Category Archives: ΠΟΙΗΣΗ

ΜΑΡΙΑ ΚΕΝΤΡΟΥ-ΑΓΑΘΟΠΟΥΛΟΥ

Φωτογραφία:  Γιάννης Βανίδης

.

 

.

.

.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η Μαρία Κέντρου – Αγαθοπούλου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1930, όπου και ζει. Έχει εκδώσει ως τώρα δεκατρείς ποιητικές συλλογές, πέντε βιβλία πεζογραφίας και ένα με δοκίμια. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί σε εννέα ευρωπαϊκές γλώσσες και διηγήματα σε γερμανικές ανθολογίες. Έχει λάβει το βραβείο Νικηφόρου Βρεττάκου στην ποίηση, και στο διήγημα το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών.
Ο Γιώργος Αράγης στα Συμπληρωματικά στοιχειά ἤ «Επίμετρο» στη δεύτερη έκδοση της ανθολογίας του Ανέστη Ευαγγέλου, Η Δεύτερη Μεταπολεμική Ποιητική Γενιά (1050-1970) γράφει για τη ποίηση της Μαρίας Αγαθοπούλου » Όπως σωστά παρατήρησε ὁ Κώστας Γ. Παπαγεωργίου στην ανθολογία του, το έργο της Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου χαρακτηρίζεται από αυτό που θα ‘λεγε κανείς επιγραμματικά : μεταφυσική της καθημερινότητας. Χωρίς να αγνού τη σχέση της με το παρελθόν και τα κοινωνικά προβλήματα του καιρού της, ο κύριος στόχος της είναι η σημασία, το βάρος και οι φυγές, της πεζής καθημερινής ζωής. Και τούτο χωρίς να γίνεται διανοητική ή δυσνόητη η γραφή της.»
Η ίδια σε κείμενο που διάβασε κατά την εκδήλωση πού διοργάνωσε προς τιμήν της το περιοδικό Γράμματα και τέχνες, με την ενίσχυση του Υπουργείου Πολιτισμού, στο «Σπίτι της Κύπρου» (Αθήνα), στις 4 Δεκεμβρίου 1998 είπε: «Πήγα στην ποίηση και στο ποίημα εν αγνοία μου, με τυφλά μάτια, όπως δηλαδή πηγαίνει κανείς στη ζωή. Όταν συνειδητοποίησα την παθιασμένη σχέση μου με το χαρτί και το μολύβι, τη συναναστροφή μου με ότι ονομάζουμε καλογερίστικη εξουσία, ήτανε πια πολύ αργά αυτή ή «θεία ψύχωση» να μεταστραφεί … σε μετάνοια και έκφραση συντριβής.»
Στο ίδιο κείμενο λέει ακόμα:
» Πολλές φορές πιάνω τον εαυτό μου να κοιτάζει τα γράμματα, τις λέξεις, σαν αντικείμενα πού από τη μια μεριά έχουν κάτι το αναπάντεχο (με την έννοια της δικής μου αντοχής στη σχέση μου μ’ αυτά, κάτω από μια δοκιμασία διπλή, η όποια ξεφεύγει από τον έλεγχο μου κι ακόμα από την κατανόησή μου όσον άφορα την ύπαρξη τους στη ζωή μου), κι από την άλλη μεριά έχουν μια γνωστή, σχεδόν οικεία φυσιογνωμία, γνώριμη από τότε πού ένα άλφα άσπρο στάθηκε μπροστά μου και με κοίταζε σαν καλοκάγαθο ά-λογο κι ένα ώ-μέγα θεόρατο με στόμα ολάνοιχτο, αδηφάγο, με περίμενε στη γωνία να με καταβροχθίσει. Ίσως γι’ αυτό δεν μπόρεσα ακόμα να καταλάβω αυτή τη σχέση μου με την ανάγνωση και τη γραφή, αν δηλαδή είναι σχέση αθωότητας, ελευθερίας ή η πιο βασανιστική, η πιο δεσμευτική κατηγορία σχέσης.»

Επιχείρησα μια ανθολόγηση της ποίησης και της πεζογραφίας της Μαρίας Αγαθοπούλου ελπίζοντας να δώσω μια ολοκληρωμένη εικόνα του έργου της. Η γραφή της είναι το απόσταγμα της καθημερινότητας που κυλά μέσα στο χρόνο γεμάτο από ομορφιά και αλήθειες, μας αγγίζει, μας πλημμυρίζει και γίνεται δικό μας, η δικιά μας καθημερινή ζωή.
Παράλληλα ζήτησα από λογοτέχνες να μου δώσουν τη δικιά τους εικόνα της Μαρίας Αγαθοπούλου. Τους ευχαριστώ όλους για τη πρόθυμη ανταπόκριση και για τα πραγματικά αξιόλογα κείμενα που μου έδωσαν δημοσιευμένα ή αδημοσίευτα.

.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

.

 

ΠΟΙΗΣΗ

Ψυχή και τέχνη, Θεσσαλονίκη 1961
Διασταυρώσεις, Θεσσαλονίκη 1965 (Βραβείο Δήμου Θεσσαλονίκης 1964,
ως ανέκδοτη συλλογή)
Περίπτωση σιωπής, Θεσσαλονίκη 1968
Μεγεθύνσεις, Νέα Πορεία, Θεσσαλονίκη 1971
Αρμιλλάρια, Νέα Πορεία, Θεσσαλονίκη 1973
Τα τοπία που είδα, Νέα Πορεία, Θεσσαλονίκη 1975
Τα επακόλουθα, Νέα Πορεία, Θεσσαλονίκη 1978
Θαλασσινό ημερολόγιο, Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη 1981
Μετανάστες του εσωτερικού νερού, Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη 1985
Η σκοτεινή διάρκεια των ημερών, Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη 1993
(Βραβείο Νικηφόρου Βρεττάκου 1994)
Το οκτασέλιδο του Μπιλιέτου, νούμερο 13, Παιανία Απρίλιος-Ιούνιος 1997
Επιλογές και σύνολα. Ποιήματα (1965-1995), Νησίδες, Σκόπελος 2001
Σαλκίμ, Νεφέλη, Αθήνα 2001
Σεντόνια της αγρύπνιας Μεταίχμιο 2006

.

 

ΠΕΖΑ

Συνοικισμός Σιδηροδρομικών, αφήγημα, Κέδρος, Αθήνα 1998
Στο δωμάτιο, διηγήματα, Νεφέλη, ‘Αθήνα 1999
Η παραίτηση, διηγήματα, Κέδρος, Αθήνα 2002 (Βραβείο ‘Ακαδημίας
Αθηνών του ‘Ιδρύματος Πέτρου Χάρη 2003)
Οι μικρές χαρές, διηγήματα, Μεταίχμιο, ‘Αθήνα 2005
Η Ευρυδίκη με το τσιγάρο στο μπαλκόνι Γαβριηλίδης 2010

.

 

ΔΟΚΙΜΙΑ

Δοκίμια και δοκιμασίες, Νησίδες, Σκόπελος 1999

.

.

 

 

Ο ποιητικός της λόγος

.

ΔΙΑΣΤΑΥΡΩΣΕΙΣ (1965)

.

Ανεπάρκεια

Κάθε ώρα κοιτάζω το πρόσωπο μου
Στον ειδωλολάτρη καθρέφτη μου
Τα υπάρχοντα μου συνάζω
Ωσάν φιλάργυρος
Τα ωραία εγκλήματα μου τακτοποιώ

Είμαι το χέρι των στερημένων
Ασθενική μήτρα
Περίπτωση πρόωρης πτώσεως

Κυνηγώ μια ηλιαχτίδα
Να αξιωθώ τα υπολείμματα της

.

Κρίνος και θύελλα

Μέσα μου κατοικεί μια θύελλα
Κι ένας κρίνος ανθίζει

Ακινητούν τα χέρια

Κανένας δε θα λυπηθεί
Όπως κανένας δε λυπάται το ρόδο
Που χτυπιέται απ’ το αδυσώπητο χαλάζι

Η θάλασσα όταν ενδοστρέφεται τί βλέπει;
Καραβιών συντρίμμια κρανία
Κοντά στα πολύχρωμα όστρακα
Κοντά στη κοράλλια
ατά μαργαριτάρια

 

Διασταυρώσεις

Κάποτε θα είμαστε σαν δυο τρένα
Σε μια διασταύρωση
Που μόλις προφταίνεις να φωνάξεις
Καληνύχτα
Να δεις το πρόσωπο του άλλου
Πίσω απ’ το αχνισμένο τζάμι

Καμιά χειραψία

Σε κανένα ποτήρι δε θα εφαρμόζουν
Τα καπνισμένα δάχτυλά μας
Θα μαυρίζουμε από άλλο κάρβουνο.

.

Ανθρώπινη πολιτεία

Αύτη η πόλη μου αρέσει πολύ
Με τη διάφανη ομίχλη στη μαλλιά σου
Τη γυαλιστερή υγρασία στη μάτια σου

Απλώνω τα χέρια δεν σκοντάφτω
Σα να φοβάμαι σα να διασκεδάζω

Που είσαι που κρύβεσαι;

Εγώ δε γνώρισα σ’ άλλες πολιτείες το θαύμα
Εδώ μέσα είναι το δικό μου φως
Μου ταιριάζει σαν ένα δικό μου πορτρέτο

Δε μας χρειάζονται πολλά παράθυρα
Από ένα άνοιγμα κοιταζόμαστε
Βυθίζουμε τα χείλη στην πιο βαθιά αναμέτρηση

Κοιμήσου με το χέρι μου στο χέρι σου
Είμαι εγώ.

.

Σπίτια

Πόσο παράξενα είναι τα σπίτια
Με τα διάπλατα μελαγχολικά μάτια
Αταξίδευτα καράβια φαγωμένα απ’ την αρμύρα
Τα βουητά των θαλασσινών δρόμων
Παιδικές φιγούρες στα καταστρώματα
(Στα φιλιστρίνια τα χελιδονόψαρα)
Γυναίκες γελαστές κουρασμένες στην κουζίνα
Γέροι με τα λιπόσαρκα μπράτσα στην κουπαστή
Σπίτια καράβια με τις χρωματιστές σημαίες
Κάτω απ’ τις πέτρες κάτω απ’ το χώμα
Η φουρτουνιασμένη θάλασσα ησυχάζει

.

Της αγάπης

Είναι οι στιγμές τα χρόνια τα ανελέητα
Είναι οι συνομιλίες που ποτέ δεν ησυχάζουν
Είμαστε εμείς που δεν ακουγόμαστε
Κάποιος άνεμος στροβιλίζει τη φωνή μας
Κάποιο χιόνι λιώνει το τραγούδι μας

Να υπάρχουμε
Πίνοντας μια χούφτα νερό
Να στεκόμαστε όρθιοι κάθε πρωί
Μπροστά στην πόρτα του σπιτιού μας
Να φωνάζουμε στ’ αντικρινά παράθυρα:
Καλή σας μέρα
Έχουμε μια φέτα ψωμί
Να την μοιραστούμε μαζί σας
Καλή σας ώρα
Μάς φτάνει ν’ αγαπηθούμε

.

.

ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΣΙΩΠΗΣ (1968)

.

Περίπτωση σιωπής

Πόσο τα σπίτια ομορφαίνουν
Από πολλή μουσική
Το δικό μου σπίτι
Είναι μια βαθιά εικόνα
Φωτισμένη και βαθύσκιωτη

Αν με βγάλεις απ’ αυτή τη σιωπή μου
θα ‘μαι ένα ψάρι πεθαμένο
Έξω από τη θάλασσα πεταμένο
Και άταφο

Μέσα μου είμαι μια αλλιώτικη νύχτα
Το δέντρο το εκστατικό το δεόμενο

Πλουτίζω φτωχαίνοντας
Από λόγο και φωνή

.

Θαλασσινή πρόφαση

θάλασσα του φθινοπώρου
Με το νερένιο κρύσταλλο
Στα μάτια σου ο μυστικός καθρέφτης
Των καραβιών των ψαριών
Και του θανάτου
Στα μάτια σου
Ένας ανέφικτος έρωτας

Δυσθεώρητο βάθος
Κρύβεις ιερά μυστικά
Εκεί στο αμετακίνητο δάσος
Της αβύσσου
Τα σταυρωμένα χέρια σκεπάζεις
Με λυπημένα τραγούδια

Στις όχθες σου χρυσόψαρα
Φύκια και θαλασσινά νούφαρα
Στις όχθες σου άμμος αστέρια
Και πυκνή σιωπή

.

Στην προκυμαία

Στην προκυμαία το βράδυ να στέκεσαι
Να κουβεντιάζεις μ’ ένα θαλασσινό όνειρο
Όταν αδειάζουν τα καφενεία κι οι δρόμοι
Όταν αδειάζουν τα καράβια και τα χέρια
Στην προκυμαία το βράδυ να στέκεσαι
Με το φώσφορο των ψαριών στα μάτια σου

Κανείς δεν υπάρχει να σε δει Στην άκρη της γέφυρας

.

Θρήνος

Τι κρίμα αυτός ο θάνατος
Τί πανάρχαιος
Ο αδελφός μου κείται εδώ
Και περιμένει άταφος
Καθισμένος σε μια καρέκλα καφενείου
Ανάμεσα σε καπνούς
Και χτύπους από τραπουλόχαρτα.

.

Προφητικό

Κάποτε θα βρεθούμε
Στον ίδιον άξονα της ψυχής μας
Με τα πρόσωπα στραμμένα
Κατά την ανατολή του κόσμου
Όπου οι χαμένοι άγγελοι
Ασπάζονται ό ένας τον άλλο
Ανιστορώντας την περιπέτεια
Της σιωπής τους

Εκεί θ’ αγκαλιαστούμε
Ανείπωτα ωραία
Τα σώματά μας θα ‘ναι απτά
Τέλεια ύλη
Άσπρα τα χέρια μας
Τα ίχνη μας άσπρα

Ασπαίροντας θα φύγει η μαύρη νύχτα.

.

Οργή

Κόσμε κυρίαρχε
Των λουλουδιών
Των σκουληκιών
Και των αγγέλων
Πίσω απ’ το ανοιχτό σου μάτι
Βαθαίνει όλο βαθαίνει
Το μεγάλο σπήλαιο
Των τρομερών πραγμάτων

.

 

.

ΜΕΓΕΘΥΝΣΕΙΣ (1971)

.

Μεγεθύνσεις

I

Το ποίημα που γεννιέται τη νύχτα
Είναι το φως πού βγαίνει απ’ το σκοτάδι
Το φως το ιλαρό
Πού στα κλεισμένα βλέφαρα των κοιμωμένων
Λάμπει
Στα όνειρα τους μέσα παίζει
Με τον καθρέφτη του

Το ποίημα πού γεννιέται τη νύχτα
Τα σπλάχνα μου σπαθίζει
Και με πονά

.

IV

Τις νύχτες πονούμε ανείπωτα
Πεθαίνουν οι αγαπημένοι μας
Γκρεμίζουν τα σπίτια μας
Χάνουμε τούς δρόμους
Εχθροί μας κυνηγούν

Δεν μπορούμε να τρέξουμε
Να σωθούμε

Στον ύπνο μας βασανιζόμαστε
Από άγνωστες αίτιες
Προδοσίες αιμομιξίες
Συνειδήσεις μας τρομοκρατούν

Στον ύπνο μας δε γράφουμε ποιήματα

.

IX

Όταν το χάραμα ανοίγεις το παράθυρο
Στην περιδιάβαση είμαι και σε κοιτάζω
Η θάλασσα φεύγει
Ήχους παράξενους γεμίζουν οι δρόμοι
Πράγματα αινιγματικά

Την ώρα του εσπερινού
Στο καφενείο της παραλίας
Ανταλλάσσουμε το ποίημα
Το αίμα

.

XIII

Κάθε μέρα νυχτώνει σ’ αυτή την πόλη
Κι εγώ ψάχνω να βρω τα σπίτια
Με τις γκρεμισμένες πόρτες
Με τα σβησμένα νούμερα
Στους τοίχους
Από πίστη βαθιά σε όσα έζησα
Και σε όσα δεν είπα
Από πίστη βαθιά
Σε όσα είδαν τα μάτια μου

.

XVI

Μαζεύω θρύψαλα ειρήνης
Της δύσκολης ημέρας

Τώρα μπορώ να έρθω στο σπίτι
Να κλείσω αθόρυβα την πόρτα
Ήσυχα να βγάλω τα σκονισμένα
Υποδήματά μου
Τα μοναχικά ενδύματα
Αρωματισμένα
Απ’ την οσμή του σώματος

‘Ο,τι μας σκεπάζει

Μας φανερώνει

Το χτύπημα
Το κρυφό σημάδι

Ουλές τού έρωτα
Τα μάτια και τα χείλη
Δεν έχουν κρύπτη
Και προστασία

.

.

ΑΡΜΙΛΛΑΡΙΑ (1973)

.

Το ποίημα

Εδώ μακριά που μας κρατά
Και μας ριζώνει η πέτρινη εξορία
Ακόμα γράφουμε ποιήματα ωραία
Ίσως θα ‘πρεπε να μιλούμε
Τη γλώσσα των πρωτοπλάστων
Όμως εμείς ξεπερνούμε τον νόμο
Της βαρύτητας μας
Όταν έρχεται άξαφνα το ποίημα
Με τη δική του νίκη μας διαπέρνα
Απάνω μας πετά το μεγάλο κύμα
Έρχεται να στεφανώσει
Την πέτρινη εξορία
Που εδώ μακριά μας κρατά
Και μας ριζώνει

Αντοχή

Ήταν πολύς ο θάνατος εφέτος
Μου ξέσκισε τα μάτια
Ότι άξαφνα άκουσα
Ότι είδα
Προπάντων ότι αποσιώπησα

Πίσω απ’ αυτό το σπίτι
θα ξεπροβάλουν τάχα άγγελοι;
Πιο πέρα η πολιτεία
Που με πονάει
Που ταράζει το αίμα μου
Κι εγώ χρειάζομαι το αίμα μου
Δίχως την ταραχή του

.

Ταξίδια

Φανταστείτε τα σπίτια να ταξιδεύουν
Έστω μέσα στους δρόμους της πόλης
Έστω κατά τις όχθες των νερών
Αν όχι πάνω στις σιδηρογραμμές
Ή στη θάλασσα μέσα
Αν όχι πάνω στα σύννεφα

Φανταστείτε τα σπίτια
Φωτισμένα τρεχαντήρια
Τρένα πού σφυρίζουν στην ομίχλη
Μάτια σκοτεινά στα φιλιστρίνια
Στην κουπαστή χελιδονόψαρα
Και κάρβουνο πολύ κάρβουνο
Στα πρόσωπα των ταξιδεμένων

.

Τα πράγματα

Τα πράγματα που μέλλονται να ‘ρθουν
Τα πράγματα της ζωής μας
Δώρα της θλίψης μας είναι
«Άλαλα τα στόματα των ευσεβών
Προχωρούν μυστικά προς εμάς
Τα φωτεινά τα σκοτεινά μηνύματα
Έρχονται την καθορισμένη εποχή
Τότε πηγαίνουμε να τα συναντήσουμε
Σιωπηλοί προχωρούμε
Μπαίνουμε μέσα να πάρουμε
Τα πράγματα της ζωής μας

.

Πτώση

Είδα ένα άγαλμα να πέφτει
Μέσα στο λάκκο πού έσκαψαν
Τά ίδια του τα πόδια βαθμηδόν

Απ’ την πολλή ακινησία
Είπαν μερικοί
Ή το σαθρό του βάθρο
Από καθίζηση είπαν άλλοι
(Οι πιο ειδικοί)
Όμως εγώ κρατούσα τα
Και της αιτίας το βάρος κουβαλούσα
Μες στου κρανίου μου την κρύπτη

Εκεί

.

.

ΤΑ ΤΟΠΙΑ ΠΟΥ ΕΙΔΑ (1975)

.

II

Φώναξα τον πατέρα μου
Και την μητέρα μου
Πού άξαφνα είχανε γίνει
Τα παιδιά μου
Ό πατέρας μου και γιος μου
Έφευγε με το φαγωμένο του σώμα
Πού το είδα ολόγυμνο και λυπημένο
Κι εγώ πού ήμουν όλα τα γένη
Ενός φυτού
Έσκυψα και προσκύνησα τη ρίζα μου
Πού με μιας έλαμψε άσπρο νερό
Και μου δρόσισε τα μάτια

.

III

Μα θα περάσουν αιώνες
Ώσπου να διηγηθώ την ιστορία μου
Πίσω στο άλλο ημισφαίριο
Θ’ ακούγονται στα χαλίκια του δρόμου
Στα χόρτα του δρόμου
Στη στάχτη του δρόμου
Τα διαφορετικά βήματά μας

.

XI

Για να βγω απ’ αυτό το χώμα
Καθαρίζοντας τις πέτρες και τα ξύλα
Απ’ αυτό το θολό ποτάμι
Καθαρίζοντας το πετρέλαιο απ’ τ’ απορρίμματα
Για να βγω απ’ αυτόν τον αέρα
Καθαρίζοντας το οξυγόνο απ’ τα καυσαέρια
Απ’ αυτές τις φωνές
Καθαρίζοντας τα μεγάφωνα του κόσμου
Για να βγω τέλος από την έξοδο μου
Καθαρίζοντας τη ζωή μου
Πέθανα τρεις φορές

.

IX

Αν και έχω δει άσπρα λουλούδια
Σε θαλασσινές πέτρες
Λουλούδια φυτρωμένα
Σε πέτρινα σπίτια
Που δεν κατοικούνται
Αν και έχω δει
Εξαίσιες μεταμορφώσεις
Της πέτρας που κυλάει στο νερό
Όλες τις ώρες της ημέρας
Και της νύχτας
Μονάχη είναι η πέτρα
Μονάχο το λουλούδι
Το νερό άδειο
Η νύχτα μαύρη

.

XIII

Κι αν είμαι ένας όμηρος ξεχασμένος
Σε μακροχρόνιες προθεσμίες
Κι αν είμαι ένα φόρεμα καθημερινό
Μέσα στο δρόμο πάνω στο κρεβάτι
Κι αν είμαι ένα όνομα πραγματικό
Μια έγχρωμη φωτογραφία
Τίποτα δεν αλλάζει
Δεν γίνομαι αλλιώτικος πεθαμένος

 

.

.

ΤΑ ΕΠΑΚΟΛΟΥΘΑ (1978)

.

Στην όχθη αυτή

Στην όχθη αύτη που κάθεσαι θρηνώντας
Και το νερό επίμονα σκαλίζεις
Παιχνίδια προϊστορικά ετοιμάζεις
Πηγάδια παιδικά στα εκατό σου χρόνια
Που κάθε νύχτα έρχεται το φάντασμα
Κι αδειάζει πηδηχτά και κουδουνίζοντας
Τα πιο ακριβά της μέρας απορρίμματα

.

Κάθε θάνατος

Κάθε θάνατος πιο κοντά μας φέρνει
Από συνείδηση βαθιά πως λιγοστεύουμε
Πως ένας ένας χάνει τη θέση του εγκαταλείπεται
Απ’ τη ζωή των άλλων απ’ το σπίτι του
Απ’ το δικό του κάθισμα στάση του επισκέπτη
Λέμε εδώ καθόταν κάποτε ο πατέρας ο φίλος
Εκεί ο ποιητής κάτω απ’ το φως μας μιλούσε

Κάθε θάνατος πιο κοντά μας φέρνει
Τις νύχτες δε θέλω να σ’ αφήσω δε μ’ αφήνεις
Όσο κι αν σκοτεινιάζει έξω όσο κι αν βρέχει
Όσο κι αν ανταμώνουμε μέσα στον ύπνο

 

.

Απ’ την αρχή

Δεν μιλώ για να μιλήσω
Να πω τη λέξη που δρόμο δεν έχει κανένα
Όπως τα παγωμένα βουνά
Πού δεν κατέβηκαν ποτέ
Σε ζεστό περιβόλι
Να σπάσουν τη σιωπή τους
Βγάζοντας αίμα από την πέτρα τους

Δε μιλώ για να μιλήσω
Μιλώ για να μ’ ακούσεις

 

.

Διαθέσεις

Ακούω τόσην ώρα
Φωνές της σιωπής δυνατές
Κάποιος θα κλαίει πάνω σ’ ένα δέντρο
Μέσα σ’ ένα δέντρο
Αισθάνομαι τη φωνή του εδώ στο μέτωπο
Κατεβαίνει ως τα μάτια
Τα μετακινεί μέσα στο άσπρο τους αίμα

Προσέχω το ακίνητο κάθισμα
Ενώ εκείνο το τραπέζι
Τετράγωνο αναγκαίο λογικό
Μ’ εξαντλεί

 

.

Αυτές οι πέτρες

Αυτές οι πέτρες που περπατάς
Δε σε πετροβολούν
Σε δοξάζουν
Δε σε κατρακυλούν αυτές οι πέτρες
Εσένα που έχεις το μάτι ενός Κύκλωπα
Και την καρδιά ενός Οδυσσέα

 

.

Μαγνητόφωνο

Το ρόλο σου καλά τον παίζεις
Εξασκείς τη φωνή σου στον καθρέφτη
Κι όταν κάποιο από τα δόντια σου πέφτει
Τάχα αδιάφορα πηγαίνεις στο παράθυρο
Ρίχνοντας ένα βλέμμα πλαστικό

Ένας ένας θα σου φύγουν οι φίλοι
Θα τους ζητάς με το κερί και με τα κιάλια
Θα τρως χλωροφύλλη με μανία
Κι ακόμα θα μιλάς σαν μαγνητόφωνο

 

.

Το ποίημα

Όταν γεννιέται το ποίημα
Να φοβάσαι ποιητή
Να ντύνεσαι γερή πανοπλία
Τις λέξεις να υποψιάζεσαι πάντα
Μη σε χτυπήσουν
Γιατί έτσι παράφορος που γίνεσαι
Την ώρα που το ποίημα πλησιάζει
Μπορεί να μην αντιληφθείς
Πως ένας κίνδυνος σε απειλεί
Ανεμίζοντας σπαθί αστραφτερό
Στον αέρα

.

Ταχυδακτυλουργοί

Τί θα τα κάνεις τόσα ποιήματα
Τόσες φωτιές ανάμεσα στα δάχτυλα

Σαν τούς ταχυδακτυλουργούς κι εσύ

.

Την ώρα που μαυρίζουν τα όνειρα

Ψάχνω τη δική μου σημαία
Αυτά τα ξέθωρα κουρέλια
Κάτω απ’ τον ήλιο
Έγιναν βρόμικοι επίδεσμοι
Κόλλησαν ατό κορμί μου
Μπήκαν μέσα στα σπλάχνα μου

Ψάχνω τη δική μου σημαία
Μελετώ τη σύνθεση των χρωμάτων
Μελετώ προπάντων τη θάλασσα
Την ώρα που νυχτώνει
Και δεν ξέρω πώς να την ονομάσω
Την ώρα που μαυρίζουν όλα τα όνειρα

 

.

Δέντρο της αγάπης

Δέντρο της αγάπης
Σε φοβάμαι
Καθώς αέναα ψηλώνεις
Με καλείς με φωνές
Που δεν καταλαβαίνω
Δε θέλω να καταλάβω ίσως
Τρέμουν τα φύλλα της καρδιάς σου
Τρέμω
(Τα φύλλα σου από ρίζα σκοτεινή)
Με σφίγγεις στο σκληρό κορμί σου
Με πονείς
Μπερδεύεις τα μαλλιά μου
Μες στους πολλούς σου κλώνους
Δεν μπορώ να γλιτώσω
Από τούτη την κατακόρυφη
Έγνοια σου

 

.

Έχω κάτι παράθυρα

Έχω κάτι παράθυρα
Μέσα στα σπλάχνα μου
Κάτι μικρούς φεγγίτες
Τρύπες μυστικές ,
Κάθε πρωί
Σφυρίζω τη μουσική μου
Ακούω όλους τούς καθημερινούς
Συναγερμούς
Πίνω του σώματος μου
Το νερό
Έτσι δεν κινδυνεύω
Από αφυδάτωση
Τρώω τις ίδιες μου τις σάρκες
Και αναπτύσσομαι κανονικά

.

.

ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΤΙΤΛΟΣ (1978)

.

Στροφή

Λέγαμε
Πώς έτσι θα περνούσαν τα χρόνια
Σπάζοντας σιγά σιγά το πρόσωπο μας
Αποσπώντας ένα ένα τα πολύτιμα κομμάτια
Τότε δεν είχαμε κάνει
Τη μεγάλη πρόβλεψη
Τούτη την τέλεια στροφή
Δεν είχαμε φανταστεί
Πώς θα ξυπνούσαμε άξαφνα στον εφιάλτη

.

Η απάνω πόλη

Έπαψα πια να συχνάζω
Στην κάτω πόλη
Με τις πολλές αναθυμιάσεις
Τις καφενόβιες συζητήσεις
Μάταιες συναθροίσεις
Τώρα επισκέπτομαι τακτικά
Πύργους και κάστρα
Και σπίτια μυθικά
Εκεί ένας αιωνόβιος φρουρός
Πάντα μου χαμογελά
Όταν περνώ τη μεγάλη πύλη
Κάποτε στέκομαι
Και του διαβάζω ποιήματα
Μου φαίνεται λυπημένος
Γιατί βλέπω να βγαίνουν
Απ’ τα μαλλιά του άσπρα πουλιά
Σαν στρατιώτες κουρασμένοι
Που πάνε ήσυχα να κοιμηθούν
Να ονειρευτούν το δικό τους σπίτι

.

Τρυφερότητα

Δεν είσαι ο έρωτας
Που ξεκινά στο αίμα μου
Μια νέα ροή
Σε δέχομαι σαν γνώριμη όψη
Που είχε για λίγο κρυφτεί
Κι όμως κοίτα πως τρέμουν
Τα φύλλα μου
Σα να ‘χουν βραχεί από άξαφνη
Μικρή και λιγόζωη βροχή
Λέω θα ‘ναι η καλή μου η ώρα
Καθώς αφήνω τα δάχτυλά μου
Να χαίρονται την τόση αφή
Τραγουδώντας

.

ΕΛΙΑ

Που πηγαίνεις εσύ
Η πάντοτε πενθηφορούσα
Με το στιλπνό σεμνό σου ένδυμα
Με το καθαρό σου βλέμμα
Σε βλέπω να κυκλοφορείς
Σ’ όλους τους δρόμους
Με το πράσινο φως σου
Με σήματα κινδύνου
Εσύ η γλυκιά γεύση
Στο πικρό στόμα του κόσμου
Χωρίς να χειρονομείς
Χωρίς ν’ ακούγεται ή φωνή σου
Αισθάνομαι να φέρνεις
Παράξενα μηνύματα
Υποψιάζομαι
Πώς κάνεις κρυφά διαδηλώσεις
Περί ολιγάρκειας

.

.

ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ (1981)

 

Θαλασσινό ημερολόγιο

1

Όχι πως αρνιέμαι τη θάλασσα
Αλλά κάτι μου λέει
Πώς οφείλω να φοβάμαι
Ό,τι με περιβρέχει ασύστολα

.

2

Θυμάμαι το καλοκαίρι
Εκείνο το πικρό καλοκαίρι
Το σπίτι με τα παράθυρα στη θάλασσα
Το καφενείο που έγραφα ποιήματα
Το μικρό παιδί
Που έψαχνε επίμονα στην άμμο
Για ένα πεθαμένο ψάρι
Μα πιο πολύ θυμάμαι
Τη θάλασσα που δε χάρηκα
Και τώρα δεν έχω
Ούτ’ ένα ποίημα θαλασσινό

.

7

Κορίτσια τρυφερά
Ξαπλωμένα στην άμμο
Μύριζαν φύκια
Και όστρακα
Τ’ αγόρια περνούσαν
Κρατώντας άνθη
Κυρτά και ακίνητα

Τρόπαια του βυθού
Δύσοσμα
Νεκρά

.

10

Αλλά εγώ θα σε θυμάμαι
Νερό πού σάπισες τόσο γρήγορα
Θα σε θυμάμαι
Γιατί δρόσισες κάποτε πυρετούς
Και κάποτε φλίς φλίς μ’ αποκοίμισες
Πάνω σε νερένια κρεβάτια

(Τώρα που σε βρίσκω
Σε διαφορετικό μήκος κύματος
Και σε κοιτάζω χωρίς πάθος
Με το αντιθαλασσινό μάτι μου)

.

Ο πατέρας

Ό πατέρας μου ήταν μηχανοδηγός
Κάρβουνο μύριζαν τα πέτσινα ρούχα του
Κάτω απ’ τη μαύρη του τραγιάσκα
Άρχιζαν τα καπνισμένα μάτια του
Ο πατέρας μου δε μιλούσε πολύ
Μόνο χαμογελούσε κάπου κάπου
Με τα ηλιοψημένα χείλια του
Προπάντων όταν έπινε τσίπουρο
Κάτω απ’ την κληματαριά της αυλής

Αψηλός και δυνατός ήταν
Κι όταν με σήκωνε αψηλά
Με τ’ ατσαλένια μπράτσα του
Δε φοβόμουν καθόλου
Όπως κι εκείνος δε φοβόταν
Ούτε τη ζωή του
Ούτε το θάνατό του:
Περνούσε με το τρένο του
Σφυρίζοντας
Μες απ’ τις σκοτεινές
Τις στοιχειωμένες σήραγγες
Και τις νικούσε

.

Η μητέρα

Απ’ τα μεγάλα πρόσωπα
Του πατρικού σπιτιού μας
Μονάχα η μητέρα απόμεινε
«’Όλα καλά κι άγια» λέει πάντα
Και του πατέρα μας θυμάται
Τα κατορθώματα

Κι όταν με το τρένο ταξιδεύει
Κοιτάζει απ’ το παράθυρο τα ξένα δέντρα
Κι αφαιρείται
Κι όσο βραδιάζει
Και το τρένο την πηγαίνει μακριά
Κάθε βαθιά πληγή
Μέσα στα σπλάχνα της
Ολοένα ξεθωριάζει

 

.

Παρελθόν

Όταν ονειρεύομαι τον κήπο μας
Μια δυνατή μυρωδιά από φρέσκο χώμα
Κυκλοφορεί μες στο δωμάτιο μου

Το πρωί πού ξυπνώ
Ανοίγω όλα τα παράθυρα
Κι αρωματίζω το σπίτι
Με spray

.

Χωρίς προοπτική

Οι γυναίκες της μεγάλης ηλικίας
Μοιάζουν σα να μη τις άγγιξε κανείς
Έτσι που κάθονται στο σπίτι μονάχες
Ή στην εξοχή με σταυρωμένα χέρια

Τί να αισθάνονται τάχα
Την ώρα πού νυχτώνει
Και πρέπει να κοιμηθούνε πάλι
Χωρίς να ‘ναι κουρασμένες

Λένε πως βλέπουν όνειρα πολλά
Πως κουβεντιάζουν με τους πεθαμένους
Γι’ αυτό φαίνονται θλιμμένες το πρωί
Έτσι πού πίνουν σιωπηλά τον καφέ τους
Χωρίς σχέδια και προοπτικές
Για τη νέα μέρα
Που προχωρεί απάνω τους
Αδιάφορα

.

Αποστήθιση

Κάθε νύχτα
Αποστηθίζω
Τα δύσκολα γράμματα
Της μοναξιάς
Ώσπου σιγά σιγά
Με παίρνει ό ύπνος

.

Σαν παλιά λατέρνα

Ο αντικρινός μου γείτονας
Ανεβοκατεβάζει τις τέντες
Στο μπαλκόνι του
Γυρίζει τη μανιβέλα σαν λατέρνα
Ό σκουριασμένος μεταλλικός ήχος της
Τρυπώνει στο μυαλό μου ανελέητα
Μια σκόνη καφέ σκούρα
Κάθεται πάνω στα ποιήματά μου
Και γω αισθάνομαι να παλιώνω
Ανεπανόρθωτα

.

Εκ του μακρόθεν

Εκεί
Στο βάθος του δρόμου
Βρέχει
Δε βλέπω καλά
Άλλα νομίζω πως εσύ
Δεν είσαι εκεί
Και γω δεν είμαι εκεί
Μονάχα ένα αδέσποτο σκυλί
Με μάτια ματωμένα
Από την πέτρα

.

0 μοτοσικλετιστής

Τί ν’ απόγινε άραγε
Εκείνος ο θορυβοποιός
Της νύχτας
Καβάλα στο μηχανικό του ζώο
Να κραδαίνει την άσφαλτο
Χωρίς φρένο
Να παίζει ώρα ύπνου
Με τις φρένες μας
Εδώ μέσα
Στο σακατεμένο κρανίο

Προχτές το μεσονύχτι
Που κοίταζα απ’ το παράθυρό μου
Το νέο φεγγάρι
Άκουσα θόρυβο παράξενο
Να ’ρχεται από ψηλά
Και μου φάνηκε πως τον είδα
Ένας άγγελος πάνω σε μοτοσυκλέτα
Να διασχίζει τους δρόμους τ’ ουρανού
Κι απ’ το σπασμένο καθρεφτάκι του
Να με κοιτάζει περίλυπος

Βγάλε μου σε παρακαλώ
Μια ωραία φωτογραφία
Να τη στείλω στο κορίτσι μου
Έτσι απάνω στη μοτοσυκλέτα μου
Με το ένα χέρι στο χειρόφρενο
Το άλλο να σιάζει τα σγουρά μαλλιά μου
Θέλω να φαίνεται καλά
Το καινούργιο μου πέτσινο
Το σιδερένιο κράνος
Να διακρίνεται προπάντων
Ο ίλιγγος στο πρόσωπο μου
Και κείνο του θανάτου
Το αναπόφευκτο

.

Οι τυφλοί

Ήταν ωραία ή βραδιά
Περπατούσα μόνη στην παραλία
Οι τυφλοί με προσπερνούσαν
Πιασμένοι σφιχτά αγκαζέ
Συνομιλούσαν ψιθυριστά
Το μονότονο τακ τακ του μπαστουνιού τους
Αντηχούσε πένθιμα στις πλάκες

Γυρίζοντας αργά στο σπίτι
Είχα κάτι έμμονες ιδέες
Σαν παρανοϊκά ποιήματα
Ευτυχώς ποτέ δεν γράφτηκαν
Τί να γράψει κανείς για τους τυφλούς
Που βγαίνουν τέτοιες ωραίες βραδιές
Για σεργιάνι στην παραλία

.

Τα μάτια σου

Τα μάτια σου
Είναι
Σαν τσακισμένα
Μυστικά
Που τρέφονται
Απ’ τα φτωχά ελέη
Του Θεού
Κι απ’ τη δική μου
Καταφαγωμένη αγάπη

.

Απ’ τα ερείπια

Έστω σκοτεινό
Σε βρίσκω πάντα
Έστω διάτρητο
Απ’ την καταστροφή
Σε ανασύρω
Μέσα απ’ τα ερείπια
Ατομικό μου ποίημα
Πράγμα ενδόμυχο

.

.

ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ ΤΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ ΝΕΡΟΥ (1985)

.

Μετανάστες του εσωτερικού νερού

Τρως και πίνεις μπροστά στη θάλασσα
Καταβροχθίζεις περισπασμούς κατά κόρον
Με ακατάπαυστη πείνα και δίψα
Τρως και πίνεις χωρίς πλησμονή

Αμφίβιο ζώο μπαινοβγαίνεις τάχα αδιάφορα
Για να ξεχνάς το μεγάλο ψάρι
Το γαλάζιο θάνατο με την αστραφτερή ουρά

Πέρα «ή μικρή Ελένη κάθεται και κλαίει»
Ώρες ατέλειωτες κλαίει στην άμμο κρυφά
Και συ δε μπορείς να την παρηγορήσεις:
Ελένη «σήκω επάνω και δες τον ήλιο»
Γιατί καμιά αλλαγή δε συντελείται εδώ
Παρα-θερίζεις ακόμα μια άγνωστη λύπη
Μια υγρή ως το κόκαλο απόγνωση

.

Μ’ ένα γυαλί καπνισμένο

Προκειμένου να πας στη δυσοίωνη θάλασσα
Βαθιά να κολυμπήσεις
Προκειμένου ν’ αποκτήσεις απ’ την αρχή
Το επάγγελμα του βουτηχτή και του ναυαγοσώστη
Να κινδυνέψεις πάλι για το θησαυρό και το σταυρό
Μείνε καλύτερα στην πόλη
Μ’ ένα γυαλί καπνισμένο
Σου φτάνει να βλέπεις από μακριά
Το καταποντισμένο σώμα σου
Που κανένα γλυκό κι αρμυρό νερό
Δεν θα το σηκώσει πια επάνω

.

Το ξαφνικό

Ό,τι φοβόμουν ήρθε πάλι μ’ ανοιγμένο στόμα
Και δεν είχα δώρα ακριβά να το ευμενίσω
Ούτε ξόρκια το έπιαναν

Αστείο θα ήταν να τολμούσα
Να του γυρίσω με περιφρόνηση την πλάτη
Γελώντας γοερά να το ξεγελάσω

Εύστροφα λοιπόν και εν ριπή οφθαλμού
Έλυσε την τρωτή ζώνη μου
Επιτήδεια μ’ έριξε πάνω στην άμμο
Κυλιστήκαμε στην πιο δίκαιη
Στην πιο θανατερή αναμέτρηση

Κανείς δεν μας είδε δεν μας άκουσε
Λίγο πιο κει τραγουδούσαν και χόρευαν
Με γλυκές φυσαρμόνικες
Οι αναίμακτοι

.

Άνοιξη

Γιατί και γω να μη μπορώ να γράψω
Ένα ποίημα τρυφερό
Σήμερα πού είναι τόσο ευήλιος ο καιρός

Προσπαθώ

Ακουμπώ στο ηλιόλουστο κάγκελο
Και ρεμβάζω

Ω γλυκύ μου έαρ»
Κι αρχίζει να βρέχει πολύ

(Μητέρα δεν έρχεσαι στο σπίτι;)

Τραβώ τις κουρτίνες ως το λαιμό
Κι όλο: ενθάδε κείται
Ενθάδε κείται η Άνοιξη
«Γλυκύτατο μου τέκνο»
Νεκρό

.

Θαλασσινό άλλοθι

1

Για μια αναπαράσταση ζωής
Μ’ έσυραν ως αυτό το καλοκαίρι
Με πέταξαν στην άμμο σαν μαλάκιο
Με ξέρανε ο ήλιος τους καλά
Τώρα τα δροσερά μου έργα
Ναυάγια γοερά μιας λεπτομέρειας
Που πάντα θα διαφεύγει των κυμάτων.

.

3

Κάτι έψαχνε πάντα τη νύχτα
Μέσα στην άμμο σκόνη
Ξύλα ξόανα κοχύλια κουφά
Δίχως πνευστά κρουστά τραγούδια
Κάτι έψαχνε μες στη θαλάσσια ερημιά
Ξεχνούσε τα γυαλιά του στο νερό
Μπροστά σε ξένα βλέμματα
Έχανε τα χέρια τα μάτια του
Δεν είμαι εγώ εκείνος έλεγε
Μη με κοιτάτε

.

6

Κανείς πια δεν την αναζητάει εκεί
Κάθε πρωί σηκώνεται μ’ ένα κύμα βαρύ
Ανοίγει μια τρύπα προς τη θέα του δρόμου
Βλέπει να μην έρχεται κανείς
Τις νύχτες κάτι χτυπά υπόκωφα
Κάποιος κάνει να τρίζουν οι σάπιοι αρμοί
Σκέλεθρα της νεκρής αρμονίας ο ήχος
Στοιχειωμένος αέρας που κάθεται
Πάνω στο κρύο στήθος της
Και μιλάει μονότονα
Μ’ ένα άδειο στόμα

.

.

 

Η ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΩΝ ΗΜΕΡΩΝ (1993)

.

Ανεξίτηλο σκοτάδι

Τί ήταν τελικά ο παππούς μου
Ένας αυθεντικός καρβουνιάρης
Να κυνηγάει τον πελάτη με το τουφέκι
«Κάρβουνο πιο μαύρο κι απ’ τη νύχτα —έλα»
Κι αυτές με τα τσεμπέρια και τις ποδιές
Οι όμορφες γειτόνισσες οι στρίγγλες —πόσο και πόσο
Κι αν έβαζε καμιά φορά το χέρι του
Κάτω απ’ τα φουστάνια τους ήταν σοφός
Κι ας έβρισκαν στο σπίτι μαύρα τα μπούτια τους
Ήταν σοφός αυτός Μες στη μαυρίλα του
Ήξερε τί κάνει και πού το πάει
Έλεγε: το κάρβουνο θέλει κόλπα θέλει γαλιφιές
Να το πασάρεις στον άλλο
Πρέπει να το πουλήσεις όσο όσο
Ή να το μοιραστείς πάση θυσία
Να φύγει από πάνω σου αυτή ή μαυρίλα

Αυτό το ανεξίτηλο σκοτάδι

.

Αυγουστιάτικο φεγγάρι

α

Φεγγάρι σπλαχνικό
Σκαρφαλωμένο σε μισόκλειστα παράθυρα
Όταν κοιτάζεις συγγενείς και φίλους
Να ξενυχτάνε τους νεκρούς τους
Την εξοικείωση βοηθάς
Ζώντων τε και τεθνεώτων

.

β

Είναι πολύ άσπρο το σπίτι
Στην οροφή μια τρύπα εκτυφλωτική
Πάνω στο πρόσωπο σου στάζει ένα φεγγάρι
Κινδυνεύεις από φως και δεν το ξέρεις

.

γ

Νύχτα ώρα τι χρειάζεται τόσο φως
Έλα καλό σκοτάδι να ξεκουράσω τις πράξεις μου
Αθέατη επιτέλους να κλάψω τους νεκρούς μου
Αυτός ο μήνας με βασάνισε πολύ
Σα να παρέτεινε τη γύμνια μου στους ξένους

.

δ

Νύχτα θλιμμένη τραβεστί
Πετάς τα ψεύτικα ρούχα της μέρας

.

Νανούρισμα

Κοιμήσου τώρα
Έχεις ανάγκη από όνειρο
Θα έρθει από την πίσω πόρτα
Νυχοπατώντας όπως παλιά
Εσύ μη βγάλεις άχνα
Ξέρει εκείνο —όνειρο είναι—
Μες στα ζεστά σεντόνια θα χωθεί
Εσύ κοιμήσου μόνο
Εκείνο ξέρει να φερθεί —όνειρο είναι

.

Φωτογραφία η ποίηση

.

στην Κ. Δ.

.

Έρχεται και ξανάρχεται η ποίηση
Δωρίζεται «αίφνης» —Έστω
Σε μια δικαιοσύνη ανυπεράσπιστη

Μου έστειλε και τη φωτογραφία της
Σα να ποζάρει η ποίηση στο χάος:
Πρόσωπο φωτεινό να εμφανίζεται
Μέσα από μαύρο ένδυμα —κλειστό

Στη σκοτεινή των ήμερων διάρκεια
Τα μάτια της κοιτάγματα κι οράματα
Βλέψεις και βλέμματα προθέσεως καλής

Χαμόγελο αγνώστου προελεύσεως ή
Μια μικρή επανάσταση: θα φύγω
Στο οριστικό: μένω και σαπίζω εδώ

Πάντως το όλον της πηγαίνει μακριά ήδη
Σωτήρια χαλάρωση σαν «αχ» του σώματος
Όταν πετάει σουτιέν κορσέ ή τα στενά παπούτσια

Αυτά τα λίγα για της ποίησης τη λήψη:
Απλώς το φως πού γράφτηκε
Με φόντο το σκοτάδι

.

Μάθημα προσωπογραφίας

Υπόνοια του προσώπου στην αρχή
Μόλις να διακρίνεται ό πόνος
Έναν τόνο απαλό στις παρειές
Κάλυψη —τεχνηέντως— μιας πληγής
Με αφορμισμένης τύψης υλικό
Βάλε κάτι σαν ροζ για τη νεότητα
Πού πάντα υπολανθάνει
Στη θέση των χειλιών το σάπιο μήλο
Μόλις να δείχνει το νεκρό χαμόγελο

Στα μάτια
Βάλε ένα χρώμα εκτυφλωτικό
Ώστε να κρύβει και το ελάχιστο έρεβος

.

Τα σκύβαλα των ημερών

Είναι πού έχουν φύγει τα πουλιά
Και τα παιδιά
Γι’ αυτό με βλέπεις
Να κουβαλάω στην πλάτη μου
Ένα έρημο σκοτεινό δέντρο

Είναι πού ξενύχτησα πάλι
Με κείνο το τρελό όνειρο
Γι’ αυτό με βλέπεις
Με το πρόσωπο στο μαξιλάρι

Είναι πού ξεχνώ το πρόσωπό σου
Και χάνω τον ήχο της φωνής σου
Γι’ αυτό με βλέπεις πιο σκοτεινό τη μέρα
Και τη νύχτα πιο τεφρό

Είναι που γερνώ και γέρνω
Γι’ αυτό με βλέπεις όλο να σκουπίζω
Τα σκύβαλα των ήμερών μου

.

.

ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΟΛΑ [1965-1995] (2001)

.

ΣΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

.

Το ποτήρι

Ένα ποτήρι δεν είναι απλώς ένα ποτήρι

Καθώς την ασπιρίνη πίνεις
Το κρασί ή το φάρμακο
Τα χείλη σου ακουμπούν στην άκρη
Μιας μικρής αβύσσου

Στον πυθμένα της σαπίζει η σιωπή

Γύρνα το ποτήρι ανάποδα ή σπάσ’ το
Έτσι κι αλλιώς γυαλιά καρφιά μαζεύεις
Αισθήματα κι αγάπες του γλυκού νερού
Και στον αιώνα τον άπαντα διψάς

.

Μνήμη

Όσο βραδιάζει θυμάμαι πιο πολύ
Μηρυκάζω αγουρίδες κυδώνι στυφό

Σε τρυφερό κλαδί κρεμάω τη ζακέτα
Αρνάκι της αυλής στο σίδερο δεμένο

Χιόνια και χιόνια περασμένα
Λευκά εικονίσματα του κήπου

Η Ευτυχία μας έψηνε συχνά
Έναν καφέ παρηγοριάς

.

Οικοδόμοι

Από τις τάξεις των αγγέλων
Προέρχονται οι οικοδόμοι
Άγγελοι μελαψοί
Ανεβοκατεβαίνουν τις σιδερένιες κλίμακες
Κι αντί για τα ωσαννά
Τραγούδια λαϊκά τραγουδανε
Χωρίς σουραύλια και βιολιά

Αυτοί οι άγγελοι
Οικοδομούν για τον κύριό τους
Και δεν εκπίπτουν βέβαια
Ποτέ του παραδείσου
Μόνο που πέφτουν άξαφνα
Απ’ το γιαπί —χωρίς φτερά—
Τσακίζουνε στη γη το αγγελικό κορμί τους

.

Στο παράθυρο

Μια γυναίκα στο παράθυρο
Είναι μια όαση τρυφερή
Στης ασφάλτου την έρημο

Δε μπορείς ν’ αγγίξεις τη μορφή της
Είσαι ήδη μέσα στο πρόσωπο της

Μια γυναίκα στο παράθυρο
Δεν αποσύρεται νωρίς στα ενδότερα
Ούτε βιάζεται να κλείσει τις κουρτίνες
Μένει ακίνητη εκεί σου χαρίζεται ολόκληρη
Ώσπου να νυχτώσει και να χαθεί
Μέσα στο μαύρο της κάδρο

.

Μοναχά ένα όνειρο

Έστρωσα και ξέστρωσα
Κι ο ύπνος δε με πήρε
Μονάχα ένα όνειρο
Με πήρε και με σήκωσε
Και τρόμαξα εκεί ψηλά

.

Ένα δικό μου απόγευμα

Αν βρω ένα δικό μου απόγευμα
Θα πάρω τα γεράνια μου αγκαλιά
Θα βγάλω βόλτα τη μητέρα μου
Θα την κεράσω παγωτό
Θα γράψω γράμματα σε φίλους ξεχασμένους
Θα ψάξω για παλιές φωτογραφίες
Να δω το πρόσωπο σου πριν από το χαλασμό

.

Μπουγάδα

Στην αρχή άσπρο άσπρο το νερό
Όνειρο πρωινό διαβρωμένο
Κλειδιά μεγάλα ξεκλείδωναν την κάμαρά μου
Άρον άρον κι έγέρθητι και περιπάτει
(Δεν είχα πού να πάω)
Πάνω στον αφρό της σκάφης
Καράβι λουλακί
(Έριχνε άγκυρα η μητέρα πλύστρα)
Μες στο καζάνι έβραζε το αίμα
Κι από την υδρορροή χύνονταν κρυφά
Στα λουλούδια και στα δέντρα
Ύστερα πάλι άσπρα άσπρα τα σεντόνια
Σύρμα το σύρμα κρέμονταν αθώα
Μ’ ένα στιλέτο μανταλάκι στην πλάτη τους
Κοκάλωναν αργά αργά

.

Κυριακή

Δε θέλω να τη δω στα μάτια αύτη την ξιπασμένη μέρα
Απ’ το παράθυρο κόλπα πολλά και σχέδια μου κάνει
Μου ρίχνει βλέμματα αινιγματικά
Δεν τα καταλαβαίνω εγώ αυτά τα σκοτεινά
Και πέφτω απ’ την αρχή να κοιμηθώ
Άξαφνα με τραβάει από τα πόδια η τρελή
Βάζει αναμμένα κάρβουνα στις χούφτες μου
Μου φέρνει έναν καθρέφτη μαγικό
Κι ένα βιολί κάτω απ’ τη γλώσσα μου να παίζει
Με ποιο δικαίωμα;
Αν είχα γω ένα κάρβουνο αναμμένο
Έναν καθρέφτη μαγικό
Ένα βιολί κάτω απ’ τη γλώσσα μου να παίζει
Θα πήγαινα χαρά Θεού να κοιμηθώ;

.

ΠΕΝΤΕ ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

.

Βαθιά καρδιά

Λόγια των ήμερων μου ακατάληπτα
Γυμνές προθέσεις ενός καλοκαιριού
Πού δεν ήταν ποτέ δικό μου

Κατηφορίζουν τα νερά τ’ ουρανού
Με μια πικρή ελευθερία
Η προδοσία διογκώνεται στις όχθες
Βουτάω στ’ όνειρό μου με μισό κορμί

Μια μνήμη έχω ανυπέρβλητη ομορφιά
Όπως ατούς τάφους σε φωτογραφίες κλειστές
Πίσω απ’ το θολό τζάμι —θαλάμι παγερό—
Κόρες εκπάγλου καλλονής
Με εξαίσια μαλλιά καθρέφτες λάγνοι
Μέτωπα απαστράπτοντα φιλιά ανυπότακτα
Από φρυγμένες γλώσσες με ήχους σιωπής

Μνήμη νερού νεκρού από φυτό παράφορο
Εκεί όπου μπορώ να παίξω ή να πεθάνω στ’ αλήθεια

Η βαθιά καρδιά δεν ζητάει παρηγοριά

.

Μαγική εικόνα

Σήμερα Δευτέρα βγήκα στην περιδιάβαση
Όλα έχουν πλυθεί σ’ ένα λουτρό πού Σάββατο δεν έχει
Την Κυριακή αγιάστηκαν μυρώθηκαν οι δρόμοι
Κάηκαν δέντρα μπήκαν άλλα στη θέση τους
Αν έστριβες τώρα απ’ την αριστερή γωνιά
Θα πίναμε έναν καφέ —μια δροσερή ματιά μας πέφτει
Αυτό το τραπεζάκι έχει ένα χρώμα στρογγυλό
(Γιατί έτρεμε το χέρι σου τι έβλεπες και χλόμιαζες)
Το φλιτζάνι μου έχει μια επιδέξια λαβή
Με βοηθάει να δω στο βάθος του πυθμένα
Ένα πουλί ακίνητο στην πηχτή λάσπη
Ένα φτερό φέγγει λευκό κι ευθύς αλλάζει πλεύση
Βγάζω τα σκούρα μου γυαλιά κι εσύ το ‘χεις σκάσει
Πάτησες γκάζι μες σ’ ένα σύννεφο από MARLBORO
Τί γελοία που είναι τα καινούργια μου παπούτσια
Κι ή τσάντα μου μια μαύρη κρεμασμένη στο ικρίωμα του δρόμου

.

Των εγκαυμάτων

Λούζομαι ντύνομαι ποδήνομαι
Είναι εγγύς το σπαθί της Θεάς
Κόβει κεφάλια φιδιών γουρουνιών σερπετών
Από τα δέντρα μια μουσική κατεβαίνει
Πρασινωπή μουσική σαν ραδίκι γλυκό
Μπρόκολο βλήτο ζοχιό σγουρό
Ανάβρυσμα από λάγνα βροχή χορός τρελός
Στροβιλίζει ρημάζει τα σκουλήκια — εις το σκότος
Πάνω στο κεφάλι μου στάζει μια ζέστα
Χρωματιστή απαστράπτουσα περιπαιχτική
Για μένα είναι καθαρή πού έζησα
Στην εντέλεια μιας καύσης κρυφής
Από κάρβουνο κατακόκκινο — θεϊκή τιμωρία
Μασιά καμένη τσιμπιδάκι πυρωμένο μες στα μαλλιά μου
Στην ανατολή ετοιμάζεται ράβεται η εσθήτα της
Έρχεται η Θεά γλαυκή επιθυμητή
Λυγίζει το χρυσό ραβδί της
Μες στη φωτιά της υπομονής μου
Και των εγκαυμάτων τη μνήμη παρηγορεί

.

Για να’ ναι πλήρης η καταστροφή

Τελικά
Όλα τα θυσιάζει κανείς
Και τί αφήνει για τον εαυτό του
Μια στάλα βλέμματα ζεστά

Έξω από την πόρτα
Κοιμούνται τα αδέσποτα
Δεν πρόκειται να χαρίσουν στο σύμπαν
Παρά ένα γάβ κραυγαλέο ακόμα

Κουρνιάζεις κάτω απ’ τα βυζιά μου
Με μάτια κλειστά κι όλα τα βλέπεις

Δεν σηκώνω πια αυτά τα σκοτωμένα σώματα
Στο βάθος της παλάμης ένα καρφί
Μην κρέμας ούτε ένα αχ
Θα εξατμισθεί
Όπως τα δάκρυα σε πυρετώδη μάγουλα
Σαράντα συν ένα και ων ουκ εστίν αριθμός
Όπως και για τα φιλιά που σαν χιλιάδες εκατόμφυλλα
Μαράθηκαν πάνω στα χείλη σου

Εν μια νυκτί
Που κρατάει ακόμα

.

Ταξίδια

Μέσα είναι κρυμμένο το χέρι — δεν χαιρετάει
Το μαχαίρι θυσία στα πικρά λόγια πού θα πούμε
Για το χατίρι σου άνθισαν πρωί πρωί τα φύλλα
Τα μήλα κατόπι — είναι πολύ νωρίς για τον καρπό

Ακόμα ένα σφύριγμα κι ίσως το βλέμμα
Πάρει φωτιά απ’ το ίδιο του το θάμπος
Και προδοθεί ο σουγιάς στο τρυφερό κλαδί

Χτυπάει με το σφυρί του ο επόπτης
Σπάζουν τα σιδερένια πέδιλα του τρένου
Μες ατούς καπνούς γκρεμίζονται ταξίδια και νερά
Κάρβουνο ή φρυγανιά — πάει το κρίτσι κρίτσι
Αστεία που είναι η πρωινή μάχη
Κάτω απ’ τη γέφυρα ποτάμι ερημικό
Πλέει ανάσκελα το φανάρι του οδοιπόρου
Τυφλώνει τη νέα βροχή ό κουρνιαχτός

Μια λέξη από φασκόμηλο ευωδιάζει
Ορμάει ο πεινασμένος λύκος στο ψαχνό
Ο αμνός καβάλα στο σβέρκο του σφαγέα
Κι ένα αεράκι να ξεγελάει να τον φιλάει
Στο στόμα πού δεν έχει γυρισμό

.

.

ΣΑΛΚΙΜ (2001)

.

Σαλκίμ

Δεν πήγε να δει όταν χτίζονταν το σπίτι
Ήταν μια πεθαμένη -πού θα κατοικούσε-
Έπρεπε να το είχε επισκεφθεί προτού
Ο εργολάβος σαθρά θεμέλια να ‘χει στεριώσει

Τι πόρτες τι παράθυρα τι φεγγίτες
Φυσούσαν το χώμα απ’ τα μαλλιά της
Σαν Ευμενίδες που για χάρη της τραγουδούσαν
«Έτσι είν’ η ζωή μικρό μου πάντα έτσι είν’ η ζωή»

Από την οροφή χρόνια έπεφτε πολύ τσιμέντο
Την έχτιζε βαθιά στου υμέναιου τον τάφο
Ενώ εκείνο το σαλκίμι σικλαμέν
Για κείνη χύνονταν απάνω στη βεράντα
Το άρωμά του ως το κρεβάτι της εισχωρούσε
Σε πλήρη οργασμό – θανάσιμο

.

Όπου πάει το φως

Όταν σε παίρνω π ιό κοντά στα μάτια μου
Όπως ο μύωπας μπακάλης το τεφτέρι του
Το μολυβάκι μου σαλιώνω και ξαπλώνω
Πάνω στα λόγια που μου στρώνει ο καθρέφτης σου
Ο ψεύτης σου ο αληθινός σου Ο τυφλός μου
Φόβος μη σπάσεις σαν το κρύσταλλο μη
Λιώσεις σαν ασήμι με χτυπάει κατάστηθα
Ψάχνω ένα σίδερο δεσμό για ένα αιώνα
Κι από τη μαύρη λασπουριά βγάζω μια λάμψη
Μες στο μικρό μου φαναράκι κελαϊδάει
Κι όπου πάει το φώς όπου πάει

.

Απόγευμα προς το βράδυ

Θα κατέβει πολύς καημός απόψε
Στη βόλτα θα λένε μύθους για σένα
Βαγές στο μπαλκόνι σου σαν μια υπόσχεση
Κι εγώ θ’ αντλήσω χίλια φιλιά
Για τη γειτονιά πού σε λαχταράει

Πέφτει ο ουρανός σαν χαλασμένο υπόστεγο
Κίτρινη ή όψη σου
Συλλογισμένο το σκυλί
Η μουσική μέχρι θανάτου

Έ συ ρακοσυλλέκτη
Έχω ένα άχρηστο στρώμα
(Πάρε και το σώμα μου)

‘Έρχεσαι ή φεύγεις;
Σκοτεινιάζει και δε βλέπω
Το πρόσωπο σου με νοιάζει
Σε ακουμπάνε τα χείλη μου και κλαις

Μαυρίζει ο κήπος σβήνουν τα φώτα
Θα έρθει η ώρα που θα κοιμηθούμε
Θα ‘ναι ωραία άλλα θα το νιώθουμε εμείς;

.

Να έρχεσαι με χάδια

Όσο με τον καιρό κυλάει ο ποταμός
Τα δάκρυα οι σταγόνες της βροχής
Νερό είναι πιες και νίψου τον πόθο
Της υπομονής

Η ομορφιά αργεί

Ανοίγω την κρήνη μου έλα κρυφά
Αρώματα χώματα μες στο δωμάτιο
Δεν κοιμάμαι
Σκαλίζω με φωτιά την τέφρα
Το σκυλί μου υπακούει στη σιωπή
Η εγκαρτέρηση δείχνει τα δόντια της
Στο βάθος αποσύρεται της αστραπής το δέρμα
Το νερό πλένει το φως στα παράθυρα
Ό,τι και να γίνει εσύ να έρχεσαι με χάδια
Αλλιώς σηκώνουν δυό μαζί την πέτρα

.

Ποιος δρόμος φτάνει στα υγρά παιχνίδια

Ο δρόμος προς τα ποτάμια και τις θάλασσες
Έχει ένα θρίαμβο μοναχικό
Σκαμμένος μέχρι αίματος —φλέβες ανοιγμένες
Κι εκείνες οι βροχές εμπόδια ανυπέρβλητα
Στην υγρή αναζήτηση για τις περιπτύξεις του

Πού πηγαίνει αυτός ο νυχτωμένος
Λαμνοκόπος του έρωτα κι ακόμα εδώ
Μες στην καταστροφή
Σηκώνει κεφάλι ο αμετανόητος

Ποιός δρόμος φτάνει στα υγρά παιχνίδια
Με φλις φλις δεν ξεγελιέται ή καρδιά
Του κορμιού μια δυσαρέσκεια βαθιά επιμένει

Τί πουλί τί φίδι
Στη στροφή του δρόμου φαρμακώνει η κούραση
Κι αυτός βλέπει θάλασσες και ποτάμια
Επειδή γυαλίζει ό δρόμος έρημος

.

Ξένη επέμβαση

Όλες οι λέξεις έχουν ένα φαρμάκι γλυκό
Αντίδοτο στην παρενέργεια της αγάπης που σκοτώνει
Όταν ανοίγεις το κουτί με τα χαπάκια
Χαπ χαπ πάνω στο τραπέζι χορεύουν αστεία
Κόκκινα διαβολάκια κουρδίζουν το γραμμόφωνο
«Είναι μεσάνυχτα κι όλη ή φύσις ησυχάζει» λέει το χαζό
Ο τροχός γυρίζει κι ακονίζει μαχαίρια και ψαλίδια
Στα χειρουργεία μια λάμπα θυέλλης οδηγεί τούς σαμαρείτες
Όταν άνοιξες τα μάτια σου είχαν γεράσει οι λέξεις
Κι ώσπου να πεις νερό πιτσίλισε το ρο την μπλούζα του γιατρού

Γλύτωσες πάλι γλύτωσες από μια δόση θανάτου
Εδώ δεν ξέρουμε τί ποιείται τί συντελείται
Ποιές επεμβάσεις χρειάζεσαι ποιά μέσα
Για να γυρίσεις στο σπίτι σου σώος και ευλαβής
Ιδού λοιπόν το νερό ιδού τα χαπάκια
Σαν τα λόγια είναι τά φάρμακα σώζουν ζωές
Και της ζωής τα όνειρα σκοτώνουν

.

Δεν θυμάμαι να πέρασα μια νύχτα δίχως όνειρο

Η δυσαρέσκεια της ψυχής
Είναι ένας λόγος να πέσεις στο κρεβάτι σου
Έχει ένα γήπεδο ανθισμένο εκεί
Τούμπες τα μαξιλάρια αργά ν’ ανέβεις
Έπειτα να κατρακυλήσεις ως τη θάλασσα
Κι ας βρέξει κι ας χιονίσει τη νύχτα
Ας ασπρίσει το στόμα σου απ το φόβο

Έχει ένα μαύρο λύκο το κρεβάτι σου

Ως το πρωί ως το άλλο πρωί
Βγάζει ο καημός μιαν άλλη μέρα
Δένεις το λύκο στο κάγκελο
Δένεις τα κορδόνια των παπουτσιών σου
Όλο κοιτάζεις πίσω τί απεικόνισε το χτες
Ποιός άνοιξε την πόρτα και σκότωσε τον άγιο
Σε ποιούς φτωχούς μοιράστηκε το στάρι

Η δυσαρέσκεια της ψυχής
Σηκώνει κεφάλι σαν το σάλιαγκο
Μπαίνει κρυφά στο μπαούλο σου
Κι αφήνει στα λευκά σεντόνια
Τα μαύρα απορρίμματα του

.

.

 

ΣΕΝΤΟΝΙΑ ΤΗΣ ΑΓΡΥΠΝΙΑΣ (2006)

.

Σεντόνια της αγρυπνίας

Μ’ αρέσει ν’ απλώνω τα ρούχα στο σκοινί
Εδώ τα μικρά εκεί τα μεγάλα σώματα
Ασήκωτα ανομήματα ζωής χαρισάμενης
Λευκά συντρίμμια στη στρόφιγγα στο ατσάλι
Στο γίγνεσθαι του αίματος σαν ψέμα πορφυρό
Εσώρουχα μεταξωτά σεντόνια της αγρύπνιας
Νερά φανταστικής βροχής τόξα ουράνιας μνήμης

Ας έρθει ένας ήλιος να τα λάμψει μυστικά
Ας έρθει ένα φεγγάρι να τα φέξει ολόγυμνα
Γένοιτο το θέλημα του καιρού κι ας χειμωνιάζει
Κι ένα αεράκι καλός οιωνός να στεγνώσει
Τα δάκρυα της νύχτας τ’ αλμυρά φιλιά

.

Αγρύπνια

Τί άλλο να επιθυμήσω από ένα ουράνιο κομπρεσέρ
Ν’ ανοίξει τρύπα αβυθομέτρητη
Στον πετρωμένο κήπο μου
Ρίζα κρυμμένη χρόνια βυθισμένη
Νεύρα υπόγεια σκοτεινά
Τέρατα φίδια φαρμακερά
Κοιμούνται σαν αθώα περιστέρια

Είδα στον ύπνο μου πώς τρελαίνονται εκεί τα σκουλήκια
Πώς ξενυχτούν άγγελοι με βραχνιασμένα ωσαννά
Πώς σέρνονται πηχτά νερά
Προς τα άνθη της δυσοσμίας πού τα γέννησε

Τί να επιθυμήσω άλλο από μια πηγή μυροβλήτισσα
Όπου τα μάτια μου να πλένω το πρωί
Κάθε πρωί πού σηκώνομαι απ’ το θάνατο
Και δεν ξέρω πόσο ψωμί πόσο νερό μου ανήκει
Πόση φωνή μου απόμεινε για το αινεσάτω τον Κύριο

.

Χρόνος

Κάθε άνθρωπος πρέπει να ‘χει ατό σπίτι του
Μια γριά ζαρωμένη μητέρα
Στην αγκαλιά της γίνεται αιώνιος νοικοκύρης
Στα σβησμένα μάτια της λατρεύει το φως του
Από το μαρασμό της αναθρώσκει η αγία νεότης
Ο καρπός στα χέρια της λάμπει κοφτερά
Τα φυτά απ’ τα κρεμασμένα σάλια της φυτρώνουν
Και το ξεδοντιασμένο στόμα της ψάλλει το εν υψίστοις.

.

Διάρκεια

Κάθε άνθρωπος πρέπει να ‘χει ένα πάθος κρυφό
Ένα νερό στο πλάι του δροσιά μες στη φωτιά του
Γάργαρο φως που πάει στο χώμα αστράφτοντας
Γυμνός να πλένεται στο μύρο στο άγιασμα
Γυμνός τυφλός να λέει την προσευχή του στ’ άγρια δάση

Κάθε άνθρωπος πρέπει να ‘χει ένα πάθος κρυφό
Ένδοξα να τον σβήνει ανυπόκριτα
Ένδοξα να κοιτάει το βλέμμα του
Στη σιωπηλή χαράδρα του θανάτου

.

Στο δρόμο

Ν’ αφήσω τα δικά μου εδώ τα ατέρμονα
Να πάω εκεί που η τέρψη ενός μύθου μ’ έχει ξεγελάσει
Ίσως χαρώ την πλάνη πού έρχεται κρυφά κι αθόρυβα
Σαν μια πλανεύτρα μουσική κι ίσως μια νέα περιπλάνηση
Ν’ αφήσει την αφή της πιο θλιμμένη πάνω στο κορμί μου
Τί νομίζεις είναι η μέθη μιας απόγνωσης
Και πού ωριμάζει ένα σκυλί παρά στο δρόμο
Κι όχι στη θαλπωρή της ευσπλαχνίας
Εκεί στο δρόμο πεθαίνει μέσα σ’ ένα ουράνιο βλέμμα
Πού κανείς δεν προλαβαίνει ποτέ να δει

.

Έρημος έρωτας

Μακρές αγαπημένες καταθλίψεις
Έκπτωτες αγιότητες
Σατανική μελαγχολία της αγάπης
Ο έρημος έρωτας τυμβωρυχούμενος
Δεν λέει να κλείσει το παλαβό του μάτι

.

Δεν έρχεται ένα ξημέρωμα

Κρυώνει όποιος τη νύχτα ονειρεύεται πουλιά
Κόκκινα πουλιά σκοτωμένα στο προσκεφάλι του

Είναι ένα κρύο σώμα

Θέλεις να το πετάξεις απ’ το κρεβάτι σου
Το σπρώχνεις πέρα το γκρεμίζεις κάτω
Με τα μάτια κλειστά μες στο σκοτάδι

Όμως εκείνο τρυπώνει στο ρολόι σου
Φοράει τα γυαλιά σου
Και με τα νύχια τα μαλλιά σου ξεριζώνει

Δεν έρχεται ποτέ ένα ξημέρωμα ένα νεράκι δροσερό
Με πλεύση το κορμί σου
Να πλύνει το σώμα του νεκρού τα μάτια να του κλείσει
Και σε μιαν άκρη της καρδιάς να ρίξει κρασί και μέλι

.

Πετάει πετάει ο ποδηλάτης

Πατάει πεντάλι ο νεαρός
Ήλιοι φεγγάρια πίσω του τον γαβγίζουν
Λαμπερό κατρακύλι ο μπαγάσας
Και μέριασε πέτρα νά διαβώ
Κυλούν τρελά οι ακτίνες τυφλώνουν τα πέριξ
Οι τυφλοί τον βλέπουν οι έρμοι
Τον ακούνε οι κουφοί το μάγκα
Ντρίν ντρίν μέριασε κόσμε σου έρχομαι
Σκορπάει τη σκόνη απ’ το μαύρο σύννεφο
Ο μέγας ποδηλάτης στον ίλιγγο μετράει — χα
Ζήτω χαρές και να βρέχει του κερατά
Σούζα το φίδι το άλογο
Σούζα το δέντρο ο περιπτεράς

Πού σκόνταψε άξαφνα ό θρίαμβος
Πώς γλίστρησε το πέδιλο στα νερά
Στην έρημη πλατεία μια σιωπή γυαλιστερή
Τέρμα τα κόλπα οι επιδείξεις θαυματοποιέ
Τέρμα τα δίφραγκα μεγάλε
Αύριο χειρουργείο συνεργείο αύριο τίποτε

.

Ω μελιχρά μεσημέρια

Κάθε βράδυ ετοιμάζουν
Το μυστικό τους δείπνο
Μοιράζουν το ψωμί
Μοιράζουν το κρασί
Καθένας έχει το μαχαίρι του

Πάντα υπάρχει ένα πρωί
Να το σκάσουν οριστικά
Από την μπόχα της κουζίνας
Αλλά ένας άγγελος χαζός
Στρώνει ξεστρώνει το τραπέζι
Κι ένα φιλί στο μέτωπο τους
Θα ήταν αρκετό ν’ αγιάσουν

Σβησμένη πού έχουν τη ματιά τους
Όταν είναι πολύ κόκκινα τα φρούτα — λάμπουν
Πολύ πράσινη η σαλάτα — φέγγει
Όταν με τον καιρό σκουριάζουν
Τα γυαλιστερά μαχαίρια
Και τα μελιχρά μεσημέρια λιγοστεύουν

.

.

 

Ο πεζός της λόγος

.

ΣΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ Διηγήματα (1999)

.

Το όνειρο

.


Στην Κ.Τ.

.

Σου γράφω μόνο και μόνο επειδή ήθελα οπωσδήποτε να το ξέρεις, το όνειρο εννοώ, δηλαδή τί έκανες εσύ στο όνειρο μου ψες το βράδυ: μου έστειλες ένα σωρό βιβλία δικά σου και ξένα, μπλοκ και μολύβια σε μεγάλη ποικιλία, εκείνο όμως που με εξέπληξε περισσότερο, ήταν τα φρούτα και τα λαχανικά• όπως μπήκε ο ταχυδρόμος φορτσάτος, τα έριξε όλα στο πάτωμα ο χαμένος, τόσο αδέξια μάλιστα ώστε ορισμένα από τα φρούτα και τα λαχανικά άρχισαν να κυλούν κάτω από τα έπιπλα, να κρύβονται πονηρά, σατανικά θαρρείς, σαν να ‘παιζαν ένα ολότελα δικό τους παιχνίδι, ενορχηστρωμένο κιόλας, γιατί το δωμάτιο είχε γεμίσει από έναν ήχο φρέσκο, χρωματιστό, κρουστό, κι από μια παράξενη γεύση και μυρωδιά. Τα βιβλία και τα χαρτικά μέναν ακίνητα και σοβαρά — φαίνεται, δεν ήθελαν να συμμετάσχουν στο παιχνίδι— κείτονταν λοιπόν ώρες ατέλειωτες στο πάτωμα και παρ’ όλη την ομορφιά τους μοιάζανε να έχουν σοβαρά προβλήματα ή κάποιο πρόσφατο πένθος, ωστόσο ήταν χάρμα να τα βλέπεις όλα αυτά, βιβλία ανακατωμένα με πολύχρωμα λαχανικά και φρούτα, μια εικόνα σουρεαλιστική ίσως αλλά τόσο ζωντανή μέσα στην αντίφαση της. Λοιπόν, αυτή η έκπληξη ήταν πολύ σημαντική για μένα, ωστόσο δεν κάθισα να πολυσκεφτώ για ποιό λόγο μου τα ‘στειλες όλα αυτά (κουράζομαι εύκολα όταν σκέπτομαι), έξαλλου δεν χρειάζεται να τα εξηγούμε όλα με τη λογική, πόσο μάλλον ένα γεγονός πού στο κάτω κάτω δεν ήταν παρά ένα όνειρο, μια πράξη υπερβολική,, ούτε λόγος, παράλογη ίσως, τη στιγμή μάλιστα που ούτε σε ξέρω ούτε με ξέρεις. Το «ούτε σε ξέρω» δεν είναι και τόσο αλήθεια, εδώ πού τα λέμε, εφόσον έχω διαβάσει το πώς και το τί γράφεις και μου αρέσει πάρα πολύ, εκείνο παραδείγματος χάριν το «πώς να φτιάξεις ένα δέντρο» μου έφερε έναν παράξενο πυρετό σ’ όλο μου το κορμί, από τις τόσο έντονες μνήμες της μουριάς της αυλής μας. Ήτανε μέλος του σπιτιού μας η μουριά, έγερνε βαριά κι ακουμπούσε σχεδόν απάνω στο σπίτι με τόση εμπιστοσύνη, με μια αιωνόβια, θαρρείς, αφοσίωση, σαν να ‘ταν πλάσμα ζωντανό. Όταν ανέβαινα λοιπόν απάνω της και την τράνταζα με όλη μου τη δύναμη, η μάνα μου κι οι αδελφές μου κρατούσαν λακκουβιασμένο ένα άσπρο μπαλωμένο τραπεζομάντιλο, κι εγώ που τις κοίταζα από ψηλά να μετακινούνται ελαφρά πότε προς τα δω πότε προς τα κει, σαν να χόρευαν έναν ήσυχο, τελετουργικό χορό, είχα την υποψία ότι προσποιούνται από φόβο μην αυτοκτονήσω ή μην παραπατήσω άξαφνα από κλαδί σε κλαδί και τσακιστώ στο τσιμέντο της αυλής μας (κάπου κάπου μάλιστα άκουγα και κάτι περίεργα γελάκια, μισοαληθινά, μισοφοβισμένα), αλλά δεν συνέβη ποτέ κάτι τέτοιο γιατί συνήθως έβρισκα τρόπους να ισορροπώ, και να, πατ-κιουτ, να πέφτουν τα μούρα σαν χοντρή βροχή, με πάταγο κιόλας, μέσα στο άσπρο μπαλωμένο τραπεζομάντιλο κι απάνω στα τρυφερά προσωπάκια των αδελφών μου κι αχ Θέ μου πόσο επικίνδυνα κρέμονταν από την περμανάντ της μάνας, σαν γεννησούδια άσπρα αρνάκια χαμένα στα πουρνάρια και στις λαγκαδιές. ‘Αλλά αυτό το γράμμα σου το ετοιμάζω μόνο και μόνο για να σου εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου γι’ αυτό πού γίνηκε μες στ’ όνειρο μου, ερήμην σου βέβαια, αλλά από σένα αναμφισβήτητα, και σου ομολογώ ότι δεν θα μπορέσω να κρατήσω κρυμμένο ή κρυφό ένα τόσο ευχάριστο γεγονός, δεν θέλω να με τρώει σαν μυστικό, γι’ αυτό λέω να το εκμυστηρευτώ σε κάποιους επιστήθιους φίλους μου που θα ‘ρθουν απόψε για ένα ποτό, σκέπτομαι μάλιστα να μη σηκώσω απ το πάτωμα τα δώρα σου, να μείνουν δηλαδή εκεί, σαν τεκμήρια, ώστε οι φίλοι μου να με πιστέψουν.

.

Στάθηκε ο θάνατος

.

Τα μαλλιά της είχαν γεμίσει χώμα. Ήταν μπρούμυτα πεσμένη κι όταν τη γύρισα ανάσκελα τα χείλη της είχαν ένα περίεργο χαμόγελο, σχεδόν ειρωνικό, σαν να μην ήταν πεθαμένη αλλά να προσποιόταν την πεθαμένη, σαν να ήθελε να σηκωθεί και να μιλήσει, να πεΙ πώς έγινε και βρέθηκε άξαφνα εκεί κάτω σ αυτή τη στάση, ριχμένη σαν ένα άχρηστο αντικείμενο που κανείς πια δεν θα το αναζητούσε.
Στο μπαρ όπου σύχναζε τα βράδια θα την ξεχνούσαν γρήγορα• άλλα κορίτσια θα ‘παιρναν τη θέση της σε κείνο το σκαμπό όπου συνήθιζε να κάθεται, κοντά στο χάντρινο παραβάν και να πίνει σιωπηλή το ποτό της.
Έριξα το βλέμμα μου στα μισανοιγμένα μάτια της και τρόμαξα• είχα την αίσθηση ότι τώρα με κοίταζε ικετευτικά σαν να έλεγε «πάρε με από δω, δεν πρόλαβα να ζήσω ακόμα» κι εγώ δεν ήξερα τί να κάνω.
Τα πόδια της που ήταν παράξενα αφημένα στο χώμα, πήραν άξαφνα ένα ρυθμό εκκίνησης, μαζί με όλο το σώμα της που χωρίς να το καταλάβω είχε μόνο του γυρίσει πάλι μπρούμυτα. Αυτή η περίεργη αλλαγή με φόβισε και μ’ έκανε να φανταστώ πώς από στιγμή σε στιγμή θα σηκωθεί να περπατήσει σαν να μη συνέβαινε απολύτως τίποτα.
Ακόμα και τα χέρια της είχαν μια στάση σαν εκείνη που έχει κανείς όταν σκοντάφτει και πέφτει καταγής αλλά έχει προλάβει να τα βάλει μπροστά και τότε οι παλάμες του είναι έτοιμες να δώσουν μια ώθηση στο σώμα Κάι να ανορθωθεί.
Δεν είχα προσέξει τόσα χρόνια πόσο ψηλή ήταν, δεν θυμάμαι καν αν ήταν ψηλή ή εμένα μου φαινόταν τώρα, παρ’ όλη την ελαφριά κάμψη του σώματος της εκεί κάτω.
Το φόρεμά της ήταν παράδοξα τακτοποιημένο απάνω της, σαν να είχε ντυθεί από νωρίς και ξάπλωσε λίγο να ξεκουραστεί πριν βγει να διασκεδάσει• χρώματα μωβ, τυρκουάζ και γαλάζια σε φόντο μαύρο το φόρεμά της, έριχναν στο άσπρο πρόσωπο της μια έντονη αντανάκλαση ζωής πού γινόταν εικόνα εφιαλτική καθώς τα φώτα κάποιου σταματημένου λίγο πιο πέρα αυτοκινήτου αναβόσβηναν αφόρητα μονότονα. Παραμέρισα το χώμα από τί πόδια της και μολονότι ήταν πολύ νέα, πρόσεξα στις γάμπες της κάτι λεπτές γαλάζιες φλέβες που δεν είχαν σβήσει ακόμα, παρά δονούνταν ανεπαίσθητα σαν χορδές βιολιού πού από χρόνια το ‘χουν αφήσει ξεκούρδιστο και μόνο κάπου κάπου ένα μικρό ρεύμα αέρος έρχεται να του δώσει κάποιους αόρατους παλμούς.
Νύχτωσε τόσο πολύ εκείνο το βράδυ πού δεν την έβλεπα πια, μονάχα από διαίσθηση ένιωθα ότι ήταν ξαπλωμένη μπροστά μου, εκεί κάτω, — έκτος κι αν είχε φύγει χωρίς να το αντιληφθώ, μπορεί μάλιστα να είχε πάει στο μπαρ και καθισμένη στο σκαμπό εκεί κοντά στο χάντρινο παραβάν να έπινε σιωπηλή το ποτό της

.

Στέλλα

.

(όσο μπορείς να δεις πίσω απ’ τα κάγκελα την ομορφιά)

ΣΧΕΔΟΝ μας ξεσήκωνε σύγκορμα κάθε φορά ή φωνή της Κορνηλίας, στα διαλείμματα του σχολείου, καθώς «μετρούσαμε» το χώμα της αυλής με νυσταγμένα βήματα, κάνοντας βόλτες σ’ ένα πεδίο τόσο περιορισμένο για τη δική μας ελεύθερη καρδιά, όσο ένας μικρός αυλόγυρος μιας φυλακής. Μας φώναζε λοιπόν σαν τρελή, «τρέξτε στα κάγκελα, περνάει ή Στέλλα…», σαν να περνούσε ό Χριστός κι έπρεπε να προλάβουμε, προτού στρίψει τη γωνία κι εξαφανιστεί από τα μάτια μας, να πιάσουμε την άκρη, έστω, απ την εσθήτα του, εις άφεσιν των αμαρτιών μας ή, πάλι, σαν να εμφανιζόταν άξαφνα εκείνη τη στιγμή, η θαυματουργή δεξαμενή του Σιλωάμ —απ’ την περιοχή της Ιερουσαλήμ, κατά τας Γραφάς— κι έπρεπε να βουτήξουμε μέσα ως κουτσοί, κουλοί, τυφλοί, τέλος, βαριά ασθενείς, την ώρα ακριβώς πού αλλάζουν τα νερά.
Ποιά ήταν όμως αυτή η Στέλλα που έφερνε στο πέρασμά της αυτόν τον σάλο κάτω από τις μαύρες σχολικές ποδιές μας; Στέλλα τη λέγανε, και τί μ’ αυτό; Μήπως τόσες και τόσες Στέλλες, Στυλιανές, Στελίτσες, Στελάρες και Λίστες δεν θα κυκλοφορούσαν απ’ το πρωί ως το βράδυ σ’ όλους τούς δρόμους της πόλης, καθώς και μπροστά από τα κάγκελα του σχολείου, αφήνοντας μας αδιάφορες, ακόμα κι αν ξέραμε ότι τις λέγανε έτσι; Στο κάτω της γραφής δεν ήταν δα και κανένα όνομα να σε συναρπάζει, να σε ταξιδεύει σε εξαίσια τοπία όπου μπορείς να ξεχαστείς, να στοχαστείς ή να ονειροπολήσεις οτιδήποτε προκειμένου να ζήσεις κάτι ολότελα δικό σου, ούτε σε παρέπεμπε σε ονόματα γυναικών οι οποίες είχαν παίξει ρόλο σημαντικό στη ζωή και στην ιστορία, ερωτικό ή δραματικό, ηρωίδες, παραδείγματος χάριν, της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας όπως Αντιγόνη, Μήδεια, Ηλέκτρα, δεν σε ηλέκτριζε λοιπόν ουδόλως το όνομά της ως όνομα, αντίθετα ήταν κάπως μπανάλ, είχε κάτι το παρακατιανό, λίγο το βάρβαρο ίσως, ήταν ένα όνομα κάπως λαϊκό, φτωχό, της γειτονίας, νι πούμε.
Τί αντιπροσώπευε, λοιπόν, αυτό το όνομα για μας; Τότε βέβαια, ή Στέλλα του Κακογιάννη ήταν ακόμα ανύπαρκτη για να κάνουμε τούς ανάλογους συνειρμούς, συγκρίσεις, ή τέλος πάντων ταυτίσεις που το λιγότερο θα άναβαν μεταξύ μας συζητήσεις, με διαφορές ίσως, σε καλλιτεχνικό, αισθητικό, ούτως ειπείν, επίπεδο, όσο για τη Στέλλα Βιολάντη του Ξενόπουλου, των αγνοούσαμε αθώα όλες, εν έτει χίλια εννιακόσια σαράντα επτά με σαράντα οκτώ.
Δεν ξέρω αν, βλέποντας αυτή τη Στέλλα σε κάποιους άλλους δρόμους, με άλλους πολλούς ανθρώπους, θα είχαμε την ικανότητα να την ξεχωρίσουμε, να τη διαλέξουμε, ως μια δική μας αποκάλυψη, να τη βγάλουμε δηλαδή έξω από την αγέλη του δρόμου και να τη στήσουμε στο βάθρο πού της άξιζε. Όμως, καθώς τη βλέπαμε να περνάει απ το δικό μας δρόμο, μόνη πάντα, να κατεβαίνει αγέρωχη τήν οδό Σχολείων, τη σημερινή Ικτίνου, κατευθυνόμενη προς την Τσιμισκή, ένας αέρας δυνατός, θαρρείς, μας σήκωνε και μας κολλούσε κατάσαρκα στα κάγκελα του σχολείου, κι ήταν για μας κάθε φορά μια ομορφιά φανταστική, ένα όραμα πού μας έβγαζε απ’ τη ρουτινιασμένη σχολική ζωή μας, από κείνο το μαγγανοπήγαδο της τάξης μι τους λογής εξαναγκασμούς της, τις μαθηματικές απωθητικές πράξεις που το ίδιο μας το σώμα τις έσπρωχνε προς το παράθυρο, ζητώντας να τις ανταλλάξει με μια εικόνα γλαφυρή, μια ονειροπόληση που την είχαμε ανάγκη, πέρα από τις γνώσεις και της… γνωσιολογικές φιλοσοφίες.
Ποιά ήταν αυτή ή γυναίκα και πού πήγαινε κάθε μέρα σχεδόν, καμιά μας δεν ήξερε. Και τι μ’ αυτό; Μας έφτανε η θέα αυτής της θεάς, στο δρόμο, με το αρχοντικό περπάτημά της — τα υψηλά τακούνια δεν ήταν μόνο μια φυσική της ισορροπία πάνω στον ανώμαλο, τότε, δρόμο, άλλα και μία, ανεπαισθήτως αισθητή, χορευτική κίνηση, κρυφή σχεδόν. Ο επιμελημένος κότσος των κατάμαυρων μαλλιών της τραβηγμένα πίσω με απόλυτη επιδεξιότητα, έμοιαζε σ εκείνον μιας ανδαλουσιάνας χορεύτριας κι άφηνε ολότελα γυμνή και διάφανη την έκπαγλη ομορφιά του προσώπου της, με τα μεγάλα μάτια και τα σαρκώδη χείλη, κι αν ήταν απαραίτητο να την παρομοιάζαμε με κάποια καλλονή του Χόλιγουντ, θα λέγαμε ότι είδαμε με τα ίδια μας τα μάτια την Αβα Γκάρντνερ στην οδό Ικτίνου, μέρα μεσημέρι, κι αυτό κανείς δε θα είχε το δικαίωμα να μας το αμφισβητήσει.
Με την αποφοίτηση μας από το γυμνάσιο, είχαμε χάσει για πάντα τη Στέλλα. Καμιά μας δεν τη θυμόταν πια. Τα χρόνια είχαν περάσει. Από τη δυτική πλευρά της πόλης, βρέθηκα να κατοικώ κοντά στην Καμάρα, στην Ιωάννου Δέλλιου —ανάμεσα στην Πρίγκηπος Νικολάου και την Εγνατία— γειτονιά χωρίς να συνθλίβεται, ευτυχώς.
Κι άξαφνα μία μέρα την είδα! Ή Στέλλα περνούσε από δίπλα μου και δεν ήταν φαντασία ή φαντασίωση, αλλά η Στέλλα με σάρκα και οστά, κομψή, καλοστεκούμενη ακόμα, παρ’ όλα τα χρόνια πού είχαν μεσολαβήσει από τότε — τα μαύρα γυαλιά της ίσως να κάλυπταν κάποιες ρυτίδες κάτω από τα μάτια της αλλά τί μ’ αυτό; Η Στέλλα ήταν εδώ, φερμένη απ’ τα εφηβικά μας χρόνια, ολόκληρη, όπως τότε που είχαμε λατρέψει την ομορφιά της, πίσω απ’ τα κάγκελα της φυλακής μας.
Έκτοτε, την έβλεπα τακτικά στην Πρίγκηπος Νικολάου, τη σημερινή Αλεξάνδρου Σβώλου, και πότε την κοίταζα κρυφά, πότε απέφευγα να την κοιτάξω, όχι από αδιαφορία, καθόλου, αλλά σαν να ήθελα να την προστατέψω από μια μοιραία αλήθεια πού θα την έκανε να αισθανθεί το γκρέμισμα, επειδή τώρα την κοίταζα μ’ εκείνο το ψύχραιμο βλέμμα που οι αποστάσεις του χρόνου φροντίζουν πάντα, μ’ ένα σκληρό (ή μήπως σοφό;) τρόπο, να «χειραγωγούν». ‘Από την άλλη μεριά είχα την εντύπωση, κάτι σαν βεβαιότητα μάλλον, ότι με είχε αντιληφθεί, ότι κάτω από τα μαύρα γυαλιά της με κοίταζε κι εκείνη, ανυποψίαστη βέβαια, ίσως όμως με μια αγωνιώδη επιθυμία —αυτό μπορώ να το υποθέσω αν όχι να το ισχυριστώ— νά β ε β α ι ω θ ε ι απ’ το δικό μου βλέμμα.
Μία μέρα πού τη βρήκα να ψωνίζει απ’ τον δικό μου κρεοπώλη, στην Ιωάννου Δέλλιου, δεν άντεξα και της τα είπα όλα, για τότε, στην Ικτίνου… Κολακεύτηκε και μ’ ευχαρίστησε μ’ έναν απλό τρόπο, χωρίς να κρύβει τη χαρά της, ίσως κιόλας να είχε συγκινηθεί ολόψυχα, ποιος ξέρει, πάντως μου ομολόγησε το οδυνηρό κόμπλεξ της κόρης της, από μικρή, καθώς οι συγγενείς και οι φίλοι της περιγράφανε την ομορφιά της μαμάς της, δήθεν όμως τώρα το είχε ξεπεράσει επειδή κι εκείνη ήταν όμορφη — δεν τη γνώρισα βέβαια ποτέ, για να κάνω τη σύγκριση.
Είχα πολύ καιρό να τη συναντήσω στους κοι+νούς μας δρόμους, ίσως περισσότερο από ένα χρόνο κι αναρωτιόμουν τί να απέγινε, πώς χάθηκε απ’ τα μάτια μου. Την αδελφή της, με την οποία βγαίνανε συχνά, την απαντούσα ιστούς ίδιους δρόμους, μόνη της, καθώς και τον ασπρομάλλη αδελφό της, γιατρό στην Υγειονομική Υπηρεσία της οδού Μοναστηρίου — ίσως συνταξιούχος τώρα. Εκείνη όμως που ήταν; Μου ερχόταν καμιά φορά να σταθώ μπροστά τους και να τους ρωτήσω, μήπως πήγε σ’ άλλη γειτονιά, αν ζει, αν έχει πεθάνει, αλλά πώς να το κανα αυτό, με ποιά ιδιότητα κι από που κι ως που; Πώς να τούς εξηγουσα ότι…
Κι ένα πρωί, καθώς ετοιμαζόμουν να περάσω απέναντι στην Αγγελάκη, για τη στάση των λεωφορείων, την είδα. Υποβασταζόμενη και υποβοηθούμενη από μια γυναίκα, δεν ήταν ή Στέλλα, αλλά το ομοίωμα της. Είχε κοντύνει άξαφνα, τα μαλλιά της ίσια κομμένα, τα μάτια της χωρίς τα μαύρα γυαλιά, εκτεθειμένη πια, αφημένη στη θέα του δρόμου, δεν θύμιζε τίποτα από την έκπαγλη ομορφιά της που γι’ αυτήν ριχνόμασταν τότε στα κάγκελα.
Ώστε αυτό ήταν. Η ωραία Στέλλα αναχωρούσε ήδη για τις περιοχές του μύθου, μ’ έναν τρόπο όμως ταπεινωτικό, άκρως προσβλητικό από την ίδια τη ζωή, χειρότερο κι από τον ίδιο το θάνατο.

.

.

Η ΠΑΡΑΙΤΗΣΗ Διηγήματα (2002)

.

Στο μνημόσυνο

.

Έτρωγαν κι έπιναν, αλλά για κείνον καθόλου δεν μιλούσανε. Ούτε τ’ όνομα του ανέφερε κανείς.
Σαν να μην είχε υπάρξει ποτέ.
Άλλα λόγια, διάφορα, αδιάφορα, κι άντε στην υγειά ημών των ζωντανών, αλλά για κείνον, τον απόντα, τον εκλιπόντα, ούτε λέξη.
Ακόμα και το πατροπαράδοτο, το χριστιανικό έθιμο του κόκκινου κρασιού σε τέτοιες περιπτώσεις είχε ξεθωριάσει θαρρείς, ήταν άσπρο τώρα, ή μήπως το αίμα του νεκρού είχε αλλάξει πια, είχε από καιρό ασπρίσει, σαν το νερό της βροχής ή σαν το πόσιμο νεράκι που ξεδιψάει τους ζωντανούς, κι από κόκκινο είχε πάρει την απρόσωπη μορφή του;
Άσπρο κρασί σαν ξεθυμασμένη και ξεθωριασμένη ζωή πίνανε τώρα, κι όχι το κόκκινο του έρωτα ή το κόκκινο της μακαριάς και του μνημόσυνου, κατά το πρέπον.
Άλλοι καιροί, βλέπεις, σήμερα και, καθώς το κόκκινο βαράει κατακούτελα καμιά φορά, οι ζωντανοί προσέχουν την υγεία τους και προτιμούν το λευκό, να ‘χουν το κεφάλι τους ήσυχο.
Τους είχε συνεπάρει σχεδόν αυτή η σύναξη τους γύρω από ένα τραπέζι — εδώ κι εκεί πυκνές παρέες φωνασκούσαν «χαμηλόφωνα». Όπου και να έστρεφες να διακρίνεις πρόσωπα γνωστά που είχες καιρό να τα δεις, ίσως και χρόνια, τα ‘βλεπες χαμογελαστά και κατηφή μαζί, πάντως ευχαριστημένα από τα πλούσια εδέσματα — προσφορά των τεθλιμμένων — και το ποτήρι με τ’ άσπρο κρασί στο χέρι πάντα.
«Πώς είσαι, Κώστα, τι γίνεσαι, Κούλα, κι εσύ, Γρηγόρη; Μακριά έκατσες, Νίτσα, δεν σ’ ακούω.»
«Καλά, καλά ‘ς τα λέμε, καλούτσικα, τι να πεις» — δύσκολα ή καθόλου βγαίναν τα προσωπικά.
Μια σύναξη ηλικιών, σωμάτων ακατάβλητων ή καταβεβλημένων, διέκρινες δεν διέκρινες τη διαφορά εκεί. Συναντήσεις που γίνονται ως επί το πλείστον σε «τέτοια» γεγονότα, ενώ αλλού, άλλες ώρες, μακριά απ’ αυτή τη «μαύρη» σκιά – την έβλεπες να περνά ξυστά από τα πρόσωπα όλων -, θα μπορούσαν να περάσουν πιο ευχάριστα, πιο αλέγκρα, λιγότερο μαγκωμένα.
Μα ο θάνατος του άλλου είναι που τους βγάζει όλους συνήθως έξω από το σπίτι, τους υποχρεώνει
δηλαδή να τον τιμήσουν, να τον συνοδέψουν ως εκεί που δεν πάει άλλο…
«Εγώ δεν πηγαίνω ούτε στους γάμους ούτε στις βαφτίσεις, παρά μονάχα στις κηδείες, εδώ και χρόνια», είπε η Άννα.
«Και γιατί αυτό;» την ρωτούν με απορία.
«Μήπως είσαι πεισιθάνατη;» πετιέται ένας ειρωνικά.
«Αν είμαι κι αν δεν είμαι, τι μου χρειάζεται να το ξέρω; Απλώς εμένα δεν μ’ ενδιαφέρουν αυτά τα «θέατρα», κι εξάλλου στη χαρά του κανείς δεν σ’ έχει ανάγκη, το ‘χω αισθανθεί αυτό από καιρό. Πηγαίνω λοιπόν μόνο στις κηδείες, γιατί, άμα παίρνεις λίγη θλίψη από τους τεθλιμμένους, θαρρείς ότι ελαφρώνουν κάπως’ είναι δηλαδή ότι μοιράζεσαι μαζί τους το «αμοίραστο», να πούμε’ τη νιώθουν τη συμμετοχή σου, έτσι μου φαίνεται, ξεχνιούνται με τα λόγια των άλλων, προς στιγμήν έστω. Όχι ότι και στις κηδείες δεν συμβαίνουν γελοιότητες κι επιδείξεις, αλλά στους γάμους είναι ένα, πώς να το πω, σκηνοθετημένο γεγονός, ρολίστικο, κάτι σαν θεατρική παράσταση, χώρια τ ατέλειωτα εκτυφλωτικά φλας των φωτογραφικών μηχανών, τα βίντεο, που σου στραβώνουν τα μάτια για ν’ απαθανατίσουν τη ματαιότητα της ομορφιάς, μ’ εκείνη την ασύδοτη σπατάλη για ένα τόσο σοβαρό μυστήριο που είναι η υπόθεση του γάμου.»
Η Άννα σταμάτησε για μια στιγμή, είχε πάρει φόρα, άκουσε άξαφνα τη φωνή της σαν του… ιεροκήρυκα, ντράπηκε κιόλας, αλλά συνέχισε πιο ήσυχα τώρα:
«Το θάνατο τον σέβεσαι’ είναι πιο ντόμπρο γεγονός τη σκαπουλάρει δηλαδή ο άλλος μια κι έξω και δεν έχει παραπέρα, ενώ με το γάμο πίσω έχει η αχλάδα την ουρά, όταν αρχίζουν τα «άλλα» όργανα κι οι γλύκες της παστάδας το γυρίζουν στην έχθρα και στο μίσος κι άξαφνα «μη σε είδα, μη σε ξέρω» μεταξύ του το ζευγάρι — αν δεν πέφτει καμιά φορά και το ξύλο της Κολάσεως —, και τότε, στο χώμα και στη λάσπη τα στέφανα και τα νυφικά, στα μαύρα δάκρυα τα φιλιά κι οι αγκαλιές. Κατάλαβες τώρα τη φιλοσοφία μου;»
Άλλοι χαμογέλασαν ελαφρώς, άλλοι συγκατένευσαν κουνώντας το κεφάλι, πήραν το ύφος της μελαγχολίας, κι εκείνα τα «καλά τα λες, γνωστά τοις πάσι αυτά» βγήκαν από το στόμα κάποιου και για μια στιγμή σιώπησαν όλοι.
«Μας χρειάζεται ένας χώρος συνάντησης», είπε άξαφνα ο Λάμπρος για να κόψει την παγωμάρα γύρω τους, «ένα καφενείο ας είναι στο κάτω της γραφής, μια και τα σπίτια μας γινήκανε πια χώρος ιδιωτικής υπόθεσης.»
«Και βέβαια να ξαναβρεθούμε», πέταξε κάποιος με μια ειλικρίνεια κι αυθορμησιά στη φωνή του,
όχι όμως με αφορμή τέτοια γεγονότα, αλλά αλλιώς.»
Τα είχαν ξαναπεί και τα είχαν ξανακούσει αυτά τα λόγια, ήταν μια έκφραση επιθυμίας, ούτε λόγος όλοι ήθελαν τη συναναστροφή’ τους συνάρπαζε η ανταλλαγή απόψεων για το άλφα ή βήτα θέμα, για το τάδε ή το δείνα πρόσωπο’ το
ευχαριστιόντουσαν να ‘ναι όλοι μαζί, να χαίρονται τη ματιά και το άγγιγμα του άλλου, να λεν ανέκδοτα, να κουτσομπολεύουν ηδονικά, να «θάβουν» εχθρούς και φίλους, μα συνήθως κλείνονταν όλοι στο ιδιωτικό τους καβούκι σαν τις χελώνες, θαρρείς από
ένα αίσθημα κινδύνου, σαν να οχυρώνονταν από κάποιον αόρατο εχθρό ή σαν να απειλούνταν η ίδια η ζωή τους.
Σε άλλη κηδεία, σε άλλο μνημόσυνο ίσως, σκεφτόταν μελαγχολικά η Άννα καθώς γύριζε στο σπίτι της.

.

Η παραίτηση

.

Στεκόταν μπροστά στη θάλασσα μόνο με τα κάτω μέρη των ποδιών της μες στο νερό, με την πλάτη της να τσουρουφλίζεται απ’ τον μεσημεριάτικο ήλιο και με μια δική της σαιξπηρική παράφραση μες στο μυαλό, να μπει κανείς ή να μην μπει, που της είχε κολλήσει εδώ και ώρα και που της πήγαινε γάντι, καθώς διύλιζε τον κώνωπα προκειμένου να πάρει τη μεγάλη απόφαση.
Φοβόταν μην την πιάσει καμιά κράμπα μες στο νερό, μην τύχει και πατήσει κανέναν αχινό και μπουν τ’ αγκάθια του στις φτέρνες της, μην της δαγκώσει τη γάμπα κανένα ψάρι που θα ‘χει χάσει τα νερά του και λιγοθυμήσει απ’ την τρομάρα της, να μην κολλήσει στο λαιμό της ή στο μούτρο της καμιά μέδουσα και πάθει συγκοπή καρδίας, να μην περάσει αστραπιαία κι άξαφνα το κρις-κραφτ του νεαρού γείτονα και της κόψει κανένα χέρι ή κανένα πόδι.
Βούτα κι εσύ, τι το σκέφτεσαι και το μελετάς και δεν ξεκολλάς από κει, σαν στήλη άλατος μένεις τόσην ώρα, φοβάσαι; τι φοβάσαι; να, εδώ στα ρηχά άσε το σώμα σου να ξαπλώσει, να δροσιστείς λίγο, να δεις τον γαλάζιο ουρανό ανάσκελα.
Θυμόταν τα παλιά καλά καλοκαίρια, όταν τραβούσε για τα βαθιά κι η μητέρα της τρόμαζε κι έλεγε «δεν φαίνεται το κεφάλι της, π’ ανάθεμά τη, θα σκυλοπνιγεί καμιά ώρα» και ζητούσε τα κιάλια απ’ τον Αμερικάνο, να τη διακρίνει πέρα στ’ απύθμενα νερά, όπου ολομόναχη αρμένιζε, δοκίμαζε την αντοχή της, τα νεανικά της κότσια.
Λίγο ακόμα, λίγο ακόμα αν το πάω, θα ‘χω νικήσει φόβο και τρόμο, θα ‘χω γεμίσει τόση χαρά όσο το νερό που με σηκώνει’ τι ναι σάμπως η ζωή; ένα νερό κι ένα χώμα είναι, σιγά τον μπαμπούλα κολύμπα λοιπόν, δώσ’ του, τράβα μακριά, άνοιξε το νερό με το κορμί σου — το χώμα αργότερα…
Μπήκε εντέλει, μπήκε με κρύα καρδιά, εκεί μπροστά σχεδόν, δυο τρία μέτρα μόνο από την αμμουδιά, πλατσούρισε αστεία, μπήκε κιόλας σαν φοβισμένο ζώο, σαν ανάπηρη που προσέχει μη σπάσει στα δυο, μην απομείνει σύξυλη εκεί μέσα στα κρύα μπούζι νερά, φανταζόταν να μπαίνουν τρέχοντας, δρασκελώντας τα κύματα, άντρες γεροδεμένοι, να τη σηκώνουν σαν κούκλα βιτρίνας, να την τοποθετούν με πολλή προσοχή σε φορείο κι ύστερα, με σειρήνες και κόκκινα φώτα που αναβοσβήνουν, να την τρέχουν στα διημερεύοντα, φανταζόταν τους δικούς της να οδύρονται, «τι το ‘θελες το θαλασσινό μπάνιο στην ηλικία σου;», να τη βρίζουν κι από πάνω, μέσα στον πανικό τους.
Κολύμπησε λοιπόν εκεί στα ρηχά νερά, ταπεινωμένη κι εξευτελισμένη μέσα της, αντιήρωας τώρα μιας μακρινής εποχής, όπου τότε κανένας φόβος δεν τη λύγιζε — όχι πως δεν τον είχε από μικρή στον ύπνο και στον ξύπνο της εκείνο τον μόνιμο εφιάλτη —, κολύμπησε σαν γέρικο σκυλί και απόκαμε, τσακίστηκε στην προσπάθειά της να δείξει για ακόμα μια φορά στον εαυτό της, έστω επί ματαίω, τη δύναμη και την αντοχή της μες στο υγρό στοιχείο, όπου καμία νίκη πια δεν θα της χαριζόταν, κανένα κλέος δεν θα λάμπρυνε τις μέρες της, κι ήξερε καλά τώρα ότι ήταν η τελευταία φορά που είχε κάνει αυτή την αποκοτιά, ν’ αποφασίσει μια πράξη άδοξη, αν όχι γεμάτη κινδύνους για το τωρινό της σώμα.
Βγήκε από τη θάλασσα σαν τη βρεγμένη γάτα, ούτε πήγε κάτω από το κρύο ντους να ξεπλύνει τ’ αλάτια και τα φύκια απ’ το κορμί της, τράβηξε ίσια στο δωμάτιο της με μια νέα εξουθένωση κι έτσι όπως ήταν, χωρίς να βγάλει το μαγιό της, ξάπλωσε βαριά, σαν κήτος, στα γαλάζια σεντόνια του κρεβατιού της και κοίταζε για ώρα πολλή το άσπρο φρεσκοασβεστωμένο ταβάνι, που γινόταν άξαφνα γκρίζο μέχρι μαύρο από το στυλωμένο εκεί βλέμμα της — μούσκευε σιγά σιγά το σεντόνι από κάτω της, σαν να ‘ταν δάκρυα αρμυρά από άλλη πηγή του σώματος της, δάκρυα που δεν μπορούσαν να κυλήσουν απ’ τα μάτια της, σαν να ‘χαν άξαφνα στερέψει οι δακρυγόνοι αδένες της.
Κάποια στιγμή, σηκώθηκε απότομα απ’ το κρεβάτι, έβγαλε το σεντόνι της στην απλώστρα, ξεκόλλησε το μαγιό απ’ το κορμί της με κινήσεις σπασμωδικές, βίαιες σχεδόν, σαν να ‘ταν πράγμα μιαρό ή σιχαμερό ερπετό, μαλάκιο της θάλασσας, ντύθηκε κάπως ράθυμα μπρος στον καθρέφτη, χτένισε τα μαλλιά της μ’ επιμέλεια κι άφησε ένα γκρίζο σγουρό τσουλούφι να πέφτει στο μέτωπο της, έβαψε ελαφρά τα χείλη της, άναψε ένα τσιγάρο με ήρεμα δάχτυλα, βγήκε στο μπαλκόνι με βήματα σταθερά αλλά λίγο κουρασμένα κι έγειρε αναπαυτικά, σχεδόν ηδονικά, σε μια σεζλόνγκ, κοιτάζοντας πέρα κι απολαμβάνοντας τη γαλάζια απεραντοσύνη και τις βουτιές των μικρών παιδιών, ενώ τα εγγόνια και τ’ ανίψια της τη φώναζαν χαζά μέσ’ απ’ τα νερά «χαλόου, γιαγιά… χαλοου, θεία… τσάο… τσάο…».
Καλύτερα από το μπαλκόνι μου ν’ απολαμβάνω την υγρή ομορφιά, εκ του ασφαλούς, είναι μία
αφοσίωση κι αυτό, μια αγάπη ήσυχη κι ακίνδυνη, που μπορώ, άμα θέλω, να μην τη στερηθώ όσο έχω το βλέμμα μου και τις αισθήσεις μου ζωντανές, όσο δύναμαι ν’ αγναντεύω τα μακρινά καράβια, τις άσπρες, απαστράπτουσες κι από τον ήλιο ξεξασπρότερες βαρκούλες, και το ηλιοβασίλεμα πίσω από τον Όλυμπο, και το βράδυ, ως αργά, τ αυγουστιάτικο φεγγάρι με τα μάτια, μύτη, στόμα, όταν γίνεται πανσέληνος.

.

Η γάτα

.

Αυτό τότε κι αν δεν ήταν ολότελα τρελό, γελοιοποίηση πλήρης του θανάτου, όταν το τάδε νοσοκομείο την ειδοποίησε για το τετέλεσθαι της μητέρας της κι εκείνη έτρεξε με την ψυχή στο στόμα, ντυμένη στα μαύρα, να πάει εκεί στο σκοτεινό της κρεβάτι, όπου ακόμα την είχαν σκεπασμένη ως το κεφάλι μ’ ένα άσπρο σεντόνι, και μόλις μπήκε μέσα στο δωμάτιο και προχώρησε κατευθείαν να την ξεσκεπάσει, να δει το πρόσωπο της, να πειστεί ιδίοις όμμασι για κείνο που της ήταν ακατανόητο, σαν ένα ψέμα που γρήγορα θ’ αποκαλυπτόταν, σαν μια σκευωρία, σατανικό παιχνίδι που της είχανε στήσει άγνωστες, αποτρόπαιες δυνάμεις, μόλις λοιπόν τράβηξε το άσπρο σεντόνι με χέρια που τρέμανε σαν πουλιά χτυπημένα από βόλια άσπλαχνων κυνηγών, πετάχτηκε μέσα από το σώμα της νεκρής μητέρας της μια γάτα ολόμαυρη, τσιτωμένη, ανατριχιασμένη, μ’ ένα άγριο, τρομακτικό «νιαρρρ…», πετάχτηκε μέσα απ’ τ’ άσπρο κάλυμμα, κι εκείνη, έντρομη, πάτησε μια τσιριχτή φριχτή φωνή, που ακούστηκε σ’ όλο σχεδόν το νοσοκομείο, και τρέξανε μέσα δυο χοντρές νοσοκόμες, κι όταν άρχισε να τους εξιστορεί το γεγονός τραυλίζοντας, εκείνες τις έπιασε ένα ακατάσχετο γέλιο, που ήταν αδύνατο να το σταματήσουν, πόσο μάλλον να το πνίξουν, «πώς βρέθηκε, διάολε, αυτή η γάτα κάτω απ’ το σεντόνι της μητέρας σου, πώς και πότε τρύπωσε μέσα κει, από πού ξεφύτρωσε και δεν το πήραμε χαμπάρι, ήμαρτον, Θε μου», είπε η μία απ’ τις δυο με το ζόρι απ’ τα γέλια, κι η άλλη πήγε και της έφερε ένα ποτήρι νερό, να μην της κοπούν τα ήπατα, «πιες το όλο, να συνέλθεις λίγο απ’ την τρομάρα σου», της είπε, και πάλι γελάκια, χαμηλά τώρα, σαν από σεβασμό στο σοκ της, όμως γελάκια φανερά, μολονότι πνιγμένα, ώσπου άξαφνα έσπασαν αλλιώτικα κι εκεινής τα χείλη κι ακούστηκε το γέλιο της συγκοπτόμενο μεν, συγκρατημένο, λυτρωτικό οπωσδήποτε, κι ας ήταν ανάμεικτο με κλάμα, και γι’ αρκετή ώρα γέλια και κλάματα, κλάματα και γέλια, ένα κι ανάκατα όλ’ αυτά.

.

ΟΙ ΜΙΚΡΕΣ ΧΑΡΕΣ Διηγήματα 2005

.

Σχέση

.

«Τι τα θέλεις, τι τα γυρεύεις» συνήθιζε να λέει συχνά, σαν επωδό, όταν οι κουβέντες μεταξύ τους έφταναν σε κάποιο αδιέξοδο ή σ’ ένα σημείο επικίνδυνης πλήξης.
Το χειρότερο βέβαια ήταν το τελευταίο, κι όχι το αδιέξοδο, επειδή αυτό έπαιρνε άξαφνα μια αναπάντεχη, φωτεινή στροφή, και τότε βρίσκονταν κι οι δυο τους σ’ ένα ξέφωτο, κι αποκεί που δεν το περίμεναν άρχιζαν με νέα διάθεση να εξερευνούν άγνωστα τοπία σκέψης, καινούργιες αφετηρίες μέσα από το τίποτα, ώστε να φτάνουν πάλι σε απροσδόκητες εντάσεις.
Συνομιλούσαν πότε φανερά και σταράτα, με μια ειλικρίνεια που ενδόμυχα τους εξέπληττε κι αυτούς τους ίδιους, και πότε με υπαινιγμούς και ελιγμούς, αυτομάτως θαρρείς υπολογισμένους.
Ήταν ένα παιχνίδι που τους άρεζε και τους ευχαριστούσε, χωρίς ίχνος ανταγωνισμού, αλλά και χωρίς αυταρέσκεια.
Όσο για τις ώρες της πλήξης, που σιγά σιγά σαν ένα φυτό αναρριχητικό ανέβαινε απάνω τους και με τον σφιχτό εναγκαλισμό του τους μάγκωνε τη διάθεση να προχωρήσουν σε μιαν ενδιαφέρουσα διάρκεια συναναστροφής και συνύπαρξης, αυτό κι αν δεν ήταν μια πνευματική κατάθλιψη η οποία τραβούσε ως τα άκρα, απ’ όπου τους έπαιρνε καιρό να γυρίσουν πίσω και να αισθανθούν ότι είναι ζωντανοί και έτοιμοι. Έτοιμοι για τι, και για ποιες πράξεις;
Το «Τι τα θέλεις, τι τα γυρεύεις» ήταν λοιπόν μια αμήχανη ενδιάμεση έκφραση εκείνου, χωρίς καν φανερό αναστεναγμό, αλλά σαν μια αποφασιστική αναφορά σε μια υπολανθάνουσα εντούτοις γνώση, σαν να ‘ταν κάθε φορά αποφασισμένος να πει: «Αν συνεχίσουμε αυτήν τη σχέση ή αυτήν τη συζήτηση, πάλι θα φτάσουμε στα όρια μιας δυσάρεστης συνέχειας, εκεί όπου τίποτα δεν προωθεί μια ευχάριστη διάρκεια, μια αποκαλυπτική χαρά, ένα έρεισμα τέλος πάντων της ύπαρξής μας».
Αδημονούσε εκείνη για την κάθε συνάντηση τους, κι απ’ την άλλη μεριά αισθανόταν ότι οι εκπλήξεις κάποτε θα τελείωναν μέσα σε μια επανάληψη, ότι ήταν ζήτημα χρόνου αυτό το παιχνίδι ανάμεσα τους κι ότι ο κορεσμός ή το ξέφτισμα καραδοκούσε να τους γκρεμίσει από στιγμή σε στιγμή μέσα στο άδειο και το τίποτα. Το υπολόγιζε αυτό σχεδόν με μαθηματική ακρίβεια, επειδή βαθμηδόν το έβλεπε ήδη μέσα της σαν σε καθρέφτη όπου κοιταζόταν πότε μονάχη και πότε μ’ εκείνον —δύο πρόσωπα κοντά κοντά—, μ’ ένα αφηρημένο βλέμμα, που δεν επικεντρωνόταν ποτέ στον άλλον, ούτε καν στον ίδιο τον εαυτό της. Το κοίταγμα για το κοίταγμα και τίποτε άλλο. Έτσι ουδέτερο κι απρόσωπο, καρφωμένο σ’ ένα καθρέφτισμα απλανές, ήταν ό,τι θανατερό θα μπορούσε να την γκρεμίσει στο βάραθρο μιας ανυπαρξίας.
Τι ανατρεπόταν τάχα όταν ο ένας δίπλα στον άλλον, με τα σώματα τους ν’ αγγίζονται πότε τυχαία και πότε ηθελημένα, και μ’ ένα ποτήρι στο χέρι, ψελλίζοντας κάποια λόγια και συνάμα σιωπώντας, κοιτάζονταν κρυφά και φανερά μες στους καθρέφτες του μπαρ;
Αν ήταν το βλέμμα τους στραμμένο στον κόσμο που εκεί μέσα γελούσε και θορυβούσε ασύστολα, εκεί όπου μια μουσική με πολλά ντεσιμπέλ προσπαθούσε να αποπροσανατολίσει τις σκέψεις του και τα αισθήματα τους, ίσως αυτό να ‘ταν μια υπεκφυγή και για τους δυο, μια πρόφαση η οποία εκ των πραγμάτων, αναιρούσε το εκατέρωθεν ενδιαφέρον, όμως ήτανε κιόλας ένα προμήνυμα που τους έκανε κάθε φορά και περισσότερο να παραδεχτούν την ευεργεσία της συνήθειας η οποία αποτρέπει το φόβο μιας τελεσίδικης απόφασης, εκείνης που και οι δύο αισθάνονταν ότι πλησιάζει.
Η ζέστη απ’ το ποτό που πίνανε έκανε κάποιες στιγμές να αστράφτει το αίμα στο πρόσωπο τους, να φέρνει εκείνες τις αγαπημένες ψευδαισθήσεις οι οποίες διατηρούν μια φλόγα εφήμερη, μια έξαψη προσωρινή έστω, που ίσως τους έφτανε να διατηρήσουν μέσα τους σπίθες ερωτικές, κι αργότερα ας υποχωρούσαν κι ας γίνονταν στάχτες.
Αλλά μήπως δεν ήταν προετοιμασμένοι για το τέλος;

.

Εκείνο το πρωί

.

«Αυτά τα τραγούδια έχουν μια θρησκευτικότητα. Θα ταίριαζε ν’ ακουστούν σ’ έναν καθεδρικό ναό» είπα.
«Είναι κέλτικα τραγούδια» μου απάντησε η γκαρσόνα μ’ ένα ευγενικό χαμόγελο.
Ήταν αρκετά νέα, με καστανά, σγουρά μαλλιά, φαινόταν καλλιεργημένη και ήταν προσηνής.
Καθώς δεν είχαν ακόμη ανοίξει τα καταστήματα εκείνο το νωπό, ομιχλώδες πρωινό, ήμουν ο μόνος θαμώνας μέσα στο café-bar, όπου η γκαρσόνα διάβαζε ήσυχα μια εφημερίδα, καθισμένη σ’ ένα ψηλό σκαμπό.
Κάποια στιγμή πρόσεξα ότι τα χείλη της αναδεύονταν ανεπαίσθητα και φαντάστηκα ότι κι εκείνη έβγαινε μέσα απ’ αυτά τα τραγούδια που άκουγα με προσήλωση, πίνοντας τον καφέ μου, ή σαν να συμμετείχε σ’ αυτά, μολονότι η φωνή της τραγουδίστριας ήταν φαινομενικά μόνη, και μόνο σε κάποια μικρά μεσοδιαστήματα έμπαινε και μια άλλη φωνή, σαν κρυμμένη, αλλά πάλι η πρώτη παρουσιαζόταν κυρίαρχη στην ακοή μου, κι ένα όργανο πνευστό έπαιζε κάπου κάπου, όταν εκείνη σταματούσε για να πάρει, θαρρείς, μιαν ανάσα ή μιαν ακόμα τραγουδιστική ευχαρίστηση από τον εαυτό της, πριν να συνεχίσει πιο κατανυκτικά, πιο στέρεα μέσα στη φωνή της, όπως ένα πουλί που στέκεται πάνω στο σύρμα ή στο κλαδί ενός δέντρου και κοιτάζει αποδώ κι αποκεί, ώσπου ν’ αποφασίσει σε ποιο σημείο του ορίζοντα θα βρει έναν αέρα καθαρό κι ανάλαφρο, έναν αέρα που να ικανοποιεί τις πτητικές του δεινότητες.
«Σε ποια γλώσσα είναι αυτά τα τραγούδια; Μήπως είναι κελτική διάλεκτος;» ρώτησα πάλι την γκαρσόνα.
«Μάλλον» απάντησε εκείνη. «Είναι παραδοσιακά τραγούδια» συνέχισε σιγανά αλλά πρόθυμα «δεν μπορούμε να ξέρουμε τι λένε. Αν ήταν στα αγγλικά ή στα γαλλικά, παραδείγματος χάριν, ίσως κάτι θα καταλαβαίναμε».
«Τι χρειάζεται να καταλάβουμε τα λόγια;»
είπα. «Μας ικανοποιεί πλήρως αυτή η μουσική φωνή, κι είναι σαν να περικλείει τη γαλήνη, την ομορφιά και τη μελαγχολία που όλοι έχουμε ανάγκη. Αυτή η κατανυκτική ώρα μας απομακρύνει από την τύρβη του δρόμου και του κόσμου, επειδή κι αυτά τα διπλά τζάμια του café σας εδώ μέσα συμβάλλουν στην προσήλωση σε μια επικοινωνία σπάνια, με τον ίδιο τον εαυτό μας εννοώ, κι είναι τόσο ευεργετική αυτή η φωνή όσο η τροφή για τον πεινασμένο επαίτη».
Η γκαρσόνα δεν πρόλαβε να μου απαντήσει —δεν ξέρω καν αν σκεφτόταν ν’ ανταποκριθεί στο δικό μου λογύδριο—, επειδή άξαφνα μπήκαν κι άλλοι θαμώνες στο café-bar κι εκείνη έσπευσε να πάρει παραγγελία, αφήνοντας ανοιγμένη την εφημερίδα της πάνω στον πάγκο.
Οι νεοεισερχόμενοι έκαναν πολύ θόρυβο σβαρνώντας τα καθίσματά τους ώσπου να τακτοποιηθούν, αλλά αυτό δεν με ενόχλησε τόσο όσο το φαλτσάτο σφύριγμα του κυρίου πίσω, στην πλάτη μου —παρεμβολή φριχτή στην εξαίσια τραγουδίστρια—, γεγονός το οποίο γκρέμιζε όλη την ομορφιά κι όλη εκείνη την κατανυκτική ατμόσφαιρα την οποία, ευτυχώς, είχα αξιωθεί να ζήσω εκείνο το ευλογημένο
πρωινό.
Όταν πλήρωσα τον καφέ μου και σηκώθηκα να φύγω, η γκαρσόνα με κοίταξε μ’ ένα βλέμμα τέτοιο σαν να μου ζητούσε συγγνώμη κι είπε ένα «ευχαριστώ» που με καθήλωσε, ενώ εγώ ετοιμαζόμουν να της εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου για κείνα τα τραγούδια, αλλά δεν ξέρω γιατί δεν το έκανα. Έτσι αρκέστηκα να της ανταποδώσω το βλέμμα της με μια σιωπή που την ένιωθα να εναρμονίζεται με τη φωνή της τραγουδίστριας, σ’ ένα φινάλε που άφηνε μες στο café-bar μια παράξενη αίσθηση, κι ήταν μια δική μου σιωπή, για μια ολόκληρη δική μου μέρα.
Άνοιξα την πόρτα όσο πιο ήσυχα μπορούσα και βγήκα στη βοή του κόσμου.
Όταν αργότερα επέστρεψα στο σπίτι, κατέβασα απ’ το ράφι τον τόμο Κ μιας πολύ παλιάς εγκυκλοπαίδειας κι έμαθα τόσα πολλά για τους Κέλτες όσα για καμιά άλλη φυλή ή λαό της αρχαιότητας. Όσο για τα τραγούδια τους, δεν βρήκα καμιά πληροφορία άξια του ενδιαφέροντος και της περιέργεια μου, παρά μονάχα αυτή την αόριστη και μη ικανοποιητική αναφορά: «Μολονότι μετεχειρίζοντο και την ελληνική γραφήν, εν τούτοις δεν είναι εξηκριβωμένον αν οι Έλληνες είχον επίδρασίν τινα επί των Κελτών. Λογοτεχνίαν γραπτήν δεν είχον, διότι τα ποιήματα των Δρυϊδών (ιερείς των αρχαίων Κελτών εν Γαλατία) μετεδίδοντο δια ζώσης φωνής, απαγορευμένης της γραφής των». Τόσο μόνο.
Έκλεισα την εγκυκλοπαίδεια και την τοποθέτησα στη θέση της, στο ράφι. Αισθανόμουν τόσο μακριά από τη φυλή των Κελτών και τόσο ξένη, αλλά τόσο κοντά σ’ αυτά τα τραγούδια, που στο μικρό café είχαν τη μαγική δύναμη ν’ αλλάξουν τον χαώδη κόσμο μιας ψυχολογίας που μέσα μου έπαιρνε τον τελευταίο καιρό τερατώδεις διαστάσεις, με επικίνδυνες, μέχρι σχιζοφρενικές σκέψεις.
Αισθανόμουν ότι είχα σωθεί —έστω προσωρινά-—, κι αυτό μου έφτανε, επειδή είχα αποκτήσει καλή διάθεση, που δεν ξέρω αν καμιά άλλη αιτία ή
αφορμή θα ήταν ικανή να μου προσφέρει εκείνη την ημέρα.

.

Ένα γράμμα για πέταμα

.

Μερικές φορές σκέφτεσαι ποιο είναι το χειρότερο που θα μπορούσε να σου συμβεί και τρομάζεις, αρρωσταίνεις βάζοντας στο νου σου ένα σωρό ενδεχόμενα, όλα εφιαλτικά, απ’ όπου δεν θα μπορούσες να γλιτώσεις, όσες αντιστάσεις κι αν διαθέτεις, όσο αισιόδοξος κι αν είσαι.
Αυτή η απελπισία που ένιωσα ένα βράδυ όταν ανακάλυψα ότι δεν είχα πάρει μαζί μου, σ’ ένα ταξίδι μου, ούτε ένα μικρό μπλοκ, ούτε μια κόλα χαρτί, για να γράψω το γράμμα που είχα υποσχεθεί στο φίλο μου τον Ορέστη, ήταν ό,τι χειρότερο θα μπορούσε να μου συμβεί.
Το ξενοδοχείο όπου είχα καταλύσει αργά τη νύχτα δεν είχε μες στο δωμάτιο μου παρά μονάχα ένα έντυπο με τις απαραίτητες πληροφορίες: σε ποιον όροφο παίρνει κανείς το πρωινό του, τι νούμερο πατάμε πρώτα προκειμένου να τηλεφωνήσουμε κάπου και μερικές άλλες υποδείξεις χρήσιμες ή ολότελα άχρηστες.
Ήταν ήδη μεσάνυχτα και, καθώς το ξενοδοχείο βρισκόταν μακριά από το κέντρο της μικρής πόλης, κάθε σκέψη να ντυθώ, έπειτα από ένα ντους που είχα κάνει, και να βγω έξω προς ανεύρεση υλικού αλληλογραφίας ήταν ήδη αυτοαναιρούμενη.
Η μόνη λύση που άξαφνα βρήκε το αργόστροφο μυαλό μου ήταν το χαρτί υγείας στην τουαλέτα. Σκέφτηκα ότι αυτό θα μου έφτανε οπωσδήποτε να ξημερωθώ γράφοντας στον Ορέστη για να του αποδείξω ότι δεν αθέτησα το λόγο μου για την ορισμένη ημερομηνία αποστολής. Έπρεπε να προλάβει το γράμμα μου στο ποστ ρεστάντ, πριν να εγκαταλείψει την πόλη στην οποία έμενε εδώ κι ένα χρόνο.
Άρχισα λοιπόν να ξετυλίγω το σωτήριο ρολό και να γράφω πότε ασθματικά και πότε ράθυμα ό,τι μου ερχόταν στο νου, επειδή μια νύστα ακατανίκητη όλο και χαλάρωνε τα δάχτυλά μου, μέχρι τη σκέψη της παραίτησης, με τη μόνη πια επιθυμία να πέσω σαν ψοφίμι στο κρεβάτι και να κοιμηθώ έναν αιώνα – το πρωί θα έβγαινα να ψάξω για φάκελο, γραμματόσημα και βεβαίως για ταχυδρομείο, το πρωί θα ήταν μια άλλη μέρα για να εξερευνήσω τα πέριξ, να προσανατολιστώ στην πόλη της νέας διαμονής μου, να γνωρίσω τους δρόμους, την αγορά της, να δω πού θα μου άρεζε να παίρνω τον καφέ μου ή να γευματίζω.
Έγραφα λοιπόν, αλλά ήταν σαν να μην αποτυπώνονταν τα γράμματα στο χαρτί, επειδή το λεπτό είδος για άλλες ανάγκες κι όχι κατάλληλο για αλληλογραφία διαστελλόταν και συστελλόταν διαρκώς από το μπικ, έκανε τρύπες χαώδεις και άσεμνες, κουρελιαζόταν σχεδόν σε κάθε γραμμένη λέξη, η οποία διακρινόταν περισσότερο στο κόντρα πλακέ του μικρού τραπεζιού, εν είδει γραφείου, παρά στο ίδιο το χαρτί.
Η απελπισία μου είχε φτάσει στο απροχώρητο. Ενώ εκείνη την ημέρα το θερμόμετρο δεν έδειχνε πάνω από είκοσι βαθμούς, ο ιδρώτας στο πρόσωπό μου αλλά και στο σώμα μου μαρτυρούσε την αγωνία μου και την ανόητη δοκιμασία που περνούσα στην προσπάθειά μου να τα βγάλω πέρα μ’ έναν τόσο άθλιο τρόπο επικοινωνίας, ολότελα ανάξιο για την πολύτιμη σχέση μου με τον Ορέστη.
Ήταν βέβαια ένα οικτρό γράμμα, που ασφαλώς κανείς δεν θα έκανε τον κόπο να το αποκρυπτογραφήσει, μάλλον θα το έριχνε πάραυτα στον κάλαθο των αχρήστων με οργή αλλά και μετά βδελυγμίας, σκεφτόμενος τη μοναδική χρηστικότητά του ή πιστεύοντας ότι πρόκειται για φάρσα, για μια φάρσα κάκιστης ποιότητας και, το χειρότερο, προσβλητικής για τον παραλήπτη.
Έπεσα στο κρεβάτι μου σχεδόν σαν υπνοβάτης και αυτοστιγμεί με πήρε ο ύπνος, ένας ύπνος όμως γεμάτος όνειρα εφιαλτικά, που έκαναν τα μέλη του σώματος μου να τινάζονται σαν να τα είχε κάποιος δεμένα και προσπαθούσαν ν’ απελευθερωθούν απ’ τα δεσμά, και κάτι κραυγές άναρθρες και κάτι βογκητά άξαφνα με ξυπνούσαν, που δεν καταλάβαινα αν προέρχονταν από μένα ή απέξω, τρόμαζα κιόλας πολύ, σαν κάποιος να ήταν μες στο δωμάτιο και να μου έπαιζε παιχνίδια σατανικά, ξυπνούσα και ξανακοιμόμουν χωρίς συνείδηση για το πού βρισκόμουν, και το πρωί που σηκώθηκα πια απ’ το κρεβάτι του… Προκρούστη, ήμουν ένας άνθρωπος αγνώριστος για τον εαυτό του, ένας άνθρωπος για πέταμα, όπως αυτή η επονείδιστη επιστολή που, αντί να σταλεί στο φίλο μου τον Ορέστη, βρήκε τη θέση της στον κάλαθο των αχρήστων, κι ο Ορέστης ίσως αποδώ και πέρα να ‘ταν η μεγάλη απώλεια της ζωής μου.

.

Ντουέτο

.

«Κάθε βράδυ ο ράφτης της γωνίας μας κλείνει το μαγαζί του στις έντεκα και φεύγει».
«Πού το ξέρεις εσύ αυτό, σάμπως βλέπεις;»
«Το ξέρει η Τασία, όπως ξέρει ότι το πρώην κατάστημα, εδώ, με τα φο μπιζού, επειδή δεν πατούσε κανείς πια, γίνηκε δισκάδικο με παλιούς δίσκους, εκείνους τους μεγάλους που τους έβαζες στο πικάπ. Έχεις κι εσύ πολλούς τέτοιους, μου φαίνεται».
«Ναι, καλά θυμάσαι, εκείνοι λέγονται βινύλιο, ενώ τώρα είναι της μόδας κάτι μικρά δισκάκια, σιντί τα λένε. Πάντα υπάρχουν συλλέκτες που ενδιαφέρονται για παλιά πράγματα».
«Εσύ έχεις απ’ αυτά τα μικρά, πώς τα λένε;»
«Έχω, και τα λένε σιντί σου είπα. Εμ δεν βλέπεις, εμ δεν ακούς, τι θα γίνει μ’ εσένα δεν ξέρω».
«Σιντί είπες; Σιντί θα πει στα τούρκικα ‘’τώρα’’ ».
«Τώρα ξετώρα, αυτά λέγονται έτσι. Αυτό είναι όλο…»
«Εσύ βάζεις καμιά φορά ν’ ακούσεις μουσική;»
«Κάπου κάπου. Δεν αδειάζω πια, κι έπειτα δεν έχω διάθεση συχνά, δεν μπορώ να συγκεντρωθώ όπως παλιά, ακούω όμως απ’ το ραδιόφωνο της κουζίνας όταν μαγειρεύω ή κάνω άλλες δουλειές. Πολλές φορές κάθομαι στην καρέκλα όταν με καθηλώσει κάτι, κάθομαι και το βράδυ, στα σκοτεινά, μόνη μου. Μου αρέσει να κάθομαι στα σκοτεινά μόνη μου, τη βρίσκω μόνη μου… Κατάλαβες;»
«Άλλοτε άκουγες πολλή μουσική, άνοιγες, θυμάμαι, και τα παράθυρα και τις πόρτες του σπιτιού σου ν’ ακούνε όλοι στην πολυκατοικία μας, ιδίως το καλοκαίρι, που τα ‘χουν όλα ανοιχτά, ν’ ακούνε όλα τα κνώδαλα, έλεγες, αλλά δεν ήξερες αν τους ευχαριστούσε αυτό ή τους ενοχλούσε και μπορεί να έλεγαν από μέσα τους «Α, πάλι τη βάρεσε στο κεφάλι, την τρελή…» — την έβαζες, βλέπεις, στη διαπασών».
«Μην μ’ εκνευρίζεις τώρα, τ’ ακούς; Δεν μ εν διέφερε τι σκέφτονταν, δεν μ’ ενδιέφερε ποσώς να ξέρεις. Μια τέτοια πλύση εγκεφάλου τη χρειάζεται κανείς κάπου κάπου, ν’ ακούσουν και κάτι το ωραίο, που ξέμαθαν όλοι ν’ ακούνε, παρά μόνο να μιλάνε ξέρουν, απ’ το πρωί ως το βράδυ μπλα μπλα μπλα…»
«Μην αρχίζεις πάλι τη σολομωνική, σε βαρέθηκα πια».
«Εξάλλου το ωραίο επιθυμεί κανείς να το μοιραστεί με τους άλλους, δεν το αντέχει μέσα του μόνος του, θέλει να το χαρίσει».
«Αυτό πρώτη φορά το λες».
«Ίσως σ’ εσένα το λέω πρώτη φορά. Μάθε το λοιπόν».
«Καλά, καλά, προπάντων μην νευριάζεις, δεν το αντέχω».
«Έλα τώρα, πες μου, τι άλλο σου λέει η Τασία;»
«Μην κοροϊδεύεις, καλά που είναι κι αυτή η ευλογημένη και μαθαίνω κατιτίς από τη γειτονιά μας, ειδαλλιώς, αν περιμένω από σένα…»
«Αυτή όλα τα βλέπει, όλα τα ξέρει, έχει μάτια και στον πισινό της…»
«Η κυρία Λίτσα, η απέναντι μας, επέστρεψε απ’ το εξοχικό της μαύρη μαύρη απ’ τα θαλασσινά μπάνια.
Την είδε η Τασία επειδή χτες το πρωί άνοιξε τα παντζούρια της κι έπλενε το μπαλκόνι της πρώτα πρώτα, της φάνηκε μάλιστα της Τασίας ότι πάχυνε κάπως η κυρία Λίτσα».
«Α, έβαλε κιλά λοιπόν η γειτόνισσα, ε; Επόμενο είναι όσοι κάνουν διακοπές να τρων και να πίνουν εκεί και την Άρτα να φοβερίζουν, που λένε, άλλωστε τι άλλο να κάνουν; Πλήττουν θανάσιμα, φαίνεται, μέσα στην απραξία της καλοπέρασης και το ρίχνουν στις μάσες».
«Τα λες αυτά από κακία, επειδή εσύ δεν θέλεις να πας πουθενά το καλοκαίρι, μόνο κάθεσαι εδώ και ψήνεσαι απ’ τους καύσωνες».
«Αν ήθελα να πάω θα πήγαινα όπου γούσταρα, και μην με νευριάζεις πάλι, όταν ξέρεις τους λόγους… Πριν από χρόνια έβρισκα στις αμμουδιές χρωματιστά βοτσαλάκια, πέτρες με άσπρα λουλούδια απάνω, έβρισκα κρινάκια στην άμμο… «Στο γιαλό που του φύγαν τα καΐκια και του μείναν τα κρίνα και τα φύκια…» είπε ο Παλαμάς. Το ξέρω όλο απέξω αυτό το ποίημά του «Ανατολή • Να σ’ το πω;»
«Πες το».
«Γιαννιώτικα, σμυρνιώτικα, πολίτικα, μακρόσυρτα τραγούδια ανατολίτικα, λυπητερά, πως η ψυχή μου σέρνεται μαζί σας…» Σου άρεσε;»
«Ωραίο που είναι… Πώς τόσο μεγάλο ποίημα το θυμάσαι απέξω;»
«Τα ωραία απ’ τα παλιά δεν τα ξεχνάει εύκολα κανείς, τα τωρινά ξεχνάμε επειδή είναι πάρα πολλά, και καλά κάνουμε που τα ξεχνάμε, αλλιώς θα μας άνοιγαν το κεφάλι να βγουν έξω, θα μας σάλευαν το νου. Τ’ ακούς;»
«Τ’ ακούω, τ’ ακούω, μην φωνάζεις με την τσιριχτή φωνή σου και μου τρυπάς το τύμπανο».
«Αν δεν φωνάξω, δεν ακούς, δεν καταλαβαίνεις …»
«Καταλαβαίνω, και πολύ μάλιστα, αλλά έχεις έναν τρόπο απότομο, που με κάνει και υποφέρω καμιά φορά».
«Κι εγώ υποφέρω μαζί σου. Ίσως να ‘ναι η σκέψη ότι θα καταντήσω κάποτε κι εγώ σαν εσένα, αν ζήσω τόσο πολύ όσο εσύ…»
«Δεν ξέρω αν πρέπει να σου ευχηθώ να ‘χεις τα χρόνια μου, η μακροζωία δεν είναι καλό πράγμα. Η μακροζωία είναι καλή όταν είσαι καλά, αλλά δεν συμβαίνει ποτέ κάτι τέτοιο, έτσι καταντάει κατάρα».
«Κατάρα και καταρράκτης των ματιών… τον βρήκα τον κακό συνειρμό».
«Και μόνο; ‘’Μόνος’’ , ‘’μοναξιά ’’ , από που βγήκαν, θαρρείς, αυτές οι λέξεις, από το στόμα των γηρατειών βγήκαν. Κάποτε είχα τη φίλη μου την Καλλιόπη, πάει αυτή. Ύστερα είχα την Τασούλα, μετά τη λειτουργία της Κυριακής πηγαίναμε για καφέ στο «Πεϊνιρλί», εδώ στην Καμάρα, πίναμε τον καφέ και μαζί από μισό πεϊνιρλί. Πάει κι η Καλλιόπη».
«Τώρα έχεις την Τασία. Λίγο είναι;»
«Στη χάση και στη φέξη κι αυτή».
«Η Τασία όμως σου φέρνει πολλά νέα, να ‘χεις να σκέφτεσαι όλη τη βδομάδα».
«Να σκέφτομαι, είπες. Μήπως κάνω κι άλλη δουλειά; Κουράστηκα να σκέφτομαι… Τη Μένη τη βλέπεις καμιά φορά;»
«Πολύ αραιά. Έχει κι εκείνη την υγειά της χαλασμένη. Δασκάλα δεν ήταν;»
«Ως διευθύντρια βγήκε στη σύνταξη. Ωραία γυναίκα είναι».
«Ήταν».
«Έστω. Πόσοι πέθαναν στην πολυκατοικία μας αφότου μένουμε εδώ;»
«Να μετρήσω: ένας ο Στάθης ο διπλανός μας, δύο ο Σιμιρδάνης, τρεις η Σιμιρδάναινα, τέσσερις η κυρά-Μαρία η αποπάνω μας, πέντε ο Λάζαρος της Μένης, έξι η Καίτη η Θεοδώρου… Αυτοί».
«Πέρασε από καιρό η σειρά μου. Όλοι αυτοί ήταν νεότεροι μου τότε».
«Αυτά δεν έχουν σειρά, δεν βλέπεις; Νέοι, κατανέοι, πεθαίνουνε σήμερα στο άψε σβήσε».
«Το ξέρω…»
«Ας αφήσουμε τα πένθιμα. Πες μου τώρα τι σκέφτεσαι όταν μένεις μόνη ή ώσπου να ‘ρθει κανένας να σου κάνει παρέα».
«Το τι σκέφτομαι δεν μπορώ εύκολα να σου το πω, όπως δεν μπορώ να σου περιγράψω και τα πολλά όνειρα που βλέπω τη νύχτα. Συνέχεια βλέπω όνειρα, πότε εφιαλτικά, πότε τρελαμάρες κι ανοησίες, εγώ, που ποτέ στη ζωή μου δεν έβλεπα όνειρα. Από τότε που πέθανε ο μπαμπάς σου δεν τον είχα δει ούτε μία φορά στον ύπνο μου και το είχα καημό, γιατί άραγε δεν έρχεται; έλεγα μέσα μου, και τώρα τελευταία τον βλέπω πολύ συχνά».
«Τον αγαπούσες;»
«Μην με ταράζεις με τέτοιες ερωτήσεις! Ήταν ο άντρας μου και ο πατέρας των παιδιών μου».
«Δεν φτάνει αυτό, δεν είναι αρκετό το αυτονόητο…»
«Πάντα είχες την τάση να βάζεις το μαχαίρι στο κόκαλο. Αυτό το θεωρώ ασέβεια από μέρους σου, το λιγότερο απρέπεια».
«Καταλαβαίνω. Δεν θέλει κανείς να τα τινάξει όλα στον αέρα, ίσως δεν έχει τα κότσια, και δεν είμαι χαζή για να μην το κατανοώ αυτό, απ’ την άλλη μεριά όμως… μια ζωή στην κόλαση…»
«Ό,τι και να κάνεις, δεν γλιτώνεις απ’ αυτήν. ..»
«Δίκιο έχεις. Πες μου λοιπόν τώρα τα ωραία μόνο, να τα ξαναθυμηθείς, ν’ αλλάξουμε χαβά και διάθεση».
«Όταν ήρθε για πρώτη φορά στο σπίτι ο μπαμπάς σου —ο λόγος δόθηκε στης θείας Ευτέρπης— και μπήκε στην κουζίνα να πλύνει τα χέρια του προτού καθίσουμε στο τραπέζι, εγώ πίσω του περίμενα κλαρίνο μ’ ένα ανοιχτό πεσκίρι, και καθώς γύρισε το σώμα του προς τα μένα να πάρει το πεσκίρι να σκουπιστεί, μου σκάει ένα φιλί στο μάγουλο, λέγοντάς μου: «Το πρώτο μας». Εγώ ξαφνιάστηκα, κοκκίνισα, έτρεμαν για ώρα τα πόδια μου. Φιλούσε πολύ γλυκά ο μπαμπάς σου, με φρόντιζε στο κρεβάτι…»
«Α, έτσι. Δεν είναι λίγο αυτό που μου λες… Πρώτη φορά μού το λες αυτό…»
«Τη βραδιά του κανονικού αρραβώνα μας έγινε μεγάλο γλέντι. Σφάχτηκαν από την προηγούμενη μέρα αρνιά, κατσίκια, και τι κοκορέτσια, τι πουλάδες, τι πίτες… έρεε το κρασί, οι νταμιτζάνες πήγαιναν κι έρχονταν, οι άντρες γίνηκαν φέσι, ο παππούς σου τύφλα, δεν έβλεπε μπροστά του, και κάποια στιγμή τον βλέπουμε να κυλιέται κάτω στο πάτωμα με τη μούρη πασαλειμμένη γιαούρτι, μόνο τα μάτια του φαίνονταν, η αδελφή του, η θεία Ευγένεια —μεγάλη μάρκα αυτή—, παρουσιάστηκε άξαφνα ντυμένη μάγκας, με κατάμαυρα μουστάκια από κάρβουνο και μπεγλέρι στο χέρι, μας χόρεψε έναν καρσιλαμά τι να σου πω, και τα όργανα είχαν μεθύσει κι αυτά θαρρείς, ως τα ξημερώματα τρελάθηκαν, απ’ το βιολί είχε σπάσει μια χορδή κι έπαιζε με τις τρεις ο βιολιτζής, κουντούρντισμα σκέτο σου λέω, και κάποια ώρα μ’ αρπάζει ο μπαμπάς σου —στεφάνι σφιχτό τα χέρια του στη μέση μου— και με φιλάει μέσα στο στόμα. Είδα τον ουρανό σφοντύλι…»
«Ωραία πράματα αυτά, γουστάρω. Πες μου τώρα για τη θεία Ευγένεια, το έτσουζε θαρρώ, γιατί θυμάμαι από μικρή, κάθε καλοκαίρι που μας πήγαινες στον Βόλο αλλαγή, στο φτωχικό της, μου έδινε κι εμένα να ρουφήξω λίγο τσίπουρο. Φαίνεται εκείνη μ’ έμαθε να πίνω και τώρα το συκώτι μου έχει πρόβλημα. Ξέρεις… Είχανε κάτι σαν μπακάλικο η θεία Ευγένεια;»
«Ναι, μπροστά στο σπίτι τους μια παραγκούλα είχανε με τσιγάρα, σοκολάτες, καραμέλες, λουκούμια, τέτοια. Η Ευγένεια τρελαινόταν για τα λουκούμια, κι όταν πήγαινε να ξαπλώσει ο άντρας της ο Ευριπίδης κι έμενε εκείνη στη θέση του έκοβε κάθε φορά ένα κομματάκι από τρία τέσσερα λουκούμια, τα ‘χάφτε, έπειτα αυτά τα κομμένα τα τέντωνε με τα δάχτυλά της καλά καλά, να φαίνονται σαν ολόκληρα, έριχνε από πάνω μπόλικια άχνη ζάχαρη, κι ούτε γάτα ούτε ζημιά».
«Πολύ κόλπο αυτό, γουστάρω, πολύ τσίφτισσα η θείτσα…»
«Τι άλλο θυμάσαι;»
«Εσύ θυμάσαι εκείνο το απόγευμα, με τη φιλενάδα σου την Κατερίνα, το «φαγοπότι» που κάνατε στην αυλή της θείας της Αριάδνης, απέναντι απ’ το σπίτι της θείας Ευγένειας, καθισμένες στα σκαμνάκια;»
«Αν θυμάμαι λέει… Ήταν φτωχιά και η θεία της Κατερίνας, δεν είχε τίποτα να μας τρατάρει εκείνη τη μέρα, μας έφερε λοιπόν κάτι ξεροκόμματα ψωμιού, κάτι κομούτσα, τα βουτούσαμε στο νερό, τα παπαρώναμε και τα τρώγαμε με ελιές και σκόρδο —ένα κεφάλι η καθεμιά— μέχρι σκασμού. Μέλι μάς φαινόταν αυτός ο συνδυασμός, είχε τουρλώσει η κοιλιά μας, δεν μπορούσαμε να σηκωθούμε απ’ το σκαμνί μας, γέλια, γέλια, το στόμα μας είχε ανάψει απ’ τα σκόρδα, είχε καεί, τα χείλια μας είχανε πρηστεί νταούλι, αλλά εμείς εκεί! Πείνα μια φορά…»
«Τώρα τι γίνεται, να ‘χουμε τόσα καλούδια και να μην κάνει να τ’ απολαύσουμε, λόγω του ότι και λόγω του ότι… Ξέρεις».
«Το ξέρω. Είναι μια άλλη τιμωρία κι αυτή, της εποχής μας. Ο κόσμος υποφέρει, οι γιατροί πλουτίζουν αράδα, τα φαρμακεία φυτρώνουν σαν μανιτάρια στην πόλη, τα σπίτια γέμισαν φάρμακα — και ποιος δεν παίρνει… Τι ώρα θα έρθει η Τασία; Ποιος ξέρει τι νέα θα ‘χει να σου πει πάλι».
«Θα ‘ρθει όπου να ‘ναι, αλλά να σου πω, απόψε δεν την έχω ανάγκη, περάσαμε μια χαρά μαζί, καιρό είχαμε να τα πούμε έτσι. Τηλεφώνησε της να μην έρθει. Έχει σκοτεινιάσει κιόλας έξω; Σαν να μαύρισαν πιο πολύ τα μάτια μου».
«Ναι, άρχισαν να μικραίνουν οι μέρες».
«Αισθάνομαι την ανάγκη να ξαπλώσω, θα ξαπλώσω λίγο, θα ξαπλώ… αχ…»
«Τι συμβαίνει, μαμά; Τι έχεις; Μαμά… μαμά…»

.

Η ΕΥΡΥΔΙΚΗ ΜΕ ΤΟ ΤΣΙΓΑΡΟ ΣΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ Διηγήματα (2010)

.

Γεύση από χώμα και ουρανό

.

«Τι υπέροχο είναι το κολιέ σου», είπε, κι έκανε να το αγγίξει, να αισθανθεί το σχήμα του, τη λάμψη του, το ρυθμό του, και τότε γλίστρησαν τα δάχτυλα του στο στήθος της κι άρχισε, κοιτάζοντάς την στα μάτια, να το θωπεύει μ’ έναν τρόπο που την έκανε να σκιρτήσει, να μπιμπικιάσει το δέρμα της απ’ τη γλυκιά ανατριχίλα,
«τι κάνεις εκεί;» μπόρεσε να ψελλίσει με σβησμένη φωνή, «άφησέ με», είπε εκείνος, «είναι νύχτα και δεν μας βλέπει κανείς, άφησέ με να σε γνωρίσω», έκανε να του εμποδίσει το χέρι, να τον αποτρέψει, αλλά ήτανε πια αργά γι’ αυτήν την κίνηση,
αργά για μια προσπάθεια απαγόρευσης, το αισθάνθηκε μεμιάς σαν κάτι το αναπότρεπτο, ένα πεπρωμένο απ’ όπου φυγείν αδύνατον, σαν να είχε έρθει η ώρα να πεθάνει και δεν μπορούσε να κάνει τίποτε γι’ αυτό, αφέθηκε στο μυστήριο του σώματος, σαν να γεννιόταν εκείνη τη στιγμή σ’ ένα σκοτάδι απ’ όπου κοίταζε το εκτυφλωτικό φως της δημιουργίας, μια πρωτόγνωρη γνώση του σύμπαντος μέσα της αλλά και μια εκμηδένιση την κατείχε, εκείνος είχε ήδη ξεκουμπώσει τα εμπόδιά της, είχε ανοίξει και τα δύο παράθυρα μιας έκπαγλης θέας, κι εκείνη τότε μπόρεσε να αισθανθεί τι σημαίνει αιωνιότητα του σώματος, ένα σβήσιμο του κόσμου μέσα στα χέρια του που σαν αμφορείς σάρκινοι γέμιζαν αρχαίο νέκταρ και αίμα από την πηγή της, ξεχείλιζαν άσπρο και κόκκινο χρώμα, ανάμεικτα, μια συμφωνία ζωής και θανάτου της αφαιρούσε κάθε δύναμη γι’ αντίσταση καθώς όλο και προχωρούσαν τα χέρια του σ’ ένα βάραθρο ανυπολόγιστο, σκοτεινό, κι εκείνη, χαμένη πια μέσα στη μνήμη της, αφημένη στο δέος που τη μεταμόρφωνε σ’ ένα άλλο ον, σαν να μη γνώριζε το όνομά της, σαν να έχανε το σπίτι της, το φόρεμά της, την ομιλία της, ζούσε μέσα της το νέο πλάσμα του εαυτού της με σπασμούς, με δάκρυα και χείλη ματωμένα από άγρια φιλιά και σάλια που τα ρουφούσε με μια δίψα πρωτόγνωρη, σαν να ‘ταν αυτό που θα την έκανε να ζήσει, «έτσι φαίνεται θα είναι ο θάνατος», ένιωσε, μια αστραπή έσκισε άξαφνα το μέτωπο της σαν πύρινη ρομφαία και είδε χρώματα εκτυφλωτικά, ένα ουράνιο μεγάλο τόξο μπήκε μέσα στα μάτια της, «χάνω το φως μου» είπε
μέσα της κι αφέθηκε στα χέρια του σαν σώμα ανύπαρκτο, πράγμα χωρίς μορφή και δίχως βάρος, αφέθηκε γυμνό κι ανυπεράσπιστο.

.

Η Ευρυδίκη με το τσιγάρο στο μπαλκόνι

.

Όχι πως έτρεφα καμιά αγάπη για την Ευρυδίκη, ή έστω κάποια συμπάθεια, ούτε καν αυτή δεν μου ενέπνεε το λυπημένο και αγέλαστο μονίμως πρόσωπο της, μονάχα ένας οίκτος ψυχρός, σχεδόν διανοητικός, ερχόταν κάπου κάπου να αφυπνίσει τα φιλεύσπλαχνα αισθήματά μου όταν σκεφτόμουν ότι η άχαρη ζωή της —άχαρη σαν την ίδια— της πρόσθετε ένα φωτοστέφανο, σκουριασμένο κι αυτό με τα χρόνια, ένα φωτοστέφανο το οποίο όχι μόνο δεν εξέπεμπε φως, ούτε καν ένα φωτάκι, ώστε να διακρίνω μια λάμψη στα μάτια της, ένα βλέμμα που θα με παράσερνε πέρα από μιαν ανεξήγητη αντιπάθεια για εκείνη.
Σκεφτόμουν ακόμα ότι ούτε τ’ όνομά της δεν της ταίριαζε. Ποιος άραγε της το είχε δώσει και πώς τόσο εύκολα, τόσο επιπόλαια το έχει οικειοποιηθεί, το έχει κλέψει χωρίς ντροπή από τη μυθολογία και δεν βρέθηκε κανείς να την καταγγείλει; Ή μήπως ακόμα το διατηρεί από φιλοδοξία, κοκεταρία, επίδειξη μιας γελοίας ψευδαίσθησης, παρηγοριά στη στέρφα ζωή της;
Γιατί τι ζωή ήταν αυτή, χρόνια και χρόνια να φροντίζει σαν είλωτας δυο άντρες ως εκεί απάνω, χωρίς κανένας απ’ τους δυο να ‘ναι ο δικός της άντρας, παρά τ’ ανύπαντρα, σαν εκείνη, αδέλφια της που όλο μεγάλωναν ερήμην της, θέριευαν, και το
σπίτι της όλο μίκραινε, στένευε, σαν να κατέβαινε ακόμα και το ταβάνι.
Τ’ αδέλφια της βέβαια ήταν μια συντροφιά, ούτε λόγος, μια κουραστική συντροφιά έστω, παρουσία ανθρώπινη, αντρικό χνότο. Έφευγαν το πρωί για τη δουλειά τους, γυρνούσαν σχεδόν το βράδυ, να φάνε, να πιούνε, έπειτα οι τρεις τους να επιδίδονται σ’ ένα ακατάσχετο φουμάρισμα απέναντι στην τηλεόραση, να ντουμανιάζει το καθιστικό τους ώσπου να μην βλέπει ο ένας τον άλλον, τι νέα λοιπόν; τίποτα, αυτό
σαν επωδός, καθένας στη σιωπή του, στο τσιγάρο και τη στάχτη του. Ένα ολόκληρο σπίτι, τρεις ολόκληροι άνθρωποι, τέταρτη η βουβαμάρα.
Η Ευρυδίκη, ένα κούτσουρο πια εδώ και χρόνια, καθώς τ’ αδέλφια της πεθάναν το ένα πίσω από το άλλο. Μονάχη τους σαβάνωσε, άκλαυτους τους έστειλε. Άδειασε το σπίτι της από τότε, ξαναμεγάλωσε, τι να το κάνει όμως; Το ταβάνι την πλακώνει ακόμα πιο πολύ, κι όταν λυσσομανάει ο σκληρός Δεκέμβρης και τρίζουν εφιαλτικά οι μεντεσέδες των παντζουριών, «ο φόβος την βρίσκει κι είναι μόνη». *
Χρόνια και χρόνια με τα μαύρα, το καλοκαίρι στο μπαλκόνι της πάλι με τα μαύρα, κι ας καίγεται ο τόπος, πάντα με το τσιγάρο στο χέρι, στο στόμα, καπνός απ’ τη φωτιά της. Μια Ευρυδίκη δίχως κανέναν Ορφέα, μια έρημη χώρα η ζωή της, χαμένη σε βουνά και αμμόλοφους, σε τοπία άδενδρα, άνυδρα, βαλτωμένη ζωή όπου ούτε βατράχια δεν κοάζουν, παφλασμός λάσπης δεν ακούγεται, ν’ ανοίξει μια λακκούβα, να βυθιστούν οι ώρες της, θυσία στην αδιαφορία του καλοκαιριού και του χειμώνα.
Πάντα στο μπαλκόνι της λοιπόν, μόνη, κι εγώ να μαντεύω τ’ αδάκρυτα μάτια της, σαν να έχουν πατικωθεί οι πληγές της κάτω από μπάζα συμπαγή απ’ όπου δεν παίρνει αέρα να κάθεται ώρες και ώρες ακίνητη σαν σκιάχτρο που διώχνει με την καύτρα του τσιγάρου της τα νυχτοπούλια σε χωράφια με σκοτεινά σπαρτά.
Τον τελευταίο καιρό δεν βλέπω κατιτίς να φωτίζει το χέρι της όπως άλλα καλοκαίρια τις νύχτες στο μπαλκόνι της, μια σκοτεινιά μόνο, ποτέ δεν ανάβει φως, ακίνητη στάση, μ’ όλο τον όγκο του σώματος της, κάπου εκεί θα κάθεται οπωσδήποτε, σαν κρυμμένη από τον ίδιο τον εαυτό της, κρυφή σιωπηλή γυναίκα και πάντα μονάχη.
Μα αν δεν καπνίζει τώρα πια η Ευρυδίκη;
Φέτος άπλωσε και στερέωσε με μανταλάκια στην κουπαστή του μπαλκονιού της ένα λευκό σεντόνι, κι όταν πέφτει η νύχτα και κοιτάζω εκεί προσπαθώντας να διακρίνω πίσω απ’ το πανί ένα αμυδρό φωτάκι ή έστω μια σκιά καπνού, η έμμονή μου να καταλάβω τι συμβαίνει, γίνεται ψύχωση δική μου.
Τόσα καλοκαίρια σκεπτόμουν με ανακούφιση, α, η Ευρυδίκη καπνίζει ακόμα, καλό είναι, ξεδίνει μες στην ερημιά της, κάτι κινεί το σώμα της, κάτι αναδεύεται στο μπαλκόνι της, στο κάτω κάτω της γραφής μια απασχόληση είναι το κάπνισμα, μια πράξη είναι, ανοίγεις το πακέτο, παίρνεις ένα τσιγάρο, το βάζεις ανάμεσα στον δείκτη και στον μέσο του χεριού σου, με το άλλο χέρι πιάνεις τον αναπτήρα,
«τσαφ», το τεφροδοχείο βαθμηδόν γεμίζει στάχτη και γόπες κόκκινες απ’ το κραγιόν σου, σκέτη σιχαμάρα, δικό σου αποτέλεσμα, το ανέχεσαι, κάποια
στιγμή σηκώνεσαι μουδιασμένη, αδειάζεις τα επίχειρα του πάθους σου στον μικρό κάδο, «το έσβησα, δεν το έσβησα», σε τρώει λίγο η αμφιβολία, ξανακάθεσαι
για μια συνέχεια ακατανόητη από τον ίδιο τον εαυτό σου. Έστω…
Μα αν δεν καπνίζει τώρα πια η Ευρυδίκη;

*Από το βιβλίο της Σοφίας Νικολαΐδου, Ο φόβος Θα σε
βρει και θα ‘σαι μόνος (διηγήματα, Κέδρος, 1999).

.

Στον αστερισμό της ουτοπίας

.

Τώρα που τα χρόνια καβάλησαν για τα καλά πάνω στους ώμους μας και αυλάκωσε το πρόσωπο μας ένα άλλο δέρμα που κανένας καθρέφτης δεν μπορεί να το αγαπήσει, η σκέψη ότι κάποτε υπήρξαμε μικρά παιδιά και ζήσαμε την ευτυχισμένη και συνάμα τρομερή ηλικία της πιο φανταστικής παρόρμησης, πέρα από τη λογική και τη φρόνηση, θα νομίζαμε ότι αφορούσε κάποιον άλλον και όχι εμάς, επειδή κανένα ντοκουμέντο, κανένα επίσημο χαρτί δεν θα πιστοποιούσε ότι υπήρξε εποχή που είχαμε στις τσέπες μας πέτρες και μπίλιες σαν νομίσματα ακριβά, και ότι οι μεγάλοι φάνταζαν στα μάτια μας σαν τέρατα που μας εμπόδιζαν στις ριψοκίνδυνες πτήσεις μας, στην έξοδο μας από έναν κόσμο που όχι μόνο δεν καταλαβαίναμε αλλά
που θέλαμε κιόλας να τον υπερβούμε μέσα από μία δική μας εξουσία, σαν αναφαίρετο δικαίωμα μας ή σαν άνωθεν εντολή που οφείλαμε να εκτελέσουμε εν ονόματι ενός κώδικα επικοινωνίας με τον ίδιο τον εαυτό μας. Κι’ όμως, αυτά τα παιδιά είμαστε εμείς. Και η μνήμη, τώρα που έχουμε απομακρυνθεί απ’ αυτό που υπήρξαμε κάποτε, κρατάει σαν θησαυροφυλάκιο όλες τις εικόνες της παιδικότητάς μας, πιο έγκυρα από κάθε σφραγίδα και χαρτί, και μας τις προσφέρει μέσα σε μια ομίχλη αισθημάτων, ανάμεσα στη φαντασία και την πραγματικότητα.

.

Έβγαλε άνθη η λεμονιά

.

Ήταν απόβραδο που καθόταν στην πεζούλα μονάχη κι άκουγε τ’ αγόρια να λένε, «τσαταλίνα ματαλίνα και στον κώλο σ’ μια σωλήνα», κι εκτός τούτου, έπιαναν τους αριθμούς απ’ το ένα ως το δέκα και επινοούσαν δικά τους… αποφθέγματα, όπως «τρία, να πέσεις μες στη χρεία», «έξι, ο κώλος σου να φέξει», ή «επτά, να φας του σκύλου τα σκατά», και χάχανα πότε προσποιητά, πότε επιδεικτικά, σαν να ‘ταν αναγκασμένα να ευχαριστηθούν, ίσως βέβαια και να το διασκέδαζαν με την ψυχή τους, τα τρυφερά χειλάκια άνοιγαν σε βρομοστόματα, αθώα θαρρείς, ενώ όταν ένας τους -πώς του ήρθε και άλλαξε;- πέταξε εκείνο το «πέντε, πάρ’ το κερί και φέγγε», φαντάστηκε εκείνη νύχτες με θεόρατες σκιές, παράξενα ψαξίματα κι αναζητήσεις σε υπόγεια, σε κρύπτες και σύδεντρα, σε δάση πυκνά και ρεματιές, φοβόταν κιόλας, ανατρίχιαζε, αλλά της άρεζε, δεν μπορούσε να διασκεδάσει, να γελάσει με τ’ άλλα, τα χαζά κι όλες εκείνες τις επινοήσεις, τις σκατοεμπνεύσεις των αγοριών οι οποίες δεν είχαν τέλος, ώσπου ένα βράδυ την παρέσυραν σ’ ένα σπίτι-παράγκα του ενός, έβγαλαν όλα το πουλί τους απ’ το κοντοπαντέλονό τους και κοίταζαν ποιο πρώτα «να της το κατεβάσει» για να την ακουμπήσουν, να την αγγίξουν «εκεί» ή απλώς να το δουν, να δουν πώς είναι, κι εκείνη, μια στεκόταν ακίνητη από περιέργεια, μια τραβιόταν και τα απωθούσε σε αυτήν την απόπειρα, ίσως από μια ασυνείδητη επιθυμία, ήθελε να δει πού θα το πάνε, τι ‘ναι αυτό που θέλουν σώνει και καλά να της βάλουν, και κάποια στιγμή που εκείνα γελούσαν με τα πονηρά χειλάκια τους, τους ξέφυγε, βγήκε απ’ την παράγκα κι έτρεξε μες στη νύχτα, πάνω σε πέτρες και χώματα, έτρεξε κατά το σπίτι της, η μάνα της πρόσεξε μια έξαψη στο πρόσωπο της, ένα άναμμα, και είπε, «πού ήσουν νύχτα ώρα, σε ποια σοκάκια;» κι εκείνη της απέκρυψε το συμβάν, ήθελε να ‘χει το μυστικό της, έπεσε νηστικιά στο στρώμα της, ώσπου την πήρε ο ύπνος και βρέθηκε στις όχθες ενός μικρού ποταμού, έβγαλε τα πέδιλά της και βύθισε τα πόδια της μέσα στο νερό και τα κουνούσε οριζόντια και κάθετα, και ξαφνικά μια φιλενάδα της την άγγιξε απαλά στον ώμο, «τι κάνεις εδώ μονάχη;» της είπε, κι εκείνη, χωρίς να γυρίσει να την κοιτάξει, «βαφτίζομαι», είπε κι έπεσε ολόσωμη μέσα στο ποτάμι, εξαφανίστηκε ολότελα μεμιάς και δεν ένιωθε ότι πνίγεται, αλλά χαρούμενη κιόλας έπαιζε με τα ποταμίσια ψάρια λέγοντας «τσαταλίνα ματαλίνα και στην πόρτα η θεία Λίνα», ή «έξι, τραγούδα ως που να φέξει», ή «εννιά, έβγαλε άνθη η λεμονιά».

.

.

Για το ποιητικό έργο της Μαρίας Κέντρου – Αγαθοπούλου έγραψαν:

.

Ζωή Σαμαρά

Η άλλη όψη του ποιήματος

Πάντα θαύμαζα τον δοκιμιακό λόγο της Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου, πάντα ήθελα να γράψω γι’ αυτόν και όλο κάτι επείγον παρεμβαλλόταν ανάμεσα σ’ εμένα και την επιθυμία μου. Ήξερα ότι οποιοδήποτε σημείωμά μου για το έργο της θα ήταν ένας ύμνος στη σπίθα που κρύβει μέσα του κάθε πηγαίος λογοτέχνης και τον βοηθά να γνωρίσει σε βάθος πράγματα που δεν διδάχθηκε, όπως είναι, στην περίπτωση της Κέντρου, η τέχνη του δοκιμίου.
Η ποίησή της γράφεται μόνη της, ρέει από τα βάθη του είναι της. Η ποιήτρια αντλεί το υλικό της από την ψυχή της, τα βιώματά της, την κοινωνία στην οποία ανήκει. Αντιθέτως, για να γράψει δοκίμιο, πρέπει πρώτα να διαβάσει, κυρίως ποίηση. Για τη Ζωή Καρέλλη γράφει, συμπεριλαμβάνοντας τον εαυτό της σε ένα «εμείς» που τοποθετεί στην άλλη όχθη της γραφής, όπου δεν συναντάμε τους ποιητές αλλά τους αναγνώστες τους:
Η απόπειρα να μιλήσουμε εμείς μετά τον ποιητή και το ποίημα, να
ορίσουμε με λόγια λογικά το ήδη συντελεσμένο από τον εαυτό του,
δεν αφορμάται παρά από μια ακατανίκητη έλξη που ασκεί μέσα μας το
ορισμένο ποίημα […], από ένα αίσθημα του ποιήματος, διαχρονικό […], που με τη σειρά του περιμένει την έκφρασή μας.
Η λέξη «απόπειρα» στην αρχή του δοκιμίου δείχνει πόσο αβέβαιο είναι το αποτέλεσμα της ανάγνωσης του ποιήματος. Κάθε σχόλιο για ένα ποίημα είναι ατελές και εφήμερο, μένει πάντα στο χώρο της προσπάθειας και βρίσκεται σε αντιδιαστολή με το ποίημα, που είναι ολοκληρωμένο, τέλειο. Ή μήπως δεν είναι; Και αν είναι, τότε γιατί το ποίημα «περιμένει την έκφρασή μας»; Αυτή η ατελής γραφή που εγκαθίσταται στο χώρο της προσπάθειας είναι η άλλη όψη της γραφής του ποιήματος, αυτή που ανα-γιγνώσκει, γνωρίζει εκ νέου, το ποίημα, το συμπληρώνει, επιβεβαιώνοντας την ατελεύτητη διάρκειά του. Ίσως το ποίημα θα ήταν ανασφαλές ή και θνησιγενές χωρίς την ανάγνωση, καθώς, άπιστη Πηνελόπη –πιστή στον Οδυσσέα και όχι στον εαυτό της–, το ποίημα περιμένει την ανάγνωση για να ολοκληρωθεί διαφορετικά, να ξαναζήσει από την αρχή.
Και αν το παράδοξο του ατελούς τέλειου βοηθά τη Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου να μιλήσει για τη Ζωή Καρέλλη, όταν μελετά μια άλλη αγαπημένη της ποιήτρια, την Κική Δημουλά, επινοεί την έννοια των λέξεων που εργάζονται και συνεργάζονται, που μοχθούν, σχεδόν ασύνειδα, γιατί είναι πιο δυνατές από τον «εργοδότη» τους, τον ποιητή, τον άνθρωπο «που ζει κυριολεκτικά με τις λέξεις και από τις λέξεις» . Οι «εργάτες-λέξεις», ζωντανές οντότητες,
ερωτεύονται παθιασμένα μεταξύ τους, ενώ έχουν μεσάνυχτα,
εννοείται, από ποίηση, και ποτέ, αυτό είναι σίγουρο δα, δεν θα μάθουν ότι αυτοί οι ίδιοι κινούν τα νήματα, που λένε (ή μήπως ο εργοδότης τους;) .
Στην ποίηση οι λέξεις κάνουν έρωτα, έγραφαν οι υπερρεαλιστές.
Δεν γίνεται, ωστόσο, αν είσαι ποιητής, να διαβάζεις την ποίηση του άλλου, να παρασύρεσαι από τις λέξεις του, ακόμη και να ερωτοτροπείς μαζί τους, ενώ αρκείσαι στον λογικό ορισμό που σου εμπνέουν τα λόγια του. Άθελά της ίσως η ποιήτριά μας αρχίζει διάλογο με τους ποιητές και στην ποίησή της:
Πότε έκλεισα τα παράθυρα πότε τράβηξα τις κουρτίνες» ,
αναρωτιέται μπροστά στα καβαφικά «Τείχη». Για την αποξένωση που βιώνει το ποιητικό υποκείμενο ξέρει ότι η μισή ευθύνη τη βαραίνει προσωπικά. Και όταν αντιμετωπίζει το παράλογο της ύπαρξης, τότε μοιάζει να τη συντροφεύει ο Μίλτος Σαχτούρης, με ποιήματα που τα γεννά ο θάνατος («Θάνατος δε εγέννησε το ποίημα», γράφει η ίδια , με βιβλική διάθεση.):
Ο νεκρός έκανε περιπάτους στην άσφαλτο
Έλεγε όλο το ίδιο τραγούδι
[…] άξαφνα φύτρωσε ένα ρόδο
Πάνω στα τεφρά χείλη του .
Χρειαζόμαστε μια αέναη συνομιλία με την ποίηση για να ανακαλύψουμε την πραγματική αλήθεια για τη ζωή και το θάνατο. «Μονάχη είναι η πέτρα», μας λέει η ποιήτρια . Εμείς δεν είμαστε από πέτρα, δεν είμαστε μόνοι. Ζούμε σε μια κοινωνία που περιμένει πολλά από εμάς. Και νωρίτερα στην ίδια συλλογή:
Έξω από το σπίτι
Άρχιζε πάντα η θάλασσα .
Πράγματι, η έμπνευση που μας οδηγεί στο άπειρο μας περιμένει έξω από το σπίτι, μέσα στην κοινωνία, ανάμεσα στους συνανθρώπους μας. Και αν το σπίτι του ποιήματος σηματοδοτεί την κοινωνία; Ε, τότε, πρέπει πρώτα να πάμε για λίγο μακριά από τους ανθρώπους, στην έρημο της γραφής, για να μπορέσουμε να φτάσουμε στον κήπο της Εδέμ, στη γονιμότητα του στοχασμού, στον τόπο της ανάγνωσης. Για τη σχέση θάλασσας και γραφής θα ξαναμιλήσει στο «Θαλασσινό άλλοθι 2»:
η θάλασσα δεν ήταν πια εκεί
Κανένας τάφος κανένα φονικό σημάδι .

Στην απατηλή ευημερία της κοινωνίας, η ποίηση εξορίζεται, η αγονία αρχίζει να κατατρύχει την ποιήτρια. Ένα όνειρό της στα Τοπία είχε δώσει το πρώτο σημάδι:
Τότε φώναξα τον πατέρα μου
Και την μητέρα μου
Που άξαφνα είχανε γίνει τα παιδιά μου .
Το ποίημα γεννιέται από την Ποίηση, γίνεται γονιός του ποιητή, τόσο που το όνομά του αναφέρεται στο ποίημα και όχι στη βιολογική του υπόσταση.
Σε ποίημα αφιερωμένο στη μνήμη της Ζωής Καρέλλη, η Κέντρου γράφει:
Σε μια άλλη πορεία ανοίγει δρόμους […]
Εκείνη ανοίγει το δρόμο .

Κάθε γενιά θα έπρεπε να έχει μια Ζωή Καρέλλη να ανοίγει ποιητικές διόδους. Η Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου είναι η δική μας Ζωή Καρέλλη. Στην αγέρωχη και ασυμβίβαστη φόρμα της πρώτης, η δική μας έρχεται να προσθέσει την κρυστάλλινη γλώσσα, τον ζωτικό ρυθμό, τον πηγαίο στοχασμό, για να μας δώσει μια γνήσια ποίηση. Και αν όντως το δοκίμιο είναι η άλλη όψη της ποίησης, η ποίησή της παραμένει βαθιά βιωματική, ενώ δεν διστάζει να κατοικήσει στην ίδια όχθη με τον δοκιμιακό λόγο:
Μη μιλάς για τα παλιά
Μη παλιώνεις τα λόγια
Κράτησέ τα θα μας χρειαστούν
Όταν δε θα ’χουμε τίποτα πια
Να βλέπουμε απ’ το παράθυρο .

.

Βικτωρία Καπλάνη

Ποίηση χαμηλόφωνη, ταπεινή, αξιοπρεπής, μετρημένη, χωρίς εξάρσεις, χωρίς ίχνος επιτήδευσης και εντυπωσιασμού. Μια γυναίκα της διπλανής πόρτας κάθεται στο παράθυρο του κόσμου, κοιτάζει, παρατηρεί και καταγράφει την αλληλεπίδραση των εικόνων του με τις εικόνες που βλέπει, κοιτάζοντας παράλληλα τον εαυτό της μέσα από εκείνο το αθέατο εσωτερικό παράθυρο μέσα στο σώμα της. Ποίηση του βλέμματος και του αναστοχασμού πάνω σε ζητήματα υπαρξιακά, μεταφυσικά, χωρίς αμφιβολία σιωπηλά κι ανομολόγητα στις συναναστροφές, ποίηση της μνήμης και της αγάπης για την οικογένεια, την πόλη και τη ζωή.
Στην ποίηση της Αγαθοπούλου υπάρχει ένας σεβασμός, μια αποδοχή της ζωής ως έχει, χωρίς παράπονα και φιλοδοξίες ανατροπής μιας καθημερινότητας, που δεν επιφυλάσσει εξαιρετικές ευκαιρίες και προοπτικές. Μια εσωτερική θύελλα έλαβε χώρα στη συνείδηση και επέφερε εκεί τις όποιες καταστροφές της, στον έξω κόσμο φανερές μόνο οι αποκατεστημένες εικόνες , η ανάδειξη της ομορφιάς κι όχι οι εναγώνιες δοκιμασίες.
Το σπίτι, ο εσωτερικός χώρος, οικείο πεδίο της ασάλευτης ζωής που με τον καιρό γίνεται λιμάνι καραβιών που νοσταλγούν μελαγχολικά τη θάλασσα, φοβούνται ωστόσο τις περιπέτειές της και αρνούνται πια να ταξιδέψουν. Το άγνωστο τρομάζει και το άτομο όσο μπορεί το αποφεύγει. Και ο έρωτας, μολονότι βαθύτατα ποθητός και ποθούμενος, προκαλεί τον τρόμο και το δέος του θανάτου. Η φθορά του σώματος, το αναπόφευκτο τέλος κάθε ύπαρξης και η ανεκτίμητη αξία της ανθρώπινης επαφής μοτίβα σταθερά στα ποιήματά της.
Η γραφή της Αγαθοπούλου, με θητεία στην ενδοσκόπηση, συνθέτει μια οπτική της ζωής με πληρότητα, αξιοποιώντας τις εμπειρίες του χρόνου σε όλες του τις διαστάσεις . Η ειλικρίνεια και η αμεσότητα του λόγου της μας φέρνουν κοντά σε πρόσωπα γνώριμα στον καθένα μας μέσα στη διαδρομή του βίου, που έζησαν μια ζωή στις ίδιες συντεταγμένες, με τους ίδιους περιορισμούς, τα ίδια πλεονεκτήματα, την ίδια ηθική στάση απέναντι στον κόσμο και ασπάστηκαν δια βίου κοινές αξίες με την ποιήτρια. Στα πρόσωπα αυτά δίνει λόγο με τη φωνή της η Αγαθοπούλου, τα βγάζει από την παραίτηση της σιωπής τους και χαράσσει τα ψυχικά τους αποτυπώματα στη συνείδησή μας.

.

Μαρία Κουγιουμτζή

Η πρώτη της μούσα, η μεγαλόψυχη ποιήτρια Χρυσάνθη Ζιτσαία διέκρινε το ποιητικό της βλέμμα και παρόλο που η Αγαθοπούλου αρνείται το πρώτο της βιβλίο που εκδόθηκε το 1961 με τον τίτλο «Ψυχή και τέχνη» είναι στην ουσία η σημαντική αρχή της, γιατί με την εμπιστοσύνη της και την προτροπή της η Ζιτσαία έβαλε το λιθάρι που αργότερα θα στήριζε το ποιητικό της οικοδόμημα. Απ’ την άλλη μεριά, η σχέση της με την Ζωή Καρέλλη, της ενδυνάμωσε την ευαισθησία και τον υπαρξιακό προβληματισμό. Ήδη στη συλλογή της «Τα τοπία που είδα» ολοκληρώνεται το ποιητικό πρόσωπό της, εγκαταλείπει τον αφηρημένο χαρακτήρα ορισμένων ποιημάτων της, ενώ η κατοπινή επαφή της με τον Ντίνο Χριστιανόπουλο, την απομάκρυνε από την κινούμενη άμμο των αισθημάτων, καθώς και από τις επιρροές της Καρέλλη και του Θέμελη.
Καθώς ολοκλήρωνε την ερωτική πλευρά της ποίησής της , ταυτόχρονα καθάριζε το βλέμμα της σ’ αυτό που πάντα έβλεπε, τη φθορά και το μάταιο, με όλη την ορμή και τον αισθησιασμό της ματαιότητας.
Παράλληλα το βλέμμα της στρέφεται προς τον άλλον, τον διπλανό κι εκεί ανήκουν τα ποιήματα, «η ελιά» το «γιουσουρούμ» «ο γείτονας» «θρήνος» «αναμονή» «επέκταση» «φώναξα τον πατέρα μου» «εργάτες» «ο πατέρας» «εικόνα του 41» «η μητέρα» «νυχτερινή συγκέντρωση» «μονάχα τ’ όνομά τους θυμάμαι» «χωρίς προοπτική» «οδικά έργα» «οικοδόμοι» «ο μοτοσικλετιστής» που μπήκε στο ανθολόγιο της Γ’Λυκείου, όπου έκανε μεγάλη εντύπωση στους μαθητές, μάλιστα εκλήθη σε διάφορα σχολεία και μίλησε επανειλημμένως γι αυτό το ποίημα, κ.α.
Εκεί όπου παγιδεύει τον ίδιο τον εαυτό της και αυτά που αγάπησε ανήκουν σχεδόν όλα τα θαλασσινά ποιήματά της, τα «αντιθαλασσινά» στην ουσία., όπως συνηθίζει να λέει. Παράδειγμα:

Αρκετά λοιπόν και φέτος
Με τις ζωντανές και τις νεκρές μέδουσες
Αρκετά με τις λιποθυμίες των ηλικιωμένων
Τους εμετούς των παιδιών στα καφενεία
Από φαρμακωμένα ψάρια
Αρκετά για τόσο λίγη θάλασσα
Καιρός να φύγουμε τώρα
Να επιστρέψουμε στο σπίτι
Στις πολλές συνήθειες μας
Στην ορισμένη στάση στο παράθυρο.

Βλέπουμε πως η ματιά της παίρνει θεωρητική στάση, το σώμα και η ψυχή της δεν συμμετέχουν, στέκεται σε απόσταση και θεωρεί. Απ’ το παράθυρο παρατηρεί τον έξω κόσμο.
Στην ποίηση της εμπλέκονται το ρεαλιστικό στοιχείο με το φανταστικό και το συμβολικό. Παρόλο που κινείται κυρίως μέσα σε μια ατμόσφαιρα διχασμού, ανάμεσα στη νύχτα και την ημέρα, στο σκοτεινό και το φωτεινό, η ερωτικότητα που διασχίζει και τα δύο κανάλια, της επιτρέπουν να διατηρεί την ελπίδα που στοχεύει στη ζωή. Παρ’ όλες τις απογοητεύσεις, τις προσωρινές απομακρύνσεις επιμένει στη γεύση της. Και όπως διαφαίνεται μέσω της φαντασίας επιτυγχάνεται η συναίνεση. Τα αρωματικά άνθη της τελευταίας λαμβάνουν διαστάσεις ερωτικού αισθήματος προς τα πράγματα της ζωής. Παράδειγμα:

Από την οροφή έπεφτε πολύ τσιμέντο
Την έχτιζε βαθειά στου υμέναιου τον τάφο
Ενώ εκείνο το σαλκίμι σικλαμέν
Για κείνην χύνονταν απάνω στη βεράντα
Το άρωμά του ως το κρεβάτι της εισχωρούσε
Σε πλήρη οργασμό – θανάσιμο

 

Η ποίησή της έχει τον έρωτα των πραγμάτων και ταυτόχρονα την μελαγχολία και τον τρόμο της φθοράς τους. Γι αυτό αναφέρεται διαρκώς στη νύχτα. Μες στο σκοτάδι χάνονται τα πράγματα, δεν υπάρχουν. Κι εκεί αρχίζει μια ομιλία άλλη. Ο εφιάλτης των χαμένων, ο τρόμος της ανυπαρξίας. Είναι σα να βλέπεις την ζωή σαν ένα μικρό παιδί, το δικό σου παιδί, και ξέρεις πως όλη αυτή η φρεσκάδα, το φως της κρουστής σάρκας σιγά σιγά θα σβήσει, θα γίνει μια γριά, ένας γέρος, κι απ’ όλη αυτή την ομορφιά θα μείνουν μόνο κόκαλα και στάχτη. Ζει τη φθορά της πιο τρυφερής, της πιο λαμπρής παρουσίας του σώματος που ανατέλλει. Γι αυτό και ρουφά την στιγμή με ερωτική ορμή, να προλάβει να την απολαύσει.

Για μένα παίζει η μουσική εξαίσια
Για μένα αστράφτουν οι καθρέφτες ταραντέλες
Οι κουρτίνες δαντελένιες πίσω απ’ το χιόνι
Τρέμουν στο άγγιγμά σου το ψυχρό.
Στα δέντρα πράσινη υπόσχεση – κρυμμένη

Για μένα ο καφές ζεστός – βαθύ πηγάδι

Για μένα μπαινοβγαίνει ο ωραίος σερβιτόρος

Γυρνάει αφηρημένος προς το παράθυρο-γερνάει μεμιάς
Τι κοιτάζει ο νέος που εγώ δεν βλέπω;
Το υποχθόνιο χιόνι; Ή ένα χελιδόνι;
Για μένα είναι που άλλη μια μέρα άσπρη
Μπαίνει και κάθεται δίπλα μου με πρόσωπο τεφρό.

Βλέπουμε ότι παρ’ όλη την ερωτική διάθεση το βλέμμα της στο τέλος γίνεται πικρό και δυσοίωνο. Αποκαλύπτει το σκηνικό που παίζονται τα αισθήματα, το εγώ μας που τα ωραιοποιεί και τα υψώνει για να σκεπάσει τις αδηφάγες ανάγκες μας, το έρως του εαυτού μας που υποκρύπτεται πίσω απ’ αυτές.
Το εφήμερο το παλεύει θέλοντας να αποσπάσει από την καρδιά του το αιώνιο. Έχει πάθος για την αισθητική, το αντιαισθητικό την ταράζει. Θα την ακούσεις να λέει: μην πάμε απ’ αυτόν τον δρόμο είναι άσχημος, ή δεν έχει καμιά ομορφιά, πάμε απ’ τον άλλον με τα δέντρα και τα ωραία σπίτια. Γι αυτό και υπήρξε συλλέκτης πινάκων ζωγραφικής. Στον άνθρωπο δεν την ενδιαφέρει η έξω ομορφιά αλλά η έσω. Η ομορφιά και η δύναμη της προσωπικότητας. Η αυθεντικότητα η συνέπεια και η ειλικρίνεια.

Εντούτοις βιώνει έντονα το ανέφικτο της ανθρώπινης επικοινωνίας.
Δεν μιλώ για να μιλήσω
Μιλώ για να μ’ ακούσεις.

Το ζώο της στο υπόγειο, που συχνά αναφέρεται, είναι το ένστικτο της ζωής που όλα θέλει να τα γευτεί και δεν δύναται, ενώ ταυτόχρονα τα κατασπαράζει, αφού η ίδια η ζωή λεηλατεί τον εαυτό της, του ξεφλουδίζει τις δυνάμεις και την ωραιότητά του, τον φθείρει και τον εξαφανίζει. Το ζώο είναι η αμαρτία. Αυτό που γίνεται μέσα στο μυαλό, στα σκοτεινά.

Θα πέσω πάλι θα βυθιστώ
Σ’ ένα κρεβάτι σκοτεινό κι ανυπεράσπιστο
Σε μια αγρυπνία σε ναό αραχνιασμένο
Μες στο κουκούλι θα ‘μαι στο μετάξι
Μες στην ασπράδα ένα σκουλήκι μυθικό
…………………………………………….

ΑΓΧΟΣ
Ήδη εγκαταστάθηκες μονίμως στο κορμί μου
Την ύπαρξή σου βόλεψες μες στο μυαλό μου
Φρένο δεν άφησες στις φρένες μου
Όπου με πας πηγαίνω όπου με σέρνεις
Τις νύχτες δεν κοιμάμαι δεν σωπαίνεις
Πετιέσαι απ’ το κρεβάτι και καπνίζεις
Βλέπω φωτιές μες στο σκοτάδι ακούω σειρήνες

Ζώο με όγκο ελέφαντα θα μ’ εξοντώσεις

Αυτό το ταυτόχρονο βλέμμα της ωραιότητας και της φθοράς της, του απρόσιτου έρωτα και της μυστικής του απόλαυσης, διασαλεύει τις φρένες, ταράζει τα όνειρά, κραυγάζουν οι εφιάλτες, παραμορφώνεται το πρόσωπο της ζωής. Την αγαπά με πάθος τη ζωή γι αυτό δεν αντέχει το πρόσκαιρο της διάρκειά της.

Πού σ’ έχω δει πού σ’ έχω αγγίξει ομορφιά
Και μου έκοψες το χέρι από τη ρίζα
Διάφανη πέρασες υγρή ζεστή και σάρκινη
Πρόλαβα και σ’ απόλαυσα στην πιο πικρή στιγμή μου
Για μένα ολοκληρώθηκες

Τα σύμβολά της με το πέρασμα του χρόνου ξεκαθαρίζουν.
Η νύχτα – το ζώο – το δέντρο – η πέτρα – το υγρό στοιχείο, ο άγγελος. Στη νύχτα ανήκουν ο θάνατος, ο φόβος, ο εφιάλτης. Στο ζώο, το ένστικτο, το πάθος, η αμαρτία. Στο δέντρο, η ζωή, το πρόσωπο, τα αισθήματα. Στην πέτρα το σκληρό , το σώμα, το σπίτι. Στο υγρό στοιχείο, το κύτταρο, η μήτρα και ο κίνδυνος. Γι αυτό και τα θαλασσινά της ποιήματα αρνούνται την θάλασσα και την ομορφιά της. Πίσω από τα γαλανά φεγγάρια, η απειλή.

ΑΠΟΣΤΑΣΕΙΣ

Την είχα ολότελα ξεχάσει

Εκείνη ήταν ακόμα εκεί
Ωραία γαλάζια προκλητική
Με την αιώνια έπαρσή της
Απάνω μου

Τη νύχτα η γοργόνα μου έκλεισε το μάτι
Σαν εφιάλτης χώθηκε δίπλα μου
Κι αποκοιμήθηκε στην αγκαλιά μου

Μια ξένη

Στα μέρη εκείνα
Όπου έσφαξα το πιο σγουρό μου ζώο
Και με το δέρμα του ζέστανα το κορμί της

Τότε

Τώρα είναι μια άλλη ζωή

Με μια αδιαφορία μέχρι θανάτου
Έπεσα μες στα κρύα νερά της
Κι ούτε με δρόσισε ούτε τη δρόσισα

Ο άγγελος είναι ο τιμωρός που εκδιώκει τον άνθρωπο από τον παράδεισο, την χαμένη αθωότητα και ταυτόχρονα ο άγγελος φύλακας, ο συμπαραστάτης, ο προστάτης.

Μέσα στο διχασμό προβάλουν εικόνες ερωτικές, όνειρα ευφρόσυνης ηδονής και κατακόμβες τρόμου. Τα ποιήματά της Αγαθοπούλου μου θυμίζουν την ζωγραφική του Γκούσταβ Κλάιντ, όπου η γυναίκα είναι βυθισμένη μέσα στα χρώματα και τα λουλούδια της ζωής και ταυτόχρονα μέσα σε σαρκοφάγο, μέσα στα πολλά επίπεδα του χώματος.
Την ημέρα οι εφιάλτες ημερεύουν, βάζουν κάτω το κεφάλι, όμως συχνά τους βλέπεις να το σηκώνουν , να ρίχνουν βλέμματα χλευαστικά, ειρωνικά, σαρκαστικά και επιθετικά, να κλείνουν το μάτι σ’ αυτήν την πρόσκαιρη νηνεμία, στην ανάπαυλα της υπακοής.

Έτσι τελειώνει το καλοκαίρι
Αύριο φεύγεις φεύγουμε
Στο πάτωμα σπασμένες χτένες
Απ’ τ’ αρμυρά μαλλιά σου
Χαλασμένα σωσίβια
Σάπια ροδάκινα και φύκια

(Η ανεμώνη η θαλασσία
Κι ο αστερίας
Πεταμένοι στο μπαλκόνι
Σε αφασία)

ΠΑΣΧΑ

Εδώ λοιπόν μέσα στο σπίτι πάλι
Με το «δεύτε λάβετε» εκ του μη έχοντος
Με το ζώο μου να βρυχάται στο υπόγειο
Να καταβροχθίζει πασχαλιές
Άλλωστε τι γυρεύω ανάμεσα στις παπαρούνες
Εκείνες θάλλουν ερήμην μου στους αγρούς
Και τίποτα σκοτεινό δεν προμηνάνε
Λοιπόν; Σε μια Ανάσταση
Καμιά δουλειά δεν έχω
Εκτός κι αν βρέχει ακατάπαυστα

Το διπλό που την χαρακτηρίζει φαίνεται ακόμα πιο καθαρά στο δίστιχο: Μαύρη θα είναι πάντα η νύχτα στα βουνά/Μα οι κάμποι θα ‘χουν πάντα χαμομήλια.
Με μια γλώσσα πάλλουσα, πένθιμη, μουσική και ντόμπρα παλεύει ανάμεσα στον εφιάλτη της νύχτας , με τις ενοχές, τις ανικανοποίητες επιθυμίες, τον ανεξέλεγκτο φόβο του θανάτου, και στην ερωτική της ορμή προς την ζωή. Ποίηση υπαρξιακά ερωτική. Αυτό το ερωτικό παιχνίδι, με τη φθορά και τον χρόνο, την ηδονή και το απόλυτο, περιέχει την ενδόμυχη μετάφραση του τέλους’ την προβιώνει με τις κινήσεις του ενστίκτου, των αισθημάτων και των αναγκών μας, μετατρέποντάς τες σε ποιητικό γίγνεσθαι. Η αμετάφραστη ανάσα της ποιητικής ουσίας μεταβολίζεται σε ζωή. Ίσως αυτή την παρηγοριά προσφέρει ένα λογοτεχνικό κείμενο. Μέσω της ποιητικής γλώσσας κατορθώνεται η ανάκτηση των χαμένων, η προσωρινή τους ανάσταση, που σ’ αφήνει να γευτείς το ανύπαρκτο, ν’ αγγίξεις το απόλυτο. Ο έρωτας αγκαλιά με την ελπίδα, μας υπόσχεται αυτό που ήδη έχει χαθεί.
Νομίζω πως η Αγαθοπούλου μιλάει με το σώμα της. Από τα έγκατα του ενστίκτου της μεταφέρει, ό,τι απτά αισθάνεται και βλέπει γι αυτό και ο λόγος της είναι μεταφορικός.

ΗΛΙΚΙΑ
Όταν κλείνει ο κύκλος των φιλιών
Τα χείλη έχουνε κάτι από χώμα
Όσο και ν’ αντιστέκεται το σώμα
Το στόμα δεν του τάζει άλλη ηδονή

Σπασμωδικά χτυπάει ο χρόνος τα φτερά του
Δεν είναι αμάραντα

Τι κι αν έρχεται άξαφνα μια ζέστη
Ευθύς αλλάζει δρόμο σ’ αφήνει
Σ’ ένα τουρτούρισμα ρίγος θανάτου
Σαν να μη θέλγεται πια η αμαρτία
Απ’ τη γλυκιά ματαιότητα

Ένα κλάμα αιωρείται – δεν πέφτει
Σκληραίνουν οι κόρες μες στο θολό υγρό
Από άδειες εικόνες
Γεμάτες φιλιά
Εντούτοις

Στην τελευταία της συλλογή «Σεντόνια της αγρύπνιας» βλέπουμε τον συνοδό μας χρόνο να λεηλατεί το σώμα, να στεγνώνει τα αισθήματα. Τη νύχτα τα σεντόνια υγραίνονται από τον ανέφικτο έρωτα και το πρόσωπο του θανάτου, ταράζεται το σώμα από τον τρόμο μιας συνείδησης που προσπαθεί να διώξει τον εφιάλτη ή να τον αποδεχτεί.
Κι ενώ όλα τα περιμένει η ερήμωση η ερωτική διάθεση της ζωής επιμένει να τρέφεται από την φαντασία γιατί εκεί συμβαίνουν οι μεταμορφώσεις που ο έσω χρόνος του σώματος οικοδομεί για ν’ αντέξει τα ανεξίτηλα σημάδια της φθοράς.
Κάτι μου λέει πώς η Αγαθοπούλου συνδέει την φθορά με την ενοχή. Ίσως νοιώθει ένοχος ο άνθρωπος επειδή υπάρχει, και ενδόμυχα αναγνωρίζει τον θάνατο ως πληρωμή για την ύπαρξή του. Το κύτταρό του γνωρίζει πως από την ανυπαρξία μετέβει στην ύπαρξη και στην ανυπαρξία πάλι οδεύει. Αμίλητο, σιωπηλό το κύτταρο το ξέρει κι όμως συνεχίζει. Νομίζω πως την συνομιλία του ενστίκτου της ζωής με τον θάνατο επιχειρεί να μεταφράσει η ποιήτρια. Και φυσικά μέσω της γλώσσας. Ενεργοποιώντας το σώμα της λέξης αποκαλύπτει τα σκοτεινά και μύχια, τα παράλογα και τα ερωτικά, μέσα στην πτώση και την απογείωση, στην αλμύρα και την πίκρα που περιπλανιέται ο εαυτός, με διαρκείς ανατροπές στο πάσχον και στο ευδαίμων της ζωής.

Αν και δεν ήταν ο άγγελος κρυμμένος
Άκουσε μόνο τη φωνή του να λέει απλά
Σκύψε στο βάθος της χαβούζας κοίτα
Ό καιρός για σένα στρώνει κρεβάτι ερωτικό
Το σώμα αναπαύει τις γλυκές του μέρες
Με τραγούδια και όργανα παλιά
Από τις φαντασίες που αγάπησες

Υπάρχει αυτή η ζωή όλο λαχτάρα
Απ’ το πρωί ως το βράδυ λατρεμένο σώμα
Σε κερνάει γκαζόζα μανταρίνι μήλο
Μες στα εξαίσια χαμάμ σε εξαγνίζουν
Γριές με κρεμαστά βυζιά και αδειανά κεμέρια
Πάνω σε μάρμαρα με τρίφτες και σαπούνια
Φυραίνει ο καημός κι ο άγγελος μες στ’ αχνιστά
Νερά χορεύει

( Αδημοσίευτο κείμενο που εκφωνήθηκε σε εκδήλωση της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Θεσσαλονίκης, την Τετάρτη 9 Μαΐου 2012, προς τιμήν της Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου.)

.

Ευτυχία Λουκίδου

Το πάθος πέραν της γραφής
«Σεντόνια της αγρύπνιας»

Στη λογοτεχνία κάθε απόπειρα απόδοσης του πάθους βρίσκει συχνά το υποκείμενο στο μέσο μιας αβύσσου. Ο συμβατικός λόγος απ’ τη μια – με όλα τα σημεία και τις αναφορές του – και τα εξορισμένα πάθη απ’ την άλλη επιδίδονται σ’ έναν αγώνα προσεταιρισμού του πάσχοντος σώματος. Προπάντων να μην αντηχήσει το κενό, προπάντων να κυριαρχεί στο σκηνικό έστω και το ομοίωμα του άλεκτου αισθήματος. «Τα απείθαρχα τάγματα του συναισθήματος», για τα οποία γράφει ο T.S. Eliot, είναι εκείνα που η ίδια τους η αυθεντικότητα τα φέρνει σε διάσταση από την εύρεση των γλωσσικών εκείνων συμβόλων που θα σταθούνε ικανά, για να τα αποδώσουν. Έρχονται όμως κάποτε κάποιες φαινομενικά απλές εξομολογήσεις , λόγια θαρρείς αβίαστα ειπωμένα που αμφισβητούν την παραπάνω διαπίστωση. Είναι η στιγμή που το αίσθημα ακέραιο εμφανίζεται κι όχι το ομοίωμά του, που η αναπαράσταση μετουσιώνεται σε ζώσα παρουσία κι ο λόγος από όχημα και ένδυμα μετατρέπεται σε ηχώ που, αν και υποβάλλει αλήθειες συνταρακτικές, εντούτοις προκαλεί τον ίδιο θόρυβο που μια απλή χειρονομία θα ήταν δυνατό να προκαλέσει.
Αναφέρομαι στα «Σεντόνια της αγρύπνιας» της Μαρίας Κέντρου Αγαθοπούλου, όπου το ποιητικό «εγώ» επιδίδεται σ’ ένα αλλεπάλληλο ξεφλούδισμα του έσω αλλά και έξω κόσμου. Με τρόπο απόλυτα φυσικό κινείται από τη σημασία προς το νόημα κατορθώνοντας να προφέρει και τη σιωπή ακόμα με μια φωνή καθάρια, απαλλαγμένη από τεχνάσματα γοητείας, ίσως και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο αναμφισβήτητα γοητευτική. Ο χρόνος της γραφής δεν εκτυλίσσεται σ’ ένα «αλλού», αλλά σ’ ένα αιώνιο παρόν, στα πλαίσια του οποίου η ποιήτρια αρνείται να ενδώσει στην απελπισία, όχι ως αποτέλεσμα αντίστασης ηρωικής ή και νηφάλιου φιλοσοφικού στοχασμού. Εκείνο που υπαγορεύει άλλωστε τη γραφή της δεν είναι παρά η αναζήτηση της αλήθειας πέραν της αλήθειας, του ονείρου που κρύβεται μέσα σ’ ένα άλλο όνειρο. Η Αγαθοπούλου δεν ενδίδει στις απογοητεύσεις και τα αδιέξοδα, καθώς εγκαίρως έχει συνειδητοποιήσει πως, όσο και αν πασχίζει η ύπαρξη, δε θα κατορθώσει παρά να καταφάσκει εκ νέου στη ματαιότητα, εφόσον η αλήθεια είναι μία και αναπόδραστη: ο Θάνατος προηγείται, ουδέποτε ακολουθεί.

«Ποιος βλέπει την άμμο και τον άνεμο
Να ανακατεύει τον καιρό ως τη λάσπη
Δεν είδα τίποτα εγώ δεν ξέρω
Φωνάζει ο νεκρός μου απ’ το βυθό».
(Φιλοξενία)

Αντιλαμβανόμενοι πως υψηλή ευθύνη της Φιλοσοφίας είναι η γνώση, κατανοούμε ότι εναπόκειται στην Τέχνη να αναλάβει την απόγνωση, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει να την υπερβεί, να την αποτρέψει ή άλλοτε ακόμη και να την προτείνει.
Στα «Σεντόνια της αγρύπνιας» ωστόσο συντελείται υποδορίως ένας κατεξοχήν λεπτός διαχωρισμός. Ένα επίπεδο πριν την απόγνωση κυριαρχεί η θλίψη. Εκείνο το γενναίο και απαλλαγμένο από ψευδαισθήσεις κοίταγμα στην προϊούσα μα και επικείμενη καταστροφή, που εντούτοις διασώζει στο βλέμμα του κάτι απ’ την αξιοπρέπεια και τη βουβή διαμαρτυρία των ευγενών που – ανίκανοι ν’ αντισταθούν – αντικρίζουν όλα τους τα υπάρχοντα στην κατοχή εισβολέων.
Το ποιητικό υποκείμενο λοιπόν, παρ’ όλες τις παράπλευρες απώλειες και τη βαθιά επίγνωση της επελαύνουσας φθοράς, αντιμετωπίζει με συμπάθεια και τρυφερότητα τον πόνο, ενώ ενδίδει άνευ όρων στη ζωή και εράται ακόμη την επιθυμία.
Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι την κατευθύνει και πολύ περισσότερο ότι τη σχηματοποιεί. Απλώς, επιθυμεί την επιθυμία.

«Τι να επιθυμήσω άλλο από μια πηγή μυροβλήτισσα
Όπου τα μάτια μου να πλένω το πρωί
Κάθε πρωί που σηκώνομαι απ’ το θάνατο
Και δεν ξέρω πόσο ψωμί πόσο νερό μου ανήκει
Πόση φωνή μου απόμεινε για το αινεσάτω τον Κύριο». (Αγρυπνία)

Κι όταν ακόμη αναφέρεται σε απουσίες, καταφέρνει να δίνει την εντύπωση ότι μιλάει μόνο για παρουσίες που δεν είναι.
Έτσι, λοιπόν η θλίψη, μην αντέχοντας να είναι ακραία, αρνείται την απόγνωση και δεν πενθεί. Αντ’ αυτού η ποιήτρια, από το μότο ακόμη της συλλογής, αποφασίζοντας να προϊδεάσει τον αναγνώστη, του αποκαλύπτει τις προθέσεις της, θαρρείς και του εγχειρεί συνωμοτικά το αριθμητικό αποτέλεσμα, αφήνοντας όμως σ’ εκείνον να ανακαλύψει στη διαδρομή τον τύπο της εξίσωσης. Και το αποτέλεσμα εν τέλει είναι αισιόδοξο. Σε αντίθεση με τον Σοπενχάουερ που σκιαγραφεί την περίκλειστη όραση με τη φράση: «Όποιον δαυλό κι αν ανάψουμε και όποιο τοπίο κι αν φωτίσει αυτός, πάντα τον ορίζοντά μας θα τον φράζει από παντού βαθιά νύχτα»,
εκείνη απ’ τον προθάλαμο κιόλας της συλλογής καταθέτει την καθησυχαστική διαβεβαίωση από στίχο του ποιήματός της:

Μαύρη θα είναι πάντα η νύχτα στα βουνά
Μα οι κάμποι θα ’χουν πάντα χαμομήλια.
(Λύπη απαστράπτουσα)

Τα στοιχεία που μετέρχεται και ενσωματώνει στην ποιητική σύνθεση αφορούν υλικά, των οποίων η διάρκεια αποδεικνύεται κάποτε ισχυρότερη από την αντοχή της ίδιας της ανθρώπινης φύσης. Τα πράγματα, στην ποίηση της Αγαθοπούλου, τυλίγουν και παρηγορούν, φιλοξενούν και αναπαύουν, την ίδια ώρα που σχίζονται αιφνίδια, κρύβονται, καθηλώνουν και απειλούν. Εντασσόμενα συνεπώς και συναριθμούμενα στα πρόσωπα της παράστασης κι όχι στα σκηνικά της, λειτουργούν ως σώματα που μόλις υποδύθηκαν το ρόλο τους και τώρα αποτραβιούνται στη γωνιά ως άηχη υπόμνηση του ήδη ματαιωμένου.

Μ’ αρέσει ν’ απλώνω τα ρούχα στο σκοινί
Εδώ τα μικρά εκεί τα μεγάλα σώματα
Ασήκωτα ανομήματα ζωής χαρισάμενης.
(Σεντόνια της αγρύπνιας)

Η ποίηση της Αγαθοπούλου δε σου επιτρέπει να περιοριστείς στα αισθητικά επιφαινόμενα, αλλά αντιθέτως, μέσω της ενότητας του βλέμματος και της εσωτερικής ρυθμικότητας που την ορίζει, υποβάλλει και υπαινίσσεται ένα βάθος φλεγόμενο. Υπακούει λοιπόν στις υψηλές επιταγές ενός λόγου, εντός του οποίου η ηθική συναντά την αισθητική, κινούμενη από τη γραφή στη σιωπή με τονισμούς ειρωνείας αλλά και τραγικότητας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, πολιορκεί την ποιητική ουσία, επιχειρώντας τολμηρές καταδύσεις στις αθέατες συνιστώσες των πραγμάτων.
Δεν αρκείται όμως σ’ αυτό. Εμβαπτίζει τις λέξεις στη νόηση κι αυτές αυθαίρετα και με όλο το βάρος της πολλαπλής τους ωρίμανσης πηγαίνουν κι εγκαθίστανται κατευθείαν στην καρδιά. Αποφεύγοντας έτσι την αιχμαλωσία στις έως τώρα μορφικές και εκφραστικές της κατακτήσεις, ανανεώνει τον κόσμο των σημαινόντων και διαμορφώνει το ιδιαίτερο κλίμα του ήδη κατακτημένου προσωπικού της σύμπαντος. Στοιχεία του προφορικού λόγου και λέξεις υποτιθέμενα «αντιποιητικές» ενσωματώνονται στο εκφραστικό της «γίγνεσθαι», ενώ παράλληλα η δυναμική της εικονοπλασίας και το αναπάντεχο των συνειρμών της αναδιατάσσουν και μεταμορφώνουν ό,τι η όραση καταδικάζεται να στερηθεί εξαιτίας της προφάνειας.
Κατά τη διάρκεια της αφηγηματικής ροής του οξύτονου λόγου της, αιφνίδιες παύσεις σιωπής επιχειρούν να ακινητοποιήσουν το ακαριαίο, πασχίζοντας να αναδυθεί μέσα από τις λέξεις το άλγος που αυτές φέρουν εντός τους.
Ως εκ τούτου, η αγωνιούσα διάνοιά της εκκινεί από την αλληγορία, για να την καταλύσει στη συνέχεια προς χάριν του νοήματος. Με ποιήματα άλλοτε θεματικά και άλλοτε ατμόσφαιρας, όπως κατεξοχήν θεωρώ τα τρία τελευταία της συλλογής με το γενικό τίτλο: «Πίστευε στη θεατρικότητα του βίου», διηθεί τη γειωτική καθημερινότητα και μετασχηματίζει την ύλη της, προκειμένου να αποδώσει την ατομική και συλλογική περιπέτεια σε κλίμα όμως πρωτοποριακού αυτοσχεδιασμού. Η σκηνοθετική και μεταποιητική της ικανότητα προσδίδει στις τραγικές αλήθειες με τις οποίες καταπιάνεται την ανάλαφρη φρεσκάδα ανέμελων μα άκρως επικίνδυνων παιδικών παιχνιδιών.
Οι σημειολογικές της αναφορές απ’ την άλλη, ευχερώς μας παραπέμπουν στη διττή σχέση Έρως – Θάνατος:

Κάθε άνθρωπος πρέπει να ’χει ένα πάθος κρυφό
Ένδοξα να τον σβήνει ανυπόκριτα
Ένδοξα να κοιτάει το βλέμμα του
Στη σιωπηλή χαράδρα του θανάτου.
(Διάρκεια)

Κι ενώ ο Καρυωτάκης στο ποίημά του (Η νύχτα) γράφει:
«Σαρκάζει το κρεβάτι τη χαρά τους / κι αυτοί λένε πως έτριξε / δεν λεν πως το κρεβάτι οραματίζεται / μελλοντικούς θανάτους»
η Μαρία Κέντρου Αγαθοπούλου στο ποίημα (Άγγελος σε λουτρό), παραδίδοντάς μας μαθήματα λιτότητας, συλλαμβάνει και ουσιώνει με καίριο τρόπο την ίδια μέγιστη αλήθεια:

Σκύψε στο βάθος της χαβούζας κοίτα
Ο καιρός για σένα στρώνει κρεβάτι ερωτικό.

Ο έρωτας, ως απόπειρα αθανασίας, δε συνιστά την αφελή και επιπόλαιη αντίσταση της ύπαρξης που επινοεί κρησφύγετα, προκειμένου να καθυστερήσει τη βέβαιη σύλληψή της. Άλλωστε, και η ίδια η πράξη της γραφής, η φιλοσοφία της τέχνης ουδόλως υπηρετείται από άτομα που, ασκημένα να εθελοτυφλούν, επιδίδονται στον πολλαπλασιασμό των ψευδαισθήσεων. Αντιθέτως, με πλήρη επίγνωση και οδυνηρή συναίσθηση του απελπισμένου εγχειρήματος, καταφεύγουν στον έρωτα αναθέτοντάς του ρόλο διαμεσολαβητή, αφού ένα σατανικό παιχνίδι ανάμεσα στον άνθρωπο και τον χρόνο είναι στημένο από καταβολής κόσμου, με τον πρώτο να μεταμφιέζει την επιθανάτια αγωνία σε πόθο κατάκτησης του απόλυτου. Κι ο έρωτας έρχεται και υπόσχεται το απόλυτο, με τη διαφορά ότι μονίμως την υπόσχεσή του αθετεί. Το κενό της αθέτησης έρχεται να καλύψει ο θάνατος, αφού αυτός τελικά αποδεικνύεται ο μόνος – δυστυχώς – που τηρεί την υπόσχεσή του.
Από το πρώτο κιόλας ποίημα της συλλογής, με πρόσχημα και σημείο εκκίνησης το άπλωμα των ρούχων και των σεντονιών, καθίσταται σαφής η πρόθεση του ποιητικού υποκειμένου να δηλώσει ευθαρσώς τη θέση που παίρνει απέναντι στο αιώνιο ζήτημα της αμαρτίας και της άφεσης. Το άπλωμα των ρούχων στο σκοινί, ως σημειολογική αναφορά στην αβίαστη και εκούσια έκθεση του όντος και των πράξεών του, δηλώνει τη νηφάλια συμφιλίωση αλλά και εξοικείωση με επιλογές ζωής που τις υποκινεί μια αλήθεια απαλλαγμένη από ένοχες προφάσεις και τύψεις ύποπτες για τις προθέσεις τους. Το ειλικρινές κοίταγμα σε κάτοπτρα που δεν παραμορφώνουν, συνιστά στάση ζωής που εκλαμβάνει τα λάθη, όχι ως ανομήματα που καθιστούν υπόλογο και αιώνιο χρεώστη εκείνον που τα διέπραξε. Ό,τι παρεκκλίνει της πορείας – κι άραγε ποιος έχει ορίσει τις συντεταγμένες; – υπακούοντας τυφλά «στο γίγνεσθαι του αίματος», δεν οφείλει να λογοδοτήσει σε κανέναν και προπάντων δεν καλείται να πληρώσει, αφού άλλωστε είναι όλα ήδη πληρωμένα. Ίσως κιόλας να μην υφίσταται ούτε και η ίδια η αμαρτία, με όλα τα επίπλαστα και επινοημένα βάρη της. Η ζωή αντιμετωπίζεται από την Αγαθοπούλου ως δωρεά, ως χάρισμα, κι ως εκ τούτου όλες τις διακηρύξεις περί απόλυτης κυριαρχίας στο παιχνίδι του βίου δεν τις θεωρεί παρά αυταπάτες που – θέλοντας και μη – υπόκεινται κάποτε κι αυτές στο «θέλημα του καιρού».
Άδεια λοιπόν τα ρούχα από τα σώματά τους, κενά απ’ τη βαρύτητα της φθαρτότητας και των τύψεων που κουβαλούν για τ’ ανομήματά τους, περιμένουν κρεμασμένα τον ήλιο να τα λαμπρύνει, το φεγγάρι ν’ αποκαλύψει τη γύμνια τους κι έναν αέρα να στεγνώσει δάκρυα και υγρά φιλιά.
Διαβάζοντας τα τρία τελευταία ποιήματα της συλλογής που στεγάζονται κάτω απ’ το γενικό τίτλο: «Πίστευε στη θεατρικότητα του βίου» και με τον ειδικό τίτλο το καθένα «Σκηνή πρώτη», «Σκηνή δεύτερη» και «Σκηνή τρίτη», συναισθάνεσαι ίσως βαθύτερα την προτροπή του Ρίλκε: «Ένα, και μόνο, μας είναι απαραίτητο: η Μοναξιά, η μεγάλη ενδόμυχη Μοναξιά. Να βυθίζεσαι στον εαυτό σου κι ώρες ολόκληρες να μη συναντάς εκεί κανέναν – αυτός πρέπει να ’ναι ο υπέρτατος του καθενός στόχος».
Η περιπέτεια του όντος για την Αγαθοπούλου συνίσταται και ολοκληρώνεται σε δύο κύριες συνειδητοποιήσεις: στη συναίσθηση της μοναχικότητάς του και στην αποκάλυψη της προσωπικής του αλήθειας. Κάθε διαφορετική τοποθέτηση απέναντι στο μυστήριο της ζωής μοιάζει σαν να μην έχει υπόψη της τα λόγια του Παλλάδα: «Σκηνή πας ο βίος και παίγνιον». Το θεατρικό πάντως που ανεβαίνει στην ποιητική – και όχι μόνο – σκηνή της ποιήτριας διαθέτει παρουσίες που εντούτοις λάμπουν διά της απουσίας τους. Ο σκηνοθέτης βρίσκεται «σε στάση απραξίας», «ο υποβολέας πανταχού απών», «από το βάθος αναθρώσκει η εξουσία του τίποτα». Εικόνες σκληρές στη σύλληψή τους που παραπέμπουν στο μάταιο της όποιας παρέμβασης στην ανθρώπινη μοίρα, στην πλήρη επίγνωση της αδυναμίας του δρώντος προσώπου ν’ απευθυνθεί, ν’ αναζητήσει μπούσουλα και στήριγμα, τώρα που ο Αθέατος – μα όχι αθόρυβος – υπονομεύει του βίου τη σταθερότητα και απειλεί ν’ απορροφήσει αιφνίδια την ύπαρξη που ανίδεη ροκανίζεται:

Ποιος υποσκάπτει γκαπ γκουπ – υπό
Τι θησαυρό ψάχνει.

Όλοι λοιπόν απόντες και μόνο εκείνη παρούσα, με μοναδικές αποσκευές
την ανεμελιά της – που ίσως να είναι και η επιμελώς κρυμμένη της αμηχανία –

Δε βλέπει πού κάθεται πού βάφεται
Κουνάει πέρα δώθε τα πόδια της …

αλλά και το πρόσωπό της:

Εκείνη έχει το πρόσωπό της
Να βλέπει και ν’ ακούει της ερήμου τα γέλια.

Το «είναι» όμως της ύπαρξης πρέπει να μείνει αφτιασίδωτο, απαλλαγμένο απ’ τα ψιμύθια της προσποίησης, να

φανερώσει επιτέλους τη ραγισμένη μάσκα
Να παίξει τον εαυτό της απροκάλυπτα.

Γι’ αυτό άλλωστε από την αλήθεια του όντος το μόνο που ζητείται είναι να γυμνωθεί τα μέχρι τούδε «ζωτικά» της ψεύδη, ώστε γυμνή και μόνη, όπως μια άδεια αγκαλιά, να εναποθέσει τις ελπίδες της στο φως του προβολέα, την ώρα που θα δείχνει το ένα και μοναδικό πρόσωπο της σκηνής, αφού:
«Εν ου παικτοίς εν ου παικτοίς» παίζεται η παράσταση του βίου καθενός μας.

.

Για το πεζογραφικό έργο της Μαρίας Κέντρου – Αγαθοπούλου έγραψαν:

.

Χλόη Κουτσουμπέλλη

Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου «Η Ευρυδίκη με το τσιγάρο στο μπαλκόνι» Διηγήματα Γαβριηλίδης 2010
Ποια είναι λοιπόν αυτή η ιδιόμορφη Ευρυδίκη αιχμαλωτισμένη σε ένα μπαλκόνι στο κέντρο του πουθενά, που καπνίζει; Που περιμένει όπως οι Τσεχωφικοί ήρωες στην έπαυλή τους πίνοντας τσάι η καφέ, το πέταγμα ενός γλάρου για να διακόψει την ρουτίνα της ζωής της, για να την κινητοποιήσει, για να την εξαγνίσει;
Η Μαρία Κέντρου- Αγαθοπούλου καπνίζει σε ένα μπαλκόνι. Και από εκεί κοιτάει όχι προς τα έξω αλλά προς τα μέσα, καταγράφει και απεικονίζει την πραγματικότητα, τις μικρές λεπτομέρειες που αποτελούν το δικό της σύμπαν.
Στέκεται απέξω και παρατηρεί. Σαν όλα να αρχίζουν από την αρχή. Παρθενική και ταυτόχρονα σοφή η ματιά της, υπεισέρχεται και περιγράφει το μικρό, το ασήμαντο, το καθημερινό και μέσα από την αλχημεία της γλώσσας και του ύφους το μετασχηματίζει σε σημαντικό, συγκινητικό, πανανθρώπινο.
Η συγγραφέας διατηρεί μία ιδιότυπη ερωτική και αισθησιακή σχέση με τα αντικείμενα του περιβάλλοντός της αλλά και με συνήθειες που αποκτούν γι αυτήν πολλές φορές τον χαρακτήρα παράφορου πάθους.
Στην συλλογή αυτή των διηγημάτων η συγγραφέας κρατά τους τόνους χαμηλούς. Δεν συμβαίνουν δραματικά γεγονότα, δεν υπάρχει έντονη δράση, συγκρούσεις χαρακτήρων, εγκλήματα που επιζητούν την κάθαρση. Το πιο συναρπαστικό έγκλημα είναι μία κλοπή πορτοφολιού στο διήγημα «ο διψασμένος». Πόσο όμως αριστουργηματικά μας παρουσιάζει η συγγραφέας στο ίδιο διήγημα την τόσο εύθραυστη ισορροπία της γυναίκας που ήλπισε για μια στιγμή για να διαψευστεί οικτρά.
Ο προβολέας λοιπόν της Μαρίας Κέντρου- Αγαθοπούλου είναι έτσι τοποθετημένος ώστε να εστιάζει στις λεπτές αποχρώσεις της ανθρώπινης ψυχής και αποτέλεσμα αυτού είναι να δημιουργεί φωτοσκιάσεις στην λευκή επιφάνεια ενός πίνακα. Μαιτρ του είδους της κεντά, συνθέτει, ζωγραφίζει. Μας αποκαλύπτει τα μυστικά του κρυφού σύμπαντος της σιφονιέρας, τα κεντημένα ασπρόρουχα, τα μεταξωτά εσώρουχα, τα παπλώματα, μα πιο πολύ μας παρουσιάζει την ψυχολογία της γυναίκας που κατοικεί σε ένα σπίτι και προσπαθεί να κτίσει γύρω της την ασφάλεια για να μην καταρρεύσει η ίδια, ανέτοιμη στην ουσία για μια εσωτερική μετακίνηση, δειλή για να δραπετεύσει από το λεπτοδουλεμένο, μυρωδάτο της κόσμο.
Ο Άλλος πάλι είναι ένας ξένος που ζει στο ίδιο σπίτι, ή κάποιος άντρας που συναντά σε ένα καφενείο που μπορεί να είναι ο φίλος η ο σωσίας του και που κινείται στα όρια μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας ή ένας ξένος λευκός και φωτεινός ή μαύρος και σκοτεινός που μία γυναίκα ρωτά «τι ώρα είναι» σε έναν χρόνο στατικό και ακινητοποιημένο. Μόνο σε ένα διήγημα στο «γεύση από χρώμα και ουρανό» ο Άλλος γίνεται αναπότρεπτο πεπρωμένο και η ένωση μαζί του ζωή και θάνατος μαζί.
Τα ταξίδια σ’ αυτή την συλλογή διηγημάτων γίνονται πάλι κι αυτά προς τα μέσα. Στο διήγημα «στο πλοίο» η αφηγήτρια δεν κατεβαίνει από το πλοίο, δεν αποβιβάζεται τελικά στον προορισμό της, προτιμά να ατενίζει από μακριά το τοπίο γιατί το ταξίδι είναι ιερό και μυστικό. Η πορεία καταλήγει σε αδιέξοδο και ακόμα και ένας περίπατος στην εξοχή καταλήγει στην επιβεβαίωση της απομόνωσης.
Στα έξι τελευταία διηγήματα της ενότητας με τίτλο «στον αστερισμό της ουτοπίας»η συγγραφέας επαναφέρει μνήμες των παιδικών χρόνων, την μύηση στην σεξουαλικότητα, το μυστικό της θείας Μαρίκας όπως το κατέγραψε το παιδικό μυαλό, το δέος μπροστά στις υφάντρες, ένα τραγικό συμβάν με μηχανή, τους μπλε αγγέλους, τους νεαρούς Γερμανούς στρατιώτες με τις στολές τους και την εντύπωση που έκαναν στις μικρές κοπέλες, το πρώτο ραντεβού με την άδοξη κατάληξή του. Η συγγραφέας πάλι με εξαιρετική λεπτότητα κάνει την μνήμη τέχνη.
Η ανατομία της μοναξιάς, η αθόρυβη κίνηση της ακινησίας, η προσμονή και η αναμονή αυτού που δεν έρχεται ούτε πάει, οι λεπτές ισορροπίες και μία διάχυτη τρυφερότητα όπως αυτή ενός δειλινού σε μία από τις αγαπημένες γειτονιές, αυτή η συλλογή, αυτή η Ευρυδίκη που ψάχνει έναν Ορφέα για να παίξει την λύρα του, μας μαγεύει

.

Κούλα Αδαλόγλου

Στοχασμοί γλυκόπικροι, κι ένας γενναίος σαρκασμός

Η Ευρυδίκη με το τσιγάρο στο μπαλκόνι

Η Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου έχει μια μακρά θητεία στη λογοτεχνία, τόσο στην ποίηση όσο και στην πεζογραφία: δεκατρείς ποιητικές συλλογές και πέντε συλλογές διηγημάτων – επίσης ένα βιβλίο με δοκίμια.
Ο τίτλος της τελευταίας συλλογής διηγημάτων της με παρέπεμψε αμέσως σε στοχασμό: μια γυναίκα στο μπαλκόνι, εδώ με την απαραίτητη συνοδεία του καπνίσματος, συνήθως βυθίζεται σε κάποιες σκέψεις. Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο μέρη, το πρώτο με είκοσι διηγήματα, και το δεύτερο, με τον υπότιτλο Στον αστερισμό της ουτοπίας, με έξι διηγήματα.

Η δομή των διηγημάτων, στο πρώτο κυρίως μέρος, είναι συνήθως η εξής:
Ο πυρήνας: ένα γεγονός, ένα περιστατικό, μια σκηνή. Στη συνέχεια, η διεύρυνση. Σε έναν πρώτο κύκλο εικόνων, συνειρμών. Ακολουθεί η επαγωγή: ο φιλοσοφικός στοχασμός στα ανθρώπινα. Το κλείσιμο: μια σκέψη, ένα άλλο γεγονός, που είτε έρχεται να ολοκληρώσει την αρχική κατάσταση είτε την ανατρέπει. Σαν να στέκεται σε μιαν άκρη, μιαν εξοχή (εξέχω) η αφηγήτρια/οι αφηγήτριες και από εκεί ατενίζουν τον μικρόκοσμο της ζωής τους ή τον μακρόκοσμο του χρόνου, παρελθόντος, τωρινού και μελλούμενου, με τις μεταβλητές αλλά και με τις αμετακίνητες σταθερές. Με την ταυτόχρονη παρουσία ενός άλλοτε υποδόριου και άλλοτε φανερού σαρκασμού, που δίνει στην αφήγηση και στο στοχασμό ένα ιδιαίτερο ύφος και μια ιδιαίτερη ποιότητα.

Η μητέρα είναι το θέμα τριών διηγημάτων της συλλογής: στη δύση της ζωής της (Μεταστροφή), στο δρόμο για το τέλος (Σκιές), στο συντελεσμένο του θανάτου της (Κατσαρίδες). Στις Κατσαρίδες υπάρχει μόνον διάλογος ανάμεσα στις κόρες, χωρίς να παρεμβάλλεται αφήγηση – πολύ ενδιαφέρον δείγμα γραφής.
Το μπαλκόνι είναι ένα κεντρικό μοτίβο στη γραφή της Αγαθοπούλου. Στη συλλογή αυτή με αφετηρία τον τίτλο και το ομώνυμο διήγημα, αλλά και στη συλλογή Η παραίτηση (εκδ. Κέδρος, 2002), με δύο τουλάχιστον διηγήματα, το Στο μπαλκόνι ή τα λόγια της μητρός μου και στο Η παραίτηση.
Στο ομώνυμο διήγημα της παρούσας συλλογής η άχαρη, όπως παρουσιάζεται από την αφηγήτρια, Ευρυδίκη ξεδίνει με το κάπνισμα στο μπαλκόνι μες στην ερημιά της, γίνεται μια σταθερή θλιβερή παρουσία, ώσπου κάποια μέρα το φωτάκι από την κάφτρα του τσιγάρου δεν φαίνεται, ενώ η παρουσία υπάρχει, κάτι που βάζει σε σκέψεις την αφηγήτρια για τη λειτουργία ενός τσιγάρου στη μονοτονία και στην ακινησία μιας ζωής. Στις Σκιές είναι η ηλικιωμένη μητέρα που απολαμβάνει το μπαλκονάκι στο εξοχικό της κόρης μπροστά στη θάλασσα καθισμένη με ένα κέντημα αιωνίως στα χέρια, ενώ Στο μπαλκόνι ή τα λόγια της μητρός μου η μητέρα που έχει χάσει σχεδόν το φως της μαντεύει την κίνηση στο δρόμο και τις συμπεριφορές των ανθρώπων από τη μοναδική της έξοδο, στο μπαλκόνι του σπιτιού της. Στις Κατσαρίδες η άλλη κόρη απολαμβάνει το μπαλκονάκι της, αφού ελευθερώνεται από τη φροντίδα της μητέρας. Η πιο ενδιαφέρουσα όμως αναφορά υπάρχει στο Ας φάμε λίγα κεράσια να κοκκινίσει η γλώσσα της γραφής μας. Ιδιαίτερα αν η αναφορά αυτή συσχετιστεί με το διήγημα Η παραίτηση από την ομώνυμη συλλογή Καλύτερα απ’ το μπαλκόνι μου ν’ απολαμβάνω την υγρή ομορφιά, εκ του ασφαλούς, είναι μια αφοσίωση και αυτό, μια αγάπη ήσυχη κι ακίνδυνη […]
Στο Ας φάμε λίγα κεράσια, αναιρείται το «άλλοθι» της αφηγήτριας, ότι δηλαδή δεν τη νοιάζει που μεγάλωσε και της αρκεί να βλέπει τη θάλασσα από μακριά, καθισμένη στο μπαλκόνι. Η αφηγήτρια, επαναλαμβάνοντας ή/και παραφράζοντας το απόσπασμα από την Παραίτηση, μιλά εκ βαθέων αλλά και αναμετράται με το παρόν της: Από την άλλη μεριά, πώς θα μπορούσα να προδώσω τις αποφάσεις μου, τις πικρές και ανομολόγητες ψευτιές μου, ότι τάχα μου φτάνει να βλέπω από το μπαλκόνι τις άσπρες κι από τον ήλιο ξεξασπρότερες βαρκούλες, ότι μου φτάνει να τη βλέπω τη θάλασσα, δεν χρειάζεται να είμαι μέσα της, κι όλες εκείνες τις ανόητες αυταπάτες που όχι μόνο δεν παραμυθιάζουν και δεν παραμυθίζουν, αλλά και που βαθιά μελαγχολούν[…]
Όλα αυτά ποτέ λιπόψυχα. Πάντα με την υποψία ενός – πικρού έστω – χαμόγελου στην άκρη των χειλιών.
Μαζί με το μπαλκόνι στοχασμό και παραίτηση, εμφανίζεται το μοτίβο της θάλασσας ως πρόκλησης για συμμετοχή στη ζωή. Η εικόνα του γυμνού γυναικείου σώματος που βουτά στο νερό, σαν βάπτισμα εξαγνιστικό, εμφανίζεται δύο φορές, μία στην κοριτσίστική ηλικία και μία στην ώριμη, στη συλλογή αυτή. Την πρώτη φορά μέσα στο όνειρο του κοριτσιού (Έβγαλε άνθη η λεμονιά) και τη δεύτερη σε επίπεδο πρόθεσης της ώριμης γυναίκας να πάρει έτσι μια δροσιά και ανατριχίλα μέσα στη ζέστα του καλοκαιριού (Ας φάμε λίγα κεράσια). Εξαιρετικές περιγραφές με εικόνες ζωντανές και δυνατή γλώσσα.

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου η αφήγηση επιστρέφει στα παιδικά και εφηβικά χρόνια. Το άνθισμα της θηλυκότητας, οι Γερμανοί ναύτες που, παρόλο εχθροί, εντούτοις προκαλούν ερωτικά ρίγη στα κορίτσια της γειτονιάς, η θεία με την ανοιχτή αγκαλιά αλλά και το μυστικό του σπιτιού της, το ατυχές πρώτο ραντεβού. Η αφήγηση κάνει στάση εκεί. Το παρόν απουσιάζει. Ωστόσο, η μνήμη κρατά όχι μόνο τη δύναμη των όμορφων αλλά και την οξύτητα των πικρών στιγμών χωρίς ωραιοποίηση.

Καταλήγω, λοιπόν, στα ακόλουθα κυρίαρχα χαρακτηριστικά στη συλλογή διηγημάτων της Αγαθοπούλου:
-ενάργεια των εικόνων
-αντιθέσεις που σε οδηγούν στο χαμόγελο ή στη συγκίνηση
-υποδειγματικές μεταβάσεις-συνειρμοί σε παρεμφερή θέματα
-σαρκασμός που βοηθά στις ανατροπές και προστατεύει από την υπερβολή στην προσέγγιση των αναμνήσεων
-κρουστός ερωτικός λόγος, με κορύφωση το Γεύση από χώμα και ουρανό.
-γλώσσα που υπηρετεί με δύναμη την έκφραση των διαφορετικών συναισθημάτων.

Και πάνω απ’ όλα, στοχασμοί πικροί και γλυκόπικροι, όπου η διαφαινόμενη απαισιοδοξία αναιρείται πάραυτα από έναν γενναίο σαρκασμό.

περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχος 98, Αύγουστος-Οκτώβριος 2012

.

Τάσος Καλούτσας

Παλινδρομώντας ανάμεσα σε πρόσωπα και χώρους,
στο άσπρο και το μαύρο της ζωής

 

Έχει επισημανθεί πως η δράση στα διηγήματα της Μ.Κ.Α. είναι «εσωτερικού τύπου». Είναι «δράση αισθημάτων, σκέψεων, αποφάσεων, συνειρμών αντιδράσεων, ενεργειών, μνήμης»(Γ. Αράγης). Σε μια δεύτερη κατηγορία κειμένων της που πιστεύω ότι λειτουργεί παραπληρωματικά με την προηγούμενη (ενδεικτικά αναφέρω τα: « Στο δρόμο», «Οι μικρές χαρές», «Cafe-bar», «Στην πλατεία») η αφηγήτρια (ή κάποια ηρωίδα της), μέσα στο σπίτι ή συνηθέστερα έξω από αυτό, πηγαίνοντας για ψώνια σε κάποιο μαγαζί, τριγυρνώντας στους δρόμους ή σε καφέ της αρεσκείας της, περιδιαβάζει και παρατηρεί, με ενδιαφέρον αλλά και «περιέργεια ιδιαίτερου περιεχομένου», με οξυμμένες τις αισθήσεις της, ενώ οι σκέψεις την κατακλύζουν. Σκέψεις που ενορχηστρώνονται, προκαλώντας ένα διάλογο μεταξύ των «εσωτερικών δεδομένων» που προανέφερα. «Μια προσεκτική και άνετη παρατήρηση του έξω κόσμου μπορεί να σε καθηλώσει απρόσμενα, ακόμα και να σε συναρπάσει»μας εξομολογείται («Οι μικρές χαρές», σ. 32). Θέλει όλα να τα βλέπει και να τ’ ακούει, ει δυνατόν χωμένη η ίδια στα σκοτάδια, αφού απεχθάνεται την εξωστρέφεια. Να βλέπει και ν’ακούει τα πουλιά, τη μουσική, να οσφραίνεται το γλυκό άρωμα των λουλουδιών ή των δέντρων, να συναντάει στα καφέ «τη νεότητα σ’ όλο το σφρίγος και την ομορφιά της», να μελετάει τα πρόσωπα των ζευγαριών και να φαντάζεται, εν προεκτάσει, ολόκληρη τη ζωή τους. Να χαίρεται και το πιο παραμικρό αντικείμενο σε μια ολότελα δική της «ζωική απόλαυση του χρόνου…». Εδώ ας τονίσουμε ότι οι περισσότερες από τις ηρωίδες ή τους ανώνυμους αφηγητές της Μ.Κ.Α. είναι μοναχικά άτομα (με αποκορύφωμα ίσως την Ευρυδίκη του ομώνυμου διηγήματος που είναι η ενσάρκωση της απόλυτης μοναξιάς): «Μια κρυφή σιωπηλή γυναίκα και πάντα μονάχη» (σ. 51). Στο «Μια άλλη ζωή» η ηρωίδα καθισμένη στο σκαμνί έξω απ’ το σπίτι της «ολομόναχη απολάμβανε τα δρώμενα στο δρόμο…». «Αν κοιμηθώ», λέει σε κάποιον περαστικό, θα χάσω αυτήν την ζωή που μου χαρίζεται με μάτια ορθάνοικτα, θα χάσω ό,τι βλέπω και ό,τι ακούω…» (σ. 80). Σωστά επισημάνθηκε πως πρόκειται για άτομα που χαίρονται «την αυτάρκεια της μοναξιάς» τους(Γ. Αράγης). Μοναξιά, συμπληρώνω εγώ, που δεν είναι στείρα ούτε διαβρώνεται από την πλήξη, αφού την καρπίζουν οι παραστάσεις του έξω κόσμου και της προσδίδουν μιαν «ιερότητα». Επιπλέον, και πολύ σημαντικό, η περιδιάβαση τής εξασφαλίζει ένα αίσθημα ελευθερίας: «Βαδίζω με μια δική μου ελεύθερη απόφαση, με μια δικιά μου ολότελα ελευθερία, χωρίς να είμαι υποχρεωμένη να δώσω λογαριασμό σε κανέναν» (Στο δρόμο, σ. 77). Συμπέρασμα: Και στις δύο κατηγορίες αφηγημάτων που αναφέρθηκα, οι γυναικείοι χαρακτήρες που επί το πλείστον πρωταγωνιστούν, εκδηλώνουν ως κυρίαρχο ζητούμενο, καθοριστικό για την ύπαρξη και τη συμπεριφορά τους, το αίσθημα της ελευθερίας. Αίσθημα σφοδρό που, καθώς εκφράζεται με απροσχημάτιστη ειλικρίνεια χαρίζει σε όλες αυτές τις περσόνες της συγγραφέα, με το χρόνο, «θαυμαστή αυτεξουσιότητα»(Αλ. Ζήρας).
Aπό την άλλη είναι καταλυτικός ο ρόλος του χρόνου στα πεζογραφήματά της, σε σχέση με τα πρόσωπα ή τις καταστάσεις καθώς μας φέρνει αντιμέτωπους με το θέμα της φθοράς και του θανάτου. Καταρχάς καταρρακώνει τη σωματική ομορφιά, όπως χαρακτηριστικά εικονογραφείται στο διήγημα «Στέλλα». Η θέα μιας θεάς που συνεγείρει με το πέρασμά της τις εφηβικές φαντασιώσεις καταντάει μια «θέα του δρόμου» που δεν θυμίζει τίποτα πια από το παρελθόν. Η αφηγήτρια, θυμωμένη, το βρίσκει ταπεινωτικό, άκρως προσβλητικό από την ίδια τη ζωή, χειρότερο κι από τον ίδιο το θάνατο (σ. 72). Στη σχέση μάνας-κόρης, η ηλικιακή φθορά επιφέρει τη «Μεταστροφή» – η κόρη γίνεται μάνα κι η μάνα της το «μωρό» (έτσι κλείνει ο κύκλος). Σ’ αυτή την περίπτωση η εκδοχή του θανάτου, παρά τον πόνο που συνεπιφέρει, αντιμετωπίζεται ως «λογική» συνέπεια («Σκιές»). Η αυτεπίγνωση της φθοράς από την ίδια την υπέργηρη γυναίκα φαίνεται από το διάλογο με την κόρη της: Όταν εκείνη θέλει να τη διαβεβαιώσει ότι είναι ακόμα «πολύ ζωντανή», της απαντά: «Έχεις δίκιο, είμαι η πιο ζωντανή ανάμεσα στους πεθαμένους» (Η πιο ζωντανή). Μια άλλη ηλικιωμένη στο αφήγημα «Καπνός», που «έχει μόνο μνήμες ερωτικές» και συλλογιέται τους νέους, ρίχνει ευθύνες στο ίδιο της το σώμα για τη βαθμιαία μεταμόρφωσή του, έχει πάψει, όπως λέει, «να το αγαπάει». Παρόλο που σ’ αυτή την αδυσώπητη μάχη με το χρόνο προκαλούνται κι άλλου είδους «μεταστροφές» (π.χ. μεταβάλλεται η στάση μας, αφού πράγματα ή πρόσωπα που στο παρελθόν τα ειρωνευόμασταν ή τ’ απαξιώναμε, τώρα τα εκτιμούμε) η κυριότερη επενέργειά του στο έργο της Αγαθοπούλου, που παράγει και μια μελαγχολική αίσθηση ματαιότητας, είναι ότι οδηγεί μερικές ηρωίδες της προοδευτικά σε ένα πρόωρο «ψυχικό γέρασμα»(Μ.Θεοδοσοπούλου) ή στην παραίτηση. Στο ομώνυμο κείμενο μια απ’ αυτές απαρνιέται τη θάλασσα: «Καλύτερα απ’ το μπαλκόνι μου ν’ απολαμβάνω την υγρή ομορφιά, εκ του ασφαλούς… όσο έχω το βλέμμα μου και τις αισθήσεις μου ζωντανές…» (σ. 88). Αλλά η ανώνυμη αφηγήτρια διαβλέπει ακόμα πιο εφιαλτικούς κινδύνους: «Σκέπτομαι ότι την ίδια κατάληξη – εγκατάλειψη θά ’χει και η καθημερινή κάθοδός μου προς την πλατεία… που δεν θά ’χει άλλη αιτία από την ηλικία και την ανημποριά που ο χρόνος φέρνει μοιραία και αμετάκλητα» (Στην πλατεία, σ. 44).
Σα να μας λέει ότι, ανάμεσα στο δίπολο φυσική φθορά-θάνατος, πιο οδυνηρό είναι το πρώτο. Ο ήρωας στο κείμενό της «Στο δωμάτιο» τυραννιέται μέχρι να «φύγει», υφιστάμενος την καθημερινή βάσανο της ανίατης ασθένειας. Ο ίδιος ο θάνατος, ως γεγονός, μάλλον δεν της προκαλεί το φόβο: «Το θάνατο τον σέβεσαι• είναι πιο ντόμπρο γεγονός• τη σκαπουλάρει δηλαδή ο άλλος μια κι έξω και δεν έχει παραπέρα» μας λέει η Άννα «Στο μνημόσυνο» (σ. 72). Γι’ αυτό και προτιμάει τις κηδείες και τα μνημόσυνα από τους γάμους ή τις βαπτίσεις, όπου παίζεται και λίγο «θέατρο». Έπειτα ο νεκρός, άμα διαβεί το κατώφλι της ζωής, δεν έχει ανάγκη τη δική μας λύπηση. Στο διήγημα «Βάι γκιντενέ» (Αλίμονο σ’αυτόν που «φεύγει») τη βραδιά που οι γονείς θα ξενυχτούσαν τη γιαγιά, οι εγγονές σαλταίρνουν στο Χαρμάνκιοϊ «για κόκκινο κρασί και κανά κουτσομεζέ». Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι οι ήρωες δεν αγαπούν τους νεκρούς τους, το ίδιο με τους ζωντανούς. Το αντίθετο μάλιστα• αυτό που φαίνεται τερατώδες στη συγγραφέα είναι να τους ξεχνάμε («Οι άπιστες»).

(Αδημοσίευτο απόσπασμα από κείμενο για το σύνολο του πεζογραφικού της έργου που διαβάστηκε στο Αφιέρωμα της Δημοτικής Βιβλιοθήκης, την Τετάρτη, 9/5/2012)

.

Παναγιώτης Γούτας

ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΚΕΝΤΡΟΥ-ΑΓΑΘΟΠΟΥΛΟΥ
Θα ήθελα, αρχικά, να συγχαρώ τον Δήμο Θεσ / νίκης και τη Δημοτική Βιβλιοθήκη που, εν μέσω παρατεταμένης ακυβερνησίας (οι πολιτικοί μας ταγοί, με μικροπολιτικές σκοπιμότητες και πλήρεις ασυνειδησίας, ξεφορτώνονται μεταξύ τους τη διερευνητική εντολή σχηματισμού κυβέρνησης με την αβάσταχτη ελαφρότητα νεαρών που παίζουν μαξιλαροπόλεμο σε φοιτητικό δωμάτιο) και με αφορμή τα εκατό χρόνια της απελευθέρωσης της πόλης, τιμούν σημαντικούς λογοτέχνες και δημιουργούς που απέχουν εκκωφαντικά από τη στείρα δημοσιότητα, τα τηλεοπτικά φώτα και το λάιφ στάιλ εν γένει. Ανθρώπους που μας διδάσκουν ήθος, υπευθυνότητα, ειλικρίνεια, αξιοπρέπεια, δηλαδή χρήσιμους ανθρώπους Ένα από αυτά τα πρόσωπα είναι και η Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, για το πεζογραφικό έργο της οποίας έχω την τιμή και τη χαρά να σας μιλήσω απόψε.
Η Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, από τις αντιπροσωπευτικότερες ποιητικές φωνές της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς, από τα τέλη της δεκαετίας του ενενήντα μοιράζει ισοδύναμα και επιτυχώς το λογοτεχνικό της τάλαντο σε πεζό και ποιητικό λόγο. Φαίνεται πως ο πεζός λόγος απελευθερώνει μέσα της δυνάμεις που, πιθανόν, η ποίηση κρατούσε εγκλωβισμένες ή δεν τις αναδείκνυε στον βαθμό που εκείνη θα επιθυμούσε. Η αρχή γίνεται το 1998 με το εκτενές αφήγημά της Συνοικισμός σιδηροδρομικών (εκδ. Κέδρος). Πρόθεση της συγγραφής αυτού του βιβλίου, όπως η ίδια καταθέτει: η ευγνωμοσύνη απέναντι στην ανεπανάληπτη εμπειρία της συναναστροφής που εξανθρωπίζει. Στο παρόν βιβλίο σκιαγραφείται ο Συνοικισμός Σιδηροδρομικών, ιδίως στην εικοσαετία 1930 με 1950. Με ρέουσα αφήγηση, γνήσια νοσταλγία και χιούμορ σε κάποιες στιγμές, καταγράφεται η ζωή αχάλαστων, φτωχών αλλά αξιοπρεπών ανθρώπων που με ψηλά το κεφάλι υπερπηδούσαν τα εμπόδια και τις κακοτοπιές της ζωής τους. Τα παλιά σπίτια, ο γενναίος σιδηροδρομικός πατέρας, η σκαλωμαρία των αγοριών στο τραμ –μια πολυτέλεια και μια ηδονή της εποχής που δεν την γεύονταν, τότε, τα κορίτσια–, τα κεραμίδια στις στέγες που έσταζαν νερά στις νεροποντές, ο βόθρος, τα καυσόξυλα, ο σεισμός της Ιερισσού το ’32, οι γειτόνισσες, άλλες υποχόνδριες, άλλες αθυρόστομες, άλλες αρχοντικές, τα βαριετέ της εποχής και δεκάδες γυναίκες της υπομονής, με μπουγάδες, κεντήματα και γλυκά του κουταλιού, αλλά και παλιές φίλες της συγγραφέως που πια δεν ζουν, συνθέτουν αυτό το πλούσιο και εύοσμο χαρμάνι ζωής μιας εποχής που φαντάζει μακρινή όμως, εξαιρετικά επίκαιρη, λόγω της κρίσης που βιώνουμε τα τελευταία τρία χρόνια. Το παλιό σπίτι της αφηγήτριας κατάντησε τεράστιο γκαράζ και βενζινάδικο. Τέλη της δεκαετίας του πενήντα ήρθε ο μαρασμός της συνοικίας, από το μικρόβιο του νεοπλουτισμού και της αντιπαροχής. Ωστόσο πάντα θα μένει ζωντανή στην ψυχή και τη συνείδηση της Αγαθοπούλου, γι’ αυτό άλλωστε μεταποιήθηκε από μνήμη σε λόγο. Το αφήγημα διαβάζεται αντιστικτικά και ως κείμενο αυτογνωσίας και οδηγό επιβίωσης σε καιρούς χαμένης εθνικής και προσωπικής ταυτότητας, ανέχειας και αναξιοκρατίας.
Ένα χρόνο μετά, το 1999, κυκλοφορεί από τη Νεφέλη η πρώτη συλλογή διηγημάτων της (ποιητικών αφηγημάτων, θα έλεγα καλύτερα), με τον τίτλο Στο δωμάτιο. Έχουμε δηλαδή για πρώτη φορά μετάβαση από την εκτενή αφήγηση στη μικρή φόρμα, και μάλιστα μπολιασμένη με πολλά ποιητικά στοιχεία. Στις περισσότερες από τις ιστορίες του βιβλίου η συγγραφέας παρατηρεί, νοσταλγεί ή εμπνέεται κυρίως από διάφορα πρόσωπα που παρελαύνουν στις σελίδες του – ποιητικά πορτρέτα ιδωμένα σε βάθος χρόνου (η κατάκοιτη μάνα της, ο καρβουνιάρης παππούς, η ποιήτρια Κική Δημουλά που δαμάζει τις λέξεις, μια γεωργιανή υπηρέτρια με αδρή συμπεριφορά, μια εκπάγλου ομορφιάς γυναίκας που με το πέρασμα του χρόνου χάνει την ομορφιά της κ. ά.) Ο άλλος, το τρίτο πρόσωπο που συχνά είναι ηλικιωμένος, κατάκοιτος, ετοιμοθάνατος ή ήδη νεκρός, αποτελεί σ’ αυτό το βιβλίο το ενδιάμεσο βήμα προτού η Αγαθοπούλου καταφύγει σε πιο προσωπικά και εξομολογητικά κείμενα (κάτι που θα αρχίσει να γίνεται από το βιβλίο της η Παραίτηση και μετέπειτα). Στο δωμάτιο, δηλαδή, το φως εστιάζεται κατά πρώτον σε άλλα πρόσωπα και δευτερευόντως στη συγγραφέα-αφηγήτρια, που ωστόσο και πάλι νοσταλγεί, εμπνέεται, παρατηρεί ή καταφεύγει στο ένδον σκάπτε. Όλες οι ιστορίες είναι γραμμένες σε πρώτο πρόσωπο αφήγησης και ο χρόνος φαντάζει ακινητοποιημένος (μιλάμε για στιγμές στον χρόνο). Λόγος καλά δουλεμένος, ακρίβεια σκέψεων και συναισθημάτων, ενσταλαγμένη ποίηση στις σωστές της δόσεις και μια διάχυτη υποβόσκουσα αγωνία για το πριν και το μετά του θανάτου, του γήρατος και της φθοράς. Κορυφαίο της συλλογής (πάντα κατά τη γνώμη μου) το ομότιτλο της, Στο δωμάτιο, που ως έννοια υποδηλώνει τη συνείδηση και αποτελεί πεδίο υπαρξιακών ανησυχιών και προβληματισμών της συγγραφέως. Άλλωστε ο άδειος χώρος, ένα άδειο από ενοίκους σπίτι ή ένα δωμάτιο, που φωτίζεται και εξετάζεται από πολλές σκοπιές, αποτελεί γνώριμο αφηγηματικό σκηνικό της Αγαθοπούλου και θα το συναντήσουμε και σε άλλα της βιβλία.
Ακολουθεί Η παραίτηση (Κέδρος, 2002), που περιέχει 19 τον αριθμό κείμενα. Εδώ η συγγραφέας φιλτράρει μέσα από τον προσωπικό ευρυγώνιο φακό της την καθημερινότητα και αναγάγοντάς την στο γνώθι σαυτόν των αρχαίων φτάνει στο κουκούτσι της ατομικής της ύπαρξης. Οι ιστορίες της, πλέον, δεν βασίζονται τόσο σε αποκωδικοποίηση ή ερμηνεία άλλων προσώπων, αλλά αποκτούν προσωπικό χαρακτήρα. Υπάρχουν πάλι μνήμες παλιότερης εποχής, αλλά για πρώτη φορά θα συναντήσουμε τριτοπρόσωπη αφήγηση και αποστασιοποιημένη ματιά σε σχέση με τα παλιότερα βιβλία της. Σε τουλάχιστον τέσσερα αφηγήματα παρωδείται με μαεστρία ο θάνατος, ενώ και οι ήρωες δείχνουν εξοικειωμένοι με την ιδέα της φθοράς και του χαμού σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ ό,τι σε παλιότερες συλλογές. Συχνά το παρελθόν εμφιλοχωρεί στο παρόν, αλλού υπάρχει αυτοσαρκασμός ενώ υπάρχουν διάσπαρτες κάποιες προσωπικές φοβίες και αδυναμίες της ώριμης ηλικίας που όμως φαινομενικά μόνο οδηγούν την αφηγήτρια σε παραίτηση, αφού η ηρωίδα υπερνικά τα όποια εμπόδια της ζωής και επιβιώνει. Τέλος, η συχνή χρήση λέξεων μικρασιάτικης προέλευσης, προφανώς λόγω της καταγωγής των γονιών της συγγραφέως και των δικών της ακουσμάτων, προσδίδει γοητεία και πολυχρωμία στη γραφή της. Ο φιλοσοφικός-υπαρξιακός πυρήνας του βιβλίου έχει να κάνει με τον τίτλο του αλλά και με το ομότιτλο διήγημα, που αντιπροσωπεύει θαυμάσια το περιεχόμενο όλων των κειμένων, δίνοντας το στίγμα της Αγαθοπούλου. Η ηρωίδα-αφηγήτρια νιώθει –προς στιγμήν– παραιτημένη από τη ζωή, παροπλισμένη, απόμαχη, όμως μόνο προσωρινά, αφού δεν θα αφεθεί οριστικά στην απομόνωση και στην απόσυρση, αλλά θα κάνει τα ένα-δύο γενναία βήματα που απαιτούνται για να ξεπεράσει τη μελαγχολία της, και να μπει και πάλι, θαρρετά, στο παιχνίδι της ζωής. Είναι τελικά η ίδια η τέχνη της συγγραφέως, που, λειτουργώντας ιαματικά, σώζει την ηρωίδα-αφηγήτρια κάνοντάς την να επανακάμψει από την πρόσκαιρη θλίψη που νιώθει και τις αναποδιές που βιώνει. Παράλληλα την οπλίζει μ’ ένα σπουδαίο εφόδιο: την επίγνωση των ορίων του εαυτού της αλλά και του κόσμου που την περιβάλλει. Για την ιστορία, αναφέρω πως η συγκεκριμένη συλλογή διηγημάτων βραβεύτηκε, το 2003, από την Ακαδημία Αθηνών του Ιδρύματος Πέτρου Χάρη.
Στη συλλογή Οι μικρές χαρές (Μεταίχμιο, 2005) που έπονται της Παραίτησης, ο όρος διηγήματα είναι πιο εύστοχος και αντιπροσωπευτικός απ’ ό,τι για τα κείμενα της Παραίτησης. Κάποια υπόγεια σύνδεση που υπάρχει ανάμεσά τους θα μπορούσε να συνηγορήσει ώστε το υπάρχον υλικό να πάρει και μυθιστορηματική έκταση ή τουλάχιστον να σταθεί και σαν εκτενής αφήγηση. Ας δούμε, τώρα, κάποιες από τις «μικρές χαρές» της Αγαθοπούλου που προσφέρουν πληρότητα στην ίδια, και σε μας την αναγνωστική απόλαυση: Η αναπόληση της οσμής ενός αγαπημένου εξαδέλφου –άρωμα μελιού ανάμικτο με κολόνια και μυρωδιά σώματος– που αναδίδει το άδειο παλτό του. Ο μαρασμός μιας πολύχρονης σχέσης, που όμως βρίσκει τρόπο να αναγεννηθεί απ’ τις στάχτες της. Ένα πρωινό αφιερωμένο στον εαυτό μας. Το κοίταγμα των πουλιών μέσα από ένα κλειστό παράθυρο. Ένα μπουκέτο ανεμώνες. Ένα τραγούδι –έστω λυπημένο– στο ραδιόφωνο. Η παρατήρηση άγνωστων ανθρώπων σ’ ένα καφέ-μπαρ. Η κατανυκτική ατμόσφαιρα που δημιουργεί η φωνή μιας τραγουδίστριας κέλτικων τραγουδιών. Η μυρωδιά ενός βρέφους σε κρεβάτι νοσοκομείου, όπου νοσηλεύεται η μάνα, με επιλόχειο πυρετό… Μινιμαλιστική διάθεση και χαμηλόφωνη γραφή, σε τρίτο ή πρώτο πρόσωπο αφήγησης, άλλοτε με αφηγηματικά προσωπεία κι άλλοτε άμεσα, προσωπικά, αποκαλυπτικά. Κείμενα ισορροπημένα στη γραφή τους, σμιλεμένα με μαστοριά, που τα χαρακτηρίζουν από τη μία η λιτή και ακριβής διατύπωση, κι από την άλλη το αίσθημα και η νοσταλγία. Λάμπει το ελάχιστο, αναδεικνύεται σε μείζον, και το μικρό, το καθημερινό, το φαινομενικά ασήμαντο –μα εντέλει τόσο σημαντικό– το κατ’ επίφασιν ευτελές, εξακτινώνεται στις σφαίρες της τέχνης.
Η τελευταία ώς τώρα πεζογραφική κατάθεση της Α. που τιτλοφορείται Η Ευρυδίκη με το τσιγάρο στο μπαλκόνι (Γαβριηλίδης, 2010) νομίζω πως αποτελεί την κορυφαία πεζογραφική στιγμή της. Στο παρόν βιβλίο, που αποτελείται από 26 διηγήματα, συχνά κάτι το ελάχιστο ή το φαινομενικά ασήμαντο (όπως δηλαδή και στο προηγούμενο βιβλίο της) στέκεται αρκετό για να υφανθεί –πάντα με μακροπερίοδο λόγο– μια μικρή ιστορία. Τα προσωπικά αντικείμενα του σπιτιού της που της ξυπνούν μνήμες και αναμνήσεις, η μορφή της μητέρας της που επανέρχεται μετά θάνατον με όλα τα προτερήματα και τις ιδιορρυθμίες της –κυρίως την αυστηρότητά της, μιαν αυστηρότητα που καθόρισε και χάραξε την πορεία ζωής της συγγραφέως-κόρης–, πρόσωπα της γειτονιάς ή αποδεκατισμένοι μετανάστες, το πρώτο ερωτικό σκίρτημα, στιγμές προσωπικής ευδαιμονίας και πολύτιμης μοναξιάς στα καφέ της πόλης, η «απρέπεια» μιας αριστοκράτισσας όταν περιδιαβαίνει μια φτωχική συνοικία, ένα άκαμπτο αντρικό στόμα που, επιτέλους, γελά, ένα ερωτικό ραντεβού που πηγαίνει στράφι από μία άστοχη κουβέντα, όλα μεταποιούνται με τη γραφίδα της συγγραφέως σε μικρά πολύτιμα δομικά υλικά συνειδητοποίησης του κόσμου που την περιβάλλει. Η καθαρότητα του βλέμματος κι αυτό που ο Άλντους Χάξλεϊ όρισε στα βιβλία του ως «διευρυμένη συνείδηση», είναι τα όπλα της συγγραφέως για να μοιράζεται και να σκορπά απλόχερα τα ιδιωτικά της κεκτημένα, τις αισθήσεις, τις μνήμες, τους λογισμούς της, στους γύρω, που την περιβάλλουν, στον άλλο, στον διπλανό, στην ετερότητα. Όλα είναι απλωμένα πάνω στα υλικά σώματα, μέχρι και στη σκόνη που τα περιβάλλει. Όλα τα αντικείμενα είναι διαποτισμένα από το παρελθόν. Αρκεί να τα δούνε τα μάτια της ψυχής, να τα εντοπίσει η έσω όραση, και η διευρυμένη συνείδησή μας να νιώσει, να αισθανθεί, να πονέσει, να θυμηθεί. Ιστορίες ειλικρινείς, αληθινές, προσωπικές, άλλοτε εξομολογητικές άλλοτε πιο κρυπτικές, γραμμένες με τέχνη και αίσθημα, που συνδυάζουν τη σχολαστική παρατήρηση και ακρίβεια της πεζογράφου με την ευαισθησία της ποιήτριας. Μια ανέλπιστη αλήθεια φτερουγίζει, απελευθερωμένη, στο τέλος κάθε κειμένου. Ίσως να είναι η κρυμμένη ποίηση, που φανερώνεται μέσ’ από τις λέξεις, σε βαθμό που να την περιμένουμε σε κάθε ανάγνωση που ακολουθεί.
Η Κ.Α. εκτός από σπουδαίο ποιητικό και πεζογραφικό έργο, έχει και σημαντικό δοκιμιακό έργο, που (αν εξαιρέσουμε τις πάμπολλες δημοσιεύσεις της σε έγκυρα περιοδικά της χώρας) κυρίως συνοψίζεται στο βιβλίο της Δοκίμια και δοκιμασίες, τυπωμένο από τις καλαίσθητες και ποιοτικές εκδόσεις Νησίδες το 1999. Περιλαμβάνει δεκαοχτώ κείμενα για ποιητές της Θεσσαλονίκης (Θέμελης, Καρέλλη, Κύρου, Μάρκογλου, Στογιαννίδης, Ευαγγέλου, Βαφόπουλος, Ασλάνογλου, Χρηστάρα), στα οποία αλλού θα συναντήσουμε κριτική οξυδέρκεια, εμβάθυνση και παρατηρητικότητα, αλλού μαρτυρίες συμβάντων της καθημερινής ζωής των ποιητών με τις συνήθειες και τις ιδιορρυθμίες τους, ενώ κάποια κείμενά της κινούνται στο μεταίχμιο ανάμεσα σε κριτικό δοκίμιο και μαρτυρία. Στον πρόλογο του βιβλίου της η συγγραφέας δηλώνει με κάθε ειλικρίνεια πως δεν διεκδικεί ούτε τον τίτλο του κριτικού ούτε την ιδιότητα του δοκιμιογράφου, με την έννοια της επαγγελματικής προσήλωσης. Επίσης δεν λογάριασε μόνο θεσσαλονικείς ποιητές από αίσθημα τοπικισμού, αλλά έγραψε συνειδητά αυτά τα κείμενα από μια ανάγκη «σωματικής» μαρτυρίας, αφού με όλα αυτά τα πρόσωπα συγχρωτίστηκε, παροίκησε στην ίδια Ιερουσαλήμ, δοκιμάστηκε λόγω και έργω μέσα στους ίδιους δρόμους αυτής της πόλης.
Τελειώνοντας αυτή την αναφορά στην πεζογραφική διαδρομή της Α. θέλω να επισημάνω ότι η πεζογραφική κοιτίδα της βρίσκεται στο ρεύμα της συνειδησιακής ροής που βρήκε πρόσφορο έδαφος στην πόλη μας από τις αρχές της δεκαετίας του ’30 μέχρι περίπου το 1950. Σήμερα, βέβαια, έχουμε μετεξέλιξη αυτής της τάσης σε ένα μεικτό είδος ανάμεσα στον ρεαλισμό (νεορεαλιστική πρόζα) και στον εσωτερικό μονόλογο, κάτι που, μαζί με αρκετούς ομοτέχνους της, ακολουθεί και η ίδια. Παράλληλα, συγκαταλέγεται σε μια ομάδα λογοτεχνών (Βασιλικός, Ευαγγέλου, Μέσκος, Μάρκογλου, Νικηφόρου κ.α.) που επηρεάστηκαν από τους πεζογράφους του μεσοπολέμου και τους πρώιμους μεταπολεμικούς, και όχι από το γαλλικό Νέο Μυθιστόρημα. Όλοι οι παραπάνω, στη γραφή τους, συνδυάζουν ρεαλιστικά στοιχεία με ποιητική γραφή, ενώ στα κείμενά τους ο εσωτερικός χρόνος υποκαθιστά τον συμβατικό. Ειδικά στην Αγαθοπούλου δύο στοιχεία εντοπίζονται στο πεζογραφικό της έργο: Η μνήμη και το βίωμα. Η περίπτωση της μάς αποκαλύπτει μια ισοδύναμα εξαιρετική ποιήτρια και πεζογράφο. Γράφει δίχως διάθεση εντυπωσιασμού, δίχως συμβιβασμούς στις απαιτήσεις των καιρών, χωρίς εκπτώσεις στην ποιότητα της γραφής της, χωρίς ευκολίες και σκοπιμότητες. Καθαρή λογοτεχνία, κρυστάλλινα κείμενα, με σοφία και αίσθημα. Κι επειδή όλα τα παραπάνω δεν παύουν να είναι σχολαστικές παρατηρήσεις και αναλύσεις, νομίζω πως η πόλη όπου ζει και αναπνέει, οι άνθρωποί της, οι ομότεχνοί της και κυρίως οι νεώτεροι άνθρωποι που διαβάζοντας τα ποιήματα και τα διηγήματά της διδαχτήκαμε τόσα πολλά και ουσιαστικά για την τέχνη της γραφής, της οφείλουμε ένα βαθύ, ειλικρινές και ζεστό «ευχαριστώ», για όσα συνολικά μας έχει ως τώρα προσφέρει. Ευχαριστούμε, Μαρία.

(το κείμενο εκφωνήθηκε σε εκδήλωση της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Θεσσαλονίκης, την Τετάρτη 9 Μαΐου 2012, προς τιμήν της Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου. Στο πάνελ ο Τάσος Καλούτσας και η Μαρία Κουγιουμτζή)

Ο Παναγιώτης Γούτας έγραψε επίσης για τις δυο συλλογές της Αγαθοπούλου « Μικρές χαρές» και «Η Ευρυδίκη με το τσιγάρο στο μπαλκόνι»

Μικρές χαρές, διηγήματα, εκδ. Μεταίχμιο, 2005

Τι είναι αυτό που κάνει μια ποιήτρια με 13 αξιόπιστες ποιητικές συλλογές να στρέφεται στον πεζό λόγο; Ποια βαθύτερη ανάγκη της προσπαθεί να ικανοποιήσει; Μήπως –έστω περιστασιακά– ισχύει το χριστιανοπουλικό «εγκαταλείπω την ποίηση» λόγω κάποιου απαυδίσματος, κάποιας προσωπικής της εξουθένωσης, εξ αιτίας της πολυετούς ενασχόλησής της με τις λέξεις; Όμως η Κ. Α. ούτε εγκατέλειψε την ποίηση ούτε διακατέχεται από τη ματαιοδοξία να διαπρέψει και σ’ άλλα «εδάφη», να οργώσει κι άλλα λογοτεχνικά «χωράφια». Ως αυθεντική δημιουργός που είναι, ξέρει πολύ καλά πως, πέρα από την ευδαιμονία της προσωπικής έκφρασης, μάλλον εξουθενώνεσαι και συνθλίβεσαι από το ανελέητο κυνηγητό της λέξης. Παράλληλα, διόλου δεν της διαφεύγει πως η ποιητική δημιουργία είναι απείρως δυσκολότερη, σημαντικότερη και ουσιωδέστερη της αντίστοιχης πεζογραφικής. Και εξακολουθεί να γράφει ποιήματα – έχει στα σκαριά και νέα συλλογή. Τι συμβαίνει, λοιπόν, και δεν βολεύεται με τον χαρακτηρισμό «αντιπροσωπευτική ποιητική φωνή της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς», και –από το 1998– εκδίδει δοκίμια, εκτενή αφηγήματα, ποιητικά αφηγήματα ή διηγήματα;
Προτού καταθέσω τη δική μου –αυθαίρετη ίσως– εκδοχή στην περίπτωση Αγαθοπούλου που –ως λογοτεχνική περίπτωση– τη θεωρώ σημαντική και ιδιάζουσα, θα πάρω τα πράγματα με κάποια σειρά. Θα επικεντρωθώ στα δύο τελευταία της πεζογραφικά βιβλία («Η παραίτηση», Κέδρος, 2002 και «Οι μικρές χαρές», Μεταίχμιο, 2005), επειδή κρίνω πως είναι αυτά που την καθιστούν και την αναδεικνύουν και σε σημαντική πεζογράφο.
Τα 19 κείμενα της «Παραίτησης» προσιδιάζουν περισσότερο στον όρο ποιητικά αφηγήματα. Το ποιητικό στοιχείο τα διαπερνά –σχεδόν ολοκληρωτικά– κάνοντας ιδιαίτερα αισθητή την παρουσία του στα επιμύθιά τους. Η αφήγηση της «Παραίτησης» –πρωτοπρόσωπη ή τριτοπρόσωπη– είναι λιτή και περιεκτική, το χιούμορ ρέει διακριτικά, υπάρχει πληθώρα λέξεων βασισμένων στο μικρασιάτικο ιδίωμα, ενώ συναντούμε πολλά σημεία χλευασμού ή παρωδίας του θανάτου. Χαρακτηριστικό της γραφής της Αγαθοπούλου η ποιητική διατύπωση και η οικονομία λόγου, ιδιαίτερα στα «κλεισίματα» των κειμένων, που συχνά απολήγουν σε ηχοποίητες φράσεις ή σε προτάσεις-κουβέντες, διατυπωμένες από το στόμα κάποιου ήρωα της συγγραφέως. Ο φιλοσοφικός-υπαρξιακός πυρήνας του βιβλίου έχει να κάνει με τον τίτλο του αλλά και με το ομότιτλο διήγημα, που αντιπροσωπεύει θαυμάσια το περιεχόμενο όλων των κειμένων, δίνοντας το στίγμα της Αγαθοπούλου. Η ηρωίδα-αφηγήτρια νιώθει –προς στιγμήν– παραιτημένη από τη ζωή, παροπλισμένη, απόμαχη, όμως μόνο για λίγο, μόνο προσωρινά, αφού δεν θα αφεθεί οριστικά στην απομόνωση και στην απόσυρση, αλλά θα κάνει τα ένα-δύο γενναία βήματα που απαιτούνται για να ξεπεράσει τη μελαγχολία της, και να μπει και πάλι, θαρρετά, στο παιχνίδι της ζωής. Είναι τελικά η ίδια η τέχνη της συγγραφέως, που, λειτουργώντας ιαματικά, σώζει την ηρωίδα-αφηγήτρια κάνοντάς την να επανακάμψει από την πρόσκαιρη θλίψη που νιώθει και τις αναποδιές που βιώνει. Παράλληλα την οπλίζει μ’ ένα σπουδαίο εφόδιο: την επίγνωση των ορίων του εαυτού της αλλά και του κόσμου που την περιβάλλει. Για την ιστορία, αναφέρω πως η συγκεκριμένη συλλογή διηγημάτων της Κέντρου-Αγαθοπούλου βραβεύτηκε, το 2003, από την Ακαδημία Αθηνών του Ιδρύματος Πέτρου Χάρη.
Και έρχομαι τώρα στο τελευταίο πόνημα της ποιήτριας και πεζογράφου, στις «Μικρές χαρές». Εδώ ο όρος «διηγήματα» είναι πιο εύστοχος απ’ ό,τι στην «Παραίτηση». Κι αυτό γιατί τα νέα κείμενα της Κ. Α. –δίχως να έχουν πάψει να διατηρούν την ποιητικότητά τους– είναι πιο… διηγήματα ως προς τη σύνθεση, την έκταση, την πλοκή, το όλο στήσιμό τους. Κάποια υπόγεια σύνδεση που υπάρχει ανάμεσά τους θα μπορούσε να συνηγορήσει ώστε το υπάρχον υλικό να πάρει και μυθιστορηματική έκταση ή τουλάχιστον να σταθεί και σαν εκτενής αφήγηση. Διαβάζοντας κάποιος τις 24 ιστορίες του βιβλίου έχει την αίσθηση πως συντέθηκαν από μια ώριμη πεζογράφο. Κι αν δεν γνωρίζει και το «ιστορικό» της συγγραφέως αναφορικά με την ποιητική της δράση, θα κατέληγε στο συμπέρασμα πως πρόκειται για μια κατ’ εξοχήν πεζογράφο που κατέχει άριστα τους μηχανισμούς της γλώσσας, μπολιάζοντας τα κείμενά της με στοιχεία ποιητικά. Πώς, όμως, από την «Παραίτηση» η Αγαθοπούλου οδηγήθηκε στις «Μικρές χαρές»; Και ποιες είναι τελικά αυτές οι «Μικρές χαρές» που, ως τίτλος και περιεχόμενο, αντιπροσωπεύουν την καινούρια της συλλογή;
Η Κέντρου-Αγαθοπούλου στο απόγειο της συγγραφικής της ωριμότητας, παρακάμπτοντας την αγωνία του θανάτου, τον φόβο της παραίτησης και του παραγκωνισμού από τη ζωή, που την απασχόλησε –με δημιουργικό τρόπο– στην προηγούμενη συλλογή της, προχωρεί ένα βήμα παραπέρα. Μας καταθέτει μιαν αλήθεια που, πολλοί από εμάς, ίσως δεν είμαστε ακόμα σε θέση να νιώσουμε. Η κατάκτηση της ευτυχίας είναι μια νεφέλη, ένα πουκάμισο αδειανό. Ίσως η προσδοκία της να σχετίζεται με τη νεότητα – αυτό είναι απολύτως θεμιτό και δικαιολογημένο. Όμως με το διάβα του χρόνου διαπιστώνει κανείς πως κυνηγάει χίμαιρες. Η ευτυχία είναι άπιαστο πουλί. Δύο τινά, πλέον, μπορούν να συμβούν. Ή θα απελπιστεί, θα μελαγχολήσει και θα μαραζώσει ή θα αποδεχτεί τη ζωή όπως είναι, όπως του έρχεται, με τα βάσανα, τις αποκοτιές αλλά και τις μικρές χαρές της. Είναι τα τελικά ψυχολογικά στάδια του Έρικσον στη θεωρία του για τις αναπτυξιακές κρίσεις του «εγώ» –για να θυμηθούμε λίγο την εξελικτική ψυχολογία– που βασίζονται στα δίπολα «Πανανθρώπινο ενδιαφέρον-αυτοαπορρόφηση» και «αποδοχή-απόρριψη» και που αφορούν μεσήλικες ανθρώπους, δίχως ο συγκεκριμένος ψυχολόγος να θεωρεί υποχρεωτικό και απαραίτητο το να φτάσουν όλοι οι συνάνθρωποί μας κάποτε σ’ αυτά τα στάδια – πόσο μάλλον στους θετικούς όρους των δίπολων που προανέφερα. Είναι πάντως βάλσαμο αυτές οι μικρές χαρές, είναι πολύτιμες αν θέλουμε να οδηγηθούμε στην αποδοχή των πεπραγμένων μας, είναι λυτρωτική η αναπόλησή τους, ιαματική, σαν δροσερό νεράκι από γάργαρη πηγή που ξεδιψά τον αποκαμωμένο οδοιπόρο.
Ας δούμε, τώρα, κάποιες από τις «μικρές χαρές» της Αγαθοπούλου που προσφέρουν πληρότητα στην ίδια, και σε μας την αναγνωστική απόλαυση: Η αναπόληση της οσμής ενός αγαπημένου εξαδέλφου –άρωμα μελιού ανάμικτο με κολόνια και μυρωδιά σώματος– που αναδίδει το άδειο παλτό του. Ο μαρασμός μιας πολύχρονης σχέσης που όμως βρίσκει τρόπο να αναγεννηθεί απ’ τις στάχτες της. Ένα πρωινό αφιερωμένο στον εαυτό μας. Το κοίταγμα των πουλιών μέσα από ένα κλειστό παράθυρο. Ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα. Ένα τραγούδι –έστω λυπημένο– στο ραδιόφωνο. Η παρατήρηση άγνωστων ανθρώπων σ’ ένα καφέ-μπαρ. Η κατανυκτική ατμόσφαιρα που δημιουργεί η φωνή μιας τραγουδίστριας κέλτικων τραγουδιών. Το κατάλυμα που προσφέρει η τέχνη, ιδίως σ’ εκείνους που είχαν εμπειρία θανάτου. Ο μαγευτικός χορός ενός άσχημου –στην όψη– χορευτή σε μια ταβέρνα. Παιδικές μνήμες –έστω τραυματικές– από τα χρόνια της Κατοχής και του Εμφυλίου. Η αναπόληση της μορφής και της προσωπικότητας της πεθαμένης νουνάς της αφηγήτριας. Η μυρωδιά ενός βρέφους σε κρεβάτι νοσοκομείου, όπου νοσηλεύεται η μάνα, με επιλόχειο πυρετό…
Μινιμαλιστική, λοιπόν, διάθεση και χαμηλόφωνη γραφή από την Κ. Α., σε τρίτο ή πρώτο πρόσωπο αφήγησης, άλλοτε με αφηγηματικά προσωπεία κι άλλοτε άμεσα, προσωπικά, αποκαλυπτικά. Κείμενα ισορροπημένα στη γραφή τους, σμιλεμένα με μαστοριά, που τα χαρακτηρίζουν από τη μία η λιτή και ακριβής διατύπωση, κι από την άλλη το αίσθημα και η νοσταλγία. Λάμπει το ελάχιστο, αναδεικνύεται σε μείζον, και το μικρό, το καθημερινό, το φαινομενικά ασήμαντο –μα εντέλει τόσο σημαντικό –το κατ’ επίφασιν ευτελές, εξακτινώνεται στις σφαίρες της τέχνης.
Επανέρχομαι –ίσως με εκνευριστική επιμονή– στο αρχικό ερώτημα. Τι είναι αυτό που κάνει μια φτασμένη ποιήτρια να γράφει και διηγήματα; Η ερώτηση φαντάζει ρητορική, όχι υπό την έννοια του αυτονόητου ή του εντελώς περιττού της απάντησης, αλλά επειδή είναι πολύ προσωπική. Θα μπορούσε να τεθεί και σε μια πλειάδα ζώντων, καταξιωμένων ποιητών που επέλεξαν –κάποιοι νωρίτερα, κάποιοι εκ των υστέρων– την οδό της Αγαθοπούλου (Ντίνος Χριστιανόπουλος, Νίκος Δαββέτας, Κώστας Ριτσώνης, Πρόδρομος Μάρκογλου, Μάρκος Μέσκος, Τόλης Νικηφόρου, Σάκης Σερέφας κ. ά.). Οι απαντήσεις που θα συλλέγαμε ίσως να ήταν πολλαπλές, οι τοποθετήσεις ποικίλες και αποκαλυπτικές, κι όχι απαραιτήτως του στιλ «ε, μην την ψάχνεις, όλοι γράφουν απ’ όλα», φράση που –διατυπωμένη κατ’ αυτόν τον τρόπο– αφενός θα φανέρωνε κυνική απαξίωση, αφετέρου θα μας έλεγε τη μισή αλήθεια. Σύμφωνοι, αρκετοί λογοτέχνες καταγίνονται με πολλά, τα καταφέρνουν όμως το ίδιο ικανοποιητικά, όλοι τους και πάντοτε, με ό,τι καταγίνονται; Επιστρέφω, όμως, στην περίπτωση Αγαθοπούλου. Παρόλο το θράσος και την αδιακρισία που κρύβει μια απόπειρα ερμηνείας των πράξεων μιας σπουδαίας δημιουργού από πλευράς μου, θα τολμήσω μόνο κάποιες –ελπίζω όχι αυθαίρετες– διαπιστώσεις, ακόμα κι αν δεν καταφέρω με αυτές να οδηγηθώ στον πυρήνα του αρχικού μου ερωτήματος: Η Κ. Α. είναι βέβαιο ότι τολμά. Δεν βολεύεται με ετικέτες, ταμπέλες και χαρακτηρισμούς. Δεν έχει αγκυλώσεις και κολλήματα στην τέχνη της. Ρισκάρει με απόλυτη επιτυχία. Δοκιμάζει τα συγγραφικά της όρια. Ανανεώνεται διαρκώς. Διοχετεύει το ταλέντο της και σε άλλες μορφές λόγου, πέραν της ποιήσεως. Μέσα από τα ζουμερά, περιεκτικά και ευανάγνωστα διηγήματά της μας παραδίδει απλά μαθήματα οικονομίας του λόγου. Μας διδάσκει το συγγραφικό μέτρο. Μας μαθαίνει πως «αίσθημα» και «λιτή διατύπωση» κάλλιστα μπορούν να συνυπάρξουν αρμονικά σε ένα κείμενο. Δεν γνωρίζω αν αυτά τα λίγο άχαρα ρήματα που προανέφερα, «μαθαίνω» και «διδάσκω», ήταν στις προθέσεις της, πάντως προσωπικά της χρωστώ ευγνωμοσύνη για όσα μού έμαθε διαβάζοντας και τα διηγήματά της.
Στην εποχή που όλα μετρώνται, προσμετρώνται και συνυπολογίζονται, η σύγχρονη λογοτεχνική κριτική θα πρέπει –κατά την ταπεινή μου γνώμη– να συνυπολογίσει στη λογοτεχνικότητα των κειμένων, δύο σημαντικές παραμέτρους, αναφορικά με την αξιολόγηση του έργου κάποιου δημιουργού. Τη βαθύτερη ανάγκη που ωθεί το δημιουργό στη γραφή –ή αλλιώς το «ζόρι» που τραβάει, ή δεν τραβάει, έκαστος– και επίσης, το πόσο καλά τα καταφέρνει κάποιος λογοτέχνης σε διαφορετικές μορφές λόγου. Επειδή το πρώτο φαντάζει σκοτεινό, ανεξιχνίαστο και δύσκολο στο να μετρηθεί, στέκομαι στο δεύτερο, που και εφικτό είναι και μετρήσιμο. Η περίπτωση της Κέντρου-Αγαθοπούλου μάς αποκαλύπτει μια ισοδύναμα εξαιρετική ποιήτρια και πεζογράφο. Και αυτό, από μόνο του, είναι σημαντικό.

(το κείμενο αναγνώσθηκε στο Underground Εντευκτήριο σε εκδήλωση προς τιμήν της Μ. Κ. Αγαθοπούλου στις 14 Νοεμβρίου 2005, και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ένεκεν, τχ, 4, καλοκαίρι του 2006, με τίτλο Το πεζογραφικό έργο της Μ. Κ. Αγαθοπούλου. Οι άλλοι δύο ομιλητές ήταν ο Τάσος Καλούτσας και η Ντάντη Σιδέρη-Σπεκ. Περιλαμβάνεται στο βιβλίο μου ΔΙΕΙΣΔΥΣΕΙΣ ΣΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ, Μελέτες και βιβλιοκρισίες (2003-2011) εκδ. ΝΗΣΙΔΕΣ, 2011)

Η Ευρυδίκη με το τσιγάρο στο μπαλκόνι, διηγήματα, Γαβριηλίδης, 2010, σελ.119

Πέμπτο πεζογραφικό βιβλίο της Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου που, αρχής γενομένης με το αφήγημά της Συνοικισμός σιδηροδρομικών (Κέδρος, 1998), μοιράζει ισοδύναμα και επιτυχώς το λογοτεχνικό της τάλαντο σε πεζό και ποιητικό λόγο. Φαίνεται πως ο πεζός λόγος τής απελευθερώνει δυνάμεις που, πιθανόν, η ποίηση να κρατούσε μέσα της εγκλωβισμένες ή να μην τις αναδείκνυε στον βαθμό που εκείνη θα ήθελε. Το βιβλίο τυπώθηκε από τις εκδόσεις «Γαβριηλίδης», έναν εκδοτικό οίκο αισθητικά συναφή και αρμονικό με την απλότητα, την ποιότητα αλλά και τη λογοτεχνικότητα των κειμένων της Αγαθοπούλου.
Στα νέα της κείμενα –26 τον αριθμό– που αποτελούν ένα σύνολο προσωπικών ενσταντανέ, σκέψεις, μνήμες, περιγραφές, αισθήσεις, περιστατικά, όλα εστιασμένα και φωτισμένα (υποφωτισμένα, καλύτερα) κάτω από το ιδιαίτερο βλέμμα της, έχουμε τη συνέχεια και μετεξέλιξη, σε πιο σύγχρονη μορφή, του πεζογραφικού ρεύματος της συνειδησιακής ροής, που βρήκε πρόσφορο έδαφος στην πόλη της Θεσσαλονίκης από τις αρχές της δεκαετίας του 30 μέχρι το 1950 περίπου. Εκεί πιστεύω βρίσκεται η πεζογραφική κοιτίδα της Αγαθοπούλου. Παράλληλα, συγκαταλέγεται στην ομάδα λογοτεχνών (Βασιλικός, Ευαγγέλου, Μέσκος, Μάρκογλου, Νικηφόρου κ.α.) που επηρεάστηκαν από τους πεζογράφους του μεσοπολέμου και τους πρώιμους μεταπολεμικούς, και όχι από το γαλλικό Νέο Μυθιστόρημα. Όλοι οι παραπάνω, στη γραφή τους, συνδυάζουν ρεαλιστικά στοιχεία με ποιητική γραφή, ενώ στα κείμενά τους ο εσωτερικός χρόνος υποκαθιστά τον συμβατικό. Ειδικά στην Αγαθοπούλου δύο στοιχεία εντοπίζονται στο πεζογραφικό της έργο: Η μνήμη και το βίωμα. Γι’ αυτήν ακριβώς την ομάδα των θεσσαλονικιών λογοτεχνών επισημαίνει, εύστοχα, ο Αλέξης Ζήρας: «Το ότι όλοι έδωσαν και δίνουν ιδιαίτερη σημασία στην ανάδειξη της προσωπικής, βιωματικής σχέσης με τον χώρο και τα πρόσωπα, ρέποντα προς την υποβολή των συναισθηματικών καταστάσεων παρά προς την εξονυχιστική περιγραφή τους, δίνει το μέτρο του στίγματός τους στον χάρτη της μεταπολεμικής λογοτεχνίας»* Η Σωτηρία Σταυρακοπούλου, πάλι, σε μια γενική επισκόπησή της για το διήγημα στην μεταπολεμική πεζογραφία, κατατάσσει την Αγαθοπούλου (μαζί με Ξεξάκη και Μάρκογλου) στην περίπτωση λογοτεχνών που μεταπήδησαν από την ποίηση στην «νεορεαλιστική διηγηματογραφία»
Στο παρόν βιβλίο, συχνά κάτι το ελάχιστο ή το φαινομενικά ασήμαντο στέκεται αρκετό για να υφάνει, κάθε φορά, η συγγραφέας –με μακροπερίοδο λόγο– μια μικρή ιστορία. Τα προσωπικά αντικείμενα του σπιτιού της που της ξυπνούν μνήμες και αναμνήσεις, η μορφή της μητέρας της που επανέρχεται μετά θάνατον με όλα τα προτερήματα και τις ιδιορρυθμίες της –κυρίως την αυστηρότητά της, μιαν αυστηρότητα που καθόρισε και χάραξε την πορεία ζωής της συγγραφέως-κόρης–, πρόσωπα της γειτονιάς ή αποδεκατισμένοι μετανάστες, το πρώτο ερωτικό σκίρτημα, στιγμές προσωπικής ευδαιμονίας και πολύτιμης μοναξιάς στα καφέ της πόλης, η μουσική που άκουγε παλιά, και πάλι η μητέρα της –απούσα πια, αλλά ζωντανή μέσα από έντονους διαλόγους της συγγραφέως με την αδελφή της–, ο καπνός των τσιγάρων, ο θρίαμβος του καλοκαιριού και η ελευθερία του σώματος, ένας διψασμένος άνδρας που μαγνητίζει το βλέμμα μιας γυναίκας με απρόβλεπτη, όμως, για κείνην απόληξη, η «απρέπεια» μιας αριστοκράτισσας όταν περιδιαβαίνει μια φτωχική συνοικία, ένα άκαμπτο αντρικό στόμα που, επιτέλους, γελά, ένα ερωτικό ραντεβού που πηγαίνει στράφι από μία άστοχη κουβέντα, όλα μεταποιούνται με τη γραφίδα της Κέντρου-Αγαθοπούλου σε μικρά πολύτιμα δομικά υλικά συνειδητοποίησης του κόσμου που την περιβάλλει. Γιατί, αν στην «Παραίτηση» (Κέδρος, 2002) βρίσκει τη δύναμη και τον μοχλό ύπαρξης και μη παραίτησής της από την ζωή και τις δυσκολίες της, αν στις «Μικρές χαρές» (Μεταίχμιο, 2005) λάμπει η αναγεννητική και σωτήρια δύναμη του ελάχιστου, κάνοντάς την να νιώθει κάθε μέρα και κάθε στιγμή της ζωής της σαν μια εξ άνωθεν ευλογία, στο «Η Ευρυδίκη με το τσιγάρο στο μπαλκόνι» αναλύει, συνειδητοποιεί βαθιά, αποδέχεται με σοφία, γνώση και αίσθηση το προσωπικό της (εντέλει πανανθρώπινο) σύμπαν.Η καθαρότητα του βλέμματος κι αυτό που ο Άλντους Χάξλεϊ όρισε στα βιβλία του ως «διευρυμένη συνείδηση», είναι τα όπλα της συγγραφέως για να μοιράζεται και να σκορπά απλόχερα τα ιδιωτικά της κεκτημένα, τις αισθήσεις, τις μνήμες, τους λογισμούς της, στους γύρω, που την περιβάλλουν, στον άλλο, στον διπλανό, στην ετερότητα. Αντιγράφω από το διήγημα «Το νόημα της ζωής της»: Πολλές φορές δεν συνέτρεχε λόγος ν’ ανοίξει τη σιφονιέρα της κρεβατοκάμαράς της, αλλά το ’κανε για ν’ απολαύσει μες στα συρτάρια της την αρμονία της άσπρης επιφάνειας των σεντονιών, σαν να ’ναι ένα χιονισμένο τοπίο, τους ποικίλους χρωματισμούς στις πετσέτες του προσώπου, τα μεταξωτά, κεντημένα εσώρουχα, όλη εκείνη την «προίκα» που της είχαν ετοιμάσει ερήμην της, επειδή η αδιαφορία της τότε ξεπερνούσε, εξοργιστικά για τους άλλους, κάθε όριο. Έπρεπε να περάσουν χρόνια για να εκτιμήσει στο έπακρον ό,τι περιείχε το σπίτι της • θησαυρό και περιουσία ανεκτίμητης αξίας τα ’βλεπε όλα εκεί μέσα, κι ας ήταν απλά και λιτά αντικείμενα μιας αναγκαίας διαβίωσης….
Και παρακάτω: Ένα πάπλωμα από βαμβάκι με επένδυση κομμάτια υφάσματος χρωματιστά, λουλουδάτα, διαφορετικά το ένα από το άλλο, ήταν για εκείνη ένα πολύχρωμο λιβάδι όπου ξάπλωνε από κάτω του, σαν να είχε σκάψει ολόκληρα εκτάρια μιας ζεστής μυρωδάτης γης που την σκεπαζόταν ως το κεφάλι της για να βλέπει μες στα σκοτεινά τη μυστική διεργασία της δημιουργίας, τον οργασμό του χώματος με τις δροσερές φύτρες, τα υπόγεια αυλακώματα του νερού να προχωρούν ήσυχα κι αθόρυβα εκεί όπου τα είχαν ανάγκη για βλαστήσεις και φυτρώματα στο φως της ημέρας.
Όλα είναι απλωμένα πάνω στα υλικά σώματα, μέχρι και στη σκόνη που τα περιβάλλει. Όλα τα αντικείμενα είναι διαποτισμένα από το παρελθόν. Αρκεί να τα δούνε τα μάτια της ψυχής, να τα εντοπίσει η έσω όραση, και η διευρυμένη συνείδησή μας να νιώσει, να αισθανθεί, να πονέσει, να θυμηθεί.
Ιστορίες ειλικρινείς, αληθινές, προσωπικές, άλλοτε εξομολογητικές άλλοτε πιο κρυπτικές, γραμμένες με τέχνη και αίσθημα, που συνδυάζουν τη σχολαστική παρατήρηση και ακρίβεια της πεζογράφου με την ευαισθησία της ποιήτριας. Μια ανέλπιστη αλήθεια φτερουγίζει, απελευθερωμένη, στο τέλος κάθε κειμένου. Ίσως να είναι η κρυμμένη ποίηση, που φανερώνεται μέσ’ από τις λέξεις, σε βαθμό που να την περιμένουμε σε κάθε ανάγνωση που ακολουθεί.
Η Αγαθοπούλου γράφει δίχως διάθεση εντυπωσιασμού, δίχως συμβιβασμούς στις απαιτήσεις των καιρών, χωρίς εκπτώσεις στην ποιότητα της γραφής της, χωρίς ευκολίες και σκοπιμότητες. Καθαρή λογοτεχνία, κρυστάλλινα κείμενα, με σοφία και αίσθημα.
__________________________________
λογοτέχνες της Θεσσαλονίκης, ΛΕΞΙΚΟ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ, σελ.. 1273
(Δημοσιεύτηκε αρχικά στο περ. Οδός Πανός, τχ. 151, Ιανουάριος-Μάρτιος 2011. Περιλαμβάνεται στο βιβλίο μου ΔΙΕΙΣΔΥΣΕΙΣ ΣΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ, Μελέτες και βιβλιοκρισίες (2003-2011) εκδ. ΝΗΣΙΔΕΣ, 2011)

 

 

 

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΜΑΙΡΗ ΚΛΙΓΚΑΤΣΗ

Η Μαίρη Κλιγκάτση (Φλώρινα, 1985) είναι διπλωματούχος Μηχανικός Παραγωγής και Διοίκησης, τελειόφοιτος της Θεολογικής Σχολής του Εθνικού & Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και του μεταπτυχιακού προγράμματος σπουδών Δημιουργικής Γραφής του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας. Το 2011 ίδρυσε το ηλεκτρονικό πολιτιστικό περιοδικό ΝΤΟΥέΝΤΕ Magazine, ενώ από το Μάιο του 2015 διευθύνει τη λογοτεχνική πλατφόρμα litart.gr. Το »Πλευρικά» αποτέλεσε το πρώτο της βιβλίο. Ζει πια στη Θεσσαλονίκη.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

(2018) Νυμφώνας, Γαβριηλίδης
(2015) Πλευρικά, Γαβριηλίδης

.

.

ΝΥΜΦΩΝΑΣ (2018)

.

Εύα/ Μαρία

.

[γη μία και τάφος]

Αυτοεξορίστηκαν, διώχτηκαν, φυγαδεύτηκαν,
κατηγορήθηκαν για πόρνες και μοιχαλίδες, τα πλευρά τους
έσχισε αίμα. Στις αφηγήσεις που τις αφορούν αναφέρεται
ή υπονοείται το ρήμα «γνωρίζω». Υπάκουσαν,
συνευρέθηκαν, κάποτε γέννησαν άνδρες μεγάλους και
σοφούς. Τα έμμηνά τους πλήρωσαν τη λίμνη της Φυλής.
Έπειτα άδειασαν. Ντύθηκαν γάζες, λούστηκαν νάρδο,
κατέβηκαν ορθές την κατηφόρα, κολύμπησαν σε
τάφους, υποδέχτηκαν ήδη θαμμένους.

Οι έξι τώρα λαθροκοιμούνται
τη χαρά της νυφικής παστάδας.
Πάνω στα χόρτα, πάνω τους
άνδρες θρηνολογούν το θάμα.

[άνοιξη βράδυ στη Ρωμαϊκή Αγορά]

Τα κλειδιά δυο περιστέρια που φιλιούνται
πάνω στη ζυγαριά του Γόνατά —
ίσα που φαίνεται στο κάδρο,
τμήμα της κεφαλής του
και τα χέρια.

Δεν έτυχε να μάθω μουσική
—ποιος είναι ο φρύγιος, ο λυδικός ο δρόμος—
ούτε τα σύγχρονα που λένε κι εξηγούν αναγνωρίζω.

Τα κλειδιά, όμως’
τα περιστέρια που φιλιούνται πάνω
στα χέρια κι εξαιτίας του,
η κεφαλή που κλίνει στον ρυθμό,
αυτή του η μεσιτεία, λέω,
ίσως να είναι η δική μου μουσική.

Αυτός ο άνδρας με το μισό κεφάλι φανερό μέσα στο κάδρο,
αυτός ο άνδρας με τα πουλιά πλάι στους δύο άλλους
προσευχόταν καθώς έπαιζε.
Κάθε τριγμός και κόμπος στο βραχιόλι του,
κάθε δοξάρι του ζύγι στο τελωνείο.

Σας λέω είναι φανερό:
Κάθε που παίζει μουσική προσεύχεται.

.

[αυτός που δεν έγραψε ποιήματα]

Θυμάμαι να έραψα ξανά επάνω μου την πτώση.
Ας πούμε πως βαφτίστηκε
«Η βαρύτητα και η χάρη».
Κι ας πούμε πως τώρα εσύ αγγίζεις το βαρύ σου κεφάλι,
Και πέφτουμε και οι δυο κουρασμένοι
στα χέρια που
τώρα αγγίζουν το χρυσό σου κεφάλι.

Πώς ήταν έξι και δώδεκα και βούιζε, κόχλαζε, έτρεμε
η πίστα φωτός, το μελίσσι που γίναμε.
Και σκόρπισες, έφυγες, πρόλαβες τελικά.

Ας πούμε — ότι ξέρεις πως ξέρω:
«Μα υπάρχει προφανής διαφορά σε ένα ποίημα που νομίζει
πως γράφεται,
σε ένα μυθιστόρημα που είναι ήδη γραμμένο».

Και ας πούμε επιτέλους για τις πόλεις, τα φώτα,
το ζώο που είναι ο λαιμός σου.
Ας πούμε επιτέλους για αυτά και για εσένα.
Αφού εμείς- εσύ δηλαδή,
άλλον προορισμό απ’ το να πέφτεις στα χέρια δεν έχεις.
Κι ας πούμε τελικά για σημεία αντιλεγόμενα,
για κείνες τις γραμμές που οι δυο συναντιέστε.

Για ό,τι κάποτε διαβάσαμε στην απόσταση
και για τη μεγάλη της λίμνη,
που μέσα της πνίγομαι, που μέσα σε κρύβω

εσένα που μ’ είδες. 

.

Θάμαρ/Ραχάβ

.

Παρέδωσα τότε το ερώτημα στον Μεγάλο Ύπνο.
Ξημέρωνε Μεταμόρφωση του Σωτήρος κι εγώ λευκή,
οστράκινη, εύθρυπτη, ανάμεσα σε δύο σκοτεινά φεγγάρια,
δεν αντιστάθηκα. Σαν ψεύδισμα ακούγονταν από το
βάθος της παιδικής μου κάμαρας επιθαλάμιες
συγχορδίες και μοιρολόγια της χαράς:

Τις μικροκόρες τις φυλούν σε δυτικά κονάκια,
Που ’χουν κρεβάτια ρόδινα, σεντόνια μυρωμένα

Καρδιά συντονισμένη σε εθελούσιο, προσωρινό χαμό
αποκοιμιέται πάνω σε ψαλίδι και βαμβάκι. Ο Δωρητής
τής επιστρέφει το ερώτημα, γνωρίζει πια καλά εκείνη
πως φεύγει άδοξα ο καιρός σαν παίζει με αινίγματα:

Πρέπει να θυμηθείς ποια είσαι

Κι αμέσως μετά, ξανά μετά, οι ίδιες συγχορδίες:
Έχουν το δέρμα τους λευκό, πανσέδες στα μαλλιά τους
Και ήλιος δεν ακούμπησε τ’ ακροτσίνορά τους

.

[Λευκή]

Χορεύει τώρα με το χέρι υψωμένο, το χέρι διαβαστής
του χρόνου και δερβίσης της, κατάστικτο μαχαίρια,
ψαλίδια, τραύματα. Εδώ χορεύει τώρα τις γραμμές
στην απαλάμη της κι απάνω στο φτερό του ώμου της
φτερά μιας πεταλούδας πλευροκοπούν τους αντιπάλους.
Αφού ο κόσμος δεν είναι ιπτάμενος, δεν είναι
χορευτής. Ο κόπος, ξέρεις, δεν είναι κόσμος. Ο κόπος
γράφει πάντα στην κοιλιά, πάνω στο χέρι. Στον ώμο
φυτεύεται μόνο η ψυχή που αμύνεται το ράμμα, το
τραύμα, το φτερό του κόσμου. Πολύ φοβάται, πολλά
θυμάται εκείνη τότε: Πως κάποτε τελειώνουν τα
μαχαίρια, τα ψαλίδια- κυρίως όμως τα χέρια, οι γραμμές
και οι άμυνες. Αυτό είναι, βεβαίως, ο κόπος κι ο κόσμος.
Και ρέει τότε η ψυχή, ολόκληρη και δοξασμένη
από το μεγάλο ακράτητο σύμπαν του χρόνου. Και
κυλάει.

Και λέει τότε το χέρι τίποτα λέει. Τίποτα.

.

Ρουθ/Βηρσαβεέ

Θα πρέπει να πήγες να ήρθες, να είπες κυρίως ό,τι
θυμάσαι να είσαι / σου είπαν και εκείνοι πώς μοιάζεις, τι
χρώμα στα δάχτυλα έχεις εσύ και ποιο τα μαλλιά σου /
σου δείζαν πώς βράζει ο γέρος παππούς στο τσουκάλι
τα φρέσκα του ζώα, πώς κλείνει ο άνδρας τα μάτια
κοιτώντας τον ύπνο, πώς κλαίει η γυναίκα με γέλιο το
γέλιο / μας είπες σελίδες γραμμένες για εκείνες για
εκείνους, για σένα που νομίζεις πως ξέρεις / και τάισες,
έφαγες, χώνεψες στρογγυλό μαύρο / σ’ ανοίγει σπασμένη
το τώρα στο κρύο τραπέζι, σε ψάχνει, βουλιάζεις.
Μα, πες μου, τι είναι αυτό το κουτί που κρατάς για
κεφάλι / πόσα ονόματα κρύβεις / σου λένε, μιλάνε
χιλιάδες κεφάλια, τα χέρια σού λέω, τα χέρια που πιάνουν
το κρύο κεφάλι, σε αφήνουν, σε δέρνουν, χιλιάδες σου
χέρια μες στο κεφάλι / σε πήραν σε φάγαν δική τους πια
τώρα / και πήγες και ήρθες και είπες αυτά που θυμάσαι,
ωραία μην κλαις, μην φοβάσαι, δεν πρέπει, αφού δεν
θυμάσαι το πριν το μετά το παρόν σου /μα πρέπει μπροστά
σου να δεις εκείνη μπροστά στον καθρέφτη, κι εκείνον
στην άλλη του άκρη σπασμένο, σπασμένοι κι οι δύο.
Ο άνθρωπος μόνος μονάχος μπροστά στον καθρέφτη,
η μάχη το σώμα, εκείνο που ανήκει / σε ποιον το δικό
μου κι ο Ξένος ως τι πια δικός μου, σου λεν δεν σε
ακούω, δεν βλέπω πού είσαι, μα είσαι

εδώ ώς εδώ που με φτάνεις. Με φτάνεις.

.

[η λίστα]

Είμαι

οι λέξεις που λένε
εκείνοι

το άσθμα
το χάσμα στο ποίμα

η κουβαρίστρα τους
είμαι
το υφάδι

το σπίτι
κι ο κήπος τους

το χώμα
και το κινούμενο κτέρισμα

του σώματος μνήμη
και τα ονόματά τους τα κρυφά

είμαι

ό,τι αιμορραγεί
πάνω στους τάφους

.

[τα δηλόπορτα]

Υπάρχει ένα σημείο δεξιά στο στήθος
απ’ όπου μπαινοβγαίνει ο φόβος.

Η πύλη μου αυτή
ταΐζει τους συζύγους, τους πατέρες, τα μικρά μωρά μου
γάλα πάλλευκο χιόνι.

Αψηλάφητη είναι απ’ τους πολλούς
μυστική και ωραία,
ολοστρόγγυλο φεγγάρι, διάτρητο στην έβδομή του ώρα
στέκεται εκεί και μου θυμίζει:

«το σώμα τι ωραίο φως, τι φονικό μεγάλο, δες!»

Υπάρχει ένα σημείο δεξιά στο στήθος
απ’ όπου μπαινοβγαίνει ο θάνατος.

Θα ζήσω όσο ακόμη ανοιγοκλείνει.

Τι έξοχος γάμος αυτή μου η προθεσμία.

.

[γη μία και τάφος]

Εδώ παρέδωσα προφυλαγμένα τα ολίγιστα θάματα
που αξιώθηκα: άνδρες οκτώ, σοφούς και παραστάτες,
άκλαυτους κι άθαφτους, φοβισμένους και γενναίους,
άγιους και παρθένους. Σ’ αυτόν τον τόπο που κυκλώθηκε
από λέξεις, με χωρίς παράθυρα, μόνο με χέρια, οι
άνδρες μου προσήλθαν αυτοβούλως και καταγράφηκαν
με λεπτομερείς περιγραφές. Ονομάτισαν και άγγιξαν
και είδαν πώς μπλέκεται ο σταυρός και ο θάνατος
μέσα στο ίδιο σώμα. Πώς όνομα και ονομαστής
διαφέρουν.
Σ’ αυτόν τον τόπο που με κύκλωσε, μένω τώρα πια
ανουθέτητη.
Σ’ εμένα που δεν μπορώ να κοιμηθώ από τις ενοχές
του γυναικείου μου παραπτώματος, δεν θα μάθω ποτέ
τι μου οφείλω.
Σ’ αυτούς γνωρίζω. Οφείλω τα ονόματά μου τα
χρυσά, το αίμα μου και τις σελίδες που γράφτηκαν πριν
απ’ τα χειρουργεία.

Χωρέσαν όλοι. Τι θαύμα.

.

.

ΠΛΕΥΡΙΚΑ (2015)

.

μη μου τις πράξεις ελέγξεις

.

[ψυχρά κοτεργάσου]

Η χοάνη που γεμίζει και αδειάζει χωρίς σχήμα να
δώσει η χοάνη είναι σκεύος αχειροποίητο, τόπος
είναι, εκεί νόημα και νόηση συμβιούν, εκεί μόνο
υπάρχουν και διαμορφώνονται ατελώς, αφού πάντα
ατελώς όλα ερμηνεύονται απ’ την ανεπάρκεια της
σημασίας τους. Το μόνο πρωτογενές, το άχρονα τέλειο
είναι η λέξη. Το αιώνια πάσχον και το εσαεί ποιούν
είναι η λέξη. Αυτή είναι η δύναμη. Είναι αυτή η
ρώμη που θρυμματίζει τον όγκο, το χώρο, κάθε
έννοια διάστασης και έλλειψης συνθλίβει· είναι μόνο
αυτή η παντάνασσα που έχει ευλογία σχήμα να πάρει
από κάτι που δεν έχει.
Η λέξη, η λέξη η άγια, η χαριτωμένη λέξη, που
μεγαλώνει σεπτά, που βγάζει φύλλα στο στόμα, στο
κεφάλι, μέσα στο μαξιλάρι, στο μνήμα κάτω· είναι η
λέξη αυτή η αγία μητέρα.
Ψυχρά κατεργάσου την, ψυχρά να της αλλάξεις
το σχήμα· την κατάληξη· τη μοίρα της την ίδια.

Ξέχνα όσα έκανα. Ξέχνα τα.
Άκου τη λέξη μόνο μέσα σου. Άκου πώς σου μιλά.
Γίνε χοάνη.
Γίνε της, και μη μου τις πράξεις ελέγξεις.

. 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

Αυτή (και) η φωνή

.

Η Γυναίκα ζωή και Άνδρας ο λόγος
και η Γλώσσα πρωτόπλαστη κι άκοπη

.

[verba volant]

Το χωνί του χρόνου ρουφάει έτσι ή/και αλλιώς
όλα τα λόγια.
Γυναίκα, μίλα τα.
Μην τα φυλάς. 

.

[μεταγλώσσα]

Κατοικεί μια γλώσσα κάτω απ’ τη γλώσσα της. Είν’
Αυτή η γλώσσα κι είμαι Εγώ τ’ αμίλητο νερό που πίνει,
το νερό που Ξεδιψάει τ’ αμίλητο της. Κι είναι το
στόμα της Βαβέλ και οι φωνές χιλιάδες: Λευίτες,
Σαμαρείτες, Αρχαίοι, Βυζαντινοί κι Έλληνες. Κι είν’
η αυτοαναφορά Ζωή που γράφεται στο περιθώριο
της παλάμης μας, και γίνονται οι γλώσσες τότε,
γίνεται Αυτή και το Εγώ ψαλίδι ένα, ακονισμένο κι
έτοιμο να κόψει πια αυτό που ενώνει.
Αυτό που ενώνει ό,τι είναι μ’ ό,τι περιγράφει.

.

[πλευρικά]

Η Εύα είχε κάποτε μια μάνα. Ποτέ δεν τη γνώρισε
μα ούτε και ποτέ αίτησε να τη δει. Λογαριασμός δικός
της. Παρ’ όλα αυτά και για να συνεχίσω, έχω
μιαν απορία: τι όνομα συζύγου δηλώνει στην ταυτότητα
και ποιος είν’ ο πατέρας;
Λέει μόνα μόνο μάνα λέει και δείχνει πλευρό.

.

μη μου την ανημπόρια ελέγξεις

.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II
γενηθήτω

.

Έπειτα η Αυτή, που Εύα ονομάστηκε
από τον Άντρα, δηλαδή Ζωή,
κλείνει το βιβλίο της Γένεσης και
κουλουριάζεται γύρω απ’ τα πλευρά
της. Χωρά έτσι στο χέρι το δεξί μιας
Άλλης που όνομα δε φέρει, μόνο
μύθο και μήτρα.

.

[αστική υπόθεση]

Η πόλη αυτή δεν μοιάζει με καμία άλλη. Την κατοικούν
άντρες και γυναίκες που υποστηρίζουν πως
θυμούνται το όνομά της. Και το δικό τους. Κήποι
γλείψουν τους δρόμους της φυτεμένοι κυπαρίσσια,
ελιές και νεράντζια: όλα λουσμένα χημικό και τάχα
γυαλισμένα. Κανείς από τους παροικούντες δεν
μπαίνει στον κόπο να κοιτάξει έστω και κάτι από αυτά,
κάπως να Ζωντανέψει η μακρινή εκείνη Εδέμ.
Απ’ τα πλευρά τους όλοι κάθε στιγμή νερό ξερνάνε
σαν κακοποτισμένες γλάστρες.
Φρέσκιοι νεκροί.

.

[γυναίκα]

Αυτή που κάποτε ήταν Εύα, όταν κοιτάζει τον καθρέφτη
αισθάνεται πως είναι καθρέφτης του καθρέφτη
της. Όταν πλεξούδες πλέκει τα μαλλιά της θυμάται
τη μητέρα της κι όταν ο άντρας της έρχεται σπίτι τού
λέει πέρασε, πέρασε να σε χαρώ, όμως για πες
μου, η Κυριακή είναι πριν την Πέμπτη ή μετά την
Τρίτη;
Γυναίκα ή Εύα, Τρίτη, Πέμπτη ή Κυριακή: κάτι
ψελλίζουν για το χρόνο. 

.

[η βαρύτητα και η χάρη]

Η Σιμόνη κατοικεί στο ίδιο διαμέρισμα με μένα. Της
δίνω μολύβι, μου δίνει χαρτί. Η λέξη, μου εξηγεί,
ισούται με το πηλίκο της χάρης προς τη βαρύτητα.
Μόνο τη χάρη ψάξε, λέει η Σιμόνη. Η βαρύτητα
μέγεθος απροσδιόριστο, λέει. Τις νύχτες δεν μιλάμε
καθόλου. Επιλέγει ένα βιβλίο και μου δείχνει πού να
ψάξω: αντικειμενικό -υποκειμενικό, αποφατικό-
καταφατικό, ιερό-βέβηλο, ενδιάμεσα γκρίζες ζώνες.
Αυτή με το μολύβι κρατά το ίσο.
Τις νύχτες δεν μιλάνε οι άνθρωποι. Μόνο
δείχνουν.
Σαν τις λέξεις.

.

[σαββατισμός]

Μυστήριο τρένο η κοινή ανάσα
Ποτέ δεν ξέρεις ποιος πρώτος θα κατέβει
Ποιος οικειοθελώς θ’ αποχωρήσει ή διά της βίας
Είναι κι επώδυνη σπουδή
Ιδίως τότε που την εκτελείς και για τους δύο
Τότε ιδίως που η Ζωή μένει χωρίς τον βαφτιστή της
Και περιμένει Σαββατισμό κι Ανάσταση σωμάτων.
Τις ψυχές δεν τις υπολογίζω και πολύ.
Των σωμάτων και των ουλών τη νεκροφάνεια θέλω
να πάψω.
Αιώνες και αιώνες περίμενα πλήρη συναρμογή
Κι όταν τ’ όνομα άκουσα στη χειραψία
Είπα:
θεέ μου,
Τι δρόμο να του σκάψω να περάσει;
Είν’ αυτός κι είμ’ αυτή
Ή με πειράζει ο Πονηρός;
Τότε δεν τόλμαγα να φανταστώ πόσο πονάει η Ανάσταση.
Τότε δεν τόλμαγα να φανταστώ
Τι θάνατο κι αντίο προϋποθέτει ο Σαββατισμός μας.

.

μη μου τις λέξεις ελέγξεις

.

[επίλογος]

Μια γυναίκα πάντα
Όνομα διαφορετικό
Τόπος και χρόνος αμφίβολοι
Ενδογλωσσικοί
Πάντα μια γυναίκα χωρίς πατέρα
Δίχως απόγονο
Η ίδια ο τόκος της
Άλλοτε Εύα
Ζωή άλλοτε
Αυτή ή εγώ
Πρόσωπα ιστορικά ή/και μυθικά
Γεννιούνται και αφηγούνται
Αναζητούν
Γλώσσα πρωτόπλαστη
Λέξη ταυτότητα
Γίνονται και γεννιούνται

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

.

Πλευρικά

.

ΕΥΤΥΧΙΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ

«Η Αυγή», 21.2.2016

Το βιβλίο της Μαίρης Κλιγκάτση θα μπορούσε να λέγεται «Εύα». Πληροφορίες μού λένε πως ήταν, πράγματι, ο αρχικός τίτλος. Η επιλογή να μετονομαστεί εντέλει σε «Πλευρικά» επηρεάζει την ανάγνωσή του καίρια, αυξάνοντας τις αναγνωστικές προσδοκίες. Τη μεταθέτει από το βεβαρυμένο από συμβολισμούς θεολογικό πρόσωπο της Εύας στη συνθήκη της γραφής σήμερα, που συνεπάγεται την αναμέτρηση με κληροδοτημένους ηγεμονικούς μύθους, ισχυρά λογοθετικά σύμβολα και ενδεχομένως τον κίνδυνο ασύνειδης γλωσσικής αναπαραγωγής τους ως δομών αντίληψης. Θα ήθελα να μιλήσω για τις δομές αυτές.
Στα Πλευρικά τίθεται εξαρχής το ερώτημα: Πώς μπορεί να γράψει μια σύγχρονη «απόγονος» της Εύας όταν η γλώσσα της εκπορεύεται, όπως υποτίθεται και η ίδια, από τα πλευρά του ανδρός της; (Εξαιτίας του κληροδοτημένου οντολογικού και κοινωνικού χωρισμού μας σε άντρες και γυναίκες και σε έμφυλους ρόλους, αισθάνεται κανείς την ανάγκη να διασαφηνίζει, προτού καν αναπτύξει τη σκέψη του, αν τα βιβλία που γράφουν γυναίκες είναι όντως «γυναικεία».) Η ενασχόληση της Μ.Κ. με το φύλο σχετίζεται με τη διαπίστωση της Τζ. Μπάτλερ στην Αναταραχή φύλου ότι προτού γίνουμε πρόσωπα είμαστε έμφυλα προσδιορισμένοι.

Το έμφυλο υποκείμενο που πρωταγωνιστεί στα Πλευρικά γνωρίζει ότι, προτού γίνει οτιδήποτε άλλο, στο συλλογικό ασυνείδητο θα είναι πάντα κάποια αμαρτωλή «Εύα». Με την αφήγησή του αποπειράται ωστόσο να αποδράσει από τον λογοθετικό ετεροκαθορισμό του για να γίνει, όπως επιθυμεί, ο «εαυτός» του. Ποιες οι προϋποθέσεις να συγκροτηθεί αυτός ο «εαυτός»; Η προγραμματική επιλογή ενός θεολογικού συμβόλου συναρθρωμένου με την ιδιοκτησία, καθιστά δυσχερές το εγχείρημα της απόδρασης από πανάρχαιες, στεγανοποιημένες αρνητικές ταυτότητες, εφόσον το υποκείμενο στα Πλευρικά δεσμεύεται συναισθηματικά από την προφανή του επιθυμία να παραμείνει ένθεο, να μην προδώσει την πίστη του απέναντι σε έναν νέο «Αδάμ», ερωτικό σύμβολο και πρόσωπο, αλλά και απέναντι στον Θεό.
Η Μ.Κ. θέτει τις δομές για την απόδραση της πρωταγωνίστριάς της από την παραπάνω αντίφαση με δύο τρόπους: ο ένας είναι η συνάρθρωση του θεολογικού μύθου με τα (βιβλικά) κείμενα, έμμεσος ισχυρισμός ότι ο θεολογικός μύθος διαχωρίζεται από την πίστη στον Θεό, εφόσον αποτελεί γραπτή και έμφυλη κατασκευή. Έτσι, στο πρώτο κεφάλαιο τοποθετεί το υποκείμενό της στη θέση της αναγνώστριας της Γένεσης που μας ξαναλέει το μύθο όπως τον καταλαβαίνει, συγχρόνως υπονομεύοντάς τον. Η «Εύα», μαθαίνουμε, αποτελεί κληρονομιά «μύθου» και «μήτρας», δηλαδή μια συμβολική αφήγηση περί βιολογίας. Στο πρώτο κεφάλαιο μαθαίνουμε επίσης ότι η γυναίκα ονομάστηκε «Εύα» από τον Αδάμ, ότι ο λόγος ανήκει μόνο σ’ εκείνον και ότι η μόνη κληρονομιά της Εύας είναι το πλευρικό «σύνδρομο»:

Η Εύα είχε κάποτε μια μάνα. Ποτέ δεν τη γνώρισε μα ούτε και ποτέ ζήτησε να τη δει. […]
Λέει μάνα μόνο μάνα λέει και δείχνει πλευρό.
(21)

Εφόσον ο λόγος δεν ανήκει στη γυναίκα, η συγγραφέας, από το πρώτο κιόλας κείμενο, ζητά από την ηρωίδα της ν’ αλλάξει τη μορφή της αφήγησης ώστε ν’ αλλάξει η δήθεν «μοίρα» του έμφυλου –γλωσσικού και συμβολικού– ετεροκαθορισμού της. Η Μ.Κ. ακολουθεί μια μεταδομιστική στρατηγική: μητέρα-καθρέφτης του «εαυτού» δεν είναι πια ένα πρόσωπο (ούτε καν η συγγραφέας) αλλά η πρώτη/πρωτόπλαστη λέξη:

Η λέξη, η λέξη η αγία, η χαριτωμένη λέξη, που μεγαλώνει σεπτά, που βγάζει φύλλα στο στόμα, στο κεφάλι, μέσα στο μαξιλάρι, στο μνήμα κάτω∙ είναι η λέξη αυτή η αγία μητέρα.
Ψυχρά κατεργάσου την, ψυχρά να της αλλάξεις το σχήμα∙ την κατάληξη∙ τη μοίρα της την ίδια.
(13)

Η τοποθέτηση στην αρχή του βιβλίου ενός κειμένου με τον τίτλο «μεταγλώσσα» (18) πριν από το κεφάλαιο «γέννηση» αποτελεί ένδειξη ότι η γλώσσα είναι εκείνη που θα γεννήσει τη σύγχρονη Εύα. Η μετάβαση στη συμβολική λειτουργία της και στις λογοτεχνικές πρακτικές κειμενοποίησης εξυπηρετεί θεωρητικά την απόδραση του έμφυλου υποκειμένου από το οριοθετημένο σύμβολο της «Εύας», που σημαίνει και Ζωή, αλλά και γενικά από την ιδέα της ανδρικής κτήσης και κυριαρχίας, όπως την εννοούσε ο Μπουρντιέ.
Ό,τι διαβάζουμε πια είναι η ζωή του κειμένου συναρθρωμένη με το μύθο της Εύας και την αρνητική διαμεσολάβησή της στο σήμερα, κάτι που υπαινίσσεται η Μ.Κ. στο «εργόχειρο» της αφηγήτριας:

Μπέρδεψα τις κλωστές σου στο εργόχειρο, Κύριε (45)

Η Μ.Κ. αναπαριστά με το «έργοχειρο» ένα φουκωικά εννοούμενο δίχτυο λόγων, εξουσιών, γνώσεων και επιθυμιών που δεν ανήκουν ξεκάθαρα στην αφηγήτρια. Ο δυσεπίλυτος κόμπος, το εννοιολογικό μπέρδεμα, δεν προέχεται κατ’ ανάγκην ή μόνο από τις πράξεις του υποκειμένου, αλλά από το γεγονός ότι η ταυτότητά του έχει προσδιοριστεί πριν από τη γέννησή του και δεν υπάρχουν λέξεις-κλωστές δικές του. «Ποια είναι εκείνη η συνθήκη που προφυλάσσει και γεννά τον εαυτό;» (37) ρωτά η αφηγήτρια, δίχως να παίρνει απάντηση.
Η απόπειρα απόδρασης από ένα λογοθετικό δίχτυο επιτελείται και με έναν δεύτερο τρόπο, και αφορά τη σχέση του συμβολικού (πρότερου) με τον κοινωνικό (ύστερο) κόσμο. Η Μ.Κ. αποσταθεροποιεί την αξιολογική τάξη, που θέλει τον κληροδότη αξιολογικά ανώτερο από τον κληρονόμο, ανοίγοντας τα Πλευρικά στην πιθανότητα να λένε μεγαλύτερες «αλήθειες» για την Εύα από ό,τι οι μυθοποιημένες και κληροδοτημένες. Η υπονόμευση της αξιολογικής τάξης επιτυγχάνεται με τη διασάλευση της χρονικής τάξης, στο κείμενο που φέρει τον χαρακτηριστικό τίτλο «γυναίκα»:

Γυναίκα ή Εύα, Τρίτη, Πέμπτη ή Κυριακή: κάτι ψελλίζουν για το χρόνο
(38)

Η «γυναίκα» της μετααφήγησης αναλαμβάνει να επιτελέσει στο δεύτερο κεφάλαιο το σύγχρονο πρόσωπο του έμφυλου υποκειμένου, τη «διαφορά» του, όχι μόνο από τον άνδρα, τον νέο Αδάμ, αλλά και από τη βιβλική Εύα.

Αυτή που κάποτε ήταν Εύα, όταν κοιτάζει τον καθρέφτη αισθάνεται πως είναι καθρέφτης του καθρέφτη της.
(38)

Η αφηγήτρια επιθυμεί να τροποποιήσει τους συμβολικούς συσχετισμούς που την ταυτίζουν με την Εύα γράφοντας ένα νέο ποίημα (νέα δημιουργία) αλλά αυτό έχει επιπτώσεις, όπως καθετί που επιδιώκει την αυτονόμησή του από το παλιό: στο βιβλίο αναπαρίστανται και κειμενοποιούνται οι επιπτώσεις μιας κακής κληρονομιάς: ο βιασμός της γυναίκας, η υποταγμένη προσευχή, η κτήση, το έμφυλο σώμα, και αναζητούνται συγγραφείς-σύμμαχοι –νέοι συγγενείς– στην προσπάθεια συγκρότησης λόγου (ενδεικτικά: Νίκος-Γαβριήλ Πεντζίκης, Τζένη Μαστοράκη, Σιμόν Βέιλ). Στο «εργόχειρο» της η αφηγήτρια κεντά την «πελεκημένη Εύα», ως διδακτικό παράδειγμα και ως ευάλωτο λόγο, για να συγκινήσει τον ίδιο τον Θεό (45).
Οι ιερές μητέρες-λέξεις, όσο κι αν συναρμολογούνται και μορφοποιούνται στα Πλευρικά, δεν αρκούν να αναδομήσουν γλωσσικά μια κοινωνία ήδη ατομικιστική, λυπημένη και μεταπτωτική:

Απ’ τα πλευρά τους όλοι κάθε στιγμή νερό ξερνάνε σαν κακοποτισμένες γλάστρες.
Φρέσκοι νεκροί.
(35)

Η Μ.Κ. αναψηλαφεί με γλωσσική άνεση το σημείο της έμφυλης τομής, προβληματοποιεί το λόγο της έμφυλης διαφοράς και θέτει το ερώτημα της χειραφέτησης. Στα Πλευρικά, η έμφυλη πληγή σκάβει μέχρι τα κόκαλα της γλώσσας επιθυμώντας περισσότερο μια «χαμένη» και ενωτική Εδέμ και λιγότερο την αναμέτρηση με το τραύμα ως κοινωνική κληρονομιά. Η Μ.Κ. εμμένει, με τον τρόπο της Τζ. Κρίστεβα ίσως, στην αναζήτηση της απαρχής των πραγμάτων: αναζητά μια προϊστορική χώρα άκοπη από το χρόνο. Σωσμένη, όπως γράφει, από το προπατορικό «αμάρτημα». Μεταθέτει τη συζήτηση από το πρόσωπο ως κοινωνία, από την πλευρική επικράτεια ως Ιστορία, στο λόγο ως ουσία. Ζητά μια γλώσσα που δεν έχει ζήσει, άρα που δεν μπορεί πια να κατακτήσει: την ανδρόγυνη και πρωτόπλαστη γλώσσα. Μήπως όμως το έμφυλο και ένθεο υποκείμενο θα έπρεπε τελικά να βγει και όχι να μπει στο «ιερό» της γλώσσας;
Η αναζήτηση μιας ουσιοκρατικής καθαρότητας πριν από το προπατορικό αμάρτημα μοιάζει να είναι ο λόγος που η συγκρότηση ενός ιστορικά προσδιορισμένου υποκειμένου στα Πλευρικά διαρκώς αναβάλλεται. Το βιβλίο επιτελεί γνωστικά τη χειραφέτησή του από το μύθο και την ένταξή του στην κοινωνική πραγματικότητα, και η συνείδηση είναι στραμμένη όχι απλώς στη «γυναικεία» αλλά ευρύτερα στην ανθρώπινη κατάσταση, μάλιστα ασκώντας κριτική στο νεωτερικό αφήγημα του ανθρωπισμού, αλλά η αφηγήτρια δεν μας επιτρέπει να φανταστούμε μια ευτυχισμένη «μετα-Εύα». Η Μ.Κ. συνθέτει και επιτελεί τη ζωή της σε μια γλώσσα-χώρα χαροποιού πένθους που αρνείται να δεχτεί ότι ενδέχεται και να μη γίνουμε ποτέ πρόσωπα. Αρνείται να πενθήσει το πρόσωπο ως προορισμό, άρα και την καταγωγική πίστη σε εκείνο: η Εύα, παρότι στην πραγματικότητα σύμβολο, παραμένει στην ψυχική συνείδηση της αφηγήτριας πρόσωπο, μητέρα, στην οποία συχνά απευθύνεται:

Τι νομίζεις ότι κάνεις, έτσι ανδρόγυνη που στέκεσαι και μας παρατηρείς στο αιώνιο μπαλκόνι;
Πώς να μας εννοήσεις, αφού ούτε εσύ η ίδια ακόμα δεν εννόησες αν είν’ η γλώσσα σου πρωτόπλαστη ή αν εσύ;
(29)

Στα Πλευρικά (κρίνοντας από τους δέκτες της απεύθυνσης: πρωτόπλαστοι, γονείς, νέος Αδάμ, γλώσσα, ποιητές) φαίνεται η προτεραιότητα της αφηγήτριας αλλά και της συγγραφέα να ξεκαθαρίσει τη σχέση της με αμφιλεγόμενους προγόνους (μυθολογικούς, συμβολικούς, εξ αίματος, κοινωνικούς, λογοτεχνικούς και άλλους), χωρίς να κοπεί βία ο ομφάλιος λώρος, χωρίς να επέλθει η πτωτική ρήξη.
Τι διδάσκει όμως η Εύα στην αφηγήτριά της Μ.Κ.; Ότι η νέα γνώση κατακτάται με απειθαρχία του παιδιού έναντι των όποιων προγόνων. Κι εφόσον μιλάμε για συμβολικό λόγο και όχι για ιστορική πραγματικότητα, ότι η αφηγήτρια δεν θα αποδράσει ως έμφυλο υποκείμενο, αλλά από το ίδιο το «έμφυλο υποκείμενο» ως δομή αντίληψης. Η αφηγήτρια των Πλευρικών αυτό δεν μας ζητά να κάνουμε; Να σκεφτούμε την αφήγηση εν κινήσει, όταν λέει (54):
Μην μου τις λέξεις ελέγξεις.
Μην μου.

.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΛΛΗΣ

«Ήρθε ο καιρός πια να πω τις προσευχές μου φωναχτά
και άρρυθμα,
Να σηκωθώ ενώπιον όλων σας,
Κύριοι Ποιητές, Κύριοι Ένορκοι,
Μαμά μπροστά σου να σταθώ, απ’ τον μπαμπά να μην κρυφτώ,
Φίλες μου, φίλοι καρδιάς, και άντρες μου αγαπημένοι
και ν’ απαγγείλω τα λόγια από στήθους, σαν σε ποίημα.
Θα πω:
Κύριε, πολύ μ’ αγάπησες
Κι όταν είπες το Γενηθήτω μου
Μου ’σπειρες τη μελαγχολία τη νηφάλια μεσόστηθα,
Και μ’ άφησες αμάντρωτη, όπως βέβαια συνηθίζεις
μ’ όλους».

Διαβάζοντας τους παραπάνω στίχους της Μαίρης Κλιγκάτση από το ποίημα η μαμά ο μπαμπάς και οι ποιητές αισθάνθηκε εκείνο το ρίγος που μόνο η αληθινή ποίηση μπορεί να σου μεταδώσει. Με μια αμεσότητα που σε καθηλώνει η Κλιγκάτση με αυτό το πρώτο της ποιητικό βιβλίο αποδεικνύει πως σήμερα μπορεί να γραφτεί σπουδαία ποίηση ερήμην των συνθηκών, αρκεί κάποιος να μπει στην ποίηση καθαρός, όπως στα παγωμένα νερά ενός ποταμού. Τα Πλευρικά, δεν είναι μια συλλογή ποιημάτων, αλλά μια ολοκληρωμένη σύνθεση. Πρωταγωνιστές η Εύα, (η γυναίκα) και ο Αδάμ, (ο άντρας), σε ένα γλωσσικό ταξίδι που ξεκινά από το κεφάλαιο Αυτή και η φωνή, (η Γυναίκα ζωή και Άνδρας ο λόγος και η Γλώσσα πρωτόπλαστη και άκοπη), για να καταλήξει στο Γενηθήτω και την ρίζα του Ιεσσαί, όπου η ποιήτρια συνομιλεί κατά την γνώμη μου με το Γλωσσικό πλέγμα του Πάουλ Τσελάν, μιας κι εκείνος αναζητούσε απεγνωσμένα την βαθύτερη έννοια των λέξεων. Η Κλιγκάτση σε αυτό το πρώτο της βιβλίο αναζητά την ουσία της επικοινωνίας, επιθυμώντας να της δοθεί το θάρρος να μιλήσει αληθινά. Το ότι χρησιμοποιεί τα πρόσωπα των πρωτόπλαστων δεν θέλει να εντάξει στην ποιητική της μια θρησκευτική χροιά, αλλά νομίζω πως επιθυμεί να πιάσει το νήμα από την αρχή, στις απαρχές του ανθρώπινου λόγου και έκφρασης, στην εποχή ενός συμβολικού παράδεισου, πριν εκδιωχθούμε και χάσουμε την αθωότητα και την αμεσότητα που τόσο πολύ επιδιώκει να επαναφέρει στο έργο της. Δεν είναι εύκολο εγχείρημα. Απαιτεί από τον δημιουργό την θέληση και την δύναμη να σταθεί μπροστά στους αναγνώστες του χωρίς στολίδια. Γι΄ αυτό τον λόγο λέω ότι η Κλιγκάτση είναι θαρραλέα. Δεν φοβάται να αναμετρηθεί με τις λέξεις όταν αυτές είναι έτοιμες να σε ξεγυμνώσουν, να σε εκθέσουν. Και γι΄ αυτό η ποίηση της δεν είναι απλά λέξεις, αλλά δυνατές στιγμές αλήθειας:

Έχει καρφωμένη μια λέξη στα πόδια. Ορίζει το νευρικό της σύστημα, διατρέχει στήλη σπονδυλική, στήλη άλατος μένει Αυτή μετά, άρρητο σχήμα. Σαν περνά η ώρα και δεν κάνει βήμα, φωνάζει στο Θεό της. Καταλαβαίνει σε σύντομο χρόνο πως ο μόνος που ακούει και αντιδρά είναι η λέξη της η αξεστόμητη, η σωσμένη από το προπατορικό αμάρτημα.

Τι ποιο όμορφη ποιητική εξομολόγηση από αυτή! Θαυμάζω την ταπεινότητα της δημιουργού όταν έρχεται αντιμέτωπη με τις άδειες λέξεις που προφέρονται χωρίς να κουβαλούν κανένα βαθύτερο νόημα και που επιθυμεί να αντλήσει από μέσα τους την ουσία τους, έστω κι αν καλά κρυμμένη. Επκαλείται με μανιχαϊστικό τρόπο τον θεό της, κραυγάζει για ένα της δοθεί ένα σημείο αναφοράς μέσα σ΄ αυτό τον κόσμο που τόσο δύσκολο πια είναι μιλάμε αληθινά, χωρίς υπεκφυγές. Τα Πλευρικά είναι ένα βιβλίο αναζήτησης, ένα βιβλίο προσκόλλησης στην βαθύτερη ουσία του ποιητικού λόγου, ένα ποιητικό μανιφέστο όπου η ποιήτρια στωικά εξορύξει από μέσα της τα υλικά που σίγουρα στο μέλλον θα αποτελέσουν μια σπουδαία ποιητική παρακαταθήκη. Ίσως μιλώ υπερβολικά εγκωμιαστικά για το πρώτο βιβλίο μιας ποιήτριας, αλλά η Κλιγκάτση κατάφερε να γράψει ένα πολύ δυνατό έργο. Με έναν λιτό, λυρικό και συνάμα θεατρικό τρόπο, μας προσφέρει την αλήθεια της, έτσι όπως έρχεται αντιμέτωπη με την λευκή κόλλα χαρτί και με τις λέξεις που έχουν τόσο πολύ φθαρεί στις μέρες μας που χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια για να διατηρήσεις την αυθεντικότητά τους. Η δική της προσευχή είναι και δική μας:

Ρωτάς να μάθεις γιατί γράφω. Άκου, λοιπόν, αφού
τόσο το θες:
Γράφω για να θυμάμαι όσα δεν άρθρωσα
από συστολή μπροστά στ΄ ανομήματά σου.
Κατάλαβες, Κτήνος του Ουμανισμού με τα Επτά
Κεφάλια;
Από μια κλωστή κρατιέται η Ζωή σου κι ακόμα
αυνανίζεσαι.

Η Κλιγκάτση αναζητά τα ουσιώδη ερωτήματα της ύπαρξης. Προσκολλάται στον άνθρωπο, όχι όμως στην αμαρτωλή του φύση, δεν δογματίζει, αφήνετε ελεύθερη να πλανηθεί στην ψυχική ένωση με το υπερπέραν, όντας σαρκική, αναγνωρίζοντας τους περιορισμούς της. Παρακαλεί να μην ελέγξει κανείς τις πράξεις και τις λέξεις της. Που σημαίνει πως εκλιπαρεί να μιλήσει ξεκάθαρα και αληθινά για την αγωνία της έκφρασης. Δεν είναι τυχαίο που η σύνθεση κλείνει με το υπέροχο ποίημα Ρίζα του Ιεσσαί. Με τον όρο ρίζα του Ιεσσαί φέρεται γενικά η γνωστή συμβολική αγιογραφική παράσταση, αρχικά στη βυζαντινή αγιογραφία, που εικονογραφείται το γενεαλογικό δένδρο της ενσάρκωσης του Ιησού Χριστού. Η εν λόγω αγιογραφική παράσταση συνήθως παρουσιάζει ξαπλωμένο τον Ιεσσαί, όπου εκ του σώματος του αναφύεται κορμός δένδρου, στη κορυφή του οποίου «εν είδει» άνθους παρίσταται η βρεφοκρατούσα Θεοτόκος. Στους δε κλάδους του δένδρου απεικονίζονται κατά γενεαλογική σειρά, εκ των κάτω προς τα πάνω οι επίγειοι προπάτορες του Ιωσήφ, παρεμβάλλοντας ενίοτε, ανάλογα της έμπνευσης των διαφόρων αγιογράφων, και άλλα βιβλικά πρόσωπα, κυρίως Προφήτες. Η Κλιγκάτση στρέφεται στην ρίζα του Ιεσσαί συμβολικά, ποιητικά θα έλεγα, κι όχι με τον θρησκευτικό τρόπο των αγιογράφων. Αναζητά τις ρίζες της ανθρώπινης έκφρασης. Και γι΄ αυτό η ποίησή της γίνεται προφητική και συνάμα απαραίτητη για όλους εκείνους που αναζητούν την ουσία:

κάθε ιστορία πρέπει στο τέλος να κρατά έναν όμηρο, αυτόν τον όμηρο που έπειτα από χρόνια θα βρει την ρίζα την πανάρχαια μες στο δικό του ιερό και θα την ξαναπεί την ιστορία όπως την άκουσε, όπως την έζησε ή όπως την φαντάστηκε…

.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΘΗΝΑΚΗΣ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ/ΒΙΒΛΙΟ 26.09.2015

Μιλώντας απλά για τα «δύσκολα» και προαιώνια

Η μεταφυσική λαμβάνει πολλάκις τον ρόλο του μόνου οδηγού κατανόησης της φυσικής, των πραγμάτων που γίνονται απτά μέσα από τις ανθρώπινες αισθήσεις. Είναι φορές που οι άνθρωποι κατανοούν εαυτούς και αλλήλους μέσα από μία θεολογία του σώματος, μέσα από μία σωτηριολογική κατανόηση των δυνατοτήτων και των αδυναμιών του καθενός.

Η Μαίρη Κλιγκάτση, με τα «Πλευρικά» της (εκδ. Γαβριηλίδης, 2015), διατηρώντας μια πεντζικική ατμόσφαιρα, καταθέτει την πρώτη της ποιητική συλλογή, προσπαθώντας –και καταφέρνοντας– να μιλήσει για το σώμα ως ιερό ναό, όπου το συναίσθημα και η εγκεφαλικότητα γίνονται υποδοχείς του έρωτα που γεννιέται πλευρικά, απ’ όπου προήλθε η πρωτόπλαστη Εύα (Αυτή, στη συλλογή): από τα πλευρά του Αδάμ.

Πολλά –θεολογικά, ασφαλώς– μπορεί κανείς να αναφέρει για το ζήτημα της προέλευσης της γυναίκας, ωστόσο η Κλιγκάτση επιτυγχάνει να «καταβιβάσει» το μεταφυσικό σε πραγματικότητα. Η γλώσσα της ακολουθεί τους κραδασμούς των σωμάτων, ενώ τα σώματα γίνονται αγίες τράπεζες όπου μπορεί κανείς ν’ ακουμπήσει το ευαγγέλιό του.

Εκεί, νομίζω, είναι η ομορφιά της πρώτης συλλογής της Κλιγκάτση: μεταφέρει όσα το ανθρώπινο πνεύμα δημιουργεί στον εμπράγματο κόσμο, συνθέτοντας μία αμφίδρομη σχέση – ένα γαϊτανάκι με τα πάθη νου και σώματος. Αλλά, όπως μάλλον υπονοούν τα ποιήματα, αυτό είναι το τίμημα που οφείλει να πληρώσει ο άνθρωπος, εκείνος που θεώνει το σώμα και σωματοποιεί το θείο: να βρίσκεται μονίμως σκοινοβάτης στο τεντωμένο σκοινί που ενώνει την προσδοκία με την πραγματικότητα και τη δυνατότητα με την αδυναμία – τη σκέψη, τελικά, με την πράξη του έρωτα, την ίδια την ύπαρξη.

Τα «Πλευρικά» είναι η πρώτη προσπάθεια μιας ποιήτριας που τόλμησε, εν μέσω μεταμοντέρνας ομίχλης, να επιστρέψει στην καθαρότητα των συναισθημάτων, στην απλότητα της γλώσσας, μιλώντας για τα «δύσκολα» και τα προαιώνια. Και τα κατάφερε.

.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΝΤΙΟΧΟΥ

http://literature.gr, 12.7.2015

Η Αυτή, η Ζωή, η Εύα, η Α-ρ-γία και η Αγία, του

Μέσα σε αυτόν τον Ιούλιο, που η χώρα μας παρομοιάζεται με ακυβέρνητο ιστιοφόρο σε φουρτουνιασμένη θάλασσα, αυτό που πιο πολύ φοβούμαι, δεν είναι μια ευθεία καταβύθιση του ιστιοφόρου, μια σύγκρουσή του ευθύβολη
στα βράχια, όσο ένα ξέσχισμα στα πλευρικά του, ρωγμές στους χόνδρους, πόνος οδυνηρός, αν μη τι άλλο εφάμιλλος κατά πως διηγούνται οι γυναίκες
με τον πόνο της γέννας, πληγές στο σκαρί, βαθιές στα πλευρικά του.

Κι έτσι έρχομαι σε επαφή με ένα κομψό βιβλιάριο ποίησης, με μια αφαιρετική σήμανση των τυπογραφικών στοιχείων του και το όνομα της ποιήτριας, δυσκολοπρόφερτο για μένα.
Μαίρη Κλιγκάτση, θα σε συνηθίσω, γιατί σε θαυμάζω από την πρώτη λευκή σελίδα του βιβλίου σου. Θα σε συνηθίσω κι εγώ και οι Έλληνες αναγνώστες, γιατί είσαι ολότελα αυτάρκης. Η φωνή σου έρχεται από τόσο παλιά και φτάνει σε ύστερα για το μυαλό μου σημεία, που αυτά δεν θα μπορέσω να τα διαφωτίσω πλήρως.
Η ποιητική σύνθεση «Πλευρικά» έχει σαν κύριο motto το χωρίο από την Γένεση: “Και εκάλεσεν Αδάμ το όνομα της γυναικός αυτού Ζωή, ότι αύτη μήτηρ πάντων των ζώντων”(Γένεσις,3,20). Δηλώνοντας εξαρχής αυτή τη θεία αναμέτρηση που έχει κληθεί η ποιήτρια να κάνει αποδεχόμενη το φύλο και το ρόλο της. Και για έναν ποιητή (ας μου επιτραπεί να μιλώ με το ουσιαστικό ως αρσενικό) τέκνο του κατά πνεύμα, είναι το ποίημα. Περαιτέρω μια και η Κλιγκάτση θα διαπραγματευτεί στην ποιητική αυτή σύνθεση την επίρρωση του γενεσιουργού λόγου, όλη αυτή η σκηνοθετημένη μεταφυσική, με βρίσκει θιασώτη του έργου της «Πλευρικά».
Η ποιητική αυτή σύνθεση, αποτελείται από τρεις ενότητες: «μη μου τις πράξεις ελέγξεις», «μη μου την ανημποριά ελέγξεις» και «μη μου τις λέξεις ελέγξεις» όλες αρνούμενες εμφατικά τον έλεγχο και από δύο κεφάλαια, τα οποία εμπλέκονται μεταξύ πρώτης και δεύτερης ενότητας. Σαφώς και δεν θα ερμηνεύσω τι ήθελε να κάνει η Κλιγκάτση οριοθετώντας έναν τέτοιον ιστό και δεν είναι και χρήσιμο για μένα να ακροβατήσω σε συμπεράσματα, που η ίδια η ποιήτρια θεωρεί πεπερασμένα, γιατί αυτό κατανοώ από το παραδομένο ποιητικό της σώμα.
Το όλο σώμα του βιβλίου είναι ενδιαφέρον, περισσότερο ενδιαφέρον το μέρος, δηλαδή το ποίημα ένα-ένα, έτσι όπως πρακτορεύει το χάος της θείας διχοτόμησης της ποιήτριας. Η Κλιγκάτση μας παρουσιάζει την διχοτόμηση της στο ποίημα «Ο Μεριστής κι η ασπαρτάμη». Είναι ένα ποίημα συγκλονιστικό, ένα ποίημα από αυτά που οι ποιητές θα ζηλεύουν πάντα, γιατί θα ήθελαν να το γράψουν κι οι ίδιοι. Είναι αυτός ο εφιάλτης των ανθρώπων που ζωντανεύουν τους μονολόγους τους και υπνοβάτες σχεδόν εγκατοικούνται από τον μετατοπισμένο τους πόνο, από μια πληγή που καταπίνει ολόκληρο το σώμα και έπειτα το ξερνάει πήγματα διαιρεμένα, αμέτρητα πήγματα, όμοια το ένα με το άλλο. Κι έτσι έρχεται το αίμα και οι χοές του, ζωοποιούν τον Μεριστή, έτσι μόνο αυτή για να του πει:

«Αδάμ, που εί; Νύχτωσε, κατέβηκαν στόρια στη γειτονιά,
τα σκυλιά γρατζουνάνε πόρτες, σκίζουν σίτες,
τους τελευταίους άγρυπνους δεν αφήνουν σε ησυχία,
ελπίζοντας σε μια βόλτα, μ ί α μ ό ν ο β ό λ τ α.
Στο πάρκο φώτα δεν καίνε, οικονομία, οικονομία
δυνάμεών μου το «δεν σε βλέπω».
Αδάμ που υπάρχεις, αγάπα με αν τολμάς.»

Δεν ξέρω, ούτε είναι δική μου εργασία, ούτε τελικά για να είμαι σαφής, μπορώ να διακρίνω ένα κάποιο είδος μαθητείας και συγγενειών στην Μαίρη Κλιγκάτση. Μπορώ να διακρίνω μόνο μια πολύ καλά εδραιωμένη μεταφυσική εμπειρία, μια απονενοημένη σύγχρονη ερωτική απαγγελία, έτσι όπως αυτή θα γινότανε στον 21ο αιώνα, π.χ στις νερατζιές της Σοφοκλέους, έξω από το κτίριο του Χρηματιστηρίου, Απρίλη μήνα, κατάφορτες ανθών οι νεραντζιές, η Μαίρη εγκαλείται στην αγκαλιά ενός νεαρού δανδή· και μια οικονομία εσωτερικής αμφισβήτησης, που την τοποθετεί σε κάποια παλιά σύμβολα και εικόνες της γενιάς του 30 και της ακμής του ελληνικού υπερρεαλισμού και βέβαια πολύ καλά εμπεδωμένος Έλιοτ και Πάουντ.
Ξέρω όμως, πως έχει τη δύναμη να αρθρώσει λόγο καίριο και σοβαρό, έχοντας καταλάβει ήδη από το πρώτο της βιβλίο, τι και ποιος είναι ο ποιητής που γράφει, τι μοναξιά ανασκάπτει και σε τι ορύγματα θα αρχίσει πλέον να κατοικεί, αυτό το ξανθό κορίτσι που γεννήθηκε το 1985.
Το ποίημα της «η μαμά, ο μπαμπάς κι οι ποιητές», ένα δηλωτικό curriculum vitae, μας πληροφορεί για την ίδια ενδελεχώς:

Ήρθε ο καιρός πια να πω τις προσευχές μου φωναχτά
και άρρυθμα,
Να σηκωθώ ενώπιον όλων σας,
Κύριοι Ποιητές, Κύριοι Ένορκοι,
Μαμά μπροστά σου να σταθώ, απ’ τον μπαμπά να
μην κρυφτώ,
Φίλες μου, φίλοι καρδιάς, και άντρες μου αγαπημένοι
και ν’ απαγγείλω τα λόγια από στήθους, σαν σε ποίημα.
Θα πω:
Κύριε, πολύ μ’ αγάπησες
Κι όταν είπες το Γενηθήτω μου
Μου ’σπειρες τη μελαγχολία τη νηφάλια μεσόστηθα,
Και μ’ άφησες αμάντρωτη, όπως βέβαια συνηθίζεις
μ’ όλους.
Το τετράδιο και το μολύβι κάτω απ’ το στρώμα το
παιδικό τα φύτεψες,
Στην πιπίλα τη ροζ στάλαξες μέλι των γκρεμών –
πρόσκαιρα να γλυκαίνομαι,
Νύχτα μού άπλωσες για προσκέφαλο, μέρα ακάματη
για υποπόδιο
Διάστημα ενδιάμεσο εμπιστεύτηκες στην άγνωρή
μου κρίση
Κάνε ό,τι συμφέρει, είπες
Πορεύσου κι εσύ και πράξε όμοια, είπες
Ποιο είναι το όμοιο, Κύριε;
Πού να στραφώ;
Πώς τα κοιμάμαι τα βράδια με την αγωνία σου αγωνικότερη
μέρα τη μέρα;
Προοικονομία της φράσης που
ψάχνω μα δεν είμαι ο δρόμος που
εγχάραξες στο χέρι μου τ’ αριστερό.

Δρόμε που ακόμα ακολουθώ
Πες μου πώς να σταθώ
Εγώ η τελευταία Εύα πριν την επόμενη σοδειά σου
Εγώ που σ’ ερωτεύομαι μεθώντας σε και
Ψάχνοντας σε εικόνες ανθρωπομορφικές,
Εγώ που μεταξύ αγνώστων ανακαλώ
Τη δόξα σου την απροσμέτρητη.
Κοίτα με πού προσπαθώ.
Κοίτα με πώς παλεύω.
Πες Α-μ-ή-ν, Εσύ, αντί για μένα.
Πες το,
Τέσσερα γράμματα είναι,
Λόγε Αδαπάνητε.
Κάνε κάτι σύντομα.
Ξοδεύω άσκοπα τα δώρα.

Και λέω γεμάτος έκπληξη, πως αυτή η ποιητική βιογραφία δεν ξοδεύτηκε άσκοπα, ίσα ίσα σκοπίμως σημαίνει τα ιερά σήμαντρα μιας νέας τελετουργίας, ανανεώνοντας τη γλώσσα, τη φόρμα, τον ρυθμό και τα σύμβολα.
Η ποιήτρια εισάγει παλαιούς κανόνες και τους ανανεώνει. Δε νομίζω να την ενδιαφέρει διόλου το σύνολο των αναγνωστών, την ενδιαφέρει ίσως ο ένας ή οι λίγοι αναγνώστες που θα ανακαλύψουν αυτή την δεύτερη γλώσσα κάτω από τη γλώσσά της, την μεταγλώσσα όπως λέει και η ίδια στο ομότιτλο ποίημα. Αφού για την ποιήτρια: …
Κι είν’ η αυτοναφορά Ζωή που γράφεται στο περιθώριο της παλάμης μας, και γίνονται οι γλώσσες τότε, γίνεται Αυτή και το Εγώ ψαλίδι ένα, ακονισμένο κι έτοιμο να κόψει πια αυτό που ενώνει.
Αυτό που ενώνει ό,τι είναι μ’ ό,τι περιγράφει.
Η Ζωή της Γένεσης, είναι η Εύα, είναι η Αγία, είναι η Α-ρ-γία, είναι το γενηθήτω της στο κεφάλαιο ΙΙ και δηλώνει την μοίρα και το φύλο της. Η Ζωή, η Εύα, η Αγία, η Α-ρ-γία, η Αυτή χωρά έτσι στο δεξί μιας Άλλης που όνομα δε φέρει, μόνο μύθο και μήτρα.
Θα ήθελα πολύ να επεκταθώ σε αυτό το μαγικό βιβλίο ποίησης και να αποκαλύψω πολλά από τα κλειδιά της κρυπτικής αυτής ποιήτριας. Δεν είναι όμως δίκαιο να σας στερήσω αυτό που εγώ αναγνωρίζω στους ποιητές, δηλαδή αυτά τα μικρά παραθυράκια, φωταγωγούς στις σκοτεινές σοφίτες των ποιημάτων, που οι ίδιοι τοποθετούν, για να ξεκλειδώσει ο εκάστοτε αναγνώστης το δικό του σημαίνον και το δικό του σημαινόμενον.
Κι αν μοιάζει ο έπαινος μου απόκοσμος και απρόσμενος για μια ποιήτρια που μας παραδίδει το πρώτο της βιβλίο, έχω υπομονή να ζήσω μέσα σε αυτόν τον ορυμαγδό και περιμένω και το δεύτερό της βιβλίο. Αλλά δηλώνω, πως γράφω μόνο για αυτά που μου αρέσουν, για αυτό άλλωστε και γράφω τόσα λίγα κείμενα για την ποίηση. Μαίρη Κλιγκάτση να είναι ευτυχείς αυτοί που τους προσέφερες «αντίδωρο» και όποιος διαβάσει τα «πλευρικά» θα κατανοήσει και τούτη την κατακλείδα του κειμένου μου.

[κλίμακα αττική]

Υπάρχουν μέρες που δεν αντέχω τίποτα· κανέναν.
Διαδρομές με το μετρό και τον ηλεκτρικό: στάση Αττική,
στάση Ομόνοια, άνθρωποι που τα χέρια τους δεν
ξέρουν τι να κάνουν, εγώ που ανάξια διαχειρίζομαι όσα
μου δόθηκαν, ο καφετζής και η λατέρνα με τ’ άδειο
πανέρι, η τσιγγάνα που με κυνηγά στην Κοραή να μου
πει κάτι που ξέρω ήδη (: πως είμαι απάντρευτη και με
ζηλεύουν), μια χροιά εκφωνητή που κάποτε αγάπαγα,
τα καλημέρα σας, τα καλησπέρα, τα ζώα πριν τη
σφαγή, τα σταυρωμένα πρόβατα κι οι φόλες, οι ψεύτες
ζητιάνοι, τα δακρυγόνα στις απεργίες, οι πορείες.
Χάνω την ασταθή μου ισορροπία.
Πέφτω στο κενό μεταξύ συρμού και αποβάθρας.
Mind the gap. Παρακαλώ, υπολόγισε καλά το κενό.
Υπολόγισε με. Αρπάζομαι από κλίμακα άχτιστη, μετέωρη.
Πρέπει να βγω στο φως. Αιτούμαι φως. Ανεβαίνω
ένα ένα τα σκαλιά της με μανία. Μπλέκονται τα κορδόνια
των παπουτσιών μου μεταξύ έκτου και έβδομου.
Οι ίδιες και οι ίδιες εξετάσεις κάθε μέρα: μνήμη
θανάτου/ πένθος χαροποιό -πένθος χαροποιό/
μνήμη θανάτου. Φωνή στο λαρύγγι: αξίωσέ με έ ν α
σκαλί ακόμα. Επίτρεψέ μου να τολμήσω πάλι κι ας
σωριαστώ. Πεθαίνω κάθε μέρα απ’ το πάθημά μου.

[Πλευρικά]

Η Εύα είχε κάποτε μια μάνα. Ποτέ δεν τη γνώρισε
μα ούτε και ποτέ ζήτησε να τη δει. Λογαριασμός δικός
της. Παρ’ όλα αυτά και για να συνεχίσω, έχω μ
ιαν απορία: τι όνομα συζύγου δηλώνει στην ταυτότητα
και ποιος ειν’ ο πατέρας;
Λέει μάνα μόνο μάνα λέει και δείχνει πλευρό.

.

ΓΙΩΡΓΟΣ-ΙΚΑΡΟΣ ΜΠΑΜΠΑΣΑΚΗΣ

Lifo», τχ. 439, 9.7.2015

Το χαλί κάτω απ’ τα πόδια.
Σ’ έναν κόσμο που πόνταρε τα πάντα στη μεγιστοποίηση του κέρδους και στον άκρατο ταχύπλοο νεοπλουτισμό, θεωρήθηκαν μάταια, και λοιδορήθηκαν αγρίως τα δονκιχωτικά εγχειρήματα. Ό,τι δεν έφερνε χρήμα (η ποίηση, η φιλοσοφία, το σουλάτσο, τα μικρά αυτόνομα περιοδικά, οι λεπταίσθητοι εκδοτικοί οίκοι και ένα σωρό άλλα) έφαγε πόρτα, έφαγε ξύλο, έφαγε απόρριψη με τη σέσουλα. Ή (που είναι το ίδιο) στρεβλώθηκαν φριχτά. Ο ρομαντισμός ετέθη υπό διωγμόν. Φράγκα και φήμη, ιδού οι δύο πόλοι. Σιγά τα φράγκα! Σιγά τη φήμη! Ό,τι χτίστηκε βιαστικά και άσχημα, θα γκρεμιστεί εξίσου βιαστικά κι εξίσου άσχημα. Το χαλί τραβήχτηκε πια για τα καλά κάτω από τα πόδια των δήθεν. Η δονκιχωτική άλως φέγγει πάλι. Το παιχνίδι το κερδίζουν οι θεωρούμενοι losers. Ο χαμένος τα παίρνει όλα. «Τις νύχτες δεν μιλάνε οι άνθρωποι. Μόνο δείχνουν / Σαν τις λέξεις» γράφει η Μαίρη Κλιγκάτση (Φλώρινα, 1985) στο δυνατό ποιητικό βιβλίο Μαίρη Κλιγκάτση Πλευρικά (εκδ. Γαβριηλίδης). Πρόκειται για μια σύνθεση, ένα ορατόριο, μια ψαλμωδία για τη Γυναίκα, για τη Γραφή ως Γυναίκα, για τη Γυναίκα ως Γραφή. Με γλώσσα που πάλλεται από φιλοσοφική ένταση και θέλει να αντλεί από πολλές παραδόσεις, τόσο του στοχασμού όσο και της ποιήσεως, η Κλιγκάτση δείχνει τόλμη και διάθεση συνομιλίας με καθοριστικά, κομβικά κείμενα. «Νεράντζια σάπια — τα πατάω κάθε πρωί — πριν πάω στο σχολείο, μετά στο κοιμητήριο, σώνεται το λάδι κι ο παπαγάλος μιλάει, ο παππούς δεν μιλάει πια […] όταν μεγαλώσω μπορεί να γίνω στυλίτισσα, ως τότε άκου προσεχτικά: σώμα από σώμα γύρνα στο σώμα, κατάλαβες;, δεν πειράζει, γίνονται τόσα ταυτόχρονα, πού να τα εξηγώ, την ίδια ώρα που αυτά συμβαίνουν ο Πεντζίκης και ο Πόρτσια μούτρα κάνουνε στον Κίρκεγκωρ (κακή λέξη το μούτρο) […]».

.

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ

«Fractal», Ιούλιος 2015

Το μέλος της γυναίκας, το ανείπωτο

Στον «Κρητικό», τούτη την αινιγματική ποιητική σύνθεση του ώριμου, πλέον, Διονύσιου Σολωμού, ο αγώνας ανάμεσα στον Έρωτα και το Χάρο σκιαγραφείται μέσα από τη φυγή ενός ανώνυμου Κρητικού από το νησί του σε μια προσπάθεια να σωθεί από τις εκκαθαρίσεις του Χουσεΐν Μπέη στη Δυτική Κρήτη.

Έργο κρυπτικής μαγείας όπου ο Σολωμός ενθέτει τις μεταφυσικές, ηρωικές και ηθικές σημάνσεις τους σε έναν άνδρα που ομοιάζει με τον Αδάμ πριν από την κρίσιμη Πτώση. Πρόκειται για ένα παγανιστικό μεθύσι χριστιανικής μεταφυσικής, συμπαντικού έρωτα/θανάτου και προαιώνιας ένωσης με το όλον της φύσης, του Θεού, του έρωτα, της στιγμής, της αιωνιότητας.

Πόσο ενδιαφέρον είναι να διαπιστώνεις πως υπάρχει και η θηλυκή πλευρά – η τόσο αναλλοίωτη, η φέρουσα ζωή, η ζωφόρος του ανθρώπινου αρχιτεκτονήματος, η ματαιωμένη, πολλάκις στιγματισμένη γυναίκα που στο πρόσωπο της Εύας ξεφεύγει από το θρησκευτικό, ιστορικό περίγραμμά της και γίνεται ένα σημασιακό μοτίβο αυτοκαθορισμού. Τα πλευρικά του ανδρός από τα οποία προήλθε το θήλυ, τα «Πλευρικά» της Μαίρης Κλιγκάτση που συνθέτουν πολλά σώματα πολύκροτης έντασης σε ένα όλον πλαίσιο που ενοποιεί παρά αποσπά τα επιμέρους στοιχεία.

Ποιητική σύνθεση; Λυρική ενότητα; Μια ραψωδία με παραδειγματικό άξονα; Ό,τι και αν είναι, εδώ μιλάει η γυναίκα, μιλάει η λέξη και το άρρητό της, το σώμα που χρειάζεται να ξεκορμιστεί από τον γεννήτορά της, να αναζητήσει την αυτονομία και την αυθυπαρξία της, να ζήσει το αγέννητο και να γεννήσει εκείνο που του μέλλεται να ζήσει τον αγωνιώδη πυρήνα της πτώσης και του καθημερινού θανάτου.

Ερωτικές μνήμες, βαθύχορδες λαβωματιές, το κάλλος της λέξης, παλίνδρομες σκέψεις, ενατενίσεις φιλοσοφικής πρόληψης, ποιητικές καταβυθίσεις και ιερατικός μαγνητισμός, συνάζονται σε τούτο το τόσο ιδιαίτερο έργο που δίνει μια μάχη ωραία, κάτι σαν ένας σολωμικός ιδανισμός, μα και μια μάχη άνιση, όπως αυτή του ανθρώπου – της γυναίκας που είναι η αιτία του ανθρώπου. Είναι μια δοκιμασία να ανασταλεί ο δεσμευτικός δυισμός (άνδρας/γυναίκας), καθώς το δεύτερο μέλος του ζεύγους, δικαιωματικά, αποζητάει να αρθρώσει έναν Λόγο, να γίνει ο Λόγος, να θεοποιήσει τη σχέση με το άλλο φύλλο και ταυτόχρονα να την κατακρημνίσει σε μια μορφή ανθρώπινης βιωτής.

Τα «Πλευρικά» είναι το μέλος της γυναικός, το αβάδιστο και το ανείπωτο. Το από του στήθους της ζωής εκπορευόμενο. Η θυμική του μνήμη και το ζεστό του βλέμμα. Η Κλιγκάτση, με επαρκείς λογοτεχνικές συγγένειές (βλ.Μαστοράκη) και υποβόσκουσες αναφορές, δημιουργεί μια συνθετική ποιητική «δράση» που παρά τη συμβολική της εφόρμηση, αποζητάει την επικοινωνία, την προσωπική μαρτυρία, την εξομολόγηση, την ονειρική βάθυνση – είναι μια αναλόγια ανθρώπου με τον αφοπλισμό του από το Χρόνο, τις Έννοιες, την υποκειμενικότητά του, τη Ζωή του.

Η γυναίκα-ποιήτρια αναμετράται με την πυκνότητα και το βάθος του δώρου που δίνει και μέσω αυτού υπάρχει και η ίδια. Είναι η Ζωή, η Εύα, η αρχή των πάντων, η απροσωποποιημένη «Αυτή», η Α-ρ-γία και Αγία καταραμένη. Το θηλυκό υποκείμενο με την υπαρξιακή βάση του σε τούτα τα πεζολογικά πεδία καταβύθισης, λαμβάνει το χαρακτήρα ενός φωτός που απεικονίζει τη φθορά, το θάνατο, αλλά και το άγνωστο της γέννας. Ιδού άλλη μια συνάφεια με τον Σολωμό και την Μαστοράκη: η μυστηριακή τάξη, το φως, η μνήμη.

Μα, υπάρχει και μια λεκτική καταγωγή στις απόπειρες της Κλιγκάτση – μια μετάθεση της απώλειας, της κτίσης και της κτήσης, της οντολογικής κρίσης σε μια γλώσσα αισθητικής ανταπόκρισης που απαρνιέται τη ρητορικότητα προς χάριν του «σχήματος» και της τεχνικής που λειτουργεί ως άλλο υποκείμενο (χαρακτηριστικό παράδειγμα το «χαίρε, του πεσόντος Αδάμ η ανάκλησις – ένα πεζοποίημα ασθματικού αντίλαλου).

Η Κλιγκάτση στο πρώτο της προσωπικό έργο προσυπογράφει ένα υφολογικό σημείο εκκίνησης. Μια νότα δημιουργίας σαφούς καθαρότητας και συμβολικής πίστης. Η θεματολογία της είναι ένα περιβάλλον και όχι σπαράγματα τόπων και ανθρώπων. Η γραφή της είναι ένας διάλογος εσωτερικής αναζήτησης που αποδίδει την απώλεια μέσα από μια γέννηση. Από τα «Πλευρικά» γεννήθηκε παρ’ ημίν μια πολύ καλή ποιήτρια, έτοιμη για σημαντικά πετάγματα στο μέλλον.

Συνέχεια

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΔΩΡΑ ΚΑΣΚΑΛΗ

ΔΩΡΑ

Η Δώρα Κασκάλη γεννήθηκε στις Σέρρες. Ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε ελληνική φιλολογία στο Α.Π.Θ. και στο μεταπτυχιακό της ασχολήθηκε με τη φιλολογική έκδοση των Ποιημάτων του Γιώργου Θεοτοκά. Έχει εκδώσει ποίηση, διήγημα, μυθιστόρημα, παιδικό και νουβέλα.
Συνεργάζεται με έγκυρα έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά.
Για το «Ανταλλακτήριο ηδονών» έλαβε το Βραβείο Ποίησης «Μαρία Πολυδούρη» 2015.
Η συλλογή διηγημάτων της «Στο τρένο» ήταν στη βραχεία λίστα των βραβείων του περιοδικού Διαβάζω στην κατηγορία του πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Α. ΠΟΙΗΣΗ
Ανταλλακτήριο ηδονών, Σαιξπηρικόν 2014
Κάπου ν’ ακουμπήσεις, Μελάνι 2018

Β. ΔΙΗΓΗΜΑ
Στο τρένο, Γαβριηλίδης 2010
Το μαύρο κουτί της μνήμης τους, Οκτώ 2015

Γ. ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
Κάτω, Γαβριηλίδης 2011

Δ. ΠΑΙΔΙΚΟ
Ο γατούλης στον κόσμο, Διόπτρα 2014

Ε. ΝΟΥΒΕΛΑ
Πέντε ζωές κι ένα μυθιστόρημα, [e-book] Openbook.gr 2012

 

 

ΠΟΙΗΣΗ

ΚΑΠΟΥ Ν’ ΑΚΟΥΜΠΗΣΕΙΣ (2018)

     Α. Ψιχάλ’ από γαλακτοφόρο ουρανό

ΕΚ-ΜΑΓΕΙΑ

Ένας άντρας
πάνω απ’ τα χαρτιά του σκύβει
και την απώλεια να χωρέσει προσπαθεί
σε δυο χιλιάδες λέξεις.
Βλασταίνει ο θρήνος στα ματόκλαδά του,
διακλαδίζεται ρυάκι διάφανο στα γένια,
τις πρώτες του ρυτίδες σβήνει
αλλάζοντας το πρόσωπο σε άγραφη σελίδα.
Ένας άντρας
κοιτάζεται στον καθρέφτη,
το αίμα εκρήγνυται στα μάτια του,
κάτω από το λευκό πουκάμισο
τρέχει η ζωή αγώνα δρόμου
στις χοντρές, παλλόμενες φλέβες. Ένας
άντρας στις σκάρτες λέξεις μου κοιμάται
και αποκτά στις παύσεις μου ανάσα

φτιάχνοντας με τα μπράτσα του ψωμί
των νηστικών αιώνων.

ΣΥΡΡΑΠΤΙΚΗ

Τις αγαπώ όλες τους
-εν δυνάμει—
τις δυνατότητές τους αγαπώ
την εικόνα τους στον καθρέφτη
όταν ξεκουμπώνουν τους αισθησιασμούς
κι αποχωρίζονται το δέρμα της αξιοπρέπειας
τις χειραψίες των συγγενών τους
τους σφιχτούς της έγγαμης επιβίωσης κορσέδες.

Ποθώ κι εκείνες
που διελαύνουν το χρόνο
με τα κουζινομάχαιρα
τα γαϊτανοφρύδα
τα χτενάκια από ταρταρούγα
κείνες που αφαιρούν τα φορεμένα βλέμματα
και γίνονται αέναα καινούριες.

Τους προσφέρω
το τεμαχισμένο μου πουκάμισο
τα κοτσάνια που γεννούν
πρόσκαιρους στήμονες του σπασμού
τη λύπη ενός τέλους
το τέλος μιας ψευδαίσθησης
την αδυναμία να με εντάξουν
να με εγκολπώσουν
να με καταλάβουν

της πάλης τον λυγμό
στης ύπαρξης επάνω τα σχοινιά.

EROS

Με κατασπαράζει
με εκδικείται
για το ελάχιστο
που αξιώνω
με κατηγορεί
για τη θανή του σώματος
για παιχνίδια μοναχικά
σε σεντόνι ιδρωμένο.
Το καύσιμο είναι
η εικόνα σου
συνάψεις εφήμερες
μια αυθαίρετη ερμηνεία.
Θέλει κι άλλο
κι άλλο.
Αίρεται πάνω από τη μέρα,
την ιστορία που φοράει
ξυλοπάπουτσα,
τη ληθαργική χώρα.
Τι αντινομία:
στις καθημαγμένες μου θηλές
βοτάνι τρέφω αθανασίας.

ΜΝΗΜΗΣ ΠΡΟΙΚΑ

Οι γυναίκες που γερνούν στα γραφεία
αφήνοντας πάνω στους καπλαμάδες
τη δροσιά των μπράτσων τους.
Εκείνες που κάθε απόγευμα του Οκτώβρη
πίνουν στην κουζίνα καφέ
με μόνη συντροφιά
το φωτάκι του απορροφητήρα.
Γυναίκες που γυρνούν στους δρόμους
με κομμένο στήθος, ρημαγμένη
την κόμη τους από ιαματικά φαρμάκια.
Άλλες που χορεύουν κλακέτες με το μπαστούνι τους
και τις λένε Σκλήρυνση κατά Πλάκας.
Αυτές που δεν ζουν χωρίς την αγάπη και
μετρούν την κάθε μέρα μακριά
σαν θάνατο. Γυναίκες που
σιάζουν χωρίστρες, μαντάρουν τη φθορά
ανακατεύουν την έγνοια τους
με ρίγανη και πιπέρι.
Οι γυναίκες που κερδίζουν την αθανασία
ζώντας στο δέρμα του εραστή τους.
Τα κορίτσια που βιάζονται να γίνουν γυναίκες
που πεθαίνουν για να μείνουν γυναίκες.

Είναι η προίκα μου, το κουράγιο μου, το
καθημερινό μου προσφάι.

ΛΑΤΟΜΕΙΟ ΟΝΕΙΡΩΝ

Στο μέσα στέρνο τάιζες λατομείο, μάρμαρο ατόφιο – ένα
δάσος ταφόπλακες μικρές. Τώρα
φουρνέλα ψάχνεις στης γλώσσας τα ριζά,
το ορυκτό να ξεθεμελιώσεις που τα χλωρά σου
όνειρα μαραίνει. Φοβάσαι πως μαζί
θα αφανίσεις τα σθεναρά τού έρωτα ειδώλια,
τις καλοζωισμένες χίμαιρες που
παρελθόν αποκαλείς.

Καλύτερα η χάσκουσα οπή. Μα,
πρόσεχε τα υλικά οικοδομής.
Πάλι να μη φενακιστείς· ή μην αρχίσεις
να ψάχνεις γι’ αετώματα
τη μνήμη του μαρμάρου να σκεπάσουν.

ΛΕΓΕ ΜΕ ΕΛΕΝΗ, ΘΕΟΔΩΡΑ…

Με βλέπεις στο πίσω μέρος τού καθρέφτη.
Μου δίνεις κάθε όνομα,
κάθε ιδιότητα που αποφασίζεις
ν’ αποκαλείς σαγήνη και πάθος και ρήξη.
Ο δρόμος που στέκομαι βγάζει
στο τέλος του κόσμου σου.
Στο σύνορο, τρέφω τον γκρεμό
με την απειλή της κατακρήμνισης.
Έχω το σχήμα του μαχαιριού
που εφαρμόζει στην πληγή
κάτω απ’ το μήλο του πρώτου σου πατέρα.
Με βαφτίζεις ανομία και παρέκκλιση
με τύψεις με λιθοβολείς.

Θα χαράζω το γυαλί σου
με το διαμάντι που φυτεύω
κάθε φθινόπωρο στους βορεινούς μου κήπους.
Εσύ θα πιστεύεις ότι είναι μια αλλοίωση
του χωροχρόνου που λύνεται με
απλά, ξεκάθαρα μαθηματικά.

Όταν μια μέρα θα με δεις
ζωντανή, ελεύθερη από κάθε ασφυκτική
κυρίαρχη επινόηση,
θα καταφέρεις μες σ’ αυτόν τον ανάλγητο
και άδικο καθρέφτη
να σε αντικρίσεις.

      Β. Κάποτε επουλώνεται

ΕΜΠΛΕΗ

Τα δέντρα μεγαλώνουν μες στα σπίτια μας,
γεμίζουν ξύλο τις ρωγμές
στους ταλαιπωρημένους τοίχους.
Τα εμπορικά, απέναντι, άνεργα μας κοιτούν
πουλώντας αφειδώλευτα
την πτώχευση στον χρόνο.
Οι λέξεις καρφιτσώνονται στο πέτο μας·
έτσι νεκρές, πόσο πιο ζωντανές φαντάζουν
σε ερμηνείες ευεπίφορες.

Μα εσύ πάντοτε μέσα μου.
Στη χιλιοπλόκαμη απουσία
φως και μ’ εξακτινώνεις.

ΤΟΥ ΓΙΟΥ ΜΟΥ

Ήσουν το αρσενικό μου
δώρο αυγουστιάτικο μες στις ελιές
στον πιο υπήνεμο μυχό του εφήβαιου
της θαλερής νύμφης Σιθωνίας.

Γαντζώθηκες μέσα στη μήτρα
με την επίμονή σου πίστη για ζωή
και βιάστηκες να κλάψεις
την πρώτη αχόρταγη ανάσα.

Περπάτησες μονάχος
στήνοντας όλο πείσμα
το εύθραυστο κουράγιο σου
σε ποδαράκια που ποθούν το άλμα.

Την όψη σου ξομπλιάζει η αγαθότητα
η ομορφιά που δεν μαγεύει βάναυσα.
Στέκομαι αλάργα, ίσα ν’ ακουμπώ
την άκρη της σκιάς σου.

Σε δίνω αμόλευτο και άδολο στον κόσμο
δεν ονειρεύομαι εκστρατείες, τρόπαια χρυσοφόρα,
μ’ αν μπεις μες στο καράβι σου
αναζητώντας τη δική σου νίκη

εγώ στον βράχο θα στηθώ
μ’ ένα δαυλί το δρόμο σου να φέγγω.

ΠΟΙΗΤΗΣ

Μοιάζω με μηχανή
παραγωγής λέξεων.
Ενίοτε, δεν τις αγαπώ
ούτε απολαμβάνω
τον άχαρο μου ρόλο.
Συχνά τις φτύνω
τις κακοποιώ.
Μετά το μετανιώνω.
Τις στολίζω
τις κάνω θελκτικές
για να τις αγοράσουν.
Τις βγάζω στο κλαρί.

Είμαι συλλέκτης και ταριχευτής
μικρών πτωμάτων
που χύνουν απ’ τ’ απύλωτα
οι άμουσοι, οι ωραιοβλαβείς.
Πού να γνωρίζουνε οι αδαείς
ότι είναι αυλών συστήματα·
τις σπάνε με τα δόντια τους,
λυγίζουνε τις γέφυρες
ανάμεσα στους φθόγγους,
τις συλλαβές ραγίζουν.
Εγώ τις σώζω,
τις συντηρώ στην ελεγχόμενη υγρασία
μνημονικών συνάψεων.

Και στο χαρτί
στην άχρονη και άχραντη ζωή
ατόφιες τις ενταφιάζω.

ΑΤΕΛΗΣ ΜΟΥΣΑ

Κατοικώ σε ποίημα ημιτελές
αναπνέω με μισό πλεμόνι, με το χωλό
ποδάρι μου εκτελώ τις ποζισιόν.

Πίνω μες στο σκοτάδι mait παλιά
για νέα πάθη. Νιώθω μια αδυναμία:
δίνεις σώμα δίχως αίμα, απατεώνα ποιητή.

Στους μαιάνδρους της λαγνείας σου
γυμνή κυλιέμαι
μα εσύ με ντύνεις με παράγραφο
που στην τελεία της θα με σκοτώσει.

ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΗΡΙΟ ΗΔΟΝΩΝ (2014)

     Ο έρως έχει ύπαρξη

1. ΔΕΥΤΕΡΕΥΟΝΤΕΣ ΟΡΟΙ

Ας κάνουμε μια συμφωνία
εγώ και η σιωπή σου:
θά ’ναι τόσο παρούσα που
αν ξεχαστώ για λίγο
αν πω ότι θυμάμαι
τ’ αδιάβατα σου χείλη
τα δυο νευρώδη ποδιά
τόσο κοντά
στο χέρι μου
που χάιδευες για να κερδίσεις τους ρυθμούς του
και μου πετούσες νύχια μαλακά
στο μονοπάτι μες στο δάσος σου
για να σε ξαναβρώ,
θα κλείσει το πλάνο η σιωπή σου
θα πει το αποφασιστικό cut!
Και μετά
fade out.

Δεν θα υπάρχουν οροί απαγορευτικοί
μόνο κατ’ οίκον περιορισμός
μιας μπαγιάτικης επιθυμίας
στο κουκούλι του λάθους.

Τίμιες συμφωνίες σ’ ένα παιχνίδι
ατιμίας για όρκους έρωτα
που ασελγούν
πάνω στο ανοίκειο σώμα του
μαζί.

3. ΣΜΙΛΗ ΕΝΔΟΝ

Εργασίες εξόρυξης:
παίρνετε μια σμίλη
και την προωθείτε μέχρι τον πάτο
του κρυστάλλινου δοχείου.
Μην έχετε αναστολές.
Απολαύστε άφοβα την υγρασία των εραστών
που ποτίζει τις ρωγμές της έντιμης ενηλικίωσης.
Η ρόδινη χοάνη
γίνεται κρεπ σατέν κι επιστρέφει τη χάρη
με το χάσιμο
στη φλέβα που φουσκώνει,
στην ανάσα που σκαλώνει πάνω στα δόντια,
επιστρέφει πιο ζεστή στο λάρυγγα
και θέτει σε τροχιά την άφατη γλώσσα.

Εργασίες ενταφιασμού:
οι αγαπητικιές προσφωνήσεις
επιτρέπονται κοινή συναινέσει
αλλά με πλήρη γνώση ότι
άπαντες οι όροι είναι υπό αίρεση
και η σύμβαση λύεται μονομερώς.

Πουθενά δεν με ενοικώ.
Παντού
ο χρόνος είναι
εσύ
και η πλησμονή αναβάλλεται.

6. ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΕΝ ΚΕΝΩ

Λέξεις, έξεις, στο κενό
μ’ έχουν κρεμασμένη απ’ τον ιστό
πανάκι της οδύνης που αρμενίζω
με τα μικρά αιμάτινα ξέφτια
παραδομένα αθύρματα του Μάρτη
που αποφάσισε άγρια
να βγάλει τα τσιρότα
να σπείρει ρίγη
να ζώσει δέρμα
τσαλακωμένο σμυριδόχαρτο.
Ναι, σας ευχαριστώ
που με σκεφτόσαστε
ενίοτε
αποκτώ σχήμα τότε
εγώ η λαθραία,
μια κάποια επιθυμία
να μ’ επιθυμείτε.
Αποσύρομαι τώρα
στον σιωπηρό γυναικωνίτη
για να σύρω μια μισοσπασμένη, αμφίβια σαΐτα
στον αργαλειό που βούλιαξε
κι έβγαλε ρίζες
ο πάτος μιας επιθυμίας
απρόκλητα υγρής.

8. ΙΔΑΝΙΚΟΙ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ

Έλα να κοιμηθούμε τις αντιφάσεις μας:
8α είναι βάπτισμα
στην απόλυτη σχετικότητα.
Έλα να ντυθούμε τα θολά μας
περι γραμματα.

Λεξικοποιούμε τους ρόλους μας
αφού δεν μπορούμε να τους ζήσουμε
με το σώμα μας.
Όταν θα πεθάνουν τα ποιήματα
όταν θα σκοτωθούν οι ήρωες των βιβλίων σου
-θα γίνει το αδύνατο, θα δεις-
εσύ, αγάπη μου, δε θα ’χεις πια ζωή να ζήσεις.

10. ΑΔΩΡΑ

Όταν έσφαξες το ωραίο, μαύρο πιάνο με την ουρά,
κι έβλεπα να σταλάζει ακατάπαυστα
μια αιματόχρωμη αρμονία
απ’ τη λεπίδα του μυαλού σου,
δεν είπα τίποτε.
Σε αγαπούσα τότε.
Εσύ ο χειριστής, εσύ ο σφαγιαστής.

Όταν σου έγραψα το γράμμα,
-έπαιζα χρόνια με τις λέξεις,
τα μικρά μου κατοικίδια με την καρδιά του αίλουρου-,
κι εσύ το ξέχασες μες στο σεντούκι
με τη σκαπάνη και τα βρώμικα φτυάρια,
ένιωσα να παλιώνουν όλα τα ποιήματα
που ήθελα να σου δωρίσω.

Σε αγαπούσα -ίσως- ακόμη
αλλά έμεινα χωρίς γλώσσα,
δίχως χέρια,
αποκατάσταση γυναίκας
σε βολικές ώρες ηδονής.

     Silentium amori

 

                        Ι

Μην με ταράζετε, του έγραφε, για να επαναβεβαιώσετε
την κυριαρχία σας πάνω μου. Είμαι ένα μετόχι που
το πάτησαν οι αυθεντίες του πατέρα, του αδελφού, του
εργοδότη, του κυβερνήτη. Σας παρέδωσα το πιο ατόφιο
κομμάτι μου, το λίγο το δικό μου κι εσείς ζωστήκατε
τα πυρομαχικά και το κάνατε πεδίο μάχης. Πηγαίνετε
τώρα με τη δίδυμη καραμπίνα σας για άλλα θηράματα,
το αίμα είναι πάντα το ίδιο αλλά ποτέ αρκετό. Εγώ θα
ζωστώ τη σιωπή των νεκρών έτσι λένε αυτοί που δεν
ξέρουν. Όποιος έχει πεθάνει μια φορά, ξέρει ότι στα
μνήματα μιλούν την άρρητη γλώσσα της αλήθειας.

                          V

Μην ακουμπάτε νωχελικά στον τοίχο του διαδρόμου,
του έγραφε. Με βασανίζει η άνοιξη όπως γέρνει στο
κορμί σας, μια τεθλασμένη επιθυμία που δεν με συνάντα
«Δεν υπογράφω στους διαδρόμους», μου είπατε
παιγνιωδώς κι ύστερα καθίσατε σ’ ένα πρόχειρο γραφείο
και μου σκαλίσατε το βλέμμα με μια μαύρη πένα.
Λεπτά δάκτυλα που δεν κατέχουν την οδύνη, κι ας
σέρνεται στο αίθριο κι ας αντηχεί χάλκινη στις αίθουσες
των πλημμελών θνητών.

Τα μακριά μαλλιά σας θα μου σκουπίσουν το πρώτο
υγρό ενύπνιο κι αυτό, χωρίς επικυρώσεις, θα το
ιδιοποιηθώ κατάφορα παρανόμως.

 

                            IX

Κάηκαν τα μάτια μου, του έγραφε, σκοτώθηκαν οι λεξεις
μου. Απόκαμα να ντύνω τις κέρινες κουκλίτσες που
λιώνουν στον πρώτο ήλιο της μετωνυμίας. Ανώφελες
οι υποκαταστάσεις. Τι να μου κάνουν αυτό το σκληρό
βράδυ που σαρώνει τη μοναξιά μου. Θα μείνω εδώ κι
εσείς, αθέατος, απέναντι να παίξουμε το παιχνίδι της
αντοχής. Εσείς θα είσαστε ο νικητής κι εγώ θα
τιμωρηθώ με το να εφεύρω μια νέα γλώσσα που να
εμπεριέχει την άκρατη, πηχτή σιωπή και τ’ αδειανά χέρια.

ΔΙΚΗΝ ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟΥ

Και φέρατε μαζί σας όπλο πρόσφορο για άμυνα η επίδεση
λέξεις κοφτερές κι ήταν η λεπίδα τους άλλοτε
γυαλιστερή κάτω απ’ το φως της λογικής κι άλλοτε τόσο
βελούδινη μέσα στα συμφραζόμενα ενός ακατάσχετου
και λίγο ρετρό ρομαντισμού που τόσο σας πήγαινε.

Και κατείχατε για ίδια και αποκλειστική χρήση ένα
σακούλι με ιστορίες μεθυστικές, που σπέρνατε στα ξε-
ρα λιβάδια των γυναικείων ψυχών. Ήσασταν σπορέας
αλλά όχι θεριστής. ’Έτσι θέλατε η δεν μπορούσατε
αλλιώς.

Και διευκολύνατε κατά συρροή το ερωτικό φαντασιακό,
αλλά εσείς πάντα φεύγατε νωρίς, για να μην
πιαστείτε επ’ αυτοφώρω να νιώθετε.

     Λιβιδώ

1. ΘΥΜΗΣΟΥ

               Για την Αλεξάνδρα Μπακονίκα

«Επιτέλους!»
στο άνοιγμα της πόρτας
Η συμπύκνωση της προσμονής.
Κι ύστερα ράφτηκαν τα στόματα,
μόνο μικρές οπές ανάμεσα
για τη ζέουσα ανάσα.
Το λίχνισμα της ηδονής
στο φως της γρίλιας,
το στάρι της πάνω στις γάμπες νοτερό.
Οι πατούσες τους,
πλεξούδες ομορφιάς
ριγμένες στο αιγυπτιακό βαμβάκι.

«Να με κρατάς» του είπε φεύγοντας.
Όχι, στο σώμα του το είπε
για να τη θυμάται.

4. ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ

Βραδυπορούμε
απέναντι ο ένας απ’ τον άλλο.
Βγαίνουμε απ’ το αβέβαιο σχήμα του πρωινού,
το θάμπος πίσω μας, η οδύνη, η συνήθεια,
κι εμείς πασχίζουμε σώμα να κερδίσουμε,
να ορίσουμε το βλέμμα,
να φτιάξουμε το νέο εαυτό.
Πάνω στις λέξεις παίζουμε κουτσό
και στα διάκενα
τον πόθο παραχώνουμε,
σαν τα παιχνίδια μέσα στην κρυψώνα -κάποτε-
των δέκα θαλερών μας χρόνων.

Να μείνουμε έτσι ηττημένοι, αναλωμένοι,
με μία θλίψη στη φλέβα του λαιμού,
χαρακωμένοι απ’ της λαγνείας την αγχόνη,
εξαίσια συμβιβασμένοι.
Και όταν αγγίξουμε εκείνα τα σημάδια
της αναγνώρισης τον γόρδιο δεσμό,
να μην τρομάξουμε:
είμαστε αυτοί και όχι άλλοι
κι έτσι αυθεντικοί
του πάθους τη γυμνότητα να ενδυθούμε.

7. ΔΙΑΚΟΠΕΣ

Κάθε μέρα αποζητώ
τη γεύση του κορμιού σου.
Κάθε ανάσα μου ψάχνει μονιά
στη λόχμη του λαιμού σου.
Όλα τα σ’ αγαπώ μου τάματα
στα εύσαρκά σου χείλη.

Το σκονισμένο μου γραφείο
η απόγνωση του αγέννητου παιδιού
οι βαλίτσες στην έξοδο κινδύνου
θαμπώνουν στο ξέφωτο της αγκαλιάς σου.

Πως να μην σ’ αγαπώ;
Είναι ο μόνος τρόπος
πια
για να υπάρχω.

10. ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ

Λένε πολλοί: «Η ηδονή διαρκεί ολίγα δευτερόλεπτα».
Είναι μια αιωνιότητα, δεν είναι
ολίγα δευτερόλεπτα. Είναι όλη η ύπαρξη εκεί.
(Νίκος Καρούζος, Η τελευταία συνέντευξη στον
Κων. Αν. Θεμελή)

Τα μάτια έκλεινες
κι έχτιζες
με χείλη, γλώσσα, δόντια
το νεογέννητο κορμί μου.
Αναθεώρησες την αφή.
Ξαγκίστρωσες από τα σπλάχνα
υπόκωφο αναστεναγμό.
Έκανες το σπασμό
λέξεις από βελούδο.
Κι όταν τα μάτια άνοιξες
ένα ζεστό χαμόγελο
μου κάρφωσες
στο πέτο της καρδιάς.

Μου χάρισες
αιωνιότητα μιας ώρας.

ΔΙΗΓΗΜΑ

ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΚΟΥΤΙ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ ΤΟΥΣ (2015)

Μικρό ερωτικό

Το πρώτο βράδυ, το άσπρο πουκάμισο βγαίνει από τη χάρτινη θήκη του και παίρνει θέση απέναντι από το κρεβάτι της. Το απλώνει πάνω στην πολυθρόνα και το παρατηρεί να γεμίζει σταδιακά από τη σάρκα του σκοταδιού όσο μιλάει ξαπλωμένη στο τηλέφωνο με τον άντρα της για τις εντυπώσεις από το σεμινάριο, τις ημερήσιες επιδόσεις των παιδιών στο σχολείο και τα ψώνια της
επόμενης μέρας. Αργότερα, αφού θα έχει σβήσει το πορτατίφ και η εικόνα της εργαζόμενης μητέρας και συζύγου θα εξαϋλώνεται πάνω στα ριγέ σεντόνια, μπορεί να φαντασιωθεί, μέχρι τη βύθιση στον πρώτο ύπνο, το λευκό ύφασμα φορεμένο πάνω στο κορμί του. Προς το παρόν, μέσα στη σαρωτική νύχτα που μπαίνει από το παράθυρό της και ήδη κατατρώει τον φωτισμένο κύκλο της
λάμπας, λιγοστεύοντάς τον στον ζωτικό χώρο του γύρω από το κομοδίνο, το μισάνοιχτο στόμα της, που γεμίζει από το σάλιο της έξαψης, παίρνει το σχήμα ενός φευγαλέου χαμόγελου και φλερτάρει αδιάντροπα με τη σκέψη ότι κάτι τέτοια άσπρα πουκάμισα είναι φτιαγμένα για να τα αποχωρίζεται κανείς βίαια, συσκευές ηδονής που έχουν εφευρεθεί μόνο για να αποθεώνονται τα σώματα.
Το επόμενο πρωί, το διπλώνει προσεκτικά και το σφαλίζει μέσα στο κουτί του με τις ίδιες αυτοματοποιημένες κινήσεις με τις οποίες διπλώνει και τακτοποιεί μέσα στη συρταριέρα τα φανελάκια των παιδιών και τα εσώρουχα του άντρα της.
Το δεύτερο βράδυ, το στρώνει πάνω στο κρεβάτι της αφού πρώτα το αρωματίσει με ένα γαλλικό ανδρικό άρωμα -πιθανόν ίδιο με το δικό του, σημερινό απόκτημα- που παίζει με τους τόνους του περγαμόντου και της
κανέλας. Το τηλεφώνημα αυτή τη φορά είναι πιο σύντομο- έχει μια ανεξήγητη ανυπομονησία να τελειώνει με τα τυπικά, γι’ αυτό μιλάει βιαστικά, κάνοντας κοφτές διαδρομές πάνω στην πράσινη μοκέτα. Όταν κλείνει το τηλέφωνο, ξαπλώνει πάνω του, στο κέντρο του, τσαλακώνοντάς το με το βάρος του κορμιού της, φτιάχνοντας στον λευκό καμβά του προσωρινές στάμπες με τη δαντέλα της νυχτικιάς της. Πάνω στην οθόνη των ματιών της ξαναζεί τη μέρα που τελειώνει, προσπαθεί να δώσει ένα νέο νόημα στις τυχαίες κινήσεις του -ένα βλεφάρισμα, ένα φευγαλέο ακούμπισμα της παλάμης του πάνω στα
δικά της χέρια που πληκτρολογούσαν αβέβαια-, προβάρει τα λόγια της, που ίσως αύριο καταφέρουν να του αποκαλύψουν την επιθυμία της. Την ίδια ώρα, η μυρωδιά του ιδρώτα της αγωνίζεται να ενωθεί με τη σκληρή οσμή της κόλλας του αφόρετου ρούχου και με τη γαλλική εσάνς που ανακαλεί το κορμί του και που όλο το πρωί της πότιζε τη μύτη.
Νωρίς, μόλις ξεσπά το χάραμα ύστερα από μια άγρυπνη νύχτα, αποφασίζει να ζητήσει από τον εκπαιδευτή της να βγούνε για φαγητό το τελευταίο βράδυ της στην πρωτεύουσα.
Το τρίτο βράδυ, το άσπρο πουκάμισο παραμένει τσουβαλιασμένο στο κουτί του. Ενώπιος ενωπίω για μια ακόμη νύχτα: αυτή στην πολυθρόνα, εκείνο πάνω στο στρωμένο κρεβάτι της. Τώρα πια το βλέπει από μακριά
και το περιγελά. Σκέφτεται ότι αυτός ο αμήχανος νεαρός ούτε στα όνειρά του δεν θα αγόραζε ένα τόσο ακριβό ύφασμα. Αν θυμάται καλά, το άσπρο πουκάμισο που φόρεσε την πρώτη μέρα του σεμιναρίου ήταν λιγάκι γαριασμένο και φθαρμένο στις μανσέτες. Το έμπειρο μάτι της νοικοκυράς θα τα έπιανε κάτι τέτοια με την πρώτη και θα έβγαζε και πολλά άλλα συμπεράσματα. Αλλά για μια βδομάδα αποφάσισε να αφήσει αυτή τη διεισδυτική και σωτήρια ματιά στο δωμάτιο του ξενοδοχείου μαζί με τις
αποσκευές της. Κράτησε μόνο τη θολή όραση της γυναίκας που θέλει να γοητεύσει και να γοητευτεί.
Φεύγει απ’ το δωμάτιό της αγκαλιά με το πουκάμισο, Δεν ξέρει γιατί αγόρασε αυτό το φινετσάτο ρούχο. Δεν υπήρχε περίπτωση να του το χαρίσει – δεν θα έφτανε τόσο μακριά. Ούτε και σκοπεύει να το πάρει μαζί της- δώρο συζυγικό, φτηνή εξαγορά των αμφίβολων ενοχών της. Στο ασανσέρ τσακίζει τις άκρες της θήκης του και μέσα από το σελοφάν προσπαθεί να διακρίνει το ταλαιπωρημένο ρούχο που περνάει δύσκολα στα χέρια της. Δεν θέλει πια να θυμάται το έκπληκτο βλέμμα του όταν εκείνη βρήκε το κουράγιο να του κάνει τελικά την πρόταση. «Έκπληκτο», αυτή η ανάγνωση της αρκεί και δεν επιθυμεί άλλα πάρε δώσε με ένα πρόσωπο που θα το ’χει ξεχάσει κιόλας αύριο.
Στον κάδο της γωνίας απέναντι από το ξενοδοχείο της ξεφορτώνεται το πουκάμισο, που έχει χάσει την αίγλη του καινούργιου, και αλαφρωμένη από κάθε λογής ρούχα και αισθήματα από δεύτερο χέρι, βαδίζει αργά προς ένα μισοφωτισμένο μπαράκι, σ’ έναν διπλανό παράδρομο, αποφασισμένη να ανακατευτεί με τους καπνούς του, με την ταγκισμένη μυρωδιά από τα πειραγμένα ουίσκια του και τους σκοτεινούς τύπους του που έχουν ξεχάσει
από χρόνια τα λευκά χαμόγελα και τα βαμβακερά βλέμματα.

Ξεκαθάρισμα

Επέστρεψε ποτισμένη ως τα εσώρουχα από τη στυφή, καρκινική μυρωδιά του γραφίτη και εκείνη του ζεστού, ψημένου χαρτιού που ξέραινε τον ουρανίσκο της από κάθε υποψία σάλιου. Τον είδε -πλάτη παρένθεση μιας παλιάς σκολίωσης- να κάθεται στον καναπέ. Να σηκωθεί; Να μείνει; Φαινόταν να παρακολουθεί μια εκπομπή για τα αποδημητικά πτηνά, χωρίς ήχο. Σπίτι που στάζει σιωπή.
Προσπέρασε το σαλόνι και μπήκε κατευθείαν στο λουτρό. Δεν θα του μιλούσε- ύστερα από τόσο καιρό τι νόημα είχαν οι απολογισμοί; Ακόμα και μετά το μπάνιο με το καυτό νερό που την εξανθρώπισε, η ίδια απόφαση. Να του έλεγε «αντίο» ή «επιτέλους, μου αδειάζεις τη γωνιά από τη ραθυμία σου, την άνεργη κούρασή σου;» Να τον έβλεπε με τη συγκατάβαση του ανθρώπου που μοιράστηκε μια ζωή δέκα χρόνων μαζί του, και μάλιστα την πιο δύσκολη ώρα της;
Αύριο θα κάνανε το μνημόσυνο για το χρόνο διόρθωση: αυτή θα το έκανε, εκείνος θα απείχε από τις εθιμοτυπίες. Ίσως γι’ αυτό του διάλεξε θέση για την αυριανή πτήση. Διευκόλυνση ή υπόμνηση ότι δεν μπορούσαν
πλέον να μοιραστούν ούτε καν το πένθος; One way για Ηράκλειο και μια βεντάλια ευρώ, αυτό ήταν το αντίο της. Εξαιρετικά γενναιόδωρο για έναν ξένο. Του τα έβαλε το πρωί, προτού φύγει για τη δουλειά, μέσα στο βιβλίο
του -ένα μασημένο Άλεφ από τα πρώτα της δοντάκια-, που μάζευε σκόνη τους τελευταίους μήνες στο τραπεζάκι του καφέ μπροστά από τον καναπέ. Φρόντισε μόνο να εξέχουν αρκετά, για να τα προσέξει όταν θα ξυπνούσε.
Ούτε και εκείνος της είπε κουβέντα, να της ζητήσει το λόγο που του επέβαλε να φύγει από το σπίτι τόσο ξαφνικά, στέλνοντάς τον ένα Αιγαίο μακριά, πίσω στην πόλη του, την οποία είχε αφήσει από τα φοιτητικά του χρόνια -ανεπιστρεπτί, όπως πίστευε τότε- για να βρει μια τύχη αμφιλεγόμενη. Ο τελευταίος τσακωμός τους, την ώρα που κρύωνε το κορμάκι της, έκλεισε τους λογαριασμούς τους. Όταν βγάλανε τη μάσκα και αρχίσανε να σκούζουν
δείχνοντας τα δόντια τους, ετοιμοπόλεμα για να σακατέψουν ακόμα και τις πιο τρυφερές μνήμες, κατάλαβαν ότι ξεπέρασαν το όριο του ανθρώπου και αγκαλιάσανε ο καθένας τον πιο δικό του Μινώταυρο. Δεν υπήρχε γυρισμός για το μεταξύ τους. Ίσως να ήταν πιο ελκυστικοί και γενναιόδωροι με τους επόμενους εραστές τους.
Ξαπλώθηκε στο κρεβάτι τους και τυλίχτηκε μέχρι τη μύτη με το πάπλωμα. Ακόμα και μέσα στο σκοτάδι μπορούσε να χαρτογραφήσει το λεκέ στο εσωτερικό του κεντρικού λαχουριού, μια κηλίδα εμετού από την πρώτη της φρουτόκρεμα, ή να ψηλαφήσει το ανάγλυφο των κάθε λογής αλοιφών της καθημερινής υγιεινής της που είχαν σχεδόν ασβεστοποιηθεί πάνω στο ντεσέν, το οποίο πήρε να ξεθωριάζει από την κακοπέραση.
Στο σαλόνι η τηλεόραση τρεμόπαιζε το τελευταίο βράδυ του στην πόλη που τόσα χρόνια θεωρούσε πατρίδα. Έπρεπε να παρθεί μια απόφαση επιτέλους, έστω και ερήμην του ενός. Έψαχνε να τη δικαιολογήσει. Ακατανόητο για μια ξένη. Το σώμα του είχε υπερβεί τις αντοχές του, όπως διπλωνόταν ακόμα και τις ώρες της υποτιθέμενης ξεκούρασης στον γρομπιασμένο καναπέ. Έμενε με τους μήνες στην ίδια θέση. Η αμήχανη αγωνία του είχε καλουπώσει το πορτοκαλί ύφασμα σε ένα αμφίθυμο βαθούλωμα που ήθελε να πεταχτεί έξω από τον εαυτό του. Τίποτα δεν τον κρατούσε πια σε αυτό το σπίτι εκτός από μια βαθιά ανθρώπινη ανάγκη επιβίωσης· εκείνη δούλευε στο φωτοτυπάδικο, αυτός περίμενε ένα πιάτο φαΐ ή ένα κομμάτι τυρί και ένα καρβέλι – έστω και μπαγιάτικο. Σε καλύτερες εποχές, αυτός τροφοδοτούσε και εκείνη μπορούσε να αφοσιωθεί στην ανέμελη ζωή και αργότερα στη σύντομη μητρότητά της.
Όταν έκλεισε την πόρτα της κρεβατοκάμαρας για να βυθιστεί στο ρυπαρό πάπλωμά της, αυτή που άλλοτε καθάριζε με τόση επιμέλεια το σπίτι τους, αναγνώρισε το τέλος τού μαζί, ακόμα και με τη μορφή της αναγκαστικής συγκατοίκησης. Τους τέλειωσαν τα λόγια, οι συμβολισμοί, οι χειρονομίες του μίσους. Εξάντληση: αυτή τον κρατούσε ως εκείνη τη στιγμή. Και τώρα που εξαντλήθηκε ακόμα κι αυτή, ένιωσε την ανάγκη να πάρει τη βαλίτσα με τα λίγα πράγματά του, να τσαλακώσει εισιτήριο και λεφτά μέσα στο πορτοφόλι του και να φύγει από το σπίτι, αφήνοντας οριστικά τα κλειδιά του στην κλειδοθήκη της. Ήταν προτιμότερο να περάσει τις τελευταίες ώρες του στο αεροδρόμιο ανάμεσα σε αγνώστους.
Όταν ξύπνησε, άνοιξε τα παράθυρα να μπει φως στο σπίτι της, γέμισε την μπανιέρα και έβαλε μέσα το βαρύ της πάπλωμα. Έριξε απορρυπαντικό, πάλεψε ώρα με τους λεκέδες και ύστερα άναψε τσιγάρο, παρατηρώντας
το βρόμικο νερό να σώνεται περιδινούμενο γύρω από την άσπιλη ουσία του.

ΣΤΟ ΤΡΑΙΝΟ (2010)

ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

ΘΕΣΗ 4, ΒΑΓΟΝΙ 2

Βολεύεται στην πράσινη σκουριά της 4ης θέσης, στο δεύτερο βαγόνι του «Αριστοτέλη», και περιμένει να δει το συνεπιβάτη, αυτόν ή, αν είναι τυχερός, αυτήν που θα τον συντροφεύσει, που θα ανασαίνει δίπλα του για πέντε ώρες, που θα κοιμηθεί με το κεφάλι πεσμένο στον έναν ώμο ή θα παίζει βαριεστημένα με το κινητό μέχρι να τελειώσει ο χρόνος της αναμονής. Σε δυο λεπτά λύνεται το μυστήριο. Ένας ευτραφής εξηντάρης, με φτηνιάρικο κοστούμι και σακβουαγιάζ για ταξίδια-αστραπή προσπαθεί να βολευτεί στο στριμόκωλο κάθισμα δίπλα του. Ιδροκοπάνε τα κρέατά του και γουργουρίζει το στομάχι του μόλις καταφέρνει να βρει μια γωνιά βολική που να μην τον
σουβλίζουν στα πλευρά τα μπράτσα. Ατυχία. Αποφασίζει ότι μεγαλύτερο ενδιαφέρον θα έχει τελικά το πανόραμα που κορνιζάρει το παράθυρό του, και στρέφει το βλέμμα του στο τζάμι, παρατηρώντας μια το είδωλό του και μια το σταθμό που αχνοφαίνεται πίσω από το ξενυχτισμένο μούτρο του.
Με το πρώτο τράνταγμα του ξεκινήματος τον πιάνει μια παράξενη νοσταλγία. Θυμάται τον εαυτό του έναν χρόνο πριν. Ίδιο είδωλο στο τζάμι-καθρέφτη. Πάλι για σεμινάριο από τη δουλειά, Τρίτη πρωί, παχνιασμένα τρένα στο σταθμό, μούχλα που κολλάει στο φάρυγγα και κάνει το σάλιο μούργα.
Αυτός ποτέ του δεν παραπονέθηκε για τις εκπαιδευτικές αγγαρείες που τους φορτώνουν στην πρωτεύουσα, κι ας γκρινιάζουν όλοι οι υπόλοιποι συνάδελφοι για το ξεβόλεμα από τα σπίτια και τις οικογένειες, και για το δασκαλίστικο ύφος των στελεχών-εκπαιδευτών που τους φτύνουν στη μούρη
την περιφρόνηση για την ασχετοσύνη τους.
Γι’ αυτόν, κάθε ταξίδι κρύβει μια υπόσχεση κι ένα κέρδος. Του αρέσει να σκέφτεται ότι παραδίνεται στην τύχη και τα τερτίπια της, ότι παρασέρνεται από μια ακολουθία γεγονότων που άλλα προκαλεί ο ίδιος κι άλλα απλώς συμβαίνουν ερήμην του. Όπως λέει συχνά, αφήνεται να τον οδηγούν οι καλόγνωμοι αέρηδες και να του δείχνουν πού να ρεμετζάρει και πού να ορτσάρει με ακρίβεια μεταφυσικής πυξίδας.
Του αρέσει να μιλάει και να σκέφτεται με μεταφορές, να γλιστράει τη σκέψη του στα ανέγνωρα μονοπάτια της παραβολής και στους δαιδαλώδεις διαδρόμους της πολύχωρης αλληγορίας. Το βρίσκει ταιριαστό για την ηλικία του και την κοπιαστική πορεία που έκανε η σκέψη του, ύστερα από τόσες και τόσες πεζοπορίες στις ερήμους της γνώσης, όταν κάτω από τον παντογνώστη
ήλιο της αυθεντίας τού κάθε δασκάλου του, που του έκαιγε τα μάτια, έτρεχε ποτάμι ο ιδρώτας και η παγωμάρα της απορίας και της άγνοιας ξύλιαζε την πλάτη του μέχρι τα ριζά των γλουτών.
Στο πανεπιστήμιο δεν μπόρεσε να πάει, αλλά καλλιεργήθηκε μόνος του, αγοράζοντας βιβλία με δόσεις και παρακολουθώντας επιμορφωτικές εκπομπές στην τηλεόραση. Κατάφερε έτσι να έχει λέγειν, βασικό ατού για τη δουλειά του και, όταν έχει κέφια, να σκαρώνει πετυχημένα ποιηματάκια με ρίμα που ξαφνιάζει. Και σ’ εκείνη άρεσαν οι κουβέντες του· μιλούσαν με τις ώρες πριν απολαύσουν τον έρωτα.
Τι να σου κάνουν τα ίδια και τα ίδια σαρακοφαγωμένα λόγια, οι κινήσεις που η συνήθεια τις ξεπατικώνει αυτόματα. Σάμπως κι ο έρωτας δεν γίνεται πάντα με τον ίδιο τρόπο; Και να μοιάζει διαφορετικός στην αρχή, τα κορμιά ξέρουν και καλουπώνονται στις στάσεις και τα σχήματα που τους είναι πιο βολικά, πιο κοντά στην έξαψη και το σπασμό. Δεν το ’χει δει και με τις άλλες;
Δεν το ζει δέκα χρόνια με τη γυναίκα του; Η γλώσσα πριν γλείψει την αλατισμένη σάρκα, προτού θηλυκώσει τα νεύρα στα μέλη που στενάζουν και χαίνουν την καυλωμένη τους προσμονή, πρέπει πρώτα να βουτήξει στην ψυχή, να ξεριζώσει το προβλέψιμο και να παλουκώσει βαθιά μέσα της το αλλιώτικο. Μόνο τότε ο έρωτας αξίζει τ’ όνομά του, τις θυσίες, ακόμη και τις τύψεις.
Ένας «Φίλιππος» τον οδήγησε τότε σ’ εκείνη. Όταν την γνώρισε, δεν ήξερε αν θα ήθελε να κάτσει μαζί της για όλη τη βραδιά ή αν προτιμούσε ένα καλό δίωρο σ’ ένα από τα ημιδιαμονής της παραλίας. Είχε κουραστεί το κορμί του που βούλιαζε ολημερίς στα άβολα καθίσματα του συνεδριακού κέντρου. Και περισσότερο πονούσαν τ’ αφτιά του με τη βαβούρα όλων αυτών που καμώνονταν τους έξυπνους και καλόπιαναν τους προϊστάμενους και τη διοίκηση. Εκείνη καθόταν παραδίπλα και είχε το ίδιο βαριεστημένο ύφος. Το πήρε για καλό σημάδι. Όταν βγήκαν για διάλειμμα, στάθηκε κοντά της
καπνίζοντας, τάχαμου αμέριμνος. Στην ηλικία του ήταν, καλοβαλμένη, ντυμένη όχι κραυγαλέα, όχι όπως κάτι τσουλάκια που πλεύριζαν όλο υποσχέσεις τούς πενηντάρηδες διευθυντάδες. Βέβαια του φαινόταν παράξενο που τα μετρούσε όλα αυτά σ’ εκείνη, αφού γι’ άλλον σκοπό την ήθελε. 
Κάνα δίωρο, είχε αποφασίσει τελικά, και μετά γραμμή για το δικό του ξενοδοχείο, αναφορά στην Βούλα για το πώς πήγε η μέρα του, μετά οι φωνές των παιδιών του που θα λέγανε τα νέα από το σχολείο και θα κατέληγαν, όπως πάντα, να τσακώνονται γύρω από το τηλέφωνο για το ποιο θα πάρει το ακριβότερο παιχνίδι.
Φτάνει να ήθελε κι εκείνη. Δεν θα του ήταν δύσκολο να καταλάβει τις προθέσεις της· πάντα τα έπιανε αυτά στον αέρα από τότε που ένιωσε τον εαυτό του άντρα. Είχε και συγκριτικό πλεονέκτημα, γιατί ήταν από τους πιο νέους στην αίθουσα και μακράν ο πιο όμορφος. Φαίνεται πως κι εκείνη τα
μέτρησε όλα αυτά, και δέχτηκε όταν της πρότεινε να φάνε μαζί.
Μετά το φαγητό, τις τυπικές κουβέντες και τις πρώτες ερωτήσεις, όπου και άνοιξε ο καθένας τα χαρτιά του, δεν έμεινε κάτι άλλο να κάνουν πέρα από το αρχικά ποθούμενο. Αλλά εκείνη δεν ήθελε να πάνε σε ξενοδοχείο. Είχε ακούσει πολλά για κρυφές κάμερες παρακολούθησης, σιχαινόταν τα σεντόνια τα ποτισμένα από τον ιδρώτα και το σπέρμα τόσων άγνωστων ανθρώπων, ένιωθε ότι είχαν κολλήσει πάνω στους τοίχους τους πρόστυχες σκέψεις και χειρονομίες της συναλλαγής. Προτιμούσε το σπίτι της, το μέρος που πάστρευε κάθε βδομάδα με τη χλωρίνη και το Άζαξ, τους καναπέδες της που ήξερε την κάθε γούβα τους και θυμόταν την ιστορία από κάθε αόρατο λεκέ.
Και τούτο το βράδυ θα άφηνε το παράσημό του στην ταπετσαρία, μια σταγόνα κρασί, λίγο χυμένο σπέρμα από το προφυλακτικό που θα ξερίζωνε εκείνος βίαια στο τέλος. Ήξερε ότι όσο πιο πολύ αργούσε να μπει μέσα της κανείς, όσο παίδευε το κορμί της και το δικό του μυρμηγκιάζοντας την
ξεγυμνωμένη σάρκα, τόσο πιο γρήγορα έτρεχε για το ντους για να γδάρει από πάνω του τα σημάδια της και να εξαγνιστεί στους ατμούς του νερού, μόλις η ανομία έφτανε στο τέλος της. Κι αυτό συνέβαινε και με τους ελεύθερους και με τους παντρεμένους. Ήταν καλή στον έρωτα κι όταν η φαντασία τους έβρισκε το ταίρι της στη δική της επιθυμία, εκείνοι τρόμαζαν, την κοιτούσαν παράξενα και μια-δυο φορές τής αφήσανε λεφτά στο κομοδίνο από τη δική της μεριά, και τους κατάπιε η νύχτα και μια απόλυτα εύγλωττη απουσία.
Την άκουγε αποσβολωμένος να τα λέει όλα αυτά με βλέμμα γαληνεμένο. Του απολογήθηκε ότι ήταν πιο ανοιχτή μαζί του, γιατί δεν ήθελε άλλα φιλοδωρήματα — δεν άντεχε τις πλάτες τους που όρθωναν εκείνο
το τείχος ανάμεσά τους, λίγα λεπτά αφότου είχαν κυλιστεί στα φρεσκοσιδερωμένα σεντόνια της. Εκείνη τη βραδιά, του είπε, ζητούσε πιο πολύ μια αγκαλιά, μια κουβέντα κι έναν έρωτα πιο ήμερο που δεν θ’ άφηνε
μετά σακατεμένη την ψυχή της.
Κι αυτός ήξερε τι ήθελε. Μάλλον το ένιωθε στη ρίζα του βουβώνα του, αλλά πολεμούσε να μην φτάσει μέχρι τα μάτια του και τον προδώσει. Τον έρωτα που εκείνη του είχε αρνηθεί, αυτόν είχε φανταστεί. Συνηθισμένος τόσα χρόνια στα χλιαρά σεντόνια της Βούλας, ζητούσε να τρίψει το κορμί με
βία πάνω της, και στο τελείωμα να της πετάξει κατάμουτρα τον ξοδεμένο σπόρο του χωρίς υποχρεώσεις, δάνεια, συγγενολόια. Δεν άντεχε να δώσει πιο πολύ απ’ αυτό. Και τι να δώσει σε μια γυναίκα που τόσο εύκολα τον έμπαζε στο σπίτι της, κι ας υποκρινόταν ότι είχε αλλεργία στα κωλοξενοδοχεία και τις πόρνες…
Είχε αποφασίσει να μείνει μαζί της για λίγο, είχε σχεδιάσει αλλιώς τη βραδιά. Ξάφνου θέλησε να φανεί μεγαλόψυχος και να της κάνει το χατίρι. Πήρανε ένα ταξί και πήγανε στο σπίτι της. Μαλάκωσε πιο πολύ σαν είδε το χώρο της και του άρεσε, ήπιανε κάμποσα ποτά και μιλήσανε για την εταιρεία, για τα κοινά τους προβλήματα, για τα σπασίματα που τους έκαναν με τα εργασιακά τους δικαιώματα, και καταλήξανε ότι παντού, είτε στη δική του πόλη που ήταν επαρχιακή είτε στην πρωτεύουσα που ζούσε εκείνη, η μούρη της εργοδοσίας ήταν το ίδιο γουρουνίσια. Άρχισε να νιώθει άβολα που
μιλούσε σαν ίσος με μια γυναίκα. Είχε συνηθίσει με την Βούλα που τον είχε περί πολλού όταν της αφηγούνταν τα νέα της ημέρας, κι εκείνη κρυφοκαμάρωνε για τον άντρα της που με την εξυπνάδα και την καπατσοσύνη του τα έφερνε βόλτα με πελάτες κι αφεντικά. Στο κρεβάτι, όμως, της ξαναθύμισε τον γυναικείο ρόλο της, σαν πήρε η ίδια η φύση το πάνω χέρι.
Είχε χρόνια να ξεγελάσει τη γυναίκα του. Μόνο στις δύο εγκυμοσύνες της ψιλοβολεύτηκε για κάτι μήνες με μια πεταχτή υπάλληλο μιας συνεργαζόμενης εταιρείας. Βόλεψε και τη συνείδησή του με τις ορμές που έπρεπε να βρούνε διέξοδο, γνώρισε τελικά την πεταχτή σ’ έναν φίλο του απ’ το στρατό που την αρραβωνιάστηκε δόξη και τιμή, κι έτσι έκλεισε τους παλιούς λογαριασμούς.
Μετά τα δέκα χρόνια γάμου παίρνεις μόνιμη αμνηστία, σκέφτεται μ’ ένα αδιόρατο χαμόγελο που βλέπει να καθρεφτίζεται στα χνοτισμένα τζάμια. Εξάλλου, αν μετρήσει τις φορές που βρεθήκανε μ’ εκείνη, θα είναι λιγότερες από το ξαλάφρωμα με την πεταχτή. Την προηγούμενη χρονιά, η εταιρεία αναδιοργανωνόταν, και είχε κάνει το ανεβοκατέβασμα στην Αθήνα ψωμοτύρι, αλλά πάντα δεν βόλευε να ξεμοναχιαστούν στο τριάρι της και να κουβαριαστούν στους άσπρους καναπέδες της για να καταλήξουν μπλεγμένοι σαν πλεξούδα στο υπέρδιπλο κρεβάτι της.
Το τυπικό το έμαθε απ’ έξω, αλλά όσο κράτησε του άρεσε, ίσως γιατί δεν πρόλαβε να ξεθωριάσει η πατίνα του. Πρώτα πίνανε το κρασάκι τους στον καναπέ, μιλούσαν για τα προβλήματά τους στην εταιρεία, κουβεντιάζανε για την πολιτική και τις ανθρώπινες σχέσεις· κάποιες φορές της έλεγε τα παράπονά του από τη γυναίκα και τα παιδιά, όσα δεν μπορούσε να της πει απ’ το τηλέφωνο από φόβο μην κρυφακούσει κάνας συνάδελφος. Μαζί της λυνόταν ο κόμπος που τον βασάνιζε, εκείνο το φρένο που μετρίαζε τους θυμούς και τις αντιρρήσεις του στο σπίτι και στη δουλειά ένιωθε τον αέρα και τα λόγια του να κυκλοφορούν ελεύθερα μέσα του. Μετά την έγδυνε, ξεφλούδιζε τα ρούχα της για ν’ αποκαλύψει τα δαντελωτά εσώρουχα που του άναβαν τα αίματα. Όσο περνούσε ο καιρός, εκείνη γινόταν πιο τολμηρή, του έκανε χατίρια που μόλις προλάβαινε να της ψιθυρίσει στ αφτί, μοιραζόταν μαζί του μ’ εμπιστοσύνη την ψίχα της ψυχής, αξεχώριστα από το σκοτεινό πηγάδι της επιθυμίας της.
Μόλις είδε το πρόβλημα που θα έβαζε πάνω στην καμπούρα του, έκοψε τις πολλές κουβέντες. Θυσίασε με πόνο ψυχής το τυπικό τους, αφού έκρινε ότι, κόβοντας τον αέρα στα πανιά, θα είχε πιο πολύ του χεριού
του το τιμόνι. Την λυπήθηκε και εκείνη που την έβλεπε να γαντζώνεται απ’ το στόμα του, που την ένιωθε να τον φιλάει σαν να της έδινε την ανάσα της ζωής. Εκείνες τις φορές κάνανε λυσσασμένα έρωτα, κόντευαν να ξεκολλήσουν τα μέλη τους, δάγκωνε ο ένας τη σάρκα του άλλου και δεν σταματούσαν μέχρι να φανεί στη φλούδα του δέρματος το μπλάβο αίμα.
Σιγά σιγά περιόρισε τα τηλεφωνήματα και τις εξομολογήσεις, έντυσε τη φωνή του μ’ ένα λούστρο φτηνό και ξεθωριασμένο, ξέχασε μέχρι και να της ευχηθεί για τη γιορτή της. Ήταν σίγουρος πια ότι εκείνη έπιασε το νόημα γερά απ’ τα μαλλιά, και αφέθηκε ν’ απολαμβάνει το καλύτερο σεξ της ζωής του.
Μια έρρινη φωνή αναγγέλλει το σταθμό της Λαμίας. Ο διπλανός του έχει βολευτεί στ’ απέναντι καθίσματα που άδειασαν από την Λάρισα. Έχει ανεβάσει το μεσαίο μπράτσο και, επιτέλους, κάθεται με την αγαλλίαση του πασά στον οντά του. Τη θέση των οδαλίσκων έχουν πάρει εύχυμες εικοσάρες σε άκρως αποκαλυπτικές πόζες στις ιλουστρασιόν σελίδες του μηνιαίου ανδρικού περιοδικού που σαλιώνει με βουλιμία.
Αυτές οι τολμηρές γκόμενες μία δεν πιάνουν μπροστά στην πηγαία αισθαντικότητα εκείνης. Ακόμη κι όταν έφτασαν να κάνουν μόνο βουβό έρωτα, ένιωθε να μην την χορταίνει. Γνωρίζοντάς την από τόσο κοντά,
δεν θα την αποκαλούσε χυδαία, αλλά αυθεντική γυναίκα, με βαθιά επίγνωση της σεξουαλικότητάς της. Γι’ αυτό έπεσε απ’ τα σύννεφα όταν κάποιο βράδυ εκείνη του πρότεινε να πάνε σ’ ένα ανυπόληπτο ξενοδοχείο, χωμένο σε μια πάροδο δίπλα στο λιμάνι. Είχε καλοβολευτεί με το διαμερισματάκι της, με το φαγητό που ετοίμαζε πάντα με τόση προσοχή και φροντίδα. Ήταν καλύτερη μαγείρισσα από την Βούλα, αλλά δεν τόλμησε να της το πει ποτέ – ήταν εκείνη η καταραμένη ρότα που είχε βαλθεί ν’ ακολουθήσει κόντρα στους μαργιόλικους αέρηδες εκείνης. Συμφώνησε με κατεβασμένα μούτρα. Πήραν κλειδί από έναν χλεμπονιάρη εξηντάρη που έξυνε με μανία τη μύτη του την ώρα που μπήκαν, κι ούτε που σταμάτησε ακόμα και στη θέα των εκλεκτών πελατών του ανέβηκαν τη σκάλα, διέσχισαν έναν διάδρομο με μπαλώματα ασβέστη πάνω στη μούχλα, κι έφτασαν σ’ ένα άθλιο δωμάτιο που σιχαινόσουν και ν’ ανασάνεις μέσα του.
Το κάνανε σχεδόν όρθιοι, με τα ρούχα, γιατί κανένας τους δεν άντεχε ν’ ακουμπήσει τα ποντίκι σκεπάσματα του σιδερένιου κρεβατιού. Αφού τον άφησε ξέπνοο σε μια ετοιμόρροπη ψάθινη καρέκλα, εκείνη έβαλε το χέρι της στη μέσα τσέπη του σακακιού, τράβηξε το πορτοφόλι του και έβγαλε ένα
πενηντάρικο που επιδεικτικά έχωσε μέσα στον κόρφο της. Ύστερα άνοιξε την πόρτα και βγήκε, με μόνο απόηχο της παρουσίας της το νευρικό χτύπημα των τακουνιών της στην τριζάτη σκάλα.
Μ’ ένα τράνταγμα όμοιο με αυτό του ξεκινήματος, το τρένο σταματά στην αποβάθρα του Σταθμού Λαρίσης. Αφήνει τους άλλους επιβάτες να προχωρήσουν και περιεργάζεται με την ησυχία του το μουντό αθηναϊκό πρωινό. Σκέφτεται ότι είναι, τελικά, καλύτερα που δεν θα την δει στο σεμινάριο. Είναι σίγουρος ότι θα ένιωθε άβολα μετά την τελευταία φορά. Πριν από μερικές μέρες έμαθε από μια φίλη της ότι μπήκε στο Δημόσιο. Έκανε τα χαρτιά της και την διόρισαν σ’ ένα υπουργείο. «Ένας ακόμη που προτιμάει τη σιγουριά του», σιγομουρμουρίζει όσο στρώνει το ταλαιπωρημένο κοστούμι του, τη φόρμα εργασίας της απαιτητικής και άκρως ανασφαλούς δουλειάς του. Αυτήν τη φορά δεν θα περάσει εύκολα ο χρόνος της εκπαίδευσης. Εκτός κι αν συμπέσει μ’ εκείνη την κοκκινομάλλα που δουλεύει σε άλλη διεύθυνση, αλλά τον τελευταίο καιρό συνεργάζεται με το τμήμα του.

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

ΚΑΤΩ (2011)

ΑΝΝΑ

Κατεδαφίζονται τα καλοκαίρια στη σειρά
όσο παλιώνω

Νίκος-Αλέξης Αολάνογλου, «Ερείπιο απ’ τα ναρκωτικά»

ΑΛΛΑΖΩ θέση και κάθομαι στο πέτρινο πεζούλι. Στραγγίζω τη δροσιά από κάθε ριπή που σουβλίζει ευχάριστα παγωμένα τ’ αναμμένα μου κρέατα. Δεν ξέρω αν είναι η ζέστη που μ’ έχει φέρει στο τέρμα της ίδιας μου της
ύπαρξης. Ίσως να ’ναι η ζέστη. Τα είχα συμφωνήσει με τον εαυτό μου, την ώρα που έφερνα την τελευταία στροφή του κλειδιού μέσα στη μεταλλική μήτρα του αφήνοντας το πατρικό μου, να μην κάνω δεύτερες σκέψεις. Αλλά στο σημερινό καλοκαιρινό καμίνι εξαερώνονται συμφωνίες, επιθυμίες, το κορμί μου το ίδιο.
Το πλατάνι που έχει καταλάβει το μισό σχεδόν της αυλής της ταβέρνας κάνει τη δουλειά του: η μυστική ζωή των φύλλων, η ατέρμονη παραγωγή οξυγόνου πάνω απ’ το κεφάλι μου με φυλακίζει σ’ ένα δροσερό κουκούλι, αλλά εγώ πάω και στυλώνω τη ματιά μου στη μέση της πλατείας, που έχει παραδοθεί νομοτελειακά στην πυρά του μεσημεριού. Μαζοχιστικά ξεκολλάω το είναι μου από το πεζούλι και το απλώνω σαν την κατσιασμένη σταφίδα πάνω στο σχιστόλιθο που αχνίζει. Με το κορμί παραδομένο στη δροσιά και την ψυχή στο αποκάρωμα, κάνω μια τελευταία αποτίμηση της κατάστασης- τα λεφτά μου, αυτά τα έτοιμα που μηρυκάζω εδώ κι ένα χρόνο, σώνονται σε δυο τρεις μήνες. Αν καθόμουν στ’ αυγά μου, θα είχα
περιθώριο άλλους δυο. Αλλά είπαμε: την πήρα την απόφαση και είναι πλέον αργά να κάνω πίσω. Το χειμώνα προβλέπεται να φυτοζωώ με τα εκατόν πενήντα ευρώ που θα μου αφήνουν κάθε μήνα πάνω στην τηλεόραση οι
δικοί μου και θ’ ακούω και για κανένα εξάμηνο την γκρίνια τους, γιατί χάλασα τις οικονομίες μου στις διακοπές, αντί να βολευτώ στο ημιυπόγειο εξοχικό της Χαλκιδικής. Η κατάστασή μου βέβαια δεν θα μου επιτρέψει να τους
απαντήσω ότι επιτέλους, ύστερα από δεκαπέντε καλοκαίρια, ξεπλύθηκε από τη μύτη μου η μυρωδιά της μούχλας που ’χει κατασκηνώσει στους τοίχους, στα πατώματα και στα έπιπλα του «εξοχικού»· τα βρακιά μου, τα ρούχα μου δεν έχουν αυτή τη γλίτσα που πιάνουν μόλις πατήσω το ποδάρι μου στο μισοθαμμένο δυάρι. Ωστόσο θα επιλέξω να το βουλώσω, γιατί οι χορηγοί μου φυσικά δεν θα με καταλάβουν και το χειρότερο είναι ότι θα μου μείνουν τα μούτρα και η μουρμούρα τους.
Η Αντιγόνη με τη φλυαρία της με σώζει από τον απολογισμό της μιζέριας και μου υπενθυμίζει, χωρίς να το παίρνει χαμπάρι, ότι πρέπει να μάθω να ζω και να εκτιμώ το τώρα, αυτό το ακριβοπληρωμένο τώρα που σε λίγο καιρό θα έχει γίνει ένα σχεδόν εξωτικό παρελθόν. Ξεφυλλίζει και παράλληλα σχολιάζει έναν ταξιδιωτικό οδηγό προσπαθώντας να βρει μέσα στις σελίδες του τη μεγάλη ευκαιρία: το σκηνικό όπου θα παιχτεί η πρώτη πράξη του επόμενου —και πιθανόν ανέκδοτου, όπως και τα προηγούμενα- μυθιστορήματος της. 
Η Αντιγόνη δηλώνει πρώτα συγγραφέας και μετά δημόσιος υπάλληλος. Θα ’θελα κάποια μέρα να της πω ότι, για όλη την υστεροφημία του κόσμου, εγώ θα προτιμούσα ν’ αποκτήσω τη δεύτερη ιδιότητά της κόβοντας μέχρι και το δεξί μου χέρι, αυτί, πόδι — ό,τι να ’ναι. Αλλά από τη μια ο καταραμένος ΑΣΕΠ και οι προσλήψεις με το σταγονόμετρο, από την άλλη οι βρικόλακες των φροντιστηρίων, που πουλάνε ακριβά στους αδαείς μαθητές τις γνώσεις μας και τις αγοράζουν φθηνά με λειψά, στην καλύτερη περίπτωση, ένσημα και μισθούς πείνας, μ’ έχουν φέρει στην απελπιστική κατάσταση να μένω μόνιμα στην απέξω γιατί αντιδρώ στην εκμετάλλευση, κι έτσι είμαι άνεργη το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου. Οι δε φιλάνθρωπες κυρίες του ιδρύματος, που επί ενάμιση χρόνο με ξεζούμισαν σε μια κακοπληρωμένη «θέση ευθύνης» και μετά με πέταξαν -με «έπαψαν», όπως είπε και ο θυμόσοφος επιστάτης— με την εξίσου φιλάνθρωπη βοήθεια του ανεκδιήγητου αντιδήμαρχου, θα συνεχίσουν να φωτογραφίζονται στα life style περιοδικά και να ακκίζονται για το πλούσιο έργο που προσφέρουν, το ίδιο γενναιόδωρα με το γουρουνίσιο τους πρόσωπο, απέναντι σε κάτι ταλαίπωρους εργαζομένους σαν εμένα. Έπειτα από τόσες διαψεύσεις, κι όσο ρεαλιστικό και πεζό ν’ ακούγεται αυτό, για ένα σίγουρο μισθό σήμερα θα χάριζα μια οποιαδήποτε θέση στις μελλοντικές ιστορίες της λογοτεχνίας. Αν της το πω έτσι, φάτσα φόρα, της Αντιγόνης, πιθανόν να με κοιτάξει επιτιμητικά, ίσως να με χαρακτηρίσει υλίστρια και ισοπεδωμένη — εγώ μια φιλόλογος, ένας υποτίθεται άνθρωπος του πνεύματος-, αλλά λίγο πιο μετά νομίζω ότι θα με καταλάβει. Θα καταλάβει ότι η άδεια κοιλιά και τα ακυρωμένα όνειρα είναι αυτά που ορίζουν το βίο και τις επιλογές μας. Όπως μάλλον καταλαβαίνει ότι ο ξενώνας είναι η μόνη πολυτέλεια που θα μπορούσα να επιτρέψω στον εαυτό μου. Ενενήντα ευρώ τη βραδιά, τα μισά, δηλαδή σαράντα πέντε, είναι ένα έξοδο που δεν θα ’πρεπε κανονικά να το αποτολμήσω υπό τις παρούσες συνθήκες. Άρα κομμένα τα μπαράκια και τα γκουρμέ εστιατόρια πάνω στον ντόκο. Ευτυχώς η συγκεκριμένη ταβέρνα βολεύει και τις δυο μας: χωράει στη φαντασία της Αντιγόνης για την καταλληλότητά της ως χώρος δράσης των αλλοπαρμένων ηρώων της και στη δική μου τσέπη για τα φθηνά της μεζεδάκια, αν ισχύει ακόμη ο πλαστικός τιμοκατάλογος που βρήκαμε πάνω στο τραπέζι.
Έχουμε φτάσει εδώ και μισή ώρα. Καθίσαμε στη γωνία, στο πιο σκιερό σημείο της αυλής, αλλά μέσα από το σκοτεινό εσωτερικό του μαγαζιού δεν μπορέσαμε να διακρίνουμε τίποτε περισσότερο από ένα ζευγάρι οριζοντιωμένα ανδρικά πόδια με σκασμένες φτέρνες, που φαίνεται ν’ ανήκουν στον κοιμισμένο ιδιοκτήτη του μαγαζιού. Από τη μια δεν θέλουμε να φύγουμε άπρακτες μέσα στη ζέστη, από την άλλη η καθεμιά μας έχει καλοβολευτεί στο δικό της μικρόκοσμο και δεν το κουνάει ρούπι. Ελπίζουμε ότι με τη φασαρία απ’ τις φωνές μας θα ξυπνήσει το αφεντικό και θα φάμε, έστω και αργά το απόγευμα, κάτι πρόχειρο. Τελικά κάποια στιγμή η πόρτα κλείνει χωρίς να το
πάρουμε μυρωδιά. Μόλις ξανανοίγει, τα πόδια έχουν εξαφανιστεί και μια γυναίκα κοντά στα εξήντα μάς πλησιάζει μ’ ένα ντροπαλό χαμόγελο, για να πάρει παραγγελία.
Η Στέλλα -μας λέει τ’ όνομά της χωρίς να τη ρωτήσουμε κι ύστερα μας ζητάει συγγνώμη για την καθυστέρηση στην εξυπηρέτηση χωρίς πολλές δικαιολογίες- κάθεται απέναντί μας στο τραπέζι και μας κοιτάζει με
μια αρμαθιά ερωτηματικά να μουλιάζουν μέσα στο στόμα της. Το μόνο που τολμάει να ρωτήσει είναι πώς βρεθήκαμε δύο μόνες γυναίκες καταμεσήμερο σ’ αυτό το κοιμισμένο και αποδεκατισμένο απ’ τους κατοίκους του
χωριό. Της εξηγούμε ότι φτάσαμε ως εδώ ακολουθώντας τη συμβουλή της ιδιοκτήτριας του ξενώνα και τότε το βλέμμα της μου φαίνεται πιο έκπληκτο. Υποθέτω ότι της κάνει εντύπωση που μένουμε στη «Διώνη», μια που δεν μοιάζουμε -μάλλον να μιλήσω για τον εαυτό μου, γιατί η Αντιγόνη ανήκει σ’ άλλη συνομοταξία-, δεν μοιάζω λοιπόν με τους καλοβαλμένους τουρίστες που
ξεκαλοκαιριάζουν τη μισή μέρα πάνω στη θράκα της παραλίας και την άλλη μισή στους ξύλινους καναπέδες του παλιού αρχοντικού, ποτίζοντας τα λαρύγγια τους με σπιτική λεμονάδα και πειραγμένα κοκτέιλ.
Εμείς φαινόμαστε —από το παλιό αυτοκίνητο της Αντιγόνης και τα δικά μου εξίσου παλιά κι εκτός μόδας ρούχα- για άνθρωποι που μετράμε τα κέρματα στο πορτοφόλι μας. Ίσως πάλι η Αντιγόνη, με τα φιρμάτα γυαλιά της και τα διακριτικά επώνυμα ρούχα της (ακουμπάει ένα σεβαστό ποσό κάθε τόσο για να κάνει ρεκτιφιέ στην εικόνα της) να ξεφεύγει λιγάκι και να κολλάει πιο πολύ με τις κοπελίτσες του ξενώνα, που ξεσηκώνουν κάθε πρωί τον κόσμο με τις φωνές τους φλυαρώντας για τα ταξίδια που έχουν κάνει στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Αλλά εγώ κάνω μπαμ από μακριά ότι καμία σχέση δεν έχω μ’ όλον αυτό τον χορτασμένο κόσμο.
Το μόνο που πιθανόν ενώνει τους ενοίκους του αρχοντικού είναι η επιθυμία όλων όσοι επέλεξαν τα ορεινά του νησιού να ανακαλύψουν αυθεντικά μέρη και απόμερες παραλίες. Βέβαια οι πρωτευουσιάνοι τουρίστες, που
θεωρούν μπανάλ καθετί νεοπλουτίστικο και κραυγαλέο και κυνηγούν μετά μανίας κάτι ανυπόληπτα και ταπεινά ταβερνάκια, σίγουρα θα έχουν παχυλούς λογαριασμούς στις τράπεζες και ακριβά διαμερίσματα στο Κέντρο ή στα Βόρεια προάστια. Αντίθετα για μένα όλα αυτά, άγνωστα χωριουδάκια στο μέσο του πουθενά και έρημες αμμουδιές, σημαίνουν φθηνές ή τζάμπα διακοπές,
αφού ο δικός μου τραπεζικός λογαριασμός βρίσκεται στα πρόθυρα της ασιτίας και το πατρικό σπίτι που με φιλοξενεί ακόμη είναι χωμένο σ’ ένα μικροαστικό στενό, στις παρυφές του κέντρου της Θεσσαλονίκης.
Η ταβερνιάρισσα μας ξεκαθαρίζει ότι τις καθημερινές ετοιμάζει μόνο δύο φαγητά, γιατί πιο πολύ δουλεύει το βράδυ με παραγγελίες και παρέες που της κλείνουν όλο το μαγαζί. Μην έχοντας εναλλακτική, παραγγέλνουμε και τα δυο πιάτα και βυθιζόμαστε ξανά, η Αντιγόνη στα διαβάσματά της κι εγώ στους λογαριασμούς μου για το πόσα αναμένεται να ξοδέψω στο νησί και πόσο καιρό θα με βγάλει το υπόλοιπο των οικονομιών μου.

 

ΔΙΩΝΗ

– Γινόσαστε μελαγχολική, Μαργαρίτα.
Μα είναι τόσο ωραία-
ο ήλιος, η θάλασσα- ένα παντοτινό καλοκαίρι…

Γιώργος Σεφέρης, «Στα περίχωρα της Κερυνειας»

ΟΛΟΙ ΜΑΣ στον ξενώνα έχουμε αποκτήσει μια βολική, καθημερινή ρουτίνα. Έπειτα από τόση απραξία, μου κάνει καλό να έχω ένα σαφές ωρολόγιο πρόγραμμα. Με την Αντιγόνη σηκωνόμαστε νωρίς και παίρνουμε το πρωινό
μας στη σάλα του φαγητού. Οι άλλοι προτιμούν τα τραπεζάκια της αυλής, αλλά εμένα μου αρέσει αυτό το σκιερό δωμάτιο που βλέπει στον πίσω κήπο. Άσε που έξω έχει μια διαολεμένη φασαρία από τις φωνές τους.
Κανένα πεντάλεπτο αργότερα από μας κάνει την εμφάνισή του ο Παπούτσιας, όπως τον φωνάζει η Αντιγόνη, με την γκόμενά του. Εκείνη τρέχει στον μπουφέ να ετοιμάσει του πασάκα ένα χορταστικό πιάτο που μόνο εμένα δεν έχει πάνω του. Από πίσω ουρά ο «άντρας» με το γλειμμένο
μαλλί και την άνεση του επιχειρηματία που έχει αραγμένη έξω την «Μπέμπα» του και μέσα το υπάκουο γυναικάκι που πολλά κάνει και λίγα λέει. Αυτοί πιάνουν στασίδι στο γωνιακό τραπέζι του κήπου που δεν το βλέπει ο ήλιος το
πρωί και ο Παπούτσιας αρχίζει τα τηλεφωνήματά του, που κρατάνε σχεδόν δύο ώρες. Αυτός πρέπει να ’χει καμιά βιοτεχνία υποδημάτων, γιατί όλο κανονίζει αποστολές απ’ άκρη σ’ άκρη στην Ελλάδα και μιλάει για φορτωτικές και CMR. Αν δεν ήταν Αθηναίος, μπορεί να ’μπαινα στον πειρασμό να του ζητήσω καμιά δουλειά. Βέβαια αυτό είναι καθαρά υποθετικό και μάλιστα του δευτέρου είδους, του μη πραγματικού, γιατί θα ’πρεπε πρώτα απ’ όλα να ρίξω
τα μούτρα μου -πράγμα σχεδόν αδύνατο — και μετά να παρακάμψω την γκόμενα που κάθεται Κέρβερος δίπλα του και επαγγέλλεται επισήμως «συνοδηγός BMW».
Στα δέκα λεπτά κάνουν την εμφάνισή τους τα δυο ζευγάρια των «πετυχημένων, ψαγμένων και αισθαντικών Αθηναίων». Οι άντρες έχουν πατημένα τα σαράντα, οι γυναίκες είναι τριανταφεύγα. Αυτοί κάθονται στο μοναστηριακό τραπέζι, τραβάνε τις κουρτίνες που κρέμονται απ’ το λιακωτό, μπας και προστατευθούν από τον πρώτο καυτό ήλιο, κι αρχίζουν την κουβέντα για διακοπές, παραλίες και «αυθεντικά ταβερνάκια». Για να καλύψουν τις παραγγελίες του Παπούτσια, ουρλιάζουν σχεδόν ο ένας στα μούτρα του άλλου, ενώ παράλληλα κάνουν και το κομμάτι τους στον νεόπλουτο βιοτέχνη, που διαθέτει και το πιο ακριβό αυτοκίνητο του ξενώνα.
Τελευταία κατεβαίνει η οικογένεια: ο πενηντάρης μπαμπάς με τη στρουμπουλή μαμά κοντά στα σαράντα και το κακομαθημένο κοριτσάκι, ετών τεσσάρων, αλλά με πείσμα και φωνή δεκαπεντάχρονου. Όπως όπως κι αυτοί βολεύονται στον κήπο και για αρκετή ώρα το εσωτερικό του ισογείου του ξενώνα μένει σιωπηλό και προστατευτικό. Η Αντιγόνη μόλις αποφάει, τραβάει σ’ έναν καναπέ κι αρχίζει τη μελέτη λευκωμάτων που αφορούν το νησί. Εγώ πάλι φέρνω βόλτες το βλέμμα μου στους πίνακες του σαλονιού ή παρατηρώ τα ακριδοειδή που σκαρφαλώνουν πάνω στις σήτες των παραθύρων.
Ο ξενώνας αδειάζει οριστικά απ’ όλους μας κατά τις έντεκα. Εγώ με την Αντιγόνη είμαστε και οι μόνες που επιστρέφουμε το μεσημεράκι από τις παραλίες για να κάνουμε ένα μπάνιο, πριν πάμε στης Στέλλας για φαγητό. Οι υπόλοιποι γυρίζουν κατά κύματα, όσο περνούν οι μέρες και πιο καρβουνιασμένοι, μετά τις εφτά το απόγευμα κι εμφανίζονται ξανά στον κήπο γύρω στις εννιά, για να εξαφανιστούν οριστικά έπειτα από καμιά ώρα. Η οικογένεια ανεβαίνει στο δωμάτιό της για να κοιμίσει το παιδί με τη συνοδεία της τηλεόρασης και τα ζευγαράκια κατεβαίνουν στα παράλια για να κάνουν νυχτερινή ζωή.
Η ταβέρνα της Στέλλας είναι αναπόσπαστο κομμάτι της σύντομης καθημερινότητάς μας στο νησί. Από την προηγουμένη η Αντιγόνη κάνει συμφωνία για το φαγητό της επόμενης μέρας κι ύστερα πέφτει με τα μούτρα
στο ημερήσιο πιάτο χωρίς πολλές κουβέντες. Νομίζω ότι έχει παραιτηθεί απ’ την προσπάθειά της να μάθει τις λεπτομέρειες του βίου της Στέλλας. Ίσως πάλι να την πειράζει η ξαφνική φιλία μου με μια γυναίκα τόσο μεγαλύτερη από μας. Δεν μου έχει πει κάτι, ούτε μια τόση δα σπόντα, καταλαβαίνω όμως ότι μόλις πατάμε το πόδι μας στην ταβέρνα γίνεται πιο απόμακρη, λες και
νιώθει παρείσακτη. Η Στέλλα είναι το ίδιο εξυπηρετική και με τις δυο μας, αλλά η Αντιγόνη πιάνει το βλέμμα της όπως το ακουμπάει τρυφερά πάνω μου.
Μόλις τελειώνουμε το φαγητό, λες κι έχουμε κάνει μυστική συμφωνία με την Αντιγόνη, εκείνη βρίσκει πάντα μια δικαιολογία για να επιστρέψει μόνη της στον ξενώνα -μια ξαφνική κόπωση μετά την πολύωρη έκθεση στον ήλιο, μια επίμονη ιδέα για το νέο βιβλίο που έχει στα σκαριά— κι εγώ φωλιάζω στη δροσιά του εσωτερικού της ταβέρνας βλέποντας τη Στέλλα να πηγαινοέρχεται στην κουζίνα όσο προετοιμάζει τα πιάτα για το βράδυ.
Έπειτα από πολλά παρακάλια μου επιτρέπει να καθαρίσω τις πατάτες ή να πλύνω τα πιάτα μας και φυσικά αρνείται να πληρώσω το λογαριασμό του μεσημεριανού φαγητού. Όταν αναχωρώ αργά το απόγευμα με το σαραβαλιασμένο «Ντάτσουν» του άντρα της, απορώ πώς τα καταφέρνει και βγαίνω πάντα κερδισμένη από την εκκαθάριση των μεταξύ μας οικονομικών εκκρεμοτήτων, φεύγοντας μ’ ένα μισογεμάτο πακέτο τσιγάρα, καμιά σακούλα σύκα ή κανένα βάζο γλυκό του κουταλιού, για να φιλέψω και τους υπόλοιπους νοικάρηδες του ξενώνα και να μη μένω μονίμως στο περιθώριο σαν τον ψωριάρη.
Τα βράδια μας με την Αντιγόνη τα περνάμε παρέα με δυο γατιά. Καθόμαστε στο τραπέζι που ’χει θέα στο οροπέδιο και κουβεντιάζουμε για τα γκομενικά μας, περισσότερο η Αντιγόνη για τα δικά της, με τη σοφία των
ανθρώπων που δεν σκοπεύουν να την ξαναπατήσουν, ενώ την ίδια ώρα ο Πικάσο βρίσκει καταφύγιο στην αγκαλιά μου και η Μουσίτσα παίζει με το πλαστικό λουλούδι της σαγιονάρας μου. Η άνεση της Αντιγόνης απέναντι μου επανέρχεται κι εγώ μοιράζομαι μαζί της τα κέρδη από την ημιαπασχόληση στην ταβέρνα (φρούτα ξηροκάρπια-χειροποίητα γλυκά). Έτσι όλοι μένουμε
ευχαριστημένοι και περισσότερο η τσέπη μου, που φαίνεται να ’χει πάρει μια ανάσα με το τζάμπα φαγητό και το πρόχειρο βραδινό που μου εξασφαλίζει η Στέλλα.
Η ιδιοκτήτρια, η Ειρήνη, έχει μια διακριτική παρουσία στον ξενώνα, η οποία γίνεται πιο εμφανής όταν οργανώνει τα δείπνα της προς τιμήν συγγραφέων και μουσικών που έχουν αγοράσει σπίτια στο παραδιπλανό μισοερειπωμένο χωριό, το Λυκόστομο. Την παρατηρώ μες στο μισοσκόταδο που τους υποδέχεται με πλατιά χαμόγελα κι ανοιχτές αγκαλιές. Πόσο διαφορετική μου φαίνεται μ’ όλους εμάς. Διατηρεί σε κάθε περίπτωση τους ευγενικούς της τρόπους, αλλά μπορώ εύκολα να ξεχωρίσω κάτω απ’
το σαθρό βελούδο τη μεταλλική λάμψη του σνομπισμού και της απόστασης που καλλιεργεί προς τους τυχάρπαστους, οι οποίοι νομίζουν ότι θ’ αγοράσουν κουλτούρα κι ευζωία με ενενήντα και εκατόν είκοσι ευρώ το βράδυ.
Τα πρωινά την ακούω που ξυπνάει με τα κοκόρια και πάει και κλείνεται στην κουζίνα, για να φτιάξει τα κέικ και τις τηγανίτες της. Μόλις τελειώσει με τις ετοιμασίες, κρύβεται πίσω από το καταχωνιασμένο γραφείο της υποδοχής βάζοντας μπροστά μια πενηντάρα αλλοδαπή, πιθανότατα Ουκρανή ή Γεωργιανή, η οποία ετοιμάζει τους καφέδες και στρώνει τα τραπέζια στη σάλα και στον κήπο. Δείχνει ξεκάθαρα ότι δεν θέλει πολλά νταραβέρια μ’ όλους εμάς, γι’ αυτό και η επικοινωνία μου μαζί της περιορίζεται σε μια ξερή καλημέρα ή καληνύχτα. Μπορεί να μην είμαι τόσο καλή στη μελέτη των ανθρώπινων χαρακτήρων σαν την Αντιγόνη, αλλά μερικές φορές νιώθω ότι αυτή η γυναίκα βγάζει ένα αδικαιολόγητο κόμπλεξ, ακόμη κι απέναντι σε μένα που δεν έχω δουλειά, γκόμενο και φράγκο στην
άκρη. Λες και φοβάται μην την εκμεταλλευθεί κάποιος, μήπως τυχόν τη δούνε σαν τη δούλα που τους κάνει τα θελήματα και τους εξυπηρετεί. Πιθανόν οριοθετεί από άμυνα. Πιθανόν. Ίσως να το συζητήσω με τη Στέλλα.
Οι μόνοι που μου φαίνονται αληθινά συμπαθείς είναι ένα ζευγάρι που μένει στο χαμηλό πέτρινο σπιτάκι, δίπλα από το αρχοντικό. Δεν ξέρω ποια είναι η ακριβής σχέση τους με την ιδιοκτήτρια του ξενώνα, αλλά συχνά βλέπω
τον άντρα να βοηθάει με το κτήμα και τον κήπο και τη γυναίκα του να χώνεται στην κουζίνα μαζί με την Ειρήνη. Αν κάτι ζηλεύω σ’ αυτό το κομψό περιβάλλον είναι η ηρεμία αυτών των δύο ανθρώπων, όταν αργά το βράδυ ανάβουν τα κεριά πάνω στο μεταλλικό τραπέζι τους, βάζουν σιντί
του Πιατσόλα και πιάνουν την κουβέντα προσέχοντας πάντα να μην ενοχλούν εμένα και την Αντιγόνη, τους μόνους νυχτερινούς επισκέπτες του κήπου.
Τον άντρα του ζευγαριού, τον Κώστα, τον συναντώ συχνά στον κήπο τα πρωινά. Κάθεται και χαζεύει ένα μυστήριο φυτό, το ποτίζει και το φροντίζει πιο πολύ κι απ’ τον ίδιο κι εκείνο του ανταποδίδει τη φροντίδα με κάτι
λουλούδια κόκκινα σαν το πηχτό αίμα, που φαίνεται να ’χουν μακρινή συγγένεια με τα γαρίφαλα. Καμιά φορά τον αγγαρεύω να με πετάξει μέχρι τη Στέλλα με τη μηχανή του, μια που του αρέσει να κάθεται κάτω απ’ τον ίσκιο
του πλάτανου και να καπνίζει σιωπηλά δίπλα μας. Με τη Στέλλα φαίνεται να έχουν αμοιβαία συμπάθεια, ίσως από τότε που και κείνη πήγαινε πιο συχνά μέχρι το ύψωμα όπου είναι χτισμένος ο ξενώνας, όπως μου εξομολογήθηκε κάποια στιγμή η ίδια. Μπροστά μου λένε μόνο τα τυπικά. Εκείνος κάνει το τσιγάρο του κι ύστερα μας αφήνει να τα πούμε και χάνεται μέσα στο σύννεφο της σκόνης του τραβώντας συνήθως κατά τη Χώρα.
Η γυναίκα του, η Ρωξάνη, είναι πιο ακριβοθώρητη. Ξυπνάει αφού έχουν φύγει οι περισσότεροι ενοικιαστές και φαίνεται να κινείται με άνεση, τόσο στο σπίτι όσο και στον κήπο, τις ώρες που είναι άδειος ο ξενώνας.
Μόνο όταν η Ειρήνη έχει κανένα από τα περίφημα δείπνα της βοηθάει με το κουβάλημα των σερβίτσιων και πηγαινοφέρνει τις πιατέλες στους καλεσμένους. Φαίνεται ότι η Ειρήνη ταΐζει καθημερινά εκτός από την ίδια
και την οικογένειά της και τον Κώστα με τη Ρωξάνη, και προς μεγάλη μου έκπληξη το κάνει αγόγγυστα.

ΝΟΥΒΕΛΑ

ΠΕΝΤΕ ΖΩΕΣ ΚΙ ΕΝΑ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ (2012)

Αρχή

ΟΛΑ ΞΕΚΙΝΗΣΑΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΑΓΚΗ ΜΟΥ ΓΙΑ ΨΥΧΙΚΗ ΑΠΟΣΥΜΠΙΕΣΗ. Με το όλα δεν εννοώ κάποια άκρως επαναστατική πράξη που θα ανέτρεπε εκ βάθρων την ανυπόφορη ανοησία, μέσα στην οποία ζούσαμε πολλοί από μας εκείνα τα χρόνια. Αναφέρομαι περισσότερο στο ιδιωτικό μου σύμπαν και σε πράγματα πρωτόφαντα για μένα, ειδικότερα δε σε κείνο το ξαφνικό λάκτισμα της ψυχής που πήγε παραπέρα τη σκέψη μου, άσχετα αν βούτηξε πρώτα το ποδάρι της μέχρι τη ρίζα του στο δυσώδες έλος της χθαμαλής πραγματικότητας. Ο Θα μπορούσα να παραβλέψω μια τόσο δυσάρεστη κατάσταση για μια ακόμη φορά. Θα μπορούσα να τα βάλω με την κακή μου μοίρα ή τις ακόμη χειρότερες επιλογές μου. Αλλά όχι πλέον. Είχα βαρεθεί τα ατέρμονα στερνοκοπήματα που μου άφηναν παράσημο όλο και κάποια αδιάγνωστη ψυχοσωματική ασθένεια. Από τούτα τα υπόγεια που με χώσανε σαν τον ποντικό, ήθελα να δαγκώσω την κραταιά αξιοπρέπειά τους και να μολύνω με την πανούκλα μου, όσο γινόταν πιο βαθιά, τα μαλακά μόρια της δικής τους ακριβής ψυχής, της μοσχαναθρεμμένης με επαίνους και πρωτεία. Ήθελα να βρω έναν τρόπο να ουρλιάξω μέχρι το οριακό τέντωμα των χορδών κι ας έμειναν μετά κατακερματισμένα τα κρεατένια ξέφτια αυτού του θαυμαστού εργαλείου της ανθρώπινης επικοινωνίας. Έψαχνα με κάτι να διαλύσω τα τύμπανα της λεπταίσθητης ακοής τους που δεν είχε αφτιά για τον Κάτω Κόσμο μου. Το σημαντικότερο, ήθελα αυτή η κραυγή να ακουστεί όσο γινόταν μακρύτερα, μέχρι εκεί που επικρατούσαν με τρόπο αναντίρρητο τόσο οι ίδιοι όσο και οι μεθοδεύσεις τους. Όμως, η δομή του κόσμου τους μου όρθωνε εμπόδια και ό,τι και να σχεδίαζα ήταν καταδικασμένο να επιστρέψει στον αποστολέα του άθικτο, όπως και οι συνειδήσεις τους. Αποφάσισα, λοιπόν, να στραφώ στη λογοτεχνία και να προσπαθήσω να καταγράψω την πραγματικότητά μου για να συρρικνώσω τις τερατώδεις διαστάσεις που είχε αρχίσει να λαμβάνει μέσα μου. Ωστόσο, η θεραπευτική δράση της γραφής σύντομα θα έριχνε θεμέλια βαθύτερα από την πρωταρχική ανάγκη μου να αυτοψυχαναλυθώ· αφού πρώτα ξεκαθάρισα στον εαυτό μου ότι δεν θα γινόμουν Βιζυηνός, Μητσάκης ή Φιλύρας, παρά μόνο ως προς τις επιδόσεις τους στο λόγο. Τον τύπο του τον ήξερα. Τον είχα ξανασυναντήσει και παλιότερα σε ελαφρώς διαφορετικές παραλλαγές. Αλλά πρώτη φορά φιγουράριζε τόσο ψηλά στην κλίμακα της κοινωνικής ματαιοδοξίας και της πολιτικής επιρροής. Επίσης, γνώριζα ότι σε κάθε μου μάχη μαζί του, έβγαινα πάντα χαμένη. Σε όλες, μα όλες τις εκδοχές του. Πρώτα σαρκώθηκε σε κείνον τον γοητευτικό Αντιπρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο μιας μικρομεσαίας Ανώνυμης Εταιρίας που έτρωγε κάτι κοριτσάκια σαν εμένα για πρωινό και, φυσικά, οποιαδήποτε άρνησή μου στις ορέξεις του θα με οδηγούσε εκεί που με οδήγησε: στον τρίτο και τελευταίο, χαμηλοτάβανο όροφο με τα φωτοτυπικά, τις κούτες με τα αναλώσιμα και το κουβούκλιο του τμήματος Εισαγωγών-Εξαγωγών, παρέα με τη γεροντοκόρη, που για ένα ολόκληρο χρόνο μ’ έβαλε να κάθομαι σε μια άβολη καρέκλα πίσω από τους σκονισμένους εκτυπωτές και σποραδικά να της βγάζω καμία φωτοτυπία, από φόβο μήπως μάθω τη δουλειά και της φάω τη θέση. Μάταια χτυπιόμουν ότι δεν ήθελα την αργομισθία, ότι σαν νέος άνθρωπος είχα ανάγκη να εκπαιδευτώ και να δοκιμάσω τον εαυτό μου και τις δυνάμεις μου στην πολυθρύλητη ελεύθερη αγορά. Έπρεπε να καταλάβω ότι εκείνο το βράδυ στο μπαρ -σε μια ακόμη χλιαρή συνάντηση σύσφιξης των σχέσεων των στελεχών της εταιρίας-, όταν ο εν λόγω μου ζητούσε να κάνω μια επιλογή, εννοούσε φυσικά να διαλέξω το δρόμο της ακόλαστης αρετής που οδηγούσε κατευθείαν στα σατέν (όπως ψιθύριζαν πολλοί και κυρίως πολλές) σεντόνια της κρεβατοκάμαράς του και παρεπόμενα, στον πρώτο όροφο της δράσης και του πρεστίζ του Οικονομικού Τμήματος. Ας πρόσεχα που επέλεξα τον ακανθώδη δρόμο της γεροντοκόρης με τα δερμάτινα παντελόνια και τα πέτσινα εσώρουχα. Στην ίδια δουλειά συνάντησα και τη δεύτερη εκδοχή του, λίγα χρόνια αργότερα. Αυτή τη φορά δεν είχε την κοψιά του λάτρη του σκι, δεν είχε το λαίμαργό του βλέμμα που χανόταν απροκάλυπτα σε όλα τα βάθη της γυναικείας σάρκας. Η ρηξικέλευθη αυτή εκδοχή φορούσε δυο γυάλινα, λουλακιά μάτια και αγαπούσε τα μοναχικά ταξίδια στα θέρετρα του σεξοτουρισμού. Με τακτοποιημένα τα παιδιά και ταϊσμένη κοινωνικά τη γυναίκα του –με μια θέση «συζύγου Γενικού Διευθυντού» κι έναν καλό μισθό στο σινιέ κεμέρι της-, μπορούσε να πετιέται πού και πού στην Ταϊλάνδη, για να ξεσκάει και να ξεδιψάει την κουρασμένη αστική ψυχή του με απολαύσεις πιο δυσεύρετες.
Στο πι και φι με ξήλωσε από το Οικονομικό –που έκανα αμάν για να μπω μετά τα καταναγκαστικά έργα στις «Εισαγωγές-Εξαγωγές», αξιοποιώντας το μαραζωμένο πτυχίο μου- και με πέταξε στη Γραμματεία να σηκώνω όλη μέρα τηλέφωνα και να τρέχω να κάνω καφέδες στην αφεντιά του και στους πελάτες. Αυτό ήταν το ευχαριστώ μετά από πέντε χρόνια επιτυχούς θητείας, πικρό αντίδωρο στις ελπίδες μου να γίνω σύντομα προϊσταμένη, στο υποκατάστημα της εταιρίας κοντά στο πατρικό μου. Δεν πρόλαβα να πάρω μυρωδιά το παραμάγαζο που έστησε με εικονικές χρηματοδοτήσεις και πλαστά αξιόγραφα, σε αγαστή συνεργασία μ’ έναν αετονύχη φίλο του, τραπεζίτη. Βέβαια, αν έπεφτε κάτι στην αντίληψή μου, δεν θα είχα κρατήσει σφαλιστό το στόμα μου για το άνθισμα της παρατράπεζας με την ευγενή χορηγία του επίσημου τραπεζικού χρηματοδότη, κι αυτό μάλλον φοβήθηκε κι εκείνος και με μετακίνησε στη νέα, ανυπόληπτη θέση μου παρέα με μια ξανθιά πρώην κομμώτρια, που ολημερίς μασούσε τσίχλα και χαζολογούσε με όλα τα αρσενικά που μπαινόβγαιναν στο κτίριο. Το ότι τους ανακάλυψαν κι έστω και αργά ένιωσα μια κάποια δικαίωση, είναι κι αυτό κάτι. Αλλά δεν ήμουν εγώ αυτή που τους ξεσκέπασε. Αυτό το έτοιμο φαγητό της εκδίκησης δεν με συγκινούσε ιδιαίτερα, γιατί δεν είχε γίνει με τα δικά μου χέρια. Μάλλον θα είχε βάλει το χεράκι του κανένας αδέκαστος ορκωτός λογιστής. Ούτε καν στη δίκη του θέλησα να πάω. Δεν μου έλεγε τίποτε πια η έξαλλη χαρά να δω την αιμάτινη ρωγμή του τρόμου να διαπερνά τα ματογυάλια του, συνθλίβοντάς τα σε δεκάδες κομμάτια απελπισίας. Η φαρμακερή εκδοχή του μου έπεσε, όμως, ακόμη πιο δύσπεπτη. Ίσως γιατί είχα ωριμάσει πια, ίσως γιατί είχα μπουχτίσει από το παραμύθι του καλού τέλους και της επιβράβευσης των φιλότιμων προσπαθειών. Εδώ τώρα, πρέπει να ρίξω κι ένα φταίξιμο στους γονείς μου. Με είχαν μεγαλώσει με το πρότυπο της καλής μαθήτριας, του Άριστα που ανοίγει τις πόρτες στους άξιους και κρατάει απ’ έξω τα ντουγάνια και τους τσόγλανους. Σε ποιο ονειρικό κόσμο με κλείσατε, γονείς, που δεν είχε μήτε ένα άνοιγμα στη συμπαγή του φούσκα, μήτε ένα Δράκο έξω απ’ την Κερκόπορτά του; Αλλά ας μην προτρέχω. Ας συνεχίσω γραμμικά την ιστορία. Ο υποβιβασμός μου στη Γραμματεία έβαλε μπρος μέσα μου το μηχανισμό της αναζήτησης εξόδου διαφυγής και ακολουθώντας το ρεύμα των καιρών, άφησα την εκμαυλιστική, αλλά άπιστη αγκαλιά του Ιδιωτικού Τομέα και σύνηψα αρραβώνα με τον συγκαταβατικό και άνευ πολλών εκπλήξεων ευρύτερο δημόσιο τομέα.
Στη νέα μου Υπηρεσία πήγα με καλές ελπίδες και σίγουρα ελάχιστα ρεαλιστικές. Όπως ήταν αναμενόμενο, οι υψηλών προδιαγραφών απαιτήσεις της ελαφρώς φωτογραφικής προκήρυξης –που από μια καλή τύχη κούμπωναν και με το δικό μου βιογραφικό- δεν είχαν καμία απολύτως σχέση με το ισοπεδωτικό και άνευρο αντικείμενο εργασίας. Μπορεί να είναι και δική μου βλάβη και όλοι οι υπόλοιποι να ήταν ευχαριστημένοι τόσο με τη δουλειά τους όσο –και κυρίως- με την απρόσκοπτη καταβολή κάθε τέλους του μήνα του σχετικώς αξιοπρεπούς μισθού μας. Εγώ μέσα μου τρωγόμουν και κανένα ταξίδι, καμία παρηγορητική αγκαλιά δεν μπορούσε να κατευνάσει την ανία και την απελπισία μου, για τις άδικα χαμένες ώρες της ημέρας μου που θα με οδηγούσαν σιγά-σιγά με τα σερνάμενα βήματά τους στην κατάσταση της σύνταξης και μετά σ’ ένα θάνατο λυτρωτικό, ο οποίος θα με έσωζε από τη χρόνια ασθένεια της αδιαφορίας. Στα τρία χρόνια, άμαθη από την κρεατομηχανή του Δημοσίου, αναθάρρησα γιατί, ανέλπιστα, μια αίτηση μετάθεσής μου για μία πολλά υποσχόμενη θέση σε ένα παρακλάδι της Κεντρικής Διεύθυνσης, έγινε δεκτή. Στη συνέχεια βέβαια, διαπίστωσα ότι η επιλογή μου από τα μεγάλα κεφάλια της Διοίκησης ήταν εντελώς συμπωματική και ελαφρώς αρνητική –κάτι σαν την ψήφο διαμαρτυρίας που ρίχνουν οι απογοητευμένοι από το δικό τους κόμμα στο αντίπαλο-, προκειμένου να αποτραπεί η μετακίνηση άλλου υπαλλήλου, ο οποίος, όντας εξάδελφος ανώτατου στελέχους της πολύπαθης ΔΕΚΟ, θα γινόταν πιθανόν το άγρυπνο μάτι της διοίκησης στην μερικώς ανεξάρτητη και αυτοκέφαλη Υποδιεύθυνση. Από τον διαπλεκόμενο εξάδελφο προτιμήθηκα εγώ ως ανένταχτη και πιθανόν ευκολότερα χειραγωγήσιμη. Έπρεπε να καταλάβω τη συνέχεια, όταν από την πρώτη κιόλας συνέντευξη, βάλαμε εγώ το φυτίλι και κείνος τον αναπτήρα πάνω στο γραφείο του. Φυσικά, λόγω θέσης, εκείνος θα πυροδοτούσε την έκρηξη κι εγώ θα γινόμουν το παρανάλωμα. Καμία άλλη βερσιόν της ιστορίας δεν προβλεπόταν και δεν επιτρεπόταν από τον εσωτερικό κανονισμό. Υπό άλλες συνθήκες, θα αισθανόμουν ανεπαρκής για να ξεκινήσω να γράφω το πρωτόλειό μου, βάζοντάς τα με το τέρας της γραφειοκρατίας που ακόμη κι όταν τρέφεται με ανυπόκριτο ενθουσιασμό και φρέσκες ιδέες, τις χωνεύει μεγαλειωδώς στο στομάχι του και τις μετατρέπει στη δική του πηχτή πούλπα. Όμως η παρούσα κατάσταση ήταν εντελώς ιδιαίτερη: σ’ ένα μεγάλο βαθμό αντλούσε από την παμπάλαια εθιμική παράδοση των
αγκυλώσεων του Δημοσίου, είχε όμως μπολιαστεί με την αμφιλεγόμενη προσωπικότητα ενός πραγματικού μάστορα, του πιο έξοχου εκπροσώπου αυτού του είδους, με το οποίο είχα συναντηθεί ήδη δύο φορές στη ζωή μου και αφελώς πίστευα ότι ήξερα.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Κάπου ν’ ακουμπήσεις

ΔΩΡΑ ΜΕΝΤΗ

Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ 4/1/2018

Ποιητικά δώρα της Δώρας Κασκάλη

Με δεδομένο ότι στην ποίηση που γράφεται από γυναίκες στη διάρκεια του 20ου αιώνα «οι ποιήτριες κρατούν αποστάσεις από τα έργα της καθημερινότητας, μολονότι ταυτόχρονα εκφράζουν πλήθος από ευαισθησίες ή ιδιαιτερότητες που συνδέονται άμεσα με το φύλο»[1] και με χτυπητή εξαίρεση τα ποιήματα της Κικής Δημουλά, καλό θα ήταν από τη σημερινή σκοπιά να παρακολουθούμε πιο προσεκτικά τις τάσεις που διαφαίνονται στις πρώτες δεκαετίες του 21ου αιώνα. Οι δύο ποιητικές συλλογές της Δώρας Κασκάλη Ανταλλακτήριο ηδονών (2014) και Κάπου ν’ ακουμπήσεις (2018) παρέχουν πρόσφορο υλικό όχι μόνο για την ανίχνευση των παραπάνω ζητουμένων αλλά και για έναν ολικό επαναπροσδιορισμό της γυναικείας ταυτότητας μέσα από τη συνεκτίμηση των ρόλων του έρωτα, του κοινωνικού περίγυρου, της εργασίας και της οικογένειας, στη ζωή μιας σύγχρονης γυναίκας που δεν παύει όμως να ζητά «κάπου να ακουμπήσει». Ας αναψηλαφήσουμε λοιπόν την υπόθεση ανάμεσα στη λογοτεχνία και τη γυναικεία ταυτότητα, εστιάζοντας τόσο στη ρομαντική εικόνα όσο και στα πραγματικά της επιτεύγματα, πέρα από τις συναισθηματικές αντιφάσεις του βίου που χαρακτηρίζουν τη σημερινή εποχή.

«Ο άνθρωπος που γράφει, όταν είναι γυναίκα», μας προϊδεάζει η Ρέα Γαλανάκη, «κουβαλά μια πελώρια τσάντα και την ανοίγει».[2] Ανοίγουμε, όπως την τσάντα, τις δύο ποιητικές συλλογές της Κασκάλη και καταγράφουμε συνοπτικά (και αλφαβητικά) τα περιεχόμενα: αγάπη, αγωνία, αισθήσεις, ανατομία, βαμμένα νύχια, επιθυμίες, επιστολές, εραστές, ηδονή, θάνατο, καθημερινότητα, λέξεις, μνήμη, μοναξιά, όνειρα, παιδιά, πόλη, σάρκα, σύμπαν, φαντάσματα, φεγγάρια, φόβο. Σε μια πρώτη εντύπωση κυριαρχούν οι αισθήσεις καθώς τα πράγματα είναι απτά, κι ανάμεσα στα, θετικά, συναισθήματα κατονομάζονται τα κύρια, όσα σχετίζονται ιδιαίτερα με την ατομική οντότητα μέσα στη δομή του οίκου. Ανάμεσα σε αυτά η έννοια του ανήκειν είναι κεντρική, αποτελεί μια σταθερή διεκδίκηση και κάποτε κατάκτηση: ένα κορμί και μια συγγραφική συνείδηση που πάλλεται και διεκδικεί με κάθε τρόπο τη ζωή, την επικοινωνία και τη συρραφή τους, με επίγνωση της δύναμης και της αδυναμίας της, καθώς μες «στις καθημαγμένες μου θηλές / βοτάνι τρέφω αθανασίας».[3] Με βασικό ζητούμενο την ανα-γέννηση «Βρέφος, Γυναίκα, Φοίνικας τρομακτικός»[4] προκύπτει η ανάγκη για μια γλώσσα νέα, με απόλυτα θηλυκό πρόσημο:[5]

Θέλω να εφεύρω μια γλώσσα νέα.
Τις σιωπές να ντύσει
και τις ανέστιες επιθυμίες να σαρκώσει.
Σαν παλτό να κουκουλώσει
τη μοναξιά μας αυτήν
την άγρια νύχτα. Χάδι σοφό
στ’ αχάιδευτα μέλη ζωή να δώσει.
Να ξαναθυμίσει την ανακάλυψη
του πρωτόφαντου κόσμου. Θέλω
μες απ’ το χάος του εαυτού

τούτη η γλώσσα
ν’ αγκιστρώσει
την αγάπη.

Η θηλυκότητα αυτή δεν εντάσσεται όμως στο πλαίσιο της φεμινιστικής κριτικής,[6] καθώς όχι μόνο δεν έχει ανάλογες ιδεολογικές προεκτάσεις αλλά και κυριαρχείται τόσο από τον διάχυτο ερωτισμό όσο και από τον πρακτικό βίο μιας γυναίκας που είναι μεστός και πλήρης βιωμάτων. Το ίδιο το συναίσθημα ριζώνει στη Θεσσαλονίκη και συγγενεύει με την «άνθρωπο» από το ομώνυμο ποίημα της Ζωής Καρέλλη.[7] Το σώμα, οι ουσιαστικές λειτουργίες και οι επιθυμίες του, είναι η μήτρα της ζωής, την ενδιαφέρει «σαν εσωτερική ορμή κι έκφραση προς τα έξω αυτού που γίνεται μέσα, κι όχι σαν είδωλο στον καθρέφτη», σύμφωνα με τη σωματοκεντρική διατύπωση της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ.[8] Πέρα από τη φεμινιστική οπτική, η οπτική του κόσμου της Κασκάλη, θεωρητικά τουλάχιστον, εμφορείται σε μεγάλο βαθμό από τα γυναικεία εκείνα χαρακτηριστικά που έθελγαν τον Ροϊδη, ο οποίος ζητούσε από τις γράφουσες να είναι «έξυπνοι, χαρίεσσαι, ευαίσθητοι ή και πονηραί, φιλοσκώμονες, κακόγλωσσοι και διασκεδαστικαί»,[9] με τη διευκρίνιση ότι δεν έχει εκδηλωθεί ακόμη η σατιρική της φλέβα. Κυρίως αγαπητική και τρυφερή με τους άντρες και με το γιο της («Του γιου μου»), διεκδικεί με αποφασιστικότητα τη θέση της οικοδέσποινας («Ομοτράπεζοι ομοούσιοι») ενώ μεθοδικά τους εξοντώνει («Οικόσιτα φαντάσματα»). Εκτός του οίκου πάλι, με το βλέμμα στραμμένο στην πόλη δείχνει, αν και φάλτσα, μια επαναστατικότητα:[10]

Οι σωρείτες πάνω από τον Χορτιάτη
Κακά έφερναν μαντάτα.
Λαχταρούσα να βγάλω τη μαύρη ζακέτα,
Συγγνώμη να μη ζητήσω
Για το φάλτσο στον επαναστατικό μου ρόλο.

Το βλέμμα της Κασκάλη διαθέτει ωστόσο μια πολιτική οπτική στον τρόπο που αποτυπώνει καθημερινές εικόνες γυναικών από το προσωπικό ενδιαίτημα του μπουντουάρ ή της κουζίνας τους («Απλή συνταγή λαχανοσαλάτας») έως τη στάση («Τα χρειώδη») και τη διαδρομή («Θνησιγενή και αιώνια») του αστικού λεωφορείου. Ιδιαίτερα τα ποιήματα «Συρραπτική» και «Μνήμης προίκα» ανακαλούν την τρυφερή προσέγγιση στα αδρά χέρια και στις ιστορίες των Γυναικών (2010) του Μιχάλη Γκανά, ενώ ο γυναικείος της ερωτισμός «αποφυλακισμένος» ξεχύνεται στο ποίημα «Τα λόγια εκείνου» με τρόπο μικτής αλλά πετυχημένης μίμησης Μάτσης Χατζηλαζάρου στο πρώτο μισό, που αρχίζει έτσι:[11]

Με ανεμίζεις’
τρίζεις τους τοίχους της συνήθειας.
Με αποφυλακίζεις
Δίνοντας εγγύηση
τοπάζια, φεγγαρόπετρα, κοβάλτιο. Μάτια φυλακτό.

και βιωματικών μοτίβων με καρυωτακικό υπόστρωμα Μαρίας Πολυδούρη στο μεγαλύτερο μέρος του ποιήματος, που τελειώνει έτσι:

Μόνο γιατί αγάπησα τα μάτια σου
που το χρώμα τους μου διαφεύγει,
μόνο γιατί εσύ στόλισες το φθαρμένο
κ’ έκανες το τυχαίο ένδοξο,
εγώ αυτή την πόλη αγάπησα.

Περιμένουμε τη συνέχεια. Να δούμε πού πάει και πού το πάει η ποίηση για τις γυναίκες που πιστεύουν ακόμα στον έρωτα και δεν καταλαγιάζουν κλεισμένες μέσα στην εικονική πραγματικότητα ή στη μεσοτοιχία της διπλανής πόρτας, άφθαρτες και φθαρμένες, θωρακισμένες γύρω από το πραγματικά δυνατό ένστικτο της αυτοσυντήρησης που νικά το χρόνο και κατακυρώνει τα ποιήματα, πράγμα που είναι και το βασικό διαχρονικό ζητούμενο μιας νέας γυναίκας όπως η Δώρα Κασκάλη και όπως ήταν το 1971 η Κική Δημουλά:[12]

Αν μένει πάντα κάποια γύρις
στα τελειωμένα πράγματα
για την επικονίαση
της εμπειρίας, της λύπης
και της ποίησης.

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

https://charalamposgiannakopoulos.com/3/1/2019

Λίγοι στίχοι από το τελευταίο ποίημα της συλλογής για την οποία συζητάμε απόψε μου δίνουν την αφορμή για να επιχειρήσω μια σύντομη σύνδεση με τα προηγούμενα – με το προηγούμενο, για την ακρίβεια, ποιητικό βιβλίο της Δώρας Κασκάλη, το Ανταλλακτήριο ηδονών, που κυκλοφόρησε το 2014 από τις εκδόσεις Σαιξπηρικόν. Τους διαβάζω:
Δεν μπορώ να φανερώσω την επιθυμία.
Το σώμα δεν θυμάται πια.
Έχει εντοιχιστεί σε συλλογές ερωτικές,
στα ρήματα αναπνέει
και σπαταλιέται στα επίθετα.
Απ’ ό,τι φαίνεται λοιπόν ό,τι κυριαρχεί σ’ εκείνο το βιβλίο είναι η διασύνδεση του έρωτα με τη γραφή, του σώματος με το ποίημα. Το Ανταλλακτήριο ηδονών στο σύνολό του γεωγραφεί τις επικράτειες του έρωτα: την επιθυμία και την άρνηση, την προσδοκία και τη μοναξιά, την απουσία και την ολοκλήρωση· την αιωνιότητα της μιας ώρας, που καμιά φορά είναι αρκετή για να δώσει νόημα σε μια ολόκληρη ζωή· τον πόθο και τη διάψευση, την ήττα και την αντοχή, το αρσενικό και το θηλυκό. Κυρίως όμως με τα ποιήματα της συλλογής αυτής η Δώρα Κασκάλη αφηγείται τη διαλεκτική σχέση μεταξύ έρωτα και γλώσσας, γιατί η ερωτική εμπειρία, είτε το αντιλαμβανόμαστε είτε όχι, από τις λέξεις ξεκινάει πάντα και στις λέξεις καταλήγει ξανά.
Επιτρέψτε μου, πριν περάσω στο νέο βιβλίο, να διαβάσω ένα ποίημα από εκείνη τη συλλογή, ενδεικτικό της θεματικής του. Λέγεται «Χίλιες και μια λέξεις»:
Πάλευα
και κάθε βράδυ
στο προσκεφάλι του ακουμπούσα
ένα σύντομο ποίημα.
Προτίμησα για το χατίρι του
τα βασιλικά ρούχα να πετάξω
με άσπρο φανελάκι να κυκλοφορώ.
Εξόρισα από το λόγο μου περίτεχνα επίθετα,
αραβουργήματα, λεπταίσθητες εικονοποιίες.
Με τη γραφίδα σκάλισα
τη ρίζα της ελιάς, έδωσα σχήμα σ’ ένα πρωινό,
ύμνησα την απλότητα του έρωτα.
Εύχυμα σώματα
κατοίκησαν τις ρίμες μου,
στόματα δάγκωναν
μ’ όλη τους την οδύνη,
μέλη καίγονταν
στης λαγνείας το καμίνι.
Σαχραγιάρ, Σαχραγιάρ,
ακόμη ένα βράδυ θα μείνω ζωντανή.
Ο ήλιος θ’ ανατείλει μια νέα υπόσχεση.
Όλα είναι εδώ και όλα είναι κόμπος.
Σαχραγιάρ, Σαχραγιάρ,
ένα κοπάδι λέξεις, όμορφα συναγμένο
για να κερδίσω μάταια την προσοχή σας,
για ν’ αποκτήσω –φευ!– μια χάρτινη ζωή.
Η διαφορά των δύο ποιητικών συλλογών της Δώρας Κασκάλη έγκειται κυρίως στη θεματική ευρύτητα της δεύτερης έναντι της πρώτης. Η λυρική ποίηση, βέβαια, ήδη από την απαρχή της, στα χρόνια του Αρχίλοχου, είναι κατεξοχήν προσωπική ποίηση, έχει ως αφετηρία της δηλαδή το εγώ του ποιητή, μέσα από το οποίο αντικρίζουμε την εσωτερική του και την εξωτερική πραγματικότητα όπως εκείνος την αντιλαμβάνεται. Εκεί όμως που το ποιητικό υποκείμενο του Ανταλλακτηρίου ηδονών έμοιαζε εξ ολοκλήρου κυριευμένο από ένα μόνο πάθος, τον έρωτα ή, ίσως, από τα πάθη του έρωτα, στο Κάπου ν’ ακουμπήσεις η ποιήτρια φαίνεται τώρα να αγγίζει πολύ περισσότερες χορδές της λύρας της.
Το βιβλίο περιέχει σαράντα ένα ποιήματα και είναι χωρισμένο σε δύο ενότητες. Η πρώτη έχει τον τίτλο «Ψιχάλ’ από γαλακτοφόρο ουρανό» και περιλαμβάνει, απ’ όσο μπορούμε να καταλάβουμε, προσωπικά βιώματα της συγγραφέως, ποιητικά βέβαια μεταπλασμένα. Τον λόγο εδώ έχει η ποιήτρια, ας πούμε, ενώ στη δεύτερη ενότητα, που έχει τον τίτλο «Κάποτε επουλώνεται», ο λόγος δίνεται σε μεγαλύτερο βαθμό στη γυναίκα, για να μιλήσει, αυτή τη φορά, με πιο άμεσα αυτοβιογραφική διάθεση.
Θεματικά ωστόσο μπορούμε να διακρίνουμε τέσσερις ενότητες που συχνά ωστόσο εισχωρούν η μία μέσα στην άλλη. Έχουμε ποιήματα για τον έρωτα, ή αλλιώς για την απουσία, την απώλεια και τη μνήμη· ποιήματα για τη γραφή, ή διαφορετικά, για τη γλώσσα και την ποίηση· ποιήματα για τις γυναίκες και την πόλη που περιβάλλει το ποιητικό υποκείμενο· και, τέλος, ποιήματα για την οικογένεια της ποιήτριας, για τους ζωντανούς της και τους νεκρούς της – τα πιο αυτοβιογραφικά, προφανώς, ποιήματα του βιβλίου.
Ο έρωτας, για να ξεκινήσουμε από αυτόν, είναι για την ποιήτρια η μόνη, ίσως, μορφή αποθέωσης που μπορεί να γνωρίσει ο άνθρωπος. Είναι αυτό το στιγμιαίο που όμως, κάποτε, γίνεται αιώνιο. Είναι ένα ελάχιστο καταφύγιο, ένα μικρό βάλσαμο για τις πληγές της πραγματικότητας, ένα μέρος για ν’ ακουμπήσεις. Ο έρωτας είναι το μέγα παράδοξο: Τι αντινομία: / στις καθημαγμένες μου θηλές / βοτάνι τρέφω αθανασίας. Αυτή η αθανασία, ωστόσο, αυτή η αίσθηση του ερωτευμένου ότι μιλάει με τους θεούς, είναι ταυτόχρονα μια ύβρις για τον άνθρωπο. Η απώλεια είναι η τιμωρία για την αποθέωση που χαρίζει ο έρωτας και η απουσία μοιάζει να είναι η φυσιολογική ανθρώπινη συνθήκη, όταν εκείνοι που έχεις αγαπήσει γίνονται φαντάσματα και σε κατοικούν ξανά.
Για την ποιήτρια, ωστόσο, τα φαντάσματα αυτά δημιουργούνται και τρέφονται από τις λέξεις της. Η γραφή, το δεύτερο μεγάλο θέμα της ποιητικής συλλογής, είναι αυτή που παρέχει ανακούφιση και υπόσχεται παρηγοριά: Πάνω απ’ τα χαρτιά του σκύβει, ο ποιητής υποθέτουμε, και την απώλεια να χωρέσει προσπαθεί / σε δυο χιλιάδες λέξεις. Η γραφή προσφέρει επίσης και ελπίδα – τη μάταιη ίσως ελπίδα ότι η ποίηση, οι λέξεις μπορούν κάποτε να γεμίσουν το κενό, να δώσουν ζωή, να δώσουν σάρκα και οστά στα φαντάσματα: Εσύ υπόσχεσαι: κάποτε / οι λέξεις θα γίνουνε ζωή.
Ζωή σαν αυτή που συναντάει η ποιήτρια γύρω της, στην πόλη και στους ανθρώπους, στις γυναίκες ιδίως που συντυχαίνει. Τις αγαπώ όλες τους, γράφει, τις δυνατότητές τους αγαπώ. Τις παρατηρεί συνεχώς, στη στάση του λεωφορείου, στην οικιακή τους ευτυχία, στους κορσέδες του έγγαμου βίου, στο γραφείο και στην ασθένεια, στην ύπαρξης πάνω τα σχοινιά. Αυτές είναι, μας λέει η Δώρα Κασκάλη, η προίκα της, το κουράγιο της, το καθημερινό της προσφάι. Το ίδιο και η πόλη, πόλη εξάλλου είναι οι άνθρωποι, δείκτες της οποίας βρίσκουμε διάσπαρτους σε ολόκληρη τη συλλογή, που φανερώνει έτσι μια ισχυρή συνείδηση εντοπιότητας: ο Χορτιάτης, το λιμάνι, οι λεωφόροι, τα τείχη, ο Βαρδάρης, το Πωγώνι.
Τελευταίο διακριτό θεματικό κύκλο του βιβλίου αποτελούν τα ποιήματα που αφορούν τα πρόσωπα της ζωής και της μνήμης της ποιήτριας. Σήμερα δεξιώνομαι τους ζωντανούς μου, δηλώνει και γράφει στίχους για την κόρη της και για τον γιο της, για το σπίτι, για τους ανθρώπους που συγκεντρώνονται γύρω από ένα τραπέζι, για την επίσκεψη ακόμα ενός πεθαμένου. Αλλά και για τη γενιά της, εννοώντας ταυτόχρονα τόσο την ποιητική γενιά στην οποία αισθάνεται πιθανώς ότι ανήκει όσο και την ηλικιακή της γενιά, τους συνομηλίκους που μοιάζουν κάποτε να είναι μια φυλή μισών ανθρώπων. Το είπαμε εξαρχής εξάλλου: ο ποιητής κι όταν γράφει για το εγώ του, για τον κόσμο μιλάει. Το λέει και η Κασκάλη: Μου είπες: γράφε για σένα / για να καταλάβουμε για μας.
Περιορίζομαι απλώς να αναφέρω, ώστε να τα έχουμε στον νου μας καθώς θα ακούμε τα ίδια τα ποιήματα, την έντονα μεταφορική γλώσσα αυτής της ποίησης που συνδυάζεται, παραδόξως, με έναν τραχύ συχνά και ευθύβολο ρεαλισμό, την εκφραστική τόλμη και την υπαινικτική τρυφερότητα με την οποία ανατέμνει την πραγματικότητα η ποιήτρια. Και θα σταθώ, πριν κλείσω, σε ένα χαρακτηριστικό του ποιητικού λόγου της Δώρας Κασκάλη το οποίο τη διακρίνει από τις περισσότερες ποιητικές φωνές του καιρού μας: τη γλωσσική της ανεξιθρησκεία, ας την ονομάσω έτσι, καθώς η Κασκάλη δεν διστάσει να χρησιμοποιήσει λέξεις, κοντά τη μία στην άλλη, από όλα τα στρώματα της γλώσσας μας, τόσο στη διαχρονία της όσο και στη συγχρονία της. Ας ακούσουμε μερικές:
αφειδώλευτα, αφαλοκόβω, χιλιοπλόκαμη, θαλερός, ατλάζια, μπαλτάς, σκυλεύω, σιφόνι, απύλωτος τσιγκέλι, ωραιοβλαβής, υπήνεμος, εγκολπώνω, ξερολίθια, θανή, φενακίζομαι, ξεθεμελιώνω, κτερίσματα
Το αποτέλεσμα; Ένα ποιητικό βιβλίο που δείχνει πώς η ποίηση μεταμορφώνει την απουσία σε ομορφιά. Ή, με τα λόγια της ποιήτριας:
Σε σκέφτομαι
κι αμυγδαλιές
ποτίζονται στο στόμα μου.

Ανταλλακτήριο ηδονών

ΠΟΛΥ ΧΑΤΖΗΜΑΝΩΛΑΚΗ

Ανασυνθέτοντας εκ του μηδενός τον εαυτό. Η ερωτική εμπειρία, μια μαθητεία στην ύπαρξη.

Α. Silentiumamoris: Γιατί ο έρωτας να είναι σιωπηλός;

Ανατρέχω στο ποίημα του Όσκαρ Γουάιλντ. Το βουβαμένο πάθος του εραστή, η αδυναμία του να εκφράσει τον έρωτά του με λόγια – τα σφαλιστά του χείλη, η σπασμένη φλογέρα για το ερωτικό τραγούδι. Η ανεπάρκεια των λέξεων, τα ανεπίδοτα γράμματα, το μεγαλείο του έρωτα που εν τέλει δεν έχει ανάγκη τίποτα από όλα αυτά, ο έρωτας που βρίσκει διέξοδο με άρρητους τρόπους. Οι ερωτευμένοι «ξέρουν», έχουν καταλάβει πέρα και πάνω από τα λόγια…

Β. Τα ερέβη της μοναξιάς του έρωτα

Ανατρέχω στο ποίημα του Όσκαρ Γουάιλντ γιατί έχει δώσει τον τίτλο στην δεύτερη ενότητα της πρώτης ποιητικής συλλογής της Δώρας Κασκάλη, «Ανταλλακτήριο ηδονών» που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Σαιξπηρικόν. Δέκα μικρά και κείμενα και ένα υστερόγραφο. Εκείνη του γράφει. Του έγραφε. Στον εραστή. Ένας μονόλογος ίσως. Βρίσκομαι στο μάτι του κυκλώνα. Η συλλογή στη μέση εκεί που περιελίσσεται . Ένα σχήμα σπειροειδές το εικαστικό μότο, ο λαβύρινθος του αυτιού ίσως, οι ψίθυροι, οι σιωπή. Ανεπίδοτες επιστολές. Η κατανόηση ένδον. Η σιωπή, η μανική συσπείρωση, το δέσιμο του Οδυσσέα στο κατάρτι, ακούει το τραγούδι των σειρήνων, ο τελευταίος πειρασμός, μια ανεπίδοτη συνομιλία, ο κίνδυνος της διάψευσης. «Αν δεν με κατάλαβες καλύτερα να φύγεις» – η υπαρξιακή αγωνία, η μοναξιά του ερωτισμού… Η μοναξιά της διαφοράς.

(Η ποιητική συλλογή, χωρίζεται σε τρία μέρη και τη διάβασα από την αρχή μέχρι το τέλος και μετά από το τέλος προς την αρχή)

Γ. Να ανασυνθέσω από το μηδέν, να σε δημιουργήσω: η Λιβιδώ

Η Λιβιδώ, το τελευταίο μέρος, αμιγώς ερωτικά ποιήματα, θαρρώ πως έτσι χαρακτηρίζει όλη της τη συλλογή η ποιήτρια. Ωστόσο, εδώ, στην κατάληξη μετά τη συσπείρωση, επιτελείται η συγκρότηση, η σωματοποίηση του εαυτού μέσα από την ερωτική ώσμωση, την διάλυση και την επανάκτηση των ορίων.
Η Λιβιδώ είναι μια υπαρξιακή εκτόξευση. Ο ερωτευμένος αποκτά εκ νέου σώμα, μέσα από τον άλλο, αφού χαθεί επανευρίσκεται. Να ανασυνθέσω το μηδέν/κι ύστερα να σε δημιουργήσω ή αλλού έχτιζες/με χείλη, γλώσσα δόντια/το νεογέννητο κορμί μου. Η εξαφάνιση και η επανεμφάνιση. Με σβήνετε/ έχω τεκμήρια Ο μικρός θάνατος του Μπατάιγ, η ερωτική κορύφωση, μια κάθοδος στον Άδη, μια πορεία προς την νέα ανθρωποποίηση: να φτιάξουμε το νέο μας εαυτό, πάνω στις λέξεις παίζουμε κουτσό. Μέσω της ποίησης δηλαδή ανακαλύπτει, το μεγάλο μυστικό, μετά την απώλεια των ορίων, την διάλυση του εαυτού:

Στην μεγαλειώδη κορύφωση
Δεν ήξερε πως ο θησαυρός της
Ήταν ή ίδια σε άλλη διάσταση

Δ. Ο έρωτας έχει υπόσταση

Επιστρέφω τώρα στην αρχή της συλλογής. Είναι η στιγμή που σαλπάρει το καράβι του Οδυσσέα από την Τροία για να καταλήξει την Ιθάκη. Μια μυητική διαδρομή στον έρωτα, στους σταθμούς του. Τους Λαιστρυγόνες, τις Συμπληγάδες, τη Σκύλα και τη Χάρυβδη, τα πάντα απαραίτητα, προβολές που υποστασιοποιούν τον έρωτα.
Το καύκαλο ενός αχινού βλέπω στο εικαστικό μότο, ίσως εμπνευσμένο από το ποίημα με αυτόν τον τίτλο, ένα υπόδειγμα ενσαρκώσεως των μεταμορφώσεων της ερωτικής ανταλλαγής.
Θαυμάσια ποιήματα, μια πορεία σε εικόνες, μεταφορές, μύθους, σχήματα της επιθυμίας. Η Πηνελόπη, η Σεχραζάτ, η αναζήτηση του νοήματος στην ποίηση, το φαντασιακό, η επιθυμία, η ποίηση, η απώλεια…

Ε. Εν κατακλείδι

Από το πρώτο ταξίδι στη σιωπή και από εκεί στην κατάργηση των ορίων – το σχήμα μότο του τέλους που αποτελεί το κόσμημα στο εξώφυλλο της συλλογής. Τα δυο κορμιά σε ένα ενωμένα, σε ένα νέο μόρφωμα αφού έχουν καταργηθεί και ανταλλάσσουν ουσία, υπόσταση, ταυτότητα, πεθαίνουν και ανασταίνονται ως νέοι εαυτοί
Μια μυητική περιήγηση πλούσια σε εικόνες και λογιότητα, γλαφυρότητα και ειλικρίνεια, μια κατάδυση με θάρρος στον Άδη – για την ολοκληρωτική ανθρωποποίηση του τέλους.

Πιστεύω πως το «Ανταλλακτήριο Ηδονών» είναι ένα κερδισμένο υπαρξιακό στοίχημα.

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ

FRACTAL 10/10/2014

«Η δημοκρατία του έρωτα, η πιο ουτοπική από όλες»

Η συλλογή είναι πυρηνικά ερωτική – ένας λαβύρινθος ανάμεσα στο αρσενικό και το θήλυ. Ο μίτος είναι η αναζήτηση- αναμέτρηση με την ηδονή.

Η πρώτη μου ποιητική συλλογή, με τίτλο Ανταλλακτήριο ηδονών, ανήκει στο φάσμα της ερωτικής εμπειρίας. Προσπαθεί με ποιητικούς όρους να προσεγγίσει ένα από τα πιο δομικά στοιχεία της ανθρώπινης κατάστασης, την έμφυτη ανάγκη της ερωτικής επιθυμίας και της πραγμάτωσής της με όρους υπαρκτικούς (ειδικά στο πρώτο μέρος που δανείζεται το καρουζικό «Ο έρως έχει ύπαρξη»)· με όρους εγκεφαλικούς/ρητορικούς στο δεύτερο μέρος των δέκα πεζοποιημάτων με τον τίτλο «Silentium amoris»· και με όρους περισσότερο ηδονικούς στο τρίτο και τελευταίο, λιβιδικό μέρος. Η αναζήτηση του έρωτα, η διάψευση της προσδοκίας, τα έμφυλα στερεότυπα που επαναδιαπραγματεύονται τους κυρίαρχους μύθους για τη διαχείριση του γυναικείου σώματος και της ηδονής του, ο σύγχρονος άνθρωπος που αναζητά την αγάπη σε οθόνες προσπαθώντας να ακυρώσει την απουσία μέσα από το λόγο, είναι νομίζω κάποια από τα νήματα που φτιάχνουν αυτό το λεκτικό υφαντό.
O τίτλος είναι εν μέρει παραπλανητικός, προβοκατόρικος, ενδεχομένως και ειρωνικός, αλλά και πραγματιστικός, με την έννοια ότι σε κάθε σχέση υπάρχει πάντα μια ανταλλαγή, από την πιο ιδεατή μορφή της έως την πλέον χειροπιαστή.

-Χωρισμένη σε τρία μέρη, ουσιαστικά, η συλλογή διερευνά, με σπερματικό λόγο, την οδό των κορμιών πάνω στις λέξεις και των λέξεων πάνω σε ερωτικά δέρματα.

Τα σώματα είναι παρόντα ακόμη και στην πιο σπαραχτική τους έλλειψη κι εγκατάλειψη. Αναζητούν μια ολοκλήρωση μέσα από τον άλλο άνθρωπο· άλλοτε περιστασιακή και στιγμιαία και άλλοτε πιο οριστική και σύμφυτη με την περίπλοκη αυτή συνθήκη του υπάρχειν. Είναι συμπληρωματικά άλλων σωμάτων, παραπληρωματικά, ή απλώς οι αφορμές προσέγγισης εκείνου του φοβερού άλλου. Οι λέξεις στρώνουν τη βασιλική οδό πάνω στην οποία κινείται με απρόβλεπτη ταχύτητα η ηδονή, αποκαλύπτουν τις ραφές των αισθημάτων, τις αντοχές τους, τα ορίζουν ή τα αποδομούν για να καταδείξουν τη φθαρτότητα όχι μόνο του σώματος, αλλά και της ίδιας της στιγμής. Άλλοτε πάλι αποθεώνουν στο συνεχές και στο αιώνιο την ερωτική εμπειρία.

-Η ερωτική ενέργεια, η άφευκτη η αναζήτηση του άλλου που διαφεύγει, μένει ιμερικό όνειρο, προσεγγίζεται μέσω ενός χορού αναπαραστάσεων και τελικά γίνεται η αποδοχή μιας στιγμιαίας αιωνιότητας.

Υπάρχει έντονο το στοιχείο της αναπαράστασης. Ως ένα σημείο αξιοποιώ την παράδοση των ποιητών της Θεσσαλονίκης που ξεκινά με τον Χριστιανόπουλο για να καταλήξει στην Μπακονίκα, ωστόσο τις περισσότερες φορές ο ρεαλισμός διαλύεται στα συστατικά του στοιχεία. Όσο ερεθιστική και να είναι η απεικόνιση των εραστών, μία τεχνική που θέλει μαστοριά για να μην ξεπέσει στο ευτελές, προτιμώ τον υπαινιγμό. Όσα χάνονται στη μετάφραση της λεκτικής εκφοράς των αισθημάτων ή των χειρονομιών για την προσέγγιση του άλλου, υπάρχουν σε μια ασύνειδη δεξαμενή από την οποία προσπαθώ να αντλήσω. Με ενδιαφέρει η λεπτομέρεια, το σπάραγμα, το fragment, και όχι ο ενιαίος πίνακας. Στο μερικό υπάρχει δυνητικά το αιώνιο της ύπαρξης, αυτή η στιγμιαία αιωνιότητα που τόσο εύστοχα επισημαίνεις.

-Υπάρχει μια αρχετυπική διάρθρωση στους «ρόλους» των προσώπων: οι δύο πόλοι της ερωτικής πράξης, η ενεργητική αρσενική δύναμη, η παθητική γυναικεία. Η εξισορρόπηση ανάμεσα σε αυτή την αντίρροπη κίνηση είναι το αίτημα μιας εξαίσιας και στιγμιαίας ένωσης. Ένα λεπτό ηδονής φτάνει για να κατανικήσει κάθε εξοντωτικό αγώνα ανάμεσα στα δίπολα.

Εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι αυτό το στερεότυπο ακολουθεί η συλλογή μου. Ωστόσο προσπαθώ να το υποσκάψω, να το ανατρέψω, ή και να το διακωμωδήσω. Δεν είναι μόνο ο αγώνας, ο μικρός Τιτανικός, όπως ωραία λέει ο Γκανάς, που ζουν οι εραστές. Η δημοκρατία του έρωτα, η πιο ουτοπική απ’ όλες τις δημοκρατίες είναι η ευκταία, ο παράδεισος των ελεύθερων ανθρώπων που δεν έχουν να λογοδοτήσουν για την ηδονή τους. Αυτών των γενναίων που θέλουν να συν-υπάρξουν και να αγαπηθούν απεκδυόμενοι τους κοινωνικούς ρόλους τους. Η ηδονή είναι το πρώτο σκαλί στην ωριμότητα. Το αέναα ζητούμενο είναι η αγάπη.

Η επιστολική μορφή του δεύτερου μέρους της συλλογής έχει μια ιδιαίτερη «συμπάθεια» πέραν του ποιητικού ορίου. Ορίζει μια σειρά κειμένων ψυχικών αναζητήσεων.

Οι ανεπίδοτες επιστολές των πεζοποιημάτων μου θα μπορούσαν να αφορούν μία ή και περισσότερες γυναίκες. Είναι σύντομοι ποιητικοί, θεατρικοί, συμπυκνωμένοι μονόλογοι προς έναν ή πολλούς αποδέκτες που κωφεύουν ή αγνοούν το δράμα της γράφουσας. Αντλούν από την μακρά παράδοση των επιστολικών μυθιστορημάτων, αλλά εντάσσονται εδώ σε μια ποιητική συλλογή που από τη φύση της επιβάλλει την οικονομία του λόγου. Έχουν μια αίσθηση επείγοντος, είναι πιο αφηγηματικά αυτά τα κείμενα, διαμορφώνουν-ποιούν χαρακτήρες, αποκρυσταλλώνουν στιγμές. Αποτελούν ένα είδος μικτής τεχνικής, πειραματισμού, που συνυπάρχει με τα ελευθερόστιχα ποιήματά μου. Και θεωρώ ότι με τη μορφή τους αυτή στο μέσο της συλλογής αυξάνουν τη θερμοκρασία του λόγου, για να καταλήξει στη «Λιβιδώ», στο αισθησιακότερο κομμάτι του Ανταλλακτηρίου.

-Η συλλογή καταλήγει με τη «Λιβιδώ». Ήτοι: με τη λαχτάρα, την επιθυμία, τη σεξουαλική πείνα –κατά Φρόιντ. Είναι η πλέον σωματοποιημένη εκδοχή της συλλογής. Σχεδόν πάλλει από… σωματικότητα.

Ναι, είναι ένα είδος κορύφωσης, χωρίς ωστόσο να περιορίζομαι μόνο στο σαρκικό κομμάτι της ένωσης. Στα ποιήματά μου εξερευνώ τις διαφορετικές εκδοχές της ηδονής, αλλά με όρους πιο σύνθετους. Εδώ η αναπαράσταση έχει μια πιο έντονη παρουσία, χωρίς να υπηρετεί δεσμευτικά έναν κυρίαρχο ρεαλισμό. Το πολύπαθο σώμα, που το φορτώσαμε με τόσες ενοχές και βάρη, λαχταρά να νιώσει, να σωθεί μέσα από την ένωση και τελικά με κάποιον τρόπο να υπάρξει σε αρμονία με τον άλλο.

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΓΚΙΤΣΗ

vakxikon.gr, τχ. 27, Οκτώβριος 2014

Κοίτα,
Κάτω ἀπ’ τό δέρμα σου
Τό αἷμα καί ὁ πόθος ρέουν – κόκκινο σύννεφο.

Με τους στίχους της Λιθουανής ποιήτριας Janina Degutyté σε μετάφραση του Γ. Χαβουτσά η Κασκάλη μας καλωσορίζει στην πρώτη της ποιητική συλλογή που τιτλοφορείται Ανταλλακτήριο ηδονών από τις εκδόσεις Σαιξπηρικόν. Πεδίο συνάντησης της ποιήτριας και του αναγνώστη ορίζεται, από την πρώτη κιόλας οπτική επαφή του βιβλίου, η ηδονή σε πληθυντικό βαθμό. Η εξαιρετική αφαιρετική εικονική περίπτυξη απρόσωπων σωμάτων της Βίλλης Γούσιου, η οποία φιλοτέχνησε την παρούσα έκδοση, υπερθεματίζει την αρχική υποψία περί ανταλλαγής σαρκικών ηδονών στις σελίδες που έπονται.

Εὔχυμα σώματα κατοίκησαν τίς ρίμες μου,
στόματα δάγκωναν
μ’ ὅλη τους τήν ὀδύνη,
μέλη καίγονταν
στῆς λαγνείας τό καμίνι.

Με μαθηματική ακρίβεια ισόποσων πεδίων η συλλογή αποτελείται από τρεις ενότητες των δέκα ποιημάτων. i. Ό έρως έχει ύπαρξη ii. Silentium amoris iii. Λιβιδώ. Κάθε ενότητα συνοδεύεται από σχέδιο της εικαστικού. Η δεύτερη ενότητα θα διατηρήσει ωστόσο την ιδιαιτερότητά της, στη μορφή και στην διάταξη, καθώς θα υπερισχύσει των άλλων δύο, με μια επιπρόσθετη -Δίκην υστερόγραφου- ποιητική επιμονή. Το περιεχόμενο της μοιάζει να είναι ένα καλό κλεισμένο κουτάκι, σε παλιό ξύλινο μπαούλο, ανεπίδοτων επιστολών της ερωμένης προς τον εραστή της. Η αβεβαιότητα για την ύπαρξη κάποιου πραγματικού παραλήπτη ή κάποιου φανταστικού προσώπου (ή προσώπων) εισάγουν στη φαντασία του αναγνώστη την πληγή τόσο του ανομολόγητου όσου και του ανανταπόκριτου έρωτα. Ο παραλήπτης θα μπορούσε να είναι μέχρι και η μούσα της ποιήτριας που την ωθεί σε διττό αγώνα και αγωνία, αυτών του έρωτα και του βιωμένου πόνου.

Μήν μέ ταράζετε, τοῦ ἔγραφε, γιά νά ἐπαναβεβαιώσε-
τε τήν κυριαρχία σας πάνω μου. Εἶμαι ἕνα μετόχι πού
τό πάτησαν οἱ αὐθεντίες τοῦ πατέρα, τοῦ ἀδερφοῦ, τοῦ
ἐργοδότητοῦ κυβερνήτη. Σᾶς παρέδωσα τό πιό ἀτόφιο
κομμάτι μου, τό λίγο τό δικό μου κι ἐσεῖς ζωστήκατε
τά πυρομαχικά καί τό κάνατε πεδίο μάχης. Πηγαίνετε
τώρα μέ τή δίδυμη καραμπίνα σας γιά ἄλλα θηράματα,
τό αἷμα εἶναι πάντα τό ἴδιο ἀλλά ποτέ ἀρκετό. Ἐγώ θά
ζωστῶ τή σιωπή τῶν νεκρῶν· ἔτσι λένε αὐτοί πού δέν
ξέρουν. Ὅποιος ἔχει πεθάνει μιά φορά, ξέρει ὅτι στά
μνήματα μιλοῦν τήν ἄρρητη γλώσσα τῆς ἀλήθειας.

Η περιγραφική και αφηγηματική τεχνική της ποιήτριας προσδίδει στους στίχους την ζωντάνια μιας παλλόμενης ερωτικής ποίησης που έχει αρχή, μέση και τέλος. Εικονική με καθημερινές σκηνές που κάνουν focus στις λεπτομέρειες και δεν αφήνουν υπόνοιες για ημιτελείς πράξεις. Κάθε ποίημα ολοκληρώνει τη δυναμική του, αποκτώντας έτσι αβίαστα την αυθυπαρξία μιας ενιαίας ιστορίας.

Παιχνίδια μᾶς ἔπαιζε ὁ μικρός ἀχινός
ἐκεῖνο τό μακρόσυρτο καλοκαίρι.
Πρωτεϊκός, ἀμφίθυμος
πλήγωνε τήν πατούσα μου τά πρωινά
καί σοῦ ’κλεινε τό μάτι
ἄστοργα γιά νά μπήξεις
τό σίδερο στή σάρκα μου
καί νά ἐλευθερώσεις τόν μαῦρο ξενιστή.
Τά ἀπογεύματα ἀντλοῦσε
ἀπό τόν ἥλιο πού ὄργωνε
μέ νύχια φωτεινά τή ράχη τοῦ βουνοῦ
προτοῦ χυθεῖ ρευστός στόν Παγασητικό.
Ἄνθιζε τό κοράλλι στούς μηρούς
βουτοῦσες χλωρό νά τό κερδίσεις,
νά ἀγκυλώσεις μέ τήν ἁρμύρα του τή γλώσσα.
Τό βράδυ πάνω στό κρεβάτι μας
κάρφωνε τό στόμα μου, τή γυρισμένη πλάτη
σου τ’ ἀχάιδευτα χέρια μου πού ἤθελαν τόσο
νά γκρεμίσουν τά ὀχυρώματα,
γιά νά βρεθοῦν τά σώματά μας,
σ’ ἕνα σπασμό συντριπτικό
πού θά διέλυε τά καύκαλα τῶν λέξεων
καί θά ’δινε ἕνα ἄλλο νόημα στόν ἔρωτα.

Χωρίς γλωσσικούς και εννοιολογικούς ακροβατισμούς η ποιητική συλλογή, κάνοντας χρήση αγγλικών όρων “θά κλείσει τό πλάνο ἡ σιωπή σου/ θά πεῖ τό ἀποφασιστικό cut!/ Καί μετά/ fade out” αρτιμελώς ενσωματωμένα στο υπόλοιπο σώμα της περιγραφής, αναδεικνύει ως ερωτικό κάθε μέρος του ανθρώπινου σώματος και του φυσικού περιβάλλοντος, αποσπώντας τα από τη φυσική τους λειτουργία, προκειμένου να τα εντάξει στην αναπλαστική επιταγή του ερωτικού παιχνιδιού. “Οι λογισμοί της ηδονής είναι πουλιά/ που νύχτα μέρα διασχίζουν τον αέρα” είχε γράψει ο Α. Εμπειρίκος, εδρεύουν σ’όλα ανεξαιρέτως τα αισθητήρια της ανθρώπινης ύπαρξης κάνοντας την πολλές φορές να αισθάνεται πως δεν ενοικεί πραγματικά στον εαυτό της, παρά μόνο μέσα από την αγάπη της προς το ερωτικό αντικείμενο του πόθο της. Δια χειρός Δώρας Κασκάλη η φράση

Πουθενά δεν με ενοικώ.
Παντού
ο χρόνος είναι
εσύ
και η πλησμονή αναβάλλεται.

ΚΩΣΤΑΣ ΣΤΟΦΟΡΟΣ

Ηλεκτρικές αναγνώσεις, «Δρόμος της Αριστεράς», 8.11.2014

Μη μου εξηγείτε το φεγγάρι, του έγραφε. Αφήστε με να το βλέπω σα μια οπή φωτός που οξειδώνει το μαύρο

Προχωράω σαν τυφλός στις στοές του μετρό, κρατώντας για φακό ένα βιβλίο με στίχους. Το Ανταλλακτήριο ηδονών της Δώρας Κασκάλη (Σαιξπηρικόν)

Σφοδρά χύνετε τις λέξεις στα καλούπια τους, του έγραφε. Με τι να σας παρομοιάσω; Τεχνίτης κωδωνοποιός. Μα οι καμπάνες σας ποικίλλουν σε τόνο και σ’ έξαρση. Άλλες μου ψιθυρίζουνε στ’ αυτί κι άλλες σύγκορμα δονούν τη μνήμη

Ο Alain de Botton και ο John Armstrong στο βιβλίο τους Η τέχνη ως θεραπεία, μιλώντας για τη σχέση της τέχνης με τη μνήμη και το ρόλο στη διάσωσή της, σημειώνουν «Μπορούμε να πούμε ότι η καλή τέχνη αποτυπώνει τον πυρήνα του σημαντικού, ενώ αντίστοιχα η κακή, αν και αναμφίβολα μας θυμίζει κάτι, αφήνει την ουσία να ξεγλιστρήσει. Δεν είναι παρά ένα αναμνηστικό, κενό περιεχομένου».

Ο πυρήνας του σημαντικού. Ναι κάπως έτσι είναι. Με όπλο τα ποιήματα, απέναντι στα ογκώδη μυθιστορήματα του τίποτα

Και φέρατε μαζί σας όπλο πρόσφορο για άμυνα ή επίθεση λέξεις κοφτερές κι ήταν η λεπίδα τους γυαλιστερή κάτω από το φως της λογικής κι άλλοτε τόσο βελούδινη μέσα στα συμφραζόμενα ενός ακατάσχετου και λίγο ρετρό ρομαντισμού που τόσο σας πήγαινε…

Διαβάζω κι αδυνατώ να καταλάβω πώς μπορεί κανείς να προσπερνά την ποίηση. Πώς μπορεί να παραμένει αδιάφορος σε ένα μεθυστικό άρωμα λουλουδιών που ξεπηδά μέσα στους δρόμους μια πόλης που μυρίζει καυσαέριο, μπαγιατίλα και κάτουρο. Οι λέξεις από «λογοτεχνία» του συρμού χτίζουν τείχη. Μετά είναι αδύνατον να σκαρφαλώσεις, να βγεις από το κάστρο και να τρέξεις ελεύθερος.

…Και κατείχατε για ίδια και αποκλειστική χρήση ένα σακούλι με ιστορίες μεθυστικές, που σπέρνατε στα ξερά λιβάδια των γυναικείων ψυχών. Ήσασταν σπορέας αλλά όχι θεριστής…
…Να μου ψιθυρίζετε τις ρίμες σας, σα να φυσάτε στον κοχλία του αυτιού. Και να μου δίνετε σπάταλα τη ζωή, τόσο ωραία αφηγημένη. Αυτά είναι η δική μου πανσέληνος που διαβρώνει τα ερέβη της μοναξιάς

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΠΑΚΟΝΙΚΑ

diastixo.gr 10/11/2014

Ποτέ δεν κουραζόμαστε όχι απλώς να ζούμε τον έρωτα, αλλά και να τον παρακολουθούμε σε άπειρες αφηγήσεις, σε πολλαπλές όψεις μέσα από κάθε μορφή τέχνης. Η ισχύς του καταλύει την παγερότητα της μοναξιάς και του θανάτου. Είτε μας διαφεύγει είτε το αγνοούμε, η αφροδισία κι ο ερωτισμός είναι η ίδια μας η φύση. Όμως αν ο έρωτας προάγει τη μύηση στο σκοτεινό μέρος του υποσυνείδητου, την ίδια στιγμή αυτό σημαίνει ότι κινδυνεύουμε ανά πάσα στιγμή. Τίποτα μυστικό και βαθύ δεν μας αποκαλύπτεται χωρίς να φέρνει τον ίλιγγο του γκρεμού, την απειλή του χάους. Για να βιώσεις το φεγγοβόλημα του πάθους αναλαμβάνεις το ρίσκο και το ενδεχόμενο της συντριβής μέσα από την εγκατάλειψη ή την απόρριψη από το πρόσωπο που λατρεύεις.

Τη διέλευσή της στην ομορφιά, τη μεταμόρφωση, αλλά και τον κίνδυνο, την απόγνωση που αφήνει ο παράφορος έρωτας καταθέτει η Δώρα Κασκάλη στην πρώτη ποιητική συλλογή της με τον τίτλο Ανταλλακτήριο ηδονών. Στην τόσο λεπταίσθητη τέχνη της ποίησης αποδεικνύει ότι διαθέτει τις αρετές μιας διεισδυτικής και θελκτικής γραφής. Αν στην πεζογραφία της διακρίνουμε την εκλεκτή ποιότητα, το ίδιο με σιγουριά μπορούμε να ισχυριστούμε και για το βάπτισμά της στην ποίηση. Και ιδίως όταν πρόκειται για ερωτική ποίηση, που είναι το πιο δύσκολο είδος, όπου εύκολα μπορεί κανείς να αστοχήσει κι ακόμα να γελοιοποιηθεί.

Το σώμα, η λαγνεία και οι αισθήσεις κατέχουν καίρια θέση, συνυφαίνουν καταιγιστικά τα ποιήματά της. Η οχεία και η κλινοπάλη των δύο εραστών διοχετεύουν την ασύστολη ορμή τους, διαχέουν τις πυρετώδεις εκλάμψεις τους, μας παρασύρουν στη φρενίτιδα των περιπαθών εναγκαλισμών τους. Το ξέσπασμα της σάρκας μέσα στη δίνη της κραιπάλης πείθει ακράδαντα για τη φλογερή σχέση που δένει το ζευγάρι. Το διακρίνουμε εμφανέστατα στους στίχους από το ποίημα «Αλιεύς μαργαριταριών»: «Η γλώσσα σου ξεθηλύκωσε/ κάθε συστολή/ της γυμνωμένης μου πλάτης/ κύλησαν στ’ αυλάκια της/ ως τη ρίζα/ της παραίσθησης οι χυμοί σου./ Η άπνοη εκφορά της ηδονής/ έκανε το φεγγάρι/ στα σεντόνια μας κομμάτια».

Ό,τι είναι πέρα από τα όρια φέρνει μέθη και μας περιβάλλει με έναν συγκλονισμό που μένει ανεξίτηλα στην ψυχή και τη μνήμη. Ένας έρωτας παράφορος, πέρα από τα όρια, αποκαλύπτει τις πιο απόκρυφες κόχες του είναι μας. Είναι το φως του πάθους μέσα στο οποίο ανακαλύπτουμε τον εαυτό μας κι εισχωρούμε στην ενδοχώρα μιας λαμπρής δόξας, που σαν θείο¬ μένος μάς μεταμορφώνει σε κάτι νέο μέσα από τη φαντασμαγορία της έκστασης. Αυτό το τόσο θαυμάσιο στη μοναδικότητά του υλικό με σπαρακτική εξομολογητική ικανότητα διαχειρίζεται η Κασκάλη απογυμνώνοντας με τόλμη τα αισθήματά της.

Στη συλλογή, ο εραστής είναι η ενσάρκωση του γητευτή που σαγηνεύει, το δηλώνουν ευθαρσώς οι στίχοι: «δίνει ζωή με την ανάσα του, φυτεύει ανθισμένους αναστεναγμούς, χαρίζει πόθο με το εύφλεκτο βύθισμά του». Ως απόλυτος καρδιοκατακτητής μέσα από την τελετουργία της οχείας, που είναι δέσιμο σωμάτων αλλά και δέσιμο ψυχής, οδηγεί την ερωμένη στο μεγαλειώδες τοπίο του ίμερου. Υποκλινόμαστε και πάλι στην ομορφιά των στίχων: «να μείνουμε έτσι αναλωμένοι, με μια θλίψη στη φλέβα του λαιμού, χαρακωμένοι απ’ της λαγνείας την αγχόνη, να μην τρομάξουμε: είμαστε αυτοί κι όχι άλλοι, κι έτσι αυθεντικοί του πάθους τη γυμνότητα να ενδυθούμε».

Όπως συμβαίνει σε πολλές σχέσεις που αναπόφευκτα φτάνουν στον χωρισμό, πάντα ο ένας ενδέχεται να μένει ερωτευμένος μέχρι τρέλας και φρενιασμένης αφοσίωσης. Η αποχώρηση του εραστή από το πολυκύμαντο ειδύλλιο στα ποιήματα της Κασκάλη αναδεικνύεται με κάθε λεπτομέρεια και απόχρωση, αποκαλύπτοντας τον οδυνηρό αντίκτυπο που έχει στην ψυχή της ερωμένης. Ο τόνος και οι λέξεις στο ποίημα ΙΧ ζωγραφίζουν στην εντέλεια τα αισθήματά της: «Σκληρό βράδυ που σαρώνει τη μοναξιά μου. Θα μείνω εδώ κι εσείς αθέατος, απέναντι να παίξουμε το παιχνίδι της αντοχής. Εσείς θα είστε ο νικητής κι εγώ θα τιμωρηθώ με το να εφεύρω μια νέα γλώσσα που να εμπεριέχει την άκρατη, πηχτή σιωπή και τ’ αδειανά χέρια». «Εσείς θα είστε ο νικητής» απερίφραστα του τονίζει, επίσης διαβάζουμε και σε άλλα σημεία από τα ποιήματά της: «μην ακουμπάτε νωχελικά στον τοίχο του διαδρόμου, με βασανίζει η άνοιξη όπως γέρνει στο κορμί σας», «εσείς κατέχετε για ίδια κι αποκλειστική χρήση ένα σακούλι με ιστορίες μεθυστικές, που σπέρνετε στα ξερά λιβάδια των γυναικείων ψυχών», όπως βλέπουμε απευθύνεται στον άνδρα στον πληθυντικό αριθμό. Και υπάρχει λόγος, ο πληθυντικός αριθμός έχει τη σημασία του: δείχνει την αποξένωση που έχει επιφέρει η στάση του άνδρα ανάμεσά τους, ενώ συγχρόνως ενσταλάζει μια πικραμένη ειρωνεία που αποφορτίζει από κάθε μελοδραματισμό τη φοβερή ένταση των στιγμών. Στον παθιασμένο ίμερο δεν παραδίνουμε μόνο το σώμα μας, αλλά και τον ψυχισμό μας. Γι’ αυτό και ο χωρισμός είναι τόσο επώδυνος, γιατί έχουμε ήδη επενδύσει στον άλλο την ίδια την καρδιά μας.

Η γυναίκα θα προσπαθήσει να ξανακερδίσει την εύνοια του εραστή της. Ένα από τα μέσα που χρησιμοποιεί είναι τα γράμματα που του στέλνει, τον προτρέπει να τη φυλάξει στη μνήμη του, γιατί είναι «αρυτίδωτα τα «σε λατρεύω» αγαπημένε μου, καιγόμαστε και γινόμαστε την ίδια ώρα φρέσκοι μέσα στον χαμό». Μεστά, αδρά και με διαφάνεια αναδύεται ο χαρακτήρας της ερωμένης: είναι ενάντια σε συμβιβασμούς και συμβάσεις της καθωσπρέπει κοινωνίας, έτοιμη ανά πάσα στιγμή να αποτινάξει κανόνες που απειλούν να την καθηλώσουν σε μια στεγνή και μετρημένη ζωή. Ό,τι πιο πολύ επιθυμεί είναι: «έναν έρωτα, που της λυγίζει τα γόνατα από το πάθος, να μπορεί να τον αποθέσει σε χέρια που είναι ακέραια και θα τον δεχτούν ανοιχτά».

Κάθε ερωτική ιστορία είναι και μια καινούργια αλήθεια της ιστορίας δύο ανθρώπων μέσα στον κόσμο. Γι’ αυτό και είναι ανεξάντλητο το θέμα του έρωτα – κάθε ζευγάρι προσθέτει μια μοναδική και ξεχωριστή αφήγηση, μια ξεχωριστή αλήθεια. Αυτή τη μοναδικότητα εκφράζει η ποιητική συλλογή της Κασκάλη, το πλούσιο υλικό των συναισθηματικών διακυμάνσεων αναδεικνύεται εύστοχα μέσα από μια καλοδουλεμένη γραφή, που αποφεύγει τους φθηνούς ρητορικούς τόνους και τη ναρκισσιστική ωραιολογία. Η Κασκάλη αποδεικνύει ότι είναι μια ποιήτρια με ικανότητες κι ότι το μέλλον τής ανήκει.

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

«Εφημερίδα των Συντακτών», 17.1.2015

Η ποιητική ωριμότητα των πρωτοεμφανιζόμενων,

Στο «Ανταλλακτήριο ηδονών», την πρώτη ποιητική συλλογή της Δώρας Κασκάλη ύστερα από τρία πεζογραφικά βιβλία, η ερωτευμένη ποιητική φωνή διαλέγεται, σε ολόκληρο σχεδόν το μάκρος του βιβλίου, με το αγαπημένο πρόσωπο και ορίζεται από τη δική του ανταπόκριση: «Πώς να μη σ’ αγαπώ; / Είναι ο μόνος τρόπος / πια / για να υπάρχω». Το πρόσωπο, ωστόσο, στο οποίο απευθύνεται η ποιήτρια είναι τις περισσότερες φορές απόν και ό,τι έχει μείνει είναι η έλλειψη, η σιωπή, η ανάμνηση των ευτυχισμένων στιγμών της συνύπαρξης και οι λέξεις. Οι λέξεις ακριβώς είναι ό,τι κυρίως έχει στη διάθεσή της η ποιήτρια. Αυτές είναι το υλικό της και με αυτές προσπαθεί να περισώσει ό,τι μπορεί πια να σωθεί.

Το πάθος και η ψυχραιμία, ο πόθος και ο πόνος, η σωματική και η ψυχική έξαψη ισορροπούν ιδανικά στο «Ανταλλακτήριο ηδονών». Η ποιητική εγκράτεια της Δώρας Κασκάλη και η αυστηρή αρχιτεκτονική της συλλογής (η οποία είναι θεματικά και μορφικά διαρθρωμένη σε τρία μέρη, με δέκα ποιήματα στο κάθε μέρος, συν ένα υστερόγραφο στο δεύτερο) είναι τέτοια, που δεν αφήνει περιθώριο ούτε στην αισθηματολογία –τον υπ’ αριθμόν ένα εχθρό της ποίησης– να ξεχειλίσει αλλά ούτε και στην ηδυπάθεια να υπερκαλύψει κάθε άλλο στοιχείο του ερωτικού φαινομένου.

Το βιβλίο στο σύνολό του γεωγραφεί τις επικράτειες του έρωτα: την επιθυμία και την άρνηση, την προσδοκία και τη μοναξιά, την απουσία και την ολοκλήρωση· την αιωνιότητα της μιας ώρας· τον πόθο και τη διάψευση, την ήττα και την αντοχή, το αρσενικό και το θηλυκό. Κυρίως, όμως, με τα ποιήματα της συλλογής αυτής η Δώρα Κασκάλη αφηγείται τη διαλεκτική σχέση μεταξύ έρωτα και γλώσσας, γιατί η ερωτική εμπειρία, είτε το αντιλαμβανόμαστε είτε όχι, από τις λέξεις ξεκινάει πάντα και στις λέξεις καταλήγει ξανά. Ωσπου τελικά γλώσσα και έρωτας συμφύρονται, ποίηση και ηδονή συγχωνεύονται, το σώμα και το ποίημα ταυτίζονται: «Είναι το σώμα μου αυτό», διαβάζουμε, «δεν είναι ένα ποίημα / ένας διάλογος / κάτι σπαρακτικά ερωτικό».

«Εφημερίδα των Συντακτών», 20.12.2014

Το «Ανταλλακτήριο ηδονών» (Σαιξπηρικόν), πρώτη ποιητική συλλογή της Δώρας Κασκάλη, γεωγραφεί τις επικράτειες του έρωτα: την επιθυμία και την άρνηση, την προσδοκία και τη μοναξιά, αλλά κυρίως αφηγείται τη διαλεκτική σχέση μεταξύ έρωτα και γλώσσας.

ΕΛΕΝΗ ΧΩΡΕΑΝΘΗ

fractal 26/10/2016

Εις μνήμην Μυρτιώτισσας

Ανταλλακτήριο ηδονών, τιτλοφορεί το πρώτο της ποιητικό βιβλίο η φιλόλογος Δώρα Κασκάλη. O τίτλος είναι μάλλον παραπλανητικός, φορτισμένος συναισθηματικά, μπορεί και απαξιωτικός.

Διαβάζοντας προσεκτικά, μελετώντας τα ποιήματα της πρώτης ποιητικής συλλογής της Δώρας Κασκάλη με τον ευρηματικό όσο και προκλητικό τίτλο «Ανταλλακτήριο ηδονών» που παραπέμπει σε συνεργείο αυτοκινήτων, σε κάθε είδους συνεργείο τέλος πάντων, έκανα κάποιες σκέψεις, ανορθόδοξες ίσως για κάποιους, αδιάφορο, σχετικά με τα κίνητρα της ποιήτριας που της υπέβαλαν αυτόν τον ανατρεπτικό για τα συνήθη ποιητικά δεδομένα τίτλο. Έναν τίτλο που δυναμιτίζει τον αισθησιασμό και αλλάζει τους συσχετισμούς στην «αυτοκρατορία των αισθήσεων» με το να παρομοιάζει, να αντικαθιστά μάλλον, τους παλιωμένους, τους φθαρμένους ή φθηνούς ερωτικούς, σεξικούς μηχανισμούς με ανταλλακτικά οχημάτων, εργαλείων π. χ. φρένων, ιμάντων, τροχών κ. ο κ..

Τα ποιήματα διακρίνονται σε τρεις ενότητες με εμβληματικούς τίτλους: Ο έρως έχει ύπαρξη (δέκα ποιήματα), Silentium amoris– η σιωπή της αγάπης, (δέκα +1 ποιήματα αριθμημένα με λατινικούς αριθμούς: I ως X +1) και Λιβιδώ, Λίμπιντο, δέκα ποιήματα, εν συνόλω 30+1= 31 ποιήματα.

Αν δεις από περιωπής τα δρώμενα και μπεις στο «πετσί» των «κοφτερών λέξεων» που είναι η «λεπίδα τους άλλοτε γυαλιστερή κάτω από το φως της λογικής κι άλλοτε τόσο βελούδινη μέσα στα συμφραζόμενα ενός ακατάσχετου και λίγο ρετρό ρομαντισμού», διαπιστώνεις πως πίσω από το παραπέτασμα πάνω στη σκηνή αόρατου θεάτρου εκτυλίσσεται μια καθημερινή ανθρώπινη τραγωδία σε τρείς πράξεις επιμερισμένες σε τριάντα επεισόδια με μόνο ένα χορικό «δίκην υστερόγραφου». Συχνά συναντάς αισθησιακές σελίδες και σκηνές μεγαλειώδους πάθους και απείρου κάλλους. Και αλλού αλλάζουν οι όροι στο «παιχνίδι της εξουσίας» του ενός επί του άλλου στην τράπεζα των διαπραγματεύσεως.

Δεν είναι διόλου τυχαίο που, τόσο στην Ελληνική, όσο και στην Ιουδαϊκή θεογονία που είναι και οι πιο οικείες και γνωστές/άγνωστες σε μας, η πέτρα του σκανδάλου είναι γυναίκα και το μέσο εξαπάτησης, το δέλεαρ, είναι ο καρπός δέντρου ή το ίδιο το δέντρο. Στη μια περίπτωση είναι κρυμμένο το τίμημα της εξουσίας (χρυσόμαλλο δέρας), στην άλλη η γνώση (δέντρο της Γνώσεως – του καλού και του κακού κατά μία ερμηνεία) προσφέρεται δελεαστικά. Και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει ένα ερπετό που ενεργεί για λογαριασμό τους: ο όφις στη μία, ό δράκων στην άλλη. Που σημαίνει ότι, για όλο τον ανδρικό πληθυσμό, μέσα σε κάθε γυναίκα κρύβεται η αρχέγονη πανούργα και απατημένη, εξαρτημένη: ή μια εξαπατήσασα Εύα τον Αδάμ με τον καταραμένο όφη διαμεσολαβητή, ή μια εκδικήτρα Μήδεια, το ίδιο κάνει, που εξόντωσε όσους άνδρες στάθηκαν εμπόδιο στα φιλόδοξα σχέδιά της, με τον δράκοντα, εκτελεστικό της όργανο, και τα βότανα. Και με τον τρόπο της, η ποιήτρια το ομολογεί και το επιβεβαιώνει:

«Έχω μία πανάρχαια γιαγιά που κάθε βράδυ
ποντάρει την τιμή μου στα χαρτιά
κι εγώ κρατάω τσίλιες στους αιώνες
έξω από έναν οίκο καθωσπρέπει
παραφυλώντας της ακολασίας το βασιλιά.

Πάνω στην άσπρη μου κοιλιά
θα σχεδιάσω ένα πανάρχαιο δέντρο γενεαλογικό
και το αιδοίο μου θα υποθηκεύσω
μ’ αντάλλαγμα το σπέρμα βίαια ρομαντικών εραστών»

Στίχοι που φέρνουν σιμά τον απόηχο των ανδροφονικών στίχων της πανέμορφης Μυρτιώτισσας, μιας άλλης ερωτικής ποιήτριας, που θεωρώ ότι ταιριάζει κάποιος παραλληλισμός:

«Μέσα μου άγριες νιώθω επιθυμιές,
και τις ερωτευμένες σας καρδιές
πως θα ‘θελα να μπόρεια να μασήσω
με τα λευκά μου δόντια, τα γερά,
σα φρέσκα μυγδαλάκια τραγανά,
και τον αιμάτινο χυμό τους να ρουφήξω!».
(Voluptas)

Έκανα αυτή την αναφορά, γιατί η ποίηση της Δώρας Κασκάλη μ’ έβαλε στον πειρασμό να κοιτάξω από μέσα, κι από τη φόδρα των λέξεων που χτίζουν τους στίχους, και να δω και την ίδια να βγαίνει αλώβητη μέσα από το βιβλίο κι από τους καίριους, έντονους, αλλά καλυμμένους περίτεχνα προβληματισμούς και τις «ανθρωποφαγικές» προθέσεις και διαθέσεις της. Δεν δαγκώνει σάρκες, αλλά τρώει σάρκες αθώα με θωπείες ίσαμε τα επίμαχα μέρη του σώματος του ερωμένου και με τακτ γλείφοντας ηδονικά τα μέλη και το ευχαριστιέται, το απολαμβάνει, διακριτικά ωστόσο. Αλλά και με ίσους όρους προσφέρει το σώμα της χωρίς αναστολές και δισταγμούς, χωρίς «όρους απαγορευτικούς», αλλά συνενοχής:

«Τίμιες συμφωνίες σ’ ένα παιχνίδι
ατιμίας για όρκους έρωτα
που ασελγούν
πάνω στο ανοίκειο σώμα
μαζί»,

όπως ευθύς εξαρχής ευθαρσώς εξηγείται, δοσμένη ολότελα στο βωμό του έρωτα, έστω κι αν δρομολογούνται «εργασίες ενταφιασμού», αφού ομολογεί:

«Πουθενά δεν με ενοικώ.
Παντού
ο χρόνος είναι
εσύ
και η πλησμονή αναβάλλεται»

Ολότελα δοσμένη στο μυστήριο της συνουσίας των σωμάτων είναι η ίδια που απαντάει και στους δύο ρόλους. Το άλλο «μισό» που συμπληρώνει το ερωτικό σύμπλεγμα δεν έχει πρόσωπο ούτε φωνή, έχει κληθεί, ωστόσο, να μπει μέσα στον περι-γε-γραμμένο κύκλο των σωμάτων:

«Έλα να ντυθούμε τα θολά μας
περι γράμματα.
Λεξικοποιούμε τους ρόλους μας
αφού δεν μπορούμε να τους ζήσουμε
με το σώμα μας.
Όταν θα πεθάνουν τα ποιήματα

(…)εσύ, αγάπη μου, δε θα ‘χεις πια ζωή να ζήσεις». (Ο έρως έχει ύπαρξη).

Στη δεύτερη ενότητα, που το δράμα φτάνει στην κορύφωση για να αρχίσει βαθμιαία η αντίστροφη μέτρηση, κυριαρχεί η σιωπή της αγάπης που μεταλλάσσεται και μορφοποιείται σε δέκα χαρακτηριστικές ποιητικές πρόζες /πεζοτράγουδα, δέκα επιστολές καταγγελτικές, ανεπίδοτες ωστόσο, που η ποιήτρια απευθύνει στον έτερο παίκτη. Κατοχυρωμένη πίσω από την απόσταση που τους χωρίζει και εκ του ασφαλούς, χρησιμοποιώντας τον πληθυντικό αριθμό της αποξένωσης και μιλώντας για λογαριασμό κάποιας άλλης, του «ψάλλει τον αναβαλλόμενο» με λέξεις κοφτερές χωρίς φόβο και με πολύ πάθος:

«Μην με ταράζετε, του έγραφε, για να επαναβεβαιώσετε την κυριαρχία σας πάνω μου. Είμαι ένα μετόχι που το πάτησαν οι αυθεντίες του πατέρα, του αδερφού, του κυβερνήτη(…)Πηγαίνετε τώρα για άλλα θηράματα. (…) Εγώ θα ζωστώ τη σιωπή των νεκρών(…)στα μνήματα μιλούν την άρρητη γλώσσα της αλήθειας».

Αλλού τον καθιστά υπεύθυνο για τον ευτελισμό του φύλου και του προορισμού της. Και εξηγείται ωμά: «Κατάντησα το ξεφτέρι μου ταχυδρομικό περιστέρι, κατάργησα τη φύση του και το τερατογέννησα σε οικιακά συμφραζόμενα(…) Οι λέξεις που έσπειρα σαπίσανε σε ξένη γη». Και το τίμημα η έσχατη τιμωρία: «η πηχτή σιωπή και τα’ αδειανά χέρια».

Αλλά η μαχητικότητα, η οργή, το μένος θα μείνουν στα σπαράγματα ανεπίδοτων επιστολών διαμαρτυρίας που γράφει από τα «ερέβη της μοναξιάς» της.

Στα δέκα ποιήματα της Λιβιδώ, συντελείται η διαδικασία παλινόρθωσης βαίνοντας προς την έξοδο. Οι ανεπίδοτες επιστολές με τις καίριες επισημάνσεις και τις εύστοχες βολές, άσχετα αν δεν έφτασαν ποτέ το στόχο τους, βοήθησαν την αιώνια τσαλαπατημένη γυναίκα να βγει από τη σιωπή της αγάπης με δρεπανηφόρα ορμή σ’ ένα δικό της αισθησιακό σύμπαν, να κατακτήσει το ερωτικό αντικείμενο του πόθου, να γευτεί ό, τι της στέρησαν οι αιώνες. Τώρα έχει την ψευδαίσθηση πως είναι εκείνη που ορίζει τους όρους του παιχνιδιού:

«Μην με κοιτάς, απαίτησε
τείνοντάς του τα χείλη της
(…)Και σφάλισε με τα χέρια της
την ηδονή του(…).
Δεν ήξερε πως ο θησαυρός της
ήταν η ίδια σε μια άλλη διάσταση».

Και όλη η περιπέτεια του σώματος και της ψυχής, ο αγώνας στο «Ανταλλακτήριο ηδονών ήταν μια πρόσκαιρη απολαβή αιωνιότητας:

«Μου χάρισες
Αιωνιότητα μιας ώρας».

Αφού από την αρχή της τελευταίας πράξης έδωσε το στίγμα του τέλους:

«’Να με κρατάς’ του είπε φεύγοντας.
‘Όχι, στο σώμα του το είπε
για να τη θυμάται».

Με άλλα λόγια: «Σώμα, θυμήσου πόσο αγαπήθηκες…».

Πρόκειται για ποίηση δυνατή, ατόφια, τολμηρή, εκφρασμένη με λέξεις και φράσεις ασοβάτιστες, προκλητικές, κοφτερές και αθώες, «ανταλλακτήρια ηδονών», που αποδομούν ένα παγιωμένο κοινωνικά σύμπαν αργά, αλλά σταθερά, γλείφοντας και οικοδομούν ένα άλλο, περιγεγραμμένο, ωστόσο ερωτικά / αισθησιακά, ποιητικό σύμπαν χωρίς πλατειασμούς και λοξοδρομήσεις. Μέσα σ’ αυτό το δικό της ποιητικό σύμπαν, τόσο η αρχέγονη, όσο και η σύγχρονη γυναίκα, θύμα ή θύτης, θύμα και θύτης, έχει τον πρωταγωνιστικό ρόλο.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΛΛΗΣ

oanagnostis.gr 14/1/2017

Ανταλλακτήριο ηδονών τιτλοφορεί την πρώτη της ποιητική συλλογή η δόκιμη πεζογράφος Δώρα Κασκάλη. Καθόλου τυχαίο μιας και το βιβλίο της είναι μια ελεγεία για την υπερβατική διάσταση του έρωτα στην ζωή μας. Διαβάζοντας τα ποιήματα της συλλογής διαπιστώνω πως η ποιήτρια εχθρεύεται τον χρόνο. Τον χρόνο που αιχμαλωτίζει το σώμα και το οδηγεί σταδιακά στην φθορά. Η ηδονή είναι ένα μέσο άμυνας. Στο ποίημα Σμίλη ένδον ξεχωρίζει αυτή η πάλη έντονα. Παραθέτω μερικούς στίχους:

Απολαύστε άφοβα την υγρασία των εραστών
που ποτίζει τις ρωγμές της έντιμης ενηλικίωσης

ή πιο κάτω
Πουθενά δεν με ενοικώ.
Παντού
ο χρόνος είναι
εσύ
και η πλησμονή αναβάλλεται.

Με ποιον τρόπο έρχεσαι αντιμέτωπος με την φθορά; Η ποίηση έχει τον δικό της τρόπο να αναιρεί τα χρονοδιαγράμματα. Όπως και ο έρωτας. Αρκεί ένα εσύ, εκεί στην μέση του πουθενά, σαν δέντρο στην έρημο για να προσφέρει ελπίδα πως όσα κερδίσαμε και χάσαμε στην πορεία είναι τα προσωπικά μας εφόδια, είναι αυτά που σχηματίζουν το είναι μας μέσα στο χάος της αοριστίας. Η Κασκάλη έχει πλήρη συναίσθηση της μικρότητάς μας αλλά πιστεύει στον άνθρωπο. Γι΄ αυτό και τα ποιήματά της ερωτικά, σαρκικά, είναι κραυγές ενός ανθρώπου που γνωρίζει ότι θα νικηθεί αλλά μέχρι τότε θα πολεμήσει με ότι έχει και δεν έχει:

Από την μια θηλή κρέμονται δέκα νάνοι,
από την άλλη ρέει πρωτόγαλα αγριμιού,
μια τιάρα μου υπόσχεται παλάτια
και κοφτερές, μεθυστικές βελόνες
με στέλνουν σε ναρκωτικά ταξίδια του χαμού.
Έχω μια πανάρχαια γιαγιά που κάθε βράδυ
ποντάρει την τιμή μου στα χαρτιά
κι εγώ κρατάω τσίλιες στους αιώνες
έξω απ΄ έναν οίκο καθωσπρέπει
παραφυλώντας της ακολασίας τον βασιλιά.
Πάνω στην άσπρη μου κοιλιά
θα σχεδιάσω ένα σπουδαίο δέντρο γενεαλογικό
και το αιδοίο μου θα υποθηκεύσω
μ’ αντάλλαγμα το σπέρμα βίαια ρομαντικών εραστών.

Αυτό το απόσπασμα από το ποίημα Ανατομικές λεπτομέρειες το ζήλεψα. Εδώ ο λυρισμός της ποιήτριας κορυφώνεται, γίνεται ένα με το σώμα, νιώθετε. Οι σουρεαλιστικές εικόνες της ανατρέπουν:

Μην με ταράζετε, του έγραφε, για να επαναβεβαιώσετε την κυριαρχία σας πάνω μου. Είμαι ένα μετόχι που το πάτησαν οι αυθεντίες του πατέρα, του αδερφού, του εργοδότη, του κυβερνήτη. Σας παρέδωσα το πιο ατόφιο κομμάτι μου, το λίγο το δικό μου κι εσείς ζωστήκατε τα πυρομαχικά και το κάνατε πεδίο μάχης.

Να ένα ποίημα που χωρά όλη την υπαρξιακή αγωνία της Γυναίκας που χαρίζει το είναι της σε έναν ανδροκρατούμενο κόσμο για να πάρει ως αντάλλαγμα την βία. Εκείνη που κυοφορεί την ζωή έρχεται αντιμέτωπη με την σκληρή πραγματικότητα. Η Κασκάλη είναι μια ποιήτρια της υπαρξιακής αγωνίας. Μια βιωματική γραφή που σκαλίζει τις αιώνιες πληγές μας και στο τέλος χαρίζει φως στο απόλυτο σκοτάδι. «Αν η ποίηση είναι εξομολόγηση ή επιφώνημα», σύμφωνα με τον Αλέξανδρο Αργυρίου, «ή βιωματική πράξη, ή ανακοίνωση κάθε κατηγορίας, η γνωριμία μας με το έργο του ποιητή μοιάζει με οποιαδήποτε σχέση μας μέσα στη ζωή, που για να δέσει απαιτεί ένα χρόνο συμ-βίωσης». Το Ανταλλακτήριο ηδονών είναι μια μυστική συναλλαγή με το πάθος και το αίσθημα. Με την ίδια την ζωή. Το αίσθημα που μας προσδιορίζει.

Το μαύρο κουτί της μνήμης τους

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ

http://www.diavasame.gr, Ιούλιος 2015

Όσοι πάσχουν από μνήμη σώματος

Αν πάσχεις από μνήμη σώματος, αν μια έσχατη ικμάδα θύμησης κινητοποιεί ακόμη τους πόρους του δέρματος και ο μετρημένος χτύπος κάποιου ανεκπλήρωτου, τώρα και πάντα, θα ορίζει τη σχέση σου με τη ζωή, τότε οι 16 ιστορίες της Δώρας Κασκάλη στο «Μαύρο Κουτί της μνήμης» είναι το βιβλίο της αποτίμησης.

Είναι, όμως, και ένα σινιάλο που στέλνουν τα σώματα –το δικό μας, των άλλων– που διασείει τον χρόνο και τον χώρο, που ξεπερνάει το ξέσπασμα της εμπειρίας και γίνεται λανθάνουσα παρόρμηση, καταπιεστικός μονόλογος, ακρασφαλής έξαψη. Άνθρωποι –γυναίκες και άνδρες– σε ένα μεταίχμιο ηλικίας. Λίγο πριν διαβούν το τελευταίο σύνορο της φθοράς, πριν καν τους τελικούς λογαριασμούς με τη ζωή τους. Άνθρωποι μόνοι, εκτεθειμένοι σε βλέμματα και παλαιούς νυγμούς. Άνθρωποι που οι ερεθισμοί του παρελθόντος δεν τους αφήνουν να… αγιάσουν. Άνθρωποι που επί ματαίω προσπαθούν να ξεφύγουν από τα αναβλύσματα των εαυτών τους. Έρωτες που δεν ήρθαν και έρωτες που χάθηκαν. Ζωές που ξοδεύτηκαν και ζωές που δεν έζησαν. Σώματα που έμαθαν να λυγίζουν και άλλα που πνίγηκαν από το νερό που έμπασε η ζήση τους. Πρόσωπα της διπλανής πόρτας, εμείς υπό συνθήκες, οι άλλοι κάτω από τις δικές τους [συνθήκες], όλοι μαζί με μια στέρηση, με ένα άχτι, με το μαύρο κουτί της μνήμης και του σώματος να καταγράφει τις τελευταίες στιγμές πριν από τη σύγκρουση και την καταστροφή. Ή, μήπως, την παθητική αποδοχή και τη μυστική ευθυγράμμιση πως αυτό είναι που μπορεί κανείς να ζήσει – τούτο ακριβώς είναι το όριο που σου παρέχεται και πέραν τούτου δεν μπορείς να περπατήσεις. Αν το πράξεις, τότε ακριβώς θα πυροδοτηθεί η παραδρομή, το ακραίο, το παράδοξο, το βραχνό ρετάρισμα. Οι ήρωες της Κασκάλη έχουν σώμα που ζητάει δικαίωση. Έχουν σώμα που δεν το γνωρίζουν και όταν φτάνουν στο σημείο να το… ακούσουν, είναι πολύ αργά για να κάνουν να απλώσει τους χυμούς του. Είναι όντα με συγκινησιακές αποστροφές και αισθητές μεταπτώσεις. Μεταβάλλονται δίχως να το καταλαβαίνουν, κάτι μέσα τους τούς τρώει αργά, με αδυσώπητη ακρίβεια. Διότι η ζωή έχει αυτή τη δύναμη της ακρίβειας να ελαττώνει την προσφορά της. Ζεις σαν να μην ζεις. Υπάρχεις σαν η ύπαρξη να είναι μια ασθένεια που δεν επιδέχεται γιατρειά.

Η παράξενη σχέση ενός καθηγητή με μια ξένη καθαρίστρια σε ένα κακόφημο ξενοδοχείο. Μια γυναίκα που μετατρέπει ένα πουκάμισο σε ερωτικό αντικείμενο. Ένας άνδρας που παρενδύεται μόνο και μόνο για να νιώσει την εγγύτητα μιας γυναίκας που ποτέ δεν του προσφέρθηκε πραγματικά. Το αποστεγνωμένο σεξ σε ξενοδοχεία της επαρχίας για επαγγελματίες που αναζητούν μια μικρή έξοδο από την πραγματικότητα. Ένας παράξενος «εφαψίας», μια κάποια Γαλάτεια που στερνά γίνεται συγγραφέας με ψεύτικο όνομα και μέσα από την ακαμψία των λέξεων προσπαθεί να μάθει τον εαυτό της, η βία των δρόμων και οι μετανάστες, ο ψυχαμοιβός που λόγω ανεργίας κρατάει συντροφιά σε ηλικιωμένους, η δύσκολη σχέση μιας γυναίκας με ένα παιδί που δεν είναι δικό της, τυχαίες συναντήσεις καθοριστικής υφής στο τρένο, ξεκαθαρίσματα σχέσεων, ένα πενηντάρικο στον δρόμο που προκαλεί ένα κύμα σκέψεων, που μπορεί να είναι το τίμημα μιας ολόκληρης ζωής.

Δεν ξέρω αν όλες αυτές οι ιστορίες μπορούν να ενταχθούν στη χορεία του παράδοξου. Σίγουρα η Κασκάλη, με την οικονομία που δομεί τις ιστορίες και την απόσταση από την οποία τις καταγράφει, αφήνει τη δυνατότητα για ένα πολλαπλό κοίταγμα. Τα διηγήματα μπορούν να ειδωθούν στο ρεαλιστικό πλαίσιο που τα περιβάλλει (δίχως να τα πνίγει), αλλά και ως εκδοχές μιας άλλης πραγματικότητας. Εντέλει ως ένας σπασμός του σώματος, ως ένα νεφέλωμα της μνήμης, ως μια ματαιότητα που πρέπει να καταγραφεί, ως μια σιωπή που κρατάει μέσα της όλους τους ήχους της παρελθούσας ζωής, καθώς αυτή ετοιμάζεται να αποχωρήσει.

Σε αυτή τη δεύτερη συλλογή διηγημάτων, η Κασκάλη αναδεικνύει την… ανθρωπινότητα (sic) της γραφής της. Δεν γράφει για τους ήρωές της. Γράφει για ανθρώπους λειτουργώντας ως ο διαμεσολαβητής τους. Γίνεται το στόμα, τα χέρια, τα πόδια, οι ανάσες τους. Οι ιστορίες ισορροπούν ανάμεσα στην ατομική ανασφάλεια, στον πονετικό αναστοχασμό, στην αμείωτη αίσθηση του αλλόκοτου και στην αδιάλυτη δριμύτητα που έχει η ζωή των ανθρώπων.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

dimichri65.blogspot 8.7.2015

Η Δώρα Κασκάλη γράφει 16 ιστορίες για ανθρώπους που αντιμετωπίζουν με καβαφική αξιοπρέπεια και στωικότητα (ή με τον ηρωικό μηδενισμό του Καζαντζάκη) την αποτυχία να υπερβούν ό,τι τούς έχει διαμορφώσει. Άντρες και γυναίκες που μοιάζουν θλιβερά ναρκωμένοι από τον πόνο, τη στέρηση -υλική και συναισθηματική- ψάχνουν απεγνωσμένα για ένα άγγιγμα, μια στιγμιαία επαφή των σωμάτων που μπορεί να πυροδοτήσει την ελπίδα, να δώσει μια παράταση ζωής.
Σχεδόν σε όλα τα διηγήματα επαναλαμβάνεται το ίδιο απτικό -θα έλεγα- μοτίβο. Άνθρωποι αχάιδευτοι, αφίλητοι, που εκλιπαρούν για μια απλή επαφή σωμάτων, κι αυτό τους φτάνει -το ελάχιστο που γίνεται μέγιστο και σωτήριο, να ζουν μέσα από τα αποτυπώματα των άλλων. («Ήταν αχάιδευτος, αφίλητος. Παρά τα τόσα σώματα, έπασχε από ανελέητη στέρηση τρυφερότητας»)

Στο «Ηράκλειο-Καλλιθέα» ένα σκουρόχρωμο αγόρι κάθεται δίπλα στη γυναίκα, μέσα στο τρένο, και της πιέζει το δεξί της πόδι με το αριστερό του: «Νιώθει τη θέρμη του κορμιού του, μέσα από το μπατζάκι του, όπως διατρυπά το τζιν και περνάει στο καλσόν της και μετά στο δέρμα, που οργώνεται από ρίγος…»

Στο «Το σώμα θυμάται», ένας καθηγητής-ένοικος ξενοδοχείου-χαμαιτυπείου ανταλλάσσει τρυφερά χάδια με την καμαριέρα: «Όταν τελείωσα, μου έπιασε τα χέρια και με κάθισε πάνω στο μουσταρδί κάλυμμα του κρεβατιού του. Μου έβγαλε τα πλαστικά σαμπό και πήρε σαν μωρά τα ξεπατωμ΄να ποδάρια μου μέσα στα χέρια του. Με τ’ ακροδάχτυλα χάιδεψε τις πατούσες μου σαν παραστρατημένα παιδιά που αλλιώς έδειχναν και αλλιώς κατάντησαν. Ντράπηκα για τους κάλους και τις φαγωμένες φτέρνες, αλλά η ματιά του, ημερεμένη καισ ίγουρη, με κράτησε στη θέση μου, ανήμπορη να πάρω τη λίγη αξιοπρέπειά μου και να φύγω. Τα χέρια του -νλυχια καθαρά και τετραγωνισμένα, παλάμες με δέρμα μεταξένιο- τρέχανε πάνω στις πρησμένες φλέβες μου και με μαλάξεις τεντώνανε τα αιμάτινα σχοινιά απ’ το λίπος. Ύστερα τα δάχτυλα επέστρεφαν και πάλι στις πατούσες, τις κανακεύανε για να ξαναθυμηθούν την ομορφιά και την ξεκούρασή τους». (…) Την τρίτη μέρα, αφού φρόντισε τα πόδια μου, ακούμπησε πάνω στα λιγνά του μπούτια τα χέρια μου, σχεδόν μια ανάσα από τον καβάλο, και άρχισε να χαϊδεύει τις φλεβίτσες που φούσκωναν όλο ζωή και ανυπομονησία κάτω από το ξεραμένο δέρμα της παλάμης».
Το χάδι του ώριμου άντρα αποτελεί την ύψιστη ερωτική πράξη, εκείνη την πράξη που οδηγεί στο να αγαπήσουμε πρώτα απ’ όλα τον ίδιο μας τον εαυτό. «Μα κάποια βράδια που ο Ανέστης παίζει κουμάρι στο καφενείο, κάνω ένα μπάνιο στα σακατεμένα μου κρέατα και μπορώ πια να αγγίζω με στοργή όλα τα κερδισμένα μου παράσημα που εκείνος μου έδειξε πώς να αναγνωρίζω».

Και όταν το ανθρώπινο σώμα απουσιάζει, μπορεί και το υποκαθιστά ένα ρούχο, ένα πουκάμισο, όπως συμβαίνει στο διήγημα «Μικρό ερωτικό» ή ένα ζευγάρι κόκκινες γόβες στο ομώνυμο διήγημα ή η φαντασίωση των σωμάτων που ενώνονται στο «Δωμάτιο 216», όπου ένας μοναχικός άντρας στήνει αφτί στο διπλανό δωμάτιο: «Έχουμε ξεχάσει το χάδι πάνω σε κρέατα σφιχτά, που ριγούν μόλις τα ακουμπήσεις».

Στο «Happy nest» o πρωτοπρόσωπος αφηγητής ζώντας μέσα στη βρόμα ενός διαμερίσματος μοιράζεται τον φόβο του με ένα σαμιαμίδι.

Στο «Εφάπτω» ένας μεσήλικας εφαψίας χωρίς ζωή -στιγματισμένος από τη γυναίκα και τα παιδιά του- δεν τολμά να εξομολογηθεί στον γιατρό του το νέο του πάθος: «Δεν έχει πια εκείνη την ακόρεστη ανάγκη ν’ αγγίζει· σταδιακά ερημώνει από τα ρίγη της η χώρα του βουβώνα του. Μόνο θέλει να πιάνει τις λαβές που χούφτωσαν δροσερά κορίτσια, να κάθεται εκεί που έχυσαν τη θαπλωρή τους σπωματα θαλερά, να ακουμπά χαϊδεύοντας την κουπαστή της σκάλας στο σχολείο· να νιώθει, να διασώζει και ν’ αποταμιεύει από το δέρμα τόσων ανθρώπων που συνεχίζουν να ζουν».

Το «Διάκενο» -από τα πιο δυνατά διηγήματα της συλλογής- αποτελεί μια ωδή στα χέρια (σαφής εδώ η επιρροή του Μιχάλη Γκανά). Μια δασκάλα πιάνου από τη Ρωσία πέφτει θύμα ληστείας από έναν αλλοδαπό: «Τα χέρια της έχουν τη δική τους ζωή -ίσως τη μόνη ζωή στα δυόμισι μέτρα κάτω από την άσφαλτο. Τα κανακεύει γιατί είναι οι κουβαλητές της, το εργαλείο της, η παρηγοριά της». (…) «Δεν ξέρει πια πώς να βολέψει αυτά τα προδομένα χέρια. Τ’ αφήνει να κρέμονται άχαρα, με τα κρεατένια ξέφτια τους σε κοινή θέα». (…) «Εκείνη φταίει κι όχι το σκούρο χέρι, αυτό το αρπακτικό και πεινασμένο χέρι που γεννήθηκε σε άλλες πατρίδες και τώρα στις νέες ξέχασε πώς ν’ αγαπά».

Στο «Project ψυχαμοιβός» πρωταγωνιστεί ένας 30χρονος άνεργος με διδακτορικές σπουδές στην Αγγλία, ο οποίος επαναπατρίζεται τα χρόνια της κρίσης, που ακυρώνει οντολογικά (όχι μόνο εργασιακά) τους ανθρώπους. Προσωρινό αποκούμπι του -ύστερα από παρότρυνση της μητέρας του- η συντροφιά που κρατά στους ηλικιωμένους τροφίμους ενός γηροκομείου. Η άφατη αποδοχή του κυρ Ηλία θα λειτουργήσει σωτήρια σε μια περίοδο που οι κρίσεις ταυτότητας για τον νεαρό άνδρα υπήρξαν ανελέητες. Όταν ο γέρος μια μέρα -έτσι ξαφνικά- έφυγε από τη ζωή, του αφήνει ενθύμιο το κομπολόι του: «Χάιδεψα αυτό το ιδιότυπο ρολόι και το έβαλα στην τσέπη μου και αργότερα, στο δωμάτιό μου, στο κουτί όπου κάποτε αναπαυόταν το καλό μου πουκάμισο – το ‘χα φορέσει σε όλες τις ορκωμοσίες μου».

Το «Ξεκαθάρισμα» -ίσως, κατά τη γνώμη μου, το εμβληματικότερο διήγημα της συλλογής- πρόκειται για το τέλος μιας σχέσης. Ένας άνεργος άντρας που το σώμα του γίνεται «ένα» με τον καναπέ, δεν έχει λόγο ύπαρξης στο σπίτι όπου έζησε δέκα χρόνια από τη ζωή του. Με τρόπο υπαινικτικό, με ελάχιστες λέξεις και ακόμα λιγότερα εκφραστικά μέσα, η Κασκάλη ανατέμνει το σώμα των ανθρώπινων σχέσεων την εποχή που οι ανθρώπινες αξίες γίνονται βορά στον Μολώχ της επιβίωσης με κάθε κόστος: «Ξαπλώθηκε στο κρεβάτι τους και τυλίχτηκε μέχρι τη μύτη με το πάπλωμα. Ακόμα και μέσα στο σκοτάδι μπορούσε να χαρτογραφήσει το λεκέ στο εσωτερικό του κεντρικού λαχουριού, μια κηλίδα εμετού από την πρώτη της φρουτόκρεμα, ή να ψηλαφήσει το ανάγλυφο των κάθε λογής αλοιφών της καθημερινής υγιεινής της που είχαν σχεδόν ασβεστοποιηθεί πάνω στο ντεσέν, το οποίο πήρε να ξεθωριάζει από την κακοπέραση».

Παρομοίως, στο «Αστραφτερό λευκό» μια γυναίκα αποφασίζει να εγκλειστεί μέχρι τέλους στη λιλιπούτεια τουαλέτα του σπιτιού της, σφηνωμένη στη λεκάνη, επιλέγοντας η ίδια τον τάφο της: «Σε μερικά χρόνια τα μαλλιά μου θα γίνουν ξύλο, το δέρμα μου γυαλί, τα μάτια θα χάσουν το γαλανό τους χρώμα και θα γίνουν ένα με το λευκό. Τότε να δω πώς θα με ξεχωρίσουν. Να ξεθεμελιώσουν όλο το σπίτι; Θα του πω: Είναι δικαίωμά μου, κύριοι, να θέλω να ζήσω και να τελειώσω τη ζωή μου στον τάφο που θα επιλέξω. Εϊναι συνταγματικό μου δικαίωμα».

Στην «Άμωμο θυσία» διαβάζουμε την κατάθεση ενός 40χρονου συζυγοκτόνου που καταδικάσηκε στο χειρότερο μαρτύριο, να ζήσει με μια «απείραχτη» γυναίκα. Η έλλειψη αγάπης, η αδυναμία ένωσης των σωμάτων γεννά μίσος και αποκτηνώνει: «Όλα είναι καθαρά τώρα, το κορμί μου, τα ρούχα μου. Μόνο τα ακροδάχτυλά μου παραμένουν μελανιασμένα -τ’ αποτυπώματά μου θα συνοδεύουν μαζί με τη φωτογραφία μου το «το ατομικό φύλλο εγκληματικότητας»-, αλλά ένα καλό πλύσιμο με οινόπνευμα θα τα κάνει πάλι ανθρώπινα».

Αξιανάγνωστο είναι και το διήγημα με τίτλο «Liridona ή Γαλήνη», η ιστορία μιας Αλβανίδας μετανάστριας στην Ελλάδα που γηροκομεί με περισσή υπομονή τον πεθερό της. Με τρόπο θεατρικό (όπως στα περισσότερα άλλωστε διηγήματα) παρακολουθούμε την πορεία δύο τραγικών υπάρξεων που βουλιάζουν στην ανέχεια και την αμοιβαία αντιπάθεια και την ίδια στιγμή ο ένας εξαρτάται από τον άλλο. Ένας γέρος με κατεστραμμένα νεφρά που πεισματικά αρνείται να πεθάνει, γαντζωμένος από τη νύφη του. Στο τέλος, η ηρωίδα αποφασίζει να κρατήσει αλώβητη την ταυτότητά της, αντιμετωπίζοντας με αξιοπρέπεια την υποταγή της: «Πέρασαν τα τελευταία διόδια και προχωρούν μέσα στο καυτό απόγευμα. Γαλήνη· γαλήνη για τους πονεμένους αυτού του κόσμου με εξακόσια ευρώ, ένα δωμάτιο, τρία γεύματα ημερησίως. Καλύτερα έτσι. Γαλήνη. Ποιο αφεντικό θέλει έναν άνθρωπο που ποθεί την ελευθερία;»

Τέλος, θα ήθελα να σταθώ στο διήγημα «Μια κάποια Γαλάτεια», το πιο αυτοαναφορικό της συλλογής, καθώς η πρωταγωνίστρια, η Άννα, είναι η persona της συγγραφέως. Μια 65χρονη γυναίκα που βρίσκει καταφύγιο και παραμυθία στη σύνθεση μικρών ιστοριών, την αξία των οποίων αγνοεί, μέχρι που η Ανθή, η 20χρονη φοιτήτρια νοικάρισσά της, τις διαβάζει τυχαία και επιμελείται την έκδοσή τους: «Τα μόνα τίμια ήταν τα κείμενά της, έτσι όπως μιλούσαν στον κάθε αναγνώστη τους, χωρίς περιττά στολίδια, χωρίς φανφάρες του δημιουργού τους σε περιοδικά του συρμού, χωρίς σαματά για τη λογοτεχνική ή μη αξία τους». Η Γαλάτεια (το προσωπείο της Άννας) γράφει για να ξορκίσει τον φόβο του θανάτου: «Η αγωνία της για τον θάνατο μεγάλωνε μαζί με τα χρόνια της. Κι αυτή την αγωνία προσπαθούσε να ξορκίσει με μια βαθιά ειρωνική γλώσσα».

Όσον αφορά τους εκφραστικούς τρόπους της Κασκάλη (και έχοντας διαβάσει τα «Κάτω» και «Στο τρένο») πιστεύω πως η συστηματική ενασχόλησή της με την ποίηση τής επιτρέπει να σκάψει βαθύτερα στα γλωσσικά κοιτάσματα και να ακονίσει την πένα της. Οι στίχοι του Άρη Αλεξάνδρου (Όπως αργεί τ’ ατσάλι να γίνει κοφτερό και χρήσιμο μαχαίρι / έτσι αργούν κ’ οι λέξεις ν’ ακονιστούν σε λόγο. …) βρίσκουν απόλυτη εφαρμογή στην περίπτωση της Κασκάλη: «Τον είδε -πλάτη παρένθεση μιας παλιάς σκολίωσης- να κάθεται στον καναπέ. Να σηκωθεί; Να μείνει; Φαινόταν να παρακολουθεί μια εκπομπή για τα αποδημητικά πτηνά, χωρίς ήχο. Σπίτι που στάζει σιωπή».

Κλείνοντας, θα πρόσθετα επιγραμματικά πως τα διηγήματα της Κασκάλη (αντιγράφοντας από τη σελ. 61 του ίδιου του βιβλίου τα σχόλια ενός καθηγητή για τις ιστορίες της Γαλάτειας) είναι διηγήματα ωριμότητας από ένα αστραφτερό πνεύμα που τολμά χωρίς γλωσσικούς, υφολογικούς και πραγματολογικούς συμβιβασμούς.

Συνέντευξη

Κυρία Κασκάλη, συστήστε μας με λίγα λόγια το νέο σας βιβλίο.

«Το μαύρο κουτί της μνήμης τους» είναι η δεύτερη συλλογή διηγημάτων μου, η οποία εκδίδεται πέντε χρόνια μετά την πρώτη, με τίτλο «Στο τρένο» (εκδόσεις Γαβριηλίδης). Η συνεργασία με τον εκδότη μου, Αλέξανδρο Μανωλάκη υπήρξε υποδειγματική και είναι χαρά και τιμή για μένα που επέλεξαν να εκδώσουν το βιβλίο μου σε τόσο δύσκολους καιρούς. Πρόκειται για δεκαέξι διηγήματα που γράφτηκαν τα τελευταία πέντε χρόνια και βγήκαν στο φως μετά από ένα επίπονο αλλά και γόνιμο διάστημα διαρκών διορθώσεων και αναθεωρήσεων. Λειτουργώ ως δημιουργός, αλλά και ως επιμελήτρια στα κείμενά μου και αυτό συχνά με εξαντλεί, με αποτέλεσμα η έκδοση να είναι μια πράξη και έκθεσης αλλά και λύτρωσης.

Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σας Έλληνες και ξένοι συγγραφείς και πώς επηρέασαν το έργο σας;

Αντλώ από την ελληνική παράδοση, με την οποία ήρθα σε πιο στενή επαφή και επιστημονικά λόγω των σπουδών μου, αλλά από παιδί διάβαζα και ρώσους, αμερικανούς, γάλλους συγγραφείς, όποιο βιβλίο μπορούσα να αγοράσω με το πενιχρό μου χαρτζιλίκι ή οτιδήποτε μου τραβούσε την προσοχή στις δημοτικές βιβλιοθήκες που σύχναζα. Γεώργιος Βιζυηνός, Κωνσταντίνος Θεοτόκης, Μιχαήλ Μητσάκης, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Δημοσθένης Βουτυράς, Γιώργος Ιωάννου, Μάριος Χάκκας, Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος, αλλά και Τσέχωφ, Κάρβερ, Τσίβερ με γοήτευσαν από τους διηγηματογράφους και με κάποιον μυστικό τρόπο μου δώσανε τα εργαλεία για τη μελλοντική μου ενασχόληση με το είδος. Αλλά τελικά είμαστε, όλοι όσοι γράφουμε, ένα αμάλγαμα όλων των διαβασμάτων μας, των ταινιών που έχουμε δει, των έργων τέχνης που μας καθήλωσαν. Η τέχνη σε κάθε της μορφή έχει συνέχεια.

Ποίηση ή πεζογραφία; (ποια τελικά θα σας κερδίσει;)

Το 2014 κυκλοφόρησε από τις ωραίες εκδόσεις Σαιξπηρικόν της Θεσσαλονίκης η πρώτη μου ποιητική συλλογή με τίτλο «Ανταλλακτήριο ηδονών». Ήταν ένα μεγάλο στοίχημα για μένα η υποδοχή της από τους αναγνώστες. Έκτοτε συνεχίζω να γράφω ποίηση, έχω σχεδόν έτοιμη μία δεύτερη ποιητική συλλογή που μάλλον θα αργήσει να βγει στο φως γιατί θα κριθεί από την επιβίωσή της μέσα στο μνημονικό συρτάρι. Αν και πρόκειται για έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο οργάνωσης του λόγου, η ακραία συμπύκνωση της ποίησης, η οικονομία της, η αξία της κάθε λέξης μού δίδαξαν πολλά και για τη συγγραφή των διηγημάτων μου και σε κάποιο βαθμό άλλαξαν και τους εκφραστικούς μου τρόπους. Εξάλλου για μένα το διήγημα είναι η ποίηση του πεζού.

Τον τίτλο τον διαλέξατε η ίδια ή ο εκδότης σας;

Ο αρχικός τίτλος της συλλογής μου ήταν «Παροπλισμένοι». Ωστόσο, μετά από συζητήσεις με τον εκδότη μου καταλήξαμε ότι ένας τέτοιος, αρκετά περιοριστικός τίτλος έδινε συγκεκριμένη ερμηνεία και αδικούσε την ευρύτερη θεματική των διηγημάτων μου. Έτσι λοιπόν, έπεσαν στο τραπέζι διάφορες ιδέες. Μεταξύ αυτών και ο συγκεκριμένος τίτλος που προήλθε από αποδελτίωση κάποιων στίχων και εκφράσεων από το «Ανταλλακτήριο ηδονών», την οποία έκανε με ιδιαίτερη προσοχή, αγάπη και επιμέλεια ο Αλέξανδρος Μανωλάκης. Ο τίτλος, με άλλα λόγια, δεν είναι παρά ένα αντιδάνειο από το δικό μου έργο και μια απόδειξη ακόμη ότι η ποίηση αιμοδοτεί το πεζό.

Ποια είναι τα συστατικά για ένα επιτυχημένο λογοτεχνικά βιβλίο; Η διαφήμιση και η προβολή παίζουν ρόλο;

Για μένα το επιτυχημένο βιβλίο είναι εκείνο που θα συναντήσει τους αναγνώστες. Σίγουρα οι κριτικές, η έμμεση διαφήμιση από ομότεχνους, αλλά και η άμεση προβολή του σε τύπο και διαδικτυακούς τόπους είναι η οδός για να γίνει γνωστό ένα έργο. Στην Ελλάδα των λίγων, αναλογικά με άλλες χώρες, αναγνωστών η προώθηση κάθε καλού βιβλίου ανοίγει τον δρόμο και σε άλλους συγγραφείς. Δείτε τι γίνεται τα τελευταία χρόνια με την άνθιση του διηγήματος, ειδικά μετά το «Κάτι θα γίνει να δεις» του Χρήστου Οικονόμου. Σε μια πενταετία εμφανίστηκαν νέοι δημιουργοί που διακονούν με αξιώσεις το είδος, και επιτυγχάνουν αναγνώριση από τους κριτικούς και το κοινό.

Διαβάζετε τις κριτικές για τα βιβλία σας; Σας επηρεάζουν στο επόμενο βιβλίο;

Διαβάζω τις κριτικές. Πολλές φορές με βοηθούν να κατανοήσω τον τρόπο που οι άλλοι, πιο έμπειροι και με θεωρητικά εργαλεία, διαβάζουν και κατανοούν τα βιβλία μου. Τις επεξεργάζομαι και ίσως με κάποιον τρόπο και όταν προέρχονται από ανθρώπους που η γνώμη τους βαραίνει μέσα μου, νομίζω ότι με βοηθούν να θεραπεύσω κάποια λάθη, εμμονές ή αδυναμίες.

Ζητάτε τη γνώμη ανθρώπων που εμπιστεύεστε για τα κείμενά σας, πριν εκδοθούν;

Έχω κάποιους ομότεχνους, ποιητές και πεζογράφους, με τους οποίους υπάρχει μια σχέση αγάπης ή μια πνευματική συγγένεια. Βασίζομαι στο βλέμμα τους, η κριτική τους με προφυλάσσει κάποιες φορές, ενώ ο καλός λόγος είναι ένα νεύμα για να συνεχίσω την προσπάθεια, ειδικά όταν με πιάνει ο αρνητισμός μου για καθετί που γράφω.

Ποια είναι, για σας, τα συστατικά ενός καλού διηγήματος;

Εκτός από τις τεχνικές αφήγησης που μετατρέπουν μια απλή ιστορία σε διήγημα, τις οποίες μπορεί να βρει κάποιος σε ορισμένα εγχειρίδια ή να διδαχθεί σε κάποιο σεμινάριο ή μελετώντας τους μεγάλους διηγηματογράφους που είναι και οι πρώτοι μας και ίσως οι μόνοι μας δάσκαλοι, νομίζω ότι το προσωπικό ύφος, ο χειρισμός του λόγου έχουν σημασία λόγω της συντομίας της έκτασής τους. Στο διήγημα καμία λέξη δεν περισσεύει. Τα πρόσωπα αγωνίζονται για να υπάρξουν στην αναγνωστική μνήμη, μέσα από καλοδουλεμένες λεπτομέρειες, από την ακραία αφαίρεση, από την απουσία. Ένα μαστορικό διήγημα μπορεί να είναι πιο καίριο από ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα.

Αν θέλατε να ξεχωρίσετε έναν ήρωα από το βιβλίο σας, ποιος/ποια θα ήταν αυτός/ή;

Όπως η μάνα δεν μπορεί να ξεχωρίσει τα παιδιά της, έτσι κι εγώ αδυνατώ να ξεχωρίσω κάποιον από τους δεκαέξι και πλέον ήρωές μου. Τους αγαπώ το ίδιο, αναμετρήθηκα με καθέναν απ’ αυτούς, αγωνίστηκα να τους δώσω ένα πρόσωπο, να τους εντάξω σε ένα αφηγηματικό πλαίσιο. Τώρα τους αποχωρίζομαι με την ίδια συντριβή, αλλά και αποδοχή όλους, καθώς θα γίνουν πια κτήματα του κάθε επόμενου αναγνώστη τους.

Ποιος λογοτεχνικός ήρωας σάς έχει σημαδέψει;

Η Αριάγνη από το ομώνυμο μυθιστόρημα του Τσίρκα. Η Μαντάμ Μποβαρί. Αλλά και η Ιφιγένεια, η Ελένη, η Μήδεια. Τυχαίο που είναι όλες γυναίκες;

Η συγκυρία που ζούμε τα τελευταία χρόνια κατά πόσο έχει επηρεάσει τον συγγραφικό σας ορίζοντα;

Οι συγγραφείς δεν ζουν, οι περισσότεροι τουλάχιστον, στο εργαστήρι τους, αποκομμένοι από την κοινωνία. Γράφω, αλλά και παράλληλα εργάζομαι σε μία απαιτητική πρωινή δουλειά, μεγαλώνω τα παιδιά μου, υπάρχω σε μια ιστορική συγκυρία που διαμορφώνει τον τρόπο που προσεγγίζω τα θέματά μου. Βέβαια είναι μεγάλος ο κίνδυνος σε μια τέτοια κρίσιμη καμπή να μιλήσει κανείς για την κρίση (ήδη αρχίζει και επιβάλλεται ένας αρκετά πρώιμος – και ίσως αυθαίρετος – όρος «Λογοτεχνία της κρίσης») με όρους δημοσιογραφικούς, κοινωνιολογικούς, παρασυρμένος από το θυμικό, τις δυσκολίες του, αλλά και την επιθυμία της εκδοτικής πιάτσας να πιάσει το αναγνωστικό αίτημα της εποχής. Προσπαθώ να τα φιλτράρω όλα αυτά στον λόγο μου, δεν τα καταφέρνω πάντα, αλλά θεωρώ ότι σε ένα μεγάλο βαθμό περνούμε ως χώρα και ως κοινωνία μια κρίση υπαρξιακή και ως τέτοια τη βιώνουν και οι δημιουργοί, ο καθένας όπως μπορεί. Θα δυσκολέψουν τα πράγματα περισσότερο. Οι αναγνώστες δεν θα μπορούν να αγοράσουν βιβλία, ίσως θα πρέπει να στραφούμε εκ νέου στις δανειστικές βιβλιοθήκες, οι εκδότες πιθανόν θα εκδίδουν λιγότερα βιβλία και με κριτήρια, ίσως, καθαρά εμπορικά. Αλλά σίγουρα είναι μια εποχή που γεννά, που κινητοποιεί πνευματικά και νομίζω ότι θα μας δώσει σπουδαία έργα.

ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΠΕΡΑΝΤΩΝΑΚΗΣ

http://www.bookpress.gr, 22.9.2015

Βαθιά, ρευστά κι αμίλητα

Μπορεί ο κριτικός λόγος να αποδώσει το συναίσθημα που εκπέμπει η λογοτεχνία, χρησιμοποιώντας θεωρητικά μοντέλα ή γλωσσικά κάτοπτρα; Συνηθίσαμε να αποδίδουμε την αξία ενός βιβλίου με έλλογες σκέψεις και με λογοκρατούμενους συλλογισμούς, χωρίς να καλλιεργούμε τις δυνατότητες που θα έπρεπε να έχουμε ώστε να εξηγήσουμε τι είναι αυτό που σε ένα μυθιστόρημα ή σε μια συλλογή διηγημάτων κερδίζει συναισθηματικά τον αναγνώστη (δες τα πειστικά επιχειρήματα της Martha Nussbaum στο Έρωτος γνώση). Κι αυτό συμβαίνει γιατί από τον φόβο μας να μην ξεπέσουμε σε μια μελοδραματική καταγραφή, σε μια συγκινησιακή ταύτιση με τους ήρωες, σε μια εμπειρική συμμετοχή, αλλά και από τη λογοκρατία της εποχής μας, αποφύγαμε την ουσία της λογοτεχνίας που είναι -μεταξύ άλλων- η ψυχική επαφή, η ατμόσφαιρα, το κλίμα, το φορτίο με το οποίο φορτίζει τον αποδέκτη της.
Η Δώρα Κασκάλη το πετυχαίνει αυτό με δύο αλληλοσυνδεόμενους τρόπους. Από τη μία, η ποιητικότητα της γραφής μεταφέρει το βλέμμα από το έξω στο μέσα, από τη δράση στη δραματικότητα, αγγίζει τα πράγματα, τις κινήσεις, τα πρόσωπα και τα ξαναντύνει με το αισθαντικότερο ρούχο τους. Η συγγραφέας αγκαλιάζει τη γλώσσα με ερωτική διάθεση κι έτσι αποδίδει ό,τι ίσως δεν μπορεί να ειπωθεί με μια άλλη τετριμμένη γλώσσα. Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι γλωσσικά αιθεροβάμων, αφού έντεχνα προσκολλά στο κύριο σώμα της αφήγησης νατουραλιστικές περιγραφές, ωμές λέξεις και σαραβαλιασμένα σχήματα, που προσγειώνουν ό,τι φάνηκε να αιωρείται. Οι ιστορίες της δεν στερούνται την αφηγηματικότητά τους, αλλά την ενισχύουν με το κατάλληλο ύφος.

Κι αυτό το ύφος έρχεται να συνοδεύσει –να αναδείξει και να εξηγήσει– τα απωθημένα των γυναικών ή των ανδρών που πρωταγωνιστούν στα διηγήματα της λογοτέχνιδας. Καθένας από αυτούς κουβαλάνε ένα τεράστιο κενό, μια στέρηση που αφορά κυρίως τον ερωτικό τομέα, κενό το οποίο κρυφοκοιτάζουν να το καλύψουν με λαθραίες κινήσεις και μισοκρυμμένες ματιές (δείτε ενδεικτικά «Το σώμα θυμάται»). Καταλαβαίνουν όμως σχεδόν εξαρχής ότι είναι μάταιο, αφού η ζωή δεν επιτρέπει τις μεγάλες επαναστάσεις και τα ριψοκίνδυνα ταξίδια, κι έτσι μένουν συγκρατημένοι με το χέρι στο χειρόφρενο. Ακόμα κι όποιοι πραγματοποίησαν τα άδηλα όνειρά τους, ανακάλυψαν ότι ο κόσμος δεν τους χωράει, όπως συνέβη με τη γηραιά κυρία που εκούσα άκουσα εξέδωσε τις ιστορίες των τετραδίων της, αλλά μετά έχασε κάθε διάθεση για συγγραφή («Μια κάποια Γαλάτεια»).

Πολλά από τα διηγήματα της πεζογράφου δείχνουν ακριβώς αυτή την αδυναμία ή την υποκρισία του ατόμου να συμφιλιώσει την εσωτερική με την εξωτερική πραγματικότητα. Τα απωθημένα που σκιαγραφούνται είναι το ασύμπτωτο πεδίο ανάμεσα στα θέλω και στα πρέπει, στα μπορώ και στα δεν μπορώ. Κάθε μονόλογος ξεδιπλώνει αυτή την εσωτερική τραγωδία, που διχάζει τους δύο εαυτούς, από τους οποίους ο ένας καταπιέζει τον άλλο κι ο δεύτερος επιχειρεί να πάρει εκδίκηση. Ψυχαναλυτικά έχουμε το Εκείνο που κάνει υπομονή κάτω από την κυριαρχία του κοινωνικού Εγώ, ένα Εκείνο που τελικά δεν αντέχει και ξεσπά ποικιλοτρόπως, καταστροφικά ή αυτοκαταστροφικά, τις περισσότερες φορές μάταια και αναποτελεσματικά.

Άλλη μια συλλογή διηγημάτων που αποδεικνύει ότι οι ελληνικές πένες ξέρουν να χειρίζονται τη μικρή φόρμα. Κι η Δώρα Κασκάλη δείχνει πόσο της ταιριάζει η συμπύκνωση που δεν ζητάει την έκταση, αλλά διατηρεί το συναισθηματικό της φορτίο όσο συμπιέζεται σαν ελατήριο στο μικρό κουτάκι της.

ΚΩΣΤΑΣ ΣΤΟΦΟΡΟΣ

Ηλεκτρικές αναγνώσεις, «Δρόμος της Αριστεράς», 26.9.2015

Η μνήμη ξεκινά από το σώμα. Κι έτσι ξεκινά και το βιβλίο με το διήγημα Το σώμα θυμάται. Μια ρημαγμένη καθαρίστρια κι ένας καθηγητής, σε ένα ξενοδοχείο «πρόχειρων ερώτων» θα ζήσουν μια εμπειρία που θα αλλάξει τον τρόπο που βλέπουν τον εαυτό τους. Ακόμη κι αν δεν αλλάξει τη ζωή τους.
Στις Κόκκινες Γόβες ο έρωτας οδηγεί στην παρένδυση. Κι όταν έρχεται η «νίκη», η «κατάκτηση», ο «γάμος» τίποτα δεν έχει τη γεύση που ονειρευόταν ο ήρωας της ιστορίας…
Στο Εφάπτω η ζωή του ήρωα καταστρέφεται από το πάθος του να αγγίζει άγνωστες.
Ένα πουκάμισο θα γίνει ερωτικό αντικείμενο, για να ξεφτίσει πολύ γρήγορα. Μια ηλικιωμένη γυναίκα θα γίνει διάσημη συγγραφέας πίσω από ένα ψευδώνυμο. Η διασημότητα θα τελειώσει και τη συγγραφή.
Οι ήρωες μοναχικοί, έρμαια συχνά των καταστάσεων, μέσα στα αδιέξοδα μιας ρημαγμένης χώρας. Η συγγραφέας κρατάει απόσταση αλλά διατηρεί την τρυφερότητα και την ανοχή της απέναντι στα όσα οδηγούν τα βάσανα των ανθρώπων. Αυτών που περνάνε καθημερινά δίπλα μας και τους προσπερνάμε αδιάφορα…

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΠΑΚΟΝΙΚΑ

Fractal, Δεκέμβριος 2015

Η οικονομική δυσπραγία και ο Έρωτας

Οι σχέσεις των δύο φύλων, η οικονομική κρίση, οι μετανάστες, ο έρωτας, η σεξουαλικότητα, η λαγνεία, τα προβλήματα του γάμου και γενικά της ενδοοικογενειακής επικοινωνίας, είναι οι κύριοι θεματικοί άξονες στην καινούργια συλλογή διηγημάτων της Δώρας Κασκάλη. Παρουσιάζει μια διεισδυτική, ρεαλιστική ακτινογραφία της δύσκολης πραγματικότητας της εποχής μας, εστιάζοντας λιγότερο σε αστούς και πολύ περισσότερο σε λαϊκά, μικροαστικά ή και περιθωριακά στρώματα της κοινωνίας.

Η οικονομική κρίση κτυπάει ακόμη πιο σκληρά τις γυναίκες των μικροαστών- που εντέλει καταλήγουν να ανήκουν σε φτωχές, ξεπεσμένες πλέον τάξεις. Αναγκαστικά, είτε επειδή οι άνδρες τους είναι ανάξιοι είτε επειδή μένουν άνεργοι, δεν έχουν άλλη διέξοδο παρά να δουλεύουν για ένα πενιχρό μεροκάματο ως καθαρίστριες σε σκάλες, σπίτια, παρακμιακά ξενοδοχεία που λειτουργούν κι ως παράνομα πορνεία. Παράλληλα επωμίζονται τη δουλειά και τα καθήκοντα για το σπίτι και τα παιδιά τους, έχοντας να αντιμετωπίσουν την αδιαφορία ή και βαναυσότητα του άνδρα-αφέντη. Ουσιαστικά είναι στερημένες από στοργή, τρυφερότητα, ερωτική ζωή, και είναι απορίας άξιο πώς κατορθώνουν να αντέχουν σε ένα τέτοιο σφυροκόπημα αντίξοων συνθηκών. Όμως δεν λείπουν και οι ακραίες καταστάσεις, όπως στο συγκλονιστικό διήγημα «Αστραφτερό λευκό», όπου η πρωταγωνίστρια απαυδισμένη από τις αναίσχυντες απιστίες του άνδρα της να φέρνει και να συνευρίσκεται με τις φιλενάδες του μέσα στο ίδιο τους το σπίτι, διαλέγει να αποσυρθεί και να πεθάνει γριά, ολομόναχη, ανήμπορη, σχεδόν αποτρελαμένη σε ένα απόμερο καμπινέ. Εξίσου μοναδικό σε σύλληψη, περιεχόμενο, ένταση κι ομορφιά είναι το πρώτο διήγημα του βιβλίου με τον τίτλο «Το σώμα θυμάται». Εδώ η Κασκάλη μας δίνει ένα μοναδικό διαμάντι γραφής, που άμεσα μας κυριεύει με τη μαγεία του. Η πρωταγωνίστρια, από έφηβη στο μεροκάματο, και τώρα ώριμη στην ηλικία κι ούτε ιδιαίτερα όμορφη, παντρεμένη με έναν άνδρα τύραννο, βιώνει για πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή της τον γνήσιο, ηδυπαθή και πλούσιο σε συναισθήματα έρωτα με έναν καθηγητή, που νοικιάζει με το μήνα δωμάτιο στο ξενοδοχείο, όπου εκείνη εργάζεται ως καθαρίστρια.
Στερημένες από έρωτα είναι οι περισσότερες πρωταγωνίστριες των διηγημάτων, είτε είναι παντρεμένες είτε ανύπαντρες. Εκείνο που μας εντυπωσιάζει στο βιβλίο είναι η απροκάλυπτη τολμηρότητα της Κασκάλη να αποκαλύψει τις σωματικές, σεξουαλικές ανάγκες των στερημένων αυτών γυναικών, που νιώθοντας ότι εφόσον συναισθηματικά στον έρωτα δεν βρίσκουν ανταπόκριση, ρίχνονται χωρίς αναστολές σε μια περιπέτεια τουλάχιστον για να ικανοποιήσουν τις επιτακτικές ανάγκες των λάγνων ορμών τους. Όμως δεν είναι μόνο η στέρηση, το ερωτικό ένστικτο υφίσταται επιπλέον και καταπίεση. Ο άνδρας ως τύραννος απαγορεύει στη γυναίκα του θα ξεδίνει διαβάζοντας βιβλία ροζ ερωτικών ιστοριών- τα λεγόμενα άρλεκιν-καίγοντας κι εξαφανίζοντας κάθε ίχνος τους για να μην «παίρνει αέρα το μυαλό της» με τέτοιες «φυλλάδες». Επίσης ο υποκριτικός και σεμνότυφος κοινωνικός περίγυρος εξίσου καταπιέζει και ασκεί φρένο στην απελευθερωμένη έκφραση του ερωτισμού. Η γυναίκα- συγγραφέας στο διήγημα «Μια κάποια Γαλάτεια» κυκλοφορεί με ψευδώνυμο τα ερωτικά διηγήματά της, από φόβο και πανικό μήπως τυχόν αποκαλυφθεί κι επομένως γίνει απόβλητη από τον κοινωνικό κύκλο της. Κακότυχες, βασανισμένες είναι κι όσες γυναίκες επωμίζονται την περίθαλψη γερόντων ανίατα άρρωστων, που όχι μόνο είναι αχάριστοι, αλλά σαδιστικά σχεδόν τις ταλαιπωρούν με κάθε τρόπο και επιπλέον οδηγούν στην οικονομική εξαθλίωση της οικογένειας με τα έξοδα για την αρρώστια τους. Τέτοιες καταστάσεις είναι ιδιαίτερα επώδυνες σε οικογένειες μεταναστών, καθώς η μιζέρια κι αποξένωση μέσα στην οικογένεια συμβαδίζει και με την απομόνωσή τους σε μια επιφυλακτική και κλειστή γι αυτούς κοινωνία.

Η Κασκάλη δεν τρέφει ψευδαισθήσεις ότι οι πατριαρχικές δομές επιμένουν, ισχύουν, διαμορφώνουν, κι αυτό είναι το στενό πλαίσιο μέσα στο οποίο τα γυναικεία πρόσωπα του βιβλίου επιλέγουν τη στάση και τις πράξεις τους, ώστε να σώζουν όσο μπορούν τη θέλησή τους για ελευθερία και ουσιαστική ζωή. Παρατηρούμε ότι αυτό εκδηλώνεται ακόμη και στις πιο παραμελημένες γυναίκες με την πιο άθλια μοίρα που τους επιφυλάσσει το περιβάλλον τους. Βέβαια, σε κάποια από τα διηγήματα η γυναίκα προβάλλει πολύ πιο δυναμική από τον άνδρα και είναι αυτή που λύνει και δένει, παίρνοντας τις τελικές αποφάσεις, όπως η διάλυση του γάμου στο διήγημα «Το ξεκαθάρισμα».

Ασφαλώς στο βιβλίο πρωταγωνιστούν και ανδρικά πρόσωπα είτε σε σχέση με εξωσυζυγικές, εφήμερες ερωτικές συνευρέσεις είτε με το ακριβώς αντίθετο, όπως η ολοκληρωτική αφοσίωση και λατρεία τους για γυναίκες που παράφορα ερωτεύτηκαν. Σε αυτή τη δεύτερη περίπτωση το θύμα είναι ο άνδρας, που φθάνει στον εξευτελισμό, τη διαστροφή ή και το φόνο, καθώς δεν βρίσκει ανταπόκριση από την πανέμορφη, μοιραία γυναίκα.

Στα διηγήματα πλανάται η καταπιεστική, γκρίζα ατμόσφαιρα της οικονομικής δυσπραγίας της εποχής μας, όπου η ανθρωποφαγία, το άδικο και η εκμετάλλευση κινούν τα νήματα ποτίζοντας με κούραση σωματική και ψυχική τους διάφορους χαρακτήρες. Απάγκιο και ανάσα χαράς μπορούν να βρουν στη στοργή και στον έρωτα, έστω και τον πιο εφήμερο. Το βιβλίο αξίζει για τη σπουδαία, παραστατική προσέγγιση κι ανάδειξη της πάλης των πρωταγωνιστών ενάντια σε ό,τι τους στερεί μια χαραμάδα φωτός για τρυφερότητα, φιλία, μεγάλους έρωτες, αφροδισιακή έκσταση.

Δεν είναι εύκολο να δοθεί εύστοχα και με ενάργεια η πάλλουσα πραγματικότητα, γι’ αυτό πολλοί λογοτέχνες την αποφεύγουν. Η Κασκάλη τόλμησε και πέτυχε. Η γραφή της, λιτή και καλοδουλεμένη, άριστα εναρμονίζεται με τον αδέκαστο ρεαλισμό της αιχμηρής ματιά της, που χαρίζει μέθη και συγκίνηση.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ

Fractal, Δεκέμβριος 2015

Οι πιο απόκρυφες γωνίες της μνήμης

Όπως δηλώνεται στον εύγλωττο τίτλο, το υλικό με το οποίο συντίθενται τα δεκαέξι διηγήματα της Δώρας Κάσκαλη είναι η μνήμη. Και μάλιστα, κατ’ αντιστοιχία με το μαύρο κουτί των αεροσκαφών, οι πιο απόκρυφες γωνίες της μνήμης, στοιχεία που τα κρύβει καθένας όσο καλύτερα μπορεί, που ίσως δεν τα αποκαλύπτει παρά μόνον όταν η καταστροφή έχει επέλθει.

Όπως η περίφημη «μαντλέν» στην Αναζήτηση του Χαμένου χρόνου, έτσι και στα διηγήματα της συγγραφέως, καθημερινές, απλές σκηνές, είναι η αφορμή για να ανασύρουν οι ήρωες τις θαμμένες στιγμές και τις θαμμένες ζωές τους. Αν και σε κάθε ιστορία η αφήγηση ξεκινάει ρεαλιστικά και, στην πραγματικότητα, όλα όσα συμβαίνουν δεν εκφεύγουν από την δομή της καθημερινότητας, η Δώρα Κάσκαλη, με ένα ιδιαίτερο ύφος, όπου εικόνες από το παρόν και το παρελθόν εμπλέκονται αξεδιάλυτα και το χτες συναντάει το σήμερα σε ένα ενιαίο σύνολο που το ονομάζουμε ζωή, δίνει μια υπερβατική διάσταση στον ρεαλισμό της γραφής της και αποκαλύπτει τις πολλές πλευρές της πραγματικότητας. Τα μύχια όνειρα των ηρώων της, πράξεις οι οποίες έχουν μείνει μέσα τους, βαριά μυστικά, ξεδιπλώνονται με έναν τρόπο που μας κάνει να αναρωτιόμαστε εάν πραγματικά τα έζησαν ή τα έχουν φανταστεί, εάν η μνήμη τα έχει σωστά καταγράψει ή είναι ψευδαισθήσεις που, όπως στο «Θυμήσου, σώμα…» του Καβάφη, έχουν ανακατευτεί, όπως τα πραγματικά γεγονότα, «μέσα στο παρελθόν».

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΕΡΑΝΤΩΝΑΚΗΣ

bookpress.gr, 17.1.2016

Το εκκρεμές του διηγήματος κάνει μεγάλες ταλαντώσεις

Το ίδιο στηριγμένη στο συναίσθημα, έστω και αν η ιστορία δεν εκλείπει, είναι η Δώρα Κασκάλη στο Μαύρο κουτί της μνήμης τους (εκδ. Οκτώ). Η ποιητικότητα της γραφής μεταφέρει το βλέμμα απ’ έξω προς τα μέσα, από τη δράση στη δραματικότητα, αγγίζει τα απωθημένα των γυναικών ή των ανδρών και τα ξαναντύνει με το αισθαντικότερο ρούχο τους. Πολλά από τα διηγήματα δείχνουν την αδυναμία ή την υποκρισία του ατόμου να συμφιλιώσει την εσωτερική με την εξωτερική πραγματικότητα. Τα απωθημένα που σκιαγραφούνται είναι το ασύμπτωτο πεδίο ανάμεσα στα θέλω και στα πρέπει, στα μπορώ και στα δεν μπορώ. Κάθε μονόλογος ξεδιπλώνει αυτή την εσωτερική τραγωδία, που διχάζει τους δύο εαυτούς, από τους οποίους ο ένας καταπιέζει τον άλλο κι ο δεύτερος επιχειρεί να πάρει εκδίκηση.

Στο τρένο

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΡΑΠΤΟΠΟΥΛΟΣ

«Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία»/ Ένθετο «ΕΠΤΑ», 13.3.2011

Τα καλά της κρίσης,

ΑΝΑΡΩΤΙΕΜΑΙ τι πρόκειται ν’ αλλάξει, και μάλιστα προς το καλύτερο, όσο η οικονομική κρίση θα βαθαίνει. Θα συνειδητοποιήσουμε, άραγε, ότι όλα εδώ πληρώνονται; Και ότι τίποτα στο βάθος δεν σου χαρίζεται;

Είτε μιλάμε για την παραπλανητική βιτρίνα -γνωστή και ως εικονική πραγματικότητα- της ραδιοτηλεόρασης και των φρι πρες, είτε για τα δώρα-άδωρα του συμβατικού τύπου: σιντί, ντιβιντί, βιβλία, ιλουστρασιόν περιοδικά. Αρκεί το πάτημα ενός κουμπιού, αρκεί ν’ απλώσεις το χέρι σου, και σου δίνονται κυριολεκτικά στο πιάτο. Με αντάλλαγμα την ψυχή σου. Ωσπου να έρθει, καλή ώρα, ο λογαριασμός, με τη μορφή της κρίσης. Κι αφού λεφτά δεν θα έχουν πια, ούτε οι επιχειρηματίες για να διαφημίσουν τα προϊόντα τους ούτε ο καταναλωτής για να τ’ αγοράσει, ίσως έρθουν τα πάνω κάτω. Γιατί και το φτηνό θέαμα και η εξωραϊστική αρθρογραφία και οι προσφορές-δώρα σού παρέχονται υπό τον όρο ότι θα δεις και τις διαφημίσεις που τα συνοδεύουν. Η διαφήμιση είναι η αιτία ύπαρξης και ο απώτερός τους στόχος, χωρίς αυτήν δεν θα έπαιρνες το παραμικρό, έστω και δήθεν δωρεάν.

Παράλληλα, η κρίση αυξάνει τη δυσπιστία μας απέναντι στην οικονομική, πολιτισμική και ιδεολογική παγκοσμιοποίηση. Υποψιαζόμαστε ότι η διεθνής χρηματοπιστωτική κρίση είναι η ίδια η παγκοσμιοποίηση, αυτοπροσώπως. Στο χαμένο κέντρο της βρίσκονται εγκατεστημένες οι διαβόητες «αγορές», που μας φαίνονται βουτηγμένες στην απροσδιοριστία, και σαν να είναι αόρατες, ένας εχθρός-φάντασμα. Η κρίση κάνει δραματική και επείγουσα την ανάγκη να στρέψεις και πάλι το βλέμμα στο τοπικό, στο εθνικό, στο πατριωτικό, πράγματα μέχρι πρότινος ξεπερασμένα και αναχρονιστικά, που λίγο μόνο θέλουν για να επανέλθουν στη μόδα. Οι «παγκοσμιοποιημένοι» ανάμεσά μας, που έκαναν θραύση τα τελευταία χρόνια, μάλλον θ’ ανακρούσουν πρύμναν. Τα μυθιστορήματα που εκτυλίσσονται στο εξωτερικό, οι ταινίες που τοποθετούνται σ’ έναν ασαφή χωροχρόνο και τα τραγούδια με αγγλικό στίχο, θα λιγοστέψουν. Αργά ή γρήγορα θα ξαναμάθουμε, πάνω στο πετσί μας, ότι ο δρόμος για το παγκόσμιο ξεκινάει αναπόφευκτα από το τοπικό.

Τέλος, φαντάζομαι ότι κάποια στιγμή θα υπάρξει ένα γενικευμένο αίτημα για επιστροφή στην ποιότητα. Οχι, όμως, την ποιότητα των υποκριτών, την (κ)ακαδημαϊκή και στραγγισμένη από χυμούς ζωής, που διαθέτουμε σε αφθονία στην Ελλάδα. Μιλάμε για μια ποιότητα νέα, που αποτελεί ζητούμενο και μένει να εφευρεθεί. Για μια ποιότητα που θ’ αντιστοιχεί και θα εμπνέεται από τις καινούργιες κοινωνικές συνθήκες, όπου το καταναλωτικό όργιο και η ανούσια αφθονία θα είναι παρελθόν. Σημασία έχει ότι θα πάψουν πια να κυριαρχούν η ψυχαγωγική σαχλαμάρα, η νευρωτική διακωμώδηση των πάντων και η υποχρεωτική επίδειξη κυνισμού και κενότητας. Να τι βρίσκεται στον αντίποδα της ποιότητας, όπως την εννοοώ. Και ασφαλώς, δεν αμφιβάλλω ότι μαζί με την επιστροφή στην ποιότητα, θα έρθει και το παραπέρα ξήλωμα του υφάσματος, η συνέχιση της κατρακύλας προς τον πάτο. Το καλό και το κακό είναι δίδυμα, καλώς ή κακώς.

Το πρόβλημα με κάτι τέτοιες προφητείες είναι ότι αποτελούν ταυτόχρονα και τους ευσεβείς μου πόθους. Είτε διαψευστούν, όμως, είτε επαληθευτούν στο μέλλον, μπορεί κανείς, με όλη του την άνεση, να τα εφαρμόζει ήδη στη ζωή του, εναρμονίζοντάς την με το πνεύμα τους. Στο κάτω κάτω, όπως λένε οι Κινέζοι, ακόμα κι ένα ταξίδι χιλιομέτρων αρχίζει μ’ ένα βήμα. Μια ευρύτερη αλλαγή συνείδησης ίσως ξεκινάει με μια επιφυλλίδα. Ιδού, λοιπόν, το βιβλίο μιας πρωτοεμφανιζόμενης διηγηματογράφου: Δώρα Κασκάλη, «Στο τρένο» (εκδ. Γαβριηλίδης, 2010). Αν αυτό λέει κάτι, το διάβασα αυθημερόν. Μου άρεσε η έγνοια της για μια ευρύτερη σύνθεση, γύρω απ’ τον άξονα του τρένου. Αλλά ακόμα πιο πολύ μου άρεσαν η λάγνα θεματολογία των οκτώ ιστοριών της, μαζί με τη γνήσια συμπόνια και κατανόηση που δείχνει στους ήρωές της. Ενα λογοτεχνικό ντεμπούτο που μέχρι στιγμής πέρασε μάλλον απαρατήρητο. Το γεγονός ότι η βιβλιοπαραγωγή αργά ή γρήγορα θα συρρικνωθεί, δεν μπορεί παρά να οδηγήσει στην άρση της λογοκρισίας που ασκείται διά του εκδοτικού πληθωρισμού. Αλλο ένα από τα καλά της κρίσης.

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΣΕΡΔΑΡΗΣ

Ένεκεν, τχ. 18, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2010

Από όλα τα μέσα, το τρένο είναι αυτό που επέδρασε καθοριστικά στη διαμόρφωση της νεωτερικότητας. Από την ανακάλυψη της φύσης και τη συναρμολόγηση του αστικού σκηνικού έως το κινηματογραφικό τράβελινγκ και την ανάπτυξη του κολάζ, κι από την Αισθηματική αγωγή του Φλωμπέρ έως τον Ηλίθιο του Ντοστογιέφσκι και το θωρακισμένο τρένο του Κόκκινου Στρατού που κέρδισε την πρώτη εργατική επανάσταση του κόσμου, το τρένο
συνεχίζει ν’ αποτελεί μια κεντρική αρτηρία της ζωής και της τέχνης. Το όχημα αυτό, με την πλούσια διακειμενικότητα, επιλέγει η Δώρα Κασκάλη για να καταγράψει τις εσωτερικές διαδρομές των ηρώων της σ’ ένα τοπίο, η διακριτική καταγραφή του οποίου συνθέτει την τοπολογία της σύγχρονης κρίσης. Στα θετικά του βιβλίου μπορεί να λογιστεί η θεατρικότητα των αφηγήσεων και η οικονομία του λόγου. Στα αρνητικά μια κάποια ευκολία της
Κασκάλη να αφήνεται σε χρησιμοποιημένα σχήματα, που μπορεί να παραπέμπουν στη φθορά του αφηγηματικού της υλικού αλλά περιορίζουν την ευρηματικότητα της μυθοπλασίας. «Τα τρένα ταξιδεύουν μοναχά τους και συναντούν τους φίλους τους όταν ξεκουράζονται το βράδυ στους σταθμούς. Αλλά πιο πολύ στη ζωή τους είναι μόνα τους κι έχουν ανάγκη και τα παραμύθια. Ότι και να λένε οι μεγάλοι, τα τρένα ακούνε τα παραμύθια τους και είναι σαν να ζούνε κι αυτά μέσα από τα κορμάκια των παιδιών». Το βιβλίο ωστόσο είναι καλογραμμένο και μας πείθει για τον καλλιτεχνικό αναστοχασμό της εμπειρίας και της καθημερινότητας. Ταξιδεύοντας τελικά στον αφηγηματικό συρμό της Κασκάλη, ο αναγνώστης ξεχνιέται μέσα σ’ ένα ταξίδι οικειότητας και ανοικειότητας για να ανακαλύψει τελικά ότι είναι ο μοναδικός επιβάτης και ταξιδευτής της ίδιας του της ζωής.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΑΛΔΑΚΗΣ

«Ελευθεροτυπία»/ «Βιβλιοθήκη», τχ. 609, 25.6.2010

Η ατμόσφαιρα είναι βαριά. Μυρίζει θλίψη. Μυρίζει μοναξιά. Είναι ευκαιρία το ταξίδι για να βγουν στην επιφάνεια όλες οι ανησυχίες, οι δυσκολίες και οι πιέσεις. Να διαβαστούν οι εμπειρίες. Αφορμή ένα ταξίδι για να ανοίξει η κουβέντα. Είναι αυτή η χρήσιμη παύση στη γνωστή ζωή, που φέρνει η μετακίνηση. Μια συλλογή διηγημάτων, μια συλλογή επιβατών. Στο τρένο. «Η αλφαβήτα των διαδρομών μας, οι καημοί των ανθρώπων την ώρα της αναμονής».

Πέντε ζωές κι ένα μυθιστόρημα

ΑΝΝΑ ΚΟΥΣΤΙΝΟΥΔΗ

«ΝΤΟΥέΝΤΕ», τχ. 21, Ιανουάριος 2013

Στο Πέντε Ζωές Και Ένα Μυθιστόρημα: Σπουδή Ενός Δόκιμου Γραφιά, το οποίο κυκλοφορεί ελεύθερα στο διαδίκτυο με τη μορφή e-book, ευθύς εξαρχής γίνεται αντιληπτό ότι ακόμα και στις πρώιμες συγγραφικές περιπλανήσεις της Δώρας Κασκάλη, η γραφή και η αφήγηση αντανακλούν τη γυναικεία οπτική. Αυτή με τη σειρά της είναι άρρηκτα συνυφασμένη με τη γυναικεία εμπειρία μέσα σε μία πατριαρχικά δομημένη –σε πολλαπλά επίπεδα– κοινωνία. Μια τέτοιου είδους οπτική, ωστόσο, σπεύδω να διευκρινίσω, ουδεμία σχέση και ομοιότητα φέρει με την κακώς εννοούμενη γυναικεία γραφή της κατά κόρον καταναλισκόμενης λεγόμενης ροζ λογοτεχνίας των ευπώλητων που βρίθει στερεοτύπων και κοινοτοπιών. Αυτό, άλλωστε, αποτελεί ένα είδος γραφής που ούτως ή άλλως απορρίπτει και η ίδια η αφηγήτρια στη διάρκεια των συγγραφικών/αφηγηματικών της ρόλων, περιπλανήσεων και ζωών. Αντιθέτως, μέσω της συγκεκριμένης οπτικής, καταδεικνύει την αντίστασή και τη διαμαρτυρία της απέναντι σε όλα όσα καλείται να υποστεί και να συναινέσει, ως γυναίκα και ως συγγραφέας, σε μια σειρά, δηλαδή, αυθαίρετα θεσμοθετημένων καταπιεστικών πατριαρχικών δομών και κατεστημένων παντός είδους: πολιτιστικών, κοινωνικών, οικονομικών, συγγραφικών, και βέβαια, εκδοτικών.

Ολοκληρώνοντας, ωστόσο, την ανάγνωση της νουβέλας, την οποία η συγγραφέας κατατάσσει στα πρωτόλεια της, κι άλλα στοιχεία έρχονται στην επιφάνεια. Διαπιστώνει κανείς ότι πρόκειται για ένα κείμενο που σαφώς φέρει τις καταβολές, καθώς και αρκετά από τα χαρακτηριστικά των μετέπειτα γραφών της, ιδιαιτέρως όσον αφορά την εμμονή με τους ασφυκτικά υπόγειους, κάτω κόσμους ενός μέρους του χωροχρονικού περικειμένου της αφήγησης, αλλά και εκείνους της ψυχής και του μυαλού, που εντέχνως προοικονομούν τους εν τη γενέσει μελλοντικούς χαρακτήρες των κειμένων της και προϊδεάζουν ανάλογα τον αναγνώστη και την αναγνώστρια που θα αναζητήσει προς ανάγνωση τα μετέπειτα κείμενα της Κασκάλη. Αναφέρω εδώ, τη συλλογή διηγημάτων Στο Τρένο (2010) και το μυθιστόρημά της Κάτω (2011) και τα δύο από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη, και κυρίως το δεύτερο του οποίου ο τίτλος επωάζεται, θα λέγαμε, στο Πέντε Ζωές και ένα Μυθιστόρημα με ύφος και τόνο έντεχνα υπαινικτικό, ενίοτε και αυτοβιογραφικό.

Στη νουβέλα της Κασκάλη, αυτό που αποκαλούμε περιπέτεια της γραφής αποτελεί τον κεντρικό θεματικό πυρήνα της αφήγησης, μια και η προσπάθεια αναζήτησης ενός προσωπικού στίγματος γραφής, καθώς και η εκδοτική τύχη ενός χειρόγραφου που αλλάζει συνεχώς μορφή, τόνο και στυλ είναι αυτά που φανερά ταλανίζουν την επίδοξη συγγραφέα/αφηγήτρια, της οποίας η ηρωίδα, Χριστίνα, αποτελεί το όχημα –το πρόσχημα ίσως– μέσω του οποίου επιδίδεται σε μια σειρά συγγραφικών αναζητήσεων και πειραματισμών στην προσπάθεια της να καταθέσει το προσωπικό της ύφος, ζητήματα που αποτελούν για κείνην ανάγκη ζωής: «Όλα ξεκίνησαν από την ανάγκη μου για ψυχική αποσυμπίεση», μας λέει η αφηγήτρια, ξεκινώντας έτσι το κειμενικό/συγγραφικό της ταξίδι, σε τόνο λυγμικά εξομολογητικό και συνεχίζει:

Με το όλα δεν εννοώ κάποια άκρως επαναστατική πράξη που θα ανέτρεπε εκ βάθρων την ανυπόφορη ανοησία, μέσα στην οποία ζούσαμε πολλοί από μας εκείνα τα χρόνια. Αναφέρομαι περισσότερο στο ιδιωτικό μου σύμπαν και σε πράγματα πρωτόφαντα για μένα, ειδικότερα δε σε κείνο το ξαφνικό λάκτισμα της ψυχής που πήγε παραπέρα τη σκέψη μου, άσχετα αν βούτηξε πρώτα το ποδάρι της μέχρι τη ρίζα του στο δυσώδες έλος της χθαμαλής πραγματικότητας (σελ.7)

Μία η αφηγήτρια στο Πέντε Ζωές και Ένα Μυθιστόρημα, αλλά η αφηγηματική φωνή συνεχώς εναλλάσσεται ως προς τον τρόπο εκφοράς της και αναλόγως με την εκάστοτε ζωή της ηρωίδας, Χριστίνας, την οποία η συγγραφέας τοπoθετεί –σκοπίμως εγκλωβίζει θα έλεγα – και παρακολουθεί σε 5 διαφορετικές ζωές, και, συνακόλουθα σε 4 διαφορετικά είδη γραφής (γυναικεία γραφή, ψυχολογικό θρίλερ, αστυνομική λογοτεχνία, αισθηματικό ρομάντζο) μέσω των οποίων αρθρώνει την διαμαρτυρία της, ενίοτε και την απόγνωση της απέναντι σ’ όλα όσα την ταλανίζουν, ξεδιπλώνοντας ταυτόχρονα τις επιθυμίες, τα όνειρα και τα αδιέξοδά της, αλλά και μια πολύ ενδιαφέρουσα συγγραφική πένα. Βρίσκεται σε συνεχή διάλογο τόσο με την ηρωίδα της όσο και με τον εαυτό της στην προσπάθεια της να καταθέσει το προσωπικό της συγγραφικό στίγμα, αλλά κυρίως με τον δυνάμει εκδότη της, και, κατ’ επέκταση, με την αναγνώστρια/τη της, στους οποίους απευθύνεται συστηματικά μέσω δευτεροπρόσωπης αφήγησης, τεχνική η οποία καθιστά το κείμενο έντονα αυτοαναφορικό, με στοιχεία μετανεοτερικά. Στο κείμενο της Κασκάλη δομούνται τρείς διαφορετικές αφηγηματικές τεχνικές: πρωτοπρόσωπη, δευτεροπρόσωπη και τριτοπρόσωπη που διαπλέκονται μεταξύ τους με τρόπο ευρηματικό και ιδιαίτερα παιγνιώδη, έτσι ώστε να τονίζεται και να υπογραμμίζεται δεόντως η ιδέα του λογοτεχνικού κειμένου ως γλωσσικής, και πολιτισμικής κατασκευής, ιδεολογικά χειραγωγούμενης από το εκάστοτε ιστορικο-κοινονικο–οικονομικό και πολιτιστικό περικείμενο της εποχής της οποίας αποτελεί παράγωγο. Ειδικότερα, η χρήση του δευτέρου ενικού πρόσωπου επιτρέπει την αποστροφή προς εαυτόν και προς τον αναγνώστη/τρια οι οποίοι παρακολουθούν την αφηγήτρια να συνδιαλέγεται με τον εσωτερικό της κόσμο, γεγονός που προσδίδει περεταίρω εγγύτητα σ’ όλα όσα αυτή βιώνει, στοχάζεται και αναστοχάζεται. Χαρακτηριστική η περιστασιακή – ελεγχόμενη ωστόσο– χρήση του εσωτερικού μονολόγου, ως κραυγής με τη μορφή παραληρηματικής γραφής:

Κραυγή διαμαρτυρίας και απόγνωσης:

Από τούτα τα υπόγεια που με χώσανε σαν τον ποντικό, ήθελα να δαγκώσω την κραταιά αξιοπρέπειά τους και να μολύνω με την πανούκλα μου, όσο γινόταν πιο βαθιά, τα μαλακά μόρια της δικής τους ακριβής ψυχής, της μοσχαναθρεμμένης με επαίνους και πρωτεία. Ήθελα να βρω έναν τρόπο να ουρλιάξω μέχρι το οριακό τέντωμα των χορδών κι ας έμειναν μετά κατακερματισμένα τα κρεατένια ξέφτια αυτού του θαυμαστού εργαλείου της ανθρώπινης επικοινωνίας. Έψαχνα με κάτι να διαλύσω τα τύμπανα της λεπταίσθητης ακοής τους που δεν είχε αφτιά για τον Κάτω Κόσμο μου. Το σημαντικότερο, ήθελα αυτή η κραυγή να ακουστεί όσο γινόταν μακρύτερα, μέχρι εκεί που επικρατούσαν με τρόπο αναντίρρητο τόσο οι ίδιοι όσο και οι μεθοδεύσεις τους. Όμως, η δομή του κόσμου τους μου όρθωνε εμπόδια και ό,τι και να σχεδίαζα ήταν καταδικασμένο να επιστρέψει στον αποστολέα του άθικτο, όπως και οι συνειδήσεις τους. (σελ. 7)

Το παράθεμα παραπέμπει αυτόματα στο Κάτω, όπου η ηρωίδα με παρόμοιο τρόπο αρθρώνει το θυμό και την απογοήτευσή της, λέγοντάς μας:

έχω γεμίσει μ’ έναν τυφλό θυμό που ξεχειλάει από μέσα μου και δεν ξέρω ποιόν και τι θα πάρει στο διάβα του… κάτι σαν το ρέμα της Γιασημώς έξω απ’ την Καλλιρόη, που… ξυπνάει άξαφνα απ’ το λήθαργό του και πνίγει από ζωντανά μέχρι ανθρώπους (Κάτω,σελ. 133).

Έχοντας από την αρχή μέχρι το τέλος του κειμένου εντρυφήσει σε τέσσερα διαφορετικά είδη γραφής, τα οποία όμως απορρίπτει ως ανεπαρκή και ατελέσφορα για την ίδια, η αφηγήτρια επιδίδεται σε μια ενδοσκόπηση τόσο στην πέμπτη και τελευταία κειμενική ζωή της, όσο και στο επίλογο του κειμένου. Επέρχεται συγγραφικός νόστος/επαναπατρισμός στα οικογενειακά εδάφη της ζωής και της ψυχής απ’ όπου η ηρωίδα φαίνεται να αντλεί ελπίδα, συγγραφική ώθηση, αλλά και την απαιτούμενη (και αναμενόμενη) ωρίμανση, έτσι ώστε να ανασύρει από τη συγγραφικό ασυνείδητο όλους εκείνους τους χαρακτήρες που απαιτούν να εξέλθουν και να πάρουν σχήμα και μορφή από την πέννα της.

«Τώρα πια είμαι περισσότερο σίγουρη από ποτέ ότι η διακονία της λογοτεχνίας πρέπει να γίνεται με σύνεση και με μικρούς στόχους. Καλά τα συνταγολόγια και οι προκάτ πλοκές, αλλά σε μια εποχή που όλα έχουν ειπωθεί, δεν ξεβρακωνόμαστε αμέσως στους αναγνώστες όσα ακριβά λιλιά κι αν φορέσουμε… (σελ. 79).

Και παρακάτω:

Ήρθε η ώρα να σας αποκαλύψω την αγωνία μου: έχω την υποψία ότι ατίθασο ήταν και παρέμεινε το ύφος μου, όσο κι αν προσπάθησα να το χωρέσω σε βολικά καλούπια που υπόσχονταν την εκδοτική επιτυχία. Πέντε ζωές μετράω ήδη και ίσως πέντε πιθανές αποτυχίες. Νιώθω ότι η τελευταία είναι και η πιο δικιά μου. Ίσως μ’ αυτήν να πορευτώ, αλλά όρκους δεν θα πάρω για να μην με μουντζώσουν μετά οι Ερινύες με τις κοφτερές στήλες τους στις σαββατιάτικες εφημερίδες.

Κι έφτασα τώρα ως εδώ. Άλλοι ήρωες, σχεδόν έτοιμοι, με σφυροκοπούν κρυμμένοι μέσα στους μαιάνδρους του μυαλού μου, απαιτούν να αποκτήσουν τη δική τους ζωή και μου φωνάζουν επιτακτικά: «Τέλειωσες με την Χριστίνα. Ήρθε η δική μας σειρά», μ’ έναν λόγο που πολεμάει να βρει διέξοδο και να τρυπώσει, σαν τον ψωριάρη ποντικό, στο σκληρό πεδίο της ελληνικής πεζογραφίας (σελ. 93-94).

Σ’ αυτό το σκληρό πεδίο της Ελληνικής πεζογραφίας, οι ήρωες και οι ηρωίδες της Δώρας Κασκάλη έχουν επιτυχώς εισχωρήσει από καιρό και να που τώρα ήρθε και η σειρά της πρωτόλειας Χριστίνας να συναντήσει το αναγνωστικό της κοινό στον αχανή κυβερνοχώρο του διαδικτύου, εδώ, παραδόξως, πρώτη και καλύτερη απ’ όλους τους υπόλοιπους.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗΝ ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ

«varelaki», 8.1.2016

Έχω την αίσθηση πως είναι αντιήρωες τα πρόσωπα του βιβλίου σου.

Νομίζω ότι οι αντιήρωες είναι οι ήρωες της σημερινής εποχής. Σε μεταιχμιακές περιόδους υπάρχουν δύο αντίρροπες δυνάμεις: η στροφή στο εξαιρετικό και η κατάδυση στο περιθώριο. Από την πρώτη συλλογή διηγημάτων μου («Στο τρένο», Γαβριηλίδης 2010) με ενδιέφεραν οι ιστορίες ανθρώπων που εγγράφονται στο περιθώριο της επίσημης ιστορίας, αλλά συνιστούν ένα σώμα σπαρακτικό, που βοηθά στην κατανόηση των διακλαδώσεων της συγκρότησης του “είναι”. Είναι αντιήρωες και ήρωες μαζί γιατί καταφέρνουν με κάποιον τρόπο να επιβιώνουν ή να αποδέχονται με αξιοπρέπεια την ήττα τους.

Το ΣΩΜΑ αναφέρεται συχνά μέσα στα διηγήματα…

Ήταν και δεν ήταν τελικά τυχαίο. Ακολουθώντας το νήμα από την ποιητική μου συλλογή «Ανταλλακτήριο ηδονών» (Σαιξπηρικόν 2014) όπου το σώμα κατέχει δεσπόζουσα θέση, ακολούθησα κι εδώ τη βασιλική οδό της ερωτικής επιθυμίας, της άρνησής της, της μοναξιάς, της κοινωνικής απομόνωσης, του περιθωρίου. Νομίζω ότι ενδόμυχα έγραφα αυτά τα διηγήματα της δεύτερης συλλογής μου έχοντας συγκεκριμένες εμμονές που εμπότιζαν τα κείμενά μου, τα οποία, ωστόσο, ανήκουν σε διαφορετικές περιόδους και καλύπτουν ένα χρονικό εύρος μιας τουλάχιστον πενταετίας.

Παντού ο αναγνώστης συναντιέται με ένα συνεχές αίσθημα ματαίωσης…

Οι ήρωές μου, όπως και νομίζω ο μέσος άνθρωπος, έρχονται αντιμέτωποι με τις κοινοτοπίες περί κοινωνικής, οικογενειακής και προσωπικής επιτυχίας. Καμία συνταγή δεν δίνει επαρκή απάντηση στην πολυπλοκότητα της ανθρώπινης κατάστασης και όλοι φαίνονται να πολεμούν με αυτό το αίσθημα ματαίωσης, μια που η ίδια η κοινωνία από την κατασκευή της μας βάζει από τα πρώτα χρόνια του βίου μας σε μία αρένα, περιμένοντας από μας τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα, ειδικά στο πεδίο της οικονομικής και προσωπικής καταξίωσης. Ο άνθρωπος, οι ήρωές μου έρχονται αντιμέτωποι με τα προτάγματα μιας κοινωνίας κανονιστικής και φυσικά αποτυγχάνουν, άλλοτε ανομολόγητα και άλλοτε πανηγυρικά.

Πώς προέκυψε ο τίτλος; Υπήρχαν άλλοι υποψήφιοι τίτλοι;

Ο αρχικός τίτλος ήταν «Παροπλισμένοι», αλλά μάλλον αδικούσε τα διηγήματά μου και περιόριζε θεματικά το εύρος τους, ως μια αρχική προγραμματική δήλωση, όπως με κάποιον τρόπο αποτελεί ο τίτλος ενός βιβλίου. «Το μαύρο κουτί της μνήμης τους» υπήρξε μια πρόταση του εκδότη μου, Αλέξανδρου Μανωλάκη, ο οποίος αποθησαύρισε την ποιητική μου συλλογή, ξεχώρισε έναν στίχο από το ποίημα «Επιστολογραφία» και θεώρησε ότι αυτός ο τίτλος ήταν μια επαρκής ομπρέλα για να στεγάσει αυτά τα δεκαέξι διηγήματα, χωρίς να αποκλείσει ή να περιορίσει αναγνωστικά κάποιο απ’ αυτά.

Ποιόν από τους ήρωες σου θα ήθελες να συναντήσεις;

Νομίζω ότι τελειώνοντας ένα βιβλίο, τελειώνεις και την ερωτική σχέση που συνάπτεις με τους ήρωές του. Αυτή η σχέση αφορά εσένα και μόνο, όχι τους αναγνώστες που με τη σειρά τους, θα φτιάξουν τις δικές τους συνάψεις με τις λέξεις και τα πρόσωπα, θα νοηματοδοτήσουν με το δικό τους υλικό, τις αναγνώσεις και τις μνήμες τους, όσα εσύ παραδίδεις εκδίδοντας τη δουλειά σου. Ωστόσο, οφείλω να το ομολογήσω, ότι ενίοτε σε παρουσιάσεις ή σε κάποιες ιδιωτικές συζητήσεις, όταν ξεφυλλίζω ξανά το βιβλίο μου με πιάνει μια συγκίνηση σα να συναντώ έναν παλιό αγαπημένο.

Ποιόν από τους ήρωές σου έχεις συναντήσει;

Οι ήρωές μου είναι κομμάτια μου, αντλούν από το βιωματικό υλικό, χωνεύουν ιστορίες ανθρώπων που συνάντησα, διαθλασμένες ωστόσο και καθόλου πια αναγνωρίσιμες. Είναι μαγικά κράματα, γνωστά και άγνωστα μαζί πρόσωπα, λεκτικές αλχημείες που προσπαθούν να συγκροτήσουν έναν αυθεντικό λόγο, να δώσουν ανάσα στα προσωπεία.

Ποιο ή ποιά διηγήματα αγαπάς περισσότερο…

Δεν μπορώ πραγματικά να ξεχωρίσω κανένα. Κοινότοπο, αλλά όλα είναι παιδιά μου, με παίδεψαν, αναμετρήθηκα μαζί τους, πέρασα πολλές άγρυπνες νύχτες, διορθώνοντας, αλλάζοντας, ακόμα και απορρίπτοντας ολόκληρες σελίδες μέχρι να αποκτήσουν ένα συμπαγές και οριστικό σχήμα. Με όλα τα διηγήματά μου υπάρχει μια σχέση αγαπητική, αλλά τετελεσμένη, με την έννοια ότι δεν δίνω περιθώριο στον εαυτό μου, ειδικά τόσο σύντομα σε σχέση με την έκδοσή τους, να μπω στη λογική της διόρθωσης ή της αναθεώρησής τους.

Από τους ήρωες σου λείπει και η αγάπη, τρέμουν μήπως δεν αγαπηθούν ή έχουν την επίγνωση ότι δεν θα αγαπηθούν («Το σώμα θυμάται»,σελ.19)

Η αγάπη, ο έρωτας, το σώμα καταλήγουν ως μια οδυνηρή εκκρεμότητα. Φαίνεται ότι στα χρόνια μας η αγάπη είναι η πιο παρεξηγημένη και πιο σπαραχτικά αναζητούμενη ανθρώπινη συνθήκη όχι με τους όρους της ολοκλήρωσης, αλλά με τον απλό, εντελώς αυτονόητο όρο του να ζει κανείς αυθεντικά, ισότιμα, δίνοντας και λαμβάνοντας χωρίς τεφτέρια. Είναι κάτι εξαιρετικά περίπλοκο που με απασχολεί συνεχώς και σε κάτι που σχεδιάζω αυτή την περίοδο και στα ποιήματά μου.

Ανθρωποι που ζουν ανάμεσά μας. Ιστορίες πικρές. Σε ποιούς απευθύνεσαι, Δώρα;

Η απάντηση είναι αυτονόητη: σε κάθε αναγνώστη που θα τον ενδιαφέρουν τα διηγήματά μου, ως αφήγηση, ως πλοκή, ως κατασκευή αλλά και ως απόλαυση και συγκίνηση. Κι είναι εκείνη η μαγική στιγμή που το κείμενο ξεκλειδώνεται από τον αναγνώστη του, ένας από τους λόγους που συνεχίζω να γράφω.

Είναι κάποια ερώτηση άλλη που θέλεις να σου κάνω για το βιβλίο και δεν την έκανα. Αν ναι, να θέσεις το θέμα σου και να το απαντήσεις.

Πάντα είμαι αμφίθυμη για το πόσο αποκαλυπτικός πρέπει να είναι ένας συγγραφέας σε σχέση με τις προθέσεις του. Νομίζω ότι εγώ κράτησα κάποια από τα μυστικά του βιβλίου μου, γιατί κάθε κείμενο είναι ένας θησαυρός που περιμένει την ανακάλυψή του και αυτό έχει την αξία του στην αναγνωστική περιπέτεια. Ευχαριστώ, Μίνα, για τις ερωτήσεις και τη φιλοξενία.

Σχολιάστε

Filed under ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ, ΠΟΙΗΣΗ

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΠΑΝΤΕΛΙΔΗΣ

Ο Στέφανος Παντελίδης γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1973. Δεν σπούδασε Ελληνική Φιλολογία. Δεν έγραψε μελέτες, ούτε κριτικές βιβλίων. Οι δυο προηγούμενες ποιητικές συλλογές του Εκτός νόρμας (abookworm publications 2014) και Πάω γυρεύοντας ( κατά τον δαίμονα εαυτού) (Vakxikon.gr 2016) δεν τιμήθηκανμε κανένα βραβείο, δεν επανεκδόθηκαν, ούτε μεταφράστηκαν σε άλλες γλώσσες. Κάποιοι του είπαν πως η ποίηση του, τους αγγίζει. Θα ήθελε να ισχυριστεί πωςγράφει ποίηση για αυτούς. Η αλήθεια όμως είναι, πως γράφει γιατί αυτό του ορίζει επιτακτικά η φύση του.

ΠΑΩ ΓΥΡΕΥΟΝΤΑΣ (2016) 

[ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΔΑΙΜΟΝΑ ΕΑΥΤΟΥ]

ΓΥΡΕΥΟΝΤΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ

ΕΡΗΜΗ ΝΗΣΟΣ

Τους βλέπω και εγώ

-τους πεθαμένους του Έλιοτ1

μέσα στα αυτοκίνητά τους

πίσω απ’ τα γραφεία τους

στα καφέ και στα εστιατόριά τους.

Τι γυρεύω εγώ, ο ζωντανός, ανάμεσα σε πεθαμένους;

Και είναι τόσοι πολλοί

– δείχνουν τόσο χαρούμενοι.

Σκέφτομαι να πεθάνω και εγώ

-να γίνω σαν αυτούς:

χαρούμενος

εν ζωή νεκρός.

1.       0 Τ. Σ.Έλιοτ, στο ποίημά του Έρημη Χώρα (1922) γράφει: Ανύπαρχτη Πολιτεία/Μέσα στην καστανή καταχνιά μίας χειμωνιάτικης αυγής/ Χύνουνταν στο Γιοφύρι της Λόντρας ένα πλήθος, τόσοι πολλοί /Δεν το ‘χα σκεφτεί πως ο θάνατος είχε ξεκάνει τόσους πολλούς

(Μετάφραση: Γιώργος Σεφέρης).

ΚΥΠΡΟΣ 2015

Κάποιος να ανάψει πάλι τον ήλιο

κάποιος να πρασινίσει τους κάμπους

κάποιος να ανθίσει τις λεμονιές

κάποιος να ανοίξει τους ορίζοντες

κάποιος

και εμείς θα ακολουθήσουμε.

O ΠΑΛΑΙΟΣ HOMO SAPIENS

Στάθηκε στα δυο του πόδια

έφτιαξε εργαλεία

άναψε φωτιά

ανέπτυξε γλώσσα

κοίταξε ψηλά

είδε τα άστρα

κατάλαβε το μέγεθός του

κατάλαβε το τέλος του

Φοβήθηκε

και κρύφτηκε στη σπηλιά του

Ο ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ HOMO SAPIENS

Έφτιαξε υπολογιστές

έφτιαξε δορυφόρους

είδε τα άστρα

μέτρησε το σύμπαν

κατάλαβε το μέγεθός του

κατάλαβε το τέλος του

Φοβήθηκε

και έτρεξε για ψυχοθεραπεία.

ΣΕ ΚΥΚΛΟΥΣ

Ζούμε σε ατέλειωτους κύκλους.

Επαναλαμβάνουμε σκέψεις

– επαναλαμβάνουμε πράξεις

χωρίς να αλλάζει κάτι.

Σε ατελείωτους κύκλους

–  όπως αυτόν της Microsoft

που όλο γυρίζει.

Τον κοιτάς και σκέφτεσαι.

Νομίζεις πως φορτίζει το λογισμικό

–  νομίζεις σκέφτεται αυτό

αλλά σκέφτεσαι εσύ.

ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ ΜΟΥ

Αμάν, βρε πατέρα

– ας έβαζες το πήχη στα επιτεύγματα,

στις θέσεις και στα αξιώματα.

Εκεί να σε παραβγώ.

Όχι στην τιμιότητα

ούτε στην ακεραιότητα.

Πώς να σε φτάσω εκεί;

Πώς να σε επισκιάσω,

ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ ΜΟΥ

Ξέρω πως στα κρυφά προσεύχεσαι για μένα.

Να ξέρεις πως σαν έρθει εκείνη η ώρα,

κι εγώ με τη σειρά μου στα κρυφά,

στη μόνη προσευχή μου, θα έχω εσένα.

ΤΟ ΛΙΓΟ ΓΙΑ ΜΕΝΑ ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥ

Θα χάσω το δάσος για ένα δέντρο

κι ας φαίνομαι σε κάποιους αδαής.

Θα αγκαλιάσω το πρώτο δέντρο που θα βρω

θα ξαποστάσω ευγνώμων στη σκιά του.

Βρείτε εσείς το δάσος

―καιροσκόποι, πλεονέκτες―

και αφήστε το δέντρο σ’ εμένα

και στους όμοιούς μου.

ΠΑΛΙΡΡΟΙΑ

Ώρες ώρες έρχεται η άμπωτη

και μας αδειάζει.

Μένουμε κόκαλα και σάρκες.

Χωρίς ψυχή, σερνόμαστε χαμένοι.

Κι ύστερα να σου η πλημμυρίδα.

Φουσκώνουμε, τραβούμε

αισιόδοξα μπροστά.

Κι ύστερα πάλι,

έρχεται η άμπωτη.

ΑΥΤΟΣ

Αυτός ο αχρείος που ζει στο σπίτι μου

γεύεται τη γυναίκα μου,

μεγαλώνει τα παιδιά μου.

Αυτός ο τιποτένιος που πάει στο γραφείο μου

συναντιέται με τ’ αφεντικό μου

γράφει memo στ’ όνομά μου.

Αυτός ο άθλιος που βγαίνει με τους φίλους μου,

λέει τ’ αστεία μου,

γελά με τα δικά τους.

Αυτός

ναι, αυτός

να ξέρει πως υπάρχω ακόμη.

ΜΗΔΕΝΙΣΤΗΣ;

Ε όχι και μηδενιστής.

Απλώς αντιλαμβάνομαι το μέγεθος μου:

το τίποτα μου μες το σύμπαν

το τίποτα μου μες τον χρόνο

που δίνει τελικά αξία στη ζωή μου.

Άλλοι είναι οι μηδενιστές.

Ανόητα την ύπαρξή τους μηδενίζουν

εν αναμονή της «άλλης ζωής» που ακολουθεί.

ΓΥΡΕΥΟΝΤΑΣ ΘΕΟΥΣ

ΚΙΒΩΤΟΣ ΤΟΥ ΝΩΕ

Αυτή η ιστορία με την Κιβωτό του Νώε

που έσωσε τα ζώα από πνιγμό

που μας άφησε σώους στο βουνό Αραράτ

να ζευγαρώσουμε μετά την πλημμύρα

– αυτά τα καγκουρό

που μετοίκησαν μόνο στην Αυστραλία

– αυτές οι ζέβρες

που μετοίκησαν μόνο στην Αφρική

– αυτά τα αρμαντίλλο

που μετοίκησαν μόνο στην Αμερική

– αυτοί οι πιγκουΐνοι

που μετοίκησαν μόνο στην Ανταρτική

αυτή η ιστορία με την Κιβωτό του Νώε

μπάζει νερά από παντού.

ΚΑΙ ΕΙΠΕ Ο ΙΗΣΟΥΣ ΚΑΤΑ ΤΗ

ΔΕΥΤΕΡΗ ΚΑΘΟΔΟ ΤΟΥ:

Να μην πιστεύετε τυφλά.

Να με αμφισβητείτε.

Τι δάσκαλος θα ήμουν

αν ήθελα υπακοή

αντί για ελεύθερο πνεύμα;

Τι αξία έχει ο δάσκαλος

αν αντί δασκάλων καλύτερων απ’ αυτόν,

αφήσει μαθητές εξαρτημένους;

Μακάριοι οι έχοντες ελεύθερη και κριτική σκέψη,

ότι αυτοί φωτίσουν με το πνεύμα τους τούς άλλους

Και ο Νίτσε, ο Καβάφης,

οΤζόις και ο Καζαντζάκης

έγιναν οι πιο πιστοί ακόλουθοί Του.

ΕΥΡΗΚΑ

Είμαι σίγουρος, φωνάζει ο πιστός,

υπάρχει Θεός!

– και γελούν μαζί του οι νουνεχείς.

Είμαι σίγουρος, φωνάζει ο νουνεχής,

δεν υπάρχει Θεός!

– και γελούν μαζί του οι Θεοί.

ΕΧΟΥΜΕ ΔΡΟΜΟ ΑΚΟΜΗ

Διαγράψαμε τους Κενταύρους

μα κρατήσαμε τους δαίμονες

διαγράψαμε τους δράκους

μα κρατήσαμε τον διάβολο

διαγράψαμε τους ζωόμορφους θεούς

μα κρατήσαμε τους αγγέλους

διαγράψαμε τις μάγισσες

μα κρατήσαμε τις χαρτορίχτρες

διαγράψαμε τους μάντεις

μα κρατήσαμε τους θαυματοποιούς

κάρες, λαδάκια, αγιασμοί,

τάματα, κομποσκοίνια, εξορκισμοί

– έχουμε δρόμο ακόμη.

ΓΥΡΕΥΟΝΤΑΣ ΠΟΙΗΤΕΣ

ΤΙ ΕΙΝΑΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ (ΟΡΙΣΜΟΣ)

Πού να σταθεί επιστήμονας εδώ;

Τι να ψελλίσει ο βιολόγος;

Θέλει Πίνδαρο εδώ:

Σκιά ονείρου είναι.

Θέλει Όμηρο εδώ:

Γενεές φύλλων είναι.

Θέλει Λιαντίνη εδώ:

Το πιο τραγικό ον είναι.

Το μόνο που, ενόσω ζει,

Γνωρίζει πως πεθαίνει.

Και η επιστήμη υποκλίνεται στους ποιητές.

ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΠΟΙΗΣΗ

Αφήστε τα ηρεμιστικά.

Διαβάστε λίγη ποίηση.

Στο τρίτο ποίημα,

δεν θα σας κρατούν τα βλέφαρα σας.

Η ΩΡΑ ΝΑ ΓΡΑΨΕΙΣ ΠΟΙΗΣΗ

Είναι καλύτερα να μην γράφεις νέος.

Όχι γιατί σου λείπει η σοφία

– αλλά να μην σου μένει και γραπτώς

πόσο ευθυτενής ήσουν

πόσο πείσμα είχες τότε μέσα σου.

ΓΙΑ ΝΑ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΤΩ ΩΣ ΠΟΙΗΤΗΣ

Θα αρχίσω και εγώ τα ακαταλαβίστικα.

Να γράψω ας πούμε για τον Ηνίοχο

και το ένα το άλογο που ορμούσε χωρίς αιδώ.

Αυτό που -χρόνια αργότερα- ονόμασε ο Φρόυντ id.

Να γράψω ύστερα για πάμφωτα ελεγκτήρια

και χείλη σκοτεινά στη λήθη της θυέλλης.

Στο τέλος, θα προτάξω πάραυτα

τον δόλιο κερματισμό του υποκειμένου,

που σέρνει πρώιμα η θάλασσα

εκεί που ξημερώνει.

Και κάποιοι, που δικαιολογημένα

δεν θα καταλάβουν τίποτα,

αδικαιολόγητα επιτέλους

θα με τιμήσουν.

ΠΡΟΣ ΑΡΧΑΙΟΥΣ ΥΜΩΝ ΠΡΟΓΟΝΟΥΣ

Τίποτα από εσάς δεν κρατήσαμε.

Αντικαταστήσαμε το φως με το σκοτάδι

– την αλήθεια με την πλάνη

– την πάλη με την προσευχή.

Ελεεινοί φυγόπονοι επαίτες

δηλώσαμε υποταγή στο τίποτα

με ελπίδα

την αιώνια ανταμοιβή μας.

ΠΡΟΣ ΝΤΑ ΒΙΝΤΣΙ ΓΙΑ ΤΗ ΜΟΝΑ ΛΙΖΑ

Πόσο ν’ αντέξει η καημένη,

στημένη τόσες ώρες στο ατελιέ σου;

Γυναίκα ήταν όλο πάθος.

Κι εσύ ζωγράφιζες φύση νεκρή.

Έχασε στο τέλος το χαμόγελό της.

ΓΓ αυτό και τελικά έμειναν για μας

κάτι μυστήρια απομεινάρια.

ΠΡΟΣ ΔΑΡΒΙΝΟ

Δεν ξέρεις πως μισούμε την αλήθεια;

Αυτό το “απ’ τον πίθηκο”

μάς έπεσε βαρύ.

Ας έλεγες καλύτερα απ’ το παγώνι.

Και η «εξέλιξή» σου ―εν μια νυκτί―

θα γινόταν παγκόσμια αποδεκτή.


ΕΚΤΟΣ ΝΟΡΜΑΣ (2014)

ΣΕ ΕΙΚΟΣΙ ΛΕΠΤΑ, ΜΕ ΔΕΚΑ ΕΥΡΩ

Περιμένεις τη δική σου σειρά,

ελευθερώνεις ταχύτητα,

πέφτει νερό,

σαπούνι,

μετά οι Βούρτσες,

ο ζεστός αέρας.

Σε είκοσι λεπτά, με δέκα ευρώ, το όχημά σου είναι πάλι καθαρό.

Φεύγει η σκόνη,

φεύγει η Βρωμιά.

Σε είκοσι λεπτά, με δέκα ευρώ.

Να ‘χε ένα πλυντήριο η ψυχή,

να διώχναμε τη βρώμα,

να διώχναμε το μαύρο μέσα μας.

Και μη μου πείτε για θεούς και προσευχές,

ούτε για χάπια και ψυχοθεραπευτές.

Δεν είν’ το ίδιο.

Άλλο το πλυντήριο της ψυχής.

Να καθαρίζει η ψυχή.

Έτσι, απλά.

Με δέκα ευρώ, σε είκοσι λεπτά. 

ΣΤΟΝ ΠΑΙΔΟΝΕΥΡΟΛΟΓΟ

Τον κοιτούσα καθώς περιέγραφε

σύνδρομα και επιληψίες,

φάρμακα και θεραπείες.

Ήθελα να του πω

πως προτιμούσα να μην ήμουν εκεί,

πως προτιμούσα να συνέβαινε αυτό

σε άλλου το παιδί.

Ήθελα να του πω

τόπους που θα πήγαινα μα δε θα πάω,

αυτά που θα έβλεπα μα δε θα δω,

τι μπορούσα να γίνω,

μα δε θα γίνω ποτέ.

Ήθελα να του πω.

Μα δεν του είπα.

Τον πλήρωσα κι έφυγα.

Ο ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ

Ξεσπούσανε οε γέλια,

ξανά και ξανά,

στεκόμουνα στη μέση,

και τα ‘λεγα, το ένα μετά το άλλο.

Πραγματικά αστεία.

Γνήσιο, πηγαίο χιούμορ.

Και κάθε λίγο

κι άλλο ξέσπασμα,

κι άλλο χαχανητό.

«Πολύ χαρισματικός».

«Καλύτερος κι από γελωτοποιός».

Ύστερα πήγα σπίτι μου.

Και έκλαψα.

ΣΤΟ ΙΑΤΡΕΙΟ

Και συ κοριτσάκι στην υποδοχή, γιατί χαμογελάς;

Γιατί μιλάς με τόση ζεστασιά;

Γιατί μου απευθύνεσαι γλυκά,

με το επίθετό μου και το «κύριε» μπροστά;

Δε σου το είπα,

μα αν δε χαμογελούσες,

αν δε μιλούσες καν,

δε θα ‘κάνε καμιά διαφορά.

Αυτά που μου ‘πε ο γιατρός,

καθόλου δεν αλλάζουν.

Ούτε στην υποδοχή,

ούτε στο ξεπροβόδισμα.

ΠΡΟΣ ΕΦΗΒΟ ΑΝΙΨΙΟ

Εσένα δε μεγαλώσαμε

με ζωγραφιές και τραγουδάκια;

Σ’ εσένα δε διαβάζαμε

γλυκά παραμυθάκια;

Πότε έγινες αυθάδης,

αναιδής και πονηρός;

Πότε έγινες σαν εμάς;

ΠΡΟΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥΣ ΝΕΑΣ ΓΕΝΙΑΣ

Δε με νοιάζουν τα αιτήματά σας,

για υψηλούς μισθούς και επιδόματα.

Με νοιάζει που πρωί πρωί σας παραδίδουμε

ό,τι αγαπάμε πιο πολύ,

ό,τι πιο πολύτιμο έχουμε.

ΣΕ ΒΛΕΠΟΥΝ

Όλη σου η ζωή χορεύει στο ρυθμό

που σου κρατούν οι άλλοι.

Γι’ αυτούς το αυτοκίνητο το τζιπ,

γι’ αυτούς και η δουλειά σε πολυεθνική,

γι’ αυτούς το καλοκαίρι σε νησί,

γι’ αυτούς και το χειμώνα κάνεις σκι,

γι’ αυτούς εκείνο το ψυχρό το ρετιρέ,

Η αυτούς και η γυναίκα που θα πάρεις, θες δε θες

θα σου ‘λεγα να κάνεις κάτι και για σένα,

μόνο που δεν μπορείς.

Έχεις ξεχάσει πια ποιος είσαι.

Υπάρχεις απλά,

ως μια συνάρτηση των άλλων.

ΕΤΣΙ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ

Δε γεννιούνται ποιητές, οι ποιητές

ούτε σπουδάζονται.

Χτυπιούνται πρώτα.

Χτυπιούνται πρώτα στο πεδίο της ζωής

και ύστερα γράφουν στο χαρτί.

Για αυτό δε θα έπρεπε να τους φωνάζουν ποιητές

μα ποιηθέντες.

ΠΑΙΔΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ

Δεν είναι η ανεμελιά,

οι μακρινές οι Βόλτες, το κρυφτό.

Ούτε το πρώτο το ποδήλατο,

οι πλάκες, το τρεχτό.

Είναι που ονειρευόμουν με τις ώρες,

που σχεδίαζα το μέλλον.

Τι θα γίνω.

Πώς θα ζω.

ΠΕΡΙ ΚΟΛΑΚΕΙΑΣ

Πώς να αντισταθεί κανείς στην κολακεία;

Επιτέλους κάποιος σε θαυμάζει.

Επιτέλους κάποιος το έργο σου αναγνωρίζει.

Επιτέλους κάποιος σε σένα βλέπει

τον άνθρωπο το δίκαιο,

τον άξιο,

τον ικανό.

Θα πρέπει να τον ανταμείψετε γι’ αυτό.

Να τον κρατήσετε κοντά σας.

Σίγουρα δεν πρόκειται για κόλακα.

Σίγουρα αμερόληπτα σε σας θα είδε

τον άνθρωπο το δίκαιο,

τον άξιο,

τον ικανό.

ΣΤΗΝ ΚΗΔΕΙΑ ΤΟΥ ΜΙΛΤΟΥ ΠΟΥ ΕΦΥΓΕ ΠΟΛΥ ΝΕΟΣ

Τι ανάποδο θαύμα είναι αυτό;

Τι παιχνίδι της φύσης;

Να σκίζεται η καρδιά μου.

Και να μη βγαίνει αίμα.

Να κόβομαι στα δύο.

Και να μη βγαίνει αίμα.

Να στέκομαι.

Αλλά να είμαι στο πάτωμα.

Να κοιτάζω.

Και να μη Βλέπω τίποτα.

Γίνεται τόσος πόνος μέσα;

Γίνεται τόσος πόνος μέσα

και έξω τίποτα;

ΓΙΑ ΤΟ ΕΤΟΣ ΚΑΒΑΦΗ 2013

Αφήστε τον, τον Αλεξανδρινό,

στις σκοτεινές τις κάμαρές του,

πίσω απ’ τα κλειστά παράθυρα,

πίσω απ’ των κεριών το χαμηλό το φως.

Αφήστε τον, πολύ σπανίως,

να κατεβαίνει τα σκαλιά,

και στα κρυφά να δοκιμάζει,

τα δυνατά κρασιά της ηδονής.

Βρείτε το δικό σας δρόμο, τον Ιωνικόν,

φτιάξτε τα σπασμένα τα αγάλματά των.

Βγείτε στο δικό σας πηγαιμό.

Σταθείτε στις δικές σας Θερμοπύλες.

Δείτε πόσο γρήγορα σας σβήνουν τα κεριά.

Κι όσο μπορείτε προσπαθήστε,

έτοιμοι να είστε,

σαν έρθει κι η σειρά σας να ακούσετε από τα μακριά,

το μουσικό το θίασο να περνά.

ΚΡΙΣΗ 2013

Αγανακτούμε.

Λέμε να πάρουμε τους δρόμους.

Να ορθώσουμε το ανάστημα μας.

Να υψώσουμε τη φωνή μας.

Να ρίξουμε, οργισμένοι, πέτρες.

Αγανακτούμε περισσότερο,

που δεν ξέρουμε ποιους δρόμους να πάρουμε,

σε ποιους να ορθώσουμε το ανάστημά μας,

σε ποιους να υψώσουμε τη φωνή μας,

σε ποιους τις πέτρες μας να ρίξουμε.

ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΗ ΒΟΥΛΗ Ν’ ΑΠΟΦΑΣΙΣΕΙ

Άβουλη Βουλή,

πες μας τη Βουλή σου.

Ο ΕΠΙΚΗΔΕΙΟΣ ΜΟΥ

θα ήθελα να έγραφα εγώ τον επικήδειο μου.

θα γέμιζε η εκκλησία χαχανητά,

θα πάσκιζε να κρατηθεί ο ιερέας

και ο τρελός καντηλανάφτης θα είχε επιτέλους λόγο να γελά.

Κι αν κάποιος διαμαρτυρότανε πως δεν ταιριάζουν τέτοια σε κηδεία,

πως είναι η ομιλία μου απρεπής,

σίγουρα κάποιος που μ’ ήξερε καλά θα πεταγόταν και θα έλεγε

«Έτσι ήτανε αυτός. Έτσι ακριβώς».

ΕΑΥΤΟΣ

Αυτός κι αν είναι πανταχού παρών.

Αυτός κι αν είναι δίκαιος,

κριτής και τιμωρός.

Σ’ αυτόν λογοδοτούμε.

Αυτός τα πάντα ξέρει.

ΕΑΥΤΟΣ[2]

Αυτός δε θέλει παρακάλια.

Ούτε προσευχές και αγρυπνίες.

Δεν αποδέχεται τάματα.

Δεν του γελάς.

Αυτού.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Πάω γυρεύοντας

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΛΕΟΝΤΙΟΥ

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΑΝΕΥ Τ.65/2017

Ο Στέφανος Παντελίδης (γενν. 1973) είναι μια αιρετική ποιητική φωνή. Τα φιλοσοφικά του διαβάσματα και η συναναστροφή του με την ποίηση του Μόντη και του Καβάφη τού επιτρέπουν να διαμορφώσει μια λοξή ματιά απέναντι στα πράγματα και να αρθρώσει έναν αντικομφορμιστικό λόγο, μια ανατρεπτική γλώσσα, που έχει ως βασικά χαρακτηριστικά της την ειρωνεία, το χιούμορ και την σάτιρα, το σκώμμα, το λογοπαίγνιο και τον (αυτο)σαρκασμό. «Ποίηση γράφω πάντοτε με τον Μόντη. Τους στίχους μας  επιμελείται ο Καβάφης», προειδοποιεί στο αφτί του εξωφύλλου.

Ο Στ. Παντελίδης, τραπεζικός υπάλληλος στο επάγγελμα, εξέδωσε με μια πρώτη ποιητική συλλογή το 2014 με τον τίτλο Εκτός νόρμας. Παρόλο που δεν μεσολάβησε αρκετός καιρός ανάμεσα στην πρώτη και τη δεύτερη συλλογή του, η εξέλιξη του ποιητή είναι διακριτή και αξιοσημείωτη. Σε προλογικό σημείωμα στο πρόσφατο βιβλίο του, ο νέος ποιητής δηλώνει ότι πάει γυρεύοντας θεούς και ανθρώπους «κατά τον δαίμονα εαυτού», δηλ. όπως του υπαγορεύει η συνείδησή του. 

Η ανεπτυγμένη αυτή συλλογή αρθρώνεται σε τέσσερις ενότητες, με τους επιμέρους τίτλους «Γυρεύοντας ανθρώπους», «Γυρεύοντας θεούς», «Γυρεύοντας ποιητές» και «Γυρεύοντας διάλογο με τους μεγάλους». Το εναρκτήριο ποίημα του βιβλίου, με τον τίτλο «Έρημη νήσος», εκκινεί από έναν στίχο από την Έρημη χώρα του Έλιοτ και μας προϊδεάζει για το ότι ο νέος ποιητής θα κινηθεί «εκτός νόρμας»: «Τί γυρεύω εγώ, ο ζωντανός, ανάμεσα σε πεθαμένους; / Και είναι τόσοι πολλοί / – δείχνουν τόσο χαρούμενοι». Από κει και πέρα, ιδίως στα ολιγόστιχα ποιήματα, που καλύπτουν μεγάλο μέρος της συλλογής, τον κύριο τόνο τον δίνει ο Κ. Μόντης των «Στιγμών».

Σε μια σειρά αποφθεγματικούς και επιγραμματικούς στίχους της πρώτης ενότητας, ο ποιητής ρίχνει εξωστρεφείς ματιές σε σύγχρονες καταστάσεις, όπως στην πρόσφατη οικονομική κρίση, που έπληξε και την Κύπρο: «Δεν είναι που άδειασαν οι τσέπες / – είναι που άδειασαν οι ψυχές / και γίναμε σκιές του εαυτού μας» (Κρίση 2013-2015». Ή συλλαμβάνει καίρια τον παλμό της εποχής μας, την έκπτωση των ιδανικών και των αξιών: «Μην μας τύχει να χρειαστεί / να υπερασπιστούμε την πατρίδα, / τα ιδανικά, / τα όσια και τα ιερά. / Γιατί εύλογα θα μας ρωτήσει η νέα γενιά: / Ποια πατρίδα; / Ποια ιδανικά; / Ποια όσια και ιερά;» («Υπέρ βωμών»). Αλλού αναφέρεται στην ανακύκλωση της βίας στο Ισραήλ, ή αντιπαραβάλλει τον παλαιό και τον σύγχρονο homo sapiens, ή σχολιάζει υπαρξιακά ζητήματα, ή στέκεται σε πιο προσωπικά θέματα, στον έρωτα και σε οικογενειακές στιγμές. Στο στόχαστρο της απογυμνωτικής ματιάς του βρίσκεται και ο άλλος εαυτός, τον οποίο παρακολουθεί και ελέγχει, έχοντας συναίσθηση των ορίων του. Η πρώτη ενότητα κλείνει με μια τέτοια αυτοκριτική – απολογισμό, σε αντιδιαστολή με τους άλλους, τους πολλούς, που προσδοκούν μια άλλη, μεταθανάτια ζωή: «Ε όχι και μηδενιστής. / Απλώς αντιλαμβάνομαι το μέγεθός μου: / το τίποτά μου μες στο σύμπαν / το τίποτά μου μες στον χρόνο / που δίνει τελικά αξία στη ζωή μου. / Άλλοι είναι οι μηδενιστές. / Ανόητα την ύπαρξή τους μηδενίζουν / εν αναμονή της “άλλης ζωής” που ακολουθεί» («Μηδενιστής;»).

Με ανατρεπτική διάθεση προσεγγίζει ο Στ. Παντελίδης και τους θεούς, τους χριστιανικούς μύθους, τα εκκλησιαστικά ήθη, την ανάγκη του ανθρώπου να επινοεί θεούς και θαύματα. Ας δούμε δύο παραδείγματα: «Δεν σκότωσε ο Νίτσε τον Θεό. / Απλώς το ανακοίνωσε με στόμφο / – ετεροχρονισμένα. / Ήταν από παλιά νεκρός / – από τη γέννησή Του. / Παράλογος ο Θεός / όπως τα θαύματά Του» («Πέθανε ο Θεός»). «Τί να μας τάζουν άραγε στην άλλη ζωή; / Ίσως μια μεθεπόμενη θνητή ζωή / που θα μας “σώζει” / απ’ την αφόρητη πλήξη της αιωνιότητας» («Στην άλλη ζωή»).

Στην τρίτη, πιο σύντομη ενότητα της συλλογής, ο Στ. Παντελίδης ανοίγει συζήτηση με αγαπημένους του ποιητές, όπως τον Καβάφη και τον Μόντη. Έτσι, με αφορμή το «Έτος Καβάφη 2013», γράφει ανάμεσα σ’ άλλα, αφήνοντας αιχμές σε λογής καβαφιστές και καβαφολόγους: «Εξευτελίσαμε την ποίησή σου / μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου, / μες στες πολλές τις εισηγήσεις κι ομιλίες». Ή στρέφεται «Προς Κώστα Μόντη» για να του εκφράσει με παράπονο την όχι ανώδυνη επενέργεια που ασκεί η ποίησή του: «Πώς το ’κανες αυτό; / Με τόση αγάπη να μας τουφεκίζεις / – με τόση τρυφεράδα να μας κόβεις την καρδιά». Αλλού εκφράζει την ένστασή του για την «Ελένη» του Σεφέρη, για να δικαιολογήσει και να υπερασπιστεί τη δύναμη του έρωτα: «Μα τί εννοείτε “για ένα πουκάμισο αδειανό, / για μιαν Ελένη”; / Καθόλου αδειανό δεν ήταν το πουκάμισο. / Γεμάτο έρωτα ήταν: / έρωτα νέο, εφηβικό. / Έρωτα που νίκησε / και έκανε το δικό του» («Ένσταση, κύριε Σεφέρη»).

Αλλού, έχοντας σταθερό οδηγό τον Μόντη, σχολιάζει με χιούμορ και δηκτικότητα «ποιητές του καναπέ», δήθεν ποιητές, που επινοούν ωραίες λέξεις και γράφουν δυσνόητους στίχους χωρίς κανένα αντίκρισμα, επαναλαμβάνουν στερεότυπα και τετριμμένα θέματα και μοτίβα: «Ποιητές-λαπάδες», «Προς σύγχρονους ποητές», «Σύγχρονη ποίηση», «Τον Πενταδάκτυλο», «Από “ποιητές” σε Ποιητές», «Ποιητές που δεν γράφουν από ανάγκη», «Για να αναγνωριστώ ως ποιητής». Και καταλήγει να ορίσει τους «αληθινούς ποιητές» με τους παρακάτω καίριους, συμπυκνωμένους και αφαιρετικούς στίχους: «Δεν είναι θαύμα της ζωής οι Ποιητές / – απόβρασμά της είναι». Προφανώς για να υποδείξει ότι η ποίηση δεν γράφεται πάνω στην φαντακτερή και ρηχή επιφάνεια της ζωής, αλλά πηγάζει από τις πιο σκοτεινές πλευρές της, από το κατακάθι του πόνου, της αδικίας ή της αμφισβήτησης. Κάτι τέτοιο υποδηλώνεται, άλλωστε, και με το σκοτεινό μαύρο χρώμα του εξωφύλλου, όπου, μαζί με τα λευκά γράμματα με τα στοιχεία του τίτλου, εισχωρεί και ένας φωτεινός προβολέας, δημιουργώντας ισχυρή αντίθεση.

Στην τελευταία ενότητα της συλλογής ο νέος ποιητής επιδιώκει να συνομιλήσει με τους «μεγάλους», λογοτέχνες, άλλους καλλιτέχνες, φιλοσόφους και άλλα επώνυμα πρόσωπα του μύθου και της ιστορίας (κάποτε και ανώνυμα πρόσωπα της ταπεινής ζωής), ενώ κάποτε παρουσιάζει τέτοια πρόσωπα να συνδιαλέγονται μεταξύ τους και να κονταροχτυπιούνται: «Και τώρα τί θα γίνουμε χωρίς Θεό; / Ήταν μια κάποια λύσις» («Όταν διάβασε Νίτσε ο Καβάφης»). Από την ενότητα αυτή, ξεχωρίζουμε και τα παρακάτω, που μιλούν από μόνα τους. Όπως και στις «Στιγμές» του Μόντη, έτσι και εδώ ο τίτλος όχι μόνο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του ολιγόστιχου ποιήματος, αλλά λειτουργεί και ως κλειδί για την ανάγνωσή του: «Το πρόβλημα με εμάς / δεν είναι πως η βλακεία μας είναι ατέλειωτη σαν σύμπαν. / Είναι που διαβάζουμε αυτό που είπε ο Αϊνστάιν / και θεωρούμε πως αφορά όλους τους άλλους» («Η μοναξιά του Αϊνστάιν»). «Αν δεν με θέλουν στον παράδεισο, / πάω τζαι στην κόλασην που με παρακαλούσιν» («Ελάλεν η στετέ του γείτονά μου»).

Όσο γνωρίζουμε, η ποιητική αυτή συλλογή του Στ. Παντελίδη προσέχθηκε και σχολιάστηκε πολύ λίγο στην Κύπρο και στην Ελλάδα (από τους Γιώργο Φράγκο και Δήμο Χλωπτσιούδη). Προκαλεί όμως εντύπωση το γεγονός ότι αγνοήθηκε και από τα μέλη της κριτικής επιτροπής, που έκρινε τα υποψήφια βιβλία για τα κυπριακά λογοτεχνικά βραβεία του 2016. Κατά την αντίληψή μου, ο Στ. Παντελίδης κατέθεσε μια αξιοσημείωτη ποιητική πρόταση με τη δεύτερη συλλογή του, που αξίζει να διαβαστεί και να προσεχθεί περισσότερο. Βέβαια, υπήρχαν περιθώρια για κοσκινίσματα ή για μια αυστηρότερη επιλογή των κειμένων. Αν μπορούμε να δώσουμε μια συμβουλή, με κάθε επιφύλαξη, θα συστήναμε στον ποιητή να μην εγκλωβιστεί στις ποιητικές «Στιγμές» του Μόντη (όπως εγκλωβίστηκε, ίσως, και ο τελευταίος αναπαράγοντας τον εαυτό του). Όλα δείχνουν ότι ο Στ. Παντελίδης έχει όλες τις δυνατότητες (μια «κοφτερή», ανατρεπτική και αντιλυρική γλώσσα, την οξεία ματιά στα πράγματα, τα πλατιά διαβάσματα και το φιλοσοφικό υπόστρωμα) για να γράψει και πιο ολοκληρωμένα ποιήματα.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ 30/1/2017

«Πάω γυρεύοντας», εκδόσεις Βακχικόν 2016

Με ανατρεπτική διάθεση

Η ποίηση του Στέφανου Παντελίδη χαρακτηρίζεται από την αποφθεγματικότητα, την επιγραμματικότητα και την ανατρεπτική της διάθεση. Πρόκειται για μια ποίηση που πραγματεύεται, κατά κόρον, καίρια υπαρξιακά ζητήματα με ιδιαίτερη έφεση στις κριτικές επισημάνσεις και με, ίσως, σημαντικότερη εκφραστική μανιέρα το σαρκασμό και την ειρωνεία.

          Το βιβλίο του Στ. Π., το δεύτερο στη σειρά, είναι χωρισμένο σε τέσσερις ενότητες. Η πρώτη ενότητα έχει περισσότερο δημοσιολογικό χαρακτήρα, αφού ο ποιητής αναφέρεται στους ανθρώπους, στα αρετές και τα ελαττώματα τους, όπως αυτά βρίσκουν την έκφραση τους στο κοινωνικό γίγνεσθαι και τις διαπροσωπικές σχέσεις. Στη δεύτερη ενότητα ο ποιητής στέκεται κριτικά -έως και βλάσφημα- απέναντι σε αυτό που αποκαλούμε «τα θεία». Κρίνει τα θρησκευτικά και εκκλησιαστικά πράγματα με έντονη επικριτική διάθεση και με διακηρυκτική προσέγγιση ενός ιδιαίτερα εκδηλωτικού αθεϊσμού. Η τρίτη ενότητα της συλλογής του Στ. Π. περιλαμβάνει ποιήματα ποιητικής. Εδώ, πέραν των διακειμενικών διαλόγων με διάφορους δημιουργούς, παραμένει διάχυτο και το έντονο κριτικό στίγμα του ποιητή. Η τελευταία ενότητα περιλαμβάνει και πάλι διακειμενικούς διαλόγους, όχι κατ’ ανάγκη μόνο με ανθρώπους των γραμμάτων, αλλά και με ιστορικές και άλλες διακεκριμένες προσωπικότητες.

          Οι θεματικοί ορίζοντες του Στ. Π. είναι πολύ πλατιοί. Δεν περιλαμβάνουν μόνο διαχρονικά ζητήματα αρχών, αξιών και φιλοσοφικών ερωτημάτων, αλλά και τη σύγχρονη προβληματική για τις σχέσεις των ανθρώπων, όπως αυτές διαβρώνονται και αλλοτριώνονται μέσα από τη σύγχρονη τεχνολογία. Ως εκ τούτου, τα “social media” αποτελούν προσφιλές θέμα. Εδώ ο Στ. Π. γίνεται ιδιαίτερα χλευαστικός, σε σημείο που καγχάζει: «Τώρα που όλοι έχουν άποψη / τώρα που όλοι εκφράζονται παντού / έχασε η άποψη την αίγλη της». (σελ. 22) Γίνεται δε ιδιαίτερα βαθύς και καυστικός στην κριτική του: «Μετριέται πλέον η μοναξιά. / Βρήκε στις μέρες μας μονάδα μέτρησης: / όσο πιο πολλούς friends / τόσο πιο πολύ μόνοι». (σελ.24)

          Γενικά ο Στ. Π. διακρίνεται από μια παιγνιώδη διάθεση και μια έφεση στα λογοπαίγνια, που καθιστά τα μηνύματά του ιδιαιτέρως βατά: «Το ύψος της τιμής μας / καθορίζει / το ύψος της τιμής μας». (σελ. 27)

Η λακωνικότητα και η λιτότητα των στίχων του, έχω την άποψη ότι δημιουργούν καλές προϋποθέσεις αισθητικής ευόδωσης. Πχ μέσα σε μια μόνο φράση, θέτει τα θεμελιώδη υπαρξιακά ζητήματα της αναζήτησης και της αγάπης: «Να ερωτάς / και / να ερωτεύεσαι». (σελ. 29)

          Ο Στ. Π. έχει το χάρισμα να παραθέτει ακλόνητες, απαρασάλευτες αλήθειες, δοσμένες με απλότητα, αμεσότητα και χωρίς ίχνος επιτήδευσης ή πόζας. Συνήθως, ελαύνεται από προσωπικά βιώματα, αλλά πάντα φροντίζει να καθολικεύει τα μηνύματά του. Πχ, να τι λέει για τα παιδιά: «Όσο τα μεγαλώνουμε, μας μεγαλώνουν. / Όσα τα μαθαίνουμε, άλλα τόσα μας μαθαίνουν. Πού να ‘ξερα πως είχα τόση αγάπη;». (σελ. 39)

          Από την άλλη, ο ποιητής αρέσκεται στις ανάποδες, στις ανατρεπτικές αναγνώσεις αδιαμφισβήτητων, πάγιων θέσεων και αρχών: «Θα χάσω το δάσος για ένα δέντρο / κι ας φαίνομαι σε κάποιους αδαής… / Βρείτε εσείς το δάσος / – καιροσκόποι, πλεονέκτες – / και αφήστε το δέντρο σ’ εμένα / και στους όμοιούς μου». (σελ. 46)

          Ο Στ. Π. γράφει στίχους ατόφιας υπαρξιακής πνοής, διάφανους, ευνόητους, ευθείς, αποφθεγματικούς και καίριους. Γράφει χωρίς ίχνος κρυπτικότητας ή ελλειπτικότητας. Και διερωτώμαι αν αυτά τα χαρακτηριστικά συνιστούν μόνο αρετή. Ενδεχομένως, κάποτε ν’ αποτελούν και «γκρίζα ζώνη» καθώς αποστερούν την ποίησή του από τη δύναμη της υποβολής, αλλά και από τη γοητεία της αναζήτησης κρυφών νοημάτων πίσω από τις γραμμές. Παραθέτω ένα ενδεικτικό δείγμα της γραφής στην όποια αναφέρομαι: «Χλευάζουμε το σώμα, μα η αλήθεια είναι πως αυτό πεθαίνει τελευταίο. / Αντιστέκεται η σάρκα στο χώμα κάτι βδομάδες – / τα κόκαλα, πολύ περισσότερο. / Το αστείο είναι που μιλάμε με δέος για την ψυχή, / ενώ αυτή τελειώνει πριν από το σώμα. / Δεν έχουμε αιώνια ψυχή. / Άπλετη ματαιοδοξία έχουμε». (σελ. 54) 

          Ο ίδιος ο ποιητής έχει βέβαια την απάντηση στην επισήμανση που μόλις έκαμα και στους ενδοιασμούς που διατύπωσα πιο πάνω. Αφού σε ένα ποίημα ποιητικής, και με σαφή διάθεση αστεϊσμού, λέει: «Θα αρχίσω κι εγώ τα ακαταλαβίστικα… / Και κάποιοι, που δικαιολογημένα / δεν θα καταλάβουν τίποτα, / αδικαιολόγητα επιτέλους / θα με τιμήσουν». (σελ.112)

          Όπως σημείωσα ήδη, ο ποιητής ασκεί κριτική στα θρησκευτικά και τα εκκλησιαστικά πράγματα, με σαφή έφεση στην απομυθοποίηση και τον χλευασμό. Από την άλλη, μια αθεϊστική νότα διαπερνά όλα τα ομόθεμα ποιήματά του: «Τη δεύτερη φορά, ο Ιησούς / πέρασε έξω από την εκκλησία / και καθόλου δεν θύμωσε. / Δεν κατάλαβε το σπίτι Του. / Ήταν σαν έπαυλη πολυτελείας. / Δεν ήξερε Αυτός από τέτοια». (σελ.75)

          Όμως ειδικά για τους άθεους ο Στ. Π. γίνεται ιδιαίτερα εκθειαστικός: «Δεν φοβάται το Θεό ο άθεος/και μειδιά μπροστά στον διάβολό του».

 (σελ. 87)

          Ο ποιητής μεταφέρει τον υπαρξισμό και την μεταφυσική του και στα επέκεινα: «Τι μας τάζουν  άραγε στην άλλη ζωή;/Ίσως μια μεθεπόμενη θνητή ζωή/που θα μας ‘σώζει’/απ’ την αφόρητη πλήξη της αιωνιότητας». (σελ.94)

          Ολοκληρώνω με ένα ακόμα δείγμα ποιητικής, όπου ο Στ. Π. σημασιολογεί την ποίηση ως την τέχνη των καταφρονημένων. Η ποιητική δημιουργία εκβάλλεται από τον πάτο της ζωής, και όχι τον αφρό της: «Δεν είναι θαύμα της ζωής οι Ποιητές /- απόβρασμά της είναι». (σελ.111)

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

tovivlio.net 29/9/2016

Ο σαρκασμός διατρέχει όλη τη Νεοελληνική ποίηση σχεδόν από τη γέννησή της. Τόσο στον Σολωμό όσο και Κάλβο απαντώνται έντονα σατιρικά στοιχεία -σύμφυτα με το ρομαντικό πνεύμα- της εποχής- όσο και αργότερα στον Καρυωτάκη και τους υπερρεαλιστές. Αυτή την οδό με μία φενάκη αντιποιητική γραφή υιοθετεί κι ο Στέφανος Παντελίδης «πάω γυρεύοντας (κατά τον δαίμονα εαυτού)» (vakxikon.gr, 2016) προκειμένου να τοποθετηθεί αιχμηρά μέσω της ποιητικής οδού.

Η κοινωνική αγωνία και η κριτική διάθεση συνδέονται με μία δηκτικά αποφθεγματική διατύπωση που «επιτίθεται» συναισθηματικά στον αναγνώστη. Με το σαρκασμό ο ποιητής κρύβει τον πόνο για όσα τον πληγώνουν και μεταλαμπαδεύει την ανησυχία του στον ακροατή. Χωρίς να υιοθετεί το στοχαστικό ύφος της εύκολης ρητορείας, επιτρέπει μέσα από τη ειρωνεία και το συναίσθημα στο κοινό εκείνο να στοχαστεί μόνο του.

Πρόκειται για ποίηση εκτός κάθε νόρμας, που θεμελιώνεται σεμία απλή γραφή σε πρόζα, με  σύνθετο λόγοκαι αποφθεγματική διατύπωση (διασυρμός, επίμαχο σημείο, ο πιο δύσκολοςσύντροφος, προς Σωκράτη για την αμφισβήτηση, άντρας/γυναίκα, έρωτας/θάνατος, ητιμή μας) ή ο λογοπαιγνιώδης τόνος (προς Διογένη τον Κυνικό, τα δύο μεγάλαπρέπει της ζωής, έρωτας, είμαστε άνθρωποι, η μόνη διαφορά μας με τουςμελλοθάνατους, το χώμα κοιτώντας τον άνθρωπο, συγνώμη που χαλά το ρητό, αλλά,και σχεδόν το σύνολο της ενότητας «γυρεύοντας διάλογος με τους μεγάλους»). Οδημιουργός, εκθέτει τις αμφιβολίες και τις αγωνίες του αναζητώντας ποιητικέςαπαντήσεις σε διαχρονικά και καθημερινά προβλήματα της ζωής, συνδέοντας τουπαρξιακό με το κοινωνικό, το στοχαστικό με το ποιητικό.Η βραχυλογική διατύπωση συνυπάρχει με την αλληγορικήδιάθεση, ενισχύοντας τόσο το δηκτικό συναίσθημα όσο και το ίδιο το κριτικόπεριεχόμενο -που πια αποκτά μία συλλογική υπαρξιακή διάσταση. Άλλωστε, παρά τησυχνή παρουσία του πρωτοενικού υποκειμένου, η ποίηση του Παντελίδη δεν είναιεγωκεντρική/ατομοκεντρική· το κυρίαρχο μήνυμα είναι μία αγωνία -υπαρξιακήςφύσης- για την ίδια την κοινωνία. Ας μην ξεχνάμε ότι η ποίηση δεν επαναστατεί·διαμορφώνει μόνο τις συναισθηματικές προϋποθέσεις για να στοχαστεί και νααφυπνιστεί το κοινό.Η εικαστική απογύμνωση των ολιγόστιχων στιχουργημάτων,αναδεικνύει τις λέξεις και το σατιρικό μήνυμα. Καθώς ο Παντελίδης δεν ακολουθείκάποια περιγραφική ή αφηγηματική οδό, ο αναγνώστης/ακροατής δε χάνεται στιςλαβυρινθώδεις διαδρομές κάποιου επιδιωκόμενου βερμπαλιστικού εντυπωσιασμού.Αντίθετα, μαγεύεται από το λακωνικό και άμεσο ύφος. Εξάλλου, σε έναν κόσμο όπουοι συγκρίσεις γίνονται στα επιτεύγματα κι όχι στην ειλικρίνεια και τηντιμιότητα (του πατέρα μου), ο αντιλυρικός τόνος είναι το μόνο που οπλίζει μεθάρρος το δημιουργό στην αναζήτηση του δέντρου (το λίγο για μένα είναι πολύ).Το ίδιο ύφος διατηρεί και στην ενότητα «γυρεύοντας θεούς»,όπου το σταθερό θέμα διαπραγμάτευσης, το θρησκευτικό, ενισχύει το φιλοσοφικόμήνυμα για τη σχέση ανθρώπου και θείου που θεμελιώνεται στην κριτική οπτική(προς Ιησού, έχουμε δρόμο ακόμη, νέα εκκλησία, προς «Παναγιώτατο»ρασοφόρο, στον εκάστοτε και κατά τόπους Θεό).Μα ούτε ο σαρκασμός ούτε η προσέγγισή του φτάνουν στηνυπερβολή. Πιστός στα αρχαιοελληνικά διδάγματα αποφεύγει με προσοχή την ύβριν.Με οδηγό το μέτρο ακόμα κι όταν αποκαθηλώνει το θείο (Κιβωτός του Νώε,Παντοδύναμε, σε παρέσυρε, τρόμος, νοκ νοκ, «θεία παρουσία» στηνπισίνα, ανάποδος εξορκισμός, θεία ύβρις) προκαλεί ανυπότακτα το θρησκευτικόφανατισμό και το χριστιανικό δογματισμό, μένοντας πιστός στον δαίμονα εαυτούκαι την ευθυκρισία του.Άλλωστε, με την πρόκληση του εσωτερικού του δαίμονα, μεπροσήλωση τολμά να εκθέσει αφοριστικές απόψεις στην ενότητα «γυρεύονταςποιητές», σαρκάζοντας την ποιητική δημιουργία και τη στάση των ποιητών, όπωςτην παρατηρεί γύρω του. Με το ίδιο σθένος αποκαθηλώνει ή φιλοσοφεί με τους»μεγάλους του πνεύματος», από τον Καβάφη και το Σεφέρη έως τονΑϊνστάιν, το Νίτσε, το Ουάιλντ ακόμη και τον Μάικλ Τζάκσον με τον Λιαντίνη.Αξίζει να υπογραμμίσουμε ότι στη συλλογή οι αντιθέσειςαποτελούν μία βασική εκφραστική διέξοδο. Άλλοτε, υποφώσκουν έναντι μία ιδεατήςορθότητας (τρομακτικό, ζωή για δειλούς, παιδιά, νοκ νοκ, Κοβωτός του Νώε,διασυρμός, σκέψεις πριν την προσγείωση, από «ποιητές» σε ποιητές,φιλεύσπλαχνε και παντοδύναμε Κύριε, δεύτερη φορά ο Ιησούς έξω από την εκκλησία,στον εκάστοτε και κατά τόπους Θεό, προς «παναγιώτατο» ρασοφόρο,ποίηση Καβάφη κατά το «Έτος Καβάφη 2013», ένσταση, κύριε Σεφέρη) κιάλλες φορές εκτίθενται μέσα στα στιχουργήματα αποκαλύπτοντας έναν κόσμο αδικίαςκαι παραλογισμού (δέσμιοι πίστης, κοινωνικό κράτος, κρίση 2013-2015, φοιτητέςστα πανεπιστήμια οικονομικών του Λονδίνου, ευτυχία στα social media, η τιμήμας, ο πιο δύσκολος σύντροφος, του πατέρα μου, οξύμωρο, το λίγο για μένα είναιπολύ, παλίρροια, κακός οιωνός, είμαστε άνθρωποι, και είπε ο Ιησούς κατά τηδεύτερη κάθοδό Του, έχουμε δρόμο ακόμη, προς αρχαίους υμών προγόνους, οιαληθινοί ποιητές).Οι αντιθέσεις αποκαλύπτουν όμως και το συναίσθημα αηδίας πουκαταλαμβάνει τον ποιητή, μία ήπια αγανάκτηση που ξεπερνά το στενά κοινωνικό καιαγγίζει το υπαρξιακό. Μα η αποστροφή του δεν στοχεύει σε μία απλή καταγραφή·σκοπός του δημιουργού είναι να διαμορφώσει ένα συναισθηματικό πλαίσιο διαλόγουμε την κοινωνία. Οι αντιθέσεις υποστηρίζουν ακριβώς αυτή την οπτική του.

Και τούτες εκφραστικά αποδίδονται είτε με αρνήσεις σε οριστική (δεν) ως μία αντικειμενική κατάσταση ή με αντιθετικά -ονοματικά και ρηματικά- ζεύγη. Χαρακτηριστικά δε είναι και τα αντιθετικά ποιητικά ζεύγη  που ενισχύουν το στοχαστικό περιεχόμενο (ο παλιός homo sapiens- ο σύγχρονος homo sapiens, ευτυχία στα social media, στις εταιρείες, προς «παναγιώτατο» ρασοφόρο, Βουκεφάλας προς τα άλογα του Αχιλλέα, άντρας/γυναίκα, έρωτας, έρωτας/θάνατος, αυτή, του πατέρα μου-της μητέρας μου, τρομακτικό, Δεύτερη φορά ο Ιησούς έξω από την εκκλησία –τρεις συνθέσεις) ως τις δύο διαφορετικές του είναι και του θέλω ή τις διαφορετικές εκδοχές/οπτικές της ζωής.

Σημαντικό, επίσης, είναι να σημειώσουμε τον ιδιαίτερο λειτουργικό ρόλο που κατέχουν οι τίτλοι των συνθέσεων της συλλογής, καθώς αποκρυπτογραφούν το πλαίσιο αναφοράς και ορίζουν το επίπεδο σαρκασμού (κοινωνικό κράτος, κρίση 2013-2015, Βρετανός τουρίστας στη θάλασσα, κύκλος βίας, φοιτητές στα πανεπιστήμια οικονομικών του Λονδίνου, νέοι ήσασταν ερωτευμένοι, επίμαχο σημείο, τύψεις, το λίγο για μένα είναι πολύ, παλουκωμένος ο Αθανάσιος Διάκος σκέφτεται θλιμμένα).

Η κριτική του Παντελίδη πονάει· «χτυπά» βαθιά στην ψυχή μας σαν μαχαίρι. Το δηκτικό του ύφος με το στοχαστικό άλγος που φέρνει, διεγείρει ένα πλήθος συναισθημάτων στο κοινό, από ένα σαρκαστικό μειδίαμα μέχρι σφίξιμο απ’ τις αιχμηρές σκέψεις που αυθόρμητα γεννιούνται στο νου. Και εκεί ακριβώς έγκειται η ουσία της ποιητικής του, που συνειδητά κι αυτοθέλητα διατηρεί αποστάσεις από το «ποιητικό» ύφος.

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

To Koskino/16/9/2017

Συνήθως, όταν κάποιος καταπιάνεται με κάτι, που φαίνεται παράτολμο, ακούμε τη λαϊκή έκφραση: «Αυτός πάει γυρεύοντας». Πόσο μάλλον, όταν ένας ποιητής παίρνει το ρίσκο να εκδώσει μια ποιητική συλλογή σε μια δύσκολη εποχή και ακούει κάθε τόσο γύρω του ότι «η ποίηση δεν πουλάει» και ότι ζούμε σε μια εποχή πεζή.

Έρχεται, λοιπόν, να μας επιβεβαιώσει το ρίσκο ο Στέφανος Παντελίδης με την ποιητική του συλλογή «Πάω γυρεύοντας», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις “Vakxikon.gr” και όπως διαπιστώνουμε ο ποιητής είναι παράτολμος και πάει γυρεύοντας με τα ποιήματά του, αφού δεν διστάζει να τα βάλει με ανθρώπους, θεούς και σπουδαίους ποιητές και φιλόσοφους.

Αρχικά, ο Στέφανος Παντελίδης στρέφεται εναντίον ανθρώπων, που βρίσκονται στην εκάστοτε εξουσία και αποφασίζουν για τους υπόλοιπους: «Βεβαίως, θα δώσουμε σε όσους έχουν ανάγκη. / (Ό,τι αφήσουν αυτοί που δεν έχουν ανάγκη).» Πιο πέρα θα γράψει για τον σύγχρονο άνθρωπο: «Έφτιαξε υπολογιστές / έφτιαξε δορυφόρους / είδε τα άστρα / μέτρησε το σύμπαν / κατάλαβε το μέγεθός του / κατάλαβε το τέλος του. / Φοβήθηκε / και έτρεξε για ψυχοθεραπεία.», ενώ πιο κάτω θα ρίξει και μερικές σπόντες για τα social media: «Μετριέται πλέον η μοναξιά. / Βρήκε στις μέρες μας μονάδα μέτρησης: / όσο πιο πολλούς friends / τόσο πιο πολύ μόνοι.» Για τις εταιρίες ο Στέφανος Παντελίδης θα γράψει πως: «ο νικητής αμείβεται αδρά / και ο χαμένος πονάει περισσότερο.» Αρκετά εύστοχο σε αυτή την ενότητα είναι και το ποίημα «Πόδια»: «Σίγουρα τα έχεις παρεξηγήσει: / δεν είναι μόνο για να τρέχεις / -είναι και για να κλωτσάς.» Όμως, ο ποιητής δεν σταματάει εδώ. Τολμάει να τα βάλει με τον πιο δύσκολο αντίπαλο, που είναι ο ίδιος ο εαυτός του: «Δεν ακούω πια τους άλλους. / Δεν ακούω πια ούτε τον εαυτό μου. / Και όταν σπάνια του επιτρέπω να εκφραστεί, / διαφωνώ μαζί του πλήρως».

Πιο πάνω αναφέραμε ότι ο Στέφανος Παντελίδης πάει γυρεύοντας, επειδή τα βάζει με ανθρώπους, όμως, εκτός από την ανθρώπινη εξουσία υπάρχει και η θρησκευτική. Διαβάζοντας, την ποιητική συλλογή «Πάω γυρεύοντας», μπορούμε να πούμε ότι Στέφανος Παντελίδης τα βάζει και με θεούς. Έτσι, λοιπόν θα γράψει για «απεργία πίστης» και θα κατηγορήσει τον Ιησού ότι έκανε αδύνατο το να τον πιστέψει. Παρακάτω, δεν θα διστάσει να τα βάλει και με τους ρασοφόρους: «Πως αντέχεις το «Παναγιώτατος»; / Εγώ αμφιβάλω αν αξίζω το «κύριος» / -πόσο μάλλον το «παγκυριότατος.»

Στην επόμενη ενότητα της ποιητικής του συλλογής ο Στέφανος Παντελίδης γράφει για ποιητές, στηλιτεύοντας την υπερανάλυση, που έχει γίνει στην ποίηση του Καβάφη, ενώ πιο κάτω θα γράψει για τους σύγχρονους ποιητές: «Σαν ξόρκι μαγικό / -γράφετε τόσες λέξεις / και δεν μας μένει τίποτα.» και για τη σύγχρονη ποίηση: «Αφήστε τα ηρεμιστικά. / Διαβάστε λίγη ποίηση. / Στο τρίτο ποίημα, / δεν θα σας κρατούν τα βλέφαρά σας».

Στην τελευταία ενότητα της ποιητικής συλλογής «Πάω γυρεύοντας» ο Στέφανος Παντελίδης επιχειρεί έναν διάλογο με σπουδαίους ποιητές, φιλόσοφους και διάφορους στοχαστές, που άφησαν εποχή. Εδώ αξίζει να παραθέσουμε το ποίημα «Προς Δαρβίνο»: «Δεν ξέρεις πως μισούμε την αλήθεια; / Αυτό το απ’ τον πίθηκο / μας έπεσε βαρύ. / Ας έλεγες καλύτερα απ’ το παγώνι. / και η «εξέλιξή» σου -εν μια νυκτί- / θα γινόταν παγκόσμια αποδεκτή.» Σε αυτή την ενότητα ο ποιητής θα αφιερώσει κι ένα ποίημα στους «ανά την υφήλιο κυβερνώντες: «Κρατήστε το ποδόσφαιρο με νύχια και με δόντια. / Χωρίς αυτό, μπορεί ο όχλος να αρχίσει να διαβάζει / -μετά δεν θα σας σώζει τίποτα».

Συμπερασματικά, η ποιητική συλλογή του Στέφανου Παντελίδη «Πάω γυρεύοντας» είναι ένα πολύ ενδιαφέρον ρίσκο και κατά τη γνώμη μας, ο ποιητής ρίσκαρε και τα κατάφερε να κερδίσει την προσοχή μας. Τον προκαλούμε, λοιπόν, να συνεχίσει να ρισκάρει, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει και ο ίδιος στο τελευταίο ποίημα της συλλογής, παραφράζοντας τον Γούντι Άλεν: «Αν δεν σας αρέσουν τα ποιήματά μου, / έχω κι άλλα».

ΚΙΚΑ ΟΛΥΜΠΙΟΥ

anagnostria 11/7/2016

Έγραφα για την προηγούμενη (πρώτη) ποιητική συλλογή του Στέφανου Παντελίδη «Εκτός νόρμας»: «Τη διακρίνει η ορμητικότητα, μια βίαιαη λεκτική έκρηξη, μοιάζει με ατμό που ξεπηδάει ορμητικός όταν ξεσκεπάζουμε μια κατσαρόλα, όπου για ώρα έβραζε νερό. Σαν να κουβαλούσε καιρό μέσα του σκέψεις και συναισθήματα και τώρα απότομα τα αφήνει να ξεπηδήσουν».

Τώρα, σ’ αυτή τη δεύτερη συλλογή, ο ποιητής φαίνεται να έχει κάπως ηρεμήσει. Εμφανίζεται πιο κατασταλαγμένος, όχι τόσο συναισθηματικός. Ο προβληματισμός που υπήρχε στην πρώτη συλλογή εξακολουθεί να υπάρχει. Για τον άνθρωπο, για τον Θεό, για την ποίηση. «Συνομιλεί» με τα μεγάλα πνεύματα ψάχνοντας, ολοένα γυρεύοντας. Η λογική του συγκρουόμενη με το συναίσθημα επικρατεί, η ειρωνεία του σε κάνει αυθόρμητα να χαμογελάσεις. Κι αν είχαμε κάποια απορία για το τι «πάει γυρεύοντας», φροντίζει να μας προϊδεάσει με τον σύντομο πρόλογό του: «Πράττω κατά τον δαίμονα εαυτού», ουσιαστικά, σημαίνει «πράττω με αυτό που η συνείδησή μου θεωρεί σωστό», αδιαφορώντας κατά πόσο αυτό ικανοποιεί τις κοινωνικές νόρμες. Στο βιβλίο αυτό, κατά τον δαίμονα εαυτού πάω γυρεύοντας θεούς και ανθρώπους».

Η συλλογή χωρίζεται σε τέσσερις ενότητες: Γυρεύοντας ανθρώπους, Γυρεύοντας θεούς, Γυρεύοντας ποιητές, Γυρεύοντας διάλογο με τους μεγάλους. Ο Παντελίδης διαλογίζεται, αμφισβητεί, είναι ένα ανήσυχο πνεύμα που διερωτάται για τα ανθρώπινα, για τον Θεό, για την ποίηση. Δίνει ενίοτε τις δικές του ορθολογιστικές απαντήσεις, αλλά πιο συχνά απορεί παρασύροντάς μας στα ίδια εναγώνια ερωτήματα. Στο ποίημα «Υπέρ βωμών» γράφει:

Μην μας τύχει και χρειαστεί

να υπερασπιστούμε την πατρίδα,

τα ιδανικά,

τα όσια και ιερά.

Γιατί εύλογα θα μας ρωτήσει η νέα γενιά:

Ποια πατρίδα;

Ποια ιδανικά;

Ποια όσια και ιερά;

Απογοητεύεται από τη σύγχρονη μοναξιά:

Μετριέται πλέον η μοναξιά.

Βρήκε στις μέρες μας μονάδα μέτρησης:

Όσο πιο πολλούς friends

τόσο πιο πολύ μόνοι.

Με δυο μόνο στίχους ειρωνεύεται τη φθαρτότητά μας:

ΤΟ ΧΩΜΑ ΚΟΙΤΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ

Πρόσεχε πώς πατάς

-έχει ο καιρός γυρίσματα.

Με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο φιλοσοφεί πάνω στην έννοια «Θεός». Οι αμφιβολίες του συμπυκνώνονται τέλεια στο ποίημα  «Εύρηκα».

Είμαι σίγουρος, φωνάζει ο πιστός,

υπάρχει Θεός!

-και γελούν μαζί του οι νουνεχείς.

Είμαι σίγουρος, φωνάζει ο νουνεχής,

δεν υπάρχει Θεός!

-και γελούν μαζί του οι Θεοί.

Για να καταλήξει «Έχουμε δρόμο ακόμη» για να απαλλαγούμε από όλους τους φόβους, τις δεισιδαιμονίες, τις προκαταλήψεις που κατά καιρούς μας φόρτωσαν οι θρησκείες.

Οι «συνομιλίες» του με τους ποιητές και τους «μεγάλους» αποκαλύπτουν το εύρος των διαβασμάτων του, των επιδράσεων αλλά και των αμφισβητήσεών του. Το ακαριαίο των «Στιγμών» του Μόντη, οι συμβολισμοί του Καβάφη, καταφανείς στην ποίηση του Στέφανου. Η πλατωνική φιλοσοφία, ο Νίτσε, ο Κάλβος, ο Σολωμός, ο Σεφέρης, ο Ηράκλειτος και προπάντων ο «δάσκαλός» του, όπως τον αποκαλεί, ο Δ. Λιαντίνης, γίνονται άλλοτε με το έργο τους κι άλλοτε με τη ζωή τους οι προσφιλείς του συνομιλητές.

Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΟΥ ΑΪΝΣΤΑΙΝ

Το πρόβλημα με εμάς

δεν είναι πως η βλακεία μας είναι ατέλειωτη σαν το σύμπαν.

είναι που διαβάζουμε αυτό που είπε ο Αϊνστάιν

και θεωρούμε πως αφορά όλους τους άλλους.

ΠΡΟΣ ΠΑΟΥΛΟ ΚΟΕΛΟ

Το μόνο σύμπαν που συνωμοτεί

είναι το δικό σου.

Έγινες πλούσιος

πουλώντας παραμύθια.

Η ποίηση του Στέφανου Παντελίδη, απλή, κατανοητή, απογυμνωμένη από λυρικά ψιμμύθια, μπορεί να γίνει πηγή ευφρόσυνων στιγμών όταν την απολαμβάνουμε ως Τέχνη, αλλά και πρόξενος μελαγχολίας. Της μελαγχολίας που προκαλεί ο προβληματισμός για τα ανθρώπινα, τη ζωή και τον θάνατο, την Τέχνη και τον Θεό.

Εκτός νόρμας (2014)

ΚΙΚΑ ΟΛΥΜΠΙΟΥ

anagnostria  26/9/2014

Με την ποίηση ελάχιστα ασχολήθηκα σ’ αυτό εδώ το blog, αφού έχω μόνο 5 ποιητικές αναφορές σε σύνολο 474 αναρτήσεων. Όχι γιατί δεν μου αρέσει ή γιατί δεν διαβάζω ποίηση, αλλά γιατί άλλο η ανάγνωση και άλλο η παρουσίαση μιας ποιητικής συλλογής. Η ποίηση νιώθεται, δεν εκλογικεύεται («δεν υπάρχει «άρα» στην ποίηση», για να θυμηθούμε  τον Ελύτη). Όταν εκλογικεύσεις (πράγμα που δυστυχώς είμαστε υποχρεωμένοι να κάνουμε όταν διδάσκουμε), κάτι απ’ την αδιόρατη κι άπιαστη μαγεία της χάνεται. Ο φόβος λοιπόν μήπως προδώσω την ποίηση είναι που με συγκρατεί ώστε να την απολαμβάνω χωρίς να μιλώ πολύ γι’ αυτήν, ο φόβος μήπως δεν μπορέσω να μεταδώσω αυτά που ένιωσα.

Κι όμως πάλι κάποιοι στίχοι μου αναμοχλεύουν τέτοιες σκέψεις και συναισθήματα που πιεστικά γυρεύουν διέξοδο έκφρασης. Αυτό μου συνέβη με μια πρόσφατη ποιητική συλλογή. Τίτλος της, «Εκτός νόρμας», πρώτη ποητική συλλογή του Στέφανου Παντελίδη. Το πρώτο που μου έκανε εντύπωση σ’ αυτή την ολιγοσέλιδη συλλογή είναι μια ορμητικότητα, μια βίαιη λεκτική έκρηξη. Μου φάνηκε πως έμοιαζε με τον ατμό που ξεπηδάει ορμητικός σαν ξεσκεπάζουμε μια κατσαρόλα όπου για ώρα έβραζε νερό. Σαν να κουβαλούσε καιρό μέσα του σκέψεις και συναισθήματα και τώρα απότομα τα αφήνει να ξεπηδήσουν. Δεν ξέρω τι μου δημιούργησε αυτή την εντύπωση. Ίσως είναι το ολιγόστιχο των ποιημάτων, όπου το συναίσθημα γνωρίζει μια άκρα συμπύκνωση (πολλά ποιήματα αποτελούνται από ένα ή δύο ή τρεις το πολύ στίχους), ίσως είναι η διαμαρτυρία που έντονα ξεχύνεται ακόμη και προς το Θεό ή η ειρωνεία, κάποτε και ο αυτοσαρκασμός. Κάποια ποιήματα σε κάνουν να χαμογελάσεις, άλλοτε να δακρύσεις κι άλλοτε να ταυτιστείς με τη φωνή διαμαρτυρίας του ποιητή.

Ο Στέφανος μοιάζει οργισμένος, Η οργή της διαμαρτυρίας του απευθύνεται συχνά και στο Θεό. «Πού ήσουν;» ρωτάει το Θεό για δυο αδερφάκια που πέθαναν κλεισμένα στο ασανσέρ. Κι αλλού πάλι διαμαρτύρεται γιατί «Εκείνος έφυγε νύχτα, ενώ άφησε τ’ άλλα παιδιά να σφαγούν απ’ τον κτηνώδη βασιλιά», θυμίζοντάς μας τη σφαγή των νηπίων από τον Ηρώδη. Κι όμως δεν δηλώνει άθεος. Γιατί, αν δεν πίστευε, «δεν θα Του απηύθυνε το λόγο, δεν θα Του ζητούσε εξηγήσεις», δικαιολογείται ειρωνικά και παραπονεμένα.

Με τρυφερότητα και αγάπη γράφει ειδικά για τα παιδιά. Άλλωστε αφιερώνει τη συλλογή «Στο γιο μου Γιώργο, που η ιδιαιτερότητά του μου ανοίγει ορίζοντες».

Καταφανείς οι επιδράσεις που δέχτηκε ο Στέφανος, με κυρίαρχες την ποίηση του Μόντη και του Καβάφη. Όχι μόνο γιατί ονομαστικά τους αναφέρει σε αντίστοιχα ποιήματα, αλλά και για άλλους λόγους. Η φιλοσοφική διάθεση, η ειρωνεία, ο χωρίς ψιμμύθια λόγος που διακρίνει τους δυο ποιητές είναι χαρακτηριαστικά και του «Εκτός νόρμας». Παρόμοια με την τεχνική του Μόντη είναι και οι παραλλαγές πάνω στο ίδιο θέμα. Π.χ. «Τα μάτια», «Τα μάτια[2]», «Τα μάτια [3]» κ.λπ..

Εξαιρετικό το ποίημα «Για το έτος Καβάφη 2013». Ποίημα συνθεμένο, θα ‘λεγε κανείς, από στίχους του ίδιου του Αλεξανδρινού, που ο Στέφανος απευθύνει στον εαυτό του και στον καθένα μας.

Αφήστε τον τον Αλεξανδρινό,

στις σκοτεινές τις κάμαρές του,

πίσω απ’ τα κλειστά παράθυρα,

πίσω απ’ των κεριών το χαμηλό το φως.

Αφήστε τον, πολύ σπανίως,

να κατεβαίνει τα σκαλιά,

και στα κρυφά να δοκιμάζει,

τα δυνατά κρασιά της ηδονής.

Βρείτε το δικό σας δρόμο, τον Ιωνικόν,

φτιάξε τα σπασμένα τα αγάλματά των.

Βγείτε στο δικό σας πηγαιμό.

σταθείτε στις δικές σας Θερμοπύλες.

Δείτε πόσο γρήγορα σας σβήνουν τα κεριά.

Κι όσο μπορείτε προσπαθείστε,

έτοιμοι να είστε,

σαν έρθει κι η σειρά σας να ακούσετε από τα μακριά,

το μουσικό το θίασο να περνά.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Στη Μαρία Παναγιώτου

Ο Φιλελεύθερος 14/12/2016

«Ο αληθινός ποιητής οφείλει να αφυπνίζει τον αναγνώστη».

Στέφανος Παντελίδης: Ένας ροκ ποιητής

Νιώθει πως αυτό που γράφει είναι περισσότερο ροκ παρά ποίηση. Πιστεύει ακόμη ότι η καλή ποίηση είναι επανάσταση: «Φέρνει τον άνθρωπο αντιμέτωπο με τους φόβους του, αλλά του δίνει και ώθηση να γίνει καλύτερος. Οι αληθινοί ποιητές δεν ποιούν λέξεις, ποιούν συνειδήσεις», λέει ο Στέφανος Παντελίδης. Αφορμή για την κουβέντα μας, η δεύτερη ποιητική του συλλογή, «Πάω γυρεύοντας (κατά τον δαίμονα εαυτού)», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Vakhikon.gr.

Γράφει:

-Γιατί διάλεξες αυτόν τον τίτλο στο τελευταίο σου βιβλίο με ποιήματα;

Ο άνθρωπος που σταματά να πηγαίνει γυρεύοντας, μένει πνευματικά στάσιμος. Χάνει σιγά-σιγά την ψυχή του. Μετατρέπεται σε ζωντανό νεκρό. Μικρός, έβλεπα ζωντανούς νεκρούς σε ταινίες τρόμου. Σήμερα τους βλέπω γύρω μου, και με τρομάζουν περισσότερο. Στο βιβλίο μου πάω εν μέρει «γυρεύοντας καβγά», αφού οι στίχοι μου είναι συχνά προκλητικοί και ενοχλητικοί.

-Αναγκάζουν κατά κάποιον τρόπο τον αναγνώστη να διερωτηθεί για τον τρόπο που ζει, τη ζωή του;

Ναι, και μαζί με τον αναγνώστη πάω και εγώ γυρεύοντας, αναζητώ δηλαδή απαντήσεις στα διαχρονικά αλλά και καθημερινά προβλήματα της ζωής. «Γυρεύω ανθρώπους», σε στίχους μου για την κρίση, τα social media, τον έρωτα, τον θάνατο, την ευτυχία κ.ά. «Γυρεύω θεούς», αμφισβητώντας τις παγιωμένες αντιλήψεις περί θεών και προκαλώντας για κάτι καλύτερο. «Γυρεύω ποιητές» αμφισβητώντας τον ανιαρό δρόμο που έχουν πάρει αρκετοί σήμερα και «γυρεύω διάλογο με τους μεγάλους», συνομιλώντας με τον Σωκράτη, τον Αϊνστάιν, τον Νίτσε, τον Δαρβίνο, τον Όσκαρ Ουάιλντ, ακόμη και τον Μάικλ Τζάκσον. Η φράση στην παρένθεση «κατά τον δαίμονα εαυτού» τονίζει την αρχή να πράττει ο καθένας μας κατά συνείδηση. 

-«Όποιος ελεύθερα συλλογάται, ενοχλεί αυτούς που διοικούν», γράφεις στο οπισθόφυλλο του βιβλίου σου. Είναι γενικά ο ρόλος του ποιητή να «ενοχλεί» την εξουσία και να αφυπνίζει τον αναγνώστη;

Η αγάπη μου για την ελεύθερη σκέψη είναι διάχυτη στο βιβλίο μου. Πριν να παραφράσω τον Ρήγα, παραφράζω τον Κάλβο: «Θέλει αρετήν και τόλμην, η ελεύθερη  σκέψη». Ο εύκολος δρόμος είναι η παραδοχή στη μετριότητα της συλλογικής σκέψης. Ο δύσκολος, είναι να απελευθερωθείς από τα δεσμά και να αναπτύξεις ελεύθερη σκέψη. Ο Καβάφης το θέτει συγκλονιστικά στο ποίημά του «Τείχη»: «…Ανεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω».

-Ποιος κτίζει τείχη;

Τα τείχη τα κτίζουν η κοινωνία, το κράτος, η Εκκλησία, το κατεστημένο, ακόμη και ο εαυτός μας, όταν χάσει πλέον τις αντιστάσεις του. Αυτούς ακριβώς εννοώ ότι ενοχλεί «όποιος ελεύθερα συλλογάται». Και ναι, ο αληθινός ποιητής οφείλει να αφυπνίζει τον αναγνώστη. 

– Γράφεις για την οικονομική κρίση, «δεν είναι που άδειασαν οι τσέπες, είναι που άδειασαν οι ψυχές». Γιατί κατά την άποψή σου άδειασαν οι ψυχές;

Κατά την περίοδο της βαθιάς κρίσης 2013-2015, οι άνθρωποι γυρνούσαν σαν σκιές και γύρευαν από κάπου να πιαστούν, αλλά δεν έβρισκαν τίποτα στέρεο. Το χρήμα εξανεμίστηκε. Το κράτος, η Ελλάδα, η Ευρώπη, η Ρωσία, όλοι τους είχαν απογοητεύσει. Οι θεσμοί που έπρεπε να λειτουργήσουν δεν λειτούργησαν, ο κοινωνικός ιστός έλιωσε σαν κερί. Η καθημερινότητα μετατράπηκε σε βάσανο. Ο ενθουσιασμός χάθηκε. Τα κεφάλια έγειραν. Η ελπίδα έσβησε. Κάπως έτσι δεν αδειάζουν οι ψυχές;

-Ποια ανάγκη σε οδήγησε στον δρόμο της ποίησης;

Βλέπω και αντιλαμβάνομαι πολύ περισσότερα από όσα θα ήθελα. Κοινωνικά, πολιτικά, οικονομικά και φιλοσοφικά, νιώθω συχνά σαν τον Οιδίποδα Τύραννο. Μου αποκαλύπτεται μια αλήθεια τόσο δυσβάστακτη, που θα προτιμούσα να μην τη γνώριζα. Ζηλεύω πραγματικά τους «φτωχούς τω πνεύματι», επειδή λίγα αντιλαμβάνονται. Αφού λοιπόν δεν έχω τα κότσια του Οιδίποδα να τυφλωθώ για να μη βλέπω την αλήθεια, γράφω. Η ποίηση είναι για μένα μια μορφή εκτόνωσης. Η Κίκα Ολυμπίου έγραψε για την ποίηση μου στο blog της (anagnostria): «Τη διακρίνει η ορμητικότητα, μια βίαιη λεκτική έκρηξη, μοιάζει με ατμό που ξεπηδάει ορμητικός, όταν ξεσκεπάζουμε μια κατσαρόλα όπου για ώρα έβραζε νερό.»

-Οι στίχοι σου βγαίνουν εύκολα ή παιδεύεσαι πολύ για να βρεις τις κατάλληλες λέξεις;

Ενώ επιτρέπω στον εαυτό μου να παιδεύεται μερόνυχτα με σκέψεις, του απαγορεύω να παιδεύεται με λέξεις. Η εμμονή πολλών ποιητών στην εξεύρεση ιδανικών λέξεων, σκότωσε την ποίηση. Το αναγνωστικό κοινό μάς έχει εγκαταλείψει, όχι επειδή δεν είναι ικανό να μας κατανοήσει, όπως δηλώνουν γεμάτοι υπεροψία οι ποιητές. Την ευθύνη φέρουν οι ποιητές που έπαψαν να συγκλονίζουν τους αναγνώστες με τους στίχους τους.

-Σαρκάζεις στο βιβλίο σου τους σύγχρονους ποιητές και αναφέρεσαι στην κακή ποίηση. Πώς προσδιορίζεις την καλή ποίηση;

Η καλή ποίηση διακόπτει την καθημερινότητα. Αντιμάχεται τη συνήθεια. Αναστατώνει τον αναγνώστη. Του θυμίζει τη θνητότητά του, την τραγικότητά του, τους έρωτες που δεν έζησε, τις μάχες που δεν έδωσε, αυτά που οφείλει, αυτά που δεν είναι. Παράλληλα υμνεί τον έρωτα, την αγάπη, τις αρετές και το ήθος. Η καλή ποίηση είναι επανάσταση. Φέρνει τον άνθρωπο αντιμέτωπο με τους φόβους του, αλλά του δίνει και ώθηση να γίνει καλύτερος. Οι αληθινοί ποιητές δεν ποιούν λέξεις, ποιούν συνειδήσεις. Γι’ αυτό και στη δική μου κρίση, πέραν του Καβάφη και του Μόντη, στην κατηγορία Ποιητές είναι και επαναστάτες όπως ο Σωκράτης, ο Ιησούς, ο Νίτσε και ο Γκάντι, αλλά και ροκάδες όπως ο Jim Morrison, ο Bob Dylan και τα Διάφανα Κρίνα.

-Να θεωρήσω ότι είσαι σύμφωνος με την απονομή του Νόμπελ Λογοτεχνίας στον Bob Dylan;

Σίγουρα. Συχνά λέω πως αυτό που γράφω είναι περισσότερο ροκ παρά ποίηση. Πώς να μην με χαροποιεί η βράβευση του Dylan; Μας ανοίγει τον δρόμο! Καλλιτέχνες σαν αυτόν επηρέασαν με την ποίησή τους εκατομμύρια ανθρώπους.

-Μου φάνηκε παράξενο που ανέφερες τον Ιησού στα πρότυπά σου. Διαβάζοντας το βιβλίο σου, κάποιος θα έλεγε πως βρίσκεσαι στην αντίπερα όχθη.

Ο Ιησούς ήταν ένας αληθινός επαναστάτης. Αμφισβήτησε το κατεστημένο, κτύπησε την εξουσία και έδωσε δύναμη στους αδύναμους της εποχής του. Στη συνέχεια, υπήρξε αντικείμενο εκμετάλλευσης. Στα ποιήματα μου αντιπαλεύομαι αυτούς που στο όνομα του Ιησού αποκτούν πλούτο, εξουσία και δύναμη. Μάλλον θα συμφωνούσε με αρκετά από τα ποιήματά μου, όσο αντιχριστιανικά κι αν φαίνονται.

-Αναφέρεσαι στους στίχους σου στην ανούσια κοινωνικότητα του διαδικτύου. «Όσο πιο πολλούς friends, τόσο πιο πολύ μόνοι», σχολιάζεις. Εσύ δεν έχεις friends στο διαδίκτυο;

Δεν έχω facebook. Όχι επειδή αντιστέκομαι στην τεχνολογία. Απλώς από την αρχή δεν μου άρεσε το facebook ως μέσο επικοινωνίας. Οι «friends» κάθε άλλο παρά φίλοι είναι, και η επικοινωνία περιορίζεται σε ανούσια posts και δυσλεκτικά σχόλια τύπου «like» και «αγαπώ». Αντιθέτως λατρεύω το WhatsApp και φυσικά το email, γιατί μου δίδουν τη δυνατότητα να μοιράζομαι σκέψεις και συναισθήματα με πραγματικούς φίλους. Θα χαρώ, για παράδειγμα, αν αντί για «like», οι αναγνώστες του Φ, μου «μιλήσουν» στο spantelides@hotmail.com. 

-Τι είναι για σένα ευτυχία;

Γράφω στο βιβλίο μου:

Μετράμε την ευτυχία σε αριθμούς.

Κομπάζουμε για τους δεκάδες friends μας.

Ξεχάσαμε τι είπε ο Επίκουρος:

Ευτυχία είναι

μια όμορφη αυλή,

λίγο τυρί, λίγο κρασί

και δύο καλοί μας φίλοι.

-Ενώ η ποίησή σου θα μπορούσε να χαρακτηριστεί απαισιόδοξη, δεν είναι λίγοι οι στίχοι σου με χιούμορ.

Δεν είμαι απαισιόδοξος. Κοιτώ στα μάτια την πραγματικότητα. Και επειδή συχνά μου προκαλεί πόνο, την πολεμώ με χιούμορ.

– Τι θα έγραφες στον τάφο σου;

«Πήγα γυρεύοντας – και προφανώς δεν γύρισα πίσω.»

tvxs.gr 11/6/2016

Μιλήστε μας για το τελευταίο σας βιβλίο.

Το τελευταίο μου βιβλίο τιτλοφορείται «Πάω γυρεύοντας (κατά τον δαίμονα εαυτού)».  Πρόκειται για εκτός νόρμας ποίηση. Απλός και πεζός λόγος αλλά σύνθετη σκέψη. Πάω γυρεύοντας με δύο έννοιες: Πάω γυρεύοντας «καυγά», αφού οι στίχοι μου είναι συχνά προκλητικοί και ενοχλητικοί. Αναγκάζουν τον αναγνώστη να διερωτηθεί και να αμφισβητήσει αρχές και θεσμούς με τους οποίους συνήθισε να ζει. Κυρίως όμως πάω γυρεύοντας, αναζητώ δηλαδή, απαντήσεις στα διαχρονικά αλλά και καθημερινά προβλήματα της ζωής. Γι’ αυτό και χωρίζεται το βιβλίο σε τέσσερις  ενότητες: 1η. Γυρεύοντας ανθρώπους όπου με απασχολούν θέματα όπως η κρίση, η νωθρότητα, τα social media, ο έρωτας, ο θάνατος κ.ά. 2η. Γυρεύοντας Θεούς όπου ειρωνεύομαι τις παγιωμένες αντιλήψεις περί θεών και προκαλώ για κάτι καλύτερο, 3η. Γυρεύοντας ποιητές όπου τα βάζω με τους ποιητές που αντί να μας αναστατώνουν με την ποίησή τους μάς προκαλούν χασμουρητά και 4η. Γυρεύοντας διάλογο με τους μεγάλους όπου ο Σωκράτης, ο Αϊνστάιν, ο Νίτσε, ο Καβάφης, ο Όσκαρ Ουάιλντ ακόμη και ο Μάικλ Τζάκσον μπαίνουν σε διαλόγους μεταξύ τους, αλλά και μαζί μου, για διάφορα ενδιαφέροντα θέματα. Η φράση στην παρένθεση «κατά το δαίμονα εαυτού» τονίζει την αρχή να πράττει ο καθένας μας κατά συνείδηση και όχι να ποδηγετείται. Να έχουμε δηλαδή την ελευθερία να «πηγαίνουμε γυρεύοντας» με οδηγό τη δική μας κρίση. Για αυτό γράφω κάπου στην 4η ενότητα:

ΜΕ ΑΦΕΤΗΡΙΑ ΤΟΝ ΚΑΛΒΟ

Θέλει αρετή και τόλμη

η ελεύθερη σκέψη.

Πώς αναζητάτε την έμπνευση μες στα χρόνια της κρίσης;

Την έμπνευση δεν την αναζητάς εσύ. Σε αναζητά αυτή. Εν καιρώ κρίσης εμένα προσωπικά δεν με αφήνει ήσυχο ούτε μέρα ούτε νύκτα. Πώς να παραμείνω ασυγκίνητος στην εικόνα του μικρού τρίχρονου Σύριου, Allan, που ξέβρασε η θάλασσα μπρούμυτα στις ακτές της Τουρκίας με εκείνο το κοντό μπλε παντελόνι, την κόκκινη φανελίτσα και τα χαριτωμένα παπουτσάκια; Πώς να αντέξω στη θέα ενός ηλικιωμένου που περιμένει (από αξιοπρέπεια) να πέσει η νύκτα για να ψάξει λίγο φαγητό στον κάδο απορριμμάτων; Αλλά και αντίθετα: Μπορείς να μην εμπνευστείς μπροστά στον έρωτα, το χαμόγελο και την αισιοδοξία εν καιρώ κρίσης; Τόσο η χαρά  όσο και ο πόνος δυναμώνουν σε δυσμενείς περιόδους. Η Κρίση είναι τελικά μεγάλη μούσα.  

Ποια είναι η σχέση σας με τη λογοτεχνία;

Νομίζω το βιογραφικό που παραθέτω στο βιβλίο μου δίνει μια πρώτη εικόνα της περίεργης σχέσης μου με τη λογοτεχνία: Γεννήθηκα το 1973. Μετά τα 30, άρχισα να γράφω. Ποίηση γράφω πάντοτε με τον Μόντη. Τους στίχους μας επιμελείται ο Καβάφης. Ανταλλάζω απόψεις και μπαίνω σε ατέρμονες συζητήσεις με τον Διογένη, τον Σωκράτη, τον Φρόυντ και τον Ντόκινς. Συχνά με παίρνει ο Νίτσε με τον Ζαρατούστρα ορειβασία. Μένω στους πρόποδες εγώ, ενώ αυτοί απολαμβάνουν τις βουνοκορφές. Αθλούμαι επίσης, ανελλιπώς: Παίζω μποξ με το Ματθαίο, το Λουκά και τον Παύλο. Τις νύχτες, μελετώ το πιο φωτεινό άστρο του ουρανού, το Γκέμμα, με το δάσκαλό μου Δημήτρη Λιαντίνη.” Για να γίνω όμως πιο σαφής, θα έλεγα πως με τη λογοτεχνία έχω μια σχέση αγάπης και μίσους. Ενώ λατρεύω  και ευγνωμονώ συγγραφείς όπως τον Νίτσε, τον Λιαντίνη, τον Καβάφη και τον Μόντη μού προκαλούν ανία αλλά και συχνά εκνευρισμό ποιητές και συγγραφείς «του αέρα και του τίποτα». Γράφω και για τα δύο είδη, ιδιαίτερα στην 3η και στην 4η ενότητα του βιβλίου μου.

Μπορεί ένα καλό βιβλίο να «σώσει» την ψυχή μας;

Ένα καλό βιβλίο, ίσως. Παραδόξως όμως, ένα πολύ καλό βιβλίο δύναται περισσότερο να «καταστρέψει» αντί να «σώσει» την ψυχή μας. Εξαιρετικοί συγγραφείς και ποιητές όπως αυτοί που προανέφερα, μάς δείχνουν την αλήθεια με το έργο τους, μόνο που η αλήθεια είναι σαν τον ήλιο. Αν τον κοιτάξεις κατευθείαν σε τυφλώνει. Ενώ δηλαδή ένα βιβλίο όπως το Τάδε εφη Ζαρατούστρα ή το Γκέμμα σού χαρίζει απέραντη ικανοποίηση με τα μονοπάτια  σκέψης που σου διανοίγει, συγχρόνως σου προκαλεί απέραντο πόνο με την πικρή αλήθεια που σου φανερώνει.

Τα επόμενα εκδοτικά σχέδιά σας, κι όχι μόνο;

Δεν έχω ιδέα. Ειλικρινά. Γράφω από ανάγκη. Όταν λέω «από ανάγκη», εννοώ την ανάγκη που οι Αρχαίοι όριζαν ως «πάνω από τους θεούς». Είναι αυτό που οι ψυχολόγοι πολύ αργότερα ονόμασαν ορμή και οι βιολόγοι DNA. Ώσπου με σπρώχνει η ανάγκη, θα γράφω με ορμή. Όταν χαθεί, δε θα ξαναγράψω ούτε ένα στίχο. Αυτό που θέλω να πω είναι πως δεν προσπαθώ να γράφω ποίηση. Δεν βάζω στόχο μου να γίνω ποιητής. Γράφω με την ίδια ανάγκη που αναπνέω. Δεν το ορίζω, ούτε το επιλέγω. Αυτό ισχύει σήμερα. Για αυτό και μόλις έχω εκδώσει τη δεύτερη ποιητική συλλογή μου με περισσότερα από 130 ποιήματα/στοχασμούς. Για αύριο δεν μπορώ να ξέρω.

ΜΙΧAΛΗΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ

city.sigmalive  04/6/2014

«Η ποίησή μου είναι εκτός νόρμας, εγώ όχι»

Αναρωτιέται πότε προέκυψε ως κανόνας να είναι δυσνόητη η ποίηση και να απαιτεί αναλύσεις, εμβαθύνσεις και βοήθεια φιλολόγων για να κατανοηθεί, δηλώνει ότι πολλοί ποιητές, ακόμη και Νομπελίστες, τον αφήνουν αδιάφορο, αισθάνεται τυχερός που η ‘a bookworm publication’ αναγνώρισε ως ποίηση την… μη-ποίηση του, αλλά και που θα τον προλογίσει ο Μιχάλης Πιερής και εξηγεί γιατί στο εξώφυλλο της πρώτης ποιητικής συλλογής του, με τίτλο «Εκτός Νόρμας», υπάρχει μια στατιστική καμπύλη, ένα κουνούπι και ένας λεκές από καφέ.

Πως ορίζεται το «Εκτός Νόρμας» στην περίπτωση της δικής σου ποιητικής συλλογής; Έχει να κάνει με το περιεχόμενο των ποιημάτων σου;

Η ποιητική μου συλλογή δύσκολα μπορούσε να εκδοθεί με άλλο τίτλο. Ο τίτλος λειτουργεί ως προειδοποίηση για το περιεχόμενο που θα αντιμετωπίσει ο αναγνώστης ανοίγοντας το βιβλίο. Το περιεχόμενο ορίζεται ως εκτός νόρμας για πολλούς λόγους. Πρώτον η απλότητα γραφής. Δεν ξέρω πότε προέκυψε ως κανόνας να είναι δυσνόητη η ποίηση και να απαιτεί αναλύσεις, εμβαθύνσεις και βοήθεια φιλολόγων για να κατανοηθεί, αλλά δυστυχώς σήμερα αυτό συμβαίνει. Αντιθέτως, τα ποιήματα μου είναι γραμμένα σε απλή και κατανοητή γλώσσα, με όσο το δυνατό λιγότερες λέξεις και στίχους. Άνετα μπορεί να χλευαστεί για αυτό.

Εκτός νόρμας είναι και η θεματολογία των ποιημάτων της συλλογής αλλά και η ανατρεπτική τους διάθεση. Υπαρξιακά ερωτήματα, προβληματισμός για κοινωνικά θέματα, προσωπικές εμπειρίες, φιλοσοφικές θέσεις παρουσιάζονται εναλλάξ και χωρίς οποιαδήποτε τάξη με αποτέλεσμα (από ότι μου είπαν οι πρώτοι αναγνώστες) να προβληματίζουν, να συγκινούν, να προκαλούν κάποτε θυμό και κάποτε γέλιο.

Εκτός νόρμας είναι και το μέγεθός τους, αφού προσπαθώ να πω όσο το δυνατό περισσότερα με όσο το δυνατό λιγότερες λέξεις. Έτσι συμπυκνώνεται ο λόγος και παρουσιάζονται ποιήματα τριών μόνο στίχων, δύο στίχων, ενός στίχου και ακόμη και ένα ποίημα χωρίς στίχους. Ναι, σε ένα από τα ποιήματα το νόημα προκύπτει μέσα από τον τίτλο του, αφού απουσιάζουν παντελώς οποιοιδήποτε στίχοι.

Γενικά στη ζωή σου και δη στη δουλειά σου, θα έλεγες ότι κινείσαι εκτός νόρμας;

Ο τρόπος που σκέφτομαι και λειτουργώ είναι σίγουρα εκτός νόρμας. Οι στενοί φίλοι και συνεργάτες μου ευτυχώς με έχουν πια συνηθίσει και θα έλεγα απολαμβάνουν την ιδιαιτερότητα μου. Λίγοι δοκιμάζουν πλέον να με κλείσουν σε καλούπια γιατί αντιλαμβάνονται, νομίζω, ότι έτσι περισσότερο θα χάσουν παρά θα κερδίσουν. Ένα χαρακτηριστικό μου είναι ότι ακόμη και τη πιο σοβαρή στιγμή κάνω χιούμορ. Και ενώ πολλοί που δεν με ξέρουν καλά θα με αποκαλούσαν πολύ εύθυμο και κοινωνικό άτομο, αρκετές φορές κατακλύζομαι από θλίψη και απογοήτευση και νιώθω απόλυτα μόνος. Είναι τέτοιες στιγμές που διαβάζω, και μέσω των γραπτών τους κατανοώ, κλασσικούς υπαρξιακούς φιλόσοφους και ποιητές όπως τον Νίτσε και τον Καβάφη.

Εμφανισιακά δεν είμαι καθόλου εκτός νόρμας. Περνώ απαρατήρητος.

Γιατί αποφάσισες να μαζέψεις όλα τα ποιήματά σου σε ένα βιβλίο;

Δεν ξεκίνησα ποτέ να γράφω με σκοπό να εκδώσω. Δεν σπούδασα φιλολογικά και ούτε ανήκω με οποιοδήποτε τρόπο σε κύκλους ποιητών. Σε κάποια φάση της ζωής μου άρχισα να γράφω τις σκέψεις μου σε χαρτί απλά για να αποσυμφορήσω τον εγκέφαλο μου και να ξαλαφρώσω την ψυχή μου. Χρόνια μετά μοιράστηκα τα ποιήματα μου με δικούς μου ανθρώπους αλλά και με τρίτους και τα σχόλια τους ήταν τέτοια που με ενθάρρυναν να τολμήσω μια έκδοση.

Και γιατί με την ‘a bookworm publication’;

Είχα αποφασίσει να επισκεφθώ τουλάχιστον τρεις εκδοτικούς οίκους. Ήταν ο πρώτος οίκος που επισκέφτηκα. Τα παιδιά ήταν αρκετά ανοικτοί ώστε να αναγνωρίσουν ως ποίηση την μη-ποίηση μου και διέθεταν τις γνώσεις για τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσαμε να την παρουσιάσουμε επιτυχώς σε μια έκδοση. Εφόσον βρήκα αυτό που ζητούσα, δεν χρειάστηκε  να επισκεφθώ δεύτερο οίκο.

Το εξώφυλλο του βιβλίου τι απεικονίζει;

Το εξώφυλλο απεικονίζει την στατιστική καμπύλη της κανονικής κατανομής,  γνωστό ως normal distribution curve. Ενώ θα μπορούσα να τοποθετήσω την ποίηση μου, λόγω της διαφορετικότητας της, στα δύο  αποκλίνοντα άκρα (αριστερά ή δεξιά), επέλεξα να την παρουσιάσω ως ένα κουνούπι εντελώς εκτός του γραφήματος. Εκτός νόρμας. Επέλεξα το κουνούπι γιατί είναι ένα ευτελές έντομο. Δεν είναι τίποτα το σπουδαίο. Από την άλλη όμως είναι αρκετά ενοχλητικό, τσιμπά και μπορεί παρά το μικρό μέγεθός του να σου χαλάσει τον ύπνο. Ο λεκές από καφέ στο εξώφυλλο προϊδεάζει τον αναγνώστη ότι δεν θα διαβάσει ιδανικά ποιήματα για ιδανικούς κόσμους. Ο κόσμος μας είναι χαοτικός, άδικος  και μοχθηρός και τον λεκέ αυτό δεν τον ξεπλένω με την ποίηση μου. Αντιθέτως τον αναδεικνύω και τον παρουσιάζω σε αρκετά ποιήματα μου στην ωμότητα του.

Ειλικρινά, τι προσδοκίες έχεις μέσω αυτού του ‘εγχειρήματος’;

Καταρχήν επειδή είμαι άτομο με έντονες απόψεις σε πολλά θέματα για τα οποία δε βρίσκω συχνά συμμάχους, η έκδοση αυτή επιτελεί εκ προοιμίου το σκοπό της αφού μου δίνει ένα βήμα να μιλήσω. Να πω κάποια διαφορετικά πράγματα. Εμπορικά δεν έχω καμία προσδοκία. Επίσης, αν και θα ήθελα πολύ, δεν αναμένω αναγνώριση από την καλλιτεχνική κοινότητα. Ξέρω πως καθόλου δεν θα αλλάξω την κοινωνία ούτε τη ροή της τέχνης με την ποίηση μου. Δεν έχω τέτοιες προσδοκίες. Και μόνο δύο-τρία emails να λάβω από ανθρώπους που τους άγγιξε ή τους προβλημάτισε η ποίηση μου, θα με κάνει πολύ ευτυχισμένο.

Πως προέκυψε η γνωριμία με τον Μιχάλη Πιερή, ο οποίος προλογίζει την παρουσίασή σου;

Είμαι τυχερός που μέσα στην άγνοια μου για τα πολιτιστικά δρώμενα της Κύπρου δεν ήξερα ποιος ήταν ο Μιχάλης Πιερής. Διάβασα σε μια εφημερίδα μια συνέντευξη του για τον Κώστα Μόντη και αποφάσισα πως για να του αρέσει ο λιτός αλλά ουσιώδης λόγος του Μόντη θα του αρέσει και η ποίηση μου. Βρήκα το email του στο google και του έστειλα τα ποιήματα μου. Εάν γνώριζα πόσο καταξιωμένος είναι, δεν θα τολμούσα ποτέ κάτι τέτοιο! Ο κ. Πιερής με ενθάρρυνε και διακριτικά μου έδωσε και κατεύθυνση βελτίωσης. Όταν μερικά χρόνια μετά αποφάσισα να εκδώσω ήταν ο πρώτος που αναζήτησα για να με προλογίσει. Με τιμά το ότι θα είναι εκεί για την πρώτη παρουσίαση των ποιημάτων μου στις 13 Ιουνίου αλλά η ιστορία που σας περίγραψα τιμά περισσότερο τον ίδιο.  Αναδεικνύει πόσο προσιτός είναι και με πόσο σεβασμό και αγάπη ενθαρρύνει νέους στο χώρο ακόμη κι αν ο λόγος τους είναι εντελώς εκτός νόρμας.

Είναι κάποιοι ποιητές ή κάποια ποιήματα που σε καθόρισαν ως άνθρωπο;

Καταρχήν για μένα ποιητές δεν είναι αυτοί που γράφουν ποίησηαλλά αυτοί που επηρεάζουν μυαλά και τρόπους σκέψης με το γραπτό τους λόγο.Πολλοί ποιητές ακόμη και Νομπελίστες με αφήνουν αδιάφορο ενώ φιλόσοφοι όπως τονΝίτσε ή σε ελληνικό επίπεδο τον Δημήτρη Λιαντίνη με «ποιούν» ως άνθρωπο. Τα«Τείχη» του Καβάφη μου υπενθυμίζουν να αντιδρώ όποτε υποψιαστώ πως κτίζονταιτριγύρω μου. Οι «Στιγμές» του Μόντη μου επιτρέπουν να αναζητήσω και εγώ, μελίγη αναίδεια, μια θέση, ανάμεσα στους Κύπριους ποιητές.

ΕΡΩΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΓΙΑ ΠΟΙΗΤΕΣ

  • Πως αντιμετωπίζετε την ποίηση: ως μια ταυτότητα ή ως μια ετερότητα μέσα στησύγχρονη ζωή;

Η καλή ποίηση διακόπτει την καθημερινότητα. Αναστατώνει τον αναγνώστη. Αντιμάχεται τη συνήθεια. Είναι ετερότητα μέσα στη σύγχρονη ζωή όπως επίσης είναι και οι πραγματικοί ποιητές.  «Δεν είναι θαύμα της ζωής οι ποιητές, απόβρασμά της είναι»  γράφω  κάπου στη νέα μου συλλογή. Δεν εννοώ ότι οι ποιητές είναι κακοί χαρακτήρες – αποβράσματα.  Εννοώ ότι είναι αποβράσματα της ζωής. Αυτοί δηλαδή που η ζωή απορρίπτει, αυτοί που η ζωή δυσκολεύει περισσότερο. Αυτοί είναι οι ποιητές.  «Οι ποιητές του καναπέ ποτέ δεν φτάνουν τους μεγάλους , κι ας κρίνονται μεγάλοι απ’ τους ασπόνδυλους γραφιάδες της κάθε εποχής» γράφω στην απέναντι σελίδα. Ο τρελός που γυρνά μέρα μεσημέρι με ένα φανό και γυρεύει άνθρωπο, είναι ο ποιητής . Είναι αυτός που μας ενοχλεί με τις αλήθειες του.

  • Ο ποιητής είναι μια περσόνα γύρω από τις λ