατό μου πίσω,
στόχος το «γονατίζω» να κόψω μαχαίρι.
το είδα σαν παιχνίδι στην αρχή και δέχτηκα
αλύγιστη να παραμείνω, αν είναι έτσι
μια ζωή να σώσω.

ήρθες μετά μ’ ένα τσουβάλι, γεμάτο μ’ άλλες ταλαίπωρες.
«άσκηση θάρρους είναι ευτυχία να μη λυγίζεις», είπες.
«καλοσύνης άσκηση είναι», απάντησα.

 

per funeral

το χέρι που κράταγε σφιχτά το αίμα μου ήταν ωραίος νεκροθάφτης.
μου έδωσε ένα μαχαίρι κάτω απ’ το χώμα να εξολοθρεύω σκουλήκια.
κι έπειτα από ένα ταξίδι αιματηρό, έμαθα πως ποτέ δεν θα πεθάνω.
γιατί δεν θα ’σαι δω μπροστά μου να κρατάς, ψυχοπομπός,
μια νόθα αναγγελία του θανάτου.
το σώμα μου έγινε όμορφο, τα μαλλιά μου κυματίζουν
έχω γίνει μια λίμνη που ριγεί όταν τη βρέχουν οι σταγόνες.
το πρόσωπό μου είναι λευκό, μπορώ τώρα να δω τα όνειρα στα μάτια.

με το χέρι που μέτραγε κρυφές πληγές, σου γράφω
τώρα σου γράφω ήρεμα, μη φοβάσαι.
δεν πενθώ, λαμπρό είναι το φεγγάρι.
όσοι το βλέπουνε μισό, να ξέρεις, λένε ψέματα.
είναι που η όψη τους δεν πλησιάζει πιο κοντά στο φως του.
εδώ δεν παύουν τα όνειρα, πεθαίνουν οι εφιάλτες
κι ετούτη η ζωή δεν έχει τέλος.
γιατί, παράξενο, η κίνηση εδώ δεν μοιάζει να ’ναι τρόμος
μόνο στη μουσική αφήνεται ο χορός
και, κατανυχτικά, συθέμελα, υψώνονται όσοι νιώθουν
την κάθε του απονεκρωμένη αίσθηση.

μην κλαις: όπου η αγάπη μάς δωρίζεται με έπαρση
μια πεταλούδα αργοπεθαίνει πάντα και πετάει.
φιλώ ευλαβικά το χέρι σου που μου ’δώσε το θάνατο,
ευχή μου, έτοιμος να ’σαι να πεθάνεις.

 

κηδεία είναι, μην κλαις

νεκρή γλώσσα κάθισε
στα δόντια μου αποκάτω.
δεν το κουνά απ’ τη θέση της, καθαρίζει
μόνο το κρέας της βρώσης σου.
καλή δούλα, κρατά το λόγο της.
έχει το θάρρος του κλειστού στόματος
μετά το φόνο.

μυστικό σφαλιστό
μα με χέρια που τρέμουν τόσο
κοιτάω αλλού
κάπου ανάμεσα κυλάω
στο ποτέ και στο κάποτε.
-δεν θέλησα να βουλιάξεις—
εκείνη η δούλα ήτανε που σ’ έπνιξε.
δούλευε χρόνια σκυφτή χρόνια βουβή
ψάχνοντας λύσεις στους γρίφους σου.
υπάρχουμε σαν δεν γίνουμε;
μια διακεκομμένη ευθεία
που θα μπορούσε να γίνει
οικογένεια.

αλλά μεγάλωσαν τα χέρια μας
καταπώς μικραίνει ένα σπίτι.
λατρεία μου, μεγάλωσαν τα χέρια μας.
σαν απλωθούν μες στον κενό χώρο
η γλώσσα λύνεται αυθάδης.

 

 

 

ANNE SEXTON
Love Poems 

ΕΡΩΤΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ (2010)

(Μετάφραση Ευτυχία Παναγιώτου)

 

Η μπαλάντα του μοναχικού αυνανιστή

Το τέλος μιας σχέσης είναι πάντα θάνατος.
Αυτή είναι το εργαστήρι μου. Μάτι πανούργο,
έξω απ’ τη φυλή του εαυτού μου, η ανάσα μου
σε βρίσκει άρρωστο. Τρέμω
αυτούς που κοντοστέκονται. Είμαι φαγωμένη.
Μονάχη το βράδυ παντρεύομαι το κρεβάτι.

Δάχτυλο το δάχτυλο, τώρα είναι δική μου.
Δεν είναι πολύ μακριά. Είναι η συμπλοκή μου.
Τη χτυπώ σαν κουδούνι. Ξαπλώνω στην
κρεβατοκάμαρα όπου συνήθιζες να την ιππεύεις.
Με πήρες δάνειο επάνω στο εμπριμέ κάλυμμα.
Μονάχη το βράδυ παντρεύομαι το κρεβάτι.

Αγάπη μου, πάρε για παράδειγμα τούτο το βράδυ,
πως κάθε ζευγάρι ξεχωριστά συνενώνει
μ’ ένα συντονισμένο αναποδογύρισμα, χαμηλά, ψηλά,
την πλούσια δυάδα επάνω σε σφουγγάρια και φτερά,
γονατίζοντας και σπρώχνοντας, κεφάλι το κεφάλι.
Μονάχη το βράδυ παντρεύομαι το κρεβάτι.

Δραπετεύω απ’ το κορμί μου έτσι,
θαύμα ενοχλητικό. Θα μπορούσα να
μοστράρω την πραμάτεια των ονείρων;
Σκορπίζομαι. Σταυρώνω.
Δαμασκηνάκι μου είν’ αυτό που είπες.
Μονάχη το βράδυ παντρεύομαι το κρεβάτι.

Έπειτα ήρθε η μαυρομάτα αντίζηλός μου.
Η κυρία των υδάτων, αναδυόμενη στην παραλία,
ένα πιάνο στις άκρες των δαχτύλων της, ντροπή
στα χείλη της και ένας λόγος φλάουτο.
Κι εγώ ήμουν η στραβοπόδαρη σκούπα.
Μονάχη το βράδυ παντρεύομαι το κρεβάτι.

Σε πήρε με τον τρόπο που παίρνει μια γυναίκα
ένα φόρεμα απ’ το ράφι σε τιμή ευκαιρίας
κι έσπασα με τον τρόπο που σπάει μια πέτρα.
Επιστρέφω την ψαροβελόνα σου και τα βιβλία.
Η εφημερίδα σήμερα γράφει πως νυμφεύεσαι.
Μονάχη το βράδυ παντρεύομαι το κρεβάτι.

Αγόρια και κορίτσια απόψε γίνονται ένα.
Ξεκουμπώνουν μπλούζες. Φερμουάρ ανοίγουν.
Βγάζουν παπούτσια. Το φως σβήνουν.
Τα πλάσματα που τρεμολάμπουν είναι γεμάτα ψέματα.
Αλληλοτρώγονται. Είναι παραφαγωμένα.
Μονάχη το βράδυ παντρεύομαι το κρεβάτι.

 

Ξυπόλυτη

Το να μ’ αγαπάς χωρίς παπούτσια
σημαίνει πως αγαπάς τις μακριές καφέ μου γάμπες,
γλυκές αγαπημένες, ελκυστικές σαν κουτάλια·
και τα πόδια μου· αυτά τα δυο παιδιά
αμολύθηκαν έξω να παίξουν γυμνά. Μπερδεμένοι κόμποι,
τα δάχτυλα των ποδιών μου. Τώρα πια λυμένα.
Κι ακόμη περισσότερο, δες νύχια ποδιών και
συλληπτήριες κλειδώσεις κλειδώσεων και
όλα τα δέκα στάδια, απ’ τη ρίζα­ρίζα.
Όλα πνευματώδη κι άγρια, αυτό το μικρό
γουρουνάκι πήγε στην αγορά κι αυτό το μικρό γουρουνάκι
έμεινε. Μακριές καφέ γάμπες και μακριά καφέ δάχτυλα ποδιών.
Πιο πάνω, λατρεία μου, η γυναίκα
φωνάζει τα μυστικά της, μικρά σπίτια,
μικρές γλώσσες που σου μιλάνε.

Δεν υπάρχει άλλος κανείς από μας
σ’ αυτό το σπίτι στην αμμώδη ξηρά επάνω.
Η θάλασσα φοράει ένα κουδούνι στον αφαλό της.
Και είμαι η ξυπόλυτη κοπέλα σου για μια
ολόκληρη βδομάδα. Σε ενδιαφέρει το σαλάμι;
Όχι. Δεν θα προτιμούσες το σκωτσέζικο ουΐσκι;
Όχι. Δεν πολυπίνεις. Πίνεις όμως
εμένα. Οι γλάροι σκοτώνουν ψάρια,
κλαψουρίζοντας σαν τρίχρονα.
Οι ήχοι του κύματος είναι ναρκωτικό, φωνάζοντας
υπάρχω, υπάρχω, υπάρχω
όλη νύχτα. Ξυπόλυτη,
παίζω ταμπούρλο πάνω-κάτω στην πλάτη σου.
Το πρωί τρέχω από πόρτα σε πόρτα
στην καμπίνα παίζοντας κυνήγησέ με.
Τώρα μ’ αρπάζεις απ’ τους αστράγαλους.
Τώρα κατεργάζεσαι το δρόμο σου προς τις γάμπες μου
κι έρχεσαι να με τρυπήσεις στο σημείο όπου πεινώ.

 

Το στήθος

Αυτό είναι το κλειδί που το ανοίγει.
Αυτό είναι το κλειδί που τ’ ανοίγει όλα.
Μονάκριβα.

Είμαι χειρότερη απ’ τα παιδιά του θηροφύλακα,
παραβιάζοντας για σκόνη και ψωμί την πόρτα.
Εδώ είμαι διατυμπανίζοντας άρωμα.

Άσε με να βυθιστώ στο χαλί σου,
στο αχυρένιο σου στρώμα — οτιδήποτε
γιατί το παιδί μέσα μου πεθαίνει, πεθαίνει.

Δεν είναι ότι είμαι ζώον προς βρώσιν.
Δεν είναι ότι είμαι κάποιου είδους δρόμος.
Αλλά τα χέρια σου με βρήκαν σαν αρχιτέκτονα.

Όσο χωράει μια στάμνα γάλα! Ήταν δικό σου χρόνια τώρα
όταν ζούσα στην κοιλάδα των οστών μου,
οστά νωπά στο βάλτο. Μικρά παιχνίδια.

Ένα ξυλόφωνο ίσως με δέρμα
τεντωμένο πάνω του στενόχωρα.
Μόνο μετά κατάφερε να γίνει κάτι αληθινό.

Έπειτα αναμετρήθηκα με τους αστέρες του σινεμά.
Δεν αποδείχθηκα αντάξια. Υπήρχε κάτι ανάμεσα
στους ώμους μου. Δεν ήταν όμως ποτέ αρκετό.

Σίγουρα, υπήρχε ένα λιβάδι,
νεαρός κανείς όμως που να τραγουδάει την αλήθεια.
Τίποτα από το οποίο ν’ αναγνωρίζεις την αλήθεια.

Αδαής από άνδρες ακουμπώ πλάι στις αδερφές μου
και αναγεννώμενη από τις στάχτες κραύγασα
το φύλο μου θα καθηλωθεί!

Τώρα είμαι η μαμά σου, η κόρη σου,
το ολοκαίνουργιό σου αντικείμενο — ένα σαλιγκάρι, μια φωλιά.
Είμαι ζωντανή όταν είναι τα δάχτυλά σου.

Φοράω ρούχο από μετάξι –η κάλυψη προς αποκάλυψη–
γιατί το μετάξι είναι αυτό που θέλω να σκέφτεσαι.
Αλλά αποστρέφομαι το ρούχο. Είναι υπερβολικά απαιτητικό.

Γι’ αυτό πες μου οτιδήποτε απ’ το να με διασχίσεις σαν αναβάτης
γιατί εδώ είναι το μάτι, εδώ είναι το κόσμημα,
εδώ είναι η έξαψη που μαθαίνει η ρώγα.

Είμαι ανισόρροπη — αλλά δεν είμαι τρελή απ’ το χιόνι.
Είμαι τρελή όπως είν’ τα κοριτσάκια τρελά,
από μια προσφορά, μια προσφορά…

Καίγομαι όπως καίγονται τα χρήματα.

 

Η μαύρη μαγεία

Μια γυναίκα που γράφει νιώθει πάρα πολλά,
τους εκστασιασμούς εκείνους και τους οιωνούς!
Σαν να μην έφταναν
οι κύκλοι και τα παιδιά και τα νησιά∙
οι θρηνωδοί και τα κουτσομπολιά
και τα λαχανικά σαν να μην έφταναν καθόλου.
Νομίζει πως μπορεί να προειδοποιήσει τ’ άστρα.
Μια συγγραφέας είναι πρωτίστως κατάσκοπος.
Γλυκιά μου αγάπη, είμαι αυτό το κορίτσι.

Ένας άντρας που γράφει ξέρει πάρα πολλά,
τι ξόρκια, τι φετίχ!
Σαν να μην έφταναν
οι στύσεις, τα συνέδρια και τ’ αγαθά∙
οι μηχανές και τα γαλόνια
και οι πόλεμοι σαν να μην έφταναν καθόλου.
Μ’ έπιπλα από δεύτερο χέρι φτιάχνει ένα δέντρο.
Ένας συγγραφέας είναι πρωτίστως κάθαρμα.
Γλυκιά μου αγάπη, είσαι αυτός ο άντρας.

Δίχως ν’ αγαπάμε τον εαυτό μας,
μισώντας τα παπούτσια μας, και τα καπέλα μας ακόμη,
αγαπάμε ο ένας τον άλλον, μονάκριβα, μονάκριβα.
Τα χέρια μας είναι γαλάζια και απαλά.
Τα μάτια μας είναι γεμάτα τρομακτικές εξομολογήσεις.
Αλλά όταν παντρευόμαστε,
τα παιδιά φεύγουν αηδιασμένα.
Υπάρχει πάρα πολύ φαγητό και κανείς δεν απόμεινε
για να καταφάει όλη αυτή την αλλόκοτη αφθονία.

 

Νουθεσίες σε κάποιον άνθρωπο ξεχωριστό

Φυλάξου απ’ την εξουσία,
η ισχύς της μπορεί να σου ανοίξει το λάκκο,
χιόνι, χιόνι, χιόνι, σου ακινητοποιεί το βουνό.

Φυλάξου απ’ το μίσος,
μπορεί το στόμα του ν’ ανοίξει και να σε εκτινάξει
να φας το πόδι σου, λεπρός της μιας στιγμής.

Φυλάξου απ’ τους φίλους,
γιατί σαν τους προδώσεις,
όπως και θα κάνεις,
θα θάψουν το κεφάλι τους στην τουαλέτα
και θα χαθούν τραβώντας το καζανάκι.

Φυλάξου απ’ το πνεύμα,
γιατί ξέρει τόσα που δεν ξέρει τίποτα
και σε αφήνει ανάποδο εκκρεμές,
εκστομίζοντας γνώση, ενόσω η καρδιά σου
καταρρέει απ’ το στόμα σου.

Φυλάξου απ’ τα παιχνίδια, το κομμάτι του ηθοποιού,
το λόγο που σχεδιάζεται, μαθαίνεται, δίδεται,
καθώς θα σε δώσουν
και θα στέκεσαι σαν απογυμνωμένο αγοράκι
που κατουρά το ίδιο του το παιδικό κρεβάτι.

Φυλάξου απ’ την αγάπη
(εκτός κι αν είναι αληθινή,
και κάθε σημείο του σώματός σου λέει ναι, και τα δάχτυλα ακόμη),
θα σε τυλίξει σαν μούμια,
και η κραυγή σου δεν θα εισακουστεί
και από τα ζωτικά σου όργανα δεν θα λειτουργεί κανένα.

Αγάπη; Κάνε την άντρα. Κάνε τη γυναίκα.
Πρέπει να είναι ένα κύμα μες στο οποίο να θες να γλιστρήσεις,
στο οποίο θα δώσεις το σώμα σου, στο οποίο το γέλιο σου θα δώσεις,
δώσε, σαν η χαλικώδης άμμος σε παρασύρει,
τα δάκρυά σου στη γη. Το να αγαπάς κάποιον είναι κάτι
σαν προσευχή που δεν τη σχεδιάζεις, απλώς πέφτεις
στην αγκαλιά της, αφού η πίστη σου τη δυσπιστία σου ξεκάνει.

Άνθρωπε ξεχωριστέ,
αν ήμουν στη θέση σου, σημασία δεν θα ‘δινα
στις νουθεσίες μου,
μισές φτιαγμένες από δικές σου λέξεις
και κομματάκι δικές μου.
Μια σύμπραξη.
Δεν πιστεύω λέξη απ’ όσα είπα,
αν εξαιρέσεις μερικές, αν εξαιρέσεις ότι σε σκέφτομαι σαν κάποιο νέο δέντρο
με κολλημένα τα φύλλα του επάνω, και ξέρω πως θα ριζώσεις
ώστε η αληθινή πρασινάδα να φανεί.

Αφέσου. Αφέσου.
Ω, άνθρωπε ξεχωριστέ,
φύλλα εν δυνάμει,
αυτή η γραφομηχανή στο διάβα της προς αυτά σε βρίσκει καλό,
μα θέλει κρυστάλλινα ποτήρια να διαλύσει
ως ένδειξη τιμής,
για σένα,
όταν ο σκοτεινός φλοιός ξεπεταχτεί
και θα αεροπορείς ανάλαφρα
σαν ένα φουσκωμένο μπαλόνι.

24 Μαρτίου 1974
(δημοσιευμένο μετά θάνατον – το πρώτο της συλλογής)
Μετάφραση:  Δημήτρης Αθηνάκης & Ευτυχία Παναγιώτου

 

Ερωτικό γράμμα γραμμένο μέσα σ’ ένα φλεγόμενο κτίριο

Αγαπημένε μου Φόξυ,

Είμαι μέσα σ’ ένα ξύλινο καφάσι,
το καφάσι που ήταν κάποτε δικό μας,
γεμάτο άσπρα πουκάμισα και σαλατικά,
το ψυγείο χτυπά με τ’ απολαυστικά μας χτυπήματα,
και φόρεσα ταινίες στα μάτια μου,
και συ φορούσες αυγά στην τρύπα σου,
και κυλιστήκαμε στα πατώματα, στα πατώματα, στα πατώματα
όλη μέρα, ακόμη και στο μπάνιο σαν σεληνιασμένοι.
Μα σήμερα έβαλα φωτιά στο κρεβάτι
κι ο καπνός πνίγει το δωμάτιο,
αρχίζει και γίνεται αρκετή ζέστη εδώ μέσα ώστε να λιώσουν οι τοίχοι,
και το ψυγείο, ένα γλιτσιασμένο άσπρο δόντι.

Φορώ μια μάσκα για να γράψω τις τελευταίες μου λέξεις,
κι είναι μόνον για σένα, και θα τις βάλω
στο ψυγείο φυλάγοντάς τες για τη βότκα και τις ντομάτες,
κι ίσως να κρατήσουν έτσι.
Η σκύλα όμως όχι. Τα στίγματά της θα λιγοστέψουν.
Τα παλιά γράμματα θα λιώσουν μέσα σε μια μαύρη μέλισσα.
Τα νυχτικά ήδη κομματιάζονται
χάρτινα θαρρείς, το κίτρινο, το κόκκινο, το μοβ.
Το κρεβάτι -εδώ που τα λέμε, τα σεντόνια έχουν γίνει χρυσαφένια-
βαρύ, βαρύ χρυσάφι, και το στρώμα
φιλιέται μες σε μια πέτρα.

Όσο για μένα, αγαπημένε μου Φόξυ,
τα ποιήματά μου για σένα μπορεί, μπορεί και όχι, να φτάσουν το ψυγείο
και τη φερέλπιδα αιωνιότητά του,
για σένα αυτό δεν φτάνει;
Αυτό όπου ονοματίζεις
τ’ όνομά μου ακριβώς έξω δίπλα στη θέση του παραλήπτη;
Αν τα δάχτυλα των ποδιών μου δεν ήταν σαν αρπακτικού
θα ‘λεγα όλη την ιστορία –
όχι μόνον την ιστορία για τα σεντόνια
αλλά την ιστορία για τον αφαλό,
την ιστορία με τα βλέφαρα που ήταν δύσκολο ν’ ανοίξουν,
την ιστορία της-πικρής-απ’-το-ουίσκι-θηλής –
και θα φτυάριζα την αγάπη μας πίσω εκεί όπου ανήκε.

Παρ’ όλα τα γάντια μου από αμίαντο,
ο βήχας με πνίγει μ’ απελπισία,
και μια κόκκινη σκόνη κυλά μέσ’ απ’ τις φλέβες μου,
το μικρό μας σκελετωμένο σπίτι συντρίβεται τόσο ανοιχτά
και χωρίς να το θέλει, βλέπεις,
σημαίνει μια μοναχική πράξη,
την αποτέφρωση μιας αγάπης,
αλλά αντίθετα μοιάζουμε να καταρρέουμε
ακριβώς στη μέση του Ρωσικού δρόμου,
οι φλόγες κάνουν τον ήχο τού
αλόγου που το χτυπάς και το χτυπάς,
το μαστίγιο λατρεύει τον ανθρώπινό του θρίαμβο
την ώρα που οι μύγες περιμένουν, τίναγμα το τίναγμα,
ακριβώς κατευθείαν απ’ την εταιρεία United Fruit[i].

27 Σεπτεμβρίου 1974
(δημοσιευμένο μετά θάνατον – το τελευταίο της συλλογής)
Μετάφραση:  Δημήτρης Αθηνάκης & Ευτυχία Παναγιώτου

 

 

ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΥΤΥΧΙΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

ΧΟΡΕΥΤΕΣ

ΤΕΣΥ ΜΠΑΪΛΑ

thinkfree.gr, 13.10.2015

Η ΠΟΙΗΣΗ ΠΟΥ ΚΑΙΝΟΤΟΜΕΙ…

Λίγο πριν σηκωθείς
Μην πεις πως δεν πόθησες τα φτερά του παγονιού,
ένα φόρεμα να σκουπίζει την πίστα με βάλς.
Κι αν την κορόνα σού έκλεψε τελικά το καρδιοχτύπι
όταν σε κοίταξε στα μάτια ο τολμηρότερος,
μην πεις πως ήτανε κατακτητής˙
στα γόνατα είχε πέσει.

Με ένα ονειρικό εξώφυλλο, καθόλου τυχαία επιλεγμένο και ιδιαίτερα σημειολογικό, κυκλοφορεί η ποιητική συλλογή «Χορευτές» της Ευτυχίας Παναγιώτου από τις εκδόσεις Κέδρος. Πρόκειται για μια ποιητική συλλογή, χωρισμένη σε τέσσερα μέρη. Τα ποιήματα που την απαρτίζουν με κεντρικό άξονα την ονειρική περιδιάβαση στην αυστηρή αισθητική του υπερρεαλισμού μοιάζουν με ονειρικές διεργασίες της ψυχής, μια ώριμη καταγραφή του υπεραισθητού σε όλη του την ένταση.

Οι αλήθειες με τις οποίες καταπιάνεται η Παναγιώτου γίνονται η αφορμή για ένα ταξίδι μέσα στα συναισθήματα. Τρυφερός σαν ακονισμένη λεπίδα ο λόγος της στέκεται σε εικόνες αφοπλιστικά εντυπωσιακές και σκηνοθετεί τις λέξεις σε έναν σχοινοβάτη χορό συναισθημάτων. Εικόνες ενός ανεπεξέργαστου κόσμου συνομιλούν διακειμενικά με τα οράματα αλλοτινών δημιουργών και η πορεία των ποιημάτων της Παναγιώτου ακολουθεί μια αφηγηματική διαβάθμιση με απώτερο σκοπό την ανθρώπινη εγρήγορση, τον πνευματικό οργασμό και εν τέλει τη λύτρωση.

Με βαθιά συναίσθηση πως η ποίηση πρέπει να καινοτομεί προκαλώντας νέες αναφλέξεις η Παναγιώτου μοιάζει να ξεπερνά τον μοντερνισμό και όλα όσα τον ταλανίζουν και να καταθέτει τον προσωπικό της ποιητικό ίλιγγο, παρουσιάζοντας τις εκφάνσεις του ύπνου, της προσωπικής ύπνωσης και της απτής πραγματικότητας του κόσμου που μοιάζει να χάνεται από τη σύγχρονη συλλογιστική.

Στην Τρίτη της ποιητική συλλογή η Παναγιώτου ακουμπά τις σκέψεις της σε δύσκολες έννοιες και ρισκάρει να τις φέρει στην επιφάνεια του χαρτιού της συνεγείροντας με αυτό τον τρόπο τις δυνάμεις που θα ορίσουν την ποιητική της έξαρση, πυροδοτώντας αυτή του αναγνώστη. Ταυτόχρονα σηματοδοτούν την κινητοποίηση του και τον αναγκάζουν να περιδιαβαίνει από το παρελθόν στο παρόν, από την κυπριακή διάλεκτο στον Καρούζο, τον Σολωμό και τον Λάγιο, από τη διάσταση του ύπνου και της παράλυσής στην αντίληψη πως τούτος ο λόγος τελικά σε αυτόν αναφέρεται και αυτό αγωνιά να του δείξει.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΛΛΗΣ

oanagnostis.gr, 3.12.2014

Στο εξώφυλλο του βιβλίου μια γυναίκα περπατά πάνω σ΄ ένα όχι και τόσο τεντωμένο σχοινί κρατώντας ένα ψαλίδι, ενώ το κοινό την παρακολουθεί. Δεν νομίζω πως είναι τυχαία η επιλογή αυτής της εικόνας της τρίτης ποιητικής συλλογής της Ευτυχίας Παναγιώτου με τον τίτλο Χορευτές. Η ποιήτρια προσπαθεί να ισορροπήσει μπροστά στο αναγνωστικό της κοινό, γνωρίζοντας πόσο δύσκολο είναι σταθεί σ΄ αυτή την θέση όταν το σχοινί έχει λυγίσει και προφανώς κινδυνεύει να πέσει και φυσικά να εκτεθεί. Η ποίηση ούτως ή άλλως ήταν πάντα μια αγωνιώδης προσπάθεια να βρούμε έναν τρόπο όπου ο εσωτερικός μας κόσμος βρίσκει ένα μέτρο ισορροπίας με τον εξωτερικό. Η ύλη και το πνεύμα αντιμάχονται διακρώς. Και ο ποιητής, μοιάζει λίγο με γελοτοποιός ή διασκεδαστής, αφού γνωρίζει πόσο ρευστές είναι οι ισορροπίες που κρατάνε τις ζωές μας. Παρ΄ όλα αυτά επιμένει. Συνεχίζει. Και μέσα από αυτή την επιμονή κερδίζει να υπερβεί κάθε τι που μας φυλακίζει στον απόλυτο ρεαλισμό.

Η νέα ποιητική συλλογή της Παναγιώτου, τέσσερα χρόνια μετά την Μαύρη Μωραλίνα, είναι ένα βιβλίο ωριμότητας. Έχοντας κατακτήσει την φωνή της, μας εισάγει σε έναν κόσμο σουρεαλιστικό, θέλοντας να υπερασπιστεί την δύναμη της ποίησης να ανατρέπει ακόμα και τα πιο απλά και καθημερινά πράγματα. Οι Χορευτές δεν είναι μόνο οι ποιητές αλλά και οι αναγνώστες. Τους φαντάζομαι σ΄ ένα μικρό Underground θέατρο, όπως εκείνο που ο Χάρυ Χάλερ, πρωταγωνιστής του Έρμαν Έσσε στον Λύκο της στέπας, ανακαλύπτει κρυμμένο πίσω από ένα τοίχο, σ΄ ένα σκοτεινό δρόμο, όπου προσκαλούνται μόνο οι τρελοί να παρευρεθούν. Ακούγεται ίσως υπερβολικό, αλλά θα μετέφραζα την τρέλα, ως μια μάχιμη στάση, εντελώς συνειδητή, σε έναν κόσμο που έχει χάσει ήδη εδώ και πολύ καιρό την ουσία του και χάνεται μέσα στο χάος. Η Παναγιώτου, επιθυμεί να στήσει τον χορό της σε μια τέτοια σκοτεινή σκηνή, συμμετέχει στον θίασο του παραλόγου, με κίνητρο την σπουδή του πόνου, την αναζήτηση της καθαρής ματιάς πάνω στα πράγματα. Εξάλλου το περιγράφει και η ίδια με πολύ όμορφο λυρικό τρόπο στο ποίημα Βυζαντινός θίασος:

Η ζωή είναι βέρα πολύτιμη
που σου περνούν στο σκοτάδι
με μισόκλειστα μάτια.

Αυτοί και μόνο οι στίχοι θα αρκούσαν για να χαρακτηρίσω την Παναγιώτου σπουδαία ποιήτρια. Γιατί η σκέψη που μεταφέρει μπορώ να την οικειοποιηθώ. Γιατί περιγράφει με τον πιο άμεσο τρόπο μεγάλες αλήθειες. Γιατί ζει την ποίηση, αλλιώς δεν θα μπορούσε να γράψει έτσι. Δεν είναι λόγια, είναι απόσταγμα από συναισθήματα που έχουν καταφέρει να γίνουν σκέψεις. Αν σταθούμε μόνο στον σουρεαλιστικό τρόπο γραφής της, που είναι θα έλεγα εντυπωσιακός χωρίς να μιμμείται τους δασκάλους του παρελθόντος, δεν θα καταφέρουμε να διακρίνουμε το βάθος των ποιημάτων μας. Ο θίασος της Παναγιώτου, προσφέρει θέαμα, αλλά και περισυλλογή. Φως και σκοτάδι. Φωνές αλλά και σιωπή. Είναι ένας παράδοξος τρόπος να μιλάς για τον έρωτα και τον θάνατο με τον τρόπο που εισβάλλουν στην ποίηση της, αλλά και μια δραματική υπόσταση για την ούτως ή άλλως δραματική διάσταση της ζωής:

κι αδειάζω τον πόνο
μπουμπούκι που εκρήγνυται
ν΄ ανοίγουν τα πέταλα
(θα γίνουμε δυο).

Κι αλλού:

Ησυχία.
Μόνο μια θηλιά μέσα μου
ταλαντεύεται σφυρίζοντας.
Και το πτώμα σου
-που σαλτάρισε, είπανε.

Παρέθεσα τα πιο πάνω αποσπάσματα για δείξω πως κινείται η ποιήτρια ανάμεσα στην απώλεια και τον έρωτα. Γιατί στους στίχους της κρύβεται η πιο αυθεντική ευαισθησία. Πάνω στην σκηνή του μουσικού θεάτρου της, τελικά δεν υποκρίνεται, αλλά ξεγυμνώνεται. Εκτείθεται. Και μου αρέσει αυτή η τόλμη:

Λίγο πριν σηκωθείς

Μην πεις πως δεν πόθησες τα φτερά του παγονιού,
ένα φόρεμα να σκουπίζει την πίστα με βαλς.
Κι αν την κορόνα σού έκλεψε τελικά το καρδιοχτύπι
όταν σε κοίταξε στα μάτια ο τολμηρότερος,
μην πεις πως ήτανε κατακτητής
στα γόνατα είχε πέσει.

Ουδέν σχόλιο, σ΄ ένα άρτιο ποίημα που προσωπικά με απογείωσε. Είναι ένας άλλος τρόπος να εισβάλλεις στον χώρο και τον χρόνο. Να βλέπεις την εαυτό σου μέσα στον κόσμο ή το αντίθετο, όπως σε παρατηρεί εσένα ο κόσμος. Για όσα δεν θέλουμε να μιλάμε, για όσα δεν θέλουμε να παραδεχθούμε, κι όμως μέσα μας το καρδιοχτύπι, η αγωνία, μας έκλεψε όλες μας τις άμυνες να μην φανούμε νικημένοι. Χωρίς όμως καμία διάθεση πεσιμισμού. Αλλά σαν μια παραδοχή για όσα χάσαμε μέσα στο πέρασμα του χρόνου αλλά και γι΄ αυτά που μας περιμένουν να κερδίσουμε.

Βρίσκω στους Χορευτές πολλούς στίχους που με συγκίνησαν, που με ώθησαν να συμμετέχω παρά να είμαι θεατής στον χορό της ζωής. Μια ώριμη κατάθεση, που χρειάστηκε πολύ χρόνο για να ολοκληρωθεί. Η Παναγιώτου δεν επαναπαύεται σ΄ αυτά που έχει πετύχει, βάζει τον πήχη ψηλά και συνεχίζει να αναζητά:

Μπρος στην λεηλασία στέκεσαι
ανυπεράσπιστη.

Αν είσαι μέσα ή έξω δεν θα το μάθεις.
Ρίψεις, ποδοβολητά και δάκρυα θα σε διώκουν.
Απ΄ τα πνευμόνια σου όμως, ωτακουστή,
θα εκτιναχθούν αλλόγλωσσα πτηνά.

Αυτό. Τίποτα παραπάνω. Φαντασμαγορία, υπέρβαση, ρίγος. Η δύναμη της αληθινής ποίησης.

 

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ

FRACTAL 03/12/2014

Από των ονείρων το υλικό, από της ποίησης το κάλεσμα

Ψιχαλιστός έρχεται ο στίχος: Is all that we see or seem/ But a dream within a dream? Μα, κι αν ο Πόε – τότε γιατί όχι ο Τσέλαν; O little root of a dream. Ποτιστικό έρχεται το όνειρο της Πηνελόπης στη ραψωδία Τ της Οδύσσειας που ο Οδυσσέας-αετός αιωρούμενος πάνω από το μέλαθρο του ανακτόρου του, μασάει χήνες, μακελεύει χήνες και ανακράζει: «Μην φοβάσαι. Εγώ είμαι ο Οδυσσέας ο άνδρας σου». Το αντί-φιλμ (αντιπραγματικότητα;) του Άντι Γουόρχολ που κινηματογράφησε την Μπριζίτ Μπαρντό, για πέντε ώρες και είκοσι λεπτά, την ώρα που κοιμόταν – που δραπέτευε από την πραγματικότητα. Όλα τείνουν προς την ονειρική διάσταση.

Όμηρος, ξανά: Δύο είναι οι πύλες των ονείρων. Η μία είναι φτιαγμένη από φίλντισι, ζεστό ελεφαντόδοντο, απατηλό υλικό. Η άλλη είναι φτιαγμένη από κέρας: σκληρό υλικό, το θρύπτεις και μένει αναλλοίωτο. Όπως η πραγματικότητα. Η Ευτυχία Παναγιώτου στους «Χορευτές» διατρέχει από την «Ετυμηγορία του ύπνου» (εναρκτήριο ποίημα της συλλογής) έως το «Η μάρτυρας τραγουδά την αλήθεια» (ακροτελεύτιο ποίημα) την ενύπνια φύση μιας ποίησης που βρίσκεται σε εγρήγορση – κάτι σαν τα Σωκρατικά ενύπνια που του δήλωναν με ποιο τρόπο θα πεθάνει.

Από φίλντισι και κέρας είναι φτιαγμένη αυτή η συλλογή. Το απατηλό και το εύθραυστο και το ακροσφαλές (ο παραδαρμός των ημερών), συναντιέται με το ενεργητικό παρουσιαστικό των στίχων, με της ποιήτριας την άλλη καταβύθιση που μοιάζει ονειρική, αλλά πάνω από όλα είναι ιλιγγιώδης, κυριευμένη από μια έξαρση.

Η Παναγιώτου διανοίγει το πλάνο σε αυτή τη συλλογή: συνομιλεί με το κοινωνικό, με της Ιστορίας την τεθλασμένη εικόνα. Συνομιλεί με την ποίηση, με την άγρυπνη έκφραση του ποιητικού σώματος. Σκαρφαλώνοντας, αλλά και πέφτοντας σε όλα τα στάδια του ύπνου, οδηγείται από την άφευκτη ακινησία στην αριστοτέλεια «ομοιότητα» των ονείρων (αν δεις βουνό, βουνό θα είναι), για να ορθωθεί στίχος και ποίημα σε ένα χορευτικό ντελίριο – μια ακροβασία στο κενό – το αδέλφι του ανθρώπου- το κενό.

Οι στίχοι, βαθμηδόν, εξιστορούν οράματα, εικόνες ενός άλλου τόπου που και αυτός δικός μας είναι – κρυφός, τραχύς και ανεπεξέργαστος και τώρα έρχεται το ποιητικό σώμα να τους δώσει υπόσταση. Από την «καλή πλευρά» του Καρούζου, έως την «εξέγερση του ύπνου» και από το «γκρέμισμα του ύπνου» του Ηλία Λάγιου έως τον «αρχαίο έρωτα» του Χατζιδάκι, η Παναγιώτου προβάλει τις πηγές. Τις δικές της –το λεκτικό ισοδύναμο της ακραιφνούς σχέσης της με τους ποιητές-, αλλά και των ανθρώπων την άφευκτη ονειροβασία. Η σύνδεση των ποιημάτων σε ένα σώμα είναι ευκρινής: είναι μια πορεία. Δεν επιδέχεται αποσπασματικές επιλογές. Τα μέρη και τα μόρια της είναι δεμένα το ένα με το άλλο στην αλυσίδα της ποιητικής διαδρομής. Συμβαίνει αυτό που γράφει ο Δ. Ν. Μαρωνίτης για την έκπαγλη «Νέκυια»: «Τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι ἡ διήγηση δὲν ἔχει, καὶ ἐδῶ, ἐσοχὲς καὶἐξοχές, εἰσπνοὲς καὶ ἐκπνοές· ἀλλοῦ ἡ κίνησή της ἐπιταχύνεται, ἀλλοῦ ἐπιβραδύνε¬ται, κάποτε φαίνεται νὰ σταματᾶ σὲ προσωρινὴ ἀνάπαυλα – αὐτὲς οἱ ἐναλ¬λαγὲς ρυθμίζουν τὸ σύνολο τῆςἀφήγησης καὶ τῆς ἐξασφαλίζουν τελικῶς συνέχεια καὶ συνοχή.

Αυτό ακριβώς συμβαίνει και στην ποίηση της Παναγιώτου. Είναι, δε, μια βαθιά, διαπεραστική, λυτρωτική καταβύθιση σε μια γλώσσα που ανασαίνει που φέρνει καινούργιες ουσίες στο στίχο και που ξεπερνάει τα προσχήματα του μοντερνισμού για να έρθει σε εμάς καθαρή, νοητική, πλημμυρισμένη από ποιητική στίλβη. Εντέλει, είναι μια ποίηση-κάλεσμα στο συνειδητό να διαφύγει από τη σπασμωδική αρχιτεκτονική του, να αποκτήσει την πατίνα μιας έξαρσης, ενός οράματος, μιας άλλης ανθρώπινης φύσης.

 

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΓΚΙΤΣΗ

vakxikon.gr, τχ. 28, Δεκέμβριος 2014

Να γυρίζεις
στην καλή σου πλευρά

Με τη χρήση προτροπής του Καρούζου άρχεται η περιπλάνηση στις ποιητικές σελίδες της Ευτυχίας Παναγιώτου. Ετυμηγορεί ο ύπνος με ήχους μακρόσυρτους, επιβεβλημένους από τον φάρυγγα, ήδη, του διαδρόμου. Η αθώα παιδικότητα σαβανώνεται, ήδη, από τα γενοφάσκια της. Μέσα, στο πιο μέσα της, ταλαντεύεται μόνο η θηλιά και το πτώμα του “εσύ”. Πάλι από την αρχή. Συμβουλή εν είδη προστάγματος “γύρισε ξανά πλευρό”.
Η Ευτυχία Παναγιώτου χορεύει τις λέξεις, και το κάνει καλά, σε πλήρως εναρμονισμένο χορό “Τραγούδι ολάνοιχτο, βορά παθών” άλλοτε σε βαρύ ζεϊμπέκικο του κάτω κόσμου, άλλοτε σε βαλς και άλλοτε σ’ανάλαφρη πιρουέτα. Χορεύει και τις λέξεις και τους ανθρώπους. Τον ρήτορα, την χαρτορίχτρα, τις υφάντρες, τον σαλταδόρο, τον καθένα από εμάς με τον ρόλο ή τους ρόλους, σε πληθυντικό αριθμό, τους παρασύρει σε αέναο χορό, σε αειφόρα κίνηση με κάθε στίχο να χτίζει τον επόμενο, με κάθε αράδα να προϋποθέτει την προηγούμενη, με κάθε τίτλο να εισπηδά επιδέξια μέσα στο ποιητικό corpus της συλλογής.

Λίγο πριν σηκωθείς
Μην πεις πως δεν πόθησες τα φτερά του παγονιού,
ένα φόρεμα να σκουπίζει την πίστα με βάλς.
Κι αν την κορόνα σού έκλεψε τελικά το καρδιοχτύπι
όταν σε κοίταξε στα μάτια ο τολμηρότερος,
μην πεις πως ήτανε κατακτητής˙
στα γόνατα είχε πέσει

Η μονοτονία δεν συνάδει με τη γραφή της Ευτυχίας Παναγιώτου, ούτε και η ευπεψία των εννοιών. Δυσκολεύει, παιδεύει και εν τέλει δικαιώνεται καθώς οι αφηγηματικές κλωστές της που συνέχουν ιστορίες απόκοσμες και αντίξοες, δένουν αναγνωστικά το βλέμμα και υπνωτίζουν το πνεύμα. Τα ποιήματα της συλλογής της Παναγιώτου δεν θα παλιώσουν, επειδή κατορθώνει να ανασαίνει τις λέξεις στα μηνίγγια, επειδή τις ακροβατεί (αξίζει να υπογραμμιστεί η υποβλητική φωτογραφία του εξωφύλλου που ανήκει στον Ιωάννη Στρατουδάκη) στο μεταίχμιο της ζωής και του θανάτου, της ελευθερίας και της δουλείας, του καλέσματος και του αποχαιρετισμού.

Και πεντοζάλη και πυρρίχιος
και τρομαχτόν. Το χέρι εκείνο,
αυτό που αναδύθηκε
-κάλεσμα ήταν ή αποχαιρετισμός;

Με ροπή προς το αντίθετο από αυτό που υποψιαζόμαστε, με έμφαση στο πρόσωπο που αγκομαχά πίσω από αλλεπάλληλα -εκούσια ή ακούσια- προσωπεία, η Παναγιώτου δείχνει με το δάκτυλο μια ζωή που απομακρύνεται από κοντά, ή που πλησιάζει επικίνδυνα και απειλητικά. Δείχνει τον φόβο, την κόλαση, δείχνει το πρόσωπο μας.

Τόσα κορμιά χαϊδέψαμε
στο χαμίνι του πατρικού κλήρου.
τα μυρωμένα μας μέλη ακόμα γλιστρούν
το ’να μες στ’άλλο μουδιασμένα
και το κέντημα της ηδονής μας, νωπό,
πλέκει ένα πρόσωπο,
που είναι η ζωή μας.
Και αφού μας τα δείχνει όλα αυτά, η ίδια συνεχίζει, σε ύφος χορευτικό, να γρονθοκοπεί στον πυρετό της αγάπης.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΚΑΡΟΣ ΜΠΑΜΠΑΣΑΚΗΣ

lifo.gr

Στέκει ανάμεσα στην εσκεμμένα ξεχαρβαλωμένη pop art της Γλυκερίας Μπασδέκη (1969) και στον διογκούμενο μορφολογικά μοντερνισμό της Κατερίνας Ηλιοπούλου (1967). Μπορείς να πεις ότι είναι η τριανδρία (!) των γυναικών που γράφουν από τώρα την ποίηση του μέλλοντος, παίζοντας διαρκώς με το παρελθόν. Η Ευτυχία Παναγιώτου (Λευκωσία, 1980), πιο πολύ από την Μπασδέκη και την Ηλιοπούλου, γίνεται των άστρων ο σκύλος («με τα χέρια γιορτάζω τη λάσπη»). Στέργει να σκαλίσει εκεί που σκάλισε ο Γιώργος Ιωάννου για να γράψει εκείνα τα ανυπέρβλητα λαϊκά άσματα στο «Κέντρο Διερχομένων» παρέα με τον Νίκο Μαμαγκάκη. Στους Χορευτές (εκδ. Κέδρος) οι καθρέφτες μπόρεσαν να αλλαξοπιστήσουν, το φουσάτο αίφνης γίνεται υπόκρουση του χάους, ακούμε το μοιρολόι μιας χαρτορίχτρας, βλέπουμε τον ήρωα να ιππεύει για την αιματώδη δύση. Παίρνει τις λέξεις η ποιήτρια και τις χορεύει, όπως σ’ εκείνο το ιρλανδέζικο τραγούδι ο άνεμος χορεύει το κριθάρι. Πώς αλλιώς; Αφού «η κόλαση είναι / η πιο φλογερή καβαλιέρος / στους φυγόκεντρους εφιάλτες μας».

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΝΤΙΟΧΟΥ

literature.gr 9/11/2014

Το βλάσφημο κορίτσι της ελληνικής ποίησης

Όλες οι λογοτεχνίες, γράφει ο Βύρων Λεοντάρης, εκδικούνται τα βλάσφημα παιδιά τους, κάθε μια με τον τρόπο της. Η νεοελληνική λογοτεχνία, καθόλου εύρωστη, αναιμική και κομφορμιστική, επιβιώνουσα ακόμα και μέχρι σήμερα κάτω από τους ίδιους ακριβώς κοινωνικούς όρους ύπαρξης που διέγραψε ο Καρυωτάκης (επαιτεία της αναγνώρισης, έπαθλα και βραβεία, βιομηχανοποιημένες μεταφράσεις, εκδόσεις «απάντων» προθανάτιες και μεταθανάτιες, ανθολογίες, κ.λπ.) δεν φαίνεται ικανή για μια σοβαρή εκδίκηση στην πρόκληση του Καρυωτάκη, καταλήγοντας: Και δεν αντέχει αυτόχειρες και βλάσφημους. Είναι βέβαια η απώθηση μια μορφή ένταξης. Όμως κάθε φορά που η ελληνική ποίηση απελπίζεται, δηλαδή κάθε φορά που γίνεται ποίηση, ο Καρυωτάκης είναι εξακολουθητικά παρών. (Βύρων Λεοντάρης, Εκδόσεις Έρασμος, 1985). Ένα από αυτά τα βλάσφημα κατ’ εμέ παιδιά της σύγχρονης ελληνικής ποίησης, είναι και η γεννημένη το 1980, στη Λευκωσία, Ευτυχία Παναγιώτου. Πολλοί που θα διαβάσουν αυτήν την απόπειρα ανάγνωσης της τρίτης ποιητικής της συλλογής, «Χορευτές», εκδόσεις Κέδρος, θα σπεύσουν να κρυφομιλήσουν σε τρίτους πως η Παναγιώτου και ο Αντιόχου συνδέονται με βαθιά φιλία τα τελευταία οκτώ έτη. Θα τραυλίσουν μικρές άφωνες λέξεις προσπαθώντας να αποδυναμώσουν τα λόγια μου, μα ίσως ποτέ δεν θα μπορέσουν να καταλάβουν πως η Παναγιώτου γράφει και για τον Γιάννη Αντιόχου και αφού αποφασίζει να εκδοθεί είναι άξια είτε της σιωπής, είτε της κριτικής. Φοβάμαι πολύ για την Ευτυχία Παναγιώτου, φοβούνται και άλλοι σημαντικοί ποιητές τον καθημαγμό της από το ποιητικό σύμπαν που έχει δομήσει με την ποίησή της. Για τούτο και μόνο στέργω την ποίησή της και αν είμαι αυτός που μπορεί να φωτίσει τα σκοτεινά μέρη του ποιητικού της σύμπαντος, το κάνω με μεγάλη αγάπη και σεβασμό στην μετανάγνωση των ποιημάτων της. Οι επιστήμονες υποστηρίζουν πως η διεργασία του ύπνου περιλαμβάνει πέντε στάδια και χαρακτηρίζεται από δύο τύπους: ο ύπνος τύπου REM, ο οποίος χαρακτηρίζεται από ταχεία κίνηση των οφθαλμών ο ύπνος βραδέων κυμάτων (κύματα δέλτα) Περαιτέρω υπάρχουν και αυτοί οι άνθρωποι που παρουσιάζουν αυτό που οι επιστήμονες ονομάζουν παράλυση ύπνου ή υπνοπαράλυση. Αρκετά συχνά, όταν κάποιος βιώνει παράλυση ύπνου έχει την εντύπωση ότι βλέπει όνειρο. Αυτό εξηγεί αρκετές περιγραφές ονείρων στα οποία το άτομο βρίσκεται ξαπλωμένο και ανίκανο να κινηθεί. Τυχόν παραισθήσεις κατά τη διάρκεια της παράλυσης, κάνουν αυτή την κατάσταση να αναγνωρίζεται όλο και πιο συχνά ως όνειρο, αφού κάποιος μπορεί να βλέπει ιδιόρρυθμα ή “ονειρικά” αντικείμενα. Ανοίγοντας λοιπόν το ποιητικό της σώμα βλέπουμε το δηλωτικό motto του Νίκου Καρούζου: να γυρίζεις/ στην καλή πλευρά σου, για να ακολουθήσει το ποίημα που υπερτιτλίζεται ως «Η ετυμηγορία του ύπνου». Η ποιητική της αφήγηση αρχίζει με έναν συριγμό μακρόσυρτο, είναι αυτό που εγώ λέω η ιυγή του θείου ερπετού, όταν καταλαμβάνεται ο ποιητής από τη δεδηλωμένη ποιητική του βίωση, ένα ιδεολογικό και μεταφυσικό υπερεγώ που αναλαμβάνει τα ηνία να μεταγράψει τον αισθητό και υπεραισθητό κόσμο αναπτύσσοντας σχέσεις ντετερμινιστικού μοντέλου. Ο μακρόσυρτος συριγμός της Παναγιώτου μου είναι τόσο οικείος καθώς ακούγεται: από το φάρυγγα του διαδρόμου./ Μια παιδική φωνή ψηλώνει, σβήνει στο φα·/ τρομώδη δάχτυλα τη σαβανώνουν. / Θ’ ακούς και ψιθυρίσματα, υγρά κι αλλόκοτα, τις νευρικές σελίδες που γυρνούν, / τον παφλασμό των λερωμένων υφασμάτων. (…) Και λέω πως μου είναι οικείος μια και όλοι εμείς που κατοικήσαμε τις πόλεις με τις παλιές μονοκατοικίες, περιδιαβήκαμε σε σπίτια με μακριούς διαδρόμους, που ένωναν τα δωμάτια όπως τα σύγχρονα νοσοκομεία. Διάδρομοι που φιλοξενούσαν σε κάθε άνοιγμα μικρά μονόπρακτα δράματα συγγενών, διάδρομοι που τα φέρετρα των παππούδων μου παρέλασαν τιμητικά μέσα σε κλάματα μέχρι την εξώπορτα, την ώρα που μια γυναίκα πάντα κάνει έναν δυνατό κρότο να ξορκίσει το κακό και να φέρει την ησυχία, έτσι όπως λέει και η Ευτυχία Παναγιώτου: Ησυχία./ Μόνο μια θηλιά μέσα μου/ ταλαντεύεται σφυρίζοντας./ Και το πτώμα σου/ – που σαλτάρισε, είπανε./ Γύρισε ξανά πλευρό. Και αφού δηλωθεί η υπνοπαράλυση, αυτό που λέμε μόρα του ύπνου, αμέσως στην ποιητική σύνθεση της Παναγιώτου αλλάζουμε στάδιο του ύπνου, γεμίζοντας το ηλεκτροεγκεφαλογράφημα με κύματα δέλτα, να μην μπορεί να αντισταθεί στην εγκατοίκηση των μαριονετών κι έτσι ξεπηδούν: «Ο ρήτορας», το «Ζεϊμπέκικο του Κάτω Κόσμου», ο «Αστεροειδής», ένας «Βυζαντινός Θίασος», ένας φαλλός σε γύψινο βάζο, κι ένας που ήταν ψηλός, ήταν χακί· όπως τα τανκς, στο ποίημα «Περί ύψους». Αλλιώς πολύ μου κάνουν όλες αυτές οι μαριονέτες με τις εγκλωβισμένες επιθυμίες ή τις απισχνασμένες μνήμες μας, να μαρτυρούν τη βεβαιότητα του ανέφικτου εαυτού μας και εν προκειμένω του ποιητικού υποκειμένου. Και ενώ «εγώ εκοιμήθην, ο ύπνος εξηγέρθη», οδηγώντας την Παναγιώτου στη φάση ύπνου REM, μη μπορώντας κανείς να μην πεταρίσει τα βλέφαρα «Σφυρίζοντας στο προαύλιο της πατρίδας» ή καθηλώνοντας τον αναγνώστη στο πως μπορεί η μαντάμ Ζοζόστρις, φημισμένη μάντης, να αναδομεί, μεταπλάθοντας όμως, την Ελιοτική Έρημη Χώρα εντός του ποιητικού σύμπαντος της Ευτυχίας Παναγιώτου. Είναι από τις στιγμές που ζήλεψα πολύ μέσα στην ανάγνωση αυτής της ποιητικής σύνθεσης και δη: Όταν πεθάνουν ποιητές, οι στίχοι το μαθαίνουν. Θα μαρτυρήσουν. Τροχίζοντας με οιμωγές τη μοίρα μισθοφόρων. Διαδράμει με περισσή ευκολία κι ο έρωτας από την ενότητα της φάσης REM αφού: Όπως στα παιδικά μας φιλμ, το φουσκωμένο σύννεφο μόνο βροχή του έστελνε από πάνω, και μέχρι να φτάσει σπίτι εκείνο πάλι του πετούσε σταυρωτά καρφιά. Έτσι που να ορκίζομαι πως το ποίημα «Ο σαλταδόρος», είναι γραμμένο από τον πολύ αγαπημένο μου αμερικανό ποιητή Nick Flynn, (Some Ether). Η παραπάνω όμως δήλωση, χρειάζεται μεγάλη προσοχή για να μην παρεξηγηθώ. Θέλω να υποδηλώσω την εκλεκτική συγγένεια της Παναγιώτου με τον Αμερικανικό κανόνα της ποίησης και την ικανότητά της να παρουσιάσει στην αναιμική ελληνική πραγματικότητα την ιερή αυτή βλασφήμια, όπως κάνει ο Flynn στην Φυσική Κινουμένων Σχεδίων, Μέρος 1 (Cartoon Physics, Pt., 1). Το αισθητικό αποτέλεσμα όπως και να έχει είναι απολαυστικό, το σώμα της αρχίζει να δονείται, συντελείται «Η δράση του σώματος πριν από τον κυνισμό». Έτσι στο ποίημα «Λίγο πριν σηκωθείς», ομολογεί: «Μην πεις πως δεν πόθησες τα φτερά του παγονιού, / ένα φόρεμα να σκουπίζει την πίστα με βαλς» και εδώ κείται η αποκάλυψη, πως η Ευτυχία Παναγιώτου είναι γνώστης του φυλετικού διμορφισμού του παγονιού, καθώς το αρσενικό είναι που έχει την εντυπωσιακή χρωματιστή ουρά σα βεντάλια, ενώ το θηλυκό στερείται αυτής της εντυπωσιακής εμφάνισης. Η Παναγιώτου λοιπόν μιλάει ακαριαία για τη μονομαχία του σώματός της, αφού όταν σε κοίταξε στα μάτια ο τολμηρότερος, μην πεις πως ήτανε κατακτητής· / στα γόνατα είχε πέσει. Και έτσι αίφνης, παρόλο τον παραδεδεγμένο της έρωτα, τουλάχιστον ως αντικείμενο του πόθου, έχει αυτό που κάθε θηλυκή ύπαρξη θα επιθυμούσε, τον ικέτη στα πόδια της, η ίδια κυλώντας όλο το βάρος του κόσμου ή του σύμπαντός της, λαμβάνει αυτή τη «Σισύφεια στάση» καθώς εικάζω πως από τον Υμηττό, το φρικώδες φως διαπερνά τις γρίλιες της σκοτεινής της κάμαρας. Μέσα στο λάβρο ξημέρωμα «Κοιτάζοντας τον ήλιο» στεκόμαστε στο ένα πόδι,/ σε στάση προσοχής, /με τα χέρια πιασμένα. /Ο τρόπος να μιλήσεις για τον ήλιο. Και τούτο μου φέρνει στο μυαλό μια πολύ αρχαία άσκηση ή χαιρετισμό του ήλιου που ονομάζεται στο γνωστικισμό ως Ρούνα ΦΑ. Ξυπνητή και πλέον συνειδητή αποφασίζει «Γκρεμίζοντας τον ύπνο (Ηλίας Λάγιος)» να χορέψει, υπερτονίζοντας εν κατακλείδι: Θα μαρτυρήσεις, θα το πεις: Τι μαγική ακροβασία στο κενό, κι ότι δική σου ήταν, δική σου όταν -αίνιγμα μες στα πετρώματα – μια φορά κι έναν καιρό μες στη φωνή βουλιάζοντας. Το βιβλίο έχει ακόμη μία ενότητα που ονομάζεται Προθέρμανση και αποτελείται από ένα ποίημα με τέσσερις στίχους. Πιστεύω πως τοποθετήθηκε εκεί για να προστατέψει την ποιήτρια από αυτές τις βουβές φωνές των συνδαιτημόνων που μόλις τελειώσουν με το ποιητικό σώμα της Παναγιώτου θέλοντας κι άλλο φρικώδες φως θα οδηγηθούν σε ασφαλή συμπεράσματα. Προσωπικά μου περισσεύει και το απαλείφω από την δική μου ανάγνωση. Της εύχομαι να την κατανοήσουν αυτοί που εκείνη επιθυμεί. Καλό της ταξίδι.

 

ΚΩΣΤΑΣ ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ

Ας χορέψουμε

Γκρεμίζοντας τον ύπνο
Ηλίας Λάγιος

Ο πόθος έλιωσε τα μάτια μας.

Έγινε τραγούδι, να τυραννάει τον λογοκόπο.
Αόρατο δοξάρι σε παρτιτούρες αρλεκίνου
που έσκιαξε κι έσκισε το μισοφόρι
του θανάτου. Ήχος πειραγμένος,
από παράτολμο σμίξιμο.

Το χώμα να φοβάται το σώμα.

Γι’ αυτό πριν πάλι ο Τυφλός λαλήσει
― Ας βροντήξουν παλαλά ταμπούρλα,
και πλήθος παρδαλά τα γυναικεία λώματα
ας τσερίσουν με τον πήχη τον αγράνεμον.

Και πεντοζάλη και πυρρίχιος
και τρομαχτόν. Το χέρι εκείνο,
αυτό που αναδύθηκε
― Κάλεσμα ήταν ή αποχαιρετισμός;

Το προηγούμενο βιβλίο της Ευτυχίας Παναγιώτου (Μαύρη Μωραλίνα, 2010) προσέχθηκε ιδιαίτερα, ίσως γιατί, πατώντας στη μεταπολεμική ποιητική παράδοση, διέκρινε, διορατικά, τις γόνιμες περιοχές (όπως είναι π.χ. η ποίηση της Ελένης Βακαλό) απ’ όπου θα μπορούσε να υπάρξει μια συνέχεια. Όμως η κάθε είδους συνέχεια, ακόμα και η πιο διορατική και προωθημένη, απλώς πιστοποιεί, για εμάς τους κρίνοντες, την απαραίτητη φιλολογική σκευή και γνώση των νεωτέρων, αλλά και καθησυχάζει την αμηχανία μας μπροστά στα ενδεχόμενα που μας επιφυλάσσονται απ’ αυτούς, τα οποία ίσως να είναι και ανατρεπτικά των βεβαιοτήτων μας και της βολής μας.

Κανείς δεν γράφει για κάποιο βιβλίο χάριν αυτού, ακόμα και αν προτάσσει το πιο μειλίχιο ή και ψυχόπονο προσωπείο του. Τις δικές του επιλογές προβάλλει, τα δικά του κριτήρια υπερασπίζεται, τον δικό του ορίζοντα προσδοκιών. Με αυτή την έννοια, η Μαύρη Μωραλίνα δεν ήταν ένα «επικίνδυνο» βιβλίο, όσο και αν ήταν ίσως και επώδυνη η διαδικασία μέσα στην οποία η ποιήτρια έψαυσε τα όρια του ποιητικού μοντερνισμού, επιχειρώντας μάλιστα να τον επικαιροποιήσει, με τρόπο ομολογουμένως εξαιρετικό.

Στην ανά χείρας, τρίτη ποιητική συλλογή της Παναγιώτου, τα πράγματα σοβαρεύουν, και γίνονται όντως επικίνδυνα. Αυτό το βιβλίο, δεν γράφεται με βάση την παραδοχή της κρίσης του μοντερνισμού, αλλά με δεδομένο ότι αυτή η κρίση δεν είναι πλέον ανατάξιμη. Μια τέτοια διαδικασία ποιητικής αυτοσυνειδησίας δεν είναι μόνο επώδυνη αλλά και δημιουργική. Το πιστοποιούν άλλωστε τα τεκμήριά της, που, στην περίπτωση της Παναγιώτου, είναι η διαφορά ανάμεσα στην πρώτη μορφή των ποιημάτων, όταν δημοσιεύθηκαν σε διάφορα έντυπα, και στην παρούσα μορφή τους, όπως αποτυπώνεται στο βιβλίο.

Είναι μια διαδικασία βίαιης ωρίμανσης, όπου θα έπρεπε να διαχειριστεί την επιτυχία της, δηλαδή να βγει έξω από την επικράτεια του πραγματωμένου έργου της, εν προκειμένω της Μαύρης Μωραλίνας. Έξω από τη δημιουργική μαθητεία, έξω από την ασφάλεια που παρέχει η αναμόχλευσή της.

Έστω και αν η συλλογή εκείνη την υπερέβαινε, και ταυτόχρονα επρόκειτο για μια επίτευξη απόλυτα δική της, το ζητούμενο τώρα ήταν τι θα επιλέξει, ως καλλιτεχνική στάση. Και η καλλιτεχνική στάση είναι συνώνυμη με τη διακινδύνευση. Όπως και μερικοί ακόμη ποιητές της ηλικίας της (τριαντάρηδες), δείχνει να έχει συνείδηση αυτής της ταύτισης της τέχνης, με την έκθεση, με το ρίσκο, με τη διακινδύνευση. Μια στάση η οποία επί πολλές δεκαετίες ήταν δυσεύρετη στη νεοελληνική ποίηση, γι’ αυτό και έχουμε πολλούς καλούς ποιητές, αλλά ελάχιστες διακριτές ποιητικές.

Δεν επενδύω υπέρμετρες προσδοκίες σε αυτούς τους νεώτερους ποιητές, όμως και μόνο η παράμετρος θεωρία που υπάρχει στα προαπαιτούμενά τους, ως αναγκαιότητα να οριστούν σε σχέση με αυτήν διαμορφώνοντας την ποιητική τους ταυτότητα, τους απομακρύνει από την κυρίαρχη πρακτική του ναΐφ, το οποίο βέβαια σήμερα δεν διαθέτει καμιά αίγλη λαϊκότητας και αυθεντικότητας, αλλά είναι συνώνυμο ενός ιδεολογικά επικίνδυνου νεορομαντισμού, που δεν μπορεί να καταλήξει παρά στον κοινοτισμό.

Σήμερα πια θαμπώνουν οριστικά τόσοι και τόσοι μεταπολεμικοί, που αναπαύθηκαν στη σκιά των επιτεύξεων της γενιάς του ’30, και επανέρχεται, προσωπικά στον καθένα που γράφει ποίηση, το σκληρό, αλλά πάντα παρόν και θεμελιώδες ερώτημα: τι νέο κομίζετε εις τέχνην; Γιατί η κοινωνική συνθήκη «ποίηση» αφορά πολλά πράγματα, αλλά δεν αφορά κατ’ ανάγκην την ποίηση ως τέχνη. Ποιηματογράφους έχουμε αρκετούς, και όντως γράφουν αξιοπρεπή και αξιόλογα ποιήματα. Είναι ένα σημαντικό κοινωνικό και πολιτιστικό κεφάλαιο. Όμως την ποίηση, ως τέχνη, και τους ποιητές, ως καλλιτέχνες, είναι που αναζητούμε όταν γράφουμε λογοτεχνική κριτική, τα αισθητικά προτάγματά τους οφείλουμε να κρίνουμε και να αναδεικνύουμε.

Στους Χορευτές, λοιπόν, η Παναγιώτου, βγαίνοντας από την επικράτεια των αισθητικών προκείμενων της διαπίστωσης, ή και της ταυτοποίησης της κρίσης του μοντερνισμού, ανοίγεται σε ένα πέλαγος τρόπων και ποιητικών ερεισμάτων, επιχειρώντας να τιθασεύσει τις δυνάμεις και τις απαιτήσεις που αυτά εγείρουν, δηλαδή τη νοσταλγία, τη μίμηση, την επισημείωση, αλλά και την ανέξοδη πρόκληση. Αυτοί οι τρόποι και αυτά τα ερείσματα εκτείνονται από την κυπριακή ιδιόλεκτο μέχρι τον Εγγονόπουλο, από το δημοτικό τραγούδι μέχρι τον Καρούζο, από τον Σολωμό μέχρι τον Λάγιο, από την ποίηση ποιητικής μέχρι τη λαογραφία, από τον Ώντεν μέχρι τον δεκαπεντασύλλαβο, από το παρόν στο διάσπαρτο παρελθόν.

Δεν υπάρχει ένας ρυθμός που διατρέχει το βιβλίο, έστω με τις διακυμάνσεις του και τις παραλλαγές του, δεν υπάρχει ένα ασφαλές ρεπερτόριο το οποίο καθησυχάζει τις ανασφάλειές μας. Οι χορευτές ισορροπούν σε τεντωμένο σχοινί, όπως στο εξώφυλλο, υπό το βλέμμα ενός ισχνού κοινού, με το τεράστιο ψαλίδι στα χέρια του καλλιτέχνη, να απειλεί τη δεδομένη, για το κοινό, δεξιοτεχνία του και τη συνακόλουθη ασφάλειά του. Και πάλι, όμως, η εξουσία δεν βρίσκεται στο χέρι του, δεν διαθέτει το προνόμιο της επιλογής της ύπαρξής του, ούτε βέβαια της τελευταίας λέξης, γιατί οι χορευτές είναι πολλοί μέσα στο βιβλίο, πολλοί και μέσα σε κάθε ποίημα. Τελικά, ο χορευτής είναι ένα απείκασμα της φιγούρας του καλλιτέχνη, στα μάτια του κοινού. Ακόμα και η αυτοκτονική πτώση του, απλώς θα τους διασκέδαζε αδιάφορα.

Μα εσένα το μυαλό σου στο χορό.

Ταυτόχρονα όμως, το βιβλίο της Παναγιώτου διαλέγεται ισότιμα με το ακόμα ισχνότερο κοινό, το οποίο δεν συντίθεται από φυσικά πρόσωπα και άλλα εφήμερα, αλλά από τα αισθητικά αιτούμενα του ιστορικού παρόντος. Ένα κοινό που ποτέ δεν ξεπέφτει στο επίπεδο της κοινότητας και στην ιδεολογία του κοινοτισμού, γιατί η αριστοκρατικότητα της τέχνης, ως εξόχως ανταγωνιστική συνθήκη, είναι που το συνέχει. Ας αποχαιρετήσουμε λοιπόν την κ. Παναγιώτου, ως νέα και υποσχόμενη ποιήτρια, ως «αντιπροσωπευτική της γενιάς της», και τα τοιαύτα που δεν εμπνέουν, και ας δούμε το βιβλίο της όπως παίρνει τη θέση του, ας ακούσουμε τους ήχους και ας αναδεχθούμε τις δονήσεις που προκαλεί η τριβή του με άλλα άξια βιβλία, στην προθήκη του ιστορικού παρόντος.

Το χώμα να φοβάται το σώμα.

Τελικά, ποιο είναι το αισθητικό πρόταγμα του βιβλίου; Είναι μήπως μεταμοντέρνο; Σίγουρα βρίσκεται έξω από την επικράτεια του μοντερνισμού. Προσπαθεί να οριστεί μέσα στη σημερινή, ασαφή, και ίσως μεταβατική, ιστορική συνθήκη. Τα χαρακτηριστικά του, δηλαδή το έμφυλο, το πολύτροπο, το οιονεί πολυφωνικό, το ανομοιογενές, ο σπασμένος ήχος και η εκ νέου εμφάνισή του, σε μια διαδικασία ήπιων μεταμορφώσεων και μεταλλάξεων, ούτε κρύβονται ντροπαλά ούτε φωνάζουν περιφερόμενα ως δηλώσεις προθέσεων. Υπάρχουν όμως, και λειτουργούν, εγείροντας απαιτήσεις σύνθεσης, διαύγασης, δημιουργίας διακριτού ύφους και ποιητικής, φτιάχνοντας, ψηφίδα την ψηφίδα, τις ίδιες τις προϋποθέσεις τους. Αναμένουμε ακόμη πιο ενδιαφέρουσα, αλλά και πιο δύσκολη, τη συνέχεια.

Υ.Γ. Το βιβλίο διαθέτει, σε μελετημένες δόσεις, τις απαραίτητες «αποδείξεις», για όσους αξιολογούν την «θεματική» ως το ισχυρότερο κριτήριο, και μόνο δι’ αυτού μπορούν να δουν αν ένα βιβλίο διαθέτει τις αναγκαίες αγκυρώσεις στο παρόν και στην ιστορία. Για παράδειγμα: Οι Μοίρες παίζανε/ γεμάτο ζάρι/ – Αλγερία, Τυνησία, Αίγυπτο -/ την τύφλα τους λευκό κουτσό./ Λέγαν, θα πάμε από πνιγμό.// Μα μόνο οι λέξεις κατρακύλησαν.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΘΗΝΑΚΗΣ

Latenighter’s Booktales 05/03/2015

Γράμμα σε μια ποιήτρια που χόρευε όπως η γάτα της

Ευτυχία μου,
Στον προφορικό λόγο, δεν ξέρω αν το «Ευτυχία μου» ακούγεται με κεφαλαίο ή με πεζό έψιλον. Για να το ξεκαθαρίσω, αλλά και για να ξεμπερδέψω, θα πω ότι και με το ένα και με το άλλο είμαστε μέσα.
Έχω διαβάσει με πολλή προσοχή το βιβλίο σου. Μεταξύ μας, το έχω διαβάσει περί τις 350 φορές, στην πρώτη του μορφή, στη δεύτερη, στην τρίτη, σελιδοποιημένο, στημένο, φορεμένο, πονεμένο και αγαπημένο. Εδώ είναι η στιγμή που θα έπρεπε να πω κάτι του στιλ «κάθε φορά ανακάλυπτα και ένα καινούργιο μυστικό που μου έλεγε το βιβλίο σου» ― μπλιαχ, δηλαδή. Ή ότι έβρισκα συνεχώς κάτι παλιό, κάτι δικό μου, κάτι δικό σου, κάτι της δύσμοιρης πραγματικότητας, κάτι της παροντικής Ιστορίας, κάτι που ήξερα μα δεν μπορούσα να το πω. Μπλιαχ, επίσης.
Οι Χορευτές σου είναι ένα βιβλίο ελαφρύ ― αν κρίνει κανείς από το χαρτί του. Είναι μαζί κι ένα βιβλίο πάμβαρυ, σαν το κάρμα των ηρώων και των ηρωίδων σου, που θα το κουβαλάνε και στις επτά ή δεκαεπτά ζωές που είναι προορισμένοι να ζήσουν.
Αναρωτιέμαι εάν εσύ έχεις καθόλου σκεφτεί ότι οι ήρωες και οι ηρωίδες σου είναι νεκροί. Αν έχεις κάπου μέσα σου χαϊδέψει τ’ άψυχα σώματα των χορευτών που παρελαύνουν μπροστά στα μάτια μας. Και τι εννοώ; Απλώς ότι έχεις πάρει την ψυχή αυτών των χαρακτήρων και την κάνεις βόλτα στο σπίτι, στην πόλη, σε μια άλλη πόλη, σε ένα άλλο σπίτι, σ’ ένα αυτοκίνητο που παλεύεις να οδηγήσεις, σ’ ένα πανεπιστήμιο, σ’ ένα κρεβάτι. Το ξέρω ότι δεν ακούγεται ωραίο αυτό το «νεκροί» ή αυτό το «άψυχοι», αλλά, Ευτυχία μου, τους έχεις απαλλάξει από τις έγνοιες του κόσμου, από τις συμβάσεις μιας κάποιας κοινωνίας, από τις σώνει και ντε καθημερινές τους ασχολίες, τα άγχη ― τις επιθυμίες ακόμα ακόμα.
Οι χορευτές του βιβλίου σου είναι απαλλαγμένοι. Η αναγκαστική περίφραξη της κοινωνίας που θέλει τα μέλη της ενεργά και προσηλωμένα σ’ έναν σκοπό, αυτόν που θέλει τους πάντες να παλεύουν, να προσπαθούν και να επιμένουν, στους ήρωες και στις ηρωίδες γίνεται ένας χορός που εξυμνεί το τίποτα ― ένας ατέλειωτος χορός απαλλαγής από την επίκτητη καλότητα ―αλλά όχι καλοσύνη― και την αναγκαστική υπέρβαση εαυτού. Οι χορευτές σου, Ευτυχία μου, είναι ο κόσμος χωρίς την Ιστορία, είναι ο χρόνος χωρίς ρολόι, είναι η αγάπη χωρίς «έχω δουλειά, θα σε πάρω μετά». Οι Χορευτές είναι το βιβλίο της σωτηρίας από το ανόητο ―και πόσο πληκτικό, θε μου― «πρέπει να ζήσω».
Ευτυχία μου,
Οι χοροί και τα τραγούδια του βιβλίου σου, οι στίχοι που έγραψες κι εκείνοι που δανείστηκες, τα γράμματα που επέλεξες κι εκείνα που σε επέλεξαν νομίζω ότι λοιδορούν τις αποτυχίες, βγάζουν γλώσσα στις επιτυχίες και χορεύουν πάνω στο κουφάρι του αιώνιου Συντάγματος της ομορφιάς. Η ομορφιά δεν πρόκειται να σώσει κανέναν κόσμο, αφού ο κόσμος δεν έχει ανάγκη να σωθεί ― αν είχε ανάγκη να σωθεί, δεν θα ήταν κόσμος, δηλαδή στολίδι, θα ήταν ένα τσουβάλι με δικαιωμένες πράξεις και υπάρξεις. Γιατί είναι κάπως οξύμωρο να πρέπει να ζήσεις, να προσπαθείς να σωθείς, αλλά τελικά να μένεις στην προσπάθεια ― είτε έχεις λανθασμένο στόχο είτε ο τρόπος σου είναι για τα περιστέρια.
Αυτή είναι η ομορφιά των ποιητών και των ποιητριών, ωστόσο. Εντάξει, όχι όλων μας ― ας μην είμαστε τόσο συνδικαλιστές με το σινάφι μας. Η ομορφιά αυτή, Ευτυχία μου, είναι ο κόσμος τους, αυτός που έχει ξεσκονίσει από πάνω του τα μέτρα και τα σταθμά, τα άρθρα, τις παραγράφους και τις εγκυκλίους της ανθρώπινης κατάστασης. Δεν είναι ένας άλλος κόσμος ―εφικτός ή μη―, είναι ένας κόσμος που ξενυχτάει πάνω στην ανθρώπινη ευτυχία, και στην τραγωδία μαζί, κάνοντάς τες απλές εμπειρίες μιας καλά κρυμμένης δικαιολογίας της ύπαρξης της ύπαρξης. (Κι αναρωτιέμαι πάλι: υπάρχει η ύπαρξη;)
Όταν έπιασα τους Χορευτές στα χέρια μου, τυπωμένους πια, το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα ήταν ότι ―επιτέλους!― κερδίσαμε τη ζωή μέσα σε μερικές σελίδες. Ξεφορτωθήκαμε τα «ποιος είμαι και πού πάω» και ζαλωθήκαμε ένα πανέμορφο «γουστάρω». Έγινε ξάφνου η Αθήνα το πιο ωραίο μέρος του πλανήτη, τα πιο όμορφα (και τα πιο πολύπαθα) μέρη του πλανήτη έγιναν δικά μας, έγιναν οι γειτονιές κάτι ξεχασμένες σπηλιές των Άνδεων, έγιναν οι άνθρωποι κορμιά που περπατούν στη Γη χωρίς σκοπό ― επιτέλους!
Ευτυχία μου,
Το ξέρω ότι διαβάζω τα βιβλία των άλλων με αρχικό γνώμονα τις δικές μου θεωρίες. Το ξέρω, επίσης, ότι προσπαθώ να τα καταλάβω με τη δική μου σκευή. Είμαι σίγουρος ότι είμαι ελλιπής αναγνώστης, κατέχω την απόλυτη ημιάγνοια, περιφέρομαι στα βιβλία και στις λέξεις μ’ ένα ανυποχώρητο και οριστικό «ίσως», χαϊδεύω τα γράμματα των άλλων μ’ ένα ανήμπορο «γιατί;». Ακόμη και οι παρουσιάσεις που κάνω, σαν αυτήν εδώ απόψε, είναι μια φοβισμένη απόπειρα να εντάξω όλα τα παραπάνω σ’ έναν κατάλογο από μικρές επιτυχίες, μόνο και μόνο για να δικαιολογήσω τα μιστά μου, δηλαδή την αγάπη και τα ζεστά χέρια, τις αγκαλιές και τους χορούς.
Οι Χορευτές σου, όμως, Ευτυχία μου, δεν με έχουν ανάγκη. Όλη η παρουσία μου εδώ είναι μία ανέξοδη περφόρμανς για να πω απλώς ότι είσαι μία σπουδαία ποιήτρια, για να φωνάξω, χωρίς φωνή, ότι, όταν εσύ γράφεις, εγώ όντως παρακολουθώ τον κόσμο απ’ την αρχή και του χαρίζω νέα επίθετα, νέα ουσιαστικά, νέα επιρρήματα ― μόνο και μόνο για να τον προσαρμόσω στις δικές σου λέξεις. What do you offer your friends to make them so supportive, λέει η Σάρα Κέιν, κι εγώ μένω με το στόμα ανοιχτό. Επειδή απλώς υπάρχω για να τους θαυμάζω. Φτάνει; Ποιος ξέρει…
Η γενικότητα ―παρότι απαραίτητη στον κόσμο της πολύμορφης αλληλεγγύης― που λέει ότι τα πάντα είναι πολιτικά, ότι ο έρωτας, η τέχνη, η ύπαρξη η ίδια είναι πολιτικά είναι ένας άλλος τρόπος να σοβατίσουμε τις πληγές από τις σφαίρες ενός πανανθρώπινου εμφυλίου, που ξεδιπλώνεται ανάμεσα σ’ εκείνους που γνωρίζουν και σ’ εκείνους που δεν θέλουν να μάθουν, ανάμεσα σ’ εκείνους που μαθαίνουν αναγκαστικά και σ’ εκείνους που ξεχνάνε εκόντες άκοντες. Η ποίηση δεν βρίσκεται κάπου στη μέση ― βρίσκεται πάνω πάνω, στα σκοπευτήρια και στους πυργίσκους των φυλακών, στις κορυφές των λόφων που χώνονται μες στις πόλεις, στα πατάρια κρυμμένων μπαρ, στα ψηλοτάκουνα κάποιων γυναικών και στα ποσέτ αφόρετων κουστουμιών. Η ποίηση ―και θα βάλω ένα «σου» εδώ― είναι ένας χορός της ξηρασίας, μία λιτανεία για ήλιο, ένας εξορκισμός-πρόσκληση στον διάβολο, μια επανάσταση που δεν έχει κίνητρο: η ποίηση, Ευτυχία μου, και ιδίως η δική σου, είναι η απουσία δικαιολογίας ― είναι ο θόρυβος των κωφαλάλων.
Ευτυχία μου,
Για τα σπουδαία βιβλία, για τα βιβλία εκείνων που αποχαιρετούν το αμήχανο «νέος και πολλά υποσχόμενος», όπως έχει γράψει ο Κώστας Βούλγαρης στην κριτική του για τους Χορευτές, δεν έχεις να πεις, σε μια τέτοια παρουσίαση, τίποτε πέρα από όσα έχεις ήδη γράψει εσύ στο βιβλίο σου. Το γράμμα μου αυτό είναι ακριβώς εκείνη η αμηχανία να μιλήσω γι’ αυτό το βιβλίο ― μόνο σε σένα μπορώ ν’ απευθυνθώ, αλλά και σ’ όσους και όσες είναι σήμερα εδώ, μπας και πάνε ν’ αγοράσουν τους Χορευτές, γιατί οι καιροί είναι δύσκολοι και πρέπει να βγάλεις και κάνα φράγκο, μεταξύ μας.
Ευτυχία μου και ευτυχία μου,
Τόσα χρόνια που σε ξέρω, τόσα και τόσα που έχουμε προσπαθήσει μαζί, δεν έχω καταφέρει ―και το λέω με πολλή περηφάνια― να ξεχωρίσω μέσα μου την Ευτυχία που αγαπώ από την Ευτυχία που θαυμάζω• την Ευτυχία με έψιλον κεφαλαίο και την ευτυχία με έψιλον πεζό. Έχω, όμως, καταφέρει να διαχωρίζω ―κάθε, μα κάθε φορά― το πόσο ο θεός της φιλίας μας κάνει παρέα με τον δαίμονα της ποίησής σου που διαβάζω. Είμαι σε θέση, πιο σίγουρος από ποτέ, να βρίσκω συνεχώς την τρύπα για ν’ ακούσω την καρδιά σου και το κουράγιο να τρυπώσω στα γραπτά σου.
Κυρίες και κύριοι,
Η ποίηση της Ευτυχίας Παναγιώτου χρειάζεται κουράγιο. Οι Χορευτές της είναι ένα έργο ανίερο, ένα έργο που έχει μετατρέψει τη διαρκή, ναΐφ, κατάφαση στην ομορφιά και την ευτυχία (με έψιλον πεζό) σε έναν ατέρμονα εμφύλιο μεταξύ ενός απώτατου «δίνομαι» κι ενός αφειδώλευτου «δίνω». Η ποίηση της Ευτυχίας Παναγιώτου είναι η αγάπη που δεν τιθασεύεται, ο έρωτας που δεν πτοείται, η παρέα που δεν λογαριάζει, το σώμα που δεν αντιστέκεται. Η ποίησή της, όλες της οι λέξεις, είναι η μάχη του καλού με το καλύτερο, είναι η νίκη πάνω στην αδάμαστη επιθυμία να μη θέλεις ό,τι, έτσι κι αλλιώς, υπάρχει, αλλά να ποθείς όσα πάντοτε σε κάνουν να θέλεις να υπάρξεις εσύ. Και να υπάρξεις ωραία.
Ευτυχία μου,
Μπράβο σου, μωρό μου.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ ΨΑΛΤΗΣ

«Το βιβλίο της βδομάδας», Θράκα 10/10/2015

Από την πρώτη της συλλογή η Ευτυχία Παναγιώτου αποφασίζει δυναμικά να μας εισβάλλει στον στρόβιλο και στην δίνη του πειράματος της γλώσσας, της γραφής, του ποιήματος. Στους «Χορευτές», μια εντέχνως έντονη διατύπωση του συνειρμού, νομίζω πως αυτό το πείραμα έχει φτάσει στην αποκορύφωσή του. Περιγραφικά η συλλογή αποτελείται από μια σειρά ποιημάτων που θα μπορούσαν να παρομοιαστούν με όνειρα, ή με ένα συνεχές και μεταβαλλόμενο όνειρο κατά την διαδικασία του ύπνου. Θα έλεγα πως ο λόγος της Παναγιώτου σ’ αυτή τη συλλογή, σχοινοβατεί (δεν είναι τυχαίο το εξώφυλλο) ανάμεσα σε μία έξω-ρεαλιστική γραφή και στην προσπάθεια σχηματισμού δομών ποιήματος που θα έμοιαζαν με τα κτίρια του Antoni Gaudí. Η συλλογή είναι επιτυχώς χωρισμένη σε τέσσερις ενότητες που τα ποιήματα τους δίνουν την γραμμική ένταση της ονειρικής διαδρομής. Το περιεχόμενο των ποιημάτων είναι εξαιρετικά διευρυμένο, δεν θέλω να προσπαθήσω να το καταγράψω, αντιθέτως το αφήνω στην ελευθερία του αναγνώστη, όμως πάντα υφέρπει η διερώτηση για την υπόσταση και γραφή ενός ποιήματος

 

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΞΕΝΟΣ

Diavasame.gr, 8.1.2016

Ησυχία.

Μόνο μια θηλιά μέσα μου
ταλαντεύεται σφυρίζοντας.

(από το ποίημα «Η ετυμηγορία του ύπνου»)

Η Ευτυχία Παναγιώτου (1980) γεννήθηκε στη Λευκωσία. Σπούδασε φιλοσοφία στην Αθήνα και νεοελληνική φιλολογία στο Λονδίνο. Εργάζεται ως επιμελήτρια εκδόσεων, μεταφράζει ποίηση, αρθρογραφεί σε περιοδικά και εφημερίδες. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, ιταλικά, ισπανικά και γερμανικά. Η ίδια έχει μεταφράσει τα «Ερωτικά ποίηματα» της Ανν Σέξτον, καθώς και ποιήματα της Ανν Κάρσον. Έγραψε τα βιβλία ποίησης «Μέγας κηπουρός» (Κοινωνία των (δε)κάτων, 2007) , «Μαύρη Μωραλίνα» (Κέδρος, 2010) και «Χορευτές» (2014). Ζει στην Αθήνα.

Η ποιητική συλλογή της Ευτυχίας Παναγιώτου αποτελείται από τρεις πράξεις, πρόλογο κι επίλογο. Ποιήματα που αφήνουν πίσω τον μεταμοντερισμό κι επαναφέρουν μια οικουμενική σύνθεση ρεαλισμού και ρομαντισμού. Και μολονότι ο ρομαντισμός υπολείπεται του ρεαλιστικού στοιχείου, ωστόσο είναι εκείνο που απομένει στο τέλος της ανάγνωσης κάθε ποιήματος. Άλλωστε αφού η καθημερινότητα – ο κόσμος φροντίζει να σε αγκυλώνει παντοιοτρόπως, το λιγότερο που έχεις να κάνεις είναι προστατεύσεις τα υπολείμματα ενός λοιδορούμενου πνεύματος.

Στίχοι οικοδομημένοι με πλούσιο λεξιλόγιο, λέξεις προσεκτικά τοποθετημένες πάνω στο χαρτί, δομή που σε αγκιστρώνει σαν ανίδεο θεατή – ακόμα κι αν ξέρεις. Κάθε αράδα ξεσκίζει το δέρμα σου με προσοχή, όχι για να μην πονέσεις, αλλά για να το νιώσεις, μέχρι να αναδυθεί φωταυγές το νέο δέρμα, ανάλαφρο κι αδέσμευτο από τα περιττά βαρίδια. Κι όσα αποκαμωμένα, τα αληθινά, έρχονται από το παρελθόν στέκονται καταγής κοιτώντας τα σκοτάδια να φλέγονται.

Όμως κι εσύ «μην πεις πως δεν πόθησες τα φτερά του παγονιού». Αυτή είναι η συμμετοχή σου. Κι αν προσπάθησες να τα πάρεις σκοτώνοντας το παγόνι, το δίκαιο παραμονεύει. Αν πάλι αγνάντεψες τ’ αληθινά ωραίο, κράτα τη μνήμη ζωντανή, συνοδοιπόρος θα στέκει τις πιο δύσκολες στιγμές.

Ένας αλληγορικός παραλληλισμός –αυτό δεν είναι άλλωστε η ποίηση;– διατρέχει τη συλλογή σε όλη την έκτασή της. Μια εξαιρετική συλλογή από κάθε άποψη. Και το εξώφυλλο, χαρακτηριστικό, δίνει το στίγμα.

Ακόμα και αν δεν διαβάζετε ποίηση, αξίζει πραγματικά να αναζητήσετε την ποίηση της Ευτυχίας Παναγιώτου. Μια γροθιά στο στομάχι, ένα μοιρολόγι στο αφτί, μα τελικά ένας φίλος που θα σου λέει πάντα αλήθειες.

 

ΜΑΥΡΗ ΜΩΡΑΛΙΝΑ

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΓΚΙΤΣΗ

http://www.vakxikon.gr, τχ. 17, Μάρτιος 2012

«Την ποίηση, αν δεν την τη βιώνεις, δεν μπορείς να τη μεταφέρεις» ξεκινώ με την διαπίστωση -αδιαμφισβήτητη το δίχως άλλο- του ποιητή Βαγγέλη Χρόνη. Από την διαπίστωση αυτή άρχουν και όλες οι σκέψεις μου που με χαρά έρχομαι να μοιραστώ μαζί σας.
«κοιτάξτε τη Μωραλίνα / έχει κόψει τα μαλλιά της
κλαίει με το πάθος της κυρίας / Μοντιλιάνι
κοιτάει απ’ το καθρεφτάκι της τ’ωραίο πρόσωπο μιας Άλλης / που χάθηκε Οκτώβριο μήνα
όταν ακουμπάει το κραγιόν στα χείλη / αποχρώσεις δεν υπάρχουν του κόκκινου
ο άντρας που έχει δει τον ήλιο ξέρει
με ανάπηρους φθόγγους των πουλιών
νεκρόφιλος κανείς δεν είναι»
Θα μπορούσε να είναι ένα ποίημα της Ευτυχίας Παναγιώτου με τις αράδες του στοιβαγμένες σε μία μόνο σελίδα, πριν ή μετά την υποτιθέμενη φωτογραφία της αγαπημένης της φωτογράφου Francesca Woodman που θα την τιμήσει στην δεύτερη ποιητική της συλλογή διαλέγοντας για εξώφυλλό της μια ιδιαίτερη φωτογραφία. Δεν είναι ωστόσο ένα ποίημα μίας σελίδας, είναι οι υποενότητες της συλλογής της «Μαύρη Μωραλίνα» που κυκλοφόρησε το 2010 και επανακυκλοφόρησε σε δεύτερη έκδοση το 2011. Η πρώτη έκπληξη λοιπόν επήλθε ήδη στην μορφή των περιεχομένων. Περιεχόμενα εν είδη ποιήματος.
Και όσο πλησιάζεις την Ευτυχία Παναγιώτου από μακριά, έχοντας την ελπίδα να την συναντήσεις, και αρκετά ενδόμυχα έχοντας τον πόθο ν’αγγίξεις το εσώτατο ποιητικό της κύτταρο -και εννοώ την αναγνωστική εκείνη ιεροτελεστία του καθενός μας, που ξεκινάει από την επιλογή του τίτλου ενός βιβλίου, την διαγώνια, τουτέστιν, φευγαλέα ανάγνωση των υποενοτήτων και εν τέλει την προσεκτική μελέτη των προτάσεων της σελίδας- τόσο περισσότερο έχεις την έκπληξη και την αίσθηση πως η ποιήτρια βιώνει καλά τις λέξεις και μπορεί να τις μεταδώσει με την ίδια ένταση και δυναμική είτε αυτές είναι ποιήματα, είτε πλαγιότιτλοι, είτε σχόλια στο τέλος, είτε ακόμη και ο τίτλος της συλλογής.
Τίτλοι ποιημάτων περίεργοι, καθόλου συνηθισμένοι κυοφορούν τη γενεσιουργό αιτία μιας συλλογιστικής περιπέτειας στο μυαλό του αναγνώστη και αποτελούν από μόνες τους σύντομες φόρμες ποιημάτων. Αναφέρω: «χαράζει το χέρι, πάει να πει νοσοκομείο», «τιμώ το σώμα, έστω κι αν δεν ξέρουμε να το ζήσουμε», «η μικρή σχιζοφρενής μου, μέλισσα ανάμεσα σε δύο χρόνους», «οι λέξεις της είναι οστά», «τον θέλω ανελέητο να τρέχει μέσα στη βροχή». Η Ευτυχία Παναγιώτου ξεδιπλώνει το ποιητικό της κορμί με την ίδια ευκολία μιας πεπειραμένης ακροβάτισσας τόσο σε μικρές όσο και σε μεγάλες ποιητικές φόρμες. Άλλοτε πέφτει. Αυτό της όμως το πέσιμο, μέρος της πείρας της είναι, στοιχείο της καλλιτεχνικής της μανούβρας.
Τα 22 ποιήματά της τα χαρακτηρίζει μια ροπή αφηγηματική, άκρως απαραίτητη για την πλαισίωση του κάθε φορά διαφορετικού σκηνικού μέσα στο οποίο η Μαύρη Μωραλίνα (η κάθε Μαύρη Μωραλίνα) αναμετράται με τις σκιές, τα όνειρα, τις αλήθειες ή τα ψέματά της. Η περσόννα της Παναγιώτου δανείζεται ίσως την πολυπρισματική υπόσταση της περσόννας της Ελένης Βακαλό, της κυρά ροδαλίνας, προκειμένου να «αποτυπωθεί» σε κάθε γυναικεία -ή ακόμη καλύτερα- σε κάθε ανθρώπινη ύπαρξη.
Η μάχη της νεαρής νέγρας που προσπαθεί, πασχίζει να αποκολλήσει από την σάρκα της τις ιστορικές και κοινωνικές μάσκες με σκοπό να δει/αναγνωρίσει το πραγματικό της πρόσωπο, δεν μπορεί παρά να αφορά στον κάθε άνθρωπο που ταλανίζεται εν μέσω προσωπείων και προσώπου. Γράφει σελ 27: «γλώσσες-μάσκες• μιλάνε για πολιτισμό με-μέτρο / σου ρουφάω το αίμα με-το-σταγονόμετρο / ειν’ευγενείς χειρονομίες, βολεύονται σε ημερολόγια. / Την Πέμπτη τρώμε καλά, αλλά το μεγάλο δείπνο / είναι πάντα Κυριακή.»
Η Ευτυχία στην συλλογή της, καθρέπτης της σκέψης της προφανώς, ίσως, μάλλον, ακολουθεί πολλές διαδρομές. Αναδιπλώνει το προσωπικό σε συλλογικό, προεκτείνει το ατομικό σε πανανθρώπινο, εναλλάσσει το εγώ στο εσύ, γράφει: «ήταν πάντα ο φόβος / μια αναβολή ή μια απόφαση. / τα μάτια μου τα μάτια της, / σκάλωσαν στον κτηνώδη του φόβο. / σαν αφήσεις τον άνθρωπο, τ’ανθρώπινα σε κυνηγάν / εδώ / στοιχειά και λείψανα / διασκεδάζουν / το ποίημα, το ποίημα όταν / δεν έρχεται».
Με γλώσσα μοντέρνα, με μακρινούς απόηχους λυρικών καταβολών, με μορφολογικούς πειραματισμούς, με ανάκατους λεκτικούς και συντακτικούς σχεδιασμούς, με ιδιαίτερη προτίμηση στα μικρά γράμματα ακόμη και μετά την τελεία (προφανώς πρόκειται για αποδόμηση σημείων στίξεως), με σύγχρονες εικονικές περιγραφές, με μια πληθώρα ιστορικών και καλλιτεχνικών προσωπικοτήτων (αυτόχειρες οι περισσότεροι) και με μια κατάφωρη αίσθηση της ποιητικής ευαισθησίας της, η Ευτυχία Παναγιώτου ξετυλίγει σε κάθε της ποίημα την κύρια θεματική οντότητα που είναι η ανθρώπινη ύπαρξη στον πόνο της, στην χαρά της, στην κάθε υπαρξιακή της μάχη, στην αγάπη της.
Η αγάπη στην Ευτυχία Παναγιώτου δεν είναι μελοδραματική, είναι απλά δραματική με την ένταση και τον ρεαλισμό από την οποία κάθε αγάπη εμφορείται. Γράφει: «δεν μπόρεσε ποτέ της να μιλήσει. / με φιμωμένο, λες, στόμα / δεν γινόταν να πει / «τον αγάπησα, τον αγαπώ ακόμα, / αν μ’αφήσει να είμαι, θα τον αγαπώ στο διηνεκές» […] κύριε, πριν την κοιμίσουν, έπρεπε / να υπερασπιστεί την αγάπη της. / έστω και αν ήταν ωμή. / έστω και αν είναι βάναυσο / να στήνεσαι περήφανη παρακαλώντας / την καρδιά σου να σου δώσουν/ πίσω. / μια συναρπαστική σκυταλοδρομία / δακρύων».
Από την μια ο έρωτας να εμφανίζεται ως τοτεμισμός και από την άλλη η αγάπη με τα χρώματα της να τρίζουν στις σελίδες της ποιήτριας. Γράφει: «τούτο ήταν το πρόσωπο, / τούτα ήταν τα στήθια και τούτη η κοιλιά. / τοτέμ τοτέμ τοτεμισμός / χρυσό το σώμα βάφω, μες στα κόκαλά του κολυμπώ. / της αγάπης τα χρώματα τρίζουν». Μου ‘φερε στο μυαλό την πρωταρχική στροφή ενός ποιήματος της αγαπημένης Ann Sexton που έγινε κι η αφορμή να πρωτογνωρίσω την Ευτυχία Παναγιώτου. Γράφει η Sexton «Ποια είναι εκείνη / στην αγκαλιά σου; / είναι εκείνη στην οποία τα κόκαλά μου πήγα / κι έχτισα ένα σπίτι που ήταν μονάχα κλίνη / κι έχτισα μια ζωή που κράτησε μια ώρα/ κι έχτισα ένα κάστρο όπου κανείς δεν κατοικεί».
Οι τριγμοί του έρωτα και της αγάπης της Ευτυχίας Παναγιώτου κυλούνε στις φλέβες της ποιητικής της σάρκας ως πρωτογενείς αιτίες σύστασης μιας κάποιας ουτοπίας. Στο ομότιτλο ποίημά της, σελ. 58 γράφει: «εξασκούμαστε στη σιωπή και ισορροπούμε στο κενό σαν δυο / συγκοινωνούντα δοχεία άμμου. / στο παιχνίδι αυτό, όποιος γελάσει πρώτος χάνει / επιμένεις να με κοιτάς και τα χείλια μου σκάνε νευρικά / στον ουρανό σαν μπαλόνι. / το να χάνεις είναι μια υπόθεση βλέμματος / γελώ δυο φορές. Είναι σαν χάνουμε κι οι δυο. / αν είναι να χανόμαστε, ας χανόμαστε μαζί».
Σε μια ποίηση εξομολογητικά αφοπλιστική δεν θα μπορούσε ο αναγνώστης παρά να βρει την θέση του στις έννοιες και στο αφηγηματικό κάδρο που του έχει φυλάξει η ποιήτριά μας. Έτσι δημιουργεί υποδόρια την πιο τρυφερή της σχέση με τον αναγνώστη, ακόμη και όταν οι λέξεις της υποβαστάζουν την σκληρότητα του θανάτου ή εν γένει της ίδιας της ζωής. Γράφει: «με στόμα σκύλα έσκουζα στην άδεια κλινική / σπαταλημένα τα φωνήεντα, ηχώ της οχληρή / είπα τις σκιές, είπα τους ανθρώπους – φοβάμαι.» για να πει σε κάποιο άλλο της ποίημα το εξής εμβληματικό «μπορείς να ‘ρθεις τώρα, δήμιε, / με τα σαρκοφάγα σου δάκτυλα. / έλα και βρες το γεύμα γυμνό / ό,τι αντέχει / ανθίζει μουσική / είμαι μια μουσική, / ατελής και ζωντανή• γράφω / την ιστορία του γλύπτη. / να μην παγώσει μες στο χρόνο.»
Άλλο δεν θα πω για την Μαύρη Μωραλίνα, άλλο δεν θα πω για την Ευτυχία Παναγιώτου, άλλο δεν θα πω, θα κρατηθώ και δεν θα πω, τι να πεις εξάλλου για μια μουσική που είναι πάντα ατελής, που είναι πάντα ζωντανή! Άλλο δεν θα πω πάνω στις λέξεις της Ευτυχίας Παναγιώτου παρά το «είμαι μια μουσική, / ατελής και ζωντανή • γράφω / την ιστορία του γλύπτη. / να μην παγώσει μες στο χρόνο.»

 

Κωνσταντίνος Μπούρας

«Ελευθεροτυπία»/ «Βιβλιοθήκη», τχ. 659, 11.6.2011

Αναγνωστικός Μαραθώνιος

Στη δεύτερη ποιητική της συλλογή η φιλόλογος Ευτυχία Παναγιώτου, που γεννήθηκε στη Λευκωσία και σπούδασε στην Αθήνα και στο Λονδίνο, διερευνά τα ουτοπικά όρια μιας κοινωνίας χωρίς διακρίσεις, καταπίεση και σύνθλιψη του ατόμου. Σταχυολογώ για τον εύστοχο συμβολισμό του τον στίχο: ο άντρας που έχει δει τον ήλιο ξέρει.

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΟΥΚΑΣ

Περιοδικό «Ποιητική», τχ. 7, Άνοιξη-Καλοκαίρι 2011

Κατάστικτη αλήθεια, καθαρτήρια

Η Μαύρη Μωραλίνα, δεύτερη συλλογή της Ευτυχίας Παναγιώτου (γ. 1980) έπειτα από τον Μέγα Κηπουρό, θα μπορούσε να θεωρηθεί περισσότερο σπονδυλωτή, βιωματική σύνθεση παρά συλλογή αυτοτελών μεταξύ τους ποιημάτων.

Πολυφωνικό χρονικό μιας εποχής που έπεται του έρωτα, τοποθετείται στη δυστοπία ενός εφιαλτικού σκηνικού, ενός χώρου που διαρκώς μετατίθεται από το νοσοκομείο στην οικογενειακή εστία, και από εκεί στη θρυμματισμένη μνήμη και τις ανεπιθύμητες προεκτάσεις της. Μια υπερβατική πραγματικότητα, υπόγειας δράσης, στην επικράτεια του σώματος, στον πόνο και τις πληγές του, στις χαράδρες και τους χειμάρρους του.

Με τα σύμβολά της εύπλαστα και πολυσήμαντα, η ποιητική γλώσσα, άλλοτε εξομολογητική, άλλοτε –επιφανειακά τουλάχιστον– ψυχρή και κλινική, παραπέμπει στα μαθηματικά, την ιατρική, τη φιλοσοφία, αποκτά έως και ιερατική χροιά και διαλέγεται με ένα διακείμενο που δεν είναι αποκλειστικά λογοτεχνικό. Κατεξοχήν επίμονος και βαθύς είναι ο διάλογός της με τις εικαστικές τέχνες. Ενδεικτικά μόνο αναφέρουμε την κομβική επαφή της Παναγιώτου με τη ζωή και το έργο της Αμερικανίδας φωτογράφου Francesca Woodman – δική της φωτογραφία κοσμεί και το εξώφυλλο του βιβλίου.

Σαν προοίμιο, το πρώτο ποίημα («Χαράζει το χέρι, πάει να πει νοσοκομείο») μας μιλά για την ιαματική λειτουργία της γραφής, αλλά μας προϊδεάζει και για το βαρύ τίμημά της. Όλα θα γίνουν μέσω του σώματος. Εκεί διαπλέκονται ο έρωτας και η απώλειά του με τα σπαράγματα της προσωπικής μνήμης και τη χαμένη παιδικότητα. Όλα στο σώμα επενδύονται, στα μέλη του, σε ό,τι το περιβάλλει, για να φτάσουμε τελικά στην επώδυνη συνείδηση, στην αυτοδιάθεσή του: την ενοχή που το φύλο της χάρισε με ηδονή θα ξηλώνει.

Και το σώμα αυτό διαλέγεται με το σώμα του άλλου, καθρεφτίζεται στα ουράνια σώματα, διαπλέκεται με τις μνήμες, τις αισθήσεις και με τις αναμνήσεις των αισθήσεων, για να υποστεί τελικά την ίδια φθορά στην οποία είναι καταδικασμένος και ο κόσμος των άψυχων αντικειμένων: σαν να κουβαλά τις αμαρτίες της ύλης, είναι το ποιητικό εγώ που κατακερματίζεται αντί της πραγματικότητας που το περιβάλλει. Κι όμως εδώ κρύβεται μια κατάφαση: με απόλυτη συναίσθηση, πλέον, και εποπτεία, η Παναγιώτου θα επιμείνει να μιλήσει, γιατί ό,τι αντέχει/ ανθίζει μουσική.

Καθώς πλάθει το κύριο alter ego της, τη Μαύρη Μωραλίνα, ο λόγος της, εμπύρετος, κινείται σε πολλά επίπεδα, ως αδιάκοπη ροή μιας πολυκύμαντης συνείδησης. Επεκτείνεται σε ιστορικές και πολιτικές παραμέτρους, με το παρελθόν πολλαπλά εγγεγραμμένο μέσα του. Εμπεριέχει ταυτόχρονα και τις ίδιες τις αρχές βάσει των οποίων συντίθεται: η μορφή, διαβάζουμε, είναι δείκτης περιεχομένου.

Τελικά, πλέοντας κανείς κατά μήκος της Μαύρης Μωραλίνας, με μια αίσθηση ρευστότητας από ποίημα σε ποίημα, νιώθει ότι ο μόνος προορισμός θα μπορούσε να είναι η λυτρωτική αποδοχή του αιτήματος για το εμείς: το ερωτικό, το ουτοπικό, το αδικαίωτο εμείς· που όμως εδώ έρχεται και βρίσκει τελικά τη δικαίωσή του στη γραφή: ακόμη και στα βάθη της απελπισίας, όταν γράφεις κάτι γίνεται.

 

ΝΕΣΤΟΡΑΣ ΠΟΥΛΑΚΟΣ

όλα λοιπόν είναι έρωτας, ή τίποτα δεν υπάρχει./ μια βεβαιότητα είναι, που τεντώνεται στον εαυτό της/ -τον ακραίο εαυτό της-/και τυλίγεται στον εαυτό της./ (έχει ήδη γράψει τη λέξη τρεις φορές)/ διαλεκτική εδώ πουθενά./ θέση / αντίθεση / σύνθεση κτλ./ πουθενά οι γνωστές προκείμενες/ 1. όλοι οι άνθρωποι είναι θνητοί/ 2. ο Α. είναι θνητός/ 3. ο Α. είναι άνθρωπος/ κατά τ’ άλλα η γλώσσα μια μπαμπέσα/ πλάνη. Στην δεύτερη ποιητική συλλογή της, «Μαύρη Μωραλίνα» (Εκδ. Κέδρος, 2010), η Ευτυχία Παναγιώτου έχει κεντρική ηρωΐδα, που οικτίρει τον κακό εαυτό της. Κι όχι τα κακώς κείμενα, καθότι υπόθεση προσωπική ο έρωτας (κι ας ανοίγεται σε προσωπικά δεδομένα, όπως λέει σε άλλο ποίημα της) και η σχιζοφρένεια και η απάτη, ή αυταπάτη, το ίδιο άλλωστε είναι για τη Μωραλίνα. Ποιήματα του ερέβους, παρολαυτά η σκοτεινιά και αν υπάρχει διάχυτη, το φως το συναντάς έστω και λειψό, με το σταγονόμετρο. Τόσο καλά δουλεμένος ο στίχος της Παναγιώτου, που η αποστάση του από εκείνον της πρώτης συλλογής της («μέγας κηπουρός», Εκδ. κοινωνία των δεκάτων, 2007) λέγεται και εξέλιξη

 

ΝΙΚΟΣ ΔΗΜΟΥ

lifo.gr 2/2/2011

Τριάντα χρόνια χωρίζουν την Ευτυχία Παναγιώτου από τον Μαυρουδή και πενήντα από τον Κούσουλα. Κι αλήθεια, μιλάει άλλη γλώσσα. Μία σειρά από ονειρικές-εφιαλτικές εικόνες είναι τα 22 ποιήματα της συλλογής αυτής. Εικόνες δυνατές που από μέσα τους βγαίνει ανθρώπινος πόνος, σκληρός, χωρίς ίχνος μελό.

στοιχειά και λείψανα
διασκεδάζουν
το ποίημα, το ποίημα όταν
δεν έρχεται.

Η ηρωίδα (ή μην είναι πολλές) του ποιήματος είναι γυναίκα. Ανάμεσα σε ηδονή και αρρώστια, με τον θάνατο παρόντα ακόμα και στην εικόνα του εξωφύλλου, διάσημη φωτογραφία της Francesca Woodman.

η πληγωμένη, πόσους και γιατί πάντα τους
καλούς μαζί της,
ζωντανή η αγάπη θάβει και την αγάπη της.

 

ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΟΥΒΑΛΗΣ

Αυγή 25/01/2011

Στις νεαρότερες ποιήτριες οι οποίες εμφανίστηκαν τα τελευταία χρόνια, με αξιοπρόσεκτη παρουσία (ήδη με το πρώτο-εισόδειο βιβλίο τους), συγκαταλέγεται η Ευτυχία Παναγιώτου. Η συλλογή της «μέγας κηπουρός» (Κοινωνία των Δεκάτων, 2007, σ. 44, τιμή: 5.09 ευρώ) θεωρήθηκε ολοκληρωμένη ποιητική πρόταση καθώς επιδίωξε την κινητοποίηση του αναγνώστη, τη «συνδιαλλαγή» με τον μικρόκοσμο που συνέθεσε με υλικό τις υπαρξιακές της αναζητήσεις αλλά και τα αισθητικά πρότυπά της σε πλήρη-εμφανή διάταξη και ισόρροπη αξιοποίηση. Στη δεύτερη συλλογή της («Μαύρη Μωραλίνα», Κέδρος 2010, σ. 72, τιμή: 9,50 ευρώ) γίνεται φανερή η ωρίμανση των «τρόπων» της σ’ ό,τι αφορά τόσο τη διατύπωση του ποιητικού μηνύματος όσο την επιζητούμενη αναγραφή του προσωπικού στίγματός της ανάμεσα στο πολυδιάστατο σχήμα του παρόντος. Η κυπριακής καταγωγής ποιήτρια υφαίνει μια ποιητική σύνθεση (ιδού μια σαφής ένδειξη εξέλιξης της ιδίας και της γραφής της) με όρια, αιχμές αλλά και κρυφά σημεία προς ανακάλυψη από τον αναγνώστη που θα περιδιαβεί τη στιχουργία της. Κυρίαρχο μοτίβο ένα πρόσωπο, η Μαύρη Μωραλίνα. Ένα ενδεικτικό απόσπασμα (από το ποίημα Χάρισμα): «δεν είχαμε δει την ουτοπία; / τα πέλματά μας πυροδοτούσαν έκσταση, / χάραζε και χάναμε το φως μας. / μα όσο η μουσική το πάτωμα έκαιγε και οι ήχοι / τα μέσα μας άναβαν, / τόσο τα πλήθη γύρω πάγωναν, ο ουρανός σκοτείνιαζε, / και τότε ένας αγκώνας ρίχτηκε να μας χωρίσει […]».

 

ΚΩΣΤΑΣ ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ

Αυγή 8/5/2011

Ο ποιητικός μοντερνισμός διαθέτει ακόμη ακμαίους θύλακες, που δεν έχουν εξαντληθεί από την επαναληπτική χρήση, που το υπέδαφός τους παραμένει γόνιμο, ικανό να μας δώσει και άλλους καρπούς. Όταν μάλιστα πρόκειται για εκείνη την ιδιαίτερη κατηγορία της γυναικείας ποίησης, της έμφυλης προσωπικής ματιάς και ευαισθησίας που μετατρέπεται σε λυρική ψηλάφηση των λέξεων και των εννοιών, οι «αναξιοποίητες» εκτάσεις φαίνεται να είναι πολύ μεγαλύτερες. Αν δε, επιπλέον, ο ποιητικός λόγος μπολιάζεται με μια θεματολογία έντονου κοινωνικού ενδιαφέροντος, τότε η σοδειά αναμένεται ενδιαφέρουσα και ενδεχομένως πλούσια.

Την ενοχή που το φύλο της χάρισε με ηδονή θα ξηλώνει.

Τα προηγούμενα περιγράφουν, κατά τη γνώμη μου, το γενικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται η ποίηση της Ευτυχίας Παναγιώτου (γέν. 1980), τις αφετηριακές ορίζουσες της ποιητικής της. Ωστόσο, αν έρθουμε πιο κοντά στα πράγματα, αν δούμε πώς εντάσσεται και εγγράφεται μέσα στη διαδρομή της νεοελληνικής ποίησης, διαπιστώνουμε μια ταλάντωση, μια αμφιθυμία: ανάμεσα στην καλλιέργεια ακριβώς εκείνων των γόνιμων περιοχών, που υποδηλώνει και το εναρκτήριο μότο από την Ελένη Βακαλό (μιας ποιήτριας που συστηματικά διερεύνησε τις αντοχές και τα όρια του μοντερνισμού), και στην, επίσης μεταπολεμική, εγκόλπωση της σεφερικής ποιητικής, όπως αυτή απολήγει, μέσω του Αναγνωστάκη και τόσων άλλων, στους νεώτερους (ενδεικτική η αφιέρωση του τελευταίου ποιήματος στην Τζένη Μαστοράκη, ως υπόμνηση, φαντάζομαι, των οφειλών και της συνομιλίας).

στοιχειά και λείψανα
διασκεδάζουν
το ποίημα, το ποίημα όταν
δεν έρχεται.

Η ταλάντωση, και το συνακόλουθο δίλημμα, αφορά δύο αντιτιθέμενες ανάγκες: από τη μια, η αποκάθαρση, το ξύσιμο όλης της σκουριάς που έχει επικαθίσει πάνω στον ποιητικό λόγο, η αναδιοργάνωση των επιμέρους στοιχείων του (όπως π.χ. η στίξη), εν τέλει της ίδιας της δομής του, και, από την άλλη, η καταφυγή, εν τέλει υπαγωγή σε μια δεδομένη αφηγηματικότητα, που πρέπει να υποδεχθεί και να αντέξει, σαν κορμός και πλέγμα, όλο το θεματολογικό φορτίο, την πολιτικότητα, την ίδια την ιστορικότητα.

Αυτό ακριβώς το δίλημμα αντιμετώπισαν αρκετοί ποιητές «του ’70», που έπρεπε να χωρέσουν τη διάθεση της περιώνυμης «αμφισβήτησης» μέσα στην παραδεδομένη φόρμα, στον σεφερικό ελεύθερο στίχο, έστω «χαλαρώνοντας» τις νοηματικές και εκφραστικές του πειθαρχίες. Οι περισσότεροι, πολύ γρήγορα, έφτασαν σε αδιέξοδο: τα όρια της «ποιητικής κοινής», έστω και σχετικοποιημένα, πίεζαν αφόρητα απ’ όλες τις κατευθύνσεις, ενώ το μπητ ήταν ήδη τετελεσμένο, αφού το πλαίσιο απέναντι στο οποίο εκφώνησε την εξέγερσή του είχε εκλείψει. Έτσι, αφού οι νέες φόρμες, που θα εξέφραζαν και θα έφεραν το φορτίο της αμφισβήτησης, δεν παρήχθησαν, το όλο εγχείρημα έμεινε ανολοκλήρωτο, μετέωρο, και περιφέρει την αμηχανία του μέχρι σήμερα.

Η ποίηση της Παναγιώτου προβάλλει αυτό το χάσμα σε πρώτο πλάνο, όχι ως ερεβώδες κενό ή σχάση, όχι ως δραματικό ή δραματουργικό δίλημμα, αλλά το γεμίζει με σημειώσεις και παραπομπές, από την ποίηση, τη ζωγραφική, την ιστορία, που σαν ξόρκια, σαν δάνεια από τη ζωή και την κοινωνία, καλούνται να σκιάσουν το χάσμα, να σκεδάσουν την απουσία, μας καλούν να την «ξεχάσουμε», έστω απολαμβάνοντας την παρηγορία της θεματολογικής πολιτικότητας.

Το σημείο όπου βρίσκεται η ποίηση της Ευτυχίας Παναγιώτου έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον. Μακάρι να αποδειχθεί και γόνιμο εφαλτήριο, εμπεδώνοντας μια φόρμα πολιτικά ανατρεπτική.

Μα η νέγρα Μωραλίνα ταλανίζεται, η μαύρη Μωραλίνα τελαλίζει ποιος αυτόχειρ μασκοφόρος ποιος ιππότης τίνος πότης να ντυθεί για χάρη ποιας απάτης άσπρη αφρική;

 

ΕΛΕΝΗ ΚΕΧΑΓΙΟΓΛΟΥ

Διαβάζω, τχ. 517, Απρίλιος 2011

Ό,τι γράφεις γίνεται

Η Ευτυχία Παναγιώτου (γεννημένη το 1980, στη Λευκωσία) εξέδωσε την πρώτη ποιητική της συλλογή το 2007, υπό τον τίτλο «μέγας κηπουρός» (εκδόσεις «κοινωνία των (δε)κάτων»). Στο πρώτο ποίημα εκείνης της συλλογής, οι στίχοι «μου αρέσει να κοιτώ τις σκέψεις μου σαν χάνονται […] ξαναβρίσκονται στο στόμα άλλων» αποκάλυπταν ότι η ποίηση προσλαμβάνεται ως μια πράξη επικοινωνίας και συνενοχής. Τρία χρόνια μετά, εκδίδει τη «Μαύρη Μωραλίνα», μια ποιητική σύνθεση, μία ποιητική αφήγηση, σε επτά ενότητες, οι τίτλοι των οποίων δημιουργούν ένα άλλο, κρυφό, ποίημα: «Κοιτάξτε τη Μωραλίνα· έχει κόψει τα μαλλιά της / κλαίει με το πάθος της κυρίας Μοντιλιάνι / κοιτάει απ’ το καθρεφτάκι της τ’ ωραίο πρόσωπο μιας Άλλης που χάθηκε Οκτώβριο μήνα [αναφορά στην Ανν Σέξτον: αυτοκτόνησε στις 4.10.1974] […]».

Το μότο ενός ποιήματος («Ο πόνος μάς μωραίνει», Μωρίς Μπλανσό) αποκαλύπτει την ετυμολογική προέλευση της επινοημένης Μωραλίνας: «μωρός», από πόνο, με την κατάληξη του ονόματός της να παραπέμπει παιγνιωδώς στις «Παλάβρες της κυρά Ροδαλίνας» της Βακαλό, της οποίας στίχοι επιλέγονται ως το ένα από τα δύο μότο του βιβλίου). Η Μωραλίνα είναι μια μαύρη γυναίκα στη λευκή Αφρική, μια γυναίκα σε έναν ανδροκρατούμενο κόσμο, όπου «γλώσσες-μάσκες» μιλάνε για «πολιτισμό-με-μέτρο» και κυριαρχεί το δόγμα «σου ρουφάω το αίμα με-το-σταγονόμετρο». Είναι, όμως, αποφασισμένη: «την ενοχή που το φύλο της χάρισε με ηδονή θα ξηλώνει». Ο στίχος αυτός, σε συνδυασμό με το δεύτερο, ανυπόγραφο μότο του βιβλίου («Κάποτε θα τέλειωναν οι φοβέρες της αγάπης […]»), δηλώνει την πρόθεση της «Μωραλίνας» να τοποθετηθεί απέναντι στον εαυτό της, ανεξάρτητη από τον Άλλον· να βγάλει στην αγορά την ενοχή και να αναμετρηθεί μαζί της, διότι, αλλιώς, «στοιχειά και λείψανα / διασκεδάζουν / το ποίημα, το ποίημα όταν / δεν έρχεται».

Η Παναγιώτου, με το δεύτερο ποιητικό της βιβλίο −στο σταυροδρόμι όπου η γυναικεία γραφή, η οποία τη συνδέει με την ποίηση της Τζένης Μαστοράκη, π.χ. (διόλου τυχαία, της αφιερώνεται το επιλογικό ποίημα), συναντιέται με μια ποίηση όπου μνήμη και γραφή επιχειρούν να αποσυναρμολογηθεί ο «ευλογημένος Χάρος»−, μας εισάγει πλέον στο ποιητικό της σύμπαν, όχι μόνο με τις ευθείες αναφορές της (Βακαλό, Σέξτον, Μαστοράκη, Αμαλία Τσακνιά της οποίας στίχοι επίσης γίνονται μότο ενός ποιήματος), αλλά και χάρη στην είσοδο στο ποίημα σπουδαίων δημιουργών με τη θηλυκή τους υπόσταση: «κλαίει η κυρία Μοντιλιάνι», «η Μαρκ Ρόθκο βάφει έναν πίνακα μπλε», «το κορίτσι μου τ’ ανύπαρκτο Ρεμπώ», «στα δυο μου χέρια κρατώ την καρδιά της και λέγεται Μπόρχες». Αν προσθέσουμε το «Γεύμα γυμνό» (το οποίο παραπέμπει ευθέως στον Μπάροουζ), την «Κλαιόμενη Κυρία» (αναφορά στην «Γυναίκα που κλαίει» του Πικάσο) και την «ανθρωπογεωγραφία της Francesca Woodman, Αμερικανίδας φωτογράφου που αυτοχειριάστηκε στα 22 της» (φωτογραφία της οποίας κοσμεί το εξώφυλλο) έχουμε ένα σύνολο από λογοτεχνικές, εικαστικές, αλλά και μουσικές αναφορές (με την αγία Καικιλία, προστάτιδα της μουσικής, να δίνει το όνομά της σε ποίημα).

Σε αυτό το ποιητικό σύμπαν, κυριαρχεί η λακανική προτεραιότητα του σημαίνοντος στη γλώσσα («Κι όμως θυμάμαι· λάτρευες τις λέξεις. / για κείνες τις άψυχες θα πέθαινες» ή: «ό,τι συνέβηκε ήτανε λέξεις»), ενώ υπάρχει η συναίσθηση πως η ερμηνεία του χάους δεν είναι εφικτή: «κάτι αδύνατο να ειπωθεί / ειλικρινά / ανθρώπινο εντελώς», κάτι που, ενδεχομένως, οδηγεί στην τρέλα, λέξη η οποία επανέρχεται συχνά στη «Μαύρη Μωραλίνα». Η Παναγιώτου εκτιμά: «παιχνίδι επικίνδυνο το παιχνίδι της γραφής», και η γλώσσα της, σαν για να ξορκίσει τον κίνδυνο, αφήνεται κάθε τόσο σε γλωσσικά παιχνίδια, άλλοτε με αδιόρατο χιούμορ («Μαναστατώνης», συστήνεται στ’ αγγλικά / «Μαναστατώνη», αποκρίνομαι στα γαλλικά), άλλοτε ανακαλώντας, θαρρείς, στίχους λαϊκών τραγουδιών (π.χ.: «η μνήμη έχει χέρια και τα χέρια / βαστούν μαχαίρια» ή: «με λέξεις, / σφάλματα δίχως συγχώρεση»).

Σε έναν κατακερματισμένο κόσμο, ωστόσο, όπου η γνώση είναι μεν εξουσία, αλλά και στον οποίο «πληθαίνουν οι εγγράμματοι κανίβαλοι», η Μωραλίνα εξέρχεται εντέλει από το γκέτο, το ποίημα εγκαταλείπεται («κείνη που γράφει έχει ήδη υποκλιθεί»), ο έρωτας τώρα ανάγεται σε «ακτή της ουτοπίας» – εφόσον «αρσενική και θηλυκή αγάπη» ξεπεράσουν το «Σύνδρομο της Ιερουσαλήμ».

Η Μαύρη Μωραλίνα −που πρωτοπρόσωπα δηλώνει «εγώ όμως ζω / − χορεύω χάος / με λένε Μωραλίνα, κι όμως αυτή δεν είμ’ εγώ» (συνομιλώντας με τη Βακαλό: «Εγώ είμαι η Ροδαλίνα / αλλά η Ροδαλίνα δεν είναι εγώ»)­− αίρει εντέλει τις διακρίσεις, και σε έναν κόσμο εχθρικό όπου «όλοι θα ’ναι εναντίον όλων, όλοι θα επαναστατούν εναντίον της επανάστασης», έχοντας πλέον συμφιλιωθεί με τον αγαπημένο Άλλον («ισορροπούμε στο κενό όταν είμαστε δυο»), οδηγεί τον αναγνώστη στον «νέο κόσμο των κατόπτρων»: «όλοι ίδιοι είμαστε –ίσοι και νεκροί­− μπρος στην αιώνια γραφειοκρατία».

Κάπως έτσι, η Παναγιώτου προχωρά από το ατομικό στο συλλογικό, και με τη «Μαύρη Μωραλίνα» πραγματοποιεί ένα άλμα σε σχέση με την πρώτη ποιητική συλλογή της: αν στον «μέγα κηπουρό» συστήθηκε ως «πολλά υποσχόμενη νέα ποιήτρια», τώρα εμφανίζει συγκροτημένη ποιητική προσωπικότητα, η οποία αποφαίνεται «αν είναι να χανόμαστε, ας χανόμαστε μαζί», καθώς «όταν γράφεις κάτι γίνεται».

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

e-poema, τχ. 15, Ιανουάριος 2012

Το πάθος έχει πάντα μορφή. Το νομιμόφρον υποκείμενο το εισπράττει σαν κάτι πυρώδες που καταστρέφει κάθε μορφή, αρκεί να μην υπερβεί τα όρια που θέτει η συμμετρία του συμβολικού καθεστώτος. Ο ποιητής καταφέρνει να το εισπράξει σαν γνήσια εσωτερικότητα που αναδύεται στον κόσμο, αξεχώριστη από τη μορφή της: το ποίημα. Το ποίημα συμβαίνει στον ασύμμετρο τόπο του υπερβατικού, του πάθους που αρνείται επίμονα την επικυρωμένη ολότητα μιας συμβολικής αλήθειας. Το ποίημα τίθεται ως ξένο προς το οντολογικό καθεστώς του υπάρχοντος. Ειδοποιεί για μιαν άλλη υπαρκτική δυνατότητα, η οποία μορφοποιείται ως αίτημα ανατροπής κάθε μορφής. Από την στιγμή που ο ποιητής είναι αναγκασμένος να διατυπώσει την ποιητική σύλληψή του στην γλώσσα που αποτελεί θεματοφύλακα του υπάρχοντος οντολογικού καθεστώτος, έχει μπροστά του δύο δρόμους. Μπορεί να εγκαταλείψει αυτήν την γλώσσα, σωπαίνοντας ή παραμορφώνοντας τον λόγο. Είναι περιττό να πούμε πως στη περίπτωση η μόνη αλήθεια είναι: «Υπάρχει μια αλήθεια που δεν μπορεί να ειπωθεί». Δεν γίνεται να υπάρξει ανώτερη μορφή δουλικότητας. Αλλά η ποίηση είναι υπόθεση αυτού που λέγεται. Δεν μπορεί να νοηθεί εκτός γλώσσας. Συνεπώς ο ποιητής πρέπει να διαλέξει τον δεύτερο δρόμο, ο οποίος διατυπώνει το μέχρι εκείνη την στιγμή αδύνατο να διατυπωθεί, αποσταθεροποιώντας το γλωσσικό καθεστώς, αποκαλύπτοντας την αδυναμία των λέξεων να διατυπώσουν το σύνολο της οντολογικής περιοχής στην οποία αναφέρονται. Το ποίημα επέρχεται στον κόσμο ως αναταραχή του συμβολικού καθεστώτος. Το πάθος είναι πάντα αντικαθεστωτικό. Δεν φαίνεται, κρύβεται, αλλά ίσα-ίσα για να διακηρύξει την ανομία του.

 

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΖΑΡΩΤΗΣ

Ένεκεν, τχ. 22, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2012,

Ο αινιγματικός τίτλος σε συνδυασμό με τη φωτογραφία του εξωφύλλου προδιαθέτουν τον αναγνώστη και του κεντρίζουν το ενδιαφέρον για να διαπιστώσει τη μεταξύ τους σύνδεση και τη σχέση τους με το περιεχόμενο.

Η συλλογή χωρίζεται σε εφτά μέρη στην αρχή των οποίων προτάσσεται και από μία επιγραφή. Χάρη σ’ αυτές δίνεται ο τόνος κάθε ενότητας και κλείνει με ένα ποίημα χαριστικό στην Τζένη Μαστοράκη. Στην έκταση της συλλογής εμφανίζονται και μορφές που κοινό τους γνώρισμα έχουν την αυτοχειρία: η κυρία Μοντιλιάνι, η φωτογράφος FrancescaWoodman, ο ζωγράφος Μαρκ Ρόθκο. Ο σφετερισμός του φύλου του Ρόθκο (στο ποίημα «η Μαρκ Ρόθκο βάφει έναν πίνακα μπλε») φέρνει αβίαστα στον νου τίτλο ποιήματος («η Δον Ζουάν») από μια συλλογή της Ελένης Βακαλό (Οι Παλάβρες της Κυρά Ροδαλίνας, 1984) στην οποία τις οφειλές της δεν κρύβει η Παναγιώτου: του πρώτου μέρους της Μαύρης Μωραλίνας προτάσσει στίχους από τη συλλογή της Βακαλό και η περσόνα της Μαύρης Μωραλίνας φαίνεται να χρωστά πολλά στην Κυρά Ροδαλίνα της Βακαλό.

Η Μαύρη Μωραλίνα υφίσταται τροπές στην ψυχική της διάθεση ανασκαλεύοντας τις μνήμες της. Ωστόσο μας διαβεβαιώνει ότι «νεκρόφιλος κανείς δεν είναι» (η επιγραφή του έβδομου μέρους), οι μνήμες είναι ζωντανές όποτε τις ανακαλούμε. Ιδίως όταν εμπνέεται κανείς από αυτές, οι μνήμες ζωντανεύουν για να τυπωθούν στο χαρτί και ξαναζωντανεύουν κατά την πράξη της ανάγνωσης. Η μονομέρεια του έρωτα, η μονήρεια της γραφής, που είναι όμως μια καταφυγή, η ανεπάρκεια της γλώσσας και η οδύνη της αλήθειας διαπερνούν όλη τη συλλογή.

Πρόκειται για μια συλλογή εμπεριστατωμένη λόγω των παραπομπών στο τέλος του βιβλίου, με αρκετά διακείμενα που καλό είναι να έχει ο αναγνώστης υπόψη και προϋποθέτει ένα φιλολογικό ανασκούμπωμα από μέρους του. Μια καλή αφορμή για τους φιλομαθείς. Στα χαρακτηριστικά της ανήκει η εσκεμμένη χαλάρωση της λογικής σύνταξης: η γλώσσα σε κάποια σημεία χαλαρώνει και η σύνταξη από λογική γίνεται συνειρμική. Με το λεκτικό της συλλογής αποδίδονται αδρά χρώματα και σχήματα που χρησιμοποιούνται τακτικά από την ποιήτρια. Το ύφος και το περιεχόμενο του έργου της μπορεί να γίνουν αναγνωρίσιμα, όταν αυξηθεί η ποιητική παραγωγή της Παναγιώτου.

 

ΆΛΚΗΣΤΙΣ ΣΟΥΛΟΓΙΑΝΝΗ

Τα Ποιητικά, τεύχος 6, Ιούνιος 2012

«Αρκετά μίλησα/ …/ ό,τι μπορούσα/ το είπα./
Κι ό,τι είπα/ ό,τι ψιθύρισα/ δεν ήταν παρά/
ο φλοίσβος/ ή η βροχή/ αλλά ο φλοίσβος/
ή η βροχή/ καθώς χτυπούσαν πάνω μου»

Γιάννης Βαρβέρης, Ο κύριος Φογκ

Στο παρόν βιβλίο της Ευτυχίας Παναγιώτου αναγνωρίζεται μια ενδιαφέρουσα αποτύπωση του τρόπου, με τον οποίον η αντικειμενική πραγματικότητα προσεγγίζει τον εσωτερικό άνθρωπο και διηθείται μέσα από τους διαύλους της υποκειμενικής πρόσληψης. Περιεχόμενο της αντικειμενικής πραγματικότητας αποτελεί ο συνδυασμός του βιωματικού και του γνωστικού υλικού. Η πρόσληψη της αντικειμενικής πραγματικότητας υπ’ αυτή την έννοια οδηγεί στη σύνθεση ποικίλων εσωτερικών τοπίων που αντιστοιχούν στο περιεχόμενο του υποκειμενικού και εντέλει του κειμενικού κόσμου. Ιδιαίτερος παράγων που προσδιορίζει την οργάνωση του (υπο-)κειμενικού κόσμου, είναι η υποκειμενική ανάγνωση της τέχνης, της δημιουργίας εν γένει.

Αυτός ο κόσμος συνδέει την καθημερινή ζωή σε όλες τις λεπτομέρειές της, τη μνήμη σε όλα τα επίπεδά της, και την υποκειμενική διάσταση του χρόνου όπου οι προσωπικές απώλειες λειτουργούν ως βασική μονάδα μέτρησης της ροής του. Με αυτά τα δεδομένα ο (υπο-)κειμενικός κόσμος φαίνεται να θεραπεύει τις παραλείψεις και τα κενά της αντικειμενικής πραγματικότητας, και παράλληλα να απομακρύνεται από αυτή αναπτύσσοντας τις δικές του αρχές και αξίες.

Με αυτή την προϋπόθεση, στο βιβλίο φαίνεται να δηλώνεται ο βαθμός της πρόσκρουσης της αντικειμενικής πραγματικότητας στον κειμενικό κόσμο και ταυτόχρονα της φυγής του κόσμου αυτού από τα αντικειμενικά, εξωτερικά πράγματα. Κεντρικός άξονας σ’ αυτή τη διαδικασία είναι ο εσωτερικός άνθρωπος που φαίνεται προσανατολισμένος στο περιεχόμενο της υποκειμενικής πραγματικότητας αδιαφορώντας για την επικοινωνία του με τον εξωτερικό ή αντικειμενικό περίγυρο, τον οποίον χρησιμοποιεί απλώς ως βάση δεδομένων για τη σύνθεση των εσωτερικών ή υποκειμενικών τοπίων.

Αυτή η λογική φαίνεται να διέπει και τη διαμόρφωση του γλωσσικού εργαλείου για τη διατύπωση και τη διεκπεραίωση των σημαινομένων του βιβλίου, όπως αυτά έχουν τακτοποιηθεί σε είκοσι ένα ποικίλης μορφής και διάρκειας ποιήματα οργανωμένα με ελεύθερο στίχο σε οκτώ ποικίλης έκτασης ενότητες, με τους ιδιαίτερους αυτών (ενοτήτων και ποιημάτων) τίτλους. Πρόκειται για λόγο καθημερινό, βιωματικό, παραστατικό, συχνά αφοριστικό, που χαρακτηρίζεται από αφηγηματικότητα, παρηχήσεις, δυναμική εμπλοκή της μεταφοράς, σύνθετες γραμματικές εικόνες και ποικίλα διακείμενα. Κυρίως πρόκειται για λόγο που φαίνεται να βασίζεται σε υποκειμενικές συνδηλώσεις και ως εκ τούτου να θέτει υπό αίρεση την επικοινωνία των αποδεκτών του βιβλίου με τις εσωτερικές δομές του κειμενικού κόσμου.

Σ’ αυτό το πλαίσιο αναγνωρίζονται δοκιμές για τη χρήση της γλώσσας, όπως αποτυπώνονται με τις παρηχήσεις ως ρυθμικό αλλά και σημασιολογικό στοιχείο, με τη διάσπαση λέξεων ως υποκειμενική πρόσληψη εννοιών και ανα-/διάταξη σημασιολογικού υλικού, ή με τα συχνά ασύνδετα λεκτικά σχήματα που αποδίδουν μια μορφή παραληρήματος. Είναι σαφές ότι η διαχείριση του υποκειμενικού (βιωματικού και γνωστικού) υλικού αποβλέπει στην οργάνωση ενός προσωπικού (στα όρια του κλειστού) κειμενικού κόσμου, που έχει στη διάθεσή του ένα προσωπικό όχημα διεκπεραίωσης του μηνύματος, όπου πάντως αναγνωρίζεται η ευρηματικότητα και η συνδυαστική ικανότητα του συγγραφέα.

Δεδομένου ότι πρόκειται για το δεύτερο βιβλίο της Ε. Παναγιώτου, θα έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να δούμε τη συνέχεια, αν δηλαδή πρόκειται για συνεπή ανάπτυξη δημιουργικής γραφής, και όχι για μεμονωμένα προϊόντα ευρηματικής λογοτεχνικής παραγωγής.

 

ΑΛΕΞΗΣ ΖΗΡΑΣ

Αυγή 14/10/2012

Η κύπρια στην καταγωγή αλλά ήδη μέρος του ποιητικού πανελληνίου Ευτυχία Παναγιώτου (γ. 1980), ως τη στιγμή αυτή δημοσίευσε δύο βιβλία ποίησης. Όμως το καθόλου στίγμα της στα λογοτεχνικά είναι ακόμα πιο ευκρινές, λόγω και των άλλων, συναφών με την προσωπική της δημιουργία ασχολιών, όπως η σπουδή προγενέστερων ποιητριών, της ομάδας του ’70, και η συνάφεια με εμβληματικές φωνές της σύγχρονης αγγλόφωνης γυναικείας ποίησης, στην οποία η Παναγιώτου θήτευσε όχι εξ επαγγέλματος αλλά από επιλογή, επιλογή που σε ορισμένες στιγμές φθάνει ως την εκλεκτική συγγένεια. Αναφέρομαι σε ποιήτριες όπως η μεταφρασμένη από αυτήν Ανν Σέξτον, η Σάρα Καίην και η «αρχετυπική», ως προς την περιγραφή της γυναικείας ταυτότητας, Σύλβια Πλαθ. Στο πρώτο της βιβλίο, Μέγας Κηπουρός (Κοινωνία των (δε)κάτων, 2007) που δημιούργησε αμέσως αίσθηση, η ποιήτρια παρουσιάζει πρώιμα αρκετά από τα ιδιάζοντα στοιχεία της θεματικής και της γλώσσας της που θα επανέλθουν και στα χρονικώς επόμενα ποιήματά της. Μια γυναίκα που σαρκάζει και σαρκάζεται, δημιουργώντας με μια επαλληλία συνειρμών και συμβολικών εικόνων την περιγραφή ενός ερωτικού πένθους που εγκυμονεί την ανύψωση. Σαν ένας κύκλος φυσικών φαινομένων, του θανάτου και της αναγέννησης. Θάνατος της ρομαντικής αποθέωσης της ομορφιάς και γέννηση της ώριμης γυναικείας αυτογνωσίας. Αυτό το δίπολο τοκετού και πόνου-απελευθέρωσης και δημιουργίας του νέου, είναι συνεχές, όχι μόνο σ’ αυτά τα πρώτα ποιήματα αλλά και στα κατοπινά, όπως θα δούμε ευθύς αμέσως. Αλλά το πένθος στον Μέγα Κηπουρόδεν μένει στο πεδίο της γυναικείας οντολογίας και μόνο. Με υψηλούς πάντοτε τόνους έντασης και συναισθηματικής οξύτητας, αποδελτιώνει τις άμεσες και έμμεσες μορφές βίας που ασκεί πάνω στη γυναίκα (ως άνθρωπο) η σύγχρονη ζωή: οι κοινωνικές περιστολές, οι διαμεσολαβημένες ανθρώπινες σχέσεις. Αν και οι σχέσεις αυτές περιγράφονται ακαριαία, με μικρές, τεμαχισμένες εικόνες ερειπίων της κάθε μέρας, με ολιγοσύλλαβες ή μονολεκτικές φράσεις-στίχους («τα ‘έτσι είναι η ζωή’, τα ‘τι να κάνουμε;’/τα υγρά χαρτομάνδηλα α, τα σκισμένα γράμματα/ τις φωτογραφίες τις ζεστές και κινούμενες / μνήμες, μνήμα / το αξημέρωτο αύριο») ο σφυγμός της υπόκωφης οργής και του εξημμένου ανεκπλήρωτου και ανεπίστρεπτου πάθους αποδίδει καίρια το συναίσθημα αδιεξόδου. Η κόλαση του ερωτικού άλλου, η μοναξιά και η διάλυση, γίνονται με αυτό τον τρόπο για τη γυναίκα της Παναγιώτου ένα είδος ευρύτερης πολιτικής και κοινωνικής μαθητείας όπως επίσης υπαρξιακής αυτονόησης. Με παραπλήσιο τρόπο με εκείνον άλλων προηγούμενων εποχών, λόγου χάριν του ’70 και του ’80, καθώς η θεματική και η γλώσσα αυτής της έμφυλης ποίησης μπορεί να γειτνιάζουν με τη θεματική και τη γλώσσα ποιητριών όπως η Ελένη Βακαλό και η Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ, αλλά νομίζω ότι προσομοιάζουν περισσότερο σε περιπτώσεις σαν της Νατάσας Χατζηδάκι, της Τζένης Μαστοράκη ή της Δήμητρας Χριστοδούλου.

Η άμεση συνάφεια και αλληλουχία συναισθήματος, σώματος και γραφής, εμφανίζεται ακόμα πιο έντονα στο επόμενο βιβλίο της Παναγιώτου, στη Μαύρη Μωραλίνα (εκδόσεις Κέδρος, 2010), με τη διαφορά ότι αυτή η δεύτερη ποιητική της συλλογή είναι οργανωμένη εν είδει συνθέσεως. Η ποιήτρια δημιούργησε εδώ μια διάμεση αλλά πολυμορφική περσόνα, ενσωματώνοντας στα χαρακτηριστικά της μια ευρεία ποικιλία στοιχείων από πρόσωπα που δεν κατονομάζονται αλλά σχηματίζουν για την Παναγιώτου ένα είδος απόκρυφου μυθικού σύμπαντος. Η Μωραλίνα είναι κατά κάποιο τρόπο ένα σύμβολο, ένα σώμα που διασταυρώνονται πάνω του επιθυμίες, ευχές, επιθετικότητες, πόθοι, δράματα. Βγαίνει από μια κατάσταση αιχμαλωσίας και απομόνωσης, ως φύλο και ατομικότητα, και την παρατηρούμε να ψηλαφεί διαρκώς, δοκιμάζοντάς τα, τα όρια της ελευθερίας της. Αυτή η εμπειρία της δοκιμασίας, της πίεσης που της ασκείται φαίνεται εδώ σπουδαία, ένα αναγκαίο βήμα της μαθητείας στη ζωή, παρά το ότι ο πόθος για το απεριόριστο είναι μια δύναμη ορμέμφυτη: «ό,τι αντέχει/ ανθίζει μουσική», δηλαδή εκείνο που ανθίσταται έχει περισσότερες πιθανότητες διάρκειας. Σχηματικά, η Μωραλίνα είναι μια νέγρα αφρικανή, αλλά αν κοιταχθεί στο κάτοπτρό της εμφανίζονται αμέσως και άλλες μορφές, όπως η κατακρεουργημένη από τον έρωτα ποιήτρια Ανν Σέξτον που αναζητά μάταια την ευτυχία σ’ ένα περιβάλλον απολύτως αβέβαιο, ή ακόμα το καταγωγικό ίχνος μιας αινιγματικής γυναίκας, μιας προφήτισσας, ένθεης άλλης Μοραλίνας που αναγνωρίζει τον εαυτό της σε «αυτό που έσερνε τ’ άλογο στην Ισπανία/ ποδοβολημένη με θέλει/ ώσπου χλιμίντρισε ‘όχι’/ στον τυφλωμένο τον ταύρο».

Εν ολίγοις είναι ένα πρόσωπο οριακό, με την έννοια ότι είναι και δεν είναι υπαρκτό, ανήκει στην εποχή του αλλά και σε όλες τις εποχές, είναι φτιαγμένο από αναρίθμητες οντότητες, ή, όπως λέει η ίδια, αν και οι άλλοι «εστιάζουν σε ό,τι λέγεται/ -κακόφημη ανυπαρξία, αναίτιο κενό μπλα μπλα/ και στήνουν στον τοίχο τις λεπτομέρειες// εγώ όμως ζω-χορεύω στο χάος/ με λένε Μωραλίνα, κι όμως αυτή δεν είμαι εγώ». Όπως στον Μέγα Κηπουρό, που κι εκεί μπορεί να βρει κανείς στοιχεία μιας μεταφυσικής αλληγορίας, η Μαύρη Μωραλίνα αναπτύσσεται ουσιαστικά σαν ένα μεγάλο ποίημα, σαν μια εκ βαθέων εξομολόγηση, ασχέτως του αν η ομιλία της νεαρής νέγρας είναι ηχείο πολλών φωνών. Σ’ αυτό το δεύτερο βιβλίο της Παναγιώτου ο δραματικός λόγος γίνεται ας πούμε πιο ιερουργικός, πιο αποφθεγματικός, πιο σιβυλλικός αλλά και πιο ζυγισμένος στα ουσιώδη του, λες και έχει κερδίσει στο μεταξύ μια εσωτερική γνώση: «με ανάπηρους τους φθόγγους των πουλιών/ νεκρόφιλος κανείς δεν είναι», ή «ό,τι είναι αδύνατο να ειπωθεί αληθινά/ τρυπιέται από το μυαλό». Και την ίδια στιγμή, αν δούμε το ποίημα ως σύνθεμα, ως ροή που πραγματοποιείται με διάφορες, συναφείς μεταξύ τους τεχνικές, είναι ένα απολύτως δραματουργικά χτισμένο κείμενο, με μονολόγους, με ένθετες αναγωγές στο παρελθόν, με διακείμενα από την ιστορία, με σαφείς αναφορές σε πολιτικά γεγονότα, με περιγραφές που γίνονται από διάφορα εστιακά σημεία, έτσι ώστε να γίνεται άμεσα ορατή στον αναγνώστη η πολυφωνική και η διαθεματική του ενορχήστρωση. Αλλά η βασική για μένα διαφορά ανάμεσα στον Μέγα Κηπουρό και στη Μαύρη Μωραλίναβρίσκεται στο κρίσιμο σημείο της ηθικής στάσης. Αναφέραμε ήδη προηγουμένως ότι η νεαρή νέγρα, η περσόνα της Παναγιώτου, δείχνει να μετράει τις δυνάμεις της, να ψηλαφεί τα όριά της, πραγματικά και μεταφορικά. Με την ίδια έννοια, μεγεθυμένη η σύνθεση αυτή δεν αρκείται στον εξομολογητικό και απολογητικό λόγο του Μέγα Κηπουρού, το κομβικό σημείο της είναι η στροφή της γυναίκας, και κατά προέκταση του ανθρώπου, από την ομηρία στην απελευθέρωση, από την ελεγειακή αναδίπλωση στην έξοδο, από τη μοναχικότητα στην γνώση του άλλου.

 

ΠΑΤΡΙΤΣΙΑ ΚΟΛΑΪΤΗ

Εμβόλιμον, τ.χ. 69-70, Φθινόπωρο 2013 – Χειμώνας 2014

Αυτοαναφορικότητα και Μετα-αφήγηση.

Η Μαύρη Μωραλίνα της Ευτυχίας Παναγιώτου (Κέδρος, 2010)Μυθοπλαστική κατάθεση της βιογραφίας μιας φανταστικής αφηγηματικής persona; Ή μετα-αφηγηματικό κείμενο για το sine qua non, τα σκαμπανεβάσματα και τα τερτίπια της γραφής; Η Μαύρη Μωραλίνα, η δεύτερη ποιητική συλλογή της Ευτυχίας Παναγιώτου, εκδιπλώνεται ως μακροσκοπική σύνθεση πάνω σε έναν διττό αφηγηματικό ιστό: παράλληλα με τη φανταστική βιογραφία της νεαρής νέγρας Μωραλίνας, ξετυλίγεται και ακολουθείται αυτοαναφορικά ένας άλλος, μετα-αφηγηματκός μίτος, αυτός της ποιητικής περιπέτειας, της περιπέτειας της γραφής.Με τον σχεδόν προγραμματικό του τίτλο, το πρώτο εκτενές ποίημα της συλλογής («Χαράζει το χέρι, πάει να πει νοσοκομείο») συναρθρώνει και τη θεμελιώδη γεωμετρική διάταξη, στην οποία ποιήματα και ποιητικές περσόνες θα επιστρέφουν πιστά σε όλη τη διαδρομή αυτού του βιβλίου: «ένα τρίγωνο. Στην επάνω γωνία ο θεός, στην αριστερή η γάτα μου, στη δεξιά το μολύβι». Εγκάθειρκτη στην ιαματική γεωμετρία της ποιητικής πράξης η Παναγιώτου αλλά ενίοτε αμφιθυμική. Στη σελίδα 55, τα νάματα της γραφής πασχίζουν ατελέσφορα, αυτοφαλκιδεύονται και εν τέλει αυτοκαταργούνται. Το «τρίγωνο» γίνεται «πηγάδι», το «μολύβι» πιέζει τη σελίδα, σκίζει, πνίγεται μέσα του.Εντούτοις, και παρά τις όποιες αμφιθυμικές μεταπτώσεις, γλώσσα, ποίηση και πράξη της γραφής αναδεικνύονται θεμελιώδη συστατικά της ύπαρξης και για την ίδια την ποιήτρια και για τις ομιλούσες φωνές που κατασκευάζει. Ύπαρξη και σωματικότητα μερικοποιούνται. Το «χέρι» ―κατά την αναγέννηση συμβολική και μετωνυμική εξεικόνιση του καλλιτέχνη ως δημιουργικής συνείδησης― επανέρχεται εμμονικά, οιονεί επαρκές μέρος αντί του όλου. Και το χέρι που πράττει είναι το χέρι που γράφει. Το χέρι που γράφει είναι το χέρι που πράττει.Οι έννοιες δεν ενδιαφέρουν ως έννοιες καθεαυτές αλλά υποστασιοποιημένες σε μια ορισμένη γλωσσική παρασημαντική ως λέξεις. Η αγάπη είναι ρήμα και παρατίθεται μεταγλωσσικά εντός εισαγωγικών: «χάραξα σ’ ένα φύλλο “αγαπώ”». Η γλώσσα πρωτοστατεί, μέσα στην πολυσημία της, άλλοτε ως η αναπόδραστη βάσανος της ποιητικής πράξης («θα μπορούσα/αν η γλώσσα δεν ήταν το διάστιχο») άλλοτε ως το ίδιο το ανατομικό όργανο που την παράγει («μπήκα μες στη γραφομηχανή/χτυπώντας τα πλήκτρα από κάτω με τη γλώσσα»).

Ποιήματα που εγκιβωτίζουν αφηγήσεις για άλλα ποιήματα, ποιήματα που διεκδικούν τη μεταφυσική αυθυπαρξία τους, πέρα και έξω από τον προθετικό ή δημιουργικό έλεγχο της ποιήτριας, όταν εκείνη τους εκχωρεί πλήρη κυριαρχία, όταν στέκεται ένα βήμα πίσω, αμέτοχη παρατηρητής τεκταινομένων που σαν να μην εξελίσσονται σε ένα λογοτεχνικό πόνημα, του οποίου τα νήματα κινεί η ίδια: «σε βλέπω στο ποίημα να υπογραμμίζεις/με λευκό την αλήθεια, με κόκκινο το ψέμα». Πρόκειται για μια μεταφυσική διένεξη που, απ’ ό,τι φαίνεται, δεν λαμβάνει χώρα ερήμην της ποιήτριας. Άλλωστε, «ό,τι [συμβαίνει] είναι λέξεις».

Στη Μαύρη Μωραλίνα ήρωες και αφηγηματικές φωνές συλλαμβάνουν και βιώνουν την πραγματικότητά τους φιλτραρισμένη πάντοτε μέσα απ’ την πράξη της γραφής. Μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα μετα-αφηγηματική (ή μήπως θα ’πρεπε να πω μετα-ποιητική;) σύνθεση, στην οποία η Ποίηση διεκδικεί τα μεταφυσικά πρωτεία, αξιώνει το status quo ―αυτοδύναμης και αυτοκινούμενης― Πραγματικότητας.

 

Ο ΜΕΓΑΣ ΚΗΠΟΥΡΟΣ

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΓΚΙΤΣΗ

http://www.vakxikon.gr, Απρίλιος 2015

“Ο δρόμος της υπερβολής μάς πάει στο παλάτι της σοφίας”
Προμετωπίδα της ποιητικής συλλογής της Ευτυχίας Παναγιώτου είναι η φράση του William Blake από το βιβλίο του Οι Γάμοι του Ουρανού και της Κόλασης. Ο Μέγας Κηπουρός, επανεκδίδεται το 2014 από τις καλαίσθητες εκδόσεις Κοινωνία των (δε)κάτων. Η πρώτη έκδοση της συλλογής μετρά ήδη 7 χρόνια κυκλοφορίας. Το εξώφυλλο κοσμεί, η κοκκινόμαυρη φωτογραφία του ποιητή Κυριάκου Συφιλτζόγλου, προ(σ)καλώντας το βλέμμα με την πορφυρή της απόχρωση.

“αλφαβήτα
η γραβάτα σου, λέξη δεμένη κόμπος στο λαιμό μου
ασφυκτικά απ’το περίμενε, το μήλο θα σαπίσει
άγουρο, το μέλλον μου φοβάμαι παρελθόν μη γίνει
ξεχασμένο, όπως στα όνειρα, ζωή τυφλή θα ζω
νομίζοντας βηματισμούς πως κάνω προς τα εμπρός
ενώ αντίστροφα κοιτώντας το ρολόι υπολογισμούς
θα κάνω με ληγμένα γράμματα”
Η Ευτυχία Παναγιώτου, όπως και στις επόμενες δυο συλλογές της, Μαύρη Μωραλίνα και Χορευτές, υφαίνει την γλωσσική της ολότητα, αρχής γενομένης, ήδη από τον τίτλο εκάστου ποιήματος, που αποτελεί όχι την επανάληψη κάποιου στίχου ή την συμπύκνωση του νοήματος αλλά το κλειδί αποκωδικοποίησής του μετά από δευτερότριτες εννοιολογικές προσπάθειες κατανόησης. Ενδεικτικά αναφέρονται κάποιοι τίτλοι: “Το κεφάκι μου σύμπαν ολόκληρο”, “πόνος-μπετόν” “η εξοχή του μυαλού μου”, βλέπω θα πει επινοώ”, το ομότιτλο “μέγας κηπουρός” “per funeral”, “η γυναίκα παρακεταμόλη” κ.α
31 μικρά και μεσαίου μεγέθους ποιήματα ξετυλίγονται με ενιαία ή διακεκομμένη -από εμβόλιμες προτάσεις, εν μέσω παύλας- πορεία, αφήνοντας την έντονη επίγευση της συνομιλίας της ποιητικής ύπαρξης με τον εαυτό της ή κάποιον συνομιλιτή. Τολμηρή είναι η γλωσσική ευφράδεια της ποιήτριας -ίδιον χαρακτηριστικό της και στις επόμενες ποιητικές της πτήσεις- επιτρέποντας έτσι στον αναγνώστη να μεταφερθεί ευκολότερα στην ασφάλεια μιας οικείας γλώσσας που αφορμάται από προσωπικές αναζητήσεις αλλά γοργά επεκτείνεται σε καθολικές διαπιστώσεις.

“επίκτητα
αναζητήσεις κρυμμένες/ στο συρτάρι μου/ βγαίνουν έξω από μένα/ το βράδυ φοράω/ πανσέληνο/ και κόκκινα χείλη/ που δεν είναι από κραγιόν/ -το χτύπημα-/ γύρω από το σώμα μου/ κυκλώνεσαι/ ίδιο φίδι,/ χόρτο που κολλάει/ σε λάσπη/ κάτω από παπούτσι,/ ιδρώνουν τα πόδια/ από φόβο, μπορεί/ να παραλύουν, δεν ξέρω/ να βουλιάζουν,/
δεν ήταν δικά μου αυτά/ άλλα τα έρμεια τα σανδάλια.”
Υπερρεαλιστικές φράσεις, μακρινοί ψίθυροι λυρικού απόηχου, τιθασευμένος συναισθηματισμός, συντακτικοί ακροβατισμοί, επανάληψη λέξεων “εξομολογήσεις δίκην δικαιοσύνης/ εξομολογήσεις για δικαιοσύνη/ εξομολογήσεις πνιγμένο δόντι” και “δεν είναι ο κηπουρός μου αυτός./ σπείρει το θάνατο/ με σπέρνει θάνατο/ γίνομαι ο θάνατος”, εναλλαγή του μονόλογου με διάλογο και ένας υποδόριος ρυθμός συνθέτουν την μουσικότητα των ποιημάτων της συλλογής. Ο θάνατος, η απώλεια, ο φόβος, ο έρωτας και ο πόνος αποτελούν την μήτρα και το σώμα πάνω στο οποίο η Παναγιώτου θ’αποτολμήσει να σπείρει -σαν άλλη κηπουρός- τις λέξεις της και θα χαράξει τον βηματισμό της στο ποιητικό τοπίο, με σταθερό κι ιδιαίτερο βλέμμα, πάνω σε πράγματα και ανθρώπους.

“ενδοφλέβια
είμαι ο πόνος που γίνεται πλήγμα σε κάθε λέξη./ τρυπάω τα δόντια ν’αρθρωθώ˙ συνέχεια ματώνω./ με βία γεννιέμαι, ύπαρξη που απαγορεύεται./ σφαλίζω το στόμα με δάκρυα που καταπίνω./ μες στη σιωπή μου ανθίζω κι εντός μου/ ποτίζω τα φαντάσματα σ’άδειες καρέκλες./ -μουσικό παιχνίδι ψυχοθεραπείας-”

 

ΝΕΣΤΟΡΑΣ ΠΟΥΛΑΚΟΣ

http://www.vakxikon.gr, τχ. 1, Μάρτιος-Μάιος 2008

Γυναικεία ποίηση του 21ου αιώνα

είμαι ο πόνος που γίνεται πλήγμα σε κάθε λέξη.
τρυπάω τα δόντια ν’ αρθρωθώ, συνέχεια ματώνω.
με βία γεννιέμαι, ύπαρξη μου απαγορεύεται.

σφαλίζω το στόμα με δάκρυα που καταπίνω.
μες στη σιωπή μου ανθίζω εντός μου
ποτίζω φαντάσματα σε άδειες καρέκλες.

-μουσικό παιχνίδι ψυχοθεραπείας-

(ενδοφλέβια)

Ποιήματα που εμπεριέχουν μεταφυσικά φαντάσματα, ποτισμένα με την τόλμη της νεότητας. Κήπος υπάρχει, σταδιακά φυτρώνει όμως χάρη στη φροντίδα του κηπουρού του. Στον «μέγα κηπουρό» η νεαρή ποιήτρια Ευτυχία Παναγιώτου ανακατεύει τις λέξεις, σκαλίζοντας συναισθήματα, πιέζοντας τες να μιλήσουν για τον πανικό της ημέρας, το φόβο της απώλειας, την αίσθηση της πτώσης στο κενό («μέχρι που χείλη τεράστια μίλησαν για εγκλήματα στον ποταμό, για πευκοβελόνες θηρίου, για επιθανάτιους χτύπους και θρήνους στη διαπασών, τότε ήταν που αγκάθια χέρια το ξεγύμνωσαν, το ξερίζωσαν το μολυσμένο μανιτάρι το μαινόμενο»).

Ο μόνος τρόπος, μας λέει ο μέγας κηπουρός, είναι η ανάμειξη, η μόνη λύση είναι η αντιπαράθεση, με την κοινωνική πραγματικότητα και με την ποιητική και γλωσσική παράδοση («είμαι ο πόνος που γίνεται πλήγμα σε κάθε λέξη, τρυπάω τα δόντια ν` αρθρωθώ, συνέχεια ματώνω, με βία γεννιέμαι, ύπαρξη μου απαγορεύεται»). Όπως αναφέρει και η ίδια η ποιήτρια «Θα καταστρέψουμε πρώτα τις σάπιες λέξεις, μετά θα εφεύρουμε καινούργιες, δικές μας λέξεις, και σταδιακά θα ορθώσουμε έναν αγέρωχο κήπο ονείρων».

Η Ευτυχία Παναγιώτου γεννήθηκε το 1980 στη Λευκωσία. Σπούδασε φιλολογία στην Αθήνα και λογοτεχνία στο Λονδίνο. Τα τελευταία χρόνια εργάζεται στην Αθήνα ως επιμελήτρια κειμένων και μεταφράστρια. Ποιήματα της έχουν δημοσιευθεί στα περιοδικά Εντευκτήριο, (δε)κατα, Άνευ, Οδός Πανός και στο ηλεκτρονικό περιοδικό e-Poema. Μετά την έκδοση της πρώτης ποιητικής της συλλογής από τις νεοσύστατες εκδόσεις της Κοινωνίας των (δε)κάτων, αναμένει την κυκλοφορία των μεταφράσεων της σε ποιήματα της Αμερικανίδας Αν Σέξτον.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ

Περιοδικό Ένεκεν, τεύχος 10, Άνοιξη 2008

«Και ράβω τα ίχνη σου έκτακτα σ’ ένα στομάχι κενό…» Εικόνες έντασης και βωβού πάθους στις ποιητικές εκδοχές της γυναικείας εμπειρίας, έτσι όπως «εξομολογείται» η Ευτυχία Παναγιώτου στη συλλογή μέγας κηπουρός. Η γυναίκα μέσα από την οδύνη της ύπαρξής της καθώς εγκολπώνεται το λόγο, που είναι ο αμφίσημος λόγος της ζωής και του θανάτου. «σπείρει λέξεις κάτω απ’ το χώμα. λέξεις λαβωμένες…» Η Παναγιώτου με τρόπο σπαρακτικό αρθρώνει τη διαλεκτική της γυναικείας παρουσίας: «σπείρει το θάνατο / με σπέρνει θάνατο / γίνομαι ο θάνατος». Το κυριολεκτικό και σε επίπεδο μεταφοράς άνοιγμα της γυναίκας στη ζωή και στο θάνατο είναι η στάση αυτή και το πεδίο που, τελικά, έβγαζε τον άντρα από τη δίψα του αίματος και το φάντασμα των Ερινυών. Οι γυναίκες δημιουργοί με το έργο τους έχουν να μας χαρίσουν όλη τη σαγήνη και τη γνώση του βίου τους. Δεν πρόκειται βέβαια ούτε για μια terra incognita ούτε για την άλλη όψη του φεγγαριού αλλά για εκείνη την αναγκαία και ικανή συνθήκη που μπορεί να απελευθερώσει τους άντρες από τα δεσμά της ακατέργαστής τους «αναγκαιότητας». Η Παναγιώτου μάς συγκινεί με την ευτυχή της ποιητική προσφορά.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ

Περιοδικό Highlights,

Ανασκευές της πραγματικότητας, υφολογικές αναδιανομές, ρυθμική ένταση, καταδηλωτική στάση ενός διαμαρτυρόμενου εγώ. Τα υπερρεαλιστικά δάνεια εύλογα, τρόπον τινά αναγκαία και πολλά – είναι η πρώτη της δοκιμή άλλωστε. Ξέρει όμως να επιλέγει σωστά τους κυριότερους φωτισμούς της λεκτικής σκηνής.

 

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΛΕΟΝΤΙΟΥ

Περιοδικό Άνευ, τ. 29., Καλοκαίρι 2008

Πρώτη, αρκετά ευπρόσωπη εμφάνιση της Ευτυχίας Παναγιώτου. Αξιοσημείωτη γλωσσική τόλμη και έντονος πειραματισμός στην εκμετάλλευση ιδιωτικών και πιο καθολικών θεμάτων. Με απροσδόκητες μεταφορές και λεκτικές εικόνες αποτυπώνονται ερωτικές και υπαρξιακές ανησυχίες, ή διοχετεύονται η απογοήτευση της διάψευσης αλλά και η αντικομφορμιστική κριτική για πράγματα και καταστάσεις. Αναμένουμε να δούμε την εξέλιξη της πρώτης αλλά όχι πρωτόλειας αυτής εμφάνισης. Από τα πιο συγκροτημένα κείμενα της συλλογής είναι, πιστεύω, το «Φάντασμα»:

θα σου κάνω μάγια ξένε για να μ’ αγαπήσεις
θα σου φτιάξω φίλτρα για να’ ρθεις σε μένα
πίσω σου θα σπείρω οργίλες φωτιές να τρέξεις γρήγορα
θα ‘χω μιαν αγκαλιά μεγάλη να χωράει τα όνειρά σου
ζαχαρένια λόγια σε ροζ τοπία θα σου χαρίσω ήχους,
μυρωδιές, χαρμόσυνες ειδήσεις κι εφηβεία
κι ό,τι τραβά η ψυχούλα σου θα το ‘χεις — λίγο μονάχα
δώσε αίμα στη δική μου που πεινάει η στοιχειωμένη.

 

Χρ. Γιαννάκος, Ευ. Τζάνος, Β. Τουρογιάννη,

περιοδικό Μανδραγόρας, τεύχος 39, σ. 158.

Πρόκειται για την πρώτη, άξια προσοχής, συλλογή τής κυπριακής καταγωγής Ε.Π. Ερωτικά, υπαρξιακά θέματα αποδίδονται με εξπρεσιονιστικές χροιές, ενώ αποτυπώνεται πρόδηλα η αγωνία για έναν ουσιώδη βίο. «αλφαβήτα»: η γραβάτα σου, λέξη δεμένη κόμπος στο λαιμό μου / ασφυκτικά απ’ το περίμενε, το μήλο θα σαπίσει / άγουρο το μέλλον μου φοβάμαι παρελθόν μη γίνει / ξεχασμένο, όπως στα όνειρα, ζωή τυφλή θα ζω / νομίζοντας βηματισμούς πως κάνω προς τα εμπρός / ενώ αντίστροφα κοιτώντας το ρολόι υπολογισμούς / θα κάνω με ληγμένα γράμματα.

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΝΤΙΟΧΟΥ

περιοδικό Index, Σεπτ-Οκτ. 2008, τεύχος 25

(γονατισμένη)

χάλασε ο δίσκος, ανάποδα παίζει τα τραγούδια.
τώρα ο στίχος αντίστροφα με πάει.
μια πεταλούδα κόλλησες στο γόνατό μου πίσω,
στόχος το «γονατίζω» να κόψω μαχαίρι.
το είδα σαν παιχνίδι στην αρχή και δέχτηκα
αλύγιστη να παραμείνω, αν είναι έτσι
μια ζωή να σώσω.
ήρθες μετά μ’ ένα τσουβάλι, γεμάτο μ’ άλλες ταλαίπωρες
«άσκηση θάρρους είναι ευτυχία να μη λυγίζεις», είπες.
«άσκηση καλοσύνης είναι», σκέφτηκα.

Είναι λίγα τα βιβλία ποίησης που άμεσα δηλώνουν την πρόθεση του ποιητή, αυτό το τι έχει να επιδείξει σαν πρώτη έκρηξη του αστέρα του, αφού η πρώτη συλλογή κάποιου νέου ποιητή είναι ταυτόχρονα και η επικοινωνία του έργου του με το κοινό. Περαιτέρω είναι επίσης λιγοστές οι γυναικείες φωνές στην ποίηση που εκφράζουν με τόση αμεσότητα και τόση καθαρότητα τον σωματικό, ερωτικό, κοινωνικό και υπαρξιακό πόνο, και αν και δεν θα ήθελα να κατατάξω με ευκολία την Ευτυχία Παναγιώτου και την ποίησή της στην κατηγορία της εξομολογητικής ποίησης, γιατί ίσως να καταλήγει παρακινδυνευμένο λόγω αγνωσίας λεπτομερών βιογραφικών της στοιχειών. Είναι όμως τόσο εμφανές το αίμα μέσα στο ποιητικό σώμα που παρουσίασε η Παναγιώτου στην ποιητική της δήλωση, που τολμώ να την αναμετρήσω μαζί με την Σέξτον θεωρώντας την ως την πιο αντιπροσωπευτική φωνή της εξομολογητικής ποίησης της γενιάς του 2000 στη χώρα μας.

Έτσι πέρα από λογοτεχνικές φιοριτούρες και γαλιφιές θα ήθελα να δηλώσω τον ενθουσιασμό μου που έχουμε και πάλι στην Ελλάδα εξομολογητική ποίηση, μετά από εκείνη την γυναικεία μερίδα της γενιάς του 70 (N. Ησαΐα, N. Χατζιδάκι, K. Γώγου, κ.ά.) Κύρια όμως σε ό,τι αφορά την Παναγιώτου η θεματολογία της είναι σαφώς προσανατολισμένη προς τη ματαίωση, το μάταιο και τη ματαιότητα, ενόσω τα χρησιμοποιεί και ως φιλοσοφικό στοχασμό και ως ειρωνεία, δίνοντας έτσι σχεδόν πάντα οριακές διαστάσεις. Τούτο μπορεί κανείς να το συμπεράνει διαβάζοντας μόνο και μόνο τους τίτλους τον ποιημάτων της Παναγιώτου, όπως: «η γυναίκα παρακεταμόλη», «καρδιογράφημα», «αυτοχειρία», «η