ΔΩΡΑ ΚΑΣΚΑΛΗ

ΔΩΡΑ

Η Δώρα Κασκάλη γεννήθηκε στις Σέρρες. Ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε ελληνική φιλολογία στο Α.Π.Θ. και στο μεταπτυχιακό της ασχολήθηκε με τη φιλολογική έκδοση των Ποιημάτων του Γιώργου Θεοτοκά. Έχει εκδώσει ποίηση, διήγημα, μυθιστόρημα, παιδικό και νουβέλα.
Συνεργάζεται με έγκυρα έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά.
Για το «Ανταλλακτήριο ηδονών» έλαβε το Βραβείο Ποίησης «Μαρία Πολυδούρη» 2015.
Η συλλογή διηγημάτων της «Στο τρένο» ήταν στη βραχεία λίστα των βραβείων του περιοδικού Διαβάζω στην κατηγορία του πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Α. ΠΟΙΗΣΗ
Ανταλλακτήριο ηδονών, Σαιξπηρικόν 2014
Κάπου ν’ ακουμπήσεις, Μελάνι 2018

Β. ΔΙΗΓΗΜΑ
Στο τρένο, Γαβριηλίδης 2010
Το μαύρο κουτί της μνήμης τους, Οκτώ 2015

Γ. ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
Κάτω, Γαβριηλίδης 2011

Δ. ΠΑΙΔΙΚΟ
Ο γατούλης στον κόσμο, Διόπτρα 2014

Ε. ΝΟΥΒΕΛΑ
Πέντε ζωές κι ένα μυθιστόρημα, [e-book] Openbook.gr 2012

 

 

ΠΟΙΗΣΗ

ΚΑΠΟΥ Ν’ ΑΚΟΥΜΠΗΣΕΙΣ (2018)

     Α. Ψιχάλ’ από γαλακτοφόρο ουρανό

ΕΚ-ΜΑΓΕΙΑ

Ένας άντρας
πάνω απ’ τα χαρτιά του σκύβει
και την απώλεια να χωρέσει προσπαθεί
σε δυο χιλιάδες λέξεις.
Βλασταίνει ο θρήνος στα ματόκλαδά του,
διακλαδίζεται ρυάκι διάφανο στα γένια,
τις πρώτες του ρυτίδες σβήνει
αλλάζοντας το πρόσωπο σε άγραφη σελίδα.
Ένας άντρας
κοιτάζεται στον καθρέφτη,
το αίμα εκρήγνυται στα μάτια του,
κάτω από το λευκό πουκάμισο
τρέχει η ζωή αγώνα δρόμου
στις χοντρές, παλλόμενες φλέβες. Ένας
άντρας στις σκάρτες λέξεις μου κοιμάται
και αποκτά στις παύσεις μου ανάσα

φτιάχνοντας με τα μπράτσα του ψωμί
των νηστικών αιώνων.

ΣΥΡΡΑΠΤΙΚΗ

Τις αγαπώ όλες τους
-εν δυνάμει—
τις δυνατότητές τους αγαπώ
την εικόνα τους στον καθρέφτη
όταν ξεκουμπώνουν τους αισθησιασμούς
κι αποχωρίζονται το δέρμα της αξιοπρέπειας
τις χειραψίες των συγγενών τους
τους σφιχτούς της έγγαμης επιβίωσης κορσέδες.

Ποθώ κι εκείνες
που διελαύνουν το χρόνο
με τα κουζινομάχαιρα
τα γαϊτανοφρύδα
τα χτενάκια από ταρταρούγα
κείνες που αφαιρούν τα φορεμένα βλέμματα
και γίνονται αέναα καινούριες.

Τους προσφέρω
το τεμαχισμένο μου πουκάμισο
τα κοτσάνια που γεννούν
πρόσκαιρους στήμονες του σπασμού
τη λύπη ενός τέλους
το τέλος μιας ψευδαίσθησης
την αδυναμία να με εντάξουν
να με εγκολπώσουν
να με καταλάβουν

της πάλης τον λυγμό
στης ύπαρξης επάνω τα σχοινιά.

EROS

Με κατασπαράζει
με εκδικείται
για το ελάχιστο
που αξιώνω
με κατηγορεί
για τη θανή του σώματος
για παιχνίδια μοναχικά
σε σεντόνι ιδρωμένο.
Το καύσιμο είναι
η εικόνα σου
συνάψεις εφήμερες
μια αυθαίρετη ερμηνεία.
Θέλει κι άλλο
κι άλλο.
Αίρεται πάνω από τη μέρα,
την ιστορία που φοράει
ξυλοπάπουτσα,
τη ληθαργική χώρα.
Τι αντινομία:
στις καθημαγμένες μου θηλές
βοτάνι τρέφω αθανασίας.

ΜΝΗΜΗΣ ΠΡΟΙΚΑ

Οι γυναίκες που γερνούν στα γραφεία
αφήνοντας πάνω στους καπλαμάδες
τη δροσιά των μπράτσων τους.
Εκείνες που κάθε απόγευμα του Οκτώβρη
πίνουν στην κουζίνα καφέ
με μόνη συντροφιά
το φωτάκι του απορροφητήρα.
Γυναίκες που γυρνούν στους δρόμους
με κομμένο στήθος, ρημαγμένη
την κόμη τους από ιαματικά φαρμάκια.
Άλλες που χορεύουν κλακέτες με το μπαστούνι τους
και τις λένε Σκλήρυνση κατά Πλάκας.
Αυτές που δεν ζουν χωρίς την αγάπη και
μετρούν την κάθε μέρα μακριά
σαν θάνατο. Γυναίκες που
σιάζουν χωρίστρες, μαντάρουν τη φθορά
ανακατεύουν την έγνοια τους
με ρίγανη και πιπέρι.
Οι γυναίκες που κερδίζουν την αθανασία
ζώντας στο δέρμα του εραστή τους.
Τα κορίτσια που βιάζονται να γίνουν γυναίκες
που πεθαίνουν για να μείνουν γυναίκες.

Είναι η προίκα μου, το κουράγιο μου, το
καθημερινό μου προσφάι.

ΛΑΤΟΜΕΙΟ ΟΝΕΙΡΩΝ

Στο μέσα στέρνο τάιζες λατομείο, μάρμαρο ατόφιο – ένα
δάσος ταφόπλακες μικρές. Τώρα
φουρνέλα ψάχνεις στης γλώσσας τα ριζά,
το ορυκτό να ξεθεμελιώσεις που τα χλωρά σου
όνειρα μαραίνει. Φοβάσαι πως μαζί
θα αφανίσεις τα σθεναρά τού έρωτα ειδώλια,
τις καλοζωισμένες χίμαιρες που
παρελθόν αποκαλείς.

Καλύτερα η χάσκουσα οπή. Μα,
πρόσεχε τα υλικά οικοδομής.
Πάλι να μη φενακιστείς· ή μην αρχίσεις
να ψάχνεις γι’ αετώματα
τη μνήμη του μαρμάρου να σκεπάσουν.

ΛΕΓΕ ΜΕ ΕΛΕΝΗ, ΘΕΟΔΩΡΑ…

Με βλέπεις στο πίσω μέρος τού καθρέφτη.
Μου δίνεις κάθε όνομα,
κάθε ιδιότητα που αποφασίζεις
ν’ αποκαλείς σαγήνη και πάθος και ρήξη.
Ο δρόμος που στέκομαι βγάζει
στο τέλος του κόσμου σου.
Στο σύνορο, τρέφω τον γκρεμό
με την απειλή της κατακρήμνισης.
Έχω το σχήμα του μαχαιριού
που εφαρμόζει στην πληγή
κάτω απ’ το μήλο του πρώτου σου πατέρα.
Με βαφτίζεις ανομία και παρέκκλιση
με τύψεις με λιθοβολείς.

Θα χαράζω το γυαλί σου
με το διαμάντι που φυτεύω
κάθε φθινόπωρο στους βορεινούς μου κήπους.
Εσύ θα πιστεύεις ότι είναι μια αλλοίωση
του χωροχρόνου που λύνεται με
απλά, ξεκάθαρα μαθηματικά.

Όταν μια μέρα θα με δεις
ζωντανή, ελεύθερη από κάθε ασφυκτική
κυρίαρχη επινόηση,
θα καταφέρεις μες σ’ αυτόν τον ανάλγητο
και άδικο καθρέφτη
να σε αντικρίσεις.

      Β. Κάποτε επουλώνεται

ΕΜΠΛΕΗ

Τα δέντρα μεγαλώνουν μες στα σπίτια μας,
γεμίζουν ξύλο τις ρωγμές
στους ταλαιπωρημένους τοίχους.
Τα εμπορικά, απέναντι, άνεργα μας κοιτούν
πουλώντας αφειδώλευτα
την πτώχευση στον χρόνο.
Οι λέξεις καρφιτσώνονται στο πέτο μας·
έτσι νεκρές, πόσο πιο ζωντανές φαντάζουν
σε ερμηνείες ευεπίφορες.

Μα εσύ πάντοτε μέσα μου.
Στη χιλιοπλόκαμη απουσία
φως και μ’ εξακτινώνεις.

ΤΟΥ ΓΙΟΥ ΜΟΥ

Ήσουν το αρσενικό μου
δώρο αυγουστιάτικο μες στις ελιές
στον πιο υπήνεμο μυχό του εφήβαιου
της θαλερής νύμφης Σιθωνίας.

Γαντζώθηκες μέσα στη μήτρα
με την επίμονή σου πίστη για ζωή
και βιάστηκες να κλάψεις
την πρώτη αχόρταγη ανάσα.

Περπάτησες μονάχος
στήνοντας όλο πείσμα
το εύθραυστο κουράγιο σου
σε ποδαράκια που ποθούν το άλμα.

Την όψη σου ξομπλιάζει η αγαθότητα
η ομορφιά που δεν μαγεύει βάναυσα.
Στέκομαι αλάργα, ίσα ν’ ακουμπώ
την άκρη της σκιάς σου.

Σε δίνω αμόλευτο και άδολο στον κόσμο
δεν ονειρεύομαι εκστρατείες, τρόπαια χρυσοφόρα,
μ’ αν μπεις μες στο καράβι σου
αναζητώντας τη δική σου νίκη

εγώ στον βράχο θα στηθώ
μ’ ένα δαυλί το δρόμο σου να φέγγω.

ΠΟΙΗΤΗΣ

Μοιάζω με μηχανή
παραγωγής λέξεων.
Ενίοτε, δεν τις αγαπώ
ούτε απολαμβάνω
τον άχαρο μου ρόλο.
Συχνά τις φτύνω
τις κακοποιώ.
Μετά το μετανιώνω.
Τις στολίζω
τις κάνω θελκτικές
για να τις αγοράσουν.
Τις βγάζω στο κλαρί.

Είμαι συλλέκτης και ταριχευτής
μικρών πτωμάτων
που χύνουν απ’ τ’ απύλωτα
οι άμουσοι, οι ωραιοβλαβείς.
Πού να γνωρίζουνε οι αδαείς
ότι είναι αυλών συστήματα·
τις σπάνε με τα δόντια τους,
λυγίζουνε τις γέφυρες
ανάμεσα στους φθόγγους,
τις συλλαβές ραγίζουν.
Εγώ τις σώζω,
τις συντηρώ στην ελεγχόμενη υγρασία
μνημονικών συνάψεων.

Και στο χαρτί
στην άχρονη και άχραντη ζωή
ατόφιες τις ενταφιάζω.

ΑΤΕΛΗΣ ΜΟΥΣΑ

Κατοικώ σε ποίημα ημιτελές
αναπνέω με μισό πλεμόνι, με το χωλό
ποδάρι μου εκτελώ τις ποζισιόν.

Πίνω μες στο σκοτάδι mait παλιά
για νέα πάθη. Νιώθω μια αδυναμία:
δίνεις σώμα δίχως αίμα, απατεώνα ποιητή.

Στους μαιάνδρους της λαγνείας σου
γυμνή κυλιέμαι
μα εσύ με ντύνεις με παράγραφο
που στην τελεία της θα με σκοτώσει.

ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΗΡΙΟ ΗΔΟΝΩΝ (2014)

     Ο έρως έχει ύπαρξη

1. ΔΕΥΤΕΡΕΥΟΝΤΕΣ ΟΡΟΙ

Ας κάνουμε μια συμφωνία
εγώ και η σιωπή σου:
θά ’ναι τόσο παρούσα που
αν ξεχαστώ για λίγο
αν πω ότι θυμάμαι
τ’ αδιάβατα σου χείλη
τα δυο νευρώδη ποδιά
τόσο κοντά
στο χέρι μου
που χάιδευες για να κερδίσεις τους ρυθμούς του
και μου πετούσες νύχια μαλακά
στο μονοπάτι μες στο δάσος σου
για να σε ξαναβρώ,
θα κλείσει το πλάνο η σιωπή σου
θα πει το αποφασιστικό cut!
Και μετά
fade out.

Δεν θα υπάρχουν οροί απαγορευτικοί
μόνο κατ’ οίκον περιορισμός
μιας μπαγιάτικης επιθυμίας
στο κουκούλι του λάθους.

Τίμιες συμφωνίες σ’ ένα παιχνίδι
ατιμίας για όρκους έρωτα
που ασελγούν
πάνω στο ανοίκειο σώμα του
μαζί.

3. ΣΜΙΛΗ ΕΝΔΟΝ

Εργασίες εξόρυξης:
παίρνετε μια σμίλη
και την προωθείτε μέχρι τον πάτο
του κρυστάλλινου δοχείου.
Μην έχετε αναστολές.
Απολαύστε άφοβα την υγρασία των εραστών
που ποτίζει τις ρωγμές της έντιμης ενηλικίωσης.
Η ρόδινη χοάνη
γίνεται κρεπ σατέν κι επιστρέφει τη χάρη
με το χάσιμο
στη φλέβα που φουσκώνει,
στην ανάσα που σκαλώνει πάνω στα δόντια,
επιστρέφει πιο ζεστή στο λάρυγγα
και θέτει σε τροχιά την άφατη γλώσσα.

Εργασίες ενταφιασμού:
οι αγαπητικιές προσφωνήσεις
επιτρέπονται κοινή συναινέσει
αλλά με πλήρη γνώση ότι
άπαντες οι όροι είναι υπό αίρεση
και η σύμβαση λύεται μονομερώς.

Πουθενά δεν με ενοικώ.
Παντού
ο χρόνος είναι
εσύ
και η πλησμονή αναβάλλεται.

6. ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΕΝ ΚΕΝΩ

Λέξεις, έξεις, στο κενό
μ’ έχουν κρεμασμένη απ’ τον ιστό
πανάκι της οδύνης που αρμενίζω
με τα μικρά αιμάτινα ξέφτια
παραδομένα αθύρματα του Μάρτη
που αποφάσισε άγρια
να βγάλει τα τσιρότα
να σπείρει ρίγη
να ζώσει δέρμα
τσαλακωμένο σμυριδόχαρτο.
Ναι, σας ευχαριστώ
που με σκεφτόσαστε
ενίοτε
αποκτώ σχήμα τότε
εγώ η λαθραία,
μια κάποια επιθυμία
να μ’ επιθυμείτε.
Αποσύρομαι τώρα
στον σιωπηρό γυναικωνίτη
για να σύρω μια μισοσπασμένη, αμφίβια σαΐτα
στον αργαλειό που βούλιαξε
κι έβγαλε ρίζες
ο πάτος μιας επιθυμίας
απρόκλητα υγρής.

8. ΙΔΑΝΙΚΟΙ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ

Έλα να κοιμηθούμε τις αντιφάσεις μας:
8α είναι βάπτισμα
στην απόλυτη σχετικότητα.
Έλα να ντυθούμε τα θολά μας
περι γραμματα.

Λεξικοποιούμε τους ρόλους μας
αφού δεν μπορούμε να τους ζήσουμε
με το σώμα μας.
Όταν θα πεθάνουν τα ποιήματα
όταν θα σκοτωθούν οι ήρωες των βιβλίων σου
-θα γίνει το αδύνατο, θα δεις-
εσύ, αγάπη μου, δε θα ’χεις πια ζωή να ζήσεις.

10. ΑΔΩΡΑ

Όταν έσφαξες το ωραίο, μαύρο πιάνο με την ουρά,
κι έβλεπα να σταλάζει ακατάπαυστα
μια αιματόχρωμη αρμονία
απ’ τη λεπίδα του μυαλού σου,
δεν είπα τίποτε.
Σε αγαπούσα τότε.
Εσύ ο χειριστής, εσύ ο σφαγιαστής.

Όταν σου έγραψα το γράμμα,
-έπαιζα χρόνια με τις λέξεις,
τα μικρά μου κατοικίδια με την καρδιά του αίλουρου-,
κι εσύ το ξέχασες μες στο σεντούκι
με τη σκαπάνη και τα βρώμικα φτυάρια,
ένιωσα να παλιώνουν όλα τα ποιήματα
που ήθελα να σου δωρίσω.

Σε αγαπούσα -ίσως- ακόμη
αλλά έμεινα χωρίς γλώσσα,
δίχως χέρια,
αποκατάσταση γυναίκας
σε βολικές ώρες ηδονής.

     Silentium amori

 

                        Ι

Μην με ταράζετε, του έγραφε, για να επαναβεβαιώσετε
την κυριαρχία σας πάνω μου. Είμαι ένα μετόχι που
το πάτησαν οι αυθεντίες του πατέρα, του αδελφού, του
εργοδότη, του κυβερνήτη. Σας παρέδωσα το πιο ατόφιο
κομμάτι μου, το λίγο το δικό μου κι εσείς ζωστήκατε
τα πυρομαχικά και το κάνατε πεδίο μάχης. Πηγαίνετε
τώρα με τη δίδυμη καραμπίνα σας για άλλα θηράματα,
το αίμα είναι πάντα το ίδιο αλλά ποτέ αρκετό. Εγώ θα
ζωστώ τη σιωπή των νεκρών έτσι λένε αυτοί που δεν
ξέρουν. Όποιος έχει πεθάνει μια φορά, ξέρει ότι στα
μνήματα μιλούν την άρρητη γλώσσα της αλήθειας.

                          V

Μην ακουμπάτε νωχελικά στον τοίχο του διαδρόμου,
του έγραφε. Με βασανίζει η άνοιξη όπως γέρνει στο
κορμί σας, μια τεθλασμένη επιθυμία που δεν με συνάντα
«Δεν υπογράφω στους διαδρόμους», μου είπατε
παιγνιωδώς κι ύστερα καθίσατε σ’ ένα πρόχειρο γραφείο
και μου σκαλίσατε το βλέμμα με μια μαύρη πένα.
Λεπτά δάκτυλα που δεν κατέχουν την οδύνη, κι ας
σέρνεται στο αίθριο κι ας αντηχεί χάλκινη στις αίθουσες
των πλημμελών θνητών.

Τα μακριά μαλλιά σας θα μου σκουπίσουν το πρώτο
υγρό ενύπνιο κι αυτό, χωρίς επικυρώσεις, θα το
ιδιοποιηθώ κατάφορα παρανόμως.

 

                            IX

Κάηκαν τα μάτια μου, του έγραφε, σκοτώθηκαν οι λεξεις
μου. Απόκαμα να ντύνω τις κέρινες κουκλίτσες που
λιώνουν στον πρώτο ήλιο της μετωνυμίας. Ανώφελες
οι υποκαταστάσεις. Τι να μου κάνουν αυτό το σκληρό
βράδυ που σαρώνει τη μοναξιά μου. Θα μείνω εδώ κι
εσείς, αθέατος, απέναντι να παίξουμε το παιχνίδι της
αντοχής. Εσείς θα είσαστε ο νικητής κι εγώ θα
τιμωρηθώ με το να εφεύρω μια νέα γλώσσα που να
εμπεριέχει την άκρατη, πηχτή σιωπή και τ’ αδειανά χέρια.

ΔΙΚΗΝ ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟΥ

Και φέρατε μαζί σας όπλο πρόσφορο για άμυνα η επίδεση
λέξεις κοφτερές κι ήταν η λεπίδα τους άλλοτε
γυαλιστερή κάτω απ’ το φως της λογικής κι άλλοτε τόσο
βελούδινη μέσα στα συμφραζόμενα ενός ακατάσχετου
και λίγο ρετρό ρομαντισμού που τόσο σας πήγαινε.

Και κατείχατε για ίδια και αποκλειστική χρήση ένα
σακούλι με ιστορίες μεθυστικές, που σπέρνατε στα ξε-
ρα λιβάδια των γυναικείων ψυχών. Ήσασταν σπορέας
αλλά όχι θεριστής. ’Έτσι θέλατε η δεν μπορούσατε
αλλιώς.

Και διευκολύνατε κατά συρροή το ερωτικό φαντασιακό,
αλλά εσείς πάντα φεύγατε νωρίς, για να μην
πιαστείτε επ’ αυτοφώρω να νιώθετε.

     Λιβιδώ

1. ΘΥΜΗΣΟΥ

               Για την Αλεξάνδρα Μπακονίκα

«Επιτέλους!»
στο άνοιγμα της πόρτας
Η συμπύκνωση της προσμονής.
Κι ύστερα ράφτηκαν τα στόματα,
μόνο μικρές οπές ανάμεσα
για τη ζέουσα ανάσα.
Το λίχνισμα της ηδονής
στο φως της γρίλιας,
το στάρι της πάνω στις γάμπες νοτερό.
Οι πατούσες τους,
πλεξούδες ομορφιάς
ριγμένες στο αιγυπτιακό βαμβάκι.

«Να με κρατάς» του είπε φεύγοντας.
Όχι, στο σώμα του το είπε
για να τη θυμάται.

4. ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ

Βραδυπορούμε
απέναντι ο ένας απ’ τον άλλο.
Βγαίνουμε απ’ το αβέβαιο σχήμα του πρωινού,
το θάμπος πίσω μας, η οδύνη, η συνήθεια,
κι εμείς πασχίζουμε σώμα να κερδίσουμε,
να ορίσουμε το βλέμμα,
να φτιάξουμε το νέο εαυτό.
Πάνω στις λέξεις παίζουμε κουτσό
και στα διάκενα
τον πόθο παραχώνουμε,
σαν τα παιχνίδια μέσα στην κρυψώνα -κάποτε-
των δέκα θαλερών μας χρόνων.

Να μείνουμε έτσι ηττημένοι, αναλωμένοι,
με μία θλίψη στη φλέβα του λαιμού,
χαρακωμένοι απ’ της λαγνείας την αγχόνη,
εξαίσια συμβιβασμένοι.
Και όταν αγγίξουμε εκείνα τα σημάδια
της αναγνώρισης τον γόρδιο δεσμό,
να μην τρομάξουμε:
είμαστε αυτοί και όχι άλλοι
κι έτσι αυθεντικοί
του πάθους τη γυμνότητα να ενδυθούμε.

7. ΔΙΑΚΟΠΕΣ

Κάθε μέρα αποζητώ
τη γεύση του κορμιού σου.
Κάθε ανάσα μου ψάχνει μονιά
στη λόχμη του λαιμού σου.
Όλα τα σ’ αγαπώ μου τάματα
στα εύσαρκά σου χείλη.

Το σκονισμένο μου γραφείο
η απόγνωση του αγέννητου παιδιού
οι βαλίτσες στην έξοδο κινδύνου
θαμπώνουν στο ξέφωτο της αγκαλιάς σου.

Πως να μην σ’ αγαπώ;
Είναι ο μόνος τρόπος
πια
για να υπάρχω.

10. ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ

Λένε πολλοί: «Η ηδονή διαρκεί ολίγα δευτερόλεπτα».
Είναι μια αιωνιότητα, δεν είναι
ολίγα δευτερόλεπτα. Είναι όλη η ύπαρξη εκεί.
(Νίκος Καρούζος, Η τελευταία συνέντευξη στον
Κων. Αν. Θεμελή)

Τα μάτια έκλεινες
κι έχτιζες
με χείλη, γλώσσα, δόντια
το νεογέννητο κορμί μου.
Αναθεώρησες την αφή.
Ξαγκίστρωσες από τα σπλάχνα
υπόκωφο αναστεναγμό.
Έκανες το σπασμό
λέξεις από βελούδο.
Κι όταν τα μάτια άνοιξες
ένα ζεστό χαμόγελο
μου κάρφωσες
στο πέτο της καρδιάς.

Μου χάρισες
αιωνιότητα μιας ώρας.

ΔΙΗΓΗΜΑ

ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΚΟΥΤΙ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ ΤΟΥΣ (2015)

Μικρό ερωτικό

Το πρώτο βράδυ, το άσπρο πουκάμισο βγαίνει από τη χάρτινη θήκη του και παίρνει θέση απέναντι από το κρεβάτι της. Το απλώνει πάνω στην πολυθρόνα και το παρατηρεί να γεμίζει σταδιακά από τη σάρκα του σκοταδιού όσο μιλάει ξαπλωμένη στο τηλέφωνο με τον άντρα της για τις εντυπώσεις από το σεμινάριο, τις ημερήσιες επιδόσεις των παιδιών στο σχολείο και τα ψώνια της
επόμενης μέρας. Αργότερα, αφού θα έχει σβήσει το πορτατίφ και η εικόνα της εργαζόμενης μητέρας και συζύγου θα εξαϋλώνεται πάνω στα ριγέ σεντόνια, μπορεί να φαντασιωθεί, μέχρι τη βύθιση στον πρώτο ύπνο, το λευκό ύφασμα φορεμένο πάνω στο κορμί του. Προς το παρόν, μέσα στη σαρωτική νύχτα που μπαίνει από το παράθυρό της και ήδη κατατρώει τον φωτισμένο κύκλο της
λάμπας, λιγοστεύοντάς τον στον ζωτικό χώρο του γύρω από το κομοδίνο, το μισάνοιχτο στόμα της, που γεμίζει από το σάλιο της έξαψης, παίρνει το σχήμα ενός φευγαλέου χαμόγελου και φλερτάρει αδιάντροπα με τη σκέψη ότι κάτι τέτοια άσπρα πουκάμισα είναι φτιαγμένα για να τα αποχωρίζεται κανείς βίαια, συσκευές ηδονής που έχουν εφευρεθεί μόνο για να αποθεώνονται τα σώματα.
Το επόμενο πρωί, το διπλώνει προσεκτικά και το σφαλίζει μέσα στο κουτί του με τις ίδιες αυτοματοποιημένες κινήσεις με τις οποίες διπλώνει και τακτοποιεί μέσα στη συρταριέρα τα φανελάκια των παιδιών και τα εσώρουχα του άντρα της.
Το δεύτερο βράδυ, το στρώνει πάνω στο κρεβάτι της αφού πρώτα το αρωματίσει με ένα γαλλικό ανδρικό άρωμα -πιθανόν ίδιο με το δικό του, σημερινό απόκτημα- που παίζει με τους τόνους του περγαμόντου και της
κανέλας. Το τηλεφώνημα αυτή τη φορά είναι πιο σύντομο- έχει μια ανεξήγητη ανυπομονησία να τελειώνει με τα τυπικά, γι’ αυτό μιλάει βιαστικά, κάνοντας κοφτές διαδρομές πάνω στην πράσινη μοκέτα. Όταν κλείνει το τηλέφωνο, ξαπλώνει πάνω του, στο κέντρο του, τσαλακώνοντάς το με το βάρος του κορμιού της, φτιάχνοντας στον λευκό καμβά του προσωρινές στάμπες με τη δαντέλα της νυχτικιάς της. Πάνω στην οθόνη των ματιών της ξαναζεί τη μέρα που τελειώνει, προσπαθεί να δώσει ένα νέο νόημα στις τυχαίες κινήσεις του -ένα βλεφάρισμα, ένα φευγαλέο ακούμπισμα της παλάμης του πάνω στα
δικά της χέρια που πληκτρολογούσαν αβέβαια-, προβάρει τα λόγια της, που ίσως αύριο καταφέρουν να του αποκαλύψουν την επιθυμία της. Την ίδια ώρα, η μυρωδιά του ιδρώτα της αγωνίζεται να ενωθεί με τη σκληρή οσμή της κόλλας του αφόρετου ρούχου και με τη γαλλική εσάνς που ανακαλεί το κορμί του και που όλο το πρωί της πότιζε τη μύτη.
Νωρίς, μόλις ξεσπά το χάραμα ύστερα από μια άγρυπνη νύχτα, αποφασίζει να ζητήσει από τον εκπαιδευτή της να βγούνε για φαγητό το τελευταίο βράδυ της στην πρωτεύουσα.
Το τρίτο βράδυ, το άσπρο πουκάμισο παραμένει τσουβαλιασμένο στο κουτί του. Ενώπιος ενωπίω για μια ακόμη νύχτα: αυτή στην πολυθρόνα, εκείνο πάνω στο στρωμένο κρεβάτι της. Τώρα πια το βλέπει από μακριά
και το περιγελά. Σκέφτεται ότι αυτός ο αμήχανος νεαρός ούτε στα όνειρά του δεν θα αγόραζε ένα τόσο ακριβό ύφασμα. Αν θυμάται καλά, το άσπρο πουκάμισο που φόρεσε την πρώτη μέρα του σεμιναρίου ήταν λιγάκι γαριασμένο και φθαρμένο στις μανσέτες. Το έμπειρο μάτι της νοικοκυράς θα τα έπιανε κάτι τέτοια με την πρώτη και θα έβγαζε και πολλά άλλα συμπεράσματα. Αλλά για μια βδομάδα αποφάσισε να αφήσει αυτή τη διεισδυτική και σωτήρια ματιά στο δωμάτιο του ξενοδοχείου μαζί με τις
αποσκευές της. Κράτησε μόνο τη θολή όραση της γυναίκας που θέλει να γοητεύσει και να γοητευτεί.
Φεύγει απ’ το δωμάτιό της αγκαλιά με το πουκάμισο, Δεν ξέρει γιατί αγόρασε αυτό το φινετσάτο ρούχο. Δεν υπήρχε περίπτωση να του το χαρίσει – δεν θα έφτανε τόσο μακριά. Ούτε και σκοπεύει να το πάρει μαζί της- δώρο συζυγικό, φτηνή εξαγορά των αμφίβολων ενοχών της. Στο ασανσέρ τσακίζει τις άκρες της θήκης του και μέσα από το σελοφάν προσπαθεί να διακρίνει το ταλαιπωρημένο ρούχο που περνάει δύσκολα στα χέρια της. Δεν θέλει πια να θυμάται το έκπληκτο βλέμμα του όταν εκείνη βρήκε το κουράγιο να του κάνει τελικά την πρόταση. «Έκπληκτο», αυτή η ανάγνωση της αρκεί και δεν επιθυμεί άλλα πάρε δώσε με ένα πρόσωπο που θα το ’χει ξεχάσει κιόλας αύριο.
Στον κάδο της γωνίας απέναντι από το ξενοδοχείο της ξεφορτώνεται το πουκάμισο, που έχει χάσει την αίγλη του καινούργιου, και αλαφρωμένη από κάθε λογής ρούχα και αισθήματα από δεύτερο χέρι, βαδίζει αργά προς ένα μισοφωτισμένο μπαράκι, σ’ έναν διπλανό παράδρομο, αποφασισμένη να ανακατευτεί με τους καπνούς του, με την ταγκισμένη μυρωδιά από τα πειραγμένα ουίσκια του και τους σκοτεινούς τύπους του που έχουν ξεχάσει
από χρόνια τα λευκά χαμόγελα και τα βαμβακερά βλέμματα.

Ξεκαθάρισμα

Επέστρεψε ποτισμένη ως τα εσώρουχα από τη στυφή, καρκινική μυρωδιά του γραφίτη και εκείνη του ζεστού, ψημένου χαρτιού που ξέραινε τον ουρανίσκο της από κάθε υποψία σάλιου. Τον είδε -πλάτη παρένθεση μιας παλιάς σκολίωσης- να κάθεται στον καναπέ. Να σηκωθεί; Να μείνει; Φαινόταν να παρακολουθεί μια εκπομπή για τα αποδημητικά πτηνά, χωρίς ήχο. Σπίτι που στάζει σιωπή.
Προσπέρασε το σαλόνι και μπήκε κατευθείαν στο λουτρό. Δεν θα του μιλούσε- ύστερα από τόσο καιρό τι νόημα είχαν οι απολογισμοί; Ακόμα και μετά το μπάνιο με το καυτό νερό που την εξανθρώπισε, η ίδια απόφαση. Να του έλεγε «αντίο» ή «επιτέλους, μου αδειάζεις τη γωνιά από τη ραθυμία σου, την άνεργη κούρασή σου;» Να τον έβλεπε με τη συγκατάβαση του ανθρώπου που μοιράστηκε μια ζωή δέκα χρόνων μαζί του, και μάλιστα την πιο δύσκολη ώρα της;
Αύριο θα κάνανε το μνημόσυνο για το χρόνο διόρθωση: αυτή θα το έκανε, εκείνος θα απείχε από τις εθιμοτυπίες. Ίσως γι’ αυτό του διάλεξε θέση για την αυριανή πτήση. Διευκόλυνση ή υπόμνηση ότι δεν μπορούσαν
πλέον να μοιραστούν ούτε καν το πένθος; One way για Ηράκλειο και μια βεντάλια ευρώ, αυτό ήταν το αντίο της. Εξαιρετικά γενναιόδωρο για έναν ξένο. Του τα έβαλε το πρωί, προτού φύγει για τη δουλειά, μέσα στο βιβλίο
του -ένα μασημένο Άλεφ από τα πρώτα της δοντάκια-, που μάζευε σκόνη τους τελευταίους μήνες στο τραπεζάκι του καφέ μπροστά από τον καναπέ. Φρόντισε μόνο να εξέχουν αρκετά, για να τα προσέξει όταν θα ξυπνούσε.
Ούτε και εκείνος της είπε κουβέντα, να της ζητήσει το λόγο που του επέβαλε να φύγει από το σπίτι τόσο ξαφνικά, στέλνοντάς τον ένα Αιγαίο μακριά, πίσω στην πόλη του, την οποία είχε αφήσει από τα φοιτητικά του χρόνια -ανεπιστρεπτί, όπως πίστευε τότε- για να βρει μια τύχη αμφιλεγόμενη. Ο τελευταίος τσακωμός τους, την ώρα που κρύωνε το κορμάκι της, έκλεισε τους λογαριασμούς τους. Όταν βγάλανε τη μάσκα και αρχίσανε να σκούζουν
δείχνοντας τα δόντια τους, ετοιμοπόλεμα για να σακατέψουν ακόμα και τις πιο τρυφερές μνήμες, κατάλαβαν ότι ξεπέρασαν το όριο του ανθρώπου και αγκαλιάσανε ο καθένας τον πιο δικό του Μινώταυρο. Δεν υπήρχε γυρισμός για το μεταξύ τους. Ίσως να ήταν πιο ελκυστικοί και γενναιόδωροι με τους επόμενους εραστές τους.
Ξαπλώθηκε στο κρεβάτι τους και τυλίχτηκε μέχρι τη μύτη με το πάπλωμα. Ακόμα και μέσα στο σκοτάδι μπορούσε να χαρτογραφήσει το λεκέ στο εσωτερικό του κεντρικού λαχουριού, μια κηλίδα εμετού από την πρώτη της φρουτόκρεμα, ή να ψηλαφήσει το ανάγλυφο των κάθε λογής αλοιφών της καθημερινής υγιεινής της που είχαν σχεδόν ασβεστοποιηθεί πάνω στο ντεσέν, το οποίο πήρε να ξεθωριάζει από την κακοπέραση.
Στο σαλόνι η τηλεόραση τρεμόπαιζε το τελευταίο βράδυ του στην πόλη που τόσα χρόνια θεωρούσε πατρίδα. Έπρεπε να παρθεί μια απόφαση επιτέλους, έστω και ερήμην του ενός. Έψαχνε να τη δικαιολογήσει. Ακατανόητο για μια ξένη. Το σώμα του είχε υπερβεί τις αντοχές του, όπως διπλωνόταν ακόμα και τις ώρες της υποτιθέμενης ξεκούρασης στον γρομπιασμένο καναπέ. Έμενε με τους μήνες στην ίδια θέση. Η αμήχανη αγωνία του είχε καλουπώσει το πορτοκαλί ύφασμα σε ένα αμφίθυμο βαθούλωμα που ήθελε να πεταχτεί έξω από τον εαυτό του. Τίποτα δεν τον κρατούσε πια σε αυτό το σπίτι εκτός από μια βαθιά ανθρώπινη ανάγκη επιβίωσης· εκείνη δούλευε στο φωτοτυπάδικο, αυτός περίμενε ένα πιάτο φαΐ ή ένα κομμάτι τυρί και ένα καρβέλι – έστω και μπαγιάτικο. Σε καλύτερες εποχές, αυτός τροφοδοτούσε και εκείνη μπορούσε να αφοσιωθεί στην ανέμελη ζωή και αργότερα στη σύντομη μητρότητά της.
Όταν έκλεισε την πόρτα της κρεβατοκάμαρας για να βυθιστεί στο ρυπαρό πάπλωμά της, αυτή που άλλοτε καθάριζε με τόση επιμέλεια το σπίτι τους, αναγνώρισε το τέλος τού μαζί, ακόμα και με τη μορφή της αναγκαστικής συγκατοίκησης. Τους τέλειωσαν τα λόγια, οι συμβολισμοί, οι χειρονομίες του μίσους. Εξάντληση: αυτή τον κρατούσε ως εκείνη τη στιγμή. Και τώρα που εξαντλήθηκε ακόμα κι αυτή, ένιωσε την ανάγκη να πάρει τη βαλίτσα με τα λίγα πράγματά του, να τσαλακώσει εισιτήριο και λεφτά μέσα στο πορτοφόλι του και να φύγει από το σπίτι, αφήνοντας οριστικά τα κλειδιά του στην κλειδοθήκη της. Ήταν προτιμότερο να περάσει τις τελευταίες ώρες του στο αεροδρόμιο ανάμεσα σε αγνώστους.
Όταν ξύπνησε, άνοιξε τα παράθυρα να μπει φως στο σπίτι της, γέμισε την μπανιέρα και έβαλε μέσα το βαρύ της πάπλωμα. Έριξε απορρυπαντικό, πάλεψε ώρα με τους λεκέδες και ύστερα άναψε τσιγάρο, παρατηρώντας
το βρόμικο νερό να σώνεται περιδινούμενο γύρω από την άσπιλη ουσία του.

ΣΤΟ ΤΡΑΙΝΟ (2010)

ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

ΘΕΣΗ 4, ΒΑΓΟΝΙ 2

Βολεύεται στην πράσινη σκουριά της 4ης θέσης, στο δεύτερο βαγόνι του «Αριστοτέλη», και περιμένει να δει το συνεπιβάτη, αυτόν ή, αν είναι τυχερός, αυτήν που θα τον συντροφεύσει, που θα ανασαίνει δίπλα του για πέντε ώρες, που θα κοιμηθεί με το κεφάλι πεσμένο στον έναν ώμο ή θα παίζει βαριεστημένα με το κινητό μέχρι να τελειώσει ο χρόνος της αναμονής. Σε δυο λεπτά λύνεται το μυστήριο. Ένας ευτραφής εξηντάρης, με φτηνιάρικο κοστούμι και σακβουαγιάζ για ταξίδια-αστραπή προσπαθεί να βολευτεί στο στριμόκωλο κάθισμα δίπλα του. Ιδροκοπάνε τα κρέατά του και γουργουρίζει το στομάχι του μόλις καταφέρνει να βρει μια γωνιά βολική που να μην τον
σουβλίζουν στα πλευρά τα μπράτσα. Ατυχία. Αποφασίζει ότι μεγαλύτερο ενδιαφέρον θα έχει τελικά το πανόραμα που κορνιζάρει το παράθυρό του, και στρέφει το βλέμμα του στο τζάμι, παρατηρώντας μια το είδωλό του και μια το σταθμό που αχνοφαίνεται πίσω από το ξενυχτισμένο μούτρο του.
Με το πρώτο τράνταγμα του ξεκινήματος τον πιάνει μια παράξενη νοσταλγία. Θυμάται τον εαυτό του έναν χρόνο πριν. Ίδιο είδωλο στο τζάμι-καθρέφτη. Πάλι για σεμινάριο από τη δουλειά, Τρίτη πρωί, παχνιασμένα τρένα στο σταθμό, μούχλα που κολλάει στο φάρυγγα και κάνει το σάλιο μούργα.
Αυτός ποτέ του δεν παραπονέθηκε για τις εκπαιδευτικές αγγαρείες που τους φορτώνουν στην πρωτεύουσα, κι ας γκρινιάζουν όλοι οι υπόλοιποι συνάδελφοι για το ξεβόλεμα από τα σπίτια και τις οικογένειες, και για το δασκαλίστικο ύφος των στελεχών-εκπαιδευτών που τους φτύνουν στη μούρη
την περιφρόνηση για την ασχετοσύνη τους.
Γι’ αυτόν, κάθε ταξίδι κρύβει μια υπόσχεση κι ένα κέρδος. Του αρέσει να σκέφτεται ότι παραδίνεται στην τύχη και τα τερτίπια της, ότι παρασέρνεται από μια ακολουθία γεγονότων που άλλα προκαλεί ο ίδιος κι άλλα απλώς συμβαίνουν ερήμην του. Όπως λέει συχνά, αφήνεται να τον οδηγούν οι καλόγνωμοι αέρηδες και να του δείχνουν πού να ρεμετζάρει και πού να ορτσάρει με ακρίβεια μεταφυσικής πυξίδας.
Του αρέσει να μιλάει και να σκέφτεται με μεταφορές, να γλιστράει τη σκέψη του στα ανέγνωρα μονοπάτια της παραβολής και στους δαιδαλώδεις διαδρόμους της πολύχωρης αλληγορίας. Το βρίσκει ταιριαστό για την ηλικία του και την κοπιαστική πορεία που έκανε η σκέψη του, ύστερα από τόσες και τόσες πεζοπορίες στις ερήμους της γνώσης, όταν κάτω από τον παντογνώστη
ήλιο της αυθεντίας τού κάθε δασκάλου του, που του έκαιγε τα μάτια, έτρεχε ποτάμι ο ιδρώτας και η παγωμάρα της απορίας και της άγνοιας ξύλιαζε την πλάτη του μέχρι τα ριζά των γλουτών.
Στο πανεπιστήμιο δεν μπόρεσε να πάει, αλλά καλλιεργήθηκε μόνος του, αγοράζοντας βιβλία με δόσεις και παρακολουθώντας επιμορφωτικές εκπομπές στην τηλεόραση. Κατάφερε έτσι να έχει λέγειν, βασικό ατού για τη δουλειά του και, όταν έχει κέφια, να σκαρώνει πετυχημένα ποιηματάκια με ρίμα που ξαφνιάζει. Και σ’ εκείνη άρεσαν οι κουβέντες του· μιλούσαν με τις ώρες πριν απολαύσουν τον έρωτα.
Τι να σου κάνουν τα ίδια και τα ίδια σαρακοφαγωμένα λόγια, οι κινήσεις που η συνήθεια τις ξεπατικώνει αυτόματα. Σάμπως κι ο έρωτας δεν γίνεται πάντα με τον ίδιο τρόπο; Και να μοιάζει διαφορετικός στην αρχή, τα κορμιά ξέρουν και καλουπώνονται στις στάσεις και τα σχήματα που τους είναι πιο βολικά, πιο κοντά στην έξαψη και το σπασμό. Δεν το ’χει δει και με τις άλλες;
Δεν το ζει δέκα χρόνια με τη γυναίκα του; Η γλώσσα πριν γλείψει την αλατισμένη σάρκα, προτού θηλυκώσει τα νεύρα στα μέλη που στενάζουν και χαίνουν την καυλωμένη τους προσμονή, πρέπει πρώτα να βουτήξει στην ψυχή, να ξεριζώσει το προβλέψιμο και να παλουκώσει βαθιά μέσα της το αλλιώτικο. Μόνο τότε ο έρωτας αξίζει τ’ όνομά του, τις θυσίες, ακόμη και τις τύψεις.
Ένας «Φίλιππος» τον οδήγησε τότε σ’ εκείνη. Όταν την γνώρισε, δεν ήξερε αν θα ήθελε να κάτσει μαζί της για όλη τη βραδιά ή αν προτιμούσε ένα καλό δίωρο σ’ ένα από τα ημιδιαμονής της παραλίας. Είχε κουραστεί το κορμί του που βούλιαζε ολημερίς στα άβολα καθίσματα του συνεδριακού κέντρου. Και περισσότερο πονούσαν τ’ αφτιά του με τη βαβούρα όλων αυτών που καμώνονταν τους έξυπνους και καλόπιαναν τους προϊστάμενους και τη διοίκηση. Εκείνη καθόταν παραδίπλα και είχε το ίδιο βαριεστημένο ύφος. Το πήρε για καλό σημάδι. Όταν βγήκαν για διάλειμμα, στάθηκε κοντά της
καπνίζοντας, τάχαμου αμέριμνος. Στην ηλικία του ήταν, καλοβαλμένη, ντυμένη όχι κραυγαλέα, όχι όπως κάτι τσουλάκια που πλεύριζαν όλο υποσχέσεις τούς πενηντάρηδες διευθυντάδες. Βέβαια του φαινόταν παράξενο που τα μετρούσε όλα αυτά σ’ εκείνη, αφού γι’ άλλον σκοπό την ήθελε. 
Κάνα δίωρο, είχε αποφασίσει τελικά, και μετά γραμμή για το δικό του ξενοδοχείο, αναφορά στην Βούλα για το πώς πήγε η μέρα του, μετά οι φωνές των παιδιών του που θα λέγανε τα νέα από το σχολείο και θα κατέληγαν, όπως πάντα, να τσακώνονται γύρω από το τηλέφωνο για το ποιο θα πάρει το ακριβότερο παιχνίδι.
Φτάνει να ήθελε κι εκείνη. Δεν θα του ήταν δύσκολο να καταλάβει τις προθέσεις της· πάντα τα έπιανε αυτά στον αέρα από τότε που ένιωσε τον εαυτό του άντρα. Είχε και συγκριτικό πλεονέκτημα, γιατί ήταν από τους πιο νέους στην αίθουσα και μακράν ο πιο όμορφος. Φαίνεται πως κι εκείνη τα
μέτρησε όλα αυτά, και δέχτηκε όταν της πρότεινε να φάνε μαζί.
Μετά το φαγητό, τις τυπικές κουβέντες και τις πρώτες ερωτήσεις, όπου και άνοιξε ο καθένας τα χαρτιά του, δεν έμεινε κάτι άλλο να κάνουν πέρα από το αρχικά ποθούμενο. Αλλά εκείνη δεν ήθελε να πάνε σε ξενοδοχείο. Είχε ακούσει πολλά για κρυφές κάμερες παρακολούθησης, σιχαινόταν τα σεντόνια τα ποτισμένα από τον ιδρώτα και το σπέρμα τόσων άγνωστων ανθρώπων, ένιωθε ότι είχαν κολλήσει πάνω στους τοίχους τους πρόστυχες σκέψεις και χειρονομίες της συναλλαγής. Προτιμούσε το σπίτι της, το μέρος που πάστρευε κάθε βδομάδα με τη χλωρίνη και το Άζαξ, τους καναπέδες της που ήξερε την κάθε γούβα τους και θυμόταν την ιστορία από κάθε αόρατο λεκέ.
Και τούτο το βράδυ θα άφηνε το παράσημό του στην ταπετσαρία, μια σταγόνα κρασί, λίγο χυμένο σπέρμα από το προφυλακτικό που θα ξερίζωνε εκείνος βίαια στο τέλος. Ήξερε ότι όσο πιο πολύ αργούσε να μπει μέσα της κανείς, όσο παίδευε το κορμί της και το δικό του μυρμηγκιάζοντας την
ξεγυμνωμένη σάρκα, τόσο πιο γρήγορα έτρεχε για το ντους για να γδάρει από πάνω του τα σημάδια της και να εξαγνιστεί στους ατμούς του νερού, μόλις η ανομία έφτανε στο τέλος της. Κι αυτό συνέβαινε και με τους ελεύθερους και με τους παντρεμένους. Ήταν καλή στον έρωτα κι όταν η φαντασία τους έβρισκε το ταίρι της στη δική της επιθυμία, εκείνοι τρόμαζαν, την κοιτούσαν παράξενα και μια-δυο φορές τής αφήσανε λεφτά στο κομοδίνο από τη δική της μεριά, και τους κατάπιε η νύχτα και μια απόλυτα εύγλωττη απουσία.
Την άκουγε αποσβολωμένος να τα λέει όλα αυτά με βλέμμα γαληνεμένο. Του απολογήθηκε ότι ήταν πιο ανοιχτή μαζί του, γιατί δεν ήθελε άλλα φιλοδωρήματα — δεν άντεχε τις πλάτες τους που όρθωναν εκείνο
το τείχος ανάμεσά τους, λίγα λεπτά αφότου είχαν κυλιστεί στα φρεσκοσιδερωμένα σεντόνια της. Εκείνη τη βραδιά, του είπε, ζητούσε πιο πολύ μια αγκαλιά, μια κουβέντα κι έναν έρωτα πιο ήμερο που δεν θ’ άφηνε
μετά σακατεμένη την ψυχή της.
Κι αυτός ήξερε τι ήθελε. Μάλλον το ένιωθε στη ρίζα του βουβώνα του, αλλά πολεμούσε να μην φτάσει μέχρι τα μάτια του και τον προδώσει. Τον έρωτα που εκείνη του είχε αρνηθεί, αυτόν είχε φανταστεί. Συνηθισμένος τόσα χρόνια στα χλιαρά σεντόνια της Βούλας, ζητούσε να τρίψει το κορμί με
βία πάνω της, και στο τελείωμα να της πετάξει κατάμουτρα τον ξοδεμένο σπόρο του χωρίς υποχρεώσεις, δάνεια, συγγενολόια. Δεν άντεχε να δώσει πιο πολύ απ’ αυτό. Και τι να δώσει σε μια γυναίκα που τόσο εύκολα τον έμπαζε στο σπίτι της, κι ας υποκρινόταν ότι είχε αλλεργία στα κωλοξενοδοχεία και τις πόρνες…
Είχε αποφασίσει να μείνει μαζί της για λίγο, είχε σχεδιάσει αλλιώς τη βραδιά. Ξάφνου θέλησε να φανεί μεγαλόψυχος και να της κάνει το χατίρι. Πήρανε ένα ταξί και πήγανε στο σπίτι της. Μαλάκωσε πιο πολύ σαν είδε το χώρο της και του άρεσε, ήπιανε κάμποσα ποτά και μιλήσανε για την εταιρεία, για τα κοινά τους προβλήματα, για τα σπασίματα που τους έκαναν με τα εργασιακά τους δικαιώματα, και καταλήξανε ότι παντού, είτε στη δική του πόλη που ήταν επαρχιακή είτε στην πρωτεύουσα που ζούσε εκείνη, η μούρη της εργοδοσίας ήταν το ίδιο γουρουνίσια. Άρχισε να νιώθει άβολα που
μιλούσε σαν ίσος με μια γυναίκα. Είχε συνηθίσει με την Βούλα που τον είχε περί πολλού όταν της αφηγούνταν τα νέα της ημέρας, κι εκείνη κρυφοκαμάρωνε για τον άντρα της που με την εξυπνάδα και την καπατσοσύνη του τα έφερνε βόλτα με πελάτες κι αφεντικά. Στο κρεβάτι, όμως, της ξαναθύμισε τον γυναικείο ρόλο της, σαν πήρε η ίδια η φύση το πάνω χέρι.
Είχε χρόνια να ξεγελάσει τη γυναίκα του. Μόνο στις δύο εγκυμοσύνες της ψιλοβολεύτηκε για κάτι μήνες με μια πεταχτή υπάλληλο μιας συνεργαζόμενης εταιρείας. Βόλεψε και τη συνείδησή του με τις ορμές που έπρεπε να βρούνε διέξοδο, γνώρισε τελικά την πεταχτή σ’ έναν φίλο του απ’ το στρατό που την αρραβωνιάστηκε δόξη και τιμή, κι έτσι έκλεισε τους παλιούς λογαριασμούς.
Μετά τα δέκα χρόνια γάμου παίρνεις μόνιμη αμνηστία, σκέφτεται μ’ ένα αδιόρατο χαμόγελο που βλέπει να καθρεφτίζεται στα χνοτισμένα τζάμια. Εξάλλου, αν μετρήσει τις φορές που βρεθήκανε μ’ εκείνη, θα είναι λιγότερες από το ξαλάφρωμα με την πεταχτή. Την προηγούμενη χρονιά, η εταιρεία αναδιοργανωνόταν, και είχε κάνει το ανεβοκατέβασμα στην Αθήνα ψωμοτύρι, αλλά πάντα δεν βόλευε να ξεμοναχιαστούν στο τριάρι της και να κουβαριαστούν στους άσπρους καναπέδες της για να καταλήξουν μπλεγμένοι σαν πλεξούδα στο υπέρδιπλο κρεβάτι της.
Το τυπικό το έμαθε απ’ έξω, αλλά όσο κράτησε του άρεσε, ίσως γιατί δεν πρόλαβε να ξεθωριάσει η πατίνα του. Πρώτα πίνανε το κρασάκι τους στον καναπέ, μιλούσαν για τα προβλήματά τους στην εταιρεία, κουβεντιάζανε για την πολιτική και τις ανθρώπινες σχέσεις· κάποιες φορές της έλεγε τα παράπονά του από τη γυναίκα και τα παιδιά, όσα δεν μπορούσε να της πει απ’ το τηλέφωνο από φόβο μην κρυφακούσει κάνας συνάδελφος. Μαζί της λυνόταν ο κόμπος που τον βασάνιζε, εκείνο το φρένο που μετρίαζε τους θυμούς και τις αντιρρήσεις του στο σπίτι και στη δουλειά ένιωθε τον αέρα και τα λόγια του να κυκλοφορούν ελεύθερα μέσα του. Μετά την έγδυνε, ξεφλούδιζε τα ρούχα της για ν’ αποκαλύψει τα δαντελωτά εσώρουχα που του άναβαν τα αίματα. Όσο περνούσε ο καιρός, εκείνη γινόταν πιο τολμηρή, του έκανε χατίρια που μόλις προλάβαινε να της ψιθυρίσει στ αφτί, μοιραζόταν μαζί του μ’ εμπιστοσύνη την ψίχα της ψυχής, αξεχώριστα από το σκοτεινό πηγάδι της επιθυμίας της.
Μόλις είδε το πρόβλημα που θα έβαζε πάνω στην καμπούρα του, έκοψε τις πολλές κουβέντες. Θυσίασε με πόνο ψυχής το τυπικό τους, αφού έκρινε ότι, κόβοντας τον αέρα στα πανιά, θα είχε πιο πολύ του χεριού
του το τιμόνι. Την λυπήθηκε και εκείνη που την έβλεπε να γαντζώνεται απ’ το στόμα του, που την ένιωθε να τον φιλάει σαν να της έδινε την ανάσα της ζωής. Εκείνες τις φορές κάνανε λυσσασμένα έρωτα, κόντευαν να ξεκολλήσουν τα μέλη τους, δάγκωνε ο ένας τη σάρκα του άλλου και δεν σταματούσαν μέχρι να φανεί στη φλούδα του δέρματος το μπλάβο αίμα.
Σιγά σιγά περιόρισε τα τηλεφωνήματα και τις εξομολογήσεις, έντυσε τη φωνή του μ’ ένα λούστρο φτηνό και ξεθωριασμένο, ξέχασε μέχρι και να της ευχηθεί για τη γιορτή της. Ήταν σίγουρος πια ότι εκείνη έπιασε το νόημα γερά απ’ τα μαλλιά, και αφέθηκε ν’ απολαμβάνει το καλύτερο σεξ της ζωής του.
Μια έρρινη φωνή αναγγέλλει το σταθμό της Λαμίας. Ο διπλανός του έχει βολευτεί στ’ απέναντι καθίσματα που άδειασαν από την Λάρισα. Έχει ανεβάσει το μεσαίο μπράτσο και, επιτέλους, κάθεται με την αγαλλίαση του πασά στον οντά του. Τη θέση των οδαλίσκων έχουν πάρει εύχυμες εικοσάρες σε άκρως αποκαλυπτικές πόζες στις ιλουστρασιόν σελίδες του μηνιαίου ανδρικού περιοδικού που σαλιώνει με βουλιμία.
Αυτές οι τολμηρές γκόμενες μία δεν πιάνουν μπροστά στην πηγαία αισθαντικότητα εκείνης. Ακόμη κι όταν έφτασαν να κάνουν μόνο βουβό έρωτα, ένιωθε να μην την χορταίνει. Γνωρίζοντάς την από τόσο κοντά,
δεν θα την αποκαλούσε χυδαία, αλλά αυθεντική γυναίκα, με βαθιά επίγνωση της σεξουαλικότητάς της. Γι’ αυτό έπεσε απ’ τα σύννεφα όταν κάποιο βράδυ εκείνη του πρότεινε να πάνε σ’ ένα ανυπόληπτο ξενοδοχείο, χωμένο σε μια πάροδο δίπλα στο λιμάνι. Είχε καλοβολευτεί με το διαμερισματάκι της, με το φαγητό που ετοίμαζε πάντα με τόση προσοχή και φροντίδα. Ήταν καλύτερη μαγείρισσα από την Βούλα, αλλά δεν τόλμησε να της το πει ποτέ – ήταν εκείνη η καταραμένη ρότα που είχε βαλθεί ν’ ακολουθήσει κόντρα στους μαργιόλικους αέρηδες εκείνης. Συμφώνησε με κατεβασμένα μούτρα. Πήραν κλειδί από έναν χλεμπονιάρη εξηντάρη που έξυνε με μανία τη μύτη του την ώρα που μπήκαν, κι ούτε που σταμάτησε ακόμα και στη θέα των εκλεκτών πελατών του ανέβηκαν τη σκάλα, διέσχισαν έναν διάδρομο με μπαλώματα ασβέστη πάνω στη μούχλα, κι έφτασαν σ’ ένα άθλιο δωμάτιο που σιχαινόσουν και ν’ ανασάνεις μέσα του.
Το κάνανε σχεδόν όρθιοι, με τα ρούχα, γιατί κανένας τους δεν άντεχε ν’ ακουμπήσει τα ποντίκι σκεπάσματα του σιδερένιου κρεβατιού. Αφού τον άφησε ξέπνοο σε μια ετοιμόρροπη ψάθινη καρέκλα, εκείνη έβαλε το χέρι της στη μέσα τσέπη του σακακιού, τράβηξε το πορτοφόλι του και έβγαλε ένα
πενηντάρικο που επιδεικτικά έχωσε μέσα στον κόρφο της. Ύστερα άνοιξε την πόρτα και βγήκε, με μόνο απόηχο της παρουσίας της το νευρικό χτύπημα των τακουνιών της στην τριζάτη σκάλα.
Μ’ ένα τράνταγμα όμοιο με αυτό του ξεκινήματος, το τρένο σταματά στην αποβάθρα του Σταθμού Λαρίσης. Αφήνει τους άλλους επιβάτες να προχωρήσουν και περιεργάζεται με την ησυχία του το μουντό αθηναϊκό πρωινό. Σκέφτεται ότι είναι, τελικά, καλύτερα που δεν θα την δει στο σεμινάριο. Είναι σίγουρος ότι θα ένιωθε άβολα μετά την τελευταία φορά. Πριν από μερικές μέρες έμαθε από μια φίλη της ότι μπήκε στο Δημόσιο. Έκανε τα χαρτιά της και την διόρισαν σ’ ένα υπουργείο. «Ένας ακόμη που προτιμάει τη σιγουριά του», σιγομουρμουρίζει όσο στρώνει το ταλαιπωρημένο κοστούμι του, τη φόρμα εργασίας της απαιτητικής και άκρως ανασφαλούς δουλειάς του. Αυτήν τη φορά δεν θα περάσει εύκολα ο χρόνος της εκπαίδευσης. Εκτός κι αν συμπέσει μ’ εκείνη την κοκκινομάλλα που δουλεύει σε άλλη διεύθυνση, αλλά τον τελευταίο καιρό συνεργάζεται με το τμήμα του.

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

ΚΑΤΩ (2011)

ΑΝΝΑ

Κατεδαφίζονται τα καλοκαίρια στη σειρά
όσο παλιώνω

Νίκος-Αλέξης Αολάνογλου, «Ερείπιο απ’ τα ναρκωτικά»

ΑΛΛΑΖΩ θέση και κάθομαι στο πέτρινο πεζούλι. Στραγγίζω τη δροσιά από κάθε ριπή που σουβλίζει ευχάριστα παγωμένα τ’ αναμμένα μου κρέατα. Δεν ξέρω αν είναι η ζέστη που μ’ έχει φέρει στο τέρμα της ίδιας μου της
ύπαρξης. Ίσως να ’ναι η ζέστη. Τα είχα συμφωνήσει με τον εαυτό μου, την ώρα που έφερνα την τελευταία στροφή του κλειδιού μέσα στη μεταλλική μήτρα του αφήνοντας το πατρικό μου, να μην κάνω δεύτερες σκέψεις. Αλλά στο σημερινό καλοκαιρινό καμίνι εξαερώνονται συμφωνίες, επιθυμίες, το κορμί μου το ίδιο.
Το πλατάνι που έχει καταλάβει το μισό σχεδόν της αυλής της ταβέρνας κάνει τη δουλειά του: η μυστική ζωή των φύλλων, η ατέρμονη παραγωγή οξυγόνου πάνω απ’ το κεφάλι μου με φυλακίζει σ’ ένα δροσερό κουκούλι, αλλά εγώ πάω και στυλώνω τη ματιά μου στη μέση της πλατείας, που έχει παραδοθεί νομοτελειακά στην πυρά του μεσημεριού. Μαζοχιστικά ξεκολλάω το είναι μου από το πεζούλι και το απλώνω σαν την κατσιασμένη σταφίδα πάνω στο σχιστόλιθο που αχνίζει. Με το κορμί παραδομένο στη δροσιά και την ψυχή στο αποκάρωμα, κάνω μια τελευταία αποτίμηση της κατάστασης- τα λεφτά μου, αυτά τα έτοιμα που μηρυκάζω εδώ κι ένα χρόνο, σώνονται σε δυο τρεις μήνες. Αν καθόμουν στ’ αυγά μου, θα είχα
περιθώριο άλλους δυο. Αλλά είπαμε: την πήρα την απόφαση και είναι πλέον αργά να κάνω πίσω. Το χειμώνα προβλέπεται να φυτοζωώ με τα εκατόν πενήντα ευρώ που θα μου αφήνουν κάθε μήνα πάνω στην τηλεόραση οι
δικοί μου και θ’ ακούω και για κανένα εξάμηνο την γκρίνια τους, γιατί χάλασα τις οικονομίες μου στις διακοπές, αντί να βολευτώ στο ημιυπόγειο εξοχικό της Χαλκιδικής. Η κατάστασή μου βέβαια δεν θα μου επιτρέψει να τους
απαντήσω ότι επιτέλους, ύστερα από δεκαπέντε καλοκαίρια, ξεπλύθηκε από τη μύτη μου η μυρωδιά της μούχλας που ’χει κατασκηνώσει στους τοίχους, στα πατώματα και στα έπιπλα του «εξοχικού»· τα βρακιά μου, τα ρούχα μου δεν έχουν αυτή τη γλίτσα που πιάνουν μόλις πατήσω το ποδάρι μου στο μισοθαμμένο δυάρι. Ωστόσο θα επιλέξω να το βουλώσω, γιατί οι χορηγοί μου φυσικά δεν θα με καταλάβουν και το χειρότερο είναι ότι θα μου μείνουν τα μούτρα και η μουρμούρα τους.
Η Αντιγόνη με τη φλυαρία της με σώζει από τον απολογισμό της μιζέριας και μου υπενθυμίζει, χωρίς να το παίρνει χαμπάρι, ότι πρέπει να μάθω να ζω και να εκτιμώ το τώρα, αυτό το ακριβοπληρωμένο τώρα που σε λίγο καιρό θα έχει γίνει ένα σχεδόν εξωτικό παρελθόν. Ξεφυλλίζει και παράλληλα σχολιάζει έναν ταξιδιωτικό οδηγό προσπαθώντας να βρει μέσα στις σελίδες του τη μεγάλη ευκαιρία: το σκηνικό όπου θα παιχτεί η πρώτη πράξη του επόμενου —και πιθανόν ανέκδοτου, όπως και τα προηγούμενα- μυθιστορήματος της. 
Η Αντιγόνη δηλώνει πρώτα συγγραφέας και μετά δημόσιος υπάλληλος. Θα ’θελα κάποια μέρα να της πω ότι, για όλη την υστεροφημία του κόσμου, εγώ θα προτιμούσα ν’ αποκτήσω τη δεύτερη ιδιότητά της κόβοντας μέχρι και το δεξί μου χέρι, αυτί, πόδι — ό,τι να ’ναι. Αλλά από τη μια ο καταραμένος ΑΣΕΠ και οι προσλήψεις με το σταγονόμετρο, από την άλλη οι βρικόλακες των φροντιστηρίων, που πουλάνε ακριβά στους αδαείς μαθητές τις γνώσεις μας και τις αγοράζουν φθηνά με λειψά, στην καλύτερη περίπτωση, ένσημα και μισθούς πείνας, μ’ έχουν φέρει στην απελπιστική κατάσταση να μένω μόνιμα στην απέξω γιατί αντιδρώ στην εκμετάλλευση, κι έτσι είμαι άνεργη το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου. Οι δε φιλάνθρωπες κυρίες του ιδρύματος, που επί ενάμιση χρόνο με ξεζούμισαν σε μια κακοπληρωμένη «θέση ευθύνης» και μετά με πέταξαν -με «έπαψαν», όπως είπε και ο θυμόσοφος επιστάτης— με την εξίσου φιλάνθρωπη βοήθεια του ανεκδιήγητου αντιδήμαρχου, θα συνεχίσουν να φωτογραφίζονται στα life style περιοδικά και να ακκίζονται για το πλούσιο έργο που προσφέρουν, το ίδιο γενναιόδωρα με το γουρουνίσιο τους πρόσωπο, απέναντι σε κάτι ταλαίπωρους εργαζομένους σαν εμένα. Έπειτα από τόσες διαψεύσεις, κι όσο ρεαλιστικό και πεζό ν’ ακούγεται αυτό, για ένα σίγουρο μισθό σήμερα θα χάριζα μια οποιαδήποτε θέση στις μελλοντικές ιστορίες της λογοτεχνίας. Αν της το πω έτσι, φάτσα φόρα, της Αντιγόνης, πιθανόν να με κοιτάξει επιτιμητικά, ίσως να με χαρακτηρίσει υλίστρια και ισοπεδωμένη — εγώ μια φιλόλογος, ένας υποτίθεται άνθρωπος του πνεύματος-, αλλά λίγο πιο μετά νομίζω ότι θα με καταλάβει. Θα καταλάβει ότι η άδεια κοιλιά και τα ακυρωμένα όνειρα είναι αυτά που ορίζουν το βίο και τις επιλογές μας. Όπως μάλλον καταλαβαίνει ότι ο ξενώνας είναι η μόνη πολυτέλεια που θα μπορούσα να επιτρέψω στον εαυτό μου. Ενενήντα ευρώ τη βραδιά, τα μισά, δηλαδή σαράντα πέντε, είναι ένα έξοδο που δεν θα ’πρεπε κανονικά να το αποτολμήσω υπό τις παρούσες συνθήκες. Άρα κομμένα τα μπαράκια και τα γκουρμέ εστιατόρια πάνω στον ντόκο. Ευτυχώς η συγκεκριμένη ταβέρνα βολεύει και τις δυο μας: χωράει στη φαντασία της Αντιγόνης για την καταλληλότητά της ως χώρος δράσης των αλλοπαρμένων ηρώων της και στη δική μου τσέπη για τα φθηνά της μεζεδάκια, αν ισχύει ακόμη ο πλαστικός τιμοκατάλογος που βρήκαμε πάνω στο τραπέζι.
Έχουμε φτάσει εδώ και μισή ώρα. Καθίσαμε στη γωνία, στο πιο σκιερό σημείο της αυλής, αλλά μέσα από το σκοτεινό εσωτερικό του μαγαζιού δεν μπορέσαμε να διακρίνουμε τίποτε περισσότερο από ένα ζευγάρι οριζοντιωμένα ανδρικά πόδια με σκασμένες φτέρνες, που φαίνεται ν’ ανήκουν στον κοιμισμένο ιδιοκτήτη του μαγαζιού. Από τη μια δεν θέλουμε να φύγουμε άπρακτες μέσα στη ζέστη, από την άλλη η καθεμιά μας έχει καλοβολευτεί στο δικό της μικρόκοσμο και δεν το κουνάει ρούπι. Ελπίζουμε ότι με τη φασαρία απ’ τις φωνές μας θα ξυπνήσει το αφεντικό και θα φάμε, έστω και αργά το απόγευμα, κάτι πρόχειρο. Τελικά κάποια στιγμή η πόρτα κλείνει χωρίς να το
πάρουμε μυρωδιά. Μόλις ξανανοίγει, τα πόδια έχουν εξαφανιστεί και μια γυναίκα κοντά στα εξήντα μάς πλησιάζει μ’ ένα ντροπαλό χαμόγελο, για να πάρει παραγγελία.
Η Στέλλα -μας λέει τ’ όνομά της χωρίς να τη ρωτήσουμε κι ύστερα μας ζητάει συγγνώμη για την καθυστέρηση στην εξυπηρέτηση χωρίς πολλές δικαιολογίες- κάθεται απέναντί μας στο τραπέζι και μας κοιτάζει με
μια αρμαθιά ερωτηματικά να μουλιάζουν μέσα στο στόμα της. Το μόνο που τολμάει να ρωτήσει είναι πώς βρεθήκαμε δύο μόνες γυναίκες καταμεσήμερο σ’ αυτό το κοιμισμένο και αποδεκατισμένο απ’ τους κατοίκους του
χωριό. Της εξηγούμε ότι φτάσαμε ως εδώ ακολουθώντας τη συμβουλή της ιδιοκτήτριας του ξενώνα και τότε το βλέμμα της μου φαίνεται πιο έκπληκτο. Υποθέτω ότι της κάνει εντύπωση που μένουμε στη «Διώνη», μια που δεν μοιάζουμε -μάλλον να μιλήσω για τον εαυτό μου, γιατί η Αντιγόνη ανήκει σ’ άλλη συνομοταξία-, δεν μοιάζω λοιπόν με τους καλοβαλμένους τουρίστες που
ξεκαλοκαιριάζουν τη μισή μέρα πάνω στη θράκα της παραλίας και την άλλη μισή στους ξύλινους καναπέδες του παλιού αρχοντικού, ποτίζοντας τα λαρύγγια τους με σπιτική λεμονάδα και πειραγμένα κοκτέιλ.
Εμείς φαινόμαστε —από το παλιό αυτοκίνητο της Αντιγόνης και τα δικά μου εξίσου παλιά κι εκτός μόδας ρούχα- για άνθρωποι που μετράμε τα κέρματα στο πορτοφόλι μας. Ίσως πάλι η Αντιγόνη, με τα φιρμάτα γυαλιά της και τα διακριτικά επώνυμα ρούχα της (ακουμπάει ένα σεβαστό ποσό κάθε τόσο για να κάνει ρεκτιφιέ στην εικόνα της) να ξεφεύγει λιγάκι και να κολλάει πιο πολύ με τις κοπελίτσες του ξενώνα, που ξεσηκώνουν κάθε πρωί τον κόσμο με τις φωνές τους φλυαρώντας για τα ταξίδια που έχουν κάνει στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Αλλά εγώ κάνω μπαμ από μακριά ότι καμία σχέση δεν έχω μ’ όλον αυτό τον χορτασμένο κόσμο.
Το μόνο που πιθανόν ενώνει τους ενοίκους του αρχοντικού είναι η επιθυμία όλων όσοι επέλεξαν τα ορεινά του νησιού να ανακαλύψουν αυθεντικά μέρη και απόμερες παραλίες. Βέβαια οι πρωτευουσιάνοι τουρίστες, που
θεωρούν μπανάλ καθετί νεοπλουτίστικο και κραυγαλέο και κυνηγούν μετά μανίας κάτι ανυπόληπτα και ταπεινά ταβερνάκια, σίγουρα θα έχουν παχυλούς λογαριασμούς στις τράπεζες και ακριβά διαμερίσματα στο Κέντρο ή στα Βόρεια προάστια. Αντίθετα για μένα όλα αυτά, άγνωστα χωριουδάκια στο μέσο του πουθενά και έρημες αμμουδιές, σημαίνουν φθηνές ή τζάμπα διακοπές,
αφού ο δικός μου τραπεζικός λογαριασμός βρίσκεται στα πρόθυρα της ασιτίας και το πατρικό σπίτι που με φιλοξενεί ακόμη είναι χωμένο σ’ ένα μικροαστικό στενό, στις παρυφές του κέντρου της Θεσσαλονίκης.
Η ταβερνιάρισσα μας ξεκαθαρίζει ότι τις καθημερινές ετοιμάζει μόνο δύο φαγητά, γιατί πιο πολύ δουλεύει το βράδυ με παραγγελίες και παρέες που της κλείνουν όλο το μαγαζί. Μην έχοντας εναλλακτική, παραγγέλνουμε και τα δυο πιάτα και βυθιζόμαστε ξανά, η Αντιγόνη στα διαβάσματά της κι εγώ στους λογαριασμούς μου για το πόσα αναμένεται να ξοδέψω στο νησί και πόσο καιρό θα με βγάλει το υπόλοιπο των οικονομιών μου.

 

ΔΙΩΝΗ

– Γινόσαστε μελαγχολική, Μαργαρίτα.
Μα είναι τόσο ωραία-
ο ήλιος, η θάλασσα- ένα παντοτινό καλοκαίρι…

Γιώργος Σεφέρης, «Στα περίχωρα της Κερυνειας»

ΟΛΟΙ ΜΑΣ στον ξενώνα έχουμε αποκτήσει μια βολική, καθημερινή ρουτίνα. Έπειτα από τόση απραξία, μου κάνει καλό να έχω ένα σαφές ωρολόγιο πρόγραμμα. Με την Αντιγόνη σηκωνόμαστε νωρίς και παίρνουμε το πρωινό
μας στη σάλα του φαγητού. Οι άλλοι προτιμούν τα τραπεζάκια της αυλής, αλλά εμένα μου αρέσει αυτό το σκιερό δωμάτιο που βλέπει στον πίσω κήπο. Άσε που έξω έχει μια διαολεμένη φασαρία από τις φωνές τους.
Κανένα πεντάλεπτο αργότερα από μας κάνει την εμφάνισή του ο Παπούτσιας, όπως τον φωνάζει η Αντιγόνη, με την γκόμενά του. Εκείνη τρέχει στον μπουφέ να ετοιμάσει του πασάκα ένα χορταστικό πιάτο που μόνο εμένα δεν έχει πάνω του. Από πίσω ουρά ο «άντρας» με το γλειμμένο
μαλλί και την άνεση του επιχειρηματία που έχει αραγμένη έξω την «Μπέμπα» του και μέσα το υπάκουο γυναικάκι που πολλά κάνει και λίγα λέει. Αυτοί πιάνουν στασίδι στο γωνιακό τραπέζι του κήπου που δεν το βλέπει ο ήλιος το
πρωί και ο Παπούτσιας αρχίζει τα τηλεφωνήματά του, που κρατάνε σχεδόν δύο ώρες. Αυτός πρέπει να ’χει καμιά βιοτεχνία υποδημάτων, γιατί όλο κανονίζει αποστολές απ’ άκρη σ’ άκρη στην Ελλάδα και μιλάει για φορτωτικές και CMR. Αν δεν ήταν Αθηναίος, μπορεί να ’μπαινα στον πειρασμό να του ζητήσω καμιά δουλειά. Βέβαια αυτό είναι καθαρά υποθετικό και μάλιστα του δευτέρου είδους, του μη πραγματικού, γιατί θα ’πρεπε πρώτα απ’ όλα να ρίξω
τα μούτρα μου -πράγμα σχεδόν αδύνατο — και μετά να παρακάμψω την γκόμενα που κάθεται Κέρβερος δίπλα του και επαγγέλλεται επισήμως «συνοδηγός BMW».
Στα δέκα λεπτά κάνουν την εμφάνισή τους τα δυο ζευγάρια των «πετυχημένων, ψαγμένων και αισθαντικών Αθηναίων». Οι άντρες έχουν πατημένα τα σαράντα, οι γυναίκες είναι τριανταφεύγα. Αυτοί κάθονται στο μοναστηριακό τραπέζι, τραβάνε τις κουρτίνες που κρέμονται απ’ το λιακωτό, μπας και προστατευθούν από τον πρώτο καυτό ήλιο, κι αρχίζουν την κουβέντα για διακοπές, παραλίες και «αυθεντικά ταβερνάκια». Για να καλύψουν τις παραγγελίες του Παπούτσια, ουρλιάζουν σχεδόν ο ένας στα μούτρα του άλλου, ενώ παράλληλα κάνουν και το κομμάτι τους στον νεόπλουτο βιοτέχνη, που διαθέτει και το πιο ακριβό αυτοκίνητο του ξενώνα.
Τελευταία κατεβαίνει η οικογένεια: ο πενηντάρης μπαμπάς με τη στρουμπουλή μαμά κοντά στα σαράντα και το κακομαθημένο κοριτσάκι, ετών τεσσάρων, αλλά με πείσμα και φωνή δεκαπεντάχρονου. Όπως όπως κι αυτοί βολεύονται στον κήπο και για αρκετή ώρα το εσωτερικό του ισογείου του ξενώνα μένει σιωπηλό και προστατευτικό. Η Αντιγόνη μόλις αποφάει, τραβάει σ’ έναν καναπέ κι αρχίζει τη μελέτη λευκωμάτων που αφορούν το νησί. Εγώ πάλι φέρνω βόλτες το βλέμμα μου στους πίνακες του σαλονιού ή παρατηρώ τα ακριδοειδή που σκαρφαλώνουν πάνω στις σήτες των παραθύρων.
Ο ξενώνας αδειάζει οριστικά απ’ όλους μας κατά τις έντεκα. Εγώ με την Αντιγόνη είμαστε και οι μόνες που επιστρέφουμε το μεσημεράκι από τις παραλίες για να κάνουμε ένα μπάνιο, πριν πάμε στης Στέλλας για φαγητό. Οι υπόλοιποι γυρίζουν κατά κύματα, όσο περνούν οι μέρες και πιο καρβουνιασμένοι, μετά τις εφτά το απόγευμα κι εμφανίζονται ξανά στον κήπο γύρω στις εννιά, για να εξαφανιστούν οριστικά έπειτα από καμιά ώρα. Η οικογένεια ανεβαίνει στο δωμάτιό της για να κοιμίσει το παιδί με τη συνοδεία της τηλεόρασης και τα ζευγαράκια κατεβαίνουν στα παράλια για να κάνουν νυχτερινή ζωή.
Η ταβέρνα της Στέλλας είναι αναπόσπαστο κομμάτι της σύντομης καθημερινότητάς μας στο νησί. Από την προηγουμένη η Αντιγόνη κάνει συμφωνία για το φαγητό της επόμενης μέρας κι ύστερα πέφτει με τα μούτρα
στο ημερήσιο πιάτο χωρίς πολλές κουβέντες. Νομίζω ότι έχει παραιτηθεί απ’ την προσπάθειά της να μάθει τις λεπτομέρειες του βίου της Στέλλας. Ίσως πάλι να την πειράζει η ξαφνική φιλία μου με μια γυναίκα τόσο μεγαλύτερη από μας. Δεν μου έχει πει κάτι, ούτε μια τόση δα σπόντα, καταλαβαίνω όμως ότι μόλις πατάμε το πόδι μας στην ταβέρνα γίνεται πιο απόμακρη, λες και
νιώθει παρείσακτη. Η Στέλλα είναι το ίδιο εξυπηρετική και με τις δυο μας, αλλά η Αντιγόνη πιάνει το βλέμμα της όπως το ακουμπάει τρυφερά πάνω μου.
Μόλις τελειώνουμε το φαγητό, λες κι έχουμε κάνει μυστική συμφωνία με την Αντιγόνη, εκείνη βρίσκει πάντα μια δικαιολογία για να επιστρέψει μόνη της στον ξενώνα -μια ξαφνική κόπωση μετά την πολύωρη έκθεση στον ήλιο, μια επίμονη ιδέα για το νέο βιβλίο που έχει στα σκαριά— κι εγώ φωλιάζω στη δροσιά του εσωτερικού της ταβέρνας βλέποντας τη Στέλλα να πηγαινοέρχεται στην κουζίνα όσο προετοιμάζει τα πιάτα για το βράδυ.
Έπειτα από πολλά παρακάλια μου επιτρέπει να καθαρίσω τις πατάτες ή να πλύνω τα πιάτα μας και φυσικά αρνείται να πληρώσω το λογαριασμό του μεσημεριανού φαγητού. Όταν αναχωρώ αργά το απόγευμα με το σαραβαλιασμένο «Ντάτσουν» του άντρα της, απορώ πώς τα καταφέρνει και βγαίνω πάντα κερδισμένη από την εκκαθάριση των μεταξύ μας οικονομικών εκκρεμοτήτων, φεύγοντας μ’ ένα μισογεμάτο πακέτο τσιγάρα, καμιά σακούλα σύκα ή κανένα βάζο γλυκό του κουταλιού, για να φιλέψω και τους υπόλοιπους νοικάρηδες του ξενώνα και να μη μένω μονίμως στο περιθώριο σαν τον ψωριάρη.
Τα βράδια μας με την Αντιγόνη τα περνάμε παρέα με δυο γατιά. Καθόμαστε στο τραπέζι που ’χει θέα στο οροπέδιο και κουβεντιάζουμε για τα γκομενικά μας, περισσότερο η Αντιγόνη για τα δικά της, με τη σοφία των
ανθρώπων που δεν σκοπεύουν να την ξαναπατήσουν, ενώ την ίδια ώρα ο Πικάσο βρίσκει καταφύγιο στην αγκαλιά μου και η Μουσίτσα παίζει με το πλαστικό λουλούδι της σαγιονάρας μου. Η άνεση της Αντιγόνης απέναντι μου επανέρχεται κι εγώ μοιράζομαι μαζί της τα κέρδη από την ημιαπασχόληση στην ταβέρνα (φρούτα ξηροκάρπια-χειροποίητα γλυκά). Έτσι όλοι μένουμε
ευχαριστημένοι και περισσότερο η τσέπη μου, που φαίνεται να ’χει πάρει μια ανάσα με το τζάμπα φαγητό και το πρόχειρο βραδινό που μου εξασφαλίζει η Στέλλα.
Η ιδιοκτήτρια, η Ειρήνη, έχει μια διακριτική παρουσία στον ξενώνα, η οποία γίνεται πιο εμφανής όταν οργανώνει τα δείπνα της προς τιμήν συγγραφέων και μουσικών που έχουν αγοράσει σπίτια στο παραδιπλανό μισοερειπωμένο χωριό, το Λυκόστομο. Την παρατηρώ μες στο μισοσκόταδο που τους υποδέχεται με πλατιά χαμόγελα κι ανοιχτές αγκαλιές. Πόσο διαφορετική μου φαίνεται μ’ όλους εμάς. Διατηρεί σε κάθε περίπτωση τους ευγενικούς της τρόπους, αλλά μπορώ εύκολα να ξεχωρίσω κάτω απ’
το σαθρό βελούδο τη μεταλλική λάμψη του σνομπισμού και της απόστασης που καλλιεργεί προς τους τυχάρπαστους, οι οποίοι νομίζουν ότι θ’ αγοράσουν κουλτούρα κι ευζωία με ενενήντα και εκατόν είκοσι ευρώ το βράδυ.
Τα πρωινά την ακούω που ξυπνάει με τα κοκόρια και πάει και κλείνεται στην κουζίνα, για να φτιάξει τα κέικ και τις τηγανίτες της. Μόλις τελειώσει με τις ετοιμασίες, κρύβεται πίσω από το καταχωνιασμένο γραφείο της υποδοχής βάζοντας μπροστά μια πενηντάρα αλλοδαπή, πιθανότατα Ουκρανή ή Γεωργιανή, η οποία ετοιμάζει τους καφέδες και στρώνει τα τραπέζια στη σάλα και στον κήπο. Δείχνει ξεκάθαρα ότι δεν θέλει πολλά νταραβέρια μ’ όλους εμάς, γι’ αυτό και η επικοινωνία μου μαζί της περιορίζεται σε μια ξερή καλημέρα ή καληνύχτα. Μπορεί να μην είμαι τόσο καλή στη μελέτη των ανθρώπινων χαρακτήρων σαν την Αντιγόνη, αλλά μερικές φορές νιώθω ότι αυτή η γυναίκα βγάζει ένα αδικαιολόγητο κόμπλεξ, ακόμη κι απέναντι σε μένα που δεν έχω δουλειά, γκόμενο και φράγκο στην
άκρη. Λες και φοβάται μην την εκμεταλλευθεί κάποιος, μήπως τυχόν τη δούνε σαν τη δούλα που τους κάνει τα θελήματα και τους εξυπηρετεί. Πιθανόν οριοθετεί από άμυνα. Πιθανόν. Ίσως να το συζητήσω με τη Στέλλα.
Οι μόνοι που μου φαίνονται αληθινά συμπαθείς είναι ένα ζευγάρι που μένει στο χαμηλό πέτρινο σπιτάκι, δίπλα από το αρχοντικό. Δεν ξέρω ποια είναι η ακριβής σχέση τους με την ιδιοκτήτρια του ξενώνα, αλλά συχνά βλέπω
τον άντρα να βοηθάει με το κτήμα και τον κήπο και τη γυναίκα του να χώνεται στην κουζίνα μαζί με την Ειρήνη. Αν κάτι ζηλεύω σ’ αυτό το κομψό περιβάλλον είναι η ηρεμία αυτών των δύο ανθρώπων, όταν αργά το βράδυ ανάβουν τα κεριά πάνω στο μεταλλικό τραπέζι τους, βάζουν σιντί
του Πιατσόλα και πιάνουν την κουβέντα προσέχοντας πάντα να μην ενοχλούν εμένα και την Αντιγόνη, τους μόνους νυχτερινούς επισκέπτες του κήπου.
Τον άντρα του ζευγαριού, τον Κώστα, τον συναντώ συχνά στον κήπο τα πρωινά. Κάθεται και χαζεύει ένα μυστήριο φυτό, το ποτίζει και το φροντίζει πιο πολύ κι απ’ τον ίδιο κι εκείνο του ανταποδίδει τη φροντίδα με κάτι
λουλούδια κόκκινα σαν το πηχτό αίμα, που φαίνεται να ’χουν μακρινή συγγένεια με τα γαρίφαλα. Καμιά φορά τον αγγαρεύω να με πετάξει μέχρι τη Στέλλα με τη μηχανή του, μια που του αρέσει να κάθεται κάτω απ’ τον ίσκιο
του πλάτανου και να καπνίζει σιωπηλά δίπλα μας. Με τη Στέλλα φαίνεται να έχουν αμοιβαία συμπάθεια, ίσως από τότε που και κείνη πήγαινε πιο συχνά μέχρι το ύψωμα όπου είναι χτισμένος ο ξενώνας, όπως μου εξομολογήθηκε κάποια στιγμή η ίδια. Μπροστά μου λένε μόνο τα τυπικά. Εκείνος κάνει το τσιγάρο του κι ύστερα μας αφήνει να τα πούμε και χάνεται μέσα στο σύννεφο της σκόνης του τραβώντας συνήθως κατά τη Χώρα.
Η γυναίκα του, η Ρωξάνη, είναι πιο ακριβοθώρητη. Ξυπνάει αφού έχουν φύγει οι περισσότεροι ενοικιαστές και φαίνεται να κινείται με άνεση, τόσο στο σπίτι όσο και στον κήπο, τις ώρες που είναι άδειος ο ξενώνας.
Μόνο όταν η Ειρήνη έχει κανένα από τα περίφημα δείπνα της βοηθάει με το κουβάλημα των σερβίτσιων και πηγαινοφέρνει τις πιατέλες στους καλεσμένους. Φαίνεται ότι η Ειρήνη ταΐζει καθημερινά εκτός από την ίδια
και την οικογένειά της και τον Κώστα με τη Ρωξάνη, και προς μεγάλη μου έκπληξη το κάνει αγόγγυστα.

ΝΟΥΒΕΛΑ

ΠΕΝΤΕ ΖΩΕΣ ΚΙ ΕΝΑ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ (2012)

Αρχή

ΟΛΑ ΞΕΚΙΝΗΣΑΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΑΓΚΗ ΜΟΥ ΓΙΑ ΨΥΧΙΚΗ ΑΠΟΣΥΜΠΙΕΣΗ. Με το όλα δεν εννοώ κάποια άκρως επαναστατική πράξη που θα ανέτρεπε εκ βάθρων την ανυπόφορη ανοησία, μέσα στην οποία ζούσαμε πολλοί από μας εκείνα τα χρόνια. Αναφέρομαι περισσότερο στο ιδιωτικό μου σύμπαν και σε πράγματα πρωτόφαντα για μένα, ειδικότερα δε σε κείνο το ξαφνικό λάκτισμα της ψυχής που πήγε παραπέρα τη σκέψη μου, άσχετα αν βούτηξε πρώτα το ποδάρι της μέχρι τη ρίζα του στο δυσώδες έλος της χθαμαλής πραγματικότητας. Ο Θα μπορούσα να παραβλέψω μια τόσο δυσάρεστη κατάσταση για μια ακόμη φορά. Θα μπορούσα να τα βάλω με την κακή μου μοίρα ή τις ακόμη χειρότερες επιλογές μου. Αλλά όχι πλέον. Είχα βαρεθεί τα ατέρμονα στερνοκοπήματα που μου άφηναν παράσημο όλο και κάποια αδιάγνωστη ψυχοσωματική ασθένεια. Από τούτα τα υπόγεια που με χώσανε σαν τον ποντικό, ήθελα να δαγκώσω την κραταιά αξιοπρέπειά τους και να μολύνω με την πανούκλα μου, όσο γινόταν πιο βαθιά, τα μαλακά μόρια της δικής τους ακριβής ψυχής, της μοσχαναθρεμμένης με επαίνους και πρωτεία. Ήθελα να βρω έναν τρόπο να ουρλιάξω μέχρι το οριακό τέντωμα των χορδών κι ας έμειναν μετά κατακερματισμένα τα κρεατένια ξέφτια αυτού του θαυμαστού εργαλείου της ανθρώπινης επικοινωνίας. Έψαχνα με κάτι να διαλύσω τα τύμπανα της λεπταίσθητης ακοής τους που δεν είχε αφτιά για τον Κάτω Κόσμο μου. Το σημαντικότερο, ήθελα αυτή η κραυγή να ακουστεί όσο γινόταν μακρύτερα, μέχρι εκεί που επικρατούσαν με τρόπο αναντίρρητο τόσο οι ίδιοι όσο και οι μεθοδεύσεις τους. Όμως, η δομή του κόσμου τους μου όρθωνε εμπόδια και ό,τι και να σχεδίαζα ήταν καταδικασμένο να επιστρέψει στον αποστολέα του άθικτο, όπως και οι συνειδήσεις τους. Αποφάσισα, λοιπόν, να στραφώ στη λογοτεχνία και να προσπαθήσω να καταγράψω την πραγματικότητά μου για να συρρικνώσω τις τερατώδεις διαστάσεις που είχε αρχίσει να λαμβάνει μέσα μου. Ωστόσο, η θεραπευτική δράση της γραφής σύντομα θα έριχνε θεμέλια βαθύτερα από την πρωταρχική ανάγκη μου να αυτοψυχαναλυθώ· αφού πρώτα ξεκαθάρισα στον εαυτό μου ότι δεν θα γινόμουν Βιζυηνός, Μητσάκης ή Φιλύρας, παρά μόνο ως προς τις επιδόσεις τους στο λόγο. Τον τύπο του τον ήξερα. Τον είχα ξανασυναντήσει και παλιότερα σε ελαφρώς διαφορετικές παραλλαγές. Αλλά πρώτη φορά φιγουράριζε τόσο ψηλά στην κλίμακα της κοινωνικής ματαιοδοξίας και της πολιτικής επιρροής. Επίσης, γνώριζα ότι σε κάθε μου μάχη μαζί του, έβγαινα πάντα χαμένη. Σε όλες, μα όλες τις εκδοχές του. Πρώτα σαρκώθηκε σε κείνον τον γοητευτικό Αντιπρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο μιας μικρομεσαίας Ανώνυμης Εταιρίας που έτρωγε κάτι κοριτσάκια σαν εμένα για πρωινό και, φυσικά, οποιαδήποτε άρνησή μου στις ορέξεις του θα με οδηγούσε εκεί που με οδήγησε: στον τρίτο και τελευταίο, χαμηλοτάβανο όροφο με τα φωτοτυπικά, τις κούτες με τα αναλώσιμα και το κουβούκλιο του τμήματος Εισαγωγών-Εξαγωγών, παρέα με τη γεροντοκόρη, που για ένα ολόκληρο χρόνο μ’ έβαλε να κάθομαι σε μια άβολη καρέκλα πίσω από τους σκονισμένους εκτυπωτές και σποραδικά να της βγάζω καμία φωτοτυπία, από φόβο μήπως μάθω τη δουλειά και της φάω τη θέση. Μάταια χτυπιόμουν ότι δεν ήθελα την αργομισθία, ότι σαν νέος άνθρωπος είχα ανάγκη να εκπαιδευτώ και να δοκιμάσω τον εαυτό μου και τις δυνάμεις μου στην πολυθρύλητη ελεύθερη αγορά. Έπρεπε να καταλάβω ότι εκείνο το βράδυ στο μπαρ -σε μια ακόμη χλιαρή συνάντηση σύσφιξης των σχέσεων των στελεχών της εταιρίας-, όταν ο εν λόγω μου ζητούσε να κάνω μια επιλογή, εννοούσε φυσικά να διαλέξω το δρόμο της ακόλαστης αρετής που οδηγούσε κατευθείαν στα σατέν (όπως ψιθύριζαν πολλοί και κυρίως πολλές) σεντόνια της κρεβατοκάμαράς του και παρεπόμενα, στον πρώτο όροφο της δράσης και του πρεστίζ του Οικονομικού Τμήματος. Ας πρόσεχα που επέλεξα τον ακανθώδη δρόμο της γεροντοκόρης με τα δερμάτινα παντελόνια και τα πέτσινα εσώρουχα. Στην ίδια δουλειά συνάντησα και τη δεύτερη εκδοχή του, λίγα χρόνια αργότερα. Αυτή τη φορά δεν είχε την κοψιά του λάτρη του σκι, δεν είχε το λαίμαργό του βλέμμα που χανόταν απροκάλυπτα σε όλα τα βάθη της γυναικείας σάρκας. Η ρηξικέλευθη αυτή εκδοχή φορούσε δυο γυάλινα, λουλακιά μάτια και αγαπούσε τα μοναχικά ταξίδια στα θέρετρα του σεξοτουρισμού. Με τακτοποιημένα τα παιδιά και ταϊσμένη κοινωνικά τη γυναίκα του –με μια θέση «συζύγου Γενικού Διευθυντού» κι έναν καλό μισθό στο σινιέ κεμέρι της-, μπορούσε να πετιέται πού και πού στην Ταϊλάνδη, για να ξεσκάει και να ξεδιψάει την κουρασμένη αστική ψυχή του με απολαύσεις πιο δυσεύρετες.
Στο πι και φι με ξήλωσε από το Οικονομικό –που έκανα αμάν για να μπω μετά τα καταναγκαστικά έργα στις «Εισαγωγές-Εξαγωγές», αξιοποιώντας το μαραζωμένο πτυχίο μου- και με πέταξε στη Γραμματεία να σηκώνω όλη μέρα τηλέφωνα και να τρέχω να κάνω καφέδες στην αφεντιά του και στους πελάτες. Αυτό ήταν το ευχαριστώ μετά από πέντε χρόνια επιτυχούς θητείας, πικρό αντίδωρο στις ελπίδες μου να γίνω σύντομα προϊσταμένη, στο υποκατάστημα της εταιρίας κοντά στο πατρικό μου. Δεν πρόλαβα να πάρω μυρωδιά το παραμάγαζο που έστησε με εικονικές χρηματοδοτήσεις και πλαστά αξιόγραφα, σε αγαστή συνεργασία μ’ έναν αετονύχη φίλο του, τραπεζίτη. Βέβαια, αν έπεφτε κάτι στην αντίληψή μου, δεν θα είχα κρατήσει σφαλιστό το στόμα μου για το άνθισμα της παρατράπεζας με την ευγενή χορηγία του επίσημου τραπεζικού χρηματοδότη, κι αυτό μάλλον φοβήθηκε κι εκείνος και με μετακίνησε στη νέα, ανυπόληπτη θέση μου παρέα με μια ξανθιά πρώην κομμώτρια, που ολημερίς μασούσε τσίχλα και χαζολογούσε με όλα τα αρσενικά που μπαινόβγαιναν στο κτίριο. Το ότι τους ανακάλυψαν κι έστω και αργά ένιωσα μια κάποια δικαίωση, είναι κι αυτό κάτι. Αλλά δεν ήμουν εγώ αυτή που τους ξεσκέπασε. Αυτό το έτοιμο φαγητό της εκδίκησης δεν με συγκινούσε ιδιαίτερα, γιατί δεν είχε γίνει με τα δικά μου χέρια. Μάλλον θα είχε βάλει το χεράκι του κανένας αδέκαστος ορκωτός λογιστής. Ούτε καν στη δίκη του θέλησα να πάω. Δεν μου έλεγε τίποτε πια η έξαλλη χαρά να δω την αιμάτινη ρωγμή του τρόμου να διαπερνά τα ματογυάλια του, συνθλίβοντάς τα σε δεκάδες κομμάτια απελπισίας. Η φαρμακερή εκδοχή του μου έπεσε, όμως, ακόμη πιο δύσπεπτη. Ίσως γιατί είχα ωριμάσει πια, ίσως γιατί είχα μπουχτίσει από το παραμύθι του καλού τέλους και της επιβράβευσης των φιλότιμων προσπαθειών. Εδώ τώρα, πρέπει να ρίξω κι ένα φταίξιμο στους γονείς μου. Με είχαν μεγαλώσει με το πρότυπο της καλής μαθήτριας, του Άριστα που ανοίγει τις πόρτες στους άξιους και κρατάει απ’ έξω τα ντουγάνια και τους τσόγλανους. Σε ποιο ονειρικό κόσμο με κλείσατε, γονείς, που δεν είχε μήτε ένα άνοιγμα στη συμπαγή του φούσκα, μήτε ένα Δράκο έξω απ’ την Κερκόπορτά του; Αλλά ας μην προτρέχω. Ας συνεχίσω γραμμικά την ιστορία. Ο υποβιβασμός μου στη Γραμματεία έβαλε μπρος μέσα μου το μηχανισμό της αναζήτησης εξόδου διαφυγής και ακολουθώντας το ρεύμα των καιρών, άφησα την εκμαυλιστική, αλλά άπιστη αγκαλιά του Ιδιωτικού Τομέα και σύνηψα αρραβώνα με τον συγκαταβατικό και άνευ πολλών εκπλήξεων ευρύτερο δημόσιο τομέα.
Στη νέα μου Υπηρεσία πήγα με καλές ελπίδες και σίγουρα ελάχιστα ρεαλιστικές. Όπως ήταν αναμενόμενο, οι υψηλών προδιαγραφών απαιτήσεις της ελαφρώς φωτογραφικής προκήρυξης –που από μια καλή τύχη κούμπωναν και με το δικό μου βιογραφικό- δεν είχαν καμία απολύτως σχέση με το ισοπεδωτικό και άνευρο αντικείμενο εργασίας. Μπορεί να είναι και δική μου βλάβη και όλοι οι υπόλοιποι να ήταν ευχαριστημένοι τόσο με τη δουλειά τους όσο –και κυρίως- με την απρόσκοπτη καταβολή κάθε τέλους του μήνα του σχετικώς αξιοπρεπούς μισθού μας. Εγώ μέσα μου τρωγόμουν και κανένα ταξίδι, καμία παρηγορητική αγκαλιά δεν μπορούσε να κατευνάσει την ανία και την απελπισία μου, για τις άδικα χαμένες ώρες της ημέρας μου που θα με οδηγούσαν σιγά-σιγά με τα σερνάμενα βήματά τους στην κατάσταση της σύνταξης και μετά σ’ ένα θάνατο λυτρωτικό, ο οποίος θα με έσωζε από τη χρόνια ασθένεια της αδιαφορίας. Στα τρία χρόνια, άμαθη από την κρεατομηχανή του Δημοσίου, αναθάρρησα γιατί, ανέλπιστα, μια αίτηση μετάθεσής μου για μία πολλά υποσχόμενη θέση σε ένα παρακλάδι της Κεντρικής Διεύθυνσης, έγινε δεκτή. Στη συνέχεια βέβαια, διαπίστωσα ότι η επιλογή μου από τα μεγάλα κεφάλια της Διοίκησης ήταν εντελώς συμπωματική και ελαφρώς αρνητική –κάτι σαν την ψήφο διαμαρτυρίας που ρίχνουν οι απογοητευμένοι από το δικό τους κόμμα στο αντίπαλο-, προκειμένου να αποτραπεί η μετακίνηση άλλου υπαλλήλου, ο οποίος, όντας εξάδελφος ανώτατου στελέχους της πολύπαθης ΔΕΚΟ, θα γινόταν πιθανόν το άγρυπνο μάτι της διοίκησης στην μερικώς ανεξάρτητη και αυτοκέφαλη Υποδιεύθυνση. Από τον διαπλεκόμενο εξάδελφο προτιμήθηκα εγώ ως ανένταχτη και πιθανόν ευκολότερα χειραγωγήσιμη. Έπρεπε να καταλάβω τη συνέχεια, όταν από την πρώτη κιόλας συνέντευξη, βάλαμε εγώ το φυτίλι και κείνος τον αναπτήρα πάνω στο γραφείο του. Φυσικά, λόγω θέσης, εκείνος θα πυροδοτούσε την έκρηξη κι εγώ θα γινόμουν το παρανάλωμα. Καμία άλλη βερσιόν της ιστορίας δεν προβλεπόταν και δεν επιτρεπόταν από τον εσωτερικό κανονισμό. Υπό άλλες συνθήκες, θα αισθανόμουν ανεπαρκής για να ξεκινήσω να γράφω το πρωτόλειό μου, βάζοντάς τα με το τέρας της γραφειοκρατίας που ακόμη κι όταν τρέφεται με ανυπόκριτο ενθουσιασμό και φρέσκες ιδέες, τις χωνεύει μεγαλειωδώς στο στομάχι του και τις μετατρέπει στη δική του πηχτή πούλπα. Όμως η παρούσα κατάσταση ήταν εντελώς ιδιαίτερη: σ’ ένα μεγάλο βαθμό αντλούσε από την παμπάλαια εθιμική παράδοση των
αγκυλώσεων του Δημοσίου, είχε όμως μπολιαστεί με την αμφιλεγόμενη προσωπικότητα ενός πραγματικού μάστορα, του πιο έξοχου εκπροσώπου αυτού του είδους, με το οποίο είχα συναντηθεί ήδη δύο φορές στη ζωή μου και αφελώς πίστευα ότι ήξερα.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Κάπου ν’ ακουμπήσεις

ΔΩΡΑ ΜΕΝΤΗ

Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ 4/1/2018

Ποιητικά δώρα της Δώρας Κασκάλη

Με δεδομένο ότι στην ποίηση που γράφεται από γυναίκες στη διάρκεια του 20ου αιώνα «οι ποιήτριες κρατούν αποστάσεις από τα έργα της καθημερινότητας, μολονότι ταυτόχρονα εκφράζουν πλήθος από ευαισθησίες ή ιδιαιτερότητες που συνδέονται άμεσα με το φύλο»[1] και με χτυπητή εξαίρεση τα ποιήματα της Κικής Δημουλά, καλό θα ήταν από τη σημερινή σκοπιά να παρακολουθούμε πιο προσεκτικά τις τάσεις που διαφαίνονται στις πρώτες δεκαετίες του 21ου αιώνα. Οι δύο ποιητικές συλλογές της Δώρας Κασκάλη Ανταλλακτήριο ηδονών (2014) και Κάπου ν’ ακουμπήσεις (2018) παρέχουν πρόσφορο υλικό όχι μόνο για την ανίχνευση των παραπάνω ζητουμένων αλλά και για έναν ολικό επαναπροσδιορισμό της γυναικείας ταυτότητας μέσα από τη συνεκτίμηση των ρόλων του έρωτα, του κοινωνικού περίγυρου, της εργασίας και της οικογένειας, στη ζωή μιας σύγχρονης γυναίκας που δεν παύει όμως να ζητά «κάπου να ακουμπήσει». Ας αναψηλαφήσουμε λοιπόν την υπόθεση ανάμεσα στη λογοτεχνία και τη γυναικεία ταυτότητα, εστιάζοντας τόσο στη ρομαντική εικόνα όσο και στα πραγματικά της επιτεύγματα, πέρα από τις συναισθηματικές αντιφάσεις του βίου που χαρακτηρίζουν τη σημερινή εποχή.

«Ο άνθρωπος που γράφει, όταν είναι γυναίκα», μας προϊδεάζει η Ρέα Γαλανάκη, «κουβαλά μια πελώρια τσάντα και την ανοίγει».[2] Ανοίγουμε, όπως την τσάντα, τις δύο ποιητικές συλλογές της Κασκάλη και καταγράφουμε συνοπτικά (και αλφαβητικά) τα περιεχόμενα: αγάπη, αγωνία, αισθήσεις, ανατομία, βαμμένα νύχια, επιθυμίες, επιστολές, εραστές, ηδονή, θάνατο, καθημερινότητα, λέξεις, μνήμη, μοναξιά, όνειρα, παιδιά, πόλη, σάρκα, σύμπαν, φαντάσματα, φεγγάρια, φόβο. Σε μια πρώτη εντύπωση κυριαρχούν οι αισθήσεις καθώς τα πράγματα είναι απτά, κι ανάμεσα στα, θετικά, συναισθήματα κατονομάζονται τα κύρια, όσα σχετίζονται ιδιαίτερα με την ατομική οντότητα μέσα στη δομή του οίκου. Ανάμεσα σε αυτά η έννοια του ανήκειν είναι κεντρική, αποτελεί μια σταθερή διεκδίκηση και κάποτε κατάκτηση: ένα κορμί και μια συγγραφική συνείδηση που πάλλεται και διεκδικεί με κάθε τρόπο τη ζωή, την επικοινωνία και τη συρραφή τους, με επίγνωση της δύναμης και της αδυναμίας της, καθώς μες «στις καθημαγμένες μου θηλές / βοτάνι τρέφω αθανασίας».[3] Με βασικό ζητούμενο την ανα-γέννηση «Βρέφος, Γυναίκα, Φοίνικας τρομακτικός»[4] προκύπτει η ανάγκη για μια γλώσσα νέα, με απόλυτα θηλυκό πρόσημο:[5]

Θέλω να εφεύρω μια γλώσσα νέα.
Τις σιωπές να ντύσει
και τις ανέστιες επιθυμίες να σαρκώσει.
Σαν παλτό να κουκουλώσει
τη μοναξιά μας αυτήν
την άγρια νύχτα. Χάδι σοφό
στ’ αχάιδευτα μέλη ζωή να δώσει.
Να ξαναθυμίσει την ανακάλυψη
του πρωτόφαντου κόσμου. Θέλω
μες απ’ το χάος του εαυτού

τούτη η γλώσσα
ν’ αγκιστρώσει
την αγάπη.

Η θηλυκότητα αυτή δεν εντάσσεται όμως στο πλαίσιο της φεμινιστικής κριτικής,[6] καθώς όχι μόνο δεν έχει ανάλογες ιδεολογικές προεκτάσεις αλλά και κυριαρχείται τόσο από τον διάχυτο ερωτισμό όσο και από τον πρακτικό βίο μιας γυναίκας που είναι μεστός και πλήρης βιωμάτων. Το ίδιο το συναίσθημα ριζώνει στη Θεσσαλονίκη και συγγενεύει με την «άνθρωπο» από το ομώνυμο ποίημα της Ζωής Καρέλλη.[7] Το σώμα, οι ουσιαστικές λειτουργίες και οι επιθυμίες του, είναι η μήτρα της ζωής, την ενδιαφέρει «σαν εσωτερική ορμή κι έκφραση προς τα έξω αυτού που γίνεται μέσα, κι όχι σαν είδωλο στον καθρέφτη», σύμφωνα με τη σωματοκεντρική διατύπωση της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ.[8] Πέρα από τη φεμινιστική οπτική, η οπτική του κόσμου της Κασκάλη, θεωρητικά τουλάχιστον, εμφορείται σε μεγάλο βαθμό από τα γυναικεία εκείνα χαρακτηριστικά που έθελγαν τον Ροϊδη, ο οποίος ζητούσε από τις γράφουσες να είναι «έξυπνοι, χαρίεσσαι, ευαίσθητοι ή και πονηραί, φιλοσκώμονες, κακόγλωσσοι και διασκεδαστικαί»,[9] με τη διευκρίνιση ότι δεν έχει εκδηλωθεί ακόμη η σατιρική της φλέβα. Κυρίως αγαπητική και τρυφερή με τους άντρες και με το γιο της («Του γιου μου»), διεκδικεί με αποφασιστικότητα τη θέση της οικοδέσποινας («Ομοτράπεζοι ομοούσιοι») ενώ μεθοδικά τους εξοντώνει («Οικόσιτα φαντάσματα»). Εκτός του οίκου πάλι, με το βλέμμα στραμμένο στην πόλη δείχνει, αν και φάλτσα, μια επαναστατικότητα:[10]

Οι σωρείτες πάνω από τον Χορτιάτη
Κακά έφερναν μαντάτα.
Λαχταρούσα να βγάλω τη μαύρη ζακέτα,
Συγγνώμη να μη ζητήσω
Για το φάλτσο στον επαναστατικό μου ρόλο.

Το βλέμμα της Κασκάλη διαθέτει ωστόσο μια πολιτική οπτική στον τρόπο που αποτυπώνει καθημερινές εικόνες γυναικών από το προσωπικό ενδιαίτημα του μπουντουάρ ή της κουζίνας τους («Απλή συνταγή λαχανοσαλάτας») έως τη στάση («Τα χρειώδη») και τη διαδρομή («Θνησιγενή και αιώνια») του αστικού λεωφορείου. Ιδιαίτερα τα ποιήματα «Συρραπτική» και «Μνήμης προίκα» ανακαλούν την τρυφερή προσέγγιση στα αδρά χέρια και στις ιστορίες των Γυναικών (2010) του Μιχάλη Γκανά, ενώ ο γυναικείος της ερωτισμός «αποφυλακισμένος» ξεχύνεται στο ποίημα «Τα λόγια εκείνου» με τρόπο μικτής αλλά πετυχημένης μίμησης Μάτσης Χατζηλαζάρου στο πρώτο μισό, που αρχίζει έτσι:[11]

Με ανεμίζεις’
τρίζεις τους τοίχους της συνήθειας.
Με αποφυλακίζεις
Δίνοντας εγγύηση
τοπάζια, φεγγαρόπετρα, κοβάλτιο. Μάτια φυλακτό.

και βιωματικών μοτίβων με καρυωτακικό υπόστρωμα Μαρίας Πολυδούρη στο μεγαλύτερο μέρος του ποιήματος, που τελειώνει έτσι:

Μόνο γιατί αγάπησα τα μάτια σου
που το χρώμα τους μου διαφεύγει,
μόνο γιατί εσύ στόλισες το φθαρμένο
κ’ έκανες το τυχαίο ένδοξο,
εγώ αυτή την πόλη αγάπησα.

Περιμένουμε τη συνέχεια. Να δούμε πού πάει και πού το πάει η ποίηση για τις γυναίκες που πιστεύουν ακόμα στον έρωτα και δεν καταλαγιάζουν κλεισμένες μέσα στην εικονική πραγματικότητα ή στη μεσοτοιχία της διπλανής πόρτας, άφθαρτες και φθαρμένες, θωρακισμένες γύρω από το πραγματικά δυνατό ένστικτο της αυτοσυντήρησης που νικά το χρόνο και κατακυρώνει τα ποιήματα, πράγμα που είναι και το βασικό διαχρονικό ζητούμενο μιας νέας γυναίκας όπως η Δώρα Κασκάλη και όπως ήταν το 1971 η Κική Δημουλά:[12]

Αν μένει πάντα κάποια γύρις
στα τελειωμένα πράγματα
για την επικονίαση
της εμπειρίας, της λύπης
και της ποίησης.

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

https://charalamposgiannakopoulos.com/3/1/2019

Λίγοι στίχοι από το τελευταίο ποίημα της συλλογής για την οποία συζητάμε απόψε μου δίνουν την αφορμή για να επιχειρήσω μια σύντομη σύνδεση με τα προηγούμενα – με το προηγούμενο, για την ακρίβεια, ποιητικό βιβλίο της Δώρας Κασκάλη, το Ανταλλακτήριο ηδονών, που κυκλοφόρησε το 2014 από τις εκδόσεις Σαιξπηρικόν. Τους διαβάζω:
Δεν μπορώ να φανερώσω την επιθυμία.
Το σώμα δεν θυμάται πια.
Έχει εντοιχιστεί σε συλλογές ερωτικές,
στα ρήματα αναπνέει
και σπαταλιέται στα επίθετα.
Απ’ ό,τι φαίνεται λοιπόν ό,τι κυριαρχεί σ’ εκείνο το βιβλίο είναι η διασύνδεση του έρωτα με τη γραφή, του σώματος με το ποίημα. Το Ανταλλακτήριο ηδονών στο σύνολό του γεωγραφεί τις επικράτειες του έρωτα: την επιθυμία και την άρνηση, την προσδοκία και τη μοναξιά, την απουσία και την ολοκλήρωση· την αιωνιότητα της μιας ώρας, που καμιά φορά είναι αρκετή για να δώσει νόημα σε μια ολόκληρη ζωή· τον πόθο και τη διάψευση, την ήττα και την αντοχή, το αρσενικό και το θηλυκό. Κυρίως όμως με τα ποιήματα της συλλογής αυτής η Δώρα Κασκάλη αφηγείται τη διαλεκτική σχέση μεταξύ έρωτα και γλώσσας, γιατί η ερωτική εμπειρία, είτε το αντιλαμβανόμαστε είτε όχι, από τις λέξεις ξεκινάει πάντα και στις λέξεις καταλήγει ξανά.
Επιτρέψτε μου, πριν περάσω στο νέο βιβλίο, να διαβάσω ένα ποίημα από εκείνη τη συλλογή, ενδεικτικό της θεματικής του. Λέγεται «Χίλιες και μια λέξεις»:
Πάλευα
και κάθε βράδυ
στο προσκεφάλι του ακουμπούσα
ένα σύντομο ποίημα.
Προτίμησα για το χατίρι του
τα βασιλικά ρούχα να πετάξω
με άσπρο φανελάκι να κυκλοφορώ.
Εξόρισα από το λόγο μου περίτεχνα επίθετα,
αραβουργήματα, λεπταίσθητες εικονοποιίες.
Με τη γραφίδα σκάλισα
τη ρίζα της ελιάς, έδωσα σχήμα σ’ ένα πρωινό,
ύμνησα την απλότητα του έρωτα.
Εύχυμα σώματα
κατοίκησαν τις ρίμες μου,
στόματα δάγκωναν
μ’ όλη τους την οδύνη,
μέλη καίγονταν
στης λαγνείας το καμίνι.
Σαχραγιάρ, Σαχραγιάρ,
ακόμη ένα βράδυ θα μείνω ζωντανή.
Ο ήλιος θ’ ανατείλει μια νέα υπόσχεση.
Όλα είναι εδώ και όλα είναι κόμπος.
Σαχραγιάρ, Σαχραγιάρ,
ένα κοπάδι λέξεις, όμορφα συναγμένο
για να κερδίσω μάταια την προσοχή σας,
για ν’ αποκτήσω –φευ!– μια χάρτινη ζωή.
Η διαφορά των δύο ποιητικών συλλογών της Δώρας Κασκάλη έγκειται κυρίως στη θεματική ευρύτητα της δεύτερης έναντι της πρώτης. Η λυρική ποίηση, βέβαια, ήδη από την απαρχή της, στα χρόνια του Αρχίλοχου, είναι κατεξοχήν προσωπική ποίηση, έχει ως αφετηρία της δηλαδή το εγώ του ποιητή, μέσα από το οποίο αντικρίζουμε την εσωτερική του και την εξωτερική πραγματικότητα όπως εκείνος την αντιλαμβάνεται. Εκεί όμως που το ποιητικό υποκείμενο του Ανταλλακτηρίου ηδονών έμοιαζε εξ ολοκλήρου κυριευμένο από ένα μόνο πάθος, τον έρωτα ή, ίσως, από τα πάθη του έρωτα, στο Κάπου ν’ ακουμπήσεις η ποιήτρια φαίνεται τώρα να αγγίζει πολύ περισσότερες χορδές της λύρας της.
Το βιβλίο περιέχει σαράντα ένα ποιήματα και είναι χωρισμένο σε δύο ενότητες. Η πρώτη έχει τον τίτλο «Ψιχάλ’ από γαλακτοφόρο ουρανό» και περιλαμβάνει, απ’ όσο μπορούμε να καταλάβουμε, προσωπικά βιώματα της συγγραφέως, ποιητικά βέβαια μεταπλασμένα. Τον λόγο εδώ έχει η ποιήτρια, ας πούμε, ενώ στη δεύτερη ενότητα, που έχει τον τίτλο «Κάποτε επουλώνεται», ο λόγος δίνεται σε μεγαλύτερο βαθμό στη γυναίκα, για να μιλήσει, αυτή τη φορά, με πιο άμεσα αυτοβιογραφική διάθεση.
Θεματικά ωστόσο μπορούμε να διακρίνουμε τέσσερις ενότητες που συχνά ωστόσο εισχωρούν η μία μέσα στην άλλη. Έχουμε ποιήματα για τον έρωτα, ή αλλιώς για την απουσία, την απώλεια και τη μνήμη· ποιήματα για τη γραφή, ή διαφορετικά, για τη γλώσσα και την ποίηση· ποιήματα για τις γυναίκες και την πόλη που περιβάλλει το ποιητικό υποκείμενο· και, τέλος, ποιήματα για την οικογένεια της ποιήτριας, για τους ζωντανούς της και τους νεκρούς της – τα πιο αυτοβιογραφικά, προφανώς, ποιήματα του βιβλίου.
Ο έρωτας, για να ξεκινήσουμε από αυτόν, είναι για την ποιήτρια η μόνη, ίσως, μορφή αποθέωσης που μπορεί να γνωρίσει ο άνθρωπος. Είναι αυτό το στιγμιαίο που όμως, κάποτε, γίνεται αιώνιο. Είναι ένα ελάχιστο καταφύγιο, ένα μικρό βάλσαμο για τις πληγές της πραγματικότητας, ένα μέρος για ν’ ακουμπήσεις. Ο έρωτας είναι το μέγα παράδοξο: Τι αντινομία: / στις καθημαγμένες μου θηλές / βοτάνι τρέφω αθανασίας. Αυτή η αθανασία, ωστόσο, αυτή η αίσθηση του ερωτευμένου ότι μιλάει με τους θεούς, είναι ταυτόχρονα μια ύβρις για τον άνθρωπο. Η απώλεια είναι η τιμωρία για την αποθέωση που χαρίζει ο έρωτας και η απουσία μοιάζει να είναι η φυσιολογική ανθρώπινη συνθήκη, όταν εκείνοι που έχεις αγαπήσει γίνονται φαντάσματα και σε κατοικούν ξανά.
Για την ποιήτρια, ωστόσο, τα φαντάσματα αυτά δημιουργούνται και τρέφονται από τις λέξεις της. Η γραφή, το δεύτερο μεγάλο θέμα της ποιητικής συλλογής, είναι αυτή που παρέχει ανακούφιση και υπόσχεται παρηγοριά: Πάνω απ’ τα χαρτιά του σκύβει, ο ποιητής υποθέτουμε, και την απώλεια να χωρέσει προσπαθεί / σε δυο χιλιάδες λέξεις. Η γραφή προσφέρει επίσης και ελπίδα – τη μάταιη ίσως ελπίδα ότι η ποίηση, οι λέξεις μπορούν κάποτε να γεμίσουν το κενό, να δώσουν ζωή, να δώσουν σάρκα και οστά στα φαντάσματα: Εσύ υπόσχεσαι: κάποτε / οι λέξεις θα γίνουνε ζωή.
Ζωή σαν αυτή που συναντάει η ποιήτρια γύρω της, στην πόλη και στους ανθρώπους, στις γυναίκες ιδίως που συντυχαίνει. Τις αγαπώ όλες τους, γράφει, τις δυνατότητές τους αγαπώ. Τις παρατηρεί συνεχώς, στη στάση του λεωφορείου, στην οικιακή τους ευτυχία, στους κορσέδες του έγγαμου βίου, στο γραφείο και στην ασθένεια, στην ύπαρξης πάνω τα σχοινιά. Αυτές είναι, μας λέει η Δώρα Κασκάλη, η προίκα της, το κουράγιο της, το καθημερινό της προσφάι. Το ίδιο και η πόλη, πόλη εξάλλου είναι οι άνθρωποι, δείκτες της οποίας βρίσκουμε διάσπαρτους σε ολόκληρη τη συλλογή, που φανερώνει έτσι μια ισχυρή συνείδηση εντοπιότητας: ο Χορτιάτης, το λιμάνι, οι λεωφόροι, τα τείχη, ο Βαρδάρης, το Πωγώνι.
Τελευταίο διακριτό θεματικό κύκλο του βιβλίου αποτελούν τα ποιήματα που αφορούν τα πρόσωπα της ζωής και της μνήμης της ποιήτριας. Σήμερα δεξιώνομαι τους ζωντανούς μου, δηλώνει και γράφει στίχους για την κόρη της και για τον γιο της, για το σπίτι, για τους ανθρώπους που συγκεντρώνονται γύρω από ένα τραπέζι, για την επίσκεψη ακόμα ενός πεθαμένου. Αλλά και για τη γενιά της, εννοώντας ταυτόχρονα τόσο την ποιητική γενιά στην οποία αισθάνεται πιθανώς ότι ανήκει όσο και την ηλικιακή της γενιά, τους συνομηλίκους που μοιάζουν κάποτε να είναι μια φυλή μισών ανθρώπων. Το είπαμε εξαρχής εξάλλου: ο ποιητής κι όταν γράφει για το εγώ του, για τον κόσμο μιλάει. Το λέει και η Κασκάλη: Μου είπες: γράφε για σένα / για να καταλάβουμε για μας.
Περιορίζομαι απλώς να αναφέρω, ώστε να τα έχουμε στον νου μας καθώς θα ακούμε τα ίδια τα ποιήματα, την έντονα μεταφορική γλώσσα αυτής της ποίησης που συνδυάζεται, παραδόξως, με έναν τραχύ συχνά και ευθύβολο ρεαλισμό, την εκφραστική τόλμη και την υπαινικτική τρυφερότητα με την οποία ανατέμνει την πραγματικότητα η ποιήτρια. Και θα σταθώ, πριν κλείσω, σε ένα χαρακτηριστικό του ποιητικού λόγου της Δώρας Κασκάλη το οποίο τη διακρίνει από τις περισσότερες ποιητικές φωνές του καιρού μας: τη γλωσσική της ανεξιθρησκεία, ας την ονομάσω έτσι, καθώς η Κασκάλη δεν διστάσει να χρησιμοποιήσει λέξεις, κοντά τη μία στην άλλη, από όλα τα στρώματα της γλώσσας μας, τόσο στη διαχρονία της όσο και στη συγχρονία της. Ας ακούσουμε μερικές:
αφειδώλευτα, αφαλοκόβω, χιλιοπλόκαμη, θαλερός, ατλάζια, μπαλτάς, σκυλεύω, σιφόνι, απύλωτος τσιγκέλι, ωραιοβλαβής, υπήνεμος, εγκολπώνω, ξερολίθια, θανή, φενακίζομαι, ξεθεμελιώνω, κτερίσματα
Το αποτέλεσμα; Ένα ποιητικό βιβλίο που δείχνει πώς η ποίηση μεταμορφώνει την απουσία σε ομορφιά. Ή, με τα λόγια της ποιήτριας:
Σε σκέφτομαι
κι αμυγδαλιές
ποτίζονται στο στόμα μου.

Ανταλλακτήριο ηδονών

ΠΟΛΥ ΧΑΤΖΗΜΑΝΩΛΑΚΗ

Ανασυνθέτοντας εκ του μηδενός τον εαυτό. Η ερωτική εμπειρία, μια μαθητεία στην ύπαρξη.

Α. Silentiumamoris: Γιατί ο έρωτας να είναι σιωπηλός;

Ανατρέχω στο ποίημα του Όσκαρ Γουάιλντ. Το βουβαμένο πάθος του εραστή, η αδυναμία του να εκφράσει τον έρωτά του με λόγια – τα σφαλιστά του χείλη, η σπασμένη φλογέρα για το ερωτικό τραγούδι. Η ανεπάρκεια των λέξεων, τα ανεπίδοτα γράμματα, το μεγαλείο του έρωτα που εν τέλει δεν έχει ανάγκη τίποτα από όλα αυτά, ο έρωτας που βρίσκει διέξοδο με άρρητους τρόπους. Οι ερωτευμένοι «ξέρουν», έχουν καταλάβει πέρα και πάνω από τα λόγια…

Β. Τα ερέβη της μοναξιάς του έρωτα

Ανατρέχω στο ποίημα του Όσκαρ Γουάιλντ γιατί έχει δώσει τον τίτλο στην δεύτερη ενότητα της πρώτης ποιητικής συλλογής της Δώρας Κασκάλη, «Ανταλλακτήριο ηδονών» που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Σαιξπηρικόν. Δέκα μικρά και κείμενα και ένα υστερόγραφο. Εκείνη του γράφει. Του έγραφε. Στον εραστή. Ένας μονόλογος ίσως. Βρίσκομαι στο μάτι του κυκλώνα. Η συλλογή στη μέση εκεί που περιελίσσεται . Ένα σχήμα σπειροειδές το εικαστικό μότο, ο λαβύρινθος του αυτιού ίσως, οι ψίθυροι, οι σιωπή. Ανεπίδοτες επιστολές. Η κατανόηση ένδον. Η σιωπή, η μανική συσπείρωση, το δέσιμο του Οδυσσέα στο κατάρτι, ακούει το τραγούδι των σειρήνων, ο τελευταίος πειρασμός, μια ανεπίδοτη συνομιλία, ο κίνδυνος της διάψευσης. «Αν δεν με κατάλαβες καλύτερα να φύγεις» – η υπαρξιακή αγωνία, η μοναξιά του ερωτισμού… Η μοναξιά της διαφοράς.

(Η ποιητική συλλογή, χωρίζεται σε τρία μέρη και τη διάβασα από την αρχή μέχρι το τέλος και μετά από το τέλος προς την αρχή)

Γ. Να ανασυνθέσω από το μηδέν, να σε δημιουργήσω: η Λιβιδώ

Η Λιβιδώ, το τελευταίο μέρος, αμιγώς ερωτικά ποιήματα, θαρρώ πως έτσι χαρακτηρίζει όλη της τη συλλογή η ποιήτρια. Ωστόσο, εδώ, στην κατάληξη μετά τη συσπείρωση, επιτελείται η συγκρότηση, η σωματοποίηση του εαυτού μέσα από την ερωτική ώσμωση, την διάλυση και την επανάκτηση των ορίων.
Η Λιβιδώ είναι μια υπαρξιακή εκτόξευση. Ο ερωτευμένος αποκτά εκ νέου σώμα, μέσα από τον άλλο, αφού χαθεί επανευρίσκεται. Να ανασυνθέσω το μηδέν/κι ύστερα να σε δημιουργήσω ή αλλού έχτιζες/με χείλη, γλώσσα δόντια/το νεογέννητο κορμί μου. Η εξαφάνιση και η επανεμφάνιση. Με σβήνετε/ έχω τεκμήρια Ο μικρός θάνατος του Μπατάιγ, η ερωτική κορύφωση, μια κάθοδος στον Άδη, μια πορεία προς την νέα ανθρωποποίηση: να φτιάξουμε το νέο μας εαυτό, πάνω στις λέξεις παίζουμε κουτσό. Μέσω της ποίησης δηλαδή ανακαλύπτει, το μεγάλο μυστικό, μετά την απώλεια των ορίων, την διάλυση του εαυτού:

Στην μεγαλειώδη κορύφωση
Δεν ήξερε πως ο θησαυρός της
Ήταν ή ίδια σε άλλη διάσταση

Δ. Ο έρωτας έχει υπόσταση

Επιστρέφω τώρα στην αρχή της συλλογής. Είναι η στιγμή που σαλπάρει το καράβι του Οδυσσέα από την Τροία για να καταλήξει την Ιθάκη. Μια μυητική διαδρομή στον έρωτα, στους σταθμούς του. Τους Λαιστρυγόνες, τις Συμπληγάδες, τη Σκύλα και τη Χάρυβδη, τα πάντα απαραίτητα, προβολές που υποστασιοποιούν τον έρωτα.
Το καύκαλο ενός αχινού βλέπω στο εικαστικό μότο, ίσως εμπνευσμένο από το ποίημα με αυτόν τον τίτλο, ένα υπόδειγμα ενσαρκώσεως των μεταμορφώσεων της ερωτικής ανταλλαγής.
Θαυμάσια ποιήματα, μια πορεία σε εικόνες, μεταφορές, μύθους, σχήματα της επιθυμίας. Η Πηνελόπη, η Σεχραζάτ, η αναζήτηση του νοήματος στην ποίηση, το φαντασιακό, η επιθυμία, η ποίηση, η απώλεια…

Ε. Εν κατακλείδι

Από το πρώτο ταξίδι στη σιωπή και από εκεί στην κατάργηση των ορίων – το σχήμα μότο του τέλους που αποτελεί το κόσμημα στο εξώφυλλο της συλλογής. Τα δυο κορμιά σε ένα ενωμένα, σε ένα νέο μόρφωμα αφού έχουν καταργηθεί και ανταλλάσσουν ουσία, υπόσταση, ταυτότητα, πεθαίνουν και ανασταίνονται ως νέοι εαυτοί
Μια μυητική περιήγηση πλούσια σε εικόνες και λογιότητα, γλαφυρότητα και ειλικρίνεια, μια κατάδυση με θάρρος στον Άδη – για την ολοκληρωτική ανθρωποποίηση του τέλους.

Πιστεύω πως το «Ανταλλακτήριο Ηδονών» είναι ένα κερδισμένο υπαρξιακό στοίχημα.

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ

FRACTAL 10/10/2014

«Η δημοκρατία του έρωτα, η πιο ουτοπική από όλες»

Η συλλογή είναι πυρηνικά ερωτική – ένας λαβύρινθος ανάμεσα στο αρσενικό και το θήλυ. Ο μίτος είναι η αναζήτηση- αναμέτρηση με την ηδονή.

Η πρώτη μου ποιητική συλλογή, με τίτλο Ανταλλακτήριο ηδονών, ανήκει στο φάσμα της ερωτικής εμπειρίας. Προσπαθεί με ποιητικούς όρους να προσεγγίσει ένα από τα πιο δομικά στοιχεία της ανθρώπινης κατάστασης, την έμφυτη ανάγκη της ερωτικής επιθυμίας και της πραγμάτωσής της με όρους υπαρκτικούς (ειδικά στο πρώτο μέρος που δανείζεται το καρουζικό «Ο έρως έχει ύπαρξη»)· με όρους εγκεφαλικούς/ρητορικούς στο δεύτερο μέρος των δέκα πεζοποιημάτων με τον τίτλο «Silentium amoris»· και με όρους περισσότερο ηδονικούς στο τρίτο και τελευταίο, λιβιδικό μέρος. Η αναζήτηση του έρωτα, η διάψευση της προσδοκίας, τα έμφυλα στερεότυπα που επαναδιαπραγματεύονται τους κυρίαρχους μύθους για τη διαχείριση του γυναικείου σώματος και της ηδονής του, ο σύγχρονος άνθρωπος που αναζητά την αγάπη σε οθόνες προσπαθώντας να ακυρώσει την απουσία μέσα από το λόγο, είναι νομίζω κάποια από τα νήματα που φτιάχνουν αυτό το λεκτικό υφαντό.
O τίτλος είναι εν μέρει παραπλανητικός, προβοκατόρικος, ενδεχομένως και ειρωνικός, αλλά και πραγματιστικός, με την έννοια ότι σε κάθε σχέση υπάρχει πάντα μια ανταλλαγή, από την πιο ιδεατή μορφή της έως την πλέον χειροπιαστή.

-Χωρισμένη σε τρία μέρη, ουσιαστικά, η συλλογή διερευνά, με σπερματικό λόγο, την οδό των κορμιών πάνω στις λέξεις και των λέξεων πάνω σε ερωτικά δέρματα.

Τα σώματα είναι παρόντα ακόμη και στην πιο σπαραχτική τους έλλειψη κι εγκατάλειψη. Αναζητούν μια ολοκλήρωση μέσα από τον άλλο άνθρωπο· άλλοτε περιστασιακή και στιγμιαία και άλλοτε πιο οριστική και σύμφυτη με την περίπλοκη αυτή συνθήκη του υπάρχειν. Είναι συμπληρωματικά άλλων σωμάτων, παραπληρωματικά, ή απλώς οι αφορμές προσέγγισης εκείνου του φοβερού άλλου. Οι λέξεις στρώνουν τη βασιλική οδό πάνω στην οποία κινείται με απρόβλεπτη ταχύτητα η ηδονή, αποκαλύπτουν τις ραφές των αισθημάτων, τις αντοχές τους, τα ορίζουν ή τα αποδομούν για να καταδείξουν τη φθαρτότητα όχι μόνο του σώματος, αλλά και της ίδιας της στιγμής. Άλλοτε πάλι αποθεώνουν στο συνεχές και στο αιώνιο την ερωτική εμπειρία.

-Η ερωτική ενέργεια, η άφευκτη η αναζήτηση του άλλου που διαφεύγει, μένει ιμερικό όνειρο, προσεγγίζεται μέσω ενός χορού αναπαραστάσεων και τελικά γίνεται η αποδοχή μιας στιγμιαίας αιωνιότητας.

Υπάρχει έντονο το στοιχείο της αναπαράστασης. Ως ένα σημείο αξιοποιώ την παράδοση των ποιητών της Θεσσαλονίκης που ξεκινά με τον Χριστιανόπουλο για να καταλήξει στην Μπακονίκα, ωστόσο τις περισσότερες φορές ο ρεαλισμός διαλύεται στα συστατικά του στοιχεία. Όσο ερεθιστική και να είναι η απεικόνιση των εραστών, μία τεχνική που θέλει μαστοριά για να μην ξεπέσει στο ευτελές, προτιμώ τον υπαινιγμό. Όσα χάνονται στη μετάφραση της λεκτικής εκφοράς των αισθημάτων ή των χειρονομιών για την προσέγγιση του άλλου, υπάρχουν σε μια ασύνειδη δεξαμενή από την οποία προσπαθώ να αντλήσω. Με ενδιαφέρει η λεπτομέρεια, το σπάραγμα, το fragment, και όχι ο ενιαίος πίνακας. Στο μερικό υπάρχει δυνητικά το αιώνιο της ύπαρξης, αυτή η στιγμιαία αιωνιότητα που τόσο εύστοχα επισημαίνεις.

-Υπάρχει μια αρχετυπική διάρθρωση στους «ρόλους» των προσώπων: οι δύο πόλοι της ερωτικής πράξης, η ενεργητική αρσενική δύναμη, η παθητική γυναικεία. Η εξισορρόπηση ανάμεσα σε αυτή την αντίρροπη κίνηση είναι το αίτημα μιας εξαίσιας και στιγμιαίας ένωσης. Ένα λεπτό ηδονής φτάνει για να κατανικήσει κάθε εξοντωτικό αγώνα ανάμεσα στα δίπολα.

Εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι αυτό το στερεότυπο ακολουθεί η συλλογή μου. Ωστόσο προσπαθώ να το υποσκάψω, να το ανατρέψω, ή και να το διακωμωδήσω. Δεν είναι μόνο ο αγώνας, ο μικρός Τιτανικός, όπως ωραία λέει ο Γκανάς, που ζουν οι εραστές. Η δημοκρατία του έρωτα, η πιο ουτοπική απ’ όλες τις δημοκρατίες είναι η ευκταία, ο παράδεισος των ελεύθερων ανθρώπων που δεν έχουν να λογοδοτήσουν για την ηδονή τους. Αυτών των γενναίων που θέλουν να συν-υπάρξουν και να αγαπηθούν απεκδυόμενοι τους κοινωνικούς ρόλους τους. Η ηδονή είναι το πρώτο σκαλί στην ωριμότητα. Το αέναα ζητούμενο είναι η αγάπη.

Η επιστολική μορφή του δεύτερου μέρους της συλλογής έχει μια ιδιαίτερη «συμπάθεια» πέραν του ποιητικού ορίου. Ορίζει μια σειρά κειμένων ψυχικών αναζητήσεων.

Οι ανεπίδοτες επιστολές των πεζοποιημάτων μου θα μπορούσαν να αφορούν μία ή και περισσότερες γυναίκες. Είναι σύντομοι ποιητικοί, θεατρικοί, συμπυκνωμένοι μονόλογοι προς έναν ή πολλούς αποδέκτες που κωφεύουν ή αγνοούν το δράμα της γράφουσας. Αντλούν από την μακρά παράδοση των επιστολικών μυθιστορημάτων, αλλά εντάσσονται εδώ σε μια ποιητική συλλογή που από τη φύση της επιβάλλει την οικονομία του λόγου. Έχουν μια αίσθηση επείγοντος, είναι πιο αφηγηματικά αυτά τα κείμενα, διαμορφώνουν-ποιούν χαρακτήρες, αποκρυσταλλώνουν στιγμές. Αποτελούν ένα είδος μικτής τεχνικής, πειραματισμού, που συνυπάρχει με τα ελευθερόστιχα ποιήματά μου. Και θεωρώ ότι με τη μορφή τους αυτή στο μέσο της συλλογής αυξάνουν τη θερμοκρασία του λόγου, για να καταλήξει στη «Λιβιδώ», στο αισθησιακότερο κομμάτι του Ανταλλακτηρίου.

-Η συλλογή καταλήγει με τη «Λιβιδώ». Ήτοι: με τη λαχτάρα, την επιθυμία, τη σεξουαλική πείνα –κατά Φρόιντ. Είναι η πλέον σωματοποιημένη εκδοχή της συλλογής. Σχεδόν πάλλει από… σωματικότητα.

Ναι, είναι ένα είδος κορύφωσης, χωρίς ωστόσο να περιορίζομαι μόνο στο σαρκικό κομμάτι της ένωσης. Στα ποιήματά μου εξερευνώ τις διαφορετικές εκδοχές της ηδονής, αλλά με όρους πιο σύνθετους. Εδώ η αναπαράσταση έχει μια πιο έντονη παρουσία, χωρίς να υπηρετεί δεσμευτικά έναν κυρίαρχο ρεαλισμό. Το πολύπαθο σώμα, που το φορτώσαμε με τόσες ενοχές και βάρη, λαχταρά να νιώσει, να σωθεί μέσα από την ένωση και τελικά με κάποιον τρόπο να υπάρξει σε αρμονία με τον άλλο.

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΓΚΙΤΣΗ

vakxikon.gr, τχ. 27, Οκτώβριος 2014

Κοίτα,
Κάτω ἀπ’ τό δέρμα σου
Τό αἷμα καί ὁ πόθος ρέουν – κόκκινο σύννεφο.

Με τους στίχους της Λιθουανής ποιήτριας Janina Degutyté σε μετάφραση του Γ. Χαβουτσά η Κασκάλη μας καλωσορίζει στην πρώτη της ποιητική συλλογή που τιτλοφορείται Ανταλλακτήριο ηδονών από τις εκδόσεις Σαιξπηρικόν. Πεδίο συνάντησης της ποιήτριας και του αναγνώστη ορίζεται, από την πρώτη κιόλας οπτική επαφή του βιβλίου, η ηδονή σε πληθυντικό βαθμό. Η εξαιρετική αφαιρετική εικονική περίπτυξη απρόσωπων σωμάτων της Βίλλης Γούσιου, η οποία φιλοτέχνησε την παρούσα έκδοση, υπερθεματίζει την αρχική υποψία περί ανταλλαγής σαρκικών ηδονών στις σελίδες που έπονται.

Εὔχυμα σώματα κατοίκησαν τίς ρίμες μου,
στόματα δάγκωναν
μ’ ὅλη τους τήν ὀδύνη,
μέλη καίγονταν
στῆς λαγνείας τό καμίνι.

Με μαθηματική ακρίβεια ισόποσων πεδίων η συλλογή αποτελείται από τρεις ενότητες των δέκα ποιημάτων. i. Ό έρως έχει ύπαρξη ii. Silentium amoris iii. Λιβιδώ. Κάθε ενότητα συνοδεύεται από σχέδιο της εικαστικού. Η δεύτερη ενότητα θα διατηρήσει ωστόσο την ιδιαιτερότητά της, στη μορφή και στην διάταξη, καθώς θα υπερισχύσει των άλλων δύο, με μια επιπρόσθετη -Δίκην υστερόγραφου- ποιητική επιμονή. Το περιεχόμενο της μοιάζει να είναι ένα καλό κλεισμένο κουτάκι, σε παλιό ξύλινο μπαούλο, ανεπίδοτων επιστολών της ερωμένης προς τον εραστή της. Η αβεβαιότητα για την ύπαρξη κάποιου πραγματικού παραλήπτη ή κάποιου φανταστικού προσώπου (ή προσώπων) εισάγουν στη φαντασία του αναγνώστη την πληγή τόσο του ανομολόγητου όσου και του ανανταπόκριτου έρωτα. Ο παραλήπτης θα μπορούσε να είναι μέχρι και η μούσα της ποιήτριας που την ωθεί σε διττό αγώνα και αγωνία, αυτών του έρωτα και του βιωμένου πόνου.

Μήν μέ ταράζετε, τοῦ ἔγραφε, γιά νά ἐπαναβεβαιώσε-
τε τήν κυριαρχία σας πάνω μου. Εἶμαι ἕνα μετόχι πού
τό πάτησαν οἱ αὐθεντίες τοῦ πατέρα, τοῦ ἀδερφοῦ, τοῦ
ἐργοδότητοῦ κυβερνήτη. Σᾶς παρέδωσα τό πιό ἀτόφιο
κομμάτι μου, τό λίγο τό δικό μου κι ἐσεῖς ζωστήκατε
τά πυρομαχικά καί τό κάνατε πεδίο μάχης. Πηγαίνετε
τώρα μέ τή δίδυμη καραμπίνα σας γιά ἄλλα θηράματα,
τό αἷμα εἶναι πάντα τό ἴδιο ἀλλά ποτέ ἀρκετό. Ἐγώ θά
ζωστῶ τή σιωπή τῶν νεκρῶν· ἔτσι λένε αὐτοί πού δέν
ξέρουν. Ὅποιος ἔχει πεθάνει μιά φορά, ξέρει ὅτι στά
μνήματα μιλοῦν τήν ἄρρητη γλώσσα τῆς ἀλήθειας.

Η περιγραφική και αφηγηματική τεχνική της ποιήτριας προσδίδει στους στίχους την ζωντάνια μιας παλλόμενης ερωτικής ποίησης που έχει αρχή, μέση και τέλος. Εικονική με καθημερινές σκηνές που κάνουν focus στις λεπτομέρειες και δεν αφήνουν υπόνοιες για ημιτελείς πράξεις. Κάθε ποίημα ολοκληρώνει τη δυναμική του, αποκτώντας έτσι αβίαστα την αυθυπαρξία μιας ενιαίας ιστορίας.

Παιχνίδια μᾶς ἔπαιζε ὁ μικρός ἀχινός
ἐκεῖνο τό μακρόσυρτο καλοκαίρι.
Πρωτεϊκός, ἀμφίθυμος
πλήγωνε τήν πατούσα μου τά πρωινά
καί σοῦ ’κλεινε τό μάτι
ἄστοργα γιά νά μπήξεις
τό σίδερο στή σάρκα μου
καί νά ἐλευθερώσεις τόν μαῦρο ξενιστή.
Τά ἀπογεύματα ἀντλοῦσε
ἀπό τόν ἥλιο πού ὄργωνε
μέ νύχια φωτεινά τή ράχη τοῦ βουνοῦ
προτοῦ χυθεῖ ρευστός στόν Παγασητικό.
Ἄνθιζε τό κοράλλι στούς μηρούς
βουτοῦσες χλωρό νά τό κερδίσεις,
νά ἀγκυλώσεις μέ τήν ἁρμύρα του τή γλώσσα.
Τό βράδυ πάνω στό κρεβάτι μας
κάρφωνε τό στόμα μου, τή γυρισμένη πλάτη
σου τ’ ἀχάιδευτα χέρια μου πού ἤθελαν τόσο
νά γκρεμίσουν τά ὀχυρώματα,
γιά νά βρεθοῦν τά σώματά μας,
σ’ ἕνα σπασμό συντριπτικό
πού θά διέλυε τά καύκαλα τῶν λέξεων
καί θά ’δινε ἕνα ἄλλο νόημα στόν ἔρωτα.

Χωρίς γλωσσικούς και εννοιολογικούς ακροβατισμούς η ποιητική συλλογή, κάνοντας χρήση αγγλικών όρων “θά κλείσει τό πλάνο ἡ σιωπή σου/ θά πεῖ τό ἀποφασιστικό cut!/ Καί μετά/ fade out” αρτιμελώς ενσωματωμένα στο υπόλοιπο σώμα της περιγραφής, αναδεικνύει ως ερωτικό κάθε μέρος του ανθρώπινου σώματος και του φυσικού περιβάλλοντος, αποσπώντας τα από τη φυσική τους λειτουργία, προκειμένου να τα εντάξει στην αναπλαστική επιταγή του ερωτικού παιχνιδιού. “Οι λογισμοί της ηδονής είναι πουλιά/ που νύχτα μέρα διασχίζουν τον αέρα” είχε γράψει ο Α. Εμπειρίκος, εδρεύουν σ’όλα ανεξαιρέτως τα αισθητήρια της ανθρώπινης ύπαρξης κάνοντας την πολλές φορές να αισθάνεται πως δεν ενοικεί πραγματικά στον εαυτό της, παρά μόνο μέσα από την αγάπη της προς το ερωτικό αντικείμενο του πόθο της. Δια χειρός Δώρας Κασκάλη η φράση

Πουθενά δεν με ενοικώ.
Παντού
ο χρόνος είναι
εσύ
και η πλησμονή αναβάλλεται.

ΚΩΣΤΑΣ ΣΤΟΦΟΡΟΣ

Ηλεκτρικές αναγνώσεις, «Δρόμος της Αριστεράς», 8.11.2014

Μη μου εξηγείτε το φεγγάρι, του έγραφε. Αφήστε με να το βλέπω σα μια οπή φωτός που οξειδώνει το μαύρο

Προχωράω σαν τυφλός στις στοές του μετρό, κρατώντας για φακό ένα βιβλίο με στίχους. Το Ανταλλακτήριο ηδονών της Δώρας Κασκάλη (Σαιξπηρικόν)

Σφοδρά χύνετε τις λέξεις στα καλούπια τους, του έγραφε. Με τι να σας παρομοιάσω; Τεχνίτης κωδωνοποιός. Μα οι καμπάνες σας ποικίλλουν σε τόνο και σ’ έξαρση. Άλλες μου ψιθυρίζουνε στ’ αυτί κι άλλες σύγκορμα δονούν τη μνήμη

Ο Alain de Botton και ο John Armstrong στο βιβλίο τους Η τέχνη ως θεραπεία, μιλώντας για τη σχέση της τέχνης με τη μνήμη και το ρόλο στη διάσωσή της, σημειώνουν «Μπορούμε να πούμε ότι η καλή τέχνη αποτυπώνει τον πυρήνα του σημαντικού, ενώ αντίστοιχα η κακή, αν και αναμφίβολα μας θυμίζει κάτι, αφήνει την ουσία να ξεγλιστρήσει. Δεν είναι παρά ένα αναμνηστικό, κενό περιεχομένου».

Ο πυρήνας του σημαντικού. Ναι κάπως έτσι είναι. Με όπλο τα ποιήματα, απέναντι στα ογκώδη μυθιστορήματα του τίποτα

Και φέρατε μαζί σας όπλο πρόσφορο για άμυνα ή επίθεση λέξεις κοφτερές κι ήταν η λεπίδα τους γυαλιστερή κάτω από το φως της λογικής κι άλλοτε τόσο βελούδινη μέσα στα συμφραζόμενα ενός ακατάσχετου και λίγο ρετρό ρομαντισμού που τόσο σας πήγαινε…

Διαβάζω κι αδυνατώ να καταλάβω πώς μπορεί κανείς να προσπερνά την ποίηση. Πώς μπορεί να παραμένει αδιάφορος σε ένα μεθυστικό άρωμα λουλουδιών που ξεπηδά μέσα στους δρόμους μια πόλης που μυρίζει καυσαέριο, μπαγιατίλα και κάτουρο. Οι λέξεις από «λογοτεχνία» του συρμού χτίζουν τείχη. Μετά είναι αδύνατον να σκαρφαλώσεις, να βγεις από το κάστρο και να τρέξεις ελεύθερος.

…Και κατείχατε για ίδια και αποκλειστική χρήση ένα σακούλι με ιστορίες μεθυστικές, που σπέρνατε στα ξερά λιβάδια των γυναικείων ψυχών. Ήσασταν σπορέας αλλά όχι θεριστής…
…Να μου ψιθυρίζετε τις ρίμες σας, σα να φυσάτε στον κοχλία του αυτιού. Και να μου δίνετε σπάταλα τη ζωή, τόσο ωραία αφηγημένη. Αυτά είναι η δική μου πανσέληνος που διαβρώνει τα ερέβη της μοναξιάς

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΠΑΚΟΝΙΚΑ

diastixo.gr 10/11/2014

Ποτέ δεν κουραζόμαστε όχι απλώς να ζούμε τον έρωτα, αλλά και να τον παρακολουθούμε σε άπειρες αφηγήσεις, σε πολλαπλές όψεις μέσα από κάθε μορφή τέχνης. Η ισχύς του καταλύει την παγερότητα της μοναξιάς και του θανάτου. Είτε μας διαφεύγει είτε το αγνοούμε, η αφροδισία κι ο ερωτισμός είναι η ίδια μας η φύση. Όμως αν ο έρωτας προάγει τη μύηση στο σκοτεινό μέρος του υποσυνείδητου, την ίδια στιγμή αυτό σημαίνει ότι κινδυνεύουμε ανά πάσα στιγμή. Τίποτα μυστικό και βαθύ δεν μας αποκαλύπτεται χωρίς να φέρνει τον ίλιγγο του γκρεμού, την απειλή του χάους. Για να βιώσεις το φεγγοβόλημα του πάθους αναλαμβάνεις το ρίσκο και το ενδεχόμενο της συντριβής μέσα από την εγκατάλειψη ή την απόρριψη από το πρόσωπο που λατρεύεις.

Τη διέλευσή της στην ομορφιά, τη μεταμόρφωση, αλλά και τον κίνδυνο, την απόγνωση που αφήνει ο παράφορος έρωτας καταθέτει η Δώρα Κασκάλη στην πρώτη ποιητική συλλογή της με τον τίτλο Ανταλλακτήριο ηδονών. Στην τόσο λεπταίσθητη τέχνη της ποίησης αποδεικνύει ότι διαθέτει τις αρετές μιας διεισδυτικής και θελκτικής γραφής. Αν στην πεζογραφία της διακρίνουμε την εκλεκτή ποιότητα, το ίδιο με σιγουριά μπορούμε να ισχυριστούμε και για το βάπτισμά της στην ποίηση. Και ιδίως όταν πρόκειται για ερωτική ποίηση, που είναι το πιο δύσκολο είδος, όπου εύκολα μπορεί κανείς να αστοχήσει κι ακόμα να γελοιοποιηθεί.

Το σώμα, η λαγνεία και οι αισθήσεις κατέχουν καίρια θέση, συνυφαίνουν καταιγιστικά τα ποιήματά της. Η οχεία και η κλινοπάλη των δύο εραστών διοχετεύουν την ασύστολη ορμή τους, διαχέουν τις πυρετώδεις εκλάμψεις τους, μας παρασύρουν στη φρενίτιδα των περιπαθών εναγκαλισμών τους. Το ξέσπασμα της σάρκας μέσα στη δίνη της κραιπάλης πείθει ακράδαντα για τη φλογερή σχέση που δένει το ζευγάρι. Το διακρίνουμε εμφανέστατα στους στίχους από το ποίημα «Αλιεύς μαργαριταριών»: «Η γλώσσα σου ξεθηλύκωσε/ κάθε συστολή/ της γυμνωμένης μου πλάτης/ κύλησαν στ’ αυλάκια της/ ως τη ρίζα/ της παραίσθησης οι χυμοί σου./ Η άπνοη εκφορά της ηδονής/ έκανε το φεγγάρι/ στα σεντόνια μας κομμάτια».

Ό,τι είναι πέρα από τα όρια φέρνει μέθη και μας περιβάλλει με έναν συγκλονισμό που μένει ανεξίτηλα στην ψυχή και τη μνήμη. Ένας έρωτας παράφορος, πέρα από τα όρια, αποκαλύπτει τις πιο απόκρυφες κόχες του είναι μας. Είναι το φως του πάθους μέσα στο οποίο ανακαλύπτουμε τον εαυτό μας κι εισχωρούμε στην ενδοχώρα μιας λαμπρής δόξας, που σαν θείο¬ μένος μάς μεταμορφώνει σε κάτι νέο μέσα από τη φαντασμαγορία της έκστασης. Αυτό το τόσο θαυμάσιο στη μοναδικότητά του υλικό με σπαρακτική εξομολογητική ικανότητα διαχειρίζεται η Κασκάλη απογυμνώνοντας με τόλμη τα αισθήματά της.

Στη συλλογή, ο εραστής είναι η ενσάρκωση του γητευτή που σαγηνεύει, το δηλώνουν ευθαρσώς οι στίχοι: «δίνει ζωή με την ανάσα του, φυτεύει ανθισμένους αναστεναγμούς, χαρίζει πόθο με το εύφλεκτο βύθισμά του». Ως απόλυτος καρδιοκατακτητής μέσα από την τελετουργία της οχείας, που είναι δέσιμο σωμάτων αλλά και δέσιμο ψυχής, οδηγεί την ερωμένη στο μεγαλειώδες τοπίο του ίμερου. Υποκλινόμαστε και πάλι στην ομορφιά των στίχων: «να μείνουμε έτσι αναλωμένοι, με μια θλίψη στη φλέβα του λαιμού, χαρακωμένοι απ’ της λαγνείας την αγχόνη, να μην τρομάξουμε: είμαστε αυτοί κι όχι άλλοι, κι έτσι αυθεντικοί του πάθους τη γυμνότητα να ενδυθούμε».

Όπως συμβαίνει σε πολλές σχέσεις που αναπόφευκτα φτάνουν στον χωρισμό, πάντα ο ένας ενδέχεται να μένει ερωτευμένος μέχρι τρέλας και φρενιασμένης αφοσίωσης. Η αποχώρηση του εραστή από το πολυκύμαντο ειδύλλιο στα ποιήματα της Κασκάλη αναδεικνύεται με κάθε λεπτομέρεια και απόχρωση, αποκαλύπτοντας τον οδυνηρό αντίκτυπο που έχει στην ψυχή της ερωμένης. Ο τόνος και οι λέξεις στο ποίημα ΙΧ ζωγραφίζουν στην εντέλεια τα αισθήματά της: «Σκληρό βράδυ που σαρώνει τη μοναξιά μου. Θα μείνω εδώ κι εσείς αθέατος, απέναντι να παίξουμε το παιχνίδι της αντοχής. Εσείς θα είστε ο νικητής κι εγώ θα τιμωρηθώ με το να εφεύρω μια νέα γλώσσα που να εμπεριέχει την άκρατη, πηχτή σιωπή και τ’ αδειανά χέρια». «Εσείς θα είστε ο νικητής» απερίφραστα του τονίζει, επίσης διαβάζουμε και σε άλλα σημεία από τα ποιήματά της: «μην ακουμπάτε νωχελικά στον τοίχο του διαδρόμου, με βασανίζει η άνοιξη όπως γέρνει στο κορμί σας», «εσείς κατέχετε για ίδια κι αποκλειστική χρήση ένα σακούλι με ιστορίες μεθυστικές, που σπέρνετε στα ξερά λιβάδια των γυναικείων ψυχών», όπως βλέπουμε απευθύνεται στον άνδρα στον πληθυντικό αριθμό. Και υπάρχει λόγος, ο πληθυντικός αριθμός έχει τη σημασία του: δείχνει την αποξένωση που έχει επιφέρει η στάση του άνδρα ανάμεσά τους, ενώ συγχρόνως ενσταλάζει μια πικραμένη ειρωνεία που αποφορτίζει από κάθε μελοδραματισμό τη φοβερή ένταση των στιγμών. Στον παθιασμένο ίμερο δεν παραδίνουμε μόνο το σώμα μας, αλλά και τον ψυχισμό μας. Γι’ αυτό και ο χωρισμός είναι τόσο επώδυνος, γιατί έχουμε ήδη επενδύσει στον άλλο την ίδια την καρδιά μας.

Η γυναίκα θα προσπαθήσει να ξανακερδίσει την εύνοια του εραστή της. Ένα από τα μέσα που χρησιμοποιεί είναι τα γράμματα που του στέλνει, τον προτρέπει να τη φυλάξει στη μνήμη του, γιατί είναι «αρυτίδωτα τα «σε λατρεύω» αγαπημένε μου, καιγόμαστε και γινόμαστε την ίδια ώρα φρέσκοι μέσα στον χαμό». Μεστά, αδρά και με διαφάνεια αναδύεται ο χαρακτήρας της ερωμένης: είναι ενάντια σε συμβιβασμούς και συμβάσεις της καθωσπρέπει κοινωνίας, έτοιμη ανά πάσα στιγμή να αποτινάξει κανόνες που απειλούν να την καθηλώσουν σε μια στεγνή και μετρημένη ζωή. Ό,τι πιο πολύ επιθυμεί είναι: «έναν έρωτα, που της λυγίζει τα γόνατα από το πάθος, να μπορεί να τον αποθέσει σε χέρια που είναι ακέραια και θα τον δεχτούν ανοιχτά».

Κάθε ερωτική ιστορία είναι και μια καινούργια αλήθεια της ιστορίας δύο ανθρώπων μέσα στον κόσμο. Γι’ αυτό και είναι ανεξάντλητο το θέμα του έρωτα – κάθε ζευγάρι προσθέτει μια μοναδική και ξεχωριστή αφήγηση, μια ξεχωριστή αλήθεια. Αυτή τη μοναδικότητα εκφράζει η ποιητική συλλογή της Κασκάλη, το πλούσιο υλικό των συναισθηματικών διακυμάνσεων αναδεικνύεται εύστοχα μέσα από μια καλοδουλεμένη γραφή, που αποφεύγει τους φθηνούς ρητορικούς τόνους και τη ναρκισσιστική ωραιολογία. Η Κασκάλη αποδεικνύει ότι είναι μια ποιήτρια με ικανότητες κι ότι το μέλλον τής ανήκει.

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

«Εφημερίδα των Συντακτών», 17.1.2015

Η ποιητική ωριμότητα των πρωτοεμφανιζόμενων,

Στο «Ανταλλακτήριο ηδονών», την πρώτη ποιητική συλλογή της Δώρας Κασκάλη ύστερα από τρία πεζογραφικά βιβλία, η ερωτευμένη ποιητική φωνή διαλέγεται, σε ολόκληρο σχεδόν το μάκρος του βιβλίου, με το αγαπημένο πρόσωπο και ορίζεται από τη δική του ανταπόκριση: «Πώς να μη σ’ αγαπώ; / Είναι ο μόνος τρόπος / πια / για να υπάρχω». Το πρόσωπο, ωστόσο, στο οποίο απευθύνεται η ποιήτρια είναι τις περισσότερες φορές απόν και ό,τι έχει μείνει είναι η έλλειψη, η σιωπή, η ανάμνηση των ευτυχισμένων στιγμών της συνύπαρξης και οι λέξεις. Οι λέξεις ακριβώς είναι ό,τι κυρίως έχει στη διάθεσή της η ποιήτρια. Αυτές είναι το υλικό της και με αυτές προσπαθεί να περισώσει ό,τι μπορεί πια να σωθεί.

Το πάθος και η ψυχραιμία, ο πόθος και ο πόνος, η σωματική και η ψυχική έξαψη ισορροπούν ιδανικά στο «Ανταλλακτήριο ηδονών». Η ποιητική εγκράτεια της Δώρας Κασκάλη και η αυστηρή αρχιτεκτονική της συλλογής (η οποία είναι θεματικά και μορφικά διαρθρωμένη σε τρία μέρη, με δέκα ποιήματα στο κάθε μέρος, συν ένα υστερόγραφο στο δεύτερο) είναι τέτοια, που δεν αφήνει περιθώριο ούτε στην αισθηματολογία –τον υπ’ αριθμόν ένα εχθρό της ποίησης– να ξεχειλίσει αλλά ούτε και στην ηδυπάθεια να υπερκαλύψει κάθε άλλο στοιχείο του ερωτικού φαινομένου.

Το βιβλίο στο σύνολό του γεωγραφεί τις επικράτειες του έρωτα: την επιθυμία και την άρνηση, την προσδοκία και τη μοναξιά, την απουσία και την ολοκλήρωση· την αιωνιότητα της μιας ώρας· τον πόθο και τη διάψευση, την ήττα και την αντοχή, το αρσενικό και το θηλυκό. Κυρίως, όμως, με τα ποιήματα της συλλογής αυτής η Δώρα Κασκάλη αφηγείται τη διαλεκτική σχέση μεταξύ έρωτα και γλώσσας, γιατί η ερωτική εμπειρία, είτε το αντιλαμβανόμαστε είτε όχι, από τις λέξεις ξεκινάει πάντα και στις λέξεις καταλήγει ξανά. Ωσπου τελικά γλώσσα και έρωτας συμφύρονται, ποίηση και ηδονή συγχωνεύονται, το σώμα και το ποίημα ταυτίζονται: «Είναι το σώμα μου αυτό», διαβάζουμε, «δεν είναι ένα ποίημα / ένας διάλογος / κάτι σπαρακτικά ερωτικό».

«Εφημερίδα των Συντακτών», 20.12.2014

Το «Ανταλλακτήριο ηδονών» (Σαιξπηρικόν), πρώτη ποιητική συλλογή της Δώρας Κασκάλη, γεωγραφεί τις επικράτειες του έρωτα: την επιθυμία και την άρνηση, την προσδοκία και τη μοναξιά, αλλά κυρίως αφηγείται τη διαλεκτική σχέση μεταξύ έρωτα και γλώσσας.

ΕΛΕΝΗ ΧΩΡΕΑΝΘΗ

fractal 26/10/2016

Εις μνήμην Μυρτιώτισσας

Ανταλλακτήριο ηδονών, τιτλοφορεί το πρώτο της ποιητικό βιβλίο η φιλόλογος Δώρα Κασκάλη. O τίτλος είναι μάλλον παραπλανητικός, φορτισμένος συναισθηματικά, μπορεί και απαξιωτικός.

Διαβάζοντας προσεκτικά, μελετώντας τα ποιήματα της πρώτης ποιητικής συλλογής της Δώρας Κασκάλη με τον ευρηματικό όσο και προκλητικό τίτλο «Ανταλλακτήριο ηδονών» που παραπέμπει σε συνεργείο αυτοκινήτων, σε κάθε είδους συνεργείο τέλος πάντων, έκανα κάποιες σκέψεις, ανορθόδοξες ίσως για κάποιους, αδιάφορο, σχετικά με τα κίνητρα της ποιήτριας που της υπέβαλαν αυτόν τον ανατρεπτικό για τα συνήθη ποιητικά δεδομένα τίτλο. Έναν τίτλο που δυναμιτίζει τον αισθησιασμό και αλλάζει τους συσχετισμούς στην «αυτοκρατορία των αισθήσεων» με το να παρομοιάζει, να αντικαθιστά μάλλον, τους παλιωμένους, τους φθαρμένους ή φθηνούς ερωτικούς, σεξικούς μηχανισμούς με ανταλλακτικά οχημάτων, εργαλείων π. χ. φρένων, ιμάντων, τροχών κ. ο κ..

Τα ποιήματα διακρίνονται σε τρεις ενότητες με εμβληματικούς τίτλους: Ο έρως έχει ύπαρξη (δέκα ποιήματα), Silentium amoris– η σιωπή της αγάπης, (δέκα +1 ποιήματα αριθμημένα με λατινικούς αριθμούς: I ως X +1) και Λιβιδώ, Λίμπιντο, δέκα ποιήματα, εν συνόλω 30+1= 31 ποιήματα.

Αν δεις από περιωπής τα δρώμενα και μπεις στο «πετσί» των «κοφτερών λέξεων» που είναι η «λεπίδα τους άλλοτε γυαλιστερή κάτω από το φως της λογικής κι άλλοτε τόσο βελούδινη μέσα στα συμφραζόμενα ενός ακατάσχετου και λίγο ρετρό ρομαντισμού», διαπιστώνεις πως πίσω από το παραπέτασμα πάνω στη σκηνή αόρατου θεάτρου εκτυλίσσεται μια καθημερινή ανθρώπινη τραγωδία σε τρείς πράξεις επιμερισμένες σε τριάντα επεισόδια με μόνο ένα χορικό «δίκην υστερόγραφου». Συχνά συναντάς αισθησιακές σελίδες και σκηνές μεγαλειώδους πάθους και απείρου κάλλους. Και αλλού αλλάζουν οι όροι στο «παιχνίδι της εξουσίας» του ενός επί του άλλου στην τράπεζα των διαπραγματεύσεως.

Δεν είναι διόλου τυχαίο που, τόσο στην Ελληνική, όσο και στην Ιουδαϊκή θεογονία που είναι και οι πιο οικείες και γνωστές/άγνωστες σε μας, η πέτρα του σκανδάλου είναι γυναίκα και το μέσο εξαπάτησης, το δέλεαρ, είναι ο καρπός δέντρου ή το ίδιο το δέντρο. Στη μια περίπτωση είναι κρυμμένο το τίμημα της εξουσίας (χρυσόμαλλο δέρας), στην άλλη η γνώση (δέντρο της Γνώσεως – του καλού και του κακού κατά μία ερμηνεία) προσφέρεται δελεαστικά. Και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει ένα ερπετό που ενεργεί για λογαριασμό τους: ο όφις στη μία, ό δράκων στην άλλη. Που σημαίνει ότι, για όλο τον ανδρικό πληθυσμό, μέσα σε κάθε γυναίκα κρύβεται η αρχέγονη πανούργα και απατημένη, εξαρτημένη: ή μια εξαπατήσασα Εύα τον Αδάμ με τον καταραμένο όφη διαμεσολαβητή, ή μια εκδικήτρα Μήδεια, το ίδιο κάνει, που εξόντωσε όσους άνδρες στάθηκαν εμπόδιο στα φιλόδοξα σχέδιά της, με τον δράκοντα, εκτελεστικό της όργανο, και τα βότανα. Και με τον τρόπο της, η ποιήτρια το ομολογεί και το επιβεβαιώνει:

«Έχω μία πανάρχαια γιαγιά που κάθε βράδυ
ποντάρει την τιμή μου στα χαρτιά
κι εγώ κρατάω τσίλιες στους αιώνες
έξω από έναν οίκο καθωσπρέπει
παραφυλώντας της ακολασίας το βασιλιά.

Πάνω στην άσπρη μου κοιλιά
θα σχεδιάσω ένα πανάρχαιο δέντρο γενεαλογικό
και το αιδοίο μου θα υποθηκεύσω
μ’ αντάλλαγμα το σπέρμα βίαια ρομαντικών εραστών»

Στίχοι που φέρνουν σιμά τον απόηχο των ανδροφονικών στίχων της πανέμορφης Μυρτιώτισσας, μιας άλλης ερωτικής ποιήτριας, που θεωρώ ότι ταιριάζει κάποιος παραλληλισμός:

«Μέσα μου άγριες νιώθω επιθυμιές,
και τις ερωτευμένες σας καρδιές
πως θα ‘θελα να μπόρεια να μασήσω
με τα λευκά μου δόντια, τα γερά,
σα φρέσκα μυγδαλάκια τραγανά,
και τον αιμάτινο χυμό τους να ρουφήξω!».
(Voluptas)

Έκανα αυτή την αναφορά, γιατί η ποίηση της Δώρας Κασκάλη μ’ έβαλε στον πειρασμό να κοιτάξω από μέσα, κι από τη φόδρα των λέξεων που χτίζουν τους στίχους, και να δω και την ίδια να βγαίνει αλώβητη μέσα από το βιβλίο κι από τους καίριους, έντονους, αλλά καλυμμένους περίτεχνα προβληματισμούς και τις «ανθρωποφαγικές» προθέσεις και διαθέσεις της. Δεν δαγκώνει σάρκες, αλλά τρώει σάρκες αθώα με θωπείες ίσαμε τα επίμαχα μέρη του σώματος του ερωμένου και με τακτ γλείφοντας ηδονικά τα μέλη και το ευχαριστιέται, το απολαμβάνει, διακριτικά ωστόσο. Αλλά και με ίσους όρους προσφέρει το σώμα της χωρίς αναστολές και δισταγμούς, χωρίς «όρους απαγορευτικούς», αλλά συνενοχής:

«Τίμιες συμφωνίες σ’ ένα παιχνίδι
ατιμίας για όρκους έρωτα
που ασελγούν
πάνω στο ανοίκειο σώμα
μαζί»,

όπως ευθύς εξαρχής ευθαρσώς εξηγείται, δοσμένη ολότελα στο βωμό του έρωτα, έστω κι αν δρομολογούνται «εργασίες ενταφιασμού», αφού ομολογεί:

«Πουθενά δεν με ενοικώ.
Παντού
ο χρόνος είναι
εσύ
και η πλησμονή αναβάλλεται»

Ολότελα δοσμένη στο μυστήριο της συνουσίας των σωμάτων είναι η ίδια που απαντάει και στους δύο ρόλους. Το άλλο «μισό» που συμπληρώνει το ερωτικό σύμπλεγμα δεν έχει πρόσωπο ούτε φωνή, έχει κληθεί, ωστόσο, να μπει μέσα στον περι-γε-γραμμένο κύκλο των σωμάτων:

«Έλα να ντυθούμε τα θολά μας
περι γράμματα.
Λεξικοποιούμε τους ρόλους μας
αφού δεν μπορούμε να τους ζήσουμε
με το σώμα μας.
Όταν θα πεθάνουν τα ποιήματα

(…)εσύ, αγάπη μου, δε θα ‘χεις πια ζωή να ζήσεις». (Ο έρως έχει ύπαρξη).

Στη δεύτερη ενότητα, που το δράμα φτάνει στην κορύφωση για να αρχίσει βαθμιαία η αντίστροφη μέτρηση, κυριαρχεί η σιωπή της αγάπης που μεταλλάσσεται και μορφοποιείται σε δέκα χαρακτηριστικές ποιητικές πρόζες /πεζοτράγουδα, δέκα επιστολές καταγγελτικές, ανεπίδοτες ωστόσο, που η ποιήτρια απευθύνει στον έτερο παίκτη. Κατοχυρωμένη πίσω από την απόσταση που τους χωρίζει και εκ του ασφαλούς, χρησιμοποιώντας τον πληθυντικό αριθμό της αποξένωσης και μιλώντας για λογαριασμό κάποιας άλλης, του «ψάλλει τον αναβαλλόμενο» με λέξεις κοφτερές χωρίς φόβο και με πολύ πάθος:

«Μην με ταράζετε, του έγραφε, για να επαναβεβαιώσετε την κυριαρχία σας πάνω μου. Είμαι ένα μετόχι που το πάτησαν οι αυθεντίες του πατέρα, του αδερφού, του κυβερνήτη(…)Πηγαίνετε τώρα για άλλα θηράματα. (…) Εγώ θα ζωστώ τη σιωπή των νεκρών(…)στα μνήματα μιλούν την άρρητη γλώσσα της αλήθειας».

Αλλού τον καθιστά υπεύθυνο για τον ευτελισμό του φύλου και του προορισμού της. Και εξηγείται ωμά: «Κατάντησα το ξεφτέρι μου ταχυδρομικό περιστέρι, κατάργησα τη φύση του και το τερατογέννησα σε οικιακά συμφραζόμενα(…) Οι λέξεις που έσπειρα σαπίσανε σε ξένη γη». Και το τίμημα η έσχατη τιμωρία: «η πηχτή σιωπή και τα’ αδειανά χέρια».

Αλλά η μαχητικότητα, η οργή, το μένος θα μείνουν στα σπαράγματα ανεπίδοτων επιστολών διαμαρτυρίας που γράφει από τα «ερέβη της μοναξιάς» της.

Στα δέκα ποιήματα της Λιβιδώ, συντελείται η διαδικασία παλινόρθωσης βαίνοντας προς την έξοδο. Οι ανεπίδοτες επιστολές με τις καίριες επισημάνσεις και τις εύστοχες βολές, άσχετα αν δεν έφτασαν ποτέ το στόχο τους, βοήθησαν την αιώνια τσαλαπατημένη γυναίκα να βγει από τη σιωπή της αγάπης με δρεπανηφόρα ορμή σ’ ένα δικό της αισθησιακό σύμπαν, να κατακτήσει το ερωτικό αντικείμενο του πόθου, να γευτεί ό, τι της στέρησαν οι αιώνες. Τώρα έχει την ψευδαίσθηση πως είναι εκείνη που ορίζει τους όρους του παιχνιδιού:

«Μην με κοιτάς, απαίτησε
τείνοντάς του τα χείλη της
(…)Και σφάλισε με τα χέρια της
την ηδονή του(…).
Δεν ήξερε πως ο θησαυρός της
ήταν η ίδια σε μια άλλη διάσταση».

Και όλη η περιπέτεια του σώματος και της ψυχής, ο αγώνας στο «Ανταλλακτήριο ηδονών ήταν μια πρόσκαιρη απολαβή αιωνιότητας:

«Μου χάρισες
Αιωνιότητα μιας ώρας».

Αφού από την αρχή της τελευταίας πράξης έδωσε το στίγμα του τέλους:

«’Να με κρατάς’ του είπε φεύγοντας.
‘Όχι, στο σώμα του το είπε
για να τη θυμάται».

Με άλλα λόγια: «Σώμα, θυμήσου πόσο αγαπήθηκες…».

Πρόκειται για ποίηση δυνατή, ατόφια, τολμηρή, εκφρασμένη με λέξεις και φράσεις ασοβάτιστες, προκλητικές, κοφτερές και αθώες, «ανταλλακτήρια ηδονών», που αποδομούν ένα παγιωμένο κοινωνικά σύμπαν αργά, αλλά σταθερά, γλείφοντας και οικοδομούν ένα άλλο, περιγεγραμμένο, ωστόσο ερωτικά / αισθησιακά, ποιητικό σύμπαν χωρίς πλατειασμούς και λοξοδρομήσεις. Μέσα σ’ αυτό το δικό της ποιητικό σύμπαν, τόσο η αρχέγονη, όσο και η σύγχρονη γυναίκα, θύμα ή θύτης, θύμα και θύτης, έχει τον πρωταγωνιστικό ρόλο.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΛΛΗΣ

oanagnostis.gr 14/1/2017

Ανταλλακτήριο ηδονών τιτλοφορεί την πρώτη της ποιητική συλλογή η δόκιμη πεζογράφος Δώρα Κασκάλη. Καθόλου τυχαίο μιας και το βιβλίο της είναι μια ελεγεία για την υπερβατική διάσταση του έρωτα στην ζωή μας. Διαβάζοντας τα ποιήματα της συλλογής διαπιστώνω πως η ποιήτρια εχθρεύεται τον χρόνο. Τον χρόνο που αιχμαλωτίζει το σώμα και το οδηγεί σταδιακά στην φθορά. Η ηδονή είναι ένα μέσο άμυνας. Στο ποίημα Σμίλη ένδον ξεχωρίζει αυτή η πάλη έντονα. Παραθέτω μερικούς στίχους:

Απολαύστε άφοβα την υγρασία των εραστών
που ποτίζει τις ρωγμές της έντιμης ενηλικίωσης

ή πιο κάτω
Πουθενά δεν με ενοικώ.
Παντού
ο χρόνος είναι
εσύ
και η πλησμονή αναβάλλεται.

Με ποιον τρόπο έρχεσαι αντιμέτωπος με την φθορά; Η ποίηση έχει τον δικό της τρόπο να αναιρεί τα χρονοδιαγράμματα. Όπως και ο έρωτας. Αρκεί ένα εσύ, εκεί στην μέση του πουθενά, σαν δέντρο στην έρημο για να προσφέρει ελπίδα πως όσα κερδίσαμε και χάσαμε στην πορεία είναι τα προσωπικά μας εφόδια, είναι αυτά που σχηματίζουν το είναι μας μέσα στο χάος της αοριστίας. Η Κασκάλη έχει πλήρη συναίσθηση της μικρότητάς μας αλλά πιστεύει στον άνθρωπο. Γι΄ αυτό και τα ποιήματά της ερωτικά, σαρκικά, είναι κραυγές ενός ανθρώπου που γνωρίζει ότι θα νικηθεί αλλά μέχρι τότε θα πολεμήσει με ότι έχει και δεν έχει:

Από την μια θηλή κρέμονται δέκα νάνοι,
από την άλλη ρέει πρωτόγαλα αγριμιού,
μια τιάρα μου υπόσχεται παλάτια
και κοφτερές, μεθυστικές βελόνες
με στέλνουν σε ναρκωτικά ταξίδια του χαμού.
Έχω μια πανάρχαια γιαγιά που κάθε βράδυ
ποντάρει την τιμή μου στα χαρτιά
κι εγώ κρατάω τσίλιες στους αιώνες
έξω απ΄ έναν οίκο καθωσπρέπει
παραφυλώντας της ακολασίας τον βασιλιά.
Πάνω στην άσπρη μου κοιλιά
θα σχεδιάσω ένα σπουδαίο δέντρο γενεαλογικό
και το αιδοίο μου θα υποθηκεύσω
μ’ αντάλλαγμα το σπέρμα βίαια ρομαντικών εραστών.

Αυτό το απόσπασμα από το ποίημα Ανατομικές λεπτομέρειες το ζήλεψα. Εδώ ο λυρισμός της ποιήτριας κορυφώνεται, γίνεται ένα με το σώμα, νιώθετε. Οι σουρεαλιστικές εικόνες της ανατρέπουν:

Μην με ταράζετε, του έγραφε, για να επαναβεβαιώσετε την κυριαρχία σας πάνω μου. Είμαι ένα μετόχι που το πάτησαν οι αυθεντίες του πατέρα, του αδερφού, του εργοδότη, του κυβερνήτη. Σας παρέδωσα το πιο ατόφιο κομμάτι μου, το λίγο το δικό μου κι εσείς ζωστήκατε τα πυρομαχικά και το κάνατε πεδίο μάχης.

Να ένα ποίημα που χωρά όλη την υπαρξιακή αγωνία της Γυναίκας που χαρίζει το είναι της σε έναν ανδροκρατούμενο κόσμο για να πάρει ως αντάλλαγμα την βία. Εκείνη που κυοφορεί την ζωή έρχεται αντιμέτωπη με την σκληρή πραγματικότητα. Η Κασκάλη είναι μια ποιήτρια της υπαρξιακής αγωνίας. Μια βιωματική γραφή που σκαλίζει τις αιώνιες πληγές μας και στο τέλος χαρίζει φως στο απόλυτο σκοτάδι. «Αν η ποίηση είναι εξομολόγηση ή επιφώνημα», σύμφωνα με τον Αλέξανδρο Αργυρίου, «ή βιωματική πράξη, ή ανακοίνωση κάθε κατηγορίας, η γνωριμία μας με το έργο του ποιητή μοιάζει με οποιαδήποτε σχέση μας μέσα στη ζωή, που για να δέσει απαιτεί ένα χρόνο συμ-βίωσης». Το Ανταλλακτήριο ηδονών είναι μια μυστική συναλλαγή με το πάθος και το αίσθημα. Με την ίδια την ζωή. Το αίσθημα που μας προσδιορίζει.

Το μαύρο κουτί της μνήμης τους

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ

http://www.diavasame.gr, Ιούλιος 2015

Όσοι πάσχουν από μνήμη σώματος

Αν πάσχεις από μνήμη σώματος, αν μια έσχατη ικμάδα θύμησης κινητοποιεί ακόμη τους πόρους του δέρματος και ο μετρημένος χτύπος κάποιου ανεκπλήρωτου, τώρα και πάντα, θα ορίζει τη σχέση σου με τη ζωή, τότε οι 16 ιστορίες της Δώρας Κασκάλη στο «Μαύρο Κουτί της μνήμης» είναι το βιβλίο της αποτίμησης.

Είναι, όμως, και ένα σινιάλο που στέλνουν τα σώματα –το δικό μας, των άλλων– που διασείει τον χρόνο και τον χώρο, που ξεπερνάει το ξέσπασμα της εμπειρίας και γίνεται λανθάνουσα παρόρμηση, καταπιεστικός μονόλογος, ακρασφαλής έξαψη. Άνθρωποι –γυναίκες και άνδρες– σε ένα μεταίχμιο ηλικίας. Λίγο πριν διαβούν το τελευταίο σύνορο της φθοράς, πριν καν τους τελικούς λογαριασμούς με τη ζωή τους. Άνθρωποι μόνοι, εκτεθειμένοι σε βλέμματα και παλαιούς νυγμούς. Άνθρωποι που οι ερεθισμοί του παρελθόντος δεν τους αφήνουν να… αγιάσουν. Άνθρωποι που επί ματαίω προσπαθούν να ξεφύγουν από τα αναβλύσματα των εαυτών τους. Έρωτες που δεν ήρθαν και έρωτες που χάθηκαν. Ζωές που ξοδεύτηκαν και ζωές που δεν έζησαν. Σώματα που έμαθαν να λυγίζουν και άλλα που πνίγηκαν από το νερό που έμπασε η ζήση τους. Πρόσωπα της διπλανής πόρτας, εμείς υπό συνθήκες, οι άλλοι κάτω από τις δικές τους [συνθήκες], όλοι μαζί με μια στέρηση, με ένα άχτι, με το μαύρο κουτί της μνήμης και του σώματος να καταγράφει τις τελευταίες στιγμές πριν από τη σύγκρουση και την καταστροφή. Ή, μήπως, την παθητική αποδοχή και τη μυστική ευθυγράμμιση πως αυτό είναι που μπορεί κανείς να ζήσει – τούτο ακριβώς είναι το όριο που σου παρέχεται και πέραν τούτου δεν μπορείς να περπατήσεις. Αν το πράξεις, τότε ακριβώς θα πυροδοτηθεί η παραδρομή, το ακραίο, το παράδοξο, το βραχνό ρετάρισμα. Οι ήρωες της Κασκάλη έχουν σώμα που ζητάει δικαίωση. Έχουν σώμα που δεν το γνωρίζουν και όταν φτάνουν στο σημείο να το… ακούσουν, είναι πολύ αργά για να κάνουν να απλώσει τους χυμούς του. Είναι όντα με συγκινησιακές αποστροφές και αισθητές μεταπτώσεις. Μεταβάλλονται δίχως να το καταλαβαίνουν, κάτι μέσα τους τούς τρώει αργά, με αδυσώπητη ακρίβεια. Διότι η ζωή έχει αυτή τη δύναμη της ακρίβειας να ελαττώνει την προσφορά της. Ζεις σαν να μην ζεις. Υπάρχεις σαν η ύπαρξη να είναι μια ασθένεια που δεν επιδέχεται γιατρειά.

Η παράξενη σχέση ενός καθηγητή με μια ξένη καθαρίστρια σε ένα κακόφημο ξενοδοχείο. Μια γυναίκα που μετατρέπει ένα πουκάμισο σε ερωτικό αντικείμενο. Ένας άνδρας που παρενδύεται μόνο και μόνο για να νιώσει την εγγύτητα μιας γυναίκας που ποτέ δεν του προσφέρθηκε πραγματικά. Το αποστεγνωμένο σεξ σε ξενοδοχεία της επαρχίας για επαγγελματίες που αναζητούν μια μικρή έξοδο από την πραγματικότητα. Ένας παράξενος «εφαψίας», μια κάποια Γαλάτεια που στερνά γίνεται συγγραφέας με ψεύτικο όνομα και μέσα από την ακαμψία των λέξεων προσπαθεί να μάθει τον εαυτό της, η βία των δρόμων και οι μετανάστες, ο ψυχαμοιβός που λόγω ανεργίας κρατάει συντροφιά σε ηλικιωμένους, η δύσκολη σχέση μιας γυναίκας με ένα παιδί που δεν είναι δικό της, τυχαίες συναντήσεις καθοριστικής υφής στο τρένο, ξεκαθαρίσματα σχέσεων, ένα πενηντάρικο στον δρόμο που προκαλεί ένα κύμα σκέψεων, που μπορεί να είναι το τίμημα μιας ολόκληρης ζωής.

Δεν ξέρω αν όλες αυτές οι ιστορίες μπορούν να ενταχθούν στη χορεία του παράδοξου. Σίγουρα η Κασκάλη, με την οικονομία που δομεί τις ιστορίες και την απόσταση από την οποία τις καταγράφει, αφήνει τη δυνατότητα για ένα πολλαπλό κοίταγμα. Τα διηγήματα μπορούν να ειδωθούν στο ρεαλιστικό πλαίσιο που τα περιβάλλει (δίχως να τα πνίγει), αλλά και ως εκδοχές μιας άλλης πραγματικότητας. Εντέλει ως ένας σπασμός του σώματος, ως ένα νεφέλωμα της μνήμης, ως μια ματαιότητα που πρέπει να καταγραφεί, ως μια σιωπή που κρατάει μέσα της όλους τους ήχους της παρελθούσας ζωής, καθώς αυτή ετοιμάζεται να αποχωρήσει.

Σε αυτή τη δεύτερη συλλογή διηγημάτων, η Κασκάλη αναδεικνύει την… ανθρωπινότητα (sic) της γραφής της. Δεν γράφει για τους ήρωές της. Γράφει για ανθρώπους λειτουργώντας ως ο διαμεσολαβητής τους. Γίνεται το στόμα, τα χέρια, τα πόδια, οι ανάσες τους. Οι ιστορίες ισορροπούν ανάμεσα στην ατομική ανασφάλεια, στον πονετικό αναστοχασμό, στην αμείωτη αίσθηση του αλλόκοτου και στην αδιάλυτη δριμύτητα που έχει η ζωή των ανθρώπων.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

dimichri65.blogspot 8.7.2015

Η Δώρα Κασκάλη γράφει 16 ιστορίες για ανθρώπους που αντιμετωπίζουν με καβαφική αξιοπρέπεια και στωικότητα (ή με τον ηρωικό μηδενισμό του Καζαντζάκη) την αποτυχία να υπερβούν ό,τι τούς έχει διαμορφώσει. Άντρες και γυναίκες που μοιάζουν θλιβερά ναρκωμένοι από τον πόνο, τη στέρηση -υλική και συναισθηματική- ψάχνουν απεγνωσμένα για ένα άγγιγμα, μια στιγμιαία επαφή των σωμάτων που μπορεί να πυροδοτήσει την ελπίδα, να δώσει μια παράταση ζωής.
Σχεδόν σε όλα τα διηγήματα επαναλαμβάνεται το ίδιο απτικό -θα έλεγα- μοτίβο. Άνθρωποι αχάιδευτοι, αφίλητοι, που εκλιπαρούν για μια απλή επαφή σωμάτων, κι αυτό τους φτάνει -το ελάχιστο που γίνεται μέγιστο και σωτήριο, να ζουν μέσα από τα αποτυπώματα των άλλων. («Ήταν αχάιδευτος, αφίλητος. Παρά τα τόσα σώματα, έπασχε από ανελέητη στέρηση τρυφερότητας»)

Στο «Ηράκλειο-Καλλιθέα» ένα σκουρόχρωμο αγόρι κάθεται δίπλα στη γυναίκα, μέσα στο τρένο, και της πιέζει το δεξί της πόδι με το αριστερό του: «Νιώθει τη θέρμη του κορμιού του, μέσα από το μπατζάκι του, όπως διατρυπά το τζιν και περνάει στο καλσόν της και μετά στο δέρμα, που οργώνεται από ρίγος…»

Στο «Το σώμα θυμάται», ένας καθηγητής-ένοικος ξενοδοχείου-χαμαιτυπείου ανταλλάσσει τρυφερά χάδια με την καμαριέρα: «Όταν τελείωσα, μου έπιασε τα χέρια και με κάθισε πάνω στο μουσταρδί κάλυμμα του κρεβατιού του. Μου έβγαλε τα πλαστικά σαμπό και πήρε σαν μωρά τα ξεπατωμ΄να ποδάρια μου μέσα στα χέρια του. Με τ’ ακροδάχτυλα χάιδεψε τις πατούσες μου σαν παραστρατημένα παιδιά που αλλιώς έδειχναν και αλλιώς κατάντησαν. Ντράπηκα για τους κάλους και τις φαγωμένες φτέρνες, αλλά η ματιά του, ημερεμένη καισ ίγουρη, με κράτησε στη θέση μου, ανήμπορη να πάρω τη λίγη αξιοπρέπειά μου και να φύγω. Τα χέρια του -νλυχια καθαρά και τετραγωνισμένα, παλάμες με δέρμα μεταξένιο- τρέχανε πάνω στις πρησμένες φλέβες μου και με μαλάξεις τεντώνανε τα αιμάτινα σχοινιά απ’ το λίπος. Ύστερα τα δάχτυλα επέστρεφαν και πάλι στις πατούσες, τις κανακεύανε για να ξαναθυμηθούν την ομορφιά και την ξεκούρασή τους». (…) Την τρίτη μέρα, αφού φρόντισε τα πόδια μου, ακούμπησε πάνω στα λιγνά του μπούτια τα χέρια μου, σχεδόν μια ανάσα από τον καβάλο, και άρχισε να χαϊδεύει τις φλεβίτσες που φούσκωναν όλο ζωή και ανυπομονησία κάτω από το ξεραμένο δέρμα της παλάμης».
Το χάδι του ώριμου άντρα αποτελεί την ύψιστη ερωτική πράξη, εκείνη την πράξη που οδηγεί στο να αγαπήσουμε πρώτα απ’ όλα τον ίδιο μας τον εαυτό. «Μα κάποια βράδια που ο Ανέστης παίζει κουμάρι στο καφενείο, κάνω ένα μπάνιο στα σακατεμένα μου κρέατα και μπορώ πια να αγγίζω με στοργή όλα τα κερδισμένα μου παράσημα που εκείνος μου έδειξε πώς να αναγνωρίζω».

Και όταν το ανθρώπινο σώμα απουσιάζει, μπορεί και το υποκαθιστά ένα ρούχο, ένα πουκάμισο, όπως συμβαίνει στο διήγημα «Μικρό ερωτικό» ή ένα ζευγάρι κόκκινες γόβες στο ομώνυμο διήγημα ή η φαντασίωση των σωμάτων που ενώνονται στο «Δωμάτιο 216», όπου ένας μοναχικός άντρας στήνει αφτί στο διπλανό δωμάτιο: «Έχουμε ξεχάσει το χάδι πάνω σε κρέατα σφιχτά, που ριγούν μόλις τα ακουμπήσεις».

Στο «Happy nest» o πρωτοπρόσωπος αφηγητής ζώντας μέσα στη βρόμα ενός διαμερίσματος μοιράζεται τον φόβο του με ένα σαμιαμίδι.

Στο «Εφάπτω» ένας μεσήλικας εφαψίας χωρίς ζωή -στιγματισμένος από τη γυναίκα και τα παιδιά του- δεν τολμά να εξομολογηθεί στον γιατρό του το νέο του πάθος: «Δεν έχει πια εκείνη την ακόρεστη ανάγκη ν’ αγγίζει· σταδιακά ερημώνει από τα ρίγη της η χώρα του βουβώνα του. Μόνο θέλει να πιάνει τις λαβές που χούφτωσαν δροσερά κορίτσια, να κάθεται εκεί που έχυσαν τη θαπλωρή τους σπωματα θαλερά, να ακουμπά χαϊδεύοντας την κουπαστή της σκάλας στο σχολείο· να νιώθει, να διασώζει και ν’ αποταμιεύει από το δέρμα τόσων ανθρώπων που συνεχίζουν να ζουν».

Το «Διάκενο» -από τα πιο δυνατά διηγήματα της συλλογής- αποτελεί μια ωδή στα χέρια (σαφής εδώ η επιρροή του Μιχάλη Γκανά). Μια δασκάλα πιάνου από τη Ρωσία πέφτει θύμα ληστείας από έναν αλλοδαπό: «Τα χέρια της έχουν τη δική τους ζωή -ίσως τη μόνη ζωή στα δυόμισι μέτρα κάτω από την άσφαλτο. Τα κανακεύει γιατί είναι οι κουβαλητές της, το εργαλείο της, η παρηγοριά της». (…) «Δεν ξέρει πια πώς να βολέψει αυτά τα προδομένα χέρια. Τ’ αφήνει να κρέμονται άχαρα, με τα κρεατένια ξέφτια τους σε κοινή θέα». (…) «Εκείνη φταίει κι όχι το σκούρο χέρι, αυτό το αρπακτικό και πεινασμένο χέρι που γεννήθηκε σε άλλες πατρίδες και τώρα στις νέες ξέχασε πώς ν’ αγαπά».

Στο «Project ψυχαμοιβός» πρωταγωνιστεί ένας 30χρονος άνεργος με διδακτορικές σπουδές στην Αγγλία, ο οποίος επαναπατρίζεται τα χρόνια της κρίσης, που ακυρώνει οντολογικά (όχι μόνο εργασιακά) τους ανθρώπους. Προσωρινό αποκούμπι του -ύστερα από παρότρυνση της μητέρας του- η συντροφιά που κρατά στους ηλικιωμένους τροφίμους ενός γηροκομείου. Η άφατη αποδοχή του κυρ Ηλία θα λειτουργήσει σωτήρια σε μια περίοδο που οι κρίσεις ταυτότητας για τον νεαρό άνδρα υπήρξαν ανελέητες. Όταν ο γέρος μια μέρα -έτσι ξαφνικά- έφυγε από τη ζωή, του αφήνει ενθύμιο το κομπολόι του: «Χάιδεψα αυτό το ιδιότυπο ρολόι και το έβαλα στην τσέπη μου και αργότερα, στο δωμάτιό μου, στο κουτί όπου κάποτε αναπαυόταν το καλό μου πουκάμισο – το ‘χα φορέσει σε όλες τις ορκωμοσίες μου».

Το «Ξεκαθάρισμα» -ίσως, κατά τη γνώμη μου, το εμβληματικότερο διήγημα της συλλογής- πρόκειται για το τέλος μιας σχέσης. Ένας άνεργος άντρας που το σώμα του γίνεται «ένα» με τον καναπέ, δεν έχει λόγο ύπαρξης στο σπίτι όπου έζησε δέκα χρόνια από τη ζωή του. Με τρόπο υπαινικτικό, με ελάχιστες λέξεις και ακόμα λιγότερα εκφραστικά μέσα, η Κασκάλη ανατέμνει το σώμα των ανθρώπινων σχέσεων την εποχή που οι ανθρώπινες αξίες γίνονται βορά στον Μολώχ της επιβίωσης με κάθε κόστος: «Ξαπλώθηκε στο κρεβάτι τους και τυλίχτηκε μέχρι τη μύτη με το πάπλωμα. Ακόμα και μέσα στο σκοτάδι μπορούσε να χαρτογραφήσει το λεκέ στο εσωτερικό του κεντρικού λαχουριού, μια κηλίδα εμετού από την πρώτη της φρουτόκρεμα, ή να ψηλαφήσει το ανάγλυφο των κάθε λογής αλοιφών της καθημερινής υγιεινής της που είχαν σχεδόν ασβεστοποιηθεί πάνω στο ντεσέν, το οποίο πήρε να ξεθωριάζει από την κακοπέραση».

Παρομοίως, στο «Αστραφτερό λευκό» μια γυναίκα αποφασίζει να εγκλειστεί μέχρι τέλους στη λιλιπούτεια τουαλέτα του σπιτιού της, σφηνωμένη στη λεκάνη, επιλέγοντας η ίδια τον τάφο της: «Σε μερικά χρόνια τα μαλλιά μου θα γίνουν ξύλο, το δέρμα μου γυαλί, τα μάτια θα χάσουν το γαλανό τους χρώμα και θα γίνουν ένα με το λευκό. Τότε να δω πώς θα με ξεχωρίσουν. Να ξεθεμελιώσουν όλο το σπίτι; Θα του πω: Είναι δικαίωμά μου, κύριοι, να θέλω να ζήσω και να τελειώσω τη ζωή μου στον τάφο που θα επιλέξω. Εϊναι συνταγματικό μου δικαίωμα».

Στην «Άμωμο θυσία» διαβάζουμε την κατάθεση ενός 40χρονου συζυγοκτόνου που καταδικάσηκε στο χειρότερο μαρτύριο, να ζήσει με μια «απείραχτη» γυναίκα. Η έλλειψη αγάπης, η αδυναμία ένωσης των σωμάτων γεννά μίσος και αποκτηνώνει: «Όλα είναι καθαρά τώρα, το κορμί μου, τα ρούχα μου. Μόνο τα ακροδάχτυλά μου παραμένουν μελανιασμένα -τ’ αποτυπώματά μου θα συνοδεύουν μαζί με τη φωτογραφία μου το «το ατομικό φύλλο εγκληματικότητας»-, αλλά ένα καλό πλύσιμο με οινόπνευμα θα τα κάνει πάλι ανθρώπινα».

Αξιανάγνωστο είναι και το διήγημα με τίτλο «Liridona ή Γαλήνη», η ιστορία μιας Αλβανίδας μετανάστριας στην Ελλάδα που γηροκομεί με περισσή υπομονή τον πεθερό της. Με τρόπο θεατρικό (όπως στα περισσότερα άλλωστε διηγήματα) παρακολουθούμε την πορεία δύο τραγικών υπάρξεων που βουλιάζουν στην ανέχεια και την αμοιβαία αντιπάθεια και την ίδια στιγμή ο ένας εξαρτάται από τον άλλο. Ένας γέρος με κατεστραμμένα νεφρά που πεισματικά αρνείται να πεθάνει, γαντζωμένος από τη νύφη του. Στο τέλος, η ηρωίδα αποφασίζει να κρατήσει αλώβητη την ταυτότητά της, αντιμετωπίζοντας με αξιοπρέπεια την υποταγή της: «Πέρασαν τα τελευταία διόδια και προχωρούν μέσα στο καυτό απόγευμα. Γαλήνη· γαλήνη για τους πονεμένους αυτού του κόσμου με εξακόσια ευρώ, ένα δωμάτιο, τρία γεύματα ημερησίως. Καλύτερα έτσι. Γαλήνη. Ποιο αφεντικό θέλει έναν άνθρωπο που ποθεί την ελευθερία;»

Τέλος, θα ήθελα να σταθώ στο διήγημα «Μια κάποια Γαλάτεια», το πιο αυτοαναφορικό της συλλογής, καθώς η πρωταγωνίστρια, η Άννα, είναι η persona της συγγραφέως. Μια 65χρονη γυναίκα που βρίσκει καταφύγιο και παραμυθία στη σύνθεση μικρών ιστοριών, την αξία των οποίων αγνοεί, μέχρι που η Ανθή, η 20χρονη φοιτήτρια νοικάρισσά της, τις διαβάζει τυχαία και επιμελείται την έκδοσή τους: «Τα μόνα τίμια ήταν τα κείμενά της, έτσι όπως μιλούσαν στον κάθε αναγνώστη τους, χωρίς περιττά στολίδια, χωρίς φανφάρες του δημιουργού τους σε περιοδικά του συρμού, χωρίς σαματά για τη λογοτεχνική ή μη αξία τους». Η Γαλάτεια (το προσωπείο της Άννας) γράφει για να ξορκίσει τον φόβο του θανάτου: «Η αγωνία της για τον θάνατο μεγάλωνε μαζί με τα χρόνια της. Κι αυτή την αγωνία προσπαθούσε να ξορκίσει με μια βαθιά ειρωνική γλώσσα».

Όσον αφορά τους εκφραστικούς τρόπους της Κασκάλη (και έχοντας διαβάσει τα «Κάτω» και «Στο τρένο») πιστεύω πως η συστηματική ενασχόλησή της με την ποίηση τής επιτρέπει να σκάψει βαθύτερα στα γλωσσικά κοιτάσματα και να ακονίσει την πένα της. Οι στίχοι του Άρη Αλεξάνδρου (Όπως αργεί τ’ ατσάλι να γίνει κοφτερό και χρήσιμο μαχαίρι / έτσι αργούν κ’ οι λέξεις ν’ ακονιστούν σε λόγο. …) βρίσκουν απόλυτη εφαρμογή στην περίπτωση της Κασκάλη: «Τον είδε -πλάτη παρένθεση μιας παλιάς σκολίωσης- να κάθεται στον καναπέ. Να σηκωθεί; Να μείνει; Φαινόταν να παρακολουθεί μια εκπομπή για τα αποδημητικά πτηνά, χωρίς ήχο. Σπίτι που στάζει σιωπή».

Κλείνοντας, θα πρόσθετα επιγραμματικά πως τα διηγήματα της Κασκάλη (αντιγράφοντας από τη σελ. 61 του ίδιου του βιβλίου τα σχόλια ενός καθηγητή για τις ιστορίες της Γαλάτειας) είναι διηγήματα ωριμότητας από ένα αστραφτερό πνεύμα που τολμά χωρίς γλωσσικούς, υφολογικούς και πραγματολογικούς συμβιβασμούς.

Συνέντευξη

Κυρία Κασκάλη, συστήστε μας με λίγα λόγια το νέο σας βιβλίο.

«Το μαύρο κουτί της μνήμης τους» είναι η δεύτερη συλλογή διηγημάτων μου, η οποία εκδίδεται πέντε χρόνια μετά την πρώτη, με τίτλο «Στο τρένο» (εκδόσεις Γαβριηλίδης). Η συνεργασία με τον εκδότη μου, Αλέξανδρο Μανωλάκη υπήρξε υποδειγματική και είναι χαρά και τιμή για μένα που επέλεξαν να εκδώσουν το βιβλίο μου σε τόσο δύσκολους καιρούς. Πρόκειται για δεκαέξι διηγήματα που γράφτηκαν τα τελευταία πέντε χρόνια και βγήκαν στο φως μετά από ένα επίπονο αλλά και γόνιμο διάστημα διαρκών διορθώσεων και αναθεωρήσεων. Λειτουργώ ως δημιουργός, αλλά και ως επιμελήτρια στα κείμενά μου και αυτό συχνά με εξαντλεί, με αποτέλεσμα η έκδοση να είναι μια πράξη και έκθεσης αλλά και λύτρωσης.

Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σας Έλληνες και ξένοι συγγραφείς και πώς επηρέασαν το έργο σας;

Αντλώ από την ελληνική παράδοση, με την οποία ήρθα σε πιο στενή επαφή και επιστημονικά λόγω των σπουδών μου, αλλά από παιδί διάβαζα και ρώσους, αμερικανούς, γάλλους συγγραφείς, όποιο βιβλίο μπορούσα να αγοράσω με το πενιχρό μου χαρτζιλίκι ή οτιδήποτε μου τραβούσε την προσοχή στις δημοτικές βιβλιοθήκες που σύχναζα. Γεώργιος Βιζυηνός, Κωνσταντίνος Θεοτόκης, Μιχαήλ Μητσάκης, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Δημοσθένης Βουτυράς, Γιώργος Ιωάννου, Μάριος Χάκκας, Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος, αλλά και Τσέχωφ, Κάρβερ, Τσίβερ με γοήτευσαν από τους διηγηματογράφους και με κάποιον μυστικό τρόπο μου δώσανε τα εργαλεία για τη μελλοντική μου ενασχόληση με το είδος. Αλλά τελικά είμαστε, όλοι όσοι γράφουμε, ένα αμάλγαμα όλων των διαβασμάτων μας, των ταινιών που έχουμε δει, των έργων τέχνης που μας καθήλωσαν. Η τέχνη σε κάθε της μορφή έχει συνέχεια.

Ποίηση ή πεζογραφία; (ποια τελικά θα σας κερδίσει;)

Το 2014 κυκλοφόρησε από τις ωραίες εκδόσεις Σαιξπηρικόν της Θεσσαλονίκης η πρώτη μου ποιητική συλλογή με τίτλο «Ανταλλακτήριο ηδονών». Ήταν ένα μεγάλο στοίχημα για μένα η υποδοχή της από τους αναγνώστες. Έκτοτε συνεχίζω να γράφω ποίηση, έχω σχεδόν έτοιμη μία δεύτερη ποιητική συλλογή που μάλλον θα αργήσει να βγει στο φως γιατί θα κριθεί από την επιβίωσή της μέσα στο μνημονικό συρτάρι. Αν και πρόκειται για έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο οργάνωσης του λόγου, η ακραία συμπύκνωση της ποίησης, η οικονομία της, η αξία της κάθε λέξης μού δίδαξαν πολλά και για τη συγγραφή των διηγημάτων μου και σε κάποιο βαθμό άλλαξαν και τους εκφραστικούς μου τρόπους. Εξάλλου για μένα το διήγημα είναι η ποίηση του πεζού.

Τον τίτλο τον διαλέξατε η ίδια ή ο εκδότης σας;

Ο αρχικός τίτλος της συλλογής μου ήταν «Παροπλισμένοι». Ωστόσο, μετά από συζητήσεις με τον εκδότη μου καταλήξαμε ότι ένας τέτοιος, αρκετά περιοριστικός τίτλος έδινε συγκεκριμένη ερμηνεία και αδικούσε την ευρύτερη θεματική των διηγημάτων μου. Έτσι λοιπόν, έπεσαν στο τραπέζι διάφορες ιδέες. Μεταξύ αυτών και ο συγκεκριμένος τίτλος που προήλθε από αποδελτίωση κάποιων στίχων και εκφράσεων από το «Ανταλλακτήριο ηδονών», την οποία έκανε με ιδιαίτερη προσοχή, αγάπη και επιμέλεια ο Αλέξανδρος Μανωλάκης. Ο τίτλος, με άλλα λόγια, δεν είναι παρά ένα αντιδάνειο από το δικό μου έργο και μια απόδειξη ακόμη ότι η ποίηση αιμοδοτεί το πεζό.

Ποια είναι τα συστατικά για ένα επιτυχημένο λογοτεχνικά βιβλίο; Η διαφήμιση και η προβολή παίζουν ρόλο;

Για μένα το επιτυχημένο βιβλίο είναι εκείνο που θα συναντήσει τους αναγνώστες. Σίγουρα οι κριτικές, η έμμεση διαφήμιση από ομότεχνους, αλλά και η άμεση προβολή του σε τύπο και διαδικτυακούς τόπους είναι η οδός για να γίνει γνωστό ένα έργο. Στην Ελλάδα των λίγων, αναλογικά με άλλες χώρες, αναγνωστών η προώθηση κάθε καλού βιβλίου ανοίγει τον δρόμο και σε άλλους συγγραφείς. Δείτε τι γίνεται τα τελευταία χρόνια με την άνθιση του διηγήματος, ειδικά μετά το «Κάτι θα γίνει να δεις» του Χρήστου Οικονόμου. Σε μια πενταετία εμφανίστηκαν νέοι δημιουργοί που διακονούν με αξιώσεις το είδος, και επιτυγχάνουν αναγνώριση από τους κριτικούς και το κοινό.

Διαβάζετε τις κριτικές για τα βιβλία σας; Σας επηρεάζουν στο επόμενο βιβλίο;

Διαβάζω τις κριτικές. Πολλές φορές με βοηθούν να κατανοήσω τον τρόπο που οι άλλοι, πιο έμπειροι και με θεωρητικά εργαλεία, διαβάζουν και κατανοούν τα βιβλία μου. Τις επεξεργάζομαι και ίσως με κάποιον τρόπο και όταν προέρχονται από ανθρώπους που η γνώμη τους βαραίνει μέσα μου, νομίζω ότι με βοηθούν να θεραπεύσω κάποια λάθη, εμμονές ή αδυναμίες.

Ζητάτε τη γνώμη ανθρώπων που εμπιστεύεστε για τα κείμενά σας, πριν εκδοθούν;

Έχω κάποιους ομότεχνους, ποιητές και πεζογράφους, με τους οποίους υπάρχει μια σχέση αγάπης ή μια πνευματική συγγένεια. Βασίζομαι στο βλέμμα τους, η κριτική τους με προφυλάσσει κάποιες φορές, ενώ ο καλός λόγος είναι ένα νεύμα για να συνεχίσω την προσπάθεια, ειδικά όταν με πιάνει ο αρνητισμός μου για καθετί που γράφω.

Ποια είναι, για σας, τα συστατικά ενός καλού διηγήματος;

Εκτός από τις τεχνικές αφήγησης που μετατρέπουν μια απλή ιστορία σε διήγημα, τις οποίες μπορεί να βρει κάποιος σε ορισμένα εγχειρίδια ή να διδαχθεί σε κάποιο σεμινάριο ή μελετώντας τους μεγάλους διηγηματογράφους που είναι και οι πρώτοι μας και ίσως οι μόνοι μας δάσκαλοι, νομίζω ότι το προσωπικό ύφος, ο χειρισμός του λόγου έχουν σημασία λόγω της συντομίας της έκτασής τους. Στο διήγημα καμία λέξη δεν περισσεύει. Τα πρόσωπα αγωνίζονται για να υπάρξουν στην αναγνωστική μνήμη, μέσα από καλοδουλεμένες λεπτομέρειες, από την ακραία αφαίρεση, από την απουσία. Ένα μαστορικό διήγημα μπορεί να είναι πιο καίριο από ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα.

Αν θέλατε να ξεχωρίσετε έναν ήρωα από το βιβλίο σας, ποιος/ποια θα ήταν αυτός/ή;

Όπως η μάνα δεν μπορεί να ξεχωρίσει τα παιδιά της, έτσι κι εγώ αδυνατώ να ξεχωρίσω κάποιον από τους δεκαέξι και πλέον ήρωές μου. Τους αγαπώ το ίδιο, αναμετρήθηκα με καθέναν απ’ αυτούς, αγωνίστηκα να τους δώσω ένα πρόσωπο, να τους εντάξω σε ένα αφηγηματικό πλαίσιο. Τώρα τους αποχωρίζομαι με την ίδια συντριβή, αλλά και αποδοχή όλους, καθώς θα γίνουν πια κτήματα του κάθε επόμενου αναγνώστη τους.

Ποιος λογοτεχνικός ήρωας σάς έχει σημαδέψει;

Η Αριάγνη από το ομώνυμο μυθιστόρημα του Τσίρκα. Η Μαντάμ Μποβαρί. Αλλά και η Ιφιγένεια, η Ελένη, η Μήδεια. Τυχαίο που είναι όλες γυναίκες;

Η συγκυρία που ζούμε τα τελευταία χρόνια κατά πόσο έχει επηρεάσει τον συγγραφικό σας ορίζοντα;

Οι συγγραφείς δεν ζουν, οι περισσότεροι τουλάχιστον, στο εργαστήρι τους, αποκομμένοι από την κοινωνία. Γράφω, αλλά και παράλληλα εργάζομαι σε μία απαιτητική πρωινή δουλειά, μεγαλώνω τα παιδιά μου, υπάρχω σε μια ιστορική συγκυρία που διαμορφώνει τον τρόπο που προσεγγίζω τα θέματά μου. Βέβαια είναι μεγάλος ο κίνδυνος σε μια τέτοια κρίσιμη καμπή να μιλήσει κανείς για την κρίση (ήδη αρχίζει και επιβάλλεται ένας αρκετά πρώιμος – και ίσως αυθαίρετος – όρος «Λογοτεχνία της κρίσης») με όρους δημοσιογραφικούς, κοινωνιολογικούς, παρασυρμένος από το θυμικό, τις δυσκολίες του, αλλά και την επιθυμία της εκδοτικής πιάτσας να πιάσει το αναγνωστικό αίτημα της εποχής. Προσπαθώ να τα φιλτράρω όλα αυτά στον λόγο μου, δεν τα καταφέρνω πάντα, αλλά θεωρώ ότι σε ένα μεγάλο βαθμό περνούμε ως χώρα και ως κοινωνία μια κρίση υπαρξιακή και ως τέτοια τη βιώνουν και οι δημιουργοί, ο καθένας όπως μπορεί. Θα δυσκολέψουν τα πράγματα περισσότερο. Οι αναγνώστες δεν θα μπορούν να αγοράσουν βιβλία, ίσως θα πρέπει να στραφούμε εκ νέου στις δανειστικές βιβλιοθήκες, οι εκδότες πιθανόν θα εκδίδουν λιγότερα βιβλία και με κριτήρια, ίσως, καθαρά εμπορικά. Αλλά σίγουρα είναι μια εποχή που γεννά, που κινητοποιεί πνευματικά και νομίζω ότι θα μας δώσει σπουδαία έργα.

ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΠΕΡΑΝΤΩΝΑΚΗΣ

http://www.bookpress.gr, 22.9.2015

Βαθιά, ρευστά κι αμίλητα

Μπορεί ο κριτικός λόγος να αποδώσει το συναίσθημα που εκπέμπει η λογοτεχνία, χρησιμοποιώντας θεωρητικά μοντέλα ή γλωσσικά κάτοπτρα; Συνηθίσαμε να αποδίδουμε την αξία ενός βιβλίου με έλλογες σκέψεις και με λογοκρατούμενους συλλογισμούς, χωρίς να καλλιεργούμε τις δυνατότητες που θα έπρεπε να έχουμε ώστε να εξηγήσουμε τι είναι αυτό που σε ένα μυθιστόρημα ή σε μια συλλογή διηγημάτων κερδίζει συναισθηματικά τον αναγνώστη (δες τα πειστικά επιχειρήματα της Martha Nussbaum στο Έρωτος γνώση). Κι αυτό συμβαίνει γιατί από τον φόβο μας να μην ξεπέσουμε σε μια μελοδραματική καταγραφή, σε μια συγκινησιακή ταύτιση με τους ήρωες, σε μια εμπειρική συμμετοχή, αλλά και από τη λογοκρατία της εποχής μας, αποφύγαμε την ουσία της λογοτεχνίας που είναι -μεταξύ άλλων- η ψυχική επαφή, η ατμόσφαιρα, το κλίμα, το φορτίο με το οποίο φορτίζει τον αποδέκτη της.
Η Δώρα Κασκάλη το πετυχαίνει αυτό με δύο αλληλοσυνδεόμενους τρόπους. Από τη μία, η ποιητικότητα της γραφής μεταφέρει το βλέμμα από το έξω στο μέσα, από τη δράση στη δραματικότητα, αγγίζει τα πράγματα, τις κινήσεις, τα πρόσωπα και τα ξαναντύνει με το αισθαντικότερο ρούχο τους. Η συγγραφέας αγκαλιάζει τη γλώσσα με ερωτική διάθεση κι έτσι αποδίδει ό,τι ίσως δεν μπορεί να ειπωθεί με μια άλλη τετριμμένη γλώσσα. Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι γλωσσικά αιθεροβάμων, αφού έντεχνα προσκολλά στο κύριο σώμα της αφήγησης νατουραλιστικές περιγραφές, ωμές λέξεις και σαραβαλιασμένα σχήματα, που προσγειώνουν ό,τι φάνηκε να αιωρείται. Οι ιστορίες της δεν στερούνται την αφηγηματικότητά τους, αλλά την ενισχύουν με το κατάλληλο ύφος.

Κι αυτό το ύφος έρχεται να συνοδεύσει –να αναδείξει και να εξηγήσει– τα απωθημένα των γυναικών ή των ανδρών που πρωταγωνιστούν στα διηγήματα της λογοτέχνιδας. Καθένας από αυτούς κουβαλάνε ένα τεράστιο κενό, μια στέρηση που αφορά κυρίως τον ερωτικό τομέα, κενό το οποίο κρυφοκοιτάζουν να το καλύψουν με λαθραίες κινήσεις και μισοκρυμμένες ματιές (δείτε ενδεικτικά «Το σώμα θυμάται»). Καταλαβαίνουν όμως σχεδόν εξαρχής ότι είναι μάταιο, αφού η ζωή δεν επιτρέπει τις μεγάλες επαναστάσεις και τα ριψοκίνδυνα ταξίδια, κι έτσι μένουν συγκρατημένοι με το χέρι στο χειρόφρενο. Ακόμα κι όποιοι πραγματοποίησαν τα άδηλα όνειρά τους, ανακάλυψαν ότι ο κόσμος δεν τους χωράει, όπως συνέβη με τη γηραιά κυρία που εκούσα άκουσα εξέδωσε τις ιστορίες των τετραδίων της, αλλά μετά έχασε κάθε διάθεση για συγγραφή («Μια κάποια Γαλάτεια»).

Πολλά από τα διηγήματα της πεζογράφου δείχνουν ακριβώς αυτή την αδυναμία ή την υποκρισία του ατόμου να συμφιλιώσει την εσωτερική με την εξωτερική πραγματικότητα. Τα απωθημένα που σκιαγραφούνται είναι το ασύμπτωτο πεδίο ανάμεσα στα θέλω και στα πρέπει, στα μπορώ και στα δεν μπορώ. Κάθε μονόλογος ξεδιπλώνει αυτή την εσωτερική τραγωδία, που διχάζει τους δύο εαυτούς, από τους οποίους ο ένας καταπιέζει τον άλλο κι ο δεύτερος επιχειρεί να πάρει εκδίκηση. Ψυχαναλυτικά έχουμε το Εκείνο που κάνει υπομονή κάτω από την κυριαρχία του κοινωνικού Εγώ, ένα Εκείνο που τελικά δεν αντέχει και ξεσπά ποικιλοτρόπως, καταστροφικά ή αυτοκαταστροφικά, τις περισσότερες φορές μάταια και αναποτελεσματικά.

Άλλη μια συλλογή διηγημάτων που αποδεικνύει ότι οι ελληνικές πένες ξέρουν να χειρίζονται τη μικρή φόρμα. Κι η Δώρα Κασκάλη δείχνει πόσο της ταιριάζει η συμπύκνωση που δεν ζητάει την έκταση, αλλά διατηρεί το συναισθηματικό της φορτίο όσο συμπιέζεται σαν ελατήριο στο μικρό κουτάκι της.

ΚΩΣΤΑΣ ΣΤΟΦΟΡΟΣ

Ηλεκτρικές αναγνώσεις, «Δρόμος της Αριστεράς», 26.9.2015

Η μνήμη ξεκινά από το σώμα. Κι έτσι ξεκινά και το βιβλίο με το διήγημα Το σώμα θυμάται. Μια ρημαγμένη καθαρίστρια κι ένας καθηγητής, σε ένα ξενοδοχείο «πρόχειρων ερώτων» θα ζήσουν μια εμπειρία που θα αλλάξει τον τρόπο που βλέπουν τον εαυτό τους. Ακόμη κι αν δεν αλλάξει τη ζωή τους.
Στις Κόκκινες Γόβες ο έρωτας οδηγεί στην παρένδυση. Κι όταν έρχεται η «νίκη», η «κατάκτηση», ο «γάμος» τίποτα δεν έχει τη γεύση που ονειρευόταν ο ήρωας της ιστορίας…
Στο Εφάπτω η ζωή του ήρωα καταστρέφεται από το πάθος του να αγγίζει άγνωστες.
Ένα πουκάμισο θα γίνει ερωτικό αντικείμενο, για να ξεφτίσει πολύ γρήγορα. Μια ηλικιωμένη γυναίκα θα γίνει διάσημη συγγραφέας πίσω από ένα ψευδώνυμο. Η διασημότητα θα τελειώσει και τη συγγραφή.
Οι ήρωες μοναχικοί, έρμαια συχνά των καταστάσεων, μέσα στα αδιέξοδα μιας ρημαγμένης χώρας. Η συγγραφέας κρατάει απόσταση αλλά διατηρεί την τρυφερότητα και την ανοχή της απέναντι στα όσα οδηγούν τα βάσανα των ανθρώπων. Αυτών που περνάνε καθημερινά δίπλα μας και τους προσπερνάμε αδιάφορα…

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΠΑΚΟΝΙΚΑ

Fractal, Δεκέμβριος 2015

Η οικονομική δυσπραγία και ο Έρωτας

Οι σχέσεις των δύο φύλων, η οικονομική κρίση, οι μετανάστες, ο έρωτας, η σεξουαλικότητα, η λαγνεία, τα προβλήματα του γάμου και γενικά της ενδοοικογενειακής επικοινωνίας, είναι οι κύριοι θεματικοί άξονες στην καινούργια συλλογή διηγημάτων της Δώρας Κασκάλη. Παρουσιάζει μια διεισδυτική, ρεαλιστική ακτινογραφία της δύσκολης πραγματικότητας της εποχής μας, εστιάζοντας λιγότερο σε αστούς και πολύ περισσότερο σε λαϊκά, μικροαστικά ή και περιθωριακά στρώματα της κοινωνίας.

Η οικονομική κρίση κτυπάει ακόμη πιο σκληρά τις γυναίκες των μικροαστών- που εντέλει καταλήγουν να ανήκουν σε φτωχές, ξεπεσμένες πλέον τάξεις. Αναγκαστικά, είτε επειδή οι άνδρες τους είναι ανάξιοι είτε επειδή μένουν άνεργοι, δεν έχουν άλλη διέξοδο παρά να δουλεύουν για ένα πενιχρό μεροκάματο ως καθαρίστριες σε σκάλες, σπίτια, παρακμιακά ξενοδοχεία που λειτουργούν κι ως παράνομα πορνεία. Παράλληλα επωμίζονται τη δουλειά και τα καθήκοντα για το σπίτι και τα παιδιά τους, έχοντας να αντιμετωπίσουν την αδιαφορία ή και βαναυσότητα του άνδρα-αφέντη. Ουσιαστικά είναι στερημένες από στοργή, τρυφερότητα, ερωτική ζωή, και είναι απορίας άξιο πώς κατορθώνουν να αντέχουν σε ένα τέτοιο σφυροκόπημα αντίξοων συνθηκών. Όμως δεν λείπουν και οι ακραίες καταστάσεις, όπως στο συγκλονιστικό διήγημα «Αστραφτερό λευκό», όπου η πρωταγωνίστρια απαυδισμένη από τις αναίσχυντες απιστίες του άνδρα της να φέρνει και να συνευρίσκεται με τις φιλενάδες του μέσα στο ίδιο τους το σπίτι, διαλέγει να αποσυρθεί και να πεθάνει γριά, ολομόναχη, ανήμπορη, σχεδόν αποτρελαμένη σε ένα απόμερο καμπινέ. Εξίσου μοναδικό σε σύλληψη, περιεχόμενο, ένταση κι ομορφιά είναι το πρώτο διήγημα του βιβλίου με τον τίτλο «Το σώμα θυμάται». Εδώ η Κασκάλη μας δίνει ένα μοναδικό διαμάντι γραφής, που άμεσα μας κυριεύει με τη μαγεία του. Η πρωταγωνίστρια, από έφηβη στο μεροκάματο, και τώρα ώριμη στην ηλικία κι ούτε ιδιαίτερα όμορφη, παντρεμένη με έναν άνδρα τύραννο, βιώνει για πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή της τον γνήσιο, ηδυπαθή και πλούσιο σε συναισθήματα έρωτα με έναν καθηγητή, που νοικιάζει με το μήνα δωμάτιο στο ξενοδοχείο, όπου εκείνη εργάζεται ως καθαρίστρια.
Στερημένες από έρωτα είναι οι περισσότερες πρωταγωνίστριες των διηγημάτων, είτε είναι παντρεμένες είτε ανύπαντρες. Εκείνο που μας εντυπωσιάζει στο βιβλίο είναι η απροκάλυπτη τολμηρότητα της Κασκάλη να αποκαλύψει τις σωματικές, σεξουαλικές ανάγκες των στερημένων αυτών γυναικών, που νιώθοντας ότι εφόσον συναισθηματικά στον έρωτα δεν βρίσκουν ανταπόκριση, ρίχνονται χωρίς αναστολές σε μια περιπέτεια τουλάχιστον για να ικανοποιήσουν τις επιτακτικές ανάγκες των λάγνων ορμών τους. Όμως δεν είναι μόνο η στέρηση, το ερωτικό ένστικτο υφίσταται επιπλέον και καταπίεση. Ο άνδρας ως τύραννος απαγορεύει στη γυναίκα του θα ξεδίνει διαβάζοντας βιβλία ροζ ερωτικών ιστοριών- τα λεγόμενα άρλεκιν-καίγοντας κι εξαφανίζοντας κάθε ίχνος τους για να μην «παίρνει αέρα το μυαλό της» με τέτοιες «φυλλάδες». Επίσης ο υποκριτικός και σεμνότυφος κοινωνικός περίγυρος εξίσου καταπιέζει και ασκεί φρένο στην απελευθερωμένη έκφραση του ερωτισμού. Η γυναίκα- συγγραφέας στο διήγημα «Μια κάποια Γαλάτεια» κυκλοφορεί με ψευδώνυμο τα ερωτικά διηγήματά της, από φόβο και πανικό μήπως τυχόν αποκαλυφθεί κι επομένως γίνει απόβλητη από τον κοινωνικό κύκλο της. Κακότυχες, βασανισμένες είναι κι όσες γυναίκες επωμίζονται την περίθαλψη γερόντων ανίατα άρρωστων, που όχι μόνο είναι αχάριστοι, αλλά σαδιστικά σχεδόν τις ταλαιπωρούν με κάθε τρόπο και επιπλέον οδηγούν στην οικονομική εξαθλίωση της οικογένειας με τα έξοδα για την αρρώστια τους. Τέτοιες καταστάσεις είναι ιδιαίτερα επώδυνες σε οικογένειες μεταναστών, καθώς η μιζέρια κι αποξένωση μέσα στην οικογένεια συμβαδίζει και με την απομόνωσή τους σε μια επιφυλακτική και κλειστή γι αυτούς κοινωνία.

Η Κασκάλη δεν τρέφει ψευδαισθήσεις ότι οι πατριαρχικές δομές επιμένουν, ισχύουν, διαμορφώνουν, κι αυτό είναι το στενό πλαίσιο μέσα στο οποίο τα γυναικεία πρόσωπα του βιβλίου επιλέγουν τη στάση και τις πράξεις τους, ώστε να σώζουν όσο μπορούν τη θέλησή τους για ελευθερία και ουσιαστική ζωή. Παρατηρούμε ότι αυτό εκδηλώνεται ακόμη και στις πιο παραμελημένες γυναίκες με την πιο άθλια μοίρα που τους επιφυλάσσει το περιβάλλον τους. Βέβαια, σε κάποια από τα διηγήματα η γυναίκα προβάλλει πολύ πιο δυναμική από τον άνδρα και είναι αυτή που λύνει και δένει, παίρνοντας τις τελικές αποφάσεις, όπως η διάλυση του γάμου στο διήγημα «Το ξεκαθάρισμα».

Ασφαλώς στο βιβλίο πρωταγωνιστούν και ανδρικά πρόσωπα είτε σε σχέση με εξωσυζυγικές, εφήμερες ερωτικές συνευρέσεις είτε με το ακριβώς αντίθετο, όπως η ολοκληρωτική αφοσίωση και λατρεία τους για γυναίκες που παράφορα ερωτεύτηκαν. Σε αυτή τη δεύτερη περίπτωση το θύμα είναι ο άνδρας, που φθάνει στον εξευτελισμό, τη διαστροφή ή και το φόνο, καθώς δεν βρίσκει ανταπόκριση από την πανέμορφη, μοιραία γυναίκα.

Στα διηγήματα πλανάται η καταπιεστική, γκρίζα ατμόσφαιρα της οικονομικής δυσπραγίας της εποχής μας, όπου η ανθρωποφαγία, το άδικο και η εκμετάλλευση κινούν τα νήματα ποτίζοντας με κούραση σωματική και ψυχική τους διάφορους χαρακτήρες. Απάγκιο και ανάσα χαράς μπορούν να βρουν στη στοργή και στον έρωτα, έστω και τον πιο εφήμερο. Το βιβλίο αξίζει για τη σπουδαία, παραστατική προσέγγιση κι ανάδειξη της πάλης των πρωταγωνιστών ενάντια σε ό,τι τους στερεί μια χαραμάδα φωτός για τρυφερότητα, φιλία, μεγάλους έρωτες, αφροδισιακή έκσταση.

Δεν είναι εύκολο να δοθεί εύστοχα και με ενάργεια η πάλλουσα πραγματικότητα, γι’ αυτό πολλοί λογοτέχνες την αποφεύγουν. Η Κασκάλη τόλμησε και πέτυχε. Η γραφή της, λιτή και καλοδουλεμένη, άριστα εναρμονίζεται με τον αδέκαστο ρεαλισμό της αιχμηρής ματιά της, που χαρίζει μέθη και συγκίνηση.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ

Fractal, Δεκέμβριος 2015

Οι πιο απόκρυφες γωνίες της μνήμης

Όπως δηλώνεται στον εύγλωττο τίτλο, το υλικό με το οποίο συντίθενται τα δεκαέξι διηγήματα της Δώρας Κάσκαλη είναι η μνήμη. Και μάλιστα, κατ’ αντιστοιχία με το μαύρο κουτί των αεροσκαφών, οι πιο απόκρυφες γωνίες της μνήμης, στοιχεία που τα κρύβει καθένας όσο καλύτερα μπορεί, που ίσως δεν τα αποκαλύπτει παρά μόνον όταν η καταστροφή έχει επέλθει.

Όπως η περίφημη «μαντλέν» στην Αναζήτηση του Χαμένου χρόνου, έτσι και στα διηγήματα της συγγραφέως, καθημερινές, απλές σκηνές, είναι η αφορμή για να ανασύρουν οι ήρωες τις θαμμένες στιγμές και τις θαμμένες ζωές τους. Αν και σε κάθε ιστορία η αφήγηση ξεκινάει ρεαλιστικά και, στην πραγματικότητα, όλα όσα συμβαίνουν δεν εκφεύγουν από την δομή της καθημερινότητας, η Δώρα Κάσκαλη, με ένα ιδιαίτερο ύφος, όπου εικόνες από το παρόν και το παρελθόν εμπλέκονται αξεδιάλυτα και το χτες συναντάει το σήμερα σε ένα ενιαίο σύνολο που το ονομάζουμε ζωή, δίνει μια υπερβατική διάσταση στον ρεαλισμό της γραφής της και αποκαλύπτει τις πολλές πλευρές της πραγματικότητας. Τα μύχια όνειρα των ηρώων της, πράξεις οι οποίες έχουν μείνει μέσα τους, βαριά μυστικά, ξεδιπλώνονται με έναν τρόπο που μας κάνει να αναρωτιόμαστε εάν πραγματικά τα έζησαν ή τα έχουν φανταστεί, εάν η μνήμη τα έχει σωστά καταγράψει ή είναι ψευδαισθήσεις που, όπως στο «Θυμήσου, σώμα…» του Καβάφη, έχουν ανακατευτεί, όπως τα πραγματικά γεγονότα, «μέσα στο παρελθόν».

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΕΡΑΝΤΩΝΑΚΗΣ

bookpress.gr, 17.1.2016

Το εκκρεμές του διηγήματος κάνει μεγάλες ταλαντώσεις

Το ίδιο στηριγμένη στο συναίσθημα, έστω και αν η ιστορία δεν εκλείπει, είναι η Δώρα Κασκάλη στο Μαύρο κουτί της μνήμης τους (εκδ. Οκτώ). Η ποιητικότητα της γραφής μεταφέρει το βλέμμα απ’ έξω προς τα μέσα, από τη δράση στη δραματικότητα, αγγίζει τα απωθημένα των γυναικών ή των ανδρών και τα ξαναντύνει με το αισθαντικότερο ρούχο τους. Πολλά από τα διηγήματα δείχνουν την αδυναμία ή την υποκρισία του ατόμου να συμφιλιώσει την εσωτερική με την εξωτερική πραγματικότητα. Τα απωθημένα που σκιαγραφούνται είναι το ασύμπτωτο πεδίο ανάμεσα στα θέλω και στα πρέπει, στα μπορώ και στα δεν μπορώ. Κάθε μονόλογος ξεδιπλώνει αυτή την εσωτερική τραγωδία, που διχάζει τους δύο εαυτούς, από τους οποίους ο ένας καταπιέζει τον άλλο κι ο δεύτερος επιχειρεί να πάρει εκδίκηση.

Στο τρένο

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΡΑΠΤΟΠΟΥΛΟΣ

«Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία»/ Ένθετο «ΕΠΤΑ», 13.3.2011

Τα καλά της κρίσης,

ΑΝΑΡΩΤΙΕΜΑΙ τι πρόκειται ν’ αλλάξει, και μάλιστα προς το καλύτερο, όσο η οικονομική κρίση θα βαθαίνει. Θα συνειδητοποιήσουμε, άραγε, ότι όλα εδώ πληρώνονται; Και ότι τίποτα στο βάθος δεν σου χαρίζεται;

Είτε μιλάμε για την παραπλανητική βιτρίνα -γνωστή και ως εικονική πραγματικότητα- της ραδιοτηλεόρασης και των φρι πρες, είτε για τα δώρα-άδωρα του συμβατικού τύπου: σιντί, ντιβιντί, βιβλία, ιλουστρασιόν περιοδικά. Αρκεί το πάτημα ενός κουμπιού, αρκεί ν’ απλώσεις το χέρι σου, και σου δίνονται κυριολεκτικά στο πιάτο. Με αντάλλαγμα την ψυχή σου. Ωσπου να έρθει, καλή ώρα, ο λογαριασμός, με τη μορφή της κρίσης. Κι αφού λεφτά δεν θα έχουν πια, ούτε οι επιχειρηματίες για να διαφημίσουν τα προϊόντα τους ούτε ο καταναλωτής για να τ’ αγοράσει, ίσως έρθουν τα πάνω κάτω. Γιατί και το φτηνό θέαμα και η εξωραϊστική αρθρογραφία και οι προσφορές-δώρα σού παρέχονται υπό τον όρο ότι θα δεις και τις διαφημίσεις που τα συνοδεύουν. Η διαφήμιση είναι η αιτία ύπαρξης και ο απώτερός τους στόχος, χωρίς αυτήν δεν θα έπαιρνες το παραμικρό, έστω και δήθεν δωρεάν.

Παράλληλα, η κρίση αυξάνει τη δυσπιστία μας απέναντι στην οικονομική, πολιτισμική και ιδεολογική παγκοσμιοποίηση. Υποψιαζόμαστε ότι η διεθνής χρηματοπιστωτική κρίση είναι η ίδια η παγκοσμιοποίηση, αυτοπροσώπως. Στο χαμένο κέντρο της βρίσκονται εγκατεστημένες οι διαβόητες «αγορές», που μας φαίνονται βουτηγμένες στην απροσδιοριστία, και σαν να είναι αόρατες, ένας εχθρός-φάντασμα. Η κρίση κάνει δραματική και επείγουσα την ανάγκη να στρέψεις και πάλι το βλέμμα στο τοπικό, στο εθνικό, στο πατριωτικό, πράγματα μέχρι πρότινος ξεπερασμένα και αναχρονιστικά, που λίγο μόνο θέλουν για να επανέλθουν στη μόδα. Οι «παγκοσμιοποιημένοι» ανάμεσά μας, που έκαναν θραύση τα τελευταία χρόνια, μάλλον θ’ ανακρούσουν πρύμναν. Τα μυθιστορήματα που εκτυλίσσονται στο εξωτερικό, οι ταινίες που τοποθετούνται σ’ έναν ασαφή χωροχρόνο και τα τραγούδια με αγγλικό στίχο, θα λιγοστέψουν. Αργά ή γρήγορα θα ξαναμάθουμε, πάνω στο πετσί μας, ότι ο δρόμος για το παγκόσμιο ξεκινάει αναπόφευκτα από το τοπικό.

Τέλος, φαντάζομαι ότι κάποια στιγμή θα υπάρξει ένα γενικευμένο αίτημα για επιστροφή στην ποιότητα. Οχι, όμως, την ποιότητα των υποκριτών, την (κ)ακαδημαϊκή και στραγγισμένη από χυμούς ζωής, που διαθέτουμε σε αφθονία στην Ελλάδα. Μιλάμε για μια ποιότητα νέα, που αποτελεί ζητούμενο και μένει να εφευρεθεί. Για μια ποιότητα που θ’ αντιστοιχεί και θα εμπνέεται από τις καινούργιες κοινωνικές συνθήκες, όπου το καταναλωτικό όργιο και η ανούσια αφθονία θα είναι παρελθόν. Σημασία έχει ότι θα πάψουν πια να κυριαρχούν η ψυχαγωγική σαχλαμάρα, η νευρωτική διακωμώδηση των πάντων και η υποχρεωτική επίδειξη κυνισμού και κενότητας. Να τι βρίσκεται στον αντίποδα της ποιότητας, όπως την εννοοώ. Και ασφαλώς, δεν αμφιβάλλω ότι μαζί με την επιστροφή στην ποιότητα, θα έρθει και το παραπέρα ξήλωμα του υφάσματος, η συνέχιση της κατρακύλας προς τον πάτο. Το καλό και το κακό είναι δίδυμα, καλώς ή κακώς.

Το πρόβλημα με κάτι τέτοιες προφητείες είναι ότι αποτελούν ταυτόχρονα και τους ευσεβείς μου πόθους. Είτε διαψευστούν, όμως, είτε επαληθευτούν στο μέλλον, μπορεί κανείς, με όλη του την άνεση, να τα εφαρμόζει ήδη στη ζωή του, εναρμονίζοντάς την με το πνεύμα τους. Στο κάτω κάτω, όπως λένε οι Κινέζοι, ακόμα κι ένα ταξίδι χιλιομέτρων αρχίζει μ’ ένα βήμα. Μια ευρύτερη αλλαγή συνείδησης ίσως ξεκινάει με μια επιφυλλίδα. Ιδού, λοιπόν, το βιβλίο μιας πρωτοεμφανιζόμενης διηγηματογράφου: Δώρα Κασκάλη, «Στο τρένο» (εκδ. Γαβριηλίδης, 2010). Αν αυτό λέει κάτι, το διάβασα αυθημερόν. Μου άρεσε η έγνοια της για μια ευρύτερη σύνθεση, γύρω απ’ τον άξονα του τρένου. Αλλά ακόμα πιο πολύ μου άρεσαν η λάγνα θεματολογία των οκτώ ιστοριών της, μαζί με τη γνήσια συμπόνια και κατανόηση που δείχνει στους ήρωές της. Ενα λογοτεχνικό ντεμπούτο που μέχρι στιγμής πέρασε μάλλον απαρατήρητο. Το γεγονός ότι η βιβλιοπαραγωγή αργά ή γρήγορα θα συρρικνωθεί, δεν μπορεί παρά να οδηγήσει στην άρση της λογοκρισίας που ασκείται διά του εκδοτικού πληθωρισμού. Αλλο ένα από τα καλά της κρίσης.

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΣΕΡΔΑΡΗΣ

Ένεκεν, τχ. 18, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2010

Από όλα τα μέσα, το τρένο είναι αυτό που επέδρασε καθοριστικά στη διαμόρφωση της νεωτερικότητας. Από την ανακάλυψη της φύσης και τη συναρμολόγηση του αστικού σκηνικού έως το κινηματογραφικό τράβελινγκ και την ανάπτυξη του κολάζ, κι από την Αισθηματική αγωγή του Φλωμπέρ έως τον Ηλίθιο του Ντοστογιέφσκι και το θωρακισμένο τρένο του Κόκκινου Στρατού που κέρδισε την πρώτη εργατική επανάσταση του κόσμου, το τρένο
συνεχίζει ν’ αποτελεί μια κεντρική αρτηρία της ζωής και της τέχνης. Το όχημα αυτό, με την πλούσια διακειμενικότητα, επιλέγει η Δώρα Κασκάλη για να καταγράψει τις εσωτερικές διαδρομές των ηρώων της σ’ ένα τοπίο, η διακριτική καταγραφή του οποίου συνθέτει την τοπολογία της σύγχρονης κρίσης. Στα θετικά του βιβλίου μπορεί να λογιστεί η θεατρικότητα των αφηγήσεων και η οικονομία του λόγου. Στα αρνητικά μια κάποια ευκολία της
Κασκάλη να αφήνεται σε χρησιμοποιημένα σχήματα, που μπορεί να παραπέμπουν στη φθορά του αφηγηματικού της υλικού αλλά περιορίζουν την ευρηματικότητα της μυθοπλασίας. «Τα τρένα ταξιδεύουν μοναχά τους και συναντούν τους φίλους τους όταν ξεκουράζονται το βράδυ στους σταθμούς. Αλλά πιο πολύ στη ζωή τους είναι μόνα τους κι έχουν ανάγκη και τα παραμύθια. Ότι και να λένε οι μεγάλοι, τα τρένα ακούνε τα παραμύθια τους και είναι σαν να ζούνε κι αυτά μέσα από τα κορμάκια των παιδιών». Το βιβλίο ωστόσο είναι καλογραμμένο και μας πείθει για τον καλλιτεχνικό αναστοχασμό της εμπειρίας και της καθημερινότητας. Ταξιδεύοντας τελικά στον αφηγηματικό συρμό της Κασκάλη, ο αναγνώστης ξεχνιέται μέσα σ’ ένα ταξίδι οικειότητας και ανοικειότητας για να ανακαλύψει τελικά ότι είναι ο μοναδικός επιβάτης και ταξιδευτής της ίδιας του της ζωής.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΑΛΔΑΚΗΣ

«Ελευθεροτυπία»/ «Βιβλιοθήκη», τχ. 609, 25.6.2010

Η ατμόσφαιρα είναι βαριά. Μυρίζει θλίψη. Μυρίζει μοναξιά. Είναι ευκαιρία το ταξίδι για να βγουν στην επιφάνεια όλες οι ανησυχίες, οι δυσκολίες και οι πιέσεις. Να διαβαστούν οι εμπειρίες. Αφορμή ένα ταξίδι για να ανοίξει η κουβέντα. Είναι αυτή η χρήσιμη παύση στη γνωστή ζωή, που φέρνει η μετακίνηση. Μια συλλογή διηγημάτων, μια συλλογή επιβατών. Στο τρένο. «Η αλφαβήτα των διαδρομών μας, οι καημοί των ανθρώπων την ώρα της αναμονής».

Πέντε ζωές κι ένα μυθιστόρημα

ΑΝΝΑ ΚΟΥΣΤΙΝΟΥΔΗ

«ΝΤΟΥέΝΤΕ», τχ. 21, Ιανουάριος 2013

Στο Πέντε Ζωές Και Ένα Μυθιστόρημα: Σπουδή Ενός Δόκιμου Γραφιά, το οποίο κυκλοφορεί ελεύθερα στο διαδίκτυο με τη μορφή e-book, ευθύς εξαρχής γίνεται αντιληπτό ότι ακόμα και στις πρώιμες συγγραφικές περιπλανήσεις της Δώρας Κασκάλη, η γραφή και η αφήγηση αντανακλούν τη γυναικεία οπτική. Αυτή με τη σειρά της είναι άρρηκτα συνυφασμένη με τη γυναικεία εμπειρία μέσα σε μία πατριαρχικά δομημένη –σε πολλαπλά επίπεδα– κοινωνία. Μια τέτοιου είδους οπτική, ωστόσο, σπεύδω να διευκρινίσω, ουδεμία σχέση και ομοιότητα φέρει με την κακώς εννοούμενη γυναικεία γραφή της κατά κόρον καταναλισκόμενης λεγόμενης ροζ λογοτεχνίας των ευπώλητων που βρίθει στερεοτύπων και κοινοτοπιών. Αυτό, άλλωστε, αποτελεί ένα είδος γραφής που ούτως ή άλλως απορρίπτει και η ίδια η αφηγήτρια στη διάρκεια των συγγραφικών/αφηγηματικών της ρόλων, περιπλανήσεων και ζωών. Αντιθέτως, μέσω της συγκεκριμένης οπτικής, καταδεικνύει την αντίστασή και τη διαμαρτυρία της απέναντι σε όλα όσα καλείται να υποστεί και να συναινέσει, ως γυναίκα και ως συγγραφέας, σε μια σειρά, δηλαδή, αυθαίρετα θεσμοθετημένων καταπιεστικών πατριαρχικών δομών και κατεστημένων παντός είδους: πολιτιστικών, κοινωνικών, οικονομικών, συγγραφικών, και βέβαια, εκδοτικών.

Ολοκληρώνοντας, ωστόσο, την ανάγνωση της νουβέλας, την οποία η συγγραφέας κατατάσσει στα πρωτόλεια της, κι άλλα στοιχεία έρχονται στην επιφάνεια. Διαπιστώνει κανείς ότι πρόκειται για ένα κείμενο που σαφώς φέρει τις καταβολές, καθώς και αρκετά από τα χαρακτηριστικά των μετέπειτα γραφών της, ιδιαιτέρως όσον αφορά την εμμονή με τους ασφυκτικά υπόγειους, κάτω κόσμους ενός μέρους του χωροχρονικού περικειμένου της αφήγησης, αλλά και εκείνους της ψυχής και του μυαλού, που εντέχνως προοικονομούν τους εν τη γενέσει μελλοντικούς χαρακτήρες των κειμένων της και προϊδεάζουν ανάλογα τον αναγνώστη και την αναγνώστρια που θα αναζητήσει προς ανάγνωση τα μετέπειτα κείμενα της Κασκάλη. Αναφέρω εδώ, τη συλλογή διηγημάτων Στο Τρένο (2010) και το μυθιστόρημά της Κάτω (2011) και τα δύο από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη, και κυρίως το δεύτερο του οποίου ο τίτλος επωάζεται, θα λέγαμε, στο Πέντε Ζωές και ένα Μυθιστόρημα με ύφος και τόνο έντεχνα υπαινικτικό, ενίοτε και αυτοβιογραφικό.

Στη νουβέλα της Κασκάλη, αυτό που αποκαλούμε περιπέτεια της γραφής αποτελεί τον κεντρικό θεματικό πυρήνα της αφήγησης, μια και η προσπάθεια αναζήτησης ενός προσωπικού στίγματος γραφής, καθώς και η εκδοτική τύχη ενός χειρόγραφου που αλλάζει συνεχώς μορφή, τόνο και στυλ είναι αυτά που φανερά ταλανίζουν την επίδοξη συγγραφέα/αφηγήτρια, της οποίας η ηρωίδα, Χριστίνα, αποτελεί το όχημα –το πρόσχημα ίσως– μέσω του οποίου επιδίδεται σε μια σειρά συγγραφικών αναζητήσεων και πειραματισμών στην προσπάθεια της να καταθέσει το προσωπικό της ύφος, ζητήματα που αποτελούν για κείνην ανάγκη ζωής: «Όλα ξεκίνησαν από την ανάγκη μου για ψυχική αποσυμπίεση», μας λέει η αφηγήτρια, ξεκινώντας έτσι το κειμενικό/συγγραφικό της ταξίδι, σε τόνο λυγμικά εξομολογητικό και συνεχίζει:

Με το όλα δεν εννοώ κάποια άκρως επαναστατική πράξη που θα ανέτρεπε εκ βάθρων την ανυπόφορη ανοησία, μέσα στην οποία ζούσαμε πολλοί από μας εκείνα τα χρόνια. Αναφέρομαι περισσότερο στο ιδιωτικό μου σύμπαν και σε πράγματα πρωτόφαντα για μένα, ειδικότερα δε σε κείνο το ξαφνικό λάκτισμα της ψυχής που πήγε παραπέρα τη σκέψη μου, άσχετα αν βούτηξε πρώτα το ποδάρι της μέχρι τη ρίζα του στο δυσώδες έλος της χθαμαλής πραγματικότητας (σελ.7)

Μία η αφηγήτρια στο Πέντε Ζωές και Ένα Μυθιστόρημα, αλλά η αφηγηματική φωνή συνεχώς εναλλάσσεται ως προς τον τρόπο εκφοράς της και αναλόγως με την εκάστοτε ζωή της ηρωίδας, Χριστίνας, την οποία η συγγραφέας τοπoθετεί –σκοπίμως εγκλωβίζει θα έλεγα – και παρακολουθεί σε 5 διαφορετικές ζωές, και, συνακόλουθα σε 4 διαφορετικά είδη γραφής (γυναικεία γραφή, ψυχολογικό θρίλερ, αστυνομική λογοτεχνία, αισθηματικό ρομάντζο) μέσω των οποίων αρθρώνει την διαμαρτυρία της, ενίοτε και την απόγνωση της απέναντι σ’ όλα όσα την ταλανίζουν, ξεδιπλώνοντας ταυτόχρονα τις επιθυμίες, τα όνειρα και τα αδιέξοδά της, αλλά και μια πολύ ενδιαφέρουσα συγγραφική πένα. Βρίσκεται σε συνεχή διάλογο τόσο με την ηρωίδα της όσο και με τον εαυτό της στην προσπάθεια της να καταθέσει το προσωπικό της συγγραφικό στίγμα, αλλά κυρίως με τον δυνάμει εκδότη της, και, κατ’ επέκταση, με την αναγνώστρια/τη της, στους οποίους απευθύνεται συστηματικά μέσω δευτεροπρόσωπης αφήγησης, τεχνική η οποία καθιστά το κείμενο έντονα αυτοαναφορικό, με στοιχεία μετανεοτερικά. Στο κείμενο της Κασκάλη δομούνται τρείς διαφορετικές αφηγηματικές τεχνικές: πρωτοπρόσωπη, δευτεροπρόσωπη και τριτοπρόσωπη που διαπλέκονται μεταξύ τους με τρόπο ευρηματικό και ιδιαίτερα παιγνιώδη, έτσι ώστε να τονίζεται και να υπογραμμίζεται δεόντως η ιδέα του λογοτεχνικού κειμένου ως γλωσσικής, και πολιτισμικής κατασκευής, ιδεολογικά χειραγωγούμενης από το εκάστοτε ιστορικο-κοινονικο–οικονομικό και πολιτιστικό περικείμενο της εποχής της οποίας αποτελεί παράγωγο. Ειδικότερα, η χρήση του δευτέρου ενικού πρόσωπου επιτρέπει την αποστροφή προς εαυτόν και προς τον αναγνώστη/τρια οι οποίοι παρακολουθούν την αφηγήτρια να συνδιαλέγεται με τον εσωτερικό της κόσμο, γεγονός που προσδίδει περεταίρω εγγύτητα σ’ όλα όσα αυτή βιώνει, στοχάζεται και αναστοχάζεται. Χαρακτηριστική η περιστασιακή – ελεγχόμενη ωστόσο– χρήση του εσωτερικού μονολόγου, ως κραυγής με τη μορφή παραληρηματικής γραφής:

Κραυγή διαμαρτυρίας και απόγνωσης:

Από τούτα τα υπόγεια που με χώσανε σαν τον ποντικό, ήθελα να δαγκώσω την κραταιά αξιοπρέπειά τους και να μολύνω με την πανούκλα μου, όσο γινόταν πιο βαθιά, τα μαλακά μόρια της δικής τους ακριβής ψυχής, της μοσχαναθρεμμένης με επαίνους και πρωτεία. Ήθελα να βρω έναν τρόπο να ουρλιάξω μέχρι το οριακό τέντωμα των χορδών κι ας έμειναν μετά κατακερματισμένα τα κρεατένια ξέφτια αυτού του θαυμαστού εργαλείου της ανθρώπινης επικοινωνίας. Έψαχνα με κάτι να διαλύσω τα τύμπανα της λεπταίσθητης ακοής τους που δεν είχε αφτιά για τον Κάτω Κόσμο μου. Το σημαντικότερο, ήθελα αυτή η κραυγή να ακουστεί όσο γινόταν μακρύτερα, μέχρι εκεί που επικρατούσαν με τρόπο αναντίρρητο τόσο οι ίδιοι όσο και οι μεθοδεύσεις τους. Όμως, η δομή του κόσμου τους μου όρθωνε εμπόδια και ό,τι και να σχεδίαζα ήταν καταδικασμένο να επιστρέψει στον αποστολέα του άθικτο, όπως και οι συνειδήσεις τους. (σελ. 7)

Το παράθεμα παραπέμπει αυτόματα στο Κάτω, όπου η ηρωίδα με παρόμοιο τρόπο αρθρώνει το θυμό και την απογοήτευσή της, λέγοντάς μας:

έχω γεμίσει μ’ έναν τυφλό θυμό που ξεχειλάει από μέσα μου και δεν ξέρω ποιόν και τι θα πάρει στο διάβα του… κάτι σαν το ρέμα της Γιασημώς έξω απ’ την Καλλιρόη, που… ξυπνάει άξαφνα απ’ το λήθαργό του και πνίγει από ζωντανά μέχρι ανθρώπους (Κάτω,σελ. 133).

Έχοντας από την αρχή μέχρι το τέλος του κειμένου εντρυφήσει σε τέσσερα διαφορετικά είδη γραφής, τα οποία όμως απορρίπτει ως ανεπαρκή και ατελέσφορα για την ίδια, η αφηγήτρια επιδίδεται σε μια ενδοσκόπηση τόσο στην πέμπτη και τελευταία κειμενική ζωή της, όσο και στο επίλογο του κειμένου. Επέρχεται συγγραφικός νόστος/επαναπατρισμός στα οικογενειακά εδάφη της ζωής και της ψυχής απ’ όπου η ηρωίδα φαίνεται να αντλεί ελπίδα, συγγραφική ώθηση, αλλά και την απαιτούμενη (και αναμενόμενη) ωρίμανση, έτσι ώστε να ανασύρει από τη συγγραφικό ασυνείδητο όλους εκείνους τους χαρακτήρες που απαιτούν να εξέλθουν και να πάρουν σχήμα και μορφή από την πέννα της.

«Τώρα πια είμαι περισσότερο σίγουρη από ποτέ ότι η διακονία της λογοτεχνίας πρέπει να γίνεται με σύνεση και με μικρούς στόχους. Καλά τα συνταγολόγια και οι προκάτ πλοκές, αλλά σε μια εποχή που όλα έχουν ειπωθεί, δεν ξεβρακωνόμαστε αμέσως στους αναγνώστες όσα ακριβά λιλιά κι αν φορέσουμε… (σελ. 79).

Και παρακάτω:

Ήρθε η ώρα να σας αποκαλύψω την αγωνία μου: έχω την υποψία ότι ατίθασο ήταν και παρέμεινε το ύφος μου, όσο κι αν προσπάθησα να το χωρέσω σε βολικά καλούπια που υπόσχονταν την εκδοτική επιτυχία. Πέντε ζωές μετράω ήδη και ίσως πέντε πιθανές αποτυχίες. Νιώθω ότι η τελευταία είναι και η πιο δικιά μου. Ίσως μ’ αυτήν να πορευτώ, αλλά όρκους δεν θα πάρω για να μην με μουντζώσουν μετά οι Ερινύες με τις κοφτερές στήλες τους στις σαββατιάτικες εφημερίδες.

Κι έφτασα τώρα ως εδώ. Άλλοι ήρωες, σχεδόν έτοιμοι, με σφυροκοπούν κρυμμένοι μέσα στους μαιάνδρους του μυαλού μου, απαιτούν να αποκτήσουν τη δική τους ζωή και μου φωνάζουν επιτακτικά: «Τέλειωσες με την Χριστίνα. Ήρθε η δική μας σειρά», μ’ έναν λόγο που πολεμάει να βρει διέξοδο και να τρυπώσει, σαν τον ψωριάρη ποντικό, στο σκληρό πεδίο της ελληνικής πεζογραφίας (σελ. 93-94).

Σ’ αυτό το σκληρό πεδίο της Ελληνικής πεζογραφίας, οι ήρωες και οι ηρωίδες της Δώρας Κασκάλη έχουν επιτυχώς εισχωρήσει από καιρό και να που τώρα ήρθε και η σειρά της πρωτόλειας Χριστίνας να συναντήσει το αναγνωστικό της κοινό στον αχανή κυβερνοχώρο του διαδικτύου, εδώ, παραδόξως, πρώτη και καλύτερη απ’ όλους τους υπόλοιπους.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗΝ ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ

«varelaki», 8.1.2016

Έχω την αίσθηση πως είναι αντιήρωες τα πρόσωπα του βιβλίου σου.

Νομίζω ότι οι αντιήρωες είναι οι ήρωες της σημερινής εποχής. Σε μεταιχμιακές περιόδους υπάρχουν δύο αντίρροπες δυνάμεις: η στροφή στο εξαιρετικό και η κατάδυση στο περιθώριο. Από την πρώτη συλλογή διηγημάτων μου («Στο τρένο», Γαβριηλίδης 2010) με ενδιέφεραν οι ιστορίες ανθρώπων που εγγράφονται στο περιθώριο της επίσημης ιστορίας, αλλά συνιστούν ένα σώμα σπαρακτικό, που βοηθά στην κατανόηση των διακλαδώσεων της συγκρότησης του “είναι”. Είναι αντιήρωες και ήρωες μαζί γιατί καταφέρνουν με κάποιον τρόπο να επιβιώνουν ή να αποδέχονται με αξιοπρέπεια την ήττα τους.

Το ΣΩΜΑ αναφέρεται συχνά μέσα στα διηγήματα…

Ήταν και δεν ήταν τελικά τυχαίο. Ακολουθώντας το νήμα από την ποιητική μου συλλογή «Ανταλλακτήριο ηδονών» (Σαιξπηρικόν 2014) όπου το σώμα κατέχει δεσπόζουσα θέση, ακολούθησα κι εδώ τη βασιλική οδό της ερωτικής επιθυμίας, της άρνησής της, της μοναξιάς, της κοινωνικής απομόνωσης, του περιθωρίου. Νομίζω ότι ενδόμυχα έγραφα αυτά τα διηγήματα της δεύτερης συλλογής μου έχοντας συγκεκριμένες εμμονές που εμπότιζαν τα κείμενά μου, τα οποία, ωστόσο, ανήκουν σε διαφορετικές περιόδους και καλύπτουν ένα χρονικό εύρος μιας τουλάχιστον πενταετίας.

Παντού ο αναγνώστης συναντιέται με ένα συνεχές αίσθημα ματαίωσης…

Οι ήρωές μου, όπως και νομίζω ο μέσος άνθρωπος, έρχονται αντιμέτωποι με τις κοινοτοπίες περί κοινωνικής, οικογενειακής και προσωπικής επιτυχίας. Καμία συνταγή δεν δίνει επαρκή απάντηση στην πολυπλοκότητα της ανθρώπινης κατάστασης και όλοι φαίνονται να πολεμούν με αυτό το αίσθημα ματαίωσης, μια που η ίδια η κοινωνία από την κατασκευή της μας βάζει από τα πρώτα χρόνια του βίου μας σε μία αρένα, περιμένοντας από μας τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα, ειδικά στο πεδίο της οικονομικής και προσωπικής καταξίωσης. Ο άνθρωπος, οι ήρωές μου έρχονται αντιμέτωποι με τα προτάγματα μιας κοινωνίας κανονιστικής και φυσικά αποτυγχάνουν, άλλοτε ανομολόγητα και άλλοτε πανηγυρικά.

Πώς προέκυψε ο τίτλος; Υπήρχαν άλλοι υποψήφιοι τίτλοι;

Ο αρχικός τίτλος ήταν «Παροπλισμένοι», αλλά μάλλον αδικούσε τα διηγήματά μου και περιόριζε θεματικά το εύρος τους, ως μια αρχική προγραμματική δήλωση, όπως με κάποιον τρόπο αποτελεί ο τίτλος ενός βιβλίου. «Το μαύρο κουτί της μνήμης τους» υπήρξε μια πρόταση του εκδότη μου, Αλέξανδρου Μανωλάκη, ο οποίος αποθησαύρισε την ποιητική μου συλλογή, ξεχώρισε έναν στίχο από το ποίημα «Επιστολογραφία» και θεώρησε ότι αυτός ο τίτλος ήταν μια επαρκής ομπρέλα για να στεγάσει αυτά τα δεκαέξι διηγήματα, χωρίς να αποκλείσει ή να περιορίσει αναγνωστικά κάποιο απ’ αυτά.

Ποιόν από τους ήρωες σου θα ήθελες να συναντήσεις;

Νομίζω ότι τελειώνοντας ένα βιβλίο, τελειώνεις και την ερωτική σχέση που συνάπτεις με τους ήρωές του. Αυτή η σχέση αφορά εσένα και μόνο, όχι τους αναγνώστες που με τη σειρά τους, θα φτιάξουν τις δικές τους συνάψεις με τις λέξεις και τα πρόσωπα, θα νοηματοδοτήσουν με το δικό τους υλικό, τις αναγνώσεις και τις μνήμες τους, όσα εσύ παραδίδεις εκδίδοντας τη δουλειά σου. Ωστόσο, οφείλω να το ομολογήσω, ότι ενίοτε σε παρουσιάσεις ή σε κάποιες ιδιωτικές συζητήσεις, όταν ξεφυλλίζω ξανά το βιβλίο μου με πιάνει μια συγκίνηση σα να συναντώ έναν παλιό αγαπημένο.

Ποιόν από τους ήρωές σου έχεις συναντήσει;

Οι ήρωές μου είναι κομμάτια μου, αντλούν από το βιωματικό υλικό, χωνεύουν ιστορίες ανθρώπων που συνάντησα, διαθλασμένες ωστόσο και καθόλου πια αναγνωρίσιμες. Είναι μαγικά κράματα, γνωστά και άγνωστα μαζί πρόσωπα, λεκτικές αλχημείες που προσπαθούν να συγκροτήσουν έναν αυθεντικό λόγο, να δώσουν ανάσα στα προσωπεία.

Ποιο ή ποιά διηγήματα αγαπάς περισσότερο…

Δεν μπορώ πραγματικά να ξεχωρίσω κανένα. Κοινότοπο, αλλά όλα είναι παιδιά μου, με παίδεψαν, αναμετρήθηκα μαζί τους, πέρασα πολλές άγρυπνες νύχτες, διορθώνοντας, αλλάζοντας, ακόμα και απορρίπτοντας ολόκληρες σελίδες μέχρι να αποκτήσουν ένα συμπαγές και οριστικό σχήμα. Με όλα τα διηγήματά μου υπάρχει μια σχέση αγαπητική, αλλά τετελεσμένη, με την έννοια ότι δεν δίνω περιθώριο στον εαυτό μου, ειδικά τόσο σύντομα σε σχέση με την έκδοσή τους, να μπω στη λογική της διόρθωσης ή της αναθεώρησής τους.

Από τους ήρωες σου λείπει και η αγάπη, τρέμουν μήπως δεν αγαπηθούν ή έχουν την επίγνωση ότι δεν θα αγαπηθούν («Το σώμα θυμάται»,σελ.19)

Η αγάπη, ο έρωτας, το σώμα καταλήγουν ως μια οδυνηρή εκκρεμότητα. Φαίνεται ότι στα χρόνια μας η αγάπη είναι η πιο παρεξηγημένη και πιο σπαραχτικά αναζητούμενη ανθρώπινη συνθήκη όχι με τους όρους της ολοκλήρωσης, αλλά με τον απλό, εντελώς αυτονόητο όρο του να ζει κανείς αυθεντικά, ισότιμα, δίνοντας και λαμβάνοντας χωρίς τεφτέρια. Είναι κάτι εξαιρετικά περίπλοκο που με απασχολεί συνεχώς και σε κάτι που σχεδιάζω αυτή την περίοδο και στα ποιήματά μου.

Ανθρωποι που ζουν ανάμεσά μας. Ιστορίες πικρές. Σε ποιούς απευθύνεσαι, Δώρα;

Η απάντηση είναι αυτονόητη: σε κάθε αναγνώστη που θα τον ενδιαφέρουν τα διηγήματά μου, ως αφήγηση, ως πλοκή, ως κατασκευή αλλά και ως απόλαυση και συγκίνηση. Κι είναι εκείνη η μαγική στιγμή που το κείμενο ξεκλειδώνεται από τον αναγνώστη του, ένας από τους λόγους που συνεχίζω να γράφω.

Είναι κάποια ερώτηση άλλη που θέλεις να σου κάνω για το βιβλίο και δεν την έκανα. Αν ναι, να θέσεις το θέμα σου και να το απαντήσεις.

Πάντα είμαι αμφίθυμη για το πόσο αποκαλυπτικός πρέπει να είναι ένας συγγραφέας σε σχέση με τις προθέσεις του. Νομίζω ότι εγώ κράτησα κάποια από τα μυστικά του βιβλίου μου, γιατί κάθε κείμενο είναι ένας θησαυρός που περιμένει την ανακάλυψή του και αυτό έχει την αξία του στην αναγνωστική περιπέτεια. Ευχαριστώ, Μίνα, για τις ερωτήσεις και τη φιλοξενία.

ΧΡΙΣΤΟΣ ΧΑΤΖΗΠΑΠΑΣ

xristos

Ο Χρίστος Χατζήπαπας γεννήθηκε το 1947. Σπούδασε Κτηνιατρική στη Σόφια όπου αργότερα έκανε μεταπτυχιακά. Εξέδωσε τρεις ποιητικές συλλογές, τρία μυθιστορήματα και πέντε συλλογές διηγημάτων.
Δύο μυθιστορήματα και δύο συλλογές διηγημάτων του τιμήθηκαν με Κρατικό βραβείο. Ένα βιβλίο του με διηγήματα από όλες τις συλλογές διηγημάτων εκδόθηκε στα Αγγλικά με τον τίτλο Like a discus thrower, εκδ. Αρμίδα.
Ξεχωριστά ποιήματα και διηγήματά του μεταφράστηκαν σε πολλές ξένες γλώσσες
Ο Χρ. Χατζήπαπας διετέλεσε για πολλά χρόνια Πρόεδρος της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου και είναι μέλος της συντακτικής επιτροπής του λογοτεχνικού περιοδικού Νέα Εποχή. Το 2017, του απονεμήθηκε το Βραβείο «Γ.Φ. Πιερίδης» της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου για τη συνολική προσφορά του στα κυπριακά γράμματα.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ
Ενδοσκόπιο, Ποιήματα, Λευκωσία 1969
Εισαγωγή στην τραγωδία, Ποιήματα, Λευκωσία 1979
Το μεγάλο ψέμα, Διηγήματα, Σύγχρονη Εποχή, 1981
Εντελώς Φυσιολογικός, Διηγήματα, Λευκωσία, 1984
Το χρώμα του γαλάζιου υάκινθου, Μυθιστόρημα, (Καστανιώτη), 1989
Στην Ολκό του μαύρου φεγγαριού, Μυθιστόρημα, (Δελφίνι), 1993
Στο μάτι του φιδιού, Μυθιστόρημα, (Καστανιώτη) 2000
      Βουλγαρική έκδοση, (Μπαλκάνι), 2003
Έρως εν καμίνω. Διηγήματα, (Λιβάνη), 2001
Like a discus thrower, short stories, (Armida), 2009
To ασταθές βήμα, Διηγήματα, (Γαβριηλίδη)ς, 2009
      Βουλγαρική έκδοση, (Πλάμακ), 2010
      Τουρκική έκδοση, (ISIK KITAVEVI), 2013
      Γαλλική Έκδοση, (Kallimages), 2014
Τα πηγάδια της ιστορίας, Ποιήματα (Γαβριηλίδης) 2012
Αλλόφυλοι εραστές, Διηγήματα, (Γκοβόστη) 2018

 

 

 

ΑΛΛΟΦΥΛΟΙ ΕΡΑΣΤΕΣ (2018)

ΜΕΡΟΣ Α’

αν έλειπε εκείνη η μέρα από το ημερολόγιο

 

ΑΝ ΕΛΕΙΠΕ ΕΚΕΙΝΗ Η ΜΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ.. .

ΑΝ ΕΛΕΙΠΕ εκείνη η μέρα από το ημερολόγιο κι εκείνη η γρουσούζικη ώρα, το παιδί θα ζούσε σήμερα…» είπε ο Ερόλ κι έχωσε τα δάκτυλα του δεξιού χεριού στα γκρίζα, μακριά μαλλιά του. Διέκοψε απότομα την προηγούμενη διήγησή του. Σαν να τον είχε αρπάξει ρεύμα μικρής τάσης· μια ηλεκτροπληξία μνήμης… «Μπορεί τώρα να ήταν σήμερα ένας ακτιβιστής της ειρήνης και της επανένωσης. Όπως εμένα, εσάς…» συνέχισε, σαν να απευθυνόταν μακριά, σε κάποιον αόρατο άγνωστο.
Κατάλαβα πως η αρχινημένη κουβέντα μας, για τους «Αλλόφυλους εραστές», θα έμενε στη μέση…
«Μα, ναι, θα πρέπει πρώτα να πω αυτό! Ήρθε ξαφνικά και δεν φεύγει απ’ εδώ!» είπε ο Ερόλ, πιέζοντας και στρίβοντας τον δείκτη σαν αρίδα στον κρόταφο.
Ήθελε να πει πως εκεί κατοικούσε η μνήμη. Που αδημονούσε…
0 μεταφραστής και φίλος μου, ο Αζίζ, ένιωσε και ο ίδιος ένα τράνταγμα. Κοιτούσε μια εμένα, μια εκείνον.
Δεν ήθελε να του ξεφύγει λέξη:
«Μεσούντος του Αυγούστου, λοιπόν, και της δεύτερης εισβολής… Δεν θα ξεχάσω τους αιχμάλωτους που είχανε εγκλωβιστεί σε αγροικίες του Γεωργικού Γυμνασίου, στις παρυφές της Μόρφου. Στις εκκαθαρίσεις που ακολούθησαν την επέλαση του στρατού, λάβαινε μέρος κι ο Γιουσούφης. Φανατικός, δολοφόνος κατά συρροή, ορκισμένος της Τ.Μ.Τ. Γνωστός σ’ όλους στο χωριό σαν Γιουσουφάκι. Φοβού όσους έχουν και επεξηγηματικό παρατσούκλι…» είπε και χαμογέλασε, παρακολουθώντας αν πιάσαμε τον υπαινιγμό του. Θα του έλεγα εγώ, πως κι εμείς απ’ εδώ συνηθίζουμε κάτι ανάλογο, για ανθρώπους που, λόγω πλούσιου ποινικού μητρώου, δεν αρκούνται στ’ όνομά τους και χρήζουν διευκρίνισης. Αλλά, γιατί να διακόψω;
«Μόλις που είχε καταφέρει το Γιουσουφάκι, πριν από κάνα μήνα, να ξεφύγει, δυστυχώς, από την Εθνική Φρουρά και τους πραξικοπηματίες που, με το που μπήκαν στο χωριό, μάζεψαν τους άντρες και τους στείλανε
πακέτο στη Λεμεσό. Το Γιουσουφάκι έκανε επάγγελμα το φονικό. Yirtici hayvan, ύαινα! Κυκλοφορούσε μ’ ένα αυτόματο, δίπλα στους Τούρκους στρατιώτες, αγρίμι που οσμιζόταν το ζεστό αίμα από μακριά». Οι αιχμάλω-
τοι, καμιά εικοσαριά, κρατούνταν στην αυλή του σχολείου. Τυχαία, στη σκηνή βρέθηκε ένας Τούρκος γιατρός, απ’ αυτούς που είχε φέρει μαζί του ο στρατός. Στους ώμους του πολλά σιρίτια. Οι βοηθοί του τον φώναζαν
αρχίατρο. Πάνω στην κουβέντα τού ξέφυγε πως, ευτυχώς, χρόνια τώρα στον στρατό, δεν του έτυχε ποτέ να δει να θανατώνεται άνθρωπος μπροστά στα μάτια του. Δεν θα το άντεχε… Πιθανότατα, μέσα στην κόλαση των
ημερών, να είχε νιώσει ξαλαφρωμένος με κάποια καινούργια διαταγή από το αρχηγείο…
»Τι ήθελε να το πει, αυτό, ο γιατρός!
»Αυτοστιγμεί, το Γιουσουφάκι, βγήκε μπροστά, σαν κακομαθημένο παιδί, κουνιστός λυγιστός, κοντός, μια σπιθαμή, και παρίστανε λες, πως επιθεωρούσε την ομάδα των αιχμαλώτων. Εκείνοι στάθηκαν προσοχή μπροστά του. Στη φάτσα του κόλλησε μια μάσκα με κάτι δόντια που της λείπανε».
Ο Ερόλ άγγιξε μηχανικά, δυο τρεις φορές, το χέρι στη θέση της καρδιάς. Εκεί που οι καπνιστές βάζουν συνήθως το κουτί με τα τσιγάρα… για να την προστατέψουν. Άναψε ένα. Πρότεινε αφηρημένα και σ’ εμάς, αν και ήξερε
πως δεν καπνίζουμε.
«Το Γιουσουφάκι», συνέχισε ο Ερόλ, «απευθύνθηκε χλευαστικά σ’ έναν από τους αιχμαλώτους, δυο φορές το μπόι του: ‘Έλα εδώ εσύ, καλός μου φαίνεσαι! 
>>Ήταν ένα ψηλό, λιγνό παιδί, γύρω στα είκοσι πέντε. Του μίλησε στα ελληνικά. Χωρίς να χάνει χρόνο, τον έστησε σαν δίσκο σκοποβολής στα είκοσι μέτρα, μέσα στην πλατεία του σχολείου. 0 γιατρός σαν κατάλαβε τις σατανικές προθέσεις του, έμπηξε τις φωνές.
»“Τουρ, τουρ! Μη, μην το κάνεις αυτό! Υπάρχει διαταγή! ”
»Πριν τελειώσει όμως τα λόγια του, είδε τα αίματα να πιτσιλίζουν τη μικρή πλατεία, και τον αιχμάλωτο να σωριάζεται σακί κάτω.
»0 γιατρός έκανε εμετό και λιποθύμησε.
»“Αμ’ τέτοιοι είναι οι Τούρκοι αξιωματικοί;” ακούστηκε η ύαινα να βρίζει, φτύνοντας κάτω με θόρυβο τη θερινή σκόνη που είχε ζυμωθεί με τον ιδρώτα στις γωνιές των χειλιών του. “Γιαζίκ, για αξιωματικοί! φτου, για
αξιωματικοί…”»
«Πιθανότατα ο δολοφόνος γνώριζε για τη διαταγή, η οποία είχε φτάσει κατά το απομεσήμερο από το Κεντρικό Αρχηγείο. “Να μην δολοφονούνται οι αιχμάλωτοι, για να ανταλλαγούν με δικούς μας! ”
»Και να φανταστείς, δεν είχαμε μέχρι τότε σοβαρά επεισόδια με τους Έλληνες συγχωριανούς μας. Τα μάζεψαν, βέβαια και φύγανε το ’58, με την ΕΟΚΑ και τις φασαρίες. Ήτανε οι λίγοι. Μετακόμισαν στην Πέτρα, το κεφαλοχώρι δίπλα. Όπως είχε γίνει και με δικούς μας σε άλλα χωριά, όπου ήταν μειονότητα. Κράτησαν όμως οι πιο πολλοί τα κτήματά τους, ερχόντουσαν και τα δουλεύανε, πίναμε μαζί τον καφέ μας στα καφενεία. Και στους γάμους μας έρχονταν και στους δικούς τους πηγαίναμε. Διατηρούσαμε καλές σχέσεις μέχρι το ’74. Τον Γιουσόυφη τον τραβούσε το αίμα. Μέσα στην τρέλα του
πολέμου, που η ευθύνη δεν βαραίνει προσωπικά κανένα, ο καλός χάνει τα νερά του κι ο κακός, γίνεται θηρίο ανήμερο. Yirtici hayvan, ο Γιουσούφ!

Με την τελευταία λέξη, ο Ερόλ πέταξε οργισμένος το τσιγάρο μακριά, σαν να σημάδευε κάποιον. Αμέσως, όμως, σηκώθηκε, πήγε και τον πάτησε, λιώνοντάς τον με το τακούνι του.
Επιστρέφοντας, είπε: «Αν έλειπε εκείνη η μέρα του Αυγούστου από το ημερολόγιο, εκείνη η γρουσούζικη ώρα, το παιδί θα ζούσε σήμερα…»

 

ΣΤΟ ΑΙΘΡΙΟ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ

Στη μνήμη του Νέαρχου Γεωργιάδη

Τον συνάντησα στο αίθριο, δεν ήθελα όμως να του μιλήσω. Να μου τη βιδώσει αίφνης και να φτάσουμε στα άκρα. Εκείνος άλλωστε έχαιρε ασυλίας, το πιο πιθανό, θα βρισκόμουν εγώ στο κλουβί. Ένας ταπεινός κυλικειάρχης. Όχι, όχι, θα προτιμούσα να τον φτύσω εμπιστευτικά, χωρίς μάρτυρες. Ή τουλάχιστον στην τηλεόραση, όπως κάνω με κάποιους πολιτικούς… «Προδότες», κατά την άποψή μου. Άκου, πού έχω μάθει εγώ τέτοια βρομόλογα; Μα αφού τους ακούω στο γυαλί κάθε μέρα να σκυλοβρίζονται; Εδώ στην καντίνα, όμως, φιλαράκια πρώτης…
Τι με εξάπτει, όμως; Η Μόρφου θα επιστρεφόταν στους κατοίκους της σύμφωνα με όλα τα σχέδια λύσης του Κυπριακού. Κάποια κόμματα διαφωνούσαν με αυτά και η πόλη έπεφτε κάθε φορά θύμα, όπως και η Αμμόχωστος, πόλη φάντασμα, περιφραγμένη με συρματόπλεγμα. Χωρίς κατοίκους, αφημένη στον χαλασμό του χρόνου, πεδίο μάχης ανάμεσα σε ερπετά και ποντίκια. Παιγνιδάκι του Αίσωπου ανάμεσα στο ποντίκι και το λιοντάρι που βρυχάται. Η Μόρφου, τουλάχιστον, κατοικείται. Από Τουρκοκύπριους του νότου, οι οποίοι με το σχέδιο εθνοκάθαρσης του τουρκικού στρατού το ’74, ξεριζώθηκαν από τα σπίτια τους, τους εγκατέστησαν εδώ. Κράτησαν και τ’ όνομά της. «Όμορφο» τη λένε. Σ’ αντίθεση με τόσα άλλα ονόματα που η κατοχή, για λόγους μνημοκτονίας, τους άλλαξε τα φώτα. Νοσταλγούν όμως την πόλη τους. Ένας μου ’λεγε τις προάλλες πως θα πάρει τυρί στο Νότο, να του φτιάξουν πασχαλινές φλαούνες οι Λεμεσιανοί, παλιοί γείτονες του, όπως κάνει κάθε χρόνο, αφότου άνοιξαν τα οδοφράγματα το 2003. Γι’ αυτό, άλλωστε, σαν τους δόθηκε η ευκαιρία, ψήφισαν να τη δώσουνε πίσω. Παρότι την αγάπησαν πια, ξέροντας όμως πως η ψυχή της δεν θα τους δοθεί ποτέ, έπαψε και να καρπίζει όπως πριν- η συνείδησή τους υπαγόρευε πως η πόλη εξακολουθεί να ανήκει στους παλιούς ιδιοκτήτες της. Αυτοί όμως, γαϊδούρια, σκέτα. Όχι συλλήβδην, βεβαίως! Σημειωμένους έχω μόνο κάτι επιφανείς άνδρες και γυναίκες, που βολεύτηκαν μέσα σε γλυκές κομματικές μυλόπετρες, βουλευτιλίκια και άλλες μπανανόφλουδες· ξεχάστηκαν. Παρ’ όλα αυτά, σε μένα δεν αρέσουν οι διαπληκτισμοί. Στο κάτω κάτω, η πόλη τους στάθηκε για μένα μονάχα μητριά. Τα έξι χρόνια που φοίτησα εκεί στο γυμνάσιο.
Ένας συγγραφέας(1), καταγόμενος επίσης από τη Μόρφου, είχε διαπληκτιστεί μαζί τους, έμαθα, με αφορμή ένα διήγημά του για τα παιδικά του χρόνια στη γενέτειρά του. Κι όλοι πέσανε απάνω του , να τον φάνε• πέθανε ο άνθρωπος, τους έκανε το χατίρι. Εδώ και τρία χρόνια. Όπως κι ο μικρός ήρωας του πριν από σαράντα χρόνια. Και οι δυο από καρδιά. Όχι, βέβαια, επειδή πέσανε πάνω τους να τους φάνε. όχι. Γραμμένους τους είχανε. 0 θάνατός τους επήλθε σε διαφορετικούς χρόνους. Στην κηδεία τους δεν πάτησε σχεδόν κανένας συμπολίτης, τέτοιο σκορποχώρι που κατάντησαν. Ή τουλάχιστον κάποιος επίσημος ή επώνυμος, ή πώς αλλιώς τους λένε αυτούς που επαγγέλλονται τον πατριωτισμό. Ούτε βουλευτής. ευρωβουλευτίνα ή ο εν κατοχή δήμαρχός τους• αυτών που η αντίστασή τους συνίσταται στο να επιδίδουν κάθε χρόνο, στην επέτειο της κατάληψης της πόλης, ένα ψήφισμα σε κάποιον λοχία της Ειρηνευτικής Δύναμης. Αυτοί που ξέχασαν πως η γενέτειρά τους είχε γεννήσει έναν καλό συγγραφέα (2) . Η προσφυγιά, μην ακούτε λόγια, τα μεγάλα λόγια «δεν ξεχνώ», όλα τα ξεχνά, όλα τα μαχαιρώνει, προπαντός σαν πέσουν οφίτσια και καλό φαί… Αυτά τους έσουρνε, πώς να αγαπήσουν έναν τέτοιο νεκρό!
Το διήγημά του «Η τελευταία επιθυμία του Μεμέτη»(3) αναφέρεται σ’ ένα τουρκάκι, γείτονά του, το οποίο οι Έλληνες ομήλικοί του δεν το θέλανε, φυσικά. Αντιθέτως, το περιλούζανε με βρισιές από το πλούσιο υβρεολόγιο ενάντια στους σύνοικους, όπως εμπλουτίστηκε στη διάρκεια του ένοπλου αγώνα κατά των Άγγλων, όταν ο φανατισμός χτύπησε κόκκινο εναντίον των Τούρκων γειτόνων τους· ως επίσης και των αριστερών γειτόνων τους. Επειδή και οι δυο δεν στήριξαν, λέει, τον ένοπλο αγώνα τους για Ένωση. Μόνο ο Φοίβος, ο μικρότερος αδερφός του, έκανε παρέα τον Μεμέτη, το γειτονόπουλό τους. Αχώριστοι φίλοι. Ο συγγραφέας, θυμάται το παιδί εαυτό του διαποτισμένο και το ίδιο από μισαλλοδοξία, μαζί με άλλους συμμαθητές του. Ένα βράδυ τα κάνανε γυαλιά καρφιά στο τουρκικό σχολείο. Υψώνοντας την ίδια νύχτα την ελληνική σημαία στο δικό τους σχολείο, ενθαρρυμένοι προφανώς από τους δασκάλους τους. Για να ακολουθήσει και η επίθεση ενάντια στο τζαμί. Πράξη αποδιδόμενη στο διήγημα, σε κύκλους της ΕΟΚΑ, που εξισώνεται στα μάτια του συγγραφέα περίπου με την τουρκική τρομοκρατική οργάνωση ΒΟΛΚΑΝ. Όλ’ αυτά αναγκάζουν τους λίγους Τουρκοκύπριους να εγκαταλείψουν την πόλη τους και να εγκατασταθούν στη Λεύκα, γειτονική κωμόπολη όπου πλειοψηφούσαν οι Τούρκοι.
Είχε περάσει χρόνος αφότου οι γείτονές τους, ο παπλωματάς με τη γυναίκα του και τον μικρό Μεμέτη εγκατέλειψαν την πόλη. Η μάνα του Φοίβου στεναχωριόταν που είχε χάσει την καλή γειτόνισσα και ο γιος της τον φίλο του. Και μια μέρα μπροστά στην πόρτα τους καταφτάνει ένα ταξί. Μέσα είναι η κυρία Μουκατές και ο γιος της, που ήρθε για να δει τον φίλο του. Άρρωστος
με την καρδιά του. Δεν του έμενε πολλή ζωή. Αγκαλιάστηκαν με τον Φοίβο, τους άφησαν για λίγο μόνους στο δωμάτιο. Όταν βγήκαν, ήταν και οι δυο κλαμένοι. Δεν είχε κλείσει μήνας και ο Μεμέτης έφυγε απ’ αυτή την άχαρη ζωή. 0 φίλος του πήγε στην κηδεία, μαζί με τη μάνα και τον πατέρα του, ο οποίος έμοιαζε πιο στεναχωρημένος κι από τον γιο του. Στο δρόμο της επιστροφής χτύπησε μια στο τιμόνι θυμωμένος: «Αχ, φτωχέ κοσμάκη!
Αν είχαν τα ριάλια, μπορεί και να το παίρναν Αγγλία το παιδί…»

Τον είδα να βγαίνει από τη Βουλή. Ήταν ένας από τους 76%, που δεν θέλησαν να πάνε πίσω, το 2004, επειδή το σχέδιο λύσης δεν το ενέκρινε ο αρχηγός… παρότι αυτός ο ίδιος το συζήταγε για δυο χρόνια. Η Μόρφου, πάλι στα αζήτητα. Ποιος ξέρει, αν θα προταθεί και πάλι για επιστροφή. Πάλι! Πάλι με χρόνια με καιρούς… Ένιωθε μήπως κάποια ενοχή; Πάντως ήταν λίγο σκυφτός ο βουλευτής και κουρεμένος γουλί- του φταίξανε οι τρίχες. Πλησίασε. Θα πρέπει να τον έκοβαν λόρδες, ερχόταν φουριόζος κατά πάνω μου. Δεν το είχε ξανακάνει και δεν ήξερα πώς να σταθώ στο ύψος των περιστάσεων. Όλοι οι συνάδελφοί του και το προσωπικό ξέρανε τα νόστιμα και προσεγμένα σάντουιτς μας. Μετρημένα σ’ αυτά, με θεία αναλογία, το αλλαντικό, το τυρί, το λαχανικό. Το ζέσταμα επίσης, αυστηρά καθορισμένο σαν ήπιος πυρετός, το ίδιο κι η μουστάρδα σε καράτια, και η πίκλα, σε δόση ακρίβειας. Το αγγούρι μόλις που ξεμύτιζε στο κάθε δάγκωμα, η ντομάτα, λόγω χρώματος και ειδικής ευαισθησίας, απέφευγε να εμφανιστεί. Εν κατακλείδι, η κατανάλωση ενός τέτοιου γεύματος, ισοδυναμούσε, σύμφωνα με κάποιους πελάτες, με κορυφαία πανδαισία! Πρόσφυγας όντας, είχε δουλέψει ένα διάστημα στα καράβια. Στην Αμβέρσα είχε γνωρίσει αυτά τα σάντουιτς, δίπλα στον σταθμό του τρένου, με τα πολλά χρυσοχοεία… Μόνο ο βουλευτής δεν τα ήξερε. Για μεσημεριανό πεταγόταν σπίτι, ήταν κοντά. 
Γνώριζα και τον πατέρα του εν λόγω βουλευτή. Ποτίζαμε κάποτε από κοινό αυλάκι τα περβόλια μας. Πορτοκάλια εκείνος, γκρέιπφρουτ εγώ. Εκείνος με δίδασκε τη δική του αιώνια πείρα του περβολάρη, έμοιαζε σχεδόν πατέρας μου, αλλά και μάθαινε από μένα τα πιο καινούργια, μιας που ήμουν απόφοιτος του Γεωργικού Γυμνασίου της κωμόπολης. Δεν αναφέρω τ’ όνομά του για να μην προσβάλω τον γιο του. Πέθανε κι αυτός με τον καημό του γυρισμού. Το μυαλό μου τον… συγκράτησε κάπως ωχρό, ή καλύτερα τεφρό, κάτω από το φως του φεγγαριού· να πλατσουρίζει στο νερό, μ’ ένα φτυάρι στον ώμο. Μολονότι στην αρχή τα βρήκε σκούρα, στο τέλος με αναγνώρισε κι εκείνος. Αρκετά γερασμένος από τον νόστο της επιστροφής. Του εξήγησα, όμως, πως και οι δυο τσαλαβουτούσαμε σε όνειρο. Εξ ου και οι φάτσες μας σαν αρνητικά φωτογραφίας· κατάλαβε.
Τρεις μέρες πριν ανοίξουν τα οδοφράγματα είχα επισκεφτεί το Γυμνάσιό μου, όπως άλλωστε έκανα συχνά στα όνειρά μου. Ήθελα να ξαναδώ το τεράστιό του χολ, όπου παίζαμε ντόμινο, σκάκι και ντάμα. Παίρναμε από τη βιβλιοθήκη βιβλία, ακόμη και του ερωτικού Γρηγορίου Ξενόπουλου και τα διαβάζαμε, ανεξέλεγκτα και ακατασχέτως, ακούγαμε από το ραδιόφωνο τις Κυριακές τους ποδοσφαιρικούς αγώνες, κάναμε τις γιορτές μας, παίζαμε θέατρα, απαγγέλλαμε ποιήματα και καθόμασταν τις τελικές εξετάσεις της χρονιάς. Δίπλα ο κοιτώνας της έκτης τάξης και στην άλλη πλευρά, η γραμματεία του σχολείου. Πιο μέσα το γραφείο του διευθυντή με το βούνευρο της τιμωρίας. Από την πίσω μεριά ο αμπελώνας όπου κάναμε τα πειράματά μας και στο βάθος ο απέραντος πορτοκαλεώνας. Προς τα ανατολικά ξεκινούσε ο δρόμος που οδηγούσε στη μεγάλη δεξαμενή. Αριστερά και δεξιά της «ιεράς οδού», όπως την ονομάζαμε, ήταν οι κοιτώνες της τάξης μας, τα καινούργια ατομικά λουτρά, όπου εκσφενδονίζαμε, χωρίς συστολή πια, τα σπερματοζωάριά μας, υποχρεωτικά δις εβδομαδιαίους. Ενδιάμεσα της ιεράς οδού το δωμάτιο ενός θεολόγου ντόπερμαν, επίσημου ελεγκτή των οργασμών μας, το ξομολογητάρι και στη συνέχεια, λαχανόκηποι και αγροί με αμέτρητες φανταχτερές πεταλούδες. Πόσες πεταλούδες, σαν τρυφερές μαθητριούλες σε παρέλαση από το διπλανό λύκειο, δεν είχαμε καρφώσει πάνω στον αιμοσταγή κι ανόητο πίνακα των συλλογών μας! Η δεξαμενή χρησίμευε και για κολυμβητικούς αγώνες που κάναμε το καλοκαίρι πριν από τις εξετάσεις. Από δίπλα περνούσε ο καινούργιος υπεραστικός δρόμος προς Ξερό και Λεύκα. Κάποιοι τυχαίοι σταματούσαν, περνούσαν μέσα από την περίφραξη και μας παρακολουθούσαν να σχίζουμε σαν κοκκινόψαρα το νερό.
Δεν ήταν όμως κανένας εκεί. Λες και οι αγώνες είχαν εγκαταλειφθεί από τον καιρό του Μεγάλου Θεοδόσιου, που τον είπανε τέτοιον, αυτόν τον θεομπαίχτη, αφού μεταξύ άλλων θεάρεστων, έκλεισε τις ακαδημίες και κατάργησε τους Ολυμπιακούς αγώνες. Προσπάθησα να τρυπώσω μέσα από τα τέλια. Πιο κάτω ήταν στρατιώτες, κατάφερα όμως ν’ ανεβώ στο τείχος της δεξαμενής. Άδεια! Στο βυθό της λάσπη και μέσα βατράχια με λερά ματοτσίνορα. Με το που με πήραν είδηση άρχιζαν να κοάζουν εκνευριστικά. Σ’ αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στην πραγματικότητα, όπου τα βατράχια σιωπούν στο άκουσμα ξένων θορύβων. Εκείνα όμως, συνέχιζαν το δαιμονικό κόασμά τους, μες στο όνειρο. Δοκίμασα να φωνάξω, με την ελπίδα πως θα άφηναν τα σπαστικά τους και θα συμπεριφέρονταν επιτέλους, ανθρώπινα, σύμφωνα με τις φυσικές τους συνήθειες. Τίποτε! Η φωνή μου δεν έβγαινε και τ’ αυτιά μου κουδούνιζαν από τα ψηλά ντεσιμπέλ. Αποφάσισα να του δίνω. Οι βάτραχοι μεγάλωναν σε μέγεθος, το ένιωθα ξεμακραίνοντας. Κοίταξα πίσω κάποια στιγμή, με φόβο, να το επιβεβαιώσω. Συντελούνταν κάτι χειρότερο. Οι τεράστιοι βάτραχοι, μεταμορφωμένοι τώρα σε μεγάλες χελώνες, βάρκες αναποδογυρισμένες, τρέχανε το κατόπι μου, με απειλητικές διαθέσεις. Ήξερα από τα παιδικά παραμύθια πως οι χελώνες κινούνται αργά, ιδιαίτερα ανταγωνιζόμενες το λαγό, έξυπνες όμως, τον είχαν κερδίσει μερικές φορές, κόντευαν να δρέψουν το ιδρωμένο πουκάμισό μου από πίσω. Ξαναγύρισα. Να βρω κάποια κατεύθυνση που θα τους ήταν δύσκολο να ακολουθήσουν. Αμέσως όμως στ’ αυτιά μου ήχησε αλλιώτικος ο θόρυβος της κίνησής τους, έμοιαζε μεταλλικός σαν εκσκαφέων, δεν ήταν πια ορδές από χελώνες, αλλά ίλες στρατιωτικών αρμάτων. Την πατήσαμε τώρα, λέω στον εαυτό μου αγκομαχώντας.
Μα γιατί τόλμησα να διακινδυνέψω ένα τέτοιο ταξίδι, ακόμη και στον ύπνο μου; Οι κάννες των πολυβόλων τους με ακολουθούσαν κατά πόδας! Τότε σκέφτηκα πως αυτές κοιτούν μακριά, οι κάννες δεν βλέπουν τι συμβαίνει ακριβώς κάτω από τη μύτη τους. Σχεδίαζα με ελπίδα τη διαφυγή μου. Κι ακριβώς τότε, μέσα από τις πρασιές των πορτοκαλιών, ακούω μια σιγανή φωνή:
«Κρύψου αμέσως κάτω από το δέντρο κι ακολούθα με!»
Το φεγγάρι πυρπολούσε τη νύκτα. Στην αρχή νόμιζα πως ήταν από τα τροχιοδεικτικά και τα βεγγαλικά της μάχης. Μιας μάχης με στόχο εμένα, που είχα τολμήσει να πλησιάσω τη δεξαμενή, άντρο ως φαίνεται, των πολεμικών επιχειρήσεων του εχθρού.
«Έλα μην χάνεις τον χρόνο!» άκουσα ξανά τη φωνή μπροστά μου.
Ακολούθησα. Στο ξέφωτο, εκεί που χώριζαν κάποτε μεταξύ τους τα περβόλια μας, στάθηκε κατάφατσα μπροστά μου. Έμοιαζε βέβαια γερασμένος από τον καημό της προσφυγιάς, όμως αμέσως τον αναγνώρισα. 0 πατέρας του βουλευτή.
«Δίπλα ακριβώς, πέρα απ’ αυτό τον όχθο, είναι το περβόλι της αδερφής σου, δεν το θυμάσαι;»
Ήταν το περβόλι που ποτίζαμε μαζί πριν από χρόνια. Η αδερφή κι ο γαμπρός μου, που καταγόταν από τη Μόρφου, ζούσαν για πολλά χρόνια στην Αυστραλία. Δυο χρόνια προ της εισβολής είχαν αποφασίσει να επαναπατριστούν. Με τις οικονομίες τους αγόρασαν ένα μεγάλο κτήμα που το εμπιστεύτηκαν σε μένα μέχρι την επιστροφή και την επανεγκατάστασή τους. Δυστυχώς δεν κατάφερα να το κρατήσω. Μείνανε με άδεια χέρια και στα ξένα, για πάντα. Στα γράμματά μου προσπαθούσα να εξηγήσω στην αδελφή μου πως το πάλεψα με τα τανκς, αλλά, δυστυχώς, η πάλη ήταν άνιση. Εκείνη αντιλαμβανόταν βέβαια, όπως και ο καλότατος σύζυγός της, πως δεν το είχα παλέψει καθόλου, κούφια λόγια ήταν. Όμως, δοκίμασαν να μπουν στη θέση μου, την ώρα που τα άρματα με κυνηγούσαν. Και οι δυο κατανοούσαν πως δεν ήταν δυνατό να τα βάλω μαζί τους, σιωπούσαν, όμως, συνωμοτικά. Ή μάλλον γράφανε κάποτε, πως «δεν πειράζει, εσύ έκανες ό,τι περνούσε από το χέρι σου… Καμιά φορά η δειλία σώζει τον άνθρωπο!» Ίσως και να υπονοούσαν, στον ύπνο μου πάντα, πως το ότι είχα καταφέρει εγκαίρως να διαφύγω, ήταν κι αυτό θετικό. Και, εν πάση περιπτώσει, σαφώς καλύτερο από του να διάγω σήμερα σαν αγνοούμενος, όπως άλλοι χίλιοι πεντακόσιοι, να αγνοούμαι μέσα στο περβόλι τους. Πράγμα που δεν συμμεριζόμουν, αφού άθαφτος καθώς θα ήμουν, θα με τρώγανε τα όρνια και θα έμενε ο σκελετός μου σαν σασί τρακτέρ, σκιάχτρο. ν’ ασπρίζει στον ήλιο. Κι όταν θα άρχιζε η διαδικασία της αναγνώρισης των χαμένων πτωμάτων και το κυνηγητό των οστών, με τη μέθοδο του ντι εν έι, κανείς δεν θα ψυλλιαζόταν να πάρει γενετικό υλικό από ένα σκιάχτρο. Και θα έμενα εσαεί στη μέση του χωραφιού να φυλάει το μποστάνι από τα κοράκια. Κι όταν κάποτε απελευθερωθεί η πόλη κι επιστρέψουν με το καλό, ζωντανοί να ’ναι, θα βρουν τα καρπούζια, τα πεπόνια, τα φασολάκια και τις ντομάτες, άθικτες. Μόνο που, στο μεταξύ, η ετεροθαλής αδερφή μου έπαθε πάρκινσον και θα της ήταν αδύνατο, μου έλεγε, να περπατήσει μέσα σε ανώμαλο χωράφι, με πολλούς σβόλους, έλεγε. Οπότε θα έστελνε τις δυο της κόρες, τη μια που διακρινόταν ως γιατρός στη Μελβούρνη και την άλλη, μεγαλοδικηγόρος αυτή, για να μαζέψουν ντοματίνια από το χωράφι τους. 0 γαμπρός μου είχε γεράσει κι αυτός ανεπανόρθωτα. Και παρόλα αυτά έκανε κι ο ίδιος κρυφά όνειρα. Τους έκρυβα επιμελώς την υπόθεση της υπεραγοράς…
«Τώρα», μου λέει ο πατέρας του βουλευτή, «θα σε περάσω απέναντι στο κτήμα της αδελφής σου. 0 κίνδυνος είχε περάσει, μόνο ο μεταλλικός θόρυβος των εκσκαφέων ακουγόταν ξεθωριασμένος. «Μέσα έχουν κτίσει τελευταία ένα σούπερ μάρκετ, ανήκει, νομίζω, στον συμπέθερο του Ντενκτάς. Εκεί δεν θα σε πειράξει κανείς. Θα μπεις, απαρατήρητος, μέσα σε μια μεγάλη κάσα, θα ξαπλώσεις σαν νεκρός, και αύριο πρωί πρωί, θα σε μεταφέρουν Λευκωσία».
«Και τι μ’ αυτό του λέω, θα με πάνε στην κατεχόμενη μεριά! Θα με γραπώσουν εκεί και αιωνία μου η μνήμη, για τα καλά! Δεν με συμβουλεύεις σωστά, θείε!» τόλμησα να πω. Πρώτη φορά του έμπαινα έτσι, αφότου τον θυμάμαι.
«Όχι, σου λέω!» είπε κάπως θιγμένος, «το φορτηγό αυτό ακολουθεί χρόνια τώρα μια μυστική διαδρομή. Περνά για λίγο στην ελεύθερη Λευκωσία, κάνει στάση ενός δευτερολέπτου μπροστά από τη Βουλή και θα πρέπει εκείνη ακριβώς τη στιγμή να προλάβεις να πεταχτείς. Μετά περνά πάλι, μέσω του φυλακίου Λήδρα Πάλας, στην κατεχόμενη Λευκωσία. Όμως, το τελευταίο, στην ουσία, δεν σε αφορά».
Έμεινα λίγο σκεφτικός. Ακόμη και στο όνειρο, θεωρούσα παράλογη μια τέτοια διαδρομή. Γέλασα κιόλας, οικτρά βέβαια, παραλληλίζοντας τον εαυτό μου με τυφλό ή λεπρό που θα έπρεπε, μέσα σε δέκατα δευτερολέπτου, όταν ο άγγελος ταράξει τα νερά, να πηδήξω στην κολυμβήθρα…
Θα πρέπει να κατάλαβε την οικτρότητα της σκέψης μου και είπε: «Μη σκέφτεσαι οικτρά! Πρώτα πρώτα δεν είσαι νεκρός. Αυτό θα πρέπει να το συνειδητοποιήσεις και να το χωνέψεις καλά. Διαφορετικά!… Στη Βουλή,
λοιπόν, θα σε περιμένει ο γιος μου. Μόλις φανείς στην πόρτα του φορτηγού, αυτός θα σε αρπάξει, οπότε αυτομάτως τερματίζεται κάθε δικαιοδοσία του οδηγού και των ένοπλων φρουρών, επάνω σου».
Το επιχείρημά του μου φάνηκε πειστικό. Από τη στιγμή που θα κρατιόμουν από το χέρι του βουλευτή, αποκτούσα κι εγώ ασυλία, ακόμη κι απέναντι στις σφαίρες.

Αυτό ήταν το όνειρο που είχα δει τρεις μέρες πριν από το άνοιγμα των οδοφραγμάτων, του οποίου είχαν προηγηθεί οι μαζικές διαδηλώσεις των Τουρκοκυπρίων, ενάντια στο καθεστώς. Σημαντικό ρόλο, βέβαια, θα έπαιξε
και η πολιτική οξυδέρκεια του Πρωθυπουργού της Τουρκίας που, με το άνοιγμα αυτό, αποσυμπίεζε μια βαλβίδα πριν από τη μεγάλη έκρηξη του καζανιού.
Σε τρεις μέρες παρακάλεσα ένα φίλο Τουρκοκύπριο και με πήρε με το αμάξι του μέχρι το Γυμνάσιό μου. Από την πλευρά του δρόμου προς Ξερό, κάπου εκεί στη δεξαμενή, όντως υπήρχε στρατόπεδο. Πλησιάσαμε από άλλη πλευρά. Το μεγάλο χολ ήταν ισοπεδωμένο, άχρι θεμελίων, όπως τους ελληνικούς ναούς που είχαν κατεδαφιστεί με μανία από τον Ιουστινιανό για να κτιστεί ο Ιππόδρομος και κυρίως το Υδραγωγείο της Κωνσταντινούπολης.
Στη στάση της Βουλής δεν με περίμενε κανένας βουλευτής. Αυτός ήταν μέσα, στα ενδότερα, που λέμε, και μηχανορραφούσε πάντα, μαζί με άλλους σχέδια για επιστροφή στη Μόρφου. Εάν και εφόσον πετυχαίναμε, όπως λέει, την ιδεατή λύση. Την προ της ταπεινωτικής ήττας, λόγω προδοτικής βλακείας, την προ της καταστροφής, την προ του εποικισμού από εκατοντάδες χιλιάδες έποικους που συνέρεαν κατά σμήνη σαν μύγες πράσινες, κατά τον Jenan Selchuk(4) . από την Ανατολία. Και κυρίως, αν δεν επέστρεφαν όλοι οι πρόσφυγες στα σπίτια τους. Και όλοι οι αγνοούμενοι στα σπίτια τους. Στα νεκροταφεία του νότου. Με τα μικροσκοπικά τους φέρετρα! Έτσι περνούσαν τα χρόνια. Και πάνω σ’ αυτές τις άπεφθες θέσεις είχε κτίσει τέτοια καριέρα που δεν είχε πια ανάγκη την επιστροφή…
Παρόλα αυτά πετάχτηκα σβέλτα στη στάση και ανέλαβα το κυλικείο. Τον περίμενα σαν τα χιόνια από καιρό, να πεινάσει και να απευθυνθεί σ’ εμάς. Είχα προειδοποιήσει τα παιδιά, τα οποία στην κρίσιμη στιγμή χτύπησαν ρέστα· αρνήθηκαν να τον εξυπηρετήσουν. Έμεινε εμβρόντητος! Και διαμαρτυρόμενος που ρεζιλεύεται μεταξύ των συναδέλφων του, οι οποίοι στο μεταξύ κατασπάραζαν, σαν… κύριοι, τα σάντουιτς Αμβέρσας. Στράφηκε προς εμένα, αγριωπός, και ξιφουλκώντας ένα απόσπασμα του νόμου εναντίον μου.
«Είναι εντολή από τον πατέρα σου! αντέτεινα, ήμασταν ψες μαζί…» Μολονότι ο πατέρας του ήταν νεκρός εδώ και μια δεκαετία, ασκούσε όμως ακόμη νεκρική επιρροή πάνω του, …ελέω αλύτρωτης Μόρφου.
Θα πρέπει να το κατάλαβε και ο ίδιος πως κάτι δεν του έβγαινε. Το έδειχνε ο τρόπος που είχε μαζέψει την ουρά στα σκέλια κι απομακρύνθηκε.
1) Σε μια προσπάθεια δημιουργίας συνείδησης ειρηνικής συνύπαρξης, επί διακυβέρνησης Χριστόφια, έγινε μια πρόταση συμπερίληψης στη σχολική ύλη λογοτεχνικών κειμένων που ενδεχομένως θα βοηθούσαν προς αυτή την κατεύθυνση. Ουαί και αλίμονο! Οι γνωστοί εθνικιστικοί κύκλοι κατάφεραν, για άλλη μια φορά, να ακυρώσουν κάθε προοπτική. Στην περίπτωση, θύμα λιντσαρίσματος ήταν και το διήγημα του Νέαρχου Γεωργιάδη.

2) 0 Νέαρχος Γεωργιάδης, συγγραφέας αρκετών βιβλίων με διηγήματα και πολλών άλλων με έρευνες για το ρεμπέτικο τραγούδι που γίνανε γνωστά στο πανελλήνιο, πέθανε τον Ιούλιο του 2013. Στην κηδεία του δεν είδα κανένα επώνυμο Μορφίτη, για να τον ευχαριστήσει που διέσωσε εις τον αιώνα τη μνήμη της Μόρφου μέσα από το διήγημά του «0 Αβράμης ο Κύριος», που διαδραματίζεται στην πλατεία του πολιούχου Αγίου Μάμα, ούτε και για το διήγημα «Η τελευταία επιθυμία του Μεμέτη» που σώζει την τιμή των Ελληνοκυπρίων απέναντι σε ό,τι κακό διέπραξαν για τη διαίρεση της πατρίδας…

3) Φαίνεται πως η υπόθεση του εν λόγω διηγήματος είναι πέρα για πέρα αληθινή. Τριάντα χρόνια από την τουρκική εισβολή και με το μερικό άνοιγμα των οδοφραγμάτων, η Ένωση Λογοτεχνών Κύπρου διοργάνωσε με τους Τουρκοκύπριους συναδέλφους δύο βραδιές διηγήματος με έργα τεσσάρων διηγηματογράφων από κάθε πλευρά. Το διήγημα του Νέαρχου Γεωργιάδη διαβάστηκε μεταφρασμένο στην κατεχόμενη Λευκωσία. Με το πέρας της ανάγνωσης, ένας ηλικιωμένος Τουρκοκύπριος, κατασυγκινημένος, ανέβηκε στη σκηνή και
ασπάστηκε τον συγγραφέα. Ήταν ο πατέρας του Μεμέτη, ο κύριος Μουζαφέρ, ο παπλωματάς του διηγήματος.
4) Jenan Selchuk: Τουρκοκύπριος νεαρός ποιητής. Έγραψε το ποίημα Αμμόχωστος, όπου κατακεραυνώνει την κατοχή και τον εποικισμό: «Με μια στρατιωτική επιχείρηση / της αφαίρεσαν τις ωοθήκες… / Σμήνη από μύγες πρασινωπές / γεννοβολούν στο λιμάνι / κάμπιες σε σαλβάρια τυλιγμένες…»

 

ΜΕΡΟΣ Β’

αφρός ονείρου η ζωή

ΘΙΝΕΣ ΑΓΑΠΗΣ ΚΑΙ ΦΟΒΟΥ

ΤΑ ΧΑΛΑΣΑΝ ΑΔΟΞΑ εδώ και μερικά χρόνια. Από μια επιπολαιότητα, χωρίς να έχει εξαντληθεί μέσα τους η ιξώδης έλξη της αλλοτινής μέθης. Αυτό ίσως ένιωθε εκείνη και πιθανόν εκείνος. Γι’ αυτό σαν τύχαινε κάποτε να συναντηθούν στο ανέμελο της σύμπτωσης, υπήρχε τρέμουλο και ξηρασία στα χείλη του. Κι εκείνης η φωνή κολλούσε. Δύσκολα τούς έρχονταν λέξεις· έμεναν στον ουρανίσκο. Λέξεις που άλλοτε σάλιωναν με υγρά του σώματός τους. Ένδειξη τού πόσο είχαν αφεθεί στην ξηρασία της ιδιότυπης τρέλας.
Ένα δείλι τον είδε να πλησιάζει από μακριά πάνω στο κύμα. Πήρε θέση άμυνας, όπως μια φορά, στα ξηρά χρόνια: την είχε ακουμπήσει με ασύνειδη τρυφερότητα στο μπράτσο κι εκείνη τινάχτηκε λες και την άγγιξαν δόντια κοφτερά. Ξανοίχτηκε στα βαθιά. Είδε μέσα από τη μάσκα της μια σμέρνα. Έμοιαζε με τυλιχτό κατιμέρι στη σκιά ενός βράχου. Υπέθεσε πως καραδοκούσε το θύμα
της. Η ίδια, λεία της. Κι αμέσως μέσα της φόβος: πως το κεφάλι της εκτοξεύεται και της δαγκώνει τη ρώγα. Μα το ζώο απλώς αμυνόταν. Εκείνος πλησίαζε. Το κολλώδες του θυμικού του ξεπρόβαλε σαν κρυμμένη χαρά. Εκείνη το σημείωσε, ανταπέδωσε, κι ένιωσε αίφνης άλγος γλυκύ στο υπογάστριο. Όπως τότε, που γάτες ηδονής γρατσούνιζαν τα έγκατά της μετά την ιεροπραξία της συνουσίας.
Έμοιαζε σαν να είχε βρεθεί σε δύσκολη θέση. Στο παγκάκι της παραλίας κάθονταν μαζί της μια κυρία με τον γιο της. Τους σύστησε. Ξάφνου μια εντύπωση πως η κυρία ήθελε να της πασάρει τον μορφονιό της. Να του μάθει τον αντρισμό. Πρόσχαρη, ύπαρξη γενναιόδωρη και αφειδής. Και άλλοι πιθανόν, με την ίδια λογική, θα μπορούσαν να φανταστούν πως ήταν η κατάλληλη να τους μάθει τον αντρισμό. Ήταν όμως παντρεμένη και διόλου διατεθειμένη να μάθει στον οποιονδήποτε το οτιδήποτε. Εκτός από Φυσική στους μαθητές της. Πιο πέρα βρισκόταν ο άντρας της. Έφτιαχνε παιγνίδια στην άμμο με τις κορούλες του. Πίσω από μια θίνα που τους έκρυβε. Αν φώναζε δυνατά, θα την άκουγαν. Δεν φώναξε. Αντίθετα, σαν να απολάμβανε την πολιορκία της. Το αγόρι ήταν
συνάδελφος στο γυμνάσιο, δέκα χρόνια νεότερος. Μαθηματικός. Πολύ κοντά στη Φυσική. Έμοιαζε όμως αναποφάσιστος. καθόλου φανατικός της διεκδίκησης. Κι
αυτό πίκραινε τη μάνα του, που καλοκρατούσε την πρόσχαρη συνάδελφό του. Ήλπιζε, ποιος ξέρει, σε κάποια ευγενική ατιμία. Να διδάξει στον προκομμένο της, για τον οποίο ψυχανεμιζόταν πως κι εκείνος τη λιμπιζόταν, να κατανοήσει πως, σάρκα και ψυχή πάνε πλάι πλάι. Αγκαλιάζεις την ψυχή, αγκαλιάζεις τη σάρκα. Κι ανάποδα. Αυτό, μάλλον, θα ήταν το αίτημα της μάνας προς την καταδεκτική καθηγήτρια, όμορφη τριανταπεντάρα να μάθει στον γιο της πως, άμα αγκαλιάζεις τη σάρκα, αγκαλιάζεις την ψυχή. Δεν ήξερε πώς να το πετύχει.
Έβλεπε τον γιο της, λεβέντη μέχρις απάνω, ωραίο αναλόγως, αλλά με μια ανυπαρξία στο πρόσωπο. Έλιωνε. Ή, δεν έλιωνε ακριβώς, αφού έμοιαζε χαρούμενη και απολάμβανε την παρέα της κοπέλας, απλώς ήταν σκεφτική. Σκεφτόταν κι αυτή τη σμέρνα, κουλουριασμένη στη σκιά του ύφαλου, έτοιμη να ριχτεί στο θύμα της. Δεν Φοβόταν όμως, η ίδια ήταν θύτης, με το να ζητάει ό,τι ζητούσε από την καθηγήτρια. Και θύμα, ίσως. Χαμογελούσε σ’ ό,τι εκείνη έλεγε, το πιθανό θύμα της. Και ήλπιζε. Και θα ήλπιζε ακόμη μέχρι τέλους, αν δεν προέκυπτε εκείνος, που είχε κολλώδεις ουσίες στο αίμα του. Το ψυχανεμίστηκε αμέσως. Από τη θλίψη του που μπερδευόταν με ευτυχία.
Κρατούσε στα χέρια ένα αόρατο ψαροντούφεκο. Στη θέα του η σμέρνα, επίσης αόρατη, παρέλυσε από φόβο. Κανείς δεν υποπτεύθηκε τον δικό του φόβο. Την έχανε οριστικά. Από τα δόντια του παλληκαριού, που τον περνούσε μισό κεφάλι κι είχε το στόμα κλειστό όλη την ώρα. Είδε πίσω από τα σαρκώδη χείλη του τα δόντια της. Κουλουριασμένη σαν κατιμέρι. Πάει, την έχανε. Ξεχνούσε πως εδώ και καιρό ήταν χαμένη για πάντα, στην αγκαλιά του άλλου πίσω από τις θίνες.
Η καθηγήτρια, που αυθαιρέτως και αδίκως θεωρήθηκε, πως μπορούσε να διδάξει πράγματα σε άλλους, ένιωσε αίφνης ένα τρέμουλο και ξηρασία στα χείλη. Κι αντί να κάνει κάτι να τα υγράνει, όπως το αντικαθρέφτισμά του με νόημα της ένευε, σε μια προσπάθεια καθέλκυσής της πάλι στα νερά του, εκείνη, φοβισμένη, σύρθηκε μ’ ευλυγισία φιδιού και χάθηκε στη σχισμάδα του βράχου. Ένιωσε ασφαλής πίσω από τον εαυτό της. Κι ας ήταν η θλίψη της, αδελφή μιας θλίψης φόβου. Καταπώς το λέει το τραγούδι «από φόβο χάσαμε… δεν μας συγχωρώ!»
Εκείνος, έκανε μεταβολή, προς την κατεύθυνση των βράχων με την αλισάχνη στις γούβες και τα αιχμηρά δόντια. Φυσιολογικά, με το αλάτι στην πληγή, θα έπρεπε να σφαδάζει. Κανένας, όμως μορφασμός δεν ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του, το γυάλινο λες και ονειρικό. Για να βυθιστεί σχεδόν αμέσως και ολοκληρωτικά, πίσω από τον αφρώδη λόφο της λύπης του. Πράγμα που πιθανόν να σήμαινε πως δεν θα επιπόλαζε ποτέ. Μέχρι τέλους. Και να, πώς έρχονται κάποτε τα πράγματα! Από καιρό είχε μια άποψη πως μια μέρα θα τον συναντούσε. Για πρώτη φορά, ξανά… Όπως τον άγγελο της Αγίας Θηρεσίας, θα κατέβαζε τη ρομφαία μέσα της. Σφαδάζοντας, θα τον αποκαλούσε τρυφερά «άγγελέ μου!» κι εκείνος, «γλύκα μου» κι ακόμη πιο πεζά, «γλυκό του κουταλιού». Κάποτε κιόλας έπιανε τον εαυτό της πεπεισμένο πως αυτό θα συνέβαινε μια μέρα που η ζέστη θα της περόνιαζε τα κόκαλα. Υπήρξαν όμως, και άλλες εκδοχές στις φαντασιώσεις της, όπως αυτή σήμερα, πως θα ερχόταν από τη θάλασσα σαν στήλη νερού, περιδινούμενη στήλη νερού, που έλιωνε από ζέστη σαν κύμα, χύνοντας τα δάκρυά του, σταγόνες χοντρές στο σώμα της, αδιάβροχο, φτερά κύκνου, από τα αντηλιακά λάδια καρύδας και μαντζούνια λησμονιάς.
Θα έφευγε, ναι. Αφρός ονείρου. Μέρα μεσημέρι. Παίρνοντας μαζί του και τη φαντασίωση της μάνας που είχε πασάρει το γιο της για μαθητεία στον έρωτα.

 

Η ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΗ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
Ή
ΕΠΕΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΚΑΤΟΥΡΙΑΣΗ

Το επεισόδιο άρχισε σε μια στιγμή αφηρημάδας, ενώ κοιτούσε το στήθος της ωραίας Ντιόν, που τους φρόντιζε με ευρωπαϊκή φιλικότητα και προσεγμένη θηλυκότητα τις μέρες του συμποσίου. Τα βυζάκια της, προσεγμένα κι αυτά με μέτρο, είχε φροντίσει να τα θωρακίζει με μια ροζ φανελίτσα, κάτω από το ελαφρώς ανοικτό πουκάμισο. Δεν έδινε, επομένως, την ευκαιρία, που συνήθως παραχωρούν ευχαρίστως οι δικές μας των εύκρατων κλιμάτων και των οψίμως χειραφετηθεισών, που με το παραμικρό σκύψιμο, ανοίγουν παραδείσους αναμονής, ξέροντας πως προκαλούν τις έγκαυλες προθέσεις του επιτήδειου παρατηρητή. Κείνη τη στιγμή ακριβώς ένιωσε θιγμένη μα και κολακευμένη από το… περιεκτικό βλέμμα του και του έκανε νεύμα να το μετακινήσει εσπευσμένως προς την κατεύθυνση όπου ένας άνθρωπος, ύψους τουλάχιστον τριών μέτρων, ερχόταν κατά πάνω τους. Κοψοχόλιασε. Αμέσως όμως κατάλαβε πως επρόκειτο για τον ξεναγό τους ο οποίος περπατούσε μέσα στην άμμο που περιέβαλλε το περίπτερο ή πώς αλλιώς να ειπωθεί, το παρατηρητήριο μάλλον, από το οποίο ατένισαν μόλις απ’ άκρη σ’ άκρη, μέχρι το βάθος του ωκεανού, στο εξαιρετικό «Πανόραμα Mesdag» του ομώνυμου ξακουστού ζωγράφου. Τρικ οφθαλμαπάτης, προφανώς. 
Κάπου εκεί τελείωνε και η περιήγηση στο μουσείο και την προσκάλεσε να πήγαιναν ένα περίπατο μέχρι το Διεθνές Δικαστήριο, το οποίο έπεφτε σχετικά κοντά, όπως η ίδια του είχε εξηγήσει. Ήταν πολύ περίεργος να δει αυτό το επίγειο θαύμα, όπου ο θεός, με ανθρώπινο χέρι απονέμει δικαιοσύνη, πολύ πριν από τη Δευτέρα παρουσία. Και μετά να κάθονταν κάπου για ένα ολλανδικό σναπς genever και γιατί όχι, να δειπνούσαν μαζί. Τρεις μέρες ήταν αρκετές για αυτού του βαθμού εξοικείωση. Εκείνη προφασίστηκε δουλειές, μπορεί, όμως, να μην ήταν πρόφαση, και γιατί, δηλαδή, να ήταν; Του εξήγησε απλώς τον δρόμο κι αποχαιρετίστηκαν. Το χαμόγελό της πάντα φιλικό κι αινιγματικό, άφηνε και στον ίδιο μια γεύση ατελείωτου, δεν του επέτρεψε να κοιτάξει ξανά το στήθος της, έστω, τελευταία φορά. Το στήθος της χανόταν για πάντα… Αυτό το τελευταίο χάρηκε που του ήρθε στο μυαλό κι έκανε την παλαβή σκέψη να την πάρει το κατόπι, να την προφτάσει, για να της πει ειδικά αυτό. Εκείνη, όμως, πιθανό να μην το έβρισκε καθόλου κομψό και αστείο, λέξεις με τις οποίες χαρακτήρισε ένα από τα διηγήματά του στο βιβλίο που της είχε χαρίσει δυο μέρες πιο πριν. Ναι, κάπως έτσι εκφράστηκε. Και σαν το έλεγε, κουδούνιζαν ήχοι γλυκοί στα λόγια της. Κι ανυπομονούσε να διαβάσει και τα υπόλοιπα. Γι’ αυτό βιαζόταν, να πάει σπίτι και να στρωθεί στο διάβασμα.
Το βράδυ ερχόταν συνεχώς στον ύπνο του. Μια αυτή, μια ο άλλος, ο υπεράνθρωπος που περπατούσε στην άμμο. Ο οποίος, του προσήψε την κατηγορία της αφηρημάδας, οπότε κάποια στιγμή, απρόκλητα, απείλησε πως θα τον άρπαζε και θα τον πετούσε στο ποτάμι που διέσχιζε το απέναντι ψαροχώρι. Μέσα στον πανοραμικό πίνακα μεν, αλλά αρκετά βαθύ με υποσχόμενο πνιγμό και με τις πολυπληθείς κεραίες των καραβιών σαν βελόνες, με διάθεση η κάθε μια να τρυπήσει κι από ένα κύτταρό του. Τόσο σοβαρό το αμάρτημα. Η Ντιόν έμοιαζε να ανησυχεί, ξέροντας πως αιτία για όλα αυτά ήταν τα στήθη της, σε λίγο, όμως, έμοιαζε να το ξεπερνά και χαμογέλασε με τον διφορούμενο τρόπο της. Μετά τον πλησίασε, τον κάλυψε σαν προστασία και ο υπεράνθρωπος απομακρύνθηκε σταδιακά σε σύννεφο σκόνης που σήκωναν τα βήματά του στην άμμο. Εκείνη στήθηκε όρθια, κοίταξε προς το μέρος του κι έκανε μια αόριστη χειρονομία, σαν να τον κατευόδωνε με ανακούφιση. Του χαμογέλασε ξανά με το διφορούμενο χαμόγελό της. Λες, όπως το ψεύτικο χαμόγελο της Τζοκόντα, για το οποίο μια ζωή διερωτόταν τι του έβρισκαν, επιτέλους; Είναι δυνατόν να προσποιούνται όλοι κατά συρροή, ότι εκείνη η λαγόχειλη γυναίκα είναι όμορφη; Δεν πιάνει μπάζα μπροστά στο σχεδόν ντροπαλό χαμόγελο της Ντιόν. Παρόμοια και με τα τραγούδια του Μητροπάνου, που απαξάπαντες τα έχουν για απαύγασμα ομορφιάς, μελωδικά ναι, μα οι στίχοι, εκτός ελαχίστων, είναι σκέτες ανοησίες. Μεταφρασμένα σε μια άλλη γλώσσα, γερμανικά ή αγγλικά, θα είναι για τα πανηγύρια. Κι όμως το χαμόγελό της, κάθε άλλο παρά εξεζητημένο, αποδείχτηκε το πιο γνήσιο από το πρώτο κιόλας βράδυ που την είχε συναντήσει στη ρεσεψιόν της γνωριμίας. Ακολούθως τον κράτησε από το χέρι και σχεδόν χορεύοντας, τον κατέβασε στον μόλο κι απ’ εκεί γλίστρησαν συνωμοτικά σε μια γολέτα του 18ου αιώνα. Ο καπετάνιος του θύμισε τον υπερμεγέθη τύπο στην άμμο, παραδόξως, όμως, είχε εκπέσει στις κανονικές του διαστάσεις κι έδειχνε εξαιρετικά καλοπροαίρετος. Η Ντιόν δεν του έδωσε ιδιαίτερη σημασία, ήταν απλώς ευγενική με το μοναδικό αυτό μέλος του πληρώματος, που είχε φροντίσει να τα βρουν όλα στην εντέλεια. «Τράβα στ’ ανοικτά!» του είπε. Η συμπεριφορά της φανέρωνε κυριαρχία στο σκάφος, ενώ η ελαφρά υπόκλισή του στη δεσποινίδα την επιβεβαίωνε. 
Μπροστά σ’ όλα αυτά τα απρόσμενα, είχε ξεχάσει τη βόλτα που εκείνη του είχε αρνηθεί μα και την πρόθεσή του να επισκεφτεί το Διεθνές Δικαστήριο, το οποίο, οι Ολλανδοί ονομάζουν Vredespaleis, «Παλάτι της Ειρήνης», του εξήγησε. Μετά η Ντιόν άνοιξε το ψυγειάκι και τον κάλεσε να υποδείξει το ποτό της προτίμησής του. Μινιατούρες ουίσκι, βότκα, τζιν, μα εκείνος προτίμησε το ντόπιο genever, στο οποίο είχε εθιστεί τις τελευταίες μέρες. Στεκόταν από πάνω της όσο εκείνη σκυφτή εξερευνούσε το περιεχόμενο ψάχνοντας κάτι για συνοδευτικό. Τότε πρόσεξε πως το ροζ φανελάκι απουσίαζε και τα βυζάκια της ήταν τώρα πιο εκτεθειμένα στο αχόρταγο βλέμμα του. Εκείνη το κατάλαβε και δεν έκανε τίποτε να σταματήσει τις ριπές του βλέμματός του. Την πήρε από τις μασχάλες και την τράβηξε πάνω του. Τη φίλησε. Εκείνη ανταπέδωσε με κλειστά μάτια. Με κλειστά μάτια τη βρήκε όταν εκείνος ξεκόλλησε τα χείλη του από τα δικά της, για να προχωρήσει με τα φιλιά στον άσπρο γκρεμ λαιμό κι ακολούθως πιο κάτω. Ένιωθε το σώμα της να ριγεί κολλημένο στο δικό του σ’ όλο τους σχεδόν το ύψος. Έμεναν ακάλυπτες μόνο κάτι χαραμάδες χαμηλά στα πόδια. Κατέβασαν το σναπς μονορούφι. Μετά τη φίλησε στα βυζιά, που πια δεν διέθεταν θωράκιση. Οι ρώγες πάλλονταν στο στόμα του. Δεν ήθελε να απατήσει τη γυναίκα του που περιπολούσε τριγύρω, σε κανένα μουσείο, καμιάν εκκλησία, όμως δεν άντεξε στον παλλόμενο πειρασμό. Θυμήθηκε κιόλας μια φράση της, που τον ενοχοποιούσε κάποτε δικαίως ή αδίκως: «Ξέρω, ο άγγελός σου είναι αδύνατος». Που θα πει πως είναι επιρρεπής σε πειρασμούς. Κι ακριβώς στην πιο κρίσιμη στιγμή ένιωσε το πέος του κατατεμαχισμένο. Δεν ήξερε τι να το κάνει, ο καπετάνιος πέταξε το μαχαίρι στη θάλασσα, εξαφανίζοντας κάθε ίχνος. Εκείνη κάθισε δίπλα του περίλυπη. Σκεφτόμενη, όμως. Για να την ευθυμήσει, και σαν καλός συγγραφέας, άρχισε να της διηγείται το παραμύθι για τον θεό Όσιρι που δολοφονήθηκε από τον αδελφό του Σεθ, ο οποίος τον έκοψε σε κομμάτια που τα διασκόρπισε σε ολόκληρο τον κόσμο. Η Ίσις, η αδελφή και σύζυγός του, ξεκίνησε ένα ατέρμονο ταξίδι προκειμένου να μαζέψει όλα τα κομμάτια του θεού και να τον ξαναφέρει στη ζωή. Και όντως, κατάφερε να τα συγκεντρώσει όλα, εκτός από το πέος του. Μη θέλοντας να αφήσει νεκρό τον εραστή της, έφτιαξε ένα άλλο από πηλό και του χάρισε ξανά τη ζωή με πεολειχία.

Η ονείρωξη αυτή, ανάμεσα τρόμου και ηδονής, μπορεί να ήταν κι από τις τελευταίες της ζωής του. Ήταν κοντά πενήντα. Η γυναίκα του στη διπλανή καμπίνα δεν είχε αντιληφθεί το παραμικρό. Πάλευε κι εκείνη με τους δικούς της εφιάλτες. Με τον τρίμετρο γίγαντα που εγκατέλειψε κάποια στιγμή τον οίακα στο έλεος του θεού και πήγε κοντά της, αφήνοντας ακυβέρνητο το σκάφος. Μόλις κατάλαβε ότι εκείνη δεν ανταποκρινόταν, άρχισε να της ψιθυρίζει στο αυτί πως ο άντρας της είναι ένοχος και σε λίγο θα έρθει η αστυνομία για να του πάρει κατάθεση.
-Κατάθεση για τι;
-Κάποιος κατούρησε το Διεθνές Δικαστήριο.
Μόνο αυτό δεν περίμενε ν’ ακούσει. Της φάνηκαν τρελά όλα τούτα και αποφάσισε στα σοβαρά να τερματίσει το όνειρο. Δεν μπορούσε όμως! Στη γλώσσα της ξανά ερωτήσεις και στ’ αυτιά της ξανά οι απαντήσεις. Έστω κι αν είχε ξυπνήσει μια δυο φορές κι υποσχέθηκε στον εαυτό της πως θα ονειρευόταν στο εξής κάτι άλλο, για να επικαλύψει το όνειρο εφιάλτη. 
-Και γιατί να αφορά τον άντρα μου αν κάποιος κατούρησε το Διεθνές Δικαστήριο; Ήξερε, ναι, πως κατέβαζε κάποτε κάτι τέτοιες ιδέες που τις εκσφενδόνιζε σαν αστεία, όχι όμως πως θα έφτανε ίσαμε την πράξη.
-Μα αυτό λέω, εκείνος τον έβαλε πάνω. Είναι, δηλαδή, ο ηθικός αυτουργός.
Θα πρέπει να ήταν η ώρα που ο άντρας της απολάμβανε τον ονειρικό οργασμό του. Λες κι είχε φυσήξει ένα δροσερό αεράκι από το φινιστρίνι και της χάιδεψε το πρόσωπο. Μάλλον θα είχε μόλις ξυπνήσει και η ίδια. Σ’ ένα δωμάτιο του ξενοδοχείου Novotel στο κέντρο της πόλης.
-Σε λίγο θα κτυπήσει το τηλέφωνο από την ρεσεψιόν. Οι αστυνομικοί περιμένουν κάτω. Αυτό το άκουσε στα σίγουρα. Ήταν ήδη ξύπνια. Στο μπάνιο ακουγόταν το νερό να πέφτει. Ο άντρας της. Βγαίνοντας την πληροφόρησε πως είχε ένα ευχάριστο όσο και δυσάρεστο βράδυ ονείρων, αλλά, τώρα κάτι συμβαίνει κάτω και θα πρέπει να κατεβαίνουμε, της είπε. Εσύ πώς πέρασες, το βράδυ σου; Πριν εκείνη απαντήσει χτύπησε το τηλέφωνο.
Κάτω τους περίμεναν δυο αστυνομικοί, τους είπανε όμως πολύ ευγενικά να προγευματίσουν πρώτα και μετά θα υπέβαλλαν «κάποιες ερωτήσεις στον κύριο!». Πάνω στην ταραχή ξέχασαν να πιουν το ποτό τους από κρύο νερό με λεμόνι και δυόσμο που προσφερόταν στην ρεσεψιόν κάθε πρωί. Τούτο μπορούσε να αλλάξει τα δεδομένα της μέρας. Και όντως, τον είχε προσέξει στη διπλανή passage, δίπλα από την τραπεζαρία, ένα μέτρο από κοντά τους. Πρόσεξε τις χειροπέδες κάτω από το μπουφάν, σε σχήμα συγκοινωνούντων δοχείων με το χέρι του αστυνομικού. Πανύψηλου επίσης, δεν συγκρινόταν όμως, με τον χτεσινό ξεναγό στο μουσείο. Η ταραχή κυριάρχησε, τους είχε κοπεί η όρεξη. Μετά τον καφέ η γυναίκα του, παρά την έντονη περιέργειά της, προτίμησε ν’ ανέβει στο δωμάτιο. Ευτυχώς δεν είχε προσέξει τον «διακριτικά» κρατούμενο. Άλλωστε, ένα νεύμα των ανακριτών τής είχε δώσει να καταλάβει πως δεν ήταν επιθυμητή. 
-Θα πρέπει να μας ακολουθήσετε για λίγο. Εσείς είστε ο ηθικός αυτουργός όλων όσων έχουν διαδραματιστεί το ψεσινό βράδυ. Ο φίλος μας απ’ εδώ τα έκανε γυαλιά καρφιά. Παραβίασε τη μεγάλη καγκελόπορτα του Δικαστηρίου, πλησίασε το κτίριο και το κατούρησε πατόκορφα. Είχε και ροή, φάνηκε, μετά από τόσες μπίρες…
Ο συγγραφέας κοιτούσε μια εκείνους και μια τον λεβέντη του, που κρυφογελούσε κάτω από τα μουστάκια του που δεν διέθετε, και δεν αποφάσιζε ποια υπερασπιστική γραμμή να ακολουθούσε. Να απ αρνηθεί τον καλό υπηρέτη, τον πιστό του φίλο;… Που ήταν πάντα όλος αυτιά, σ’ όσα τρελά έλεγε και δεν έλεγε, κι απλώς τα σκεφτόταν, κι αυτός αντιδρούσε συχνά σ’ αυτά. Ήταν το χέρι του, εκτελούσε. Ε, κάποτε και βίαια, όπως ψες. Που είχε πλακωθεί στις μπίρες και στα σναπς κι ακολούθως ξεσάλωσε κατουρώντας τα θεία της ανθρωπότητας.
-Έβαλε και φωτιά στο δέντρο Anna Paulowna μπρος από την είσοδο, μετέτρεψε σε στάχτη τις επιθυμίες του πολιτισμένου κόσμου για ειρήνη και δικαιοσύνη… Πως τάχα δεν δικάστηκαν οι Μπους και Μπλερ αλλά μόνο οι Μιλόσεβιτς και Κάρασιτς.
Α, τώρα άρχισε να μπαίνει στο νόημα για το μέχρι πού είχε φτάσει ο τύπος. Όχι δεν μπορούσε να φορτωθεί μια τέτοια ευθύνη. Αρνήθηκε τα πάντα. Οπότε, αλά μπρατσέ τον οδήγησαν πεζό απέναντι, στο Binnenhof, στο σύμπλεγμα των κυβερνητικών κτιρίων. Απ’ εκεί περνούσαν τις τελευταίες μέρες για την αίθουσα του συνεδρίου. Ο ήρωάς του δεν φαινόταν να είχε θιγεί από την προδοσία του, απεναντίας, κι άμα έβρισκε ευκαιρία του έριχνε και κανένα κρυφό χαμόγελο. Αυτή ήταν συχνά η τακτική τους. Τους χώρισαν, όμως, εκεί. Ο συγγραφέας βρέθηκε μονάχος σ’ ένα δωμάτιο με ψηλά παράθυρα, να διαβάζει την ολονύκτια κατάθεση του ήρωά του: Έναν απολογισμό ή και τις σκέψεις του για όσα του επεφύλαξε η άσχημη εκείνη νύκτα. Σκοπός και η δική του παραδοχή. Μπρε τους παμπόνηρους…
«Ωραία πόλη η Χάγη!», για κοίτα τον τώρα, τους αρχίζει στα κομπλιμέντα. «Αν και στιγματισμένη από ένα άντρο, απ’ όπου παρελαύνουν όλοι οι διεθνείς εγκληματίες. Κατά τα άλλα, ωραίοι άνθρωποι οι Ολλανδοί», μα, για κοίτα τον, πώς συνεχίζει το καλόπιασμα! «Τολμώ να πω και οι γυναίκες τους, όπως η ελκυστική Odin, που γνώρισα στα πλαίσια της διεθνούς σύναξης με θέμα ‘Η ψευδαίσθηση στη λογοτεχνία’. Λες και δεν έχει με τι άλλο να ασχοληθεί ο κόσμος, ειδικά αυτές τις μέρες που η Ευρώπη κατακλύζεται από πρόσφυγες και βραδυφλεγείς βόμβες από την ανατολή… 
»Μου έδειξε το Δικαστήριο από το παράθυρο. Κατεβήκαμε στην επόμενη στάση. Τραμ Νο 1. Θα ερχόμουν την επαύριον, είχε ήδη σουρουπώσει. Μου υπέδειξε, όπως της ζήτησα, ένα εστιατόριο, εκεί κοντά, με καλό ολλανδέζικο stake. Βιαζόταν, αλλά ήπιε μαζί μου ένα genever, μη με απογοητέψει. Καλό απεριτίφ, είπε, παραδεχόμενη, όμως, πως σπάνια πίνει. Την πρόλαβα όμως, και υστεροβούλως παράγγειλα ένα δεύτερο πριν σηκωθεί. Εξαιρετικό, είπα, ρουφώντας το μονοκοπανιάς, επιβραβεύοντας την επιλογή της. Το αρνήθηκε ευγενικά, οπότε το κατέβασα κι εκείνο. Η γλώσσα μου αμολήθηκε., Μπροστά στη θέα του Διεθνούς Δικαστηρίου το συνέδριό της είχε αλλάξει μέσα μου θεματική. «Η ψευδαίσθηση της Δικαιοσύνης!» Το σιγοψιθύρισα, μα δεν κατάλαβε. Χαμογέλασε με κατανόηση εστιάζοντας στο άδειο σφηνάκι στο χέρι μου. Και ξάφνου, ‘θα αποφασιζόταν σήμερα στις Βρυξέλες ο καταμερισμός των προσφύγων’, είπε η Οντίν, δοκιμάζοντας με κάποια καθυστέρηση να μπει στο πετσί μου. Τι να ΄καναν αυτοί οι κατατρεγμένοι στην κρυόκωλη Ευρώπη, σκέφτηκα εγώ, μα το κράτησα μέσα μου. ‘Θυμήθηκα τον πατέρα μου, τότε με την εθνοκάθαρση του τουρκικού στρατού από τα χωριά μας στην Καρπασία. Άνθρωπος που δούλευε σκληρά τη γαλαντόμα γη, τον αέρα, τη θάλασσα; Τι γυρεύουμε εμείς στους καταυλισμούς της Λευκωσίας, παραπονιόταν η μάνα μου; Να σπέρνουμε σιτάρι, να φυτεύουμε καπνά, να μαζεύουμε χαρούπια, ελιές; Και πεταγόταν από την άλλη παραλογιζόμενος ο πατέρας. Ή να πιάνουμε ψάρι στις πισίνες της αριστοκρατίας; Δέκα χρονών ήμουν τότε, μα βελόνιαζα κάθε τρελή λέξη τους. Η θεία από δίπλα θρηνούσε δυο γιούδες. Ένα σκοτωμένο κι ένα αγνοούμενο. Τον Κίσιγκερ και τον Ετζεβίτ, τους δικούς μας δολοφόνους, ποιος θα τους δικάσει; Πήγαινε κι ερχόταν στην αυλή και ρωτούσε μέρες, μέχρι που έπαθε τον κόλπο κι έμεινε σε μια καρέκλα αμίλητη.
»Μιλούσα μόνος, εκείνη είχε φύγει. Έφτασε το στέκι και το γύρισα στις μπίρες. Ρούφηξα μερικές Stella Artois. Προτού εγκαταλείψω επισκέφτηκα σαν κύριος την τουαλέτα. Πριν διανύσω διακοσαριά μέτρα η κύστη μου ξανακτύπησε. Δεν μπορούσα να το ρίξω εν μέση οδώ. Σέβομαι τις συνήθειες των πολιτισμένων ανθρώπων, σαν κι εσάς! Νάτος πάλι, με τις κολακείες του! Άλλωστε, θα με μαζεύατε και θα με κλείνατε μέσα. Ήταν η στιγμή που θα εισέβαλλα για να απαιτήσω εξηγήσεις από την Κάρλα ντελ Πόντε, για την τάξη του κόσμου… Η Οντίν δεν με ήξερε καλά. Τα κάγκελα κλειστά κι επενδυμένα στο πάνω μέρος με μυτερά καρφάκια, μόλις διακριτά, πολιτισμένα. 
»Πριν λάβω την τελική απόφαση να πεταχτώ και να βρεθώ μ’ ένα σάλτο στον κήπο, κατευθύνθηκα ενστικτωδώς προς το περίπτερο της εισόδου, όπου ένα δεντράκι πατόκορφα στολισμένο με χαρτάκια. Ευχές κι επιθυμίες, εξήγησε η ωραία μουλάτη φύλακας, για την ειρήνη και τη δικαιοσύνη στον κόσμο. Όπως στα παλιά χρόνια, οι παρακλήσεις στη δική μας Αφροδίτη και τη μετέπειτα αντικαταστάτριά της, τη θεά Παναγία. Συντηρούν κι αυτές μέχρι σήμερα από ένα δέντρο, όπου οι πιστοί, βίρα, κρεμούν τα παρδαλά λουριά τους. 
»Διάβασα ένα, διάβασα δεύτερο, τρίτο! Κανένα δεν έλεγε να μαζέψουν και όσους προστάτεψε η τσιμπίδα του νόμου τους… Μου ήρθε στο μυαλό το κορίτσι της Καλύμνου, που αντικρίζοντας στην ακτή πνιγμένο το αγόρι στην αγκαλιά του πατέρα του, αναφώνησε: ‘Αν για το Παρίσι πρέπει να κάνουμε ενός λεπτού παγκόσμια σιγή, για τη Συρία θα πρέπει να βγάλουμε τον παγκόσμιο σκασμό για δέκα χρόνια’. Αυτή η θύμηση μου τη βίδωσα απότομα.
»Δεν χρειάστηκαν πάνω από πέντε λεπτά, όση ώρα, δηλαδή, ήταν αναγκαία στη νεαρή μελαψή υπάλληλο, να κατεβεί τα σκαλιά της τουαλέτας αριστερά της, να εισέλθει στο ουρητήριο γυναικών, να καθίσει στη λεκάνη, να ουρήσει ό,τι τη φούσκωνε μέχρι πριν από λίγο, να σκουπίσει το ουρητικό της όργανο μην λερώσει την κιλότα της, και να επιστρέψει ανακουφισμένη. Έτοιμη να κλειδώσει τους πάντες έξω από την παγκόσμια δικαιοσύνη και να του δίνει. Τότε ήταν, που είδε με φρίκη το απογυμνωμένο, από ευχές, χαρτάκια κι ελπίδες, δέντρο απέναντί της κι εμένα να ποδοπατώ τα ασυνάρτητα χαρτάκια. Στη συνέχεια, τους έβαλα φόκο, πριν βρεθεί κοντά μου, πριν προλάβει να μιλήσει στο κινητό της. Και όχι μόνο. Πήδηξα σε χρόνο μηδέν τον φράκτη με τα ευγενικά αιχμηρά καρφάκια, αφού προηγουμένως ανέβηκα σ’ ένα τριγωνικό γεροντικό τρολεάκι. Αυτό που χρησιμοποιούν οι ηλικιωμένοι σας σαν μέσο κίνησης και αθανασίας, για να περιδιαβάζουν στην πόλη, αλλά και στην άλλη ζωή. Παίζει ρόλο Φιλιπινέζας καθ’ ημάς. Γίνεται και κάθισμα για κουρασμένους χρήστες. Κι αν κάποιος, μες στην άνοιά του το ξεχάσει, πράγμα που έγινε μπρος στα μάτια μου, επωφελούμαι και πηδώ χωρίς πρόβλημα στον χλοερό κήπο του Διεθνούς Δικαστηρίου. Κι αρχίζω να τρέχω προς την είσοδο. Κανένας δε με σταματά. Το νόστιμο στέκι που καταβρόχθισα πριν από λίγο, όχι well done, αλλά medium, με πολύ αίμα, τώρα εκδικείται. Διψώ για αίμα, εκδίκηση. Το ίδιο και οι μπίρες Stella Artois που αναλαμβάνουν τη δική τους δράση.
»Ωστόσο, κύριοι, ανακριτές, πρέπει να ξέρετε, πως αυτές οι απαισιότητες περί αίματος είχαν εισχωρήσει στο μυαλό μου τότε, εν βρασμώ ψυχής. Η αλήθεια είναι πως ποτέ μου δεν δίψασα για αίμα. Ποτέ, μα ποτέ. Εκτός από την περίπτωση του ολλανδικού στέικ, που τόσο όμορφα το φτιάχνουν οι μάγειροί σας εδώ στη Χάγη. (Πάλι οι κολακείες του!) Μα και στο Άμστερνταμ πάνω στα κανάλια το φτιάχνουν ωραία και στην Ουλτρέχτη, απ’ όσο θυμάμαι. Μα ναι, και στο Νάιμεγκεν, είχα φάει κι εκεί μια φορά στέκι με αίμα, πάνω στον Ρήνο. Αυτό το αίμα επιθυμώ.
»Η κύρια είσοδος του Δ.Δ άρχισε να μουλιάζει από το κάτουρο, οπότε και βρέθηκα στην αγκαλιά δυο συναδέλφων σας, φρουρών, του παγκόσμιου δικαίου. Έψαχναν τους καρπούς των χεριών μου για έναν ανεξήγητο λόγο. Αμέσως πρόσεξα τις χειροπέδες. Κρατούσα ακόμη το πουλί μου, σείοντάς το για εκροή και των τελευταίων σταγόνων. Και μου φάνηκε προς στιγμή να το διασκεδάζουμε οι τρεις μας. Τους έθεσα εντούτοις προ των ευθυνών τους, ως εκπροσώπους της διεθνούς νομιμότητας, πως δεν είμαι ο όποιος τυχών, και θα έπρεπε να κάνουν λίγη υπομονή ακόμη. Μέχρι να ανασύρω από την τσέπη μου λίγο χαρτάκι τουαλέτας, να σκουπίσω τις τελευταίες ρανίδες της ούρησής μου. Συνήθεια που χρονολογούνταν σαν προσωπική επιταγή υγιεινής. Θα έπρεπε να τη σεβαστούν, όσο το ένα μου χέρι βρισκόταν ακόμη εκτός χειροπέδης. Μου φάνηκε να δείχνουν κατανόηση. Κοίταξαν κιόλας αλλού όσο εγώ το τίναζα ακόμη. Αν ήταν οι δικοί μας αστυνομικοί, θα ήμουν κιόλας ανάπηρος. Μέσα σ’ εκείνο το κενό απορίας, πώς να συμπεριφερθούν σ’ έναν τρελό για δέσιμο, επωφελήθηκα για να κοιτάξω με ενδιαφέρον το αυλακάκι που διατηρούσε την αφρώδη ροή του όσο κυλούσε ανάμεσα στα μικρά λεπτεπίλεπτα τουβλάκια, που σκέπαζαν ολόκληρη την παλιά πόλη. Πριν ο γάντζος περισφίξει και τον αριστερό μου καρπό, πρόλαβα να χώσω στην τσέπη το διηθητικό χαρτάκι για την επόμενη επίσταξη. 
»Όντως, το χαρτάκι που μόλις πρόλαβα να τακτοποιήσω, το ένιωσα συμπαραστάτη σ’ ό,τι θα ακολουθούσε. Αλλιώτικα θα κατέρρεε όλη μου η άμυνα, όπως εκείνη του Λούζιν* και, βεβαίως, το σκεπτικό μου. Ήταν όλα στο τραπέζι, ακόμη και μια άτακτη υποχώρησή μου. Ευτυχώς σεβάστηκαν την άποψή μου πως η μπίρα Stella Artois, είναι υπέρ του δέοντος διουρητική. Η κύστη μου και η επίκτητη ακράτεια, προειδοποιούσαν και πάλι. Και το είχα παρατηρημένο, όταν έχεις γεμάτη κύστη, παραδίνεσαι άνευ όρων. Έδειξαν υπομονή. Τους βάραινε, καλά το κατάλαβα, η ενοχή του παγκόσμιου ψέματος; 
»Με οδήγησαν ευγενικά στις τουαλέτες δίπλα από την έξοδο.. Εκεί που πριν από λίγο το μελανούρι φύλακας είχε ξαλαφρώσει από τα υγρά του. Έμοιαζε, αναστατωμένη που το όμορφο δεντράκι της έμοιαζε με μαδημένη κότα. Τα χαρτάκια κάπνιζαν ακόμη. Ευτυχώς που δεν τους πρότεινα να τα σβήσω με την κάνουλά μου, επειδή ξεκάπνιζαν άσχημα. Μου είχε περάσει από το μυαλό.
»Μόλις στράγγισα τις τελευταίες σταγόνες, με γράπωσαν, όπως ήδη ξέρετε, οι δύο πράοι Ολλανδοί με τις τανάλιες τους και, χωρίς άλλη συνθηκολόγηση, με μετέφεραν στην αστυνομική κλούβα που περίμενε απ’ έξω. Επιτέλους, κάποιος με ρώτησε κάτι. Ο αξιωματικός της κλούβας. Τα θυμωμένα λόγια του έμοιαζαν με σπασμένα Γερμανικά με πολλά χριτς χρατς, που μου ενέπνευσαν φόβο. Κατάλαβε αμέσως το λάθος του κι επανέλαβε σε μια πιο κατανοητή γλώσσα. Τι γύρευα εκεί; Σας παραθέτω, λοιπόν, αυτολεξεί τον διάλογό μας. Όσο, βέβαια, μου επιτρέπει η μνήμη και η διαύγειά μου.
-Ζητώ, παρακαλώ, συνάντηση με την εισαγγελέα Κάρλα ντελ Μπόντε!
-Τι; Έμεινε άφωνος. Και τι θα την κάνεις, τέτοια ώρα; Είπε πάλι θυμωμένα, με πολλά χρ-χρ.
-Να ρωτήσω, αν έχει ήσυχη τη συνείδησή της…
Κι ενώ έκανε νόημα στους συνοδούς του να με μαζεύουν, είπε ακόμη: ‘Δεν είν’ εδώ. Αυτή έχει φύγει με σύνταξη’. Μην καταλαβαίνοντας εγώ, πόσο σοβαρά ή όχι, το είπε.
-Γέρασε, δηλαδή; συνέχισα την απορία μου.
-Πάρτε τον, είπε. Αν και στη γλώσσα του, από τα πολλά χρ-χρ κατάλαβα, πως την είχα βαμμένη. Τόσο το καλύτερο, σκέφτηκα. Οι εφημερίδες αύριο κάτι θα πουν για την περίπτωσή μου… Καλό αυτό, τίποτε δεν πάει χαμένο. Φτάνει να μην ξαναχτυπήσει η φούσκα μου.
-Τότε, θα ήθελα να δω τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου. Τον κύριο… Φον… Λες και τ’ όνομά του ήταν στη μύτη της γλώσσας μου κι οι μπίρες το κατέπνιγαν.
-Κλείστε τον! είπε πιο αποφασιστικά και αμετάκλητα. Χρρ… Μ’ έσπρωξε κιόλας λιγάκι, να πιάσω τη θέση μου στην κλούβα. Κατάλαβα πως ήδη απομακρυνόμασταν από την περιοχή του ευγενικού και αστείου. 
»Πριν με μαντρώσουν, οι κύριοι συνάδελφοί σας, είχαν ζητήσει και αρπάξει το πορτοφόλι μου. Με την ταυτότητα μέσα, που μου χρησίμευε για διαβατήριο στην Ενωμένη Ευρώπη, τα λεφτά, πεντακοσαριά ευρώ, τις δύο πιστωτικές κάρτες, την ευρωπαϊκή κάρτα ασθενείας, την κάρτα του American Heart Center με τα δύο στεν, ακόμη και μια λανθάνουσα δημοσιογραφική ταυτότητα, ό,τι, δηλαδή, γενικώς με συνιστούσε. Μου κόπηκαν τα πόδια. Όσες φορές είχα ονειρευτεί έναν τέτοιο εφιάλτη, ξυπνούσα σχεδόν προ της ανακοπής. Τους προειδοποίησα. Θα έφερναν ακεραία την ευθύνη… Μέχρι που να φτάσουμε στο κελί και πριν κλείσουν την πόρτα πίσω τους, μου τα επέστρεψαν όλα. Ένιωσα ανακουφισμένος. Και θα ένιωθα ακόμη και ευτυχής αν δεν κτυπούσε πάλι επιθετικά η κύστη μου. Βρέθηκα ξανά μπροστά στον κίνδυνο να απολέσω κάθε πλεονέκτημα εξ αιτίας της. Κοίταξα ένα γύρο στο κελί, δεν είδα το φωτεινό γυαλί κάποιας τουαλέτας. Κατάλαβα πως αυτό ήταν μέρος της ανακριτικής τακτικής τους, που μόλις άρχιζε. 
»Πριν μπήξω τις φωνές για να διεκδικήσω μέχρις εσχάτων τα δικαιώματά της φούσκας μου, άνοιξε την πόρτα μια νεαρή κυρία. Αν δεν βρισκόμουν κάτω από την πίεσή της , θα την έβρισκα κιόλας ωραία. Της εξήγησα. Χαμογέλασε. Με οδήγησε δίπλα. Θα πρέπει να γνώριζε από το ιστορικό μου και μου έδωσε επιπρόσθετο χρόνο για να σκουπίσω στο διηθητικό χαρτί τις τελευταίες σταγόνες. Μπορεί κιόλας η σκηνή της ούρησής μου, να προβαλλόταν στο σχεδόν διάφανο γυαλί της πόρτας κι εκείνη να παρακολουθούσε. Μα τα παπούτσια μου δεν είχαν καν κορδόνια. Μην κάνω καμιά τρέλα, πράγμα που δεν ήταν καθόλου στις προθέσεις μου. Αλλά εσείς, δεν το ξέρατε και λάβατε τα μέτρα σας. Καλώς!» Να τον πάλι, τον κόλακα.
»Η ωραία λοχίας κάθισε απέναντί μου και μου υπέβαλε, με καλή διάθεση, μερικές ερωτήσεις. Μόνο αν ήθελα τις απαντούσα. Γλυκιά. Ίδια η Odin, με αστυνομική στολή. Μα, και η φωνή της. Κι όσο η φούσκα μου άδειαζε και άφηνε τη σκέψη μου απερίσπαστη, καταλάβαινα πως αυτά τα πράγματα, απίθανης κατασκοπίας, θα μπορούσαν να συμβούν μόνο στις χώρες του τέως σοσιαλισμού. Που με τέτοια κολπάκια δέκα αστυνομικοί στη Μόσχα μου υφάρπαξαν εκατό μάρκα πολύτιμα, φοιτητικά. Όχι, όχι, εδώ είμαστε στην πολιτισμένη Ευρώπη, σκεφτόμουν, όσο εκείνη έμπαινε στην πρώτη ερώτηση: 
»Αν αυτό που έχω κάνει απόψε μου έτυχε να το έχω ξανακάνει. Δεν εννοούσε προφανώς αν έχω ξανακατουρήσει Διεθνές Δικαστήριο. Ούτε αν έχω ξαναφάει ολλανδέζικο στέικ, αν έχω πιει απανωτά τρία σναπς και ρουφήξει κάποιες μπιρίτσες Stella Artois. Δεν εννοούσε αυτό, αλλά κι αυτό να εννοούσε, μπορούσα να απαντήσω ευθαρσώς όχι. Είστε απόλυτα σίγουρος; μου λέει και με κοιτά με τα γλυκά μάτια της. Ωχ, η Odin! Ήθελα να της πιάσω το χέρι. Όχι πως με την Odin το άγγιγμα των χεριών παρέπεμπε σε κάτι παραπάνω από χειραψία. Δεν ξέρω αν χαμογελούσε σ’ όλους και καθηκόντως με αυτή την έλξη. Ή είχε ξεχωρίσει κάτι σ’ εμένα, που θα ήθελε να μου το δείξει. Πως με είχε θυμηθεί από το συνέδριο. Ή από το περιστατικό στο μουσείο και το πανόραμα Mesdag. Διέκοψε ξανά τη σκέψη μου:
-Ρώτησα αν έχετε ξανακάνει κάτι τέτοιο. Παύση. Αν έχετε σκεφτεί να προβείτε σε μια παρόμοια βιαιοπραγία;
»Αυτή τη λέξη δεν τη συμπαθούσα. Με άφησε άφωνο η ξαφνική σκληρότητά της. 
-Εννοείτε, αν έχω κατουρήσει δημόσιο κτίριο ή τέλος πάντων, κάτι αξιοσέβαστο, που δε θα έπρεπε; 
– Που να εμπεριέχει το στοιχείο της διαμαρτυρίας…
-Ναι, απαντώ, ναι! Ο χρόνος που είχα κερδίσει πριν είχε αποτέλεσμα. Την πρώτη φορά κατούρησα ένα παπούτσι συμμαθητή μου, της λέω, το είχα γεμίσει μέχρις απάνω. Ζούσαμε σε οικοτροφείο. Κοιμόμασταν σε κοινό θάλαμο στον πρώτο όροφο. Τα παπούτσια μας παρκαρισμένα στον διάδρομο σαν κατσαρίδες… Γέλασα, ανιστορώντας κάτι από την παιδική μου αθωότητα. Χαμογέλασε κι εκείνη. Ίδια η Odin! Ξεθάρρεψα. Έπρεπε να κατεβαίνουμε ολόκληρο όροφο και τα ουρητήρια ήταν κάτω στην αυλή…
– Ναι, όντως ήταν μια διαμαρτυρία, είπε τώρα σοβαρά. Σκέψου όμως και κάτι από την ενήλικη ζωή σου.
Για να ανακτήσω ξανά το θάρρος της, είπα να ξανοιχτώ και σε μια περίπτωση που θα την έκανε να γελάσει. Πριν χρόνια είχα επισκεφτεί τον γιο μου στο Κίελο, όπου σπούδαζε. Πέσαμε πάνω στο Κίλε Βόχε, το φεστιβάλ μπίρας. Καταλαβαίνετε. Την πρώτη φορά πήρα το δρόμο για τις δημοτικές τουαλέτες, μπροστά στη λίμνη. Μεγάλη ουρά, μόλις που άντεξα. Τη δεύτερη ξανά, αλλά ο κόσμος πολύ λιγότερος. Την τρίτη φορά έκανα κι εγώ ό,τι και οι άλλοι. Κατουρούσαμε τους τοίχους της εκκλησίας. Όλοι. 
»Δεν γέλασε. Ρώτησε μόνο: Η τρίτη;, λες κι ήταν σίγουρη και για μια τρίτη που να επιβεβαίωνε τη διάγνωσή της περί Εκδικητικής Κατουρίασης. 
»Με εντυπωσίασε η διάγνωσή της. Μόνο μια επαγγελματίας εγκληματολόγος ψυχολόγος, θα μπορούσε να τη θέσει με τόση ακρίβεια. 
-Το είχα σκεφτεί, αλλά δεν το πραγματοποίησα. Ήταν τότε που η Βουλή μας κάτω, σε μια βδομάδα είχε πάρει δυο αλληλοαναιρούμενες αποφάσεις. Στη μια χαρακτήριζε έναν ολετήρα της χώρας, που ανατίναζε αστυνομικούς σταθμούς κυβερνητικά κτίρια, ως επικίνδυνο εγκληματία και στη δεύτερη, που στο μεταξύ ο περί ου ο λόγος τα είχε τινάξει, τον ανακήρυξε άξιον τέκνον της πατρίδος!
-Τρομερό, όντως! Και γιατί δεν το πραγματοποίησες;
-Πρώτα απ’ όλα κείνη την εποχή δεν έπινα μπίρες. Πάνω από μια μικρή, δηλαδή! Κάποτε. Δεν είχα λεφτά, σπούδαζα τότε, θα έπρεπε να κόψω εισιτήριο να κατέβω κάτω. Πού τέτοια λεφτά; Άσε που κάτι τέτοιο μπορεί και να μου στοίχιζε τη ζωή. Οι νυχτοβάτες, χάριν της πατρίδος, ήταν πολλοί εκείνες τις ολέθριες μέρες.
-Τώρα καταλαβαίνω πλήρως τα κίνητρά σου. Η ποινή μπορεί να κυμαίνεται από μερικούς μήνες μέχρι και ενός έτους φυλάκιση.
-Μα πώς, της λέω, με πίκρα στη φωνή, που την είχα εμπιστευτεί. Σ’ αυτή την περίπτωση απλώς περνούσα απ’ εκεί και η φούσκα μου πλήρης, έκανε κουμάντο. Καταδικάζετε μία ουροδόχο κύστη σε ενός έτους φυλάκιση;

Αυτές ήταν και οι τελευταίες λέξεις από την επεισοδιακή κατάθεση του alter ego, του συγγραφέα, ο οποίος είχε λάβει μέρος στο συνέδριο με θέμα «Η ψευδαίσθηση στη λογοτεχνία». Αυτή ήταν και η εισήγησή του, που καταχειροκροτήθηκε. 
Μόνο ένας σηκώθηκε πάνω και τον κατακεραύνωσε: Μα τι θέλει, κύριε, ο ιδεατός σου ήρωας; Έχει καταβροχθίσει τον αγλέουρα, έχει πιει του σκασμού και γνοιάστηκε τώρα τους πρόσφυγες… Δεν είχε, δηλαδή, κατανοήσει, ο κύριος αυτός, τη δικτατορία της φούσκας. Δεν είχε γευτεί ποτέ του μπίρα. Ήταν και ο ίδιος πρόσφυγας από το Αφγανιστάν. Τις τρεις μέρες του συνεδρίου ο νους και τα μάτια όλων περιπολούσαν διακριτικά γύρω από τη ζώνη του.
*Η άμυνα του Λούζιν – μυθιστόρημα του Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ

 

ΤΑ ΠΗΓΑΔΙΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ (2012)

ΥΠΝΟΣ ΑΝΤΙΠΟΙΗΤΙΚΟΣ

Κάποτε νιώθω τόσο κουρασμένος
θέλω να πάω να κοιμηθώ
με διάθεση
πέραν του ύπνου.
Να κοιμηθώ
βαθιά
να μην ακούω.

Η κενότητα των λόγων σας
η ματαιότητα των πράξεών σας
υπνηλία μου φέρνουν
θανατερή.
Να κοιμηθώ χωρίς όνειρα
τα όνειρα
αντίγραφο όσων ζω
καθρέφτισμα των λόγων σας
της θρασύτητάς σας
εγώ τα έχω σιχαθεί.

Δε θέλω να βλέπω
μέσα σε συμπληγάδες βλακείας
επηρμένης
οιδηματικής
σαν πτώμα με μύγες πράσινες
να γυροφέρνουν
την πατρίδα μου την ίδια.

Θέλω να κοιμηθώ•
νομίζοντας πως κοιμάμαι
να συνεχίσω.

 

ΝΟΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΗ

Στην πατρίδα πάλι και στους πολιτικούς της

Τέλεψαν τα πανηγύρια
του ανερμάτιστου Λόγου
οι κρίνοι
της αειπαρθένου κυήσεως
οι θρήνοι
το έλαιο στους λύχνους
των μωρών παρθένων
οι μαστιγώσεις
οι εμπτυσμοί των ηλιθίων
τ’ ακάνθινα στέφανα
των εμπαθών

τετέλεσται όλα
με την αλήθεια του νου.
Η τρέλα στους υπονόμους
τα κεφάλια μέσα

πολιτικοί της πεντάρας
αρχιερείς γυμνοί από φαιλόνια
και χρυσά
άσπρα βρακιά όλοι
μηδενός εξαιρουμένου
βρακιά χεσμένα.

Τα πλυντήρια των λέξεων
αρνούνται να στραγγίσουν το νόημα
της ρυπαρότητας
τ’ απορρυπαντικά σήκωσαν τα χέρια
και με την Ανάσταση του νου
ο κάθε κατεργάρης στον πάγκο του.

Είτε, δηλαδή, αφαιρούμε
τον ακάνθινο στέφανο
από την κεφαλήν Αυτής –
μπήγοντας στην καρδιά ο καθένας τ’ αγκάθι
μοιραζόμενοι τους εμπτυσμούς που μας αναλογούν
τα ραπίσματα
χάριν Αυτής -,
είτε κρινόμαστε ανάξιοι κάθε Σταύρωσης
κι από δω και μπρος
ο καθείς τον Γολγοθά του,
μπαγάσηδες.

Τρίτη Διακαινησίμου, Απριλίου έκτη, 2010, εν Λευκωσία

 

ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΣΤΗΝ ΚΑΡΠΑΣΙΑ

Στον Λευτέρη Παπαλεοντίον

Ψες δεν έκλεισα μάτι.
Έβλεπα όνειρο παιδικό
έναν εφιάλτη
πως εκδρομή πηγαίναμε
στην Καρπασία
γιαλό γιαλό.

Περάσαμε κι απ’ το χωριό
καποιανού φίλου.
Που έμοιαζε άλλοτε μικρός
και άλλοτε μεγάλος
κι έκλαιγε γοερώς.

Ήτανε τούτη η σατανική εναλλαγή
που με ξυπνούσε κάθε τόσο.

Έκλαιγε λέγοντας πως το χωριό του
δεν το γνωρίζει πια.
Μα δεν το ξέρω, έλεγε
νυκτοβατώντας σαν αγγελούδι
αρπαγμένος στο καπό
και έλεγε πως όλοι μας
κανονικά έχουμε ένα χωριό
μια μήτρα που αγαπάμε.

 

ΧΙΟΝΙ ΣΤΟΝ ΠΕΝΤΑΔΑΧΤΥΛΟ

Άσπρη μέρα, επιτέλους, 
σαβάνωσε την ημισέληνο 
στο αμίλητο βουνό. 
Αναίσθητος όμως ο ήλιος 
βούρτσισε στο πι και φι 
το αθώο χιόνι
δεν είχε αίσθηση του τι ποιεί.

 

ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ

ΟΝΕΙΡΩΔΥΝΙΑ

Κείνα τα κόκκινα μυρμήγκια
τα υπερμεγέθη
που τρέχουν σαν μηχανές
παίρνουν και φέρνουν στα όνειρά μου
καβαλάρηδες

χωρίς κράνος 
μήτε κεφάλια

που γελούν όμως 
μαρσάροντας 
ξέρω πως γελούν.

Κι εγώ να φοβάμαι 
πως έρχεσαι

με το κεφάλι κομμένο

να με ασπαστείς.

Καίτοι
στο διηνεκές
η απουσία σου.

 

ΕΥΤΥΧΕΙΣ ΗΜΕΡΕΣ

Οι ευτυχείς Ημέρες της ζωής του
έρχονται κάποτε
μάγισσες
αναμαλλιάρες
του θυμίζουν καγχάζοντας
την ελαφρότητά του
όταν τις είχε
γυναίκες στο κρεβάτι
με στήθη ηφαιστειακά.

Να, μαλάκα, του κάνουν
μουντζώνοντάς τον,
γιατί δε φύλαγες
κάποιες μας
για τα καλά στερνά;

Κι’ εκείνος
να τις κοιτά καχύποπτα
θαμπές
μέσα από το γυαλί του ονείρου.

Ξυπνώντας,
να μετρά απλώς την πίεσή του
που έχει ανέβει αισθητά

 

ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΜΕΙΝΟΥΜΕ ΚΙ ΕΤΣΙ

Βρεθήκαμε
να ζούμε μιαν κατάσταση,
να την υπερασπιζόμαστε,
καθώς λεν, με το αίμα μας
και να τη μισούμε
με κρύα σοφία
και κοσμιότητα.

Περικυκλωμένοι σ’ ένα
κιγκλίδωμα σιωπών
που θα μιλήσουν
με την αηδία του σκύλου
που κροταλίζει το βρασμένο κρέας
και τη θαλπωρή.

Μπορεί να μείνουμε κι έτσι
ως τη συντέλεια
πρότυπα υποταγής
μαζικής τρέλας
σαν είδος ζωής.

 

Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΜΟΥ

Η θάλασσά μου
δύστροπη σήμερα
γι’ αυτό δεν μπήκα μέσα της
μέχρι να κατευνάσουν τα νευράκια της
να’ ναι καλή μαζί μου
να μου φιλά το σώμα
εγώ να γλιστρώ στο βυθό της,
έμβρυο
να με περνά απ’ τον κόλπο της
να με αναγεννά
στα ιαματικά της ξεπλένοντας
τη θλίψη μου.

 

ΕΝΥΠΝΙΟ

Την ανακαλεί στον ύπνο του
από το διαδίκτυο παλιών καιρών
όπως φακίρηδες τα πνεύματα
και παπάδες από την Ωραία Πύλη
την Πλατυτέρα των Ουρανών.

Αυτή
παγιδευμένη στο μαγνητικό πεδίο του
νιώθει νευρικότητα
διστάζει
μα δεν μπορεί παρά
να καθελκυστεί σαν καραβάκι
κάποτε
στ’ ονειρικό επίνειό του.
Αν και αναποφάσιστη
ενίοτε εχθρική
περιμένοντάς τον
να πατήσει τη σκανδάλη του enter.

Αυτός,
καίτοι χαρούμενος
για τη λυσιτέλεια της πονηριάς του
αδρανεί.

Μάγος καλός
μα διόλου πια
τεχνίτης.

 

ΔΙΚΗ

Θα ‘πρεπε να ‘χε τελειώσει 
από χτες η δίκη 
για την κλοπή του χαμόγελου 
στη δυναστεία της θλίψης• 
όπου ξεπουλάν 
παράνομες χαρές 
ως να ήταν περιττές 
επαίσχυντες
ως να μην ήταν πετράδια
αιωνιότητας
κι αθανασίας, έστω
μες στη γενική ψευδαίσθηση
και την απόλυτη λήθη.

Αν βγάζαμε την ψυχή μας 
τη μουλιάζαμε 
στη χλωρίνη του πένθους 
τη στεγνώναμε 
στ’ αγκάθια 
και στους ίσκιους μας 
θα μπορούσαμε ίσως 
να μιλάμε με παρρησία 
στους δικαστές

που μας χέζουν ολοσχερώς 
λες κι οι ίδιοι δεν κακούργησαν ποτέ
στον έρωτά τους – 
την τυφλή τους δικαιοσύνη.

 

ΑΓΕΝΝΗΤΑ ΒΡΕΦΗ

Πόσα διηγήματα
χάθηκαν μέσα στον ύπνο
σαν αφύλακτα παιδιά του δρόμου
πόσες ποιήσεις
καταβρόχθισε
και δεν έφτασαν ως το πρωί.

Διαφορετικοί κοιμόμαστε
αλλιώτικοι ξυπνάμε
μην ξέροντας σε ποιο κρεβάτι
μένει έγκυος η μνήμη
με ποιον μας απατά μες στο σκοτάδι

σε ποια κλινική
ή κάδο απορριμμάτων
τ’ αποβάλλει

χωρίς ένα χάδι
ανάγνωση νηφάλια
πρωινή.

 

ΠΡΟΔΟΣΙΕΣ

Κατόρθωσες κ ι αυτό ,
συγγραφεύ μέγα,
να προδίδεις φίλους
με τόση ευκολία.
Μετά από ενδελεχή προπόνηση,
εννοείται.
Ξεκινώντας από τον εαυτό σου
που κρυβόταν χρόνια
παριστάνοντας τον ρέμπελο
γράφων επιτηδείως –
ακόμη και άσιτος έμεινες
επί μακρόν.

Ώσπου συνήλθες
πρώτα οικόσιτο
σε πισινές αυλές,
εν συνεχεία
ορθά κοφτά τα είπες
–όπως τα ήθελαν–
έγινες δεχτός στα σαλόνια τους
που

«να, προς τα κει πέφτουν!»
έλεγε ο Σκαρίμπας
μουντζώνοντάς τα–
μα κι ο Βάρναλης,
θαρρώ.

 

 

ΕΡΩΣ ΕΝ ΚΑΜΙΝΩ, Διηγήματα, (2001)

Από το διήγημα «Να ντρεπόμαστε να πούμε τ’ όνομά μας»

…Οπότε μια Κυριακή πρωί με αποσπά από το σπίτι και πηγαίνουμε να με ξεναγήσει σ’ εκείνο το «υπέροχο και φανταστικό καταφύγιο, το τόσο μακρινό μα και τόσο μέσα μας, όπως η ψυχή μας!»
Η γυναίκα μου δυσφορούσε βλέποντάς με ν’ ανεβαίνω στο αυτοκίνητο και να φεύγουμε μαζί. Δικαιολογημένη κάπου. Λαμβάνοντας κανείς υπόψη πως άλλοι συνάδελφοι στο σχολείο κάπου τον απέφευγαν, εκτός βέβαια από τη Μνημειάδου . Την Έλλη Μνημειάδου, που είχε κι εκείνη μέσα της μια δίδυμη αδελφή να την κυνηγά. Εκείνη δεν είχε αγνοούμενο πατέρα, όπως εκείνον, αλλά έναν άλλο, πολύ δικό της άνθρωπο – κι ας μην τη συνέδεε μαζί του καμιά συγγένεια αίματος ή καταχωρισμένη, τέλος πάντων, σε χαρτί επίσημο, και κυρίως το παιδί του που δεν συνέλαβε ποτέ…
Τρέχα τώρα βρες άκρη με τα πονεμένα, σαλεμένα μυαλά.
Όλοι όμως, κουτσομπόληδες και μη, γνωρίζαμε με πάσα λεπτομέρεια γιατί η Έλλη Μνημειάδου δεν είχε συλλάβει ποτέ το μοναδικό παιδί της, που θα πρέπει τώρα να κυκλοφορεί γύρω στα δώδεκα με τελειωμένο το δημοτικό, κι ωστόσο δεν το έχει δει κανείς, παρά μόνο εκείνη σε κάτι φευγαλέες στιγμές, παρασυρμένη από οπτασίες και εμμονές… Γνωρίζαμε ακόμη, κουτσομπόληδες και μη, πως τη μέρα εκείνη, της μοιραίας σύλληψης –στο μυαλό ή στο σώμα;- είχαν σβουρίξει πάνω από την ερωτική φωλιά τους, στο ρετιρέ του «Σαλαμίς Μπέι» στην Αμμόχωστο, τα αεροπλάνα του Αττίλα. «Μη» του είπε, «μη! Μιαν άλλη φορά που τα πράγματα θα είναι καλύτερα!» Το σπέρμα του κύλησε κάπου γύρω στον αφαλό της. Τώρα ζωντανεύει κάποτε και θέλει να μπει μέσα της. Οπότε ένας γαλαξίας από σπυράκια φυτρώνει στο σώμα της, αλέα εφιαλτική στην παλιά διαδρομή. Τον Νίκο δεν τον ξαναείδε από τότε. Και παρόλο που το όνομά του φιγουράρει στον κατάλογο των αγνοουμένων, εκείνη ξέρει… Στην αρχή δεν θέλησε να στερήσει την ελπίδα από τους δικούς του, τους «πραγματικά» δικούς του. Ύστερα, όσο περνούσαν τα χρόνια, της φαινόταν ακόμη πιο δύσκολο κι έτσι τα πράγματα μείνανε στο διφορούμενο του θανάτου. Η ίδια στο μεταξύ είχε φροντίσει να διασταυρώσει επαρκώς κάποιες πληροφορίες, που προέρχονταν από παλιό φίλο και τέως, ας πούμε, ερωτικό αντίζηλο του Νίκου. «Άς πούμε», έλεγε κι εκείνη και γελούσε κάποτε μέσα από ξεσπάσματα αυτοσαρκασμού. «Ένα “ας πούμε” έχει καταντήσει η ζωή μας, ας πούμε πως ζούμε, ας πούμε πως γεννήσαμε παιδιά, που όταν όμως βαράνε το κουδούνι της εξώπορτας κι αλαφιασμένοι τρέχουμε, αυτά γίνονται άφαντα, ροβολώντας τις σκάλες». Μεγαλώνουν όμως, μεγαλώνουν τα παιδιά που δεν γεννήσαμε… Μεγαλώνουν και μας κυνηγούν… σκέφτεται κάποτε, σαν είναι στις πολύ πολύ μαύρες της.
Ο Θεός να βάλει το χέρι του.

 

ΣΤΟ ΜΑΤΙ ΤΟΥ ΦΙΔΙΟΥ (2000)

(Απόσπασμα)

…. Θα πρέπει, εν τέλει, να ήταν κανένας τριχοφάγος από τους γάτους, γιατί αυτός είχε άλλο βίτσιο. Αντί για σκυλί κι εκείνο το εσταυρωμέρο ρίφι, αυτός κουβαλούσε πάντα μαζί του ένα γάτο. Γάτο υψηλής περιωπής, που άμα βαριόταν κι ήθελε να βγει, πεταγόταν στο χερούλι της πόρτας μια δυο και κατάφερνε ν’ ανοίξει. Και σαν δεν γινόταν ούτε αυτό, έπαιρνε φόρα και πηδούσε από το παράθυρο κι όποιον πάρει ο χάρος. Μπορούσε να προσγειωθεί από το ύψος του πρώτου ορόφου στο κεφάλι κάποιου ανέμελου περαστικού, που θα κατουρούσε στο εξής κόμπο κόμπο από τον φόβο του. Ο Θεός, όμως, μας γλίτωσε από μιαν τέτοιαν εκδοχή και είχε προτείνει κάτι άλλο: αντί στο κεφάλι του περαστικού να προσγειωθεί στην οροφή ενός διερχόμενου λεωφορείου. Οπότε τα κάνει, φαντάζομαι, λίμπα τα ζεμπίλια των επιβατών, επιθεωρώντας σ’ αυτά κάθε τι γατοφαγώσιμο… Κάνει και την εξοχή του στα ορεινά και μας κατεβαίνει με αναρρωτική, πηδώντας πάλι από ψηλά, ακριβώς μπροστά από την πόρτα μας, και με σπασμένο το κεφάλι από το ξύλο.
Έτσι, ο Κωστής προτιμούσε να τον κουβαλά μαζί του για να ‘χει το κεφάλι του ήσυχο. Μια φορά τον είχε πάρει κιόλας μαζί του στην εκκλησία. Και πάνω στη βιάση του μην σφετεριστούν άλλοι τα ρούχα των εξαπτέρυγων που ήταν ωραία και φανταχτερά σαν άμφια δεσποτάδων, παράτησε τον γάτο σ’ ένα μπαούλο εκεί δίπλα. Και φυσικά κάποιαν ώρα άρχισε να νιαουρίζει ο διάβολος. Τρέχει ο παπάς ν’ ανοίξει, πετάγεται από μέσα σαν σαΐτα και σκαρφαλώνει ο καταραμένος στο εικονοστάσι. Κάμποση ώρα περιπατούσε πάνω από τα κεφάλια των αγίων, όπως έναν απελπισμένο που ανεβαίνει στον τρίτο όροφο κραδαίνοντας την απειλή πως θα ριχτεί στο κενό – που τελικά όμως κάνει δεύτερες σκέψεις: «Τέτοια ζωή, κάλλιον ζωή παρά θάνατος». Εξακολούθησαν να τον προκαλούν βεβαίως, μ’ ένα κηροσβέστη, πως θα τον κατέβαζαν άδοξα. Οπότε εκείνος πετάγεται στο χρυσό καντήλι που κρέμεται απευθείας από τον ομφαλό του Παντοκράτορα ψηλά στον θόλο. Κι αρχίζει να ανεβαίνει. Όσο πλησιάζει όμως προς τον πάντων Κτίστη, κάτι του λέει πως τα πράγματα άρχισαν να σκουραίνουν, αφού από κάτω βάζει τις φωνές ο παπάς και μαζί του συνολικώς το ποίμνιον. Οπότε γυρίζει τον κώλο κι αρχίζει να κατεβαίνει, κι ακούει τότε το γέλιο του Θεού. Του νιαουρίζει κι αυτός με τη σειρά του και μ’ ένα σάλτο ακαριαίο πηδάει στο κενό. Ακριβώς πάνω στη γενειάδα του μοιχού ιερέως. Θεέ μου, πώς τα σκαρώνεις κάτι τέτοια, με τι νόμισμα πληρώνεις εσύ; Γελούσες, όμως, σε είδα, Παντοκράωρ!
Να γιατί αρρώστησε ο Κωστής. Και τον άφησαν εκεί να λειώνει, πρώτη η δασκάλα του τον είχε παρατημένον. Και να τώρα. Τώρα είναι αργά. Απλώς τραβούμε ο καθένας τον δρόμο του που όλο και στενεύει… Αχ, εκείνη η «στενή πύλη», «ολίγοι εισίν οι ευρίσκοντες αυτήν», έγραφε η Ρέγγα, η αδερφή του, σε μιαν υποσημείωση υπεροπτικής ειρωνείας.
Και ο Θεολόξ να παραφυλάει την πράσινη πινακίδα με τις επιστολές των μαθητών και να επιμένει σε μερίδιο βλεψία σε όλα τούτα, που είναι ανάξια λόγου, πόσο μάλλον Θεού λόγου…

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΑΛΛΌΦΥΛΟΙ ΕΡΑΣΤΈΣ

ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΥ

Diastixo 23/7/2018

Ο Χρίστος Χατζήπαπας κλείνει σχεδόν πενήντα χρόνια στα γράμματα. Η πρώτη του ποιητική συλλογή, Ενδοσκόπιο, εκδόθηκε το 1969. Έκτοτε εξέδωσε συλλογές ποίησης και διηγήματος, αλλά και τρία μυθιστορήματα. Παρά τη μακρά διαδρομή στη λογοτεχνία, εξακολουθεί να πειραματίζεται. Αυτό αποδεικνύει η τελευταία συλλογή διηγημάτων του, Αλλόφυλοι εραστές. Αντιθετικοί άξονες διαπερνούν όλη τη συλλογή, έτσι που το βιβλίο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί διπολικό, κάτι που έδωσε την ευκαιρία στον συγγραφέα να αναμετρηθεί με πολύ σημαντικά θέματα. Ήδη ο τίτλος παραπέμπει σε αυτή τη διπολικότητα – και δεν είναι μόνο τα δύο μέρη του βιβλίου τα οποία κινούνται σε διαφορετικό ύφος και θεματολογία. Είναι και οι δύο αφηγηματικές φωνές σε ορισμένα διηγήματα, αλλά και οι αντιθετικές σχέσεις θάνατος/ζωή-έρωτας, παρελθόν-παρόν, νεότητα/γήρας-ομορφιά/φθορά, Ελληνοκύπριοι-Τουρκοκύπριοι. Παρά τη διπλότητα αυτή, η αίσθηση της ενότητας και της σύγκλισης διατηρείται χάρη στην επιδέξια τεχνική του συγγραφέα, αφού υπάρχουν οι άξονες και οι συνδετικοί αρμοί που τέμνουν κάθε φορά τους δύο πόλους: π.χ. έρωτας και θάνατος, κυπριακό, αυτοαναφορικότητα, διακειμενικότητα.
Το πρώτο διήγημα, το πρώτο μέρος και όλη η συλλογή τιτλοφορούνται Αλλόφυλοι εραστές. Τα διηγήματα έχουν να κάνουν με τις σχέσεις ανάμεσα σε Ελληνοκυπρίους και Τουρκοκυπρίους κυρίως στα κρίσιμα χρόνια μέχρι το 1974, αλλά και σήμερα. Ο συγγραφέας επιστρατεύει την τεχνική της πρωτοπρόσωπης μαρτυρίας, της αποκαλυπτικής εξομολόγησης, κι άλλοτε τον δημοσιογραφικό λόγο, όπως στο διήγημα «Τα σκυλιά του Κουτλού Ανταλί», αλλά και τη συμβατική τριτοπρόσωπη αφήγηση. Σε αρκετά διηγήματα, όπως στα «Αλλόφυλοι εραστές», «Αν έλειπε εκείνη η μέρα στο ημερολόγιο…», «Ο Ντελι-Γιωρκής», «Ειδική αποστολή», υπάρχει πάντα μια φωνή πίσω από τη φωνή, ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα του αποκαλυπτικού λόγου. Ένας πρωτοπρόσωπος Τουρκοκύπριος αφηγητής καταθέτει τη μαρτυρία του για τα γεγονότα που έζησε τη δεκαετία του 1960 μέχρι το 1974, τον παραλογισμό που οδήγησε στην τραγωδία της Κύπρου. Ο επίσης πρωτοπρόσωπος αφηγητής-συγγραφέας ελάχιστα επεμβαίνει. Ανάμεσά τους μεσολαβεί ένας διερμηνέας. Ο αφηγούμενος τα περιστατικά ζει μια δραματική στιγμή κατά την εξομολόγηση, με κορυφώσεις δραματικής έντασης.

Το ιστορικό, πολιτικό και χωροχρονικό πλαίσιο, και γενικά η ανθρωπογεωγραφία μέσα στην οποία εγγράφεται η μυθοπλασία, είναι το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα με εστίαση στη δεκαετία του 1960 έως την εισβολή: ΕΟΚΑ, τα σχέδια του Ντενκτάς για taxim-διχοτόμηση, ΤΜΤ, η Βολκάν και δολοφονίες Τουρκοκυπρίων, ΕΟΚΑ Β’, διακοινοτικές ταραχές, οι εκατέρωθεν δολοφονίες και ο εξτρεμισμός, το πραξικόπημα, η εισβολή. Η δράση τοποθετείται κυρίως σε τουρκοκρατούμενες περιοχές, π.χ. στην περιοχή της Μόρφου.

Στο πρώτο διήγημα, «Αλλόφυλοι εραστές», και στο δεύτερο, «Αν έλειπε εκείνη η μέρα στο ημερολόγιο…», πρωτοπρόσωπος αφηγητής είναι ο Ερόλ. Αναφέρεται σε γεγονότα που συνέβησαν στην περιοχή της Μόρφου. Ο Ερόλ μιλά για δολοφονίες Τουρκοκυπρίων και Ελληνοκυπρίων, αλλά και διαταγές για μαζικές δολοφονίες. Ωστόσο, υπήρξαν άνθρωποι εκατέρωθεν που αρνήθηκαν να εκτελέσουν τέτοιες εντολές, όπως ο Ερόλ και ο Δημήτρης, οι οποίοι έσωσαν αντίστοιχα Ελληνοκυπρίους και Τουρκοκυπρίους. Μέσα σε όλα αυτά, παρά τη φωτιά και τον πόλεμο, ο έρωτας βρίσκει τον τρόπο να ανθίσει και να στεριώσει. Έτσι, ο Ερόλ στην αφήγησή του εγκιβωτίζει προσωπικές ερωτικές ιστορίες, τη δική του με την Αλέφ, του Παντελή με την Ντενίζ, του Δημήτρη με την Αντιλέ.
Στο διήγημα «Ειδική αποστολή», ο Νιχάτ αποκαλύπτει την αποστολή που ανέθεσε σε αυτόν και τον Χασάν ο κατοχικός στρατός στην Ελιά· να θάψουν μια φρικτά δολοφονημένη, βιασμένη και γυμνή Ελληνοκύπρια. Στο διήγημα «Στα Καλυβάτζια», ο Τουρκοκύπριος Μουράτ, παλιό στέλεχος της ΤΜΤ, εκφράζει την παράξενη επιθυμία να γνωρίσει ένα από τα μέλη της ΕΟΚΑ Β’. Στο διήγημα «Τα αγαπημένα σκυλιά του Κουτλού Ανταλί», ο συγγραφέας αναφέρεται στη δολοφονία του Τουρκοκύπριου δημοσιογράφου, υπέρμαχου της φιλίας και της ειρηνικής συνύπαρξης με τους Ελληνοκυπρίους. Στο διήγημα «Ο Ντελι-Γιωρκής», στο οποίο εγκιβωτίζεται και η αφήγηση του Ζεκί, εξιστορεί τα γεγονότα των διακοινοτικών συγκρούσεων στα Καζιβερά. Στο διήγημα «Στο αίθριο της Βουλής», ο συγγραφέας θυμάται το συγκινητικό διήγημα του Νέαρχου Γεωργιάδη «Η τελευταία επιθυμία του Μεμέτη» για τη φιλία ενός Τουρκοκύπριου παιδιού με συνομήλικό του Ελληνοκύπριο, σε μια δηλητηριασμένη ατμόσφαιρα μίσους και εθνικισμού. Η «Καύση» αποτελεί φόρο τιμής στον Εμίν. Σε αυτό εξιστορείται η φιλία του αφηγητή με τον Εμίν, ο οποίος παρά τις αντιξοότητες και την πολεμική του Ραούφ Ντενκτάς επέλεξε, μετά την εισβολή, να ζήσει με τους Ελληνοκυπρίους. Στο «Σαν μια στιγμή η ζωή», ο ετοιμοθάνατος Ελληνοκύπριος Βήτα, ανάμεσα στο παραμιλητό και τα ενύπνιά του, αφηγείται μνήμες της ζωής του που σχετίζονται με τα τραγικά γεγονότα της Κύπρου.

Όλα όσα αναφέρονται είναι θεματικές που ο Χρίστος Χατζήπαπας ανέπτυξε και σε άλλα έργα του (διηγήματα, μυθιστορήματα, ποίηση). Οι εξομολογήσεις και οι μαρτυρίες στόχο έχουν να αναδείξουν την αλήθεια που η επίσημη Ιστορία αρνείται να καταγράψει. Με όχημα τη μνήμη, ο συγγραφέας φτάνει με τόλμη στο βάθος των πραγμάτων, στηλιτεύει τις ακρότητες και τον εθνικισμό. Αυτό που τον ενδιαφέρει ιδιαίτερα είναι τα φωτεινά παραδείγματα, οι εξαιρέσεις, οι άνθρωποι που μέσα στον παραλογισμό της εποχής τους πήγαν ενάντια στο ρεύμα και διέσωσαν την ανθρωπιά και τον άνθρωπο. «Μπορεί και να μας βγει σε καλό. Η γνώση της Ιστορίας δεν έβλαψε ποτέ κανέναν…» θα σχολιάσει η Αϊσέ στο διήγημα «Στα Καλυβάτζια».

Παρά τα όσα τραγικά περιγράφονται, η εντύπωση που αφήνει ο συγγραφέας είναι πως υπάρχει ακόμα ελπίδα. Είναι ο έρωτας, η αγάπη, η ομορφιά και η φιλία που θριαμβεύουν μέσα στη φωτιά, υπερνικώντας το μίσος και ξεπερνώντας κάθε εθνοφυλετικό, θρησκευτικό ή γλωσσικό περιορισμό. Πολύ χαρακτηριστική είναι η παραδοχή των δύο πρώην ορκισμένων εχθρών, του Τουρκοκύπριου Μουράτ (ΤΜΤ) και του Ελληνοκύπριου Παναγιώτη (ΕΟΚΑ Β’) στο διήγημα «Στα Καλυβάτζια». Στη συνάντησή τους, καθώς αναλογίζονται το παρελθόν, παραδέχονται: «Γελαστήκαμε, Μουράτ, μας ξεγέλασαν!» «Bokettik! Σκατά τα κάναμε!».

Τα ζητήματα ταυτότητας απασχολούν τον συγγραφέα σε πολλά από τα διηγήματα. Ο έρωτας ανάμεσα σε έναν Ελληνοκύπριο και μια Τουρκοκύπρια του δίνει την ευκαιρία να εξετάσει τέτοια θέματα, όπως η θρησκεία (οι Τουρκοκύπριοι δεν είναι ιδιαίτερα θρησκευόμενοι) και η γλώσσα (πολλοί Τουρκοκύπριοι μιλούν την ελληνοκυπριακή διάλεκτο και αρκετοί μέχρι το 1974 δεν ήξεραν τούρκικα).

Ο τίτλος του β’ μέρους της συλλογής δίνει τη βασική θεματική των εννιά διηγημάτων: «Αφρός ονείρου η ζωή». Αναφέρονται στο πεπερασμένο και το εφήμερο της ανθρώπινης ύπαρξης. Τα πολιτικοϊστορικά γεγονότα και η κριτική που ασκείται υποχωρούν σε δεύτερο επίπεδο. Αυτό που κυριαρχεί είναι η κοινωνική κριτική για το σήμερα, η αλλοτρίωση και κυρίως τα αντιθετικά σχήματα νεότητα-γήρας, θάνατος-έρωτας. Αντίθετα με ό,τι συμβαίνει στο α’ μέρος της συλλογής, στο οποίο, παρά τα φαινομενικά ανυπέρβλητα εμπόδια, εθνικά, θρησκευτικά ή άλλα, ο έρωτας ευοδώνεται, εδώ ο συγγραφέας επιστρέφει σε ένα χαρακτηριστικό θεματικό μοτίβο της τέχνης του: ο πόθος υπάρχει, αλλά ο έρωτας σπάνια θα ολοκληρωθεί, καθώς θα παραμείνει στη σφαίρα της επιθυμίας, του ονείρου, των ονειρώξεων και της φαντασίας. Το ύφος επίσης αλλάζει: αντί του τραγικού-δραματικού, εδώ κυριαρχεί το χιούμορ, η ειρωνεία, ο σαρκασμός και ο αυτοσαρκασμός. Επιπλέον, τα διηγήματα αυτά συνδέει ένας πρωτοπρόσωπος, ομοδιηγητικός αφηγητής, ο οποίος διανύει τη μέση ηλικία ή βαδίζει προς την τρίτη ηλικία.
Το τελευταίο διήγημα του β’ μέρους έχει τίτλο «Η ψευδαίσθηση στη λογοτεχνία ή Επαναστατική κατουρίαση». Είναι ένα διήγημα για την ποιητική του διηγήματος. Ο συγγραφέας επισκέπτεται τη Χάγη για ένα συμπόσιο λογοτεχνίας. Όμως, θα βρεθεί υπόλογος ενώπιον της δικαιοσύνης, γιατί ο ήρωας της ιστορίας του, alter ego του συγγραφέα, κατούρησε το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Η πρόθεσή του είναι προφανής: να ξεσκεπάσει την υποκρισία της διεθνούς δικαιοσύνης (σε αυτό συμβάλλουν οι αναφορές στην Κύπρο και στον εμφύλιο στη Συρία). Κι εδώ ο ερωτικός πόθος του αφηγητή για τη συνεργάτιδά του Ντιόν γίνεται πράξη μόνο στις ονειρώξεις του. Όμως, όλη αυτή η ιστορία δεν ήταν παρά η εισήγηση του συγγραφέα στο συμπόσιο με τίτλο «Η ψευδαίσθηση στη λογοτεχνία ή Επαναστατική κατουρίαση». Στο διήγημα αναπτύσσεται το μοτίβο του ανεκπλήρωτου έρωτα, του ερωτικού πόθου που βρίσκει διέξοδο μόνο στη φαντασία του ήρωα. Το όνειρο γενικά διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στο έργο του Χρίστου Χατζήπαπα. Είναι ο χώρος στον οποίο πραγματώνεται το απραγματοποίητο, εκεί που γεφυρώνεται το συνειδητό με το ασυνείδητο.

Οι ήρωες υποφέρουν, λοιπόν, από έναν βασανιστικό έρωτα, έναν Έρωτα εν καμίνω, για να θυμηθούμε τη συλλογή που ο Χατζήπαπας εξέδωσε το 2001. Η θεματική αυτή, σε παραλλαγές, συναντάται στα διηγήματα «Παραγωγικός έρως», «Αυτοί που τρέχανε σαν άλογα», «Το εισιτήριο», «Δεν πίστευε στον θάνατο», «Οι καημένοι» και «Θίνες αγάπης και φόβου». Ακόμα, όμως, κι εκεί που ανθίζει ο έρωτας, η αιφνίδια αλλαγή της τύχης, ο θάνατος ή μια αρρώστια έρχονται να ανακόψουν απότομα την ερωτική πληρότητα. Αυτή η ματαίωση δίνει την ευκαιρία στον συγγραφέα να ψυχογραφήσει σε βάθος τους ήρωές του, να δημιουργήσει την κατάλληλη δραματική ένταση, να πειραματιστεί με τη φαντασία και να υπονομεύσει το ρεαλιστικό στοιχείο.

xatzipapasΈνα από τα βασικά χαρακτηριστικά της συλλογής είναι η διακειμενικότητα. Ο συγγραφέας δημιουργεί ένα πυκνό δίχτυο τέτοιων αναφορών, καθώς συνομιλεί με δικά του έργα ή με έργα άλλων συγγραφέων και την παράδοση. Αλλά, όπως σε όλα τα έργα του Χρίστου Χατζήπαπα, έτσι κι εδώ μια από τις σημαντικότερες αρετές είναι η γλώσσα. Είναι, πράγματι, ιδιαίτερα γοητευτική η μείξη τύπων της καθαρεύουσας, της δημοτικής, της εκκλησιαστικής γλώσσας, της προφορικής γλώσσας στις αφηγήσεις ή στους διαλόγους, της κυπριακής διαλέκτου και η συχνή παράθεση τούρκικων λέξεων. Πότε απλή και λιτή, σε ρεαλιστικό ύφος, άλλοτε περίτεχνη και ποιητική, μεταφορική, ενίοτε λυρική και πότε σκληρή και τολμηρή, σε μακροπερίοδο λόγο ή κοφτή, ανάλογα με το αφηγηματικό ύφος κάθε φορά, η γλώσσα είναι ένα στοιχείο που πρωταγωνιστεί στο βιβλίο.

Η συλλογή Αλλόφυλοι εραστές διακρίνεται από αφηγηματική πολυμορφία. Η μετατόπιση του χρόνου από το παρόν στο παρελθόν και αντίστροφα είναι συχνή και επιτρέπει στους αφηγητές να δουν από απόσταση τα γεγονότα και να τοποθετηθούν με νηφαλιότητα. Η ρεαλιστική αφήγηση πολλές φορές υπονομεύεται με ονειρικά, μνημονικά και φαντασιακά στοιχεία ή συνειρμούς και εγκιβωτισμούς. Ο πλάγιος λόγος τρέπεται, κατά διαστήματα, σε ελεύθερο πλάγιο λόγο και ο διάλογος ή και ο αφηγηματικός μονόλογος είναι συχνός. Η αφήγηση, ιδιαίτερα στο πρώτο μέρος, είναι πολλές φορές κυκλική, η αρχή συχνά φορτίζεται με δραματικό τόνο όπως και το τέλος, που σχεδόν πάντα αφήνεται ανοιχτό σε προβληματισμό. Γενικά, δεν υπάρχει τίποτα μονοδιάστατο στα διηγήματα του Χρίστου Χατζήπαπα, ούτε στη γλώσσα, ούτε στην αφήγηση, ούτε στη θεματική του. Κάτι που καταδεικνύει τη διαρκή έγνοια του και την ενσυνείδητη πάλη με τη γραφή. Αυτό καθιστά το έργο του εξαιρετικά ενδιαφέρον.

 

ΠΕΡΣΑ ΚΟΥΜΟΥΤΣΗ

FRACTAL 03/10/2018

Με τα μάτια του Άλλου

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Κύπριος λογοτέχνης Χρήστος Χατζήπαπας καταπιάνεται με θέματα που αφορούν στη σύγχρονη ιστορία του τόπου του. Τα άλγη και τα πάθη της Κυπριακής ψυχής, που παραμένει τρωτή, και συναισθηματικά ευάλωτη μετά τα τραγικά γεγονότα του ‘74 . Η συλλογική κι ατομική μνήμη, η βιωματική εμπειρία, η Ιστορία, μαζί με το ιδεολογικό υπόβαθρο του συγγραφέα και την αντικειμενική του στάση απέναντι στα γεγονότα που διαδραματίστηκαν και σημάδεψαν ανεξίτηλα την Κύπρο, πάντα έπαιζαν καθοριστικό ρόλο, τόσο στο πεζογραφικό, όσο και στο ποιητικό του έργο, όπως πιστεύω παίζουν πρωτεύοντα ρόλο στο έργο των περισσοτέρων Κυπρίων λογοτεχνών της γενιάς του. Έτσι και σε αυτό εδώ το βιβλίο με τον ευρηματικό και αντιπροσωπευτικό τίτλο «Αλλόφυλοι εραστές», ο συγγραφέας επιστρέφει με μια συλλογή διηγημάτων όπου κύριοι πρωταγωνιστές- εκτός από τα πρόσωπα που σκιαγραφεί- είναι ο τόπος, ο χρόνος, η μνήμη και η Ιστορία. Μόνο που εδώ υπογραμμίζεται και ένα ακόμα σημαντικό θέμα που, αν και δεν είναι εντελώς νέο για το συγγραφέα, παρουσιάζεται με μεγαλύτερη ευκρίνεια και τολμηρότητα: και αυτό διότι στο μεγαλύτερο μέρος της συλλογής, ο συγγραφέας δίνει έμφαση τις διαπροσωπικές σχέσεις ανάμεσα σε Ελληνοκυπρίους και Τουρκοκυπρίους, κυρίως εκείνες που αναπτύχθηκαν κατά τις τελευταίες δεκαετίες, μετά την εισβολή. Με αφηγηματική δεινότητα, συναισθηματική συγκρότηση, ενίοτε πρόκληση ή σαρκασμό, κι απαλλαγμένος όπως πάντα από την προκατάληψη του παρελθόντος, την εκατέρωθεν παραποίηση της ιστορίας, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει σε μια από τις ιστορίες του, συνθέτει διηγήσεις που εμβαθύνουν στην ανθρώπινη ψυχή, διεισδύουν στην ουσία των ανθρώπινων σχέσεων και σχολιάζουν τα κοινωνικά ήθη και τις νοοτροπίες του σήμερα, με ένα τρόπο που πιστεύω ότι αντιτίθεται σε μεγάλο βαθμό στην αρνητική προδιάθεση μιας μεγάλης μερίδας ανθρώπων απέναντι στα γεγονότα και προπάντων στις στερεότυπες αντιλήψεις της.

Ο Χ Χ ανατέμνει και σκιαγραφεί ανάγλυφα τη σημερινή πραγματικότητα στην Κύπρο, αναπαριστώντας την αλήθεια γυμνή, κι αναδεικνύοντας πολλές από τις άγνωστες (σε πολλούς από εμάς) πτυχές της, διατηρώντας, όπως ανέφερα μια αμερόληπτη κι απροκατάληπτη στάση. Κι ανάμεσα σε όλα αυτά παρεμβάλλει διακριτικά τα υπαρκτικά ζητήματα που είναι φανερό ότι τον απασχολούν, ερωτηματικά και προβληματισμοί γύρω από δίπολα της ανθρώπινης ύπαρξης, όπως είναι η ζωή και ο θάνατος, η νεότητα και το γήρας ή ακμή και η φθορά, αλλά κι ο έρωτας στις διάφορες εκφάνσεις και εκδοχές του, ενώ η φιλία, η κατανόηση, η ελπίδα, είναι θέματα τα οποία διαχειρίζεται με ευαισθησία, θέλοντας έτσι να υπογραμμίσει τη δύναμη της ζωής και τον θρίαμβό της πάνω σε ότι επαπειλεί τη φυσική της ροή, όπως ο πόλεμος, τα μίση και η εχθρότητα. Ένα ικανό αντίβαρο κι αντιστάθμιζα για τη μισαλλοδοξία, τον φανατισμό τους εθνο-φυλετικούς, θρησκευτικούς φραγμούς που γεννά ο πόλεμος. Ικανά να θεριεύουν ακόμα και μέσα στον παραλογισμό του πολέμου, τον κυκεώνα και την τραγικότητας που επιφέρει. Και μαζί με την ψυχογραφία των ηρών, αναδύεται ο τόπος, ενώ ο χρόνος όπου διεξάγεται η δράση των ιστοριών, αν και δεν είναι ποτέ σταθερός, αφού μετατοπίζεται διαρκώς ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, παραμένει ένα αποτελεσματικό όχημα, πάνω στο οποίο αναπτύσσει τις ιστορίες του, δίνοντας έτσι στον αναγνώστη μια έκτυπη εικόνα για το χθες και το σήμερα. Και το πετυχαίνει επιστρατεύοντας άλλοτε τον ρεαλισμό κι άλλοτε τον μύθο, άλλοτε όνειρο, κι άλλοτε τη μνήμη. Σε κάθε περίπτωση όμως με ένα τρόπο που αντιβαίνει ή και καταρρίπτει τις στερεοτυπικές αντιλήψεις μας για τα γεγονότα.

Ο αφηγηματικός τρόπος ανταποκρίνεται με τη σειρά του στα πολλαπλά επίπεδα της συλλογής αφού και αυτός αλλάζει διαρκώς, έτσι η πρωτοπρόσωπη αφήγηση δίνει τη σκυτάλη στη τριτοπρόσωπη, ενώ από τα προτερήματα του βιβλίου συγκαταλέγεται και ένα είδος ‘αμοιβαίας ανταλλαγής’ του αφηγηματικού προσώπου. Ο συγγραφέας Χρήστος Χατζήπαπας δίνει φωνή στον «Άλλο», καταγράφει δηλαδή τα γεγονότα από την ‘άλλη’ σκοπιά ή ματιά. Έτσι δανειζόμενος τη φωνή ενός Τουρκοκύπριου καταθέτει τη δική του μαρτυρία για τα γεγονότα που έζησε ο ίδιος από πρώτο χέρι τη δεκαετία του 1960, διατηρώντας έτσι μια ισορροπία και μια ισονομία στον αφηγηματικό ιστό. Κατά αυτόν τον τρόπο αναδύεται ‘ακέραιη’ ή σχεδόν η αλήθεια και της άλλης πλευράς, και κατά επέκταση το ευρύτερο ιστορικό, πολιτικό, κοινωνικό και πολιτισμικό υπόβαθρο της σύγχρονης πραγματικότητας στην Κύπρο.

Οι ιστορίες που παρελαύνουν η μια μετά την άλλη 19 στον αριθμό απλώνονται σε δυο μέρη και δημιουργούν ένα πολύχρωμο καμβά, πάνω στον οποίο ο αναγνώστης έρχεται αντιμέτωπος με πλείστες πτυχές της σύγχρονης ιστορίας που αν και αναγνωρίζει σε κάποιο -μεγαλύτερο ή μικρότερο -βαθμό, είναι βέβαιο ότι αγνοεί λεπτομέρειές της, τις λεπτεπίλεπτες εκείνες αποχρώσεις του συναισθηματικού και ιδεολογικού κόσμου των ανθρώπων που την έχουν βιώσει από πρώτο χέρι, ή που καλούνται να ζήσουν με το βάρος της μνήμης που την αφορά, ένα θέμα που γίνεται πιο έντονα απτό κι ‘ανάγλυφο’ στο δεύτερο μέρος του βιβλίου. Και μέσα σε όλα αυτά τα τραγικά και τα παράλογα, συνυφαίνεται η φιλία κι ο έρωτας ανάμεσα σε «Αλλόφυλους».

Η τολμηρότητα του Χρ Χατζήπαπα είναι εμφανής και σε άλλα επίπεδα του βιβλίου, επιλέγει να τοποθετήσει κάποιες από τις ιστορίες του σε τουρκοκρατούμενες περιοχές, ενώ μιλά ανοικτά μέσω των πρωταγωνιστών του, για ζητήματα οδυνηρά και ευαίσθητα όπως τις εκατέρωθεν δολοφονίες, τον φανατισμό, τη μισαλλοδοξία αλλά και στον αντίποδα όλων αυτών, το γεγονός ότι κάποιοι είχαν αρνηθεί να εκτελέσουν τέτοιες εντολές κι από τις δυο πλευρές και να σώσουν ζωές ανεξαρτήτως εθνοτικής ταυτότητας. τονίζοντας έτσι τον ανθρώπινο παράγοντα που η ιστορία τείνει φανατικά να αγνοεί ή να προσπερνά. Άξια λόγου είναι η ιστορία του Τουρκοκύπριου, ο οποίος επέλεξε, μετά την εισβολή, να ζήσει με τους Ελληνοκυπρίους.

Από τα βασικά χαρακτηριστικά της συλλογής είναι επίσης η χρήση του συνειρμικού λόγου και μιας ιδιαζόντως ποικιλόμορφης γλώσσας, αφού οι λιτές περιγραφές συχνά εναλλάσσονται με τον λυρισμό και την ποιητική διάθεση του συγγραφέα, ενώ ακόμα συχνότερα εντάσσει στους διαλόγους φράσεις της Κυπριακής διαλέκτου και τουρκικές λέξεις. Τέλος η «ζοφερότητα των θεμάτων, η κοινωνική κριτική που ασκεί, άλλοτε υποδόρια και άλλοτε ευθαρσώς, εξισορροπούνται έντεχνα με την χιουμοριστική διάθεση του συγγραφέα, αφού το χιούμορ και ο αυτοσαρκασμός δεν απουσιάζουν από τις ιστορίες του Χ. Χατζήπαπα. Τραγελαφικές καταστάσεις συνυπάρχουν με την πικρή /θλιβερή πραγματικότητα, δημιουργώντας έτσι ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον, γοητευτικό και συγκινητικό βιβλίο.

 

ΤΑ ΠΗΓΑΔΙΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

ΛΕΥΤΕΡΗ ΠΑΠΑΛΕΟΝΤΙΟΥ

http://www.oanagnostis.gr, 13.5.2013

Σάτιρα και ρεαλισμός

Με δυο ποιητικές συλλογές εμφανίστηκε στον χώρο της λογοτεχνίας ο Χρ. Χατζήπαπας (γενν. 1947): Ενδοσκόπιο (1969) και Εισαγωγή στην τραγωδία (1979).

Στα χρόνια που μεσολάβησαν αφοσιώθηκε σχεδόν αποκλειστικά στην καλλιέργεια της πεζογραφίας: εξέδωσε τέσσερις συλλογές διηγημάτων και τρία μυθιστορήματα, δίνοντας τον καλύτερο εαυτό του στα πιο πρόσφατα βιβλία διηγημάτων του και βελτιώνοντας σταδιακά τα μυθιστορήματά του.
Ειδικά η πρώτη ενότητα της πρόσφατης συλλογής του, ίσως η πιο συγκροτημένη και η πιο δραστική ενότητα του βιβλίου, θα μπορούσε να διαβαστεί παράλληλα με ορισμένα περίπου ομόθεμα διηγήματα της τελευταίας συλλογής του (Το ασταθές βήμα, 2009), αλλά και συνδυαστικά με παλιότερα διηγήματα κυπριακής θεματικής. Η επιγραφή με την οποία εξαγγέλλονται τα πρώτα δεκατρία ποιήματα («Της γλυκείας χώρας Κύπρου / που μισή και σερνάμενη την καταντήσαμε») μας προδιαθέτει για το στίγμα των κειμένων αυτών: α) είναι ποιήματα που εντοπίζονται καταρχήν στον κυπριακό χώρο, με έμφαση στις πιο πρόσφατες ιστορικές περιπέτειές του· β) αν και δεν λείπουν οι λυρικές πινελιές, οι ονειρικές διαφυγές και οι νοσταλγικές αναπολήσεις μιας παλιότερης ζωής, κατά κανόνα δεσπόζει στα περισσότερο κείμενα η ρεαλιστική ματιά, που απολήγει συχνά και βρίσκει τις καλύτερες στιγμές της σε μια δριμεία, καταλυτική σάτιρα, κάποτε και στον (αυτο)σαρκασμό.
Ήδη στο πρώτο, ομότιτλο ποίημα της συλλογής («Τα πηγάδια της ιστορίας») τα ξεροπήγαδα της ανομβρίας εξελίσσονται σε σύμβολα φανατισμού και εθνικισμού, αφού κατέληξαν να μπαζώνονται με πτώματα δολοφονημένων Τουρκοκυπρίων ή Ελληνοκυπρίων από τα χρόνια τα πρώτων διακοινοτικών συγκρούσεων ώς τις μέρες της Εισβολής. Αντιδιαστέλλοντας την ομορφιά και την ασχήμια, τα χρόνια της αθωότητας ή την πίστη στο «υπέροχο της ουτοπίας» με τη σύγχρονη εποχή της έρημης χώρας και της ιδεολογικής ή άλλης διάψευσης, ο ποιητής εξαπολύει δριμεία σατιρική κριτική σε κούφιους, ματαιόδοξους και θρασείς πολιτικούς και πολιτικάντηδες που καπηλεύονται το πολιτικό πρόβλημα του τόπου και την πατρίδα γενικότερα. Η ιστορική μοίρα της Κύπρου συνδέεται με την τραγική κατάληξη της Αροδαφνούσας του γνωστού δημοτικού τραγουδιού: «Άνου να πάμεν, Ροδαφνού, τζ’ αφταίννει το καμίνιν…» («Αροδάφνες στον αυτοκινητόδρομο»).
Η σκληρή σάτιρα συνεχίζεται και σε ποιήματα όπως το «Νοός ανάσταση», που στρέφεται ενάντια σε πολιτικούς και εκκλησιαστικούς ηγέτες: «πολιτικοί της πεντάρας / αρχιερείς γυμνοί από φαιλόνια / και χρυσά / άσπρα βρακιά όλοι / μηδενός εξαιρουμένου / βρακιά χεσμένα». Με ανάλογη αντικομφορμιστική και απομυθοποιητική γλώσσα, που θυμίζει κάποτε τη γραφή και άλλων ποιητών της «Γενιάς του 1974», αποκαθηλώνεται ο «τρισχόγλαστος» «Ολετήρ», ο γνωστός ιδρυτής της ΕΟΚΑ Β΄, που οδήγησε με μαθηματική ακρίβεια τον τόπο στην καταστροφή του ’74, αλλά εξακολουθεί να τιμάται ως ήρωας.
Αξίζει να αναφερθεί εδώ και το καταληκτικό ποίημα της ενότητας αυτής («Δε μ’ ενδιαφέρει»), που φαίνεται να είναι ένα από τα πιο δυνατά και ανατρεπτικά ποιήματα του βιβλίου. Ο ποιητής απαξιώνει και σαρκάζει για άλλη μια φορά τους πολιτικούς, αλλά απαρνείται και επώνυμα πρόσωπα της Ιστορίας (όπως τον συμπαθή «μάγκα» Ιουλιανό και τον «γάιδαρο» Ιουστινιανό), δηλώνοντας την προτίμησή του στις μικρές χαρές της ζωής και υποβάλλοντας με μαύρο χιούμορ την έγνοια του για την έλευση του θανάτου: «Μ’ ενδιαφέρει να είμαι ωραίος / στο φέρετρό μου / για το βασίλειο των σκουληκιών».
Σε μια μεγαλύτερη ενότητα με τον γενικό τίτλο «Της ύπαρξης, του έρωτα και του θανάτου» στεγάζονται άλλα 38 ποιήματα ποικίλης θεματικής, με έμφαση στα μεγάλα θέματα της ζωής και της λογοτεχνίας. Η σκιά του θανάτου, ο έρωτας ως απουσία ή προσμονή, η επέλαση του χρόνου και η παρακμή της ζωής και της σάρκας, ο διαχωρισμός του σώματος και της ψυχής, ονειρικές διαφυγές, υπαρξιακές ανησυχίες, τρυφερές εικόνες και νοσταλγικές επιστροφές στην παιδική αθωότητα, η αντιπαράθεση της ομορφιάς και της ποίησης απέναντι στην ασχήμια και τη φθορά, ποιήματα ποιητικής, σατιρικές και ανατρεπτικές θεωρήσεις θεσμών και αξιών είναι από τα θέματα και τα μοτίβα που δεσπόζουν στα κείμενα της ενότητας αυτής.
Ανάμεσα σ’ άλλα, ξεχωρίζει το αξιόλογο ποίημα ποιητικής «Ξέρω ένα ποιητή», στο οποίο σατιρίζεται ο επίδοξος ποιητής «που δεν αγαπά τις λέξεις / τα φορτία τους / τις συμφορές που σέρνουν / άλογα ανυποψίαστα / αφηνιασμένα», αλλά «κυνηγά προχείρως / λέξεις καταντημένες / επί χρήμασι / ήχους κυμβάλων». Μέσα από την αρνητική αξιολόγηση ενός τέτοιου συγγραφέα («Ένα ποιητή / που δεν κοιμάται με τις λέξεις του / μην τον λογαριάζεις / τον ανέραστο») ο Χρ. Χατζήπαπας υποβάλλει έμμεσα την άποψη ότι ο ποιητής αντιμετωπίζει ή πρέπει να αντιμετωπίζει τη λέξη ως ένα ζωντανό και ερωτικό σώμα, με ποικίλες συνδηλώσεις, αμφισημίες και αποχρώσεις, ώστε να αποτυπώνει τον σπαραγμό του αφυπνισμένου σώματος και της απογυμνωμένης ψυχής, την αλήθεια και τον θάνατο.
Στις καλύτερες στιγμές του βιβλίου ο Χρ. Χατζήπαπας μάς ξαφνιάζει με την ετοιμότητά του να σατιρίσει και να σαρκάσει με οξυμένη ή αμφίθυμη γλώσσα πρόσωπα και καταστάσεις της σύγχρονης κυπριακής ζωής, την κενότητα και την αλαζονία της πολιτικής ή της εκκλησιαστικής εξουσίας, την έκπτωση των ιδεολογιών, τη διαφθορά και την παρακμή, προμηνύοντας, θα λέγαμε, τη σημερινή κατάντια της Κύπρου. Με ρεαλιστική ή αφαιρετική γλώσσα αγγίζει αποτελεσματικά και άλλα μεγάλα θέματα της ζωής και της λογοτεχνίας, την έλξη του έρωτα και τον φόβο του θανάτου, το μυστήριο της ανθρώπινης ύπαρξης και τις μικρές ή τις μεγαλύτερες χαρές της ζωής. Η σατιρική, ανατρεπτική γλώσσα και η λιτή, ευθύβολη γραφή είναι, κατά την άποψή μου, τα πιο ισχυρά εφόδια στα καλύτερα ποιήματα της συλλογής.

ΠΕΡΣΑ ΚΟΥΜΟΥΤΣΗ

«…Τα πηγάδια μας
πολλών χιλιάδων χρόνων
τα μπαζώσαμε
με κουφάρια εχθρών
ανεπάρκειες
και βλακεία.
Τώρα αφυδατωμένοι
ρακένδυτοι
χωρίς δυνάμεις
προχωράμε
ασθμαίνοντας
κι αυτάρεσκα
στο μέλλον»
*****
«Έλα, μη καθυστερείς,
εξαντλείται ο χρόνος
εξαντλείται γενικώς
σέρνοντάς μας από το χέρι
μας εξαντλεί.
Όλα πωλούνται δύο σε ένα
κι αυτός ο κερατάς
σε δέκα, είκοσι
και βάλε.»

Αν οι ιστορίες του Χρίστου Χατζήπαπα στη συλλογή διηγημάτων του με τίτλο «Το ασταθές βήμα» (εκδ. Γαβριηλίδη, 2009) με εντυπωσίασε, η τελευταία αυτή ποιητική του συλλογή, που τιτλοφορείται «Τα πηγάδια της ιστορίας», κατάφερε να με συγκινήσει και να με συναρπάσει.. Αλλά ποιες ιστορίες αφηγείται ο ποιητής και σε ποια πηγάδια αναφέρεται;

Η συλλογή αυτή των ποιημάτων του Χρίστου Χατζήπαπα ουσιαστικά χωρίζεται σε δυο ενότητες. Στην πρώτη, ο πολιτικοποιημένος ποιητής παραμένει συνεπής στη θεματογραφία που ανέκαθεν τον απασχολούσε: το αδιέξοδο της Κύπρου, και το μέλλον της. Υψώνει με θάρρος τη φωνή ενάντια στην υποκρισία, την αδιαφορία, τη διαφθορά και το λήθαργο των πολιτικών. «Της γλυκείας χώρας Κύπρου που μισή και σερνάμενη την καταντήσαμε», ονομάζει το πρώτο μέρος, αδιαφορώντας για τις συνέπειες ή την οργή των… εγκαλουμένων. Ο Χ.Χ. δε θα μπορούσε να μείνει αδιάφορος απέναντι στα όσα συμβαίνουν στον τόπο του, δεν αποστασιοποιείται, ούτε εθελοτυφλεί. εξάλλου ανέκαθεν αντλούσε την έμπνευσή του από τα πηγάδια της ιστορίας του, τα πηγάδια του πόνου και των βασάνων, τα πηγάδια της συλλογικής και ατομικής μνήμης. Με περίσσια ειρωνεία που αγγίζει τα όρια της καυστικότητας, αλλά και διάθεση αυτοσαρκασμού ασκεί δριμεία κριτική στην πολιτική ηγεσία του τόπου του την οποία ευθαρσώς καθιστά υπαίτια για τις ανεπούλωτες πληγές, τη λήθη και την αμεριμνησία σε ότι αφορά το ζήτημα της πατρίδας του αλλά και το μέλλον της, που φαντάζει στα μάτια του αβέβαιο: «Η κενότητα των λόγων σας, η ματαιότητα των πράξεών σας… πολιτικοί της πεντάρας…» Για να μεταφέρει το μήνυμα του ο ΧΧ καταφεύγει σε μια γλώσσα ρεαλιστική- χωρίς να απουσιάζουν οι μεταφορές και οι συμβολισμοί- άμεση, αιχμηρή τις περισσότερες φορές, κοφτερή σαν μαχαίρι που συγκαλύπτει εύσχημα, ένα σπάνιο λυρισμό και την τραγικότητα που υποβόσκει σε όλα του ανεξαίρετα τα ποιήματα.

Όσο για το δεύτερο μέρος της συλλογής (Τα της ύπαρξης, του έρωτα και του θανάτου), έχω την εντύπωση πως σε αυτό ο Χ. Χ. αφηγείται τη δική του ιστορία, αλλά αφηγούμενος την ιστορία του, στην ουσία αναγεννά την ιστορία του καθενός από εμάς, καθώς όλα του τα ποιήματα είναι στην πραγματικότητα περιπλανήσεις της ψυχής σε παλαιότερα ταξίδια της, που είναι όλα ισχυρά ελκόμενα από την ίδια την ουσία της: τα πάθη της, τις διαψεύσεις της, το ανεκπλήρωτο του έρωτα, την απώλεια και την προδοσία, κυρίως του χρόνου και της φθοράς που προκαλεί στο πέρασμά του.

Η ομορφιά δεν ξεφεύγει από την ασχήμια
και τη σήψη
μένει όμως σκέψη αισθησιακή μες τον αέρα
……
ανασεμιά σε στίχο
να τη οσμίζονται οι ειδήμονες οι τολμηροί
κι οι εμποδισμένοι

Η μελαγχολία του, έρχεται σε αντίθεση ή μάλλον σε σύγκρουση με το σαρκασμό ή την ειρωνεία που, που δεν είναι άλλη, από το πετυχημένο προσωπείο αυτής της τραγικότητας. Και εδώ πρωταγωνιστής του έργου του, ο χρόνος! Απανταχού παρών, πανίσχυρος και αδέκαστος, συχνά άτεγκτος για τα όσα μας επιφέρει. Τα πάντα υπόκεινται σε αυτόν και την ανελέητη φθορά, τη σήψη που αφήνει πίσω του. Κανείς δεν μένει ανεπηρέαστος, κανείς μας δεν γλιτώνει. Γιατί αυτός, ο ‘κερατάς’, σαν ένας επιτήδειος μαστροπός, μας τραβά μακριά από το αντικείμενο του πόθου μας: την ίδια τη ζωή, αρνούμενος να μας δώσει μια άλλη ευκαιρία. Δεν αφουγκράζεται την οδύνη μας και δε μας συμπονά, μόνο κωφεύει στις εκκλήσεις, ενώ μας σέρνει άτσαλα (σαν σε ένα φρενιασμένο χορό), για να μας εξαντλήσει οριστικά και αμετάκλητα.

Έπειτα, ο ποιητής καταλήγει και πάλι στο όνειρο, σαν μια πράξη λύτρωσης από την ωμή αλήθεια, γιατί ίσως μόνο το όνειρο και ο ύπνος μας ανακουφίζουν από τον πόνο της απώλειας.

‘Να θυμάσαι τα όνειρα
να τα ξεχωρίζεις
από τοπία και γυναίκες
όπου πέρασες
αλαφιασμένο ζαρκάδι
τα σώματα που άγγιξες
κι αυτά που δεν άγγιξες
έχουν ένα σύνορο
έξω από τον ύπνο’

Μέσα από μια ποίηση που η αισθαντικότητα της αφυπνίζει τις αισθήσεις και ενεργοποιεί όλα μας τα συναισθήματα, κυρίως τη θλίψη και την πικρία μας για όλα όσα πέρασαν, για όλα όσα εξαντλήθηκαν με το χρόνο, για όλα όσα χάσαμε, η φθορά περνά τη σκυτάλη της στην παντοδυναμία του θανάτου, την παραδίδει στον άρχοντα και εμπνευστή της ποίησης του Χατζήπαπα, είτε αυτός είναι πραγματικός, είτε θάνατος μεταφορικός, κυρίως όμως ο επιβεβλημένος θάνατος του έρωτα και των συναισθημάτων, είναι αυτός που εξουσιάζει τη σκέψη του και καθορίζει πάντα το ύφος και τα θέματα που επιλέγει. Η αδυναμία της ανθρώπινης φύσης να επιβληθεί στο χρόνο και κατά συνέπεια στο θάνατο, είναι αφόρητη. Ο Χ. Χ δεν την αντέχει και, επιστρατεύοντας το σαρκασμό, γελά σκωπτικά στην προσπάθεια του να την ευτελίσει. Ο σαρκασμός, δεν είναι παρά η συγκάλυψη του πόνου, οι πληγές που ματώνουν κάθε φορά με την ανάκληση των εικόνων από το παρελθόν, που ενεργοποιούνται με τη μνήμη. Κάπου διάβασα πως, όταν η ποίηση συναντάει το ρεαλισμό, σκιαγραφεί πιο εύκολα τις ψυχές των ανθρώπων.. Έτσι θα χαρακτήριζα την ποίηση του Χ Χ,

Ο ποιητικός στοχασμός κορυφώνεται, όταν το ερωτικό στοιχείο που υποβόσκει ακόμα και κάτω από τις σκηνές του ψυχικού θανάτου συναντά το ανεκπλήρωτο. Κάποιες στιγμές η αλήθεια σε σχέση με το φανταστικό, σχεδόν τέμνονται ή συμφύρονται συνεχώς, ενώ οι αντιθέσεις προσδίδουν στην ποίησή του μεγαλύτερη τραγικότητα και σπαραγμό, αλλά επίσης ισχυροποιούν τα νοήματά του. Η ποίηση είναι το καταφύγιο του Χρ Χατζήπαπα, και είναι μια ποίηση που μας οδηγεί στην αλήθεια, όσο και αν αυτή είναι οδυνηρή, στο αμετάκλητο του έρωτα, της ίδιας της ζωής. Ο έρωτας, ο χρόνος και ο θάνατος δεν συνυπάρχουν μόνο αρμονικά σε αυτή τη συλλογή, βρίσκονται πάντα σε παράλληλες τροχιές και στο τέλος πάντα συναντιούνται, για να γίνουν η επιτομή της ποίησής του.

Τώρα που έκλεισε, είπε
οριστικά το παράθυρο
στην άπλα του πράσινου
το μονοπάτι
που μας ροβολούσε στην ευτυχία
με τα σμηγματικά υγρά του
πάχνη του αχαλίνωτου
απομένει μόνο η σύνεση
η αλλόκοτη σύνεση του θανάτου.

Η παρούσα σύνθεση του Χ.Χ δίνει την αίσθηση ενός δραματοποιημένου έργου, όπου κάθε ποίημα αποτελεί μια ξεχωριστή σκηνή, σαν μια κινηματογραφική ταινία, όπως εκείνες του Φελίνι, όπου ο ρεαλισμός συναντά την ποιητικότητα, με ένα θαυμάσιο και μοναδικό τρόπο. Και ενώ η ονειρική ατμόσφαιρα συγκρούεται με την ωμή πραγματικότητα κάθε φορά, μια παράξενη αίσθηση ανακούφισης, λύτρωσης αναδύεται μέσα από όλα αυτά που νομίζω ότι προέρχεται από την ταύτιση του αναγνώστη μαζί τους.

Τέλος, πρέπει να σημειώσω, ότι η συλλογή αυτή ποιημάτων μου θύμισε έντονα τους στίχους του Καρυωτάκη

«Στο σώμα, στην ενθύμηση πονούμε. 
Μας διώχνουνε τα πράγματα, κι η ποίησις 
είναι το καταφύγιο που φθονούμε.»
Στα αλήθεια ποιο άλλο καταφύγιο να βρούμε;;;

 

ΤΟ ΑΣΤΑΘΕΣ ΒΗΜΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

Πέρσα Κουμούτση

Fractal 23/12/2015

Τράνζιτο επιβάτες

Το «Ασταθές βήμα» του Κύπριου συγγραφέα Χρίστου Χατζήπαπα, κάθε άλλο από ασταθές είναι. Βήμα σταθερό, στιβαρό που αφήνει ξεκάθαρο το αποτύπωμα του στο έδαφος της σύγχρονης ελληνοκυπριακής λογοτεχνίας που τα τελευταία χρόνια αναζητά νέα θέματα, νέους ορίζοντες και νέους τρόπους προσέγγισης και γραφής. «Ό,τι κερδίζεται από τη ζωή χάνεται από την τέχνη;» αναρωτιέται ο συγγραφέας σε μια από τις ιστορίες του, αναφερόμενος στη ρήση του Όσκαρ Ουάιλντ. Αλλά έρχεται να διασώσει την τέχνη μέσα από την δική της αλήθεια, μέσα από την αληθοφάνεια της γραφής του, μέσα από την ανασύσταση της πραγματικότητας και το μεθοδικό ξεγύμνωμα των καταστάσεων, όπως και τη βαθμιαία αποκάλυψη των προσώπων στα διηγήματά του. Πνευματώδης, καυστικός, τολμηρός, δηκτικός περισσότερο με τον εαυτό του, συγκινητικός επίσης, αλλά σε κάθε περίπτωση αποκαλυπτικός. Η γραφή του νυστέρι που τέμνει και ξεσκεπάζει ώστε να δούμε βαθύτερα σε όλες σχεδόν τις ιστορίες του τον μέσα εαυτό του κόσμου του αλλά και του κόσμου μας. Το οξύμωρο ανταγωνίζεται τον πικρό ρεαλισμό, αναδεικνύοντας με ένα μοναδικό τρόπο τις απόψεις του συγγραφέα για τη ζωή, τον έρωτα, το χρόνο, τη φθορά που επιφέρει στις ανθρώπινες σχέσεις , αλλά και στον ίδιο μας τον εαυτό. Η βαναυσότητα του κωμικού, ο ερωτισμός και η ομορφιά της ασχήμιας, oι πόλεις των όμορφων και άσχημων πλασμάτων. Το οξύμωρο αποκτά τη δική του διάσταση στις ιστορίες του Χατζήπαπα και λειτουργεί καταλυτικά, εντούτοις ο ρεαλισμός δεν απουσιάζει στιγμή από το βιβλίο και είναι πάντα συνυφασμένος με το φαντασιακό, ενώ οι περιπλανήσεις του νου και της ψυχής αντιπαραβάλλονται με τα πραγματικά ταξίδια της ζωής , και τα οδοιπορικά των ηρώων. Τα φανταστικά-ονειρικά στοιχεία -παρότι δεν υπάρχουν παντού – συγκαταλέγονται στα προτερήματα του βιβλίου, χαρίζοντας ποιητικότητα και λυρισμό στις περιγραφές των τόπων και των ηρώων.

Σπάνια διαβάζει κανείς στις μέρες μας τέτοια πολυδιάστατα βιβλία, όπως Το ασταθές βήμα του Χρίστου Χατζήπαπα. Βιβλία που εμβαθύνουν στην ανθρώπινη ψυχή, διεισδύουν στην ουσία των ανθρώπινων σχέσεων και σχολιάζουν με τέτοια σοφία, αλλά και με διάθεση αυτοσαρκασμού και διακωμώδησης τα κοινωνικά ήθη και τις νοοτροπίες ορισμένων δημόσιων λειτουργών. Εκτός λοιπόν από την ευαισθησία με την οποία χειρίζονται τα θέματά τους οι ιστορίες αυτές αποδίδουν με ακρίβεια και παραστατικότητα τα τοπικά χαρακτηριστικά, χωρίς όμως το γεωγραφικό στίγμα, η Βουλγαρία, η Ιταλία ή η Κύπρος να δεσμεύουν με τις ιδιομορφίες τους τη φαντασία του αναγνώστη. Οι ιστορίες του Χατζήπαπα, επειδή αποτελούν περιπλανήσεις στον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου μπορεί να έχουν συμβεί οπουδήποτε. Θα έλεγα μάλιστα ότι το ύφος και η γραφή του κύπριου πεζογράφου είναι πολύ κοντά σε αυτό που θέλω εγώ να διαβάζω στα βιβλία της ελληνόφωνης λογοτεχνίας, θέματα και τρόπους που αναζητώ και δεν βρίσκω εύκολα. Παρά μόνο, ίσως, σε ελάχιστους συγγραφείς, μιας άλλης εποχής και με μια αύρα ποιητικού ρεαλισμού που σήμερα απουσιάζει.

Κλείνοντας θα ήθελα να παραθέσω από το βιβλίο μια φράση που περιγράφει τα συναισθήματα που ένιωσα ολοκληρώνοντας τις ιστορίες του Χατζήπαπα: «οι τράνζιτο επιβάτες παρακαλούνται να περάσουν από το όνειρο στην πραγματικότητα, οι αποσκευές τους θα διαμετακομιστούν στην επόμενη πτήση, πραγματικές επίσης!»

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ ΕΛΠΙΔΟΦΟΡΟ ΙΝΤΖΕΜΠΕΛΗ

diastixo.gr /18/7/2018

Κύριε Χατζήπαπα, ποια ήταν η αφορμή για να εκδοθεί η συλλογή διηγημάτων σας Αλλόφυλοι εραστές (Εκδόσεις Γκοβόστη);

Πριν από κανένα χρόνο, το τελειωμένο μυθιστόρημά μου Οι θλιμμένοι έρωτες της Φρύνης προτίμησε να αποσυρθεί στη σκήτη του. Μέχρι που να λογαριαστώ ξανά μαζί του, τράβηξα από ένα άλλο συρτάρι τα διηγήματα που περίμεναν εναγωνίως. Κάποια τελειωμένα, άλλα καλούσαν για την τελευταία πινελιά, κάποια τρίτα στα σπάργανα. Το διήγημα χαρίζει στον δημιουργό ψυχική ανάταση, διορθώνει τον κόσμο των συναισθημάτων του, σκοτώνει το κακό κι όταν ακόμη οι ήρωές του πάσχουν ή οδηγούνται κακήν κακώς στην ανεραστία και στον θάνατο. Είναι κι αυτό είδος κάθαρσης. Σαν χρειάζομαι τη σεροτονίνη μου, ανασύρω κάποια από τη φαρέτρα μου κι αρχίζω να παίζω μαζί τους. Δεκαοκτώ από τα τριάντα τόσα έκοψαν το νήμα. Είναι αυτά που εκδόθηκαν από τον Γκοβόστη ως Αλλόφυλλοι εραστές. Τα υπόλοιπα ας περιμένουν. Επειδή έχω κι άλλες έγνοιες συγγραφικές και το γνωρίζουν…

Τα διηγήματα της συλλογής αναφέρονται σε ιστορικές εποχές που έχουν περάσει. Γιατί γυρίζετε πίσω τη μηχανή του χρόνου;

Με ενδιαφέρει η μνήμη, όχι βέβαια η όποια μνήμη. Ο εγκέφαλος σβήνει τις ανούσιες μνήμες, για να μπορεί να διασώζει τις ουσιαστικές. Και η λογοτεχνία αυτό κάνει, συντηρεί τη συλλογική μνήμη, κατ’ αντίθεση κάποτε προς την Ιστορία. Στην Κύπρο, τουλάχιστον, που δεν έχουμε τα κότσια να την καταγράψουμε ως έχει. Την πρόσφατη Ιστορία μας την έγραψαν οι νικητές μιας ηττημένης χώρας. Για μένα, λοιπόν, η λογοτεχνία θεραπεύει την Ιστορία, είναι το ίαμά της. Και τούτο γαργαλίζει ευχάριστα τη γραφίδα του συγγραφέα.

Παιδικές μνήμες, νοσταλγία αλλά και δύσκολες καταστάσεις. Ποια ήταν πιο δύσκολη, η εποχή της δεκαετίας του 1950 που μεγαλώσατε ή η σημερινή εποχή;

Στην ιδιαίτερη πατρίδα μου ζούσαμε πάντοτε και μέχρι σήμερα επί ξηρού ακμής, συχνά εν ευφορία, επειδή δεν ξέραμε τι κρυβόταν πίσω από τα φαινόμενα. Παραδείγματος χάριν, με τη λήξη του αντιαποικιακού αγώνα, επιστρέφοντας ο Μακάριος στην Κύπρο κι έχοντας στον χαρτοφύλακά του τις Συμφωνίες Ζυρίχης, αναφώνησε με στόμφο μπροστά στο παραληρούν πλήθος το γνωστό: «Νενικήκαμεν!». Η επιλογή του ένοπλου αγώνα προδίκαζε τα δεινά που ακολούθησαν, αφού έμπασε στο παιγνίδι την Τουρκία. Χαρήκαμε πολύ εκείνη τη νίκη. Σύντομα, όμως, στην οικογένεια θα βιώναμε εκείνο που ψαλμωδούσε και στην εκκλησία ο πατέρας: «Πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν…». Από μια αδικία είχαμε χάσει ως οικογένεια σχεδόν τα πάντα κι η Δικαιοσύνη του νεοσύστατου κράτους, τζίφος! Ζούσαμε, δηλαδή, Το μεγάλο ψέμα. Αυτός ήταν κι ο τίτλος της πρώτης μου συλλογής διηγημάτων (Σύγχρονη Εποχή, 1981). Δύσκολα χρόνια, όπως και τώρα. Ύστερα από επιχώσεις λαθών, δεν ξέρουμε κατά πού τραβούμε…

Μέσα από τα διηγήματα ακτινογραφείτε με συγκινητικό τρόπο την κυπριακή ψυχή, τη φορτισμένη από την Εισβολή και την Κατοχή και τα «εμφύλια» πάθη. Γιατί αυτή η πληγή δεν έχει ακόμη κλείσει;

Επιτρέψτε μου να απαντήσω με λόγια ενός σημαντικού Κύπριου πολιτευτή και διανοητή, του Τάκη Χατζηδημητρίου, από το πρόσφατο βιβλίο του, Κύπρος 1950-1959, Το τέλος του αλυτρωτισμού: «Ήρθε κάποτε η ώρα να πάρουμε κι εμείς τη θέση μας στον κόσμο. Δεν ήταν εύκολο. Πονέσαμε και προκαλέσαμε πόνο ο ένας στον άλλον. Ο φίλος και ο εχθρός ήταν μέσα μας. Αίμα, θύματα και συμφορές, ήρωες και ήττες, θλίψη και πάθη και άλλοι κύκλοι αίματος. Ήταν όλα αυτά αναγκαία; Δεν υπήρχε άλλος τρόπος πιο ανθρώπινος, για να εννοήσουμε ότι όλοι είμαστε παιδιά της Κύπρου, ότι όλοι είμαστε κληρονομιά του τόπου, με τις συνήθειες και τις παραδόσεις μας; Μέσα από αυτές τις περιπέτειες του καιρού μας, ένα πια είναι το ζητούμενο: Να εννοήσουμε τους εαυτούς μας και τους άλλους και όλοι μαζί να χαρούμε αυτόν τον πανέμορφο τόπο, που η τύχη και η ιστορία μάς παρέδωσαν. Όλοι είμαστε παιδιά της Κύπρου που αγαπούμε το ίδιο την πατρίδα μας». Καταλήγω πως αυτή η πληγή θα… κλείσει, έστω κι αν η ουλή θα είναι εκεί, με τη λύση του Κυπριακού και την επανένωση της χώρας, χωρίς την παρουσία τουρκικών στρατευμάτων.

Με ενδιαφέρει η μνήμη, όχι βέβαια η όποια μνήμη. Ο εγκέφαλος σβήνει τις ανούσιες μνήμες, για να μπορεί να διασώζει τις ουσιαστικές. Και η λογοτεχνία αυτό κάνει, συντηρεί τη συλλογική μνήμη, κατ’ αντίθεση κάποτε προς την Ιστορία.

Σε κάποιες από τις ιστορίες είσαστε συγκλονιστικός. Ιδίως όταν περιγράφετε το 2003, όταν είκοσι εννιά χρόνια μετά την Εισβολή επισκεφτήκατε τα κατεχόμενα μέρη. Αναλογίζομαι τη συγκίνησή σας. Αλήθεια, ποια ήταν τα αισθήματα των Κυπρίων τότε;

Το μερικό άνοιγμα των οδοφραγμάτων υπήρξε μια έξυπνη κίνηση του Ερντογάν, άνοιγε τη βαλβίδα αποσυμπίεσης μετά τις μεγάλες διαδηλώσεις των Τουρκοκυπρίων. Κατ’ ανάλογο τρόπο λειτούργησε και για τους Ελληνοκύπριους. Για πολλούς θύμισε τον Σεφέρειο «Γυρισμό του ξενιτεμένου», όπου οι στέγες τούς έρχουνταν ως τους ώμους… Οι ανατολίτες έποικοι είχαν αφήσει τα σπίτια στο έλεος της φθοράς. Μα και οι πλείστοι Τουρκοκύπριοι ποτέ δεν τα θεώρησαν δικά τους. Πολλοί Ελληνοκύπριοι, βέβαια, είχαν αφήσει πίσω τους τεράστιες περιουσίες. Τα συναισθήματα εκείνων των ημερών ήταν συγκλονιστικά. Συχνά, μέσα από τους εναγκαλισμούς και τα… κυπριακά ελληνικά των Τουρκοκυπρίων, δεν ξεχώριζες ποιος ήταν τι. Το πανηγύρι όμως τέλειωσε και η Κατοχή είναι εκεί. Μετά το 2004, με την απόρριψη του Σχεδίου Ανάν, οι Τουρκοκύπριοι βίωσαν τη μεγάλη τους απογοήτευση, ενώ τα τετελεσμένα επί του εδάφους πήραν να αλλάζουν ραγδαία. Για μένα, σύμβολα νοσταλγίας στάθηκαν η Μόρφου των γυμνασιακών μου χρόνων και η όμορφη Κερύνεια, όπου έζησα για λίγο και έγραψα τα πρώτα μου ποιήματα. Πόλεις που συνιστούν τους μεγάλους μου έρωτες. Βρίσκονται στα πρώτα μου μυθιστορήματα και σε πολλά όνειρά μου, που έχουν γίνει διηγήματα. Αυτά στα οποία κι εσείς αναφέρεστε.

Μέχρι το 1974 ζούσατε ειρηνικά μαζί με τους Τουρκοκυπρίους σε ένα νησί με κοινή διοίκηση. Υπάρχει ελπίδα στο μέλλον να αλλάξει κάτι πολιτικά στην Κύπρο προς το καλύτερο;

Αλίμονο αν δεν αλλάξει. Η Κύπρος χάνεται. Πριν απ’ αυτό, όμως, μια διόρθωση: Η ομαλή συμβίωση με τους Τουρκοκυπρίους, που ήταν διαχρονική πριν από την ανεξαρτησία, κράτησε ύστερα απ’ αυτήν μονάχα τρία χρόνια. Αφού και οι δυο πλευρές από την πρώτη στιγμή είχανε τη δική τους ατζέντα, τους αλυτρωτικούς τους στόχους. Συνδαυλιζόμενους, παντοιοτρόπως, εκατέρωθεν. Με αποτέλεσμα τις ένοπλες συγκρούσεις του ’63-’64, με πολλά θύματα, κυρίως Τουρκοκυπρίους. Των οποίων η σοβινιστική ηγεσία τούς απέσυρε τότε από την ενιαία διοίκηση και τους ενέκλεισε σταδιακά σε θύλακες. Ήταν μια «μίνι» διχοτόμηση. Κι εμείς πάλι χαιρόμασταν… Με το πραξικόπημα της χούντας και του Γρίβα το’74, και με απογυμνωμένη κάθε άμυνα, η Τουρκία εισέβαλε ανενόχλητη στην Κύπρο, επέβαλε τη διχοτόμηση και τον εθνοτικό διαχωρισμό με μαζικές δολοφονίες, εθνοκάθαρση και βίαιες μετακινήσεις πληθυσμών. Οι επαφές μεταξύ των δύο κοινοτήτων έπαψαν, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων και με τη βοήθεια της ειρηνευτικής δύναμης των Ηνωμένων Εθνών. Πρωτοπόροι σ’ αυτή την επικοινωνία ήταν οι λογοτέχνες, με επικεφαλής την Ένωση Λογοτεχνών Κύπρου.

Μου αρέσει που μιλάτε με θάρρος για τα πολιτικά πράγματα και στις ιστορίες σας έχετε δυναμική θέση. Συμβαίνει κάτι ανάλογο και στους Κύπριους φίλους μας;

Κάποιοι χαρακτηρίζουν το έργο μου ως κατεξοχήν ερωτικό, ενώ άλλοι ως πολιτικό. Παραδόξως, ισχύουν και τα δύο. Ναι, καλά παρατηρήσατε, μιλώ με πάθος για τα πολιτικά πράγματα στη χώρα μου, γιατί με νοιάζει προς τα πού βαδίζει ο τόπος. Προσπαθώ να γνωρίζω Ιστορία για να είμαι αντικειμενικός στους προσανατολισμούς μου. Άλλωστε η γενιά μου βίωσε την Ιστορία, δεν μπορεί να μένει εκτός. Το θέμα είναι πώς η πολιτική και η Ιστορία ενσωματώνονται στη λογοτεχνία. Ο Λευτέρης Παπαλεοντίου γράφοντας για το μυθιστόρημά μου Στο μάτι του φιδιού λέει πως η Ιστορία ενσταλάζεται σε μικρές δόσεις, ακόμη και εκεί που ο έρωτας είναι κυρίαρχος. Οι νεότεροι συγγραφείς στην Κύπρο είναι οιονεί αποστασιοποιημένοι από την πολιτική.

Ποια είναι η κατάσταση στην κατεχόμενη Κύπρο;

Οι Τουρκοκύπριοι βρίσκονται σε απόγνωση. Κατακλυσμένοι από Ανατολίτες έποικους ενός άλλου πολιτισμού και βαθιά θρησκεύομενους, σ’ αντίθεση με τους ίδιους, που είναι Ευρωπαίοι και καθόλου θρήσκοι. Η ισλαμοποίηση των κατεχομένων είναι στόχος της κυβέρνησης Ερντογάν. Τζαμιά ξεφυτρώνουν παντού. Οι Τουρκοκύπριοι αντιστέκονται με κάθε μέσο, αλλά μέχρι πότε; Μπορεί ήδη να αποτελούν μειοψηφία. Η κρίση στην τουρκική οικονομία μεταφέρθηκε και στα κατεχόμενα. Κάποιοι απ’ αυτούς λένε πως αυτοί είναι υπό κατοχή, σ’ αντίθεση με εμάς… Μόνο η λύση Ομοσπονδίας θα γλιτώσει τον τόπο από τον αφανισμό.

Ο τίτλος της συλλογής σας είναι Αλλόφυλοι εραστές. Αλήθεια, έγιναν ποτέ γάμοι ανάμεσα σε Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους;

Αραιά και πού, και με τάσεις απόκρυψης. Ο Τουρκοκύπριος συγγραφέας Ιμπραχίμ Αζίζ στο βιβλίο του Το αίμα της μνήμης παραθέτει ένα διήγημα που στηρίζεται σε πραγματικά γεγονότα: Ο Αχμέτ και ο Μιχάλης είναι αδέλφια από Ελληνοκύπριο πατέρα και Τουρκοκύπρια μητέρα. Ο Αχμέτ βρίσκεται εγκλεισμένος σε γκέτο, το ’64-’65, και ο Μιχάλης τού πάει με το ποδήλατο διάφορες λιχουδιές, αφού τον… πρήξανε στα βραστά ρεβίθια και στις φακές από την Τουρκία. Τον σταματά και τον αποπέμπει ο εκ Τουρκίας διοικητής του θύλακα.

Στη δική σας τη γενιά, οι Τουρκοκύπριοι μιλούσαν την ελληνική γλώσσα. Τι θα γίνει στο μέλλον; Θα πάψουν οι Τουρκοκύπριοι να μιλούν ελληνικά;

Ναι, οι πλείστοι μιλούσαν ελληνικά. Μάλιστα, σε ένα διήγημά μου περιγράφεται μια νεαρή Τουρκοκύπρια που μιλούσε μόνο ελληνικά, το ίδιο και οι γονείς της. Η Εκκλησία είχε παίξει, δυστυχώς, χείριστο ρόλο σπρώχνοντας μεγάλη μερίδα των λεγόμενων «λινοπάμπακων» στην αγκαλιά της Τουρκίας. Αυτό είχε γίνει κοντά στο 1900 με το πέρασμα από την Τουρκοκρατία στη Βρετανοκρατία, που οι εξισλαμισθέντες δεν έγιναν δεκτοί ξανά ως Έλληνες. Μετά το 1974, η κατάσταση χειροτέρεψε. Οι Τουρκοκύπριοι, ξεκομμένοι από τους Έλληνες –και κυρίως οι νέοι– αποκόπηκαν από τα ελληνικά. Με το άνοιγμα, ωστόσο, των οδοφραγμάτων πολλοί Τουρκοκύπριοι μαθαίνουν ξανά ελληνικά. Με μια λύση, οπωσδήποτε θα αλλάξουν πάλι τα πράγματα.

Έχετε γράψει πέντε συλλογές διηγημάτων και τρία μυθιστορήματα. Μπορεί κάποιος συγγραφέας να γράφει με την ίδια επιτυχία στη μικρή φόρμα και στο μυθιστόρημα;

Πρώτιστη σημασία έχει για μένα η απόφαση, ο σχεδιασμός, η οργάνωση του χρόνου και ο καταμερισμός του. Τα διηγήματα γράφονται συνήθως στα διαλείμματα των μυθιστορημάτων.

Σήμερα εκδίδονται ογκώδη μυθιστορήματα. Αλήθεια, υπάρχουν αναγνώστες που να έχουν ελεύθερο χρόνο για να τα διαβάσουν;

Μάλλον μιλάτε για έργα συνήθως χαμηλότερης λογοτεχνικής πνοής. Ναι, υπάρχουν αναγνώστες για όλα τα γούστα κι αυτοί/ες πλειοψηφούν. Αν και υπάρχουν και οι εξαιρέσεις μεγάλων και σημαντικών μυθιστορημάτων με εκλεκτικούς αναγνώστες. Πάντως, ο χρόνος του σύγχρονου ανθρώπου για διάβασμα όλο και λιγοστεύει.

Είσαστε μέλος της συντακτικής επιτροπής του λογοτεχνικού περιοδικού Νέα Εποχή. Διαβάζει σήμερα ο αναγνώστης τα έντυπα περιοδικά;

Το υπό αναφορά περιοδικό κυκλοφορεί απ’ όσο ξέρω σε πάνω από 600 αντίτυπα και οι συνδρομητές από μόνοι τους ανανεώνουν κάθε χρόνο τη συνδρομή τους. Αυτό μπορεί να είναι κάποια ένδειξη.

Σας θυμάμαι ως πρόεδρο, επί σειρά ετών, της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου. Ποιες είναι οι δραστηριότητες του λογοτεχνικού αυτού σωματείου;

Κύριο μέλημα της ΕΛΚ είναι να φέρει την ντόπια λογοτεχνία πιο κοντά στον Κύπριο αναγνώστη με παρουσιάσεις βιβλίων, ημερίδες, εκδόσεις, κ.ά. Παραλλήλως, πολλοί Ελλαδίτες συγγραφείς παρουσιάζουν το έργο τους στην Κύπρο μέσα από παρόμοιες εκδηλώσεις. Παλαιότερα είχε συμβολή στο να μπει η ντόπια λογοτεχνία στην εκπαίδευση, πράγμα που δεν ίσχυε, δεδομένης και της πενιχρής εκπροσώπησής της στα σχολικά βιβλία προερχόμενα από την Ελλάδα. Συχνά επίσης εκφέρει δημόσιο λόγο για θέματα και πολιτικές που έχουν σχέση με τον πολιτισμό, και όχι μόνο. Η πρόσκληση, ας πούμε, το 1990 και η επίσκεψη του μεγάλου Τούρκου συγγραφέα Αζίζ Νεσίν στην Κύπρο ήταν πρωτίστως πολιτική πράξη. Επέφερε την πρώτη μεγάλη ρωγμή στο τείχος του διαχωρισμού, ο δε κατοχικός ηγέτης Ραούφ Ντενκτάς έφυγε τότε στο εξωτερικό, εξαπολύοντας μύδρους κατά της επίσκεψης που είχε φέρει κοντά τους διανοούμενους από τις δυο πλευρές του συρματοπλέγματος. Ή η κοινή διαμαρτυρία στα κατεχόμενα, πριν από μερικά χρόνια, των συγγραφέων εκατέρωθεν, κατά της ληστρικής λατόμευσης του Πενταδακτύλου ήταν επίσης πράξη αντίστασης. Οι κοινές εκδηλώσεις, οι διαγωνισμοί για νέους συγγραφείς και οι κοινές εκδόσεις, πέραν από την αντιστασιακή υφή τους απέναντι στην Κατοχή, προάγουν και την ίδια την ντόπια λογοτεχνία. Να φανταστείτε, η αντίστοιχη οργάνωση των Τουρκοκυπρίων Συγγραφέων και Καλλιτεχνών έχει απαλείψει το συνθετικό Τουρκο- από την ονομασία της. Αρκετοί Τουρκοκύπριοι λογοτέχνες είναι ήδη μέλη της. Η ΕΛΚ εδώ και πολλά χρόνια είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Συνομοσπονδίας Συγγραφέων (EWC) με δραστήρια συμμετοχή. Οι νεοεμφανιζόμενοι λογοτέχνες θεωρούν ως πρώτο τους σκαλί το να καταστούν μέλη της. Η προσφορά της ΕΛΚ στην κοινωνία γενικότερα καταγράφεται, νομίζω, ως θετική.

Ποια είναι η σχέση σας με την τεχνολογία; Διαβάζετε ειδήσεις ή άρθρα στο διαδίκτυο; Διαβάζετε e-books;

Μπορώ να πω πως είμαι από τους πρώτους στην Κύπρο που έθεσε τον υπολογιστή στη διάθεση της συγγραφής. Το διαδίκτυο επίσης μου προσφέρεται ως βοήθεια. Δεν έχω, ωστόσο, εξοικειωθεί με το ηλεκτρονικό βιβλίο.

 

 

 

ΝΑΣΙΑ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ

ΝΑΣΙΑ2

Η Νάσια Διονυσίου γεννήθηκε στην Κύπρο. Σπούδασε Νομική και Διεθνές Δίκαιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, αντικείμενο με το όποιο ασχολείται επαγγελματικά. Είναι μητέρα της Μυρτώς. Διηγήματά της έχουν δημοσιευτεί σε συλλογικές εκδόσεις, καθώς και σε έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά.
Το πρώτο της βιβλίο Διηγημάτων  «Περιττή Ομορφιά», είναι στη μικρή λίστα υποψηφίων (κατηγορία πρωτοεμφανιζόμενου στην πεζογραφία) για τα Λογοτεχνικά Βραβεία Αναγνώστη 2018.
Τον Οκτώβριο του 2018 κερδίζει το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος/Νουβέλας (Κύπρου) για εκδόσεις του έτους 2017, μετά από ομόφωνη απόφαση της Κριτικής Επιτροπής, για το έργο της Περιττή ομορφιά (εκδόσεις Το Ροδακιό).

 

 

1-Untitled.FR12

 

ΠΕΡΙΤΤΗ ΟΜΟΡΦΙΑ (2017)

Διηγήματα

 

Δώδεκα διηγήματα απαρτίζουν το πρώτο βιβλίο της Νάσιας Διονυσίου.
Οι δώδεκα ιστορίες περιστρέφονται γύρω από ένα. κάθε φορά, πρόσωπο, το οποίο παρουσιάζεται σαν αποσπασμένο από τους άλλους ανθρώπους, έξω από κάποιο καθιερωμένο πλαίσιο. «Έχει πάντα την αίσθηση πως περπατά μόνη, ειδικά σήμερα, ολομόναχη στον κόσμο», διαβάζουμε στο διήγημα «Μια ευθεία», ενώ στη «Σχετικότητα»: «Κατέβαζε τα σκουπίδια, είχε γείτονες, τους απαντούσε· τους απαντούσε Όλα καλά». Χάρη στη συντομία, την ακρίβεια και τον ρυθμό τους που τα διηγήματα της συλλογής καταφέρνουν να αποτυπώσουν ή να υποδηλώσουν οριακές και απόλυτα προσωπικές για την ανθρώπινη ύπαρξη στιγμές, όπου ένα άτομο βρίσκεται σε πλήρη δοκιμασία ή πλήρη μοναξιά ή σε πλήρη ρήξη με τον υπόλοιπο κόσμο.
Η συγγραφέας καταπιάνεται με φαινομενικά «ασήμαντες» καταστάσεις, αποσκοπώντας όχι τόσο στο να διεισδύσει σε «σημαντικά» ή «σημαντικότερα» ζητήματα, όσο στο να αναδείξει ότι η ζωή ενυπάρχει, ενδεχομένως και με μεγαλύτερη ένταση, σε αυτά ακριβώς τα «μικρά»: τις απροσδόκητες φευγαλέες, ασύνδετες, ασυνάρτητες ή ανομολόγητες λεπτομέρειες της πράξης ή της συνείδησής μας. Ένα ετοιμοθάνατο πουλί στο προαύλιο της εκκλησίας την ώρα της κηδείας του παππού, η ασφυκτική ζέστη μέσα σ’ ένα καθηλωμένο αυτοκίνητο σε μια διάβαση πεζών, η πρώτη νυχτερινή περιπολία
ενός αστυνομικού, η ξενάγηση σε έναν υπαίθριο χώρο γλυπτικής, ένα παιδί που τρέχει πίσω από τη μαμά του σε ένα πάρκο, μια γυναίκα που προσπαθεί να κατανοήσει τη θεωρία της σχετικότητας… Με αυτές και άλλες αφορμές, σε ιστορίες χωρίς ιδιαίτερη πλοκή, γνωρίζουμε ή διαισθανόμαστε κάποια λανθάνουσα ή αποσιωπημένη εκδοχή του ψυχισμού του προσώπου -του πρωταγωνιστή ή του εαυτού μας- μια ενδότερη αλήθεια, μια ενδόμυχη καθήλωση σε έναν κόσμο στον οποίο, συνάμα, πρέπει διαρκώς
κανείς να επιβιώνει, είτε κυριολεκτικά («αυτά έχει η δουλειά, αυτά είχε πάντα, με τον ιδρώτα του προσώπου το ψωμί, κατάρα. βλέπεις, κατάρα του Θεού» στο διήγημα «Ανάποδα») είτε με όρους ταυτότητας και ιδιοπροοωπίας («Εγώ ο πρώτος νεκρός Εγώ τα παιδιά και τα κεντήματα μου», στο διήγημα «Στο φως»).
Παρόλο που η συγγραφέας εκκινεί από διαφορετικούς θεματικούς άξονες ολόκληρη η συλλογή συγκροτείται ως ενότητα με άξονά της τη γυναικεία φιγούρα και τη διαχρονική σύνδεσή της με την αρχετυπική μορφή της Εύας την οποία ωστόσο επεκτείνει ή ανατρέπει. Ταυτόχρονα, ενώ αξιοποιούνται ποικίλες τεχνικές αφήγησης, το βιβλίο χαρακτηρίζεται συνολικά από τη χρήση συμβόλων και μεταφορικών αναγωγών, από την ποιητικότητα και την ποιότητα της γλώσσας και από την ένταση του πυκνού και αφαιρετικού λόγου.

 

 

 

ΑΝΑΠΟΔΑ

Κοιτώντας χάμω.
Έμειναν αντικριστά.
Ολάνθιστη μια κιτρομηλιά στο πεζοδρόμιο.
Η σειρήνα του περιπολικού.
Για μερικές σοκολάτες.
Ρεύμα κρύου αέρα.
Η ντροπή στα σώματά τους.
Για μερικές σοκολάτες.
Από μέσα είχαν πεταχτεί τρία πακέτα τσιγάρα και μερικές σοκολάτες.
Η νάιλον σακούλα ανάμεσα, τριγύρω σκορπισμένες καραμέλες, κίτρινες, πράσινες, μπλε, κομμάτια από γυαλί, τσίχλες, γαριδάκια, χυμοί,
ένα σταντ πεσμένο χάμω. Κοίταζαν χάμω.
Αναψοκοκκινισμένοι και οι δύο, αποκαμωμένοι.
Κάθισε κι αυτός στο πάτωμα με την πλάτη στον απέναντι τοίχο.
Η καρδιά του κόντευε να σπάσει.
Δεν έβγαλε τσιμουδιά.
Η πόλη θα τού φαινόταν κάποτε παράδεισος.
Ένα παιδί, σχεδόν παιδί.
Σύρθηκε κι ακούμπησε στον τοίχο.
Ένα παιδί ήτανε.

«Στάσου. Κοίταξε έχει. Λοξά, έχει, στο ψιλικατζίδικο. Τί γυρεύει μισάνοιχτη η πόρτα τέτοια ώρα; Πάω να ρίξω μια ματιά. Ναι, εγώ. Εσύ μείν’ εδώ. Τον βλέπεις; Εσύ μείνε, ειδοποίησε. Εγώ τρέχω. Να τος, εκεί, μέσα, ένας είναι, στο βάθος, μόνος του, τον βλέπω καλά, δυο βήματα το μαγαζί όλο κι όλο, κρατά μια σακούλα, κάνει να σκαρφαλώσει, είναι στενό το παράθυρο, δε θα χωρέσει, τον έφτασα, έλα δω, πού θα πας, δε μου ξεφεύγεις, ρε μπαγάσα, στα πράσα πιάστηκες, στη φάκα, πού νομίζεις πώς θα πας ρε, τον τραβώ απ’ το μανίκι, τον αρπάζω απ’ τον ώμο, γλιστράει, τον πιάνω απ’ τη μέση, μια σταλιά μέση, γλιστράει πάλι, τί ’ναι τούτος, τον κρατάω, τον κρατώ γερά, πώς κλοτσάει έτσι ο άτιμος, χέρια-πόδια το κεφάλι του, τινάζεται ισαπάνω,
κάτσε κάτω, κάτσε σου λέω, βρομοαράπη, κάτσε, τον πιάνω τώρα απ’ τα μπράτσα, του ρίχνω μια στο στόμα, πέφτει στο πάτωμα, τού περνώ τις χειροπέδες.»

Με τα καλά της.
Η πόλη.
Πάτησε γκάζι.
Η πόλη τη νύχτα.
Έβαλε ταχύτητα.
Πώς θα ’ταν η πόλη με τους ανθρώπους να φορούν τα καλά τους;
Αναρωτήθηκε πώς θα ’τανε.
Γύρισε το κλειδί.

Δουλειά.
Και πώς αλλιώς θα σπούδαζε το κορίτσι του;
Πώς θα τα έβγαζαν πέρα;
Στην αστυνομία νυχτέρια, μεροκάματα το πρωί.
Ένα παιδί ήτανε, σχεδόν παιδί.
Έπειτα δουλειά, μόνο δουλειά.
Η πόλη του φαινόταν τότε παράδεισος.
Ένα παιδί ήτανε όταν πρωτοήρθε.
Δεν θυμάται από πότε είχε να κατέβει βραδιάτικα στην πόλη.
Μπαίνει στο αμάξι.

Άνοιξη δείλι γεννήθηκε.
Αυτή η μυρωδιά του θύμιζε την κόρη του.
Είχε φεγγάρι, μοσχοβολούσαν οι κιτρομηλιές.
Βγήκε έξω.
Έριξε μια ματιά στον καθρέφτη.
Βούρτσισε τα παπούτσια, έδεσε τα κορδόνια, πέρασε τη ζώνη του.
Έβαλε ριγέ πουκάμισο και το μοναδικό του τζίν παντελόνι.
Τί φοράνε σε τέτοιες περιπτώσεις;
Πασαλείφτηκε με κολόνια.
Ξυρίστηκε.
Νερό.

«Πώς είσαι, κορίτσι μου; Στη δουλειά σε πετυχαίνω; Μα ακόμα δουλεύεις; Ναι, η διαφορά στην ώρα, το ξέρω, αλλά και πάλι αργά δεν είναι;
Εντάξει, δε γκρινιάζω. Σου τα ’λεγα όμως, να ’βρισκες κάτι εδώ, συγυρισμένα πράγματα, εδώ, κοντά μας. Να δεις πώς φούντωσαν οι κιτρομηλιές στον κήπο! Καλά, δεν ξαναρχίζω, ένα αστείο έκανα, μη θυμώνεις. Οι τρελοί σου καλά; Πώς αλλιώς να τους πω, βρε κορίτσι μου;
Εντάξει, η δουλειά σου είναι, το ξέρω, μη θυμώνεις. Εντάξει, γι’ άλλο σε πήρα.
»Απόψε βγαίνω την πρώτη μου περιπολία. Μάλιστα, εγώ. Τώρα στα γεράματα, ναι, θα το ζήσω κι αυτό. Καταργήσανε τις κρατικές φρουρές, θέλουνε, λέει, ιδιώτες. Κι έτσι, στο άψε-σβήσε, μας έδωσαν άλλα καθήκοντα.
»Τί να γίνει, αυτά έχει η δουλειά, αυτά είχε πάντα, με τον ιδρώτα του προσώπου το ψωμί, κατάρα, βλέπεις, κατάρα του Θεού.
»Μην ανησυχείς, όχι, δε θα ’μαι μόνος. Μα, κι έτσι να ’ταν, κρατιέται ο γέρος σου, ακόμα κρατιέται. Το άλλο δε σ’ το ’πα, θα είμαστε υπό κάλυψη. Με πολιτικά, μάλιστα. Να ήσουν εδώ να με καμάρωνες!
»Γελάς, κορίτσι μου, γελάς, πάντα να γελάς. Ναι, παιδί μου, σε ζητάνε, κλείνω, ναι, ακούω που σε φωνάζουν, τ’ ακούω, κι ας μην καταλαβαίνω γρι. Μια λέξη ξέρω μόνο απ’ αυτή τη γλώσσα, “chocolates”, ναι, από τότε τη θυμάμαι, τότε που τρέχαμε ξοπίσω στους Εγγλέζους, μωρά ακόμα, για μερικές σοκολάτες. Για μερικές σοκολάτες.
»Γεια σου, κορίτσι μου. Εσύ να προσέχεις. Εσύ.»

 

ΔΥΟ ΓΑΤΕΣ

Είναι το σπίτι μου. Στο κέντρο του δυο γάτες. Δεν ξέρω το φύλο τους.
Τις φωνάζω «Άννα».
Η μία παρδαλή. Με λευκό φουντωτό τρίχωμα, αφήνει σημάδια όπου κι αν τρίβεται. Και με κανελιές βούλες, σαν σκορπισμένες λίμνες, μπορεί σαν αραιωμένα σύννεφα, μπορεί σαν πεσμένα φύλλα.
Στο χρώμα της στάχτης ή άλλη — χρώμα σκούρο, παχύ, ομοιογενές. Με μακριά μουστάκια κι έντονα μάτια —κατάμαυρες κόρες, ίδιες πευκοβελόνες, κατάμαυρα φρύδια, τεντωμένες χορδές— που με ακολουθούν.
Με ακολουθούν καθώς αυτή περπατά ολόισια, ανασηκώνοντας ένα- ένα τα πόδια. Κάθε της κίνηση ακριβής, αυτοτελής, σίγουρη, άλλα και σε απόλυτη αρμονία με την επόμενη· θυμίζει σχοινοβάτη, θυμίζει χειρουργό ή μπαλαρίνα. Η άκρη της ουράς ανασηκωμένη, ευθυγραμμισμένη η ραχοκοκαλιά, στητό το κεφάλι, τα αυτιά της ακονίζουν τον αέρα, καραδοκώντας. Ξύνει τον τοίχο και λυγίζει επιδέξια περνώντας κάτω από την καρέκλα ή πηδώντας στο σκαμπό πλάι στο κλειδωμένο παράθυρο. Η κουρτίνα θροΐζει, αυτή σταματά τότε απότομα, εστιάζει, κυρτώνει τη ράχη’ τίποτε δεν μπορεί να πλησιάσει, περιφρουρεί τα σύνορά μας. Άγρυπνη. Τα μάτια της δυο καθρέφτες —γνώση: το καλό ή τό κακό— που αντανακλούν στο σκοτάδι.
Η άλλη γέρνει νωχελικά στον καναπέ μισοκλείνοντας τα βλέφαρα. Ρονρονίζει
ξαπλωμένη ανάσκελα και αλλάζει θέση ανάλογα με το που πέφτει ο ήλιος. Κυλιέται και γραπώνεται από τα κρόσσια. Βγάζει έπειτα τη γλώσσα και πιάνει να γλείφεται από τα μαξιλαράκια των πελμάτων μέχρι το κεφάλι, στο σβέρκο, στην κοιλιά, ανάμεσα στα σκέλια. Η κίνησή της θυμίζει βρύα που κυματίζουν, ολόκληρη μια λίμνη, μπορεί σύννεφα που πάλλονται, μπορεί φύλλα που ξεσηκώνουν το χώμα. Απλώνω τα δάχτυλα, τα κοφτερά δοντάκια της γαντζώνονται στο δέρμα μου, τραχιά ηδονή το σύρσιμο της γλώσσας της- τα ποδάρια της τυλίγονται γύρω από το χέρι μου, το κορμί της συστέλλεται, κορμί και χέρι πια δεν ξεχωρίζουν, σπαρταρούν ρυθμικά. Σπαρταρούν ρυθμικά οι κουρτίνες, το παράθυρο ανοίγει —ζωή — , οι κουρτίνες ξεχύνονται, χρώματα.
Η άλλη σέρνεται κροταλίζοντας. Κάθεται στα πισινά πόδια και στήνει το σώμα της παράλληλα στο δικό μου. Η σκιά μου πέφτει πάνω της και παίρνει το καθαρό, αλύγιστο σχήμα της. Η άλλη νιαουρίζει ζωηρά και συνεχίζει να πιπιλά τα δάχτυλά μου, τρίβει τη μουσούδα της στον λαιμό μου, ξετυλίγει ανάμεσα στα πόδια μου κουβάρια χρωματιστό μαλλί. Η άλλη δείχνει τα νύχια της, βγάζει μικρούς υπόκωφους ρόγχους και μου φέρνει έναν πνιγμένο ποντικό. Η άλλη συνεχίζει ξέπνοη να κλώθει ολόγυρά μου χρωματιστό μαλλί. Η άλλη στοιβάζει μπροστά μου κι άλλους πνιγμένους ποντικούς. Η άλλη κι άλλο μαλλί.
Η άλλη κι άλλους ποντικούς.
Πώς βρέθηκαν τόσοι ποντικοί μέσα στο σπίτι μου — είναι αυτό το σπίτι μου; Το κεφάλι μου βουίζει, θέλω να βγω έξω, κλειδωμένα τα παράθυρα, χρειάζομαι σώμα — ποιό είναι το σώμα μου; Τα παράθυρα ορθάνοιχτα, ρουφούν τον αέρα μου, θέλω να βγω έξω, ανοίγω το στόμα — είναι αυτό το στόμα μου; Κανένας ήχος — ποια είναι ή φωνή μου; Χώνω τα δάχτυλα στο λαρύγγι- φτύνω χρωματιστούς κόμπους, φτύνω διαμελισμένους ποντικούς. Θέλω το έξω, το έξω μου.
Απλώνω τα χέρια στο δέντρο — ποιο δέντρο είναι αλήθεια αυτό; Δυο δέντρα, δυο γάτες σκαρφαλώνουν στα δέντρα, ζωή, γνώση, η μια κι άλλο μαλλί, η άλλη κι άλλους ποντικούς, βλέπω τα χείλη μου να σχηματίζουν ένα όνομα, βλέπω τα χέρια μου ν’ ανεβαίνουν πάνω από τα δέντρα, πάνω από τις γάτες, βλέπω ένα ξίφος, βλέπω τώρα το ξίφος να πέφτει με φόρα.
Ξέρω πως αμέσως μετά δεν θα υπάρχω.
Ποιό είναι το όνομά μου;
Πετάγομαι.
Με λένε Άννα, Αθανασία, Εύα.
Με λένε Εύα.

 

ΣΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ

 

«Χαίρετε», είπε ο άντρας.
Ο αέρας ήταν παγωμένος, ασάλευτος, αψύς. Μύριζε λάσπη και σαπισμένα φύλλα, όχι ακόμα καπνό από οξιές, οι πυροστιές θα άναβαν σε λίγο.
Κάτω από τη χοντρή ζακέτα της —θα ’μοιάζε ίσως με σκιά πού γλιστράει μες στο σύθαμπο— βάδιζε γρήγορα προς τα κλουβιά. Όσο βαριά κι αν ήταν τα κιλίμια που ’ρίχνε πάνω τους, είχε πουλιά πεταρούδια, κουνέλια με μάτια μισόκλειστα- μακάρι να τα ’βρίσκε κουρνιασμένα το ένα στ’ άλλο, να ’χαν βαστάξει. Μονάχα τα βήματά της άκουγε ν’ αντηχούνε όσο σίμωνε. Ακόμα οι κραξιές, οι συριγμοί και τα φτερουγίσματα. Η μέρα χάραζε αβρή, σαν κάθε μέρα.
«Χαίρετε», της είπε κι ο πετεινός τινάχτηκε.
Πώς βρέθηκε μπροστά της, από πού, τί γύρευε εδώ στη γη της, τι τέτοιαν ώρα, ποιος ήταν ό ξένος;
«Χαίρετε», ξανάπε εκείνος.
Το χέρι της κύλησε αργά στην τσέπη κι έσφιξε τον μικρό σουγιά που κουβαλούσε, άλλοτε για τα φθαρτά, άλλοτε για τα ζιζάνια.
«Μη φοβάσαι», της μίλησε πάλι. Η αχλή σάμπως ν’ αραίωσε κι η λιγνή μορφή αχνοφάνηκε απέναντι της. «Τον άντρα σου ψάχνω.»
Ο παγωμένος αέρας αντιλάλησε συλλαβιστά τις λέξεις κι η γυναίκα αποκρίθηκε, σαν να υπάκουε σε διαταγή ή σε στερνή επιθυμία, φωνάζοντας δυνατά τ’ όνομα τού άντρα της.
Μια κίσσα σφύριξε την ίδια ώρα.
Καθώς ο άντρας πήγαινε σκυφτός στους στάβλους για το πρώτο άρμεγμα, έστρεψε το κεφάλι κι αντάμωσε από μακριά το βλέμμα της γυναίκας του. Πότε πρόλαβε και τη ζύγωσε, πότε έβαλε το κορμί μπροστά απ’ το δικό της, πότε η πάχνη παραμέρισε και φάνηκαν χλωμές οι πρώτες ηλιαχτίδες.
Έβγαλε τότε μια κραυγή: «Τί γυρεύεις εσύ μέσα στους ζωντανούς;
Με τα χέρια μου τράνταξα το σώμα σου και δε λύγιζε… Με τα δάχτυλά μου άγγιξα τη φλέβα σου και δε χτυπούσε… Με τα μάτια μου είδα τα πόδια σου μελανιασμένα, το πρόσωπο κάτωχρο…»
Λάλησε δεύτερη φορά ο πετεινός και σκίστηκε ο αέρας.
Ένα φορτηγό περνούσε από τον δρόμο κείνη την ώρα και μερικά άδεια κιβώτια ανεβοκατέβαιναν σκορπίζοντας ολόγυρα έναν τσίγκινο ήχο. Στα κλουβιά οι κότες αναπηδούσαν κι οι κατσίκες βέλαζαν στους στάβλους. Απ’ τις υδρορροές έσταζε νερό. Η γυναίκα έμενε γραπωμένη στο σώμα του άντρα της. Και, πίσω απ’ όλα, το ποτάμι κύλαγε αθόρυβα.
«Μη φοβάσαι», είπε ο ξένος. «Δεν ήρθα για πολύ. Ούτε για κακό ήρθα. Ποτέ για πολύ και ποτέ για κακό δεν ερχόμαστε.»
«Μη μιλάς, μη! Ήσουνα ζαρωμένος στο βαθούλωμα», απάντησε ο
άντρας, «δεν ήτανε για να ξαναμιλήσεις».
Δειλά η γυναίκα κοιτούσε τα μάτια που αντίκρυ της τρεμόπαιζαν —
αδρά, υγρά, μάτια του κόσμου τούτου. Ήταν τα ίδια σκούρα μάτια με του κοριτσιού που, λίγες μέρες πρωτύτερα, τυλιγμένο στο πανωφόρι του, είχε φέρει ο άντρας της από τις όχθες κοντά στο πέρασμα. Τάλα τους είπε πως τη λέγανε, μπορεί και Τάρα — το «ρ» φαίνεται πως δεν το ’χε πει ακόμα. Ένα βήμα στο πλάι έκανε τότε η γυναίκα, ξεσφίγγοντας τον σουγιά στην τσέπη της. «Αν ήρθες για την κόρη σου, δεν την έχουμε πια μαζί μας, άλλα είναι καλά.»
Τα λόγια της γλύκαναν σαν μύρο την παγωνιά και με μάτια πιο υγρά
απάντησε ευθύς ο ξένος: «Ήμουν εκεί, όλα τα είδα, το παιδί μαζεμένο δίπλα στο κουφάρι μου, σκοτάδι πίσσα, κι εγώ ούτε ένα χάδι, ένα νανούρισμα, να πέφτει η νύχτα, η πάχνη, να τρέμει το παιδάκι, κάπου να φωλιάσουνε τα δάχτυλά του, ύστερα η αυγή, ο θόρυβος του αυτοκινήτου, κάποιος να μας βοηθήσει, φώναξα’ στ’ αλήθεια φώναξα, κι ας ξέρω πώς δεν έχουν ήχο οι ψυχές- όμως μπορεί ένας Θεός να τις ακούει.»
«Μια κουκκίδα ήταν, μια τοσηδά σκιά ανάμεσα στις άλλες, πλάι στο
ποτάμι, εκεί στο πέρασμα.» Έτσι αποκρίθηκε ο άντρας. «Ο Θεός το
θέλησε, δεν ήτανε για να χαθεί. Πάμε τώρα μέσα, ξένε, μη στέκεις άλλο
στην παγωνιά.»
Στην κουζίνα η γυναίκα είχε νερό που κόχλαζε, θα ’κόβε φύλλα μέντας απ’ τις γλάστρες της στο λιακωτό, θά του ’φτιάχνε τσάι γλυκό, πολύ γλυκό, όπως το φτιάχνουνε στον τόπο του, να καρδαμώσει.
«Δεν έχει παγωνιά εκεί που θα περάσω, για μένα πια τελείωσαν τα
πάθια κι οι καημοί», απάντησε ο ξένος. «Μονάχα θα ’θελα, πριχού διαβώ,
τα γόνατά σας να αγκάλιαζα, να σας φιλούσα τις παλάμες. Ξέρω όμως
πως δεν γίνεται οι πεθαμένοι ν’ αγγίζουνε τους ζωντανούς.»
Τρίτη φορά λάλησε ο πετεινός, θρόισαν τα κυπαρίσσια στα χωράφια
αντίπερα, το κάλεσμα της καμπάνας έφτασε μερωμένο από το βάθος
του χωριού. Στους στάβλους τα ζώα δεν άντεχαν να περιμένουν άλλο. Ό άντρας κι η γυναίκα είχαν να ετοιμαστούνε για τη λειτουργία. Ξημέρωσε. Κυριακή.
«Σούκραν*», ήταν ή τελευταία λέξη πού άκουσαν.
«Σούκλαν», είχε πει δειλά και η Τάλα, που, από όλες τις σκιές, σκιές που χάνονται, εκεί, εδώ, στο πέρασμα, εκείνη ακόμα δεν ήτανε για να χαθεί.

* Σούκραν (Αραβική λέξη). Ευχαριστώ

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ 12/11/2018

Ολοκληρωμένη αισθητική προσέγγιση

Με το πρώτο κιόλας, εκδομένο σε χωριστό βιβλίο, λογοτεχνικό της έργο, η Νάσια Διονυσίου παρουσιάζεται στο αναγνωστικό κοινό με κατεκτημένο ύφος, κατασταλαγμένο στυλ γραφής και ολοκληρωμένη αισθητική προσέγγιση. Η συλλογή διηγημάτων «Περιττή ομορφιά» δεν παρουσιάζει καμιά εγγενή αδυναμία από αυτές που σχεδόν κατά κανόνα εμφανίζονται σε όλες τις πρωτόλειες δουλειές νέων συγγραφέων. Και το γεγονός, από μόνο του, συνιστά ένα αξιοσημείωτο επίτευγμα. Ένα επίτευγμα που επισφραγίστηκε μόλις πριν από λίγες ημέρες με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος για εκδόσεις του έτους 2017.

Εν πάση περιπτώσει, η παρουσίαση του βιβλίου από τη στήλη ουδόλως έχει να κάμει με την κρατική αυτή διάκριση. Ουδέποτε ενεργήσαμε με συναφή κριτήρια. Απλώς παρουσίαση και βράβευση σχεδόν συνέπεσαν χρονικά. Ας περάσουμε όμως στο βιβλίο που κυκλοφόρησε στην Αθήνα από τις εκδόσεις Ροδακιό και σε αυτό περιλαμβάνονται δώδεκα ευσύνοπτα, ελλειπτικά και αφαιρετικά διηγήματα. Θα έλεγα ότι σχεδόν σε όλα τα αφηγήματα της Διονυσίου ανιχνεύονται ειδολογικά χαρακτηριστικά του ποιητικού λόγου. Κι αυτό προσθέτει μια ιδιαζόντως ενδιαφέρουσα νότα στα κείμενά της. Αφού, σε κάποιες τουλάχιστον περιπτώσεις, μπορούν να διαβαστούν και ως πεζοτράγουδα.

Η υφολογική ομοιογένεια της Ν.Δ. συνεπικουρείται και από την ομοιογένεια των θεματικών της αναζητήσεων, καθώς σε αυτές πρυτανεύει το πνεύμα των υπαρξιακών προβληματισμών, διανθισμένο και από τη γυναικεία διαίσθηση. Η δε εμπεδωμένη αισθητική προσθέτει ακόμη ένα ατού στη λογοτεχνική κατάθεση της πεζογράφου.

Η Ν.Δ. θεματοποιεί το προπατορικό αμάρτημα, «Στο φως» (σελ. 9) αγγίζοντας με πρωτοτυπία και φαντασία το ευαίσθητο ζήτημα των διαφυλικών σχέσεων. Στο «Ζωντανή γυναίκα» (σελ. 12) χαιρόμαστε μια ιλιγγιώδη, μια παραληρηματική γραφή, ιδιαίτερα παραστατική, εύρυθμη, γεμάτη φαντασία και συναίσθημα.

Στο διήγημα «Τα κλειδιά» (σελ. 16) έχω την εντύπωση πως ξεδιπλώνεται περισσότερο το ποιητικό, παρά το πεζογραφικό ταλέντο της Ν.Δ. Η συγγραφέας αναπλάθει με ευρηματικότητα και νεωτερικότητα παιδικές μνήμες με αφορμή μια κηδεία, που απλώς αποτελεί το έναυσμα γι’ αυτή τη φαντασιακή αναπόληση.

Στο διήγημα «Στο πέρασμα» (σελ. 22) βλέπουμε το δράμα της μετανάστευσης, δοσμένο με απλότητα, λιτότητα, ελλειπτικότητα και οικονομία λόγου. Η συγγραφέας μεταδίδει στον αναγνώστη της, με αξιοθαύμαστη ευχέρεια και άνεση, χρώματα, αρώματα, γεύσεις, εικόνες και συναισθήματα.

Όσον αφορά το διήγημα «Ο φράχτης» (σελ. 24) η επισήμανση που έχω να κάμω σχετίζεται με τη δεξιότητα της Ν.Δ. να αξιοποιεί το φανταστικό στοιχείο και την αλληγορία, ενώ παράλληλα μετασταλάζει στη γραφή της και κάποια χαρακτηριστικά από τον κύκλο ή μάλλον τη σχολή του αστικού διηγήματος. Γενικά, όσα λέει με τη γραφή της, άλλα τόσα υπαινίσσεται με αυτήν. Θεωρώ, ασφαλώς, πως αυτή η υπαινικτικότητα είναι σημαντική συγγραφική αρετή.

Στο διήγημα «Γιος γυναίκας» (σελ. 30) θα έλεγα ότι ανιχνεύεται μια σύζευξη της μορφής του Ιησού Χριστού με μορφές από τη λαϊκή και δημοτική ποίηση. Την ίδια ώρα, αισθητός γίνεται κι ένας υποδόριος διακειμενικός διάλογος με τον «Επιτάφιο» του Γιάννη Ρίτσου. Ειδικά αυτό το διήγημα, παρουσιάζει ενδιαφέρον και για τις υφολογικές του προσεγγίσεις.

Συνολικά αποτιμώντας τη δουλειά της Ν.Δ. θα έλεγα ότι αξιολογείται θετικά η ερωτοτροπία της με την αμφισημία, την πολυσημία και την αλληγορική θεώρηση των πραγμάτων. Έστω κι αν, μερικές φορές, κάποιοι συμβολισμοί, κάποιοι νεφελώδεις υπαινιγμοί – ενδεχομένως και σκόπιμα – αφήνονται να αιωρούνται σε μιας μορφής αοριστία. Αυτό το στοιχείο μάλλον προσθέτει και κάτι το μυστηριακό στη γραφή της, καθιστώντας την ακόμη πιο θελκτική.

Από την άλλη βέβαια, στη γραφή της ανιχνεύεται μια πιστότητα – πειστικότητα που αναβαθμίζει την αναγνωρισιμότητα των τόπων ή των προσώπων στα οποία αναφέρεται. Πχ διαβάζοντας το «Σημάδια αναγνώρισης» (σελ. 44) δεν χρειάστηκε να προστρέξω στις σημειώσεις που παρατίθενται στο τέλος του βιβλίου, για να αντιληφθώ ότι η αναφορά γίνεται στον εικαστικό καλλιτέχνη Νίκο Κουρούσιη. Το κατάλαβα από τις πρώτες γραμμές του διηγήματος. Ομοίως ισχύει και σε ότι αφορά το διήγημα «Στην έξοδο» (σελ. 52) Από τις πρώτες γραμμές γίνεται αντιληπτό ότι λόγος γίνεται για τη ξύλινη προβλήτα του Εναερίου στη Λεμεσό, έστω κι αν η συγκεκριμένη περιοχή δεν κατονομάζεται μέσα στο κείμενο. Αυτά τα στοιχεία, κατά τη γνώμη μου, συνιστούν συγγραφικές αρετές, αναδεικνύουν ακρίβεια, πιστότητα και πειστικότητα.

Καταλήγοντας θα ήθελα να εκφράσω την πλήρη συμφωνία μου με την κριτική που έγραψε για το συγκεκριμένο βιβλίο και τη συγγραφέα του ο Άριστος Τσιάρτας, ο οποίος κάνει λόγο για «ώριμη και ολοκληρωμένη συγγραφική κατάθεση». Και προσθέτει: «Η συγγραφέας καθιερώνει το δικό της προσωπικό και διακριτό ύφος, φτιάχνοντας ένα καλά οργανωμένο, πολύχρωμο και πυκνά υφασμένο πλέγμα ιστοριών, χωρίς ρωγμές και κενά, με αρκετές δόσεις ποιητικής αύρας».

 

 

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΓΕΤΤΟΣ

tvxs 20/8/2017

Η ομορφιά του απόντος νοήματος

Στην ταινία «Το θεώρημα»1, του Πιερ Πάολο Παζολίνι, μία τυπική μιλανέζικη μεγαλοαστική οικογένεια διαλύεται στα εξ ων συνετέθη εξαιτίας της παρουσίας και της διάδρασης μαζί της ενός μυστηριώδους ξένου. Ο ξένος έρχεται από το πουθενά και αιφνιδίως ξαναφεύγει για το πουθενά αχρηστεύοντας την ιταλική εκδοχή του πατρίς-θρησκεία-οικογένεια: στην τελευταία σκηνή, ο pater familias, αφού έχει παραδώσει το εργαστάσιό του στους εργάτες, χωρίς να έχει μεσολαβήσει κάποια δυναμική απεργία, βγάζει τα ρούχα του σε έναν κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό και καταλήγει στις καμένες πλαγιές της Αίτνας όπου τρέχει γυμνός, κραυγάζοντας άναρθα ανάμεσα στους καπνούς και τις αναθυμιάσεις του σικελικού ηφαιστείου.

Διαβάζοντας τα διηγήματα ‘’Περιττή Ομορφιά’’ της Νάσιας Διονυσίου (Εκδόσεις Ροδακιό,2017), αντιμετώπισα μία συγγραφέα που πια δεν αφουγκράζεται –αν ποτέ αφουγκράστηκε- μεγάλες αφηγήσεις και δραματικές λύσεις στα μεγάλα ζητήματα του κόσμου και του εαυτού. Η Διονυσίου φαίνεται ότι δεν προσέρχεται καν στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης στο οποίο πολλοί συνομήλικοι ομότεχνοί της, ειδικά κατά την διάρκεια της παρούσας κοινωνικής κρίσης, έχουν αυτόκλητα παρακαθίσει∙τραπέζι γύρω από το οποίο διαμείβονται αυτοαναφορικές διακηρύξεις ατομικιστικών δικαιωμάτων. Αντίθετα, εισφέρει ακομπλεξάριστα μία μεταφυσική, αποδεχόμενη το γεγονός ότι πολλά πράγματα δεν τα καταλαβαίνει. Πράγματα απλά και καθημερινά όπως το βάδισμα μιας γάτας, ένα φανάρι της τροχαίας, μια τυχαία συνάντηση ψάχνουν απεγνωσμένα το αρχέτυπό τους: η συγγραφέας δεν πιστεύει θρησκευτικά σε μια άλλη τους διάσταση∙ θαμπώνεται, εισπνέει, γρατζουνιέται, ακροάται, συνομιλεί με την άλλη τους διάσταση ξέροντας ότι δεν μπορεί ούτε να την καταλάβει, ούτε να την αποδείξει. Έτσι αποφασίζει να οδηγήσει στη λεωφόρο διπλής κατεύθυνσης που ενώνει τον πεζό με τον ποιητικό λόγο, μέσα από ελλειπτικές τροχιές αλλά με αποφασιστικότητα.

Να κάποια πράγματα που η Διονυσίου αποδέχεται ότι δεν καταλαβαίνει:

Η προσφυγική και μεταναστευτική κρίση συνέβη, συμβαίνει και σαν εικόνα κατέκλυσε όλο τον πλανήτη προσφέροντας άλλοθι και έξοδο διαφυγής στα ασθμαίνοντα πανανθρώπινα ιδανικά του δυτικού κόσμου. Στην ταινία «Η ανακάλυψη»2 του Charlie McDowell, ο γιος (Brian Mc Carthy) ενός επιστήμονα (Robert Redford) που ανακάλυψε και απέδειξε επιστημονικά την μεταθανάτια ζωή, εμφανίζεται μέσα στην σύγχυσή του να λέει: ‘’είναι, υπάρχει∙αλλά τι σημαίνει;’’. Για την συγγραφέα (Στο πέρασμα, Ο φράχτης) η φρίκη, η αδικία, η βαρβαρότητα δεν φτάνει να αποδειχθούν συνθηματολογικά: ‘’ήταν και μερικοί, θαρρώ οι περισσότεροι από εμάς, που δεν έλεγαν τίποτα…’’ (Ο φράχτης). Αντίθετα πρέπει να διερευνηθεί φιλοσοφικά αν η ρεάλ-πολιτίκ του «δεν υπάρχει φύλαξη των συνόρων αν δεν υπάρχουν νεκροί»3 είναι συμβατή με τον αρχέτυπο της ανθρώπινης φυλής. Γιατί -υπενθυμίζει η Διονυσίου- εκτός από τον Σαμαρείτη υπάρχει και ο Κάιν.

Εκτός από το θανατηφόρο μίσος για τους άλλους που ρέει σαν υπόγειο ρεύμα και εκπυρσοκροτεί στα σύνορα του δυτικού πολιτισμού, η Διονυσίου επιμένει ότι , πριν ερμηνεύσουμε και καταγγείλουμε τον κόσμο, πρέπει να αντιμετωπίσουμε και το μούδιασμα απέναντι στην δική μας ύπαρξη που δεν νοείται παρά μέσα από τον φτωχό εξοπλισμό επιβίωσης: το ανθρώπινο σώμα. Πρέπει πρώτα να νιώσουμε τις χημικές αντιδράσεις του έρωτα, του φόβου, της ηδονής∙ δεν χρειάζεται να είναι κανείς νευρολόγος, ψυχολόγος ή ψυχίατρος για να δώσει την μητέρα των μαχών του σύγχρονου ανθρώπου: να ανασύρει τις αισθήσεις, να θυμηθεί πως νιώθει αληθινά και όχι ψηφιακά.

Η διηγηματογράφος ακούει τα καλώδια τους σώματός της να δουλεύουν. Μέσα στον ηλεκτρισμό του έρωτα και του θανάτου, ανάμεσα στα φορτία του χρόνου ψάχνει να βρει το δικό της σωματίδιο του θεού (Δύο γάτες, Σημάδια αναγνώρισης, Σχετικότητα). Ο τελεσίδικα λυτρωτικός ισχυρισμός του Κωστή Παπαγιώργη ότι ‘’ουσιαστικά δεν έχουμε καμιά δυνατότητα να αλλάξουμε στο παραμικρό το σώμα μας’’4γλυκαίνει στα δάχτυλα της Διονυσίου: ‘’Έγειρα τότε στο χώμα. Με πόδια ανοιχτά, ανοιχτά χέρια, ανοιχτά δάχτυλα, στο χώμα, σαν πάνω σε σταυρό. Ανέπνεα. Κι είδα το κορμί μου στο φως. Και δεν ήταν μόνο ένα κομμάτι πλευρό, ένα κομμάτι, αγαπημένε μου, έστω από το πλευρό σου. Στο φως είδα το κορμί μου∙ κι ήταν καλό’’ (Στο φως). Η αλλαγή θα έρθει, αν έρθει, από μία Διεθνή των Αισθήσεων. Οι άνθρωποι θα αναγνωρίζονται από την υφή της παλάμης τους, από την βραχνάδα της φωνής τους, από τις λίγες γκρίζες τρίχες στα γένια τους και από τα σίγουρα στήθη τους.

Τέλος η συγγραφέας δεν παύει να ξαφνιάζεται από την μητρότητα (Μια ευθεία, Στην έξοδο). Φαίνεται να καταφάσκει ότι η υπερπροστασία αντανακλά ψυχική φτώχεια, ξέρει ότι θα γεννήσει έναν Μικρό Πρίγκηπα και διακηρύσσει το οικουμενικό μητρικό δικαίωμα στο λάθος. Κι αυτό γιατί στην χειρότερη περίπτωση η ομορφιά είναι το μόνο νόημα της ζωής και της ύπαρξης. Είμαστε ευτυχώς καταδικασμένοι να είμαστε περιττοί. Είμαστε ευτυχώς καταδικασμένοι να είμαστε ελεύθεροι.

 

ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΥΘΡΕΩΤΗΣ

«Εφημερίδα των Συντακτών», 12.8.2017

Φωνές από την Κύπρο

Με γλώσσα ευρηματική και ελλειπτική, αρκετές φορές στα όρια της ποίησης, χωρίς όμως ποτέ να χάνει την ακρίβειά της, η Νάσια Διονυσίου κάνει την πρώτη της εμφάνιση στην πεζογραφία με τη συλλογή διηγημάτων «Περιττή ομορφιά». Πρόκειται για δώδεκα κομψά, ατμοσφαιρικά κείμενα, στις λίγες σελίδες των οποίων η συγγραφέας αφηγείται υποβλητικά «παράξενες» ιστορίες που κινούνται στα όρια του ρεαλισμού.
Οι πυκνές αναφορές στα βιβλικά κείμενα συμβάλλουν σε μια μορφή «κατανυκτικότητας» που χαρακτηρίζει τα διηγήματα της Διονυσίου, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι ήρωες των διηγημάτων ή οι φιγούρες που περνάνε μέσα σε αυτά είναι «άυλες» η αποπνευματωμένες –αντίθετα είναι στέρεα δεμένες στη σωματικότητά τους, με τρόπο ώστε συχνά να αποδίδεται στο σώμα ο χαρακτήρας του ιερού.
Το πλαίσιο των ιστοριών της συλλογής συχνά μοιάζει άχρονο –ή τουλάχιστον ο σαφής καθορισμός του σε χρόνο και τόπο δεν φαίνεται να αποτελεί προτεραιότητα της Διονυσίου, που επιμένει να εστιάζει στη δύναμη της γλώσσας της και να πειραματίζεται επιτυχημένα με μια σειρά από αφηγηματικές τεχνικές.
Ο πειραματισμός αυτός όμως δεν είναι στείρος, ούτε δίνει την εντύπωση απλής μαθητείας, καθώς «κουμπώνει» κάθε φορά με το περιεχόμενο του διηγήματος, ενώ εξάλλου, παρά τη χρήση ποικίλων τεχνικών, η συλλογή διακρίνεται από μια καθαρή υφολογική και αισθητική σφραγίδα.
Ως συνέπεια το βιβλίο δεν φέρει τα χαρακτηριστικά του πρωτόλειου, αλλά αποτελεί μια ολοκληρωμένη κατάθεση και μια πολλά υποσχόμενη πρώτη εμφάνιση.

 

ΑΡΙΣΤΟΣ ΤΣΙΑΡΤΑΣ

http://www.bookpress.gr, 26.6.2017

Οι κραδασμοί της ομορφιάς

Σε φαινομενικά τετριμμένες μέχρι ανίας συνθήκες, μια ασήμαντη λεπτομέρεια, μια απρόσμενη κίνηση εκτροχιάζει από την ασφυκτική επαναληπτικότητα της καθημερινότητας, κινητοποιεί το εσωτερικό τοπίο και φουντώνει τη φωτιά που σιγοκαίει στον μέσα κόσμο. Τέτοιες συνθήκες μπορεί να είναι μια βόλτα στο πάρκο, δυο γάτες που αγωνίζονται να συνυπάρξουν σ’ ένα σπίτι, η πρώτη περιπολία ενός αστυνομικού, η τροχαία κίνηση στον δρόμο, μια παρατεταμένη χιονοθύελλα, ένα ετοιμοθάνατο πουλί στο προαύλιο της εκκλησίας την ώρα μιας κηδείας… Σε αυτές και άλλες, η συγγραφέας Νάσια Διονυσίου, στην πρώτη συλλογή διηγημάτων της, διακρίνει τον ανομολόγητο μύχιο σπασμό που διαχέεται και συγκαθορίζει την πολύπλοκη και αντιφατική ανθρώπινη ύπαρξη.
Τα δώδεκα διηγήματα της συλλογής δεν συνιστούν μελλοντικές υποσχέσεις μιας πρωτοεμφανιζόμενης συγγραφέως, αλλά αποτελούν μια ώριμη και ολοκληρωμένη συγγραφική κατάθεση. Η συγγραφέας καθιερώνει το δικό της προσωπικό και διακριτό ύφος, φτιάχνοντας ένα καλά οργανωμένο, πολύχρωμο και πυκνά υφασμένο πλέγμα ιστοριών, χωρίς ρωγμές και κενά, με αρκετές δόσεις ποιητικής αύρας. Πρόκειται για ιστορίες γραμμένες με γλώσσα που συμπυκνώνει έντονο, πλην όμως, κατασταλαγμένο βιωματικό φορτίο.

Aφηγημένες σε πρώτο ή τρίτο πρόσωπο, οι ιστορίες έχουν ενιαίο και στέρεο θεματικό πυρήνα, υπαρκτό και ευδιάκριτο, καθόλου όμως υπερφωτισμένο. Η καθεμία από αυτές δεν αποτελεί ένα αύταρκες και περίκλειστο σύμπαν. Απεναντίας, στο εσωτερικό τους συγκροτούνται αυθύπαρκτες, επιμέρους νοηματικές ενότητες και εικόνες. Μολονότι η πολλαπλότητα και η ποικιλία της γυναικείας εμπειρίας διαπερνά τα σύνορα των περισσότερων διηγημάτων, η αρχετυπική μορφή της Εύας, ως αστείρευτη πηγή άντλησης συμβόλων και ως ύπαρξη ανήσυχη, μοναχική και πολλαπλή, διαχέεται βουβά και υπόγεια σε όλα τα στρώματα της αφήγησης. Και μάλιστα, με τρόπο μυθοπλαστικά και λογοτεχνικά πρωτότυπο, εντάσσοντας π.χ. μαγικά, μη ρεαλιστικά στοιχεία ή ακόμα κρυπτικά εκφραστικά μέσα φορτισμένα με αρχέτυπα και σύμβολα.

Ξεφεύγοντας από τους κλασσικούς αφηγηματικούς τρόπους, η συγγραφέας μεταπλάθει την πραγματικότητα φτιάχνοντας ιστορίες καθόλου προφανείς. Περιβάλλει την αφήγησή της με διαλόγους αποκαλυπτικούς στην οικονομία τους και πολυσήμαντους στην απλότητα τους, ενώ ταυτόχρονα χρησιμοποιεί ποικίλες υφολογικές λύσεις, όπως εσωτερικούς μονόλογους, πολλαπλές φωνές στο μικρό εμβαδόν ενός διηγήματος και συνεχή αλλαγή της αλληλουχίας του χρόνου («Κλειδιά», «Γιός Γυναίκας», «Έξοδος»).

Έπειτα, με κλινική ακρίβεια και λιτό ύφος αναπλάθει τις παράλληλες ψυχικές διαδρομές, ταλαντεύσεις, αμφιθυμίες και μεταπηδήσεις των χαρακτήρων της, την αργόσυρτη ανάδυσή τους από τη δύσβατη μυστική τους ζωή για να αναμετρηθούν με την προοπτική της συντροφικότητας και της συνύπαρξης. Και όσο πιο άπιαστο το όνειρό τους τόσο πιο μεγάλη η προσπάθεια να το αποτυπώσουν. Το συλλαβίζουν, βέβαια (μά-μά), όχι όμως από εμμονικό πείσμα, αλλά επειδή το φορτίο των βιογραφικών θραυσμάτων προσδίδει λυτρωτικό ρίγος στο πλησίασμα των παρυφών του («Μια ευθεία», «Σημάδια αναγνώρισης»).
Η κατασκευή της ιδιότυπης υπόστασης των χαρακτήρων γίνεται με ιδιαίτερες αφηγηματικές τεχνικές, αλλά κυρίως με στοχαστική διάθεση που αιχμαλωτίζει το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Πρόκειται συνήθως για πρόσωπα αποστασιοποιημένα από τα κοινωνικά τους συμφραζόμενα ή ακόμα από αιματοσυγγενικές σχέσεις πρώτου βαθμού, δύσπιστα απέναντι σε σταθερά αγκυροβόλια. Δεν λογοδοτούν παρά μόνο στον εαυτό τους, ενώ εκτίθενται στη δοκιμασία της αυτογνωσίας κατά τρόπο που επικαθορίζει τη δημόσια και ιδιωτική τους ταυτότητα.

Διεμβολίζοντας το παρελθόν τους με διεισδυτικό και ανατρεπτικό βλέμμα, η συγγραφέας συναντάται μαζί τους σε δύσκολα περάσματα της ζωής τους, διερωτάται για τις συνθήκες και τα στερεότυπα που στενεύουν ασφυκτικά το παρόν. Αν και δεν κηρύσσουν καμιά αλήθεια, έχουν κάτι κοινό που τους καθορίζει: ζώντας όπως ζουν έχουν αυτές και μόνο τις δυνατότητες εξωτερίκευσης του κόσμου τους –όχι άλλες, όχι διαφορετικές, ούτε περισσότερες ούτε λιγότερες– αυτές μόνο που αναλογούν και αντιστοιχούν στο δικό τους εσωτερικό υπαρξιακό φορτίο.

Το σκηνικό της συλλογής δονείται από μια εσωτερική εκρηκτική ατμόσφαιρα, ενώ σε κάποια διηγήματα («Φράκτης») εικονογραφείται σαν ένα μέρος αλλόκοσμο, μυστηριακό και άχρονο. Η ελλειπτικότητα της γραφής, η ένταση και η πυκνότητά της δείχνουν ότι τις πιο μύχιες έγνοιες μας, τις πιο αποκαλυπτικές εκλάμψεις μας, δεν μπορούμε να τις περιγράψουμε ή να τις εκφράσουμε αναλυτικά παρά μόνο ελλειπτικά, με πολλά αποσιωπητικά και μετέωρους υπαινιγμούς. Στην Περιττή Ομορφιά όταν αυτές συναρμόζονται με το συναισθηματικό βάρος των χαρακτήρων εγκιβωτίζονται σε εμβόλιμες, εντυπωτικές, συμβολικού βάρους εικόνες περισσής ομορφιάς: «… ολομόναχη στον κόσμο. Δεν γίνεται βέβαια να είναι μόνη, κανείς δεν γίνεται να είναι μόνος στον κόσμο, κανείς ακόμα και σήμερα, στο πάρκο, καταχείμωνο, μεσημέρι οικογενειακών συνάξεων, Κυριακή».

 

ΧΡΙΣΤΟΣ ΤΣΙΑΗΛΗΣ

«Fractal», Μάιος 2017

Επαναπροσδιορίζοντας τα αρχέτυπα

Η συγγραφέας Νάσια Διονυσίου, αν και πρωτοεμφανιζόμενη, δείχνει να είναι αρκετά έμπειρη και ικανή στη γραφή και στην απόδοση της ομολογουμένως δύσκολης και απαιτητικής επινόησης του διηγήματος. Επινόηση, γιατί, ως γνωστό στους μυημένους, το σύγχρονο διήγημα απαιτεί τη δημιουργία νέων κόσμων ή τουλάχιστον την αναθεώρηση του τι είναι πραγματικότητα μέσα ή έξω από τον άνθρωπο.

Η συγγραφέας λοιπόν έρχεται να μας εκπλήξει με μια ανατρεπτική συλλογή, όπου τα σύντομα αλλά περιεκτικότατα σε εναλλαγές αφηγηματικής δεινότητας διηγήματα, αμφισβητούν την κοινότυπη τοποθέτηση της ψυχής. Ιστορίες που δίνουν μια εναλλακτική διάσταση της σχέσης του σύμπαντος με το εγώ, ενώ σε κάθε ένα από αυτά, ένα σπιράλ συναισθημάτων και εικόνων καταφέρνει να ξεφύγει από τα στεγανά του στυγνού μοτίβου αφήγησης. Η συγγραφέας καταφέρνει να πάρει τον αναγνώστη σε ένα ταξίδι λεξιλογικού ελεγείου, όπου η γλώσσα εξυπηρετεί με αρτιότητα τη δομή, και η δομή αγκαλιάζει την ευαισθησία σε όλα τα επίπεδα. Ο ερωτισμός, ο ρομαντισμός, είναι απέναντι από την αποξένωση και την αλλοτρίωση. Ο πόνος και η γλυκύτητα πρέπει να συμβιώσουν μέσα σε έναν ανυψωμένο Φράκτη.

Όλα αρχίζουν με την απόφαση της ηρωίδας να ξεφύγει από τον παράδεισο, μιας Εύας που επιθυμεί τη γήινη πραγματικότητα, και είναι πρόθυμη να εγκαταλείψει την τελειότητα για να τη γνωρίσει. Μιας Εύας που για πρώτη φορά ανακαλύπτει το σώμα της και επιθυμεί να το χαρίσει, ενώ δεν είναι καν σίγουρη για την ύπαρξη του άλλου ως οντότητα. Η αβεβαιότητα αυτή για το έτερον ήμισυ και η αναζήτηση μιας εξόδου από την ψυχική απομόνωση είναι διάχυτη σε όλη τη συλλογή. Μια συλλογή ταυτόχρονα συναισθηματική και εγκεφαλική, και επαρκώς αφαιρετική για να δώσει στον αναγνώστη αρκετό περιθώριο να εισχωρήσει ο ίδιος μέσα στο κάθε διήγημα και να προσδώσει στην προτεινόμενη απατηλότητα των εύπλαστων κόσμων τη δική του ταυτότητα.

Η Νάσια Διονυσίου κατέθεσε μια δυναμική άποψη για την κοσμογονία, μια νέα κοσμοθεωρία για το γίγνεσθαι, καθώς και ο ίδιος της ο λόγος, υποστηρίζοντας αυτή την αμφιταλάντευση μεταξύ παραδείσου και γήινης πραγματικότητας, μεταξύ της ομορφιάς και της έλλειψης αυτής, είναι συνάμα και πεζός και ποιητικός, σε μια συνεχή εναλλαγή. «Στην κουζίνα η γυναίκα είχε νερό που κόχλαζε, θα ‘κοβε φύλλα μέντας απ’ τις γλάστρες της στο λιακωτό, θα του ‘φτιαχνε τσάι γλυκό, πολύ γλυκό, όπως το φτιάχνουνε στον τόπο του, να καρδαμώσει». Και μαζί με αυτή την ομορφιά της χρήσης της γλώσσας, η συγγραφέας καταφέρνει να είναι και δυναμική στη χρήση νέων εννοιών που εξυπηρετούν τις παράδοξες, αινιγματικές ιστορίες: «Οι άλλοι, οι χιονοσκεπτικιστές, καταπώς τους είπαμε, διέφεραν».

Η συλλογή αυτή διαφέρει, καθώς θα ανιχνεύσει το στίγμα της αυτο-αμφισβήτησης μέσα μας ως την Έξοδο, και θα υπενθυμίσει ότι τα αρχέτυπα είναι πλέον προς συζήτηση.

 

 

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΛΕΟΝΤΙΟΥ

Άνευ 64 (Φθινόπωρο 2017) 102-109

«ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΦΗΓΗΜΑΤΑ»

Με το πρώτο αυτό βιβλίο της η Νάσια Διονυσίου δείχνει ότι κατέχει το χάρισμα της γραφής· μιας γραφής ιδιαίτερης, στην οποία επανέρχονται στοιχεία της ποίησης (η εικόνα, η μεταφορά, η αφαίρεση, η υποβολή) και μια ιδιόμορφη προσέγγιση στα πράγματα. Όμως χρειάζεται να προσεχθεί αυτό το πάντρεμα της ποίησης με την πρόζα, ώστε η πρώτη να μη λειτουργεί σε βάρος της δεύτερης.

Δεν πρόκειται για διηγήματα με την παραδοσιακή έννοια του όρου. Ούτε ζητάμε από τους νέους συγγραφείς να γράψουν παραδοσιακά διηγήματα ή να εφαρμόσουν πιστά οποιαδήποτε δομικά ή άλλα συστατικά του είδους. Αλλά, από τη στιγμή που η συγγραφέας επιλέγει να καλλιεργήσει το διήγημα ή το ποιητικό αφήγημα (δεν μιλάμε για πεζό ποίημα), θα ήταν καλά να μείνει στην περιοχή της πρόζας. Δηλαδή, όση γοητεία ή μυστήριο και αν προκαλούν η αμφισημία, η αφαίρεση και η υποβολή, θα θέλαμε μια πιο αφηγηματική, πιο εμπράγματη γλώσσα, που να μη χάνεται μέσα σε ασάφειες και υπονοούμενα.

Ακόμα και όταν η συγγραφέας εκκινεί από προσωπικές εμπειρίες και άλλα γεγονότα (η κύηση μιας νέας ζωής, η κηδεία του παππού, ο θάνατος ενός πρόσφυγα από τη Συρία στον Έβρο κτλ.), προτιμά να τα αποδώσει με φευγαλέες εικόνες, με αφαιρετική γραφή και υπονοούμενα, με τεμαχισμένη, σπειροειδή αφήγηση. Επιλέγει να υπαινιχθεί τα πράγματα και να σκιαγραφήσει έναν ρευστό, ομιχλώδη αφηγηματικό κόσμο, που χάνει το περίγραμμά του ή δεν μας αποκαλύπτει τα μυστικά του. Ο αναγνώστης καλείται να ξαναγράψει τα αφηγήματα αυτά, να βάλει σε τάξη το ρευστό αφηγηματικό υλικό και να δώσει δικές του ερμηνείες ή προεκτάσεις σε ό,τι υπονοείται ή αποσιωπάται.

Στα περισσότερα κείμενα δεσπόζει ως κεντρική μορφή η γυναίκα· η γυναικεία ευαισθησία και αντίληψη, το γυναικείο σώμα, που συνταιριάζονται με μια ενδοσκοπική γραφή, η οποία αποδιδόταν παλαιότερα σε γυναίκες συγγραφείς (αν και η άποψη αυτή είναι μάλλον ξεπερασμένη). Στο πρώτο κείμενο της συλλογής («Στο φως»), μέσα από αφαιρετικές και αλληγορικές εικόνες, υποψιαζόμαστε ότι το γυναικείο σώμα βρίσκεται στην κορύφωση της άνθισης και της έκρηξής του (παραλληλίζεται με σεισμό και λάβα), τη στιγμή που φέρνει στο φως μια νέα ζωή. Στην εμπειρία της εγκυμοσύνης αναφέρεται και το τελευταίο αφήγημα του βιβλίου («Στην έξοδο»), που είναι ακόμη πιο σιβυλλικό. Εδώ παρακολουθούμε μια νέα γυναίκα να περπατά πάνω σε μια ξύλινη προβλήτα δίπλα στη θάλασσα, ενώ νιώθει μέσα της το σκίρτημα του εμβρύου που κυοφορεί. Καθώς είναι υποχρεωμένη να μεταβεί σε έναν άλλο, ιδανικό τόπο, χωρίς να πάρει οτιδήποτε μαζί της, αποφασίζει να πέσει στη θάλασσα και να πνιγεί. Το αφήγημα αυτό, ίσως το καλύτερο του τόμου, κλείνει με τα λόγια: «Περιττή ομορφιά. Η ζωή». Οι δύο πρώτες λέξεις αποτελούν τον τίτλο του βιβλίου και, μαζί με τα συμφραζόμενά τους, τον φωτίζουν.

Και στα υπόλοιπα κείμενα η Ν. Διονυσίου δεν αποβλέπει να διηγηθεί μια ιστορία με αρχή, μέση και τέλος, αλλά να αποτυπώσει φευγαλέες εικόνες και μετέωρες καταστάσεις, που δεν καταλήγουν πουθενά: Μια γυναίκα τρέχει γυμνή στον δρόμο και προκαλεί ερωτηματικά σε όσους τη βλέπουν («Ζωντανή γυμνή γυναίκα»). Στο χιονισμένο τοπίο που κατακλύζει το αφήγημα «Ο φράχτης», με τους «χιονοσκεπτικιστές» και τον «χιονένιο φράχτη», τα δημοψηφίσματα, τις συγκρούσεις και τις διμερείς συμφωνίες, αντιλαμβανόμαστε ότι υπόκειται το άλυτο πολιτικό πρόβλημα της Κύπρου. Αλλού («Γιος γυναίκας»), μέσα από στίχους από τον Επιτάφιο του Ρίτσου και από δημώδη άσματα, παρακολουθούμε την ανθρώπινη διάσταση του Ιησού στο Όρος των Ελαιών, καθώς αρνείται να θυσιαστεί για τους ανθρώπους. Μια απόπειρα ληστείας («Ανάποδα»), η σχέση μιας έγκλειστης γυναίκας με τις δύο γάτες της («Δύο γάτες»), η εικόνα μιας ξένης γυναίκας που περπατά σε απόσταση από το κοριτσάκι της σε πάρκο («Μια ευθεία»), ένα αρχετυπικό ζευγάρι που επιχειρεί να ανα-γνωρίσει το έτερον ήμισυ («Σημάδια αναγνώρισης») και οι σκέψεις μιας άλλης μοναχικής γυναίκας που απευθύνεται στον εαυτό της («Σχετικότητα») είναι οι βασικοί θεματικοί άξονες που περνούν στα υπόλοιπα κείμενα της συλλογής.

Ανεξάρτητα από τις παρατηρήσεις ή επιφυλάξεις που σημειώνονται εδώ, πιστεύουμε ότι η πρώτη αυτή εμφάνιση της Ν. Διονυσίου αξίζει να προσεχθεί. Αναμένουμε όμως να δούμε τη συνέχεια.

Δρ. ΑΝΤΩΝΗΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ

Στο τελευταίο διήγημα της συλλογής Περιττή Ομορφιά της Νάσιας Διονυσίου (Αθήνα: Το Ροδακιό 2017), το οποίο τιτλοφορείται «Στην Έξοδο» (σσ. 52–56), μια γυναίκα κινείται προς την άκρη μιας ξύλινης προβλήτας. Η κίνηση αυτή έχει κάτι από τη βιβλική Έξοδο· είναι η απαραίτητη τελική δοκιμασία, που απαιτείται πριν από την απόλαυση της μεγάλης Επαγγελίας, της μετάβασης σε έναν άλλο κόσμο, όπου «άφθονο θα ρέει το μέλι και το γάλα» (σ. 54). Πριν περάσουν, όμως, οι άνθρωποι στη νέα αυτή σφαίρα της ύπαρξής τους, πρέπει να ρίξουν στο νερό το ένα πράγμα που θα ήθελαν να μεταφέρει η θάλασσα ­­— μια προσωποποιημένη δύναμη, περισσότερο σκοτεινή παρά σωτήρια — στον νέο τους κόσμο.

Η γυναίκα δεν κουβαλάει τίποτα, παρά μόνο το παιδί που μεγαλώνει στα σπλάχνα της και το οποίο παλεύει τώρα να γεννηθεί με τους πόνους που η Κατάρα έχει επιβάλει στην ανθρωπότητα. Η γυναίκα κάνει αυτό που κανείς άλλος δεν επιχειρεί: δεν κινείται προς την έξοδο μηχανικά, σαν ρομπότ. Προσπαθεί να ελέγξει την κίνησή της, να κρατηθεί, να μην γεννήσει τώρα, να μην βασιστεί στη θάλασσα να μεταφέρει το παιδί της στον άλλο κόσμο· να κρατήσει μέσα της το παιδί και να το γεννήσει με τους δικούς της όρους, αφού άλλωστε «στον τόπο της Επαγγελίας, στον Παράδεισο, στον Κήπο της Εδέμ» δεν θα υπάρχει πόνος, θλίψη ή στεναγμός.

Τη γυναίκα τη διαχωρίζει από το πλήθος η εμμονή του διερευνητικού της πνεύματος, μια φωνή που ακατασίγαστη μέσα της κραυγάζει και αμφισβητεί τα ηγεμονικά αφηγήματα (της πατριαρχίας και του χριστιανισμού — του χριστιανισμού που κατάντησε συνώνυμος της πατριαρχίας και μιας κοσμοθεώρησης που θέλει να κάνει τη ζωή σκέτη προσμονή θανάτου). Αν όλα θα είναι τέλεια στον τόπο της Επαγγελίας, τότε τι; Όλα αυτά που ζήσαμε μέχρι τώρα ήταν μάταια, περιττά; Άραγε ο Κήπος –– που ολοένα και περισσότερο μοιάζει με την επιστροφή στην απώτατη Αρχή αλλά ταυτόχρονα και με την κατάληξη στην ύστατη γαλήνη της ανυπαρξίας –– ο Κήπος, λοιπόν, άραγε, ακυρώνει τη ζωή; Η απάντηση είναι προφανώς καταφατική. Ναι, σύμφωνα με τη δεσπόζουσα, δεσποτική αφήγηση, ό,τι υπάρχει έξω από τον Κήπο δεν είναι παρά γύμνασμα για την επιστροφή σε αυτόν, γύμνασμα που χάνει την αξία του τη στιγμή της επιστροφής. Αλλά καθώς οι ανταύγειες από το σέλας «βάφουν με φως το νερό, τον ουρανό, τη στεριά» πριν σβήσουν (σ. 56), η Γυναίκα ­­— και μαζί η συλλογή — καταλήγουν στο συμπέρασμά τους: ναι, η ζωή, αφού προέρχεται από την άβυσσο και καταλήγει στην άβυσσο, μπορεί να είναι περιττή, αλλά είναι όμορφη. Είναι Περιττή Ομορφιά.
Το καταληκτικό διήγημα της συλλογής συμπυκνώνει τα βασικά θεματικά και τεχνοτροπικά της χαρακτηριστικά. Η συλλογή αποτελείται από δώδεκα «διηγήματα»· σε λίγα όμως από αυτά ο αναγνώστης θα εντοπίσει τα γνωρίσματα της παραδοσιακής μυθοπλασίας (καμπυλοειδείς μύθους με αρχή, κορύφωση και τέλος· ολοκληρωμένους, ρεαλιστικούς, τρισδιάστατους χαρακτήρες, κ.λπ.). Πρόκειται περισσότερο για ποιητικότροπα αφηγήματα, πυρηνικές μονάχα ιστορίες, πλούσιες σε εικόνες, μεταφορές, αφαιρέσεις, αισθήσεις και αισθήματα, κάποιες από τις οποίες (π.χ. το εναρκτήριο, «Στο φως») διαβάζονται αβίαστα ως πεζά ποιήματα. Το αφηγηματικό πλαίσιο είναι πότε συγκεκριμένο (η ελληνική επαρχία, μια πόλη, ένα διαμέρισμα η Κύπρος του σήμερα), πότε αφηρημένο (ένα «κάπου»), πότε εντελώς (παρα)μυθικό ή συγχωνευμένο με το μυθικό του φόντο.

Η συλλογή κλείνει με μια πορεία προς την «Έξοδο», αλλά ανοίγει, όπως είπαμε, με μια κίνηση «Στο φως» (σσ. 9–11). Το αρχικό αφήγημα είναι το πιο ποιητικό ίσως κείμενό της. Τα δύο, αρχικό και τελικό, είναι ποικιλοτρόπως συνδεδεμένα και στο θεματικό επίπεδο. Η συλλογή είναι στην ουσία της μια συνεκτική, ενιαία αφηγηματική σύνθεση, μια κυκλική πορεία από την Απαρχή στην Έξοδο της ζωής, από το Φως στο Σκοτάδι και πάλι στο Φως (ή έστω την ανακάλυψη πως και μες στο σκοτάδι μπορεί να λάμψει για λίγο το φως, ως Σέλας). Στους ενδιάμεσους σταθμούς αυτής της πορείας διαδραματίζονται όλα εκείνα τα συμβάντα, που καθιστούν τη ζωή Περιττή αλλά Όμορφη, ακόμη και μες την ασχήμια της: ο Έρωτας, η Σεξουαλικότητα, η Μητρότητα, η Βιοτική Πάλη, η Κοινωνική Αδικία, η Μετανάστευση, η Προσφυγιά, η Επιβίωση, η Απώλεια, η Μοναξιά, η Επανασύνδεση, η Γαλήνη.

Όπως υπονοεί τόσο η «Έξοδος» όσο και το «Φως» («…καὶ ἐγένετο φῶς…») την Περιττή Ομορφιά διατρέχει ως βασικό διακείμενο η Βίβλος:

Το Βιβλίο της Εξόδου: Η Έξοδος είναι κίνηση προς τη Γη της Επαγγελίας αλλά και προς τον Θάνατο (κίνηση αντίθετη με τα διδάγματα του ενστίκτου αλλά ταυτόσημη σύμφωνα με τα διδάγματα του χριστιανισμού). Κάποτε, όπως στο τελευταίο διήγημα, γίνεται εκούσια και με μια αίσθηση αυτοδυναμίας και πληρότητας. Άλλοτε όμως, όπως «Στο πέρασμα» (σσ. 20–23), είναι κίνηση τραγική: είναι η μακρά πορεία των Σύρων προσφύγων προς τη δική τους έξοδο από την απειλή του πολέμου, η οποία επίσης προϋποθέτει τη διάβαση του υγρού στοιχείου –– μόνο που γι’ αυτούς κανείς Γιεχβά και κανείς Μωυσής δεν θα ανοίξει πέρασμα μέσα από το νερό. Στο «Πέρασμα», ο ποταμός Έβρος γίνεται άλλη Νεκρά Θάλασσα, αλλά αυτός επειδή ξεβράζει τους πρόσφυγες νεκρούς –– αν και, ως εκ θαύματος, όχι όλους: κάποιοι θα σωθούν, κάποιοι άλλοι θα επιστρέψουν προσώρας από τον κόσμο των πνευμάτων, για να ευχαριστήσουν τους αγαθούς ανθρώπους που περιέσωσαν την ελπίδα της αναγέννησης.
Η Καινή Διαθήκη και ειδικά η προσευχή του Χριστού στο Όρος των Ελαιών εμφανίζεται στο διήγημα «Γιος Γυναίκας» (σσ. 30–32), στο οποίο μαεστρικά η εστίαση μετατοπίζεται από τον αμφιταλαντευόμενο Χριστό στη Μητέρα του, από τον Ευαγγελιστή στον Ρίτσο και από τον δοκιμαζόμενο Θεάνθρωπο στον νεκρό εργάτη της Θεσσαλονίκης του 1936, τον οποίο θρηνεί σπαρακτικά η μάνα του στον «Επιτάφιο», όπως η Παναγιά τον νεκρό Ιησού, χωρίς όμως να μπορεί να ελπίζει σε Ανάσταση. Ο «Γιος Γυναίκας», όπως και το «Ανάποδα» (βλ. παρακάτω) είναι τα μοναδικά διηγήματα στα οποία η αφηγηματική φωνή είναι ανδρική· και στα δύο όμως είναι οι γυναίκες πίσω από τους άνδρες που όντως πρωταγωνιστούν. Στον πειρασμό του, ο Ιησούς της Διονυσίου αρνείται το παραδοσιακό ανδρικό πρότυπο του ηρωισμού, το οποίο ταιριαστά αρθρώνεται με πλαστά ποιητικά τσιτάτα σε ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο, που παραπέμπουν σε ηρωικά δημοτικά τραγούδια (ακριτικά, κλέφτικα, παραλογές). Τα ποιήματα αυτά κατασκευάζουν πρότυπα για «του ανδρειωμένου το παιδί». Καθώς όμως η φωνή του Ιησού τα συμπλέκει αφενός με τον «Επιτάφιο» αφετέρου με τον «Θρήνο της Παναγιάς», είναι λες και οι γυναικείες φωνές των δύο τελευταίων ποιημάτων κατακεραυνώνουν και ματαιώνουν, ματαίως έστω, το αξιακό σύστημα που οδήγησε τα παιδιά τους στον θάνατο.
Πρωτίστως, όμως, στη συλλογή κυριαρχεί ως κεντρικό διακείμενο το Βιβλίο της Γένεσης. Η ιστορία του Κάιν και του Άβελ είναι το υπόβαθρο του πιο εκτενούς, διαπεραστικού και άρτιου από τα διηγήματα της Περιττής Ομορφιάς, του «Φράκτη» (σσ. 24–29). Το θέμα του διηγήματος είναι η υποκριτική, αδαής μας ξενοφοβία. Στις πρώτες του παραγράφους το διήγημα έχει κάτι από την ειρωνεία της πολιτικής παραβολής-αλληγορίας ενός Βασιλικού, ενός Φραγκιά, ενός Μαλεβίτση. Το βιβλικό διακείμενο του Κάιν εισάγεται στο δεύτερο μέρος –– υπέροχα υπονομευμένο: διότι, όπως και στον «Γιο Γυναίκας» πραγματικός πρωταγωνιστής της ιστορίας δεν είναι ο άνδρας που κυριαρχεί στο πρωταρχικό κείμενο, αλλά μια γυναίκα, η Μάνα: η Μάνα του Φονιά και η Μάνα του Νεκρού, που εν προκειμένω είναι βεβαίως μία και η αυτή.
Η ΓΥΝΑΙΚΑ: αυτή η μορφή, στις ποικίλες μυθικές και κοινωνικές υποστάσεις της, είναι ο κεντρικός πρωταγωνιστής των αφηγημάτων της Περιττής Ομορφιάς. Πάντοτε (σχεδόν) ανώνυμη, αλλά πάντοτε τοποθετημένη σε ευδιάκριτα ρεαλιστικά πλαίσια, τα οποία όμως προβάλλονται στην προοπτική του μύθου και δη του βιβλικού. Γιατί το αρχέτυπο της Γυναίκας που διατρέχει τη συλλογή είναι εκείνο που κυριαρχεί στο ιουδαιοχριστιανικό φαντασιακό, η Εύα:

Η Εύα ως η εκπεπτωκυία δύναμη της απόκλισης από τα Πατριαρχικά προτάγματα και τις Αρσενικές επιταγές, που επισύρει εις βάρος και του Αρσενικού τη θεϊκή οργή και δέχεται ως ποινή για την υπερβασία της «τα πάθια και τους καημούς του κόσμου» (η φώκια του Παπαδιαμάντη που μοιρολογεί καθίσταται ένα ακόμη αρχέτυπο αυτής της εκδοχής του Θηλυκού): τους πόνους της γέννας, τον σπαραγμό της μάνας που στερείται το παιδί της («Γιος Γυναίκας», σσ. 30–32· «Ο φράκτης», σσ. 24–29), την ανάγκη της καρτερικής υποταγής στην ανδρική βιαιότητα («Τα κλειδιά», σσ. 16–19), τον κοινωνικό ρατσισμό και τη μοναξιά εξαιτίας μιας ασήμαντης φυσικής ατέλειας («Μια ευθεία», σσ. 37–40).
Είναι όμως επίσης και μια άλλη Εύα, η ασυγκράτητη δύναμη της γυναικείας σεξουαλικότητας, η επιθετική, λυτήρια Ορμή του Θηλυκού, η Γυναίκα που οι άνδρες θέλουν να παραμερίσουν ως επικίνδυνη, άτοπη, «τρελή», να τη δαμάσουν ενσωματώνοντάς τη βίαια στις δικές τους δομές, να την καταστήσουν ήμερο κατοικίδιο («Δυο Γάτες», σσ. 41–43). Αλλά εκείνη επιστρέφει σε όλο της το γυμνό μεγαλείο πίσω στον Κήπο της Εδέμ, για να διεκδικήσει όσα της στερήσανε («Ζωντανή Γυμνή Γυναίκα», σσ. 12–15). Η Γυναίκα ως Λίλιθ, το Αρχέτυπο πριν από το Αρχέτυπο του Θηλυκού, το σύγχρονο φεμινιστικό σύμβολο, που εξορίζεται τόσο από τον κήπο της Εδέμ όσο και από το βιβλίο της Γενέσεως. Εξορίζεται, εξορκίζεται, αλλά δεν εξαφανίζεται και είναι έτοιμη να βυθίσει ακόμη και το ξίφος στο στήθος της, να θυσιάσει το φθαρτό σώμα που έχει γίνει σῆμα της ψυχής της, φυλακή χτισμένη από το Αρσενικό, προκειμένου να αποτάξει το δοτά ονόματα («Άννα», «Αθανασία») και να επιστρέψει στο μόνο όνομα που της ανήκει: «Εύα. Με λένε Εύα» («Δυο Γάτες», σ. 43).
Η Περιττή Ομορφιά της συλλογής είναι εν τέλει η Γυναίκα, η Ομορφιά που ενίοτε φαντάζει Περιττή στον κόσμο των ανδρών: διωκόμενη, βαλλόμενη, θυματοποιούμενη. Το αφηγηματικό νήμα που συνδέει τα αφηγήματα της Περιττής Ομορφιάς είναι, όπως σημειώνει η ίδια η Διονυσίου σε ιδιωτική μας συνομιλία, «η σχέση της σύγχρονης γυναίκας με τη γεννήτορά της, καθώς κι η οριζόντια σχέση ανάμεσα σε όλες τις γυναίκες κάθε εποχής και τόπου». Η Γυναίκα ως αρχέγονη μήτρα, ως τροφός, ως ζωτική ορμή, που εγκλωβίζεται και καλουπώνεται και ετεροπροσδιορίζεται ασφυκτικά, αλλά παλεύει, σε ένα αιώνιο παράδοξο, να ανακτήσει, να επαναβιώσει την πρώτη συνείδηση του Εαυτού της, να υπάρξει εκ νέου «Στο φως».

Σε ένα μόνο διήγημα της συλλογής συμβαίνουν όλα «Ανάποδα» (σσ. 33–36), κι όμως κι εδώ η σκληρότητα της κόρης είναι μορφή αντίστασης, επανάστασης και δίκαιης τιμωρίας. Το αγόρι, που κάποτε ζητιάνευε σοκολάτες από τους Εγγλέζους αποικιοκράτες, τώρα, όντας ο ίδιος όργανο ασφαλείας, συλλαμβάνει και βρίζει έναν «βρωμοαράπη», σχεδόν παιδί, που επιχειρεί να σουφρώσει λίγα γλυκά από ένα ψιλικατζίδικο. Το πρώην παιδί, που δεν έζησε ως παιδί, διότι πάντοτε έπρεπε να δουλεύει, γίνεται πατέρας, που δεν χαίρεται το παιδί του, γιατί η κόρη του, την οποία σπούδασε με αίμα, κάνει καριέρα και ζωή, πού αλλού, στην Αγγλία. Η ελευθερία της κοπέλας είναι σχεδόν σαδιστική, ο τρόπος που αδειάζει τον πατέρα της βάναυσος, αλλά κάτι στο διήγημα αυτό δεν σε αφήνει να τον λυπηθείς και πολύ.

Όταν πιάνεις στα χέρια σου ένα από τα κομψοτεχνήματα των εκδόσεων Το Ροδακιό της Τζούλιας Τσιακίρη, προκαταλαμβάνεσαι θετικά έναντι του βιβλίου και του συγγραφέα μόνο και μόνο από τη σαγήνη της τυπογραφίας, πριν καλά-καλά διαβάσεις έστω μία λέξη: ιδανικό μεσαίο σχήμα, εξώφυλλα που τραβούν το μάτι χωρίς να είναι κραυγαλέα, χαρτί που το νιώθεις στα δάχτυλα σαν λείο δέρμα γυναίκας και μια υπέροχη, στρογγυλή γραμματοσειρά σαν καλοσχηματισμένο στήθος, που πολύ θα ήθελα να μάθω πώς λέγεται και πώς θα μπορούσα να την κλέψω (Ναι, μην σοκάρεστε, η ανάγνωση δεν είναι τίποτε άλλο παρά ερωτική πράξη)! Το Ροδακιό το αγάπησα κυρίως χάρη στις ποιητικές συλλογές του Πέτρου Στεφανέα. Τώρα προσθέτω στα θέλγητρά του την Περισσής Ομορφιάς, αφηγηματικής δύναμης, θεματικής ρώμης και γλωσσικού κάλλους συλλογή της Νάσιας Διονυσίου.

Το βιβλίο αυτό προσθέτει μία ακόμη αιτία να πιστεύουμε ότι κάτι καλό συμβαίνει, μια άνοιξη συντελείται, στα κυπριακά γράμματα τα τελευταία χρόνια. Καλώς ή κακώς οι Κύπριοι καλλιτέχνες αποδεσμεύονται σιγά­-σιγά από τη θρηνωδία της χαμένης πατρίδας και αναζητούν νέους ορίζοντες –– ακόμη και όταν γράφουν για την ίδια την κυπριακή ιστορία, όπως ο… έτερος Καππαδόκης της σύγχρονης (γυναικείας) γραφής στην Κύπρο, η Κωνσταντία Σωτηρίου. Η Σωτηρίου έκανε αίσθηση με την Αϊσέ και μπορεί να θεωρείται πλέον καθιερωμένη χάρη στις Φωνές από Χώμα. Η Διονυσίου δείχνει με την Περιττή Ομορφιά ότι διαθέτει γραφίδα αλλιώτικη, αλλά εξίσου διεισδυτική και ελπιδοφόρα. Αναμένουμε με ενθουσιασμό τα επόμενα βήματά της.

Το κείμενο διαβάστηκε στη παρουσίαση του βιβλίου.

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΑΤΖΗΘΩΜΑΣ

Περιοδικό Διόραμα

Μια ιχνηλασία αυτοσυνείδησης και αυτοεπικοινωνίας

Καθόλου δεν περιττεύει η ομορφιά, η επάρκεια της αισθητικής πρόθεσης,
το υψηλό επίπεδο στοχασμού εφοδιασμένου με νόημα και αξία στα δώδεκα διηγήματα που περιλαμβάνονται στο βιβλίο της Νάσιας Διονυσίου
«Περιττή Ομορφιά», η πρώτη εντύπωση που κυριαρχεί και προβάλλεται
είναι μια ποιητική γραφή που επιτυγχάνει με αφαιρετική τεχνική να εμβαθύνει στα υπαρξιακά ερωτήματα των όντων.
Τα διηγήματά της είναι ένα ανιδιοτελές παιχνίδι μιας άκρως ευαίσθητης ψυχής, η οποία επενδύει στη διανοητική πράξη, για να αποκωδικοποιήσει και να αποκρυσταλλώσει με τόλμη μια σειρά βιωματικών εμπειριών, στοχασμών και προκλήσεων, ως ιχνηλασία αυτοσυνείδησης και αυτοεπικοινωνίας.
Η συλλογή της Νάσιας Διονυσίου «Περιττή Ομορφιά» εμφανίζεται σε μια χρονική περίοδο που επικρατούν άλλου είδους ρητορικές, αυθαιρεσίες, ελλείψεις και εξοικείωση με τη σύγχυση. Μέσα από ένα εντελώς νέο πρίσμα αντίληψης της γραφής και του στοχασμού επιτυγχάνει να ξεφύγει από τις υπάρχουσες ανούσιες καταγραφές και να προβάλλει ως μια ενόραση και παλινόρθωση ενός πνεύματος και μιας εμπνευσμένης καρδιάς. Οι ιστορίες της εμφανίζονται μέσα από μια ιεροτελεστία γραφής, αναγνώρισης, ανάλυσης και ομολογίας.
Η συγγραφέας διοχετεύει στα κείμενά της βαθύτατους ανθρωπιστικούς στοχασμούς, υπαρξιακούς προβληματισμούς και μια υψηλή αισθητική διατύπωσης των σκέψεών της.

…«Απλώνω τα χέρια στο δέντρο – ποιο δέντρο είναι αλήθεια αυτό; Δυο δέντρα, δυο γάτες σκαρφαλώνουν στα δέντρα, ζωή, γνώση, η μια και άλλο μαλλί, η άλλη κι άλλους ποντικούς, βλέπω τα χείλη μου να σχηματίζουν ένα όνομα, βλέπω τα χέρια μου ν’ ανεβαίνουν πάνω από τα δέντρα, πάνω από τις γάτες, βλέπω ένα ξίφος, βλέπω τώρα το ξίφος να πέφτει με φόρα.
Ξέρω πως αμέσως μετά δεν θα υπάρχω.
Ποιο είναι το όνομά μου;
Πετάγομαι.
Με λένε Άννα, Αθανασία, Εύα.
Με λένε Εύα…»

(Δύο γάτες)

Αποκαλυπτική, θεμελιωμένη σε μια συνεκτική στάση, παραστατική και αληθινή η γραφή της, γίνεται προϊόν γενεσιουργό ταυτισμένο με την ποιότητα, την επινόηση και την αξίωση.
Ειλικρινής, στοχαστική και, προπάντων, ποιοτική μετρά τις δυνάμεις της με πάθος, σκέφτεται με το σώμα, πλουτίζει το συναίσθημα με τη δριμύτητα της καρδιάς. Περνά μέσα από τη δοκιμασία ψυχής – σώματος γνώσης και επίγνωσης, μνήμης και ανάμνησης, παραληρήματος και σιωπής, αισθησιασμού
και τραγωδίας. Η συγγραφέας εντοπίζει τη σχέση αυτών των ζευγαριών και νιώθει στο πετσί της τη σκληρή και χαοτική κατάσταση που την περιβάλλει. Όμως, γύρω της αναπτύσσει ένα πνευματικό περίβλημα που αφενός την προστατεύει ως άνθρωπο και αφετέρου της δίνει τη δυνατότητα, με βάση τους ηθικούς και συναισθηματικούς της άξονες, να συνδυάσει το πολύ προσωπικό της ύφος – μεγάλο πλεονέκτημα – με την εικονοποιία και το πλούσιο διανοητικό στοιχείο που κατέχει.
Οι αισθήσεις της κατακλύζονται από τη μοναξιά των ανθρώπων, την αδιαφορία των πολλών, τον πόνο των αδικημένων, την απώλεια αγαπημένων προσώπων, τον αποκλεισμό του χρώματος από τη ζωή και τη διαφάνεια του σύμπαντος.
Αιώνια υπαρξιακά θέματα αναζητούν την κάθαρση. Αδημονούν για μια καινούργια αρχή, μια νέα αυγή.
Η Διονυσίου γίνεται καθρέφτης των προσώπων που τη συνοδεύουν στην καθημερινότητα, γίνεται φωνή στη σιωπή τους, κραυγή στη δοκιμασία τους, συνέχεια και γι’ αυτούς που έχουν φύγει μια ανάμνηση.

… «Άνοιξη δείλι γεννήθηκε.
Αυτή η μυρωδιά του θύμιζε την κόρη του.
Είχε φεγγάρι, μοσχοβολούσαν οι κιτρομηλιές.
Βγήκε έξω.
Έριξε μια ματιά στον καθρέφτη.
Βούρτσισε τα παπούτσια, έδεσε τα κορδόνια, πέρασε τη ζώνη του.
Έβαλε ριγέ πουκάμισο και το μοναδικό του τζιν παντελόνι.
Τι φοράνε σε τέτοιες περιπτώσεις;
Πασαλείφτηκε με κολόνια.
Ξυρίστηκε.
Νερό…»
(Ανάποδα)
Συμμετέχει και συμπάσχει με τον άνθρωπο, όχι συμβατικά και παθητικά. Κάνει μαζί του κρυφή συμφωνία. Να τον πάρει από το χέρι να τον οδηγήσει στο ξέφωτο, να του μιλήσει με ευθύ και πλάγιο λόγο, για να του προσδώσει βάθος και ουσία στο φάσμα της ύπαρξης, όραμα και πεμπτουσία σε μια πραγματικότητα που περιδινίζεται στον ανύπαρκτο χρόνο, στον
απροσδιόριστο χώρο.
Αυτό που εντυπωσιάζει στη συλλογή διηγημάτων της Νάσιας Διονυσίου πέρα από τα πιο πάνω, είναι η κλίμακα πάνω στην οποία κινείται τόσο η σκέψη όσο και το υλικό που χρησιμοποιεί για να εκφραστεί και να αποκαλύψει τη νοητική
καταβύθισή της στο θαύμα της ύπαρξης, στο πρωτεϊκό και το πρωταρχικό σύστημα αρχέτυπων της ψυχολογίας, παραπέμποντας, μάλιστα, σε θεοσοφικά και ανθρωπομετρικά θεωρήματα.

…«Ανέπνεα. Μέσα στην κοιλιά μου πλάθονταν οι νέοι ωκεανοί και με κατέκλυζαν, στα πέλματά μου στεκόταν το σύμπαν, χωρούσα τα μουρμουρητά και τις εκρήξεις του, τα νανούριζα. Κι όταν ξεσπούσαν οι πόνοι της γέννας μου και με σάρωναν, βράχοι που ξεκολλούσαν και γκρεμίζονταν, μια τρομερή κραυγή από στόματα άγνωστα σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη: εγώ ο σει-
σμός, εγώ η λάβα, εγώ η πράσινη χλόη….»
(Στο φως)

Η εκφορά του λόγου της, συγκροτημένη, καλά προφυλαγμένη από περιττή περιγραφή, από πλεονασμούς και εκφραστικές διαθλάσεις, εκπηγάζει ως εσωτερική ανάγκη την οποία υπαγορεύει ο προσωπικός της στοχασμός και η ψυχικής της επάρκεια.
Αυτό εκδηλώνεται με αναγνωστική πρόσληψη και μητρική, εμπειρική και βιωματική διαίσθηση ως ειδικού βάρους του τελετουργικού και προσωπικού φορτίου που επωμίζεται για να συγγράφει και να διεκδικήσει τον τίτλο της συγγραφέως.
Τα κατάφερε περίφημα. Την υποδεχόμαστε με γηθοσύνη και απροσπέλαστη πληρότητα, μ’ ένα ακόμη απόσπασμα από τη συλλογή της που φέρει τον τίτλο,
«Σχετικότητα».

… «Μια μέρα άναψες ένα μαγκάλι.
Τη θέλω τη στάχτη μου…
Έριξες μέσα αποκόμματα εισιτηρίων, φωτογραφίες, την κόκκινη
φανέλα του.
Αφού ο χρόνος δεν γυρίζει πίσω…
Μια μεγάλη φωτιά.
Αφού δεν καταλαβαίνω πως γίνεται να γυρίσει…
Στάχτη, όλα στάχτη.
Τη θέλω, τη θέλω τη στάχτη μου!
Μάζεψες μετά αυτή τη στάχτη.
Ας τρέξει λοιπόν ο χρόνος, ας τρέξει μπροστά ο χρόνος,
γρήγορα, πιο γρήγορα…
Την έκλεισες σε μια τεφροδόχο.
Να τελειώνει.
Τώρα πια κοιμάται αγκαλιάζοντας σφιχτά την τεφροδόχο.
Ήλιος. Περιστρέφεσαι. Γύρω του.
Καμιά φορά – συχνά, πολύ συχνά – ονειρεύεται πως ξεφεύγει
από την τροχιά της και πέφτει με φόρα μέσα του.
Πέφτεις. Με φόρα. Μέσα του.
Καμιά θεωρία τότε, κανένας νόμος. Μόνο ύλη που έλκεται.
Μόνο. Μαζί. Τα σώματά σας.
Ξυπνά, βλέπει τον ακίνητο ουρανό από την ανοιχτή μπαλκονό-
πορτα, κλείνει την τεφροδόχο στο συρτάρι του διπλανού κομο-
δίνου και ένα σημείωμα που μόλις έγραψε, παλιό σημείωμα, το
πρώτο της.
Η στάχτη μου να μπει κι αυτή μαζί στην τεφροδόχο…»

 

Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ

Διαβάζοντας κάποιος τα διηγήματα της συλλογής Περιττή ομορφιά (εκδ. Το Ρόδακιό) της Νάσιας Διονυσίου δεν μπορεί παρά να ανακαλέσει την καίρια παρατήρηση του Frank O’ Connor ότι το διήγημα είναι «από την ίδια του τη φύση απομακρυσμένο απ’την κοινότητα – ρομαντικό, ατομιστικό και
ασυμβίβαστο».
Οι δώδεκα ιστορίες περιστρέφονται γύρω από ένα. κάθε φορά, πρόσωπο, το οποίο παρουσιάζεται σαν αποσπασμένο από τους άλλους ανθρώπους, έξω από κάποιο καθιερωμένο πλαίσιο. «Έχει πάντα την αίσθηση πως περπατά
μόνη, ειδικά σήμερα, ολομόναχη στον κόσμο», διαβάζουμε στο διήγημα «Μια ευθεία», ενώ στη «Σχετικότητα»: «Κατέβαζε τα σκουπίδια, είχε γείτονες, τους απαντούσε· τους απαντούσε Όλα καλά». Χάρη στη συντομία, την ακρίβεια και τον ρυθμό τους που τα διηγήματα της συλλογής καταφέρνουν να αποτυπώσουν ή να υποδηλώσουν οριακές και απόλυτα προσωπικές για την ανθρώπινη ύπαρξη στιγμές, όπου ένα άτομο βρίσκεται σε πλήρη δοκιμασία ή πλήρη μοναξιά ή σε πλήρη ρήξη με τον υπόλοιπο κόσμο.
Η συγγραφέας καταπιάνεται με φαινομενικά «ασήμαντες» καταστάσεις, αποσκοπώντας όχι τόσο στο να διεισδύσει σε «σημαντικά» ή «σημαντικότερα» ζητήματα, όσο στο να αναδείξει ότι η ζωή ενυπάρχει, ενδεχομένως και με
μεγαλύτερη ένταση, σε αυτά ακριβώς τα «μικρά»: τις απροσδόκητες φευγαλέες, ασύνδετες, ασυνάρτητες ή ανομολόγητες λεπτομέρειες της πράξης ή της συνείδησής μας. Ένα ετοιμοθάνατο πουλί στο προαύλιο της εκκλησίας την ώρα της κηδείας του παππού, η ασφυκτική ζέστη μέσα σ’ ένα καθηλωμένο αυτοκίνητο σε μια διάβαση πεζών, η πρώτη νυχτερινή περιπολία
ενός αστυνομικού, η ξενάγηση σε έναν υπαίθριο χώρο γλυπτικής, ένα παιδί που τρέχει πίσω από τη μαμά του σε ένα πάρκο, μια γυναίκα
που προσπαθεί να κατανοήσει τη θεωρία της σχετικότητας… Με αυτές και άλλες αφορμές, σε ιστορίες χωρίς ιδιαίτερη πλοκή, γνωρίζουμε ή διαισθανόμαστε κάποια λανθάνουσα ή αποσιωπημένη εκδοχή του ψυχισμού του προσώπου -του πρωταγωνιστή ή του εαυτού μας- μια ενδότερη αλήθεια, μια ενδόμυχη καθήλωση σε έναν κόσμο στον οποίο, συνάμα, πρέπει διαρκώς
κανείς να επιβιώνει, είτε κυριολεκτικά («αυτά έχει η δουλειά, αυτά είχε πάντα, με τον ιδρώτα του προσώπου το ψωμί, κατάρα. βλέπεις, κατά-
ρα του Θεού» στο διήγημα «Ανάποδα») είτε με όρους ταυτότητας και ιδιοπροοωπίας («Εγώ ο πρώτος νεκρός Εγώ τα παιδιά και τα κεντήματα
μου», στο διήγημα «Στο φως»).
Παρόλο που η συγγραφέας εκκινεί από διαφορετικούς θεματικούς άξονες ολόκληρη η συλλογή συγκροτείται ως ενότητα με άξονά της τη γυναικεία φιγούρα και τη διαχρονική σύνδεσή της με την αρχετυπική μορφή της Εύας
την οποία ωστόσο επεκτείνει ή ανατρέπει. Ταυτόχρονα, ενώ αξιοποιούνται ποικίλες τεχνικές αφήγησης, το βιβλίο χαρακτηρίζεται συνολικά από τη χρήση συμβόλων και μεταφορικών αναγωγών, από την ποιητικότητα και την ποιότητα της γλώσσας και από την ένταση του πυκνού και αφαιρετικού λόγου.

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΧΡΙΣΤΟ Ρ. ΤΣΙΑΗΛΗ

Η συγγραφέας Νάσια Διονυσίου εξομολογείται στον συγγραφέα Χρίστο Ρ. Τσιαήλη: η απαρχή του συγγραφικού ταξιδιού της στον χρόνο, η ανάγκη τού να μιλήσει προσωπικά στους αναγνώστες της, η θέση των γυναικών στη λογοτεχνία και μια συγγραφική Ομορφιά, που μόνο… Περιττή δεν είναι.

ΧΡΙΣΤΟΣ ΤΣΙΑΗΛΗΣ: Αγαπητή μου Νάσια, να σε ευχαριστήσω για την προθυμία σου να μου παραχωρήσεις αυτή τη συνέντευξη. Θα ήθελα να αρχίσουμε, αφού πρώτα μου ονοματίσεις το αγαπημένο σου βιβλίο και τον αγαπημένο σου συγγραφέα. Δεν είναι απαραίτητο να απαντήσεις και στα δύο ερωτήματα ή το βιβλίο να ανήκει στον συγγραφέα που θα αναφέρεις.

ΝΑΣΙΑ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ: Θα ’λεγα πως οι πεζογράφοι στους οποίους καταφεύγω ξανά και ξανά, είναι οι δύο μεγάλοι Ρώσοι -ο Ντοστογέβσκη κι ο Τσέχοφ. Από τα βιβλία που αγαπώ, ξεχωρίζω «Το φθινόπωρο του πατριάρχη» του Μάρκες, το «Ανάμεσα στις πράξεις» της Γουλφ και το «Οι χρόνοι του σώματος» του Ντελίλο.

Χ.Τ.: Αρχίζουμε, λοιπόν, με το πιο συνηθισμένο ερώτημα που ρωτάνε έναν συγγραφέα. Πότε και πώς ξεκίνησαν τα πρώτα συγγραφικά ερεθίσματα;

Ν.Δ.: Από τη στιγμή που έμαθα γραφή κι ανάγνωση! Διάβαζα από πάντα μανιωδώς οτιδήποτε έπεφτε στα χέρια μου και μαγευόμουν από όλους αυτούς τους άλλους τόπους, τους άλλους χρόνους, τους άλλους ανθρώπους των βιβλίων -που όμως την ίδια στιγμή θα μπορούσαν να ήταν εγώ, εδώ, τώρα. Και λίγο από ζήλεια να φτάσω αυτά που διάβαζα, λίγο απ’ τη λατρεία που είχα στις λέξεις, στους ήχους, στους πιθανούς κι απίθανους συνδυασμούς τους, βάλθηκα από πολύ μικρή να παιδεύομαι μαζί τους. Στην πέμπτη τάξη του δημοτικού, μάλιστα, έκανα την πρώτη μου -αποτυχημένη, εννοείται– απόπειρα να γράψω βιβλίο!

Χ.Τ.: Τι ήταν αυτό που σε ώθησε προς την αφοσίωση στη συγγραφή και προς την απόφαση να δημιουργήσεις τις συνθήκες εκείνες που θα σε οδηγούσαν στον να εκδόσεις ένα βιβλίο;

Ν.Δ.: Η ανάγκη να μιλήσω πιο προσωπικά, μα και συνάμα να συνομιλήσω. Ήταν η στιγμή που αισθάνθηκα πως η συγγραφή θα με βοηθούσε να εξερευνήσω πτυχές του εαυτού μου, τις οποίες απλώς υποψιαζόμουν ή ίσως και να αγνοούσα, να εμβαθύνω σ’ αυτές, να τις κατανοήσω, να τις σχηματοποιήσω, να τις εκφράσω και εν τέλει να τις μοιραστώ μέσα από τη δική μου ιδιοπροσωπία. Αποφάσισα τότε να παρακολουθήσω εξ αποστάσεως μαθήματα δημιουργικής γραφής, με δασκάλους τους συγγραφείς Μισέλ Φάις και Δημήτρη Τανούδη, και να μαθητεύσω σ’ αυτή την τέχνη που όπως κάθε άλλη απαιτεί συστηματική δουλειά -μελέτη, εξάσκηση, αυτοπειθαρχία, επιμονή…

Χ.Τ.: Πρόσφατα, είχες λάβει μέρος σε μια συζήτηση Ανοικτού Πανεπιστημίου με θέμα τις γυναίκες συγγραφείς στην Κύπρο. Παρουσίασες ένα απόσπασμα από την πιο πρόσφατή σου έκδοση, το βιβλίο «Περιττή Ομορφιά». Από ποιο διήγημα επέλεξες να διαβάσεις και για ποιον ειδικά λόγο;

Ν.Δ.: Πράγματι, τον περασμένο Δεκέμβρη μαζί με τις συγγραφείς Μυρτώ Αζίνα, Μαρία Α. Ιωάννου και Κωνσταντία Σωτηρίου, συμμετείχα σε εκδήλωση που διοργάνωσε το Ανοιχτό Πανεπιστήμιο Κύπρου, υπό τον συντονισμό των καθηγητών Δήμητρας Δημητρίου και Αντώνη Πετρίδη, με τίτλο «Η γυναίκα στο κείμενο». Στόχος της συζήτησης, ήταν η διαπραγμάτευση του ερωτήματος κατά πόσο είτε στη διαδικασία της γραφής, είτε στο αποτέλεσμά της, δηλαδή στο ίδιο το λογοτεχνικό έργο, επενεργεί το φύλο του συγγραφέα ή εάν η γραφή στέκεται ουδέτερη απέναντι σ’ αυτό.
Στη δική μου παρέμβαση σημείωσα πως συνειδητά ψηλαφώ κι αξιοποιώ στη γραφή μου βιωμένες εμπειρίες που συνδέονται με το φύλο μου και με έχουν καθορίσει, γιατί απλούστατα χωρίς αυτές δεν θα μπορούσα να μιλήσω ειλικρινά, να μιλήσω, δηλαδή, ως εαυτός.
Στην εκδήλωση διάβασα το διήγημα με το οποίο ξεκινά η συλλογή μου, που έχει τον τίτλο «Στο φως». Σ’ αυτό, παρακολουθούμε πώς η πρωτόπλαστη Εύα, έχοντας αποκτήσει συνείδηση της αυθύπαρκτης υπόστασής της, της ζωογόνου δύναμης και των ασύλληπτων δυνατοτήτων που έχει ως γυναίκα, αποφασίζει να αυτοεξοριστεί από τον κήπο της Εδέμ, έστω κι αν γνωρίζει πως αυτό που την περιμένει στον αληθινό κόσμο είναι «ορδές βαρβάρων».

Χ.Τ.: Πιστεύεις ότι η αντιμετώπιση της γυναίκας συγγραφέα στην εποχή μας είναι δίκαιη;

Ν.Δ.: Η γυναίκα διαχρονικά έχει γνωρίσει αποκλεισμούς από όλο σχεδόν το φάσμα της δημόσιας σφαίρας και της δημόσιας έκφρασης. Όταν πλέον οι γυναίκες άρχισαν να διεκδικούν χώρο και ρόλο στη δημόσια ζωή, η αντιμετώπισή τους στηρίχθηκε σε στερεοτυπικά πρότυπα και κοινωνικά προσδιορισμένους διαχωρισμούς, κάτι που ίσχυσε και στον χώρο της λογοτεχνίας, σε σχέση με την αντιμετώπιση της γυναίκας τόσο ως συγγραφέως, όσο και ως αναγνώστριας. Στη δική μας εποχή και κοινωνία, οι γυναίκες συγγραφείς -όπως και κάθε συγγραφέας, ανεξαρτήτως των πολλαπλών και ιδιαίτερων ταυτοτήτων και χαρακτηριστικών του– αξιώνουν -και σε σημαντικό, αλλά όχι απόλυτο, βαθμό το έχουν κατακτήσει- να μπορούν να εκφράζονται, να αποτιμούνται και να επιδρούν πέρα και έξω από ψευδεπίγραφα και παραπλανητικά σχήματα, τα οποία εν τέλει δεν έχουν και καμία σχέση με την τέχνη.

Χ.Τ.: Πόσο δύσκολο, πιστεύεις, είναι για μια εργαζόμενη μητέρα να αφοσιώνεται και στη γραφή;

Ν.Δ.: Η Αλίς Μονρό, η σπουδαία αυτή Νομπελίστρια διηγηματογράφος, έχει δηλώσει πως έγραφε μόνο όταν οι κόρες της κοιμούνταν ή πήγαιναν σχολείο κι αυτός ήταν ένας απ’ τους λόγους για τους οποίους δεν ασχολήθηκε ποτέ με τη συγγραφή μυθιστορήματος, παρά μόνο διηγημάτων. Ο Ρίλκε είχε πει πως, «Για να γράψω χρειάζομαι κάτι περισσότερο από την απαραίτητη γραφική ύλη: λίγη σιωπή και μοναξιά», και πραγματικά για εμένα αυτό ισχύει απόλυτα, αφού για να μπορέσω να γράψω χρειάζομαι αδιάσπαστο χρόνο, αποστασιοποίηση, νηφαλιότητα, επαφή με τον εαυτό μου. Σίγουρα, αυτό είναι πιο δύσκολο όταν η καθημερινότητά μου εν πολλοίς μοιράζεται ανάμεσα στην κόρη μου και την πρωινή εργασία μου, αλλά παλεύω να βρίσκω τους τρόπους, έστω κι αν η προσπάθεια που απαιτείται -συναισθηματική, ψυχική, σωματική- είναι, νομίζω, μεγαλύτερη.

Χ.Τ.: Επιστρέφοντας στο βιβλίο σου, πώς προέκυψε η ιδέα για το «Περιττή Ομορφιά»; Δηλαδή, το έναυσμα της ιδέας ποιο ήταν; Πες μας λίγα λόγια για το βιβλίο αυτό.

Ν.Δ.: Η «Περιττή ομορφιά» αποτελείται από δώδεκα αυτοτελείς και αυθύπαρκτες μικρές ιστορίες, που δεν γράφτηκαν με σκοπό να αποτελέσουν μέρος κάποιου ενιαίου συνόλου. Συνειδητοποίησα όμως πως συγκροτούνται ως ενότητα γύρω από τη γυναικεία φιγούρα και γύρω από αυτό τον άξονα στήθηκε τελικά αυτή η πρώτη συλλογή διηγημάτων μου. Η συλλογή μοιάζει να αποτελεί μια συνεκτική και ενιαία σύνθεση, η οποία παρακολουθεί και αναπλάθει την πορεία της πρωτόπλαστης Εύας από την εγκατάλειψη του κήπου της Εδέμ και την είσοδό της στον σύγχρονο κόσμο μέχρι την τελική έξοδό της απ’ αυτόν. Στο ενδιάμεσο αποτυπώνονται στιγμές και καταστάσεις που περιστρέφονται γύρω από οικεία θεμελιώδη θέματα του σύγχρονου ανθρώπου τα οποία θα έλεγα πως αποτελούν συγγραφικές, κι όχι μόνο, εμμονές μου: την αναζήτηση της ατομικής ταυτότητας, τη μητρότητα, τον έρωτα, την απώλεια, τη μοναξιά, την πάλη για επιβίωση, τη μετανάστευση, τη βία, τη μισαλλοδοξία…

Χ.Τ.: Αλήθεια, ο τίτλος πώς έδεσε;

Ν.Δ.: Ο τίτλος προέκυψε από την καταληκτική φράση του βιβλίου: «Ομορφιά. Περιττή ομορφιά. Η ζωή». Είναι μια φράση που συμπυκνώνει τη δική μου αδιάκοπη απορία για το αν αυτό το απειροελάχιστο μεσοδιάστημα φωτός που μας χαρίστηκε μέσα στο απέραντο σκοτάδι της ανυπαρξίας έχει κάποιο, ελάχιστο έστω, νόημα. Κι αν κατ’ επέκταση υπάρχει οποιαδήποτε αξία στην προσπάθεια του ανθρώπου να δημιουργήσει οτιδήποτε που υπερβαίνει τις καθαρά βιοτικές του ανάγκες, αφού κι αυτό είναι καταδικασμένο στη φθορά και τη λήθη. Αν, με άλλα λόγια, αξίζει που γράφουμε, που διαβάζουμε, που ερωτευόμαστε, που μοιραζόμαστε, αν αξίζουν οι προσωπικές μας αγωνίες, οι συλλογικοί μας αγώνες, οι σκέψεις μας… Δεν ξέρω, πάντως στις στιγμές της μεγάλης απελπισίας, βρίσκω πως η μόνη απάντηση που μπορώ να δώσω στο ερώτημα αν στη ζωή η ομορφιά έχει κάποιο νόημα είναι πως η ομορφιά μπορεί και να ’ναι τελικά το μοναδικό νόημα, γι’ αυτό κι είναι πάντα τόσο εύθραυστη κι όλο εξοστρακίζεται ως περιττή.

Χ.Τ.: Πολύ όμορφο αυτό που είπες. Να δώσουμε μια εικόνα για κάποια από τα διηγήματα μέσα στο βιβλίο, ίσως αυτά που εσύ θεωρείς τα πιο αγαπημένα σου;

Ν.Δ.: Σε όλα τα διηγήματα, ακόμα και σε αυτά που φαίνεται να απουσιάζει κάποια εμφανής ή συγκεκριμένη πλοκή, οι εικόνες είναι κυρίαρχες, φορτισμένες θα έλεγα, δηλωτικές. Η Εύα που συνειδητοποιεί τον εαυτό της σαν δέντρο, μια γυναίκα μέσα στο ακινητοποιημένο αυτοκίνητό της που βλέπει τον δρόμο κι όσα τον συναποτελούν -πεζοδρόμια, πινακίδες, δέντρα κ.λπ.- να της επιτίθενται, μια άλλη που προσπαθεί να κάνει ένα ετοιμοθάνατο πουλί να πιει νερό, ένα αγρόκτημα στα σύνορα που το επισκέπτεται το φάντασμα ενός μετανάστη, ο φράχτης που δημιουργείται όταν οι άνθρωποι αποφασίζουν να τα βάλουν με το χιόνι που έφτασε απροσδόκητα στην πόλη τους, ένα αναποδογυρισμένο σταντ και τριγύρω σκορπισμένες σοκολάτες, ό,τι έμεινε από την πάλη ενός αστυνομικού κι ενός κλέφτη, μια γυναίκα στο πάρκο που ακολουθεί ένα κοριτσάκι που τρέχει πίσω από τη μαμά του, μια γάτα που κλώθει χρωματιστό μαλλί και μια άλλη που στοιβάζει πνιγμένους ποντικούς, η εικόνα του δάσους που μεταβάλλεται μέσα από την περιστροφή ενός μεγάλου διαμπερούς κύβου, μια γυναίκα που ανεβοκατεβαίνει τις κυλιόμενες σκάλες στο εμπορικό κέντρο, μια ξύλινη προβλήτα απ’ άκρη σ’ άκρη της θάλασσας που μεταφέρει τους ανθρώπους στον «άλλο τόπο» ενώ το νερό γίνεται ολοένα πιο κόκκινο…

Χ.Τ.: Τι ήθελες να δείξεις γενικά στους αναγνώστες σου μέσα από τα δώδεκα διηγήματα της συλλογής «Περιττή Ομορφιά»;

Ν.Δ.: Τίποτα, στην πραγματικότητα… δεν νομίζω πως έχω να κομίσω κάποιο μήνυμα ή μια αλήθεια, αφού αυτό που κάνει η λογοτεχνία είναι μόνο να υπενθυμίζει, όπως έγραψε ο Τσέχοφ, πως τίποτε σ’ αυτό τον κόσμο δεν είναι απλό. Αν κάτι, όμως, υποδηλώνεται μέσα από τα διηγήματά μου είναι, νομίζω, πως η ζωή δεν ενυπάρχει μόνο σε αυτά που θεωρούνται μεγάλα ή σπουδαία, αλλά και σε αυτά που αγνοούμε, προσπερνούμε ή υποτιμούμε, σ’ αυτά που μένουν άρρητα κι ανομολόγητα, στις φαινομενικά ασήμαντες στιγμές και σε κάποιες αδιόρατες λεπτομέρειες, χειρονομίες, συσπάσεις, μέσα από τις οποίες αναβλύζουν, όμως, ρεύματα ευαισθησίας, πόνου, αγωνίας, που πυροδοτούν το «πρωτογενές» και το «οριακό» της ανθρώπινης ύπαρξης.

Χ.Τ.: Θα ήθελα να μας χαρίσεις έναν από τους βασικούς σου συμβολισμούς στη συλλογή και να μας εξηγήσεις το σκεπτικό πίσω του.

Ν.Δ.: Όπως προανέφερα, παρότι τα διηγήματα διαφέρουν μεταξύ τους θεματικά και υφολογικά, ολόκληρη η συλλογή περιστρέφεται γύρω από τον άξονα της γυναικείας φιγούρας. Αυτό επιτυγχάνεται με τη χρησιμοποίηση ποικίλων αναφορών στην πρωτόπλαστη Εύα ή σε άλλες γυναικείες μορφές που στην ιουδαϊκή και χριστιανική παράδοση είτε την ανταγωνίστηκαν, όπως η Λίλιθ, είτε την διαδέχθηκαν, όπως η Παναγία, καθώς και την αξιοποίηση άλλων βιβλικών μοτίβων ή συμβόλων. Στόχος μου, ωστόσο, δεν ήταν να αναπαραστήσω ή να διαιωνίσω στατικές, μονοδιάστατες και στερεοτυπικές απεικονίσεις της γυναικείας προσωπικότητας ή θηλυκότητας, αλλά να τις διερευνήσω, να τις επεκτείνω, να τις αμφισβητήσω ή να και τις διαθλάσω ως πηγή σύνθετων και πολυφασματικών υποστάσεων. Αυτό που με ενδιαφέρει, παράλληλα, είναι να φωτίσω τις ποικίλες, συχνά μύχιες ή απροσδιόριστες, συνδέσεις ανάμεσα στις γυναίκες, αλλά και να υπαινιχθώ πως τα ζητήματα που άπτονται της πεμπτουσίας της ανθρώπινης ύπαρξης, ίσως τελικά παραμένουν κοινά και διαχρονικά ανάλλαχτα.Χ.Τ.: Πού έγιναν παρουσιάσεις του βιβλίου; Ποια τα μελλοντικά σχέδια;

Ν.Δ.: Το βιβλίο εκδόθηκε στην Αθήνα από «Το Ροδακιό» τον περασμένο Μάη κι αμέσως μετά έγινε η παρουσίασή του στη Λευκωσία, με τη συμμετοχή του συγγραφέα Δημήτρη Τανούδη και της εικαστικού Αντρεάνας Καμπανέλλα, η οποία ζωγράφισε το σχέδιο του εξωφύλλου. Τέλη Οκτωβρίου το βιβλίο παρουσιάστηκε στη Λεμεσό από τη φιλόλογο και κριτικό θεάτρου, Νόνα Μολέσκη, και τη συγγραφέα Μυρτώ Αζίνα, ενώ τον Νοέμβριο είχα τη χαρά να φιλοξενηθώ στην Αθήνα από τη Λέσχη Ανάγνωσης «Φάλαινα» και να συνομιλήσω με τα μέλη της. Επίσης στις 5 Φεβρουαρίου θα βρεθώ ξανά στην Αθήνα, στο βιβλιοπωλείο «Επί Λέξει», ώρα 19:00, μαζί με τους συγγραφείς Τασία Βενέτη, Εύα Μαθιουδάκη και Δημήτρη Χριστόπουλο, σε μια συζήτηση που θα συντονίσει ο συγγραφέας και μεταφραστής λογοτεχνίας Μιχάλης Μακρόπουλος, με θέμα «Τα πολλά πρόσωπα της διηγηματογραφίας».

Χ.Τ.: Τι άλλες δημοσιεύσεις ή εκδόσεις έχεις ως σήμερα;

Ν.Δ.: Η «Περιττή ομορφιά» είναι το πρώτο μου βιβλίο. Είχε προηγηθεί η συμπερίληψη ενός διηγήματός μου στη συλλογική έκδοση: «Η πόλη αυτή τη νύχτα» (Poema, 2014), ενώ άλλες μικρές ιστορίες μου έχουν δημοσιευθεί σε έντυπα (Cadences, The Books’ Journal) και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά ή ιστοσελίδες (poema, bibliotheque, falaina, frear, popaganda).

Χ.Τ.: Ποια πιστεύεις είναι τα βασικά συστατικά που πρέπει να διαθέτει ένα βιβλίο για να έχει αυτό που λέμε «εκτόπισμα»; Τι πρέπει να αποφεύγεται;

Ν.Δ.: Μπορώ να μιλήσω περισσότερο ως αναγνώστρια, παρά ως συγγραφέας, λέγοντας πως εγώ εκτιμώ τα βιβλία στα οποία η ομορφιά της μορφής, της γλώσσας, της πλοκής, της αφήγησης, συμπίπτει με την αποκάλυψη μιας βαθύτερης αλήθειας, ενός ουσιαστικού νοήματος, μιας άλλης θεώρησης που με οδηγεί πιο κοντά στην καρδιά ή την πρώτη αίσθηση των πραγμάτων. Αγαπώ τα βιβλία τα οποία με βγάζουν από τις ευκολίες μου, γελοιοποιούν προσφιλείς μύθους, με ξεβολεύουν, αναγκάζοντας με να σκεφτώ και να κατανοήσω εξ υπαρχής τον εαυτό μου και τον κόσμο. Εκείνα τα βιβλία που με βοηθούν να ζω με συνειδητότητα, κι όχι απλώς να υπάρχω, έτσι, τυχαία, στα τυφλά. Και που μου υπενθυμίζουν την κοινή μοίρα των ανθρώπων –τους κοινούς πόνους, τις κοινές χαρές, τις θαυμαστές δυνατότητες, την κοινοτυπία, όπως είπε η Χάνα Άρεντ, του κακού, την αιώνια σύγκρουση, τη θνητότητά μας… Τα βιβλία που με διδάσκουν να συμπάσχω και να μην επαναπαύομαι.

Χ.Τ.: Αν το βιβλίο σου θα ταξίδευε τον αναγνώστη στον χώρο και τον χρόνο ενός υπαρκτού σύμπαντος, τι θα βιώναμε σε πέντε λέξεις;

Ν.Δ.: Μπρος, πίσω – εδώ, αλλού – ταχύτητα, ακινησία – σκοτάδια, φως – το διηνεκές, η στιγμή.

Χ.Τ.: Τέλος, ποια είναι τα συναισθήματα με τα οποία πιστεύεις ότι κλείνει ο αναγνώστης του «Περιττή Ομορφιά» και τι αποκομίζει στο τέλος;

Ν.Δ.: Όποιο συναίσθημα ή σκέψη κι αν μπόρεσε να προκαλέσει το βιβλίο μου, ακόμη και το πιο ελάχιστο θραύσμα συγκίνησης, τον παραμικρό κλονισμό ή αμφιβολία, για εμένα είναι σημαντικό, ιδίως σ’ αυτούς τους καιρούς, που όλα μοιάζουν να μας κατακλύζουν, χωρίς όμως να κατορθώνουν να μας βρέξουν -χωρίς να αγγίζουν το μέσα μας. Από ’κει κι έπειτα, η ανάγνωση είναι μια τόσο προσωπική κι ελεύθερη εμπειρία, που ουδόλως ορίζεται ή μπορεί να ερμηνευθεί από τον συγγραφέα, κι αλίμονο, αν ήταν αλλιώς.

Χ.Τ.: Ας κλείσουμε τη συνέντευξη με ένα μικρό αγαπημένο σου χωρίο από το βιβλίο.

Ν.Δ.: «Όμως τώρα ξέρω· μακριά, πέρα από τα κτίσματα, στο βάθος, ο κήπος περιμένει.
Ένας κήπος χωρίς γεωμετρία, χωρίς περιγράμματα και όγκους, μονάχα ένας άπλετος πράσινος χώρος· μπορεί και μπλε και πορτοκαλής και μωβ και ροζ και κίτρινος κι όλες οι αποχρώσεις τους, οι τόνοι, οι συνδυασμοί τους. Ύστερα άλλα χρώματα, νέα χρώματα, νέα πλουμιά, μουσικές, λέξεις, κορμί εύπλαστο, πνοή και χώμα, κι απίθανοι κυματισμοί, σαν αυτούς που ξεσπούν στον ουρανό την ώρα του δειλινού, την ώρα του έρωτα και της γέννησης, χωρίς να επαναλαμβάνονται ούτε μια φορά, ούτε μια φορά στο όλο του χρόνου».

Χ.Τ.: Αγαπητή Νάσια, σε ευχαριστώ πάρα πολύ για τη συνέντευξη αυτή. Πραγματικά έχεις δώσει μια νέα διάσταση στον όρο «περιττή ομορφιά». Θα περιμένουμε με χαρά την επόμενή σου δουλειά.

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗΝ ΓΙΟΥΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

«Η αγωνία του δεύτερου βήματος»

Πώς προέκυψε το βιβλίο;

Το βιβλίο φανερώθηκε όταν μέσα από ένα σώμα κειμένων που είχα γράψει άρχισε να σκιαγραφείται το πραγματικό σώμα μιας γυναίκας· μιας γυναίκας με σάρκα και αίμα, με αγωνίες, προσδοκίες, διαψεύσεις, μιας γυναίκας που μπορεί και να ήμουν εγώ ή εσύ ή ίσως ένα αρχέτυπο, μιας γυναίκας που διαθλάται πάντως –πολύπλοκη, αυθύπαρκτη και τραγική, ως κάθε άνθρωπος– στο εδώ και στο τώρα και αναμετριέται με διαχρονικά πανομοιότυπα ανθρώπινα ζητήματα.

Βάλε μας λίγο στο κλίμα με ένα μικρό απόσπασμα.

Παρότι η «Περιττή Ομορφιά» αποτελείται από δώδεκα αυτόνομα διηγήματα, συγκροτείται ως ενότητα παρουσιάζοντας αποσπάσματα από τη ζωή μιας σύγχρονης Εύας, που την ίδια στιγμή είναι και Λίλιθ και μάνα και γάτα, ένα κορίτσι που τρέχει στο πάρκο, μια προσφυγοπούλα από τη Συρία… Επιλέγω μία φράση από κάθε διήγημα, που νομίζω πως μπορούν να αποδώσουν αυτή τη σύνθεση:

«Στο φως είδα το κορμί μου· κι ήταν καλό.» «Οι πάσσαλοι δρομείς που σκουντιούνται ξαναμμένοι, ιδρωμένοι, θρασείς· αν εγώ είμαι το τέρμα, στην αλλαγή της σκυτάλης θα πέσουν πάνω μου.» «Εγώ έχω το όνομα της γιαγιάς. Η γιαγιά όλο μάζευε τα μπουκάλια κι έκρυβε τα κλειδιά κάτω από τις γλάστρες της αυλής.» «Δειλά η γυναίκα κοιτούσε τα μάτια που αντίκρυ της τρεμόπαιζαν – αδρά, υγρά, μάτια του κόσμου τούτου.» «Κι όλο δάγκωνε τα χείλη της, μην καταλάβει εκείνος για τον άλλο γιο, που η ίδια του ’χε πλύνει την όψη με ανθόνερο…» «Μα συ που ούτε τη μάνα μου δεν πρόστρεξες μήτε στης γέννας της τους πόνους μήτε στ’ ανακάλεμά της (…) θαρρείς πως ξέρεις τι σημαίνει να φρίττει ο ουρανός;» «Δουλειά. Και πώς αλλιώς θα σπούδαζε το κορίτσι του; Πώς θα τα έβγαζαν πέρα;» «Όμως το κοριτσάκι την έχει φτάσει, απλώνει το χεράκι του ενώ κι η γυναίκα απλώνει το δικό της· προχωρούν τώρα πιασμένες – ίδιες, ίδιες, θαρρείς ολόιδιες.» «Ποιο είναι το όνομά μου; Πετάγομαι. Με λένε Άννα, Αθανασία, Εύα. Με λένε Εύα.» «Όμως εκείνος δεν με θυμόταν. Με είχε ξεχάσει. Από πάντα. Ε, τότε κι εγώ τον επινοούσα.» «Αν ήσουν πλανήτης, θα ήταν ο ήλιος σου.» «Σέλας, το είπαν. Η ουράνιες μπαλαρίνες. Ομορφιά. Περιττή ομορφιά. Η ζωή.»

Πώς γράφεις; Είσαι τύπος που τα κλείνει όλα και συγκεντρώνεται;

Ναι, είμαι κι εγώ απ’ εκείνους που για να γράψουν χρειάζονται κάτι περισσότερο από την απαραίτητη γραφική ύλη: λίγη σιωπή και μοναξιά, όπως είχε σημειώσει ο Ρίλκε. Έχω ανάγκη αυτή τη συγκέντρωση, ώστε να μπορώ να επεξεργαστώ πρώτα μέσα μου αυτά για τα οποία θέλω να μιλήσω, να τα αποσυνθέσω επιχειρώντας να τα συνθέσω εκ νέου και απ’ αρχής, να αφουγκραστώ τη φωνή τους για να μπορώ να την οικειοποιηθώ και να την κάνω δηλωτική, ταυτόχρονα, μιας υπέρτερης αλήθειας. Το να βρω, όμως, αυτόν τον αδιάσπαστο χρόνο είναι κάτι αρκετά δύσκολο.

Ποιος είναι ίσως ο μεγαλύτερος εχθρός της διαδικασίας της γραφής;

Το ότι συμβαίνει να υποτιμήσω πως η λογοτεχνία είναι μια τέχνη δύσκολη και πως δεν αρκεί το να κατέχω τις λέξεις, αλλά προϋποθέτει να μπορώ να τις κάνω να υποβάλλουν περισσότερα από αυτά που σημαίνουν. Πως είναι άλλο το να απλοποιώ κι άλλο το να μιλάω απλά, άλλο το να ψεύδομαι κι άλλο το να επινοώ, άλλο το να αναπαριστώ την πραγματικότητα κι άλλο να κατορθώνω να τη μετέρχομαι για να μιλήσω για τον άνθρωπο. Από την άλλη, το ότι συχνά αισθάνομαι να παραλύω απέναντι σε αυτές τις δυσκολίες είναι για εμένα ο έτερος εχθρός της διαδικασίας της γραφής. Δεν είμαστε ποιητές, σημαίνει φεύγουμε, έγραψε ο Σαραντάρης, σημαίνει εγκαταλείπουμε τον αγώνα, παρατάμε τη χαρά στους ανίδεους…

Τι θεωρείς υπερεκτιμημένο σε ένα βιβλίο;

Θεωρώ υπερεκτιμημένο ένα βιβλίο που ξεχωρίζει εξαιτίας ενός και μόνο χαρακτηριστικού του – ας πούμε της ιστορίας ή της μορφικής πρωτοτυπίας του ή της συγκίνησης που προκαλεί. Κατά τη δική μου γνώμη, σημαντικό είναι εκείνο το βιβλίο στο οποίο μορφή και περιεχόμενο δένουν σχεδόν αδιάσπαστα, εξωθώντας ταυτόχρονα στα άκρα τη δυνατότητα του αναγνώστη να σκέφτεται, να αισθάνεται, να αποκτά συνείδηση, ή έστω υποψία, του ποιος είναι ή ποιος θα μπορούσε να είναι.

Αγαπημένο απόσπασμα ή φράση απο βιβλίο που σε καθήλωσε.

Είναι μια σκηνή από την Αθανασία του Κούντερα (Μτφρ. Κ. Δασκαλάκη, εκδ. Εστία), στην οποία συνειδητοποίησα πως μια φαινομενικά ασήμαντη χειρονομία, μια απειροελάχιστη κίνηση, μπορεί να είναι ισάξια ενός έργου τέχνης· πως μπορεί ακόμα και να βρίσκεται στον πυρήνα ενός έργου τέχνης, αφού η τέχνη σε αυτό είναι που τελικά αποβλέπει – στην ανανοηματοδότηση του οριακού της ανθρώπινης ύπαρξης και στη μετατόπιση του ανθρώπου από τα παρασκήνια της ιστορίας στη σκηνή της.

«Χωρίς να σταματήσει, γύρισε το κεφάλι προς το μέρος του, χαμογέλασε και ξεδίπλωσε χαρούμενα το μπράτσο της στον αέρα, με ελαφράδα και απλότητα, σαν για να εξαπολύσει προς τον ουρανό ένα πολύχρωμο μπαλόνι. Αυτή η στιγμή κατά την οποία, ξαφνικά, χωρίς καμιά προετοιμασία, κομψά κι απερίσκεπτα, η Ανιές σήκωσε το χέρι, αυτή η στιγμή είναι υπέροχη. Πώς είχε μπορέσει να βρει, μέσα σ’ ένα κλάσμα δευτερολέπτου και από την πρώτη κιόλας φορά, μια κίνηση του σώματος και του βραχίονα τόσο τέλεια, τόσο ολοκληρωμένη όσο κι ένα έργο τέχνης;»

Πού βλέπεις τον εαυτό σου, τι επιθυμείς;

Θέλω να τολμήσω το δεύτερο βήμα στην πεζογραφία, η αγωνία, όμως, είναι μεγαλύτερη τώρα, ίσως γιατί έχω απολέσει την άγνοια κινδύνου της πρώτης φοράς, ίσως γιατί με ενδιαφέρει να εξελιχθώ, αποφεύγοντας την παγίδα της επιτηδευμένης ή στείρας ανακύκλωσης. Στο μεταξύ, απολαμβάνω να διαβάζω και να ξαναδιαβάζω βιβλία που πέφτουν σαν το τσεκούρι στην παγωμένη θάλασσα της ψυχής, για να δανειστώ από τον Κάφκα, και να πειραματίζομαι με τους χρωματισμούς της γλώσσας, τη ρευστότητα των διαφόρων ειδών λόγου, τους δυνητικούς τρόπους ανασύστασης της εσωτερικής συνείδησης του ανθρώπου και της ροής των ιστορικών γεγονότων.

Τι σημαίνει για σένα η υποψηφιότητα στα βραβεία του Αναγνώστη.

Παρακολουθώ αδιάλειπτα τη θεματογραφία του Αναγνώστη, εμπιστεύομαι τις κριτικές αναλύσεις του, ανακαλύπτω τα καινούρια βιβλία και τους νέους συγγραφείς που συστήνει, γνωρίζω καλά πως ο θεσμός των βραβείων του έχει καταστεί ένας από τους σημαντικότερους στον χώρο των ελληνικών γραμμάτων. Η συμπερίληψή μου στις μικρές λίστες σήμαινε, επομένως, τη συμπερίληψή μου σε αυτόν το θαυμαστό κόσμο του Αναγνώστη και γιατί όχι, μια στιγμή που σκέφτηκα πως μέσα από το βιβλίο μου ίσως να μπόρεσα να συνομιλήσω με κάποιους ανθρώπους για την κοινή ζωή, τους κοινούς πόνους, την ομορφιά.

ΜΑΡΙΑ ΚΟΥΓΙΟΥΜΤΖΗ

maria_kougioumtzi

Η Μαρία Κουγιουμτζή γεννήθηκε το 1945 στη Θεσσαλονίκη, όπου και ζει. Διηγήματά της έχουν δημοσιευτεί στα λογοτεχνικά περιοδικά «Η λέξη», «Εντευκτήριο», «Πάροδος», «Πανδώρα», «Παρέμβαση» και «Ένεκεν». Ποίησή της έχει δημοσιευτεί στα περιοδικά «Εντευκτήριο» και «Πάροδος».
Το βιβλίο της, «Άγριο βελούδο», τιμήθηκε με τα βραβεία διηγήματος του περιοδικού «Διαβάζω» (2009) και του Ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών (2010).

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Όλα μπορούν να συμβούν μ’ ένα άγγιγμα, Εκδόσεις Καστανιώτη (2016)
Κι αν δεν ξημερώσει;, Εκδόσεις Καστανιώτη (2013)
Γιατί κάνει τόσο κρύο στο δωμάτιό σου;, Εκδόσεις Καστανιώτη (2011)
Άγριο βελούδο, Εκδόσεις Καστανιώτη (2008)

 

 

 

Η Μαρία Κουγιουμτζή έγραψε και ποιήματα τα οποία δημοσίευσε σε λογοτεχνικά περιοδικά και τα οποία μεταφέρω εδώ από το translatum.gr (https://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=14293.0)

 

Ο ΑΓΓΕΛΟΣ

Μες στο καζάνι ο άγγελος ψηνότανε
με πράσινες πιπεριές, κόκκινο μπούκοβο
πασπαλισμένος με κρασί μαδέρας
και λίγη χρυσαφιά μουστάρδα
στα φτερά του.
Καθώς μιλιά ανθρώπινη δεν γνώριζε
νόμιζε πως αν τραγουδούσε
θα ημέρευε το αγριεμένο πλήθος.
Και πράγματι, πιάνοντας το χορό
τρώγαν τα καφτερά
ζεστά κομμάτια του
γλείφοντας τα φτερά του
με τις λάγνες γλώσσες τους
και φτύνανε τα τρυφερά του
κόκαλα στο χώμα.

Δημοσιευμένο στο περιοδικό Πάροδος, τεύχος 23-24 (Δεκέμβριος 2008)

 

ΣΕΙΡΗΝΑ

Μην την ακούς
έχει πανσέληνο η Σειρήνα μες στα μάτια της
θα βυθιστείς στην τρικυμία της φωνής της
Τα δίχτυα των χεριών της θα σ’ αρπάξουνε

κι ως να πεις χάνομαι
θα σ’ έχουν βάλει στο τηγάνι

Δημοσιευμένο στο περιοδικό Πάροδος, τεύχος 23-24 (Δεκέμβριος 2008)

 

ΜΗ ΒΛΕΠΕΙΣ

Μη βλέπεις
πώς μοιράζει τα χαρτιά
πώς κόβει τον βαλέ και πώς τη ντάμα
πώς ρίχνει τα σπαθιά μες στις καρδιές
κι απλώνεται το αίμα
στο μονό του στρώμα.

Εσύ να βλέπεις
τους δυο λύκους μες στα μάτια του
καθώς ρουφάνε το κελαρυστό μεδούλι
απ’ τα δικά σου.

(Ανέκδοτο ποίημα)

 

ΤΟ ΓΑΛΑΖΙΟ ΑΛΟΓΟ

Πες σ’ αυτό το γαλάζιο άλογο πως δεν υπάρχει.
Πως πρέπει να προσαρμοστεί στον σκούρο κόσμο.
Πάει ο καιρός που έπλεε στη θάλασσα
κοιμότανε στο πράσινο του χορταριού αιδοίο.
Πες του να σκύψει το κεφάλι για σφαγή
να φύγει από το πάρτι με τις αλεπούδες.
Έχει στεφάνι αγκαθωτό από συρμάτινη κραυγή
κολάρο να φορέσει
και με τα ξύλινα παπούτσια του
τον θάνατό του να κλοτσήσει.

Αργά αργά να ξεφλουδιστεί
απ’ τον γαλάζιο εαυτό του
και μ’ ένα χρώμα χωματί να γονατίσει.

(Ανέκδοτο ποίημα)

 

ΑΝΘΟΔΕΣΜΗ

Σε μια μεταξωτή θηλιά κορδέλα
τα κίτρινα τριαντάφυλλα σπαράζουν
Τα δάχτυλα των φύλλων τους
βοήθεια ζητάνε μες στο θολό νερό,
για να σωθούν
γαντζώνονται στ’ αγκάθια
ξεσκίζοντας την πράσινή τους σάρκα.

(Ανέκδοτο ποίημα)

 

ΚΑΛΙΝΤΡΕΗ

Την Καλιντρέη περιμένω εγώ, την Καλιντρέη,
την πιο σκληρή κι από τους μπάτσους
που φυλάγανε στην πόρτα.
Πιο αψιά, πιο σκύλα,
που σε δάγκωνε στο άψε σβήσε.
Όμως είχε δυο αστέρια
στον αριστερό της κόρφο
και μια χρυσή καδένα
στον γαλάζιο αφαλό της.
Όλα τα θέλω σου αμέσως τα αράδιαζε
σαν πιόνια και με χρυσό καρφί
μαγνήτιζε την ξυραφένια ακμή τους.

Θα δεις
ίχνη πάνινων φτερών
από ιπτάμενα πλοία,
άσπρη γαζέλα μες στο
κόκκινο παλτό της.

Θα πάρεις
το μαλαματένιο τόξο της
καθώς σφυρίζει στον αέρα
σχίζοντας τον αφρό από τα όνειρα
πριν καρφωθεί
στο σάρκινο ηχείο της καρδιάς σου.

Δημοσιευμένο στο περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχος 77 (Ιούνιος 2007)

 

ΣΕ ΠΡΟΔΩΣΑΝ

Δυο καστανές και δυο χρυσές
ουρίτσες απ’ τη φράντζα σου
γελούσαν
πάνω από τα μοβ γυαλιά σου
Αν ήτανε ζαχαρωτά
ή δηλητήριο
από δόντι οχιάς
τα μάτια σου,
δεν έβλεπα.

Οι κοφτεροί καρχαρίες των δοντιών σου
σε προδώσαν.

Δημοσιευμένο στο περιοδικό Πάροδος, τεύχος 14 (Ιούνιος 2007)

 

ΝΑ ΤΟΝ ΦΟΒΑΣΑΙ

Να τον φοβάσαι
τον θυμό του Μένανδρου
κρατάει Καλάσνικοφ η οργή του.
Έχει ομήρους
μυστικά και λάθη σου
δεν θα διστάσει να τα εκτελέσει.

Γι’ αυτό στριπτίζ μην κάνουν
οι ανάγκες σου
το αλεξίσφαιρο γιλέκο
του εγώ τους να φορέσουν
πριγκίπισσες σιωπηλές κι αδιάφορες
από κοντά σου να περάσουν.

Δημοσιευμένο στο περιοδικό Πάροδος, τεύχος 14 (Ιούνιος 2007)

 

ΧΟΡΔΗ

Τυφλή χορδή
σφυγμός
στα μαύρα πλήκτρα των δακτύλων σου
που απορροφούσαν λέξεις
μέσα σε πράσινη σκιά
αιώρα φωνηέντων
σταγόνες θαλασσιάς βροχής
χειροκροτάει ο τσίγκος
από το άηχο τύμπανο
το δέρμα της φωνής σου
πλένει
τα κίτρινα γάντια μου
που σφίγγουν τον λαιμό σου.

Δημοσιευμένο στο περιοδικό Πάροδος, τεύχος 14 (Ιούνιος 2007)

 

ΑΛΚΙΝΟΟΣ

Μη
τον μικρό μου φίλο τον Αλκίνοο
που τρώει με το δάχτυλο το μέλι,
βουίζουνε στον ουρανίσκο του οι μέλισσες,
το φιλντισένιο όστρακο
των κυανών ματιών του
ουρά χελιδονιού ψαλίδισε
περνώντας η σκιά της.
Μη,
έτσι ολόγυμνος π’ αποκοιμήθηκε
κάτω από της μουριάς τα φύλλα
και στάζουν οι χυμοί από τα μούρα της
σαν κοκκινάδια άσεμνα
στο τρυφερό του σώμα,
μην τον ξυπνάτε.

Δημοσιευμένο στο περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχος 77 (Ιούνιος 2007)

 

Η ΕΡΗΜΟΣ

Είναι η έρημος παράδεισος,
ανθίζουν σπάνια λουλούδια.
Άσπρα ελάφια
παίζουν μ’ άσπρους λύκους.
Μονόκεροι μ’ αμέθυστους φτερά πετάνε.
Ολόξανθες πεταλούδες ιππείς
στη ράχη κόκκινων πουλιών αλόγων.

Γελάς, και πέφτουν μαργαρίτες απ’ το γέλιο σου
κάνουν τα φύλλα τους βαρκούλες τα μυρμήγκια
κι οι μέλισσες τις σέρνουν με τ’ αγκίστρι τους
στο ζαλισμένο αέρα τσαϊράδα.
Μες στις αιώρες της δροσιάς
λικνίζονται της αχλαδιάς τα φύλλα,
κοιμάται πάνω τους η βελουδένια κάμπια,
ένα μαμούθ έσκυψε και τη φίλησε
κι έμεινε το μεταξωτό της χνούδι
σκουλαρίκι στο μεγάλο αυτί του.

Ο ήλιος που μήτε έδυε, μήτε ανέτειλε,
με τις χρυσές χορδές έπαιζε της κιθάρας του
και χόρευαν μεθυστικά τα πράσινα φιλιά της χλόης.

Έρχονται οι έρωτες σε διάφανα έλκηθρα
κρούουν με τύμπανα τ’ ατλάζι της ψυχής σου,
δεν σχίζεται, ηχεί.

Είναι επόμενο
να βλέπεις τόσα οράματα
αφού εξόριστη στην έρημο βαδίζεις.

Δημοσιευμένο στο περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχος 77 (Ιούνιος 2007)

 

ΠΑΥΣΙΛΑΟΣ

Είναι αγρίμι ο Παυσίλαος
να τον φοβάσαι
σαν τσακμακόπετρες ανάβουν τα σπιρούνια του
πάνω στη γραφομηχανή όταν καλπάζει.
Το λάσο του πετάει
κι αιχμαλωτίζει απ’ το λαιμό
τα ρήματα και τις προθέσεις σου
και με τη μια τις παίρνει το κεφάλι.

(Ανέκδοτο ποίημα)

 

Η ΕΡΩΤΗΣΗ ΠΟΥ ΔΕΝ Μ’ ΑΓΑΠΟΥΣΕ

Κανένα νέο; Ρώτησες.
Εξαρτάται πώς εννοεί κανείς το νέο.
Νέο μπορεί να είναι ότι επιτέλους τηλεφώνησες.
Μπορεί να είναι μια καινούρια σκέψη που έκανα για σένα
ή μια παλιά που την έκανα εκ νέου.
Μπορεί να είναι νέα η διάθεσή μου
ν’ ακούσω τη φωνή σου
ή η δική σου διάθεση που ρωτά: έχεις κάνα νέο;

Η ερώτησή σου απαντούσε
σ’ αυτό που μας ενώνει καθώς μας χωρίζει.
Είναι σα να με γύρευε εκεί που δεν ήμουν
κι εκεί που ήμουν δε με βρήκε.
Ίσως γιατί ερχόταν από κει που δεν ήσουν
ενώ, εκεί που ήσουν, η ερώτηση δεν υπήρχε.

Δημοσιευμένο στο περιοδικό Πάροδος, τεύχος 14 (Ιούνιος 2007)

 

ΟΝΕΙΡΟ

Μες στη φωτογραφία του
κοιμάται ο νέος ναύτης
η άσπρη φορεσιά τού αφαιρεί το βάρος
θαρρείς λευκό και θαλασσί
μπαλόνι που υψώνεται
χαράζοντας μια φωτεινή γραμμή
στα μάτια της γυναίκας
π’ αγρυπνάει.

Δημοσιευμένο στο περιοδικό Πάροδος, τεύχος 14 (Ιούνιος 2007)

 

ΗΜΟΥΝ ΕΝΑ ΣΙΩΠΗΛΟ ΚΟΡΙΤΣΙ

Εγώ μαχαίρωσα τον Κλύτη.
Τις γαλανές λίμνες των ματιών του
εγώ τις πάγωσα
να πατινάρετε άνετα μπορείτε.
Μη φοβάστε.
Είναι αμετάκλητα σκληρός ο πάγος
δε θα βυθιστείτε.

Όσα είδατε σ’ αυτόν,
κίτρινα φίδια τα φιλιά του,
φλογοβόλα όπλα,
τα χέρια πυρωμένες ξιφολόγχες,
τα πόδια να κλοτσούν
σαν άγρια άλογα,
όμως κυρίως η μιλιά του,
οξύ που τρέλαινε τις φρένες σας,
δεν θα τα ξαναδείτε.
Εγώ τ’ αφάνισα.

Ήμουν ένα σιωπηλό κορίτσι
και δεν πρόσεξε.
Είχε ξεχάσει
πως εγώ μεγάλωσα στους δρόμους.

Δημοσιευμένο στο περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχος 77 (Ιούνιος 2007)

 

ΑΘΩΝΕΣ

Εσύ να μην κοιτάς τους Άθωνες
που τρώνε ζωντανά τα ψάρια
Αυτοί σ’ εχθρούς και φίλους
με το ίδιο μένος φέρονται
τους κόβουν χέρια και πόδια
άμα τους προδώσουν

Εσύ που μες στο μέλι ψάρευες τα μύδια
και με τις φτερωτές γοργόνες
ξενυχτούσες κάθε βράδυ
Πρέπει να είσαι μαλακός
με τους εχθρούς σου.

Δημοσιευμένο στο περιοδικό Πάροδος, τεύχος 14 (Ιούνιος 2007)

 

Η ΚΑΡΕΚΛΑ

Είναι πολύ κρύα αυτή η καρέκλα
Μου επιτίθεται με ριπές πάγου.
Είναι γιατί καθόσουν πάνω της όταν…
Της λείπουν τα ζεστά σου χέρια στο ξύλινο κορμί της.

Η γραφή σου, ο καπνός του τσιγάρου σου
Τα μυστικά σου
Ήσουνα το μαντείο της.

Όταν κάθομαι εγώ
ορμάει πάνω μου η άρνησή της.
και μου πετάει κατάμουτρα το χιόνι της.

Είναι μια συνηθισμένη καρέκλα
Με την ανάσα των πεύκων στα χέρια της
ξύλινα μπράτσα που αγκαλιάζουν

Ξεθωριασμένο το κάλυμμα
κρύβει την ευωδιά της αφής σου
στα τρεμάμενα νήματα της ύφανσής της.

Οι άγγελοί σου
λικνίζονται πάνω της
βυθίζοντας τα άηχα πέλματά τους
στο άδειο.

Είναι μια ερωτευμένη καρέκλα
Που επιμένει να κλείνει μέσα της
τον ίσκιο σου ζεστό.

Με τους λύκους του δάσους
να παραμονεύουν.

Όμως εσύ
Γονατίζοντας έγραφες
στα πράσινα φύλλα της

Έγλειφε ο κρόκος του πρωινού
Την άδεια πλάτη
κι ένα μεθυσμένο αηδόνι
κοιμόταν πάνω στο μπράτσο της.

Τραγούδα
Κανείς μας δεν σ’ αφήνει να φύγεις

Τι καλά που δεν είδες τον κόσμο μας
Πιασμένο στο δίχτυ του τρόμου.

Ανέκδοτο ποίημα, δημοσιευμένο στον ιστότοπο bibliotheque (2014)

 

Η ΟΥΡΑ ΤΗΣ

Ήταν από τα πιο καφτά μοντέλα η Τζέϊνα
φεύγαν πουλιά απ’ το μαύρο τρυπητό καλσόν της,
είχαν δυο ρίγες πράσινες και δυο πορτοκαλιές
τα κίτρινα ποτάμια των μαλλιών της
που φτάναν και χαϊδεύανε την άκρη της ουράς της
το χνουδωτό μαστίγιο που μαστίγωνε
τους εραστές που πλέαν στα νερά της.

2006

 

ΑΧΕΡΟΝΤΑΣ

Για δες
πως φούσκωσε ο Αχέροντας
απ’ ώρα σ’ ώρα θα ‘χει πλημμυρίσει
ανώφελα τα φράγματα
λαφρείς οι σάκοι με τα υπάρχοντά μας
αντίσταση δε φέρνουνε τα θέλω μας
οι ανάγκες μας υποταγή έχουν δηλώσει

Σιωπηρά κι ανώνυμα το αίμα μας
συνθήκη έχει κάνει, ένωση,
με τα νερά
που απ’ ώρα σ’ ώρα θα μας πνίξουν.

 

ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΟΙ ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΟΙ ΣΚΥΛΟΙ

Είδα μια ταινία του Τζάρμους
για έναν νέο ποιητή
που δίσταζε να εκδώσει
τα ποιήματά του.

Υπήρχε κι ένας σκύλος
Που ήταν ερωτευμένος
με την γυναίκα του ποιητή.

Ο σκύλος όταν βρήκε ευκαιρία
Ξέσκισε με τα δόντια του
το μπλοκ με τα προχειρογραμμένα ποιήματα.

Ο ποιητής για βδομάδες
Δεν κοιμόταν
δεν έτρωγε

Κυκλοφορούσε σαν νεκρός
Με το πένθος
Του χαμένου του εαυτού

Κι ενώ όλα φαίνονταν τετελεσμένα
Ένα πρωί ο σκύλος
Άνοιξε την πόρτα της ποίησης
Κι ο ποιητής έγραψε ένα ποίημα
Για τους ερωτευμένους σκύλους
Που ακόμα κι αυτοί
κατατρέχουν την ποίηση.

 

ΤΖΙΝΟ

Δες πώς χορεύει ο Τζίνο
πώς λικνίζεται,
σαν ολοστρόγγυλο αυγό κυλάει
πιο θαλασσιά απ’ το μπλού τζίν τα μάτια του
πιο δροσερή απ’ το καμπάρι η πνοή του
Μ’ απ’ όλα πιο γλυκιά η λεκάνη του
καθώς στριφογυρίζει γύρω γύρω
πλένει όλα τα γινάτια και τις πίκρες μου
και με μαλακτικό φιλί τις μαλακώνει.

Από την ενότητα «Άγγελοι με κραγιόν»
περιοδ. Εντευκτήριο 2007

 

 

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

 

ΑΓΡΙΟ ΒΕΛΟΥΔΟ (2008)

«Άγριο βελούδο» είναι το αγκάλιασμα της τρυφερότητας με τη σκληρότητα. Η συνύπαρξη του απαλού με το τραχύ· του τολμηρού με το αθώο. Είναι η δίψα της ψυχής να ζήσει μέσα στο σώμα αλλά και πέρα από αυτό. Η ιεροτελεστία του εγκλήματος. Eίναι ο έρωτας, η τρέλα και η εκδίκηση. Η μέθη της παραβατικότητας. H αμαρτία ως εφαλτήριο έντονων συγκινήσεων και εξάρσεων, που συντρίβει τα όρια του κατεστημένου και του φυσικού. Tα πρόσωπα που θυσιάζουν την ύπαρξή τους για να υπάρξουν, οι αντάρτες αλλά και εραστές της καθημερινότητας. Eίναι η παράλογη αντιλογία που ανοίγει τις πύλες ενός κόσμου όπου τα πάντα είναι ανοιχτά και ενδεχόμενα.

Στα διηγήματα της Μαρίας Κουγιουμτζή αποκαλύπτεται η ερωτική και άφθαρτη όψη της ζωής. Ένα σύμπαν αγίων και δαιμόνων, όπου οι άνθρωποι αποτινάσσουν τη δυστυχία και κινούνται υπερήφανα προς την αταξία και το χάος, αναζητώντας στην ανατροπή την πολυπόθητη λύτρωση.

 

ΓΙΑΤΙ ΚΑΝΕΙ ΤΟΣΟ ΚΡΥΟ ΣΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΣΟΥ; (2011)

Η ηδονή του πόνου. Η βεβήλωση του σώματος. Η παραφορά και το πάθος. Η επαφή με το ενδότερο «είναι» μας. Η απώλεια. Η είσοδος στη μοναξιά. Ο έρωτας προς ένα βιαστή και δολοφόνο. Η επιστροφή από τον πόλεμο. Η ανυπαρξία. Η κατάργηση της ατομικότητας. Η εγκατάλειψη. Η έλξη και η απώθηση για τον ίδιο άντρα. Το διαζύγιο. Η προδοσία. Η φθορά του σώματος. Η δειλία. Τα αγκάθια της ψυχικής αναλγησίας. Ο έρωτας που χάνεται και μέσω της τέχνης ανακτάται. Το φάντασμα μιας αδικοχαμένης δασκάλας. Ο δραπέτης ενός γηροκομείου. Ο άντρας που γοητεύει και μετά το θάνατό του. Η δολοφονία μιας γλύπτριας. Ο μπαμπάς που δεν πετάει.

Το «Γιατί κάνει τόσο κρύο στο δωμάτιό σου;» διεισδύει στο λαβύρινθο του ενστίκτου, που, άλλοτε ζωώδες και άλλοτε αθώο κι ανυπεράσπιστο, κυριεύει τον άνθρωπο και τις κινήσεις του, στιγματίζοντας τις σχέσεις του και τη ζωή του.

Από τη συγγραφέα του βιβλίου «Άγριο βελούδο» (Βραβεία διηγήματος του περιοδικού «Διαβάζω» και του Ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών).

ΚΙ ΑΝ ΔΕΝ ΞΗΜΕΡΩΣΕΙ; (2013)

Εν μέσω κρίσης που διαλύει τη χώρα και ταπεινώνει τους πολίτες, τρεις άνδρες που υπηρετούν στην Ακαδημία Πολέμου έρχονται στην κοινή πατρίδα τους με αδιευκρίνιστη αποστολή. Ο πρώτος είναι σκληρός, ευνουχισμένος από αγάπη νέος. Ο δεύτερος, αμέτοχος και αδρανής, κυκλοφορεί στους δρόμους σαν χαμένος. Ο τρίτος αφυπνίζεται και δρα με σκοπό την ανατροπή της εξουσίας. Και τους τρεις τούς χωρίζουν πολλά, αλλά τους ενώνουν περισσότερα: μυστικά από το παρελθόν, αμαρτίες των παιδικών χρόνων, στοιχειωμένοι έρωτες, μικρά και μεγάλα ατιμώρητα εγκλήματα. Σε μια πόλη που ανασαίνει βαριά από τα δακρυγόνα, που τη νύχτα μετατρέπεται σε υπαίθριο κρεβάτι αστέγων, μόνοι και κατατρεγμένοι περιπλανώνται χωρίς να ξέρουν αν προτιμούν να ξεκουραστούν, να ακουμπήσουν στον έρωτα, να αποδράσουν ή να περιμένουν απλώς τις εντολές. Μέχρι που αυτές γίνονται γνωστές, και τότε τα περιθώρια στενεύουν. Τα προαιώνια πάθη ορίζουν πλέον και τα κρίσιμα διλήμματα: Μίσος ή τρυφερότητα; Σιωπή ή εξέγερση; Ζωή ή θάνατος; Δυνατοί σαν θηρία ή αδύναμοι σαν άνθρωποι;

 

ΟΛΑ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΣΥΜΒΟΥΝ Μ’ ΕΝΑ ΑΓΓΙΓΜΑ (2016)

Βάλτοι μες στην ομίχλη, σπίτια τιμωρίας ορθωμένα στο χιόνι, δωμάτια κλειδωμένα, μυστικά, κοριτσάκια που γαληνεύουν τσακισμένους άντρες, νεαρά αγόρια που μοιάζουν στη νεκρή τους μητέρα και οικειοποιούνται την εμφάνισή της, γυναίκες άστεγες που υποκύπτουν ή εξουσιάζουν τους ευεργέτες τους, άντρες παράφορα ερωτευμένοι, διαφθορείς, δυναμικές γιαγιάδες, ήρωες που παλεύουν με το βαρύ τους αίμα, με το ένστικτο της ζωής και του θανάτου, με τον θηριώδη έρωτα για τον άλλον.

Στο βιβλίο της Μαρίας Κουγιουμτζή οι άνθρωποι ανταμώνουν ή χωρίζονται, με ανάλαφρα ή βίαια αγγίγματα. Αγγίγματα όλων των ειδών, ερωτικά, σεξουαλικά, κοινωνικά, πολιτικά, μυστήρια. Σχέσεις τρυφερές, άγριες, παθιασμένες, σε καιρό ειρήνης και σε καιρό πολέμου. Ανάγκες ανθρώπινες και ανάγκες απάνθρωπες. Ένα κοίταγμα που μέσα από την αγριάδα του απλώνει το χέρι και χαϊδεύει τους αδύναμους και τους γονατισμένους, αλλά και αυτούς που ίπτανται στον αέρα, τους ασυμβίβαστους, τους φτερωτούς με τα κρυμμένα φτερά.

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Άγριο βελούδο

 

Βαγγέλης Προβιάς

http://www.protagon.gr, 9.8.2012

(Απόσπασμα)

Οι ήρωες της Κουγιουμτζή είναι ακραίοι άνθρωποι. Με έναν βρώμικο τρόπο, τολμώ να χρησιμοποιήσω την λέξη σιχαμένο: μισούν τον κόσμο, τον εαυτό τους, τους άλλους, αδιαφορούν για το οραματικό και το μαγικό της ζωής, υπακούουν μόνο στα πιο άγρια από τα ένστικτά τους. Εξάλλου από λάσπη δεν είναι φτιαγμένος ο άνθρωπος; Επιτίθενται, αμύνονται, χτυπάνε απροσδόκητα, ανελέητα, καμία φορά χωρίς αιτία – μόνο και μόνο επειδή έχουν μέσα τους μαζεμένη κάμποση από την ανεξάντλητη αδικία του κόσμου μας.

Καθώς διαβάζεις την μία ιστορία μετά την άλλη, θέλεις να τους γνωρίσεις με μία διάθεση αρπακτική, για να ικανοποιήσεις και εσύ το «ερπετό» μέσα σου. Εκείνο το κομμάτι σου που γουστάρει με τρέλα να διαβάζει για μπάσταρδους, για καθίκια της ζωής, για όσους διέπραξαν φόνο από φθόνο και μόνο, για την σκληρότητα των παιδιών, για μαζοχιστικά ζευγάρια, για τις ηδονές της άσκησης εξουσία προς κάποιον αδύναμο, για αιμομιξία… ναι, έχει την καύλα του να μην υπάρχει λύτρωση! Αυτό μας ψιθυρίζει ύπουλα η Κουγιουμτζή. Ύπουλα και με έναν τρόπο τόσο κεντημένο και γεμάτο ψυχή που σε αφήνει άβουλο, χωρίς περιθώριο, ικανότητα ή επιθυμία αντίδρασης, όπως κάποια θύματα στις ιστορίες της. Αυτή η σχεδόν 70χρονη γυναίκα με την γραφή της σε κάνει ό, τι γουστάρει. Και σου αρέσει.

 

Κωστής Παπαγιώργης

«Lifo», τχ. 255, 30.6.2011

(Απόσπασμα)

Παρότι η ηθογραφία απέβη πια αξιομίσητη στα ντόπια ήθη, ό,τι κι αν σκαρώσουμε παραμένει ιστορία ηθών. Μόνο που στην εκλεκτή περίπτωση της Κουγιουμτζή έχουμε μια σειρά καινοτομίες που δίνουν αέρα στα διηγήματά της και πεποίθηση ότι γράφει κάτι που δεν έχει βρει την άξια καταγραφή του. Όταν γυρνάμε το μέσα έξω αρχίζουμε να σκεφτόμαστε διαφορετικά, ν’ αντιδρούμε με άλλη καρδιά και ν’ ανακαλύπτουμε έναν εαυτό που δεν γνωρίζουμε. Ενώ, λοιπόν, από το πρώτο ήδη διήγημα -πιθανώς το καλύτερο της συλλογής- αισθανόμαστε ότι το θέμα εμπνέει το ύφος, προχωρώντας και φυλλολογώντας από ιστορία σε ιστορία, συμπεραίνουμε ότι το ύφος δημιουργεί τα μικρά ή εκτενέστερα αφηγήματα. Αρκεί να σπάσει η χολή ενός συγγραφέα για να του δοθούν τα σπάνια υλικά με τα οποία θα φτιάξει έναν κόσμο; Η αφηγήτρια φαίνεται να έχει βρει το θέμα της στην κλίμακα των κάθε λογής «σχέσεων», ερωτικών, οικογενειακών, μαθητικών, εξευτελιστικών, όπου έχει το ελεύθερο να σπουδάζει τη σκληρότητα και κάθε λογής ψυχική μόλυνση με ακρίβεια παθολόγου κι επίσης φανατισμένου θύματος. Πρόκειται για μια μικρή ανθρωπότητα που έχει χάσει το γέλιο της, αλλά διόλου τα τεχνάσματα, τις επιθυμίες και την ανθρωπομανία. Ωστόσο, δεν έχουμε να κάνουμε με πετρωμένα πρόσωπα, με αδιαπέραστες ψυχές· απεναντίας, στην ατμόσφαιρα συχνά διανεύει κάτι το αγιωτικό που θυμίζει μετανοημένο αμαρτωλό ή τσακισμένη καρδιά που δεν αντέχει τον εαυτό της. Πηγή: http://www.lifo.gr

 

Κωνσταντίνος Μπούρας

«Ελευθεροτυπία»/ «Βιβλιοθήκη», τχ. 643, 19.2.2011

Παραβατικές συμπεριφορές και εκστασιακός πανερωτισμός, κόντρα σε όλα τα ταμπού και τις προκαταλήψεις. Η θεσσαλονικιά συγγραφέας επιχειρεί να προκαλέσει τους απανταχού ηθικολογούντες, τραγουδώντας ένα άγριο άσμα ελευθερίας και αποδέσμευσης από κάθε λογής πνευματική και σωματική σκλαβιά. «Αγριο βελούδο είναι το αγκάλιασμα της τρυφερότητας με τη σκληρότητα. Η συνύπαρξη του απαλού με το τραχύ· του τολμηρού με το αθώο. Είναι η δίψα της ψυχής να ζήσει μέσα στο σώμα αλλά και πέρα από αυτό», γράφει στο οπισθόφυλλο του βιβλίου.

 

Ευριπίδης Γαραντούδης

«Τα Νέα»/ «Βιβλιοδρόμιο», 25.4.2009

(Απόσπασμα)

Το Άγριο βελούδο , το πρώτο βιβλίο της Μαρίας Κουγιουμτζή περιλαμβάνει είκοσι επτά σύντομα διηγήματα. Αρκούν οι παραπάνω πληροφορίες, ώστε οι περισσότεροι απ΄ όσους παροικούν την Ιερουσαλήμ της λογοτεχνικής συντεχνίας να κάνουν τους σχεδόν αυτόματους συνειρμούς: πρώτο βιβλίο σε ηλικία ύστερα από το μεσοστράτι της ζωής· τι μπορεί κανείς να περιμένει; Όσοι, όμως, εξακολουθούν να διαβάζουν λογοτεχνία χωρίς τις παρωπίδες του συντεχνιακού δημοσιοϋπαλληλισμού και το στερεότυπο της ηλικιακής επετηρίδας, που ορίζει ότι στη λογοτεχνική αγορά εντάσσεσαι γύρω στα είκοσί σου χρόνια ώστε κοντά στα εβδομήντα σου να φωτογραφίζεσαι, επιτυχημένος πλέον, δίπλα σε μία στοίβα πεζογραφημάτων, γνωρίζουν ότι στο σώμα της λογοτεχνίας εγγράφεσαι ή και αποτυπώνεις το στίγμα σου ακόμη και με το ένα βιβλίο, το ένα διήγημα, ενίοτε και με το ένα ποίημα. Αυτή είναι η ασυνήθης περίπτωση της Κουγιουμτζή: ο άξιος καρπός της λογοτεχνικής προσφοράς της, αυτά τα είκοσι επτά μικρά διηγήματα, ωρίμασαν με φυσικό τρόπο μέσα στο κύλισμα του χρόνου. Πριν από αυτό το βιβλίο, στα χρόνια που πέρασαν, η Κουγιουμτζή αρκέστηκε να δημοσιεύσει σε λογοτεχνικά περιοδικά επτά από τα διηγήματα της συλλογής της και μερικά ακόμη, καθώς και λιγοστά ποιήματά της. Ίσως, λοιπόν, η εγκράτεια της δημοσιότητας και η όψιμη εμφάνιση αποφέρουν το όφελος της τελικής συγκομιδής: αντί της ποσότητας η ποιότητα.

 

Λώρη Κέζα

«Το Βήμα», 30.10.2008

(Απόσπασμα)

Τα διηγήματα της Μαρίας Κουγιουμτζή έχουν ενδιαφέρον για δύο λόγους: Αφενός υπάρχει μια μυθοπλαστική άνεση, μια φαντασία που περιφέρεται σε πολλές και διαφορετικές καταστάσεις, με μια εμμονή ίσως στο περιθώριο, στην παράβαση, στο εσφαλμένο. Αφετέρου υπάρχει μια διεισδυτική ματιά που επιτρέπει τη σκιαγράφηση των χαρακτήρων μέσα από τις λίγες λέξεις. Ισως να είναι η εμπειρία της ζωής, ίσως κάποιο ιδιαίτερο χάρισμα, πάντως η Κουγιουμτζή ξέρει και μπαίνει στο πετσί των ηρώων της, όσο διαφορετικοί κι αν είναι μεταξύ τους. Ο πλούτος των κειμένων, αριθμητικά και ποιοτικά, μας κάνει να υποψιαζόμαστε ότι το συρτάρι της συγγραφέως είναι γεμάτο χειρόγραφα που θα παρουσιαστούν σιγά σιγά στο κοινό. Σίγουρα τέτοια διηγήματα δεν είναι αποτέλεσμα λογοτεχνικού πυροτεχνήματος.

 

Γιατί κάνει τόσο κρύο στο δωμάτιό σου;

 

Δημοσθένης Κούρτοβικ

«Τα Νέα»/ «Βιβλιοδρόμιο», 11.6.201

(Απόσπασμα)
Αιρετικές προσεγγίσεις στα μυστικά της ψυχής και των ανθρώπινων σχέσεων από µια συγγραφέα που φλερτάρει µε τον θάνατο
Όχι µόνο δεν κάνει κρύο στα δωμάτια και γενικά στους χώρους που κατοικούνται (που στοιχειώνονται, θα ήταν σωστότερο να πούμε) από τα πρόσωπα των διηγημάτων της Μαρίας Κουγιουμτζή αλλά και τα τυλίγει µια πυρακτωμένη ατμόσφαιρα, µια καυτή λάβα από την έκρηξη υπόγειων συναισθημάτων και παθών, που οδηγούν στον θάνατο. Έναν θάνατο ζεστό και αυτόν, που έρχεται όμως σαν κύμα θαλπωρής, σαν ανακουφιστική αγκαλιά ή ακόμα και σαν ερωτική κορύφωση.

Η Μαρία Κουγιουμτζή βραβεύτηκε δις για το προηγούμενο και πρώτο βιβλίο της, το «Άγριο βελούδο», συλλογή διηγημάτων κι εκείνο. Αν υπήρχε όμως βραβείο για το πιο θανατόληπτο βιβλίο, θα το κέρδιζε σίγουρα µε αυτό το δεύτερο. Σχεδόν όλα τα διηγήματα του τόμου, που δεν είναι λιγότερα από τριάντα πέντε, μιλούν για θάνατο: φόνους, αυτοκτονίες, εκτελέσεις, θανάσιμα δυστυχήματα, σπανιότερα φυσικούς θανάτους. Και οι λίγες εξαιρέσεις που ευθύνονται γι’ αυτό το «σχεδόν» είναι εξίσου, αν όχι περισσότερο ζοφερές: πρωταγωνιστούν εκεί σώματα ακρωτηριασμένα, παραμορφωμένα ή οικτρά φθαρμένα, ενώ έχουμε και µια περίπτωση σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκου, σύμφωνα µε την περιγραφή της πράξης από τον Ποινικό Κώδικα, αν και, όπως θα δούμε, η προσέγγιση της συγγραφέως μάς αφήνει µια άβολα διαφοροποιημένη αίσθηση.

 

Μάρη Θεοδοσοπούλου

«Ελευθεροτυπία»/ «Βιβλιοθήκη», τχ. 665, 23.7.2011

(Απόσπασμα)

Το μεγάλο ατού της Κουγιουμτζή στα διηγήματα της πρώτης συλλογής της είναι ο μεταφορικός λόγος, ο οποίος στα καινούρια διηγήματα εμπλουτίζεται περαιτέρω. Ωστόσο, κάποια από τα σχήματα λόγου, όταν επαναλαμβάνονται, χάνουν την έντασή τους καθώς ατονεί το στοιχείο της έκπληξης. Σε όλα τα καινούρια διηγήματα η αφήγηση γίνεται σε πρώτο πρόσωπο. Οπως φαίνεται, πρόκειται απλώς για έναν βολικό αφηγηματικό τρόπο καθώς το πρόσωπο του αφηγητή αλλάζει, παρουσιάζοντας αντίστοιχη ποικιλία με τα θέματα των διηγημάτων. Πιστεύουμε, πάντως, ότι η Κουγιουμτζή βρίσκει τον καλύτερο συγγραφικό εαυτό της όταν την αφήγηση αναλαμβάνει μια θηλυκή ύπαρξη, ανεξαρτήτως ηλικίας. Με αφηγήτρια ένα κοριτσάκι, δίνει ένα ερωτικό διήγημα εμπειρίκειας πνοής ανάμεσα στα λίγα του είδους που έχουν γραφτεί. Με αφηγήτρια μια κοπέλα, αποκαλύπτει την αγριάδα του θανάτου. Παρ’ όλο που αυτός έρχεται ως προδιαγεγραμμένος στις συνθήκες ενός νοσοκομείου, προβάλλει περισσότερο παγερός από τους θανάτους άλλων διηγημάτων, με φονικά, εκτελέσεις, ατυχήματα και αυτοχειριασμούς. Τέλος, με αφηγήτρια μια ηλικιωμένη, σκιαγραφεί το τόξο που διαγράφει ο ερωτισμός μιας γυναίκας, από τη μητρική αγκαλιά μέχρι την κλίνη του γηροκομείου.

 

Γιώργος Αράγης

Περιοδικό «Πλανόδιον», τχ. 51, Δεκέμβριος 2011

(Απόσπασμα)

Εκφραστικά ο λόγος που μεταχειρίζεται η πεζογράφος είναι αρκετά μεταφορικός. Παρουσιάζει δηλαδή απόκλιση προς τον ποιητικό λόγο, παραμένοντας ωστόσο μέσα στα όρια της αφηγηματικής συνθήκης. Αυτή η απόκλιση είναι πιο αισθητή στα τρία διηγήματα ποιητικής ευαισθησίας, που προανάφερα, καθώς και σ’ εκείνο της ονειροφαντασίας. Όμως δεν πρόκειται μόνο γι᾿ αυτά. Μεταφορικό λόγο έχουμε γενικά, σε όλο το φάσμα των κειμένων. Με ιδιαίτερο γνώρισμα τούς συχνά τολμηρούς διασκελισμούς. Ο κύριος ωστόσο εκφραστικός τρόπος της πεζογράφου είναι η ενορατική ή, αλλιώς, η κατ’ αίσθηση αναφορά στα πράγματα. Αναφορά που κι αυτή δεν παύει να συνιστά μια μορφή ποιητικής απόκλισης. Ούτε κι εδώ λείπουν οι τολμηροί διασκελισμοί. Π.χ.: «Δεν με κοίταξες και σίγουρα δεν με άκουσες. Είχες στραφεί ολότελα προς τα μέσα σου, έτσι που έβλεπα τα κόκκαλα του στήθους σου ν’ ανοιγοκλείνουν σαν ακορντεόν καθώς ανάσαινες κι ένιωθα πως δεν έπαιρνες αλλά έδινες αέρα» (σ. 70). Ἤ, «Κι άλλοτε πάλι το δωμάτιο είναι γεμάτο από ανθρώπους που περνούν πάνω μου, μέσα μου, ακούω να με διασχίζουν, να με σχίζουν σαν χαρτί, δεν αντιλαμβάνονται την παρουσία μου» (σ. 212). Τέτοιες εκφράσεις, σε πιο ακραία εκδοχή, φτάνουν κάποτε να δυσκολεύουν την αναγνωστική επαφή του αναγνώστη. Από τ‘ άλλο μέρος έχουμε ενορατικές στιγμές άκρας ευαισθησίας: «Η Δάφνη τον κοίταζε [πρόκειται για προσωπογραφία] και ήξερε πως ποτέ δεν θα μπορούσε να ξεντυθεί κάτω απ’ το βλέμμα του» (σ. 156). Ἤ, «Ήταν τόσο κοκαλωμένη, που τα μαλλιά της είχανε ισιώσει. Τόσο μικρή, θαρρείς απείχε μόλις έναν πόντο από το χώμα.160).
Θα έλεγα λοιπόν ότι τα κείμενα της Κουγιουμτζή, από τη μεριά του εκφραστικού οργάνου της, παρουσιάζουν λειτουργική αμεσότητα. Τέτοια που, αν και καθαρά πεζά γραφτά, να έχουν ως ένα βαθμό συντελεστή ποιητικής αμεσότητας. Τούτο αποτελεί γνώρισμα όλης της διηγηματογραφίας της, του πρώτου και του δεύτερου βιβλίου της. Γεγονός που δε βάζει βέβαια όλα τα γραφτά της στην ίδια μοίρα. Οι ποιοτικοί δείχτες διαφέρουν, τόσο ανάμεσα στα κείμενα του κάθε τόμου, όσο και γενικά ανάμεσα στα δυο βιβλία. Και πάνω σ’ αυτό, κρίνοντας χοντρικά, θα έλεγα, πως για την ώρα, το καλύτερο βιβλίο της πεζογράφου παραμένει το Άγριο βελούδο.

 

Λάμπρος Σκουζάκης

«Πανδοχείο», 29.2.2012

(Απόσπασμα)

Οι τρεις σελίδες του «Πρέπει» συμπυκνώνουν δυο διαφορετικές στάσεις ζωής (εκδίκηση – συγχώρεση) απέναντι σ’ έναν ανελέητο πατέρα – δυνάστη, ανήμπορο πλέον στα χέρια των δυο του κορών. Στις «Ενοχές» το ελάττωμα του μικρού κοριτσιού της σκληρότατης δεύτερης μητέρας του μετενσαρκώνεται ως νέμεση στο δικό της παιδί της. «Η ομορφιά που μορφάζει», «Το κοριτσάκι» και «Η άτυχη» συμπυκνώνουν στις λιγότερες δυνατές σελίδες την πλέον ανείπωτη βία.

«Τα κλειδιά» ηχούν τις αναπότρεπτες συνέπειες μιας τραγικής επιλογής. Ένας πατέρας λυγίζει από την κακομεταχείριση και προδίδει τους συντρόφους του και προδίδει κλείνεται στο σπίτι συντετριμμένος και μετανιωμένος, με τα μάτια του γυρισμένα προς τα μέσα πηγάδια του. Όταν αποφασίζει να βγει κανείς δε στέκεται μπροστά του, παρά μόνο κοιτάζεται μ’ εκτροχιασμένα μάτια πίσω από τις παραμερισμένες κουρτίνες. Ακόμα κι όταν δεν ζητά συγχώρεση αλλά τιμωρία, κι εκεί παραμένουν οι κουρτίνες κλειστές κι η ψυχή του άδεια.

Ένα ξένο μπαλκόνι αποτελεί τον πιο κατάλληλο τόπο αυτοχειρίας, όπως συμβαίνει με τον απρόσκλητο επισκέπτη που έρχεται από την απέναντι κλινική ηλικιωμένων σαν να κάνει το φυσικότερο πράγμα του κόσμου, για να υπενθυμίσει στην εμβρόντητη οικοδέσποινα την θλιβερή θέα του οικήματός τους, να της μιλήσει για την συμβίωση με την σάπια σάρκα και να της μεταφέρει τον απροκάλυπτα ωμό διάλογό του με τον διευθυντή: Τι θα κάνω μ’ εσένα, μου κουνάει το δάχτυλο ο διευθυντής. Αναστατώνετε και τους υπόλοιπους. Είναι πολύ απλό, του είπα, σκοτώστε μας όλους. Θα πάρει κακή φήμη η κλινική, είπε σκεφτικός, θα πάψουν να φέρνουν τροφίμους. Κάνετε λάθος, του είπα, το αντίθετο, θα τρέχουν σωρηδόν σ’ εσάς. Θα λύσετε ένα σοβαρό κοινωνικό πρόβλημα. Τι του μένει; Ούτε ο Θεός – Κι απ’ την άλλη…έχω την εντύπωση πως μεγαλώνει κι ο Θεός μαζί μας κι αλλάζει κι αυτός. Τρελαίνεται σαν κι εμάς. Ωριμάζει, ίσως να σαπίζει… – ούτε ο ορθολογισμός – Όλοι μας κουβαλάμε έναν Εβραίο κι έναν ναζί μέσα μας….ούτε τα όνειρα – ακόμα και στην ονειρική της επίσκεψη η νεκρή του κόρης του μεταφέρει την θλίψη της νέας της «κατοικίας» («Το μπαλκόνι»).

 

Κι αν δεν ξημερώσει;

 

Μισέλ Φάις

«Εφημερίδα των Συντακτών», 3.3.2013

Εν μέσω κρίσης που διαλύει τη χώρα και ταπεινώνει τους πολίτες, τρεις άντρες έρχονται από την Ακαδημία Πολέμου στην οποία υπηρετούν με σκοτεινές εντολές που ώς μια ορισμένη μέρα αγνοούν. Οταν ο σκοπός τους γίνεται φανερός, έχουν να παλέψουν με τις ενοχές και τις τύψεις τους, να πάρουν τη μεγάλη απόφαση που θα στιγματίσει τη ζωή τους. Ταυτόχρονα, κινούνται μέσα στην πόλη και την αντιμετωπίζουν με ποικίλα συναισθήματα, μόνοι και ταραγμένοι, αναποφάσιστοι, ακουμπούν στον έρωτα για να ξεκουραστούν ή να πεθάνουν.
Παράλληλα, τα ΜΑΤ, οι διαδηλώσεις, οι νέοι και οι νέες, οι πυρκαγιές, τα κλομπ και οι μολότοφ, οι αυτοκτονίες και τα συσσίτια, μια πόλη που ανασαίνει βαριά μέσα απ’ τα χημικά, μια πόλη που τη νύχτα μετατρέπεται σε υπαίθριο κρεβάτι αστέγων, μετανάστες και παιδιά των φαναριών, όμως κυρίως ο ανθρώπινος πόνος ριγμένος στον δρόμο, άπλυτος, επιθετικός, φιλάνθρωπος, ερωτικός.
Αφήγηση σε πρώτο και τρίτο πρόσωπο με εσωτερικούς μονολόγους.

 

Γιώργος Περαντωνάκης

«Εφημερίδα των Συντακτών», 8.6.2013

…η Μαρία Κουγιουμτζή μεταβαίνει από τα απηνή διηγήματά της («Αγριο βελούδο», Καστανιώτης 2008, και «Γιατί κάνει τόσο κρύο στο δωμάτιό σου;», Καστανιώτης 2011) σ’ ένα έργο αιχμηρής ομορφιάς. Στην Κημέρια τρεις αξιωματικοί της Στρατιωτικής Ακαδημίας επιστρέφουν, για διαφορετικούς λόγους ο καθένας, στην πόλη τους, που δεν είναι άλλη από μια ημι-ρεαλιστική Θεσσαλονίκη, ο Σιωπηλός με αναρρωτική άδεια, ο Λαιμός με μια ειδική αποστολή και ο στρατηγός Βέλλας, για να διαπομπευθεί πριν εκτελεστεί. Οι τρεις τους είναι εντελώς διαφορετικοί: ο πρώτος νοσταλγεί ένα χαμένο παρελθόν που το θυμάται με αγάπη, ο δεύτερος τρέφεται από το μίσος που του γέννησαν οι προγονικές του καταβολές, και ο τελευταίος μεταστρέφεται σε επαναστάτη απέναντι στο καθεστώς που γίνεται όλο και πιο σκληρό.
Η Μ. Κουγιουμτζή προσπαθεί να καλύψει υφολογικά τα επίπεδα της αφήγησης, άλλοτε με οξείες ποιητικές σελίδες γεμάτες αγανάκτηση, άλλοτε με λυρισμό που αγγίζει τα όρια της πίκρας και της ματαιότητας κι άλλοτε με οξύθυμο ύφος που ξεχειλίζει από οργή και εκδίκηση. Ετσι, η δράση δεν προχωρά γρήγορα, αλλά τα γεγονότα εξισορροπούνται από τις εσκεμμένες επιβραδύνσεις του σχολιασμού, της περιγραφής της κοινωνίας και της κρίσης που αυτή διέρχεται, και των μύχιων σκέψεων των πρωταγωνιστών, οι οποίοι κινούνται μεταξύ του ολοκληρωτισμού της δημόσιας ζωής και των τραυμάτων της ιδιωτικής.
Κι αν ακόμη με τη λογική βλέπει κανείς κενά στην ώσμωση του δυστοπικού με το ρεαλιστικό, του αφηγηματικού με το λυρικό, τα συναισθήματα που εγείρονται είναι τόσο ισχυρά που οδηγούν τον αναγνώστη σε συνεχείς αναρριγήσεις. Κάθε σχεδόν σελίδα της Μ. Κουγιουμτζή ξεχειλίζει από άγρια ποιητικότητα κι από τις φωτιές του λόγου που ανακινούν αισθήματα και αποκαλύπτουν το σκοτεινό πρόσωπο της κοινωνίας μας.

 

Βασιλική Χρίστη

http://www.diavasame.gr, Ιούλιος 2013

(Απόσπασμα)

Το πραγματικό συνυφαίνεται με το φανταστικό, η δράση με το στοχασμό (ή, απλώς, τη σκέψη), η υπόμνηση της πραγματικότητας με αυτήν του ονείρου και την ανάμνηση. Οι χαρακτήρες διαγράφονται καθώς η δράση εξελίσσεται. «Ο στρατηγός βγήκε απ’ το ξενοδοχείο με βαριά βήματα, αλλά μόλις έστριψε το τετράγωνο, τέντωσε το κορμί του και εισέπνευσε βαθιά. Πέρασε μέσα από μια πορεία φοιτητών που φώναζαν συνθήματα κατά των μέτρων και χτύπησε μερικούς χαϊδευτικά στην πλάτη. Οι νεαροί τον κοίταξαν απορημένοι, ήξεραν καλά από πού ερχόταν και πως ήταν μελλοθάνατος, το λαμπερό αλλά πικραμένο του βλέμμα τους είπε αυτό που δεν είχε καταλάβει ο Σιωπηλός. Ότι δεν ήρθε για να πεθάνει ταπεινωμένος και να δείξει την υπακοή του στην Ακαδημία αλλά για το ακριβώς αντίθετο. Ήθελε να δείξει πως ήταν εκτός Ακαδημίας. Πως δεν συμμετείχε πλέον στα σχέδιά της. Πως δεν υπάκουε σ’ αυτήν. Πως ήταν προτιμότερο να πεθάνει παρά να είναι όργανό της» (ο Βέλλας, σελ. 108). «Το μυαλό του έβραζε σαν ατμομηχανή, οι σκέψεις τον έκαιγαν. Άραγε, αν ήταν αδερφή του, θα διέταζαν κι αυτόν να κανονίσει τη δολοφονία της ή να υπογράψει το θάνατό της; Κι αυτός, τι θα έκανε αυτός; Ίσως θα ήταν ευκολότερο να αντάλλασσε τη ζωή της με το θάνατό του, όμως ποτέ δεν γινόταν έτσι, η ανταλλαγή δεν είχε ισχύ. Ακόμα κι αν αρνιόταν να υπογράψει, θα πέθαιναν και οι δυο. Εκείνη έτσι κι αλλιώς ήταν χαμένη, αυτός με την υπογραφή του μπορούσε να σωθεί. Αν αποδεχόταν το αίτημα της ηθικής θα ήταν τελειωμένος. Το νόημα που θα είχε η αναποτελεσματική θυσία του θα ήταν ενός άλλου κόσμου. Του κόσμου μιας Ιδέας. Αναρωτιόταν αν ήθελε να είναι κάτοικος αυτού του κόσμου» (ο Σιωπηλός, σελ. 170). «Το σπίτι άδειασε ξαφνικά. Τα έπιπλα, οι φωτογραφίες, οι κουρτίνες, όλα, το εγκατέλειψαν. Ακόμα και κείνη πάνω στο κρεβάτι, με τα μάτια ανοιχτά, φαίνεται ολομόναχη. Πιο μόνη κι απ’ αυτόν. Μόνη, βυθισμένη σε μια πλήρη, ολόισια ερημιά, χωρίς αμμόλοφους, χωρίς οάσεις. Αυτή η έρημος που τη ρουφά, κάνει να τον αγγίξει, αλλά λοξοδρομεί καθώς σκοντάφτει στον πόνο του. Ένας άνθρωπος που πονάει δεν είναι μόνος» (ο Λαιμός, σελ. 168). Το νήμα της ιστορίας μεταφέρεται (και εναλλάσσεται) από την ξαδέλφη του Σιωπηλού (και το θάνατό της σε σκηνοθετημένο τροχαίο), στην αγαπημένη του Βέλλα και στη θεία του Λαιμού. Υπάρχουν σημεία καμπής και κάθαρση.

Το «Κι αν δεν ξημερώσει;» είναι ένα βιβλίο που μιλάει για το σήμερα χωρίς να κραυγάζει, με συμπυκνωμένα νοήματα για όποιον επιθυμεί να τα ανακαλύψει.

 

«Η Αυγή», 2.7.2013

(Απόσπασμα)

Η προικισμένη αφήγηση τοποθετείται στο εγγύς μέλλον. Μήπως όμως αυτό δεν είναι το δυσβάσταχτο παρόν; Οι βασικοί ήρωες του βιβλίου είναι τρεις άνδρες. Τρεις ξένες αναμεταξύ τους ψυχές, τρεις εργαλειοποιημένοι αναχωρητές που παίζουν ζάρια με τον θάνατο. Υπηρετούν στην πανίσχυρη Ακαδημία Πολέμου. Ένα ίδρυμα που έχει αντικαταστήσει το σύστημα διακυβέρνησης. Ο πρώτος είναι ένας ευνουχισμένος από αγάπη νέος. Γι’ αυτό επιδεικνύει πρωτόφαντη σκληρότητα σε κάθε του κίνηση. Ο δεύτερος, αμέτοχος και αδρανής, κυκλοφορεί στους δρόμους σαν χαμένος. Κάθε βήμα τον οδηγεί στην αποξένωση από τον εαυτό του. Ο τρίτος αφυπνίζεται απότομα και δρα με στόχο την ανατροπή της εξουσίας. Η χώρα σε αναβρασμό. Άνθρωποι-σκιές πηδούν από τα μπαλκόνια, άλλοι τριγυρίζουν στα σκουπίδια, άλλοι μετατρέπονται σε απορρίμματα. Απορριφθέντες μιας κοινωνικής δομής που ράγισε. Άποροι, έτοιμοι να τα βάλουν με τον οποιονδήποτε τους χαλάσει το τραγικό τους μοιρολόι.
Πρόσωπα με αδρά χαρακτηριστικά, που κατεργάζονται σε μια αέναη πάλη με τον αφανισμό. Ένας φορέας που μαγνητίζει τους εξουσιαστές. Ο λόγος της Κουγιουμτζή ποτέ δεν ξεπέφτει στην ευκολία του μελό ή του φτηνιάρικου συνθήματος. Ένας λόγος αριστερής πνοής και οικουμενικού διαμετρήματος. Η συγγραφέας γεννήθηκε το 1945 στη Θεσσαλονίκη, όπου και διαμένει μέχρι σήμερα. Η φρεσκάδα της αφήγησής της, όμως, βάζει κάτω πολλούς νεότερους. Ένα κοφτερό σαν ακονισμένο μαχαίρι πεζογράφημα, που δεν χαρίζεται σε κανέναν και σε τίποτε. Μόνο στο πεπρωμένο μιας χώρας, που αναζητά έναν μπούσουλα για να αναστηθεί.

Μια λογοτεχνική φωνή που δεν είναι συγκυριακή. Είναι επίκαιρη, διότι αναμετριέται με τη Λερναία Ύδρα του ολοκληρωτισμού. Κρύβει εντός της τον αέρα της ανατροπής, προσδοκώντας μια ευρύτερη συνειδητοποίηση του τι ζούμε. Η Μαρία Κουγιουμτζή σκαλίζει τον ιερό βράχο της αξιοσύνης των αγώνων όλων μας, με σκοπό να μη χαραμιστούν και να αποτελέσουν την κινητήριο δύναμη για το αύριο όπως κι αν έρθει. Ακροβατεί στις συμπληγάδες των ψυχικών κενών και των φονικών ενστίκτων, αναστυλώνοντας στο ακέραιο έναν σμπαραλιασμένο μύθο της Ιστορίας, που «ζητά» από τα υποκείμενα να μη λυγίσουν κάτω από το βάρος των αδηφάγων μαστροπών τους.

 

Τάσος Καλούτσας

diastixo.gr, 24.7.2013

(Απόσπασμα)

Στο μυθιστόρημα συνυφαίνονται σκηνές καφκικού κλίματος (κάποιες που αφορούν τη γνωριμία του Σιωπηλού στο ξενοδοχείο με την Κατερίνα, η συνάντησή του με τον Ανώτατο Εξεταστή), στιγμιότυπα φονικής ωμότητας και ακραίας βίας σε αντιπαράθεση με εικόνες ευδαιμονικής γαλήνης και οικογενειακής σύμπνοιας, πράξεις υψηλής ανθρωπιστικής αλληλεγγύης, αλλά και εκρήξεις παθών και συναισθημάτων (έρωτα ή ερωτικού δέους, ενοχής, αφοσίωσης, θυμού, πείσματος, περιφρόνησης, απόγνωσης) που εκφράζονται με λυρισμό και ποιητική ευρηματικότητα. Στις ατομικές διαπλοκές των σχέσεων των ηρώων παρεμβάλλονται και οι αναφορές στο συλλογικό δράμα που βιώνουν οι απλοί και αδύναμοι άνθρωποι όχι μόνο σε τοπικό, αλλά και σε ευρύτερα παγκόσμιο επίπεδο. Γίνεται λόγος για την παγκόσμια κρίση και διαφθορά, εκτοξεύονται κατηγορίες προς τις «αγορές», προς τις Τράπεζες, στηλιτεύεται η πρακτική των δυνατών αυτού του κόσμου. Σε τοπικό επίπεδο, η συγγραφέας ενοφθαλμίζει στην αφήγησή της γεγονότα πραγματικά που συντάραξαν την ελληνική κοινωνία τα τελευταία χρόνια, χωρίς να τα κατονομάζει (όπως ο φόνος του 15χρονου Αλ. Γρηγορόπουλου από τον ειδικό φρουρό Κορκονέα, στις 6/12/2008). Ή, πάλι, καυτηριάζει μέσα από τα λόγια των ηρώων (π.χ. του πατέρα της Σουζάνας) τον διαβρωτικό και ψυχοφθόρο ρόλο κάποιων στελεχών της κυβέρνησης: «Μας ταΐζετε ιδέες, παχιά λόγια, μας δηλητηριάζετε. Μας έχετε εξαθλιώσει, μας οδηγείτε στην εξόντωση, κι ύστερα, αφού ερημώσετε τη χώρα, θα μεταφερθείτε στο εξωτερικό σε υψηλόμισθες θέσεις, για τη διευκόλυνση της καταστροφής που προσφέρατε… Η κρίση είναι προϊόν της απληστίας σας. Δεν σέβεστε τον άνθρωπο, τη ζωή, δεν σέβεστε τίποτα».

Όλα τα δεινά του κόσμου γεννιούνται από την έλλειψη αγάπης, έγραφε ο Γκαίτε. Η Μ.Κ. καταφέρνει να σκιαγραφεί χαραχτήρες που πράττουν το κακό, επειδή στερήθηκαν την αγάπη. Με αποτέλεσμα να μη λογαριάζουν ούτε τους ανθρώπους, ούτε τη ζωή. Καταδικαστέα ασφαλώς η πρακτική τους, αλλά εξίσου καταδικαστέα –όπως υπονοεί– η στάση όσων παραμένουν παθητικοί παρατηρητές των φρικιαστικών πράξεών τους. Απ’ αυτή την άποψη, η εναντίωση του στρατηγού Βέλλα (του οποίου το τέλος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί μάταιο, παράλογο, αφού παράλογη εν πολλοίς είναι και η ζωή), αποκτά βαρύνουσα σημασία και σηματοδοτεί έναν υψηλό δείκτη του κώδικα ηθικής συμπεριφοράς. Κυρίως γιατί ξεσπάει εκ των ένδον, από το άδυτο του συστημικού Κακού που είναι υπαίτιο για όλες τις εκτροπές και τα εγκλήματα και άρα καταδικασμένο σε «πτώση».

 

Κυριακή Αδαλόγλου

http://www.oanagnostis.gr, 8.8.2013

(Απόσπασμα)

Η γλώσσα είναι το δυνατό όπλο στα χέρια της Κουγιουμτζή. Μια γλώσσα που μπορεί να εκφράσει όσα παραπάνω αναφέρθηκαν, όλες τις βιαιότητες, τις ασχήμιες, αλλά και την πιο λεπτή ευαισθησία, και την πιο απροσδιόριστη ομορφιά. Μια γλώσσα, λοιπόν, που κινείται από το ένα άκρο, του πιο σκληρού και αποτρόπαιου, στο άλλο, του πιο τρυφερού και ανθρώπινου, με δύναμη καταπληκτική, σοκάροντας, αλλά χωρίς να προσβάλει την αισθητική του αναγνώστη. Επιπλέον, με το ύφος που διαμορφώνεται, καταφέρνει να εκφράσει, μέσα από τα πιο αντισυμβατικά, τα μη επιτρεπτά και τα άνομα, μια βαθιά κοινωνική ηθική, χωρίς ηθικολογίες και κηρύγματα. Μια γλώσσα παντοδύναμη, που λέει τα πράγματα με τόσες λέξεις, όσες πρέπει, με λέξεις καίριες, που προβάλλουν μία μία αυτοδύναμες αλλά και δένονται σε ένα πλέγμα που σου υποβάλλει και ταυτόχρονα σου επιβάλλει τις εικόνες του.

Θεωρώ ότι, ως αυτή τη στιγμή, η αφηγηματική γλώσσα και συνακόλουθα το αφηγηματικό ύφος της Μαρίας Κουγιουμτζή διαμορφώνουν μια από τις πιο δυνατές φωνές στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία.

 

Ελένη Κοφτερού

http://bibliotheque.gr, 22.11.2013

(Απόσπασμα)

Δίνει μεγάλη έμφαση η συγγραφέας στην παιδική ηλικία των ηρώων και αυτό νομίζω είναι προς μεγάλο όφελος της πλοκής αλλά και της «απόλαυσης του κειμένου». Είναι «θεραπευτικές» για τον αναγνώστη οι περιγραφές της ζωής των ηρώων πριν αναγκαστούν να την απαρνηθούν για την Ακαδημία. Τα χρόνια της αγάπης – όπου η δυνατότητα της στοργής υψωνόταν σαν το καμπαναριό του χωριού, του χαδιού η τρυφερή κραυγή ακουγόταν κάθε μέρα και ο καταλυτικός εφηβικός έρωτας, αυτός που παραλύει τα μέλη- είναι ο κρυμμένος θησαυρός τους, το φυλαχτό στο μέρος της καρδιάς. Ακόμη και η ακρωτηριασμένη παιδικότητα του «Λαιμού» γαντζώνεται πάνω του με τα δόντια αφού της έλειπαν εντελώς τα άκρα, τα τρυφερά φίδια της αγάπης. Κρατιέται εκεί στο σκοτάδι, κάτω από τη σκιά της «ελιάς» το σημάδι της βίας, της ανεξόφλητης κληρονομημένης αμαρτίας. Αυτό δεν μπορεί με τίποτε να το αρπάξει καμιά Ακαδημία πολέμου, καμιά εξουσία του τρόμου, δεν μπορεί να υπολογίσει τη ριγηλή συγκίνηση που νιώθει ένα παιδί μπροστά στο ξετύλιγμα ενός λουκουμιού που προσφέρεται από καθαρή αγάπη. Χωρίς καμιά συναλλαγή. «Οι συναλλαγές είναι απάνθρωπες και γελοίες» αναφέρει η συγγραφέας κι είναι οδυνηρά αληθινό αυτό. Οι συναλλαγές γεννούν τέρατα σ’ έναν κόσμο όπου «οι άνθρωποι κολυμπούν σαν ψάρια. Το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό»
Η καθηλωτική, ρέουσα γραφή της Κουγιουμτζή δεν θα αστραποβολούσε τόσο πολύ στα μάτια μου, αν δεν είχε τον σωστό ιδεολογικό προσανατολισμό. Η ξεκάθαρη οπτική του μυθιστορήματος, χωρίς ήξεις αφίξεις, χωρίς πισωγυρίσματα, απέναντι στην παγκοσμιοποιημένη πολιτική της ταπείνωσης των λαών στο βωμό τους κέρδους, στην εξουσία των τραπεζών, οδηγεί τη συγγραφέα, στην καθόλου τυχαία επιλογή των ηρώων «μέσα από την Ακαδημία» Ούτε τα ονόματά τους είναι τυχαία. Ο «Σιωπηλός» είναι αμέτοχος και αδρανής , «Ο Λαιμός» είναι αδίστακτος σαν τους πληρωμένους δολοφόνους της Μαφίας που κινούνται με ψευδώνυμα, ενώ ο Βέλλας είναι αυτός που έχει αφυπνιστεί, που είδε καθαρά και επέλεξε την διαμαρτυρία με τίμημα τη ζωή του. Και οι τρεις ήρωες κουβαλούν τη «ναυτία στην ψυχή τους» από τα παγωμένα μάτια των βασανιστών, τις ξεριζωμένες σάρκες των βασανισμένων, τα λεπρά χέρια της βίας, την ισοπέδωση της ελεύθερης σκέψης, τη σφαγή της λαχτάρας. Η ενοχή τους είναι καταλυτική για την εξέλιξη της πλοκής.

Η αφήγηση είναι άρτια δομημένη και εναλλάσσεται σε δυο επίπεδα, -πράγμα το οποίο ξεχωρίζει κι από την διαφορετική γραμματοσειρά, κάτι που μου άρεσε ιδιαίτερα- Την σκληρή βουτιά στη θολή μολυσμένη θάλασσα της πραγματικότητας- όπου ακούγονται εκκωφαντικές οι σειρήνες της βίας, καίνε τα δακρυγόνα στα θαμπά μάτια των εξαθλιωμένων που δύουν απ’ την πείνα, μονόδρομος δείχνει να είναι η υποταγή- ακολουθεί η ανάδυση, στους σπαραχτικά όμορφους λόφους των συναισθημάτων. Η τρυφερότητα της γραφής της Κουγιουμτζή εκεί, στις παρυφές της ψυχής, είναι σχεδόν τυραννική. Σκάβει βαθιά στο εσωτερικό των ηρώων και φτάνει στο κυανό της φλέβας, στην ωχρή λευκότητα των οστών. Στήνει σημαίες στα απάτητα νησιά της αλήθειας τους και χαράζει στο δέρμα τους απ’ την αρχή τον γενετικό κώδικα της αγάπης. Ανείπωτα χειροπιαστή, ανάγλυφη, ευωδιαστή, προκαλεί δάκρυα η εγγύτητα της προσέγγισής της στα άρρητα. Σ’ αυτά που όπως λέει ο Φλωμπέρ, «δεν γράφονται ποτέ, όπως βιώνονται χάνουν πολλά καράτια λάμψης στη διαδρομή από τη σκέψη στο χαρτί».

 

Αργυρώ Μποζώνη

http://www.thetoc.gr, 29.1.2017

Το μυθιστόρημα της Μαρίας Κουγιουμτζή ξεκινά με μια βίαιη και γνώριμη σκηνή διαδήλωσης στο κέντρο της Αθήνας, με ΜΑΤ, δακρυγόνα και μολότοφ. Σε μια περίοδο μεγάλης αβεβαιότητας, μεγάλων κινδύνων αλλά και μεγάλων αλλαγών και μέσα σε αυθαίρετο χρόνο, η συγγραφέας επινοεί μια χώρα την Καμέρια, την οποία δεν έχει δει κανένας εκτός από αυτούς που υπηρετούν εκεί, στην Ακαδημία Πολέμου και Εκδημοκρατισμού με νοοτροπίες να μυρίζουν γερμανικό φασισμό του προηγούμενου αιώνα. Με την κρίση να διαλύει τη χώρα και τσακίζει την αξιοπρέπεια των πολιτών, τρεις αξιωματικοί αυτής της ακραίας στρατιωτικής Ακαδημίας επιστρέφουν για διαφορετικούς λόγους ο καθένας στην κοινή τους πόλη που δεν είναι άλλη από τη Θεσσαλονίκη. Ο πρώτος είναι σκληρός, ευνουχισμένος από αγάπη νέος. Ο δεύτερος, αμέτοχος και αδρανής, κυκλοφορεί στους δρόμους σαν χαμένος. Ο τρίτος αφυπνίζεται και δρα με σκοπό την ανατροπή της εξουσίας.
Μυστικά από το παρελθόν, ατιμώρητα εγκλήματα, προαιώνια μίση και στοιχειωμένοι έρωτες ενώνουν τους τρεις άντρες που σε πρώτο πλάνο τους χωρίζουν πολλά. Κι όλα αυτά μέσα σε μια πόλη που σείεται από οργισμένους διαδηλωτές και ανασαίνει βαριά από τα δακρυγόνα, ενώ τη νύχτα μετατρέπεται σε υπαίθριο κρεβάτι για αστέγους.
«Τη νύχτα ο δρόμος είναι ένα βρώμικο στρώμα. Κοιμάται εκεί η απόγνωση. Η πόλη ξενύχτησε και τώρα κοιμάται. Κοιμάται ο δήμαρχος, κοιμάται ο πρωθυπουργός, κοιμάται ο τραπεζίτης. Ο εργάτης ξυπνάει να πάει στη δουλειά. Ξυπνάει κοιμισμένος. Ονειρεύεται πως είναι δήμαρχος, πρωθυπουργός, τραπεζίτης. Είναι ένας φτωχός που θέλει να γίνει πλούσιος. Ένας φτωχός που θέλει να γίνει πλούσιος, δεν μπορεί να γίνει ποτέ ευτυχισμένος. Το στόμα της τηλεόρασης μυρίζει. Χάμπουργκερ, πίτσες παρελαύνουν, ακούς το ρέψιμο της κόλα κόλα. Τα δόντια της οθόνης, μικρά κοφτερά, σε δαγκώνουν. Τα χέρια της χτυπούν το κεφάλι στου στον τοίχο, όπως τα νεογέννητα γατάκια που δεν τα θέλει κανείς. Κάποιος λέει: αυτός ο πολιτισμός είναι απολίτιστος» γράφει η Κουγιουμτζή.

 

ΟΛΑ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΣΥΜΒΟΥΝ Μ’ ΕΝΑ ΑΓΓΙΓΜΑ

 

Χλόη Κουτσουμπέλη

frear.gr, 16.12.2017

(Απόσπασμα)

Τρυφερά σχεδόν και άγρια σκύβει πάνω από την ανθρώπινη αδυναμία η συγγραφέας και στο εργαστήριο της την ανατέμνει. Στοχάζεται. Φιλοσοφεί. Όχι εν ψυχρώ. Ποτέ εν ψυχρώ. Πάντα εν θερμώ. Εμπλέκεται, ξεσκίζεται, υποφέρει, συμπάσχει με τους περίεργους χαρακτήρες που ψιθυρίζουν και βαδίζουν μονολογώντας μέσα στα διηγήματα της, γιατί στην πραγματικότητα τους αγαπάει. Τους φροντίζει, τους περιθάλπει, τους κατανοεί. Ακόμα και όταν τους ξεγυμνώνει, ακόμα και όταν φαίνεται στιλπνό το ερπετό μέσα τους, η Κουγιουμτζή τους δικαιολογεί.

Ποιοι είναι οι χαρακτήρες που διατρέχουν τα διηγήματα;

Γιαγιάδες που κουβαλούν στην ποδιά τους κόλλυβα, ρόδια, παραμύθια και μύθους, που ξέρουν και αναμιγνύουν βότανα σοφίας και πόνου, μαυροφορεμένες ισορροπούν ανάμεσα σε αναμμένα και σβηστά κανδήλια, ανάμεσα σε δύο κόσμους, άλλες με έντονα δαιμονικά περιγράμματα, άλλες σκιαγραφημένες με μονοκονδηλιά ίσα ίσα να αχνοφαίνονται ντελικάτες, άλλες θεατρίνες με χρυσά βραχιόλια και φουσκωμένα με λακ μαλλιά και ένοχο παρελθόν. Γυναίκες παθιασμένες που σπαν λαιμούς ζώων και δολοφονούν τους εραστές που τις προδίδουν, ερωτικά συμπλέγματα και ιψενικά τρίγωνα, γυναίκες βαμπίρ, γυναίκες αδύναμες παγιδευμένες ανάμεσα στην έλξη και στην απώθηση, κοριτσάκια ήδη σοφά, άντρες σαδιστές, άντρες που εξουσιάζουν, άντρες που υποτάσσονται, αθώες νεαρές κοπέλες που λαχταρούν να διακορευτούν και να εξερευνήσουν την σκοτεινή τους πλευρά, άνθρωποι που ζουν τον έρωτα ως θεατές και παντού το ερωτικό πάθος, γυμνωμένο, βασανιστικό, εκμαυλιστικό, η τρέλα, η ακραία επιθυμία, η άσκηση εξουσίας, η υποταγή. Σκληρότητα και τρυφερότητα συνυπάρχουν στην υπερβολή τους. Άνθρωποι ανάπηροι, άνθρωποι ευνουχισμένοι, σχέσεις μάνας κόρης, σχέσεις ανάμεσα σε αδελφές. Κανιβαλισμός και εξάρτηση.

Και όμως μέσα στο μαύρο υπάρχουν σχισμές. Είναι η αφή, η δύναμη του αγγίγματος. Η έκπληξη που ξεπροβάλλει δώρο, μία ξαφνική πράξη απίστευτης μεγαλοψυχίας που επαναφέρει την αισιοδοξία. Δεν είμαστε μόνο χώμα. Είμαστε και μία καραμέλα που προσφέρει το ένα κατατρεγμένο πλάσμα στο άλλο μέσα στην νύχτα. Είμαστε και το καταφύγιο που προσφέρει ένας πατέρας σε έναν Εβραίο. Ο άγγελος που ανοιγοκλείνει τα φτερά του. Η κοπέλα που χορεύει και απογειώνεται.

Η Μαρία Κουγιουμτζή είναι μεταφράστρια. Μιλάει άπταιστα την γλώσσα της ψυχής και μας την μεταφράζει σε λογοτεχνία.

 

Βασιλική Χρίστη

http://www.diavasame.gr, Ιούλιος 2017
Τρία χρόνια μετά το δυστοπικό μυθιστόρημα «Κι αν δεν ξημερώσει;» η πεζογράφος Μαρία Κουγιουμτζή επανέρχεται με μια συλλογή διηγημάτων, ένα μεγάλο μέρος των οποίων έχει ήδη δημοσιευτεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά, αν και έχουν υποστεί επεξεργασία για την παρούσα έκδοση. Ένα μπουκέτο λουλούδια μοιάζουν αυτά τα διηγήματα, καθώς τα περισσότερα είναι αφιερωμένα σε κάποιον φίλο ή φίλη, μερικές φορές και σε περισσότερα από ένα πρόσωπα. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται γνωστοί λογοτέχνες, ενώ ολόκληρο το βιβλίο είναι αφιερωμένο στην ποιήτρια Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου. Έτσι, οι ιστορίες μοιάζουν να είναι μια προσφορά, μια κατάθεση για τα ανθρώπινα, με απώτερο σκοπό ένα άγγιγμα, όπως δηλώνει και ο τίτλος της συλλογής.
Κάποια διηγήματα απηχούν γεγονότα μιας περασμένης εποχής, συνήθως της περιόδου του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και εκείνης που ακολούθησε, και φθάνουν μέχρι τους σύγχρονους πολέμους, όπως το «Ένα εμφύλιο επεισόδιο», «Οι ναυαγισμένοι» ή ακόμα το εναρκτήριο διήγημα «Ο Βάλτος», που αντανακλά τοπικούς ανταγωνισμούς σε μια ομιχλώδη ατμόσφαιρα. Άλλα διαδραματίζονται στο παρόν και αποτυπώνουν κοινωνικά προβλήματα που είναι πιο έντονα σήμερα, όπως τα «Περνώντας πλάι τους» και «Ακόμα ένα βράδυ στο δρόμο». Μια δεσμίδα διηγημάτων σκιαγραφούν την εικόνα μιας γιαγιάς που δεν είναι η συνήθης καλοκάγαθη γριούλα των παιδικών χρόνων («Οι ψυχές της γιαγιάς μου», «Με τη γιαγιά», «Η διαθήκη»). Ορισμένα διηγήματα ιστορούν απιστία («Με τη φωνή του») ή αιώνιο έρωτα («Νίνα»), ερωτικές ιστορίες, πάθη και αδιέξοδα, οικογενειακές ιστορίες («Χορεύοντας»), κρυμμένα μυστικά («Το κλειδωμένο δωμάτιο»). Στο δεύτερο μισό της συλλογής, δύο ξεχωριστά διηγήματα, «Ο φωτογράφος» και το φιλοσοφικό «Οι παίχτες», διαδέχονται το ένα το άλλο, ενώ το καταληκτήριο, διακειμενικό, υπέροχο «Υπόγειο», είναι αφιερωμένο στην Κική Δημουλά.
Η Μαρία Κουγιουμτζή δεν χρειάζεται συστάσεις. Τα διηγήματά της που περιλαμβάνονται σε αυτή τη συλλογή θα τα επισκεπτόμαστε ξανά και ξανά για να αντλήσουμε από το βάθος τους, την ευθυβολία τους, την τρυφερότητά τους.

 

Λάμπρος Σκουζάκης

«Πανδοχείο», 6.6.2017

(Απόσπασμα)

Όπως πάντα, οι φράσεις της Μαρίας Κουγιουμτζή σμιλεύουν την σκληρή πέτρα των μύθων της αλλά και την μπολιάζουν με μια κρυφή ποιητικότητα όπου κάθε λέξη διατηρεί ένα ειδικό βάρος. Είναι η πρόζα της όμως που λειτουργεί σαν κάθαρση. Ο αναγνώστης αναδύεται από την ανελέητη σκληρότητα των ιστοριών της με μια αίσθηση ανακούφισης, ίσως επειδή όλες αυτές οι βασανισμένες ηρωίδες κι όλοι αυτοί οι ταλαιπωρημένοι χαρακτήρες της μνημειωμένοι σε κείμενο και αναγεννημένοι σε λέξεις βρίσκουν μια δικαίωση. Μπορεί να έχουν περάσει τα πάνδεινα όμως τώρα κάποιος τους ακούει και τους προσέχει. Κι ίσως κάτι αφαιρείται από το βάρος τους, ίσως πάλι να τους παρηγορεί η σκέψη πως αφήνουν το πικρό απόσταγμα της εμπειρίας τους σαν μια απόκρυφη γνώση.

 

Γιάννης Παπαγιάννης

«Fractal», Ιούνιος 2017

Η αδυναμία του ανθρώπου,

Κάθε φορά που διαβάζω καλά ελληνικά διηγήματα, σκέφτομαι κι αναρωτιέμαι πόσο σημαντική είναι η παράδοση μιας εθνικής λογοτεχνίας και πόσο δυνατά αν κι αόρατα σημεία κομίζει. Αν και η προσπάθεια των περισσοτέρων πεζογράφων στρέφεται προς το μυθιστόρημα, όχι μόνο για λόγους εμπορικότητας, αλλά και γιατί αντιμετωπίζεται ως μια πρόκληση, δεν είναι εύκολο να φέρει κανείς στο μυαλό του σύγχρονα σπουδαία μυθιστορήματα. Αντιθέτως, είναι πολύ εύκολο να απαριθμήσεις πολλούς σημαντικούς διηγηματογράφους και, ακόμα, μερικά αριστουργήματα. Η Μαρία Κουγιουμτζή αναδεικνύεται, τουλάχιστον σε αυτό το βιβλίο, σε αριστοτέχνη της μικρής φόρμας και με γλώσσα ακριβόλογη και λιτή, με κρυμμένη και συχνά υπονοούμενη συγκινησιακή φόρτιση, καταφέρνει να οδηγήσει τον αναγνώστη σε δικούς του δρόμους και επιλογές. Η θεματολογία της συχνά τραβηγμένη, ανάμεσα στο ρεαλισμό και στην εφιαλτική φαντασίωση, κατορθώνει να μη γίνεται σε καμία στιγμή ψεύτικη, αλλά να αναδεικνύει μια βαθύτερη κάθε φορά αλήθεια. Τα γηρατειά, η φθορά κι η παρακμή είναι ένα από τα αγαπημένα θέματα της συλλογής, αλλά και η αδυναμία του ανθρώπου απέναντι στις δυνάμεις που κατευθύνουν την ύπαρξή του, μια αγωνία που έρχεται κοντά στην σκέψη του Σοπενχάουερ. Οι άνθρωποι στα διηγήματα της Μαρίας Κουγιουμτζή είναι τυλιγμένα ελατήρια, που ξεκινούν με ορμή κι αισιοδοξία για να ανακαλύψουν όσο περνούν τα χρόνια ότι η ζωή τους δεν είναι παρά μια επανάληψη δισεκατομμυρίων ζωών χωρίς μεγαλύτερο ή άλλο νόημα. Η συγγραφέας πετυχαίνει τους ήρωές της σε διαφορετικές φάσεις της ζωής τους, στην παιδική, την μέση, την γεροντική ηλικία και κάθε ένας κουβαλά το στίγμα της εμπειρίας που τον βαραίνει ή δεν τον βαραίνει.

 

Γρηγόρης Μπέκος

«Το Βήμα»/ «Βιβλία», 15.4.2017

(Απόσπασμα)

Στις ιστορίες της περνάει το ζήτημα, αντιστικτικά, με κακά αλλά και καλά παραδείγματα, υπήρξαν και αυτά. Και με αφορμή τον χαρακτήρα ενός άντρα στη «Μικρή Εβραία», ενός βιαστή, μίλησε ευρύτερα για τους ήρωές της.
«Εμένα οι χαρακτήρες μου είναι «διπλοί». Δηλαδή κάνουνε την αμαρτία αλλά υποφέρουνε που την κάνουνε. Δεν ησυχάζουν. Μετανιώνουν. Οι αμοραλιστές άνθρωποι δεν μ’ ενδιαφέρουν καθόλου. Με ενδιαφέρουν αυτοί που παλεύουν, άσχετα αν στο τέλος τα ένστικτα νικάνε. Αυτό το πιστεύω» τόνισε η Μαρία Κουγιουμτζή.

Μάλιστα γράφει ότι μόνο στις υπερβάσεις μαθαίνουμε και, πράγματι, τα κείμενά της περιγράφουν οριακές καταστάσεις. «Θέλω να δείξω πού φτάνουν τα όρια του ανθρώπου. Και στο καλό και στο κακό. Θέλω να διερευνήσω όλες τις κατευθύνσεις, όλες τις δυνατότητες, όλες τις πιθανότητες. Γι’ αυτό γράφω άγρια και τρυφερά. Δεν με νοιάζει να πω απλώς μια ιστορία καλά. Ούτε να κάνω τη δασκάλα σε κανέναν. Και τους χαρακτήρες μου δεν τους κρίνω. Τους αγαπάω και τους πονάω. Είμαι στραμμένη προς τους ανθρώπους που υποφέρουνε. Σε αυτούς που η μοίρα τους είναι τέτοια που δεν έχουν τα μέσα, κατά κάποιον τρόπο, να αντιδράσουνε. Είτε γιατί γεννήθηκαν μ’ ένα κουσούρι, είτε γιατί είναι φτωχοί κ.τ.λ. Στο διήγημα «Μαμά άφησέ με ν’ ανασάνω», η ηρωίδα έχει σχεδόν γεράσει νταντεύοντας τη μητέρα της. Είναι ένας άνθρωπος διψασμένος για ζωή», βρίσκει διέξοδο στις σκοτεινές αίθουσες, πάει στα πονηρά σινεμά, «κι όταν διψάς, δεν κοιτάς αν το νερό είναι θολό ή βρώμικο, θα πιεις».

Να το δούμε λίγο και πάλι ευρύτερα. Μήπως όσοι διαβάζουμε ακριβώς, γινόμαστε κάπως υπερβολικά «ελαστικοί» ως προς την ηθική ή ως προς τα αποδεκτά όρια εν γένει; Μήπως φτάνουμε στο σημείο να δικαιολογούμε τα πάντα; «Γινόμαστε πιο ανεκτικοί, πιστεύω. Δίνουμε χώρο στους ανθρώπους. Το δίκαιο είναι ο νόμος. Είναι ο Ιαβέρης που κυνηγά μια ζωή τον Γιάννη Αγιάννη, ενώ η Δικαιοσύνη είναι ο επίσκοπος που του

 

Έλσα Κορνέτη

«Η Αυγή», 12.3.2017

(Απόσπασμα)

Το νέο βιβλίο της Μαρίας Κουγιουμτζή «σείεται» από τον θόρυβο των ανθρώπων, από τον θόρυβο των ψυχών των ανθρώπων, των καταδικασμένων σε μια μοιρολατρία και σ’ έναν κόσμο ντεφάκτο ακάθαρτο όπου κανείς δεν γλιτώνει από τη «ρύπανση» του άλλου, αλλά όλοι μαζί αναδεύονται μέσα στις εκκρίσεις τους: στο κρυμμένο, στο μυστικό, στο εγκληματικό, στο ανήθικο, στο αιμομικτικό, στο αδερφοκτόνο, στο έκφυλο, στο χυδαίο, αλλά και στον εγκλεισμό, στην ασφυξία, στον εγκιβωτισμό, στη μοναξιά, στην αγριότητα, στο διαμελισμό, στη σήψη, στη μνησικακία, στο γήρας, κυρίως αυτό.
Τα όρια του καλού και του κακού συντάσσονται με τη μαεστρία που ορίζει η μπαγκέτα της δημιουργού σε μια ανατροπή βεβαιοτήτων όπου συναντιούνται ακόμα και τα πιο αντιθετικά ζεύγη πραγμάτων, το αληθινό κακό και το υποκριτικό καλό ή το υποκριτικά κακό με το αληθινά καλό και δεν είναι λίγες οι στιγμές όπου ο Έρωτας ο ιερός συναντά τον βέβηλο εαυτό του, «η νίκη και η ήττα σημαίνουν πόλεμο», «καμία επανάσταση δεν ωφελεί και καμία υποταγή», «όλα τα παραμύθια έχουν κακό τέλος» και όλα αυτά για να μάθεις κι αυτό: «τι θα πει γερνώντας ο κόσμος σου όλος να κρέμεται από την αγάπη ενός σκύλου».
Το κακό δεν είναι επινοημένο αλλά συνθέτει τη φυσική μας κατάσταση αναπόσπαστο κομμάτι της ανθρώπινης φύσης και αυτό όχι για τους καλούς και τους κακούς αλλά για τους αδύναμους και τους φθαρτούς. Το Καλό και το Κακό ζουν καθημερινά σκηνές ερωτικής αντιζηλίας και μάλιστα μέσα σε σπίτια κοντινά ανάμεσα σε ανθρώπους της διπλανής πόρτας, όπου όλα μπορούν να συμβούν στους ταπεινωμένους κι όλα με μια μοναδικά κακόψυχη ακρίβεια δραματικά συμβαίνουν.
Η εντυπωσιακή εικονοπλαστική αφηγηματική δεινότητα της Μαρίας Κουγιουμτζή είναι τόσο γάργαρη και διαυγής, ώστε έχει την ικανότητα ν’ «αρπάζει» την προσοχή του αναγνώστη (πράγμα σπάνιο στην εποχή της διάσπασης) και να τη διατηρεί στη σωστή «θερμοκρασία» συγκέντρωσης, αλλά και αγωνίας με την πρέπουσα «ταχύτητα» ροής χωρίς να πλατειάζει με άσκοπες φλυαρίες, δυσλειτουργικούς πειραματισμούς, διανοητικά τερτίπια και πλαδαρές περιγραφές.

 

Μαρία Στασινοπούλου

«Εφημερίδα των Συντακτών», 28.1.2017

(Απόσπασμα)

Διηγήματα με έμπνευση και βάθος όπως «Ο γέρος του σκύλου»∙ με το σκληρό κουκούτσι της τραγωδίας και τη μαγγανεία του παραμυθιού. Σ’ ένα παιχνίδι ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό, στην πράξη και τη σκέψη. Αστεγοι που «οι τσέπες τους δεν έχουν κανένα κλειδί. Παντού κλεισμένες πόρτες».

Ιστορίες για μισότρελους και παραλογισμένους. Ενα βιβλίο με διάχυτο ερωτισμό, χειροπιαστό, ολοζώντανο. Ο έρωτας στην ουσία της ύπαρξης και όχι του κορμιού. Κορυφαία στιγμή το «Ερωτικό αδιέξοδο». Ο χρόνος που κουρσεύει τους ανθρώπους όλους, ανερώτητα.

Λόγος σπαρακτικός, για σπαραγμένους και σπαρασσόμενους ανθρώπους, σε σχέσεις ανθρωποφαγικές. Κι όμως ανιχνεύεται τρυφερότητα ακόμη και ανάμεσα στους πονεμένους του δρόμου. Μοναδική σωτηρία, φανερή ή κρυμμένη στα βάθη, η αγάπη. «Ναι, τελικά υπάρχει ένα είδος αγάπης που σώζει»∙ υπάρχει «το διαμάντι της ανθρωπιάς που μας ενώνει όλους εμάς τους ανθρώπους».

Το χάδι και το άγγιγμα ως παράγοντας ρυθμιστικός της ζωής έχει εξαγγελθεί ήδη από τον τίτλο: Ολα μπορούν να συμβούν μ’ ένα άγγιγμα. Χάδια ακόμη και στον εαυτό μας, μέσα από την ονειροπόληση. Αφή μέσα από τη φωνή του τηλεφώνου. «φτάνουμε ο ένας στον άλλο προσπαθώντας να τον χαϊδέψουμε». Χάδι σ’ ένα πεταμένο τσαλακωμένο βιβλίο «κάποιος είχε πεθάνει κι οι συγγενείς του τα ξεφορτώθηκαν στο δρόμο. Ενιωσα πεταμένο τον άνθρωπο, ένας σωρός από κόκαλα, γι’ αυτό το μάζεψα, μάζεψα ένα κοκαλάκι του.

 

Τάσος Καλούτσας

frear.gr, 23.1.2017

Στην τρίτη κατά σειρά συλλογή της Μαρίας Κουγιουμτζή Όλα μπορούν να συμβούν μ’ ένα άγγιγμα (εκδ. Καστανιώτη) τριάντα δύο σύντομες εξιστορήσεις κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον μας, εφόσον εξασφαλίζουν την ιδιαίτερη διεγερσιμότητα που επιβάλλει στον αναγνώστη η αυθεντική λογοτεχνία. Εκκινώντας από την περιγραφή απλών καθημερινών περιστατικών (πραγματικών ή επινοημένων) ή μέσα από τις δαιδαλώδεις (συχνά εφιαλτικές) ατραπούς της ευρηματικής της φαντασίας, σε οδηγούν στα έγκατα της ανθρώπινης ψυχής και σε κάνουν να νιώσεις με ξεχωριστή ένταση τη συγκίνηση που προκαλούν τα βαθιά ανθρώπινα συναισθήματα: Πόνος και αγανάκτηση απ’ την ανάλγητη επιβολή κάθε μορφής (εξουσιαστικής) βίας, συμπόνια προς τα κάθε λογής αδύναμα ή ανυπεράσπιστα θύματά της ‒τους αδικημένους ή τους «ναυαγισμένους»‒ διάχυτος αισθησιασμός που σπαράσσεται από τη μοναξιά, παράφορα πάθη που συνορεύουν με την απόγνωση και την τρέλα, εκρηκτικά ξεσπάσματα φιμωμένων ενστίκτων που, μέσα από μια καλοστημένη σκηνοθεσία οικογενειακών συμβάντων ή συγκρούσεων, αντιπαραθέτουν την αγριότητα με την τρυφεράδα, την ανθρώπινη θηριωδία με την δίχως όρια αφοσίωση και, περιέργως, σε γαληνεύουν, επιδαψιλεύοντας τη γλυκιά παραμυθία που προσφέρει η τέχνη στην ύπαρξη. Αγάπη προπάντων για τη Ζωή (στο σύνολό της), αυτήν που φιλόστοργα αγκαλιάζει η λογοτεχνία (υπερνικώντας και το φόβο του θανάτου): «Στα βιβλία μπορείς να ζεις και νεκρός, δεν σ’ το απαγορεύει κανείς». Εν συντομία, ένας κόσμος (επίγειος και υπόγειος) δυνατών συγκινήσεων, εγκαρτέρησης και αγωνίας, τρόμου κι ελπίδας.

 

Βαγγέλης Χατζηβασιλείου

«Το Βήμα»/ «Βιβλία», 22.1.2017

(Απόσπασμα)

Στο καινούργιο βιβλίο της Κουγιουμτζή το Κακό ανοίγει μια δίοδο προς τις τερατογενέσεις που μπορεί να επινοήσει η φαντασία, είτε μιλάμε για το σκηνικό δράσης το οποίο φιλοτεχνεί η πλοκή είτε για τις φαντασιώσεις οι οποίες κατατρύχουν τον βίο των πρωταγωνιστών. Θα πρέπει παρ’ όλα αυτά να διευκρινίσω πως ο λόγος εν προκειμένω δεν είναι για μια καθαρή λογοτεχνική φαντασία (πρόθυμη να περιηγηθεί σε άγνωστα και ανοίκεια τοπία) ούτε για ξεκάθαρες φαντασιώσεις (ικανές να διαχωριστούν με σαφήνεια, έστω και σε ένα υστερότερο αφηγηματικό στάδιο, από την πραγματικότητα την οποία βιώνουν οι ήρωες). Οι μορφές, οι σκιές και τα σχήματα που κινούνται στα διηγήματα του βιβλίου βρίσκονται μονίμως σε έναν ενδιάμεσο χώρο, σε ένα εσκεμμένα αδιευκρίνιστο και αμφίσημο αναμεταξύ όπου τα πάντα τελούν υπό διαρκή ανασυσχετισμό.

Σε ένα τέτοιο πλαίσιο οι φαντασιακές προβολές του Κακού μπορεί να αποκτήσουν ποικίλες όψεις: δύσμορφες φιγούρες που σέρνονται στη γη ή βγάζουν στην κοινή θέα το τυμπανιαίο πρήξιμο των ποδιών τους, μανάδες και κόρες που αγωνίζονται να ενωθούν με βδελυρούς όγκους, νεκροί που μιλούν με μια απόκοσμη λαλιά ή κυνηγούν δυναστικά (σαν να είναι ακόμη ζωντανοί) τη μνήμη των δικών τους. Το Κακό όμως θα εμφανιστεί και ως απολύτως πραγματική – και άκρως ανατριχιαστική – οντότητα: παιδιά που σκοτώνουν εν ψυχρώ τους γονιούς τους, αγόρια που πεθαίνουν φορώντας τα ρούχα της μάνας τους, γυναίκες που υποτάσσονται στη γοητεία ανελέητων εραστών, απελπισμένοι που εξαφανίζουν από προσώπου γης τα οικόσιτά τους για να ξορκίσουν τη μοναξιά τους, καθώς και βιαστές, σαδιστές και δηλητηριαστές που φέρνουν με τα καλύτερα αποτελέσματα εις πέρας το αποτρόπαιο έργο τους.

 

Ζωή Σαμαρά

diastixo.gr, 27.12.2016

(Απόσπασμα)

Οι ανθρώπινες σχέσεις, με όλη τους την ομορφιά και όλη τους την αγριότητα, ξεκινούν από ένα άγγιγμα και χάνονται μέσα σε ένα τοπίο μεταφυσικών αποχρώσεων, σε ένα «σπίτι αιχμαλωσίας», που εξαφανίζεται και επανεμφανίζεται μυστηριωδώς μπροστά στα μάτια μας. Στην αγωνιώδη ερώτηση πότε άρχισε ο εγκλεισμός μας, υπάρχει μόνο μια απάντηση: από την πρώτη στιγμή της ύπαρξής μας.

Η καταξιωμένη πεζογράφος Μαρία Κουγιουμτζή ανοίγει τη νέα συλλογή διηγημάτων της με μια αλληγορία του βάλτου –ύπουλη αιχμαλωσία του βάθους, του βυθού–, που μας κρατά σε εγρήγορση καθ’ όλη τη διάρκεια των αφηγήσεών της, καθώς ο βάλτος μεταμορφώνεται σε σπίτι, σε κλουβί, σε κλειδωμένο δωμάτιο με το κλειδί άφαντο, ή ακόμη σε ανθρώπινο κορμί, με τα μάτια να γίνονται «άφωτες χαραμάδες». Στο πρώτο διήγημα, ο γιατρός που επισκέπτεται ασθενή μέσα στη νύχτα νιώθει μια αόρατη απειλή να αναδύεται από τα βάθη της γης. Όταν φτάσει στον προορισμό του, αντιλαμβάνεται ότι μόνο άνθρωποι χωρίς ηθικές αναστολές, θεόρατοι άνδρες και πανύψηλες γυναίκες, επιζούν στη χέρσα γη, βολεμένοι πάνω στην απειλή του βάλτου.

Μέσα ή έξω από κλειστούς χώρους δεν υπάρχει ελπίδα για ελευθερία ή έστω για μια στιγμιαία ανάσα. Βάλτος ή άνυδρη γη αποδεικνύεται και η ζωή των ηρώων: αποξηραμένη η ψυχή της γυναίκας που περιμένει μάταια τον άνδρα της, του φωτογράφου που τριγυρνά ολομόναχος στα έρημα μονοπάτια της επαρχίας. Η θεματική του βάλτου ή του σπιτιού μπορεί να μην επαναλαμβάνεται, αλλά κυκλοφορεί υπογείως –βάλτος η ίδια– και δίνει στα διηγήματα της συλλογής υπόσταση ενιαίας αφήγησης. Το βιβλίο αρχίζει με το χωριό-βάλτο και τελειώνει με ταξίδι στα υπόγεια της ψυχής, στα ανεξερεύνητα μυστήρια του ασυνειδήτου. Ο εγκλωβισμός έχει ολοκληρωθεί, μοιάζει να είναι τελεσίδικος, απόφαση ενός υπερφυσικού δικαστηρίου. Είναι όμως;

 

Γιώργος Περαντωνάκης

http://www.bookpress.gr, 16.12.2016

(Απόσπασμα)

Η συγγραφέας βλέπει τη ζωή σαν αγώνα, όπου μόνο η επαναστατικότητα, η αγριάδα, η ορμή, η σαρωτική επίθεση του έρωτα υπάρχει· οι άνθρωποί της είναι οι περισσότεροι πειρατές, μαχητές που φτάνουν ακόμα και στον φόνο, αντιμετωπίζουν τον θάνατο με θάνατο, δείχνουν φιλήσυχοι αλλά κατά βάθος είναι τυφώνες χωρίς έλεος. Από τη «λογική» εκδίκηση ώς την άλογη παρόρμηση του έρωτα, μια ψυχαναλυτικά ιδωμένη εσωτερική ορμή συμπαρασύρει τα πάντα. Κι αφού ο θάνατος είναι η φυσική βία, ο άνθρωπος πρέπει να αντιτάξει μια ανάλογη σφοδρότητα.

Όλα αυτά τα συνοψίζει η ίδια η διηγηματογράφος στο τελευταίο της κείμενο με τίτλο «Το υπόγειο». Εκεί επισημαίνει ότι τα στεγανά ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό μάλλον είναι περατά, αφού «το πραγματικό έχει όρια και αυτά τα όρια εισχωρούν και χάνονται μέσα στο φανταστικό». Έτσι, ο φόβος της ζωής, του θανάτου, της βίας που κυριαρχεί κ.λπ. κάνει τον άνθρωπο να αφήνεται στο φανταστικό, το οποίο επιτρέπει στο ένστικτό του να διασκεδάζει αυθόρμητα τις ανασφάλειες και τις ενοχές του καθενός. Άλλη μια σειρά διηγημάτων στην αλυσίδα της Μαρίας Κουγιουμτζή, που σοκάρουν ευεργετικά τον αναγνώστη.

 

Λίνα Πανταλέων

«Η Καθημερινή»/ «Τέχνες και Γράμματα», 4.12.2016

(Απόσπασμα)

Το πρώτο πεζό του βιβλίου, ένα αφήγημα αριστοτεχνικό, σκηνογραφεί με φρικώδεις φωτοσκιάσεις την γκραν-γκινιόλ σκοτεινιά στα πεζά της Μαρίας Κουγιουμτζή. Σε έναν βάλτο, όπου χωνεύονται τα κόκαλα κάθε λογής πεσόντων, ανθρώπινες ζωές παραδίδονται στην αποσύνθεση της απανθρωποποίησης. Αυτό το τέναγος, σκιασμένο από μια τεφρώδη καταχνιά και πηχτό από το αίμα ενός ασύλληπτου μακελειού, σερνόταν πάνω στα πρόσωπα των επιζώντων σαν «μαύρη γλώσσα», που «έγλειφε τα άσπρα δόντια μιας προσευχής που ωρυόταν. Αυτή η μαύρη γλώσσα τα δοκίμαζε όλα κι ύστερα τα έφτυνε με αποστροφή. Κάτι το ανώνυμο, το ανορθόγραφο, χωρίς φως, σάλευε μέσα σ’ αυτό το βούρκο· το μυαλό σου».

Οι εφιάλτες που αναχαράζουν οι άσωτες φρένες των ηρώων, αποκαλύπτουν την ασχήμια της εξαχρείωσης και την ίδια στιγμή την οδύνη μιας αμετάκλητης ταπείνωσης. Οι μορφές τους αναδύονται μέσα στο μισόφωτο απόκοσμων, σχεδόν ταφικών, χώρων, κατασπαραγμένες από την αποτυχία της συνείδησης. Παρακολουθώντας το άγριο σακάτεμά τους, η συγγραφέας διερωτάται για το «υπέρμετρα ανήθικο», για την κατατρόπωση της ανθρωπιάς από την εγγενή της κακότητα. Οι αφηγητές εγκαταβιώνουν σε τοπία εγκατεσπαρμένα με μνήματα, σκεπασμένα από τη σκόνη της λήθης. Ωστόσο, οι νεκροί συνυπάρχουν μαζί τους, συνεχίζουν να ατενίζουν πάνω από τον ώμο τους τον παροξυσμό του αίματος. Οπως λέει ο πατέρας στον «Βάλτο», δεν είχε σημασία που η κόρη του είχε πεθάνει. Εκείνη διαρκώς περπατούσε μέσα στις κάμαρες. «Μυρίζω το χώμα στα μαλλιά της. Κι όμως, την είχα πελεκήσει με τα ίδια μου τα χέρια την κάσα που την είχα βάλει. Εχει σταυρό το μνήμα της, τι θέλει εδώ μέσα και τριγυρνάει;».

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

 

Συνέντευξη στο Μπέκο Γρηγόρη

tovima.gr 15/04/2017

«Όλα μπορούν να συμβούν μ’ ένα άγγιγμα» (Εκδόσεις Καστανιώτη, 2016)

Μαρία Κουγιουμτζή: «Φοβούνται τη φαντασία όσοι φοβούνται τον εαυτό τους»

Ο γοτθικός Βορράς. Η θεσσαλονικιά συγγραφέας, μια ξεχωριστή διηγηματογράφος, μιλάει στο «Βήμα» για το τελευταίο της βιβλίο, για τη φρικτή γοητεία της ζωής και την απροσδιοριστία των πραγμάτων, για τα ένστικτα που νικάνε και τη φαντασία που χορταίνει

Μετά το γυμνάσιο, ρίχτηκε κατ’ ευθείαν στα βαθιά, στην πραγματική ζωή, στη βιοπάλη. Άρχισε ως «βοηθός λογιστού» δίπλα σ’ έναν ηλικιωμένο κύριο. Τα χρήματα ήταν λιγοστά. Αργότερα εργάστηκε «σ’ ένα τενεκετζίδικο στο Ωραιόκαστρο». Στις πέντε τα χαράματα σηκωνόταν για το μεροκάματο. Η εποχή ήταν δύσκολη, οι άνθρωποι σκληροί. «Πάνω στη φλόγα του οξυγονοκολλητή βγάζαμε και ζεσταίναμε το φαΐ μας. Μια φορά, είπα να εκμεταλλευτώ τη σύντομη απουσία του άντρα που είχε το μηχάνημα. Είπα, θα προλάβω. Όμως εκείνος γύρισε και μου πέταξε κάτω το φαΐ. Δηλαδή με άφησε νηστική ενώ ήμουν ήδη κουρασμένη και άυπνη. Αυτή την ιστορία, αν την έγραφα, δεν θα την έγραφα καλά» είπε υπαινικτικά στο «Βήμα» η Μαρία Κουγιουμτζή. «Μετά έγινα εισπράκτωρ στα λεωφορεία, είδα κόσμο πολύ, πολλές συμπεριφορές. Αλλά μάλωσα μ’ έναν σταθμάρχη και τότε πήγα στη «Λύρα» του Αλ. Πατσιφά, στο υποκατάστημα της Θεσσαλονίκης. Κουβαλούσα δίσκους, σκούπιζα, τα πάντα έκανα».

Εν τω μεταξύ, σταμάτησε για να γράψει αλλά και πάλι αναγκάστηκε να δουλέψει, για τελευταία φορά, και πάλι σε λογιστήριο, «ενός εξαιρετικού λαδά». Ολες αυτές οι εμπειρίες «περάσανε μέσα μου, γίνανε βιώματα. Χρειάζεται το βίωμα αλλά η λογοτεχνία είναι που το μετασχηματίζει. Αλλο πράγμα το βίωμα κι άλλο η βιογραφία» υπογράμμισε η 72χρονη θεσσαλονικιά συγγραφέας μιλώντας προς «Το Βήμα». Πριν από λίγες ημέρες κατέβηκε για πρώτη φορά – επισήμως – στην Αθήνα για να παρουσιάσει το τελευταίο της έργο με τίτλο Όλα μπορούν να συμβούν μ’ ένα άγγιγμα. Το κοινό ήταν, κατά το πλείστον, ομότεχνο και επώνυμο στο βιβλιοπωλείο «Επί λέξει». Κική Δημουλά, Ζυράννα Ζατέλη, Μάνος Ελευθερίου, Ανδρέας Μήτσου, Δημήτρης Δασκαλόπουλος, μεταξύ άλλων.

Η εκτίμηση αυτή μόνο τυχαία δεν είναι. Η Μαρία Κουγιουμτζή είναι ίσως η πλέον ενδιαφέρουσα γυναίκα διηγηματογράφος στην Ελλάδα, τη στιγμή που μιλάμε. Αρκεί να διαβάσει κανείς λ.χ. το αριστουργηματικό κείμενο «Ο βάλτος» στην πρόσφατη – μία ακόμη εξαιρετική – συλλογή διηγημάτων της. Μέσα σε περίπου μία δεκαετία, η Μαρία Κουγιουμτζή έχει εκδώσει τέσσερα βιβλία που ξεχωρίζουν για τη σιβυλλική ατμόσφαιρα και την τραχιά τεχνοτροπία τους. Η παρουσία της δε στα λογοτεχνικά περιοδικά είναι συνεχής. Μπορούμε να πούμε ότι η ίδια καλλιεργεί συστηματικά ένας είδος γοτθικών ιστοριών του Βορρά, με τον τρόπο – για να χρησιμοποιήσουμε μια απολύτως βάσιμη αναλογία – που το έκαναν οι συγγραφείς του αμερικανικού Νότου.

Στο επίκεντρο είναι πάντοτε οι απόκληροι και οι παρίες, οι φτωχοί και οι αδύναμοι, οι απεγνωσμένοι και οι ηττημένοι. Βέβαια, για να γίνει κανείς συγγραφέας δεν αρκούν τα βιώματα. «Διάβαζα πολύ, είχα πάθος, είχα μανία. Ο αδελφός μου ο Σταύρος, ο λατρεμένος, είχε τα βιβλία κι εγώ τα σκάλιζα. Οταν ήμουνα επτά χρονών διάβασα ένα πολύ σκληρό βιβλίο, «Τα καπνοτόπια» του Ερσκιν Κάλντγουελ. Μ’ άρπαξε, τρελάθηκα. Τι είχε προηγηθεί όμως; Η μητέρα μου, θρακιώτισσα πρόσφυγας, μας μεγάλωνε εμένα και τον αδερφό μου, χήρα, ξενοπλένοντας, όταν σταματούσε από τα καπνά. Ξεθεωμένη απ’ τη δουλειά, με τη γλυκιά μυρωδιά του καπνού στο δέρμα και τη σκοτεινιά της στάχτης στα νύχια, με τάιζε άγρια παραμύθια και δημοτικά τραγούδια. Το «Τραγούδι του νεκρού αδερφού» λ.χ. με στιγμάτισε. Μετά ακολούθησαν οι αρχαίες τραγωδίες, ο Ντοστογέφσκι, ο Παπαδιαμάντης και ο Βιζυηνός. Οσο ο αδελφός μου έβλεπε ότι διάβαζα τόσο με τροφοδοτούσε με βιβλία. Με πήγε πρώτα στον ποιητή Γιώργο Θέμελη. Και εκείνος μου είπε ότι έχω πολύ ζωηρή φαντασία, ότι εκεί έπρεπε να επιμείνω. Δεκατεσσάρων χρονών ήμουνα τότε» θυμήθηκε η Μαρία Κουγιουμτζή και η φωνή της γλύκανε, το πρόσωπό της έλαμψε από νοσταλγία.

Γκρίζα παιδικά χρόνια

Από την άλλη, τα παιδικά χρόνια ήταν γκρίζα. «Εζησα διάφορες καταστάσεις αλλά ήμουν ονειροπόλα. Για τον ονειροπόλο ο Ντοστογέφσκι λέει ότι δεν είναι άνθρωπος αλλά ένα πλάσμα ουδέτερο που κατασκευάζει έναν κόσμο δικό του και είναι ευτυχής εκεί μέσα, κι αυτό δεν είναι λίγο. Με χόρταινε η φαντασία μου. Φοβούνται τη φαντασία όσοι φοβούνται να αντικρίσουν κατάματα τον εαυτό τους». Τη δεκαετία του 1950 η Θεσσαλονίκη «ένα φτωχοκομείο ήτανε, ιδίως οι δικές μας οι γειτονιές, οι δυτικές, εκεί υπήρχε η μεγαλύτερη ανέχεια, σε μια περιοχή που υπέφερε συνολικά μετά την Κατοχή και τον Εμφύλιο. Τίποτα δεν είχαμε. Εμείς μέναμε σε ένα σπίτι που ήταν εβραίικο. Ετσι μας λέγανε, δεν ξέρω αν ήτανε. Παιδί ήμουνα. Τότε όχι μόνο δεν συζητιόταν το ζήτημα αλλά υπήρχε επιφύλαξη μεγάλη. Λίγοι, βέβαια, καταλαβαίνανε τι συνέβαινε. Σε μας τα μικρά λέγανε ότι οι Εβραίοι παίρνουν τα παιδάκια, τα βάζουν σ’ ένα βαρέλι με καρφιά και πίνουν το αίμα τους που στάζει». Τρόμος δηλαδή, έντονος αντισημιτισμός. «Τα άκουγα αυτά απ’ τα άλλα παιδιά, τους τα λέγανε οι γονείς τους. Εμένα η μάνα μου δεν μου ‘πε ποτέ τέτοια πράγματα. Είχε μια φίλη η οποία τελικά σώθηκε, επειδή είχε παντρευτεί χριστιανό».

Τα ανθρώπινα όρια

Στις ιστορίες της περνάει το ζήτημα, αντιστικτικά, με κακά αλλά και καλά παραδείγματα, υπήρξαν και αυτά. Και με αφορμή τον χαρακτήρα ενός άντρα στη «Μικρή Εβραία», ενός βιαστή, μίλησε ευρύτερα για τους ήρωές της.
«Εμένα οι χαρακτήρες μου είναι «διπλοί». Δηλαδή κάνουνε την αμαρτία αλλά υποφέρουνε που την κάνουνε. Δεν ησυχάζουν. Μετανιώνουν. Οι αμοραλιστές άνθρωποι δεν μ’ ενδιαφέρουν καθόλου. Με ενδιαφέρουν αυτοί που παλεύουν, άσχετα αν στο τέλος τα ένστικτα νικάνε. Αυτό το πιστεύω» τόνισε η Μαρία Κουγιουμτζή.

Μάλιστα γράφει ότι μόνο στις υπερβάσεις μαθαίνουμε και, πράγματι, τα κείμενά της περιγράφουν οριακές καταστάσεις. «Θέλω να δείξω πού φτάνουν τα όρια του ανθρώπου. Και στο καλό και στο κακό. Θέλω να διερευνήσω όλες τις κατευθύνσεις, όλες τις δυνατότητες, όλες τις πιθανότητες. Γι’ αυτό γράφω άγρια και τρυφερά. Δεν με νοιάζει να πω απλώς μια ιστορία καλά. Ούτε να κάνω τη δασκάλα σε κανέναν. Και τους χαρακτήρες μου δεν τους κρίνω. Τους αγαπάω και τους πονάω. Είμαι στραμμένη προς τους ανθρώπους που υποφέρουνε. Σε αυτούς που η μοίρα τους είναι τέτοια που δεν έχουν τα μέσα, κατά κάποιον τρόπο, να αντιδράσουνε. Είτε γιατί γεννήθηκαν μ’ ένα κουσούρι, είτε γιατί είναι φτωχοί κ.τ.λ. Στο διήγημα «Μαμά άφησέ με ν’ ανασάνω», η ηρωίδα έχει σχεδόν γεράσει νταντεύοντας τη μητέρα της. Είναι ένας άνθρωπος διψασμένος για ζωή», βρίσκει διέξοδο στις σκοτεινές αίθουσες, πάει στα πονηρά σινεμά, «κι όταν διψάς, δεν κοιτάς αν το νερό είναι θολό ή βρώμικο, θα πιεις».

Να το δούμε λίγο και πάλι ευρύτερα. Μήπως όσοι διαβάζουμε ακριβώς, γινόμαστε κάπως υπερβολικά «ελαστικοί» ως προς την ηθική ή ως προς τα αποδεκτά όρια εν γένει; Μήπως φτάνουμε στο σημείο να δικαιολογούμε τα πάντα; «Γινόμαστε πιο ανεκτικοί, πιστεύω. Δίνουμε χώρο στους ανθρώπους. Το δίκαιο είναι ο νόμος. Είναι ο Ιαβέρης που κυνηγά μια ζωή τον Γιάννη Αγιάννη, ενώ η Δικαιοσύνη είναι ο επίσκοπος που του χαρίζει τα κλεμμένα κηροπήγια αφήνοντάς του περιθώριο για να καταλάβει, να αλλάξει».

Οι αλληλεπιδράσεις

Η ίδια πιστεύει στη σημασία της συγχώρεσης. Και είναι μια γυναίκα που θαυμάζει τους προσωκρατικούς, τα μαθηματικά, την αστροφυσική, την πολυπλοκότητα του (εξωτερικού) Σύμπαντος. «Οι φυσικοί νόμοι, ενώ είναι νόμοι, δεν σε δεσμεύουν, σε ελευθερώνουν. Οχι μέσω του τυχαίου αλλά μέσω της απροσδιοριστίας. Της πληθώρας των κινήσεων, όχι της επιλογής αλλά των αλληλεπιδράσεων. Αυτό συμβαίνει και με τις ανθρώπινες σχέσεις. Από την αλληλεπίδραση με τους άλλους δημιουργούμαστε και τους δημιουργούμε».

Κάθε άνθρωπος όμως είναι και ένα διαφορετικό (εσωτερικό) σύμπαν. «Τους δέχομαι τους αμαρτωλούς, αρκεί να υπάρχει η πάλη, όπως προείπα. Πιστεύω ότι ακόμα κι αυτός που κάνει κάτι φρικτό δεν θέλει να το κάνει. Αλλά τα ένστικτα, που να πάρει ο διάολος, έχουν τέτοια γοητεία, όταν το φρικτό συμβαίνει σε κυριεύει και δεν μπορείς να σταματήσεις. Υστερα αυτός που το κάνει απεχθάνεται τον εαυτό του που το έκανε. Ποια θα ήταν η λύση; Να αυτοκτονήσει για να μην το ξανακάνει. Δεν μπορεί όμως, η ανάμνηση αυτής της φρικτής γοητείας τον κρατάει στη ζωή. Σκεφτείτε το, ευρύτερα. Η ζωή είναι φρικτή τις πιο πολλές φορές. Αλλά εμείς όλοι, εκεί. Εχει μια γοητεία. Τι είναι αυτό; Η ζωή η ίδια το πλάθει αυτό για να μας κρατήσει ζωντανούς. Αλλιώς στην πρώτη αναποδιά θα τα τινάζαμε όλα στον αέρα. Αφού έτσι κι αλλιώς ξέρουμε πως θα πεθάνουμε. Η ζωή όμως δημιουργεί μύθους, κι εγώ πιστεύω πολύ στον μύθο».

Τότε ανακάλεσε τον Ν. Γ. Πεντζίκη που «πίστευε στο φανταστικό, δεν ήθελε το πραγματικό», είχε μια σύντομη θητεία μαζί του. «Ο ίδιος ρώτησε κάποτε έναν μικρό, τι θέλεις, μικρέ, ένα πραγματικό αυτοκινητάκι για ένα φανταστικό; Το παιδί ήθελε το πραγματικό. Το πραγματικό τού είπε ο Πεντζίκης θα παλιώσει και θα το πετάξεις, το φανταστικό δεν θα το χάσεις ποτέ, θα το ‘χεις μια ζωή».

«Εχω εκπλαγεί αλλά δεν έχω τρομάξει»

Εχει ποτέ εκπλαγεί η ίδια από κάτι που έχει γράψει; Εχει ίσως τρομάξει; «Πιστεύω στην έμπνευση. Ερχεται από μια λέξη, μια εικόνα, μια ιδέα, είναι όπως το σωματίδιο του Χιγκς, που, ενώ δεν έχει μάζα, καθώς συγκρούεται μ’ ένα άλλο σωματίδιο τού δίνει μάζα και αποκτά και το ίδιο. Ετσι προκύπτει ένα ποίημα, ένα διήγημα, ένα μυθιστόρημα. Τουλάχιστον έτσι λειτουργώ εγώ. Εχω εκπλαγεί αλλά δεν έχω τρομάξει, κι αν έχω τρομάξει ο τρόμος αυτός είναι γλυκός. Δεν τα προσχεδιάζω αυτά που γράφω. Iσως και να μην τα ξέρω. Διότι αν τα ξέρω θα πάω με τη λογική να τα πω και δεν θα τα πω καλά. Οπου με πάει το κείμενο. Οι ανατροπές συντελούνται την ώρα της γραφής».

Η Μαρία Κουγιουμτζή για χρόνια ολόκληρα όχι μόνο δεν δημοσίευε «αλλά έσκιζα και δεν κρατούσα τίποτα, κι αυτό μου έκανε καλό». Για ένα διάστημα πήγαινε «καθημερινές ασκήσεις» στον ποιητή Ντίνο Χριστιανόπουλο, όπως ο ίδιος της είχε προτείνει. «Τις έβρισκε ενδιαφέρουσες αλλά ατελείς. Μου έλεγε να τις διορθώσω και να ξαναπάω αλλά ντρεπόμουν και δεν επανερχόμουν στο θέμα». Αλλά, ευτυχώς, δεν τον υπάκουσε. «Τον άκουγα με προσοχή αλλά δεν τον υπάκουσα». Δυο-τρία από αυτά τα κείμενα τα περιέλαβε στο «Αγριο βελούδο», το πρώτο της βιβλίο που κυκλοφόρησε το 2008 και απέσπασε κατόπιν το Βραβείο Διηγήματος του Ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών. Πρόκειται για τις «Γριές», «Το κοντάρι» και «Το βλέμμα», που είχε δημοσιευτεί πριν από 40 χρόνια στη «Λέξη». Η πρώτη της ιστορία δημοσιεύθηκε το 1972 στον «Κάλβο», σε διαγωνισμό υπό τον τίτλο «Διήγημα ’71». Η Μαρία Κουγιουμτζή μιλάει με ευγνωμοσύνη για τους φίλους της, για όσους τη στήριξαν και την παρότρυναν να συνεχίσει. Στη συνομιλία μας αναφέρθηκε ονομαστικά και αναλυτικά σε όλους.

 

«Ο αδερφός μου Σταύρος Κουγιουμτζής»

diastixo.gr 12/4/2017

Ο αδερφός μου ήταν ένας άνθρωπος ονειροπόλος. Ονειρευόταν έναν Κόσμο καλύτερο, ηθικότερο και αισθητικότερο. Πίστευε πολύ στην Τέχνη και στο πνεύμα, σ’ αυτό που είπε ο Ντοστογιέφσκι πως «η ομορφιά θα σώσει τον Κόσμο». Η ονειροπόλησή του δεν ήταν παθητική, ήταν ενεργητική. Δούλευε και πάλευε με πάθος γι’ αυτό που πίστευε και είχε ολόψυχα αφοσιωθεί στην Τέχνη.

Όταν στα 15 του ερωτεύτηκε την κλασική μουσική απλώς από ένα άκουσμα πιάνου –το αφηγείται θαυμάσια στο βιβλίο του Ανοιχτά παράθυρα με κλειστά παντζούρια– πήγε αμέσως και γράφτηκε στο Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης, που ήταν ένα ωραίο νεοκλασικό οίκημα στην Ευζώνων, και μέσα σε δυόμισι χρόνια ήταν έτοιμος για το πτυχίο του. Χωρίς να έχει πιάνο στο σπίτι για να μελετάει, μελετούσε στο Ωδείο και σε σπίτια φίλων, κάποιο χρονικό διάστημα ο καθηγητής του ο Τώνης Γεωργίου, ενθουσιασμένος από το ταλέντο του, έπεισε κάποιους και του νοίκιασαν ένα πιάνο στο σπίτι μας όπου μελετούσε από το πρωί ως το βράδυ. Αυτό ήταν η αιτία να πάθει υπερκόπωση και μια μη αναστρέψιμη βλάβη στα χέρια. Χρειάστηκε να εγκαταλείψει τα σχέδιά του για μεγάλος σολίστ. Όμως, όπως λέει και η παράδοση, εκεί που κλείνει μια πόρτα ανοίγει μια άλλη, έτσι στράφηκε προς τη σύνθεση όπου έγινε αυτός ο συνθέτης που ξέρετε. Εν τω μεταξύ, συνέχισε στο Ωδείο και τελείωσε όλα τα θεωρητικά, σύνθεση, ενορχήστρωση, ενοργάνωση, φούγκα, αντίστιξη κι όλα με άριστα, μέσα σε δύσκολες συνθήκες, αναγκαζόταν να παίζει σε νυχτερινά κέντρα, και όταν έκανε τις πρώτες του επιτυχίες πήγε στην Αθήνα, με την Αιμιλία, η οποία δέχτηκε και πούλησαν το σπίτι της/τους, όπου παράλληλα με τη σύνθεση, την εργασία του ως πιανίστα σε νυχτερινό κέντρο, έκανε και μαθήματα δωδεκάφθογγης μουσικής με τον γνωστό καθηγητή Γιάννη Ανδρέου Παπαϊωάννου. Όταν πια έγινε γνωστός κι έβγαζε από τα τραγούδια του τα προς το ζην, σταμάτησε τη φθοροποιό δουλειά του στα νυχτερινά κέντρα κι αφοσιώθηκε αποκλειστικά στη σύνθεση.

Εκείνο που συνέτριψε τα όνειρά του και συνέβαλε στην απογοήτευσή του ότι ο κόσμος θα γίνει καλύτερος, ήταν η συνάφειά του, αόρατη σχεδόν, με την εμπορευματοποίηση της Τέχνης, την αναξιοκρατία, την εισβολή και την επιβολή της μετριότητας και της γκλαμουριάς, η βιομηχανία της πέτσας που θέριευε, όχι μόνο της Τέχνης αλλά και ολόκληρης της ζωής.

Με τους τραγουδιστές δεν είχε ιδιαίτερες επαφές παρά μόνο επαγγελματικές – εκτός από τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, με τον εκρηκτικό και φιλόσοφο χαρακτήρα του, και τον Γιάννη Καλαντζή, ένα ευαίσθητο και σεμνό πλάσμα με ασυνήθιστη καλοσύνη και γενναιοδωρία. Δεν συμμετείχε ποτέ στη ζωή της νύχτας, δεν έκανε εμφανίσεις, δεν ήταν φίλος τους. Με τον Νταλάρα είχαν επίγνωση ο ένας της αξίας του άλλου, κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους υπήρχε ζεστασιά, ενθουσιασμός, αλλά από κει και πέρα έλειπε η οικειότητα της συχνής σχέσης. Ο Νταλάρας εργασιομανής, άψογος και συνεπής στις πρόβες, ρουφούσε το μεδούλι των τραγουδιών και τα απέδιδε με άφταστη τελειότητα. Είναι ένας τραγουδιστής που πρόσφερε τα μέγιστα στο τραγούδι και οφείλουμε να τον σεβόμαστε.

Αντίθετα, έκανε πολλή παρέα και ήταν φίλος με τους στιχουργούς που συνεργαζόταν. Στο σπίτι έρχονταν ο Μάνος ο Ελευθερίου, ο Μιχάλης ο Μπουρμπούλης, η Τσώτου τα πρώτα χρόνια, ο Λευτέρης ο Παπαδόπουλος, έξοχη ψυχή, δίκαιη –μ’ αυτόν τα έλεγε πιο πολύ τηλεφωνικά–, ο Άκος ο Δασκαλόπουλος που έφερνε και τον ποιητή Νίκο Καρούζο, ο οποίος λάτρευε το «Μη μου θυμώνεις μάτια μου», ο Κώστας Κινδύνης, όπου κλείνονταν στο σαλόνι και μιλούσαν ώρες για ποίηση και μουσική.

Ιδίως το δαιμόνιο πνεύμα του Μάνου Ελευθερίου που σε καθήλωνε απολαυστικά, η φιλικότητά του καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του αδερφού μου, καθώς και η οξύνοια, οι γνώσεις του Μ. Μπουρμπούλη με τη γοητεία του γλωσσικού του πλούτου, τη μουσικότητα της καταγωγής του και κυρίως την ευγένειά του, καθώς και η ιδιαίτερη αισθαντικότητα και το χιούμορ του γραφίστα και συγγραφέα Μιχάλη Ιερωνυμίδη και της οικογένειάς του, η κομψότητα, η απλότητα, και η φιλοξενία του Κώστα Κινδύνη και της γυναίκας του Ελένης, ο κουμπάρος του Ευγένιος Σπαθάρης με τη Φανή, η κυρία Ελένη με τη λαϊκή σοφία της και τα έξυπνα και ικανότατα παιδιά της, ζέσταιναν την ψυχή του Σταύρου. Με την Αιμιλία πάντα στο πλευρό του, αφοσιωμένη ψυχή και σώμα, να έχει αναλάβει όλα τα πρακτικά προβλήματα μιας οικογένειας, ικανότατη και με σπάνια ευαισθησία ερμηνεύτρια των τραγουδιών του, με μια θηριώδη μνήμη ακόμα και της πιο μοναχικής του νότας.

Η τριβή με τις εταιρείες δίσκων και τα πρακτικά τον κούραζαν και τον απογοήτευαν. Η Αθήνα με τις μεγάλες αποστάσεις τον έκανε να νοσταλγεί τη Θεσσαλονίκη και τους δρόμους της, τους φίλους του και τη μυρωδιά της. Ήταν σπουδαίος πεζοπόρος της πόλης, περιπατητής του άστεως γενικά. Η Θεσσαλονίκη ήταν η μητέρα του, την ήξερε καλά, είχε περπατήσει κάθε δρομάκι της. Ακόμα και στην Αθήνα, απ’ το Μαρούσι απ’ όπου έμεναν, κάναμε οι δυο μας καθημερινούς περιπάτους με τα πόδια ως την Κηφισιά και το Κεφαλάρι συζητώντας. Το μυαλό του δεν έμενε ποτέ αργό, αντίθετα ήταν σε μια διαρκή εγρήγορση και πάντοτε για την Τέχνη.

Ήταν σεμνός χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν ήξερε την αξία του. Αλλά μπροστά στις διαχρονικές αξίες και τα μεγέθη της Μουσικής, αισθανόταν τον σεβασμό που όφειλε στους Προ, στους Νυν και στους Μετά. Πίστευε στις αξίες. Και οι αξίες, πέρα από το ότι είναι το Άλας της Γης, είναι εκείνο το βήμα που στερεώνει την ουτοπία για έναν πιο ανθρώπινο και δίκαιο Κόσμο.

Παράλληλα δεν του έλειπε το χιούμορ, ήταν ως επί το πλείστον η καρδιά της παρέας με τη σπιρτάδα του πνεύματός του και τη γλύκα της ψυχής του. Όμως η ψυχή του κόσμου, που μετά τη δικτατορία είχε αρχίσει να παίρνει ανάσες, άρχισε σιγά σιγά να ξεχνάει τα όνειρά της, φιμώθηκε η ανάτασή της από τη φθορά των αξιών, το κυνήγι του πλουτισμού και τον χαβαλέ, ιδίως οι πολιτικοί και η πολιτική που τη φθορά της είχε αντιληφθεί πλήρως από τότε, τον έθλιβαν και τον οδήγησαν στην απομόνωση. Και κείνη η απομόνωση της μελαγχολίας του ήταν η ουσιαστική και ανέλπιδη διαμαρτυρία του για τον παραλογισμό της ζωής.

Όλα αυτά τραυμάτισαν την ευαίσθητη καρδιά του και ποιος ξέρει πόσα άλλα μυστικά κι απόκρυφα, και έφυγε νωρίς.

Αυτός ήταν στην ουσία ο αδερφός μου, ένας εραστής της Τέχνης και της Ανθρωπιάς. Για μένα υπήρξε τρυφερός αδερφός και εξαίρετος παιδαγωγός. Η σχέση μας ήταν πάντοτε σχέση θαυμασμού και αγάπης.

ΠΕΡΣΑ ΖΗΚΑΚΗ

ΠΕΡΣΑ

.

Η Πέρσα Ζηκάκη γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας γαλλική φιλολογία, ελληνική φιλολογία (Τμήμα Ιστορικό – Αρχαιολογικό) και παρακολούθησε στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης μαθήματα ιστορίας της τέχνης. Υπηρέτησε τη Μ. Εκπαίδευση  στην Πάτρα, από όπου και συνταξιοδοτήθηκε πριν λίγα χρόνια.
Έχει συμμετάσχει σε σεμινάρια θεάτρου και ασχολείται ερασιτεχνικά με το θέατρο.

.

Εργογραφία:

.

(2019) Δεν ήμουν εγώ εκεί… [Δρόμων] (Θεατρικό)
(2018) Εν α(γ)νοία, [Δρόμων] (Μυθιστόρημα)
(2016) Η τεθλασμένη, [Δρόμων] (Μυθιστόρημα)
(2012) Πάντα κάτι θα λείπει…, [Δρόμω]ν (Μυθιστόρημα)
(2009) Οι κληρονόμοι της σιωπής, [Δρόμων] (Νουβέλα)
(2008) Τύψεις και μαργαριτάρια, [Δρόμων] (Μυθιστόρημα)

.

.

.

.

.

Η ΜΕΓΑΛΗ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ ΜΟΥ

27939756_1644336272311802_191551420_n

.

Δε φοβάμαι τις αναμονές
μήτε χαμένους ορίζοντες θρηνώ,
μόνο οιωνούς γυρεύω,
να μου ψιθυρίσουν
πώς να κλειδώσω
την πείρα μου

(ΑΤΕΡΜΩΝ ΧΡΟΝΟΣ)

Πόση άραγε «ποίηση» χωράει μέσα σε ένα διάλογο με τον εαυτό μας;

Πάντα της άρεσε ν’ ανιχνεύει το χτες. Αυτή η ευλυγισία της σκέψης, αυτό το ξάνοιγμα στους περασμένους ορίζοντες την έθρεφαν για να ζει το τώρα. Αναζητούσε παλιά και περασμένα μέσα στις μαυρόασπρες φωτογραφίες του μυαλού της, έτσι για να ξαποσταίνει στην απλή και μονότονη καθημερινότητά της. Κάρφωνε το βλέμμα επάνω τους μέχρι να εξαντληθεί το μάτι και να δακρύσει.

Μια φωνή μέσα της ωρυόταν: «ρομαντική και συναισθηματικούλα μας βγήκες σε τέτοιους καιρούς, για μαζέψου».
Αυτή η φωνή σημάδευε κατευθείαν στη καρδιά της και την πυροβολούσε ασύστολα με την κάνη του όπλου της επίγνωσης. Έβγαζε φωτιά και την έκαιγε στα καλά καθούμενα μ’ εκείνη τη θερμοκρασία του μετάλλου που τσουρουφλίζει. Πράγμα περίεργο, αλλά όλο αυτό της άρεσε. Το είχε καταχωρίσει στον απαραίτητο μαζοχισμό της φύσης της,πράγμα που θεωρούσε αναγκαίο για να επιβιώνει.

Μερικές φορές εναντιωνόταν στον εαυτό της, σχεδόν με παραμιλητό.
«Άφηνέ με στις σκέψεις μου. Μου κάνει καλό τούτος ο συνωστισμός εικόνων. ‘Αφηνέ με να εξασκούμαι στον πόνο με το ρεαλισμό και την τρυφερότητα που του πρέπει. Άφηνέ με πού και πού να εξασκώ την ωριμότητά μου»
Κι ο εαυτός ξεσπάθωνε.
«Πρέπει να το’ χεις μέσα σου το γαλάζιο, κορίτσι μου, για να μπορείς να αντέξεις το βαθύ μπλε της τρικυμισμένης θάλασσας».
Ενώ το αντίφωνο αντιστεκόταν.
«Άφηνέ με σε παρακαλώ να το ανακαλύπτω σιγά σιγά. Οι πράξεις είναι που ρόζιασαν, όχι οι λέξεις μα ούτε και οι σκέψεις. Είσαι μάρτυρας, χρόνια τώρα, σ’ αυτό το ξεψάχνισμα της φύσης μου».
Μόνο έτσι κατάφερνε να περνάει ο χρόνος αφήνοντας στο δέρμα και την ψυχή της μοσχομυρισμένο το χνώτο του, κάτι σαν χάδι, ενώ..πάντα στο νου έφερνε τα λόγια της Simone de Beauvoir
«Δέχομαι με αγάπη τη μεγάλη περιπέτεια της ύπαρξής μου»

.

.

ΔΕΝ ΗΜΟΥΝ ΕΓΩ ΕΚΕΙ  (2019)

.

Η υπόθεση του έργου επιδιώκει να επισημάνει τις ιδιαιτερότητες
αλλά και τις δυσκολίες που παρουσιάστηκαν στη ζωή μιας οικογένειας
και που δεν θα πάψουν ποτέ να αποτελούν παράδειγμα προς αποφυγή
και γιατί όχι τροφή για σκέψη.
Έργο επίκαιρο όσο ποτέ στις μέρες μας.

.

.

ΕΝ Α(Γ)ΝΟΙΑ (2018)

.

Ένα βιωματικό «μυθιστόρημα» που θα μπορούσε να αναφέρεται σε προσωπικά δεδομένα του καθένα μας. Το βιβλίο εκτυλίσσεται σε δύο επίπεδα, σε δύο χρόνους, στον ίδιο χώρο. Το πρώτο αναφέρεται στη ζωή του ζευγαριού πριν και μετά την άνοια, όταν αυτή παρουσιάστηκε στη γυναίκα, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπισε ο σύντροφός της την ασθένεια.Το δεύτερο μέρος έρχεται να μας υπενθυμίσει πως η ζωή συνεχίζεται ακόμη κι αν πιστεύουμε πως όλα έχουν τελειώσει μετά από κάθε έντονα βιωμένη κατάσταση, ακόμη κι όταν θεωρούμε ότι δεν υπάρχουν περιθώρια για όποια αλλαγή. Τα ανθρώπινα συναισθήματα πάντα θα καθορίζουν την ποιότητα της ζωής μας δίνοντάς της νέες προοπτικές. (Το βιβλίο είναι οφειλή στη μνήμη της μητέρας μου σμιλεμένη με την απέραντη αγάπη μου για εκείνη).
FRACTAL 11/04/2018 (Η Πέρσα Ζηκάκη στο Εργαστήρι του συγγραφέα)

.

(Απόσπασμα από Κεφ. 7)

ΟΤΑΝ Η ΜΟΡΦΗ ΑΛΛΑΖΕΙ

Με τον καιρό ο Κίμωνας παρατηρούσε τις αλλαγές επάνω της, σωματικές, ψυχοσωματικές και άλλες πληγωνόταν όλο και πιο πολύ. Εκείνο όμως που τον είχε τσακίσει ήταν η αλλαγή στη μορφή της. Το πρόσωπο της Αρετής είχε αρχίσει να δείχνει γερασμένο κι αφάνταστα καταπονημένο. Το άλλοτε σπινθηροβόλο βλέμμα της είχε αντικατασταθεί από μια θολή ματιά που κούρνιαζε μέσα σε δύο βαθουλώματα, αυτά που κάποτε φιλοξενούσαν δυο όμορφα μπλε μάτια, αυτά τα ίδια που ο Κίμωνας είχε ερωτευτεί με την πρώτη ματιά.
Είναι κοινό μυστικό ότι αυτή η αρρώστια δεν κατατρώει μόνο τον πάσχοντα αλλά και τους γύρω του. Η αποδοχή της στη συνείδηση των ανθρώπων που ζουν μαζί του ποτέ δεν είναι απόλυτα εφικτή, ιδιαίτερα όταν το άτομο που νοσεί είναι σχετικά νέο σε ηλικία κι όχι υπερήλικο.
Αυτό ήταν που κατέτρωγε τον Κίμωνα μαζί με ένα τεράστιο γιατί αυτή, γιατί τώρα», που παρέμενε και θα παραμένει αναπάντητο για πολύ κόσμο.
«Η συμπόνια είναι ανθρώπινη, ο οίκτος είναι άθλιος», σκε- [καν και χρησιμοποιούσε σαν δεκανίκια τις δικές του προσωπικές άμυνες με μορφή ελπίδας για ν’ ανταπεξέλθει σε όλο
αυτό το μεγάλο «γιατί» που δεν τον άφηνε να ησυχάσει. Αφού γνώριζε πως ίαση δεν υπήρχε, σε τι άραγε ήλπιζε;
Ο ανθρώπινος νους είναι μέγα μυστήριο κι ο εγκέφαλος ακόμη μεγαλύτερο. Ότι φέρνει το γήρας γίνεται κατά κάποιον μυστηριώδη τρόπο αποδεκτό μέσα μας. Αδυνατούμε όμως να αποδεχτούμε το όποιο «σταμάτημα», το όποιο τελεσίδικο σταμάτημα της κανονικής ροής στη ζωή «εν μέση οδώ».
Το «ανάγκα και θεοί πείθονται» δεν υπάρχει εδώ. Δεν πείθεσαι πώς ο άνθρωπός σου, αυτός με τα προτερήματα μα και τα ελαττώματά του έγινε ξαφνικά, ή έστω με μικρές ενδείξεις, «res»! Κι αν ακόμη περνάει από το μυαλό η παραμικρή υποψία, ο εγκέφαλος την αποδιώχνει όπως κάνει πάντα με ό,τι αρνητικό προσβάλλει τα σημεία αναφοράς του.
«Η επίδραση της άνοιας, όχι στον πάσχοντα αλλά στα οικεία και προσφιλή του πρόσωπα, ξεπερνάει ακόμη και αυτή την ίδια την αποδοχή της», έλεγε συχνά στη Θεώνη αλλά και στον Σωτήρη. Τι περίμενε άραγε ν’ ακούσει; Ούτε κι ο ίδιος ήξερε.
Τώρα πια δεν είχε διάθεση να γράψει. Τα βιώματα και οι αναζητήσεις του, οι προβληματισμοί και η φαντασία του είχαν ναρκωθεί από το όπιο που τον πότιζε η καταραμένη αρρώστια της γυναίκας του.
Εκείνο το πρωί η Θεώνη σήκωσε την Αρετή και την έφερε να καθίσει παρέα με τον Κίμωνα στο καθιστικό. Καθημερινά τη σήκωνε και την έκανε μια βόλτα σε όλο το σπίτι, με μεγάλο κόπο πάντα, φοβούμενη την κατάκλιση.
Η ημέρα, έτσι όπως είχε ξημερώσει ολοφώτεινη, ήταν μια πρόκληση για τη Θεώνη. Δεν θα ενέδιδε στις συνηθισμένες ικεσίες της Αρετής να σταματήσουν τη βόλτα για να αναπαυτούν. Θα την κρατούσε καθιστή στην πολυθρόνα της όσο περισσότερο γινόταν, όσο έκρινε ότι θα άντεχε. Γνώριζε καλά πια πως τα πόδια της δεν ανταποκρίνονταν στην παραμικρή δυσκολία.
Ο Κίμωνας καταχάρηκε όταν την είδε φρεσκοπλυμένη και όμορφα ντυμένη, με τα μαλλάκια της χτενισμένα από τη Θεώνη. Σηκώθηκε και την αγκάλιασε
«Καλώς τη μου την όμορφη», είπε και το πίστευε ενώ τη φίλησε με τρυφεράδα στο μάγουλο.
Εκείνη την ίδια στιγμή συνειδητοποίησε ότι την είχε φιλήσει στο μάγουλο. Ποια εσωτερική παρόρμηση τον είχε ωθήσει ώστε να εναποθέσει το άλλοτε ερωτικό φιλί του στο μάγουλό της;
Τι ήταν εκείνο που ασυνείδητα είχε πράξει; ή μήπως εν πλήρη συνειδήσει; Αυτό το τελευταίο, αν συνέβαινε, τότε πολλά έκρυβε η αθέατη πλευρά του εαυτού του χωρίς να θέλει να το παραδεχτεί.
Η εκδήλωση της αγάπης βρίσκεται πάντα μέσα σε ένα φιλί, είτε στα μαλλιά, είτε στο μέτωπο, είτε στο μάγουλο. Δεν είναι ο τόπος, είναι ο τρόπος που φιλάμε αυτόν που αγαπούμε. Το φιλί του Κίμωνα περιείχε αγάπη, τρυφερότητα, στοργή, όλα τα περιείχε. Αυτό σκεφτόταν όλη την υπόλοιπη μέρα.
Τι είχε απογίνει ο αρχικός τους έρωτας; Πού είχε πάει; Βέβαια η αγάπη όλα αυτά τα χρόνια είχε πάρει τη θέση του. Αυτή ήταν πια που ακολουθούσαν τα βήματά του.
Μια ακόμη διαπίστωση για τον Κίμωνα που πίστευε ακλόνητα πως πάντα θα παρέμενε ερωτευμένος μαζί της.

.

.

Η ΤΕΘΛΑΣΜΕΝΗ (2016)

Είναι άραγε οι ευτυχισμένες μας ώρες που μας παραπέμπουν σε μία αναθεώρηση ζωής; Ή μήπως οι δύσκολες, αυτές που αναπόφευκτα κάποια στιγμή θα κληθούμε όλοι να αντιμετωπίσουμε, να επιβάλλουν αυτό το φλας μπακ; Και στις δύο περιπτώσεις θέλουμε μάλλον να αντλήσουμε δύναμη από αυτήν που κρύβουμε μέσα μας, να ανασύρουμε άλλοτε χαρά κι άλλοτε ελπίδα από εκείνο το «ντέπο» που φυλάμε όλοι για τέτοιες ώρες και το οποίο θα μας επιτρέψει να προχωρήσουμε με τη βεβαιότητα ότι έχουμε κάπου να στηριχτούμε. Απαραίτητος αυτός ο ανεφοδιασμός ψυχής για τη συνέχειά μας.

.

Αποσπάσματα από Κεφάλαιο 6

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΗΣ ΕΥΗΣ

Δεν είχα προλάβει να τελειώσω την ανάγνωση του γράμματος όταν… ένα χαρτάκι μέσα στον ίδιο φάκελο «γλίστρησε» στα χέρια μου. Ήταν διπλωμένο στα τέσσερα. Το άνοιξα με κομμένη την ανάσα. Ένα ποίημα ήταν γραμμένο.
Πάνω-πάνω έγραφε:

«Του Θάνου»

Ποτέ δεν σε είχα αγαπήσει τόσο πολύ,
όπως εκείνο το δείλι που σε άφησα,
με κατάπιε το βαθυγάλαζο δάσος,
ψυχή μου,
που πάνω του στα δυτικά,
κρέμονταν κιόλας
χλωμά τα άστρα.

Γέλασα αρκετά,
καρδιά μου,
γιατί συγκρούστηκα παίζοντας
με το σκυθρωπό πεπρωμένο
την ίδια ώρα
μέσα στο γαλανό δείλι το