Category Archives: ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

ΧΡΙΣΤΟΣ ΧΑΤΖΗΠΑΠΑΣ

xristos

Ο Χρίστος Χατζήπαπας γεννήθηκε το 1947. Σπούδασε Κτηνιατρική στη Σόφια όπου αργότερα έκανε μεταπτυχιακά. Εξέδωσε τρεις ποιητικές συλλογές, τρία μυθιστορήματα και πέντε συλλογές διηγημάτων.
Δύο μυθιστορήματα και δύο συλλογές διηγημάτων του τιμήθηκαν με Κρατικό βραβείο. Ένα βιβλίο του με διηγήματα από όλες τις συλλογές διηγημάτων εκδόθηκε στα Αγγλικά με τον τίτλο Like a discus thrower, εκδ. Αρμίδα.
Ξεχωριστά ποιήματα και διηγήματά του μεταφράστηκαν σε πολλές ξένες γλώσσες
Ο Χρ. Χατζήπαπας διετέλεσε για πολλά χρόνια Πρόεδρος της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου και είναι μέλος της συντακτικής επιτροπής του λογοτεχνικού περιοδικού Νέα Εποχή. Το 2017, του απονεμήθηκε το Βραβείο «Γ.Φ. Πιερίδης» της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου για τη συνολική προσφορά του στα κυπριακά γράμματα.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ
Ενδοσκόπιο, Ποιήματα, Λευκωσία 1969
Εισαγωγή στην τραγωδία, Ποιήματα, Λευκωσία 1979
Το μεγάλο ψέμα, Διηγήματα, Σύγχρονη Εποχή, 1981
Εντελώς Φυσιολογικός, Διηγήματα, Λευκωσία, 1984
Το χρώμα του γαλάζιου υάκινθου, Μυθιστόρημα, (Καστανιώτη), 1989
Στην Ολκό του μαύρου φεγγαριού, Μυθιστόρημα, (Δελφίνι), 1993
Στο μάτι του φιδιού, Μυθιστόρημα, (Καστανιώτη) 2000
      Βουλγαρική έκδοση, (Μπαλκάνι), 2003
Έρως εν καμίνω. Διηγήματα, (Λιβάνη), 2001
Like a discus thrower, short stories, (Armida), 2009
To ασταθές βήμα, Διηγήματα, (Γαβριηλίδη)ς, 2009
      Βουλγαρική έκδοση, (Πλάμακ), 2010
      Τουρκική έκδοση, (ISIK KITAVEVI), 2013
      Γαλλική Έκδοση, (Kallimages), 2014
Τα πηγάδια της ιστορίας, Ποιήματα (Γαβριηλίδης) 2012
Αλλόφυλοι εραστές, Διηγήματα, (Γκοβόστη) 2018

 

 

 

ΑΛΛΟΦΥΛΟΙ ΕΡΑΣΤΕΣ (2018)

ΜΕΡΟΣ Α’

αν έλειπε εκείνη η μέρα από το ημερολόγιο

 

ΑΝ ΕΛΕΙΠΕ ΕΚΕΙΝΗ Η ΜΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ.. .

ΑΝ ΕΛΕΙΠΕ εκείνη η μέρα από το ημερολόγιο κι εκείνη η γρουσούζικη ώρα, το παιδί θα ζούσε σήμερα…» είπε ο Ερόλ κι έχωσε τα δάκτυλα του δεξιού χεριού στα γκρίζα, μακριά μαλλιά του. Διέκοψε απότομα την προηγούμενη διήγησή του. Σαν να τον είχε αρπάξει ρεύμα μικρής τάσης· μια ηλεκτροπληξία μνήμης… «Μπορεί τώρα να ήταν σήμερα ένας ακτιβιστής της ειρήνης και της επανένωσης. Όπως εμένα, εσάς…» συνέχισε, σαν να απευθυνόταν μακριά, σε κάποιον αόρατο άγνωστο.
Κατάλαβα πως η αρχινημένη κουβέντα μας, για τους «Αλλόφυλους εραστές», θα έμενε στη μέση…
«Μα, ναι, θα πρέπει πρώτα να πω αυτό! Ήρθε ξαφνικά και δεν φεύγει απ’ εδώ!» είπε ο Ερόλ, πιέζοντας και στρίβοντας τον δείκτη σαν αρίδα στον κρόταφο.
Ήθελε να πει πως εκεί κατοικούσε η μνήμη. Που αδημονούσε…
0 μεταφραστής και φίλος μου, ο Αζίζ, ένιωσε και ο ίδιος ένα τράνταγμα. Κοιτούσε μια εμένα, μια εκείνον.
Δεν ήθελε να του ξεφύγει λέξη:
«Μεσούντος του Αυγούστου, λοιπόν, και της δεύτερης εισβολής… Δεν θα ξεχάσω τους αιχμάλωτους που είχανε εγκλωβιστεί σε αγροικίες του Γεωργικού Γυμνασίου, στις παρυφές της Μόρφου. Στις εκκαθαρίσεις που ακολούθησαν την επέλαση του στρατού, λάβαινε μέρος κι ο Γιουσούφης. Φανατικός, δολοφόνος κατά συρροή, ορκισμένος της Τ.Μ.Τ. Γνωστός σ’ όλους στο χωριό σαν Γιουσουφάκι. Φοβού όσους έχουν και επεξηγηματικό παρατσούκλι…» είπε και χαμογέλασε, παρακολουθώντας αν πιάσαμε τον υπαινιγμό του. Θα του έλεγα εγώ, πως κι εμείς απ’ εδώ συνηθίζουμε κάτι ανάλογο, για ανθρώπους που, λόγω πλούσιου ποινικού μητρώου, δεν αρκούνται στ’ όνομά τους και χρήζουν διευκρίνισης. Αλλά, γιατί να διακόψω;
«Μόλις που είχε καταφέρει το Γιουσουφάκι, πριν από κάνα μήνα, να ξεφύγει, δυστυχώς, από την Εθνική Φρουρά και τους πραξικοπηματίες που, με το που μπήκαν στο χωριό, μάζεψαν τους άντρες και τους στείλανε
πακέτο στη Λεμεσό. Το Γιουσουφάκι έκανε επάγγελμα το φονικό. Yirtici hayvan, ύαινα! Κυκλοφορούσε μ’ ένα αυτόματο, δίπλα στους Τούρκους στρατιώτες, αγρίμι που οσμιζόταν το ζεστό αίμα από μακριά». Οι αιχμάλω-
τοι, καμιά εικοσαριά, κρατούνταν στην αυλή του σχολείου. Τυχαία, στη σκηνή βρέθηκε ένας Τούρκος γιατρός, απ’ αυτούς που είχε φέρει μαζί του ο στρατός. Στους ώμους του πολλά σιρίτια. Οι βοηθοί του τον φώναζαν
αρχίατρο. Πάνω στην κουβέντα τού ξέφυγε πως, ευτυχώς, χρόνια τώρα στον στρατό, δεν του έτυχε ποτέ να δει να θανατώνεται άνθρωπος μπροστά στα μάτια του. Δεν θα το άντεχε… Πιθανότατα, μέσα στην κόλαση των
ημερών, να είχε νιώσει ξαλαφρωμένος με κάποια καινούργια διαταγή από το αρχηγείο…
»Τι ήθελε να το πει, αυτό, ο γιατρός!
»Αυτοστιγμεί, το Γιουσουφάκι, βγήκε μπροστά, σαν κακομαθημένο παιδί, κουνιστός λυγιστός, κοντός, μια σπιθαμή, και παρίστανε λες, πως επιθεωρούσε την ομάδα των αιχμαλώτων. Εκείνοι στάθηκαν προσοχή μπροστά του. Στη φάτσα του κόλλησε μια μάσκα με κάτι δόντια που της λείπανε».
Ο Ερόλ άγγιξε μηχανικά, δυο τρεις φορές, το χέρι στη θέση της καρδιάς. Εκεί που οι καπνιστές βάζουν συνήθως το κουτί με τα τσιγάρα… για να την προστατέψουν. Άναψε ένα. Πρότεινε αφηρημένα και σ’ εμάς, αν και ήξερε
πως δεν καπνίζουμε.
«Το Γιουσουφάκι», συνέχισε ο Ερόλ, «απευθύνθηκε χλευαστικά σ’ έναν από τους αιχμαλώτους, δυο φορές το μπόι του: ‘Έλα εδώ εσύ, καλός μου φαίνεσαι! 
>>Ήταν ένα ψηλό, λιγνό παιδί, γύρω στα είκοσι πέντε. Του μίλησε στα ελληνικά. Χωρίς να χάνει χρόνο, τον έστησε σαν δίσκο σκοποβολής στα είκοσι μέτρα, μέσα στην πλατεία του σχολείου. 0 γιατρός σαν κατάλαβε τις σατανικές προθέσεις του, έμπηξε τις φωνές.
»“Τουρ, τουρ! Μη, μην το κάνεις αυτό! Υπάρχει διαταγή! ”
»Πριν τελειώσει όμως τα λόγια του, είδε τα αίματα να πιτσιλίζουν τη μικρή πλατεία, και τον αιχμάλωτο να σωριάζεται σακί κάτω.
»0 γιατρός έκανε εμετό και λιποθύμησε.
»“Αμ’ τέτοιοι είναι οι Τούρκοι αξιωματικοί;” ακούστηκε η ύαινα να βρίζει, φτύνοντας κάτω με θόρυβο τη θερινή σκόνη που είχε ζυμωθεί με τον ιδρώτα στις γωνιές των χειλιών του. “Γιαζίκ, για αξιωματικοί! φτου, για
αξιωματικοί…”»
«Πιθανότατα ο δολοφόνος γνώριζε για τη διαταγή, η οποία είχε φτάσει κατά το απομεσήμερο από το Κεντρικό Αρχηγείο. “Να μην δολοφονούνται οι αιχμάλωτοι, για να ανταλλαγούν με δικούς μας! ”
»Και να φανταστείς, δεν είχαμε μέχρι τότε σοβαρά επεισόδια με τους Έλληνες συγχωριανούς μας. Τα μάζεψαν, βέβαια και φύγανε το ’58, με την ΕΟΚΑ και τις φασαρίες. Ήτανε οι λίγοι. Μετακόμισαν στην Πέτρα, το κεφαλοχώρι δίπλα. Όπως είχε γίνει και με δικούς μας σε άλλα χωριά, όπου ήταν μειονότητα. Κράτησαν όμως οι πιο πολλοί τα κτήματά τους, ερχόντουσαν και τα δουλεύανε, πίναμε μαζί τον καφέ μας στα καφενεία. Και στους γάμους μας έρχονταν και στους δικούς τους πηγαίναμε. Διατηρούσαμε καλές σχέσεις μέχρι το ’74. Τον Γιουσόυφη τον τραβούσε το αίμα. Μέσα στην τρέλα του
πολέμου, που η ευθύνη δεν βαραίνει προσωπικά κανένα, ο καλός χάνει τα νερά του κι ο κακός, γίνεται θηρίο ανήμερο. Yirtici hayvan, ο Γιουσούφ!

Με την τελευταία λέξη, ο Ερόλ πέταξε οργισμένος το τσιγάρο μακριά, σαν να σημάδευε κάποιον. Αμέσως, όμως, σηκώθηκε, πήγε και τον πάτησε, λιώνοντάς τον με το τακούνι του.
Επιστρέφοντας, είπε: «Αν έλειπε εκείνη η μέρα του Αυγούστου από το ημερολόγιο, εκείνη η γρουσούζικη ώρα, το παιδί θα ζούσε σήμερα…»

 

ΣΤΟ ΑΙΘΡΙΟ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ

Στη μνήμη του Νέαρχου Γεωργιάδη

Τον συνάντησα στο αίθριο, δεν ήθελα όμως να του μιλήσω. Να μου τη βιδώσει αίφνης και να φτάσουμε στα άκρα. Εκείνος άλλωστε έχαιρε ασυλίας, το πιο πιθανό, θα βρισκόμουν εγώ στο κλουβί. Ένας ταπεινός κυλικειάρχης. Όχι, όχι, θα προτιμούσα να τον φτύσω εμπιστευτικά, χωρίς μάρτυρες. Ή τουλάχιστον στην τηλεόραση, όπως κάνω με κάποιους πολιτικούς… «Προδότες», κατά την άποψή μου. Άκου, πού έχω μάθει εγώ τέτοια βρομόλογα; Μα αφού τους ακούω στο γυαλί κάθε μέρα να σκυλοβρίζονται; Εδώ στην καντίνα, όμως, φιλαράκια πρώτης…
Τι με εξάπτει, όμως; Η Μόρφου θα επιστρεφόταν στους κατοίκους της σύμφωνα με όλα τα σχέδια λύσης του Κυπριακού. Κάποια κόμματα διαφωνούσαν με αυτά και η πόλη έπεφτε κάθε φορά θύμα, όπως και η Αμμόχωστος, πόλη φάντασμα, περιφραγμένη με συρματόπλεγμα. Χωρίς κατοίκους, αφημένη στον χαλασμό του χρόνου, πεδίο μάχης ανάμεσα σε ερπετά και ποντίκια. Παιγνιδάκι του Αίσωπου ανάμεσα στο ποντίκι και το λιοντάρι που βρυχάται. Η Μόρφου, τουλάχιστον, κατοικείται. Από Τουρκοκύπριους του νότου, οι οποίοι με το σχέδιο εθνοκάθαρσης του τουρκικού στρατού το ’74, ξεριζώθηκαν από τα σπίτια τους, τους εγκατέστησαν εδώ. Κράτησαν και τ’ όνομά της. «Όμορφο» τη λένε. Σ’ αντίθεση με τόσα άλλα ονόματα που η κατοχή, για λόγους μνημοκτονίας, τους άλλαξε τα φώτα. Νοσταλγούν όμως την πόλη τους. Ένας μου ’λεγε τις προάλλες πως θα πάρει τυρί στο Νότο, να του φτιάξουν πασχαλινές φλαούνες οι Λεμεσιανοί, παλιοί γείτονες του, όπως κάνει κάθε χρόνο, αφότου άνοιξαν τα οδοφράγματα το 2003. Γι’ αυτό, άλλωστε, σαν τους δόθηκε η ευκαιρία, ψήφισαν να τη δώσουνε πίσω. Παρότι την αγάπησαν πια, ξέροντας όμως πως η ψυχή της δεν θα τους δοθεί ποτέ, έπαψε και να καρπίζει όπως πριν- η συνείδησή τους υπαγόρευε πως η πόλη εξακολουθεί να ανήκει στους παλιούς ιδιοκτήτες της. Αυτοί όμως, γαϊδούρια, σκέτα. Όχι συλλήβδην, βεβαίως! Σημειωμένους έχω μόνο κάτι επιφανείς άνδρες και γυναίκες, που βολεύτηκαν μέσα σε γλυκές κομματικές μυλόπετρες, βουλευτιλίκια και άλλες μπανανόφλουδες· ξεχάστηκαν. Παρ’ όλα αυτά, σε μένα δεν αρέσουν οι διαπληκτισμοί. Στο κάτω κάτω, η πόλη τους στάθηκε για μένα μονάχα μητριά. Τα έξι χρόνια που φοίτησα εκεί στο γυμνάσιο.
Ένας συγγραφέας(1), καταγόμενος επίσης από τη Μόρφου, είχε διαπληκτιστεί μαζί τους, έμαθα, με αφορμή ένα διήγημά του για τα παιδικά του χρόνια στη γενέτειρά του. Κι όλοι πέσανε απάνω του , να τον φάνε• πέθανε ο άνθρωπος, τους έκανε το χατίρι. Εδώ και τρία χρόνια. Όπως κι ο μικρός ήρωας του πριν από σαράντα χρόνια. Και οι δυο από καρδιά. Όχι, βέβαια, επειδή πέσανε πάνω τους να τους φάνε. όχι. Γραμμένους τους είχανε. 0 θάνατός τους επήλθε σε διαφορετικούς χρόνους. Στην κηδεία τους δεν πάτησε σχεδόν κανένας συμπολίτης, τέτοιο σκορποχώρι που κατάντησαν. Ή τουλάχιστον κάποιος επίσημος ή επώνυμος, ή πώς αλλιώς τους λένε αυτούς που επαγγέλλονται τον πατριωτισμό. Ούτε βουλευτής. ευρωβουλευτίνα ή ο εν κατοχή δήμαρχός τους• αυτών που η αντίστασή τους συνίσταται στο να επιδίδουν κάθε χρόνο, στην επέτειο της κατάληψης της πόλης, ένα ψήφισμα σε κάποιον λοχία της Ειρηνευτικής Δύναμης. Αυτοί που ξέχασαν πως η γενέτειρά τους είχε γεννήσει έναν καλό συγγραφέα (2) . Η προσφυγιά, μην ακούτε λόγια, τα μεγάλα λόγια «δεν ξεχνώ», όλα τα ξεχνά, όλα τα μαχαιρώνει, προπαντός σαν πέσουν οφίτσια και καλό φαί… Αυτά τους έσουρνε, πώς να αγαπήσουν έναν τέτοιο νεκρό!
Το διήγημά του «Η τελευταία επιθυμία του Μεμέτη»(3) αναφέρεται σ’ ένα τουρκάκι, γείτονά του, το οποίο οι Έλληνες ομήλικοί του δεν το θέλανε, φυσικά. Αντιθέτως, το περιλούζανε με βρισιές από το πλούσιο υβρεολόγιο ενάντια στους σύνοικους, όπως εμπλουτίστηκε στη διάρκεια του ένοπλου αγώνα κατά των Άγγλων, όταν ο φανατισμός χτύπησε κόκκινο εναντίον των Τούρκων γειτόνων τους· ως επίσης και των αριστερών γειτόνων τους. Επειδή και οι δυο δεν στήριξαν, λέει, τον ένοπλο αγώνα τους για Ένωση. Μόνο ο Φοίβος, ο μικρότερος αδερφός του, έκανε παρέα τον Μεμέτη, το γειτονόπουλό τους. Αχώριστοι φίλοι. Ο συγγραφέας, θυμάται το παιδί εαυτό του διαποτισμένο και το ίδιο από μισαλλοδοξία, μαζί με άλλους συμμαθητές του. Ένα βράδυ τα κάνανε γυαλιά καρφιά στο τουρκικό σχολείο. Υψώνοντας την ίδια νύχτα την ελληνική σημαία στο δικό τους σχολείο, ενθαρρυμένοι προφανώς από τους δασκάλους τους. Για να ακολουθήσει και η επίθεση ενάντια στο τζαμί. Πράξη αποδιδόμενη στο διήγημα, σε κύκλους της ΕΟΚΑ, που εξισώνεται στα μάτια του συγγραφέα περίπου με την τουρκική τρομοκρατική οργάνωση ΒΟΛΚΑΝ. Όλ’ αυτά αναγκάζουν τους λίγους Τουρκοκύπριους να εγκαταλείψουν την πόλη τους και να εγκατασταθούν στη Λεύκα, γειτονική κωμόπολη όπου πλειοψηφούσαν οι Τούρκοι.
Είχε περάσει χρόνος αφότου οι γείτονές τους, ο παπλωματάς με τη γυναίκα του και τον μικρό Μεμέτη εγκατέλειψαν την πόλη. Η μάνα του Φοίβου στεναχωριόταν που είχε χάσει την καλή γειτόνισσα και ο γιος της τον φίλο του. Και μια μέρα μπροστά στην πόρτα τους καταφτάνει ένα ταξί. Μέσα είναι η κυρία Μουκατές και ο γιος της, που ήρθε για να δει τον φίλο του. Άρρωστος
με την καρδιά του. Δεν του έμενε πολλή ζωή. Αγκαλιάστηκαν με τον Φοίβο, τους άφησαν για λίγο μόνους στο δωμάτιο. Όταν βγήκαν, ήταν και οι δυο κλαμένοι. Δεν είχε κλείσει μήνας και ο Μεμέτης έφυγε απ’ αυτή την άχαρη ζωή. 0 φίλος του πήγε στην κηδεία, μαζί με τη μάνα και τον πατέρα του, ο οποίος έμοιαζε πιο στεναχωρημένος κι από τον γιο του. Στο δρόμο της επιστροφής χτύπησε μια στο τιμόνι θυμωμένος: «Αχ, φτωχέ κοσμάκη!
Αν είχαν τα ριάλια, μπορεί και να το παίρναν Αγγλία το παιδί…»

Τον είδα να βγαίνει από τη Βουλή. Ήταν ένας από τους 76%, που δεν θέλησαν να πάνε πίσω, το 2004, επειδή το σχέδιο λύσης δεν το ενέκρινε ο αρχηγός… παρότι αυτός ο ίδιος το συζήταγε για δυο χρόνια. Η Μόρφου, πάλι στα αζήτητα. Ποιος ξέρει, αν θα προταθεί και πάλι για επιστροφή. Πάλι! Πάλι με χρόνια με καιρούς… Ένιωθε μήπως κάποια ενοχή; Πάντως ήταν λίγο σκυφτός ο βουλευτής και κουρεμένος γουλί- του φταίξανε οι τρίχες. Πλησίασε. Θα πρέπει να τον έκοβαν λόρδες, ερχόταν φουριόζος κατά πάνω μου. Δεν το είχε ξανακάνει και δεν ήξερα πώς να σταθώ στο ύψος των περιστάσεων. Όλοι οι συνάδελφοί του και το προσωπικό ξέρανε τα νόστιμα και προσεγμένα σάντουιτς μας. Μετρημένα σ’ αυτά, με θεία αναλογία, το αλλαντικό, το τυρί, το λαχανικό. Το ζέσταμα επίσης, αυστηρά καθορισμένο σαν ήπιος πυρετός, το ίδιο κι η μουστάρδα σε καράτια, και η πίκλα, σε δόση ακρίβειας. Το αγγούρι μόλις που ξεμύτιζε στο κάθε δάγκωμα, η ντομάτα, λόγω χρώματος και ειδικής ευαισθησίας, απέφευγε να εμφανιστεί. Εν κατακλείδι, η κατανάλωση ενός τέτοιου γεύματος, ισοδυναμούσε, σύμφωνα με κάποιους πελάτες, με κορυφαία πανδαισία! Πρόσφυγας όντας, είχε δουλέψει ένα διάστημα στα καράβια. Στην Αμβέρσα είχε γνωρίσει αυτά τα σάντουιτς, δίπλα στον σταθμό του τρένου, με τα πολλά χρυσοχοεία… Μόνο ο βουλευτής δεν τα ήξερε. Για μεσημεριανό πεταγόταν σπίτι, ήταν κοντά. 
Γνώριζα και τον πατέρα του εν λόγω βουλευτή. Ποτίζαμε κάποτε από κοινό αυλάκι τα περβόλια μας. Πορτοκάλια εκείνος, γκρέιπφρουτ εγώ. Εκείνος με δίδασκε τη δική του αιώνια πείρα του περβολάρη, έμοιαζε σχεδόν πατέρας μου, αλλά και μάθαινε από μένα τα πιο καινούργια, μιας που ήμουν απόφοιτος του Γεωργικού Γυμνασίου της κωμόπολης. Δεν αναφέρω τ’ όνομά του για να μην προσβάλω τον γιο του. Πέθανε κι αυτός με τον καημό του γυρισμού. Το μυαλό μου τον… συγκράτησε κάπως ωχρό, ή καλύτερα τεφρό, κάτω από το φως του φεγγαριού· να πλατσουρίζει στο νερό, μ’ ένα φτυάρι στον ώμο. Μολονότι στην αρχή τα βρήκε σκούρα, στο τέλος με αναγνώρισε κι εκείνος. Αρκετά γερασμένος από τον νόστο της επιστροφής. Του εξήγησα, όμως, πως και οι δυο τσαλαβουτούσαμε σε όνειρο. Εξ ου και οι φάτσες μας σαν αρνητικά φωτογραφίας· κατάλαβε.
Τρεις μέρες πριν ανοίξουν τα οδοφράγματα είχα επισκεφτεί το Γυμνάσιό μου, όπως άλλωστε έκανα συχνά στα όνειρά μου. Ήθελα να ξαναδώ το τεράστιό του χολ, όπου παίζαμε ντόμινο, σκάκι και ντάμα. Παίρναμε από τη βιβλιοθήκη βιβλία, ακόμη και του ερωτικού Γρηγορίου Ξενόπουλου και τα διαβάζαμε, ανεξέλεγκτα και ακατασχέτως, ακούγαμε από το ραδιόφωνο τις Κυριακές τους ποδοσφαιρικούς αγώνες, κάναμε τις γιορτές μας, παίζαμε θέατρα, απαγγέλλαμε ποιήματα και καθόμασταν τις τελικές εξετάσεις της χρονιάς. Δίπλα ο κοιτώνας της έκτης τάξης και στην άλλη πλευρά, η γραμματεία του σχολείου. Πιο μέσα το γραφείο του διευθυντή με το βούνευρο της τιμωρίας. Από την πίσω μεριά ο αμπελώνας όπου κάναμε τα πειράματά μας και στο βάθος ο απέραντος πορτοκαλεώνας. Προς τα ανατολικά ξεκινούσε ο δρόμος που οδηγούσε στη μεγάλη δεξαμενή. Αριστερά και δεξιά της «ιεράς οδού», όπως την ονομάζαμε, ήταν οι κοιτώνες της τάξης μας, τα καινούργια ατομικά λουτρά, όπου εκσφενδονίζαμε, χωρίς συστολή πια, τα σπερματοζωάριά μας, υποχρεωτικά δις εβδομαδιαίους. Ενδιάμεσα της ιεράς οδού το δωμάτιο ενός θεολόγου ντόπερμαν, επίσημου ελεγκτή των οργασμών μας, το ξομολογητάρι και στη συνέχεια, λαχανόκηποι και αγροί με αμέτρητες φανταχτερές πεταλούδες. Πόσες πεταλούδες, σαν τρυφερές μαθητριούλες σε παρέλαση από το διπλανό λύκειο, δεν είχαμε καρφώσει πάνω στον αιμοσταγή κι ανόητο πίνακα των συλλογών μας! Η δεξαμενή χρησίμευε και για κολυμβητικούς αγώνες που κάναμε το καλοκαίρι πριν από τις εξετάσεις. Από δίπλα περνούσε ο καινούργιος υπεραστικός δρόμος προς Ξερό και Λεύκα. Κάποιοι τυχαίοι σταματούσαν, περνούσαν μέσα από την περίφραξη και μας παρακολουθούσαν να σχίζουμε σαν κοκκινόψαρα το νερό.
Δεν ήταν όμως κανένας εκεί. Λες και οι αγώνες είχαν εγκαταλειφθεί από τον καιρό του Μεγάλου Θεοδόσιου, που τον είπανε τέτοιον, αυτόν τον θεομπαίχτη, αφού μεταξύ άλλων θεάρεστων, έκλεισε τις ακαδημίες και κατάργησε τους Ολυμπιακούς αγώνες. Προσπάθησα να τρυπώσω μέσα από τα τέλια. Πιο κάτω ήταν στρατιώτες, κατάφερα όμως ν’ ανεβώ στο τείχος της δεξαμενής. Άδεια! Στο βυθό της λάσπη και μέσα βατράχια με λερά ματοτσίνορα. Με το που με πήραν είδηση άρχιζαν να κοάζουν εκνευριστικά. Σ’ αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στην πραγματικότητα, όπου τα βατράχια σιωπούν στο άκουσμα ξένων θορύβων. Εκείνα όμως, συνέχιζαν το δαιμονικό κόασμά τους, μες στο όνειρο. Δοκίμασα να φωνάξω, με την ελπίδα πως θα άφηναν τα σπαστικά τους και θα συμπεριφέρονταν επιτέλους, ανθρώπινα, σύμφωνα με τις φυσικές τους συνήθειες. Τίποτε! Η φωνή μου δεν έβγαινε και τ’ αυτιά μου κουδούνιζαν από τα ψηλά ντεσιμπέλ. Αποφάσισα να του δίνω. Οι βάτραχοι μεγάλωναν σε μέγεθος, το ένιωθα ξεμακραίνοντας. Κοίταξα πίσω κάποια στιγμή, με φόβο, να το επιβεβαιώσω. Συντελούνταν κάτι χειρότερο. Οι τεράστιοι βάτραχοι, μεταμορφωμένοι τώρα σε μεγάλες χελώνες, βάρκες αναποδογυρισμένες, τρέχανε το κατόπι μου, με απειλητικές διαθέσεις. Ήξερα από τα παιδικά παραμύθια πως οι χελώνες κινούνται αργά, ιδιαίτερα ανταγωνιζόμενες το λαγό, έξυπνες όμως, τον είχαν κερδίσει μερικές φορές, κόντευαν να δρέψουν το ιδρωμένο πουκάμισό μου από πίσω. Ξαναγύρισα. Να βρω κάποια κατεύθυνση που θα τους ήταν δύσκολο να ακολουθήσουν. Αμέσως όμως στ’ αυτιά μου ήχησε αλλιώτικος ο θόρυβος της κίνησής τους, έμοιαζε μεταλλικός σαν εκσκαφέων, δεν ήταν πια ορδές από χελώνες, αλλά ίλες στρατιωτικών αρμάτων. Την πατήσαμε τώρα, λέω στον εαυτό μου αγκομαχώντας.
Μα γιατί τόλμησα να διακινδυνέψω ένα τέτοιο ταξίδι, ακόμη και στον ύπνο μου; Οι κάννες των πολυβόλων τους με ακολουθούσαν κατά πόδας! Τότε σκέφτηκα πως αυτές κοιτούν μακριά, οι κάννες δεν βλέπουν τι συμβαίνει ακριβώς κάτω από τη μύτη τους. Σχεδίαζα με ελπίδα τη διαφυγή μου. Κι ακριβώς τότε, μέσα από τις πρασιές των πορτοκαλιών, ακούω μια σιγανή φωνή:
«Κρύψου αμέσως κάτω από το δέντρο κι ακολούθα με!»
Το φεγγάρι πυρπολούσε τη νύκτα. Στην αρχή νόμιζα πως ήταν από τα τροχιοδεικτικά και τα βεγγαλικά της μάχης. Μιας μάχης με στόχο εμένα, που είχα τολμήσει να πλησιάσω τη δεξαμενή, άντρο ως φαίνεται, των πολεμικών επιχειρήσεων του εχθρού.
«Έλα μην χάνεις τον χρόνο!» άκουσα ξανά τη φωνή μπροστά μου.
Ακολούθησα. Στο ξέφωτο, εκεί που χώριζαν κάποτε μεταξύ τους τα περβόλια μας, στάθηκε κατάφατσα μπροστά μου. Έμοιαζε βέβαια γερασμένος από τον καημό της προσφυγιάς, όμως αμέσως τον αναγνώρισα. 0 πατέρας του βουλευτή.
«Δίπλα ακριβώς, πέρα απ’ αυτό τον όχθο, είναι το περβόλι της αδερφής σου, δεν το θυμάσαι;»
Ήταν το περβόλι που ποτίζαμε μαζί πριν από χρόνια. Η αδερφή κι ο γαμπρός μου, που καταγόταν από τη Μόρφου, ζούσαν για πολλά χρόνια στην Αυστραλία. Δυο χρόνια προ της εισβολής είχαν αποφασίσει να επαναπατριστούν. Με τις οικονομίες τους αγόρασαν ένα μεγάλο κτήμα που το εμπιστεύτηκαν σε μένα μέχρι την επιστροφή και την επανεγκατάστασή τους. Δυστυχώς δεν κατάφερα να το κρατήσω. Μείνανε με άδεια χέρια και στα ξένα, για πάντα. Στα γράμματά μου προσπαθούσα να εξηγήσω στην αδελφή μου πως το πάλεψα με τα τανκς, αλλά, δυστυχώς, η πάλη ήταν άνιση. Εκείνη αντιλαμβανόταν βέβαια, όπως και ο καλότατος σύζυγός της, πως δεν το είχα παλέψει καθόλου, κούφια λόγια ήταν. Όμως, δοκίμασαν να μπουν στη θέση μου, την ώρα που τα άρματα με κυνηγούσαν. Και οι δυο κατανοούσαν πως δεν ήταν δυνατό να τα βάλω μαζί τους, σιωπούσαν, όμως, συνωμοτικά. Ή μάλλον γράφανε κάποτε, πως «δεν πειράζει, εσύ έκανες ό,τι περνούσε από το χέρι σου… Καμιά φορά η δειλία σώζει τον άνθρωπο!» Ίσως και να υπονοούσαν, στον ύπνο μου πάντα, πως το ότι είχα καταφέρει εγκαίρως να διαφύγω, ήταν κι αυτό θετικό. Και, εν πάση περιπτώσει, σαφώς καλύτερο από του να διάγω σήμερα σαν αγνοούμενος, όπως άλλοι χίλιοι πεντακόσιοι, να αγνοούμαι μέσα στο περβόλι τους. Πράγμα που δεν συμμεριζόμουν, αφού άθαφτος καθώς θα ήμουν, θα με τρώγανε τα όρνια και θα έμενε ο σκελετός μου σαν σασί τρακτέρ, σκιάχτρο. ν’ ασπρίζει στον ήλιο. Κι όταν θα άρχιζε η διαδικασία της αναγνώρισης των χαμένων πτωμάτων και το κυνηγητό των οστών, με τη μέθοδο του ντι εν έι, κανείς δεν θα ψυλλιαζόταν να πάρει γενετικό υλικό από ένα σκιάχτρο. Και θα έμενα εσαεί στη μέση του χωραφιού να φυλάει το μποστάνι από τα κοράκια. Κι όταν κάποτε απελευθερωθεί η πόλη κι επιστρέψουν με το καλό, ζωντανοί να ’ναι, θα βρουν τα καρπούζια, τα πεπόνια, τα φασολάκια και τις ντομάτες, άθικτες. Μόνο που, στο μεταξύ, η ετεροθαλής αδερφή μου έπαθε πάρκινσον και θα της ήταν αδύνατο, μου έλεγε, να περπατήσει μέσα σε ανώμαλο χωράφι, με πολλούς σβόλους, έλεγε. Οπότε θα έστελνε τις δυο της κόρες, τη μια που διακρινόταν ως γιατρός στη Μελβούρνη και την άλλη, μεγαλοδικηγόρος αυτή, για να μαζέψουν ντοματίνια από το χωράφι τους. 0 γαμπρός μου είχε γεράσει κι αυτός ανεπανόρθωτα. Και παρόλα αυτά έκανε κι ο ίδιος κρυφά όνειρα. Τους έκρυβα επιμελώς την υπόθεση της υπεραγοράς…
«Τώρα», μου λέει ο πατέρας του βουλευτή, «θα σε περάσω απέναντι στο κτήμα της αδελφής σου. 0 κίνδυνος είχε περάσει, μόνο ο μεταλλικός θόρυβος των εκσκαφέων ακουγόταν ξεθωριασμένος. «Μέσα έχουν κτίσει τελευταία ένα σούπερ μάρκετ, ανήκει, νομίζω, στον συμπέθερο του Ντενκτάς. Εκεί δεν θα σε πειράξει κανείς. Θα μπεις, απαρατήρητος, μέσα σε μια μεγάλη κάσα, θα ξαπλώσεις σαν νεκρός, και αύριο πρωί πρωί, θα σε μεταφέρουν Λευκωσία».
«Και τι μ’ αυτό του λέω, θα με πάνε στην κατεχόμενη μεριά! Θα με γραπώσουν εκεί και αιωνία μου η μνήμη, για τα καλά! Δεν με συμβουλεύεις σωστά, θείε!» τόλμησα να πω. Πρώτη φορά του έμπαινα έτσι, αφότου τον θυμάμαι.
«Όχι, σου λέω!» είπε κάπως θιγμένος, «το φορτηγό αυτό ακολουθεί χρόνια τώρα μια μυστική διαδρομή. Περνά για λίγο στην ελεύθερη Λευκωσία, κάνει στάση ενός δευτερολέπτου μπροστά από τη Βουλή και θα πρέπει εκείνη ακριβώς τη στιγμή να προλάβεις να πεταχτείς. Μετά περνά πάλι, μέσω του φυλακίου Λήδρα Πάλας, στην κατεχόμενη Λευκωσία. Όμως, το τελευταίο, στην ουσία, δεν σε αφορά».
Έμεινα λίγο σκεφτικός. Ακόμη και στο όνειρο, θεωρούσα παράλογη μια τέτοια διαδρομή. Γέλασα κιόλας, οικτρά βέβαια, παραλληλίζοντας τον εαυτό μου με τυφλό ή λεπρό που θα έπρεπε, μέσα σε δέκατα δευτερολέπτου, όταν ο άγγελος ταράξει τα νερά, να πηδήξω στην κολυμβήθρα…
Θα πρέπει να κατάλαβε την οικτρότητα της σκέψης μου και είπε: «Μη σκέφτεσαι οικτρά! Πρώτα πρώτα δεν είσαι νεκρός. Αυτό θα πρέπει να το συνειδητοποιήσεις και να το χωνέψεις καλά. Διαφορετικά!… Στη Βουλή,
λοιπόν, θα σε περιμένει ο γιος μου. Μόλις φανείς στην πόρτα του φορτηγού, αυτός θα σε αρπάξει, οπότε αυτομάτως τερματίζεται κάθε δικαιοδοσία του οδηγού και των ένοπλων φρουρών, επάνω σου».
Το επιχείρημά του μου φάνηκε πειστικό. Από τη στιγμή που θα κρατιόμουν από το χέρι του βουλευτή, αποκτούσα κι εγώ ασυλία, ακόμη κι απέναντι στις σφαίρες.

Αυτό ήταν το όνειρο που είχα δει τρεις μέρες πριν από το άνοιγμα των οδοφραγμάτων, του οποίου είχαν προηγηθεί οι μαζικές διαδηλώσεις των Τουρκοκυπρίων, ενάντια στο καθεστώς. Σημαντικό ρόλο, βέβαια, θα έπαιξε
και η πολιτική οξυδέρκεια του Πρωθυπουργού της Τουρκίας που, με το άνοιγμα αυτό, αποσυμπίεζε μια βαλβίδα πριν από τη μεγάλη έκρηξη του καζανιού.
Σε τρεις μέρες παρακάλεσα ένα φίλο Τουρκοκύπριο και με πήρε με το αμάξι του μέχρι το Γυμνάσιό μου. Από την πλευρά του δρόμου προς Ξερό, κάπου εκεί στη δεξαμενή, όντως υπήρχε στρατόπεδο. Πλησιάσαμε από άλλη πλευρά. Το μεγάλο χολ ήταν ισοπεδωμένο, άχρι θεμελίων, όπως τους ελληνικούς ναούς που είχαν κατεδαφιστεί με μανία από τον Ιουστινιανό για να κτιστεί ο Ιππόδρομος και κυρίως το Υδραγωγείο της Κωνσταντινούπολης.
Στη στάση της Βουλής δεν με περίμενε κανένας βουλευτής. Αυτός ήταν μέσα, στα ενδότερα, που λέμε, και μηχανορραφούσε πάντα, μαζί με άλλους σχέδια για επιστροφή στη Μόρφου. Εάν και εφόσον πετυχαίναμε, όπως λέει, την ιδεατή λύση. Την προ της ταπεινωτικής ήττας, λόγω προδοτικής βλακείας, την προ της καταστροφής, την προ του εποικισμού από εκατοντάδες χιλιάδες έποικους που συνέρεαν κατά σμήνη σαν μύγες πράσινες, κατά τον Jenan Selchuk(4) . από την Ανατολία. Και κυρίως, αν δεν επέστρεφαν όλοι οι πρόσφυγες στα σπίτια τους. Και όλοι οι αγνοούμενοι στα σπίτια τους. Στα νεκροταφεία του νότου. Με τα μικροσκοπικά τους φέρετρα! Έτσι περνούσαν τα χρόνια. Και πάνω σ’ αυτές τις άπεφθες θέσεις είχε κτίσει τέτοια καριέρα που δεν είχε πια ανάγκη την επιστροφή…
Παρόλα αυτά πετάχτηκα σβέλτα στη στάση και ανέλαβα το κυλικείο. Τον περίμενα σαν τα χιόνια από καιρό, να πεινάσει και να απευθυνθεί σ’ εμάς. Είχα προειδοποιήσει τα παιδιά, τα οποία στην κρίσιμη στιγμή χτύπησαν ρέστα· αρνήθηκαν να τον εξυπηρετήσουν. Έμεινε εμβρόντητος! Και διαμαρτυρόμενος που ρεζιλεύεται μεταξύ των συναδέλφων του, οι οποίοι στο μεταξύ κατασπάραζαν, σαν… κύριοι, τα σάντουιτς Αμβέρσας. Στράφηκε προς εμένα, αγριωπός, και ξιφουλκώντας ένα απόσπασμα του νόμου εναντίον μου.
«Είναι εντολή από τον πατέρα σου! αντέτεινα, ήμασταν ψες μαζί…» Μολονότι ο πατέρας του ήταν νεκρός εδώ και μια δεκαετία, ασκούσε όμως ακόμη νεκρική επιρροή πάνω του, …ελέω αλύτρωτης Μόρφου.
Θα πρέπει να το κατάλαβε και ο ίδιος πως κάτι δεν του έβγαινε. Το έδειχνε ο τρόπος που είχε μαζέψει την ουρά στα σκέλια κι απομακρύνθηκε.
1) Σε μια προσπάθεια δημιουργίας συνείδησης ειρηνικής συνύπαρξης, επί διακυβέρνησης Χριστόφια, έγινε μια πρόταση συμπερίληψης στη σχολική ύλη λογοτεχνικών κειμένων που ενδεχομένως θα βοηθούσαν προς αυτή την κατεύθυνση. Ουαί και αλίμονο! Οι γνωστοί εθνικιστικοί κύκλοι κατάφεραν, για άλλη μια φορά, να ακυρώσουν κάθε προοπτική. Στην περίπτωση, θύμα λιντσαρίσματος ήταν και το διήγημα του Νέαρχου Γεωργιάδη.

2) 0 Νέαρχος Γεωργιάδης, συγγραφέας αρκετών βιβλίων με διηγήματα και πολλών άλλων με έρευνες για το ρεμπέτικο τραγούδι που γίνανε γνωστά στο πανελλήνιο, πέθανε τον Ιούλιο του 2013. Στην κηδεία του δεν είδα κανένα επώνυμο Μορφίτη, για να τον ευχαριστήσει που διέσωσε εις τον αιώνα τη μνήμη της Μόρφου μέσα από το διήγημά του «0 Αβράμης ο Κύριος», που διαδραματίζεται στην πλατεία του πολιούχου Αγίου Μάμα, ούτε και για το διήγημα «Η τελευταία επιθυμία του Μεμέτη» που σώζει την τιμή των Ελληνοκυπρίων απέναντι σε ό,τι κακό διέπραξαν για τη διαίρεση της πατρίδας…

3) Φαίνεται πως η υπόθεση του εν λόγω διηγήματος είναι πέρα για πέρα αληθινή. Τριάντα χρόνια από την τουρκική εισβολή και με το μερικό άνοιγμα των οδοφραγμάτων, η Ένωση Λογοτεχνών Κύπρου διοργάνωσε με τους Τουρκοκύπριους συναδέλφους δύο βραδιές διηγήματος με έργα τεσσάρων διηγηματογράφων από κάθε πλευρά. Το διήγημα του Νέαρχου Γεωργιάδη διαβάστηκε μεταφρασμένο στην κατεχόμενη Λευκωσία. Με το πέρας της ανάγνωσης, ένας ηλικιωμένος Τουρκοκύπριος, κατασυγκινημένος, ανέβηκε στη σκηνή και
ασπάστηκε τον συγγραφέα. Ήταν ο πατέρας του Μεμέτη, ο κύριος Μουζαφέρ, ο παπλωματάς του διηγήματος.
4) Jenan Selchuk: Τουρκοκύπριος νεαρός ποιητής. Έγραψε το ποίημα Αμμόχωστος, όπου κατακεραυνώνει την κατοχή και τον εποικισμό: «Με μια στρατιωτική επιχείρηση / της αφαίρεσαν τις ωοθήκες… / Σμήνη από μύγες πρασινωπές / γεννοβολούν στο λιμάνι / κάμπιες σε σαλβάρια τυλιγμένες…»

 

ΜΕΡΟΣ Β’

αφρός ονείρου η ζωή

ΘΙΝΕΣ ΑΓΑΠΗΣ ΚΑΙ ΦΟΒΟΥ

ΤΑ ΧΑΛΑΣΑΝ ΑΔΟΞΑ εδώ και μερικά χρόνια. Από μια επιπολαιότητα, χωρίς να έχει εξαντληθεί μέσα τους η ιξώδης έλξη της αλλοτινής μέθης. Αυτό ίσως ένιωθε εκείνη και πιθανόν εκείνος. Γι’ αυτό σαν τύχαινε κάποτε να συναντηθούν στο ανέμελο της σύμπτωσης, υπήρχε τρέμουλο και ξηρασία στα χείλη του. Κι εκείνης η φωνή κολλούσε. Δύσκολα τούς έρχονταν λέξεις· έμεναν στον ουρανίσκο. Λέξεις που άλλοτε σάλιωναν με υγρά του σώματός τους. Ένδειξη τού πόσο είχαν αφεθεί στην ξηρασία της ιδιότυπης τρέλας.
Ένα δείλι τον είδε να πλησιάζει από μακριά πάνω στο κύμα. Πήρε θέση άμυνας, όπως μια φορά, στα ξηρά χρόνια: την είχε ακουμπήσει με ασύνειδη τρυφερότητα στο μπράτσο κι εκείνη τινάχτηκε λες και την άγγιξαν δόντια κοφτερά. Ξανοίχτηκε στα βαθιά. Είδε μέσα από τη μάσκα της μια σμέρνα. Έμοιαζε με τυλιχτό κατιμέρι στη σκιά ενός βράχου. Υπέθεσε πως καραδοκούσε το θύμα
της. Η ίδια, λεία της. Κι αμέσως μέσα της φόβος: πως το κεφάλι της εκτοξεύεται και της δαγκώνει τη ρώγα. Μα το ζώο απλώς αμυνόταν. Εκείνος πλησίαζε. Το κολλώδες του θυμικού του ξεπρόβαλε σαν κρυμμένη χαρά. Εκείνη το σημείωσε, ανταπέδωσε, κι ένιωσε αίφνης άλγος γλυκύ στο υπογάστριο. Όπως τότε, που γάτες ηδονής γρατσούνιζαν τα έγκατά της μετά την ιεροπραξία της συνουσίας.
Έμοιαζε σαν να είχε βρεθεί σε δύσκολη θέση. Στο παγκάκι της παραλίας κάθονταν μαζί της μια κυρία με τον γιο της. Τους σύστησε. Ξάφνου μια εντύπωση πως η κυρία ήθελε να της πασάρει τον μορφονιό της. Να του μάθει τον αντρισμό. Πρόσχαρη, ύπαρξη γενναιόδωρη και αφειδής. Και άλλοι πιθανόν, με την ίδια λογική, θα μπορούσαν να φανταστούν πως ήταν η κατάλληλη να τους μάθει τον αντρισμό. Ήταν όμως παντρεμένη και διόλου διατεθειμένη να μάθει στον οποιονδήποτε το οτιδήποτε. Εκτός από Φυσική στους μαθητές της. Πιο πέρα βρισκόταν ο άντρας της. Έφτιαχνε παιγνίδια στην άμμο με τις κορούλες του. Πίσω από μια θίνα που τους έκρυβε. Αν φώναζε δυνατά, θα την άκουγαν. Δεν φώναξε. Αντίθετα, σαν να απολάμβανε την πολιορκία της. Το αγόρι ήταν
συνάδελφος στο γυμνάσιο, δέκα χρόνια νεότερος. Μαθηματικός. Πολύ κοντά στη Φυσική. Έμοιαζε όμως αναποφάσιστος. καθόλου φανατικός της διεκδίκησης. Κι
αυτό πίκραινε τη μάνα του, που καλοκρατούσε την πρόσχαρη συνάδελφό του. Ήλπιζε, ποιος ξέρει, σε κάποια ευγενική ατιμία. Να διδάξει στον προκομμένο της, για τον οποίο ψυχανεμιζόταν πως κι εκείνος τη λιμπιζόταν, να κατανοήσει πως, σάρκα και ψυχή πάνε πλάι πλάι. Αγκαλιάζεις την ψυχή, αγκαλιάζεις τη σάρκα. Κι ανάποδα. Αυτό, μάλλον, θα ήταν το αίτημα της μάνας προς την καταδεκτική καθηγήτρια, όμορφη τριανταπεντάρα να μάθει στον γιο της πως, άμα αγκαλιάζεις τη σάρκα, αγκαλιάζεις την ψυχή. Δεν ήξερε πώς να το πετύχει.
Έβλεπε τον γιο της, λεβέντη μέχρις απάνω, ωραίο αναλόγως, αλλά με μια ανυπαρξία στο πρόσωπο. Έλιωνε. Ή, δεν έλιωνε ακριβώς, αφού έμοιαζε χαρούμενη και απολάμβανε την παρέα της κοπέλας, απλώς ήταν σκεφτική. Σκεφτόταν κι αυτή τη σμέρνα, κουλουριασμένη στη σκιά του ύφαλου, έτοιμη να ριχτεί στο θύμα της. Δεν Φοβόταν όμως, η ίδια ήταν θύτης, με το να ζητάει ό,τι ζητούσε από την καθηγήτρια. Και θύμα, ίσως. Χαμογελούσε σ’ ό,τι εκείνη έλεγε, το πιθανό θύμα της. Και ήλπιζε. Και θα ήλπιζε ακόμη μέχρι τέλους, αν δεν προέκυπτε εκείνος, που είχε κολλώδεις ουσίες στο αίμα του. Το ψυχανεμίστηκε αμέσως. Από τη θλίψη του που μπερδευόταν με ευτυχία.
Κρατούσε στα χέρια ένα αόρατο ψαροντούφεκο. Στη θέα του η σμέρνα, επίσης αόρατη, παρέλυσε από φόβο. Κανείς δεν υποπτεύθηκε τον δικό του φόβο. Την έχανε οριστικά. Από τα δόντια του παλληκαριού, που τον περνούσε μισό κεφάλι κι είχε το στόμα κλειστό όλη την ώρα. Είδε πίσω από τα σαρκώδη χείλη του τα δόντια της. Κουλουριασμένη σαν κατιμέρι. Πάει, την έχανε. Ξεχνούσε πως εδώ και καιρό ήταν χαμένη για πάντα, στην αγκαλιά του άλλου πίσω από τις θίνες.
Η καθηγήτρια, που αυθαιρέτως και αδίκως θεωρήθηκε, πως μπορούσε να διδάξει πράγματα σε άλλους, ένιωσε αίφνης ένα τρέμουλο και ξηρασία στα χείλη. Κι αντί να κάνει κάτι να τα υγράνει, όπως το αντικαθρέφτισμά του με νόημα της ένευε, σε μια προσπάθεια καθέλκυσής της πάλι στα νερά του, εκείνη, φοβισμένη, σύρθηκε μ’ ευλυγισία φιδιού και χάθηκε στη σχισμάδα του βράχου. Ένιωσε ασφαλής πίσω από τον εαυτό της. Κι ας ήταν η θλίψη της, αδελφή μιας θλίψης φόβου. Καταπώς το λέει το τραγούδι «από φόβο χάσαμε… δεν μας συγχωρώ!»
Εκείνος, έκανε μεταβολή, προς την κατεύθυνση των βράχων με την αλισάχνη στις γούβες και τα αιχμηρά δόντια. Φυσιολογικά, με το αλάτι στην πληγή, θα έπρεπε να σφαδάζει. Κανένας, όμως μορφασμός δεν ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του, το γυάλινο λες και ονειρικό. Για να βυθιστεί σχεδόν αμέσως και ολοκληρωτικά, πίσω από τον αφρώδη λόφο της λύπης του. Πράγμα που πιθανόν να σήμαινε πως δεν θα επιπόλαζε ποτέ. Μέχρι τέλους. Και να, πώς έρχονται κάποτε τα πράγματα! Από καιρό είχε μια άποψη πως μια μέρα θα τον συναντούσε. Για πρώτη φορά, ξανά… Όπως τον άγγελο της Αγίας Θηρεσίας, θα κατέβαζε τη ρομφαία μέσα της. Σφαδάζοντας, θα τον αποκαλούσε τρυφερά «άγγελέ μου!» κι εκείνος, «γλύκα μου» κι ακόμη πιο πεζά, «γλυκό του κουταλιού». Κάποτε κιόλας έπιανε τον εαυτό της πεπεισμένο πως αυτό θα συνέβαινε μια μέρα που η ζέστη θα της περόνιαζε τα κόκαλα. Υπήρξαν όμως, και άλλες εκδοχές στις φαντασιώσεις της, όπως αυτή σήμερα, πως θα ερχόταν από τη θάλασσα σαν στήλη νερού, περιδινούμενη στήλη νερού, που έλιωνε από ζέστη σαν κύμα, χύνοντας τα δάκρυά του, σταγόνες χοντρές στο σώμα της, αδιάβροχο, φτερά κύκνου, από τα αντηλιακά λάδια καρύδας και μαντζούνια λησμονιάς.
Θα έφευγε, ναι. Αφρός ονείρου. Μέρα μεσημέρι. Παίρνοντας μαζί του και τη φαντασίωση της μάνας που είχε πασάρει το γιο της για μαθητεία στον έρωτα.

 

Η ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΗ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
Ή
ΕΠΕΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΚΑΤΟΥΡΙΑΣΗ

Το επεισόδιο άρχισε σε μια στιγμή αφηρημάδας, ενώ κοιτούσε το στήθος της ωραίας Ντιόν, που τους φρόντιζε με ευρωπαϊκή φιλικότητα και προσεγμένη θηλυκότητα τις μέρες του συμποσίου. Τα βυζάκια της, προσεγμένα κι αυτά με μέτρο, είχε φροντίσει να τα θωρακίζει με μια ροζ φανελίτσα, κάτω από το ελαφρώς ανοικτό πουκάμισο. Δεν έδινε, επομένως, την ευκαιρία, που συνήθως παραχωρούν ευχαρίστως οι δικές μας των εύκρατων κλιμάτων και των οψίμως χειραφετηθεισών, που με το παραμικρό σκύψιμο, ανοίγουν παραδείσους αναμονής, ξέροντας πως προκαλούν τις έγκαυλες προθέσεις του επιτήδειου παρατηρητή. Κείνη τη στιγμή ακριβώς ένιωσε θιγμένη μα και κολακευμένη από το… περιεκτικό βλέμμα του και του έκανε νεύμα να το μετακινήσει εσπευσμένως προς την κατεύθυνση όπου ένας άνθρωπος, ύψους τουλάχιστον τριών μέτρων, ερχόταν κατά πάνω τους. Κοψοχόλιασε. Αμέσως όμως κατάλαβε πως επρόκειτο για τον ξεναγό τους ο οποίος περπατούσε μέσα στην άμμο που περιέβαλλε το περίπτερο ή πώς αλλιώς να ειπωθεί, το παρατηρητήριο μάλλον, από το οποίο ατένισαν μόλις απ’ άκρη σ’ άκρη, μέχρι το βάθος του ωκεανού, στο εξαιρετικό «Πανόραμα Mesdag» του ομώνυμου ξακουστού ζωγράφου. Τρικ οφθαλμαπάτης, προφανώς. 
Κάπου εκεί τελείωνε και η περιήγηση στο μουσείο και την προσκάλεσε να πήγαιναν ένα περίπατο μέχρι το Διεθνές Δικαστήριο, το οποίο έπεφτε σχετικά κοντά, όπως η ίδια του είχε εξηγήσει. Ήταν πολύ περίεργος να δει αυτό το επίγειο θαύμα, όπου ο θεός, με ανθρώπινο χέρι απονέμει δικαιοσύνη, πολύ πριν από τη Δευτέρα παρουσία. Και μετά να κάθονταν κάπου για ένα ολλανδικό σναπς genever και γιατί όχι, να δειπνούσαν μαζί. Τρεις μέρες ήταν αρκετές για αυτού του βαθμού εξοικείωση. Εκείνη προφασίστηκε δουλειές, μπορεί, όμως, να μην ήταν πρόφαση, και γιατί, δηλαδή, να ήταν; Του εξήγησε απλώς τον δρόμο κι αποχαιρετίστηκαν. Το χαμόγελό της πάντα φιλικό κι αινιγματικό, άφηνε και στον ίδιο μια γεύση ατελείωτου, δεν του επέτρεψε να κοιτάξει ξανά το στήθος της, έστω, τελευταία φορά. Το στήθος της χανόταν για πάντα… Αυτό το τελευταίο χάρηκε που του ήρθε στο μυαλό κι έκανε την παλαβή σκέψη να την πάρει το κατόπι, να την προφτάσει, για να της πει ειδικά αυτό. Εκείνη, όμως, πιθανό να μην το έβρισκε καθόλου κομψό και αστείο, λέξεις με τις οποίες χαρακτήρισε ένα από τα διηγήματά του στο βιβλίο που της είχε χαρίσει δυο μέρες πιο πριν. Ναι, κάπως έτσι εκφράστηκε. Και σαν το έλεγε, κουδούνιζαν ήχοι γλυκοί στα λόγια της. Κι ανυπομονούσε να διαβάσει και τα υπόλοιπα. Γι’ αυτό βιαζόταν, να πάει σπίτι και να στρωθεί στο διάβασμα.
Το βράδυ ερχόταν συνεχώς στον ύπνο του. Μια αυτή, μια ο άλλος, ο υπεράνθρωπος που περπατούσε στην άμμο. Ο οποίος, του προσήψε την κατηγορία της αφηρημάδας, οπότε κάποια στιγμή, απρόκλητα, απείλησε πως θα τον άρπαζε και θα τον πετούσε στο ποτάμι που διέσχιζε το απέναντι ψαροχώρι. Μέσα στον πανοραμικό πίνακα μεν, αλλά αρκετά βαθύ με υποσχόμενο πνιγμό και με τις πολυπληθείς κεραίες των καραβιών σαν βελόνες, με διάθεση η κάθε μια να τρυπήσει κι από ένα κύτταρό του. Τόσο σοβαρό το αμάρτημα. Η Ντιόν έμοιαζε να ανησυχεί, ξέροντας πως αιτία για όλα αυτά ήταν τα στήθη της, σε λίγο, όμως, έμοιαζε να το ξεπερνά και χαμογέλασε με τον διφορούμενο τρόπο της. Μετά τον πλησίασε, τον κάλυψε σαν προστασία και ο υπεράνθρωπος απομακρύνθηκε σταδιακά σε σύννεφο σκόνης που σήκωναν τα βήματά του στην άμμο. Εκείνη στήθηκε όρθια, κοίταξε προς το μέρος του κι έκανε μια αόριστη χειρονομία, σαν να τον κατευόδωνε με ανακούφιση. Του χαμογέλασε ξανά με το διφορούμενο χαμόγελό της. Λες, όπως το ψεύτικο χαμόγελο της Τζοκόντα, για το οποίο μια ζωή διερωτόταν τι του έβρισκαν, επιτέλους; Είναι δυνατόν να προσποιούνται όλοι κατά συρροή, ότι εκείνη η λαγόχειλη γυναίκα είναι όμορφη; Δεν πιάνει μπάζα μπροστά στο σχεδόν ντροπαλό χαμόγελο της Ντιόν. Παρόμοια και με τα τραγούδια του Μητροπάνου, που απαξάπαντες τα έχουν για απαύγασμα ομορφιάς, μελωδικά ναι, μα οι στίχοι, εκτός ελαχίστων, είναι σκέτες ανοησίες. Μεταφρασμένα σε μια άλλη γλώσσα, γερμανικά ή αγγλικά, θα είναι για τα πανηγύρια. Κι όμως το χαμόγελό της, κάθε άλλο παρά εξεζητημένο, αποδείχτηκε το πιο γνήσιο από το πρώτο κιόλας βράδυ που την είχε συναντήσει στη ρεσεψιόν της γνωριμίας. Ακολούθως τον κράτησε από το χέρι και σχεδόν χορεύοντας, τον κατέβασε στον μόλο κι απ’ εκεί γλίστρησαν συνωμοτικά σε μια γολέτα του 18ου αιώνα. Ο καπετάνιος του θύμισε τον υπερμεγέθη τύπο στην άμμο, παραδόξως, όμως, είχε εκπέσει στις κανονικές του διαστάσεις κι έδειχνε εξαιρετικά καλοπροαίρετος. Η Ντιόν δεν του έδωσε ιδιαίτερη σημασία, ήταν απλώς ευγενική με το μοναδικό αυτό μέλος του πληρώματος, που είχε φροντίσει να τα βρουν όλα στην εντέλεια. «Τράβα στ’ ανοικτά!» του είπε. Η συμπεριφορά της φανέρωνε κυριαρχία στο σκάφος, ενώ η ελαφρά υπόκλισή του στη δεσποινίδα την επιβεβαίωνε. 
Μπροστά σ’ όλα αυτά τα απρόσμενα, είχε ξεχάσει τη βόλτα που εκείνη του είχε αρνηθεί μα και την πρόθεσή του να επισκεφτεί το Διεθνές Δικαστήριο, το οποίο, οι Ολλανδοί ονομάζουν Vredespaleis, «Παλάτι της Ειρήνης», του εξήγησε. Μετά η Ντιόν άνοιξε το ψυγειάκι και τον κάλεσε να υποδείξει το ποτό της προτίμησής του. Μινιατούρες ουίσκι, βότκα, τζιν, μα εκείνος προτίμησε το ντόπιο genever, στο οποίο είχε εθιστεί τις τελευταίες μέρες. Στεκόταν από πάνω της όσο εκείνη σκυφτή εξερευνούσε το περιεχόμενο ψάχνοντας κάτι για συνοδευτικό. Τότε πρόσεξε πως το ροζ φανελάκι απουσίαζε και τα βυζάκια της ήταν τώρα πιο εκτεθειμένα στο αχόρταγο βλέμμα του. Εκείνη το κατάλαβε και δεν έκανε τίποτε να σταματήσει τις ριπές του βλέμματός του. Την πήρε από τις μασχάλες και την τράβηξε πάνω του. Τη φίλησε. Εκείνη ανταπέδωσε με κλειστά μάτια. Με κλειστά μάτια τη βρήκε όταν εκείνος ξεκόλλησε τα χείλη του από τα δικά της, για να προχωρήσει με τα φιλιά στον άσπρο γκρεμ λαιμό κι ακολούθως πιο κάτω. Ένιωθε το σώμα της να ριγεί κολλημένο στο δικό του σ’ όλο τους σχεδόν το ύψος. Έμεναν ακάλυπτες μόνο κάτι χαραμάδες χαμηλά στα πόδια. Κατέβασαν το σναπς μονορούφι. Μετά τη φίλησε στα βυζιά, που πια δεν διέθεταν θωράκιση. Οι ρώγες πάλλονταν στο στόμα του. Δεν ήθελε να απατήσει τη γυναίκα του που περιπολούσε τριγύρω, σε κανένα μουσείο, καμιάν εκκλησία, όμως δεν άντεξε στον παλλόμενο πειρασμό. Θυμήθηκε κιόλας μια φράση της, που τον ενοχοποιούσε κάποτε δικαίως ή αδίκως: «Ξέρω, ο άγγελός σου είναι αδύνατος». Που θα πει πως είναι επιρρεπής σε πειρασμούς. Κι ακριβώς στην πιο κρίσιμη στιγμή ένιωσε το πέος του κατατεμαχισμένο. Δεν ήξερε τι να το κάνει, ο καπετάνιος πέταξε το μαχαίρι στη θάλασσα, εξαφανίζοντας κάθε ίχνος. Εκείνη κάθισε δίπλα του περίλυπη. Σκεφτόμενη, όμως. Για να την ευθυμήσει, και σαν καλός συγγραφέας, άρχισε να της διηγείται το παραμύθι για τον θεό Όσιρι που δολοφονήθηκε από τον αδελφό του Σεθ, ο οποίος τον έκοψε σε κομμάτια που τα διασκόρπισε σε ολόκληρο τον κόσμο. Η Ίσις, η αδελφή και σύζυγός του, ξεκίνησε ένα ατέρμονο ταξίδι προκειμένου να μαζέψει όλα τα κομμάτια του θεού και να τον ξαναφέρει στη ζωή. Και όντως, κατάφερε να τα συγκεντρώσει όλα, εκτός από το πέος του. Μη θέλοντας να αφήσει νεκρό τον εραστή της, έφτιαξε ένα άλλο από πηλό και του χάρισε ξανά τη ζωή με πεολειχία.

Η ονείρωξη αυτή, ανάμεσα τρόμου και ηδονής, μπορεί να ήταν κι από τις τελευταίες της ζωής του. Ήταν κοντά πενήντα. Η γυναίκα του στη διπλανή καμπίνα δεν είχε αντιληφθεί το παραμικρό. Πάλευε κι εκείνη με τους δικούς της εφιάλτες. Με τον τρίμετρο γίγαντα που εγκατέλειψε κάποια στιγμή τον οίακα στο έλεος του θεού και πήγε κοντά της, αφήνοντας ακυβέρνητο το σκάφος. Μόλις κατάλαβε ότι εκείνη δεν ανταποκρινόταν, άρχισε να της ψιθυρίζει στο αυτί πως ο άντρας της είναι ένοχος και σε λίγο θα έρθει η αστυνομία για να του πάρει κατάθεση.
-Κατάθεση για τι;
-Κάποιος κατούρησε το Διεθνές Δικαστήριο.
Μόνο αυτό δεν περίμενε ν’ ακούσει. Της φάνηκαν τρελά όλα τούτα και αποφάσισε στα σοβαρά να τερματίσει το όνειρο. Δεν μπορούσε όμως! Στη γλώσσα της ξανά ερωτήσεις και στ’ αυτιά της ξανά οι απαντήσεις. Έστω κι αν είχε ξυπνήσει μια δυο φορές κι υποσχέθηκε στον εαυτό της πως θα ονειρευόταν στο εξής κάτι άλλο, για να επικαλύψει το όνειρο εφιάλτη. 
-Και γιατί να αφορά τον άντρα μου αν κάποιος κατούρησε το Διεθνές Δικαστήριο; Ήξερε, ναι, πως κατέβαζε κάποτε κάτι τέτοιες ιδέες που τις εκσφενδόνιζε σαν αστεία, όχι όμως πως θα έφτανε ίσαμε την πράξη.
-Μα αυτό λέω, εκείνος τον έβαλε πάνω. Είναι, δηλαδή, ο ηθικός αυτουργός.
Θα πρέπει να ήταν η ώρα που ο άντρας της απολάμβανε τον ονειρικό οργασμό του. Λες κι είχε φυσήξει ένα δροσερό αεράκι από το φινιστρίνι και της χάιδεψε το πρόσωπο. Μάλλον θα είχε μόλις ξυπνήσει και η ίδια. Σ’ ένα δωμάτιο του ξενοδοχείου Novotel στο κέντρο της πόλης.
-Σε λίγο θα κτυπήσει το τηλέφωνο από την ρεσεψιόν. Οι αστυνομικοί περιμένουν κάτω. Αυτό το άκουσε στα σίγουρα. Ήταν ήδη ξύπνια. Στο μπάνιο ακουγόταν το νερό να πέφτει. Ο άντρας της. Βγαίνοντας την πληροφόρησε πως είχε ένα ευχάριστο όσο και δυσάρεστο βράδυ ονείρων, αλλά, τώρα κάτι συμβαίνει κάτω και θα πρέπει να κατεβαίνουμε, της είπε. Εσύ πώς πέρασες, το βράδυ σου; Πριν εκείνη απαντήσει χτύπησε το τηλέφωνο.
Κάτω τους περίμεναν δυο αστυνομικοί, τους είπανε όμως πολύ ευγενικά να προγευματίσουν πρώτα και μετά θα υπέβαλλαν «κάποιες ερωτήσεις στον κύριο!». Πάνω στην ταραχή ξέχασαν να πιουν το ποτό τους από κρύο νερό με λεμόνι και δυόσμο που προσφερόταν στην ρεσεψιόν κάθε πρωί. Τούτο μπορούσε να αλλάξει τα δεδομένα της μέρας. Και όντως, τον είχε προσέξει στη διπλανή passage, δίπλα από την τραπεζαρία, ένα μέτρο από κοντά τους. Πρόσεξε τις χειροπέδες κάτω από το μπουφάν, σε σχήμα συγκοινωνούντων δοχείων με το χέρι του αστυνομικού. Πανύψηλου επίσης, δεν συγκρινόταν όμως, με τον χτεσινό ξεναγό στο μουσείο. Η ταραχή κυριάρχησε, τους είχε κοπεί η όρεξη. Μετά τον καφέ η γυναίκα του, παρά την έντονη περιέργειά της, προτίμησε ν’ ανέβει στο δωμάτιο. Ευτυχώς δεν είχε προσέξει τον «διακριτικά» κρατούμενο. Άλλωστε, ένα νεύμα των ανακριτών τής είχε δώσει να καταλάβει πως δεν ήταν επιθυμητή. 
-Θα πρέπει να μας ακολουθήσετε για λίγο. Εσείς είστε ο ηθικός αυτουργός όλων όσων έχουν διαδραματιστεί το ψεσινό βράδυ. Ο φίλος μας απ’ εδώ τα έκανε γυαλιά καρφιά. Παραβίασε τη μεγάλη καγκελόπορτα του Δικαστηρίου, πλησίασε το κτίριο και το κατούρησε πατόκορφα. Είχε και ροή, φάνηκε, μετά από τόσες μπίρες…
Ο συγγραφέας κοιτούσε μια εκείνους και μια τον λεβέντη του, που κρυφογελούσε κάτω από τα μουστάκια του που δεν διέθετε, και δεν αποφάσιζε ποια υπερασπιστική γραμμή να ακολουθούσε. Να απ αρνηθεί τον καλό υπηρέτη, τον πιστό του φίλο;… Που ήταν πάντα όλος αυτιά, σ’ όσα τρελά έλεγε και δεν έλεγε, κι απλώς τα σκεφτόταν, κι αυτός αντιδρούσε συχνά σ’ αυτά. Ήταν το χέρι του, εκτελούσε. Ε, κάποτε και βίαια, όπως ψες. Που είχε πλακωθεί στις μπίρες και στα σναπς κι ακολούθως ξεσάλωσε κατουρώντας τα θεία της ανθρωπότητας.
-Έβαλε και φωτιά στο δέντρο Anna Paulowna μπρος από την είσοδο, μετέτρεψε σε στάχτη τις επιθυμίες του πολιτισμένου κόσμου για ειρήνη και δικαιοσύνη… Πως τάχα δεν δικάστηκαν οι Μπους και Μπλερ αλλά μόνο οι Μιλόσεβιτς και Κάρασιτς.
Α, τώρα άρχισε να μπαίνει στο νόημα για το μέχρι πού είχε φτάσει ο τύπος. Όχι δεν μπορούσε να φορτωθεί μια τέτοια ευθύνη. Αρνήθηκε τα πάντα. Οπότε, αλά μπρατσέ τον οδήγησαν πεζό απέναντι, στο Binnenhof, στο σύμπλεγμα των κυβερνητικών κτιρίων. Απ’ εκεί περνούσαν τις τελευταίες μέρες για την αίθουσα του συνεδρίου. Ο ήρωάς του δεν φαινόταν να είχε θιγεί από την προδοσία του, απεναντίας, κι άμα έβρισκε ευκαιρία του έριχνε και κανένα κρυφό χαμόγελο. Αυτή ήταν συχνά η τακτική τους. Τους χώρισαν, όμως, εκεί. Ο συγγραφέας βρέθηκε μονάχος σ’ ένα δωμάτιο με ψηλά παράθυρα, να διαβάζει την ολονύκτια κατάθεση του ήρωά του: Έναν απολογισμό ή και τις σκέψεις του για όσα του επεφύλαξε η άσχημη εκείνη νύκτα. Σκοπός και η δική του παραδοχή. Μπρε τους παμπόνηρους…
«Ωραία πόλη η Χάγη!», για κοίτα τον τώρα, τους αρχίζει στα κομπλιμέντα. «Αν και στιγματισμένη από ένα άντρο, απ’ όπου παρελαύνουν όλοι οι διεθνείς εγκληματίες. Κατά τα άλλα, ωραίοι άνθρωποι οι Ολλανδοί», μα, για κοίτα τον, πώς συνεχίζει το καλόπιασμα! «Τολμώ να πω και οι γυναίκες τους, όπως η ελκυστική Odin, που γνώρισα στα πλαίσια της διεθνούς σύναξης με θέμα ‘Η ψευδαίσθηση στη λογοτεχνία’. Λες και δεν έχει με τι άλλο να ασχοληθεί ο κόσμος, ειδικά αυτές τις μέρες που η Ευρώπη κατακλύζεται από πρόσφυγες και βραδυφλεγείς βόμβες από την ανατολή… 
»Μου έδειξε το Δικαστήριο από το παράθυρο. Κατεβήκαμε στην επόμενη στάση. Τραμ Νο 1. Θα ερχόμουν την επαύριον, είχε ήδη σουρουπώσει. Μου υπέδειξε, όπως της ζήτησα, ένα εστιατόριο, εκεί κοντά, με καλό ολλανδέζικο stake. Βιαζόταν, αλλά ήπιε μαζί μου ένα genever, μη με απογοητέψει. Καλό απεριτίφ, είπε, παραδεχόμενη, όμως, πως σπάνια πίνει. Την πρόλαβα όμως, και υστεροβούλως παράγγειλα ένα δεύτερο πριν σηκωθεί. Εξαιρετικό, είπα, ρουφώντας το μονοκοπανιάς, επιβραβεύοντας την επιλογή της. Το αρνήθηκε ευγενικά, οπότε το κατέβασα κι εκείνο. Η γλώσσα μου αμολήθηκε., Μπροστά στη θέα του Διεθνούς Δικαστηρίου το συνέδριό της είχε αλλάξει μέσα μου θεματική. «Η ψευδαίσθηση της Δικαιοσύνης!» Το σιγοψιθύρισα, μα δεν κατάλαβε. Χαμογέλασε με κατανόηση εστιάζοντας στο άδειο σφηνάκι στο χέρι μου. Και ξάφνου, ‘θα αποφασιζόταν σήμερα στις Βρυξέλες ο καταμερισμός των προσφύγων’, είπε η Οντίν, δοκιμάζοντας με κάποια καθυστέρηση να μπει στο πετσί μου. Τι να ΄καναν αυτοί οι κατατρεγμένοι στην κρυόκωλη Ευρώπη, σκέφτηκα εγώ, μα το κράτησα μέσα μου. ‘Θυμήθηκα τον πατέρα μου, τότε με την εθνοκάθαρση του τουρκικού στρατού από τα χωριά μας στην Καρπασία. Άνθρωπος που δούλευε σκληρά τη γαλαντόμα γη, τον αέρα, τη θάλασσα; Τι γυρεύουμε εμείς στους καταυλισμούς της Λευκωσίας, παραπονιόταν η μάνα μου; Να σπέρνουμε σιτάρι, να φυτεύουμε καπνά, να μαζεύουμε χαρούπια, ελιές; Και πεταγόταν από την άλλη παραλογιζόμενος ο πατέρας. Ή να πιάνουμε ψάρι στις πισίνες της αριστοκρατίας; Δέκα χρονών ήμουν τότε, μα βελόνιαζα κάθε τρελή λέξη τους. Η θεία από δίπλα θρηνούσε δυο γιούδες. Ένα σκοτωμένο κι ένα αγνοούμενο. Τον Κίσιγκερ και τον Ετζεβίτ, τους δικούς μας δολοφόνους, ποιος θα τους δικάσει; Πήγαινε κι ερχόταν στην αυλή και ρωτούσε μέρες, μέχρι που έπαθε τον κόλπο κι έμεινε σε μια καρέκλα αμίλητη.
»Μιλούσα μόνος, εκείνη είχε φύγει. Έφτασε το στέκι και το γύρισα στις μπίρες. Ρούφηξα μερικές Stella Artois. Προτού εγκαταλείψω επισκέφτηκα σαν κύριος την τουαλέτα. Πριν διανύσω διακοσαριά μέτρα η κύστη μου ξανακτύπησε. Δεν μπορούσα να το ρίξω εν μέση οδώ. Σέβομαι τις συνήθειες των πολιτισμένων ανθρώπων, σαν κι εσάς! Νάτος πάλι, με τις κολακείες του! Άλλωστε, θα με μαζεύατε και θα με κλείνατε μέσα. Ήταν η στιγμή που θα εισέβαλλα για να απαιτήσω εξηγήσεις από την Κάρλα ντελ Πόντε, για την τάξη του κόσμου… Η Οντίν δεν με ήξερε καλά. Τα κάγκελα κλειστά κι επενδυμένα στο πάνω μέρος με μυτερά καρφάκια, μόλις διακριτά, πολιτισμένα. 
»Πριν λάβω την τελική απόφαση να πεταχτώ και να βρεθώ μ’ ένα σάλτο στον κήπο, κατευθύνθηκα ενστικτωδώς προς το περίπτερο της εισόδου, όπου ένα δεντράκι πατόκορφα στολισμένο με χαρτάκια. Ευχές κι επιθυμίες, εξήγησε η ωραία μουλάτη φύλακας, για την ειρήνη και τη δικαιοσύνη στον κόσμο. Όπως στα παλιά χρόνια, οι παρακλήσεις στη δική μας Αφροδίτη και τη μετέπειτα αντικαταστάτριά της, τη θεά Παναγία. Συντηρούν κι αυτές μέχρι σήμερα από ένα δέντρο, όπου οι πιστοί, βίρα, κρεμούν τα παρδαλά λουριά τους. 
»Διάβασα ένα, διάβασα δεύτερο, τρίτο! Κανένα δεν έλεγε να μαζέψουν και όσους προστάτεψε η τσιμπίδα του νόμου τους… Μου ήρθε στο μυαλό το κορίτσι της Καλύμνου, που αντικρίζοντας στην ακτή πνιγμένο το αγόρι στην αγκαλιά του πατέρα του, αναφώνησε: ‘Αν για το Παρίσι πρέπει να κάνουμε ενός λεπτού παγκόσμια σιγή, για τη Συρία θα πρέπει να βγάλουμε τον παγκόσμιο σκασμό για δέκα χρόνια’. Αυτή η θύμηση μου τη βίδωσα απότομα.
»Δεν χρειάστηκαν πάνω από πέντε λεπτά, όση ώρα, δηλαδή, ήταν αναγκαία στη νεαρή μελαψή υπάλληλο, να κατεβεί τα σκαλιά της τουαλέτας αριστερά της, να εισέλθει στο ουρητήριο γυναικών, να καθίσει στη λεκάνη, να ουρήσει ό,τι τη φούσκωνε μέχρι πριν από λίγο, να σκουπίσει το ουρητικό της όργανο μην λερώσει την κιλότα της, και να επιστρέψει ανακουφισμένη. Έτοιμη να κλειδώσει τους πάντες έξω από την παγκόσμια δικαιοσύνη και να του δίνει. Τότε ήταν, που είδε με φρίκη το απογυμνωμένο, από ευχές, χαρτάκια κι ελπίδες, δέντρο απέναντί της κι εμένα να ποδοπατώ τα ασυνάρτητα χαρτάκια. Στη συνέχεια, τους έβαλα φόκο, πριν βρεθεί κοντά μου, πριν προλάβει να μιλήσει στο κινητό της. Και όχι μόνο. Πήδηξα σε χρόνο μηδέν τον φράκτη με τα ευγενικά αιχμηρά καρφάκια, αφού προηγουμένως ανέβηκα σ’ ένα τριγωνικό γεροντικό τρολεάκι. Αυτό που χρησιμοποιούν οι ηλικιωμένοι σας σαν μέσο κίνησης και αθανασίας, για να περιδιαβάζουν στην πόλη, αλλά και στην άλλη ζωή. Παίζει ρόλο Φιλιπινέζας καθ’ ημάς. Γίνεται και κάθισμα για κουρασμένους χρήστες. Κι αν κάποιος, μες στην άνοιά του το ξεχάσει, πράγμα που έγινε μπρος στα μάτια μου, επωφελούμαι και πηδώ χωρίς πρόβλημα στον χλοερό κήπο του Διεθνούς Δικαστηρίου. Κι αρχίζω να τρέχω προς την είσοδο. Κανένας δε με σταματά. Το νόστιμο στέκι που καταβρόχθισα πριν από λίγο, όχι well done, αλλά medium, με πολύ αίμα, τώρα εκδικείται. Διψώ για αίμα, εκδίκηση. Το ίδιο και οι μπίρες Stella Artois που αναλαμβάνουν τη δική τους δράση.
»Ωστόσο, κύριοι, ανακριτές, πρέπει να ξέρετε, πως αυτές οι απαισιότητες περί αίματος είχαν εισχωρήσει στο μυαλό μου τότε, εν βρασμώ ψυχής. Η αλήθεια είναι πως ποτέ μου δεν δίψασα για αίμα. Ποτέ, μα ποτέ. Εκτός από την περίπτωση του ολλανδικού στέικ, που τόσο όμορφα το φτιάχνουν οι μάγειροί σας εδώ στη Χάγη. (Πάλι οι κολακείες του!) Μα και στο Άμστερνταμ πάνω στα κανάλια το φτιάχνουν ωραία και στην Ουλτρέχτη, απ’ όσο θυμάμαι. Μα ναι, και στο Νάιμεγκεν, είχα φάει κι εκεί μια φορά στέκι με αίμα, πάνω στον Ρήνο. Αυτό το αίμα επιθυμώ.
»Η κύρια είσοδος του Δ.Δ άρχισε να μουλιάζει από το κάτουρο, οπότε και βρέθηκα στην αγκαλιά δυο συναδέλφων σας, φρουρών, του παγκόσμιου δικαίου. Έψαχναν τους καρπούς των χεριών μου για έναν ανεξήγητο λόγο. Αμέσως πρόσεξα τις χειροπέδες. Κρατούσα ακόμη το πουλί μου, σείοντάς το για εκροή και των τελευταίων σταγόνων. Και μου φάνηκε προς στιγμή να το διασκεδάζουμε οι τρεις μας. Τους έθεσα εντούτοις προ των ευθυνών τους, ως εκπροσώπους της διεθνούς νομιμότητας, πως δεν είμαι ο όποιος τυχών, και θα έπρεπε να κάνουν λίγη υπομονή ακόμη. Μέχρι να ανασύρω από την τσέπη μου λίγο χαρτάκι τουαλέτας, να σκουπίσω τις τελευταίες ρανίδες της ούρησής μου. Συνήθεια που χρονολογούνταν σαν προσωπική επιταγή υγιεινής. Θα έπρεπε να τη σεβαστούν, όσο το ένα μου χέρι βρισκόταν ακόμη εκτός χειροπέδης. Μου φάνηκε να δείχνουν κατανόηση. Κοίταξαν κιόλας αλλού όσο εγώ το τίναζα ακόμη. Αν ήταν οι δικοί μας αστυνομικοί, θα ήμουν κιόλας ανάπηρος. Μέσα σ’ εκείνο το κενό απορίας, πώς να συμπεριφερθούν σ’ έναν τρελό για δέσιμο, επωφελήθηκα για να κοιτάξω με ενδιαφέρον το αυλακάκι που διατηρούσε την αφρώδη ροή του όσο κυλούσε ανάμεσα στα μικρά λεπτεπίλεπτα τουβλάκια, που σκέπαζαν ολόκληρη την παλιά πόλη. Πριν ο γάντζος περισφίξει και τον αριστερό μου καρπό, πρόλαβα να χώσω στην τσέπη το διηθητικό χαρτάκι για την επόμενη επίσταξη. 
»Όντως, το χαρτάκι που μόλις πρόλαβα να τακτοποιήσω, το ένιωσα συμπαραστάτη σ’ ό,τι θα ακολουθούσε. Αλλιώτικα θα κατέρρεε όλη μου η άμυνα, όπως εκείνη του Λούζιν* και, βεβαίως, το σκεπτικό μου. Ήταν όλα στο τραπέζι, ακόμη και μια άτακτη υποχώρησή μου. Ευτυχώς σεβάστηκαν την άποψή μου πως η μπίρα Stella Artois, είναι υπέρ του δέοντος διουρητική. Η κύστη μου και η επίκτητη ακράτεια, προειδοποιούσαν και πάλι. Και το είχα παρατηρημένο, όταν έχεις γεμάτη κύστη, παραδίνεσαι άνευ όρων. Έδειξαν υπομονή. Τους βάραινε, καλά το κατάλαβα, η ενοχή του παγκόσμιου ψέματος; 
»Με οδήγησαν ευγενικά στις τουαλέτες δίπλα από την έξοδο.. Εκεί που πριν από λίγο το μελανούρι φύλακας είχε ξαλαφρώσει από τα υγρά του. Έμοιαζε, αναστατωμένη που το όμορφο δεντράκι της έμοιαζε με μαδημένη κότα. Τα χαρτάκια κάπνιζαν ακόμη. Ευτυχώς που δεν τους πρότεινα να τα σβήσω με την κάνουλά μου, επειδή ξεκάπνιζαν άσχημα. Μου είχε περάσει από το μυαλό.
»Μόλις στράγγισα τις τελευταίες σταγόνες, με γράπωσαν, όπως ήδη ξέρετε, οι δύο πράοι Ολλανδοί με τις τανάλιες τους και, χωρίς άλλη συνθηκολόγηση, με μετέφεραν στην αστυνομική κλούβα που περίμενε απ’ έξω. Επιτέλους, κάποιος με ρώτησε κάτι. Ο αξιωματικός της κλούβας. Τα θυμωμένα λόγια του έμοιαζαν με σπασμένα Γερμανικά με πολλά χριτς χρατς, που μου ενέπνευσαν φόβο. Κατάλαβε αμέσως το λάθος του κι επανέλαβε σε μια πιο κατανοητή γλώσσα. Τι γύρευα εκεί; Σας παραθέτω, λοιπόν, αυτολεξεί τον διάλογό μας. Όσο, βέβαια, μου επιτρέπει η μνήμη και η διαύγειά μου.
-Ζητώ, παρακαλώ, συνάντηση με την εισαγγελέα Κάρλα ντελ Μπόντε!
-Τι; Έμεινε άφωνος. Και τι θα την κάνεις, τέτοια ώρα; Είπε πάλι θυμωμένα, με πολλά χρ-χρ.
-Να ρωτήσω, αν έχει ήσυχη τη συνείδησή της…
Κι ενώ έκανε νόημα στους συνοδούς του να με μαζεύουν, είπε ακόμη: ‘Δεν είν’ εδώ. Αυτή έχει φύγει με σύνταξη’. Μην καταλαβαίνοντας εγώ, πόσο σοβαρά ή όχι, το είπε.
-Γέρασε, δηλαδή; συνέχισα την απορία μου.
-Πάρτε τον, είπε. Αν και στη γλώσσα του, από τα πολλά χρ-χρ κατάλαβα, πως την είχα βαμμένη. Τόσο το καλύτερο, σκέφτηκα. Οι εφημερίδες αύριο κάτι θα πουν για την περίπτωσή μου… Καλό αυτό, τίποτε δεν πάει χαμένο. Φτάνει να μην ξαναχτυπήσει η φούσκα μου.
-Τότε, θα ήθελα να δω τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου. Τον κύριο… Φον… Λες και τ’ όνομά του ήταν στη μύτη της γλώσσας μου κι οι μπίρες το κατέπνιγαν.
-Κλείστε τον! είπε πιο αποφασιστικά και αμετάκλητα. Χρρ… Μ’ έσπρωξε κιόλας λιγάκι, να πιάσω τη θέση μου στην κλούβα. Κατάλαβα πως ήδη απομακρυνόμασταν από την περιοχή του ευγενικού και αστείου. 
»Πριν με μαντρώσουν, οι κύριοι συνάδελφοί σας, είχαν ζητήσει και αρπάξει το πορτοφόλι μου. Με την ταυτότητα μέσα, που μου χρησίμευε για διαβατήριο στην Ενωμένη Ευρώπη, τα λεφτά, πεντακοσαριά ευρώ, τις δύο πιστωτικές κάρτες, την ευρωπαϊκή κάρτα ασθενείας, την κάρτα του American Heart Center με τα δύο στεν, ακόμη και μια λανθάνουσα δημοσιογραφική ταυτότητα, ό,τι, δηλαδή, γενικώς με συνιστούσε. Μου κόπηκαν τα πόδια. Όσες φορές είχα ονειρευτεί έναν τέτοιο εφιάλτη, ξυπνούσα σχεδόν προ της ανακοπής. Τους προειδοποίησα. Θα έφερναν ακεραία την ευθύνη… Μέχρι που να φτάσουμε στο κελί και πριν κλείσουν την πόρτα πίσω τους, μου τα επέστρεψαν όλα. Ένιωσα ανακουφισμένος. Και θα ένιωθα ακόμη και ευτυχής αν δεν κτυπούσε πάλι επιθετικά η κύστη μου. Βρέθηκα ξανά μπροστά στον κίνδυνο να απολέσω κάθε πλεονέκτημα εξ αιτίας της. Κοίταξα ένα γύρο στο κελί, δεν είδα το φωτεινό γυαλί κάποιας τουαλέτας. Κατάλαβα πως αυτό ήταν μέρος της ανακριτικής τακτικής τους, που μόλις άρχιζε. 
»Πριν μπήξω τις φωνές για να διεκδικήσω μέχρις εσχάτων τα δικαιώματά της φούσκας μου, άνοιξε την πόρτα μια νεαρή κυρία. Αν δεν βρισκόμουν κάτω από την πίεσή της , θα την έβρισκα κιόλας ωραία. Της εξήγησα. Χαμογέλασε. Με οδήγησε δίπλα. Θα πρέπει να γνώριζε από το ιστορικό μου και μου έδωσε επιπρόσθετο χρόνο για να σκουπίσω στο διηθητικό χαρτί τις τελευταίες σταγόνες. Μπορεί κιόλας η σκηνή της ούρησής μου, να προβαλλόταν στο σχεδόν διάφανο γυαλί της πόρτας κι εκείνη να παρακολουθούσε. Μα τα παπούτσια μου δεν είχαν καν κορδόνια. Μην κάνω καμιά τρέλα, πράγμα που δεν ήταν καθόλου στις προθέσεις μου. Αλλά εσείς, δεν το ξέρατε και λάβατε τα μέτρα σας. Καλώς!» Να τον πάλι, τον κόλακα.
»Η ωραία λοχίας κάθισε απέναντί μου και μου υπέβαλε, με καλή διάθεση, μερικές ερωτήσεις. Μόνο αν ήθελα τις απαντούσα. Γλυκιά. Ίδια η Odin, με αστυνομική στολή. Μα, και η φωνή της. Κι όσο η φούσκα μου άδειαζε και άφηνε τη σκέψη μου απερίσπαστη, καταλάβαινα πως αυτά τα πράγματα, απίθανης κατασκοπίας, θα μπορούσαν να συμβούν μόνο στις χώρες του τέως σοσιαλισμού. Που με τέτοια κολπάκια δέκα αστυνομικοί στη Μόσχα μου υφάρπαξαν εκατό μάρκα πολύτιμα, φοιτητικά. Όχι, όχι, εδώ είμαστε στην πολιτισμένη Ευρώπη, σκεφτόμουν, όσο εκείνη έμπαινε στην πρώτη ερώτηση: 
»Αν αυτό που έχω κάνει απόψε μου έτυχε να το έχω ξανακάνει. Δεν εννοούσε προφανώς αν έχω ξανακατουρήσει Διεθνές Δικαστήριο. Ούτε αν έχω ξαναφάει ολλανδέζικο στέικ, αν έχω πιει απανωτά τρία σναπς και ρουφήξει κάποιες μπιρίτσες Stella Artois. Δεν εννοούσε αυτό, αλλά κι αυτό να εννοούσε, μπορούσα να απαντήσω ευθαρσώς όχι. Είστε απόλυτα σίγουρος; μου λέει και με κοιτά με τα γλυκά μάτια της. Ωχ, η Odin! Ήθελα να της πιάσω το χέρι. Όχι πως με την Odin το άγγιγμα των χεριών παρέπεμπε σε κάτι παραπάνω από χειραψία. Δεν ξέρω αν χαμογελούσε σ’ όλους και καθηκόντως με αυτή την έλξη. Ή είχε ξεχωρίσει κάτι σ’ εμένα, που θα ήθελε να μου το δείξει. Πως με είχε θυμηθεί από το συνέδριο. Ή από το περιστατικό στο μουσείο και το πανόραμα Mesdag. Διέκοψε ξανά τη σκέψη μου:
-Ρώτησα αν έχετε ξανακάνει κάτι τέτοιο. Παύση. Αν έχετε σκεφτεί να προβείτε σε μια παρόμοια βιαιοπραγία;
»Αυτή τη λέξη δεν τη συμπαθούσα. Με άφησε άφωνο η ξαφνική σκληρότητά της. 
-Εννοείτε, αν έχω κατουρήσει δημόσιο κτίριο ή τέλος πάντων, κάτι αξιοσέβαστο, που δε θα έπρεπε; 
– Που να εμπεριέχει το στοιχείο της διαμαρτυρίας…
-Ναι, απαντώ, ναι! Ο χρόνος που είχα κερδίσει πριν είχε αποτέλεσμα. Την πρώτη φορά κατούρησα ένα παπούτσι συμμαθητή μου, της λέω, το είχα γεμίσει μέχρις απάνω. Ζούσαμε σε οικοτροφείο. Κοιμόμασταν σε κοινό θάλαμο στον πρώτο όροφο. Τα παπούτσια μας παρκαρισμένα στον διάδρομο σαν κατσαρίδες… Γέλασα, ανιστορώντας κάτι από την παιδική μου αθωότητα. Χαμογέλασε κι εκείνη. Ίδια η Odin! Ξεθάρρεψα. Έπρεπε να κατεβαίνουμε ολόκληρο όροφο και τα ουρητήρια ήταν κάτω στην αυλή…
– Ναι, όντως ήταν μια διαμαρτυρία, είπε τώρα σοβαρά. Σκέψου όμως και κάτι από την ενήλικη ζωή σου.
Για να ανακτήσω ξανά το θάρρος της, είπα να ξανοιχτώ και σε μια περίπτωση που θα την έκανε να γελάσει. Πριν χρόνια είχα επισκεφτεί τον γιο μου στο Κίελο, όπου σπούδαζε. Πέσαμε πάνω στο Κίλε Βόχε, το φεστιβάλ μπίρας. Καταλαβαίνετε. Την πρώτη φορά πήρα το δρόμο για τις δημοτικές τουαλέτες, μπροστά στη λίμνη. Μεγάλη ουρά, μόλις που άντεξα. Τη δεύτερη ξανά, αλλά ο κόσμος πολύ λιγότερος. Την τρίτη φορά έκανα κι εγώ ό,τι και οι άλλοι. Κατουρούσαμε τους τοίχους της εκκλησίας. Όλοι. 
»Δεν γέλασε. Ρώτησε μόνο: Η τρίτη;, λες κι ήταν σίγουρη και για μια τρίτη που να επιβεβαίωνε τη διάγνωσή της περί Εκδικητικής Κατουρίασης. 
»Με εντυπωσίασε η διάγνωσή της. Μόνο μια επαγγελματίας εγκληματολόγος ψυχολόγος, θα μπορούσε να τη θέσει με τόση ακρίβεια. 
-Το είχα σκεφτεί, αλλά δεν το πραγματοποίησα. Ήταν τότε που η Βουλή μας κάτω, σε μια βδομάδα είχε πάρει δυο αλληλοαναιρούμενες αποφάσεις. Στη μια χαρακτήριζε έναν ολετήρα της χώρας, που ανατίναζε αστυνομικούς σταθμούς κυβερνητικά κτίρια, ως επικίνδυνο εγκληματία και στη δεύτερη, που στο μεταξύ ο περί ου ο λόγος τα είχε τινάξει, τον ανακήρυξε άξιον τέκνον της πατρίδος!
-Τρομερό, όντως! Και γιατί δεν το πραγματοποίησες;
-Πρώτα απ’ όλα κείνη την εποχή δεν έπινα μπίρες. Πάνω από μια μικρή, δηλαδή! Κάποτε. Δεν είχα λεφτά, σπούδαζα τότε, θα έπρεπε να κόψω εισιτήριο να κατέβω κάτω. Πού τέτοια λεφτά; Άσε που κάτι τέτοιο μπορεί και να μου στοίχιζε τη ζωή. Οι νυχτοβάτες, χάριν της πατρίδος, ήταν πολλοί εκείνες τις ολέθριες μέρες.
-Τώρα καταλαβαίνω πλήρως τα κίνητρά σου. Η ποινή μπορεί να κυμαίνεται από μερικούς μήνες μέχρι και ενός έτους φυλάκιση.
-Μα πώς, της λέω, με πίκρα στη φωνή, που την είχα εμπιστευτεί. Σ’ αυτή την περίπτωση απλώς περνούσα απ’ εκεί και η φούσκα μου πλήρης, έκανε κουμάντο. Καταδικάζετε μία ουροδόχο κύστη σε ενός έτους φυλάκιση;

Αυτές ήταν και οι τελευταίες λέξεις από την επεισοδιακή κατάθεση του alter ego, του συγγραφέα, ο οποίος είχε λάβει μέρος στο συνέδριο με θέμα «Η ψευδαίσθηση στη λογοτεχνία». Αυτή ήταν και η εισήγησή του, που καταχειροκροτήθηκε. 
Μόνο ένας σηκώθηκε πάνω και τον κατακεραύνωσε: Μα τι θέλει, κύριε, ο ιδεατός σου ήρωας; Έχει καταβροχθίσει τον αγλέουρα, έχει πιει του σκασμού και γνοιάστηκε τώρα τους πρόσφυγες… Δεν είχε, δηλαδή, κατανοήσει, ο κύριος αυτός, τη δικτατορία της φούσκας. Δεν είχε γευτεί ποτέ του μπίρα. Ήταν και ο ίδιος πρόσφυγας από το Αφγανιστάν. Τις τρεις μέρες του συνεδρίου ο νους και τα μάτια όλων περιπολούσαν διακριτικά γύρω από τη ζώνη του.
*Η άμυνα του Λούζιν – μυθιστόρημα του Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ

 

ΤΑ ΠΗΓΑΔΙΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ (2012)

ΥΠΝΟΣ ΑΝΤΙΠΟΙΗΤΙΚΟΣ

Κάποτε νιώθω τόσο κουρασμένος
θέλω να πάω να κοιμηθώ
με διάθεση
πέραν του ύπνου.
Να κοιμηθώ
βαθιά
να μην ακούω.

Η κενότητα των λόγων σας
η ματαιότητα των πράξεών σας
υπνηλία μου φέρνουν
θανατερή.
Να κοιμηθώ χωρίς όνειρα
τα όνειρα
αντίγραφο όσων ζω
καθρέφτισμα των λόγων σας
της θρασύτητάς σας
εγώ τα έχω σιχαθεί.

Δε θέλω να βλέπω
μέσα σε συμπληγάδες βλακείας
επηρμένης
οιδηματικής
σαν πτώμα με μύγες πράσινες
να γυροφέρνουν
την πατρίδα μου την ίδια.

Θέλω να κοιμηθώ•
νομίζοντας πως κοιμάμαι
να συνεχίσω.

 

ΝΟΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΗ

Στην πατρίδα πάλι και στους πολιτικούς της

Τέλεψαν τα πανηγύρια
του ανερμάτιστου Λόγου
οι κρίνοι
της αειπαρθένου κυήσεως
οι θρήνοι
το έλαιο στους λύχνους
των μωρών παρθένων
οι μαστιγώσεις
οι εμπτυσμοί των ηλιθίων
τ’ ακάνθινα στέφανα
των εμπαθών

τετέλεσται όλα
με την αλήθεια του νου.
Η τρέλα στους υπονόμους
τα κεφάλια μέσα

πολιτικοί της πεντάρας
αρχιερείς γυμνοί από φαιλόνια
και χρυσά
άσπρα βρακιά όλοι
μηδενός εξαιρουμένου
βρακιά χεσμένα.

Τα πλυντήρια των λέξεων
αρνούνται να στραγγίσουν το νόημα
της ρυπαρότητας
τ’ απορρυπαντικά σήκωσαν τα χέρια
και με την Ανάσταση του νου
ο κάθε κατεργάρης στον πάγκο του.

Είτε, δηλαδή, αφαιρούμε
τον ακάνθινο στέφανο
από την κεφαλήν Αυτής –
μπήγοντας στην καρδιά ο καθένας τ’ αγκάθι
μοιραζόμενοι τους εμπτυσμούς που μας αναλογούν
τα ραπίσματα
χάριν Αυτής -,
είτε κρινόμαστε ανάξιοι κάθε Σταύρωσης
κι από δω και μπρος
ο καθείς τον Γολγοθά του,
μπαγάσηδες.

Τρίτη Διακαινησίμου, Απριλίου έκτη, 2010, εν Λευκωσία

 

ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΣΤΗΝ ΚΑΡΠΑΣΙΑ

Στον Λευτέρη Παπαλεοντίον

Ψες δεν έκλεισα μάτι.
Έβλεπα όνειρο παιδικό
έναν εφιάλτη
πως εκδρομή πηγαίναμε
στην Καρπασία
γιαλό γιαλό.

Περάσαμε κι απ’ το χωριό
καποιανού φίλου.
Που έμοιαζε άλλοτε μικρός
και άλλοτε μεγάλος
κι έκλαιγε γοερώς.

Ήτανε τούτη η σατανική εναλλαγή
που με ξυπνούσε κάθε τόσο.

Έκλαιγε λέγοντας πως το χωριό του
δεν το γνωρίζει πια.
Μα δεν το ξέρω, έλεγε
νυκτοβατώντας σαν αγγελούδι
αρπαγμένος στο καπό
και έλεγε πως όλοι μας
κανονικά έχουμε ένα χωριό
μια μήτρα που αγαπάμε.

 

ΧΙΟΝΙ ΣΤΟΝ ΠΕΝΤΑΔΑΧΤΥΛΟ

Άσπρη μέρα, επιτέλους, 
σαβάνωσε την ημισέληνο 
στο αμίλητο βουνό. 
Αναίσθητος όμως ο ήλιος 
βούρτσισε στο πι και φι 
το αθώο χιόνι
δεν είχε αίσθηση του τι ποιεί.

 

ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ

ΟΝΕΙΡΩΔΥΝΙΑ

Κείνα τα κόκκινα μυρμήγκια
τα υπερμεγέθη
που τρέχουν σαν μηχανές
παίρνουν και φέρνουν στα όνειρά μου
καβαλάρηδες

χωρίς κράνος 
μήτε κεφάλια

που γελούν όμως 
μαρσάροντας 
ξέρω πως γελούν.

Κι εγώ να φοβάμαι 
πως έρχεσαι

με το κεφάλι κομμένο

να με ασπαστείς.

Καίτοι
στο διηνεκές
η απουσία σου.

 

ΕΥΤΥΧΕΙΣ ΗΜΕΡΕΣ

Οι ευτυχείς Ημέρες της ζωής του
έρχονται κάποτε
μάγισσες
αναμαλλιάρες
του θυμίζουν καγχάζοντας
την ελαφρότητά του
όταν τις είχε
γυναίκες στο κρεβάτι
με στήθη ηφαιστειακά.

Να, μαλάκα, του κάνουν
μουντζώνοντάς τον,
γιατί δε φύλαγες
κάποιες μας
για τα καλά στερνά;

Κι’ εκείνος
να τις κοιτά καχύποπτα
θαμπές
μέσα από το γυαλί του ονείρου.

Ξυπνώντας,
να μετρά απλώς την πίεσή του
που έχει ανέβει αισθητά

 

ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΜΕΙΝΟΥΜΕ ΚΙ ΕΤΣΙ

Βρεθήκαμε
να ζούμε μιαν κατάσταση,
να την υπερασπιζόμαστε,
καθώς λεν, με το αίμα μας
και να τη μισούμε
με κρύα σοφία
και κοσμιότητα.

Περικυκλωμένοι σ’ ένα
κιγκλίδωμα σιωπών
που θα μιλήσουν
με την αηδία του σκύλου
που κροταλίζει το βρασμένο κρέας
και τη θαλπωρή.

Μπορεί να μείνουμε κι έτσι
ως τη συντέλεια
πρότυπα υποταγής
μαζικής τρέλας
σαν είδος ζωής.

 

Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΜΟΥ

Η θάλασσά μου
δύστροπη σήμερα
γι’ αυτό δεν μπήκα μέσα της
μέχρι να κατευνάσουν τα νευράκια της
να’ ναι καλή μαζί μου
να μου φιλά το σώμα
εγώ να γλιστρώ στο βυθό της,
έμβρυο
να με περνά απ’ τον κόλπο της
να με αναγεννά
στα ιαματικά της ξεπλένοντας
τη θλίψη μου.

 

ΕΝΥΠΝΙΟ

Την ανακαλεί στον ύπνο του
από το διαδίκτυο παλιών καιρών
όπως φακίρηδες τα πνεύματα
και παπάδες από την Ωραία Πύλη
την Πλατυτέρα των Ουρανών.

Αυτή
παγιδευμένη στο μαγνητικό πεδίο του
νιώθει νευρικότητα
διστάζει
μα δεν μπορεί παρά
να καθελκυστεί σαν καραβάκι
κάποτε
στ’ ονειρικό επίνειό του.
Αν και αναποφάσιστη
ενίοτε εχθρική
περιμένοντάς τον
να πατήσει τη σκανδάλη του enter.

Αυτός,
καίτοι χαρούμενος
για τη λυσιτέλεια της πονηριάς του
αδρανεί.

Μάγος καλός
μα διόλου πια
τεχνίτης.

 

ΔΙΚΗ

Θα ‘πρεπε να ‘χε τελειώσει 
από χτες η δίκη 
για την κλοπή του χαμόγελου 
στη δυναστεία της θλίψης• 
όπου ξεπουλάν 
παράνομες χαρές 
ως να ήταν περιττές 
επαίσχυντες
ως να μην ήταν πετράδια
αιωνιότητας
κι αθανασίας, έστω
μες στη γενική ψευδαίσθηση
και την απόλυτη λήθη.

Αν βγάζαμε την ψυχή μας 
τη μουλιάζαμε 
στη χλωρίνη του πένθους 
τη στεγνώναμε 
στ’ αγκάθια 
και στους ίσκιους μας 
θα μπορούσαμε ίσως 
να μιλάμε με παρρησία 
στους δικαστές

που μας χέζουν ολοσχερώς 
λες κι οι ίδιοι δεν κακούργησαν ποτέ
στον έρωτά τους – 
την τυφλή τους δικαιοσύνη.

 

ΑΓΕΝΝΗΤΑ ΒΡΕΦΗ

Πόσα διηγήματα
χάθηκαν μέσα στον ύπνο
σαν αφύλακτα παιδιά του δρόμου
πόσες ποιήσεις
καταβρόχθισε
και δεν έφτασαν ως το πρωί.

Διαφορετικοί κοιμόμαστε
αλλιώτικοι ξυπνάμε
μην ξέροντας σε ποιο κρεβάτι
μένει έγκυος η μνήμη
με ποιον μας απατά μες στο σκοτάδι

σε ποια κλινική
ή κάδο απορριμμάτων
τ’ αποβάλλει

χωρίς ένα χάδι
ανάγνωση νηφάλια
πρωινή.

 

ΠΡΟΔΟΣΙΕΣ

Κατόρθωσες κ ι αυτό ,
συγγραφεύ μέγα,
να προδίδεις φίλους
με τόση ευκολία.
Μετά από ενδελεχή προπόνηση,
εννοείται.
Ξεκινώντας από τον εαυτό σου
που κρυβόταν χρόνια
παριστάνοντας τον ρέμπελο
γράφων επιτηδείως –
ακόμη και άσιτος έμεινες
επί μακρόν.

Ώσπου συνήλθες
πρώτα οικόσιτο
σε πισινές αυλές,
εν συνεχεία
ορθά κοφτά τα είπες
–όπως τα ήθελαν–
έγινες δεχτός στα σαλόνια τους
που

«να, προς τα κει πέφτουν!»
έλεγε ο Σκαρίμπας
μουντζώνοντάς τα–
μα κι ο Βάρναλης,
θαρρώ.

 

 

ΕΡΩΣ ΕΝ ΚΑΜΙΝΩ, Διηγήματα, (2001)

Από το διήγημα «Να ντρεπόμαστε να πούμε τ’ όνομά μας»

…Οπότε μια Κυριακή πρωί με αποσπά από το σπίτι και πηγαίνουμε να με ξεναγήσει σ’ εκείνο το «υπέροχο και φανταστικό καταφύγιο, το τόσο μακρινό μα και τόσο μέσα μας, όπως η ψυχή μας!»
Η γυναίκα μου δυσφορούσε βλέποντάς με ν’ ανεβαίνω στο αυτοκίνητο και να φεύγουμε μαζί. Δικαιολογημένη κάπου. Λαμβάνοντας κανείς υπόψη πως άλλοι συνάδελφοι στο σχολείο κάπου τον απέφευγαν, εκτός βέβαια από τη Μνημειάδου . Την Έλλη Μνημειάδου, που είχε κι εκείνη μέσα της μια δίδυμη αδελφή να την κυνηγά. Εκείνη δεν είχε αγνοούμενο πατέρα, όπως εκείνον, αλλά έναν άλλο, πολύ δικό της άνθρωπο – κι ας μην τη συνέδεε μαζί του καμιά συγγένεια αίματος ή καταχωρισμένη, τέλος πάντων, σε χαρτί επίσημο, και κυρίως το παιδί του που δεν συνέλαβε ποτέ…
Τρέχα τώρα βρες άκρη με τα πονεμένα, σαλεμένα μυαλά.
Όλοι όμως, κουτσομπόληδες και μη, γνωρίζαμε με πάσα λεπτομέρεια γιατί η Έλλη Μνημειάδου δεν είχε συλλάβει ποτέ το μοναδικό παιδί της, που θα πρέπει τώρα να κυκλοφορεί γύρω στα δώδεκα με τελειωμένο το δημοτικό, κι ωστόσο δεν το έχει δει κανείς, παρά μόνο εκείνη σε κάτι φευγαλέες στιγμές, παρασυρμένη από οπτασίες και εμμονές… Γνωρίζαμε ακόμη, κουτσομπόληδες και μη, πως τη μέρα εκείνη, της μοιραίας σύλληψης –στο μυαλό ή στο σώμα;- είχαν σβουρίξει πάνω από την ερωτική φωλιά τους, στο ρετιρέ του «Σαλαμίς Μπέι» στην Αμμόχωστο, τα αεροπλάνα του Αττίλα. «Μη» του είπε, «μη! Μιαν άλλη φορά που τα πράγματα θα είναι καλύτερα!» Το σπέρμα του κύλησε κάπου γύρω στον αφαλό της. Τώρα ζωντανεύει κάποτε και θέλει να μπει μέσα της. Οπότε ένας γαλαξίας από σπυράκια φυτρώνει στο σώμα της, αλέα εφιαλτική στην παλιά διαδρομή. Τον Νίκο δεν τον ξαναείδε από τότε. Και παρόλο που το όνομά του φιγουράρει στον κατάλογο των αγνοουμένων, εκείνη ξέρει… Στην αρχή δεν θέλησε να στερήσει την ελπίδα από τους δικούς του, τους «πραγματικά» δικούς του. Ύστερα, όσο περνούσαν τα χρόνια, της φαινόταν ακόμη πιο δύσκολο κι έτσι τα πράγματα μείνανε στο διφορούμενο του θανάτου. Η ίδια στο μεταξύ είχε φροντίσει να διασταυρώσει επαρκώς κάποιες πληροφορίες, που προέρχονταν από παλιό φίλο και τέως, ας πούμε, ερωτικό αντίζηλο του Νίκου. «Άς πούμε», έλεγε κι εκείνη και γελούσε κάποτε μέσα από ξεσπάσματα αυτοσαρκασμού. «Ένα “ας πούμε” έχει καταντήσει η ζωή μας, ας πούμε πως ζούμε, ας πούμε πως γεννήσαμε παιδιά, που όταν όμως βαράνε το κουδούνι της εξώπορτας κι αλαφιασμένοι τρέχουμε, αυτά γίνονται άφαντα, ροβολώντας τις σκάλες». Μεγαλώνουν όμως, μεγαλώνουν τα παιδιά που δεν γεννήσαμε… Μεγαλώνουν και μας κυνηγούν… σκέφτεται κάποτε, σαν είναι στις πολύ πολύ μαύρες της.
Ο Θεός να βάλει το χέρι του.

 

ΣΤΟ ΜΑΤΙ ΤΟΥ ΦΙΔΙΟΥ (2000)

(Απόσπασμα)

…. Θα πρέπει, εν τέλει, να ήταν κανένας τριχοφάγος από τους γάτους, γιατί αυτός είχε άλλο βίτσιο. Αντί για σκυλί κι εκείνο το εσταυρωμέρο ρίφι, αυτός κουβαλούσε πάντα μαζί του ένα γάτο. Γάτο υψηλής περιωπής, που άμα βαριόταν κι ήθελε να βγει, πεταγόταν στο χερούλι της πόρτας μια δυο και κατάφερνε ν’ ανοίξει. Και σαν δεν γινόταν ούτε αυτό, έπαιρνε φόρα και πηδούσε από το παράθυρο κι όποιον πάρει ο χάρος. Μπορούσε να προσγειωθεί από το ύψος του πρώτου ορόφου στο κεφάλι κάποιου ανέμελου περαστικού, που θα κατουρούσε στο εξής κόμπο κόμπο από τον φόβο του. Ο Θεός, όμως, μας γλίτωσε από μιαν τέτοιαν εκδοχή και είχε προτείνει κάτι άλλο: αντί στο κεφάλι του περαστικού να προσγειωθεί στην οροφή ενός διερχόμενου λεωφορείου. Οπότε τα κάνει, φαντάζομαι, λίμπα τα ζεμπίλια των επιβατών, επιθεωρώντας σ’ αυτά κάθε τι γατοφαγώσιμο… Κάνει και την εξοχή του στα ορεινά και μας κατεβαίνει με αναρρωτική, πηδώντας πάλι από ψηλά, ακριβώς μπροστά από την πόρτα μας, και με σπασμένο το κεφάλι από το ξύλο.
Έτσι, ο Κωστής προτιμούσε να τον κουβαλά μαζί του για να ‘χει το κεφάλι του ήσυχο. Μια φορά τον είχε πάρει κιόλας μαζί του στην εκκλησία. Και πάνω στη βιάση του μην σφετεριστούν άλλοι τα ρούχα των εξαπτέρυγων που ήταν ωραία και φανταχτερά σαν άμφια δεσποτάδων, παράτησε τον γάτο σ’ ένα μπαούλο εκεί δίπλα. Και φυσικά κάποιαν ώρα άρχισε να νιαουρίζει ο διάβολος. Τρέχει ο παπάς ν’ ανοίξει, πετάγεται από μέσα σαν σαΐτα και σκαρφαλώνει ο καταραμένος στο εικονοστάσι. Κάμποση ώρα περιπατούσε πάνω από τα κεφάλια των αγίων, όπως έναν απελπισμένο που ανεβαίνει στον τρίτο όροφο κραδαίνοντας την απειλή πως θα ριχτεί στο κενό – που τελικά όμως κάνει δεύτερες σκέψεις: «Τέτοια ζωή, κάλλιον ζωή παρά θάνατος». Εξακολούθησαν να τον προκαλούν βεβαίως, μ’ ένα κηροσβέστη, πως θα τον κατέβαζαν άδοξα. Οπότε εκείνος πετάγεται στο χρυσό καντήλι που κρέμεται απευθείας από τον ομφαλό του Παντοκράτορα ψηλά στον θόλο. Κι αρχίζει να ανεβαίνει. Όσο πλησιάζει όμως προς τον πάντων Κτίστη, κάτι του λέει πως τα πράγματα άρχισαν να σκουραίνουν, αφού από κάτω βάζει τις φωνές ο παπάς και μαζί του συνολικώς το ποίμνιον. Οπότε γυρίζει τον κώλο κι αρχίζει να κατεβαίνει, κι ακούει τότε το γέλιο του Θεού. Του νιαουρίζει κι αυτός με τη σειρά του και μ’ ένα σάλτο ακαριαίο πηδάει στο κενό. Ακριβώς πάνω στη γενειάδα του μοιχού ιερέως. Θεέ μου, πώς τα σκαρώνεις κάτι τέτοια, με τι νόμισμα πληρώνεις εσύ; Γελούσες, όμως, σε είδα, Παντοκράωρ!
Να γιατί αρρώστησε ο Κωστής. Και τον άφησαν εκεί να λειώνει, πρώτη η δασκάλα του τον είχε παρατημένον. Και να τώρα. Τώρα είναι αργά. Απλώς τραβούμε ο καθένας τον δρόμο του που όλο και στενεύει… Αχ, εκείνη η «στενή πύλη», «ολίγοι εισίν οι ευρίσκοντες αυτήν», έγραφε η Ρέγγα, η αδερφή του, σε μιαν υποσημείωση υπεροπτικής ειρωνείας.
Και ο Θεολόξ να παραφυλάει την πράσινη πινακίδα με τις επιστολές των μαθητών και να επιμένει σε μερίδιο βλεψία σε όλα τούτα, που είναι ανάξια λόγου, πόσο μάλλον Θεού λόγου…

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΑΛΛΌΦΥΛΟΙ ΕΡΑΣΤΈΣ

ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΥ

Diastixo 23/7/2018

Ο Χρίστος Χατζήπαπας κλείνει σχεδόν πενήντα χρόνια στα γράμματα. Η πρώτη του ποιητική συλλογή, Ενδοσκόπιο, εκδόθηκε το 1969. Έκτοτε εξέδωσε συλλογές ποίησης και διηγήματος, αλλά και τρία μυθιστορήματα. Παρά τη μακρά διαδρομή στη λογοτεχνία, εξακολουθεί να πειραματίζεται. Αυτό αποδεικνύει η τελευταία συλλογή διηγημάτων του, Αλλόφυλοι εραστές. Αντιθετικοί άξονες διαπερνούν όλη τη συλλογή, έτσι που το βιβλίο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί διπολικό, κάτι που έδωσε την ευκαιρία στον συγγραφέα να αναμετρηθεί με πολύ σημαντικά θέματα. Ήδη ο τίτλος παραπέμπει σε αυτή τη διπολικότητα – και δεν είναι μόνο τα δύο μέρη του βιβλίου τα οποία κινούνται σε διαφορετικό ύφος και θεματολογία. Είναι και οι δύο αφηγηματικές φωνές σε ορισμένα διηγήματα, αλλά και οι αντιθετικές σχέσεις θάνατος/ζωή-έρωτας, παρελθόν-παρόν, νεότητα/γήρας-ομορφιά/φθορά, Ελληνοκύπριοι-Τουρκοκύπριοι. Παρά τη διπλότητα αυτή, η αίσθηση της ενότητας και της σύγκλισης διατηρείται χάρη στην επιδέξια τεχνική του συγγραφέα, αφού υπάρχουν οι άξονες και οι συνδετικοί αρμοί που τέμνουν κάθε φορά τους δύο πόλους: π.χ. έρωτας και θάνατος, κυπριακό, αυτοαναφορικότητα, διακειμενικότητα.
Το πρώτο διήγημα, το πρώτο μέρος και όλη η συλλογή τιτλοφορούνται Αλλόφυλοι εραστές. Τα διηγήματα έχουν να κάνουν με τις σχέσεις ανάμεσα σε Ελληνοκυπρίους και Τουρκοκυπρίους κυρίως στα κρίσιμα χρόνια μέχρι το 1974, αλλά και σήμερα. Ο συγγραφέας επιστρατεύει την τεχνική της πρωτοπρόσωπης μαρτυρίας, της αποκαλυπτικής εξομολόγησης, κι άλλοτε τον δημοσιογραφικό λόγο, όπως στο διήγημα «Τα σκυλιά του Κουτλού Ανταλί», αλλά και τη συμβατική τριτοπρόσωπη αφήγηση. Σε αρκετά διηγήματα, όπως στα «Αλλόφυλοι εραστές», «Αν έλειπε εκείνη η μέρα στο ημερολόγιο…», «Ο Ντελι-Γιωρκής», «Ειδική αποστολή», υπάρχει πάντα μια φωνή πίσω από τη φωνή, ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα του αποκαλυπτικού λόγου. Ένας πρωτοπρόσωπος Τουρκοκύπριος αφηγητής καταθέτει τη μαρτυρία του για τα γεγονότα που έζησε τη δεκαετία του 1960 μέχρι το 1974, τον παραλογισμό που οδήγησε στην τραγωδία της Κύπρου. Ο επίσης πρωτοπρόσωπος αφηγητής-συγγραφέας ελάχιστα επεμβαίνει. Ανάμεσά τους μεσολαβεί ένας διερμηνέας. Ο αφηγούμενος τα περιστατικά ζει μια δραματική στιγμή κατά την εξομολόγηση, με κορυφώσεις δραματικής έντασης.

Το ιστορικό, πολιτικό και χωροχρονικό πλαίσιο, και γενικά η ανθρωπογεωγραφία μέσα στην οποία εγγράφεται η μυθοπλασία, είναι το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα με εστίαση στη δεκαετία του 1960 έως την εισβολή: ΕΟΚΑ, τα σχέδια του Ντενκτάς για taxim-διχοτόμηση, ΤΜΤ, η Βολκάν και δολοφονίες Τουρκοκυπρίων, ΕΟΚΑ Β’, διακοινοτικές ταραχές, οι εκατέρωθεν δολοφονίες και ο εξτρεμισμός, το πραξικόπημα, η εισβολή. Η δράση τοποθετείται κυρίως σε τουρκοκρατούμενες περιοχές, π.χ. στην περιοχή της Μόρφου.

Στο πρώτο διήγημα, «Αλλόφυλοι εραστές», και στο δεύτερο, «Αν έλειπε εκείνη η μέρα στο ημερολόγιο…», πρωτοπρόσωπος αφηγητής είναι ο Ερόλ. Αναφέρεται σε γεγονότα που συνέβησαν στην περιοχή της Μόρφου. Ο Ερόλ μιλά για δολοφονίες Τουρκοκυπρίων και Ελληνοκυπρίων, αλλά και διαταγές για μαζικές δολοφονίες. Ωστόσο, υπήρξαν άνθρωποι εκατέρωθεν που αρνήθηκαν να εκτελέσουν τέτοιες εντολές, όπως ο Ερόλ και ο Δημήτρης, οι οποίοι έσωσαν αντίστοιχα Ελληνοκυπρίους και Τουρκοκυπρίους. Μέσα σε όλα αυτά, παρά τη φωτιά και τον πόλεμο, ο έρωτας βρίσκει τον τρόπο να ανθίσει και να στεριώσει. Έτσι, ο Ερόλ στην αφήγησή του εγκιβωτίζει προσωπικές ερωτικές ιστορίες, τη δική του με την Αλέφ, του Παντελή με την Ντενίζ, του Δημήτρη με την Αντιλέ.
Στο διήγημα «Ειδική αποστολή», ο Νιχάτ αποκαλύπτει την αποστολή που ανέθεσε σε αυτόν και τον Χασάν ο κατοχικός στρατός στην Ελιά· να θάψουν μια φρικτά δολοφονημένη, βιασμένη και γυμνή Ελληνοκύπρια. Στο διήγημα «Στα Καλυβάτζια», ο Τουρκοκύπριος Μουράτ, παλιό στέλεχος της ΤΜΤ, εκφράζει την παράξενη επιθυμία να γνωρίσει ένα από τα μέλη της ΕΟΚΑ Β’. Στο διήγημα «Τα αγαπημένα σκυλιά του Κουτλού Ανταλί», ο συγγραφέας αναφέρεται στη δολοφονία του Τουρκοκύπριου δημοσιογράφου, υπέρμαχου της φιλίας και της ειρηνικής συνύπαρξης με τους Ελληνοκυπρίους. Στο διήγημα «Ο Ντελι-Γιωρκής», στο οποίο εγκιβωτίζεται και η αφήγηση του Ζεκί, εξιστορεί τα γεγονότα των διακοινοτικών συγκρούσεων στα Καζιβερά. Στο διήγημα «Στο αίθριο της Βουλής», ο συγγραφέας θυμάται το συγκινητικό διήγημα του Νέαρχου Γεωργιάδη «Η τελευταία επιθυμία του Μεμέτη» για τη φιλία ενός Τουρκοκύπριου παιδιού με συνομήλικό του Ελληνοκύπριο, σε μια δηλητηριασμένη ατμόσφαιρα μίσους και εθνικισμού. Η «Καύση» αποτελεί φόρο τιμής στον Εμίν. Σε αυτό εξιστορείται η φιλία του αφηγητή με τον Εμίν, ο οποίος παρά τις αντιξοότητες και την πολεμική του Ραούφ Ντενκτάς επέλεξε, μετά την εισβολή, να ζήσει με τους Ελληνοκυπρίους. Στο «Σαν μια στιγμή η ζωή», ο ετοιμοθάνατος Ελληνοκύπριος Βήτα, ανάμεσα στο παραμιλητό και τα ενύπνιά του, αφηγείται μνήμες της ζωής του που σχετίζονται με τα τραγικά γεγονότα της Κύπρου.

Όλα όσα αναφέρονται είναι θεματικές που ο Χρίστος Χατζήπαπας ανέπτυξε και σε άλλα έργα του (διηγήματα, μυθιστορήματα, ποίηση). Οι εξομολογήσεις και οι μαρτυρίες στόχο έχουν να αναδείξουν την αλήθεια που η επίσημη Ιστορία αρνείται να καταγράψει. Με όχημα τη μνήμη, ο συγγραφέας φτάνει με τόλμη στο βάθος των πραγμάτων, στηλιτεύει τις ακρότητες και τον εθνικισμό. Αυτό που τον ενδιαφέρει ιδιαίτερα είναι τα φωτεινά παραδείγματα, οι εξαιρέσεις, οι άνθρωποι που μέσα στον παραλογισμό της εποχής τους πήγαν ενάντια στο ρεύμα και διέσωσαν την ανθρωπιά και τον άνθρωπο. «Μπορεί και να μας βγει σε καλό. Η γνώση της Ιστορίας δεν έβλαψε ποτέ κανέναν…» θα σχολιάσει η Αϊσέ στο διήγημα «Στα Καλυβάτζια».

Παρά τα όσα τραγικά περιγράφονται, η εντύπωση που αφήνει ο συγγραφέας είναι πως υπάρχει ακόμα ελπίδα. Είναι ο έρωτας, η αγάπη, η ομορφιά και η φιλία που θριαμβεύουν μέσα στη φωτιά, υπερνικώντας το μίσος και ξεπερνώντας κάθε εθνοφυλετικό, θρησκευτικό ή γλωσσικό περιορισμό. Πολύ χαρακτηριστική είναι η παραδοχή των δύο πρώην ορκισμένων εχθρών, του Τουρκοκύπριου Μουράτ (ΤΜΤ) και του Ελληνοκύπριου Παναγιώτη (ΕΟΚΑ Β’) στο διήγημα «Στα Καλυβάτζια». Στη συνάντησή τους, καθώς αναλογίζονται το παρελθόν, παραδέχονται: «Γελαστήκαμε, Μουράτ, μας ξεγέλασαν!» «Bokettik! Σκατά τα κάναμε!».

Τα ζητήματα ταυτότητας απασχολούν τον συγγραφέα σε πολλά από τα διηγήματα. Ο έρωτας ανάμεσα σε έναν Ελληνοκύπριο και μια Τουρκοκύπρια του δίνει την ευκαιρία να εξετάσει τέτοια θέματα, όπως η θρησκεία (οι Τουρκοκύπριοι δεν είναι ιδιαίτερα θρησκευόμενοι) και η γλώσσα (πολλοί Τουρκοκύπριοι μιλούν την ελληνοκυπριακή διάλεκτο και αρκετοί μέχρι το 1974 δεν ήξεραν τούρκικα).

Ο τίτλος του β’ μέρους της συλλογής δίνει τη βασική θεματική των εννιά διηγημάτων: «Αφρός ονείρου η ζωή». Αναφέρονται στο πεπερασμένο και το εφήμερο της ανθρώπινης ύπαρξης. Τα πολιτικοϊστορικά γεγονότα και η κριτική που ασκείται υποχωρούν σε δεύτερο επίπεδο. Αυτό που κυριαρχεί είναι η κοινωνική κριτική για το σήμερα, η αλλοτρίωση και κυρίως τα αντιθετικά σχήματα νεότητα-γήρας, θάνατος-έρωτας. Αντίθετα με ό,τι συμβαίνει στο α’ μέρος της συλλογής, στο οποίο, παρά τα φαινομενικά ανυπέρβλητα εμπόδια, εθνικά, θρησκευτικά ή άλλα, ο έρωτας ευοδώνεται, εδώ ο συγγραφέας επιστρέφει σε ένα χαρακτηριστικό θεματικό μοτίβο της τέχνης του: ο πόθος υπάρχει, αλλά ο έρωτας σπάνια θα ολοκληρωθεί, καθώς θα παραμείνει στη σφαίρα της επιθυμίας, του ονείρου, των ονειρώξεων και της φαντασίας. Το ύφος επίσης αλλάζει: αντί του τραγικού-δραματικού, εδώ κυριαρχεί το χιούμορ, η ειρωνεία, ο σαρκασμός και ο αυτοσαρκασμός. Επιπλέον, τα διηγήματα αυτά συνδέει ένας πρωτοπρόσωπος, ομοδιηγητικός αφηγητής, ο οποίος διανύει τη μέση ηλικία ή βαδίζει προς την τρίτη ηλικία.
Το τελευταίο διήγημα του β’ μέρους έχει τίτλο «Η ψευδαίσθηση στη λογοτεχνία ή Επαναστατική κατουρίαση». Είναι ένα διήγημα για την ποιητική του διηγήματος. Ο συγγραφέας επισκέπτεται τη Χάγη για ένα συμπόσιο λογοτεχνίας. Όμως, θα βρεθεί υπόλογος ενώπιον της δικαιοσύνης, γιατί ο ήρωας της ιστορίας του, alter ego του συγγραφέα, κατούρησε το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Η πρόθεσή του είναι προφανής: να ξεσκεπάσει την υποκρισία της διεθνούς δικαιοσύνης (σε αυτό συμβάλλουν οι αναφορές στην Κύπρο και στον εμφύλιο στη Συρία). Κι εδώ ο ερωτικός πόθος του αφηγητή για τη συνεργάτιδά του Ντιόν γίνεται πράξη μόνο στις ονειρώξεις του. Όμως, όλη αυτή η ιστορία δεν ήταν παρά η εισήγηση του συγγραφέα στο συμπόσιο με τίτλο «Η ψευδαίσθηση στη λογοτεχνία ή Επαναστατική κατουρίαση». Στο διήγημα αναπτύσσεται το μοτίβο του ανεκπλήρωτου έρωτα, του ερωτικού πόθου που βρίσκει διέξοδο μόνο στη φαντασία του ήρωα. Το όνειρο γενικά διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στο έργο του Χρίστου Χατζήπαπα. Είναι ο χώρος στον οποίο πραγματώνεται το απραγματοποίητο, εκεί που γεφυρώνεται το συνειδητό με το ασυνείδητο.

Οι ήρωες υποφέρουν, λοιπόν, από έναν βασανιστικό έρωτα, έναν Έρωτα εν καμίνω, για να θυμηθούμε τη συλλογή που ο Χατζήπαπας εξέδωσε το 2001. Η θεματική αυτή, σε παραλλαγές, συναντάται στα διηγήματα «Παραγωγικός έρως», «Αυτοί που τρέχανε σαν άλογα», «Το εισιτήριο», «Δεν πίστευε στον θάνατο», «Οι καημένοι» και «Θίνες αγάπης και φόβου». Ακόμα, όμως, κι εκεί που ανθίζει ο έρωτας, η αιφνίδια αλλαγή της τύχης, ο θάνατος ή μια αρρώστια έρχονται να ανακόψουν απότομα την ερωτική πληρότητα. Αυτή η ματαίωση δίνει την ευκαιρία στον συγγραφέα να ψυχογραφήσει σε βάθος τους ήρωές του, να δημιουργήσει την κατάλληλη δραματική ένταση, να πειραματιστεί με τη φαντασία και να υπονομεύσει το ρεαλιστικό στοιχείο.

xatzipapasΈνα από τα βασικά χαρακτηριστικά της συλλογής είναι η διακειμενικότητα. Ο συγγραφέας δημιουργεί ένα πυκνό δίχτυο τέτοιων αναφορών, καθώς συνομιλεί με δικά του έργα ή με έργα άλλων συγγραφέων και την παράδοση. Αλλά, όπως σε όλα τα έργα του Χρίστου Χατζήπαπα, έτσι κι εδώ μια από τις σημαντικότερες αρετές είναι η γλώσσα. Είναι, πράγματι, ιδιαίτερα γοητευτική η μείξη τύπων της καθαρεύουσας, της δημοτικής, της εκκλησιαστικής γλώσσας, της προφορικής γλώσσας στις αφηγήσεις ή στους διαλόγους, της κυπριακής διαλέκτου και η συχνή παράθεση τούρκικων λέξεων. Πότε απλή και λιτή, σε ρεαλιστικό ύφος, άλλοτε περίτεχνη και ποιητική, μεταφορική, ενίοτε λυρική και πότε σκληρή και τολμηρή, σε μακροπερίοδο λόγο ή κοφτή, ανάλογα με το αφηγηματικό ύφος κάθε φορά, η γλώσσα είναι ένα στοιχείο που πρωταγωνιστεί στο βιβλίο.

Η συλλογή Αλλόφυλοι εραστές διακρίνεται από αφηγηματική πολυμορφία. Η μετατόπιση του χρόνου από το παρόν στο παρελθόν και αντίστροφα είναι συχνή και επιτρέπει στους αφηγητές να δουν από απόσταση τα γεγονότα και να τοποθετηθούν με νηφαλιότητα. Η ρεαλιστική αφήγηση πολλές φορές υπονομεύεται με ονειρικά, μνημονικά και φαντασιακά στοιχεία ή συνειρμούς και εγκιβωτισμούς. Ο πλάγιος λόγος τρέπεται, κατά διαστήματα, σε ελεύθερο πλάγιο λόγο και ο διάλογος ή και ο αφηγηματικός μονόλογος είναι συχνός. Η αφήγηση, ιδιαίτερα στο πρώτο μέρος, είναι πολλές φορές κυκλική, η αρχή συχνά φορτίζεται με δραματικό τόνο όπως και το τέλος, που σχεδόν πάντα αφήνεται ανοιχτό σε προβληματισμό. Γενικά, δεν υπάρχει τίποτα μονοδιάστατο στα διηγήματα του Χρίστου Χατζήπαπα, ούτε στη γλώσσα, ούτε στην αφήγηση, ούτε στη θεματική του. Κάτι που καταδεικνύει τη διαρκή έγνοια του και την ενσυνείδητη πάλη με τη γραφή. Αυτό καθιστά το έργο του εξαιρετικά ενδιαφέρον.

 

ΠΕΡΣΑ ΚΟΥΜΟΥΤΣΗ

FRACTAL 03/10/2018

Με τα μάτια του Άλλου

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Κύπριος λογοτέχνης Χρήστος Χατζήπαπας καταπιάνεται με θέματα που αφορούν στη σύγχρονη ιστορία του τόπου του. Τα άλγη και τα πάθη της Κυπριακής ψυχής, που παραμένει τρωτή, και συναισθηματικά ευάλωτη μετά τα τραγικά γεγονότα του ‘74 . Η συλλογική κι ατομική μνήμη, η βιωματική εμπειρία, η Ιστορία, μαζί με το ιδεολογικό υπόβαθρο του συγγραφέα και την αντικειμενική του στάση απέναντι στα γεγονότα που διαδραματίστηκαν και σημάδεψαν ανεξίτηλα την Κύπρο, πάντα έπαιζαν καθοριστικό ρόλο, τόσο στο πεζογραφικό, όσο και στο ποιητικό του έργο, όπως πιστεύω παίζουν πρωτεύοντα ρόλο στο έργο των περισσοτέρων Κυπρίων λογοτεχνών της γενιάς του. Έτσι και σε αυτό εδώ το βιβλίο με τον ευρηματικό και αντιπροσωπευτικό τίτλο «Αλλόφυλοι εραστές», ο συγγραφέας επιστρέφει με μια συλλογή διηγημάτων όπου κύριοι πρωταγωνιστές- εκτός από τα πρόσωπα που σκιαγραφεί- είναι ο τόπος, ο χρόνος, η μνήμη και η Ιστορία. Μόνο που εδώ υπογραμμίζεται και ένα ακόμα σημαντικό θέμα που, αν και δεν είναι εντελώς νέο για το συγγραφέα, παρουσιάζεται με μεγαλύτερη ευκρίνεια και τολμηρότητα: και αυτό διότι στο μεγαλύτερο μέρος της συλλογής, ο συγγραφέας δίνει έμφαση τις διαπροσωπικές σχέσεις ανάμεσα σε Ελληνοκυπρίους και Τουρκοκυπρίους, κυρίως εκείνες που αναπτύχθηκαν κατά τις τελευταίες δεκαετίες, μετά την εισβολή. Με αφηγηματική δεινότητα, συναισθηματική συγκρότηση, ενίοτε πρόκληση ή σαρκασμό, κι απαλλαγμένος όπως πάντα από την προκατάληψη του παρελθόντος, την εκατέρωθεν παραποίηση της ιστορίας, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει σε μια από τις ιστορίες του, συνθέτει διηγήσεις που εμβαθύνουν στην ανθρώπινη ψυχή, διεισδύουν στην ουσία των ανθρώπινων σχέσεων και σχολιάζουν τα κοινωνικά ήθη και τις νοοτροπίες του σήμερα, με ένα τρόπο που πιστεύω ότι αντιτίθεται σε μεγάλο βαθμό στην αρνητική προδιάθεση μιας μεγάλης μερίδας ανθρώπων απέναντι στα γεγονότα και προπάντων στις στερεότυπες αντιλήψεις της.

Ο Χ Χ ανατέμνει και σκιαγραφεί ανάγλυφα τη σημερινή πραγματικότητα στην Κύπρο, αναπαριστώντας την αλήθεια γυμνή, κι αναδεικνύοντας πολλές από τις άγνωστες (σε πολλούς από εμάς) πτυχές της, διατηρώντας, όπως ανέφερα μια αμερόληπτη κι απροκατάληπτη στάση. Κι ανάμεσα σε όλα αυτά παρεμβάλλει διακριτικά τα υπαρκτικά ζητήματα που είναι φανερό ότι τον απασχολούν, ερωτηματικά και προβληματισμοί γύρω από δίπολα της ανθρώπινης ύπαρξης, όπως είναι η ζωή και ο θάνατος, η νεότητα και το γήρας ή ακμή και η φθορά, αλλά κι ο έρωτας στις διάφορες εκφάνσεις και εκδοχές του, ενώ η φιλία, η κατανόηση, η ελπίδα, είναι θέματα τα οποία διαχειρίζεται με ευαισθησία, θέλοντας έτσι να υπογραμμίσει τη δύναμη της ζωής και τον θρίαμβό της πάνω σε ότι επαπειλεί τη φυσική της ροή, όπως ο πόλεμος, τα μίση και η εχθρότητα. Ένα ικανό αντίβαρο κι αντιστάθμιζα για τη μισαλλοδοξία, τον φανατισμό τους εθνο-φυλετικούς, θρησκευτικούς φραγμούς που γεννά ο πόλεμος. Ικανά να θεριεύουν ακόμα και μέσα στον παραλογισμό του πολέμου, τον κυκεώνα και την τραγικότητας που επιφέρει. Και μαζί με την ψυχογραφία των ηρών, αναδύεται ο τόπος, ενώ ο χρόνος όπου διεξάγεται η δράση των ιστοριών, αν και δεν είναι ποτέ σταθερός, αφού μετατοπίζεται διαρκώς ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, παραμένει ένα αποτελεσματικό όχημα, πάνω στο οποίο αναπτύσσει τις ιστορίες του, δίνοντας έτσι στον αναγνώστη μια έκτυπη εικόνα για το χθες και το σήμερα. Και το πετυχαίνει επιστρατεύοντας άλλοτε τον ρεαλισμό κι άλλοτε τον μύθο, άλλοτε όνειρο, κι άλλοτε τη μνήμη. Σε κάθε περίπτωση όμως με ένα τρόπο που αντιβαίνει ή και καταρρίπτει τις στερεοτυπικές αντιλήψεις μας για τα γεγονότα.

Ο αφηγηματικός τρόπος ανταποκρίνεται με τη σειρά του στα πολλαπλά επίπεδα της συλλογής αφού και αυτός αλλάζει διαρκώς, έτσι η πρωτοπρόσωπη αφήγηση δίνει τη σκυτάλη στη τριτοπρόσωπη, ενώ από τα προτερήματα του βιβλίου συγκαταλέγεται και ένα είδος ‘αμοιβαίας ανταλλαγής’ του αφηγηματικού προσώπου. Ο συγγραφέας Χρήστος Χατζήπαπας δίνει φωνή στον «Άλλο», καταγράφει δηλαδή τα γεγονότα από την ‘άλλη’ σκοπιά ή ματιά. Έτσι δανειζόμενος τη φωνή ενός Τουρκοκύπριου καταθέτει τη δική του μαρτυρία για τα γεγονότα που έζησε ο ίδιος από πρώτο χέρι τη δεκαετία του 1960, διατηρώντας έτσι μια ισορροπία και μια ισονομία στον αφηγηματικό ιστό. Κατά αυτόν τον τρόπο αναδύεται ‘ακέραιη’ ή σχεδόν η αλήθεια και της άλλης πλευράς, και κατά επέκταση το ευρύτερο ιστορικό, πολιτικό, κοινωνικό και πολιτισμικό υπόβαθρο της σύγχρονης πραγματικότητας στην Κύπρο.

Οι ιστορίες που παρελαύνουν η μια μετά την άλλη 19 στον αριθμό απλώνονται σε δυο μέρη και δημιουργούν ένα πολύχρωμο καμβά, πάνω στον οποίο ο αναγνώστης έρχεται αντιμέτωπος με πλείστες πτυχές της σύγχρονης ιστορίας που αν και αναγνωρίζει σε κάποιο -μεγαλύτερο ή μικρότερο -βαθμό, είναι βέβαιο ότι αγνοεί λεπτομέρειές της, τις λεπτεπίλεπτες εκείνες αποχρώσεις του συναισθηματικού και ιδεολογικού κόσμου των ανθρώπων που την έχουν βιώσει από πρώτο χέρι, ή που καλούνται να ζήσουν με το βάρος της μνήμης που την αφορά, ένα θέμα που γίνεται πιο έντονα απτό κι ‘ανάγλυφο’ στο δεύτερο μέρος του βιβλίου. Και μέσα σε όλα αυτά τα τραγικά και τα παράλογα, συνυφαίνεται η φιλία κι ο έρωτας ανάμεσα σε «Αλλόφυλους».

Η τολμηρότητα του Χρ Χατζήπαπα είναι εμφανής και σε άλλα επίπεδα του βιβλίου, επιλέγει να τοποθετήσει κάποιες από τις ιστορίες του σε τουρκοκρατούμενες περιοχές, ενώ μιλά ανοικτά μέσω των πρωταγωνιστών του, για ζητήματα οδυνηρά και ευαίσθητα όπως τις εκατέρωθεν δολοφονίες, τον φανατισμό, τη μισαλλοδοξία αλλά και στον αντίποδα όλων αυτών, το γεγονός ότι κάποιοι είχαν αρνηθεί να εκτελέσουν τέτοιες εντολές κι από τις δυο πλευρές και να σώσουν ζωές ανεξαρτήτως εθνοτικής ταυτότητας. τονίζοντας έτσι τον ανθρώπινο παράγοντα που η ιστορία τείνει φανατικά να αγνοεί ή να προσπερνά. Άξια λόγου είναι η ιστορία του Τουρκοκύπριου, ο οποίος επέλεξε, μετά την εισβολή, να ζήσει με τους Ελληνοκυπρίους.

Από τα βασικά χαρακτηριστικά της συλλογής είναι επίσης η χρήση του συνειρμικού λόγου και μιας ιδιαζόντως ποικιλόμορφης γλώσσας, αφού οι λιτές περιγραφές συχνά εναλλάσσονται με τον λυρισμό και την ποιητική διάθεση του συγγραφέα, ενώ ακόμα συχνότερα εντάσσει στους διαλόγους φράσεις της Κυπριακής διαλέκτου και τουρκικές λέξεις. Τέλος η «ζοφερότητα των θεμάτων, η κοινωνική κριτική που ασκεί, άλλοτε υποδόρια και άλλοτε ευθαρσώς, εξισορροπούνται έντεχνα με την χιουμοριστική διάθεση του συγγραφέα, αφού το χιούμορ και ο αυτοσαρκασμός δεν απουσιάζουν από τις ιστορίες του Χ. Χατζήπαπα. Τραγελαφικές καταστάσεις συνυπάρχουν με την πικρή /θλιβερή πραγματικότητα, δημιουργώντας έτσι ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον, γοητευτικό και συγκινητικό βιβλίο.

 

ΤΑ ΠΗΓΑΔΙΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

ΛΕΥΤΕΡΗ ΠΑΠΑΛΕΟΝΤΙΟΥ

http://www.oanagnostis.gr, 13.5.2013

Σάτιρα και ρεαλισμός

Με δυο ποιητικές συλλογές εμφανίστηκε στον χώρο της λογοτεχνίας ο Χρ. Χατζήπαπας (γενν. 1947): Ενδοσκόπιο (1969) και Εισαγωγή στην τραγωδία (1979).

Στα χρόνια που μεσολάβησαν αφοσιώθηκε σχεδόν αποκλειστικά στην καλλιέργεια της πεζογραφίας: εξέδωσε τέσσερις συλλογές διηγημάτων και τρία μυθιστορήματα, δίνοντας τον καλύτερο εαυτό του στα πιο πρόσφατα βιβλία διηγημάτων του και βελτιώνοντας σταδιακά τα μυθιστορήματά του.
Ειδικά η πρώτη ενότητα της πρόσφατης συλλογής του, ίσως η πιο συγκροτημένη και η πιο δραστική ενότητα του βιβλίου, θα μπορούσε να διαβαστεί παράλληλα με ορισμένα περίπου ομόθεμα διηγήματα της τελευταίας συλλογής του (Το ασταθές βήμα, 2009), αλλά και συνδυαστικά με παλιότερα διηγήματα κυπριακής θεματικής. Η επιγραφή με την οποία εξαγγέλλονται τα πρώτα δεκατρία ποιήματα («Της γλυκείας χώρας Κύπρου / που μισή και σερνάμενη την καταντήσαμε») μας προδιαθέτει για το στίγμα των κειμένων αυτών: α) είναι ποιήματα που εντοπίζονται καταρχήν στον κυπριακό χώρο, με έμφαση στις πιο πρόσφατες ιστορικές περιπέτειές του· β) αν και δεν λείπουν οι λυρικές πινελιές, οι ονειρικές διαφυγές και οι νοσταλγικές αναπολήσεις μιας παλιότερης ζωής, κατά κανόνα δεσπόζει στα περισσότερο κείμενα η ρεαλιστική ματιά, που απολήγει συχνά και βρίσκει τις καλύτερες στιγμές της σε μια δριμεία, καταλυτική σάτιρα, κάποτε και στον (αυτο)σαρκασμό.
Ήδη στο πρώτο, ομότιτλο ποίημα της συλλογής («Τα πηγάδια της ιστορίας») τα ξεροπήγαδα της ανομβρίας εξελίσσονται σε σύμβολα φανατισμού και εθνικισμού, αφού κατέληξαν να μπαζώνονται με πτώματα δολοφονημένων Τουρκοκυπρίων ή Ελληνοκυπρίων από τα χρόνια τα πρώτων διακοινοτικών συγκρούσεων ώς τις μέρες της Εισβολής. Αντιδιαστέλλοντας την ομορφιά και την ασχήμια, τα χρόνια της αθωότητας ή την πίστη στο «υπέροχο της ουτοπίας» με τη σύγχρονη εποχή της έρημης χώρας και της ιδεολογικής ή άλλης διάψευσης, ο ποιητής εξαπολύει δριμεία σατιρική κριτική σε κούφιους, ματαιόδοξους και θρασείς πολιτικούς και πολιτικάντηδες που καπηλεύονται το πολιτικό πρόβλημα του τόπου και την πατρίδα γενικότερα. Η ιστορική μοίρα της Κύπρου συνδέεται με την τραγική κατάληξη της Αροδαφνούσας του γνωστού δημοτικού τραγουδιού: «Άνου να πάμεν, Ροδαφνού, τζ’ αφταίννει το καμίνιν…» («Αροδάφνες στον αυτοκινητόδρομο»).
Η σκληρή σάτιρα συνεχίζεται και σε ποιήματα όπως το «Νοός ανάσταση», που στρέφεται ενάντια σε πολιτικούς και εκκλησιαστικούς ηγέτες: «πολιτικοί της πεντάρας / αρχιερείς γυμνοί από φαιλόνια / και χρυσά / άσπρα βρακιά όλοι / μηδενός εξαιρουμένου / βρακιά χεσμένα». Με ανάλογη αντικομφορμιστική και απομυθοποιητική γλώσσα, που θυμίζει κάποτε τη γραφή και άλλων ποιητών της «Γενιάς του 1974», αποκαθηλώνεται ο «τρισχόγλαστος» «Ολετήρ», ο γνωστός ιδρυτής της ΕΟΚΑ Β΄, που οδήγησε με μαθηματική ακρίβεια τον τόπο στην καταστροφή του ’74, αλλά εξακολουθεί να τιμάται ως ήρωας.
Αξίζει να αναφερθεί εδώ και το καταληκτικό ποίημα της ενότητας αυτής («Δε μ’ ενδιαφέρει»), που φαίνεται να είναι ένα από τα πιο δυνατά και ανατρεπτικά ποιήματα του βιβλίου. Ο ποιητής απαξιώνει και σαρκάζει για άλλη μια φορά τους πολιτικούς, αλλά απαρνείται και επώνυμα πρόσωπα της Ιστορίας (όπως τον συμπαθή «μάγκα» Ιουλιανό και τον «γάιδαρο» Ιουστινιανό), δηλώνοντας την προτίμησή του στις μικρές χαρές της ζωής και υποβάλλοντας με μαύρο χιούμορ την έγνοια του για την έλευση του θανάτου: «Μ’ ενδιαφέρει να είμαι ωραίος / στο φέρετρό μου / για το βασίλειο των σκουληκιών».
Σε μια μεγαλύτερη ενότητα με τον γενικό τίτλο «Της ύπαρξης, του έρωτα και του θανάτου» στεγάζονται άλλα 38 ποιήματα ποικίλης θεματικής, με έμφαση στα μεγάλα θέματα της ζωής και της λογοτεχνίας. Η σκιά του θανάτου, ο έρωτας ως απουσία ή προσμονή, η επέλαση του χρόνου και η παρακμή της ζωής και της σάρκας, ο διαχωρισμός του σώματος και της ψυχής, ονειρικές διαφυγές, υπαρξιακές ανησυχίες, τρυφερές εικόνες και νοσταλγικές επιστροφές στην παιδική αθωότητα, η αντιπαράθεση της ομορφιάς και της ποίησης απέναντι στην ασχήμια και τη φθορά, ποιήματα ποιητικής, σατιρικές και ανατρεπτικές θεωρήσεις θεσμών και αξιών είναι από τα θέματα και τα μοτίβα που δεσπόζουν στα κείμενα της ενότητας αυτής.
Ανάμεσα σ’ άλλα, ξεχωρίζει το αξιόλογο ποίημα ποιητικής «Ξέρω ένα ποιητή», στο οποίο σατιρίζεται ο επίδοξος ποιητής «που δεν αγαπά τις λέξεις / τα φορτία τους / τις συμφορές που σέρνουν / άλογα ανυποψίαστα / αφηνιασμένα», αλλά «κυνηγά προχείρως / λέξεις καταντημένες / επί χρήμασι / ήχους κυμβάλων». Μέσα από την αρνητική αξιολόγηση ενός τέτοιου συγγραφέα («Ένα ποιητή / που δεν κοιμάται με τις λέξεις του / μην τον λογαριάζεις / τον ανέραστο») ο Χρ. Χατζήπαπας υποβάλλει έμμεσα την άποψη ότι ο ποιητής αντιμετωπίζει ή πρέπει να αντιμετωπίζει τη λέξη ως ένα ζωντανό και ερωτικό σώμα, με ποικίλες συνδηλώσεις, αμφισημίες και αποχρώσεις, ώστε να αποτυπώνει τον σπαραγμό του αφυπνισμένου σώματος και της απογυμνωμένης ψυχής, την αλήθεια και τον θάνατο.
Στις καλύτερες στιγμές του βιβλίου ο Χρ. Χατζήπαπας μάς ξαφνιάζει με την ετοιμότητά του να σατιρίσει και να σαρκάσει με οξυμένη ή αμφίθυμη γλώσσα πρόσωπα και καταστάσεις της σύγχρονης κυπριακής ζωής, την κενότητα και την αλαζονία της πολιτικής ή της εκκλησιαστικής εξουσίας, την έκπτωση των ιδεολογιών, τη διαφθορά και την παρακμή, προμηνύοντας, θα λέγαμε, τη σημερινή κατάντια της Κύπρου. Με ρεαλιστική ή αφαιρετική γλώσσα αγγίζει αποτελεσματικά και άλλα μεγάλα θέματα της ζωής και της λογοτεχνίας, την έλξη του έρωτα και τον φόβο του θανάτου, το μυστήριο της ανθρώπινης ύπαρξης και τις μικρές ή τις μεγαλύτερες χαρές της ζωής. Η σατιρική, ανατρεπτική γλώσσα και η λιτή, ευθύβολη γραφή είναι, κατά την άποψή μου, τα πιο ισχυρά εφόδια στα καλύτερα ποιήματα της συλλογής.

ΠΕΡΣΑ ΚΟΥΜΟΥΤΣΗ

«…Τα πηγάδια μας
πολλών χιλιάδων χρόνων
τα μπαζώσαμε
με κουφάρια εχθρών
ανεπάρκειες
και βλακεία.
Τώρα αφυδατωμένοι
ρακένδυτοι
χωρίς δυνάμεις
προχωράμε
ασθμαίνοντας
κι αυτάρεσκα
στο μέλλον»
*****
«Έλα, μη καθυστερείς,
εξαντλείται ο χρόνος
εξαντλείται γενικώς
σέρνοντάς μας από το χέρι
μας εξαντλεί.
Όλα πωλούνται δύο σε ένα
κι αυτός ο κερατάς
σε δέκα, είκοσι
και βάλε.»

Αν οι ιστορίες του Χρίστου Χατζήπαπα στη συλλογή διηγημάτων του με τίτλο «Το ασταθές βήμα» (εκδ. Γαβριηλίδη, 2009) με εντυπωσίασε, η τελευταία αυτή ποιητική του συλλογή, που τιτλοφορείται «Τα πηγάδια της ιστορίας», κατάφερε να με συγκινήσει και να με συναρπάσει.. Αλλά ποιες ιστορίες αφηγείται ο ποιητής και σε ποια πηγάδια αναφέρεται;

Η συλλογή αυτή των ποιημάτων του Χρίστου Χατζήπαπα ουσιαστικά χωρίζεται σε δυο ενότητες. Στην πρώτη, ο πολιτικοποιημένος ποιητής παραμένει συνεπής στη θεματογραφία που ανέκαθεν τον απασχολούσε: το αδιέξοδο της Κύπρου, και το μέλλον της. Υψώνει με θάρρος τη φωνή ενάντια στην υποκρισία, την αδιαφορία, τη διαφθορά και το λήθαργο των πολιτικών. «Της γλυκείας χώρας Κύπρου που μισή και σερνάμενη την καταντήσαμε», ονομάζει το πρώτο μέρος, αδιαφορώντας για τις συνέπειες ή την οργή των… εγκαλουμένων. Ο Χ.Χ. δε θα μπορούσε να μείνει αδιάφορος απέναντι στα όσα συμβαίνουν στον τόπο του, δεν αποστασιοποιείται, ούτε εθελοτυφλεί. εξάλλου ανέκαθεν αντλούσε την έμπνευσή του από τα πηγάδια της ιστορίας του, τα πηγάδια του πόνου και των βασάνων, τα πηγάδια της συλλογικής και ατομικής μνήμης. Με περίσσια ειρωνεία που αγγίζει τα όρια της καυστικότητας, αλλά και διάθεση αυτοσαρκασμού ασκεί δριμεία κριτική στην πολιτική ηγεσία του τόπου του την οποία ευθαρσώς καθιστά υπαίτια για τις ανεπούλωτες πληγές, τη λήθη και την αμεριμνησία σε ότι αφορά το ζήτημα της πατρίδας του αλλά και το μέλλον της, που φαντάζει στα μάτια του αβέβαιο: «Η κενότητα των λόγων σας, η ματαιότητα των πράξεών σας… πολιτικοί της πεντάρας…» Για να μεταφέρει το μήνυμα του ο ΧΧ καταφεύγει σε μια γλώσσα ρεαλιστική- χωρίς να απουσιάζουν οι μεταφορές και οι συμβολισμοί- άμεση, αιχμηρή τις περισσότερες φορές, κοφτερή σαν μαχαίρι που συγκαλύπτει εύσχημα, ένα σπάνιο λυρισμό και την τραγικότητα που υποβόσκει σε όλα του ανεξαίρετα τα ποιήματα.

Όσο για το δεύτερο μέρος της συλλογής (Τα της ύπαρξης, του έρωτα και του θανάτου), έχω την εντύπωση πως σε αυτό ο Χ. Χ. αφηγείται τη δική του ιστορία, αλλά αφηγούμενος την ιστορία του, στην ουσία αναγεννά την ιστορία του καθενός από εμάς, καθώς όλα του τα ποιήματα είναι στην πραγματικότητα περιπλανήσεις της ψυχής σε παλαιότερα ταξίδια της, που είναι όλα ισχυρά ελκόμενα από την ίδια την ουσία της: τα πάθη της, τις διαψεύσεις της, το ανεκπλήρωτο του έρωτα, την απώλεια και την προδοσία, κυρίως του χρόνου και της φθοράς που προκαλεί στο πέρασμά του.

Η ομορφιά δεν ξεφεύγει από την ασχήμια
και τη σήψη
μένει όμως σκέψη αισθησιακή μες τον αέρα
……
ανασεμιά σε στίχο
να τη οσμίζονται οι ειδήμονες οι τολμηροί
κι οι εμποδισμένοι

Η μελαγχολία του, έρχεται σε αντίθεση ή μάλλον σε σύγκρουση με το σαρκασμό ή την ειρωνεία που, που δεν είναι άλλη, από το πετυχημένο προσωπείο αυτής της τραγικότητας. Και εδώ πρωταγωνιστής του έργου του, ο χρόνος! Απανταχού παρών, πανίσχυρος και αδέκαστος, συχνά άτεγκτος για τα όσα μας επιφέρει. Τα πάντα υπόκεινται σε αυτόν και την ανελέητη φθορά, τη σήψη που αφήνει πίσω του. Κανείς δεν μένει ανεπηρέαστος, κανείς μας δεν γλιτώνει. Γιατί αυτός, ο ‘κερατάς’, σαν ένας επιτήδειος μαστροπός, μας τραβά μακριά από το αντικείμενο του πόθου μας: την ίδια τη ζωή, αρνούμενος να μας δώσει μια άλλη ευκαιρία. Δεν αφουγκράζεται την οδύνη μας και δε μας συμπονά, μόνο κωφεύει στις εκκλήσεις, ενώ μας σέρνει άτσαλα (σαν σε ένα φρενιασμένο χορό), για να μας εξαντλήσει οριστικά και αμετάκλητα.

Έπειτα, ο ποιητής καταλήγει και πάλι στο όνειρο, σαν μια πράξη λύτρωσης από την ωμή αλήθεια, γιατί ίσως μόνο το όνειρο και ο ύπνος μας ανακουφίζουν από τον πόνο της απώλειας.

‘Να θυμάσαι τα όνειρα
να τα ξεχωρίζεις
από τοπία και γυναίκες
όπου πέρασες
αλαφιασμένο ζαρκάδι
τα σώματα που άγγιξες
κι αυτά που δεν άγγιξες
έχουν ένα σύνορο
έξω από τον ύπνο’

Μέσα από μια ποίηση που η αισθαντικότητα της αφυπνίζει τις αισθήσεις και ενεργοποιεί όλα μας τα συναισθήματα, κυρίως τη θλίψη και την πικρία μας για όλα όσα πέρασαν, για όλα όσα εξαντλήθηκαν με το χρόνο, για όλα όσα χάσαμε, η φθορά περνά τη σκυτάλη της στην παντοδυναμία του θανάτου, την παραδίδει στον άρχοντα και εμπνευστή της ποίησης του Χατζήπαπα, είτε αυτός είναι πραγματικός, είτε θάνατος μεταφορικός, κυρίως όμως ο επιβεβλημένος θάνατος του έρωτα και των συναισθημάτων, είναι αυτός που εξουσιάζει τη σκέψη του και καθορίζει πάντα το ύφος και τα θέματα που επιλέγει. Η αδυναμία της ανθρώπινης φύσης να επιβληθεί στο χρόνο και κατά συνέπεια στο θάνατο, είναι αφόρητη. Ο Χ. Χ δεν την αντέχει και, επιστρατεύοντας το σαρκασμό, γελά σκωπτικά στην προσπάθεια του να την ευτελίσει. Ο σαρκασμός, δεν είναι παρά η συγκάλυψη του πόνου, οι πληγές που ματώνουν κάθε φορά με την ανάκληση των εικόνων από το παρελθόν, που ενεργοποιούνται με τη μνήμη. Κάπου διάβασα πως, όταν η ποίηση συναντάει το ρεαλισμό, σκιαγραφεί πιο εύκολα τις ψυχές των ανθρώπων.. Έτσι θα χαρακτήριζα την ποίηση του Χ Χ,

Ο ποιητικός στοχασμός κορυφώνεται, όταν το ερωτικό στοιχείο που υποβόσκει ακόμα και κάτω από τις σκηνές του ψυχικού θανάτου συναντά το ανεκπλήρωτο. Κάποιες στιγμές η αλήθεια σε σχέση με το φανταστικό, σχεδόν τέμνονται ή συμφύρονται συνεχώς, ενώ οι αντιθέσεις προσδίδουν στην ποίησή του μεγαλύτερη τραγικότητα και σπαραγμό, αλλά επίσης ισχυροποιούν τα νοήματά του. Η ποίηση είναι το καταφύγιο του Χρ Χατζήπαπα, και είναι μια ποίηση που μας οδηγεί στην αλήθεια, όσο και αν αυτή είναι οδυνηρή, στο αμετάκλητο του έρωτα, της ίδιας της ζωής. Ο έρωτας, ο χρόνος και ο θάνατος δεν συνυπάρχουν μόνο αρμονικά σε αυτή τη συλλογή, βρίσκονται πάντα σε παράλληλες τροχιές και στο τέλος πάντα συναντιούνται, για να γίνουν η επιτομή της ποίησής του.

Τώρα που έκλεισε, είπε
οριστικά το παράθυρο
στην άπλα του πράσινου
το μονοπάτι
που μας ροβολούσε στην ευτυχία
με τα σμηγματικά υγρά του
πάχνη του αχαλίνωτου
απομένει μόνο η σύνεση
η αλλόκοτη σύνεση του θανάτου.

Η παρούσα σύνθεση του Χ.Χ δίνει την αίσθηση ενός δραματοποιημένου έργου, όπου κάθε ποίημα αποτελεί μια ξεχωριστή σκηνή, σαν μια κινηματογραφική ταινία, όπως εκείνες του Φελίνι, όπου ο ρεαλισμός συναντά την ποιητικότητα, με ένα θαυμάσιο και μοναδικό τρόπο. Και ενώ η ονειρική ατμόσφαιρα συγκρούεται με την ωμή πραγματικότητα κάθε φορά, μια παράξενη αίσθηση ανακούφισης, λύτρωσης αναδύεται μέσα από όλα αυτά που νομίζω ότι προέρχεται από την ταύτιση του αναγνώστη μαζί τους.

Τέλος, πρέπει να σημειώσω, ότι η συλλογή αυτή ποιημάτων μου θύμισε έντονα τους στίχους του Καρυωτάκη

«Στο σώμα, στην ενθύμηση πονούμε. 
Μας διώχνουνε τα πράγματα, κι η ποίησις 
είναι το καταφύγιο που φθονούμε.»
Στα αλήθεια ποιο άλλο καταφύγιο να βρούμε;;;

 

ΤΟ ΑΣΤΑΘΕΣ ΒΗΜΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

Πέρσα Κουμούτση

Fractal 23/12/2015

Τράνζιτο επιβάτες

Το «Ασταθές βήμα» του Κύπριου συγγραφέα Χρίστου Χατζήπαπα, κάθε άλλο από ασταθές είναι. Βήμα σταθερό, στιβαρό που αφήνει ξεκάθαρο το αποτύπωμα του στο έδαφος της σύγχρονης ελληνοκυπριακής λογοτεχνίας που τα τελευταία χρόνια αναζητά νέα θέματα, νέους ορίζοντες και νέους τρόπους προσέγγισης και γραφής. «Ό,τι κερδίζεται από τη ζωή χάνεται από την τέχνη;» αναρωτιέται ο συγγραφέας σε μια από τις ιστορίες του, αναφερόμενος στη ρήση του Όσκαρ Ουάιλντ. Αλλά έρχεται να διασώσει την τέχνη μέσα από την δική της αλήθεια, μέσα από την αληθοφάνεια της γραφής του, μέσα από την ανασύσταση της πραγματικότητας και το μεθοδικό ξεγύμνωμα των καταστάσεων, όπως και τη βαθμιαία αποκάλυψη των προσώπων στα διηγήματά του. Πνευματώδης, καυστικός, τολμηρός, δηκτικός περισσότερο με τον εαυτό του, συγκινητικός επίσης, αλλά σε κάθε περίπτωση αποκαλυπτικός. Η γραφή του νυστέρι που τέμνει και ξεσκεπάζει ώστε να δούμε βαθύτερα σε όλες σχεδόν τις ιστορίες του τον μέσα εαυτό του κόσμου του αλλά και του κόσμου μας. Το οξύμωρο ανταγωνίζεται τον πικρό ρεαλισμό, αναδεικνύοντας με ένα μοναδικό τρόπο τις απόψεις του συγγραφέα για τη ζωή, τον έρωτα, το χρόνο, τη φθορά που επιφέρει στις ανθρώπινες σχέσεις , αλλά και στον ίδιο μας τον εαυτό. Η βαναυσότητα του κωμικού, ο ερωτισμός και η ομορφιά της ασχήμιας, oι πόλεις των όμορφων και άσχημων πλασμάτων. Το οξύμωρο αποκτά τη δική του διάσταση στις ιστορίες του Χατζήπαπα και λειτουργεί καταλυτικά, εντούτοις ο ρεαλισμός δεν απουσιάζει στιγμή από το βιβλίο και είναι πάντα συνυφασμένος με το φαντασιακό, ενώ οι περιπλανήσεις του νου και της ψυχής αντιπαραβάλλονται με τα πραγματικά ταξίδια της ζωής , και τα οδοιπορικά των ηρώων. Τα φανταστικά-ονειρικά στοιχεία -παρότι δεν υπάρχουν παντού – συγκαταλέγονται στα προτερήματα του βιβλίου, χαρίζοντας ποιητικότητα και λυρισμό στις περιγραφές των τόπων και των ηρώων.

Σπάνια διαβάζει κανείς στις μέρες μας τέτοια πολυδιάστατα βιβλία, όπως Το ασταθές βήμα του Χρίστου Χατζήπαπα. Βιβλία που εμβαθύνουν στην ανθρώπινη ψυχή, διεισδύουν στην ουσία των ανθρώπινων σχέσεων και σχολιάζουν με τέτοια σοφία, αλλά και με διάθεση αυτοσαρκασμού και διακωμώδησης τα κοινωνικά ήθη και τις νοοτροπίες ορισμένων δημόσιων λειτουργών. Εκτός λοιπόν από την ευαισθησία με την οποία χειρίζονται τα θέματά τους οι ιστορίες αυτές αποδίδουν με ακρίβεια και παραστατικότητα τα τοπικά χαρακτηριστικά, χωρίς όμως το γεωγραφικό στίγμα, η Βουλγαρία, η Ιταλία ή η Κύπρος να δεσμεύουν με τις ιδιομορφίες τους τη φαντασία του αναγνώστη. Οι ιστορίες του Χατζήπαπα, επειδή αποτελούν περιπλανήσεις στον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου μπορεί να έχουν συμβεί οπουδήποτε. Θα έλεγα μάλιστα ότι το ύφος και η γραφή του κύπριου πεζογράφου είναι πολύ κοντά σε αυτό που θέλω εγώ να διαβάζω στα βιβλία της ελληνόφωνης λογοτεχνίας, θέματα και τρόπους που αναζητώ και δεν βρίσκω εύκολα. Παρά μόνο, ίσως, σε ελάχιστους συγγραφείς, μιας άλλης εποχής και με μια αύρα ποιητικού ρεαλισμού που σήμερα απουσιάζει.

Κλείνοντας θα ήθελα να παραθέσω από το βιβλίο μια φράση που περιγράφει τα συναισθήματα που ένιωσα ολοκληρώνοντας τις ιστορίες του Χατζήπαπα: «οι τράνζιτο επιβάτες παρακαλούνται να περάσουν από το όνειρο στην πραγματικότητα, οι αποσκευές τους θα διαμετακομιστούν στην επόμενη πτήση, πραγματικές επίσης!»

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ ΕΛΠΙΔΟΦΟΡΟ ΙΝΤΖΕΜΠΕΛΗ

diastixo.gr /18/7/2018

Κύριε Χατζήπαπα, ποια ήταν η αφορμή για να εκδοθεί η συλλογή διηγημάτων σας Αλλόφυλοι εραστές (Εκδόσεις Γκοβόστη);

Πριν από κανένα χρόνο, το τελειωμένο μυθιστόρημά μου Οι θλιμμένοι έρωτες της Φρύνης προτίμησε να αποσυρθεί στη σκήτη του. Μέχρι που να λογαριαστώ ξανά μαζί του, τράβηξα από ένα άλλο συρτάρι τα διηγήματα που περίμεναν εναγωνίως. Κάποια τελειωμένα, άλλα καλούσαν για την τελευταία πινελιά, κάποια τρίτα στα σπάργανα. Το διήγημα χαρίζει στον δημιουργό ψυχική ανάταση, διορθώνει τον κόσμο των συναισθημάτων του, σκοτώνει το κακό κι όταν ακόμη οι ήρωές του πάσχουν ή οδηγούνται κακήν κακώς στην ανεραστία και στον θάνατο. Είναι κι αυτό είδος κάθαρσης. Σαν χρειάζομαι τη σεροτονίνη μου, ανασύρω κάποια από τη φαρέτρα μου κι αρχίζω να παίζω μαζί τους. Δεκαοκτώ από τα τριάντα τόσα έκοψαν το νήμα. Είναι αυτά που εκδόθηκαν από τον Γκοβόστη ως Αλλόφυλλοι εραστές. Τα υπόλοιπα ας περιμένουν. Επειδή έχω κι άλλες έγνοιες συγγραφικές και το γνωρίζουν…

Τα διηγήματα της συλλογής αναφέρονται σε ιστορικές εποχές που έχουν περάσει. Γιατί γυρίζετε πίσω τη μηχανή του χρόνου;

Με ενδιαφέρει η μνήμη, όχι βέβαια η όποια μνήμη. Ο εγκέφαλος σβήνει τις ανούσιες μνήμες, για να μπορεί να διασώζει τις ουσιαστικές. Και η λογοτεχνία αυτό κάνει, συντηρεί τη συλλογική μνήμη, κατ’ αντίθεση κάποτε προς την Ιστορία. Στην Κύπρο, τουλάχιστον, που δεν έχουμε τα κότσια να την καταγράψουμε ως έχει. Την πρόσφατη Ιστορία μας την έγραψαν οι νικητές μιας ηττημένης χώρας. Για μένα, λοιπόν, η λογοτεχνία θεραπεύει την Ιστορία, είναι το ίαμά της. Και τούτο γαργαλίζει ευχάριστα τη γραφίδα του συγγραφέα.

Παιδικές μνήμες, νοσταλγία αλλά και δύσκολες καταστάσεις. Ποια ήταν πιο δύσκολη, η εποχή της δεκαετίας του 1950 που μεγαλώσατε ή η σημερινή εποχή;

Στην ιδιαίτερη πατρίδα μου ζούσαμε πάντοτε και μέχρι σήμερα επί ξηρού ακμής, συχνά εν ευφορία, επειδή δεν ξέραμε τι κρυβόταν πίσω από τα φαινόμενα. Παραδείγματος χάριν, με τη λήξη του αντιαποικιακού αγώνα, επιστρέφοντας ο Μακάριος στην Κύπρο κι έχοντας στον χαρτοφύλακά του τις Συμφωνίες Ζυρίχης, αναφώνησε με στόμφο μπροστά στο παραληρούν πλήθος το γνωστό: «Νενικήκαμεν!». Η επιλογή του ένοπλου αγώνα προδίκαζε τα δεινά που ακολούθησαν, αφού έμπασε στο παιγνίδι την Τουρκία. Χαρήκαμε πολύ εκείνη τη νίκη. Σύντομα, όμως, στην οικογένεια θα βιώναμε εκείνο που ψαλμωδούσε και στην εκκλησία ο πατέρας: «Πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν…». Από μια αδικία είχαμε χάσει ως οικογένεια σχεδόν τα πάντα κι η Δικαιοσύνη του νεοσύστατου κράτους, τζίφος! Ζούσαμε, δηλαδή, Το μεγάλο ψέμα. Αυτός ήταν κι ο τίτλος της πρώτης μου συλλογής διηγημάτων (Σύγχρονη Εποχή, 1981). Δύσκολα χρόνια, όπως και τώρα. Ύστερα από επιχώσεις λαθών, δεν ξέρουμε κατά πού τραβούμε…

Μέσα από τα διηγήματα ακτινογραφείτε με συγκινητικό τρόπο την κυπριακή ψυχή, τη φορτισμένη από την Εισβολή και την Κατοχή και τα «εμφύλια» πάθη. Γιατί αυτή η πληγή δεν έχει ακόμη κλείσει;

Επιτρέψτε μου να απαντήσω με λόγια ενός σημαντικού Κύπριου πολιτευτή και διανοητή, του Τάκη Χατζηδημητρίου, από το πρόσφατο βιβλίο του, Κύπρος 1950-1959, Το τέλος του αλυτρωτισμού: «Ήρθε κάποτε η ώρα να πάρουμε κι εμείς τη θέση μας στον κόσμο. Δεν ήταν εύκολο. Πονέσαμε και προκαλέσαμε πόνο ο ένας στον άλλον. Ο φίλος και ο εχθρός ήταν μέσα μας. Αίμα, θύματα και συμφορές, ήρωες και ήττες, θλίψη και πάθη και άλλοι κύκλοι αίματος. Ήταν όλα αυτά αναγκαία; Δεν υπήρχε άλλος τρόπος πιο ανθρώπινος, για να εννοήσουμε ότι όλοι είμαστε παιδιά της Κύπρου, ότι όλοι είμαστε κληρονομιά του τόπου, με τις συνήθειες και τις παραδόσεις μας; Μέσα από αυτές τις περιπέτειες του καιρού μας, ένα πια είναι το ζητούμενο: Να εννοήσουμε τους εαυτούς μας και τους άλλους και όλοι μαζί να χαρούμε αυτόν τον πανέμορφο τόπο, που η τύχη και η ιστορία μάς παρέδωσαν. Όλοι είμαστε παιδιά της Κύπρου που αγαπούμε το ίδιο την πατρίδα μας». Καταλήγω πως αυτή η πληγή θα… κλείσει, έστω κι αν η ουλή θα είναι εκεί, με τη λύση του Κυπριακού και την επανένωση της χώρας, χωρίς την παρουσία τουρκικών στρατευμάτων.

Με ενδιαφέρει η μνήμη, όχι βέβαια η όποια μνήμη. Ο εγκέφαλος σβήνει τις ανούσιες μνήμες, για να μπορεί να διασώζει τις ουσιαστικές. Και η λογοτεχνία αυτό κάνει, συντηρεί τη συλλογική μνήμη, κατ’ αντίθεση κάποτε προς την Ιστορία.

Σε κάποιες από τις ιστορίες είσαστε συγκλονιστικός. Ιδίως όταν περιγράφετε το 2003, όταν είκοσι εννιά χρόνια μετά την Εισβολή επισκεφτήκατε τα κατεχόμενα μέρη. Αναλογίζομαι τη συγκίνησή σας. Αλήθεια, ποια ήταν τα αισθήματα των Κυπρίων τότε;

Το μερικό άνοιγμα των οδοφραγμάτων υπήρξε μια έξυπνη κίνηση του Ερντογάν, άνοιγε τη βαλβίδα αποσυμπίεσης μετά τις μεγάλες διαδηλώσεις των Τουρκοκυπρίων. Κατ’ ανάλογο τρόπο λειτούργησε και για τους Ελληνοκύπριους. Για πολλούς θύμισε τον Σεφέρειο «Γυρισμό του ξενιτεμένου», όπου οι στέγες τούς έρχουνταν ως τους ώμους… Οι ανατολίτες έποικοι είχαν αφήσει τα σπίτια στο έλεος της φθοράς. Μα και οι πλείστοι Τουρκοκύπριοι ποτέ δεν τα θεώρησαν δικά τους. Πολλοί Ελληνοκύπριοι, βέβαια, είχαν αφήσει πίσω τους τεράστιες περιουσίες. Τα συναισθήματα εκείνων των ημερών ήταν συγκλονιστικά. Συχνά, μέσα από τους εναγκαλισμούς και τα… κυπριακά ελληνικά των Τουρκοκυπρίων, δεν ξεχώριζες ποιος ήταν τι. Το πανηγύρι όμως τέλειωσε και η Κατοχή είναι εκεί. Μετά το 2004, με την απόρριψη του Σχεδίου Ανάν, οι Τουρκοκύπριοι βίωσαν τη μεγάλη τους απογοήτευση, ενώ τα τετελεσμένα επί του εδάφους πήραν να αλλάζουν ραγδαία. Για μένα, σύμβολα νοσταλγίας στάθηκαν η Μόρφου των γυμνασιακών μου χρόνων και η όμορφη Κερύνεια, όπου έζησα για λίγο και έγραψα τα πρώτα μου ποιήματα. Πόλεις που συνιστούν τους μεγάλους μου έρωτες. Βρίσκονται στα πρώτα μου μυθιστορήματα και σε πολλά όνειρά μου, που έχουν γίνει διηγήματα. Αυτά στα οποία κι εσείς αναφέρεστε.

Μέχρι το 1974 ζούσατε ειρηνικά μαζί με τους Τουρκοκυπρίους σε ένα νησί με κοινή διοίκηση. Υπάρχει ελπίδα στο μέλλον να αλλάξει κάτι πολιτικά στην Κύπρο προς το καλύτερο;

Αλίμονο αν δεν αλλάξει. Η Κύπρος χάνεται. Πριν απ’ αυτό, όμως, μια διόρθωση: Η ομαλή συμβίωση με τους Τουρκοκυπρίους, που ήταν διαχρονική πριν από την ανεξαρτησία, κράτησε ύστερα απ’ αυτήν μονάχα τρία χρόνια. Αφού και οι δυο πλευρές από την πρώτη στιγμή είχανε τη δική τους ατζέντα, τους αλυτρωτικούς τους στόχους. Συνδαυλιζόμενους, παντοιοτρόπως, εκατέρωθεν. Με αποτέλεσμα τις ένοπλες συγκρούσεις του ’63-’64, με πολλά θύματα, κυρίως Τουρκοκυπρίους. Των οποίων η σοβινιστική ηγεσία τούς απέσυρε τότε από την ενιαία διοίκηση και τους ενέκλεισε σταδιακά σε θύλακες. Ήταν μια «μίνι» διχοτόμηση. Κι εμείς πάλι χαιρόμασταν… Με το πραξικόπημα της χούντας και του Γρίβα το’74, και με απογυμνωμένη κάθε άμυνα, η Τουρκία εισέβαλε ανενόχλητη στην Κύπρο, επέβαλε τη διχοτόμηση και τον εθνοτικό διαχωρισμό με μαζικές δολοφονίες, εθνοκάθαρση και βίαιες μετακινήσεις πληθυσμών. Οι επαφές μεταξύ των δύο κοινοτήτων έπαψαν, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων και με τη βοήθεια της ειρηνευτικής δύναμης των Ηνωμένων Εθνών. Πρωτοπόροι σ’ αυτή την επικοινωνία ήταν οι λογοτέχνες, με επικεφαλής την Ένωση Λογοτεχνών Κύπρου.

Μου αρέσει που μιλάτε με θάρρος για τα πολιτικά πράγματα και στις ιστορίες σας έχετε δυναμική θέση. Συμβαίνει κάτι ανάλογο και στους Κύπριους φίλους μας;

Κάποιοι χαρακτηρίζουν το έργο μου ως κατεξοχήν ερωτικό, ενώ άλλοι ως πολιτικό. Παραδόξως, ισχύουν και τα δύο. Ναι, καλά παρατηρήσατε, μιλώ με πάθος για τα πολιτικά πράγματα στη χώρα μου, γιατί με νοιάζει προς τα πού βαδίζει ο τόπος. Προσπαθώ να γνωρίζω Ιστορία για να είμαι αντικειμενικός στους προσανατολισμούς μου. Άλλωστε η γενιά μου βίωσε την Ιστορία, δεν μπορεί να μένει εκτός. Το θέμα είναι πώς η πολιτική και η Ιστορία ενσωματώνονται στη λογοτεχνία. Ο Λευτέρης Παπαλεοντίου γράφοντας για το μυθιστόρημά μου Στο μάτι του φιδιού λέει πως η Ιστορία ενσταλάζεται σε μικρές δόσεις, ακόμη και εκεί που ο έρωτας είναι κυρίαρχος. Οι νεότεροι συγγραφείς στην Κύπρο είναι οιονεί αποστασιοποιημένοι από την πολιτική.

Ποια είναι η κατάσταση στην κατεχόμενη Κύπρο;

Οι Τουρκοκύπριοι βρίσκονται σε απόγνωση. Κατακλυσμένοι από Ανατολίτες έποικους ενός άλλου πολιτισμού και βαθιά θρησκεύομενους, σ’ αντίθεση με τους ίδιους, που είναι Ευρωπαίοι και καθόλου θρήσκοι. Η ισλαμοποίηση των κατεχομένων είναι στόχος της κυβέρνησης Ερντογάν. Τζαμιά ξεφυτρώνουν παντού. Οι Τουρκοκύπριοι αντιστέκονται με κάθε μέσο, αλλά μέχρι πότε; Μπορεί ήδη να αποτελούν μειοψηφία. Η κρίση στην τουρκική οικονομία μεταφέρθηκε και στα κατεχόμενα. Κάποιοι απ’ αυτούς λένε πως αυτοί είναι υπό κατοχή, σ’ αντίθεση με εμάς… Μόνο η λύση Ομοσπονδίας θα γλιτώσει τον τόπο από τον αφανισμό.

Ο τίτλος της συλλογής σας είναι Αλλόφυλοι εραστές. Αλήθεια, έγιναν ποτέ γάμοι ανάμεσα σε Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους;

Αραιά και πού, και με τάσεις απόκρυψης. Ο Τουρκοκύπριος συγγραφέας Ιμπραχίμ Αζίζ στο βιβλίο του Το αίμα της μνήμης παραθέτει ένα διήγημα που στηρίζεται σε πραγματικά γεγονότα: Ο Αχμέτ και ο Μιχάλης είναι αδέλφια από Ελληνοκύπριο πατέρα και Τουρκοκύπρια μητέρα. Ο Αχμέτ βρίσκεται εγκλεισμένος σε γκέτο, το ’64-’65, και ο Μιχάλης τού πάει με το ποδήλατο διάφορες λιχουδιές, αφού τον… πρήξανε στα βραστά ρεβίθια και στις φακές από την Τουρκία. Τον σταματά και τον αποπέμπει ο εκ Τουρκίας διοικητής του θύλακα.

Στη δική σας τη γενιά, οι Τουρκοκύπριοι μιλούσαν την ελληνική γλώσσα. Τι θα γίνει στο μέλλον; Θα πάψουν οι Τουρκοκύπριοι να μιλούν ελληνικά;

Ναι, οι πλείστοι μιλούσαν ελληνικά. Μάλιστα, σε ένα διήγημά μου περιγράφεται μια νεαρή Τουρκοκύπρια που μιλούσε μόνο ελληνικά, το ίδιο και οι γονείς της. Η Εκκλησία είχε παίξει, δυστυχώς, χείριστο ρόλο σπρώχνοντας μεγάλη μερίδα των λεγόμενων «λινοπάμπακων» στην αγκαλιά της Τουρκίας. Αυτό είχε γίνει κοντά στο 1900 με το πέρασμα από την Τουρκοκρατία στη Βρετανοκρατία, που οι εξισλαμισθέντες δεν έγιναν δεκτοί ξανά ως Έλληνες. Μετά το 1974, η κατάσταση χειροτέρεψε. Οι Τουρκοκύπριοι, ξεκομμένοι από τους Έλληνες –και κυρίως οι νέοι– αποκόπηκαν από τα ελληνικά. Με το άνοιγμα, ωστόσο, των οδοφραγμάτων πολλοί Τουρκοκύπριοι μαθαίνουν ξανά ελληνικά. Με μια λύση, οπωσδήποτε θα αλλάξουν πάλι τα πράγματα.

Έχετε γράψει πέντε συλλογές διηγημάτων και τρία μυθιστορήματα. Μπορεί κάποιος συγγραφέας να γράφει με την ίδια επιτυχία στη μικρή φόρμα και στο μυθιστόρημα;

Πρώτιστη σημασία έχει για μένα η απόφαση, ο σχεδιασμός, η οργάνωση του χρόνου και ο καταμερισμός του. Τα διηγήματα γράφονται συνήθως στα διαλείμματα των μυθιστορημάτων.

Σήμερα εκδίδονται ογκώδη μυθιστορήματα. Αλήθεια, υπάρχουν αναγνώστες που να έχουν ελεύθερο χρόνο για να τα διαβάσουν;

Μάλλον μιλάτε για έργα συνήθως χαμηλότερης λογοτεχνικής πνοής. Ναι, υπάρχουν αναγνώστες για όλα τα γούστα κι αυτοί/ες πλειοψηφούν. Αν και υπάρχουν και οι εξαιρέσεις μεγάλων και σημαντικών μυθιστορημάτων με εκλεκτικούς αναγνώστες. Πάντως, ο χρόνος του σύγχρονου ανθρώπου για διάβασμα όλο και λιγοστεύει.

Είσαστε μέλος της συντακτικής επιτροπής του λογοτεχνικού περιοδικού Νέα Εποχή. Διαβάζει σήμερα ο αναγνώστης τα έντυπα περιοδικά;

Το υπό αναφορά περιοδικό κυκλοφορεί απ’ όσο ξέρω σε πάνω από 600 αντίτυπα και οι συνδρομητές από μόνοι τους ανανεώνουν κάθε χρόνο τη συνδρομή τους. Αυτό μπορεί να είναι κάποια ένδειξη.

Σας θυμάμαι ως πρόεδρο, επί σειρά ετών, της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου. Ποιες είναι οι δραστηριότητες του λογοτεχνικού αυτού σωματείου;

Κύριο μέλημα της ΕΛΚ είναι να φέρει την ντόπια λογοτεχνία πιο κοντά στον Κύπριο αναγνώστη με παρουσιάσεις βιβλίων, ημερίδες, εκδόσεις, κ.ά. Παραλλήλως, πολλοί Ελλαδίτες συγγραφείς παρουσιάζουν το έργο τους στην Κύπρο μέσα από παρόμοιες εκδηλώσεις. Παλαιότερα είχε συμβολή στο να μπει η ντόπια λογοτεχνία στην εκπαίδευση, πράγμα που δεν ίσχυε, δεδομένης και της πενιχρής εκπροσώπησής της στα σχολικά βιβλία προερχόμενα από την Ελλάδα. Συχνά επίσης εκφέρει δημόσιο λόγο για θέματα και πολιτικές που έχουν σχέση με τον πολιτισμό, και όχι μόνο. Η πρόσκληση, ας πούμε, το 1990 και η επίσκεψη του μεγάλου Τούρκου συγγραφέα Αζίζ Νεσίν στην Κύπρο ήταν πρωτίστως πολιτική πράξη. Επέφερε την πρώτη μεγάλη ρωγμή στο τείχος του διαχωρισμού, ο δε κατοχικός ηγέτης Ραούφ Ντενκτάς έφυγε τότε στο εξωτερικό, εξαπολύοντας μύδρους κατά της επίσκεψης που είχε φέρει κοντά τους διανοούμενους από τις δυο πλευρές του συρματοπλέγματος. Ή η κοινή διαμαρτυρία στα κατεχόμενα, πριν από μερικά χρόνια, των συγγραφέων εκατέρωθεν, κατά της ληστρικής λατόμευσης του Πενταδακτύλου ήταν επίσης πράξη αντίστασης. Οι κοινές εκδηλώσεις, οι διαγωνισμοί για νέους συγγραφείς και οι κοινές εκδόσεις, πέραν από την αντιστασιακή υφή τους απέναντι στην Κατοχή, προάγουν και την ίδια την ντόπια λογοτεχνία. Να φανταστείτε, η αντίστοιχη οργάνωση των Τουρκοκυπρίων Συγγραφέων και Καλλιτεχνών έχει απαλείψει το συνθετικό Τουρκο- από την ονομασία της. Αρκετοί Τουρκοκύπριοι λογοτέχνες είναι ήδη μέλη της. Η ΕΛΚ εδώ και πολλά χρόνια είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Συνομοσπονδίας Συγγραφέων (EWC) με δραστήρια συμμετοχή. Οι νεοεμφανιζόμενοι λογοτέχνες θεωρούν ως πρώτο τους σκαλί το να καταστούν μέλη της. Η προσφορά της ΕΛΚ στην κοινωνία γενικότερα καταγράφεται, νομίζω, ως θετική.

Ποια είναι η σχέση σας με την τεχνολογία; Διαβάζετε ειδήσεις ή άρθρα στο διαδίκτυο; Διαβάζετε e-books;

Μπορώ να πω πως είμαι από τους πρώτους στην Κύπρο που έθεσε τον υπολογιστή στη διάθεση της συγγραφής. Το διαδίκτυο επίσης μου προσφέρεται ως βοήθεια. Δεν έχω, ωστόσο, εξοικειωθεί με το ηλεκτρονικό βιβλίο.

 

 

 

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ, ΠΟΙΗΣΗ

ΝΑΣΙΑ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ

ΝΑΣΙΑ2

Η Νάσια Διονυσίου γεννήθηκε στην Κύπρο. Σπούδασε Νομική και Διεθνές Δίκαιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, αντικείμενο με το όποιο ασχολείται επαγγελματικά. Είναι μητέρα της Μυρτώς. Διηγήματά της έχουν δημοσιευτεί σε συλλογικές εκδόσεις, καθώς και σε έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά.
Το πρώτο της βιβλίο Διηγημάτων  «Περιττή Ομορφιά», είναι στη μικρή λίστα υποψηφίων (κατηγορία πρωτοεμφανιζόμενου στην πεζογραφία) για τα Λογοτεχνικά Βραβεία Αναγνώστη 2018.
Τον Οκτώβριο του 2018 κερδίζει το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος/Νουβέλας (Κύπρου) για εκδόσεις του έτους 2017, μετά από ομόφωνη απόφαση της Κριτικής Επιτροπής, για το έργο της Περιττή ομορφιά (εκδόσεις Το Ροδακιό).

 

 

1-Untitled.FR12

 

ΠΕΡΙΤΤΗ ΟΜΟΡΦΙΑ (2017)

Διηγήματα

 

Δώδεκα διηγήματα απαρτίζουν το πρώτο βιβλίο της Νάσιας Διονυσίου.
Οι δώδεκα ιστορίες περιστρέφονται γύρω από ένα. κάθε φορά, πρόσωπο, το οποίο παρουσιάζεται σαν αποσπασμένο από τους άλλους ανθρώπους, έξω από κάποιο καθιερωμένο πλαίσιο. «Έχει πάντα την αίσθηση πως περπατά μόνη, ειδικά σήμερα, ολομόναχη στον κόσμο», διαβάζουμε στο διήγημα «Μια ευθεία», ενώ στη «Σχετικότητα»: «Κατέβαζε τα σκουπίδια, είχε γείτονες, τους απαντούσε· τους απαντούσε Όλα καλά». Χάρη στη συντομία, την ακρίβεια και τον ρυθμό τους που τα διηγήματα της συλλογής καταφέρνουν να αποτυπώσουν ή να υποδηλώσουν οριακές και απόλυτα προσωπικές για την ανθρώπινη ύπαρξη στιγμές, όπου ένα άτομο βρίσκεται σε πλήρη δοκιμασία ή πλήρη μοναξιά ή σε πλήρη ρήξη με τον υπόλοιπο κόσμο.
Η συγγραφέας καταπιάνεται με φαινομενικά «ασήμαντες» καταστάσεις, αποσκοπώντας όχι τόσο στο να διεισδύσει σε «σημαντικά» ή «σημαντικότερα» ζητήματα, όσο στο να αναδείξει ότι η ζωή ενυπάρχει, ενδεχομένως και με μεγαλύτερη ένταση, σε αυτά ακριβώς τα «μικρά»: τις απροσδόκητες φευγαλέες, ασύνδετες, ασυνάρτητες ή ανομολόγητες λεπτομέρειες της πράξης ή της συνείδησής μας. Ένα ετοιμοθάνατο πουλί στο προαύλιο της εκκλησίας την ώρα της κηδείας του παππού, η ασφυκτική ζέστη μέσα σ’ ένα καθηλωμένο αυτοκίνητο σε μια διάβαση πεζών, η πρώτη νυχτερινή περιπολία
ενός αστυνομικού, η ξενάγηση σε έναν υπαίθριο χώρο γλυπτικής, ένα παιδί που τρέχει πίσω από τη μαμά του σε ένα πάρκο, μια γυναίκα που προσπαθεί να κατανοήσει τη θεωρία της σχετικότητας… Με αυτές και άλλες αφορμές, σε ιστορίες χωρίς ιδιαίτερη πλοκή, γνωρίζουμε ή διαισθανόμαστε κάποια λανθάνουσα ή αποσιωπημένη εκδοχή του ψυχισμού του προσώπου -του πρωταγωνιστή ή του εαυτού μας- μια ενδότερη αλήθεια, μια ενδόμυχη καθήλωση σε έναν κόσμο στον οποίο, συνάμα, πρέπει διαρκώς
κανείς να επιβιώνει, είτε κυριολεκτικά («αυτά έχει η δουλειά, αυτά είχε πάντα, με τον ιδρώτα του προσώπου το ψωμί, κατάρα. βλέπεις, κατάρα του Θεού» στο διήγημα «Ανάποδα») είτε με όρους ταυτότητας και ιδιοπροοωπίας («Εγώ ο πρώτος νεκρός Εγώ τα παιδιά και τα κεντήματα μου», στο διήγημα «Στο φως»).
Παρόλο που η συγγραφέας εκκινεί από διαφορετικούς θεματικούς άξονες ολόκληρη η συλλογή συγκροτείται ως ενότητα με άξονά της τη γυναικεία φιγούρα και τη διαχρονική σύνδεσή της με την αρχετυπική μορφή της Εύας την οποία ωστόσο επεκτείνει ή ανατρέπει. Ταυτόχρονα, ενώ αξιοποιούνται ποικίλες τεχνικές αφήγησης, το βιβλίο χαρακτηρίζεται συνολικά από τη χρήση συμβόλων και μεταφορικών αναγωγών, από την ποιητικότητα και την ποιότητα της γλώσσας και από την ένταση του πυκνού και αφαιρετικού λόγου.

 

 

 

ΑΝΑΠΟΔΑ

Κοιτώντας χάμω.
Έμειναν αντικριστά.
Ολάνθιστη μια κιτρομηλιά στο πεζοδρόμιο.
Η σειρήνα του περιπολικού.
Για μερικές σοκολάτες.
Ρεύμα κρύου αέρα.
Η ντροπή στα σώματά τους.
Για μερικές σοκολάτες.
Από μέσα είχαν πεταχτεί τρία πακέτα τσιγάρα και μερικές σοκολάτες.
Η νάιλον σακούλα ανάμεσα, τριγύρω σκορπισμένες καραμέλες, κίτρινες, πράσινες, μπλε, κομμάτια από γυαλί, τσίχλες, γαριδάκια, χυμοί,
ένα σταντ πεσμένο χάμω. Κοίταζαν χάμω.
Αναψοκοκκινισμένοι και οι δύο, αποκαμωμένοι.
Κάθισε κι αυτός στο πάτωμα με την πλάτη στον απέναντι τοίχο.
Η καρδιά του κόντευε να σπάσει.
Δεν έβγαλε τσιμουδιά.
Η πόλη θα τού φαινόταν κάποτε παράδεισος.
Ένα παιδί, σχεδόν παιδί.
Σύρθηκε κι ακούμπησε στον τοίχο.
Ένα παιδί ήτανε.

«Στάσου. Κοίταξε έχει. Λοξά, έχει, στο ψιλικατζίδικο. Τί γυρεύει μισάνοιχτη η πόρτα τέτοια ώρα; Πάω να ρίξω μια ματιά. Ναι, εγώ. Εσύ μείν’ εδώ. Τον βλέπεις; Εσύ μείνε, ειδοποίησε. Εγώ τρέχω. Να τος, εκεί, μέσα, ένας είναι, στο βάθος, μόνος του, τον βλέπω καλά, δυο βήματα το μαγαζί όλο κι όλο, κρατά μια σακούλα, κάνει να σκαρφαλώσει, είναι στενό το παράθυρο, δε θα χωρέσει, τον έφτασα, έλα δω, πού θα πας, δε μου ξεφεύγεις, ρε μπαγάσα, στα πράσα πιάστηκες, στη φάκα, πού νομίζεις πώς θα πας ρε, τον τραβώ απ’ το μανίκι, τον αρπάζω απ’ τον ώμο, γλιστράει, τον πιάνω απ’ τη μέση, μια σταλιά μέση, γλιστράει πάλι, τί ’ναι τούτος, τον κρατάω, τον κρατώ γερά, πώς κλοτσάει έτσι ο άτιμος, χέρια-πόδια το κεφάλι του, τινάζεται ισαπάνω,
κάτσε κάτω, κάτσε σου λέω, βρομοαράπη, κάτσε, τον πιάνω τώρα απ’ τα μπράτσα, του ρίχνω μια στο στόμα, πέφτει στο πάτωμα, τού περνώ τις χειροπέδες.»

Με τα καλά της.
Η πόλη.
Πάτησε γκάζι.
Η πόλη τη νύχτα.
Έβαλε ταχύτητα.
Πώς θα ’ταν η πόλη με τους ανθρώπους να φορούν τα καλά τους;
Αναρωτήθηκε πώς θα ’τανε.
Γύρισε το κλειδί.

Δουλειά.
Και πώς αλλιώς θα σπούδαζε το κορίτσι του;
Πώς θα τα έβγαζαν πέρα;
Στην αστυνομία νυχτέρια, μεροκάματα το πρωί.
Ένα παιδί ήτανε, σχεδόν παιδί.
Έπειτα δουλειά, μόνο δουλειά.
Η πόλη του φαινόταν τότε παράδεισος.
Ένα παιδί ήτανε όταν πρωτοήρθε.
Δεν θυμάται από πότε είχε να κατέβει βραδιάτικα στην πόλη.
Μπαίνει στο αμάξι.

Άνοιξη δείλι γεννήθηκε.
Αυτή η μυρωδιά του θύμιζε την κόρη του.
Είχε φεγγάρι, μοσχοβολούσαν οι κιτρομηλιές.
Βγήκε έξω.
Έριξε μια ματιά στον καθρέφτη.
Βούρτσισε τα παπούτσια, έδεσε τα κορδόνια, πέρασε τη ζώνη του.
Έβαλε ριγέ πουκάμισο και το μοναδικό του τζίν παντελόνι.
Τί φοράνε σε τέτοιες περιπτώσεις;
Πασαλείφτηκε με κολόνια.
Ξυρίστηκε.
Νερό.

«Πώς είσαι, κορίτσι μου; Στη δουλειά σε πετυχαίνω; Μα ακόμα δουλεύεις; Ναι, η διαφορά στην ώρα, το ξέρω, αλλά και πάλι αργά δεν είναι;
Εντάξει, δε γκρινιάζω. Σου τα ’λεγα όμως, να ’βρισκες κάτι εδώ, συγυρισμένα πράγματα, εδώ, κοντά μας. Να δεις πώς φούντωσαν οι κιτρομηλιές στον κήπο! Καλά, δεν ξαναρχίζω, ένα αστείο έκανα, μη θυμώνεις. Οι τρελοί σου καλά; Πώς αλλιώς να τους πω, βρε κορίτσι μου;
Εντάξει, η δουλειά σου είναι, το ξέρω, μη θυμώνεις. Εντάξει, γι’ άλλο σε πήρα.
»Απόψε βγαίνω την πρώτη μου περιπολία. Μάλιστα, εγώ. Τώρα στα γεράματα, ναι, θα το ζήσω κι αυτό. Καταργήσανε τις κρατικές φρουρές, θέλουνε, λέει, ιδιώτες. Κι έτσι, στο άψε-σβήσε, μας έδωσαν άλλα καθήκοντα.
»Τί να γίνει, αυτά έχει η δουλειά, αυτά είχε πάντα, με τον ιδρώτα του προσώπου το ψωμί, κατάρα, βλέπεις, κατάρα του Θεού.
»Μην ανησυχείς, όχι, δε θα ’μαι μόνος. Μα, κι έτσι να ’ταν, κρατιέται ο γέρος σου, ακόμα κρατιέται. Το άλλο δε σ’ το ’πα, θα είμαστε υπό κάλυψη. Με πολιτικά, μάλιστα. Να ήσουν εδώ να με καμάρωνες!
»Γελάς, κορίτσι μου, γελάς, πάντα να γελάς. Ναι, παιδί μου, σε ζητάνε, κλείνω, ναι, ακούω που σε φωνάζουν, τ’ ακούω, κι ας μην καταλαβαίνω γρι. Μια λέξη ξέρω μόνο απ’ αυτή τη γλώσσα, “chocolates”, ναι, από τότε τη θυμάμαι, τότε που τρέχαμε ξοπίσω στους Εγγλέζους, μωρά ακόμα, για μερικές σοκολάτες. Για μερικές σοκολάτες.
»Γεια σου, κορίτσι μου. Εσύ να προσέχεις. Εσύ.»

 

ΔΥΟ ΓΑΤΕΣ

Είναι το σπίτι μου. Στο κέντρο του δυο γάτες. Δεν ξέρω το φύλο τους.
Τις φωνάζω «Άννα».
Η μία παρδαλή. Με λευκό φουντωτό τρίχωμα, αφήνει σημάδια όπου κι αν τρίβεται. Και με κανελιές βούλες, σαν σκορπισμένες λίμνες, μπορεί σαν αραιωμένα σύννεφα, μπορεί σαν πεσμένα φύλλα.
Στο χρώμα της στάχτης ή άλλη — χρώμα σκούρο, παχύ, ομοιογενές. Με μακριά μουστάκια κι έντονα μάτια —κατάμαυρες κόρες, ίδιες πευκοβελόνες, κατάμαυρα φρύδια, τεντωμένες χορδές— που με ακολουθούν.
Με ακολουθούν καθώς αυτή περπατά ολόισια, ανασηκώνοντας ένα- ένα τα πόδια. Κάθε της κίνηση ακριβής, αυτοτελής, σίγουρη, άλλα και σε απόλυτη αρμονία με την επόμενη· θυμίζει σχοινοβάτη, θυμίζει χειρουργό ή μπαλαρίνα. Η άκρη της ουράς ανασηκωμένη, ευθυγραμμισμένη η ραχοκοκαλιά, στητό το κεφάλι, τα αυτιά της ακονίζουν τον αέρα, καραδοκώντας. Ξύνει τον τοίχο και λυγίζει επιδέξια περνώντας κάτω από την καρέκλα ή πηδώντας στο σκαμπό πλάι στο κλειδωμένο παράθυρο. Η κουρτίνα θροΐζει, αυτή σταματά τότε απότομα, εστιάζει, κυρτώνει τη ράχη’ τίποτε δεν μπορεί να πλησιάσει, περιφρουρεί τα σύνορά μας. Άγρυπνη. Τα μάτια της δυο καθρέφτες —γνώση: το καλό ή τό κακό— που αντανακλούν στο σκοτάδι.
Η άλλη γέρνει νωχελικά στον καναπέ μισοκλείνοντας τα βλέφαρα. Ρονρονίζει
ξαπλωμένη ανάσκελα και αλλάζει θέση ανάλογα με το που πέφτει ο ήλιος. Κυλιέται και γραπώνεται από τα κρόσσια. Βγάζει έπειτα τη γλώσσα και πιάνει να γλείφεται από τα μαξιλαράκια των πελμάτων μέχρι το κεφάλι, στο σβέρκο, στην κοιλιά, ανάμεσα στα σκέλια. Η κίνησή της θυμίζει βρύα που κυματίζουν, ολόκληρη μια λίμνη, μπορεί σύννεφα που πάλλονται, μπορεί φύλλα που ξεσηκώνουν το χώμα. Απλώνω τα δάχτυλα, τα κοφτερά δοντάκια της γαντζώνονται στο δέρμα μου, τραχιά ηδονή το σύρσιμο της γλώσσας της- τα ποδάρια της τυλίγονται γύρω από το χέρι μου, το κορμί της συστέλλεται, κορμί και χέρι πια δεν ξεχωρίζουν, σπαρταρούν ρυθμικά. Σπαρταρούν ρυθμικά οι κουρτίνες, το παράθυρο ανοίγει —ζωή — , οι κουρτίνες ξεχύνονται, χρώματα.
Η άλλη σέρνεται κροταλίζοντας. Κάθεται στα πισινά πόδια και στήνει το σώμα της παράλληλα στο δικό μου. Η σκιά μου πέφτει πάνω της και παίρνει το καθαρό, αλύγιστο σχήμα της. Η άλλη νιαουρίζει ζωηρά και συνεχίζει να πιπιλά τα δάχτυλά μου, τρίβει τη μουσούδα της στον λαιμό μου, ξετυλίγει ανάμεσα στα πόδια μου κουβάρια χρωματιστό μαλλί. Η άλλη δείχνει τα νύχια της, βγάζει μικρούς υπόκωφους ρόγχους και μου φέρνει έναν πνιγμένο ποντικό. Η άλλη συνεχίζει ξέπνοη να κλώθει ολόγυρά μου χρωματιστό μαλλί. Η άλλη στοιβάζει μπροστά μου κι άλλους πνιγμένους ποντικούς. Η άλλη κι άλλο μαλλί.
Η άλλη κι άλλους ποντικούς.
Πώς βρέθηκαν τόσοι ποντικοί μέσα στο σπίτι μου — είναι αυτό το σπίτι μου; Το κεφάλι μου βουίζει, θέλω να βγω έξω, κλειδωμένα τα παράθυρα, χρειάζομαι σώμα — ποιό είναι το σώμα μου; Τα παράθυρα ορθάνοιχτα, ρουφούν τον αέρα μου, θέλω να βγω έξω, ανοίγω το στόμα — είναι αυτό το στόμα μου; Κανένας ήχος — ποια είναι ή φωνή μου; Χώνω τα δάχτυλα στο λαρύγγι- φτύνω χρωματιστούς κόμπους, φτύνω διαμελισμένους ποντικούς. Θέλω το έξω, το έξω μου.
Απλώνω τα χέρια στο δέντρο — ποιο δέντρο είναι αλήθεια αυτό; Δυο δέντρα, δυο γάτες σκαρφαλώνουν στα δέντρα, ζωή, γνώση, η μια κι άλλο μαλλί, η άλλη κι άλλους ποντικούς, βλέπω τα χείλη μου να σχηματίζουν ένα όνομα, βλέπω τα χέρια μου ν’ ανεβαίνουν πάνω από τα δέντρα, πάνω από τις γάτες, βλέπω ένα ξίφος, βλέπω τώρα το ξίφος να πέφτει με φόρα.
Ξέρω πως αμέσως μετά δεν θα υπάρχω.
Ποιό είναι το όνομά μου;
Πετάγομαι.
Με λένε Άννα, Αθανασία, Εύα.
Με λένε Εύα.

 

ΣΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ

 

«Χαίρετε», είπε ο άντρας.
Ο αέρας ήταν παγωμένος, ασάλευτος, αψύς. Μύριζε λάσπη και σαπισμένα φύλλα, όχι ακόμα καπνό από οξιές, οι πυροστιές θα άναβαν σε λίγο.
Κάτω από τη χοντρή ζακέτα της —θα ’μοιάζε ίσως με σκιά πού γλιστράει μες στο σύθαμπο— βάδιζε γρήγορα προς τα κλουβιά. Όσο βαριά κι αν ήταν τα κιλίμια που ’ρίχνε πάνω τους, είχε πουλιά πεταρούδια, κουνέλια με μάτια μισόκλειστα- μακάρι να τα ’βρίσκε κουρνιασμένα το ένα στ’ άλλο, να ’χαν βαστάξει. Μονάχα τα βήματά της άκουγε ν’ αντηχούνε όσο σίμωνε. Ακόμα οι κραξιές, οι συριγμοί και τα φτερουγίσματα. Η μέρα χάραζε αβρή, σαν κάθε μέρα.
«Χαίρετε», της είπε κι ο πετεινός τινάχτηκε.
Πώς βρέθηκε μπροστά της, από πού, τί γύρευε εδώ στη γη της, τι τέτοιαν ώρα, ποιος ήταν ό ξένος;
«Χαίρετε», ξανάπε εκείνος.
Το χέρι της κύλησε αργά στην τσέπη κι έσφιξε τον μικρό σουγιά που κουβαλούσε, άλλοτε για τα φθαρτά, άλλοτε για τα ζιζάνια.
«Μη φοβάσαι», της μίλησε πάλι. Η αχλή σάμπως ν’ αραίωσε κι η λιγνή μορφή αχνοφάνηκε απέναντι της. «Τον άντρα σου ψάχνω.»
Ο παγωμένος αέρας αντιλάλησε συλλαβιστά τις λέξεις κι η γυναίκα αποκρίθηκε, σαν να υπάκουε σε διαταγή ή σε στερνή επιθυμία, φωνάζοντας δυνατά τ’ όνομα τού άντρα της.
Μια κίσσα σφύριξε την ίδια ώρα.
Καθώς ο άντρας πήγαινε σκυφτός στους στάβλους για το πρώτο άρμεγμα, έστρεψε το κεφάλι κι αντάμωσε από μακριά το βλέμμα της γυναίκας του. Πότε πρόλαβε και τη ζύγωσε, πότε έβαλε το κορμί μπροστά απ’ το δικό της, πότε η πάχνη παραμέρισε και φάνηκαν χλωμές οι πρώτες ηλιαχτίδες.
Έβγαλε τότε μια κραυγή: «Τί γυρεύεις εσύ μέσα στους ζωντανούς;
Με τα χέρια μου τράνταξα το σώμα σου και δε λύγιζε… Με τα δάχτυλά μου άγγιξα τη φλέβα σου και δε χτυπούσε… Με τα μάτια μου είδα τα πόδια σου μελανιασμένα, το πρόσωπο κάτωχρο…»
Λάλησε δεύτερη φορά ο πετεινός και σκίστηκε ο αέρας.
Ένα φορτηγό περνούσε από τον δρόμο κείνη την ώρα και μερικά άδεια κιβώτια ανεβοκατέβαιναν σκορπίζοντας ολόγυρα έναν τσίγκινο ήχο. Στα κλουβιά οι κότες αναπηδούσαν κι οι κατσίκες βέλαζαν στους στάβλους. Απ’ τις υδρορροές έσταζε νερό. Η γυναίκα έμενε γραπωμένη στο σώμα του άντρα της. Και, πίσω απ’ όλα, το ποτάμι κύλαγε αθόρυβα.
«Μη φοβάσαι», είπε ο ξένος. «Δεν ήρθα για πολύ. Ούτε για κακό ήρθα. Ποτέ για πολύ και ποτέ για κακό δεν ερχόμαστε.»
«Μη μιλάς, μη! Ήσουνα ζαρωμένος στο βαθούλωμα», απάντησε ο
άντρας, «δεν ήτανε για να ξαναμιλήσεις».
Δειλά η γυναίκα κοιτούσε τα μάτια που αντίκρυ της τρεμόπαιζαν —
αδρά, υγρά, μάτια του κόσμου τούτου. Ήταν τα ίδια σκούρα μάτια με του κοριτσιού που, λίγες μέρες πρωτύτερα, τυλιγμένο στο πανωφόρι του, είχε φέρει ο άντρας της από τις όχθες κοντά στο πέρασμα. Τάλα τους είπε πως τη λέγανε, μπορεί και Τάρα — το «ρ» φαίνεται πως δεν το ’χε πει ακόμα. Ένα βήμα στο πλάι έκανε τότε η γυναίκα, ξεσφίγγοντας τον σουγιά στην τσέπη της. «Αν ήρθες για την κόρη σου, δεν την έχουμε πια μαζί μας, άλλα είναι καλά.»
Τα λόγια της γλύκαναν σαν μύρο την παγωνιά και με μάτια πιο υγρά
απάντησε ευθύς ο ξένος: «Ήμουν εκεί, όλα τα είδα, το παιδί μαζεμένο δίπλα στο κουφάρι μου, σκοτάδι πίσσα, κι εγώ ούτε ένα χάδι, ένα νανούρισμα, να πέφτει η νύχτα, η πάχνη, να τρέμει το παιδάκι, κάπου να φωλιάσουνε τα δάχτυλά του, ύστερα η αυγή, ο θόρυβος του αυτοκινήτου, κάποιος να μας βοηθήσει, φώναξα’ στ’ αλήθεια φώναξα, κι ας ξέρω πώς δεν έχουν ήχο οι ψυχές- όμως μπορεί ένας Θεός να τις ακούει.»
«Μια κουκκίδα ήταν, μια τοσηδά σκιά ανάμεσα στις άλλες, πλάι στο
ποτάμι, εκεί στο πέρασμα.» Έτσι αποκρίθηκε ο άντρας. «Ο Θεός το
θέλησε, δεν ήτανε για να χαθεί. Πάμε τώρα μέσα, ξένε, μη στέκεις άλλο
στην παγωνιά.»
Στην κουζίνα η γυναίκα είχε νερό που κόχλαζε, θα ’κόβε φύλλα μέντας απ’ τις γλάστρες της στο λιακωτό, θά του ’φτιάχνε τσάι γλυκό, πολύ γλυκό, όπως το φτιάχνουνε στον τόπο του, να καρδαμώσει.
«Δεν έχει παγωνιά εκεί που θα περάσω, για μένα πια τελείωσαν τα
πάθια κι οι καημοί», απάντησε ο ξένος. «Μονάχα θα ’θελα, πριχού διαβώ,
τα γόνατά σας να αγκάλιαζα, να σας φιλούσα τις παλάμες. Ξέρω όμως
πως δεν γίνεται οι πεθαμένοι ν’ αγγίζουνε τους ζωντανούς.»
Τρίτη φορά λάλησε ο πετεινός, θρόισαν τα κυπαρίσσια στα χωράφια
αντίπερα, το κάλεσμα της καμπάνας έφτασε μερωμένο από το βάθος
του χωριού. Στους στάβλους τα ζώα δεν άντεχαν να περιμένουν άλλο. Ό άντρας κι η γυναίκα είχαν να ετοιμαστούνε για τη λειτουργία. Ξημέρωσε. Κυριακή.
«Σούκραν*», ήταν ή τελευταία λέξη πού άκουσαν.
«Σούκλαν», είχε πει δειλά και η Τάλα, που, από όλες τις σκιές, σκιές που χάνονται, εκεί, εδώ, στο πέρασμα, εκείνη ακόμα δεν ήτανε για να χαθεί.

* Σούκραν (Αραβική λέξη). Ευχαριστώ

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ 12/11/2018

Ολοκληρωμένη αισθητική προσέγγιση

Με το πρώτο κιόλας, εκδομένο σε χωριστό βιβλίο, λογοτεχνικό της έργο, η Νάσια Διονυσίου παρουσιάζεται στο αναγνωστικό κοινό με κατεκτημένο ύφος, κατασταλαγμένο στυλ γραφής και ολοκληρωμένη αισθητική προσέγγιση. Η συλλογή διηγημάτων «Περιττή ομορφιά» δεν παρουσιάζει καμιά εγγενή αδυναμία από αυτές που σχεδόν κατά κανόνα εμφανίζονται σε όλες τις πρωτόλειες δουλειές νέων συγγραφέων. Και το γεγονός, από μόνο του, συνιστά ένα αξιοσημείωτο επίτευγμα. Ένα επίτευγμα που επισφραγίστηκε μόλις πριν από λίγες ημέρες με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος για εκδόσεις του έτους 2017.

Εν πάση περιπτώσει, η παρουσίαση του βιβλίου από τη στήλη ουδόλως έχει να κάμει με την κρατική αυτή διάκριση. Ουδέποτε ενεργήσαμε με συναφή κριτήρια. Απλώς παρουσίαση και βράβευση σχεδόν συνέπεσαν χρονικά. Ας περάσουμε όμως στο βιβλίο που κυκλοφόρησε στην Αθήνα από τις εκδόσεις Ροδακιό και σε αυτό περιλαμβάνονται δώδεκα ευσύνοπτα, ελλειπτικά και αφαιρετικά διηγήματα. Θα έλεγα ότι σχεδόν σε όλα τα αφηγήματα της Διονυσίου ανιχνεύονται ειδολογικά χαρακτηριστικά του ποιητικού λόγου. Κι αυτό προσθέτει μια ιδιαζόντως ενδιαφέρουσα νότα στα κείμενά της. Αφού, σε κάποιες τουλάχιστον περιπτώσεις, μπορούν να διαβαστούν και ως πεζοτράγουδα.

Η υφολογική ομοιογένεια της Ν.Δ. συνεπικουρείται και από την ομοιογένεια των θεματικών της αναζητήσεων, καθώς σε αυτές πρυτανεύει το πνεύμα των υπαρξιακών προβληματισμών, διανθισμένο και από τη γυναικεία διαίσθηση. Η δε εμπεδωμένη αισθητική προσθέτει ακόμη ένα ατού στη λογοτεχνική κατάθεση της πεζογράφου.

Η Ν.Δ. θεματοποιεί το προπατορικό αμάρτημα, «Στο φως» (σελ. 9) αγγίζοντας με πρωτοτυπία και φαντασία το ευαίσθητο ζήτημα των διαφυλικών σχέσεων. Στο «Ζωντανή γυναίκα» (σελ. 12) χαιρόμαστε μια ιλιγγιώδη, μια παραληρηματική γραφή, ιδιαίτερα παραστατική, εύρυθμη, γεμάτη φαντασία και συναίσθημα.

Στο διήγημα «Τα κλειδιά» (σελ. 16) έχω την εντύπωση πως ξεδιπλώνεται περισσότερο το ποιητικό, παρά το πεζογραφικό ταλέντο της Ν.Δ. Η συγγραφέας αναπλάθει με ευρηματικότητα και νεωτερικότητα παιδικές μνήμες με αφορμή μια κηδεία, που απλώς αποτελεί το έναυσμα γι’ αυτή τη φαντασιακή αναπόληση.

Στο διήγημα «Στο πέρασμα» (σελ. 22) βλέπουμε το δράμα της μετανάστευσης, δοσμένο με απλότητα, λιτότητα, ελλειπτικότητα και οικονομία λόγου. Η συγγραφέας μεταδίδει στον αναγνώστη της, με αξιοθαύμαστη ευχέρεια και άνεση, χρώματα, αρώματα, γεύσεις, εικόνες και συναισθήματα.

Όσον αφορά το διήγημα «Ο φράχτης» (σελ. 24) η επισήμανση που έχω να κάμω σχετίζεται με τη δεξιότητα της Ν.Δ. να αξιοποιεί το φανταστικό στοιχείο και την αλληγορία, ενώ παράλληλα μετασταλάζει στη γραφή της και κάποια χαρακτηριστικά από τον κύκλο ή μάλλον τη σχολή του αστικού διηγήματος. Γενικά, όσα λέει με τη γραφή της, άλλα τόσα υπαινίσσεται με αυτήν. Θεωρώ, ασφαλώς, πως αυτή η υπαινικτικότητα είναι σημαντική συγγραφική αρετή.

Στο διήγημα «Γιος γυναίκας» (σελ. 30) θα έλεγα ότι ανιχνεύεται μια σύζευξη της μορφής του Ιησού Χριστού με μορφές από τη λαϊκή και δημοτική ποίηση. Την ίδια ώρα, αισθητός γίνεται κι ένας υποδόριος διακειμενικός διάλογος με τον «Επιτάφιο» του Γιάννη Ρίτσου. Ειδικά αυτό το διήγημα, παρουσιάζει ενδιαφέρον και για τις υφολογικές του προσεγγίσεις.

Συνολικά αποτιμώντας τη δουλειά της Ν.Δ. θα έλεγα ότι αξιολογείται θετικά η ερωτοτροπία της με την αμφισημία, την πολυσημία και την αλληγορική θεώρηση των πραγμάτων. Έστω κι αν, μερικές φορές, κάποιοι συμβολισμοί, κάποιοι νεφελώδεις υπαινιγμοί – ενδεχομένως και σκόπιμα – αφήνονται να αιωρούνται σε μιας μορφής αοριστία. Αυτό το στοιχείο μάλλον προσθέτει και κάτι το μυστηριακό στη γραφή της, καθιστώντας την ακόμη πιο θελκτική.

Από την άλλη βέβαια, στη γραφή της ανιχνεύεται μια πιστότητα – πειστικότητα που αναβαθμίζει την αναγνωρισιμότητα των τόπων ή των προσώπων στα οποία αναφέρεται. Πχ διαβάζοντας το «Σημάδια αναγνώρισης» (σελ. 44) δεν χρειάστηκε να προστρέξω στις σημειώσεις που παρατίθενται στο τέλος του βιβλίου, για να αντιληφθώ ότι η αναφορά γίνεται στον εικαστικό καλλιτέχνη Νίκο Κουρούσιη. Το κατάλαβα από τις πρώτες γραμμές του διηγήματος. Ομοίως ισχύει και σε ότι αφορά το διήγημα «Στην έξοδο» (σελ. 52) Από τις πρώτες γραμμές γίνεται αντιληπτό ότι λόγος γίνεται για τη ξύλινη προβλήτα του Εναερίου στη Λεμεσό, έστω κι αν η συγκεκριμένη περιοχή δεν κατονομάζεται μέσα στο κείμενο. Αυτά τα στοιχεία, κατά τη γνώμη μου, συνιστούν συγγραφικές αρετές, αναδεικνύουν ακρίβεια, πιστότητα και πειστικότητα.

Καταλήγοντας θα ήθελα να εκφράσω την πλήρη συμφωνία μου με την κριτική που έγραψε για το συγκεκριμένο βιβλίο και τη συγγραφέα του ο Άριστος Τσιάρτας, ο οποίος κάνει λόγο για «ώριμη και ολοκληρωμένη συγγραφική κατάθεση». Και προσθέτει: «Η συγγραφέας καθιερώνει το δικό της προσωπικό και διακριτό ύφος, φτιάχνοντας ένα καλά οργανωμένο, πολύχρωμο και πυκνά υφασμένο πλέγμα ιστοριών, χωρίς ρωγμές και κενά, με αρκετές δόσεις ποιητικής αύρας».

 

 

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΓΕΤΤΟΣ

tvxs 20/8/2017

Η ομορφιά του απόντος νοήματος

Στην ταινία «Το θεώρημα»1, του Πιερ Πάολο Παζολίνι, μία τυπική μιλανέζικη μεγαλοαστική οικογένεια διαλύεται στα εξ ων συνετέθη εξαιτίας της παρουσίας και της διάδρασης μαζί της ενός μυστηριώδους ξένου. Ο ξένος έρχεται από το πουθενά και αιφνιδίως ξαναφεύγει για το πουθενά αχρηστεύοντας την ιταλική εκδοχή του πατρίς-θρησκεία-οικογένεια: στην τελευταία σκηνή, ο pater familias, αφού έχει παραδώσει το εργαστάσιό του στους εργάτες, χωρίς να έχει μεσολαβήσει κάποια δυναμική απεργία, βγάζει τα ρούχα του σε έναν κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό και καταλήγει στις καμένες πλαγιές της Αίτνας όπου τρέχει γυμνός, κραυγάζοντας άναρθα ανάμεσα στους καπνούς και τις αναθυμιάσεις του σικελικού ηφαιστείου.

Διαβάζοντας τα διηγήματα ‘’Περιττή Ομορφιά’’ της Νάσιας Διονυσίου (Εκδόσεις Ροδακιό,2017), αντιμετώπισα μία συγγραφέα που πια δεν αφουγκράζεται –αν ποτέ αφουγκράστηκε- μεγάλες αφηγήσεις και δραματικές λύσεις στα μεγάλα ζητήματα του κόσμου και του εαυτού. Η Διονυσίου φαίνεται ότι δεν προσέρχεται καν στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης στο οποίο πολλοί συνομήλικοι ομότεχνοί της, ειδικά κατά την διάρκεια της παρούσας κοινωνικής κρίσης, έχουν αυτόκλητα παρακαθίσει∙τραπέζι γύρω από το οποίο διαμείβονται αυτοαναφορικές διακηρύξεις ατομικιστικών δικαιωμάτων. Αντίθετα, εισφέρει ακομπλεξάριστα μία μεταφυσική, αποδεχόμενη το γεγονός ότι πολλά πράγματα δεν τα καταλαβαίνει. Πράγματα απλά και καθημερινά όπως το βάδισμα μιας γάτας, ένα φανάρι της τροχαίας, μια τυχαία συνάντηση ψάχνουν απεγνωσμένα το αρχέτυπό τους: η συγγραφέας δεν πιστεύει θρησκευτικά σε μια άλλη τους διάσταση∙ θαμπώνεται, εισπνέει, γρατζουνιέται, ακροάται, συνομιλεί με την άλλη τους διάσταση ξέροντας ότι δεν μπορεί ούτε να την καταλάβει, ούτε να την αποδείξει. Έτσι αποφασίζει να οδηγήσει στη λεωφόρο διπλής κατεύθυνσης που ενώνει τον πεζό με τον ποιητικό λόγο, μέσα από ελλειπτικές τροχιές αλλά με αποφασιστικότητα.

Να κάποια πράγματα που η Διονυσίου αποδέχεται ότι δεν καταλαβαίνει:

Η προσφυγική και μεταναστευτική κρίση συνέβη, συμβαίνει και σαν εικόνα κατέκλυσε όλο τον πλανήτη προσφέροντας άλλοθι και έξοδο διαφυγής στα ασθμαίνοντα πανανθρώπινα ιδανικά του δυτικού κόσμου. Στην ταινία «Η ανακάλυψη»2 του Charlie McDowell, ο γιος (Brian Mc Carthy) ενός επιστήμονα (Robert Redford) που ανακάλυψε και απέδειξε επιστημονικά την μεταθανάτια ζωή, εμφανίζεται μέσα στην σύγχυσή του να λέει: ‘’είναι, υπάρχει∙αλλά τι σημαίνει;’’. Για την συγγραφέα (Στο πέρασμα, Ο φράχτης) η φρίκη, η αδικία, η βαρβαρότητα δεν φτάνει να αποδειχθούν συνθηματολογικά: ‘’ήταν και μερικοί, θαρρώ οι περισσότεροι από εμάς, που δεν έλεγαν τίποτα…’’ (Ο φράχτης). Αντίθετα πρέπει να διερευνηθεί φιλοσοφικά αν η ρεάλ-πολιτίκ του «δεν υπάρχει φύλαξη των συνόρων αν δεν υπάρχουν νεκροί»3 είναι συμβατή με τον αρχέτυπο της ανθρώπινης φυλής. Γιατί -υπενθυμίζει η Διονυσίου- εκτός από τον Σαμαρείτη υπάρχει και ο Κάιν.

Εκτός από το θανατηφόρο μίσος για τους άλλους που ρέει σαν υπόγειο ρεύμα και εκπυρσοκροτεί στα σύνορα του δυτικού πολιτισμού, η Διονυσίου επιμένει ότι , πριν ερμηνεύσουμε και καταγγείλουμε τον κόσμο, πρέπει να αντιμετωπίσουμε και το μούδιασμα απέναντι στην δική μας ύπαρξη που δεν νοείται παρά μέσα από τον φτωχό εξοπλισμό επιβίωσης: το ανθρώπινο σώμα. Πρέπει πρώτα να νιώσουμε τις χημικές αντιδράσεις του έρωτα, του φόβου, της ηδονής∙ δεν χρειάζεται να είναι κανείς νευρολόγος, ψυχολόγος ή ψυχίατρος για να δώσει την μητέρα των μαχών του σύγχρονου ανθρώπου: να ανασύρει τις αισθήσεις, να θυμηθεί πως νιώθει αληθινά και όχι ψηφιακά.

Η διηγηματογράφος ακούει τα καλώδια τους σώματός της να δουλεύουν. Μέσα στον ηλεκτρισμό του έρωτα και του θανάτου, ανάμεσα στα φορτία του χρόνου ψάχνει να βρει το δικό της σωματίδιο του θεού (Δύο γάτες, Σημάδια αναγνώρισης, Σχετικότητα). Ο τελεσίδικα λυτρωτικός ισχυρισμός του Κωστή Παπαγιώργη ότι ‘’ουσιαστικά δεν έχουμε καμιά δυνατότητα να αλλάξουμε στο παραμικρό το σώμα μας’’4γλυκαίνει στα δάχτυλα της Διονυσίου: ‘’Έγειρα τότε στο χώμα. Με πόδια ανοιχτά, ανοιχτά χέρια, ανοιχτά δάχτυλα, στο χώμα, σαν πάνω σε σταυρό. Ανέπνεα. Κι είδα το κορμί μου στο φως. Και δεν ήταν μόνο ένα κομμάτι πλευρό, ένα κομμάτι, αγαπημένε μου, έστω από το πλευρό σου. Στο φως είδα το κορμί μου∙ κι ήταν καλό’’ (Στο φως). Η αλλαγή θα έρθει, αν έρθει, από μία Διεθνή των Αισθήσεων. Οι άνθρωποι θα αναγνωρίζονται από την υφή της παλάμης τους, από την βραχνάδα της φωνής τους, από τις λίγες γκρίζες τρίχες στα γένια τους και από τα σίγουρα στήθη τους.

Τέλος η συγγραφέας δεν παύει να ξαφνιάζεται από την μητρότητα (Μια ευθεία, Στην έξοδο). Φαίνεται να καταφάσκει ότι η υπερπροστασία αντανακλά ψυχική φτώχεια, ξέρει ότι θα γεννήσει έναν Μικρό Πρίγκηπα και διακηρύσσει το οικουμενικό μητρικό δικαίωμα στο λάθος. Κι αυτό γιατί στην χειρότερη περίπτωση η ομορφιά είναι το μόνο νόημα της ζωής και της ύπαρξης. Είμαστε ευτυχώς καταδικασμένοι να είμαστε περιττοί. Είμαστε ευτυχώς καταδικασμένοι να είμαστε ελεύθεροι.

 

ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΥΘΡΕΩΤΗΣ

«Εφημερίδα των Συντακτών», 12.8.2017

Φωνές από την Κύπρο

Με γλώσσα ευρηματική και ελλειπτική, αρκετές φορές στα όρια της ποίησης, χωρίς όμως ποτέ να χάνει την ακρίβειά της, η Νάσια Διονυσίου κάνει την πρώτη της εμφάνιση στην πεζογραφία με τη συλλογή διηγημάτων «Περιττή ομορφιά». Πρόκειται για δώδεκα κομψά, ατμοσφαιρικά κείμενα, στις λίγες σελίδες των οποίων η συγγραφέας αφηγείται υποβλητικά «παράξενες» ιστορίες που κινούνται στα όρια του ρεαλισμού.
Οι πυκνές αναφορές στα βιβλικά κείμενα συμβάλλουν σε μια μορφή «κατανυκτικότητας» που χαρακτηρίζει τα διηγήματα της Διονυσίου, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι ήρωες των διηγημάτων ή οι φιγούρες που περνάνε μέσα σε αυτά είναι «άυλες» η αποπνευματωμένες –αντίθετα είναι στέρεα δεμένες στη σωματικότητά τους, με τρόπο ώστε συχνά να αποδίδεται στο σώμα ο χαρακτήρας του ιερού.
Το πλαίσιο των ιστοριών της συλλογής συχνά μοιάζει άχρονο –ή τουλάχιστον ο σαφής καθορισμός του σε χρόνο και τόπο δεν φαίνεται να αποτελεί προτεραιότητα της Διονυσίου, που επιμένει να εστιάζει στη δύναμη της γλώσσας της και να πειραματίζεται επιτυχημένα με μια σειρά από αφηγηματικές τεχνικές.
Ο πειραματισμός αυτός όμως δεν είναι στείρος, ούτε δίνει την εντύπωση απλής μαθητείας, καθώς «κουμπώνει» κάθε φορά με το περιεχόμενο του διηγήματος, ενώ εξάλλου, παρά τη χρήση ποικίλων τεχνικών, η συλλογή διακρίνεται από μια καθαρή υφολογική και αισθητική σφραγίδα.
Ως συνέπεια το βιβλίο δεν φέρει τα χαρακτηριστικά του πρωτόλειου, αλλά αποτελεί μια ολοκληρωμένη κατάθεση και μια πολλά υποσχόμενη πρώτη εμφάνιση.

 

ΑΡΙΣΤΟΣ ΤΣΙΑΡΤΑΣ

http://www.bookpress.gr, 26.6.2017

Οι κραδασμοί της ομορφιάς

Σε φαινομενικά τετριμμένες μέχρι ανίας συνθήκες, μια ασήμαντη λεπτομέρεια, μια απρόσμενη κίνηση εκτροχιάζει από την ασφυκτική επαναληπτικότητα της καθημερινότητας, κινητοποιεί το εσωτερικό τοπίο και φουντώνει τη φωτιά που σιγοκαίει στον μέσα κόσμο. Τέτοιες συνθήκες μπορεί να είναι μια βόλτα στο πάρκο, δυο γάτες που αγωνίζονται να συνυπάρξουν σ’ ένα σπίτι, η πρώτη περιπολία ενός αστυνομικού, η τροχαία κίνηση στον δρόμο, μια παρατεταμένη χιονοθύελλα, ένα ετοιμοθάνατο πουλί στο προαύλιο της εκκλησίας την ώρα μιας κηδείας… Σε αυτές και άλλες, η συγγραφέας Νάσια Διονυσίου, στην πρώτη συλλογή διηγημάτων της, διακρίνει τον ανομολόγητο μύχιο σπασμό που διαχέεται και συγκαθορίζει την πολύπλοκη και αντιφατική ανθρώπινη ύπαρξη.
Τα δώδεκα διηγήματα της συλλογής δεν συνιστούν μελλοντικές υποσχέσεις μιας πρωτοεμφανιζόμενης συγγραφέως, αλλά αποτελούν μια ώριμη και ολοκληρωμένη συγγραφική κατάθεση. Η συγγραφέας καθιερώνει το δικό της προσωπικό και διακριτό ύφος, φτιάχνοντας ένα καλά οργανωμένο, πολύχρωμο και πυκνά υφασμένο πλέγμα ιστοριών, χωρίς ρωγμές και κενά, με αρκετές δόσεις ποιητικής αύρας. Πρόκειται για ιστορίες γραμμένες με γλώσσα που συμπυκνώνει έντονο, πλην όμως, κατασταλαγμένο βιωματικό φορτίο.

Aφηγημένες σε πρώτο ή τρίτο πρόσωπο, οι ιστορίες έχουν ενιαίο και στέρεο θεματικό πυρήνα, υπαρκτό και ευδιάκριτο, καθόλου όμως υπερφωτισμένο. Η καθεμία από αυτές δεν αποτελεί ένα αύταρκες και περίκλειστο σύμπαν. Απεναντίας, στο εσωτερικό τους συγκροτούνται αυθύπαρκτες, επιμέρους νοηματικές ενότητες και εικόνες. Μολονότι η πολλαπλότητα και η ποικιλία της γυναικείας εμπειρίας διαπερνά τα σύνορα των περισσότερων διηγημάτων, η αρχετυπική μορφή της Εύας, ως αστείρευτη πηγή άντλησης συμβόλων και ως ύπαρξη ανήσυχη, μοναχική και πολλαπλή, διαχέεται βουβά και υπόγεια σε όλα τα στρώματα της αφήγησης. Και μάλιστα, με τρόπο μυθοπλαστικά και λογοτεχνικά πρωτότυπο, εντάσσοντας π.χ. μαγικά, μη ρεαλιστικά στοιχεία ή ακόμα κρυπτικά εκφραστικά μέσα φορτισμένα με αρχέτυπα και σύμβολα.

Ξεφεύγοντας από τους κλασσικούς αφηγηματικούς τρόπους, η συγγραφέας μεταπλάθει την πραγματικότητα φτιάχνοντας ιστορίες καθόλου προφανείς. Περιβάλλει την αφήγησή της με διαλόγους αποκαλυπτικούς στην οικονομία τους και πολυσήμαντους στην απλότητα τους, ενώ ταυτόχρονα χρησιμοποιεί ποικίλες υφολογικές λύσεις, όπως εσωτερικούς μονόλογους, πολλαπλές φωνές στο μικρό εμβαδόν ενός διηγήματος και συνεχή αλλαγή της αλληλουχίας του χρόνου («Κλειδιά», «Γιός Γυναίκας», «Έξοδος»).

Έπειτα, με κλινική ακρίβεια και λιτό ύφος αναπλάθει τις παράλληλες ψυχικές διαδρομές, ταλαντεύσεις, αμφιθυμίες και μεταπηδήσεις των χαρακτήρων της, την αργόσυρτη ανάδυσή τους από τη δύσβατη μυστική τους ζωή για να αναμετρηθούν με την προοπτική της συντροφικότητας και της συνύπαρξης. Και όσο πιο άπιαστο το όνειρό τους τόσο πιο μεγάλη η προσπάθεια να το αποτυπώσουν. Το συλλαβίζουν, βέβαια (μά-μά), όχι όμως από εμμονικό πείσμα, αλλά επειδή το φορτίο των βιογραφικών θραυσμάτων προσδίδει λυτρωτικό ρίγος στο πλησίασμα των παρυφών του («Μια ευθεία», «Σημάδια αναγνώρισης»).
Η κατασκευή της ιδιότυπης υπόστασης των χαρακτήρων γίνεται με ιδιαίτερες αφηγηματικές τεχνικές, αλλά κυρίως με στοχαστική διάθεση που αιχμαλωτίζει το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Πρόκειται συνήθως για πρόσωπα αποστασιοποιημένα από τα κοινωνικά τους συμφραζόμενα ή ακόμα από αιματοσυγγενικές σχέσεις πρώτου βαθμού, δύσπιστα απέναντι σε σταθερά αγκυροβόλια. Δεν λογοδοτούν παρά μόνο στον εαυτό τους, ενώ εκτίθενται στη δοκιμασία της αυτογνωσίας κατά τρόπο που επικαθορίζει τη δημόσια και ιδιωτική τους ταυτότητα.

Διεμβολίζοντας το παρελθόν τους με διεισδυτικό και ανατρεπτικό βλέμμα, η συγγραφέας συναντάται μαζί τους σε δύσκολα περάσματα της ζωής τους, διερωτάται για τις συνθήκες και τα στερεότυπα που στενεύουν ασφυκτικά το παρόν. Αν και δεν κηρύσσουν καμιά αλήθεια, έχουν κάτι κοινό που τους καθορίζει: ζώντας όπως ζουν έχουν αυτές και μόνο τις δυνατότητες εξωτερίκευσης του κόσμου τους –όχι άλλες, όχι διαφορετικές, ούτε περισσότερες ούτε λιγότερες– αυτές μόνο που αναλογούν και αντιστοιχούν στο δικό τους εσωτερικό υπαρξιακό φορτίο.

Το σκηνικό της συλλογής δονείται από μια εσωτερική εκρηκτική ατμόσφαιρα, ενώ σε κάποια διηγήματα («Φράκτης») εικονογραφείται σαν ένα μέρος αλλόκοσμο, μυστηριακό και άχρονο. Η ελλειπτικότητα της γραφής, η ένταση και η πυκνότητά της δείχνουν ότι τις πιο μύχιες έγνοιες μας, τις πιο αποκαλυπτικές εκλάμψεις μας, δεν μπορούμε να τις περιγράψουμε ή να τις εκφράσουμε αναλυτικά παρά μόνο ελλειπτικά, με πολλά αποσιωπητικά και μετέωρους υπαινιγμούς. Στην Περιττή Ομορφιά όταν αυτές συναρμόζονται με το συναισθηματικό βάρος των χαρακτήρων εγκιβωτίζονται σε εμβόλιμες, εντυπωτικές, συμβολικού βάρους εικόνες περισσής ομορφιάς: «… ολομόναχη στον κόσμο. Δεν γίνεται βέβαια να είναι μόνη, κανείς δεν γίνεται να είναι μόνος στον κόσμο, κανείς ακόμα και σήμερα, στο πάρκο, καταχείμωνο, μεσημέρι οικογενειακών συνάξεων, Κυριακή».

 

ΧΡΙΣΤΟΣ ΤΣΙΑΗΛΗΣ

«Fractal», Μάιος 2017

Επαναπροσδιορίζοντας τα αρχέτυπα

Η συγγραφέας Νάσια Διονυσίου, αν και πρωτοεμφανιζόμενη, δείχνει να είναι αρκετά έμπειρη και ικανή στη γραφή και στην απόδοση της ομολογουμένως δύσκολης και απαιτητικής επινόησης του διηγήματος. Επινόηση, γιατί, ως γνωστό στους μυημένους, το σύγχρονο διήγημα απαιτεί τη δημιουργία νέων κόσμων ή τουλάχιστον την αναθεώρηση του τι είναι πραγματικότητα μέσα ή έξω από τον άνθρωπο.

Η συγγραφέας λοιπόν έρχεται να μας εκπλήξει με μια ανατρεπτική συλλογή, όπου τα σύντομα αλλά περιεκτικότατα σε εναλλαγές αφηγηματικής δεινότητας διηγήματα, αμφισβητούν την κοινότυπη τοποθέτηση της ψυχής. Ιστορίες που δίνουν μια εναλλακτική διάσταση της σχέσης του σύμπαντος με το εγώ, ενώ σε κάθε ένα από αυτά, ένα σπιράλ συναισθημάτων και εικόνων καταφέρνει να ξεφύγει από τα στεγανά του στυγνού μοτίβου αφήγησης. Η συγγραφέας καταφέρνει να πάρει τον αναγνώστη σε ένα ταξίδι λεξιλογικού ελεγείου, όπου η γλώσσα εξυπηρετεί με αρτιότητα τη δομή, και η δομή αγκαλιάζει την ευαισθησία σε όλα τα επίπεδα. Ο ερωτισμός, ο ρομαντισμός, είναι απέναντι από την αποξένωση και την αλλοτρίωση. Ο πόνος και η γλυκύτητα πρέπει να συμβιώσουν μέσα σε έναν ανυψωμένο Φράκτη.

Όλα αρχίζουν με την απόφαση της ηρωίδας να ξεφύγει από τον παράδεισο, μιας Εύας που επιθυμεί τη γήινη πραγματικότητα, και είναι πρόθυμη να εγκαταλείψει την τελειότητα για να τη γνωρίσει. Μιας Εύας που για πρώτη φορά ανακαλύπτει το σώμα της και επιθυμεί να το χαρίσει, ενώ δεν είναι καν σίγουρη για την ύπαρξη του άλλου ως οντότητα. Η αβεβαιότητα αυτή για το έτερον ήμισυ και η αναζήτηση μιας εξόδου από την ψυχική απομόνωση είναι διάχυτη σε όλη τη συλλογή. Μια συλλογή ταυτόχρονα συναισθηματική και εγκεφαλική, και επαρκώς αφαιρετική για να δώσει στον αναγνώστη αρκετό περιθώριο να εισχωρήσει ο ίδιος μέσα στο κάθε διήγημα και να προσδώσει στην προτεινόμενη απατηλότητα των εύπλαστων κόσμων τη δική του ταυτότητα.

Η Νάσια Διονυσίου κατέθεσε μια δυναμική άποψη για την κοσμογονία, μια νέα κοσμοθεωρία για το γίγνεσθαι, καθώς και ο ίδιος της ο λόγος, υποστηρίζοντας αυτή την αμφιταλάντευση μεταξύ παραδείσου και γήινης πραγματικότητας, μεταξύ της ομορφιάς και της έλλειψης αυτής, είναι συνάμα και πεζός και ποιητικός, σε μια συνεχή εναλλαγή. «Στην κουζίνα η γυναίκα είχε νερό που κόχλαζε, θα ‘κοβε φύλλα μέντας απ’ τις γλάστρες της στο λιακωτό, θα του ‘φτιαχνε τσάι γλυκό, πολύ γλυκό, όπως το φτιάχνουνε στον τόπο του, να καρδαμώσει». Και μαζί με αυτή την ομορφιά της χρήσης της γλώσσας, η συγγραφέας καταφέρνει να είναι και δυναμική στη χρήση νέων εννοιών που εξυπηρετούν τις παράδοξες, αινιγματικές ιστορίες: «Οι άλλοι, οι χιονοσκεπτικιστές, καταπώς τους είπαμε, διέφεραν».

Η συλλογή αυτή διαφέρει, καθώς θα ανιχνεύσει το στίγμα της αυτο-αμφισβήτησης μέσα μας ως την Έξοδο, και θα υπενθυμίσει ότι τα αρχέτυπα είναι πλέον προς συζήτηση.

 

 

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΛΕΟΝΤΙΟΥ

Άνευ 64 (Φθινόπωρο 2017) 102-109

«ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΦΗΓΗΜΑΤΑ»

Με το πρώτο αυτό βιβλίο της η Νάσια Διονυσίου δείχνει ότι κατέχει το χάρισμα της γραφής· μιας γραφής ιδιαίτερης, στην οποία επανέρχονται στοιχεία της ποίησης (η εικόνα, η μεταφορά, η αφαίρεση, η υποβολή) και μια ιδιόμορφη προσέγγιση στα πράγματα. Όμως χρειάζεται να προσεχθεί αυτό το πάντρεμα της ποίησης με την πρόζα, ώστε η πρώτη να μη λειτουργεί σε βάρος της δεύτερης.

Δεν πρόκειται για διηγήματα με την παραδοσιακή έννοια του όρου. Ούτε ζητάμε από τους νέους συγγραφείς να γράψουν παραδοσιακά διηγήματα ή να εφαρμόσουν πιστά οποιαδήποτε δομικά ή άλλα συστατικά του είδους. Αλλά, από τη στιγμή που η συγγραφέας επιλέγει να καλλιεργήσει το διήγημα ή το ποιητικό αφήγημα (δεν μιλάμε για πεζό ποίημα), θα ήταν καλά να μείνει στην περιοχή της πρόζας. Δηλαδή, όση γοητεία ή μυστήριο και αν προκαλούν η αμφισημία, η αφαίρεση και η υποβολή, θα θέλαμε μια πιο αφηγηματική, πιο εμπράγματη γλώσσα, που να μη χάνεται μέσα σε ασάφειες και υπονοούμενα.

Ακόμα και όταν η συγγραφέας εκκινεί από προσωπικές εμπειρίες και άλλα γεγονότα (η κύηση μιας νέας ζωής, η κηδεία του παππού, ο θάνατος ενός πρόσφυγα από τη Συρία στον Έβρο κτλ.), προτιμά να τα αποδώσει με φευγαλέες εικόνες, με αφαιρετική γραφή και υπονοούμενα, με τεμαχισμένη, σπειροειδή αφήγηση. Επιλέγει να υπαινιχθεί τα πράγματα και να σκιαγραφήσει έναν ρευστό, ομιχλώδη αφηγηματικό κόσμο, που χάνει το περίγραμμά του ή δεν μας αποκαλύπτει τα μυστικά του. Ο αναγνώστης καλείται να ξαναγράψει τα αφηγήματα αυτά, να βάλει σε τάξη το ρευστό αφηγηματικό υλικό και να δώσει δικές του ερμηνείες ή προεκτάσεις σε ό,τι υπονοείται ή αποσιωπάται.

Στα περισσότερα κείμενα δεσπόζει ως κεντρική μορφή η γυναίκα· η γυναικεία ευαισθησία και αντίληψη, το γυναικείο σώμα, που συνταιριάζονται με μια ενδοσκοπική γραφή, η οποία αποδιδόταν παλαιότερα σε γυναίκες συγγραφείς (αν και η άποψη αυτή είναι μάλλον ξεπερασμένη). Στο πρώτο κείμενο της συλλογής («Στο φως»), μέσα από αφαιρετικές και αλληγορικές εικόνες, υποψιαζόμαστε ότι το γυναικείο σώμα βρίσκεται στην κορύφωση της άνθισης και της έκρηξής του (παραλληλίζεται με σεισμό και λάβα), τη στιγμή που φέρνει στο φως μια νέα ζωή. Στην εμπειρία της εγκυμοσύνης αναφέρεται και το τελευταίο αφήγημα του βιβλίου («Στην έξοδο»), που είναι ακόμη πιο σιβυλλικό. Εδώ παρακολουθούμε μια νέα γυναίκα να περπατά πάνω σε μια ξύλινη προβλήτα δίπλα στη θάλασσα, ενώ νιώθει μέσα της το σκίρτημα του εμβρύου που κυοφορεί. Καθώς είναι υποχρεωμένη να μεταβεί σε έναν άλλο, ιδανικό τόπο, χωρίς να πάρει οτιδήποτε μαζί της, αποφασίζει να πέσει στη θάλασσα και να πνιγεί. Το αφήγημα αυτό, ίσως το καλύτερο του τόμου, κλείνει με τα λόγια: «Περιττή ομορφιά. Η ζωή». Οι δύο πρώτες λέξεις αποτελούν τον τίτλο του βιβλίου και, μαζί με τα συμφραζόμενά τους, τον φωτίζουν.

Και στα υπόλοιπα κείμενα η Ν. Διονυσίου δεν αποβλέπει να διηγηθεί μια ιστορία με αρχή, μέση και τέλος, αλλά να αποτυπώσει φευγαλέες εικόνες και μετέωρες καταστάσεις, που δεν καταλήγουν πουθενά: Μια γυναίκα τρέχει γυμνή στον δρόμο και προκαλεί ερωτηματικά σε όσους τη βλέπουν («Ζωντανή γυμνή γυναίκα»). Στο χιονισμένο τοπίο που κατακλύζει το αφήγημα «Ο φράχτης», με τους «χιονοσκεπτικιστές» και τον «χιονένιο φράχτη», τα δημοψηφίσματα, τις συγκρούσεις και τις διμερείς συμφωνίες, αντιλαμβανόμαστε ότι υπόκειται το άλυτο πολιτικό πρόβλημα της Κύπρου. Αλλού («Γιος γυναίκας»), μέσα από στίχους από τον Επιτάφιο του Ρίτσου και από δημώδη άσματα, παρακολουθούμε την ανθρώπινη διάσταση του Ιησού στο Όρος των Ελαιών, καθώς αρνείται να θυσιαστεί για τους ανθρώπους. Μια απόπειρα ληστείας («Ανάποδα»), η σχέση μιας έγκλειστης γυναίκας με τις δύο γάτες της («Δύο γάτες»), η εικόνα μιας ξένης γυναίκας που περπατά σε απόσταση από το κοριτσάκι της σε πάρκο («Μια ευθεία»), ένα αρχετυπικό ζευγάρι που επιχειρεί να ανα-γνωρίσει το έτερον ήμισυ («Σημάδια αναγνώρισης») και οι σκέψεις μιας άλλης μοναχικής γυναίκας που απευθύνεται στον εαυτό της («Σχετικότητα») είναι οι βασικοί θεματικοί άξονες που περνούν στα υπόλοιπα κείμενα της συλλογής.

Ανεξάρτητα από τις παρατηρήσεις ή επιφυλάξεις που σημειώνονται εδώ, πιστεύουμε ότι η πρώτη αυτή εμφάνιση της Ν. Διονυσίου αξίζει να προσεχθεί. Αναμένουμε όμως να δούμε τη συνέχεια.

Δρ. ΑΝΤΩΝΗΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ

Στο τελευταίο διήγημα της συλλογής Περιττή Ομορφιά της Νάσιας Διονυσίου (Αθήνα: Το Ροδακιό 2017), το οποίο τιτλοφορείται «Στην Έξοδο» (σσ. 52–56), μια γυναίκα κινείται προς την άκρη μιας ξύλινης προβλήτας. Η κίνηση αυτή έχει κάτι από τη βιβλική Έξοδο· είναι η απαραίτητη τελική δοκιμασία, που απαιτείται πριν από την απόλαυση της μεγάλης Επαγγελίας, της μετάβασης σε έναν άλλο κόσμο, όπου «άφθονο θα ρέει το μέλι και το γάλα» (σ. 54). Πριν περάσουν, όμως, οι άνθρωποι στη νέα αυτή σφαίρα της ύπαρξής τους, πρέπει να ρίξουν στο νερό το ένα πράγμα που θα ήθελαν να μεταφέρει η θάλασσα ­­— μια προσωποποιημένη δύναμη, περισσότερο σκοτεινή παρά σωτήρια — στον νέο τους κόσμο.

Η γυναίκα δεν κουβαλάει τίποτα, παρά μόνο το παιδί που μεγαλώνει στα σπλάχνα της και το οποίο παλεύει τώρα να γεννηθεί με τους πόνους που η Κατάρα έχει επιβάλει στην ανθρωπότητα. Η γυναίκα κάνει αυτό που κανείς άλλος δεν επιχειρεί: δεν κινείται προς την έξοδο μηχανικά, σαν ρομπότ. Προσπαθεί να ελέγξει την κίνησή της, να κρατηθεί, να μην γεννήσει τώρα, να μην βασιστεί στη θάλασσα να μεταφέρει το παιδί της στον άλλο κόσμο· να κρατήσει μέσα της το παιδί και να το γεννήσει με τους δικούς της όρους, αφού άλλωστε «στον τόπο της Επαγγελίας, στον Παράδεισο, στον Κήπο της Εδέμ» δεν θα υπάρχει πόνος, θλίψη ή στεναγμός.

Τη γυναίκα τη διαχωρίζει από το πλήθος η εμμονή του διερευνητικού της πνεύματος, μια φωνή που ακατασίγαστη μέσα της κραυγάζει και αμφισβητεί τα ηγεμονικά αφηγήματα (της πατριαρχίας και του χριστιανισμού — του χριστιανισμού που κατάντησε συνώνυμος της πατριαρχίας και μιας κοσμοθεώρησης που θέλει να κάνει τη ζωή σκέτη προσμονή θανάτου). Αν όλα θα είναι τέλεια στον τόπο της Επαγγελίας, τότε τι; Όλα αυτά που ζήσαμε μέχρι τώρα ήταν μάταια, περιττά; Άραγε ο Κήπος –– που ολοένα και περισσότερο μοιάζει με την επιστροφή στην απώτατη Αρχή αλλά ταυτόχρονα και με την κατάληξη στην ύστατη γαλήνη της ανυπαρξίας –– ο Κήπος, λοιπόν, άραγε, ακυρώνει τη ζωή; Η απάντηση είναι προφανώς καταφατική. Ναι, σύμφωνα με τη δεσπόζουσα, δεσποτική αφήγηση, ό,τι υπάρχει έξω από τον Κήπο δεν είναι παρά γύμνασμα για την επιστροφή σε αυτόν, γύμνασμα που χάνει την αξία του τη στιγμή της επιστροφής. Αλλά καθώς οι ανταύγειες από το σέλας «βάφουν με φως το νερό, τον ουρανό, τη στεριά» πριν σβήσουν (σ. 56), η Γυναίκα ­­— και μαζί η συλλογή — καταλήγουν στο συμπέρασμά τους: ναι, η ζωή, αφού προέρχεται από την άβυσσο και καταλήγει στην άβυσσο, μπορεί να είναι περιττή, αλλά είναι όμορφη. Είναι Περιττή Ομορφιά.
Το καταληκτικό διήγημα της συλλογής συμπυκνώνει τα βασικά θεματικά και τεχνοτροπικά της χαρακτηριστικά. Η συλλογή αποτελείται από δώδεκα «διηγήματα»· σε λίγα όμως από αυτά ο αναγνώστης θα εντοπίσει τα γνωρίσματα της παραδοσιακής μυθοπλασίας (καμπυλοειδείς μύθους με αρχή, κορύφωση και τέλος· ολοκληρωμένους, ρεαλιστικούς, τρισδιάστατους χαρακτήρες, κ.λπ.). Πρόκειται περισσότερο για ποιητικότροπα αφηγήματα, πυρηνικές μονάχα ιστορίες, πλούσιες σε εικόνες, μεταφορές, αφαιρέσεις, αισθήσεις και αισθήματα, κάποιες από τις οποίες (π.χ. το εναρκτήριο, «Στο φως») διαβάζονται αβίαστα ως πεζά ποιήματα. Το αφηγηματικό πλαίσιο είναι πότε συγκεκριμένο (η ελληνική επαρχία, μια πόλη, ένα διαμέρισμα η Κύπρος του σήμερα), πότε αφηρημένο (ένα «κάπου»), πότε εντελώς (παρα)μυθικό ή συγχωνευμένο με το μυθικό του φόντο.

Η συλλογή κλείνει με μια πορεία προς την «Έξοδο», αλλά ανοίγει, όπως είπαμε, με μια κίνηση «Στο φως» (σσ. 9–11). Το αρχικό αφήγημα είναι το πιο ποιητικό ίσως κείμενό της. Τα δύο, αρχικό και τελικό, είναι ποικιλοτρόπως συνδεδεμένα και στο θεματικό επίπεδο. Η συλλογή είναι στην ουσία της μια συνεκτική, ενιαία αφηγηματική σύνθεση, μια κυκλική πορεία από την Απαρχή στην Έξοδο της ζωής, από το Φως στο Σκοτάδι και πάλι στο Φως (ή έστω την ανακάλυψη πως και μες στο σκοτάδι μπορεί να λάμψει για λίγο το φως, ως Σέλας). Στους ενδιάμεσους σταθμούς αυτής της πορείας διαδραματίζονται όλα εκείνα τα συμβάντα, που καθιστούν τη ζωή Περιττή αλλά Όμορφη, ακόμη και μες την ασχήμια της: ο Έρωτας, η Σεξουαλικότητα, η Μητρότητα, η Βιοτική Πάλη, η Κοινωνική Αδικία, η Μετανάστευση, η Προσφυγιά, η Επιβίωση, η Απώλεια, η Μοναξιά, η Επανασύνδεση, η Γαλήνη.

Όπως υπονοεί τόσο η «Έξοδος» όσο και το «Φως» («…καὶ ἐγένετο φῶς…») την Περιττή Ομορφιά διατρέχει ως βασικό διακείμενο η Βίβλος:

Το Βιβλίο της Εξόδου: Η Έξοδος είναι κίνηση προς τη Γη της Επαγγελίας αλλά και προς τον Θάνατο (κίνηση αντίθετη με τα διδάγματα του ενστίκτου αλλά ταυτόσημη σύμφωνα με τα διδάγματα του χριστιανισμού). Κάποτε, όπως στο τελευταίο διήγημα, γίνεται εκούσια και με μια αίσθηση αυτοδυναμίας και πληρότητας. Άλλοτε όμως, όπως «Στο πέρασμα» (σσ. 20–23), είναι κίνηση τραγική: είναι η μακρά πορεία των Σύρων προσφύγων προς τη δική τους έξοδο από την απειλή του πολέμου, η οποία επίσης προϋποθέτει τη διάβαση του υγρού στοιχείου –– μόνο που γι’ αυτούς κανείς Γιεχβά και κανείς Μωυσής δεν θα ανοίξει πέρασμα μέσα από το νερό. Στο «Πέρασμα», ο ποταμός Έβρος γίνεται άλλη Νεκρά Θάλασσα, αλλά αυτός επειδή ξεβράζει τους πρόσφυγες νεκρούς –– αν και, ως εκ θαύματος, όχι όλους: κάποιοι θα σωθούν, κάποιοι άλλοι θα επιστρέψουν προσώρας από τον κόσμο των πνευμάτων, για να ευχαριστήσουν τους αγαθούς ανθρώπους που περιέσωσαν την ελπίδα της αναγέννησης.
Η Καινή Διαθήκη και ειδικά η προσευχή του Χριστού στο Όρος των Ελαιών εμφανίζεται στο διήγημα «Γιος Γυναίκας» (σσ. 30–32), στο οποίο μαεστρικά η εστίαση μετατοπίζεται από τον αμφιταλαντευόμενο Χριστό στη Μητέρα του, από τον Ευαγγελιστή στον Ρίτσο και από τον δοκιμαζόμενο Θεάνθρωπο στον νεκρό εργάτη της Θεσσαλονίκης του 1936, τον οποίο θρηνεί σπαρακτικά η μάνα του στον «Επιτάφιο», όπως η Παναγιά τον νεκρό Ιησού, χωρίς όμως να μπορεί να ελπίζει σε Ανάσταση. Ο «Γιος Γυναίκας», όπως και το «Ανάποδα» (βλ. παρακάτω) είναι τα μοναδικά διηγήματα στα οποία η αφηγηματική φωνή είναι ανδρική· και στα δύο όμως είναι οι γυναίκες πίσω από τους άνδρες που όντως πρωταγωνιστούν. Στον πειρασμό του, ο Ιησούς της Διονυσίου αρνείται το παραδοσιακό ανδρικό πρότυπο του ηρωισμού, το οποίο ταιριαστά αρθρώνεται με πλαστά ποιητικά τσιτάτα σε ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο, που παραπέμπουν σε ηρωικά δημοτικά τραγούδια (ακριτικά, κλέφτικα, παραλογές). Τα ποιήματα αυτά κατασκευάζουν πρότυπα για «του ανδρειωμένου το παιδί». Καθώς όμως η φωνή του Ιησού τα συμπλέκει αφενός με τον «Επιτάφιο» αφετέρου με τον «Θρήνο της Παναγιάς», είναι λες και οι γυναικείες φωνές των δύο τελευταίων ποιημάτων κατακεραυνώνουν και ματαιώνουν, ματαίως έστω, το αξιακό σύστημα που οδήγησε τα παιδιά τους στον θάνατο.
Πρωτίστως, όμως, στη συλλογή κυριαρχεί ως κεντρικό διακείμενο το Βιβλίο της Γένεσης. Η ιστορία του Κάιν και του Άβελ είναι το υπόβαθρο του πιο εκτενούς, διαπεραστικού και άρτιου από τα διηγήματα της Περιττής Ομορφιάς, του «Φράκτη» (σσ. 24–29). Το θέμα του διηγήματος είναι η υποκριτική, αδαής μας ξενοφοβία. Στις πρώτες του παραγράφους το διήγημα έχει κάτι από την ειρωνεία της πολιτικής παραβολής-αλληγορίας ενός Βασιλικού, ενός Φραγκιά, ενός Μαλεβίτση. Το βιβλικό διακείμενο του Κάιν εισάγεται στο δεύτερο μέρος –– υπέροχα υπονομευμένο: διότι, όπως και στον «Γιο Γυναίκας» πραγματικός πρωταγωνιστής της ιστορίας δεν είναι ο άνδρας που κυριαρχεί στο πρωταρχικό κείμενο, αλλά μια γυναίκα, η Μάνα: η Μάνα του Φονιά και η Μάνα του Νεκρού, που εν προκειμένω είναι βεβαίως μία και η αυτή.
Η ΓΥΝΑΙΚΑ: αυτή η μορφή, στις ποικίλες μυθικές και κοινωνικές υποστάσεις της, είναι ο κεντρικός πρωταγωνιστής των αφηγημάτων της Περιττής Ομορφιάς. Πάντοτε (σχεδόν) ανώνυμη, αλλά πάντοτε τοποθετημένη σε ευδιάκριτα ρεαλιστικά πλαίσια, τα οποία όμως προβάλλονται στην προοπτική του μύθου και δη του βιβλικού. Γιατί το αρχέτυπο της Γυναίκας που διατρέχει τη συλλογή είναι εκείνο που κυριαρχεί στο ιουδαιοχριστιανικό φαντασιακό, η Εύα:

Η Εύα ως η εκπεπτωκυία δύναμη της απόκλισης από τα Πατριαρχικά προτάγματα και τις Αρσενικές επιταγές, που επισύρει εις βάρος και του Αρσενικού τη θεϊκή οργή και δέχεται ως ποινή για την υπερβασία της «τα πάθια και τους καημούς του κόσμου» (η φώκια του Παπαδιαμάντη που μοιρολογεί καθίσταται ένα ακόμη αρχέτυπο αυτής της εκδοχής του Θηλυκού): τους πόνους της γέννας, τον σπαραγμό της μάνας που στερείται το παιδί της («Γιος Γυναίκας», σσ. 30–32· «Ο φράκτης», σσ. 24–29), την ανάγκη της καρτερικής υποταγής στην ανδρική βιαιότητα («Τα κλειδιά», σσ. 16–19), τον κοινωνικό ρατσισμό και τη μοναξιά εξαιτίας μιας ασήμαντης φυσικής ατέλειας («Μια ευθεία», σσ. 37–40).
Είναι όμως επίσης και μια άλλη Εύα, η ασυγκράτητη δύναμη της γυναικείας σεξουαλικότητας, η επιθετική, λυτήρια Ορμή του Θηλυκού, η Γυναίκα που οι άνδρες θέλουν να παραμερίσουν ως επικίνδυνη, άτοπη, «τρελή», να τη δαμάσουν ενσωματώνοντάς τη βίαια στις δικές τους δομές, να την καταστήσουν ήμερο κατοικίδιο («Δυο Γάτες», σσ. 41–43). Αλλά εκείνη επιστρέφει σε όλο της το γυμνό μεγαλείο πίσω στον Κήπο της Εδέμ, για να διεκδικήσει όσα της στερήσανε («Ζωντανή Γυμνή Γυναίκα», σσ. 12–15). Η Γυναίκα ως Λίλιθ, το Αρχέτυπο πριν από το Αρχέτυπο του Θηλυκού, το σύγχρονο φεμινιστικό σύμβολο, που εξορίζεται τόσο από τον κήπο της Εδέμ όσο και από το βιβλίο της Γενέσεως. Εξορίζεται, εξορκίζεται, αλλά δεν εξαφανίζεται και είναι έτοιμη να βυθίσει ακόμη και το ξίφος στο στήθος της, να θυσιάσει το φθαρτό σώμα που έχει γίνει σῆμα της ψυχής της, φυλακή χτισμένη από το Αρσενικό, προκειμένου να αποτάξει το δοτά ονόματα («Άννα», «Αθανασία») και να επιστρέψει στο μόνο όνομα που της ανήκει: «Εύα. Με λένε Εύα» («Δυο Γάτες», σ. 43).
Η Περιττή Ομορφιά της συλλογής είναι εν τέλει η Γυναίκα, η Ομορφιά που ενίοτε φαντάζει Περιττή στον κόσμο των ανδρών: διωκόμενη, βαλλόμενη, θυματοποιούμενη. Το αφηγηματικό νήμα που συνδέει τα αφηγήματα της Περιττής Ομορφιάς είναι, όπως σημειώνει η ίδια η Διονυσίου σε ιδιωτική μας συνομιλία, «η σχέση της σύγχρονης γυναίκας με τη γεννήτορά της, καθώς κι η οριζόντια σχέση ανάμεσα σε όλες τις γυναίκες κάθε εποχής και τόπου». Η Γυναίκα ως αρχέγονη μήτρα, ως τροφός, ως ζωτική ορμή, που εγκλωβίζεται και καλουπώνεται και ετεροπροσδιορίζεται ασφυκτικά, αλλά παλεύει, σε ένα αιώνιο παράδοξο, να ανακτήσει, να επαναβιώσει την πρώτη συνείδηση του Εαυτού της, να υπάρξει εκ νέου «Στο φως».

Σε ένα μόνο διήγημα της συλλογής συμβαίνουν όλα «Ανάποδα» (σσ. 33–36), κι όμως κι εδώ η σκληρότητα της κόρης είναι μορφή αντίστασης, επανάστασης και δίκαιης τιμωρίας. Το αγόρι, που κάποτε ζητιάνευε σοκολάτες από τους Εγγλέζους αποικιοκράτες, τώρα, όντας ο ίδιος όργανο ασφαλείας, συλλαμβάνει και βρίζει έναν «βρωμοαράπη», σχεδόν παιδί, που επιχειρεί να σουφρώσει λίγα γλυκά από ένα ψιλικατζίδικο. Το πρώην παιδί, που δεν έζησε ως παιδί, διότι πάντοτε έπρεπε να δουλεύει, γίνεται πατέρας, που δεν χαίρεται το παιδί του, γιατί η κόρη του, την οποία σπούδασε με αίμα, κάνει καριέρα και ζωή, πού αλλού, στην Αγγλία. Η ελευθερία της κοπέλας είναι σχεδόν σαδιστική, ο τρόπος που αδειάζει τον πατέρα της βάναυσος, αλλά κάτι στο διήγημα αυτό δεν σε αφήνει να τον λυπηθείς και πολύ.

Όταν πιάνεις στα χέρια σου ένα από τα κομψοτεχνήματα των εκδόσεων Το Ροδακιό της Τζούλιας Τσιακίρη, προκαταλαμβάνεσαι θετικά έναντι του βιβλίου και του συγγραφέα μόνο και μόνο από τη σαγήνη της τυπογραφίας, πριν καλά-καλά διαβάσεις έστω μία λέξη: ιδανικό μεσαίο σχήμα, εξώφυλλα που τραβούν το μάτι χωρίς να είναι κραυγαλέα, χαρτί που το νιώθεις στα δάχτυλα σαν λείο δέρμα γυναίκας και μια υπέροχη, στρογγυλή γραμματοσειρά σαν καλοσχηματισμένο στήθος, που πολύ θα ήθελα να μάθω πώς λέγεται και πώς θα μπορούσα να την κλέψω (Ναι, μην σοκάρεστε, η ανάγνωση δεν είναι τίποτε άλλο παρά ερωτική πράξη)! Το Ροδακιό το αγάπησα κυρίως χάρη στις ποιητικές συλλογές του Πέτρου Στεφανέα. Τώρα προσθέτω στα θέλγητρά του την Περισσής Ομορφιάς, αφηγηματικής δύναμης, θεματικής ρώμης και γλωσσικού κάλλους συλλογή της Νάσιας Διονυσίου.

Το βιβλίο αυτό προσθέτει μία ακόμη αιτία να πιστεύουμε ότι κάτι καλό συμβαίνει, μια άνοιξη συντελείται, στα κυπριακά γράμματα τα τελευταία χρόνια. Καλώς ή κακώς οι Κύπριοι καλλιτέχνες αποδεσμεύονται σιγά­-σιγά από τη θρηνωδία της χαμένης πατρίδας και αναζητούν νέους ορίζοντες –– ακόμη και όταν γράφουν για την ίδια την κυπριακή ιστορία, όπως ο… έτερος Καππαδόκης της σύγχρονης (γυναικείας) γραφής στην Κύπρο, η Κωνσταντία Σωτηρίου. Η Σωτηρίου έκανε αίσθηση με την Αϊσέ και μπορεί να θεωρείται πλέον καθιερωμένη χάρη στις Φωνές από Χώμα. Η Διονυσίου δείχνει με την Περιττή Ομορφιά ότι διαθέτει γραφίδα αλλιώτικη, αλλά εξίσου διεισδυτική και ελπιδοφόρα. Αναμένουμε με ενθουσιασμό τα επόμενα βήματά της.

Το κείμενο διαβάστηκε στη παρουσίαση του βιβλίου.

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΑΤΖΗΘΩΜΑΣ

Περιοδικό Διόραμα

Μια ιχνηλασία αυτοσυνείδησης και αυτοεπικοινωνίας

Καθόλου δεν περιττεύει η ομορφιά, η επάρκεια της αισθητικής πρόθεσης,
το υψηλό επίπεδο στοχασμού εφοδιασμένου με νόημα και αξία στα δώδεκα διηγήματα που περιλαμβάνονται στο βιβλίο της Νάσιας Διονυσίου
«Περιττή Ομορφιά», η πρώτη εντύπωση που κυριαρχεί και προβάλλεται
είναι μια ποιητική γραφή που επιτυγχάνει με αφαιρετική τεχνική να εμβαθύνει στα υπαρξιακά ερωτήματα των όντων.
Τα διηγήματά της είναι ένα ανιδιοτελές παιχνίδι μιας άκρως ευαίσθητης ψυχής, η οποία επενδύει στη διανοητική πράξη, για να αποκωδικοποιήσει και να αποκρυσταλλώσει με τόλμη μια σειρά βιωματικών εμπειριών, στοχασμών και προκλήσεων, ως ιχνηλασία αυτοσυνείδησης και αυτοεπικοινωνίας.
Η συλλογή της Νάσιας Διονυσίου «Περιττή Ομορφιά» εμφανίζεται σε μια χρονική περίοδο που επικρατούν άλλου είδους ρητορικές, αυθαιρεσίες, ελλείψεις και εξοικείωση με τη σύγχυση. Μέσα από ένα εντελώς νέο πρίσμα αντίληψης της γραφής και του στοχασμού επιτυγχάνει να ξεφύγει από τις υπάρχουσες ανούσιες καταγραφές και να προβάλλει ως μια ενόραση και παλινόρθωση ενός πνεύματος και μιας εμπνευσμένης καρδιάς. Οι ιστορίες της εμφανίζονται μέσα από μια ιεροτελεστία γραφής, αναγνώρισης, ανάλυσης και ομολογίας.
Η συγγραφέας διοχετεύει στα κείμενά της βαθύτατους ανθρωπιστικούς στοχασμούς, υπαρξιακούς προβληματισμούς και μια υψηλή αισθητική διατύπωσης των σκέψεών της.

…«Απλώνω τα χέρια στο δέντρο – ποιο δέντρο είναι αλήθεια αυτό; Δυο δέντρα, δυο γάτες σκαρφαλώνουν στα δέντρα, ζωή, γνώση, η μια και άλλο μαλλί, η άλλη κι άλλους ποντικούς, βλέπω τα χείλη μου να σχηματίζουν ένα όνομα, βλέπω τα χέρια μου ν’ ανεβαίνουν πάνω από τα δέντρα, πάνω από τις γάτες, βλέπω ένα ξίφος, βλέπω τώρα το ξίφος να πέφτει με φόρα.
Ξέρω πως αμέσως μετά δεν θα υπάρχω.
Ποιο είναι το όνομά μου;
Πετάγομαι.
Με λένε Άννα, Αθανασία, Εύα.
Με λένε Εύα…»

(Δύο γάτες)

Αποκαλυπτική, θεμελιωμένη σε μια συνεκτική στάση, παραστατική και αληθινή η γραφή της, γίνεται προϊόν γενεσιουργό ταυτισμένο με την ποιότητα, την επινόηση και την αξίωση.
Ειλικρινής, στοχαστική και, προπάντων, ποιοτική μετρά τις δυνάμεις της με πάθος, σκέφτεται με το σώμα, πλουτίζει το συναίσθημα με τη δριμύτητα της καρδιάς. Περνά μέσα από τη δοκιμασία ψυχής – σώματος γνώσης και επίγνωσης, μνήμης και ανάμνησης, παραληρήματος και σιωπής, αισθησιασμού
και τραγωδίας. Η συγγραφέας εντοπίζει τη σχέση αυτών των ζευγαριών και νιώθει στο πετσί της τη σκληρή και χαοτική κατάσταση που την περιβάλλει. Όμως, γύρω της αναπτύσσει ένα πνευματικό περίβλημα που αφενός την προστατεύει ως άνθρωπο και αφετέρου της δίνει τη δυνατότητα, με βάση τους ηθικούς και συναισθηματικούς της άξονες, να συνδυάσει το πολύ προσωπικό της ύφος – μεγάλο πλεονέκτημα – με την εικονοποιία και το πλούσιο διανοητικό στοιχείο που κατέχει.
Οι αισθήσεις της κατακλύζονται από τη μοναξιά των ανθρώπων, την αδιαφορία των πολλών, τον πόνο των αδικημένων, την απώλεια αγαπημένων προσώπων, τον αποκλεισμό του χρώματος από τη ζωή και τη διαφάνεια του σύμπαντος.
Αιώνια υπαρξιακά θέματα αναζητούν την κάθαρση. Αδημονούν για μια καινούργια αρχή, μια νέα αυγή.
Η Διονυσίου γίνεται καθρέφτης των προσώπων που τη συνοδεύουν στην καθημερινότητα, γίνεται φωνή στη σιωπή τους, κραυγή στη δοκιμασία τους, συνέχεια και γι’ αυτούς που έχουν φύγει μια ανάμνηση.

… «Άνοιξη δείλι γεννήθηκε.
Αυτή η μυρωδιά του θύμιζε την κόρη του.
Είχε φεγγάρι, μοσχοβολούσαν οι κιτρομηλιές.
Βγήκε έξω.
Έριξε μια ματιά στον καθρέφτη.
Βούρτσισε τα παπούτσια, έδεσε τα κορδόνια, πέρασε τη ζώνη του.
Έβαλε ριγέ πουκάμισο και το μοναδικό του τζιν παντελόνι.
Τι φοράνε σε τέτοιες περιπτώσεις;
Πασαλείφτηκε με κολόνια.
Ξυρίστηκε.
Νερό…»
(Ανάποδα)
Συμμετέχει και συμπάσχει με τον άνθρωπο, όχι συμβατικά και παθητικά. Κάνει μαζί του κρυφή συμφωνία. Να τον πάρει από το χέρι να τον οδηγήσει στο ξέφωτο, να του μιλήσει με ευθύ και πλάγιο λόγο, για να του προσδώσει βάθος και ουσία στο φάσμα της ύπαρξης, όραμα και πεμπτουσία σε μια πραγματικότητα που περιδινίζεται στον ανύπαρκτο χρόνο, στον
απροσδιόριστο χώρο.
Αυτό που εντυπωσιάζει στη συλλογή διηγημάτων της Νάσιας Διονυσίου πέρα από τα πιο πάνω, είναι η κλίμακα πάνω στην οποία κινείται τόσο η σκέψη όσο και το υλικό που χρησιμοποιεί για να εκφραστεί και να αποκαλύψει τη νοητική
καταβύθισή της στο θαύμα της ύπαρξης, στο πρωτεϊκό και το πρωταρχικό σύστημα αρχέτυπων της ψυχολογίας, παραπέμποντας, μάλιστα, σε θεοσοφικά και ανθρωπομετρικά θεωρήματα.

…«Ανέπνεα. Μέσα στην κοιλιά μου πλάθονταν οι νέοι ωκεανοί και με κατέκλυζαν, στα πέλματά μου στεκόταν το σύμπαν, χωρούσα τα μουρμουρητά και τις εκρήξεις του, τα νανούριζα. Κι όταν ξεσπούσαν οι πόνοι της γέννας μου και με σάρωναν, βράχοι που ξεκολλούσαν και γκρεμίζονταν, μια τρομερή κραυγή από στόματα άγνωστα σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη: εγώ ο σει-
σμός, εγώ η λάβα, εγώ η πράσινη χλόη….»
(Στο φως)

Η εκφορά του λόγου της, συγκροτημένη, καλά προφυλαγμένη από περιττή περιγραφή, από πλεονασμούς και εκφραστικές διαθλάσεις, εκπηγάζει ως εσωτερική ανάγκη την οποία υπαγορεύει ο προσωπικός της στοχασμός και η ψυχικής της επάρκεια.
Αυτό εκδηλώνεται με αναγνωστική πρόσληψη και μητρική, εμπειρική και βιωματική διαίσθηση ως ειδικού βάρους του τελετουργικού και προσωπικού φορτίου που επωμίζεται για να συγγράφει και να διεκδικήσει τον τίτλο της συγγραφέως.
Τα κατάφερε περίφημα. Την υποδεχόμαστε με γηθοσύνη και απροσπέλαστη πληρότητα, μ’ ένα ακόμη απόσπασμα από τη συλλογή της που φέρει τον τίτλο,
«Σχετικότητα».

… «Μια μέρα άναψες ένα μαγκάλι.
Τη θέλω τη στάχτη μου…
Έριξες μέσα αποκόμματα εισιτηρίων, φωτογραφίες, την κόκκινη
φανέλα του.
Αφού ο χρόνος δεν γυρίζει πίσω…
Μια μεγάλη φωτιά.
Αφού δεν καταλαβαίνω πως γίνεται να γυρίσει…
Στάχτη, όλα στάχτη.
Τη θέλω, τη θέλω τη στάχτη μου!
Μάζεψες μετά αυτή τη στάχτη.
Ας τρέξει λοιπόν ο χρόνος, ας τρέξει μπροστά ο χρόνος,
γρήγορα, πιο γρήγορα…
Την έκλεισες σε μια τεφροδόχο.
Να τελειώνει.
Τώρα πια κοιμάται αγκαλιάζοντας σφιχτά την τεφροδόχο.
Ήλιος. Περιστρέφεσαι. Γύρω του.
Καμιά φορά – συχνά, πολύ συχνά – ονειρεύεται πως ξεφεύγει
από την τροχιά της και πέφτει με φόρα μέσα του.
Πέφτεις. Με φόρα. Μέσα του.
Καμιά θεωρία τότε, κανένας νόμος. Μόνο ύλη που έλκεται.
Μόνο. Μαζί. Τα σώματά σας.
Ξυπνά, βλέπει τον ακίνητο ουρανό από την ανοιχτή μπαλκονό-
πορτα, κλείνει την τεφροδόχο στο συρτάρι του διπλανού κομο-
δίνου και ένα σημείωμα που μόλις έγραψε, παλιό σημείωμα, το
πρώτο της.
Η στάχτη μου να μπει κι αυτή μαζί στην τεφροδόχο…»

 

Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ

Διαβάζοντας κάποιος τα διηγήματα της συλλογής Περιττή ομορφιά (εκδ. Το Ρόδακιό) της Νάσιας Διονυσίου δεν μπορεί παρά να ανακαλέσει την καίρια παρατήρηση του Frank O’ Connor ότι το διήγημα είναι «από την ίδια του τη φύση απομακρυσμένο απ’την κοινότητα – ρομαντικό, ατομιστικό και
ασυμβίβαστο».
Οι δώδεκα ιστορίες περιστρέφονται γύρω από ένα. κάθε φορά, πρόσωπο, το οποίο παρουσιάζεται σαν αποσπασμένο από τους άλλους ανθρώπους, έξω από κάποιο καθιερωμένο πλαίσιο. «Έχει πάντα την αίσθηση πως περπατά
μόνη, ειδικά σήμερα, ολομόναχη στον κόσμο», διαβάζουμε στο διήγημα «Μια ευθεία», ενώ στη «Σχετικότητα»: «Κατέβαζε τα σκουπίδια, είχε γείτονες, τους απαντούσε· τους απαντούσε Όλα καλά». Χάρη στη συντομία, την ακρίβεια και τον ρυθμό τους που τα διηγήματα της συλλογής καταφέρνουν να αποτυπώσουν ή να υποδηλώσουν οριακές και απόλυτα προσωπικές για την ανθρώπινη ύπαρξη στιγμές, όπου ένα άτομο βρίσκεται σε πλήρη δοκιμασία ή πλήρη μοναξιά ή σε πλήρη ρήξη με τον υπόλοιπο κόσμο.
Η συγγραφέας καταπιάνεται με φαινομενικά «ασήμαντες» καταστάσεις, αποσκοπώντας όχι τόσο στο να διεισδύσει σε «σημαντικά» ή «σημαντικότερα» ζητήματα, όσο στο να αναδείξει ότι η ζωή ενυπάρχει, ενδεχομένως και με
μεγαλύτερη ένταση, σε αυτά ακριβώς τα «μικρά»: τις απροσδόκητες φευγαλέες, ασύνδετες, ασυνάρτητες ή ανομολόγητες λεπτομέρειες της πράξης ή της συνείδησής μας. Ένα ετοιμοθάνατο πουλί στο προαύλιο της εκκλησίας την ώρα της κηδείας του παππού, η ασφυκτική ζέστη μέσα σ’ ένα καθηλωμένο αυτοκίνητο σε μια διάβαση πεζών, η πρώτη νυχτερινή περιπολία
ενός αστυνομικού, η ξενάγηση σε έναν υπαίθριο χώρο γλυπτικής, ένα παιδί που τρέχει πίσω από τη μαμά του σε ένα πάρκο, μια γυναίκα
που προσπαθεί να κατανοήσει τη θεωρία της σχετικότητας… Με αυτές και άλλες αφορμές, σε ιστορίες χωρίς ιδιαίτερη πλοκή, γνωρίζουμε ή διαισθανόμαστε κάποια λανθάνουσα ή αποσιωπημένη εκδοχή του ψυχισμού του προσώπου -του πρωταγωνιστή ή του εαυτού μας- μια ενδότερη αλήθεια, μια ενδόμυχη καθήλωση σε έναν κόσμο στον οποίο, συνάμα, πρέπει διαρκώς
κανείς να επιβιώνει, είτε κυριολεκτικά («αυτά έχει η δουλειά, αυτά είχε πάντα, με τον ιδρώτα του προσώπου το ψωμί, κατάρα. βλέπεις, κατά-
ρα του Θεού» στο διήγημα «Ανάποδα») είτε με όρους ταυτότητας και ιδιοπροοωπίας («Εγώ ο πρώτος νεκρός Εγώ τα παιδιά και τα κεντήματα
μου», στο διήγημα «Στο φως»).
Παρόλο που η συγγραφέας εκκινεί από διαφορετικούς θεματικούς άξονες ολόκληρη η συλλογή συγκροτείται ως ενότητα με άξονά της τη γυναικεία φιγούρα και τη διαχρονική σύνδεσή της με την αρχετυπική μορφή της Εύας
την οποία ωστόσο επεκτείνει ή ανατρέπει. Ταυτόχρονα, ενώ αξιοποιούνται ποικίλες τεχνικές αφήγησης, το βιβλίο χαρακτηρίζεται συνολικά από τη χρήση συμβόλων και μεταφορικών αναγωγών, από την ποιητικότητα και την ποιότητα της γλώσσας και από την ένταση του πυκνού και αφαιρετικού λόγου.

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΧΡΙΣΤΟ Ρ. ΤΣΙΑΗΛΗ

Η συγγραφέας Νάσια Διονυσίου εξομολογείται στον συγγραφέα Χρίστο Ρ. Τσιαήλη: η απαρχή του συγγραφικού ταξιδιού της στον χρόνο, η ανάγκη τού να μιλήσει προσωπικά στους αναγνώστες της, η θέση των γυναικών στη λογοτεχνία και μια συγγραφική Ομορφιά, που μόνο… Περιττή δεν είναι.

ΧΡΙΣΤΟΣ ΤΣΙΑΗΛΗΣ: Αγαπητή μου Νάσια, να σε ευχαριστήσω για την προθυμία σου να μου παραχωρήσεις αυτή τη συνέντευξη. Θα ήθελα να αρχίσουμε, αφού πρώτα μου ονοματίσεις το αγαπημένο σου βιβλίο και τον αγαπημένο σου συγγραφέα. Δεν είναι απαραίτητο να απαντήσεις και στα δύο ερωτήματα ή το βιβλίο να ανήκει στον συγγραφέα που θα αναφέρεις.

ΝΑΣΙΑ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ: Θα ’λεγα πως οι πεζογράφοι στους οποίους καταφεύγω ξανά και ξανά, είναι οι δύο μεγάλοι Ρώσοι -ο Ντοστογέβσκη κι ο Τσέχοφ. Από τα βιβλία που αγαπώ, ξεχωρίζω «Το φθινόπωρο του πατριάρχη» του Μάρκες, το «Ανάμεσα στις πράξεις» της Γουλφ και το «Οι χρόνοι του σώματος» του Ντελίλο.

Χ.Τ.: Αρχίζουμε, λοιπόν, με το πιο συνηθισμένο ερώτημα που ρωτάνε έναν συγγραφέα. Πότε και πώς ξεκίνησαν τα πρώτα συγγραφικά ερεθίσματα;

Ν.Δ.: Από τη στιγμή που έμαθα γραφή κι ανάγνωση! Διάβαζα από πάντα μανιωδώς οτιδήποτε έπεφτε στα χέρια μου και μαγευόμουν από όλους αυτούς τους άλλους τόπους, τους άλλους χρόνους, τους άλλους ανθρώπους των βιβλίων -που όμως την ίδια στιγμή θα μπορούσαν να ήταν εγώ, εδώ, τώρα. Και λίγο από ζήλεια να φτάσω αυτά που διάβαζα, λίγο απ’ τη λατρεία που είχα στις λέξεις, στους ήχους, στους πιθανούς κι απίθανους συνδυασμούς τους, βάλθηκα από πολύ μικρή να παιδεύομαι μαζί τους. Στην πέμπτη τάξη του δημοτικού, μάλιστα, έκανα την πρώτη μου -αποτυχημένη, εννοείται– απόπειρα να γράψω βιβλίο!

Χ.Τ.: Τι ήταν αυτό που σε ώθησε προς την αφοσίωση στη συγγραφή και προς την απόφαση να δημιουργήσεις τις συνθήκες εκείνες που θα σε οδηγούσαν στον να εκδόσεις ένα βιβλίο;

Ν.Δ.: Η ανάγκη να μιλήσω πιο προσωπικά, μα και συνάμα να συνομιλήσω. Ήταν η στιγμή που αισθάνθηκα πως η συγγραφή θα με βοηθούσε να εξερευνήσω πτυχές του εαυτού μου, τις οποίες απλώς υποψιαζόμουν ή ίσως και να αγνοούσα, να εμβαθύνω σ’ αυτές, να τις κατανοήσω, να τις σχηματοποιήσω, να τις εκφράσω και εν τέλει να τις μοιραστώ μέσα από τη δική μου ιδιοπροσωπία. Αποφάσισα τότε να παρακολουθήσω εξ αποστάσεως μαθήματα δημιουργικής γραφής, με δασκάλους τους συγγραφείς Μισέλ Φάις και Δημήτρη Τανούδη, και να μαθητεύσω σ’ αυτή την τέχνη που όπως κάθε άλλη απαιτεί συστηματική δουλειά -μελέτη, εξάσκηση, αυτοπειθαρχία, επιμονή…

Χ.Τ.: Πρόσφατα, είχες λάβει μέρος σε μια συζήτηση Ανοικτού Πανεπιστημίου με θέμα τις γυναίκες συγγραφείς στην Κύπρο. Παρουσίασες ένα απόσπασμα από την πιο πρόσφατή σου έκδοση, το βιβλίο «Περιττή Ομορφιά». Από ποιο διήγημα επέλεξες να διαβάσεις και για ποιον ειδικά λόγο;

Ν.Δ.: Πράγματι, τον περασμένο Δεκέμβρη μαζί με τις συγγραφείς Μυρτώ Αζίνα, Μαρία Α. Ιωάννου και Κωνσταντία Σωτηρίου, συμμετείχα σε εκδήλωση που διοργάνωσε το Ανοιχτό Πανεπιστήμιο Κύπρου, υπό τον συντονισμό των καθηγητών Δήμητρας Δημητρίου και Αντώνη Πετρίδη, με τίτλο «Η γυναίκα στο κείμενο». Στόχος της συζήτησης, ήταν η διαπραγμάτευση του ερωτήματος κατά πόσο είτε στη διαδικασία της γραφής, είτε στο αποτέλεσμά της, δηλαδή στο ίδιο το λογοτεχνικό έργο, επενεργεί το φύλο του συγγραφέα ή εάν η γραφή στέκεται ουδέτερη απέναντι σ’ αυτό.
Στη δική μου παρέμβαση σημείωσα πως συνειδητά ψηλαφώ κι αξιοποιώ στη γραφή μου βιωμένες εμπειρίες που συνδέονται με το φύλο μου και με έχουν καθορίσει, γιατί απλούστατα χωρίς αυτές δεν θα μπορούσα να μιλήσω ειλικρινά, να μιλήσω, δηλαδή, ως εαυτός.
Στην εκδήλωση διάβασα το διήγημα με το οποίο ξεκινά η συλλογή μου, που έχει τον τίτλο «Στο φως». Σ’ αυτό, παρακολουθούμε πώς η πρωτόπλαστη Εύα, έχοντας αποκτήσει συνείδηση της αυθύπαρκτης υπόστασής της, της ζωογόνου δύναμης και των ασύλληπτων δυνατοτήτων που έχει ως γυναίκα, αποφασίζει να αυτοεξοριστεί από τον κήπο της Εδέμ, έστω κι αν γνωρίζει πως αυτό που την περιμένει στον αληθινό κόσμο είναι «ορδές βαρβάρων».

Χ.Τ.: Πιστεύεις ότι η αντιμετώπιση της γυναίκας συγγραφέα στην εποχή μας είναι δίκαιη;

Ν.Δ.: Η γυναίκα διαχρονικά έχει γνωρίσει αποκλεισμούς από όλο σχεδόν το φάσμα της δημόσιας σφαίρας και της δημόσιας έκφρασης. Όταν πλέον οι γυναίκες άρχισαν να διεκδικούν χώρο και ρόλο στη δημόσια ζωή, η αντιμετώπισή τους στηρίχθηκε σε στερεοτυπικά πρότυπα και κοινωνικά προσδιορισμένους διαχωρισμούς, κάτι που ίσχυσε και στον χώρο της λογοτεχνίας, σε σχέση με την αντιμετώπιση της γυναίκας τόσο ως συγγραφέως, όσο και ως αναγνώστριας. Στη δική μας εποχή και κοινωνία, οι γυναίκες συγγραφείς -όπως και κάθε συγγραφέας, ανεξαρτήτως των πολλαπλών και ιδιαίτερων ταυτοτήτων και χαρακτηριστικών του– αξιώνουν -και σε σημαντικό, αλλά όχι απόλυτο, βαθμό το έχουν κατακτήσει- να μπορούν να εκφράζονται, να αποτιμούνται και να επιδρούν πέρα και έξω από ψευδεπίγραφα και παραπλανητικά σχήματα, τα οποία εν τέλει δεν έχουν και καμία σχέση με την τέχνη.

Χ.Τ.: Πόσο δύσκολο, πιστεύεις, είναι για μια εργαζόμενη μητέρα να αφοσιώνεται και στη γραφή;

Ν.Δ.: Η Αλίς Μονρό, η σπουδαία αυτή Νομπελίστρια διηγηματογράφος, έχει δηλώσει πως έγραφε μόνο όταν οι κόρες της κοιμούνταν ή πήγαιναν σχολείο κι αυτός ήταν ένας απ’ τους λόγους για τους οποίους δεν ασχολήθηκε ποτέ με τη συγγραφή μυθιστορήματος, παρά μόνο διηγημάτων. Ο Ρίλκε είχε πει πως, «Για να γράψω χρειάζομαι κάτι περισσότερο από την απαραίτητη γραφική ύλη: λίγη σιωπή και μοναξιά», και πραγματικά για εμένα αυτό ισχύει απόλυτα, αφού για να μπορέσω να γράψω χρειάζομαι αδιάσπαστο χρόνο, αποστασιοποίηση, νηφαλιότητα, επαφή με τον εαυτό μου. Σίγουρα, αυτό είναι πιο δύσκολο όταν η καθημερινότητά μου εν πολλοίς μοιράζεται ανάμεσα στην κόρη μου και την πρωινή εργασία μου, αλλά παλεύω να βρίσκω τους τρόπους, έστω κι αν η προσπάθεια που απαιτείται -συναισθηματική, ψυχική, σωματική- είναι, νομίζω, μεγαλύτερη.

Χ.Τ.: Επιστρέφοντας στο βιβλίο σου, πώς προέκυψε η ιδέα για το «Περιττή Ομορφιά»; Δηλαδή, το έναυσμα της ιδέας ποιο ήταν; Πες μας λίγα λόγια για το βιβλίο αυτό.

Ν.Δ.: Η «Περιττή ομορφιά» αποτελείται από δώδεκα αυτοτελείς και αυθύπαρκτες μικρές ιστορίες, που δεν γράφτηκαν με σκοπό να αποτελέσουν μέρος κάποιου ενιαίου συνόλου. Συνειδητοποίησα όμως πως συγκροτούνται ως ενότητα γύρω από τη γυναικεία φιγούρα και γύρω από αυτό τον άξονα στήθηκε τελικά αυτή η πρώτη συλλογή διηγημάτων μου. Η συλλογή μοιάζει να αποτελεί μια συνεκτική και ενιαία σύνθεση, η οποία παρακολουθεί και αναπλάθει την πορεία της πρωτόπλαστης Εύας από την εγκατάλειψη του κήπου της Εδέμ και την είσοδό της στον σύγχρονο κόσμο μέχρι την τελική έξοδό της απ’ αυτόν. Στο ενδιάμεσο αποτυπώνονται στιγμές και καταστάσεις που περιστρέφονται γύρω από οικεία θεμελιώδη θέματα του σύγχρονου ανθρώπου τα οποία θα έλεγα πως αποτελούν συγγραφικές, κι όχι μόνο, εμμονές μου: την αναζήτηση της ατομικής ταυτότητας, τη μητρότητα, τον έρωτα, την απώλεια, τη μοναξιά, την πάλη για επιβίωση, τη μετανάστευση, τη βία, τη μισαλλοδοξία…

Χ.Τ.: Αλήθεια, ο τίτλος πώς έδεσε;

Ν.Δ.: Ο τίτλος προέκυψε από την καταληκτική φράση του βιβλίου: «Ομορφιά. Περιττή ομορφιά. Η ζωή». Είναι μια φράση που συμπυκνώνει τη δική μου αδιάκοπη απορία για το αν αυτό το απειροελάχιστο μεσοδιάστημα φωτός που μας χαρίστηκε μέσα στο απέραντο σκοτάδι της ανυπαρξίας έχει κάποιο, ελάχιστο έστω, νόημα. Κι αν κατ’ επέκταση υπάρχει οποιαδήποτε αξία στην προσπάθεια του ανθρώπου να δημιουργήσει οτιδήποτε που υπερβαίνει τις καθαρά βιοτικές του ανάγκες, αφού κι αυτό είναι καταδικασμένο στη φθορά και τη λήθη. Αν, με άλλα λόγια, αξίζει που γράφουμε, που διαβάζουμε, που ερωτευόμαστε, που μοιραζόμαστε, αν αξίζουν οι προσωπικές μας αγωνίες, οι συλλογικοί μας αγώνες, οι σκέψεις μας… Δεν ξέρω, πάντως στις στιγμές της μεγάλης απελπισίας, βρίσκω πως η μόνη απάντηση που μπορώ να δώσω στο ερώτημα αν στη ζωή η ομορφιά έχει κάποιο νόημα είναι πως η ομορφιά μπορεί και να ’ναι τελικά το μοναδικό νόημα, γι’ αυτό κι είναι πάντα τόσο εύθραυστη κι όλο εξοστρακίζεται ως περιττή.

Χ.Τ.: Πολύ όμορφο αυτό που είπες. Να δώσουμε μια εικόνα για κάποια από τα διηγήματα μέσα στο βιβλίο, ίσως αυτά που εσύ θεωρείς τα πιο αγαπημένα σου;

Ν.Δ.: Σε όλα τα διηγήματα, ακόμα και σε αυτά που φαίνεται να απουσιάζει κάποια εμφανής ή συγκεκριμένη πλοκή, οι εικόνες είναι κυρίαρχες, φορτισμένες θα έλεγα, δηλωτικές. Η Εύα που συνειδητοποιεί τον εαυτό της σαν δέντρο, μια γυναίκα μέσα στο ακινητοποιημένο αυτοκίνητό της που βλέπει τον δρόμο κι όσα τον συναποτελούν -πεζοδρόμια, πινακίδες, δέντρα κ.λπ.- να της επιτίθενται, μια άλλη που προσπαθεί να κάνει ένα ετοιμοθάνατο πουλί να πιει νερό, ένα αγρόκτημα στα σύνορα που το επισκέπτεται το φάντασμα ενός μετανάστη, ο φράχτης που δημιουργείται όταν οι άνθρωποι αποφασίζουν να τα βάλουν με το χιόνι που έφτασε απροσδόκητα στην πόλη τους, ένα αναποδογυρισμένο σταντ και τριγύρω σκορπισμένες σοκολάτες, ό,τι έμεινε από την πάλη ενός αστυνομικού κι ενός κλέφτη, μια γυναίκα στο πάρκο που ακολουθεί ένα κοριτσάκι που τρέχει πίσω από τη μαμά του, μια γάτα που κλώθει χρωματιστό μαλλί και μια άλλη που στοιβάζει πνιγμένους ποντικούς, η εικόνα του δάσους που μεταβάλλεται μέσα από την περιστροφή ενός μεγάλου διαμπερούς κύβου, μια γυναίκα που ανεβοκατεβαίνει τις κυλιόμενες σκάλες στο εμπορικό κέντρο, μια ξύλινη προβλήτα απ’ άκρη σ’ άκρη της θάλασσας που μεταφέρει τους ανθρώπους στον «άλλο τόπο» ενώ το νερό γίνεται ολοένα πιο κόκκινο…

Χ.Τ.: Τι ήθελες να δείξεις γενικά στους αναγνώστες σου μέσα από τα δώδεκα διηγήματα της συλλογής «Περιττή Ομορφιά»;

Ν.Δ.: Τίποτα, στην πραγματικότητα… δεν νομίζω πως έχω να κομίσω κάποιο μήνυμα ή μια αλήθεια, αφού αυτό που κάνει η λογοτεχνία είναι μόνο να υπενθυμίζει, όπως έγραψε ο Τσέχοφ, πως τίποτε σ’ αυτό τον κόσμο δεν είναι απλό. Αν κάτι, όμως, υποδηλώνεται μέσα από τα διηγήματά μου είναι, νομίζω, πως η ζωή δεν ενυπάρχει μόνο σε αυτά που θεωρούνται μεγάλα ή σπουδαία, αλλά και σε αυτά που αγνοούμε, προσπερνούμε ή υποτιμούμε, σ’ αυτά που μένουν άρρητα κι ανομολόγητα, στις φαινομενικά ασήμαντες στιγμές και σε κάποιες αδιόρατες λεπτομέρειες, χειρονομίες, συσπάσεις, μέσα από τις οποίες αναβλύζουν, όμως, ρεύματα ευαισθησίας, πόνου, αγωνίας, που πυροδοτούν το «πρωτογενές» και το «οριακό» της ανθρώπινης ύπαρξης.

Χ.Τ.: Θα ήθελα να μας χαρίσεις έναν από τους βασικούς σου συμβολισμούς στη συλλογή και να μας εξηγήσεις το σκεπτικό πίσω του.

Ν.Δ.: Όπως προανέφερα, παρότι τα διηγήματα διαφέρουν μεταξύ τους θεματικά και υφολογικά, ολόκληρη η συλλογή περιστρέφεται γύρω από τον άξονα της γυναικείας φιγούρας. Αυτό επιτυγχάνεται με τη χρησιμοποίηση ποικίλων αναφορών στην πρωτόπλαστη Εύα ή σε άλλες γυναικείες μορφές που στην ιουδαϊκή και χριστιανική παράδοση είτε την ανταγωνίστηκαν, όπως η Λίλιθ, είτε την διαδέχθηκαν, όπως η Παναγία, καθώς και την αξιοποίηση άλλων βιβλικών μοτίβων ή συμβόλων. Στόχος μου, ωστόσο, δεν ήταν να αναπαραστήσω ή να διαιωνίσω στατικές, μονοδιάστατες και στερεοτυπικές απεικονίσεις της γυναικείας προσωπικότητας ή θηλυκότητας, αλλά να τις διερευνήσω, να τις επεκτείνω, να τις αμφισβητήσω ή να και τις διαθλάσω ως πηγή σύνθετων και πολυφασματικών υποστάσεων. Αυτό που με ενδιαφέρει, παράλληλα, είναι να φωτίσω τις ποικίλες, συχνά μύχιες ή απροσδιόριστες, συνδέσεις ανάμεσα στις γυναίκες, αλλά και να υπαινιχθώ πως τα ζητήματα που άπτονται της πεμπτουσίας της ανθρώπινης ύπαρξης, ίσως τελικά παραμένουν κοινά και διαχρονικά ανάλλαχτα.Χ.Τ.: Πού έγιναν παρουσιάσεις του βιβλίου; Ποια τα μελλοντικά σχέδια;

Ν.Δ.: Το βιβλίο εκδόθηκε στην Αθήνα από «Το Ροδακιό» τον περασμένο Μάη κι αμέσως μετά έγινε η παρουσίασή του στη Λευκωσία, με τη συμμετοχή του συγγραφέα Δημήτρη Τανούδη και της εικαστικού Αντρεάνας Καμπανέλλα, η οποία ζωγράφισε το σχέδιο του εξωφύλλου. Τέλη Οκτωβρίου το βιβλίο παρουσιάστηκε στη Λεμεσό από τη φιλόλογο και κριτικό θεάτρου, Νόνα Μολέσκη, και τη συγγραφέα Μυρτώ Αζίνα, ενώ τον Νοέμβριο είχα τη χαρά να φιλοξενηθώ στην Αθήνα από τη Λέσχη Ανάγνωσης «Φάλαινα» και να συνομιλήσω με τα μέλη της. Επίσης στις 5 Φεβρουαρίου θα βρεθώ ξανά στην Αθήνα, στο βιβλιοπωλείο «Επί Λέξει», ώρα 19:00, μαζί με τους συγγραφείς Τασία Βενέτη, Εύα Μαθιουδάκη και Δημήτρη Χριστόπουλο, σε μια συζήτηση που θα συντονίσει ο συγγραφέας και μεταφραστής λογοτεχνίας Μιχάλης Μακρόπουλος, με θέμα «Τα πολλά πρόσωπα της διηγηματογραφίας».

Χ.Τ.: Τι άλλες δημοσιεύσεις ή εκδόσεις έχεις ως σήμερα;

Ν.Δ.: Η «Περιττή ομορφιά» είναι το πρώτο μου βιβλίο. Είχε προηγηθεί η συμπερίληψη ενός διηγήματός μου στη συλλογική έκδοση: «Η πόλη αυτή τη νύχτα» (Poema, 2014), ενώ άλλες μικρές ιστορίες μου έχουν δημοσιευθεί σε έντυπα (Cadences, The Books’ Journal) και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά ή ιστοσελίδες (poema, bibliotheque, falaina, frear, popaganda).

Χ.Τ.: Ποια πιστεύεις είναι τα βασικά συστατικά που πρέπει να διαθέτει ένα βιβλίο για να έχει αυτό που λέμε «εκτόπισμα»; Τι πρέπει να αποφεύγεται;

Ν.Δ.: Μπορώ να μιλήσω περισσότερο ως αναγνώστρια, παρά ως συγγραφέας, λέγοντας πως εγώ εκτιμώ τα βιβλία στα οποία η ομορφιά της μορφής, της γλώσσας, της πλοκής, της αφήγησης, συμπίπτει με την αποκάλυψη μιας βαθύτερης αλήθειας, ενός ουσιαστικού νοήματος, μιας άλλης θεώρησης που με οδηγεί πιο κοντά στην καρδιά ή την πρώτη αίσθηση των πραγμάτων. Αγαπώ τα βιβλία τα οποία με βγάζουν από τις ευκολίες μου, γελοιοποιούν προσφιλείς μύθους, με ξεβολεύουν, αναγκάζοντας με να σκεφτώ και να κατανοήσω εξ υπαρχής τον εαυτό μου και τον κόσμο. Εκείνα τα βιβλία που με βοηθούν να ζω με συνειδητότητα, κι όχι απλώς να υπάρχω, έτσι, τυχαία, στα τυφλά. Και που μου υπενθυμίζουν την κοινή μοίρα των ανθρώπων –τους κοινούς πόνους, τις κοινές χαρές, τις θαυμαστές δυνατότητες, την κοινοτυπία, όπως είπε η Χάνα Άρεντ, του κακού, την αιώνια σύγκρουση, τη θνητότητά μας… Τα βιβλία που με διδάσκουν να συμπάσχω και να μην επαναπαύομαι.

Χ.Τ.: Αν το βιβλίο σου θα ταξίδευε τον αναγνώστη στον χώρο και τον χρόνο ενός υπαρκτού σύμπαντος, τι θα βιώναμε σε πέντε λέξεις;

Ν.Δ.: Μπρος, πίσω – εδώ, αλλού – ταχύτητα, ακινησία – σκοτάδια, φως – το διηνεκές, η στιγμή.

Χ.Τ.: Τέλος, ποια είναι τα συναισθήματα με τα οποία πιστεύεις ότι κλείνει ο αναγνώστης του «Περιττή Ομορφιά» και τι αποκομίζει στο τέλος;

Ν.Δ.: Όποιο συναίσθημα ή σκέψη κι αν μπόρεσε να προκαλέσει το βιβλίο μου, ακόμη και το πιο ελάχιστο θραύσμα συγκίνησης, τον παραμικρό κλονισμό ή αμφιβολία, για εμένα είναι σημαντικό, ιδίως σ’ αυτούς τους καιρούς, που όλα μοιάζουν να μας κατακλύζουν, χωρίς όμως να κατορθώνουν να μας βρέξουν -χωρίς να αγγίζουν το μέσα μας. Από ’κει κι έπειτα, η ανάγνωση είναι μια τόσο προσωπική κι ελεύθερη εμπειρία, που ουδόλως ορίζεται ή μπορεί να ερμηνευθεί από τον συγγραφέα, κι αλίμονο, αν ήταν αλλιώς.

Χ.Τ.: Ας κλείσουμε τη συνέντευξη με ένα μικρό αγαπημένο σου χωρίο από το βιβλίο.

Ν.Δ.: «Όμως τώρα ξέρω· μακριά, πέρα από τα κτίσματα, στο βάθος, ο κήπος περιμένει.
Ένας κήπος χωρίς γεωμετρία, χωρίς περιγράμματα και όγκους, μονάχα ένας άπλετος πράσινος χώρος· μπορεί και μπλε και πορτοκαλής και μωβ και ροζ και κίτρινος κι όλες οι αποχρώσεις τους, οι τόνοι, οι συνδυασμοί τους. Ύστερα άλλα χρώματα, νέα χρώματα, νέα πλουμιά, μουσικές, λέξεις, κορμί εύπλαστο, πνοή και χώμα, κι απίθανοι κυματισμοί, σαν αυτούς που ξεσπούν στον ουρανό την ώρα του δειλινού, την ώρα του έρωτα και της γέννησης, χωρίς να επαναλαμβάνονται ούτε μια φορά, ούτε μια φορά στο όλο του χρόνου».

Χ.Τ.: Αγαπητή Νάσια, σε ευχαριστώ πάρα πολύ για τη συνέντευξη αυτή. Πραγματικά έχεις δώσει μια νέα διάσταση στον όρο «περιττή ομορφιά». Θα περιμένουμε με χαρά την επόμενή σου δουλειά.

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗΝ ΓΙΟΥΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

«Η αγωνία του δεύτερου βήματος»

Πώς προέκυψε το βιβλίο;

Το βιβλίο φανερώθηκε όταν μέσα από ένα σώμα κειμένων που είχα γράψει άρχισε να σκιαγραφείται το πραγματικό σώμα μιας γυναίκας· μιας γυναίκας με σάρκα και αίμα, με αγωνίες, προσδοκίες, διαψεύσεις, μιας γυναίκας που μπορεί και να ήμουν εγώ ή εσύ ή ίσως ένα αρχέτυπο, μιας γυναίκας που διαθλάται πάντως –πολύπλοκη, αυθύπαρκτη και τραγική, ως κάθε άνθρωπος– στο εδώ και στο τώρα και αναμετριέται με διαχρονικά πανομοιότυπα ανθρώπινα ζητήματα.

Βάλε μας λίγο στο κλίμα με ένα μικρό απόσπασμα.

Παρότι η «Περιττή Ομορφιά» αποτελείται από δώδεκα αυτόνομα διηγήματα, συγκροτείται ως ενότητα παρουσιάζοντας αποσπάσματα από τη ζωή μιας σύγχρονης Εύας, που την ίδια στιγμή είναι και Λίλιθ και μάνα και γάτα, ένα κορίτσι που τρέχει στο πάρκο, μια προσφυγοπούλα από τη Συρία… Επιλέγω μία φράση από κάθε διήγημα, που νομίζω πως μπορούν να αποδώσουν αυτή τη σύνθεση:

«Στο φως είδα το κορμί μου· κι ήταν καλό.» «Οι πάσσαλοι δρομείς που σκουντιούνται ξαναμμένοι, ιδρωμένοι, θρασείς· αν εγώ είμαι το τέρμα, στην αλλαγή της σκυτάλης θα πέσουν πάνω μου.» «Εγώ έχω το όνομα της γιαγιάς. Η γιαγιά όλο μάζευε τα μπουκάλια κι έκρυβε τα κλειδιά κάτω από τις γλάστρες της αυλής.» «Δειλά η γυναίκα κοιτούσε τα μάτια που αντίκρυ της τρεμόπαιζαν – αδρά, υγρά, μάτια του κόσμου τούτου.» «Κι όλο δάγκωνε τα χείλη της, μην καταλάβει εκείνος για τον άλλο γιο, που η ίδια του ’χε πλύνει την όψη με ανθόνερο…» «Μα συ που ούτε τη μάνα μου δεν πρόστρεξες μήτε στης γέννας της τους πόνους μήτε στ’ ανακάλεμά της (…) θαρρείς πως ξέρεις τι σημαίνει να φρίττει ο ουρανός;» «Δουλειά. Και πώς αλλιώς θα σπούδαζε το κορίτσι του; Πώς θα τα έβγαζαν πέρα;» «Όμως το κοριτσάκι την έχει φτάσει, απλώνει το χεράκι του ενώ κι η γυναίκα απλώνει το δικό της· προχωρούν τώρα πιασμένες – ίδιες, ίδιες, θαρρείς ολόιδιες.» «Ποιο είναι το όνομά μου; Πετάγομαι. Με λένε Άννα, Αθανασία, Εύα. Με λένε Εύα.» «Όμως εκείνος δεν με θυμόταν. Με είχε ξεχάσει. Από πάντα. Ε, τότε κι εγώ τον επινοούσα.» «Αν ήσουν πλανήτης, θα ήταν ο ήλιος σου.» «Σέλας, το είπαν. Η ουράνιες μπαλαρίνες. Ομορφιά. Περιττή ομορφιά. Η ζωή.»

Πώς γράφεις; Είσαι τύπος που τα κλείνει όλα και συγκεντρώνεται;

Ναι, είμαι κι εγώ απ’ εκείνους που για να γράψουν χρειάζονται κάτι περισσότερο από την απαραίτητη γραφική ύλη: λίγη σιωπή και μοναξιά, όπως είχε σημειώσει ο Ρίλκε. Έχω ανάγκη αυτή τη συγκέντρωση, ώστε να μπορώ να επεξεργαστώ πρώτα μέσα μου αυτά για τα οποία θέλω να μιλήσω, να τα αποσυνθέσω επιχειρώντας να τα συνθέσω εκ νέου και απ’ αρχής, να αφουγκραστώ τη φωνή τους για να μπορώ να την οικειοποιηθώ και να την κάνω δηλωτική, ταυτόχρονα, μιας υπέρτερης αλήθειας. Το να βρω, όμως, αυτόν τον αδιάσπαστο χρόνο είναι κάτι αρκετά δύσκολο.

Ποιος είναι ίσως ο μεγαλύτερος εχθρός της διαδικασίας της γραφής;

Το ότι συμβαίνει να υποτιμήσω πως η λογοτεχνία είναι μια τέχνη δύσκολη και πως δεν αρκεί το να κατέχω τις λέξεις, αλλά προϋποθέτει να μπορώ να τις κάνω να υποβάλλουν περισσότερα από αυτά που σημαίνουν. Πως είναι άλλο το να απλοποιώ κι άλλο το να μιλάω απλά, άλλο το να ψεύδομαι κι άλλο το να επινοώ, άλλο το να αναπαριστώ την πραγματικότητα κι άλλο να κατορθώνω να τη μετέρχομαι για να μιλήσω για τον άνθρωπο. Από την άλλη, το ότι συχνά αισθάνομαι να παραλύω απέναντι σε αυτές τις δυσκολίες είναι για εμένα ο έτερος εχθρός της διαδικασίας της γραφής. Δεν είμαστε ποιητές, σημαίνει φεύγουμε, έγραψε ο Σαραντάρης, σημαίνει εγκαταλείπουμε τον αγώνα, παρατάμε τη χαρά στους ανίδεους…

Τι θεωρείς υπερεκτιμημένο σε ένα βιβλίο;

Θεωρώ υπερεκτιμημένο ένα βιβλίο που ξεχωρίζει εξαιτίας ενός και μόνο χαρακτηριστικού του – ας πούμε της ιστορίας ή της μορφικής πρωτοτυπίας του ή της συγκίνησης που προκαλεί. Κατά τη δική μου γνώμη, σημαντικό είναι εκείνο το βιβλίο στο οποίο μορφή και περιεχόμενο δένουν σχεδόν αδιάσπαστα, εξωθώντας ταυτόχρονα στα άκρα τη δυνατότητα του αναγνώστη να σκέφτεται, να αισθάνεται, να αποκτά συνείδηση, ή έστω υποψία, του ποιος είναι ή ποιος θα μπορούσε να είναι.

Αγαπημένο απόσπασμα ή φράση απο βιβλίο που σε καθήλωσε.

Είναι μια σκηνή από την Αθανασία του Κούντερα (Μτφρ. Κ. Δασκαλάκη, εκδ. Εστία), στην οποία συνειδητοποίησα πως μια φαινομενικά ασήμαντη χειρονομία, μια απειροελάχιστη κίνηση, μπορεί να είναι ισάξια ενός έργου τέχνης· πως μπορεί ακόμα και να βρίσκεται στον πυρήνα ενός έργου τέχνης, αφού η τέχνη σε αυτό είναι που τελικά αποβλέπει – στην ανανοηματοδότηση του οριακού της ανθρώπινης ύπαρξης και στη μετατόπιση του ανθρώπου από τα παρασκήνια της ιστορίας στη σκηνή της.

«Χωρίς να σταματήσει, γύρισε το κεφάλι προς το μέρος του, χαμογέλασε και ξεδίπλωσε χαρούμενα το μπράτσο της στον αέρα, με ελαφράδα και απλότητα, σαν για να εξαπολύσει προς τον ουρανό ένα πολύχρωμο μπαλόνι. Αυτή η στιγμή κατά την οποία, ξαφνικά, χωρίς καμιά προετοιμασία, κομψά κι απερίσκεπτα, η Ανιές σήκωσε το χέρι, αυτή η στιγμή είναι υπέροχη. Πώς είχε μπορέσει να βρει, μέσα σ’ ένα κλάσμα δευτερολέπτου και από την πρώτη κιόλας φορά, μια κίνηση του σώματος και του βραχίονα τόσο τέλεια, τόσο ολοκληρωμένη όσο κι ένα έργο τέχνης;»

Πού βλέπεις τον εαυτό σου, τι επιθυμείς;

Θέλω να τολμήσω το δεύτερο βήμα στην πεζογραφία, η αγωνία, όμως, είναι μεγαλύτερη τώρα, ίσως γιατί έχω απολέσει την άγνοια κινδύνου της πρώτης φοράς, ίσως γιατί με ενδιαφέρει να εξελιχθώ, αποφεύγοντας την παγίδα της επιτηδευμένης ή στείρας ανακύκλωσης. Στο μεταξύ, απολαμβάνω να διαβάζω και να ξαναδιαβάζω βιβλία που πέφτουν σαν το τσεκούρι στην παγωμένη θάλασσα της ψυχής, για να δανειστώ από τον Κάφκα, και να πειραματίζομαι με τους χρωματισμούς της γλώσσας, τη ρευστότητα των διαφόρων ειδών λόγου, τους δυνητικούς τρόπους ανασύστασης της εσωτερικής συνείδησης του ανθρώπου και της ροής των ιστορικών γεγονότων.

Τι σημαίνει για σένα η υποψηφιότητα στα βραβεία του Αναγνώστη.

Παρακολουθώ αδιάλειπτα τη θεματογραφία του Αναγνώστη, εμπιστεύομαι τις κριτικές αναλύσεις του, ανακαλύπτω τα καινούρια βιβλία και τους νέους συγγραφείς που συστήνει, γνωρίζω καλά πως ο θεσμός των βραβείων του έχει καταστεί ένας από τους σημαντικότερους στον χώρο των ελληνικών γραμμάτων. Η συμπερίληψή μου στις μικρές λίστες σήμαινε, επομένως, τη συμπερίληψή μου σε αυτόν το θαυμαστό κόσμο του Αναγνώστη και γιατί όχι, μια στιγμή που σκέφτηκα πως μέσα από το βιβλίο μου ίσως να μπόρεσα να συνομιλήσω με κάποιους ανθρώπους για την κοινή ζωή, τους κοινούς πόνους, την ομορφιά.

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

ΜΑΡΙΑ ΚΟΥΓΙΟΥΜΤΖΗ

maria_kougioumtzi

Η Μαρία Κουγιουμτζή γεννήθηκε το 1945 στη Θεσσαλονίκη, όπου και ζει. Διηγήματά της έχουν δημοσιευτεί στα λογοτεχνικά περιοδικά «Η λέξη», «Εντευκτήριο», «Πάροδος», «Πανδώρα», «Παρέμβαση» και «Ένεκεν». Ποίησή της έχει δημοσιευτεί στα περιοδικά «Εντευκτήριο» και «Πάροδος».
Το βιβλίο της, «Άγριο βελούδο», τιμήθηκε με τα βραβεία διηγήματος του περιοδικού «Διαβάζω» (2009) και του Ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών (2010).

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Όλα μπορούν να συμβούν μ’ ένα άγγιγμα, Εκδόσεις Καστανιώτη (2016)
Κι αν δεν ξημερώσει;, Εκδόσεις Καστανιώτη (2013)
Γιατί κάνει τόσο κρύο στο δωμάτιό σου;, Εκδόσεις Καστανιώτη (2011)
Άγριο βελούδο, Εκδόσεις Καστανιώτη (2008)

 

 

 

Η Μαρία Κουγιουμτζή έγραψε και ποιήματα τα οποία δημοσίευσε σε λογοτεχνικά περιοδικά και τα οποία μεταφέρω εδώ από το translatum.gr (https://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=14293.0)

 

Ο ΑΓΓΕΛΟΣ

Μες στο καζάνι ο άγγελος ψηνότανε
με πράσινες πιπεριές, κόκκινο μπούκοβο
πασπαλισμένος με κρασί μαδέρας
και λίγη χρυσαφιά μουστάρδα
στα φτερά του.
Καθώς μιλιά ανθρώπινη δεν γνώριζε
νόμιζε πως αν τραγουδούσε
θα ημέρευε το αγριεμένο πλήθος.
Και πράγματι, πιάνοντας το χορό
τρώγαν τα καφτερά
ζεστά κομμάτια του
γλείφοντας τα φτερά του
με τις λάγνες γλώσσες τους
και φτύνανε τα τρυφερά του
κόκαλα στο χώμα.

Δημοσιευμένο στο περιοδικό Πάροδος, τεύχος 23-24 (Δεκέμβριος 2008)

 

ΣΕΙΡΗΝΑ

Μην την ακούς
έχει πανσέληνο η Σειρήνα μες στα μάτια της
θα βυθιστείς στην τρικυμία της φωνής της
Τα δίχτυα των χεριών της θα σ’ αρπάξουνε

κι ως να πεις χάνομαι
θα σ’ έχουν βάλει στο τηγάνι

Δημοσιευμένο στο περιοδικό Πάροδος, τεύχος 23-24 (Δεκέμβριος 2008)

 

ΜΗ ΒΛΕΠΕΙΣ

Μη βλέπεις
πώς μοιράζει τα χαρτιά
πώς κόβει τον βαλέ και πώς τη ντάμα
πώς ρίχνει τα σπαθιά μες στις καρδιές
κι απλώνεται το αίμα
στο μονό του στρώμα.

Εσύ να βλέπεις
τους δυο λύκους μες στα μάτια του
καθώς ρουφάνε το κελαρυστό μεδούλι
απ’ τα δικά σου.

(Ανέκδοτο ποίημα)

 

ΤΟ ΓΑΛΑΖΙΟ ΑΛΟΓΟ

Πες σ’ αυτό το γαλάζιο άλογο πως δεν υπάρχει.
Πως πρέπει να προσαρμοστεί στον σκούρο κόσμο.
Πάει ο καιρός που έπλεε στη θάλασσα
κοιμότανε στο πράσινο του χορταριού αιδοίο.
Πες του να σκύψει το κεφάλι για σφαγή
να φύγει από το πάρτι με τις αλεπούδες.
Έχει στεφάνι αγκαθωτό από συρμάτινη κραυγή
κολάρο να φορέσει
και με τα ξύλινα παπούτσια του
τον θάνατό του να κλοτσήσει.

Αργά αργά να ξεφλουδιστεί
απ’ τον γαλάζιο εαυτό του
και μ’ ένα χρώμα χωματί να γονατίσει.

(Ανέκδοτο ποίημα)

 

ΑΝΘΟΔΕΣΜΗ

Σε μια μεταξωτή θηλιά κορδέλα
τα κίτρινα τριαντάφυλλα σπαράζουν
Τα δάχτυλα των φύλλων τους
βοήθεια ζητάνε μες στο θολό νερό,
για να σωθούν
γαντζώνονται στ’ αγκάθια
ξεσκίζοντας την πράσινή τους σάρκα.

(Ανέκδοτο ποίημα)

 

ΚΑΛΙΝΤΡΕΗ

Την Καλιντρέη περιμένω εγώ, την Καλιντρέη,
την πιο σκληρή κι από τους μπάτσους
που φυλάγανε στην πόρτα.
Πιο αψιά, πιο σκύλα,
που σε δάγκωνε στο άψε σβήσε.
Όμως είχε δυο αστέρια
στον αριστερό της κόρφο
και μια χρυσή καδένα
στον γαλάζιο αφαλό της.
Όλα τα θέλω σου αμέσως τα αράδιαζε
σαν πιόνια και με χρυσό καρφί
μαγνήτιζε την ξυραφένια ακμή τους.

Θα δεις
ίχνη πάνινων φτερών
από ιπτάμενα πλοία,
άσπρη γαζέλα μες στο
κόκκινο παλτό της.

Θα πάρεις
το μαλαματένιο τόξο της
καθώς σφυρίζει στον αέρα
σχίζοντας τον αφρό από τα όνειρα
πριν καρφωθεί
στο σάρκινο ηχείο της καρδιάς σου.

Δημοσιευμένο στο περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχος 77 (Ιούνιος 2007)

 

ΣΕ ΠΡΟΔΩΣΑΝ

Δυο καστανές και δυο χρυσές
ουρίτσες απ’ τη φράντζα σου
γελούσαν
πάνω από τα μοβ γυαλιά σου
Αν ήτανε ζαχαρωτά
ή δηλητήριο
από δόντι οχιάς
τα μάτια σου,
δεν έβλεπα.

Οι κοφτεροί καρχαρίες των δοντιών σου
σε προδώσαν.

Δημοσιευμένο στο περιοδικό Πάροδος, τεύχος 14 (Ιούνιος 2007)

 

ΝΑ ΤΟΝ ΦΟΒΑΣΑΙ

Να τον φοβάσαι
τον θυμό του Μένανδρου
κρατάει Καλάσνικοφ η οργή του.
Έχει ομήρους
μυστικά και λάθη σου
δεν θα διστάσει να τα εκτελέσει.

Γι’ αυτό στριπτίζ μην κάνουν
οι ανάγκες σου
το αλεξίσφαιρο γιλέκο
του εγώ τους να φορέσουν
πριγκίπισσες σιωπηλές κι αδιάφορες
από κοντά σου να περάσουν.

Δημοσιευμένο στο περιοδικό Πάροδος, τεύχος 14 (Ιούνιος 2007)

 

ΧΟΡΔΗ

Τυφλή χορδή
σφυγμός
στα μαύρα πλήκτρα των δακτύλων σου
που απορροφούσαν λέξεις
μέσα σε πράσινη σκιά
αιώρα φωνηέντων
σταγόνες θαλασσιάς βροχής
χειροκροτάει ο τσίγκος
από το άηχο τύμπανο
το δέρμα της φωνής σου
πλένει
τα κίτρινα γάντια μου
που σφίγγουν τον λαιμό σου.

Δημοσιευμένο στο περιοδικό Πάροδος, τεύχος 14 (Ιούνιος 2007)

 

ΑΛΚΙΝΟΟΣ

Μη
τον μικρό μου φίλο τον Αλκίνοο
που τρώει με το δάχτυλο το μέλι,
βουίζουνε στον ουρανίσκο του οι μέλισσες,
το φιλντισένιο όστρακο
των κυανών ματιών του
ουρά χελιδονιού ψαλίδισε
περνώντας η σκιά της.
Μη,
έτσι ολόγυμνος π’ αποκοιμήθηκε
κάτω από της μουριάς τα φύλλα
και στάζουν οι χυμοί από τα μούρα της
σαν κοκκινάδια άσεμνα
στο τρυφερό του σώμα,
μην τον ξυπνάτε.

Δημοσιευμένο στο περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχος 77 (Ιούνιος 2007)

 

Η ΕΡΗΜΟΣ

Είναι η έρημος παράδεισος,
ανθίζουν σπάνια λουλούδια.
Άσπρα ελάφια
παίζουν μ’ άσπρους λύκους.
Μονόκεροι μ’ αμέθυστους φτερά πετάνε.
Ολόξανθες πεταλούδες ιππείς
στη ράχη κόκκινων πουλιών αλόγων.

Γελάς, και πέφτουν μαργαρίτες απ’ το γέλιο σου
κάνουν τα φύλλα τους βαρκούλες τα μυρμήγκια
κι οι μέλισσες τις σέρνουν με τ’ αγκίστρι τους
στο ζαλισμένο αέρα τσαϊράδα.
Μες στις αιώρες της δροσιάς
λικνίζονται της αχλαδιάς τα φύλλα,
κοιμάται πάνω τους η βελουδένια κάμπια,
ένα μαμούθ έσκυψε και τη φίλησε
κι έμεινε το μεταξωτό της χνούδι
σκουλαρίκι στο μεγάλο αυτί του.

Ο ήλιος που μήτε έδυε, μήτε ανέτειλε,
με τις χρυσές χορδές έπαιζε της κιθάρας του
και χόρευαν μεθυστικά τα πράσινα φιλιά της χλόης.

Έρχονται οι έρωτες σε διάφανα έλκηθρα
κρούουν με τύμπανα τ’ ατλάζι της ψυχής σου,
δεν σχίζεται, ηχεί.

Είναι επόμενο
να βλέπεις τόσα οράματα
αφού εξόριστη στην έρημο βαδίζεις.

Δημοσιευμένο στο περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχος 77 (Ιούνιος 2007)

 

ΠΑΥΣΙΛΑΟΣ

Είναι αγρίμι ο Παυσίλαος
να τον φοβάσαι
σαν τσακμακόπετρες ανάβουν τα σπιρούνια του
πάνω στη γραφομηχανή όταν καλπάζει.
Το λάσο του πετάει
κι αιχμαλωτίζει απ’ το λαιμό
τα ρήματα και τις προθέσεις σου
και με τη μια τις παίρνει το κεφάλι.

(Ανέκδοτο ποίημα)

 

Η ΕΡΩΤΗΣΗ ΠΟΥ ΔΕΝ Μ’ ΑΓΑΠΟΥΣΕ

Κανένα νέο; Ρώτησες.
Εξαρτάται πώς εννοεί κανείς το νέο.
Νέο μπορεί να είναι ότι επιτέλους τηλεφώνησες.
Μπορεί να είναι μια καινούρια σκέψη που έκανα για σένα
ή μια παλιά που την έκανα εκ νέου.
Μπορεί να είναι νέα η διάθεσή μου
ν’ ακούσω τη φωνή σου
ή η δική σου διάθεση που ρωτά: έχεις κάνα νέο;

Η ερώτησή σου απαντούσε
σ’ αυτό που μας ενώνει καθώς μας χωρίζει.
Είναι σα να με γύρευε εκεί που δεν ήμουν
κι εκεί που ήμουν δε με βρήκε.
Ίσως γιατί ερχόταν από κει που δεν ήσουν
ενώ, εκεί που ήσουν, η ερώτηση δεν υπήρχε.

Δημοσιευμένο στο περιοδικό Πάροδος, τεύχος 14 (Ιούνιος 2007)

 

ΟΝΕΙΡΟ

Μες στη φωτογραφία του
κοιμάται ο νέος ναύτης
η άσπρη φορεσιά τού αφαιρεί το βάρος
θαρρείς λευκό και θαλασσί
μπαλόνι που υψώνεται
χαράζοντας μια φωτεινή γραμμή
στα μάτια της γυναίκας
π’ αγρυπνάει.

Δημοσιευμένο στο περιοδικό Πάροδος, τεύχος 14 (Ιούνιος 2007)

 

ΗΜΟΥΝ ΕΝΑ ΣΙΩΠΗΛΟ ΚΟΡΙΤΣΙ

Εγώ μαχαίρωσα τον Κλύτη.
Τις γαλανές λίμνες των ματιών του
εγώ τις πάγωσα
να πατινάρετε άνετα μπορείτε.
Μη φοβάστε.
Είναι αμετάκλητα σκληρός ο πάγος
δε θα βυθιστείτε.

Όσα είδατε σ’ αυτόν,
κίτρινα φίδια τα φιλιά του,
φλογοβόλα όπλα,
τα χέρια πυρωμένες ξιφολόγχες,
τα πόδια να κλοτσούν
σαν άγρια άλογα,
όμως κυρίως η μιλιά του,
οξύ που τρέλαινε τις φρένες σας,
δεν θα τα ξαναδείτε.
Εγώ τ’ αφάνισα.

Ήμουν ένα σιωπηλό κορίτσι
και δεν πρόσεξε.
Είχε ξεχάσει
πως εγώ μεγάλωσα στους δρόμους.

Δημοσιευμένο στο περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχος 77 (Ιούνιος 2007)

 

ΑΘΩΝΕΣ

Εσύ να μην κοιτάς τους Άθωνες
που τρώνε ζωντανά τα ψάρια
Αυτοί σ’ εχθρούς και φίλους
με το ίδιο μένος φέρονται
τους κόβουν χέρια και πόδια
άμα τους προδώσουν

Εσύ που μες στο μέλι ψάρευες τα μύδια
και με τις φτερωτές γοργόνες
ξενυχτούσες κάθε βράδυ
Πρέπει να είσαι μαλακός
με τους εχθρούς σου.

Δημοσιευμένο στο περιοδικό Πάροδος, τεύχος 14 (Ιούνιος 2007)

 

Η ΚΑΡΕΚΛΑ

Είναι πολύ κρύα αυτή η καρέκλα
Μου επιτίθεται με ριπές πάγου.
Είναι γιατί καθόσουν πάνω της όταν…
Της λείπουν τα ζεστά σου χέρια στο ξύλινο κορμί της.

Η γραφή σου, ο καπνός του τσιγάρου σου
Τα μυστικά σου
Ήσουνα το μαντείο της.

Όταν κάθομαι εγώ
ορμάει πάνω μου η άρνησή της.
και μου πετάει κατάμουτρα το χιόνι της.

Είναι μια συνηθισμένη καρέκλα
Με την ανάσα των πεύκων στα χέρια της
ξύλινα μπράτσα που αγκαλιάζουν

Ξεθωριασμένο το κάλυμμα
κρύβει την ευωδιά της αφής σου
στα τρεμάμενα νήματα της ύφανσής της.

Οι άγγελοί σου
λικνίζονται πάνω της
βυθίζοντας τα άηχα πέλματά τους
στο άδειο.

Είναι μια ερωτευμένη καρέκλα
Που επιμένει να κλείνει μέσα της
τον ίσκιο σου ζεστό.

Με τους λύκους του δάσους
να παραμονεύουν.

Όμως εσύ
Γονατίζοντας έγραφες
στα πράσινα φύλλα της

Έγλειφε ο κρόκος του πρωινού
Την άδεια πλάτη
κι ένα μεθυσμένο αηδόνι
κοιμόταν πάνω στο μπράτσο της.

Τραγούδα
Κανείς μας δεν σ’ αφήνει να φύγεις

Τι καλά που δεν είδες τον κόσμο μας
Πιασμένο στο δίχτυ του τρόμου.

Ανέκδοτο ποίημα, δημοσιευμένο στον ιστότοπο bibliotheque (2014)

 

Η ΟΥΡΑ ΤΗΣ

Ήταν από τα πιο καφτά μοντέλα η Τζέϊνα
φεύγαν πουλιά απ’ το μαύρο τρυπητό καλσόν της,
είχαν δυο ρίγες πράσινες και δυο πορτοκαλιές
τα κίτρινα ποτάμια των μαλλιών της
που φτάναν και χαϊδεύανε την άκρη της ουράς της
το χνουδωτό μαστίγιο που μαστίγωνε
τους εραστές που πλέαν στα νερά της.

2006

 

ΑΧΕΡΟΝΤΑΣ

Για δες
πως φούσκωσε ο Αχέροντας
απ’ ώρα σ’ ώρα θα ‘χει πλημμυρίσει
ανώφελα τα φράγματα
λαφρείς οι σάκοι με τα υπάρχοντά μας
αντίσταση δε φέρνουνε τα θέλω μας
οι ανάγκες μας υποταγή έχουν δηλώσει

Σιωπηρά κι ανώνυμα το αίμα μας
συνθήκη έχει κάνει, ένωση,
με τα νερά
που απ’ ώρα σ’ ώρα θα μας πνίξουν.

 

ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΟΙ ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΟΙ ΣΚΥΛΟΙ

Είδα μια ταινία του Τζάρμους
για έναν νέο ποιητή
που δίσταζε να εκδώσει
τα ποιήματά του.

Υπήρχε κι ένας σκύλος
Που ήταν ερωτευμένος
με την γυναίκα του ποιητή.

Ο σκύλος όταν βρήκε ευκαιρία
Ξέσκισε με τα δόντια του
το μπλοκ με τα προχειρογραμμένα ποιήματα.

Ο ποιητής για βδομάδες
Δεν κοιμόταν
δεν έτρωγε

Κυκλοφορούσε σαν νεκρός
Με το πένθος
Του χαμένου του εαυτού

Κι ενώ όλα φαίνονταν τετελεσμένα
Ένα πρωί ο σκύλος
Άνοιξε την πόρτα της ποίησης
Κι ο ποιητής έγραψε ένα ποίημα
Για τους ερωτευμένους σκύλους
Που ακόμα κι αυτοί
κατατρέχουν την ποίηση.

 

ΤΖΙΝΟ

Δες πώς χορεύει ο Τζίνο
πώς λικνίζεται,
σαν ολοστρόγγυλο αυγό κυλάει
πιο θαλασσιά απ’ το μπλού τζίν τα μάτια του
πιο δροσερή απ’ το καμπάρι η πνοή του
Μ’ απ’ όλα πιο γλυκιά η λεκάνη του
καθώς στριφογυρίζει γύρω γύρω
πλένει όλα τα γινάτια και τις πίκρες μου
και με μαλακτικό φιλί τις μαλακώνει.

Από την ενότητα «Άγγελοι με κραγιόν»
περιοδ. Εντευκτήριο 2007

 

 

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

 

ΑΓΡΙΟ ΒΕΛΟΥΔΟ (2008)

«Άγριο βελούδο» είναι το αγκάλιασμα της τρυφερότητας με τη σκληρότητα. Η συνύπαρξη του απαλού με το τραχύ· του τολμηρού με το αθώο. Είναι η δίψα της ψυχής να ζήσει μέσα στο σώμα αλλά και πέρα από αυτό. Η ιεροτελεστία του εγκλήματος. Eίναι ο έρωτας, η τρέλα και η εκδίκηση. Η μέθη της παραβατικότητας. H αμαρτία ως εφαλτήριο έντονων συγκινήσεων και εξάρσεων, που συντρίβει τα όρια του κατεστημένου και του φυσικού. Tα πρόσωπα που θυσιάζουν την ύπαρξή τους για να υπάρξουν, οι αντάρτες αλλά και εραστές της καθημερινότητας. Eίναι η παράλογη αντιλογία που ανοίγει τις πύλες ενός κόσμου όπου τα πάντα είναι ανοιχτά και ενδεχόμενα.

Στα διηγήματα της Μαρίας Κουγιουμτζή αποκαλύπτεται η ερωτική και άφθαρτη όψη της ζωής. Ένα σύμπαν αγίων και δαιμόνων, όπου οι άνθρωποι αποτινάσσουν τη δυστυχία και κινούνται υπερήφανα προς την αταξία και το χάος, αναζητώντας στην ανατροπή την πολυπόθητη λύτρωση.

 

ΓΙΑΤΙ ΚΑΝΕΙ ΤΟΣΟ ΚΡΥΟ ΣΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΣΟΥ; (2011)

Η ηδονή του πόνου. Η βεβήλωση του σώματος. Η παραφορά και το πάθος. Η επαφή με το ενδότερο «είναι» μας. Η απώλεια. Η είσοδος στη μοναξιά. Ο έρωτας προς ένα βιαστή και δολοφόνο. Η επιστροφή από τον πόλεμο. Η ανυπαρξία. Η κατάργηση της ατομικότητας. Η εγκατάλειψη. Η έλξη και η απώθηση για τον ίδιο άντρα. Το διαζύγιο. Η προδοσία. Η φθορά του σώματος. Η δειλία. Τα αγκάθια της ψυχικής αναλγησίας. Ο έρωτας που χάνεται και μέσω της τέχνης ανακτάται. Το φάντασμα μιας αδικοχαμένης δασκάλας. Ο δραπέτης ενός γηροκομείου. Ο άντρας που γοητεύει και μετά το θάνατό του. Η δολοφονία μιας γλύπτριας. Ο μπαμπάς που δεν πετάει.

Το «Γιατί κάνει τόσο κρύο στο δωμάτιό σου;» διεισδύει στο λαβύρινθο του ενστίκτου, που, άλλοτε ζωώδες και άλλοτε αθώο κι ανυπεράσπιστο, κυριεύει τον άνθρωπο και τις κινήσεις του, στιγματίζοντας τις σχέσεις του και τη ζωή του.

Από τη συγγραφέα του βιβλίου «Άγριο βελούδο» (Βραβεία διηγήματος του περιοδικού «Διαβάζω» και του Ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών).

ΚΙ ΑΝ ΔΕΝ ΞΗΜΕΡΩΣΕΙ; (2013)

Εν μέσω κρίσης που διαλύει τη χώρα και ταπεινώνει τους πολίτες, τρεις άνδρες που υπηρετούν στην Ακαδημία Πολέμου έρχονται στην κοινή πατρίδα τους με αδιευκρίνιστη αποστολή. Ο πρώτος είναι σκληρός, ευνουχισμένος από αγάπη νέος. Ο δεύτερος, αμέτοχος και αδρανής, κυκλοφορεί στους δρόμους σαν χαμένος. Ο τρίτος αφυπνίζεται και δρα με σκοπό την ανατροπή της εξουσίας. Και τους τρεις τούς χωρίζουν πολλά, αλλά τους ενώνουν περισσότερα: μυστικά από το παρελθόν, αμαρτίες των παιδικών χρόνων, στοιχειωμένοι έρωτες, μικρά και μεγάλα ατιμώρητα εγκλήματα. Σε μια πόλη που ανασαίνει βαριά από τα δακρυγόνα, που τη νύχτα μετατρέπεται σε υπαίθριο κρεβάτι αστέγων, μόνοι και κατατρεγμένοι περιπλανώνται χωρίς να ξέρουν αν προτιμούν να ξεκουραστούν, να ακουμπήσουν στον έρωτα, να αποδράσουν ή να περιμένουν απλώς τις εντολές. Μέχρι που αυτές γίνονται γνωστές, και τότε τα περιθώρια στενεύουν. Τα προαιώνια πάθη ορίζουν πλέον και τα κρίσιμα διλήμματα: Μίσος ή τρυφερότητα; Σιωπή ή εξέγερση; Ζωή ή θάνατος; Δυνατοί σαν θηρία ή αδύναμοι σαν άνθρωποι;

 

ΟΛΑ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΣΥΜΒΟΥΝ Μ’ ΕΝΑ ΑΓΓΙΓΜΑ (2016)

Βάλτοι μες στην ομίχλη, σπίτια τιμωρίας ορθωμένα στο χιόνι, δωμάτια κλειδωμένα, μυστικά, κοριτσάκια που γαληνεύουν τσακισμένους άντρες, νεαρά αγόρια που μοιάζουν στη νεκρή τους μητέρα και οικειοποιούνται την εμφάνισή της, γυναίκες άστεγες που υποκύπτουν ή εξουσιάζουν τους ευεργέτες τους, άντρες παράφορα ερωτευμένοι, διαφθορείς, δυναμικές γιαγιάδες, ήρωες που παλεύουν με το βαρύ τους αίμα, με το ένστικτο της ζωής και του θανάτου, με τον θηριώδη έρωτα για τον άλλον.

Στο βιβλίο της Μαρίας Κουγιουμτζή οι άνθρωποι ανταμώνουν ή χωρίζονται, με ανάλαφρα ή βίαια αγγίγματα. Αγγίγματα όλων των ειδών, ερωτικά, σεξουαλικά, κοινωνικά, πολιτικά, μυστήρια. Σχέσεις τρυφερές, άγριες, παθιασμένες, σε καιρό ειρήνης και σε καιρό πολέμου. Ανάγκες ανθρώπινες και ανάγκες απάνθρωπες. Ένα κοίταγμα που μέσα από την αγριάδα του απλώνει το χέρι και χαϊδεύει τους αδύναμους και τους γονατισμένους, αλλά και αυτούς που ίπτανται στον αέρα, τους ασυμβίβαστους, τους φτερωτούς με τα κρυμμένα φτερά.

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Άγριο βελούδο

 

Βαγγέλης Προβιάς

http://www.protagon.gr, 9.8.2012

(Απόσπασμα)

Οι ήρωες της Κουγιουμτζή είναι ακραίοι άνθρωποι. Με έναν βρώμικο τρόπο, τολμώ να χρησιμοποιήσω την λέξη σιχαμένο: μισούν τον κόσμο, τον εαυτό τους, τους άλλους, αδιαφορούν για το οραματικό και το μαγικό της ζωής, υπακούουν μόνο στα πιο άγρια από τα ένστικτά τους. Εξάλλου από λάσπη δεν είναι φτιαγμένος ο άνθρωπος; Επιτίθενται, αμύνονται, χτυπάνε απροσδόκητα, ανελέητα, καμία φορά χωρίς αιτία – μόνο και μόνο επειδή έχουν μέσα τους μαζεμένη κάμποση από την ανεξάντλητη αδικία του κόσμου μας.

Καθώς διαβάζεις την μία ιστορία μετά την άλλη, θέλεις να τους γνωρίσεις με μία διάθεση αρπακτική, για να ικανοποιήσεις και εσύ το «ερπετό» μέσα σου. Εκείνο το κομμάτι σου που γουστάρει με τρέλα να διαβάζει για μπάσταρδους, για καθίκια της ζωής, για όσους διέπραξαν φόνο από φθόνο και μόνο, για την σκληρότητα των παιδιών, για μαζοχιστικά ζευγάρια, για τις ηδονές της άσκησης εξουσία προς κάποιον αδύναμο, για αιμομιξία… ναι, έχει την καύλα του να μην υπάρχει λύτρωση! Αυτό μας ψιθυρίζει ύπουλα η Κουγιουμτζή. Ύπουλα και με έναν τρόπο τόσο κεντημένο και γεμάτο ψυχή που σε αφήνει άβουλο, χωρίς περιθώριο, ικανότητα ή επιθυμία αντίδρασης, όπως κάποια θύματα στις ιστορίες της. Αυτή η σχεδόν 70χρονη γυναίκα με την γραφή της σε κάνει ό, τι γουστάρει. Και σου αρέσει.

 

Κωστής Παπαγιώργης

«Lifo», τχ. 255, 30.6.2011

(Απόσπασμα)

Παρότι η ηθογραφία απέβη πια αξιομίσητη στα ντόπια ήθη, ό,τι κι αν σκαρώσουμε παραμένει ιστορία ηθών. Μόνο που στην εκλεκτή περίπτωση της Κουγιουμτζή έχουμε μια σειρά καινοτομίες που δίνουν αέρα στα διηγήματά της και πεποίθηση ότι γράφει κάτι που δεν έχει βρει την άξια καταγραφή του. Όταν γυρνάμε το μέσα έξω αρχίζουμε να σκεφτόμαστε διαφορετικά, ν’ αντιδρούμε με άλλη καρδιά και ν’ ανακαλύπτουμε έναν εαυτό που δεν γνωρίζουμε. Ενώ, λοιπόν, από το πρώτο ήδη διήγημα -πιθανώς το καλύτερο της συλλογής- αισθανόμαστε ότι το θέμα εμπνέει το ύφος, προχωρώντας και φυλλολογώντας από ιστορία σε ιστορία, συμπεραίνουμε ότι το ύφος δημιουργεί τα μικρά ή εκτενέστερα αφηγήματα. Αρκεί να σπάσει η χολή ενός συγγραφέα για να του δοθούν τα σπάνια υλικά με τα οποία θα φτιάξει έναν κόσμο; Η αφηγήτρια φαίνεται να έχει βρει το θέμα της στην κλίμακα των κάθε λογής «σχέσεων», ερωτικών, οικογενειακών, μαθητικών, εξευτελιστικών, όπου έχει το ελεύθερο να σπουδάζει τη σκληρότητα και κάθε λογής ψυχική μόλυνση με ακρίβεια παθολόγου κι επίσης φανατισμένου θύματος. Πρόκειται για μια μικρή ανθρωπότητα που έχει χάσει το γέλιο της, αλλά διόλου τα τεχνάσματα, τις επιθυμίες και την ανθρωπομανία. Ωστόσο, δεν έχουμε να κάνουμε με πετρωμένα πρόσωπα, με αδιαπέραστες ψυχές· απεναντίας, στην ατμόσφαιρα συχνά διανεύει κάτι το αγιωτικό που θυμίζει μετανοημένο αμαρτωλό ή τσακισμένη καρδιά που δεν αντέχει τον εαυτό της. Πηγή: http://www.lifo.gr

 

Κωνσταντίνος Μπούρας

«Ελευθεροτυπία»/ «Βιβλιοθήκη», τχ. 643, 19.2.2011

Παραβατικές συμπεριφορές και εκστασιακός πανερωτισμός, κόντρα σε όλα τα ταμπού και τις προκαταλήψεις. Η θεσσαλονικιά συγγραφέας επιχειρεί να προκαλέσει τους απανταχού ηθικολογούντες, τραγουδώντας ένα άγριο άσμα ελευθερίας και αποδέσμευσης από κάθε λογής πνευματική και σωματική σκλαβιά. «Αγριο βελούδο είναι το αγκάλιασμα της τρυφερότητας με τη σκληρότητα. Η συνύπαρξη του απαλού με το τραχύ· του τολμηρού με το αθώο. Είναι η δίψα της ψυχής να ζήσει μέσα στο σώμα αλλά και πέρα από αυτό», γράφει στο οπισθόφυλλο του βιβλίου.

 

Ευριπίδης Γαραντούδης

«Τα Νέα»/ «Βιβλιοδρόμιο», 25.4.2009

(Απόσπασμα)

Το Άγριο βελούδο , το πρώτο βιβλίο της Μαρίας Κουγιουμτζή περιλαμβάνει είκοσι επτά σύντομα διηγήματα. Αρκούν οι παραπάνω πληροφορίες, ώστε οι περισσότεροι απ΄ όσους παροικούν την Ιερουσαλήμ της λογοτεχνικής συντεχνίας να κάνουν τους σχεδόν αυτόματους συνειρμούς: πρώτο βιβλίο σε ηλικία ύστερα από το μεσοστράτι της ζωής· τι μπορεί κανείς να περιμένει; Όσοι, όμως, εξακολουθούν να διαβάζουν λογοτεχνία χωρίς τις παρωπίδες του συντεχνιακού δημοσιοϋπαλληλισμού και το στερεότυπο της ηλικιακής επετηρίδας, που ορίζει ότι στη λογοτεχνική αγορά εντάσσεσαι γύρω στα είκοσί σου χρόνια ώστε κοντά στα εβδομήντα σου να φωτογραφίζεσαι, επιτυχημένος πλέον, δίπλα σε μία στοίβα πεζογραφημάτων, γνωρίζουν ότι στο σώμα της λογοτεχνίας εγγράφεσαι ή και αποτυπώνεις το στίγμα σου ακόμη και με το ένα βιβλίο, το ένα διήγημα, ενίοτε και με το ένα ποίημα. Αυτή είναι η ασυνήθης περίπτωση της Κουγιουμτζή: ο άξιος καρπός της λογοτεχνικής προσφοράς της, αυτά τα είκοσι επτά μικρά διηγήματα, ωρίμασαν με φυσικό τρόπο μέσα στο κύλισμα του χρόνου. Πριν από αυτό το βιβλίο, στα χρόνια που πέρασαν, η Κουγιουμτζή αρκέστηκε να δημοσιεύσει σε λογοτεχνικά περιοδικά επτά από τα διηγήματα της συλλογής της και μερικά ακόμη, καθώς και λιγοστά ποιήματά της. Ίσως, λοιπόν, η εγκράτεια της δημοσιότητας και η όψιμη εμφάνιση αποφέρουν το όφελος της τελικής συγκομιδής: αντί της ποσότητας η ποιότητα.

 

Λώρη Κέζα

«Το Βήμα», 30.10.2008

(Απόσπασμα)

Τα διηγήματα της Μαρίας Κουγιουμτζή έχουν ενδιαφέρον για δύο λόγους: Αφενός υπάρχει μια μυθοπλαστική άνεση, μια φαντασία που περιφέρεται σε πολλές και διαφορετικές καταστάσεις, με μια εμμονή ίσως στο περιθώριο, στην παράβαση, στο εσφαλμένο. Αφετέρου υπάρχει μια διεισδυτική ματιά που επιτρέπει τη σκιαγράφηση των χαρακτήρων μέσα από τις λίγες λέξεις. Ισως να είναι η εμπειρία της ζωής, ίσως κάποιο ιδιαίτερο χάρισμα, πάντως η Κουγιουμτζή ξέρει και μπαίνει στο πετσί των ηρώων της, όσο διαφορετικοί κι αν είναι μεταξύ τους. Ο πλούτος των κειμένων, αριθμητικά και ποιοτικά, μας κάνει να υποψιαζόμαστε ότι το συρτάρι της συγγραφέως είναι γεμάτο χειρόγραφα που θα παρουσιαστούν σιγά σιγά στο κοινό. Σίγουρα τέτοια διηγήματα δεν είναι αποτέλεσμα λογοτεχνικού πυροτεχνήματος.

 

Γιατί κάνει τόσο κρύο στο δωμάτιό σου;

 

Δημοσθένης Κούρτοβικ

«Τα Νέα»/ «Βιβλιοδρόμιο», 11.6.201

(Απόσπασμα)
Αιρετικές προσεγγίσεις στα μυστικά της ψυχής και των ανθρώπινων σχέσεων από µια συγγραφέα που φλερτάρει µε τον θάνατο
Όχι µόνο δεν κάνει κρύο στα δωμάτια και γενικά στους χώρους που κατοικούνται (που στοιχειώνονται, θα ήταν σωστότερο να πούμε) από τα πρόσωπα των διηγημάτων της Μαρίας Κουγιουμτζή αλλά και τα τυλίγει µια πυρακτωμένη ατμόσφαιρα, µια καυτή λάβα από την έκρηξη υπόγειων συναισθημάτων και παθών, που οδηγούν στον θάνατο. Έναν θάνατο ζεστό και αυτόν, που έρχεται όμως σαν κύμα θαλπωρής, σαν ανακουφιστική αγκαλιά ή ακόμα και σαν ερωτική κορύφωση.

Η Μαρία Κουγιουμτζή βραβεύτηκε δις για το προηγούμενο και πρώτο βιβλίο της, το «Άγριο βελούδο», συλλογή διηγημάτων κι εκείνο. Αν υπήρχε όμως βραβείο για το πιο θανατόληπτο βιβλίο, θα το κέρδιζε σίγουρα µε αυτό το δεύτερο. Σχεδόν όλα τα διηγήματα του τόμου, που δεν είναι λιγότερα από τριάντα πέντε, μιλούν για θάνατο: φόνους, αυτοκτονίες, εκτελέσεις, θανάσιμα δυστυχήματα, σπανιότερα φυσικούς θανάτους. Και οι λίγες εξαιρέσεις που ευθύνονται γι’ αυτό το «σχεδόν» είναι εξίσου, αν όχι περισσότερο ζοφερές: πρωταγωνιστούν εκεί σώματα ακρωτηριασμένα, παραμορφωμένα ή οικτρά φθαρμένα, ενώ έχουμε και µια περίπτωση σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκου, σύμφωνα µε την περιγραφή της πράξης από τον Ποινικό Κώδικα, αν και, όπως θα δούμε, η προσέγγιση της συγγραφέως μάς αφήνει µια άβολα διαφοροποιημένη αίσθηση.

 

Μάρη Θεοδοσοπούλου

«Ελευθεροτυπία»/ «Βιβλιοθήκη», τχ. 665, 23.7.2011

(Απόσπασμα)

Το μεγάλο ατού της Κουγιουμτζή στα διηγήματα της πρώτης συλλογής της είναι ο μεταφορικός λόγος, ο οποίος στα καινούρια διηγήματα εμπλουτίζεται περαιτέρω. Ωστόσο, κάποια από τα σχήματα λόγου, όταν επαναλαμβάνονται, χάνουν την έντασή τους καθώς ατονεί το στοιχείο της έκπληξης. Σε όλα τα καινούρια διηγήματα η αφήγηση γίνεται σε πρώτο πρόσωπο. Οπως φαίνεται, πρόκειται απλώς για έναν βολικό αφηγηματικό τρόπο καθώς το πρόσωπο του αφηγητή αλλάζει, παρουσιάζοντας αντίστοιχη ποικιλία με τα θέματα των διηγημάτων. Πιστεύουμε, πάντως, ότι η Κουγιουμτζή βρίσκει τον καλύτερο συγγραφικό εαυτό της όταν την αφήγηση αναλαμβάνει μια θηλυκή ύπαρξη, ανεξαρτήτως ηλικίας. Με αφηγήτρια ένα κοριτσάκι, δίνει ένα ερωτικό διήγημα εμπειρίκειας πνοής ανάμεσα στα λίγα του είδους που έχουν γραφτεί. Με αφηγήτρια μια κοπέλα, αποκαλύπτει την αγριάδα του θανάτου. Παρ’ όλο που αυτός έρχεται ως προδιαγεγραμμένος στις συνθήκες ενός νοσοκομείου, προβάλλει περισσότερο παγερός από τους θανάτους άλλων διηγημάτων, με φονικά, εκτελέσεις, ατυχήματα και αυτοχειριασμούς. Τέλος, με αφηγήτρια μια ηλικιωμένη, σκιαγραφεί το τόξο που διαγράφει ο ερωτισμός μιας γυναίκας, από τη μητρική αγκαλιά μέχρι την κλίνη του γηροκομείου.

 

Γιώργος Αράγης

Περιοδικό «Πλανόδιον», τχ. 51, Δεκέμβριος 2011

(Απόσπασμα)

Εκφραστικά ο λόγος που μεταχειρίζεται η πεζογράφος είναι αρκετά μεταφορικός. Παρουσιάζει δηλαδή απόκλιση προς τον ποιητικό λόγο, παραμένοντας ωστόσο μέσα στα όρια της αφηγηματικής συνθήκης. Αυτή η απόκλιση είναι πιο αισθητή στα τρία διηγήματα ποιητικής ευαισθησίας, που προανάφερα, καθώς και σ’ εκείνο της ονειροφαντασίας. Όμως δεν πρόκειται μόνο γι᾿ αυτά. Μεταφορικό λόγο έχουμε γενικά, σε όλο το φάσμα των κειμένων. Με ιδιαίτερο γνώρισμα τούς συχνά τολμηρούς διασκελισμούς. Ο κύριος ωστόσο εκφραστικός τρόπος της πεζογράφου είναι η ενορατική ή, αλλιώς, η κατ’ αίσθηση αναφορά στα πράγματα. Αναφορά που κι αυτή δεν παύει να συνιστά μια μορφή ποιητικής απόκλισης. Ούτε κι εδώ λείπουν οι τολμηροί διασκελισμοί. Π.χ.: «Δεν με κοίταξες και σίγουρα δεν με άκουσες. Είχες στραφεί ολότελα προς τα μέσα σου, έτσι που έβλεπα τα κόκκαλα του στήθους σου ν’ ανοιγοκλείνουν σαν ακορντεόν καθώς ανάσαινες κι ένιωθα πως δεν έπαιρνες αλλά έδινες αέρα» (σ. 70). Ἤ, «Κι άλλοτε πάλι το δωμάτιο είναι γεμάτο από ανθρώπους που περνούν πάνω μου, μέσα μου, ακούω να με διασχίζουν, να με σχίζουν σαν χαρτί, δεν αντιλαμβάνονται την παρουσία μου» (σ. 212). Τέτοιες εκφράσεις, σε πιο ακραία εκδοχή, φτάνουν κάποτε να δυσκολεύουν την αναγνωστική επαφή του αναγνώστη. Από τ‘ άλλο μέρος έχουμε ενορατικές στιγμές άκρας ευαισθησίας: «Η Δάφνη τον κοίταζε [πρόκειται για προσωπογραφία] και ήξερε πως ποτέ δεν θα μπορούσε να ξεντυθεί κάτω απ’ το βλέμμα του» (σ. 156). Ἤ, «Ήταν τόσο κοκαλωμένη, που τα μαλλιά της είχανε ισιώσει. Τόσο μικρή, θαρρείς απείχε μόλις έναν πόντο από το χώμα.160).
Θα έλεγα λοιπόν ότι τα κείμενα της Κουγιουμτζή, από τη μεριά του εκφραστικού οργάνου της, παρουσιάζουν λειτουργική αμεσότητα. Τέτοια που, αν και καθαρά πεζά γραφτά, να έχουν ως ένα βαθμό συντελεστή ποιητικής αμεσότητας. Τούτο αποτελεί γνώρισμα όλης της διηγηματογραφίας της, του πρώτου και του δεύτερου βιβλίου της. Γεγονός που δε βάζει βέβαια όλα τα γραφτά της στην ίδια μοίρα. Οι ποιοτικοί δείχτες διαφέρουν, τόσο ανάμεσα στα κείμενα του κάθε τόμου, όσο και γενικά ανάμεσα στα δυο βιβλία. Και πάνω σ’ αυτό, κρίνοντας χοντρικά, θα έλεγα, πως για την ώρα, το καλύτερο βιβλίο της πεζογράφου παραμένει το Άγριο βελούδο.

 

Λάμπρος Σκουζάκης

«Πανδοχείο», 29.2.2012

(Απόσπασμα)

Οι τρεις σελίδες του «Πρέπει» συμπυκνώνουν δυο διαφορετικές στάσεις ζωής (εκδίκηση – συγχώρεση) απέναντι σ’ έναν ανελέητο πατέρα – δυνάστη, ανήμπορο πλέον στα χέρια των δυο του κορών. Στις «Ενοχές» το ελάττωμα του μικρού κοριτσιού της σκληρότατης δεύτερης μητέρας του μετενσαρκώνεται ως νέμεση στο δικό της παιδί της. «Η ομορφιά που μορφάζει», «Το κοριτσάκι» και «Η άτυχη» συμπυκνώνουν στις λιγότερες δυνατές σελίδες την πλέον ανείπωτη βία.

«Τα κλειδιά» ηχούν τις αναπότρεπτες συνέπειες μιας τραγικής επιλογής. Ένας πατέρας λυγίζει από την κακομεταχείριση και προδίδει τους συντρόφους του και προδίδει κλείνεται στο σπίτι συντετριμμένος και μετανιωμένος, με τα μάτια του γυρισμένα προς τα μέσα πηγάδια του. Όταν αποφασίζει να βγει κανείς δε στέκεται μπροστά του, παρά μόνο κοιτάζεται μ’ εκτροχιασμένα μάτια πίσω από τις παραμερισμένες κουρτίνες. Ακόμα κι όταν δεν ζητά συγχώρεση αλλά τιμωρία, κι εκεί παραμένουν οι κουρτίνες κλειστές κι η ψυχή του άδεια.

Ένα ξένο μπαλκόνι αποτελεί τον πιο κατάλληλο τόπο αυτοχειρίας, όπως συμβαίνει με τον απρόσκλητο επισκέπτη που έρχεται από την απέναντι κλινική ηλικιωμένων σαν να κάνει το φυσικότερο πράγμα του κόσμου, για να υπενθυμίσει στην εμβρόντητη οικοδέσποινα την θλιβερή θέα του οικήματός τους, να της μιλήσει για την συμβίωση με την σάπια σάρκα και να της μεταφέρει τον απροκάλυπτα ωμό διάλογό του με τον διευθυντή: Τι θα κάνω μ’ εσένα, μου κουνάει το δάχτυλο ο διευθυντής. Αναστατώνετε και τους υπόλοιπους. Είναι πολύ απλό, του είπα, σκοτώστε μας όλους. Θα πάρει κακή φήμη η κλινική, είπε σκεφτικός, θα πάψουν να φέρνουν τροφίμους. Κάνετε λάθος, του είπα, το αντίθετο, θα τρέχουν σωρηδόν σ’ εσάς. Θα λύσετε ένα σοβαρό κοινωνικό πρόβλημα. Τι του μένει; Ούτε ο Θεός – Κι απ’ την άλλη…έχω την εντύπωση πως μεγαλώνει κι ο Θεός μαζί μας κι αλλάζει κι αυτός. Τρελαίνεται σαν κι εμάς. Ωριμάζει, ίσως να σαπίζει… – ούτε ο ορθολογισμός – Όλοι μας κουβαλάμε έναν Εβραίο κι έναν ναζί μέσα μας….ούτε τα όνειρα – ακόμα και στην ονειρική της επίσκεψη η νεκρή του κόρης του μεταφέρει την θλίψη της νέας της «κατοικίας» («Το μπαλκόνι»).

 

Κι αν δεν ξημερώσει;

 

Μισέλ Φάις

«Εφημερίδα των Συντακτών», 3.3.2013

Εν μέσω κρίσης που διαλύει τη χώρα και ταπεινώνει τους πολίτες, τρεις άντρες έρχονται από την Ακαδημία Πολέμου στην οποία υπηρετούν με σκοτεινές εντολές που ώς μια ορισμένη μέρα αγνοούν. Οταν ο σκοπός τους γίνεται φανερός, έχουν να παλέψουν με τις ενοχές και τις τύψεις τους, να πάρουν τη μεγάλη απόφαση που θα στιγματίσει τη ζωή τους. Ταυτόχρονα, κινούνται μέσα στην πόλη και την αντιμετωπίζουν με ποικίλα συναισθήματα, μόνοι και ταραγμένοι, αναποφάσιστοι, ακουμπούν στον έρωτα για να ξεκουραστούν ή να πεθάνουν.
Παράλληλα, τα ΜΑΤ, οι διαδηλώσεις, οι νέοι και οι νέες, οι πυρκαγιές, τα κλομπ και οι μολότοφ, οι αυτοκτονίες και τα συσσίτια, μια πόλη που ανασαίνει βαριά μέσα απ’ τα χημικά, μια πόλη που τη νύχτα μετατρέπεται σε υπαίθριο κρεβάτι αστέγων, μετανάστες και παιδιά των φαναριών, όμως κυρίως ο ανθρώπινος πόνος ριγμένος στον δρόμο, άπλυτος, επιθετικός, φιλάνθρωπος, ερωτικός.
Αφήγηση σε πρώτο και τρίτο πρόσωπο με εσωτερικούς μονολόγους.

 

Γιώργος Περαντωνάκης

«Εφημερίδα των Συντακτών», 8.6.2013

…η Μαρία Κουγιουμτζή μεταβαίνει από τα απηνή διηγήματά της («Αγριο βελούδο», Καστανιώτης 2008, και «Γιατί κάνει τόσο κρύο στο δωμάτιό σου;», Καστανιώτης 2011) σ’ ένα έργο αιχμηρής ομορφιάς. Στην Κημέρια τρεις αξιωματικοί της Στρατιωτικής Ακαδημίας επιστρέφουν, για διαφορετικούς λόγους ο καθένας, στην πόλη τους, που δεν είναι άλλη από μια ημι-ρεαλιστική Θεσσαλονίκη, ο Σιωπηλός με αναρρωτική άδεια, ο Λαιμός με μια ειδική αποστολή και ο στρατηγός Βέλλας, για να διαπομπευθεί πριν εκτελεστεί. Οι τρεις τους είναι εντελώς διαφορετικοί: ο πρώτος νοσταλγεί ένα χαμένο παρελθόν που το θυμάται με αγάπη, ο δεύτερος τρέφεται από το μίσος που του γέννησαν οι προγονικές του καταβολές, και ο τελευταίος μεταστρέφεται σε επαναστάτη απέναντι στο καθεστώς που γίνεται όλο και πιο σκληρό.
Η Μ. Κουγιουμτζή προσπαθεί να καλύψει υφολογικά τα επίπεδα της αφήγησης, άλλοτε με οξείες ποιητικές σελίδες γεμάτες αγανάκτηση, άλλοτε με λυρισμό που αγγίζει τα όρια της πίκρας και της ματαιότητας κι άλλοτε με οξύθυμο ύφος που ξεχειλίζει από οργή και εκδίκηση. Ετσι, η δράση δεν προχωρά γρήγορα, αλλά τα γεγονότα εξισορροπούνται από τις εσκεμμένες επιβραδύνσεις του σχολιασμού, της περιγραφής της κοινωνίας και της κρίσης που αυτή διέρχεται, και των μύχιων σκέψεων των πρωταγωνιστών, οι οποίοι κινούνται μεταξύ του ολοκληρωτισμού της δημόσιας ζωής και των τραυμάτων της ιδιωτικής.
Κι αν ακόμη με τη λογική βλέπει κανείς κενά στην ώσμωση του δυστοπικού με το ρεαλιστικό, του αφηγηματικού με το λυρικό, τα συναισθήματα που εγείρονται είναι τόσο ισχυρά που οδηγούν τον αναγνώστη σε συνεχείς αναρριγήσεις. Κάθε σχεδόν σελίδα της Μ. Κουγιουμτζή ξεχειλίζει από άγρια ποιητικότητα κι από τις φωτιές του λόγου που ανακινούν αισθήματα και αποκαλύπτουν το σκοτεινό πρόσωπο της κοινωνίας μας.

 

Βασιλική Χρίστη

http://www.diavasame.gr, Ιούλιος 2013

(Απόσπασμα)

Το πραγματικό συνυφαίνεται με το φανταστικό, η δράση με το στοχασμό (ή, απλώς, τη σκέψη), η υπόμνηση της πραγματικότητας με αυτήν του ονείρου και την ανάμνηση. Οι χαρακτήρες διαγράφονται καθώς η δράση εξελίσσεται. «Ο στρατηγός βγήκε απ’ το ξενοδοχείο με βαριά βήματα, αλλά μόλις έστριψε το τετράγωνο, τέντωσε το κορμί του και εισέπνευσε βαθιά. Πέρασε μέσα από μια πορεία φοιτητών που φώναζαν συνθήματα κατά των μέτρων και χτύπησε μερικούς χαϊδευτικά στην πλάτη. Οι νεαροί τον κοίταξαν απορημένοι, ήξεραν καλά από πού ερχόταν και πως ήταν μελλοθάνατος, το λαμπερό αλλά πικραμένο του βλέμμα τους είπε αυτό που δεν είχε καταλάβει ο Σιωπηλός. Ότι δεν ήρθε για να πεθάνει ταπεινωμένος και να δείξει την υπακοή του στην Ακαδημία αλλά για το ακριβώς αντίθετο. Ήθελε να δείξει πως ήταν εκτός Ακαδημίας. Πως δεν συμμετείχε πλέον στα σχέδιά της. Πως δεν υπάκουε σ’ αυτήν. Πως ήταν προτιμότερο να πεθάνει παρά να είναι όργανό της» (ο Βέλλας, σελ. 108). «Το μυαλό του έβραζε σαν ατμομηχανή, οι σκέψεις τον έκαιγαν. Άραγε, αν ήταν αδερφή του, θα διέταζαν κι αυτόν να κανονίσει τη δολοφονία της ή να υπογράψει το θάνατό της; Κι αυτός, τι θα έκανε αυτός; Ίσως θα ήταν ευκολότερο να αντάλλασσε τη ζωή της με το θάνατό του, όμως ποτέ δεν γινόταν έτσι, η ανταλλαγή δεν είχε ισχύ. Ακόμα κι αν αρνιόταν να υπογράψει, θα πέθαιναν και οι δυο. Εκείνη έτσι κι αλλιώς ήταν χαμένη, αυτός με την υπογραφή του μπορούσε να σωθεί. Αν αποδεχόταν το αίτημα της ηθικής θα ήταν τελειωμένος. Το νόημα που θα είχε η αναποτελεσματική θυσία του θα ήταν ενός άλλου κόσμου. Του κόσμου μιας Ιδέας. Αναρωτιόταν αν ήθελε να είναι κάτοικος αυτού του κόσμου» (ο Σιωπηλός, σελ. 170). «Το σπίτι άδειασε ξαφνικά. Τα έπιπλα, οι φωτογραφίες, οι κουρτίνες, όλα, το εγκατέλειψαν. Ακόμα και κείνη πάνω στο κρεβάτι, με τα μάτια ανοιχτά, φαίνεται ολομόναχη. Πιο μόνη κι απ’ αυτόν. Μόνη, βυθισμένη σε μια πλήρη, ολόισια ερημιά, χωρίς αμμόλοφους, χωρίς οάσεις. Αυτή η έρημος που τη ρουφά, κάνει να τον αγγίξει, αλλά λοξοδρομεί καθώς σκοντάφτει στον πόνο του. Ένας άνθρωπος που πονάει δεν είναι μόνος» (ο Λαιμός, σελ. 168). Το νήμα της ιστορίας μεταφέρεται (και εναλλάσσεται) από την ξαδέλφη του Σιωπηλού (και το θάνατό της σε σκηνοθετημένο τροχαίο), στην αγαπημένη του Βέλλα και στη θεία του Λαιμού. Υπάρχουν σημεία καμπής και κάθαρση.

Το «Κι αν δεν ξημερώσει;» είναι ένα βιβλίο που μιλάει για το σήμερα χωρίς να κραυγάζει, με συμπυκνωμένα νοήματα για όποιον επιθυμεί να τα ανακαλύψει.

 

«Η Αυγή», 2.7.2013

(Απόσπασμα)

Η προικισμένη αφήγηση τοποθετείται στο εγγύς μέλλον. Μήπως όμως αυτό δεν είναι το δυσβάσταχτο παρόν; Οι βασικοί ήρωες του βιβλίου είναι τρεις άνδρες. Τρεις ξένες αναμεταξύ τους ψυχές, τρεις εργαλειοποιημένοι αναχωρητές που παίζουν ζάρια με τον θάνατο. Υπηρετούν στην πανίσχυρη Ακαδημία Πολέμου. Ένα ίδρυμα που έχει αντικαταστήσει το σύστημα διακυβέρνησης. Ο πρώτος είναι ένας ευνουχισμένος από αγάπη νέος. Γι’ αυτό επιδεικνύει πρωτόφαντη σκληρότητα σε κάθε του κίνηση. Ο δεύτερος, αμέτοχος και αδρανής, κυκλοφορεί στους δρόμους σαν χαμένος. Κάθε βήμα τον οδηγεί στην αποξένωση από τον εαυτό του. Ο τρίτος αφυπνίζεται απότομα και δρα με στόχο την ανατροπή της εξουσίας. Η χώρα σε αναβρασμό. Άνθρωποι-σκιές πηδούν από τα μπαλκόνια, άλλοι τριγυρίζουν στα σκουπίδια, άλλοι μετατρέπονται σε απορρίμματα. Απορριφθέντες μιας κοινωνικής δομής που ράγισε. Άποροι, έτοιμοι να τα βάλουν με τον οποιονδήποτε τους χαλάσει το τραγικό τους μοιρολόι.
Πρόσωπα με αδρά χαρακτηριστικά, που κατεργάζονται σε μια αέναη πάλη με τον αφανισμό. Ένας φορέας που μαγνητίζει τους εξουσιαστές. Ο λόγος της Κουγιουμτζή ποτέ δεν ξεπέφτει στην ευκολία του μελό ή του φτηνιάρικου συνθήματος. Ένας λόγος αριστερής πνοής και οικουμενικού διαμετρήματος. Η συγγραφέας γεννήθηκε το 1945 στη Θεσσαλονίκη, όπου και διαμένει μέχρι σήμερα. Η φρεσκάδα της αφήγησής της, όμως, βάζει κάτω πολλούς νεότερους. Ένα κοφτερό σαν ακονισμένο μαχαίρι πεζογράφημα, που δεν χαρίζεται σε κανέναν και σε τίποτε. Μόνο στο πεπρωμένο μιας χώρας, που αναζητά έναν μπούσουλα για να αναστηθεί.

Μια λογοτεχνική φωνή που δεν είναι συγκυριακή. Είναι επίκαιρη, διότι αναμετριέται με τη Λερναία Ύδρα του ολοκληρωτισμού. Κρύβει εντός της τον αέρα της ανατροπής, προσδοκώντας μια ευρύτερη συνειδητοποίηση του τι ζούμε. Η Μαρία Κουγιουμτζή σκαλίζει τον ιερό βράχο της αξιοσύνης των αγώνων όλων μας, με σκοπό να μη χαραμιστούν και να αποτελέσουν την κινητήριο δύναμη για το αύριο όπως κι αν έρθει. Ακροβατεί στις συμπληγάδες των ψυχικών κενών και των φονικών ενστίκτων, αναστυλώνοντας στο ακέραιο έναν σμπαραλιασμένο μύθο της Ιστορίας, που «ζητά» από τα υποκείμενα να μη λυγίσουν κάτω από το βάρος των αδηφάγων μαστροπών τους.

 

Τάσος Καλούτσας

diastixo.gr, 24.7.2013

(Απόσπασμα)

Στο μυθιστόρημα συνυφαίνονται σκηνές καφκικού κλίματος (κάποιες που αφορούν τη γνωριμία του Σιωπηλού στο ξενοδοχείο με την Κατερίνα, η συνάντησή του με τον Ανώτατο Εξεταστή), στιγμιότυπα φονικής ωμότητας και ακραίας βίας σε αντιπαράθεση με εικόνες ευδαιμονικής γαλήνης και οικογενειακής σύμπνοιας, πράξεις υψηλής ανθρωπιστικής αλληλεγγύης, αλλά και εκρήξεις παθών και συναισθημάτων (έρωτα ή ερωτικού δέους, ενοχής, αφοσίωσης, θυμού, πείσματος, περιφρόνησης, απόγνωσης) που εκφράζονται με λυρισμό και ποιητική ευρηματικότητα. Στις ατομικές διαπλοκές των σχέσεων των ηρώων παρεμβάλλονται και οι αναφορές στο συλλογικό δράμα που βιώνουν οι απλοί και αδύναμοι άνθρωποι όχι μόνο σε τοπικό, αλλά και σε ευρύτερα παγκόσμιο επίπεδο. Γίνεται λόγος για την παγκόσμια κρίση και διαφθορά, εκτοξεύονται κατηγορίες προς τις «αγορές», προς τις Τράπεζες, στηλιτεύεται η πρακτική των δυνατών αυτού του κόσμου. Σε τοπικό επίπεδο, η συγγραφέας ενοφθαλμίζει στην αφήγησή της γεγονότα πραγματικά που συντάραξαν την ελληνική κοινωνία τα τελευταία χρόνια, χωρίς να τα κατονομάζει (όπως ο φόνος του 15χρονου Αλ. Γρηγορόπουλου από τον ειδικό φρουρό Κορκονέα, στις 6/12/2008). Ή, πάλι, καυτηριάζει μέσα από τα λόγια των ηρώων (π.χ. του πατέρα της Σουζάνας) τον διαβρωτικό και ψυχοφθόρο ρόλο κάποιων στελεχών της κυβέρνησης: «Μας ταΐζετε ιδέες, παχιά λόγια, μας δηλητηριάζετε. Μας έχετε εξαθλιώσει, μας οδηγείτε στην εξόντωση, κι ύστερα, αφού ερημώσετε τη χώρα, θα μεταφερθείτε στο εξωτερικό σε υψηλόμισθες θέσεις, για τη διευκόλυνση της καταστροφής που προσφέρατε… Η κρίση είναι προϊόν της απληστίας σας. Δεν σέβεστε τον άνθρωπο, τη ζωή, δεν σέβεστε τίποτα».

Όλα τα δεινά του κόσμου γεννιούνται από την έλλειψη αγάπης, έγραφε ο Γκαίτε. Η Μ.Κ. καταφέρνει να σκιαγραφεί χαραχτήρες που πράττουν το κακό, επειδή στερήθηκαν την αγάπη. Με αποτέλεσμα να μη λογαριάζουν ούτε τους ανθρώπους, ούτε τη ζωή. Καταδικαστέα ασφαλώς η πρακτική τους, αλλά εξίσου καταδικαστέα –όπως υπονοεί– η στάση όσων παραμένουν παθητικοί παρατηρητές των φρικιαστικών πράξεών τους. Απ’ αυτή την άποψη, η εναντίωση του στρατηγού Βέλλα (του οποίου το τέλος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί μάταιο, παράλογο, αφού παράλογη εν πολλοίς είναι και η ζωή), αποκτά βαρύνουσα σημασία και σηματοδοτεί έναν υψηλό δείκτη του κώδικα ηθικής συμπεριφοράς. Κυρίως γιατί ξεσπάει εκ των ένδον, από το άδυτο του συστημικού Κακού που είναι υπαίτιο για όλες τις εκτροπές και τα εγκλήματα και άρα καταδικασμένο σε «πτώση».

 

Κυριακή Αδαλόγλου

http://www.oanagnostis.gr, 8.8.2013

(Απόσπασμα)

Η γλώσσα είναι το δυνατό όπλο στα χέρια της Κουγιουμτζή. Μια γλώσσα που μπορεί να εκφράσει όσα παραπάνω αναφέρθηκαν, όλες τις βιαιότητες, τις ασχήμιες, αλλά και την πιο λεπτή ευαισθησία, και την πιο απροσδιόριστη ομορφιά. Μια γλώσσα, λοιπόν, που κινείται από το ένα άκρο, του πιο σκληρού και αποτρόπαιου, στο άλλο, του πιο τρυφερού και ανθρώπινου, με δύναμη καταπληκτική, σοκάροντας, αλλά χωρίς να προσβάλει την αισθητική του αναγνώστη. Επιπλέον, με το ύφος που διαμορφώνεται, καταφέρνει να εκφράσει, μέσα από τα πιο αντισυμβατικά, τα μη επιτρεπτά και τα άνομα, μια βαθιά κοινωνική ηθική, χωρίς ηθικολογίες και κηρύγματα. Μια γλώσσα παντοδύναμη, που λέει τα πράγματα με τόσες λέξεις, όσες πρέπει, με λέξεις καίριες, που προβάλλουν μία μία αυτοδύναμες αλλά και δένονται σε ένα πλέγμα που σου υποβάλλει και ταυτόχρονα σου επιβάλλει τις εικόνες του.

Θεωρώ ότι, ως αυτή τη στιγμή, η αφηγηματική γλώσσα και συνακόλουθα το αφηγηματικό ύφος της Μαρίας Κουγιουμτζή διαμορφώνουν μια από τις πιο δυνατές φωνές στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία.

 

Ελένη Κοφτερού

http://bibliotheque.gr, 22.11.2013

(Απόσπασμα)

Δίνει μεγάλη έμφαση η συγγραφέας στην παιδική ηλικία των ηρώων και αυτό νομίζω είναι προς μεγάλο όφελος της πλοκής αλλά και της «απόλαυσης του κειμένου». Είναι «θεραπευτικές» για τον αναγνώστη οι περιγραφές της ζωής των ηρώων πριν αναγκαστούν να την απαρνηθούν για την Ακαδημία. Τα χρόνια της αγάπης – όπου η δυνατότητα της στοργής υψωνόταν σαν το καμπαναριό του χωριού, του χαδιού η τρυφερή κραυγή ακουγόταν κάθε μέρα και ο καταλυτικός εφηβικός έρωτας, αυτός που παραλύει τα μέλη- είναι ο κρυμμένος θησαυρός τους, το φυλαχτό στο μέρος της καρδιάς. Ακόμη και η ακρωτηριασμένη παιδικότητα του «Λαιμού» γαντζώνεται πάνω του με τα δόντια αφού της έλειπαν εντελώς τα άκρα, τα τρυφερά φίδια της αγάπης. Κρατιέται εκεί στο σκοτάδι, κάτω από τη σκιά της «ελιάς» το σημάδι της βίας, της ανεξόφλητης κληρονομημένης αμαρτίας. Αυτό δεν μπορεί με τίποτε να το αρπάξει καμιά Ακαδημία πολέμου, καμιά εξουσία του τρόμου, δεν μπορεί να υπολογίσει τη ριγηλή συγκίνηση που νιώθει ένα παιδί μπροστά στο ξετύλιγμα ενός λουκουμιού που προσφέρεται από καθαρή αγάπη. Χωρίς καμιά συναλλαγή. «Οι συναλλαγές είναι απάνθρωπες και γελοίες» αναφέρει η συγγραφέας κι είναι οδυνηρά αληθινό αυτό. Οι συναλλαγές γεννούν τέρατα σ’ έναν κόσμο όπου «οι άνθρωποι κολυμπούν σαν ψάρια. Το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό»
Η καθηλωτική, ρέουσα γραφή της Κουγιουμτζή δεν θα αστραποβολούσε τόσο πολύ στα μάτια μου, αν δεν είχε τον σωστό ιδεολογικό προσανατολισμό. Η ξεκάθαρη οπτική του μυθιστορήματος, χωρίς ήξεις αφίξεις, χωρίς πισωγυρίσματα, απέναντι στην παγκοσμιοποιημένη πολιτική της ταπείνωσης των λαών στο βωμό τους κέρδους, στην εξουσία των τραπεζών, οδηγεί τη συγγραφέα, στην καθόλου τυχαία επιλογή των ηρώων «μέσα από την Ακαδημία» Ούτε τα ονόματά τους είναι τυχαία. Ο «Σιωπηλός» είναι αμέτοχος και αδρανής , «Ο Λαιμός» είναι αδίστακτος σαν τους πληρωμένους δολοφόνους της Μαφίας που κινούνται με ψευδώνυμα, ενώ ο Βέλλας είναι αυτός που έχει αφυπνιστεί, που είδε καθαρά και επέλεξε την διαμαρτυρία με τίμημα τη ζωή του. Και οι τρεις ήρωες κουβαλούν τη «ναυτία στην ψυχή τους» από τα παγωμένα μάτια των βασανιστών, τις ξεριζωμένες σάρκες των βασανισμένων, τα λεπρά χέρια της βίας, την ισοπέδωση της ελεύθερης σκέψης, τη σφαγή της λαχτάρας. Η ενοχή τους είναι καταλυτική για την εξέλιξη της πλοκής.

Η αφήγηση είναι άρτια δομημένη και εναλλάσσεται σε δυο επίπεδα, -πράγμα το οποίο ξεχωρίζει κι από την διαφορετική γραμματοσειρά, κάτι που μου άρεσε ιδιαίτερα- Την σκληρή βουτιά στη θολή μολυσμένη θάλασσα της πραγματικότητας- όπου ακούγονται εκκωφαντικές οι σειρήνες της βίας, καίνε τα δακρυγόνα στα θαμπά μάτια των εξαθλιωμένων που δύουν απ’ την πείνα, μονόδρομος δείχνει να είναι η υποταγή- ακολουθεί η ανάδυση, στους σπαραχτικά όμορφους λόφους των συναισθημάτων. Η τρυφερότητα της γραφής της Κουγιουμτζή εκεί, στις παρυφές της ψυχής, είναι σχεδόν τυραννική. Σκάβει βαθιά στο εσωτερικό των ηρώων και φτάνει στο κυανό της φλέβας, στην ωχρή λευκότητα των οστών. Στήνει σημαίες στα απάτητα νησιά της αλήθειας τους και χαράζει στο δέρμα τους απ’ την αρχή τον γενετικό κώδικα της αγάπης. Ανείπωτα χειροπιαστή, ανάγλυφη, ευωδιαστή, προκαλεί δάκρυα η εγγύτητα της προσέγγισής της στα άρρητα. Σ’ αυτά που όπως λέει ο Φλωμπέρ, «δεν γράφονται ποτέ, όπως βιώνονται χάνουν πολλά καράτια λάμψης στη διαδρομή από τη σκέψη στο χαρτί».

 

Αργυρώ Μποζώνη

http://www.thetoc.gr, 29.1.2017

Το μυθιστόρημα της Μαρίας Κουγιουμτζή ξεκινά με μια βίαιη και γνώριμη σκηνή διαδήλωσης στο κέντρο της Αθήνας, με ΜΑΤ, δακρυγόνα και μολότοφ. Σε μια περίοδο μεγάλης αβεβαιότητας, μεγάλων κινδύνων αλλά και μεγάλων αλλαγών και μέσα σε αυθαίρετο χρόνο, η συγγραφέας επινοεί μια χώρα την Καμέρια, την οποία δεν έχει δει κανένας εκτός από αυτούς που υπηρετούν εκεί, στην Ακαδημία Πολέμου και Εκδημοκρατισμού με νοοτροπίες να μυρίζουν γερμανικό φασισμό του προηγούμενου αιώνα. Με την κρίση να διαλύει τη χώρα και τσακίζει την αξιοπρέπεια των πολιτών, τρεις αξιωματικοί αυτής της ακραίας στρατιωτικής Ακαδημίας επιστρέφουν για διαφορετικούς λόγους ο καθένας στην κοινή τους πόλη που δεν είναι άλλη από τη Θεσσαλονίκη. Ο πρώτος είναι σκληρός, ευνουχισμένος από αγάπη νέος. Ο δεύτερος, αμέτοχος και αδρανής, κυκλοφορεί στους δρόμους σαν χαμένος. Ο τρίτος αφυπνίζεται και δρα με σκοπό την ανατροπή της εξουσίας.
Μυστικά από το παρελθόν, ατιμώρητα εγκλήματα, προαιώνια μίση και στοιχειωμένοι έρωτες ενώνουν τους τρεις άντρες που σε πρώτο πλάνο τους χωρίζουν πολλά. Κι όλα αυτά μέσα σε μια πόλη που σείεται από οργισμένους διαδηλωτές και ανασαίνει βαριά από τα δακρυγόνα, ενώ τη νύχτα μετατρέπεται σε υπαίθριο κρεβάτι για αστέγους.
«Τη νύχτα ο δρόμος είναι ένα βρώμικο στρώμα. Κοιμάται εκεί η απόγνωση. Η πόλη ξενύχτησε και τώρα κοιμάται. Κοιμάται ο δήμαρχος, κοιμάται ο πρωθυπουργός, κοιμάται ο τραπεζίτης. Ο εργάτης ξυπνάει να πάει στη δουλειά. Ξυπνάει κοιμισμένος. Ονειρεύεται πως είναι δήμαρχος, πρωθυπουργός, τραπεζίτης. Είναι ένας φτωχός που θέλει να γίνει πλούσιος. Ένας φτωχός που θέλει να γίνει πλούσιος, δεν μπορεί να γίνει ποτέ ευτυχισμένος. Το στόμα της τηλεόρασης μυρίζει. Χάμπουργκερ, πίτσες παρελαύνουν, ακούς το ρέψιμο της κόλα κόλα. Τα δόντια της οθόνης, μικρά κοφτερά, σε δαγκώνουν. Τα χέρια της χτυπούν το κεφάλι στου στον τοίχο, όπως τα νεογέννητα γατάκια που δεν τα θέλει κανείς. Κάποιος λέει: αυτός ο πολιτισμός είναι απολίτιστος» γράφει η Κουγιουμτζή.

 

ΟΛΑ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΣΥΜΒΟΥΝ Μ’ ΕΝΑ ΑΓΓΙΓΜΑ

 

Χλόη Κουτσουμπέλη

frear.gr, 16.12.2017

(Απόσπασμα)

Τρυφερά σχεδόν και άγρια σκύβει πάνω από την ανθρώπινη αδυναμία η συγγραφέας και στο εργαστήριο της την ανατέμνει. Στοχάζεται. Φιλοσοφεί. Όχι εν ψυχρώ. Ποτέ εν ψυχρώ. Πάντα εν θερμώ. Εμπλέκεται, ξεσκίζεται, υποφέρει, συμπάσχει με τους περίεργους χαρακτήρες που ψιθυρίζουν και βαδίζουν μονολογώντας μέσα στα διηγήματα της, γιατί στην πραγματικότητα τους αγαπάει. Τους φροντίζει, τους περιθάλπει, τους κατανοεί. Ακόμα και όταν τους ξεγυμνώνει, ακόμα και όταν φαίνεται στιλπνό το ερπετό μέσα τους, η Κουγιουμτζή τους δικαιολογεί.

Ποιοι είναι οι χαρακτήρες που διατρέχουν τα διηγήματα;

Γιαγιάδες που κουβαλούν στην ποδιά τους κόλλυβα, ρόδια, παραμύθια και μύθους, που ξέρουν και αναμιγνύουν βότανα σοφίας και πόνου, μαυροφορεμένες ισορροπούν ανάμεσα σε αναμμένα και σβηστά κανδήλια, ανάμεσα σε δύο κόσμους, άλλες με έντονα δαιμονικά περιγράμματα, άλλες σκιαγραφημένες με μονοκονδηλιά ίσα ίσα να αχνοφαίνονται ντελικάτες, άλλες θεατρίνες με χρυσά βραχιόλια και φουσκωμένα με λακ μαλλιά και ένοχο παρελθόν. Γυναίκες παθιασμένες που σπαν λαιμούς ζώων και δολοφονούν τους εραστές που τις προδίδουν, ερωτικά συμπλέγματα και ιψενικά τρίγωνα, γυναίκες βαμπίρ, γυναίκες αδύναμες παγιδευμένες ανάμεσα στην έλξη και στην απώθηση, κοριτσάκια ήδη σοφά, άντρες σαδιστές, άντρες που εξουσιάζουν, άντρες που υποτάσσονται, αθώες νεαρές κοπέλες που λαχταρούν να διακορευτούν και να εξερευνήσουν την σκοτεινή τους πλευρά, άνθρωποι που ζουν τον έρωτα ως θεατές και παντού το ερωτικό πάθος, γυμνωμένο, βασανιστικό, εκμαυλιστικό, η τρέλα, η ακραία επιθυμία, η άσκηση εξουσίας, η υποταγή. Σκληρότητα και τρυφερότητα συνυπάρχουν στην υπερβολή τους. Άνθρωποι ανάπηροι, άνθρωποι ευνουχισμένοι, σχέσεις μάνας κόρης, σχέσεις ανάμεσα σε αδελφές. Κανιβαλισμός και εξάρτηση.

Και όμως μέσα στο μαύρο υπάρχουν σχισμές. Είναι η αφή, η δύναμη του αγγίγματος. Η έκπληξη που ξεπροβάλλει δώρο, μία ξαφνική πράξη απίστευτης μεγαλοψυχίας που επαναφέρει την αισιοδοξία. Δεν είμαστε μόνο χώμα. Είμαστε και μία καραμέλα που προσφέρει το ένα κατατρεγμένο πλάσμα στο άλλο μέσα στην νύχτα. Είμαστε και το καταφύγιο που προσφέρει ένας πατέρας σε έναν Εβραίο. Ο άγγελος που ανοιγοκλείνει τα φτερά του. Η κοπέλα που χορεύει και απογειώνεται.

Η Μαρία Κουγιουμτζή είναι μεταφράστρια. Μιλάει άπταιστα την γλώσσα της ψυχής και μας την μεταφράζει σε λογοτεχνία.

 

Βασιλική Χρίστη

http://www.diavasame.gr, Ιούλιος 2017
Τρία χρόνια μετά το δυστοπικό μυθιστόρημα «Κι αν δεν ξημερώσει;» η πεζογράφος Μαρία Κουγιουμτζή επανέρχεται με μια συλλογή διηγημάτων, ένα μεγάλο μέρος των οποίων έχει ήδη δημοσιευτεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά, αν και έχουν υποστεί επεξεργασία για την παρούσα έκδοση. Ένα μπουκέτο λουλούδια μοιάζουν αυτά τα διηγήματα, καθώς τα περισσότερα είναι αφιερωμένα σε κάποιον φίλο ή φίλη, μερικές φορές και σε περισσότερα από ένα πρόσωπα. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται γνωστοί λογοτέχνες, ενώ ολόκληρο το βιβλίο είναι αφιερωμένο στην ποιήτρια Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου. Έτσι, οι ιστορίες μοιάζουν να είναι μια προσφορά, μια κατάθεση για τα ανθρώπινα, με απώτερο σκοπό ένα άγγιγμα, όπως δηλώνει και ο τίτλος της συλλογής.
Κάποια διηγήματα απηχούν γεγονότα μιας περασμένης εποχής, συνήθως της περιόδου του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και εκείνης που ακολούθησε, και φθάνουν μέχρι τους σύγχρονους πολέμους, όπως το «Ένα εμφύλιο επεισόδιο», «Οι ναυαγισμένοι» ή ακόμα το εναρκτήριο διήγημα «Ο Βάλτος», που αντανακλά τοπικούς ανταγωνισμούς σε μια ομιχλώδη ατμόσφαιρα. Άλλα διαδραματίζονται στο παρόν και αποτυπώνουν κοινωνικά προβλήματα που είναι πιο έντονα σήμερα, όπως τα «Περνώντας πλάι τους» και «Ακόμα ένα βράδυ στο δρόμο». Μια δεσμίδα διηγημάτων σκιαγραφούν την εικόνα μιας γιαγιάς που δεν είναι η συνήθης καλοκάγαθη γριούλα των παιδικών χρόνων («Οι ψυχές της γιαγιάς μου», «Με τη γιαγιά», «Η διαθήκη»). Ορισμένα διηγήματα ιστορούν απιστία («Με τη φωνή του») ή αιώνιο έρωτα («Νίνα»), ερωτικές ιστορίες, πάθη και αδιέξοδα, οικογενειακές ιστορίες («Χορεύοντας»), κρυμμένα μυστικά («Το κλειδωμένο δωμάτιο»). Στο δεύτερο μισό της συλλογής, δύο ξεχωριστά διηγήματα, «Ο φωτογράφος» και το φιλοσοφικό «Οι παίχτες», διαδέχονται το ένα το άλλο, ενώ το καταληκτήριο, διακειμενικό, υπέροχο «Υπόγειο», είναι αφιερωμένο στην Κική Δημουλά.
Η Μαρία Κουγιουμτζή δεν χρειάζεται συστάσεις. Τα διηγήματά της που περιλαμβάνονται σε αυτή τη συλλογή θα τα επισκεπτόμαστε ξανά και ξανά για να αντλήσουμε από το βάθος τους, την ευθυβολία τους, την τρυφερότητά τους.

 

Λάμπρος Σκουζάκης

«Πανδοχείο», 6.6.2017

(Απόσπασμα)

Όπως πάντα, οι φράσεις της Μαρίας Κουγιουμτζή σμιλεύουν την σκληρή πέτρα των μύθων της αλλά και την μπολιάζουν με μια κρυφή ποιητικότητα όπου κάθε λέξη διατηρεί ένα ειδικό βάρος. Είναι η πρόζα της όμως που λειτουργεί σαν κάθαρση. Ο αναγνώστης αναδύεται από την ανελέητη σκληρότητα των ιστοριών της με μια αίσθηση ανακούφισης, ίσως επειδή όλες αυτές οι βασανισμένες ηρωίδες κι όλοι αυτοί οι ταλαιπωρημένοι χαρακτήρες της μνημειωμένοι σε κείμενο και αναγεννημένοι σε λέξεις βρίσκουν μια δικαίωση. Μπορεί να έχουν περάσει τα πάνδεινα όμως τώρα κάποιος τους ακούει και τους προσέχει. Κι ίσως κάτι αφαιρείται από το βάρος τους, ίσως πάλι να τους παρηγορεί η σκέψη πως αφήνουν το πικρό απόσταγμα της εμπειρίας τους σαν μια απόκρυφη γνώση.

 

Γιάννης Παπαγιάννης

«Fractal», Ιούνιος 2017

Η αδυναμία του ανθρώπου,

Κάθε φορά που διαβάζω καλά ελληνικά διηγήματα, σκέφτομαι κι αναρωτιέμαι πόσο σημαντική είναι η παράδοση μιας εθνικής λογοτεχνίας και πόσο δυνατά αν κι αόρατα σημεία κομίζει. Αν και η προσπάθεια των περισσοτέρων πεζογράφων στρέφεται προς το μυθιστόρημα, όχι μόνο για λόγους εμπορικότητας, αλλά και γιατί αντιμετωπίζεται ως μια πρόκληση, δεν είναι εύκολο να φέρει κανείς στο μυαλό του σύγχρονα σπουδαία μυθιστορήματα. Αντιθέτως, είναι πολύ εύκολο να απαριθμήσεις πολλούς σημαντικούς διηγηματογράφους και, ακόμα, μερικά αριστουργήματα. Η Μαρία Κουγιουμτζή αναδεικνύεται, τουλάχιστον σε αυτό το βιβλίο, σε αριστοτέχνη της μικρής φόρμας και με γλώσσα ακριβόλογη και λιτή, με κρυμμένη και συχνά υπονοούμενη συγκινησιακή φόρτιση, καταφέρνει να οδηγήσει τον αναγνώστη σε δικούς του δρόμους και επιλογές. Η θεματολογία της συχνά τραβηγμένη, ανάμεσα στο ρεαλισμό και στην εφιαλτική φαντασίωση, κατορθώνει να μη γίνεται σε καμία στιγμή ψεύτικη, αλλά να αναδεικνύει μια βαθύτερη κάθε φορά αλήθεια. Τα γηρατειά, η φθορά κι η παρακμή είναι ένα από τα αγαπημένα θέματα της συλλογής, αλλά και η αδυναμία του ανθρώπου απέναντι στις δυνάμεις που κατευθύνουν την ύπαρξή του, μια αγωνία που έρχεται κοντά στην σκέψη του Σοπενχάουερ. Οι άνθρωποι στα διηγήματα της Μαρίας Κουγιουμτζή είναι τυλιγμένα ελατήρια, που ξεκινούν με ορμή κι αισιοδοξία για να ανακαλύψουν όσο περνούν τα χρόνια ότι η ζωή τους δεν είναι παρά μια επανάληψη δισεκατομμυρίων ζωών χωρίς μεγαλύτερο ή άλλο νόημα. Η συγγραφέας πετυχαίνει τους ήρωές της σε διαφορετικές φάσεις της ζωής τους, στην παιδική, την μέση, την γεροντική ηλικία και κάθε ένας κουβαλά το στίγμα της εμπειρίας που τον βαραίνει ή δεν τον βαραίνει.

 

Γρηγόρης Μπέκος

«Το Βήμα»/ «Βιβλία», 15.4.2017

(Απόσπασμα)

Στις ιστορίες της περνάει το ζήτημα, αντιστικτικά, με κακά αλλά και καλά παραδείγματα, υπήρξαν και αυτά. Και με αφορμή τον χαρακτήρα ενός άντρα στη «Μικρή Εβραία», ενός βιαστή, μίλησε ευρύτερα για τους ήρωές της.
«Εμένα οι χαρακτήρες μου είναι «διπλοί». Δηλαδή κάνουνε την αμαρτία αλλά υποφέρουνε που την κάνουνε. Δεν ησυχάζουν. Μετανιώνουν. Οι αμοραλιστές άνθρωποι δεν μ’ ενδιαφέρουν καθόλου. Με ενδιαφέρουν αυτοί που παλεύουν, άσχετα αν στο τέλος τα ένστικτα νικάνε. Αυτό το πιστεύω» τόνισε η Μαρία Κουγιουμτζή.

Μάλιστα γράφει ότι μόνο στις υπερβάσεις μαθαίνουμε και, πράγματι, τα κείμενά της περιγράφουν οριακές καταστάσεις. «Θέλω να δείξω πού φτάνουν τα όρια του ανθρώπου. Και στο καλό και στο κακό. Θέλω να διερευνήσω όλες τις κατευθύνσεις, όλες τις δυνατότητες, όλες τις πιθανότητες. Γι’ αυτό γράφω άγρια και τρυφερά. Δεν με νοιάζει να πω απλώς μια ιστορία καλά. Ούτε να κάνω τη δασκάλα σε κανέναν. Και τους χαρακτήρες μου δεν τους κρίνω. Τους αγαπάω και τους πονάω. Είμαι στραμμένη προς τους ανθρώπους που υποφέρουνε. Σε αυτούς που η μοίρα τους είναι τέτοια που δεν έχουν τα μέσα, κατά κάποιον τρόπο, να αντιδράσουνε. Είτε γιατί γεννήθηκαν μ’ ένα κουσούρι, είτε γιατί είναι φτωχοί κ.τ.λ. Στο διήγημα «Μαμά άφησέ με ν’ ανασάνω», η ηρωίδα έχει σχεδόν γεράσει νταντεύοντας τη μητέρα της. Είναι ένας άνθρωπος διψασμένος για ζωή», βρίσκει διέξοδο στις σκοτεινές αίθουσες, πάει στα πονηρά σινεμά, «κι όταν διψάς, δεν κοιτάς αν το νερό είναι θολό ή βρώμικο, θα πιεις».

Να το δούμε λίγο και πάλι ευρύτερα. Μήπως όσοι διαβάζουμε ακριβώς, γινόμαστε κάπως υπερβολικά «ελαστικοί» ως προς την ηθική ή ως προς τα αποδεκτά όρια εν γένει; Μήπως φτάνουμε στο σημείο να δικαιολογούμε τα πάντα; «Γινόμαστε πιο ανεκτικοί, πιστεύω. Δίνουμε χώρο στους ανθρώπους. Το δίκαιο είναι ο νόμος. Είναι ο Ιαβέρης που κυνηγά μια ζωή τον Γιάννη Αγιάννη, ενώ η Δικαιοσύνη είναι ο επίσκοπος που του

 

Έλσα Κορνέτη

«Η Αυγή», 12.3.2017

(Απόσπασμα)

Το νέο βιβλίο της Μαρίας Κουγιουμτζή «σείεται» από τον θόρυβο των ανθρώπων, από τον θόρυβο των ψυχών των ανθρώπων, των καταδικασμένων σε μια μοιρολατρία και σ’ έναν κόσμο ντεφάκτο ακάθαρτο όπου κανείς δεν γλιτώνει από τη «ρύπανση» του άλλου, αλλά όλοι μαζί αναδεύονται μέσα στις εκκρίσεις τους: στο κρυμμένο, στο μυστικό, στο εγκληματικό, στο ανήθικο, στο αιμομικτικό, στο αδερφοκτόνο, στο έκφυλο, στο χυδαίο, αλλά και στον εγκλεισμό, στην ασφυξία, στον εγκιβωτισμό, στη μοναξιά, στην αγριότητα, στο διαμελισμό, στη σήψη, στη μνησικακία, στο γήρας, κυρίως αυτό.
Τα όρια του καλού και του κακού συντάσσονται με τη μαεστρία που ορίζει η μπαγκέτα της δημιουργού σε μια ανατροπή βεβαιοτήτων όπου συναντιούνται ακόμα και τα πιο αντιθετικά ζεύγη πραγμάτων, το αληθινό κακό και το υποκριτικό καλό ή το υποκριτικά κακό με το αληθινά καλό και δεν είναι λίγες οι στιγμές όπου ο Έρωτας ο ιερός συναντά τον βέβηλο εαυτό του, «η νίκη και η ήττα σημαίνουν πόλεμο», «καμία επανάσταση δεν ωφελεί και καμία υποταγή», «όλα τα παραμύθια έχουν κακό τέλος» και όλα αυτά για να μάθεις κι αυτό: «τι θα πει γερνώντας ο κόσμος σου όλος να κρέμεται από την αγάπη ενός σκύλου».
Το κακό δεν είναι επινοημένο αλλά συνθέτει τη φυσική μας κατάσταση αναπόσπαστο κομμάτι της ανθρώπινης φύσης και αυτό όχι για τους καλούς και τους κακούς αλλά για τους αδύναμους και τους φθαρτούς. Το Καλό και το Κακό ζουν καθημερινά σκηνές ερωτικής αντιζηλίας και μάλιστα μέσα σε σπίτια κοντινά ανάμεσα σε ανθρώπους της διπλανής πόρτας, όπου όλα μπορούν να συμβούν στους ταπεινωμένους κι όλα με μια μοναδικά κακόψυχη ακρίβεια δραματικά συμβαίνουν.
Η εντυπωσιακή εικονοπλαστική αφηγηματική δεινότητα της Μαρίας Κουγιουμτζή είναι τόσο γάργαρη και διαυγής, ώστε έχει την ικανότητα ν’ «αρπάζει» την προσοχή του αναγνώστη (πράγμα σπάνιο στην εποχή της διάσπασης) και να τη διατηρεί στη σωστή «θερμοκρασία» συγκέντρωσης, αλλά και αγωνίας με την πρέπουσα «ταχύτητα» ροής χωρίς να πλατειάζει με άσκοπες φλυαρίες, δυσλειτουργικούς πειραματισμούς, διανοητικά τερτίπια και πλαδαρές περιγραφές.

 

Μαρία Στασινοπούλου

«Εφημερίδα των Συντακτών», 28.1.2017

(Απόσπασμα)

Διηγήματα με έμπνευση και βάθος όπως «Ο γέρος του σκύλου»∙ με το σκληρό κουκούτσι της τραγωδίας και τη μαγγανεία του παραμυθιού. Σ’ ένα παιχνίδι ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό, στην πράξη και τη σκέψη. Αστεγοι που «οι τσέπες τους δεν έχουν κανένα κλειδί. Παντού κλεισμένες πόρτες».

Ιστορίες για μισότρελους και παραλογισμένους. Ενα βιβλίο με διάχυτο ερωτισμό, χειροπιαστό, ολοζώντανο. Ο έρωτας στην ουσία της ύπαρξης και όχι του κορμιού. Κορυφαία στιγμή το «Ερωτικό αδιέξοδο». Ο χρόνος που κουρσεύει τους ανθρώπους όλους, ανερώτητα.

Λόγος σπαρακτικός, για σπαραγμένους και σπαρασσόμενους ανθρώπους, σε σχέσεις ανθρωποφαγικές. Κι όμως ανιχνεύεται τρυφερότητα ακόμη και ανάμεσα στους πονεμένους του δρόμου. Μοναδική σωτηρία, φανερή ή κρυμμένη στα βάθη, η αγάπη. «Ναι, τελικά υπάρχει ένα είδος αγάπης που σώζει»∙ υπάρχει «το διαμάντι της ανθρωπιάς που μας ενώνει όλους εμάς τους ανθρώπους».

Το χάδι και το άγγιγμα ως παράγοντας ρυθμιστικός της ζωής έχει εξαγγελθεί ήδη από τον τίτλο: Ολα μπορούν να συμβούν μ’ ένα άγγιγμα. Χάδια ακόμη και στον εαυτό μας, μέσα από την ονειροπόληση. Αφή μέσα από τη φωνή του τηλεφώνου. «φτάνουμε ο ένας στον άλλο προσπαθώντας να τον χαϊδέψουμε». Χάδι σ’ ένα πεταμένο τσαλακωμένο βιβλίο «κάποιος είχε πεθάνει κι οι συγγενείς του τα ξεφορτώθηκαν στο δρόμο. Ενιωσα πεταμένο τον άνθρωπο, ένας σωρός από κόκαλα, γι’ αυτό το μάζεψα, μάζεψα ένα κοκαλάκι του.

 

Τάσος Καλούτσας

frear.gr, 23.1.2017

Στην τρίτη κατά σειρά συλλογή της Μαρίας Κουγιουμτζή Όλα μπορούν να συμβούν μ’ ένα άγγιγμα (εκδ. Καστανιώτη) τριάντα δύο σύντομες εξιστορήσεις κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον μας, εφόσον εξασφαλίζουν την ιδιαίτερη διεγερσιμότητα που επιβάλλει στον αναγνώστη η αυθεντική λογοτεχνία. Εκκινώντας από την περιγραφή απλών καθημερινών περιστατικών (πραγματικών ή επινοημένων) ή μέσα από τις δαιδαλώδεις (συχνά εφιαλτικές) ατραπούς της ευρηματικής της φαντασίας, σε οδηγούν στα έγκατα της ανθρώπινης ψυχής και σε κάνουν να νιώσεις με ξεχωριστή ένταση τη συγκίνηση που προκαλούν τα βαθιά ανθρώπινα συναισθήματα: Πόνος και αγανάκτηση απ’ την ανάλγητη επιβολή κάθε μορφής (εξουσιαστικής) βίας, συμπόνια προς τα κάθε λογής αδύναμα ή ανυπεράσπιστα θύματά της ‒τους αδικημένους ή τους «ναυαγισμένους»‒ διάχυτος αισθησιασμός που σπαράσσεται από τη μοναξιά, παράφορα πάθη που συνορεύουν με την απόγνωση και την τρέλα, εκρηκτικά ξεσπάσματα φιμωμένων ενστίκτων που, μέσα από μια καλοστημένη σκηνοθεσία οικογενειακών συμβάντων ή συγκρούσεων, αντιπαραθέτουν την αγριότητα με την τρυφεράδα, την ανθρώπινη θηριωδία με την δίχως όρια αφοσίωση και, περιέργως, σε γαληνεύουν, επιδαψιλεύοντας τη γλυκιά παραμυθία που προσφέρει η τέχνη στην ύπαρξη. Αγάπη προπάντων για τη Ζωή (στο σύνολό της), αυτήν που φιλόστοργα αγκαλιάζει η λογοτεχνία (υπερνικώντας και το φόβο του θανάτου): «Στα βιβλία μπορείς να ζεις και νεκρός, δεν σ’ το απαγορεύει κανείς». Εν συντομία, ένας κόσμος (επίγειος και υπόγειος) δυνατών συγκινήσεων, εγκαρτέρησης και αγωνίας, τρόμου κι ελπίδας.

 

Βαγγέλης Χατζηβασιλείου

«Το Βήμα»/ «Βιβλία», 22.1.2017

(Απόσπασμα)

Στο καινούργιο βιβλίο της Κουγιουμτζή το Κακό ανοίγει μια δίοδο προς τις τερατογενέσεις που μπορεί να επινοήσει η φαντασία, είτε μιλάμε για το σκηνικό δράσης το οποίο φιλοτεχνεί η πλοκή είτε για τις φαντασιώσεις οι οποίες κατατρύχουν τον βίο των πρωταγωνιστών. Θα πρέπει παρ’ όλα αυτά να διευκρινίσω πως ο λόγος εν προκειμένω δεν είναι για μια καθαρή λογοτεχνική φαντασία (πρόθυμη να περιηγηθεί σε άγνωστα και ανοίκεια τοπία) ούτε για ξεκάθαρες φαντασιώσεις (ικανές να διαχωριστούν με σαφήνεια, έστω και σε ένα υστερότερο αφηγηματικό στάδιο, από την πραγματικότητα την οποία βιώνουν οι ήρωες). Οι μορφές, οι σκιές και τα σχήματα που κινούνται στα διηγήματα του βιβλίου βρίσκονται μονίμως σε έναν ενδιάμεσο χώρο, σε ένα εσκεμμένα αδιευκρίνιστο και αμφίσημο αναμεταξύ όπου τα πάντα τελούν υπό διαρκή ανασυσχετισμό.

Σε ένα τέτοιο πλαίσιο οι φαντασιακές προβολές του Κακού μπορεί να αποκτήσουν ποικίλες όψεις: δύσμορφες φιγούρες που σέρνονται στη γη ή βγάζουν στην κοινή θέα το τυμπανιαίο πρήξιμο των ποδιών τους, μανάδες και κόρες που αγωνίζονται να ενωθούν με βδελυρούς όγκους, νεκροί που μιλούν με μια απόκοσμη λαλιά ή κυνηγούν δυναστικά (σαν να είναι ακόμη ζωντανοί) τη μνήμη των δικών τους. Το Κακό όμως θα εμφανιστεί και ως απολύτως πραγματική – και άκρως ανατριχιαστική – οντότητα: παιδιά που σκοτώνουν εν ψυχρώ τους γονιούς τους, αγόρια που πεθαίνουν φορώντας τα ρούχα της μάνας τους, γυναίκες που υποτάσσονται στη γοητεία ανελέητων εραστών, απελπισμένοι που εξαφανίζουν από προσώπου γης τα οικόσιτά τους για να ξορκίσουν τη μοναξιά τους, καθώς και βιαστές, σαδιστές και δηλητηριαστές που φέρνουν με τα καλύτερα αποτελέσματα εις πέρας το αποτρόπαιο έργο τους.

 

Ζωή Σαμαρά

diastixo.gr, 27.12.2016

(Απόσπασμα)

Οι ανθρώπινες σχέσεις, με όλη τους την ομορφιά και όλη τους την αγριότητα, ξεκινούν από ένα άγγιγμα και χάνονται μέσα σε ένα τοπίο μεταφυσικών αποχρώσεων, σε ένα «σπίτι αιχμαλωσίας», που εξαφανίζεται και επανεμφανίζεται μυστηριωδώς μπροστά στα μάτια μας. Στην αγωνιώδη ερώτηση πότε άρχισε ο εγκλεισμός μας, υπάρχει μόνο μια απάντηση: από την πρώτη στιγμή της ύπαρξής μας.

Η καταξιωμένη πεζογράφος Μαρία Κουγιουμτζή ανοίγει τη νέα συλλογή διηγημάτων της με μια αλληγορία του βάλτου –ύπουλη αιχμαλωσία του βάθους, του βυθού–, που μας κρατά σε εγρήγορση καθ’ όλη τη διάρκεια των αφηγήσεών της, καθώς ο βάλτος μεταμορφώνεται σε σπίτι, σε κλουβί, σε κλειδωμένο δωμάτιο με το κλειδί άφαντο, ή ακόμη σε ανθρώπινο κορμί, με τα μάτια να γίνονται «άφωτες χαραμάδες». Στο πρώτο διήγημα, ο γιατρός που επισκέπτεται ασθενή μέσα στη νύχτα νιώθει μια αόρατη απειλή να αναδύεται από τα βάθη της γης. Όταν φτάσει στον προορισμό του, αντιλαμβάνεται ότι μόνο άνθρωποι χωρίς ηθικές αναστολές, θεόρατοι άνδρες και πανύψηλες γυναίκες, επιζούν στη χέρσα γη, βολεμένοι πάνω στην απειλή του βάλτου.

Μέσα ή έξω από κλειστούς χώρους δεν υπάρχει ελπίδα για ελευθερία ή έστω για μια στιγμιαία ανάσα. Βάλτος ή άνυδρη γη αποδεικνύεται και η ζωή των ηρώων: αποξηραμένη η ψυχή της γυναίκας που περιμένει μάταια τον άνδρα της, του φωτογράφου που τριγυρνά ολομόναχος στα έρημα μονοπάτια της επαρχίας. Η θεματική του βάλτου ή του σπιτιού μπορεί να μην επαναλαμβάνεται, αλλά κυκλοφορεί υπογείως –βάλτος η ίδια– και δίνει στα διηγήματα της συλλογής υπόσταση ενιαίας αφήγησης. Το βιβλίο αρχίζει με το χωριό-βάλτο και τελειώνει με ταξίδι στα υπόγεια της ψυχής, στα ανεξερεύνητα μυστήρια του ασυνειδήτου. Ο εγκλωβισμός έχει ολοκληρωθεί, μοιάζει να είναι τελεσίδικος, απόφαση ενός υπερφυσικού δικαστηρίου. Είναι όμως;

 

Γιώργος Περαντωνάκης

http://www.bookpress.gr, 16.12.2016

(Απόσπασμα)

Η συγγραφέας βλέπει τη ζωή σαν αγώνα, όπου μόνο η επαναστατικότητα, η αγριάδα, η ορμή, η σαρωτική επίθεση του έρωτα υπάρχει· οι άνθρωποί της είναι οι περισσότεροι πειρατές, μαχητές που φτάνουν ακόμα και στον φόνο, αντιμετωπίζουν τον θάνατο με θάνατο, δείχνουν φιλήσυχοι αλλά κατά βάθος είναι τυφώνες χωρίς έλεος. Από τη «λογική» εκδίκηση ώς την άλογη παρόρμηση του έρωτα, μια ψυχαναλυτικά ιδωμένη εσωτερική ορμή συμπαρασύρει τα πάντα. Κι αφού ο θάνατος είναι η φυσική βία, ο άνθρωπος πρέπει να αντιτάξει μια ανάλογη σφοδρότητα.

Όλα αυτά τα συνοψίζει η ίδια η διηγηματογράφος στο τελευταίο της κείμενο με τίτλο «Το υπόγειο». Εκεί επισημαίνει ότι τα στεγανά ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό μάλλον είναι περατά, αφού «το πραγματικό έχει όρια και αυτά τα όρια εισχωρούν και χάνονται μέσα στο φανταστικό». Έτσι, ο φόβος της ζωής, του θανάτου, της βίας που κυριαρχεί κ.λπ. κάνει τον άνθρωπο να αφήνεται στο φανταστικό, το οποίο επιτρέπει στο ένστικτό του να διασκεδάζει αυθόρμητα τις ανασφάλειες και τις ενοχές του καθενός. Άλλη μια σειρά διηγημάτων στην αλυσίδα της Μαρίας Κουγιουμτζή, που σοκάρουν ευεργετικά τον αναγνώστη.

 

Λίνα Πανταλέων

«Η Καθημερινή»/ «Τέχνες και Γράμματα», 4.12.2016

(Απόσπασμα)

Το πρώτο πεζό του βιβλίου, ένα αφήγημα αριστοτεχνικό, σκηνογραφεί με φρικώδεις φωτοσκιάσεις την γκραν-γκινιόλ σκοτεινιά στα πεζά της Μαρίας Κουγιουμτζή. Σε έναν βάλτο, όπου χωνεύονται τα κόκαλα κάθε λογής πεσόντων, ανθρώπινες ζωές παραδίδονται στην αποσύνθεση της απανθρωποποίησης. Αυτό το τέναγος, σκιασμένο από μια τεφρώδη καταχνιά και πηχτό από το αίμα ενός ασύλληπτου μακελειού, σερνόταν πάνω στα πρόσωπα των επιζώντων σαν «μαύρη γλώσσα», που «έγλειφε τα άσπρα δόντια μιας προσευχής που ωρυόταν. Αυτή η μαύρη γλώσσα τα δοκίμαζε όλα κι ύστερα τα έφτυνε με αποστροφή. Κάτι το ανώνυμο, το ανορθόγραφο, χωρίς φως, σάλευε μέσα σ’ αυτό το βούρκο· το μυαλό σου».

Οι εφιάλτες που αναχαράζουν οι άσωτες φρένες των ηρώων, αποκαλύπτουν την ασχήμια της εξαχρείωσης και την ίδια στιγμή την οδύνη μιας αμετάκλητης ταπείνωσης. Οι μορφές τους αναδύονται μέσα στο μισόφωτο απόκοσμων, σχεδόν ταφικών, χώρων, κατασπαραγμένες από την αποτυχία της συνείδησης. Παρακολουθώντας το άγριο σακάτεμά τους, η συγγραφέας διερωτάται για το «υπέρμετρα ανήθικο», για την κατατρόπωση της ανθρωπιάς από την εγγενή της κακότητα. Οι αφηγητές εγκαταβιώνουν σε τοπία εγκατεσπαρμένα με μνήματα, σκεπασμένα από τη σκόνη της λήθης. Ωστόσο, οι νεκροί συνυπάρχουν μαζί τους, συνεχίζουν να ατενίζουν πάνω από τον ώμο τους τον παροξυσμό του αίματος. Οπως λέει ο πατέρας στον «Βάλτο», δεν είχε σημασία που η κόρη του είχε πεθάνει. Εκείνη διαρκώς περπατούσε μέσα στις κάμαρες. «Μυρίζω το χώμα στα μαλλιά της. Κι όμως, την είχα πελεκήσει με τα ίδια μου τα χέρια την κάσα που την είχα βάλει. Εχει σταυρό το μνήμα της, τι θέλει εδώ μέσα και τριγυρνάει;».

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

 

Συνέντευξη στο Μπέκο Γρηγόρη

tovima.gr 15/04/2017

«Όλα μπορούν να συμβούν μ’ ένα άγγιγμα» (Εκδόσεις Καστανιώτη, 2016)

Μαρία Κουγιουμτζή: «Φοβούνται τη φαντασία όσοι φοβούνται τον εαυτό τους»

Ο γοτθικός Βορράς. Η θεσσαλονικιά συγγραφέας, μια ξεχωριστή διηγηματογράφος, μιλάει στο «Βήμα» για το τελευταίο της βιβλίο, για τη φρικτή γοητεία της ζωής και την απροσδιοριστία των πραγμάτων, για τα ένστικτα που νικάνε και τη φαντασία που χορταίνει

Μετά το γυμνάσιο, ρίχτηκε κατ’ ευθείαν στα βαθιά, στην πραγματική ζωή, στη βιοπάλη. Άρχισε ως «βοηθός λογιστού» δίπλα σ’ έναν ηλικιωμένο κύριο. Τα χρήματα ήταν λιγοστά. Αργότερα εργάστηκε «σ’ ένα τενεκετζίδικο στο Ωραιόκαστρο». Στις πέντε τα χαράματα σηκωνόταν για το μεροκάματο. Η εποχή ήταν δύσκολη, οι άνθρωποι σκληροί. «Πάνω στη φλόγα του οξυγονοκολλητή βγάζαμε και ζεσταίναμε το φαΐ μας. Μια φορά, είπα να εκμεταλλευτώ τη σύντομη απουσία του άντρα που είχε το μηχάνημα. Είπα, θα προλάβω. Όμως εκείνος γύρισε και μου πέταξε κάτω το φαΐ. Δηλαδή με άφησε νηστική ενώ ήμουν ήδη κουρασμένη και άυπνη. Αυτή την ιστορία, αν την έγραφα, δεν θα την έγραφα καλά» είπε υπαινικτικά στο «Βήμα» η Μαρία Κουγιουμτζή. «Μετά έγινα εισπράκτωρ στα λεωφορεία, είδα κόσμο πολύ, πολλές συμπεριφορές. Αλλά μάλωσα μ’ έναν σταθμάρχη και τότε πήγα στη «Λύρα» του Αλ. Πατσιφά, στο υποκατάστημα της Θεσσαλονίκης. Κουβαλούσα δίσκους, σκούπιζα, τα πάντα έκανα».

Εν τω μεταξύ, σταμάτησε για να γράψει αλλά και πάλι αναγκάστηκε να δουλέψει, για τελευταία φορά, και πάλι σε λογιστήριο, «ενός εξαιρετικού λαδά». Ολες αυτές οι εμπειρίες «περάσανε μέσα μου, γίνανε βιώματα. Χρειάζεται το βίωμα αλλά η λογοτεχνία είναι που το μετασχηματίζει. Αλλο πράγμα το βίωμα κι άλλο η βιογραφία» υπογράμμισε η 72χρονη θεσσαλονικιά συγγραφέας μιλώντας προς «Το Βήμα». Πριν από λίγες ημέρες κατέβηκε για πρώτη φορά – επισήμως – στην Αθήνα για να παρουσιάσει το τελευταίο της έργο με τίτλο Όλα μπορούν να συμβούν μ’ ένα άγγιγμα. Το κοινό ήταν, κατά το πλείστον, ομότεχνο και επώνυμο στο βιβλιοπωλείο «Επί λέξει». Κική Δημουλά, Ζυράννα Ζατέλη, Μάνος Ελευθερίου, Ανδρέας Μήτσου, Δημήτρης Δασκαλόπουλος, μεταξύ άλλων.

Η εκτίμηση αυτή μόνο τυχαία δεν είναι. Η Μαρία Κουγιουμτζή είναι ίσως η πλέον ενδιαφέρουσα γυναίκα διηγηματογράφος στην Ελλάδα, τη στιγμή που μιλάμε. Αρκεί να διαβάσει κανείς λ.χ. το αριστουργηματικό κείμενο «Ο βάλτος» στην πρόσφατη – μία ακόμη εξαιρετική – συλλογή διηγημάτων της. Μέσα σε περίπου μία δεκαετία, η Μαρία Κουγιουμτζή έχει εκδώσει τέσσερα βιβλία που ξεχωρίζουν για τη σιβυλλική ατμόσφαιρα και την τραχιά τεχνοτροπία τους. Η παρουσία της δε στα λογοτεχνικά περιοδικά είναι συνεχής. Μπορούμε να πούμε ότι η ίδια καλλιεργεί συστηματικά ένας είδος γοτθικών ιστοριών του Βορρά, με τον τρόπο – για να χρησιμοποιήσουμε μια απολύτως βάσιμη αναλογία – που το έκαναν οι συγγραφείς του αμερικανικού Νότου.

Στο επίκεντρο είναι πάντοτε οι απόκληροι και οι παρίες, οι φτωχοί και οι αδύναμοι, οι απεγνωσμένοι και οι ηττημένοι. Βέβαια, για να γίνει κανείς συγγραφέας δεν αρκούν τα βιώματα. «Διάβαζα πολύ, είχα πάθος, είχα μανία. Ο αδελφός μου ο Σταύρος, ο λατρεμένος, είχε τα βιβλία κι εγώ τα σκάλιζα. Οταν ήμουνα επτά χρονών διάβασα ένα πολύ σκληρό βιβλίο, «Τα καπνοτόπια» του Ερσκιν Κάλντγουελ. Μ’ άρπαξε, τρελάθηκα. Τι είχε προηγηθεί όμως; Η μητέρα μου, θρακιώτισσα πρόσφυγας, μας μεγάλωνε εμένα και τον αδερφό μου, χήρα, ξενοπλένοντας, όταν σταματούσε από τα καπνά. Ξεθεωμένη απ’ τη δουλειά, με τη γλυκιά μυρωδιά του καπνού στο δέρμα και τη σκοτεινιά της στάχτης στα νύχια, με τάιζε άγρια παραμύθια και δημοτικά τραγούδια. Το «Τραγούδι του νεκρού αδερφού» λ.χ. με στιγμάτισε. Μετά ακολούθησαν οι αρχαίες τραγωδίες, ο Ντοστογέφσκι, ο Παπαδιαμάντης και ο Βιζυηνός. Οσο ο αδελφός μου έβλεπε ότι διάβαζα τόσο με τροφοδοτούσε με βιβλία. Με πήγε πρώτα στον ποιητή Γιώργο Θέμελη. Και εκείνος μου είπε ότι έχω πολύ ζωηρή φαντασία, ότι εκεί έπρεπε να επιμείνω. Δεκατεσσάρων χρονών ήμουνα τότε» θυμήθηκε η Μαρία Κουγιουμτζή και η φωνή της γλύκανε, το πρόσωπό της έλαμψε από νοσταλγία.

Γκρίζα παιδικά χρόνια

Από την άλλη, τα παιδικά χρόνια ήταν γκρίζα. «Εζησα διάφορες καταστάσεις αλλά ήμουν ονειροπόλα. Για τον ονειροπόλο ο Ντοστογέφσκι λέει ότι δεν είναι άνθρωπος αλλά ένα πλάσμα ουδέτερο που κατασκευάζει έναν κόσμο δικό του και είναι ευτυχής εκεί μέσα, κι αυτό δεν είναι λίγο. Με χόρταινε η φαντασία μου. Φοβούνται τη φαντασία όσοι φοβούνται να αντικρίσουν κατάματα τον εαυτό τους». Τη δεκαετία του 1950 η Θεσσαλονίκη «ένα φτωχοκομείο ήτανε, ιδίως οι δικές μας οι γειτονιές, οι δυτικές, εκεί υπήρχε η μεγαλύτερη ανέχεια, σε μια περιοχή που υπέφερε συνολικά μετά την Κατοχή και τον Εμφύλιο. Τίποτα δεν είχαμε. Εμείς μέναμε σε ένα σπίτι που ήταν εβραίικο. Ετσι μας λέγανε, δεν ξέρω αν ήτανε. Παιδί ήμουνα. Τότε όχι μόνο δεν συζητιόταν το ζήτημα αλλά υπήρχε επιφύλαξη μεγάλη. Λίγοι, βέβαια, καταλαβαίνανε τι συνέβαινε. Σε μας τα μικρά λέγανε ότι οι Εβραίοι παίρνουν τα παιδάκια, τα βάζουν σ’ ένα βαρέλι με καρφιά και πίνουν το αίμα τους που στάζει». Τρόμος δηλαδή, έντονος αντισημιτισμός. «Τα άκουγα αυτά απ’ τα άλλα παιδιά, τους τα λέγανε οι γονείς τους. Εμένα η μάνα μου δεν μου ‘πε ποτέ τέτοια πράγματα. Είχε μια φίλη η οποία τελικά σώθηκε, επειδή είχε παντρευτεί χριστιανό».

Τα ανθρώπινα όρια

Στις ιστορίες της περνάει το ζήτημα, αντιστικτικά, με κακά αλλά και καλά παραδείγματα, υπήρξαν και αυτά. Και με αφορμή τον χαρακτήρα ενός άντρα στη «Μικρή Εβραία», ενός βιαστή, μίλησε ευρύτερα για τους ήρωές της.
«Εμένα οι χαρακτήρες μου είναι «διπλοί». Δηλαδή κάνουνε την αμαρτία αλλά υποφέρουνε που την κάνουνε. Δεν ησυχάζουν. Μετανιώνουν. Οι αμοραλιστές άνθρωποι δεν μ’ ενδιαφέρουν καθόλου. Με ενδιαφέρουν αυτοί που παλεύουν, άσχετα αν στο τέλος τα ένστικτα νικάνε. Αυτό το πιστεύω» τόνισε η Μαρία Κουγιουμτζή.

Μάλιστα γράφει ότι μόνο στις υπερβάσεις μαθαίνουμε και, πράγματι, τα κείμενά της περιγράφουν οριακές καταστάσεις. «Θέλω να δείξω πού φτάνουν τα όρια του ανθρώπου. Και στο καλό και στο κακό. Θέλω να διερευνήσω όλες τις κατευθύνσεις, όλες τις δυνατότητες, όλες τις πιθανότητες. Γι’ αυτό γράφω άγρια και τρυφερά. Δεν με νοιάζει να πω απλώς μια ιστορία καλά. Ούτε να κάνω τη δασκάλα σε κανέναν. Και τους χαρακτήρες μου δεν τους κρίνω. Τους αγαπάω και τους πονάω. Είμαι στραμμένη προς τους ανθρώπους που υποφέρουνε. Σε αυτούς που η μοίρα τους είναι τέτοια που δεν έχουν τα μέσα, κατά κάποιον τρόπο, να αντιδράσουνε. Είτε γιατί γεννήθηκαν μ’ ένα κουσούρι, είτε γιατί είναι φτωχοί κ.τ.λ. Στο διήγημα «Μαμά άφησέ με ν’ ανασάνω», η ηρωίδα έχει σχεδόν γεράσει νταντεύοντας τη μητέρα της. Είναι ένας άνθρωπος διψασμένος για ζωή», βρίσκει διέξοδο στις σκοτεινές αίθουσες, πάει στα πονηρά σινεμά, «κι όταν διψάς, δεν κοιτάς αν το νερό είναι θολό ή βρώμικο, θα πιεις».

Να το δούμε λίγο και πάλι ευρύτερα. Μήπως όσοι διαβάζουμε ακριβώς, γινόμαστε κάπως υπερβολικά «ελαστικοί» ως προς την ηθική ή ως προς τα αποδεκτά όρια εν γένει; Μήπως φτάνουμε στο σημείο να δικαιολογούμε τα πάντα; «Γινόμαστε πιο ανεκτικοί, πιστεύω. Δίνουμε χώρο στους ανθρώπους. Το δίκαιο είναι ο νόμος. Είναι ο Ιαβέρης που κυνηγά μια ζωή τον Γιάννη Αγιάννη, ενώ η Δικαιοσύνη είναι ο επίσκοπος που του χαρίζει τα κλεμμένα κηροπήγια αφήνοντάς του περιθώριο για να καταλάβει, να αλλάξει».

Οι αλληλεπιδράσεις

Η ίδια πιστεύει στη σημασία της συγχώρεσης. Και είναι μια γυναίκα που θαυμάζει τους προσωκρατικούς, τα μαθηματικά, την αστροφυσική, την πολυπλοκότητα του (εξωτερικού) Σύμπαντος. «Οι φυσικοί νόμοι, ενώ είναι νόμοι, δεν σε δεσμεύουν, σε ελευθερώνουν. Οχι μέσω του τυχαίου αλλά μέσω της απροσδιοριστίας. Της πληθώρας των κινήσεων, όχι της επιλογής αλλά των αλληλεπιδράσεων. Αυτό συμβαίνει και με τις ανθρώπινες σχέσεις. Από την αλληλεπίδραση με τους άλλους δημιουργούμαστε και τους δημιουργούμε».

Κάθε άνθρωπος όμως είναι και ένα διαφορετικό (εσωτερικό) σύμπαν. «Τους δέχομαι τους αμαρτωλούς, αρκεί να υπάρχει η πάλη, όπως προείπα. Πιστεύω ότι ακόμα κι αυτός που κάνει κάτι φρικτό δεν θέλει να το κάνει. Αλλά τα ένστικτα, που να πάρει ο διάολος, έχουν τέτοια γοητεία, όταν το φρικτό συμβαίνει σε κυριεύει και δεν μπορείς να σταματήσεις. Υστερα αυτός που το κάνει απεχθάνεται τον εαυτό του που το έκανε. Ποια θα ήταν η λύση; Να αυτοκτονήσει για να μην το ξανακάνει. Δεν μπορεί όμως, η ανάμνηση αυτής της φρικτής γοητείας τον κρατάει στη ζωή. Σκεφτείτε το, ευρύτερα. Η ζωή είναι φρικτή τις πιο πολλές φορές. Αλλά εμείς όλοι, εκεί. Εχει μια γοητεία. Τι είναι αυτό; Η ζωή η ίδια το πλάθει αυτό για να μας κρατήσει ζωντανούς. Αλλιώς στην πρώτη αναποδιά θα τα τινάζαμε όλα στον αέρα. Αφού έτσι κι αλλιώς ξέρουμε πως θα πεθάνουμε. Η ζωή όμως δημιουργεί μύθους, κι εγώ πιστεύω πολύ στον μύθο».

Τότε ανακάλεσε τον Ν. Γ. Πεντζίκη που «πίστευε στο φανταστικό, δεν ήθελε το πραγματικό», είχε μια σύντομη θητεία μαζί του. «Ο ίδιος ρώτησε κάποτε έναν μικρό, τι θέλεις, μικρέ, ένα πραγματικό αυτοκινητάκι για ένα φανταστικό; Το παιδί ήθελε το πραγματικό. Το πραγματικό τού είπε ο Πεντζίκης θα παλιώσει και θα το πετάξεις, το φανταστικό δεν θα το χάσεις ποτέ, θα το ‘χεις μια ζωή».

«Εχω εκπλαγεί αλλά δεν έχω τρομάξει»

Εχει ποτέ εκπλαγεί η ίδια από κάτι που έχει γράψει; Εχει ίσως τρομάξει; «Πιστεύω στην έμπνευση. Ερχεται από μια λέξη, μια εικόνα, μια ιδέα, είναι όπως το σωματίδιο του Χιγκς, που, ενώ δεν έχει μάζα, καθώς συγκρούεται μ’ ένα άλλο σωματίδιο τού δίνει μάζα και αποκτά και το ίδιο. Ετσι προκύπτει ένα ποίημα, ένα διήγημα, ένα μυθιστόρημα. Τουλάχιστον έτσι λειτουργώ εγώ. Εχω εκπλαγεί αλλά δεν έχω τρομάξει, κι αν έχω τρομάξει ο τρόμος αυτός είναι γλυκός. Δεν τα προσχεδιάζω αυτά που γράφω. Iσως και να μην τα ξέρω. Διότι αν τα ξέρω θα πάω με τη λογική να τα πω και δεν θα τα πω καλά. Οπου με πάει το κείμενο. Οι ανατροπές συντελούνται την ώρα της γραφής».

Η Μαρία Κουγιουμτζή για χρόνια ολόκληρα όχι μόνο δεν δημοσίευε «αλλά έσκιζα και δεν κρατούσα τίποτα, κι αυτό μου έκανε καλό». Για ένα διάστημα πήγαινε «καθημερινές ασκήσεις» στον ποιητή Ντίνο Χριστιανόπουλο, όπως ο ίδιος της είχε προτείνει. «Τις έβρισκε ενδιαφέρουσες αλλά ατελείς. Μου έλεγε να τις διορθώσω και να ξαναπάω αλλά ντρεπόμουν και δεν επανερχόμουν στο θέμα». Αλλά, ευτυχώς, δεν τον υπάκουσε. «Τον άκουγα με προσοχή αλλά δεν τον υπάκουσα». Δυο-τρία από αυτά τα κείμενα τα περιέλαβε στο «Αγριο βελούδο», το πρώτο της βιβλίο που κυκλοφόρησε το 2008 και απέσπασε κατόπιν το Βραβείο Διηγήματος του Ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών. Πρόκειται για τις «Γριές», «Το κοντάρι» και «Το βλέμμα», που είχε δημοσιευτεί πριν από 40 χρόνια στη «Λέξη». Η πρώτη της ιστορία δημοσιεύθηκε το 1972 στον «Κάλβο», σε διαγωνισμό υπό τον τίτλο «Διήγημα ’71». Η Μαρία Κουγιουμτζή μιλάει με ευγνωμοσύνη για τους φίλους της, για όσους τη στήριξαν και την παρότρυναν να συνεχίσει. Στη συνομιλία μας αναφέρθηκε ονομαστικά και αναλυτικά σε όλους.

 

«Ο αδερφός μου Σταύρος Κουγιουμτζής»

diastixo.gr 12/4/2017

Ο αδερφός μου ήταν ένας άνθρωπος ονειροπόλος. Ονειρευόταν έναν Κόσμο καλύτερο, ηθικότερο και αισθητικότερο. Πίστευε πολύ στην Τέχνη και στο πνεύμα, σ’ αυτό που είπε ο Ντοστογιέφσκι πως «η ομορφιά θα σώσει τον Κόσμο». Η ονειροπόλησή του δεν ήταν παθητική, ήταν ενεργητική. Δούλευε και πάλευε με πάθος γι’ αυτό που πίστευε και είχε ολόψυχα αφοσιωθεί στην Τέχνη.

Όταν στα 15 του ερωτεύτηκε την κλασική μουσική απλώς από ένα άκουσμα πιάνου –το αφηγείται θαυμάσια στο βιβλίο του Ανοιχτά παράθυρα με κλειστά παντζούρια– πήγε αμέσως και γράφτηκε στο Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης, που ήταν ένα ωραίο νεοκλασικό οίκημα στην Ευζώνων, και μέσα σε δυόμισι χρόνια ήταν έτοιμος για το πτυχίο του. Χωρίς να έχει πιάνο στο σπίτι για να μελετάει, μελετούσε στο Ωδείο και σε σπίτια φίλων, κάποιο χρονικό διάστημα ο καθηγητής του ο Τώνης Γεωργίου, ενθουσιασμένος από το ταλέντο του, έπεισε κάποιους και του νοίκιασαν ένα πιάνο στο σπίτι μας όπου μελετούσε από το πρωί ως το βράδυ. Αυτό ήταν η αιτία να πάθει υπερκόπωση και μια μη αναστρέψιμη βλάβη στα χέρια. Χρειάστηκε να εγκαταλείψει τα σχέδιά του για μεγάλος σολίστ. Όμως, όπως λέει και η παράδοση, εκεί που κλείνει μια πόρτα ανοίγει μια άλλη, έτσι στράφηκε προς τη σύνθεση όπου έγινε αυτός ο συνθέτης που ξέρετε. Εν τω μεταξύ, συνέχισε στο Ωδείο και τελείωσε όλα τα θεωρητικά, σύνθεση, ενορχήστρωση, ενοργάνωση, φούγκα, αντίστιξη κι όλα με άριστα, μέσα σε δύσκολες συνθήκες, αναγκαζόταν να παίζει σε νυχτερινά κέντρα, και όταν έκανε τις πρώτες του επιτυχίες πήγε στην Αθήνα, με την Αιμιλία, η οποία δέχτηκε και πούλησαν το σπίτι της/τους, όπου παράλληλα με τη σύνθεση, την εργασία του ως πιανίστα σε νυχτερινό κέντρο, έκανε και μαθήματα δωδεκάφθογγης μουσικής με τον γνωστό καθηγητή Γιάννη Ανδρέου Παπαϊωάννου. Όταν πια έγινε γνωστός κι έβγαζε από τα τραγούδια του τα προς το ζην, σταμάτησε τη φθοροποιό δουλειά του στα νυχτερινά κέντρα κι αφοσιώθηκε αποκλειστικά στη σύνθεση.

Εκείνο που συνέτριψε τα όνειρά του και συνέβαλε στην απογοήτευσή του ότι ο κόσμος θα γίνει καλύτερος, ήταν η συνάφειά του, αόρατη σχεδόν, με την εμπορευματοποίηση της Τέχνης, την αναξιοκρατία, την εισβολή και την επιβολή της μετριότητας και της γκλαμουριάς, η βιομηχανία της πέτσας που θέριευε, όχι μόνο της Τέχνης αλλά και ολόκληρης της ζωής.

Με τους τραγουδιστές δεν είχε ιδιαίτερες επαφές παρά μόνο επαγγελματικές – εκτός από τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, με τον εκρηκτικό και φιλόσοφο χαρακτήρα του, και τον Γιάννη Καλαντζή, ένα ευαίσθητο και σεμνό πλάσμα με ασυνήθιστη καλοσύνη και γενναιοδωρία. Δεν συμμετείχε ποτέ στη ζωή της νύχτας, δεν έκανε εμφανίσεις, δεν ήταν φίλος τους. Με τον Νταλάρα είχαν επίγνωση ο ένας της αξίας του άλλου, κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους υπήρχε ζεστασιά, ενθουσιασμός, αλλά από κει και πέρα έλειπε η οικειότητα της συχνής σχέσης. Ο Νταλάρας εργασιομανής, άψογος και συνεπής στις πρόβες, ρουφούσε το μεδούλι των τραγουδιών και τα απέδιδε με άφταστη τελειότητα. Είναι ένας τραγουδιστής που πρόσφερε τα μέγιστα στο τραγούδι και οφείλουμε να τον σεβόμαστε.

Αντίθετα, έκανε πολλή παρέα και ήταν φίλος με τους στιχουργούς που συνεργαζόταν. Στο σπίτι έρχονταν ο Μάνος ο Ελευθερίου, ο Μιχάλης ο Μπουρμπούλης, η Τσώτου τα πρώτα χρόνια, ο Λευτέρης ο Παπαδόπουλος, έξοχη ψυχή, δίκαιη –μ’ αυτόν τα έλεγε πιο πολύ τηλεφωνικά–, ο Άκος ο Δασκαλόπουλος που έφερνε και τον ποιητή Νίκο Καρούζο, ο οποίος λάτρευε το «Μη μου θυμώνεις μάτια μου», ο Κώστας Κινδύνης, όπου κλείνονταν στο σαλόνι και μιλούσαν ώρες για ποίηση και μουσική.

Ιδίως το δαιμόνιο πνεύμα του Μάνου Ελευθερίου που σε καθήλωνε απολαυστικά, η φιλικότητά του καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του αδερφού μου, καθώς και η οξύνοια, οι γνώσεις του Μ. Μπουρμπούλη με τη γοητεία του γλωσσικού του πλούτου, τη μουσικότητα της καταγωγής του και κυρίως την ευγένειά του, καθώς και η ιδιαίτερη αισθαντικότητα και το χιούμορ του γραφίστα και συγγραφέα Μιχάλη Ιερωνυμίδη και της οικογένειάς του, η κομψότητα, η απλότητα, και η φιλοξενία του Κώστα Κινδύνη και της γυναίκας του Ελένης, ο κουμπάρος του Ευγένιος Σπαθάρης με τη Φανή, η κυρία Ελένη με τη λαϊκή σοφία της και τα έξυπνα και ικανότατα παιδιά της, ζέσταιναν την ψυχή του Σταύρου. Με την Αιμιλία πάντα στο πλευρό του, αφοσιωμένη ψυχή και σώμα, να έχει αναλάβει όλα τα πρακτικά προβλήματα μιας οικογένειας, ικανότατη και με σπάνια ευαισθησία ερμηνεύτρια των τραγουδιών του, με μια θηριώδη μνήμη ακόμα και της πιο μοναχικής του νότας.

Η τριβή με τις εταιρείες δίσκων και τα πρακτικά τον κούραζαν και τον απογοήτευαν. Η Αθήνα με τις μεγάλες αποστάσεις τον έκανε να νοσταλγεί τη Θεσσαλονίκη και τους δρόμους της, τους φίλους του και τη μυρωδιά της. Ήταν σπουδαίος πεζοπόρος της πόλης, περιπατητής του άστεως γενικά. Η Θεσσαλονίκη ήταν η μητέρα του, την ήξερε καλά, είχε περπατήσει κάθε δρομάκι της. Ακόμα και στην Αθήνα, απ’ το Μαρούσι απ’ όπου έμεναν, κάναμε οι δυο μας καθημερινούς περιπάτους με τα πόδια ως την Κηφισιά και το Κεφαλάρι συζητώντας. Το μυαλό του δεν έμενε ποτέ αργό, αντίθετα ήταν σε μια διαρκή εγρήγορση και πάντοτε για την Τέχνη.

Ήταν σεμνός χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν ήξερε την αξία του. Αλλά μπροστά στις διαχρονικές αξίες και τα μεγέθη της Μουσικής, αισθανόταν τον σεβασμό που όφειλε στους Προ, στους Νυν και στους Μετά. Πίστευε στις αξίες. Και οι αξίες, πέρα από το ότι είναι το Άλας της Γης, είναι εκείνο το βήμα που στερεώνει την ουτοπία για έναν πιο ανθρώπινο και δίκαιο Κόσμο.

Παράλληλα δεν του έλειπε το χιούμορ, ήταν ως επί το πλείστον η καρδιά της παρέας με τη σπιρτάδα του πνεύματός του και τη γλύκα της ψυχής του. Όμως η ψυχή του κόσμου, που μετά τη δικτατορία είχε αρχίσει να παίρνει ανάσες, άρχισε σιγά σιγά να ξεχνάει τα όνειρά της, φιμώθηκε η ανάτασή της από τη φθορά των αξιών, το κυνήγι του πλουτισμού και τον χαβαλέ, ιδίως οι πολιτικοί και η πολιτική που τη φθορά της είχε αντιληφθεί πλήρως από τότε, τον έθλιβαν και τον οδήγησαν στην απομόνωση. Και κείνη η απομόνωση της μελαγχολίας του ήταν η ουσιαστική και ανέλπιδη διαμαρτυρία του για τον παραλογισμό της ζωής.

Όλα αυτά τραυμάτισαν την ευαίσθητη καρδιά του και ποιος ξέρει πόσα άλλα μυστικά κι απόκρυφα, και έφυγε νωρίς.

Αυτός ήταν στην ουσία ο αδερφός μου, ένας εραστής της Τέχνης και της Ανθρωπιάς. Για μένα υπήρξε τρυφερός αδερφός και εξαίρετος παιδαγωγός. Η σχέση μας ήταν πάντοτε σχέση θαυμασμού και αγάπης.

Σχολιάστε

Filed under ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ, ΠΟΙΗΣΗ

ΠΕΡΣΑ ΖΗΚΑΚΗ

ΠΕΡΣΑ

 

Η Πέρσα Ζηκάκη γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας γαλλική φιλολογία, ελληνική φιλολογία (Τμήμα Ιστορικό – Αρχαιολογικό) και παρακολούθησε στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης μαθήματα ιστορίας της τέχνης. Υπηρέτησε τη Μ. Εκπαίδευση  στην Πάτρα, από όπου και συνταξιοδοτήθηκε πριν λίγα χρόνια.
Έχει συμμετάσχει σε σεμινάρια θεάτρου και ασχολείται ερασιτεχνικά με το θέατρο.

 

Εργογραφία:

 

(2018) Εν α(γ)νοία, [Δρόμων] (Μυθιστόρημα)
(2016) Η τεθλασμένη, [Δρόμων] (Μυθιστόρημα)
(2012) Πάντα κάτι θα λείπει…, [Δρόμω]ν (Μυθιστόρημα)
(2009) Οι κληρονόμοι της σιωπής, [Δρόμων] (Νουβέλα)
(2008) Τύψεις και μαργαριτάρια, Δρόμων

 

 

 

 

 

Η ΜΕΓΑΛΗ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ ΜΟΥ

 

27939756_1644336272311802_191551420_n

Δε φοβάμαι τις αναμονές
μήτε χαμένους ορίζοντες θρηνώ,
μόνο οιωνούς γυρεύω,
να μου ψιθυρίσουν
πώς να κλειδώσω
την πείρα μου

(ΑΤΕΡΜΩΝ ΧΡΟΝΟΣ)

Πόση άραγε «ποίηση» χωράει μέσα σε ένα διάλογο με τον εαυτό μας;

Πάντα της άρεσε ν’ ανιχνεύει το χτες. Αυτή η ευλυγισία της σκέψης, αυτό το ξάνοιγμα στους περασμένους ορίζοντες την έθρεφαν για να ζει το τώρα. Αναζητούσε παλιά και περασμένα μέσα στις μαυρόασπρες φωτογραφίες του μυαλού της, έτσι για να ξαποσταίνει στην απλή και μονότονη καθημερινότητά της. Κάρφωνε το βλέμμα επάνω τους μέχρι να εξαντληθεί το μάτι και να δακρύσει.

Μια φωνή μέσα της ωρυόταν: «ρομαντική και συναισθηματικούλα μας βγήκες σε τέτοιους καιρούς, για μαζέψου».
Αυτή η φωνή σημάδευε κατευθείαν στη καρδιά της και την πυροβολούσε ασύστολα με την κάνη του όπλου της επίγνωσης. Έβγαζε φωτιά και την έκαιγε στα καλά καθούμενα μ’ εκείνη τη θερμοκρασία του μετάλλου που τσουρουφλίζει. Πράγμα περίεργο, αλλά όλο αυτό της άρεσε. Το είχε καταχωρίσει στον απαραίτητο μαζοχισμό της φύσης της,πράγμα που θεωρούσε αναγκαίο για να επιβιώνει.

Μερικές φορές εναντιωνόταν στον εαυτό της, σχεδόν με παραμιλητό.
«Άφηνέ με στις σκέψεις μου. Μου κάνει καλό τούτος ο συνωστισμός εικόνων. ‘Αφηνέ με να εξασκούμαι στον πόνο με το ρεαλισμό και την τρυφερότητα που του πρέπει. Άφηνέ με πού και πού να εξασκώ την ωριμότητά μου»
Κι ο εαυτός ξεσπάθωνε.
«Πρέπει να το’ χεις μέσα σου το γαλάζιο, κορίτσι μου, για να μπορείς να αντέξεις το βαθύ μπλε της τρικυμισμένης θάλασσας».
Ενώ το αντίφωνο αντιστεκόταν.
«Άφηνέ με σε παρακαλώ να το ανακαλύπτω σιγά σιγά. Οι πράξεις είναι που ρόζιασαν, όχι οι λέξεις μα ούτε και οι σκέψεις. Είσαι μάρτυρας, χρόνια τώρα, σ’ αυτό το ξεψάχνισμα της φύσης μου».
Μόνο έτσι κατάφερνε να περνάει ο χρόνος αφήνοντας στο δέρμα και την ψυχή της μοσχομυρισμένο το χνώτο του, κάτι σαν χάδι, ενώ..πάντα στο νου έφερνε τα λόγια της Simone de Beauvoir
«Δέχομαι με αγάπη τη μεγάλη περιπέτεια της ύπαρξής μου»

 

 

ΕΝ Α(Γ)ΝΟΙΑ (2018)

 

Ένα βιωματικό «μυθιστόρημα» που θα μπορούσε να αναφέρεται σε προσωπικά δεδομένα του καθένα μας. Το βιβλίο εκτυλίσσεται σε δύο επίπεδα, σε δύο χρόνους, στον ίδιο χώρο. Το πρώτο αναφέρεται στη ζωή του ζευγαριού πριν και μετά την άνοια, όταν αυτή παρουσιάστηκε στη γυναίκα, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπισε ο σύντροφός της την ασθένεια.Το δεύτερο μέρος έρχεται να μας υπενθυμίσει πως η ζωή συνεχίζεται ακόμη κι αν πιστεύουμε πως όλα έχουν τελειώσει μετά από κάθε έντονα βιωμένη κατάσταση, ακόμη κι όταν θεωρούμε ότι δεν υπάρχουν περιθώρια για όποια αλλαγή. Τα ανθρώπινα συναισθήματα πάντα θα καθορίζουν την ποιότητα της ζωής μας δίνοντάς της νέες προοπτικές. (Το βιβλίο είναι οφειλή στη μνήμη της μητέρας μου σμιλεμένη με την απέραντη αγάπη μου για εκείνη).
FRACTAL 11/04/2018 (Η Πέρσα Ζηκάκη στο Εργαστήρι του συγγραφέα)

 

(Απόσπασμα από Κεφ. 7)

ΟΤΑΝ Η ΜΟΡΦΗ ΑΛΛΑΖΕΙ

Με τον καιρό ο Κίμωνας παρατηρούσε τις αλλαγές επάνω της, σωματικές, ψυχοσωματικές και άλλες πληγωνόταν όλο και πιο πολύ. Εκείνο όμως που τον είχε τσακίσει ήταν η αλλαγή στη μορφή της. Το πρόσωπο της Αρετής είχε αρχίσει να δείχνει γερασμένο κι αφάνταστα καταπονημένο. Το άλλοτε σπινθηροβόλο βλέμμα της είχε αντικατασταθεί από μια θολή ματιά που κούρνιαζε μέσα σε δύο βαθουλώματα, αυτά που κάποτε φιλοξενούσαν δυο όμορφα μπλε μάτια, αυτά τα ίδια που ο Κίμωνας είχε ερωτευτεί με την πρώτη ματιά.
Είναι κοινό μυστικό ότι αυτή η αρρώστια δεν κατατρώει μόνο τον πάσχοντα αλλά και τους γύρω του. Η αποδοχή της στη συνείδηση των ανθρώπων που ζουν μαζί του ποτέ δεν είναι απόλυτα εφικτή, ιδιαίτερα όταν το άτομο που νοσεί είναι σχετικά νέο σε ηλικία κι όχι υπερήλικο.
Αυτό ήταν που κατέτρωγε τον Κίμωνα μαζί με ένα τεράστιο γιατί αυτή, γιατί τώρα», που παρέμενε και θα παραμένει αναπάντητο για πολύ κόσμο.
«Η συμπόνια είναι ανθρώπινη, ο οίκτος είναι άθλιος», σκε- [καν και χρησιμοποιούσε σαν δεκανίκια τις δικές του προσωπικές άμυνες με μορφή ελπίδας για ν’ ανταπεξέλθει σε όλο
αυτό το μεγάλο «γιατί» που δεν τον άφηνε να ησυχάσει. Αφού γνώριζε πως ίαση δεν υπήρχε, σε τι άραγε ήλπιζε;
Ο ανθρώπινος νους είναι μέγα μυστήριο κι ο εγκέφαλος ακόμη μεγαλύτερο. Ότι φέρνει το γήρας γίνεται κατά κάποιον μυστηριώδη τρόπο αποδεκτό μέσα μας. Αδυνατούμε όμως να αποδεχτούμε το όποιο «σταμάτημα», το όποιο τελεσίδικο σταμάτημα της κανονικής ροής στη ζωή «εν μέση οδώ».
Το «ανάγκα και θεοί πείθονται» δεν υπάρχει εδώ. Δεν πείθεσαι πώς ο άνθρωπός σου, αυτός με τα προτερήματα μα και τα ελαττώματά του έγινε ξαφνικά, ή έστω με μικρές ενδείξεις, «res»! Κι αν ακόμη περνάει από το μυαλό η παραμικρή υποψία, ο εγκέφαλος την αποδιώχνει όπως κάνει πάντα με ό,τι αρνητικό προσβάλλει τα σημεία αναφοράς του.
«Η επίδραση της άνοιας, όχι στον πάσχοντα αλλά στα οικεία και προσφιλή του πρόσωπα, ξεπερνάει ακόμη και αυτή την ίδια την αποδοχή της», έλεγε συχνά στη Θεώνη αλλά και στον Σωτήρη. Τι περίμενε άραγε ν’ ακούσει; Ούτε κι ο ίδιος ήξερε.
Τώρα πια δεν είχε διάθεση να γράψει. Τα βιώματα και οι αναζητήσεις του, οι προβληματισμοί και η φαντασία του είχαν ναρκωθεί από το όπιο που τον πότιζε η καταραμένη αρρώστια της γυναίκας του.
Εκείνο το πρωί η Θεώνη σήκωσε την Αρετή και την έφερε να καθίσει παρέα με τον Κίμωνα στο καθιστικό. Καθημερινά τη σήκωνε και την έκανε μια βόλτα σε όλο το σπίτι, με μεγάλο κόπο πάντα, φοβούμενη την κατάκλιση.
Η ημέρα, έτσι όπως είχε ξημερώσει ολοφώτεινη, ήταν μια πρόκληση για τη Θεώνη. Δεν θα ενέδιδε στις συνηθισμένες ικεσίες της Αρετής να σταματήσουν τη βόλτα για να αναπαυτούν. Θα την κρατούσε καθιστή στην πολυθρόνα της όσο περισσότερο γινόταν, όσο έκρινε ότι θα άντεχε. Γνώριζε καλά πια πως τα πόδια της δεν ανταποκρίνονταν στην παραμικρή δυσκολία.
Ο Κίμωνας καταχάρηκε όταν την είδε φρεσκοπλυμένη και όμορφα ντυμένη, με τα μαλλάκια της χτενισμένα από τη Θεώνη. Σηκώθηκε και την αγκάλιασε
«Καλώς τη μου την όμορφη», είπε και το πίστευε ενώ τη φίλησε με τρυφεράδα στο μάγουλο.
Εκείνη την ίδια στιγμή συνειδητοποίησε ότι την είχε φιλήσει στο μάγουλο. Ποια εσωτερική παρόρμηση τον είχε ωθήσει ώστε να εναποθέσει το άλλοτε ερωτικό φιλί του στο μάγουλό της;
Τι ήταν εκείνο που ασυνείδητα είχε πράξει; ή μήπως εν πλήρη συνειδήσει; Αυτό το τελευταίο, αν συνέβαινε, τότε πολλά έκρυβε η αθέατη πλευρά του εαυτού του χωρίς να θέλει να το παραδεχτεί.
Η εκδήλωση της αγάπης βρίσκεται πάντα μέσα σε ένα φιλί, είτε στα μαλλιά, είτε στο μέτωπο, είτε στο μάγουλο. Δεν είναι ο τόπος, είναι ο τρόπος που φιλάμε αυτόν που αγαπούμε. Το φιλί του Κίμωνα περιείχε αγάπη, τρυφερότητα, στοργή, όλα τα περιείχε. Αυτό σκεφτόταν όλη την υπόλοιπη μέρα.
Τι είχε απογίνει ο αρχικός τους έρωτας; Πού είχε πάει; Βέβαια η αγάπη όλα αυτά τα χρόνια είχε πάρει τη θέση του. Αυτή ήταν πια που ακολουθούσαν τα βήματά του.
Μια ακόμη διαπίστωση για τον Κίμωνα που πίστευε ακλόνητα πως πάντα θα παρέμενε ερωτευμένος μαζί της.

Η ΤΕΘΛΑΣΜΕΝΗ (2016)

Είναι άραγε οι ευτυχισμένες μας ώρες που μας παραπέμπουν σε μία αναθεώρηση ζωής; Ή μήπως οι δύσκολες, αυτές που αναπόφευκτα κάποια στιγμή θα κληθούμε όλοι να αντιμετωπίσουμε, να επιβάλλουν αυτό το φλας μπακ; Και στις δύο περιπτώσεις θέλουμε μάλλον να αντλήσουμε δύναμη από αυτήν που κρύβουμε μέσα μας, να ανασύρουμε άλλοτε χαρά κι άλλοτε ελπίδα από εκείνο το «ντέπο» που φυλάμε όλοι για τέτοιες ώρες και το οποίο θα μας επιτρέψει να προχωρήσουμε με τη βεβαιότητα ότι έχουμε κάπου να στηριχτούμε. Απαραίτητος αυτός ο ανεφοδιασμός ψυχής για τη συνέχειά μας.

Αποσπάσματα από Κεφάλαιο 6

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΗΣ ΕΥΗΣ

Δεν είχα προλάβει να τελειώσω την ανάγνωση του γράμματος όταν… ένα χαρτάκι μέσα στον ίδιο φάκελο «γλίστρησε» στα χέρια μου. Ήταν διπλωμένο στα τέσσερα. Το άνοιξα με κομμένη την ανάσα. Ένα ποίημα ήταν γραμμένο.
Πάνω-πάνω έγραφε:

«Του Θάνου»

Ποτέ δεν σε είχα αγαπήσει τόσο πολύ,
όπως εκείνο το δείλι που σε άφησα,
με κατάπιε το βαθυγάλαζο δάσος,
ψυχή μου,
που πάνω του στα δυτικά,
κρέμονταν κιόλας
χλωμά τα άστρα.

Γέλασα αρκετά,
καρδιά μου,
γιατί συγκρούστηκα παίζοντας
με το σκυθρωπό πεπρωμένο
την ίδια ώρα
μέσα στο γαλανό δείλι του δάσους
αργοσβήναν κιόλας πίσω μου τα πρόσωπα.

Εκείνο το μοναδικό σούρουπο
όλα ήταν τόσο γλυκά
όσο δεν ήταν ποτέ ξανά να γίνουν.
Αλλά αυτό που μου απόμεινε είναι
μόνο πουλιά μεγάλα που το δείλι
πετούν πεινασμένα
στο σκοτεινιασμένο ουρανό.

Μπέρτολτ Μπρεχτ

Μια ζωή είχα αποκηρύξει τις «ευθείες» που με καταδίωκαν, μια ζωή ζητούσα έστω και μία «τεθλασμένη» για να αποφύγω το μονόδρομο που με είχε τελματώσει. Τέτοιας μορφής όμως τεθλασμένη δεν την ήθελα ούτε στους εφιάλτες μου.

………

Πόσα κενά και πόσα ερωτηματικά γεννήθηκαν μέσα μου. Τι
αντίτιμο πλήρωνα; Μήπως για τον Μάρκο; Ή μήπως όλα ήταν μια ακόμη δοκιμασία που μου έστελνε ο Θεός για να διαπιστώσει αν άξιζα σαν άνθρωπος;
Τελικά μια «εξωμοσία» μού χρειαζόταν. Έπρεπε ν’ αποκηρύξω
όλα τα προηγούμενα πιστεύω μου. Είχα υποπέσει σε «δογματική πλάνη».
Δεν υπήρχε αδελφή, συγγένεια, αδελφικό αίμα, δεν υπήρχε σύζυγος, ούτε καν εγώ, τίποτα.
Όλα ήταν τα αίτια ενός αποτελέσματος που έβλεπα να με διακτινίζει στο υπερπέραν. Από εδώ και στο εξής θα έπρεπε να υποστώ τις συνέπειες κάποιων «λανθασμένων» κινήσεων και επιλογών που θα όριζαν από εκείνη τη στιγμή τη «λάθος» ζωή μου.
Απίστευτα πράγματα είχε ξεβράσει η θάλασσα στη στεριά. Ποιος άραγε θα μπορούσε να με σώσει; Ποιες παράλογες σκέψεις παράσερναν το άρμα του μυαλού μου; Πού με πήγαιναν; Πού θα κατέληγαν;
Μου ήταν αδύνατο να αποδεχτώ μια τέτοια αλήθεια. Έρχονται στιγμές που νιώθεις πως θέλεις να κοιμηθείς ώρες, μήνες, ίσως και χρόνια. Να μη βλέπεις, να μην ακούς, να μη διαβάζεις, να μη γράφεις. Μια αφύσικη αδράνεια σε κυριεύει, μια «ακαμψία» λες και σε κυβερνά, ενώ σε διακατέχει ένας άσβηστος πόνος που ζητάει τα δάκρυά του. Συναισθήματα ανεξέλεγκτα και ίσως όχι ακίνδυνα που προκαλούν σε μια νέα θεώρηση ζωής. Υπάρχει κι εκείνο το συναίσθημα απώλειας που σε διαφεντεύει κι αναρωτιέσαι από πού
άραγε να προέρχεται. Τελικά, κάποια γεγονότα σού διαμορφώνουν το χαρακτήρα μέσα σε ώρες όταν για κάποια άλλα έχουν χρειαστεί χρόνια.

 

ΠΑΝΤΑ ΚΑΤΙ ΘΑ ΛΕΙΠΕΙ…(2012)

Κάποια πράγματα στη ζωή αυτή μοιάζουν παράλογα. Μπορεί και να είναι. Κάποια άλλα τα διέπουν αλήθειες που τα κάνουν να φαίνονται εξωπραγματικά. Τις περισσότερες φορές παραπέμπουν σε αποκυήματα φαντασίας! Είναι τόσο απίστευτα που δεν θέλουμε ούτε να τα σκεφθούμε, πόσο μάλλον να δεχτούμε ότι μας συμβαίνουν! Στα μυθιστορήματα συνήθως η πραγματικότητα δίνει άλλοθι στη μυθοπλασία επιτρέποντας έτσι στην αλήθεια να εισχωρήσει στο δρόμο του μύθου, με τελικό σκοπό να μας αποδείξει πως μόνον η ζωή μπορεί να παίξει τέτοιου είδους παιχνίδια.

Δώδεκα γράμματα με μυστηριώδη παραλήπτη, η Άννα, μια νέα και όμορφη ζωγράφος που κάνει μια φορά το μήνα την εμφάνιση της στο ταχυδρομείο, ένας παράνομος έρωτας, και η περιέργεια του Αγγέλου, ενός ταχυδρομικού υπαλλήλου που εισβάλλει άθελα του στη ζωή της ηρωίδας, συνθέτουν το απίστευτο σκηνικό αυτού του μυθιστορήματος.

Δύο παράλληλες ιστορίες που μπλέκονται μεταξύ τους και υφαίνουν μία τρίτη που μοιάζει εξωπραγματική, που διεισδύει βαθιά στις ψυχές των ηρώων και τις γδύνει από τα βάρη και τις ενοχές τους. Μια ιστορία που άλλοτε φωτίζει την αλήθεια που λυτρώνει κι άλλοτε ενοχοποιεί το μύθο, βυθίζοντας στα σκοτάδια τους ήρωες της. Η μνήμη είναι αυτή που θα καθορίσει, όχι τυχαία, την τελική έκβαση της δύσκολης πορείας τους!

 

ΟΙ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΙ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ (2009)

Ποιος είναι εκείνος που μπορεί να ισχυρισθεί ότι η ευτυχία μπορεί να παραμείνει σε μονιμότητα;
Ο συγγραφέας Μάρκος Βερόντης σχεδόν το είχε πιστέψει. Τα είχε όλα! Υγεία, επαγγελματική καριέρα, φήμη, πλούτο και προπάντων μια υπέροχη οικογένεια.
Ως τη στιγμή που μια προδιαγεγραμμένη μοίρα του αποκαλύπτει απρόσμενα ένα τρομερό μυστικό και του επιβάλλει ένα τυραννικό δίλημμα:
Η αποκάλυψη του μυστικού θα έχει σαν αποτέλεσμα την επώδυνη ανατροπή όχι μόνον την δικής του ζωής αλλά και των ανθρώπων που αγαπά!
Η μη αποκάλυψή του θα στερήσει την ευτυχία από πρόσωπα αγαπημένα που την δικαιούνται.
Ποια από τις δυο λύσεις θα επιλέξει;
Μήπως όταν παίρνουμε σοβαρές αποφάσεις πρέπει πάντα να έχουμε υπ’ όψιν ότι «άλλαι μεν βουλαί ανθρώπων, άλλα δε θεός κελεύει;»

 

ΤΥΨΕΙΣ ΚΑΙ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΡΙΑ (2008)

Ο πρωταγωνιστής αυτού του βιβλίου δεν είναι τυχαία έμπνευση, ούτε κύημα φαντασίας. Είναι υπαρκτός και ζει ανάμεσά μας. Θύτης και θύμα μαζί. Αποδέκτης μιας καταπιεστικής αγάπης, της πρώτης που δεχόμαστε, της αρχέγονης, της μητρικής. Αυτή είναι που θα καθορίσει την τύχη της υπόλοιπης ζωής του.
Έξι γυναίκες παίζουν η κάθε μία το δικό της καταλυτικό ρόλο στην πορεία του.
Ερωτεύεται, αγαπά, βυθίζεται, καταστρέφει και καταστρέφεται. Οι τύψεις που έρχονται ποτέ δεν είναι αρκετές για λύτρωση.
Θα υπάρξει άραγε κάποια έξοδος που να τον οδηγήσει σε ένα καινούργιο δρόμο;
Η ίδια η ζωή, που μας καλεί να επιλύσουμε τέτοιου είδους προβλήματα, αποδεικνύεται πως είναι η μόνη που μπορεί να τα λύσει.

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

 

ΕΝ Α(Γ)ΝΟΙΑ

 

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΚΑΡΑΤΖΑΣ

Σ’ έναν κόσμο που αλλάζει, διαβάζοντας αναγνωρίζουμε τους φόβους μας στα λάθη και ανιχνεύουμε στους μύθους τις αλήθειες μας. Επιστρέφουμε στον χρόνο της ψυχής μας και χαιρόμαστε τις σιωπές ανάμεσα στο φως και τις σκιές. Με άλλα λόγια, δεν υπάρχουμε μόνο, αλλά ζούμε.

Η Πέρσα Ζηκάκη, με το πέμπτο μυθιστόρημά της «Εν α(γ)νοία» (διαβάζεται και «εν ανοία») (εκδ.Δρόμων, 2018), ακούει και καταγράφει «κάποιες εσωτερικές φωνές μέσα μας, άλλοτε πνιγμένες κι άλλοτε με γλυκιά φωνή, που επιχειρούν να μας βγάλουν από τις τύψεις και τις ενοχές μας», όπως σημειώνεται στο οπισθόφυλλο
του βιβλίου. Και μπορεί το ερέθισμα της συγγραφής να το βρήκε σε προσωπικά της βιώματα και να το αφιερώνει -διαβάζω τη φράση της- «στη μνήμη της μητέρας μου σμιλεμένη με την απέραντη αγάπη μου για εκείνη». Ωστόσο, με ιδιαίτερη δεξιοτεχνία στην τεχνική της μυθοπλασίας, προσπαθεί να απαντήσει στις απορίες τι είναι κατάδυση, τι ανάδυση και τι ελευθερία, και συνθέτει μια συναρπαστική περιπέτεια στο μεταίχμιο ζωής και θανάτου.

Ήδη, απο τον τίτλο του έργου της η Ζηκάκη ορίζει τα προβλήματα ή τους άξονες
γύρω από τους οποίους κινεί τη μυθιστορία της, δηλαδή την άνοια και την άγνοια.
Όλοι οι ήρωες πάσχουν από ειμαρμένη. Αυτή είναι που ανεβάζει καημό ή πόνο
ή και χαρά ακόμη. Εκδηλώνεται σωματικά με άνοια, που μαραίνει νου και σάρκα,
και συναισθηματικά-ψυχικά με άγνοια, που δημιουργεί ανομολόγητους έρωτες και απεγνωσμένη αγάπη. Ταυτόχρονα, άνοια και άγνοια στο μυθιστόρημα της Πέρσας
συνιστούν χρόνους και εποχές, που σημαδεύουν αφενός τον στενό κύκλο της οικογένειας, αφετέρου τον ευρύτερο κύκλο των συγγενών και φίλων.
Αυτοί οι κύκλοι τέμνονται στην απώλεια και το θάνατο λόγω της άνοιας και εφάπτονται στην αποκαλυπτική δύναμη του έρωτα και της αγάπης μετά τη μετατροπή της άγνοιας σε γνώση και συνείδηση.

Η Πέρσα Ζηκάκη διαλέγει την αφήγηση σε τρίτο πρόσωπο για να μπορεί,
ελεύθερη από συναισθηματικές δεσμεύσεις, να εκφράζει με πειθώ και ευγένεια την τρυφερότητα του πόνου, τη δυσφορία της τύψης και το βαανιστικό και μαζί λυτρωτικό πάθος του έρωτα. Ως καλούς αγωγούς της μυθοπλασίας της χρησιμοποιεί τους ήρωές της, κυρίως τον πρωταγωνιστή Κίμωνα, ο οποίος
όχι τυχαία, είναι συγγραφέας και καταγράφει σε μορφή ημερολογίου «το πικρό
οδοιπορικό της άνοιας» (σελ.27), που έπληξε την αγαπημένη του γυναίκα.
Βασικό ρόλο παίζει η νεαρή νοσηλεύτρια, η οποία συμπληρώνει δραματικά έναν συγκλονιστικό κύκλο συγγενών εξ αγνοίας.

Η Ζηκάκη πλέκει τον λογοτεχνικό της μύθο με εξαιρετική συνέπεια των χαρρακτήρων στους σοφά δομημένους διαλόγους και στη φυσική αντίδραση
της συμπεριφοράς τους. Εστιάζει το ενδιαφέρον της στους αντρικούς χαρακτήρες
και δοκιμάζει τις αντοχές τους στις δυσκολίες της ζωής και την ηθική τους στις προκλήσεις του έρωτα. Παράλληλα, παρεμβάλλει σχόλια-αποστάγματα εμπειριών, τα οποία απορροφούν φορτίσεις, παρορμήσεις και αμηχανίες.
Η γραφή της έχει τη δραστικότητα της αλήθειας και την αμεσότητα της
συγκίνησης. Ο λόγος της, διφορούμενος στις εντάσεις και ευθύς στις αποκαλύψεις, παράγει τις αναγκαίες εκπλήξεις για την απόλαυση της ανάγνωσης.

Η συγγραφέας χειρίζεται τη μνήμη ως μοχλό αφύπνισης του πάθους για ζωή,
αποφεύγοντας να την περιορίσει στην εκδοχή της ανάμνησης, που οδηγεί
σε άγονη νοσταλγία. Και κρίνει, με σεβασμό στους ήρωες και τον εαυτό της,
τη δύναμη και την ποιότητα αξιών, διαθέσεων και προθέσεων.

Το μυθιστόρημα της Πέρσας Ζηκάκη «Εν α(γ)νοία» δικαιολογεί τελικά τον θρίαμβο της ζωής απέναντι σε κάθε μορφή φθοράς. Κι αυτό αποτελεί μια σπουδαία κατάκτηση στη λογοτεχνική πορεία της αγαπητής και άξιας πεζογράφου
Πέρσας Ζηκάκη. Την ευχαριστώ πολύ.

Το κείμενο διαβάστηκε από τονΔιονύση Καρατζά κατά τη παρουσίαση του βιβλίου στη Πάτρα στις 25.4.2018.

 

ΜΑΙΡΗ ΣΙΔΗΡΑ

Πριν δύο περίπου μήνες, έλαβε τη χάρτινη μορφή του το 5ο μυθιστόρημα της Πέρσας Ζηκάκη, υπό τη σφραγίδα των εκδόσεων Δρόμων, που στέγασαν και τα υπόλοιπα μυθιστορήματα της εξ Αθηνών ορμωμένης, μα πολιτογραφημένης Πατρινής Πέρσας.

Ένα βιβλίο με ισχυρό, συναισθηματικά και σημασιολογικά, φορτίο, εκλυόμενο ήδη από την αφιέρωση: Στη μητέρα μου Τζένη. Προηγείται, εν είδει moto συλλογής ποιητικής, άτιτλη σύνθεση, αναλυμένη σε πέντε δίστιχα και ένα τελικό τρίστιχο. Ο β΄ στίχος κάθε δίστιχου είναι εξακολουθητικά το επίρρημα «χωρίς», τονώνοντας ανησυχητικά, με την αοριστία της απεύθυνσης και την έμφαση της απομόνωσής του (μία λέξη ένας στίχος), το βάθος μιας απαρέγκλιτης στέρησης, ενός τοπίου ερημίας. Οι πρώτοι στίχοι, που αρδεύουν από σκηνή θαλασσινής αναχώρησης -μεταμορφωμένη, λες, υπό το πρίσμα ενός Giorgio de Chirico- φέρουν οπτική ρεαλιστική, αλλοιωμένη από άνεμο θανάτου: «Είναι κι αυτό το καράβι που έφυγε/ χωρίς// για άλλη μια φορά ταξιδιώτης στεριάς/ χωρίς// κάποιοι χαιρετούν στην προβλήτα/ χωρίς// είναι οι κάβοι που τώρα ορφάνεψαν/ χωρίς// η θάλασσα ανάλατη/ χωρίς// πώς να γαντζωθούν οι άγκυρες/ επιστροφή χωρίς/ δεν υπάρχει».

Ακολουθεί κατάλογος περιεχομένων, μια προσεκτική ανάγνωση του οποίου μας παροτρύνει να υποθέσουμε τι περί της αρχιτεκτονικής αλλά και του θεματικού βηματισμού του έργου. 21 κεφάλαια, σε ένα μικρόσωμο στις διαστάσεις και τις σελίδες του βιβλίο, προϊδεάζουν για στιλπνή και πυκνή structura, ποιητική ροπή. Οι μόλις 143 αριθμημένες σελίδες μάς προσανατολίζουν σε νουβέλα, ο μικτός, όμως, αφηγηματικός και δοκιμιακός τρόπος της Ζηκάκη, εκτεινόμενος συχνά στα χωράφια παντοειδών ανθρωπιστικών επιστημών, πρωτίστως των ψυχολογίας, ψυχανάλυσης, βιοηθικής αλλά και της εκλαϊκευμένης ιατρικής, καθώς και η διπλή κορύφωση της περιπέτειας των ηρώων κατοχυρώνουν τη μυθιστορηματική ταυτότητα του έργου. Επανερχόμενοι στον πίνακα των περιεχομένων, διακρίνουμε έναν σκελετό πλοκής, καθώς το 10ο κεφάλαιο τιτλοφορείται «Το τέλος», ενώ το 20ό «Κάθε τέλος κρύβει μια νέα αρχή» μας γεφυρώνει φίλια τόσο με τη λεπίδα «του τέλους» όσο και με την αναπόδραστη έκβαση που προοιωνίζεται μέσω του τίτλου «Η δύναμη της ευτυχίας» το 21ο ακροτελεύτιο κεφάλαιο.

Περί μύθου ο λόγος. Ο Κίμωνας, φιλόδοξος και «φίλαυτος»[1] συγγραφέας, εσωτερικός, ερμητικός, με τάσεις αναχωρητή είναι παντρεμένος με την Αρετή, δραστήρια και πρακτική πολιτική μηχανικό. Ερωτευμένοι από τα φοιτητικά τους χρόνια, ζουν πλέον στο εξοχικό του Κίμωνα στην Ηλία, όπου δέχονται την επίσκεψη του Σωτήρη, αγαπημένου ξαδέλφου της Αρετής, άρτι αφιχθέντος εξ Αυστραλίας, ο οποίος πλέον θα ζει με το ζευγάρι. Σύντομα η γυναίκα θα εκδηλώσει τα πρώτα συμπτώματα άνοιας. Ο Κίμωνας αποφασίζει να τηρεί ημερολόγιο, προκειμένου να διασώσει τις κομβικές μεταπτώσεις της λατρεμένης συζύγου του. Επιστρέφουν Αθήνα. Οι εκδηλώσεις της ασθένειας είναι ραγδαίες και πάντα απροσδόκητες, οι δε απαιτήσεις σε ψυχοσωματική στήριξη της ασθενούς άφθονες και σκληρές. Ο Σωτήρης συστήνει ως νοσοκόμα τη Θεώνη, νεαρή σχετικά γυναίκα με «πιστοποιητικά» ήθους και παράσημα αυταπάρνησης. Η Θεώνη γίνεται αποδεκτή από τον Κίμωνα και αναλαμβάνει έργο στήριξης της ασθενούς και του περιβάλλοντός της. Δίνεται ολόψυχα στην Αρετή, η ασθένεια της οποίας επιταχύνει μοιραία. Μετά την απώλειά της, η Θεώνη παραμένει στο σπίτι, φροντίζοντας αγόγγυστα τους δύο άνδρες. Ακολουθούν «μυστικά και ψέματα», σιωπές και αποκαλύψεις και η ρόδα της ζωής «ανεβοκατεβαίνει» σε νέους «κύκλους».

Η Ζηκάκη συχνά, όπως και στα προηγούμενα έργα της, κάνει χρήση μιας διακειμενικής ακτίνας, πρσδίδοντας αίγλη ρητορική και χάρη μικροεπεισοδίου σε πορίσματα από τη θεωρία της Τέχνης και από τον ευρύτερο κύκλο της καλλιτεχνικής περιοχής. Το παράλογο, τόσο κοντά στο μέγα του θανάτου μυστήριο αλλά και στο απροσδόκητο, το πολλαπλώς απαράδεκτο συμβάν της άνοιας, η μελαγχολία του σκεπτόμενου, ο περί αγάπης λόγος διοχετεύονται πρισματικά και πολυφωνικά από τους εντεταλμένους της ανάδειξής τους Πίντερ, Μπέκετ, Σαίξπηρ (ο τελευταίος μέσω Δημήτρη Καταλειφού), Ρεμπώ, Γκαίτε, Τζορτζ Στάινερ, Νίτσε, και προσγειώνονται είτε στο λεκτικό «πάτωμα» του ετεροδιηγητικού αφηγητή: «Πιντερικό θέατρο θύμιζε πια η ζωή τους με την ά(γ)νοιά της να αυξάνεται σταδιακά κι ακούσια. […]»[2] είτε στις ημερολογιακές σελίδες του Κίμωνα: «[…] Θυμάμαι μια φράση που είχε πει κάποτε ο αγαπημένος μου φίλος Δημήτρης Καταλειφός αναφερόμενος στο έργο του Σαίξπηρ Βασιλιάς Ληρ:/ «Τα γηρατειά καταργούν την ταυτότητα που μια ζωή ο άνθρωπος πασχίζει να οικοδομήσει για τον εαυτό του και τους γύρω του […]».[3] Συνάμα, η ανάσα του Βιτσέντζου Κορνάρου, μέσω της χαϊδευτικής προσφώνησης «Αρετούσα» της Αρετής από τον σύζυγό της, το ίχνος της Κικής Δημουλά στο υπαρξιακό παιχνίδι των ουσιαστικών, το αναποδογύρισμα της τύχης, τόσο κοινό ως σπερματικό συμβάν στην αρχαία τραγωδία, το δημοτικό τραγούδι, τη μελό ελληνική ταινία, κ.α., συντείνουν στην κατασκευή ενός πολυφωνικού συνόλου, έντεχνα και εύηχα διαχυμένου στην πλαστικότητα της γλωσσικής συνείδησης των, κατά τα φαινόμενα, δύο αφηγητών.

Πρόκειται, λοιπόν, για τον ετεροδιηγητικό, μη συμμετέχοντα, δηλαδή, στη δράση αφηγητή, εξουσιοδοτημένο να προωθεί και να αιτιολογεί την εξέλιξη, εμβαθύνοντας στα εσώτερα κίνητρα των ηρώων, συχνά αμήχανο και υποπίπτοντα στη γενική συνθήκη της άγνοιας, αποτόκου της άνοιας για πάσχοντες και οικείους. Ενός αφηγητή φιλάνθρωπου, που περιδιαβάζει τα ανθρώπινα και αποκωδικοποιεί τον ηθικό τους χρωματότυπο. Ερμηνεύει και φιλοσοφεί, εκφέροντας λόγο συγχωρητικό, θεωρητικό, βιοηθικό, ανάλογα με τις ανάγκες των όντων του να καταστούν εύληπτα και αγαπητά στην αναγνωστική μας συνείδηση. Συγχρόνως, διαμορφώνει προσωπικό ιδίωμα, ώστε σταδιακά αναγνωρίζεται ως ανώνυμος ήρωας, θελκτικός, οξύνους, καθημερινός και βαθύς, ως υπεριπταμένη συνείδηση, με ευθύνη από μηχανής θεού για την απόδοση δικαίου και τη διαιώνιση της αφήγησης. Θα λέγαμε πως ο αφηγητής της Πέρσας Ζηκάκη φέρει το πλέον συγγενές σε αυτήν προσωπείο, η δε πανσπερμία της φωνής του απηχεί αξεδιάλυτα τον λαβύρινθο και τον μίτο της συγγραφέα.

Έτερος αφηγητής αποδεικνύεται ο ατάκτως τηρών ημερολόγιο Κίμωνας. Οι ημερολογιακές σελίδες του παρεισφρέουν, σε πλάγια γράμματα, στο σώμα της κύριας αφήγησης, διατηρώντας ροπές της σχολιαστικής της γραμμής. Πιο υπαρξιακά, πιο αντιφατικά, πιο εμμονικά και τυραννικά, πιο αυθεντικά και ανθρώπινα, ωστόσο. Είναι πρόδηλο πως η Ζηκάκη προσφεύγει σε μια ψυχαναλυτική πρακτική, προκειμένου να καθυποτάξει εν μέρει και να διηγηθεί «του θανάτου το συμβάν». Ενός θανάτου που έπληξε άλκιμη ακόμη ύπαρξη, πενήντα κάτι ετών, η οποία είχε προ έτους περίπου προσβληθεί από δριμεία στην επέλασή της άνοια. Το ημερολόγιο επισύρει για τον δοκιμασμένο σύζυγο θέση ψυχιάτρου, καθώς στις λευκές του σελίδες μεταβιβάζει τις ακανθώδεις αντινομίες, τους εφιάλτες, τις δειλές ελπίδες του. Η ημερολογιακή καταγραφή σε περίοδο κρίσης –τότε κυρίως συνηθίζεται- ομοιάζει αναλογικά προς την ψυχαναλυτική διαδικασία, η οποία κατά την Julia Kristeva, «τρέφει υπέρμετρη εμπιστοσύνη στην αρχή του δεσμού της μεταβίβασης και της ερμηνευτικής ομιλίας, [καθώς] οι αρχές αυτές, αφού αναγνωρίσουν και άρα κατονομάσουν την έκλειψη και το χάσμα του υποκειμένου, είναι ικανές να αποκαταστήσουν την προσωρινή του ενότητα για μία νέα κρίση και δοκιμασία μέσα στη ζωντανή διαδικασία των παθών μας».[4] Ο διαμελισμένος από το πένθος σύζυγος γίνεται υποκείμενο της συμβολικής χώρας στην οποία ξεδιπλώνεται η γλώσσα του, πέρα από τη στέρηση, την απουσία και τις τύψεις. Η σχέση που διαμορφώνεται πλέον, μέσα από το σπασμωδικό και άναρχο ημερολόγιο, με τις ποιότητες του πόνου θυμίζει σχέση με τους επισκέπτες του απέναντι μπαλκονιού…

Το βιβλίο υφολογικά εκκινεί με ποιητικό σθένος, όχι μόνο για τη μνεία των καβαφικών «Φωνών» όσο για την ύφανση της φράσης, τη ρητορική πύκνωση πάνω στο σχήμα άρση – θέση («Δεν ήταν πράξεις γαλαντομίας ή υποχρέωσης όλα όσα έκανε για εκείνη […] –»» Ήταν η πίστη στη σχέση τους, αυτή η κοινή τους αρετή που τόσα χρόνια τους είχε σφιχτοδέσει, […]»), την εμβολή ευθέος λόγου στο συμπαγές σώμα του πλάγιου, για το θεατρικό άνοιγμα διαλογικών στιγμιότυπων, την κρουστή επανάληψη της αρχής τού 1ου κεφαλαίου στη δεύτερη ημερολογιακή καταγραφή του Κίμωνα: «Όσο κι αν θέλουμε να κλείσουμε τ’ αυτιά μας κάποιες φωνές έρχονται τακτικά άλλοτε δυνατές, άλλοτε πνιγμένες, […]».[5] Η διαλεκτική αντίθεση αναδεικνύεται ως ο κυρίαρχος μοχλός εξέλιξης της πλοκής, συγκροτώντας συγχρόνως συγγραφική τακτική, ίδιον αναγνωρισιμότητας. Ο υπερθεματισμός μιας συνθήκης ή η αβίαστη εισδοχή του πραγματικού στην αφηγηματική εξέδρα συχνά ανατρέπεται βίαια, ματαιώνοντας ποικίλες προσδοκίες. Παραδειγματικά, αναφέρουμε 1ον) την ολίσθηση από την εύφορη μνημονική λειτουργία στην αμνήμονα ζωή. 2ον) την ειρωνική σχέση που αναφλέγεται από τον υπερτονισμό μιας θέσης ή πίστης που μέλλεται να διαψευστεί, 3ον) τη δυάδα έρωτα – αγάπης που επίμονα κι ευρηματικά ανακινεί, ψαύοντας, βιωματικά και εννοιολογικά, τη συνοριακή τους γραμμή, την ιδιοπροσωπία τους, 4ον) έτερες αντιθέσεις, σταθερά κινούμενες στον χώρο της αφαιρετικής σκέψης. (Π.χ., «Η ανθρώπινη ψυχή μπορεί να χωρέσει μέσα της άπειρα συναισθήματα μόνο που ο νους δεν είναι πάντα έτοιμος να τα συλλάβει, να τα αφομοιώσει και να τα διαχειριστεί άμεσα.»)[6] και 5ον) τις ψυχοσωματικές αντιθέσεις που εγγράφονται στην Αρετή εξαιτίας της διαβρωτικής επενέργειας της άνοιας. (Π.χ., «Το άλλοτε σπινθηροβόλο βλέμμα της είχε αντικατασταθεί από μια θολή ματιά που κούρνιαζε μέσα σε δύο βαθουλώματα, […].»[7]

Από τις βασικές επισημάνσεις των πρωτοποριών, η σχέση της πρωτόγονης, της παιδικής και της μοντέρνας καλλιτεχνικής έκφρασης. «Η παλαιολιθική τέχνη» διατείνεται ο Arnold Hauser «αδράχνει χωρίς προσπάθεια την ενότητα της οπτικής αντίληψης, που η σύγχρονη τέχνη κατόρθωσε μόνο ύστερα από πάλη που κράτησε αιώνες∙ […] ο δυισμός του ορατού και του αόρατου, εκείνου που βλέπεται και κείνου που είναι απλώς γνωστού, μένει απόλυτα ξένος προς αυτήν».[8] Με το βιβλίο της, η Πέρσα Ζηκάκη απασφαλίζει τη σχετική με τους ανοϊκούς άγνοια, σημαδεύοντας στην αποκάλυψη γλωσσικών, κοινωνικών και οντολογικών σχέσεων και α-ποριών που τους αφορούν. Πιο απτά, μέσω μιας παιγνιώδους προσθήκης θα εκτείνει το εννοιακό πεδίο μιας λέξης (άνοια – ά(γ)νοια) και με τη συνεπικουρία του ιατρικού λόγου θα επικυρώσει τη διασταύρωση των αντιδράσεων ανοϊκών, παιδιών και νηπίων[9]. Επίσης, με τη σύμπτωση μεταφορικής και ρεαλιστικής γραφής θα χαράξει στο πρόσωπο της Αρετής χαμόγελο αινιγματικό, ικανό να ανακινήσει το μυστήριο μιας εσαεί Τζιοκόντας και να συλλάβει τη σύσπαση ενός ζωικού ενστίκτου. Ενός ενστίκτου που εφοδίασε την Αρετή με την ορμή της φυγής προς αναζήτηση του οίκου ή του καταφυγίου της και με την επιθετικότητα να εκτινάσσεται κατά του αγαπημένου της. Ακόμη, η συγγραφέας προικίζει τον αφηγητή της με ευαίσθητη και ευάγωγη σύλληψη των υπαρξιακών αδιεξόδων του είδους μας, όπως η αντίδρασή του στα αυξανόμενα παράλογα που άκουγε καθημερινά ο Κίμωνας από την Αρετή: «Φράσεις εκτός τόπου και χρόνου, ασύνδετες ή άριστα συνδεδεμένες με την αχανή εσωτερική της έρημο»[10] αποφαίνεται, τονώνοντας την αίσθησή μας για τη λάθρα σκιαγράφηση στο α΄ μέρος του Εν α(γ)νοία μιας αδιαφανούς μυστικής ζωής που συνδέει με διακεκομμένες γραμμές πρωτόγονους, ανοϊκούς, παίδες, σαλούς, τρελούς και λοιπούς κεκρυμμένους της παραδεκτής νόρμας.

«Περί έρωτος, αγάπης και μορφοτύπων αυτών», θα μπορούσε πιθανώς να τεθεί ως υπότιτλος στο μυθιστόρημα της Ζηκάκη –και ίσως σε κάθε της μυθιστόρημα, εφόσον το αντίπαλον δέος, ο θάνατος και τα τέκνα του, ιδίως η αλλοίωση και η ασθένεια, αποδίδονται ως περιληπτικά περιεχόμενα της αγάπης με τα οποία πρέπει να αναμετρηθεί για να διασώσει την αξιοπρέπεια και την παντοδυναμία της. Η συγκεκριμένη, δε, ασθένεια που πλήττει την Αρετή, η άνοια, αποσύρει τον θηλυκό πόλο της ερωτικής και αγαπητικής δυάδας, μεταφέροντάς τον στη χώρα της απουσίας, ενώ ο Κίμωνας, κατά τη διατύπωση του Roland Barthes, παραμένει «δεμένος μέσα στο χώρο, ακίνητος, διαθέσιμος, σε κατάσταση αναμονής, σωριασμένος στη θέση του, υποφέροντας, σαν ένα πακέτο παραπεταμένο σε κάποια γωνιά ενός σταθμού».[11] Η Θεώνη, αντιθέτως, ενσαρκώνει την αρχαία λογοτεχνική γυναικεία φόρμα της πιστής παρουσίας, ενόσω ο Κίμωνας επιδίδεται ασυναίσθητα στον αγώνα λησμονιάς της Αρετής, πίνοντας, ώστε να μην πεθάνει «από ακραία διάταση, κόπωση και ένταση της μνήμης (όπως ο Βέρθερος)».[12] Αντιλαμβανόμαστε τη σταθερή, παθητική σχεδόν στάση της ως άσκηση ενεργητικής παρουσίας, καθώς, μέσω της καθημερινής συνύπαρξης, η κοπέλα δυναμιτίζει την καθημερινότητα ώστε να εκλύσει ρυθμό, τη δε μυθοπλασία να υπάρξει αναπόφευκτα μέσω της γλωσσικής σκηνοθεσίας.[13]

Σα να αποδεικνύει τελικά η Ζηκάκη, μέσα από μια ατμόσφαιρα αστυνομικού μετέωρου, το άφευκτο της αγάπης, τη νομοτελειακή μεταβίβαση της ζωικής ορμής, την πολυσημία του φιλιού, τη γλυκιά κατοχή του αγγίγματος, τη χριστιανική θυσιαστική ηδονή, τη χάρη του κοινού βηματισμού, την ανάγκη για λιώσιμο σε κοινό χυτήριο του αισθηματικού, του αισθησιακού και του πνευματικού, την αξία της μετρημένης μα υψηλόφρονος συγκατάνευσης στις τρέχουσες αναγκαιότητες.

Και ίσως η πνευματική αξία του τελευταίου βιβλίου της να μην έγκειται στη μετά λόγου γνώσεως και σεβασμού οικειοποίηση που επιφέρει στην ασθένεια της άνοιας. Ίσως το σημαντικότερο όλων να έγκειται στην απορηματική της στάση απέναντι στο αίνιγμα της σφίγγας, την ερώτηση και την απάντηση για το οποίο με το Εν α(γ)νοία επαναδιατυπώνει.

Το κείμενο διαβάστηκε από τη Μαίρη Σιδηρά κατά τη παρουσίαση του βιβλίου στην Αθήνα στις 8.5.2018

1] Πέρσα Ζηκάκη, Εν Α(γ)νοία, Αθήνα, Δρόμων, 2018, σ. 15.
[2] Πέρσα Ζηκάκη, ό.π., σ. 12.
[3] Πέρσα Ζηκάκη, ό.π., σ. 48.
[4] Julia Kristeva, Στην αρχή ήταν η αγάπη. Ψυχανάλυση και Πίστη. Μετάφραση Έπη Μελοπούλου, Αθήνα, Άγρα, 2003, σ. 45.
[5] Πέρσα Ζηκάκη, ό.π., σ. 12 και σ. 36.
[6] Πέρσα Ζηκάκη, ό.π., σ. 65.
[7] Πέρσα Ζηκάκη, ό.π., σ. 53.
[8] Arnold Hauser, Κοινωνική Ιστορία της Τέχνης, τ. 1. Μετάφραση Τάκη Κονδύλη, Αθήνα, Κάλβος, [χ.χ.], σ. 19.
[9] Πέρσα Ζηκάκη, ό.π., σ. 20.
[10] Πέρσα Ζηκάκη, ό.π., σ. 25.
[11] Roland Barthes, Αποσπάσματα ερωτικού λόγου. Μετάφραση Βασίλης Παπαβασιλείου, Αθήνα, Ράππα, 1977, σ. 23.
[12] Roland Barthes, ό, π., σ. 25.
[13] Roland Barthes, ό.π., σ. 26.

 

ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΑΜΠΟΓΛΗΣ

 

Διάβασα το «Εν α(γ)νοία». Μια εξαιρετική καταγραφή στιγμών και σταδίων της άνοιας. Η άνοια, ως άκρα ταπείνωση, είναι

βαθύτερη του θανάτου, όπως διακρίνεται πίσω από τις λέξεις.

Βαθιά ψυχή κρύβεται στην παρέλαση των γεγονότων.

Συγκλονιστική η καθημερινότητα των ηρώων, Νιώθεις πως δεν πρόκειται για διήγηση τρίτων. Νιώθεις πίσω από την εικόνα το πάθος, την οδύνη, τη θλίψη, την τραγικότητα της διαδρομής, μέχρι την κατανόηση, την αποδοχή, τη συνέχεια. Κι όλα με διακριτικότητα και προσπάθεια να μην φανεί η κούραση, η απελπισία να μην κουράσει, ο θυμός να μη φτάσει στη διάλυση των σχέσεων. Να μη λεκιάσει στο ελάχιστο το ευγενές του καθήκοντος, να μη λεκιάσει η αγάπη. Γενναιότητα και τρυφεράδα. Κι όλα αυτά με εξαιρετική αρχιτεκτονική λόγου και ρυθμού. Λεπτότητα και οικονομία. Η συγκίνηση φτάνει αβίαστα δίχως την ανάγκη κάποιου είδους υπερβολής.

Κι ετούτο το βιβλίο σου, όπως το προηγούμενο στηρίζεται και στηρίζει την αλήθεια της αγάπης και τον βαθύτατο ανθρωπισμό. Κυρίως φωνάζει πως η καρτερία, η θυσία και η ελπίδα δεν χάνονται. Πως η αγάπη είναι σαν την αιωνιότητα, κουράζει αλλά ανασταίνει.

 

Εύχομαι εκ βαθέων τα καλύτερα στη ζωή και στο επόμενο βιβλίο σου.

Με ιδιαίτερη εκτίμηση και συγκίνηση ως αναγνώστης και ως «γραφιάς»

 

 

 

Η ΤΕΘΛΑΣΜΕΝΗ

 

ΜΑΙΡΗ ΣΙΔΗΡΑ

Πάτρα 21.12.16 Θέατρο Λιθογραφείο

Μια ροκ επανάσταση σε μορφή υβριδικού ημερολογίου Η Τεθλασμένη, το τέταρτο και φρεσκοτυπωμένο μυθιστόρημα της συμπολίτισσάς μας Πέρσας Ζηκάκη, στεγασμένο στις εκδόσεις Δρόμων, όπως και τα Τύψεις και μαργαριτάρια, 2008, Οι κληρονόμοι της σιωπής, 2009 και Πάντα κάτι θα λείπει, 2012.

Έχοντας πρόδηλη την καλλιτεχνική και υπαρξιακή ανάγκη να στερεώσει σε μυθοπλαστικό πλαίσιο την «τεθλασμένη» οδό της ανθρώπινης περιπέτειας, επεξεργάστηκε σε ένα πυκνό αφήγημα τη σχέση βιωμάτων και ιδεολογικών σταθμών της κεντρικής της ηρωίδας, την οποία μετεωρίζει διαρκώς πάνω από τα ακανθώδη διλήμματα του βίου: Το δικαίωμα του έρωτα, η ελευθερία των επιλογών, η δίκαιη στάση, η ηθική προτροπή, η ανάγκη μιας αληθινής ζωής φιλτράρονται βασανιστικά μέσα από την ανάγνωση του άλλου, την αυτοαναίρεση μιας άγρυπνης συνείδησης, από τις συμπληγάδες του αυτό- και ετερο-προσδιορισμού, που καταιγιστικά αναδύονται στην πορεία του βιβλίου.

Δύο αδρά νήματα συνιστούν τον σκελετό της αφήγησης. Το ένα αφορά στο μύθο, το περίγραμμα της διηγηματικής συνέχειας, για τον οποίο εμπρόθετα η συγγραφέας επιλέγει έντονο κρεσέντο και επαναληπτικότητα στις δραματικές του κορυφώσεις. Το απροσδόκητο των ανατροπών αναφύεται ατελεύτητο και παροξυσμικό, ωστόσο αποδεικνύεται ιδανικό για να στεγάσει το δεύτερο νήμα της κειμενικής συγκρότησης, τον κριτικό αναστοχασμό, τη συναισθηματική και αξιακή βυθοσκόπηση και την ψυχαναλυτική ματιά της ηρωίδας πάνω στην πρότερη ύπαρξή της. Η τελευταία αντιπροσωπεύεται με κλινική σχεδόν ακρίβεια, καθώς τέμνει, κατά την κλασική φροϋδική διαίρεση, το αγκυλωμένο super ego, το τυραννισμένο ego και το επιθυμών id της Αθηνάς Μέξη, ηρωίδα και ομιλούσα φωνή στο μεγαλύτερο μέρος του έργου. Επιπλέον, το εύρημα του «τετραδίου», ημερολογίου, σημειώσεων και παρακαταθήκης της συγγραφέα του Αθηνάς, επιτρέπει και μία έτερη ψυχαναλυτική ανάγνωση, καθώς λειτουργεί ως η φωνή που, κατά τη Julia Kristeva, «τρέφει μία υπέρμετρη εμπιστοσύνη στην αρχή του δεσμού της μεταβίβασης και στην αρχή της ερμηνευτικής ομιλίας […] [που] αφού κατονομάσουν την έκλειψη και το χάσμα του υποκειμένου, είναι ικανές να αποκαταστήσουν την προσωρινή του ενότητα για μία νέα κρίση και δοκιμασία μέσα στη ζωντανή διαδικασία των παθών μας».[1] Σπεύδω στο σημείο αυτό να διαλευκάνω τη λογοτεχνική συνένωση των δύο νημάτων, καθώς η διαδρομή της σκέψης αφορμάται και άπτεται της πλοκής, ενώ διατηρεί και η ίδια αυτόνομο αφηγηματικό ήθος, πάθος, συγκίνηση, θέρμη και εξομολογητική ειλικρίνεια.

Το μυθιστόρημα διαθέτει moto από το ποίημα «Μαρμάρινο τραπέζι» και τη συλλογή Δυτικά της λύπης[2] του Οδυσσέα Ελύτη: «Μπορεί μ’ ευθείες να χαράζεται/ ο Μεσημβρινός αλλ’/ Η αλήθεια πάντοτε με τεθλασμένες», moto που κατευθύνει τη νοηματοδότηση τίτλου και περιεχομένου, διατηρώντας ανοιχτές τις ερμηνευτικές απόπειρες χάρη στην πολυσημία και την αμέτρητη γλωσσική πύκνωση του μεγάλου μας ποιητή. Διαθέτει επίσης αφιέρωση: «Στους ακριβούς παρόντες,/ αλλά και στους αλησμόνητους/ απόντες της ζωής μου!», η οποία, συσχετιζόμενη με το «Αντί προλόγου» σημείωμα που ακολουθεί, καθιστά το έργο ευγενική χειρονομία, αντίδωρο ανεξαργύρωτης οφειλής. Το πρώτο πρόσωπο και η οικειότητα της φωνής της ηρωίδας παρασύρει κάποτε τον αναγνώστη σε συνειρμούς περί αυτοβιογραφικής ταυτότητας του βιβλίου, συσχετισμοί που αυτόχρημα καταρρίπτονται από το παράδοξο των διηγηματικών κόμβων και το έντεχνο της συγγραφικής στρατηγικής. Ωστόσο, η Ζηκάκη, ήδη από την προλογική της απεύθυνση, απαλλάσσει το έργο της από το «αστυνομικό» δίλημμα της εξιστόρησης ή μη οικείων παθών, καθώς ευχαριστεί τους «διαπλεκόμενους» φίλους για την άδειά τους να προχωρήσει σε λογοτεχνική μεταχείριση αποσπασμάτων του βίου τους. Οπωσδήποτε, η διαχείριση του υλικού, η ένταξή του σε έναν μύθο, η υπερκάλυψή του από τη μυθιστορηματική συνοχή, οι αλλοιώσεις που σαφώς δέχτηκε το καθιστούν αλλότριο ή, καλύτερα, αλλογενές για τους πρώτους φορείς του. Όσον αφορά, τώρα, στην αυτοβιογραφική διάθεση, αυτή ενυπάρχει, ίσως περισσότερο από τα προγενέστερα έργα της συγγραφέα, αποτυπωμένη κυρίως στην ανάγκη της ηρωίδας της να εκφράσει τους σπασμούς της καρδιάς και του μυαλού της, να ενδύσει λογοτεχνικά ό,τι ηθικά αξιόλογο, να σμιλέψει κοσμοθεωρία και τρόπο πόρευσης στον περιπετειώδη της βίο, αποστάζοντας, εν τέλει, βιοσοφία και συν-χώρεση.

Στην Τεθλασμένη ενυπάρχουν δύο αφηγηματικές φωνές. Η πρώτη, ετεροδιηγητική, απέχει από τη δράση και εξουσιοδοτείται να ανοίξει και να κλείσει το μυθιστόρημα, εμφανίζοντας πρωτίστως τις συνθήκες ανακάλυψης της δεύτερης, ομοδιηγητικής αυτή τη φορά, φωνής, που καλύπτει σαρωτικά το μεγαλύτερο τμήμα του έργου. Πιο συγκεκριμένα, η πρώτη αφηγηματική φωνή μας παρουσιάζει την Άλκηστη Αλεξάνδρου στις ετοιμασίες του γάμου της, έχοντας πλάι της τη φίλη της Στέλλα. Μαθαίνουμε ότι είναι ορφανή και ότι οι σχέσεις της με τους γονείς της, όσο ζούσαν, ιδίως δε με τη μητέρα της ήταν διαταραγμένες. Στην προσπάθειά της να εξασφαλίσει τα απαραίτητα εθιμοτυπικά για τη νυφική της εμφάνιση, ανακαλύπτει στη σοφίτα του σπιτιού της ένα τετράδιο. «Το άνοιξε σχεδόν με δέος. Μετά την ανάγνωσή του, τίποτε πια δεν θα ήταν όπως πριν». Με τα λόγια αυτά, ο τριτοπρόσωπος αφηγητής αποχωρεί, για να παραδώσει τη σκυτάλη του στον πρωτοπρόσωπο, που με τη μορφή της Αθηνάς Μέξη, θα εξελίξει το μυθιστόρημα και τις ζωές των ενοίκων του: Του Ευάγγελου και της Ιουλίας Μέξη, επιφανών δικηγόρων της Αθήνας και γονέων της, του Θοδωρή και της Εύης Μέξη αδελφών της, του συζύγου της Θάνου Αλεξάνδρου, της κόρης της Άλκηστης Αλεξάνδρου και του Αλέξανδρου Μέξη, γιου της ανύπαντρης αδελφής της. Πέρα από το οικογενειακό Πάνθεον, όλο το έργο διατρέχει με την παρουσία και το διανοητικό του βάρος ο Μάρκος Mengen, συμμαθητής της από το Γυμνάσιο και πρώτος της έρωτας. Από τον κύκλο των άλλων ηρώων, απαραίτητων για την τρισδιάστατη απεικόνιση των έργων, σκέψεων και ημερών της ηρωίδας, δεσπόζουν η εξ Αλεξανδρείας ορμωμένη Έμμα Σισμάνη για την επιρροή που της άσκησε και για το πράο, ευγενές και συνάμα θεληματικό ήθος της και η Λένα, επιστήθια φίλη και σηματωρός της «τεθλασμένης» της ανεξαρτησίας, ιδέας και στάσης αενάως ποθούμενης για την καταπιεσμένη από γονείς και σύζυγο Αθηνά. Πριν εγκαταλείψω με τα λιγότερο δυνατά στοιχεία, τους ήρωες, αξίζει, νομίζω, να επισημάνω τη διαφάνεια της σχέσης των ονομάτων των ηρώων με την εποχή, την ανάδειξη μιας ηχητικής αισθητικής περασμένων δεκαετιών που συμβάλλει, ανεπαισθήτως, στη λογοτεχνικότητα του έργου.

Η ίδια η συγγραφέας τέμνει τον χειμαρρώδη λόγο της Αθηνάς Μέξη σε κεφάλαια, οργανώνοντας σε θεματικές ενότητες την αρχιτεκτονική του βιβλίου της. Υπό το πρίσμα μίας διάθεσης παραδοξολογίας, αναγνωρίζω ότι οι δοσμένοι τίτλοι, εάν αναγνωσθούν διαδοχικά, αρθρώνουν ένα ασθμαίνον πεζολογικό ποίημα, στο μυστικό κώδικα του οποίου εγγράφεται η ιστορία: «Το ημερολόγιο/ Ευάγγελος και Ιουλία Μέξη. Το πάρτι. Μάρκος. Η άφιξη. Αιφνιδιασμός. Το μυστικό της Εύης. Απελευθέρωση. Ένα καθοριστικό ταξίδι. Έμμα Σισμάνη. Μία ανθρώπινη ιστορία. Ενδοσκόπηση. Το μάθημα. Το εξοχικό στο Πόρτο – Ράφτη. Το μεγάλο ταξίδι. Χωρισμός. Ο μύθος της τεθλασμένης».

Δεν είναι όμως μόνον η κλασική ένταξη ενός περιεχομένου σε κεφάλαια που ισορροπεί τη διάταξη του υλικού. Μία βασική ιδέα του κειμένου, επιμερισμένη σε δύο αντιθετικές εκφάνσεις, την παρουσία ευθειών και τεθλασμένων γραμμών, δημιουργεί προϋποθέσεις ανασύνταξης της αφηγηματικής συνθήκης και μετατρέπεται από μοτίβο θεματικό σε συνδετική δομική ουσία. Έτσι, στις ευθείες γραμμές, η συγγραφέας συμβολοποιεί κάθε κατεστημένη, βραδεία στις αντιδράσεις της, πνιγηρά τακτοποιημένη συνείδηση, που αρνείται την υγρασία της ελευθερίας, επιδιώκοντας τον ξηρό και άχαρο βίο, ενώ στις τεθλασμένες το δυναμίτισμα της συνήθειας και, μέσω του αιφνιδιασμού, την κατάκτηση της αλήθειας και της χαράς. Για παράδειγμα, αναφέρω δύο σχετικά αποσπάσματα από την αρχή σχετικά του ημερολογίου, από τα πολλά που είναι εγκατασπαρμένα στις σελίδες της Τεθλασμένης: «Παντού και πάντα “ευθείες”. Αυτό ήταν το πρόβλημά μου. Για άλλους θα ήταν “ευχής έργον” να βλέπουν το τρένο της ζωής τους να κυλάει ανεμπόδιστο στην ίδια πάντα ευθεία, όμως μ’ εμένα δεν ήταν έτσι. Αυτές οι ευθείες γίνονταν καμιά φορά πολύ κουραστικές άλλοτε πάλι επίπονες, τις περισσότερες όμως φορές ήταν θανάσιμα πληκτικές».[3] Και λίγο παρακάτω: «Είχα βρει επιτέλους τον άνθρωπο που αναζητούσα χρόνια, εκείνον που θα με έβγαζε απ’ την στείρα “ευθεία” μου και θα μου χάριζε την πολυπόθητη απόλαυση μιας “τεθλασμένης” έτσι όπως εγώ τη φανταζόμουν. Εδώ ακριβώς μπορεί να παρεξηγηθεί ο όρος “τεθλασμένη”. Όχι, δεν εννοώ αυτό που καταλαβαίνουν ίσως μερικοί όταν χρησιμοποιούν τον όρο “δια της τεθλασμένης”, κάτι δηλαδή ανέντιμο, κάτι ίσως “μη ηθικό”, κάτι που χρησιμοποιεί “πλάγια μέσα” για να πετύχει το σκοπό του. Χρησιμοποιώ τον όρο αυτό που η μαθηματική γλώσσα ορίζει σαν “τη γραμμή που αποτελείται από διαδοχικά τμήματα που δεν ανήκουν στην ίδια ευθεία”. Με προσωπική μου ευθύνη και επίγνωση χρησιμοποιώ τον όρο “τεθλασμένη” ακόμη κι αν αυτός παρανοηθεί».[4] Με ιδιαίτερη μαεστρία στο παιχνίδι μεταξύ σημαίνοντος και σημαινομένου, η συγγραφέας επιφυλάσσει στις δύο γραμμές διαφορετική εννοιακή αντιμετώπιση στο τέλος του βιβλίου, έχοντας, ωστόσο, αποκαθάρει τόσο την αξία της ευθείας όσο και αυτήν της τεθλασμένης στο διυλιστήριο της συνείδησης.

Ολοκληρώνω την προσέγγισή μου στα δομικά εφευρήματα της Ζηκάκη με την ιδιαίτερη θέση και χρήση της –κατά Genette- πρόληψης. Με ένα είδος αόριστης και πάντα δυσοίωνης προσήμανσης, προλαμβάνει, χωρίς να επεξηγεί το αναποδογύρισμα της αντιληπτικότητας των ηρώων γύρω από τα σχεσιακά ή τα μοιραία γεγονότα του βίου τους, το «ξαναμοίρασμα της τράπουλας» των ρόλων και των ευθυνών τους. Καθώς, μάλιστα, η αφηγηματική φωνή ανήκει σταθερά στην Αθηνά Μέξη, η αποστροφή της αυτή προς πάντα μελλοντικό αναγνώστη αφενός αποκτά χρησμικό βάθος αφετέρου γεφυρώνει τις επιμέρους ενότητες, απαλύνοντας τα σαρωτικά κύματα που δοκίμασαν ποικιλοτρόπως την αντοχή της. Λειτουργούν δε οι εξακολουθητικές επισημάνσεις του κακού ως αποτροπιαστικές αυτού, εφόσον για να ανταπεξέλθει στο «παρόν» της συγγραφής το αφηγούμενο υποκείμενο έχει νικηφόρα περιδιαβεί από το επαχθές «τότε» της αφήγησης. Για παράδειγμα, μεταφέρω: «Αυτό όμως ήταν το λιγότερο που μου είχε συμβεί. Τότε φυσικά ήμουν ανυποψίαστη για όλα όσα θα ακολουθούσαν»[5] ή «Η στεναχώρια κι ο θυμός τους ήταν απερίγραπτοι και η δική μου παρέμβαση κάθε άλλο παρά σωτήρια αποδείχτηκε»[6] ή «(Εγώ μόνον δεν ήξερα πότε και αν θα προσγειωνόμουν κάποια στιγμή πραγματικά. Κάποτε θα το μάθαινα κι αυτό)»[7] ή «Δυστυχώς όταν αργότερα τον χρειάστηκα ακόμα περισσότερο εκείνος ήταν ήδη πολύ μακριά για να με βοηθήσει».[8]

Στην υφολογία της Ζηκάκη ανήκουν οι ενορχηστρώσεις μακροσκελών κάποτε λόγων και αντιλόγων σε α’ πρόσωπο που με το διπολικό σθένος τους εντείνουν την ανοίκεια στάση της λογοτεχνοποίησης της σκέψης, στάση, βεβαίως, νομιμοποιημένη στο είδος της ημερολογιακής καταγραφής και όχι μόνο. Ενισχύει, θα λέγαμε, η συγγραφέας τον –κατά Μ. Bakhtin- πολυφωνικό χαρακτήρα του μυθιστορηματικού είδους, καθώς πίσω από τη μονοφωνία της Αθηνάς Μέξη πάλλεται, συχνά διαλεκτικά, η πολυφωνία της ανθρωπότητάς της. Η συγγραφέας δεν φείδεται χώρου, προκειμένου να αισθητοποιήσει την αισθηματική, ηθική και πνευματική διαδρομή της ηρωίδας της. Τουναντίον, είναι η λογοτεχνική μορφοποίηση παραγώγων του πνεύματος το κατεξοχήν θεματικό και υφολογικό στίγμα της, καθώς ακόμη και στις σκηνές του πάθους αγρυπνεί ο παρατηρητής νους που συνειδητοποιεί και αποφαίνεται. Συχνά, είτε ο αδιαμεσολάβητος λόγος της Αθηνάς με τη μορφή της πυρακτωμένης και εξελισσόμενης σκέψης είτε η μεταφορά στο αφηγηματικό πλάνο, εν είδει μεταδιηγήσεων, των λόγων των άλλων, λειτουργούν ως πυροκροτητές του ενδιαφέροντος, καθώς, πέρα από τον συγχρονισμό τους με τις αφορμές της ζωής, συνθέτουν ένα ευαίσθητο σύμπαν άυλων ποιοτήτων που αντιδικούν, φθίνουν, αλλοιώνονται ή δοξάζονται σε όλο το έργο. Το γεγονός ότι η ηρωίδα είναι δικηγόρος χρησιμοποιείται από τη Ζηκάκη για να δραματοποιήσει περαιτέρω τις εννοιακές αναζητήσεις της, τυλίγοντάς τες με ατμόσφαιρα δικανική και καθιστώντας την ανεύρεση της αλήθειας εναγώνια. Σας διαβάζω ενδεικτικά ένα μικρό απόσπασμα, από τον νοερό συλλογισμό της Αθηνάς, όταν επισκέφτηκε τον έρωτά της, τον Μάρκο, στο Μόναχο: «Έτσι είναι φαίνεται η ανθρώπινη φύση. Ανεξάντλητα κτητική. Τα πάντα περιστρέφονται γύρω απ’ το εγώ μας. Ακόμη και η αγάπη που δίνουμε. Τη δίνουμε για μας τους ίδιους. Όλα αποσκοπούν στην ικανοποίηση ενός αδηφάγου εγώ που με τίποτα δεν τιθασεύεται, δεν ελέγχεται. Κι ο έρωτας; Αυτός κι αν είναι η κορωνίδα της ικανοποίησης του εαυτού μας. Ακόμα και η αγάπη που εισπράττουμε είναι όχι μόνον η ικανοποίηση του εγώ μας μα και του εγώ του άλλου που την προσφέρει. Προσπαθούσα να δικαιολογήσω μέσα μου ό,τι μπορούσε να δικαιολογηθεί. Δεν τα κατάφερνα».[9]

Τα διαλογικά πάλι μέρη διαθέτουν τέτοια αμεσότητα και μεταφορική δύναμη που αισθάνεσαι τον άγριο ρυθμό μιας ροκ υπόκρουσης στην ανάπτυξή τους. Η αδίστακτη έκθεση των ηρώων αλλά και η ελεήμων κάποτε αποδοχή τους από την αφηγήτρια μπορεί να αντιπαραβληθεί με τις εναλλαγές από τις βίαιες κραυγές στα τρυφερά κι εσωτερικά μέρη μιας ροκ σύνθεσης.

Στο υφολογικό στημόνι της συγγραφέα, προσγράφονται και οι ποικίλες πολιτισμικές αναφορές, κείμενα με καθαρότητα πληροφορίας, κατεξοχήν περί θεάτρου αλλά και περί ψυχανάλυσης, λογοτεχνίας και μουσικής, τα οποία εγκαταστημένα στην «καταδεκτική» προς το αλλότριο αφηγηματική φωνή, ρηγματώνουν και ενυδατώνουν τη θερμή συναισθηματική και διανοητική διαδρομή, διευκολύνοντας την αναγνωστική πρόσληψη. Ανάλογα λειτουργούν και οι δύο επιστολές, ευφυώς εγγεγραμμένες μέσα στο σώμα μίας ευρύτερης επιστολής που αντιπροσωπεύει διευρυμένα το ίδιο το «τετράδιο» της Αθηνάς Μέξη. Βεβαίως, οι δύο επιστολές διαδραματίζουν και καίριο ρόλο στη δράση, καθώς στην κυριολεξία μεταμορφώνουν τα περιεχόμενα του πραγματικού και αυτής της συνείδησης συμπεριλαμβανομένης. Αλλά και η υποδοχή στην αφηγηματική σκηνή της Έμμας Σισμάνη, πέρα από τον καταλυτικό της ρόλο στη διαδικασία ωρίμανσης της αφηγήτριας, προξενεί, ιδίως στο αφιερωμένο αποκλειστικά σ’ αυτήν κεφάλαιο με τίτλο «Μια ανθρώπινη ιστορία», και ως ένα έξοχο ιντερμέδιο στις αλλεπάλληλες δραματικές κορυφώσεις του έργου. Λάμπει από αυτάρκεια και γοητεία ο λόγος της κυρίας Έμμας, που, κυριολεκτικά, σαρώνει τη μεγαλοαστική κοινωνία μιας αλλοτινής Αλεξάνδρειας, ενσαρκώνοντας συνάμα έναν ανεπανάληπτο ερωτικό λόγο.

«Ένα από τα κύρια εσωτερικά θέματα του μυθιστορήματος» παραδίδει ο M. Bakhtin «είναι ακριβώς η δυσαρμονία ενός προσώπου με τη μοίρα του, με την κατάστασή του. Ο άνθρωπος είναι ανώτερος από τη μοίρα του ή κατώτερος από την ανθρωπιά του».[10] Τα ανωτέρω έχει βαλθεί λες να τεκμηριώσει στο νέο της μυθιστόρημα η Πέρσα Ζηκάκη, δεικνύοντας την ψυχική αντοχή, την πνευματική ειλικρίνεια και την ηθική πλοήγηση ορισμένων ηρώων της απέναντι σε συνθλιπτικές συχνά συνθήκες. Η ηρωίδα της διαθέτει μάλλον αντιηρωικό κύτταρο, μπορεί, παρόλα αυτά να ισχυρισθεί κανείς ότι είναι ιδεολόγος. «Κατά γενικό κανόνα, ο μυθιστορηματικός ήρωας είναι περισσότερο ή λιγότερο ένας ιδεολόγος» διατείνεται στο ίδιο βιβλίο του ο μεγάλος Ρώσος θεωρητικός. Και είναι αλήθεια πως σ’ αυτό το μυθιστόρημα όλοι οι ήρωες έχουν θεωρητικό οπλισμό και ιδεολογικό δείκτη, καθώς ακόμη και οι φαινομενικά απαθείς προδίδουν και παραδίδουν μία έσχατη ιδεολογική στάση, ανεξάρτητα από το ηθικό της πρόσημο. Η διαπαιδαγώγηση, η ελευθερία, η χειραγώγηση του ατόμου, η απιστία, η αμαρτία, ο έρωτας, η συγχώρεση, η αγάπη, προπάντων αυτή, θεμελιώνουν το ιδεόγραμμα του βιβλίου και την ιδεολογική ταυτότητα των ηρώων. Η Ζηκάκη, με συγγραφική πανουργία, παρακολουθεί την κριτική στάση της ηρωίδας της χωρίς να προτρέχει. Και το θαύμα της αγαπητικής συνάντησής της με τον άλλον έρχεται στην ώρα του, μεστωμένο στη μοναξιά και την τυραννία της πυρετώδους ανάγκης της να αυτοαναλυθεί και να «ενδοσκοπηθεί», για να χρησιμοποιήσουμε το ρήμα με το οποίο χάραξε το υπό διαμόρφωση είναι της η σοφή κυρία Έμμα. Έτσι, διείδε και αποδέχτηκε τα κενά του χαρακτήρα της και τα ελλείμματα των πράξεών της, τη δυστροπία και τη σκληρότητα των γονέων της, την απάθεια, τη «σταθερή» αστάθεια και την προδοσία του συζύγου της, σχετικοποίησε τη μεγάλη της τεθλασμένη, τη σχέση της με τον Μάρκο, συγχώρεσε την αδελφή της και πολλά άλλα που αποσιωπώ. Και ο λόγος της, από μεμψίμοιρος και επικριτικός, μετουσιώθηκε σε λόγο ελευθέρου, που επιθυμεί πλέον το ηθικό και αντιτάσσει τη συνειδητή του ματιά στην παγίδα της στέρησης, στη γοητεία της τεθλασμένης.

Στο τέλος του τετραδίου ημερολογίου – διαθήκης – απολογίας της, θα γράψει αναφερόμενη στον παθιασμένο έρωτά της με τον Μάρκο: «Κάποια στιγμή, όταν μετά από κάποιο διάστημα θα έχουμε ολοκληρώσει το δόσιμο σε αυτούς που το οφείλουμε (άραγε ολοκληρώνεται ποτέ αυτό;) πιστεύω πως αν ακόμα νιώθουμε ελεύθεροι να ζήσουμε όπως ο καθένας ονειρεύτηκε, τότε πια μπορούμε να απαιτήσουμε από τη ζωή όλα αυτά που μπορεί, αλλά μέχρι τώρα δεν πρόλαβε να μας χαρίσει…»[11]
___________________________________

[1] Julia Kristeva, Στην αρχή ήταν η αγάπη. Ψυχανάλυση και πίστη. Μετάφραση Έπη Μελοπούλου, Αθήνα, Άγρα, 2003, σ. 45.
[2] Οδυσσέας Ελύτης, Δυτικά της Λύπης, Αθήνα, Ίκαρος, 1995.
[3] Πέρσα Ζηκάκη, Η Τεθλασμένη, Αθήνα, Δρόμων, 2016, σ. 16.
[4] Βλ. Ζηκάκη, ό.π., σ. 17.
[5] Βλ. Ζηκάκη, ό.π., σ. 40.
[6] Βλ. Ζηκάκη, ό.π., σ. 41.
[7] Βλ. Ζηκάκη, ό.π., σ. 91.
[8] Βλ. Ζηκάκη, ό.π., σ. 120.
[9] Βλ. Ζηκάκη, ό.π., σ. 177.
[10] Mikhail Bakhtin, Έπος και Μυθιστόρημα. Πρόλογος – μετάφραση Γιάννης Κιουρτσάκης, Αθήνα, Πόλις, 1995.
[11] Βλ. Ζηκάκη, ό.π., σ. 315.

 

 

ΤΥΨΕΙΣ ΚΑΙ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΡΙΑ

 

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΚΑΡΑΤΖΑΣ

Μυθολογία του φόβου
Πέρσα Ζηκάκη: «Τύψεις και Μαργαριτάρια», εκδ. ΔΡΟΜΩΝ, Αθήνα, 2088
Σε ώρες ειλικρίνειας λέμε ότι η ζωή είναι μια διαρκής περιπέτεια γνώσης του εαυτού μας, των άλλων και του κόσμου. Πόσο αντέχουμε σ’ αυτή τη συνεχή άσκηση θάρρους, που θα μας οδηγήσει στην πραγματική ελευθερία και αγάπη; Η αναγνώριση όμως της αλήθειας μας θα μας βοηθήσει να επιλέξουμε ρόλους, σχέσεις, όνειρα και ευθύνες. Διαφορετικά, γινόμαστε δέσμιοι της ανάγκης και των συμβιβασμών.

Τέτοιες σκέψεις έκανα καθώς διάβαζα το πρώτο μυθιστόρημα «Τύψεις και Μαργαριτάρια» της Πέρσας Ζηκάκη, φίλης και συναδέλφου από παλιά. Ο πρωταγωνιστής αυτού του βιβλίου είναι ένας καθημερινός άνθρωπος, ένας άντρας που διψάει για ζωή. Μόνο που μεγαλώνει σε υπερπροστατευτικό οικογενειακό περιβάλλον και στερείται του οξυγόνου της γνήσιας αγάπης. Εγκλωβίζεται σε «ανάποδη» ζωή: σκέφτεται σαν τους άλλους, καταπνίγει τα συναισθήματά του, είναι συνεπής στους κανόνες που του επιβάλλονται, ασφυκτιά. Ζει άβουλος, φοβισμένος και ανασφαλής, παρά τις κάποιες στιγμές ρομαντισμού και τρυφερότητας που βιώνει στις σχέσεις που δημιουργεί. Και αυτός ο άτολμος και δειλός ξαφνικά ρισκάρει την ψυχική και σωματική υγεία του σε ερωτικές συμπεριφορές χωρίς αναστολές και καταλήγει σε ψυχολογικά αδιέξοδα.

Η Πέρσα Ζηκάκη, αν και γυναίκα, χτίζει με γνώση και συμπάθεια τον ανδρικό χαρακτήρα του έργου της με φανερή ειλικρίνεια προθέσεων. Στη διαδρομή πάθους και παθών, που κάνει ο ήρωάς της χωρίς πυξίδα και καπετάνιο, σέβεται τον ανθρώπινο συγκλονισμό. Γι’ αυτό και η γραφή της συνεπαίρνει τον αναγνώστη, όχι με σκανδαλοθηρική περιέργεια, αλλά με διακριτικό ενδιαφέρον για την εξέλιξη μιας ιστορίας αυτοκαταστροφής και αυτολύτρωσης. Με πρωτοπρόσωπη αφήγηση και απλό, καθημερινό, δυνατό λόγο, μας δίνει ένα μυθιστόρημα ουσίας, που εκπέμπει επίκαιρους προβληματισμούς για τον αλλοτριωμένο και κατακερματισμένο άνθρωπο της εποχής μας.

Η Πέρσα Ζηκάκη, στο βιβλίο της, συγκροτεί μια ιδιότυπη μυθολογία του φόβου σε όλες τις εκδοχές του. Ο ανερμάτιστος άνθρωπος, που δεν έμαθε να ζει, φοβάται τον εαυτό του, φοβάται τον άλλο, φοβάται την αγάπη, φοβάται το φως, φοβάται τον φόβο. Και όταν προσπαθεί να ισορροπήσει, προτιμά τη φωτιά και ξεπερνά τα όρια, γίνεται θρασύς και συντρίβεται. Στεγνώνει από συναισθήματα, αλλά τελικά κρατάει το αίσθημα της δίψας για ζωή. Και αυτή η δίψα διασώζει την ελπίδα και το όνειρο για λογαριασμό όλων μας.

 

 

Συνέντευξη στη Μαρία Τσιράκου

BIBLIOTHEQUE 5/12/2012

Κάποια πράγματα στη ζωή αυτή μοιάζουν παράλογα. Δώδεκα γράμματα με μυστηριώδη παραλήπτη, η Άννα, μια νέα και όμορφη ζωγράφος που κάνει μια φορά το μήνα την εμφάνισή της στο ταχυδρομείο, ένας παράνομος έρωτας, και η περιέργεια του Άγγελου, ενός ταχυδρομικού υπαλλήλου που εισβάλλει άθελά του στη ζωή της ηρωίδας, συνθέτουν το απίστευτο σκηνικό του μυθιστορήματος: «Πάντα κάτι θα λείπει…» της Πέρσας Ζηκάκη. Μαζί με τη συγγραφέα αναζητήσαμε και εμείς, αυτό που (της- μας) λείπει.

 

Κυρία Ζηκάκη, στο μυθιστόρημά σας, παρακολουθούμε τους ήρωές σας να μπλέκονται σε παράλληλες ιστορίες, στη βάση τους ερωτικές, συνάμα όμως και αυτογνωσίας. Τι σας οδήγησε να μπείτε στις ζωές αυτών των ανθρώπων;

Μια απόπειρα αυτογνωσίας και διείσδυσης στην ανθρώπινη ψυχή ήταν το κίνητρο συγγραφής και των τριών βιβλίων μου.
Δικαίως τα αποκάλεσαν ψυχογραφήματα νομίζω.
Κάποιες αλήθειες, επέδρασαν επάνω μου με μία παράφορη ορμητικότητα και με προέτρεψαν στη διερεύνηση χαρακτήρων με ιδιαιτερότητες. Μέσα μας κρύβουμε πολλά, τις περισσότερες φορές ανομολόγητα.
Τα βιβλία μου, μου επιτρέπουν να ανιχνεύω τις ανθρώπινες ψυχές και ν’ αγγίζω τα τραύματά τους, πάντα δια μέσου των ηρώων μου.
Η συγγραφή τού “Πάντα κάτι θα λείπει”, υπήρξε για μένα μια συναισθηματική δοκιμασία, δεδομένου ότι ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου είναι βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα που αφορούσαν σε συγκεκριμένα κομμάτια ζωής φιλικού προσώπου, που δεν είναι πια ανάμεσά μας.
Ο θάνατός του, μου έδωσε το έναυσμα να ξεκινήσω να γράφω μια ιστορία που θα είχε σαν ζητούμενο τη διερεύνηση της ανθρώπινης ψυχής κάτω από ειδικές συνθήκες. Φυσικά το όλο θέμα δεν ήταν μόνον η εξιστόρηση μιας παράνομης σχέσης, αλλά το βάθος των συναισθημάτων των ηρώων που εμπλέκονται σ’ αυτήν. Θέμα ίσως “φθαρμένο” από την πολλή χρήση και κακοποίησή του.
Όμως εγώ το εξετάζω κάτω από διάφορες οπτικές γωνίες. Οι ήρωες σκέπτονται, παροπλίζονται μερικές φορές, απενοχοποιούνται άλλες.
Γύρω από κάθε ιστορία με παρόμοιο περιεχόμενο υπάρχει πάντα μια ενοχή κρυμμένη, ενίοτε και μια συνενοχή.
Αυτός ο μύθος δεν θα λήξει ποτέ. Εγώ τον απενοχοποιώ.
Ένα ξαφνικό καθρέφτισμα που πολλές φορές σοκάρει, αλλά τις περισσότερες, σε οδηγεί σε μία και μόνη διαπίστωση…
Η αληθινή αγάπη πάντα θα είναι η τροφή της ψυχής και ποτέ τ’ αποφάγια πονηρών και υστερόβουλων σκέψεων!

Ο Άγγελος, ο πρωταγωνιστής σας, προσπαθεί να σώσει την Άννα εισβάλοντας στη ζωή της μέσα από μια πράξη επιλήψιμη. Αυτή της κλοπής. Ταυτόχρονα όμως, προσπαθεί να σώσει και τον ίδιο του τον εαυτό από τη μιζέρια της καθημερινότητας που βιώνει. Κατά τη γνώμη σας, η ανάγκη μπορεί και, αν ναι, πότε μπορεί να δικαιολογεί την πράξη;

Ανάγκη! Μεγάλη λέξη!
“Η βαρύτητα, η ανάγκη και η αξία είναι τρεις έννοιες στενά και βαθιά ενωμένες. Δεν είναι βαρύ παρά αυτό που είναι αναγκαίο,
δεν έχει αξία παρά μόνον ό, τι βαραίνει” λέει σε βιβλίο του ο Κούντερα.
Τι είδους ανάγκη είναι αυτή που μπορεί να σε ωθήσει σε μια επιλήψιμη πράξη.
Εδώ δεν πρόκειται για τον Γιάννη Αγιάννη του Hugo, που έκλεψε ένα ψωμί επειδή πεινούσε.

Εδώ, αποκαλύπτεται ότι μιλάω για άλλου είδους ανάγκη, αυτήν της εσωτερικής επαφής με έναν άλλο άνθρωπο,
κάτι αρκετά δυσεύρετο, αν όχι σπάνιο, στην εποχή που ζούμε, όπου όλα είναι κατ’ επίφασιν.

Η διαφορά με τον ήρωά μου είναι ότι η επιλήψιμη πράξη του δεν ξεκίνησε από την εσωτερική ανάγκη προσέγγισης
μιας άλλης ψυχής, αλλά από απλή περιέργεια ή επιπολαιότητα, άσχετα αν στην εξελικτική πορεία, αυτή η περιέργεια μεταβάλλεται
σε έναν βαθύ έρωτα.

Σ’ αυτήν την περίπτωση αυτή η εσωτερική ανάγκη μετατρέπεται από την πρωτογενούς μορφής επιλήψιμη πράξη, σε αυθεντική και συνάμα ζωτικής σημασίας ενέργεια. Κυριολεκτικά αναδύεται.

Παρατηρώ ότι και σε αυτό το βιβλίο σας, όπως και στα προηγούμενα, γράφετε από τη θέση του άντρα. Τι είναι αυτό που σας κάνει να μπαίνετε σε ρόλο αντρικό;

Στο πρώτο μου βιβλίο και σ’ αυτό το τρίτο, πράγματι υπάρχει σε πρωτοπρόσωπη γραφή, αφήγηση, η οποία κρύβει πίσω της μια ανδρική φωνή.
Δεν ξέρω τι είναι αυτό που με ωθεί σε έναν τέτοιο τρόπο αφήγησης. Οπωσδήποτε βγαίνει αυθόρμητα από μέσα μου.

Έχω προσπαθήσει κι εγώ να αναλύσω αυτή μου την προτίμηση. Τελικά πιστεύω ότι-όσο κι αν αυτό που θα σας πω ακουστεί παράξενο- ως γυναίκα, περισσότερο προσεγγίζω την ανδρική ψυχή, που θεωρώ ότι είναι πιο άδολη, πιο “τίμια” και πιο ευθύβολη από αυτήν που διαθέτουμε εμείς οι γυναίκες.

Η γυναικεία μου εμπειρία με οδηγεί με “περισσότερη ασφάλεια” στην απόπειρα ψυχογράφησης του άνδρα, δεδομένου ότι έχω να διερευνήσω απλές και ειλικρινείς συμπεριφορές και δεν έχω να “παλέψω” με την πολυπλοκότητα της γυναικείας ψυχής.

Φυσικά δεν είναι θέμα αδυναμίας προσέγγισής της, αλλά απλής και ξεκάθαρης προτίμησης.

Επιπλέον όλο αυτό, είναι ένα στοιχείο που αφενός δημιουργεί ενδιαφέρον στον αναγνώστη και αφετέρου δεν είναι τόσο κοινότοπο, πράγμα που αποδεικνύεται και από τη συγκεκριμένη ερώτησή σας.

Γράφετε κάπου: «είναι θλιβερή η απομόνωση των ανθρώπων σήμερα […] επιχειρούν να φλερτάρουν με πρόσωπα που δεν γνωρίζουν, μέσα από το διαδίκτυο». Τι συνέπειες έχει αυτού του είδους η απομόνωση και ο συγκεκριμένος τρόπος απόδρασης, κυρία Ζηκάκη;

Εδώ μοιάζει να αμφισβητείται η γνησιότητα των ανθρωπίνων σχέσεων, αλλά δεν είναι ακριβώς έτσι τα πράγματα.

Η ρεαλιστική άποψη λέει ότι το διαδίκτυο μπήκε δραστικά και ενεργά στην καθημερινότητά μας. Είναι ένας διαφορετικός
δρόμος από αυτόν που ακολουθούσαν οι προηγούμενες γενιές και όλο αυτό είναι σίγουρο ότι θα είχε τις γνωστές επιπτώσεις στις ανθρώπινες σχέσεις. Από την άλλη, είναι μια μορφή επικοινωνίας άμεση, στιγμιαία θα έλεγα, που δεν χάνει τη γλύκα της, να… κάτι σαν τον στιγμιαίο καφέ που όλοι πίνουμε μετά μανίας. Το φραπεδάκι μας εν’ ολίγοις!
Όμως έτσι δημιουργήσαμε μια δεύτερη ζωή, της οποίας το μήκος κύματος “παίζεται” ανάμεσα στην εικονική πραγματικότητα και στην καθημερινή αλήθεια που ηθελημένα βιώνουμε.

Η οικονομική κρίση βοήθησε πολύ, έτσι ώστε αυτός ο τρόπος επικοινωνίας να οδηγήσει στην συγκεκριμένη τάση απομόνωσης την οποία παρουσιάζουν οι περισσότεροι χρήστες του διαδικτύου, οι εξαρτημένοι φυσικά από αυτό. Έγινε έξις, δευτέρα φύσις, και φυσικά τρόπος ζωής, που αποστέρησε από τους εμπλεκόμενους τη χαρά των “λαιβ” συναντήσεων, του φλερτ, και της απευθείας προσωπικής επαφής.
Όλα πλέον βασίζονται σε μία illusion /ψευδαίσθηση, που προσφέρει μια πρόσκαιρη ικανοποίηση, ενώ όλο και περισσότεροι δεν θέλουν ή δεν μπαίνουν στον κόπο ν’ αποζητήσουν τη χαρά μιας αληθινής συντροφιάς, μιας και βρίσκουν όλα όσα ζητούν πίσω από το προφίλ της αρεσκείας τους.
Εν ολίγοις χάσαμε το αληθινό αγκάλιασμα του φίλου, το χάδι του συντρόφου, το φιλί του αληθινού έρωτα.

Από την άλλη μάθαμε να πιστεύουμε στα όνειρά μας, να δημιουργούμε ελπίδες και να αγκαλιάζουμε ένα παρόν που μας προσφέρει απλόχερα αυτός ο τρόπος επικοινωνίας, όλα όσα η “μίζερη” και στυγνή καθημερινότητά μας, μας έχει στερήσει.

Και κάπου αλλού: «δεν λες που κρατάς αυτή τη δουλειά, τώρα που όλους τους απολύουν. Φίλοι σου με πτυχία και περγαμηνές δεν έχουν βρει ακόμα την κατάλληλη εργασία πάνω στο αντικείμενό τους ή μάλλον, τι λέω, άνεργοι είναι». Τι επιπτώσεις, κατά τη γνώμη σας, θα έχει η οικονομική κρίση στον τρόπο που αντιμετωπίζουν τη ζωή οι άνθρωποι και κυρίως οι νέοι;

Αυτό πλέον είναι ήδη εμφανές. Οι τόσες αυτοκτονίες, η κατάθλιψη, όχι μόνον ενηλίκων αλλά και ανθρώπων νεαρής ηλικίας. Αυτό είναι πλέον δεδομένο.
Όμως η πίστη μου στα νέα παιδιά, και ο φύσει αισιόδοξος χαρακτήρας μου, με ωθούν σε έναν διαφορετικό τρόπο σκέψης από τον οποίο κι εγώ αντλώ δύναμη.

Πιστεύω πως καμία αρνητική δύναμη δεν θα καταφέρει να αναχαιτίσει την ορμή των νέων ανθρώπων, αυτήν με την οποία είναι εμποτισμένοι εκ γενετής νομίζω.

Τα νέα παιδιά, είναι η ελπίδα του αύριο, κάτι που καθημερινά αποδεικνύεται ,έστω και με αργούς ρυθμούς, πως είναι πια τα φανάρια που ήδη φωτίζουν τη σκοτεινή πορεία ,αυτή που όλοι εμείς οι μεγαλύτεροι ακολουθούμε, άξια παιδιά να παλέψουν και να κερδίσουν όλα αυτά που η δική μας γενιά, στη συγκεκριμένη φάση, έχασε αμαχητί.

Ερωτευτήκατε ποτέ την Ιδέα, την οποία περιγράφετε;

Αν και ο έρωτας είναι στοιχείο που υπονομεύει την ανθρώπινη ελευθερία, μπορώ να δηλώσω ανεπιφύλακτα ότι μια τέτοιου είδους
“υπονόμευση”, όχι μόνον σ’ εμένα, αλλά και στους περισσότερους νομίζω ανθρώπους, μετατρέπεται σε πηγή έμπνευσης, και τελικά γίνεται εφαλτήριο πολλών δημιουργικών καταστάσεων!

Δεν λέω κάτι καινούργιο, αφού όλοι γνωρίζουμε ότι τα μεγαλύτερα έργα τέχνης, φυσικά κι εννοώ την τέχνη σε όλες τις μορφές της, είχαν σαν έμπνευση-απόρροια εσωτερικής ενδοσκόπησης και εξωτερίκευσης- τον έρωτα.
Στην ερώτησή σας απαντώ “ναι”. Ερωτεύθηκα την Ιδέα με όλο μου το είναι και ίσως γι’ αυτό κατάφερα να τελειώσω αυτό το τόσο δύσκολο, από συναισθηματικής απόψεως, για μένα βιβλίο. Έπρεπε να είναι αληθινές κι όχι αληθοφανείς και “φτιαχτές” οι περιγραφές μου.

Πάντα κάτι θα λείπει… κυρία Ζηκάκη, τελικά αυτό που λείπει οδηγεί στη δράση για τη γνώση, ή στην απόγνωση;

Αν η πληρότητα σ’ αυτή τη ζωή είναι κάτι το σχεδόν ανέφικτο, τότε η πλήρης συνειδητοποίηση τού “πάντα κάτι θα λείπει” είναι το μόνο δεδομένο. Φυσικά ο τίτλος του βιβλίου δεν έχει να κάνει με “έλλειψη” αντικειμένου.
Μιλώ για εκείνη την έλλειψη, που όταν τη νιώθουμε στη ζωή μας, είναι σαν να είμαστε μετέωροι.

Είναι η έλλειψη που μας αφαιρεί το θεϊκό όραμα της πληρότητας συναισθημάτων, ή μας αποκλείει και από την ίδια την παρουσία αγαπημένων προσώπων.

Σε ένα βαθύτερο επίπεδο ενδοσκόπησης ο κάθε άνθρωπος διαχειρίζεται όπως μπορεί τις αντιδράσεις του.

Οπωσδήποτε μια προσωπική συγκρότηση δεν σε αφήνει να “βυθιστείς” στην απόγνωση και κατά συνέπεια να αυτοακυρωθείς σαν υπόσταση. Αντίθετα σε προκαλεί να παλέψεις για την προσωπική σου επιβίωση, έστω και βαθιά τραυματισμένος κυρίως από τραύματα συναισθηματικής μορφής, που είναι και τα πιο οδυνηρά. Σε προκαλεί να αποκτήσεις μια καινούργια γνώση, δομημένη επάνω στην επίγνωση των λαθών σου, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι η επανάληψή τους δεν θ’ αποτελέσει ένα νέο έναυσμα για καινούργιες εμπειρίες, αυτές που δίνουν αξία στην έσω αλλά και στην κοινή εμπειρία.

Έτσι έχουμε αυτό που λέμε “φτάσιμο”, ή τουλάχιστον άγγιγμα του οράματος εκείνου που η ψυχή μας θεωρεί ως πληρότητα.

Σχολιάστε

Filed under ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

ΑΡΧΟΝΤΟΥΛΑ ΔΙΑΒΑΤΗ

αρχοντουλα

 

Η Αρχοντούλα Διαβάτη γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη, όπου ζει και εργάζεται. Σπούδασε νομικά και νεοελληνική φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και εργάστηκε ως καθηγήτρια στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Κείμενά της έχουν δημοσιευθεί στα περιοδικά «Αντί», «Εντευκτήριο», «Μανδραγόρας», «Ακτή», «Παρέμβαση», «Ένεκεν» και στις ιστοσελίδες για το βιβλίο bookpress.gr και diapolitismos.gr..

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

ΠΟΙΗΣΗ
Όπως η Μπερλίνα, Νησίδες (2017)

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
Σκουλαρίκι στη μύτη, Νησίδες (2015)
Φεύγω αλλά θα ξανάρθω, Νησίδες (2014)
Το αλογάκι της Παναγίας, Νησίδες (2012)
Στη μάνα του νερού, Το Ροδακιό (2004)

 

ΟΠΩΣ Η ΜΠΕΡΛΙΝΑ (2017)

 

«ΑΙ ΣΥΝΕΠΕΙΑΙ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ»

Στο στρατιωτικό σου αμπέχωνο εσύ
φιγούρα στην Καμάρα
μαγική,
αντίκρυ της.
Μες στα μάτια σου
γλυκά καστανά
καθρεφτίστηκε ο κόσμος.

Πέρασε απέναντι
ήρθε
και σε συνάντησε.

 

«ΔΥΣΚΟΛΕΣ ΝΥΧΤΕΣ»

Ξαπλώνω στη δική σου μεριά στο κρεβάτι
Να δω πώς είναι από κει ο κόσμος –
Κοπαδιαστά οι μαύρες σκέψεις
Φτεροκοπούν μακριά…

Γυρνώ στη δική μου πλευρά
Συλλογισμένη

Κι η νύχτα κρέμεται ακόμα
Στις κουρτίνες
Στάζοντας ανάλγητη.

 

ΑΓΑΠΗ

Κλείνω τα μάτια
για να σε δω
τέτοιος που ήσουνα
βράχος πουλί καράβι
και πάλι εδώ
τότε και τώρα
ένα τατού πάνω στο δέρμα μου
μικρό
που δεν παλιώνει

 

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ

Μετά τη μάχη
καταμετρούμε τους νεκρούς: άνθρωποι, ίπποι…
Μετά την αγκαθωτή νύχτα
καχεκτικό το ξημέρωμα.
Μετά τα λυπημένα σημειώματα
ελεύθερα τα δάκρυα αφήνονται
της συγχώρεσης
να τρέξουνε καυτά.
Κι εγώ λυπάμαι, ο θύτης και το θύμα.

 

ΕΦΙΑΛΤΗΣ, 2

Εκείνος γίνεται χλωμός και γκρίζος
Μέρα τη μέρα
Αλλά το κρύβω
απ’ όλους
κι απ’ τον εαυτό μου.
Τρέμει η καρδιά μου
και η λύπη
δεν είναι πια η επική
και φαντασμένη λύπη
των πρώτων ημερών.

Είναι μια στέρεη πέτρα πικρή
που πονάει βαθιά,
εκεί!
έκπληκτη σκέφτομαι.

 

ΠΟΙΗΤΡΙΑ

Τα ποιήματα, παιδιά της νύχτας.
Όλο το βράδυ
πριονίζουν τον κορμό της γης
κάτω από τα πόδια της

κι όταν αυτή ξυπνά
μένει μετέωρη –
μια νοσταλγεί το τώρα
μια το αύριο
κι όλο κοιτάει πίσω της

 

ΠΟΙΗΤΙΚΗ

Ώρα τώρα το αυτοκίνητο
μαρσάρει
κάτω απ’ το παράθυρό μας.
Είναι η ώρα!
Παίρνω την τσάντα μου
τρέχω στο σχολικό.

Όνειρα,
απόνερα του ύπνου.
Τα σημειώνω πρόχειρα
γυρνάω από τ’ άλλο μου πλευρό
Πρωί με το ξημέρωμα θα μελετήσω
της περιπλάνησης το δρομολόγιο.

 

ΚΛΑΜΑ

Σαν κάπου να ‘χω ξεχασμένο
Κάτι δικό μου
Που με καλεί
Και κλαίει δυνατά μέσα στη νύχτα
Ποίημα, παιδί, αγάπη
Ή είναι η ζωή μου αμεταχείριστη
Αυτή που ήθελα να ζήσω.

 

ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΞΕΝΟΔΟΧΟ

Αν αυτές είναι φιλίες ζωής
Φιλίες αναλώσιμες ποιες είναι.
Στο τέλος θα κάνεις το λογαριασμό –
Αν σου έχει μείνει σπίθα μυαλό.
(Αλλά το τέλος πότε είναι.]
θα λογαριάσεις τότε τα συν
Το καθρέφτισμα του εαυτού σου
Στην εγκαρδιότητα του «εμείς»
Που έμοιαζε αιώνιο
Να που λογάριαζες χωρίς τον ξενοδόχο

 

ΩΡΕΣ

Τότε νύχτωσε περισσότερο
Κι αυτή ξάπλωσε στο κρεβάτι της
Σαν σε ποτάμι
Και περίμενε να την πάρει
0 ύπνος
Όπως το ‘χε κάνει κι άλλη φορά
Μόνο που τώρα
το παλιό σχέδιο δε λειτούργησε
παρ’ όλο που οι ώρες χτυπούσαν
κανονικά:
δύο, τρεις, τέσσερις
πυροβολισμοί.

 

ΠΡΩΤΟΛΕΙΑ

Έκανε την κίνηση να βγάλει τα γυαλιά της
Την εμποδίζανε
Μα τα γυαλιά της λείπανε
Δεν τα φορούσε καν
Κι όμως η ενόχληση, vaL
Αυτή υπήρχε
Κι η αμηχανία της
στο ακροατήριο
Πρωτόλεια ποιήματα
Να πρέπει να διαβάσει
Έτσι μεγάλη

 

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

 

ΣΚΟΥΛΑΡΙΚΙ ΣΤΗ ΜΥΤΗ (2015)

 

Στο νησί, στα ενοικιαζόμενα αραχτοί -πόσα χρόνια πριν;- κι από το διπλανό δωμάτιο είχαν ακούσει για πρώτη φορά εκείνο το γέλιο να πιάνει όλο τον χώρο, να εξαπλώνεται -καλοκαιράκι απόγευμα και τα παράθυρα ανοιχτά- παραδεισένιο. Ερχόταν απ’ αλλού, αισθησιακό, ναρκισσευόμενο και κυκλογύριζε και ξεσπούσε ασυγκράτητο όλο εκρήξεις κι όλο δυνάμωνε σα να διηγιόταν μια ιστορία που κάποτε όλοι γνωρίζανε και με τον καιρό την είχανε ξεχάσει, κι ήταν γι’ αυτό έτσι βουτηγμένοι στην κατήφεια. Γέλιο νέας γυναίκας που αγκάλιαζε όλο το απόγευμα, το τετράγωνο, την πόλη. Ποια ήταν; Ήταν ευτυχισμένη με τόσο λίγα ή μήπως με πολλά; Της έδιναν πολλά αυτηνής, έναν απόλυτο έρωτα ίσως, μια τέτοια τελειότητα που αυτοί από καιρό είχαν πάψει να ονειρεύονται. Ήταν μήπως μια ξένη γυναίκα, μια μετανάστρια, μαθημένη με δυσκολία να κερδίζει τη ζωή και γι’ αυτό έτοιμη να αναγνωρίσει τη χαρά και να την υποδεχτεί όπως της πρέπει; Ήταν ένα νεαρό σαχλό κορίτσι που είχε δεχτεί το πρώτο ερωτικό φιλί και χαίρεται φιλάρεσκη με τον νεαρό εραστή πρωτόγνωρα αγκαλιάσματα και χάδια, θέλει να του αρέσει, δεν τον χορταίνει, κάτι τέτοιο; Ή μήπως πάλι είχαν βρεθεί ξανά -χαμένοι για χρόνια- κλεισμένοι σ’ ένα δωμάτιο οι παλιοί εραστές να διηγούνται ο ένας στον άλλο τη ζωή που έζησε ο καθένας χωρίς τον άλλο, τι άδικες, χαμένες, μάταιες ώρες προσπαθώντας να ταιριάξουν με το λάθος ταίρι, χωρίς κατανόηση ή διορατικότητα, χωρίς διαίσθηση ή πάθος, χωρίς να μπορούν ή να θέλουν να δώσουν και να πάρουν ικανοποίηση όπως αυτοί ήξεραν κάποτε.

 

ΦΕΥΓΩ ΑΛΛΑ ΘΑ ΞΑΝΑΡΘΩ (2014)

 

Τ0 ΜΕΡΤΙΚΟ ΜΟΥ ΑΠ’ ΤΗ ΧΑΡΑ

Κάθονταν στα ψηλά σκαμπό στη στοά με τα μπουφάν τους φορεμένα.
Μπροστά τους στη λαδόκολλα – όλα τα καλά του Θεού: μπιφτέκια, παντσέτες, λουκάνικα, πατάτες, καυτερές, φέτα λαδορίγανη, πικάντικη, κρεμμύδια με μικρά ίχνη μαϊντανού και από ένα τσίπουρο και κρασί στο καρτούτσο και σιγοέπιναν κάτω από τους ήχους ενός άκαιρου λάτιν, επετειακού ωστόσο, που χτυπούσε δυνατά κι αψυχολόγητα το στενό, τους ανθρώπους και τα πράγματα και γυρνούσε πίσω άπρακτο, κέφι δεν υπήρχε πουθενά, απουσίαζε εντελώς, κι ας ήταν κρεμασμένες μάσκες παντού, πιερότοι, σερπαντίνες, και οι σερβιτόροι ας φορούσαν κι αυτοί αστραφτερά καπέλα γουέστερν, ή κόκκινα σατανικά κέρατα ο ψήστης που έβγαινε κάθε τόσο και παρέδινε την καινούργια παραγγελία για τα γύρω τραπέζια. Κάθε τόσο έμπαιναν οι μελαχρινοί άνθρωποι ή μικρά παιδιά με ζουρνάδες, κλαρίνα και νταούλια, έπαιζαν για λίγο έναν παραδοσιακό σκοπό και τους άφηναν πάλι λεία στους δυνατούς ήχους του λάτιν να τους ξεκουφαίνουν, υπογραμμίζοντας την παγωνιά ένα γύρω. Λίγος κόσμος περνούσε. Κάτι συνταξιούχοι κοίταζαν έξω απ’ το υπαίθριο ρετσινάδικο, μπροστά, τις τιμές με τα κρεατικά στον πίνακα, ένα γύρω δυο τρεις τους θαμώνες, και συνέχιζαν τον δρόμο τους στη στοά. Λαχειοπώλες έμπαιναν, έλεγαν μονότονα το μάθημά τους κι έφευγαν πάλι γι’ αλλού. Κι έτσι, όταν πέρασε ο άνθρωπος με το ακορντεόν γεμίζοντας τον χώρο ένα γύρω με τους αισθαντικούς ήχους του, «το μερτικό μου απ’ τη χαρά μού το ’χουν πάρει άλλοι..,», προετοίμασε σχεδόν την είσοδό της. Μια όμορφη Αφρικανή ήταν, που πέρασε αργά από μπροστά τους με το θεσπέσιο χαμόγελό της, κρατώντας στα χέρια της για πώληση προφανώς κι επιδεικνύοντας τρία τέσσερα καρό κασκόλ μαϊμούδες, στο άλλο μπράτσο
περασμένα ρολόγια χειρός κάθε λογής, μαϊμούδες μάλλον κι αυτά, χαμογελώντας πέρασε από μπροστά τους, κι όπως στράφηκε να φύγει, είδαν το μωρό της που της ζέσταινε μακάριο την πλάτη φασκιωμένο σ’ έναν αυτοσχέδιο μάλλινο μάρσιπο.
Πλήρωσαν και βγήκαν. Προς την έξοδο της στοάς, απ’ το «Μπαζαγιάζι» ακουγόταν στη διαπασών ένας ξετρελαμένος Βαμβακάρης κράχτης, σχολιάζοντας την άδεια μας καρδιά.
20.2.2012

 

ΤΟ ΑΛΟΓΑΚΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ (2012)

 

Χαράζω τις φλέβες μου…

Με τον πατέρα, μαθήτρια, το καλοκαίρι του ’66 πρέπει να ’τανε, στο γήπεδο του Άρεως για τη μυθική συναυλία του Θεοδωράκη, με μια νέα κι άγνωστη μελαχρινή τραγουδίστρια. Θάμβος και περηφάνια. Για ανάταση μιλούσαν οι εφημερίδες της εποχής. «Δακρυσμένα μάτια νυσταγμένοι κήποι» – «Δραπετσώνα» – «Τι να την κάνω τη χαρά» – «Κράτησα τη ζωή μου» – «Χαράζω τις φλέβες μου και κοκκινίζουν τα όνειρα» – «Χρυσοπράσινο φύλλο» (μόνο πρόσφατα έμαθε ότι είναι κάποιου άγνωστού της ώς σήμερα ποιητή, του Λεωνίδα Μαλένη). «Λιποτάκτες» – «Πολιτεία» – «Μαγική πόλη»
– «Επιφάνεια» – «Άξιον εστί», μαγικοί αστερισμοί που της έστελναν κυματιστό χαιρετισμό από κάπου μακριά, στοίχειωναν τη φαντασία της και μεθούσαν την καρδιά της. Στα εμβληματικά τραγούδια εκείνης της εποχής ήρθαν να προστεθούν στα «αγαπημένα της» η «Αυλή», «Τα τραγούδια του Αγώνα», η «Ωδή εις Σάμον», «Κάποτε θα ’ρθουν…» και οι Μπαλάντες του Αναγνωστάκη και τα Λυρικά του Τάσου Λειβαδίτη, η προίκα της, η προίκα μας. Τι διάβολο, είμαστε από καλή γενιά.
(Στο ίδιο γήπεδο είδαν κι άκουσαν και τη Σωτηρία Μπέλλου, απλή, σοβαρή και μετρημένη, στην εμφάνιση τουλάχιστον, σαν μια γυναίκα του λαού, που ήτανε άλλωστε.)

Η ζωή από κει και πέρα με προοπτική τη Χούντα και την ανυδρία, τη φίμωση και τη σιωπή που συνεπαγότανε. Στις συζητήσεις με τον πατέρα πόσο επαναστατούσε στην ιδέα της επιβεβλημένης σιωπής, ίσα-ίσα τώρα που άρχισαν να καταλαβαίνουν και ν’ αγαπούν τους συνθέτες, τους ποιητές, τα βιβλία, το θέατρο, την έκρηξη εκείνη που συνέπιπτε ακριβώς με το δικό τους μπουμπούκιασμα…

Η Ζωή του παιδιού και η πορεία τους Προς την Νίκη είχαν επιτέλους τελειώσει, και η ζωή ριγούσε τώρα προς κάτι δρόμους αλλιώτικους, θαυμαστούς. Διάβαζε τον Ταχυδρόμο του Σαββίδη και ήταν ένα παλλόμενο έλασμα από ανεκπλήρωτους πόθους, χαρά, περηφάνια, προσδοκία. Όταν πήγαν με την Άρτεμι στη Νομική για τις εγγραφές, πρωτοετείς, ντροπαλές και περήφανες συγχρόνως, ο εγκάθετος είχε πει καλοπιάνοντάς τες: «Αυτά είναι δικά μας παιδιά». Παχυλή αηδία. Δεν ήταν παιδιά κανενός τους. Ανακάλυπταν με περηφάνια τη φοιτητική ζωή και κανείς δεν μπορούσε να τις βάλει στο τσεπάκι του. Και δεν το ’κάνε.

Η ωραία ταμίας στο «Ναυαρίνο» χαμογέλασε με συγκατάβαση. Στα δεκατέσσερα εμείς, αλλά μας έβαλε στο ακατάλληλο έργο, Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, όταν είχαμε καταπλεύσει μ’ ένα σωρό προσδοκίες και πάλι.

Ο μπαμπάς ένα βραδάκι ζεύτηκε μόνος του το κάρο και γύρισε σπίτι, τι είχε πάθει το άλογο; Βίοι παράλληλοι με τον Κλέοβι και τον Βίτωνα;

Στην πρώτη επέτειο της δολοφονίας του Γρηγόρη Λαμπράκη, στη μεταπολίτευση, κυνηγητό στα λουλουδάδικα με τους χωροφύλακες στη Βασιλέως Ηρακλείου. Θυμάμαι τη μυρωδιά απ’ το χοιρόδερμα στην τσάντα της Όλγας, κολλητά στο πρόσωπό μου, κούρκουδα κρυμμένες καθώς είμαστε σε μια γωνιά. Η Όλγα κι ο Μιχάλης συμφοιτητές άλλοτε.

ΣΤΗ ΜΑΝΑ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ (2004)

 

ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΗ ΜΑΡΙΑ

Με τα μάτια κλαμένα, ξεχτένιστη, δραπετεύεις απ’ τους άσπρους τοίχους, σα στεναγμός.
Κι εκείνος, σφίγγοντας το ένα μέ το άλλο τα χοντρά άπραγα χέρια του, κάτω απ’ την μπλε εργατική φόρμα τα πλευρά του μπορείς να τα μετρήσεις — ρουφηγμένο το πρόσωπο με τη γκριμάτσα σα γέλιο, το κλάμα του. Περιμένει.
Μυρωδιά νοσοκομείου, άσπρες μπλούζες, σπουδή, πυρετός 42,
ορός, αποκάλυψη φλέβας, «πατέρα βοήθεια», φωνή βραχνή, που τον κρατάει απ’ τον ύπνο, τον παιδεύει. Δωμάτιο 336.
Ό μπαμπάς συνέχισε να περνάει απ’ την Εισαγγελία τα μεσημέρια. Ήταν ο δρόμος του. Δεν τον περίμενες πια κι ήταν αδυνατισμένος. Στην αγανάχτηση του, όταν μιλούσε για το άδικο ή για το Θεό — που είναι το ίδιο — ο εφιάλτης.
Η μαμά πηγαινοερχόταν για χρόνια σαν αυτόματο, ταχτοποιώντας το σπιτικό σου σκεφτική και απούσα, σα να άγγιζε τα δάκρυα των πραγμάτων που αγαπούσες. Στις μηχανικές της κινήσεις ο εφιάλτης πληροφορούσε το θάνατό σου.
Ανάγκαζα τον εαυτό μου να κοιτάξει τδ κενό. Ν’ ακούσει την απουσία σου. Το παράλογο με καταβρόχθιζε. Η γεύση του «ποτέ πια». Ό κλήρος μας να δεχτούμε ένα μέλλον απ’ οπού εσύ απουσίαζες. Να πρέπει να μιλάμε για σένα στον παρατατικό, αγαπούσε, ήθελε, φοβόταν.
Υπερευαίσθητη, με στόχο σου το απόλυτο. «Δε βγαίνουν έτσι στη ζωή, Μαρία, πιο λίγο πάθος», συμβούλευαν οι φρόνιμοι.
Ακολούθησες την καρδιά σου ως την άκρη της λύπης, της κούρασης, της στοργής, του φόβου.
Μαρία, τριαντάφυλλό μου, όπως θα ’λεγε κι ο μικρός πρίγκιπας, τόσο δίκιά μου. ’Αδύνατο να ξεμπλέξεις τις δυο ζωές μας, πλούσιες σε περιστατικά βιωμένα, φυλαγμένα στη μνήμη.
Ανεκπλήρωτη, με τάσεις κι αγάπες κι ιδέες χωρίς αντίκρισμα, με μόνη πολυτέλεια τη φιλία της Ηλέκτρας και της Δήμητρας, θερισμένη, χωρίς μέλλον.
Δεν είχα καταφέρει να ξορκίσω τους φόβους σου, την ανασφάλεια σου. Θησαύρισα τις λέξεις σου, τις τρομαγμένες σου μέρες στο νοσοκομείο. Ανάπλασα εικόνες, εντυπώσεις, όνειρα. Σ’ έχασα και σε ξαναβρήκα σε ανύποπτα όνειρα. Το πρωινό, αγγελτήριο τού θανάτου σου, άσπρο και μαύρο με πρόδινε. Κρύφτηκα. ’Έζησα. ’Επιβίωσα.
Στο γιό σου δεν μπορώ να μιλήσω για σένα. Του χαρίζω βιβλία, πουκάμισα παλιότερα, τού χαϊδεύω τρυφερά το κεφάλι. Είμαστε ντροπαλοί για να αγγίξουμε αυτή τη μνήμη που πονάει. Σου ’χα ορκιστεί κάποτε να ζήσω και για τις δυο μας, με πάθος και λαιμαργία. Δεν είναι πάντα εύκολο.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΡΧΟΝΤΟΥΛΑ ΔΙΑΒΑΤΗ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

Όπως η Μπερλίνα

ΕΥΑ Μ. ΜΑΘΙΟΥΔΑΚΗ

FRACTAL 31/01/2018

Το παιχνίδι της ενσυναίσθησης

Με μεγάλη χαρά πήρα στα χέρια μου τη ποιητική συλλογή «Όπως η Μπερλίνα», Εκδόσεις Νησίδες, της πεζογράφου Αρχοντούλας Διαβάτη.

Η Μπερλίνα είναι ένα παλιό ξεχασμένο παιχνίδι, κάτι σαν το παιχνίδι της αλήθειας. Ένα παιχνίδι που με έμμεσο τρόπο καλλιεργούσε την ενσυναίσθηση των συμμετεχόντων και συμμετεχουσών και διακωμωδούσε τη ζωή με έναν ανάλαφρο τρόπο: γέλια, πειράγματα και μυστικά που τα παιδιά μετέφεραν στον «αγγελιοφόρο» κι αυτός με την σειρά του στην «Μπερλίνα».

Στην Μπερλίνα που με κλειστά τα μάτια θα έπρεπε να μαντέψει ποιος είπε τί για εκείνην, συνδυάζοντας λέξεις και εικόνες σε μια γκροτέσκο παράσταση παιγμένη σε κύκλο, στο γύρω γύρω όλοι της ζωής.

Η ποιότητα του ποιητή, έλεγε ο Άγγλος ρομαντικός Σάμιουελ Κόλεριτζ, είναι πανταχού παρούσα και πουθενά ορατή σαν μία ξεχωριστή συγκίνηση. Ναι συγκίνηση. Την ίδια συγκίνηση και ευαισθησία που διακατέχει και το υπόλοιπο λογοτεχνικό έργο της συγγραφέως που χωρίς να φωνασκεί δρα υποδόρια, περιθάλποντας τις μικρές και μεγάλες αγωνίες μας, τις αδιαφανείς ραγισματιές μας.

Ραγισματιές πολύτιμες που η Αρχοντούλα Διαβάτη τις συρράπτει με την ιαπωνική τεχνική Kintsugi, με καθαρό χρυσάφι για να στομώσει τη λύπη ή να ημερώσει τον εφιάλτη.

«ΔΥΣΚΟΛΕΣ ΝΥΧΤΕΣ», σελ.11

Ξαπλώνω στη δική σου μεριά στο κρεβάτι
Να δω πώς είναι από ’κει ο κόσμος-
Κοπαδιαστά οι μαύρες σκέψεις
Φτεροκοπούν μακριά…

Είναι εντυπωσιακό πώς στο σύνολο της ποιητικής συλλογής το σώμα, τα σώματα με την φθαρτότητα τους είναι παρόντα, αποτυπώνοντας συχνά την έλλειψη όχι κραυγαλέα αλλά ίσως και γι’ αυτό πιο σπαρακτική από την ίδια την σιωπή. Μια αίσθηση επείγοντος διατρέχει το βιβλίο, μια ενέργεια άκρως ερωτική αν και καμουφλαρισμένη διακριτικά. Όπως στο ποίημα με τον τίτλο ΚΛΑΜΑ, σελ. 39:

Σαν κάπου να ‘χω ξεχασμένο
Κάτι δικό μου
Που με καλεί
Και κλαίει δυνατά μέσα στη νύχτα
Ποίημα, παιδί, αγάπη
Ή είναι η ζωή μου αμεταχείριστη
Αυτή που ήθελα να ζήσω.

Μια συλλογή, άλλοτε με ποιήματα σαν αυτά που ονομάζουν οι Γάλλοι poèmes en prose, αυτά που εμείς ονομάζουμε κακόηχα, “πεζοποιήματα”, και άλλοτε με ποιήματα-μινιατούρες και αφορισμούς. Ποιήματα που κινούνται με ελεύθερο στίχο εκτός πλαισίου έμμετρου ή μη. Πόσες λέξεις να αφαιρέσεις για να το κάνεις αφορισμό ή τραγούδι; Πόσες να προσθέσεις για να μεταμορφωθεί σε σύγχρονο παραμύθι για μεγάλα και απαρηγόρητα παιδιά;

ΑΓΑΠΗ, σελ.19

Κλείνω τα μάτια
Για να σε δω
Τέτοιος που ήσουνα
Βράχος πουλί καράβι
Και πάλι εδώ
Τότε και τώρα
Ένα τατού πάνω στο δέρμα μου
Μικρό
Που δεν παλιώνει.

Το παραπάνω ποίημα το πιο μικρό και από τα μικρά, και την ΜΠΕΡΛΙΝΑ σελ 30, το πιο μεγάλο από τα μεγάλα με την νεαρή Σπυριδούλα «στο γειτονικό υφαντουργείο», να «καρικώνει τους κόμπους σε μιαν επιφάνεια μεγάλη μπρος της…».

Κόμποι!
Κάτι που με απασχολεί καιρό κάτι που συνεχώς μπροστά σε τέτοια κείμενα τριβελίζει την σκέψη μου, πού αρχίζει η ποίηση, πού τελειώνει το πεζό. Και μήπως όλο αυτό είναι ζωγραφιά και λόγος; Μήπως η πιο γλυκιά μουσική και τραγούδι;

Τραγούδια της καρδιάς μας λοιπόν τα ποιήματα της συλλογής και δεξαμενές για να αντλήσουμε άλλοτε ιστορίες σαγηνευτικές του βωβού κινηματογράφου και άλλοτε περιπαιχτικές και τσαχπίνικες μιας κάποιας μικρής Μπερλίνας της γειτονιάς.

Κλείνω με τον ίδιο τον χαιρετισμό της συγγραφέως και ποιήτριας Αρχοντούλας Διαβάτη:

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ, σελ.13

…Ανεπίδοτα γράμματα τα βιβλία μας περιμένουν,
Χαρισμένα με προσδοκίες ευφρόσυνες,
Ένα ραντεβού όπου εκείνος ή εκείνη αργούν τόσο:
Η ζωή είναι μπροστά μας εξάλλου, αύριο είναι μια άλλη μέρα,
hypocrite lecteur, mon semblable, mon frère.

 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΚΡΙΤΙΚΩΝ ΓΙΑ ΤΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

Στη μάνα του νερού

ΜΠΑΜΠΗΣ ΔΕΡΜΙΤΖΑΚΗΣ

Τα μικρά αφηγήματα του βιβλίου αυτού, τα περισσότερα μικρότερα από τρεις σελίδες, είναι σποτάκια αυτοβιογραφικά. Συχνά αφηγούνται ελάσσονα επεισόδια, για να εκφράσουν τη συγκίνηση της στιγμής. Ας δώσουμε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Έχει τίτλο «Ήλιος με δόντια».
«Η μαμά με την κυρα-Ειρήνη είχαν πάει στην Τούμπα να υφάνουν από κάτι χρωματιστούς μπόγους κουρέλια που μάζευαν όλο το χρόνο, κουρελούδες.
Κρύο, παγωνιά. Με τι αγαλλίαση έσπαγα με την άκρη της μπότας μου τους πάγους, γυρνώντας μόνη μου στη γειτονιά» (σελ. 39).

Το αλογάκι της Παναγιάς

ΤΟΥΛΑ ΑΝΤΩΝΑΚΟΥ

FRACTAL 8/02/2017

Μια συλλογή από αναμνήσεις και σημερινές καταγραφές, που αλληλοδιαδέχονται οι μεν τις δε και λειτουργούν πολλές φορές συγκριτικά, συνθέτουν το ΑΛΟΓΑΚΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ της Αρχοντούλας Διαβάτη. Ένα παζλ με ετερόκλητα κομμάτια που φωτίζουν διάφορες στιγμές – εποχές της ζωής της Ναυσικάς, κεντρικής ηρωίδας και alter ego της συγγραφέως. Το κείμενό θυμίζει υπερκείμενο με πολλά links που συνδέουν παρελθόν με παρόν και οι ήρωες είναι πραγματικοί και ενίοτε επώνυμοι.
ΛΕΝΑ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

ΦΡΕΑΡ 22/6/2014

Αφηγούμενη, γράφοντας, δημιουργεί μια καινούργια αφήγηση του εαυτού και των άλλων. Αναδεικνύει τον τρόπο που σχετίζεται με τον εαυτό της και τους άλλους. Κάθε αφήγηση είναι μια απελευθέρωση. Η κατάδυση στη μνήμη δεν είναι επιστροφή στο παρελθόν άλλα είναι ο τρόπος να επουλωθεί το τραύμα. Οι λέξεις δίνουν σχήμα στον πόνο που υπάρχει και διαλύεται μέσα στη γλώσσα. Η γραφή θεραπεύει κάθε ασθένεια με την αφήγηση κάνει τον πόνο, την απώλεια την έλλειψη, τη διάψευση σημεία που αναιρούνται, επαναγράφονται και εντέλει οδηγούν σε διεξόδους- λύσεις, αποδοχή της ανθρώπινης κατάστασης. Η γραφή δεν αφήνει άθικτο τον γράφοντα, τον μεταβάλλει, τον αλλάζει. Αλλάζει τον ρυθμό εντός του, αλλάζει το ρυθμό του κόσμου.

 

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΜΑΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

ΦΡΕΑΡ 2/1/2014

Το βιβλίο της Α.Δ. Το αλογάκι της Παναγίας, πραγματεύεται τη σχέση με την ουτοπία, τη μνήμη, το χρόνο, το συμβιβασμό, την αποδοχή. Η Ναυσικά, φοιτήτρια στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, παίρνει μέρος σε πανεπιστημιακό σεμινάριο στη Γενεύη το Σεπτέμβριο του 1973. Στο σεμινάριο συμμετέχουν νέοι από την Ελλάδα, την Κύπρο, αλλά και ξένοι φοιτητές που είχαν επιλέξει ελληνικές σπουδές. Το ταξίδι αυτό γίνεται σύμβολο της αναζήτησης και της ελευθερίας. Στα μαθήματα διδάσκουν σπουδαίοι δάσκαλοι με πλούσια αντιδικτατορική δράση.

 

ΜΑΡΙΑ ΛΑΤΣΑΡΗ

Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ 19.12.2013

Η ΑΔ πλέκει γεγονότα και σκέψεις με αφηγηματική οικονομία και εσωτερική ενότητα που μετατρέπουν τις αυτόνομες μυθιστορίες σε, τρόπον τινά, κεφάλαια ενός σπονδυλωτού μυθιστορήματος. Με τρυφερότητα, συγκίνηση και χιούμορ, με ευθεία ή λοξή ματιά απέναντι στα πράγματα και στους ανθρώπους, ξεκινάει από το παρελθόν και φτάνει στο παρόν. Λεπτοδουλεμένη προσέγγιση των προσωπικών βιωμάτων, αδρή σκιαγράφηση των κοινωνικών παραμέτρων αλλά και ένας φιλάνθρωπος σαρκασμός, ο οποίος αφενός πυροδοτείται από την απόδοση των ελαττωμάτων των ηρώων και αφετέρου από μια κριτική ματιά απέναντι στην αντίληψη πως η συσσώρευση του χρόνου σβήνει τις αδυναμίες και φέρνει στην επιφάνεια μόνο τις καλές στιγμές της βιωμένης ζωής.

 

ΚΕΛΛΥ ΠΑΛΛΑ

lexima.gr, 29.8.2013

Μυθιστορίες είναι ο υπό-τιτλος του βιβλίου και πρόκειται πράγματι για bonsai πρωτοπρόσωπες και τριτοπρόσωπες αφηγήσεις, ή για αφηγήσεις σε ελεύθερο πλάγιο λόγο, μικρο-περίοδες, συνειρμικές, κοφτές, ασθματικές, πλήρεις δυνατών και διαυγών περιγραφών που αραιώνουν και πυκνώνουν με την παρέλαση-επέλαση των αναμνήσεων. Συγκρίσεις ανάμεσα στο τώρα και στο τότε, αναλογίες μεταξύ προθέσεων και αποτελέσματος που αποβαίνουν πάντα εις βάρος του δεύτερου. Πανταχού παρούσα η διακειμενικότητα, η επιτομή της φανταστικής βιβλιοθήκης που συγκροτούν όλα όσα διάβασε είδε και άκουσε η κυρίαρχη φωνή της αφήγησης συμπυκνώνονται σε τρεις λέξεις: « … έρωτες και πολιτική και διαβάσματα» (σελ. 136).

 

ΠΟΛΥ ΧΑΤΖΗΜΑΝΩΛΑΚΗ

diastixo.gr, 27.1.2013

Τι τραγούδια ακούγονται στο ραδιόφωνο, ιστορίες ανθρώπων – μικροδιηγήματα μικροαφηγήσεις.
Και τη δική της τη ζωή μέσα σε αυτά διπλώνει…
Το βλέμμα της για τα πάντα τόσο ευαίσθητο, τόσο σοφό.
Η γραφή της εξαιρετική. Πυκνός, ρέων, ευαίσθητος, χαριτωμένος, συγκινητικός, ποιητικός, έξοχος λόγος.
Ένα βιβλίο μικρό, αλλά πυκνό.
Ένα βιβλίο πρωτότυπο, στον τρόπο και στο περιεχόμενο.
Ένα βιβλίο-μαρτυρία, καταγραφή τη μικρής και της μεγάλης ιστορίας.
Ένα βιβλίο προσωπικό, πολύ προσωπικό, που πραγματεύεται θέματα της ταυτότητας, της γυναίκας, του ανθρώπου, της γραφής, της έκφρασης, των ονείρων, των ματαιώσεων, των σχέσεων. Τόσο προσωπικό, που αφορά τον καθένα προσωπικά.
Καλογραμμένο, συναρπαστικό.

 

ΜΑΡΙΑ ΚΟΥΓΙΟΥΜΤΖΗ

vakxikon.gr, τχ. 20/12/ 2012

Η Διαβάτη έχει το έμφυτο χάρισμα να περιγράφει εξωτερικά και εσωτερικά γεγονότα, να ψηλαφίζει ίχνη περασμένα, ανάσες και μυρωδιές, μ’ ένα τρόπο άμεσο, φιλικό και γοητευτικά νεανικό, κρύβοντας τα πάθη της κάτω από την κριτική της ματιά. Διακρίνεις καθαρά ένα ανήσυχο πνεύμα, μια συνείδηση σε εγρήγορση που αναρωτιέται συνεχώς ενώ ταυτόχρονα γεύεται την εύχυμη σάρκα της ζωής.
Κάπου- κάπου τα κείμενά της μοιάζουν με ποιήματα όταν το λυρικό της στοιχείο βγαίνει σαν φως πίσω από το πυκνό φύλλωμα του πεζού λόγου.

 

ΜΠΑΜΠΗΣ ΔΕΡΜΙΤΖΑΚΗΣ

lexima.gr, 11.9.2012

Από τους πρωτοπόρους στο σύντομο αφήγημα η Αρχοντούλα Διαβάτη είναι μια εξαιρετική λογοτέχνις. Θα το ξαναπούμε ότι μας άρεσε πολύ αυτό το βιβλίο, και φαντάζομαι ότι θα αρέσει σε όλους τους αναγνώστες.

 

ΑΝΝΑ ΚΟΥΣΤΙΝΟΥΔΗ

oanagnostis.gr, 22.7.2015

. Ξεκινά, λοιπόν, με ένα κείμενο για τον εικονικό κόσμο, σηματοδοτώντας ταυτόχρονα και τον γνώριμό μας πραγματικό. Αναπολεί και σχολιάζει πράγματα και καταστάσεις εντελώς πραγματικά και χειροπιαστά όπως είναι η μοναξιά, ο πόνος, η αγάπη, η ματαίωση, η απώλεια, η ιαματική ενασχόληση με την τέχνη, με πλήθος αναφορών σε βιβλία, ταινίες και άλλα πολιτιστικά παράγωγα κι αυτό είναι ελκυστικό, ιδιαίτερα για εκείνη τη μερίδα αναγνωστριών και αναγνωστών που έχουν τη Σαλονίκη ως γενέτειρα μάνα-πόλη. Κινείται συχνά μέσα στο μυστήριο του βλέμματος των ατόμων και των πραγμάτων στους κατοπτρισμούς ενός απογεματινού Σαλονικιώτικου ηλιοβασιλέματος, στην αγαπημένη (μας) θάλασσα του Θερμαϊκού, που άλλοτε αναδύεται διαυγής, ακύμαντη, καθάρια κι απαστράπτουσα κι άλλοτε βρίθει σκουπιδιών και ακαθορίστων άλλων ρύπων ως «πηχτός χυλός παχύς και δύσοσμος», κατά πώς φυσάει ο άνεμος κάθε φορά δηλαδή.

 

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΟΥΤΑΣ

bookpress.gr, 2.1.2015

Η Αρχοντούλα Διαβάτη, με αυτά τα πυκνογραμμένα, ειλικρινή και καλογραμμένα της κείμενα, κομίζει τη δική της αλήθεια στα ελληνικά γράμματα. Στέκεται στο εμείς και στο μαζί και μας κάνει συνταξιδιώτες και συνοδοιπόρους στα δικά της ταξίδια: του νου, της καρδιάς, της μνήμης, των ανθρώπων, των βιβλίων και των ταινιών που αγάπησε. Μας φανερώνει πως όλα ξεπερνιούνται και αντιμετωπίζονται χάρη στην ιαματική επίδραση της τέχνης σε όλες τις μορφές της. Κάνει δικιά της τη στιγμή που χάνεται, ακινητοποιεί τον χρόνο και μας βάζει να αναλογιστούμε τι είχαμε, τι χάσαμε και τι είναι πραγματικά σημαντικό, τραβώντας μας από τον επικίνδυνα ολισθηρό βάλτο της μίζερης και ασήμαντης καθημερινότητας μας.

 

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΜΟΝΤΗ

vakxikon.gr, Δεκέμβριος 2014

Πρόκειται για μια συλλογή χρονογραφημάτων, με την οποία, όπως και η ίδια προλογίζει, επιδιώκει να φωτογραφίσει και να εικονογραφήσει τον χρόνο, σε χρόνους δύσκολους και σκληρούς. Τις περισσότερες φορές μας παίρνει μαζί της για βόλτα στο κέντρο, επίσκεψη σε εκδηλώσεις, παραστάσεις, βιβλιοπαρουσιάσεις, φεστιβάλ και άλλα δρώμενα της Θεσσαλονίκης. Και αφού μοιραστεί μαζί μας σκέψεις, προβληματισμούς και συναισθήματα, συχνά μας παίρνει πίσω μαζί της, ξαναβγαίνοντας στους δρόμους της πόλης.

 

ΚΕΛΛΥ ΠΑΛΛΑ

diastixo.gr, 14.10.2014

Εμφανές προτέρημα των κειμένων τα αναπαραστατικά ασύνδετα σχήματα και οι αβίαστες αναπαραστάσεις, όπου οι εικόνες κατρακυλούν σε χώρο και χρόνο ανασύροντας γεγονότα, συναισθήματα και κρίσεις. Η γλώσσα συνειδητά πεζολογική με λόγο κοφτό, μικροπερίοδο, προκειμένου να αποδοθεί η μουσική της ρουτίνας και της κοινότοπης κάποτε καθημερινότητας. Ύφος αναγνωρίσιμο και στα τρία βιβλία της. Στο Φεύγω, αλλά θα ξανάρθω όμως η Διαβάτη διασταυρώνει όχι μόνο διαφορετικά θέματα, αλλά καταφέρνει να συνενώσει και πολλές διαφορετικές συγγραφικές προθέσεις, η συνύπαρξη των οποίων αποτελεί την κυρίαρχη αρετή του βιβλίου της.

ΠΟΛΥ ΧΑΤΖΗΜΑΝΩΛΑΚΗ

«Η Αυγή», 7.10.2014

Ένας περίπου ημερολογιακός αναστοχασμός, ανάμεσα στην αυτοπαρατήρηση, το εξεταστικό βλέμμα της αμηχανίας μπροστά στον καθρέφτη, την ανάμνηση εκεί που συγχέεται με μια αφήγηση. Η αφήγηση μπορεί να αφορά τα παρόντα ή ένα προσφιλές πρόσωπο ζωντανό ή νεκρό ή ακόμα μπορεί να αφορά τα πάθη και τους καημούς ενός μυθιστορηματικού ήρωα ή του ήρωα μιας ταινίας. Εξομολογητικό τόσο που ο αναγνώστης δεν διακρίνει τον εαυτό του από τον αφηγητή ή τόσο που αισθάνεται ότι για αυτόν έχει γραφτεί το βιβλίο.

ΜΠΑΜΠΗΣ ΔΕΡΜΙΤΖΑΚΗΣ

lexima.gr

Όμως τα κείμενα δεν είναι μόνο εικόνες, είναι και επεισόδια από τη ζωή της συγγραφέως, βιβλία που διάβασε, ταινίες που είδε, που κεντρίζουν τη σκέψη της και πυροδοτούν συνειρμούς.

Σκουλαρίκι στη μύτη

ΤΟΥΛΑ ΑΝΤΩΝΑΚΟΥ

«Fractal», Ιανουάριος 2017

Το «Σκουλαρίκι στη μύτη» της Αρχοντούλας Διαβάτη έδρασε πάνω μου σαν μια γερή δόση αισιοδοξίας! Όχι εκείνης της μελό ενός καλύτερου αύριο αλλά εκείνης της ακριβής και δυσεύρετης που λέει ότι υπάρχει καθημερινή ομορφιά στη ζωή μας, την ψάχνουμε, τη βρίσκουμε, την ξαναχάνουμε… και πάλι από την αρχή..

 

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

tvxs.gr, 4.11.2016

Ο αναγνώστης αισθάνεται σα να ακούει μία διήγηση καταστάσεων πάνω από ένα άλμπουμ φωτογραφιών που έπιασε στα χέρια της η συγγραφέας. Φωτογραφίες που φέρνουν μνήμες από την εποχή που τραβήχτηκαν και αυθόρμητα συνδέονται με άλλες αναμνήσεις, που περιστρέφονται γύρω από τα πρόσωπα της συγγραφικής φωτογραφίας, και γεννούν με τη σειρά τους νέες σκέψεις και κρίσεις.

 

ΠΑΥΛΟΣ ΝΕΡΑΝΤΖΗΣ

tvxs.gr, 18.10.2016

Ο λόγος της Αρχοντούλας Διαβάτη κινείται σε δύο επίπεδα. Αφενός περιγράφει μια ιστορία στην οποία άλλοτε πρωταγωνιστεί και άλλοτε παρατηρεί και αφετέρου επιχειρεί να διεισδύσει στον εσωτερικό κόσμο των προσώπων, να αναδείξει χαρακτήρες, να ερμηνεύσει τα δρώμενα, παραθέτοντας σκέψεις σ΄ ένα χρόνο που εναλλάσσεται ανάμεσα στο παρελθόν και στο παρόν. Στην ουσία, όμως στην αφήγησή της ο χρόνος δεν υπάρχει, ή μάλλον είναι υποκειμενικός.

 

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΟΥΤΑΣ

bookpress.gr, 30.6.2016

). Η Διαβάτη με το καινούριο της βιβλίο δείχνει συγγραφική ωριμότητα γιατί απομακρύνθηκε από το χρονογράφημα και το κατεξοχήν ενσταντανέ, δηλαδή την πρόχειρη και ουδέτερη αποτύπωση στιγμιότυπων της ζωής, προχωρώντας σε πιο ουσιαστικά κείμενα. Στην πλειοψηφία των κειμένων την απασχολούν οι ανθρώπινες σχέσεις και η αντοχή τους στον χρόνο.

 

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΒΟΥΜΒΟΥΡΑΚΗ,

frear.gr, 21.5.2016

Η συλλογή διηγημάτων της Αρχοντούλας Διαβάτη Σκουλαρίκι στη μύτη είναι ένας οικείος κόσμος, που διαρκώς τελειώνει και ξαναρχίζει. Μοιάζει να επιστρέφει συνέχεια για να επιβεβαιώσει συμπεράσματα που κανείς δεν θέλει να επιβεβαιωθούν: οι άνθρωποι τελειώνουν, η ιστορία επαναλαμβάνεται, τα όνειρα ξεθωριάζουν, το χθες είναι όμορφο και το αύριο τρομακτικό. Αντίδοτο σε αυτήν την υπαρξιακή μελαγχολία: αγάπες-βιβλία, αγάπες-ταινίες, παρέες, πορείες και εκδρομές και η ζεστασιά της γραφής.

 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΔΑΛΟΓΛΟΥ

diastixo.gr, 10.4.2016

Χιούμορ λεπτό και μερικές φορές υποδόριο δίνει τον τόνο στα διηγήματα. Και αγάπη στη λεπτομέρεια, έτσι ώστε οι περιγραφές και αφηγήσεις να είναι παραστατικές και να οδηγούν την οπτική του αναγνώστη κοντά στην οπτική του αφηγητή. Οι αναδρομές κρύβουν σχεδόν πάντα νοσταλγία και συγκίνηση, που φθάνουν κάποτε ως τον μελοδραματισμό. Η Διαβάτη όμως ελέγχει το συναίσθημα.

 

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΑΤΖΗΜΩΥΣΙΑΔΗΣ

Fractal, Απρίλιος 2016

Να επαναλάβω και εγώ με τη σειρά μου το χιλιοειπωμένο για την απλότητα που είναι σημάδι ωριμότητας – και λέω για την απλότητα της γραφής ως συνθετικό αποτέλεσμα μορφής και περιεχομένου, αλλά με δυο αναγκαίες διευκρινίσεις. Ότι αφενός η έλλειψή της δεν οδηγεί με λογική αναγκαιότητα στο αντίστροφο συμπέρασμα, δηλαδή αυτό της ανωριμότητας, και ότι αφετέρου αν είναι αληθινή, πάει να πει όχι επιδεικτική ή προσποιητή ή εκβιασμένη, προϋποθέτει συγγραφικό μόχθο.

 

ΠΕΤΡΟΣ ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ

bookpress.gr, 28.2.2016

Ένα βιβλίο για τη ζωή, μια ζωή «σαν μαύρο ποίημα της Γώγου, με γνώση και τρυφερότητα, ελέγχοντας το φως και τις σκιές, μετρώντας τη ζωή με τα τσιγάρα και τα κουταλάκια του καφέ», «όταν έχεις μια παιδική καρδιά». Ένα βιβλίο για την ραστώνη, για το απομεσήμερο και τους ήχους του «Μπολερό» σε ένα πάρκο στην πλατεία με «τον ήλιο να κρύβεται και να βγαίνει πάλι, μονότονα και ξανά το Μπολερό του Ραβέλ στα αυτόματα παιχνίδια, στο περίπτερο απέναντι: ένας ξεθωριασμένος Ντόναλντ Ντακ, μια αφηρημένη καμηλοπάρδαλη και ένα άλογο ηρωικό ενορχηστρωμένοι, κάθε φορά που ένας μικρός καβαλάρης πετυχαίνει να βάλει το κέρμα στη σχισμή».

 

ΛΕΝΑ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

frear.gr, 18.2.2016

Γράφει για τη γενιά της, την εξιδανίκευση των συνεχών αγώνων και όταν παίρνει χώρο η απογοήτευση, η ματαίωση, τις ανατρέπει η ανάμνηση μιας ερωτικής ιστορίας, όπως είναι η ιστορία του Βασίλη στο διήγημα «οδός Αγαπηνού 8». Δρόμοι που περπατήθηκαν σε πορείες και φιλιά που δόθηκαν στις οδούς της ερωτικής αναζήτησης.

 

ΕΛΕΝΗ ΠΑΠΑΡΓΥΡΙΟΥ

«Εφημερίδα των Συντακτών», 13.2.2016

Τα κείμενα της Διαβάτη στο Σκουλαρίκι ακολουθούν μια ερεθιστική φωτογραφική λογική, γεγονός που φαίνεται στην εμμονή που δείχνει στη φωτογραφία ως θέμα, π.χ. στο κείμενο «Εκθεση φωτογραφίας», όπως επίσης στη συνήθεια των χαρακτήρων να ανατρέχουν στα σκονισμένα άλμπουμ του παρελθόντος.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΡΣΙΤΗΣ

«Fractal», Ιανουάριος 2016

Η «χαμένη επανάσταση», είναι το εισαγωγικό διήγημα της συλλογής «Σκουλαρίκι στη μύτη» της Αρχοντούλας Διαβάτη, ίσως μια τομή με σημασία για το έργο της, τόσο για το περιεχόμενο όσο και για τη μορφή του. Πρόκειται για ένα διήγημα τεχνικά άψογο, καθώς ο λόγος του αφηγητή σε ό,τι αφορά τα τεκταινόμενα στο Δημόσιο Νοσοκομείο, διαρθρώνεται με την εναλλαγή ρημάτων γ΄ ενικού και γ΄ πληθυντικού προσώπου, με τη χρήση επιρρημάτων και επιρρηματικών προσδιορισμών και την καίρια χρήση του ουσιαστικού.

 

Σχολιάστε

Filed under ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ, ΠΟΙΗΣΗ

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ

1-στεφανος

 

Ο Στέφανος Κωνσταντινίδης γεννήθηκε στην Πενταλιά της Κύπρου. Πτυχιούχος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, συνέχισε μεταπτυχιακές σπουδές στην Κοινωνιολογία και τις Πολιτικές Επιστήμες στη Σορβόννη και στο Παρίσι (Docteur d’État). Δίδαξε Πολιτικές Επιστήμες κι Ιστορία στα Πανεπιστήμια του Λαβάλ, του Κεμπέκ και του Μόντρεαλ. Είναι διευθυντής του Κέντρου Ελληνικών Ερευνών Καναδά (ΚΕΕΚ).

Έχει εκδώσει επτά βιβλία Πολιτικής Επιστήμης, Κοινωνιολογίας κι Ιστορίας, ενώ δημοσίευσε δεκάδες επιστημονικά άρθρα κι είχε πολλαπλές συμμετοχές σε συλλογικούς τόμους. Έξι βιβλία δημοσιεύτηκαν, επίσης, κάτω από την εποπτεία και τη διεύθυνσή του. Έχει εκδώσει πέντε ποιητικές συλλογές και δύο συλλογές διηγημάτων.

Συνεργάστηκε με πολλά περιοδικά κι εφημερίδες της Κύπρου, της Ελλάδας και της διασποράς. Δημοσίευσε χρονογραφήματα, κριτική και δοκίμια. Ασχολήθηκε επίσης με τη δημοσιογραφία κι είναι αρθρογράφος στον κυριακάτικο «Φιλελεύθερο» της Κύπρου.

Από το 1983 είναι εκδότης και διευθυντής του επιστημονικού περιοδικού “Études helléniques”/ “Hellenic Studies”. Πολυσέλιδες εκδόσεις του περιοδικού αφιερώθηκαν στη λογοτεχνία της διασποράς, την κυπριακή λογοτεχνία, την ελληνική εκπαίδευση και σε θέματα διεθνών σχέσεων. Από το 1997 είναι επιστημονικός συνεργάτης του Πανεπιστημίου Κρήτης, στο πρόγραμμα «Παιδεία Ομογενών» για την ελληνόγλωσση εκπαίδευση στη διασπορά (έρευνα, επιμόρφωση εκπαιδευτικών και παραγωγή διδακτικού υλικού).

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

2018 ΝΟΜΑΔΑΣ Β’ Εκβάτανα εκδόσεις Βακχικόν
2017 Λεξήματα, ποίηση, Αθήνα, εκδόσεις Βακχικόν
2017 Νομάδας [ΑΉέξοδος], μυθιστόρημα, Αθήνα, εκδόσεις Βακχικόν
2012 Η επιστροφή του αρχιερέα και άλλα διηγήματα, Λευκωσία,
εκδόσεις Αιγαίον
2008 Προκρούστη του εναρέτου, ποίηση, Αθήνα, εκδόσεις Ταξιδεύτης
1990 Ενάλια Κύπρος: Ο θάνατος του Ονήσιλου στα 1989 μ.Χ.,
ποίηση, Αθήνα, εκδόσεις Πελεκάνος
1984 Anthumes, ποίηση, Μόντρεαλ, Le Meteque
1980 Ο γυρισμός του αρχιερέα, διηγήματα, Λευκωσία, Ο Μέτοικος
1979 Παρακαλείσθε μη πτύετε εντός του λεωφορείου, ποίηση, Λευ-
κωσία, Ο Μέτοικος
1969 Επένδυση στο χρόνο ενός ονείρου και κάποιων μαρτυριών,
ποίηση, Λευκωσία, Κυπριακά Χρονικά

 

 

 

 

 

 

ΛΕΞΗΜΑΤΑ (2017)

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΙΣ ΜΥΚΗΝΕΣ

I

Χαϊδεύω
τα σκουριασμένα καράβια
που κουβαλάνε τα όνειρά μου
τοξότης γερασμένος
που επιστρέφει
από τον πόλεμό της Τροίας.
Κι ούτε μια μήνυση
στην ιστορία
να μην μπορώ να κάνω.

 

II

Με συμφωνημένα ψέματα
μας κατάντησαν να ονειρευόμαστε
και μαύρα μεσοφόρια.
Με συμφωνημένα ψέματα
να προχωράμε
κι ούτε που αντέχουμε
να κοιταχτούμε στον καθρέφτη.
Αναποδογυρίστηκε η ψυχή μας
γέμισε νεκρά πουλιά
το δωμάτιο
από έναν παράξενο θάνατο
που έρχεται
μέσα από την κοιλάδα
ενός ήλιου
που στάζει αίμα.

 

ΙΙΙ

Χαϊδεύω
τα σκουριασμένα καράβια
που κουβαλάνε τα όνειρά μου
τοξότης γερασμένος
που επιστρέφει
από τον πόλεμο της Τροίας
και διαψεύδει
τους χρησμούς του Τειρεσία
ανάμεσα στο γλαυκό
της θάλασσας και του ουρανού

 

ΣΚΟΥΡΙΕΣ

Σκούριασαν τα όνειρά μας
Μελπομένη
όπως τα πόμολα
στις παλιές πόρτες.
Σκούριασαν
και οι σιδερωμένες αλήθειες
που μας σερβίρουν.
Σκούριασαν
κι οι ένοπλοι έρωτές μας.
Μείναμε από οράματα
ξεμείναμε από μέλλον.
Εδραιώθηκε
μια ξένη άνοιξη
βαρβαρική
και ντυθήκαμε κουρέλια
από το σεληνόφως.
Σ’ ένα σκοτεινιασμένο υπόγειο
προχωρεί η μετεξέλιξή μας
σε πετρώματα
λουλουδιών και πεταλούδων.

 

ΠΕΡΙ ΠΟΙΗΣΕΩΣ

 

I
(Παλλακίδα)

Ναι
συμβαίνει ενίοτε
να συναλλάσσεται
και η ποίηση
παρά τους όρκους των ποιητών
περί του αντιθέτου.
Συμβαίνει ενίοτε
η κάθοδός της
εις την κοιλάδα των λύκων.
Συμβαίνει ενίοτε
να εγγράφονται οι μετοχές της
στα χρηματιστήρια
και να αγοράζονται πομπωδώς
από τραπεζίτες, χρηματιστές
και εμπόρους όπλων.

 

II
(Ποιητής)

Σκέφτομαι
πως στις μέρες μας
ένα καλό επάγγελμα
θα ήταν συντηρητής
παλαιών επίπλων.
Θα προτιμούσα βέβαια
να δήλωνα ποιητής
αλλά όλες οι θέσεις
είναι από καιρό κατειλημμένες
από τους ποιητές
με το σωστό λεξιλόγιο.

 

III
(Η μελαγχολία του ποιητή)

Η υστεροφημία…
Κι αναστοχάζεται
ποιος θα τη νέμεται
στην αιωνιότητα της απουσίας του
χωρίς το μπαλέτο των χεριών του
γύρω από το λαιμό της.
Αν ήταν
να αγόραζε μια χαραμάδα
κάπου
να κρυφοκοίταζε…
Αν ήταν
ο εγκέφαλος
να κράταγε αλώβητη
την παντοτινότητα του κόσμου
όσο αυτή θα υπήρχε
θα καταργούσε
την αιωνιότητα της απουσίας
θα μπορούσε να αγαπήσει
ακόμη και το θάνατο.

IV
(Ανατρεπτικός ποιητής)

-Είστε
ανατρεπτικός ποιητής
με ρώτησε χαμηλόφωνα
και κάπως δειλά.
-Πώς το ξέρετε
έχετε διαβάσει ποιήματά μου;
-Όχι
σας είδα το πρωί
που πηγαίνατε στην εκκλησία.
-Ευτυχώς
είπα μέσα μου
νόμισα πως με είδατε
στη τελευταία σύναξη
των τροτσκιστών!

 

ΔΕΥΤΕΡΗ ΑΛΩΣΗ

Κάθε μέρα
πολιορκείς τις λέξεις
να γεννηθεί ένα ποίημα
και τα βράδια
τα ποιήματα
γίνονται όνειρα.
Την αυγή έρχονται
οι ονειροσυλλέκτες
και τα μαζεύουν.
Είναι η δική σου
η δεύτερη άλωση.

 

ΑΔΕΞΙΑ ΚΑΙ ΑΔΟΚΙΜΗ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ

Εν Αθήναις, Ιούλιος 2015 π.Χ.

Και οι Ούννοι
έφτασαν ως τις Θερμοπύλες
απειλητικοί
και κανένας Λεωνίδας
δεν προστατεύει πια τα στενά.
Κι αύριο
ποιος ξέρει
ενδεχομένως θα αναπέμψουν
τις προσευχές τους
από την Ακρόπολη
μέσα από τον Παρθενώνα.
Μαζί τους
μπορεί να συμπροσευχηθούν
και οι ολιγαρχικοί.
Αυτοί ούτως ή άλλως
πάντα πρόδιναν
τη Δημοκρατία της Αθήνας
στο όνομα του ρεαλισμού
και ενάντια στον όχλο
και τους δημαγωγούς.
Το πρακτορείο Ρόιτερ
σε νεότερο τηλεγράφημά του
μεταδίδει την είσοδο στην Αθήνα
της έφιππης εμπροσθοφυλακής των Ούννων
ενώ ο αρχηγός τους υποσχέθηκε
μια νέα κυβέρνηση στους ιθαγενείς
κυβέρνηση, λέει, εθνικής ευθύνης.
Αναζητείται πρωθυπουργός.
(Με επώνυμον Επιτροπάκης
θα θεωρηθεί προσόν).

 

ΑΜΦΙΠΟΛΗ

Στην Αμφίπολη
οι αρχαιολόγοι αναστενάζουν.
Ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος;
Τολμάς να πεις όχι
να διακινδυνεύσεις τον αφορισμό;
Πάντα μια μικρή
ή μεγάλη Αμφίπολη
θα σε συνοδεύει
κι ανάμεσα σε ένα ναι
και ένα όχι
έτσι θα παίζεται η τιμή σου.

 

Σ’ ΕΝΑ ΣΤΙΧΟ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ MONTH

Δεν είχες τίποτα να πεις, κύριε.
Γιατί ηνώχλησες τις λέξεις;
Γιατί τις ηνώχλησες;
Κώστας Μόντης

Κάποια στιγμή
φοβάμαι ότι όλοι μας
λίγο τις ενοχλούμε!
Δοκιμάζουμε την αντοχή τους…

 

ΒΑΣΤΙΛΗ

Και σήμερα
είναι 14 του Ιούλη
η μέρα που λένε
πως έπεσε η Βαστίλη.
Άδικα φαίνεται όμως
να πανηγυρίζουν οι άνθρωποι
το ρίξιμό της.
Η Βαστίλη στέκει
πάντα εκεί
μια φυλακή αόρατη
να κρατά πάντα
τα όνειρά μας αλυσοδεμένα.
Κι ο Προμηθέας αργεί.

 

ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ

I

Έπρεπε να έχει
και η ποίηση τη μέρα της;
Τι είναι αυτό το κακό που τη βρήκε;

 

II

Μέσα μας
θα εκκρεμεί πάντα
ένας ποιητής
όσο να βρεθεί
ο πυροκροτητής
της εύθραυστης οροσειράς
των λέξεων
που μας κυκλώνουν.

 

ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΣ ΠΟΡΕΥΟΜΕΝΟΙ

Μην αδειάσουν κάποτε
και την έννοια του ανθρώπου
και δεν έχουμε
πού την κεφαλήν κλίναι.
Μην αδειάσουν κάποτε
και την έννοια της ποίησης
πυροβολώντας στο ψαχνό
την άνοιξη!
Και μείνουμε
χωρίς τη Θεία Κοινωνία
μακριά από τους Δελφούς
χωρίς το Θαλή το Μιλήσιο
τον Αναξαγόρα
τον Παρμενίδη
το Δημόκριτο
το τέλος του μύθου.
Να περισώσουμε τουλάχιστον
στις ακτές της Ιωνίας
την κιβωτό του Ηράκλειτου
με τα αποσπάσματα του.

 

Η ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ ΤΩΝ ΑΓΑΛΜΑΤΩΝ

Κάθε χρόνο
στις 15 του Ιούλη
στο μουσείο τα αγάλματα
δε σαλεύουν
κι όταν ακόμη ο αέρας φυσά
από την πλευρά της Κερύνειας.
Βρίσκονται μόνιμα
στην ανάπαυση
και χαμογελούν μελαγχολικά.
Αυτή η έλλειψη προοπτικής
είναι προφανές
ότι σκότωσε την ποίηση
της Κερύνειας
και ανέδειξε
τις ακολουθίες των μνημοσύνων.
Και τα αγάλματα
χαμογελούν πάντα μελαγχολικά.

 

Ο ΛΑΛΑ ΜΟΥΣΤΑΦΑΣ
ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΑ ΤΕΙΧΗ ΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

Η Λευκωσία
εκείνο τον Αύγουστο του 1974
κατά τας κληρονομηθείσας συνήθειας της
ήταν έτοιμη για τη μεγάλη συνουσία.
Την απαξιώθηκε κι αυτή
κι όταν ακόμη
ο νέος Δάνδολος
την άφησε στην τύχη της
μετακόμισε προσωρινά στη Λεμεσό.

 

15 ΤΟΥ ΙΟΥΛΗ 1974

Το πρωί κοιτάξαμε
από το παράθυρο
τα άρματα μάχης
να οργώνουν παράξενα
με τις ερπύστριές τους
τους δρόμους
της Λευκωσίας.
Το γιατί
το μάθαμε πιο ύστερα.
Γκρέμισαν τα τείχη
της Λευκωσίας
-όσα απόμειναν
από την πολιορκία του Λαλά Μουσταφά
το 1571-
για να διευκολύνουν
τη δεύτερη άλωση
του 1974.

 

Η ΛΥΣΗ ΤΟΥ ΚΥΠΡΙΑΚΟΥ

Μην πονοκεφαλάτε
οι έμποροι του ναού
δώσανε την υπόσχεση
θα μεταφέρουνε, λέει
τη θάλασσα της Κερύνειας
κάτω από τα τείχη
της Λευκωσίας.

 

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ

Στην Πενταλιά
ανθίσαν οι αμυγδαλιές
Αλέξανδρε.
Και συ
ανάμεσα στο Γρανικό
και τον Υδάσπη
αναζητάς, λέει
τον κόσμο…
Ανάμεσα στη Μακεδονία
και το Γρανικό
χιλιάδες μιλιά
κι η όψη της Ναυσικάς
με τα βελούδινα τσοχάκια
να χάνεται
από το οπτικό πεδίο
των αισθήσεων
του ουρανού.
Ώρες παράξενης ανάδυσης
του άγνωστου.
Το απύθμενο ριζικό
του ανθρώπου
κι η Ρωξάνη
που χωρίς να το ξέρει
περιμένει
το δικό της ριζικό.
Τούτες οι μέρες
έχουν μια παράξενη αίσθηση
μπορεί και να βρίσκεσαι
στο Κεμπέκ
στο Μόντρεαλ
-ο Αλέξανδρος
έκανε λέει
το γύρο του κόσμου
Γρανικός
Υδάσπης
Βαβυλώνα
η χώρα των Πάρθων
η Βόρεια
και η Νότια Αμερική
το Βελουχιστάν
το Κεμπέκ
η Βακτριανή
η Κομμαγηνή
η Σογδιανή
το Μόντρεαλ
παντού το χνώτο του-.
Στην Πενταλιά
ανθίσαν οι αμυγδαλιές
Αλέξανδρε
και συ
ανάμεσα στο Γρανικό
και στο Κεμπέκ
αναζητάς, λέει
τον κόσμο…
Κοίταξα
το σκληρό τοπίο
το φεγγάρι ήταν γεμάτο
δεν έμεναν παρά
κάτι μεσοτοιχίες
σημάδι πως κάποτε
ήτανε σπίτια.
Ύστερα χάθηκε
μες στη νύχτα.
Κανείς δεν έμαθε
αν πέθανε
στο Μόντρεαλ
στην Πενταλιά
ή στη Βαβυλώνα.

Υ.Γ. Ο Αλέξανδρος γεννήθηκε στην Πενταλιά της Πάφου, σύμφωνα με ένα
παλιό συναξάρι, λίγο βορειότερα απ’ εκεί που αναδύθηκε η Αφροδίτη από τους αφρούς της θάλασσας. Παράξενο που οι ιστορικοί δεν τον είπαν Πάφιο.

 

ΕΠΕΝΔΥΣΗ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ ΕΝΟΣ ΟΝΕΙΡΟΥ
ΚΑΙ ΚΑΠΟΙΩΝ ΜΑΡΤΥΡΙΩΝ (1969)

γεννήθηκα το 1941 π.χ.

Γεννήθηκα το 1941 π.χ.
την ώρα που γεννιούνταν
τα θανατερά μανιτάρια
στο διπλανό πευκόδασο,
-αλήθεια, είπε ή μάνα μου,
τί σύμπτωση! —
χωρίς καλές προοπτικές
και με λίγες ελπίδες.
Κι όμως…
Πώς αυξαίνουν οι ελπίδες
όταν θέλουμε να ζήσουμε;

-Όπως ανεβαίνουν οι μετοχές
στα τσιμέντα «Ηρακλής»
ή στη «Βιοχρώμ».
Κι όμως…
Ήταν κι αυτά τα θανατερά μανιτάρια
— αλήθεια τι σύμπτωση! —
κι όσο κι αν προσπάθησα
ή πρόληψη κυριαρχούσε
στη ζωή μου.
Γεννήθηκα τδ 1941 π.χ.
και περίμενα την άνοιξη
– καθώς ήτανε χειμώνας –
να υπογράψω το συμβόλαιο μου.
Κι όμως…
’Αν τουλάχιστο
δεν είχα αυτή την πρόληψη
να με βασανίζει
σε κάθε μου βήμα
θα μπορούσα
να γυρέψω τη ζωή μου
κάπου αλλού. Μα τώρα…
Τώρα πια γεννήθηκα
— αλήθεια τί σύμπτωση! —
1941 π.χ.

 

άρνηση

Θα μπορέσουμε να πεθάνουμε κανονικά;
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

Με βρώμικα χέρια
τσακισμένα πλευρά
μαλλιά πού ξέχασαν
τη μαύρη απόχρωση
καμπουριασμένοι
– κι είμαστε τόσο νέοι –
σερνούμαστε σαν τα σκουλήκια
στη ξηρά
όμοια σαν τα παλιά καράβια
στη θάλασσα
που γυρνούν μισοβουλιαγμένα
χτυπημένα κιόλας
από το παρθενικό τους ταξίδι
— κι είμαστε τόσο νέοι! —
’Αλήθεια
ποιο βάσκανο μάτι
κακού Θεού
μας κυνηγά;
Με βρώμικα μαντήλια
στα χέρια, σκουπιζόμαστε,
μα δεν είναι αυτό.
Ότι γυρέψαμε
πέθανε σαν αναζήτηση
ότι αγαπήσαμε
ξεψύχησε νωρίς.
Δεν είναι πού το γυρέψαμε
χωρίς δικαίωση
δεν είναι πού αγαπήσαμε
χωρίς ελπίδα
και τσακιστήκαμε
σέρνουμε σώματα γερόντων.
Είναι που μείναμε γυμνοί
— κι είμαστε τόσο νέοι! —

 

δικαιοσύνη

«Ω ξείν’ αγγέλλειν Λακεδαιμονίοις
ότι τήδε κείμεθα, τοις κείνων
ρήμασι πειθόμενοι…».

Για Λακεδαιμονίους, ναι.
Γενναίοι αυτοί που δεν λύγισαν
κι ο Λεωνίδας
ήρωας τρανός κι αυτός
από τα σύμβολα του γένους.
Για Λακεδαιμονίους, ναι.
Ποιος όμως θα μιλήσει
για τούς Θεσπιεΐς
αυτούς που δεν ανέχτηκαν
-το μονοπώλιο της δόξας;
Αυτούς πού κλέψανε
τη δόξα των τριακόσιων;
Στις Θερμοπύλες, ο Λεωνίδας
Ναι.
Με τούς τρακόσιους του.
Μάταν εκεί
και κάποιοι Θεσπιεΐς…
Κανείς δεν τούς θυμάται…
Στους πανηγυρικούς τους
οι ρήτορες ξεχνούν συνήθως
ν’ αναφερθούν σ’ αυτούς,
ή κι αν τούς θυμηθούν
μιλούν όλως παρεμπιπτόντως.
Για Λακεδαιμονίους
Ναι.
Για Θεσπιεΐς
κανένας δεν μιλάει.
«Δικαιοσύνη», πού λέει
κι ό ποιητής!

 

σχήματα

I

Στην κρυερή ανάσα της στιγμής
οργώματα αψηλάφητης ενέργειας
στην παθητική συμφωνία
του αναπόδεικτου
μυρσίνες του ακροπόταμου
ανάνθιστης κατωφέρειας
της κοιλάδας
με τα γυμνά στάχυα,
θα βιαστούμε για το διέξοδο
του στοχασμού πού λιώνει
αναπότρεπτη συνάντηση
στην ένταση του χρόνου.
Είναι κι η ποίηση
κράμα υπερχρονικής αρμονίας
πού συμβιβάζει την προσκόμιση
δίπλα στους αναμμένους
δαυλούς του μεσημεριού
μα και το άκουσμα της μουσικής
στριμωγμένες βιολέτες
για τ’ αναφιλητά της κόρης
στις ώρες της απεραντοσύνης.
Είναι κι ο Αχέροντας
υπόθεση πίστης
στην υπόκρουση της ψυχής
το τρίξιμο της πόρτας
μες’ την νύχτα που περιμέναμε
μπορεί κι οι λυγαριές
το λύγισμα τους ήταν όπως πάντα
μα στο χόρτο της πράσινης ακτής
πάντα θα υπάρχουν
ανταύγειες της καλής απόχρωσης.
Η αναξιότητα καμιά φορά
στους καιρούς της ύπνωσης
συντρίβει τα αριθμητικά σχήματα
στες πνοές του αναλλοίωτου
της σκοτεινής ανάπαυλας
των ξελογιασμένων.
Βουβές στιγμές που δέθηκαν
στην απόθεση του στοχασμού
ώρα της εκκόλαψης για πιθανότητες
ώρα της εκκόλαψης της νότας
του απύθμενου ριζικού.

 

II

Τα χρόνια δίνουν αμάλγαμα
από την ζωή της ειμαρμένης
του κόσμου που παλεύει
για την ύστερη εισπνοή,
στις μέρες που οι Θεοί
σκορπούν ειρωνικά χαμόγελα.
Πάμε για την καινούργια πρόσταξη
με το μεθύσι
της ανήξερης κατάντιας
μια παγερή βραδιά
με τα σφυρίγματα της ατομοβόμβας
συντροφιά.
Ένας κόσμος
δυο ελπίδες
τρία χαμόγελα.
Μέτρησε τις χαρές της ζωής
δεν θα σβηστούν τ’ αστέρια
μια φωτολαμπίδα
δυο κροταλίσματα.
Καθόλου.
Όχι.
Το πανηγύρι
το τραγούδι
η χαρά
το μεσημέρι
ο ζεστός ήλιος
το διαμάντι
η ζωή ατέρμονη
ο κόσμος
η γραμμή της γενιάς μας
η πορεία,
είναι κι ο Αχέροντας
που ζηλεύει…

 

στιγμές

I

Ο τόπος που γεννήθηκα
δεν αντίκριζε τον ήλιο
επειδής η βουή της νύχτας
δεν άφηνε την ανάσα της μέρας
ν’ ακουστή.

 

II

Ο κόσμος είναι καλός.
Το παραπονεμένο μας ύφος
είναι περισσότερο από συνήθεια.
Αν κλαίμε
είναι για την πολλή καλοσύνη
που μάς πνίγει.

 

III

Κάποτες θα μάθουμε
πως οι θεοί μισούν
τον άνθρωπο.
Οι άνθρωποι
είναι θεοί με σάρκα
και τούς φοβούνται.
Αύριο θα πετάξουν
την σάρκα.
Θα ζητήσουν
μια θέση δίπλα τους.

 

IV

Όταν μισής τον ουρανό
αυτό είναι
αληθινή αγάπη.
Το τέλειο μίσος
αυτό είναι
η γνήσια αγάπη.
Κάποτες θα μάθουμε
να μισούμε με πάθος.

 

V

Η θάλασσα
να καρτεράς
κι ή ελπίδα
το καράβι,
ω οι γλάροι
στερνά συναπαντήματα
και λιγοστά τραγούδια,
η θάλασσα, η θάλασσα
ο κόσμος
μια ελπίδα.

 

μας πρόλαβαν…

Ήλθαμε μες’ από τα χρόνια
προσκυνητές τούτης της γης
νιόφερτοι του άπειρου μας.
Ήλθαμε μες’ από τα χρόνια
ταξιδιώτες στην ιερή μας γη
και βρήκαμε τα πάντα βεβηλωμένα.
Απλώσαμε τα χέρια μας
στον ουρανό της πίστης μας
και ζητήσαμε ενίσχυση.
Ζητήσαμε δύναμη
για να κρατήσουμε.
Ήλθαμε μες’ από τα χρόνια
προσκυνητές
στην ιερή μας γη
μα καθυστερήσαμε
στον ερχομό μας.
Μάς πρόλαβαν οι βέβηλοι
και ρήμαξαν τα πάντα.
Και τώρα
στην ιερή μας γη
πώς θα βολευτούμε εμείς
Ιουδαίοι πιστοί
με τούς βέβηλους επιδρομείς;

 

σύνθεση

Τι κι αν φωνάζουν
οι Ιουδαίοι
κι αν οι σάλπιγγες
ηχούν;
Τα τείχη της Ιεριχούς
κρατούν.
Τούς αυλούς της εταίρας
—ώ τούς αυλούς —
καρτερούσαν
τον παλιό καιρό
—τραγούδι ηθικής
από χείλη πόρνης —
Η Ιεριχώ
οι ’Ιουδαίοι
η εταίρα
οι αυλοί
ο Θεός.
Επενδύσεις εποχών.

 

απατη

Αγαπήσαμε
χωρίς να το νοιώσουμε
την νεκρή φύση της γυναίκας.
Γυρέψαμε τον έρωτα
κι απατημένοι «ήρωες»
κρατάμε τα προσχήματα
να σώσουμε — όπως νομίζουμε —
την αξιοπρέπεια μας.
Κάθε σβησμένη ελπίδα μας
και μια ματωμένη παπαρούνα
κάθε αγωνία μας
και μια βιολέτα μαραμένη.
Ο κόσμος στενεύει
μάς πνίγει ό αγέρας
της γνωστής μας θάλασσας
γυρεύουμε καινούργιους δρόμους.
Θεέ μου που σε πίστεψα
τί όψη είναι τούτη;
Θεέ μου που σ’ αγάπησα
γιατί παιδεύεις την πνοή μου;

 

Στροφές

Ι

Ό έρωτας
(αστέρι που προσμέναμε με δέος)
η πρώτη συναπάντηση
το βολικό τραγούδι,
αλήθεια αγαπήσαμε;

 

II

Ένα τραγούδι
μια συναπάντηση
μια καινούργια αγάπη
τι μπορεί να φέρει
όταν η γης βουλιάζει;

 

IΙΙ

Αγαπήσαμε
και κλάψαμε.
Κλάψαμε
μα δεν υπάρχει αγάπη.
Γυρέψαμε
κι η αναζήτηση μας βούλιαξε.
Τι καρτερούμε;
Αλήθεια τι καρτερούμε;

 

IV

Ερωτικές νηοψίες
σε ώρες ανθρώπινες
όταν γυρεύουμε τον ήλιο.
Ο έρωτας
ένα μαντάτο ακόμη
μια ελπίδα
η μεταμόρφωση
για την καινούργια σύνταξη.

 

V

Η μετάλλαξη τού κόσμου
— συντελεστής απρόβλεπτης ισορροπίας
μπορούμε,
αγαπήσαμε.
Ναι, μπορούμε.

 

τελευταία ελπίδα

Πάντα κάτι λαχταρά
ατά βάθη της καρδιάς μας,
κι ας είναι βεβαία η πτώση μας.
Κι όταν ακόμη σύρουνε την Εκάβη
σκλάβα οι Αχαιοί,
κι αντηχούν οι θρήνοι
στη κουρσεμένη Τροία,
κι όταν ακόμη ό γενναίος Έκτωρ
δεν υπάρχει πια
για να μάς υπερασπίζει…
Πάντα κάτι λαχταρά
στα βάθη της καρδιάς μας,
μια τελευταία ελπίδα.

 

Επιτύμβιο

(Μνήμη Ιερή της αδελφής μου)

Πριν το γιορτάσι της ζωής
ξεπέζεψε τ’ αστέρι
κι η άνοιξη
χωρίς τα χελιδόνια
οι τριανταφυλλιές με τη νοτιά.
Πρωί
και εμείς λιώνουμε
μες’ τα χέρια μας
την κάθε ελπίδα.
Πρωί
πρώιμη εαρινή συμφωνία
λιωμένη μες’ τα χέρια μας
και δυο τριαντάφυλλα
ξεψυχισμένα.
Ω του χαμόγελου
σε δυο χείλη
που πεθαίνει
μαδημένη παπαρούνα
του καιρού μου που καρτέραγα.
Πρωί
πρώιμη εαρινή συμφωνία
σε κλίμακα Minore.
Πεθαίνει ένα τριαντάφυλλο.
Πρωί
ανατριχίλα
πεθαίνει μια βιολέτα.
Πρωί
κι η πλάκα νοτιασμένη.

(Κι όμως εσύ αδελφή μου κράτησες. Στ’ αλώνια αντάμωσες το μαύρο
άγγελο, κι είπες:- ΟΧΙ. Μια μέρα ζωής είναι μεγάλη υπόθεση, όταν
μετράς και τα μυριοστά των δευτερολέπτων που βλέπεις να φεύγουν και
να γίνονται ένα με το χάος. Ναι αδελφή μου κράτησες τη ζωή σου
ως το βράδυ, εκείνο το βράδυ που ξεψύχησες στην αγκαλιά του
παραστάτη αγγέλου — αδελφού).

Είπες
«απόψε που η μέρα θα φυγή
απόψε
μονάχα απόψε
όχι πιο νωρίς,
θα ταξιδέψω.
Θάναι ωραίο το ταξίδι.
— Αυτό το λέω εγώ —
Μα θα ταξιδέψω
ανάμεσα σε ανθρώπους καλούς».

(Κι αλήθεια μόλις η μέρα έφυγε, ταξίδεψε… Ήταν ωραίο το ταξίδι
άραγε και οι άνθρωποι καλοί;).

 

λακωνικό

Ο χρόνος
τα πλοκάμια του
η ύπαρξη
κι ο θάνατος
πρώτη απόδειξη
του αναπόδειχτου
στη χώρα της ανυπαρξίας.

 

ο θάνατος της ελπίδας

Μετρούμε τις ελπίδες μας
κι ανάλογα ρυθμίζουμε
την παρουσία μας
στην ανταύγεια της καινούργιας μέρας
χωρίς μεγάλες προσδοκίες
χωρίς πολλές αναδρομές
που λίγο ωφελούν.
Ότι και να φτιάξουμε
είναι νεκρό στη γέννηση
δεν είναι παρά — πέρα ζωή·
μπορεί κι η ποίηση
νάναι μονάχα για νεκρούς
όσο και να φαίνεται
για ζωντανούς.
Στη γέννηση
πού κρύβεται ό θάνατος
δεν μπορείς να ελπίζεις
κι οι δρόμοι
δεν βγάζουν πουθενά.
Τώρα θυμούμαι
εκείνο το στενό δρομάκι
της παλιάς μου γειτονιάς
« Οδός Μακαρίων — Αδιέξοδος».

 

βιογραφικό

Όταν ήμουν παιδί
αγαπούσα την θάλασσα
που δεν την γνώρισα…
Γεννήθηκα σε κάτι βράχια
εκεί που γεννιούνται
αετοί και αλεπούδες.
Όταν μεγάλωσα
την γνώρισα τη θάλασσα
κι αγάπησα τα δελφίνια…
Τώρα που πλάτυνε
η ζωή μου
αγαπώ τη θάλασσα,
τα βουνά
όπου φωλιάζουν αετοί
και τις πόλεις
με τ’ ανήλιαγα στενά τους.
Ότι αγάπησα στη ζωή μου
ήταν ωραίο…
ωραίο…
Κι οι γυναίκες
κι η πατρίδα
κι η δημοκρατία
και τα λουλούδια.
Ήταν όλα ωραία…
Ωραία…
Ότι αγάπησα στη ζωή μου
δεν υπάρχει πια…
Τώρα πια ζω με τις αναμνήσεις
της αγάπης των λουλουδιών.
Τουλάχιστον τα λουλούδια
ανθίζουν κάθε άνοιξη
κι η άνοιξη
— δεν μπορεί αλλιώς —
την άνοιξη την νοιώθω
κάθε ’Απρίλη!

 

μνήμες και μαρτυρίες

I

Είναι κι οι γυναίκες
με την πολλή αγάπη
όταν θυμίζουν την σύνθεση
στο πέρασμα του άνεμου,
τα νυχτερινά συναπαντήματα
κι η λάμψη του φεγγαριού,
το ασημί φεγγάρι
που κρατούσαμε στις φούχτες μας
όψιμες ανταύγειες λησμονημένες.
Είναι κι οι αντιθέσεις της ζωής
που φέρνουν εξουθένωση
και το τραγούδι δύσκολα μάς σώζει.
Στ αναπάντητα της πρώτης συναπάντησης
των πουλιών που τραγουδούσαν,
είναι και τα καμένα φτερά
μια μαρτυρία υπόθεσης που ανοίγει.

 

II

Ά! μη το ρωτάς γιατί.
Είναι κι οι αγέρηδες
που παρασύρουν τους στοχασμούς
και φέρνουν την εναλλαγή της πλήξης
είναι και τα πουλιά
που κρύβουνε τις μνήμες
της μπροσούρας
οι νύχτες που απιθώνουν
τις πράσινες ανταύγειες της ελπίδας,
είναι και τα λουλούδια
που δέχτηκαν
τα δάκρυα της απογοήτευσης,
το Σαββατόβραδο κι η πρώτη έκπληξη
της μυστικής βουής του κόσμου.

 

V

Μακριά, χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο:
Αύριο, αύριο, αύριο το Πάσχα του Θεού.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

Θα τραγουδήσουμε την ένταξη
της αρμονίας στην ποίηση
την ώρα της υπέρτατης
ενατένισης του κόσμου.
Θα προσφέρουμε την αδελφή μας
για την οφειλή του ανθρώπου.
Θα ζυγιάσουμε την πίκρα
φτιασίδωμα του ψωμιού μας.
Το προσφάγι
της ξαναμμένης επιθυμίας
θα το φουσκώσουμε
στην κολυμβήθρα της φλόγας
να σβήσουμε τη φλεγόμενη βάτο
στην αντοχή της μοίρας.
Αύριο κιόλας
θα τραβήξουμε κατά τις υπώρειες
της απεραντοσύνης
του ουρανού που κλαίει.
«Ά! μη το ρωτάς γιατί.
Αύριο οι πλατείες
θα γιομίσουν πάλι ζωή
(δεν σε αρκεί;)
το κλάμα θα γενεί γάλα
της νέας γενιάς
γέννημα της Χιροσίμας.
Μακριά, πολύ μακριά,
ηχούν καμπάνες…

 

ΝΟΜΑΔΑΣ Β’ Εκβάτανα (2018)

(Απόσπασμα)

ΙΧ

Με την τουρκική εισβολή τα δεδομένα άλλαξαν ριζικά. Ξανασυναντηθήκαμε, φοιτητές και κάποιοι ακαδημαϊκοί, να δουμε τι μπορούσαμε να κάνουμε στη βάση αυτής της νέας κατάστασης. Η συγκέντρωση στη Mutualite θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί, αλλά έπρεπε να πάρει διαφορετική κατεύθυνση. Από την άλλη, προσπαθούσαμε να πληροφορηθούμε τι γινόταν στην Κύπρο, ποιες περιοχές είχαν καταλάβει οι Τούρκοι, τι θα έκανε η Ελλάδα, πώς θα αντιδρούσαν η διεθνής κοινότητα και η διεθνής κοινή γνώμη. Με έκπληξη διαπιστώναμε πως δεν υπήρχε καμιά σχεδόν αποδοκιμασία της τουρκικής εισβολής. Άπαντες τη δικαιολογούσαν ως αντίβαρο στο πραξικόπημα. Εξάλλου το χουντικό καθεστώς της Αθήνας ήταν μισητό στη διεθνή κοινή γνώμη, ενώ η Τουρκία παρουσιαζόταν με δημοκρατικό μανδύα, μιας και οι στρατιωτικοί είχαν προλάβει να πολιτικοποιήσουν το καθεστώς τους μετά το τελευταίο πραξικόπημα. Ο δε Τούρκος πρωθυπουρός Μπουλέντ Ετζεβίτ, παρουσιαζόταν ως σοσιαλδημοκράτης. Οι Σοβιετικοί, μπροστά στον φόβο να μετατραπεί η Κύπρος σε Νατοϊκή βάση, στήριζαν ουσιαστικά την Τουρκία. Η λογική τους ήταν παράξενη, αφού και η Τουρκία ήταν μέλος του ΝΑΤΟ και καθοδηγείτο από τους Αμερικανούς. Οι Αδέσμευτοι στην πλειονότητα τους είτε σιώπησαν, είτε στήριζαν την Τουρκία.
Όπως ήταν φυσικό, ο Μακάριος βγήκε με δηλώσεις του να επανορθώσει, λέγοντας πως οι Τούρκοι δεν είχαν κανένα λόγο να επέμβουν και κάλεσε τα Ηνωμένα Έθνη να αναλάβουν δράση για την απόσυρση όλων των ξένων στρατευμάτων από την Κύπρο και την αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης στο νησί. Ακουγόταν ότι είχε πάθει κατάθλιψη, γιατί δεν πίστευε σε τουρκική επέμβαση. Ίσως γι’ αυτό είπε απερίσκεπτα όσα είπε ενώπιον του Συμβουλίου Ασφαλείας. Άλλες πληροφορίες από τη Νέα Υόρκη έκαναν λόγο για προσπάθειά του να συναντήσει τον Κίσινγκερ, ελπίζοντας σε μεσολάβησή του για να επιστρέφει στην Κύπρο.
Συζητούσαμε για ό,τι συνέβαινε. Τι άλλο να κάναμε όταν οι Τούρκοι είχαν εισβάλει στην Κύπρο και η Ελλάδα δεν φαινόταν έτοιμη να αντιδράσει; Ακούστηκε, βέβαια, πως το στρατιωτικό καθεστώς στην Αθήνα διέταξε επιστράτευση, αλλά η ανώτερη στρατιωτική ηγεσία έμοιαζε να διαφωνεί. Την επιστράτευση λεγόταν πως τη διέταξε ο αόρατος δικτάτορας Ιωαννίδης, αλλά φαινόταν πως δεν έλεγχε πια την κατάσταση. Στο μεταξύ, οι Αμερικανοί έστειλαν επιτόπου τον υφυπουργό Εξωτερικών Τζόζεφ Σίσκο που προσπαθούσε, ταξιδεύοντας ανάμεσα σε Αθήνα-Άγκυρα, να αποφύγει έναν καταστροφικό ελληνο-τουρκικό πόλεμο.
Ο Σίσκο έφτασε στο Λονδίνο ξημερώματα της 18ης Ιουλίου και στο Φόρεϊν Όφις τον περίμενε ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών Τζέιμς Κάλλαχαν. Συμφώνησαν πως προτεραιότητα ήταν να αποφευχθεί ένας ελληνο-τουρκικός πόλεμος και αυτό το μήνυμα έστελνε και ο Κίσινγκερ. Οι Εγγλέζοι έθιξαν και το θέμα Μακαρίου, αλλά ο Σίσκο ξεκαθάρισε πως έπρεπε να αποκλειστεί η επιστροφή του στην Κύπρο και να αντικατασταθεί από τον Γλαύκο Κληρίδη. Εμείς τα μαθαίναμε όλα αυτά από έναν Γάλλο φίλο που εργαζόταν στο Quai d’Orsay . Ήταν πια ξεκάθαρο πως ο αμερικανικός παράγοντας δεν έδινε δεκάρα για την Κύπρο και πως το μόνο ενδιαφέρον του ήταν να προστατεύσει τη νοτιανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ.
Το προηγούμενο βράδυ βρισκόταν στο Λονδίνο ο Τούρκος πρωθυπουργός Μπουλέντ Ετζεβίτ, στον οποίο παρέθεσε δείπνο ο Βρετανός ομόλογός του Χάρολντ Ουίλσον. Ο Ετζεβίτ είπε στους Εγγλέζους πως η Τουρκία θα ασκούσε τα εγγυητικά της δικαιώματα που της έδιναν οι Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου και θα επενέβαινε στρατιωτικά στην Κύπρο. Κυκλοφορούσαν φήμες πως οι Εγγλέζοι όχι μόνο δεν τον απέτρεψαν,
αλλά μάλλον τον ενθάρρυναν κιόλας. Στο μεταξύ, οι χουντικοί διέδιδαν πως ο Μακάριος, που βρισκόταν ακόμη στο Λονδίνο, είχε συναντηθεί με τον Ετζεβίτ και τον ενθάρρυνε να ασκήσει η Τουρκία τα εγγυητικά της δικαιώματα για την αποκατάσταση της συνταγματικής νομιμότητας στην Κύπρο. Επρόκειτο για άθλιο ψέμα και φτηνή προπαγάνδα των χουντικών.
Καθώς ο Ετζεβίτ ήταν ακόμη στο Λονδίνο, μάθαμε ότι είχε συνάντηση μαζί του ο Σίσκο. Δεν καταφέραμε να μάθουμε τι διαμείφθηκε μεταξύ τους, αλλά υποψιαζόμασταν ότι ο Τούρκος πρωθυπουργός θα του ανέφερε την πρόθεση της χώρας του να επέμβει στρατιωτικά στο νησί. Εξάλλου, δημόσια, από καιρό οι Τούρκοι πρόβαλλαν ως λύση στο Κυπριακό την υιοθέτηση ενός ομοσπονδιακού συστήματος, έναν συνεταιρισμό ανάμεσα στις δύο κοινότητες που τώρα τελευταία τις παρουσίαζαν και ως δύο λαούς. Αυτό θα σήμαινε ακόμη και μετατόπιση πληθυσμών για να ικανοποιηθούν οι τουρκικοί όροι.
Συζητούσαμε μεταξύ μας και καταλαβαίναμε πως η τουρκική πολιτική δεν επιδίωκε πλέον τη διχοτόμηση, μα τον έλεγχο ολόκληρης της Κύπρου. Σίγουρα, θα υπήρχαν κρυφές ατζέντες που δεν γνωρίζαμε.
Ένα βασικό ερώτημα, που θα μπορούσε να θέσει κανείς σε αυτό το στάδιο, είναι γιατί η Βρετανία δεν άσκησε το υποτιθέμενο δικαίωμά της για επέμβαση στην Κύπρο, ως εγγυήτρια δύναμη, για την αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης. Θα μπορούσε να το είχε κάνει από κοινού με την Τουρκία, κάτι που θα εμπόδιζε τη δεύτερη να βάλει σε εφαρμογή τα σχέδιά της για εισβολή και κατοχή της Κύπρου. Θεωρητικά θα μπορούσαν να συμπεριλάβουν και την Αθήνα σε αυτή την προσπάθεια, αλλά παραμένουμε στο δεδομένο ότι αυτό ήταν αδύνατον λόγω του πραξικοπήματος που είχε προηγηθεί. Η απάντηση δεν ήταν δύσκολη. Το Λονδίνο δεν ενδιαφερόταν για την αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης, αλλά για τη διευκόλυνση των τουρκικών σχεδίων, υπολογίζοντας στην κάμψη των διεκδικήσεων των Κυπρίων και στην επιβολή μιας Νατοϊκής λύσης που θα εξουδετέρωνε την όποια σοβιετική επιρροή στο νησί και στην ευρύτερη περιοχή. Εξάλλου, η βρετανική στάση διευκόλυνε τους αμερικανικούς σχεδιασμούς.
Στην Αθήνα, την επόμενη μέρα, ο Σίσκο προσπάθησε να πείσει τους στρατιωτικούς να συνομιλήσουν με τους Τούρκους πάνω σε ένα σχέδιο του Κίσινγκερ που θα ήταν η βάση λύσης του Κυπριακού. Σύμφωνα με τα ξένα μέσα ενημέρωσης -ακούγαμε και διαβάζαμε ότι μπορούσαμε, από Ντόιτσε Βέλλε και Φωνή της Αμερικής μέχρι Μόσχα και BBC-, το σχέδιο προνοούσε ουσιαστικά δύο κράτη στην Κύπρο με τουρκική στρατιωτική βάση. Οι χουντικοί της Αθήνας το συζητούσαν. Μόλις, όμως, έφτασε τις μεταμεσονύκτιες ώρες της 20ής Ιουλίου στην Άγκυρα ο Σίσκο για να συζητήσει με τους Τούρκους το σχέδιο, είχε αρχίσει ήδη η απόβαση στην Κύπρο. Λέτε να μην το ήξερε και να αιφνιδιάστηκε; Εδώ χαμογελάμε πικρά.
Τις επόμενες μέρες παρακολουθούσαμε αδύναμοι την τουρκική προέλαση στην Κύπρο. Αποφασίσαμε, αλλάζοντας στρατηγική, να επεμβαίνουμε όπου μπορούσαμε στα μέσα ενημέρωσης και επιστρατεύσαμε για τον σκοπό αυτό Έλληνες αλλά και ξένους ακαδημαϊκούς, καλλιτέχνες και ανθρώπους των Γραμμάτων. Είχαμε, βέβαια, σε βάρος μας το πραξικόπημα και την απέχθεια που ένιωθαν πολλοί άνθρωποι για το χουντικό καθεστώς της Αθήνας. Οργανώσαμε μια ομάδα που ετοίμαζε ενημερωτικά σημειώματα με όλα τα επιχειρήματα για τους ανθρώπους που αναλάμβαναν να μας στηρίξουν στα μέσα ενημέρωσης. Ταυτόχρονα κυκλοφορήσαμε μια έκκληση στη γαλλική κυβέρνηση για υπογραφή, με την οποία της ζητούσαμε να παρέμβει για να σταματήσει η τουρκική στρατιωτική επιχείρηση και να αποκατασταθεί η συνταγματική τάξη. Η έκκληση υπογράφτηκε από μερικές δεκάδες Γάλλους διανοούμενους. Είχαμε την βοήθεια του Σβορώνου, της Κρανάκη, του Πιερ Βιντάλ-Νακέ και του Ζαν Πιερ Βερνάν. Η Ζακλίν ντε Ρομιγί υπέγραψε επίσης την έκκληση.
Κάναμε ό,τι μπορούσαμε, αλλά είχαμε και κάποιες ενοχές. Το συζητούσα με τον ξάδερφο Παζαρίδη και τον Παπαμάρκου. Οι άλλοι σκοτώνονταν στην Κύπρο κι εμείς καθόμασταν στο Παρίσι και ψάχναμε να κινητοποιήσουμε τους Γάλλους.
– Μα τι θέλεις να κάνουμε, μου αντέτεινε ο Παζαρίδης. Και να θέλαμε να πάμε στην Κύπρο να πολεμήσουμε, είναι αδύνατον, δεν υπάρχει τρόπος, το αεροδρόμιο έκλεισε και το νησί είναι από παντού αποκλεισμένο. Η μόνη έξοδος-είσοδος είναι από τις βρετανικές Βάσεις. Αποκεί πήγε στη Γενεύη ο Κληρίδης.
– Και τι περισσότερο θα κάναμε αν ήμασταν κάτω, πρόσθεσε ο Παπαμάρκου; Όλα είναι προδομένα. Έχουμε όλοι αδέρφια στην Εθνική Φρουρά και δεν ξέρουμε αν ζουν ή πέθαναν.
– Εγώ πάντως δεν νιώθω καλά, είπα, να βρίσκομαι ασφαλής στο Παρίσι, την ώρα που οι άλλοι σκοτώνονται στην Κύπρο.
-Το βλέπεις συναισθηματικά! Άσε τη λογική σου να δουλέψει. Και ύστερα, βρες έναν τρόπο και φεύγουμε όλοι αμέσως, να πάμε, να ντυθούμε στο χακί.
Κάπου εκεί παρενέβη και ο Βασίλης Χαραλάμπης, Κύπριος φοιτητής από τη Μόσχα που πήγαινε στην Κύπρο, αλλά το πραξικόπημα και η εισβολή τον βρήκαν στον δρόμο, απομονώθηκε στο Παρίσι και μοιραζόταν μαζί μας τη φτώχεια και τις αγωνίες μας.
– Άμα βρεθεί τρόπος, εγώ να φύγω πρώτος, είπε ο Βασίλης, μην σας είμαι και βάρος.
– Μα τι λες τώρα, χριστιανέ μου, που μας είσαι βάρος, του απάντησα λίγο εκνευρισμένος. Δεν μας στερείς δα και το χαβιάρι.
Ύστερα κατάλαβα πως η αναφορά σε χαβιάρι ήταν επιεικώς άτυχη, καθώς ερχόταν από τη Μόσχα. Προσπάθησα να τα μπαλώσω.
– Φίλε, είσαι ένας από εμάς, τη φτώχεια μας μοιράζεσαι, θα μείνεις όσο χρειάζεται, μέχρι να δούμε τι θα γίνει.
Ο Χαραλάμπης ήταν συμπαθητικό και σεμνό παιδί, ερχόταν από τη Μόσχα με διαφορετική κουλτούρα, αλλά ταυτόχρονα με ανοιχτούς ορίζοντες, παρακολουθούσε με ενδιαφέρον τις συζητήσεις μας, αλλά απέφευγε να πάρει μέρος, απέφευγε να πει τη δική του άποψη σε όλα, όμως στα ουσιώδη είχε γνώμη. Αργότερα κατάλαβα γιατί ήταν επιφυλακτικός. Προερχόταν από το ΑΚΕΛ, σπούδαζε στη Μόσχα με κομματική υποτροφία, θα επέστρεφε εκεί να συνεχίσει τις σπουδές του, ήταν δύσκολο να εκτεθεί δημόσια, εμείς ήμασταν ακτιβιστές, δεν υπολογίζαμε κανέναν, πιστεύαμε στην απόλυτη ελευθερία, είχαμε κάψει τα γεφύρια πίσω μας!
Είχαμε προσπαθήσει να επικοινωνήσουμε με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή που ζούσε στο Παρίσι για να του ζητήσουμε να πάρει θέση με μια δήλωσή του, αλλά αρνήθηκε κάθε επαφή. Αργότερα καταλάβαμε τον λόγο. Ενώ η Κύπρος καιγόταν, ο Καραμανλής διαπραγματευόταν την επιστροφή του στην Αθήνα ως σωτήρας. Στην αρχή, οι πληροφορίες τον έφεραν να διαπραγματεύεται με μια ομάδα στρατιωτικών. Αργότερα, όμως, έγινε φανερό πως διαπραγματευόταν και με τους Αμερικανούς. Γάλλος φίλος μας, πολύ κοντά στον Ζισκάρ ντ’ Εσταίν, μας πληροφορούσε πως προς αυτή την κατεύθυνση είχε δραστηριοποιηθεί και ο Γάλλος Πρόεδρος σε συνεννόηση
με τους Αμερικανούς. Εξάλλου ο ίδιος ο Κίσινγκερ ανήγγειλε τη μεταπολίτευση στην Ελλάδα 48 ώρες πριν από την πτώση της χούντας. Ποιες δεσμεύσεις ανέλαβε ο Καραμανλής απέναντι στους Αμερικανούς που του πρόσφεραν την πρωθυπουργία για δεύτερη φορά; Μην ξεχνάμε πως τον ανέβασαν στην εξουσία την πρώτη φορά μέσω Ανακτόρων και Φρειδερίκης.
Τότε το συμβόλαιο ήταν να κλείσει το Κυπριακό, και το έκλεισε -όπως το έκλεισε- με τις Συμφωνίες της Ζυρίχης. Τώρα τι περιλάμβανε το συμβόλαιο; Θα φαινόταν σύντομα. Ουδέν κρυπτόν υπό τον ήλιο.
Έτσι, με τους Τούρκους να προχωρούν στην Κύπρο, αποκαταστάθηκε η δημοκρατία στην Ελλάδα. Ο Καραμανλής γύρισε θριαμβευτής. Στις 24 Ιουλίου, το πλήθος παραληρούσε.
Κι εσύ να μνημονεύεις Διονύσιο Σολωμό:

Δυστυχισμένε μου λαέ, καλέ και αγαπημένε
πάντοτε ευκολόπιστε και πάντα προδομένε…

Η στρατιωτική ηγεσία, που μέχρι χθες προσκυνούσε τον ταξίαρχο Δημήτρη Ιωαννίδη, τον αόρατο δικτάτορα, όταν ήρθε η ώρα να πολεμήσει, κατέβασε το βρακί. Έκανε πέρα τον Ιωαννίδη και κάλεσε τον Καραμανλή να σώσει την Ελλάδα, ελέω Αμερικανών. Αμ πώς, που θα ’λεγε και ο άλλοτε εθνικός μας κωμικός, ο Χατζηχρήστος, θα πολεμούσαν ο Μπονάνος και ο Αραπάκης. Και μάλιστα για την Κύπρο. Καλύτερα να βυθιστεί τούτο το νησί ή να το πάρουν οι Τούρκοι να ησυχάσουμε!
Στο μεταξύ, ξένες εφημερίδες και ξένα πρακτορεία ειδήσεων άρχισαν να μεταδίδουν σενάρια για το πραξικόπημα στην Κύπρο και την πολιτική αλλαγή στην Ελλάδα. Το μεγάλο σενάριο, ράβοντας και κόβοντας από όσα γράφονταν, ήταν πως πραξικόπημα και εισβολή αποτελούσαν μέρος του ίδιου σχεδίου. Στόχος: η λύση του Κυπριακού με τη διπλή ένωση. Κάπου στράβωσε το κλήμα και σε αντάλλαγμα της τουρκικής εισβολής προσφέρθηκε η «αποκατάσταση» της δημοκρατίας στην Ελλάδα. Στην πραγματικότητα, οι καραβανάδες της Αθήνας δεν είχαν πάρει είδηση πως η Άγκυρα δεν ήθελε με κανέναν τρόπο διχοτόμηση, αλλά γεωπολιτικό και γεωστρατηγικό έλεγχο ολόκληρης της Κύπρου.
Δεν ξέραμε πού να σταθούμε τώρα. Ελπίζαμε πως κάτι θα γινόταν να αποσύρουν οι Τούρκοι τα στρατεύματά τους. Όμως, παρόλο που λήφθηκε στο μεταξύ απόφαση από το Συμβούλιο Ασφαλείας να σταματήσουν οι εχθροπραξίες, οι Τούρκοι προχωρούσαν ανενόχλητοι. Και στην Αθήνα πανηγύριζαν για τη δημοκρατία. Με την Κύπρο θα ασχολούνταν; Και εμνήσθην και πάλιν σε τέτοιες ώρες τον λόγο του ποιητή: Αλέξανδρος Φιλίππου και οι Έλληνες πλην Λακεδαιμονίων. Για Λακεδαιμονίους να μιλάμε τώρα; Κάτι σαν Κωνσταντίνος Καραμανλής και οι Έλληνες πλην Κυπρίων!
Ύστερα σκεφτόμουν πως ο καβαφικός αυτός στίχος δεν πολυταίριαζε με την περίσταση! Τι δηλαδή, οι’Ελληνες πανηγύριζαν πλην Κυπρίων;
Στις 25 Ιουλίου 1974 το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ συγκάλεσε στη Γενεύη Τριμερή Διάσκεψη, με συμμετοχή των υπουργών Εξωτερικών Ελλάδας Γεωργίου Μαύρου, Τουρκίας Τουράν Γκιουνές και Μεγάλης Βρετανίας Τζέιμς Κάλλαχαν, για τη λύση του προβλήματος. Το χουντοκρατούμενο Γενικό Επιτελείο Εθνικής Φρουράς – ΓΕΕΦ στην Κύπρο, που κατά την εισβολή άφησε ακαθοδήγητες τις στρατιωτικές μονάδες
ή μάλλον τις καθοδήγησε να μην αντισταθούν, τώρα εξέδωσε διαταγή παύσεως πυρός.
«Παυσατε πυρ – Αποφυγή μετακινήσεων μονάδων – Αποφυγή προκλήσεων προς τους Τούρκους και οποιασδήποτε εμπλοκής με αυτούς, για οποιονδήποτε λόγο».
Για «οποιονδήποτε λόγο»; Έτσι, οι Τούρκοι παραβίαζαν την εκεχειρία, προήλαυναν, έφερναν στρατιώτες και στρατιωτικό υλικό από την Τουρκία, ανενόχλητοι, σύμφωνα με τη διαταγή των χουντικών. Υπήρξαν, ευτυχώς, κάποιοι απροσάρμοστοι αξιωματικοί που αντιστάθηκαν, έκαναν ό,τι μπορούσαν για να περισώσουν και τη δική τους τιμή και ό,τι ήταν εφικτό από τη γενική κατάρρευση. Ήταν όμως πολύ λίγοι για να ανατρέψουν τα δεδομένα της χουντικής προδοσίας.
Οι εξελίξεις στη Λευκωσία ήταν πιο ραγδαίες από ό,τι στην Αθήνα. Με εντολή Κίσινγκερ -κατά τα φαινόμενα- παραμερίστηκε ο οκταήμερος «Πρόεδρος» Νίκος Σαμψών και στις 23 Ιουλίου ανέλαβε ο Γλαύκος Κληρίδης. Τάχατες συνταγματικά, ως ο δεύτερος τη τάξει, αφού ήταν Πρόεδρος της Βουλής. Όμως συνταγματικά αυτό σήμαινε προεδρεύων στην
απουσία του Μακαρίου, ενώ αυτός παρουσιάστηκε ως Πρόεδρος και μάλιστα ορκίστηκε ενώπιον Μητροπολίτη, κάτι που δεν προβλέπεται από το κυπριακό Σύνταγμα. Αρχή του μεταπραξικοπήματος. Την ίδια μέρα ο Μακάριος γινόταν δεκτός στην Ουάσινγκτον από τον Κίσινγκερ. Τα διεθνή πρακτορεία ειδήσεων μετέδιδαν πως ο Κίσινγκερ τού ζήτησε να μην επιστρέφει ακόμη στην Κύπρο για να αποφευχθεί ο εμφύλιος πόλεμος. Ο Μακάριος δέχθηκε να παραμείνει μερικούς μήνες στο Λονδίνο, αλλά ζήτησε ως αντάλλαγμα να μην αναγνωριστεί ως Πρόεδρος ο Κληρίδης, αλλά ως συνταγματικά προεδρεύων της Δημοκρατίας, μέχρι την επιστροφή του. Ο Κίσινγκερ δεν δεσμεύτηκε σε τίποτε, απλώς υποσχέθηκε να ασκήσει την επιρροή του προς αυτή την κατεύθυνση.
Να ασκήσει την επιρροή του… όταν αυτός κινούσε τα νήματα. Και ο Κληρίδης στη Λευκωσία δήλωνε «Πρόεδρος» και έλεγε πως για την επιστροφή του Μακαρίου θα αποφασίσει ο λαός. Και ότι σε μελλοντικές προεδρικές εκλογές ο Μακάριος θα μπορούσε να ήταν υποψήφιος. Αρχή μεταπραξικοπήματος. Και ο Καραμανλής σύμφωνος!
Φυσικά ο Μακάριος πλήρωνε τις δικές του αμαρτίες που δεν ήταν λίγες. Από τις τελευταίες του αμαρτίες η επιστολή στον Γκιζίκη, η πρόκληση κρίσης ώστε να πέσει η χούντα. Σε συνεννόηση, μάλλον, με τον φλώρο, τον Βασιλιά Κωνσταντίνο, και τον Καραμανλή. Οι δύο άλλοι ήταν βέβαια σε συνεννόηση με τους Αμερικανούς και υπολόγιζαν να επιστρέφουν στην Ελλάδα. Ο Μακάριος τι θα κέρδιζε; Την ησυχία του να είναι σεΐχης στην Κύπρο. Ποιος πλήρωνε τη νύφη; Οι ταλαίπωροι Κύπριοι σε ρόλο Ιφιγένειας. Μολονότι και χωρίς την επιστολή, το πραξικόπημα ήταν πιθανόν προδιαγεγραμμένο.
Ο πρώτος γύρος των συνομιλιών στη Γενεύη δεν απέδωσε τίποτε. Οι Τούρκοι αδιάλλακτοι, ο Κληρίδης από κυπριακής πλευράς και ο κεντρώος Γεώργιος Μαύρος από ελλαδικής πλευράς ως υπουργός Εξωτερικών, αδύναμοι και στο έλεος των Αγγλοαμερικανών. Ορίστηκε δεύτερος γύρος στις 8 Αυγούστου. Στην Κύπρο οι Τούρκοι παραβίαζαν την εκεχειρία καθημερινά και διεύρυναν τον κατεχόμενο θύλακα.
Η νέα διάσκεψη συνήλθε στη Γενεύη στις 8 Αυγούστου, με τη συμμετοχή των υπουργών Εξωτερικών Μεγάλης Βρετανίας, Ελλάδας και Τουρκίας και των εκπροσώπων των Ελληνοκυπρίων Γλαύκου Κληρίδη και των Τουρκοκυπρίων Ραούφ Ντενκτάς. Οι Γεώργιος Μαύρος και Γλαύκος Κληρίδης ήταν υποχωρητικοί και έκαναν σημαντικές παραχωρήσεις στους Τούρκους. Προσέκρουσαν, όμως, στην τουρκική αλαζονεία και αδιαλλαξία. Στο μεταξύ, από την ανακωχή της 22ας Ιουλίου, οι Τούρκοι ενίσχυαν τον θύλακα της Κερύνειας και πραγματοποιούσαν στρατιωτικές επιχειρήσεις. Το τετραήμερο 22- 26 Ιουλίου, οι Τούρκοι παραβίασαν 55 φορές την εκεχειρία.
Η ελληνοκυπριακή πλευρά στις διαπραγματεύσεις υποστήριξε την επιστροφή στο Σύνταγμα του 1960 και επανάληψη των διακοινοτικών συνομιλιών, αλλά ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών απέρριψε την εισήγηση Κληρίδη και αντιπρότεινε σχέδιο, σύμφωνα με το οποίο η Κυπριακή Δημοκρατία θα ήταν δικοινοτικό-διζωνικό ομοσπονδιακό κράτος πολλών καντονίων, στο οποίο οι Τουρκοκύπριοι θα έλεγχαν το 34% του νησιού. Ο Ντενκτάς, πιο προχωρημένος, πρότεινε διζωνική ομοσπονδία, στην οποία το τουρκοκυπριακό ομόσπονδο κράτος θα κάλυπτε επίσης το 34% της έκτασης της Δημοκρατίας.
Ο Κληρίδης προχώρησε τότε σε μια σημαντική υποχώρηση και πρότεινε η συνταγματική δομή της Κύπρου να διατηρήσει το δικοινοτικό χαρακτήρα της και η ελληνική και τουρκική κοινοτική διοίκηση να ασκούν εξουσίες στις ζώνες που οι αντίστοιχοι πληθυσμοί έχουν πλειοψηφία. Η τουρκική πλευρά αρνήθηκε να συζητήσει την πρόταση Κληρίδη και ζήτησε τελεσιγραφικά να γίνουν αμέσως δεκτές οι τουρκικές προτάσεις. Ο Κληρίδης ζήτησε αναβολή 36 ή 48 ωρών για να μπορέσει να συνεννοηθεί με τον Μακάριο. Οι Τούρκοι απέρριψαν το αίτημά του και η δεύτερη Διάσκεψη της Γενεύης έληξε χωρίς αποτέλεσμα στις 3.30 το πρωί της 14ης Αυγούστου 1974. Είναι τότε που ο Γεώργιος Μαύρος έκανε την περίφημη δήλωσή του, ότι από την ατίμωση είναι προτιμότερος ο πόλεμος. Μόνο που η ατίμωση έγινε, αλλά η Ελλάδα δεν μπήκε στον πόλεμο! Οι άνθρωποι των Αμερικανών στην Αθήνα, στρατιωτικοί και πολιτικοί, έλεγχαν καλά τους κρίσιμους μηχανισμούς και δεν θα επέτρεπαν ποτέ κάτι τέτοιο. Υπεράνω όλων ήταν το ΝΑΤΟ και η νοτιοανατολική πτέρυγά του. Και η «θεωρητικοποίηση»
αυτής της στάσης: Η Κύπρος «κείται μακράν». Ας φρόντιζαν οι κραταιοί Θεοί να ήταν λίγο πιο κοντά!
Εξήντα πέντε λεπτά μετά το ναυάγιο της Διάσκεψης της Γενεύης, ξεκινούσε ο Αττίλας 2, στις 4.35 π.μ. Ένδειξη πως όλα ήταν προετοιμασμένα. Ο τουρκικός στρατός εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση σε όλα τα μέτωπα της Κύπρου. Οι μέρες της εκεχειρίας τού είχαν επιτρέψει πλήρη ανεφοδιασμό και ενίσχυση των θέσεών του. Οι Ελληνοκύπριοι έμειναν μόνοι να αντιμετωπίζουν τις ορδές των Τούρκων εισβολέων, αφού βοήθεια από την Ελλάδα δεν ερχόταν. Η Κύπρος κείται μακράν, ήταν η γνωστή επωδός. Και ύστερα, στο διονυσιακό κλίμα της «αποκατάστασης» της δημοκρατίας, για Λακεδαιμονίους θα νοιάζονταν τώρα; Ποιος ξέρει και ποιες δεσμεύσεις ανέλαβε ο Καραμανλής απέναντι στη κραταιά Ρώμη.
Έτσι, οι τουρκικές δυνάμεις, όταν στις 6 το απόγευμα της 16ης Αυγούστου συμφωνήθηκε κατάπαυση του πυρός, είχαν καταλάβει ολόκληρο το τμήμα που προνοούσε το Σχέδιο Ντενκτάς, σχέδιο που είχε εγκρίνει ο Κίσινγκερ, και επιπλέον την Αμμόχωστο, περιοχές των οποίων η έκταση αντιστοιχούσε στο 37% του κυπριακού εδάφους. Κατά την προέλασή τους, οι Τούρκοι στρατιώτες προέβησαν σε ανατριχιαστικές ωμότητες και πράξεις βίας.
Κάπως έτσι συνετελέσθη το τέλειο έγκλημα. Κι εμείς στο Παρίσι παρακολουθούσαμε αμήχανοι. Η συγκέντρωση στη Mutualite δεν έγινε τελικά. Είχαμε παραλύσει παρακολουθώντας τις εξελίξεις μέρα με τη μέρα και δεν ξέραμε, με τις συνεχείς αλλαγές, πού οδηγούνταν τα πράγματα. Από την άλλη, υπήρχαν τώρα σε Αθήνα και Λευκωσία πολιτικές ηγεσίες που διαπραγματεύονταν και που έκαναν ενέργειες στον διεθνή στίβο για την αντιμετώπιση της κατάστασης. Και οι μεγάλοι «αντιστασιακοί» των παρισινών σαλονιών, έσπευδαν πίσω στην Ελλάδα, να προλάβουν το μεγάλο πανηγύρι της δημοκρατίας και να διεκδικήσουν το μερίδιό τους στη δόξα, στην εξουσία και… στη μάσα. Μείναμε μόνοι… Όχι ακριβώς. Οι παλιοί του «Ματαρόα», Αξελός, Σβορώνος, Κρανάκη και λοιποί, δεν έφυγαν. Έμειναν μαζί μας. Φιλοσοφημένοι, με στοχασμό που ξεπερνούσε το εφήμερο, έβλεπαν περίλυποι τις εξελίξεις, αδύναμοι και αυτοί να κάνουν οτιδήποτε. Σε αυτούς προστρέχαμε τώρα, θέλαμε την παραμυθία τους, αλλά και τη συμβουλή τους. Και δεν μας την αρνήθηκαν.

 

 

ΝΟΜΑΔΑΣ (2017)

Α’ Η έξοδος

XLVI

Η επιστροφή του Αλέξανδρου στην Πενταλιά σημάδεψε τη ζωή μας. Άφησε πίσω του τη Βαβυλώνα που σχεδίαζε να κάνει πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας του και γύρισε να πεθάνει στην Πενταλιά. 0 άνθρωπος αγαπά την περιπλάνηση και την αυταπάτη. Η επαγγελία της αδύνατης επανάστασης
που κουβαλούσε πάντα μέσα του εναποτέθηκε στην Πενταλιά, κάπου είκοσι χιλιόμετρα από τους αφρούς της θάλασσας όπου γεννήθηκε η Αφροδίτη. Παρακαταθήκη εκείνου του άλλου, του Ονήσιλου, που σκοτώθηκε στην πεδιάδα της Σαλαμίνας για την κυπριακή, αλλά και την παγκόσμια ελευθερία.
Κι ύστερα ο άνεμος μετάφερε τα μηνύματα του Τσε Γκεβάρα από τη Λατινική Αμερική, αυτά του Αντώνη Οικονόμου από το Ναύπλιο και της Μαντώς Μαυρογένους από την Ύδρα.
Κι ύστερα, παράξενο, ενώ μιλούσες για τους ταλαιπωρημένους αγρότες της Πενταλιάς και τους εργάτες του μεταλλείου του Αμιάντου, τους τοκογλύφους και τη λάμπα πετρελαίου δίπλα στην οποία διάβαζες παιδί, η μάνα σου άναψε το ηλεκτρικό φώς. Μα εσύ ζητούσες τη λάμπα πετρελαίου.
– Πού είναι, μάνα, η λάμπα πετρελαίου;
– Α, την πέταξε από χρόνια ο πατέρας σου. Τι τη θέλεις τώρα; Κοίτα, όλα έχουν αλλάξει. Να, έχουμε και τηλέφωνο τώρα. Θυμάσαι τότε που έστελνες μηνύματα με αγγελιοφόρους; Τώρα σηκώνεις το τηλέφωνο από τη Βαβυλώνα, από την Κομμαγηνή και επικοινωνείς σε δευτερόλεπτα με την Πενταλιά. Κοίτα και την ηλεκτρική κουζίνα. Θυμάσαι τότε που έτρεχες να μαζέψεις κλαδιά και ξύλα να βράσω το φαί; Και το νερό πια στο σπίτι μας. Θυμάσαι τότε που τρέχαμε στη βρύση για νερό;
– Μάνα, όλα έχουν αλλάξει.
– Ναι, όλα. Κι οι άνθρωποι φύγανε μακριά. Ρήμαξε η Πενταλιά.
– Μάνα, γιατί; Άφησες φωνή γεμάτη θλίψη. Έδιωξε η πρόοδος τους ανθρώπους;
– Κάπως έτσι, γιε μου. Η Ευρώπη έκλεισε τα μαγαζιά, πήρε τη δουλειά από τους τεχνίτες. Ύστερα οι νέοι βρίσκουν σήμερα δουλειές στην πόλη με καλύτερες συνθήκες ζωής, με περισσότερα χρήματα. Γιατί να βασανίζονται στο χωριό; Πάλι, ξανά και ξανά, η ίδια ιστορία! Η Πενταλιά, η Ευρώπη, οι
τεχνίτες, η πρόοδος. Αν τουλάχιστον μπορούσες να τα περιμαζέψεις όλα αυτά σ’ ένα ποίημα.

Στην Πενταλιά ανθίσαν οι αμυγδαλιές, Αλέξανδρε. Κι η μάνα σου να περιμένει την επιστροφή σου από τα Γαυγάμηλα και την Κομμαγηνή. Πήγες πολύ μακριά, Αλέξανδρε. Καιρός να γυρίσεις, να προλάβεις τις ανθισμένες αμυγδαλιές. Κι ύστερα, σε περιμένουν οι πόλεις με τις ουρές στα συσσίτια, τις ουρές μπροστά στα κλειστά καταστήματα, τις ουρές μπροστά στα κλειστά εργοστάσια, τα παιδιά με τα λεκιασμένα ρούχα και τις πρησμένες κοιλίτσες στα φανάρια.
Στην Πενταλιά ανθίσαν οι αμυγδαλιές, Αλέξανδρε.
Κι ύστερα ο Αλέξανδρος μπήκε στις πόλεις. Τρομάξαν οι αστοί. Του στήσανε δόκανα. Τον κυνηγάνε ακόμη σαν τα άγρια θηρία.
Θυμάται τον Κεμάλ του Μάνου Χατζιδάκι:

Σαν ακούσαν οι αρχόντοι…
Κυνηγάν τον αποστάτη
να τον πιάσουν ζωντανό.

Θα τον αλλάξουμε τον κόσμο, Αλέξανδρε. Στην Πενταλιά οι αμυγδαλιές θα ανθίζουν κάθε άνοιξη. Είναι νόμος του Νεύτωνα. Κι ο Τσε, κι ο Αυξεντίου, κι ο Ονήσιλος, κι η Υπατία, κι ο Ροβεσπιέρος, κι η Μαντώ Μαυρογένους, κι ο Αντώνης Οικονόμου θα βαδίζουν πάντα αλληλέγγυοι στα στενά δρομάκια
της Πενταλιάς τις μεταμεσονύχτιες ώρες και θα βουλεύονται για ψωμί κι ελευθερία.

Ύστερα έγραψε στη μάνα του: «Φεύγω μάνα από το Παρίσι. Ό,τι είχε να μου δώσει αυτή η πόλη μου το έδωσε». Ήταν τότε που στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη για έναν σύντομο απολογισμό της ζωής του κι ας ήταν μονάχα τριαντάρης. Μύχιες σκέψεις, χαμένα όνειρα, ανεκπλήρωτοι έρωτες, συναισθηματικές ματαιώσεις ξετυλίγονταν με στωικότητα, παράπονο, αυτοσαρκασμό. Ένας μελαγχολικός μονόλογος του πρόωρα γερασμένου «επαναστάτη» που νόμισε πως θα άλλαζε τον κόσμο. Τώρα οι αυταπάτες τελείωσαν κι έφευγε από το Παρίσι, αφανής ταξιδιώτης. Ύστερα, διάβασε για πολλοστή φορά την τελευταία επιστολή της Ανδρομάχης. Έγραφε:

Αγαπημένε μου Απόλλωνα,
Θέλω να με πιστέψεις. Σε αγαπώ πολύ-πολύ. Θέλω να ζήσω μαζί σου. Ήταν πολλά πράγματα που αγνοούσα ή δεν καταλάβαινα. Κι άλλα που δεν ήξερα την ουσιαστική τους σημασία.
[…]
Γράψε μου πώς περνάς εσύ.
Αγάπη περιμένω.

Ανδρομάχη

Μήπως εγώ δεν αγνοούσα πολλά πράγματα ή δεν τα καταλάβαινα; Η Ανδρομάχη, η άλλη πλευρά της ζωής, η άλλη πλευρά του λόφου.
πλευρά του λόφου.

 

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ – ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

 

ΛΕΞΗΜΑΤΑ

Ασημίνα Ξηρογιάννη

«Fractal», Αύγουστος 2017

Συνομιλώντας με την Ιστορία

Ο Στέφανος Κωνσταντινίδης γεννήθηκε στην Κύπρο. Σπούδασε Φιλοσοφία, Κοινωνιολογία και Πολιτικές Επιστήμες στη Σορβόννη και στο Παρίσι (Docteur d’Etat). Είναι διευθυντής του Κέντρου Ελληνικών Ερευνών Καναδά (ΚΕΕΚ).
Έχει εκδώσει βιβλία Πολιτικής Επιστήμης, Κοινωνιολογίας και Ιστορίας, ενώ και έχει δημοσιεύσει δεκάδες επιστημονικά άρθρα. Έχει εκδώσει πέντε ποιητικές συλλογές και δύο συλλογές διηγημάτων.
Από το 1983 εκδίδει και διευθύνει το επιστημονικό περιοδικό «Etudes helleniques»/»Hellenic Studies». Μέσα σε αυτό έχει πολλάκις κάνει αφιερώματα στη λογοτεχνία της διασποράς, την κυπριακή λογοτεχνία, την ελληνική εκπαίδευση και σε θέματα διεθνών σχέσεων. Από το 1997 είναι επιστημονικός συνεργάτης του Πανεπιστημίου Κρήτης, στο πρόγραμμα «Παιδεία Ομογενών». Όλα αυτά για να δοθεί το προφίλ του Στέφανου Κωνσταντινίδη ο οποίος μας χαρίζει ένα πολύ ενδιαφέρον και ώριμο βιβλίο που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Βακχικόν». Τίτλος του βιβλίου «Λεξήματα». Γλωσσολογικός όρος που ίσως δίνει μια επιστημονική χροιά σε ένα βιβλίο ποίησης. Λέξημα είναι το σταθερό κομμάτι της λέξης που μένει μετά την αφαίρεση των προσφυμάτων και είναι φορέας σημασίας.

Ο Κωνσταντινίδης συνδιαλέγεται επιτυχώς με την Ιστορία και έχει πολιτική χροιά η ποίησή του. Είναι γοητευτικό πως η πολιτική σκέψη και η γνώση της ιστορίας εμπλέκεται και συμπλέει με τον ποιητικό λόγο. Παράλληλα υπάρχει έντονα η ανησυχία για τη Μοίρα του ανθρώπου καθώς και διάχυτο ένα κριτικό βλέμμα. ([…] Με συμφωνημένα ψέματα /μας κατάντησαν να ονειρευόμαστε/και μαύρα μεσοφόρια./Με συμφωνημένα ψέματα/να προχωράμε/κι ούτε που αντέχουμε να κοιταχτούμε στον καθρέφτη./Αναποδογυρίστηκε η ψυχή μας/γέμισε νεκρά πουλιά/το δωμάτιο/από έναν παράξενο θάνατο/που έρχεται/…[…]Επιστροφή στις Μυκήνες).

Στο ποίημα με τίτλο «Αν…» πόσο σοφή η διαπίστωση: «Δεν γίνονται επαναστάσεις/ με το αν…/Μας επιτρέπει όμως/να ονειρευόμαστε/αυτό το αν…/» Γενικά εμπεριέχει μια σοφία αυτό το βιβλίο, τα περισσότερα ποιήματα έχουν τη σωστή οικονομία και φτάνουν με άμεσο τρόπο και λιτά μέσα στο στόχο. Δηλαδή κάτι έχουν να μας πουν.

Εξαιρετική η σύνθεση με τίτλο «Οι λέξεις». Οι λέξεις που είναι φετίχ, οι λέξεις που δικάζουν και καταδικάζουν, οι άστεγες λέξεις που πληθαίνουν καταθλιπτικά καθώς περνούν τα χρόνια. Οι λέξεις με την βαριά ιστορία, τα πολλά πρόσωπα και τους πολλούς συμβολισμούς! Στο ποίημα «Στάχτες του ασυνειδήτου» ο ποιητής συνδιαλέγεται με την Οδύσσεια του Ομήρου. Δεόντως διακειμενικός, κρατά ισορροπίες και μας βάζει σε παράλληλα σύμπαντα, σε ιδιαίτερες διανοητικές διαδρομές. Ένα όμορφο ποίημα για τον Καβάφη, κάποια ποιήματα ποιητικής, ολιγόστιχο ποίημα πάνω σε γνωστό στίχο του Κώστα Μόντη, ένα ποίημα για τον Ηρόστρατο, πολλές αναφορές στην Κύπρο, αλλά και στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την Πενταλιά, και τα θέματά της. Πιάνεται κι αυτός όπως ο Καβάφης από ένα συμβάν, ή ένα ιστορικό πρόσωπο και το φιλτράρει ποιητικά με ενδιαφέροντα τρόπο χωρίς βερμπαλισμούς και χαοτικές πρακτικές. Ένα βιβλίο που αξίζει την προσοχή μας!

ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ

Ι

Έπρεπε να έχει
και η ποίηση τη μέρα της;
Ti είναι αυτό το κακό που τη βρήκε;

II

Μέσα μας
θα εκκρεμεί πάντα
ένας ποιητής
όσο να βρεθεί
ο πυροκροτητής
της εύθραυστης οροσειράς
των λέξεων
που μας κυκλώνουν

***

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ

Και να θυμάστε
αν ψάχνετε για κάποιο μεταφυσικό έρεισμα
υπάρχει πρωτίστως
η θρησκεία
και ο Μαρξ
και δευτερευόντως
ο στρουκτουραλισμός
τα σκυλιά
τα γατιά
και άλλα ζώα
ο μεταμοντερνισμός
ο φεμινισμός
ο αθεϊσμός
το ροκ
το νέο κύμα
η μεταγλώσσα
οι μετά-αλήθειες.
Τίποτε απ’ όλα αυτά
δε σας κάνει;
Σας μένει τότε
μόνο η ψυχανάλυση.
Εννοείται
με έναν καλό ψυχαναλυτή.

***

ΚΥΠΡΟΣ 2016

Και το μέλλον
να σου χαμογελά
με σάπια δόντια
και συ να ψάχνεις
στο εννοιόλεξο
τα συνώνυμα
και τα ομόρριζα
των χρησμών
που θα το προσδιορίσουν.
Και στον Όλυμπο
οι Θεοί γελάνε.

 

Λίλια Τσούβα

vakxikon.gr 16/9/2018

Ο δομισμός στην ποίηση του Στέφανου Κωνσταντινίδη

Ο Ρολάν Μπαρτ αποτελεί αναμφίβολα τη μεγάλη φιγούρα του δομισμού μετά τον Ελβετό γλωσσολόγο Φερντινάν ντε Σωσσύρ που έφερε στο προσκήνιο τη συμβατική, μη αναπαραστατική φύση της γλώσσας. Κλειδί για την κατανόηση των πραγμάτων, σύμφωνα με τον Μπαρτ, είναι η ένταξή τους σε μια ευρύτερη δομή αξιών, πεποιθήσεων και συμβόλων. Το σταθερό μέρος της λέξης, αυτό που μένει μετά την αφαίρεση όλων των προσφυμάτων και επιθημάτων, το ονόμασε Λεξήματα.

Τον όρο «Λεξήματα» χρησιμοποιεί ως τίτλο και ο Στέφανος Κωνσταντινίδης για τη νέα του ποιητική συλλογή. Γεννημένος στην Πενταλιά της Κύπρου, με σπουδές στην Ελλάδα και τη Γαλλία, διετέλεσε επί χρόνια καθηγητής στα πανεπιστήμια του Λαβάλ, του Κεμπέκ και του Μόντρεαλ του Καναδά. Έλληνας της διασποράς μετακινείται συνεχώς ανάμεσα σε Κύπρο, Ελλάδα, Καναδά. Κοσμοπολίτης με ευρεία μόρφωση, πλούσιο συγγραφικό έργο και τεράστια συμβολή στην προώθηση των ελληνικών γραμμάτων στο εξωτερικό.

Στην ποίησή του ανευρίσκουμε στοιχεία δομισμού. Όπως ο Μπαρτ αφαιρεί τα προσφύματα και τα επιθήματα από τις λέξεις, ο Στέφανος Κωνσταντινίδης, απομακρύνει τις συμβάσεις των λέξεων και αποκαλύπτει τη διαρρηγμένη ενότητα πίσω από τα σημειωτικά συστήματα. Η ποίησή του οργανώνεται μέσα από παραλληλισμούς και έντονα φορτισμένες αλληγορίες, μέσα από δυαδικές συνδέσεις που σχετίζονται με βασικά δίπολα. Το κυριότερο δίπολο με το οποίο κινείται είναι η ελληνική – ρωμαϊκή αρχαιότητα- από τη μια- και η σύγχρονη εποχή, η εποχή της μετανεωτερικότητας- από την άλλη. Τις εποχές τοποθετεί σε μια συνεχή σύγκριση και αλληλοπλοκή.

Με βάση το συμβολικό κώδικα του Ρολάν Μπαρτ, οι δομές των αντιτιθέμενων στοιχείων είναι ο θεμελιώδης τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται και ταξινομούν την πραγματικότητα. Ο Στέφανος Κωνσταντινίδης, αν μελετήσουμε την ποίησή του σύμφωνα με τον κώδικα του Μπαρτ, ερμηνεύει το παρόν μέσα από τους συνεχείς παραλληλισμούς, τις αντηχήσεις, τις αντιθέσεις που προκύπτουν από τις δυαδικές δομές, τις δυάδες των ζευγαρωτών αντιθέτων, ενώ μέσα από τη συνεχή διαπλοκή του παρελθόντος με τη σύγχρονη πραγματικότητα, αποκαλύπτει την υποκείμενη καθολική δομή, τα επαναλαμβανόμενα θεματικά μοτίβα.

Εν Αθήναις, Ιούλιος 2015 π. Χ.

Και οι Ούννοι
έφτασαν ως τις Θερμοπύλες
απειλητικοί
και κανένας Λεωνίδας
δεν προστατεύει πια τα στενά.
Κι αύριο
ποιος ξέρει
ενδεχομένως θα αναπέμψουν
τις προσευχές τους
από την Ακρόπολη
μέσα από τον Παρθενώνα.
Μαζί τους
Μπορεί να συμπροσευχηθούν
και οι ολιγαρχικοί.
Αυτοί ούτως ή άλλως
πάντα πρόδιναν
τη Δημοκρατία της Αθήνας
στο όνομα του ρεαλισμού
και ενάντια στον όχλο
και τους δημαγωγούς.
Το πρακτορείο Ρόιτερ
σε νεότερο τηλεγράφημά του
μεταδίδει την είσοδο στην Αθήνα
της έφιππης εμπροσθοφυλακής των Ούννων
ενώ ο αρχηγός τους υποσχέθηκε
μια νέα κυβέρνηση στους ιθαγενείς
κυβέρνηση, λέει, εθνικής ευθύνης.
Αναζητείται πρωθυπουργός.
(Με επώνυμον Επιτροπάκης
θα θεωρηθεί προσόν).

«Μέσα σ΄ ένα σύμπαν στερημένο ξαφνικά από ψευδαισθήσεις και φώτα, ο άνθρωπος νιώθει σαν ξένος», έγραφε ο Καμύ. Αυτή την αίσθηση της αποξένωσης παιανίζουν αρκετά ποιήματα του Κωνσταντινίδη. Έναν κόσμο που δεν γνωρίζει ηθική, με τη φρίκη και τη δυστοπία να έχει εισβάλει στην καθημερινότητα.

Η ποίησή του είναι κυρίως πολιτική. Τον απασχολούν τα πολιτικά ζητήματα της δημοκρατίας, της Ελλάδας, της Κύπρου, αλλά και η χρεοκοπία του πολιτισμού, η απομυθοποίηση των ιδεολογιών, η απαξίωση προς τις μεγάλες αφηγήσεις και τα μοντέλα του παρελθόντος. Εξάλλου, οι πολυπλόκαμες σπουδές του στα πεδία της Φιλολογίας, της Κοινωνιολογίας, των Πολιτικών Επιστημών, όπως και η ευρεία παιδεία του, ανοίγουν κατά πολύ το φάσμα της ποιητικής θεματικής.

Σκούριασαν το όνειρά μας
Μελπομένη
όπως τα πόμολα
στις παλιές πόρτες.
Σκούριασαν
και οι σιδερωμένες αλήθειες
που μας σερβίρουν.
Σκούριασαν
κι οι ένοπλοι έρωτές μας.
Μείναμε από οράματα
ξεμείναμε από μέλλον.
εδραιώθηκε
μια ξένη άνοιξη
βαρβαρική
και ντυθήκαμε κουρέλια
από το σεληνόφως.
Σ΄ ένα σκοτεινιασμένο υπόγειο
προχωρεί η μετεξέλιξή μας
σε πετρώματα
λουλουδιών και πεταλούδων.

Επικρατεί ως μοτίβο η διάψευση. Επικρίνεται η μεταμοντέρνα νοοτροπία, η καταναλωτική κοινωνία, ο τεχνολογικός πολιτισμός, η ολοκληρωτική επικράτηση της αισθητικής των μέσων που χειρίζονται τα πάντα, από την ιστορία και την πολιτική, έως το σώμα, την ψυχολογία, την ίδια την έννοια του εαυτού. «Στην κουλτούρα του μεταμοντέρνου δεν τίθεται πλέον θέμα μίμησης ούτε αντιγραφής, ούτε καν παρωδίας. Είναι μάλλον ζήτημα υποκατάστασης του ίδιου του πραγματικού από σημεία του πραγματικού», έλεγε ο Μπωντριγιάρ. Η ποίηση του Κωνσταντινίδη εκφράζει τους προβληματισμούς του ανθρώπου της μετανεωτερικότητας, που ζει σ΄ έναν μεσοποιημένο πολιτισμό (media society).

Τα εργοστάσια υποχώρησαν
στις πιέσεις
των ηλεκτρονικών υπολογιστών
και των επουράνιων δορυφόρων.
Οι εργάτες
σκόρπισαν
πλανόδιοι
άνεργοι
και ανέστιοι
στις γειτονιές
των αγγέλων.
Από τη θεματολογία δεν απουσιάζει φυσικά ο έρωτας, η γυναίκα, ο φεμινισμός, ο θάνατος, η ξενιτιά, το όνειρο, όπως και στοχασμοί γύρω από την ποίηση.
Η Ναυσικά λοιπόν
στο νησί των Φαιάκων
ήταν ο τελευταίος πειρασμός.
Η Πηνελόπη κέρδισε τη μάχη
καθώς δεν κατείχε
τη θεωρία του μεταμοντερνισμού
και αυτή των τραυμάτων
των χρωμάτων
αρνούμενη τη θεραπεία
στη βάση των φροϋδικών μεταβλητών
που της προτάθηκε.
Προτίμησε τη δοκιμασμένη
θεραπεία του αργαλειού της.
Ασχέτως των ανέραστων
ανοίξεων
που χαραμίστηκαν
κι οι παλαιοντολόγοι αδυνατούν
να αποκαταστήσουν
το πρόσωπό τους.

Ποίηση στοχαστική η ποίηση του Κωνσταντινίδη, αφήνει να διαφανεί ο βαθύς προβληματισμός μιας προσωπικότητας που διαβλέπει με τρόμο την ιστορία να επαναλαμβάνεται, συγκλονίζεται από τις άστεγες, ανήμπορες, ισχνές πλέον λέξεις των διαχρονικών αξιών και την επικράτηση λέξεων επικινδύνων, από την ελαφρότητα που βαφτίζεται βαρύτητα. Για το λόγο αυτό στις πολιτικές και κοινωνικές του συνθέσεις επικρατεί το αρνητικό λεξιλόγιο. Ουσιαστικά και επίθετα μη θετικά, (σκουριά, θάνατος, αίμα, λιποψυχία, αφανισμός, φυλακή αόρατη, όνειρα αλυσοδεμένα, δόντια σάπια). Το χωρίς έχει την τιμητική του (χωρίς κουπιά, χωρίς φτερά) και το ύφος είναι ιδιαίτερα δηκτικό.

Υπάρχουν βέβαια και ποιήματα με πιο ανάλαφρο ύφος- χαριεντίζον- και λεξιλόγιο καθημερινό.

Έπρεπε να έχει
και η ποίηση τη μέρα της;
Τι είναι αυτό το κακό που τη βρήκε;

Ο ποιητικός λόγος δομείται μέσα από την επανάληψη λέξεων κλειδιών, το σχήμα του κύκλου, τη συνυποδήλωση, τις ισοδυναμίες συλλαβών και ήχου, τους επιτονισμούς. Αυτοδύναμες λεκτικές εικόνες, συλλογισμοί, σκωπτικός τόνος, αποτελούν σταθερά στοιχεία της συλλογής.

Μην αδειάσουν κάποτε
Και την έννοια του ανθρώπου
και δεν έχουμε
πού την κεφαλήν κλίναι.
Μην αδειάσουν κάποτε
και την έννοια της ποίησης
πυροβολώντας στο ψαχνό
την άνοιξη!
Και μείνουμε
χωρίς τη Θεία Κοινωνία
μακριά από τους Δελφούς
χωρίς το Θαλή το Μιλήσιο
τον Αναξαγόρα
τον Παρμενίδη
το Δημόκριτο
το τέλος του μύθου.
Να περισώσουμε τουλάχιστον
στις ακτές της Ιωνίας
την κιβωτό του Ηράκλειτου
με τα αποσπάσματά του.

Ο στίχος διέπεται από μινιμαλιστική αισθητική παρά τις όποιες λυρικές εξάρσεις. Η οργή ωστόσο είναι συγκρατημένη, η έκφραση του προσωπικού πόνου λεπτή, ο λόγος βγάζει μια περηφάνια, μια νηφαλιότητα. Η συνεχής αλληλεξάρτηση μεταξύ δημόσιας και ιδιωτικής σφαίρας, ιστορίας και πολιτικής, διαμορφώνουν μια περίτεχνη κειμενική διεργασία αρμός της οποίας είναι τα συνεχή λογοπαίγνια και το παιχνίδι των συνειρμών.

Γνώρισμα της συλλογής είναι επίσης η διακειμενικότητα με τη μορφή είτε της έμμεσης ή αυτούσιας ενσωμάτωσης και αναφοράς σε άλλα κείμενα λογοτεχνικά, είτε της σύνδεσης με κείμενα μη λογοτεχνικά, όπως η ειδησεογραφία των εφημερίδων, συχνή αφορμή του ποιητικού του στοχασμού. Συνομιλεί ολοφάνερα με την ποίηση του Σεφέρη, του Αναγνωστάκη, του Κώστα Μόντη. Αποσπάσματα του ποιητικού τους λόγου εισβάλλουν αυτούσια ή έμμεσα. Όμως ο Κωνσταντινίδης είναι επί το πλείστον καβαφικός ποιητής. Η επίδραση του Καβάφη είναι εμφανής στη δομή, τη θεατρικότητα, τους συνεχείς ιστορικούς υπαινιγμούς και τη λεπτή ειρωνεία των ποιημάτων του.

Η συλλογή Λεξήματα του ποιητή, συγγραφέα και πολιτικού αναλυτή Στέφανου Κωνσταντινίδη είναι μια συλλογή που αξίζει να διαβαστεί όχι μόνο για το βάθος των νοημάτων, τις καίριες πολιτικοκοινωνικές αναφορές της, αλλά και για την αμεσότητα, την υποβλητικότητα του λόγου.

Όνειρα

Ι
Θα βρέξει, λένε όνειρα
μην πάρετε μαζί σας ομπρέλες.

ΙΙ

Να ονειρεύεστε
να ονειρεύεστε πολύ
τα όνειρα
είναι η πύλη
της αιωνιότητας
και η ανέλπιδη προσδοκία
του ποιητή
πέρα από το θλιμμένο
πρόσωπο των καιρών
και αυτό του θανάτου.
Τα όνειρα είναι ζεστά
στίγματα εκφυγής
από τη λατρευτική
ενός λευκού θανάτου.

 

ΝΟΜΑΔΑΣ  Β’ Εκβάτανα

 

ΣΤΕΛΙΟΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ

Ο Φιλελεύθερος, 24 Ιουλίου 2018

Νομάδας Β΄Εκβάτανα

Στο τέλος, αυτό συμβαίνει με τους ποιητές που γράφουν πεζά, η ποίηση δεν τους εγκαταλείπει, τους αρέσουν τα παιχνίδια με την ιστορία, τη φιλοσοφία, την αυτογνωσία, αφήνονται ελεύθεροι, γράφουν κι έτσι τους χαιρόμαστε. Ο Μεγαλέξαντρος, η Ρωξάνη η Οφιλία, τα Εκβάτανα και όσα μας ταξιδεύουν, αλλά πάντα επιστρέφουν στην Πενταλιά. Το μέγα δίδαγμα. Από κει που ξεκίνησες, εκεί να επιστρέψεις.
Ο συγγραφέας ξέρει να διαβάζει κάτι παραπάνω από Ιστορία, έλεγχος και κριτική των πηγών, ο επιστήμονας δεν υποχωρεί μπροστά στο μυθιστοριογράφο, που κυκλώνει το θέμα, και περικυκλώνει τους αναγνώστες μέσα στον λαβύρινθο των σκέψεων, γνώσεων και προβληματισμών του, με ωραίες όμως αναφορές, μυθικές και ποιητικές, αφού ο λογοτέχνης μπορεί να πάει πιο πέρα από τον ιστορικό, δεν παύει όμως να είναι ο επαναστάτης, που ταυτόχρονα παλεύει για την ανατροπή δικτατοριών και φιλοσοφεί για τη δομή των λογοτεχνικών έργων.
«Είμαστε όλοι ξεριζωμένοι από κάπου». Μια χαρακτηριστική φράση μεστή περιεχομένου, ανάμεσα στις ιστορίες μελών της οικογένειας αλλά και της γενικότερης προσφυγιάς που επικρατεί σήμερα στον κόσμο μας. Κι έτσι με μια μονοκοντυλιά, φεύγουμε από την Πενταλιά, πάμε στην Αίγυπτο, στην Αθήνα και μάλιστα στο Παρίσι, τον καιρό των μεγάλων ονομάτων όπως του Σαρτρ, του Ντε Γκολ, του υπαρξισμού ως φιλοσοφίας και τρόπου ζωής και τις συζητήσεις για το επαναστατικό πνεύμα των Γάλλων, με θέσεις και αντιθέσεις, λόγο και αντίλογο.

Τον ίδιο καιρό στην Κύπρο δρα η ΕΟΚΑ Β’ ο Μακάριος και ο Γρίβας, ο καθένας στις θέσεις του, το μέλλον αόρατο αλλά οδυνηρό. Ζούμε με τον συγγραφέα για λίγο το Λονδίνο και παρακολουθούμε τις προσωπικές σχέσεις του με την Ανδρομάχη, οι πολιτικές αναλύσεις μαρξιστικού τύπου και Θουκυδίδειας έμπνευσης εμπλέκονται στις ερωτικές σχέσεις, η διαπλοκή καλλιτέχνη και επιστήμονα είναι εμφανής.
Το Πολυτεχνείο κατεβάζει Παπαδόπουλο και ανεβάζει Ιωαννίδη, από δικτατορία σε δικτατορία, συναντήσεις Καραμανλή το 1973 με Αμερικανούς, αλλά πάντα τα αρχεία για τον μελετητή είναι ελεγμένα. Το πραξικόπημα εναντίον του Μακαρίου γίνεται ενώ ο συγγραφέας βρίσκεται στο Παρίσι. Η αγωνία, οι προσπάθειες να διευρυνθεί η ομάδα με Ελλαδίτες ονόματα ξακουστά της εποχής, ίσως βοηθήσουν. Η εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο είναι γεγονός, όπως και οι προσπάθειες να κατανοήσουν, να διαφωτίσουν, να επιδράσουν, η ομάδα των φοιτητών στη Γαλλία. Η εξιστόρηση των γεγονότων, των κύριων επεισοδίων, των πρωταγωνιστών, της πτώσης της Κύπρου.
Η συνάντηση στο Παρίσι του συγγραφέα με έναν Κύπριο φοιτητή που σπούδαζε στη Μόσχα του έδωσε την ευκαιρία να μάθει για τη ζωή στη Σοβιετική Ένωση. Ο Στέφανος είναι ένας καλός συζητητής, ξεψαχνίζει, ρωτά τα ουσιώδη, μαθαίνει και ταυτόχρονα διδάσκει, διαφωτίζει.
Επιστρέφουμε στα γεγονότα της κυπριακής τραγωδίας, βιασμοί, προσφυγιά, πού και πώς να εξαντλήσει το βάρος των γεγονότων ο συγγραφέας, πώς θα τα έλεγε ο Καβάφης, ποια θα ήταν η στάση του Σεφέρη; Μια σειρά πολεμικών γεγονότων, με τον απαραίτητο έρωτα να απαιτεί τα της ζωής μέσα στις μέρες του θανάτου, κι η πρόσκληση για το Λονδίνο, να αναλάβει μια εφημερίδα παροικιακή. Εκεί οι Κύπριοι εργοστασιάρχες, οι εφημερίδες, η Εκκλησία, οι φοιτητές και τα κόμματα της αριστεράς εκεί. Μια γνωριμία με τον κυπριακό κόσμο μας του εξωτερικού. \

Δεν μπορεί να πει κανείς στον συγγραφέα, έτσι γράφεται ένα μυθιστόρημα
Στο μυθιστόρημα μαθαίνεις πράγματα από πρώτο χέρι, από άνθρωπο που είχε την ευκαιρία στη ζωή του και τις εμπλοκές σε καταστάσεις και τις γνωριμίες με ανθρώπους, έναν οραματιστή, επαναστάτη, που μέσα από τις γνώσεις και τη δίψα του διευρύνει τους ορίζοντές του και με τα επιστημονικά του εργαλεία αναλύει και μαθαίνει συνεχώς, ώστε να μεταδίδει στον αναγνώστη το κλίμα της εποχής, τους προβληματισμούς και τις καταστάσεις.
Ευτυχώς δεν μπορεί να πει κανείς στον συγγραφέα, έτσι γράφεται ένα μυθιστόρημα, γιατί έχουμε μπροστά μας ένα κείμενο/περίληψη όλων των κειμενικών ειδών, από ποίηση, πολιτική ανάλυση, Ιστορία, παράθεση κειμένων παντός είδους, ένας πολύπλευρος συγγραφέας ένα πολύπτυχο κείμενο μας δίνει, με τις λογοτεχνικές ποιητικές νησίδες του, τον φιλοσοφικό του λόγο, τη ρεαλιστική του γραφή, τις εμβαθύνσεις στη γνώση και ανάλυση γνωστών του περιοχών του επιστητού.
Η ανατροφή του μικρού παιδιού τους, οι θεωρίες του Πιαζιέ, οι προβληματισμοί για τη δεύτερη διατριβή του, μας περιδιαβάζουν σε μεθοδολογικά επιστημονικά θέματα ανάμικτα με τη φαντασία και τις σημαντικές γνωριμίες του με προσωπικότητες της εποχής. Βιβλία που διάβασε, θεωρίες μαρξιστικές στη βάση τους, η αντίθεση ανάμεσα στο ατομικό και στο κοινωνικό, αντιθέσεις χαρακτήρων και μια δική του οπτική γωνία μελέτης των πραγμάτων.

Η πολιτική ζωή της δεκαετίας του 60
Η συγγραφή της δεύτερης διδακτορικής διατριβής, με θέμα την πολιτική ζωή της δεκαετίας του 60 περίπου, με την αποστασία, το Ιουλιανό πραξικόπημα, μας παραπέμπουν σε γεγονότα που ζήσαμε. Παίρνει το δοκτοράτο και ο προβληματισμός για το μέλλον συνεχίζεται, τα όνειρα και η πραγματικότητα. Μια επίσκεψη της οικογένειας στην Ισπανία ξαναφέρνει τον ζωντανό ρυθμό στην αφήγηση, την οπτική και δραματική της υφή, ιδιαίτερα χάρη στην ύπαρξη του μικρού Ιάσονα. Κι ύστερα η επίσκεψη στη Λισαβόνα, η επανάσταση μια μαγική λέξη, ελκυστική, κι η επιστροφή στο Παρίσι. Η εναλλαγή των ονομάτων των πρωταγωνιστών, η εναλλαγή μυθιστορημάτων, μέσα από το ένα να βλέπει τη συνέχεια ή σαν καθρέφτη το άλλο, πραγματικότητα και φαντασία, είναι στη διαρκή ροή του έργου.
Η καταφυγή σε γραφές άλλων, στο ημερολόγιο της Νεφέλης, στο μυθιστόρημα με αρχικά άλλης συγγραφέως, σε συνομιλίες με φίλους, στην προσπάθεια να παρουσιάσει αλλά προπάντων να ερμηνεύσει τα γεγονότα, βοηθούν το μυθιστόρημα να κυλίσει άνετα, στην ποικιλία των γραφών.
Βρισκόμαστε στη μεταπολίτευση, η Κύπρος έχει πληρώσει το τίμημα, ο Καραμανλής και η διακυβέρνησή του, η προσπάθεια των λοιπών να κατανοήσουν τι συμβαίνει, να αποσιωπήσουν το Κυπριακό προβάλλοντας συνεχώς το Πολυτεχνείο.
Και βρισκόμαστε στην Αμερική, ύστερα βέβαια από προβληματισμούς, γνώσεις, στάσεις και αντιστάσεις. Όμως, έστω και με δεύτερο δοκτοράτο, το Δημοτικό της Πενταλιάς δεν το ξεχνά, και αναζητεί το απολυτήριο του Δημοτικού του Σχολείου, επιστροφή στην παιδική αθωότητα, στη γενέθλια γη.
Είναι μερικές σελίδες ωραιότατες, γιατί ασχολούνται με το ωραιότατο, τον έρωτα, πλατωνικό ή μη, πραγματοποιημένο ή στις απαρχές της φαντασίας.
Η ιστορία όμως κάπου πρέπει να κλείσει, κι αυτό θα γίνει βέβαια στην Κύπρο, στην Πενταλιά βασικά. Ο επίλογος έστω μια περιληπτική θεωρητική τοποθέτηση για το εγχείρημα της συγγραφής. Μεγάλο πρόβλημα το μυθιστόρημα, η συγγραφή, ο γενέθλιος τόπος, η παιδική ηλικία, η Ιστορία των ιδεών και των πολιτικών εξελίξεων.
Ο Νομάδας Β΄Εκβάτανα, αποτελεί μια πλούσια κιβωτό. Ο αναγνώστης αμειφθήσεται.

 

Νομάδας, Α΄ Η έξοδος

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΒΟΥΤΟΥΡΗΣ
Καθηγητής Νεοελληνικής Λογοτεχνίας
Πανεπιστήμιο Κύπρου

Στέφανου Κωνσταντινίδη, Νομάδας, Α΄ Η έξοδος,ΒΑΚΧΙΚΟΝ 2017

Το βιβλίο του Στέφανου Κωνσταντινίδη τιτλοφορείται Νομάδας / Α΄ Η έξοδος / [Τριλογία] / [Μυθιστόρημα], Αθήνα, εκδόσεις Βακχικόν, 2017. Η ιστορία όπως θα δούμε ξεκινά το 1941 και εξακτινώνεται από το μικρό και ταπεινό χωριό Πενταλιά της επαρχίας Πάφου, γνωστό για την Παναγία του Σίντη, στην κοιλάδα του ποταμού Ξερού.
Ας ξεκινήσω όμως με κάποιες παρατηρήσεις σχολαστικού κριτικού-φιλολόγου για το εξώφυλλο και τη σελίδα του τίτλου, επειδή από εκεί ξεκινά ή πρέπει να ξεκινά η ανάγνωση ενός βιβλίου. Η λέξη «Νομάδας» λοιπόν σημαίνει βεβαίως «περιπλανώμενος» και μπορεί προφανώς να ταυτιστεί με τον ήρωα του μυθιστορήματος ή με τον Στέφανο Κωνσταντινίδη, εάν ο ήρωας του μυθιστορήματος δεν είναι άλλος από τον συγγραφέα του. (Για τη σχέση αφηγητή, συγγραφέα και πρωταγωνιστή του βιβλίου θα επανέλθω στη συνέχεια). Κατά τα άλλα: «Έξοδος», είναι ο τίτλος του πρώτου βιβλίου της μυθιστορηματικής τριλογίας, ενώ η πρώτη επεξήγηση σε αγκύλες [«Τριλογία»] αποτελεί υπεσχημένη συγγραφική δέσμευση. Εάν είχαμε στα χέρια μας τους και τρεις τόμους, ολοκληρωμένη δηλαδή την τριλογία, θα συζητούσαμε με διαφορετικούς όρους και θα μπορούσαμε να σημασιοδοτήσουμε με ασφάλεια και τον τίτλο του πρώτου μέρους «Έξοδος» μια λέξη με ηρωικές και θρησκευτικές συνδηλώσεις. Για την ώρα κρατάμε τη λέξη-τίτλο στην άκρη, ως πρώτο ζητούμενο.
Η δεύτερη επεξήγηση σε αγκύλες αφορά το είδος του κειμένου: [«Μυθιστόρημα»]. Τι χρειάζεται, θα μπορούσε να διερωτηθεί κανείς αυτός ο ειδολογικός προσδιορισμός στο εξώφυλλο του βιβλίου; Θα μπορούσε ο αναγνώστης να το εκλάβει ως κάτι διαφορετικό; Ως χρονικό ας πούμε ή ως απομνημόνευμα ή ως αυτοβιογραφία; Η απάντηση είναι, ναι. Υπάρχει ένα ζήτημα ειδολογικού προσδιορισμού. Η επιθυμία του συγγραφέα να προσδιοριστεί το βιβλίο ως «μυθιστόρημα» έχει επομένως τη σημασία της και θα αναφερθώ σε αυτήν στη συνέχεια.
Η ιστορία όπως σας είπα ήδη ξεκινά σε ένα ξεχασμένο από τον θεό και τους ανθρώπους χωριό της Κύπρου στα 1941, στις αρχές του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου. Οι πρώτες περιγραφές αφορούν τη φύση και τους βασανισμένους από τη φτώχεια λιγοστούς κατοίκους του. Ηθογραφία, λοιπόν; Λησμονημένες, εικόνες της αγροτικής Κύπρου και μυθιστόρημα χαρακτήρων; Η απάντηση σε αυτή την περίπτωση είναι όχι, αν και δεν λείπουν από το μυθιστόρημα υποδειγματικές ηθογραφικές σελίδες. Ο αφηρημένος πίνακας εξάλλου στο εξώφυλλο του βιβλίου (υποθέτω πως μπήκε με τη συναίνεση του εκδότη και του συγγραφέα) στη συνείδηση του αναγνώστη λειτουργεί προγραμματικά ως υπόδειξη, ως υποβολή: απαγορεύει δηλαδή οποιαδήποτε συσχέτιση του βιβλίου με την παραδοσιακή ηθογραφική αφήγηση, ενω παράλληλα το συνδέει με τον μοντερνισμό. Πρόκειται για έναν χαρακτηριστικό πίνακα του σπουδαίου ρώσου μοντερνιστή ζωγράφου και θεωρητικού Βασίλι Καντίνσκι. Αλλά ποια σχέση μπορεί να έχει ένας πίνακας ενός εμβληματικού και ανήσυχου, καινότροπου καλλιτέχνη με ένα μυθιστόρημα το οποίο έχει ως σημείο αναφοράς την Πενταλιά; Δεν θα άρμοζε περισσότερο ένας πίνακας αναπαράσταση του Κόσμου της Κύπρου (μια λεπτομέρεια από τον πίνακα του Διαμαντή για παράδειγμα) ή μια ηθογραφική φωτογραφική απεικόνιση απλών χωρικών ή έστω ενός παραδοσιακού σπιτιού, όπως η φωτογραφία στην πρόσκληση των διοργανωτών της αποψινής εκδήλωσης; Σημασία όμως δεν έχει τι θα προτιμούσαμε, ενδεχομένως, εμείς αλλά τι υπάρχει. Και αυτό που υπάρχει στο εξώφυλλο είναι ένας μοντερνιστικός πίνακας με έντονα χρώματα και θραυσματικά, διασπασμένα και απροσδιόριστα αντικείμενα. Δαιδαλώδης, κατακερματιστισμένος, ασυνεχής και αδιέξοδος όπως ακριβώς ο σύγχρονος κόσμος ή όπως ο Νομάδας ήρωας του βιβλίου: ο περιπλανώμενος σύγχρονος άνθρωπος ή ο λαβύρινθος της ψυχής, των σκέψεων και των ιδεολογιών του.
Η ιστορία, τώρα, επιμερίζεται σε 46 αριθμημένα άτιτλα κεφάλαια, ο αφηγηματικός λόγος εκφέρεται άλλοτε σε τρίτο και άλλοτε σε πρώτο γραμματικό πρόσωπο, ενώ στον ρόλο του αφηγητή εναλλάσσονται δύο εκ πρώτης όψεως διαφορετικά πρόσωπα: το πρώτο, ο κύριος αφηγητής (ο οποίος προφανώς μπορεί να συσχετιστεί με τον συγγραφέα), πανεπιστημιακός, εγκατεστημένος στο Μόντρεαλ του Καναδά, γεννημένος το 1941, επιστρέφει συνεχώς, ενίοτε νοερά με τη μνήμη του, στον γενέθλιο τόπο του, την Πενταλιά της Πάφου. Το δεύτερο πρόσωπο-αφηγητής, ο Απόλλωνας Θρασυβουλίδης, ο πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος, γεννημένος από φτωχή οικογένεια στην Πενταλιά, στις 28 Φεβρουαρίου 1941, απόφοιτος του Κολεγίου Πάφου (το οποίο είχε ιδρύσει και διηύθυνε ο ο θεολόγος Κώστας Λιασίδης), με σπουδές αργότερα στην Αθήνα, στη Φιλοσοφική Σχολή, και ακολούθως στο Παρίσι.
Φαντάζομαι ότι κάποιοι από εσάς εύλογα έχετε ήδη αρχίσει να διερωτάστε αν πρόκειται πράγματι για δύο διαφορετικά πρόσωπα ή μήπως ο Απόλλωνας είναι Στέφανος και ο Στέφανος Απόλλωνας. «Όμως, ρε Στέφανε, να φέρουμε τον πατέρα σου από το χωριό, να τον στεναχωρήσουμε και προπάντων να χάσει ένα μεροκάματο είναι κρίμα. άλλωστε πια είσαι ολόκληρος άντρας», λέει στον Απόλλωνα ο γυμνασιάρχης Λιασίδης, ο οποίος όπως μας πληροφορεί ο αφηγητής πολλές φορές συνήθιζε να τον αποκαλεί Στέφανο αντί Απόλλωνα. Οι δύο πάντως συμπορεύονται ως το τέλος του μυθιστορήματος. Οσυγγραφέας-αφηγητής μαλιστα παραθέτει ενίοτε αποσπάσματα από το ημερολόγιο του Απόλλωνα ή εν γένει από τα χαρτιά του και συνομιλεί χωρίς να συμφωνεί πάντα μαζί του («Σήμερα είχα μια ενδιαφέρουσα συζήτηση με τον Απόλλωνα», σ. 191).
Ο δισυπόστατος λοιπόν Janus bifrons αφηγητής, με τα δύο πρόσωπα, Στέφανος Απόλλωνας είναι το πρώτο ενδιαφέρον αφηγηματικό επινόημα του συγγραφέα. Απ’ εκεί και πέρα εκ των πραγμάτων η ταύτιση του συγγραφέα-αφηγητή με τον πρωταγωνιστή του βιβλίου του θέτει σύνθετα θεωρητικά ζητήματα, με κυριότερο το ζήτημα των ορίων ανάμεσα στο μυθιστόρημα και στην αυτοβιογραφία. Μήπως, με άλλα λόγια ο Στ. Κωνσταντινίδης μάς παρέδωσε τον πρώτο τόμο ενός τρίπτυχου μυθιστορήματος ή τον πρώτο τόμο της αυτοβιογραφίας του; Και τι είναι αυτό που οριοθετεί το μυθιστόρημα από την αυτοβιογραφία; Μια γενική απάντηση είναι η εξής: στην αυτοβιογραφία ο συγγραφέας, ο αφηγητής, και ο πρωταγωνιστής ταυτίζονται είναι το ίδιο πρόσωπο. Αυτό δεν μπορεί να συμβαίνει στο μυθιστόρημα για τον πολύ απλό λόγο ότι ο κόσμος του μυθιστορήματος είναι πλασματικός, επινοημένος από τον συγγραφέα. Σταματώ εδώ τα θεωρητικά, με μια επισήμανση. Ο Στ. Κωνσταντινίδης θέτει αυτοβούλως το ζήτημα του ειδολογικού προσδιορισμού. Διαβάζω τη σχετική αναφορά (σ. 31):
“…. Είμαι ένας νομάδας που περιστρέφεται γύρω από τη γη. Κάθισα δύο μέρες στην Πενταλιά. Εδώ το κλίμα είναι διαφορετικό. Αναπόλησα το παρελθόν και ατένισα το μέλλον. Κάπως έτσι ξεκίνησε να γράφεται αυτή η αναφορά. Δεν ξέρω αν θα την πούνε μυθιστόρημα, χρονικό ή τι άλλο. Γράφει κανείς ανασύροντας μνήμες και πράγματα από το βαθύ υπόστρωμα όσων έχει ζήσει, όσων έχει ακούσει και όσων έχει διαβάσει. Και καμιά φορά, από μια λεπτομέρεια, έστω και ευτελή, μπορεί να δημιουργηθεί ένα ολόκληρο σύμπαν. Σημασία έχει πως αποδώ ξεκίνησε για να συνεχιστεί ο περίπλους ενός νομάδα. Δεν πρόκειται για αναφορά με στερεή χρονολογική βάση. Αν το πούνε μυθιστόρημα, ξεκαθαρίζω πως οι ήρωές του είναι δημιουργήματα μιας παραληρούσας φαντασίας που ζουν όμως την πραγματικότητα, την καθημερινότητα, την Ιστορία, τη γεωγραφία, τη μυθολογία του κόσμου”.

Και περνώ αμέσως στο περιεχόμενο του μυθιστορήματος: είπαμε ότι η ιστορία ξεκινά το 1941 με την περιπετειώδη γέννηση στην Πενταλιά του Απόλλωνα και ακολούθως τη βάφτισή του από τον εξωμερίτη δάσκαλο Προμηθέα Έλληνα. Αυτός διάλεξε και το όνομα «Απόλλωνας». Αυτές οι πρώτες σελίδες είναι κατά τη γνώμη μου εξαιρετικές. Ίσως οι πιο λογοτεχνικές σελίδες του μυθιστορήματος. Υπογραμμίζω ότι το 1941 σε αυτό το κρυμμένο από τα μάτια του θεού χωριό της Κύπρου περίσσευαν τα αρχαία ελληνικά ονόματα: Όμηρος, Απόλλωνας, Προμηθέας κ.ά. Να μην ξεχάσω και τον Διονύσιο Σολωμού. Ακολούθως η αφήγηση παρακολουθεί την ενηλικίωση του Απόλλωνα και συγχρόνως τα ιστορικά γεγονότα, μικρά και μεγάλα: ο σεισμός του 1953, το ενωτικό δημοψήφισμα του 1950, η εξορία του Μακαρίου στις Σεϋχέλλες, η εγκατάλειψη της Ένωσης, οι συμφωνίες της Ζυρίχης-Λονδίνου, η συγκρότηση του μεταζυριχικού κράτους, τα γεγονότα του 1963 και οι βομβαρδισμοί της Τυλληρίας, η αποστασία του 1965 στην Ελλάδα, η στρατιωτική χούντα του 1967, τα γεγονότα της Κοφίνου τον ίδιο χρόνο και η ανάκληση της ελληνικής μεραρχίας από την Κύπρο, η εισβολή των Ρώσων στην Πράγα το 1968.
Ο συγγραφέας σκαλίζει όλα αυτά τα γεγονότα με κριτική διάθεση και κάθε άλλο παρά ουδέτερα. Οι πολιτικοί αναλυτές θα βρουν ασφαλώς στο βιβλίο πολλά ερείσματα και αφορμές για συζήτηση. Γιατί εκτός όλων των άλλων το μυθιστόρημα είναι και πολιτικό. Κάθε ένα από τα κρίσιμα ιστορικά γεγονότα τα οποία πολύ συνοπτικά ανέφερα μόλις τώρα παρουσιάζεται με «θέση» και ισχυρή άποψη. Ελλείψει χρόνου θα αναφέρω ένα μόνο παράδειγμα το οποίο αφορά τις συμφωνίες της Ζυρίχης: (σ. 125-126)
«Πέρα και από τον τριτοκοσμικό χαρακτήρα του κράτους, πέρα και από τα υπερβολικά προνόμια που δόθηκαν στην τουρκική μειονότητα, δύο ήταν τα σοβαρά προβλήματα του νέου κράτους: το πρώτο και πιο θανάσιμο ήταν το επεμβατικό δικαίωμα που δόθηκε στην Άγκυρα και του οποίου έκανε χρήση για την εισβολή του 1974. Το δεύτερο ήταν η καταπάτηση των αρχών της φιλελεύθερης δημοκρατίας με τη συνέχιση της αρχής του οθωμανικού μιλέτ. Προβλέπονταν έτσι δύο ξεχωριστά εκλογικά Σώματα, ένα ελληνικό και ένα τουρκικό, που θα εκλέγανε τους αντιπροσώπους τους στη Βουλή, μάλιστα με αναλογίες που ευνοούσαν τους Τούρκους κατά πολύ περισσότερο της πληθυσμιακής πραγματικότητάς τους. Ξεχωριστά εκλογικά Σώματα προβλέπονταν και για την εκλογή του Έλληνα προέδρου και του Τούρκου αντιπροέδρου. Ό,τι οι Βρετανοί αποικιοκράτες επέβαλαν από την πρώτη στιγμή που πάτησαν το πόδι τους στην Κύπρο, τη διαίρεση της κυπριακής κοινωνίας σε εθνικοθρησκευτική βάση, έρχονταν τώρα να το επιβεβαιώσουν οι συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου, με τις υπογραφές της ελληνικής κυβέρνησης και του Μακαρίου. Δικαιωνόταν με λίγα λόγια η βρετανική πολιτική του «διαίρει και βασίλευε». Για το θέμα αυτό, παραθέτω το άρθρο ενός ακαδημαϊκού, του Σ.Π.Κ., που αναλύει καλύτερα το φαινόμενο».

(Ο Σ.Π.Κ. του οποίου το δισέλιδο άρθρο παρεμβάλλεται στην αφήγηση πρός επίρρωσιν των θέσεων του αφηγητή, υποθέτω ότι πρέπει να είναι ο Στέφανος Κωνσταντινίδης).
Και μέσα σε όλο αυτό το σκηνικό, σε μια ταραγμένη εποχή, ο Απόλλωνας μεγαλώνει, ονειρεύεται και αγωνίζεται για τις ιδέες του: ολοκληρώνει τις γυμνασιακές του σπουδές στην Πάφο και φεύγει το 1960 με ελάχιστα χρήματα (100 λίρες συνολικά) για σπουδές στην Αθήνα. Παίρνει το πτυχίο του το 1965, επιστρέφει στην Κύπρο και υπηρετεί στη νεοσύσταατη ΕΦ το 1966, αξιωματικός μάλιστα στο 2ο Γραφείο. Δικτυώνεται, πολιτικοποιείται, και συμμετέχει ενεργά στα τεκταινόμενα: κερδίζει την εμπιστοσύνη του Γρίβα, δημιουργεί σχέσεις με τον Λυσσαρίδη και τα μέλη της Ε.Α.Δ.Ε., συναντά τονΑλέξανδρο Παναγούλη και λίγο αργότερα στο Παρίσι τον Μιχάλη Ράπτη, Πάμπλο, ηγετική φυσιογνωμία της τροτσκιστικής παράταξης, και άλλα στελέχη του αντικτατορικού αγώνα.
Η σύνοψη που σας έκανα είναι κατ’ ανάγκην ελλειπτική. Παρέλειψα τους έρωτες του Απόλλωνα, τις διαπροσωπικές γενικά σχέσεις του, και στιγμές προσωπικές, όπως ο θάνατος της αδελφής του. Ο συγγραφέας καταφέρνει να ισορροπεί μεταβαίνοντας από τον ιδιωτικό χώρο στον δημόσιο, από τη μικροϊστορία στην ιστορία, από τις καθημερινές λεπτομέρειες στα μείζονα γεγονότα. Η παρατήρηση αυτή σχετίζεται με το εύρος και την ποσότητα των θεμάτων τα οποία αθροίζει στο βιβλίο του ο συγγραφέας. Η αφήγησή του καλύπτει μια περίοδο τριών δεκαετιών από το 1941 ως το 1970 (από τη γέννηση του Απόλλωνα ως τη μετάβασή του για μεταπτυχικές σπουδές στο Παρίσι) και έντεχνα, καθώς η εστίαση