ΦΑΝΗ ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΟΥ

φανη

ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΣΗ

Γεννήθηκα στην Αθήνα αλλά κατοικώ στην Θεσσαλονίκη. Είμαι άτομο με κινητική αναπηρία. Κόντρα στην προκατάληψη που αντιμετώπισα και την έλλειψη προσπελασιμότητας κατόρθωσα να τελειώσω το Λύκειο στην Αθήνα, να πάρω το First Certificate στην Αγγλική γλώσσα, και να αποφασίσω να μετακομίσω στην Θεσσαλονίκη με την ελπίδα να καταφέρω να έχω περισσότερο προσβάσιμη ζωή .Ασχολούμαι με την Ποίηση την οποία λατρεύω. Έχω εκδόσει τρεις ποιητικές συλλογές. Ποιήματα μου έχουν βραβευτεί και διακριθεί σε Πανελλήνιους διαγωνισμούς Ποίησης και από τον Σύνδεσμο εκδοτών Β.Ελλάδος για την συνολική μου παρουσία στον χώρο της Ποίησης. Εχουν παρουσιαστεί σε λογοτεχνικές ραδιοφωνικές εκπομπές της Αθήνας(ΕΡΑ2 ) και της Θεσσαλονίκης(Παρατηρητής,Ράδιο Εκφραση), και δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά της Αθήνας( Οδός Πανός,Προσωπείο κ.ά ).Συμμετέχω σε ποιητικές Ανθολογίες των εκδόσεων Μαλλιάρη,και του Πανεπιστημίου Μακεδονίας. Είμαι συνιδρύτρια της λογοτεχνικής ομάδας Ιδεοκύματα η οποία εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και διοργανώνουμε βραδιές Ποίησης. Το 2000 συμμετείχα στο Ποιητικό Αναλόγιο ,στην συνάντηση γυναικών δημιουργών από 30 χώρες της Μεσογείου και της Μαύρης θάλασσας. Το 2006 το δίκτυο γυναικών Θεσσαλονίκης διοργάνωσε Ποιητική βραδιά αφιερωμένη στα ποιήματα μου. Συμμετείχα δύο συνεχόμενες χρονιές το 2008 και το 2009 στο ετήσιο ποιητικό ημερολόγιο που εκδίδεται από την Εμπειρία Εκδοτική. Συμπεριλαμβάνομαι σε έκδοση για την λογοτεχνική δημιουργία της Β.Ελλάδος .Κατά την διάρκεια του Πνευματικού Μαΐου Θεσσαλονίκης, ήμουν ομιλήτρια με θέμα «Ποίηση και Παιδεία». Παράλληλα έχω ασχοληθεί με το θέατρο. Ήμουν ιδρυτικό μέλος μικτής θεατρικής ομάδας με άτομα με και χωρίς αναπηρία. Συμμετείχαμε στο Παγκόσμιο φεστιβάλ Θεάτρου στο Εδιμβούργο, στις γιορτές ανοιχτού θεάτρου του Δήμου Θεσσαλονίκης .Έχω ασχοληθεί με θεατρικές διασκευές οι οποίες παρουσιάστηκαν στο Βαφοπούλειο Πνευματικό κέντρο. Επί ένα χρόνο ήμουν παραγωγός και παρουσίαζα λογοτεχνική εκπομπή σε ραδιοφωνικό σταθμό της Θεσσαλονίκης.
Συμμετείχα σε ομάδες και συλλόγους για τα δικαιώματα των πολιτών με αναπηρία.

ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΣΥΛΛΟΓΕΣ

ΑΣΤΕΓΗ ΑΓΑΠΗ (2016)
ΔΕΛΤΙΟ ΚΑΙΡΟΥ (2010)
ΕΚ ΤΩΝ ΕΣΩ (1996)
ΦΩΤΕΙΝΕΣ ΑΝΤΑΥΓΕΙΕΣ ΚΑΙ ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΙ ΦΟΒΟΙ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ (1987)

32

ΑΣΤΕΓΗ ΑΓΑΠΗ (2016)

Άστεγη αγάπη

Άστεγη αγάπη δηλώσανε
για τόπο διαμονής ούτε συζήτηση
κάπου στις παρυφές ίσως
έξω από τα σύνορα των άλλων
προτίμησαν την απόσταση
σαν έρωτα εν δυνάμει
να ασκεί τον λόγο επάνω τους τη νύχτα,
όταν οι άλλοι κοιμούνται.

Η υπόσχεση της Λίλιθ

Η ροή του κόκκινου φύλλου
έτσι όπως το πέταξα τ’ ανάσκελα
στην άκρη του ποταμού
συμφωνία ανέμων πάνω απ’ τις κηλίδες τ’ ουρανού
ζάρωσαν τα μάτια να προσέχουν
κατά τη μεριά της Ανατολής,
προς τη πλευρά της φύσης
κι ο ήλιος ξέρανε τον χρόνο πάνω απ’ τα βλέφαρα της
να περιμένει είπε, κατά πως της μάθαν
να προσέχει το χρώμα
πάντα όμως υποταγμένη στη δύναμη του λιονταριού
και η υπόσχεση να αιωρείται φειδωλά
πάνω απ’ τον καλά κρυμμένο φόβο της.

Διακανονισμός

Απάντησε με συνοπτικές διαδικασίες
ίσως και λίγο παραπλανητικά
άλλωστε ποιον ενδιέφερε στ’ αλήθεια πώς
τα ‘βγαζε πέρα…
Εξάλλου ο απόηχος από τα λόγια των μεγάλων
που άκουγε όταν ήταν μικρή
ήρθε να συνηγορήσει υπέρ της
και να διώξει τις τυχόν ενοχές
από τα λεγόμενά της:
«Εις τας αδιακρίτους ερωτήσεις, ψευδείς απαντήσεις».

Έρημη χώρα

Έρημη χώρα η γη μου
πώς αξιώθηκα να τη διασχίσω σε τόσους χρόνους
κόντρα σε μοίρες μονοπάτια
μέσα από μωρούς τόπους κι ανθρώπους
και κάθε άνοιξη να ζω, να ξαποσταίνω στο κορμί μου
πικρή ανάσα που έτυχε να ανταμώσω
στη μέση μιας ζωής, ξένης ζωής για μένα
και τώρα χαίρω εκ του μακρόθεν
εξ αποστάσεως ως λένε
το νόημα παραβολής να προσπαθώ να ερμηνεύσω
μόνη εγώ,
στυφό φιλί να δίνω στα όνειρά μου.

Πρωτοχρονιάτικο

Ούτε που περίμενα
μια τέτοια έκβαση
να λάβει χώρα σε ένα μικρό δωμάτιο
κεκλεισμένων των θυρών
χωρίς πολλούς μάρτυρες
σχεδόν μεταξύ μας
να τελειώνει όπως-όπως η ιστορία
και να αποδοθεί η ημετέρα δικαιοσύνη
στο μέτρο του δυνατού
πριν βγουν τα μεσάνυχτα οι λύκοι στην πόλη
και παραμονεύουν
Παραμονή Πρωτοχρονιάς
να δώσουν το τελειωτικό χτύπημα.

Γυμνά πόδια

Γυμνά πόδια
στις επάλξεις λοιπόν
όλη νύχτα διασχίζαμε δύσβατα μονοπάτια
για να φθάσουμε κάπου, να δούμε λίγο ουρανό
να ξαποστάσουμε
να βρούμε ένα κομμάτι ψωμί
κι ας ήταν από περισσέματα άλλων
όλη νύχτα συνεχίζαμε χωρίς σταματεμό
και ας μην μετακινήθηκε σπιθαμή παραπέρα
ο απέναντι τοίχος
από τον ακάλυπτο της διπλανής πολυκατοικίας.

Εμπόλεμη ρίζα

Μια εμπόλεμη ρίζα
απόμεινε στο χέρι της
έτοιμη να εκραγεί,
όπως καθάριζε τον κήπο
από σαρκοβόρα ζιζάνια
που κατέτρωγαν ύπουλα και σιωπηλά
τα καινούργια φυτά
αυτό που μπορούσε να κάνει
ήταν να απομονώσει ή να μεταφέρει τα υγιή
και απρόσβλητα στοιχεία
σε άλλο καθαρό έδαφος
Αρκεί να προλάβαινε…

ΔΕΛΤΙΟ ΚΑΙΡΟΥ (2010)

ΑΠΡΙΛΗΣ

Βροχερός και επιρρεπής
αντίκρυ σ’ ένα καθρέφτη
σχηματίζω το όνομα του
μέσα από αντικρουόμενα αισθήματα
και συνθήματα
που κρατούν ενός λεπτού σιγή….
όσο η στιγμή για μιαν απόφαση
τόσο μακρινή ,
αλλά και τόσο κοντινή
ως την απόσταση που με χωρίζει
από το άνοιγμα της πόρτας
για να ξεχυθεί το άρωμα από τους μενεξέδες
που μάζεψε η μάνα
το πρωί από τον κήπο.

ΕΚΔΟΧΕΣ

Τα ταξίδια,
σαν νοερές μετουσιώσεις
με απομάκρυναν
από τις κουραστικές πορείες
των μεταπτώσεων μου
έτσι αποφάσισα να κάνω συχνά
αυτού του είδους τις διαδρομές
ήταν ανέξοδες, και το κυριότερο
με προστάτευαν επιμελώς
από τη σκοτεινή αιτία των παθών μου
κυρίως όταν αυτή έπαιζε
το ρόλο πρακτορείου
σε στιγμές τουριστικής αιχμής

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΗΣ ΝΙΟΒΗΣ

Ο ήχος των φλας,
αυτό το συνεχές γωνιακό
αναβόσβησμα των ματιών της
κατά πως της έπρεπε,
κατά πως πίστευε πως της έπρεπε,
στο λευκό δωμάτιο
την βρήκα στο λευκό δωμάτιο,
την βρήκαν στο λευκό δωμάτιο
αριθμός «16»
έτσι ξαφνικά και απρόσμενα
χωρίς να το περιμένει κανείς
τυλιγμένη με τη μοναδική της εσάρπα,
μόνο μ’ αυτή
κατά πως της έπρεπε,
κατά πως πίστευε πως της έπρεπε.

ΑΝΑΔΙΠΛΩΣΗ

Οι μηχανοδηγοί των τραίνων
δεν συναντήθηκαν ποτέ
έστω κι αν οι τροχιές συνδέονταν
στο σύνηθες σημείο
της επικίνδυνης καμπής
ο χρόνος μέτρησε διαφορετικά τα πράγματα
άλλωστε το «ανάλογο»
δε συμπίπτει πάντα με το «ποθητό».

Ο ΚΑΙΡΟΣ

Στη Βρετάνη πάλι βρέχει ·
στη Κίμωλο τα πουλιά ζευγαρώνουν ·
η συνεύρεση στη μικρή τσαγερί ,
αποδείχτηκε τελικά πολύ ανιαρή ·
οι δρόμοι που ακολουθήσανε
δεν οδήγησαν πουθενά ·
είναι σαν τα χελιδόνια που περιμένεις
να ‘ρθούν με την Άνοιξη ,
κι εκείνα δε φθάνουν ποτέ .
Ο κύριος Σμιθ δοκιμάζει στη σάλα
το καινούργιο του κουστούμι
από πανάκριβο κασμίρ ,
ενώ συμπληρώνει την εμφάνιση
με την ομπρέλα απ’ το Λονδίνο .
Έξω βρέχει ακόμα . . .

ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ

η ιστορία διέκρινε τις αμυχές στο κορμί της
ότι προσπάθησε να περισώσει στο βλέμμα της,
ήταν το σκοτεινό του αποχαιρετισμού
ξεγέλασε τους γύρω της.
με ένα αμήχανο χαμόγελο
και μια περιπαικτική διάθεση, για το απρόσμενο
η το αναμενόμενο για κείνη
όταν γύρισε να δει απ το παράθυρο,
είχε αρχίσει να χαράζει
η νύχτα έδινε τη θέση της στην επομένη
της Κυριακής προσευχής

ΑΛΦΑ ΚΕΝΤΑΥΡΟΥ

Η νύχτα είναι όμορφη,
έναστρη,
μες τη σιγαλιά άραγε μ’ ακούς;
Ο Άλφα Κενταύρου
πολιορκεί την Κασσιόπη
οι αστερισμοί παίζουν τον έρωτα
στα μάτια των θνητών
η γη περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό της,
και η Νιόβη καθρεφτίζεται
στα νερά του ποταμού Αχελώου.
Ο Μάριος ανακαλύπτει τις καμπύλες της
στη θέα της σελήνης.
Τα πυρίμαχα σκεύη
αποδεικνύουν καθημερινά τη χρησιμότητα τους
στη μαγειρική της νοικοκυράς,
ενώ τα παραμύθια
συνεχίζουν να επιμένουν στο τέλος
πως εμείς ζούμε καλύτερα από τους άλλους.

ΑΛΛΗΓΟΡΙΑ

«Δεν εξαργυρώνεται με τίποτα»
αναφώνησε το πλήθος στην Παταγονία
οι μώλωπες εξαπλώνονται
εξ αιτίας του σκώληκα
ενός σπάνιου μικροοργανισμού
διορατικός ως ήτο ο άρχοντας,
διέταξε τη θανάτωση του
και μαζί με αυτήν,
την εξαφάνιση
του επικίνδυνου είδους των αντιφρονούντων.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΙΡΗΝΗ

Ένα ψαράκι
ένα ήμαρτον
μες στη σημαία
σαν σχήμα ή σαν σύμβολο
δεν ξέρω…
Όταν ξεχύθηκε το μανιασμένο πλήθος
στους δρόμους,
δε μπόρεσε να ξεχωρίσει,
δε μπόρεσε να διακρίνει
κι έτσι έσχισε μ’ απροσεξία
ένα κομμάτι ύφασμα,
που κάποιοι περαστικοί λέγαν
πως συμβόλιζε την ειρήνη.

ΕΚΤΕΛΕΣΗ

Σε μια εκτέλεση
που κρατάει μόνο μια στιγμή,
όχι περισσότερο•
κι ας προετοιμαζόταν μια ολόκληρη ζωή
μέσα απ’ τους μύθους και τις παραδόσεις
και η αλήθεια ένας πικρός αντικατοπτρισμός
σαν τη θέα απ’ το αντικρινό παράθυρο
που βλέπει στη θάλασσα του γείτονα
όχι τη δικιά μας,
εκεί μονάχα θ’ αποσώσουμε, θα προβλέψουμε,
θα ρισκάρουμε και θα σωθούμε…
γιατί εκεί μονάχα μπορούμε να καθρεφτιζόμαστε
μαζί με τα εξαπτέρυγα
που κρατάνε οι ναύτες
την ώρα του εσπερινού.

ΜΗΔΕΙΑ

Το ποτήρι
πλάι στην ανθισμένη καμέλια ·
όλα τα πράγματα βαλμένα στη σειρά ,
με τάξη ,
εκτοπίζοντας την αταξία
που έφερνε η είσοδος του στο σπίτι
μακάριο μειδίαμα
που παράδερνε στα βράχια
σε μια διήγηση «άνευ όρων»
χωρίς ακροατές ,
παρά μόνο το λόγο του Ευριπίδη :
«η Μήδεια πήρε τα παιδιά της
μακριά από την προδομένη συζυγική κλίνη
του επίορκου Ιάσονα» .

ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ

Σκοτεινές σκέψεις
πλησιάζουν απειλητικά
τον ουρανό της Σταχτοπούτας
κι’ εκείνη προσεύχεται στην καλή της νεράιδα,
γιατί η δωδεκάτη νυχτερινή πλησιάζει.

ΚΑΠΟΙΟΣ ΕΡΧΕΤΑΙ

Κάποιος έρχεται•
εν δυνάμει, εν κινήσει… δεν ξέρω…
Σημασία έχει πως κάτι κινείται
στο βάθος του ορίζοντα-
ένας φάρος, μια φωτοβολίδα -προειδοποίηση πως
κάποιος κινδυνεύει- μια αστραπή
η φωνή χαμηλόφωνα διαβάζει στην ακτή
τον δέκατο στίχο από τήν Οδύσσεια του Ομήρου.
Αύριο αισίως φθάνουμε
στον πορθμό του Ευρίπου.

ΜΑΡΤΗΣ Ο ΜΗΝΑΣ ΤΩΝ ΕΡΩΤΩΝ

Η πρόσοψη του κτιρίου
ένα βλέμμα υπό σκιάν
μέσα στη σύγχυση της πόλης,
να προσπαθεί να περάσει,
ανάμεσα από κάδους σκουπιδιών
και παράνομα παρκαρισμένα αυτοκίνητα,
την αντίσταση των λιγοστών δέντρων
σ’ ένα παράκαιρα πνέοντα λίβα
μέρα μεσημέρι, Μάρτιο μήνα,
τον μήνα των ερώτων.

ΕΚ ΤΩΝ ΕΣΩ (1996)

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑΚΑ Ή
ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΤΑ ΓΥΡΙΣΜΑΤΑ

Α

Η ιστορία μας τελείωσε.
Η επιστολή ονείρων αποτεφρώθηκε.
Τα εν οίκω μη εν δήμω ψιθύρισα
και η ηχώ της φωνής μου
συμφώνησε ξέπνοα
είναι που παραπαίω
αυτό φταίει,
επανέλαβα μέχρι να εξουθενωθώ
επανάληψη όχι, δε νομίζω
εξιλέωση ίσως ναι.

Β

Μειδιώ
για να τονίσω την τελευταία μαρμαρυγή.
Σπασμοί κατά περιόδους
στα άνω και κάτω άκρα
σημαδεύουν τί; αναρωτιέμαι
περίσκεψη, διάγνωση,
επανάληψη, αναμονή
προσφιλείς και συχνά συναντώμενες λέξεις
απαριθμώ
από το άλφα ως το ωμέγα
τίποτα δεν είναι τυχαίο
επιμένει η φίλη μου
και προσπαθώ να με πείσω
τίποτα, ψελλίζω
μακάρι, μακάρι αναφωνώ
ξέρεις, δεν αντέχω
τα εντελώς τυχαία
(με εκτροχιάζουν
από τον αυτοέλεγχο μου).

Γ

Καταιγισμός
από τα πυρά της φυγής.
Αναχώρηση
η αβάσταχτη ελαφρότητα του «είσαι»,
υποχώρηση
στο στρατόπεδο της ασφάλειας
«φυλάγονται καλύτερα έτσι τα νώτα»
όπως και να το κάνουμε
συνολική επίθεση των οργασμών
αναμένω,
στις κατά προτίμηση δική σου
ημέρες επιλογής
αναπολώ
ξανά και ξανά
το είδος της φυγής
είναι η επίσπευση
πριν την ημερομηνία λήξεως της αντοχής.
Καταιγισμός
από ήχους και σιωπές ένοχες
με ζωές παράλληλες
και μη συναντόμενες
στο γνωστό σημείο επαφής,
γίνεται αυτό που λέμε
ένας διαρκείας φόνος «εξ επαφής».
Καταιγισμός,
η καταιγίδα σάρωσε τα πάντα
κάτω από τη ροή της
η συνάντηση δέ διεσώθη
δε διαφύγαμε του πόνου
αβρόχοις ποσί.

ΔΟΥΝΑΙ-ΛΑΒΕΙΝ

Φθηνή εξαγορά
και καμαρώνει ανάσκελα
για το κατόρθωμα του
ούτε που το κατάλαβε πως έληξε
η εποχή των εκπτώσεων

ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΑΝΑΦΟΡΑ

( Περσικός ’91)

Αθέατο πεδίο
από κάλυκες ανθισμένων όπλων
γυμνή επιλογή άνευ λόγων
απόφαση γραμμένη
σε δόρατα δράκων
το σημάδι ηγεμών των αιώνων
έκρηξη στην έκλειψη πλανητών
«ακριβής συμμετρία’»
παρουσία των μεγάλων όρκων
η θυσία,
ως πρόβατο επί σφαγής οδηγείται
για τη συνέχεια.

(Α βραβείο στον Πανελλήνιο διαγωνισμό
ποίησης του Γ Δημοτικού Διαμ. Θες/νίκης)

ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ

Σημάδια και σημαίες
λάβαρα και λάθη,
ενοχές και ένοπλες συρράξεις
δρόμοι και δάδες
πύρινα λόγια και πράξεις
ταξίδι και τάξη στον κόσμο: παραλογισμός
κρυφτό με τα όπλα
πόλεμος, παραδώσεις
στιγμές και στάσεις με παύσεις
αναπολώ: έρωτες,
εκρήξεις και ευχές: αίμα
σημεία στίξης σε μηνύματα
σεισμός και λάβα ηφαιστείου,
γλοιώδη υποστρώματα και γυρολόγοι, ξεπουλούν
ζωή χωρίς απάντηση ζητώ
ζοφερή νύχτα κυλά και ρέει
απόσταση και ερώτηση: πού είναι;
τί, ποιός, γιατί…
Έκσταση…
φουσάτα φροϋδικά
νευρωτικές αποχρώσεις του νου
υστερία και υστερόγραφο: το τέλος

ΜΑΡΤΥΡΙΑ

Κόλακες από ατλάζι
οι εχθροί μας κυκλώνουν
και συ ακέφαλη πορεία
κείτεσαι καταμεσής του δρόμου

«ΔΙΛΗΜΜΑ»

Επανασύνδεση
οι λέξεις και οι σιωπές
τι μου καταμαρτυρούν;
ένα καλοκαιρινό ανάγνωσμα
σε επανάληψη
η διαφορά έγκειται
αυτή τη φορά
στην απόφαση του αναγνώστη.

«ΕΙΔΩΛΟ»

Αγκυλωτοί σταυροί
με καρφώνουν
και το βλέμμα σου,
διεστραμμένη άνοιξη που καλ

ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ

Απόσταση
η κυρίαρχη άμυνα
καραδοκεί να ανατρέψει
την υπάρχουσα ισορροπία.
Διαβάζω,
αποκαλύπτω και αποκαλύπτομαι
ή κλείνομαι ερμητικά στον κόσμο μου
κοροϊδεύοντας την ασφάλεια της φυγής
πορεύομαι
να πορευτώ πού;
η αγωνία αναπολεί εκ του ασφαλούς
η θέση μου
κράτα καλά τη θέση μου
είμαι καλά εκεί που είμαι
εκεί που κάθομαι
βλέπεις, δεν διακινδυνεύω τίποτα
μόνο τον εαυτό μου
αυτόν τον προσφέρω βορά
στους ελιγμούς
των ανελέητων «πρέπει».

ΕΠΑΝΑΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΙ

Προσφώνηση
απαγγέλω: την ετυμηγορία του Νόμου
καταδιώκω: τον όρκο της σιωπής
καταδικάζω
το όνειρο της αποχής
στη διάρκεια μηδενικών αναφορών
επανεξετάζομαι
είναι το «γνώθι σαυτόν»
που με αποκαλύπτει
πίσω από βαρείς σιδερένιους λοστούς
υποχωρώ, υποκύπτω, συνθλίβομαι.

Στην Ιωλκό η επαγρύπνηση συνεχίζεται.

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΕΝ ΠΛΩ

Ταξίδια μακρόχρονων σιωπών
ιστορίες εν πλω
στην παράκτια συγκοινωνία απαντώ
τους κοινωνούς
των κρυφών συναντήσεων μας.

Αγέρι ,δρόμος μακρινή οπτασία
η τόλμη εν αναμονή
για το τελευταίο βήμα πριν την απόφαση
Θα ταξιδεύω μαζί σου
έστω κι’ αν είναι η φαντασία
ο δρόμος της φυγής.

«Θα φύγω» είπε
και δε θα γυρίσω ποτέ πίσω
αποκρίθηκα δε ξέρω, δε θυμάμαι
ο λόγος ξαπόσταινε πάντα ανάμεσα μας
μοναδικό εμπόδιο
ο δισταγμό του νου.

Αγνάντευα πάντα
από απόκρημνα σημεία
ήταν τα αγαπημένα μου
τις αναχωρήσεις των πλοίων,
των τραίνων των ανθρώπων
και καθώς οι αποχαιρετισμοί ξεμάκραιναν
άφηνα τους ασκούς των αναμνήσεων
να με πνίγουν.

ΜΕΡΑ ΤΗ ΜΕΡΑ

Η ιστορία μας τελείωσε.
Η επιστολή ονείρων αποτεφρώθηκε.
Τα «εν οίκω μη εν δήμω» ψιθύρισα,
και η ηχώ της φωνής μου
συμφώνησε ξέπνοα
είναι που παραπαίω
αυτό φταίει, επανέλαβα
μέχρι να εξουθενωθώ
επανάληψη; όχι,δε νομίζω
εξιλέωση; ίσως ναι.

ΦΩΤΕΙΝΕΣ ΑΝΤΑΥΓΕΙΕΣ
ΚΑΙ ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΙ ΦΟΒΟΙ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ (1987)

ΑΝΟΙΞΙΑΤΙΚΑ ΜΗΝΥΜΑΤΑ

Ακούω παιδιάστικες φωνές
– τα πρώτα ανοιξιάτικα μηνύματα –
θάναι λέω
και βγαίνω στο δρόμο
τρέχοντας χαρούμενη
προσπερνώ τη γυναίκα
που πουλά τις αγαπημένες μου ανεμώνες,
μα σαν φθάνω στη γωνιά του δρόμου
το γέλιο σταματά
κάπου εκεί φοβάμαι
πως είναι κρυμμένο το άγνωστο
κι’ ίσως, ίσως μια σταγόνα αίμα
η ένα δάκρυ.

ΕΝΩΤΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ

Θ’ ανταμώσουμε,
στις τραυματισμένες ράμπες της νιότης μας
συνεχίζοντας τη πορεία
που διάβρωσε η μοίρα ,
με το ενωτικό χαμόγελο της αγάπης
και τα χαρακωμένα χέρια σφιχταγκαλιασμένα
να κυλούν τις ρόδες του χρόνου
και σαν φτάσουμε αντάμα
στο λόφο με τις πράσινες καμέλιες
και τα’άγουρα σταφύλια ,
θ’ατενίσουμε
με το ίδιο φωτεινό βλέμμα το μέλλον,
που θα μοιάζει
σαν νούφαρο που άνθισε
στην άκρη ενός γκρεμού.

ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΑ

Μη σκύβεις να φιλήσεις
το δάκρυ που κυλάει
πάνω στο χώμα
το τραίνο σφυρίζει αντίο
κι’ εσύ πρέπει να φύγεις,
αντίο καλέ μου.
Χιλιάδες ηλιοτρόπια
κάτω απ’ το γαλάζιο ανασεμό
τούτης της ανοιξιάτικης μέρας
γέρνουν πάνω στις ερωτευμένες μνήμες μας
και θυμίζουν το ευτυχισμένο όνειρο
που σκότωσε ο πόλεμος.
Το τραίνο σφυρίζει αντίο
κι’ εσύ φεύγεις
η σκιά του χωρισμού
καλύπτει το πρόσωπο σου
το δάκρυ κυλάει στο χώμα
και πεθαίνει
αντίο, καλέ μου.

ΣΗΜ. Τα ποιήματα από τις «Φωτεινές ανταύγειες» από
http://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=401278.0

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΔΡΟΜΟΛΟΓΙΟ – ΣΤΑΣΗ ΣΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ

ΜΕ ΜΙΣΟ ΦΤΕΡΟ

Με μισό φτερό πετώ
πάνω από τους ορυζώνες
της νοτιοανατολικής Ασίας
αποδημητικό πουλί
αλλάζω τόπους
φεύγω μακριά
με μισό φτερό
άλλοτε σαν καλαμάρι
γράφω για τους δρόμους της βροχής
τους αδιέξοδους διαδρόμους των οριζόντων
τα ανέστια σώματα των ανθρώπων
που κείτονται αζήτητα
με μισό φτερό πετώ
κι όταν γίνεται εικονικό μάτι
μπορώ να φαντάζομαι
πως ανεμπόδιστα ταξιδεύω παντού.

ΠΡΟΠΑΙΔΕΙΑ

Λεν μπορέσαμε ποτέ να φτάσουμε
αυτό το αμυδρό λίκνισμα του σώματος
αυτή την ανεπαίσθητη φάλτσα κίνηση
που φαίνεται στις μικρές λεπτομέρειες
τότε που κάθε ελαφρά μετατόπιση των πραγμάτων
κάθε μικρή μετακίνηση
αποκτά το δικό της νόημα
τη δική της σημασία
κι έπειτα να ακολουθούν
εκείνα τα ξέγνοιαστα πρωινά
να τα μοιραζόμαστε μαζί
στη βεράντα,
με θέα το πέλαγος.

Το ποίημα συμμετοχής Της Φανής στην εκδήλωση της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης με θέμα: Θεσσαλονίκη

Αυτή η πόλη
( Θεσσαλονίκη)

Απ’ το παράθυρο
το ‘ξερε, το ‘νοιωθε
άφησε πίσω
την πεπατημένη οδό
βάδισε σε στενά σοκάκια
από την Άνω πόλη ως τον Λευκό Πύργο
δυνατός ο Βαρδάρης
επαναλάμβανε με τα χείλη της
σύμφωνα και φωνήεντα
που σχημάτιζαν με τ’ όνομα την ιστορία
έφτανε ν’ ατενίσει τον Θερμαϊκό
τα νερά του που αμέσως γίνονταν κύματα από λέξεις
ποιήματα που σμίγαν
στον παρόντα ενιαίο χρόνο
θα μπορούσε να μείνει έτσι εκεί ακίνητη
μπροστά στη θάλασσα…
να καρτερά, να προσδοκά ν’ αποχαιρετά
χέρια και πόδια δεν υπήρχαν
όλα είχαν γίνει αυτή η πόλη.

Έρωτας
σαν προσευχή ,
ψίθυρος στα χείλη
μια φευγαλέα ανάμνηση
που ‘ρθε και κάθισε απρόσκλητη
στο περβάζι της σκέψης
κάποιο βλέμμα η μια διάθεση περαστική
τον άφησε στα μέρη μας
όταν βαρέθηκε να τον πολιορκεί
η μανία του ανέμου.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΚΟΚΚΙΝΟΣ

Το δωμάτιο

Ένα απλό δωμάτιο
συνόδευε τα όνειρά της
λιτό (σαν τη σκέψη της)
χωρίς περιττά έπιπλα και αξιώσεις…
εκεί μέσα περιφερόταν
με τα λιγοστά αντικείμενα
τοποθετημένα στη σειρά
να θυμίζουν την τακτοποιημένη -φαινομενικά- ζωή της,
μόνο στις μικρές λεπτομέρειες
διέκρινες τη διαφορά
εκείνες τραβούσαν την προσοχή των άλλων
μα περισσότερο τη δική της,
σ’ αυτές έβρισκες κρυμμένες
λέξεις, φωνήεντα, συλλαβές
κάποιες φορές να αρθρώνονται ακόμα και κραυγές
που καλούσαν επιτακτικά σε βοήθεια…

Σ’ αυτό το απλό και λιτό δωμάτιο θα μπούμε και θα αναζητήσουμε αυτές τις κρυμμένες λέξεις, τα φωνήεντα και τις συλλαβές που όλα μαζί συνθέτουν τη ψυχή και το λόγο της Φανής, όπως αποτυπώνεται στα 38 ποιήματα της συλλογής της Άστεγη Αγάπη. Μια ψυχή ιδιαίτερα ευαίσθητη που απλώνει τη ματιά της παντού. Από τη Τιχουάνα, «πατρίδα του αποχαιρετισμού», όπως την ονομάζει η Φανή, στα σύνορα Μεξικού-ΗΠΑ με τους εκατοντάδες σταυρούς των θυμάτων που δοκίμασαν να περάσουν το τείχος και να αγγίξουν το Αμερικανικό όνειρο, μέχρι τη λίμνη Ασάλ στην Αφρική όπου οι φυλές των Αφάρ δίνουν τη καθημερινή μάχη επιβίωσης εδώ και δεκάδες χρόνια για να μας πει η ποιήτρια μας «ανάλογα με πόσους τόνους αλάτι θα μετέφερε/τόσο περισσότερο θα παρατεινόταν/η διάρκεια της ζωής του» και να καταλήξει στα δικά μας, στη καθημερινότητα της κρίσης της αβεβαιότητας, και όπως γράφει στο ποίημα «οι δύο όψεις» στις «σιωπηλές Κυριακές» μας «όταν η μοναξιά γίνεται θηλιά/ έτοιμη να μας πνίξει»

Μελετώντας τη μέχρι τώρα διαδρομή της ζωής της μπορούμε πιστεύω να αντιληφθούμε καλύτερα το πνεύμα και το λόγο της. Λέει η ίδια σε μια συνέντευξη της «Γεννήθηκα στην Αθήνα, αλλά για λόγους προσβασιμότητας μετακόμισα και μένω μόνιμα στην Θεσσαλονίκη. Ξεκίνησα να γράφω και να ασχολούμαι με την Ποίηση από 16 ετών. Μετά την εφηβεία μου αναγκάστηκα να αλλάξω πόλη γιατί στην Αθήνα δεν υπήρχε δυνατότητα ελεύθερης μετακίνησης, η προσβασιμότητα ήταν σχεδόν ανύπαρκτη ,οπότε ως χρήστρια αναπηρικού καθίσματος έπρεπε να βρω κάποια εναλλακτική λύση για καλύτερες συνθήκες διαβίωσης. Επιλέχθηκε η Θεσσαλονίκη επειδή από τη συγκεκριμένη πόλη είχαν ρίζες καταγωγής οι γονείς μου αλλά κυρίως γιατί την γνώριζα δεν μου ήταν άγνωστη, είχα μνήμες από συχνά ταξίδια που έκανα μαζί τους στην παιδική μου ηλικία.»

Μέσα στις δραστηριότητες της, εκτός από την έμπρακτη υπεράσπιση των ατόμων με αναπηρία, όπου έχει θέσει πολλές φορές το θέμα των χώρων πολιτιστικών και λογοτεχνικών εκδηλώσεων που δεν είναι προσβάσιμοι σε δημιουργούς ή θεατές με αναπηρία με αποτέλεσμα να αποκλείονται από τον πολιτισμό, η ίδια έχει επιδείξει μια έντονη πολιτιστική δραστηριότητα . Γιατί ξέρει πολύ καλά ότι ο αποκλεισμός που στερεί τη συμμετοχή, την επικοινωνία με άλλους ανθρώπους είναι μια επιβαλλόμενη μοναξιά που η ίδια την έχει βιώσει.

Έχει εκδώσει τέσσερις ποιητικές συλλογές και είναι μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης. Ποιήματά της έχουν βραβευτεί και διακριθεί σε πανελλήνιους διαγωνισμούς Ποίησης, φιλοξενήθηκαν σε έγκριτα λογοτεχνικά περιοδικά, σε έντυπες ανθολογίες και σε ραδιοφωνικές εκπομπές Λόγου.
Το Κρατικό θέατρο Βορείου Ελλάδος παρουσίασε θεατροποιημένη ποίηση της στη Μονή Λαζαριστών και στο Βαφοπούλειο Πνευματικό κέντρο έγινε θεατροποιημένη παρουσίαση ποιημάτων της. Την Παγκόσμια ημέρα Ποίησης (το 2013) τιμήθηκε από το Λύκειο Γιαννιτσών. Ασχολήθηκε με το θέατρο ως ιδρυτικό μέλος μικτής ομάδας ατόμων με και χωρίς αναπηρία και λάβανε μέρος στο Παγκόσμιο φεστιβάλ θεάτρου στο Εδιμβούργο και στις γιορτές ανοιχτού θεάτρου του Δήμου Θεσσαλονίκης. Συνεργάστηκε με θεατρικές ομάδες διασκευάζοντας θεατρικά έργα, συμμετείχε ως ομιλήτρια σε Συμπόσια και Εκδηλώσεις για τα δικαιώματα των πολιτών με αναπηρία, αρθρογραφεί σε ηλεκτρονικά δημοσιογραφικά έντυπα και υπήρξε ιδρυτικό μέλος της ομάδας Ιδεοκύματα με λογοτεχνική δραστηριότητα.

Οι ευαίσθητες κεραίες της Φανής, οι εμπειρίες κι οι αγώνες της για τα άτομα με αναπηρία, οι δύσκολες συνθήκες της σημερινής κοινωνίας κάνουν τη ματιά της πιο ανοικτή, με μια πιο οικουμενική προσέγγιση. Αισθάνεται και βλέπει τον έντονο ατομικισμό που περιβάλλει τη κοινωνία μας, αποτέλεσμα της κρίσης, βλέπει τους ανθρώπους γύρω της να γίνονται ολοένα και πιο φειδωλοί στα αισθήματα και βλέπει την αγάπη να στέκεται άστεγος παρατηρητής των τεκταινομένων. «Άστεγη αγάπη» γράφει στο ομότιτλο ποίημα της συλλογής «έξω από τα σύνορα των άλλων» και για «για τόπο διαμονής ούτε συζήτηση»
Για την ίδια τη Φανή η αγάπη είναι ένα βασικό συστατικό της δημιουργίας που προσδιορίζει την ίδια τη ζωή και τη συνέχεια της. Και είναι η ασπίδα που προστάτευε μέσα στους αιώνες τη ζωή όταν «ξαφνικά και αναπάντεχα/άνοιξαν ταυτόχρονα οι ασκοί του Αιόλου/και στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα» όπως γράφει στο ποίημα «Άνεμοι». Η αγάπη είναι μια μεγάλη αλήθεια, ίσως η πιο μεγάλη αλήθεια του ανθρώπου που πέρα από το χρόνο
«είναι ένα δένδρο αειθαλές, όχι φυλλοβόλο/για να χαρίζει απλόχερα τον ίσκιο της…» Γι αυτό και η απώλεια αγαπημένων προσώπων είναι μια «μακρόσυρτη σπαρακτική κραυγή/όμοια με μετανάστευση πουλιών/στα ενδότερα της χώρας» μας λέει στο ποίημα «Απώλεια»
Είναι ακόμα «ένα απρόσμενο πένθος που ήρθε μαζί με την άνοιξη/μέσα σ’ αυτή τη γέννα της φύσης/εκείνη να μιλά για το φευγιό της μάνας…» γράφει στο ποίημα «O τελευταίος αποχαιρετισμός»

Στο ποιητικό της λόγο η Φανή ανασύρει επίσης μέσα από τη Βίβλο πρόσωπα και τοποθεσίες και πολύ εύστοχα τα συνδέει και τα παραλληλίζει με τη σημερινή πραγματικότητα. Ο «νεογέννητος πρίγκιπας» θέλει «να οδηγήσει το λαό του/στη γη της Επαγγελίας,» μας λέει στο ποίημα «Μεσοποταμία»
και στο επόμενο ποίημα «Έρημη χώρα» συμπληρώνει «Έρημη χώρα η γη μου/πώς αξιώθηκα να τη διασχίσω σε τόσους χρόνους» Κι ο λόγος της γίνεται αιχμηρός λέγοντας μας ότι «για τα τριάκοντα αργύρια/έγινε η συναλλαγή» και στο ποίημα Πόντιος Πιλάτος μας λέει «Ένας ακόμα ρόλος/αυτός του Ποντίου Πιλάτου, /όπως ένιψε τα χέρια του/αποποιούμενος τις ενοχές του» Συμβολισμοί που μας παραπέμπουν σε καταστάσεις που βιώνουμε τα τελευταία χρόνια.
Η ποιητική της γραφή λιτή και εκφραστική έχει περάσει πρώτα από ένα επίπονο στάδιο βίωσης, για να φτάσει σε μας ένας ποιητικός λόγος ξεχωριστός που μας μεταφέρει την αγωνία και το άγχος των ημερών μέσα από την ευαισθησία της. Ένας λόγος που κινείται μέσα στο χρόνο ανάμεσα στη μνήμη, τις θύμησες, την ιστορία, τις εμπειρίες και τη γνώση. «Απροσδιόριστος ο χρόνος/
όπως κυλάει το ρυάκι πάνω στη γη/…/ ανασκαλεύοντας ιστορίες από νερό και χώμα…/ » μας λέει στο ποίημα της « Ο Χρόνος»
και μιλώντας για τη μνήμη λέει στο ομότιτλο ποίημα. «Ξεχείλισε το ποτάμι/στην εκβολή της μνήμης.»

Το ποιητικό ταξίδι της Φανής Αθανασιάδου συνεχίζει και μ’ αυτή τη συλλογή να είναι ένα συναπάντημα και μια επικοινωνία με το καθένα από μας. Και όπως λέει η ίδια «Κάθε καινούργια ποιητική συλλογή μοιάζει με νέο σκαρί φτιαγμένο με μεράκι που μεταφέρει ποιήματα και τα προσφέρει ως αντίδωρο στους συνταξιδιώτες και αναγνώστε, μα και σε κάθε επιβάτη που θα τύχει να ανέβει σε κάποιο σταθμό του ταξιδιού.»

Κλείνοντας θέλω να ευχαριστήσω τη Φανή για τη τιμή που μου έκανε να μιλήσω για την Άστεγη Αγάπη και να της ευχηθώ να συνεχίσει το ταξίδι της στη ποίηση και στη ζωή με την ίδια δύναμη ψυχής και λόγου.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΑΤΖΗΜΩΥΣΙΑΔΗΣ

Είναι η χώρα μας. Που λαθροβιεί, που ασχημονεί αλλά και που θάλλει. Αντλώντας από τις μοναξιές, τους αποκλεισμούς, τις διαφυγές και τους μύθους της. Για να διαμορφώσει τις κοινωνικές συνθήκες μιας νέας υπαρξιακής ερημίας. Όπου το εγώ εξορίζεται, φυλακίζεται, δραπετεύει, αλλά δεν παύει να υπάρχει. Να υπάρχει και να μαζεύει τα κομμάτια του ή να υπάρχει και να σκάβει στα ενδότερα ή να υπάρχει και να αναζητάει διαφυγές.

Λέω για το νέο ποιητικό σύμπαν της Αθανασιάδου, όπως στεγάζεται στην Άστεγη Αγάπη (εκδ. Λογότεχνον, 2016), κι είναι σαν να εικονογραφώ με ρεαλιστική διάθεση τον σύγχρονο, τον πολύ σύγχρονο κόσμο μας, στην εδώ εκδοχή και στην ευρύτερη, οικουμενική, διάστασή του.

Τούτος ο ρεαλισμός άλλοτε αιχμηρός κι άλλοτε αλληγορικός, δημιουργεί από άποψη γραφής και περιεχομένου την αίσθηση του οικείου. Τίποτα απ’ όσα και όπως εδώ λέγονται

δεν έχει κατιτί το φτιασιδωμένο ή το υπερβολικό. Ο λόγος της Αθανασιάδου από άποψη σύνταξης, λεξιλογίου, ρυθμού και υφολογικών επιλογών, δεν στραμπουλίζει τη γλώσσα και δεν εξωθεί στα άκρα τις εκφραστικές δυνατότητές της με απίθανους πειραματισμούς, αλλά αποπνέει τη σιγουριά μιας δοκιμασμένης στις τέσσερις προηγούμενες συλλογές της ωριμότητας, που καταφέρνει να στοιχίσει το τι με το πώς σε μια ρυθμική και εκφραστική ισορροπία.

Ως δείγμα γραφής προσκομίζω το ποίημα «Άνεμοι»:

Μεταβλητοί οι άνεμοι
δεν εστιάστηκε η προσοχή
στην ένταση ή την ταχύτητά τους
το ενδιαφέρον των ειδικών επικεντρώθηκε
στην κατεύθυνση από την οποίαν έπνεαν
αν ήταν βοριάδες ή νοτιάδες
ζέφυροι ή τραμουντάντες
για να μπορέσουν να βρουν την αιτία
που έτσι ξαφνικά και αναπάντεχα
άνοιξαν ταυτόχρονα οι ασκοί του Αιόλου
και στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα.

Το θέμα της Αθανασιάδου ακόμη και όταν βλέπεται στις πιο περίκλειστες ιδιωτικές διαστάσεις ενός δωματίου είναι πάντα εμποτισμένο με κοινωνικό και πολιτικό περιεχόμενο. Το ατομικό υποκείμενο είναι κοινωνικά προσδιορισμένο, η μοναξιά του φέρει έξωθεν αποκλεισμούς, κουβαλάει το άγος μιας θεσμοποιημένης αδικίας, γι’ αυτό ακριβώς η όποια στάση, ακόμη και αυτή που φαντάζει απολύτως ατομική διαφυγή, έχει το χαρακτήρα μιας πολιτικής χειρονομίας. Στην οποία χειρονομία προβαίνει με σύνεση, υπολογισμό και αξιοπρέπεια. Γιατί τα πρόσωπα της Αθανασιάδου δεν ελεεινολογούν, δεν ξιπάζονται, δεν κομπάζουν. Υποφέρουν πάντα σιωπηλά κι είναι απολύτως αληθινά μες τη σιωπή τους.

Ως δείγμα γραφής προσκομίζω το ποίημα «Εκδοχές»:

Προσπαθούσε να νιώθει άνετα
ανάμεσα σε δύο εκδοχές και δύο ανθρώπους
ίσως και δύο εποχές την άνοιξη και το φθινόπωρο
όπως του φέρναν στη μνήμη οι μυρωδιές και οι γεύσεις
το ακατάληπτο του πράγματος
βλέπεις, δεν ήταν γεννημένος για γενναίες αποφάσεις
και τη δειλία του, την είχε μετονομάσει σε ισορροπία.

Το πιο ενδιαφέρον σε όλα αυτά είναι η αίσθηση της συνέχειας που αφήνει κάθε ποίημα. Όχι σε συνάφεια με το προηγούμενο ποίημα, αλλά με ό,τι εννοείται σαν προγενέστερη πλοκή του ίδιου του ποιήματος. Τα ποιήματα της Αθανασιάδου μοιάζουν με μικρές ποιητικές ιστορίες, όπου πάντα λανθάνει κάτι σαν προηγούμενο στόρι. Το δε ποίημα εκφέρεται σαν ουρά, σαν κατακλείδα και σαν επιμύθιο, κατά κανόνα με μια ορισμένη ενδοκλιμάκωση που ξεκινάει από τους ήπιους τόνους της αρχής και καταλήγει στο ξάφνιασμα του τέλους.

Κοντά σε αυτά, ας σημειώσω και τούτο, που αν δεν κάνω λάθος εμφανίζεται για πρώτη φορά στην ποιητική της Αθανασιάδου σε τόση μεγάλη τουλάχιστον έκταση. Αναφέρομαι στην καβαφικής και σεφερικής έμπνευσης αξιοποίηση του μύθου, και δη του σχετικού με την Παλαιά Διαθήκη με όλες τις εγνωσμένες αλληγορικές δυνατότητες που δίνει αυτή η τεχνική, δηλαδή την ιδιότυπη αξιοποίηση ενός γνωστού σημαίνοντος για τη μετάδοση ενός νέου σημαινομένου αλλά με τη διατήρηση μέρους ή συνόλου από τη μυθική αχλή που συνοδεύει το πρώτο.

Ξεχωρίζω: «Δωμάτιο», «Ανάγκη φυγής», «Διακανονισμός», «Άνεμοι», «Έρημη χώρα», «Οι δύο όψεις», «Πόντιος Πιλάτος». Σταματώ σε αυτά για να μην κουράσω. Έτσι κι αλλιώς όλη η συλλογή ξεχωρίζει.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΦΑΝΗ ΑΘΑΝΑΣΙAΔΟΥ
ηλεκτρονικό λογοτεχνικό/πολιτιστικό περιοδικό Σκανδάλη

«Άστεγη Αγάπη» η νέα σας ποιητική συλλογή. Χρειάζεται στέγη η αγάπη; Κι αν ναι, γιατί;

Η εποχή μας χαρακτηρίζεται από εγωκεντρισμό και ατομικισμό. Οι άνθρωποι επιθυμούν διακαώς να αγαπηθούν πολύ περισσότερο απ’ ότι είναι διατεθειμένοι να αγαπήσουν σύμφωνα πάντα με τα δικά τους κριτήρια και την δική τους αντίληψη περί αγάπης. Αυτή η ανισομέρεια, η ανισοκατανομή την περιορίζει, την περιχαρακώνει. Έτσι η αγάπη μοιάζει να στέκεται σε μιαν άκρη, σε μια γωνιά άστεγη και να παρατηρεί, να παρακολουθεί εκ του μακρόθεν τους ανθρώπους. Από αυτό το σκεπτικό ή την διαπίστωση αν θέλετε προέκυψε και ο συγκεκριμένος τίτλος αυτής της ποιητικής συλλογής·«Άστεγη αγάπη».

Πώς ορίζετε την αγάπη; Τι αγαπάτε;

Η αγάπη είναι ένα από τα βασικά στοιχεία των κοσμογονικών συστατικών της δημιουργίας που προσδιορίζουν τη ζωή και κυρίως τη συνέχεια της. Ο άνθρωπος χαρακτηρίζεται από τη μερικότητα της ύπαρξης του, της σκέψης του, άρα και αδυνατεί να συλλάβει το εύρος, τις διαστάσεις, το αμέτρητο βάθος της αγάπης. Την ορίζει ως συναίσθημα και την εκφράζει με διάφορους τρόπους σε ό,τι αισθάνεται γύρω του πως αγαπά.
Η αγάπη είναι μακρόθυμη, είναι ευεργετική και ωφέλιμη, η αγάπη δε ζηλεύει, η αγάπη δεν ξιπάζεται (= δεν καυχιέται), δεν είναι περήφανη, δεν κάνει ασχήμιες, δε ζητεί το συμφέρον της, δεν ερεθίζεται, δε σκέφτεται το κακό για τους άλλους, δε χαίρει, όταν βλέπει την αδικία, αλλά συγχαίρει, όταν επικρατεί η αλήθεια. Όλα τα ανέχεται, όλα τα πιστεύει, όλα τα ελπίζει, όλα τα υπομένει. Η αγάπη ποτέ δεν ξεπέφτει. (απόσπασμα από τον Ύμνο της αγάπης, από την προς Κορινθίους Α’ επιστολή του Αποστόλου Παύλου)
Ίσως ακουστούν κοινότοπα αυτά που θα αναφέρω πως αγαπώ, όμως στη ζωή επειδή τίποτα δεν είναι δεδομένο, αυτό τα καθιστά περισσότερο εκτιμητέα. Αγαπώ τον ήλιο/τις ηλιόλουστες μέρες, τη θάλασσα, τη φύση, τη γαλήνη, την ειρήνη, τους ανθρώπους της καρδιάς μου, τα ερωτηματικά που μου γεννά ο έναστρος ουρανός όταν τον παρατηρώ τη νύχτα..

Οι εκτενείς αναφορές στην Αγία Γραφή (Ερυθρά θάλασσα, Τριάκοντα αργύρια, Πόντιος Πιλάτος, Σαλώμη, κλπ) υποδηλώνουν έναν θρησκευόμενο άνθρωπο; Ποια είναι η σχέση σας με το θείο;

Στη Βίβλο συναντάμε αρχετυπικούς χαρακτήρες και τοποθεσίες, που έχουν μείνει στη συλλογική κοινή ανθρώπινη μνήμη, και συχνά ανασύρονται απ’αυτήν. Η σημειολογία ο συμβολισμός τους περνά σε σημερινά πρόσωπα και καταστάσεις όπου μεταφορικά η με παρομοιώσεις αναβιώνουν με έναν τρόπο.Αυτό με γοητεύει και αποτελεί πρόκληση και δοκιμασία για την ποιητική γλώσσα.
Η σχέση με τον Θεό είναι μια προσωπική διαδρομή και το μονοπάτι αυτής της σχέσης είναι μια πορεία αυτογνωσίας και καλύτερης γνωριμίας με τον εαυτό μας, τους άλλους συνανθρώπους αλλά και με τη φύση, προκειμένου να επιτευχθεί το ποθούμενο· η ειρηνική συνύπαρξη και μια διαφορετική οπτική θέαση του κόσμου μας. Η πίστη, που είναι δύναμη και υπέρβαση, είναι ο δρόμος που ανοίγεται πέρα από την περιορισμένη γήινη αντίληψη και οδηγεί στο Θεό και στην αγάπη. Ο Θεός αγάπη εστί.

Τι επίγευση θ’ αφήσει στον αναγνώστη η «Άστεγη αγάπη»;

Ευελπιστώ να αφήσει τη γεύση της επιθυμίας να ανταμώνουμε και να ξανανταμώνουμε με τους αναγνώστες, να συναντιόμαστε και να κουβεντιάζουμε δημιουργώντας διαδραστική σχέση και αμφίδρομη πορεία ουσιαστικής επικοινωνίας, να βρεθεί ευρύχωρος, αγαπητικός χώρος εντός τους για να στεγαστούν και να μείνουν κοντά τους αυτά τα ποιήματα. Κάθε καινούργια ποιητική συλλογή μοιάζει με νέο σκαρί φτιαγμένο με μεράκι που μεταφέρει ποιήματα και τα προσφέρει ως αντίδωρο στους συνταξιδιώτες/τισσες-αναγνώστες/στριες,μα και σε κάθε επιβάτη που θα τύχει να ανέβει σε κάποιο σταθμό του ταξιδιού.

Μετά από τέσσερις επιτυχημένες ποιητικές συλλογές αισθάνεσθε να σας βαραίνουν οι προσδοκίες (Του εαυτού σας, Του αναγνωστικού σας κοινού, ..);

Σας ευχαριστώ γι’αυτό που λέτε. Το μη στατικό ενυπάρχει στη δημιουργία. Όπως και το ανικανοποίητο που ωθεί και γεννά τη συνεχή διερεύνηση,την ανίχνευση για νέους διαφορετικούς τρόπους ποιητικής έκφρασης όσο αυτό βεβαίως είναι εφικτό, μαζί με την κινητήρια δύναμη που είναι η αγάπη των ανθρώπων για τα ποιήματα (μου). Τότε η επιθυμία μεγαλώνει ακόμα περισσότερο για να κατορθώσω να τους προσφέρω το ευχαριστώ μου μέσα από τη γραφή με το οικείο, το προσφιλές για εκείνους πρόσωπο της Ποίησης. Άλλωστε αισθάνομαι ότι συνεχίζω να μαθητεύω. Αυτό προσφέρει την ταπείνωση και την επίγνωση που φέρει η ρήση του Σωκράτη εν οίδα ότι ουδέν οίδα, και ακριβώς αυτό μου δίνει τη δυνατότητα να νιώθω ανοιχτή μα και να φιλτράρω κάθε καινούργια γνώση, ακόμα και την δυνατότητα να μπορώ να βλέπω τον κόσμο κάθε φορά με καινούργια ματιά.

Θυμάστε κάθε ποίημα σας υπό ποιες ψυχολογικές συνθήκες το γράψατε;

Κάθε ποίημα είναι ένα μικρό σύμπαν, ένας ολόκληρος κόσμος, μια εποχή, ένας τόπος με τους ανθρώπους του ή την ερημιά του, ένας δρόμος, μια περιπέτεια, μια δύσκολη ή όμορφη στιγμή, ένα σοκάκι, μια θάλασσα ή μια σκοτεινή γωνιά, ένας αγώνας προς την ελευθερία. Κάθε ποίημα που γράφω είναι κομμάτι αναπόσπαστο μιας ζωής, της ζωής μου και ως μέρος της αδυνατώ να το λησμονήσω… Θα ‘ταν σαν να έσβηνα πολύτιμες μνήμες…

Υπάρχει σταθερή πηγή έμπνευσης στη ζωή σας;

Αν και στη ζωή μου επιθυμώ να υπάρχουν κάποιες σταθερές παράμετροι (χωρίς να είναι εφικτό τις περισσότερες φορές), στην ποίηση στην έμπνευση συμβαίνει κάτι μαγικό όπως στη θεωρία του χάους.. Η ποίηση, η έμπνευση μοιάζει με κινούμενη άμμο, δε γνωρίζεις ποτέ που θα σε οδηγήσει…και αυτό αποτελεί το γοητευτικό στοιχείο του αγνώστου,του αβέβαιου. Αυτή είναι η πρόκληση που θα γεννήσει, θα δημιουργήσει τις κατάλληλες προϋποθέσεις για να γεννηθεί ένα καινούργιο ποίημα.

Γιατί ποίηση; Πώς επιλέγει κανείς το «λογοτεχνικό του είδος»;

Δεν ξέρω αν με βρήκε κάπου κάπως η Ποίηση ή μέσα μου βαθιά την αποζήτησα και ανταμώσαμε σε κοινό τόπο, όμως από τότε που συμπορευόμαστε νιώθω την πληρότητα που προσφέρει η ποιητική γλώσσα ως μέσον έκφρασης, χωρίς βέβαια αυτό να εμποδίζει κάποιον/α που γράφει Ποίηση να μεταπηδήσει κ να δοκιμαστεί κ σε άλλα είδη της λογοτεχνίας.

Ένα ..έμπειρο μάτι την επιρροή ποιων λογοτεχνών θα μπορούσε να διακρίνει στην ποίησή σας;

Γνωρίζουμε ότι στην Τέχνη παρθενογένεση δεν υπάρχει. Έχουμε επιρροές, επιδράσεις από τόσους /ες συγγραφείς/ποιητές/ποιήτριες που έχουμε διαβάσει, ακούσει, έχουν καταγραφεί στην κυτταρική μας μνήμη. Όταν λοιπόν γύρω στην εφηβεία μου ξεκίνησα να γράφω, προσπάθησα να βρω να ακούσω και να ακολουθήσω την εσωτερική μου φωνή, τον ρυθμό, τον τρόπο που θα με οδηγούσε ώστε να βρω το δικό μου προσωπικό ύφος,.

Εκτός από το να γράφει ποίηση τι άλλο αρέσει στην Φανή Αθανασιάδου να κάνει;

Αγαπώ πολύ το θέατρο. Στο παρελθόν με φίλους είχαμε δημιουργήσει την πρώτη μικτή θεατρική ομάδα στην Ελλάδα αποτελούμενη από άτομα με και χωρίς αναπηρία. Μου αρέσουν και τα ταξίδια. Λόγω έλλειψης όμως προσβασιμότητας στα μεταφορικά μέσα αλλά και σε πολλούς χώρους, το ταξίδι μου συνήθως συνοψίζεται σε μια βόλτα στην παραλία της Θεσσαλονίκης με τη φαντασία μου να φτάνει σε τόπους μακρινούς και τη χαρά όταν μαθαίνω ότι ποιήματα μου ταξιδεύουν και διαβάζονται και σε άλλες χώρες.

Συνέντευξη στην Άτη Σολέρτη
Βακχικό τ. 31

«Η ποίηση σε χαλεπούς καιρούς ανθίζει»

Η Φανή Αθανασιάδου, παρά τις προειδοποιήσεις ενός ακόμα δελτίου καιρού, δεν διστάζει να ανοίξει τους ασκούς του Αιόλου διασκορπίζοντας αυθεντικά, ουσιαστικά, ποιητικά κομμάτια του λόγου και της σκέψης της.

Διατηρείτε το http://vorioditikosanemos.blogspot.gr/. Θα ήθελα να σας ρωτήσω γιατί επιλέξατε αυτή την ονομασία για το blog σας;

Η ονομασία αυτή έχει διττή σημασία. Αφ’ ενός θέλω να δώσω το γεωγραφικό στίγμα του τόπου που μένω, ο Βορειοδυτικός άνεμος λέγεται και Βαρδάρης στη Θεσσαλονίκη. Aφ’ ετέρου η πνοή αυτού του ανέμου είναι αναζωογονητική, γεμάτη φρεσκάδα. Λόγω συνθηκών είμαι άρρηκτα δεμένη και επηρεάζομαι από τον καιρό και τα φαινόμενά του. Δε σας κρύβω όμως ότι στο βάθος αυτή η σχέση με γοητεύει. θα τολμούσα να πω πως είναι ερωτική, γι’ αυτό και την τελευταία ποιητική συλλογή μου την ονόμασα Δελτίο καιρού.

Η ποίησή σας κατά τη γνώμη μου καθρεφτίζει ένα σπάνιο είδος ευαισθησίας, διαποτισμένο με μια ακαθόριστη νοσταλγία, υπευθυνότητα, σοφία, ικανό πάντα να θέσει υπαρξιακά ερωτήματα στον αναγνώστη και να τον προβληματίσει έχοντας απώτερο σκοπό να του δείξει το παραπέρα… Κατά πόσο βιωματική είναι η γραφή σας;

Σας ευχαριστώ για τη διεισδυτική ανάγνωση και προσέγγιση της γραφής μου. Εφαλτήριο είναι το βίωμα αλλά και η εμπειρία που αποκτώ μαζί με ό,τι ζω. Όμως στη πορεία γίνεται ένα κράμα, ένας συνδυασμός γνώσης, γεγονότων, συνθηκών αλλά και παρατήρησης του κόσμου γύρω μου ώστε η ποιητική ματιά να αποκτά μια πιο ανοιχτή και οικουμενική προσέγγιση. Είναι μια συνεχής πορεία, ένα ταξίδι αναζήτησης αποκάλυψης, μία λυτρωτική διέξοδος και τελικά ένα αναπόσπαστο κομμάτι της ίδιας μου της ύπαρξης.

Τι μπορεί να σας εμπνεύσει και συνεπώς να αποτελέσει για εσάς κίνητρο γραφής;

Είναι η στιγμή εκείνη η διαφορετική στιγμή που ονομάζουμε έμπνευση και όλα αλλάζουν γύρω μας και εντός μας αποκτούν άλλη διάσταση, άλλη σημασία, άλλα χρώματα, άλλο νόημα το ελάχιστο γίνεται σημαντικό, αποκτά αξία, και το μεγάλο γίνεται σπουδαίο. Έτσι μπορεί ένας δρόμος, ένα ξερό φύλλο που το παρασύρει ο άνεμος να γίνει η αφορμή για να γράψω ένα συμβολικό, αλληγορικό, υπαρξιακό ποίημα, ή ένα κοινωνικό γεγονός που θα με συγκλονίσει να μου δώσει το έναυσμα να γράψω ποιήματα με κοινωνικές ή πολιτικές προεκτάσεις όπως για παράδειγμα συνέβη με το Σαιντ Ντενί το εξεγερμένο προάστειο του Παρισιού, την Τιχουάνα τη συνοριακή πόλη του Μεξικού από την οποία εκατοντάδες φτωχοί άνθρωποι προσπαθούν να μεταναστεύσουν προς την Αμερική και πολλοί απ’ αυτούς στην προσπάθειά τους να περάσουν τα σύνορα πέφτουν νεκροί από τις σφαίρες των συνοριοφυλάκων, τη λίμνη Ασάλ όπου οι φυλές που κατοικούν γύρω απ’ αυτή, για να εξασφαλίσουν την καθημερινή τους επιβίωση πρέπει να κουβαλήσουν και να μεταφέρουν συγκεκριμένη ποσότητα αλατιού.

Υπάρχουν ποιητές που σας έχουν επηρεάσει; Κάποιο κίνημα ή ρεύμα;

Παρθενογέννηση στη Τέχνη, στην Ποίηση δεν υπάρχει. Στη κυτταρική μας μνήμη είναι καταγεγραμμένα όσα προηγήθηκαν από την προφορική παράδοση όπως και από τα διαβάσματά μας προσλαμβάνουμε επίσης όσα προηγήθηκαν αλλά και όσα συμπορεύονται μαζί μας. Όμως πιστεύω όσοι/όσες γράφουμε Ποίηση επιθυμούμε κ θέλουμε να βρούμε το δικό μας προσωπικό ύφος γραφής και αυτό προσπάθησα να ανακαλύψω από τα πρώτα μου κιόλας ποιήματα. Είναι ποιητές/ποιήτριες που όταν διαβάζουμε ή ακούμε τον ποιητικό τους λόγο νοιώθουμε οικεία μαζί τους, σαν να μας συνδέει ένα είδος συγγένειας ακριβής, μονάκριβης. Έτσι νοιώθω με τους αγαπημένους μου ποιητές/ποιήτριες που είναι ο Κ. Καβάφης, η Κική Δημουλά, η Τζένη Μαστοράκη, η Ζέφη Δαράκη, ο Γιάννης Βαρβέρης, ο Αρης Δικταίος, ο Ναζίμ Χικμέτ, ο Πάμπλο Νερούντα. Έχω μελετήσει λογοτεχνικά κινήματα/ρεύματα αλλά δεν ακολουθώ κάποιο. Ίσως επειδή η δημιουργικότητα δεν είναι στατική, περιέχει τη ρευστότητα, την κινητικότητα, το ανικανοποίητο, τη διαρκή αναζήτηση που ψάχνει συνεχώς νέες φόρμες, καινούργιους τρόπους έκφρασης.

Τι ψίθυρους σας φέρνει το πέρασμα του χρόνου;

Πολλές φορές αναρωτιέμαι αν υπάρχει πράγματι χρόνος, αν είναι μια υπαρκτή μονάδα μέτρησης ή είναι κατασκεύασμα του ανθρώπου, για να μοιράσει, να διαιρέσει, να κατανοήσει το διάστημα που θα βρίσκεται και θα κατοικεί στον πλανήτη γη. Γι’ αυτό οι ψίθυροί του συχνά είναι συγκεχυμένοι και συνδέονται με τα πιο σημαντικά ή καθημερινά γεγονότα της ζωής, τις όμορφες ή δύσκολες στιγμές ή περιόδους, τις απώλειες αγαπημένων μας προσώπων. Τότε ο χρόνος αποκτά άλλη διάσταση, άλλο μέγεθος και τα ονόματα που του δίνουμε όπως παρελθόν-παρόν-μέλλον, κινούνται ανάμεσα στη μνήμη, τις θύμησες, τις αναμνήσεις, τη λήθη.. Ο χρόνος είναι αυτός που σηματοδοτεί την πορεία του ανθρώπου ερχόμενος μαζί του από τα βάθη της ιστορίας.

Ποια η σχέση σας με τα όνειρα;

Μαγική θα ‘λεγα. Η αλήθεια είναι πως έχω μια ιδιαίτερη σχέση, συναρπαστική με τα όνειρα. Αποτελούν για μένα έναν ανεξιχνίαστο κόσμο, μυστικό, άγνωστό μου, γεμάτο σουρρεαλιστικές εικόνες, ιστορίες που κάθε φορά με προ(σ)καλεί να τον αποκωδικοποιήσω και να προσπαθήσω να τον ερμηνεύσω. Όλη αυτή η διαδικασία μου ασκεί μια παράξενη, μοναδική γοητεία, έτσι αφήνομαι στον Μορφέα να με οδηγεί κοντά τους.

Ποια θεωρείτε πως είναι η μεγαλύτερη αλήθεια που μας λέει η ζωή;

Η αλήθεια δεν είναι μία, είναι πολλές διασπασμένες σε κομμάτια, διάσπαρτες. Κάθε άνθρωπος επιλέγει τη δική του αλήθεια, ίσως αυτή που τον εκφράζει. Γι’ αυτό έπλασε και τους μύθους για να τις συγκαλύπτει ή να τις αποκαλύπτει με τρόπο αλληγορικό, συμβολικό, επειδή συνήθως δεν αντέχει την αλήθεια γυμνή, ατόφια. Απαντώντας στην ερώτησή σας ποια θεωρώ ως μεγαλύτερη αλήθεια, θα ‘λεγα πως είναι η Αγάπη.

Τι δεν θα διαπραγματευόσαστε να χάσετε με τίποτα;

Την ελευθερία της σκέψης. Μπορεί το σώμα να εγκλωβίζεται κάτω από ορισμένες συνθήκες, όμως θεωρώ ότι πιο σπουδαίο ο άνθρωπος να περιφρουρεί, να προστατεύει όσο είναι δυνατόν την αυτονομία της σκέψης του. Μακριά από εξωγενείς, παραπλανητικές επιθέσεις όπως π.χ. παραπληροφόρηση, κατευθυνόμενες ειδήσεις από μια μαζικοποιημένη και αλλοτριωμένη συστημική πραγματικότητα γεμάτη στερεότυπα-πρότυπα που στόχο έχουν να πλήξουν, να ευνουχίσουν την ανεξαρτησία της σκέψης.

Ποιος είναι ο μεγαλύτερος φόβος σας;

Η μοναξιά. Η ακούσια επιβαλλόμενη μοναξιά, εκείνη που σε αποκλείει από κάθε δυνατότητα πρόσβασης, μετακίνησης στη κοινότητα που σου στερεί τη δυνατότητα να μετέχεις, να συμμετέχεις ισότιμα, να επικοινωνείς με τους άλλους ανθρώπους. Και επειδή αυτό το είδος μοναξιάς το ‘χω βιώσει και το βιώνω, γνωρίζω και το μέγεθος του φόβου που προκαλεί.

Η μοναξιά, η μοναξιά
Η μοναξια, λοιπόν αναφώνησε
Σαν νάθελε την ίδια στιγμή να την ξορκίσει.

Γνωρίζουμε πως είστε ακτιβίστρια και πως έχετε υπερασπιστεί έμπρακτα τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία. Πόσο απροσπέλαστη μπορεί να φαντάζει η κοινωνία του σήμερα στα μάτια σας; Και πώς μετουσιώνεται άραγε μες στην ψυχή μιας αυθεντικής ποιήτριας, μέσα στη δική σας ψυχή;

Ο άνθρωπος είναι σύνθετο, πολύπλοκο, πολύπλευρο ον, έτσι και η αναπηρία είναι ένα χαρακτηριστικό, δεν καθορίζει όμως ολόκληρη την προσωπικότητα του ανθρώπου. Ας δούμε τα παραδείγματα της Φρίντα Κάλο, του Στήβεν Χώγκινκς, της Ελεν Κέλλεν, όλοι τους είχαν αναπηρία, αξιοποιώντας όμως τις ικανότητές τους, τα τάλαντά τους διέπρεψαν ο καθένας /η καθεμία στον τομέα τους και έχουν μείνει στη μνήμη των ανθρώπων όχι για την αναπηρία, αλλά για την επιτυχία τους, για την προσφορά στην Τέχνη, την επιστήμη, τον στοχασμό, τη γραφή. Από τη μέχρι τώρα διαδρομή μου στο χώρο της Ποίησης αλλά και την πορεία στον αγώνα μου για την υπεράσπιση των ανθρώπινων δικαιωμάτων των πολιτών με αναπηρία μεταξύ άλλων θέλω και αυτό να αναδείξω, ότι μπορεί να είμαστε διαφορετικοί αλλά αν έχουμε τις προσβάσιμες υποδομές και την ισότιμη αντιμετώπιση από το υπόλοιπο κοινωνικό σύνολο, μπορούμε να συμμετέχουμε και να προσφέρουμε όπως και οι υπόλοιποι πολίτες χωρίς αναπηρία σε όλους τους τομείς της ζωής. Η κοινωνία μας όμως δυστυχώς έχει άγνοια, έχει έλλειψη παιδείας γι’ αυτό και τους αντιμετωπίζει αρνητικά και με προκατάληψη. Υπάρχουν απροσπέλαστοι άνθρωποι με τέτοιες νοοτροπίες και συμπεριφορές, οι οποίοι δημιουργούν και συντηρούν τα υλικοτεχνικά εμπόδια, τους απροσπέλαστους χώρους δηλαδή πόσο επίκαιρος ο αγαπημένος μου θείος Καβάφης με τα Τείχη του. Πόσες φορές, πόσο συχνά ανατρέχω και σκέφτομαι δυνατά αυτό το ποίημά του. Ακόμα και οι περισσότεροι χώροι πολιτισμού όπου γίνονται πολιτιστικές/λογοτεχνικές εκδηλώσεις δεν είναι προσβάσιμοι και όσες φορές και αν το έχω θέσει αυτό το ζήτημα κανείς δεν ενδιαφέρεται να το λύσει, δηλαδή δημιουργοί με αναπηρία ή θεατές με αναπηρία που επιθυμούν να παρακολουθήσουν μια εκδήλωση να αποκλείονται, είναι ποτέ δυνατόν ο Πολιτισμός να συντηρεί και να διαιωνίζει τον αποκλεισμό; Πώς είναι δυνατόν να συνυπάρχει Πολιτισμός με αποκλεισμό! Στην ποίησή μου έχω γράψει ποιήματα για την Αναπηρία, αλλά λόγω χαρακτήρα, των πιστεύω μου και του τρόπου που με μεγάλωσαν οι εκλεκτοί γονείς μου, έμαθα να μην γκετοποιώ την αναπηρία, να μην την απομονώνω, αλλά μαζί της να ανοίγομαι στον κόσμο, να με νοιάζουν και οι άλλοι, να διαμορφώνω άποψη και να συμμετέχω σε ό,τι, σε όσα συμβαίνουν και αφορούν τον άνθρωπο, το περιβάλλον ακόμα και το σύμπαν που μας περιβάλλει και αυτό φαίνεται από την διαφορετική θεματολογία των ποιημάτων μου.

Πόσο μοναχικός είναι ο δρόμος προς την εσωτερική αλήθεια της ύπαρξής μας;

Είναι τόσο μοναχικός όσο μοναχική είναι η στιγμή που ερχόμαστε και φεύγουμε από τη ζωή. Όλη η ενδιάμεση διαδρομή αυτού του μυστηρίου που ονομάζουμε ζωή είναι μια διαρκής αναζήτηση, μια σιωπηλή κατάδυση στον εσώτερο εαυτό μας, ένα ταξίδι αυτογνωσίας γεμάτο εμπειρίες, λάθη και μαθήματα που καλούμαστε να αποκρυπτογραφήσουμε -όσο μπορούμε- ώστε να καταφέρουμε να συναντήσουμε και να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και μέσα από αυτόν, τους άλλους.

Αλληγορία

«Δεν εξαργυρώνεται με τίποτα»
αναφώνησε το πλήθος στην Παταγονία
οι μώλωπες εξαπλώνονται
εξ αιτίας του σκώληκα
ενός σπάνιου μικροοργανισμού
διορατικός ως ήτο ο άρχοντας,
διέταξε τη θανάτωση του
και μαζί με αυτήν,
την εξαφάνιση
του επικίνδυνου είδους των αντιφρονούντων.

Πώς κρίνετε τη σύγχρονη κοινωνική και λογοτεχνική πραγματικότητα;

Η Κοινωνία βρίσκεται σε παρακμή. Ο κοινωνικός ιστός σε διάλυση. Όμως και πριν την περίοδο της κρίσης κάτω από την επίπλαστη ευμάρεια, αν δεν ανήκες στους προνομιούχους καταλάβαινες ότι η κοινωνία νοσούσε με την εμφάνιση της κρίσης η κατάσταση επιδεινώθηκε. Η λογοτεχνία, η Ποίηση σε χαλεπούς καιρούς ανθίζει. Διαφαίνονται προσπάθειες στον πεζό αλλά και στον ποιητικό λόγο. Νέοι άνθρωποι να θέλουν να προσπαθούν να βρουν και να δώσουν το στίγμα αυτής της εποχής. Νομοτελειακά μετά το σκοτάδι ή τον μεσαίωνα ακολουθεί το φως, η αναγέννηση, θα περιμένουμε λοιπόν να κυοφορήσει και να ανθίσει μια νέα λογοτεχνική πραγματικότητα/έκφραση. Άλλωστε η Τέχνη είναι απελευθερωτική και η Ποίηση η οδός προς την Ελευθερία. Ο Γάλλος κοινωνιολόγος Ζαν Μορέν έχει πει ότι ο 21oς αιώνας θα είναι ο αιώνας της Ποίησης.

Ποια η σχέση σας με την ελπίδα;

Δεν πιστεύω στην ελπίδα. Η ελπίδα είναι ψευδαίσθηση, μας παραπλανεί να προσμένουμε, να περιμένουμε χωρίς συνήθως αυτή η αναμονή να ‘χει αντίκρισμα στην πραγματικότητα. Η ελπίδα ακυρώνει την ισορροπία ανάμεσα στο νόημα και την ματαιότητα της ύπαρξής μας. Πιστεύω στη προσπάθεια, την πίστη την προοπτική, στην επιθυμία, το όνειρο, το στόχο. Στη θεωρία του χάους που περιλαμβάνει το απρόσμενο, το απροσδόκητο στη ζωή.

Ποια είναι τα επόμενά σας σχέδια; Αναμένεται να εκδώσετε κάποιο επόμενο βιβλίο;

Υπάρχει έτοιμο υλικό για την επόμενη ποιητική συλλογή ακόμα και ο τίτλος, όμως κάθε φορά πριν την έκδοση του επόμενου βιβλίου περιμένω να διαμορφωθούν ευνοϊκές, καλές συγκυρίες ώστε να ακολουθήσει η έκδοση.

Τέλος, θα ήθελα να σας ευχαριστήσω πολύ που με τιμήσατε με αυτή τη διαδικτυακή συνομιλία, να ευχηθώ καλή επιτυχία στο έργο σας και να σας ζητήσω να κάνετε μια ευχή!

Δική μου η τιμή κ. Αργυροπούλου, σας ευχαριστώ πολύ όπως και το περιοδικό Βακχικόν για τη παρουσίαση/ τη φιλοξενία, η ευχή μου είναι να πορεύεστε με τη Ποίηση στο πλευρό σας, γιατί πιστεύω ότι η Ποίηση είναι η βαθύτερη ανάγνωση της ζωής.

Χριστίνα Λιναρδάκη

«Δελτίο καιρού» της Φανής Αθανασιάδου

Η Φανή Αθανασιάδου ασχολείται με την ποίηση από το 1986, όταν, έφηβη ακόμη, δημοσίευσε την πρώτη της ποιητική συλλογή «επιλογές» μετά από παρότρυνση του γνωστού δημοσιογράφου και ραδιοφωνικού παραγωγού της τότε ΕΤ2 (μετέπειτα ΝΕΤ) Αχιλλέα Χρυσοχόου. Έκτοτε δημοσίευσε άλλες δύο ποιητικές συλλογές, «φωτεινές ανταύγειες και νυχτερινοί φόβοι της μοναξιάς»(1987) και «εκ των έσω» (1996). Το «δελτίο καιρού» είναι η τέταρτη κατά σειρά συλλογή της.

Το «δελτίο καιρού» αντιμετωπίζει τον καιρό ως «προσωπικό καιρό συναισθηματικών αποχρώσεων, μετωπικών κοινωνικών-πολιτικών ρευμάτων και υπαρξιακών μεταπτώσεων. Ένα ταξίδι ζωής δηλαδή…», όπως αναφέρει το σημείωμα στο οπισθόφυλλο της έκδοσης.

Μέσα από ποιήματα σύντομα, σχεδόν ακαριαία, εξερευνεί τον καιρό ως «περιβάλλοντα χώρο και χρόνο» και σκιαγραφεί ένα άνθρωπο που θα ήθελε να ζει σε άλλες συνθήκες και σε εναλλακτικούς κόσμους γιατί η πραγματικότητα στην οποία μετέχει ούτε τον χωρά ούτε τον αφορά. Κι εκεί που χάνει την πίστη του, παραδίδεται ξανά στο όνειρο και ξαναβρίσκει την ελπίδα, παρότι γνωρίζει ότι η (κοινωνική, πολιτική και προσωπική του) πραγματικότητα είναι ουσιαστικά απροσπέλαστη.

Δυνατή εικονοπλάστης, αν και αρκετά αφηγηματική αρκετές φορές, συνθέτει έναν ποιητικό λόγο λιτό και στεγνό (απλές δομές, απλές λέξεις) που όμως καταφέρνει να κεντρίσει το ενδιαφέρον και να οδηγήσει σε πικρές συχνά συνειδητοποιήσεις, με τη συνειρμική διαδικασία να γίνεται το κυρίαρχο αλληγορικό σχήμα της συλλογής, συνδέοντας μνήμες, γεγονότα, επιθυμίες και συναισθήματα με ενδιαφέροντα τρόπο.

Στη Χριστίνα Αζοπούλου

Ποιος είπε ότι η ζωή έχει στεγνώσει από ποίηση, ένεκα των συνθηκών; Ποιος αρνήθηκε ότι έχουμε στερέψει από υλικά ονείρων; Η Φανή, με το χαμόγελό της και έναν πυθμένα γεμάτο αγάπη, φως και αλήθεια, μας εμπιστεύθηκε μέσα από έναν πλούτο λέξεων και συναισθημάτων, όλα εκείνα τα προαίωνια που ζουν στο DNA κάθε Έλληνα. Την ποίηση όπως την εμφύσησε ο Θεός στο σώμα μας, τα κύτταρά μας, την κάθε μας μιλιά, λαλιά, φωνή. Τι κι αν το σώμα δεν μπορεί να κινηθεί τόσο όσο θα ήθελε τώρα που η ψυχή της πεταρίζει; Τι κι αν μια κινητική – σωματική αναπηρία, δυσκολεύει όντως πρακτικά την ζωή, την καθημερινότητα, την αυτοδιάθεση; Η Φανή είναι αντράκι και παλεύει και από κοντά, αγαπημένοι όλοι, λογοτέχνες και άνθρωποι της τέχνης και του πολιτισμού, την υποστηρίζουμε και της δίνουμε τον λόγο, την αιτία και το αιτιατό της ανάγκης για την συνέχεια της προσφοράς, της αγάπης και της ειλικρίνειας. Κυρίες και κύριοι η αγαπημένη της Θεσσαλονίκης των Γραμμάτων και των Τεχνών, Φανή Αθανασιάδου.

Χριστίνα Αζοπούλου: Πες μου λίγα λόγια για σένα.

Φανή Αθανασιάδου: Θα προσπαθήσω όσο μπορώ να συνοψίσω την μέχρι τώρα ιστορία της ζωής μου και αυτό γιατί απαρτίζεται από πολλά διαφορετικά γεγονότα τα οποία και την χαρακτηρίζουν. Γεννήθηκα στην Αθήνα, αλλά για λόγους προσβασιμότητας μετακόμισα και μένω μόνιμα στην Θεσσαλονίκη.Ξεκίνησα να γράφω και να ασχολούμαι με την Ποίηση από 16 ετών. Μετά την εφηβεία μου αναγκάστηκα να αλλάξω πόλη γιατί στην Αθήνα δεν υπήρχε δυνατότητα ελεύθερης μετακίνησης,η προσβασιμότητα ήταν σχεδόν ανύπαρκτη,οπότε ως χρήστρια αναπηρικού καθίσματος έπρεπε να βρω κάποια εναλλακτική λύση για καλύτερες συνθήκες διαβίωσης. Επιλέχθηκε η Θεσσαλονίκη επειδή από τη συγκεκριμένη πόλη είχαν ρίζες καταγωγής οι γονείς μου αλλά κυρίως γιατί την γνώριζα δεν μου ήταν άγνωστη,είχα μνήμες από συχνά ταξίδια που έκανα μαζί τους στην παιδική μου ηλικία.Παρ’όλα αυτά η απόφαση μου περιείχε ρίσκο. Έχω εκδώσει τέσσερις ποιητικές συλλογές,είμαι μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης. Ποιήματά μου έχουν βραβευτεί-διακριθεί σε πανελλήνιους διαγωνισμούς Ποίησης,φιλοξενήθηκαν σε έγκριτα λογοτεχνικά περιοδικά (Οδός Πανός, Βακχικόν, Μανδραγόρας, Ενεκεν Ποιείν), σε έντυπες ανθολογίες του Πανεπιστημίου Μακεδονίας,του Συνδέσμου Εκδοτών Β.Ελλάδος και σε ραδιοφωνικές εκπομπές Λόγου. Tο Κρατικό θέατρο Βορείου Ελλάδος παρουσίασε θεατροποιημένη Ποίηση μου στη Μονή Λαζαριστών, στο Βαφοπούλειο Πνευματικό κέντρο έγινε θεατροποιημένη παρουσίαση ποιημάτων μου σε σκηνοθεσία της Ελένης Καρασαββίδου. Την Παγκόσμια ημέρα Ποίησης (το 2013) τιμήθηκα από το Λύκειο Γιαννιτσών. Ασχολήθηκα με το θέατρο ως ιδρυτικό μέλος μικτής ομάδας ατόμων με και χωρίς αναπηρία λάβαμε μέρος στο Παγκόσμιο φεστιβάλ θεάτρου στο Εδιμβούργο,στις γιορτές ανοιχτού θεάτρου του Δήμου Θεσσαλονίκης. Συνεργάστηκα με τη σχολή Καλαμαρί και άλλες θεατρικές ομάδες διασκευάζοντας θεατρικά έργα. Συμμετείχα ως ομιλήτρια σε Συμπόσια κ Εκδηλώσεις για τα δικαιώματα των πολιτών με αναπηρία, αρθρογράφησα σε ηλεκτρονικά δημοσιογραφικά έντυπα (The e-charity magazine, Ellispoint), στο ηλεκτρονικό λογοτεχνικό περιοδικό Στίγμα Λόγου. Ήμουν μέλος της Αυτόνομης Κίνησης γυναικών Θεσσαλονίκης. Έχω παρουσιάσει για ένα χρόνο λογοτεχνική εκπομπή στο Ράδιο Κιβωτός.

Χριστίνα Αζοπούλου: Πως δημιουργείται η ποίηση και από που πηγάζει;

Φανή Αθανασιάδου: Η ποίηση αποτελεί ένα συμπαντικό συστατικό δημιουργίας . Μοιάζει με ένα είδος bingbangη εκρηκτική στιγμή που η Ποίηση συναντιέται με τον ποιητή/την ποιήτρια και γεννιέται το ποίημα. Αρκεί αυτή η στιγμή που πολλοί ονομάζουν έμπνευση για να οδηγήσει το πεπερασμένο στο αιώνιο και το φθαρτό στο αθάνατο. Δεν είναι τυχαίο ότι στην αρχαιότητα οι ποιητές επικαλούνταν τις μούσες στην αρχή των έργων τους θέλοντας ίσως να επισημάνουν τη σπουδαιότητα της Τέχνης της Ποίησης.

Χριστίνα Αζοπούλου: Ποιες Ελληνίδες και Έλληνες ποιήτριες/ποιητές πιστεύεις ότι θα ήταν χρήσιμο να φιλοξενούμε στις βιβλιοθήκες μας;

Φανή Αθανασιάδου: Θα μπορούσα να προτείνω τους μεγάλους ποιητές/ποιήτριες μας όπως Καβάφη, Ελύτη, Σεφέρη, Ρίτσο,Δημουλά,Βρεττάκο και τόσους άλλους που απαρτίζουν το ποιητικό Πάνθεο της χώρας μας όμως θα το αποφύγω γιατί θεωρώ πως η Ποίηση ως τέχνη είναι ένα μακρύ ταξίδι αυτογνωσίας και αξίζει όσοι θελήσουν να τη γνωρίσουν να μυηθούν στον λόγο της να ταξιδέψουν μαζί της και με αυτό τον τρόπο να ανακαλύψουν και να γνωρίσουν τις ποιητικές φωνές με τις οποίες θα νοιώσουν οικεία και θα αποκτήσουν μαζί τους ένα είδος εκλεκτής μονάκριβης συγγένειας.

Χριστίνα Αζοπούλου: Ποια τα επόμενα ποιητικά σου σχέδια;

Φανή Αθανασιάδου: Είναι υπό έκδοση η Πέμπτη ποιητική μου συλλογή με τον τίτλο Άστεγη αγάπη από τις εκδόσεις Λογότεχνον. Επίσης θα συμμετέχω με ποιήματα μου στο Ανθολόγιο που ετοιμάζει το Κέντρο Ελληνικής γλώσσας και έχει ως θέμα την Αρχαιόμυθη Παγκόσμια Λογοτεχνία.

Χριστίνα Αζοπούλου: Πότε μπορεί να ειπωθεί ότι επέτυχε κάποια/κάποιος σαν ποιήτρια/ποιητής;

Φανή Αθανασιάδου: Ο/η ποιητής/ποιήτρια είναι ένας/μία (εξ)ερευνητής/(εξ)ερευνήτρια του εσωτερικού μας κόσμου αλλά και του κόσμου που μας περιβάλλει ένας αέναος ακούραστος ταξιδιώτης στο χρόνο που μαγεμένος από τα ανερμήνευτα προσπαθεί να τα προσεγγίσει να τους δώσει υπόσταση μέσω της δικής του ερμηνείας που είναι ο ποιητικός λόγος .Όταν το ποιητικό έργο καταφέρει να συναντηθεί με άλλους ανθρώπους, η επικοινωνία γίνει αμφίδρομη αντέξει στο χρόνο διατηρήσει ατόφια τη δύναμη και την αξία του τότε μπορούμε να μιλήσουμε και να πούμε πως η αποστολή της Ποίησης επιτεύχθηκε και η πορεία του ποιητή/ποιήτριας στέφθηκε με επιτυχία αφού κατάφερε μέσω της γραφής να αγαπηθεί και να μείνει στη μνήμη των ανθρώπων.

Χριστίνα Αζοπούλου: Πως θα έντυνες τις παρακάτω λέξεις: τύχη, ματαιοδοξία και ελπίς;

Φανή Αθανασιάδου: Ένας υπόγειος αντιφατικός συσχετισμός φαίνεται να συνδέει τις λέξεις αυτές ή μια παράξενη φυγόκεντρος δύναμη να απομακρύνει τη μία από την άλλη χωρίς να τους επιτρέπει να ‘χουν τη δυνατότητα να συναντηθούν ποτέ. Ίσως επειδή τελικά δεν έχουν καμιά σχέση μεταξύ τους. Τύχη ίσον προϋπόθεση. Θα μπορούσα να τη ντύσω με πλουμιστά ρούχα να περιφέρεται η ειμαρμένη των λόγων και των πράξεων προκειμένου να ανακαλύψει και να συνοδεύσει τους/τις ευνοούμενους/ες της. Η ματαιοδοξία κενή πεπερασμένη με ημερομηνία λήξης με ένα λιτό άχρωμο ρούχο να πορεύεται και να αναζητά τα θύματα της για να κοπάσει τη δίψα των επιδιώξεων της. Στην ελπίδα δεν πιστεύω,όμως υπάρχουν τόσοι πιστοί σ’αυτήν,που με δελεάζει να τη φανταστώ σαν μια λέξη πρωτόπλαστη γυμνή μονάχη να τάζει και να υπόσχεται τόσα πολλά στους ανθρώπους κι’έπειτα ως ψευδαίσθηση χωρίς αντίκρυσμα να χάνεται σαν πεφταστέρι που σβήνει πέφτοντας απ’τον ουρανό,η γείωση στην πραγματικότητα. «Τυχαία συνέβησαν όλα κι’ ας επένδυσε στη ματαιοδοξία Μια ελπίδα γεννήθηκε κάπου μακριά» (Ένας συνοπτικός ποιητικός ορισμός μου για την έννοια των τριών παραπάνω λέξεων).

ΛΑΛΕ ΑΛΑΤΛΙ (LALE ALATLI)

ΦΩΤΟ ΛΑΛΕ

ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΛΑΛΕ ΑΛΑΤΛΙ

ΑΝ ΤΟ ΧΙΟΝΙ ΕΙΧΕ ΨΥΧΗ

Αν το χιόνι είχε ψυχή
οι βάτραχοι θα έλυναν σταυρόλεξα
για να περάσει το καλοκαίρι.

Μόλις ερχόταν ο χειμώνας,
θα πεταγόταν στη λευκή αγκαλιά
για να γευτούν ζωή.

Κι έτσι θα έπεφταν από τον ουρανό
λευκοί βάτραχοι
ενώ το χιόνι έλυνε σταυρόλεξα.

Η ΚΥΡΙΑ

Η κυρία του δευτέρου ορόφου
δεν θέλει να ακούει για απληστία
ούτε να φωνάζουμε ελευθερία
την ενοχλούν οι αντιπολεμικές διαδηλώσεις
στην παραλία οι πρόσφυγες.

Δεν την ενδιαφέρουν
τα δάση κομμένα καμένα
τα μωρά στις ακτές ξεβρασμένα
οι αιχμάλωτοι καταυλισμών
τα ζώα βασανισμένα.

Η κυρία του δευτέρου ορόφου
θέλει να κοιμάται ανενόχλητα
κλειστά παράθυρα, μάτια
δωμάτιο τάφος
συνείδηση καπνός.

Χτυπάω σήμερα την καρδιά της
χαράζεται στη μνήμη μου
το όνομά στο κουδούνι:
«Υποκρισία, Όγδοη Αμαρτία».

ΒΡΟΧΗ

Ανήσυχα μυρμηγκάκια
λεπτά φυλλαράκια
φοβισμένα σπουργίτια
μόνο εφτά χρονών,
τα έβαλε η δασκάλα
να καθίσουν χωριστά
τα πλούσια απ’ τα φτωχά,
τ’ απεριποίητα απ’ τα καθαρά.

Σήμερα την πυκνότητα της βροχής
έχουν και τα δάκρυά μου,
εκείνα από τα σχολικά χρόνια επί χούντας.

Σήμερα στα σαράντα μου
αν με ρωτήσουν για τύψεις
έχω μία και είναι η πρώτη,
κατατρώει τα όνειρα μου
πυρπολεί την καρδιά μου:
«Πώς δεν αντέδρασα!»

Σήμερα η βροχή αυτή
μπορεί άραγε να ξεπλύνει
τη λερωμένη μου συνείδηση;

Η ΑΜΟΙΒΗ

Προχθές που περπατούσα
έπεσε απ’ την τσέπη μου το παρελθόν.
Όποιος το βρει
ας κρατήσει τις συνήθειες,
τις στεναχώριες, τους καβγάδες,
τις αγωνίες, τους φόβους, τις κραυγές.
Κι ας μου επιστρέψει
τις αγάπες, τις φιλίες,
τις αναμνήσεις, τα χρώματα,
τα παιχνίδια, τα γέλια.
Δίνεται αμοιβή
δύο χιλιάδες αγκαλιές.

Η ΟΥΣΙΑ

Πρώτα έφυγες εσύ
μετά η μυρωδιά σου στο μαξιλάρι
τα πράγματα σου έσμιξαν στον χρόνο.
Νόμισα πως δεν θα έκλεινε ποτέ
η πληγή που μου άφησες.
Έψαχνα την φόρμουλα
για να φτιάξω το παυσίπονο της ψυχής
τελικά ήταν απλή η ουσία,
ο χρόνος
περνάει, βαδίζει, πετάει
παίρνω δύναμη
λιγοστεύουν οι αναμνήσεις
θολή πλέον η εικόνα σου.
Κρίμα που δεν χωράει ο χρόνος σε κάψουλες
να δίνω στους ερωτοπαθείς
για να μην πονέσουν όσο εγώ.

ΗΜΟΥΝ ΜΟΝΟ

Είμαι Τούρκος, Είμαι Σωστός, Είμαι Εργατικός
Όπως όλοι φορούσα μαύρα
ποτέ στις τσέπες τα χέρια.
Στη σειρά κάθε πρωί
χωρίς να παίρνω αναπνοή.

Είμαι Τούρκος, Είμαι Σωστός, Είμαι Εργατικός
Χάριζα τη ζωή μου στην πατρίδα
ενώ ήμουν μια κουκίδα.
Ό, τι μου έλεγαν έκανα
το ξύλο να γλίτωνα.

Είμαι Τούρκος, Είμαι Σωστός, Είμαι Εργατικός
Υποταγή από πρωί μέχρι βράδυ,
στην ουσία ζητούσα ένα χάδι.
Κάθε κίνηση ή λέξη χωρίς άδεια,
έφερνε από μια σφαλιάρα.

Είμαι Τούρκος, Είμαι Σωστός, Είμαι Εργατικός
Κάτω από την κόκκινη σημαία,
έτσι ξεκινούσε η κάθε μέρα,
αγαπώντας την πατρίδα και το έθνος μου
στη σκιά του τρόμου.

Είμαι Τούρκος, Είμαι Σωστός, Είμαι Εργατικός
όλο αυτό δεν ήταν ο στρατός,
κι ούτε εγώ στρατιωτικός.
Στο σχολείο όταν άρχισα να μαραζώνω
ήμουν εφτά χρονών μόνο.

Τρέμοντας σαν φυλλαράκι φώναζα κάθε πρωί
είμαι τούρκος , είμαι εργατικός, είμαι σωστός…

*«Είμαι τούρκος, είμαι σωστός, είμαι εργατικός …»
Πεντάστιχος όρκος υποχρεωτικός στα σχολεία της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης μέχρι το 2013. Απαγγέλονταν κάθε πρωί από όλους τους μαθητές και τις μαθήτριες.

ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ

Μου αρέσουν τα μαθηματικά
όχι οι αριθμοί,
δεν κάθισα τεμπέλικα
να οι δικοί μου λογαριασμοί:

μηδέν + μυαλό = εξυπνάδα
εξυπνάδα + αγάπη = συνύπαρξη
συνύπαρξη Χ ενσυναίσθηση = κατανόηση
κατανόηση + τρυφερότητα = αγάπη
αγάπη / υποκρισία = αρρώστια
εξυπνάδα – συνείδηση = κακία
κακία – εξυπνάδα = βλακεία
συνείδηση + εξυπνάδα = επιτυχία
επιτυχία – συνείδηση = πονηριά
υποκρισία Χ οικογένεια = κοινωνία
κοινωνία Χ υγεία = ειρήνη
κοινωνία Χ βλακεία = πόλεμος
πόλεμος + υποκρισία = χρήματα
χρήματα / λαός = αδικία
αδικία / χρήματα = καπιταλισμός
καπιταλισμός – χρήματα = μηδέν

ΛΕΥΚΩΣΙΑ

Πήραν την Αφροδίτη
την μαχαίρωσαν στη μέση
της πέρασαν συρματοπλέγματα στα χέρια
μια τεράστια σημαία στα πέντε της δάχτυλα
Και την ονόμασαν «Μικρή πατρίδα*».

* Μικρή Πατρίδα: Το Τουρκικό κράτος χρησιμοποιεί την ονομασία «Yavru Vatan» για τα κατεχόμενα.

YAVRU VATAN

Afrodit’i aldılar
beline vurup
ellerine dikenli teller
beş parmağına dev bir bayrak geçirdiler
αδıνα δα «Υαωρθ Ωαταν» δεδιλερ.

ΕΚΕΙΝΟ ΤΟ ΠΑΙΔΙ*

Είμαι εκείνο το παιδί
κουβαλούσα ένα αστέρι
εσύ δε με θυμάσαι,
έκανα ποδήλατο στα σοκάκια σου
έτρωγα παγωτό στις σκιές των δέντρων σου,
έπαιζα με φίλους
ας φώναζε η μάνα το σούρουπο.

Είμαι εκείνο το παιδί
που κανείς δεν θυμάται πια
το σπίτι μας έγινε πολυκατοικία
κι εγώ ένας αριθμός στην ιστορία.

Η γιαγιά μού χάριζε όλον τον κόσμο
όπως κάθε γιαγιά
ο μπαμπάς πάντα με προστάτευε
όπως κάθε μπαμπάς
η καρδιά της μάνας χτυπούσε για μένα
όπως κάθε μάνας
εγώ όμως δεν έζησα
όπως κάθε σου παιδί.

Είμαι εκείνο το παιδί
με κάταπιε το τρένο
στην πλατεία Ελευθερίας
μια μέρα με ομίχλη
τελικά για ποιους είναι η ελευθερία
σ’ αυτήν την πλατεία;

Η γιαγιά δεν άντεξε
ο μπαμπάς δεν μίλησε
η καρδιά της μάνας έγινε στάχτη
έφαγε κι εκείνους το λαίμαργο τρένο
που ποτέ δεν χόρταινε.

Είχαμε όλοι αστέρια
γίναμε καπνός μια μέρα
κι η μαυρίλα του, Θεσσαλονίκη μου
έβαψε την δικιά σου ιστορία.

* Στην Μικρή Ιερουσαλήμ

O ÇOCUK*

O çocuk, benim
bir yıldızım vardı
beni hatırlamazsın,
bisiklete binerdim sokaklarında
dondurma yerdim ağaç gölgelerinde
arkadaşlarımla oynardım
annem istediği kadar çağırsın beni günbatımında.

O çocuk, benim
artık kimse hatırlamaz beni
evimiz apartman oldu
ben de tarihte bir sayı.

bir şeyimi eksik etmezdi ninem
bütün nineler gibi
hep korurdu beni babam
bütün babalar gibi
yüreği benim için atardı annemin
bütün annelerinki gibi
oysa ben yaşayamadım
bütün çocuklar gibi.

O çocuk, benim
midesine indirdi beni de tren
Özgürlük Meydanı’nda
bugün gibi sisli bir gün,
peki özgürlük kimin için
acaba bu meydanda?

Ninem dayanamadı
babam konuşamadı
annemin yüreği kül oldu
asla doymayan obur tren
onları da yalayıp yuttu.

Hepimizin yıldızı vardı
biz kül olduk bir günde
arkamızda kalan duman da, canım Selanik’im
senin tarihine kapkara bir leke.

*Küçük Kudüs Selanik’e
II. Dünya Savaşı sırasında neredeyse Selanik Musevileri’nin tamamı (56.000 kişi) Eleftheria (Özgürlük) Meydanı’ndan toplama kamplarına gönderildi.

ΣΤΙΣ ΔΥΟ ΑΝΑΜΕΣΑ

Χωρίς φασαρία πολλή, χωρίσαμε
εκείνη δεν είπε μείνε
κι εγώ δεν είπα φεύγω.
Για να τη λησμονήσω
άρχισα να βλέπω στα κρυφά μια άλλη.
Ήταν στην αναπνοή μου ακόμα εκείνη, στο βάθος.
Αναζητούσα τα φιλιά της
να μείνω άλλο όμως, δεν μπορούσα.

Εντελώς διαφορετική ήταν η καινούργια
τρυφερή και απαλή,
με φως αγκάλιαζε
με ειλικρίνεια μιλούσε.
Ένιωθα πρώτη φορά ασφάλεια,
ήξερε πως έπρεπε να με έχει ελεύθερη
για να της επιστρέφω πάντα.

Με κυνηγάει ακόμα η πρώην,
τις νύχτες εισβάλλει στα όνειρά μου!
Λέει να μη δώσω σημασία η νυν,
αφού εμείς ανταμώσαμε
τη ζωή μας φτιάξαμε.
Έτσι αισθάνομαι κι εγώ,
δεν μπορώ όμως να την σβήσω από τα κύτταρα.

Η ζωή της είναι κατηφόρα
κάθεται πλέον σε ξένες αγκαλιές,
έμπλεξε άσχημα.
Τώρα τη χαϊδεύουν άγρια δάχτυλα,
της συμπεριφέρονται απάνθρωπα,
δεν την αφήνουν να πίνει και να γλεντάει
να τραγουδάει και να χορεύει.
Τo τσιμεντένιο κορμί της,
τον ουρανό, τον ήλιο δεν βλέπει πια.
Εκατομμύρια μυρμήγκια περπατάνε πάνω της
εκεί που κάποτε περιπλανιόταν η Ιώ.
Το παρελθόν της κρύφτηκε στις αναμνήσεις,
κι οι αναμνήσεις στο πουθενά.
Ζει πλέον επειδή δεν πεθαίνει.

Στεναχωριέμαι για εκείνη
τα καλύτερά μου χρόνια μαζί της,
ένας έρωτας σαν του Δία.
Όχι να είμαι δίπλα της τώρα
αλλά να ήξερα, έστω κι από μακριά
ότι είναι καλά, περνάει όμορφα.
Της λείπω άραγε;

Τα μεσάνυχτα
απλώνω τα χέρια μου για να τη σώσω
δεν τη φτάνουν,
τα σηκώνω ψηλά σήμερα
και την αφήνω σε εκείνα που δεν είναι δικά μου.
Πνίγω τις λέξεις μου και φυσάω τις τελευταίες:
«Αντίο Κωνσταντινούπολη,
είμαι με τη Θεσσαλονίκη!»

IKI KADIN ARASINDA

Fazla üstelemeden ayrıldık,
ne o kal dedi
ne de ben gidiyorum.
Unutmak için kadınımı
başka birini buldum gizlice,
oysa o soluğumdaydı hâlâ, derinlerde.
Öpüşlerini arıyordum
ama daha fazla kalamazdım,

Yenisi ise tamamen farklıydı
şefkatli ve munis,
ışıkla sarılırken
içtendi sözleri,
kendimi güvende hissediyordum ilk kez,
beni özgür bırakması gerektiğini biliyordu
her zaman kendisine döneyim diye.

Eskisi hâlâ peşimde,
geceleri rüyalarımı işgal ediyor!
Yenisi boş ver diyor,
artık biz beraber olduğumuza
hayatımızı kurduğumuza göre.
Öyle hissetsem de,
silemiyorum onu hücrelerimden.

Hayatı bir uçurum
artık yabancıların kucağında,
fena bulaştı kara güçler.
Şiddet dolu parmaklar okşarken onu
kaba davranıp incitiyorlar,
izin vermiyorlar içip eğlenmesine
şarkı söyleyip dans etmesine.
Çimentodan bedeni
ne güneşi ne gökyüzünü görüyor artık.
Milyonlarca karınca yürüyor üzerinde,
orada, bir zamanlar İo’nun yürüdüğü yollarda.
Geçmişi hatıralara saklanmış,
hatıralar ise bir boşluğa.
Sadece ölmediği için yaşıyor.

Üzülüyorum ona
en güzel yıllarım geçti
Zeus’un aşkı gibi.
Şimdi yanında olmak istemem ama,
bilsem iyi olduğunu, yeter, uzaktan da olsa.
Özlüyor mudur beni acaba?

Gece yarıları
ellerimi uzatıyorum onu kurtarmak için
tutamıyorum,
bugün ise nihayet havaya kaldırıp ellerimi
bana ait olmayan ellere teslim ederken onu.
Sözcüklerimi yutup son kalanları üflüyorum:
“Elveda İstanbul,
Artık Selanik’leyim!”

ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ ΤΟΥΡΚΟΚΥΠΡΙΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ

ΣΕΝΕΜ ΓΚΟΚΕΛ  (SENEM GOKEL) 

ΒΟΛΤΑ ΣΤΑ ΕΝΕΤΙΚΑ ΤΕΙΧΗ

Αφιερωμένο σε άπειρα murex trunculus
που θυσιάστηκαν για το μοβ της κουτσουπιάς.

Κάτω από τα τείχη
παιδιά κυνηγάνε σκυλιά
και σκυλιά σκυλιά
Κατά δω και κατά κει σκορπισμένες χουρμαδιές
δεν κουνιούνται—
όπως εγώ στο σπίτι μου.
Έξω η φυγή μου μοιάζει με των σκυλιών—
από όρθιους σαν χουρμαδιές
ανθρώπους που κουβεντιάζουν.
Κρίμα, κλειδωμένη πάντα η Πύλη Αμμοχώστου·
σε κάθε ερείπιο σπιτιού με φυτρωμένη τώρα μια συκιά
ζουν οι αντάρτες και δολοφόνοι που κρεμάστηκαν στην Πύλη.
Η κατάρα του νησιού αιχμάλωτη ακόμα και στις ψυχές
Χίλια βελόνια ζωγραφίζουν εσένα σε έναν καθρέφτη·
οι σιδερένιοι τοίχοι της θάλασσας
όταν χτυπάνε αργά την ακρογιαλιά
γεμίζουν με κελύφη τα αυτιά μου.

Μετάφραση από τα τουρκικά: Lale Alatlı
Επιμέλεια: Αθηνά Κατσίβελη

VENEDIK SURLARI’NDA YÜRÜYÜS

Erguvan moru için kıyılan
nice murex trunculus’a adanmıştır.

Surların aşağısında
çocuklar köpekleri kovalıyor
köpekler köpekleri
Oraya buraya serpilmiş hurma ağaçları
yerinden kıpırdamıyorlar—
evimdeki halim gibi.
Dışarıda köpekler gibi kaçışım—
hurma ağaçları gibi dimdik
sohbet eden insanlardan.
Yazık, hep kilitli Mağusa Kapısı;
şimdi incir ağacı bitmiş her harabe evde
Kapı’da asılan asilerle katiller yaşıyor.
Ruhlara bile tutsak adanın laneti
Bin iğne bir aynaya seni çiziyor;
denizin demirden duvarları
yavaşça kıyıya çarparken
kulaklarıma kabuklar doluyor.

Η Σενέμ Γκοκέλ γεννήθηκε (1982) και μεγάλωσε στη Λευκωσία της Κύπρου. Τα πρώτα της ποιήματα κυκλοφόρησαν το 2005. Έχει δημοσιεύσει μεταφράσεις και δοκίμια σε λογοτεχνικά περιοδικά στην Κύπρο, την Τουρκία και την Ελλάδα.
Το 2012 τιμήθηκε, από κοινού με την Κύπρια ποιήτρια Μαρία Σιακαλλή, με το Βραβείο Ποίησης Φικρέτ Ντεμιράγκ από την Ένωση Συγγραφέων Κύπρου. Την ίδια χρονιά εκδόθηκε η δίγλωσση ποιητική τους συλλογή.
Από το 2013 εκπονεί διδακτορική διατριβή στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου, εστιάζοντας στην ιστορία της ιατρικής. Αντλώντας εμπειρίες από τη ζωή στη μεγαλούπολη, περιγράφει τον εαυτό της ως «το φάντασμα του Μπλούμσμπερι», όπου και ζει, εργάζεται, περιπλανιέται και ζωγραφίζει. Επισκέπτεται συχνά πάρκα και κοιμητήρια, όπου επιτελείται μεγάλος μέρος του δημιουργικού της έργου.

ΧΑΛΙΛ ΚΑΡΑΠΑΣΑΟΓΛΟΥ (HALIL KARAPAŞAOĞLU)

ΕΡΩΤΑΣ ΜΕ ΚΑΥΤΕΡΟ ΠΙΠΕΡΙ

γλυκαίνει η πιπεριά
το ψέμα της παιδικότητας
παρά τις πίκρες
που αλείφονται στη γλώσσα σου

απλώνεται στον ήλιο
μία μία
κρεμασμένη στο σύρμα
η κόκκινη πιπεριά

γίνεται κραγιόν στα χείλη σου

ψωμοτύρι στη γλώσσα μου γίνεται η ιστορία
του μπαχαριού που υποφέρει
κάθε φορά που σε φιλώ

Λονδίνο, Καλοκαίρι, 2013
από το βιβλίο αγάπη με καυτερή πιπεριά (2013)

Μετάφραση από τα τουρκικά: Lale Alatlı
Επιμέλεια: Φανή Βαλσαμάκη

ACI BIBERLI ASK

çocukluğunun yalanını
tatlandırır biber
diline sürülen
acılarına rağmen

güneşe yatırılır
teker teker
tele dizilir
kırmızı biber

ruju olur dudaklarının

acılar çeken baharatın
hikâyesi dolanır dilime
seni her öpüşümde

Londra, Yaz, 2013

ΩΤΟΣΤΟΠ

τη ζωή
βρίσκω μαζεύοντας
ό,τι παραπέφτει από τις τσέπες του δρόμου

ακόμα και να παλιώσουν τα μαλλιά μου
τα γένια μου
τα σανδάλια μου

ανοίγω πηγάδια από γράμματα
ύστερα πέφτω
στον δρόμο αφήνω
ό,τι βαραίνει την πλάτη μου

από το βιβλίο αγάπη με καυτερή πιπεριά (2013)

Μετάφραση: Lale Alatlı
Επιμέλεια: Αθηνά Κατσίβελη

OTOSTOP

yolun cebinden sızanları
toplayarak buluyorum
hayatı

saçlarım
sakallarım
sandallarım eskise de

harflerden kuyular açıyor
düşüyorum sonra
yola bırakıyorum
sırtımda ne varsa

acı biberli aşk (2013)

ΤΟΥΑΛΕΤΑ

ό, τι χαλάει το στομάχι μου
με στέλνει στην τουάλετα

σ΄ αυτήν την χώρα
σαν να είμαι συνέχεια στην τουαλέτα.

TUVALET

midemi bozan her şey
tuvalete yollar beni

bu memlekette
hep tuvaletteyim sanki

ΤΑ ΙΧΝΗ ΤΟΥ ΤΑΞΙΔΙΟΥ*

μιας γυναίκας που δειπνεί
η σεμνότητα είναι που ομορφαίνει το φαγοπότι
με έναν δυτικό ταξιδιώτη
κομψή, καλότροπη και καλλιεργημένη
το καθωσπρέπει του να είναι “englishwoman”

η φιλοξενία μας γενναιόδωρη
επιτάσσει να δεχτούμε
από Ανατολή μέχρι Δύση όλα τα έθνη
στο τραπέζι

ο πολιτισμός σαν να πίνει όλη την ομορφιά της δύναμης
με την περηφάνια να φιλοξενούμε τους πολιτισμούς Σε αυτό το νησί
κολλάει στη γλώσσα μας η μεγαλύτερη προδοσία
η κάθε εισβολή μετατρέπεται σε τιμή
στα γραπτά που δημιουργούμε μετά από χρόνια

*βιβλίο του Alexander William Kinglake

Μετάφραση: Lale Alatli
Επιμέλεια: Αθηνά Κατσίβελη

YOLCULUGUN İZLERI*

batılı bir yolcuyla
akşam yemeği yiyen kadının
utangaçlığıdır ziyafeti iştahlandıran
zarif, görgülü ve eğitimlidir
“englishwoman” olmasının gereğidir

cömert konukseverliğimiz
doğudan batıya bütün uluslara
boynumuzu büker
yemek masasında

gücün güzelliğini içercesine medeniyet
dilimize sarmalanır en büyük ihanet
uygarlıklara ev sahipliği yapmanın gururuyla bu ada da
her işgal bir onura dönüşür
yıllar sonra yazdığımız yazılarda

*Alexander William Kinglake’in kitabı

Ο Halil Karapaşaoğlu (Χαλίλ Καραπασάογλου) γεννήθηκε το 1985 στον Ψυλλάτο (Κύπρος). Τον Ιούλη του 2008 πήγε στην Αγγλία, όπου εργάστηκε ως σερβιτόρος, βοηθός κουζίνας, βοηθός χασάπη, πωλητής, οικοδόμος, σεφ και λογιστής. Κυκλοφόρησε μαζί με φίλους του το περιοδικό Çirkef. Ενώ υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία, εξέδωσε το περιοδικό Lokmacı. Από το 2013 γράφει στο λογοτεχνικό περιοδικό KerPiç. Έχει δημοσιεύσει ποίηση, δοκίμια, διηγήματα και πολιτικά άρθρα σε διάφορα περιοδικά και εφημερίδες στην Κύπρο.
Το 2011 ενώ ήταν στρατιώτης, φυλακίστηκε για 10 μέρες εξαιτίας ενός άρθρου που δημοσίευσε. Το 2013 ανακοίνωσε δημόσια ότι είναι αντιρρησίας συνείδησης. Την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε η πρώτη του ποιητική συλλογή «αγάπη με καυτερή πιπεριά». Είναι ο ιδιοκτήτης του 1984 Bar στη Λευκωσία.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ ΤΟΥΡΚΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ

ΧΟΥΣΕΪΝ ΑΛΠΑΣΛΑΝ

Ο ΜΟΥΣΑΦΙΡΗΣ

Μια πρωτοφανής φιλοξενία
Μια στοργή που δεν είδε σε κανέναν κανείς
Το ιδανικό της ζωής ένα χαμόγελο.
Κι η απόδειξη της ύπαρξής σου οι αγκαλιές
Αυτό που σου χαρίζει μια γάτα, είναι η γαλήνη
μια αποδοχή του χρόνου χωρίς διερεύνηση.
Γίνεται πόθος η νύχτα
χαρά το πρωί του ερωτευμένου.
Τα μυστικά σου σκορπίζονται σε κάθε δωμάτιο
Και της ψυχής σου η πανοπλία κρεμασμένη στην είσοδο
Αφήνει ευχαριστημένα σημάδια στο πάτωμα
ο ιδρώτας του ποδιού σου
Το μεθύσι σου εμπιστεύεται
Το σπαθί σου μένει στο θηκάρι
Το ρολόι ελευθερώνει το ελατήριό του
βουίζουν οι πόρτες
Ένας μαύρος καπνός
ξεγλιστράει από τα παράθυρα
Το φαγητό (στο τραπέζι), τα κρασιά (στο μπουκάλι)
Η λάμψη των ματιών σου στις κόγχες σβήνει
Η μοναξιά χτίζει τον τοίχο της
Αδειάζει μια καρέκλα από το τραπέζι
Μιλάει ο ιδιοκτήτης
Τελειώνει η επίσκεψη
Και φεύγει ο μουσαφίρης
Από τον χρόνο που χάνεται.

Μετάφραση από τα τουρκικά: Lale Alatlı
Επιμέλεια: Αθηνά Κατσίβελη

MISAFIR

Görülmemiş bir konukseverlik
Kimsenin kimsede görmediği bir şefkat
Yaşamın ideali, bir gülümseme.
Ve varlığının kanıtıdır sarılmalar
Huzurdur, sana verdiği kedinin
sorgusuz bir kabul, biçilen zamana.
Şehvet olur gecesi,
sabahı mutluluk aşığın.
Saçılır her odaya sırların
Ve zırhı asılmıştır girişe, ruhunun
Memnun izler bırakır zemine
ayağının teri
Sarhoşluğun güvenir
Kınında durur kılıcın
Saat zembereğini boşaltır
kapılar çınlar
Siyah bir duman
süzülür camlardan
Yemek (sofrada), şaraplar (şişede)
Oyuklarında söner parıltısı gözlerinin
Yalnızlık örer duvarını
Bir sandalye boşalır masadan
Konuşur sahibi mülkiyetin
Misafirlik biter
Ve misafir gider
Biten zamandan.

Ο Χουσεΐν Αλπασλάν (Hüseyin Alpaslan) γεννήθηκε το 1980 στο χωριό Γιασσίχıογιουκ που υπάγεται στην επαρχία της Ανζίπαγιαμ του Ντενίζλι όπου κι έζησε μέχρι την ηλικία των 13. Το 1994 αφού εισήχθη στην Στρατιωτική Μουσική Σχολή, μεταφέρθηκε για τα επόμενα τέσσερα χρόνια της ζωής του στο οικοτροφείο στην Άγκυρα. Στο οικοτροφείο αυτό παίζοντας πιάνο και κλαρίνο γνώρισε τον κόσμο της μουσικής καθώς αυτό αποτέλεσε και το ξεκίνημα της μουσικής παιδείας του. Επίσης κατά την παραμονή του ως εσώκλειστος κέντρισε το ενδιαφέρον του η τουρκική και ξένη λογοτεχνία, η φιλοσοφία αλλά τότε ήταν που ασχολήθηκε και με την ποίηση. Το 1998 αποφοίτησε και εν συνεχεία διορίστηκε στην Κωνσταντινούπολη. Την εποχή εκείνη συνέχισε να εργάζεται στην Στρατιωτική Φιλαρμονική ενώ παράλληλα συνέχισε την μουσική του εκπαίδευση στο πανεπιστήμιο του Μαρμαρά. Όταν ολοκλήρωσε τις σπουδές του και όπως προσχεδίαζε αρκετό καιρό πριν λιποτάκτησε από την Στρατιωτική Μπάντα. Παρέμεινε στο ίδιο πανεπιστήμιο ξεκινώντας να παραδίδει μαθήματα κλαρίνου. Μετά από οκτώ χρόνια εργασίας σε αυτό το ίδρυμα αποφάσισε να εγκατασταθεί στην Αγγλία. Έκτοτε συνεχίζει τη ζωή του στo Λονδίνο παραδίδοντας μαθήματα μουσικής, συμμετέχοντας σε ορισμένα μουσικά συγκροτήματα και γράφοντας ποιήματα.

ΑΤΑΟΛ ΜΠΕΧΡΑΜΟΓΛΟΥ  (ATAOL BEHRAMOĞLU)

ΤΑ ΠΑΛΙΑ ΜΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

όπως τα σπίτια των παλιών φίλων
που δεν χτύπησα τις πόρτες τους για χρόνια
τα παλιά μου ποιήματα
στα βιβλία
με περιμένουν…

κάπου κάπου μπαίνω και ξεκουράζομαι
μέσα τους
όσο κρατάει ένας καφές
μετά βγαίνω και φεύγω
αφήνοντας πίσω
μια θλίψη…

Μετάφραση: Lale Alatli
Επιμέλεια: Ελπίδα Βαρδάκα

ESKI ŞIIRLERIM

kapılarını yıllardır çalmadığım
eski dost evleri gibi
eski şiirlerim
kitaplarda
bekler beni…

girip dinlendiğim olur
içlerinde
bir kahve içimi
çıkıp giderim sonra
buruk bir hüzün
bırakıp geride…

ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΕΙΝΑΙ ΠΟΙΗΣΗ

Τα πάντα είναι ποίηση, το βουητό του ανέμου
Το χιόνι που πέφτει σιωπηλά σε ένα ποτάμι
Η προσευχή κάθε βράδυ στα παιδικά χρόνια
Ένα σμήνος γερανών στον ουρανό

Τα πάντα είναι ποίηση, χαρά και μοίρα
Το αίσθημα του να υπάρχεις…
Στην ακρογιαλιά, στα έρημα βράχια
Το νερό που φέγγει μοναχικά

Τα πάντα είναι ποίηση, τώρα, τούτη τη στιγμή
Το χέρι μου που κάνει διαδρομές πάνω στο λευκό χαρτί
Η ιτιά που ταλαντεύεται στην απέναντι αυλή
Το μωρό που κοιμάται στο διπλανό δωμάτιο

Τα πάντα είναι ποίηση, το κάλεσμα του έρωτα
Το θυμίαμα που υψώνεται πάνω από το ανοιξιάτικο χώμα
Η ελπίδα και η πίκρα, η αρχή και το τέλος,
Το άσμα της βροχής και της ζωής που ρέει

Τα πάντα είναι ποίηση και ίσως μια μέρα
Ο πρώτος μου έρωτας, η μονάκριβη μου η ποίηση
Στον κόρφο της τα γράμματα που της έγραψα
Όπου να είναι θα έρθει…

Μετάφραση: Lale Alatli
Επιμέλεια: Ελπίδα Βαρδάκα

HER ŞEY ŞIIRDIR

Her şey şiirdir, uğultusu rüzgârın
Bir ırmağa usulcacık yağan kar
Her gece okunan bir dua çocuklukta
Gökyüzünde bölük bölük turnalar

Her şey şiirdir, sevinç ve kader
Dünyada olmak duygusu…
Kıyıda, ıssız kayalarda
Kendi başına ışıldayan su

Her şey şiirdir, şimdi, şu anda
Ak kağıt üstünde dolanan elim
Karşıki avluda salınan söğüt
Yandaki odada uyuyan bebeğim

Her şey şiirdir, çağrısı aşkın
Bahar toprağından yükselen tütsü
Umut ve acı, başlayan ve biten,
Yağmurun ve akıp giden hayatın türküsü

Her şey şiirdir ve bir gün belki
İlk aşkım, ilk göz ağrım şiir
Koynunda ona yazdığım mektuplar
Bir yerlerden çıkıp gelecektir…

Γεννήθηκε στις 13 Απριλίου 1942, στην Κωνσταντινούπολη. Το 1966 αποφοίτησε από το Τμήμα Ρωσικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Πανεπιστημίου της Άγκυρας. Το 1962 έγινε μέλος του Εργατικού Κόμματος της Τουρκίας και συμμετείχε στις πρώτες προσπάθειες οργάνωσης της. Ήταν από τους ιδρυτές της «Ομοσπονδίας Λέσχων Ιδεών» (FKF). Την ίδια χρονιά πήγε στην Αγγλία και στη συνέχεια στη Γαλλία. Εργάστηκε ως υπάλληλος ασφαλείας σε νυχτερινά κέντρα, ξενοδοχοϋπάλληλος και δάσκαλος στο Παρίσι. Το 1972 σπούδασε σοβιετική λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο της Μόσχας. Το 1974 επέστρεψε στην Τουρκία. Εργάστηκε ως δραματουργός στην Κωνσταντινούπολη. Μετά το πραξικόπημα του 12 Σεπτεμβρίου το 1982, μπήκε στη φυλακή. Το 1984 συμμετείχε σε σεμινάρια για την Τουρκική και την Παγκόσμια Ποίηση στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης στη Γαλλία.
Η πραγματική ταυτότητα της ποίησής του σχηματίστηκε με ποιήματα που δημοσιεύθηκαν μεταξύ του 1965 και του 1971. Αυτά τα ποιήματα ήταν παραδείγματα μιας αποτελεσματικής, σοσιαλιστικής λογοτεχνίας

ΣΕΛΑΧΑΤΊΝ ΝΤΕΜΊΡΤΑΣ (SELAHATTIN DEMIRTAŞ)

ΘΑΡΡΟΣ ΜΕΤΑΔΟΤΙΚΟ

Κιχ θα πουν να μην ακουστεί
Θα πουν να μην υπάρξει χρώμα
Γελώντας αν εξεγερθείς
Θα πουν να μην ανθίζει γέλιο
Τότε ας γελάσουμε
Μην μένει η εξέγερσή σουορφανή
Ας είναι έγκλημα, βρε αδελφέ
Μην μαραθεί το γέλιο του ανθρώπου
Θα πουν η μέρα μην ανατέλλει
Όπλο στην ελπίδα θα τραβήξουν
Τρέχοντας αν εξεγερθείς
Το έγκλημα σ’ εσένα θα φορτώσουν
Τότε ας τρέξουμε
Μην μένει μόνη η εξέγερσή σου
Ας είναι έγκλημα βρε αδελφέ
Ουφ, μην μου τη σπάτε άλλο

Μετάφραση από τα τουρκικά: Lale Alatlı
Επιμέλεια: Αθηνά Κατσίβελη

BULASICI CESARET

Çıt çıkmasın diyecekler
Renk olmasın diyecekler
Gülerek isyan etmişsin
Gül açmasın diyecekler
Gülelim o zaman
Öksüz kalmasın isyanın
Suçsa suç kardeşim
Gülüşü solmasın insanın
Gün doğmasın diyecekler
Umuda silah çekecekler
Koşarak isyan etmişsin
Suçu sana yükleyecekler
Koşalım o zaman
Yalnız kalmasın isyanın
Suçsa suç kardeşim
Tepesini attırmayın insanın

Ο Σελαχατίν Ντεμίρτας (Selahattin Demirtaş), γεννήθηκε το 1973 στο Ελάζιγ (Τουρκία). Σπούδασε νομικά. Υπήρξε διευθυντής στην Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και στη Διεθνή Αμνηστία της Τουρκίας. Είναι συμπρόεδρος του Κόμματος Δημοκρατίας των Λαών (HDP) και παραμένει φυλακισμένος από τον Νοέμβριο του 2016. Γράφει διηγήματα και ποιήματα. Το παρακάτω ποίημα γράφτηκε στη φυλακή και απαγορεύτηκε στις 2 Μαϊου 2017 ως προπαγάνδα τρομοκρατικής οργάνωσης.

ΝΑΖΙΜ ΧΙΚΜΕΤ ΡΑΝ (NAZIM HIKMET RAN)

ΓΕΝΝΗΣΗ

Η μαμά του μου γέννησε έναν γιόκα,
χωρίς φρύδια, έναν ξανθό γιο,
ξαπλώνεται στη γαλάζια φασκιά του
μια φωτόμπαλα, τριών κιλών.

Όταν γεννήθηκε
ο γιος μου,
μωρά γεννήθηκαν στην Κορέα,
έμοιαζαν με κίτρινο ηλιόσπορο.
Τα έσφαξε ο Μακ Άρθουρ,
έφυγαν χωρίς να χορτάσουν το μητρικό γάλα

Όταν γεννήθηκε
ο γιος μου,
μωρά γεννήθηκαν στα μπουντρούμια της Ελλάδας,
εκτελέστηκαν οι μπαμπάδες τους.
Είδαν πρώτα
τα κάγκελα στον κόσμο αυτόν.

Όταν γεννήθηκε
ο γιος μου,
μωρά γεννήθηκαν στην Ανατολή,
με μάτια μπλε, μαύρα, μελί
Κόλλησαν ψείρες μόλις γεννήθηκαν
ποιος ξέρει από θαύμα πόσα θα ζήσουν.

Όταν ο γιος μου θα είναι
στην ηλικία μου,
εγώ δεν θα υπάρχω πια,
αλλά ο κόσμος θα είναι τότε μια υπέροχη κούνια
που θα νανουρίζει,
μαύρα,
λευκά,
κίτρινα,
όλα τα μωρά
μια κούνια με ατλάζι θαλασσί.

* Mac Arthur: Αμερικανός στρατηγός. Κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν διοικητής των αμερικανικών στρατευμάτων στην Ασία. Για τη φήμη της σκληρότητας και των πιέσεων που ασκούσε στους Ασιατικούς λαούς, η Αμερικάνικη κυβέρνηση τον διόρισε διοικητή και στον Πόλεμο στην Κορέα.

Μετάφραση από τα τουρκικά: Lale Alatlı
Επιμέλεια: Αθηνά Κατσίβελη

DOĞUM

Anası bir oğlancık doğurdu bana;
kaşsız, sarı bir oğlan,
masmavi kundağında yatan
bir nur topu, üç kilo ağırlığında.

Benim oğlan
dünyaya geldiği zaman,
çocuklar doğdu Korede,
sarı ay çiçeğine benziyorlardı.
Makartır kesti onları,
gittiler ana sütüne bile doymadan

Benim oğlan
dünyaya geldiği zaman,
çocuklar doğdu Yunan zindanlarında,
babaları kurşuna dizilmiş.
Bu dünyada ilk görülecek şey diye
demir parmaklığı gördüler.

Benim oğlan
dünyaya geldiği zaman
çocuklar doğdu Anadoluda,
mavi gözlü, kara gözlü, elâ gözlü bebeklerdi.
Bitlendiler doğar doğmaz
kim bilir kaçı sağ kalır mucize kabilinden.

Benim oğlan
benim yaşıma bastığı zaman,
ben bu dünyada olmıyacağım,
ama harikulâde bir beşik olacak dünya,
siyah,
beyaz,
sarı
bütün çocukları
sallıyan
mavi atlas döşekli bir beşik.

* Makartır – (Mac Arthur): Amerikan generali. 2. Dünya savaşında Asya’daki Amerikan ordularının kumandanlığını yaptı. Asya halklarına karşı yürüttüğü baskılarla ün saldığı için Amerikan hükümeti tarafından Kore savaşının kumandanlığına da atandı.

ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

Γεννήθηκα το 1902
σε μια πόλη που δεν γύρισα ποτέ
δεν μου αρέσει να γυρνάω πίσω
στα τρία μου εγγονός του πασά στο Χαλέπι
στα δεκαεννέα κομμουνιστής φοιτητής στη Μόσχα
στα σαράντα εννιά επισκέπτης στο Τσεκά Πάρτι πάλι στη Μόσχα
από τα δεκατέσσερά μου ποιητής
άλλος ξέρει ένα προς ένα τα φυτά, άλλος τα ψάρια
εγώ τους χωρισμούς
άλλος μπορεί να πει απ’ έξω όλα τα ονόματα των άστρων,
εγώ των νοσταλγιών
κοιμήθηκα και σε φυλακές και σε ξενοδοχεία μεγάλα,
έμαθα την πείνα στην απεργία και θαρρώ δεν υπάρχει φαγητό που να μην το ’χω δοκιμάσει
στα τριάντα μου ήθελαν να με κρεμάσουν,
στα σαράντα οκτώ να μου δώσουν μετάλλιο ειρήνης
και μου το έδωσαν
στα τριάντα έξι μου διάνυσα τα τέσσερα μέτρα μπετόν του κελιού μου σε μισό χρόνο
στα πενήντα εννιά μου πέταξα από την Πράγα μέχρι την Αβάνα σε δεκαοχτώ ώρες
δεν είδα τον Λένιν αλλά το 1924 στάθηκα φρουρός πλάι στο φέρετρό του
το 1961 γνώρισα το μαυσωλείο του που είναι τα βιβλία του
θελήσανε να με πετάξουν απ’ το κόμμα,
μα δεν το πέτυχαν,
ούτε και συντρίφτηκα κάτω απ’ τα είδωλα που γκρεμίζονταν
μ’ έναν νεαρό σύντροφο το 1951 περπάτησα ενάντια στον θάνατο
με ραγισμένη καρδιά το 1952 περίμενα ανάσκελα επί τέσσερις μήνες τον θάνατο
ζήλεψα τρελά τις γυναίκες που αγάπησα,
μα δεν ένιωσα καθόλου φθόνο ακόμα και για τον Σαρλό
απάτησα τις γυναίκες μου
δεν μίλησα πίσω από τις πλάτες των φίλων μου
ήπια αλλά δεν έγινα νυχτόβιος
είμαι ευτυχισμένος που κέρδισα χρήματα πάντα με τον ιδρώτα μου
ντράπηκα εκ μέρους των άλλων, είπα ψέματα
είπα ψέματα να μην στενοχωρώ τον άλλον
αλλά είπα ψέματα και χωρίς λόγο
ταξίδεψα με το αυτοκίνητο και το αεροπλάνο
πολλοί δεν μπορούν
πήγα στην όπερα
πολλοί δεν μπορούν, δεν ξέρουν ούτε το όνομά της
και στα μέρη που πήγαν πολλοί, έχω να πάω από τα δεκαεννιά μου
στο τζαμί, στην εκκλησιά, στη χάβρα, στον ναό, στον μάγο
όμως μερικές φορές ζήτησα να μου πουν το φλιτζάνι
τα γραπτά μου εκδόθηκαν σε τριάντα μπορεί και σε σαράντα γλώσσες
απαγορεύονται στην Τουρκία μου, στα τουρκικά μου
ακόμα δεν έχω καρκίνο
δεν χρειάζεται να τον έχω
δεν θα είμαι πρωθυπουργός ή κάτι τέτοιο
κι ούτε με νοιάζει
επίσης δεν έχω πάει σε πόλεμο
δεν κατέβηκα σε καταφύγια μέσα στην νύχτα
δεν ήμουν στους δρόμους κάτω από τα καταδρομικά
αλλά ερωτεύτηκα κοντά στα εξήντα μου
με λίγα λόγια σύντροφοι
αν και σήμερα ψοφάω από τη θλίψη μου στο Βερολίνο
μπορώ να πω ότι έζησα σαν άνθρωπος
και πόσο ακόμα θα ζήσω
και τι θα περάσω ακόμα
ποιος ξέρει.

11 Σεπτεμβρίου 1961, Ανατολικό Βερολίνο

Μετάφραση από τα τουρκικά: Lale Alatlı
Επιμέλεια: Αθηνά Κατσίβελη

OTOBIYOGRAFI

1902’de doğdum
doğduğum şehre dönmedim bir daha
geriye dönmeyi sevmem
üç yaşımda Halep’te paşa torunluğu ettim
on dokuzumda Moskova’da komünist Üniversite öğrenciliği
kırk dokuzumda yine Moskova’da Tseka-Parti konukluğu
ve on dördümden beri şairlik ederim
kimi insan otların kimi insan balıkların çeşidini bilir
ben ayrılıkların
kimi insan ezbere sayar yıldızların adını
ben hasretlerin
hapislerde de yattım büyük otellerde de
açlık çektim açlık gırevi de içinde ve tatmadığım yemek yok gibidir
otuzumda asılmamı istediler
kırk sekizimde Barış madalyasının bana verilmesini
verdiler de
otuz altımda yarım yılda geçtim dört metre kare betonu
elli dokuzumda on sekiz saatta uçtum Pırağ’dan Havana’ya
Lenin’i görmedim nöbet tuttum tabutunun başında 924’de
961’de ziyaret ettiğim anıtkabri kitaplarıdır
partimden koparmağa yeltendiler beni
sökmedi
yıkılan putların altında da ezilmedim
951’de bir denizde genç bir arkadaşla yürüdüm üstüne ölümün
52’de çatlak bir yürekle dört ay sırtüstü bekledim ölümü
sevdiğim kadınları deli gibi kıskandım
şu kadarcık haset etmedim Şarlo’ya bile
aldattım kadınlarımı
konuşmadım arkasından dostlarımın
içtim ama akşamcı olmadım
hep alnımın teriyle çıkardım ekmek paramı ne mutlu bana
başkasının hesabına utandım yalan söyledim
yalan söyledim başkasını üzmemek için
ama durup dururken de yalan söyledim
bindim tirene uçağa otomobile
çoğunluk binemiyor
operaya gittim
çoğunluk gidemiyor adını bile duymamış operanın
çoğunluğun gittiği kimi yerlere de ben gitmedim 21’den beri
camiye kiliseye tapınağa havraya büyücüye
ama kahve falıma baktırdığım oldu
yazılarım otuz kırk dilde basılır
Türkiye’mde Türkçemle yasak
kansere yakalanmadım daha
yakalanmam da şart değil
başbakan filân olacağım yok
meraklısı da değilim bu işin
bir de harbe girmedim
sığınaklara da inmedim gece yarıları
yollara da düşmedim pike yapan uçakların altında
ama sevdalandım altmışıma yakın
sözün kısası yoldaşlar
bugün Berlin’de kederden gebermekte olsam da
insanca yaşadım diyebilirim
ve daha ne kadar yaşarım
başımdan neler geçer daha
kim bilir.

11 Eylül 1961, Doğu Berlin

ΜΟΙΡΟΛΟΙ ΣΤΟΝ ΔΙΑΒΟΛΟ

Το όνομα του σκύλου μου ήταν Διάβολος
το «ήταν» δεν πάει στο όνομά του
δεν έγινε τίποτα στο όνομά του.
Δεν έμοιαζε με το όνομά του.
Οι διάβολοι είναι άπονοι
οι άπονοι ψεύτες, πονηροί
οι άπονοι δεν είναι έξυπνοι.
Ο σκύλος μου ήταν έξυπνος.

Λιγάκι τον σκότωσα κι εγώ
δεν ήξερα να τον φροντίζω.
Αν δεν ξέρεις να φροντίζεις
μην φυτεύεις ούτε δέντρο.
Το δέντρο που ξεραίνεται στο χέρι του ανθρώπου
γίνεται καημός του.
Θα πεις πως το κολύμπι μαθαίνεται σε νερό.
Έτσι είναι.
Αν πνιγείς όμως
μόνο εσύ θα πνιγείς.

Τόσα πρωινά ξυπνώ
αφουγκράζομαι
δεν γρατζουνάει κανείς την πόρτα μου.
Μου έρχεται να κλάψω
ντρέπομαι που δεν μπορώ να κλάψω.

Ήταν σαν άνθρωπος.
Τα περισσότερα ζώα είναι έτσι
και μάλιστα σαν καλός άνθρωπος.
Ο χοντρός ο λαιμός του υποκλινόταν με λεπτότητα στη φιλία.
Στα δόντια και στα πόδια του η λευτεριά,
στην τριχωτή μακριά ουρά η ευγένεια.

Μου έλειπε. Κι εγώ σ’ εκείνον.
Μιλούσε για τα πιο σημαντικά
για πείνα, χόρταση, για έρωτες.
Όμως δεν ήξερε τη νοσταλγία για την πατρίδα.
Εμένα εκεί το μυαλό μου.
Έβαλαν τον ποιητή στον παράδεισο
«Αχ, πατρίδα μου!» είπε.

Πέθανε
όπως πεθαίνει κανείς σε τούτον τον κόσμο
άνθρωπος ζώο φυτό
σε κρεβάτι χώμα αέρα νερό
ξαφνικά, περιμένοντας ή στον ύπνο
όπως πεθαίνεις σε τούτον τον κόσμο
όπως θα πεθάνω
όπως θα πεθάνουμε…

Σήμερα τριάντα οκτώ υπό σκιά.
Ρεμβάζω το δάσος από το μπαλκόνι.
Τα ψηλά πεύκα κατακόκκινα,
ο ουρανός μπλε ατσαλένιο.
Οι άνθρωποι μεσ’ στον ιδρώτα,
μια πιθαμή οι γλώσσες των σκύλων
πάνε στη λίμνη για μπάνιο.
Θα αφήσουν το βάρος των σωμάτων τους στην όχθη
τη χαρά θα μοιραστούν των ψαριών.

Ιούνιος 1956 Μόσχα

Μετάφραση από τα τουρκικά: Lale Alatli
Επιμέλεια: Αθηνά Κατσίβελη

ŞEYTANA MERSIYE

“Köpeğimin adı Şeytan’dı,
(dı)’lık adıyla ilgili değil,
adına bir şey olmadı.
Adına benzemezdi de.
Şeytanlar zalim olur,
zalimler: yalancı, kurnaz,
ama zalimler akıllı olmaz.
Köpeğim akıllıydı.

Biraz da ben öldürdüm köpeğimi,
bakmasını bilemedim.
Bakmasını bilemezsen
ağaç bile dikme.
Elinde kuruyan ağaç
derdolur adama.
Yüzmek suda öğrenilir, diyeceksin.
Doğru.
Boğulursan
Bir sen boğulursun ama.

Kaç sabahtır uyanıyorum,
dinliyorum ortalığı,
kapımı tırmalayan yok.
Ağlamak geliyor içimden,
ağlayamadığım için utanıyorum.

İnsan gibiydi.
Hayvanların çoğu insan gibidir,
hem de iyi insan gibi.
Kalın boynu kıldan inceydi dostluğun buyruğunda.
Hürriyeti, dişleriyle bacaklarındaydı,
nezaketi, tüylü uzun kuyruğunda.

Göresim gelirdi birbirimizi.
En büyük işlerden konuşurdu:
açlıktan, tokluktan, sevdalardan.
Ama bilmedi sıla hasretini.
Benim başımda o iş.
Şairi cennete koymuşlar
“Ah, memleketim!” demiş.

Öldü,
bu dünyada nasıl ölünürse,
insan olsun, hayvan olsun, bitki olsun,
döşekte, toprakta, havada, suda,
ansızın, bekleyerek, uykuda,
bu dünyada nasıl ölünürse,
nasıl öleceksem,
nasıl öleceksek…

Bu gün gölgede otuz sekiz.
Ormana bakıyorum balkondan,
Çamlar ince uzun yükseliyor kıpkırmızı,
gökyüzü çelik mavisi.
İnsanlar ter içinde,
köpeklerin dili bir karış,
göle gidiyorlar yıkanmaya.
Kıyıda bırakacaklar vücutlarının ağırlığını,
balıkların bahtiyarlığını paylaşacaklar.”

Ο Ναζίμ Χικμέτ Ραν (Nâzım Hikmet Ran), Θεσσαλονίκη, 15 Ιανουαρίου 1902 – Μόσχα, 3 Ιουνίου 1963) ήταν Τούρκος ποιητής και δραματουργός. Τα έργα του μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες. Υπήρξε μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος της Τουρκίας. Το παρατσούκλι του ήταν «Ρομαντικός Κομμουνιστής» και «Ρομαντικός Επαναστάτης». Τα πιο πολλά χρόνια της ζωής του τα πέρασε φυλακισμένος και εξόριστος.

ΡΙΦΑΤ ΙΛΓΚΑΖ (RIFAT ILGAZ)

ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ

στην ποίηση αγάπησα πρώτα τον καβγά
την ελευθερία λέξη προς λέξη μέσα στην ποίηση
στροφή ανά στροφή αγάπησα τη ζωή
και την οργή και την χαρά
οι δικές σου φωτεινές μέρες
οι δικοί μου αισιόδοξοι φίλοι
όλα μα όλα μέσα στην ποίηση
ό, τι έχασα
ό, τι βρήκα είναι μέσα στην ποίηση
δεν είναι μονάχα οι αγάπες μας ερχόμενες
πριν τις ομοιοκαταληξίες
και εξορία
και φυλακή έχει.

Μετάφραση: Lale Alatli
Επιμέλεια: Ελπίδα Βαρδάκα

SIIRDE

önce şiirde sevdim kavgayı
özgürlüğü kelime kelime şiirde
mısra mısra sevdim yaşamayı
öfkeyi de sevinci de
senin ışıklı günlerin
benim iyimser dostlarım
hepsi hepsi şiirde
ne varsa yitirdiğim
bütün bulduklarım şiirde
kafiyeden önce gelen
sevgilerimiz mi sade
sürgün de var
hapis de.

Rıfat Ilgaz (7 Μαΐου 1911 Kastamonu – 7 Ιουλίου 1993 Κωνσταντινούπολη). Τούρκος ποιητής, μυθιστοριογράφος και συγγραφέας. Ιδιαίτερα γνωστός για το μυθιστόρημά του Hababam Sınıfı. Διατήρησε μια σοσιαλιστική γραμμή τόσο στα γραπτά του όσο και στην προσωπική του ζωή. Εν συνεχεία, στην Τουρκία, την ταραγμένη πολιτικά εποχή της χούντας, πέρασε πολλά χρόνια σε δικαστήρια και φυλακές, όπως και πολλοί άλλοι συγγραφείς . Εξέδωσε πολλών ειδών έργα, από ποίηση έως χιουμοριστικές ιστορίες και από μυθιστορήματα έως παιδικά βιβλία.

ΣΕΝΝΟΥΡ ΣΕΖΕΡ (SENNUR SEZER)

Η ΔΗΛΩΣΗ ΜΟΥ

Έγγαμη
Τέκνα δύο
Ποιήτρια
Διορθώνω
Τέκνα
Tου κόσμου όλα τα παιδιά

Ανήσυχη, ναι!
Να μη φοβούνται
Το χτύπημα στην πόρτα
Τα παιδιά μου θέλω

Νομοταγής, ναι!
Μα να σέβονται
Κι οι νόμοι
Τον άνθρωπο θέλω

Ποιήτρια, ναι!
Δικά μου
Του κόσμου
Όλα τα παιδιά

Όχι στον φόβο του ανθρώπου για άνθρωπο
Να, για αυτό
Είναι όλα που γράφω
Και υπογράφω

Όλα τα ποιήματα της: Αντίσταση, Manos Kitap, σελ. 219, 1η έκδοση Οκτώβριο2017

Μετάφραση από τα τουρκικά: Lale Alatli
Επιμέλεια: Αθηνά Κατσίβελη

.

İFADEMDIR

Evliyim
İki çocukluyum
Ozanım
Düzeltirim
Çocuklarımdır
Bütün çocukları dünyanın
Evet kaygılıyım
Çocuklarım için
Korkmasınlar isterim
Çalınışından kapının
Saygılıyım kurallara
Bu yüzden kurallar
Saygılı olsun isterim
İnsana
Evet ozanım
Çocuklarımdır
Bütün çocukları
Dünyanın
…….
İnsanın insandan korkmasına karşıyım
İşte bunun içindir
Bütün yazıp
Altına imza attıklarım

Σεννούρ Σεζέρ (Sennur Sezer) 12 Ιουνίου 1943 – 7 Οκτωβρίου 2015: Τουρκάλα ποιήτρια, σεναριογράφος ντοκιμαντέρ. Το πρώτο της ποίημα δημοσιεύθηκε το 1958 και το πρώτο της βιβλίο το 1964. Έχει εκδώσει πολλά έργα στην τουρκική λογοτεχνία: ποιήματα, δοκίμια, αφηγήματα, μελέτες, σενάρια ταινιών. Η Σεννούρ Σεζέρ συμμετείχε σε επιτροπές επιλογής κειμένων για διάφορες ανθολογίες και εγκυκλοπαίδειες. Ήταν από τους ιδρυτές του τουρκικού Εργατικού Κόμματος και υποστήριξε διάφορες δράσεις και απεργίες σχετικά με τα δικαιώματα εργατών και γυναικών

ΤΖ. ΧΑΚΙ ZΑΡΙΤΣ (C. HAKKI ZARIÇ)

Βρέθηκα στη μέση ενός αγρού με μαργαρίτες
Σε όνειρα αδιανόητα βυθίστηκα ανατριχιάζοντας
Στην καρδιά μου όρμησε ταραχή, στο στόμα μου κλειδαριά
οι μωβ ώρες τραγούδησαν μέσα μου

Η ΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΜΗΔΕΝΟΣ

Ναι, θα έρθει και η στιγμή που θα χάσω τη σκιά μου
Μια μέρα αυτή η μοναξιά θα ξεσκίσει το μυαλό μου
Με τη μυρωδιά του γάλακτος στα χέρια μου θα κηδευτώ στο πτώμα της πόλης
Στην τσάντα μου θα βρουν κλειδιά και κόκκινο κρασί όμως
Την ταυτότητά μου κανείς δεν θα μπορέσει να μάθει

Μέσα μου θα λέω των μωβ ωρών τραγούδια!..

Μηδέν (2014)

Μετάφραση: Lale Alatlı / Επιμέλεια: Αθηνά Κατσίβελη

Bir papatya tarlasının ortasında kaldım
Ürpertilerle geçtim olmadık düşlerin teninden
Kalbime çırpıntı, ağzıma kilit sökün etti
İçimde türkü söyledi mor saatler

SIFIRIN ASLI

Gölgemi yitireceğim an da gelecek, evet
Bu yalnızlık yırtacak beynimi bir gün
Kentin cesedine gömüleceğim ellerimdeki süt kokusuyla
Çantamdan anahtarlar ve kırmızı şarap çıkacak ama
Kimliğimi çözemeyecek hiç kimse

İçimden türkü söyleyeceğim mor saatlerce!..

Άνεμε, ντροπαλό παιδί του ουρανού και της θάλασσας
Αν στο Σίβας ακόμα χτενίζεις τα μαλλιά του Μετίν Αλτίοκ*
Θα σου χαρίσω την άχνα του Μπρούνο, που έμεινε μέσα μου

ΜΗΔΕΝ ΚΑΙ ΝΕΡΟ

Είμαι στον τόπο της φωτιάς και της στάχτης που τον σώπασε η βροχή
Τον λιθόκτιστο χρόνο μου πυρπολούν τα κρατικά χέρια
Γυρεύω για τους μαραμένους μενεξέδες μου μια στάλα νερό

Αναποδογυρίζουν οι βάρκες μέσα μου όσο σκέφτομαι τους ωκεανούς
Γράφω έτσι την Απιθανότητα της Επιστροφής μου στη Ζωή
Στους λυσσασμένους καταρράκτες πνίγονται πόσες χιλιάδες χρόνια τα μάτια μου

Μισανοίγω τις πόρτες με το άσπρο χρώμα μιας μαργαρίτας
Η δροσιά από το φιλί της αυγής στον ήλιο είναι στη φωνή μου
Προσφέρω στους μαραμένους μενεξέδες μου μια στάλα νερό!…

Μηδέν (2014)

Μετάφραση: Lale Alatlı / Επιμέλεια: Αθηνά Κατσίβελη

Στη μνήμη του Ριφάτ Χορόζ (Rıfat Horoz), επαναστάτη από την Τουρκία, Αλβανικής καταγωγής. Έχασε τη ζωή του στις 26 Ιουνίου 2015 στις επιθέσεις του Ισλαμικού Κράτους στο Κομπάνι όπου είχε πάει για αλληλεγγύη σε Κούρδους στην αντίσταση στους Τζιχαντιστές.

* Μετίν Αλτίοκ: Ποιητής από Τουρκία, γεννήθηκε στις 14 Μαρτίου 1940. Πέθανε στις 2 Ιουλίου 1993 στη Σεβάστεια της Ανατολικής Τουρκίας όταν φανατικοί ισλαμιστές επιτέθηκαν στο ξενοδοχείο Madımak όπου διεξάγονταν πολιτιστικό φεστιβάλ Αλεβιτών και έβαλαν φωτιά προκαλώντας το θάνατο 35 ανθρώπων. – Σημείωση της μεταφράστριας.

Göğün ve denizin utangaç çocuğu; rüzgâr
Metin Altıok’un saçlarını Sivas’ta tarıyorsan hâlâ
Bruno’dan bende kalan buğuyu armağan edeceğim sana

SIFIR VE SU

Yağmurun susturduğu yerdeyim; yangında ve külde
Devletin elleri tutuşturuyor kâgir zamanlarımı
Bir damlacık su arıyorum kavrulan menekşelerime

Okyanusları düşündükçe içimde alabora oluyor sandallar
Hayata Dönüş’ümün olanaksızlığını yazıyorum işte
Gözlerim boğuluyor kaç bin yıldır hırçın şelalelerinde

Bir papatyanın beyazlığıyla aralıyorum kapıları
Sesimde sabahın güneşi öptüğü serinlik
Bir damlacık su veriyorum kavrulan menekşelerime!..

Τζ. Χακί Zαρίτς (C. Hakkı Zariç) γεννήθηκε στην περιοχή Σούσουζ της πόλης Καρς στις 5 Ιανουαρίου 1972. Έμεινε 10 χρόνια στη φυλακή λόγω των πολιτικών ιδεών του. Εξέδωσε με τους φίλους του το λογοτεχνικό περιοδικό «Ağır Ol Bay Düzyazı» (Σιγά Κύριε Πεζέ Λόγε). Ήταν αρχισυντάκτης του περιοδικού «Evrensel Kültür» και «Evrensel Basım Yayın» που έκλεισαν με το νομοθετικό διάταγμα υπ’ αριθμό 657. Τα δοκίμια και τα ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά όπως «İzlek», «Öteki-siz», «Varlık», «Yasakmeyve», «Edebiyat-ist», «Rüzgâr», «Bireylikler», «Eliz Edebiyat», «Erkekçe» και «Yeni E». Σήμερα είναι αρχισυντάκτης του περιοδικού «Yeni e» και εργάζεται σε ένα ίδρυμα για τον πολιτισμό και τις τέχνες. Έχει Κυριακάτικη στήλη στην καθημερινή εφημερίδα «Evrensel».

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΤΗΣ ΛΑΛΕ ΑΛΑΤΛΙ

Η Λάλε Αλατλί γεννήθηκε στη Κωνσταντινούπολη το 1976. Από το 2006 ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε στο Τμήμα Τουριστικών Επιχειρήσεων στο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης, στο Ινστιτούτο Καλών Τεχνών και Αναστηλώσεων της Φλωρεντίας και στο τμήμα Γλώσσας, Φιλολογίας και Πολιτισμού Παρευξείνιων Χωρών (ειδίκευση στην Τουρκική Γλώσσα, Φιλολογία και Πολιτισμό) του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης.

Πέραν της μητρικής της γλώσσας, η οποία είναι η τουρκική, και των ελληνικών, γνωρίζει άπταιστα ιταλικά, αγγλικά και πολύ καλά γαλλικά. Η επαγγελματική της εμπειρία και σταδιοδρομία είναι άξια ειδικής μνείας, σε ό,τι αφορά τόσο στη διδασκαλία της τουρκικής γλώσσας, όσο και στη μετάφραση βιβλίων, ιστοσελίδων και διαφόρων ειδών κειμένων (επίσημων και μη), στη διερμηνεία αλλά και τον υποτιτλισμό. Πιο συγκεκριμένα έχει διατελέσει διερμηνέας του πρωθυπουργού της Ελλάδας και προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ κ. Αλέξη Τσίπρα, ενώ συνεργάζεται με φορείς όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση, ο Ερυθρός Σταυρός, η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες και κατά καιρούς με πολλούς γνωστούς έλληνες και ξένους καλλιτέχνες.  Είναι μεταφράστρια βιβλίων από τα ελληνικά στα τουρκικά. Συνεργάζεται με το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού της Κύπρου, γνωστούς Κύπριους λογοτέχνες και εκδοτικούς οίκους της Ελλάδας και του εξωτερικού.

Διδάσκει την τουρκική γλώσσα για περισσότερα από 10 χρόνια. Είναι από το 2009 επίσημη εξετάστρια της τουρκικής και της ιταλικής γλώσσας στις εξετάσεις για την Κρατική Πιστοποίηση Γλωσσομάθειας του ελληνικού Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, καθώς και μέλος της ΠΕΜ (Πανελλήνια Ένωση Μεταφραστών).

Επιπλέον, ασχολείται με τον εθελοντισμό και είναι μέλος των Οργανώσεων GREENPEACE, WWF, HAYTAP, ΔΑΦΝΗ-ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΗΣ ΦΙΛΙΑΣ κ.ά., των οποίων οι δράσεις σχετίζονται με τα ανθρώπινα δικαιώματα, την εξάλειψη των κοινωνικών αδικιών και ανισοτήτων (π.χ. του ρατσισμού και της βίας σε κάθε εκδοχή της), τα δικαιώματα των ζώων και την οικολογία.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ ΒΙΒΛΙΩΝ

2017 Ιωαννίδης, Πάνος, Κοάζινος, OPM Iletisim Yayincilik Ltd Sirketi, Κωνσταντινούπολη (ελληνικά – τουρκικά)
2015 Δαφνίδη, Ελένη, Η Εξολόθρευση της Μπάρμπι, OPM Iletisim Yayincilik Ltd Sirketi, Κωνσταντινούπολη (ελληνικά – τουρκικά)
2015 Μιχαηλίδης, Μάριος, Ανατολικά της Αττάλειας, Βόρεια της Λευκωσίας, OPM Iletisim Yayincilik Ltd Sirketi, Κωνσταντινούπολη (ελληνικά – τουρκικά)
2013 Διηγήματα Ελληνοκύπριων και Τουρκοκύπριων, Δίγλωσση Ανθολογία από την Κύπρο, Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού (ελληνικά – τουρκικά)
2013 Ιωαννίδης, Πάνος, Αμερική 62, OPM Iletisim Yayincilik Ltd Sirketi, Κωνσταντινούπολη (ελληνικά – τουρκικά)
2005 Τσέρνογλου, Aθανάσιος Γ., Οι Ενοριακοί Ναοί και τα Μοναστήρια Κυδωνίων και Μοσχονησίων (ελληνικά – τουρκικά)
2005 Δράκου, Eυστράτιος I., Τα Επτάνησα της Μικράς Ασίας ή τα Μοσχονήσια, δεύτερος τόμος, Αθήνα 1895 – (ελληνικά – τουρκικά)
1999 Bonelli, Giovanni Luigi, Yuma Kid, Hoz Comics (ιταλικά – τουρκικά)
1999 D’Antonio, Gino, Bella & Bronco 6: Sierralı Adam – İhanetler, Hoz Comics (ιταλικά – τουρκικά)

ΝΙΚΟΣ ΠΕΝΤΑΡΑΣ

νικος

Ο Νίκος Πενταράς γεννήθηκε στη Χλώρακα της επαρχίας Πάφου το 1949. Είναι απόφοιτος του Α’ Γυμνασίου Πάφου και της Παιδαγωγικής Ακαδημίας Κύπρου. Διορίστηκε δάσκαλος το 1970. Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου (Magister Artium) στις Επιστήμες της Αγωγής του Πανεπιστημίου Κύπρου.
Το 2000 προήχθη σε Διευθυντή Σχολείων Δημοτικής Εκπαίδευσης.
Το 2002 ορίστηκε Συντονιστής της Ενοποιημένης Υπηρεσίας Ανάπτυξης Προγραμμάτων Δημοτικής, Μέσης Γενικής και Μέσης Τεχνικής Εκπαίδευσης. Το 2004 προήχθη σε Επιθεωρητή Δημοτικής Εκπαίδευσης και το 2008 σε Πρώτο Λειτουργό Εκπαίδευσης.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

ΠΟΙΗΣΗ

Ώρες πολέμου (ποίηση) (1975)
Μηνύματα (ποίηση) (1981)
Η τρίτη απόφαση (ποίηση) (1988)
Επάνοδος (ποίηση) (1992)
Φως εκ Φωτός (ποίηση) (1994)
Ποιήματα (ποίηση) (1995)
Στη μοναξιά του φεγγαριού (ποίηση) (2009)
Σε φόντο φθινοπωρινό (ποίηση), (2015)

ΔΟΚΙΜΙΟ

Ο Εκπαιδευτικός απέναντι στο Αναλυτικό Πρόγραμμα: Ελεύθερος πολιορκημένος; (μελέτη) (2004)

ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ

Περιστέρι μου ξεκίνα (ποίηση για παιδιά) (1987)
Σε κάθε μπαλκόνι και ένα χελιδόνι (μυθιστόρημα, που απευθύνεται σε παιδιά και νέους) (2007)

ΦΩΤΟ3

ΦΩΤΟ4

ΣΕ ΦΟΝΤΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΟ (2015)

ΣΕ ΦΟΝΤΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΟ

Σε φόντο φθινοπωρινό
οι αναμνήσεις
ζωγραφίζουν την άνοιξη
με μουσική υπόκρουση
τραγούδια που ξεχάστηκαν

αναποδογυρίζω την κλεψύδρα
αφαιρώ
το φθαρμένο προσωπείο
των επαναλήψεων
κι ονοματίζω το καθετί απ’ την αρχή

τελικά τίποτα δε χάνεται
τίποτα δεν τελειώνει.

ΑΠΟΔΡΑΣΗ

Επιστρέφοντας στον κόσμο
συνάντησα πολλούς επίσημους
ντυμένους με προθέσεις αλλότριες
για τούτο η παγερή σιωπή
στα σπίτια μας με τις κλειστές πόρτες
και τα βουβά δωμάτια
η φωτιά και το θειάφι
στα περιβόλια μας με τα καμένα δέντρα τους
σαν χέρια σε ανάταση.

Θα μείνω εδώ
χωρίς επίσημη στολή
αλλά μ’ εκείνη του δραπέτη της σιωπής
και διακριτικά εκείνα του ανέμου
με τους ασκούς γεμάτους
φως και πίκρα
σαν άνεμος απρόοπτος κι απρόβλεπτος
να ξευτελίζω και να γκρεμίζω
τα υποχθόνια καλοστημένα σχέδιά τους
να φυσώ με τρέλα και ν’ ανοίγω
κλειστές πόρτες και παράθυρα
να συνομιλώ με τα βουβά δωμάτια
ν’ αναρριπίζω το θειάφι και τη στάχτη
απ’ τα καμένα περιβόλια μας
να δίνω φωνή στα καμένα δέντρα
να ψάλλουν την ανάσταση.

ΑΠΟΞΕΝΩΣΗ

Στο ερημοκλήσι
τα κεριά σβησμένα
το σήμαντρο βουβό
κάτι ξεθωριασμένες τοιχογραφίες
με πρόσωπα τόσο οικεία
που θα μπορούσε να ήμουν εγώ
εσύ, ο καθένας μας
συνυπάρχουν σκονισμένα
στην αποξένωση

διαχρονικός του επισκέπτης ο άνεμος
που μπαινοβγαίνει
απ’ τις ραγισματιές της πόρτας
να καθαρίσει τη σκόνη

σκύβω ευλαβικά και τότε σκόνη
σκόνη, πολλή σκόνη
στροβιλίζεται από πάνω μου

πολύ θα το ‘θελα να ήμουν άνεμος
γιατί ο άνεμος
ταιριάζει πολύ στα ερημοκλήσια.

ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

I

Σε μοναχική παραλία
χαράζω καθημερινά στα βράχια
τις τελευταίες ειδήσεις
χωρίς εικόνες όμως
από σκοτωμένα παιδιά
σε πολεμικές συγκρούσεις
χωρίς συντρίμμια και χαλάσματα
χωρίς άστεγους και πεινασμένους
χωρίς εικόνες τέλος πάντων
από τραγικά συμβάντα
να τις βλέπουν οι γλάροι να ξαφνιάζονται
το κύμα ν’ αγριεύει
για να τις διαβάζουν οι επόμενες μέρες
ίσως κάποια κάποτε βρεθεί με καρδιά μητέρας.

II

Πάντα τα ποιήματα
βάφουν κόκκινο το χαρτί
με το αίμα των πληγών
απ’ το σπαθί
των τελευταίων ειδήσεων
και με ματώνουν. 

ΟΙ ΜΑΥΡΟΑΣΠΡΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

Απόηχος ζωής
πνοή αθανασίας
η ατελείωτη συνομιλία
με τις ρυτιδωμένες αναμνήσεις
στις μαυρόασπρες φωτογραφίες
πίκρα χαμόγελα
π’ αχνίζουν σαν ζεστό ψωμί
πόζες ταριχευμένες
όλων αυτών που αγαπήσαμε.

ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ

I

Η σιωπή
διάτρητη από τους πυροβολισμούς των στεναγμών
καίγεται στον πυρετό της απουσίας σου
και δάκρυα τριαντάφυλλα
ραίνουν το πρόσωπο της.

II

Σπάταλα δάκρυα
σε τρύπιες κανάτες
τα φρουραρχεία νυσταγμένα
δεν μιλούν

τα χέρια
απώλεσαν την ικανότητα
να κλείνουν σε γροθιά

λάβαρα και ηχηρά συνθήματα
κλείστηκαν στο σπίτι
μονάχα
έξω απ’ τα κλειστά παράθυρα
στους ραγισμένους τοίχους
πού και πού
κάποια ξεθωριασμένα πανό
με παρακλήσεις
εκκλήσεις
ευχές
σε διαμαρτυρόμενη σιωπή
έντονα τα ίχνη των ληστών
ακόμα και στα ταμεία της φωνής. 

III

Όσο κι αν προσπαθήσεις
ποτέ σου δεν θα καταφέρεις
ν’ ακούσεις τον από χρόνια τώρα
ηχογραφημένο ήχο της σιωπής μου
γιατί δεν υπάρχουν πια
συμβατές συσκευές
για να τον αναμεταδώσουν.

IV

Θα σβήσω
τα ίχνη των βημάτων μου στην άμμο
θα καταργήσω
τις παρενθέσεις ιστοριών
που χάραξα στα βράχια
κι από αφρός στην παραλία
θα γίνω πέλαγος
ν’ αφουγκράζομαι τις ιστορίες
του αρχέγονου γαλάζιου
στη σιωπή των κοχυλιών.

ΣΥΝΥΠΑΡΞΗ

Είναι γιατί το χαμόγελο σου
κάθε πρωινό ανοίγει διάπλατα
τις κουρτίνες του ήλιου
και τα βράδια τα πέταλα του Έσπερου
που λέω την απουσία σου συνύπαρξη.

ΕΥΤΥΧΩΣ

Ευτυχώς που υπάρχουν και οι ακέραιοι αριθμοί
διαφορετικά η λέξη ακέραιος
θα έπεφτε σιγά σιγά σε αχρηστία.

ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΚΟΚΑΛΟ

“Το μαχαίρι μέχρι το κόκαλο”, ναι!
Εδώ όμως, αδελφέ, πρόκειται γι’ ασπόνδυλα.

Η ΘΥΣΙΑ ΤΗΣ ΙΦΙΓΕΝΕΙΑΣ

Ποτέ ο άνεμος δεν ήταν ευνοϊκός
για το θαλασσόδαρτο σκαρί της Ιφιγένειας
ούτε ποτέ υπήρξαν φιλικά γι’ αυτή
τα λευκά πανιά των γλάρων
πατέρα δεν γνώρισε
η μάνα της την εγκατέλειψε
για τα μάτια του εραστή της
κανένας μάντης δεν προμήνυσε
το φύσημα ούριου ανέμου
με τη θυσία της
ούτε ποτέ η Τροία ήταν ο προορισμός της
αιώνες μόνη έψαχνε
να βρει απάνεμο λιμάνι
μακριά απ’ την οργή του Ποσειδώνα
και το θυμό του Αιόλου
μέχρι που ήρθαν οι Τρώες
με το πειρατικό καράβι τους
κι αφού κούρσεψαν
τους θησαυρούς των Ατρειδών
που είχε φυλαγμένους
στ’ αμπάρια του σκαριού της
την αιχμαλώτισαν
και την οδήγησαν στην Τροία’
όπου τη θυσίασαν
στον άνομο βωμό του Μαμωνά τους.

ΑΔΙΑΦΟΡΙΑ

Ποτέ δεν φανταζόμουν
πως κάποτε θά φτάσει 6 καιρός
να περνά άπο δίπλα μας ό άνεμος
και νά μάς προσπερνά
σφυρίζοντας κι αυτός αδιάφορα.

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

I

Τα παραμυθία της Χαλιμάς
είναι καταγραμμένα και τα γνωρίζω.
Για τ’ άλλα είναι που ρωτώ να μου μιλήσεις.
Εκείνα που για χρόνια τώρα μας πουλούσαν.

ΙΙ

Μας πήραν τα κουκιά
μας πήραν τα ρεβίθια
και μας άφησαν να ζούμε
μονάχα με παραμύθια
σε κόκκινη κλωστή δεμένα
στην ανέμη μπερδεμένα.

Η ΕΝ ΠΟΛΛΑΙΣ ΑΜΑΡΤΙΕΣ ΠΕΡΙΠΕΣΟΥΣΑ ΓΥΝΗ

Η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή
Εύα που φανερώνεται μέσα στη νύχτα
αιώνες τώρα μυροφόρα
με χίλια μύρα δάκρυα
φιλιά φεγγάρια
γονατιστή και οδυρόμενη
στ’ άγια πόδια της Αγάπης
θλιμμένη πανσέληνος
με τα μαλλιά της να σφουγγίζει
σημάδια καταφρόνησης,
αποζητά ένα φιλόξενο ουρανό
μην την πετροβολάτε.

Η ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΟΥ ΝΙΠΤΗΡΟΣ

Ψηλώνει και πολλαπλασιάζεται η αγάπη
ταπεινωμένη στην αέναη πράξη του Νιπτήρα
οφειλή κι αντίδοτο στη θλίψη του κόσμου
των λερωμένων ποδιών με τα πανάκριβα υποδήματα.

ΟΡΤΣΑ ΤΑ ΠΑΝΙΑ

Γύρω γύρω
τ’ άγρια ρο της τραμουντάνας
και στη μέση
τ’ ανεμοδαρμένα ρο των ρόδων
όνειρα που ταξιδεύουν
μ’ όρτσα τα πανιά.

ΤΑΥΤΟΠΟΙΗΣΗ

Αν κάποτε
σ’ ομαδικό τάφο
ανακαλύψετε τα οστά
του αγνοούμενου Ανθρώπου
θα τα ταυτοποιήσετε αμέσως
χωρίς να χρειαστεί
να εφαρμόσετε τη μέθοδο του DNA
απ’ τα υπερμεγέθη οστά των ποδιών
που περπάτησαν όλη τη γη
ψάχνοντας τον εαυτό του
τα θρυμματισμένα οστά του θώρακα
που δέχτηκαν βέλη της αδικίας αναρίθμητα
τα τρυφερά οστά των χεριών
που έδιναν παρηγοριά στον πόνο
και τέλος
απ’ τα εξογκωμένα οστά του κρανίου
που μέσα του χωρούσε
τα βάσανα του κόσμου όλου.

ΚΑΡΑΒΙ ΣΤΟ ΒΥΘΟ

Από γλάρος
να καλημερίζω την κάθε μέρα σου
μέχρι τα πιο κρυφά της ακρογιάλια
και σπουργίτι
κουρνιασμένο τα βράδια στα κλαδιά της
να την καληνυχτίζω
βρέθηκα τώρα καράβι στο βυθό
κυνηγημένο απ’ τον ουρανό σου
αλλά δεν πνίγομαι
– μ’ ακούς;-
δεν πνίγομαι
γιατί χρόνια πολλά
προτού να με γνωρίσεις
ήμουν χελιδονόψαρο
και διαθέτω βράγχια.

ΑΠΟΔΡΑΣΗ ΟΝΕΙΡΩΝ

Είναι κάποια όνειρα τις νύχτες
που σαν φυλακισμένοι αποδρούν από τον ύπνο τους
ταξιδεύουν μέχρι την άγρυπνη σιωπή τ’ ουρανού
σκουπίζουν από το φεγγάρι τα σημάδια των δακρύων
και ξυπνούν τα σήμαντρα των άστρων την αυγή.

ΚΡΥΦΑ ΤΙΣ ΝΥΧΤΕΣ

Κρυφά τις νύχτες
σκαρφαλώνω στα σύννεφα
αλλά ποτέ δεν βγήκες
στο παραθύρι να με δεις
προτού γίνουν βροχή
και φλέβα υπογείου νερού
στη λήθη των αιώνων.

ΑΠΟΥΣΙΑ

Εδώ τα γκρεμισμένα σπίτια
εκεί το κοιμητήρι των αγαπημένων
και πέρα η θάλασσα
που καθρεφτίζει
τον συρρικνωμένο ουρανό
της αναχώρησης τους
κάτω απ’ τ’ ανέκφραστο βλέμμα
τεράστιων αρχαϊκών αγαλμάτων
μ’ έναν ομφάλιο δολοφόνο καημό.

ΤΑ ΣΚΙΑΧΤΡΑ

Έχουν πληθύνει τα σκιάχτρα
που ντυμένα μ’ αποφόρια
και παραγεμισμένα μ’ έπαρση
στηρίζονται
στους πασσάλους της άγνοιας
όλων εκείνων
που τα τιμούν με την επιλογή τους
για φρουρούς, δήθεν,
παντός καιρού.

ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΟ

Απογευματινοί συνοδοιπόροι
στο γραμμικό πάρκο Πεδιαίου
σας προσπερνώ δήθεν αδιάφορος
αλλά να ξέρετε στ’ αντίκρισμα σας
όλα τα καλλωπιστικά φυτά του πάρκου
— μα προπαντός οι κλαίουσες —
αναπολούν
τους πορφυρούς χρωματισμούς των αναμνήσεων 
που ξεθωριάζουν
στ’ αντικρινό δάσος με τους ευκαλύπτους
καθώς τα βατράχια στο ποτάμι πλάι
προαναγγέλλουν μαζί με τα κοράκια
την έλευση του σκότους.

ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΝΑΞΗ

Συχνά τα βράδια
καθώς έξω από τα κλειστά παράθυρα
η πόλη βυθίζεται σιγά σιγά
στο χρόνο και τη λήθη
προσκαλώ σε σύναξη
στο σπίτι μου
μεταστάντες ποιητές
«αδιάβαστους κι αχειροκρότητους»
-ως επί το πλείστον –
και σε ολονυχτία
τους απαγγέλω στίχους τους
γιατί θέλω μνημονεύει ες αεί
απ’ αρχής τα έργα τους
θέλω μελετά εις πάντα τα έργα τους
και περί του βίου τους διαλογίζεσθαι.

ΟΙ ΜΕΤΑΣΤΑΝΤΕΣ ΠΟΙΗΤΕΣ

Οι μεταστάντες ποιητές
τις νύχτες αποδρούν από τις προτομές τους
και παίρνουν κρυφά το δρόμο για το σπίτι τους
να ξαναβρούν τη μοναξιά τους.

ΤΑΞΙΔΙ

Καράβι φορτωμένο
ανέμους χρόνια
θάλασσες μνήμες
όνειρα γλάρους και καταιγίδες
ταξιδεύω

κάβοι μαχαίρια
φτερά σε καρχαρίες
φάροι φανάρια
σε λιμανιών φιέστες
διακοσμητικά

ψαριών παθήματα
που δεν τους γίνονται ποτέ μαθήματα

κι όμως
επιμένω να ταξιδεύω
κι εξακολουθώ να λέω
τον κάβο κάβο
και το φάρο φάρο.

ΣΤΗ ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ (2009)

Η ΓΕΝΝΗΣΗ

ΞΕΠΡΟΒΑΛΕΣ

Μέσα στα μεταξωτά πέπλα του σεληνόφωτος
ξεπρόβαλες μεσάνυχτα
πάνω στα κρίνα του κυμάτου
με τα μαλλιά να στάζουν θάλασσα
και το φεγγάρι ζήλεψε το φέγγος σου.

Τ’ ΑΣΤΡΑ ΚΑΙ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

Τ’ άστρα και το φεγγάρι την ήμερα
καράβια με κατάλευκα πανιά σαλπάρουν 
από τον ουρανό κρυφά και κατεβαίνουν
στα μάτια σου να σεργιανίσουν
στην απεραντοσύνη της γαλήνης των νερών τους
κι όταν βραδιάσει πάλιν απαστράπτοντα
στον ουρανό να κρέμονται στολίδια.

ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΒΡΟΧΙΑΣ

Στα χρόνια της αναβροχιάς
αφουγκράζονταν την προσευχή σου
και χαίρονταν οι στέρνες και τα ξεροπήγαδα
που με τις αδειανός κανάτες των ματιών τους
σημάδευαν τον ουρανό
ψάχνοντας για σημάδια της βροχής.

Η ΑΡΠΑΓΗ

ΑΡΠΑΓΗ

Τα σκουλαρίκια που τα τρύπια λόγια τους
με τόση δεξιοτεχνία πέρασαν
στα αυτιά της ανοχύρωτης ψυχής σου
δεν ήταν όπως φάνηκε χρυσά
αλλά κουρσέψανε το χρυσαφί
από τα χρώματα των ανυποψίαστων ηλιαχτίδων
την ώρα που το δειλινό
πλημμύρισε τα μεθυσμένα μάτια σου.

ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΣΤΑΖΕΙ ΔΑΚΡΥ

Το φεγγάρι
στάζει δάκρυ
φαρμακώνει τις βραδιές.

ΜΑΡΑΖΩΝΕΙΣ

Φθινόπωρα σ’ αρπάξανε και σε φυλάκισαν
και μαραζώνεις που δεν συναντιέσαι πια
με τις ερωτευμένες αλκυόνες στ’ ακρογιάλια.

ΒΡΟΧΗ ΜΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗ

Βροχή μου φθινοπωρινή
σταλαγματιά σταλαγματιά
την άδεια στέρνα μου γιομίζεις.

ΠΟΝΕΜΕΝΗ ΚΙΘΑΡΑ

Το δάκρυ
θόλωσε τα μάτια της θύμησης
το σβηστό λυχνάρι
ψάχνει για Φως
στο βυθό του σκοταδιού.
Ο άνεμος
και τ’ αηδόνια
θρηνούν για το παιδί
που πήγε πριν από καιρό στο δάσος για αγριολούλουδα
μ’ ακόμη να γυρίσει.

Η ταβέρνα στη γωνιά
που κάθε νύχτα ξαγρυπνά
με συντροφιά την πονεμένη κιθάρα
σε προσμένει.

Η ΠΡΟΣΜΟΝΗ

ΝΑΥΑΓΙΟ

Την κόγχη του περάσματος
ανάμεσα στων κοχυλιών τα καύκαλα
και στους θρυμματισμένους αμφορείς
στην απαλάμη του νερού
και του καιρού τη στρόφιγγα
διαβαίνεις καθημερινά.

Θολά τα μάτια στα λιβάδια των φυκιών
αρμύρας γεύση στα κορμιά τα μπρούντζινα
μαρμαρωμένα στο βυθό καράβια πλήθος
σιτάρι, λάδι και κρασί στ’ αμπάρια τους
που ναυαγήσανε πριν από χρόνια
χωρίς ποτέ στα μάτια σου να ξεπροβάλουν
έστω τα λευκά πανιά τους.

ΜΟΝΟΤΟΝΙΑ

Τ’ αστικά λεωφορεία
που δεν κατάφεραν ποτέ τους
από της πόλεως την τύρβη να ξεφύγουν
ίδιο πάντα δρομολόγιο
το νούμερο στο κούτελο
το καυσαέριο στη λαμαρίνα τους
και που στο τέλος
σε νεκροταφεία αυτοκίνητων σήπονται
συλλογίζεσαι.

ΛΑΘΟΣ

Ήταν πιλότος με πολλά διπλώματα
απόφοιτος σχολών του εξωτερικού
με διακρίσεις και περγαμηνές στη θεωρία.

Το γεγονός ότι δεν είχε πείρα
και του ’λειπε η πρακτική στο πιλοτάρισμα
δεν ήταν, είπαν στο Συμβούλιο, πολύ σημαντικό
και το διόρισαν υπεύθυνο στην πλοηγίδα.

Από την πρώτη βάρδια, καθώς λένε,
έδωσε λάθος ρότα στο καράβι
καθώς ανέλαβε για να το πλοηγήσει
από του λιμανιού την μπούκα στ’ αγκυροβόλιο
κι εκείνο χτύπησε στο μόλο
και βούλιαξε σιγά-σιγά
στα βρώμικα νερά του λιμανιού
μ’ ένα μεγάλο ρήγμα στην κοιλιά του
και εσένα να κοιτάς με δέος.

ΑΙΩΡΟΥΜΕΝΗ ΕΥΜΑΡΕΙΑ

Γοργά γυρίζει τρίζοντας η ρόδα της χειράμαξας
που φορτωμένη λάσπη την κουβαλά στο μάστορα
που τραγουδά στη σκαλωσιά
πέτρα την πέτρα χτίζοντας το σπίτι τους
ανάμεσα Τροόδους και Πενταδακτύλου
λικνιζόμενο στην αιώρα που κρεμάσανε
απ’ τον Απόστολο Αντρέα μέχρι τον Ακάμαντα
κι εσύ
απ’ το στενόχωρο κελί σου
να παρακολουθείς με θλίψη
την αιωρούμενη ευμάρειά τους.

ΣΠΑΡΑΓΜΟΣ

Απόλυτη σιωπή και το φεγγάρι
σου στέλνει χαιρετίσματα
με τη βραχνή φωνή του γκιόνη
απόμακρη κιθάρας μουσική
που σπαρταρά στο φύλλωμα της λεύκας
σαν ψάρι μες στο δίχτυ
αργοπεθαίνοντας.

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΣΟΥ

Το σπίτι σου
στην άκρη του δρόμου
με τη σοφία της θάλασσας στην κάθε πέτρα του
και τη γαλήνη του βουνού στα κεραμίδια του
κρατά με πείσμα τα παντζούρια του κλειστά
τις πόρτες κλειδαμπαρωμένες στον καιρό.
σε καρτερά.

Ο Διγενής Ακρίτας με το Χάροντα
στα μαρμαρένια αλώνια συναντήθηκαν
την πάλη τους να ξαναρχίσουν
και προσπαθεί να κρατηθεί γερά
το σπίτι σου
στην πλάτη των προγόνων φορτωμένο
άτι λευκό που πιλαλά
καράβι π’ αρμενίζει
νερό να βρει να δροσιστεί
λιμάνι για ν’ αράξει
κελί κλειστό που καρτερά
τις πόρτες του και τα παντζούρια του
στον Ήλιο διάπλατα ν’ ανοίξει.

Η ΕΛΠΙΔΑ

ΝΟΣΤΟΣ

Φλόγα χιλιάδων παπαρούνων που δε σβήνει
κύμα το κύμα θα σε φέρει πάλι
ηλιοβασίλεμα στα βράχια του γιαλού
φωτιά στα σύννεφα ν’ ανάψεις
μαζί με τις ερωτευμένες αλκυόνες
που καρτερούν τα νοτισμένα τους φτερά χάδι ζεστό
τ’ άγριο κύμα να μερέψει
ήσυχες πάλι να γεννοβολούν
στα απάνεμα τα βράχια.

ΠΡΟΣΕΛΘΕ

Δεν ήταν δρόμος το πρωί
στην κατηφόρα της απέναντι βουνοκορφής
να περπατήσει το μυρμήγκι
στη ράχη πάνω της ξερολιθιάς η σαύρα να λουστεί.

Χαράματα στις ηλιαχτίδες του καλοκαιριού
χωμένα τα τζιτζίκια μες στους χυμούς των φύλλων
με το τραγούδι τους τ’ ανέμελο σε ξεκουφαίνουν
τ’ αμπέλια σου μοχθούν χωρίς ανάσα
για το κρασί της Θείας Κοινωνίας
και στα χωράφια σου τα μεστωμένα στάχυα
κυοφορούν τον άρτον της ζωής τον επιούσιον
το λάδι ξεχειλίζει στις ελιές σου
πρόσελθε, καιρός να τα μαζέψεις…

Ο ΛΥΤΡΩΜΟΣ

ΞΕΠΡΟΒΑΛΕΣ

Ξεπρόβαλες και φώτισες και γιόμισες τραγούδια
κλωνάρια και χαμόκλαδα, παιδιά της λησμονιάς.

ΤΟ ΣΥΝΑΠΑΝΤΗΜΑ

Στο συναπάντημα
πλημμύρισαν με νούφαρα
τα πράσινα νερά της λίμνης.

ΤΟ ΦΙΛΙ

Γονάτισες και φίλησες το ξεραμένο χώμα
με τ’ ανθισμένα χείλια σου
και σκόρπισες δροσιά. 

ΤΑΞΙΔΕΥΤΗΣ

Το κορμί σου υδρόγειος κι εγώ ταξιδευτής.

ΝΕΡΟ ΠΗΓΗΣ ΚΡΥΣΤΑΛΛΙΝΟ

Νερό πηγής κρυστάλλινο
που πίνω σε
και ξεδιψώ
και τραγουδώ
και θάλλω.

ΦΩΣ ΕΚ ΦΩΤΟΣ (1994)

ΔΙΨΑΜΕ

Το Φως
νερό ζωής ολόδροσο
απ’ τους αρχαίους κίονες μ’ ένα γλυκό κελάρυσμα αναβλύζει
αιώνες τώρα και μας προκαλεί…

Έρημος γύρω μας, μετακινούμενοι αμμόλοφοι…
Διψάμε!
Τ’ άγριο βίτσισμα της άμμου στ’ αφυδατωμένα ολόγυμνα
κορμιά μας τυραννά.
Με δυσκολία μεταφέρουμε
αντίστροφα τα βήματα μας τα βαριά.
Αντίστροφα μετρούμε τις ανάσες μας που κατάντησαν
βασανιστικές.
Απόηχοι στ’ αυτιά μας κουδουνιών από τα καραβάνια
που κάποτε περιφρονούσαμε,
απόμακρα θροΐσματα βενταλιών
από τις φοινικιές που κάποτε τις ξεριζώναμε
ακόμη μας στηρίζουν, ευτυχώς…

Τι δε θα δίναμε στ’ αλήθεια τώρα
για μιας γκαμήλας λίκνισμα, τ’ ανέμισμα μιας φοινικιάς.
Τι δε θα δίναμε στ’ αλήθεια!!!
Διψάμε!

ΤΟ ΦΩΣ ΠΕΡΙΠΟΛΕΙ

Το Φως
στ’ άγρια κύματα περιπολεί
για τους παραδαρμένους
ναυαγοσώστης έμπειρος ρίχνει σκοινί
άλλη φουρτούνα δεν θ’ αντέξουμε
μπάζει πολλά νερά το σαπιοκάραβό μας
μαντίλια ομίχλης σφιχτοδένουνε τα μάτια μας
και ψηλαφώντας περπατάμε
καθώς να παίζαμε τυφλόμυγα
φάρου παράθυρο δεν διακρίνουμε
κανένα στον ορίζοντα
φωνές των γλάρων φιλικές
αναμαλλιάρες φοινικές
πολύ μας λείψατε
σας νοσταλγούμε
εικόνες άλλες δεν θα δούμε
– αχ αυτή η ομίχλη –
ελπίδα μας μοναδική το Φως
γιατί πού ξέρεις
ακόμη κι έτσι στα τυφλά
μπορεί ν’ αρπάξουμε την άκρη του σκοινιού του συμπωματικά
και να σωθούμε.

ΠΟΛΕΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΦΩΣ

Το Φως
κυνηγημένο, ασθμαίνοντας και καταϊδρωμένο
κατέφυγε κάτω από την κληματαριά.
Η βρύση αρνήθηκε να δώσει το νερό της
να πιει το Φως να δροσιστεί και το ξανθό κεφάλι του να πλύνει.
Οι ρώγες πάλι απ’ το τσαμπί του σταφυλιού
που πήρε τον κρασάτο το χυμό τους να ρουφήξει
στα χείλια του τα ξεραμένα λιώναν αδειανές
με μια στυφή αδιαφορία
κι η πόρτα που χτυπούσε να τ’ ανοίξει
στεκόταν αδιάφορη, χωρίς αισθήσεις.

Εγώ που παρακολουθούσα
τα γεγονότα απ’ τη σπηλιά μου
ευτύς κατάλαβα πως ήμουνα γυμνός.
Χωρίς χρονοτριβή σηκώθηκα
και ξέθαψα την πανοπλία του παππού μου
του ξακουστού πολεμιστή.

Σελώνω τ’ άλογό μου και κινώ
έφιππος πολεμιστής
για τη σκληρή αναμέτρηση
με τ’ αγριογούρουνα, τις νυχτερίδες και τα φίδια
που χρόνια επιβουλεύονται το Φως.
Χυμός κρασάτος τότες ξανασάλεψε
στα μαραμένα στήθια της κληματαριάς
η σκουριασμένη κλειδαριά ξανάρχισε να τρίζει
και μια σταγόνα ξαναπρόβαλε
στη βρύση το νερένιο της κεφάλι.

ΠΛΑΝΗ

Το Φως
απόψε ξαγρυπνά στην έπαλξη του κουρσεμένου κάστρου
κι ανατριχιάζει βλέποντας
τ’ αποκεφαλισμένα από την πλάνα νύχτα στάχια
που κείτονται στον κάμπο ανάσκελα
µε τα χρυσά κεφάλια τους στο πλάι .
Όλοι κατάλαβαν το µμέγεθος της πλάνης
εκ των υστέρων όμως, δυστυχώς,
γιατί τα στάχια – καθώς είπαν –
ήταν της έκτης χιλιετηρίδας προ Χριστού.

Προ της Σφαγής
ουδείς εκ των πεπλανημένων
ενδιαφέρτηκε ποτέ την ιστορία τους να μελετήσει
ουδείς ποτέ προσπάθησε την πλάνα νύχτα ν’ αφοπλίσει.

Το Φως
πικρογελά και το ξανθό κεφάλι του κουνά µ’ απελπισία
σαν αντικρίζει τους πεπλανημένους
που τώρα δήλωσαν νεκροφρουροί
και ρήτορες επικήδειων λόγων
χωρίς το Φως στην έπαλξη να λογαριάζουν
χωρίς να προσδοκούν ανάσταση νεκρών
κι έτσι πλανιούνται πάλι …

Γοργόφτερο πουλί πετά και χάνεται
στην έπαλξη του κουρσεμένου Κάστρου
και πάλι ξαναφαίνεται µε κεραυνού κλωνί στο ράμφος.
Στο πέταγμά του ανάβουν πυρκαγιές
ο κάμπος όλος καίγεται μεμιάς
μαζί µε τους πεπλανημένους
και µε τα στάχια τα νεκρά.

ΤΟ ΕΦΤΑΧΡΩΜΟ ΖΩΝΑΡΙ

Το Φως
εφτάχρωμο ζωνάρι πλέκει στον αργαλειό του
η τελευταία νυχτερίδα ετοιμάζεται
χαράματα κι αυτή ν’ αποδημήσει
στα χέρια της η νύχτα
πόρπη χρυσή κρατά και καρτερά
να την περάσει στο εφτάχρωμο ζωνάρι
κι εφτά πουλιά σ’ εφτά κλαδιά
ξάγρυπνα κι εκείνα περιμένουν να το πάρουν
να τ’ ανεβάσουν στους εφτά ουρανούς
να το κοιτάζουν οι φρουροί
εφτά φορές την εβδομάδα
φεγγάρια αβασίλευτα τα μάτια τους να μένουν.

ΤΟ ΜΑΥΡΟΦΟΡΕΜΕΝΟ ΡΟΔΟ

Το Φως
γιορτάνι φόρεσε στη μέρα
μονήρες χελιδόνι τ’ αποφάσισε
στη μοναξιά του πια να θέσει τέρμα.
Οι στίχοι που γράφτηκαν
για κάποιο «μαυροφορεμένο ρόδο»
και προορίζονταν να καδρωθούν
για να κοσμούν το σπιτοκάλυβό του
γίναν κατάθεση
αντί στεφάνου στην κηδεία του,
γιατί το ρόδο απανθρακώθηκε
σε λεωφόρο πολυσύχναστη.

Το Φως απ’ του μνημάτου το καντήλι
μεταμορφώθηκε σ’ Αρχάγγελο
ρομφαία πύρινη
κάθετα καρφωμένη στην καρδιά
της πολιτείας του πλέον εκλεκτού
μα πλην εκτός τροχιάς καταναλωτικού κοινού.

Κυκλοφορούν ανάμεσά μας
βόμβες αυτοκινούμενες.
το «μαυροφορεμένο ρόδο» θάψαμε
– ως είθισται – πολλοί δακρύσαν στην κηδεία
μα στις σαράντα μέρες
το Φως απ’ του μνημάτου το καντήλι χάθηκε
και το μονήρες χελιδόνι ξαναγύρισε στη μοναξιά του.

ΤΟ ΦΩΣ ΥΠΟ ΤΟΝ ΜΟΔΙΟΝ

ούδε άνάπτουσιν λύχνον
και θετουσιν αυτόν υπό τονμόδιον
(Ματθ. ε:15) 

Το Φως
υπό τον μόδιον
ποντίκια ροκανίζουν
και το στέρνο κεφάλαιο του μοναδικού βιβλίου
με θέμα την αξιοπρέπεια.
Στο χοντρό χαλί τρεις γάτοι πληρεξούσιοι
κοιμούνται του καλού καιρού.
Πιο πέρα τέταρτος καμώνεται
πως ακονίζει τάχα τη μασέλα του.

Οι δρόμοι απώλεσαν τις κατευθύνσεις τους
και ψάχνοντας περιπλανιούνται
σε μέρη δύσβατα, επικίνδυνα.
Τυφλωθήκαν οι φάροι…

Το Φως υπό τον μόδιον
κατάκλυσαν τα φρουραρχεία νυχτερίδες.

ΣΕ ΠΟΡΤΟΚΑΛΕΩΝΑ

Το Φως
ανήμερα τ’ Άγιου Δημητρίου του Μυροβλήτου
σε πορτοκαλεώνα
με μύρια μύρα πλημμυρίζει
τις μέρες μοιρολάτρη.
Τα πορτοκάλια μοιάζουν άστρα
Το κάθε δέντρο γαλαξίας
ο πορτοκαλεώνας Σύμπαν
κι αυτός να ταξιδεύει μαγεμένος
απ’ άστρο σ’ άστρο σ’ όλες τις μεριές
σ’ όλες τις αστρομεριές
στο φως λουσμένος και σε μύρια μύρα
ποτίζοντας ευτυχισμένος με το δάκρυ του
τον πορτοκαλεώνα.

ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΑ

Το Φως
ηλιοβασίλεμα κινά για τ’ ακρογιάλι
ανάμεσα στο κίτρινο ποτάμι των μαργαρίτων.
Σκυλί κατάμαυρο ξαφνιάζεται
και φοβισμένο τρέχει να κρυφτεί
μες στ’ αγριόχορτα.

Μια γέρικη γελάδα
στον Κοκκινόκαμπο που βόσκετε
ξεχασμένη εκεί απ’ τον παλιό καιρό
σηκώνει το κεφάλι της και το κοιτάζει αδιάφορη
µ’ εκείνα τα μεγάλα, τα υγρά τα µάτια της
μασουλίζοντας αμέριμνη.

Ο Κκόλας, άντρας πρωτινός,
πλάι στον άλλοτε αγροτικό
µα τώρα πολυσύχναστο τουριστικό δρόμο
Κάτω Πάφου – Κόλπου Κοραλλίων
σταυροκοπιέται πριν επιχειρήσει να περάσει απέναντι.

Βρέθηκαν αργυρώνητοι πολλοί, χωρίς συνείδηση,
που ξεπουλήσανε τη γη.

Φωνή λυπητερή, σαν χαμοπέρδικας κελάδημα, .
ακούγεται μέσ’ απ’ το κίτρινο ποτάμι των μαργαρίτων:
Από του Χλώρακα την πετρογή ξεφύτρωσα
την εποχή των επιχωματώσεων και των μαγκανοπήγαδων
τότες που τα χωράφια µας αντί νερό για να καρπίσουν
ρούφαγαν στάλα-στάλα τον ιδρώτα των γονιών µας.
Περπάτησα ξυπόλυτος στον Μέλανο
τρυπήσαν τις γυμνές πατούσες µου τριβόλια
χόρτασα µ’ ένα ξεροκόμματο ψωμί
ξεδίψασα στο Καμαρούδι
σκαρφάλωσα στις τριμιθιές
κολύμπησα στο Δήμμα και στα Ροδαφίνια.
Από του Χλώρακα την πετρογή ξεφύτρωσα
πλάι στην τριμιθιά, τη χαρουπιά και τη βελανιδιά
πλάι στη ροδοδάφνη, τη μυρσινιά και την αγριελιά
που τώρα ψάχνω να τις βρω
µ’ αντί γι’ αυτές
βρίσκω στη θέση τους τσιμέντο στοιβαγμένο… »

Ηλιοβασίλεμα το Φως
µ’ ένα στεφάνι μαργαρίτες στο κεφάλι
ξαπλώνει στο μενεξεδί χαλί των αθανάτων στ’ ακρογιάλι
και δακρυσμένο συλλογίζεται τους αργυρώνητους.

ΕΠΑΝΟΔΟΣ (1992)

Ι

…/…

Στη θάλασσα της Ακανθούς γεννήθηκα
καθώς µου λεν’ αυτοί που ξέρουν την καταγωγή µου,
αυτοί που καθημερινά μιλούν για την καταραμένη δήθεν μοίρα της γενιάς µου.
Μέσα από τον αφρό του κύματος που λούζει το σκληρό καύκαλο των Χελώνων
αναδύθηκα σαν τη Θεά Αφροδίτη, μα πριν προλάβω να πατήσω πόδι στην ξηρά,
με ρούφηξε κήτος μέγα και μετά τρεις ημέρας και τρεις νύκτας
µε εξέμεσε πάνω σε τόπο ξένο κι αφιλόξενο μακράν της Ακανθούς.
Αυτά λοιπόν µου διηγούνται εκείνοι που γνωρίζουν την καταγωγή µου
κι εγώ τ’ ακούω και προσεύχομαι κάποτε ν’ αξιωθώ να δω την Ακανθού …

Αρχίζει ν’ ανεβαίνει στην υπόληψή µου ο νεαρός
όμως δεν του μιλώ
μονάχα τον κοιτώ κουνώντας το κεφάλι
µε τρόπο που να φανερώνει
πως πράγματι το γεγονός αυτό πολύ µε βασανίζει.

Μου κάνει «εβίβα» και σηκώνει το ποτήρι του ψηλά.
«Σταμάτα πια να πίνεις», τον µαλώνω
«σταμάτα πια και πες µου, σε παρακαλώ, ποιος είσαι;»

Ξεφεύγει στεναγμός από τα χείλη του και µμουρμουρίζει:

«Καμιά δεν έχει σημασία κι αν σου πω, καμιά… »

Αφήνει το ποτήρι στο τραπέζι
Τα μάτια του μεμιάς γιομίζουν φως
τριγύρω μου όλα διαλύονται στο φως
δεν βλέπω τίποτα μονάχα φως
ακούω τη φωνή του μεσ’ από το φως:

«Γιατί να μην μπορείς να δεις την Ακανθού;
Την Ακανθού ποιος πρόδωσε, αυτό ψάξε να βρεις
κι όχι ποιος είμαι εγώ … »

Σηκώνομαι έντρομος, στρέφω το βλέμμα προς το μέρος της φωνής
και την ακούω να με κράζει: «Ποιητή, ποιητή,
αφού ρωτάς, μάθε λοιπόν, πως είμαι ο πρώτος εκ των Μυκηναίων
που κατοικήσανε την Κύπρο τη Β’ χιλιετηρίδα π.Χ.
ο πρόγονος του Ευαγόρα, του Ρε Αλέξη, του μοναχού Ιωαννίκιου
και του Κυριάκου Μάτση,
ο πρόγονός σου, Ποιητή …
Με σπαραγμό ψυχής βλέπω τους εν δουλεία απογόνους μου
κι επιθυμώ να τους ελευθερώσω και να τους ανεβάσω πάλιν
στην Αχαιών Ακτή.
Εσύ, σαν ποιητής, γνωρίζεις
πολύ καλά τον δρόμο για την Αχαιών Ακτή
μα προπαντός γνωρίζεις, καλύτερα απ’ όλους, τη σημασία
της επαναγκατάστασης των απογόνων μου εκεί˙
γι’ αυτό σ’ επέλεξα – και μη μου τ’ αρνηθείς –
για την εκπλήρωση αυτής μου της επιθυμίας …
Εσένα θέλω αποστείλει, Ποιητή, στους εν δουλεία απογόνους μου
για να τους απαλλάξεις απ’ αυτή
και να τους οδηγήσεις πάλιν πίσω
στην Αχαιών Ακτή… »

Απ’ το πολύ το φως θαμπώνομαι
κρύβω τα µάτια στις παλάμες μου και με φωνή
που τρέμει από συγκίνηση, φόβο και δισταγμό
τον ερωτώ: «Ποιος είµ’ εγώ για να µε στείλεις, Πρόγονε,
σε τούτη την αποστολή; Ποιος θα µ’ ακούσει;
Ποιος θα πιστέψει έναν ποιητή;» Και συνεχίζω:
«Δεν το γνωρίζεις, Πρόγονε, πως σήμερα τους ποιητές
δεν τους κρατάνε σε ψηλή περιωπή;
Για τούτο, σε παρακαλώ, απάλλαξέ µε … »
«Αν θέλεις πράγματι και συ να δεις την Ακανθού
υπάκουσε στα λόγια µου», φωνάζει µ’ αυστηρότητα
κι εξαφανίζεται.
Απομακρύνω από τα µάτια τις παλάμες µου,
σκοτάδι γύρω μου κι απέναντί µου το ποτήρι να µου θυμίζει
ετούτο τ’ αναπάντεχο
κι απέναντί µου το ποτήρι του να µου φωνάζει
πως ό, τι έγινε δεν ήταν οπτασία
αλλά πραγματικότητα
αν είναι δυνατό … πραγματικότητα!!!

II

Μα τώρα που το σκέφτομαι καλύτερα
τώρα που το μυαλό µου ξεκαθάρισε
και πλάθει κι αναπλάθει τη μορφή του
όλο µου φαίνεται και πιο γνωστή, γι’ αυτό σηκώνομαι
παίρνω τη φωτογραφοθήκη µου και ψάχνω
κοιτάζω τις παλιές φωτογραφίες µία – µία
µ’ αδυνατώ µ’ακρίβεια να καθορίσω
αν είναι του παππού ή του προπάππου µου που μοιάζει
ο πρώτος εκ των Μυκηναίων
αν είναι του πατέρα ή του αδελφού µου
ή πάλιν – γιατί όχι –
αν μοιάζει ακόμα και σε µένα …

Αδυνατώ να καθορίσω και ψάχνω µε τις ώρες
µα δεν τα καταφέρνω γιατί βρίσκω
πως µ’ όλους έχει κάποια φυσιογνωμία
και μένω έτσι µε την απορία
και µε τα λόγια του να βασανίζομαι:
«Εσένα θέλω αποστείλει, Ποιητή, στους εν δουλεία
απογόνους µου
για να τους απαλλάξεις απ’ αυτή και να τους οδηγήσεις
πάλιν πίσω
στην Αχαιών Ακτή».

Αφήνω κατά μέρος τις φωτογραφίες και συλλογίζομαι …
Φέρνω στη σκέψη µου την Ακανθού
τα δάση των βουνοπλαγιών της
τις δαντέλες των ακρογιαλιών της
και τα τρεχούμενα νερά της.
Φέρνω στη σκέψη µου τους Αχαιούς
τ’ αγκυροβόλημα των καραβιών τους στ’ Αφροδίσιον
την πιο ψηλή βουνοκορφή της λατρείας τους
και τα ερείπια του μεγαλείου τους.
Κατόπι σκέφτομαι τους εν δουλεία
που θάψαν την οργή και την οδύνη τους στην έρημο
που κρύψανε τον ήλιο µε ψηλά οικοδομήματα
και ζουν υπό σκιάν
οργίζομαι, μα πάλιν ημερεύω, γιατί στο νου µου φέρνω
όλους τους άλλους εν δουλεία τους αγνούς κι αθώους.
«Στο κάτω – κάτω της γραφής αυτοί σε τίποτα δε φταίξανε,
γιατί να µην μπορούν να δουν την Ακανθού;
Γιατί να ζούνε στη δουλεία;»
Μονολογώ κι ορθώνω το κορμί μου
κτυπώ το πόδι µου στη γη κι αρχίζω να χορεύω την πυρρίχη
μαζί µε τις ηρωικές µμορφές των κάδρων
που κοσμούν το σπίτι µου και µου θυμίζουν
όλους τους απελευθερωτικούς αγώνες της Φυλής.

Μετά το ρίχνω στους διθύραμβους
μέχρι που παίρνω τη μεγάλη απόφαση
να πειθαρχήσω δίχως καθυστέρηση
στα λόγια του προγόνου µου,
του πρώτου εκ των Μυκηναίων που κατοικήσανε την Κύπρο
τη Β’ χιλιετηρίδα π.Χ.

III

Απ’ το σεντούκι τότε βγάζω τη σκουριασμένη πανοπλία
– κειμήλιο το παππού μου του ξακουστού, καθώς μου λένε,
κι ατρόμητου πολεμιστή –
τη βάζω για να φαίνομαι επιβλητικός
και ξεκινώ μ’ όλες τις άγραφες και τις γραπτές
ιστορικές αλήθειες στο δισάκι μου.

Χαράματα φτάνω στους εν δουλεία
τους εξηγώ τα σχετικά με την αποστολή μου κι ενθουσιάζονται.

Ποτάμι ορμητικό που παρασύρει φράγματα στο διάβα του
αυθόρμητα κινούν – όπως συνήθως – για την επάνοδο στην Αχαιών Ακτή
μονάχα με ζητωκραυγές, συνθήματα
και με κλωνάρι ελιάς στο χέρι, χωρίς καμιά οργάνωση,
χωρίς κανένα σχέδιο αντιμετώπισης του δολερού κατακτητή.

Μάταια τους καλώ να σταματήσουν για να τους εξηγήσω
πως με ζητωκραυγές, συνθήματα

και με κλωνάρια ελιάς μονάχα, δεν θα πετύχουμε ποτέ
το Γυρισμό στην Αχαιών Ακτή,
γιατί δεν είναι τούτα εφόδια κατάλληλα
για μια πορεία τέτοια, για μια πορεία σημασίας ζωτικής
– θέλω να πω –
όπως αυτή που πρόκειται να επιχειρήσουμε.
Τ’ αυτί τους όμως δεν ιδρώνει …
Απεναντίας μάλιστα στο διάβα τους τ’ ορμητικό με παρασύρουν
με ρίχνουν καταγής και με ποδοπατούν …

VI

Έχοντας για σώμα – αντί για σάρκα και οστά – το φως τ’ αληθινό
που µου µμετάγγισαν τα ειδώλια
παίρνω τον αμφορέα και ξεκινώ. πάω στους εν δουλεία
που καθώς µε βλέπουνε µε τέτοιο σώμα και µε τον αμφορέα
έκπληκτοι µε ρωτάνε περί τίνος πρόκειται.
Τους εξηγώ κι εκεί που φτάνω
σχεδόν στο τέλος της εξήγησής µου
και κάνω κίνηση ν’ αδειάσω το περιεχόμενο του αμφορέα
κάποιος χιμάει κατά πάνω µου
τον παίρνει από τα χέρια µου µε βία
και µου τον φέρνει στο κεφάλι.
Άσαρκο καθώς είναι τίποτα δεν παθαίνει, ευτυχώς,
ο αμφορέας όμως, δυστυχώς, γίνεται θρύψαλα
τα ειδώλια σκορπίζονται στο χώμα
το βάζουν έντρομα στα πόδια κι εξαφανίζονται.

Η ΤΡΙΤΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (1988)

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Ακόμα συνεχίζουμε τις καταδύσεις
ψάχνοντας για κοράλλια.
Η θάλασσα
φουρτούνιασε και θόλωσε.
Το σκοτάδι
παραμονεύει πίσω από τα βράχια
για ν’ αρπάξει
και το στερνό κατάλοιπο της όρασης.
Καλοθρεμμένα ψάρια
ξεπροβάλλουν τα κεφάλια τους
απ’ τις κουφάλες του βυθού δειλά-δειλά
και μας κοιτάζουνε σαρκαστικά,
μ’ ακόμα συνεχίζουμε…

ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΗ

Βαδίζαμε στην ίδια στράτα
μέχρι που φτάσαν απροσκάλεστοι
οι πουλημένοι χωρομέτρες
που βάλαν τα ροθέσια τους αυθαίρετα
και μας χωρίσανε με συρματόπλεγμα.

Τα βήματά μας τώρα χάσαμε
στα πλήθη των σταυρών και των ημισελήνων
και τα χωράφια μας
αντί σιτάρι και σταφύλι να γεννούν
γεννούν δάφνες πικρές και κυπαρίσσια.

Απομεινάρια ναυαγίων
του παρελθόντος μα και του παρόντος
περιπλανιόμαστε πότε σε κόκκινους
και πότε σε γαλάζιους πόντους
αναζητώντας τη χαμένη μας ταυτότητα…

ΓΕΓΟΝΟΣ

0 γερο-Νικολής, που χρόνια,
σ’ ασβεστοκάμινα και σε νταμάρια
αντάλλαζε τις μέρες της ζωής του
με πέτρες και χαλίκια
κατάφερε να στήσει το νοικοκυριό του
στη ράχη του βουνού – του Πενταδάκτυλου.

Τραβούσε μονορούφι τη ρακή του
και με το μέτωπο
– που πάνω του χαράχτηκαν
οι πέντε κόγχες του βουνού,
του Πενταδάκτυλου –
σημάδευε τον ουρανό
πολύ συγκινημένος.

Μ’ αυτό δεν κράτησε πολύ
γιατί μια μέρα κάποιοι ξένοι
του πήραν με το ζόρι το νοικοκυριό
και δίχως να του δίνουν εξηγήσεις
τον σπρώχνανε, τον σπρώχνανε
μέχρι που τον πετάξανε σε βάραθρο.

Τώρα μετρά τις αναμνήσεις του
στο κομπολόι του χάντρα τη χάντρα
κοιτάζοντας τον Πενταδάκτυλο
και καρτερά για να γενεί το θάμα…

Μα κάθε μέρα που κυλά
είναι στη μνήμη του μια μαχαιριά
γιατί τα κτίρια που κτίζονται
κι οι πολυκατοικίες
του κρύβουνε σιγά-σιγά τον Πενταδάκτυλο…

ΑΠΟΦΑΣΗ

Την έβλεπα
πίσω από τ’ ανοικτό
παράθυρο της θύμησης.
Φορούσε πάντα στο κεφάλι
το μαύρο της τσεμπέρι
και τη ματιά της τη θλιμμένη
την είχε πάντα καρφωμένη
στην κουρσεμένη της πατρίδα, στο Βορρά.
Έκλαιγε και μοιρολογούσε…
Ζητούσε τα παιδιά της
που χάθηκαν
μαζί με τα χωράφια και τα σπίτια της…

Καμιά φορά
πηγαίνανε δειλά – δειλά
και την παρηγορούσανε
η μάνα της κι οι φιλενάδες της
κι αυτή σιωπούσε
κάνοντας τάχα πως τις πίστευε …

Μα βλέποντας πως έτσι
αργούσε το καράβι που περίμενε
έβαλε σ’ όλα πυρκαγιά
κι ανέβηκε σ’ απόκρημνη βουνοπλαγιά
να βρει τους αετούς και τα γεράκια
να της δανείσουν τα φτερά τους
για να μπορέσει να πετάξει
στην κουρσεμένη της πατρίδα, στο Βορρά …

ΕΠΙΚΛΗΣΗ

« Έπίστρεψον, Κύριε, λύτρωσον την
ψυγήν μου, σώσον με δια το ελεός Σου».
(Ψαλμος 6:4)

Κύριε,
Σε θυμηθήκαμε μόνο
τότε που νοιώσαμε πως θα ταφούμε
κάτω απ’ τα συντρίμμια του ραγισμένου μας σπιτιού.
Τότε που μας άφησαν στο μέσο της έρημου
και μας βίτσιζε ό άμμος της.
Τότε που μας πήραν και το τελευταίο κουρέλι
που σκέπαζε τη γύμνια μας.

Μόνο τότε σε θυμηθήκαμε, Κύριε…
Μόνο τότε και Σου κράξαμε: «Σώσε μας…»
Συγχώρεσέ μας, Κύριε, για την αχαριστία μας.
Συγχώρεσέ μας και σωφρόνισε μας…

ΤΑ ΚΑΤΑΓΩΓΙΑ

Καιρός, νομίζω, να μιλήσουμε και με τα καταγώγια
που τόσο διακριτικά
φροντίζουν να πλαστογραφούνε την ταυτότητά τους.

Καιρός να πάψουμε να τ’ απειλούμε
με τη γροθιά της παγωμένης μας σιωπής
και να τους δώσουμε ανοιχτό το χέρι.
Να πάψουμε να τα κοιτούμε
με τη ματιά της αδιάκριτης αποστροφής μας
και να τα πλησιάσουμε.

Καιρός μ’ αυτά σαν φίλοι να μιλήσουμε
– ίσως τα πείσουμε –
να μας παρουσιάσουν
την γνήσια ταυτότητά τους.

ΜΕΤΑΚΟΜΙΣΕΙΣ

Ένα σπίτι
που ποτέ μας δεν προφτάνουμε
δεν προφτάνουμε να το γνωρίσουμε
που ποτέ μας δεν προφτάνουμε
το νοικοκυριό μας για να στήσουμε
και βρισκόμαστε ξανά στο δρόμο
με τους μπόγους και τις κατσαρόλες μας
τα κρεβάτια και τους στίχους μας.

Ένα σπίτι
που ποτέ μας δεν προφτάνουμε
δεν προφτάνουμε να του μιλήσουμε
που ποτέ μας δεν προφτάνουμε
όπως θέλουμε να το στολίσουμε
και βρισκόμαστε ξανά στο δρόμο
με τις κάμαρες βουβές να μας κοιτάζουν
τις γωνιές του αδειανές να μας φωνάζουν.

Ένα σπίτι
που ποτέ μας δεν προφτάνουμε
δεν προφτάνουμε να το γνωρίσουμε
μα προφτάνουμε μ’ αγάπη κι όνειρα
όνειρα πολλά να το γεμίσουμε
και βρισκόμαστε ξανά στο δρόμο
δακρυσμένοι για το σπίτι που θ’ αφήσουμε
και τις αναμνήσεις που θα μείνουνε…

ΔΕΝ ΕΛΑΧΕ…

Χτες είδα τη μικρή Τριανταφυλλιά
– την παραχαϊδεμένη –
που με κοιτούσε μ’ απορία
και παραξενεύτηκα.
Τη ρώτησα γιατί και μ’ απεκρίθει
είναι που μ’ άκουσε να λέγω
πως μέχρι τώρα στη ζωή
δεν έλαχε ποτέ μου
να γνωρίσω και προσωπικά την Άνοιξη…

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Τα δάκτυλα που χαϊδεύουν απαλά
απόψε της κιθάρας τις χορδές
και τη φθινοπωριάτικη βραδιά
γιομίζουν με χαρούμενες αγάπης μελωδίες
είναι γιατί τα λόγια σου σαν φωταψία
πήγαν και δώσανε ζωή
στα φύλλα τα νεκρά.
Είναι γιατί τα χείλη σου σαν βάλσαμο
αγγίξαν και ξυπνήσανε
τα ναρκωμένα κρίνα.

Η μουσική π’ απόψε αντιλαλεί
στο παγωμένο μέχρι τώρα σπίτι της σιωπής
και τη θλιμμένη μου ψυχή
γιομίζει με χαρούμενες αγάπης μελωδίες
είναι για τη χαρμόσυνη
την ιερή γιορτή της ε π ι κ ο ι ν ω ν ί α ς.

ΣΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ

Στον πατέρα μου,
που τόσο πάλεψε για μας

Απόψε, καλέ µου πατέρα,
που ξαγρυπνώ στη μοναξιά µου
κυνηγημένος πάλι
από τη θλίψη µου για το φεγγάρι
που μάτωσε το πρόσωπο στα βάτα
αναλογίστηκα τα βάσανά σου
και σκέφτηκα πως δεν μπορεί.
κανένα πέλαγος να τα χωρέσει.

Απόψε, καλέ µου πατέρα,
που βλέπω μπροστά µου ξεκάθαρα
τα παιδικά µου χρόνια
να µε κοιτάζουν δακρυσμένα
από τα παραθύρια τ’ άπειρου
και να µου κάνουνε νοήματα
με μίσχους κυκλάμινων
αναλογίστηκα τις πίκρες σου
και σκέφτηκα πως δεν μπορεί
καμιά στεριά να τις χωρέσει.

Απόψε, καλέ µου πατέρα,
που τα άστρα µε κοιτάζουν προβληματικά
γιατί παραξενεύτηκαν
απ’ τα καμώματα της µμοίρας σου
αναλογίστηκα τις απολαύσεις σου
και σκέφτηκα πως δεν μπορεί
καμιά να τις χωρέσει δακτυλήθρα.

Απόψε, καλέ μου πατέρα,
που στέρεψε του λυχναριού το λάδι
που νιώθω να με πνίγει το σκοτάδι
αναλογίστηκα την καλοσύνη σου
και σκέφτηκα πως δεν μπορεί
κανένας ουρανός να τη χωρέσει…

ΜΑΝΑ

Στη μάνα μου
που τόσο πόνεσε για μας…

Το δειλινό
Η θάλασσα
Και ο αναβρασμός της
Και οι πολλές οι έγνοιες της.

Το δειλινό
Τα δάκρυα
Κι η πίκρα των φιλιών τους
Και το σκληρό το χάδι τους.
Η μάνα πάντα δίπλα μας
με τα γλυκά φιλιά της.

Το πρωινό
Η άνοιξη
Και το χαμόγελό της
Και τα πολλά τραγούδια της.

Το πρωινό
Η μουσική
Και η γλυκιά φωνή της
Και τ’ απαλό το χάδι της.
Η μάνα πάντα δίπλα μας
και τα γλυκά φιλιά της …

ΕΓΚΩΜΙΑΣΤΙΚΟ

Ήθελα να ‘χα έστω μια αχτίδα
απ’ τον ήλιο που φωτίζει το σπίτι σου
ένα απ’ τα αηδόνια που τραγουδούν κρυμμένα
στο φύλλωμα των δέντρων του κήπου σου
μια σταγόνα απ’ το κρυστάλλινο νερό
που χαϊδεύει το ρυάκι του λιβαδιού σου.

Είσαι μια άνοιξη
που κοιμάται στο κρεβάτι του ήλιου.
Ένας ήλιος στην καρδιά της άνοιξης.
Είσαι ένα αηδόνι
που τραγουδά κρυμμένο
στο φύλλωμα των δέντρων
Ένα δέντρο
που στα φύλλα του βαστάζει αηδόνια.
Είσαι ένα ρυάκι
με νερό κρυστάλινο μέσα σε λιβάδι.
Ένα λιβάδι
που το ποτίζει ρυάκι με κρυστάλλινο νερό.

Ανάμεσα στη χαρά κι εμένα στέκεις εσύ…
Ανάμεσα στο αύριο κι εμένα πάλι εσύ…
Ανάμεσα στα κύματα κι εμένα
το χαμόγελό σου βράχος να πιαστώ.

Αν δεν ήσουν εσύ
ίσως να μην γνώριζα τι είναι φως
τι άνοιξη και μουσική.
Ίσως να μην είχα προζύμι για τα ψωμιά
που ζυμώνω με τ’ αλεύρι των μουσών
και τα ψήνω στο φούρνο
που τον πύρωσε η ύπαρξή σου.

ΣΚΕΨΕΙΣ ΣΕ ΜΙΑ ΠΑΡΑΛΙΑ

Θαρρώ πως η ψυχή μου μοιάζει
με τούτη εδώ την έρημη
την ξεχασμένη παραλία
που κάποτε
το κύμα ορθώνεται σαν γίγαντας
και την κτυπά με λύσσα
μα κάποτε
σαν χέρι στοργικό
την χαϊδεύει
και τη λούζει στον αφρό
γιομίζοντας την φως.

Η ΤΑΒΕΡΝΑ ΣΤΗ ΓΩΝΙΑ

Το δάκρυ
θόλωσε τα μάτια της θύμησης.
Ο άνεμος
και τ’ αηδόνια
θρηνούν για το παιδί
που πήγε
πριν από πολύ καιρό
στο δάσος για αγριολούλουδα
μ’ ακόμα να γυρίσει…

Η ταβέρνα στη γωνιά
που κάθε νύκτα ξαγρυπνά
με συντροφιά
την πονεμένη κιθάρα,
με προσμένει…

ΑΝΟΜΒΡΙΑ

I

Νεκρές δεντροστοιχίες στο λιοπύρι
κι ανάμεσα τους το ποτάμι που διψά.
Μια σαύρα σέρνεται με κόπο
πάνω στα φύλλα τα νεκρά.
Στον ουρανό δυο μαύρα σύννεφα
σαν ίσκιοι πετρωμένοι, σεργιανούν…

ΙΙ

Στείρα βρύση
Στεγνό πηγάδι
και πετρωμένος ουρανός.

Στην άδεια στέρνα
Τα περιστέρια
ραμφίζουν το κενό…

ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ

« Έάν τις δεν γεννηθεί άνωθεν,
δεν δύναται να ίδει την βασιλείαν
του Θεού» (Ιωάν. 3:3)

Κύριε,
Ένιωσα ψες μια μουσική
βαθιά μες στην καρδιά μου.
Στη νυχτωμένη σκέψη μου
ανάψανε λαμπάδες.
Ήσουν Εσύ κι ο Λόγος Σου
και φως και μουσική …

ΤΑΠΕΙΝΟ

Δεν ζηλεύω τα φανταχτερά
μα ψεύτικα στολίδια της ζωής
ούτε ποθώ τα πλάνα της χαμόγελα·
μου φτάνουνε τα ταπεινά μα σίγουρα
τ’ αληθινά κι ας είναι σκυθρωπά
τα κερδισμένα με σκληρό μα τίμιο αγώνα.

Παρά να γίνω οροφή και να σαπίσω
καλύτερα να μείνω πάντα πάτωμα γερό
δοσμένος στην αγκάλη της Μητέρας Ποίησης
σαν οι σκληροί καιροί με δέρνουν.

Δεν θέλω να με πούνε ποιητή μεγάλο
οι φειδωλοί του έργου μου κριτές·
μ’ αρκεί που βρήκα στη ζωή
την Ποίηση καταφυγή…

ΜΗΝΥΜΑΤΑ (1981)

ΤΟ ΠΛΑΝΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

Το πλάνο καλοκαίρι μάς παράσυρε
εκεί που δέρνουν την ψυχή σκληρά τα ξεροβόρια
Το πλάνο καλοκαίρι μάς οδήγησε
εκεί που σφίγγουν το κορμί θανατηφόρα φίδια.

Μαγευτικό τραγούδι και γλυκό χαμόγελο
ποτέ δεν το σκεφτήκαμε
πως κρύβεις μες στη σκέψη σου
τόσο μεγάλη απανθρωπιά
ποτέ δε φανταστήκαμε
πως φαρμακώνεις τα πουλιά.

Αγγελική ματιά στο μέτωπο της πίκρας μας
ρυάκι στην ποδιά της χέρσας ευτυχίας μας
αναλαμπή στα παγερά σκοτάδια μας,
εσύ που σκέπαζες τη γύμνια της ελπίδας μας,
πώς καταδέχτηκες να καταστρέψεις
τα καταπράσινα λιβάδια των ονείρων μας;
Πώς μπόρεσες να κομματιάσεις
τη στάμνα του κουράγιου μας;

ΑΔΙΑΦΟΡΙΑ

Ποτέ τους, μα ποτέ τους δε ρωτήσανε
Στην ακροθαλασσιά γιατί πηγαίνουμε
Γιατί πηγαίνουμε και μένουμε
Με σπαραγμό το κύμα να κοιτάζουμε
Που χρόνια τώρα μάχεται μονάχα
Για να γκρεμίσει το μεγάλο βράχο.

ΞΕΠΡΟΒΑΛΕΣ

Ξεπρόβαλες απ’ το θλιμμένο παραθύρι
την εποχή που δέναν οι καρποί
με την καρδιά σαν τον κορμό καμένου έλατου
και με το βλέμμα σου — δωμάτιο κλειστό —
να σεργιανά στα πετρωμένα σύννεφα
Με θλίψη κούνησες το μολυβένιο σου κεφάλι
γιατί θυμήθηκες τα στείρα πια πηγάδια
και τις βουβές πήγες.

ΖΗΤΟΥΜΕ ΒΟΗΘΕΙΑ

Επιβάτες σ’ ένα σάπιο καράβι
Κάτοικοι σ’ ένα σπίτι με ραγισμένους τοίχους
Τραυματισμένοι, ετοιμοθάνατοι
στο κρεβάτι του πόνου.
Οι γιατροί και οι νοσοκόμες
αρνούνται να μας γιατρέψουν.
Αργοπεθαίνουμε ανάμεσα στα χάχανα
τις κοροϊδίες και την περιφρόνηση τους.
Ζητούμε βοήθεια…

ΜΗΝΥΜΑΤΑ

Μηνύματα που φτάνουν απ’ τα μνήματα
και τ’ ασπρισμένα κόκαλα
των άφθαρτων νεκρών αγωνιστών
– αγνώστων και γνωστών –
τρυπούν τον ύπνο µου
σαν πύρινες ρομφαίες αρχαγγελικές
σφυρίζουνε στ’ αυτιά µου σαν οχιές.

Μηνύματα που φτάνουν απ’ τις εκκλησιές
τις κουρσεμένες και βουβές
που κατάντησαν λεία των ληστών
και τόποι βιασμών
πικραίνουν το ψωμί µου
όπως πικραίνει το φαρμάκι το νερό
σαλεύουν το μυαλό µου
όπως σαλεύει το καράβι κύμα φοβερό.

Μηνύματα µε ρουφηγμένα µμάγουλα
από το πένθος το βαθύ
μηνύματα µε µάτια κατακόκκινα
από το κλάμα το πολύ
μηνύματα που με τα χέρια τους τα κοκαλιάρικα
γυρεύουνε βοήθεια
και µε ρωτούν επίμονα
για την κατάντια µας να δώσω μιαν εξήγηση,
ξεσκίζουν σαν καλάμια τη συνείδηση.

Μηνύματα, μηνύματα και μνήματα
μηνύματα και μνήματα
από δικά µας κρίματα
που ολημερίς κι ολονυχτίς με βασανίζουνε
και τα φτερά του κάθε ονείρου μου τσακίζουνε
για την αναισθησία μερικών
και τη μικροψυχία των πολλών,
με κάνουν να σκεπάζω
από ντροπή το πρόσωπο.

Μηνύματα που χρόνια τώρα καρτερούν
την κλειδωμένη πόρτα της συνείδησης ν’ ανοίξει
από θυμό τα δόντια τρίζουνε
απ’ αηδία φτύνουνε
κι εμείς καθόλου δε νοιαζόμαστε
κι εμείς καθόλου δε σκεφτόμαστε
κι εμείς κοιμόμαστε κι ονειρευόμαστε
ονειρευόμαστε… ονειρευόμαστε…

Μηνύματα που χρόνια μόνα ξαγρυπνούν
και τις χαμένες µας πατρίδες ασταμάτητα θρηνούν
µου φαίνεται πως βαρεθήκανε τις κούφιες υποσχέσεις µας
µου φαίνεται πως καταλάβανε τις διαθέσεις µας
γιατί µας βλέπουν που νοιαζόμαστε πολύ για τις ανέσεις µας
που τίποτα δεν κάνουμε για τις υποχρεώσεις µας
και µας αφήνουν ανενόχλητους.

Μηνύματα, µ μηνύματα και μνήματα
μηνύματα και μνήματα
από δικά µας κρίματα
µου συνταράζουν τα αισθήματα…

ΩΡΕΣ ΠΟΛΕΜΟΥ (1975)

ΘΑΝΑΤΟΣ

Ο χάρος έφτασε τον Αλωνάρη μήνα
Και σκόρπισε σαδιστικά το θάνατο
Στο ραγισμένο σπίτι της χαράς μας.

Ο ήλιος κρύφτηκε στη στάχτη
Κι η μέρα έμεινε χωρίς ψωμί
Γιατί ο λίβας τρύγησε νωρίς τα μεστωμένα στάχυα.

Ο χρόνος τώρα σεριανίζει σε ναυάγια
Τη μαυροφόρα σκέψη μας

Η νύχτα ξαγρυπνά και κλαίει
Τους γκρεμισμένους μόχθους μας.

ΟΙ ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ ΕΚΕΙΝΟΥ

Οι μέρες του Καλοκαιριού εκείνου
Κρεμάσανε τα εκμαγεία τους ανάποδα
Στα γκρεμισμένα σπίτια της πατρίδας
Αφήσανε τη στάχτη κατακάθι στην ψυχή
Σαλέψανε τα καπνισμένα μάρμαρα του ήλιου.

Οι μέρες του Καλοκαιριού εκείνου
Σκορπίσανε τις χρυσαφιές κλωστές του αργαλειού
Στον Αλωνάρη άνεμο
Κουρσέψανε σαδιστικά τα πλούσια κελάρια
Σκοτώσανε αναίσχυντα τα καρπερά μελίσσια.

Οι μέρες του Καλοκαιριού εκείνου
Ξεσχίσανε τα πλουμιστά πανιά των καϊκιών
Στα πρωινά μελτέμια
Κουβάλησαν το θάνατο σε γραφικές ακρογιαλιές
Και φίλεψαν το χάροντα με πλούσιο τραπέζι.

ΤΑΦΗ

Η μάχη τέλειωσε το σούρουπο.
Η νύχτα τύλιξε σιγά-σιγά τα σκόρπια μέλη των νεκρών
Με το τσουρουφλισμένο κρέπι της
Το κόκκινο φεγγάρι δακρυσμένο και λυσικομο
Τους έδωσε γονατιστό τον τελευταίο ασπασμό
Και μια μπουλντόζα έπειτα βιαστικά
Τους έθαψε σε μνήματα ομαδικά, χωρίς τα σχετικά,
Με συνοδεία τη θρηνητική φωνή του γκιόνη…

Οι μάνες όμως καρτερούν γονατιστές
Στα σκαλοπάτια της ελπίδας
Και μένουν οι νεκροί χωρίς μνημόσυνα
Χωρίς νερό και λάδι…

ΤΑ ΜΟΙΡΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΠΡΟΓΟΝΩΝ

Αραχνιασμένα τα κενά χιτώνια
Στα καπνισμένα μάρμαρα
Της Σαλαμίνας και των Σόλων ξεχασμένα
Κοκκίνησαν τ’ αγουροξυπνημένα μάτια μας
Και μοιρολόγια αντηχούνε τώρα στο σκοτάδι
Σαν χορικά αρχαίας τραγωδίας
Βγαλμένα από κάποια στόματα αόρατα…

ΕΜΠΕΙΡΙΑ

Ήταν πρωί, πολύ πρωί, ποτέ δε θα ξεχάσω…
Τα περιστέρια ξαφνιασμένα βούλιαζαν στο μακρινό ορίζοντα
Γιατί κρεμάσαμε στον ώμο το ντουφέκι
Και μπήκαμε σε στρατιωτικά οχήματα
Να κουβαλήσουμε το θάνατο σ’ ανθόσπαρτες βραγιές.
Μια φάλαγγα κορμιά ανθρώπινα για το σφαγείο…
Ο Διγενής Ακρίτας πέρασε από κοντά μας αστραπή
Κι ο θάνατος ακόνιζε πιο κάτω τη ρομφαία.
Ο φόβος πάγωσε το θάρρος στις καρδιές μας
Η θλίψη πέτρωσε τα πρόσωπα μας
Κι η σκέψη των αγαπημένων
Μαχαίρι δίκοπο καρφώθη στην ψυχή μας.

Σ’ ελάχιστο διάστημα βρεθήκαμε μπροστά στο θάνατο.
Ανθρώπινα κορμιά κομματιασμένα, παραμορφωμένα
Ζωγράφισαν στα μάτια μας τη φρίκη.

Ήταν πρωί, πολύ πρωί, ποτέ δε θα ξεχάσω…

ΑΔΙΚΙΑ

Τα δηλητηριώδη μανιτάρια του καιρού μας
Σε μια γωνιά της μουχλιασμένης γης
Φορτώσανε σε κάτι μεστωμένα στάχυα
Το πιο βαρύ κατάστιχο της αδικίας τους
Και περιμένουν τώρα σκεβρωμένα
Τον ήλιο να φανεί από καμιά γωνιά…

Πουλιά σκελετωμένα που διψούν
Ραμφίζουνε τα σύννεφα με αγωνία
Μα τους αρνιούνται το νερό.
Απλώνονται μετά σαδιστικά
Οι φονικές παλάμες του καιρού μας
Μαδούν τα ντελικάτα τους φτερά
Και τους προσφέρουνε το θάνατο γουλιά – γουλιά
Με χίλιους δυο υπαινιγμούς και υποσχέσεις.

ΟΠΤΑΣΙΑ

Μεσάνυχτα σε μια σκοπιά απέναντι απ’ τον εχθρό
Με τις δαγκάνες του θανάτου περασμένες
Στου πολυβόλου τη θαλάμη
Και δυο συντρόφους να κοιμούνται πλάι
– Κεριά σβηστά τα πρόσωπά τους
Στου φεγγαριού το γυάλινο παγκάρι… –

Το πολικό αστέρι
Κοιτούσα και στοχάστηκα
Τα μέρη που μας πήραν οι εχθροί
Στη μέρα που μας πέρασε.

Η Παναγιά του Τράχωνα ξεπρόβαλε απ’ τις ελιές
Με τα δαντελωτά της ρούχα ξεσκισμένα
Με τα σαντάλια σκονισμένα
Και μάτια κατακόκκινα, υγρά.

Με κοίταξε για λίγο με παράπονο
Και χάθηκε ξανά στον ελαιώνα
Οι τύψεις τότες τράνταξαν βαθειά τα μέλη της ψυχής
Δυο δάκρυα καυτά κυλήσανε στο προδωμένο χώμα…

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΣΕ ΦΟΝΤΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΟ (2015)

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

(εφημερίδα «Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ», 7/12/2015)

Ο Νίκος Πενταράς έχει ήδη διανύσει μια σαραντάχρονη πορεία στα ποιητικά πράγματα του τόπου και στην υπό παρουσίαση νέα του συλλογή, την ένατη στη σειρά, διακρίνω μια διάθεση επανεξέτασης και αναθεώρησης των πραγμάτων, των συναισθημάτων, ενδεχομένως και των τοποθετήσεων. Μια διάθεση, την οποία θα χαρακτήριζα δηλωτική της ωρίμανσης του ποιητή, μιας ωρίμανσης τόσο αισθητικής, όσο και συνειδησιακής: «…αναποδογυρίζω την κλεψύδρα / αφαιρώ το φθαρμένο προσωπείο / των επαναλήψεων / κι ονομάζω το καθετί απ’ την αρχή…». (σελ. 7)
Η σημειωτική του Ν.Π. είναι και σ’ αυτή τη συλλογή ξεκάθαρη και μονοσήμαντη. Διανθισμένη με ευφάνταστες και ευρηματικές απεικονίσεις βαθυστόχαστων συλλογισμών: «…οι μνήμες σήμαντρα βουβά / όνειρα πεταλίδες / αποκολλούν από τα βράχια τους…». (σελ. 9)
Ο Ν.Π., ενώ φαντάζει περισσότερο ελεγειακός και λυρικός ποιητής, με έφεση στην αυτοαναφορικότητα, δεν μένει αδιάφορος μπροστά στην οδύνη της τρέχουσας επικαιρότητας. Και τον απασχολεί πώς αυτή αποτυπώνεται στην ποίηση, όπου, επί της ουσίας, μόνο δράματα καταγράφονται: «Πάντα τα ποιήματα / βάφουν κόκκινο το χαρτί / με το αίμα των πληγών / απ’ το σπαθί / των τελευταίων ειδήσεων…» (σελ. 11).
Οι μνήμες, ως πολυσήμαντες, πολυδιάστατες και πολυεπίπεδες αναφορές και ερεθίσματα –και όχι η μνήμη ως αφηρημένη ή γενική φιλοσοφική και αισθητική κατηγορία– απασχολούν έντονα τον ποιητή. Στο ομώνυμο σύνθετο ποίημα της συλλογής, οι μνήμες, ανάμεσα σε άλλα, ταυτίζονται με τη θαλπωρή και την ομορφιά: «Χιονίζει μνήμες / κι ένας χιονάνθρωπος / στην αυλή της νύκτας / βάφει στα λευκά / την άχρωμη χαρά / της μοναξιάς του» (σελ. 13).
Οι στίχοι του Ν.Π. διακρίνονται και από μια βαθιά αισθαντικότητα, με όποια θεματική και αν καταπιαστεί. Εδώ και από μια υποψία ερωτικής νύξης: «Η σιωπή / διάτρητη από τους πυροβολισμούς των στεναγμών / καίγεται στον πυρετό της απουσίας σου / και δάκρυα τριαντάφυλλα / ραίνουν το πρόσωπό της» (σελ. 20).
Γενικά, ο Ν.Π. πραγματεύεται μεγάλες ιδέες, μεγάλες έννοιες και υψηλά νοήματα, με απλότητα, καθαρότητα, παραστατικότητα και νηφάλια εικονοπλαστική διάθεση, χωρίς εξάρσεις εντυπωσιοθηρίας. Να πώς συμπλέκονται τρεις σημαντικές έννοιες, η αγάπη, η μοναξιά και η πίστη, στο ποίημα που ακολουθεί: «Μονάχα μ’ ένα ρούπι / ένα ρούπι αγάπης / η μοναξιά υφαίνει / πίστη σαραντάπηχη / και ντύνει την παγωνιά της» (σελ. 26).
Ο τρόπος με τον οποίο ο Ν.Π. σαρκάζει τις αξιοκατάκριτες ανθρώπινες συμπεριφορές διακρίνεται από μια λεπτότητα και μια εμμεσοτάτη διαχείριση, που ουδόλως όμως μειώνει τον υψηλό βαθμό της καυστικότητάς του. Ο ποιητής επιλέγει τις υπαινικτικές, παρά τις διακηρυκτικές προσεγγίσεις, όταν θίγει το μέγα ζήτημα της διάβρωσης των ανθρώπινων συνειδήσεων: «Ευτυχώς που υπάρχουν και οι ακέραιοι αριθμοί / διαφορετικά η λέξη ακέραιος / θα έπεφτε σιγά σιγά σε αχρηστία» (σελ. 29).
Aξιοπρόσεκτη βρίσκω και μια «στιγμή» γεμάτη πίκρα, κυνισμό και σαρκασμό, που σίγουρα έχει τις καταβολές της στον Κώστα Μόντη: «‘Το μαχαίρι μέχρι το κόκαλο’ ναι! / Εδώ όμως, αδελφέ, πρόκειται γι’ ασπόνδυλα» (σελ. 30).
Ο Ν.Π. μπορεί να μη γράφει αμιγώς δημοσιολογικούς στίχους, τοποθετούμενος ευθέως επί πολιτικοκοινωνικών θεμάτων. Δεν μένει όμως αδιάφορος στα όσα συμβαίνουν στο κοινωνικό περιβάλλον. Και δίδει το δικό του στίγμα αλληλεγγύης με βαθιά ουμανιστική διάθεση: «Φέτος τα Χριστούγεννα / από τη συνταγή για μελομακάρονα / αφαιρέστε / μισό φλιτζάνι ζάχαρη / ένα φλιτζάνι μέλι / και δώστε τα / στον πικραμένο αδελφό σας» (σελ. 38).
Παρ’ ολ’ αυτά, ο Ν.Π. ενίοτε χρησιμοποιεί το θρησκευτικό θεματικό υπόβαθρο, για να αναπτύξει κάποια ζητήματα δημοσιολογικής, κοινωνιολογικής και ουμανιστικής υφής. Κι αυτό κυρίως για να καταπιαστεί με ιδέες και έννοιες όπως η φιλία, η οικογένεια, στις μέρες μας, στη σύγχρονη εποχή, μέσα από σύγχρονα συμφραζόμενα. Αυτό συμβαίνει στα ποιήματα: «Σάββατο του Λαζάρου» (σελ. 39), «Μετά βαΐων» (σελ. 40), «Ιδού ο Νυμφίος έρχεται» (σελ. 41), «Η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή» (σελ. 42), «Η ακολουθία του Νιπτήρος» (σελ. 43), «Μεγάλη Παρασκευή» (σελ. 45), και «Πασχαλινό τραπέζι» (σελ. 46). Στο τελευταίο ποίημα ο Ν.Π. επιχειρεί και μια μεταθανάτια συνομιλία με τους γονείς του, μέσα από μια ιδιότυπη και νοητή επιστροφή στις ρίζες του, στους γεννήτορές του, στα χρόνια της δικής του εφηβείας.
Ο Ν.Π., ακόμα κι όταν διατυμπανίζει, όταν διακηρύττει, όταν προβάλλει με περηφάνια την ευαισθησία του, που είναι διάχυτη σ’ ολόκληρο το βιβλίο, έχω την εντύπωση πως το πράττει με μια αδιόρατη λεπτότητα και με μια έμφυτη συστολή: «Την ημέρα της πλύσης / θυμήσου / να βάλεις την ψυχή μου / μαζί με τα ευαίσθητα / και να την απλώσεις / να στεγνώσει στάζοντας / (δίχως στίψιμο)» (σελ. 60).
Σε μια συνολική προσπάθεια ανάπτυξης διακειμενικού διαλόγου με μεταστάντες ποιητές, μέσα από δύο ποιήματα που διαδέχονται το ένα το άλλο, «Ποιητική σύναξη» (σελ. 68) και «Οι μεταστάντες ποιητές» (σελ. 69), ο Ν.Π. αναφέρεται πρώτα στους αδικαίωτους και μετά στους δικαιωμένους ποιητές. Τους περιβάλλει όμως όλους με την ίδια θαλπωρή και ζέση. Με την ίδια στοργή και μέριμνα. Παραθέτω το δεύτερο, ευσύνοπτο ποίημα: «Οι μεταστάντες ποιητές / τις νύκτες αποδρούν από τις προτομές τους / και παίρνουν κρυφά τον δρόμο για το σπίτι τους / να ξαναβρούν τη μοναξιά τους» (σελ. 69).
Και εδώ, όπως και σε άλλα ποιήματα της συλλογής, η μοναξιά σημασιολογείται ως η απόλυτη προϋπόθεση για την πραγμάτωση της πνευματικής δημιουργίας.

ΣΤΗ ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ (2009)

ΣΤΕΛΙΟΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ

Η ποιητική συλλογή του Νίκου Πενταρά «Στη Μοναξιά του Φεγγαριού» χωρίζεται σε ενότητες: Γέννηση, Η αρπαγή, Η προσμονή, Ελπίδα, Ο λυτρωμός.

Όπως παρατηρούμε, πρόκειται και πάλι για μια αρχή, μέση και τέλος, για ένα ολοκληρωμένο κύκλο, ή μια πορεία προς την έξοδο ή τη λύτρωση.

Το μόττο του βιβλίου είναι καθοριστικό της ποιητικής του Νίκου Πενταρά, που θα βοηθήσει να συλλάβουμε και τα εργαλεία, σύγχρονα ή παλαιά , με τα οποία πρέπει να πλησιάζουμε την ποίησή του. Γράφει λοιπόν ως προμετωπίδα του έργου του αυτού:

«Απλούστατα, δεν πρόσεξαν την παρουσία μας εδώ, γιατί δεν ζήσαμε στην εποχή τους, αλλά στην εποχή του Κάλβου και του Σολωμού, του Παλαμά και του Καβάφη, με τη λαβωματιά στο στήθος από τον πυροβολισμό , που σκόρπισε στο σκοτεινό δωμάτιο τους πένθιμους συλλογισμούς του Καρυωτάκη.»

Οίνος λοιπόν εις παλαιούς ασκούς, και ας μη κατηγορούμε για την έλλειψη νεοτερικότητας. Το μόνο ίσως στο οποίο διαφέρει από τις παλαιές σχολές είναι ο ελεύθερος στίχος, στον οποίο γράφει. Κατά τα άλλα, στη συλλογή αυτή, εκτός από τα μονόστιχα και ολιγόστιχα ποιήματα, στα οποία συμπυκνώνει το λυρισμό του, βρίσκουμε θεματικά και εικονικά τη φύση να παίζει τον πρώτο ρόλο, αφού από αυτήν παίρνει τις περισσότερες εικόνες του, και μ’ αυτήν συνταιριάζει τα ανθρώπινα, συναισθήματα και σκέψεις.

Οι εικόνες του από τη φύση, με τις παρομοιώσεις, τις μεταφορές, τις αλληγορίες, τις αντιθέσεις, επιβεβαιώνουν το προλογικό του σημείωμα.

Η προσπάθεια συγγραφής ολιγόστιχων ποιημάτων, μονόστιχων, δίστιχων, τρίστιχων κρίνεται επιτυχής, γιατί και δεξιότητα χρειάζεται και συμπύκνωση λόγου και νοημάτων ποιητικά δοσμένων.

II

ΠΟΥΠΕΡΜΙΝΑ

ΠΟΥΠΕΡΜΙΝΑ

Έργο της bloggerΠουπερμίνα – αυτοαπεικόνιση σε κλίμακα 1:3 σε πηλό

Η Πουπερμίνα (blogger) γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε στο Πολυτεχνείο του Μονάχου και ασκεί μάχιμα την αρχιτεκτονική στην Ελλάδα.
Από μικρή παίζει γράφοντας και σκιτσάροντας με μαύρα και χρωματιστά μολύβια, μέχρι που ανακάλυψε το μηχανικό και συνέχισε μ’ αυτό.
Είναι συντάκτρια του ιστολογίου «Μηχανικό Μολύβι (αμήχανες ιστορίες διά δικτύου)», όπου αναρτά αποκλειστικά δικά της κείμενα και στίχους, γραμμένα τη δεκαετία 2010- 2020. Συμμετοχές της έχουν δημοσιευθεί σε ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά και ιστολόγια, μεταξύ των οποίων τα: τοβιβλίο.net, Φρέαρ, Με ανοιχτά βιβλία, Diastixo και Bibliothèque.

ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΣΙΩΠΗΣ

(εγώ θα σου μιλώ με τα τραγούδια)

Καλά λοιπόν
αφού το θες
ας παίξουμε τους πεθαμένους
και πιθανά εσύ
το παίρνεις και
τοις μετρητοίς,
όσο για μένα – εγώ
θα το τηρώ μόνο όσο
φέγγει η μέρα
τις νύχτες θα γλιστρώ
με τα ψηλά τακούνια
στα στιλπνά αργεντίνικα
πατώματα,
στεντόρεια πάλι
ξεσηκώνοντας
τα μαύρα χελιδόνια
απ’ το πεντάγραμμο
θα μένω ζωντανή

Αντί να εφεύρουμε
καινούργια γλώσσα
φρέσκια ειδικά για
την περίσταση
καταδικιά μας
κορακίστικη
– σαν τα παιδιά -,
ελόγου σου
έσπευσες να μου
σαλπίσεις
της αφωνίας το
πρόσταγμα με μιας
Ξέρω η σιωπή
από κοινού με την
απόσταση
ανυπαρξία
υπόσχεται
σ’ όποια συνδήλωση
αφόρητων
κείθε σινιάλων
πεθυμιάς

Δεν θα ξαναμιλήσουμε
οκ
θα παίζουμε τους πεθαμένους
σ’ άυλα για την ώρα
μνήματα βουβοί – εδώ -,
ωστόσο κοίτα
κάτι πλάι πρασινίζει
σα να φυτρώνει μία
μαργαρίτα της συγχώρεσης
να τη μαδώ

ΤΟΛΜΩ

Να κόβω τα μαλλιά μου
να κάνω δεμάτια που θα
σκορπίζω στους αγρούς
να ‘χουν τα που στέλνεις
να βοσκήσουν τα σύννεφα
Να κουβαλώ μπαούλο
αφοδράριστο να χώνεσαι κάθε
που κρύβεσαι απ’ το φως
με μαύρα τα φτερά και ζουληγμένα
να σε φυγαδεύω
Να ‘μαι κουκέτα σε αρχιπέλαγος
χωρίς διεύθυνση
να απαντάς μόνον αν θες∙ ποτέ
να μη το φέρνει η ώρα να θελήσεις
να μου απευθύνεσαι -να μην υπάρχω-
Ανίερο ν’ αντέχω προσκύνημα
απόλαυση ανάλεκτη κι ανέκκλητη
μεταξωτού υπογάστριου μιας
αναχώρησης λαθραίας
Να πλέω

Η ΚΑΛΛΙΓΡΑΦΟΣ

Ξέφραγη
ευεπίφορη σε
αποικίσεις ξενιστών
υπό συνθήκες
αθόρυβης λεηλασίας
εκκωφαντικής συνάμα
παραμέλησης
-μα εργώδους οίστρου-
από ένστικτο
μπλόκαρε τους τροχούς
ο
Σε τελετές τσαγιού
μάθαινε έκτοτε να επικεντρώνεται
σε ουρές μπονσάι αλόγων που
ανάλαφρες όπως αγγίζουν
το χειροποίητο χαρτί
με ευγενή στροβιλισμό
ανασηκώνονται
και αμέσως με
βίαιη θεληματικότητα
αποτυπώνουν
ο
Κείνη την ώρα ωστόσο αποσύρονταν
απαλά κλείνοντας τα ημιδιάφανα πανό
έχοντας οδηγούς τις τέλειες εντορμίες
και τα μόρσα του φέροντος κυπαρισσόξυλου
με καλά ξυσμένο ένα καλάμι
έντεχνα χαρακώνονταν
κι αυτό χρόνια πολλά
πριν απ’ την εποχή
της υπερπόντιας εμπόρευσης
της στυπτηρίας

ΦΘΟΓΓΟΣ ΗΛΙΟΥ

Επιμένω
κοιτάζοντας κατάματα
το ηλιοβασίλεμα
αποτραβώ το βλέμμα
ήλιοι λικνίζονται παντού
μελανοί στην ώχρα
του σκαμμένου αγρού
ρόδινοι στο φόντο
χλωρού καλαμιώνα
χρυσοί με το που
σμίγω τα βλέφαρα
αναπηδούν
αναγεννώνται
αντιστέκονται
στην έλξη μιας
φλεγματικής
κορυφογραμμής
απέναντι στην Πάρο
καθένας τους και
μια μόνο στιγμή
μια ανάμνηση
μια αποτζιατούρα
πριν από την επόμενη
κίνηση της νύχτας
που φτάνει

«Μιμείται κανείς,
όταν αποτυγχάνει!»

ΑΤΑΚΤΟ ΡΩ

Απ’ τη στιγμή που
έσπασε σαν γυαλί ο χρόνος
πελαγοδρομώ στα ανοιχτά
του λιμανιού με μαγκωμένη
άγκυρα σε ακατάδεχτης μιας
λησμονιάς γρανάζι
Με χίλιους κόπους
πελαργοδομώ
μέσα στα σύννεφα
βουβή φωλιά
Κύμα το κύμα από τον κάβο
απομακρύνομαι
άχυρο τ’ άχυρο το βλέμμα
ανασηκώνω στον ορίζοντα
μπας και φανείς

Πριν λίγο σε ανακάλυψα
τυχαία στο συκώτι μου
αργά – αργά
να το ξεσκίζεις
την προαιώνια πείνα
να χορταίνεις
να γελάς

ΓΛΩΣΣΕΣΞΕΝΕΣ

Θα ‘θελα να μιλώ
τις γλώσσες όλες
όχι για επικοινωνία
ή συνεννόηση, καθώς ετούτες
πιότερο από τη γλώσσα
χρειάζονται το σώμα –
χώρο και χρόνο

Θα ‘θελα να μιλώ
τις γλώσσες όλες
για τη στοχαστικότητα,
τις έννοιες, που συνέλαβαν
οι ποιητές σε λαλιές άλλες
κι εκφέρουν έκτοτε για
χώρο ή χρόνο

Θα ‘θελα να μιλώ
τις γλώσσες όλες
και για την μαρτυρία
της κάθε μιας στο ερώτημα
τί είναι άνθρωπος
τί ‘ναι να ζει σε
χωροχρόνο

Θα ‘θελα να μιλώ
τις γλώσσες όλες
για να διαλέγω
απ’ αυτές την πιο κατάλληλη
μ’ αυτή να εκφράζω
γραπτά, πώς μάομαι
χώρο το χρόνο

ΟΦΕΙΛΗ

Σου οφείλω τις λέξεις
Όταν σ’ είδα που μου άρπαξες
Και μ’ άφησες άλαλη

Κι εκείνες τις άλλες
Κραυγές μας κι ανάσες
Σα μ’ έστελνες άυλη

Τις αναντάριασες
Μετά με μάτωσες
Τις κέρδισα πίσω

Κι ως βγήκα απ’ το λόγο μου
Πια γράφω τα λόγια μου
Έγινα άλλη

ΓΥΜΝΟΙ ΒΑΣΙΛΙΑΔΕΣ

Στον κλειστό αλλ’ αχανή
του διαδικτύου το μικρόκοσμο
τους συναντάς να περιφέρουν
σφραγισμένα,
με πείσμα, μα και με μόχθο, θα πεις, κάποτε
ύψιστα μυστικά της τέχνης τους
– τη ρηχότητα του λόγου τους
τη γύμνια του ναρκισσισμού τους -,
με έπαρση προσποιούμενοι
– τόσο που το πιστεύουν –
πως κάποιος προσωπικά
τους έχει εμπιστευθεί
ένα «Κλεμμένο Γράμμα»

Κορδώνονται
πως κουβαλούν
παρέα με ταγμένο άγημα
– φίλους στο fb τάχα μπιστικούς –
ένα «Κιβώτιο»
Δε συσκευάζεται ωστόσο εύκολα
το άϋλο,
το ανυπόστατο
δε μορφώνεται σε αξία,
εξόν κι αν χρειάστηκε
να δώσεις θυσία πρώτα εσύ
τη σάρκα σου,
αν αίμα έχει χυθεί στο δρόμο,
όσων πλησιάζουν
προς το ελεύθερο άπλωμα
του βλέμματος
στην κορυφή

ΕΠΑΓΡΥΠΝΗΣΗ

Πώς το ‘θελε να βυθιστεί στη θολή λίμνη
να κολυμπήσει με τα μάτια ανοιχτά
να μην ακούει
να ψάχνει χωρίς να ξέρει τί
σε νερά ανοίκεια
γνώριμα νερά
νερά πράσινα
της αθωότητας
όπου ανέκαθεν
το συναντά
στιγμιαίο
απροσδιόριστο
το τίποτα
μιας νοσταλγίας
το μακρινό λυκόφως
μιας αναπόλησης
εκεί που κάθε φορά βουλιάζει
από την αρχή
κι έπειτα ξυπνά
πάνω σε υγρά βότσαλα
για να ξαναγυρίσει στη στεριά
όπου αντίκρισε
ορίων ταπείνωση
όπου
πνίγηκε
κι ενώ έχει τον τρόπο
να ξεχνά
τα τραγούδια
δεν το επιτρέπουν ∙

ήθελε να βυθιστεί
αλλά
τα φλάουτα
το ειδοποίησαν
της επαγρύπνησης
το ξωτικό

ΜΟΙΡΑΙΩΣ

Προσωρινά εκεί
κατοίκησα
τα αιώνια
χρόνια της νιότης
φωτεινά
μια καινούργια βέσπα
-του ωραίου-
στο κατώφλι
ζηλιάρα η απέναντι
-για τον ωραίο-
τραβεστί
Ταχτσής Σικάγο
πίσω στην αυλή
μίστερσελοφέν
θέλω να με λεν
με θυμάμαι όρθια
-στη μπανιέρα-
κεκλιμένα
τρίγωνο και ταυ
το σερβίτσιο
από χρόνια
σπασμένο
τίποτα
δεν μελέτησα
για τον Φωτήλα
ανηλεώς
καστανόξανθος
με μελετούσε∙

ωραίος

ΟΡΜΗΝΕΙΑ

Σα βροντήξεις σε κάποιον την πόρτα κατάμουτρα
και τον πάρουν τα αίματα
και κυλιστεί,
μη κι αρκεστείς αργότερα
να του την ξεκλειδώσεις

Άνοιξέ τηνε διάπλατα –
βγες αχάραγα να φέρεις γύρα,
πού παραδέρνει να τον βρεις

Άμα το φέρει η τύχη και ξαναμπεί και ζεσταθεί,
του μιλάς για σε,
σαν τί ζόρι τράβηξες
και ξέσπασες στην πόρτα –
αν το γνωρίζεις.

INDOOR ΟΠΩΣ INBOX

Την παρατηρεί
– έντομο εξωτικό –
και πλανιέται,
πως ξέρει, νομίζει,
τί σκέφτεται,
ποια είναι πως ξέρει ,
θαρρεί,
πως τάχα μπορεί
να την πιστέψει προβλέψιμη,
καθώς την παρακολουθεί
– με κράνος – στην πόλη
να γκαζώνεται,
καθώς τη διαβάζει
να καμώνεται,
καθώς τη βλέπει
στους ρυθμούς – Kosmos –
να λικνίζεται,
ανεξήγητα κι αδιάντροπα
να χαίρεται
κι έπειτα την ακούει
να φλυαρεί – γράφοντας –
Στη φαντασία του πλάθει
μιαν ανύπαρκτη άλλη
κι ούτε καν ψυχανεμίζεται
την πηχτή, τη σκοτεινή της
βουβαμάρα

Θυμώνει, τινάζεται,
απ’ αυτό το βλέμμα
που επιμένοντας ταξινομεί,
να ξεφύγει –
μετά πάλι στην πλάνη του
εναλλάξ, τρυφερά,
η Μάγια
τον συγχωρεί

ΑΥΤΑΠΑΤΟΧΩΡΑΦΟ

Καιρό τώρα φυτεύει
κάπου επιμελώς
ένα χωράφι
με τις καλύτερες
ποικιλίες αυταπάτες∙
Νάξου
της αρμονίας
διαπροσωπικές
Κύπρου
του επαναπατρισμού
σε κατεχόμενους
όπου γης τόπους
κι από το Νευροκόπ(ο)ι
σκέτο ένα δράμα
γραπτής συγκομιδής
στιγμών

Για χρόνια
δε ριζώνει
από δαύτες
τίποτα
ούτε φυτρώνει
δίκιο
μήτε ξανά
αρραγές
βλασταίνει
ό,τι πισώπλατα
ετρώθη∙
όλο και πιο συχνά
προδίδεται
– από μια στιγμιαία
ήλιου αντανάκλαση –
ν’ αδημονεί
απέναντι
στη ράχη
το δρεπάνι

ΜΗ ΚΡΑΤΗΘΕΙΣ

Βαδίζοντας στην όχθη
Τα φύλλα έτριξαν ∙
Σβήσου έχει πει ο ποιητής
– με γενναιοδωρία –
Ρυάκια δίπλα σου κυλούν
Κλωνάρια σπάζουν
Πέφτει η νύχτα απαλά
Χωρίς αρχή
Όλο αποκάμουν οι σκιές
Σε ύπνο βυθίζονται οι πόνοι
Ένα αεράκι μόνο ρυτιδώνει τα νερά
Γκρίζα κι αυτά
Κλειστά
Ανοίγονται καινούργια μνήματα
Χαράξου κάπου και μετά

Ο στίχος μένει

[«Χαράξου κάπου με οποιονδήποτε τρόπο και μετά πάλι σβήσου με γενναιοδωρία», Οδυσσέας Ελύτης, Μαρία Νεφέλη]

ΑΝΑΣΚΑΦΗ

Ήταν κι εκείνο το
Σκουριασμένο συναίσθημα
Με την τρύπα να χάσκει στο
Δόξα Πατρί
Έτοιμο να πάρει ξανά
Να τριβουλιάζει
Χάμω -ρινίσματα-
Στα σκασμένα χώματα∙
Αμελούσε συστηματικά
Τη συσταθείσα αγωγή
Πόσο επίπονη
Μια ραδιοχρονολόγηση
Ξεκάθαρα
Προτιμούσε την ατιμία
Μιας ακόμη
Κατά απρόσωπον εξέμεσης
Κρυμμένο σε πτυχώσεις
Καλοδιπλωμένων
Στίχων
Σε αφηγήσεις όλο και πιότερο
Επισφαλείς – μόνο
Προσωρινά κι αυτές μια ιδέα
Αποτελεσματικές

Η ΓΟΡΓΟΝΑ

[Μνήμη Ε.Τ.*]

Το καμένο σουτιέν
μιας Cécile
έναν Μάη
νίκησε την εντροπία
της στάχτης του
ανασύστησε την
σομόν δαντέλα
πέταξε ψηλά και
κρεμάστηκε σε γυμνό κλαδί
-Γι’ αυτό, απόρησε,
καήκαμε εμείς;
Για τούτες τις ειδήσεις
σπάσαμε με τις ντουντούκες
της επιθυμίας τα δεσμά;
Με μιας τότε σηκώθηκαν
ανταριασμένες
η Έμιλυ
η Βιρτζίνια
η Καλλιρρόη
μα και η ίδια η καμία
η Cécile
πήγαν μαζί να βρουν
την πληγωμένη
στα νερά της Ρόδου
της δώσανε φιλί γλυκό
την αγκαλιάσαν
κι εκείνη λευκή
απ’ τον αφρό ξεπρόβαλε
και μίλησε
Κορίτσια,
Μη φοβάστε!

(*Ελένης Τοπαλούδη)

ΔΕΛΤΙΟ ΚΑΙΡΟΥ

(βαρομετρικό χαμηλό – ψιχαλιστοί οφθαλμοί)

Πες πως αγάπησες τρελά ένα σύννεφο
και τ’ ακολούθησες
κει στων βουνών ψηλά τις κορυφές
τα θες και τα παθαίνεις
κι ίσως ακόμα να είχες τον καιρό να φυλαχτείς
αν όμως το ‘φερε η τύχη και σε αγάπησε
για μια στιγμή μονάχα και εκείνο
άμα με την ακτίνα ενός χαμόγελου σε δώρισε
τότε είν’ που συννεφιάζουνε
για σε τα πράγματα
στα σοβαρά ∙
να εξηγηθώ
μακριά απ’ το βλέμμα πριν χαθεί
προτού μιας κι είν’ στη φύση του αραιώσει
αν μέσα σου έχει μπει ένα άσπρο σύννεφο
δύο τινά συμβαίνουν σου συγχρόνως
από τη μια οριστικά ελαφραίνεις
και στων νεφών
χωρίς καν έρμα
βρίσκεσαι να πετάς τις εσχατιές
και είν’ πια αδύνατον
– εξόν και αλυσοδεθείς –
το βάρος σου ξανά
στ’ ανοδικά τα ρεύματα
να αντιτάξεις
– τα πόδια σου να γειωθούν –
κι από την άλλη
λεπτά λεπτότατα υγροσταγονίδια
συνέχεια να που πλημμυράν
τα ικετικά ανασηκωμένα
προς τα ύψη
μάτια σου

[πρόγνωση]
Αιθρία
μιας κι έτσι έμαθες
πώς θαρρετά πλέον μέσα
να κοιτάζεις κι
υψηλά
το σύννεφο άλλωστε τον τράβηξε το δρόμο του

ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ

ΦΩΤΟ

Ο Ναπολέοντας Λαπαθιώτης, μοναδικός γόνος του Λεωνίδα Λαπαθιώτη, αξιωματικού του πυροβολικού και για ένα διάστημα Υπουργού των Στρατιωτικών, και της Βασιλικής Παπαδοπούλου (το γένος Ραζηκότσικα), ανηψιάς του Χαρίλαου Τρικούπη, γεννήθηκε στις 31 Οκτωβρίου 1888 στην Αθήνα, σε ένα γωνιακό σπίτι της πλατείας Αγίων Θεοδώρων και της οδού Ευριπίδου 9. Το όνομά του το οφείλει, όπως μας διηγείται ο ίδιος, στην επαγγελματική ιδιότητα του πατέρα του: «Ο πατέρας, όμως, σαν στρατιωτικός που ήταν -λοχαγός του πυροβολικού- θέλησε να το βγάλουν Ναπολέοντα. Ένα από τα δυο: Ναπολέων ή Αννίβας! Κι ο νουνός, ξάδερφος πρώτος της μητέρας, σημαιοφόρος κι αυτός του Ναυτικού, προτίμησε το πρώτο» .
Όπως ήταν φυσικό, ο μικρός Ναπολέοντας πήρε εξαιρετική για την εποχή του μόρφωση. Το 1895 αρχίζει να διδάσκεται τα πρώτα του γράμματα (μαζί και γαλλικά) στο σπίτι -η οικογένεια Λαπαθιώτη είχε μετακομίσει στην οδό Ομονοίας- ενώ συνέχισε τα ιδιαίτερα μαθήματα έως το 1899. Στα χρόνια αυτά μάλιστα σύνθεσε και το πρώτο του ποίημα, ένα πρωτόλειο εθνικού περιεχομένου: «Σ’ αυτό το σπίτι έγραψα και το πρώτο-πρώτο …ποίημά μου! <…> Είναι πατριωτικό κι εξυμνεί εννιά μεγάλες πόλεις της Ελλάδος» . Κατά την ίδια αυτή περίοδο έγινε συνδρομητής στο περιοδικό «Διάπλαση των
παίδων» και άρχισε πια να εμφανίζεται με το ψευδώνυμο «Αιθήρ».
Η κατεξοχήν σχολική ζωή του μικρού Ναπολέοντα άρχισε, όταν το 1899 έκανε την εγγραφή του στο «Εθνικό Λύκειο Αθηνών», ενώ το 1901 άλλαξε σχολείο, οπότε τον συναντάμε στο «Λύκειο Δελλίου». Είναι μια περίοδος γόνιμης παιδείας για το Λαπαθιώτη: άρχισε να εντρυφεί στην ελληνική και ξένη λογοτεχνία, σύγχρονη και παλιότερη, και παράλληλα έκανε ιδιαίτερα μαθήματα γαλλικών, αγγλικών, ιταλικών, ζωγραφικής και πιάνου . Ωστόσο η συγγραφική πένα του νεαρού Ναπολέοντα δεν έμεινε αδρανής. Το ταλέντο του βρήκε έκφραση σε δύο δράματα [«Νέρων ο Τύραννος» και «Άγνωστοι καημοί» (1900) – το πρώτο τού το τύπωσε ως δώρο ο πατέρας του το 1901 ], σε ένα μυθιστόρημα (1900) («Οι περιπέτειες του Κονστάν Λαβρέτ»), το οποιο δεν ολοκλήρωσε ποτέ, στο πεζογράφημα «Προσκύνημα των ιερών Τεμπών», αποκύημα των εντυπώσεών του κατά την εκλογική περιοδεία του πατέρα του στα Τέμπη και τον Τύρναβο (ο Λεωνίδας Λαπαθιώτης εκλέχτηκε τελικά βουλευτής Τυρνάβου) και, τέλος, στο ποίημα «Μαρτινίκα».
Το 1905, χωρίς καμία απολύτως γονεϊκή πίεση, αποφάσισε, σχεδόν στην τύχη, να εγγραφεί στη Νομική Σχολή της Αθήνας, θεωρώντας την ως «το μη χείρον, άρα βέλτιστον» . Εξάλλου, η οικογενειακή του περιουσία τον
είχε απαλλάξει από οποιαδήποτε βιοποριστική μέριμνα, επιτρέποντάς του να αναλώνεται μονάχα σε ό,τι αποτελούσε άμεσο ενδιαφέρον του. Το έτος 1905 αποτελεί αναμφισβήτητα σταθμό στη λογοτεχνική ζωή του Λαπαθιώτη: καθιερώθηκε, επισήμως πια, στις στήλες του περιοδικού «Νουμάς» με τα ποιήματα «Έκσταση» και «Το παράπονο του τραγουδιστή», καθώς και στο περιοδικό «Παναθήναια» με το ποίημα «Αγάπης πόθοι». Σύμφωνα με τον Ξενόπουλο, «τα πρώτα παιδικά ψελλίσματά του μεταβάλλονται σε μια ωραία και μελωδική φωνή» . Σημαντική επίσης είναι η προσφορά του στην ίδρυση, το
1907, του ποιητικού περιοδικού «Ηγησώ», στο οποίο και δημοσίευσε 16 νέα του ποιήματα’. Προϊόν της μαθητείας του κοντά στον Κωνσταντίνο Χρηστομάνο, τον ιδρυτή της «Νέας Σκηνής», είναι το μονόπρακτο «Απ’ τα μεσάνυχτα ως τα γλυκοχαράματα» (1908) αλλά και η γνωριμία του, αφετηρία μιας πολύχρονης φιλίας, με τον Άγγελο Σικελιανό. Το 1909, πάντως, πήρε με ανακούφιση το πτυχίο της Νομικής, έχοντας διαπιστώσει ότι δεν υπήρχε «τίποτα πιο άχαρο και αποκρουστικό από τα πληχτικά μαθήματά της» . Αυτονόητο, κατόπιν αυτού, είναι το γεγονός ότι ο Λαπαθιώτης δεν άσκησε ποτέ τη δικηγορία.

ΒΙΒΛΙΑ - 0001

[1950-1919]

ΣΤΗ ΦΥΛΑΚΗ…

Στη φυλακή με κλείσανε
οι δυνατοί του κόσμου
κι έσπασα πόρτες, κλειδωνιές,
να ῾ρθω σε σένα, Φως μου!

Τα σίδερα λυγίσανε
από το βογγητό μου
και στέρεψαν για να διαβώ,
κι οι ποταμοί του δρόμου…

Και σα τρελός σε γύρεψα,
μα συ δεν εφαινόσουν!
Και πικραμένος, γύρισα
να με ξανακλειδώσουν…

ΕΧΩ ΕΝΑ ΑΗΔΟΝΙ…

Έχω εν᾿ αηδόνι στο κλουβί
κι απ᾿ το καημό του λιώνει.
Έχω εν᾿ αηδόνι στο κλουβί
και μοίρεται, τ᾿ αηδόνι.

Μου λέει για τις αμυγδαλιές
π᾿ ανθίζουν άσπρο χιόνι,
μου λέει για τριανταφυλλιές
και μοίρεται, τ᾿ αηδόνι…

Και παραδέρνει ανώφελα
και τα φτερά τ᾿ απλώνει,
κάθε που φεύγουν τα πουλιά
κι αναρριγούν οι κλώνοι…

ΕΙΝΑΙ ΨΥΧΕΣ…

Είναι ψυχές πλασμένες από μάρμαρο
κι άλλες από χαμόγελο, είτε πόνο.
Είναι και μια πλασμένη από τριαντάφυλλα,
όμως εκείνη δε τη φανερώνω!

Πόσο η καρδιά μου θα ῾τρεμε, αν την έλεγα!
Βάνω μία κλειδαριά γερή στο στόμα!
Τόσοι σοφοί που βρίσκονται τριγύρω μου
και δε τη μάντεψε κανείς ακόμα;

Είναι ψυχές πλασμένες από κρύσταλλο
κι άλλες ψυχές με κλάματα έχουν γίνει.
Είναι και μια πλασμένη από ροδόσταμο,
μα δε θα σας τη ῾πω ποτέ μου ῾κείνη!

Όρκο έβαλα να μη τη ῾πω, ως το τάφο μου,
μα πάλι… ποιος ξέρει… καμμιάν ώρα…
Κάτι μου καίει τα χείλη μου! Καλύτερα
να κλείσω το τραγούδι μ᾿ από τώρα…

[1920-1939]

ΜΙΚΡΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Ο παλιός μας Έρωτας,
με τα βάσανά του,
ο καλός μας Έρωτας,
ήταν του θανάτου.

Δέκα χρόνια στη σειρά,
δίχως να το ξέρει,
δέκα χρόνια στη σειρά,
μας κρατούσε ταίρι.

Μας βαστούσε συντροφιά,
μας κρατούσε ταίρι,
δέκα χρόνια στη σειρά
κι ένα καλοκαίρι…

Μα όπως όλα μας περνούν
και χαρές και πόνοι,
να μια μέρα που κι αυτός,
άρχισε να λιώνει.

Κι ένα βράδυ σκοτεινό,
βράδυ πικραμένο,
καθώς είχα κουραστεί
να σε περιμένω,

δίχως λέξη να μου πει,
γύρισε στη μπάντα,
‘σφάλισε τα μάτια του
κι έσβησε για πάντα…

ΟΙ ΚΥΚΝΟΙ ΤΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

Οι κύκνοι το φθινόπωρο ζητάνε τη χαρά τους
γιατί η χαρά τους πέταξε μαζί με τ᾿ αγιοκαίρι…
Θα ζήσουν τάχα να τη βρούν, την άνοιξη; -Ποιος ξέρει;
…γιατί μπορεί και να χαθούν πριν βρούνε τη χαρά τους…
Απόψε την περίμεναν, σχεδόν όλο το βράδι,
ώσπου στο τέλος νύσταξαν κοιτώντας το σκοτάδι,
κι έγειραν και κοιμήθηκαν απάνω στα φτερά τους…

ΕΚΑΤΗΣ ΠΑΘΗ

…Je suis sure qu’ elle est vierge.
Elle a la beaute d’ un vierge…
Qui, elle est vierge. Elle ne s’ est
jamais souillee.
OSCAR WILDE – «SALOME»

…Απόψε πρόβαλε γυμνή, σα τέρας, η Σελήνη
κι άβυσσος πόθου τη δονεί:
την είδαν όλοι από νωρίς, τις πόρπες της να λύνει,
σα να διψούσεν ηδονή…

Τι να ῾δε ξάφνου ῾δω στη γη και τόσο το λυμπίστη
που ῾χουν με πάθος κρεμαστεί,
σα να ῾θελαν να λυτρωθούν, απ᾿ τη παλιά την πίστη
κι οι δυό της οι νεκροί μαστοί;

Παρθένα, στείρα και βουβή, όμοια με σαλαμάντρα,
στα βάθια βράδυα τ᾿ αττικά.
πως έτσι, απόψε, φρένιασε να σμίξει τρελά μ᾿ άντρα
και φλογερά κι εκστατικά;

…Τι κι αν η νύχτα γερν᾿ αργά, μεσ᾿ τα πυκνά ερέβη
κι αλλόκοτα μεθούν οι ανθοί;
Στη δύση, ῾κείνη μοναχή, που κείτεται και ρεύει,
ζητεί του κάκου να ευφρανθεί…

ΑΠΑΥΔΗΜΟΣ

Ήμουν μες στην αγάπη σου τόσον καιρό κλεισμένος,
μ’ αυτό δε θέλω και να πω πώς μου ήταν φυλακή
μα τι τα θες, απόκαμα, καλά ήταν ως εκεί
θέλω να φύγω τώρα αλλού, γιατί είμαι κουρασμένος.

«Ίσως κανένας πιο τρελός, ή πιο βασανισμένος,
να βρει σε σένα την παλιά χαρά τη μαγική
όσο για μένα, δεν μπορώ μου είν’ αρκετά ως εκεί
θέλω να φύγω τώρ’ αλλού, γιατί είμαι κουρασμένος.

Θέλω και πάλι να χαθώ στην πρώτη μου σιωπή,
να μη θωρώ, να μη θωρώ τί γίνεται τριγύρω
να λησμονήσω ως και χαρά κι αγάπη τί θα πει

θέλω στην πρώτη μου ξανά τη χίμαιρα να γείρω,
έτσι όπως ήρθα, ξένοιαστος, τρελό παιδί του δρόμου.
Και να χαθώ σφυρίζοντας μες στ’ άστρα τ’ όνειρο μου.

ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Το δρομάκι το παλιό,
που ευωδάν οι κρίνοι
το δρομάκι το καλό
σε μια πόρτα κλείνει…

μέσα κει που φύσημα
δε σε φτάνει ανέμου,
Μακρινός κι αθώρητος
κάθεσαι, ακριβέ μου…

Ήρθα απόψε, από νωρίς
για να σ᾿ ανταμώσω:
μα ήμουν απ᾿ τις ευωδιές,
λαγγεμένος τόσο…

με τα μάτια έτσι τυφλά,
σαν από κραιπάλη,-
που δε σ᾿ ηύρα πουθενά
και θα φύγω πάλι…

ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΜΑΣ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Το παλιό μας το τραγούδι,
που τ᾿ ακούγαμε μαζί,
τώρα που χαθήκαν όλα,
ποιος θα το ῾λεγε να ζει!

Από τότε που η καρδιά μου
σ᾿ έχασε παντοτινά,
δε το πίστευα ποτέ μου,
για να τ᾿ άκουγα ξανά…

Κι όμως να που τ᾿ άλλο βράδυ
-μόλις νύχτωνε θαρρώ-
μ᾿ εν᾿ αλλόκοτο φεγγάρι,
μακρινό και καθαρό,

καθώς γύριζα στη τύχη,
μόνος μεσ᾿ στη γειτονιά,
το ξανάκουσα και πάλι
και στην ίδια τη γωνιά!

Και το γνώρισα και πάλι
το τραγούδι π᾿ αγαπώ
κι ας μην έμοιαζε καθόλου
στο παλιό του το σκοπό.

Γιατί τώρα δε σκορπούσε
τον καημό του το βαθύ,
μα βογγούσε και θρηνούσε,
μια φωνή που ῾χε χαθεί…

Πως μου φάνηκε δε ξέρω,
καθώς τ᾿ άκουγα ξανά,
μα όλα γύρω και βαθιά μου,
γίναν έτσι σκοτεινά,

που δυνάμωσα το βήμα,
μεσ᾿ στο βράδυ το πικρό,
με χαμηλωμένα μάτια,
σα ν᾿ απάντησα νεκρό…

ΜΙΚΡΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Ο παλιός μας Έρωτας,
με τα βάσανά του,
ο καλός μας Έρωτας,
ήταν του θανάτου.

Δέκα χρόνια στη σειρά,
δίχως να το ξέρει,
δέκα χρόνια στη σειρά,
μας κρατούσε ταίρι.

Μας βαστούσε συντροφιά,
μας κρατούσε ταίρι,
δέκα χρόνια στη σειρά
κι ένα καλοκαίρι…

Μα όπως όλα μας περνούν
και χαρές και πόνοι,
να μια μέρα που κι αυτός,
άρχισε να λιώνει.

Κι ένα βράδυ σκοτεινό,
βράδυ πικραμένο,
καθώς είχα κουραστεί
να σε περιμένω,

δίχως λέξη να μου πεί,
γύρισε στη μπάντα,
῾σφάλισε τα μάτια του
κι έσβησε για πάντα…

ΤΑ ΧΛΩΜΑ ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΑΚΙΑ

Τα χλωμά τα κοριτσάκια
μαραμένα σαν τα κρίνα,
στέκουνται, σα μαγεμένα,
και κοιτάνε τη βιτρίνα,

δεν τα νοιάζει για το κρύο,
δεν τα νοιάζει για την πείνα,
κάθουνται μαρμαρωμένα,
και κοιτάνε τη βιτρίνα…

Κι οι κουκλίτσες, από μέσα,
με τα κόκκινα λακκάκια,
που δεν ξέρουν τι συμβαίνει,
και γι’ αυτό δεν έχουν κάκια,

οι κουκλίτσες οι καημένες,
άλλο τόσο μ᾿ απορία,
τα κοιτάν, κι εκείνες τώρα,
σαν αλλόκοτα θηρία!

Τις κουκλίτσες τι τις νοιάζει!
καλά κάθουνται στη ζέστα,
τα φτωχά τα κοριτσάκια,
όμως γύρισε και δες τα,

μ᾿ ένα μαύρο ρουχαλάκι,
ξεφτισμένο και τριμμένο,
μ᾿ ένα σκίσιμο από πίσω,
ντροπαλά μισοκρυμμένο,

με πρησμένο, απ’ τις χιονίστρες,
το μικρούλι τους χεράκι,
μάλλον τα καημένα εκείνα,
μοιάζουν νάναι από κεράκι…

Κι όμως να που, μες το δρόμο,
με τα ξένα εκείνα χάδια,
μια στιγμή, ξαναγιομίζουν
την καρδούλα τους την άδεια..

Μα σαν πάνε παρακάτου,
που κανένας δεν τα βλέπει,
έρημα και μοναχούλια,
με τον ουρανό στη σκέπη,

κρύβουν έτσι απελπισμένα,
τα ματάκια στον αγκώνα,
που κι εκείνος κλαίει, κλαίει,
στην πικρήν αυτήν εικόνα…

ΤΑ ΚΑΗΜΕΝΑ ΤΑ ΠΟΥΛΑΚΙΑ

Κρύο βαρύ, χειμώνας όξω,
τρέμουν οι φωτιές στα τζάκια,
τώρα ποιος τα συλλογιέται
τα καημένα τα πουλάκια!

Τα πουλάκια είναι στα δένδρα,
τα πουλάκια είναι στα δάση,
τα πουλάκια θα τα πάρει
ο βοριάς που θα περάσει,

η βροχή και το χαλάζι
κι ο βοριάς που θα περάσει,
και το χιόνι που το παίρνουν
στις αυλές με το φαράσι…

Κι αν η νύχτα είναι μεγάλη,
κι έρχεται γιομάτη τρόμους,
κι αν ο θάνατος απόψε,
φέρνει γύρα μες τους δρόμους,

κι αν η παγωνιά θερίζει
κι είναι δίχως ρουχαλάκια,
δε βαριέσαι, ποιος θυμάται
τα καημένα τα πουλάκια…

Τα πουλάκια είναι στα δένδρα,
τα πουλάκια είναι στα δάση,
τα πουλάκια θα τα πάρει
ο βοριάς που θα περάσει.

Στα παιδάκια είναι τα χάδια,
στα παιδάκια τα φιλάκια,
τώρα ποιος τα συλλογιέται
τα καημένα τα πουλάκια!

Κι όταν γίνει, πάλι, βράδυ
κι όλοι πάνε να πλαγιάσουν,
να χωθούν μες τα κρεβάτια,
μη τυχόν και ξεπαγιάσουν,

τα πουλάκια τα καημένα,
τα πουλάκια, τώρα, πέρα
θα χαθούν χωρίς ελπίδα
να φανούν την άλλη μέρα…

ΠΟΘΟΣ

Βαθύ χινόπωρο γοερό, πόσο καιρό σε καρτερώ,
με τις πλατιές, βαριές σου στάλες
των φύλλων άραχλοι χαμοί, των δειλινών αργοί καημοί,
που με μεθούσατε τις άλλες…

Τα καλοκαίρια μ᾿ έψησαν και τα λιοπύρια τα βαριά,
κι οι ξάστεροι ουρανοί οι γαλάζοι:
απόψε μου ποθεί η καρδιά πότε να ῾ρθεί μεσ᾿ τα κλαριά,
ο θείος βοριάς και το χαλάζι!

Τότε, γερτός κι εγώ ξανά, μεσ᾿ τα μουγγά τα δειλινά,
θ᾿ αναπολώ γλυκά, -ποιος ξέρει-,
και θα με σφάζει πιο πολύ, σαν ένα μακρινό βιολί,
το περασμένο καλοκαίρι…

ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Μια φορά κι ένα καιρό,
πάνε τώρα χρόνια,
σ᾿ ένα τόπο μακρινό,
ζούσαν μεσ᾿ στα χιόνια.

Πάγωναν τα λούλουδα,
μίσευαν τ᾿ αηδόνια,
καλοκαίρι ζύγωνε
κι ήταν όλο χιόνια!

Μάτια πάντα σκοτεινά,
μέτωπα σκυμμένα,
κι άνθρωποι δε βάδιζαν
με ρυθμό κανένα…

Μιάν αγάπη πέρασε,
-μετά πόσα χρόνια;-
και τα μάτια δάκρυσαν
κι έλιωσαν τα χιόνια…

ΟΤΑΝ ΒΡΑΔΙΑΖΕΙ

Όταν βραδιάζει, μέσα μου, ξυπνούν τα περασμένα…
Ξυπνούν αργά, σα μουσικές νεκρές από καιρό,
– σα μουσικές που χάθηκαν, και που τις λαχταρώ,
κι έρχονται πάλι, μαγικά κι ανέλπιδα, σε μένα…

Πόθοι, παράπονα παλιά, νοσταλγικές φωνές,
λόγια βαθιά κι αξέχαστα, κι ωστόσο ξεχασμένα,
παράξενα χειμαιρικές αγάπες μακρινές,
όπως η φλόγα μιάς αυγής, υψώνονται σε μένα

Μια βρύση, τότε, μαγική, μου λύνεται ξανά,
και το τραγούδι ρυθμικό στα χείλη μου ανεβαίνει,
– ένα τραγούδι καθαρό, καθώς τα δειλινά
που μέσα του λυτρώνονται, και ζουν οι πεθαμένοι…

ΕΡΩΤΙΚΟ

Καημός αλήθεια να περνώ του έρωτα πάλι το στενό,
ώσπου να πέσει η σκοτεινιά μια μέρα του θανάτου…
στενό βαθύ και θλιβερό, που θα θυμάμαι για καιρό,
τι μου στοιχίζει στην καρδιά το ξαναπέρασμα του;

Ας είναι, ωστόσο, τι ωφελεί; Γυρεύω πάντα το φιλί,
στερνό φιλί, πρώτο φιλί και με λαχτάρα πόση!
Γυρεύω πάντα το φιλί που μου το τάξανε πολλοί,
κι όμως δεν μπόρεσε κανείς ποτέ να μου το δώσει…

Ίσως μια μέρα, όταν χαθώ, γυρνώντας πάλι στο βυθό
και με τη νύχτα μυστικά, γίνουμε πάλι ταίρι,

αυτό το ανεύρετο φιλί, που το λαχτάρησα πολύ,
σα μια παλιά της οφειλή να μου το ξαναφέρει!

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΤΗΡΙΟ

Ι

Το γράμμα σου τ᾿ αποψινό με βρήκε λυπημένο.
-Μη λες πως ήταν αφορμή τ᾿ οργίλο σου γραφτό-.
Λες κι από πριν, κάποια φωνή, μου το ῾χεν ειπωμένο.
Δε θλίβομαι γι᾿ αυτό.

Έτυχεν όμως η βραδιά τόσο βουβά να σβήσει
κι ο ήλιος μακριά, τόσο θλιβά να χάνεται μαζί…
Τέτοιες βραδιές, η σκέψη μου, που νοσταλγεί κι εκείνη,
δε θα ῾θελε να ζει!

Εξάλλου, λες για πράματα που ῾γω δε βρίσκω βάση.
Λόγια γραμμένα βιαστικά, με πείσμα και χολή.
Εκείνος που τα λόγια σου τα πριν, έχει διαβάσει,
θα ξαφνιαστεί πολύ…

Μου λες πως «κυλιστήκαμε στο βόρβορο», φαντάσου!
Κι εγώ που το ῾χα καύχημα κρυφό, τόσο καιρό,
πως η καρδιά μου στάθηκε στα πλάνα βήματά σου,
σαν άστρο φεγγερό!

Το γράμμα σου τ᾿ αποψινό, με βρήκε λυπημένο,
λες κι η καρδιά μου, σαν ανθός, για πάντα έχει σαπεί.
Κι όσο για ῾κείνο που μου λες: «Μια άγνωστη θα μένω»,
δε ξέρω τι θα πεί…

ΙΙ

Το βράδυ που σ᾿ αγάπησα δεν ήταν καλοκαίρι.
Τα φύλλα μόλις πρόβαλλαν επάνω στα κλαριά
κι ούτε θυμάμαι να σου πω, τι μ᾿ είχε τότε φέρει,
σε ῾κείνη τη μεριά.

Θυμάμαι μόνο που ῾σερνα το βήμα το νωθρό μου
και το μυαλό μου γύριζε σε πράματα παλιά,
την ώρα που σ᾿ απάντησα να στέκεσαι στού δρόμου
τα πέτρινα σκαλιά.

Τη νύχτα ῾κείνη τη τρελή, τη νύχτα τη μεγάλη,
να στη θυμήσω τώρα ῾δω, το βρίσκω περιττό.
«Τα περασμένα πέρασαν, μη τα θυμάσαι πάλι»,
μας λέει το ρητό…

Κι όμως κι εσύ μ᾿ αγάπησες βαθύτατα, το νιώθω
και ξέρω ακόμα πως συχνά μου το ῾χες ορκιστεί,
πως όσο κι αν μαραίναμε το πρώτο μας το πόθο,
θα μέναμε πιστοί!

Μιάς και δεν ήταν να σταθείς σε ῾κείνα που ῾χες τάξει,
τότε γιατί το λόγο αυτό μ᾿ ανάγκασες να πω;
Τον όρκο σου τον πάτησες, μα ῾γω δεν έχω αλλάξει:
Ακόμα σ᾿ αγαπώ!

ΕΚ ΒΑΘΕΩΝ

Λυπήσου με, Θε μου, στο δρόμο που πήρα,
χωρίς, ως το τέλος, να ξέρω το πως,
– χωρίς να ῾χω μάθει, με μια τέτοια μοίρα,
ποιο κρίμα με δέρνει, και ποιος ο σκοπός!

Λυπήσου τα χρόνια που πάνε χαμένα,
προτού η νύχτα πάλι βαριά ν᾿ απλωθεί,
ζητώντας τους άλλους, ζητώντας και μένα,
ζητώντας εκείνο που δε θα βρεθεί!

Λυπήσου όλα κείνα που πάνε του κάκου,
γιατί έτσι τους είπαν πως είναι γραφτό,
και γίνουνται χώμα, στα βάθη ενός λάκκου,
χωρίς να γυρέψουν το λόγο γι᾿ αυτό!

Λυπήσου κι εκείνα, λυπήσου κι εμένα,
– και μένα, που πάω με καρδιά στοργική,
ζητώντας μία λύση σε πράματα ξένα,
που δεν έχουν, Θε μου, καμιά λογική…

Λιγάκι να κάνω πως κάτι με σέρνει,
λιγάκι να φέξει, μες στα σκοτεινά,
κι αμέσως η μοίρα μου το ξαναπαίρνει,
κι αμέσως η νύχτα γυρίζει ξανά…

Λυπήσου με, Θε μου, στην απόγνωσή μου,
λυπήσου τη φλόγα που μάταια σκορπώ,
– λυπήσου με μες στην αγανάκτησή μου,
να ζω δίχως λόγο, και δίχως σκοπό…

ΣΤΟ ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΚΕΝΤΡΟ

Τώρα που παίζει το βιολί κι έχουμε πιεί τόσο πολύ,
που μ᾿ έναν έρωτα τρελό σα να ῾μαστε δεμένοι,
σ᾿ ένα συντρόφεμα ζεστό, βάνε ξανά να ζαλιστώ,
μεσ᾿ στ᾿ όνειρό σου να κλειστώ. Το μόνο που μου μένει.

Γιατί αν λείψει το κρασί κι φύγεις άξαφνα κι εσύ
και βουβαθεί και το βιολί με το γλυκό βραχνά του,
μεσ᾿ στης καρδιάς μου το κενό, μεγάλο σα τον ουρανό,
θ᾿ ακούσω πάλι το βραχνό τραγούδι του θανάτου…

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ

Ένα φεγγάρι πράσινο, μεγάλο,
που λάμπει μες στη νύχτα – τίποτ’ άλλο.

Μια φωνή πού γροικιέται μες στο σάλο,
και που σε λίγο παύει – τίποτ’ άλλο.

Πέρα μακριά, κάποιο στερνό σινιάλο
τού βαποριού πού φεύγει – τίποτ’ άλλο.

Και μόνο ένα παράπονο μεγάλο
στα βάθη του μυαλού μου – τίποτ’ άλλο.

ΛΥΠΗΣΟΥ…

Λυπήσου εκείνους που πονούν,
βουβά κι ανώφελα, για κάτι,
και παίρνουν, για να λησμονούν,
της ζωής κάποιο άθλιο μονοπάτι…

Λυπήσου αυτούς που έχουν χαθεί,
μες στην θλιμμένη ύπαρξή μας,
κι έγιναν αίνιγμα βαθύ,
μια και δεν είναι μεταξύ μας…

Κι αυτόν, κι αυτόν που αναπολεί
τα περασμένα του λυπήσου:
μα όμως, ακόμα πιο πολύ,
τις ώρες της βαθειάς σιωπής σου,

λυπήσου αυτούς, που, μια φορά,
με φτερά ζούσαν, και τα χάνουν,
και δεν τους μένει άλλη χαρά,
παρά η χαρά πως θα πεθάνουν…

Η ΧΑΡΑ

Πάντα κάτι με κρατεί
και με φέρνει πίσω,
στο καιρό που κάθε τι
μου ῾λεγε να ζήσω.

Που όλα, σκέψεις μου κρυφές
κι ότι ζει στη πλάση,
δε μου θύμιζε μορφές,
που τις έχω χάσει.

Κι όλα τ᾿ άκουγα να λεν,
μ᾿ ένα τρόπο πλάνο,
πως τ᾿ αγάπησα και δεν
πρέπει να πεθάνω…

Τώρα που όλα τα φτερά
σκόρπισαν, της πλάνης,
μου το λένε καθαρά:
Πρέπει να πεθάνεις!

Κι όσο πιο βαθιά κοιτώ
κάτω από τη σκέπη,
τόσο πιο καλά και το
μάτι μου το βλέπει.

Κι αν τυχαίνει κι ο νούς να
κάνει σκέψην άλλη,
δε κρατεί πολύ και να
πάλι αυτή προβάλλει…

…Μα όσο και στους ουρανούς
να ῾ναι η μέρα μαύρη
κι όσα θέλησεν ο νούς,
να μη μπόρει να ῾βρει

κι όσο αν είμαστε πικρά
τώρα στερημένοι,
κάπου υπάρχει μια Χαρά
και μας περιμένει…

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ

Το κάθε τι που πέρασε, για πάντα μ᾿ έχει σκλάβο
κι όσο γυρεύεις Σήμερα, το Χτες να μ᾿ αφανίσεις,
τόσο σε ῾κείνο θα γυρνώ και τόσο δε θα παύω
να ζω στις αναμνήσεις…

Θαρρείς και κάτι μόνιμα, μπροστά μ᾿ είναι πεσμένο
και κρύβοντας και σβήνοντας ολότελα το Τώρα,
με κάνει να μη χαίρουμαι και μήτε να προσμένω
καινούργια, τάχα, δώρα…

Σ᾿ ότι ποθεί και σ᾿ ότι ζει, η ψυχή μου μένει ξένη
κι ούτε μπορείς, Φωνή Ζωής, αλλιώς να τη δονήσεις,
παρά θαμπά και μακρινά, σα μουσική που βγαίνει
μεσ’ απ’ τις αναμνήσεις…

Της πεθαμένης της χαράς, έχει στερέψει η βρύση
κι ούτε γυρεύει θάματα κι ούτε προσμένει δώρα
κι ούτε μπορεί πιά τίποτα να τη παρηγορήσει,
παρά ότι ήταν ως τώρα.

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ

Μάτι δειλό που σε κοιτάζει
βαθιά, βουβά και σκοτεινά
κι έτσι πιστά, σα να σου τάζει:
Θα σ᾿ αγαπώ παντοτινά.

Ψηλό, λιγνό, τρελό για χάδι,
δουλεύει σ᾿ ένα μαγαζί.
Το πήρα ένα Σαββάτο βράδυ
και κοιμηθήκαμε μαζί.

[1939-1943]

1939

Τώρα, που γυρίζει πάλι,
προς την άνοιξη ο καιρός,
κι ο ήλιος, σαν καρδιά μεγάλη,
μας αγγίζει φλογερός·

που όλα γύρω απ᾿ του χειμώνα
λυτρωμένα να ζούνε μόνα,
λαχταρούνε για στοργή,

κι όλα βρίσκουν το ῾να τ᾿ άλλο
Σα χαμένο θησαυρό
Με το νού μου είπα να βάλω
Κι εγώ κάτι πως θα βρω…

Και κινώντας ένα γιόμα,
Σαν αλήτης που πεινά
(και απ᾿ αυτόν ίσως ακόμα
πιο βουβά και ταπεινά)

και με κάποιον κρυφό τρόμο,
στην ψυχή την ορφανή,
γύρεψα δειλά στο δρόμο
κάτι, θε μου να φανεί!

Μα δεν πρόκανες ελπίδα
Μια στιγμή να μου φανείς
Και για μένα, αμέσως, είδα,
Πως δε βρίσκεται κανείς,

Και χωρίς να ρίχνω πίσω
Μάτια πόθου φλογερά.
Πρέπει ν᾿ αποχαιρετήσω
Κάθε σκέψη και χαρά…

Τι κι αν όλα λένε, γύρα,
Πως δεν ήταν ως εκεί,
Κι αρχινάν, της γης τα μύρα,
Την παλιά τους μουσική;

Τι και φέγγε, απάνωθέ μου,
Πλούσιος ο ήλιος ο παλιός;
Ολ᾿ αυτά, για μένα, Θε μου,
Πόσο, τότε, ήταν αλλιώς…

Κι έτσι, ανοίγοντας τη θύρα,
Που οδηγεί προς τα Παλιά,
Να σκορπίσουν όλα, γύρα
Σαν ανώφελα πουλιά,

Θα βαδίσω προς το Πέρα,
Δίχως τίποτα να πω,
Χωρισμένος κάθε μέρα
Κι από κάτι π᾿ αγαπώ

Καρτερώντας ως την ώρα,
Πάλι, Θε μου, που θενά
Σμίξουμε, για πάντα τώρα
Μες στο Μέγα Πουθενά…

ΕΝΑΣ ΧΑΜΕΝΟΣ ΚΥΚΛΟΣ

Και ο λόγος σαρξ εγένετο, και εσκήνωσεν εν ημίν
Το κατά Ιωάννην ευαγγέλιον

Ι

Μες στη βαθιά τη νύχτα – πάνε χρόνια,
στου Αγνώστου την αθώρητη κορφή
πιο πέρα κι απ᾿ τους δρόμους της Χιμαίρας
υπήρχε από καιρό, δεν ξέρω, τι
– κάτι δειλό, κι αλλόκοτο, και μόνο,
που γύριζε, και γύρευε μορφή.

Να γίνει, απ᾿ όλα γύρω του, το πρώτο,
θε να ῾ταν απ᾿ την μοίρα του γραφτό·
μπορεί κανένα πλάσμα, ίσαμε τώρα,
να μην είχε φανεί καθώς αυτό·
μπορεί και να ήταν κάποια Παρουσία
άποιο λυσίπονο τελειωτικό…

Και να που, με καιρό, καθώς γυρνούσε,
ζητώντας, μεσ᾿ απ᾿ άστρα να φανεί,
κατόρθωσε και πρόβαλε, επιτέλους
ένα φτωχό λουλούδι, ένα πρωί…
Τρίλλιζαν, κελαηδούσαν τα πουλάκια,
χαρά θεού, γελούσαν οι ουρανοί!

Βγήκε σε μία πλαγιά, – τ᾿ ήταν δεν ξέρω,
και μήτε και μπορώ να πω το που:
φτωχό λουλούδι, καν απλό χορτάρι
του κάμπου των αγρών η του γιαλού,
– κι αν άνοιξε στα μέρη τα δικά μας
η μην αυτό συνέβη αλλού…

Το μεσημέρι φάνταζε Σα φλόγα,
και γιόμιζε το μέρος ευωδιά·
μια μικρή μέλισσα ήρθε, προς το βράδυ,
στα πέταλά του τα χιμαιρικά,
κι έγινε το καλύτερο το μέλι,
σ᾿ όλο τον τόπο εκείνη τη χρονιά…

Μεγάλωσε, έτσι, αμέριμνα, ως το βράδυ·
μα πριν το βράδυ πέσει στο βουνό,
περνούσ᾿ ένας βοσκός με το κοπάδι,
που αργά τραβούσε κατά το χωριό·
το ῾κοψε, και το πέταξε πιο πέρα·
πριν να προβάλουν τ᾿ άστρα, ήταν νεκρό…

ΙΙ

Τη δεύτερη φορά που ήρθε στη γη μας,
ήταν ένα γατάκι γαλανό·
γεννήθηκε μία νύχτα του Φλεβάρη,
λαμπρό φεγγάρι ήταν στον ουρανό·
κι αυτό έγινε, δεν ξέρω σε ποιόν τόπο,
σ᾿ ένα μικρό σπιτάκι σκοτεινό.

Σ᾿ αυτό καθόταν μοναχά μια γριούλα·
Μια γριούλα με τα πέντε της παιδιά·
Τα δυό μεγάλα λείπανε στα ξένα,
Χωρίς ελπίδα να γυρίσουν πιά·
Μονάχα τα κορίτσια ήταν κοντά της,
Κι ο πιο μικρός με τα σγουρά μαλλιά.

Λίγο έλειψε κι αυτό να πάει με τ᾿ άλλα:
Μα επειδής ήταν άσπρο, παχουλό,
Το γλύτωσεν αποβραδίς η Αννούλα,
Και το ῾βανε κρυφά στο πλυσταριό·
Και αργότερα του πέρασε, για χάζι,
Μια κορδελίστα γύρω στο λαιμό.

Ποιος να ῾λεγε σ᾿ εκείνους τους καημένους,
Που ζούσαν πάντα τόσο ταπεινοί,
Πως έλαχε σ᾿ αυτούς ο κλήρος, τώρα,
Ν᾿ ακούσουν τη μεγάλη τη Φωνή.
– να ιδούν το Κάτι εκείνο, που είχε κάνει,
δεν ξέρω πόσους αιώνες να φανεί!

Τώρα ήταν ένα σύχαρο γατάκι,
παράξενα θλιμμένο και γλυκό·
τα μάτια του κοιτούσαν ώρες- ώρες,
μ᾿ ένα μυστήριο τόσο αγγελικό,
που μόνο αυτό θ᾿ αρκούσε, μια για πάντα,
να διώξει απ᾿ τους ανθρώπους το κακό…

Τότε έπεσε πολλή χαρά στο σπίτι:
γύρισε ο πρώτος γιός, ο ναυτικός,
με το πουγγί γιομάτο, από τα ξένα·
σε λίγο ήρθε και ο δεύτερος ο γιός·
κι η Αννούλα πήρε κάποιο παλικάρι,
κι έπαψε η γρίνια πιά και ο τσακωμός…

Η δεύτερη διορίστηκε δασκάλα,
σ᾿ ένα χωριό γειτονικό, σιμά·
κι ο μικρούλης, ακόμα ο πιο τεμπέλης,
δούλευε τώρα, κι έβγαζε αρκετά.
Στα τελευταία, κι η μάνα μία αυγούλα,
κοιμήθηκε, κι αυτή παντοτινά…

Και το γατάκι ξάπλωνε στον ήλιο,
κι όλα βαδίζαν, όλα, μια χαρά!
Μα να που ένα βραδάκι του χειμώνα,
το βρήκε πάλι κάποια συφορά:
μια ρόδα, ξαφνικά το πήρε σβάρνα,
και του ‘σπασε και τα δυο του τα πλευρά…

Στο δρόμο, χάμου, απόμεινε πεσμένο,
καλώντας, λες, κι εγώ δεν ξέρω τι,
με την απελπισμένη του φωνούλα,
θλιμμένη τόσο, και σπαραχτική!
Μ᾿ αν έτυχε και κάποιοι να περάσουν,
ήταν αδιάφοροι και βιαστικοί…

Στις πέντε, προς το βράδυ, ξεψυχούσε·
τριγύρω του απλωνόταν ερημιά·
κανένας, τώρα, να το συμπονέσει,
μήτε καμιάν ελπίδα πουθενά…
Πύκνωσε το σκοτάδι, βγήκαν τ᾿ άστρα,
κι αρχίνησε να βρέχει σιγανά.

Στις έντεκα, τη νύχτα ζούσε ακόμα·
μα τώρα πιά η φωνή του ήταν φριχτή,
θαρρείς ένα τραγούδι του Υπερπέραν,
– κάτι που δεν λεγόταν πιά φωνή!
Σχεδόν ως τα μεσάνυχτα ακουγόταν,
ώσπου, στο τέλος, έπαψε κι αυτή…

ΙΙΙ

Δοκίμασε άλλη μια φορά για να ’ρθει
– κι έγινε ένα παιδάκι τρυφερό·
στο μέρος που γεννήθηκε, είχε πέσει
κακό μεγάλο, εκείνο τον καιρό:
μίση, κακίες, καυγάδες δίχως τέλος,
το τι γινόταν ήταν φοβερό!

Σαν έκλεισε τα πέντε του τα χρόνια,
και πήγε στο σκολείο της γειτονιάς,
βασίλεψε παντού μια τέτοια ειρήνη,
που κλέφτης δεν υπήρχε ούτε φονιάς!
Τώρα, όλες οι γωνιές κι όλες οι στράτες
ήταν γιομάτες άνθη λεμονιάς…

Κάθε φορά που πήγαινε στην τάξη
με την μικρή του ζώνη, τη λευκή
στο δρόμο, όσοι περνούσανε σιμά του,
γυρνούσαν το κεφάλι εκστατικοί
και γητεμένοι κι ονειροπαρμένοι
τ᾿ ακολουθούσαν μυστικά ως εκεί!

Κι όσο για τα μεγάλα του τα μάτια,
τ᾿ αλλόκοτα, γλυκά και τρυφερά
Σκορπούσαν τόσο φως ολόγυρά του
κι ήτανε τώρα τόσο φλογερά
– που μόνο αυτά αρκούσαν, εδώ κάτου
να φέρουν την στοργή και την χαρά…

Μα μ᾿ ολ᾿ αυτά δεν γλύτωσε και πάλι:
κάποιο μουντό βραδάκι θλιβερό,
την ώρα που αρχινούσε το σκοτάδι
καθώς γυρνούσε μόνο απ᾿ το σκολειό
σε μια γωνιά περνούσε κάποιο τρένο:
το πρόλαβε, – και το ῾κοψε στα δυό…

IV

Κι έτσι, αφού τρεις φορές, μεσ᾿ απ᾿ τη Νύχτα
με τρεις μορφές δοκίμασε να ’ρθει
κατάλαβε πως άδικα ζητούσε
να δει, σ᾿ αυτή την πλάση, προκοπή
Γι’ αυτό, κι εκείνο, γύρισε για πάντα
και χάθηκε, ξανά μες στην Σιωπή.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΕΡΩΤΗΜΑΤΙΚΟ

Είπα πιο πάνω: γύρισε για πάντα
Και χάθηκε, ξανά μες στην Σιωπή
– κι ο μύθος, μια κι Εκείνο ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ
σε αυτή την φράση πρέπει να κοπεί.
Μα τι σημαίνει αυτό το «ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ»
Ποιος θα ῾ταν ικανός να μας το πεί;…

ΦΑΝΤΑΣΜΑ

Το Άγνωστο γύρω και παντού, – κι ο Νόμος ο Τρανός του!
Κι ενώ σε είμαστε παρά μορφές αυτού του Αγνώστου,
Φαντάσματα, όλοι, και καπνοί, στην δίνη της Αβύσσου
(με τ᾿ όνειρο, φτωχή ψυχή, για μόνη απολαβή σου),

μάταια φαντάσματα, τυφλά, που το σκοτάδι σπέρνει
που η νύχτα φέρνει μία στιγμή, κι η νύχτα, πάλι, παίρνει,
χαμένοι, δίχως γυρισμό μες στον αιώνιο σάλο,
μισούμε και εχθρευόμαστε – και κρίνει ο ένας τον άλλο…

ΠΡΟΣΜΟΝΗ

Τις βαριές τις ώρες που είμαι μόνος
Και δεν είναι γύρω μου κανείς
Που δεν είμαι παρά μόνο πόνος,
– περιμένω, Μάνα, να φανείς.

Κι όμως ήξερε όλες σου τις πράξεις
Πριν, Σα ρόδο, σπάσεις και σαπείς
Σχεδόν ξέρω πως θα με κοιτάξεις
Και τα λόγια ακόμα, που θα πεις…

Ξέρω ακόμα, πως θα με χαϊδέψεις
Μ᾿ ένα τρόπο τόσο τρυφερό,
Που θα σβήσεις όλες μου τις σκέψεις
Που με βαραίνουν, τόσο καιρό…

Κι άμα νιώσεις όλο μου τον πόνο,
Τι μεγάλος είναι και βαθύς
Φτάνει τη ματιά μου να δεις μόνο,
– δεν θα φύγεις… θα με λυπηθείς!

ΕΙΜΑΙ ΜΟΝΟΣ…

Είμαι μόνος. Βραδιάζει. Τι να κάνω…
Τα χέρια μου είναι τόσο απελπισμένα!
Τα χέρια μου είναι τόσο κουρασμένα!
Τα αφήνω και γλιστρούν αργά στο πιάνο…

Παίζω στην τύχη, κάτι αγαπημένο,
Κάτι παλιό, και γνώριμο, και πλάνο..
Και πάλι σταματώ. Δεν επιμένω.
Θα προτιμούσα μάλλον να πεθάνω…

ΕΡΙΝΥΕΣ

Παλιά τραγούδια μακρινά χαμένα από καιρό
Μες σε στιγμές αγγελικές η μέσα στ᾿ όνειρό μου,
Τώρα που, εντός μου, τίποτα δεν μένει πιά γερό
Το βράδυ που σας θυμηθώ μοιάζει με βράδυ τρόμου.

Κι εσάς που πάντα φύλαγα, για μία παρηγοριά
– Σα μια στερνή και μαγική παρηγοριά δική μου
Σας βλέπω τώρα, ξαφνικά ν’ αλλάζετε θωριά
Και να ‘στε απ’ όλες τις πληγές, η πιο μαρτυρική μου!

Για αυτό, σφαλώντας τη ματιά πηγαίνω να χαθώ.
Μες στους πικρούς σας εμπαιγμούς και μες στις ειρωνείες,
Τώρα που τίποτα γερό δεν έμεινε κι ορθό
– τραγούδια μου Ερινύες!..

ΠΡΟΣΜΕΝΩ ΠΑΛΙ

Θυμάμαι, νύχτα ήταν βαθειά,
μα η μέρα κόντευε να φτάσει,
καθώς κινήσαμε μαζί,
για να χαθούμε μες στην πλάση…

Και σ᾿ όσα πέσαμε κακά,
παγίδες, λάθη, πλάνες, πάθη,
κανένας μας δε μπορεί πιά
μήτε να δεί μήτε να μάθει…

Πόσο παλέψαμε κι οι δυό
και κυλιστήκαμε στο χώμα,
ζητώντας και τα πιο μικρά,
-δε θα το πεί κανένα στόμα…

Κι επειδής είχαμε δεχτεί,
καθένας τη δική του μοίρα,
πήρες τον ένα δρόμο εσύ,
κι εγώ τον άλλο δρόμο πήρα.

Κι αφού χαθήκαμε καιρό
και πλανηθήκαμε στην τύχη,
(κι ως τώρα, μόνος μας δεσμός
δεν ήταν παρά κάποιοι στίχοι),

τώρα, που τ᾿ όνειρο για μας
τα φώτα σβήνει τα στερνά του,
-προσμένω, πάλι, να σε βρω,
μες στη γαλήνη του θανάτου…

ΠΟΙΗΤΗΣ

Πόσο βαθύ κι ασήμαντο συνάμα,
της Ζωής και της Τέχνης σου το δράμα,

σ’ ένα παιχνίδι μάταιο και γελοίο,
του Νου σου να σκορπάς το μεγαλείο!

Μέρα-νύχτα να παίζεις με τις λέξεις,
πως, πρέπει, μεταξύ των, να τις πλέξεις

και πως, μαζί, να σμίξεις κάποιους ήχους,
ώστε να κλείσεις τ’ Όνειρο σε στίχους!

Πόσος κόπος και πόνος κι αγωνία,
να πλάσεις απ’ τη θλίψη σου αρμονία

και να τη πλάσεις μ όλους σου τους τρόπους,
για να τη ξαναδώσεις στους ανθρώπους!
Μήτε κι αληθινά που ξέρω πράμα
πιο θλιβερό, απ’ του πόνου σου το δράμα,

του Πόνου αυτού, που στέργει για κλουβί του,
το χώρο ενός ανθρώπινου αλφαβήτου!

Κι αφού, σα τα μικρά παιδάκια, παίξεις,
τόσο καιρό, με ρίμες και με λέξεις

κι όλες σου τις ελπίδες αφανίσεις,
χαμένος, όλος, μεσ’ στις αναμνήσεις,

μόλις φανούν οι πρώτες μαύρες τύψεις
κι ερθ’ η στιγμή να σκύψεις, να μη σκύψεις,

μα παίρνοντας μαζί το θησαυρό σου,
το Γολγοθά σου ανέβα και σταυρώσου!

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ ΣΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ

Ι

Τ᾿ όνειρό μου πιά δεν είναι να χαρώ, μήτε να ζήσω,
μα να πω μια λέξη μόνο, σα μια φλόγα και να σβήσω.

Κι αν ακόμα ζω του κάκου και γυρνώ στην επάνω,
μόνον ένα πιά μου μένει: να τη πω και να πεθάνω…

Κι όμως καν αυτή η λέξη δε μου δόθηκεν ακόμα
να τη πω και μου παιδεύει τη ψυχή μου και το στόμα.

Μήτε καν αυτή τη λέξη, την απέραντα θλιμμένη,
μήτε τρόπος να τη μάθω, μήτε χρόνος δε μου μένει.

Κι αφού τ᾿ άχαρά μου χείλη δε τη πρόφεραν ακόμα,
θα τη πάρω και σα ξένοι θα χαθούμε μεσ᾿ στο χώμα…

ΙΙ

Μόνος ήρθα κάποιο βράδυ κι ήσαν όλοι γύρω μόνοι
κι όλοι ξένοι, τραγουδάμε, μεσ᾿ στη νύχτα που σιμώνει.

Κι όσο ζω κι όσο μαθαίνω, τόσο νιώθω, αλίμονό μου,
το βαθύ και το μεγάλο κι απροσμέτρητο κενό μου!

Τη στιγμή του σταυρωμού μου και για μόνη συντροφιά μου,
μόλις ένιωσα τα χέρια που καρφώσαν τα καρφιά μου…

Μόνος ήρθα κάποιο βράδυ, μόνος πόνεσα για λίγο,
μόνος έζησα του κάκου κι όπως ήρθα και θα φύγω.

Τ᾿ είναι τάχα για τους άλλους, ο χαμός ενός ατόμου;
Κι όπως ήρθα και θα φύγω, μόνος μεσ᾿ στο θάνατό μου…

ΒΙΒΛΙΑ - 0002

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΘΟΛΟΓΗΣΗ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΗ ΤΡΙΒΙΖΑ

ΩΡΑΙΟΠΑΘΗΣ

Μες στ’ άχαρο βράδυ,
το μάταιο, πού μένω,
φυτό ξένου τόπου,
παραπονεμένο,

στ’ ακοίμητα βάθη
του απέραντου κόσμου,
πλανιέται κι ό στείρος
καημός ο δικός μου…

Μ’ ανήσυχο μάτι
κι αμίλητο χείλι,
την ώρα που πέφτει
το μήλινο δείλι,

σαν ένας επαίτης,
στο δρόμο τού κόσμου,
γυρίζει κι ο πόθος
ό νοσταλγικός μου…

Τί θέλει, τί κάνει,
πού ζει μες στην πλάση,
– ποια μοίρα του γράφει
να μην ησυχάσει

και μέρα και νύχτα,
γυρνώντας αλήτης,
να ψάχνει, ζητώντας
μιαν όψη καλή της;…

Ποια δίψα του ’χει έτσι
το δρόμο χαράξει,
να μη μπορεί κάπου,
ποτέ του, ν’ αράξει,

και μέσ’ άπ’ τη ζήση,
μιας ώρας περάτης,
να μην κατορθώνει
να δει τη χαρά της!…

Και κάθε που, γύρω,
τ’ απόβραδο πέφτει,
γυρίζει και ψάχνει,
δειλά, σαν τον κλέφτη,

γυρίζει, και ψάχνει,
στη γης εδώ-κάτου,
να βρει, κάπου, κάτι,
για παρηγοριά του…

Και μέσα στη νύχτα,
πού μένει δεσμώτης,
κοιτώντας τού κάκου
να βρει το ρυθμό της,

η Τέχνη, μονάχα,
σαν κάποιος φεγγίτης,
τουτ δίνει τη λήθη,
με τη μουσική της…

Γι’ αυτό κι η καρδιά μου
γυρίζει στην τύχη,
σαν κάποιοι χαμένοι
κι αλλόκοτοι στίχοι,

που δεν τους μαντεύουν,
ενώ κλείνουν τόσα,
γιατ’ είναι γραμμένοι
σ’ ερμητική γλώσσα…

Και τώρα, ένα, μόνο,
στερνό, θέλει να ’χει:
μια κι είναι πλασμένη
να μένει μονάχη,

κι αφού καμιάν άλλη
χαρά δεν αιστάνθη,
—να σβήσει, όπως σβήνουν
τ’ ανώφελα τ’ άνθη…

ΕΛΕΓΕΙΑ

Δε μοιάζουνε μόνα τ’ αργά βήματά μου,
– κι ωστόσο δε νιώθω κανένα κοντά μου,
την ίδια τη μοίρα να ζει:
κάτι έχει μεγάλο κοπεί μεταξύ μας,
και μένουμε μόνοι, μες στην ύπαρξή μας,
ενώ περπατούμε μαζί…

Τα χρόνια μας πάνε, κι εκείνα, χαμένα:
στο δρόμο πού πήρα, δε βρήκα κανένα,
που να ’χει χαρεί μερικά-
κι ωστόσο, το λίγο που γνώρισα γύρω,
με κάνει και λιώνω, με λάγγεμα στείρο,
για πράματα χιμαιρικά…

Τί τ’ όφελος, όμως; Το βράδυ σιμώνει,
κι εμείς όλο πάμε, πιο ξένοι, πιο μόνοι,
καθένας μ’ αυτό που ποθεί
κι ωστόσο η καρδιά μου πώς δίνεται, Θέ μου!
Θαρρώ δεν την είδα να θέλει, ποτέ μου,
με τόσον καημό να δοθεί…

Μάς φέρνει το κύμα, και πάμε, θλιμμένοι,
στ’ απέραντο βράδυ πού μάς περιμένει,
χωρίς ένα φως πουθενά!
Προφταίνουμε, μόλις, δυο λόγια να πούμε,
να πούμε δυο λόγια, σ’ αυτούς που αγαπούμε,
— κι αμέσως βυθάμε ξανά…

ΝΑΡΚΙΣΣΟΣ

Απόψε αγάπησα τα μάτια μου,
κοιτώντας τα μες στον καθρέφτη:
να ’ταν το φως, που, μες στην κάμαρα,
τόσο λεπτά κι ανάερα πέφτει;

Να ’ταν το ρόδο το απριλιάτικο,
που το ’χα βάνει στη γωνία,
να μην το δω να παραδίνεται
στη βραδινή την αγωνία;

Να ’ταν, αλήθεια, το τριαντάφυλλο,
που ξεψυχούσε στο ποτήρι,
— η κάποιοι πόθοι που με παίδευαν,
και που είχαν απομείνει στείροι;…

το ρόδο που ’σβήνε, το πάθος μου,
το παραθύρι, που δεν κλείνω,
— η μήπως επειδή σε κοίταξαν
τόσο πολύ, το βράδυ εκείνο;…

ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

Φθινόπωρο σ’ αγάπησα, την ώρα που τα φύλλα
πέφτουν, κι αφήνουν τα κλαριά γυμνά για το χειμώνα,
που βιάζουνται τα δειλινά, κι είναι τα ρόδα μήλα,
— κι είναι τα βράδια μόνα…

Και τώρα στέκω και ρωτώ: Ποια μοίρα, και ποια μπόρα,
καθώς τραβούσα μοναχός, το δρόμο της αβύσσου,
παράξενα κι ανέλπιστα, να μ’ έχει φέρει, τώρα,
ζητιάνο στην αυλή σου;…

Κι όταν το γιόμα χάνεται, κι η νύχτα κατεβαίνει,
και σιωπηλά, σαν τα βιβλία, το φως της μέρας
κλείνει,
να ’ρχουμαι, πάλι, να ζητώ μιάν ησυχία χαμένη,
σα μιάν ελεημοσύνη!

Σ’ αγάπησα φθινόπωρο, την ώρα που τα φύλλα
πέφτουν, κι αφήνουν τα κλαριά, κι είναι τα βράδια
μόνα…
Μ’ αλήθεια να σ’ αγάπησα, – η μην είν’ η ανατριχίλα
του ερχομένου χειμώνα;…

ALLA C. BOT.

Στην αγκαλιά να σ’ έσφιγγα, να σ’ έσφιγγα
και με τα δυο μου χέρια, ώσπου να νιώσω
να λιώσει και να στάξει δλη η ψυχούλα σου
στους πόρους της δικής μου, σαν τη δρόσο.

Τα χείλη μου ν’ αγγίζουνε τα μάτια σου
τόσο απαλά, τόσο γλυκά κι αγάλια,
που όταν τα κλείνεις να θαρρείς πως κύματα
και ζέφυροι φυσούν απ’ τ’ ακρογιάλια…

Κι ένα φιλί στο στόμα, τόσο ατέλειωτο,
που οι ώρες να μας πλέξουνε στεφάνι,
και τόσο ηδονικό, που να φιλιόμαστε
κι όλοι να λεν πως έχουμε πεθάνει…

Κι όταν θ’ απαλοσβήνει αυτό το φίλημα,
και δεις να ’χω τα μάτια μου σφαλίσει,
θα με σαλέψεις με τα δυο χεράκια σου,
κι εγώ θα ’χω στ’ αλήθεια ξεψυχήσει….

Τ’ ΑΝΘΟΓΥΑΛΙ

Τι κρίμα! ’Απόψε, εκεί που χάιδευα
τ’ άσπρα τα ρόδα, που είχα βάλει,
έπεσε χάμω, και τσακίστηκε
το κρυσταλλένιο μου ανθογυάλι…

Πως πόνεσα, πως το λυπήθηκα,
και πως μου τρέμανε τα χέρια…
Και τα τριαντάφυλλα σκορπίσανε,
σαν πεθαμένα περιστέρια…

Κι ένιωσα, τότε, κάποιο δάκρυ μου,
που αργοκυλούσε αγάλι-αγάλια,
— κι είδα πως περισσεύουν κλάματα,
να κλαίμε και για τ’ ανθογυάλια…

…Κι έπειτα, ακούμπησα το μέτωπο,
στ’ ολότρεμό μου χέρι πίσω,
και κάποια λύπη μου θυμήθηκα:
μα δε μπορούσα να δακρύσω…

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ

Ήρθε, προς τα μεσάνυχτα,
στο δρόμο, μια παρέα
και μου σιγοτραγούδησε
τόσο γλυκά κι ωραία,

που η σκέψη μου όλη ρίγησε
και ξέφυγε από μένα,
και πήγε πάλι στα παλιά
και τα λησμονημένα…

…Τα μαντολίνα φύγανε,
πρόβαλε, πάλι, η μέρα,
κι ακόμα, ως τα χαράματα,
δε φάνηκε από πέρα…

Ποιος ξέρει που να χάθηκες,
πουλάκι μεθυσμένο!
Μήτε στιγμή κοιμήθηκα,
για να σε περιμένω…

ΣΕ ΜΙΑ ΜΙΚΡΟΥΛΑ ΠΕΘΑΜΕΝΗ

Απόψε στα χαμόγελά σου ελούσθηκε,
λιποθυμάει σαν πιο γαλάζια η δύση…
Επέθανες ολόχαρη σαν όνειρο,
αυγούλα που θολώνει πριν φωτίσει!

Και ο τάφος όπου σ’ έσυρε απ’ της μάνας σου
της έρημης τα πονεμένα τα φιλιά,
για να μη νιώσεις του θανάτου το ανατρίχιασμα
σου ζέστανε την παγωμένη του αγκαλιά…

’Απόψε, σαν ελούσθη στην ψυχούλα σου,
φεγγοβολεί πιο αθώα ο Γαλαξίας!
Κοιμήσου από τα χάδια της μανούλας σου
σε μαύρα κύματα γλυκιάς ανυπαρξίας…

Κοιμήσου αγνή… Το κυπαρίσσι είναι όμορφο,
έχει και ο τάφος τα λευκά όνειρά του:
άλλοι ονειρεύονται από πάνω από τη γη
και άλλοι, βαθιά, ονειρεύονται, από κάτου…

ΛΕΥΚΕΣ ΨΥΧΟΥΛΕΣ

Άρπαξα κάποιους στίχους μου στα δάχτυλα,
τους έσκισα, τους σπάραξα, ένα-ένα
τα χίλια κομματάκια τους κουρέλιασα
και τα χαρτάκια επέταξαν θλιμμένα…

Και σα λευκές ψυχούλες μου εφανήκανε…
Το τρίξιμό τους ήταν μοιρολόι!
Τρεμουλιαστές στον άνεμο εκολύμπησαν
και αγάλια εγλυκοστάλαξαν στη χλόη…

…Είναι στιγμές που πνίγομαι, που πνίγομαι,
ανοίγω το παράθυρο και μένω-
ολόβαθα σα να με στραγγαλίζουνε,
με σκίζει κάποιο δάχτυλο κρυμμένο!

Και, αχ, τα χαρτάκια τάχα δεν έπόνεσαν;
Ποιος ξέρει σε ποια γλώσσα κρυφοκλαίνε…
Μα ο Πόνος τις ψυχές έχει χαρτάκια του.
…Κλάψε, καρδιά μου, στίχε σπαραγμένε!…

ΕΙΜΑΙ ΤΟΣΟ ΚΟΥΡΑΣΜΕΝΟΣ…

Είμαι, τόσο κουρασμένος απ’ τα λόγια τα ειπωμένα
κι απ’ τα λόγια που θα πούμε, — κι απ’ τους άλλους, κι από μένα
κι απ’ το κάλεσμα του στίχου, με το μάταιο λυρισμό,
που η ψυχή μου δεν ελπίζει παρά μόνο στο Λιμάνι
και στο σάλπισμα της Μοίρας, που μια μέρα θα
σημάνει
τον Αιώνιο Γυρισμό!

Τότε, μόνο, λυτρωμένος απ’ της γης την ‘ιστορία,
μες στων κόσμων και στων άστρων την ατέρμονη πορεία,
φως ανέσπερο, χυμένο σε μιάν έξαλλη στροφή,
το Τραγούδι το Μεγάλο, που ποτέ δεν έχω γράψει,
το στερνό μου το Τραγούδι, — σα μια δόξα που θ’ ανάψει
τότε, μόνο, θα γραφεί!…

ΘΑΝΑΤΟΣ

Η σάλπιγγα του Θριάμβου αργά σημαίνει,
για μιάν Υπάτη Πρώτη Παρουσία,
που μήτε θα μπορούσε, κι η εξημμένη,
ποτέ, να τη συλλάβει φαντασία!

Χρώματα και ήχοι, αρώματα, – ενωμένα
σ’ ένα Μεγάλο φως, όλο Γαλήνη,
— κι ό,τι ποθούσα, τώρα πιά, για μένα,
σαν ένα παραπέτασμα που κλείνει…

Τίποτα πια της γης δεν απομένει,
— κι ο ’Αρχάγγελος υψώνει τη Ρομφαία:
της γης η σκιά, για πάντα διαλυμένη,
μέσα σε μιάν ’Αλήθεια Κορυφαία!

…Κι όπως κυλώ στα βάθη του κενού μου,
σαν άστρο φλογερό στον άξονά του,
— δε νιώθω πιά να ζει, παρά το Νου μου,
στην ’Απεραντοσύνη του Θανάτου…

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΜΑΡΙΝΑΣ ΛΥΜΠΟΥΡΛΗ

(ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ)

Η πλειοψηφία των κριτικών εντάσσει τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη στη λεγάμενη αθηναϊκή σχολή του νεορομαντισμού, δίνοντάς του μάλιστα τον τίτλο του «κατεξοχήν» νεορομαντικού ανάμεσα στους ομοτέχνους του: τον Ρώμο Φιλύρα (1889-1942), τον Κώστα Ουράνη (1890-1953), τον Κώστα Καρυωτάκη (1896-1926), τον Τέλλο Άγρα (1899-1944) και πολλούς άλλους. Μηδενός εξαιρουμένου, ούτε βέβαια και του Λαπαθιώτη, οι εκπρόσωποι της σχολής αυτής, προετοιμάζοντας το έδαφος για την υποδοχή της γενιάς του 1920, της γενιάς δηλαδή των συμβολιστών , συνεχίζουν μεν τη ρομαντική παράδοση, αλλά την ίδια στιγμή δέχονται τις επιδράσεις του αγγλικού αισθητισμού -Oscar Wilde, Edgar Allan Poe- και του γαλλικού συμβολισμού. Η τέχνη των νεορομαντικών, αναπόφευκτα λοιπόν και του Λαπαθιώτη, χαρακτηρίζεται από έναν άκρατο συναισθηματισμό, ο οποίος δίνει έκφραση στην αίσθηση του
ανικανοποίητου και του αδιεξόδου, από μια διάθεση αναπόλησης, που τους φέρνει πιο κοντά στο όνειρο παρά στην πραγματικότητα, και όλα αυτά σε στίχους με τους έντονους ρυθμούς και τη μουσικότητα του συμβολισμού.
Εάν ο νεορομαντισμός αποτελεί συνέχεια του ρομαντισμού -όπως άλλωστε προδίδει και η ίδια η λέξη- ο Ναπολέοντας Λαπαθιώτης υπήρξε πράγματι ο ποιητής, ο οποίος «καθάρισε» τον ποιητικό λόγο από το ρομαντικό στόμφο και τις μεγαλόσχημες υπερβολές, εγκαινιάζοντας «τους πρώτους ευπαθείς και αβρούς τόνους, ό,τι ονομάστηκε τότε “νέα ευαισθησία”» . Η ποίησή του υποτάσσεται στα ουαλδικά πρότυπα, σύμφωνα με τα οποία η ζωή γίνεται τέχνη, ενώ ο καλλιτέχνης μετατρέπεται σε έργο τέχνης. Και είναι αλήθεια ότι η ποίηση του Λαπαθιώτη είναι άκρως προσωπική· πρόκειται για μια ειλικρινή καταγραφή βιωμάτων και εμπειριών, κυρίως ερωτικών, η οποία μας επιτρέπει να σχηματίσουμε μια διάφανη εικόνα για τον άνθρωπο Λαπαθιώτη.
Ο Άρης Δικταίος, ο πρώτος, στην πραγματικότητα, εκδότης των ποιημάτων του Λαπαθιώτη στις εκδόσεις Φέξη (1964), χωρίζει το ποιητικό του έργο σε δύο περιόδους: Ά. 1905-1919 και Β’. 1920 κ.ε. (μέχρι το θάνατό
του το 1943) . Τα ποιήματα της πρώτης περιόδου χαρακτηρίζονται από έναν ερωτικό αισθησιασμό καθαρά ουαλδικό ως προς το στοιχείο του αμοραλισμού και της πρόκλησης. Η μουσικότητα του συμβολισμού γοητεύει τον
Λαπαθιώτη, ωστόσο η δύναμη που ασκεί πάνω του η ελληνική παράδοση τον οδηγεί στην υιοθέτηση ρυθμών αμιγώς ελληνικών, με προτίμηση προς τους ρυθμούς των λιανοτράγουδων και των μοιρολογιών. Ο έρωτας, δοσμένος με νεανική ένταση και υπερβολική, ίσως, αισθηματικότητα και ηδυπάθεια, βρίσκεται στο επίκεντρο της θεματικής του. Τα ποιήματα αυτής της περιόδου πηγάζουν αβίαστα από το γνήσιο ταλέντο του:

Κι οι μπερντέδες ήταν κόκκινοι
κι ήταν άσπρο το κρεβάτι,
κι όλο θόλωνε, όλο μέλωνε
το γλυκό γλυκό σου μάτι,

και τα χέρια σου πλεκόντουσαν
στο κορμί μου γύρω γύρω
κι έπινα μέσ’ απ’ τα χείλη σου
γλυκιάν άχνα σαν το μύρο,

και σταλάζανε απ’ τα χείλια σου
γλυκά λόγια σαν τα μόρα,
κι ήταν άσπρο το κρεβάτι μας
κι οι μπερντέδες σαν πορφύρα…

Έτσι, αγάπη μου, σε χόρτασα
κι έτσι, τη γλυκάδα σου ήπια
μέσα στ’ άνομα αγκαλιάσματα
στ’ άνομα τα καρδιοχτύπια,

κι απ’ το μέλι ποθοπλάνταζε
το κορμί σου και το μάτι
κι οι μπερντέδες ήταν κόκκινοι
κι ήταν άσπρο το κρεβάτι.

Αντίθετα, κατά τη δεύτερη δημιουργική του περίοδο ο Λαπαθιώτης επιζητά με εμμονή την καλλιτεχνική επεξεργασία των στίχων του. Σε στοχασμό του 1931 δηλώνει απερίφραστα: «Καταλαβαίνω αξιόλογα τη νοοτροπία ενός ποιητή, που δε θα ’κάνε παρά πέντε-δέκα, το πολύ, ποιήματα σ’ όλη του τη ζωή, και που θα περνούσε το υπόλοιπό της, διορθώνοντάς τα και φορμάροντάς τα διαρκώς, ώσπου να τους δώσει την άρτια, την οριστική μορφή». Η συνειδητή ωστόσο λιτότητα που τελικά επιτυγχάνει είναι αποτέλεσμα της εκούσιας ανάγκης του να δίνουν τα ποιήματά του την εντύπωση ενός αυθόρμητου αυτοσχεδιασμού. Ως προς τη θεματική ο ερωτισμός της προηγούμενης περιόδου παραχωρεί τώρα τη θέση του σε στίχους πικρούς κι απελπισμένους, γεμάτους από τη θλίψη, την ανία, την απόγνωση και προπάντων τη νοσταλγία του δημιουργού τους. Τα ποιήματά του εκφράζουν το δράμα του: τη μοναξιά, τη διάψευση και την πτώση του:

Είμαι μόνος. Βραδιάζει. Τι να χάνω…
Τα χέρια μου είναι τόσο απελπισμένα!
Τα χέρια μου είναι τόσο κουρασμένα!
Τ’ αφήνω και γλιστρούν, αργά, στο πιάνο…

Παίζω στην τύχη, κάτι αγαπημένο,
κάτι παλιό, και γνώριμο, και πλάνο…
Και πάλι σταματώ. Δεν επιμένω.
Θα προτιμούσα, μάλλον, να πεθάνω…

Σύμφωνα με τον κριτικό Βάσο Βαρίκα σ’ αυτά ακριβώς τα ποιήματα βρίσκεται και η πραγματική προσφορά του Λαπαθιώτη: «όταν το δράμα αρχίζει να υπεισέρχεται για πρώτη φορά στην ποίησή του, όταν εγκαταλείπει τη μάσκα για να δείξει το πραγματικό του πρόσωπο. Στα ποιήματα αυτά και η πράγματι σοφή τεχνική του επιτυγχάνει να αξιοποιήσει στο έπακρο την εσωτερική μουσική του διάθεση, που χαρακτηρίζει άλλωστε ιδιαίτερα την ποίησή τους. Είναι η ωριμότητα. Γιατί προς το τέλος η ισορροπία μοιάζει να διασπάται, καθώς η κρίση φτάνει στο κατακόρυφό της, και το αυθόρμητο δεν είναι εύκολο να υποταχθεί στην πειθαρχία της τέχνης. Και τις στιγμές αυτής της ωριμότητας, έγραψε στίχους, που τους εμπνέει η νοσταλγία, ο πόνος, η μελαγχολία, η πεισιθανάτια ακόμη διάθεση, πολλοί, πάρα πολλοί από τους όποιους είναι, νομίζω, προορισμένοι να επιζήσουν».
Αυτός λοιπόν υπήρξε ο Ναπολέοντας Λαπαθιώτης! Ως άνθρωπος ένας ωραιοπαθής -ο ίδιος σε ένα ποίημά του μας περιγράφει πώς ένα βράδυ «αγάπησε τα μάτια του, κοιτώντας τα μες στον καθρέφτη»- και προκλητικός δανδής της εποχής του, με δηλωμένη την κλίση του προς το όμοιο φύλο, ένας εραστής των «τεχνητών παραδείσων»! Ως ποιητής βαθύτατα ανθρώπινος, τρυφερός και πικραμένος. «Ανάμεσα στους τρεις-τέσσερις καλύτερους της “σχολής” εμφανίζεται τελικά πιο “συντετριμμένος” και πιο ανθρώπινος. Kι αν εκείνοι διαθέτουν σκληρότερο πυρήνα κι ανοίγονται σε μεγαλύτερη έκταση
και βάθος, αυτός ξέρει να κλαίει ανθρώπινα. Κάτι τέτοιες στιγμές, μαζί με μερικά λαμπρά και σπάνιας ευαισθησίας ποιήματα, διασώζουν ακόμα ποιητικά τη φυσιογνωμία του»

 ΣΩΤΗΡΗΣ ΤΡΙΒΙΖΑΣ  «ο δικός μου» Λαπαθιώτης

ΤΗ ΝΥΧΤΑ της 7ης ’Ιανουάριου 1944 ο ποιητής Ναπολέων Λαπαθιώτης αυτοκτόνησε μέσα στο σπίτι του, στη συμβολή των οδών Οικονόμου και Κουντουριώτου στα Εξάρχεια. Δίπλα του βρέθηκε το παλιό περίστροφο με το όποιο είχε πυροβολήσει το στήθος του. Ήταν η τραγική κατάληξη μιας ζωής
χρωματισμένης με τα πιο εκτυφλωτικά χρώματα που κάποτε έδυσαν για να βασιλέψουν οι ίσκιοι. Έτσι όπως θαυμάσια το απέδωσε ο Τάκης Παπατσώνης στον τίτλο της γνωστής μελέτης του: ο Λαπαθιώτης μετέωρο και σκιά.
Γόνος εύπορης, μεγαλοαστικής οικογένειας, γιος του στρατηγού Λεωνίδα Λαπαθιώτη (ο όποιος, μετά το κίνημα στο Γουδί, διετέλεσε και υπουργός των Στρατιωτικών) και της Βασιλικής Παπαδοπούλου, ανιψιάς του Χαριλάου Τρικούπη, ο Λαπαθιώτης γεννήθηκε στην ’Αθήνα το 1888. Η πρώτη του εμφάνιση έγινε σε ηλικία μόλις εννέα ετών μέσα απ’ τις σελίδες της Διαπλάσεως των Παίδων. Δεκατριών ετών είχε ήδη τυπώσει, με έξοδα του πατέρα του, το πρώτο του έργο: το έμμετρο δράμα Νερών ο Τύραννος. Ωστόσο, επισήμως εμφανίζεται στα ελληνικά γράμματα το 1905, με τη δημοσίευση δύο ποιημάτων στο περιοδικό Νουμάς. Έκτοτε, και για τριάντα περίπου χρόνια, ο Λαπαθιώτης μεσουρανούσε στο λογοτεχνικό στερέωμα της χώρας μας μέσα από τις σελίδες της Ηγησώς, της Ανεμώνης, της Νέας Εστίας, του Μπουκέτου, και απασχολούσε την κοινή γνώμη άλλοτε για
τα αισθησιακά, ερωτικά του ποιήματα και τα επαναστατικά μανιφέστα του και άλλοτε για τον προκλητικό, και κάποτε σκανδαλώδη για τα ήθη της εποχής, τρόπο της ζωής του.
Ποιητής λεπταίσθητος, μουσικός, επηρεασμένος από τον αισθητισμό του Wilde και από τους γάλους συμβολιστές, καθάρισε, όπως σημειώνει ο Κώστας Στεργιόπουλος, το λόγο των πρώτων Αθηναίων ρομαντικών από το στόμφο και τη μεγαληγορία και ανανέωσε το ρομαντισμό των δεύτερων, κομίζοντας τους αβρούς τόνους μιας νέας ευαισθησίας. Η ποίησή του,
στους ίδιους μελαγχολικούς τόνους με την ποίηση του Καρυωτάκη άλλα χωρίς την ένταση και το σαρκασμό από τον όποιο διαπνέεται το έργο του τελευταίου, υποβάλλει περισσότερο μια συναισθηματική κατάσταση και λιγότερο ένα συγκροτημένο ποιητικό όραμα. Σ’ αυτό συμβάλλει η μουσική δομή της, με τις φευγαλέες εντυπώσεις και τις χαλαρές, σχεδόν ασύνδετες μεταξύ
τους εικόνες, την προσεγμένη, μέχρι σημείου εκζήτησης, στιχουργία και την εκμετάλλευση των μουσικών δυνατοτήτων της γλώσσας: της συνίζησης, της παρήχησης, της ευρηματικής ομοιοκαταληξίας. ’Έτσι, τα ποιήματα του διαθέτουν χάρη, κομψότητα κι ευλυγισία. Κι αν κάποτε η έλλειψη ποιητικού βάθους τον παρασύρει σ’ επαναλήψεις και κοινοτοπίες, ο Λαπαθιώτης, στις καλύτερες στιγμές του, είναι ικανός να δονήσει τις πιο λεπτές κι ευαίσθητες χορδές.
Από την πρώτη του νεότητα, τον Λαπαθιώτη τον περιέβαλλε η αχλής του μύθου: η αριστοκρατική καταγωγή του, το εκπάγλου καλλονής νεανικό παρουσιαστικό του, οι νυχτερινές περιπλανήσεις του, η δηλωμένη ερωτική του απόκλιση, η αναζήτηση των τεχνητών παραδείσων, αλλά, προ πάντων, τα ποιήματά του, σκορπισμένα σε κάθε είδους έντυπα με την αμεριμνησία ενός εστέτ, του εξασφάλισαν μια εφήμερη δόξα, που, όσο περνούσαν τα χρόνια, έχανε σιγά σιγά τη λάμψη της. Σ’ αυτό συνέβαλε η επίμονη άρνησή του να ενστερνισθεί τα νεότερα ποιητικά ρεύματα, άρνηση που εκδηλώθηκε με βίαιες πολεμικές εναντίον των «μοντέρνων». Κι ενώ ξεθώριαζε η ποιητική του αίγλη, ήρθε ο θάνατος των γονιών του, ο πόλεμος, η Κατοχή, η οικονομική εξαθλίωση, να κορυφώσουν το δράμα του. Τα φλογερά, ερωτικά ποιήματα των νεανικών του χρόνων παραχώρησαν τη θέση τους σε στίχους γεμάτους απελπισία, στίχους που κατατρύχονταν από την έμμονη ιδέα του θανάτου.
Κάποτε, μαρτυρεί ο Μάριος Βαϊάνος, ο Λαπαθιώτης συνέλαβε την ιδέα της αυτοκτονίας του σαν φάρσα. Εκείνη τη χειμωνιάτικη νύχτα του 1944 η φάρσα παίχτηκε σαν τραγωδία.
Τα Ποιήματα (Πυρσός, 1939) είναι το μοναδικό ποιητικό βιβλίο που τύπωσε εν ζωή ο Ναπολέων Λαπαθιώτης. Πρόκειται για μια επιλογή πενήντα ποιημάτων από το πλούσιο έργο που είχε σκορπίσει σπάταλα ο ποιητής σε διάφορες εφημερίδες και περιοδικά στο διάστημα μιας τριακονταετίας. Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς πως η ομολογημένη αντιπάθεια του Λαπαθιώτη για τα τυπωμένα βιβλία ήταν ένα ακόμα από τα στοιχεία του μύθου που τον περιέβαλλε. Ωστόσο, μια πιο προσεκτική ματιά θ’ αρκούσε να πείσει ότι πίσω από την πόζα και τις αυτάρεσκες δηλώσεις κρύβεται η οξεία καλλιτεχνική αντίληψη ενός ανθρώπου που έχει συνείδηση της ανισότητας του έργου του: «Είμαι ευτυχισμένος που δεν έχω τυπώσει ακόμα βιβλίο. Σκεφθείτε, αν όσα τραγούδια η ό,τι άλλο έγραψα από τα είκοσι μου χρόνια είχε στεγασθεί μέσα σε βιβλία και ήταν τόσο πρόχειρο να με διαπομπεύει… Εκείνο που με απασχολεί πάντα, είναι ένα βιβλίο. ’Αλλά το βιβλίο αυτό θα
πρέπει να περιλάβει ό,τι καλύτερο έχω γράψει. Είναι πολύ φυσικό να υπάρχει πολλή σαβούρα μέσα στα γραφόμενά μου και θέλω η σαβούρα αυτή να μην περάσει στο βιβλίο. Το ξεκαθάρισμα, Λοιπόν, αυτό μου τρώει πολύν καιρό…»
(Συνέντευξη στον Κωστή Μπαστιά, 1931).
Όπως σαφώς μαρτυρεί ο υπότιτλος της έκδοσης του 1939 (Πρώτη ’Επιλογή), πρόθεση του Λαπαθιώτη ήταν να συνεχίσει αυτό το «ξεκαθάρισμα» έως ότου φτάσει σε μια οριστική εκλογή των ποιημάτων του. Η λαίλαπα του πολέμου, η Κατοχή, η ένδεια, η απελπισία, ο θάνατος που δεν ήρθε αυτόκλητος, δεν το επέτρεψαν. Η έκδοση του 1939 έμεινε μοναδική. «Νομίζω», γράφει ο Κλέων Παράσχος, «ότι και αυτό ακόμα το βιβλίο του, το μοναδικό, για να πάρει την απόφαση να το τυπώσει, θα ζόρισε κάμποσο τον εαυτό του. Πληθώρα έργου που έκαμνε δύσκολο και κουραστικό το ξεδιάλεγμα (και το διόρθωμα- ο Λαπαθιώτης δούλευε ολοένα και
ξαναδούλευε και τα πρόσφατα, άλλα τα παλαιότερα ιδίως γραφτά του), νωχέλεια, η συνείδησή του η καλλιτεχνική, η πολύ ακονισμένη, που δεν
ήταν δυνατόν να μην του γεννούσε ώρες ώρες αμφιβολίες για την αξία του έργου του (σχετικά μ’ εκείνο που ονειρευόταν να πραγματώσει), ένα
αίσθημα του μάταιου κάθε πράξης, ιδίως του τυπώματος ενός βιβλίου; Ποιος ξέρει!»
Γεγονός είναι πως η επιθυμία του Λαπαθιώτη για ένα βιβλίο που θα περιλάμβανε «ό,τι καλύτερο είχε γράψει» έμεινε ανεκπλήρωτη. Είκοσι χρόνια μετά το θάνατό του, ο Άρης Δικταίος συγκέντρωσε το σύνολο των ευρεθέντων ποιημάτων του στην (εξίσου δυσεύρετη σήμερα με την έκδοση του 1939) έκδοση Φέξη. Η έκδοση αυτή, όπως παρατήρησε ευθύς η κριτική
(Βάσος Βαρίκας, εφ. Το Βήμα, 17.6.1965), μάλλον παραμορφώνει παρά αποσαφηνίζει την εικόνα της ποιητικής προσφοράς του Λαπαθιώτη. Αφ’ ενός δεν κατορθώνει να συγκεντρώσει το σύνολο του έργου του και αφ’ ετέρου δεν διακινδυνεύει την ευθύνη κάποιας επιλογής, παρακάμπτοντας τη βούληση του ποιητή κι επιτρέποντας στα ποιήματα της ώριμης περιόδου να συνυπάρχουν με τη «σαβούρα». Τέλος, εύκολα διαπιστώνει κανείς, διαβάζοντας την εισαγωγή και τα σχόλια του επιμελητή, την επιθετική στάση που ο τελευταίος υιοθετεί απέναντι στο πρόσωπο και στο έργο του Λαπαθιώτη – τόσο, ώστε ορισμένοι, όπως ο Πάνος Παναγιωτούνης, έκαναν λόγο για ((προσβολή στη μνήμη του» και για «τυμβωρυχία στα Άπαντα του».
Είναι μεγάλος ποιητής ο Λαπαθιώτης; Ερωτήματα τέτοιου είδους απασχολούν μόνον όσους συνηθίζουν να μετρούν τους ποιητές με τον πήχη και το υποδεκάμετρο. ’Ασφαλώς, το ποιητικό του ανάστημα δεν είναι πρώτης σειράς. Είναι όμως ένας ποιητής που, κατά τον εύστοχο χαρακτηρισμό του Κώστα Στεργιόπουλου, «ξέρει να κλαίει ανθρώπινα». Όσο και αν η ποίηση του Λαπαθιώτη φαντάζει σήμερα κάπως παλιομοδίτικη και ξεπερασμένη, «με τα πολλά της τα λιγώματα» όπως εγκαίρως παρατήρησε ο Μήτσος Παπανικολάου, τα φλογερά ερωτικά ποιήματα της νιότης του και τα γεμάτα απελπισία ποιήματα της ωριμότητας αρκούν για να του εξασφαλίσουν μία εξέχουσα θέση στα γράμματά μας. ’Από την άλλη πλευρά, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η αποτίμηση της προσφοράς του Λαπαθιώτη έγινε τη στιγμή κατά την οποία ο μοντερνισμός είχε εδραιώσει τη θέση του στην ελληνική λογοτεχνία και η νεότερη κριτική έσπευδε να κλείσει βιαστικά τους λογαριασμούς της με την παράδοση. ’Έτσι ο Λαπαθιώτης, που είχε την ατυχία να ζήσει στο μεταίχμιο αυτής της μεταβατικής εποχής, βρέθηκε ξαφνικά στο περιθώριο. Η επίδραση, όμως, που άσκησε ο Λαπαθιώτης στην εποχή του αλλά και σε μεταγενέστερους καιρούς δεν είναι διόλου αμελητέα — κάτι που αποδεικνύεται, άλλωστε, από το διαρκώς ανανεωμένο ενδιαφέρον που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια για τον άνθρωπο και το έργο του. ’Όχι τον άνθρωπο η το έργο χωριστά, αλλά για το «έμψυχό του ποίημα», όπως το έθεσε ο πάντοτε ακριβολόγος Τέλλος ’Άγρας.
Η παρούσα ανθολόγηση αποτελεί ανάπτυξη μιας παλαιότερης ανθολογικής πρότασης. Πηγές της παραμένουν οι δύο εγκυρότερες, μέχρι
τουλάχιστον αυτή τη στιγμή, εκδόσεις του λαπαθιώτικου έργου: η έκδοση του 1939, που επιμελήθηκε ο ίδιος ο ποιητής, και η μεταθανάτια έκδοση του 1964, που επιμελήθηκε ο Άρης Δικταίος. Θα πρέπει, ωστόσο, να σημειώσουμε πως παρουσιάζεται εδώ για πρώτη φορά σε ολοκληρωμένη μορφή ένα στιχούργημα του 1937, αποσπάσματα του οποίου – με αξιοσημείωτες παραλλαγές — δημοσιεύθηκαν, πιθανώς από μεταγενέστερο χειρόγραφο, στη Διαγώνιο του Ντίνου Χριστιανόπουλου (Πρωτοχρονιά 1959), απ’ όπου το ερανίζεται και ο Δικταίος. Πρόκειται για το ποίημα «Προϋποθέσεις η τα μετά θάνατον», χρονολογημένο χειρόγραφο του δποίου σώζεται σήμερα στο ’Αρχείο Λαπαθιώτη (Ε.Λ.Ι.Α.). Στο επίμετρο του τόμου ανθολογούνται ορισμένες από τις περίφημες «μιμήσεις», που ο Λαπαθιώτης δημοσίευσε στο περιοδικό Πνευματική Ζωή το 1938-9, και παρατίθενται στοιχεία εργοβιογραφίας του ποιητή, τα όποια βασίζονται στην αυτοβιογραφία του αλλά και σε άλλες πηγές, με σπουδαιότερη ανάμεσα τους τη μελέτη του Τάσου Κόρφη Ναπολέων Λαπαθιώτης. Συμβολή στη μελέτη της ζωής και τον έργου τον (Πρόσπερος, 1985).
Τέλος, ίσως δεν είναι άστοχο να υπενθυμίσουμε εδώ, ακόμα κι αν πρόκειται για κάτι που θεωρείται αυτονόητο, ότι η ανθολόγηση είναι πράξη υποκειμενική και ότι αυτός που παρουσιάζεται στις επόμενές σελίδες είναι «ο δικός μου» Λαπαθιώτης.

ΣΤΡΑΤΗΣ ΦΑΒΡΟΣ

Στρατής 2

Ο Στρατής Φάβρος είναι γεννημένος στις 3 Ιουνίου 1968, όταν ο Μάης ήταν ακόμη ζωντανός. Είναι αναγνώστης ποίησης και ένας στην καρδιά ποιητής. Μπορείτε λοιπόν να λέτε ότι ο ποιητής είναι τα λόγια του.

Είναι συντάκτης διάφορων ηλεκτρονικών «επιφυλλίδων» όπως τα διαδικτυακά group ή περιοδικά: Poetry Aesthetic Ethics, και Poetry Translation Project. Διατηρεί επίσης το blog: Στρατής Φάβρος Poetry Aesthetic Ethics.

Μεταφράζει από την Αγγλική και άλλες γλώσσες με κίνητρο του την αγάπη για την γλώσσα και την τέχνη αλλά και ενίοτε για βιοποριστικούς λόγους

Τα κείμενα του βρίσκονται αποθησαυρισμένα σχεδόν στο σύνολο τους στο blog που διατηρεί. Είναι ως προλετάριος εξαιρετικά επιφυλακτικός με τους μηχανισμούς της έκδοσης πράγμα που τον αποτρέπει κάθε φορά που ξεκινά να το σκέφτεται. Η ποιητική λήθη θα τον εύρει ικανοποιημένο ότι αποπειράθηκε, Έτσι τα κείμενά του φαίνεται ότι θα παραμένουν ανέκδοτα.

Τα κείμενα είναι γραμμένα σε μακρινούς εσωτερικούς τόπους στην Έρημη Χώρα της Υπερπραγματικότητας κα στους φυσικούς χώρους μιας προσωπικής μυθολογίας. Και γι αυτό είναι όλοι οι κατά καιρούς τόποι, από το Τράνσβααλ ως το Μπραζίλι. Κι Ο Χρόνος, ας μένει ως ένδειξη.

Ο Άνθρωπος πίσω από τον ποιητή ζει και εργάζεται στην Αθήνα.

«Μπορείτε να πείτε ότι ο ποιητής είναι τα λόγια του»

α

Είμαι σε ένα βαθύ πηγάδι
όχι ανίκητος σαν τον Άγγλο ποιητή
αλλά δεμένος σε ένα σπήλαιο και δεν βλέπω σκιές
αλλά τις αναμνήσεις τους
και σκαλίζω σκαλίζω και σκαλίζω με μίσος το χώμα
για να βρω τα μικρά σπασμένα γυαλάκια
απ’ το πράσινο μπουκάλι
στον αποτεφρωτήρα του νοσοκομείου,
Ω Γουίλιαμ Κάρλος Γουίλιαμς
η εικασία της ομορφιάς, αυτή είναι η ικεσία μου

«Ένας στρατιώτης που επιστρέφει
από μια μάχη που χάθηκε»

β

Στοχαστικός για τον πόνο κι έπειτα για την ομορφιά
με σκοπό σου την πράξη που δυναστεύει το βίο
ας τον δυναστεύει δίκαια.
Δεν στοχάζομαι ποτέ τη ζωή σαν σύνολο ούτε φυσικά βολεύομαι σε ισχυρισμούς λογοτεχνικούς.
Ποιος αλήθεια μπορεί να ισχυριστεί την εμπειρική μετοχή στην Ιστορία;
Βλέπω μόνο τον ορίζοντα της μέρας μου και πως θα γίνω δυνατός, να αποφύγω την αδικία, που με τσιγκλάει σαν αλογόμυγα.

Στης σφενδόνης τον αιμάτινο κύκλο / Σονέτο

Mάρτιος 2015

Πασχίζουμε να αδράξουμε το νήμα
στο νόημα να βάψουμε το γέρμα
πώς να σβήσεις τα σημάδια με το έκπαγλο ντύμα
που είναι εσύ ταυτότητας βάμμα στο αίολο τέρμα

Μυστήριας συνθήκης αγώνες το στεφάνι χαρίζουν
Ένα βήμα μπρος δυο βήματα πίσω
Της ζήσης οι αμφίσημες ροπές σε ταλανίζουν
σε τούτο το μαύρο αλώνι θα σε βρει ο χάροντας ίσως

Τι να πεις τι να πω γι άλλης μιας μέρας τον δίχως αιτία παλμό
Στης σφενδόνης τον αιμάτινο κύκλο και στην αισχύνη μόνος θα μπεις
Ότι κι αν πουν την εμπειρία για ένα μονάχα δίνει εγώ

Ω του νόμου εσείς μαχητές της δικαιοσύνης σφαχτάρια τυφλά
Ο ήλιος που ζητάτε ξεραίνει την ύπαρξη στο απόλυτο του αδίκου λευκό
Στ’ άλμπουρα τώρα μαύρα της θλίψης σηκώνονται μόνο πανιά

Περιμένοντας

Νοέμβριος 2015

Όσο πιο πολύ φωνάζετε τόσο συμφωνώ με τη σιωπή
διαλεκτική ή βαρβαρότητα, αλήθεια ή πίστης σιωπή
τους μύθους σας κρατήστε μου αίμα που στάζουν
να τους πετώ στη θάλασσα μπας μουσική και γένουν

Εγώ με τα σύννεφα θα μιλώ και τους ανέμους
με τα σύμβολα και τις γαλάζιες ώρες, γιέ μου
πουλάκι μου που χαίρεσαι σαν νύχτα με τρομάζεις
για σένα όλα τα όνειρα για σένα όλη η πλάση, παίζεις

Κι όλα τα σύνορα στης πίστης μου τους χάρτες μεταβάλλονται
γένωνται μαύρες θάλασσες, ξανά Κολχίδες, μαντείες χτίζονται
νέα σ’ άξενων πόντων τα νερά βαθιά τα μήκη μαύρα
καράβια ταξιδιάρικα μεθούν για νέες μνήμες καινούρια κρίνα

Σε μια Πανγαία ολόσωστη δίχως γραμμές και θάνατο
και δίχως γηρατειά και λήθη, νέοι γυμνοί ξεχύνονται σ’ αθάνατο
χορό μαγευτικό, λάμποντας οίστρους χρυσούς αχάλαστους
άνθη αλπικά και χασμωδίες μυθικές ερωτικές καβάλα τους

-Αγόρι μου η μόνη περιουσία σου
ο λόγος σου κι η ζήση σου
η φτώχεια είναι ποίηση
κι ο βίος σκύλος, αντίσταση κι εγρήγορση

Υ.Γ.
«Το ξέρω πως η θέση μου είν’ άσχημη πολύ» μέθυσα πάλι
γυναίκες πάντοτε γυμνές του Μοντιλιάνι αναζητώ σε κάθε μου σεργιάνι
δεν ισχυρίστηκα ποτές τα λάθη πως θα σβήσω, μα ονειρεύτηκα πολύ
μια νέα ζωή σε νέα μορφή, δημοκρατία τη λέγαν κείνη την ατελείωτη γη;

Μια φλογίτσα καντηλήθρας

Μάιος 2016

Η Ιδιωτική δυνατότητα της ουτοπίας
η αφοσίωση, η εξάντληση του εαυτού
μέσα στην ωραία εμμονή
κάνει ορατό το αόρατο
σημαίνει το ανόητο
νοηματοδοτεί το ανώφελο.

Μια τέτοια ουτοπία είναι η ποίηση
μια τέτοια ουτοπία ο αγώνας μέσα της
μια τέτοια ουτοπία είναι η φιλία
σαν όλες τις ουτοπίες ολοσχερώς
αντιφατικές, μια σταγόνα ελπίδας
στην αναίτια ξηρή μοναξιά της ύπαρξης
μια φλογίτσα καντηλήθρας
στον μαβί της νόησής μου ορίζοντα

Μια πορεία προς την αποσαφήνιση της εμπειρίας
μια στιγμή πήρε να βρεθείς στην αθέατη πλευρά
μια στιγμή κι όλα ξεκίνησαν ως μια άλλη πορεία

Ρόδα ελπίδας, ένα σονέτο παραίτησης

Μάρτιος 2016

Κυλάω από το καθαρό ποτάμι
κλέβω από λόγια που ρίζωσαν
γιατί σε όλες τις πιο τρυφερές σου στιγμές
ήταν τα χέρια μου μέσα στα δικά σου
ήμουν, είμαι παντοτινός δίχως να είμαι
τρυφερός σαν αγέρι
δροσερός σαν την χλόη
θα σε γνωρίσω στην τρυφερότητα
θα σε αφήσω να με πληγώσεις
γιατί μόνο πληγώνομαι
και από το αίμα μου ανθίζουν
ρόδα ελπίδας

Στην Λου

Men of no fortune and no name to come»
Παραλλαγή σε στίχο του Canto I

Ιουλιος 2014

Είναι πια τόσο πολυδιάστατη
του ανθρώπου η τραγωδία
καιι τα αρχαία της νερά
τους μαύρους και γοερούς του χειμώνα
χειμάρρους του παρόντος
να ιστορήσουν δεν μπορούν
Καινούργιες ωδές για των σκλάβων
τις ατελεύτητες οδύνες
πως να γραφτούν, που ο λόγος εσίγησε
καθώς οι πληγές ανείπωτες χάσκουν
στα μικροαστικά μας σαλόνια
Δεν γνωρίζω τι την οργή σου θα κινήσει,
ο φόβος αυτός που τα μέλη σου δένει
είναι θάνατος πριν ο θάνατος αναπάντεχα
από του κόσμου τη θύελλα το ίχνος σου
ολότελα σβήσει
Και έτσι ήσυχα ένα βράδυ,
βράδυ είναι λες πιο λογικός ο θάνατος
Μας βρήκε ο Χάροντας
στο γλυκόν της αμεριμνησίας ύπνο ξεχασμένους
στην άχρωμη χώρα της συνήθειας
και του δόξα σοι ο Θεός
και ενώ τη φάρα μας μέσα και έξω τη χτυπάγανε
και εδώ και στης Αφροδίτης το νησί
και στης Φοινίκης τ΄αρχαία λιμάνια
εμείς με το γλυκόπικρο ψωμί
της μικρής σκλαβιάς βολευόμασταν
Κι όσο κι αν σκιές των νεκρών μας κλαίνε
στην όχθη των πέρα Ωκεανών στ’ απέραντα χάη
στων Κιμμερίων τις χώρες,
Οδυσσείς δεν υπήρχαν πια
Να φέρουν το μαύρο το καράβι
Να σκάψουνε το λάκκο ίσαμε με
μια πήχη, σπονδές να κάνουν
το ποθητό το τάφο στ’ ακροθαλάσσι
με το σπασμένο το κουπί ορθά μπηγμένο
να μας υποσχεθούν
Το αίμα στάζει μαύρο σ’αυτούς
Του σκοτεινούς λειμώνες μονάχα
απ τους νεκρούς μας
Και για τους ζωντανούς μας
Μήτε μια στάλα ελπίδα
Από κείνον της Δικαιοσύνης τον ήλιο
Μήτε σύννεφα να μας αρπάξουν
Μονάχα ο δριμύς και ατέλειωτος
ξηρός αγώνας με τη φτώχεια και τ’ άδικο
Και έτσι ένα βράδυ ήσυχους
Ήσυχα μας βρήκε τους φτωχούς
Κι ανόητους ο Μαύρος ύπνος

Έχω το νόστο

Δεκέμβριος 2015

Έχω το νόστο ενός τόπου της παιδικής μου ηλικίας
στον οποίο δεν ταξίδεψα ποτέ
έχω το νόστο ενός ταξιδιού που κόπηκε στη μέση
αναθυμούμαι τη ζεστασιά σωμάτων που δεν άγγιξα
τις μυρουδιές αχαλίνωτων αισθήσεων
φαγητών που δεν φτάσαν στο τραπέζι
κρασιών που δεν χύθηκαν
την αφή απ’ ονείρων σκεπάσματα
από Φορέματα Αφόρετα
από γυναίκες αιθέρια ποθητές μα τέλεια ανέγγιχτες
έχω το νόστο όλων των χαδιών που υπήρξαν
και χάθηκαν καντηλέρια της απροσμέτρητης ζήσης

Στο λίκνο του κόσμου

Ιανουάριος 2016

Ένα σκουπίδι τρεμάμενο κρέμεται στο λίκνο του κόσμου
βυθισμένο σε ατμούς και μυρωδιά κανέλας και δυόσμου
κόκκινοι σαρκοβόροι έρωτες και λευκά πονπον
γλουτοί βούτυρο μυρωδιά από μπέικον καψαλισμένα κρουτόν

Οι βαρύτονες κόρνες του καραβιού σφύριξαν για το τελευταίο ταξίδι
σκαμπό από πέος φάλαινας ουίσκι καστανό και ένα τελετουργικό φίδι
μια ομορφιά ολέθρια σε μαγεμένους ουρανούς που χύνουν μωβ δάκρυα
μια Παναγιά πικραμένη στην άκρη ενός θόλου κλαίει από βία μακάβρια

Ο βίος σκύλος σε όνειρο ψηφιακό αργά κατρακυλά σε λήθαργο βαρύ
σε ένα κινέζικο χαμαιτυπείο μυρίζει σπέρμα όπιο και όξινη βροχή
ο Μαθουσάλας η MadameSosostris η Σίβυλλα Κυμαία ο Μικυ Μάους ο Μπατμαν ο Φάβρος ο Σιντ Κορμαν τα μαθηματικά του χάους

Ασύγγνωστε αστέ οιηματία ποιητή χάσου, Ω χάφτη
απ τα μάτια της υψηλής μου μορφής της λεπτής
που σμίλη κριτικής εκστόμισες θρασύς
Τι φρίκης σημάδι στων τέλειων μου στίχων την ράχη

Μια αλέα ανοιχτή σβήνει σε μια ερεβώδη μελανή οπή
γαλάζιο υδάτινο ψύχος κάτω από μιαν άπειρη λευκή φυλακή
αχνός ύπνος του καλοκαιριού σε ένα αγέρι απαλό ως αντίστιξη
κόκκινα φθινοπωρινά δάση φυλλορροούν σε πεισιθάνατη έκσταση

Κι ένα τέλος σαν ύαινα ουρλιάζει παράτονα στα ανύπαρκτα σύμπαντα
εφιάλτης και χίμαιρα ιδρωμένα μου σήμερα, καβαλήστε τα κύματα
σε ρυθμούς προαιώνιους τα τραγούδια μιλούν τους πυρρούς τους σκοπούς
του μίσους το όνειδος προς στιγμήν ξεγελνούν μα και πάλι ηχούν πολέμους φριχτούς

Για τον Έρωτα

Χειμώνας Άνοιξη 2016

Ι

Νάτοι οι αδήριτοι καιροί όπου οι οιονεί εραστές
οι τέλεια αγαπημένοι στην ιερότητα τους
σωπαίνουν υπο την κλίμακα του πραγματικού
Τουμπάνιασαν από την λύπη και τον ατέλειωτο νόστο
μια τεράστιας αιωνιότητας και μιας μέρας
θα φαγωθούν στον κανιβαλισμό του κυνικού
ανόσια γεύματα στην καθαρότητα του βίου
Δεν αντέχεται τόση ιερότητα
Ξεχάστε την

ΙΙ

Ο έρωτας σου είναι το πιο ανάξιο άνθος
μια πόα με τσαλακωμένα λουλούδια στην άκρη του κήπου σου
Ο έρωτας σου με καταστρέφει για να στήσει
την εικόνα της τρυφερότητας στο κεφάλι σου
Ο ερωτάς σου με πονά ο ερωτάς σου υποκρίνεται αδιαφορεί για εμένα σκληρά
Ο έρωτας σου με εγκαταλείπει για την υποταγή
Ο έρωτας σου με αφήνει μόνο σαν παιδί στο δάσος
Ο έρωτας σου με εξουθενώνει με βάζει να κλαίω
επάνω σε τραγούδια, δεν έχει καμία τρυφερότητα
Ο έρωτας σου βυσσοδομεί στο μυαλό μου
την λαχτάρα ενός έρωτα κανονικού
με αγέρι παράθυρα κουρτίνες φωτιές φρυκτωρίες μουσικές
Ο έρωτας σου αιώνες εικασίες και ψέματα
θα τον ονομάσω τα εις εαυτόν αμαρτήματα
εκατέρωθεν

ΙΙΙ

Μου αρέσει να μυρίζω τη τρυφερή σάρκα
να μου δώσεις ένα μαντήλι σου κάποτε
κάτι που να χει την ανάμνησή σου
θέλω να μεθύσω από τo κύπελλό σου
και να ουρλιάζεις ακατάληπτα τη λέξη σ αγαπώ

IV

Υπαρξιακά με νοιάζει ο κόσμος και η απόδοση του
αυτό είναι μια ηδονή μια ευδαιμονία
η απόδοσή του η περιγραφή του ποιητικά
η ποίηση η γλώσσα αυτή
η φόρμα, ο κόσμος
είναι η φωνή μου
αυτή είναι η ευδαιμονία
που μου δόθηκε, η γαλήνη
ότι δε θα με βρει ο θάνατος ανερμάτιστο
Είσαι βέβαια Eσύ
«ο κολοσσιαίος ήλιος
με τους χορωδιακούς δακτυλίους»
ο έρωτας η νέα διάσταση
το σύμπαν από την αρχή
σαν μια έκρηξη νέα
σαν μια νίκη ολότελα απρόσμενη
σαν η επανάσταση να νίκησε

Μαθιός Θαλασσινός
Χειμώνας Άνοιξη 2016

Σε πολύβουη ερημιά

2012

Μια νύχτα που έσβηνε σε μιαν ακρογιαλιά σε πολύβουη ερημιά
Την ώρα που τα σείστρα του ήλιου πρωταντηχούσαν δειλά
Σε είδα να λάμπεις από οίστρο στα μάτια θολό
Κι ιδρώτα ασίγαστου πόθου από γλυκύ χρυσό

Σε κοίταζα, κι έκαιγα μέσα μου σ’ ονειρώδη φαντάσματα
Του κορμιού σου τον αλμυρό και παράνομο χυμό
Να γευτώ σ’ αγκαλιάσματα τα μεθυσμένα χαράματα

Και επήρα στον ώμο μου μια μονάχη κραυγή
Απελπισίας κατάθεση, από δειλίας μετάθεση
στης ημέρας που ερχόταν την πρωινή μαρμαρυγή

τι κι αν εχάραζε νέας ελπίδας το ηλιόφωτο κύμα
Η σκέψη σε κώμα, στης θλίψης το δώμα
Για σένα που έχασα σε μιας απόφασης το μετέωρο βήμα.

ΑΠΟΥΣΙΑΖΩ

Νοέμβριος 2019

Απουσιάζω κι έχω σε περιπέτειες φύγει
στις θάλασσες των Σαργασών
και στις κοιλάδες των Τεμπών
δεν θα γυρίσω αφού ψάχνω
κείνο το φιαλίδιο
με τη μνήμη της ηλικίας παιδικής
και τους ήχους που σε κάνουν να ριγάς
κι αν είσαι Ρήγας κι αν είσαι και φονιάς.
Μη με ψάξετε είμαι εκείνος που βλέπετε
στον ορίζοντα σαν ανάμνηση
είμαι αυτός που δεν λείπει

είμαι πολλαχώς και μολός,
ένας της αττικής γης ξεπερασμένος μώλος
μιλώ με τους ανθρώπους
με μια γλώσσα απ’ το μέλλον
ξεπερασμένη κι άγνωστη
κι η μόνη μου λύση είναι τα ξουθιά
κι η τρέλα η μοναχή κυρά

H εποχή της φυγής προς τα εμπρός
μια συγγνώμη
κι η διαρκής αναδίπλωση στα έσω
δεν αρκούν για να σε βγάλουν
στ’ ακροθαλάσσι του Πρωτέα
κει που συνάντησες τη μούσα
και τον εαυτό

ΘΛΙΜΜΕΝΗ ΜΟΥ ΖΩΗ

Σεπτέμβριος 2019

Η επένδυσή μας θλιβερή
Ω συ θλιμμένη μου ζωή
με ξένους και προτάσεις
δυο στίχων το πολύ
σε καφενεία και σε μπαρ
μες σε συνέδρια και φεστιβάλ

Ανάμεσο απ’ τη ρηχή πέρασες
φούχτα μας ζωή
σαν το νερό εχύθης
απ’ τη φούχτα μας άξαφνα
πέταξες ζωή φτενή
δίχως συνείδηση μον’ ηδονή

Τ’ ΑΓΚΙΣΤΡΙ

Αύγουστος 2017

Η ζωή από μακριά φαντάζει
ένας κύκλος παραπλάνησης κι αποκάλυψης
και κει που ‘σουν μαγεμένος απομαγεύεσαι
κι αντικρίζεις με δέος το δέος ως ηλιθιότητα
και ξανά στον κύκλο βουτάς
χωρίς μάθος στο πάθος σε μια νέα μάγευση
γιατί τον έρωτα πάντα ερευνώντας
αυτός σε ξεγελά, σαν τ’ αγκίστρι
που πάντα το ψάρι ξεγελά, αδήριτα
έτσι θυμάμαι εκείνη την περίοδο
παραπλάνησης, με τα κρασιά και τες ηδονές

ΣΟΥ ΓΡΑΦΩ ΑΠΟ ΜΑΚΡΙΑ

Νοέμβριος 2019

Σου γράφω από μακριά χαμένος σ’ ένα φανταστικό τόπο
έχω αρχίσει να ξεκλειδώνω έναν γρίφο μυστικό
που οι στίχοι του γράφονται σαν εξισώσεις φυσικής
τόσο λιτά όμορφη είναι η ακτινοβολία τους
μυστηριακοί ακόμη για μένα τον αλχημιστή
μοιάζουν με την ομορφιά των στίχων του Καίσαρα Εμμανουήλ του Αρθούρου Ρεμπώ και του Πόε μαζί.

ΚΙ ΗΤΑΝ ΠΟΝΟΣ

Αύγουστος 2019

Άκουγε τα κλάματα απ’ τα ξουθιά
τα ζούμπερα και τα ζουλάπια
που καίγονταν και χάνανε το σπίτι τους
και ποιος λόγος θα κινούσε το δίκιο τους
ποιος λόγος θα τους έδινε
πίσω το σπίτι τους και τη ζωή τους
δεν υπήρχε ο λόγος
μα μονάχα ο πόνος
κι ήταν πόνος στον ξύπνιο και τον όνειρο
μέσα στον ήσυχο θάνατο της βιωτής.

ΤΡΙΑ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ

Σέπτεμβριος 2019

Τρία τα πράγματα που την πειθώ νικούν,
τα δυο ανάξια μ’ανίκητα
ο νόμος φόβος κι η ποταπή ιδιωτεία
λέγε την και μικρονοϊκήεγωτική βλακεία
ή φτηνή του εγώ η προσδοκία
Το τρίτο ουράνιο μια στο βάθος του χρόνου νομοτέλεια
που τάξη βάζει στην ανθρώπινη βλάβη
γνώση τη λέω κι αγάπη

ΤΑ ΡΗΓΜΑΤΑ

Σέπτεμβριος 2019

Λυπούμαι για τα ρήγματα που προκαλεί η φθορά
αλλά λυπούμαι με μια λύπη απομακρυσμένη
όπως είναι η ζωή μας σε αυτό το παράδοξο
μοναχικό του καθενός τοπίο

ΒΑΘΙΑ ΤΟ ΚΑΡΦΙ

Σέπτεμβριος 2019

Είμαι απογοητευμένος
και μ έναν πονοκέφαλο
προσωρινά σημαδεμένος

γυρίζω γύρ’ απ’ εικασίες
που να μαδήσω δεν μπορώ
και ξώμεινα από φαντασίες
που να γιορτάσω λαχταρώ

βαθιά το καρφί μες τις πατούσες
και η πικράδα απ’ τη χολή
ρηχή η ζήση που μετρούσες
κι ο διάβολος στην προβολή

και δεν υπάρχει η γιαγιά σου
μάγισσα, γνώμη καλή και θαρρετή
με μια γητειά να ξαλαφρώσει
τον αβασκαμό να πικραθεί

μ’ ένα ποτήρι καθαρό νερό
και ένα πεσκίρι της λευκό
δυο λόγια να σου ψιθυρίσει
την αβασκανία να πατήσει

Μ’ ανατριχίλα σύγκορμο
ρίγος δυνατό

ΗΤΑΝ

Σεπτέμβριος 2019

Ήταν ένα βράδυ Σαββάτου
χαμένο στην απειρία
της δεκαετίας του 70
δεν θυμάμαι πια την ταινία
θυμάμαι το Σαλόνι
του πατρικού σπιτιού
μπορεί να ήμουν
και λίγο πιο μεγάλος
οι γονείς είχαν βγει έξω
ο Μάνος πιο μικρός
κάπου είναι χαμένος
ή κοιμάται
κι εγώ έχω βρει
ένα μπουκάλι ουίσκι
βλέπω την ταινία του Σαββάτου
αραγμένος και ρουφάω
σιγά σιγά το μαυροζούμι
για να μη μεθύσω
βυθίζομαι αργά μαυλιστικά
στη ζάλη από το δυνατό ποτό
κι έπειτα τίποτα • μόνο η άσπρη
βιβλιοθήκη τα παράθυρα
επάνω στο δρόμο υπήρχαν δεν υπήρχαν
θα σου πω ψέματα
θυμάμαι μόνο τον πονοκέφαλο
που είχα όταν ξύπνησα
και την πίκρα στο στόμα
πίκρα μεγάλη πίκρα
ήταν το πρώτο μου μεθύσι

Τα τελευταία χρόνια με έχω συλλάβει
να κατεβάζω δυο τρία ποτηράκια
μαυροζούμι Σαββατόβραδα
σαν σπασμός προς την
παιδική μου ηλικία;
σαν ωδή στην απώλεια;
σαν Ρέκβιεμ; ποιος να ξέρει
πως λειτουργεί η ψυχή.

ΠΡΙΝ ΝΑ ΧΑΡΑΞΕΙ

Οκτώβριος 2019

Πριν να χαράξει λυσσομανά βαθύ σκοτάδι
κι είναι η σκέψη αυτή που επάνω μου διατηρεί
της μυρωδιάς τ’ ανθρώπου ανάγκη

O άνθρωπος λύκος, ο μισάνθρωπος
και εσύ που δεν τηρείς τη συνομοταξία
Ω μονοκοτηλύδονε ανθέ και σπάνιο ζουμπούλι
σύ ‘σαι που με κρατάς στην πλασ’ ερωτευμένο

ΣΚΕΦΤΕΙΤΕ

Σεπτέμβριος 2019

Σκεφτείτε ότι είστε μειοψηφία ότι πάντα θα είστε μειοψηφία
και ότι η μόνη σας ελπίδα να μιλήσετε ήταν να γοητεύετε
ανθρώπους εθελόδουλους ανθρώπους συνηθισμένους
να τρίβουν τα χέρια τους για το μικρό καλό και το κακό
και να φιλούν το χέρι του παπά δίχως μεγάλ’αιτία

Για τον ποιητή που έφυγε θα διαβάσουμε πλήθος νεκρολογιών
περισσότερες σ’ έκταση απ’ το δικό του έργο
αντιγράφοντας κάτι μαθαίνουμε δεν λέω
για τον ποιητή που έφυγε μας έμεινε ευτυχώς
το έργο που τ’ αφιερώθηκε για να τ’αφιερώσει

ΤΟ ΟΜΟΡΦΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ

Μάιος 2017

Το όμορφο χαμόγελο των παιδιών μου
Η ανερμάτιστη έρευνα τους για την αγάπη
Η αθώα τους δίψα για τη ζωή

Αψίδες είναι διδασκαλίας και οδοδείκτες
στη διαλεκτική της ζωής μου
και στις ανείπωτες που με υποβάλλει
το μοιραίο περιπέτειες

η επιστροφή που λαμβάνω είναι
για την συνθλιβή μου απ’ τον κυνισμό
και την ταπείνωση μου από τον κονφορμισμό
σκύβαλο θλιμμένο και μουγκό
στην απ’ την αποτυχία δημιουργημένη εποχή
της δημοκρατίας του συναισθήματος

ΔΕΝ ΣΕ ΘΕΛΩ ΟΜΟΡΦΙΑ

Μάιος 2019

Δεν σε θέλω ομορφιά
γιατί έγινες αγοραία
Ζωή φωνάζω
με όλη μου τη φωνή
Ζωή, με μιαναμόλευτ’ ηδονή
και το ισχνό φασματικό κορμί
που λέω Ελευθερία

ΣΤΗΝ ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ

Σεπτέμβριος 2019

Ξεφυσώ βαριά μα αμφίθυμα
για του κόσμου τον αχόρταγο θυμό
που περνά μες τα μάτια μου

το που μέλει μου δεν κοιτώ
μα εκείνο που νοιάζομαι
ειν’ της γεύσης το βίωμα
στου καιρού τ’ αργοσάλεμα
κάτι ανάμεσο στο θύρσ-Ω και τα φύλλα

Ω γλυκές μυρωδιές από ντομάτες
και φρούτα του θέρους
κοκκινιστά γλυκά ζαλώματα
πως την ανάμνηση φέρατε
ευτυχίας ανώτερης στης καρδιάς τη χορεία

μες στους στίχους ap’ της ζωής μας το κέντημα
να τραγουδήσω καταφέρατε άφοβα
«Επαναλάβατε άπειρα»

Η ΑΒΥΣΣΟΣ

Ιούνιος 2019

Είναι εμπρός σε μιαν άβυσσο
η οποία κοχλάζει α-νοησία,την βοά
συμβολίζει την μη ύπαρξη νοήματος
για οτιδήποτε γράψει

η άβυσσος είναι η υποστασιοποίηση της λήθης
ό,τι αν πει είναι ξεκάθαρο ότι θα χαθεί
τώρα ή πιο μετά στην άπειρη κολαστική πυκνότητα της
νομίζει για μια στιγμή ότι το μόνο που διαφεύγει
είναι το άθροισμα των πράξεων
μέσα σε ένα ιδεολογικό μοντέλο
καθώς γεννά κορυφές ύλης και δεδομένων μέσα
στην άβυσσο

διάλεξε λοιπόν λάθος
πήρε την πλευρά των γλωσσικών γεγονότων
που χάνονται σαν ψίθυροι στον άνεμο

και μοιάζει να έχει δυο επιλογές
να σωπάσει πια αποδεχόμενος το θάνατο
που ταυτίζεται με την άβυσσο
ή να συνεχίσει την αυταπάτη να πετάει
στο χρόνο ασήμαντα ρήματα

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΙ

Μάιος 2019

M’αναπαμό στην ομορφιά
μ’αναπαμό στη γνώση
με εγρήγορση στη θέληση
με στοχασμό στη ζήση
και στο βαρκάρη αρετή
στο πέραμα αντίκρυ

η αλήθεια μια πλάνη
διαφεύγει στην πεποίθηση

Η ΒΟΥΗ

Ιανουάριος 2019

Η βουή απ’ τις φωνές εσκέπαζε κάθε φωνή
και μία λύπη που αιτία κρυμμένη κουβαλούσε σαν πληγή
του έδενε θαρρείς για πάντα γνώμη και φωνή
και στέκονταν εκεί στην κοίτη παγωμένη
τα παγωμένα χέρια τα νύχια τα αρθριτικά
να στέκει άλαλος γι’ άλληνε μια φορά
εκεί ακίνητος μουγκός και σαστισμένος
μπρος στις αλήθειες που άλλες κρύβονταν
κι άλλες περιπαικτικά γελούσαν
μέσα απ’ του κόσμου τη θωριά

ΕΝΑ ΟΜΟΡΦΟ ΚΟΥΤΙ ΜΕ ΓΛΥΚΑ

Νοέμβρης 2018

Η ποίηση υπάρχει γιατί κάποιοι ματαιοπονούν
γιατί κάποιοι ξεπερνούν το φαινόμενο της αδικίας
γιατί δυστυχούν αλλά επιμένουν πιασμένοι στη σανίδα σωτηρίας της,
γιατί κάποιοι αποφασίζουν να είναι αθώοι
ενώ θα ‘πρεπε να παραδεχτούν την ενοχή τους

Η ποίηση υπάρχει όπως ο χρόνος
σαν αποφασίζουμε να τον πούμε Νοέμβρη
αντί οτιδήποτε άλλο
να την κλείσουμε σ’ένα όμορφο κουτί με γλυκά
να μυρίζουμε το κάμπο του Ορχομενού
με μια νοσταλγία δυσεξήγητη
κι ένα τζάκι που τη μυρωδιά του σκορπάει
αντί την φθορά των λευκών τοίχων στο παλιό σπίτι
με τα μουχλιασμένα πλακάκια
την ομορφιά της προπαραμονής Χριστουγέννων
αντί της παιδείας των ανθρώπων του κόσμου

η ποίηση υπάρχει όπως η ανάμνηση εκείνου
του ταξιδιού που δεν έγινε, και που
μέσα στη ψίχα της ψυχής κράτησε όλες τις αναμνήσεις
που δε γινήκανε, όλα τα ρόδα της ομορφιάς που μαραίνονται

η ποίηση θα μπορούσε να είναι το πραγματικό
όνομα της αγάπης που ποτέ σου δε βρήκες
σε σένα γράφω αγάπη μου απ’ όλες τις λέξεις
που λείπουν και μ’όλα τα σχήματα της φαντασίας
που μείναν στο σκοτάδι της γιορτής που τελείωσε
το μολυβένιο είμαι στρατιωτάκι σου
στη πυρά του κόσμου αγάπη μου

Λυπούμαι αγάπη μου που δεν υπάρχει η ποίηση
για όλα κείνα που γίνανε δίχως να μπορεί ν’ αποτρέψει

ΜΙΑ ΑΣΚΗΣΗ ΤΑΠΕΙΝΗ

Οκτώβριος 2018

Η διαφορά μας είναι ότι η ποίηση
δεν είναι να ωραίο σεμεδάκι στη βιτρίνα
ούτε πανάκεια για πάσα νόσον και μαλακία
αλλά μια άσκηση ταπεινή
διότι άσκηση είναι κι όχι αγών στο στάδιο
είναι το μοναχικό μάντρα του στην καρδιά ποιητή
και μ’αυτήν την έννοια σε βοηθά
να περπατήσεις τα βήματα
μέχρι την τελική απώλεια

Ποίηση και η αυτοαναφορά

Μάιος 2017

Η ποίηση δεν είναι το δικαστικό το σώμα
η ποίηση δεν είν’ η ακαδημία
η ποίηση δεν είναι το Λονδον σκουλ οβ εκονομικς
δεν είναι καν η ποίηση δια το ωραίον της γνώμης
η ποίηση δεν είναι φυσικά φιλοσοφία
η ποίηση δεν είναι καν θρησκεία
η ποίηση δεν είναι ερωμένη
την ποίηση μην την κάνετε δια την ειμαρμένη
η ποίηση δεν είναι μια ωραία κυρία
η ποίηση δεν είναι φούμαρα και κορδέλες σ’ ωραία πεδία
η ποίηση δεν τελειώνει ούτ’ αρχίζει
η ποίηση δεν καθορίζει
η ποίηση ποίηση είναι και γελά
η ποίηση δεν είναι λίστα ονομάτων
η ποίηση δεν είναι ευπώλητες παρουσιάσεις
και κλέος μοδάτων
η ποίηση δεν είναι απλή ιστορία
η ποίηση επίσης δεν είναι μια ιστορία
η ποίηση δεν είναι κείνο ή τ’ άλλο
η ποίηση δεν είναι το δικό σου ή το δικό μου
η ποίηση δεν είναι ο θρόνος
δεν είναι καν ο Σολωμός και ο Καβάφης μόνος
η ποίηση δεν είναι έρωτας ή μόνο πόνος
η ποίηση δεν εξαντλείται διότι δεν είναι
η ποίηση δεν είναι δεν είναι κι όλα είναι
η ποίηση δεν είναι μια χοντρή κυρία
Χρειάζεται κάποια ψυχραιμία

ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ

Ένα μικρό δείγμα αποδόσεων στην Ελληνική από την Αγγλική

Wystan Hugh Auden (1907-1973)

Τα Επικήδεια Blues

Των τηλεφώνων κόψτε τις γραμμές και τα ρολόγια σταματήστε,
με ένα κόκκαλο λαχταριστό το σκύλο να γαυγίζει εμποδίστε
και με τα τύμπανα τα μπουκωμένα, τα πιάνα αφού σιγήστε
Βγάλτε τα φέρετρα, τους θρηνητές να έρθουνε αφήστε

Απ’ το κεφάλι πάνω τα αεροπλάνα σε κύκλους να θρηνούν ελευθερώστε
Στο ουρανό το μήνυμα: Είναι νεκρός, να σχηματίζει ζωγραφίστε
μαύρη κορδέλα στης τελετής λευκούς περιστεριών λαιμούς να κυματίζει
Στους τροχονόμους μαύρα λινά τα γάντια να φορούν, ο κώδικας τιμής που καθορίζει.

Ήταν Βορράς και Νότος μου και Δύση μου κι’ Ανατολή
Η εβδομάδα μου η εργάσιμη και η αργία μου την Κυριακή
Το μεσημέρι μου και τα μεσάνυχτα και η κουβέντα μου και τα τραγούδια μου
Λάθος μου και πως θαρρούσα, που για πάντα η αγάπη αυτή θε να κρατούσε μου

Και τα άστρα δεν τα θέλω πια, όλα να τα σβήστε
Το φεγγάρι πάρτε, τον ήλιο λύστε
Τα δάση εξαφανίστε και τους Ωκεανούς να χύστε
Αφού τίποτα πια καλό να γίνει λέω μην ελπίστε

Wystan Hugh Auden (1907-1973)

Funeral Blues (Song IX / from Two Songs for Hedli Anderson)

Stop all the clocks, cut off the telephone.
Prevent the dog from barking with a juicy bone,
Silence the pianos and with muffled drum
Bring out the coffin, let the mourners come.

Let aeroplanes circle moaning overhead
Scribbling in the sky the message He is Dead,
Put crêpe bows round the white necks of the public doves,
Let the traffic policemen wear black cotton gloves.

He was my North, my South, my East and West,
My working week and my Sunday rest
My noon, my midnight, my talk, my song;
I thought that love would last forever, I was wrong.

The stars are not wanted now; put out every one,
Pack up the moon and dismantle the sun.
Pour away the ocean and sweep up the wood;
For nothing now can ever come to any good.

iv. e.e. cummings – Τι είναι το στόμα σας για εμένα;

Τι είναι το στόμα σας για εμένα;
Κύπελλο θυμιάματος θλίψης,
Δέντρο φύλλων κοφτερών,
Εν’ ανυπόμονο ψηλό καράβι,
Φαρέτρα έξοχων βελών.

Τι είναι το στήθος σας για εμένα;
Λουλούδι νέας προσευχής,
Ποίημα σταθερού φωτός,
Λιμνούλα ατάραχων πουλιών,
Τόξο που τραβηγμένο ταλαντεύεται.

Τι είναι το σώμα σας για εμένα;
Θέατρο τέλειας σιωπής,
Άρμα κόκκινης ταχύτητας ·
Και Ω, τα πόδια αχνά
Λευκών μαλλιών επιθυμίες !

iv.by e.e. cummings…

What is thy mouth to me?
A cup of sorrowful incense,
A tree of keen leaves,
An eager high ship,
A quiver of superb arrows.
What is thy breast to me?
A flower of new prayer,
A poem of firm light,
A well of cool birds,
A drawn bow trembling.
What is thy body to me?
A theatre of perfect silence,
A chariot of red speed;
And O, the dim feet
Of white-maned desires!

ΕΦΗ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΥ

%ce%b5%cf%86%ce%b7

.

Η Έφη Καλογεροπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1963. Είναι πτυχιούχος του Φυσικού τμήματος του Παν/μίου Αθηνών και του Τμήματος Θεατρικών σπουδών της Φιλοσοφικής Σχολής Αθήνας.

Συνεργάτης θεατρολόγος και βοηθός σκηνοθέτη στις παραστάσεις:

«Huis Clos – Κεκλεισμένων των Θυρών» (2002-2003), «Leonce und Lena» (2004-2006) και «Tο σπίτι της Μπερνάρντα Αλμπα» (2008-2010) στο θέατρο-εργαστήριο «Μαύρη σφαίρα» της Τότας Σακελλαρίου.

Ποιήματα της καθώς και θεατρική κριτική έχουν δημοσιευτεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά και έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά, Ισπανικά, Γερμανικά  και Ιταλικά.
Είναι μέλος του Κύκλου Ποιητών.

ΕΧΕΙ ΕΚΔΩΣΕΙ

ΣΚΕΥΗ ΤΑΞΙΔΙΟΥ (2007)
ΗΧΟΣ ΑΠΟ ΝΕΡΟ (2010)
ΑΜΜΟΣ (2013)
ΕΡΗΜΟΣ ΟΠΩΣ ΕΡΩΤΑΣ (2015)
ΧΑΡΤΗΣ ΝΑΥΑΓΙΩΝ (2017)
ΣΤΗΝ ΕΞΟΡΙΑ ΤΟΥ ΒΛΕΜΜΑΤΟΣ  (2019)

.

ΒΙΒΛΙΑ66

ΒΙΒΛΙΑ67

.

ΣΤΗΝ ΕΞΟΡΙΑ ΤΟΥ ΒΛΕΜΜΑΤΟΣ (2019)

BANISHED LOOK (2019)

Μετάφραση: Γιάννης Γκούμας

ΤΟΠΙΑ

(Μικρή σύνθεση σε επτά μέρη)

1.

Ποια άγρια ανήμερη σιωπή μου ευλόγησε ο έρωτας
κι η μαθητεία της βάφει τώρα, της επιθυμίας μου
πράσινο βαθύ το ρόδο;

Ποιο σκοτάδι μαγικό, εξόρισε απ’ το αίμα της τον πόλεμο
και το κόκκινο της Μοίρας, γίνεται
πράσινο του Παράδεισου, που σιωπηλά
την αθωώνει;

LANDSCAPES

(A Brief Composition in Seven Parts)

1.

What wild, savage silence blessed me with love
and its learning now dyes deep green
the rose of my desire?

What magic darkness, banished war from its blood
and the red of Fate, becomes
verdant Paradise that calmly
exonerates it;

7.

Εκεί μια μέρα φωτεινή που σπαρταρά σαν ψάρι,
στου ήλιου την αιώνια τρικυμία
θα ‘ρθω κοντά σου συλλαβίζοντας
απ’ την αρχή ξανά, της παράδοσης
το ταπεινό αλφαβητάρι
ανάμεσα σε καταρράκτες χρωμάτων
και προσευχές κυμάτων μυστικών
αινίγματα
σε ρεύματα φωτιάς παραδομένοι
περιπλανώμενοι στης επιθυμίας
τον ευχετήριο τόπο

Για πάντα εσύ κι εγώ, πυρπολημένοι
από ζωή

7.

There I’ll come to you on a bright day
flopping about like a fish in the suns
perpetual storm syllabizing again
from the start surrenders
humble alphabet
among cataracts of colour
and prayers of secret waves
enigmas
in streams of fire abandoned
wandering in desires
wishful place

You and I forever set on fire
by life.

ΥΠΟΘΗΚΗ

Έχεις ακούσει ποτέ
λυγμούς ελεύθερων ανθρώπων;

Είναι το ίδιο να ξεχνάς και να πεθαίνεις;

0 κρατήρας της μνήμης
ανεστραμμένο δισκοπότηρο που στάζει
μύρο αγιασμένο
από κεχριμπάρι είναι ή φωτιά;

Αν βοηθήσεις τη μνήμη μου θα βοηθήσω τη δική
Ό,τι αναφλέγεται βάζει υποθήκη αιωνιότητας

Δεν ξέρεις πως η επιθυμία αποβιβάζεται
πάντοτε σε διάβαση αφύλακτη;

Στον επόμενο σταθμό
μόνο ο χρόνος κατεβαίνει

μόνος

MORTGAGE

Have you ever heard
free people sobbing?

Is it the same to forget and to die?

Memory’s crater
an upside down chalice dripping
holy oil
is it of fire or amber?

If you help my memory 111 help yours
What blazes up takes a mortgage on eternity

Don’t you know that desire always disembarks
in an unguarded crossing?

At the next stop
only time gets off

alone

ΦΥΓΗ

Εκεί
σε μια απότομη στροφή του δρόμου
σ’ έναν ελιγμό του αέρα
σ’ ένα βύθισμα του ελάχιστου
αφήσαμε κάτι δικό μας
που χάθηκε για πάντα
αν απλώσεις το χέρι
το νιώθεις
απομεινάρι αλήθειας
σπασμένο φτερό Αθανασίας
αν απλώσεις το χέρι

FLIGHT

There
in an abrupt turn in the road
a rapid movement of the wind
the sinking of the slightest
we left something of ours
lost for good
if you stretch your hand
you ‘ll feel it
remnant of truth
broken wing of Immortality
if you stretch your hand
if…

ΧΩΡΙΣ ΠΑΤΡΙΔΑ

Κι έγιναν λέξεις όσες
η επιθυμία μου δεν είχε συλλαβές
και συλλάβιζα σε γλώσσα που δεν ήξερα
παρά εκείνη μοναχά των άστρων
κι ήρθαν σκύλοι πολλοί τη νύχτα αυτή κοντά μου
αδέσποτοι όσο κανείς ξεσπώντας σε λυγμούς
όπως αποχωρίζεται η προσευχή ψυχή που φεύγει

κι έμαθα πως όνομα δεν έχει η αγάπη
ισόβια μόνο
ανάμεσα σε θύελλες και καταιγίδες
καταδικασμένη είναι να πορεύεται
αδοκίμαστη και σκόρπια
μόνη, δίχως όνομα
χωρίς πατρίδα

HOMELESS

And words became
what my desire had no syllables
and I syllabized in a language unknown to me
but that of the stars
and a number of stray dogs came to me tonight
as nobody else bursting into sobs
as a prayer withdraws from a departing soul

and I learnt that love has no name
only lifelong
among storms and hurricanes
condemned to progress
unfelt and loose
alone, nameless
with no homeland

ΝΥΧΤΕΣ

Ταξίδι ανάμεσα στα αστέρια
κι η γη στα χέρια μου έχει κοπεί στα δυο
μια σκόνη σκότους
ό,τι χρειάζεται ένας μάρτυρας εκεί που παύει
η ύλη να υπάρχει

Ένα ανθρώπινο αποφόρι είναι η εικόνα
άστρου σε αποσύνθεση
δαχτυλικό αποτύπωμα προσευχής που ανησυχεί
να υπάρξει
η εν Θεώ απελπισία πράξη σαστισμένης
αβεβαιότητας
έχει αποθέσει στα χέρια μου το ηλιακό της ρολόι
Άγιοι και μάρτυρες συνωστίζονται σε βέβηλο
βιβλικό χορό
Οι αρθρώσεις μου χορεύουν όπως το ρεύμα
καταραμένου ποταμού
Η Ελευθερία μου στράγγιξε τις λύπες σας
Η ιστορία σας άρπαξε φωτιά
Η ευθεία επιβλήθηκε του κύκλου
Είμαστε ένα εκατομμύριο σημεία και δυο άγνωστοι
Είμαστε οι χιλιάδες νύχτες των εποχών μας
Σπαρμένοι με φωτιά και μεγαλείο
Στην έξοδο σέρνονται οι πολιορκημένοι των λυγμών
0 Άγγελος σηκώνει το σπαθί του

Αρκεί ένα του φτερούγισμα για να κάψει
τους λυγμούς
σα μήλο

NIGHTS

A way through the stars
and the earth in my hands cut in two
a dusty darkness
what a witness needs where matter
no longer exists

A cast-off garment is the picture
of a star in decay
a prayer’s fingerprint anxious
to exist
Godly despair, an act of confused
uncertainty
has placed its sundial in my hands
Saints and martyrs jostle in a sacrilegious
biblical dance
My joints dance like the stream
of a cursed river
My Freedom drained your sorrows
Your history flared up
A straight line imposed on a circle
We are a million signs and two strangers
We are the thousands of nights of our times
Strewn with fire and grandeur
At the exit shuffle those beset with sobs
The Angel raises his sword

A flutter of wings is enough to cut
the sobs

Like an apple

ΤΕΛΟΣ ΔΙΑΔΡΟΜΗΣ

Κι όπως σκοντάφτεις τυχαία τις νύχτες
πάνω στους σκύλους με τα προσωρινά ονόματα
και μοιάζουν αυτές οι αδέσποτες ιστορίες
που τρώνε ό,τι περίσσεψε
κάτι σαν υπαινιγμός πνιγμού
έτσι τελειώνει κι αυτή η διαδρομή
με ταχύτητα ιλίγγου
αδειάζοντας στο τέρμα της λόγια
που έραψαν στα χέρια τους
ποτάμια και σιωπές

Πες μου

Ποιες λέξεις φτιάχνουν το Θεό;
Ποια γράμματα επιμένουν;

JOURNEY’S END

And as you accidentally stumble at night
on dogs with temporary faces
and these stray stories resemble
the leftovers they are eating
something like a hint of drowning
so this run ends
at breakneck speed
emptying words at the end
that their hands sewed
with rivers and silences

Tell me

What words create God?
What letters persist?

ΧΑΡΤΗΣ ΝΑΥΑΓΙΩΝ (2017)
CHART OF SHIPWRECKS (2017)

Μετάφραση: Γιάννης Γκούμας

CARPE DIEM *

Καλωσορίσατε στον κόσμο των ζωντανών νεκρών
κοιτάξτε τους!
Κοιτάξτε από τι ανεκτίμητο υλικό είναι καμωμένοι

Στάχτες. Μόνο στάχτες.
Κι η στάχτη καίγεται; Όχι

Καλωσορίσατε λοιπόν
στον κόσμο των αθάνατων νεκρών
στον κόσμο της ψυχρής σαν μάρμαρο φωτιάς
και της άσβηστης φλόγας της ελπίδας

* Οράτιος, Ωδές, Ι.ΧΙ.8

CARPE DIEM *

Welcome to the world of the living dead
look at them!
Look what fabulous material they are made of

Ashes. Just ashes.
And do ashes bum? No

So welcome
to the world of the immortal dead
the world of marble-like cold fire
and hope’s unquenched flame

* Horace, Odes, I.XI.8

ΜΠΑΡΚΟ

Έρχεται και φεύγει το παλιρροϊκό κύμα
των ανοιχτών φτερών μου
μα στο κατάρτι της μοίρας μου δεμένος
από λέξεις, με λέξεις πάλι άνοιξα πανί
σε θάλασσα άγρια από λέξεις
ταξιδεύω

AT SEA

It ebbs and flows the tidal wave
of my open wings
but roped to the mast of my fate
from words, with words I again set sail
on a sea rough with words
I voyage

ΑΥΤΑΠΑΤΗ

Ελεύθερος δεν είσαι
παρά στο βλέμμα σου μονάχα
λέει ο καθρέφτης
που τον καθρέφτη καθρεφτίζει

ILLUSION

Free you aren’t
only in your look
says the mirror
mirroring the mirror

ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ

Για να συναντηθούμε
πρέπει να διακινδυνεύσουμε
την απόσταση του άλλου
μια απόσταση φωνών
ντυμένοι μυθιστόρημα
ξεχασμένοι από τρυφερότητα
παραδομένοι στην απόγνωση
έρποντας ή ακόμη και στα τέσσερα
δοσμένοι σ’ ένα ανομολόγητο παιχνίδι
πένθους
αφής
σφαγής

ORDEAL

In order to meet
we must risk
the distance from the other
a distance of voices
dressed up as a novel
forgotten of affection
j surrendered to despair
crawling or even on all fours
given to an untold game
of mourning
touch
slaughter

Η ΑΓΩΝΙΑ ΜΕ ΤΙΣ 4 ΓΩΝΙΕΣ

Δεν ξέρω
δε θέλω να ξέρω
δεν είμαι εκεί
έχω φύγει

Ποτέ δε με κοιτάς εκεί που σε βλέπω
δεν είχε έξοδο η γραφή πότε φως
πότε σκοτάδι
το μάτι ησυχάζει από το βλέμμα;
Το βλέμμα από πού έρχεται;
Του έριχνε στάχτη στα μάτια
οι ακριβοί καθρέφτες ποτέ δεν κάνουν λάθος
θα ’χεις την τύχη της καταιγίδας
το σχέδιό σου στάζει αμηχανία

Τον έκλεψε από τον εαυτό του
τον κοίταζε από παντού

Χέρι της φωνής της σιωπής της κραυγής της μνήμης
χέρι της ζωής της φυγής της γραφής
χέρια δάχτυλα δίχτυα

FOUR-ANGLED ANGUISH

I don’t know
I don’t want to know
I’m not there
I’ve gone

You never look at me where I see you
there’s no way out of writing sometimes light
sometimes darkness
does a look appease the eyes?
Where does this look come from?
It threw dust in his eyes
true mirrors never make mistakes
you’ll have the luck of a thunderstorm
your plan is reeking with embarrassment

He stole him from himself
he looked at him from all quarters

Hand of voice of silence of a cry of memory
hand of life of escape of writing
hands fingers nets

ΣΦΑΛΜΑ ΤΥΧΑΙΑΣ ΔΙΑΔΡΟΜΗΣ

Είμαστε η χαμένη δυνατότητα
οι λέξεις που δε γίναμε
τα παιδιά που πέφτουν απ’ τα όνειρά μας
ξημερώματα
οι δρόμοι τα αδιέξοδα και οι ατέλειωτες
χειρονομίες τους
οι άδειες θέσεις δίπλα στου τρένου
το παράθυρο

Είμαστε το λίγο
του χρόνου το ελάχιστο

Το ολομόναχο του κόσμου
είμαστε
η σκόνη του σκοτωμένου χρόνου

ERROR OF ACCIDENTAL ROUTE

We are the lost possibility
the words we never were
the children falling from our dreams
at dawn
roads blind alleys and their endless
gestures
the vacant seats next to the train’s
window

We are the least
the minimum of time

The world’s aloneness
we are
the dust of slain time

ΘΑΛΑΣΣΑ

Γιατί είναι η αγάπη μια θάλασσα ολόκληρη
βλέμμα πριν το βλέμμα
γη δίχως εξουσία
πόρτα ανοιχτή
σιωπή ξεκλείδωτη

Γιατί είναι η αγάπη
το ολόκληρο
το ανερμήνευτο
το καθαρό το αίμα της θυσίας
ο βυθός του Καλού
η γνώση της απώλειας
το πηγάδι που αναβλύζει
το τέλος του θανάτου

SEA

For love is an entire sea
a look before a look
land without authority
an open door
silence unlocked

For love is
the whole
the unexplained
the pure blood of sacrifice
the depth of Goodness
the mastery of loss
the well gushing out
the end of death

ΒΥΘΟΣ

Η σιωπή είναι άβυσσος
έρημος και φωτιά
σιωπή το πριν και το μετά
η λύπη η κραυγή η αφωνία
μαζί και χωριστά
το Καλό και το Κακό σιωπή
και το νερό το τρεχούμενο
στο μονοπάτι της λήθης
σιωπή το κύμα το παλιρροϊκό
της ασίγαστης ελπίδας
η τρυφερότητα που καίει και κλαίει
το Είναι και το Μηδέν σιωπή
τα γράμματα οι αριθμοί οι λίμνες
και της ζωής μας τα αποσιωπητικά

Κι ακόμη τα χέρια μου μες στα δικά σου
κι ο τρόμος του πυροβολισμού που βρίσκει στόχο
σιωπή κι άλλη σιωπή ο αιφνιδιασμός
κι ακόμη πιο πολύ
εκείνη η ησυχία των μέσα μας σελίδων

DEPTH

Silence is an abyss
wilderness and fire
silence what was before and what is after
sorrow cry mutation
together and apart
silence are the Good and the Bad
and running water
on the path of oblivion
silence the tidal wave
of unquenched hope
tenderness that bums and weeps
silence is Being and Naught
letters numbers lakes
and the dots of our life

Even my hands in yours
and the fright of a gunshot that finds its target
silence and more silence the surprise
and more so
the peace and quiet of our inner pages

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ Β’

Ακούω μόνο τον ήχο της γραφομηχανής μου
ταμειακή μηχανή συναισθημάτων
να κόβει αποδείξεις.
Η μικρή μου πράξη τρέμει άγρυπνη
ανάμεσα στα δάχτυλα πριν περάσει οριστικά
στο λυγμικό χώρο της σιωπής

NOCTURNAL Β’

I hear only the sound of my typewriter
emotional cash register
issuing receipts.
My small act trembles wakeful
between my fingers before passing for good
in the sobbing space of silence

ΦΑΡΣΑ

Ένα χαρτόκουτο δεμένο με μια κορδελίτσα
είναι η σιωπή
και η βαρύτητα το λύνει

FARCE

A carton tied with a ribbon
is silence
and gravity unties it

ΓΗΤΕΥΤΕΣ

Κι αφού σ’ αγαπώ οφείλω να είμαι κάτι περισσότερο
από σπασμένος καθρέφτης
ναι από απελπισία γίνονται τα θαύματα
και πίστη
γι’ αυτό κρεμασμένοι στη δική μας κόλαση
υπέροχα πλανημένοι
θα μεταμορφώσουμε το βαθύ της νύχτας φως
σε άσπρο λευκό χιόνι ελαφρύ
γητευτές πουλιών διάφανοι
θα ονειρευτούμε πως ονειρευόμαστε ακόμη
γιατί το θαύμα έχει μια μοίρα μυστική
και το συνήθειο να μυρίζει πάντοτε
θάλασσα ανάσταση κι αγάπη

CHARMERS

And since I love you I need be something more
than a broken mirror
yes miracles derive from despair
and faith
that’s why hanging in our own hell
prodigiously beguiled
we’ll transform the heavy light of night
to soft white snow
transparent bird charmers we’ll dream that we’re still dreaming
since miracle has a secret fate
and the habit of smelling as usual
of sea resurrection and affection

ΕΠΙΚΛΗΣΗ A’

Βλέμμα
τρελό πουλί που ραμφίζεις
σαρκαστικό ανυπαρξίας γέλιο
και εκδικείσαι και μεθάς
με της αποδημίας το κόκκινο κρασί
συνεπιβάτη της απώλειας

Τη μια
τόπος δέρμα έντομο
πυγολαμπίδα που λάμπει στο σκοτάδι

Την άλλη
τελειότητα φωτοχυσίας αισθημάτων
σφαίρα ψυχής αδέσποτη
ψηφιδωτό τόπων ανείπωτων
αιμορραγία λέξης
προδοσίας κύμα
θάλασσα άπειρη της προσδοκίας
παιδί της αθωότητας του έρωτα αμέριμνο

Πάρε με πέρα απ’ της λύπης
την τρομερή σκιά
γίνε απόψε -για λίγο έστω-
το λιμάνι μου

INVOCATION A’

O look
crazy bird pecking at
the sarcastic laugh of nonexistence
avenging yourself and getting drunk
on the red wine of emigration
fellow passenger of loss

On one hand
place skin insect
glowworm gleaming in the dark

On the other hand
perfection of emotional illumination
stray bullet of the soul
mosaic of ineffable places
a word’s bleeding
betrayal’s wave
anticipation’s vast sea offspring
of innocence love’s carefree child

Take me away far from sorrow’s
horrendous shadow
be tonight -even for a while-
my harbour

Ο ΚΗΠΟΣ ΤΩΝ ΑΝΑΜΝΗΣΕΩΝ

Νύχτωσε
σκοτείνιασε αλλά στο βάθος
φέγγει πάντα ο κήπος όπου περπατώντας
ξεφυλλίζεις το ανεξήγητο

Πόσα
βλέμματα ρόδων ψηφίδες ζωής
κόπηκαν βίαια κι έπεσαν στη χλόη
φύλλων θροΐσματα κελαηδισμοί πουλιών
ανάλαφρα φτερουγίσματα ονείρων
δραπέτευσαν από εφιάλτη παιδικό
άστρων μικρές κραυγές σημάδεψαν για πάντα το κενό

Κι ακόμη
δρομάκια λιγότερο επικίνδυνα
από κείνα που δε ζήσαμε ποτέ

THE GARDEN OF MEMORIES

Nightfall
it’s growing dark but at the back
shines as usual the garden that on walking
you leaf through what is inexplicable

How many
looks of roses tesserae of life
were forcibly cut and fell on the grass
rustle of leaves chirping of birds
airy flapping of dreams
escaped from a childish nightmare
slight cries of stars marking
the void forever

And even
narrow streets less dangerous
than those we never lived

ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ

Ποια άμμος; Ποιος θάνατος; Ποιο σώμα;
Το κερδισμένο της αφής βυθίζεται στη γλώσσα
οι λέξεις βάρυναν και πέφτουν χωρίς ιδιοτροπία
η μνήμη τους δεν τις ενώνει

Είμαστε άβυσσος περιπλάνηση
ένας διαρκής επιτάφιος θρήνος

Ποιο κέρδος; Ποια ζημιά;
Το νόημα είναι η απουσία νοήματος
οι σταγόνες νερού σημαίνουν ξηρασία
ο καρπός που ανθίζει τρέφεται με αίμα

Είπε η φωνή μέσα μου

Γεννήθηκα στον αστερισμό του ανέμου
έχω καταφύγιο μόνο τον ουρανό
το κορμί μου σκορπίζω μες στη σκόνη
πενθώ για κείνο που δε χάνω
πενθώ
για κείνο που απ’ τον εαυτό του δεν εξορίστηκε
γιατί μόνο ό,τι εξορίστηκε απ’ τον εαυτό του θα χαθεί |
πενθώ
της επιθυμίας την αρχή γιατί εκεί είναι το τέλος
απομακρύνομαι απ’ των χεριών την αγριότητα
τελειώνω για να μπορώ να ξαναρχίσω

Με στάχτες
θα τραφεί η περιπλάνηση
κι η ελπίδα
απ’ το μηδέν θα ανθίσει

ETERNITY

What sand? What death? What body?
What the touch earns is absorbed by the tongue
the words grew heavy and they fall without whims
their memory doesn’t unite them

We are an abyss peregrination
a continuous dirge

What profit? What loss?
The meaning is the absence of meaning
water drops signify drought
ripening fruit is fed on blood

Said my inner voice

I was bom in the wind constellation
my only shelter is the sky
I scatter my body in the dust
I mourn for what I do not lose
I mourn
for what of me wasn’t banished
because only what of me was banished will be lost
I mourn
for a wish’s beginning because there it ends
I move away from the harshness of hands
I finish that I may start again

With ashes
will peregrination be nourished
and hope
will flourish with zero

Μετάφραση: Γιάννης Γκούμας
English translation by Yannis Goumas

ΕΡΗΜΟΣ ΟΠΩΣ ΕΡΩΤΑΣ (2015)
DESERT AS DESIRE (2015)

Μετάφραση: Γιάννης Γκούμας

Είναι ένα καρότσι
ρόδες του υπόσχονται την αιώνια φυγή
ο μπροστινός τροχός τρίζει
το σπρώχνω σταθερά
βαδίζοντας στην άκρη του δρόμου
μέχρι που
ο δρόμος χάνεται
δεν υπάρχει δρόμος
δεν υπάρχει κανείς
μόνο αέρας.

There is a cart
its wheels pledge perpetual flight
the front wheel squeaks
I push it steadily
by the side of the road
until
the road vanishes
there is no road
there is no one
only air.

*

Ξήλωνε
το φαρδύ ρούχο της στέρησης
με τις τεράστιες άδειες τσέπες.
Γυμνώθηκε τελείως.
Νήματα είναι τα σώματα, είπε,
να τα υφάνεις περιμένουν.

She was unpicking
deprivation’s large garment
with the huge empty pockets.
She stripped to the buff.
Bodies are threads, she said,
they wait for you to weave them.

*

Δεν θυμάται
γιατί δεν θέλει να θυμάται.
Βαδίζει διαρκώς –
να διασχίσεις την έρημο, έλεγε, αυτό έχει σημασία,
και συνέχιζε
ανάμεσα στο πλήθος,
να διασχίσεις την έρημο, έλεγε.

Με προορισμό το δρόμο
αναζητώντας λίγη σκιά
δεν είχε παρά τον ίσκιο του
μονάχα.

He can’t remember
because he doesn’t want to remember.
He keeps on walking –
you must cross the desert, he’d say, that’s what matters,
and he carried on
among the crowd,
you must cross the desert, he’d say.
The road his destination,
looking for some shade,
he had nothing more than
his shadow.

*

Βάδιζε
λες κι ένα τζάμι κάτω από τα πόδια του
θύμιζε διαρκώς το βάρος.
Άξαφνα
το δίχτυ της βεβαιότητας υποχώρησε
ο πάγος έσπασε
νερό γέμισε η τρύπα
και πνιγμένους.

He was walking
as if a piece of glass under his feet
reminded him of his weight.
Suddenly
the net of certainty gave way
the ice broke
and the hole was filled with water
and drowned people.

*

Κλωστές νήματα υφάσματα
όλα τα πουλάω
μόνο το κουρελάκι αίμα που ξηλώθηκε
δεν βγάζω στο παζάρι.

Threads yams fabrics
I’m selling them all
only that tom off shred of blood
isn’t for sale.

*

Έχει την υπομονή του δέντρου που καίγεται·
Υπάρχει μια ύλη σιωπής εκεί πριν.

He has the patience of a tree on fire;
A previous silent matter exists there

*

Κάποτε
μια αστραπή στάθηκε αρκετή.
Άνοιξαν ταυτόχρονα
τις ομπρέλες της σιωπής
κι έζησαν έτσι άβρεχτοι
για χρόνια.

Once
a lightning was enough.
They opened at once
the umbrellas of silence
and thus dry they lived
for years.

*


Θήραμα και θηρευτής κοιτάζονται
οι κόρες των ματιών τους διαστέλλονται
ο φόβος του θηράματος κατοικεί το μάτι του θηρευτή
και το τυφλώνει
ξερός κρότος ακούγεται
καθώς τα βλέφαρά του ανοιγοκλείνουν
το θήραμα αιχμαλωτίζει το θηρευτή.
Γίνονται ένα.

Quarry and hunter look at each other
their pupils dilate
the quarry’s fear occupies the hunter’s eyes
blinding him
a dry sound is heard
as he blinks
the quarry overcomes the hunter.
They become one.

*

Πιο μέσα απ’ το βλέμμα τι;

Φωνή ατίθαση χτύπησε στ’ αυτιά του
σκάλα στριφογυριστή με κουπαστή
φάνηκε στο μυωπικό του μάτι
όλα μικραίνουν, καθώς πέφτουν
τι μένει;

Πιο μέσα απ’ το βλέμμα τι;

Με ακρίβεια ωρολογοποιού -που σφίγγει το κομμένο
ελατήριο-
με την τελευταία βιδίτσα που απόμεινε
τράβηξε το τι απ’ την ερώτηση.

Πιο μέσα απ’ το βλέμμα ύλη
ύλη σιωπής,
πρόσθεσε. 

Κι όπως ξεδίπλωνε το φιλμ
άρχισε να μετράει, αργά στην αρχή, γρήγορα με ρυθμό
κατόπιν, τόσοι οι ζωντανοί, τόσοι οι πεθαμένοι, τόσοι
οι ζωντανοί, τόσοι οι πεθαμένοι κι ανάμικτη σκόνη
και υγρασία μαζί, ασπρόμαυρη ζωή να πέφτει στο
τραπέζι, κι ύστερα κόβει, κόβει, κόβει μάτια, κι έλα να
παίξουμε, μου λέει.

-Τι βλέπεις;
– Τα μάτια είναι του χρόνου τα παράθυρα, του λέω.
-Τι βλέπεις;
– Τίποτα. Τίποτα για τίποτα, του λέω.
– Οι τυφλοί χαμογελούν, μου λέει.

Η γη γυρίζει, και το κομμένο φιλμ μυρίζει πια για τα
καλά καμένο.

Deeper than the look, what?

A wild voice sounded in his ears
a winding stairway with a handrail
appeared in his myopic eye
everything shortens, as they fall
what remains?

Deeper than the look, what?
With the precision of a watchmaker -who presses the
cut spring-
with the last — remaining screw
he removed what from the question.

Deeper than the look he added
matter,
silent matter.

As he was unfolding the film
he started counting, lowly at first, then with a quick
rhythm, so many people alive, so many dead, so many
alive, so many dead, along with a mixture of dust and
moisture, a black — and — white life falling on the table,
and then he cuts, cuts, cuts eyes, and tells me to come
and play.

-What do you see?
– The eyes are time’s windows, I say.
-What do you see?
-Nothing. Nothing at all, I say.
-The blind are smiling, he says.

The earth revolves and the cut film now really smells
burnt.

*

Η τελευταία λέξη

αιωρείται
ρούχο άδειο
κρεμασμένο από τοίχο αόρατο
πέτρα που γκρεμίζεται
στο χρόνο.

Η τελευταία λέξη
αιχμάλωτη
στο τρύπιο γάντι της σιωπής
στην τρέλα γέρνει και
συλλαβίζει λέξεις
όπως ζάρι παρτίδα νίκη
απελπισία στάχτη
το χαμένο δαχτυλίδι
ενός έκπτωτου άγγελου εκδίκησης
λέξη – πουλί με ράμφος κοφτερό
αυτόχειρας αυτάρεσκη
λέξη θάνατος – έρωτας
τυφλή
η τελευταία λέξη

όταν θυμώσει
με την άκρη του φτερού της
φωτιά ανάβει
σ’ όλους τους κήπους
του ουρανού.

The final word
an empty garment
hovers
hanging on an invisible wall
a stone falling
in time.

The final word

withheld
in the holed glove of silence
tends to madness and
syllabifies words
like die, game, victory
despair ash
the lost ring
a fallen angel’s revenge
a word — cum — bird with a sharp bill
suicidal self-satisfied
a word death – cum – love
blind
is the final word

when it gets angry
with the tip of its wing
it lights a fire
in all heavenly
gardens.

*

το ποτάμι της λήθης με το μαύρο νερό
το λιωμένο μέταλλο του χρόνου
το ξυράφι του
το παγωμένο γάλα της συνείδησης
και το μαχαίρι που το κόβει.

Κι ήταν η σάρκα του νερού
ίο σώμα του νερού που απ’ τα δάχτυλα γλιστρώντας
τον ρωτούσε:
Ι Πες μου από ποια αρρώστια θα πεθάνεις;
Κι έτσι ο χαμένος χρόνος
Ι ο χρόνος της αναμονής των συμβάντων του
ο κρεμασμένος χρόνος της σιωπής
απ’ τα νύχια της ανάγκης κρεμασμένος
του έδειχνε σβήνοντας
μιαν άλλη δυνατότητα του να υπάρχει
χωρίς αυτά
να υπάρχει
I σαν ένας σωρός άλλου κουρασμένου χρόνου
παράξενος
που μαζεύει τις βαλίτσες του
και ανεβαίνει πάλι στις στρογγυλές του ρόδες
και κυλάει
σκορπίζοντας βλέμματα ζώων
κραυγές παιδιών
και ψίχουλα ρόδων στο σκοτάδι
και κυλάει
με όλα τ’ αδέσποτα των δρόμων
αδέσποτος κι αυτός
άδετος αδαής δεόμενος
κυριευμένος από την απόλυτη σιωπή
του μυστήριου της ζωής
και του φωτός αιχμάλωτος. 

the black water of oblivion’s river
time’s melted metal
its razor
the frozen milk of conscience
and the knife cutting it.

And it was the water’s flesh
the water’s flesh that asked him
as it slipped from its the fingers:
Of what illness will you die?
Thus lost time
the time he waited for his incidents to happen
the suspended time of silence
hanging on the nails of need
showed him as it was extinguished
another potential of his existence
to exist
without them
like a heap of another weary time
odd
gathering its bags
and going up its round wheels again
and rolling
dispersing the looks of animals
children’s cries
and bits of roses in the dark
rolling
with all stray animals on the streets
he also stray
loose ignorant beseeching
overcome by utter silence
prey to life’s mystery
and light.

*

Ο ήχος της απώλειας τρύπιος
σφυρίζει μέσα του ο αέρας
φυσάει
μόνο στις εσοχές σωπαίνει
δίπλα
ένα καραβάνι τυφλών ποντικών
διασχίζει την πλατεία
σπασμένο πεζοδρόμιο στο αριστερό μου χέρι
και στο δεξί ένας δρόμος
κι εκεί τελειώνει•

το τσιγάρο μου απόψε είναι δρόμος
το τσιγάρο μου απόψε είναι δρόμος
με προορισμό το άπειρο
μα το άπειρο είναι τυφλό
μπορεί να περιμένει
ναι μπορεί να περιμένει•

σκοτάδι πηχτό
στο βάθος άγριο
μυρίζει έρωτας
χρόνος αυτός μαύρος
σημαδεμένος
γλιστρά στα πεζοδρόμια
-χέρι με χέρι-
νύχτα αυτή λευκή
τρεκλίζει
ένα τενεκεδάκι θάνατο κλωτσάει
και πάει εκεί που τελειώνει•

ο δρόμος
ο κόσμος
πάνω κάτω
εκεί που τελειώνει• 
σε υψηλό σημείο τήξης
αχνίζει ο ήχος της απώλειας
βυθομετρώντας ουρανό και γη
αλλάζει η επιθυμία δέρμα
και το άπειρο έρημο χέρι
ένα απλωμένο πεινασμένο χέρι
που μπορεί να περιμένει•
στο τέρμα της κεντρικής οδού
κάτω απ’ τη λάμπα
σ’ ένα παγκάκι
εξόριστοι ζωής κι οι δυο
με το ξημέρωμα
νεκρή αυτή – tattoo
στο μπράτσο του
θα χαραχτεί
για πάντα.

The sound of loss is pitted
through it the wind whistles
and blows
only in the cavities does it quieten
close by
a swarm of blind mice
go across the square
on my left a cracked pavement
and on my right a road
and there it ends;

tonight my cigarette is a road
tonight my cigarette is a road
leading to infinity
but infinity is blind
it can wait
yes, it can wait;

a heavy, baleful darkness
at the back
there’s a smell of love
time is black
branded
sliding on the pavements
-hand in hand-
the night is white
staggering
kicking a tin of death
and going where it ends;

the road
people
more or less
where it ends;
At a high-level melting point
steams the sound of loss
fathoming heaven and earth
desire changes skin
and the poor old hand
a stretched out hungry hand
that can wait;

at the end of the main street
under the street light
on a bench
life’s exiles both of them
at dawn
she dead – a tattoo
on his arm
will be marked
forever.

*

Πίσω απ’ τις ράχες των βιβλίων
υγρασία
μέχρι να γίνει λέξη.
Πίσω απ’ τις λέξεις
τοίχοι γυμνοί
χάρτης πένθους
αυτή η σκασμένη γωνιά από ασβέστη
ανοίγει ρωγμή στη διπλανή σελίδα
εσοχή που ξεπλένει
κρίματα κι ανορθογραφίες.
Ξεφυλλίζουμε
χρόνο παιδικό στην άκρη
μας χτυπούν πισώπλατα οι λέξεις
κάθε φορά σε άλλη θέση
βρίσκουν στόχο
εκεί
την πλάτη γδέρνει ένα καρφί
φωνήεν
κρατά παλιά σκουριά
κάτι τραυλίζει
κάτι μου λέει
που γίνεται πηλός
λεκές ήχου στρογγυλός
σώμα από χώμα
κι άλλοτε
ακίδα που πληγώνει.

Κι ύστερα στο Πέρασμα του Φόρου
πατημασιές πλήθος
τα θαύματα κατηφορίζουν
ένα δρομάκι παράπλευρο στο κοιμητήρι
κι έρχονται στο δωμάτιο
νύχτα
παράφορες φράσεις σμίγοντας
στα σκοτεινά, του τύπου:
Όταν αγαπάς μέχρι και οι νεκροί
χαμογελούν.
Κι αν ο τοίχος
είναι κάτι περισσότερο;

Ας πούμε
ένα τοπίο απέραντο
έρημος ή ναρκοπέδιο
που διασχίζεις
σαν δραπέτης συμβάντων
δραπέτης ζωής
συχνά με την πλάτη σύρριζα
κι άλλες
έχοντας κατά νου τον πυροβολισμό
η μια έκρηξη ακαριαία
έτσι
χιλιοστό χιλιοστό
μέχρι το μαύρο δάσος
με τα πανύψηλα ρολόγια
και τα άφωνα πουλιά στους λεπτοδείχτες
τα άφωνα πουλιά
του φόβου.

Moisture
behind the backs of books
before being a word.
Behind words
are bare walls
a mournful map
this lime-cracked comer
forms a gap on the next page
a hollowness rinsing out
wrongdoings and spelling errors.
We leaf through
childish time, at the end
words hit us on the back
each time in a different spot
do they find their target
there
a nail – cum –
vowel
bearing old rust scrapes our back
it stammers something
it’s telling me something
which turns into potter’s clay
a circular sound stain
earthen body
and another time
a wounding spike.

And after Paying the Price
a mass of footprints
miracles go down
a lane next to the cemetery
and come into the bedroom
at night
joining passionate phrases
in the dark, of the type:
When you love, even the dead
smile.
What if the wall
is something more?

Let’s say
a vast landscape
desert or minefield
that you cross
like a runaway from events
a runaway from life
often with back to the wall
and other times
bearing in mind the shooting
or a sudden explosion
thus
inch by inch
up to the black forest
with the towering clocks
and the mute birds on the minute hands
the mute birds
of fear.

*

Στο δρόμο
στην έρημο
στην όχθη μιας φυγής
σ’ ένα ταξίδι
χωρίς προορισμό
στην άμμο
στη θάλασσα
στον έρωτα
στην ελευθερία.

Ό,τι χάθηκε στο χρόνο ταξιδεύει
αινίγματα στάχτη
και κάρβουνο
όλα τα καταπίνει η νύχτα

όσοι έρχονται
κι όσοι ακολουθούν
τον ίδιο δρόμο ανεβαίνουν

κι όλες οι λέξεις
θραύσματα και ύλη
μαγικοί λαβύρινθοι
που κρύβονται στα πλήκτρα
μακρινοί απόγονοι
μιας ανεξάντλητης κραυγής.

Τόσοι ουρανοί
τόσοι γκρεμοί
κι ένα μηχανικό άλογο
που γελάει καλπάζοντας
μέσα στη φωτιά.

Όμως συνεχίζω
γιατί το πένθος μου
ένα ποτάμι δροσερό το σβήνει
κι η μοίρα
είναι θάνατος και γέννηση μαζί
και δίνεις το κομμάτι σου το φωτεινό
ατόφιο στο καιρό και ζωντανός ξανά
ανοίγεσαι στα ύψη.

Και θέλω να πω
και λέω

σήμερα είμαι μόνο
λέξεις και τριαντάφυλλα για σένα.

On the road
in the desert
on a flight’s bank
on a journey
without destination
on the sand
in the sea
in love
in freedom.

What was lost travels in time
enigmas ashes
and coal
all are swallowed by the night

those who come
and those who follow
go up the same road

and all words
are fragments and matter
magical labyrinths
hiding in piano keys
distant descendants
of an inexhaustible cry.

So many skies
so many precipices
and a mechanical horse
laughing as it gallops
in the fire.

But I continue
because my mourning
is washed away by a cool river
and fate
is both death and birth
and you give the bright part of you wholesale
to time and once again alive
you open out sky-high.

And I want to say
and I say

today I’m only
words and roses for you.

English translation by Yannis Goumas

ΑΜΜΟΣ (2013)

ΠΡΩΤΗ ΝΥΧΤΑ

Βαθύ σκοτάδι απόψε
άφησε με
να πλύνω τη νύχτα.

Η φωνή, η εικόνα που σβήνει, η φωνή χωρίς φωνή, το
τέλος, ο φόβος χωρίς φωνή χωρίς εικόνα, η εικόνα άδεια
που δεν θυμάται, ποιός είναι αυτός ο ένας ή ο άλλος πιο
μετά, έπειτα η φωνή που αδειάζει από ήχους σιγά σιγά
και αδύναμη γίνεται λεπτή γραμμή στο στόμα και δε
θυμάται πια, άρα έχει πεθάνει αυτός που δε βρίσκει να
ονομάσει, δεν έχει πρόσωπο η εικόνα, ο φόβος, δεν είσαι
άλλο εδώ, ούτε εκεί σου λέει, σου λέει όχι εδώ, η φυγή,
η σιωπή της εικόνας της άδειας, πασχίζει να θυμηθεί,
να γεμίσει από χρώμα λίγο ακόμη στα μάτια, να φαίνεται
πιο πίσω το ανέκφραστο, πιο μακριά το ανείπωτο,
η μικρή εκείνη μαϊμού του χρόνου που κρέμεται από το
κλαδί, η μνήμη, κι αναπνέει όπως όπως η εικόνα
αναβοσβήνοντας καθώς λαίμαργα ρουφάει το σκοτάδι,
καταπίνει χρόνια και εκπνέει αναβοσβήνοντας διαρκώς το
φως και πίσω βάθος άνθρωποι, άλλος βιολί και κόντρα
μπάσο και σαξόφωνο και πιάνο κι άλλοι, μια ορχήστρα
όλοι μαζί να παίζει μια μελωδία σακατεμένη.

***

Στέρηση η πέτρα
καθρέφτης το νερό
δήμιος ο καιρός
το δέντρο προσευχή
χτίστης αόρατος το φως
λαβύρινθος η απώλεια
σκοτάδι το κενό
θάλασσα ο νόστος.
Χώμα ζεστό το σώμα
το σώμα σου.

***

Η επίμονη μνήμη κρυμμένη
σε τόσα υλικά περίφραξης
πάσχουσα
δυο τρείς κομμένες λαμαρίνες
σύρματα, γλάστρες σπασμένες
χώμα νωπό, παγωμένα σίδερα
να ζεσταθεί πασχίζει, χώνεται ανάμεσα
πάσχουσα
ταΐζει τα σκυλιά της εικόνες
μισομαγειρεμένες.

Η επίμονη μνήμη περπατά με δυσκολία
ισιώνει τα μαλλιά της με τα χέρια της
μουσκεύει ψωμί, το μοιράζει
συλλαβίζοντας ακατάληπτα
στο φράχτη δένει το άλογό της.

Η επίμονη μνήμη
πρόσφυγας είναι
σε λάθος πατρίδα. 

***

Στη Κοιλάδα των Δακρύων
μπήκε σέρνοντας ένα καρότσι
ώριμα σταφύλια.
Κλάψτε για μένα, τους είπε.
Κρασί ποτήρια γέμιζε
μεσάνυχτα.

ΔΕΥΤΕΡΗ ΝΥΧΤΑ

Με ένα κοπίδι φως στο χέρι
έκοβε νύχτα όλη νύχτα.
Το πρωί το χέρι του
έσταζε αίμα. 

Είναι που κράζουν οι γλάροι
όλο το απόγευμα σε αυτό το παιχνίδι θανάτου
έτσι που διασχίζουν ορίζοντα
πριν με το ράμφος τους καρφώσουν
ένα ακόμη ψάρι ελαφρύ
κι έτσι αναποδογυρίζεται η ζωή
και το νερό ξεπλένει ήσυχα τα πόδια της.

Κι ύστερα που με βία
τινάζουν πάνω το κεφάλι
να πιάσουν πάλι ουρανό
είναι οι κραυγές τους θάλασσας χορός
και πένθος δεμένο στα φτερά τους
πριν με το χέρι του το κύμα
άγρια στην άκρη τούς σκορπίσει. 

***

Βάδιζε σε δρόμο έρημο
ανάμεσα σε πόρτες
που άνοιγε κι έκλεινε
βαδίζοντας συνέχεια
ανάμεσα σε πόρτες
ανάμεσα σε πόρτες
όλες ίδιες.

Κάποιες άνοιγαν μόνες τους
καθώς πλησίαζε
κι έκλειναν πίσω του
σαν προσπερνούσε.

Για πόσο βάδιζε δεν γνώριζε
ώσπου έφτασε σε μια λίμνη τριαντάφυλλα
τότε έγινε νερό και χύθηκε ανάμεσα
είχα μια επιθυμία, είπε
μα τώρα πια δεν τη θυμάμαι.

Στη Λένα Θ.

Αν ήταν ψάρι
στη θάλασσα ονειρεύτηκε
να επιστρέψει.

Μιλούσε κι ένα σμήνος μύγες
βούιζε ανάμεσα στις λέξεις της.

Κάποτε κάποιος
της γύρισε τη πλάτη.
Από τότε το ίδιο
συνέβαινε συχνά.

Δεν είχε τόπο
δεν είχε δρόμο
χθες γλίστρησε έξω απ’ το φράχτη.

Στο βυθό, φώναξε
θα βρεθούμε στο βυθό.
Έκτοτε
το επίθετο έγινε όνομα
κι εκείνη πρόσωπο.

***

Μου ‘στειλες ερωτήσεις ένα σωρό
κι από το μεσημέρι
λέξεις ξεδιπλώνω
γράμματα αποσυνδέω
και στο σκοτάδι τα πετάω
καύσιμο.
Ξέρει αυτό να αλέθει.

Ό,τι επιζήσει μάζεψε
και δώσε την απάντηση.

Τι σόι συλλέκτης σκουπιδιών
είσαι άλλωστε;

ΤΡΙΤΗ ΝΥΧΤΑ

Ονειρεύεται…
Την πηχτή σούπα της νύχτας
αναδεύει

Χάθηκες μάνα
χάνεσαι
σε φύσηξε ο αέρας
σε παίρνει
και φεύγεις νύχτα, μια φλόγα
τόση δα φλογίτσα που ανεβαίνει
και σβήνει στον αέρα.
ένα φωτάκι σα κι αυτό που βλέπεις
στο απέναντι μπαλκόνι.
Όχι δεν είναι φωτιά μάνα
που κατεβαίνει από το βουνό
πρόσεχε θα σε καταπιεί
μη το κοιτάς!
Και οι σκιές στο ταρατσάκι
αυτά τα πλυμένα καθαρά πουκάμισα
κρεμασμένοι άνθρωποι,
κορμάκια που δροσίζονται
ας είναι μάνα.
Αν σκαρφαλώσεις στο πεύκο απέναντι
πόσα μέτρα απέχεις απ’ το Θεό;
Είναι πολλοί εκεί σκαρφαλωμένοι απόψε
ποιος ξέρει, μια φορά το χρόνο ανεβαίνουν
θα το χουν τάμα φαίνεται.

Μαύρο ποτάμι ο κόσμος, μάνα
«Την καλοσύνη του ήθελα, πίστεψέ με»
σ’ ακούω να μου λες
«μα πνίγηκα όμως, πνίγηκα». 

***

Ανέβηκε τη σκάλα
στο τέλος της συνάντησε
ένα παράθυρο φαρδύ
σχεδόν μακρύ, ψηλό
ή ίσως και να μην ήταν καν παράθυρο
αυτή η τρύπα αέρα
πού ‘βγάζε σε ουρανό.

Πλήθος στοιχίζονταν
ο ένας πίσω από τον άλλον
το ανθρώπινο ποτάμι πάσχιζε
να φτάσει εκεί, κοιτούσε σιωπηλό
κι έφευγε επαναλαμβάνοντας σε κύκλο
ακριβώς την ίδια διαδρομή.

Δυο κρίκοι της ίδιας αλυσίδας
δυο βαθιές κυκλικές ρυτίδες
έσκαβαν η κάθε μια για λογαριασμό της
το γυμνό μέτωπο του χρόνου
με αγωνία και φόβο
μήπως το χώμα τελειώσει.

***

ΤΕΤΑΡΤΗ ΝΥΧΤΑ

Από νύχτα σε νύχτα
πάντα υπάρχει μια γέφυρα που την ξεπλένει.
Το νερό της μέρας

Τη νύχτα
αδειάζει το δωμάτιο
χαράζει κύκλο από σιωπή
και σέρνει την καρέκλα του στο κέντρο.
Από την τσέπη
Βγάζει ένα αόρατο κάτοπτρο
και του μιλά.
Κι είναι φορές που σπάζει αυτό
σκοτεινή άμμος τινάζονται οι λέξεις
και πέφτουν
και πέφτει.

Η νύχτα παίζει το παιχνίδι της άμμου. 

***

Τι θέλω εδώ σ’ αυτήν την άκρη;
Που άκρη δεν έχει
στη χώρα του Ήλιου με το ιδρωμένο κίτρινο
τη φαγωμένη από το χρόνο
στη μυτερή ακίδα από ασβέστη
μιας πέτρας ελάχιστης.

Τι θέλω εδώ;

***

Αυτή
ταξιδεύει στο σώμα της
νιώθει ελευθερία και ασφάλεια
είναι το σπίτι της, το ξέρει.

Χρόνια διανυκτερεύει κι αυτός εκεί
και για αυτό δεν ανησυχεί ποτέ
όταν εκείνη φεύγει.

Εισπνέουν κι εκπνέουν μαζί.

Αυτός αγοράζει μικρές παγίδες χρόνου
και τις της δωρίζει.
Αιωρούνται και οι δυο πάνω τους
για ώρα.

Όταν κουράζονται
αυτή αποτραβιέται στη μέσα κόχη
ίου κόκκινου παράθυρου
κι αυτός δραπετεύει
στο τελευταίο της σκάλας σκαλοπάτι.

Στο σπίτι της
στο σώμα της.

***

Φως, άφθονο, ακίνδυνο
έπεφτε κατακόρυφα στις πέτρες
τρυφερά τους σμίλευε τα πρόσωπα.

Αυτό είναι το πολύ που έχω, έλεγε
καθώς ξεδίπλωνε η αγάπη το λευκό της.

Και τα χέρια τους ζεστά πάνω στον ασβέστη
Ντρέπονταν τόση σιωπή.

ΠΕΜΠΤΗ ΝΥΧΤΑ

Έφτυσε φως
το πρόσωπο του άνοιξε
ώριμο φρούτο. 

Ζωγράφισα ένα μεταλλικό κλειδί
σε περίπτωση που το χάσω
-σκέφτηκα-
την επομένη το ‘χασα.
Χωρίς χρονοτριβή
απ’ το συρτάρι έβγαλα αυτό
που είχα ζωγραφίσει.
Μάταια όμως
χάρτινο είναι το κλειδί μου
κι η κλειδαριά μένει κλειστή. 

***

Σήμερα βρέχει μια σιγανή βροχή
δύσκολα βρίσκει κανείς στεγνό χώμα
να πατήσει.
Έτσι αναγκάζεται να κόβει βήμα
να ανοίγει βήμα
μικρές λιμνούλες να αποφεύγει
σε λάσπη να βουλιάζει
και συχνά την πλάτη να τσακίζει
κάποιου φτωχού σαλιγκαριού.

Κι είναι το μυστικό της βροχής αυτό
σε μία κατά τα άλλα
συνηθισμένη μέρα.

ΕΚΤΗ ΝΥΧΤΑ

Τα δίχτυα ρίχνει
μαζεύει θάλασσα.

Το παλιό ναυάγιο απότομη πήρε κλίση
ο σκύλος μου σοφότερος έγινε κατά χρόνια τρία
κι εγώ πίσω μου αφήνω
την οικογένεια των θαλασσινών πουλιών
και πλώρη στρέφω στον ανοιχτό ορίζοντα.
Το αίνιγμα του βυθού δεν το έλυσα
τα κοχύλια, η άμμος, οι αστερίες
παιχνίδια θυέλλης θα παίζουν με το κύμα
χλευάζοντας τα βάθη
κι εγώ μ’ αλάτι και νερό ένα ταξίδι θα ξεπλένω
στις ανοιχτές θάλασσες αφήνοντας τη λύση.
Οι άνθρωποι που γνώρισα
άλλοι με μονόξυλα κι άλλοι με σχεδίες
το δικό τους θα κάνουνε ταξίδι
στα δίχτυα του χρόνου αιχμάλωτοι
όμοιοι κι αυτοί μαζί πλάσματα βυθού κι αφρόψαρα.
Κι εκεί στα ανοιχτά σαν σε νησί
θα συναντηθούμε κάποτε
κρατώντας στα χέρια μας
όση σιωπή αρπάξαμε λαθραία
από τα βάθη των βυθών. 

***

Κι όμως είμαι εδώ μαζί σου
και εσύ δεν είσαι εδώ
κι είναι αλήθεια πώς είμαι τυχερή
που σε ‘σένα έρχομαι όταν πεινάω.
Το δέντρο έχει ακόμα καρπούς
και η ζυγαριά δεν σκούριασε ακόμη
έτσι που όταν τη φωτογραφία σου βάζω από τη
και ομίχλη υγρή χρόνου από την άλλη
ισόποσα ποτέ δεν είναι εσύ και η απουσία σου
και πότε το ένα, πότε το άλλο
κλέβει της ζυγαριάς το ζύγι.

***

Είδα νερό να γκρεμίζεται και φως
να διπλώνει σα τσακισμένη εφημερίδα.
Ασπρόμαυρες εικόνες ψηλά να σηκώνει ο αέρας
είδα το χρόνο, σκύλου κεφάλι
ανάμεσα στα δυο μου χέρια να κοιμάται.
Είδα χαράδρες κατοικημένες με βροχή από λέξεις
και φίδια φωνήεντα στην άσφαλτο να συσπώνται από φόβο.
Μας είδα εμάς ανάμεσα σε γλάρους και πουλιά μαύρα
ψηλά να πετάμε στον αέρα
εσένα
κι εμένα
λίγο πριν η ξέφρενη οπλή του πλήθους
μας προφτάσει.

***

Λευκό άλογο κάλπαζε στη θάλασσα
ψάρια χόρευαν στον ήλιο
αυτή δάγκωνε ένα κόκκινο μήλο και έγραφε.
Κύματα άμμου σάρωναν το κορμί του αέρα
έφευγε η άνοιξη και το καλοκαίρι έφτανε ξυπόλητο
καίγοντας τα πόδια του στη καυτή άμμο.

ΗΧΟΣ ΑΠΟ ΝΕΡΟ (2010)

Ι  Το πέρασμα

Στη γειτονιά των γλάρων

Ξημέρωμα, βροχή. Λίγο νερό, αβέβαιο, γλί-
στρησα στο λιμάνι δεξιά, κίτρινο φώς στις απο-
θήκες και τα στενά δρομάκια όμοια με ουρές
ποντικιών που τρέχουν στο σκοτάδι. Δραπε-
τσώνα, τσιμέντα Ηρακλής, χοντρές άσπρες δε-
ξαμενές της φτώχειας, πατάω γκρίζο, οδηγώ,
φώτα μικρά για μάτια, φουγάρο αριστερά, δια-
σχίζω τη γειτονιά των γλάρων, ιχθυόσκαλα
Κερατσίνι, πίσω από φορτηγά, μπροστά περ-
νώντας, μυρωδιά ψαριού, λάδι, πετρέλαιο,
πίσσα, αέρας υγρός χυμάει στα ρουθούνια,
ανάμεσα εγώ ,πιο κάτω θάλασσα χαμηλά στο
βάθος όσο ο Θεός θέλει μπλε. Πέραμα, ναυ-
πηγεία, σκαριά ριγμένα όλα μαζί, τόσα μαζί,
άδεια από θάλασσα κι η θάλασσα δίπλα άδεια,
μόνο θάλασσα χρόνου εκεί, όχι άλλη, μόνο θά-
λασσα χρόνου και εργάτες με ενέσεις οξυγό-
νου τρυπάνε να διώξουν τη σκουριά που τρώει
την κοιλιά. Βροχή, λίγο νερό, αβέβαιο.
Δεν έφτασε.

Ναυαγοί

ξεβράστηκαν
στη στεριά της μέρας
κάποιοι κρατώντας κομμάτι νύχτα
και άλλοι θάλασσα
όσοι γλίτωσαν είχαν κιόλας ξεχάσει
οι άλλοι νεκροί ακόμη
μα προπαντός πλυμένοι
στέγνωναν στις πέτρες
ο καιρός δεν τους ξεχώριζε
και αυτοί που σώθηκαν
και οι άλλοι άφησαν πίσω
τις κομμένες τους ουρές.

ΙΙ Η ελευθερία

Ανταπόδοση

Αγκαλιάζω τον ήλιο
γριές ακτίνες χυμάνε και
μου δαγκώνουν την καρδιά.

Τύχη

Χιλιάδες πόδια στους ίδιους δρόμους
όλα πατούν
άλλα σκοντάφτουν
κάποια λασπώνονται
λίγα την βγάζουν καθαρή. 

Έρωτας

Έρωτας
ιερή ακροβασία
δίχως πίστη. 

Ποίηση

Ποίηση
ανεξάντλητη σιωπή
στη σκιά της λέξης.

Επιστρέφω

Όλο το βράδυ
η πόρτα ανοίγει ελαφρά
από τον αέρα
ανοίγει και κλείνει ελαφρά
από τον αέρα
κάπου κάπου τρίζει
τότε ένα πουλί
στο πόμολο πετά τρομαγμένο
και επιστρέφει

ο αέρας φυσά
το σκοτάδι πέφτει.

ΙΙΙ Η συνάντηση

Φυσάει θάλασσα

Να σε προφτάσω
επιστρέφοντας

μέσα σε μια τρύπα αέρα
που φυσάει η θάλασσα
να μετρήσω
τους κορμούς των δέντρων
πίσω μου
τα φύλλα τους
τα χέρια τους
όπως στριμώχνονται
στα δίχτυα
της μέρας

να προφτάσω
τη νύχτα

να γεννήσει μπροστά μου τα τέσσερα κουτάβια της
κι ας χαμογελά ο σοφός βράχος
που υψώνει το χέρι στο καιρό
και λύνει τα μάγια του στην άμμο
έτσι κι αλλιώς μισότρελος χορεύει
στον άσπρο λαιμό της καταιγίδας.

Αποσιωπητικά

Έφυγε η ζωή η περισσότερη
κι όπως λιγόστεψε
έπαψες να κρατάς το νήμα
την άλλη άκρη του συνεχίζω
να κρατώ εγώ, κι ανάμεσα
χρόνος πυκνός των φύλλων
σε κρύβει
διώχνω τη σκόνη
μα δεν υπάρχουν δέντρα
μια γραμμή μου έριξε ο θεός
βήμα να βρίσκω
με αυτήν χαράζω κύκλους
και τους ποτίζω αποσιωπητικά
νερό να πίνουν
πουλιά και σαύρες. 

Πληρωμή

Θα χάσεις το κορμί
που ‘χεις για να ακουμπάς
ο, τι κι αν είναι αυτό
απείλησε
τότε ο χρόνος
σωριάστηκε μπροστά τους
μ όλα του τα σκουπίδια.

ΣΩΣΜΕΝΟΙ

Και δεν θα σ αφήσω να φύγεις
πιο γρήγορα θα τρέξω,
στα χέρια το χώμα θα σηκώσω
πριν πατήσεις.
μαζί στο πυκνό δάσος, στα φυλλώματα
θα χυθούμε γυρνώντας το κεφάλι πίσω
το χρόνο κοροϊδεύοντας
σε ένα στρόβιλο αέρα τυλίγοντας τα χέρια
τις ξέρες θα αποφύγουμε
πατώντας ο ένας στου άλλου τα ακροδάχτυλα
και θα διασχίσουμε το φως
εκείνο που τα φτερά του ανοίγοντας
τη νύχτα τρομάζει
πιο μακριά
πιο ψηλά
απ’ όλους
στο συρματόσκοινο της μέρας
που ο ουρανός απλώνει
κάθε λύπη πλυμένη θα κρεμάσω
ο Θεός να βλέπει
και τις άλλες που σαν πέτρες
τον ώμο μας γδέρνουν
στο νερό το βαθύ θα πετάξω
να λιώσουν
πριν στερέψει
πιο ψηλά
πιο μακριά
χαρούμενοι
σωσμένοι

IV Η νύχτα

Παλαιστίνη 1

Δεν έχει πατρίδα
ούτε πόδια
χέρια μονάχα
αρπαγμένα απ’ την ουρά
θηρίου προϊστορικού
πού την τινάζει με δύναμη
στις ξέρες
τη ζωή του κεραυνός χαράζει
χι η καρδιά του θαμμένη στο χώμα είναι
οι νεκροί του δίπλα
στοές ανοίγουν στους τερμίτες με τα δόντια
κραυγές γυναικών
ουρλιαχτά μωρών
οπλές αλόγων που ξεχύνονται στους δρόμους
η οργή με το φαρδύ της στόμα
λαίμαργα ψάχνει στις πέτρες
κι αυτός
λουσμένος
με του θάνατου το φώς
κηδεύεται άσβηστος
νύχτα και μέρα
απ’ τον πατέρα του. 

Παλαιστίνη 2

Δέντρα
δεκάδες
ξεριζωμένα
ριγμένα
σωριασμένα
κι οι καρποί τους σκόρπιοι
μπροστά σε πόρτα που αιωρείται
δίχως τοίχο, δίχως περβάζι
ο χρόνος να φυσάει πάνω τους σκόνη
και γύρω φράχτες και σύρματα
κι ούτε ιστός αράχνης να σταθεί στον ουρανό,
μόνο μια κανάτα στην αυλή
σπασμένη
κόκκινο κρασί να τρέχει
ποτάμι
άδικο
απ’ το στόμα.

Σιωπηλά έσβησε

Στήριξε το χέρι του
και πάνω του ακούμπησε το αριστερό του
πρόσωπο
με το δεξί έσπρωξε τη σκέψη εκείνη
που κούρδιζε στο μυαλό του φόβο
η καρέκλα του καφέ ξύλινη
και αυτός ριγμένος πρόχειρα
σαν μισοάδεια σακούλα πλαστική
σιωπηλά έσβησε το τσιγάρο
σηκώθηκε αβέβαια
κούμπωσε το κορμί του σφιχτά στο πανωφόρι
γύρισε τη πλάτη κι ανέβηκε το πρώτο σκαλί
η σκάλα γυμνή σκέτο τσιμέντο
συνέχισε αργά και τέλος δεν είχε

ένα σκυλί γάβγισε επαναληπτικά

πίσω στο πάτωμα
απόμεινε
ένα κουμπί.

Το κλειδί

Έσπρωχνε το Αόρατο
με τα χέρια
μετά κουράστηκε
τέντωσε τις παλάμες,
άνοιξε τα δάχτυλα
κι ανάμεσα
πέρασαν σειρές με πρόσωπα
το ένα πίσω από το άλλο
ύστερα άδειασε ο αέρας
κι έφυγε κι αυτός
όταν έμεινε μόνος
στο κενό κλείδωσε
το δικό του πρόσωπο
και
πέταξε
το κλειδί. 

Δεν υπήρξε μάρτυρας

Ένα πουλί
ανάποδα πέταξε στο χρόνο
κι αυτός βύθισε στη κοιλιά του
το σουβλερό του δόντι

έπαψε να κρώζει
τα νύχια του κάρφωσε
στα σπλάχνα του αέρα
και έσκουξε
κραυγή ανθρώπινη

ένα κομμάτι ουρανού ξεκόλλησε
και μαζί του έπεσε στο χώμα

φίδι νερού έσυρε τη κοιλιά του
άπλωσε το μακρύ του χέρι
τους τράβηξε μακριά

δεν υπήρξε μάρτυρας
ούτε άλλο σημάδι.

Δάσος

Όλο τα απόγευμα με ένα μυτερό μολύβι σχε-
δίαζε δέντρα, ρίζες, κλαδιά και φύλλα μετά τα
έκοβε προσεκτικά και με επιμέλεια σε χοντρό
χαρτόνι τα κολλούσε έτσι έφτιαξε ολόκληρο
δάσος με αλέες και τώρα ανάμεσα σε αυτές
προχωρά στα δροσερά φυλλώματα από κάτω
και ευτυχία νοιώθει μεγάλη για τον περίπατο
αυτό και την ελευθερία πιο κάτω μόνο σε ένα
κομμένο σκόνταψε κορμό δέντρου ψηλού βα-
θύρριζου, γυμνό που ευχόταν στη θάλασσα κά-
ποιος να το πετάξει ταξίδι μακρύ να κάνει και
να μη μένει άλλο εκεί ριγμένο στα μάτια των
περαστικών.

Ήθελε να ξέρει

Ήθελε να ξέρει τι φτάνει στη καρδιά του
βύθιζε λοιπόν τα δάχτυλα στις φλέβες του

δεν έγραφε ποτέ ημερολόγιο.

Κάθε βράδυ

Κάθε βράδυ πριν κοιμηθεί
έπλενε τα δόντια της μέρας του
που τέλειωνε
κοίταζε στο καθρέφτη κι έλεγε
-τι κίνηση κι αυτή!

Τρία πόδια

Με τρία πόδια παιδεύεται να ζήσει
με θλίψη και απορία κοιτάζει
τον κόσμο που το προσπερνά
δεν μπορεί να καταλάβει
ποιος και γιατί του ‘κοψε το πόδι
σπρώχνει το κορμί του ανηφορίζει
δεν διαμαρτύρεται δεν αδικεί
στέκεται όρθιο
το λευκό σκυλί
εκεί
ανάμεσα σε τόσους δήμιους.

Κάθε πρωί

Έχει γυρίσει
την πλάτη
στον ήλιο
κι όμως
κάθε πρωί
ξυπνά
πριν
την ανατολή.
Να συνεχίσει

ΣΚΕΥΗ ΤΑΞΙΔΙΟΥ (2007)

μαζί σου

τη νύχτα
ξεδίπλωσα το πρόσωπο σου
άγρια
τη χαμένη μου αθωότητα
να ψηλαφήσω
ήθελα

μαζί σου
εκδικούμαι το χρόνο 

μετάληψη

τη νύχτα μεγάλωσε η μέρα
άξαφνα
απρόσμενα
ανύποπτα
σιωπηλά

σκάλες φώς κατρακυλούσαν
πάνω μου
και με διαμέλιζαν

στις σκιερές παύσεις
του κορμιού σου
έντρομη έκρυψα
τα πιο ακριβά μου μέλη

σώμα γυμνό
λύσε τα μυστήρια

όταν χυθεί
απ το τρύπιο κορμί μου
ο χρόνος 
θα μεταλάβεις
το πιο ουσιώδες τίποτα
της αποψινής μου διάρκειας

Λαύριο

Λαύριο, αύριο, λάβα
αύριο, αύρα ποιος έρωτας με χτύπησε
και άδειασαν από αίμα τα φιλιά
που φεύγεις

στίχους σκαρώνω, κοροϊδεύω
μεταλλεία πατάω, χώμα γυρεύω
τόσο σκάψιμο
τόσο σκάψιμο

Λαύριο, περπατώ και σ’ ακολουθώ
σιωπηλά, τρίζουν οι πόρτες
σα σκουριά στο σίδερο
πάνω σου ,πάνω μου
πού πάω;

ξεδιάντροπα κοιτάζω
σπασμένα τζάμια, γυαλιά, παράθυρα
και πόρτες λαμαρίνες
σιωπηλά, μερικά μέτρα πίσω
πιο μπροστά μετά 
σαν έρωτας ο χρόνος φονιάς
μυρίζει

λάθος η σιωπή
η λέξη κρίμα
σκέψη άσχημη σκύλα
όταν πεινάς δαγκώνεις
γριά ξεδοντιάρα

τρόμαξα,
πού φεύγεις ;
εκεί που πατάς και ‘γω
βουλιάζω απόψε

Λαβίνια

αέρας μαύρος τρελός
με ρουφάει στη δίνη του
άνοιξε τις αποσκευές μου
τρέχει ανάμεσα στις πέτρες
αίμα στο δεξί του γόνατο
με αρπάζει
με στρέφει
σε ευθεία μοίρα με τον ήλιο
ζυγίζομαι
στα μάτια μου σμήνη πουλιών
ζαλίζομαι
τυφλή
δίχως χέρια
καρφώνω σανίδες
στην εξώπορτα

ταξίδι

πλήρωσα τις δόσεις
μια θάλασσα λογαριασμοί
το ‘χα ξοφλήσει το ταξίδι
πριν

το σκάφος
έγερνε
ακυβέρνητο

στο γυμνό κατάρτι
δεμένο πρόχειρα
σκληρά μαστίγωνε
τον άνεμο

ένα πανί

ένας νεκρός
ζητούσε να υπάρξει

ένας κρεμασμένος
από τα πριν πνιγμένος
κι απ΄ τον εαυτό του ακόμη
αγέννητος νεκρός

ένα πανί

ένας

σκεύη ταξιδιού

δώρα, κλοπές, δανεισμοί, περιστροφές,
επιστροφές φιλιά αρπακτικά-πεινασμένες
γάτες, κραυγές, σταγόνες παλιανθρωπιές,
βρωμιές, γέλια, σκόνη, αγκάθια-λεπτοδείκτες
πέτρες, καθρέφτες, μαχαίρια και άλλα σκεύη
κοπής νομίσματα σε χρήση, γλώσσες, κραυγές,
τρίχες, κακοφορμισμένα νύχια δέρμα,
λουλούδια, φύλλα, ήλιοι, αστέρια, κλειδιά,
βρωμιές, σκατά, ψωμί κάτουρα, αίμα, ψόφια
πουλιά, στοίβες τσαλκωμένα σεντόνια, μουσική
χέρια-αποτσίγαρα, φθαρμένες σόλες,
χαλασμένα δόντια σωσίβια ρολόγια αποξηραμένα
ρόδα, μάτια-ξεφρύσκωτα λάστιχα
μάτια σε έκσταση, μάτια σε στύση δώρα,
κλοπές, δανεισμοί, περιστροφές, επιστροφές,
αποστροφές διαστροφές, καταστροφές

σταγόνες

μαύρο

Μονεμβασιά

πέτρες μισοχωμένες στη λάσπη
κορμιά φαγωμένα
σπίτια αιώνων
ακίνητα
πόσοι νεκροί κλαίνε τις νύχτες
στις πόρτες σας ;
πόσες σας λέξεις ξεπλένει η βροχή ;
πόσα κλειδιά σκουριάσαν στις χούφτες σας ;
σε σας μιλώ
και στο υγρό το ξύλο
φλέβες του χρόνου

από τότε

σε δανεικό και ανύποπτο
απ’ τη ζωή μου χρόνο
στο ερώτημα μιας χειραψίας ατέλειωτης
η αγάπη μου έπαιξε το τελευταίο της
χαρτί
από τότε στις άχρωμες μέρες
ξαναπερπάτησα γυρεύοντας
του εαυτού μου
την οίηση

απόψε οι αντιστάσεις εξασθενούν
η αγωνία εκτροχιάζεται
ξυράφι στο πρόσωπο της νύχτας
που μορφάζει

αγέλη ίσκιων σπαθίζει
το κενό

για την αλήθεια ψάχνω
ψέμα και υπεράσπιση

Λογόρροια

στις κόχες
σε σπασμένα δόντια
ανάμεσα
εκεί
που χρόνια ολόκληρα
ζωής
κομμάτια
φτύνω

λέξεις κουβάρια λέξεις

εκεί
στα ίδια κιόσκια
λέξεις αιμόφυρτες χτυπούν
μπερδεύονται και ακροβατούν
φωλιάζουν και εξεγείρονται
σκοντάφτουν και παιδεύουν
με τις φθαρμένες σόλες τους
αλήτικα χορεύουν

σε πτώσεις επιδίδονται 
θύτες και αυτόχειρες μαζί
ζυγίζουν και ζυγίζονται
αγριεύουν και μερεύουν

χυμούν και καθρεφτίζονται
γκρεμίζονται ,τσακίζονται
μα πάντα περισσεύουν

φύσαγε νοτιάς

με ρυτίδες στρωμένο το τραπέζι
και φροντίδα
φύσαγε νοτιάς
κι ο χειμώνας ζαρωμένο σκυλί
στα πόδια της

πέρασε καιρός
έφτασε καλοκαίρι

σε βαθύ πηγάδι ρίχνει
δεμένο κόμπους το μυαλό
κοντό σκοινί, τρύπιο μυαλό
τι να τραβήξει
εικόνες
πλήθος ένας σωρός
στολίζονται
θέλουν να βγούν
άγρια
αέρα και ήλιο
να μυρίσουν

άλλες
ξερόκλαδα και σκόρπια φύλλα
στα πιο βαθιά
βουλιάζουνε

μόνο στην άκρη του ματιού
εκεί που πνίγεται η σιωπή
σα μέσα από σκασμένο βράχο
βρίσκει το δρόμο η ψυχή
να στάζει

κι είναι

σκυμμένο δέντρο η φωνή
κομμάτια λέξεις το ψωμί
κρασί νωπό παράπονο
και το τραπέζι στρογγυλό
τριγύρω εμείς
το άδειο χώμα
και καρέκλες

σιωπή σα σκόνη

και μέσα στο νερό τα νεύρα θα κρέμονται
των σπιτιών που τα κορμιά τους χάσκουν

σα ψόφια ψάρια ανάποδα ξεκοιλιασμένα
με τα χέρια τους θα κρύβουν τη σκουριά
τους

παράθυρα τα μάτια τους ορθάνοιχτα

γριά νύφη με βλέμμα λαίμαργο ντυμένη
προβάλλει
γέλιο τρελό να ρίχνει στα ναυάγια
προσμένοντας
και η σιωπή σα σκόνη
καθισμένη στα βλέφαρα
από πάνω νύχτα θα στάζει
και ρίζες καλώδια τηλεφώνου παντού
ήχους λιωμένους θα φυτεύουν στού κάθε
τοίχου το μεδούλι
κι ανάμεσα άνθρωποι υγροί την πολιτεία
από νερό
όρθιοι θα διασχίζουν με κουρασμένα πόδια
κι ένα δίχτυ θα μαζεύει ανάγκη το πρωί
και φρέσκο λίπος

στο βυθό

ο οργανοπαίκτης συνεχίζει
τρομπέτα να παίζει

εξαίσια

εξαίσια
απαρηγόρητα
δίχως οίκτο
μέσα σε έκλειψη
κοιτάζοντας το τέλος
κάνουμε έρωτα
στην άνοιξη βουτηγμένοι
εκθέτουμε
την τελευταία θλίψη

σημεία

σβησμένη φωτιά
σβήνοντας

εγώ εσύ εγώ εσύ εγώ
δυό σημεία στον τοίχο
εσύ εγώ εγώ εσύ εσύ εγώ
μια στρογγυλή
παλιώνει

χάνω θέση μου στο κάδρο
σε επικηρύσσω
σε ψάχνω
συνθλίβω προφυλάξεις

σε τροχιά ανήμερη πετώ
εκπέμπω μνήμη

ελεύθερα προσγειώνομαι
σε μολυσμένο βάλτο
και πάλι δραπετεύω
τι χαράζει
κόβει πόνο

βλέμμα μπαλόνι στο κενό

σε ψάχνω
και μετά;

κόκκινος ουρανός απλώθηκε

τα χέρια μου κρατούσαν
υπομονετικά
για χρόνια την ανάσα σου

ένας κόκκινος ουρανός
απλώθηκε

τόσος θάνατος σκέφτηκα
μπορεί και νάναι
αυτοπροστασία

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΧΑΡΤΗΣ ΝΑΥΑΓΙΩΝ

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

τοβιβλιο.net 24.10.2017

Η Έφη Καλογερόπουλου χαρτογραφεί τα ναυάγια της ζωής

Η νέα δίγλωσση ποιητική συλλογή της Έφης Καλογεροπούλου, «Χάρτης ναυαγίων» (ποιείν, 2017), σε αγγλική μετάφραση από τον ποιητή Γιάννη Γκούμα, είναι το στιχουργικό ταξίδι της δημιουργού στους ωκεανούς των λέξεων και των συναισθημάτων απέναντι στα κύματα των υπαρξιακών αγωνιών.

Η ποίηση της Καλογερόπουλου είναι βαθιά υπαρξιακή. Με μία ζωηρή εικονοποιία αφηρημένες οι υπαρξιακές αγωνίες (επίκληση α’, επίκληση β’, αυλαία) ζωντανεύουν συμπλεκόμενες με τα ερωτήματα της ποιήτριας για τη ζωή (επίγνωση, σφάλμα τυχαίας διαδρομής, βυθός). Η απώλεια της δυνατότητας να ορίσει ο άνθρωπος στη ζωή και τα ναυάγια των ονείρων που περικλείουν τον ατομικό και κοινωνικό βίο μπαίνουν στο επίκεντρο της μελαγχολικής ποίησης της.

Μέσα στο «κινηματογραφικής» υφής ποιητικό της καναβάτσο η Καλογεροπούλου δημιουργεί τις δικές της αλληγορίες φέροντας σε ισορροπία το εικαστικό με το στοχαστικό υλικό και το συναίσθημα με τις αισθήσεις (μπάρκο, titanic bar, νυχτερινό β’, μεταμορφώσεις, μαριονέτα). Με φρέσκια ματιά που γοητεύει με τη ζωντάνια της στιχουργικής της και την «οπτικοακουστική» διάσταση της έκφρασής της παρασέρνει τον ακροατή/αναγνώστη στο βάθος των συλλογισμών της. Εκπληκτικά επιμύθια με ποιητική αποφθεγματικότητα (σφάλμα τυχαίας διαδρομής, νυχτερινό α’, φάρσα, η περίσκεψη μιας κίνησης) εντείνουν την έκφρασης της υπαρξιακής αγωνίας.

Η Καλογερόπουλου φαίνεται να έχει κατακτήσει πια το δικό της προσωπικό ύφος[1]. Το σκηνικό στοιχείο διαπνέει όλη τη στιχουργική της. Η διαλογικότητα δομείται άλλοτε σε προτρεπτικές προστακτικές (carpe diem, άγγελοι ναυαγίων επίκληση α’, επίκληση β’) κι άλλες φορές σε ερωτήσεις που διαμορφώνουν ένα ψευδοδιαλογικό ύφος σπάζοντας την «αφηγηματική» ροή (δρόμος των απόντων, νυχτερινό α’, μικρές οδύσσειες, προειδοποίηση, αιωνιότητα, ανάληψη, η αγωνία με τις 4 γωνίες). Από την άλλη, το β’ ενικό (έγινες ποίημα, η περίσκεψη μιας κίνησης, αθέατη όψη, η αγωνία με τις 4 γωνίες, titanic bar, επίγνωση, ωκεανός, με νερό και σκοτάδι) και το α’ πληθυντικό (δοκιμασία, σφάλμα τυχαίας διαδρομής, μικρές οδύσσειες, γητευτές, το τίμημα) ενισχύοντας την παρουσία προσώπων στην ποιητική σκηνή, ορίζουν μία θεατρική ρευστότητα στη στιχουργική της.

Παράλληλα, το α’ ενικό συστήνει έναν μονολογικό υποκριτή με δραματική αμεσότητα. Κι ας σημειώσουμε πως το πρωτοενικό υποκείμενο εμφανίζεται συχνά ως παρενθετικό σχόλιο μέσα στην ποιητική αφήγηση. Έτσι λειτουργεί ως αυτοαναφορικός αφηγητής που ζωντανεύει τη σκηνή (βυθός, μικρές οδύσσειες, ο κήπος των αναμνήσεων) ενίοτε μαζί με ένα β’ πρόσωπο (titanic bar, η αγωνία με τις 4 γωνίες).

Άλλωστε, την αισθητική της διαπνέει μία «κινηματογραφική» ματιά (με νερό και σκοτάδι, επίκληση α’, δρόμος των απόντων, ανάληψη, μία πράξη απόγνωσης νυχτερινό β’, χρόνος αόριστος), καθώς το κάδρο της είναι πλήρες κίνησης και ήχων. Συχνά η κίνηση δηλώνεται απλά με έναν ενεστώτα (ανάληψη, η λίμνη των τύψεων, χρόνος αόριστος, αυλαία) μέσα στη συνολική περιγραφή. Ας μην παραβλέπουμε πως η λεπτομερής περιγραφή αποτελεί έναν πυλώνα της ποιητικής της, καθώς το στοχαστικό υλικό στηρίζεται στην εικονοποιία της, αναδυόμενο μέσα από τις αισθήσεις και τα συναισθήματα (με νερό και σκοτάδι, δρόμος των απόντων, μεταμορφώσεις).

Η ποιήτρια σαν σε σενάριο αποτυπώνει το κάδρο της δίνοντας συχνά σκηνοθετικές και σκηνογραφικές πληροφορίες. Μέσα όμως από την πλούσια «φιλμική» στιχουργική της αναδύεται στοχαστικό υλικό. Ζωντανεύουν οι κοινωνικές της αγωνίες και εκείνες για την ανθρώπινη ζωή και συμπεριφορά για την αγάπη.

ΛΙΛΙΑ ΤΣΟΥΒΑ

FRACTAL 26/7/2017

«Σε θάλασσα άγρια από λέξεις ταξιδεύω»

«Χάρτης ναυαγίων». Η νέα ποιητική συλλογή της Έφης Καλογεροπούλου, από τις εκδόσεις «Ποιείν» (Μάιος 2017). Συλλογή με 37 ποιήματα, δίγλωσση, στα ελληνικά και τα αγγλικά, σε πολύ καλή αγγλική μετάφραση του ποιητή Γιάννη Γκούμα και με μότο τα λόγια του άγγλου ποιητή S. T. Colleridge :

«Alone, alone, all, all alone,

αlone on a wide wide sea!

And never a saint took pity on

my soul in agony¨.

Η ποιήτρια ταξιδεύοντας σε θάλασσα άγρια από λέξεις χαρτογραφεί τα ναυάγια της ζωής και του πολιτισμού μας χαρίζοντάς μας καλή ποίηση. Χωρίς στίξη, με λόγο ασθμαίνοντα, με άξονα τη μοναξιά και την υπαρξιακή ανησυχία, αναδύονται ποιήματα σπαράγματα, ποιήματα φωνές, που κραυγάζουν απόγνωση. Μικροί μονόλογοι αυτοαναφορικοί ή απευθυνόμενοι στον άνθρωπο του αιώνα μας, αυτόν της αλλοτρίωσης, τον χαμένο μέσα στην εικόνα του, στο ατομικό του σύμπαν, τον ανελεύθερο άνθρωπο, τον άνθρωπο του καθρέφτη.

Ένας κόσμος διάψευσης και αποτυχίας αποκαλύπτεται από τα ποιήματα και εκφράζεται μέσα από αρνητικά ρήματα και εκφράσεις. Οι άνθρωποι μετέωροι, απόντες, «ξεχασμένοι από τρυφερότητα, παραδομένοι στην απόγνωση, έρποντας στα τέσσερα, δοσμένοι σ΄ ένα ανομολόγητο παιχνίδι πένθους αφής σφαγής». Δοκιμάζονται, αγωνιούν. «Δεν ξέρουν, δεν θέλουν να ξέρουν, δεν είναι εκεί, έχουν φύγει». Οι τύψεις «μέλισσες που βομβίζουν αφύλακτες για ώρες πάνω κάτω πάνω κάτω κι ανεβαίνουν πότε στα χείλη πότε στην καρδιά κοσκινίζοντας τα βρόμικα του χρόνου μας στις φλέβες».

Άνθρωποι που αυταπατώνται, που οδηγούνται στην αυτεπίγνωση, μικρές οδύσσειες, φάρσες ζωές.

Στον επόμενο τόνο η νύχτα πίνει οινόπνευμα

Μασάει νικοτίνη

Ντύνεται πουλί πετά

Κλείνει τα μάτια

Είναι παντού

Βρέχει φωτιά

Κι αστέρια

Το ποιητικό υποκείμενο σε «μπάρκο». «Δε ζει, διανυκτερεύει. Σε νύχτες ασάλευτες, αδυσώπητες, σκληρές». Μετράει αποτσίγαρα ερώτων εφήμερων, σφραγίζει με μελάνι όλα τα νυχτερινά τυπογραφεία της ψυχής. «Σκόρπιος, αταξινόμητος, διασκορπισμένος, αφοπλισμένος» ο εαυτός. Ξεκλειδώνει θρήνους, χτυπά δαιμονικά τα πλήκτρα ως τα ξημερώματα. «Ακούω μόνο τον ήχο της γραφομηχανής μου ταμειακή μηχανή συναισθημάτων να κόβει αποδείξεις».

Ο χρόνος τρέχει δαιμονισμένα. Γρήγορα γίνεται αόριστος, τετελεσμένος. Οι άνθρωποι μαριονέτες. «Όταν αρπάξει φωτιά η κλωστή που σε κρατάει θα μάθεις αν η ζωή σου έχει οξυγόνο».

Η ζωή κι ο θάνατος χορεύουν χέρι χέρι. «Ποιος έφυγε; Ποιος μένει πίσω; Μη ρωτάς. Τίποτα δε γνωρίζω που να μην είναι θάνατος τίποτα που να μην είναι σπόρος».

Το ποιητικό υποκείμενο κάνει απεγνωσμένα επίκληση στη φύση, στο αποδημητικό πουλί: «πάρε με πέρα απ΄ της λύπης την τρομερή σκιά γίνε απόψε για λίγο έστω το λιμάνι μου».

Κάνει δεύτερη επίκληση διψώντας για αιωνιότητα: «της Αθανασίας το μαγικό πουλί … Κατοίκησε απόψε της λέξης μου το αόρατο κλουβί δέξου με άφησέ με να σε αιχμαλωτίσω».

Είμαστε η χαμένη δυνατότητα

οι λέξεις που δεν γίναμε

τα παιδιά που πέφτουν απ’ τα όνειρά μας

ξημερώματα

οι δρόμοι τα αδιέξοδα και οι ατέλειωτες

χειρονομίες τους

οι άδειες θέσεις δίπλα στου τρένου

το παράθυρο

Είμαστε το λίγο

του χρόνου το ελάχιστο

Το ολομόναχο του κόσμου

είμαστε

η σκόνη του σκοτωμένου χρόνου

«Καθένας προχωρά πεζός δίπλα στο άλογό του κι έχει γεμίσει πεζούς η πόλη, ά-λογα και χαλινάρια».

«Αποδημητικά πουλιά κουρασμένα που έπαψαν να πετούν κι ανοιγοκλείνουν από συνήθεια τα φτερά στο χώμα».

Όμως φέγγει στο βάθος ο κήπος. Η απειρότητα της φύσης κερδίζει, γιατί «αυτή ξέρει να φιλοξενεί όλες τις εκδοχές ενίοτε και Παραδείσους».

Η μνήμη, η νύχτα, η σιωπή.

Ο έρωτας, η πίστη, η αγάπη.

Ο έρωτας: «κι όταν σε βλέπω να σου χαρίσω θέλω πάντα αυτή τη μικρή γέφυρα ένα κόκκινο χειροποίητο λουλούδι απ’ το αίμα μου να ρίχνεις πάνω απ’ τα δύσκολα και να περνάς άγγελος καλός να γίνομαι μόνο για σένα γιατί ο ουρανός σου είναι το σπίτι μου».

Η αγάπη: «γιατί είναι η αγάπη το ολόκληρο το ανερμήνευτο το καθαρό το αίμα της θυσίας ο βυθός του Καλού η γνώση της απώλειας το πηγάδι που αναβλύζει το τέλος του θανάτου».

Η πίστη: «χωρίς πίστη η ελπίδα αλλάζει βλέμμα ζαρώνει το αίμα της λιμνάζει το νερό δεν ξεδιψά σέρνει τα πόδια του στην άσφαλτο σκοτάδι ροκανίζει τα υπόλοιπα».

Ο πλάνητας από καταβολής κόσμου άνθρωπος βαδίζει σε αχαρτογράφητους ωκεανούς. Όμως η απελπισία δεν έχει θέση στο ταξίδι. Ένας τόνος ελπίδας διαγράφεται μέσα από τα χαλάσματα, για να γίνει ύμνος στην αγάπη την ελπίδα, την καλοσύνη, τον έρωτα.

«Τότε μαθαίνεις πως μόνο μια επίθεση καλοσύνης μπορεί πραγματικά να σε συντρίψει και ο πηλός της προσωπικής σου ήττας πλάθει την πιο όμορφη καμπάνα».

«Καλωσορίσατε λοιπόν στον κόσμο των αθανάτων νεκρών, στον κόσμο της ψυχρής σαν μάρμαρο φωτιάς και της άσβηστης φλόγας της ελπίδας».

«Με στάχτες θα τραφεί η περιπλάνηση κι η ελπίδα απ’ το μηδέν θα ανθίσει».

Η πίστη στην αγάπη και η ελπίδα ίσως είναι και τα πολυτιμότερα συναισθήματα που αντλεί ο αναγνώστης από τη συλλογή «Χάρτης ναυαγίων» της Έφης Καλογεροπούλου. Και έχουμε τόση ανάγκη τα συναισθήματα αυτά στην εποχή των πάσης φύσεως ναυαγίων…

ΤΑΣΟΣ ΚΑΡΤΑΣ

http://deepunctum.blogspot.gr/2017/09/blog-post.html?spref=fb

ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ: Δραπέτη παρελθόντος χρόνου νομίζεις ότι ταξιδεύεις; Είσαι ακόμη στο λιμάνι, τίναξε τη σκόνη απ’ τα φτερά σου

Χάρτης Ναυαγίων είναι ο τίτλος της 5ης ποιητικής συλλογής της Έφης Καλογεροπούλου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μετρονόμος – Σειρά Ποιείν. Η περιπέτεια ξεκίνησε με τα Σκεύη Ταξιδίου από τις εκδόσεις Ενδυμίων το 2008. Μεσολάβησαν οι συλλογές Ήχος από Νερό 2010, Άμμος 2013 και Έρημος όπως Έρωτας. Δεμένη από λέξεις, με λέξεις στο κατάρτι της μοίρας η ποιήτρια, άνοιξε τα πανιά της σε θάλασσα άγρια από λέξεις και ταξιδεύει… «Μετράω αποτσίγαρα ερώτων εφήμερων, Σφραγίζω με μελάνι όλα τα νυχτερινά τυπογραφεία της ψυχής… Επιβάτης και μηχανοδηγός ενός τρένου που το βαγόνι του διασχίζει τους συρμούς του εικονικού σας κόσμου, στρέφω στο τζάμι το κεφάλι μου, δεν με βλέπετε, σας βλέπω… Δεν ζω Διανυκτερεύω» (από την κατακλείδα στο ποίημα ΜΙΑ ΠΡΑΞΗ ΑΠΟΓΝΩΣΗΣ) Τι είναι, λοιπόν, εκεί στο βάθος του πνιγμού, όπως θα ρωτούσε ο Ρίτσος. Στη δική του σκηνή ναυαγίου, στη Σονάτα Σεληνόφωτος, έκπληκτος ανακαλύπτει: «κοράλλια και μαργαριτάρια και θησαυρούς ναυαγισμένων πλοίων, απρόοπτες συναντήσεις και χθεσινά και μελλούμενα, μιαν επαλήθευση σχεδόν αιωνιότητας…». Με τη σειρά του ο Χάρτης Ναυαγίων της Καλογεροπούλου έχει στο δικό του Βυθό, ανάμεσα σε τόσα άλλα, απρόοπτες μεταμορφώσεις σιωπών!.. «Η Σιωπή είναι άβυσσος, έρημος και φωτιά… Σιωπή το πριν και το μετά, η λύπη η κραυγή η αφωνία μαζί και χωριστά…» μας λέει στο ποίημα Βυθός (σελ. 39). Και συνεχίζοντας τους προσδιορισμούς της πολυδαίδαλης σιωπής γράφει στο ίδιο ποίημα: «το καλό και το κακό σιωπή και το νερό το τρεχούμενο στο μονοπάτι της λήθης, σιωπή το κύμα το παλιρροϊκό της ασίγαστης ελπίδας, η τρυφερότητα που καίει και κλαίει, το Είναι και το Μηδέν σιωπή, τα γράμματα και οι αριθμοί οι λίμνες και της ζωής μας τα αποσιωπητικά…». Στην Αγωνία με τις 4 Γωνίες (σελ. 23) ξεπετάγονται χέρια σιωπής: «χέρι της φωνής της σιωπής της κραυγής της μνήμης χέρι της ζωής της φυγής της γραφής, χέρια δάκτυλα δίχτυα». Σ’ άλλο ποίημα «σιωπές στρώνει τώρα το ανεξάντλητο, απαντήσεις σε ερωτήσεις βουβές» (Με Νερό και σκοτάδι σελ. 15) ενώ, λίγο πριν την κορύφωση των Μεταμορφώσεων, στη Φάρσα (σελ. 47) μας πληροφορεί πως, τελικά, πρόκειται για «ένα χαρτόκουτο δεμένο με μια κορδελίτσα που η βαρύτητα το λύνει». Αυτές οι διακυμάνσεις της σιωπής είναι ένα σημείο στο Χάρτη των Ναυαγίων, «διακυμάνσεις του αόριστου και του τετελεσμένου μέλλοντα στην άμπωτη και την παλίρροια των νερών εκεί που ρήματα καταρρέουν αβοήθητα σε αβυσσικά πεδία και κραυγές βυθίζονται σε εκκωφαντική σιωπή, του γυροσκόπου γίνονται απελπισμένο μάτι… κύμα φλεγόμενο και απόκοσμη αλήθεια, σμήνος φωνών και αυθάδης στοχασμός όπου εκπνέει αργά πολύ αργά η ανάσα του δαιμονισμένου χρόνου» (Μεταμορφώσεις σελ. 57). Μέλλοντας κι Αόριστος είναι οι χρόνοι της Σιωπής με εύφλεκτα υλικά που «αφέθηκαν σε μια αιώνια στοχαστικότητα παγιδεύοντας στην ανάσα τους κάθε σφιγμό ζωής…» (Χρόνος Αόριστος σελ. 37). Σημείο αμφιλεγόμενο και οι ψυχικές διακυμάνσεις των ταξιδιωτών στο Χάρτη Ναυαγίων. Άγγελοι Ναυαγίων και Ληστές αθωότητας αποκαλούνται από την ποιήτρια που μας τους παρουσιάζει λέγοντας: «Κοιτάξτε τους! Πόσο στοργικά χαρίζουν ετούτα τα φτερά της σιωπής που φύτρωσαν στα βράγχια τους στους τωρινούς αγαπημένους τους. Και δώστε τους πίσω λίγη απ’ την αθανασία σας» (Άγγελοι Ναυαγίων σελ. 49). Η «Ιθάκη» σ’ αυτό το ταξίδι είναι το Ποίημα, καλό τέλος στην αναζήτηση ναυαγίων σιωπών!.. «Ναι θα μπορούσε είναι ενδεχόμενο… όλα να σαρωθούν στο χρόνο… να υποκλιθούν στον παροξυσμό των έντιμων σωμάτων, το ανεπίδοτο αιχμάλωτο να μείνει… η απειρότητα της φύσης να κερδίσει…» (Έγινες Ποίημα σελ. 81). «Αιωνιότητα» είναι ο τίτλος του τελευταίου ποιήματος της συλλογής, στο οποίο η ποιήτρια αναρωτιέται: «Ποιο κέρδος, ποια ζημιά; Το νόημα είναι η απουσία νοήματος, οι σταγόνες νερού σημαίνουν ξηρασία, ο καρπός που ανθίζει τρέφεται με αίμα…» (Αιωνιότητα σελ. 83). Στη συνέχεια, ανάμεσα στα ποιήματα που ανθολογούνται, εντοπίζονται στο Χάρτη και άλλα σημεία/ θησαυροί Ναυαγίων και αποδελτιώνονται στίχοι που δίνουν το στίγμα τους και την αξία τους

ΜΙΚΡΕΣ ΟΔΥΣΣΕΙΕΣ ΓΚΡΕΜΙΣΜΕΝΩΝ ΛΕΞΕΩΝ ΣΕ ΤΥΧΑΙΕΣ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ ΑΠΟΝΤΩΝ: «Κατοίκησε απόψε της λέξης μου το αόρατο κλουβί, δέξου με, άφησέ με να σε αιχμαλωτίσω» (Επίκληση Β σελ. 69)

Βασικό στοιχείο στο Χάρτη Ναυαγίων είναι οι διαδρομές λέξεων. Με τις λέξεις ανοίγουν τα πανιά του καραβιού στην άγρια θάλασσα, με τις λέξεις αρχίζει και τελειώνει η δοκιμασία των διαδρομών για τη συνάντηση με τον άλλον. Λέξεις εκμηδενίζουν τις αποστάσεις… «Για να συναντηθούμε πρέπει να διακινδυνεύσουμε την απόσταση του άλλου… ντυμένοι μυθιστόρημα… έρποντας ή ακόμα και στα τέσσερα, δοσμένοι σ’ ένα ανομολόγητο παιχνίδι πένθους αφής σφαγής…» (Δοκιμασία σελ. 21). Η Οδύσσεια των διαδρομών έχει Λαιστρυγόνες Κύκλωπες, συμπληγάδες και αδιέξοδα… «Καθένας προχωρά πεζός δίπλα στο ά-λογό του κι έχει γεμίσει πεζούς η πόλη ά-λογα και χαλινάρια» (Δαίμονες σελ. 25). Οι ταξιδιώτες αφήνουν πίσω τους σκόνη, «σκόνη του σκοτωμένου χρόνου». Έχουν επίγνωση των λαθών και της προσωπικής ήττας: «είμαστε η χαμένη δυνατότητα, οι λέξεις που δεν γίναμε, τα παιδιά που πέφτουν από τα όνειρά μας ξημερώματα, οι δρόμοι, τα αδιέξοδα και οι ατέλειωτες χειρονομίες τους, οι άδειες θέσεις δίπλα στου τρένου το παράθυρο» (Σφάλμα τυχαίας Διαδρομής σελ. 29). Η πινακίδα στις διαδρομές… «αστραπές εκτροπές παρεκτροπές στον ακάλυπτο» γράφει: «Δρόμος Απόντων»: «Ό,τι ήθελε να ζήσει είχε ένα ξεχασμένο όνομα πριν το τέλος, κάθε ομορφιά του φαινόταν περιττή κι ο έρωτας μια πρόβα θανάτου με προπληρωμένο τέλος» (σελ. 33). Λέξεις αμήχανες αιωρούνται πάνω από διάφανο κενό Χρόνου Αόριστου: «Ο αόριστος χρόνος αιμορραγεί και διαλύεται στο υγρό χειρόγραφο της μέρας ό,τι δίνει ζωή στο άγραφο επιστρέφει από τον κόσμο της σιωπής και μας χρεώνει. Μοιάζει τότε επιστροφή η αναχώρηση και αρχή ξανά το τέλος» (σελ. 37). Η αναζήτηση είναι αδιάκοπή και χωρίς χρονικούς περιορισμούς. Το δαιμονικό χτύπημα των πλήκτρων ως τα ξημερώματα ξεκλειδώνει τελικά το θρήνο των λέξεων και «κάθε επιθυμία καταρρέει υπό το βάρος της συνείδησής της…» (Νυχτερινό Α σελ. 41). Τότε ακούς μόνο τον ήχο που κάνει η «ταμειακή μηχανή συναισθημάτων» που κόβει αποδείξεις λέξεων σιωπής που εγείρουν ερωτήματα «Ποιος έφυγε; Ποιος μένει πίσω; Τίποτα δεν ξέρω. Βλέπω δρόμο μόνο δρόμο και μια γη επίπεδη που έγινε σκοτάδι από πέτρες και… γκρεμισμένες λέξεις» (Μικρές Οδύσσειες σελ. 45). «Υγρασία της μνήμης» είναι οι λέξεις, «ίχνη πελμάτων, ανεμοδαρμένες τρυφερές σκιές», «φλοίσβος φωνών στις φλόγες», «οι λέξεις με τα χαμηλωμένα μάτια» που υποκλίνονται «στον παροξυσμό των σωμάτων»: «να μη θέλεις να θυμηθείς και να θυμάσαι, θάλασσες να έρχονται να φεύγουν να θυμάσαι… νερά ν’ ανοίγουν να κλείνουν την αυλαία, να αποσύρονται δίχως να στερεύουν, να επιστρέφουν ξανά και ξανα και ξανά…» (Υγρασία της Μνήμης σελ. 65). Όλα τελικά είναι λέξεις και αποσιωπητικά: το πολύ, το λίγο, τόσες μέρες τόσα χρόνια, ορφανές υποσχέσεις, η φωτιά και το νερό, άβυσσος, περιπλάνηση, ένας διαρκής επιτάφιος θρήνος, στάχτες και ερείπια, η θάλασσα κι ο Ωκεανός, το Ποίημα και η Αιωνιότητα «Οι λέξεις βάρυναν και πέφτουν χωρίς ιδιοτροπία, η μνήμη τους δεν τις ενώνει… Με στάχτες θα τραφεί η περιπλάνηση και η ελπίδα απ’ το μηδέν θ’ αρχίσει» (Αιωνιότητα σελ. 83)

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΛΗΜΕΡΗΣ

diastixo 6/3/2018

Η ανεξάντλητη σκιά της Λέξης.

Από την πρώτη της συλλογή η Έφη Καλογεροπούλου προειδοποιεί ότι «έχει καιρό απόψε, κρατήσου γερά φώναξα, ρίχνω σχοινιά απόψε, άγκυρες κατεβάζω στα βαθιά, τη ζωή να δέσω».

Κι ακόμα, «καθρέφτες ρίχνω στο νερό, σκοτάδι έχασα να βρω, ψάχνω κι αυτό που όνομα δεν έχει, τρομαγμένο σπαρταρά, στην άκρη του καιρού».

Από την πρώτη της, λοιπόν, ποιητική συλλογή, ο καιρός, οι άγκυρες, τα καιρικά φαινόμενα, τα στοιχεία της φύσης, της φύσης έξω μας, αλλά και μέσα μας, γιατί μετά το στάδιο του καθρέφτη, μέσα στο σκοτάδι, υπάρχει κάτι μεγαλοπρεπώς αφανές, αόρατο, που έχει τα ίδια υλικά και στην έξω μορφή του και τη μέσα, δεν έχει όνομα, αλλά συνέχεια σπαρταρά τρομαγμένο στην άκρη ενός καιρού που δεν μένει ποτέ στο ίδιο σημείο, αλλά κυλάει, ρέει, θορυβεί.

Στην παλιά, πρώτη της συλλογή, στο Σχεδόν μαζί, παίζει δραματικά με τον χρόνο, αφού «δίχως νερό, πριν το τέλος, κραυγή βαθιά χωρίς νερό, μόνο» και «όταν ήρθε η ώρα, και δεν ήξερε, εκείνη τι ζητούσε, πριν το τέλος, που ήρθε πριν».

Έτσι, ο χρόνος δεν είναι γραμμικός, υπάρχει για να νομίζουμε, ενώ ποτέ δεν προλαβαίνουμε να ετοιμαστούμε, γι’ αυτό και η κραυγή βαθιά χωρίς νερό αρχίζει και λήγει με τη λεξούλα «μόνο».

Στον Χάρτη ναυαγίων, τελευταία της συλλογή και μάλιστα δίγλωσση, με τη μετάφραση στα αγγλικά του Γιάννη Γκούμα, στο ποίημα «Δοκιμασία» γράφει για το κενό τού «ανάμεσα», το ρίσκο της συνάντησης, την επικοινωνία με αγαπημένες φωνές, την ανάγκη της ύπαρξης του μυθικού στοιχείου. «Για να συναντηθούμε, πρέπει να διακινδυνεύσουμε, την απόσταση του άλλου, μια απόσταση φωνών, ντυμένοι μυθιστόρημα», και πιο κάτω αναφέρεται «σ’ ένα ανομολόγητο παιχνίδι, πένθους, αφής, σφαγής».

Η Έφη Καλογεροπούλου, φυσικός και θεατρολόγος, μιλάει για τις Πρώτες Συναντήσεις, την αμηχανία της διερεύνησης του ανεξερεύνητου, όταν τρομεροί και τρομαγμένοι γινόμαστε συνοδοιπόροι της οδύνης «σε πρώτη δίχως πρόβα, στη μέση της σκηνής για χρόνια». Για μια συνεχόμενη πρεμιέρα χωρίς προετοιμασία, χωρίς να έχουμε μάθει τα λόγια, τους ρόλους, αλλά και το πού θα παίζουμε.

Αυτό είναι σημαντικό για δύο λόγους, πρώτον γιατί το «φυσικό» μέσα κι έξω μας δεν το γνωρίζουμε, μας διαπερνά ασυγχώρητα, γι’ αυτό λειτουργούμε εκστασιακά μέσα σε πεδία που παίζουν αλύπητες κι ατέλειωτες ιστορίες, δεύτερο γιατί έτσι η ποίηση της Καλογεροπούλου είναι στιγμιαία, ακαριαία, σχεδόν μοριακή, είναι αδυσώπητα επιθετική, γιατί «το εργαστήρι του χρόνου μετράει αντί για λεπτά γιγάντιες λάμψεις, αστραπές».

Ο Χάρτης ναυαγίων χαρτογραφεί τον βυθό της θάλασσας, προσέγγιση του συνειδητού και του ασυνειδήτου, ψάχνει εκεί που το νερό πατώνει μια έρημο που κρύβει μέσα της τα πάντα κι ενώ είναι μέσα στη θάλασσα, «δίχως νερό, πριν το τέλος, κραυγή βαθιά χωρίς νερό, μόνο».

Αυτός ο Χάρτης μοιάζει με νεκροταφείο, και μέσα στην άμμο, κόκκο τον κόκκο όπως λέει ο Μπέκετ, θάβονται τιμαλφή μη χρηστικά, μνήμες, αισθήματα, ψυχές πνιγμένων, αλλά και ζωντανών, ελπίδες που ναυάγησαν, αλλά και ιστορίες ενδιαφέρουσες, μαγευτικές, που βρίσκουν καταφύγιο σε έναν απέραντο χώρο ροών, ανέμων, ρευμάτων, που συγκεντρώνουν απροσδιόριστες δυνάμεις. Μέσα σ’ αυτά τα ναυάγια είναι τα χαμένα, που πρέπει να δηλωθούν ως χαμένα, ακόμα κι αν δεν ανασυρθούν, για να μάθουμε αυτό που δεν θα μάθουμε ποτέ, αυτό που θα παραμείνει αχαρτογράφητο, αυτό που κι αν το ξεχάσαμε θα ’ρθει στο όνειρό μας και στον έρωτα. Δηλώνοντας τα χαμένα επανέρχονται αισθήματα που μαλακώνουν την καρδιά, ακόμα και με σκληρές σαν πέτρες και σίδερα λέξεις. Εκεί, στην έρημο της επικοινωνίας ρίχνει την άγκυρά της η ποιήτρια, στην έρημο-έρωτα, στον χρόνο-έρωτα, που και τα δυο σμιλεύουν, μεταμορφώνουν και σκουριάζουν, μέσα σε θαλασσοταραχή και αμμοθύελλες. Σε χαοτικές τάξεις, οργανωμένες αταξίες, κι έτσι η ποίηση ρίχνεται σε ένα ρευστό, ερωτικό, σπασμωδικό επιθυμητό πεδίο, σε τοπίο βυθού, όπως στο δεύτερο βιβλίο της, στον Ήχο από νερό, όπου ανακεφαλαιώνει συνεχώς την πλατωνική διάσταση της ποίησής της, που είναι «η ανεξάντλητη σκιά της λέξης».

Όλη η θάλασσα είναι στρώματα θέασης, θολά ή διαυγή, είναι αναμνήσεις σε σμίκρυνση ή μεγέθυνση, είναι αισθήματα που ακολουθούν φυσικές δυνάμεις και παφλασμούς, με πολλές σιωπές, κοφτούς επαναλαμβανόμενους ρυθμούς, ενώ πρωταγωνιστικό ρόλο στην παράσταση παίζουν ο σαρκασμός κι η ειρωνεία, η απροσδιοριστία κι η αλληλοεπικάλυψη ενεργειακών πεδίων, μια γοητευτική, δηλαδή, προσέγγιση της Θεωρίας της Διαταραχής.

Σ’ αυτό το κλίμα κέντρο και περιφέρεια αλλάζουν συνεχώς θέση. Προωθούν εγγραφές και επανεγγραφές στα πεδία του χρόνου, κάνοντας τα ανθρώπινα να αναχωρούν από κάθε τι παρόν. Μια διαρκής αναχώρηση από κάθε τι. Κι όλο αυτό συμβαίνει σε μια εντυπωσιακή ανοιχτότητα και δοτικότητα, που αναζητάει μια φιγούρα φίλη με την αταξία, την ξηρασία, την υγρασία, τη στάχτη και την αναγέννηση. Με λίγα λόγια, το ποίημα συνηθίζει να φεύγει, να κινείται, να μη λειτουργεί ως συνήθως στερεωτικά, φορμαλιστικά, μαθηματικά.

Στην ποίηση της Έφης Καλογεροπούλου δεν υπάρχει δρόμος, είμαστε μέσα στον δρόμο, η γραφή είναι ραφή, ραφή που δένει ποτάμια, κι αυτά με τη σειρά τους έχουν όχθες, «όχθες μιας ερώτησης, στην αύρα μιας απάντησης», ενός μετέωρου «αύριο». Το ταξίδι της ζωής είναι μια εξορία μέσα στην «απειρότητα της φύσης».

Γι’ αυτό ο Χάρτης ναυαγίων αποζητάει περιπλάνηση, τέλος κι αρχή, τέλος μέσα στην αρχή. Γιατί όλο το τέλος βρίσκεται ήδη μέσα στην αρχή, χωρίς να είναι όμως προκαθορισμένο. Είναι λέξεις που βάρυναν και βούλιαξαν, μνήμη που κυλάει στο αίμα, μέσα από τις φλέβες, φτάνει στα δάχτυλα και γίνεται αφή, δηλαδή γραφή.efi kalogeropoulou

Στο ποίημα «Μαριονέτα», η Καλογεροπούλου μας θυμίζει πως «όταν αρπάξει φωτιά η κλωστή που σε κρατάει, θα μάθεις αν η ζωή σου έχει οξυγόνο».

Μάθημα θανάτου, σύμπτωμα ζωής, εκκρεμότητα, νήματα ζωής, νάματα, σχοινιά και αόρατες άγκυρες, πανιά, ναι, πανιά φουσκωμένα είναι η Μαριονέτα όταν κοπεί η κλωστή, ράμματα, δηλαδή υλικό μνήμης και ονείρου.

Η ποιητική γλώσσα δεν αιχμαλωτίζει όλα τα μυστικά, προδίδει όμως την απουσία τους. Κι η γραφή της Καλογεροπούλου είναι ποιητική, σκληρή, προειδοποιητικά πρόσκαιρη και αυστηρή, γιατί παίζει συνέχεια με τη διαψευσιμότητα των νόμων.

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

(ομιλία στην Εταιρία Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης) 12-4-2018

Καλησπέρα σας. Είναι μεγάλη μου χαρά που παρουσιάζω αυτό το νέο ποιητικό βιβλίο της κας Καλογεροπούλου. Και δεν το λέω με τη συνήθη αβρότητα ή –κάτι που ενοχλεί συχνά εμένα– επαινετική λογική για να έχουμε απλά να λέμε καλά. Έχω τη χαρά να παρακολουθώ την πορεία της Έφης Καλογεροπούλου από το 2013 και την « ΑΜΜΟ », ενώ ήδη αναφέρθηκα αναλυτικά στην προηγούμενη συλλογή της « ΕΡΗΜΟΣ ΟΠΩΣ ΕΡΩΤΑΣ » (2015) πάντα από τον Μετρονόμο και σε μετάφραση στα αγγλικά από τον Γιάννη Γκούμα. Και κατά τη γνώμη μου είναι χαρακτηριστική η εξέλιξη της Καλογεροπούλου όπως και η κατάκτηση ενός προσωπικού ύφους που ωριμάζει. Και δεν είναι ασήμαντο πράγμα η κατάκτηση ενός αναγνωρίσιμου ύφους από έναν καλλιτέχνη.

Έχω πολλές φορές αναφερθεί στη λογοτεχνική εγγύτητα του θεάτρου με την ποίηση. Για αιώνες, άλλωστε, οι δύο τέχνες ήταν συνοδοιπόροι. Είναι όμως εξόχως ενδιαφέρον το αποτέλεσμα όταν διαβάζουμε υβριδικούς πειραματισμούς θεατρικών έργων με ποιητική προσέγγιση ή ποιητικών συλλογών με έντονο το δραματουργικό στοιχείο. Σε μία τέτοια τάση θα εντάξουμε και τον «ΧΑΡΤΗ ΝΑΥΑΓΙΩΝ», όπως βέβαια και την προηγούμενη « ΕΡΗΜΟΣ ΟΠΩΣ ΕΡΩΤΑΣ ».

Στη συλλογή κυριαρχεί το θεατρικό στοιχείο εμπλουτισμένο με οιονεί «κινηματογραφικό» υλικό. Εξάλλου, συχνά μέσα από την αφηγηματική ροή η ίδια η ποιήτρια δίνει «σκηνοθετικές» οδηγίες και ορίζει τις σκηνογραφικές λεπτομέρειες του πλάνου της. Ο ποιητικός της φακός «αιχμαλωτίζει» καθημερινά στιγμιότυπα και στρέφει την προσοχή στο φαινομενικά «ανούσιο» ως λυρική αποτύπωση της στιγμής με μία ιδιάζουσα ρομαντική γραφή. Και το κάδρο της είναι πλήρες κίνησης και ήχων. Συχνά η κίνηση δηλώνεται απλά με έναν ενεστώτα (ανάληψη, η λίμνη των τύψεων, χρόνος αόριστος, αυλαία) μέσα στη συνολική περιγραφή. Ας μην παραβλέπουμε πως η λεπτομερής περιγραφή αποτελεί έναν πυλώνα της ποιητικής της, καθώς το στοχαστικό υλικό στηρίζεται  στην εικονοποιία της, αναδυόμενο μέσα από τις αισθήσεις και τα συναισθήματα (με νερό και σκοτάδι, δρόμος των απόντων, μεταμορφώσεις). Μα η κίνηση είναι συνεχής. Αισθητοποιείται τόσο με τα διαλογικά στοιχεία ή τις ερωτήσεις όσο και με τις επαναλήψεις. Ακόμα και οι τίτλοι συμβάλλουν στην στιχουργική κίνηση και τον έλεγχο της συναισθηματικής κλιμάκωσης αναζητώντας μία σταθερότητα στη μεταβλητότητα της ζωής. Το καναβάτσο μοιάζει σκοτεινό. Η απουσία δεδηλωμένου φωτός και η μελαγχολική διάθεση ιχνογραφούν ένα σκοτεινό σκηνικό. Μα η ποιητική της σκηνή είναι διαυγής. Η ποιήτρια δίνει προσοχή στις περιγραφές της και τις εκθέτει ολοζώντανες με δραματική ταχύτητα.

Μέσα όμως από την πλούσια «φιλμική» στιχουργική της αναδύεται το στοχαστικό υλικό. Ζωντανεύουν οι κοινωνικές της αγωνίες και εκείνες για την ανθρώπινη ζωή και συμπεριφορά, για την αγάπη. Πρόκειται για ένα στιχουργικό ταξίδι στους ωκεανούς των λέξεων και των συναισθημάτων απέναντι στα κύματα των υπαρξιακών αγωνιών. Και η ποίηση της Καλογεροπούλου είναι βαθιά υπαρξιακή. Ο κοινωνικός στοχασμός/κριτική διαποτίζει με αλληγορικό τρόπο τη δραματική εικαστική της. Άλλωστε, στις συνθέσεις της παραμένει σταθερή η θέση των κοινωνικών στιγμιότυπων με ένα αίσθημα ματαιότητας και απογοήτευσης παράλληλα με την υπαρξιακής φύσης αγωνία για το χρόνο. Στη ζωηρή εικονοποιία της, αφηρημένες οι υπαρξιακές αγωνίες (επίκληση α’, επίκληση β’) ζωντανεύουν συμπλεκόμενες με τα ερωτήματα της ποιήτριας για τη ζωή. Η απώλεια της δυνατότητας να ορίσει ο άνθρωπος στη ζωή και τα ναυάγια των ονείρων που περικλείουν τον ατομικό και κοινωνικό βίο μπαίνουν στο επίκεντρο της μελαγχολικής ποίησης της. Επιμύθια με ποιητική αποφθεγματικότητα εντείνουν την έκφραση της υπαρξιακής αγωνίας.

ΕΠΙΚΛΗΣΗ Α΄

Bλέμμα 

τρελό πουλί που ραμφίζεις

σαρκαστικό ανυπαρξίας γέλιο

και εκδικείσαι και μεθάς 

με της αποδημίας το κόκκινο κρασί

συνεπιβάτη της απώλειας  

Τη μια 

τόπος δέρμα έντομο

πυγολαμπίδα που λάμπει στο σκοτάδι

Την άλλη

τελειότητα φωτοχυσίας αισθημάτων

σφαίρα ψυχής αδέσποτη

ψηφιδωτό τόπων ανείπωτων

αιμορραγία λέξης

προδοσίας κύμα

θάλασσα άπειρη της προσδοκίας

παιδί της αθωότητας του έρωτα αμέριμνο

Πάρε με πέρα απ’ της λύπης

την τρομερή σκιά

γίνε απόψε –για λίγο έστω–

το λιμάνι μου

Μέσα στο «κινηματογραφικής» υφής ποιητικό της καναβάτσο δημιουργεί τις δικές της αλληγορίες φέρνοντας σε ισορροπία το εικαστικό με το στοχαστικό υλικό και το συναίσθημα με τις αισθήσεις (titanic bar, νυχτερινό β’).

TITANIC BAR

Χωρίς πίστη η ελπίδα αλλάζει βλέμμα

ζαρώνει

το αίμα της λιμνάζει

το νερό δεν ξεδιψά

σέρνει τα πόδια του στην άσφαλτο

σκοτάδι ροκανίζει τα υπόλοιπα

Πέφτω δίπλα μου τρομάζοντας

τυφλός άδειος εικόνας

ό,τι τελειώνει ένα πρωί

είναι θάνατος που κοιμίζει γλυκά τα περιστέρια

Το μαύρο βάφει

η φωτιά καίει

η μνήμη καίγεται

Θα κρατάς πάντα σπίτι σου

το χαλασμένο ραδιόφωνο

θα φεύγω πάντα ξημερώματα

πατώντας σε κεραίες τηλεόρασης

και σκοτωμένα τσιγάρα άσπρα

κάτι μυρίζει οινόπνευμα και μέλι

Οι ταξιδιώτες συνήθως

αφήνουν πίσω τους την πόρτα ανοιχτή

Με φρέσκια ματιά παρασέρνει τον ακροατή/ αναγνώστη στο βάθος των συλλογισμών της και μας γοητεύει με τη ζωντάνια της στιχουργικής της και την «οπτικοακουστική» διάσταση της έκφρασής της.

Από την άλλη, το θεατρικό στοιχείο διαπνέει ολόκληρη τη στιχουργική της. Η διαλογικότητα δομείται άλλοτε σε προτρεπτικές προστακτικές (άγγελοι ναυαγίων, επίκληση α’, επίκληση β’) κι άλλες φορές σε ερωτήσεις που διαμορφώνουν ένα ψευδοδιαλογικό ύφος σπάζοντας την «αφηγηματική» ροή (μικρές οδύσσειες). Από την άλλη, το β’ ενικό (titanic bar) και το α’ πληθυντικό (μικρές οδύσσειες, γητευτές) ενισχύοντας την παρουσία προσώπων στην ποιητική σκηνή, ορίζουν μία σκηνική ρευστότητα.

ΓΗΤΕΥΤΕΣ

Κι αφού σ’ αγαπώ οφείλω να είμαι κάτι περισσότερο

από σπασμένος καθρέφτης

ναι από απελπισία γίνονται τα θαύματα

και πίστη

γι’ αυτό κρεμασμένοι στη δική μας κόλαση

υπέροχα πλανημένοι

θα μεταμορφώσουμε το βαθύ της νύχτας φως

σε άσπρο λευκό χιόνι ελαφρύ

γητευτές πουλιών διάφανοι

θα ονειρευτούμε πως ονειρευόμαστε ακόμη

γιατί το θαύμα έχει μια μοίρα μυστική

και το συνήθειο να μυρίζει πάντοτε

θάλασσα ανάσταση κι αγάπη

Παράλληλα, το α’ ενικό συστήνει έναν μονολογικό υποκριτή με δραματική αμεσότητα. Κι ας σημειώσουμε πως το πρωτοενικό υποκείμενο εμφανίζεται συχνά ως παρενθετικό σχόλιο  μέσα στην ποιητική αφήγηση. Έτσι λειτουργεί ως αυτοαναφορικός αφηγητής που ζωντανεύει τη σκηνή ενίοτε μαζί με ένα β’ πρόσωπο (η αγωνία με τις 4 γωνίες).

Η ΑΓΩΝΙΑ ΜΕ ΤΙΣ 4 ΓΩΝΙΕΣ

Δεν ξέρω

δε θέλω να ξέρω

δεν είμαι εκεί

έχω φύγει               

Ποτέ δε με κοιτάς εκεί που σε βλέπω

δεν είχε έξοδο η γραφή πότε φως

πότε σκοτάδι

το μάτι ησυχάζει από το βλέμμα;

Το βλέμμα από πού έρχεται;

Του έριχνε στάχτη στα μάτια

οι ακριβοί καθρέφτες ποτέ δεν κάνουν λάθος

θα ’χεις την τύχη της καταιγίδας

το σχέδιό σου στάζει αμηχανία

Τον έκλεψε από τον εαυτό του

τον κοίταζε από παντού

Χέρι της φωνής της σιωπής της κραυγής της μνήμης

χέρι της ζωής της φυγής της γραφής

χέρια δάχτυλα δίχτυα

Βέβαια κατά τον Gerard Genette –αν και το έθεσε με την πεζογραφία– το πρωτοενικό υποκείμενο δεν είναι παρά ένας σκηνικός αφηγητής που δεν ταυτίζεται με τον ποιητή.

Είναι ένας αριστοτελικός χαρακτήρας, ένα ποιητικό αίτιο, που απομακρύνεται από τον συγγραφέα ( π ρ ά ξ ι ς και ή θ ο ς ). Έτσι το ποιητικό εγώ λειτουργεί ως ένας σκηνικός χαρακτήρας κατά τον Thomas Docherty, σαν ένας υποκριτής που συνομιλήσει αμεσότερα με το κοινό.

Από την άλλη, είναι σημαντικό κατά τη γνώμη μου να αναφερθούμε λίγο στους τίτλους των ποιημάτων της συλλογής. Ας μην ξεχνάμε πως ο τίτλος κατέχει λειτουργική θέση την ποίηση και διεκδικεί το δικό του μερίδιο στη συναισθηματική ένταση. Έτσι, τον «ΧΑΡΤΗ ΝΑΥΑΓΙΩΝ» οι τίτλοι  δε συνδέονται ως λεκτικό περιεχόμενο με τις συνθέσεις, δεν επαναλαμβάνουν κάποιο στίχο ούτε και διατηρούν κάποια περιληπτική ιδιότητα. Αν τις δούμε μόνο ως λέξεις, θα τις δούμε «μετέωρες» ως προς το λεξιλόγιο του ποιήματος. Μα στη συνειρμική λογική και με μία εξπρεσιονιστική διάσταση λειτουργούν ως αντικλείδια –για να θυμηθώ τον αγαπημένο μου Γιώργη Παυλόπουλο– που ανοίγουν την πόρτα της ποίησης της Καλογεροπούλου.

Κλείνοντας αυτή την παρουσίαση, σημειώνω ότι η Έφη Καλογεροπούλου με την πλούσια σκηνογραφία της τοποθετεί τον αναγνώστη στην ποιητική σκηνή μέσα σε ένα φιλμικής λογικής έργο γεμάτο χρώματα, κίνηση και ήχους. Κυκλικά σχήματα και στοχαστικές αναζητήσεις, «δεμένες» με μία αποφθεγματική διατύπωση, δημιουργούν υπόγειους συναισθηματικούς δρόμους που συγκλονίζουν τον ακροατή/αναγνώστη. Ας μην ξεχνάμε ότι η ποίηση για αναφέρεται κατά τον Αριστοτέλη στα γενόμενα, μα στα καθόλα, συνδέοντας στην ουσία την φιλοσοφία με την ποιητική τέχνη. Και μέσα στο μπεκετικό, τολμώ να πω, θεατρικό της ύφος η Καλογεροπούλου τούτη την ανάγκη την ικανοποιεί.

ΑΝΝΑΣ  ΑΦΕΝΤΟΥΛΙΔΟΥ

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΤΟ ΚΟΡΑΛΛΙ ΤΕΥΧΟΣ  17-18

ΜΟΡΦΕΣ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ ΩΣ ΕΚΔΟΧΑ ΤΑΞΙΔΙΩΝ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΡΗΜΙΑΣ

Προλογικό σχόλιο

Αν θέλαμε να ορίσουμε ένα χωροχρονικό στίγμα για την ποίηση της Έφης Καλογεροπούλου θα λέγαμε ότι χώρος της είναι το νερό, που το συχνότερο εμφανίζεται ως θάλασσα και αναζητά έναν ταξιδευτή, χωρίς τον οποίο ,το ποίημα θα μείνει μετέωρο και η ποιητική φωνή ορφανή. Χρόνος της ποίησης της είναι η νύχτα με κύριο έκδοχό της το σκοτάδι, συνθήκη της το ναυάγιο όχι τόσο ως καταστροφή αλλά ως απομεινάρι μιας εμπειρίας που έχει πια τελειώσει. Και συγκείμενό της η ερημία, με την έννοια της επίγνωσης της μοναχικής πορείας, όταν όλες οι χειρονομίες της συνύπαρξης έχουν πια τελειώσει. Καταστατική αρχή όλων των παραπάνω είναι η ρευστότητα. Ο  χείμαρρος της μνήμης συμβάλλει το ταραγμένο του νερό με τα απομεινάρια των γεγονότων, των συναντήσεων, των ανθρώπων που χάθηκαν και άφησαν ένα κρυστάλλωμα μοναξιάς ,της συγκρατημένης θλίψης μιας προσδοκίας ότι μόνοι μας προχωρούμε πάντα στα σκοτεινά.

Ταξίδι και καθρεπτισμός

Μόνιμος πόθος, αν και χωρίς ιδιαίτερη αγωνία, για το ποιητικό κόσμο παραμένει το ταξίδι, η απόσταση που πρέπει να διανυθεί, η ποιητική φωνή που ως πηδαλιούχος και επιβάτης, ως ταξιδευτής και οιωνεί αταξίδευτος ,προσπαθεί να καθηλώσει ό,τι η πρόοδος του χρόνου ζητά να αναλώσει, την διάρκεια και τον τόπο της μνήμης, προβάλλοντας το φευγαλέο της είδωλο, θρυμματισμένο από ένα φθοροποιό παρόν, εξουθενωμένο από ένα αβέβαιο μέλλον. Τα απλουστευμένα σημάδια μιας τέτοιας θυμικής αντίδρασης στις δύο πρώτες συλλογές δίνουν την θέση τους σε εικόνες πιο σύνθετες ποιητικά στις επόμενες δύο ,ενώ η θλίψη και ο πόνος για ό,τι χάνεται  και δεν μπορεί να διατηρηθεί «εν ζωή» με σήμα του τις λέξεις ,κάνουν ισχυρή την παρουσία τους και στο τελευταίο της βιβλίο τον Χάρτη Ναυαγίων.

Οι ζωντανοί νεκροί, το μοτίβο των πουλιών ως των εν δυνάμει αέναων ταξιδευτών που όμως διαψεύδουν τη δυνατότητα της φυγής όσο και την μετουσιώνουν, η φωτιά, η στάχτη, ό καθρέφτης είναι σταθεροί μετωνυμικοί δείκτες της ποίησης της Καλογεροπούλου. Ο καθρέφτης αποτελεί μόνιμο μέσο και τρόπο ,ώστε να αρθεί η απόσταση ανάμεσα στο ιδεατό και το απτό, να γεφυρωθεί το χάσμα ανάμεσα στη μέρα κα τη νύχτα ,στο επιθυμητό και το δυνατό, μια μάταιη μάχη με την πικρή επίγευση της ήττας. Τα διαφορετικά δραματικά προσωπεία σχεδόν αγνοούνται, ενώ ο καθρεπτισμός γίνεται αντανάκλαση της φαντασίωσης που οικειοποιείται τον παθολογικό ρόλο του έρωτα: τα εναλλασσόμενα πάθη της αγάπης, τα επάλληλα πάθη του χωρισμού. Η προσδοκία φαίνεται να ματαιώνεται ,ενώ το βαθύτερο ήθος του ερωτικού αισθήματος προοιωνίζεται το θάνατο τόσο όσο προσπαθεί να τον ξορκίσει.

Η ρευστότητα ως κοσμολογία

Η ροϊκότητα του υγρού στοιχείου, η ρευστότητα του χρόνου, αλλά και η έλλειψη ενός σταθερού χοϊκού στοιχείου αφού συνεκδοχή της γης αποτελεί κυρίως η άμμος, οδηγεί στην αναζήτηση ενός συμπαγούς σημείου αναφοράς, έναν άξονα περιστροφής του ταξιδιού. Κάποιος περίκλειστος χώρος ή ένα νησί προβάλλεται ως τόπος επιστροφής της μνήμης και περιήγησης στην εμπειρία, ο χωρόχρονος μιας χαμένης προσδοκίας, μιας εποχής όπου όλα τα σταυροδρόμια φαίνονταν ανοιχτά όταν οι επιλογές έμοιαζαν ακόμη πρόσφορες στην επιθυμία, μια πατρίδα των αγαπημένων ανθρώπων αλλά και των αλησμόνητων νεκρών. Έτσι προεξέχει ένας δυϊσμός ανάμεσα σε αυτόν, τον κόσμο της εμπειρικής πραγματικότητας, και τον άλλο κόσμο εκείνον του καλλιτεχνικού οράματος, μια διαπάλη του ονείρου με την εμπειρία, τα ταξίδια που μένουν ανολοκλήρωτα ή χωρίς επιστροφή. Μια μοίρα που ζητά να γίνει λόγος ,ώστε να αρθρωθεί ξανά και ξανά κι ας υπάρχει η επαναληπτική διάψευση κι ας διαπιστώνεται εξακολουθητικά η νικητήρια υπεροχή μιας σιωπής που το βάρος της δύσκολα αντέχουμε.

Αν παρακολουθήσουμε την ποιητική εξέλιξη της Καλογεροπούλου, διαπιστώνουμε ότι εξακολουθητικά δηλώνεται μια μετακίνηση με όχημα την μνήμη: έτσι ώστε να μετακινείται μέσα από τις συμπληγάδες του χρόνου σε έναν άλλο κόσμο ,σε αυτό που πάει να στήσει η ποιητική σκηνοθεσία με τα μνημονικά υλικά που προσπορίζεται από τον χώρο της θάλασσας και του ταξιδιού. Ενδεικτική είναι η υποχώρηση της σκηνοθεσίας της καθημερινότητας της πρώτης συλλογής της ποιήτριας, υπέρ μιας πιο αφαιρετικής εικονοποιίας στις επόμενες. Ο ενάλιος χώρος συνεισφέρει στην κοίτη των ποιημάτων έναν χρόνο άχρονο και έναν χώρο καθαρμένο από τα ιστορικά του ίχνη με έντονο το μεταφυσικό φίλτρο. Τα μοτίβα των ναυαγίων, των νεκρών, και των αγγέλων επανέρχονται στην ποίηση της Καλογεροπούλου, κάποτε συμφιλιωμένα μέσα στην έξαρση της ομορφιάς ,κάποτε αλληλοσυγκρουόμενα μέσα στο λασπερό κλίμα της θλίψης .Εδώ φαίνεται πιο καθαρά πώς η ποίηση δεν είναι ανέξοδη ,μας παρηγορεί αλλά τρώει και τα σωθικά μας ,ακόμη κι αν αρκετές φορές το συναίσθημα που υποβάλλεται είναι μια μελαγχολική αποδοχή και όχι μια απεγνωσμένη οδύνη.

Μορφολογικά χαρακτηριστικά

Συμψηφίζοντας αναφέρω ορισμένα από τα στροφικά και στιχουργικά συμπτώματα των ποιημάτων. Τρείς είναι οι κυρίαρχες μορφές που προτιμά η ποιήτρια: τα δίστιχα ή τρίστιχα επιγράμματα, τα εκτενέστερα ποιήματα όπου η στιχουργική μορφοποίηση εξαρτάται από τον αριθμό των συλλαβών των στίχων που δίνουν μια οπτική συμμετρία, και τα πεζόμορφα τύπου vesret-πεζών εδαφίων δηλαδή υπό την μορφή παραγράφου. Σε καμιά μορφή δεν παρατηρούμε επιμονή στην  εναλλαγή του μέτρου, εφόσον υπάρχει διάχυτη εσωτερική μουσικότητα χωρίς σταθερά ωστόσο χαρακτηριστικά. Στην Τρίτη συλλογή εμφανίζεται η ιδιομορφία της στοίχισης στο κέντρο, χωρίς κάποια σημαντική μετατόπιση στα υπόλοιπα γνωρίσματα ή τα θεματικά μοτίβα του ποιητικού κόσμου, αφού απουσιάζει οποιαδήποτε τάση καθιέρωσης κάποιας στροφικής «νόρμας», μια που και τα πιο πολύστιχα ποιήματα διατάσσονται σε ελευθερωμένες μορφές. Εκ παραλλήλου αυξάνεται η τάση να εμφανίζονται εμφατικοί στίχοι, πολύ συχνά επαναλαμβανόμενοι, για να συμπυκνώνουν το κυρίαρχο νόημα, συναίσθημα ή μοτίβο.

Επιλογικό σχόλιο

Ίσως σ’ αυτό το σημείο να βρίσκεται ο βαθύτερος πυρήνας και η γενεσιουργός αιτία του ελεγειακού τόνου που κυριαρχεί. Είναι αδύνατον να δώσουμε απαντήσεις που μπορούν πραγματικά να παρηγορήσουν. Κι αυτό γιατί στο ποιητικό ταξίδι εκείνο που αναζητούμε αλλά κι εκείνο από το οποίο απεγνωσμένα αγωνιζόμαστε να ξεφύγουμε είναι το φριχτό παιχνίδι της μνήμης. Διότι γράφοντας, θυμόμαστε, για να ξεχάσουμε και ξεχνώντας αναβαπτίζουμε πάλι την επιθυμία μας ,να θυμηθούμε, στρίβοντας το μαχαίρι στις πληγές μας. Κατά έναν παράδοξο τρόπο η ελεγειακή δραστικότητα της ποίησης γίνεται ο χορηγός μιας φαντασιακής παραμυθίας μπροστά στο τελικό και μόνο βέβαιο της ζωής μας ταξίδιον, που κατ’ ευφημισμόν ονομάζουμε αιωνιότητα. Ακόμη κι αν, όσα απεγνωσμένα βότσαλα κι αν αφήνουμε πίσω μας ‘ως ψήγματα υστεροφημίας ,γνωρίζουμε καλά πώς τον δρόμο της επιστροφής δεν θα τον βρούμε.

Κλείνω με τον «Καθρέφτη» του «Ήχου του νερού»

«Καθρέφτης κλέφτης ο καιρός

Σε καθρεφτίζει 

Και σε επιστρέφει δίχως σώμα»

ΠΟΛΥ ΧΑΤΖΗΜΑΝΩΛΑΚΗ

(ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΑΝΑΓΝΩΣΕΩΝ ΤΗΣ ΑΥΓΗΣ

Τετάρτη 3 Οκτωβρη 2018)

«ΤΟ ΠΑΛΙΡΡΟΙΚΟ ΚΥΜΑ ΤΩΝ ΑΝΟΙΧΤΩΝ ΦΤΕΡΩΝ ΤΗΣ»

Το ταξίδι στη θάλασσα, η ζωή σαν αρμένισμα, η ζωή – Οδύσσεια, ο πνιγμός, το ναυάγιο και το μετά, η καθρεφτική ζωή στο επέκεινα, στη σιωπή του βυθού είναι η αλληγορία πάνω στην οποία βασίζεται η πρόσφατη ποιητική σύνθεση της Έφης Καλογεροπούλου «Χάρτες ναυαγίων», που κυκλοφόρησε σε δίγλωσση έκδοση από τις εκδόσεις Μετρονόμος το 2017. Είναι η πέμπτη ποιητική σύνθεση της ποιήτριας, που είναι πτυχιούχος Θεατρικών Σπουδών αλλά και Φυσικής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Ένας κόσμος ανάποδα, καθρεφτικός, ψυχρός, σε μια εγκλωβισμένη συνθήκη ακινησίας, μια συμβολική καταβύθιση στον Άδη δίνει την ευκαιρία να αναπτυχθούν τα θέματα της ζωής και της ποιητικής με μια οραματική δραματικότητα, με την παραμόρφωση του βλέμματος που μόνο ο στοχασμός και η βεβαιότητα του θανάτου μπορούν να χαρίσουν.

Με παρέσυρε η αγωνία του μότο – στίχοι από την «Μπαλάντα του Γέρου Ναυτικού» του Κόλριτζ να αναζητήσω εκεί πνευματικές οφειλές. Αναμφίβολα, η συλλογή οφείλει σε κάθε ταξίδι, οφείλει στην «Οδύσσεια» (υπάρχει άλλωστε και ποίημα με τον τίτλο «Μικρές Οδύσσειες» αλλά και εικόνες του ναυτικού δεμένου στο κατάρτι της μοίρας). Ωστόσο, δεν υπάρχουν τύψεις ούτε το μεγάλο παράπτωμα του αφηγητή. Αντιθέτως, ο ρυθμός του λόγου -σύνθεση σαν ορατόριο- παραπέμπει στον Έλιοτ. Και ναι, η καμπάνα, τα πουλιά, ο κήπος και τελικά ο χρόνος – ο χρόνος που με τόσους τρόπους επανέρχεται: αόριστος χρόνος, σκοτωμένος χρόνος, ο δαιμονισμένος χρόνος, ο παρελθών χρόνος.

Συναρπαστική είναι η συσχέτιση με το ναυάγιο το θέμα του Τρίτου Κουαρτέτου του Έλιοτ, του «Dry Salvages», της περιοχής με τον φάρο στη Μασσαχουσέτη, τον τόπο του ναυαγίου, των σχεδόν προϊστορικών θαλάσσιων οργανισμών «Ο χάρτης ναυαγίων» επιβεβαιώνει μια βαθιά πνευματική σχέση με τον ποιητή, που όμως η Καλογεροπούλου δεν αντιγράφει, δεν μιμείται -ούτως ή άλλως βρίσκεται στο μέσον και όχι στο τέλος της ποιητικής της διαδρομής-, αλλά εμπνέεται από αυτόν δημιουργικά. Υπαρξιακό το έργο της, αλλά όχι -σε καμία περίπτωση- θρησκευτικό.

Αγωνία για τη μνήμη, τη γραφή – τις λέξεις – «Οι λέξεις βάρυναν και πέφτουν χωρίς ιδιοτροπία / η μνήμη τους δεν τις ενώνει / Είμαστε άβυσσος περιπλάνηση / ένας διαρκής επιτάφιος θρήνος» – την αποτύπωση στο χαρτί που θα μνημειώσει ό,τι έχει ή ίσως δεν έχει νόημα. Ο υλικός τρόπος της έκφρασης την απασχολεί εξίσου. Η σχέση του λόγου με το χαρτί, η αγωνία για ασάφεια των λέξεων, η διά της γραφής παγίωση του λόγου αποτελούν μια στοιχειώδη βεβαιότητα μέσα στη ρευστότητα του υγρού θανάτου. Έτσι και το καθόλου οξύμωρο της χαρτογράφησης του επέκεινα -«χάρτες ναυαγίων» ώστε να βιωθεί το άρρητο, να διά- «τυπωθεί» το όραμα στο «τυπογραφείο της ψυχής».

«Μόνο μια ουλή έκοβε το άγραφο στα δυο / να διασχίζει και να βρέχει το χαρτί σαν ποτάμι»

Ψυχρόαιμοι οι κάτοικοι του υγρού βασιλείου -πολύτιμη και άπιαστη η ύλη των αθανάτων- «ψυχρή σαν μάρμαρο φωτιάς» η ουσία τους. Θερμή θερμότατη και πάλλουσα η ποιητική της Καλογεροπούλου. Με δραματικό πάθος και αίσθημα εκφράζει θέματα που πλήττουν κατάστηθα με πάλλουσα θερμή καρδιά και ευθύβολο οραματικό λόγο.

Το νησί

Έγινε νησί απελπίστηκε / σωρός από σκοτάδι/ξεδίπλωσε τον εαυτό του έξω από την πόρτα / τώρα μπορεί να δει ολόκληρο τον εαυτό του/φεύγει ψάχνει επιστρέφει / κρατά φακό φωτίζει το τρύπιο του καπέλο/βρίσκει το ρολόι, ρολόι τσέπης γίνεται χρόνος/πατά στη ζυγαριά μετρά θερμοκρασία/τον βρίσκει κι από χιόνι πιο ελαφρύ παράξενο/η θάλασσα γύρω του έχει δίχτυα ο βυθός / σφουγγάρια κι η νύχτα κόκκινους αγγέλους / μια σωματική ανάμνηση που λιώνει τον κυκλώνει / δελφίνια ψάρια στα βαθιά κι ένα άλογο λευκό / καλπάζει χρόνια/από πού ήρθε; Πού πηγαίνει; / Στον επόμενο τόνο η νύχτα πίνει οινόπνευμα/μασάει νικοτίνη / ντύνεται πουλί / πετά / κλείνει τα μάτια / είναι παντού / βρέχει φωτιά / κι αστέρια;

ΕΡΗΜΟΣ ΟΠΩΣ ΕΡΩΤΑΣ

ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΝ. ΛΥΜΠΕΡΗ

ΦΡΕΑΡ 2/12/2016

Με τον τίτλο της συλλογής θα μας προϊδεάσει η ποιήτρια για το κεντρικό της θέμα: Έρημος όπως έρωτας. Δηλαδή ‒με άλλα λόγια‒ με μια έρημο μοιάζει ο έρωτας, διατύπωση η οποία μου θυμίζει τον τίτλο του εμβληματικού πεζογραφήματος του Φρανσουά Μωριάκ H ερημιά του έρωτα ή κατά μια νεώτερη μετάφραση Η έρημος της αγάπης, και στα γαλλικά Le desert de l’ Amour. Προσωπικά προτιμώ την πρώτη μεταφραστική εκδοχή λόγω του πλέον εύηχου εξ αιτίας της παρήχησης, αλλά και της εννοούμενης διαφοράς του πάθους, ενώ η καθαρή αγάπη ποτέ δεν γνωρίζει μοναξιά κι απελπισία. Και ‒κατά τον Απόστολο μάλιστα‒ «ου ζητεί τα εαυτής… πάντα υπομένει… και ουδέποτε εκπίπτει». (Το ερώτημα βέβαια πάντα είναι, εάν αυτή είναι επιτεύξιμη και για πόσο.) Σε συμφωνία θαρρώ με τα παραπάνω, η ταυτόχρονη μετάφραση των ποιημάτων της Καλογεροπούλου στα αγγλικά από το Γιάννη Γκούμα, μας αποδίδει τον τίτλο ως Desert as desire δηλ. έρημος όπως επιθυμία.

Μια έρημος λοιπόν ο έρωτας: η έκφραση αυτή υποβάλλει σε ένα στεγνό και απειλητικό τοπίο δύσκολα συμβατό με τη ζωή. Αλλά αυτός είναι ο προδομένος ή ο μονόδρομος έρωτας. Γιατί ο αμοιβαίος και εκπληρωμένος έρωτας στην ανάπτυξή του είναι ίσα ίσα το πιο ανθισμένο τοπίο της ανθρώπινης ψυχής. Ωστόσο τα ωραία τελειώνουν νωρίς συνήθως. Και κρατούν όσο μια ανάσα, «σε μια εισπνοή έπαιξες/ σε μια εκπνοή έχασες», μας λέγει η ποιήτρια και μάλιστα αφού «το παιχνίδι με τις κάρτες/ μοιάζει από την αρχή χαμένο». Όμως «να διασχίσεις την έρημο έλεγε, αυτό έχει σημασία»: το ποιητικό υποκείμενο (και όλοι μας) πορεύεται, εν μέσω των δυσκολιών της διαδρομής, προς την αυτοσυνειδησία του, προς τη δόμηση της ψυχικής του και συναισθηματικής ταυτότητας και ολοκλήρωσης. Στο δρόμο θα αφήσει τα βιοτικά σκουπίδια «το σκουπάκι της γράφει/ τετράγωνους κύκλους στον αέρα/ στο βυθό τα σκουπίδια», τις προδοσίες, τις απώλειες, τις ματαιώσεις, τις διασαλεύσεις βεβαιοτήτων, το ράγισμα των σχέσεων, το «σπασμένο ανάμεσά μας», τον φόβο. Επειδή ο χρόνος είναι το καταλυτικό μέγεθος που επηρεάζει και φθείρει όλα τα ωραία συναισθήματα, καταστάσεις, σώματα. «Ο χρόνος ‒ σιωπή/ ο χρόνος – εφιάλτης/ ο χρόνος – παγίδα/ ο χρόνος – δήμιος», μα και «Ο χρόνος ο μεγαλύτερος ‘Eρωτας όλων των Eρώτων», επειδή προφανώς έχει τη δύναμη να στέκεται παραπάνω από τους έρωτες και να τους καταλύει. Από την άλλη όμως και «ο χρόνος ο δημιουργός μου», ο δημιουργός ενός νέου εαυτού και μιας, δια μέσου της στέρησης και του πάσχειν, αυτοπραγμάτωσης. Ωστόσο, επειδή το τέλος των αισθημάτων είναι πιθανό να συμβεί, δεν μπορεί κανείς να είναι αναίσθητος και ψυχρός στην έλευση μιας επερχόμενης ερωτικής κοινωνίας. Η διακινδύνευση είναι το παν στις ανθρώπινες σχέσεις. Ένα, σαν τυχερό παιχνίδι, όπου θα δώσεις όλο σου τον εαυτό και θα κερδίσεις ή θα χάσεις, επειδή «άμα δεν βγεις από τον εαυτό σου/ δεν θα συναντήσεις ποτέ κανέναν». Και η συνάντηση, η ανταλλαγή σκέψεων, αισθημάτων, εμπειριών είναι το ζητούμενο ανάμεσα στους ανθρώπους και αυτό αφορά όχι μόνο τον ερωτικό τομέα. Εξ άλλου η ψυχή δεν παύει να κάνει όνειρα. «Πριν γκρεμιστεί/ ότι πετάει ονειρεύτηκε η πέτρα.» Όμως ο χρόνος είναι πάντα ο πρωταγωνιστής του βίου, σαν ακίνητος και σαν ανίκητος (ωραίο ποιητικό εύρημα ο αναγραμματισμός αυτός!). Μάλιστα «Το ανίκητο του χρόνου/ τα μάτια είναι», διότι ο άνθρωπος είναι ο μετρητής όλων των μεγεθών. Ενός χρόνου που το ποιητικό υποκείμενο θα ήθελε να τον γυρίσει ‒συρρικνώνοντάς τον μέσα στο κοσμικό αυγό από το οποίο υποτίθεται πως ξεπήδησε‒ στο σημείο δηλαδή μηδέν (στην αθωότητα; στην κατάργηση του προκαλούμενου από την ατυχή, ηθελημένα ή αθέλητα, δράση πόνου;). Από την άλλη όμως δεν διστάζει ‒σε μια συνολική θεώρηση του κόσμου‒ να ξανοιχτεί στο επέκεινα, στη διαστολή των ορίων, λέγοντας: «κι αν ο τοίχος είναι/ κάτι περισσότερο;»

Η Καλογεροπούλου προσφέρει στο βιβλίο της αυτό, αντί για ανεξάρτητα ποιήματα, μια σύνθεση όπου υποστηρίζει τα πιο πάνω θέματα με επιμονή και ωριμότητα. Το κλίμα είναι κλειστοφοβικό. Οι πρωταγωνιστές μοιάζουν να πάσχουν από έλλειψη συνεννόησης πχ. «-Τι είπες;/ Δεν ακούω, δεν ακούω» ή «-Τι βλέπεις;/ Τίποτα.» και αυτά μάλιστα επαναληπτικά. Οι εκφράσεις της υπαρξιακής οδύνης αρκετές, όπως «το σύμπαν σε εκτινάσσει/ και παίζει μαζί σου/ μέχρι να σε καταβροχθίσει», ή «αιχμάλωτη/ στο τρύπιο γάντι της σιωπής/ στην τρέλα γέρνει», ή «απελπισία στάχτη», ή «ο ήχος της απώλειας τρύπιος», ή «σκοτάδι πηχτό», ή «ένα τενεκεδάκι θάνατο κλωτσάει», ή «χάρτης πένθους». Αλλά αυτή ακριβώς δεν είναι η ανθρώπινη μοίρα; Ένας κόσμος όπου ‒όπως και η ίδια διατείνεται‒ θήραμα και θηρευτής είναι θύματα κι οι δύο. Κι όμως αυτοί οι δύο μέσω του έρωτα γίνονται ένα. Εναλλάσσοντας το τρίτο με το πρώτο και με το δεύτερο πρόσωπο στην αφήγηση, τους ρηματικούς χρόνους, αλλά και ένα εμπρός-πίσω ‒σαν με το μάτι μιας κάμερας‒ των εξιστορήσεών της, δημιουργεί ένα ενδιαφέρον κινηματογραφικό σκηνικό (μας υποβάλλει ακριβώς η ίδια η ποιήτρια την αίσθηση αυτή στους στίχους «η γη γυρίζει και το κομμένο φιλμ μυρίζει πια για τα / καλά καμένο»), όπου κανείς δεν παύει να αναρωτιέται την κάθε στιγμή, εάν παραμένει κάτοχος του νοήματος και εάν πράγματι ερμηνεύει σωστά το απόσπασμα που μόλις διάβασε, με αποτέλεσμα το ενδιαφέρον να κρατιέται αμείωτο ως το τέλος της σύνθεσης. Στο νόημα και το περιεχόμενο είναι που η ποιήτρια φαίνεται να θέλει να επιμείνει, εκθέτοντας αρκετούς σημαντικούς και αξιομνημόνευτους στίχους. Συχνά το κείμενό της ‒με μια συγκοπτική τακτική‒ το διατρέχουν στίχοι που κατασκευάζει από ελάχιστες λέξεις, ή και καθιστώντας κάποτε στίχο τη μια μόνη λέξη, αποτυπώνοντας μάλλον έτσι ένα θρυμματισμένο από την απώλεια εαυτό και όνειρο, ή απλώς με διάθεση δημιουργίας ενός ιδιαίτερου ποιητικού ύφους. Αυτό, όταν στην ποίηση το ζητούμενο είναι η επιτυχημένη συνάρθρωση των λέξεων, μοιάζει σε μερικά σημεία να δημιουργεί κάποιο αίσθημα διακοπής της συνέχειας του ρυθμικού λόγου, σε μια προφορική τουλάχιστον απαγγελία (χωρίζοντας π.χ. το υποκείμενο από τον προσδιορισμό του, όπως «ο κήπος του ουρανού» μοιρασμένος σε δυο στίχους και παρόμοια). Από το περίκλειστο σκηνικό όμως τελικά αναφαίνεται η ελπίδα, όταν ακόμα και ο θάνατος ακολουθείται από μια γέννηση και μια νέα αρχή «κι η μοίρα/ είναι θάνατος και γέννηση μαζί/και δίνεις το κομμάτι σου το φωτεινό/ατόφιο στον καιρό και ζωντανός ξανά/ αφήνεσαι στα ύψη», έστω κι αν προηγουμένως έχεις υπάρξει «του ύψους ναυαγός». Πιο πολύ ο ποιητής ‒πλάθοντας ανθρώπους από νερό ή χαρτί‒ ξέρει να το κατορθώνει αυτό με την τέχνη του. Μ’ ένα καρότσι κυλώντας δοκιμάζει να ξεφύγει από το χρόνο, τη δυστοπία, τον θάνατο. Κι οι λέξεις του «μαγικοί λαβύρινθοι/ που κρύβονται στα πλήκτρα». Θα τους διασχίσει για να συναντήσει το φως.

Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.

http://frear.gr/?p=16011

ΠΟΛΥ ΧΑΤΖΗΜΑΝΩΛΑΚΗ

ΕΡΗΜΟΣ ΟΠΩΣ ΕΡΩΤΑΣ

Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2015

Εισέρχομαι στην ανάγνωση με όλες μου τις ιδιότητες*. «Έρημος όπως έρωτας» της Έφης Καλογεροπούλου

Είμαι ευτυχής και ευχαριστώ πολύ για την τιμή που μου έκανε η Έφη Καλογεροπούλου, να με περιλάβει στο εκλεκτό πάνελ, απόψε που παρουσιάζουμε την τέταρτη ποιητική συλλογή της, το «Έρημος όπως έρωτας». Θέλω να δηλώσω πως με ρώτησε – τι να δηλώσουμε, τι να γράψουμε δίπλα στην ιδιότητα τη δική μου στην πρόσκληση για την εκδήλωση – της είπα λοιπόν εγώ αυτό που γράφει τώρα, λογοτέχνης δοκιμιογράφος ή κάπως έτσι και συμπληρώνει. Να μη βάλουμε το φυσικός; Ω όχι της λέω, έχει παρέλθει καιρός, δεν θέλω να γράφω αυτήν την ιδιότητα…

Το σκεφτόμουν όμως. Μια ποιητική συλλογή, μια ανάγνωση είναι πάντα αφορμή να συμβούν αναταράξεις, υπαρξιακές ανακατατάξεις εντός. Έτσι λοιπόν σκεφτόμουν ότι όντως – ανεξάρτητα βεβαίως με το τι γράφουμε δίπλα στο όνομά μας – ερχόμαστε στην ανάγνωση με όλους μας τους εαυτούς. Εν προκειμένω και για τον εαυτό μου μιλώ και με την ιδιότητα του φυσικού. Μετά λόγου γνώσεως το λέω αυτό και αναφέρομαι σε όλες τις αναγνώσεις που κάνει κάποιος και εδώ που μιλάμε για την Έφη, είναι για την τέταρτη ποιητική της συλλογή είναι και για την τρίτη – εδώ γνωριστήκαμε, εδώ συναντηθήκαμε στον κυβερνοχώρο – στον χώρο των αναρτήσεων, των κειμένων, των ποιημάτων, των ψεύτικων ταυτοτήτων έτσι Άμμος ήταν η πρώτη της συλλογή που διάβασα εγώ και θυμάμαι ότι σκέφτηκα τότε κλεψύδρα, ρευστότητα, απώλεια, χρόνος, έρημος όπως έρωτας… έτσι αν εκείνη λέει για αυτήν εδώ τη συλλογή σε σχέση με την προηγούμενη «καμία σχέση» – είναι το ίδιο με εμένα που λέω φυσικός – καμία σχέση…

Καταλαβαίνω ωστόσο αυτό που ήθελε να πει. Η άμμος, ο κατακερματισμός – η υδραργυρική ρευστότητα από τη μια – από την άλλη η έρημος, η άμμος που δεν αναφέρεται αλλά υπονοείται, το αχανές, η έλλειψη προσανατολισμού, ο αχανής ορίζοντας, η ερήμωση – στην έρημο, ο έρωτας μα υπάρχει μεγαλύτερη ερήμωση από τον έρωτα;

Έρημος το τοπίο που επαναλαμβάνει τον εαυτό του – που δεν σε αφήνει να βρεις μια αναφορά, ένα σταθερό σημείο μόνο ο ουρανός μόνο τα άστρα – έρημος η δίψα, η μοναξιά και έχω αυτό στο νου μου την ώρα που διαβάζω –

Μέχρι που

Ο δρόμος χάνεται

Δεν υπάρχει δρόμος

Δεν υπάρχει κανείς

Μόνο αέρας

Διαβάζω ανάποδα, από πίσω προς τα εμπρός, το πρώτο ποίημα της συλλογής

Είναι ένα καρότσι

Οι ρόδες του υπόσχονται αιώνια φυγή

(ο μπροστινός τροχός τρίζει/τον σπρώχνω σταθερά)

Είναι ένα καρότσι – εκεί λένε, σε ένα καρότσι έγραψε ένα βιβλίο ο Γουίλλιαμ Φώκνερ – όταν διαβάζω καρότσι είναι δρόμος, είναι αράδα, είναι γραφή – που σβήνεται ίσως στην άμμο – είναι αμάξι – είναι η άμαξα η μεγάλη άρκτος – ο μόνος προσανατολισμός στην έρημο όπως είπαμε στην αρχή…

σταθερά – γράφει τον σπρώχνω σταθερά

Αλλά έχω την αίσθηση πως αυτό το συνθετικό ποίημα, αυτή η ποιητική σύνθεση προσπαθεί να σπάσει κάθε σύνδεσμο σταθερότητας. Ο ποιητής θέλει να με αποπροσανατολίσει….

Ξεκλειδώνει τα υπόγεια

Ξηλώνει πατώματα αυτή η νύχτα

Το δάπεδο βουλιάζει

Οι τοίχοι τρέμουν

Οι αρμοί της σκάλας λύνονται

Η στέγη υποχωρεί

Τα γείσα πέφτουν

Θέλει να δημιουργήσει αστάθεια, ίλιγγο

Χιλιάδες μυρμήγκια γλιστράνε σε πάγο

Η ανεξάντλητη σιγουριά του άσπρου

Ή πιο πριν

Στην παγωμένη επιφάνεια του καθρέφτη

Ανύποπτη

Δίχως κουπί

Δίχως σκαρί

Ταξιδεύει

Μια μυητική διαδρομή λοιπόν, μια λαβυρινθική πορεία, που αντί να γίνεται ένδον, αντί να γίνεται με καταβύθιση σε σπηλιές, στο άντρο του Μινωταύρου γίνεται στο αχανές, στο έξω.

Ποιες οι δικές μου αποσκευές για να βαδίσω στην Έρημο;

– Νυκτερινή Πτήση – Γη των ανθρώπων του Σαιντ Εξυπερύ – εκεί συνάντησα άλλη μια φορά την έρημο

-Τσάι στη Σαχάρα του Μάικλ Οντάντζε – μια διαδρομή που δεν θυμάμαι πια – με μια μαγική όαση στο κέντρο, μια μυθική Ζερζούρα

– Και φυσικά τις φοβερές μεταφορές για την έρημο από τον Άγγλο Ασθενή – νομίζω εκεί είναι που γράφει κάπου η έρημος μοιάζει σαν στόμα σκύλου…

Στις αποσκευές μου και τα οράματα της ερήμου – οι πειρασμοί του Αγίου Αντωνίου, τα τέρατα, οι δαίμονες της ερημιάς – συναντήσεις του περίεργου αναγνώστη, που ιερόσυλα διαβάζει τις μαρτυρίες των γραφών…

Ο λαβύρινθος μια διαδρομή ολισθηρή, επικίνδυνη, που στις περισσότερες περιπτώσεις οδηγεί στην απώλεια – γι΄αυτό φημίζεται – οι πολλοί που χάνονται. Πολύτιμος όμως για τον ένα, τον κεντρικό ήρωα, τον αφηγητή που θα τον διαβεί. Θα φτάσει στο κέντρο και θα ξαναβγεί. Η ανθρωποποίηση, η εκπλήρωση της κάθε αποστολής, η Οδύσσεια par excellence – όλα έγιναν για να περάσουμε μέσα από αυτά. Για να διασχίσεις την έρημο έγιναν.

Δεν θυμάται

Γιατί δεν θέλει να θυμάται

Βαζίζει διαρκώς

Να διασχίσεις την έρημο, έλεγε, αυτό έχει σημασία

Και συνέχιζε

Ανάμεσα στο πλήθος

Να διασχίσεις την έρημο, έλεγε

Να διασχίσεις την έρημο, αυτό έχει σημασία.

Και μετά έρχονται τα οράματα – οι πειρασμοί του Αγίου Αντωνίου που είπαμε στην αρχή. Οι εφιάλτες της ερήμου

Σχήματα ζωομορφικά – δέρμα φιδιού, σώμα χωρίς πόδια, άνθρωπος από νερό – το υλικό, η υφή της ύπαρξης – το χαρτί, το χιόνι το νερό –

είδε σκύλους στο αίμα του αδέσποτους

Ελάφια να διασχίζουν το κορμί του

Κυνηγούς ακροβολισμένους

Στις τέσσερις γωνίες του ορίζοντα

Φωνές μικρών παιδιών στα χέρια του

Η συγκέντρωση στον εαυτό – το σταθερό σημείο στην έρημο – εισπνοή – εκπνοή

Και κυρίως το βλέμμα, το μάτι. Μια συγκέντρωση στην ακρίβεια της όρασης. Στη συρρίκνωση, συσπείρωση που βλέπει

Τα μάτια είναι του χρόνου τα παράθυρα

Τι βλέπεις

Τίποτα για τίποτα

Τι συλλέγει το βλέμμα; Το βλέμμα κυνηγός –

Θήραμα και θηρευτής κοιτάζονται

Οι κόρες των ματιών διαστέλλονται

Ο αμοιβαίος φόβος – το μάτι που ανοιγοκλείνει – το βλέφαρο – το κλείστρο της μηχανής

Τι σημαίνει το βλέμμα;

Τι υπάρχει μέσα από το βλέμμα;

Η ακρίβεια ωρολογοποιού

Η εστίαση –

Το ρολόι ο χρόνος – η χρονικότητα του βλέμματος –

Τα μάτια είναι του χρόνου τα παράθυρα

Η συνέχεια το μετείκασμα

Ο κινηματογράφος…

Ο θάνατος

Μέσα από το βλέμμα ύλη

Ύλη σιωπής

Μια σπουδή – μια ασπρόμαυρη φαντασμαγορία που θα αποδόσει μια επαναδημιουργία του κόσμου – και δεν μιλώ για το κοσμικό αυγό και τα ορφικά βεβαίως – αλλά την εστίαση στο θάνατο, το μετείκασμα, τον κινηματογράφο, την κατοίκηση στο όνειρο μέσα από την εναλλαγή του φωτός και του σκότους…

τη μνήμη

Το τι είναι θεός

Ο ποιητής είναι ένας δημιουργός θεός – που δημιουργεί τον κόσμο και τον χρόνο , τη μνήμη τη λήθη – ονειρευόμενος.

Η κυριαρχία του άδειου

Του ακίνητου στο χρόνο

Το ανίκητο του χρόνου

Τα μάτια είναι

Μια δημιουργία – ύπνος όνειρο, λήθη, μάτι καθρέφτης – συνείδηση – χρόνος – μάτι χρόνος

Οι Ώρες πετούν

Από το μανίκι του Θεού ξεχύνονται λευκά πουλιά

Οι Ώρες μοναχικοί του Απείρου ακροβάτες

Και ο Χρόνος κλόουν τρελός παλιάτσος

Του Ουρανού διασκεδαστής

Αυτάρεσκα υποκλίνεται

Και στο κοσμικό αυγό ξαναμπαίνει…

Η Ορφική δημιουργία, η αντιστρεπτότητα – η ταινία του Βερτόφ ο άνθρωπος με την κινηματογραφική μηχανή –

Το μανιφέστο Κινηματογράφος – μάτι πιστεύω πνευματική οφειλή

Εκεί η σκηνή με το ανάποδο αυγό που μαζεύεται στην ταινία του

Έτσι και αυτάρεσκα υποκλίνεται και στο κοσμικό αυγό ξαναμπαίνει

την ίδια σκηνή από την ταινία του Βερτόφ περιγράφει και Κώστας Μαυρουδής στις τέσσερις εποχές με το ποίημα «Επιστρεψιμότητα»…

Εκεί που φαντάζεται πως ίσως είναι δυνατόν να συμβεί όταν γράφει:

«από το ναό βγαίνει το ζεύγος Στάντλερ

επαναλαμβάνοντας ανάστροφα την πρωινή πορεία από το

σπίτι.

Πρωινό στην κουζίνα.

Το γάλα πλάγιος πίδακας, επιστρέφει στη φιάλη του, τα δημητριακά επιστρέφουν στη συσκευασία της Νεστλέ.

Με τις πιζάμες του ο σύζυγος

Βαδίζει ανάποδα προς το κρεβάτι

[…]»

Και παρακάτω:

«όπως συμβαίνει (αν θυμάστε) στην ταινία του Βερτόφ

ο χρόνος κινείται αντίστροφα,

το ψωμί επιστρέφει στο αλεύρι…»

Εδώ είναι που κι εγώ έπρεπε αν είχα πει φυσικός – να μην το κρύβω – όταν στις σπουδές μου παιδευόμουν να βρω τις πρώτες αρχές της εντροπίας – την μη αντιστρεπτότητα – δεν μπορούσα να μην σχολιάσω με αυτόν τον τρόπο την πνευματική αυτή οφειλή της Έφης. Σπουδές σκηνοθεσίας – σπουδές φυσικής – την στοιχειώνει η επιστρεψιμότητα – η μη επιστρεψιμότητα….

Δεν θα σας κουράσω άλλο. Δεν θα επαναλάβω την ανάγνωση. Δεν θα χαράξω ένα χάρτη της ερήμου – σαν αυτούς που σχεδίαζε η Γερτρούδη Μπελ – μια αναφορά πάλι στον Άγγλο Ασθενή. Η ποιητική συλλογή – το συνθετικό ποίημα – είναι καλύτερα αυτό που πρέπει ο αναγνώστης να διασχίσει. Είναι μια έρημος που τον καλεί μέσα της να χαθεί και να αναδυθεί στο δικό του χρόνο, έχοντας περάσει αυτές ή άλλες δοκιμασίες. Αυτές από τον δικό του βυθό των ακαταλήπτων πραγμάτων που λέει ο Παπαδιαμάντης.

Μια αναγέννηση, μια αναδημιουργία στις παρυφές του λαβυρίνθου

Αναγέννηση – μοίρα και θάνατος και γέννηση μαζί

Όλες οι λέξεις

Θραύσματα και ύλη

Μαγικοί λαβύρινθοι

Που κρύβονται στα πλήκτρα

Εκεί στα πλήκτρα είναι οι λαβύρινθοι, εκεί είναι η έρημος…

Εύχομαι από καρδιάς στην Έφη καλή συνέχεια, όμορφα ταξίδια. Να διαβαστεί να αγαπηθεί αυτή η νέα της συλλογή και να έχει την αναγνώριση που της αξίζει…

*To κείμενό της εισήγησής μου, στην εκδήλωση για την ποιητική συλλογή της Έφης Καλογεροπούλου «Έρημος όπως έρωτας», βιβλιοθήκη Βολανάκη, Σάββατο 20 Ιουνίου

ΣΠΥΡΟΣ ΑΡΑΒΑΝΗΣ

Έφη Καλογεροπούλου, «Έρημος όπως Έρωτας»

μετφρ. στα αγγλικά: Γιάννης Γκούμας,

Σειρά Ποιείν 12, εκδ. Μετρονόμος

 

Η Έφη Καλογεροπούλου συνεχίζει να παραμένει εξελικτικά πιστή σε αυτό που γνωρίζει καλά: στο να πλάθει ένα ποιητικό σύμπαν προσφέροντας τη μαγιά στον αναγνώστη και αφήνοντας το προζύμι στο ποιητικό της εργαστήρι. Κάτι που δεν είναι πάντα φυσικό και αναμενόμενο αν προστρέξει κανείς στη σύγχρονη ποιητική παραγωγή. Σε αυτήν την τέταρτη συλλογή της στην οποία συγκεντρώνονται όλες οι περασμένες της κατακτήσεις γραφής, πάει ένα βήμα παραπέρα και μας προσφέρει ένα βιβλίο το οποίο διαβάζεται με οποιονδήποτε τρόπο: ξεκινώντας από οποιαδήποτε σελίδα, από οποιοδήποτε πλάνο, από οποιαδήποτε σκηνή, ο αναγνώστης καταλήγει μέσω των μικρών ή μεγαλύτερων ποιητικών της θραυσμάτων στη σύνθεση του όλου, στην αποκάλυψη όλης της κινηματογραφικής ταινίας ή του θεατρικού έργου. Σε αυτήν την κινηματογραφική-θεατρική διάσταση του έργου της Καλογεροπούλου θα σταθώ λίγο περισσότερο.

Αυτή επιτυγχάνεται με εναλλασσόμενα γκρο πλαν:

Θήραμα και θηρευτής κοιτάζονται

οι κόρες των ματιών τους διαστέλλονται

ο φόβος του θηράματος κατοικεί το μάτι του θηρευτή

και το τυφλώνει

ξερός κρότος ακούγεται

καθώς τα βλέφαρά του ανοιγοκλείνουν

το θήραμα αιχμαλωτίζει το θηρευτή.

Γίνονται ένα.

με τους διαλόγους:

– Τι βλέπεις;

– Τα μάτια είναι του χρόνου τα παράθυρα, του λέω.

– Τι βλέπεις;

– Τίποτα. Τίποτα για τίποτα, του λέω.

– Οι τυφλοί χαμογελούν, μου λέει.

και με τις σκηνοθετικές της οδηγίες:

Είναι χθες. Κοιτάζει τον εαυτό του, πίσω γωνία αριστερά στο βάθος, να έρχεται προς το μέρος του. Συνεχίζει να περπατά. Χρόνια σκοτάδι ανάμεσα. Στρίβει. Στον καθρέφτη της διπλανής βιτρίνας τον βλέπει πάλι. Κοιτάζονται. Πλησιάζει. Είναι χθες. Προβάρει ένα ζευγάρι αόρατα παπούτσια. Βγαίνει. Τώρα. Χρόνια μετά. Τίποτα ίδιο. Βιάζεται, τρέχει, βγαίνουν στον υπόγειο. Ένας ήχος ακούγεται.

Έχω, δηλαδή, την εντύπωση πως μετά και από αυτή τη συλλογή η Καλογεροπούλου βρίσκεται όλο και πιο κοντά στη συγγραφή ενός ποιητικό-θεατρικού έργου-αν δεν το έχει ήδη στο συρτάρι της- . Ένα θεατρικό έργο με ποιητικό περιεχόμενο, με ψυχογραφικούς χαρακτήρες και με μια δράση που φωτίζει τα ήθη και τα συναισθήματα μέσα από τη χρήση αντικειμένων με συμβολιστικό χαρακτήρα όπως το νερό, το σπασμένο ποτήρι, το δέντρο, η πέτρα, το σώμα. Γνωρίζει, δηλαδή, πιθανόν και εξαιτίας και της θεατρολογικής της παιδείας, το πώς να δημιουργεί εικόνες στις οποίες η δράση να γίνεται ταυτόχρονα αφήγηση, η πλοκή να μετεωρίζεται στη λεκτική και μη λεκτική επικοινωνία και το υπερρεαλιστικό του λόγου να υπηρετεί τη σκηνική οικονομία.

Πέραν όμως αυτής της θεατρικής-κινηματογραφικής διάστασης της ποίησης της Καλογεροπούλου, στο βιβλίο εμπεριέχονται ποιήματα που είτε είναι μόνο δυο στίχοι:

«Έχει την υπομονή του δέντρου που καίγεται. Υπάρχει μια ύλη σιωπής εκεί πριν»

είτε μια μακροσκελή ποιητική σύνθεση όπως είναι το «ο ύπνος σαν άλλος εφιάλτης των παρόντων και των απόντων»

διατηρούν την αυτοτέλεια των στίχων που διατηρούνται στη μνήμη του αναγνώστη ως συμπυκνωμένα και αυτάρκη νοήματα και παράλληλα οργανικά δεμένα με το υπόλοιπο περιβάλλον. Η παραθετικότητα δε των στίχων στην ποιητική σύνθεση λειτουργεί ως λεκτική υπενθύμιση η οποία με έναν καταιγιστικό ρυθμό σχολιάζει ποιητικά και υπαινικτικά το παρόν μας μέσα από μια σύζευξη της ατομικής με τη συλλογική ιστορία, έτσι δηλαδή όπως οφείλουν να κάνουν τα μεγάλα -εδώ ο όρος αξιολογικά- ποιήματα.

Στην εποχή του facebook και του twitter όπου τα πάντα αποκτούν μικρές φόρμες λειτουργώντας ως τσιτάτα προς τέρψιν και likes των διαδικτυακών αναγνωστών, η ποίηση της Καλογεροπούλου αντιστέκεται χρησιμοποιώντας τα ίδια μέσα, δηλαδή, το ακαριαίο του λόγου και της συγκίνησης, το ποιητικό απόφθεγμα και τη φιλοσοφούσα ρήση:

«Όταν αγαπάς μέχρι και οι νεκροί χαμογελούν» , «Πίσω από τις ράχες των βιβλίων υγρασία, μέχρι να γίνει λέξη», «Ο δικός μου άγγελος είναι από σκοτάδι», «Αν δεν βγεις από τον εαυτό σου δε θα συναντήσεις ποτέ κανέναν», «Τα μάτια είναι του χρόνου τα παράθυρα»

είναι μερικοί από αυτούς τους στίχους που μπορούν να αναπαραχθούν σε πλείστους διαδικτυακούς τοίχους. Αυτή η παρατήρηση δεν υποβιβάζει ασφαλώς την ποιητική της Καλογεροπούλου ούτε υπονοεί σκοπιμότητα εκ μέρους της. Αντιθέτως αυτή η τακτική των διαδικτυακών χρηστών έχει τη σημειολογία της. Μας δείχνει πως οι στίχοι των ποιητών οφείλουν να έχουν δραστικό ρόλο στην καθημερινότητά μας, να συνυπάρχουν με τις ζωγραφιές, τις φωτογραφίες, τα video, τις selfie, να λειτουργούν ενίοτε και ως λεζάντες της καθημερινότητας και ως σχόλια του καιρού. Το αν θα αναζητήσουμε και αν θα προχωρήσουμε στην ανάγνωση βιβλίων, αν θα εντάξουμε και την ποίηση στην ολότητά της μέσα στη ζωή μας και όχι μόνο τις ποιητικές στιγμές εν είδει αναγνωστικής επίδειξης και εν τέλει ημιμάθειας, αυτό ξεφεύγει από την υποχρέωση του εκάστοτε δημιουργού και εναπόκειται στο ποιον του κάθε αναγνώστη και της παιδείας του.

Κλείνοντας θέλω να τονίσω πως το να εκδίδεται ένα βιβλίο σήμερα σε δίγλωσση μορφή χωρίς την άμεση εμπορική προώθησή του σε διεθνές αναγνωστικό κοινό δεν οφείλεται σε κάποια αυταρέσκεια και αλαζονική στόχευση εκ μέρους του δημιουργού. Πηγάζει καθαρά από μια σχέση μεταξύ δυο ανθρώπων που τους ενώνει η γλώσσα της δημιουργίας και που για να μπορέσουν να την αισθανθούν τη μεταγράφουν, η μεν Καλογεροπούλου σε λέξεις ο δε Γκούμας μεταφράζοντας στα αγγλικά, στη γλώσσα δηλαδή που έμαθε ή πιο σωστά του έμαθαν να σκέφτεται.

ΕΡΗΜΟΣ ΟΠΩΣ ΕΡΩΤΑΣ,μια ανάγνωση από την ΤΟΤΑ ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ

7/01/2015 09:27:00 π.μ. θράκα

εκδόσεις μετρονόμος-σειρά ποιείν,Μάιος 2015

ΕΡΗΜΟΣ..τόπος ασύχναστος..απάτητος…απομονωμένος..εγκαταλελειμμένος..ακατοίκητος..

Στην τελευταία ποιητική της συλλογή, η Εφη Καλογεροπούλου, επιλέγει-κυριολεκτικά- μια σκηνογραφία ξηρασίας, χωρίς βλάστηση, χωρίς νερό, ένα χώρο επικίνδυνο, όπου όλα μπορούν να συμβούν.

Κι επειδή η αναζήτηση της αλήθειας είναι πιο πολύτιμη από την κατοχή της, αυτό που εχει σημασία είναι το ταξίδι, ένα ταξίδι σε τόπο άνυδρο, μια πορεία φυγής..…

«να διασχίσεις την έρημο-αυτό εχει σημασία…κι αναζητώντας λίγη σκιά,δεν είχε παρά τον ίσκιο του μονάχα»

Τόπος σιωπηλός γεμάτος κινδύνους, συναντήσεις με δαίμονες φόβους, εφιάλτες, μνήμες, παγίδες,τη βάσανο του χρόνου-ρολογιού με το αδίστακτο τικ τακ του, δοκιμασίες θανάτου, οφθαλμαπάτες, σισύφειο άχθος, αλλά και τόπος προσευχών, ονείρων, προσδοκιών, επινοήσεων, θαυμάτων και μιας άγριας ομορφιάς που δεν μπορεί, παρά να προκαλέσει τη λύτρωση..

Η ποίηση της Εφης Καλογεροπούλου, είναι ζωντανή, εντατική, βρίθει καταστάσεων και νοημάτων. Είναι η μεταφυσική, αγωνιώδης της αντίληψη για την μορφή του χρόνου –«ο χρόνος,ο μεγαλύτερος Ερωτας όλων των Ερώτων»-, αυτήν την αντίληψη, την σπάει σε μικρά κομμάτια, δημιουργώντας δυναμικά ταχυδράματα πλούσιας θεατρικότητας με δυνατά νοητικά σχήματα εικόνων.

Μια επίμονη πορεία μελαγχολικής αυτοπαρατήρησης, αυτογνωσίας και αναγέννησης, ένα salto mortale στον εαυτό και στον Aλλο αυτό το ταξίδι στην έρημο,με μια σχεδόν κινηματογραφική δομή, ένα road movie,όπου η αλληλουχία των δραματικών εικόνων/συμβάντων φορτίζει διαρκώς την ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα, αφήνοντας χώρο ελεύθερο στον συνειρμό και τη μετωνυμία. Θέτει απέναντι ως συνομιλητή τον αναγνώστη κι επειδή ποίηση είναι ό,τι μπορείς να μεταφράσεις με νόημα στη δική σου γλώσσα, σε καλεί να απαντήσεις, με την υπόσχεση μιας συνέχειας.

Αιφνίδια cut από γενναίες, μικρές, προσεκτικές αυτοχειρίες, ανάσες, επιφωνήματα, ψίθυροι, μουρμουρίσματα, κραυγές, συνθέτουν το ηχητικό περιβάλλον, κραυγές αγωνίας για τα δευτερόλεπτα που περνούν και γίνονται χρόνια, βάρος αβάσταχτο οι ακίνητες λίμνες με τα καθαρά νερά, ποτάμια ορμητικά γεμάτα λάσπη και πέτρες, κρωξίματα γλάρων και βλέμματα ναυαγών.

Θα σας διαβάσω ένα απόσπασμα από αυτό το ταξίδι, έχοντας στο νου την κουβέντα του Γιώργου Σαραντάρη, που είπε πως η ποίηση είναι εκείνος ο εαυτός μας που δεν κοιμάται ποτέ και τα λόγια του Γιώργου Σεφέρη, πως η ποίηση έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα

«Ο ύπνος σαν άλλος εφιάλτης των παρόντων και των απόντων τα σώματα συνημμένα ριγμένα μέσα σε αυτή την μηχανή του χρόνου που διαρκώς περιστρέφεται σαν το νερό στον κρύσταλλο μέσα και χάρτες χαράζει στο βλέμμα στην καρδιά της όρασης στην καρδιά του κόσμου έτσι που ο χρόνος σε φώς ξεσπάει η φωτιά της φύσης ρίχνει λιωμένο μέταλλο ποτίζει τις πληγές και το αίμα περιπλανώμενο ανάμεσα σε μας και στο στρογγυλό του καθρέφτη μάτι που μας ακολουθεί μια μουσική γεννάει εκεί που τα παράθυρα της ψυχής τα χέρια μας ανοίγουν σαν άλλες των φτερών ανταύγειες μια προσευχή μια περιπλάνηση για το Αλλού του κόσμου τούτου.

Οι γραμμές

Οι αριθμοί

Τα πρόσωπα

Το αμνημόνευτο της αγάπης βάθος

Το Νόημα

Το Απόκτημα

Ο Θάνατος

Ο νεκρός αδερφός

Το ανεκπλήρωτο μέλλον

Τα παιδιά που έμειναν νάνοι

Οι νάνοι νεκροί

Οι μέσα μας νεκροί

Η αφετηρία πριν την αρχή

Το χέρι που δε φτάνει να κόψει το χρόνο

Ο σάπιος χρόνος είναι ο ώριμος χρόνος

Ο χρόνος σιωπή

Ο χρόνος εφιάλτης

Ο χρόνος παγίδα

Ο χρόνος δήμιος

Ο χρόνος ο μεγαλύτερος Ερωτας ολων των Ερώτων

Το καρφί και το πύον της συνείδησης

Το αίμα στο φιλί

Το καμένο κάρβουνο της προδοσίας

Το άσπρο πόδι της ματαίωσης

Η λάσπη της αγάπης και η Θεία κοινωνία της

Ο άγριος σκύλος που κοιμάται μέσα μου τις νύχτες

Το άδειο που δεν έχω όταν σε εχω

Το πριν το τώρα το μετά το πάντα από το κλάμα μου

Το φαγωμένο μήλο της ζωής μας και τα φτυσμένα κουκούτσια του

Ο ήχος από σπασμένα ποτήρια που σε ξυπνά τις νύχτες

Το σπασμένο ανάμεσά μας

Ο χρόνος ο αδερφός μου ,ο πατέρας μου ,η μάνα μου

Τα παιδιά μου

Ο δημιουργός μου και ο δήμιος μου

Ο δήμιος μου

Ο δήμιος μου

Η φωτιά που καίει τα σταφύλια

Τα σπασμένα φρένα της απόγνωσης

Το ζώο στο σφαγείο

Το ζώο στο διάδρομο του σφαγείου

Το σφαγμένο βλέμμα σου

Οι νυχτερίδες της σκέψης

Οι τύψεις

Ο Θάνατος

Οι χειρονομίες του

Το ανεπίστροφο

Το ανεπίδοτο

ο γκρεμισμένος τοίχος της σκιάς σου

οι σκιές μας

τα κομμένα δάχτυλα της τρέλας

οι μέρες μας που ανοιγοκλείνουν στο σκοτάδι

οι πόρτες της συνείδησης

οι πόρτες μας

το ποτάμι της λήθης με το μαύρο νερό

το λιωμένο μέταλλο του χρόνου

το ξυράφι του

Το παγωμένο γάλα της συνείδησης

και το μαχαίρι που το κόβει

κι ήταν η σάρκα του νερού

το σώμα του νερού, που απ τα δάχτυλα γλιστρώντας

τον ρωτούσε

πες μου από ποια αρρώστια θα πεθάνεις ;

Κι έτσι ο χαμένος χρόνος,

ο χρόνος της αναμονής των συμβάντων του

ο κρεμασμένος χρόνος της σιωπής

απ τα νύχια της ανάγκης κρεμασμένος

του έδειχνε σβήνοντας

μιαν άλλη δυνατότητα του να υπάρχει

χωρίς αυτά,

να υπάρχει

σαν ένας σωρός άλλου κουρασμένου χρόνου

παράξενος

που μαζεύει τις βαλίτσες του

και ανεβαίνει πάλι στις στρογγυλές του ρόδες

και κυλάει

σκορπίζοντας βλέμματα ζώων

κραυγές παιδιών

και ψίχουλα ρόδων στο σκοτάδι

και κυλάει

με όλα τα αδέσποτα των δρόμων

αδέσποτος κι αυτός μαζί

άδετος, αδαής , δεόμενος

κυριευμένος από την απόλυτη σιωπή

του μυστήριου της ζωής

και του φωτός αιχμάλωτος»…….(Ερημος όπως Ερωτας-απόσπασμα)

Είναι ένας θρήνος ή το πένθος του?

Όπως και να έχει, η «έρημος όπως έρωτας», κρύβει εντός της μια ορατή ή αόρατη εξίσωση-σχεδόν κρυπτική-το νόμισμα είναι ένα και έχει δυο πλευρές – spot σκοτάδι φως- και η φωτεινή πλευρά, είναι εκείνη η ερωτηματική, που μας καλεί να την αποκωδικοποιήσουμε.

Τότα Σακελλαρίου

Ηθοποιός-σκηνοθέτης

(ομιλία στα πλαίσια της παρουσίασης του βιβλίου «Ερημος όπως Ερωτας», στην βιβλιοθήκη Βολανάκη στις 20 Ιουνίου 2015 στα Εξάρχεια).

Διώνη Δημητριάδου

«Ο μεγαλύτερος Έρωτας όλων των Ερώτων»

fractal 25/5/2016

«…αυτός που στο μάτι του ζώου

θάνατο βλέπει και ποτέ την αθωότητα…»

Η ποίηση της Έφης Καλογεροπούλου δημιουργεί ένα ρήγμα σ’ αυτό που πιστεύεις ή που νομίζεις ότι αξίζει να πιστεύεις. Είναι ένα ξάφνιασμα ο λόγος της, που σου ανατρέπει τον κόσμο όπως αυτός σου παρουσιάζεται. Και αυτό ξεκινά από τον τίτλο της ποιητικής της συλλογής, εκεί που συνταιριάζει τις δύο λέξεις έρωτας και έρημος, ηχητικά συγγενείς έτσι κι αλλιώς. Αναρωτιέμαι αν αυτό είναι ένα γνώρισμα εκείνης της αληθινής ποίησης που αγνοεί τα κοινότοπα -και τόσο πεζά σε τελευταία ανάλυση- με τα οποία αρέσκονται ακόμη κάποιοι να ταλανίζουν την πένα τους.

Οι στίχοι εδώ έρχονται και σε βρίσκουν με την υποδειγματική τους λιτότητα, σε μια αποθέωση της ουσίας, η οποία πάντοτε προτιμά τη λακωνικότητα, ποτέ τη φλύαρη επιμονή στο ευτελές και εύκολο του φορτωμένου λόγου.

«Οι γραμμές

οι αριθμοί

τα πρόσωπα

το αμνημόνευτο της αγάπης βάθος

το Νόημα

το Απόκτημα

ο Θάνατος

ο νεκρός αδερφός

το ανεκπλήρωτο μέλλον

τα παιδιά που έμειναν νάνοι

οι νάνοι νεκροί

οι μέσα μας νεκροί

η αφετηρία πριν την αρχή

το χέρι που δε φτάνει να κόψει το χρόνο

ο σάπιος χρόνος είναι ο ώριμος χρόνος

ο χρόνος σιωπή

ο χρόνος εφιάλτης

ο χρόνος παγίδα

ο χρόνος δήμιος

ο χρόνος ο μεγαλύτερος Έρωτας όλων των Ερώτων

[…]

άδετος αδαής δεόμενος

κυριευμένος από την απόλυτη σιωπή

του μυστηρίου της ζωής

και του φωτός αιχμάλωτος[…]

Στίχοι με την ελάχιστη στίξη, το ελάχιστο αυτό στίγμα του σχολιασμού, καθαροί προσφέρονται σε όποιον μπορεί να δει πίσω από αυτούς μια πλήρη εικόνα, συνολική του κόσμου, μέσα στον οποίο εντάσσεται και ο άνθρωπος και τα πάθη του, εσωτερικά και εξωτερικά παθήματα.

Αιχμάλωτος του φωτός, όπως λέει η ποιήτρια, εγκλωβισμένος στον χώρο των φαινομένων, αντικρίζει τα σημαίνοντα αγνοώντας τα σημαινόμενα. Αδυνατεί να δει ότι το μυστήριο της ζωής ανοίγεται μόνον όταν μπορέσει να δει ενταγμένο τον εαυτό του στο σύμπαν, όσο κι αν αυτό υποκρύπτει την αλήθεια του.

Μέσα σ’ αυτή την περιδίνηση του χρόνου, που ορίζει τη ζωή χωρίς ο ίδιος να ορίζεται ποτέ, που απατηλές και ασαφείς εικόνες μόνο προσφέρει, αφήνεται και ο ατυχής άνθρωπος, ο τάχα σοφότερος των δημιουργημάτων, να αντιμετωπίσει τις αυταπάτες του. Έρωτας όπως έρημος, μια που και ο χρόνος είναι ο μεγαλύτερος Έρωτας όλων των Ερώτων. Ο έρωτας άλλη μια ασταθής βεβαιότητα, όσο κι αν προσπαθεί να τη δει μέσα σε χρονικές διάρκειες. Αυτός πάντα θα ξεφεύγει, περιγελώντας την ψευδαίσθηση μιας αιωνιότητας. Πώς αλλιώς να οριστεί όμως ο έρωτας έτσι ταυτισμένος με μια χαώδη, άπειρη διάσταση του κόσμου, όπου λειτουργούν ερήμην του ανθρώπου άλλοι νόμοι και κυρίως μια άλλη λογική (έτσι συμβατικά εδώ ο όρος με μια αδυναμία να ξεφύγουμε από τα όρια του ανθρώπινου μυαλού).

Κάτω από αυτή την οπτική, έχουμε μια φιλοσοφική διάσταση στον λόγο, που πολύ απέχει από την απλή αισθητική πρόσληψη της ποίησης. Οι χρόνοι του ρήματος -κυρίως ο Ενεστώτας ενός παρόντος μιας αδυσώπητης διάρκειας, αλλά και ο Αόριστος της συσσώρευσης χρονικών στιγμών- υπογραμμίζουν την αδιάκοπη και βασανιστική πορεία του ανθρώπου σε μια ζωή που ίσως αποδεικνύεται λίγη για τις απατηλές ελπίδες του.

«Δεν θυμάται

γιατί δεν θέλει να θυμάται.

Βαδίζει διαρκώς –

να διασχίσεις την έρημο, έλεγε, αυτό έχει σημασία

και συνέχιζε

ανάμεσα στο πλήθος,

να διασχίσεις την έρημο, έλεγε[…]

«Κάποτε

μια αστραπή στάθηκε αρκετή.

άνοιξαν ταυτόχρονα

τις ομπρέλες της σιωπής

κι έζησαν έτσι άβρεχτοι

για χρόνια.»

Αυτή η τελευταία θα μπορούσε να είναι μια εκδοχή του έρωτα, ίσως γενικότερα μια όψη ζωής ακύμαντης. Ίσως αν παραμείνεις άβρεχτος, σκιαγμένος από την πρώτη αστραπή και με την ομπρέλα ασφαλείας από πάνω σου, όλα να είναι πιο ήρεμα αλλά και πιο επίπεδα. Η ποίηση, όπως μας την προτείνει η ποιήτρια εδώ, περισσότερο αφορά αυτούς που δεν αρκούνται στα στεγανά δωμάτια, που αντιλαμβάνονται τη ζωή σαν μια αέναη αναζήτηση ουσίας, με το αναμφίβολο κόστος που τέτοια επικίνδυνα βήματα φέρουν μαζί τους. Σε μια τέτοια περίπτωση και ο έρωτας έχει άλλη μορφή

«Θήραμα και θηρευτής κοιτάζονται

οι κόρες των ματιών διαστέλλονται

ο φόβος του θηράματος κατοικεί το μάτι του θηρευτή

και το τυφλώνει

ξερός κρότος ακούγεται

καθώς τα βλέφαρα ανοιγοκλείνουν

το θήραμα αιχμαλωτίζει το θηρευτή.

Γίνονται ένα.»

οπότε θα ταίριαζε να πούμε όχι μόνο έρωτας όπως έρημος αλλά έρωτας όπως πόλεμος, πλησιάζοντας έτσι τον σκοτεινό φιλόσοφο που όρισε τον πόλεμο πατέρα πάντων, όπως συγκρούονται όλα τα αντίθετα για να προκύψει η σύνθεση διαλεκτική και ενδιαφέρουσα.

Διαβάζοντας τον ποιητικό λόγο της Έφης Καλογεροπούλου έχω την αίσθηση ότι καλούμαι να συμπληρώσω τα κενά διαστήματα ανάμεσα στους στίχους της με τον λόγο του αναγνώστη. Ιδανικά αυτό παίρνει τη μορφή ερωτημάτων, όπως θα ταίριαζε σε μια φιλοσοφική συζήτηση ιδιαίτερων απαιτήσεων. Μένω σε μια ερώτηση που θέτει η ίδια

«κι αν ο τοίχος είναι κάτι περισσότερο;»

Δηλαδή ένα τοπίο απέραντο, όπως μας προτείνει σε μια ακόμη ανατροπή του σκηνικού; Εκεί που υπάρχουν όρια, μπορείς να δεις το άπειρο που φυσικά σε εμπεριέχει; Αρκεί να καταργήσεις τον τοίχο που σου στερεί τη θέα της συνολικής εικόνας. Και ο φόβος, αυτή η ανθρώπινη αναστολή της επιθυμίας; Πόσο δυνατός μπορεί να είναι; Μα, ακόμη κι αν μείνουν αναπάντητα τα ερωτήματα αυτά, η αξία του ποιητικού λόγου παραμένει αναμφισβήτητη, στον βαθμό που κινητοποίησε τη σκέψη και ενεργοποίησε τον μηχανισμό απελευθέρωσης του δέσμιου ανθρώπου. Λέξεις που επανέρχονται σχεδόν εμμονικά λειτουργούν σαν φωτεινές ενδείξεις της πορείας:

περιστροφή

παράθυρα

καθρέφτης

χρόνος

έρωτας

άπειρο

σιωπή

σύμπαν

Ποίηση απαιτητική; Οπωσδήποτε. Ας σκεφτούμε πως ίσως μόνον έτσι αξίζει η ενασχόληση με τα ποιητικά πράγματα.

Μια ενδιαφέρουσα παρατήρηση για το τέλος. Η προσεγμένη αισθητικά συγκεκριμένη έκδοση είναι δίγλωσση. Διαβάζουμε τα ποιήματα και σε πολύ καλή αγγλική μετάφραση από τον Γιάννη Γκούμα, χωρίς αυτά να χάνουν κάτι από τον ρυθμό τους. Με αυτόν τον τρόπο μας δίνεται η ευκαιρία να δούμε τον μετασχηματισμό του ποιητικού λόγου (του πιο ιδιαίτερου λογοτεχνικού είδους) σε μια άλλη γλώσσα, στην ουσία σε μια άλλη εκδοχή λειτουργίας της σκέψης, μια που η άλλη γλώσσα απηχεί και μια διαφορετική δομή του σκέπτεσθαι. Το βρήκα πολύ ενδιαφέρον.

http://fractalart.gr/erimos-opws-erwtas/

Δήμος Χλωπτσιούδης

Η δραματικότητα στην ποίηση της Έφης Καλογεροπούλου

τοβιβλιο.net 7.07.2016

Έφη Καλογεροπούλου μτφρ: Γιάννης Γκούμας

Μετρονόμος

Έχουμε κι άλλες φορές υπογραμμίσει τη λογοτεχνική εγγύτητα του θεάτρου με την ποίηση. Για αιώνες, άλλωστε, οι δύο τέχνες ήταν συνοδοιπόροι. Είναι όμως εξόχως ενδιαφέρον το αποτέλεσμα όταν διαβάζουμε υβριδικούς πειραματισμούς θεατρικών έργων με ποιητική προσέγγιση ή ποιητικών συλλογών με έντονο το δραματουργικό στοιχείο. Στην τελευταία περίπτωση θα εντάξουμε και την δίγλωσση ποιητική συλλογή της Έφης Καλογεροπούλου «έρημος όπως έρωτας» (Μετρονόμος, 2015) με μετάφραση στα αγγλικά από τον Γιάννη Γκούμα.

Στη συλλογή κυριαρχεί το θεατρικό στοιχείο εμπλουτισμένο με οιονεί φωτογραφικό υλικό. Εξάλλου, συχνά μέσα από την αφηγηματική ροή η ίδια η ποιήτρια δίνει «σκηνοθετικές» οδηγίες και ορίζει τις σκηνογραφικές λεπτομέρειες του πλάνου της. Ο ποιητικός της φακός «αιχμαλωτίζει» καθημερινά στιγμιότυπα και στρέφει την προσοχή στο φαινομενικά «ανούσιο» ως λυρική αποτύπωση της στιγμής με μία ιδιάζουσα ρομαντική γραφή.

Μία συνειρμική ροή (αφήγησης ή στοχασμού) διαπερνά τις άτιτλες συνθέσεις της συλλογής, ενώ εξπρεσιονιστικές πινελιές εμπλουτίζουν το ποιητικό κάδρο. Και στο πλαίσιο της θεατρικής διάστασης της ποιητικής της απουσιάζουν χαρακτηριστικά οποιεσδήποτε χρωματικές αναφορές· τα χρώματα εξάγονται εντελώς συνειρμικά μέσα από την αφηγηματική κίνηση, χωρίς κανέναν προσδιορισμό.

Η ποιητική δράση περιορίζεται σε χώρους ανοιχτούς/εξωτερικούς κατά βάση νυχτερινούς ή μίας αδιάφορης φωτεινότητας. Ωστόσο, ο σκηνικός χώρος δεν είναι θολός, σαν ένα κινηματογραφικό «πέρασμα». Η ποιήτρια εμμένει στις περιγραφές της και τις εκθέτει ολοζώντανες με δραματική ταχύτητα.

Πρόκειται όμως για έναν χώρο διαρκούς ανομβρίας παρά την τακτική παρουσία του υγρού στοιχείου. Το τελευταίο μοιάζει σαν να μην μπορεί να απαλύνει τον πόνο που γεννά η ξηρασία του τοπίου διαμορφώνοντας ένα έρημο σκηνικό -κοινωνικό- περιβάλλον. Την αίσθηση της ερήμου συνδιαμορφώνει μία χαρακτηριστική σιωπή που κυριαρχεί στο θεατρικό φόντο, παρά τη διαλογικότητα που αναπτύσσεται έμμεσα ή άμεσα, εμφανώς (με παύλες) ή καλυμμένα.

Η δημιουργός πειραματίζεται με το στίχο και την έκφραση. Ενσωματωμένοι στο στίχο διάλογοι συμπλέουν με ένα βουβό δευτεροενικό πρόσωπο και μαζί με ερωτήσεις διαμορφώνουν το υποκριτικό πλαίσιο. Στις μεγαλύτερες συνθέσεις τα σκηνικά και στοχαστικά χαρακτηριστικά ενισχύονται, όπως και τα πεζολογικά χαρακτηριστικά του στίχου της. Επαυξημένες προτάσεις και δευτερεύουσες εμπλουτίζουν το αρχικό λυρικό ύφος, ενώ αντιθέσεις και διάλογοι προσφέρουν μία ιδιαίτερη κίνηση στο στίχο.

Η διαρκής τούτη κίνηση αισθητοποιείται και με το κεντράρισμα των στίχων, την ώρα που επαναλήψεις αισθητοποιούν την αγωνία για έναν σταθερό βηματισμό μέσα στη μεταβλητότητα των καιρών. Μία αστάθεια που καλύπτει τόσο την υπαρξιακή -με φιλοσοφική προσέγγιση- αγωνία του χρόνου για το παρόν και το μέλλον.

Ο κοινωνικός στοχασμός/κριτική διαποτίζει με αλληγορικό τρόπο τη δραματική εικαστική της. Οι μετωνυμικές και μεταφορικές εκφράσεις με την αποφθεγματικότητα τονίζουν το στοχαστικό ύφος και εντείνουν την κοινωνική αλληγορία. Μετέωρα ελλειπτικά ονοματικά σύνολα εκφράζουν την αβεβαιότητα της ποιήτριας μέσα στη ρευστότητα των καιρών. Άλλωστε, στις συνθέσεις της παραμένει σταθερή η θέση των κοινωνικών στιγμιότυπων με ένα αίσθημα ματαιότητας και απογοήτευσης παράλληλα με την υπαρξιακής φύσης αγωνία για το χρόνο.

Η Έφη Καλογεροπούλου, συγκεντρώνει τα θρυμματισμένα συναισθήματα και τις κομματιασμένες εικόνες μίας κοινωνίας που ζει σε ανασφάλεια και τα φιλτράρει μέσα από τα στοχαστικά της φίλτρα. Συμμετέχει στη διάνοιξη μίας οδού προς την ποίηση απλώνοντας τα στιχουργικά της χαλίκια μακριά από τον οδοστρωτήρα της καθημερινότητας. Με οδηγό τις αισθήσεις οδηγεί τον αναγνώστη/ακροατή κοινό μέσα από τη φωτεινή οδό της ποίησης στο χώρο των συναισθημάτων.

http://tovivlio.net/η-δραματικότητα-της-έφης-καλογεροπού/?doing_wp_cron=1474842634.0399329662322998046875

ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΛΛΗΣ

περιοδικό Τα ΠΟΙΗΤΙΚΑ ,τεύχος 21

Δεν είναι εύκολο να γράψεις σήμερα ερωτική ποίηση. Εχουν γραφτεί τόσο όμορφα ερωτικά ποιήματα στο παρελθόν που είναι σχεδόν αδύνατο να προσφέρεις κάτι καινούργιο. Επίσης η ποίηση που γράφεται σήμερα ,θέλοντας να ξεφύγει από τα στερεότυπα γίνεται όλο και πιο κυνική και πεζολογική .Εδώ όμως μιλάμε για θέματα όπως ο έρωτας που παίζει σημαντικό ρόλο στην ζωή και όχι για στιχάκια του συρμού. Αλλο η ερωτική ποίηση που επικεντρώνεται στο μεγάλο αυτό αίσθημα και άλλο η ποίηση της αγοράς που πλασάρεται ότι είναι ικανή να λυτρώσει τον άνθρωπο από τον πόνο του χαμένου έρωτα. Ίσως αυτός είναι και ο λόγος που οι περισσότεροι ποιητές σήμερα σπάνια καταπιάνονται με τον έρωτα. Όμως η αληθινή ποίηση δεν φοβάται να μιλήσει για τα μεγάλα ανθρώπινα θέματα. Ας μην το ξεχνάμε αυτό όλοι εμείς που γράφουμε. Αυτό που μένει είναι τελικά η προσωπική και ειλικρινής προσέγγιση ,είτε πρόκειται για ερωτικό ποίημα ,είτε για κοινωνικό ή πολιτικό .Είναι το προσωπικό, μοναδικό θα έλεγα βλέμμα του ποιητή εκείνο που σώζει το ποίημα από το να γίνει ένα αδιάφορο ανάγνωσμα. Με τον πρόλογο αυτό θα ήθελα να εκφράσω την ικανοποίησή μου για το βιβλίο της Έφης Καλογεροπούλου, Έρημος όπως Έρωτας, όπου τολμά να ασχοληθεί με την ερωτική ποίηση ,προσφέροντας όμως ένα ιδιαίτερο βλέμμα, λοξό, γι αυτό και τόσο όμορφο ,με επίκεντρο την ανθρώπινη ύπαρξη. Τα ποιήματα της συλλογής ,άτιτλα, είναι ένα ταξίδι ψυχής, αναζητώντας την ταυτότητα δια μέσου των αισθήσεων. Η ποιήτρια δεν πέφτει στην παγίδα να γράψει μελιστάλαχτα στιχάκια ,αλλά με την δύναμη ενός ελεύθερου πνεύματος αναρωτιέται για την δύναμη του έρωτα, μέσα από την απώλεια, τον πόνο, αλλά και μέσα από την χαρά, την τρέλα ,την υπέρβαση:

Άρρωστος από μίσος

πιο νεκρός κι από νεκρό

αυτός που στο μάτι του ζώου

θάνατο βλέπει και ποτέ την αθωότητα

Σε ξέρα ριγμένος

βυθισμένος στα πνιγμένα του νερά

αυτός που δέρμα αλλάζει κι από φίδι πιο γρήγορα

πουλί να γίνει θέλει με δανεικά φτερά.

Όπως διαπιστώνουμε με τους παραπάνω στίχους η Καλογεροπούλου υμνεί τον έρωτα, το αντικείμενο του πόθου της με έναν τρόπο που φαινομενικά δεν θυμίζει ερωτικό λόγο, αλλά αν αφουγκραστούμε προσεκτικά διαπιστώνουμε πως εδώ το ερωτικό στοιχείο είναι αυτό που δυναμιτίζει τις στιγμές ,που δίνει το χάρισμα της ελπίδας σε ένα χώρο στεγνό, αντιποιητικό. Αυτή η υπέρβαση στους στίχους της δημιουργεί μια ατμόσφαιρα έξω από τα στενά όρια που ζούμε τις ζωές μας, έστω και με δανεικά φτερά, μπορούμε να πετάξουμε. Δεν είναι λίγο:

Πιο μέσα απ το βλέμμα τι;

Με ακρίβεια ωρολογοποιού –που σφίγγει το κομμένο ελατήριο-

με την τελευταία βιδίτσα που απόμεινε

τράβηξε το τι απ την ερώτηση.

Πιο μέσα απ το βλέμμα ύλη

υλη σιωπής

πρόσθεσε.

Η Καλογεροπούλου με αυτήν την τέταρτη ποιητική της συλλογή , ώριμη όσο ποτέ, με στίχους που εισχωρούν μέσα σου και σε αναστατώνουν, όπως η κάθε καλή ποίηση ,καταφέρνει να περιγράψει το στοιχείο εκείνο του έρωτα που καθρεφτίζει την αλήθεια των ανθρώπινων πράξεων. Ανακαλύπτει την αιτία αυτών των πράξεων. Δεν δικαιολογεί δεν ωραιοποιεί. Ο έρωτας ξεγυμνώνει τα ένστικτα. Μας εκθέτει:

Το καμένο κάρβουνο της προδοσίας

το άσπρο πόδι της ματαίωσης

η λάσπη της αγάπης και η Θεία κοινωνία της

Ο άγριος σκύλος που κοιμάται μέσα μου τις νύχτες

το άδειο που δεν έχω όταν σε έχω.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΣΙΑΦΑΚΑ

ΣΤΑΧΤΕΣ 05/06/2015

Στην τέταρτη ποιητική συλλογή της Έφης Καλογεροπούλου Έρημος όπως έρωτας βρισκόμαστε ενώπιον ενός υπαρξιακού ταξιδιού με ισχυρή εικονοποιία, σπονδυλωτές εξιστορήσεις (ποιητικές συνθέσεις) με υπερρεαλιστικές αποτυπώσεις, θραύσματα εικόνων προερχόμενα από τον κόσμο του ονείρου και από τον κόσμο του παραμυθιού και, τέλος, ομιχλώδη ενσταντανέ ως αποτυπώματα υπαρξιακής αγωνίας σε χαμηλούς τόνους, ψίθυρους σχεδόν, σε πρωτοπρόσωπη ή τριτοπρόσωπη αφήγηση.

Τα λιτά εκφραστικά μέσα σε συνδυασμό με τα ασύνδετα σχήματα, τη συνειρμική παράθεση ιδεών και εικόνων, την επανάληψη και τα κυκλικά σχήματα λειτουργούν στο χώρο της Αισθητικής, δίνοντας ιδιαίτερο ρυθμό και ατμόσφαιρα σε μία ποιητική που απευθύνεται στον αποδέκτη διά μέσου μίας υπόγειας ενέργειας, αποτέλεσμα των προαναφερόμενων τεχνικών και της δυναμικής ροής του λόγου∙ πολλά ποιήματα θα μπορούσαν να είναι μικρές σκηνές με πλάγιο φωτισμό, σκηνές κάποτε που παραπέμπουν έντονα στο θέατρο του Μπέκετ.  Αυτοί οι χειρισμοί φαίνεται πως παγιώνονται πλέον στην ποίηση της Καλογεροπούλου, χαρακτηρίζοντας και το προσωπικό της ύφος.

Μέλημα ποιητικής εξιστόρησης είναι ο χρόνος, ο χώρος, το βλέμμα, το σώμα, το σκοτάδι, η σιωπή, ο ευνουχισμός, η αστάθεια, η ρευστότητα, η αιώρηση και η πτώση στο κενό – η έννοια του θανάτου πανταχού παρούσα ήδη από τη λέξη έρημος στον τίτλο της συλλογής, όπως και από το μότο του Ρίλκε Παράξενο να μην επιθυμείς πια τις επιθυμίες (Πρώτη ελεγεία, Ελεγείες του Ντουίνο). Και αυτό το «παράξενο» της απουσίας του επιθυμείν την επιθυμία δεν είναι τίποτε άλλο από το αίτιον του θανάτου και την ακύρωση του ποιητικού υποκειμένου μέσα από έναν παρελθοντικό και μη αποδεκτό πλέον διαμορφωμένο τρόπο του επιθυμείν: προφανώς διά μέσου της επιθυμίας της μη επιθυμίας ενός ανεπαρκούς καθρεφτικού άλλου. Εξ ου και η ματαίωση στον τίτλο: Έρημος όπως έρωτας.

Σκοτάδι πηχτό/στο βάθος άγριο/μυρίζει έρωτας (…)

Στη συλλογή ο άλλος μετατρέπεται σε εμμονή και διώκτη του υποκειμένου που ομιλεί, σε αίτιον της στέρησης, της φυγής και της κενότητας: Eίναι ένα καρότσι/οι ρόδες του υπόσχονται την αιώνια φυγή (…) Δεν υπάρχει δρόμος/δεν υπάρχει κανείς/μόνο αέρας (…) To άδειο/τρύπα από σιωπή/κρεμασμένη στο σκοτάδι/πάντα άσπρο (…)

Το σώμα, αποδιοργανωμένο και ελλιπές, επιστρέφει και σε αυτήν την ποιητική συλλογή της Καλογεροπούλου, αλλά περισσότερο δεμένο πλέον στη γλώσσα, που το αποκαλύπτει με μεγαλύτερη σαφήνεια. Ο καθρεφτικός άλλος στέκεται εκεί άλλοτε αδιάφορος, άλλοτε κατακερματιστικός και καταβροχθιστικός, άλλοτε παγωμένος και απών: νήματα είναι τα σώματα, είπε,/να τα υφάνεις περιμένουν (…) Στην παγωμένη επιφάνεια του καθρέφτη/ ανύποπτη/ήσυχα πλέει προς την κοιλιά του κήτους/τροφή για ψάρια /δίχως κουπί δίχως σκαρί /ταξιδεύει (…) Άρρωστος από μίσος/πιο νεκρός κι από νεκρό /αυτός που στο μάτι του ζώου/ θάνατο βλέπει και ποτέ την αθωότητα (…)

 Η ρευστότητα και η ανυπαρξία ενός υποκειμένου που γλιστρά μες στο κενό δίνεται με υπερρεαλιστικές εικόνες όπως, για παράδειγμα, με τα σημαίνοντα του χιονιού, του χαρτιού, του νερού. Άνθρωποι από χιόνι, νερό και χαρτί. Η Καλογεροπούλου κατασκευάζει ένα σύμπαν μετωνυμιών με καινούργια ποιητικά υλικά, όπως για παράδειγμα, με αυτό του νερού (άνθρωπος από νερό και εν συνεχεία ξεδίψασε άραγε ποτέ; και τα νερά θυμούνται: ταύτιση του περιεχομένου με το περιέχον), τα οποία επανανοηματοδοτεί για να ολοκληρώσει την κατασκευή της. Το σώμα αιωρείται, κινείται, ευνουχίζεται. Η μη ύπαρξη και η κραυγή της γίνεται αντιληπτή διά μέσου της απουσίας, διάλυσης, αποσύνθεσης της ύλης, αόρατης από τον άλλον στον τρισδιάστατο χώρο: Σώμα (Σoma) από χώμα (…)  χώμα μου η γη /εγώ από νερό είμαι (…) Έχει την υπομονή του δέντρου που καίγεται∙/ Υπάρχει μια ύλη σιωπής εκεί πριν (…)

Ξανασυναντούμε επίσης το σημαίνον του βλέμματος, αλλά αυτήν τη φορά σε σχέση με τον υποκειμενικό, άχρονο χρόνο του ποιητικού υποκειμένου. Το βλέμμα ως διττή διαδρομή, προς τα έξω (ως καταβροχθιστικό ή σχεδόν τυφλό, μιλά για δύο είδη θανάτου: του φαντασιακού σωματικού και του ψυχικού σε σχέση με τη διαταραγμένη καθρεφτική σχέση) και προς τα έσω, ως επιστροφή στο χώρο της σιωπής και του κενού για την αναζήτηση μιας νέας αυθεντικής ταυτότητας: ο φόβος του θηράματος κατοικεί το μάτι του θηρευτή/ και το τυφλώνει (…) σκάλα στριφογυριστή με κουπαστή /φάνηκε στο μυωπικό του μάτι /όλα μικραίνουν, καθώς πέφτουν τι μένει; (…) κι ύστερα κόβει, κόβει, κόβει μάτια, κι έλα να παίξουμε, μου λέει (…)Τα μάτια είναι του χρόνου τα παράθυρα, του λέω (…) Οι τυφλοί χαμογελούν, μου λέει (…) Επιπλέον, το βλέμμα λειτουργεί ως παρατηρητής της ανυπαρξίας χρόνου, ενός χρόνου όπου παρόν, παρελθόν και μέλλον είναι ενιαία.  Η Φυσική και η τέταρτη διάσταση σε συνδυασμό με τον υπαρξισμό είναι παρούσες στην ποιητική συλλογή, υπενθυμίζοντάς μας και το γνωσιολογικό υπόβαθρο της Καλογεροπούλου.  Είναι χθες. Προβάρει ένα ζευγάρι αόρατα παπούτσια (…) Η κυριαρχία του άδειου/του ακίνητου στο χρόνο∙/το ανίκητο του χρόνου/τα μάτια είναι (…)

Η μυθολογία, τέλος, και δη η ορφική διδασκαλία με τη γέννηση του Έρωτα όχι μόνον από το Κοσμικό Αυγό μέσα στο χάος αλλά και με την αρχαιοελληνική δοξασία που θέλει τον Έρωτα πηγή φωτός και γενεσιουργό αιτία του σύμπαντος έχουν ιδιαίτερο ρόλο στην εναλλαγή φωτός και σκοταδιού. Σε αυτό, άλλωστε, το παιχνίδι εμπλέκεται και η ποιητική λειτουργία ως προσπάθεια εγγραφής του ποιητικού υποκειμένου στο χώρο,  ως συμβολική κίνηση επανεύρευσης της απολεσθείσης αγάπης αλλά και του ίδιου ταυτισμένου πλέον με τη γλώσσα: κι έρχονται στο δωμάτιο/ νύχτα /παράφορες φράσεις σμίγοντας/ στα σκοτεινά, του τύπου: Όταν αγαπάς μέχρι και οι νεκροί/χαμογελούν (…) κι όλες οι λέξεις θραύσματα και ύλη/ μαγικοί λαβύρινθοι που κρύβονται στα πλήκτρα/μακρινοί απόγονοι μιας ανεξάντλητης κραυγής (…) Σήμερα είμαι μόνο/ λέξεις και τριαντάφυλλα για σένα.

Συνοψίζοντας, θα λέγαμε ότι το ενδιαφέρον της συλλογής δεν εστιάζεται αποκλειστικά και μόνον στην κοσμοθεωρία και στον τρόπο καταγραφής της από την Καλογεροπούλου, αλλά και στη « θέση» από την οποία γράφει η ποιήτρια, μετουσιώνοντας την πραγματικότητα με τον πολύ προσωπικό και αναγνωρίσιμο τρόπο της.

Σημείωση: Η έκδοση είναι δίγλωσση. Η μετάφραση στην αγγλική οφείλεται στη γνώση και στην ευαισθησία του Γιάννη Γκούμα.

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΖΕΠΠΟΥ

Νησίδες Περιοδικό λόγου και τέχνης τεύχος 15

Μια προσέγγιση σε δύο ποιητικές συλλογές της Έφης Καλογεροπούλου:

Άμμος και Έρημος όπως Έρωτας

«Ερώτηση: Από πού αντλείς την έμπνευσή σου;

Έφη Καλογεροπούλου: Από κάθε περίσταση έντονα βιωμένης εμπειρίας!»(1)

Στο 6ο ο Τεύχος των ΝΗΣΙΔΩΝ με μια παρόμοια αποφώνησή της

ολοκληρώθηκε η παρουσίαση των 2 πρώτων ποιητικών της συλλογών.

Η Έφη Καλογεροπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα. Είναι φυσικός και θεατρολόγος και εργάζεται στην εκπαίδευση. Το 2008 κυκλοφόρησε η πρώτη της ποιητική συλλογή «Σκεύη ταξιδιού» από τις εκδόσεις. Ενδυμίων και το 2010 η δεύτερη «Ήχος από νερό» από τις ίδιες εκδόσεις.(2) Ενσαρκώνει και έχει ουσιαστική επαφή και εμπειρία ποιητικής γραφής πολύ καιρό προτού εκδώσει τις πρώτες συλλογές της. Εδώ θα δοκιμάσουμε μια παρουσίαση των δύο πρόσφατων συλλογών της: «ΑΜΜΟΣ» και «ΕΡΗΜΟΣ ΟΠΩΣ

ΕΡΩΤΑΣ». Ίσως καταφέρουμε να αποκρυπτογραφήσουμε τις ποιητικές της ανατάσεις.

Την ποίηση της Έφης την ονειρεύεσαι. Το θέατρο του παραλόγου (πρβλ. την προμετωπίδα του Μπέκετ στην ΑΜΜΟ, κ.ά.) καθώς και τα κινηματογραφικά διακείμενα κυριαρχούν.

Εκκινεί από τα πρώτα στοιχεία του Σύμπαντος: νερό, γη, φωτιά, αέρας, τη φυσική αρχή του χρόνου και όλα τα παραπάνω τα μεταγράφει με γλώσσα (καίτοι εξωτερικά λιτή), γεμάτη αγωνία

ΑΜΜΟΣ, Εκδόσεις Μετρονόμος, Σειρά ΠΟΙΕΙΝ, Αθήνα, Ιανουάριος 2013.

Μελέτη χρόνου, μνήμης. Ανατομία στο μεθόριο ζωής και φθοράς, νύχτας και ημέρας. Σε αυτά τα δίπολα στροβιλίζεται η ΑΜΜΟΣ. Χρόνος, άχρονος, μνήμη, λήθη. Ο φόβος για τον χαμένο χρόνο και πολλή απουσία.

Μαγεία, φώς, χρόνος, φύση, η φυσική επιστήμη και η σκηνοθεσία καθοδηγεί το πνεύμα και τη γραφή της Έφης Καλογεροπούλου σε ονειρικούς στίχους κρυπτικών σημαινομένων.

Κινούμενη άμμος, η ζωή της ποιήτριας. Διαφυγή για να φανεί το φως που κι αυτό «σα τσακισμένη εφημερίδα» κάπου-κάπου «ξεδιπλώνεται». Και ματώνει η ίδια να φωτίσει τη νύχτα των λέξεων, των γραμμάτων, να αρμόσει τους στίχους. Ματώνει, καθώς ταξιδεύει στη μνήμη, στο όνειρο, στη σκιά, στους δαίμονές της, στους φόβους της. Εικόνες από το παρελθόν, σχέσεις, φωνές, κληρονομιές, γενιές που την πνίγουν, την αιχμαλωτίζουν.

Κι ο χρόνος σαν άμμος την ταξιδεύει, την πισωγυρίζει, την πλάθει, την αδειάζει, την γερνά, τη βαπτίζει σε φαντάσματα και ιστορίες που την σφραγίζουν. Ερημονήσια που δίδασκε σε παιδιά-τρεχούμενα νερά.

Σύμβολο η άμμος, η διδασκαλία, ένα προσωπείο της για να ψηλαφίσει τον εαυτό της, να αποτυπώσει, χωρίς να εκθέσει, τον θάνατο, τις σχέσεις και τη μοναξιά.

Μια εξομολόγηση μέσα από σκηνικά θεάτρου και κινηματογράφου, μέσα από πέτρες, ερειπωμένα παράθυρα, παλτά που αιωρούνται ή απλωμένα πουκάμισα μέσα από τα οποία αναπολείς αγαπημένα σώματα που χάθηκαν

στο χρόνο. Άρρητες εικόνες που κλείνονται σε λιτό στίχο ή επιγράμματα.

Την ΑΜΜΟ τη μελετώ από το 2013. Η Έφη Καλογεροπούλου πρόλαβε τον καιρό, τα γεγονότα, τους θανάτους και το χάος τού σύγχρονου κόσμου. Σήμερα, το 2016, οι στίχοι της επαληθεύονται καθώς μάς κατακλύζουν αιματηρές ειδήσεις από Ανατολή και Δύση, καθώς η Άμμος της σύγχρονης ανθρωπότητας κινείται σε μια αέναη δίνη και βυθίζεται στην ανυπαρξία.

Σκηνοθετεί άπειρες εικόνες, αγκαλιάζει ποικιλία αισθητικών

μορφών: ζωγραφική, θέατρο, κινηματογράφο. Συνομιλεί με κείμενα, συγγραφείς, ποιητές.

Μια ελάχιστη σπορά κάποιας ερμηνείας αποτυπώνεται στις πα-

ρακάτω παραπομπές:

σ. 19: «ΔΕΥΤΕΡΗ ΝΥΧΤΑ: Με ένα κοπίδι φως στο χέρι / έκοβε

νύχτα όλη νύχτα. Το πρωί το χέρι του / έσταζε αίμα.» Ματώνεις για

να φωτιστείς.

σ. 47: «ΠΕΜΠΤΗ ΝΥΧΤΑ Έφτυσε φως / το πρόσωπό του άνοιξε / ώριμο φρούτο.» Σαν το χώμα που το έφτυσε ο Ιησούς, το έκανε λάσπη και με αυτήν άλειψε τα βλέφαρα τού εκ γενετής τυφλού.

σ. 58: «Είδα νερό να γκρεμίζεται και φως / να διπλώνει σα

τσακισμένη εφημερίδα.» Κινηματογραφικό. Έκλειψη ηλίου. Φωςσκοτάδι-φως. Αυτό το ποίημα είναι μια σύνοψη – επίλογος όλης της συγκεκριμένης ποιητικής συλλογής ένα ποίημα περί ποιητικής.

αυτόθι: «… και φως / να διπλώνει σα τσακισμένη εφημερίδα.» Διπλώνει το φως; Το φως φωτίζει ή χάνεται· αλλόκοτη παρομοίωση. Φως επομένως, είναι κάποιο ανθρώπινο πλάσμα ατόφιο, αθώο, ανυπόκριτο, που δεν άντεξε το ψέμα γύρω του και τσακίστηκε και εχάθη.

Οι εποχές ενσαρκώνονται, συμβαδίζουν μαζί της σε ατέλειωτες βόλτες, σε παραλίες που τις καίει ο ήλιος του καλοκαιριού. Η καυτή άμμος τρέφει την περισυλλογή και ολοκληρώνει με τους κόκκους της την ποιητική πανδαισία που απλόχερα μάς χάρισε η Έφη Καλογεροπούλου.

ΕΡΗΜΟΣ ΟΠΩΣ ΕΡΩΤΑΣ, εκδ. Μετρονόμος Σειρά: ΠΟΙΕΙΝ

Αθήνα, Απρίλιος 2015, δίγλωσση έκδοση

DESERT AS DESIRE, English translation by Yannis Goumas

Το τέταρτο ποιητικό βιβλίο της Έφης Καλογεροπούλου είναι

μία δίγλωσση συλλογή.

Βάθος, όνειρο· διόραση και προφητεία. Οι εικόνες της φωτογραφίζουν το σήμερα, το αύριο με αποκαραδοκία, με έναν ενδόμυχο λυγμό ενώπιον της ωραιότητας που λιώνει και πνίγεται. Ένας λυγμός για την ανθρωπότητα που δεν συναισθάνεται τη βαθύτερη ουσία της ύλης της.

Άτιτλα ποιήματα ριγμένα στο κέντρο της σελίδας. Η λέξη και ο στίχος ξεδιπλώνονται αργά, αργά. Σαν καλειδοσκόπιο η γραφή της βηματίζει ψηλαφητά και εμβαθύνει. Σα να αναπολεί τα όνειρά της πισωγυρίζει υπνοβατώντας, για να επαναφέρει παρελθούσες μνήμες, άγνωρες ή λησμονημένες κληρονομιές, γενεαλογίες προσωπικές ή πανανθρώπινες. Ανοίγεται έτσι η ανάγνωση της ποίησής της.

Με το σταγονόμετρο συλλέγουμε ασφαλείς νοηματικές συνδηλώσεις και ώρες-ώρες οι στίχοι της είναι ανυπεράσπιστοι σε παρερμηνείες. Αυτή όμως είναι η ομορφιά κι η απλοχωριά της ποιήτριας, ίσως και η θυσία της.

Παράδοξα, αλλόκοτα σχήματα λόγου: π.χ. «τετράγωνους κύκλους» σ. 13. Ομιχλώδη τοπίασκηνικά, ερμητικές εικόνες κ.ά.

Η Έφη σκάβει για να ανακαλύψει τον τρόπο της Ποιητικής της. Οι εικόνες της υπαινίσσονται λέξεις και αυτεπίγνωση της ποιητικής της γραφής.

Στη συνέχεια θα προσπαθήσω να αναλύσω κάποιους στίχους της:

σ. 25, 2η στροφή: «Έχει την υπομονή του δέντρου που καίγεται˙/ Υπάρχει μια ύλη σιωπής εκεί πριν.» Πρβλ. και σ. 29, τους τρεις τελευταίους στίχους: «Πιο μέσα απ΄ το βλέμμα ύλη/ ύλη σιωπής,/πρόσθεσε.» Καλειδοσκοπική γραφή, στριφογυρίζουν οι στίχοι και επανέρχονται στον πρωταρχικό.

σ. 26-27: «in one you gambled / in one you lost» / «σε μια εισπνοή έπαιξες / σε μια εκπνοή έχασες». Εδώ αριστοτεχνικά ο Γιάννης Γκούμας αποδίδει το νόημα αντί της κατά λέξη μετάφρασης.

σ. 35: «Στη χώρα / που ευχές δεν υπάρχουν / μπορείς άνετα

να καθίσεις / στους λεπτοδείχτες του ρολογιού σου / και να κουρδίσεις απευθείας / την ανάσα σου.» Αισθήματα μοναξιάς, πλήξης και

ματαιότητας. «Άνθρωποι από χιόνι./ Άνθρωποι από χιόνι..» και

«Ἀνθρωποι από χαρτί./ Άνθρωποι από χαρτί.» Νεκροί και αδιάφοροι,

πλαστοί άνθρωποι, μαριονέτες.

σ. 37: «Είναι χθες. Κοιτάζει τον εαυτό του, πίσω γωνία / αριστερά στο βάθος, να έρχεται προς το μέρος του. / Συνεχίζει να περπατά. … …/ είμαστε δυο σε σχήμα ενός», αναφερόμενη στο «εγώ», τον εαυτό και το είδωλό του.

σ. 39: τελευταία στροφή: «το ανίκητο του χρόνου / τα μάτια είναι.», αγέραστο το βλέμμα του κάθε ανθρώπου. Είναι αυτό που δηλώνει την ταυτότητά του ες αεί. Όταν κλείσουν τα μάτια, όταν σβήσουν εντελώς, χάνεται ο άνθρωπος ως υπόσταση. Μεταβαίνει στο άχρονο, στη μνήμη. Πα-

ραμένει σαν ουσία καθολική ο άνθρωπος. Χωρίς ατομικότητα πλέον παραδίδεται στη φύση. Πρβλ. και σ. 23: «Τα μάτια είναι του χρόνου τα παράθυρα.» Βαθαίνει στις αισθήσεις, κυρίως στην όραση που την καθιστά μονάδα χρόνου. Τα μάτια δείχνουν την ηλικία, την αθωότητα, την υποκρισία,

την καθαρότητα. Τα μάτια αποκαλύπτουν τη χαρά ή τη λύπη, την παιδικότητα ή την ενηλικίωση, τον έρωτα, την απόγνωση, τα ευφρόσυνα ή δυστοπικά αισθήματα. Το βλέμμα ντρέπεται ή σαρκάζει. Τα μάτια σε ευσπλαγχνίζονται ή σε περιφρονούν. Τα μάτια χρονολογούν τους ιστούς σου, τις στιγμές του βίου σου, επαγρυπνούν και σε φωτίζουν.

σ. 59: «Τότε βουλιάζουμε και οι δύο σ’ ένα μαξιλάρι λέξεις. Η Μητέρα ντυμένη χιόνι μπαίνει απ’ το παράθυρο.» Μνήμες παλιές, γηρατειά. Παγώνει η μνήμη και στέκεται σε πρόσωπα αγαπημένα του παρελθόντος που παρεισφρύουν στο νου και στην καρδιά μας κάθε φορά που τα ποθούμε. Το ποίημα αυτό ανοίγει το δρόμο για το επόμενο για την υγρασία που γίνεται λέξη.

σ. 61: «Πίσω απ’ τις ράχες των βιβλίων/ υγρασία/ μέχρι να γίνει

λέξη.» Ποίημα περί ποιητικής το συγκεκριμένο, παίζει με την αμφισημία, προσωποποιεί έννοιες, υποστασιοποιεί καταστάσεις, όνειρα ή μαθηματικά σχήματα.

Εξ αυτού και η δυσκολία του όποιου διαισθητικού μεταφραστή να μεταγλωττίσει τους στίχους της. Ως εκ τούτου θεωρώ ότι ο συνθέτης, ηθοποιός, ποιητής και μεταφραστής Γιάννης Γκούμας επεξεργάστηκε με εξαιρετική επιμέλεια και γλωσσική μαεστρία την μεταφορά από το πρωτότυπό

της στα αγγλικά.

σ. 65, «τρελός, ένας του ύψους ναυαγός έμεινε για πάντα /στο

βυθό στα ψάρια χαρίζοντας/ τα ολόλευκα φτερά του.» Τώρα πολλοί, εκατοντάδες, χιλιάδες «του ύψους ναυαγοί», κυρίως νεογνά σαν γλάροι μικροί θαλασσοπνίγονται … στο «κενοτάφιο της θαλάσσης.» Εδώ φανερώνει και κρύβει ταυτόχρονα η Καλογεροπούλου. Προφητεύει και φωτίζονται οι στίχοι της στην απεραντοσύνη μιας θάλασσας που αιματοβαμμένη θαλασσοπνίγει ιστορίες, ανθρώπινες υπάρξεις. Κορυφώνεται ο μαγικός ρεαλισμός της στις

τελευταίες σελίδες. Οι εικόνες της διορατικές πραγματώνονται στις

ειδήσεις για το προσφυγικό. Το άλογο καλπάζει τον θάνατο και τα θαλάσσια σύνορα κοκκινίζουν από πτώματα, που μπαινοβγαίνουν ανέστια, χωρίς γλώσσα, χωρίς μέλλον στο χάος.

Ο φακός της απαθανατίζει τη φρίκη. Παύει η μαγεία. Οι λέξεις σαν κοφτερό λεπίδι ματώνουν και κλαις γοερά, καθώς λιγοστεύει η ανθρωπιά και σβήνει ο κόσμος.

Η Έφη Καλογεροπούλου επιμένει στην λέξη, στην έκφραση, στην γλώσσα. Ανιχνεύει τις απαρχές της γραφής. Μελέτες για τον χρόνο, τη μνήμη, τη φύση συμπλέουν με την ιστορία του κόσμου, της ανθρωπότητας, τις

προσωπικές ιστορίες, τις θεωρίες της λογοτεχνίας. Αφουγκράζονται τη φρίκη του καιρού μας, το ναυάγιο του κόσμου, τη μετακίνηση ανθρώπων και τόπων.

Στο τέλος του έργου κυριαρχεί ένας τόνος δοξαστικός, σαν γύρος

του θριάμβου και σαν αναδρομική δοξολογία για όσα όνειρα εικόνες, λέξεις εντυπώθηκαν από την αρχή.

Κλείνεις τα μάτια και στοχάζεσαι την ποίησή της αλλιώς δεν

κατανοείται. Στις πολλαπλές αναγνώσεις ανοίγεσαι σε εσώτερους

στοχασμούς αυτογνωσίας.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1.Από την ραδιοφωνική εκπομπή τού Δευτέρου Προγράμματος της ΕΡΤ την Πέμπτη 17-3-2016: «Διακριτικές σχέσεις διεθνούς ρεπερτορίου – με τον Νίκο Αϊβαλή» αφιερωμένη στην παγκόσμια ημέρα ποίησης με καλεσμένη του την ποιήτρια: Έφη Καλογεροπούλου.

2. Πρβλ. Νησίδες, Περιοδικό τέχνης και λόγου, τεύχος 6, Ρόδος, Καλοκαίρι 2011, βιβλιοπαρουσίαση από Αναστασία Ζέππου, σσ. 137-140.

ΑΜΜΟΣ

Βασίλης Λαλιώτης

ποιητής-μεταφραστής

Δραπέτις Ιάμβων

Έφη Καλογεροπούλου, Δραπέτις Ιάμβων, Για τη συλλογή άμμος.

Δεν μας ενδιαφέρει εδώ η στρατηγική στόχευση της Καλογεροπούλου να αναμετρηθεί με τα πρωταρχικά στοιχεία. Η συλλογή Άμμος διατηρεί την αυτονομία της και επιπλέον αποτελεί την πιο τολμηρή λεκτικά απόπειρα της γραφής της.

Κατά περίεργο τρόπο είναι η περιφέρεια της γραφής των ποιήμάτων της που για μένα έχει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Οι κόσμοι που διαγράφουν οι παραπομπές των λέξεων. Τοπία που δεν είναι τοπία, δωμάτια που δεν είναι δωμάτια, χώροι που δεν είναι χώροι αλλά σκηνικά διττής παραπομπής θεατρικής και ψυχικής. Η Καλογεροπούλου επιζητεί το ποιητικό σε εκείνη τη χειρονομία που ονομάζοντας ταυτόχρονα αποσιωπά και ορίζει ένα χώρο δράσης που προτείνεται στο βλέμμα με τις απόλυτα απαραίτητες νύξεις που χρειάζεται το βλέμμα μας για έναν προσανατολισμό. Μικρά σενάρια της κομέντια ντελ άρτε με τις σκηνικές οδηγίες ενσωματωμένες στην εκτύλιξη της υπόθεσης.

Η παράθεση του Μπέκκετ στην αρχή, δεν θέλει να κρύψει αλλά να σημάνει τη γενεαλογία των κειμένων που μας προτείνει ως χώρους της ποιητικής εμπειρίας. Αν θέλω κι ένα ελληνικό θα παραπέμψω στα μικρόστιχα ποιήματα του Ρίτσου, στις μαρτυρίες ας πούμε, ή στις Χειρονομίες.

Αν ό τίτλος της συλλογής πρέπει να σημανθεί στο γλωσσικό υλικό η επιτυχία είναι απόλυτη. Το λεκτικό είναι κυριολεκτικά διψασμένο, αφυδατωμένο. Όσο νερό χρειάζεται το προσθέτει η δίψα του αναγνώστη, όσο του την προκαλεί η ανάγνωση. Και στην μετρημένη δόση υπάρχει και το ποίημα που μοιάζει να τρέπεται προς τη λεκτική έκφραση του τοπίου της δίψας.

Αν δεν καταλάβατε ποια είναι αυτή η δίψα, είναι η δίψα της προσφοράς που δεν βρίσκει αποδέκτη, η δυσκολία της γλώσσας που είναι όργανο όχι ατελές αλλά σαραβαλιασμένο από τις εκφορές και αδυνατεί να σηκώσει τη λευκότητα ενός πρωταρχικού βιώματος.

θα μείνω στην κουζίνα του βιβλίου, που θα έλεγε κι ο Καρούζος και θα αφήσω την πλησία ανάγνωση στους αναγνώστες των ποιημάτων, με το στοίχημα να ακούσω αν η σκηνοθεσία της φωνής τους προσεγγίζει τα ευρήματα της κατ’ ιδίαν και σιωπηλής ανάγνωσής μου.Έγραψα στον τίτλο Δραπέτις Ιάμβων. Αν παραλλάσσοντας τη φράση του Λακάν ότι το ασυνείδητο είναι δομημένο σαν γλώσσα εις τα καθ’ ημάς, πούμε το εξ ίσου έγκυρο πως το ασυνείδητο του Νεοέλληνα είναι δομημένο σαν ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος, η συλλογή της Καλογεροπούλου μας επιτρέπει να κάνουμε λόγο για συνειδητή απώθηση του ιαμβικού δεκαπεντασυλλάβου. Ο στίχος βαδίζει, πεζοπορεί, ούτε καν κατά τα νοήματα, αλλά κατά την λέξη, λέξεις σπυριά της άμμου από ένα χέρι που της αφήνει να πέσουν. Έτσι έχω την εντύπωση ότι είναι γραμμένα αυτά τα ποιήματα. Κανένας ρυθμός που να παρασύρει τις λέξεις σε υποψία μουσικής διαχείρισης. Πρόκες σε μαδέρι που σιγά σιγά διαμορφώνουν νύξεις περιγύρου. Θα μπορούσα να πω με υλικά πεζογραφίας, δεν είναι όμως υλικά πεζογραφίας, είναι μινιμαλισμός λέξεων, όπου προσεκτικά έχει ληφθεί πρόληψη να μην ξεστρατίσουν, ούτε καν στα συλλαβικά συστατικά τους κι αρχίσουν χορευτικές πόζες.

Η Έφη Καλογεροπούλου, ανεπηρέαστη από την τρέχουσα συναισθηματική πορνογραφία μας προτείνει έναν τόπο στεγνό όπου αν δεν σωθούν τα αισθήματα σώζεται η γλώσσα.

Από τις λίγες ποιήτριες που υπομονετικά μαστορεύει μια ποίηση που ψάχνει το κοινό της και δεν συγκατανεύει στα τρέχοντα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι άρχισε να το βρίσκει

ΑΜΜΟΣ

Όταν αγάπη εχει,..της Βαρβάρας Ρούσσου

Η Έφη Καλογεροπούλου μετρά το τρίτο της βιβλίο (Άμμος) με αρχή το 2007 (Σκεύη ταξιδίου) και συνέχεια το 2010 (Ήχος από νερό). Όπως γίνεται αντιληπτό από τον τίτλο η σχέση με το νερό, και μάλιστα με το αλμυρό – είτε πρόκειται για θάλασσα είτε για δάκρυα-, συνεχίζεται αδιάπτωτη. Αυτή τη φορά η Καλογεροπούλου, αν και συνεχίζει να δημιουργεί σε γνωστά θεματικά μοτίβα (τα βιώματα με προεξάρχον το ερωτικό) και στην μικρή φόρμα με επιγραμματική διάθεση, παρουσιάζει την ώριμη και κατασταλαγμένη γραφή της. Η ποιητική οικονομία υπηρετείται με συνέπεια τόσο από τη συντομία στη μορφή όσο και από την προσεκτική επιλογή του γλωσσικού υλικού και την πύκνωση του λόγου του οποίου όμως η συναισθηματική φόρτιση διατηρείται ακέραια και επιτυγχάνει το ζητούμενο της Καλογεροπούλου: τον στοχασμό και την αναγνωστική συγκίνηση από το ειλικρινές πλην όμως στοχαστικά επεξεργασμένο βίωμα από το οποίο απορρέουν τα ποιήματα. Τα 37 ποιήματα της παρούσας συλλογής –διαιρεμένα σε έξι ενότητες-νύχτες- αποτυπώνουν την επεξεργασία της βιωμένης εμπειρίας εν είδει αναστοχασμού ενός εγώ που ταράζεται από την πραγματικότητα γύρω του αναμετρώντας την απόσταση μεταξύ αυτού και του κόσμου και διχάζεται μεταξύ ταυτότητας και ετερότητας, μεταξύ εγώ και εσύ. Αυτός ο τελευταίος διχασμός σηματοδοτεί τον έρωτα με λυρικό τρόπο και εν πολλοίς η δυναμική του έρωτα και της αγάπης είναι το κινούν του λόγου ή αλλιώς με τις λέξεις της ποιήτριας «αυτός που πόδια δεν έχει/χορεύει/όταν αγάπη έχει».

ΒΑΡΒΑΡΑ ΡΟΥΣΣΟΥ

Φιλόλογος-κριτικός λογοτεχνίας Περιοδικό poema ,τεύχος 18

 Άμμος

Συσσωρεύοντας κόκκο – κόκκο τον αβάσταχτο σωρό

Γράφει η: Πόλυ Χατζημανωλάκη

Α. Στην άμμο: η γραφή που σβήνεται

Αρκετοί θα θυμούνται την Άρνηση, το εμβληματικό ποίημα του Γιώργου Σεφέρη ίσως σαν κρυφό περιγιάλι, από τη συλλογή Στροφή, μόνο για εκείνη την περίφημη άνω τελεία. Η θέση της κατά την τονισμό της ανάγνωσης που επέφερε η μελοποίηση, τροποποιούσε το νόημα και έκανε να κουνούν σκεφτικά το κεφάλι τους όσοι είχαν επιφυλάξεις για το αν η ποίηση πρέπει να μελοποιείται. Μια ρευστότητα ωστόσο αθέλητη εκδηλωνόταν. Το διαφορετικό νόημα κάθε φορά που συμβαίνει μια ανάγνωση.

Σε δεύτερο πλάνο, για το ίδιο ποίημα πάντα, παραμένει και αφήνει το πεδίο ελεύθερο σε μια άλλη, διαφορετική ρευστότητα, η χειρονομία της γραφής που εξαφανίζεται από την επιφάνεια της άμμου. Η γραφή που σβήνει – η μνήμη που χάνεται – ίσως και η ταυτότητα μαζί της. Απώλεια – παρουσία, ταυτότητα, σε ένα όνομα γραμμένο στην άμμο. Τη μαλακή επιφάνεια με τους μικρούς κόκκους, μια υδραργυρική κατάσταση ανάμεσα στο στερεό και το ρευστό, μια μεταφορά για να συλλάβεις όλον τον κόσμο από την αρχή. Να επιχειρήσεις να την χαράξεις. Ματαιότης, ψευδαίσθηση ωστόσο αυτή η χειρονομία μια και με το παραμικρό φύσημα του αέρα αναδεύεται, σβήνει και τίποτα πια δεν μένει. Μόνο η χειρονομία εν κενώ – Η φωνή χωρίς φωνή. Άπιαστη, φεύγει από τα δάχτυλα. Η άμμος με το συμβολικό φορτίο του χρόνου εκ γενετής – όλες οι κλεψύδρες που γεμίζουν και αδειάζουν μετρώντας – γίνεται σύννεφο όταν φυσά ο αέρας, πονά και πληγώνει όταν πέφτει πάνω σου με δύναμη, καίει όταν την πατάς μέσα στον καφτό ήλιο, μνήμη που δεν μπορείς να κρατήσεις, πόνος που εντείνεται όταν την αγγίζεις.

(οι πρώτες σκέψεις μετά την πρώτη ανάγνωση της ποιητικής συλλογής της Έφης Καλογεροπούλου και μια μικρή ανθολόγηση)

Η επίμονη μνήμη

πρόσφυγας είναι

σε λάθος πατρίδα

Η επίμονη μνήμη κρυμμένη

σε τόσα υλικά περίφραξης

πάσχουσα

Κι έτσι αναποδογυρίζεται η ζωή

και το νερό ξεπλένει ήσυχα τα πόδια της

τότε έγινε νερό και χύθηκε ανάμεσα

είχα μια επιθυμία, είπε

μα τώρα πια δεν τη θυμάμαι

Β. Άμμος: φωνή χωρίς φωνή

Διαβάζω ξανά την Άμμο της Έφης Καλογεροπούλου, το τρίτο της ποιητικό βιβλίο, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μετρονόμος, μια ποιητική σύνθεση σε έξι νύχτες και αφήνομαι στην βίωση της αποσάρθρωσης, της αποσύνδεσης των λέξεων, της ρευστότητας, μιας κυκλικής μέθης… Μια σκηνοθεσία, μια κατασκευή χωρίς κέντρο και με απατηλή την αίσθηση της αλληλουχίας. Μια ταυτότητα χωρίς σχήμα, ένα παχνίδι με το φως, πολλαπλές αντανακλάσεις και miseenabime, οι διαφορετικές όψεις της πραγματικότητας, η λαβυρινθική αίσθηση… Η άμμος εν κατακλείδι. Εν τούτοις, το αποτέλεσμα δεν είναι μόνο μια – έστω αγωνιώδης – φαντασμαγορία. Η ατμόσφαιρα της ρευστότητας, η ομίχλη, η εξαφάνιση των ορίων είναι σπάνιας έμπνευσης δοκιμές λόγου που υπηρετούν μια φιλοσοφική, μια υπαρξιακή αγωνία. Η απώλεια, ο θάνατος, το σκοτάδι, η σιωπή, η ύπαρξη, η ταυτότητα, το σώμα, τα όριά του, ο έρωτας. Το αβάστακτο βάρος της συσσώρευσης, ο αδύνατος σωρός που μαζεύεται κόκκο κόκκο, σαν τον στίχο από το endgameτου SamuelBecket στο moto…το θέατρο σε μια ευτυχή συνάντησή του με την ποίηση, η Έφη Καλογεροπούλου αν και φυσικός είναι άνθρωπος του θεάτρου πια, με σπουδές θεατρολογίας και πρακτική στη σκηνοθεσία. Έξι ποιητικές πράξεις, ένα ταξίδι – μια Μπεκετική ματιά… Η φωνή χωρίς τη φωνή – εμβληματική ποιητική εισαγωγή – μπορεί να είναι πνευματική οφειλή, φόρος τιμής στο δάσκαλο αλλά κυρίως εκφράζει στην ουσία της τη δική της, την προσωπική της αναμέτρηση – και την αναμέτρηση στην οποία καλεί τον αναγνώστη – με τον κατακερματισμό. Χωρίς να του δείξει τον δρόμο εκείνος πρέπει να βαδίσει, να μοχθήσει, να φτάσει, να δει από άλλη – πολλαπλή προοπτική. Να πολλαπλασιαστεί. Να κατοικήσει σε άλλο σώμα. Μια ποίηση κίνηση, περιδίνηση, αμμοδίνη. Το ανθρώπινο ποτάμι που πασχίζει να φτάσει, ανέβασμα σκαλοπατιών σε μια ατέρμονη κλίμακα… Αυτό που μένει είναι το ταξίδι.

Ένα ποίημα από την 6η νύχτα:

Είδα νερό να γκρεμίζεται και φως

να διπλώνει σαν τσακισμένη εφημερίδα.

Ασπρόμαυρες εικόνες ψηλά να σηκώνει ο αέρας

είδα το χρόνο, σκύλου κεφάλι

ανάμεσα στα δυο μου χέρια να κοιμάται.

Είδα χαράδρες κατοικημένες με βροχή από λέξεις

και φίδια φωνήεντα στην άσφαλτο να συσπώνται από φόβο.

Μας είδα εμάς ανάμεσα σε γλάρους και πουλιά μαύρα

ψηλά να πετάμε στον αέρα

εσένα

κι εμένα

λίγο πριν η ξέφρενη οπλή του πλήθους

μας προφτάσει.

Πόλυ Χατζημανωλάκη

Περιοδικό poeticanet,Οκτώβριος 2014

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΣΙΑΦΑΚΑ

ΘΡΑΚΑ 21/11/2013

«Άμμος» —

To εκλιπόν σου σώμα

εγέγονε

να ονοματίσει ποίηση

Στην Άμμο, την τρίτη και πιο ώριμη από τις δύο προηγούμενες συλλογές της, η Έφη Καλογεροπούλου —με δοκιμασμένη ήδη τη λιτή εκφραστική προσέγγιση της ποιητικής απόφανσης—, προχωρά ακόμη περισσότερο όχι μόνον όσον αφορά την ακρίβεια με την οποία χειρίζεται το στίχο της και τον αυστηρά δομημένο τρόπο με τον οποίο επιτηρεί από την αρχή έως το τέλος το ενδολεκτικό τοπίο της, αλλά διαπραγματευόμενη το θέμα της ανθρώπινης ταυτότητας εξαρχής, εκεί όπου δηλαδή σχηματίζεται, και μάλιστα παραθέτοντας τους τρόπους και τα αποτελέσματα αυτής της ασυνείδητης διαδικασίας. Οι καθρέφτες, το βλέμμα, η φωνή, ο μαστός, πολλά στοιχεία που σχετίζονται με τη σύνθεση, την αποσύνθεση, τα απορρίμματα ή τα παράγωγα του σώματος, τον ευνουχισμό, το θάνατο, επανέρχονται στα ποιήματα είτε με άμεσα ειπωμένο τρόπο είτε διά μέσου συμβολικών εικόνων και μετωνυμικών αναπαραστάσεων, των οποίων όμως η Καλογεροπούλου μας δίνει πάντα με συνέπεια όλα εκείνα τα απαραίτητα κλειδιά για να αποκρυπτογραφήσουμε. Στην Άμμο μπορούμε να δούμε καθαρά και να ανιχνεύσουμε τόσο τις ποιητικές προθέσεις και τις νοηματικές συντεταγμένες όσο και τον τρόπο με τον οποίο κτίζεται τεχνικά το ποίημα. Υπό την έννοια αυτή, τα ποιήματα της συλλογής αφενός συνιστούν πολύ καλές ποιητικές προσεγγίσεις και αφετέρου βλέποντας και την πορεία της Καλογεροπούλου, μπορούμε να αναμένουμε και αξιόλογη συνέχεια. Τα χαρακτηριστικά λοιπόν γνωρίσματα της συλλογής αυτής, από δομικής απόψεως, θα μπορούσαν να συνοψιστούν ως εξής:

1. Επαναδιοργάνωση και επαναπροσδιορισμός σημαινόντων στο ποίημα μέσα από κυκλικά σχήματα. Το ίδιο το ποίημα δίνει τα κλειδιά για να αποκρυπτογραφηθεί η σημειωτική της ποιητικής της Καλογεροπούλου. Τα ποιήματα στήνονται κάποτε με μικρά θραύσματα εικόνων, θα λέγαμε, με μία επιλεκτική δυναμική στην άσημη λεπτομέρεια, η οποία γαντζώνεται γερά πρώτον στις εικόνες και δευτερευόντως στους ήχους με αποτέλεσμα την ολοκληρωμένη και σφιχτοδεμένη ποιητική πράξη.

Στέρηση η πέτρα/καθρέφτης το νερό/ δήμιος ο καιρός/ το δέντρο προσευχή/ χτίστης αόρατος το φως/ λαβύρινθος η απώλεια/ σκοτάδι το κενό/ θάλασσα ο νόστος/ Χώμα ζεστό το σώμα/ το σώμα σου

2. Χωρίς να είναι πάντα ιδιαίτερα αφηγηματικά, αλλά με λιτά εκφραστικά μέσα, επιτρέπουν να χτιστεί μία ιστορία η οποία, εν τέλει, διηγείται τον εαυτό της. Το ποίημα διηγείται το ίδιο το ποίημα και συνδιαλέγεται μαζί του, ο ποιητής απλώς δημιουργεί τους αρμούς του και αποχωρεί αδιάφορος για το διάλογο που οι λέξεις θα κάνουν μεταξύ τους και ερήμην του. Είναι χαρακτηριστικά τα τοπία και τα πρόσωπα που ελλοχεύουν στο ενδιάμεσο των λέξεων της ποίησης της Καλογεροπούλου, μιας ποίησης που ξεγελά με την σε πρώτο επίπεδο αφαιρετική φόρμα και τα απλά υλικά ή σκηνικά που επιλέγει για να δομήσει το στίχο της. Η ποίησή της, εάν κανείς μείνει στην προτεινόμενη και μόνον εικόνα, ξεγελά. Η εικόνα παραμένει λιτή, αλλά οι ήχοι της έχουν βάρος και υπαρξιακή αγωνία. Κι αυτό είναι ανατρεπτικό. Ζητούμενο δηλαδή στην ποίηση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το επόμενο ποίημα, όπου ένα ομιλούν «συ» ή «σε» ακούγεται στους ήχους του ποιήματος να μιλά και μάλιστα μ’ έναν ένθερμο λόγο, έναν λόγο δαντικής κόλασης, θα λέγαμε, αλλά στην εικόνα του ποιήματος απουσιάζει, αναφέρεται ως μη υπαρκτό, ως αποκύημα της φαντασίας.

Έσερνε φωνές ο αέρας/ σε μυστικά περάσματα. / Κραυγές άνοιγαν κι έκλειναν /τρύπες στο σκοτάδι/ Σιωπές έπαιρναν φωτιά/Έστρεφε το κεφάλι τότε/ στη φορά της φλόγας/ Τίποτα κανείς. /Φόνοι πολλοί/ πολλά φαντάσματα

3. Υπό την έννοια αυτή, στην ποίηση της Καλογεροπούλου δεν θα βρούμε ακροβατικές συνάψεις λεκτικών σχημάτων, ιδιαίτερα τολμηρές μεταφορές ή εικονοποιητικές υπερβάσεις. Επιπόλαια, από την άλλη πλευρά, θα μπορούσε κάποιος, λαμβάνοντας υπόψη τη λιτότητα, να θεωρήσει ότι βρισκόμαστε ενώπιον μίας ρεαλιστικής θέασης του κόσμου. Πράγμα που θα ήταν άστοχο. Η ποίηση της Καλογεροπούλου ξεκινά από φαινομενικά ρεαλιστικές εικόνες, οι οποίες όμως εν συνεχεία διογκώνονται και εκτείνονται. Είτε με μία διαφορετική διαπραγμάτευση σε ό, τι αφορά το χρόνο είτε με την εισαγωγή ενός απρόσμενου αντικειμένου που ανατρέπει τις ατμόσφαιρες είτε με ήχους και την επαναλαμβανόμενη ηχώ τους είτε με τοπία ενυπνίων είτε με ονειροπολήσεις. Το πραγματικό υπεισέρχεται στο φαντασιακό και αντίστροφα. Ο μαγικός ρεαλισμός είναι εδώ.

Μια πέτρα άγρια από σιωπή/ Χτυπούσε το παράθυρο της μνήμης του/ μέρα μεσημέρι. / Άνοιγε τα παντζούρια αυτός/ έξω έγερνε το κεφάλι/ η πέτρα σίγουρη για καβγά/ σήκωνε τα μανίκια. / Έτοιμος από καιρό. / Άναψε το φως/ τράβηξε τις κουρτίνες

4. Η Καλογεροπούλου, κατ’ αυτόν τον τρόπο, μας εισάγει σε ατμόσφαιρες με μία μοναδική αγαθότητα και ηρεμία, λέγοντάς μας πολύ απλά, καλώς ήρθατε, αυτός είναι ο κόσμος μου. Καθίστε, θα δείτε το έργο μου να παίζεται! Η γράφουσα σκηνοθετεί θεατρικά τη γραφή της. Πολλά ποιήματα της συλλογής διαπνέονται από τα ρευστά και τις ατμόσφαιρες της θεατρικής δράσης. Χρησιμοποιούνται όχι απλώς ενεργητικά ρήματα, από γραμματικής απόψεως, αλλά ρήματα δράσης από τη πλευρά της λειτουργικότητάς τους στην ποιητική σκηνή. Ρήματα που πλαισιώνουν πρόσωπα και σκηνικά αντικείμενα. Είναι αξιοπρόσεκτος επίσης ο φωτισμός στα ποιήματα αυτά, ο τρόπος που η Καλογεροπούλου χειρίζεται το φως. Επιπλέον, δεν φωτογραφίζει απλώς τη σκηνή, δεν αιχμαλωτίζει το χρόνο και τη δράση δημιουργώντας σταθερές ποιητικές αποφάνσεις, αλλά δραματοποιεί στο έπακρο το συμβάν. Τα ποιήματά της με αυτόν τον τρόπο, και όχι απλώς οι συντελεστές τους, κινούνται στο χώρο που εκείνη έχει επιλέξει στη συγκεκριμένη συλλογή, στο χώρο της νύχτας.

Ανέβηκε τη σκάλα/ στο τέλος της συνάντησε/ ένα παράθυρο φαρδύ/ σχεδόν μακρύ, ψηλό/ ή ίσως και να μην ήταν καν παράθυρο/ αυτή η τρύπα αέρα/ που ’βγαζε σε ουρανό. Πλήθος στοιχίζονταν/ ο ένας πίσω από τον άλλον/ το ανθρώπινο ποτάμι πάσχιζε/ να φτάσει εκεί, κοιτούσε σιωπηλό/ κι έφευγε επαναλαμβάνοντας σε κύκλο/ ακριβώς την ίδια διαδρομή. /Δυο κρίκοι της ίδιας αλυσίδας/ δυο βαθιές κυκλικές ρυτίδες/ έσκαβαν η κάθε μια για λογαρισμό της/ το γυμνό μέτωπο του χρόνου/ με αγωνία και φόβο/ μήπως το χώμα τελειώσει.

5. Πιο συγκεκριμένα σε μία ακολουθία συμβάντων που ολοκληρώνονται σε έξι νυχτερινές ενότητες. Η συμβολική της νύχτας ως τόπος θανάτου, σιωπής και κενού είναι και η σταθερή σκηνή στην οποία εκτυλίσσεται η δράση, ακόμη και αν ο εξωτερικός χρόνος είναι διαφορετικός. Ακόμη και μία σκηνή στο φως κυκλώνεται από το φωτισμό του σκοταδιού. Κι αυτή είναι ακόμα μία ανατροπή που ευνοεί την ποιητική λειτουργία. Ο ρυθμός άλλωστε της νύχτας ή, ίσως καλύτερα, του χρόνου στον οποίο κατοικεί η νύχτα, είναι και ο εσωτερικός ρυθμός που αισθανόμαστε ανάμεσα στις φράσεις των ποιημάτων. Η Καλογεροπούλου έχει επιτύχει να ισορροπήσει τη θεματική της με τη φόρμα για έναν πολύ απλό και συνάμα πολύ ουσιαστικό λόγο: διότι η ίδια γράφει από τον τόπο της νύχτας. Η ποίηση είναι κατάσταση, δεν είναι περιγραφή της κατάστασης, η ποίηση πρωτίστως βιώνεται και εν συνεχεία αναμετριέται με τον ποιητή, που θα επιχειρήσει να λεκτικοποιήσει το βίωμα επιστρέφοντας στον «τόπο του εγκλήματος», στον τόπο του θανάτου του ίδιου του ποιήματος. Το ποίημα βρίσκεται κάπου εγγεγραμμένο πεθαμένο. Αυτή ακριβώς είναι και η θεματική της Άμμου κι εκεί επιστρέφει η Καλογεροπούλου για να αναμετρηθεί με τον ποιητικό λόγο.

· Και τα χέρια τους ζεστά πάνω στον ασβέστη/ Ντρέπονταν τόση σιωπή

· Και ομίχλη υγρή χρόνου από την άλλη/ ισόποσα ποτέ δεν είναι εσύ και η απουσία σου

· Μ’ ένα κοπίδι φως στο χέρι/ έκοβε νύχτα όλη νύχτα

6. Η Άμμος είναι μία συλλογή όπου η Καλογεροπούλου αναμετριέται με τον υπαρξισμό και την ανθρώπινη ταυτότητα, με όλες τις κινήσεις της ύπαρξης έναντι των αντικειμένων που μας προσδιορίζουν, αλλά και μας ευνουχίζουν συνάμα. Και όσο και να φανεί περίεργο, ο τίτλος Άμμος δεν είναι ούτε αθώος ούτε θαλασσινός ούτε ακόμη περισσότερο ρομαντικός. Είναι τρομακτικός. Όταν μπει πλάι στα σημαίνοντα που επανέρχονται με διαφορετικό τρόπο, καθώς ξεδιπλώνεται η ποιητική συλλογή σπειροειδώς μέσα από πολλαπλές παραλλαγές στο ίδιο θέμα, όταν με μαθηματική και χειρουργική ακρίβεια μελετήσουμε το πώς χρησιμοποιούνται από την Καλογεροπούλου και πώς επαναπροσδιορίζονται, όταν πραγματικά δούμε τα σημαίνοντα στη σχέση και στην ακολουθία τους, θα διαπιστώσουμε ότι οι έξι νύχτες βρίσκονται ήδη στον τίτλο της συλλογής: Άμμος είναι το νεκρό σώμα, το «σώμα» που έχει αποκοπεί σε μικρά μόρια, έχει κατασπαραχθεί από το βλέμμα και μετατραπεί σε κόκκους. Άμμος είναι το νεκρό σώμα που τώρα αναζητά με αγωνία εκείνο το «όμμα» (amo:s, oma, καθρεφτική σχέση και amo= αγαπώ, λατ.) εκείνο το βλέμμα που θα το κοιτάξει, θα το αγαπήσει, θα το επαναπροσδιορίσει και θα το αναστήσει.

· Χώμα ζεστό το σώμα/το σώμα σου

· Γιατί το κλάμα είναι/ ένα κομμάτι βρώμικο κρέας/ στο στόμα πεινασμένου σκύλου

· Χώμα νωπό, παγωμένα σίδερα,/ να ζεσταθεί πασχίζει, χώνεται ανάμεσα/ πάσχουσα,/ ταΐζει τα σκυλιά της εικόνες/ μισομαγειρεμένες

· Στο βυθό, φώναξε/ θα βρεθούμε στο βυθό/Έκτοτε/ το επίθετο έγινε όνομα/ κι εκείνη πρόσωπο

Άμμος είναι ο τόπος όπου βιώνεται ο θάνατος, το σώμα του θανάτου, το σώμα με το οποίο μιλιέται ο θάνατος, το σώμα του ανθρώπου και της ποίησης εν τέλει:

Τη νύχτα/ αδειάζει το δωμάτιο/ χαράζει κύκλο από σιωπή/ και σέρνει την καρέκλα του στο κέντρο. Από την τσέπη/ Βγάζει ένα αόρατο κάτοπτρο και του μιλά/ Κι είναι φορές που σπάζει αυτό/ σκοτεινή άμμος τινάζονται οι λέξεις/ και πέφτουν και πέφτει. /Η νύχτα παίζει το παιχνίδι της άμμου

ΗΧΟΣ ΑΠΟ ΝΕΡΟ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

ΕΠΙΦΥΛΛΙΔΕΣ

Περιοδικό e-poema

Τεύχος 14,Αυγουστος 11.

Εφη Καλογεροπούλου, Ηχος από νερό, Ενδυμίων 2010

Η ποίηση, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες των πιο ευσυνείδητων απολογητών του υπάρχοντος να της στερήσουν τη δυνατότητα να συμβάλει στην αύξηση του πληροφοριακού δυναμικού για τον κόσμο όπου βρισκόμαστε ριγμένοι, δεν είναι δυνατόν να παραδώσει άνευ όρων εκείνη την όψη της αλήθειας που την αφορά, έστω και αν συχνά την περιφέρει στα διαμερίσματα των μικροαστών διανοουμένων ως ένα είδος επιστροφής στην αυθεντικότητα κάποιου προλογικού παραδείσου. Οσο καλά κι αν φυλάει η κατακυρωμένη από το υπάρχον θεωρία το ιερό της αλήθειας, οι τοίχοι, τα θεμέλια, η στέγη του είναι πάντα γεμάτα με μικρά και μεγάλα ρήγματα -στα οποία οφείλεται άλλωστε σχεδόν κάθε πραγματική πνευματική πρόοδος- απ’ όπου άλλες όψεις του λέγειν εισβάλουν πότε ως ζητιάνοι, πότε ως αιρετικοί και πότε ως βεβηλωτές. Η ποίηση ανήκει σίγουρα στο τελευταίο είδος εισβολέων, έστω και αν συχνότατα οι βέβηλες διαθέσεις της παρουσιάζουν κάποια διστακτική προσήλωση στον βάκιλο της μορφής, με τον οποίο τη μόλυνε η κλασσική αισθητική˙ έτσι κι αλλιώς, τον ρόλο του βεβηλωτή τής τον επέβαλε η ίδια η θεωρία, όταν ανέλαβε το τραγικό έργο της μαθηματικοποίησης του πολιτικού στοιχείου. Οπως και να ‘χει, όποιες συγκρούσεις οντολογικού, ιδεολογικού, λογιστικού ή ακόμη ακόμη πολιτικού χαρακτήρα κι αν διαδραματίζονται στη μάλλον σκοτεινή περιοχή, όπου συμπίπτουν τα συμβολικά συστήματα της θεωρίας και της ποίησης, η δεύτερη μας δίνεται ως δύναμη που τροφοδοτεί ιδιάζουσες διαδικασίες αλήθειας. Ποιος διάβασε ποτέ ένα έστω ποίημα χωρίς να αποκομίσει την αίσθηση πως κάτι έμαθε; Στον βαθμό που έγινε αντικείμενο ανάλυσης, η εν λόγω αίσθηση παρουσίασε ομοιότητες με το είδος της ικανοποίησης που απολαμβάνουμε όταν συλλαμβάνουμε τη λύση ενός γεωμετρικού προβλήματος, παρά με το είδος του αισθήματος που αποκομίζουμε από τη φιλοφρονητική ματιά ενός επίδοξου εραστή. Οφείλουμε να δεχθούμε, δηλαδή, πως ανήκει κατά το μάλλον ή ήττον σε κείνο το φαινόμενο, που η ψυχολογία αναγνωρίζει ως αίσθημα της ορθολογικότητας. Παρουσιάζεται σαν ανακούφιση ή και ικανοποίηση που συνοδεύει έναν λίγο ως πολύ ισορροπημένο συνδυασμό αναγωγής μιας σειράς εμπειρικών δεδομένων σε ένα μόνο αποκαλυπτικό, ριζικό δεδομένο, και εξοικείωσης με τις λεπτομέρειες, με τα ποικίλα και αεικίνητα παραδείγματα του είναι.

Ηχος απο νερό

Ντίνος Σιώτης

περιοδικό poetix/τεύχος 4.

Ηχος απο νερό(Ενδυμίων)τιτλοφορείται η δεύτερη συλλογή ποίησης της Εφης Καλογεροπούλου.Εδώ εχουμε καθαρό ήχο σε καθαρό νερό,με αποτέλεσμα καθαρή ποίηση,που στάζει απο αβέβαια κατάρτια στο κατάστρωμα πλοίου ,ενώ σέρνεται στο βυθό των μικρών πραγμάτων.Σε τέσσερεις ενότητες(«το πέρασμα»,» η ελευθερία»,» η συνάντηση» και » η νύχτα») η μικρή πλακέτα των 69 σελίδων μοσχοβολά αυθεντική ασπρόμαυρη ποίηση ,σαν καράβι που με κράτει τις μηχανές ταξιδεύει στην ομίχλη,συνεχίζοντας ενα ταξίδι που δεν άρχισε ποτέ.Ο αέρας των στίχων φυσά,το αεράκι της ποίησης πέφτει ,ενα λιμάνι αχνοφαίνεται μακριά «με εργάτες και σκοινιά και γάτζους και μαύρη πίσσα…»αλλά είναι και αυτό ενα ναυάγιο με λασπωμένες μέρες και όλα γίνονται όπως ήταν,μιά «Κι έπειτα /εγινε αυτός /που πάντα /ηταν».

ΣΚΕΥΗ ΤΑΞΙΔΙΟΥ

Βαρβάρα Ρούσσου

φιλόλογος/κριτικός λογοτεχνίας

Τα Σκεύη ταξιδίου με τα οποία μας συστήνει η Έφη Καλογεροπούλου να ξεκινήσουμε το αναγνωστικό μας ταξίδι στην ποίησή της είναι ένα απόσταγμα των στιγμών του βίου. Η ποιήτρια λειτουργεί σαν ανεστραμμένος «μικρός ναυτίλος» καθώς τα σκεύη που συλλέγει είναι το μελαγχολικό και ανθρώπινα καθημερινό υπόλειμμα της ζωής. Η ποίηση όμως αναλαμβάνει το χρέος να αντιστρέψει αυτό το μάλλον οδυνηρό υπόλειμμα σε σκευή του ταξιδιού μας στη ζωή και να μας πλουτίσει με λέξεις και με αυτές να συνεχίσουμε να συλλέγουμε. Η συλλογή ακροβατεί μεταξύ έρωτα και θανάτου προσδιορίζοντας το ενδιάμεσο σε ένα ταξίδι όπου συναντάμε την αδυσώπητη φθορά –του έρωτα της καθημερινότητας, του χρόνου. Ο έρωτας με την ορμητική δυναμική του στα ποιήματα («Λαύριο», «μαζί σου», «εξαίσια») επιδιώκει να νικήσει το χρόνο, να υπερβεί το παρελθόν και τη φθορά, να κερδίσει το σχεδόν μαζί της συμπόρευσης -ποιήματα («σημεία» , » δίχως θεό» , «σχεδόν μαζί»). Πέρα από τον έρωτα ο κύριος τρόπος για να υπερνικηθεί ο χρόνος και οι συνέπειές του είναι ο ποιητικός λόγος. Η ποιήτρια δεν αναφέρεται σε αυτόν, δεν μας αποκαλύπτει το εργαστήριό της, αλλά γράφοντας μας δείχνει τον τρόπο της να εξορκίζει τα δαιμόνια και μας παραχωρεί το δικαίωμα να κάνουμε το ίδιο διαβάζοντας τα ποιήματά της.

Τα κυρίως σύντομα ποιήματα και οι βραχείς σε μήκος στίχοι υποστηρίζουν την επιγραμματικότητα και την συμπύκνωση του λόγου δημιουργώντας ό,τι αρχικά ονομάσαμε «απόσταγμα». Το χαρακτηριστικό που ξεχωρίζει στη συλλογή είναι στίχοι επιγραμματικοί που η δύναμή τους είναι κεραυνός εν αιθρία : «τροχίστε λίγο το μηδέν/ είναι τετράγωνο πολύ». «με ρυτίδες στρωμένο το τραπέζι»…Η έλλειψη στίξης μας αφήνει αρκετές φορές το περιθώριο να επιλέξουμε ανάγνωση, να επιμείνουμε σ’ ένα σημείο, να στοχαστούμε πάνω στις λέξεις. Με τα Σκεύη ταξιδίου στις αποσκευές του ταξιδιού μας μπορούμε να ατενίσουμε τη θλίψη μας αλλά να βρούμε και τον τρόπο για να συνεχίσουμε «πρόσω ηρέμα».

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΓΕΩΡΓΙΑΔΟΥ

ΧΡΙΣΤΙΝΑ-001

Η Χριστίνα Γεωργιάδου γεννήθηκε το 1972 στην Αθήνα και μεγάλωσε στην Κατερίνη Πιερίας. Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στο Α.Π.Θ. και Μετάφραση στο Τ.ΞΕΜ.Δ. του Ιονίου Πανεπιστημίου. Ζει στη Θεσσαλονίκη και εργάζεται ως καθηγήτρια Αγγλικών στη Μέση Εκπαίδευση.
Εξέδωσε την πρώτη της ποιητική συλλογή ΣΠΟΡΑ το 2016 (εκδόσεις Κυριακίδη), για την οποία έλαβε το βραβείο Μαρία Πολυδούρη 2017 στα
Θ’ Πολυδούρεια. Η δεύτερη ποιητικής συλλογή ΓΟΟΣ εκδόθηκε τον Ιούλιο του 2019.

ΒΙΒΛΙΑ - 0001

ΒΙΒΛΙΑ - 0002

ΓΟΟΣ (2019)

Σάρκινα

ΣΩΜΑ ΑΝΟΙΞΗΣ

Φυτρώνουν
στο κορμί σου
λεμονιές, περγαμόντα,
γιασεμιά

Μπαχάρια
ποτίζουν τις ανάσες σου
καπνίζουν στους αρμούς

Στ’ ακροδάχτυλα
ανθίζουν ρόδα, κυκλάμινα, κρίνα
ουράνιο τόξο βάφοντας
πρόσωπο, γαστέρα και γλουτούς

Μία αγγελική
στα χλωμά σου ριζώνει χείλη
ευωδιάζουν τ’ ανεπαίσθητα της άνθη
κι οι πυρροί καρποί της
σε ματώνουν

ΟΙ ΚΟΣΜΟΙ ΤΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ ΣΟΥ, ΠΑΙΔΙ

Στο γιο μου, Δημήτρη

Μυρίζεις σφαγμένο πορτοκάλι
κι είν’ η ευωδιά σου μια απόχη
που μέσα της κρέμομαι
κι όλοι οι ορίζοντες
απλώνονται μπροστά μου
Κήποι των Εσπερίδων
και Κήποι της Εδέμ

Χαυνωμένη πεταλούδα
βυθίζομαι στα βήματά σου
τα όρια του βίου μου
περιχαρακωμένα
στων γέλιων σου τις βροχοστήλες
η πουπουλένια σου αγκάλη
αερόπλοιο
με ταξιδεύει
σε ύψη απροσμέτρητα

Νέμο σαλπάρω
για βάθη απύθμενα
– οι κόσμοι της φαντασίας όσοι
τα δάχτυλα όσων έζησαν
στη νιοστή

Τρέχω ξοπίσω μαγεμένη
πάντα ξοπίσω
πάντα μαγεμένη

ΜΟΥΡΙΑ

Θέλω ένα δέντρο, μια μουριά
να ανατέλλουν ήλιοι στα ριζά της
τσαμπιά να κρέμονται τα όνειρά μου
στα κλαριά της
ηδονικά να στάξουν πεθυμιές τα φύλλα της
πάνω στα βλέφαρά μου
γαλάζιες κορδέλες ν’ ασημίζουνε
μες στα φυλλώματά της
και ανεπαίσθητες ακίδες σύμπαντος
να με τσιμπούν στο κάδε άγγιγμά της

Θέλω ένα δέντρο, μια μουριά
να ’ναι τα πόδια της γερά
να δρασκελούν αγέρωχα το σύμπαν
ν’ αδράχνουνε το φως και το σκοτάδι
με περισσή ευκολία
κι όσα μου απόμειναν φτερά
μπηγμένα στην καρδιά της
τον άνεμο αέναα να καβαλούν

Θέλω ένα δέντρο, μια μουριά
να ’ναι τα μάτια μου οδηγός της
και κάδε κύτταρό μου να ’ν’ δικό της
χειμώνες ν’ αψηφά και αγριοτόπια
και κάδε άνοιξη ανυπόταχτη να γνέφει
πως είναι δω, πως ζει, πως αναπνέει
πως τίποτα δεν τη χωρεί,
πάντα δα ταξιδεύει

Νέφινα

ΥΜΝΟΣ

Μες απ’ τα σύννεφα
τρυπώνει η ζωή
– πορφύρα διάχυτη στο μπλε τ’ ουρανού

Θροΐζει το ευμετάβλητο
τόσο αναπάντεχα ωραία

Μου χαρίστηκαν ορίζοντες
δάση από πέτρα και ήλιο
και μια υδάτινη απεραντοσύνη
να βυθίζεται η σκέψη μου

Μου δωρίστηκαν
χρυσοπράσινοι ιριδισμοί σε ποταμίσιο κορμί,
κόκκινες σταλαγματιές σε ουράνιο δόλο
γαλάζιοι κυματισμοί
– ένας αδιάλειπτος κόσμος χρωμάτων
να ζωγραφίζεται η ψυχή μου

Μου δόθηκαν θροΐσματα,
γάργαρα κελαρύσματα
βρυχηθμοί, λαρυγγισμοί, αηδονολαλιές
ουράνιες μελωδίες
να τραγουδούν τα όνειρά μου

Και μου ζητήθηκε μόνον
ο Λόγος
να αναζητεί και να υμνεί
τις άπειρες εκφάνσεις
του αέναου

ΜΑΥΡΗ ΤΡΥΠΑ

Αγριεύει το σύμπαν
στις σκιές – αναδιπλώνεται
Λυγίζει ο χρόνος – σπάει
Βουβαίνεται η μνήμη…

Αιωρούνται τα όνειρα
δαγκώνουν το άπειρο
Αστράφτει τ’ απονενοημένο
Και άρχεται η αντίστροφη μέτρηση.

Αναρριγώντας
ανέλπιδα
περιδινίζεται το φως
Άναρχα ταλαντώνεται
– λευκή πανδαισία
σε βρόχο ερέβους
Του χάους η χοάνη
τ’ αδράχνει
τ’ αφανίζει…

(Αστράφτει τ’ απονενοημένο)

Ουδόλως κάμπτεται η φυγή·
μόνο μ’ ένα στραπατσαρισμένο
λευκό πανί
στ’ απύθμενο βουλιάζει
το θάμπος

Κι ο κύκλος αργοκλείνει…

Μα εκεί,
στο πριν,
μια ανεπαίσθητη ακίδα
απομένει
– μήτρα του μέλλοντος κόσμου

ΠΑΝΔΩΡΑ

Γι’ αυτήν ζω·
για την αιθάλη στα μαλλιά
σαν μπαρουτοκαπνιστεί η ψυχή
Για το χαμόγελο
σε δυο ανθισμένα χείλη
που άπληστα αγαπώ
Για την ευωδία του αίματος
που ροβολά στις φλέβες
άτι

Λαβωμένη ανθίζω…

Λιπόσαρκα αετώματα
των ματιών μου οι κόγχες
σπέρνουν άλικες δροσοστάλες
στο σύμπαν
και στου ανέσπερου
τα άγια χώματα
βλασταίνει
σε νωχελικό λίκνισμα
ο Λόγος…

Σε νεφελώδεις Αιώνες
απάγκιο αποζητώ
σε μυρωμένα πνεύματα
κι αντάρτικες ψυχές
Μα πριν αλέκτωρ τρις λαλήσει
αιώνια προδίδομαι…

Σφαλίζω ενίοτε τις στράτες
σ’ ό,τι ανώδυνα στο τίποτα αναλώνεται
σ’ ό,τι λιμνάζει
σ’ ό,τι ματώνει…

Σταυρώνομαι σε μοναξιάς τίμιο ξύλο
μην έχοντας να προσμένω
παρά καθρέφτισμα
στη λίμνη Αχερουσία
και βάδισμα λυτρωτικό
στα κρυσταλλένια της νερά

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ ΠΕΠΤΩΚΩΣ

Ι. ΑΡΝΗΣΗ

Όραμα πνεύματος δανόντος
η ζωή
γυρεύει
-λάμψη λευκή –
να σαρκωθεί

Η τελευταία μου πνοή
οργασμική τελείωση
Δειπνούν μαζί μου
μορφές σκαιώδεις
οι μνήμες

Η τελευταία μου πνοή
ερωτικός παροξυσμός
κραυγή – η βρυχηθμός;

Μέσα μου κι έξω μου επαναστατώ
Παίρνω το κορμί μου μαζί
– αρνούμαι πεισματικά το χωρισμό
Θέλω τις μνήμες μου χωμάτινες
να λιώνουν, ν’ αγριεύουν, να στάξουν,
να φθείρονται
λουσμένες στο φως και στο σκοτάδι
αιώνια να υφαίνονται

Μια φευγαλέα ταλάντωση
και δέσμες καπνού τυλίγονται
κιβωτός και πνεύμα
σε αέναο ερωτικό σύμπλεγμα
– λικνίζονται

Η τελευταία μου πνοή
γράφει τον κόσμο

Πύρινα

Νεκρή αθωότητα

Στήνω τα πιόνια
στη σκακιέρα
«Οι αθώοι φεύγουν πάντα πρώτοι»
μου λες

Κοράκια αγγίξουν
τις παλάμες
στα εκατόχρονά τους

Πενθούν
την εκατέρωθεν
νεκρή αθωότητα

ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΧΑΘΗΚΕ ΑΠΟΨΕ

στον Άγνωστο Έφηβο

Μούδιασαν τ’ ακροπατήματά σου
Τα μάτια σου βάφτισες στ’ αγιάζι
και λεύκισε η χαρακιά

Κουράστηκες
Η ζήση ατελής
Έκανες να βγάλεις κραυγή
μα το λαρύγγι σου άδειο
το ’κοψες
Η φωνή σου πνίγεται
Πόσο πια πράσινο
στο γκρι να χώσεις;

Βασίλεψες απόψε
Δεν πρόφτασες ν’ αφουγκραστείς
τ’ αχόρταστα χέρια σου
τους παλμούς των δέντρων
τη διαφάνεια που εισχωρεί στα κύτταρά σου
ενώ απάτητες μένουν οι οάσεις σου

Δεν χόρεψες
στην απεριόριστη ασπράδα του μυαλού σου
όπου κανένα τείχος δεν υψώνεται
κανένα τείχος δεν χρειάζεται να γκρεμιστεί

Κι έγειρες
να πλέεις ανεγκλώβιστος
εκεί όπου η φωνή δεν πάλλεται
κι οι βουνοκορφές χιονίζουν αιώνια
και τα μαντίλια δεν σκουπίζουν δάκρυα
κανείς απών, κανείς παρών
λιμνάζουν μόνο
οι γόγγοι των ζωντανών

Βασίλεψες απόψε
Ένα παιδί που χάθηκε
στα ονειροπατήματά του

ΓΑΙΑΣ ΓΟΟΣ

Μπότες βαριές
σχίζουν τα σπλάχνα μου
– καρφιά ανήλεα
αιώνες τώρα

Πολύχρωμο μωσαϊκό
ο ανθρώπινος ζόφος
έμβρυο που καγχάζει
στοιχειό στο κορμί μου
ασκέρια αυγατίζει
στα σωθικά μου

Λάμνει μέσα μου
μια επανάσταση
εδώ
στο άκρο του αιώνα

Δείτε με!
Αρχαία μαινάδα
δα ψήσω τα μάτια σας
δα ματώσω τα χείλη σας
Σεισμός κράσπεδα στάχτη

Ακούστε με!
Ιαχές κάρβουνο
Θα σπάσω τα τύμπανά σας
Μια μια
οι πλαστικές σας οάσεις
δα εκραγούν

Θα ηχήσει σιωπητήριο
ετούτο τον αιώνα

Αφουγκραστείτε
το άγιο μοιρολόι
σαν τελευταία προσευχή
σαν μετάνοια
σαν ύστατη οιμωγή

ΕΝΟΧΗ

Έκοψα το φεγγάρι
κι ήτανε κόκκινο
σαν ματωμένο χείλος

Το ξερίζωσα από τα σπάργανά του
– ήτανε πράσινο
σαν τα φύλλα
που ρέουν στο ποτάμι

Κάρφωσα την καρδιά του
– ήτανε μαύρο
σαν τον κορμό
καμένου δέντρου

Το έκρυψα στον κόρφο μου
– τρεμόπαιξε χλωμή
μια φλόγα
στο δάκρυ του

Κούρνιασα
στο κυρτό του κορμί
και έκλαψα
– κραυγή μετάνοιας

ΕΝΥΠΝΙΟ

Είν’ όνειρα που φορές
γυμνά αγγίξουν το σκοτάδι·
καμιά αστραπή να τα αγιάσει

Έτσι γυμνά πορεύονται
δίχως κάλυπτρο·
μαζώνουν
ανόθευτα, ανάλλαγα
όμοια κρασί παλιό
που δεν νότισε στο χάος

ΣΠΟΡΑ (2016)

Ι ΠΕΠΛΟ

ΦΕΥΓΙΟ

έφτασες
πάνω σε άρμα χρυσό
καβαλάρης της νύχτας

έφυγες
-αυγουστιάτικο ήταν θυμάμαι πρωινό-
και σ’ αναζήτησα

μα τώρα γύρισες
κι είμαι μια λάμψη
κι η σκιά μου στον τοίχο τυφλή

ΣΠΟΡΕΑΣ

έσπειρα στους ουρανούς των θαυμάτων
τα μάτια σου
κι ο κόσμος άστραψε

απίθωσα στην καρδιά των Δελφών
ένα απ’ τα εφτά θαύματα
το χαμόγελό σου
και τα νερά τραγούδησαν

έσκυψα και φίλησα τα χείλια σου
τα γιασεμιά
μα ήταν πικρά σαν τ’ αγιονέρι

ήρθανε Σειρήνες και με λωτούς σε μάγεψαν
άφησα ένα στάχυ να με θυμάσαι
σε δύσκολους καιρούς
να το ’χεις συντροφιά
το μόνο που αξίζει…

ΣΤΙΓΜΗ

Βουνοκορφές αχνίζουν
πνιγμένες στο γαλάζιο
Αιχμαλωτίζεται στο τζάμι
μία άκρη τ’ ουρανού

Αγγίζεις με τ’ ακροδάχτυλά σου
το σύνορο του εδώ
και του εκεί

ΚΥΜΑ

Πάθος και αλμύρα
κι ο ορίζοντας
λευκό σεντόνι στο προσκεφάλι
Καίει η γη
στο άγγιγμα της σάρκας
κι ο πόθος στον κοχλασμό του αίματος

Διαφανείς δονήσεις του ήλιου
καθρεφτίζονται
στα νερά της Αχερουσίας
κι όλα –
οράματα, οπτασίες, ενσαρκώσεις –
αντανακλώνται
στις δυο Σου ίριδες
Κι εγώ ένας μικρός τους κόκκος
διασπώμαι σε άπειρα μόρια
εισβάλλω ορμητικά
στα πολύβουα κύτταρα του σύμπαντος
κι αναζητώ Εσένα

ΙΙ ΓΗ

ΠΑΙΔΙ

Αυτό το βλέμμα
που όλα τα παρατηρεί
που όλα τα εικάζει,
που όλα τα περιφρονεί
που όλα τα λατρεύει…

ΒΑΡΥΤΗΤΑ

μικρέ μου άγγελε
πλάσμα του αιθέρα
υπάρχουν όρια στη γη

τα φτερά σου τα ‘χάσες
πρόσεχε!
τώρα σε κυβερνά
ο νόμος της βαρύτητας,
της δράσης, της αντίδρασης,
η κεντρομόλος κι η φυγόκεντρος…

μα μη φοβάσαι-
το χέρι μου είναι εδώ
κι όλους τους νόμους
καταργεί…

ΕΝΥΠΝΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ

Ηδονικά απιθώνουνε το χάδι
οι απαλάμες μου
πα στις μαργαριταρένιες σου παρειές
καθώς μ’ αυγερινό χαμόγελο
εκπνέεις τ’ όνειρο
στην ιλαρή ημέρα

Λευκή η ανάσα σου
διαλύει ομίχλες
σε δαιδαλώδεις ατραπούς
Τσακάλια αλυχτάνε σαν περνάς
και στο σκαρφάλωμά σου
χάσκουν γκρεμοί από κάτω…

Πρωτοΐδωτο σε προσμένει φως
Μη σκιάζεσαι, προχώρα
Για ιδές,
στο ύψωμα κει δα
θρόνος η εκκλησιά -αετοφώλιασμά σου –
και στα ριζά της άβυσσου
σκαλώνει Δέντρο η Ζωή
χαϊδεύει τα ουράνια…

Ξένη I

τις στράτες μου πυρπόλησαν
χέρια μαβιά

ένοικος σε σπίτι άδειο δίχως κουρτίνες
διαλύομαι διάτρητη·
ο ήλιος τρυπά το κορμί μου
και διαχέεται το φως του μες από κάθε κύτταρό μου

το στόμα μου
οπή που χάσκει απρόσκλητη
σε τούτα τα λημέρια

οι παλάμες μου
βαλσαμωμένα περιστέρια
με δυο καρφιά μπηγμένα στα φτερά

ξένη εντός μου
αναλύομαι,
αναλώνομαι
κι αναζητώ τη μορφή μου·
ψηλαφώ το βράχο
που ήταν κάποτε πρόσωπό μου

ΙΙΙ ΣΑΡΑΚΙ

ΛΗΣΜΟΝΙΑ

της χαράς σταυρωτής
περιστέρι μου
η λησμονιά

η λησμονιά
που μας τύλιξε
με τ’ άθλιο πέπλο της

κι εσύ που της δόθηκες
κι εγώ που την αγνόησα
κι αυτός που την επέβαλε

όλοι ένοχοι
εσχάτης προδοσίας
στη ζωή

ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ

Γιατί θα πρέπει
να ’χουμε νέα;

Στα παλιά βρίσκεται η ουσία…

Γιατί θα πρέπει
να μιλάμε;
Στη, σιγή βρίσκονται
οι ήχοι
οι πιο απαλοί
οι πιο βαθιοί
οι πιο ανταριασμένοι…

ΔΙΑΦΑΝΟΣ

την ώρα που αίολα δίνεσαι
-ορυμαγδοί, ανάσες-
σε μυημένα μονοπάτια,
εγώ
είμ’ ο αέρας στα μαλλιά σου.

την ώρα που
ένας κόκκος άμμου
σου διδάσκει
τα μυστικά του σύμπαντος,
είμαι το κύμα
που ηδονικά φλερτάρει
τ’ ακροδάχτυλά σου.
,
είμαι η μουσική
που σ’ αναδεύει
σαν μέσα σου
γεννιέται η Ιδέα.

ο φύλακας
στην πύλη των ονείρων
είμαι
και στ’ άδυτά της σε τραβώ
και σε επαναφέρω.

ασήμαντο μην με θαρρείς.

Σαν
σήμαντρα ηχήσουν
οι ιαχές του κόσμου
θα νιώσεις
την κραυγή μου.

ΜΗΝ ΕΝΟΧΛΕΙΣ ΤΟΥΣ ΝΕΚΡΟΥΣ

Μην ενοχλείς
τους νεκρούς.
Αυτοί δεν σ’ ενοχλούν.
Κείτονται κει
απαλλαγμένοι
από ενοχές κι επιθυμίες
όμοιοι με λάμιες
που γύρισαν
στην πρότερη
οσία μορφή τους.

Μην ενοχλείς
τους νεκρούς.
Είναι οι μόνοι
που σπάσαν τον καθρέφτη.
Μύρια διάφανα γυαλάκια
μ’ εκατομμύρια μορφές
άγιες και σατανικές
– όλες δικές μας.

Ακούσια θεώνται
τον κύκλο της ζωής
– μην τους ζηλεύεις…
συ δεν θα δεις το καλό
να συμπορεύεται με το κακό
– φίδι
που δαγκώνει την ουρά του.

Μην ενοχλείς
τους νεκρούς.
Αυτοί έκαναν
τα δικά σου λάθη
αιώνες πριν.
Αστούς ν’ αναπαυτούν…

Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ

Πάντοτε να θωρείς ψηλά
σαν διαβαίνεις την έρημη γη,
με τον ήλιο αγνάντι
να σου καίει τα μάτια,
πέρα απ’ τα υπόγεια,
κει που αναρριχώνται μπουκαμβίλιες…

Και σαν μπουχτίσεις τα ατέρμονα ταξίδια
κούρνιασε σε σπίτια με μύριες θύμησες·
ανάσανε τους χιλιόχρονους τοίχους,
φώλιασε στις κόγχες τους,
ατένισε απ’ τη γυάλινη σκέπη
τους ορίζοντες που περνούν,
χάραξε στο κέρινο δάπεδο
τη μοίρα,
όπως αιώνες πριν
που παιδί
έξυνες με τη μύτη του ποδαριού
το χώμα
γυρεύοντας σπόρους, λαγούμια
και κρυμμένους θησαυρούς.

Μη στάξεις στα μάτια σου νερό,
κράτα τη λάσπη του αιώνα στα τσίνορα
φόρα την κατάσαρκα
άστην να σε τυλίξει…
Κι έτσι προφήτευσε
λασπερός, φλογερός Τειρεσίας…

Μην φοβηθείς·
Κι αν κάψουν τα βιβλία της γης
οι ιδέες τους ενυπάρχουν στις ψυχές
Κι αν θρυμματίσουν τις ψυχές
παιδί ξανά
χώσου στης γης τα έγκατα,
ψάξε τον πυρήνα·

Κι αν σπάσουν τις πέτρες
κι αν τσακίσουν τη γη
βυθίσου στη θάλασσα
Κι αν στραγγίσουν τη θάλασσα
όρμα στ’ αστέρια
στο σύμπαν
στο χάος

Παντού, σε κάθε
απειροελάχιστη ιδέα ζωής
ελλοχεύει το φως…

ΠΑΡΑΓΚΑ

Μία παράγκα
γυμνή
δίχως λουλούδια

Χτυπάει πέτρες
ο βοριάς
πάνω στον τσίγκο
κι ο ήλιος
ανήλεος πυρετός

Κουβαριασμένα μέταλλα
παρατημένες μηχανές
μες στην αυλή
-παροπλισμένοι επαναστάτες
θεριά φυλακισμένα!

Δίπλα στην είσοδο
ένα ψυγείο
λευκό και θλιβερό
και ένα ξύλινο μικρό κλουβί
με ένα καναρίνι
-το μόνο ζωντανό
σ’ αυτή την ερημιά…

Μία γυμνή
-νεκρή σχεδόν-
παράγκα
μας σημαδεύει
όλους!

ΣΤΑΥΡΩΣΗ

Απόψε
πεθαίνεις ωραία
Τα καρφιά μοιάζουν λουλούδια
και τούτη η λόγχη
πούπουλο φτερό
χαϊδεύει τα πλευρά σου

Το ξύδι
νέκταρ των θεών
κι η άλικη σου πορσελάνη
παπαρούνα λιβαδιού

ΑΝΑΣΤΑΣΗ…

στέκει τ’ αστέρι στη γωνιά
χάλκινο δάκρυ στάζει
την άσπρη σου ύφανση θωρεί
αϊτέ

Κι η άνοιξη δε λέει να ’ρθει…

δυο σου φτερούγες ξέφυγαν
στον υστερνό ανασασμό
πορφυρό βάφοντας
το σμάλτο τ’ ουρανού

Μα η άνοιξη δε λέει να ’ρθει…

ΤΟ ΚΑΘ’ ΟΜΟΙΩΣΙΝ

και είπεν ο Θεός:
όμοιος με σένα θέλω να γίνω

να χτίζω τη γη
γερά με τ’ αλέτρι
γεωργός καθ’ ομοίωσιν

να βγάζω φτερά
ουράνιους θόλους ατενίζοντας
όμοιος επιστήμονας

με σύμπαντα χρώματα
να βάφω τα όνειρα
να γίνονται θαύματα
άλλος εγώ καλλιτέχνης

και είπεν ο Διάολος:
όμοιος με σένα θέλω να γίνω

τα δυο να γίνονται ένα
κι ο Ένας να είναι το Παν

οι λέξεις να κρύβουν αλήθειες
σ’ αυτές μέσα να ζω…

ΚΥΚΛΟΣ

Εν τελεί
όλα καταλήγουν εκεί

στην αέναη ενσάρκωση των ψυχών

στην αγχώδη αναλαμπή των σωμάτων

στο σκοτεινό κατακρήμνισμα της ύλης.

ΑΝΑΒΙΩΣΗ

Το όνομά μου χάνεται

στην αχλή του χρόνου.

Χαμαιλέων η ύλη
βαλτώνει το νου.

Σε ελώδη εδάφη
γελώντας θάβομαι.

Ελπίζοντας

Πεθαίνω

πάντα τελευταία…

Ποια μήτρα μπορεί
επάξια να με φέρει
σε νέα μορφή;
Ποιος μάγος νους
θα μ’ εφεύρει
σε νέες επάλξεις;
Σε σύμπαντα άλλα
μαύρη τρύπα ποια
επάξια θα με στείλει,

πεθαίνοντας

ν’ αναγεννηθώ

σε καθαρτήριο ύδωρ;

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΣΠΟΡΑ (2016)

ΠΕΤΡΟΣ ΓΚΟΛΙΤΣΗΣ

diastixo.gr20 Ιανουαρίου 2017

Χριστίνα Γεωργιάδου: «Σπορά»

Ως γνωστόν υπάρχουν στη Θεσσαλονίκη τον τελευταίο αιώνα τρεις κατευθύνσεις στον χώρο της ποίησης. Η πρώτη είναι αυτή της λεγόμενης κοινωνικής ποίησης, με κύριους εκπροσώπους τον Μανόλη Αναγνωστάκη (1925-2005), τον Πάνο Θασίτη (1923-2008) και τον Κλείτο Κύρου (1921-2006). Έπειτα, έρχεται η λεγόμενη ερωτική ποίηση των Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου (1931-1996), Γιώργου Ιωάννου (1927-1985) και Ντίνου Χριστιανόπουλου (1931). Τέλος, είναι η χαρακτηρισμένη ως η ποίηση του υποστασιακού, η υπαρξιακή, η οποία και ξεκινά ουσιαστικά από τον Γιώργο Θέμελη (1900-1976), περνάει από τον Τάκη Βαρβιτσιώτη (1916-2011) −εκεί ανήκει και ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης (1908-1993)− και από κει, μέσω του Τάσου Φάλκου (1937), περνάμε στον Τόλη Νικηφόρου (1938), στη Μελίτα Τόκα-Καραχάλιου (1940), στην Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου (1965), που εντάσσεται επίσης σε αυτό τον προσανατολισμό, φέρνοντάς μας πλέον στη Χριστίνα Γεωργιάδου και στην αίσθηση μιας νοητής συνέχειας που αξίζει να προσέξουμε.

Η ποίηση της Χριστίνας Γεωργιάδου είναι λοιπόν κατά βάση υπαρξιακή, όπως δείχνει η πρώτη −πραγματικά ώριμη− ποιητική της συλλογή Σπορά. Τρία είναι τα στοιχεία στα οποία θα εστιάσω: το πρώτο είναι η χρήση της οπής, το άλλο είναι η «Ουσία» που επαναλαμβάνεται, δηλαδή η Ιδέα, και το τρίτο έχει να κάνει με την τεχνοτροπία της, το στιλ, θα λέγαμε, το καλλιτεχνικό.

Ένα από τα πιο εντυπωσιακά πράγματα που διάβασα στο βιβλίο έχει να κάνει με την έννοια και τη χρήση της οπής. Στο ποίημα, ενδεικτικά, «Ξένη Ι», μας λέει πολύ χαρακτηριστικά η Χριστίνα:

ένοικος σε σπίτι άδειο δίχως κουρτίνες
διαλύομαι διάτρητη·
ο ήλιος τρυπά το κορμί μου
και διαχέεται το φως του μες από κάθε κύτταρό μου

Στο ίδιο ποίημα καταλήγει στο «ψηλαφώ το βράχο που ήταν κάποτε πρόσωπό μου», ο πιο δυνατός, κατά τη θεώρησή μας, στίχος της. Επίσης, αναφερόμενη στον «άλλον», στο ποίημα «Ελπίδα», μας λέει «τις συννεφιές το απόγιομα τουφεκίζω να περνάς / απόλυτη μην είναι η δυστυχία σου». Τουφεκίζοντας, λοιπόν, η ποιήτρια επιδιώκει να προκαλέσει μια ρωγμή. Η χρήση αυτής της ρωγμής, στα μάτια μου, λειτουργεί ενδεχομένως ως μια διαφυγή από το τραγικό αδιέξοδο του κόσμου. Η Γεωργιάδου, δηλαδή, διέπεται από τη θνητότητά της με τρόπο χαρακτηριστικό και έντονο, και θεωρεί ότι υπάρχει ένας τόπος διαφυγής, ο οποίος μάλιστα περνάει μέσα από την αναίρεση του προσώπου της εντός του χωροχρόνου. Επομένως θεωρεί ότι δεν μπορεί να πραγματωθεί ως «Είναι αυτού του κόσμου», και άρα χρησιμοποιεί την ποίηση ως μια μορφή υποκατάστασης, μιας θρησκευτικής, κατά κάποιον τρόπο, πραγμάτωσης ή έκφρασης του «άλλου» κόσμου. Εδώ βλέπω και τον βράχο που ήταν κάποτε το πρόσωπό της. Τον οποίο και ψηλαφεί. Προφανώς με μια συγκρατημένη απόγνωση και θλίψη, ανοίγοντας όμως και έναν τρόπο πορισμού, λογαριάζοντας τον «άλλον»: «τις συννεφιές τουφεκίζω να περνάς».

Τώρα θα σταθούμε στην «άλλη» ποιητική Θεσσαλονίκη, στην υποστασιακή, δηλαδή, χροιά του έργου της. Η χρήση του «άλλου», ο «άλλος», συναντάται στον στίχο της Χριστίνας Γεωργιάδου «στα παλιά βρίσκεται η ουσία», ενώ στο ποίημα «Διάφα