Category Archives: ΠΟΙΗΣΗ

ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ

μινα2

 

Η Ασημίνα Ξηρογιάννη γεννήθηκε το 1975 και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε Kλασσική Φιλολογία και Θεατρολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Υποκριτική στο Θέατρο-Εργαστήριο. Διδάσκει Θεατρική Αγωγή στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση και εργάζεται ως εμψυχώτρια θεατρικού παιχνιδιού. Παράλληλα παραδίδει μαθήματα Γλώσσας και Λογοτεχνίας καθώς και Θεωρίας και Ιστορίας Θεάτρου. Έχει παρακολουθήσει διάφορα θεατρικά σεμινάρια, υποκριτικής, σκηνοθεσίας και θεατρικού παιχνιδιού. Έχει σκηνοθετήσει και ανεβάσει με τους μαθητές της αρκετά έργα, δικά της και ξένα. Το 2009 δημιούργησε το ιστολόγιο Varelaki – Σελίδες Τέχνης και Πολιτισμού. Με ποιήματά της έχει συμμετάσχει σε πέντε συλλογικές εκδόσεις. Ποιήματά, διηγήματά, κριτικές και άρθρα της δημοσιεύονται σε διάφορα έντυπα, ηλεκτρονικά περιοδικά και ιστολόγια. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά, τα Γαλλικά και τα Ισπανικά.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

(2018) Δεύτερη φύση 65Χαϊκού ΑΩ
(2017) Δοκιμάζοντας το ποίημα, Βακχικόν
(2017) Λίγη φθορά για γούρι, Γαβριηλίδης
(2015) 23 μέρες, Γαβριηλίδης
(2015) Οντισιόν, Βακχικόν
(2013) Εποχή μου είναι η ποίηση, Γαβριηλίδης
(2011) Πληγές, Γαβριηλίδης
(2010) Το σώμα του έγινε σκιά, Ανατολικός
(2009) Η προφητεία του ανέμου, Δωδώνη

Συμμετοχή σε συλλογικά έργα

(2015) Μονόλογοι συγγραφέων, Βακχικόν [ανθολόγηση, κείμενα]
(2015) Μονόλογοι συγγραφέων Βακχικόν [ανθολόγηση, κείμενα]
(2012) Ανθολογία ποίησης και γραπτού λόγου, Παππά, Βασιλική Β.
(2012) Ποιητές στη σκιά, Γαβριηλίδης
(2011) World Poetry 2011, Ιδιωτική Έκδοση

Λοιποί τίτλοι
(2017) Το θέατρο στην ποίηση, Momentum [ανθολόγηση, επιμέλεια]

 

ΒΙΒΛΙΑ2

 

 

 

ΔΕΥΤΕΡΗ ΦΥΣΗ (2018)
Εξηνταπέντε χαϊκού

 

‘Ο, τι δυνατό,
μέσα στη φαντασία
πάντα υπάρχει.

Τον εαυτό σου
αν αποδομείς, σοφός
μπορεί να γίνεις.

 

 

ΔΟΚΙΜΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ (2017)

 

Όταν το ποίημα αναζητά καταφύγιο στην ανθρώπινη
ύπαρξη και η ανθρώπινη ύπαρξη σε κείνο

Όταν το ποίημα σφυράει ανοίκειους σκοπούς

Όταν το ποίημα σβήνεται πιο πολύ παρά γράφεται
Όταν το ποίημα αναρωτιέται και στοχάζεται
Όταν το ποίημα διαβάζεται σιωπηλά
Όταν το ίδιο το ποίημα ξέρει να σιωπά

Όταν το ποίημα αντέχει τη σκιά του
Όταν το ποίημα δεν αντέχει τη σκιά του
Όταν το ποίημα γκρεμίζει τα τείχη
μιας ήδη υπάρχουσας παλαιομοδίτικης λογοτεχνίας
Όταν το ποίημα κατατρέχει τον δημιουργό του
με σκοπό να τον στοιχειώσει

Όταν το ποίημα έχει θάρρος
Όταν το ποίημα έχει θράσος
Όταν το ποίημα ερωτεύεται τον αναγνώστη
Όταν το ποίημα δεν ερωτεύεται τον αναγνώστη,
αλλά τον ποιητή

Όταν το ποίημα ξαναδιαβάζεται (πάλι και πάλι και πάλι…)
Όταν το ποίημα αρρωσταίνει από τις πολλαπλές
«λανθασμένες» αναγνώσεις του
Όταν το ποίημα μας υποδεικνύει τον τρόπο
Που θα το διαβάσουμε

Όταν το ποίημα γράφεται στους δρόμους
Όταν το ποίημα γίνεται δρόμος

Όταν το ποίημα διψά για ύψος και φλερτάρει άγρια με αυτό
Όταν το ποίημα αδιαφορεί για το ύψος

Όταν το ποίημα γίνεται φως
Όταν το ποίημα δεν γίνεται φως

Όταν το ποίημα τραυματίζει συνειδήσεις
Όταν το ποίημα στήνει ορατά σκηνικά με υλικό
κάποια αόρατα νήματα μονάχα
Όταν το ποίημα απαιτεί να κυριεύσει το μυαλό και του πιο
στριφνού και απαιτητικού αναγνώστη και το πετυχαίνει
Όταν το ποίημα απλώνεται γυμνό μπροστά σου
και προκαλεί τις αισθήσεις σου και σε ξελογιάζει
Όταν το ποίημα σε εισάγει σε μια νέα πραγματικότητα
Όταν το ποίημα φτιάχνει αγάλματα που κοσμούν
το λογοτεχνικό σύμπαν
Όταν το ποίημα κυριεύει το μέσα σου τοπίο
με μια παράξενη λάμψη

Όταν το ποίημα σε εγκαταλείπει πετώντας μακριά σου
και συ το κυνηγάς με όλη σου την ύπαρξη,
αλλά δεν καταφέρνεις να το αιχμαλωτίσεις εν τέλει.
Όταν το ποίημα προδίδει τους εραστές του αφήνοντάς τους
στα κρύα του λουτρού ν’ αναρωτιούνται
Όταν το ποίημα έχει ν’ αντιπαλέψει τη χαοτική
προσωπικότητα του δημιουργού του
Όταν το ποίημα θυμίζει παιδί που πετυχαίνει
το ακατόρθωτο: να πλένει τα αστέρια, ας πούμε

Όταν το ποίημα ενηλικιώνεται –επιτέλους!

Όταν το ποίημα ισοδυναμεί με μικρό θαύμα

Όταν το ποίημα αφαιρεί ασύστολα και «κόβει»
Όταν το ποίημα σε «κόβει»

Όταν το ποίημα χορεύει
Όταν το ποίημα αλητεύει
Όταν το ποίημα ασκητεύει

Όταν το ποίημα μεταφράζεται σε θάνατο ή σε έρωτα
Όταν το ποίημα είναι προκλητικά υπαινιχτικό
Όταν το ποίημα αποκαλύπτει το ίδιο την ποιητική του
Όταν το ποίημα απαντά σε κακοήθειες, αλλά όχι
στην τρέχουσα γλώσσα -σε άλλη γλώσσα, ειδική γλώσσα.

Όταν το ποίημα έχει απογόνους

Όταν το ποίημα σού δίνει την αίσθηση ότι είναι θάλασσα.
Όταν το ποίημα ε ί ν α ι θάλασσα

Όταν το ποίημα μπαίνει σε μουσείο

Όταν το ποίημα ελυτίζει
Όταν το ποίημα Καβαφίζει
Όταν το ποίημα βερμπαλίζει
Όταν το ποίημα –ίζει γενικά

Όταν το ποίημα σε βάζει μέσα στο εργαστήρι
του δημιουργού του
Όταν το ποίημα ξεκινά να γράφεται από τη μία
και μοναδική μαγική λέξη του δημιουργού του

Όταν το ποίημα ανατρέπει πρότερες γραφές
του δημιουργού του

Όταν το ποίημα δεν είναι ποίημα αλλά παρωδία ποιήματος
Όταν το ποίημα δεν είναι ποίημα αλλά μόνο
μια άσκηση επί χάρτου, ή μόνο γρατσούνισμα
στο χαρτί του δημιουργού
Όταν το ποίημα φλερτάρει το αόρατο
Όταν το ποίημα εμπεριέχει το αόρατο

Όταν το ποίημα παύει να σου «μιλά»

Όταν το ποίημα είναι κάθετο πιο πολύ παρά οριζόντιο
Όταν το ποίημα μοιάζει με ανοιχτό ορίζοντα
Όταν το ποίημα διαδηλώνει μια «άλλη ποιητική» μη ποιητική
Όταν το ποίημα πυροδοτεί λεκτικά συμβάντα
Όταν το ποίημα ξεπερνά τη Μούσα του

Όταν το ποίημα έχει άρωμα αντρικό

Όταν το ποίημα έχει το όνομα και τη χάρη σου

(όταν το ποίημα)

…ποτέ δεν ολοκληρώνεται…

 

Η ΩΡΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ

[1] Στο περιθώριο της ζωής ανθίζουν τα ποιήματα

[2] Κι όμως το περιθώριο είναι η αληθινή ζωή

[3] Εκεί όπου ο χρόνος δεν ορίζεται

[4] Και δεν πρέπει να κάνεις το λάθος

[5] να πεις τον αριθμό 24

[6] ή έστω να τον σκεφτείς.

[7] Τα ωραία έρχονται μετά:

[8] Όταν πέφτεις στο κενό του χρόνου,

[9] Όταν ταλαντεύεσαι μαγικά ανάμεσα στο πάντα και το ποτέ,

[10] Όταν αιωρείσαι πάνω από τη λευκή κόλλα χαρτί,

[11] Τότε αλλάζει ο μέσα σου ρυθμός

[12] Και το εσωτερικό τοπίο φωτίζεται

[13] Τότε η αμηχανία σου μοιραία γίνεται λέξη

[14] Και η λέξη γίνεται στίχος.

[15] Στίχος που δεν χωρά σε μια συμβατική μέρα,

[16] Που δεν μπορεί να κλειστεί μέσα σε 24 ώρες -αλλοίμονο!-

[17] Το ξέρεις πια! Σε ένα άχρονο παρόν ανθίζουν τα ποιήματα

[18] Όταν δεν είσαι αναγκασμένος να μετράς τις ώρες

[19] Και να πρέπει να τις βγάζεις πάντα 24,

[20] Όταν τολμάς να επινοήσεις μια δική σου ώρα,

[21] Τη δική σου ώρα που θα ’ναι συνώνυμη της αιωνιότητας,

[22] Που θ’ αποτελείται από άπειρα λεπτά και δευτερόλεπτα,

[23] Άπειρα ερεθίσματα της ψυχής και της νόησης.

[24] Την ώρα που συνιστά τον δικό σου λόγο για το άρρητο

[25] Την 25η Ώρα: την Ποίηση

 

 

ΛΙΓΗ ΦΘΟΡΑ ΓΙΑ ΓΟΥΡΙ (2017)

 

Α’ ΜΕΡΟΣ
Κυτταρική μέθη

 

ΤΑ ΒΡΑΔΙΑ

Εγκλωβίζονται οι λέξεις
Στριμώχνονται μέσα στις σκιές
Υφαίνουν τη Σιωπή

Σε αναμένουν οι λέξεις
Σε ακούν
Η ανάσα σου χορεύει
με τους εφιάλτες
Το αιδοίο σου συσπάται ασύστολα
στην αναμονή της ομορφιάς.

Σε φιλούν οι αισθήσεις στο στόμα.

Τα βράδια
Ζεις.

 

ΕΣΥ

Ορθώνεσαι ανερμήνευτος
Άρρητη έλξη
Δοκιμάζω τη σιωπή
Τεντώνω το στήθος μου
– μόνη μου τέρψη
Κοιτάω κατάματα τη δική μου τη λέξη
Δεν με καταπίνει -ευτυχώς-
Κι είναι από πάντα δισύλλαβη:
Εσύ.

 

ΔΙΚΗ ΣΟΥ

Δες με!
Καλύτερη και από μαριονέτα.
Λύνομαι
Και πάλι δένομαι
(είμαι θεατράλε)
Σε στραβοκοιτάω!
Το σώμα μου
Αλλάζει σχήμα
Σκέτο ζυμάρι
Πλάθεται ανάλογα
Χύνω πολύ ιδρώτα
για να γίνω η λέξη σου
Το αριστερό μου χέρι
αγγίζει την πλάτη σου.
Το δεξί μου πόδι
χαϊδεύει τη μύτη σου.
Το στήθος μου
αναζητά απεγνωσμένα
το στέρνο σου
(αλλόκοτοι χαιρετισμοί ανταποδίδονται).
Το μάτι μου πάλι
τρώει το δικό σου μάτι
Τ’ αυτιά μου πίνουν μονορούφι
τον βήχα σου
Ένα από τα μπροστινά δόντια μου
ροκανάει τη γλώσσα σου.
Κι όλα αυτά χωρίς να είναι καν
φθινόπωρο.
(Τέλος πάντων, χωρίς να είναι καν
η εποχή των εραστών)
Χωρίς να ελέγχω τις χειρονομίες μου,
Χορεύω τον έρωτα
Αναιρούμαι
Ανθίζω
Αναπλάθομαι
Ανήκω

 

ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

Στο όνομα του έρωτα με επινόησες.
Σε επινόησα και γω.
Ταυτόχρονα όμως,
επινοήσαμε και τους εαυτούς μας.
Και πώς να διαχειριστούμε τώρα
τα πολλαπλά μας είδωλα;
Πώς να συμφιλιώσουμε τα κενά μας;
Λίμνη παγωμένη θυμίζει πια η ποίησή μας
Που απορεί με μας τους γελοίους
πώς τα καταφέραμε έτσι,
ώστε ποτέ να μην συναντήσουμε τις άκρες μας.

 

ΕΝΑ ΓΡΑΜΜΑ

Αγάπη μου,
ποτέ δεν γράφεις βιβλία με καλό τέλος
Πάντα φοράς μόνο το σλιπάκι σου όταν κοιμάσαι
Δεν σου αρέσουν τα ρεμπέτικα τραγούδια
Το χιούμορ σου είναι εκλεπτυσμένο
και σου αρέσει να σε προσφωνούν «κύριε καθηγητά»
Και όταν σου μιλάω
προσποιείσαι ότι μ’ ακούς.

 

Β’ ΜΕΡΟΣ
Μπρος στο αρχικό ερέθισμα

 

ΥΠΕΡΒΑΣΗ

Το αρχικό ερέθισμα
Το σώμα που έχασα
Έγινε τώρα η φωνή μου.
Και αφηγούμαι την ιστορία του
για να μην χάσω την ψυχή μου.

Το σώμα έγινε νουβέλα
Για όλες τις μέσα διαδρομές
Τις σκιές
Τις ρήξεις
Πώς μεταφράζεται η ζωή
σε λόγο ποιητικό,
αυτό πρέπει να δείξεις.

Σαν ρέουν οι λέξεις,
όλα ανθίζουν.

Ξεπερνιέται η άβυσσος.

Κουβεντιάζεται η πληγή.

 

ΛΕΞΕΙΣ

φωνή δεν έχουν
όμως φωνάζουν
αν τις αγαπάς

Κι όταν τις σιωπάς θεριεύουν.
Φτάνει μόνο πάνω στο σώμα τους να περπατάς.
Χωρίς αναπνοή να τις διανύεις.

Να εναποθέτεις σ’ αυτές τις ελπίδες σου.

 

ΑΙΣΘΗΣΗ

Αιωρούμαστε ανάμεσα στα σύννεφα
Φαντάσματα με δάχτυλα μαύρα από καπνό
Ψάχνουμε τις λέξεις για το κενό,
κι αυτές να μην έρχονται,
κι ας είναι το βλέμμα μας καινό.
Το ποίημα είναι παρόν
Το ποίημα λείπει.

Μένει η λύπη
Να μάς γλύφει το θυμό.

 

ΜΟΙΡΑΙΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Τίποτα δεν ήταν το ίδιο
μετά από κείνο το φθινοπωρινό απόγευμα.
Τότε που έζησα στο παρόν μου
σε μια ευτυχισμένη ουδετερότητα
Μαζί σου.
Τότε που βυθίστηκα για τα καλά στην πραγματικότητα
-έστω για λίγο-
Κι ούτε μια τόση δα μικρή παράπλευρη σκέψη
(για το ενδεχόμενο κάποιας χαμένης ευτυχίας, ας πούμε)
δεν με απέσπασε από το να κοιτώ μέσα στα μάτια σου
και να νιώθω πως έχω νικήσει τη σιωπή.
Λέξεις και συνδέσεις έκτοτε
-ακατάπαυστα σχεδόν-
συρρέουν εντός μου.
Ήταν αναπόφευκτο, το ένιωθα:
Κάποτε

Θα έγραφα

Ωραία ποιήματα.

 

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ

I

Η ποίησή σου
δυναμώνει το ανοσοποιητικό μου σύστημα.
Καταπίνω μία μία τις πληγές σου με λαιμαργία.
Γίνομαι όμως πιο δυνατή.
Έμαθα πια ν’ αντέχω τις αγριότητες του ναρκισσισμού σου
Στη συνείδησή μου είναι πολλαπλές οι εκδοχές του χειμώνα
Μετασχηματίζω τα ένστικτά μας σε (ποιητικά) ημερολόγια
Δεν κινδυνεύουμε απ’ το σκοτάδι, νομίζω.

Εκείνο κινδυνεύει βασικά
Από το φως που χτίζουν οι λέξεις μας.

II

Το παρελθόν σου
ρέει
μέσα στις λεπτές σου ρυτίδες
Ρυάκια ερήμωσης
Άχαρες αναμνήσεις
Σκοτεινές
Αφιερώνεις το είναι σου ολόκληρο
σε μια αμφίβολη κάθαρση
Αφιερώνεσαι
Να δώσεις μια κάποια λογοτεχνικότητα στα συντρίμμια σου.
Απαιτείται να σκοτώσεις τη ζωή σου
Ή, έστω να σκηνοθετήσεις έναν θάνατο
(συγκεκριμένα τον δικό σου)
Για να κερδίσεις την άλλη ζωή
Εκεί που οι άνθρωποι ζουν
ακόμα κι όταν δεν υπάρχουν.

III

Με συνεπαίρνει πάντα το γεγονός
ότι οι στίχοι σου μένουν ανολοκλήρωτοι.
Άπειρες ανατροπές
του ενός και μοναδικού κόσμου
(ή των πολλαπλών ειδώλων του, αν θες)
Θανατηφόροι, σχεδόν, δισταγμοί
αναφορικά με την συνέχεια του ποιήματος.
Διαρκώς ταλαντεύεσαι
για το αν θα χρησιμοποιήσεις
τη μία ή την άλλη λέξη (ή μήπως μία τρίτη καλύτερα;)
Η ανισορροπία του υποκειμένου της γραφής
Η ζωή δεν χωρά όλη σε στίχους, το ξέρεις
Το ’χεις χωνέψει το φως
που πάντα σου διαφεύγει
Η άνιση μάχη με την ποίηση
Η εσκεμμένη ή μη κατάργησή της
Το ποίημα μπάζει από παντού.
Το ποίημα μένει πάντα ανοιχτό,
αλλά ποτέ κενό.

 

Η ΠΟΙΗΤΡΙΑ

Μου φαίνεται ότι αγαπά την ποίηση
περισσότερο από τους εραστές της.
Όμως εντέχνως φροντίζει
τις αποστάσεις της να παίρνει
από τα ποιήματα και τους αφηγητές τους.
Πλησιάζει δηλαδή την ποίηση τόσο όσο χρειάζεται
ώστε να στήσει -με τον δικό της ξεχωριστό τρόπο-
σκηνικά θελκτικών ερώτων
και άλλα παρόμοια.
Έτσι, οι ποικίλες ηδονικές αισθήσεις ζωντανεύουν
αφού σκηνοθετηθούν δεόντως,
χωρίς να πνίγουν μέσα στην άκρατη αισθηματολογία.
Έτσι, οι άγριες συγκινήσεις τιθασεύονται
και οι στίχοι ευωδιάζουν όμορφα τριαντάφυλλα
-κόκκινα-
ερεθίζοντας και τους πιο απαιτητικούς αναγνώστες.

 

Γ’ ΜΕΡΟΣ
Ονείρων γειωμένη νάρκη

 

ΠΑΙΧΝΙΔΙ

Ποτίζω τα αισθήματά μου καθημερινά.
Τα κυκλοφορώ στους δρόμους μετά
να τα θαυμάσουν όλοι –
που είναι έτσι ανθισμένα.
Να θέλουν να τα κόψουν,
αλλά να διστάζουν.
Κι εγώ να διασκεδάζω με τους δισταγμούς τους.
Και να κρυφογελώ.
Κι έπειτα να κόβω ένα και να τούς το δίνω δώρο.
Μια χαρά,
Μια λύπη,
ή μια τύψη –
να φεύγει από πάνω μου.

Να ξαλαφρώνω

 

ΕΡΩΤΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ

Η Ιστορία του μέσα μου τοπίου
Οριζόντια πιο πολύ παρά κάθετη
Τροφή γίνεται της φαντασίας μου
Με κατασκοπεύουν τα ίδια μου τα όνειρα.
Δεν πιάνω το στυλό –
φοβάμαι τους φόβους μου –
Εσωτερική κατανάλωση
ερωτικών -κυρίως- επεισοδίων
Συρρέουν οι λέξεις από καιρό
Διεκδικούν τον χώρο τους στα κύτταρά μου
Οι αισθήσεις μου ασφυκτιούν μες στα οστά μου
Συρρικνώνονται
Με τις αιώνιες σιωπές μου ανταμώνουν
που ’χουν φωλιάσει πια στο δέρμα μου.

 

ΑΡΙΑΔΝΗ

«Μαμά, σ’ αρέσουν τα βιβλία;», είπες.
«Ναι, μωρό μου», είπα.
«Και μένα μ’ αρέσει να γλείφω τα λεμόνια»
Μετά από μικρή παύση, «…και τα βιβλία ρε», είπες.
Και πήρες ένα βιβλίο και το έσκισες μπροστά μου.
Φύλλο και φτερό το έκανες.
Άρχισες από τώρα τις αποδομήσεις
Πέντε χρόνων
Λερώνεις τη ζωή
Γράφεις το πρώτο σου ποίημα
Χωρίς τίτλο
Απλώς

 

ΒΑΘΙΑ ΓΝΩΣΗ

Τώρα πια το ξέρω καλά.
Δεν ήταν η κοιλιά της μάνας μου
εκείνο το υγρό και σκοτεινό μέρος
που περνούσα τις μέρες μου
ως κουλουριασμένο ον,
αυτό που «έμβρυο» αποκαλείται.
Όχι, δεν ήταν η κοιλιά της μάνας μου.
Τώρα το βλέπω καθαρά.
Ήταν μία μυστηριώδης
και ανεξιχνίαστη -ως τώρα ακόμη-
κιβωτός,
το Πεπρωμένο μου.

 

ΕΤΣΙ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ

Χθες το πρωί
σου κλέψαν το ποδήλατο
«Κλέβεις ποδήλατο, κλέβεις όνειρο»,
σχολίασε ένας φίλος ποιητής.
Ποδηλατώντας
μοιραία σημαίνει «είσαι ελεύθερη»
Ποδηλατώντας πετάς
μέσα στην πεζή σου πόλη
ξορκίζοντας έτσι
όλους τους αρνητικούς κραδασμούς
της διαβρωμένης ζωής της
(ζωής που οι ίδιοι οι πολίτες της
αφέθηκαν να χάσουν
έχοντας καταντήσει τώρα
αξιοθρήνητα γελοίοι)

 

ΠΟΙΗΣΗ ΤΕΛΟΣ

Οι λέξεις που δεν με ταξίδεψαν
Οι λέξεις που περίσσευαν
Οι ποιητές που τους ταξίδευαν άλλοι -κι ας μην ήταν ποιητές-
Η στείρα επανάληψη εννοιών, τρόπων, συνδυασμών
-για την ασφάλεια ρε γαμώτο-
Ποίηση τέλος
Οι μη ποιητές
Που άλλος Καβάφης δεν θα υπάρξει
Όσοι μανιοκαταθλιπτικοί έγραψαν ποιήματα
και οι κριτικοί που τους εξύμνησαν
Όσοι δηλώνουν ποιητές
Ποίηση τέλος, λοιπόν
Η ευκολία να γράφουν όλοι «ποιήματα»
Άκρως πληγωτικό
Αναζητώ αυτό που θα ’ναι Ποίηση
Μια συνάντηση με την Ποίηση
Αναζητώ
Ξανά.

 

23 ΜΕΡΕΣ (2015)

 

Ποιος είναι ο προσφιλέστερος σας τρόπος συγγραφής; Πώς
και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Α.Ξ. Οπουδήποτε μπορώ να παγιδεύσω ιδέες. Και στα
πιο απίθανα μέρη. Ένα ερέθισμα μπορεί να καταγράφει
μέσα μου ή στο μπλοκάκι που πάντα κουβαλώ μαζί μου.
Αυτό το ερέθισμα με ταλαιπωρεί μέχρι να το αποτυπώ-
σω στο χαρτί με κάποιο τρόπο. Μετά αρχίζει η επεξερ-
γασία όλου αυτού που είναι συνήθως μια αργή και βα-
σανιστική διαδικασία, που όμως παράλληλα μου χαρίζει
μοναδική απόλαυση.

[…]
Συχνά με ερεθίζουν οι άλλες λέξεις. Κείμενα άλλων που
διαβάζω και μου μιλάνε δημιουργούν μια διάθεση μέσα
μου που μπορεί να αποτελέσει τον οδηγό για τη δική
μου γραφή… γίνεται μια μυστική γοητευτική ζύμωση.

 

Ι

«Και μην τολμήσεις να με κάνεις ποίημα! Μην τολμήσεις!
Μ’ ακούς;» του φώναξε από το παράθυρο καθώς
εκείνος έμπαινε στο παλιό του αυτοκίνητο. Και αμέσως
μετά μουρμούρισε: «Μόνο η ζωή σου θέλω να ’μαι». Μ’
αυτά τα λόγια στο στόμα της η Σοφί έτρεξε και πήρε
το σημειωματάριό της απ’ το καφέ κομοδίνο και άρχισε
να γράφει με λύσσα. Μέσα στο σώμα της είχαν φωλιάσει
όλοι οι λυγμοί του κόσμου.

«Με νάρκωσαν και με βίασαν».
Δεν απέχω και πολύ από αυτή την κατάσταση.
Σθεντόν και ψυχολογική βία.
Τα σθεντόν είναι παλιά ιστορία
Που το σώμα θυμάται.
Μια παλιά υστερία καλύτερα.
Τα τοποθέτησα σήμερα κιόλας (όπως τότε) πάνω στο κομοδίνο μου
για ασφάλεια.
Έχω άλλες 22 μέρες μπροστά μου (και τη μισή σημερινή).
Σθεντόν και βία.
Η βία.
Αυτή η ατέρμονη εσωτερική ένταση
που προκαλεί το αίσθημα του ανικανοποίητου και η επίγνωσή του,
αυτή η βία σαν σαράκι
μού κατατρώγει την ψυχή.
Μια δύναμη απολύτως καταλυτική για την ισορροπία μον.
Αναρωτιέμαι αν τα βιβλία σον θα πάρουν ποτέ θέση στο κομοδίνο μου.
(και άρα εσύ στη ζωή μου)

 

ΙΙ

Της λείπει ο λαιμός του.

Οι επιθυμίες μου που σχετίζονται με σένα
ζουν μόνες τους μια χαρά κι έξω από μένα.
Είναι πράγμα θαυμαστό στ’ αλήθεια.
Έχουν τη δική τους αυτόνομη ζωή.
Σε αυτό ακριβώς το γεγονός οφείλεται η διάρκεια
και η δύναμή τους.

ημέρα δεύτερη (της απουσίας).

 

ΙΧ

Πολλές φορές δημιουργείς ο ίδιος το ερέθισμα που
χρειάζεσαι για να γράψεις. Αυτο-σκηνοθετείσαι.
Δημιουργείς τις συνθήκες εκείνες, το περιβάλλον,
τα συμφραζόμενα που θα σε βάλουν σε πρόσφορη εσωτερική
διαδικασία και που θα σε οδηγήσουν στο ανοίκειο βλέμμα.
Είναι εσωτερική επιτακτική ανάγκη να είναι κανείς
θερμός —αν όχι καυτός— απέναντι στο αντικείμενο της
γραφής του. Σε βαθμό που να ερωτοτροπεί άγρια μαζί
του, σε κάθε εκδοχή, σε κάθε σχεδίασμα. Χρειάζεται να
καίγεται κανείς μέσα του.

Εγώ πάλι ονειρεύομαι την ανοιχτή θάλασσα μαζί σου.
Κι ας ζω στην άκρη της ζωής σου.
Ένα πεδίο άπειρο, ελεύθερο και φωτεινό,
όπου όλες οι λέξεις θα λέγονται με ειλικρίνεια
και μετά θα αθωώνονται.
Είσαι το ποίημά μου, ξέρεις,
αλλά εγώ δε θέλω να γίνω ποτέ το δικό σου.
Με αντέχεις. Ίσον με αγαπάς. Αυτή είναι η ιδανική και επιθυμητή εξίσωση.

 

XIV

Η Σοφί αγαπά τις καταθλίψεις της.
Επίσης απεχθάνεται το μελό
(σε όλες του τις εκφάνσεις)
Και αν δεν έρθει πίσω κοντά της,
στο δωμάτιό τους, «το σπίτι τους»,
θα πάρει τα σθεντόν της
και θα σκάσει.
Και θα ’ναι αυτή, γράφει, μια στάση ηρωική.

ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Ραντεβού το φθινόπωρο λοιπόν.
Για να δώσουμε συνέχεια στην ιστορία μας.
Το ζήτημα είναι αν θα μας ξανάρθουν οι λέξεις
ή αν χάθηκαν για πάντα μέσα στους λαβυρίνθους
των καλοκαιρινών μας περιπλανήσεων.

Διάβαζα για τον εραστή μιας πόρνης
που την έλεγαν Λου.
Τόσοι άντρες μπαινόβγαιναν στο σώμα της,
μόνο ένας κατάφερνε να την αποπλανεί
προλαβαίνοντας ακόμα και την ίδια τη νύχτα.

Και θέλω να σου διηγηθώ αυτήν την ιστορία ολόκληρη,
όταν αποκαμωμένοι από τον έρωτα
θα χαλαρώνουμε στο κρεβάτι
και θα βυθιζόμαστε ο ένας μέσα στα μάτια του άλλου
φροντίζοντας μη μας πέσει κάτω κανένα βλέμμα.

Ποιο μήνα του φθινοπώρου αυτή τη φορά;
Σεπτέμβρη ίσως ή Νοέμβρη
θα εξιλεωθείς για την καλοκαιρινή σου προδοσία;

 

ΧΧΙΙΙ

Όλες οι ιστορίες έχουν αρχή, μέση και τέλος. Άλλοτε
το τέλος το δίνει ο συγγραφέας, άλλοτε ο αναγνώστης.
Πολλοί συγγραφείς δεν αφήνουν τους ήρωές τους να
τους καθοδηγήσουν, αντίθετα, αυτοί καθοδηγούν τους
ήρωες και σαν να είναι εκείνοι μαριονέτες κινούν τα
νήματά τους. Η Σοφί τις γνώριζε καλά όλες τις παραπάνω
εκδοχές όταν του ζήτησε να επανατοποθετηθεί πάνω
στη σχέση τους. «Και μη μακρηγορήσεις άλλο πάνω στη
θλίψη μου» πρόσθεσε στο τέλος.

Ήξερα την έκβαση. Φυσικά και την ήξερα. Αφού στην ουσία
εγώ δημιούργησα το μύθο.
Έβαλα το τέλος που εξυπηρετούσε.
Αυτό το δωμάτιο δε θα μας φιλοξενήσει τελικά.
Αλλά εγώ δε θα χρησιμοποιήσω το γκάζι.
Με βλέπω ήδη να διασχίζω το δρόμο
έχοντας ξεχάσει τα σθεντόν
πάνω στο κομοδίνο.

 

 

ΠΛΗΓΕΣ (2011)

 

Η ΑΡΝΗΣΗ ΣΟΥ

Την άρνησή σου την έκανα καράβι
που θα με ταξιδεύει στα χρόνια που θα ΄ρθουν.
Κυματάκι της θάλασσας που πάνω του θα χαϊδεύομαι
Φωνούλα μέσα μου που τραγουδάει για αθωότητα.
Την άρνησή σου την έκανα στίχους ηχηρούς,
την έκανα στιγμή ολόκληρη γεμάτη από σένα,
ελπίδα ότι μπροστά μου θα σταθείς μια μέρα,
Κι εγώ,
ελεύθερη,
θα σου ψιθυρίζω την αλήθεια μας,
κι εσύ,
για πρώτη φορά,
θα την αποδέχεσαι.

 

ΤΑ ΣΚΟΤΑΔΙΑ ΜΟΥ

Αναπολώ τα σκοτάδια μου
Τις μέρες της μοναχικής μου περιδιάβασης
σε ακυρωμένους έρωτες
τις μέρες που έβγαινε από μέσα μου
αρρωστιάρικη και αδύναμη φωνούλα
κι η αγωνία πάλευε με τους φόβους μου
και το σχοινί έτριζε κάτω απ’ τα πόδια μου
και συ «αγρόν ηγόραζες» και άλλα τέτοια.
Και τις κομμένες μου ανάσες
και τους πανικούς μου
και τα ασάλευτα βράδια μου
τότε τα περιφρόνησες.
Τώρα τα ερμηνεύεις.
Αγαπώ τα σκοτάδια μου.
Και κείνα μ’ αγαπάνε.

<>|<>

Αναζητούσα τα κομμάτια μου,
μα εκείνα ταξίδευαν στο πολύχρωμο του κόσμου.

<>|<>

 

ΟΜΟΝΟΙΑ

Άνθρωποι με αφηνιασμένα βλέμματα
φωνές αλλόκοτες
βαθιά πληγωμένες.

<>|<>

Πλήθος ανθρώπων κοντά μου και, τριγύρω,
μα εγώ θέλω στην άκρη μου να γείρω.
Μια γωνίτσα μια ακρούλα να κουρνιάσω
μακριά από όλους
μόνη
να ξενοιάσω.

<>|<>

Είναι κάτι βράδια ναυάγια
(όλο απόγνωση και τρέλα)
που ούτε το φως του πρωινού
δεν ξέρει πώς να τα γιατρέψει.

<>|<>

Αφορίζω την ευαισθησία μου
την αρρώστια της ψυχής μου.
Και οργίζομαι και λέω
γιατί εμένα να με πληγώνουν
τα αναπάντητα ερωτήματα
τα ανέκφραστα συναισθήματα
τα γερασμένα μάτια
τα απογεύματα χωρίς εσένα.
Αφορίζω την ευαισθησία.

<>|<>

Κι αυτή η μέρα πέρασε.
Μέτρησα την αξία της με την ομορφιά της ανατολής.
Χωρίς αναστολές την απέρριψα
αδημονώντας για το πρωινό φως.

<>|<>

Εντός του σπιτιού συνομιλώ με ίσκιους.
Πένθιμες άριες χορογραφώ πια.
Μοιρολογώ ευτυχισμένους ήχους.
Μοιρολογώ εικόνες ζωής
που τώρα κείτονται στο τζάκι
παρέα με τις στάχτες.

<>|<>

Δε χωράω στη θάλασσα τ’ ουρανού
κι ας είμαι τόσο δα αστέρι,
χρυσό περιστέρι του νου.
Είναι τέτοια τα όνειρα
που μοιάζουν όρια ατίθασα.
Τόσο μεγάλα
σαν αυτά δεν είναι άλλα.
Δε χωράω πουθενά.

<>|<>

Το τοπίο αλλάζει
οι γραμμές μικραίνουν
κι ο χρόνος άλλος μοιάζει.
Έτσι που οι εποχές αγρίεψαν
κι η θάλασσα παλιώνει,
ο ορίζοντας πώς μοιάζει να θολώνει!

<>|<>

Τα βότσαλα της θάλασσας που ζωγραφίζω
η άμμος που σχεδίαζα βασίλεια
τα ψηλά βράχια καράβια παιδικών ονείρων.
Εσύ μαζί τους.
Έφυγες.
Και μένα με ανακουφίζει να ξέρω
ότι έχεις γίνει ένα
με το σύμπαν.

 

ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ

Έλα να σεργιανίσουμε τον έρωτα.
Έτσι απλά
να πάμε,
δίχως τα «πώς» και τα «γιατί»
που κουβαλάμε.

<>|<>

Συχνά τις νύχτες δεν κοιμάμαι.
Φαντάζομαι πως ανοίγεις την πόρτα και μπαίνεις.
Έχεις λάγνο βλέμμα.
Χαϊδεύεις τα κόκκινα μαλλιά.
Μυρίζεις το σώμα μου.
Εγώ δεν κουνιέμαι.
Σκύβεις
μου φιλάς το λαιμό.
Μετά φεύγεις
σιωπηλός
όπως ήρθες.
Μα εγώ έχω την αίσθηση πως κάτι ψιθυρίζεις,
σαν όνειρο πως λες
«Μη σπαταλάς τις νύχτες σου, δεν θα ‘ρθω.»

 

XEΡΙΑ ΜΟΥ

Χέρια δυσκίνητα
βουνά ακίνητα
απόλυτα θλιμμένα
Χέρια μου,
που ονειρευτήκατε γραφές
δοθήκατε στην Ποίηση,
το ταξίδι της ψυχής μου.
Χέρια,
-σκληρά και μόνα-
τα βράδια
μιλάτε με το μολύβι
σιωπηλά,
τον συρτό του ήχο αφουγκράζεστε
Χέρια μου,
ζείτε τη δική σας ζωή,
έξω από μένα,
και χωρίς.

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Ξαναγυρίζω στα παλιά λημέρια μου,
στο χώρο της ποίησης.
Οικεία και αγαπημένη περιοχή.
Εσύ με έφερες εδώ χωρίς να ξέρεις.
Είπα μήπως και αναπληρώσω γράφοντας
το κενό της απουσίας σου.

<>|<>

στην Αγγελική

Ώρες ακίνητη πάνω σε ένα κρεβάτι
να τον περιμένεις.
Παγιδευμένη σε έναν άρρωστο έρωτα
πιο εθιστικό κι από το πιο σκληρό ναρκωτικό.
Είκοσι χρόνια «χαμένα» (αυτή είναι η λέξη τελικά)
Εσύ να καις τη ζωή σου γενναιόδωρα
(γιατί; ξέρεις ότι θα ’χεις κι άλλη;)
Αυτό ποτέ δεν το κατάλαβα ολόκληρο. Εν μέρει μόνο.
Πρέπει να νιώθεις πολύ μόνη, my love.
Σαφώς δυστυχισμένη.
Ως το τέλος, (ποιο θα ’ναι;)

 

 

Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ TOΥ ΑΝΕΜΟΥ (2009)

 

Η σκέψη μου
βυθίστηκε
στα χέρια σου

Έχασα εσένα μα κέρδισα την Ποίηση.

 

ΚΑΤΑΚΤΗΣΗ

Το αναλωμένο σε ηδονικούς έρωτες σώμα,
Το δοσμένο παντού.
Και στις αγκαλιές χλωμών κοριτσιών –
Χωρίς πνευματικότητα —

Αυτό,
Να αιχμαλωτίσει θέλει
Η πρώτη μου ρυτίδα,
Το πνευματικό μου βλέμμα — χλωμό και ώριμο
Μαζί. Με γνώση.
Όχι σκιές ερώτων…
Να του δείξει
Πόσο απόλυτη ευθύνη είναι η αγάπη.

<>|<>

Η τρέλα του έρωτα δεν ξεγελιέται με τίποτα.

<>|<>

 

Η ΣΚΕΨΗ MOY ΒΥΘΙΣΤΗΚΕ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΣΟY

Τα χέρια σου -το μήκος των δακτύλων— δεν μ’ αφήνουν
να ησυχάσω τα βράδια.
Προσπαθώ να ονειρευτώ όταν για πρώτη φορά μ’ ακούμπησαν,
μ’ έπαιξαν, μ’ απογείωσαν.
Τα χέρια σου έχουν ωραία γεύση.
Με βασανίζουν έτσι που μου λείπουν τα βράδια και πρωινά.
Τα φωτογράφισα με τη μνήμη τότε που τα φιλούσα για ώρες.
Και πάλι δεν τα χόρταινα…

 

ΕΤΣΙ ΕΙΝΑΙ…

Οι άνθρωποι χάνονται…

Ανύποπτα γλίστρησες έξω από το οπτικό μου πεδίο
Απ’ το κάδρο μου βγήκες…
Γιατί οι άνθρωποι χάνονται… χάνονται… και πάνε.

Τα ποτάμια που σε πήραν εγώ τα μίσησα.

<>|<>

Κάστρο μου… ο έρωτας μου είναι βροχή που θα σε αλώσει.

<>|<>

Απόψε δε θα σε σκεφτώ
Θα κάνω στον εαυτό μου αυτή τη χάρη.
Θα αγνοήσω και το φεγγάρι που κάναμε όνειρα
κάτω απ ’ τη λάμψη του…
Αγγιχτήκαμε… έγειρες το κεφάλι σου στο στήθος μου
Κοιμηθήκαμε κάτω από τη λάμψη του
Ξυπνήσαμε κάτω από τη λάμψη του
Χωρίσαμε κάτω από τη λάμψη του
Κι αυτό κουβέντα.

<>|<>

Χάρτης είν’ η παλάμη σου… και δείχνει όλο τον κόσμο.

 

ΣΤΙΓΜΙΑΙΑ ΑΙΣΘΗΣΗ

Όπως σε είδα ν’ ανεβαίνεις τη σκάλα του έρημου σταθμού
εκείνο το απόγευμα
Με το βλέμμα καρφωμένο στο κενό — προσηλωμένος,
κλειδωμένος ήσουν —
Όπως είδα ένα παράξενο φως να σε λούζει
Ένιωσα να παίρνει άλλο νόημα η ύπαρξη που ήμουν ντυμένη
Σα μαγεμένη, έμεινα ακούνητη στην ίδια θέση.
Τα μάτια μου σε χόρτασαν για μια μόνο στιγμή.
Δεν σ’ ακολούθησα, δεν έτρεξα ξοπίσω.
Όμως κατάλαβα πως η ψυχή μου πέταξε.
Τον ίδιο το δρόμο σου είχε πάρει.

<>|<>

Κάλεσέ με
Η ηχώ σου ν’ ακουστεί
Πέρα στα βράχια
Μέχρι το παλιό ναυπηγείο
Με τα λευκά σπίτια τριγύρω
Που να φιλοξενήσουν τα αγγίγματα
Τις ευωδιές από τα ευλογημένα σώματα
Και τα στόματα
Σαν σμίγουν την ανατολή.

Θα σε ακουμπήσω…
Γιατί παλιά δεν ήξερα
Πού να βάλω τα χέρια τα μάτια την ανάσα
Μην κι ασυλλόγιστα ακυρώσω
Βεβιωμένα απόλυτα δικά σου και δικά μου.

Οικονομία δεν θα έχει πια στα αισθήματα
Στα φιλήματα στα παιχνίδια.
Θα γίνει ύβρις ο έρωτας
Που δεν ενστερνίζεται την ισορροπία της φύσης
Θεωρώντας την αρμονία της θάλασσας με τον ουρανό
—την ώρα που σουρουπώνει— σύμβαση.
Μα θα του δώσει συγχωροχάρτι ο επερχόμενος θάνατος.

Τα μυστικά σοκάκια στο νησί που έχει το όνομά σου
Μαζί θα τα περάσουμε
Εσύ κι εγώ
Όταν οι σκιές δεν θα μας κυνηγούν πια.

Τα ονόματα θα αποκαλυφθούν
στις ασημοβαμμένες γλάστρες το δείλι
Που δεν θα ’ναι τότε θλιμμένο,
αφού σύμμαχός μας θα ’ναι ο καιρός.

Στα νερά της θάλασσας θα πλυθούμε
Με κατάνυξη θα μιας ατενίζει το ανεμοδαρμένο ξωκλήσι
Κι εγώ… σεμνή πια μέσα στην ελευθερία του έρωτα
Θα περνώ από την αγορά ενάρετων ανθρώπων
Επειδή απαρνηθήκαμε τις προφητείες των φαντασμάτων
Κάποια βροχερή χειμωνιάτικη νύχτα.

…Τα ωραιότερα
ταξίδια είναι
του μυαλού.

 

ΠΕΡΑΣΜΑ

Στέκομαι σε απόσταση
Ικανή.
Με βλέπω να περπατώ
Ανάμεσα απ’ το πλήθος
Να περνώ…

Χωρίς να γυρίσουν να με κοιτάξουν
Τα χαμηλωμένα βλέμματα
Οι πόνοι οι κρυμμένοι πίσω από μαύρα γυαλιά
Όλοι την ίδια ηλικία μοιάζουν να ’χουν
Έτσι περνώντας…

Στέκομαι σε απόσταση
Ικανή.
Να με ψάξω μες στους ανθρώπους
Να με βρω
Να με ρωτήσω
Για τον προορισμό, την ταυτότητα,
Την ποιότητα, την ομοιότητα,
Το λάθος, το άλλοθι…

Μα να μην θυμάμαι ούτε το όνομά μου;

 

ΘΛΙΨΗ

Στο κλειστό δωμάτιο
Με τους μαύρους καθρέφτες
Εκεί. Υπάρχει μια αίσθηση
Θανάτου απελπιστικά βαριά
Μυρωδιά πεθαμένου λουλουδιού
τραγουδιού του χρόνου
του φθίνοντος του αγγίζοντος
την θαλπωρή παρέχουν
τα φαντάσματα
του παρελθόντος ονείρου
που καλούσαμε ζωή.

 

ΠΑΡΑΠΟΝΟ

Και να σκεφτείς,
Ούτε στιγμή δεν πίστεψα
Πως η κοπέλα με τα σανδάλια, τα λυτά μαλλιά, τα μύρα
Η σχεδόν διάφανη
Ήταν η Αφροδίτη.

Κι όμως την είδα να κατεβαίνει
Από ψηλά το κόκκινο βουνό
Με ελαφρό περπάτημα
Αγέρωχο βλέμμα
Πλατύ χαμόγελο.

Μα με προσπέρασε
Ούτε που γύρισε να με κοιτάξει
Τα βλέφαρα, τα μάτια, το πρόσωπο
Που το βασάνιζε ένα συννεφάκι θλίψης.

 

ΑΝΤΙΛOΓΟΣ

– Σπατάλη είναι να σκορπίζεσαι σα φύλλο
– Μα ποιος θεωρεί φύλλα αμελητέα;

<>|<>

Υπάρχουν μερικά βράδια που οι άνθρωποι περιμένουν.
Δεν κοιμούνται, περιμένουν.
Κι ο χρόνος μένει ακίνητος-κολλημένος σ’ ένα βασανιστικό παρόν …
Που δε λέει να γίνει αύριο.

<>|<>

Την κάθε μέρα την προσέχω σαν κόρη οφθαλμού –
Μην μου πέσει κάτω και γίνω κατά τι φτωχότερη.

 

ΠΑΙΧΝΙΔΙ

Δεν υπάρχουν πιο μακάριοι άνθρωποι από τους μασκοφόρους.
Ξεγλιστρούν ανύποπτα απ’ τις συμβατικότητες του πολιτισμού
Χορεύουν ατίθασα μ’ όλες τις εκδοχές της ύπαρξής τους
Ξεγελούν κάθε υπαινιγμό υποδούλωσης
Εκδίδουν παράνομα αλλεπάλληλες νέες ταυτότητες

Φλερτάροντας ασύστολα με την αιώνια ελευθερία,
Την Ηδονή.

 

ΕΠΙΘΥΜΙΑ

Δεν θα ’θελα να είμαι λέξη.
Να μην συρθώ σαν πόρνη από στόμα σε στόμα.
Να μην με σπαταλήσουν ασυλλόγιστα ασυνείδητοι δημαγωγοί του έρωτα.
Να μην μ’ αλλοιώσουν πένες προδομένων εραστών και μετά γυρνώ
στους δρόμους
Ψάχνοντας να δώσω νόημα στην υπόστασή μου
Γυρεύοντας να τρυπώσω παράνομα στα κιτάπια κάποιου διάσημου ποιητή
Μήπως και σώσω κάτι από την υπόληψή μου.
Δεν θα ’θελα να είμαι λέξη.

 

ΠΑΡΑΞΕΝΗ ΑΠΟΣΚΕΥΗ

Ένα «θέλω» με βασανίζει χρόνια τώρα.
«Θέλω» πολύπλευρο, πλουραλιστικό, πολυδιάστατο.
Το κουβαλώ μαζί μου κι όταν δεν θέλω.
Θέλω δεν θέλω εκείνο με κυνηγά.
Μου αρέσει μα φοβάμαι κιόλας.
Μήπως αυτό το «θέλω» ποτέ δεν το μπορέσω.

<>|<>

Ζήσαμε ό,τι μπορέσαμε να αντιληφθούμε πως μας ανήκει
Και πάλι ένα μέρος μονάχα.
Δεν διαθέταμε τη νοημοσύνη των αισθημάτων
Το ένστικτο μας πρόδωσε.
Και φαίνεται τώρα…
Σα να ξεστράτισε ο δρόμος της σκέψης μας τότε…
Έφτασε ο καιρός να αναρωτηθούμε…

<>|<>

Σ’ όσους με αγαπάνε

Τα ωραιότερα ταξίδια είναι του μυαλού.
Να σε πηγαίνει η σκέψη σε ό,τι αγαπάς και σου αρέσει.
Και να μην είναι ανάγκη να επιστρέψεις
Αυτά κοντά σου πάντα είναι
Μέσα σου εικόνες αληθινές
Σα να πήγες…
Αναμνήσεις χωρίς χρονικότητα
Σα να πήγες…
Σα να γύρισες…

 

ΥΠΕΡ ΜΝΗΜΗΣ

Τα τραγούδια, τα ονόματα
Τα αρώματα… όλα
Να τα θυμάμαι… ένα προς ένα
Άπαντα… Η λήθη θα σημάνει
Θάνατο.

Ν’ αντέξει το μυαλό μου μονάχα
Να ’ναι γερό, ατίθασο, ανοιχτό
Σαν κιβωτός,
Αδιάκοπα να δέχεται καινούριους θησαυρούς…
Νεοαποκτηθέντα λάφυρα,
Μυρουδιές και θύμησες,
Μουσικές και θάλασσες…

Ν’ αντέξει το μυαλό μου μονάχα
Να ’ναι λίγες οι απώλειες και οι φθορές
Λίγες και μετρήσιμες
Να πάρει θάρρος κι η ψυχή
Να συνεχίσει αγέρωχη
Αλώβητη
Από τις επιθέσεις του φθοροποιού χρόνου
— που ορέγεται κι αυτήν την ίδια την αθανασία της ακόμα

Να πορευθεί με τόλμη -όσο της μένει-
Ν’ αντέξει
Το μυαλό.

 

ΡΟΕΣ

Πού Θα μας οδηγήσει αυτή η βόλτα;
Το χλωμό φεγγάρι, το πληγωμένο αστέρι
και το αγέρι που μας μέθυσε;
Πουθενά δεν φαίνεται να υπάρχει ανάλογη σύνδεση ανάμεσα
στο αθώο μου βλέμμα και στο δικό σου λάγνο χαμόγελο
σαν ταξιδεύει στο άπειρο στο όνομα της στιγμής.

Πού θα μας οδηγήσει αυτή η βόλτα;
Το τοπίο Θ’ αλλάξει ξανά και ξανά
Η ζωή Θα τρέξει μες στα χέρια μου
Το φεγγάρι Θα ζωντανέψει
Το αστέρι Θα γιατρευτεί
Το αγέρι Θα μας ξεχάσει.

Με τις δυνάμεις που διαθέτουμε ώστε ν’ αντέχουμε τη ροή,
Έτσι θα μάθουμε να μετράμε την ουσία της ύπαρξης.

 

ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

Περάσαμε έρωτες πολλούς.
Ανταμώσαμε σατύρους αγκιστρωμένους
σε σώματα που ‘ξέραν μόνο να ξεχνούν…
Ψυχές δεν γνώρισα πολλές να μου ανοιχθούν σε πλάτος και σε βάθος
Της δικής σου τις διαστάσεις δε λησμόνησα.

Περάσαμε έρωτες πολλούς –
Κρυφά και φανερά —
Μας στιγμάτισαν για να μας αφήσουν μετά
εκεί απ’ όπου ξεκινήσαμε,
Στην πρώτη νιότη.

Μαζί.
Μαζί βαδίζουμε σιωπηλά ακούγοντας τους κραδασμούς
του ανέμου της ζωής.
Τις ελευθερίες μας μοιράσαμε σωστά. Με οικονομία.
Και ο χρόνος μάς σεβάστηκε.

 

ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΟΥ ΕΓΙΝΕ ΣΚΙΑ (2010)

 

Τριγυρίζω μέσα σ’ ένα σπίτι άδειο. Μόνη. Σέρνομαι από δωμάτιο σε δωμάτιο, ψηλαφίζοντας μνήμες. Κλείνω τα μάτια. Αφήνομαι στο σκοτάδι. Προσπαθώ ν’ αυτοσυγκεντρωθώ, μήπως και ανακαλέσω λίγη χαρά απ’ το παρελθόν.
Δεν τα καταφέρνω. Φαίνεται πως τα κύτταρά μου έχουν πια νεκρωθεί. Ανεπανόρθωτα. Ο εγκέφαλός μου αχρηστεύθηκε ερήμην μου. Γερνάει και αυτός, όπως κι εγώ. Φθίνω, γιατί δεν μπορώ να νικήσω το χρόνο που με υπερβαίνει. Το σώμα μου έχει αλλάξει σχήμα, έχει βαρύνει. Κι όμως, κοίτα που θα κατοικώ μέσα σ’ αυτό μέχρι το τέλος της ζωής μου! Είμαι σαράντα χρονών. Και θα συνεχίσω να υπάρχω και να συναναστρέφομαι φαντάσματα. Όποιος έχει γευτεί την ευτυχία και την ομορφιά, αρνείται μετά να συμβιβαστεί με την δυστυχία και την ασχήμια. Δεν έχω μάθει να συγκατατίθεμαι στη μιζέρια. Μα θ’ αναγκαστώ να πορευτώ όπως μπορώ,
να μαζέψω τα κομμάτια μου, να βουλιάξω σ’ ένα αδιάφορο παρόν. Διαφορετικά θα χάσω εκείνη. Θα μου την πάρουν άνεμοι μακριά, θεριά θα την κατασπαράξουν, αν την αφήσω… Είναι τόσο μικρή κι ανέμελη, τόσο τρυφερή. Νοιώθω βρώμικη κάθε που την ακουμπώ, που κρατώ το χέρι της…
Φοβάμαι, μήπως άθελά μου της μεταδώσω θλίψη. Δεν θέλω η κόρη μου να φέρει το στίγμα της λύπης. Δεν της αξίζει αυτή η μοίρα. Το χαμόγελό της κλείνει όλη την ουσία του κόσμου τούτου. Το κορμί της λιτό, άυλο σχεδόν, λικνίζεται σε μουσικές ουράνιες. Αβίαστα ζωγραφίζει αρμονικές κινήσεις και ξεχνιέται σε αέναους ρυθμούς. Έχει μέσα της μια περιουσία κλειδωμένη καλά σε κάθε της ίνα, σε κάθε ιστό… Φέρει το σπέρμα ενός ατέρμονου κάλλους. Μια άγια τράπεζα το σώμα της. Ένα θησαυροφυλάκιο το είναι της. Τρομάζω στη σκέψη ότι εκείνη το αγνοεί. Ασυναίσθητα κάνω γκριμάτσες αποδοκιμασίας. Τα μάτια μου πρέπει να ’χουν πάρει παράξενη έκφραση. Ψάχνω να βρω καθρέφτη. Μα είναι σκεπασμένοι όλοι με λευκά σεντόνια. Άσπρα υφάσματα καλύπτουν τα έπιπλα. Σα φαντάσματα, κοιμισμένα ή σε νάρκη. Λες, να βγω γρήγορα έξω, μήπως και ξυπνήσουν και μ’ αρπάξουν, και δεν μ’ αφήσουν ν’ αποτινάξω το παρελθόν… Το κακό παρελθόν… Το καλό, ας το θυμάμαι… Αν δεν έχω μνήμη, θα πεθάνω νωρίς. Εγώ είμαι η μνήμη μου… Η
μνήμη μου παραπέμπει στην ύπαρξή μου… Της δίνει υπόσταση, της δίνει Λόγο. Η σκέψη μου είναι μπερδεμένη. Αμφιταλαντεύεται ανάμεσα σε μονοπάτια άγνωστα, σε μυστικές στοές, σε ροές και ξεχασμένα περάσματα. Η
σκέψη μου νοσεί, το μυαλό μου πονάει. Μου ’ρχεται ν’ ανοίξω την πόρτα, να πάρω τους δρόμους, τα λιμάνια, τους σταθμούς, να εξαφανιστώ, να αράξω κάπου στην άκρη του κόσμου, σε μια μικρή γωνιά ξεχασμένη, να κουρνιάσω ανάμεσα σε αγνώστους και να περιμένω το θάνατο να ’ρθει. Και θα ’ρθει. Γιατί θα παρακαλώ μέρα νύχτα. Κι αν υπάρχει Θεός, θα μου τον στείλει, για να με λυτρώσει, να με αδειάσει απ’ το βαρύ φορτίο, αυτό το μολύβι που εγκαταστάθηκε στην ψυχούλα μου. Θα κάνω φτερά, θ’ ανεβώ ίσως ως τον
ουρανό, θα γίνω πανσέληνος και θα εμπνέω στους ποιητές στιχάκια για τον ειλικρινή και ατέλειωτο έρωτα. Σαν ολόκληρο φεγγάρι που θα είμαι, όλοι θα με σέβονται και θα με υμνούν. Άλλοι θα ζηλεύουν, γιατί θα ’μαι αθάνατο: δεν θα ανήκω στη χορεία των ταπεινών και απλών και γήινων και
ασήμαντων πραγμάτων…
Ανοίγω την πόρτα και βγαίνω έξω. Από στιγμή σε στιγμή θα πεταχτώ στην μαύρη άσφαλτο και, καθώς ξημερώνει, θα με ρουφήξει η ανατολή και θα με στείλει πολύ μακριά. Μα δεν κουνιέμαι. Προσηλωμένη, βλέπω την ψυχή μου να πετά, ενώ το σώμα μου είναι καθηλωμένο στο ξύλινο πάτωμα του
τεράστιου σπιτιού μου. Ακούω τις φωνές της μικρής στ’ αυτιά μου, τα τραγούδια, τις μουσικές, τους κύκνειους χορούς της. Βλέπω τα τεράστια μάτια, το λευκό της δέρμα, τα ροζ χειλάκια που χαμογελούν. Δεν έχω περιθώρια. Θα μείνω…
Αυτός ο δρόμος είναι μονόδρομος.

 

Ιανουάριος 1987. Νύχτα

Είναι δύσκολο να κάνεις τέχνη. Είναι μια περίεργη διαστροφή, που ή την έχει κανείς ή δεν την έχει. Πιστεύω ότι γεννιέσαι, έστω, με το σπέρμα αυτής της διαστροφής και μετά σε κατατρέχει σ’ όλη σου την ζωή, σ’ ακολουθεί παντού,
γίνεται δεύτερη φύση σου, σημείο αναφοράς σου, λόγος ύπαρξης. Είσαι εξαρχής πεπεισμένος ότι αξίζει να πάρεις αυτό το δύσβατο μονοπάτι. Έχεις την βεβαιότητα ότι υπάρχεις στον κόσμο για να φέρεις το φως, να δημιουργήσεις κάτι μεγάλο… Μόνο που για να φτάσεις στο τέρμα, απαιτείται να διανύσεις έναν μακρύ και ανώμαλο δρόμο. Χρειάζεται να περάσεις μέσα από διαδρομές δύσκολες, ν’ απαρνηθείς την ύλη, να υπερβείς τον εαυτό σου… Κάνεις ένα ατέλειωτο ταξίδι — δηλαδή σου δημιουργείται κάποτε η αίσθηση ότι είναι ατέλειωτο. Και ότι ο προορισμός είναι ουτοπία. Κι όμως, έχεις εθιστεί τόσο πολύ στο να βασανίζεσαι, να παιδεύεσαι και να προσπαθείς, που ούτε στιγμή δε σκέφτεσαι σοβαρά να το παρατήσεις… Οι είκοσι τέσσερις ώρες της μέρας σού φαίνονται λίγες, πράγμα που σου προκαλεί δυσαρέσκεια, αλλά
δεν είναι κάτι που περνά απ’ το χέρι σου να το διορθώσεις. Κάνω συστηματική άσκηση και μεθώ απ’ την ίδια μου την κούραση. Ποτέ δεν πίστεψα ότι πέτυχα την απόλυτη αρμονική έκφραση. Πάντα έχω περιθώρια βελτίωσης, ακόμα κι
όταν το κοινό, μαζί και οι κριτικοί, μου ρίχνουν δάφνες και ισχυρίζονται ότι ξεπερνώ προηγούμενες ερμηνείες μου… Νομίζω ότι είμαι ο πιο αυστηρός κριτής του εαυτού μου. Έχω επίγνωση του δύστροπου χαρακτήρα μου… Όταν δουλεύω μια χορογραφία γίνομαι εγωιστής, πεισματάρης… Λες και μόνο εγώ κάνω κάτι σημαντικό και απαιτώ την αμέριστη υπομονή και το ενδιαφέρον όλων. Τώρα που το βλέπω από απόσταση, μου αναγνωρίζω αυτή την αλαζονεία. Είμαι εμποτισμένος με το μικρόβιο της τελειότητας… Θέλω να ’μαι απόλυτα μόνος, όταν ξεκινώ να δουλέψω ένα κομμάτι. Να βρω τους μυστικούς δεσμούς, τις γέφυρες, να οικειοποιηθώ τα βήματα, να κάνω κτήμα μου τη μουσική… Να ξεκλειδώσω τον μυστικό νέο κόσμο που θα με φιλοξενήσει. Μόνος ν’ ανακαλύψω την καινούργια μου χορευτική μάσκα, πριν την αποκαλύψω έξω, στον κόσμο που περιμένει. Μόνος. Ούτε εκείνη
δεν επιθυμώ. Ούτε εκείνη.

Ποτέ δεν μου είχε περάσει απ’ το μυαλό ότι θα ερωτευόμουν χορευτή. Είχα μια περίεργη αντίληψη για τους χορευτές. Ότι ήταν άυλοι, υπερβατικοί, δεν μπορώ να το προσδιορίσω ακριβώς. Πάντως η γενική μου εντύπωση ήταν ότι δεν πρέπει να ανήκαν στον γήινο μας κόσμο. Ο έρωτας ήταν κεραυνοβόλος. Ο κόσμος σβήστηκε σα σφουγγάρι. Ακόμα και τώρα αναρωτιέμαι τί βρήκε εκείνος ο Θεός σε μια τυχάρπαστη, άδοξη σχεδόν, φοιτητριούλα παιδαγωγικής που μετά κόπων και βασάνων -και προσωπικά έξοδα- είχε εκδώσει μια μικρή ποιητική συλλογή. Την πρώτη και τελευταία- και μάλλον το μέλλον δεν θα με διαψεύσει.
Κοιτάζομαι στον μεγάλο καθρέφτη. Μισώ τα περιττά μου κιλά, τους μαύρους κύκλους κάτω απ’ τα μάτια, το ξεθωριασμένο πρόσωπο και τ’ ατημέλητα μαλλιά, τα βαμμένα κόκκινα, μα που το χρώμα τους έχει αρχίσει να θαμπώνει στις ρίζες. Μέσα στη δυστυχία μου πώς βρίσκω το θάρρος ν’ αυτοσαρκάζομαι; Πάντα είχα τέτοιες τάσεις, η αλήθεια είναι αυτή. Το χιούμορ μου ήταν πιο πετυχημένο απ’ τα βαρετά μου στιχάκια. Κατά τη διάρκεια κάποιου καυγά
εκείνος δεν παρέλειπε να μου το τονίσει. Όσο για τα περιττά μου κιλά, δεν ήταν, επουδενί, σε αρμονία με τις τέλειες αναλογίες του αγαπημένου μου. Κι όμως, όταν κάναμε έρωτα, κάθε αίσθημα μειονεξίας εξαφανιζόταν μονομιάς.
Ήταν ο τρόπος του… που μ’ έκανε να βιώνω, έστω και για λίγο, μια απίστευτη σημαντικότητα. Η κοινή μας συνεύρεση ήταν πιο δυνατή από οποιαδήποτε ατομική μας ανασφάλεια. Νοσταλγώ τις μαγικές στιγμές του έρωτα. Ασυναίσθητα τα μάτια μου μουσκεύουν, το στήθος μου φουσκώνει. Ξεσπώ σε
λυγμούς.

 

Απρίλιος 1987. Νύχτα.

Ώρες, ώρες αισθάνομαι λίγο σαν την Ιζαντόρα Ντάχναν, που στην αυτοβιογραφία της αναφέρει ότι η τέχνη της χάρισε όλες τις χαρές που της κατακράτησε ο έρωτας. Ο έρωτας που απαιτεί να του αφιερωθείς ολόψυχα κι ας τον χάσεις μετά. Να σε ταξιδέψει σ’ άλλα μονοπάτια απ’ τα ήδη γνωστά
σου, να σε κάνει ένα με το σύμπαν κι ας είναι αυτό αυταπάτη. Εγώ δε γύρεψα το δρόμο του έρωτα, αλλά το δρόμο του Απόλλωνα, του αιώνιου φωτός. Δεν άφησα κανέναν έρωτα να με πληγώσει, θωρακίστηκα στην τέχνη μου, το άλλοθι της μοναξιάς μου. Οι καλλιτέχνες συνηθίζουν να μεταφέρουν
στην τέχνη τους την θλίψη, τον πόνο και τις απογοητεύσεις του έρωτα. Εγώ αναζήτησα την προσωπική γαλήνη και την ισορροπία στις σχέσεις μου, ώστε πιθανές αντιξοότητες να μην με αποσπάσουν απ’ το μοναδικό μου στόχο. Επιφανειακά άγγιξα τους ανθρώπους, υψώνοντας τείχη γύρω μου, στα
οποία «ανεπαισθήτως κλείστηκα μέσα». Έχω κάτι απ’ την τραγικότητα του ήρωα του Καβάφη. Νοιώθω πίκρα συχνά που δεν δόθηκα πολύ στους ανθρώπους — βγάζοντας μάλιστα κι έναν ελιτισμό που με βόλευε. Ήταν μοναδικός ο χορός μου και, εσωστρεφής ως ήμουν, μετουσιώθηκα σε φως: όταν βρισκόμουν πάνω στη σκηνή, αισθανόμουν διονυσιακή μέθη και ηδονή που ήταν όμως περισσότερο διανοητική. Η Έλσα διέγειρε αλλιώς τα κύτταρά μου. Ήξερα πως κάθε παλμός της μου ανήκει, το συναπάντημα των ψυχών μας υπήρξε μοναδικό, όμως, εν τέλει, νομίζω ότι αυτός είναι ο ορισμός
της αγάπης, της αιώνιας, της αληθινής. Έτσι το τοποθετώ τώρα… που μια έκρηξη γίνεται μέσα μου και λέω: «Τί είναι η τέχνη;» Και απαντώ: «Ένας θολός καθρέπτης μπροστά στην κόρη μου, που ’χει τη χαριτωμένη μορφή μιας νεαρής Νύμφης… και που η γέννησή της θα με είχε κλονίσει απεριόριστα,
αν είχα αφεθεί να το απολαύσω. Μα πάντα έβαζα φραγμούς, και, οριοθετώντας τις αντιδράσεις μου, ξεδίπλωνα θετικά ή αρνητικά συναισθήματα με το σταγονόμετρο, μήπως με παρασύρουν σ’ αλλόκοτα μονοπάτια και χάσω τον «υψηλό» προορισμό… Πώς θα ’μουν πιο ευτυχισμένος τώρα, αν είχα χαθεί έστω και λίγο τότε…!

Η απάντηση του ήταν αρνητική. Ορθή κοφτή. Δεν θα αναλάμβανε την σχολή χορού της Λυντίας. Αποφασιστικά μου έδωσε άθελά του ένα ακόμα χτύπημα στην καρδιά. Σιωπηλά οσμιζόμουν το θάνατο που πλησίαζε. Οι νεκροί πολλοί: η χαρά, η δόξα, η κίνηση, τα όνειρα, η αγάπη. Ο Άγγελος είχε πάρει το δρόμο προς το πουθενά. Τα μαθήματα με το παιδί συνεχίζονταν σχεδόν καθημερινά με υπερβάλλοντα ζήλο. Πέραν τούτου όμως, εκείνος δεν έδειχνε να έχει
κανένα άλλο ενδιαφέρον. Είχε απομονωθεί απ’ τους φίλους, συνειδητά πια —αυτά εισέπραττα τουλάχιστον. Κλεισμένος στο μικρά σαλόνι έβλεπε συχνά τις βιντεοσκοπημένες παραστάσεις του παρελθόντος, τα φαντάσματα που ’χαν στοιχειώσει το σπίτι μας… Τον έπαιρνε ο ύπνος με το μπουκάλι στο
χέρι, ενώ η τηλεόραση έπαιζε μέχρι το ξημέρωμα… Αθόρυβα εισέβαλα στο χώρο του, τον παρατηρούσα για ώρα όπως κοιμόταν. Ο ιδρώτας κυλούσε στα μάγουλά του, ενώ στα δικά μου κυλούσαν δάκρυα. Αν και τον έβλεπα σε κείνη την κατάσταση, ένιωθα πως τον αγαπούσα όσο ποτέ πριν. Του έπιανα το χέρι, του χάιδευα τα μαλλιά, τον φιλούσα στα μάτια, έλεγα πως η αφοσίωσή μου θα νικούσε τη φθορά τελικά. Μ’ αυτή την ελπίδα και μια προσευχή στο Θεό, που
δεν ήξερα αν υπάρχει, ξάπλωνα πλάι του ψιθυρίζοντας λόγια τρυφερά, σαν ξόρκια, μήπως και διώξω την κακή μας μοίρα. Χωρίς να το καταλάβω, κοιμόμουν κι εγώ, για να σηκωθώ πάλι το πρωινό πριν από κείνον. Γιατί ο Άγγελος αργούσε πολύ, σα να μην ήθελε να ξανανοίξει τα μάτια.
Καθυστερούσε να ξυπνήσει λες και το ’κάνε εσκεμμένα. Λες και βολευόταν σ’ αυτή την κατάσταση ή είχε πέσει σε ατονία και δεν είχε τις κατάλληλες δυνάμεις. Ήταν συμπτώματα αρρώστιας του μυαλού… κατάθλιψης ίσως.
Η Λυντία μου τηλεφώνησε στενοχωρημένη.
– Σε παρακαλώ, Έλσα, μου είπε, προσπάθησε να τον μεταπείθεις, στο ζητώ σαν χάρη.
– Θα κάνω ότι μπορώ, απάντησα. Ειλικρινά όμως, δεν
πιστεύω ότι θ’ αλλάξει γνώμη… Όλα τελείωσαν, Λυντία, όλα.

 

Ιούλιος 1987. Νύχτα.

Οι μέρες μου είναι βαριές, θλιμμένες… Είμαι ένα περιφερόμενο ράκος. Δεν μπορώ ούτε να δημιουργήσω… Νόμισα ότι θα τα καταφέρω να στήσω την κωμωδία μου, αλλά η πραγματικότητα με διέψευσε. Μόνο στο μπουκάλι βότκα
ξέρω να χαρίζομαι πια… Σιωπώ μπροστά στην Έλσα — και τι να πω; Όλα είναι εις βάρος μου… Οι ισορροπίες χάθηκαν, η φλόγα της δημιουργίας έσβησε μια για πάντα. Τώρα το ξέρω. Η πρότερη ελπιδοφόρα διάθεσή μου δεν ήταν παρά μια τελευταία αναλαμπή. Τα πόδια μου τρέμουν και η ανάσα
μου είναι γεμάτη αγωνία. Μπερδεύω το σήμερα με το χθες. Σαν όνειρο… μου φαίνεται ότι η Έλσα μου επιτέθηκε… Ήταν πολύ δυνατή και μανιασμένη. Δεν θυμάμαι γιατί. Φώναξε και χτυπιόταν, χωρίς να μπορεί να ελέγξει τα νεύρα της… Σαν να βρισκόταν σε ένθεη μανία, σε έκσταση…! Πόσο αλλιώτικη ήταν…! Δεν την έχω ξαναδεί έτσι…! Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα, τα χέρια της κολυμπούσαν στο αίμα… Παλέψαμε, θαρρώ. Η Έλσα μου, η προσωποποίηση της γαλήνης, άλλαξε πρόσωπο. Έγινε σκληρή, δύστροπη, δεν την αναγνωρίζω πια. Όλο και πιο συχνά έχω την αίσθηση ότι πονάνε τα νεύρα μου. Το κεφάλι μου κουδουνίζει. Πρέπει να τρελαίνομαι τελικά. Σήμερα έκανα γύρω στις πέντε φορές εμετό. Τα σωθικά μου ανακατεύονται. Όλα τα όργανα θα
έχουν κολλήσει μέσα μου, θα ’χουν γίνει μια μπάλα συμπαγής. Πιάνω τον εαυτό μου να γελάει διαρκώς… χωρίς αιτία. Αμήχανα στυλώνω το βλέμμα στο κενό. Βυθίζομαι σε σκέψεις ή προσπαθώ να ξεμπλέξω νήματα. Να πάω πού; Να κάνω τί; Ασαφής η πορεία, ανύπαρκτος ο προσανατολισμός. Κατέληξα ανειλικρινής απέναντι σε όλους. Μόνο σε μια κόλλα χαρτί είμαι άξιος να ξεφουρνίσω αλήθειες. Ό,τι δεν τόλμησα να πω σε κείνη, ας το διαβάσει και θα μάθει τί υπάρχει μέσα μου. Πίσω απ’ τη σιωπή συναντάς τα συναισθήματα. Μια ολόκληρη ζωή, εσωτερική, όπου οι κραδασμοί ισοδυναμούν με χίλιες λέξεις. Κουράστηκα…

Ο γιατρός είδε τον Άγγελο ένα καλοκαιρινό πρωινό. Το ραντεβού κράτησε δυο ολόκληρες ώρες. Δεν ήμουν παρούσα στη συζήτηση και δεν γνωρίζω επακριβώς τί ειπώθηκε. Περίμενα στο σαλόνι, επαναλαμβάνοντας διαρκώς την ευχή να βρεθεί μια άκρη. Ο Άγγελος τήρησε την υπόσχεση που μού ’δώσε εκείνη την τελευταία φορά που συνευρεθήκαμε στο σπιτάκι του κήπου. Ίσως ήθελε να εξιλεωθεί για το γεγονός ότι σήκωσε χέρι πάνω μου. Δεν το έκανε ποτέ ξανά και ξέρω ότι χρειάστηκε να πιεστεί πολύ γι’ αυτό, αφού δεν
μπορούσε να ελέγξει πια τα νεύρα του. Η συνάντηση με τον γιατρό ήταν μία και μοναδική. Μάλλον, η μία φορά ήταν αρκετή για να του χαρίσει τη λύτρωση. Μα πού με είχε τοποθετήσει στο μυαλό του; Πριν απ’ το χορό… ούτε να το
σκεφτώ… Δεύτερη; Πριν την αγάπη του για την Ιφιγένεια, τρίτη… ή με είχε πια αποβάλλει απ’ τη συνείδησή του…; Η νέα τάξη πραγμάτων ήθελε το ποτό στο νούμερο ένα των προτιμήσεων του. Ο γιατρός σιγουρεύτηκε ότι ο άντρας μου είναι μανιοκαταθλιπτικός, ότι βρίσκεται σε προχωρημένα στάδια αλκοολισμού και ότι τα φαινόμενα βίας θ’ αναπαράγονται διαρκώς. Προς μεγάλη μου έκπληξη, ο γιατρός μού αποκάλυψε ότι ήταν φιλότεχνος και είχε απολαύσει τον άντρα μου σε αρκετές παραστάσεις στο θέατρο. Μου έδωσε
μέχρι και το τηλέφωνο του σπιτιού του, αν χρειαστώ κάτι έκτακτο, να του τηλεφωνήσω «ό,τι ώρα και να ’ναι». Τον ευχαρίστησα από καρδιάς. Τόσοι άνθρωποι τριγύρω που ενδιαφέρονται, μα το κακό έχει πάρει το δρόμο του. Αλίμονο, σ’ όσους δεν πιστεύουν στις προδιαγεγραμμένες πορείες. Είναι ανίσχυρα τα χέρια του ανθρώπου μπρος το πεπρωμένο κι όλους τους λαβυρίνθους τους αντιμετωπίζει μόνος. «Μονάχος στον έρωτα και το θάνατο…» Κάποια βράδια, με τέτοιες σκέψεις, έπιανα το στυλό να γράψω, μα δεν έβγαινε λέξη. Λένε όταν βιώνεις πόνο και θλίψη, η πένα σου ελευθερώνεται. Μα εγώ τίποτα. Τόσο στείρα από ιδέες και τρόπους υπήρξα! Φαίνεται χρειαζόμουν κάτι πιο βαρύ, ένα θάνατο ας πούμε, όπως τώρα, για να μπω αυτόματα στη διαδικασία. Ίσως να ’ναι μ.Α. (μετά Άγγελον) η έναρξη της
συγγραφικής μου καριέρας. Τα μάγια λύθηκαν. Η αγάπη που με κρατούσε δεμένη έγινε ένα με τα σύννεφα ή τ’ αστέ-ρια ή τη γη, δεν ξέρω. Ή πέταξε στους χίλιους δυο ανέμους συνεπαρμένη απ’ τη γλυκά της αιώνιας λησμονιάς.
Γράφω μέσα σ’ ένα έρημο στοιχειωμένο σπίτι, κρύο και άδειο, όμως νοιώθω δυνατή όσο ποτέ. Συχνά σταματώ, ψάχνω σε κάθε γωνιά, μήπως δω τον Άγγελο. Μόνο καμιά σκιά παίρνει ξώφαλτσα το μάτι μου. Μου φαίνεται ότι μια
ανεπαίσθητη αιώρηση προβάλλεται σε λευκή οθόνη, στους χιονισμένους τοίχους, ενώ το σώμα, κατακερματισμένο πια, είναι σκορπισμένο στις κατευθύνσεις του ορίζοντα —αν αυτό είναι αλήθεια…

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

 

Δοκιμάζοντας το ποίημα

 

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

fractal 24/05/2017

Απαντώντας στις ερωτήσεις

Η ποίηση και η ζωγραφική είναι τέχνες συγγενικές μεταξύ τους. Ένας όμορφος πίνακας ζωγραφικής μπορεί να εμπνεύσει έναν ποιητή και να γεννηθεί ένα όμορφο ποίημα και ένα όμορφο ποίημα μπορεί να εμπνεύσει ένα ζωγράφο να φτιάξει έναν όμορφο πίνακα.

Επειδή, λοιπόν, η ζωγραφική και η ποίηση επηρεάζουν τόσο πολύ η μια την άλλη, τον τελευταίο καιρό εκδίδονται πολλά βιβλία, που περιέχουν ποιήματα και έργα ζωγραφικής. Ένα από αυτά είναι και το βιβλίο, της Ασημίνας Ξηρογιάννη: «Δοκιμάζοντας το ποίημα», που διαβάσαμε πρόσφατα, από τις εκδόσεις “Vakxikon.gr”. Πρόκειται για ένα ολιγοσέλιδο βιβλίο, που περιλαμβάνει δύο ποιήματα και δύο κολάζ.

Θα μπορούσε να πει κανείς, πως ένα βιβλίο με μόνο δύο ποιήματα και δύο κολάζ είναι πολύ μικρό και να αναρωτηθεί γιατί να μπει ένας καλλιτέχνης στον κόπο να εκδόσει ένα τόσο μικρό βιβλίο, όμως, έχουμε ξανατονίσει ότι μια έκδοση ενός πολύ μικρού σε μέγεθος βιβλίου, μπορεί να σημαίνει ότι περιλαμβάνει μια ολόκληρη ενότητα, που μπορεί να υπάρξει από μόνη της. Αν ο καλλιτέχνης προσθέσει μερικές σελίδες, τότε μπορεί να χαλάσει το συνολικό αποτέλεσμα. Επίσης, το συγκεκριμένο βιβλίο, αν κρίνουμε από τον τίτλο είναι μια δοκιμή, ίσως, για να ακολουθήσει κάτι μεγαλύτερο, όπως οι νεότεροι τραγουδιστές, που πρώτα κυκλοφορούν ένα cd-single και αργότερα ένα ολόκληρο cd.

Τα δύο ποιήματα, που περιλαμβάνονται στο βιβλίο της Ασημίνας Ξηρογιάννη περιγράφουν την ποίηση σε όλες τις εκφάνσεις της κυρίως από τη σκοπιά των ποιητών. Πως αισθάνεται ένας ποιητής, όταν γράφει ένα ποίημα; Ποιες αγωνίες περνάει; Θα διαβαστεί; Δεν θα διαβαστεί; Θα είναι διαχρονικό; Θα ολοκληρωθεί ή θα μείνει μισό; Θα δημοσιευτεί ή θα κλειστεί σε ένα συρτάρι; Θα το καταλάβει ο αναγνώστης; Μήπως, δοθεί λάθος ερμηνεία και ο αναγνώστης νομίσει κάτι άλλο, από εκείνο, που θέλει να πει ο ποιητής; Θα μπορούσε, βέβαια, κάποιος να πει: Και τι μας ενδιαφέρει πως νιώθει ένας ποιητής, όταν γράφει ποίηση; Όμως, αν κρίνουμε από τις ερωτήσεις, που γίνονται στις συνεντεύξεις και στις παρουσιάσεις βιβλίων, μάλλον, υπάρχουν αρκετοί, που ενδιαφέρονται να μάθουν τις αγωνίες του ποιητή. Η Ασημίνα Ξηρογιάννη, λοιπόν, μας δίνει τις απαντήσεις της με τον δικό της ξεχωριστό, ποιητικό τρόπο.
Όπως αναφέραμε και πιο πάνω, το βιβλίο της Ασημίνας Ξηρογιάννη: «Δοκιμάζοντας το ποίημα», εκτός από τα ποιήματα, περιέχει και δύο κολάζ. Θα λέγαμε ότι και τα δύο κολάζ ταιριάζουν στους στίχους, που διαβάζουμε, ιδιαίτερα στο πρώτο χρησιμοποιείται η μουτζούρα και όταν ένας ποιητής δοκιμάζει να γράψει ένα ποίημα, τότε οι μουτζούρες θα είναι πολλές, καθώς ο ποιητής, που περνάει τις αγωνίες, που περιγράφονται στο βιβλίο, δεν μένει ποτέ απόλυτα ικανοποιημένος από τον εαυτό του.

Στην αρχή του βιβλίου της Ασημίνας Ξηρογιάννη «Δοκιμάζοντας το ποίημα» υπάρχει μια αφιέρωση: «στους ποιητές που οι λέξεις τους μου γεννούν τις άλλες λέξεις». Σε αυτή την αφιέρωση, υπάρχει όλη η σεμνότητα της ποιήτριας και η βαθιά γνώση, πως στην ποίηση δεν υπάρχουν παρθενογενέσεις. Αν κάποιος γράφει στίχους χωρίς να διαβάζει ποίηση, τότε δεν είναι ποιητής. Η Ασημίνα Ξηρογιάννη έχει διαβάσει πολύ ποίηση και αυτό το έχουμε διαπιστώσει από τη διακειμενικότητα προηγούμενων έργων της, που είχαμε την ευκαιρία να διαβάσουμε, αλλά και από το καινούργιο της βιβλίο, που αναλύσαμε.

 

Λίγη φθορά για γούρι

 

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

«Fractal», Δεκέμβριος 2017

Ούτως ή άλλως, έρωτας

Πολλοί ποιητές σήμερα ασχολούνται με τη φθορά που επιφέρει ο χρόνος, τόσο στα αντικείμενα, όσο και στον άνθρωπο και ο κάθε ποιητής την αντιμετωπίζει με τον δικό του τρόπο. Έχουν γραφτεί τόσα πολλά για τη φθορά, που θα μπορούσαμε να τη θεωρήσουμε θέμα κλισέ, όμως, ο τρόπος με τον οποίο την προσεγγίζουν οι ποιητές έχει τη σημασία του και εκεί ακριβώς υπάρχει όλο το ενδιαφέρον.

Τέτοιες σκέψεις κάναμε, διαβάζοντας την ποιητική συλλογή της Ασημίνας Ξηρογιάννη: «Λίγη φθορά για γούρι», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Γαβριηλίδης».

Ο τίτλος της ποιητικής συλλογής της Ασημίνας Ξηρογιάννη, εύλογα προκαλεί απορία. Μπορεί η φθορά να είναι γούρι; Μήπως, πρόκειται για έναν θετικό χαρακτηρισμό έτσι ώστε να εξευμενίσουμε τη φθορά; Όπως για να εξευμενιστεί η μόνιμα φουρτουνιασμένη θάλασσα του Πόντου πήρε το επίθετο «Εύξεινος» και όπως, όταν χύνεται κρασί στο πάτωμα και λέμε ότι είναι γούρι, ενώ ξέρουμε ότι μπορεί να αφήσει λεκέ. Τι γίνεται, όμως, όταν, τη φθορά τη βλέπουμε σε ένα πρόσωπο, που είναι δίπλα μας; «Πεθαίνουν ποτέ τ’ αστέρια; / Φταίει ίσως που σχεδόν ασπρίσαν τα μαλλιά σου», γράφει η Ασημίνα Ξηρογιάννη στο ποίημα «Φόβος». Όταν, βλέπεις το πρόσωπο, που είναι δίπλα σου να φθείρεται, φοβάσαι, ακόμα και αν: «μια απλή γρίπη είναι μόνο».

Το ερωτικό στοιχείο, φαίνεται να κυριαρχεί στην ποιητική συλλογή της Ασημίνας Ξηρογιάννη, καθώς υπάρχουν ποιήματα, που αναφέρονται καθαρά στον έρωτα, αλλά και ποιήματα, που αναφέρονται στην ποίηση, με ερωτικό υπόβαθρο. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι στίχοι της ποιήτριας έχουν χρώμα κόκκινο, όμως, το κόκκινο είναι όχι μόνο το χρώμα του έρωτα, αλλά και το χρώμα του αίματος, δηλαδή του πόνου, γιατί μόνο, όποιος έχει πονέσει, μπορεί να είναι ποιητής: «Τα ποιήματα πάντα κόκκινα / κόκκινα / με πόνο κόκκινο / με κόκκινο πόνο. / Με πόνο.» Όσο, όμως, κι αν υπάρχουν καταστάσεις, που πονάνε, ο άνθρωπος πρέπει να αντέχει. Η Ασημίνα Ξηρογιάννη μας προτρέπει: «Να πορεύεσαι με απώλειες. / Και να αντέχεις.» Και για να αντέξει η ποιήτρια καταφεύγει στην ειρωνεία: «σου αρέσει να σε προσφωνούν «κύριε καθηγητά» / και όταν σου μιλάω / προσποιείσαι ότι μ’ ακούς.»

Πολλά ποιήματα της ποιητικής συλλογής της Ασημίνας Ξηρογιάννη «Λίγη φθορά για γούρι» αναφέρονται στην ποίηση και έχουμε δει σε αρκετές παρουσιάσεις ποιητικών συλλογών να γίνονται ερωτήσεις στους ποιητές από το κοινό για την ενασχόλησή τους με την ποίηση. Η Ασημίνα Ξηρογιάννη προλαβαίνει τις ερωτήσεις με απαντήσεις ποιητικές: «Για να γράψεις ποίηση / χρειάζεται να καίγεσαι μέσα σου» και αλλού: «Ένα μυστήριο ξαγρυπνά / που «ποίηση» λέγεται. / Κι όλα ερμηνεύονται αλλιώς», ενώ σε άλλο σημείο, η ποίηση συνδέεται με την πεζή πραγματικότητα δίνοντας μια κοινωνική κι επίκαιρη υπόσταση στο ποίημα: «Τα καλύτερα ποιήματα / τα έγραψα περιμένοντας στην ουρά / στην τράπεζα».

Σε ορισμένα ποιήματα της ποιητικής συλλογής της Ασημίνας Ξηρογιάννη «Λίγη φθορά για γούρι», υπάρχει διακειμενικότητα, που αλλού υποβόσκει και αλλού τη βλέπουμε φανερή στους τίτλους των ποιημάτων. Έτσι, έχουμε το ποίημα: «Με τον τρόπο του Μπρεχτ» και τα ποιήματα «Καβάφης» και «Αναλογία», που αναφέρονται και τα δύο στον Καβάφη και ιδιαίτερα στο πρώτο υπάρχει διάχυτη η καβαφική ειρωνεία. Χαρακτηριστικό είναι και το ποίημα, που αναφέρεται στην τραγική σκηνή της Ιλιάδας, όπου ο Έκτορας αποχαιρετά την Ανδρομάχη και τον μικρό Αστυάνακτα με μια πολύ συγκινητική περιγραφή.

Συμπερασματικά, η ποιητική συλλογή της Ασημίνας Ξηρογιάννη «Λίγη φθορά για γούρι» είναι μια από τις πιο όμορφες, που διαβάσαμε τελευταία και καταφέρνει να αποδώσει τα αισθήματα της ποιήτριας ως δώρο προς τους αναγνώστες και όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η ίδια στο ποίημα «Παιχνίδι»: «Να κόβω ένα και να τους το δίνω δώρο. / Μια χαρά, / μια λύπη, / ή μια τύψη».

 

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΘΗΒΑΙΟΣ

vakxikon.gr, Δεκέμβριος 2017

Το θέατρο στην ποίηση

Συναντώ το όνομά της εδώ και μερικά χρόνια. Πάντα πλάι στα ποιήματα, τις συνεντεύξεις, τις κριτικές για τα βιβλία των φίλων που αξίζει πάντα να σκύψει κανείς. Μα πάνω απ΄όλα στους στίχους. Κάπως έτσι η Ασημίνα Ξηρογιάννη καταγράφεται ανάμεσα στους εκφραστές της σύγχρονης, ελληνικής λογοτεχνίας. Η φωνή της, συνεπής, δημιουργική και πρωτότυπη έρχεται να συμπληρώσει με τρόπο εκλεκτό την εντόπια κριτικογραφία. Θεατρικές σπουδές και κλασσική φιλολογία. Οι συνοπτικές πληροφορίες στο διάσημο πια διαδικτυακό της περιοδικό, αφήνουν πολλά δίχως επισημάνσεις. Ταπεινή και εργατική, η Ασημίνα, με το παράξενο, νυχτερινό της όνομα δείχνει το δρόμο, φωτίζει διακριτικά μα ξεκάθαρα, την οδό της συνέχειας για τις γενιές που έρχονται. Αυτές που φορτώθηκαν ερήμην με το βάρος μιας κρίσης μ΄ατέλειωτα, μακρινά προπύλαια χάνοντας την επαφή με την τέχνη που υπηρετούν. Κάτι σαν τα δικά μας, τα σύγχρονα φυσικά που ανοίγουν διάπλατα, καλύπτοντας μια σειρά από σύμβολα και πόζες.

Μιλώ για εκείνες τις γενιές που μπορούν να βρουν στη σύνθεση της ποιήτριας μερικά συστατικά για το παρόν τους και να αποτυπώσουν μια επαρκή εικόνα για τη σύγχρονη βιβλιογραφία, αντλώντας από την κριτικογραφία της.
Ωστόσο, επιλέγοντας κανείς, μες στους κόλπους αυτής της ανάγνωσης το ρόλο του ακροατή, αδιαφορώντας πλήρως για το εργαστήριο που άλλοτε φλέγεται και πάλι αφήνεται στο περιθώριο, υψώνοντας τις σημαίες της πίστης στο αυθεντικό, το πρωτότυπο έργο νιώθει περισσότερο τα ποιήματα της Ασημίνας. Οι σκόρπιες καταχωρήσεις σε διαδικτυακό επίπεδο, περιλαμβάνουν σχεδόν τις ίδιες συνθέσεις. Εδώ το πρόσωπο δεν είναι πρώτο, μα γράφεται και προφέρεται για λογαριασμό όλων. Είναι μια τίμια χειρονομία, μια αφορμή για εκείνα τα κυκλαδίτικα βιβλία που τείνουν προς τα εντός και που κάνουν τη διαφορά σε κάθε καλλιτεχνική έκφραση. Η Ασημίνα Ξηρογιάννη πλουτίζει τον εξαιρετικά διευρυμένο κατάλογο των νέων εκδόσεων, πάντα σε πείσμα των ισχνών καιρών. Στη Λίγη φθορά για γούρι των εκδόσεων Γαβριηλίδη που κυκλοφορεί αυτό το καλοκαίρι, η δημιουργός επανέρχεται στα ποιήματα. Δίχως κοριτσίστικες αφέλειες, με ύφος ντόμπρο και καρδιά σπασμένη, -έτσι τη θέλησαν για πάντα οι ποιητές-, φθάνει από τους δικούς της δρόμους. Το θέατρο παραμένει μια τρυφερή εκδοχή του έργου της. Από κάποια πλατεία που θ΄απομείνει για πάντα απατηλή επαναλαμβάνει τα λόγια της. Ο ρόλος την θέλει με σπασμένο κόκκινο φουστάνι να θυσιάζεται γι΄αυτόν τον κόσμο. Την βρίσκω στον δρόμο που άφησε κρυμένο η σπουδαία Λευκή Μολφέση. Τόπους τόπους θυμάμαι ξεκάθαρα τα σπασμένα υαλικά, κάτι μεσημέρια αυτοκρατορικά του θανάτου. Στέρεψαν τα χέρια της και τώρα τον χρόνο μετρούν τα χιονισμένα της μαλλιά και τα σημάδια που γράφουν οι καιροί. Τον μετρούν τα ποιήματα και οι θυσίες. Κάτι σπάνιες παντομίμες που ξοδεύτηκαν σαν ζωγραφιές στον άνεμο. Αυτή είναι η γλώσσα των τραγουδιών της Ασημίνας Φτιαγμένες απ΄το πρώτο πληθυντικό της σπαραχτικής μας ύπαρξης. Εκείνο το αφοπλιστικό, το επίρρημα της ύπαρξης.

Και ύστερα πάλι, με μια άλλη της ιδιότητα η συγγραφέας πια, υπηρετεί την τέχνη της από μια άλλη σκοπιά. Εκείνη του ερευνητή που όμως, προικισμένος με αισθητική και διάθεση, υπηρετεί το θέατρο. Ποίηση, λόγος και πλατείες στο βιβλίο των εκδόσεων Momentum Το θέατρο στην ποίηση. Η ερευνήτρια καταλογογραφεί έναν ευρύτατο κατάλογο ποιημάτων και δημιουργών που έθεσαν το θέατρο στο φόντο. Στίχοι που άντλησαν απ΄την υποβλητικότητα, απ΄το υπονοούμενο μιας παράστασης. Με σχετικές σπουδές, η Ασημίνα Ξηρογιάννη αθροίζεται στα λιγοστούς δημιουργούς της γενιάς της που σκύβουν με μεράκι και επιμέλεια πάνω στον εμπλουτισμό της σύγχρονης κριτικογραφίας.Μια απλή, αποσπασματική ανάγνωση του Θεάτρου επιβεβαιώνει τη συνύπαρξη της ποίησης και του δράματος. Με αφετηρία το αρχαίο θέατρο η ποίηση τίθεται στο προσκήνιο για την ερευνήτρια, όπως δηλώνει η ίδια. Είτε οι ποιητές απευθύνονται στο φανταστικό κοινό τους, είτε ανοίγουν παράθυρα μες στις σκιές ξανά και ξανά, πλουτίζουν τις εξαίσιες κινήσεις αυτού του κόσμου. Συνθέτουν μια σπάνια αισθητική της τέχνης όταν συμπληρώνει τη σημασία της μ΄άπειρες μορφές. Οι περιεκτικές της αναφορές στους ποιητές και τα έργα φανερώνουν την ολοκληρωμένη έρευνα που προηγήθηκε προκειμένου να καταρτιστεί το πρωτότυπο βιβλίο των εκδόσεων Momentum.

Ένα σημείωμα, σαν αυτό είμαι βέβαιος πως λίγα κατορθώνει να πει για το πολυσύνθετο έργο της Ασημίνας Ξηρογιάννη. Η παρουσία της μέσα από προηγούμενες συνεργασίες της με τις εκδόσεις Βακχικόν αλλά και οι εξαιρετικές κριτικές της που φιλοξενούνται σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά, συνιστούν δείγμα της παρουσίας της νέας δημιουργού στα πνευματικά πράγματα της εποχής.

Εγώ κρατώ από εκείνη τα επιρρήματα της συντριβής. Απασφαλίζω τους στίχους που αφήνει μυστικές στη Λίγη Φθορά της και δίνω στις λέξεις μου ένα φιλί, σαν φυλαχτό. Η νύχτα είναι ασημένια, τα ποιήματα αδέσποτα πετούν πίσω απ΄τα φώτα των θεάτρων. Θέλει η ποίηση την έκπληξη και τη φθορά

 

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

tvxs.gr, 4.11.2017

Η Ασημίνα Ξηρογιάννη με την ποίηση για γούρι,

ποίηση της Ασημίνας Ξηρογιάννη διακρίνεται από τις συχνές μεταστροφές του ύφους και κυρίως της φόρμας της. Ενώ το 2013, σε μία κορυφαία δημιουργική πνοή, με τη συλλογή «εποχή μου είναι η ποίηση» μετατρέπει την ποίηση περί ποιητικής σε κοινωνική ποίηση αποτυπώνοντας με εξωστρέφεια σε ολιγόστιχες συνθέσεις τη μαυρίλα των χαλεπών καιρών της κρίσης, το 2015 με το υβριδικό «23 μέρες» αλλάζει φόρμα και ύφος σε έναν συνδυασμό ποίησης και εσωστρεφούς νουβέλας. Η νέα της ποιητική συλλογή «λίγη φθορά για γούρι» (Γαβριηλίδης, 2017) συνεχίζει την πορεία της εσωτερικότητας στα βάθη του συναισθηματικού κόσμου.

Παρά τις χαρακτηριστικές διαφορές όμως στη θεματική και τη φόρμα, η Ξηρογιάννη έχει διαμορφώσει ένα προσωπικό ύφος. Χαρακτηριστικό της έκφρασής της είναι ψευδοδιαλογικό β’ ενικό που κυριαρχεί στη στιχουργία της, άλλοτε σε προστακτική έγκλιση (επειδή ήμασταν εμείς, δική σου) κι ενίοτε σε υποτακτική (πού, σύγκριση) δίνοντας έτσι διαλογική κίνηση στην στιχουργική της. Συχνά βέβαια το β’ πρόσωπο λειτουργεί ως ένας ψευδής χαρακτήρας πίσω από το προσωπείο του οποίου κρύβεται το ποιητικό εγώ (πού, εσύ, απλή αριθμητική, δική σου). Αλλά και το πρωτοενικό υποκείμενο είναι συχνά μυθοπλαστικό/υποκριτικό, χωρίς να ταυτίζεται με την ίδια την ποιήτρια.

Τούτες όμως οι συνεχείς εναλλαγές από το «υποκριτικό» εγώ στο «υποκριτικό» εσύ (πού, όμως εμείς) μαζί ενίοτε και με ένα α΄ πληθυντικό διαμορφώνουν ένα σκηνικό ύφος. Το θεατρικό ύφος εκτός από τους παραπάνω λανθάνοντες διαλόγους υποστηρίζουν και οι ερωτήσεις (με τον τρόπο του Μπρεχτ, πού, στο όνομα του έρωτα, φόβος) με τις διαλογικές αποστροφές (με τον τρόπο του Μπρεχτ, φόβος). Και την ίδια στιγμή ένας δραματικός λυρισμός διαχέεται στη στιχουργική της που δομείται στην προφορικότητα. Το λιτό ύφος και η οικεία γλώσσα σε συνδυασμό με το εξομολογητικό ύφος («κυτταρική μέθη») διαμορφώνουν μία θεατρική ποιητική με στοιχεία ρομαντισμού.

Οι αντιθέσεις (με τον τρόπο του Μπρεχτ) διαμορφώνουν ένα ύφος μελαγχολικό που ισορροπεί με το διαλογικό στυλ. «Μικρές» αρνήσεις (στο όνομα του έρωτα, ένα γράμμα) στα θέλω του ποιητικού εγώ προσδίδουν μία αίσθηση θλίψης. Είναι οι καθημερινές απογοητεύσεις της συμβίωσης, της ίδιας της ζωής (φόβος, ένα γράμμα, μ’ αφήνεις να μιλάω μόνη μου) που με πάθος αγωνιά το ποιητικό υποκείμενο να ξεπεράσει (ο λύκος μου, σύγκριση, απλή αριθμητική).

Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το πώς η ποίηση και οι λέξεις εισέρχονται στην ποιητική της ως μέρος μίας διασπασμένης θεματικής (τα βράδια, ένα γράμμα, ένα ποίημα που ζητά να του δοθεί υπόσταση, μ’ αφήνεις να μιλάω μόνη μου, η γοργόνα και ο βασιλιάς). Βέβαια όλη η ενότητα «μπρος στο αρχικό ερέθισμα» είναι αφιερωμένη στην ίδια την ποίηση. Αν και η ποιητική αυτοαναφορικότητα είναι εσωστρεφής, στην περίπτωση της Ξηρογιάννη είναι μία στάση στην πορεία περί ποιητικής που χάραξε από το 2013. Άλλωστε, και οι «23 μέρες» είναι στην ουσία η γένεσις της ποίησης.

Το γνώριμο πιο διαλογικό ύφος και το α΄ και β΄ ενικά γραμματικά πρόσωπα μέσα στο σκηνικό πλαίσιο εμφανίζονται σε όλη την ενότητα. Είναι ακριβώς σαν τον διάλογο του ποιητικού με το βίωμα, σαν ένας επίλογος που δίνει το ερέθισμα στην ποιητική έμπνευση (η αρχή του ποιήματος ή ποιητικής στίγμα, σχεδόν μαγικό, στοιχεία ποιητικής, μοιραία συνάντηση, η ποιήτρια, τα καλύτερα ποιήματα, ένα ποίημα για μένα). Επίκεντρο της ενότητας είναι οι ίδιες οι λέξεις (λέξεις, για να γράψεις ποίηση, αθώων λογοκλοπών εγκώμιον, περιμένοντας το ποίημα).
Η τρίτη, ωστόσο, ενότητα της συλλογής, αποκαλύπτει την ποιητική ωριμότητα της Ξηρογιάννη καθώς γίνεται υπαρξιακή με μία ελεγχόμενη εξωστρέφεια («ονείρων γειωμένη νάρκη»), αλλά πάντα με επίκεντρο το ποιητικό εγώ που ταυτίζεται με την ποιήτρια (παιχνίδι).

Πειραματίζεται με αφηρημένες έννοιες προσωποποιώντας τις (η ενοχή, απόγνωση, μοίρα) μέσα από το βίωμα που το μετατρέπει σε αναζήτηση για το άτομο και το μέλλον (περιμένοντας μωρό, Αριάδνη, ονοματοθεσία, ανοιχτοί λογαριασμοί, βαθιά γνώση). Επεξεργάζεται παραμύθια (πικρή ιστορία) και φέρνει στην επιφάνεια υπαρξιακές αγωνίες από το βυθό του ψυχισμού της, ενώ συχνά μία ποιητική ειρωνεία εξάγεται (σκηνή από τη ραψωδία Ζ της Ιλιάδας, έτσι είναι τα ποιήματα), αν και η ειρωνεία εντοπίζεται σε όλη τη συλλογή (φόβος, ένα γράμμα, Καβάφης, αθώων λογοκλοπών εγκώμιον).

Παρά την εσωστρέφεια που ελλοχεύει στην ποίηση περί ποιητικής, η Ξηρογιάννη την αξιοποιεί ως μέσο εξωτερίκευσης υπαρξιακών αγωνιών και ατομικού ψυχισμού. Και τούτο αποτελεί μία διαχρονική σταθερά στο ποιητικό της έργο, παράλληλα με τον θεατρικό χαρακτήρα και τη σκηνική ζωντάνια των συνθέσεών της. Το βίωμα συνδέεται με την ποιητική, η ψυχολογία με τις λέξεις και τους στίχους και τα πρόσωπα συμπλέκονται σε μία –ολιγάνθρωπη μεν, μα– έντονα διαλογική ποιητική σκηνή.

 

ΑΝΝΑ ΓΡΙΒΑ

poeticanet.gr, τχ. 30, Νοέμβριος 2017

H καινούρια συλλογή της Ασημίνας Ξηρογιάννη ιχνηλατεί καταστάσεις που εκκινούν από το καθημερινό, για να φθάσει σε βιώματα βαθύτερα, για να μιλήσει για φόβους και ανομολόγητες αλήθειες. O τίτλος του βιβλίου είναι παρμένος από έναν στίχο του ποιήματος Φόβος, που περιλαμβάνεται στην πρώτη ενότητα της ποιητικής συλλογής. Σε αυτό το ποίημα μια γυναίκα μιλά για τον αγαπημένο της, καθώς βλέπει τα σημάδια της φυσικής φθοράς να κάνουν δειλά την εμφάνισή τους στα μαλλιά του:

Μα εγώ θα πάρω μόνο δύο φέτες της φθοράς σου
Ίσα που να τις βάλω μες στο ποίημα.
Η μαγιά μου για την αναδιάρθρωση του κόσμου
Λίγη φθορά για γούρι.

Όπως στο προαναφερθέν ποίημα, έτσι και σε άλλα της συλλογής, καταγράφονται σκηνές μεταξύ δύο προσώπων. Ακόμη και στην περίπτωση όπου υπάρχει μονόλογος, ο αναγνώστης αισθάνεται τη βεβαιότητα πως απέναντι από τον ομιλούντα ή την ομιλούσα στέκεται ένας βουβός ακροατής, ένα πρόσωπο που συχνά διαγράφεται έμμεσα στους στίχους, όπως στο ποίημα Απλή Αριθμητική:
Όταν δεν μετράς τη σιωπή σωστά, αυτό,
ισοδύναμο είναι του θανάτου.
Χρειάζομαι την απουσία των λέξεών σου
…..
Να σε νιώθω κοντά
-και να είσαι.
Όταν χάνω το μέτρημα,
να με διορθώνεις.

Άλλοτε πάλι, ο δέκτης παραμένει ολότελα αφανής προς τα χαρακτηριστικά του, αλλά είναι εκεί, ακούγοντας προσεκτικά τα όσα το ποιητικό υποκείμενο καταθέτει ως σκέψη, εσωτερική αγωνία ή βιωμένη εμπειρία, ενώ κάποτε ακροατής γίνεται ο αναγνώστης, αφού σε όλα τα ποιήματα υπάρχει ένας τόνος προσωπικής εξομολόγησης, που φέρνει τον αναγνώστη πιο κοντά, τον κάνει να ακούσει τη γραφή, να την αισθανθεί ως μια φωνή που ψιθυρίζει για τις μικρές και ανεπαίσθητες φθορές της ζωής:

Αιωρούμαστε ανάμεσα στα σύννεφα
Φαντάσματα με δάχτυλα μαύρα από καπνό
Ψάχνουμε τις λέξεις για το κενό,
κι αυτές να μην έρχονται,
κι ας είναι το βλέμμα μας καινό.

Αυτές οι φθορές εντάσσονται σε τρεις διακριτές ενότητες. Στην πρώτη, που επιγράφεται Κυτταρική μέθη, θα μπορούσαμε να πούμε ότι περιλαμβάνονται τα ερωτικά. Στα ποιήματα αυτά υπάρχει μια πρωτογενής καταγραφή της σωματικής εμπειρίας, μιας εμπειρίας που εμπλέκει έντεχνα το σώμα, την ύλη με τους εσωτερικούς ψυχικούς κραδασμούς:

Στην άκρη του χαμόγελου
γκρεμίζονται οι πόνοι
και αλλού:
Χωρίς να ελέγχω τις χειρονομίες μου,
Χορεύω τον έρωτα
Αναιρούμαι
Ανθίζω
Αναπλάθομαι
Ανήκω

Παράλληλα όμως με το ερωτικό βίωμα, συναντάται σε αυτά τα ποιήματα ένας κοινός τόπος: η πάλη της σιωπής με τις λέξεις, αγώνας να ειπωθεί μια αδιόρατη αλήθεια, που μόνο ο έρωτας μπορεί να αποκαλύψει:

Εγκλωβίζονται οι λέξεις
Στριμώχνονται μέσα στις σκιές
Υφαίνουν τη σιωπή

Τελικά το ερώτημα που ανακινείται είναι: μπορεί ο χρόνος να σπαράξει την βαθύτερη μέθεξη του ανθρώπου στην αιωνιότητα, τη στιγμή που δοσμένος στον έρωτα ενώνεται με τις κοσμικές δυνάμεις της δημιουργίας; Μπορεί να διαρκέσει το εφήμερο; Γράφει η ποιήτρια:

Ν’ αγγίξω μέσα σου ό,τι ανέγγιχτο υπάρχει
Να σε διαβάσω σαν χίμαιρα
Να σε εξημερώσω.

Στη δεύτερη ενότητα που επιγράφεται Μπρος στο αρχικό ερέθισμα το θέμα του αγώνα για τον λόγο, τον λόγο που μπορεί να διαβεί τα σύνορα του αισθητού, που μπορεί εν ολίγοις να κάνει την υπέρβαση των ορίων που θέτει η αντίληψη στον άνθρωπο, γίνεται προφανέστερο:

Σαν ρέουν οι λέξεις,
όλα ανθίζουν.

Ξεπερνιέται η άβυσσος.

Κουβεντιάζεται η πληγή.

Τα ποιήματα αυτής της ενότητας θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ποιήματα ποιητικής και αφορούν την προσπάθεια καταγραφής της μαγικής διαδικασίας της ποιητικής γραφής. Τα ποιήματα περιπλανώνται από το παρελθόν και τις αναφορές στην ιστορία της λογοτεχνίας (όπως στον Καβάφη) έως τον άχρονο κόσμο, όπου ο δημιουργός επιδίδεται με θέρμη στην αναζήτηση της φωνής του, μιας φωνής που μπορεί να ξεφύγει από τη φθορά της θνητότητας και να καταγράψει κάτι πέραν αυτής, με την πίστη στο αθάνατο μέρος της ανθρώπινης ύπαρξης:

Το ξέρεις πια… Σε ένα άχρονο παρόν ανθίζουν τα ποιήματα

Στα περισσότερα ποιήματα της τρίτης ενότητας (Ονείρων γειωμένη νάρκη) εξακολουθεί ο τόνος της καταγραφής βιωμένων καταστάσεων, συχνά στη μικρή κλίμακα της οικογένειας και των οικείων προσώπων. Μέσα από μικρές οικογενειακές ιστορίες οι μεγάλοι φόβοι γίνονται πιο οικείοι και γι’ αυτό πιο ανεκτοί:

Δεν ήταν η κοιλιά της μάνας μου
εκείνο το υγρό και σκοτεινό μέρος

Ήταν μια μυστηριώδης
και ανεξιχνίαστη –ως τώρα ακόμη –
κιβωτός,
το Πεπρωμένο μου.

Εδώ κάνουν την εμφάνισή τους και τα παιδιά: αυτά γίνονται τα μόνα που μπορούν να διαπραγματευτούν με το χάος της φθοράς, αυτά μπορούν να μαγέψουν τις κρυφές ανησυχίες, τους παλιούς πόνους και μέσα από την αθωότητα να τους μετατρέψουν σε δύναμη ζωής, αλλά και σε μια πιο ουσιαστική ενατένιση του κόσμου:

Εσύ δεν ήξερες,
μα πριν τη γνώση ήσουν σοφή.
Να πάρεις ήθελες τον κόσμο απ’ την αρχή.

Εραστές, φίλοι, αδέρφια, παιδιά, ποιητές, μυθολογικά πρόσωπα περνούν μέσα από τις σελίδες του βιβλίου, για να μας αποκαλύψουν τα μικρά μυστήρια που συγκροτούν τη ζωή, αυτά που κάποτε κινούνται απαρατήρητα, αλλά γνέθουν αδιάκοπα τον ιστό της πραγματικότητας. Σαν τον θεό Πάνα, που, όπως γράφει η ποιήτρια, κάθε σούρουπο:

κλείνει το μάτι στους ανθούς της καστανιάς.
Σμήνος τρελαμένες μέλισσες
-οι μαινάδες –
τον ακολουθούν πιστά
στο όρος
όπου θα επαληθευτούν
για άλλη μια φορά
-μοιραία-
τα ένστικτα.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΕΛΙΟΠΟΥΛΟΣ

http://www.bookpress.gr, 29.10.2017

«Χύνω πολύ ιδρώτα / για να γίνω η λέξη σου»,
Η ποίηση της Ασημίνας Ξηρογιάννη διακρίνεται για την ισορροπημένη τρυφερότητα που δεν εκπίπτει σε κούφιους συναισθηματισμούς, για την αμεσότητα και την ειλικρινή έκφραση μιας βαθιάς βιωμένης αλήθειας. Η ποιήτρια δεν κρύβει την αλήθεια της πίσω από τις λέξεις ούτε την υπονοεί• την ομολογεί ευθαρσώς και ευθύβολα, χωρίς να καταφεύγει σε λεκτικούς εντυπωσιασμούς και δαιδαλώδεις νοηματοδοτήσεις. Παρόλη την εκφραστική τους απλότητα, οι στίχοι της καταφέρνουν και λειτουργούν πολυεπίπεδα, ενώ παράλληλα μεταδίδουν στον αναγνώστη το κυρίαρχο αίσθημα του ποιήματος. Σε αυτό συμβάλλει και ο εσωτερικός ρυθμός των ποιημάτων της, ο οποίος σε οδηγεί αβίαστα, καθώς τα διαβάζεις, μέχρι και τον τελευταίο στίχο.
Στην πέμπτη της ποιητική συλλογή Λίγη φθορά για γούρι κυριαρχούν ο έρωτας, η γυναίκα και η ποίηση. Θα σταθώ στην ποίηση και ειδικότερα στον τρόπο με τον οποίο η Ξηρογιάννη πραγματεύεται τη σχέση ποίησης και ζωής. Θα μπορούσε να πει κανείς πως στη συγκεκριμένη συλλογή επιχειρεί να ορίσει με στίχους τα χωροχρονικά, ποιοτικά και ποσοτικά χαρακτηριστικά αυτής της σχέσης.

Για την Ξηρογιάννη, η ποίηση συναντά τη ζωή στα περιθώρια της καθημερινότητας, στις πιο κοινότοπες κι απρόσμενες στιγμές, δημιουργώντας ένα ενδιαφέρον παράδοξο.

Τα καλύτερα ποιήματα
τα έγραψα περιμένοντας στην ουρά
στην τράπεζα
μέσα στην αναμονή
«Τα καλύτερα ποιήματα»

Όπως ομολογεί η ποιήτρια, υπό αντίξοες συνθήκες, στα συντρίμμια της μέρας, στις εσχατιές της ζωής, προκύπτουν οι καλύτεροι στίχοι, αφού περιδιαβεί πρώτα η ψυχή κάποιου και βρει τις κατάλληλες λέξεις.

Για να γράψεις ποίηση
χρειάζεται να καίγεσαι μέσα σου
Να βάζεις φωτιά στα παγόβουνα
«Για να γράψεις ποίηση»

Τα ποιήματα έχουν πάντα το κόκκινο χρώμα, σαν να κλειδώνουν μέσα τους τον πόνο. Ταυτόχρονα, όμως, γίνονται έσχατο καταφύγιο κι ελπίδα, αναπληρώνοντας απουσίες και καλύπτοντας τα κενά που αφήνει η ζωή που τρέχει. Ενίοτε, αποτελούν και το παυσίλυπό της. Με την ποίηση –άλλοτε χαμηλόφωνα και άλλοτε δυνατά– κουβεντιάζονται τα τραύματα κι εξημερώνεται η φθορά, για να μη φοβίζει.

Γιατί δεν μ’ αφήνεις να σε κάνω ποίημα;
Να σε κλειδώσω καλά με τις λέξεις μην μου φύγεις
Ν’ αγγίξω μέσα σου ό,τι ανέγγιχτο υπάρχει
Να σε διαβάσω σαν χίμαιρα
Να σε εξημερώσω.
«Ο λύκος»

Αφενός, η ποίηση δεν μπορεί να εκφράσει ακέραια τη ζωή και να χωρέσει όλο το ανείπωτο της ύπαρξης. Αφετέρου, δεν ταυτίζεται χωροχρονικά με τη ζωή, αλλά την ξεπερνά. Εξάλλου, οι λέξεις ζουν και πέρα από τον θάνατο. Η ποίηση ανθίζει στο άχρονο και την αιωνιότητα, σε μια ώρα που δεν υπάρχει για τους πολλούς, σε μια 25η ώρα, σύμφωνα με την ποιήτρια.

[24] Την ώρα που συνιστά τον δικό σου λόγο για το άρρητο
[25] Την 25η Ώρα: την Ποίηση
«Η ώρα της ποίησης»

Η ώρα της ποίησης είναι η ώρα του ονείρου, που δίνει μορφή στη φαντασία. Είναι η ώρα που ο νους κοιτάζει προς τα πίσω και αναστοχάζεται. Είναι η ώρα που ξυπνούν ηδονικές και άγριες συγκινήσεις. Είναι μια στιγμή προσωπικής αναμέτρησης με τους εφιάλτες, μια ευκαιρία υπέρβασης.

Το αρχικό ερέθισμα
Το σώμα που έχασα
Έγινε τώρα η φωνή μου.
Και αφηγούμαι την ιστορία του
για να μην χάσω την ψυχή μου.
«Υπέρβαση»

Η ποίηση για την Ξηρογιάννη δεν είναι απλώς μια φλύαρη αποτύπωση του εσωτερικού της κόσμου. Είναι το φως που την οδηγεί στην ουσία των πραγμάτων και σε μια συνάντηση με τον άλλον.

Το σώμα μου
Αλλάζει σχήμα
Σκέτο ζυμάρι
Πλάθεται ανάλογα
Χύνω πολύ ιδρώτα
για να γίνω η λέξη σου
«Δική σου»

Συνεπώς, πρόκειται για μια σχέση, ένα αγώνισμα αλήθειας με αβέβαιη έκβαση. Όπως όλες οι σχέσεις, έτσι και η ποίηση δεν μπορεί να περικλειστεί σε προκαθορισμένα σχήματα και συγκεκριμένα όρια. Μοιάζει με ταξίδι στο άγνωστο, γεμάτο προκλήσεις και παγίδες.

Το να βάζεις τίτλους στα ποιήματα
είναι όπως όταν βάζεις όρια στις ανθρώπινες σχέσεις.

Το ποίημα, λοιπόν, δεν εξαντλείται ποτέ, είναι πάντα ανοιχτό κι επιδέχεται μεταμορφώσεις. Μόλις μπαίνει τελεία και δημιουργείται μια επίφαση ολοκλήρωσης, γεννιέται ξανά η ανάγκη να συναντηθούν η ποίηση με τη ζωή πάνω στο χαρτί. Άλλωστε, το ομολογεί και η ίδια η ποιήτρια στους ακροτελεύτιους στίχους της συλλογής:

Μια συνάντηση με την Ποίηση
Αναζητώ
Ξανά.
«Ποίηση τέλος»

Μέσα από αυτή τη συνάντηση η ποίηση σου επιτρέπει να σταθείς στο παρόν με τις δικές σου δυνάμεις κι όχι με τους σκληρούς όρους που επιβάλλει στανικά η τρέχουσα επικαιρότητα. Ίσως αυτός είναι και ο ύψιστος σκοπός της, σε μια εποχή που αντιμετωπίζει κάπως αμήχανα την ποίηση και τους ποιητές. Ίσως τελικά η ποίηση είναι η μόνη δύναμη του κόσμου, που γεννά το καινούριο, παίρνοντας λίγη από τη φθορά του για γούρι.

 

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

frear.gr, 12.10.2017

Η ποίηση της Ασημίνας έχει έρωτα, έχει φόβο, έχει φθορά, έχει θάνατο, έχει λόγο ύπαρξης. Είναι ένας ζωντανός λόγος, έτσι όπως η ποιήτρια αφήνεται σε αυθόρμητη, σχεδόν αυτόματη γραφή, να βγάλει από μέσα της το πλούσιο υπόστρωμα, το βαθύ και πυκνό. Δεν υπολογίζει τα τραύματα, άλλωστε η ποίηση η αληθινή τα εμπεριέχει είτε το επιδιώκει είτε όχι, είτε το ξέρει είτε όχι. Μιλά σε πρώτο πρόσωπο, σε απολύτως ιδιωτικό τόνο, ελπίζοντας πως ο λόγος της θα βρει τον δρόμο για τον αλλότριο, τον ξένο, τον αναγνώστη, που θα αναγνωρίσει μέσα από το δικό της βίωμα τον εαυτό του. Όταν εγκαταλείπει το «εγώ» της προσωπικής της αλήθειας, ανοίγεται σε μια εξομολόγηση στο έτερον, το «εσύ», και απλώνει τον εαυτό της ως να το φτάσει. Όχι ότι έχει, φυσικά, ιδιαίτερη σημασία για την ποίηση αν επιτυγχάνεται η επαφή. Και μόνον η επιθυμία ή, έστω, η απολεσθείσα αίσθηση της επαφής, αρκεί για να κινητοποιηθεί ο μέσα κόσμος και να βρει έδαφος ο λόγος να ανθίσει.

Κοιτάω κατάματα τη δική μου τη λέξη
Δεν με καταπίνει -ευτυχώς-
Κι είναι από πάντα δισύλλαβη
Εσύ.

Χαρακτηριστικό της γραφής της ο κοφτός, απότομος και προσγειωτικός ενίοτε στίχος, σαν να θέλει να απευθύνει τον λόγο της χωρίς πολλά πολλά φορτώματα, μόνο τα απαραίτητα προς κατανόηση ουσιαστική. Η ποίησή της έχει παρελθόν, κυτταρική μνήμη (για να παραλλάξω τον τίτλο της πρώτης ενότητας της συλλογής, κυτταρική μέθη), που την κρατά σε στέρεο έδαφος και δεν την αφήνει να χαθεί στο χάος απατηλών αισθήσεων, σε προσομοιώσεις της πραγματικότητας. Είναι γήινη, όσο πρέπει, είναι λυρική ελάχιστα, ίσα για να αγγίξει το ποιητικό στερέωμα. Έχει φθορά αναπόφευκτα, γιατί δεν γράφει σε στεγανά δωμάτια, γεμάτα από αποστειρωμένες επιθυμίες, από ηλικίες που έμειναν στάσιμες, από αγγίγματα αδιαβροχοποιημένα. Εδώ η ποίηση είναι αληθινή. Η ποιήτρια και ο λόγος της μεγαλώνουν μαζί σε φυσικό χρόνο, σε φυσικά μεγέθη. Ο λόγος της στάζει αίμα, έχει χρώμα κόκκινο της φωτιάς και των χυμών που την ταράζουν.

Τα ποιήματα πάντα κόκκινα
με πόνο κόκκινο

Ίσως μόνον έτσι να γράφεται ερωτικός λόγος, μόνον έτσι. Να υπαινίσσεται όλο αυτό που υπάρχει κάτω από την επιφάνεια των λέξεων. Και αυτό δεν μπορεί παρά να είναι μια ασπαίρουσα ζωή. Αν τα χρωματίζαμε τα ποιήματά της, το κυρίαρχο χρώμα θα ήταν το κόκκινο, και ένα κατακόκκινο εξώφυλλο θα έδινε την πρώτη αίσθηση της εισόδου σε ένα παλλόμενο και σπαρασσόμενο εσωτερικό τοπίο. Προτίμησε το υπαινικτικό και διάσπαρτο κόκκινο στο έργο του Κυριάκου Γουνελά για να υπογραμμιστεί καλύτερα η παρουσία του φλεγόμενου κόκκινου ανάμεσα στα άλλα χρώματα. Μια εξαιρετική «συνομιλία» ανάμεσα στον τίτλο, το εξώφυλλο και το περιεχόμενο του βιβλίου.
Νομίζω πως όλη η αίσθηση που σου αφήνει η ποίησή της συμπυκνώνεται σ’ αυτό το ελάχιστο αλλά εξαιρετικό θραύσμα ερωτικού λόγου, κατασταλάγματος ζωής και εμπειρίας βιωμένης:

Λυσσομανούσε ο άνεμος
Η θάλασσα ανταριασμένη
Η γοργόνα πάλευε με τα κύματα
Η τρίαινά της έσπασε στα βράχια,
την ώρα που η ψυχή της γκρεμιζόταν στον Άδη.
Κι ο βασιλιάς ποιήματα έγραφε πλάι στο αναμμένο τζάκι
για γοργόνες που μάγευαν ναύτες γοργοτάξιδων καραβιών
και τους μάθαιναν τραγούδια για τον Έρωτα.
(Η γοργόνα και ο βασιλιάς)

Και είναι τότε που η ποίηση μοιράζεται, όπως η αγάπη μοιράζεται, όπως ο πόνος. Το ποίημα ανοίγει διάλογο.
Σαν ρέουν οι λέξεις,
όλα ανθίζουν.
Ξεπερνιέται η άβυσσος.
Κουβεντιάζεται η πληγή.

Στα ποιήματα αυτά εντοπίζονται στοιχεία ποιητικής, είτε ξεκάθαρα μέσα σε αυτοαναφορικά ποιήματα είτε σαν κρυμμένες παρακαταθήκες πίσω από τις λέξεις. Γιατί αυτά τα ποιήματα την ίδια ώρα που μιλούν για τον έρωτα στοχεύουν και το ίδιο το σώμα της ποίησης. Πώς γράφεται, για παράδειγμα, ένα ερωτικό ποίημα; Με ποια επιλογή λέξεων; Με ποιο αίσθημα κυρίαρχο στον λόγο; Ή μήπως γράφεται χωρίς καθόλου πυξίδα, με μόνο τον ερωτικό παλμό, ακόμα και στην απουσία του προσώπου – ίσως κυρίως τότε;

Οι λέξεις σου να εκπλήσσονται
και να εκπλήσσουν
Μοιραία

Ή αλλού:
Το ποίημα μένει πάντα ανοιχτό,
αλλά ποτέ κενό

Αλήθεια, μια σειρά λέξεων, που διαρκώς μακραίνει, ανανεώνοντας τον λόγο ύπαρξής της, αυτό είναι το ποίημα; Χωρίς αρχή και τέλος; Γιατί ακόμα και η αρχή του -η αφορμή του- είναι ψηφίδες μαζεμένες τυχαία από τον κόσμο γύρω, θα μπορούσαν να είναι άλλες και όχι αυτές ή θα μπορούσαν αυτές οι ίδιες να φτιάξουν μια άλλη εικόνα, ένα άλλο νόημα. Η δική σου ώρα, αυτή που δηλώνεται από την ποιήτρια ως η ώρα της αιωνιότητας, δεν είναι απολύτως δική σου. Το ποίημα φεύγει από τα χέρια σου και παίρνει άλλη όψη μόλις συναντήσει κάποιον που θα επιδιώξει την επικοινωνία μαζί του. Ο πρώτος που εκπλήσσεται είναι ο δημιουργός του, και κάθε φορά που το διαβάζει μια άλλη διάσταση του δίνει, μια άλλη ερμηνεία. Οι λέξεις του εκπλήσσονται για τη γειτνίασή τους, και ο ποιητής νιώθει πρώτος απ’ όλους τι σημαίνει το ποίημα είναι ανοιχτό.

Είναι σημαντική και η απομυθοποίηση της ποίησης, με τη ρομαντική της μορφή, όπως κάποιοι ακόμα τη βλέπουν. Αν ο ποιητής ζει μέσα στη ζωή, αντλεί από την καθημερινότητά της, την πεζότητά της, τότε και ο λόγος του αυτό κάνει. Παίρνει την απλή εικόνα, συχνά τη μίζερη και τη θνητή, και την απογειώνει σε κάτι άλλο, σε μια άλλη μορφή που ζητά την ανάγνωση για να νοηθεί.

Τα καλύτερα ποιήματα
τα έγραψα περιμένοντας στην ουρά
στην τράπεζα
μέσα στην αναμονή
[..]έσπερνα σκέψεις
θέριζα ποιήματα
[…]να γραπώσω το χρόνο απ’ τα μαλλιά
να διασώσω τη μέρα μου

Επιλέγω από τα ποιήματά της ένα τετράστιχο με τέσσερις λέξεις/ρήματα, που σοφά παραθέτει η ποιήτρια με την εσωτερική τους σύνδεση και την καθόλου τυχαία σειρά:

Αναιρούμαι
Ανθίζω
Αναπλάθομαι
Ανήκω

Μοιάζει αυτό το τετράστιχο των τεσσάρων μόλις λέξεων να συνοψίζει την άποψή της για τη ζωή, να δίνει την πορεία, μοιραία και αναπόφευκτη, προς την ολοκλήρωση την εσωτερική. Η αναίρεση αρχικά, ως κανόνας ζωής, η διαρκής εναλλαγή ως πηγή δημιουργίας. Ό,τι δεν κινείται πεθαίνει. Η διάθεση για ανατροπή αυτών που δεν γεννούν ζωή. Έτσι έχεις την ελπίδα να ανθίσεις, με μια ανανέωση ζωοδότρα, να προχωρήσεις στην ανάπλαση, με μια νέα μορφή που κι αυτή θα εμπεριέχει τα ψήγματα μιας πιθανής αναίρεσης. Κύκλος της ζωής. Τέλος η θέση σου στον κόσμο, να ανήκεις, κυρίως να γνωρίζεις κάθε φορά γιατί ανήκεις, πού ανήκεις, και με ποιους μαζί. Τα τέσσερα αυτά ρήματα κινητοποιούν το πρόσωπο, και δίνουν έναυσμα στο ποιητικό υποκείμενο να δημιουργήσει.

Η Ασημίνα δεν μας απογοητεύει με τις δημιουργίες της, τις προσφέρει με ειλικρίνεια και αυθεντικότητα. Έτσι όπως δένει τον έρωτα με τη δημιουργία, το ποίημα με τη ζωή, την απώλεια, τη φθορά και τον θάνατο με τη συνέχιση των μορφών, μοιάζει να τα έχει πει όλα. Η ποίηση, όπως και η ζωή είναι μέθη, είναι νάρκη, είναι όνειρα, είναι γείωση, προσγείωση και συμφιλίωση με τον κανόνα της ύπαρξης. Η Ασημίνα πατάει πάνω στα απολεσθέντα και συνεχίζει, στην πιο ώριμη στιγμή της, θεωρώντας τη φθορά των σωμάτων και των πραγμάτων ένα γούρι για την πορεία της.

 

ΑΘΑΝΑΣΙΑ ΤΣΙΟΤΙΝΟΥ

Fractal Σεπτέμβριος 2017

Ποιήματα που ερωτεύεσαι….,

Δοκιμάζοντας τα ποιήματα της Ασημίνας Ξηρογιάννη, διαπίστωσα ότι τα ποιήματα έγιναν δρόμος, έγιναν φως, χόρεψαν, αλήτεψαν, ασκήτεψαν, μεταφράστηκαν σε έρωτα ή σε θάνατο, έγιναν θάλασσα, φλέρταραν το αόρατο κι εμπεριείχαν το ορατό. Τελικά, ερωτεύτηκα τα ποιήματα και αυτά ερωτεύτηκαν εμένα. Γιατί το ποίημα ερωτεύεται τον αναγνώστη!

Αυτό συμβαίνει με την ποίηση της Ασημίνας. Δεν μπορείς να μην ερωτευτείς τα ποιήματα. Όσο και ν’ αντισταθείς, η γοητεία τους σε παρασέρνει σε λεωφόρους, σε δρόμους, σε σοκάκια και σε γειτονιές. Κυτταρική μέθη, λοιπόν. Έκσταση που σε οδηγεί σε ταξίδια σ’ άλλες πολιτείες, σ’ άλλους πλανήτες και σ’ άλλα σύμπαντα, έρωτας γιατί στον αστερισμό του έρωτα ποντάρουμε τη ζωή μας.

Για να γράψεις ποίηση χρειάζεται να καίγεσαι μέσα σου και η ποιήτρια καίγεται, φλέγεται από την επιθυμία να μετουσιώσει σε λόγια τις σκέψεις και τα συναισθήματά της. Να βάζεις φωτιά στα παγόβουνα και η Ξηρογιάννη με την ποίησή της λιώνει τους πάγους, ξεπερνάει τον εαυτό της και αναδύεται στην επιφάνεια των πραγμάτων. Για να γράψεις ποίηση χρειάζεται το βλέμμα σου ν’ αρπάζεται. Να διαδίδεται σαν σπίρτο. Ραγδαία. Και το βλέμμα της είναι διεισδυτικό και πανταχού παρόν. Για να γράψεις ποίηση πρέπει οι λέξεις σου να εκπλήσσονται και να εκπλήσσουν. Μοιραία. Και οι λέξεις της Ξηρογιάννη διεγείρουν και τον πιο δύσκολο αναγνώστη, εκπλήσσοντας ευχάριστα.

Οι λέξεις φτωχές για να περιγράψουν τα συναισθήματα που ξεπηδούν μέσα από τα ποιήματα της ποιήτριας .Εγκλωβίζονται οι λέξεις. Στριμώχνονται μέσα στις σκιές. Υφαίνουν τη σιωπή. Δεν έχουμε λοιπόν παρά να εναρμονιστούμε με το ανείπωτο, γιατί το ξέρεις πια – και το ξέρουμε όλοι μας – ότι σε ένα άχρονο παρόν ανθίζουν τα ποιήματα. Η ποίηση τούτη μας βοηθάει να ξεπεράσουμε τα εμπόδια και τα προβλήματα της καθημερινότητας, αντιμετωπίζοντας τη ζωή μ’ ένα χαμόγελο. Γιατί το ξέρεις πια – και όλοι εμείς το ξέρουμε – ότι στην άκρη του χαμόγελου γκρεμίζονται οι πόνοι.

Λίγη φθορά για γούρι λοιπόν. Λίγη όχι πολλή. Φθορά, όπως τριβή, όπως διάβρωση. Όχι δημιουργία, όχι γέννηση. Αναδιάρθρωση ίσως. Φθορά, όπως φθαρμένο, παλιό. Παλιό όμως γνώριμο. Γεμάτο εμπειρίες, αναμνήσεις, μυρωδιές, γεύσεις, αρώματα και χρώματα. Και να το γούρι, μπρος στο αρχικό ερέθισμα, ονείρων γειωμένη νάρκη. Και να το γούρι που θα μας συντρέξει για να μην αφανιστούμε από το χάος. Η τέχνη που θα μας βοηθήσει να νικήσουμε το θάνατο. Η τέχνη και η ποίηση.

Μα εγώ θα πάρω μόνο δύο φέτες της φθοράς σου
Ίσα που να τις βάλω μες στο ποίημα.
Η μαγιά μου για την αναδιάρθρωση του κόσμου
Λίγη φθορά για γούρι.
Έτσι για να’ μαι περήφανη που παντρεύτηκα το χάος,
Αλλά δεν αφανίστηκα απ’ αυτό, ωστόσο.

Σαν ρέουν οι λέξεις όλα ανθίζουν. Ξεπερνιέται η άβυσσος. Κουβεντιάζεται η πληγή. Διαβάζοντας Ασημίνα Ξηρογιάννη, όχι μόνο κουβεντιάζεται αλλά και ξεχνιέται η πληγή. Ξεχνιούνται τα βάσανα και η δυστυχία. Μετριάζεται ο πόνος. Οι άγριες συγκινήσεις τιθασεύονται και οι στίχοι ευωδιάζουν όμορφα τριαντάφυλλα -κόκκινα- ερεθίζοντας και τον πιο απαιτητικό αναγνώστη. Δεν ξέρω αν είμαι απαιτητικός αναγνώστης, αλλά η ποίηση της με κάνει καλύτερο άνθρωπο. Άλλωστε αυτός είναι ο σκοπός της τέχνης, να σε ανυψώσει. Η ποίηση της Ξηρογιάννη δεν μου ξυπνάει μόνο μνήμες, αλλά και με καλεί – μας καλεί – σε εσωτερικά ταξίδια, του μυαλού και της καρδιάς.

Λίγα ταξίδια στη ζωή μου έχω κάνει
και αυτά ποιητικά, κυρίως, τα λες
Και κάθε φορά που η καρδιά το δρόμο χάνει,
είναι οι λέξεις που αναδύονται ορθές.

Η ποίηση αυτή είναι αντίδοτο στη θλίψη και τη μελαγχολία που πολλές φορές μας επισκέπτεται χωρίς τη θέλησή μας, στη θλίψη και τη μελαγχολία που κατατρύχει την ύπαρξή μας, που μας συνθλίβει, δηλητηριάζοντας το παρόν μας και καταστρέφοντας το μέλλον μας.

Η θλίψη πάλι μου χτυπάει την πόρτα.
Τα περασμένα χρόνια
με είχε στείλει στα Τάρταρα
(άπειρη ήμουν και αφέθηκα)
Αφού γλύτωσα (από καθαρή τύχη ειν’ η αλήθεια)
Έμαθα με τον καιρό
Να την διαχειρίζομαι.

…………………………………

Ναι, η θλίψη πιο επίμονα από ποτέ μου χτυπάει την πόρτα.
Μα αυτή τη φορά δεν πρέπει να της ανοίξω.

Υπέροχη γραφή από μια ποιήτρια που πλέον έχει καθιερωθεί στις συνειδήσεις μας και στο ποιητικό σύμπαν και «γίγνεσθαι». Μια ποιήτρια που μ’ αυτή της συλλογή μάς υπενθυμίζει για μια ακόμη φορά ότι ήρθε και θα παραμείνει, μια ποιήτρια που γράφει με την ψυχή και την καρδιά.

Γιατί τα ποιήματα δεν γράφονται μόνο με λέξεις.
Ή, για να το θέσω αλλιώς – πιο σωστά, ίσως –
τα ποιήματα δεν γράφονται πρώτα με λέξεις.
Προηγείται εκείνη η διαδρομή της ψυχής,
η εσωτερική,
η μοναχική,
η εύφορη,
που θα φέρει – εν τέλει- μπροστά σου τις κατάλληλες λέξεις,
(κι εσύ θα αναλάβεις να τις συνδυάσεις, έτσι ώστε…)

Κλείνοντας θα ήθελα να επισημάνω ότι θάνατος και έρωτας συμβαδίζουν στην ποίηση της Ξηρογιάννη. Ο έρωτας ως αντίδοτο στο θάνατο, ο έρωτας ως κινητήρια δύναμη της ζωής, ο έρωτας και η ποίηση που βοηθάνε τον άνθρωπο να ξεχάσει τη θνητότητά του.

Κάθε βράδυ
πέφτουν οι αντιστάσεις
τα βλέφαρα χρωματίζονται στο σκοτάδι.
Ένα μυστήριο ξαγρυπνά
Που «ποίηση» λέγεται.
Κι όλα ερμηνεύονται αλλιώς
Κι όλα παίρνουν το όνομα ενός έρωτα

ή ενός θανάτου.

 

ΑΓΓΕΛΑ ΓΑΒΡΙΛΗ

http://www.diavasame.gr, Ιούλιος 2017

«Η μαγιά μου για την αναδιάρθρωση του κόσμου»

Παρακολουθώ την ποιητική πορεία της Ασημίνας Ξηρογιάννη τα τελευταία χρόνια και την εκτιμώ για το ταλέντο, τη γυναικεία ματιά της και την ευαισθησία της, αλλά οφείλω να ομολογήσω ότι η νέα της ποιητική συλλογή, με τον εξαιρετικό αυτό τίτλο, με κέρδισε απολύτως και ολοκληρωτικά από το πρώτο ποίημα έως το τελευταίο. Τρυφερότητα συναισθήματος, ομορφιά και πίκρα του έρωτα, «μυρωδιά» γυναίκας πραγματικής, υπαρκτής, όχι ιδεώδους, και κυρίως «μυρωδιά» ανθρώπινη, χωμάτινη, αληθινή. Κι αυτή η ποίηση, η ποίηση της πραγματικής ζωής, όπου ο αναγνώστης αναγνωρίζει τον εαυτό του στο πρόσωπο του ποιητή ή της ποιήτριας, είναι η ποίηση που αγαπώ πάντα και ξεχωρίζω. Γιατί καλά τα «μαλάματα» με τα οποία τη φορτώσαμε, καλοί οι διανοητικοί και οι λεκτικοί ακροβατισμοί και η άγρα εντυπώσεων, αλλά η ποίηση πρέπει να είναι σαν το ψωμί, για όλους.

Χωρισμένη σε τρεις ενότητες (Κυτταρική μέθη, Μπρος στο αρχικό ερέθισμα, Ονείρων γειωμένη νάρκη) η ποιητική συλλογή της Ασημίνας Ξηρογιάννη έχει προφανώς μια εσωτερική αρχιτεκτονική, καλά δομημένη: ο Έρωτας, η Ποίηση, η Γυναίκα, έτσι τουλάχιστον τις «διαβάζω» εγώ, τρεις ενότητες με ποιητική συγγενική, βασισμένη στην εικόνα και το συναίσθημα, αλλά και σουρεαλιστική στους συνειρμούς της που ξαφνιάζουν και εντυπώνονται στον αναγνώστη. Δεν λείπουν οι αναφορές σε ποιητές-τοτέμ όπως ο Κωνσταντίνος Καβάφης και η Μάτση Χατζηλαζάρου, αλλά και η απεύθυνση, ειδικά στην πρώτη ενότητα, σε έναν Ποιητή, χωρίς όνομα αλλά με μορφή ολοζώντανη, που αναδύεται μέσα από τους στίχους.

Αν έπρεπε να ξεχωρίσω κάποια ποιήματα θα επέλεγα την «Απλή αριθμητική», τον «Φόβο», την «Υπέρβαση», τη «Μοιραία συνάντηση», την «Ώρα της ποίησης», για να αναφέρω ενδεικτικά μερικά από μια συλλογή που αγάπησα στο σύνολό της. Και με ένα από αυτά που θα κρατήσω τους στίχους τους, θα κλείσω αυτή την παρουσίαση:
Χτυπήσαμε στην πλάτη όλα τα ξόρκια
Τραγουδήσαμε τον κορεσμό
ποίημα κάναμε την πλήξη
Επειδή ήμασταν εμείς
Επειδή με τα χέρια μας κεντήσαμε την αγάπη.
(«Επειδή ήμασταν εμείς»)

 

23 μέρες

 

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Τα λογοτεχνικά γένη και είδη, αν ένα έργο δηλαδή είναι πεζό ή ποιητικό, αν είναι διήγημα ή μυθιστόρημα, είναι κατηγορίες ταξινόμησης που μας επιτρέπουν να διακρίνουμε και να ομαδοποιούμε τα λογοτεχνικά έργα ανάλογα με τα κοινά τους χαρακτηριστικά και τις κοινές τους ιδιότητες. Ο αναγνώστης, σαν να λέμε, αλλά και ο ίδιος ο συγγραφέας πριν απ’ αυτόν, αντιμετωπίζει διαφορετικά ένα πεζό κείμενο από ένα ποιητικό – άλλες προσδοκίες και άλλες υποχρεώσεις αισθάνεται· διαφορετικά ένα δοκίμιο από ένα μυθιστόρημα· διαφορετικά έναν θεατρικό μονόλογο από ένα σύντομο λυρικό ποίημα. Πρόκειται φυσικά για συμβατικές ταξινομήσεις που μοναδικό σκοπό έχουν να διευκολύνουν τη μελέτη της λογοτεχνίας, και όχι βέβαια να περιορίσουν τη δημιουργική ελευθερία ή την αναγνωστική απόλαυση. Επειδή όμως πάνε τόσο πίσω στον χρόνο, θεωρούνται απ’ όλους μας αυτονόητες και υποχρεωτικές. Πόσο εύκολο μάς είναι, ας πούμε, σήμερα να σκεφτούμε την ποίηση εκτός του πλαισίου της αρχαιοελληνικής διάκρισης σε επική, δραματική και λυρική; Μπορούμε να φανταστούμε κάποιο άλλο είδος ποίησης; Όταν μάλιστα αυτή ακριβώς η ταξινόμηση έχει, στη σύγχρονη εποχή, την ισχυρή νομιμοποίηση ενός Γκαίτε και εκατοντάδων συγγραφέων μετά απ’ αυτόν.

Η αλήθεια είναι βέβαια πως πολλά από τα λογοτεχνικά έργα που έχει γνωρίσει η ανθρωπότητα (τα σημαντικότερα συνήθως) αποκλίνουν από αυτά τα πρότυπα, υπερβαίνουν αυτές τις κατηγορίες, τροποποιούν τα γνωστά μας είδη και, έτσι, επιτρέπουν στον αναγνώστη να τα διαβάσει, με τη σειρά του κι αυτός, αδέσμευτος από τέτοιους ειδολογικούς περιορισμούς και πλουτίζοντας με αυτό τον τρόπο την αναγνωστική εμπειρία. Έτσι μπορούμε, ας πούμε, να διαβάσουμε την Ιλιάδα σαν να είναι μυθιστόρημα και τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη όπως διαβάζουμε την ποίηση· τα δοκίμια του Μπόρχες σαν διηγήματα, όπως και τα ποιήματα του Μπουκόφσκι. Έτσι, επίσης, ο Ρέιμοντ Κάρβερ έβαλε σε στίχους αποσπάσματα από τα διηγήματα του Τσέχοφ και τα περιέλαβε στην τελευταία του ποιητική συλλογή.

Η Ασημίνα Ξηρογιάννη, που έχει δοκιμαστεί στο παρελθόν και στην ποίηση (με τρεις ώς τώρα ποιητικές συλλογές στο ενεργητικό της) και στον πεζό λόγο (με μία δημοσιευμένη νουβέλα), έρχεται τώρα με τις «23 μέρες» να αναμείξει τα είδη γράφοντας μια ποιητική νουβέλα αυτή τη φορά, όπως σε κάποιο σημείο του βιβλίου της αναφέρει. Αν και αλλού φαίνεται και η ίδια να μην είναι βέβαιη για τον ειδολογικό χαρακτηρισμό που ταιριάζει στο βιβλίο της: «…μπορεί να γεννηθεί», διαβάζουμε, «ένα ποίημα / ή πολλά ποιήματα / ή ένα πεζό… / ή…». Πρόκειται δηλαδή για ένα βιβλίο που περιλαμβάνει και ποιητικά μέρη και πεζά, και αφήγηση και λυρισμό, καθώς και μερικά ενδιάμεσα. Γιατί ακόμα κι αν ξεφυλλίζοντας τις «23 μέρες» μπορούμε, σε γενικές γραμμές, να διακρίνουμε τα ποιητικά μέρη της αφήγησης από τα πεζά, πού θα κατατάξουμε άραγε τη φράση «Της λείπει ο λαιμός του»; Το ερώτημα δεν είναι, νομίζω, εκ του περισσού, καθώς αλλιώς προσλαμβάνεται από τον αναγνώστη μια τέτοια φράση αν τη θεωρήσει στίχο και αλλιώς αν την εκλάβει ως μέρος πεζού κειμένου – διαφορετικοί είναι οι συνειρμοί και διαφορετικές οι προεκτάσεις που κάθε λογοτεχνικό είδος μάς επιτρέπει να δοκιμάσουμε και μας καλεί να τολμήσουμε.

Τέτοιου είδους ερωτήματα, που κανονικά εμπίπτουν στη θεωρία της λογοτεχνίας, εγείρει στο σύνολό του το βιβλίο της Ξηρογιάννη, μια σύνθεση πεζών και ποιητικών μερών που με αφορμή μια ερωτική ιστορία, ένα ερωτικό τρίγωνο, διερευνά, μεταξύ άλλων, το μυστήριο της δημιουργίας, πώς δηλαδή γεννιούνται τα ποιήματα, ποιες είναι –κι αν υπάρχουν– οι ιδανικές συνθήκες για να συμβεί αυτό, πώς λειτουργεί η διακειμενικότητα στη ζωή του δημιουργού και στην τέχνη του και πόσες ζωές ζει τελικά ο ποιητής.

Επιτρέψτε μου να σας θυμίσω ένα σύντομο παλαιότερο ποίημα της Ξηρογιάννη, από τις «Πληγές», ποιητική συλλογή του 2011, γιατί, κατά κάποιον τρόπο, μας εισάγει στο θέμα και του τωρινού βιβλίου. Ο τίτλος του είναι «Επιστροφή»:

Ξαναγυρίζω στα παλιά λημέρια μου,
στο χώρο της ποίησης.
Οικεία και αγαπημένη περιοχή.
Εσύ με έφερες εδώ χωρίς να ξέρεις.
Είπα μήπως και αναπληρώσω γράφοντας
το κενό της απουσίας σου.

Παρόμοια μοιάζει να είναι η διάθεση και της πρωταγωνίστριας των «23 ημερών». Η Σοφί, όπως είναι το όνομά της, είναι μια νεαρή γυναίκα, ποιήτρια κι η ίδια, η οποία κλεισμένη σε ένα δωμάτιο για είκοσι τρεις μέρες περιμένει να γυρίσει κοντά της ο εραστής της, χωρίς, εννοείται, να είναι βέβαιη για την απόφαση που εκείνος θα πάρει, καθώς υπάρχει και άλλη μία γυναίκα στη ζωή του. Αμέσως μετά την αναχώρησή του η Σοφί ανοίγει το σημειωματάριό της και αρχίζει να γράφει με λύσσα, μια ποιητική νουβέλα in progress, καθώς σημειώνει, την ιστορία της καθώς τη βιώνει δηλαδή, όσο ακόμα είναι θερμή. Γιατί «είναι εσωτερική επιτακτική ανάγκη», σημειώνει η ποιήτρια, «να είναι κανείς θερμός –αν όχι καυτός– απέναντι στο αντικείμενο της γραφής του. Σε βαθμό που να ερωτοτροπεί άγρια μαζί του, σε κάθε εκδοχή, σε κάθε σχεδίασμα. Χρειάζεται να καίγεται κανείς μέσα του». Έτσι γράφει η Σοφί, άλλοτε ποιήματα, άλλοτε πεζά, κάποτε πρόχειρες μόνο σημειώσεις.

Όλα είναι στο μυαλό μου
εδώ
μέσα σ’ αυτόν τον μικρό χώρο
με ακούω
με αφουγκράζομαι
στη σιωπή.
Με ανιχνεύω.
Με καλλιεργώ.
Με αποσυναρμολογώ
για να με συναρμολογήσω πάλι,
αλλά με άλλον τρόπο
έτσι ώστε
όταν θα βρεθώ
μπροστά στη λευκή κόλα
να ‘μαι απολύτως έτοιμη να γράψω
να ‘χω τη σωστή θερμοκρασία
να ‘χω τις σωστές προϋποθέσεις
να αποτυπωθώ.

Σύντροφοι της ποιήτριας, αυτές τις είκοσι τρεις μέρες της μοναχικής και δημιουργικής αναμονής της, είναι ένα μπουκαλάκι χάπια σθεντόν, που δια παν ενδεχόμενο έσπευσε να τα τοποθετήσει πάνω στο κομοδίνο της, ο πίνακας του Έντβαρντ Μουνκ «Το φιλί», που δεσπόζει πάνω από το κρεβάτι της, και οι «διακειμενικοί άλλοι», όπως τους ονομάζει, συγγραφείς και ήρωες βιβλίων με τους οποίους η ερωτευμένη ποιήτρια διαρκώς συναντιέται και συνομιλεί: κυρίως η Σύλβια Πλαθ (και ο Τεντ Χιουζ), η Αναΐς Νιν (και ο Χένρι Μίλερ). Αυτοί οι συνομιλητές τη βοηθάνε να σκεφτεί τη ζωή της και την τέχνη της, καθώς ζει ταυτόχρονα και τη δική της και τη δική τους ζωή, και συχνά από τα λόγια τους γεννιούνται νέοι στίχοι: «Συχνά με ερεθίζουν οι άλλες λέξεις. Κείμενα άλλων που διαβάζω και μου μιλάνε δημιουργούν μια διάθεση μέσα μου που μπορεί να αποτελέσει τον οδηγό για τη δική μου γραφή… γίνεται μια μυστική γοητευτική ζύμωση», όπως διαβάζουμε στην εισαγωγική εγγραφή του βιβλίου της Ασημίνας Ξηρογιάννη.

Και η Σοφί γράφει. Αφετηρία του ποιήματός της ο έρωτας και η απουσία του, ο φόβος του τέλους και η μοναξιά: «Μέσα στο σώμα της είχαν φωλιάσει όλοι οι λυγμοί του κόσμου». Οδηγός της «αυτή η ατέρμονη εσωτερική ένταση / που προκαλεί το αίσθημα του ανικανοποίητου και η επίγνωσή του». Το τελικό αποτέλεσμα ωστόσο, όπως πάντα συμβαίνει στην ποίηση και στη ζωή, δεν είναι βέβαιο: «Η βεβαιότητα και η ποίηση είναι δύο πράγματα ασυμβίβαστα». Αυτή είναι εξάλλου η καταδίκη κάθε δημιουργού· δημιουργεί εκ του μηδενός ένα έργο, φέρνει, στην πραγματικότητα, στον κόσμο μια νέα ζωή, βιώνοντας όλες τις ωδίνες της γέννησης, χωρίς όμως να γνωρίζει αν το δημιούργημά του θα ζήσει (αν θα αξίζει ευθύς εξαρχής να ζήσει) και αν θα συναντήσει τους αναγνώστες. Χωρίς να γνωρίζει καν αν αυτή η δύσκολη γέννηση θα λυτρώσει τον ίδιο από τη θλίψη και τους εφιάλτες του.

Η Ασημίνα Ξηρογιάννη έγραψε ένα βιβλίο που μας μπάζει στην κουζίνα, καθώς λέμε, του ποιητή, στην κουζίνα της ερωτευμένης ποιήτριας, ίσως έπρεπε να πω, εκεί που αναμειγνύει τα υλικά της και δημιουργεί το έργο της. Κι ο αναγνώστης βλέπει μπροστά του, ταυτόχρονα, να βιώνεται η ερωτική ματαίωση και να χτίζεται, σελίδα τη σελίδα, το ποίημα. Κάποτε αντικρίζει γυμνά τα υλικά του ποιήματος, όπως στο «Ποίημα κολάζ», με το οποίο θα κλείσω:

Αν η ποίηση είχε χρώμα…
Οι φιγούρες του Σαγκάλ (που πετάνε)
«Ο καθρέφτης» του Φοίβου Δεληβοριά
Βότανο λουίζα (για το αδυνάτισμα)
23 μέρες μόνο (;)
Ιδανικοί αυτόχειρες
Λευτέρης Βογιατζής: Θέατρο σαν ποίηση
Το κολάζ μου «Η ιστορία της γυναίκας μέσα στους αιώνες»
Οι ώρες (κινηματογραφική ταινία)
Σύλβια Πλαθ και Μάτση for ever
Αμοργός, του Γκάτσου
Διακοπές στην πραγματικότητα του Χάρη Βλαβιανού
Παραμύθια για παιδιά και μεγάλους
Το ποδήλατό μου
Χοσέ (όνομα που μου αρέσει)
Μέριλυν (η γνωστή)
Όλα τα «αν» και τα «γιατί»
Τα ηδονικά του Καβάφη
«Περιέχουμε τα πρόσωπα που αγαπήσαμε» (Μάνος Χατζιδάκις)
Το φιλί του Μουνκ.

 

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

FRACTAL 19/10/2016

Πώς η ζωή γίνεται ποίημα

Πώς γράφονται αλήθεια τα ποιήματα; Πώς βρίσκει ο στίχος το νήμα, πώς αιχμαλωτίζει τη στιγμή; Ποια η αρχή της δημιουργίας; Θα μπορούσε να γραφεί λόγος δοκιμιακός στο θέμα αυτό, σε μια προσπάθεια αναζήτησης της αφετηρίας του αισθήματος, γνωρίζοντας πως ταυτόχρονα ανιχνεύεται και το ‘γιατί’ της γραφής.

Η Ασημίνα Ξηρογιάννη έθεσε αυτό το ‘πώς’ και το ‘γιατί’ στο κέντρο της τελευταίας της ποιητικής συλλογής. Πρωτότυπο; Ίσως όχι, μια που κάθε που κατατίθεται μια ποιητική πρόταση αυτονόητα εμπεριέχει και την αφορμή της. Μόνο που αυτή δεν είναι συνήθως ορατή αλλά υποκρυπτόμενη -συχνά σκοπίμως- έτσι ώστε το ποίημα να απευθύνεται στον κάθε αναγνώστη προσωπικά και να απαιτεί από αυτόν τη δική του ερμηνεία. Εδώ, λοιπόν, η ποιήτρια θέλησε να καταστήσει φανερή την αφορμή της έμπνευσής της. Τουλάχιστον αυτό δηλώνει στο 12ο ποίημα:

Η υπόθεση του βιβλίου που γράφει τώρα:
Κάτι σαν ποιητική νουβέλα in progress.
Μια νεαρή γυναίκα

κλεισμένη σε ένα δωμάτιο για 23 μέρες

περιμένει να γυρίσει πάλι κοντά της

ο εραστής της

(ή, καλύτερα, να επιλέξει να γυρίσει πάλι κοντά της).

Διαβάζοντας αυτά τα 23 ποιήματα (που αντιστοιχούν εν είδει ημερολογίου στις 23 μέρες του τίτλου της συλλογής) παρακολουθούμε από τη θέση του θεατή (όπου μας έχει τοποθετήσει η ποιήτρια) τη σκέψη αυτής της γυναίκας που εγκαταλελειμμένη από τον εραστή της θα αναμείνει την επιστροφή του (ως απόφαση επιλεγμένη από αυτόν), διχασμένη ανάμεσα στην ανάμνησή του και στην απόγνωση για μια σχέση που έτσι κι αλλιώς έβρισκε την ανάσα της στη σιωπή.

Η σχέση τους ένα ερωτηματικό

Έτσι εισχωρούμε στον κόσμο της εγκατάλειψης, της απώλειας, όπως αυτή βιώνεται από τη Σοφί, την ‘ηρωίδα’ αυτής της υβριδικής γραφής.

Ήδη έχει γίνει αντιληπτή η ιδιαιτερότητα αυτής της ποιητικής συλλογής. Ας δούμε πρώτα τη μορφή. Στα περισσότερα ποιήματα προτάσσεται σε πεζή γραφή κάτι που με πρώτη ανάγνωση μοιάζει σαν σκηνοθετική οδηγία. Ωστόσο νομίζω πως είναι κάτι πιο σύνθετο από αυτό το απλό τέχνασμα, που μεταλλάσσει τον αναγνώστη σε θεατή δίνοντάς του ταυτόχρονα την εικόνα και τη σκηνική παρουσία, απαραίτητη στο θέατρο, όχι όμως αναγκαία στην ποίηση. Εκεί την εικόνα τη δημιουργεί, όπου είναι υποκειμενικά δυνατό, ο αναγνώστης. Αυτό που επιχειρείται εδώ είναι η εκφορά του διττού λόγου. Από τη μια ακούμε τη γυναίκα, που ως παρουσία αντιδρά στο γεγονός της μοναξιάς της. Και από την άλλη διαβάζουμε την ποιήτρια, που μετατρέπει την οδύνη σε ποιητικό λόγο. Έτσι η γυναίκα παρατηρεί και σχολιάζει τον εαυτό της και η ποιήτρια απαντά σε πρώτο πρόσωπο με τους στίχους της δίνοντας την άλλη διάσταση αυτής της οδύνης, τη διαχρονική, αυτή που αφορά όλους τους αποδέκτες της ποίησης. Ο πεζός λόγος απογειώνεται σε ποίηση, αλλά και η ποίηση ακουμπά τις λέξεις της στη γήινη πεζότητα για να επιζήσει.

Η Σοφί σε όλη της τη ζωή πάλευε με τους ορισμούς, άλλοτε να ορίσει τα πράγματα, βάζοντάς τα και σε «κουτάκια» ακόμα. Άλλοτε πάλι εργαζόταν προς την κατεύθυνση να καταλύσει καθετί οριστικό, να διαλύσει οποιαδήποτε βεβαιότητα. «Οι βεβαιότητες χαλάνε τη μαγεία της ζωής». Η βεβαιότητα και η ποίηση είναι δύο πράγματα ασυμβίβαστα.

Ορισμοί(;)

Αν έκανα μια απόπειρα να σε ορίσω,
θα έλεγα ότι είσαι ο χώρος σου.
Για μένα θα έλεγα ότι είμαι ο δικός μου χώρος.
Όσο για μας τους δύο
θα έλεγα
ότι είμαστε δύο χώροι που ενώθηκαν
και αυτή ακριβώς η πράξη (της ένωσης)
γέννησε τον (κοινό) χρόνο τους.

Αν, όπως φαίνεται στο παραπάνω απόσπασμα, ο πεζός λόγος πληροφορεί περισσότερο θα λέγαμε για τη συγκεκριμένη συνθήκη της γυναίκας, έρχεται κατόπιν ο ποιητικός λόγος για να επεκταθεί στη διαχρονική κατάσταση που αφορά τις σχέσεις γενικότερα. Η μοναδικότητα του κάθε προσώπου που εισέρχεται σε μια σχέση, η αδιέξοδη προσπάθεια να συνυπάρξουν οι δύο διαφορετικές οντότητες, να συμπλεύσουν οι δύο ετερότητες. Η τραγικότητα τελικά της χρονικής μόνο ταύτισης. Διπλά οδυνηρή όταν έρθει η στιγμή της αποσύνδεσης.

Αυτό μου αποκαλούμε «σχέση»
δεν είναι παρά ένα σχεδίασμα εν τέλει–
όπως οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι του Σολωμού, ας πούμε–
«Κι όμως, εκεί βρίσκεται όλη η ουσία της,
είναι κάτι σαν work in progress», μου λες εσύ.
«Κι όμως, εκεί συνίσταται η γοητεία της,
στο ότι ατέρμονα συνδιαλέγεται με το χάος», σου λέω εγώ.
(Ίσως είναι η πρώτη φορά που οι απόψεις μας συγκλίνουν κάπως)
(Ίσως πρέπει να χωρίσουμε οριστικά).

Ως προς το θέμα, θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή η αναφορά της ποιήτριας που είδαμε παραπάνω. Αν δεχθούμε όμως ότι εδώ επιχειρείται κάτι πιο σημαντικό από μια ακόμη ποιητική εικόνα ερωτικού περιεχομένου, είναι ανοιχτός ο δρόμος για να ανιχνεύσουμε κάτω από το προσχηματικό σκηνικό ένα λόγο που ερευνά -με δοκιμιακά στοιχεία πια- τα όρια ανάμεσα στη ζωή και στην τέχνη. Ή καλύτερα το κοινό σημείο στο οποίο οι δύο πραγματικότητες (γιατί και η τέχνη είναι μια υπαρκτή διάσταση) αγγίζονται, έτσι ώστε η μία να τροφοδοτεί και να ανανεώνει τον λόγο ύπαρξης της άλλης.

«Kαι μην τολμήσεις να με κάνεις ποίημα! Μην τολμήσεις! Μ’ ακούς;» του φώναξε από το παράθυρο καθώς εκείνος έμπαινε στο παλιό του αυτοκίνητο. Και αμέσως μετά μουρμούρισε: «Mόνο η ζωή σου θέλω να ’μαι». Μ’ αυτά τα λόγια στο στόμα της η Σοφί έτρεξε και πήρε το σημειωματάριό της απ’ το καφέ κομοδίνο και άρχισε να γράφει με λύσσα. Μέσα στο σώμα της είχαν φωλιάσει όλοι οι λυγμοί του κόσμου.

«Με νάρκωσαν και με βίασαν».
Δεν απέχω και πολύ από αυτή την κατάσταση.
Σθεντόν και ψυχολογική βία.
Τα σθεντόν είναι παλιά ιστορία
Που το σώμα θυμάται.
Μια παλιά υστερία, καλύτερα.
Τα τοποθέτησα σήμερα κιόλας (όπως τότε) πάνω στο κομοδίνο μου
για ασφάλεια.
Έχω άλλες 22 μέρες μπροστά μου (και την μισή σημερινή).
Σθεντόν και βία.
Η βία.
Aυτή η ατέρμονη εσωτερική ένταση
που προκαλεί το αίσθημα του ανικανοποίητου και η επίγνωσή του,
αυτή η βία σαν σαράκι
μού κατατρώγει την ψυχή.
Μια δύναμη απολύτως καταλυτική για την ισορροπία μου.
Αναρωτιέμαι αν βιβλία σου θα πάρουν ποτέ θέση στο κομοδίνο μου,
(και άρα εσύ στη ζωή μου)

Πώς η ζωή γίνεται ποίημα; Και πάλι, αυτό το ποίημα πώς συνδιαλέγεται με τη ζωή, φορώντας πια το ένδυμα μιας άλλης οντότητας; Αλλά και όλο αυτό ποιος το αντέχει; Ερώτημα που διατρέχει όλα τα ποιήματα, καθώς η γυναίκα διαπραγματεύεται με τον εαυτό της την πιθανή της έξοδο (τα σθεντόν είναι παλιά ιστορία) θεαματική και απολύτως μοναχική.

Η δόκιμη σκέψη λατρεύει την ανάλυση, σε αντίθεση με τις σιωπές που αγαπά η ποίηση. Ο δόκιμος ο λόγος έχει δικές του σταθερές που αναιρούνται με την ποιητική μεταφορικότητα. Δεκτά όλα αυτά, ωστόσο συναντάμε καμιά φορά παράδοξες αναμείξεις. Όπως εδώ, στις «23 μέρες» του ποιητικού λόγου της Ασημίνας Ξηρογιάννη, που με αφορμή μια ερωτική ιστορία που περιγράφεται μέσα από τη χρήση του πεζού λόγου γεννιέται ποιητικός λόγος, που με τη σειρά του μιλά δοκιμιακά όχι τόσο σε ύφος όσο σε θεματική και σε ανάλυση. Θεωρώ πως έχουμε μια πολύ ενδιαφέρουσα πρόταση, που δεν ξέρω αν μπορούμε να την ονομάσουμε μόνο ποιητική έτσι πολυδιάστατα που μας παρουσιάζεται. Ακόμα και μόνο σαν μια πειραματική γραφή να τη δούμε, έχει την αξία της. Νομίζω, ωστόσο, πως έχει προχωρήσει πολύ πιο πέρα, με ωριμότητα και συνείδηση του εγχειρήματος. Πρόκειται για μια ποιητική πρόταση με προεκτάσεις πολύ ενδιαφέρουσες. «Ποιητική νουβέλα In progress» ονομάζει η ίδια η ποιήτρια τα ποιήματά της. Με καλύπτει η δυναμική της φράσης in progress, αφού η ποίηση συνδιαλεγόμενη με τη θνητή της αφορμή (που μπορεί εν προκειμένω να είναι μια ιστορία ερωτικής μοναξιάς και απόγνωσης) είναι ανοιχτή σε σχεδιάσματα του λόγου που εκπλήσσουν με τη δυνατότητα να συνυπάρχουν μαζί της. Σε τελευταία ανάλυση όλα ξεκινούν από μια λευκή σελίδα, μια σιωπή. Το πώς θα ερμηνεύσεις αυτή τη σιωπή, πώς θα γεμίσεις τη σελίδα ώστε να ηχήσει ο λόγος, είναι και η ουσία της δημιουργίας.

 

ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΙAΧΡΗΣ

FRACTAL 13/07/2016

Επίσκεψη στην Ενδοχώρα ενός έργου σε εξέλιξη

«Συχνά με ερεθίζουν οι άλλες λέξεις. Κείμενα άλλων που διαβάζω και μου μιλάνε δημιουργούν μια διάθεση μέσα μου που μπορεί να αποτελέσει τον οδηγό για τη δική μου γραφή…γίνεται μια μυστική γοητευτική ζύμωση»

Ζύμωση. Λέξη κομβικής σημασίας για την κατανόηση του πνεύματος και της τεχνικής σύνθεσης αυτού του βιβλίου. Χαμαιλεοντική συγγραφική παρουσία η Ασημίνα Ξηρογιάννη «ζυμώνει» εδώ το κείμενό της μ’ έναν τρόπο που παραπέμπει σε μία προσφιλή καλλιτεχνική της δραστηριότητα, στο κολλάζ. Τοποθετεί δηλαδή ετερόκλητα στοιχεία, τα οποία ζυμώνονται με μία διαδικασία αργή και υπόγεια, για να παραγάγουν στο τέλος το επιθυμητό αποτέλεσμα. Έτσι, αριθμοί, σημεία στίξης, τίτλοι έργων, φράσεις, ονόματα προσώπων, διάλογοι, αποσπάσματα από έργα άλλων ποιητών, με λίγα λόγια διακειμενικά και περικειμενικά στοιχεία διεκδικούν με σθένος την παρουσία τους μέσα στο ποιητικό γίγνεσθαι.

Ταυτόχρονα ανοίγεται ένα πεδίο διαλόγου μεταξύ των διαφορετικών αλλά παραλλήλως συγγενικών μορφών της τέχνης. Ποίηση, ζωγραφική, κινηματογράφος, θέατρο, πεζογραφία, συναντώνται εδώ, όχι μόνο για προβληθεί ποικιλότροπα η ιδέα, αλλά κυρίως για να καταδειχθεί η καταλυτική επίδραση του ενός πεδίου έκφρασης πάνω στο άλλο. Αυτό το σκοπό εξυπηρετούν για παράδειγμα οι εικαστικές αναφορές [«Πάνω από το κρεβάτι που τους φιλοξενούσε υπάρχει ο πίνακας του Μουνκ: το φιλί» ] ή η θεατρική επίγευση που αφήνει σε αρκετά σημεία η ανάγνωση.

Γεγονός είναι πάντως ότι ο περικειμενικός χώρος δεν αποτελεί απλώς ένα σημείο αναφοράς, μια αφορμή για την εκκίνηση της έμπνευσης. Έχει μεν τη δική του αυτόνομη ζωή-παρουσία, συγχρόνως όμως νοηματοδοτεί, σχολιάζει, συμπληρώνει, ανατέμνει, «ανα-γιγνώσκει» ή και υπονομεύει το καθαυτό κείμενο. Μοιάζει περισσότερο με ένα πεδίο βολικό, γνώριμο, χαρτογραφημένο, που βοηθά την ποιητική φωνή να εκμαιεύσει το αχαρτογράφητο. Ή αλλιώς το περικειμενικό πλαίσιο λειτουργεί ως ένα κάτοπτρο μέσα στο οποίο η ποιητική φωνή αντικειμενοποιεί τις εσωτερικές της συλλήψεις, για να μπορέσει έπειτα ξανά, και με το άλλοθι της συνομιλίας με άλλες συμπάσχουσες, ποιητικές φωνές, να δώσει στο αντικείμενό της την κατάλληλη καλλιτεχνική-αισθητική μορφή.

Κι όλο αυτό το παιχνίδι της ανακάλυψης του αδοκίμαστου μέσα από το δοκιμασμένο μεταφέρεται στο χαρτί μέσα από την αξιοποίηση των συμβάσεων του θεατρικού λόγου. Τέτοια συμβατικά στοιχεία είναι για παράδειγμα οι σκηνικές οδηγίες πριν από την εκφορά του λόγου του πρωταγωνιστικού προσώπου, η ύπαρξη του προσώπου αυτού, καθώς και ενός βωβού συμπρωταγωνιστή, η εσωτερική- κατά κύριο λόγο – δράση, η οριοθέτηση της δράσης αυτής μέσα σε συγκεκριμένα χωρικά και χρονικά πλαίσια, ο σκηνοθέτης-αφηγητής, ο οποίος παρακολουθεί, θα έλεγε κανείς, συγχρονικά τα πρόσωπά του, για να τα καθοδηγήσει στην αμέσως επόμενη κίνησή τους και να τα περιβάλει έτσι με τη γοητεία της ρευστότητας. Με τη λογική αυτή, ακόμη και το ίδιο το κείμενο μπορεί να λειτουργεί ως ένας υποθετικός κόσμος, ως ένα σχεδίασμα, έτοιμο να ικανοποιήσει μια δυνατότητα ή να ανατραπεί. Γιατί αυτό που πρωτίστως ενδιαφέρει εδώ την Ασημίνα Ξηρογιάννη ως συγγραφέα δεν είναι βεβαίως η σύλληψη της τελειότητας (η οποία ούτως ή άλλως δεν υπάρχει), αλλά η αποτύπωση των αναστολών, των πιθανοτήτων, της πρώιμης παραγωγής ιδεών και μορφικών σχημάτων, των ζυμώσεων- να πάλι η λέξη κλειδί- του νου και της ευαισθησίας, των στίχων που θα μπορούσαν έναντι άλλων να λάβουν θέση μέσα στο ποίημα [«Δεν ξέρει ακόμα αν θα είναι αυτή η τελική μορφή του ποιήματος» / «άσκηση επί χάρτου»]

Στο τέλος παρόλο που επιτυγχάνεται ένα είδος ολοκλήρωσης της ποιητικής νουβέλας, το όλο εγχείρημα δίνει σκόπιμα την εντύπωση του ατελούς, του επιδεκτικού σε ανατροπές. Μερικές φορές πάλι τα υποτιθέμενα ποιήματα φαίνονται ως τεχνικές οδηγίες εις εαυτόν για τον τρόπο με τον οποίο θα στηθεί το «αληθινό ποίημα». Το περίεργο, ωστόσο, είναι ότι το «δυνάμει» ποίημα καταφέρνει να υπερβαίνει το πεδίο της δυνατότητας και να αποκτά, ας μου επιτραπεί ο όρος, «αισθητική αυτάρκεια». Σ’ αυτό το τελευταίο συμβάλλει ίσως καθοριστικά το γεγονός ότι η πράξη της συγγραφής περιλαμβάνει ως αναπόσπαστο συστατικό της τη σκηνοθεσία. Έτσι, με τη σκηνοθετική παρέμβαση της συγγραφέως, οι λέξεις και οι στίχοι αποκτούν μια οπτική δυναμική, ικανή από μόνη της να τοποθετήσει τον αναγνώστη στη μεριά της ποίησης.

Επιπλέον, το έργο αποτελεί στην ουσία ένα λογοτεχνικό υβρίδιο, ένα ζευγάρωμα ποίησης και διηγηματογραφίας, κινούμενο με ισορροπία ανάμεσα στην αφαίρεση του ποιητικού λόγου και στη συμβατικότητα της αφήγησης, και η συγγραφέας μεριμνά τόσο για το ένα όσο και για το άλλο. Από τη μία, δηλαδή, φροντίζει για την ελλειπτικότητα του λόγου, κάτι που δικαιολογείται και από την ιδιότητα της ηρωίδας της (είναι ποιήτρια), από την άλλη μας υπενθυμίζει τόσο τη θεατρική όσο και την αφηγηματική λειτουργία του κειμένου της. Πάνω σε αυτό το πλαίσιο, ακολουθεί την τεχνική του σταδιακού φωτισμού των δεδομένων, βοηθώντας τον αναγνώστη να λύσει τις απορίες του με έναν τρόπο καθαρά «δραματικό» και όχι «στατικό». Το ξετύλιγμα της δράσης είναι με άλλα λόγια αυτό που συμπληρώνει τα χαμένα κομμάτια στην αρχή της σύνθεσης.

Κυρίαρχο, τέλος, συναισθηματικό στοιχείο σε όλο το έργο είναι η κατάθλιψη. Η ηρωίδα είναι καταθλιπτική, «αγαπά τις καταθλίψεις της» – την ίδια στιγμή κρατά αποστάσεις ασφαλείας με τα «σθεντόν» – συνομιλεί νοερά με καταθλιπτικές ομοτέχνους της (Σύλβια Πλαθ), ελέγχει το ενδεχόμενο της αυτοκτονίας και το εξιδανικεύει [«Και θα ’ναι αυτή, γράφει, μια στάση ηρωική»], επιλέγει να χρωματίσει τα κείμενά της με έναν ρομαντικό τόνο και καταδικάζει τον εαυτό της σε μία κατάσταση εγκλωβισμού. Από αυτή την ασφυξία γεννά τελικά τα ποιήματά της [«Αν πάλι κάποιος είναι μόνος του / ολομόναχος, κλεισμένος σε έναν τέτοιο μικρό χώρο/ για πολλές συνεχόμενες μέρες (23 ας πούμε)/ πάλι θα ασφυκτιά… από τη μοναξιά του ίσως./ Και σε αυτήν την περίπτωση μπορεί να γεννηθεί ένα ποίημα»]

Περατώνοντας τη μικρή αυτή επίσκεψη στην ενδοχώρα του έργου, μπορεί να πει κανείς ότι οι «23 μέρες» της Ασημίνας Ξηρογιάννη απομένουν στη συνείδηση του αναγνώστη ως μία πρόβα κατασκευής ενός ποιητικού έργου που υποκαθιστά εν τέλει το ίδιο το έργο. Και χωρίς αμφιβολία, η διαρκής εντύπωση της δοκιμής καθίσταται σταδιακά απόλυτη βεβαιότητα για την ευόδωση της απόπειρας.

 

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

tvxs 1/4/2016

Η γέννηση της ποίησης σε «23 ημέρες»

Τη σημασία του πειραματισμού την έχουμε τονίσει/υπερασπιστεί πολλές φορές στο παρελθόν. Ο πειραματική απόπειρα και η συνεχής αναζήτηση της έκφρασης αποτελεί ένα βασικό σημείο της τέχνης και της λογοτεχνίας. Είναι εκείνος που ωθεί προς τα εμπρός την ποίηση και ταυτόχρονα καταδεικνύει ένα δημιουργό που προσπαθεί να αποφύγει την τυποποίηση.

Σε αυτό το δρόμο οδεύει εδώ και χρόνια η Ασημίνα Ξηρογιάννη. Κάθε της βιβλίο (ποιητικό[1] ή θεατρικό[2]) διαφέρει σημαντικά από τα προηγούμενα, καταδεικνύοντας μία συνεχή και αγωνιώδη αναζήτηση της έκφρασης μέσα από διαφορετικά είδη. Και ακριβώς αυτό το νέο της βιβλίο, «23 ημέρες» (Γαβριηλίδης, 2015) προσπαθεί να συνταιριάξει διαφορετικά είδη λογοτεχνίας.
Ειδολογικά το βιβλίο δεν μπορεί να καταταχθεί σε κάποια συγκεκριμένη κατηγορία καθώς πρόκειται για λογοτεχνία μέσα στη λογοτεχνία, ένα ερμαφρόδιτο λογοτεχνικό είδος, ίσως όπως το θέτει η ίδια για μία εν εξελίξει ποιητική νουβέλα, κινούμενο μεταξύ νουβέλας με θεατρική υποδομή και ποίησης. Η δημιουργός προσπαθεί με θεατρική λιτότητα και σκηνοθετική καθοδήγηση να συνδέσει την πεζογραφία με την ποίηση.
Με αξιοπρόσεκτη εκφραστική λιτότητα και μικροπερίοδο λόγο η νουβέλα καταγράφει μέρα με τη μέρα τις σκέψεις της Σοφί και τη γέννηση της ποίησης. Η βραχυλογία εξοστρακίζει κάθε στολίδι διαμορφώνοντας ένα απέριττο ύφος σαν σκηνοθετικές οδηγίες, που όμως ακολουθούν μία -υποτυπώδη- πλοκή. Έτσι, η δημιουργός με ένα φενάκη αφηγηματικό παντογνώστη υποκριτή παρουσιάζει το χώρο/σκηνικό της «δράσης» (ένα δωμάτιο) και τις σκέψεις της ηρωίδας.

Από το αρχικό ερέθισμα, ένα ερωτικό τρίγωνο και μία ερωτική απογοήτευση, περνά στο ποίημα. Καθώς η Σοφί βρίσκεται σε αναμονή κι απομόνωση, ενόψει ενός έρωτα που απειλείται να χαθεί για πάντα, μαζί με τα συναισθήματα γεννά λέξεις και ποίηση. Η ηρωίδα βασανίζεται μέχρι να γεννηθεί το ποίημα, αξιοποιεί όλο το αναγνωστικό παρελθόν της σε μία εξωτερίκευση του εσωτερικού. Ως alter ego της Ασημίνας Ξηρογιάννη, ανακαλεί μνημονικά όλους τους δημιουργούς που την επηρέασαν.

Η νουβέλα αναμειγνύεται με την ποίηση. Σε κάθε «μέρα» της ημερολογιακής σύνθεσης, ένα ποίημα γεννιέται ολοκληρώνοντας την εικόνα της ψυχοσύνθεσης της ηρωίδας. Πρόκειται για ποίηση με εξομολογητικό χαρακτήρα. Οι πρωτοπρόσωπες και δευτεροπρόσωπες -ως σκηνικός ψευδοδιάλογος- διατυπώσεις του δίνουν την εικόνα ποιητικού σημειωματάριου συναισθημάτων, σαν έναν ποιητικό μονόλογο σε 23 πράξεις.
Ωστόσο, η ποίηση επιτελεί έναν διπλό ρόλο. Συμπλέκεται και ολοκληρώνει την πλοκή ενώ την ίδια στιγμή αναδεικνύει τη διαδικασία της ποιητικής δημιουργίας, την απομόνωση του δημιουργού και τη μεταστοιχείωση των ατομικών συναισθημάτων σε στιχουργήματα, τη μεταμόρφωση των δυσάρεστων βιωμάτων σε αφορμή ποίησης. Έμπνευση για την Ξηρογιάννη δεν υπάρχει. Είναι μία βασανιστική οδός που καλείται να ακολουθήσει ο δημιουργός μέχρι τη μεταμόρφωση της χρυσαλλίδας σε ποιητική πεταλούδα.

Η Ασημίνα Ξηρογιάννη κατάφερε να ξεχωρίσει -με διαφορά- από τους ποιητές της αγανάκτησης μέσα από τους συνεχείς μετασχηματισμούς του έργου της και τη συνέπειά της στον πειραματισμό και την αναζήτηση της καινοτομίας. Ωστόσο, την καινοτομία δεν την αντιμετωπίζει ως αυτοσκοπό• είναι απλά το αποτέλεσμα της διαφορετικής καλλιτεχνικής έκφρασης όπως τούτο εμφανίζεται και μέσα από την ποικιλία των λογοτεχνικών ειδών με τα οποία κινείται στο χώρο των γραμμάτων.

 

ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

FREAR 17/9/2015

Η συλλογή, με τον τίτλο 23 μέρες, απαρτίζεται από είκοσι τρία ποιήματα, τα οποία αντιστοιχούν σε είκοσι τρεις μέρες. Την εικοστή δεύτερη μέρα δίνεται καθαρά η θεματική της πρόθεση, η οποία προοικονομείται σταδιακά μέρα με την ημέρα: «Η πρόθεση του βιβλίου που γράφει τώρα :/ Κάτι σαν ποιητική νουβέλα in progress./ Μια νεαρή γυναίκα / κλεισμένη σε ένα δωμάτιο για 23 μέρες/ περιμένει να γυρίσει πάλι κοντά της / ο εραστής της/ (ή καλύτερα, να επιλέξει να γυρίσει πάλι κοντά της)».

Αυτό είναι το θέμα το οποίο η ποιήτρια Ασημίνα Ξηρογιάννη πραγματεύεται σαν σκηνικό ποίημα, σαν θεατρική πράξη. Δίνει στα ποιήματα μορφή μικρού δράματος, μικρής σκηνοθετικής απόπειρας. Είκοσι τρία ποιήματα, είκοσι τρεις θεατρικές σκηνές. Σχεδόν κάθε ποίημα αποτελείται από δύο μέρη. Το πρώτο περιέχει τις σκηνικές οδηγίες, δοσμένες με ορθά γράμματα• το όλο πλαίσιο, το κάδρο – το κομοδίνο, τα χάπια, τον πίνακα- τα «σύνεργα της σκηνής», που λέει κι ο Γιώργος Σεφέρης, Το δεύτερο μέρος, όπου δίνονται τα απολύτως προσωπικά, παραληρηματικά, εκείνα που φουσκώνουν το ποτάμι της ψυχής, η ουσία, το συναισθηματικό μέρος, με πλάγια γράμματα. Τα δύο επίπεδα του ποιήματος είναι ευδιάκριτα επομένως και ως μορφή και ως περιεχόμενο.

Ο χώρος είναι ένα νοικιασμένο δωμάτιο, για τις ερωτικές συναντήσεις του ζευγαριού, όπου η «πρωταγωνίστρια» του δράματος περιμένει εκείνον να έρθει και στήνει έναν νοερό διάλογο μαζί του. Βεβαίως ακούγεται μόνο η δική της η φωνή, ενώ η φωνή εκείνου φτάνει στον αναγνώστη διαθλασμένη μέσα από τα δικά της λόγια, φωτισμένη από τα δικά της μάτια.

Η είσοδος στη συλλογή γίνεται με μια προειδοποίηση: «Και μην τολμήσεις να με κάνεις ποίημα! Μην τολμήσεις! Μ’ ακούς;», «Μόνο η ζωή σου θέλω να ’μαι» και το ποίημα αρχίζει: «‘‘Με νάρκωσαν και με βίασαν’’./ Δεν απέχω και πολύ από αυτή την κατάσταση./ Σθεντόν και ψυχολογική βία». Ο στίχος στα εισαγωγικά ανήκει στην Σίλβια Πλαθ, ποιήτρια με διεγνωσμένη ψυχασθένεια. Το δάνειο αυτό από την Ξηρογιάννη δικαιολογεί και την παρουσία του «Σθεντόν» (ή στεντόν), αλλά δημιουργεί και μια γέφυρα, η οποία φέρνει τη μία ποιήτρια κοντά στην άλλη. Για την ανάγκη της περίστασης επιστρατεύω κι έναν ακόμη ποιητή, ο οποίος τρυγάει όλα τα σχετικά σκευάσματα από το φαρμακείο: «Γράφε/ Βάλιουμ Μαντράξ Στεντόν/ Ζανάξ Τριπτιζόλ/ Λαντόζ/ Αλοπεριντίν Ρισπερντάλ/ Ξέρεις εσύ γιατρέ μου…». Είναι οι στίχοι του Σταύρου Σταυρόπουλου, ο οποίος πρέπει να βρίσκεται σε βαριά κατάθλιψη, με τόσα αγχολυτικά –νηπενθή, λέει ο Καρυωτάκης–, συγγενεύοντας πιο πολύ με τον Όμηρο και δείχνοντας παράλληλα τη μακρά ιστορία των ψυχολογικών προβλημάτων καθώς και την πληθώρα των φαρμάκων που συμβάλλουν στην καταπράυνση της ασθένειας ή στη θεραπεία μιας «Ψυχολογίας», που λέει ο κοινός θνητός, εννοώντας την ψυχική κατάσταση, βέβαια και όχι την επιστήμη της Ψυχολογίας.

«Της λείπει ο λαιμός του» λέει με ορθά γράμματα. Για να τον κόψει ή για κρεμαστεί πάνω του; Θα ήταν ένα εύλογο ερώτημα (η σκέψη μου πετά στον Οδυσσέα Ελύτη: «αλλού το χέρι, αλλού ο λαιμός», Μαρία Νεφέλη, «Ελένη»). Σε δεύτερο πρόσωπο και πλάγια απευθύνεται σ’ αυτόν: «Οι επιθυμίες μου που σχετίζονται με σένα / ζουν μόνες μια χαρά κι έξω από μένα./ Είναι πράγμα θαυμαστό στ’ αλήθεια./ Έχουν τη δική τους αυτόνομη ζωή./ Σε αυτό ακριβώς το γεγονός οφείλεται η διάρκεια/ και η δύναμή τους./ ημέρα δεύτερη (της απουσίας)». Νομίζω πως κανείς δεν μπορεί να παρανοήσει ή να παρερμηνεύσει την εμμονή ή, την βαριάς μορφής εξάρτησή της από εκείνον. Κι εκείνος έφυγε κι εκείνη πάσχει από «επιθυμίες» που ζουν ερήμην της, υποδηλώνοντας το βαθύ ψυχικό τραύμα που η ορθή λογική δεν μπορεί να ελέγξει. Το μέτρημα των ημερών της απουσίας είναι το μαρτύριο της σταγόνας. Μια μια πέφτουν οι μέρες χωρίς όμως να φέρνουν το ποθητό αποτέλεσμα. Σαν τα κεριά που σβήνουν του Καβάφη ή σαν τις πέτρες που στοιβάζονται, παίρνοντας μαζί τους και τη ζωή. Όμως στη ζωή του ποιητικού υποκειμένου, οι μέρες περνούν αλλά η λύπη παραμένει και επιπλέον ανασύρει στην επιφάνεια όλα εκείνα που ελλόχευαν από τον καιρό της παρουσίας εκείνου.

Στο τέταρτο ποίημα, το σκηνικό διανθίζεται με έναν πίνακα που παίζει σημαντικό ρόλο, με τη συμβολή του μάλλον στην κακή διάθεση. Πρόκειται για το «Φιλί» του Μουνκ. Το θέμα του είναι ερωτικό, ο ζωγράφος όμως κάθε άλλο παρά σε έρωτα παραπέμπει. Αν π.χ. είχαμε να κάνουμε με το «φιλί» του Κλιμτ ή του Ροντέν ή του Λύτρα τότε θα μιλούσαμε για ένα ερωτικό φιλί, ένα παθιασμένο απολαυστικό ερωτικό φιλί. Εδώ, παρά το ότι η ποιήτρια μιλάει για ένα ζευγάρι παραδομένο στο πάθος τόσο που τα πρόσωπά τους έχουν χαθεί μέσα σ’ αυτό, ο θεατής μάλλον εισπράττει μια εφιαλτική σκηνή. Ο άντρας που έχει αρπάξει τη γυναίκα την έχει στα χέρια του, όπως το χταπόδι τη λεία του, τείνει να την αφομοιώσει. Ακριβώς, σ’ αυτή την αφομοίωση, νομίζω πως η γυναίκα χάνει και χάνεται από εκείνο που επιθυμεί. Άλλωστε στο εξομολογητικό μέρος του ποιήματος «οι αφορισμοί του Μποτόν περί έρωτος» (χωρίς υποσημείωση, τι ρόλο έχουν στην υπόθεση και μάλιστα στο μυαλό ενός μη ειδικού, δεν ξέρω), καθώς και η φράση «Αν τους μετέφραζες για μένα» (άρα δεν τους μετέφρασε), ποιήτρια και αναγνώστης βρίσκονται και οι δύο από τη σκοτεινή πλευρά. Ο άντρας δεν φαίνεται να έχει θετικό ρόλο, αντιθέτως γεμίζει έτι περαιτέρω το ποτήρι της κατάθλιψης.

Στο πέμπτο ποίημα το πράγμα ξεκαθαρίζει. Υπάρχει τρίτο πρόσωπο στη σχέση. Το ποίημα «κολάζ» που ακολουθεί είναι επίσης συνθεμένο από δύσκολες επιλογές. Κι επειδή κάθε ποίημα κάτι νέο κομίζει στην υπόθεση, η υπόθεση αποκτά ουσία και τα λόγια της σημασία, λέμε παραφράζοντας Καρυωτάκη πάλι.

Τι γίνεται λοιπόν σ’ αυτή τη θεατρικά δοσμένη συλλογή, σ’ αυτήν την θεατρικά εκτεθειμένη ψυχή, η οποία διχάζεται ανάμεσα στο έξω και στο μέσα, στο πλαίσιο, στο περιβάλλον, στα πράγματα, στα φάρμακα, αλλά και στο από μέσα, στις πληγές της ψυχής; Αυτό που φαίνεται είναι το υπαρξιακό δράμα μιας γυναίκας που δεν έχει ανταπόκριση στη σχέση της με τον άλλο, εκείνον που διαρκώς απομακρύνεται, αδιαφορεί, δεν επικοινωνεί, δεν κατανοεί: «γιατί με αφήνεις να μιλάω μόνη μου;», «Η σχέση τους ένα ερωτηματικό», «αντέχεις τους στίχους μου/ εμένα όχι», «κι αν δεν έρθει πίσω κοντά της,/ στο δωμάτιό τους, ‘‘στο σπίτι τους’’/ θα πάρει το σθεντόν της/ και θα σκάσει», «αυτό το δωμάτιο δε θα μας φιλοξενήσει τελικά./ Αλλά εγώ δεν θα χρησιμοποιήσω το γκάζι./ Με βλέπω ήδη να διασχίζω το δρόμο/ έχοντας ξεχάσει τα σθεντόν/ πάνω στο κομοδίνο/ THE END».

Η Συλλογή κλείνει. Η ποιήτρια σώζεται. Ούτε με το γκάζι θα αυτοκτονήσει, όπως η Πλαθ, ούτε τα στεντόν έχει πλέον ανάγκη. Θεραπεύτηκε. Η καλλιτεχνική δραστηριότητα –το θέατρο– που έστησε, με θεατή και πρωταγωνιστή του εαυτού της τον εαυτό της, δι’ ελέου και φόβου έληξε επιτυχώς και για τον δρώντα ηθοποιό και για την γράφουσα ή σκηνοθετούσα ποιήτρια. Η τέχνη έχει τα κατάλληλα φάρμακα «νάρκης και άλγους δοκιμές», όπως λέει ο Καβάφης («Μελαγχολία Ιάσωνος Κλεάνδρου…»), η οποία, έστω και για λίγο, λειτουργεί θεραπευτικά και η όποια μανία του πάσχοντος καλλιτέχνη μεταμορφώνεται σε θεία μανία, ενώνοντας το σήμερα με το απώτερο διονυσιακό παρελθόν. Ο Αριστοτέλης δικαιώνεται και ο ορισμός της τραγωδίας του βρίσκει για μια ακόμη φορά την επαλήθευσή του.

 

ΤΖΟΥΛΙΑ ΓΚΑΝΑΣΟΥ

Το πέμπτο βιβλίο της Ασημίνας Ξηρογιάννη «23 ημέρες» συνδυάζει με ενδιαφέρουσα ματιά και ώριμη, ιδιαίτερη γραφή τον πεζό με τον ποιητικό λόγο, τον προβληματισμό με το συναίσθημα, το ρεαλισμό με την ονειροπώληση, την απεικόνιση με την αλληγορία.
Με αφορμή μια ερωτική ιστορία η οποία βρίσκεται σε αδιέξοδο, η ποιήτρια επιτυγχάνει να σκιαγραφήσει την πορεία της καλλιτεχνικής (και όχι μόνο) δημιουργίας. Και λέω «όχι μόνο», μιας και πρόκειται για ένα έργο εξαιρετικά «ανοιχτό» σε ερμηνείες και προεκτάσεις. Η αφορμή, καθώς και ο τρόπος που διαχειρίζεται τις πληροφορίες η Ξηρογιάννη, δίνει ανεξάντλητα εναύσματα για στοχασμό και πολλές φορές αναστοχασμό πάνω σε καίρια ζητήματα υπαρξιακής και φιλοσοφικής φύσης. Η δημιουργία δεν αποτελεί μόνο ανάγκη ή πεδίο αυτοπραγμάτωσης αλλά και γέφυρα προς το «άλλο», το «ξένο», το διαφορετικό αλλά ταυτόχρονα οικείο, γίνεται στόχος συχνά και ποταμός, πολλές φορές βασανιστήριο ή αλλιώς παρηγοριά. Τα όρια, οι δεσμεύσεις, οι ψευδαισθήσεις, η προσωπική διαδρομή μέσα στην αλήθεια ή στην πλάνη, οι δυσκολίες και τελικά το ποιοτικό ή όχι αποτέλεσμα της δημιουργικής διαδικασίας παραλληλίζεται πολύ εύστοχα με την πορεία ενός μοιραίου πάθους, μιας καθηλωτικής συναισθηματικής και σαρκικής σχέσης, η οποία απειλείται από εξωτερικούς και φυσικά από εσωτερικούς παράγοντες.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει η συνύπαρξη πεζού και ποιητικού λόγου, καθώς και οι συναντήσεις με τους «διακειμενικούς άλλους» οι οποίοι την καθορίζουν. Κατά αυτόν τον τρόπο, μέσα στις «23 ημέρες» παρελαύνουν τουλάχιστον τρεις ζωές: η ζωή που «φαίνεται» με τους ρόλους που διαμορφώνονται στο πλαίσιο μιας ομαλής κοινωνικής συμβίωσης κι εκείνη η «άλλη», η «μυστική» ζωή του καλλιτέχνη. Και ίσως μια ακόμη, που συνορεύει πιο πολύ με την υπέροχη στιγμή της φαντασίωσης, της πνευματικής κατασκευής, του ονείρου. Οι τρεις ζωές συμπλέουν υπέροχα στο εν λόγω έργο, προσεγγίζοντας με μαστοριά και διορατικότητα τα «ευαίσθητα» όρια της δημιουργίας και, βέβαια, της ύπαρξης.

 

ΕΥΜΟΡΦΙΑ ΖΗΣΗ

diavasame.gr 24.07.2015

«Και μην τολμήσεις να με κάνεις ποίημα!»

Μέσα σε λίγες σελίδες η ποιήτρια Ασημίνα Ξηρογιάννη συμπυκνώνει 23 μέρες και μια ερωτική σχέση: ένα ζευγάρι σε σύγκρουση, ένα τρίτο πρόσωπο, ένας χωρισμός -οριστικός ή προσωρινός είναι πολύ νωρίς για να ξέρουμε-, μία ποιήτρια κλεισμένη σε ένα δωμάτιο να περιμένει την επιστροφή εκείνου που έφυγε. Αλκοόλ, χάπια, ξενύχτι. Και τέχνη: αυτός είναι ο συνδετικός κρίκος των μικρών κειμένων που συνθέτουν ένα κολάζ από ποίηση, πεζό, πίνακες, διαλόγους που είναι χτισμένοι σαν θεατρικό κείμενο. Ψυχολογική διέξοδος; Παραμυθία; Δημιουργία; Όλα ταυτοχρόνως, αφού το βίωμα της τέχνης τα εμπεριέχει.

Συνδυάζοντας όλες τις ιδιότητές της η συγγραφέας, και από την αξιόλογη λογοτεχνική της πορεία και από τη θεατρική της παιδεία, παραδίδει ένα κείμενο σκηνοθετημένο από την ίδια την ηρωίδα της, που βιώνει και καταγράφει την εμπειρία της και συγχρόνως παρατηρεί ως τρίτος τα συναισθήματά της και επιχειρεί να τα κατανοήσει. Να εφεύρει μια καινούργια τάξη στον εσωτερικό της κόσμο που έχει καταρρεύσει. Γράφει, αυτό μόνο μπορεί να κάνει, και «συνομιλεί» με τις γραφές άλλων όπως η Σύλβια Πλαθ και η Αναΐς Νιν.

Ο έρωτας κυρίαρχος, εν τη απουσία του. Ως έλλειψη και ανάγκη για το αγαπημένο πρόσωπο, ως νοσταλγία της μαγείας του, ως ελπίδα επανασύνδεσης, ως απελπισία απέναντι στη σιωπή του άλλου προσώπου. Η Σοφί τα βιώνει όλα, και με συμπτώματα σωματικά, και διασχίζει αυτές τις 23 μέρες με ό,τι και όπως μπορεί. Τι την περιμένει στο τέλος αυτής πορείας, δεν έχει σημασία. Σημασία στον έρωτα όπως και στην τέχνη, έχει το βίωμα ως υλικό τους. Τίποτα δεν μπορεί να υπάρξει από το τίποτα και η Ασημίνα Ξηρογιάννη το αποδίδει αυτό εξαιρετικά στην ποιητική της νουβέλα καθώς ακολουθεί την ηρωίδα της στη διάρκεια μιας νύχτας που διαρκεί 23 μέρες. Αλλά η νύχτα πάντα εγκυμονεί το φως όπως και η ζωή εγκυμονεί την τέχνη…

 

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

vakxikon.gr, τχ. 30, Ιούλιος 2015

Στις μέρες μας εκδίδονται πάρα πολλά ποιητικά έργα, λίγα, όμως, καταφέρνουν να ξεχωρίσουν και να εντυπωσιάσουν ευχάριστα τον αναγνώστη.
Ένα από αυτά τα έργα είναι και το νέο βιβλίο της Ασημίνας Ξηρογιάννη: «23 μέρες», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις «Γαβριηλίδης».
Επειδή, είχαμε την ευκαιρία να γνωρίσουμε όλο το έργο της ποιήτριας, αυτό, που μας τραβάει το ενδιαφέρον είναι ότι κάθε ποιητικό βιβλίο της Ασημίνας Ξηρογιάννη είναι εντελώς διαφορετικό από τα προηγούμενα, με άλλη τεχνοτροπία και διαφορετικά νοήματα είναι, όμως, το ίδιο καλογραμμένο, στοιχείο, που δείχνει ότι η ποιήτρια μπορεί να εκφραστεί με ποικίλους τρόπους.
Το βιβλίο «23 μέρες» είναι μια ποιητική σύνθεση ή αλλιώς, όπως το περιγράφει η ίδια: «Κάτι σαν ποιητική νουβέλα in progress.» Η Σοφί είναι μια γυναίκα, που ο αγαπημένος της, την έχει εγκαταλείψει. Έχει κλειστεί σε ένα δωμάτιο για 23 μέρες. Γράφει στίχους και παίρνει ηρεμιστικά σθεντόν. Ο αναγνώστης παρακολουθεί την αγωνία της Σοφί για το αν θα γυρίσει ο αγαπημένος της ή όχι, αν και κατά βάθος ξέρει ότι δεν θα γυρίσει ποτέ. Η μόνη διέξοδος; Η ποίηση. Η πιθανότερη κατάληξη; Η αυτοκτονία με υπερβολική δόση σθεντόν. Όμως, στο τέλος του βιβλίου υπάρχει μια ανατροπή, που ξαφνιάζει ευχάριστα τον αναγνώστη και δείχνει πως μερικές φορές ένας δυνατός χαρακτήρας μπορεί να αντέξει ακόμα και τις πιο αντίξοες συνθήκες.
Στο ποιητικό έργο της Ασημίνας Ξηρογιάννη «23 μέρες» συναντάμε αρκετές επιρροές από τη Σύλβια Πλαθ, τον Κωνσταντίνο Καβάφη, και τον Νίκο Γκάτσο, όμως, η ποιήτρια δεν εμπνέεται μόνο από ποιητές. Η έμπνευση μπορεί να προέλθει από ένα ζωγραφικό πίνακα, όπως «Το φιλί» του Μουνκ, από ένα θεατρικό έργο ή από μια όμορφη μουσική σύνθεση. Αρκετές επιρροές στο συγκεκριμένο βιβλίο βρίσκουμε και από το βιβλίο: «Χένρι και Τζουν» της Αναΐς Νιν.
Θα μπορούσαμε ακόμα να γράψουμε πολλά για το βιβλίο της Ασημίνας Ξηρογιάννη «23 μέρες», όμως, θα σταματήσουμε εδώ, αφήνοντας τον αναγνώστη να ανακαλύψει τις αρετές του βιβλίου της ταξιδεύοντας στις σελίδες του.

 

ΛΕΝΑ ΣΑΜΑΡΑ

Fractal 24/6/2015

Για την σύλληψη και την γέννηση ενός ποιήματος

Θα ήθελα να ξεκινήσω με ένα ποίημα της Αν Σέξτον, ποιήτρια που μνημονεύεται στο βιβλίο

Είμαι στα δύο κομμένη
αλλά θα με νικήσω.
Θα ξεθάψω την περηφάνια μου.
Θα πάρω το ψαλίδι
και θα κόψω τη ζητιάνα.
Θα πάρω το λοστό
και θα ξεσφηνώσω τα σπασμένα
κομμάτια του Θεού από μέσα μου.
Σαν ένα παζλ
θα τον συναρμολογήσω πάλι
με την υπομονή ενός σκακιστή.

23 Μέρες Μία ιστορία, τρία πρόσωπα, η Σοφί, ο εραστής, η άλλη.

H συγγραφέας του βιβλίου, Μίνα Ξηρογιάννη, μάς δίνει εισαγωγικά τον τρόπο που ένα ερέθισμα καταγράφεται μέσα της και με αργές, βασανιστικές διαδικασίες μετασχηματίζεται σε ποίημα.

Η ηρωίδα του βιβλίου, η νεαρή Σοφί, κλεισμένη σε ένα δωμάτιο για 23 μέρες, περιμένει να γυρίσει πάλι κοντά της ο εραστής της ή καλύτερα, να επιλέξει να γυρίσει πάλι κοντά της, όπως αναφέρει η Σοφί.

Η ιστορία της Σοφί εκτυλίσσεται σε τρίτο πρόσωπο.

Η Σοφί γράφει, η Σοφί ακούει ανάσες ποιημάτων, η Σοφί σ’ όλη της τη ζωή πάλευε με τους ορισμούς, η Σοφί αγαπά τις καταθλίψεις της.

Μιλά σε πρώτο πρόσωπο μόνο μέσα απ’ τα ποιήματα που γράφει στο δωμάτιο, με αφορμή την αναμονή τής επιστροφής τού εραστή.

Μας ενδιαφέρει η πορεία της Σοφί μέσα στις 23 μέρες. Είναι ο αριθμός των ημερών που ή ίδια έχει θέσει σαν όριο χρονικό στον εαυτό της και στα αδιέξοδά της. Το 2 παραπέμπει στο ζευγάρι και το τρία στα συνολικά πρόσωπα της ιστορίας. Ο εραστής και η άλλη δεν έχουν ονόματα. Η άλλη δε διαθέτει κανένα χαρακτηριστικό. Η ύπαρξή της στην ιστορία παίζει το ρόλο καταλύτη σε μια αντίδραση δύο προσώπων. Ο καταλύτης επιταχύνει την αντίδραση.

Η απουσία του αγαπημένου προσώπου προκαλεί τη συγκομιδή λέξεων που ελλοχεύουν κινδύνους, σε ένα σκηνικό αφαιρετικό, τόσο ταιριαστό στις πιο ισχυρές παραιτήσεις αλλά και στις πιο δυνατές ανατροπές.

Ο εραστής έχει κάποια σημάδια. Προτιμά τον πίνακα του Κλίμτ, το φιλί. Εκείνη προτιμά τον πίνακα του Μουνκ, με τον ίδιο τίτλο. ‘Γιατί είναι πιο παθιασμένο φυσικά’ του λέει. Δεν ξέρουμε τη δική του απάντηση στην υποθετική ερώτηση , εσύ γιατί προτιμάς το άλλο φιλί; Ξέρουμε όμως τον πίνακα του Κλίμτ, ένα απ’ τα διασημότερα έργα της Αρτ Νουβό.

Ένα ζευγάρι στέκεται πάνω σ’ ένα βράχο γεμάτο λουλούδια, που κόβεται απότομα στα δεξιά του πίνακα, ενώ λουλούδια υπάρχουν και στα μαλλιά των δύο προσώπων.

Ο άνδρας φορά ένα χρυσό πανωφόρι με άσπρα και μαύρα ορθογώνια ενώ το ταίρι του ένα αντίστοιχο αλλά γεμάτο πολύχρωμους κύκλους και λουλούδια. Ο άνδρας (του οποίου το πρόσωπο διακρίνεται ελάχιστα σε αντίθεση με το γυναικείο πρόσωπο που είναι καθαρό) έχει τυλίξει με το ένδυμά του και τα άκρα του τη γυναίκα, η οποία είναι γονατισμένη στην άκρη του ανθισμένου γκρεμνού- βράχου. Αυτά είναι τα προφανή που όλοι μας βλέπουμε. Υπάρχουν όμως και οι διαφορετικές ερμηνείες των ειδικών

Τo χρυσό φόντο και τα φωτεινά χρώματα του πίνακα αντιπροσωπεύουν την ομορφιά και τη λάμψη που νιώθει κανείς όταν φιλά τον/την αγαπημένη του

Η γυναίκα, σε αντίθεση με άλλα έργα του Κλιμτ που ο ρόλος της είναι κυρίαρχος, είναι υποταγμένη στον άνδρα.

Τα πρόσωπα δεν παραμορφώνονται, διατηρούν την ακεραιότητά τους και αναδεικνύονται κιόλας – ειδικά εκείνο της γυναίκας.

Δεν γνωρίζουμε ποια είναι η ερμηνεία που δίνει ο εραστής.

Σημασία έχει ότι η Σοφί γράφει ‘Η φιγούρα του άντρα που δεσπόζει στον πίνακα του Μουνκ μου θυμίζει εσένα. Μοιάζετε.’

Το φιλί του Μουνκ. Σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο, το παραπέτασμα της κουρτίνας κρύβει σχεδόν ολοκληρωτικά τη θέα από το παράθυρο. Το ζευγάρι βρίσκεται στο κέντρο του πίνακα.

Μια εξπρεσιονιστική απεικόνιση που εξωτερικεύει το πάθος μα ίσως και τον τρόμο που προκύπτει μέσα από την παραμόρφωση των δύο προσώπων. Οι ατομικότητες φαίνεται να καταργούνται καθώς το ένα πρόσωπο παραβιάζει τα όρια του άλλου, το φιλί και ο έρωτας παίρνουν πιο επιθετική μορφή καταργώντας διακριτά χαρακτηριστικά. Η μελαγχολία και η σιωπή διαχέονται στο σκοτεινό δωμάτιο. Έχει χαρακτηριστεί «κραυγή» της μοναξιάς των δύο ερωτευμένων. Μόνοι στην ένωσή τους!

Ο έρωτας είναι προσωπικός μύθος .Επιτρέπεις στον εαυτό σου να ανατρέψει τα όρια της ατομικότητας και να προσδεθείς στα όνειρα και στην τροχιά ενός άλλου. Στο βλέμμα του, στην ιστορία του, στο παρόν του, στην αλήθεια του. Υπερβαίνοντας τη δική σου αλήθεια, φτάνοντας εκεί που οι ανάγκες αποδομούνται στην προσδοκία της τέλειας ένωσης. Και η ποίηση; ‘είναι εσωτερική επιτακτική ανάγκη να είναι κανείς θερμός –αν όχι καυτός- απέναντι στο αντικείμενο της γραφής του’ γράφει η Σοφί.

Η Σοφί είναι ποιήτρια. Με αφορμή τον έρωτα έχει γράψει πολύ όμορφα ποιήματα. Καίγεται εσωτερικά, αποσυναρμολογεί τον εαυτό της για να τον συναρμολογήσει πάλι, αλλά με άλλο τρόπο, έτσι ώστε ‘όταν θα βρεθώ μπροστά στη λευκή κόλα να’ μαι έτοιμη να αποτυπωθώ’.

Ο έρωτας της Σοφί είναι μοιρασμένος. Στον εραστή και στις λέξεις. Χωρίς να μειώνει σε ένταση και ποιότητα το ένα το άλλο. Αντίθετα, το ένα εξυπηρετεί και υποβοηθά το άλλο. Το τρίτο πρόσωπο της ιστορίας εξυπηρετεί το τέλος. Η Σοφί γράφει ‘έβαλα το τέλος που εξυπηρετούσε’.

Το φλερτ με την κατάθλιψη.

‘Τα σθεντόν είναι παλιά ιστορία που το σώμα θυμάται’ γράφει στην αρχή και ‘μη μακρηγορήσεις άλλο πάνω στη θλίψη μου’ προσθέτει στο τέλος.

Όντας αποσυναρμολογημένη, ‘με ακούω, με αφουγκράζομαι στη σιωπή’, ανιχνεύει και την πιο μικρή δυνατότητα ζωής, καλλιεργώντας μέρα με την μέρα, έναν εαυτό καινούριο, φτιαγμένο όπως το διαμάντι μέσα απ’ τις πιο αντίξοες συνθήκες.

Χρειάζεται αυτές τις συνθήκες για να μεταμορφωθεί. Είναι αυτές, οι αναγκαίες και ικανές, που θα της χαρίσουν τη διαδρομή, το χρόνο, τις ανάσες και τις σιωπές που θα διαμορφώσουν την τελική έξοδο.

Εκεί όλα ξεκαθαρίζουν.

Σε μια αγριεμένη θάλασσα, ανακαλείς όλες σου τις δυνάμεις για να βγεις στην στεριά, μην παρασυρθείς απ’ τα κύματα ούτε απ’ του βυθού την ανάσα. Η Σοφί φλερτάρει με τον βυθό, γι’ αυτό και τα σθεντόν έχουν την θέση τους στο κομοδίνο της. Όμως είναι η ίδια που προτιμά την κάθαρση.

Η δύναμη της Σοφί είναι ο έρωτάς της. Και ο έρωτας για τις λέξεις δεν την έχει προδώσει. Παίρνει σάρκα στο πρόσωπο του εραστή, αλλά το πρόσωπο του έρωτα είναι μια άλλη αποκάλυψη, εσωτερική, απόλυτη.

Εκμεταλλεύτηκα το ποίημα Κολάζ, της Σοφί. Θα το αποσυναρμολογήσω, προσδοκώντας στο τέλος μια σύνθεση, ακολουθώντας την αγαπημένη συνήθεια τής ηρωίδας.

Το ποίημα Κολάζ ξεκινά με ένα απόσπασμα από ποίημα της Έμιλυ Ντίκινσον που έγραψε το 1862. Σ’ αυτό η Ντίκινσον κατασκευάζει την ιδέα μιας αδερφής ψυχής, που από την φύση επιλέχτηκε να συντροφέψει την δική μας μ’ ένα βαθύ, πνευματικό τρόπο, και όταν αυτό συμβαίνει δεν μπορεί κάτι να το αλλάξει. Αναπόφευκτο να κλείσει κανείς την πόρτα σ’ οποιοδήποτε άλλο κάλεσμα.

Συνεχίζουμε με τις φιγούρες του Σαγκάλ (που πετάνε).

Είναι οι ιπτάμενοι ευτυχείς ερωτευμένοι και τα γελαστά ζώα που ζουν στους πίνακες του Γάλλου ζωγράφου ,αδερφωμένα με τους ανθρώπους, με χαρακτηριστικά φωτεινά χρώματα, εκπέμποντας αισιοδοξία και χαρά.

Ακολουθούν οι ‘Ιδανικοί Αυτόχειρες’ του Κώστα Καρυωτάκη.

‘Γυρίζουν το κλειδί στην πόρτα, παίρνουν
τα παλιά, φυλαγμένα γράμματά τους,
διαβάζουν ήσυχα, κι έπειτα σέρνουν
για τελευταία φορά τα βήματά τους.’

Λευτέρης Βογιατζής, ποίηση σαν θέατρο

Συνειρμικά πηγαίνουμε στην παράσταση ‘Καθαροί πια’. Ο Λευτέρης Βογιατζής είχε ανεβάσει το έργο της Σάρα Κέιν όπου η τυραννία του έρωτα και η σημασία του σαν απόλυτη, χωρίς φραγμούς μορφή εξουσίας πάνω σε ένα ανθρώπινο πλάσμα αποτελεί την κύρια θεματική.

Το Κολάζ αγαπά την Σύλβια Πλαθ, την ποιήτρια της κραυγή και της οργής και ταυτόχρονα άκρως εξομολογητικής, όπως έχουν γράψει οι κριτικοί. Η ίδια όμως αρνείται να ταξινομηθεί:

«Θέλω να είμαι ελεύθερη… Νομίζω πως θέλω να είμαι πάνσοφη… Νομίζω πως θέλω να αυτοαποκαλούμαι «Το κορίτσι που ήθελε να γίνει θεά». Αν δεν ήμουν όμως κλεισμένη μέσα σε αυτό το σώμα, πού θα ήμουν – ίσως τελικά να είναι η μοίρα μου να ταξινομηθώ και να αξιολογηθώ. Μα, φωνάζω με όλη μου τη δύναμη εναντίον του. Εγώ είμαι ο εαυτός μου – Είμαι ισχυρή – μέχρι ποιο σημείο όμως; Εγώ είμαι ο εαυτός μου». Γράφει στα Ημερολόγιά της

Η Σύλβια Πλαθ είναι εναγκαλισμένη με την Μάτση Χατζηλαζάρου:

‘Θρηνώ όλες τις χαίτες των κοριτσιών που’ ναι ριγμένες επάνω στα μαξιλάρια του συμβατικού έρωτα’ γράφει η Μάτση το 1944 και προκαλεί.

Το κολάζ συνεχίζει να ιστορείται :

Αμοργός του Νίκου Γκάτσου

‘Εγὼ που κάποτε σ᾿ άγγιξα με τα μάτια της πούλιας
Και με τη χαίτη του φεγγαριού σ᾿ αγκάλιασα και χορέψαμε
μες στους καλοκαιριάτικους κάμπους
Πάνω στη θερισμένη καλαμιὰ και φάγαμε μαζὶ το κομμένο τριφύλλι
Μαύρη μεγάλη μοναξιὰ με τόσα βότσαλα τριγύρω στο λαιμὸ
τόσα χρωματιστὰ πετράδια στα μαλλιά σου.’

Στο κολάζ περιλαμβάνονται ‘Οι ώρες’ κινηματογραφική ταινία, βασισμένη στο μυθιστόρημα του Μάικλ Κάνιγκαμ. Αφηγείται την ιστορία τριών γυναικών, σε διαφορετικές εποχές, που οι ζωές τους επηρεάζονται από το βιβλίο ‘Κυρία Νταλαγουέη’ που έγραψε η Βιρτζίνια Γουλφ στο σπίτι της στην Αγγλία το 1923. Η ταινία καταδεικνύει τα αδιέξοδα των τριών γυναικών και τις προσπάθειές τους να δώσουν νόημα στη ζωή τους.

Συνεχίζουμε με τις ‘Διακοπές στην πραγματικότητα’, ποιητική συλλογή του Χάρη Βλαβιανού

‘Όταν πέσουν και τα τελευταία φύλλα
θα επιστρέψουμε επιτέλους στον γνωστό, οικείο χώρο μας,
το πολύτιμο αυτό άσυλο
που το εξαντλημένο σώμα άφησε ανολοκλήρωτο
για τις ανάγκες μιας αναπόφευκτης γνώσης.
Από το ποίημα ‘Φθινοπωρινό ρεφραίν’ της συλλογής.’
Ακολουθούν η γυναικεία μορφή της Μαίριλυν,
τα ηδονικά ποιήματα του Καβάφη, με κοινό νήμα τη μνήμη να μετασχηματίζει την πραγματική εμπειρία σε αισθητικό γεγονός, με πρωτοποριακές τεχνικές, σε «μορφήν της Καλλονής»,
η αναφορά του Μάνου Χατζιδάκι στο γεγονός ότι περιέχουμε τα πρόσωπα που αγαπήσαμε
και τελευταία αναφορά, ο αγαπημένος της πίνακας, το φιλί του Μουνκ.
Όλα τα κομμάτια του Κολάζ αντανακλούν την σκέψη και το συναίσθημα της ηρωίδας.
Αντίπαλο δέος της καταθλιπτικής και αυτοκτονικής διάθεσης ό έρωτας για τη ζωή,
του αδιέξοδου τα παραμύθια για μικρούς και μεγάλους,
του σκοταδιού, ‘αν η ποίηση είχε χρώμα’,
της μοναξιάς το ποδήλατό μου
Χοσέ (όνομα που μ’ αρέσει),
της παραίτησης Βότανο Λουίζα(για το αδυνάτισμα) και ‘Ο Καθρέφτης’ του Φοίβου Δεληβοριά.

Είναι δύσκολο να πορεύεσαι με αντιφατικά κομμάτια, όμως όλα έχουν ένα κοινό ομφάλιο λώρο, που γίνεται αντιληπτός μόνο απ’ το ίδιο το άτομο.

Έτσι καταφέρνουμε να ζούμε προχωρώντας τις ατέλειές μας στον χρόνο, που όπως ο γλύπτης πλάθει την ύλη, το ξύλο, το μάρμαρο, την πέτρα, το μέταλλο κι αυτός σαν άξιος τεχνίτης αποκρυπτογραφεί τους κώδικες που το υλικό φέρει μέσα του.

Τις δυνατότητες που περιέχει, σαν φυσικό προιόν. Την ένταση που είναι ικανό να αντέξει, την κατάρριψη των ορίων του.

Για να μεταμορφωθεί η ύλη αναζητά μια διαχρονική αρμονία, σαν δυναμικό αποτέλεσμα της εσωτερικής πάλης φαινομενικά αντίθετων τάσεων.

‘‘Ω εσύ σκάβεις κι εγώ σκάβω και σκάβω μέσα μου ως εσένα’’, γράφει ο Πάουλ Τσέλαν και σταχυολογεί στο Σχεδίασμά της η Μίνα.

Θα ήθελα να σας διαβάσω τα λόγια της Μάτσης Χατζηλαζάρου, από τη μοναδική δημοσιευμένη της συνέντευξη το 1986:

-Μερικοί λένε πως η ποίηση είναι μια βασανιστική τριβή με τις λέξεις.

-Είναι!

Εσείς όμως μου το παρουσιάζετε σαν μια πράξη αυθόρμητη….

-Μα αυθόρμητη είναι. Οι λέξεις είναι όμως άτιμες και μπορεί να φτηνήνουμε πολύ ένα πράγμα, να το κάνουνε σαχλό. Γι’ αυτό πρέπει να τις προσέχεις, να απορρίπτεις διαρκώς, πράγμα που δεν είναι εύκολο.

Δεν ψάχνεις τις ωραίες λέξεις ή τα ωραία συναισθήματα -αυτά έρχονται και φεύγουν. Ψάχνεις τις σωστές λέξεις. Κι αυτό είναι ποίηση.

Η Μίνα έχει διαλέξει προσεκτικά και τελικά έχει βρει τις σωστές λέξεις.

Τρυφερές, αισθαντικές, βαθιά ερωτικές. Λέξεις εξομολογητικές και σαγηνευτικές. Χωρίς καμιά διάθεση αυτοπροβολής και υπερβολής, με απλά, κατανοητά εργαλεία, χτίζει το δικό της όνειρο, σε μια εξιστόρηση που συνδυάζει με μαεστρία τον πεζό με τον ποιητικό λόγο.

Η Μίνα Ξηρογιάννη επιλέγει να μιλά καθαρά, απογυμνώνοντας τις λέξεις από τα περιττά στολίδια φτιάχνοντας ένα βιβλίο με παλμό για τον έρωτα και την ποίηση, την απόγνωση και την ανατροπή, την μοναξιά και τη δύναμη, τη θλίψη και τη ζωή.

Αργά και βασανιστικά η ηρωίδα παλεύει για την αλήθεια του ποιήματος, γράφει και σβήνει, προσθέτει και αναιρεί με την τόλμη της μη βεβαιότητας. Στο ποίημα ‘ΟΡΙΣΜΟΙ’ προσθέτει στον τίτλο ένα ερωτηματικό, και αφού το ολοκληρώσει γράφει ότι δεν ξέρει ακόμα αν θα είναι αυτή η τελική μορφή του ποιήματος. Ίσως το πρόσωπο που αφηγείται την ιστορία να επινόησε την Σοφί, δανείζοντάς της τις ιδιότητες της ποιήτριας, παίρνοντας ζωή απ’ τη ζωή της και τις εσωτερικές της ανακατατάξεις. Ίσως όλο το σχεδίασμα να είναι μια αργή, βασανιστική τριβή με τις λέξεις σε μια πραγματικότητα δύο κόσμων που βιώνει η ηρωίδα, αποκαλύπτοντας μιαν άλλην εκδοχή του εαυτού της.

Αναρωτιόμαστε εάν 23 μέρες είναι ο χρόνος αναμονής της επιστροφής του εραστή ή ο χρόνος σύλληψης του ποιήματος.

Η γραφή ενός ποιήματος είναι μια βαθιά ερωτική διεργασία, και η αγωνία της ηρωίδας να είναι έτοιμη μπροστά στη λευκή κόλα είναι ίσως και ο τόπος που γέννησε την Σοφί.

Και η επιλογή του ονόματος δεν είναι τυχαία. Όνομα που παραπέμπει σε αρετές όπως σωστή κρίση, φρόνηση, ευφυΐα, γνώση, σε αντίθεση με το νεαρό της ηλικίας της.

Το πρώτο ποίημα που γράφει είναι σαρωτικό, σχεδόν σωματικό. Υποβάλλει μια εξέλιξη δυσοίωνη, που μέρα με την μέρα ανατρέπεται. Αντιμέτωπη με την πρόκληση μιας αυτοκτονικής τριβής με το αδιέξοδο του έρωτα, προκαλεί την άλλη πλευρά του εαυτού της, την αυτόνομη και ζωτική λύση της εσωτερικής της πάλης. Το τέλος είναι λυτρωτικό και συμπίπτει με την απαρχή μιας μοίρας που ηρωίδα είναι η ίδια, γιατί αυτή επέλεξε να νικήσει τον όλεθρο.

Η Μίνα Ξηρογιάννη καταθέτει τις μύχιες σκέψεις της για την σύλληψη και την γέννηση ενός ποιήματος, μέσα σε μια ζεστή και φιλόξενη μήτρα, θυμίζοντας τα λόγια του Πάμπλο Νερούδα «Η ποίηση διδάσκεται βήμα βήμα ανάμεσα στα πράγματα και στις υπάρξεις, χωρίς να τα χωρίσουμε, αλλά ενώνοντάς τα με την ανιδιοτελή απλωσιά της αγάπης».

Μ’ έναν πολύ ενδιαφέροντα και γοητευτικό τρόπο θέτει ερωτήματα και ανακαλύπτει, ξανά και ξανά, πώς φτιάχνεται ένα ποίημα, απ’ τις λέξεις που δεν περισσεύουν. Κι αυτό είναι ποίηση.

Θα ήθελα να κλείσω με την αναφορά του ονόματος του Άγγλου ποιητή του 19ου αιώνα Samuel Taylor Coleridge που με απόσπασμα από ποίημά του ξεκινά το βιβλίο και με τα λόγια ενός συγγραφέα που χειρίστηκε με ιδιαίτερη ευαισθησία το θέμα του έρωτα στα βιβλία του, του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες.

«Στους ανθρώπους θα έδειχνα πόσο λάθος κάνουν να νομίζουν ότι παύουν να ερωτεύονται όταν γερνούν, χωρίς να καταλαβαίνουν ότι γερνούν όταν παύουν να ερωτεύονται».

* Κείμενο που εκφωνήθηκε από τη Λένα Σαμαρά στην πρώτη παρουσίαση του βιβλίου.

 

ΜΑΡΙΑ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ

Fractal 03/06/2015

Ξαναζώντας το

Γιατί μετράει κανείς τις μέρες; Από ένα γεγονός ή μέχρι κάποιο άλλο; Για να αθροίσει τον καιρό που πέρασε ή για να υπολογίσει πόσο ακόμα θα χρειαστεί να διανύσει περιμένοντας το πλήρωμά του να φέρει κάτι άλλο; Κι αν δαμάζει τελικά ο χρόνος από μόνος του τον πόνο, τι απογίνονται η ελπίδα και η προσδοκία όταν αυτός περνά και φεύγει ;

Η Ασημίνα Ξηρογιάννη δίνει φωνή και βήμα σε μια γυναίκα που δημιουργεί, για να ξαναζήσει μαζί της ένα χρονικό 23 ημερών που αποπνέουν συγχρόνως καλοκαιρία με έναν αποχωρισμό, σφοδρό και βίαιο σαν θάνατο, ωστόσο μη οριστικό ∙ να πλανάται άλλοτε σαν απειλή και σαν τελεσμένο γεγονός που καλείται να πενθήσει, άλλοτε σαν μετακλητή πραγματικότητα που προσπαθεί να αναιρέσει. Οι αριθμοί 2 και 3 αποδεικνύονται σημαδιακοί αφού επανέρχονται στο αφήγημα, ενώ η μία κορυφή του ερωτικού τριγώνου που θα υπαινιχθεί παραμένει σχεδόν ανυπόστατη. Όλα λειτουργούν σαν φόντο για να αναδειχθεί εντονότερα το συναισθηματικό κλίμα που βιώνει η κεντρική ηρωίδα.

Αυτή είναι η «Σοφί» που δεν επιτρέπει σε κάποιον που φεύγει από τη ζωή της να την κάνει ποίημα. Επιδιώκει να βυθιστεί η ίδια σε μια κατάσταση εκστατική και θερμή ανάλογη σε ένταση, αλλά και στο πάθος που διέτρεχε τη μοιραία σχέση ∙ θέλει να γράψει εκείνη το τέλος αλλά και πάλι… Μπαινοβγαίνει στη «νάρκωση» που της προσέφερε κατά το παρελθόν το μοναχικό της όραμα για μια από κοινού ποιητική ζωή και αποπειράται να φωτίσει από διαφορετικές γωνίες τα γεγονότα. Το σοκ της απώλειας γίνεται αφορμή για να ξεδιπλώσει μια πρόσφατη, ίσως «παλιά» και επαναλαμβανόμενή της ιστορία.

Η σχέση χωρίς αποκλειστικότητα και η αγωνία της ουσιαστικής συνεύρεσης πασχίζει να διαιωνιστεί στο λογοτεχνικό παρόν. Το σώμα κι η ψυχή, ο νους, τελούν υπό καθεστώς «βίας», τρέχουν με την κεκτημένη ορμή. Αναζητούν τη συνέχεια και τον παρτενέρ για τη συνομιλία που –ίσως λόγω ακριβώς της αποσπασματικότητας και της αμφιβολίας- είχε εξιδανικευτεί και υποσχόταν παλιότερα το άπαν της απόλυτης ταύτισης.

Στο σκηνικό που στήνεται, αντί για τα βιβλία του απόντος, σε ένα καφέ κομοδίνο χάσκουν άσπρα ηρεμιστικά χάπια, λευκά μηνύματα συνοδεύουν τις νύχτες της. Η Σοφί αναπολεί, συσχετίζει με ζευγάρια της τέχνης και απαριθμεί –ο τρόπος της να βάλει μία τάξη μες το χάος και να βρει μια έξοδο από τον φαύλο κύκλο-. Θα εκπληρώσει το πέρασμα του χρόνου την υπόσχεση για επιστροφή στη παρελθούσα συνθήκη που θα σημάνει και τη λύτρωσή της;

Η συγκεκριμένη πιθανότητα, δικαίωμα και πόρτα ανοιχτή για μέλλοντα αόριστο για αυτόν που έχει αποχωρήσει, ελπίδα και άρνηση του τέλους για αυτήν που παραμένει, φέρνουν στην επιφάνεια αναπάντητα «αν» και «γιατί» μαζί με το ελπιδοφόρο ‘πότε;’ που η προσδοκία δεν επιτρέπει να γίνει ένα οριστικό ‘ποτέ’. Η σύγχυση κι η παλινδρομική κίνηση ανάμεσα στην απόρριψη, την εξιδανίκευση και την άρνηση επιτείνονται.

Πάνω σ΄αυτό τον καμβά, η Α.Ξ. προτίθεται να αναδείξει τη διαδικασία γύρω από την ποιητική δημιουργία, τη μόνωση και τον πόνο ως προϋποθέσεις της ανάτασης. Αναζητά την αλληλουχία λέξεων που θα εκπορθήσουν τα τείχη της νοικιασμένης –και παράνομης ενδεχομένως- κάμαρας που έχει μετατρέψει σε χώρο προβληματισμού και πένθους ∙ ίσως το ίδιο το σώμα της Σοφί. Προκειμένου να μεταστοιχειώσει το λυγμό σε λόγο καταφεύγει στην ανάγνωση, τη καταγραφή του αισθήματος. Οι αισθήσεις όμως βρίσκονται σε συναγερμό : H ελπίδα και η προσμονή οξύνουν την ακοή, την στρέφουν στον εξωτερικό χώρο απ΄ όπου προσδοκά να αφουγκραστεί τον ήχο της επιστροφής, της ευνοϊκής επιλογής που θα κάνει ο άλλος και το ιδανικό ισοδύναμο της ανακούφισής της.

Τόσο ο ζόφος όσο και ο φαύλος κύκλος επικοινωνούνται από την συγγραφέα, αλλά αφού η ηρωίδα διέρχεται τις φάσεις κορυφώνει μ’ έναν θυμό –προς εαυτόν- όπου η λύση, ως απάντηση στα ερωτήματα ωριμάζει με τη «Φθινοπωρινή Ιστορία» και αποδίδει καρπούς στο «ΧΧ» (το επιθυμητό συστατικό του αριθμού 23). Οι λέξεις αποκτούν εκεί ποιητική πολυσημία, με τα πολλαπλά βάρη που κουβαλάνε η καλοκαιρία και το φθινόπωρο, η έξοδος συντελείται παίρνοντας τη συμβολική μορφή της έκρηξης του σώματος, από το χώρο του βωβού αναβρασμού στο χώρο της λεκτικής έκφρασης.

Για να συμβεί η ποιητική απογείωση θα χρειαστεί να αλλάξουν όλα. Από τη κρεβατοκάμαρα βρισκόμαστε στη τουαλέτα, από τις κλεμμένες Τετάρτες σε μια ματωμένη Παρασκευή, από τα άσπρα και καφέ χρώματα –με τους ανάλογους συμβολισμούς τους – στο κόκκινο του αίματος. Να σταματήσει το μυαλό να διανοείται και η ψυχή να παραπλανάται, να αποκαλυφθούν «μυστικά», να μετατοπιστεί η δράση.

Όταν τα φτερά του έρωτά της πριονίζονται, για να πετάξει η ποίηση απαιτεί μια κίνηση οριστική, απότομη και καταλυτική, ένα πλήγμα – μήνυμα ισότιμο με την χαίνουσα πληγή του χωρισμού και της αμφιβολίας. Σε χώρο ζωτικό, σωματικό και κάτω από τη μέση, θα βρει τις λέξεις, θα διατυπώσει το διά ταύτα με έναν τρόπο που κυριολεκτικά αγγίζει∙ χρειάστηκε να τρέξει αίμα…

Το σώμα βγαίνει από τη «νάρκωση» της πλάνης του και η θερμοκρασία του πάθους που επιζητείται –που αναπτυσσόταν ήδη από την εποχή της μη ολοκλήρωσης και των ατελών διαδρομών προς τον άλλον- εξισορροπείται. Με το ζεστό υγρό να ρέει και «τις χορδές σπασμένες» αναδύονται τα λόγια και η μελωδία ηχεί. Ρήξη, κατανόηση και ανατροπή: Η αναμονή κι η επιθυμία, ποσά ευθέως ανάλογα, ο θρήνος ατελέσφορος όσο το πέρας αιωρείται, ο χρόνος αποδεικνύεται αδιάφορος καθώς κοιτάει μόνο τη δουλειά του, να φεύγει ανεπιστρεπτί. Η αναμονή ήταν λοιπόν αφροδισιακή;

Πριν και μετά από τις σημαντικές διαπιστώσεις η ιστορία, ωστόσο, απλώνει, συνεχίζεται. Αφού έχουμε να κάνουμε με αφήγημα, με «αρχή, μέση και τέλος» και αφού η Α.Ξ. παραχωρεί δικαίωμα στους αναγνώστες της να καθορίσουν και αυτοί τη μοίρα της Σοφί της, θα επισημάνω ότι η συμβολική κίνησή της προς τον εξωτερικό χώρο, το «δρόμο» που διασχίζει, η αποχώρηση από το Facebook και το κάπως επιβεβλημένο happy –(ή ‘ηθικά’ ορθό) end υστερούν σε ένταση, πολυσημία και αυθεντικότητα. Η Α.Ξ. φέρεται με καλοσύνη στην ηρωίδα της και της χαρίζει την επιβίωση, της στρέφει το βλέμμα σε ένα μέλλον σχεδιασμένο, αλλά προφανώς την αποκόβει από το παρελθόν και αναστέλλει –με τρόπο παρόμοιο με τη περιγραφείσα σχέση!- τη κάθαρση που θα ήταν δυνατόν να φέρει μια σύγκρουση της ηρωίδας καθώς απευθύνεται στο άλλο της –και παρελθόν- μισό.

Η Σοφί αφήνει αναπάντητα τα «γιατί» ενώ αναιρεί επιφανειακά τα «αν» και απονευρώνει τις ισχυρές της εξομολογήσεις. Η διαφορετική στροφή που παίρνει είναι βέβαια πολύ πιο ανοιχτή, αλλά περιστρέφεται γύρω από τον παλιό και σταθερό της άξονα. Επίκεντρό της παραμένει ο ίδιος πάντα, άλλος άνθρωπος, οι σχέσεις του με τους ανυπόστατους τρίτους, ο χρόνος που περνάει μάταια φέρνοντας τις παλιές ιστορίες στο προσκήνιο, ενώ η απόσταση, η αλλαγή τοπίου και η άρνηση της πλήρους αυτοκαταστροφής («χάπια», «γκάζι») είναι σαν και τον χωρισμό που δεν είναι οριστικός: Θέμα χρόνου, στη σχέση δύο οντοτήτων να παρεμβαίνει κάποια άλλη, τρίτη (οντότητα, κατάσταση) που παραμένει τόσο άγνωστη όσο και φαρμακερή μέσα στο ανάγνωσμα.

Η Ασημίνα Ξηρογιάννη απεικόνισε μία κατάσταση και παράλληλα φώτισε ένα αφήγημα από διαφορετικές γωνίες, την ποιητική εξομολογητική, διακειμενική και εικαστική. Έκανε σαφή στον αναγνώστη το χρονικό, το αδιέξοδο, την οδύνη και τα μέσα που επικαλούμαστε για να παραβλέπουμε τα πιο σημαντικά και τελεσίδικα γεγονότα, τη στέρηση και τη φθορά, τη στέρηση που επιτείνει τη φθορά και αντίστροφα.

Από όποιο πρίσμα ωστόσο κι να το κοίταξα, το κόκκινο, σαν και τα χρώματα σε μια παλέτα, είναι αυτό που ξεχωρίζει, είναι αυτό που με το πέρασμα του χρόνου, ξεθωριάζει τελευταίο.

 

Εποχή μου είναι η ποίηση

 

ΚΟΥΛΑ ΑΔΑΛΟΓΛΟΥ

FRACTAL 27/01/2016

Η ποίηση, η ζωή και μια ιστορία in progress

Η ποιητική συλλογή Εποχή μου είναι η ποίηση είναι η τρίτη της Ασημίνας Ξηρογιάννη. Ο νέος άνθρωπος και η εποχή του – αντιμέτωπος με την εποχή του. Και η ποίηση, που τον βοηθάει να αντέχει τις συγκυρίες και τις συνθήκες της εποχής του.

Ένας άνθρωπος που, μέσα σ’ αυτήν την εποχή, κουβαλάει τις πληγές του. Και τα ερωτηματικά και τις διαψεύσεις του.

Στη συλλογή υπάρχουν ποιήματα ποιητικής, με την έννοια του τι είναι ποίηση, όπως τα Ένα ποίημα για τον Τάσο Λειβαδίτη, σ. 23, Νέα ποιητική, σ.24, άτιτλο, σ.33.

Αλλά και, ευρύτερα, ποιήματα για το ρόλο της ποίησης μέσα στη συγκεκριμένη εποχή. Και, επίσης, για το ρόλο του ποιητικού υποκειμένου-ποιητή σε σχέση με τα καθημερινά προβλήματα γύρω του αλλά και σε σχέση με τη γενικότερη πολιτική κατάσταση. Η αγωνία: η ποίηση είναι ένα άλλοθι, για να κρυφτεί το ποιητικό υποκείμενο στο «καβούκι» του ή είναι ένας τρόπος να αρθρωθούν τα προβλήματα και να έρθουν κοντά οι άνθρωποι-συμπάσχοντες;

Η Αθήνα καίγεται στις φλόγες/ και συ στοχάζεσαι πάνω στο ποίημα./ […] (σαν να βγήκες στους δρόμους/ σαν να ούρλιαξες ( άτιτλο, σ. 14)

Ά-πολις κατάντησε/ κι όμως δεν ξέρει να σου πει/ πώς λέγεται αυτό το –α./ Μα το σώμα του/ ξέρει καλά/ τα στερητικά τα άλφα/ τι σημαίνουν (Μετανάστης, σ. 36)

Το πρώτο ποίημα της συλλογής αρχίζει με ένα ερώτημα: Πες μου,/ γιατί να γράφεις ποιήματα,/ όταν δεν υπάρχουν αναγνώστες;

Και τίθεται μια πρώτη θέση, που σε όλη την υπόλοιπη συλλογή προβληματίζει, υπονομεύεται, αίρεται. Χωρίς απολυτότητες και χωρίς αφορισμούς.

Η μόνη βεβαιότητα που διατυπώνεται κατηγορηματικά: […] μόνο μια πράξη/ δεν θα σε προδώσει ποτέ: η γραφή (σ.37).

Μέσα από τους προβληματισμούς και τα ερωτήματα επιχειρείται ο προσδι-ορισμός του ποιητικού υποκειμένου:

Και συ αναζητάς τη συνέχεια των στίχων σου/ και ισχυρίζεσαι ότι αντιστάθηκες (σ. 14)

Μα πάνω απ’ όλα ποιητής./ Φιλτράρεις τη ζωή/ και η ποίηση είναι ο τόπος σου/ και ο χρόνος σου μαζί. (σ.35)

Στο όλο κλίμα προστίθενται και τα συναισθήματα της αμφιβολίας και διάψευσης στον έρωτα, αλλά και η ισορροπία και η πληρότητα που πηγάζουν πάλι από τον έρωτα:

Μαζί μου πήγαινες/ μαζί μου ερχόσουν./ Τώρα σιωπάς./ Και δεν ξέρω αν αδράνησες/ ή αν έχεις ηττηθεί. (σ.18)

Με τον έρωτα λες/ θα διατηρήσεις την ισορροπία σου/ μέσα στην ανισορροπία του κόσμου. (σ.46)

Λόγος λιτός, αστόλιστος. Οι καλύτερες στιγμές τα σύντομα, πυκνά ποιήματα. Το συναίσθημα, όταν πλεονάζει, κάνει κάποτε το ποίημα να χάσει τον βηματισμό του, ή φθάνει σε κάποιον διδακτισμό. Η ένταση μεγαλώνει με την πύκνωση του νοήματος.

Υπάρχει ένα ποίημα που θεωρώ πολύ χαρακτηριστικό στη συλλογή της, το Θεατής, σ.41 – ίσως μαζί με το αντίστοιχο της σελίδας 16. Ερωτικό με την ευρύτερη έννοια, αλλά και με τους όρους της ερωτικής επιθυμίας, προς έναν άντρα μέσα στη δράση ( Και γι’ αυτό σε αγάπησα./ Επειδή κινούσες βουνά/ μόνο με το χαμόγελο) που έχει μεταμορφωθεί σε θεατή των όσων διαδραματίζονται, βάζοντας σε δοκιμασία τα αισθήματα του ποιητικού υποκειμένου. Το ποίημα αυτό μπορεί να θεωρηθεί μια γέφυρα με το βιβλίο της Ξηρογιάννη 23 Μέρες. Όπως και η επίγνωση που διατρέχει τη συλλογή, πως η ποίηση είναι το σταθερό background μέσα στο οποίο δρα το ποιητικό υποκείμενο, με τη βεβαιότητα πως μόνο μια πράξη/ δεν θα σε προδώσει ποτέ: η γραφή.

Οι 23 Μέρες είναι ένα κείμενο που δεν είναι εύκολο να χωρέσει σε κάποιο συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος. Θεωρώ βέβαιο το ποιητικό στοιχείο και διαβάζω την έντονη θεατρικότητα του κειμένου. Άρα, θεατρική ποίηση, ας πούμε.

Η ίδια η συγγραφέας ονομάζει το κείμενό της, ως ποιητικό υποκείμενο, την 12η μέρα, ποιητική νουβέλα in progress, τονίζοντας ίσως το στοιχείο της αφήγησης, όσον αφορά τη νουβέλα. Εκείνο που πρέπει οπωσδήποτε να κρατηθεί είναι το in progress. Σε εξέλιξη είναι και η γραφή του κειμένου, καθώς παρακολουθούμε τα τεκταινόμενα μέρα τη μέρα, και φυσικά παράλληλα σε εξέλιξη είναι και η εσωτερική συναισθηματική κατάσταση του ποιητικού υποκειμένου.

23 μέρες. Αναμονή και εσωτερική διεργασία. Το ποιητικό υποκείμενο, μια νεαρή γυναίκα, και ο Άλλος, ο εραστής, που έχει απομακρυνθεί, και όλο το κείμενο είναι η περιγραφή-αφήγηση της πιθανής επιστροφής του. Με τη φωνή του Άλλου να ακούγεται μέσα από τη φωνή του ποιητικού υποκειμένου και μέσα από τις «σκηνικές» οδηγίες που αυτό δίνει για τον χώρο – εσωτερικό χώρο – και για το συναισθηματικό πλαίσιο. Με πολλές διακειμενικές αναφορές και συνομιλίες. Πολύ ενδιαφέρουσα γραφή, με τον υβριδικό της χαρακτήρα. Να σημειώσω ότι με πλάγια γράμματα αναφέρεται ο άμεσος λόγος του ποιητικού υποκειμένου, με ορθά το πλαίσιο ή τα σχόλια, σχετικά με ό,τι διαδραματίζεται ή σχετικά με όσα σκέφτεται/θυμάται η νεαρή γυναίκα. Τα μέρη αυτά συνυπάρχουν στην ίδια μέρα, αλλά μπορεί και να αυτονομούνται, να μιλάει δηλαδή μόνο το ποιητικό υποκείμενο ή και να διαβάζουμε μόνο τις σκέψεις και τους στοχασμούς του, ανάλογα με το πώς σκηνοθετείται η εξέλιξη.

Ο χώρος είναι ένα νοικιασμένο δωμάτιο, που φιλοξενούσε τις ερωτικές τους συναντήσεις. Στοιχεία για τα αντικείμενα του δωματίου: το κρεβάτι, ένας τετράγωνος καθρέφτης, μια ντουλάπα, ένα καφέ κομοδίνο, τα αντικαταθλιπτικά χάπια, το σημειωματάριο πάνω στο κομοδίνο, ο πίνακας με Το Φιλί του Μουνκ στον τοίχο. Και μια κουνιστή πολυθρόνα, όπου η γυναίκα, η Σοφί, περιμένει να ακούσει τον ήχο της επιστροφής του.

Η Σοφί, γράφει σε σημειωματάριο, όχι σε ηλεκτρονικό υπολογιστή. Ενδιαφέρουσα σκηνοθετική λεπτομέρεια, καθώς η όλη ατμόσφαιρα παραπέμπει σε παλαιότερα λογοτεχνικά ζευγάρια, στους μεγάλους τους έρωτες και στους χωρισμούς τους, στη μοναξιά τους και στη «φυγή» τους απ’ τη ζωή. Και οι διακειμενικές αναφορές στις Σύλβια Πλαθ, Ανν Σέξτον, Έμιλυ Ντίκινσον, στον Χένρι Μίλερ και στην Αναΐς Νιν. Ωστόσο, κάποια στιγμή κατανοεί ότι πρέπει να λάβει τις δικές της αποφάσεις:

Τώρα όμως νιώθει πως είναι οι περιστάσεις που την καλούν να σκεφτεί για τη δική της ζωή και όχι μόνο για τη ζωή των «διακειμενικών άλλων». (XIII, σ. 26)

Η Σοφί πιστεύει ότι πολλοί άνθρωποι εγκλωβισμένοι στον μικρό χώρο ενός δωματίου ασφυκτιούν, αλλά μέσα από το πνίξιμο και την ασφυξία αυτή μπορεί να γεννηθεί ένα ποίημα. Από την άλλη μεριά

Αν πάλι κάποιος είναι μόνος του/ ολομόναχος, κλεισμένος σε έναν τέτοιο μικρό χώρο/ για πολλές συνεχόμενες μέρες (23 ας πούμε)/ πάλι θα αφυκτιά… από τη μοναξιά του ίσως./ Και σε αυτήν την περίπτωση μπορεί να γεννηθεί ένα ποίημα/ ή πολλά ποιήματα/ ή ένα πεζό/ ή… (XVII, σ.32)

Μια αναφορά πάλι στο κείμενο που γράφεται και στο είδος του, η ενδιαφέρουσα «έξοδος» του ποιητικού υποκειμένου από το κείμενο και η απ’ έξω παρακολούθηση της γραφής.

Την 21η μέρα υπάρχει μια ενδιαφέρουσα, μάλλον αναπάντεχη, αναφορά στον Σολωμό και στα σχεδιάσματά του (ύστερα από ένα μότο του Πάουλ Τσέλαν)

Αυτό που αποκαλούμε «σχέση»/ δεν είναι παρά ένα σχεδίασμα εντέλει/ – όπως οι «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» του Σολωμού, ας πούμε – / «Κι όμως εκεί βρίσκεται όλη η ουσία της/ είναι κάτι σαν work in progress», μου λες εσύ./ «Κι όμως, εκεί συνίσταται η γοητεία της,/ στο ότι ατέρμονα συνδιαλέγεται με το χάος» σου λέω εγώ./ (Ίσως είναι η πρώτη φορά που οι απόψεις μας συγκλίνουν κάπως)/ (Ίσως πρέπει να χωρίσουμε οριστικά) (ΧΧΙ, Σχεδίασμα, σ. 37)

Η συνειδητοποίηση της αποστασιοποίησης, ύστερα από τη διαπίστωση μιας σύγκλισης, είναι πολύ ενδιαφέρουσα, καθώς η σαν work in progress σχέση, και συνακόλουθα η αφήγηση, φαίνεται να οδηγούνται προς ένα τέλος. Που δεν θα είναι μελοδραματικό, άλλωστε η πρωταγωνίστρια δήλωσε πως

Η Σοφί αγαπά τις καταθλίψεις της./ Επίσης απεχθάνεται το μελό/ (σ εόλες του τις εκφάνσεις) (XIV, σ.28)

Θα είναι μια έξοδος

Αλλά εγώ δεν θα χρησιμοποιήσω το γκάζι./ Με βλέπω ήδη να διασχίζω το δρόμο/ έχοντας ξεχάσει τα σθεντόν/ πάνω στο κομοδίνο. (XIII, σ. 39)

Έξοδος διπλή, πάλι. Από τον εσωτερικό χώρο στον εξωτερικό, από την ψυχική κατάπτωση και απομόνωση στην έξω ζωή. Όχι ίσως με το χρώμα του προβληματισμού που υπήρχε στη συλλογή Εποχή μου είναι η ποίηση. Αλλά με μια βαθύτερη εσωτερική δυναμική: η γραφή-ποίηση δείχνει, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να έχει καθοριστικό, λυτρωτικό χαρακτήρα. Αποκτά έναν δυναμικό ρόλο στη ζωή του ποιητικού υποκειμένου, το οποίο οδηγείται στη λύση (θεατρική η σημασία) μέσω της γραφής.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΛΛΗΣ

FRACTAL 18/12/2014

«Μα εγώ θα γράψω μόνο για την ποίηση»

Εποχή μου είναι η ποίηση, δηλώνει η Ασημίνα Ξηρογιάννη στην πρόσφατη ποιητική της συλλογή, θέλοντας να επισημοποιήσει την πίστη της σε μια εποχή, έξω από το χρόνο, όπου η ποίηση συνεχίζει να μας έλκει και να δημιουργεί τον κόσμο κάθε φορά εκ νέου. Τα ποιήματά της είναι αποδείξεις που δηλώνουν πως η ποιητική τέχνη, δεν είναι μόνο για τα βιβλία και τα φιλολογικά σαλόνια, αλλά υπάρχει και ανθοφορεί μέσα στην ζωή μας, στις μικρές μεγάλες μας στιγμές. Η ποίηση είναι ο ευρυγώνιος φακός για την Ξηρογιάννη. Παρατηρεί σφαιρικά, γιατί όχι και ολικά, την ανθρώπινη ύπαρξη. Το δηλώνει εξάλλου:

Οι καιροί μας σπρώχνουν
σε δράμα που δεν υπάρχουν λέξεις
να εκφραστεί.
Σε αυτούς τους καιρούς
σκηνοθετώ την πορεία μου
και αξιώνω κόσμο ομορφιάς.

Σε αυτό τον κόσμο όπου οι αξίες φθίνουν και οι λέξεις αδυνατούν να εκφράσουν το βαθύτερο νόημα της ύπαρξης, η Ξηρογιάννη επιλέγει να επιστρέψει στις αρχέτυπες ρίζες της ποίησης, αναζητώντας την ομορφιά. Μέσα σε ένα περιβάλλον που η ασχήμια κυριαρχεί, η ηθική έχει διαφθαρεί και οι άνθρωποι εύκολα χάνονται προσκολλημένοι σε αυτό που λάμπει και όχι στην ουσία, σ’ ένα κόσμο που η ταπεινότητα και ο αλτρουισμός θεωρείται μπανάλ η ποιήτρια επιμένει να πιστεύει στις πραγματικές και διαχρονικές αξίες.

Λες «εποχή μου είναι η ποίηση»
και βουλιάζεις μέσα στις λέξεις
αποτυπώνοντας μεταφορές για το αδιέξοδο παρόν
και ρουφάς με το μολύβι σου τη θλίψη αυτού του τόπου
που τον ήξερες για πατρίδα σου.
Λες «εποχή μου είναι η ποίηση»
και κάνεις τραγούδι τις αγωνίες σου
φτιάχνεις τον δικό σου λαβύρινθο
για να απομονωθείς.

Καταφύγιο η ποίηση. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως δεν ενδιαφέρει την ποιήτρια το τι συμβαίνει γύρω της. Απεναντίας. Στέκεται κριτικά σε ότι μας θλίβει. Το αδιέξοδο παρόν, η θλίψη αυτού του τόπου, είναι στοιχεία που την προβληματίζουν. Αλλά βρίσκω πολύ ενδιαφέρον πως αντί να παραμένει αδρανής, αναγνωρίζοντας απλώς την κρίση και την παρακμή, συνεχίζει, αντιδρώντας, ψάχνοντας την αλήθεια και την ουσία της ζωής στην ίδια την ποιητική τέχνη. Όχι στις λέξεις, αλλά στην ιαματική επίδραση της ποίησης να ανατρέπει, να μαγεύει, να χαρίζει ομορφιά δημιουργώντας αντιστάσεις. Τα περισσότερα κείμενα της Ξηρογιάννη είναι ποιήματα ποιητικής. Το κάνει αυτό εσκεμμένα, για να δείξει σε υπερβατικό βαθμό πως η ίδια πιστεύει πως μπορεί να γίνει καλύτερος άνθρωπος να σκάψει βαθιά μέσα της, όχι κατ’ ανάγκη για λύσεις, αλλά για νοητές διεξόδους ,που θα την βοηθήσουν να αντεπεξέλθει .Για την ίδια η ποίηση είναι παρηγοριά .Ένας τρόπος να αμυνθεί.

Μου λένε συνέχεια
γράψε για την εποχή σου
για την πόλη σου
για τους τετράγωνους κυβερνώντες
για το μνημόνιο
για τους Ευρωπαίους
για τις διαδηλώσεις των αγανακτισμένων
για την κατάλυση της εθνικής ταυτότητας
για τα πολιτικά σκάνδαλα
για την απώλεια της αξιοπρέπειας
για το γενικό ξεπούλημα της χώρας
για την κρίση
για το αμφίβολο μέλλον
για τους ξοφλημένους νέους
για την γενιά την τετρακοσίων ευρώ
και άλλα παρόμοια.
Μα εγώ θα γράψω μόνο για την ποίηση.
Που με βοηθάει να τ’ αντέχω όλα αυτά.

 

ΑΓΓΕΛΑ ΓΑΒΡΙΛΗ

«Πάρε υλικό από τη διάλυση»

Υπάρχουν εποχές πρόσφορες για ποίηση και εποχές αντιποιητικές; Η εποχή μας είναι για να γράφουμε ποίηση σε βιβλία ή για να γράφουμε ποίηση στους τοίχους; Κι ο τόπος του ποιητή ποιος είναι, η εποχή του ή οι στίχοι του; Πάνω σε αυτά τα ερωτήματα η Ασημίνα Ξηρογιάννη «χτίζει» την τρίτη της προσωπική συλλογή, δίνοντας μια απάντηση στον τίτλο, για να τη βάλει μετά απέναντί της, μέσα από τους στίχους της, και να την αμφισβητήσει, σε μια εσωτερική συνομιλία χαμηλών τόνων, χωρίς εξάρσεις συναισθηματικές και υπερβολές.

Κι αν η συνομιλία είναι εσωτερική, η ματιά της ποιήτριας δεν είναι αυτοαναφορική – κι αυτό είναι το σημείο όπου η ποιητική της Ασημίνας Ξηρογιάννη με κέρδισε: δεν κοιτάει στον καθρέφτη, αλλά κοιτάει δίπλα της και γύρω της τους άλλους ανθρώπους, βλέπει τους απελπισμένους, τους φοβισμένους, τους αίροντες τον σταυρό τους. Κι αναρωτιέται αν η ποίηση μπορεί να τους είναι χρήσιμη, αν υπάρχει λόγος να γράφει κάποιος, όταν τα πάντα καταρρέουν – σαν τους μουσικούς που έπαιζαν μέχρι τέλους ενώ βυθιζόταν ο Τιτανικός.

Αυτό το ναυάγιο μιας χώρας και μιας κοινωνίας, η ποιήτρια το αντιμετωπίζει στωικά αλλά με διαύγεια και με μια δόση ανθρωπιάς που συχνά λείπει από τη σύγχρονη τέχνη, η οποία είναι εγκεφαλική και αποστασιοποιημένη – κάποτε μη ανθρώπινη. Η ποίηση της Ξηρογιάννη ρωτάει: «Πώς βρεθήκαμε εδώ; Τι πρέπει να κάνουμε; Τι μας περιμένει;» Πολλοί στίχοι της καταλήγουν σε ερωτηματικά, όλη η συλλογή είναι ένα ερωτηματικό και η κατάφαση του τίτλου, όταν ολοκληρώσει κάποιος την ανάγνωσή της, γίνεται κι αυτή ερώτηση.

Από τα ποιήματα της συλλογής, άλλοτε μικρά σαν συνθήματα, άλλοτε λίγο μεγαλύτερα με τη μορφή νοερού διαλόγου, ξεχώρισα αρκετά που τα διάβασα δύο και τρεις φορές. Κράτησα όμως τον «Μετανάστη», ίσως γιατί και τα δικά μου γραπτά «γέμισαν πρόσφυγες», όπως λέει σε έναν στίχο της η ποιήτρια, και με αυτό το ποίημα θα κλείσω την παρουσίαση:

Μετανάστης

Ά-πολις κατάντησε
κι όμως δεν ξέρει να σου πει
πώς λέγεται αυτό –α.
Μα το σώμα του
Ξέρει καλά
Τα στερητικά τα άλφα
τι σημαίνουν.

 

ΝΑΤΑΣΑ ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΥ

DIASTIXO 30/10/2013

Στα τέσσερα χρόνια εκδοτικής παρουσίας της Ασημίνας Ξηρογιάννη, η ποιητική συλλογή Εποχή μου είναι η ποίηση είναι το τέταρτο βιβλίο της. Εδώ το ενδιαφέρον της ποιήτριας μεταφέρεται από το κέντρο προς την περιφέρεια του κύκλου, από το άτομο προς την κοινωνία και τα σημερινά της αδιέξοδα.

Έχω την εντύπωση πως η αίσθηση του ανεκπλήρωτου που διαπερνά την πρώτη της συλλογή, Η προφητεία του ανέμου (Εκδ. Δωδώνη, 2009), αλλά και τα μεταγενέστερα βιβλία της, οι διαψεύσεις που βιώνει εκεί η δημιουργός εξαιτίας της ανάγκης της για κάποια ουσιαστική διαπροσωπική σχέση που επιτέλους θα ριζώσει και θ’ ανθίσει, και που ωστόσο δεν, όσο και ο πόνος της απώλειας που την ταλανίζει, μοιάζουν να γίνονται η αιτία που την ωθεί να στραφεί και να στοχεύσει όχι πια στην ικανοποίηση που αντλεί κάποιος από την ανταπόκριση και την πλήρωση που προσφέρει η πραγμάτωση ενός έρωτα, αλλά από την κοινωνική αντίστοιχη. Όμως και πάλι ίδια πικρία και απογοήτευση διατρέχει τους στίχους, κυριαρχεί στην καρδιά της: Γιατί να γράφεις ποιήματα/ όταν δεν υπάρχουν αναγνώστες; Ή: Δεν παλεύεται η πραγματικότητα/ με όμορφα συνδυασμένους τρόπους/ και έντεχνη αθωότητα.

Η Ασημίνα Ξηρογιάννη αναρωτιέται για το είδος της επικοινωνίας που υπάρχει ή που χρειάζεται ν’ αναπτυχθεί ανάμεσα σ’ εκείνη και τους γύρω της, προβληματίζεται ακόμη και για τη χρησιμότητα της ποίησης στις μέρες μας, διαλεγόμενη ωστόσο με τον εαυτό της εφόσον οι απαντήσεις που περιμένει μετά βίας ακούγονται, καθώς είναι ασύνταχτες και άναρθρες, μοιάζουν με δυσνόητη παντομίμα με την οποία προσπαθεί να εκφραστεί ένα πλήθος που βρίσκεται σε διαρκή σύγχυση: Η ποίηση είναι μια πολυτέλεια/ σε τέτοιους καιρούς, θα πεις./ Κι όμως μπορεί να είναι δρόμος. Ή αλλού: Μα δεν είναι τούτοι οι καιροί για ποίηση;

Φαίνεται προσωρινά να καταλήγει σε συμπέρασμα: Σε δύσκολους καιρούς/ δεν αναζητούμε/ τη μεγάλη ποίηση/ αλλά την επείγουσα, διαπιστώνοντας πως: κάθε τοίχος κι ένα σύνθημα./ Αυτή είναι η ποίηση που διαθέτουμε σήμερα. Εξ αυτού προτρέπει τον εαυτό της, αλλά και άλλους: Φτιάξε μια νέα ποιητική: «Πάρε υλικό από τη διάλυση/ και χτίσε ένα ακέραιο ποίημα».

Ωστόσο, αν και φαίνεται να γεννιέται μέσα της περιστασιακά μια ελπίδα πως κάτι θ’ αλλάξει, αν και, χάρη σ’ αυτή την ελπίδα, μοιάζει να εφευρίσκει και να προτείνει τρόπους αντίδρασης στα συμβαίνοντα, αρκεί η παρατήρηση της πραγματικότητας ώστε η απογοήτευση και η διάψευση να την καταλάβουν γι’ άλλη μια φορά: Το ποίημα περιπλανιέται αδιάκοπα/ στους δρόμους της πόλης που ξαγρυπνά/…απεγνωσμένα ζητά/…να το γράψουν/ όμως: δεν γράφεται. Γιατί άραγε;

Μήπως η από πολλούς αναμενόμενη επανάσταση δεν θα γίνει με τους ίδιους τρόπους που γνωρίζαμε ως σήμερα; Ίσως δεν πρόκειται για μια λαϊκή εξέγερση. Μήπως η επανάσταση είναι περισσότερο από ποτέ ατομική υπόθεση; Ατομική – όχι προσωπική. Πιθανώς κι εξ αυτού του λόγου, αν και οι άνθρωποι που έχουν κάτι να πουν, και που είναι αυτοί που τους σημάδεψε ένας μεγάλος πόνος, δεν συμβαίνει την ίδια στιγμή και στον ίδιο βαθμό οι ανάγκες τους να συναντώνται, ν’ αθροίζονται, έτσι ώστε να συναποτελέσουν το μεγάλο πλήθος, το κρίσιμο μέγεθος που απαιτείται, προκειμένου να συσταθεί το μαζικό κίνημα, μία, με γνωστούς πεπαλαιωμένους τρόπους καθοδηγούμενη έγερση, την οποία αρκετοί εξακολουθούν να ονειρεύονται. Ωστόσο, οι ονειρευόμενοι, αν τους παρατηρήσει κανείς, βλέπει ότι βαδίζουν με μιαν επιμονή ανεξήγητη σε πορεία αναντίστοιχη και οπισθοδρομική αναφορικά με τις απαιτήσεις της εποχής που διανύουμε.

Άλλωστε, επ’ αυτού και η Ασημίνα Ξηρογιάννη διαπιστώνει: κάποτε γράφαμε/ πατριωτικά ποιήματα/ κάποτε είχαμε πατρίδα. Η διαπίστωσή της βρίθει πικρίας και βαθέος παραπόνου: Στην πραγματικότητα είμαστε απάτριδες; Η συγκεκριμένη παραδοχή περισσότερο από άλλες την καίει; Το γεγονός ότι ακόμη και η λέξη «πατρίδα», όπως τόσες και τόσες άλλες, δεν είναι τίποτε περισσότερο από ένα πουκάμισο αδειανό; Οπωσδήποτε, κανείς απ’ όσους με μαεστρία και απαράμιλλη υπομονή γκρέμιζαν και σκόρπαγαν στρατούς σαρακιών, που για χρόνια κατέτρωγαν την καρδιά των εννοιών και των πραγμάτων, κανείς απ’ όσους άρρητα άκριτα υπέθαλπαν, ενέδιδαν στη συγκεκριμένη τακτική, την επικροτούσαν (στο όνομα ποιας ελευθερίας και τίνος είδους δημοκρατίας τάχα;), ή απλώς σώπαιναν, διανοήθηκε ότι τα πλήθη των απάτριδων είναι χειρότερα και πιο επικίνδυνα από εκείνα των μισθοφόρων.

Οπότε, το ποίημα εξακολουθεί να περιπλανιέται αδιάκοπα/ στους δρόμους της πόλης που ξαγρυπνά./ Απεγνωσμένα ζητά/ απ’ τους μετανάστες, τις πόρνες και τους ζητιάνους/ να το γράψουν. Όμως οι συγκεκριμένοι αδυνατούν. Όπως και οι άλλοι: Εκείνοι που τους παρατηρούν, που χρησιμοποιούν συχνά την περίπτωσή τους ως κάποιου είδους σημαία. Παρόλο που το υλικό της εν λόγω σημαίας είναι ο πόνος, φαίνεται πως δεν αρκεί για κανενός είδους αλλαγή, ανατροπή στις συνήθειες του βίου. Γι’ αυτό ίσως είναι απαραίτητοι οι όμοιοι με αξίωμα στίχοι που παρατίθενται σε κάποιο άλλο ποίημα: Ακόμα κι αν δεν έχεις πληγή,/ οφείλεις να δημιουργήσεις μία/ χάριν του ποιήματος.

Αλλά τότε, αυτομάτως, ανακύπτει το ερώτημα: Τόσο η οδύνη όσο και η τέχνη είναι αυτοσκοπός; Παράλληλα, σε ό,τι αφορά την προέκταση της προτροπής στα κοινωνικά ζητούμενα, μπορούμε να παρατηρήσουμε την αυθωρεί αναίρεση της αλήθειας αυτής της ρήσης, η οποία την ίδια στιγμή δίδει απάντηση στους προβληματισμούς περί της παθητικότητας που διαπερνά την κοινωνία. Αν δεν επαρκεί ό,τι ήδη συμβαίνει και χρειάζεται να εφευρεθούν, να κατασκευαστούν επιπλέον πληγές και οδύνες, συγχρόνως με την παθολογία που μπορεί κάποιος να διαπιστώσει, γεννάται ένα επιπλέον ερώτημα: Πώς είναι δυνατόν καθετί στημένο, στοιχειοθετημένο, να συνεπάρει; Αν η πραγματικότητα δεν δονεί τόσο όσο θα έπρεπε, μπορεί να δονήσει, να κινητοποιήσει το ψεύδος; Κι επίσης: Από ποιον να «δημιουργηθεί», να σκηνοθετηθεί τρόπον τινά η «πληγή», προς όφελος τίνος;

Ίσως θα ήταν χρήσιμο αν ο ποιητής, ο διανοητής ή ο όποιος άλλος ιθύνων μάς έλεγε: αναγνώρισε στον εαυτό σου τον «μετανάστη», την «πόρνη», τον «ζητιάνο», τον «άπατρι», δες αυτό που είσαι κι όχι αυτό που νομίζεις ή θα ’θελες να ’σαι, βρες το κουράγιο να σταθείς ευθαρσώς απέναντι στους ρόλους που παίζεις αδιαλείπτως στη σκηνή της καθημερινότητας. Μήπως μ’ αυτόν τον τρόπο επιτέλους ο πόνος που κουβαλάς (κι όχι αυτός που θα εφεύρεις), και τον οποίο διαρκώς αποφεύγεις, αυτός ακριβώς ο έκβαθυς πόνος που προκύπτει από την αναγνώριση και την παραδοχή, όχι μονάχα το ποίημα, αλλά και την ατομική σου επανάσταση μπορεί να εγείρει; Μήπως καταρχήν σε βοηθήσει να βρεις την «πατρίδα» που σπαταλιέσαι να κυνηγάς όσο πιο μακριά κι όσο πιο έξω από τον ίδιον εσένα γίνεται, και που, αν και διατηρείς το πρόσχημα της αναζήτησης ενεργό, στην πραγματικότητα έχεις απολέσει την ουσία και τον σκοπό της αναζήτησης;

Και, μήπως τελικά, πριν καν γραφεί τ’ οποιοδήποτε ποίημα, πριν ακόμη ένας στίχος, μια λέξη έστω προκύψει και σταθεί στην επιφάνεια της συνείδησης, χρειάζεται να σκάψεις βαθιά, να προχωρήσεις από την επιφάνεια προς το βάθος, το κέντρο, να βρεις το σημείο της ύψιστης συμπάγειας, εκεί όπου θα μπορείς να βάλεις τις βάσεις για τα θεμέλια των οικοδομημάτων που γκρεμίστηκαν; Και… μήπως… μήπως είναι αυτή εντέλει η επείγουσα ποίηση, η επανάσταση η πράγματι;

 

ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΠΟΥΛΟΥ

VAKXIKON/ΜΑΪΟΣ 2013

Από τον ερωτισμό της Προφητείας του Ανέμου και την νοσταλγία των Πληγών, η Ασημίνα Ξηρογιάννη εξελίσσεται, μεταφέρεται στο «εδώ και τώρα» και μας παρουσιάζει ένα βιβλίο – κραυγή μιας «εποχής που μας απαρνιέται», μιας εποχής δύσκολης, σκιαγραφώντας τον πόνο του κοινωνικού δαρβινισμού και της βίαιης ισοπέδωσης ανθρώπινων ζωών. Η ποίηση συναντά την αντι-ποίηση σε ένα χορό ωμού ρεαλισμού, δημιουργώντας μια «νέα ποιητική», αυτή της παράδοξης αποστασιο-ποίησης.

Σε δύσκολους καιρούς/ δεν αναζητούμε/ τη μεγάλη ποίηση/ αλλά την επείγουσα
Εποχή μου είναι η Ποίηση λοιπόν, μας λέει η Ασημίνα. Πέρα από την καθαρή αποτύπωση του καιρού της κρίσης, από τα ποιήματα της δεν λείπει η ειρωνεία της υπόθεσης:
Άνθρωποι μένουν μόνοι/ κι εσύ γράφεις βιβλία
Και πράγματι, εδώ τίθεται το εξής ερώτημα: Ποιά είναι η θέση ενός ποιητή στις μέρες μας; Να ψάχνει εκδότη ή να εκφωνεί λόγους στο δρόμο; Να γράφει ποιήματα για τη ζωή ή να ζει ποιητικά; Τελικά, οι ποιητές αποποιούνται τις ευθύνες τους; Μα ποιά είναι τελοσπάντων η εποχή της ποίησης; Ζουν κι εκείνοι στην ίδια σκληρή πραγματικότητα, έχουν κι αυτοί στόματα να ταΐσουν, λογαριασμούς να πληρώσουν, να διαδηλώσουν για έναν καλύτερο κόσμο. Όχι, οι ποιητές δεν είναι θεατές. Θεατές θα ήταν εάν δεν έγραφαν. Η ποίηση είναι το δικό τους όπλο για να…
κάνουν φως/ τα σκοτάδια του σήμερα
Όπως και το καταπληκτικό κολλάζ του εξωφύλλου, έτσι και η ποίηση της Ασημίνας Ξηρογιάννη γράφεται «σε μαύρο φόντο»• ματώνει τις λέξεις, σκίζει τους έρωτες, «πυροβολεί τα όνειρα». Μας προκαλεί, αναπόφευκτα, ένα σφίξιμο στο στομάχι, μας κάνει να αναλογιζόμαστε πως «κάποτε είχαμε πατρίδα». Μα πόση ποίηση χωράει αυτός ο αιώνας μίσους; Απάντηση: Άπειρη.

 

ΞΕΝΟΦΩΝ Α. ΜΠΡΟΥΝΤΖAΚΗΣ

ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ 26.4.2013

Ποιήτρια της νέας γενιάς, η Ξηρογιάννη μοιάζει σαν να θέλει να δώσει την απάντηση για τον ενεργό ρόλο της ποίησης στη διαμόρφωση της κοινωνίας, έναν ρόλο πρακτικό – όπου δηλαδή το αισθητικό αποτέλεσμα έχει απτές επιδράσεις στη ζωή και την καθημερινότητά μας.
Από τον τίτλο, κιόλας, της αξιοπρόσεχτης συλλογής της γίνεται σαφής η θέση της. Ωστόσο, ο διάλογος που ανοίγει με τα ποιήματά της είναι αποκαλυπτικός, δηλαδή η προσωπική της ματιά και θέση για τον ρόλο που διαδραματίζει στις μέρες μας η ποιητική δημιουργία εκφράζει αβίαστα την πραγματικότητα, γίνεται αναπόσπαστο κομμάτι της. Έτσι, στην ποίηση της Ξηρογιάννη, το ποίημα δεν απέχει από τους απελπισμένους ανθρώπους που στένεψε η ζωή τους και βγαίνουν στους δρόμους αναζητώντας μια λύση. Το ποίημα, λοιπόν, ζει τη γέννησή του μέσα στον κόσμο κι όχι σε ένα εξωπραγματικό περιβάλλον, σε έναν φανταστικό τόπο, αλλά δίπλα στον άνθρωπο, μαζί με τον άνθρωπο, όπου εν δυνάμει κάθε του σκέψη, πράξη ή συναίσθημα μπορεί να αποτυπωθεί ποιητικά σε έναν κόσμο απτό, οιονεί θαυμαστό, όπου η κάθε στιγμή είναι και μια ευκαιρία υπέρβασης, ένα ταξίδι ανάμεσα στην ασχήμια και την ομορφιά, μια ομορφιά που ξεφεύγει από την ασφυκτική πίεση του χρόνου κι απελευθερώνει την κοινωνία μπροστά στην πιο ιδανική της διεκδίκηση: αυτήν της ελευθερίας του εαυτού της. Πρόκειται για μια ποιητική η οποία εκφράζει μια δυναμική σκέψης που, αν και δεν αποφεύγει τελείως τις συναισθηματικές ασάφειες και τις στερεότυπες περί ποιήσεως ιδεοληψίες, θέτει σοβαρή υποψηφιότητα να βρεθεί στον πυρήνα μιας οδυνηρής πραγματικότητας, εκεί όπου η παρουσία της ποίησης είναι σπάνια και πολύτιμη ταυτόχρονα – όπως η όαση στην απέραντη έρημο.

 

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

bibliotheque 18/4/2013

Μπορεί να γραφτεί καλή ποίηση στις μέρες μας; Αρκετοί κριτικοί λογοτεχνίας υποστηρίζουν, πως σε μια εποχή παρακμής σαν τη σημερινή, παρακμάζει και η ποίηση, με αποτέλεσμα να γράφονται μέτρια ποιήματα χωρίς ιδιαίτερη σημασία, καταδικασμένα να καλυφθούν από τη σκόνη του χρόνου. Υποστηρίζουν, επίσης, πως μια τέτοια εποχή δεν προσφέρεται για ποίηση και κατηγορούν τους ποιητές ότι είναι κλεισμένοι στον εαυτό τους και γράφουν, χωρίς να νοιάζονται για το τι συμβαίνει γύρω τους.

Σε όλα τα παραπάνω, έρχεται να απαντήσει το φρεσκοτυπωμένο βιβλίο της Ασημίνας Ξηρογιάννη «Εποχή μου είναι η ποίηση», που έχει εκδοθεί από τις πάντα καλαίσθητες εκδόσεις «Γαβριηλίδης». Πρόκειται για μια ποιητική συλλογή, που τόσο με το νόημα των ποιημάτων της, όσο και με την λογοτεχνική τους αξία, έρχεται να μας αποδείξει πως σήμερα μπορεί να γραφτεί καλή ποίηση, ισάξια ή και καλύτερη ακόμα με την ποίηση προηγούμενων εποχών. «Εποχή μου είναι η ποίηση», γράφει η Ασημίνα Ξηρογιάννη, δίνοντας μια κατηγορηματική απάντηση σε όσους γράφουν για παρακμή.
Η ποιητική συλλογή της Ασημίνας Ξηρογιάννη «Εποχή μου είναι η ποίηση» ξεκινά με ερωτήματα, που θέτει η ίδια στον εαυτό της, όπως το κατά πόσο συμβιβάζεται το μεγάλωμα των παιδιών με τη λογοτεχνική καριέρα ή με το αν οι στίχοι είναι μορφή αντίστασης. Όμως, ενώ στις αρχές της ποιητικής της συλλογής θα αναρωτηθεί: «Μα είναι τούτοι οι καιροί για ποίηση;», θα φτάσει στο τελευταίο ποίημα να αναφέρει πως όλα τα δεινά της εποχής μπορούν να αντιμετωπίζονται με την ποίηση: «Μα εγώ θα γράψω μόνο για την ποίηση. / Που με βοηθάει να τ’ αντέχω όλα αυτά.», βρίσκοντας στην ποίηση ένα καταφύγιο, όπως ο Καρυωτάκης όταν έγραφε: «Και η ποίησις το καταφύγιο που φθονούμε.» Με το παραπάνω απόσπασμα από το ποίημά της η Ασημίνα Ξηρογιάννη απαντά και στην άποψη, που αναφέρθηκε στην αρχή, ότι οι ποιητές σήμερα, γράφουν χωρίς να νοιάζονται για το τι συμβαίνει γύρω τους. Το όπλο του ποιητή είναι η πένα και αυτό δείχνει να το γνωρίζει καλά η ποιήτρια καθώς τα ποιήματά, που εμπεριέχονται σε αυτή τη συλλογή θυμίζουν τον χαρακτηριστικό στίχο του Μανώλη Αναγνωστάκη: «Σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις».
Στην ποιητική συλλογή της Ασημίνας Ξηρογιάννη «Εποχή μου είναι η ποίηση», συναντάμε ορισμένα συμπεράσματα, που θυμίζουν φιλοσοφικά αποφθέγματα, όπως, για παράδειγμα, στο ποίημα: “Πυροβολήστε τα όνειρα”: «είναι και η σιωπή ήττα καμιά φορά», ενώ μια ειρωνεία λεπτή και συνάμα τραγική εμπεριέχεται στους στίχους της, όπως παρατηρούμε στο τέλος του ίδιου ποιήματος: «Ναι, ναι, τα όνειρα φταίνε για όλα! / Πυροβολήστε τα όνειρα.»
Σε αρκετά ποιήματα της συγκεκριμένης ποιητικής συλλογής η Ασημίνα Ξηρογιάννη κάνει δικό της τον πόνο των άλλων γράφοντας χαρακτηριστικά: «Χωρίς πόνο δεν γράφεται ποίηση.» Έτσι η ποιήτρια νιώθει τον πόνο του μετανάστη, που ξέρει καλά τι θα πει στέρηση, περπατά στους δρόμους της Αθήνας και η πένα της γίνεται κάμερα. Μια κάμερα, που καταγράφει τα σημερινά κοινωνικά αδιέξοδα και μας τα δίνει, όπως ακριβώς είναι, χωρίς φτιασίδια.
Θα κλείσουμε αυτό το μικρό ποιητικό μας ταξίδι, στην ποιητική συλλογή της Ασημίνας Ξηρογιάννη «Εποχή μου είναι η ποίηση», παραθέτοντας ένα χαρακτηριστικό ποίημα: «Ο κόσμος σού προσφέρει / απλόχερα τις πληγές του. / Έλα λοιπόν, διάλεξε μία / και κάνε την ποίημα.»

 

Πληγές

 

ΑΜΑΛΙΑ ΡΟΥΒΑΛΗ

από την πρώτη παρουσίαση του βιβλίου 8 Ιουνίου 2012

Αν ένας ορισμός, από τους πολλούς που θα μπορούσαμε να δώσουμε στην ποίηση είναι:» μετουσίωση αισθήσεων και εντυπώσεων, συναισθημάτων και συγκινήσεων σ’ ένα δομημένο όλον με όχημα τις λέξεις, τότε στην ποιήτρια Μίνα Ξηρογιάννη συναντάμε την ταυτοποίηση τούτου του, μεταξύ τόσων άλλων, ορισμού της ποιητικής πράξης.
Η ποίηση της Μίνας Ξηρογιάννη , ήδη από την προηγούμενη συλλογή της “Η προφητεία του Ανέμου” δίνει το σαφές στίγμα της δημιουργού: Ποίηση απλή ,όχι απλουστευτική, ολιγόστροφη συνήθως, πυκνή και περιεκτική.
Είναι γνωστή η παθογένεια πολλών νέων στη θητεία της ποίησης: στην προσπάθειά τους να προσεγγίσουν τον άθλο που λέγεται ποιητικό γίγνεσθαι, παίρνουν ατραπούς δύσβατες, επιστρατεύουν γλωσσικά εργαλεία δυσνόητων ή σπάνιων λέξεων, χρησιμοποιούν πληθώρα καλολογικών στοιχείων, ενώ όλοι γνωρίζουμε ότι στο ποίημα αρκούν το ουσιαστικό και το ρήμα, τα επίθετα και κατηγορούμενα οφείλουμε να χρησιμοποιούμε με φειδώ. Υπό αυτήν την έννοια ,για όλους εμάς που επιθυμούμε να διακονήσουμε αυτή την μετουσίωση αισθήσεων και εντυπώσεων σε ποιητικό οικοδόμημα, η εκ των υστέρων χειρωνακτική, εν πολλοίς δουλειά αποτελεί αναγκαία συνθήκη. Είναι η περίπτωση της ποιητικής που καταθέτει η Μίνα Ξηρογιάννη στην δεύτερη συλλογή της »Πληγές».
Κοινωνώντας μας στιγμές και συγκινήσεις, εικόνες και αισθήσεις, η ποιήτρια οικονομεί αυστηρά τα μικρά σε μέγεθος οικοδομήματά της, εξαίρετα στο βάθος νοήματά της. Λίγο όπως το σπίτι ως κτίσμα και το περιεχόμενό του. Σημειώνει ,π.χ. στην σελίδα 27: “Mην φοβάσαι τις αρνήσεις. Τελικά μόνο αυτές προάγουν τα ειλικρινή αισθήματα”. Πιο αφαιρετικά στη σελ.14: “Αναζητούσα τα κομμάτια μου, μα εκείνα ταξίδευαν στο πολύχρωμο του κόσμου”. Η πορεία προς τη σιωπή, το άπιαστο της νύχτας που γεννά απελπισίες, τα πρωινά που ανατέλλουν στον καθαρμό, και, πάλι απ’ την αρχή. Βαδίζει η ποιήτρια σ’ ένα αέναο που ίσως και η ίδια να μην επιθυμεί την κατάργησή του. Σ’ αυτήν την πορεία, η αναζήτηση της ποιητικής ως πράξεως, που τελεσφορεί σε επιτυχημένο αποτέλεσμα, είναι από τα κύρια μελήματα και τις δημιουργικές αγωνίες της Μ.Ξ.
Αν συνδέσουμε την πρώτη συλλογή “Η προφητεία του Ανέμου” με την τωρινή, αποκομίζουμε την εντύπωση ότι οι “Πληγές” εμπεριέχονται παρενθετικά μέσα στην “Προφητεία”. Επιπλέουν βρίσκουμε πολλά ποιήματα να συνδιαλέγονται ανάμεσα στις δύο συλλογές. Διαβάζουμε, έτσι : “λέξεις σε λευκή κόλλα .Αυτό είμ’ εγώ. Τίποτα και όλα. Και από την άλλη μεριά: “Εγώ ποτέ δεν είμαι εκεί που θέλω. Κι όταν είμαι εκεί που θέλω, θα ‘θελα να μουν’ αλλού.”.
Αφ’ ενός :δύο δίστιχα από την πρώτη:» Την κάθε μέρα την προσέχω σαν κόρη οφθαλμού. Μην μου πέσει κάτω και γίνω κατά τι φτωχότερη» και, “Σπατάλη είναι να σκορπίζεσαι σα φύλλο. Μα ποιός θεωρεί τα φύλλα αμελητέα;” Aφ’ ετέρου :”Ανύποπτα κινούμαι μες στο χρόνο. Σαν σκιά φύλλου που γλιστράει ανώδυνα στο δρόμο».
Και, μαζί: “Λίγο ακόμα και οι γραμμούλες μας θα συμπέσουν”.
Αν στην πρώτη της συλλογή η Μ.Ξ. διακατέχεται από τη αγωνία του έρωτα, θέμα προσφιλές στην ποίηση, αναζητώντας την ιδανική συν-ύπαρξη, στην ανά χείρας “Πληγές” η ποιήτρια αναστοχάζεται για την δυνατότητα του εαυτού, του εγώ. Μετάβαση άρα από το “εμείς”-κατακτημένο ή μη- στο “εγώ”-προς κατανόηση και εν δυνάμει κατακτητέο. Φερ ‘ειπείν :» Θέλω να πάρω ένα δρόμο. Να πω : “Θα πάω από δω. Και να πάω”.
‘Εν κατακλείδι, παρ’ ότι η Μίνα Ξηρογιάννη είναι νέα ηλικιακά, η ποίησή της έχει κατακτήσει τα αναγκαία εργαλεία για την περαιτέρω πορεία της ποιητικής της παραγωγής στο μέλλον.

 

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

‘Exουμε ξαναγράψει πως όταν διαβάζουμε μια ποιητική συλλογή, δεν την κρίνουμε από τον όγκο ή το μέγεθος των ποιημάτων, που περιέχει, αλλά από τη λογοτεχνική της αξία, την πλαστικότητα των στίχων, την όμορφη μεταφορά εικόνων, τον εσωτερικό ρυθμό. Εξάλλου, η ποίηση είναι ένας τρόπος να λες πολλά, γράφοντας λίγα. Έτσι η ποίηση κάνει πράξη το ρητό: «Το λακωνίζειν εστίν φιλοσοφείν». Τούτο, βέβαια, ισχύει, ιδιαίτερα για την εποχή μας, όπου, στην ποίηση, υπάρχει μια ροπή προς τη λακωνικότητα. Ο καιρός των μεγάλων επών έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Η λύρα έχει πάρει τη θέση της σάλπιγγας. Η σύντομη απαλή μελωδία διαδέχτηκε το εμβατήριο.
Τέτοιες σκέψεις μας έρχονται στο νου, διαβάζοντας το βιβλίο της Ασημίνας Ξηρογιάννη: «Πληγές». Πρόκειται για μια μικρή και κομψή ποιητική συλλογή, που περιλαμβάνει ποιήματα κυρίως ερωτικά με μικρές πινελιές κοινωνικού προβληματισμού. Το κάθε ποίημα της Ασημίνας Ξηρογιάννη, πάλλεται από έναν εσωτερικό ρυθμό, ενώ το τέλος του ξαφνιάζει ευχάριστα τον αναγνώστη. Μερικές φορές, τα βέλη του έρωτα ανοίγουν βαθιές πληγές, που μένουν ανοιχτές και κάθε φορά, που αλλάζει ο καιρός, πονάνε: «Συχνά τις νύχτες δεν κοιμάμαι. / Φαντάζομαι πως ανοίγεις την πόρτα και μπαίνεις. / Έχεις λάγνο βλέμμα. / Χαϊδεύεις τα κόκκινα μαλλιά. / Μυρίζεις το σώμα μου. / Εγώ δεν κουνιέμαι. / Σκύβεις / μου φιλάς το λαιμό. / Μετά φεύγεις / σιωπηλός / όπως ήρθες. / Μα εγώ έχω την αίσθηση πως κάτι ψιθυρίζεις, / σαν όνειρο πως λες / «Μη σπαταλάς τις νύχτες σου, δε θα ʽρθω».
Στην ποιητική συλλογή της Ασημίνας Ξηρογιάννη «Πληγές», δεν βρίσκουμε μόνο ερωτικά ποιήματα. Η ποιήτρια βουτά το πινέλο της στον κοινωνικό καμβά και μας ζωγραφίζει με έντονα χρώματα τα όνειρα των νέων παιδιών, που βιώνοντας τον πόνο, οραματίζονται ένα κόσμο διαφορετικό, μια κοινωνία πιο δίκαιη: «Ο πόνος μας δε μας ανήκει. / Ανήκει στον κόσμο / σε κείνους που τον προκάλεσαν σε άλλους / στους νέους με τα δακρυγονισμένα μάτια / στα παιδιά με τα ληγμένα χαμόγελα. / Σε όλους αυτούς που ονειρεύονται / έναν κόσμο χωρίς πόνο.»
Παραπάνω, αναφερθήκαμε στη ροπή προς τη λακωνικότητα, που παρατηρούμε στη σύγχρονη ποίηση. Ορισμένα ποιήματα της συγκεκριμένης ποιητικής συλλογής της Ασημίνας Ξηρογιάννη, είναι πολύ μικρά. Μέσα σε δύο ή τρεις μόλις στίχους η ποιήτρια μας δίνει ολοκληρωμένα νοήματα: «Αναζητούσα τα κομμάτια μου, / μα εκείνα ταξίδευαν στο πολύχρωμο του κόσμου.» Και αλλού: «Μη φοβάσαι τις αρνήσεις. / Τελικά μόνο αυτές προάγουν τα ειλικρινή αισθήματα.»
Θα πρέπει να τονίσουμε ότι η Ασημίνα Ξηρογιάννη έχει αναπτύξει πολυσχιδή δραστηριότητα, τόσο στο χώρο της λογοτεχνίας, με την έκδοση της νουβέλας «Το σώμα μου έγινε σκιά», που έχει λάβει έπαινο από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών, όσο και στους χώρο του θεάτρου. Εξάλλου, η ποιήτρια διατηρεί το blog: http://varelaki.blogspot.com, όπου δημοσιεύει έργα αξιόλογων λογοτεχνών.
Κάπου εδώ, τελειώνει το ταξίδι μας στην ποιητική συλλογή της Ασημίνας Ξηρογιάννη: «Πληγές». Θα κλείσουμε αυτή τη σύντομη παρουσίαση, παραθέτοντας ακόμα ένα όμορφο ποίημα: «Αφορίζω την ευαισθησία μου / την αρρώστια της ψυχής μου. / Και οργίζομαι και λέω / γιατί εμένα να με πληγώνουν / τα αναπάντητα ερωτήματα / τα ανέκφραστα συναισθήματα / τα γερασμένα μάτια / τα απογεύματα χωρίς εσένα. / Αφορίζω την ευαισθησία.»

 

ΔΙΟΝΎΣΗΣ ΜΑΡIΝΟΣ

FRACTAL 06/11/2014

«Εγώ ποτέ δεν είμαι εκεί που θέλω»

Με μια μετατόπιση στο σώμα της άρνησης ξεκινούν οι «Πληγές», με μια άρνηση νοηματοδοτείται, κλείνοντας, η μικροϊστορία του ποιητικού υποκειμένου. Στο ενδιάμεσο πάντα παρούσα, άλλοτε καθημαγμένη, άλλοτε ελπιδοφόρα, ονειρική και συνάμα βαραθρωμένη, η γυναικεία φιγούρα που λες και βήμα – βήμα, ποίημα -ποίημα προσπαθεί να αγγίζει τη θερμότητα των πραγμάτων που την περιβάλλουν.

Οι «Πληγές» της Ασημίνας Ξηρογιάννη δεν είναι μια ποιητική συλλογή, είναι ένας κόσμος γεμάτος βαθουλώματα της μνήμης, και αιχμές ελλείψεων και μωσαϊκό πόνου που σωματοποιείται επώδυνα και εξαγνιστικά.

Οφείλουμε να δούμε όλη αυτή τη διαδρομή από την πρώτη σελίδα έως την τελευταία ως μια διαδρομή εν συνόλω. Μια πορεία της γυναίκειας φιγούρας προς τον μη επαρκή διάλογο, να σκύψουμε πάνω σε αυτή την υπόγεια νύξη προς τον άλλον που λείπει, που ενίοτε εμφανίζεται ως μια δυσώδης σκιά για να εξαφανιστεί εκ νέου.

Η ρίζα των «Πληγών» είναι ένα κέλυφος ματαίωσης, χαμού, σαν ένας μυς που έχει ατροφήσει από την απουσία. Ο μυς της ζωής μιας γυναίκας. Γράφει γυναίκα, αλλά πάνω από όλα ομιλεί μια γυναίκα και η φωνή της είναι ένα συρτό κράμα προσδοκίας και απογοήτευσης. Το φάσμα αυτής της φωνής δεν είναι ευδιάκριτο μέσα στην έντασή του, αλλά στο βάθος του. Την εις βάθος ενατένιση αυτής της αποδοκιμαστικής γεύσης που προσδίδει η ίδια η ζωή.

Με λέξεις που δεν μεταφέρουν βαριές κληρονομιές, με δωρική λάμψη, με έναν ρυθμό που άλλοτε ελευθεριάζει και άλλοτε γυρεύει ένα κυκλικό σχήμα για να ακουμπήσει, η Ασημίνα Ξηρογιάννη, συνθέτει τη νωπογραφία μιας συναισθηματικής καθημερινότητας που σφαδάζει κάτω από το βάρος της έλλειψης. Πάντα αυτή η έλλειψη που υποβόσκει, σαν μια αιθάλη που αποσχηματοποιεί τις άκρες των πραγμάτων και των ανθρώπων.

Και από την άλλη η αμφιθυμία, ακόμη και του ποιητικού υποκειμένου. Θέλει, αλλά μπορεί και να μην θέλει. Επιθυμεί αλλά κάτι αντίρροπο την κρατάει.

«Δεν θέλω να γράφω ερωτικά ποιήματα μόνο» .

αλλά και:

«Ξαναγυρίζω στα παλιά λημέρια μου, στο χώρο της ποίησης».

Και αλλού:

«Δύο διαθέσεις, δύο βάσανα».

«Εγώ ποτέ δεν είμαι εκεί που θέλω.».

Μονίμως επανέρχεται υπόγεια η αντίφαση, υποσκάπτεται το σώμα από το ίδιο το πνεύμα του. Αυτή που μένει αναλλοίωτη είναι η κηλίδα της πληγής. Των πληγών.

Ο έρωτας που δεν ευοδώθηκε, η συνομιλία που δεν ολοκληρώθηκε, το σώμα που δεν ταυτίστηκε, ο κόσμος που δεν εννόησε, ο χρόνος που άρρυθμος κατέληξε, το τοπίο που κατάπιε τις συντεταγμένες του, το ποίημα που αναδιατυπώνει τα όργανα της συνείδησης. Η ποιήτρια που στέκει σαν καλή φίλη, μητέρα, αιώνιο θήλυ της προστασίας. Μα, και πονεμένο, πάσχον σώμα, μια μετόπη προσδοκίας που δεν ευοδώνεται.

Η οντολογική φλέβα στη ποίηση της Ασημίνας Ξηρογιάννη είναι ευδιάκριτη, σαν σβηστό κρεσέντο σε πράγματα και αισθήματα που είναι καταδικασμένα στον μετεωρισμό τους.

Η συγκεκριμένη ποιητική συλλογή, το εν όλω ποίημα όπως ανέφερα και πιο πριν, είναι αυτό που δηλώνει απαρέγκλιτα: Πληγές. Μια τελεσίδικη χαρακιά που ακόμη και αν θεραπευτεί, μένει, μένει στο σώμα ως μια νέα απόληξη. Το σώμα προ των πληγών και μετά τις πληγές. Δεν υπάρχει αψηφισιά σε αυτή την αλλαγή, δεν γίνεται κάτι σε πείσμα, είναι ένας τοκετός εμπειρίας. Εντέλει μια συμβολική πράξη προς κάτι ανθρωπινότερο, πιο αγνό εν τη απουσία της αγνότητας. Θα πείτε, σοφιστείες: Όχι, απλώς πείστηκα από αυτή τη βουβή απελπισία της αμφιθυμίας στην ποίηση της Ασημίνας Ξηρογιάννη και αυτή προσπαθώ να αναπλάσω μέσω αυτού του κειμένου.

Εξηγείται άραγε η αμφιταλάντευση; Αναλύεται η περίτρομη αμφιβολία; Μάλλον διαβάζεται. και σε αυτό η Ασημίνα Ξηρογιάννη μας προσφέρει μια πολύτιμη υπηρεσία. Μας προσφέρει τις πληγές.
Ας τις γευτούμε με αέρα ευφορίας στα σπλάχνα.

 

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΣΙΤΣΑ

DIASTIXO 28 6/2014

Οι Πληγές της Ασημίνας Ξηρογιάννη είναι αφιερωμένες στον έρωτα• για την ακρίβεια, στον ματαιωμένο έρωτα ενός απροσδιόριστου παρελθόντος, παρόντος και μέλλοντος. Πρόκειται για μια συλλογή γεμάτη ανεκπλήρωτα ερωτικά συναισθήματα, που όμως δεν αποπνέουν ούτε στο ελάχιστο δυστυχία ή παραίτηση. Αντιθέτως, η ποιήτρια μετουσιώνει το αδιέξοδο των ερώτων σε ισχυρή ποιητική φωνή, με διακριτή ευαισθησία. Η άρνηση των συντρόφων να συνοδοιπορήσουν μαζί της γίνεται η απαρχή για τη συγγραφή «ηχηρών στίχων» (σελ. 7), ενώ οι αναμνήσεις τους καταλαμβάνουν δυναμικά τις στιγμές της και ταυτόχρονα δίνουν την ευκαιρία στην ποιήτρια να βυθιστεί σε σκέψεις και να ανασκοπήσει το ξεδίπλωμα αυτών των σχέσεων.

Η Ξηρογιάννη επιστρατεύει έναν ρομαντισμό που όλο και σπανιότερα απαντάται σήμερα. Παρότι χρησιμοποιεί λιτό λόγο, χωρίς διάθεση εντυπωσιασμού, επιτυγχάνει να κάνει τον αναγνώστη της κοινωνό της ερωτικής δυστοπίας. Τα φειδωλά παιχνιδίσματα του ποιητικού λόγου όχι μόνο δεν υπονομεύουν τον ιστό της συλλογής της, αλλά τουναντίον τοποθετούν την επώδυνη ερωτική ματαίωση στο προσκήνιο με ζηλευτή αξιοπρέπεια. Η ποιήτρια αντλεί αισιοδοξία μέσα από την οδύνη του ανεκπλήρωτου. Ναι, πρέπει αναμφίβολα να πονέσεις, να νιώσεις το κύμα της θλίψης να σε κατασπαράζει και να σε παρασέρνει στα απύθμενα σκοτάδια μιας θάλασσας επαναπροσδιορισμού του εαυτού σου ως πλάσμα αφιερωμένο στον έρωτα, για να παραδοθείς στη συνέχεια στην ποιητική δημιουργία. Γιατί μόνο έτσι η Ασημίνα Ξηρογιάννη θα καταφύγει στην ποίηση και θα μεταπλάσει τα βιώματά της σε λέξεις. Το βίωμα είναι προϋπόθεση. Γράφει (σελ. 22): «Φοβάμαι τις λέξεις που δεν είναι δεμένες με τα βιώματά μου. Έξω από μένα. Σαν όνειρα ακυρωμένα. Σαν απωθημένα».

Παρακάτω, στη σελίδα 38, δηλώνει: «Δεν θέλω να γράφω ερωτικά ποιήματα μόνο. Θέλω να ζήσω τον έρωτα τον πόνο του το χρόνο του το άχρονο παρόν του. Να μη στερήσουν οι λέξεις μου την ανεπαίσθητη εκείνη αύρα την ουσία της ζωής».

Δεν παραλείπει συνεπώς να μιλήσει και για τα παραφερνάλια που προσδιορίζουν τον έρωτα: πόνος, χρόνος, άχρονο παρόν. Ειδικότερα στην τελευταία αυτή φράση ανακαλύπτει κανείς το μυστικό της ποίησής της: η Ξηρογιάννη –και μαζί της ο αναγνώστης– (ανα)βιώνει τον έρωτα που δεν φέρει ωστόσο κανένα ενδεικτικό σημάδι χρονικής διάστασης. Γιατί ο έρωτας βιώνεται στο διηνεκές, στο άχρονο και άμετρο, κι όσο κι αν προσπαθούμε να του αποδώσουμε χειροπιαστά γνωρίσματα, εκείνος πάντα διαφεύγει και γίνεται ένα με τη μνήμη, όπως γράφει η Κάρολ Αν Ντάφι στο ποίημά της «Μίλια Μακριά» (σελ. 5): «…Ακόμα και το όνομά σου είναι ένα ωχρό φάντασμα και, παρόλο που το εκπνέω πάλι και πάλι, δεν εννοεί να μείνει μαζί μου. …Σε κρατώ πιο κοντά μου, μίλια μακριά, κι εφευρίσκω τον έρωτα, μέχρι που τα καλέσματα των πουλιών διακόπτουν και μετατρέπουν αυτό που θα ερχόταν, αυτό που ήταν βέβαιο, σε ανάμνηση».

Με την «Επιστροφή», η ποιήτρια διαπιστώνει το αμφίδρομο σχήμα έρωτα-ποίησης, όπου ο έρωτας γίνεται στίχοι και οι στίχοι εγγράφουν τη διάψευσή του: «Ξαναγυρίζω στα παλιά λημέρια μου, στο χώρο της ποίησης. Οικεία και αγαπημένη περιοχή. Εσύ με έφερες εδώ χωρίς να ξέρεις. Είπα μήπως και αναπληρώσω γράφοντας το κενό της απουσίας σου».

Ο στίχος-ποίημα «Ο χρόνος που μέσα του σιωπάς είναι χρόνος νεκρός» διακριτικά προτρέπει τον καθένα μας να δίνει στη σκέψη του φωνή και λόγο, ν’ απομακρύνεται από το συναίσθημα κάνοντάς το καθολικότητα, γιατί έτσι εξασφαλίζεται η ποιητική αθανασία. Και η Ασημίνα Ξηρογιάννη, με τη συλλογή της Πληγές, υπηρετεί με τον καλύτερο τρόπο το θεμελιώδες αυτό ποιητικό αξίωμα.

 

ΦΑΙΗ ΝΑΣΗ

vakxikon Τ. 16

H Ασημίνα Ξηρογιάννη είναι μία καταξιωμένη ποιήτρια. Στο ποιητικό της ιστορικό συμπεριλαμβάνονται ήδη διακρίσεις σε δύο ποιητικούς διαγωνισμούς. Επίσης έχει λάβει έπαινο από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών, για τη νουβέλα της «Tο σώμα που έγινε σκιά».
Στην ποιητική της συλλογή «Πληγές» παρουσιάζει με έναν σουρεαλιστικό και μαγικό τρόπο το κενό που αφήνει μια απώλεια καθώς και τον πόνο που αυτή συνεπάγεται.
Οι «Πληγές» στάθηκαν αφορμή για να γράψω εγώ με τη σειρά μου ένα κείμενο το οποίο να βγάζει στην επιφάνεια με έναν περιεκτικό τρόπο, το πως βίωσα εσωτερικά τα ποιήματα της Ασημίνας Ξηρογιάννη.
Το κείμενο λοιπόν αναφέρεται σε τρείς γυναίκες (η μια από αυτές είναι η Ασημίνα Ξηρογιάννη) οι οποίες έχουν βιώσει τρία διαφορετικά είδη απώλειας, όπως και στα συναισθήματά τους. Παρ’ όλα αυτά επειδή φαίνεται να συμφωνούν, δεν γίνεται χρήση πληθυντικού αριθμού αλλά τρίτου ενικού σαν να εξιστορεί κάποιος τον εσωτερικό κόσμο μιας και μόνο γυναίκας.

ΤΡΕΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ- ΕΝΑ ΚΕΝΟ ΚΑΤΙ ΚΟΙΝΟ
(Ασημίνα «πληγές», Αριάδνη «προδοσία», Αγγελίνα «θέλει να ακουστεί»)Γυναίκα μόνη σ’ ένα μέρος σκοτεινό
Πιο σκοτεινό δε γίνεται
Σ’ έναν παράλληλο κόσμο
Σε μια σκοτεινή τρύπα
Την τρύπα της απελπισίας
Οδηγημένη εκεί απ’ την ίδια της την εμπιστοσύνη
Από την αφοσίωσή της…
Φοβάται
φοβάται πολύ
Θέλει να φύγει από ‘κει
Θέλει να ΦΥΓΕΙ!!
Όχι δε μπορεί
Την κρατάνε όμηρό τους οι βασανιστικές σκέψεις της
Μπήγει τα νύχια της στον τοίχο για να σκαρφαλώσει στην επιφάνεια
Αυτά όμως αποχωρίζονται απ’ τη σάρκα τους …..
Δε μπορεί να τη βοηθήσει κανείς
Είναι μόνη και φοβισμένη στη σκοτεινή τρύπα
Γιατί δεν τη βοηθάει κανείς;;;
Μόνη της αναμένει να δει ένα φως από ψηλά
Να νιώσει μια γαλήνη στη σκέψη της και στην ψυχή της
Να καταφέρει να «βγει έξω»
Οι μέρες περνούν
Ο πόνος μεγαλώνει
-ΑΣΗΜΙΝΑ: Κι όμως ξέρει ότι ο πόνος αυτός δεν της ανήκει
Ξέρει ότι ανήκει σε εκείνους που τον προκάλεσαν

-ΑΓΓΕΛΙΝΑ: Έτσι θέλει να ακουστεί
Να ακουστεί η δική της πλευρά της ιστορίας

-ΑΡΙΑΔΝΗ: Θέλει να γνωστοποιηθεί η αδικία
Να κερδίσει αυτό που της ανήκει
Τη ΔΙΚΑΙΩΣΗ!

-ΚΑΙ ΟΙ ΤΡΕΙΣ: Έτσι μόνο θα έρθει η λύτρωση
Έτσι μόνο θα βγει απ’ το σκοτεινό μέρος
Έτσι μόνο θα ξεπεράσει την απώλεια

-ΑΣΗΜΙΝΑ: Κάθε απώλεια πάντα θα τη βιώνει ως απώλεια και θα την ξεπερνά
Και πάλι θα αναζητά αυτό που πραγματικά την αφουγκράζεται……

 

ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΟΥ ΕΓΙΝΕ ΣΚΙΑ

 

ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΤΕΧΛΕΜΕΤΖΗΣ

Ο Σισυφος τ.2

Ένα ζευγάρι, ο Άγγελος και η Έλσα, καλλιτεχνικής φύσης, ο ένας χορευτής και η άλλη ποιήτρια, γράφουν παράλληλα τα ημερολόγιά τους με τον ξεχωριστό ποιητικό τους τόνο. Η υπόθεση και η εξέλιξη του μύθου απαρτίζεται από σκηνές και στιγμιότυπα της ζωής τους, που σχηματίζονται και διαλύονται, συχνά αστραπιαία ή τουλάχιστον με μικρή διάρκεια, στις σύντομες αφηγήσεις των κεφαλαίων της, προσεγγίζοντας έτσι με οικειότητα τους ήρωες της. Πολύ συχνά όμως αυτό πετυχαίνεται με απευθείας ενδοσκοπήσεις αυτών και με διαρκείς αυτοαναλύσεις τους ή αυτοπροσεγγίσεις τους σε καθαρά νοητικό επίπεδο. Έτσι, βρίσκονται σε διαρκή θέαση του εαυτού τους, της ζωής τους, με αυτοκριτική διάθεση αυτογνωσίας. Το ύφος τους εξομολογητικό και με υψηλή συναίσθηση της ιδιωτικής τους πραγματικότητας και της ψυχολογίας τους.
Ο άνδρας ,όπως και ο ίδιος μαρτυρεί(σ.22),έχει ναρκισσιστικές τάσεις, ενώ η γυναίκα έχει επίγνωση της μετριότητας του ταλέντου της και αυτοκατηγορείται. Ο Άγγελος σταδιακά μαστίζεται από υπαρξιακή κρίση, διχάζεται μεταξύ τέχνης και ζωής, ανθρώπινου και καλλιτεχνικού έρωτα και, τελικά, η απογοήτευση της φθοράς και της απώλειας της καλλιτεχνικής του καριέρας και δυνατότητας τον καταβάλλει.
Η Έλσα προσπαθεί μάταια να τον βοηθήσει, αλλά η αγάπη τους παραμένει ανεξίτηλη και ιδανική, δοσμένη με έντονη συναισθηματική ένταση και πάθος.
Η τέχνη παρουσιάζεται ιδεαλιστικά εξιδανικευμένη, κυρίως από την πλευρά του Άγγελου, και με αυτόν τον τρόπο η ψυχική του κατάπτωση αποτελεί αβίαστο επακόλουθο και στηρίζεται άψογα. (π.χ. Τίποτα δε ζει αιώνια. Ίσως μόνο η Ιδέα της Τέχνης>,σ.14,από το Ημερολόγιο του Άγγελου).
Το έργο είναι γραμμένο με κοφτές κυρίως προτάσεις, γλώσσα απλή και άμεση, παθιασμένο λόγο, ένταση ,ποιητικές εικόνες και γλαφυρότητα. Και οι δύο αφηγητές χειρίζονται άριστα τον λόγο, παρόλο που ο Άγγελος διατείνεται το αντίθετο(σ.22).
Παρατηρώ, επίσης, ότι πρωταρχικό ρόλο στην αφήγηση παίζει η ψυχική ένταση και όχι τα ίδια τα γεγονότα, τα οποία παρουσιάζονται ως φυσικά επακόλουθα. Δηλαδή <μιλά> με την ψυχολογική φόρτιση ,παρά με τα συμβάντα.
Έχοντας διαβάσει και τα μέχρι τώρα ποιήματα της Ασημίνας Ξηρογιάννη, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι ο έντονος αυτός συναισθηματισμός στη γραφή αποτελεί υφολογικό χαρακτηριστικό της, μια και η λογοτέχνιδα είναι ακόμη νέα και η ηλικία αυτή προσφέρεται σε τέτοιου είδους θεωρήσεις.

 

ΑΝΝΑ ΜΑΝΩΛΟΠΟΥΛΟΥ

Φαίνεται πως ο πόνος είναι η Μοίρα των ανθρώπων στο χορό της ζωής, την πανάρχαιη τελετή της γνώσης. «Από τον πόνο», άλλωστε, «πληθαίνει η γνώση της ζωής», λέει ο Νίτσε, και από τη μοναξιά, της ευφυΐας μας η εξουσία. Γι’ αυτό έρχεται η Τέχνη, δώρο Θεού, αθάνατο, στον άνθρωπο, το εφήμερο, θνητό του πλάσμα: Έτσι η Τέχνη σε τούτο το βιβλίο, καθώς και στο «Εποχή μου είναι η ποίηση» της Ασημίνας Ξηρογιάννη, διεισδύει στο ακραίο, υμνεί το αδιέξοδο, αποκαλύπτει το χαμένο παρελθόν, επισημαίνει το ακαριαίο του παρόντος και του μέλλοντος το δέος, που κανείς, ποτέ, δεν θα βιώσει. Επειδή μετεωρίζει το όνειρο στο Άναρχον. Και ο μύθος για το καλύτερο Αύριο γυρεύει πάντα το μερδικό του.
Ωστόσο, και στο πεζό και στα ποιήματά της κυριαρχεί σαν μύθος και πλοκή ο Έρωτας και ο θάνατος, αρχέγονοι πυρήνες της Τέχνης, από κτίσεως κόσμου. Άλλωστε, ο Έρωτας είναι η ίδια η ζωή «τόκος του Ωραίου στην ψυχή και στο σώμα» κατά τον Πλάτωνα.
Η ιστορία του Άγγελου και της Έλσας, στο «Σώμα του έγινε σκιά», είναι πράγματι ύμνος του Έρωτα μέσα από την τραγική απειλή του θανάτου. Γι’ αυτό και η απογοήτευση της Έλσας να μην τελειώσει το ερωτικό της ταξίδι στο όνειρο, καταντά ο έσχατος πόνος του Άγγελου να κρατηθεί στη ζωή, όπως ο ίδιος την είχε σκηνοθετήσει στη φαντασία του, σαν ένα τελετουργικό Σιωπής, προσφεύγοντας με το χορό στο «Σώμα ερώτων τέμενος και ναό του πεπρωμένου».
Μόνιμη απειλή στης γης το εκμαυλιστικό Εδώ, ο φόβος για το άγνωστο Επέκεινα. Η μεγάλη αντίφαση στο «αιώνιο γίγνεσθαι για να πορεύεται η ζωή διαλεκτικά από τον αισθητό κόσμο στον νοητό συλλαμβάνοντας, μέσα από «την ματαιότητα του χθόνιου πάθους των ανθρώπων», όπως λέει ο Broch, το μεγαλείο της δημιουργίας. Επειδή και εμείς θνητά και μάταια… πλάσματα λειτουργούμε ως αθάνατα, αφήνοντας πίσω μας ιστορία και τέχνη σαν ένα μετάρσιο φιλί στης αιωνιότητας τον ίσκιο.
Και ας μην ξεχνάμε πως δεν υπάρχει «ποίηση» χωρίς τις λέξεις: ζωή, άνθρωπος, έρωτας, θάνατος, πάθη και λάθη, βρέφη ονείρων, που δίνουν μια άλλη διάσταση στο Στοχασμό, νάμα της υπέρβασης, εκεί
που γνώρισε την απόλυτη ομορφιά η ψυχή, πριν έρθει στο φθαρτό κορμί μας (Φαίδρος, Πλάτων). Η αποκάλυψη, δηλαδή, της ενόρασης για να συλλάβουμε τη μαγεία της και να την ξαναβρούμε, όταν τη χάνουμε!
Γι’ αυτό και η δημιουργία είναι πόνος «Ζει για τη Στιγμή που περνάει και χάνεται. Η τέχνη ξέρει να υποτάσσει, να βάζει όρους, να παίζει παιχνίδια πόνου». Γράφει η Ασημίνα Ξηρογιάννη και συμφωνώ μαζί της, γιατί, αν η μελαγχολία είναι ίδιον της ευφυΐας κατά τον Αριστοτέλη και η τέχνη περισυλλογή και εύθραυστων αμαρτιών τη μέθη που δίνει σχήμα στον πηλό σμίγοντας πνεύμα και ψυχή,, τότε, «ο χρόνος θ’ αλλάξει πρόσωπο», επιμένει η Ασημίνα και εγώ εύχομαι να μεταμφιεσθεί σε ύμνο λατρείας η ανταρσία του φθαρτού στη δόξα των ονείρων, για την ιεροτελεστία της αφήγησης στο ερημοκλήσι του απολογισμού με τις τοιχογραφίες… μνήμες, εμπειρίες και γνώση πέρα από τη γνώση, αφού η ζωή μας συνέχεια φεύγει, ενώ η τέχνη είναι η ζωή που μένει.

 

ΣΠΥΡΟΣ ΠΕΤΡΙΤΗΣ

FRACTAL 4/2/2015

Μετά την πτώση

Η νουβέλα «Το σώμα του έγινε σκιά» είναι ένα ιδιαίτερο έργο που σπάει τις καθιερωμένες φόρμες και δείχνει τις θεατρικές καταβολές της συγγραφέως, αφού εκτός από συγγραφέας και φιλόλογος είναι θεατρολόγος και ηθοποιός. Είναι αλήθεια πως η συγκεκριμένη νουβέλα μπορεί να σκηνοθετηθεί και να παιχτεί επί σκηνής και ως δυο παράλληλοι μονόλογοι.

Με πόση συναίσθηση της ευθύνης απέναντι στον αναγνώστη και την τέχνη έχουν γραφτεί αυτά τα δύο ημερολόγια! Η γραφή μπορεί να χαρακτηριστεί ως ρεαλιστική όμως πρόκειται για έναν ρεαλισμό που είθισται να αναφέρεται ως ποιητικός ρεαλισμός, καθώς δεν χάνει τίποτε από τον καλλιτεχνικό του χαρακτήρα, εφόσον η τέχνη ακόμη και όταν είναι ρεαλιστική δεν αντιγράφει την πραγματικότητα αλλά την παρουσιάζει με καλλιτεχνικό τρόπο, δηλαδή μεταπλάθοντάς την σύμφωνα με τους κανόνες της αισθητικής.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα μέσα από το συγκεκριμένο έργο είναι η παρουσίαση του μανιοκαταθλιπτικού Άγγελου. Πρώτα απ’ όλα θα πρέπει να αναρωτηθούμε αν το όνομα αυτού είναι τυχαίο. Προσωπικά δεν το νομίζω. Η συγγραφέας διεισδύει στα άδυτα της ψυχής ενός ανθρώπου που βασανίζεται από μια ψυχική νόσο που κυριαρχεί μέσα του και του προσδίδει ένα στίγμα κοινωνικά, καθώς όλοι γνωρίζουμε πως η άγνοια στην ευρύτερη κοινωνία γι’ αυτούς τους διαφορετικούς και ξεχωριστούς ανθρώπους γεννά το φόβο και ο φόβος το μίσος και τον κοινωνικό ρατσισμό και αποκλεισμό. Η μοναδικότητα του Άγγελου έχει δύο όψεις, η μια είναι αρρώστια/ ασθένεια του καλλιτέχνη με την ετυμολογική σημασία των δυο αυτών λέξεων. Είναι σαφές ότι ο Άγγελος είναι ένας εκπεπτωκός άγγελος που μόνο στον ουρανό μπορεί να πετάξει και να δημιουργήσει, όπως είναι επίσης σαφές ότι στην κοινωνία των ανθρώπων και χωρίς τα φτερά της τέχνης του αυτός ο εκπεπτωκός άγγελος είναι ανεπαρκής για προσαρμογή και ούτε καν ο έρωτας της συζύγου του και η αγάπη του παιδιού του δ
εν μπορούν να τον υποστηρίξουν επαρκώς, ούτε βέβαια -στη δική του περίπτωση- ένας ψυχίατρος. Προσωπικά ο Άγγελος μου θυμίζει το Άλμπατρος του Μπωντλέρ, αφού όσο και αν ο τελευταίος αναφέρεται στον Ποιητή, θα μπορούσε να αναφέρεται εξίσου σε οποιοδήποτε καλλιτέχνη, πολλώ δε μάλλον σε έναν καλλιτέχνη του κλασικού χορού με το όνομα Άγγελος.

Η δεύτερη όψη του ίδιου νομίσματος είναι η σκληρή και πεζή πραγματικότητα, αυτή που θα περιέγραφε ένας ιατρός. Ο Άγγελος πάσχει από μια νόσο που επιφέρει πολλά συμπτώματα τα οποία η συγγραφέας φρόντισε να πληροφορηθεί προφανώς με προσωπική έρευνα και από συζητήσεις με ειδικούς ψυχικής υγείας. Μέσα στην ρουτίνα του και ως εκ του ρόλου του ο ειδικός που ο εκπεπτωκός άγγελος επισκέφτηκε δεν μπορούσε παρά να δει τον Άγγελο ως «περιστατικό». Και λέω ως εκ του ρόλου του διότι ο ρόλος του ειδικού δεν του επιτρέπει να τον δει αλλιώς κυρίως για να προφυλάξει την δική του υγεία και να είναι πιο αποτελεσματικός. Σε διαφορετική περίπτωση θα μπορούσε να εμπλακεί συναισθηματικά και να «ερωτευτεί» τον ασθενή του, που είναι αποφευκτέα κατάσταση. Μόνο η σύζυγός του Έλσα μπορεί να του δώσει πραγματική και ανθρώπινη αγάπη. Ωστόσο η ανθρώπινη αγάπη, όταν μάλιστα προέρχεται από έναν μόνο άνθρωπο δεν φαίνεται αρκετή για έναν Άγγελο, όταν η κοινωνία μας προσομοιάζει με το καράβι και τους ναυτικούς στο γνωστό προαναφερθέν ποίημα του Μπωντλέρ. Η Έλσα δίνει πραγματικά μια μάχη άνιση όπως ένα μικρό παιδί σε ένα παραμύθι, όμως η νουβέλα της κυρίας Ξηρογιάννη δεν είναι παραμύθι ή είναι ένα σκληρό παραμύθι διότι μπορεί με τους όρους του δομισμού ο ψυχίατρος να είναι ένας μαγικός βοηθός αλλά στην πραγματικότητα οι ψυχίατροι δεν είναι μάγοι και εάν δεν υπάρχει προσωπική θέληση του ασθενούς για αυτοβελτίωση τότε το θλιβερό τέλος είναι αναπότρεπτο και η μάχη που δίνουν οι άνθρωποι που τον αγαπούν είναι καταδικασμένη σε αποτυχία -μάλιστα, πολύ συχνά η ψυχική αρρώστια όσο και αν δεν είναι συμβατικά μεταδοτική καταλήγει να μεταδίδεται με την έννοια της συναισθηματικής εμπλοκής σε όσους είναι κοντά στον άρρωστο, στον αδύναμο άνθρωπο.
Η προσπάθεια που καταβάλλει η Έλσα είναι βέβαια αξιοθαύμαστη, αυτό το δεδομένο δεν αναιρείται. Φαίνεται πως η αγάπη της εξαντλεί τα όρια του συνηθισμένου στην κοινωνία μας και φτάνει στα όρια εκείνου που θα ονομάζαμε «ανθρωπίνως δυνατό». Υπάρχουν στιγμές που φαίνεται η προσπάθεια αυτή αποτρέπει το θλιβερό τέλος, και ότι αν δεν υπήρχε σίγουρα το τέλος θα είχε έρθει πολύ πιο νωρίς. Ένα μεγάλο θέμα αναπόφευκτα τίθεται όμως: Ο Άγγελος αγαπούσε τόσο πολύ την Έλσα ή ήταν τόσο δοσμένος στο χορό που μόνο αυτός τον κρατούσε στη ζωή; Εδώ αξίζει να θυμηθούμε και το Αλμπατρος του Μπωντλέρ, καθώς ο φυσικός χώρος του πτηνού αυτού είναι ο ουρανός. Με άλλα λόγια, ίσως ο χορός να ήταν ζωτικής σημασίας για τον Άγγελο, το μόνο πράγμα που τον κρατούσε ζωντανό, αξιοθαύμαστο και φυσικά εν τέλει ευτυχισμένο. Ένας χορευτής χωρίς το χορό είναι όπως ένα Άλμπατρος χωρίς φτερά και είναι αξιοσημείωτο πως ο Άγγελος δεν ήθελε καν να διδάσκει χορό, παρά μόνο να χορεύει. Άλλωστε, η ύστατη προσπάθειά του να διδάξει στην κόρη του χορό απέτυχε οικτρά διότι οι απαιτήσεις του ήταν δυσανάλογες των δυνατοτήτων του μικρού κοριτσιού και άρα ο ίδιος παιδαγωγικά και διδακτικά ανεπαρκής. Δεν μπόρεσε λοιπόν να κάνει την κόρη του κοινωνό αυτής της υπέρμετρης, της υπέρτατης αγάπης για την τέχνη που είχε υπηρετήσει και η απεγνωσμένη προσπάθεια του να κρατηθεί στη ζωή, να της δώσει ένα νόημα στην ουσία, είχε αποτύχει.

 

ΝIΚΟΣ ΜΠIΝΟΣ

Το σώμα του έγινε σκιά, Μυθιστόρημα, Ασημίνα Ξηρογιάννη, Εκδόσεις Ανατολικός, 2010
Ο τελευταίος χορός. Δίχως αμφιβολία δεν σου αφήνει και πολλά περιθώρια για να σκεφτείς κάτι άλλο. Από τις πρώτες κιόλας του σελίδες, η σε κάμποσα σημεία ποιητική νουβέλα της Ξηρογιάννη σου δημιουργεί άμεσα μια προδιάθεση πως μόνο ευχάριστο δεν πρόκειται να είναι το περιεχόμενο της. Δύο άνθρωποι. Ένας κοινός προορισμός. Δύο κόσμοι. Μία κατάληξη.

Καλά ριζωμένοι σε μια καθημερινότητα που αρνείται πλέον να τους προσφέρει απλόχερα αυτό που μετά βδελυγμίας αναζητούν. Εγκλωβισμένοι σε μια απόγνωση που φαίνεται μη αναστρέψιμη. Η γυναίκα με την αέναη αγάπη της προς τον σύζυγο. Και αυτός με το αρρωστημένο του πάθος για το χορό. Τι γίνεται λοιπόν όταν αυτά πάψουν να φέρνουν τα επιθυμητά αποτελέσματα; Μάλλον τη σύγκρουση των δύο αυτών κόσμων. Τον καλλιτέχνη σύζυγο να αντιλαμβάνεται με το πέρασμα του χρόνου ότι δε μπορεί πλέον να χορεύει. Ότι κοντοζυγώνει η στιγμή να απαρνηθεί χωρίς τη δική του θέληση το μοναδικό πράγμα που φαίνεται ότι τον κρατάει ζωντανό. Τον χορό. Δεν καταφέρνει να τον κρατά ζωντανό ούτε η μονάκριβη κόρη του που αρχίζει να ξεδιπλώνει δειλά δειλά και συνάμα να ακολουθεί τα χνάρια του πατέρα της, υπό τις δικές του σαφώς χρήσιμες οδηγίες.
Και στην αντίπερα όχθη, το θηλυκό, που με την αμέριστη αγάπη και τον ανιδιοτελή έρωτα για τον άντρα της μοιάζει με δεκανίκι έτοιμο να δώσει στήριξη στο σύντροφό της που είναι ένα βήμα πριν τη κατάρρευση. ‘Ένα μόλις βήμα πριν γίνει σκιά. Μια σύζυγος που δε κρατούσε τίποτα γι΄ αυτήν. Που μοναδική της ικανοποίηση είναι να βλέπει ευτυχισμένο τον άντρα της. Και ας της άρεσε να γράφει. Και ας ήξερε πως ότι έγραφε δε υπήρχε ποτέ η πιθανότητα νo τα δει να εκδίδεται. Σε αυτό όμως το σημείο τίθεται και το μεγάλο ερώτημα, ο μεγάλος προβληματισμός που γεννά ο συζυγικός βίος των δύο πρωταγωνιστών. Ποιά είναι τελικά στο φινάλε η πραγματικότητα;
Η αίσθηση της συζύγου που με την αγάπη, τον έρωτα, τη κατανόηση, την ειλικρινή στήριξη στον σύντροφό της να πλάθεται μέσα της η εικόνα πως δίνει την απαιτούμενη ώθηση στον άντρα της να συνεχίσει να δημιουργεί, μένοντας και η ίδια ικανοποιημένη, νομίζοντας πως έχει φέρει εις πέρας τον αντικειμενικό της σκοπό που δεν είναι άλλος από έναν ευτυχισμένο και χαρούμενο σύζυγο ή η εμμονή με το χορό του συζύγου που λαμβάνει ως ικανοποίηση την αμέριστη στήριξη και παρότρυνση της συντρόφου του για το έργο του ισορροπώντας μεταξύ πάθους και συνήθειας;
Το αποτέλεσμα και για τις δύο πλευρές λυτρωτικό από τη στιγμή που δεις τα γεγονότα με μια πιο καθαρή ματιά!

 

Η Προφητεία του Ανέμου

 

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

http://www.vakxikon.gr, Μάρτιος 2013

Πολλές φορές, όταν εξετάζουμε το έργο ενός ποιητή, στεκόμαστε στην πρώτη εκδοτική του απόπειρα, έτσι ώστε να γνωρίσουμε τις πρώτες του εμπνεύσεις, τις πρώτες του ποιητικές αναζητήσεις, όταν ακόμα στεκόταν στο «πρώτο σκαλί», κατά τον Καβάφη, στην πύλη της πόλης των ιδεών και δειλά – δειλά προσπαθούσε να ιππεύσει τον Πήγασο. Ο λόγος, που μας κάνει να σταθούμε στην πρώτη ποιητική συλλογή ενός ποιητή, είναι το ότι σε αρκετούς ποιητές, το πρώτο τους συγγραφικό πόνημα είναι ανώτερο από τα επόμενα ή ισάξιο με αυτά, όχι, όμως, κατώτερο.

Έχουμε, λοιπόν, την ευκαιρία να έχουμε στα χέρια μας την πρώτη ποιητική συλλογή της Ασημίνας Ξηρογιάννη Η προφητεία του ανέμου και όπως έχουμε διαπιστώσει έχοντας διαβάσει και άλλα έργα της, η ποιήτρια μας εκπλήσσει ευχάριστα, καθώς σε κάθε ποιητική συλλογή μας δίνει κάτι καινούργιο, κάτι διαφορετικό και καθώς για άλλα έργα της έχουμε ήδη αναφερθεί, άλλοτε και σε άλλο τόπο, εδώ θα εξετάσουμε το πρώτο της πνευματικό παιδί.

Η ποιητική συλλογή της Ασημίνας Ξηρογιάννη Η προφητεία του ανέμου χωρίζεται σε δύο μέρη:

Το πρώτο μέρος φέρει τον τίτλο Η σκέψη μου βυθίστηκε στα χέρια σου. Εδώ συναντάμε ποιήματα κυρίως ερωτικά, όπου η Ασημίνα Ξηρογιάννη με την λακωνικότητα, που διακρίνει τους στίχους της, καταφέρνει να μας πει πολλά και ουσιαστικά με λίγα λόγια: «Έχασα εσένα μα κέρδισα την Ποίηση.» Και αλλού: «Με τα μάτια βυθισμένα στ’ όνειρο / παρατηρώ τη ζωή του φεγγαριού. / Μόνο για χάρη σου καταδέχτηκα να το κοιτάξω / σκέψου πως σπαταλούσα το βλέμμα μου πριν σε γνωρίσω.»

Το δεύτερο μέρος φέρει τον τίτλο Τα ωραιότερα ταξίδια είναι του μυαλού. Εδώ συναντάμε ποιήματα, επίσης, ολιγόστιχα και κάποιες φορές, επιγραμματικά. Ποίηση λιτή χωρίς στολίδια και φιοριτούρες. Όμως, εδώ η Ασημίνα Ξηρογιάννη μας ταξιδεύει σε άλλα μονοπάτια. Η ποίησή της γίνεται υπαρξιακή. Το ερωτικό στοιχείο υπάρχει μόνο σε δυο – τρία ποιήματα σαν μια ροζ πινελιά στην υπαρξιακή αγωνία της ποιήτριας. Η Ασημίνα Ξηρογιάννη καταφέρνει να μας αγγίξει και να μας ταρακουνήσει, έτσι ώστε να βρισκόμαστε σε εγρήγορση για να προλάβουμε τη ζωή: «Υπάρχουν μερικά βράδια που οι άνθρωποι περιμένουν. / Δεν κοιμούνται, περιμένουν. / Κι ο χρόνος μένει ακίνητος-κολλημένος σ’ ένα βασανιστικό παρόν… / Που δε λέει να γίνει αύριο.» Και αλλού: «Την κάθε μέρα την προσέχω σαν κόρη οφθαλμού – / μην μου πέσει κάτω και γίνω κατά τι φτωχότερη».

Θα πρέπει να τονίσουμε ότι η Ασημίνα Ξηρογιάννη, εκτός από την ποίηση έχει αναπτύξει μια πολυσχιδή δραστηριότητα καθώς ασχολείται εξίσου επιτυχημένα με την πεζογραφία και το θέατρο.

Κλείνοντας αυτό το μικρό ταξίδι στην ποιητική συλλογή της Ασημίνας Ξηρογιάννη Η προφητεία του ανέμου οφείλουμε να συγχαρούμε την ποιήτρια για τις όμορφους στίχους, που μας χάρισε, ελπίζοντας να δούμε και νέες ποιητικές της δημιουργίες.

 

ΝΑΤΑΣΑ ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΥ

FRACTAL 22/9/2016

Υπέρ μνήμης

«Η προφητεία του ανέμου» είναι η πρώτη ποιητική εκδοτική απόπειρα της Ασημίνας Ξηρογιάννη. Αποτελείται από δύο ενότητες, την πρώτη με τον τίτλο «Η σκέψη βυθίστηκε στα χέρια σου», στην οποία περιλαμβάνονται είκοσι ένα ποιήματα, και την δεύτερη με τίτλο «τα ωραιότερα ταξίδια είναι του μυαλού», στην οποία εντάσσονται είκοσι τέσσερα επιπλέον, μικρά ή μεγαλύτερα, ποιήματα.
Ο έρωτας, το ανεκπλήρωτο, κάποιες φορές, μερικών υποσχέσεων ή της προσμονής με τις προεκτάσεις μιας φαντασιακής πραγματικότητας που δεν επαληθεύεται, οι προσπάθειες για διάρκεια στην ερωτική σχέση κι η ανάγκη να δέσουν ρίζες μεταξύ τους οι καρδιές, η απώλεια του έρωτα εντέλει καθώς και ό,τι μένει πίσω είναι η κύρια και βασική θεματογραφία της συλλογής, που διατρέχει και διαπερνά και τις δύο ενότητες και καταγράφεται με απλωμένο, με εκστατικό λόγο, ο οποίος παραπέμπει στιχουργικά σ’ έναν εφηβικό ξέσπασμα ημερολογιακής καταγραφής σκέψεων και γεγονότων, ή κι εξ αφορμής γεγονότων, καθώς επίσης και συναισθημάτων, βιωμένων ή μη.

«Προσπάθησα πολύ να σε κάνω να δεις τα χρώματα
Μακριά στον ορίζοντα
Το πέλαγος απ’ τ’ ανοιγμένο παράθυρο,
τον γλάρο που τον πάει ο άνεμος».
«Μήπως πετύχω την ένωση των αλλοπρόσαλλων βημάτων σου
με τα δικά μου σταθερά πατήματα και ευλογήσω τ’ όνειρο». (Ματαιότητα)

«Όπως σε είδα ν’ ανεβαίνεις τη σκάλα του έρημου σταθμού
εκείνο το απόγευμα
Με το βλέμμα καρφωμένο στο κενό -προσηλωμένος,
Κλειδωμένος ήσουν -» (Στιγμιαία αίσθηση)

«Στα νερά της θάλασσας θα πλυθούμε
Με κατάνυξη θα μας ατενίζει το ανεμοδαρμένο ξωκλήσι
Κι εγώ. σεμνή πια μέσα στην ελευθερία του έρωτα
Θα περνώ από την αγορά ενάρετων ανθρώπων» (άτιτλο, σελ. 29)

Η δεύτερη ενότητα «τα ωραιότερα ταξίδια είναι του μυαλού» εμπεριέχει ποιήματα που ξεπηδούν περισσότερο από στιγμές περιπλεγμένες στην ατομικότητα της μνήμης:

«Αναμνήσεις χωρίς χρονικότητα» (άτιτλο σελ. 52)
«την θαλπωρή παρέχουν
τα φαντάσματα
του παρελθόντος ονείρου
που καλούσαμε ζωή» (Θλίψη)

«Ν’ αντέξει το μυαλό μου μονάχα.
σαν κιβωτός.

από τις επιθέσεις του φθοροποιού χρόνου.
ν’ αντέξει
Το μυαλό» (Υπέρ μνήμης)

«Μόνο η μνήμη τους απέμεινε πια» (Φαντάσματα)

 

Αξιοπαρατήρητη είναι και η επαναλαμβανόμενη αγωνία της Α.Ξ. για την «άλλη όχθη», τον θάνατο, «την άλλη νύχτα», το εν γένει επερχόμενο, κι ίσως δεν είναι τυχαίο που ο τίτλος τον οποίον επέλεξε ως γενικό τίτλο της συλλογής «Η προφητεία του ανέμου», διακρίνεται ως το κατ’ εξοχήν ποίημα της από την εν λόγω αγωνίας της:

«Να περάσεις το ποτάμι.
Να ανακυκλώσεις τη ζωή που σπατάλησες»
«Μα εγώ καρφωμένη στη μία όχθη,
Αρκέστηκα στο να ονειρευτώ την άλλη» (Η προφητεία του ανέμου)

Το τελευταίο ποίημα με τίτλο «της αγάπης» κλείνει τον κύκλο της συλλογής ανοίγοντας συγχρόνως έναν καινούργιο, όπως συμβαίνει ακριβώς και στη ζωή, όταν η μέθη, το άρπαγμα, οι ανασφάλειες, οι φόβοι, οι ακανθώδεις επιθέσεις των οδυνηρών μνημών κατασιγάζουν στην απαλότητα που χαρίζει η ασφάλεια της χρονικής απόστασης, κι όταν πια η ανάγκη κυριαρχίας του ενός στον άλλον επιτέλους ξεδιψούν και χορταίνουν, τότε πλέον αρχίζουν «οι ελευθερίες» και μοιράζονται σωστά, με οικονομία. Και ο χρόνος μάς σέβεται.

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

1-ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

 

Ο Μανώλης Αναγνωστάκης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε Ιατρική στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο και μετεκπαιδεύτηκε στην Ακτινολογία στη Βιέννη. Εργάστηκε ως γιατρός στη Θεσσαλονίκη και από τα τέλη του 1978 ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Πολιτικά στρατευμένος από νεαρή ηλικία στο χώρο της ανανεωτικής αριστεράς, υπήρξε αρχισυντάκτης του φοιτητικού περιοδικού Ξεκίνημα (1944), πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση και κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου καταδικάστηκε από το στρατοδικείο σε θάνατο για την παράνομη πολιτική του δράση (1949). Το 1945 πραγματοποίησε την πρώτη επίσημη εμφάνισή του στο χώρο των γραμμάτων με την ποιητική συλλογή Εποχές. Ακολούθησαν οι Εποχές2 (εκδόθηκαν το 1948, κατά τη διάρκεια προφυλάκισης του ποιητή), οι Εποχές3 (1951), η Συνέχεια, η συγκεντρωτική έκδοση Τα ποιήματα 1941-1956 (1956), η Συνέχεια2 και η Συνέχεια3 (1962 – συμπεριλαμβάνονται στην έκδοση του 1956). Στη συνέχεια ο Αναγνωστάκης σιώπησε ποιητικά ως το 1970, οπότε δημοσίευσε ποιήματά του με τον γενικό τίτλο Ο στόχος στο συλλογικό τόμο 18 Κέιμενα. Από το 1959 ως το 1961 υπήρξε διευθυντής του περιοδικού Κριτική, μέσα από τις στήλες του οποίου πρόβαλε τα σύγχρονά του ευρωπαϊκά λογοτεχνικά ρεύματα. Συνεργάστηκε με την εφημερίδα Αυγή και τα περιοδικά Ελεύθερα Γράμματα, Φιλολογικά Χρονικά, Νέα Ελληνικά, Διάλογος, Επιθεώρηση Τέχνης, Εποχές, Ο Αιώνας μας, Θούριος, όπου έγραψε δοκίμια, μελέτες και κριτικές βιβλίων. Ο Μανώλης Αναγνωστάκης τοποθετείται στην πρώτη μεταπολεμική γενιά της νεοελληνικής ποίησης, γενιά που σημαδεύτηκε από τον χαρακτηρισμό ποίηση της ήττας, καθώς πολλοί δημιουργοί της διέγραψαν την πορεία από την αισιόδοξη πίστη στο κομμουνιστικό όραμα στην απαισιοδοξία που προέκυψε από τη διάψευση των προσδοκιών τους. Ειδικότερα η γραφή του Αναγνωστάκη χαρακτηρίζεται από τη σταδιακή αναδίπλωση του ποιητή σ΄έναν προσωπικό του κόσμο – στα πλαίσια του οποίου επιχειρείται η διαφύλαξη των ανθρωπιστικών συναισθημάτων και αξιών που χάνονται στο σύγχρονο κόσμο – αναδίπλωση η οποία εκφράζεται κυρίως μέσω της κατ’ επίφασιν συναισθηματικής απόστασης του δημιουργού από τα θέματα που τον απασχολούν και της συχνά επιγραμματικής διατύπωσης. Συχνή είναι επίσης στο έργο του η παρουσία της μνήμης, των αναφορών στην παιδική ηλικία και τους φίλους, της ταύτισης ποίησης και ζωής, φίλοι. Έργα του Μανώλη Αναγνωστάκη μελοποιήθηκαν από τον Μίκη Θεοδωράκη και άλλους έλληνες συνθέτες και μεταφράστηκαν σε ξένες γλώσσες.
Πέθανε στις 23 Ιουνίου του 2005.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Ι.Ποίηση
• Εποχές· Με δύο σχέδια του Τάκη Αλεξανδρίδη. Θεσσαλονίκη, 1945.
• Εποχές2. 1948.
• Εποχές3. 1951.
• Η συνέχεια. 1954.
• Η συνέχεια2.
• Η συνέχεια3. 1962.
• Ο στόχος. 1970.
• Το περιθώριο ‘68-’69. Αθήνα, Πλειάς,1979.
• Υ.Γ. Αθήνα, 1983 (έκδοση εμπορίου, κανονική έκδοση 1992).
ΙΙ.Δοκίμια – Μελέτες – Άρθρα – Πεζά
• Υπέρ και κατά, τ.Α’-Β’. 1965.
• Αντιδογματικά. Αθήνα, Πλειάς, 1978.
• Τα συμπληρωματικά · Σημειώσεις κριτικής. Αθήνα, Στιγμή, 1985.
• Ο ποιητής Μανούσος Φάσσης · Η ζωή και το έργο του · Μια πρώτη απόπειρα κριτικής προσέγγισης. Αθήνα, Στιγμή, 1987.
• Η χαμηλή φωνή ·Τα λυρικά μιας περασμένης εποχής στους παλιούς ρυθμούς · Μια προσωπική ανθολογία του Μανώλη Αναγνωστάκη. Αθήνα, Νεφέλη, 1990.
ΙΙΙ. Μεταφράσεις
• F.G.Lorca, Δύο Ωδές · Ωδή στον Salvador Dali · Ωδή στον Walt Whitman · Απόδοση Κλείτος Κύρου – Μανώλης Αναγνωστάκης. Θεσσαλονίκη, 1948.
ΙV. Συγκεντρωτικές εκδόσεις
• Τα ποιήματα (1941-1956). Αθήνα, 1956.
• Ποιήματα 1941-1971. Θεσσαλονίκη, 1971.

 

ΒΙΒΛΙΟ

 

 Εποχές (1945)

 

ΑΝΑΜΟΝΗ

Πόσα χρόνια να γυρίσει…
Κι όμως η μυρουδιά της χυμένη παντού
Ξεχασμένη σ’ όλο το δωμάτιο στις πιο απίθανες γωνιές
Σάμπως να ζει ακόμη ανάμεσα μας!

Όμως πρέπει να γύρισε ύστερα από τόσα χρόνια
Αυτές τις ώρες την προσμένω κάθε βράδυ
Σχεδιάζοντας με το μολύβι κόκκινα στόματα απάνω στο χαρτί
Όπως και να ’τανε έπρεπε να τρίξει πάλι η πόρτα
Ας είναι κι απ’ τον άνεμο.

Ας είν’ με δυο ημικύκλια στεγνά πάνω στα χείλη
Στο μέτωπο κατάμαυρες ραβδώσεις
Φτάνει που θα ’ρθει μοναχά ύστερα από χρόνια
Μόνο που θα ’ρθει!…
Σχεδιάζοντας κόκκινα φλογερά στόματα απάνω στο χαρτί.

…Νόμισα πώς θα πνιγόμουνα!

 

ΘΑ’ΡΘΕΙ ΜΙΑ ΜΕΡΑ…

Θα ’ρθει μια μέρα που δε θα ’χουμε πια τι να πούμε
Θα καθόμαστε απέναντι και θα κοιταζόμαστε στα μάτια
Η σιωπή μου θα λέει. Πόσο είσαι όμορφη, μα δε βρίσκω άλλο τρόπο
να σ’ το πω
Θα ταξιδέψουμε κάπου, έτσι από ανία ή για να πούμε πώς κι εμείς ταξιδέψαμε,

Ο κόσμος ψάχνει σ’ όλη του τη ζωή να βρει τουλάχιστο τον έρωτα, μα δε βρίσκει τίποτα.
Σκέφτομαι συχνά πως η ζωή μας είναι τόσο μικρή που δεν αξίζει καν να την αρχίσει κανείς.
Απ’ την ’Αθήνα θα πάω στο Μοντεβίδεο ίσως και στη Σαγκάη- είναι κάτι κι αυτό δεν μπορείς να το αμφισβητήσεις.

Καπνίσαμε —θυμήσου— ατέλειωτα τσιγάρα συζητώντας ένα βράδυ
—Ξεχνώ πάνω σε τί— κι είναι κρίμα γιατί ήταν τόσο μα τόσο ενδιαφέρον.

Μια μέρα, ας ήτανε, να φύγω μακριά σου αλλά κι εκεί θα ’ρθεις και θα με ζητήσεις
Δεν μπορεί, Θε μου, να φύγει κάνεις ποτέ μοναχός του.

……………………………………………….

Τον πρώτο Μάρτη, στον πόλεμο, γνώρισα έναν Εγγλέζο θερμαστή
Που μου διηγήθηκε ολόκληρη την ιστορία του Σάμ Ντέυλαν
«Είναι αργά» μου είπε κάποτε «θα ’πρεπε πια να πηγαίνουμε
Μα δεν είναι ανάγκη επιτέλους να κλαίτε τόσο πολύ για έναν άνθρωπο πού σκοτώθηκε.
Πέθανε στην αγκαλιά μου και ψιθύριζε ένα γυναικείο όνομα
Είναι πολύ γελοίο να πεθαίνεις και να ψιθυρίζεις ένα γυναικείο όνομα».
Το μούτρο του άσπριζε παράξενα. Ύστερα δεν τον ξαναείδα.

 

13.12.43

Θυμάσαι που σου ’λεγα: όταν σφυρίζουν τα πλοία μην είσαι στο λιμάνι.
Μα η μέρα που έφευγε ήτανε δικιά μας και δε θα θέλαμε ποτέ να την αφήσουμε.
Ένα μαντήλι πικρό θα χαιρετά την ανία του γυρισμού
Κι έβρεχε αλήθεια πολύ κι ήτανε έρημοι οι δρόμοι
Με μια λεπτήν ακαθόριστη χινοπωριάτικη γεύση
Κλεισμένα παράθυρα κι οι άνθρωποι τόσο λησμονημένοι
–Γιατί μας άφησαν όλοι; Γιατί μας άφησαν όλοι; Κι έσφιγγα τα χέρια σου
Δεν είχε τίποτα τ’ αλλόκοτο η κραυγή μου.

… Θα φύγουμε κάποτε αθόρυβα και θα πλανηθούμε
Μες στις πολύβοες πολιτείες και στις έρημες θάλασσες
Με μιαν επιθυμία φλογισμένη στα χείλια μας
Είναι η αγάπη που γυρέψαμε και μας την αρνήθηκαν
Ξεχνούσες τα δάκρυα, τη χαρά και τη μνήμη μας
Χαιρετώντας λευκά πανιά π’ ανεμίζονται.
Ίσως δε μένει τίποτ’ άλλο παρά αυτό να θυμόμαστε.

Μες στην ψυχή μου σκιρτά το εναγώνιο. Γιατί,
Ρουφώ τον αγέρα της μοναξιάς και της εγκατάλειψης
Χτυπώ τους τοίχους της υγρής φυλακής μου και δεν προσμένω απάντηση
Κανείς δε θ’ αγγίξει την έκταση της στοργής και της θλίψης μου.

Κι εσύ περιμένεις ένα γράμμα που δεν έρχεται
Μια μακρινή φωνή γυρνά στη μνήμη σου και σβήνει
Κι ένας καθρέφτης μετρά σκυθρωπός τη μορφή σου
Τη χαμένη μας άγνοια, τα χαμένα φτερά.

 

ΕΠΙΤΑΦΙΟ

Εδώ αναπαύεται
Η μόνη ανάπαυση της ζωής του
Η μόνη του στερνή ικανοποίηση
Να κείτεται μαζί με τους αφέντες του
Στην ίδια κρύα γη, στον ίδιο τόπο.

 

ΠΕΝΤΕ ΜΙΚΡΑ ΘΕΜΑΤΑ

I

Μες στην κλειστή μοναξιά μου
Έσφιξα τη ζεστή παιδική σου άγνοια
Στην αγνή παρουσία σου καθρέφτισα τη χαμένη ψυχή μου.

Εμείς αγαπήσαμε. Εμείς
Προσευχόμαστε πάντοτε. Εμείς
Μοιραστήκαμε το ψωμί και τον κόπο μας
Κι εγώ μέσα σε σένα και σ’ όλους.

II

Ίσκιοι βουβοί αραγμένοι στη σκάλα
Μάτια θολά που κράτησαν εικόνες θαλασσινές
Κύματα με τη γλυκιάν αγωνία στην κάτασπρη ράχη

Γυμνός κυλίστηκα μέσα στην άμμο μα δεν υποτάχτηκα
Και δεν αγάπησα μόνον εσένα που τόσο με κράτησες
Όπως αγάπησα τα ναυαγισμένα καράβια με τα τραγικά ονόματα
Τους μακρινούς φάρους, τα φώτα ενός απίθανου ορίζοντα
Τις νύχτες που γύρευα μόνος να βρω το χαμένο εαυτό μου
Τις νύχτες που μόνος γυρνούσα χωρίς κανείς να με νιώσει
Τις νύχτες πού σκότωσα μέσα μου κάθε παλιά μου αυταπάτη

.
IΙΙ

Δρόμοι παλιοί που αγάπησα και μίσησα ατέλειωτα
Κάτω απ’ τούς ίσκιους των σπιτιών να περπατώ
Νύχτες των γυρισμών αναπότρεπτες κι η πόλη νεκρή
Την ασήμαντη παρουσία μου βρίσκω σε κάθε γωνιά
Κάμε να σ’ ανταμώσω, κάποτε, φάσμα χαμένο του πόθου μου
Κι εγώ ξεχασμένος κι ατίθασος να περπατώ κρατώντας
Ακόμα μια σπίθα τρεμόσβηστη στις υγρές μου παλάμες.

(Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα χωρίς
Να γνωρίζω κανένανε κι ούτε
Κανένας με γνώριζε).

 

IV

Κάτω απ’ τα ρούχα μου δε χτυπά πια η παιδική μου καρδιά
Λησμόνησα την αγάπη που ’ναι μόνο αγάπη
Μερόνυχτα να τριγυρνώ χωρίς να σε βρίσκω μπροστά μου
Ορίζοντα λευκέ της αστραπής και του ονείρου
Ένιωσα το στήθος μου να σπάζει στη φυγή σου

Ψυχή της αγάπης μου αλήτισσα
Λεπίδι του πόθου μου αδυσώπητο
Νικήτρα μονάχη της σκέψης μου.

 

V

Χαρά, Χαρά, ζεστή αγαπημένη
Τραγούδι αστείρευτο σε χείλια χιμαιρικά
Στα γυμνά μου μπράτσα το είδωλό σου συντρίβω
Χαρά μακρινή, σα τη θάλασσα ατέλειωτη
Κουρέλι ακριβό της πικρής αναζήτησης
Άσε να φτύσω το φαρμάκι, της ψεύτρας σου ύπαρξης
Άσε να οραματιστώ τις νεκρές αναμνήσεις μου
(Ανελέητε κύμα της νιότης μου).

Ω ψυχή την αγωνία ερωτευμένη!

 

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΠOΥ ΜΑΣ ΔΙΑΒΑΣΕ
ΕΝΑ ΒΡΑΔΥ Ο ΛΟΧΙΑΣ OTTO V…

Ι

Σε δύο λεφτά θ’ ακουστεί το παράγγελμα «Εμπρός»
Δεν πρέπει να σκεφτεί κανένας τίποτ’ άλλο
Εμπρός η σημαία μας κι εμείς εφ’ όπλου λόγχη από πίσω
Απόψε θα χτυπήσεις ανελέητα και θα χτυπηθείς
Θα τραβήξεις μπροστά τραγουδώντας ρυθμικά εμβατήρια
Θα τραβήξεις μπροστά που μαντεύονται χιλιάδες ανήσυχα μάτια
Εκεί που χιλιάδες χέρια σφίγγονται γύρω από μι’ άλλη σημαία
Έτοιμα νά χτυπήσουνε και να χτυπηθούν.

Σ’ ένα λεφτό πρέπει πια να μας δώσουν το σύνθημα
Μια λεξούλα μικρή μες στη νύχτα, που σε λίγο εξαίσια θα λάμψει.

(Κι εγώ που ’χω μια ψυχή παιδική και δειλή
Που δε θέλει τίποτ’ άλλο να ξέρει απ’ την αγάπη
Κι εγώ πολεμώ τόσα χρόνια χωρίς, Θε μου, να μάθω γιατί
Και δε βλέπω μπροστά τόσα χρόνια παρά μόνο τον δίδυμο αδερφό μου}.

 

Εποχές  2 (1948)

III

Έτσι όπως πια δεν το αποφάσιζες να φύγεις
Για κάθε πίκρα σου μη νιώθοντας οδύνη
Για κάποια δάκρυα που δε στέγνωσαν ακόμα
Για μιαν αρρώστια σου παλιά μη λογαριάζεις
Σκυμμένος πάλι μες στη νύχτα χωρίς λάμπα
Κάτω απ’ τις στέγες τις νεκρές της πολιτείας
Προσμένοντας μια Αυγή που σου ’χαν τάξει
Χρόνια ταξίδεψες διψώντας κάποιο γράμμα
-Μέσα σου πλήθος τ’ αμαρτήματα, τις τύψεις-
Με μια σβησμένη νοσηρή χρονολογία
Κι ούτε κανείς πια δε μ’ αντάμωσε σαν πρώτα
(Ούτε κανείς, αλήθεια, πρόσμενε να φέξει)
Έτσι όπως έμεινα κι εγώ τότε μια νύχτα
Ξένος ολότελα κι απ’ όλους ξεχασμένος
Με τη δική σου μοναχά τη συντροφιά
-Με σένα τόσα χρόνια μακριά μου-
Ξένος πολύ μέσα σε τούτο το παλιό το καφενείο
Έτσι όπως έμεινα μονάχος κάποια νύχτα
Μέσα σε τούτο το παλιό το καφενείο
Στο νυσταγμένο καφενείο όλη τη νύχτα
Στου Πειραιά, νύχτα, το βρόμικο λιμάνι

 

Παρενθέσεις (1955)

 

ΤΟΠΙΟ

Ερειπωμένοι τοίχοι,. Εγκατάλειψη.
Περασμένες μορφές κυκλοφορούνε αδιάφορα
Χρόνος παλιός χωρίς υπόσταση
Τίποτα πια δε θ’ αλλάξει δε μέσα.
Είναι μια ήρεμη σιωπή μην περιμένεις απάντηση
Κάποια νύχτα μαρτιάτικη χωρίς έπιστροφή
Χωρίς νιότη, χωρίς έρωτα, χωρίς έπαρση περιττή.
Κάθε Μάρτη αρχίζει μιαν ’Άνοιξη.

Το βιβλίο σημαδεμένο στη σελίδα 16
Τ’ πρόγραμμα της συναυλίας για την άλλη Κυριακή.

 

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟΝ

Λυπηθήκαμε, ίσως, που θα ’φεύγε μια μέρα από κοντά μας
Απρόσιτος, έστω, χειρονομούσε με κινήσεις ανέλπιδες
Ίσως αξιαγάπητος, ίσως —ή μάλλον— συμπαθητικός
Μέσα σ’ εναντιότητες, σ’ αβλεψίες, μ’ αξιοπρέπεια
Με μια χλαμύδα οδύνης άνιστόρητης
Καλλιεργώντας με σύνεση μαραμένα τριαντάφυλλα
Σε σχήμα καρδιάς ή ξεθωριασμένων αναμνήσεων
Λυπηθήκαμε, ίσως, που θα ’φεύγε μια μέρα από κοντά μας
Τόσο μονήρης, άψογος, κύριος μέσα σε κάθε αποτυχία
Μ’ έναν ήχο αναπότρεπτο —ολέθριος επίλογος—
Ο τελευταίος, αναντίρρητα, μιας παρακμής.

 

ΕΠΙΓΝΩΣΗ

Όλα αυτά σου θυμίζανε τόσο έντονα ναυαγισμένες επικλήσεις
Ερειπωμένες επιθυμίες, όνειρα, χέρια ετοιμοθάνατα.
(Κάτω από κάθε υπόθεση ασφάλεια σχετική).
Πρέπει, λοιπόν, να συμπληρώσεις κάθε εικόνα σύμφωνα με τη θέλησή σου
’Εδώ κάτι θ’ αλλάξει, να πούμε η παρουσία ενός τρίτου,
Δημιουργώντας μια ποίηση πάνω από κάθε καταστροφή
Χωρίς να λησμονούμε κάποτε εντελώς τον προορισμό μας.
Αν τώρα πάλι από παντού καμιά ανταπόκριση
Κάτι απροσδόκητα ζημίωσε, κάτι πού δεν το καταλάβαμε καλά.

Όμως εμείς, αν θέλετε, είμαστε έτοιμοι ακόμα.

 

Εποχές  3 (1951)

 

Η ΑΓΑΠΗ ΕΙΝΑΙ Ο ΦΟΒΟΣ…

Η αγάπη είναι ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους.
Όταν υπόταξαν τις μέρες μας και τις κρεμάσανε σα δάκρυα
Όταν μαζί τους πεθάνανε σε μιαν οικτρή παραμόρφωση
Τα τελευταία μας σχήματα των παιδικών αισθημάτων
Και τι κρατά τάχα το χέρι που οι άνθρωποι δίνουν;
Ξέρει να σφίγγει γερά εκεί που ο λογισμός μας ξεγελά
Την ώρα που ο χρόνος σταμάτησε και η μνήμη ξεριζώθηκε
Σα μιαν εκζήτηση παράλογη πέρα από κάθε νόημα;
(Κι αυτοί γυρίζουν πίσω μια μέρα χωρίς στο μυαλό μια ρυτίδα
Βρίσκουνε τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους που μεγάλωσαν
Πηγαίνουνε στα μικρομάγαζα και στα καφενεία της συνοικίας
Διαβάζουνε κάθε πρωί την εποποιία της καθημερινότητας).
Πεθαίνουμε τάχα για τους άλλους ή γιατί έτσι νικούμε τη ζωή
Ή γιατί έτσι φτύνουμε ένα-ένα τα τιποτένια ομοιώματα
Και μια στιγμή στο στεγνωμένο νου τους περνά μιαν ηλιαχτίδα
Κάτι σα μια θαμπήν ανάμνηση μιας ζωικής προϊστορίας.
Φτάνουμε μέρες που δεν έχεις πια τι να λογαριάσεις
Συμβάντα ερωτικά και χρηματιστηριακές επιχειρήσεις
Δε βρίσκεις καθρέφτες να φωνάξεις τ’ όνομά σου
Απλές προθέσεις ζωής διασφαλίζουν μιαν επικαιρότητα
Ανία, πόθοι, όνειρα, συναλλαγές, εξαπατήσεις
Κι αν σκέφτομαι είναι γιατί η συνήθεια είναι πιο προσιτή από την τύψη.

Μα ποιος θα ’ρθει να κρατήσει την ορμή μιας μπόρας που πέφτει;
Ποιος θα μετρήσει μια-μια τις σταγόνες πριν σβήσουν στο χώμα;
Πριν γίνουν ένα με τη λάσπη σαν τις φωνές των ποιητών;
Επαίτες μιας άλλης ζωής της Στιγμής λιποτάχτες
Ζητούνε μια ώρα απρόσιτη τα σάπια τους όνειρα.

Γιατί η σιωπή μας είναι ο δισταγμός για τη ζωή και το θάνατο.

 

ΧΡΩΜΑΤΑ ΠΕΡΑΣΜΕΝΟΥ ΔΕΙΛΙΝΟΥ…

Χρώματα περασμένου δειλινού, άρωμα δίχως συγκίνηση
Άδεια νοήματα μιας χαρακιάς πού σημαδεύει την πληγή σου
0 τρόπος να ξυπνήσεις μέσα σ’ αύτη την αγωνία μιαν ανάμνηση θυσίας.

Μια πονεμένη κραυγή στην πρώτη γραμμή κάθε μάχης
Μια μητέρα το βρέφος στη γωνιά με τα ερείπια
Οι νικημένοι στρατιώτες
Οι αιχμάλωτοι περάσανε ατέλειωτες σειρές δίχως όνομα
Το γράμμα που πια δεν περίμενες· έλειπες τόσον καιρό στην επαρχία.

Όμως εγώ δε φοβούμαι τον άνεμο πού μπαίνει απ’ τα σπασμένα παράθυρα
Ζήτησα μια καινούρια βλάστηση σ’ ανεξερεύνητες περιοχές
Ν’ ακούσεις σιμά μια φωνή, όχι τις κρύες κραυγές στους άγνωστους δρόμους.

 

ΑΝ ΘΥΜΟΥΜΑΙ

Αν θυμούμαι, δεν είναι που νικήθηκα
Δεν είναι που επιδίωξα μιαν αγοραία λύση
Όλα συγκλίνουνε μπροστά σ’ εκείνο που έρχεται
Αδιάλειπτο, ανεξίτηλο, στίγμα στο πρόσκαιρο.
Να ξεχωρίσεις, αν υπάρχει, μια Στιγμή
Σ’ αλλεπαλλήλων χρόνων στείρα διαιώνιση
Για κείνο που έρχεται, φραγμός σε μια παράταση

Σαν περιζήτητη αμοιβή φτηνής ζωής.

 

ΤΟ ΠΡΩΙ

Το πρωί
Στις 5
Ο ξηρός
Μεταλλικός ήχος
Ύστερα από τα φορτωμένα καμιόνια
Πού θρυμματίζουνε τις πόρτες του ύπνου.
Και το τελευταίο «αντίο» της παραμονής
Και οι τελευταίοι βηματισμοί στις υγρές πλάκες
Και το τελευταίο σου γράμμα
Στο παιδικό τετράδιο της αριθμητικής
Σαν του μικρού παραθυριού το δίχτυ
Που τεμαχίζει με κάθετες μαύρες γραμμές
Του πρωινού χαρούμενου ήλιου την παρέλαση.

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Οι στίχοι αυτοί μπορεί και να ‘ναι οι τελευταίοι
οι τελευταίοι στους τελευταίους που θα γραφτούν
Γιατί οι μελλούμενοι ποιητές δε ζούνε πια
αυτοί που θα μιλούσανε πεθάναν όλοι νέοι
Τα θλιβερά τραγούδια τους γενήκανε πουλιά
σε κάποιον άλλον ουρανό που λάμπει ξένος ήλιος
Γενήκαν άγριοι ποταμοί και τρέχουνε στη θάλασσα
και τα νερά τους δεν μπορείς να ξεχωρίσεις
Στα θλιβερά τραγούδια τους φύτρωσε ένας λωτός
να γεννηθούμε στο χυμό του εμείς πιο νέοι.

 

Η συνέχεια (1954)

 

ΑΥΤΟΙ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ…

Αυτοί δεν είναι οι δρόμοι που γνωρίσαμε
Αλλότριο πλήθος έρπει τώρα στις λεωφόρους
Αλλάξαν και των προαστίων οι ονομασίες
Υψώνονται άσυλα στα γήπεδα και στις πλατείες.
Ποιος περιμένει την επιστροφή σου; Εδώ οι επίγονοι
Λιθοβολούν τους ξένους, θύουν σ’ ομοιώματα,
Είσαι ένας άγνωστος μες στο άγνωστο εκκλησίασμα
Κι από τον άμβωνα αφορίζουνε τους ξένους
Ρίχνουνε στους αλλόγλωσσους κατάρες.
Εσύ στους σκοτεινούς διαδρόμους χώσου
Στις δαιδαλώδεις κρύπτες που δεν προσεγγίζει
Ούτε φωνή αγριμιού ή ήχος τυμπάνου∙

Εκεί δε θα σε βρουν. Γιατί αν σ’ αφορίσουν
Κάποιοι –αναπόφευκτα– στα χείλη τους θα σε προφέρουν
Οι σκέψεις σου θ’ αλλοιωθούν, θα σου αποδώσουν
Ψιθυριστά προθέσεις, θα σε υμνήσουν.
Με τέτοιες προσιτές επιτυχίες θα ηττηθείς.
Τεντώσου απορρίπτοντας των λόγων σου την πανοπλία
Κάθε εξωτερικό περίβλημά σου περιττό
Και της Σιωπής το μέγα διάστημα, έτσι,
Τεντώσου να πληρώσεις συμπαγής.

 

ΤΟ ΣΚΑΚΙ

Έλα να παίξουμε.
Θα σου χαρίσω τη βασίλισσά μου
(Ήταν για μένα μια φορά η αγαπημένη
Τώρα δεν έχω πια αγαπημένη)
Θα σου χαρίσω τους πύργους μου
(Τώρα πια δεν πυροβολώ τους φίλους μου
’Έχουν πεθάνει καιρό πριν από μένα)
Κι ο βασιλιάς αυτός δεν ήτανε ποτέ δικός μου
Κι ύστερα τόσους στρατιώτες τί τους θέλω.
(Τραβάνε μπρος, τυφλοί, χωρίς καν όνειρα)
Όλα, και τ’ άλογά μου θα σ’ τα δώσω
Μονάχα ετούτον τον τρελό μου θά κρατήσω
Που ξέρει μόνο σ’ ένα χρώμα να πηγαίνει
Δρασκελώντας τη μια άκρη ως την άλλη
Γελώντας μπρος στις τόσες πανοπλίες σου
Μπαίνοντας μέσα στις γραμμές σου ξαφνικά
Αναστατώνοντας τις στέρεες παρατάξεις.

Κι αυτή δεν έχει τέλος η παρτίδα.

ΟΤΑΝ ΤΑ ΒΡΑΔΙΑ…

Όταν τα βράδια
Τρύπας το στήθος μου μ’ ένα μαχαίρι
Και ψάχνεις να βρεις
Εδώ ένα περίπατο στ’ ακροθαλάσσι
Εκεί ένα καφενείο που το λέγαμε η «Συνάντηση»
Εκεί ένα σούρουπο ή ένα κρυμμένο βιβλίο –
Όχι, μα δεν την είχα εγώ αγαπήσει.
Αύριο, το ξέρεις, πώς δε θα ’μαστέ πια εμείς
Κι ύστερα θα σβηστεί κι ή θύμησή μας
Και μια γυναίκα θα γερνά ύστερα από χρόνια
Μ’ ένα φορτίο ζωής αβάσταχτο ατέλειωτο
Και μια γυναίκα ίσως να κλαίει σε μια γωνιά
Το στήθος της να το τρύπα μ’ ένα μαχαίρι
Να ψάχνει να ’βρει έναν περίπατο στ’ ακροθαλάσσι
Ένα βιβλίο κρυμμένο ή ένα σούρουπο.

(Και δε θα ’ναι για σένα, ούτε για μένα).

 

ΚΑΘΕ ΠΡΩΙ

Κάθε πρωί
Καταργούμε τα όνειρα
Χτίζουμε με περίσκεψη τα λόγια
Τα ρούχα μας είναι μια φωλιά από σίδερο
Κάθε πρωί
Χαιρετάμε τους χτεσινούς φίλους
Οι νύχτες μεγαλώνουν σαν αρμόνικες
—’Ήχοι, καημοί, πεθαμένα φιλιά.
(’Ασήμαντες
Απαριθμήσεις
—Τίποτα, λέξεις μόνο για τούς άλλους.
Μα πού τελειώνει η μοναξιά;).

 

ΚΙ ΗΘΕΛΕ ΑΚΟΜΗ…

Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει. Όμως εγώ
Δεν παραδέχτηκα την ήττα. ’Έβλεπα τώρα
Πόσα κρυμμένα τιμαλφή έπρεπε να σώσω
Πόσες φωλιές νερού να συντηρήσω μέσα στις φλόγες.
Μιλάτε, δείχνετε πληγές αλλόφρονες στους δρόμους
Τον πανικό πού στραγγαλίζει την καρδιά σας σα σημαία
Καρφώσατε σ’ εξώστες, με σπουδή φορτώσατε το εμπόρευμα
Η πρόγνωσης σας ασφαλής: Θα πέσει η πόλις.

Εκεί, προσεχτικά, σε μια γωνιά, μαζεύω με τάξη,
Φράζω με σύνεση το τελευταίο μου φυλάκιο
Κρεμώ κομμένα χέρια στους τοίχους, στολίζω
Με τα κομμένα κρανία τα παράθυρα, πλέκω
Με κομμένα μαλλιά το δίχτυ μου και περιμένω.

Όρθιος, και μόνος σαν και πρώτα περιμένω.

 

Η συνέχεια 2 (1955)

 

ΗΤΑΝ ΑΝΘΡΩΠΟΙ…

Ήταν άνθρωποι
Πολλοί πολλοί άνθρωποι
Αγκαλιασμένοι
Με τα δάχτυλα σφιχτά
(Σα χειροπέδες)
Κι όταν σκοτείνιασε
Ύστερα μείναν λίγοι άνθρωποι
Κι υστέρα ακόμα πιο λίγοι
Όσο σβήναν τα φώτα ένα-ένα
Όσο βούλιαζε η νύχτα
Κι ύστερα ακόμα πιο λίγοι
Κι οι άλλοι πουλούσαν τα μάτια τους
Κι οι άλλοι τους κλέβαν τα δόντια τους
Κι αυτοί κλείδωναν τα μάτια τους
Κι αυτοί καρφώναν τα δόντια τους
Γυρίζοντας στον τοίχο τους καθρέφτες
(Όλο και λίγοι πιο λίγοι)
Ώσπου σε μια στιγμή
Άνοιξε κάποιος το μαχαίρι
Κι έσκισε το πουκάμισό του
Κι είδανε τ’ όνομα του γραμμένο στο στήθος
Πάνω ακριβώς στο μέρος της καρδιάς.

(Σ’ αυτούς που λέω τώρα αυτά τα λόγια).

 

ΑΝΤΙ ΝΑ ΦΩΝΑΣΚΩ..

Αντί να φωνασκώ και να συμφύρομαι
Με τους υπαίθριους ρήτορες και τους αγύρτες
—Μάντεις κακών και οραματιστές—
Όταν γκρεμίστηκε το σπίτι μου
Και σκάφτηκε βαθιά με τα υπάρχοντα
(Και δε μιλώ εδώ για χρήματα και τέτοια)
Πήρα τους δρόμους μονάχος σφυρίζοντας.
Ήτανε βέβαια μεγάλη η περιπέτεια
Όμως η πόλις φλέγονταν τόσο όμορφα
Ασύλληπτα πυροτεχνήματα ανεβαίνανε
Στον πράο ουρανό με διαφημίσεις
Αιφνίδιων θανάτων κι αλλαξοπιστήσεων.
Σε λίγο φτάσανε και τα μαντάτα πώς
Κάηκαν όλα τα επίσημα αρχεία και βιβλιοθήκες
Οι βιτρίνες των νεωτερισμών και τα μουσεία
Όλες οι ληξιαρχικές πράξεις γεννήσεων
Και θανάτων —έτσι πού πια δεν ήξερε
Κανείς αν πέθανε ή αν ζούσε ακόμα—
Όλα τα δούναι και λαβείν των μεσιτών
Από τούς οίκους ανοχής τα βιβλιάρια των κοριτσιών
Τα πιεστήρια και τα γραφεία των εφημερίδων
Εξαίσια νύχτα τελεσίδικη και μόνη
Οριστική (όχι καθόλου όπως οί λύσεις
Στα περιπετειώδη φιλμ).
Τίποτα δεν πουλιόταν πια.
Έτσι λαφρύς και περιττός πήρα τους δρόμους
Βρήκα την Κλαίρη βγαίνοντας
’Απ’ τη Συναγωγή κι αγκαλιασμένοι
Κάτω απ’ τις αψίδες των κραυγών
Περάσαμε στην άλλη όχθη με τις τσέπες
Χωρίς πια χώματα, φωτογραφίες και τα παρόμοια.

Τίποτα δεν πουλιόταν πιά.

 

ΜΙΛΩ…

Μιλώ για τα τελευταία σαλπίσματα των νικημένων στρατιωτών
Για τα τελευταία κουρέλια από τα γιορτινά μας φορέματα
Για τα παιδιά μας που πουλάν τσιγάρα στους διαβάτες
Μιλώ για τα λουλούδια που μαραθήκανε στους τάφους και τα σαπίζει η βροχή
Για τα σπίτια που χάσκουνε δίχως παράθυρα σαν κρανία ξεδοντιασμένα
Για τα κορίτσια που ζητιανεύουνε δείχνοντας στα στήθια τις πληγές τους
Μιλώ για τις ξυπόλητες μάνες που σέρνονται στα χαλάσματα
Για τις φλεγόμενες πόλεις τα σωριασμένα κουφάρια στους δρόμους
Τους μαστροπούς ποιητές που τρέμουνε τις νύχτες στα κατώφλια
Μιλώ για τις ατέλειωτες νύχτες όταν το φως λιγοστεύει τα ξημερώματα
Για τα φορτωμένα καμιόνια και τους βηματισμούς στις υγρές πλάκες
Για τα προαύλια των φυλακών και για το δάκρυ των μελλοθανάτων.

Μα πιο πολύ μιλώ για τους ψαράδες
Π’ αφήσανε τα δίχτυα τους και πήρανε τα βήματά Του
Κι όταν Αυτός κουράστηκε αυτοί δεν ξαποστάσαν
Κι όταν Αυτός τους πρόδωσε αυτοί δεν αρνηθήκαν
Κι όταν Αυτός δοξάστηκε αυτοί στρέψαν τα μάτια
Κι οι σύντροφοι τους φτύνανε και τους σταυρώναν
Κι αυτοί, γαλήνιοι, το δρόμο παίρνουνε π’ άκρη δεν έχει
Χωρίς το βλέμμα τους να σκοτεινιάσει ή να λυγίσει

Όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημία του πλήθους.

 

Η συνέχεια 3 (1962)

Στη Νόρα

 

ΤΗ ΝΥΧΤΑ ΕΡΧΟΝΤΑΙ…

Στον Κλείτο

Τη νύχτα έρχονται οι μεγάλες αποφάσεις
Τη νύχτα πλάι στην αγαπημένη
Στους γλυκούς όρκους πριν από τη συνουσία
Τη νύχτα οδηγούν τα λεωφορεία στην αποθήκη
Όταν αρχίζουν να δουλεύουν τα πιεστήρια
Και σβήνουνε τα νυσταγμένα φώτα ένα-ένα
Τη νύχτα έρχονται οι μεγάλες αποφάσεις
Των μυστικών, τα σχέδια, επαναστάσεων,
Η λειτουργία του καζίνου, εκείνο
Το τελευταίο γράμμα, απ’ το κελί σου,
Τα ιδεώδη, τελοσπάντων, για την αναπροσαρμογή.

Τη νύχτα εκείνη αρνήθηκα ν’ ακολουθήσω πια
Αρνήθηκα τη μοναξιά των λέξεων,
Των εσκεμμένων συνειρμών, τη λογική του ονείρου.
Τη νύχτα εκείνη κάηκε το διανυκτερεύον φαρμακείο
Αποκοιμήθηκε βαθιά ο σκοπός στρατιώτης
Βρέθηκε μες στο δρόμο νεκρός ο φτωχός νυχτοφύλακας.

Άτιμοι! Εσείς δολοφονήσατε τον τελευταίο νυχτοφύλακα !

 

Η ΑΠΟΦΑΣΗ

Είστε υπέρ ή κατά;
Έστω απαντήστε μ’ ένα ναι ή μ’ ένα όχι.
Το έχετε το πρόβλημα σκεφτεί
Πιστεύω ασφαλώς πως σας βασάνισε
Τα πάντα βασανίζουν στη ζωή
Παιδιά γυναίκες έντομα
Βλαβερά φυτά χαμένες ώρες
Δύσκολα πάθη χαλασμένα δόντια
Μέτρια φιλμ. Κι αυτό σας βασάνισε ασφαλώς.
Μιλάτε υπεύθυνα λοιπόν. Έστω με ναι ή όχι.
Σε σας ανήκει η απόφαση.
Δε σας ζητούμε πια να πάψετε
Τις ασχολίες σας να διακόψετε τη ζωή σας
Τις προσφιλείς εφημερίδες σας τις συζητήσεις
Στο κουρείο τις Κυριακές σας στα γήπεδα.
Μια λέξη μόνο. Εμπρός λοιπόν:
Είστε υπέρ ή κατά;
Σκεφτείτε το καλά. Θα περιμένω

 

ΣΤ’ ΑΣΤΕΙΑ ΠΑΙΖΑΜΕ

Στ’ αστεία παίζαμε!

Δε χάσαμε μόνο τον τιποτένιο μισθό μας
Μέσα στη μέθη του παιχνιδιού σας δώσαμε και τις γυναίκες μας
Τα πιο ακριβά ενθύμια που μέσα στην κάσα κρύβαμε
Στο τέλος το ίδιο το σπίτι μας με όλα τα υπάρχοντα.
Νύχτες ατέλειωτες παίζαμε, μακριά απ’ το φως της ημέρας
Μήπως πέρασαν χρόνια; σάπισαν τα φύλλα του ημεροδείχτη
Δε βγάλαμε ποτέ καλό χαρτί, χάναμε χάναμε ολοένα
Πώς θα φύγουμε τώρα; Πού θα πάμε; ποιός θα μας δεχτεί;

Δώστε μας πίσω τα χρόνια μας δώστε μας πίσω τα χαρτιά μας
Κλέφτες!
Στα ψέματα παίζαμε!

 

ΤΟ ΕΓΚΛΗΜΑ ΕΓΙΝΕ…

Το έγκλημα έγινε.
’Έσπασες του παιδιού τον κουμπαρά
Χύθηκαν κάτω τα νομίσματα
Παλιές δεκάρες τρυπημένες στη μέση
Και μεγάλα στιλπνά κέρματα.
Όχι, τίποτα δεν μπορείς πια ν’ αγοράσεις
Τόσα πολλά νομίσματα κι όλα άχρηστα
Τίποτα δεν μπορείς πια ν’ αγοράσεις
Και το παιδί να κλαίει
Κι εσύ τίποτα δεν μπορείς πια ν’ αγοράσεις
Και το παιδί να κλαίει και να ζητά
Τίποτα τίποτα πια.

 

ΕΝΑΣ ΚΛΕΦΤΗΣ..

Ένας κλέφτης
Κι άλλος κλέφτης
«Πιάστε τους κλέφτες)
(Ποιούς κυνηγούσαν κα, ποιοί;)

Στεκόμουν στη θέση μου άκίνητος
Ανάμεσα στο έξαλλο πλήθος
Στις φοβερές κραυγές
Κανείς δε μ’ ακούμπησε
Άναψα κι άλλο τσιγάρο

Ήταν για μένα μια ξένη ιστορία
Εγώ δε φοβόμουνα
Δεν είχα τίποτα πια να μου κλέψουν
Δε με φοβόταν κανείς
Δεν είχα τίποτα να κλέψω απ’ αυτούς.

 

ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΙΣ ΡΑΓΕΣ…

Κάτω απ’ τις ράγες του τραίνου
Κάτω από τις γραμμές του βιβλίου
Κάτω από τα βήματα των στρατιωτών

Όταν όλα περάσουν — πάντα σε περιμένω.
Πέρασαν από τότε πολλά τραίνα
Κι άλλα πολλά βιβλία θα διαβαστούν
Κι άλλοι στρατιώτες το ίδιο θα πεθάνουν.

Κάτω από κάθε τι που σου σκεπάζει τη ζωή
Όταν όλα περάσουν —
Σε περιμένω.

 

ΤΩΡΑ ΕΙΝΑΙ ΑΠΛΟΣ ΘΕΑΤΗΣ…

Τώρα είναι απλός θεατής
Ασήμαντος ανθρωπάκος μέσα στο πλήθος
Τώρα πια δε χειροκροτεί δε χειροκροτείται
Ξένος περιφέρεται στων οδών το κάλεσμα.

Έρχονται από μακριά οι νέοι σαλπιγκτές
Των επιλέκτων κλάσεων του μέλλοντος
Οι κραυγές τους γκρεμίζουν τα σαθρά τείχη
Τήκουν τη λάσπη σε φωτεινούς ρύακες.
Έρχονται οι αγνοί, οι ανυπόκριτοι,
Οι βιαστές, οι αμέτοχοι, οι παρθένοι,
Οι πονηροί συνδαιτυμόνες, οι αθώοι
Οι ληξίαρχοι των ημερών μας.
Έρχεται το μεγάλο παρανάλωμα
Μέσα στους πίδακες των πρόσχαρων νερών.
Έρχονται οι τελευταίες προγραφές.

Μα τώρα αυτός είναι απλός θεατής
Ανώνυμος ανθρωπάκος μέσα στο πλήθος
Με τα χέρια στο στήθος σαν έτοιμος νεκρός
Τώρα πια δε χειροκροτεί δε χειροκροτείται.

(Να ξέρεις πάντα το πότε και το πώς).

 

ΣΕ ΤΙ ΒΟΗΘΑ ΛΟΙΠΟΝ…

Σε τί βοηθά λοιπόν η ποίηση
(Αυτή εδώ η ποίηση, λέω)
Στα υψηλά σου ιδανικά, στη συνείδηση του χρέους
Στο μεγάλο πέρασμα από τον καταναγκασμό
Στις συνθήκες της ελευθερίας;

Σε τι βοηθά λοιπόν η ποίηση
—Αυτό, έστω, που εγώ ποίηση ονομάζω—

(Ας ζήσουμε λοιπόν και μ’ αυτά ή μόνο μ’ αυτά).

 

ΑΦΙΕΡΩΣΗ

Για τους ερωτευμένους που παντρεύτηκαν
Για το σπίτι που χτίστηκε
Για τα παιδάκια που μεγάλωσαν
Για τα πλοία που άραξαν
Για τη μάχη που κερδήθηκε
Για τον άσωτο που επέστρεψε
Για όλα όσα τέλειωσαν χωρίς ελπίδα πια.

 

Ο στόχος (1970)

 

Ο ΣΤΟΧΟΣ

Το θέμα είναι τώρα τί λες
Καλά φάγαμε καλά ήπιαμε
Καλά τη φέραμε τη ζωή μας ως εδώ
Μικροζημιές και μικροκέρδη συμψηφίζοντας

Το θέμα είναι τώρα τί λες.

 

ΠΟΙΗΤΙΚΗ

-Προδίδετε πάλι την Ποίηση, θα μου πεις,
Την ιερότερη εκδήλωση του Ανθρώπου
Τη χρησιμοποιείτε πάλι ως μέσον, υποζύγιο
Των σκοτεινών επιδιώξεών σας
Εν πλήρη γνώσει της ζημιάς που προκαλείτε
Με το παράδειγμά σας στους νεωτέρους.

-Το τί δ ε ν πρόδωσες ε σ ύ να μου πεις
Εσύ κι οι όμοιοί σου, χρόνια και χρόνια,
Ένα προς ένα τα υπάρχοντα σας ξεπουλώντας
Στις διεθνείς αγορές και τα λαϊκά παζάρια
Και μείνατε χωρίς μάτια για να βλέπετε, χωρίς αφτιά
Ν᾿ ακούτε, με σφραγισμένα στόματα και δε μιλάτε.
Για ποια ανθρώπινα ιερά μας εγκαλείτε;

Ξέρω: κηρύγματα και ρητορείες πάλι, θα πεις.
Ἔ ναι λοιπόν! Κηρύγματα και ρητορείες.

Σαν π ρ ό κε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις

Να μην τις παίρνει ο άνεμος.

ΣΤΟ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ…

Στο παιδί μου δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια
Και του μιλούσανε για Δράκους και για το πιστό σκυλί
Για τα ταξίδια της Πεντάμορφης και για τον άγριο λύκο

Μα στο παιδί δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια

Τώρα, τα βράδια, κάθομαι και του μιλώ
Λέω το σκύλο σκύλο, το λύκο λύκο, το σκοτάδι σκοτάδι,
Του δείχνω με το χέρι τούς κακούς, του μαθαίνω
Ονόματα σαν προσευχές, του τραγουδώ τους νεκρούς μας.

Ά, φτάνει πια! Πρέπει να λέμε την αλήθεια στα παιδιά.

 

Ο ΟΥΡΑΝΟΣ

Πρώτα να πιάσω τα χέρια σου
Να ψηλαφίσω το σφυγμό σου
Ύστερα να πάμε μαζί στο δάσος
Ν᾿ αγκαλιάσουμε τα μεγάλα δέντρα
Που στον κάθε κορμό έχουμε χαράξει
Εδώ και χρόνια τα ιερά ονόματα
Να τα συλλαβίσουμε μαζί
Να τα μετρήσουμε ένα-ένα
Με τα μάτια ψηλά στον ουρανό σαν προσευχή.

Το δικό μας το δάσος δεν το κρύβει ο ουρανός.

Δεν περνούν από δω ξυλοκόποι.

 

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟΝ

Πέθανες – κι έγινες και συ: ο καλός,
Ο λαμπρός άνθρωπος, ο οικογενειάρχης, ο πατριώτης.
Τριάντα έξη στέφανα σε συνοδέψανε, τρεις λόγοι αντιπροέδρων,
Εφτά ψηφίσματα για τις υπέροχες υπηρεσίες που προσέφερες.

Α, ρε Λαυρέντη, εγώ που μόνο το ’ξερα τι κάθαρμα ήσουν,
Τι κάλπικος παράς, μια ολόκληρη ζωή μέσα στο ψέμα
Κοιμού εν ειρήνη, δεν θα ‘ρθω την ησυχία σου να ταράξω.
(Εγώ, μια ολόκληρη ζωή μες στη σιωπή θα την εξαγοράσω
Πολύ ακριβά κι όχι με τίμημα το θλιβερό σου το σαρκίο).
Κοιμού εν ειρήνη. Ως ήσουν πάντα στη ζωή: o καλός,
Ο λαμπρός άνθρωπος, ο οικογενειάρχης, ο πατριώτης.

Δε θα ’σαι ο πρώτος ούτε δα κι ο τελευταίος.

 

ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΝΟΜΟΤΑΓΟΥΣ

Γράφω ποιήματα μέσα στα πλαίσια που ορίζουν οι υπεύθυνες υπηρεσίες
Που δεν περιέχουν τη λέξη: Ελευθερία, τη λέξη: Δημοκρατία
Δεν φωνασκούν: Κάτω οι τύραννοι ή: Θάνατος στους προδότες
Που παρακάμπτουν επιμελώς τα λεγόμενα φλέγοντα γεγονότα
Γράφω ποιήματα άνετα και αναπαυτικά για όλες τις λογοκρισίες
Αποστρέφομαι τετριμμένες εκφράσεις όπως: σαπίλα ή καθάρματα ή πουλημένοι
Εκλέγω σε πάσα περίπτωση την αρμοδιότερη λέξη
Αυτή που λέμε «ποιητική»: στιλπνή, παρθενική, ιδεατώς ωραία.

Γράφω ποιήματα πού δεν στρέφονται κατά της καθεστηκυίας τάξεως

ΝΕΟΙ ΤΗΣ ΣΙΔΩΝΟΣ, 1970

Κανονικά δε πρέπει να ‘χουμε παράπονο
Καλή κι εγκάρδια η συντροφιά σας, όλο νιάτα,
Κορίτσια δροσερά- αρτιμελή αγόρια
Γεμάτα πάθος κι έρωτα για τη ζωή και για τη δράση.
Καλά, με νόημα και ζουμί και τα τραγούδια σας
Τόσο, μα τόσο ανθρώπινα, συγκινημένα.
Για τα παιδάκια που πεθαίνουν σ’ άλλην ήπειρο
Για ήρωες που σκοτωθήκαν σ’ άλλα χρόνια
Για επαναστάτες Μαύρους, Πράσινους, Κιτρινωπούς,
Για τον καημό του εν γένει πάσχοντος ανθρώπου.
Ιδιαιτέρως σας τιμά τούτη η συμμετοχή
Στην προβληματική και στους αγώνες του καιρού μας
Δίνετε ένα άμεσο παρόν και δραστικό-κατόπιν τούτου
Νομίζω δικαιούσθε με το παραπάνω
Δυο-δυο, τρεις-τρεις, να παίξετε, να ερωτευθείτε,
Και να ξεσκάσετε, αδελφέ, μετά από τόση κούραση.

Μας γέρασαν προώρως Γιώργο, το κατάλαβες;

 

ΚΡΙΤΙΚΗ

…Καί βασικά, λείπουν οι προεκτάσεις

Αυτή η γοητευτική ασάφεια που υποβάλλει
Δεύτερα πλάνα και απρόσμενες προοπτικές
Που θέτει θέματα ερμηνείας, συζητήσεων,
Υποδηλώνει δομές και αποκαλύπτει ουσίες
Λείπει η παρθενικότητα στην έκφραση, το άλλο
Εν τέλει η πρισματικότης των πραγμάτων — λες
Κι έχετε στο χέρι ένα σφυρί και σαν τους γύφτους
Σφυροκοπάτε αδιάκοπα στο ίδιο αμόνι.

-Σαν τους γύφτους
σφυροκοπάμε
αδιάκοπα
στο ίδιο αμόνι.

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Κι όχι αυταπάτες προπαντός.
Το πολύ πολύ να τους εκλάβεις σα δυο θαμπούς
προβολείς μες στην ομίχλη
Σαν ένα δελτάριο σε φίλους που λείπουν
με τη μοναδική λέξη: ζω.

«Γιατί» όπως πολύ σωστά είπε κάποτε κι ο φίλος μου ο Τίτος,
«κανένας στίχος σήμερα δεν κινητοποιεί τις μάζες
κανένας στίχος σήμερα δεν ανατρέπει καθεστώτα.»

Έστω.
Ανάπηρος, δείξε τα χέρια σου. Κρίνε για να κριθείς.

 

 

 

 

 

 

 

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ

ΣΤΕ-001

Ο Στέφανος Στεφανίδης είναι ποιητής, δοκιμιογράφος και απομνημονευματογράφος, μεταφραστής, εθνογράφος και ντοκιμαντερίστας. Γεννήθηκε στο Τρίκωμο της Κύπρου. Στα οκτώ του, ο πατέρας του τον πήρε μαζί του στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου και μεγάλωσε. Απέκτησε διδακτορικό τίτλο από το Πανεπιστήμιο του Κάρντιφ, ενώ κατά τη διάρκεια των σπουδών του έζησε κατά περιόδους σε ’Ισπανία, Πορτογαλία και Ελλάδα.
Για έξι χρόνια δίδαξε λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο της Γουιάνας, όπου
ανέπτυξε ενδιαφέρον για τις διασπορικές κοινότητες των Κρεολών της Καραϊβικής και των ’Ινδών. Η βαθιά σχέση του με την ’Ινδία συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Για επτά χρόνια έζησε στην Ουάσιγκτον, προτού επιστρέψει στην Κύπρο το 1992 ως μέλος του ιδρυτικού διδακτικού προσωπικού του Πανεπιστημίου Κύπρου. Το 2017 συνταξιοδοτήθηκε με την ιδιότητα του Καθηγητή Αγγλικής και Συγκριτικής Λογοτεχνίας. Επιλεγμένα ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί σε περισσότερες από δώδεκα γλώσσες. Γράφει στα αγγλικά, αλλά στο έργο του αντηχούν και άλλες γλώσσες.
Έχει εκδώσει, ανάμεσα σ’ άλλα, τα βιβλία Translating Kali’s Feast: the Goddess in Indo-Caribbean Ritual and Fiction (2000) καί Blue Moon in Rajasthan and other poems (2005).

ΒΙΒΛΙΟ

Ο ΑΝΕΜΟΣ ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΑ ΧΕΙΛΗ ΜΟΥ (2018)

THE WIND UNDER MY LIPS (2018)

(Μετάφραση: Δέσποινα Πυρκεττή)

ΑΝ ΜΟΥ ΛΑΧΑΙΝΕ

για την Κάθυ

Αν μου λάχαινε τις λέξεις θα ξεστόμιζα
απ’ το μυαλό του καθενός
Θα τις πρόφερα με το ρυθμό της βοής
που τραντάζει τα παντζούρια ορθάνοιχτα
να μπει μέσα το αεράκι
να σε χαϊδέψει με τ’ ακροδάχτυλά του
τα απαλότερα κι από πέταλα άγριας τριανταφυλλιάς
Ή θα ’κανα επίκληση στον άνεμο που κροταλίζει
κι απασφαλίζει τους μεντεσέδες
για να σε πάρει μακριά
με ορθάνοιχτα πανιά
έστω για μια στιγμή
να γίνω σπουδαίος στ’ ανάμεσο σπουδαίων
μικρός στ’ ανάμεσο μικρών
το ποίημα να γενώ που εσύ είσαι…

 

ΠΡΟΣΜΕΝΟΝΤΑΣ ΑΗΔΟΝΙΑ

Τη μικρότερη ώρα
ξυπνώ και καρτερώ
μ’ αδημονία
πώς θα κελαηδήσει το αηδόνι.
Ο βρυχηθμός της θάλασσας
απορροφά τους ήχους
των τρένων που περνούν
με παρασέρνει σ’ αποκοίμισμα
τόσο που δεν αισθάνομαι
το λάλημα του πετεινού.
Το φώς το ροδαλό μου διαφεύγει
νυχτοπατώντας μέσα από τις περσίδες
για ν’ απαλύνει τον ύπνο της Κάθυ
κι έτσι αφουγκράζομαι άρωμα ζεστό φρέσκιας φοκάτσιας
στο πρώτο χτύπημα τις Ραφαέλας έξω απ’ την πόρτα μου.

Βίλλα Ρινκόν, Μπολιάσκο, Λιγκούρια, Μάρτης 2009 

 

ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΤΕΧΝΗ: ΝΕΡΟ ΓΙΑ ΤΗ ΠΟΙΗΣΗ

για τή Σαρασβάτι, την ‘Υδάτινη

Τόση πολλή ποίηση σε τοσοδά νησί
άλλο μή γράψετε φυτέψτε δέντρα
και ποτίστε…

Gur Gens

Προσθέτω φωνή στον έκκροτο ήχο
δίχως να ξέρω αν εκρήγνυται προς τα μέσα ή έξω
Ακολουθεί γάργαρος κρότος g r g r g r
περνά o αέρας και σουφρώνω τα χείλη
σπρώχνω τη γλώσσα να σχηματίσω την πνοή
να συλλάβω την οπτασία που κρύβει η συλλαβή
Ούτε (μ)ου ούτε (σ)υ
Ούτε μπροστά ούτε πίσω
Στου ονείρου το γλίστρημα
μου δίνεις κωδικό για να σε βρω
μα ένας απ’ τους αριθμούς ξεπέφτει στην αφάνεια.
Χέρι μυστικό προσφέρει το χαμένο κρίκο
δίχως την προσταγή μου
Αν όμως στέρξω να φωνάξω
ποιες γλώσσες θα μιλήσουν θα το ξέρω;
Στέλνω αγγελιαφόρους στο κατόπι σου
κι όταν σε φέρνουν
δεν αναγνωρίζω το πρόσωπό σου
μονάχα το αίσθημα αναγνωρίζω
Και τα μαλλιά σου αγγίζοντας
προσυπογράφω: αλήθεια, είναι της ερωμένης σου,
της θάλασσας, το χόρτο.
Αν όντως έχεις έρθει
τότε γιατί σωπαίνεις;
Ξέρω τώρα πώς gens δεν είσαι — ψεύδονται τα ονόματα
Έχεις τα χρόνια της θάλασσας
και του shiv
του αρχαίου χορευτή
Γνέφεις στη σιγή
που μίλα πριν και μετά το αα
το ου
και το μμ.
Περιμένω την ποίηση.
Ή να περιμένω το νερό;
Κλείνω τα μάτια
απαγγέλλω το μάντρα
gur-gur-gur

Φεβρουάριος 2004 

 

ΠΟΛΗ-ΦΑΝΤΑΣΜΑ

Ο βίος βραχύς,
η δε τέχνη μακρή.
Ιπποκράτης

Γκρεμίζεται στη σιγή της απόφασης
το Βαρώσι γνέφει και σιγανά
μου ψιθυρίζει στ’ αυτί
μέσα απ’ το συρματόπλεγμα
Ars longa, vita brevis est

Με λαχτάρα εύθρυπτη (αποκαρδιωτική
γυρνώ αντικρίζω το νερό
έτοιμος ν’ απογειωθώ
δελφίνι στο νέκταρ
μιας θάλασσας
ίνδαλμα συνάμα κι αυταπάτη
Ποιες σκιές προσμένουν
στην αντίπερα όχθη

 

ΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΤΑ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙΑ

Από της Λάρνακας τη θάλασσα πριν από τόσα χρόνια
κίνησες για ένα όνειρό για μένα και για σένα
Στο πλοίο μου κράταγες το χέρι
Πρώτη φορά διέσχιζα το πέλαγο
Τώρα στην ίδια θάλασσα επιστρέφεις
στο τελευταίο σου όνειρο
Τότε ήσουν πατέρας μου, τώρα παιδί μου γίνεσαι γυρνώντας
Πρέπει τώρα να ονειρευτώ τ’ όνειρό σου
καθώς μέσα στο φέρετρο της μετακομιδής σου
πίσω σου αφήνεις διά παντός
την πόλη του Λαζάρου και του Ζήνωνα
και τη θάλασσα περνάς για να φτάσεις στη νεκρική πυρά

Προτού ετοιμαστείς ν’ αναχωρήσεις
Ψάξε, μου είπες, για να βρεις της Λάρνακας
τα πορτοκάλια. Γιατί άργησαν φέτος;
Αδημονούσες να γλυκάνεις το αίμα
να ξαναγίνεις ο μαθητής που ήσουν κάποτε
μέσα στην κοσμοσυρροή των Φοινικούδων
Δεν θέλω μοιρολόγια, μαύρα, παπάδες γενειοφόρους
δήλωνες συχνά
Ανοίξτε τα παράθυρα
αφήστε το φως να μπει άπλετο μέσα
Τώρα μου παραχώρησες τη μνήμη σου
ύστατο δώρο
Η σορός σου ελεεινή ξαναγίνεται
ρυθμός στης μάνας σου τη μήτρα
όσο εγώ καταδιώκω τη γεύση
των εκτοπισμένων σου πορτοκαλιών

Δεκέμβριος 2000

 

ΜΟΙΡΑΣΜΕΝΗ ΚΑΡΔΙΑ

για την παλιά πόλη

σε λυκόφωτος προσκύνημα
διασχίζω τα Ενετικά Τείχη
και ταξιδεύω ένδον
γυρεύοντας τη γλώσσα του μοιρολογιού
πνιγμένα αναφιλητά της γέρικης καρδιάς
συνθήματα στα παλιά τείχη
Τα όνειρά μας στους τάφους
τάφοι γεμίζουν τα όνειρά μας

μάτια τυφλά και λαίμαργα
γρίλιες που κρύβουν το φως απ’ τις λευκές αυλές
φαντάσματα μυστακοφόρων καβάλα σε ψάθινες καρέκλες
λασπωμένα ριζικά μέσα στα κατακάθια του καφέ
σκιές των γιαγιάδων μας
ανάμεσα στις λεμονιές της μνήμης
χέρια αρθριτικά ράβουν ακόμη το πάπλωμά μου βελονιά τη βελονιά

προφυλάσσουν το σώμα μου
πέτρινη μήτρα εικόνων που δακρύζουν
Βυζαντινοί άγιοι, που δεν θυμάμαι τα ονόματα τους
μια ανάμνηση μόνο, ένα άρωμα θυμιάματος αρχαίου
μα και λυγμοί στις προσευχές αθέατου χότζα στο Βορρά

ή ζεστή θωριά των νέων κάτω απ’ τα παγωμένα κράνη
είναι ζωοδότρα δύναμη περίλυπης καρδιάς
λάβαρα κυματίζουν
με εξορίζουν απ’ τις κομμένες αρτηρίες
έτσι κινώ να βγω μέσα απ’ της πόλης τις πύλες
ενώ ονειρεύομαι ανατολή, βορρά
οπτασία κοινότητας
και θεία κοινωνία
με θάλασσα, εσπεριδοειδή και προβατίσιο γάλα
κι ελιά
στο ξημέρωμα μιας γης στη χάση της
εύθραυστο τρόπαιο

Λευκωσία 1993 (ελαφρώς αναθεωρημένο το 2000)

 

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ

Θεϊκή νόσος
καλύπτει τη λαχτάρα
σε ξεχείλισμα λέξεων
Πρόβα άφιξης
αιώνια επανάληψη
ζωών που έχουμε ζήσει

Στο σύδεντρο των κυπαρισσιών
ένα ιωβηλαίο από τριζόνια
σβήνει τον τόνο της χαράς
και το λιθόκτιστο
εκκρίνει αλάτι και τέφρα
Βυθίζεται σε πέπλο βαθύτερου σκότους
καθώς αποκοιμιέμαι
σαλεύοντας με πάχνη εωθινή
ανοίγοντας τα μάτια για να δω τί ενδέχεται
να κομίσει η θάλασσα, φερ’ ειπείν φύκια και
καλαμάρι με φρέσκο μελάνι για το στυλό μου

2016

 

ΚΟΡΗ ΜΟΥ

Η παράφορή σου γέννηση πέφτει σαν καθαρή ψιχάλα
σήμερα, χάραμα σκοτεινού Γενάρη, κι εγώ
αλαφραίνω μαζί με της μητέρας σου το σώμα
όσο η φλόγα των μαλλιών σου
επιστρέφει εκεί που διυλίζαμε την άνοιξη
Αγγιχτήκαμε μέσα από τους φεγγίτες του Παρισιού
μετά από νύχτες έρωτα
Πιαστήκαμε γελώντας από κυρτές κόκκινες στέγες
έτοιμες να μας ρίξουν στο γύρισμα του ποταμού
ή στης γωνιάς το καφενείο

Τυλίγεις τα δαχτυλάκια σου γύρω απ’ το δάχτυλό μου
έτσι που με κοιτάς με βλέμμα καθαρό, ξένης
που με ξέρει καλύτερα
κι απ’ της γιαγιάς μου το λιόδεντρο

Πριν σβήσω περιμένω
να μου αποκαλυφθείς σε ήλιο και βροχή
και στης συλλαβής ΚΑ το μυστήριο

Φεβρουάριος 2005

 

ΝΕΚΡΗ ΖΩΝΗ

Σκοτεινή προσήλωση στην τελευτή
υπερπλήρες νεκροταφείο
ενταφιασμένων αναμνήσεων
επιορκίας και προδοσίας
Λαχταρώντας μιαν ευρύτερη ομορφιά
θα γινόμουν Η Φερεπάφα
ν’ αγγίζω ό,τι κινείται
να μεταμορφώνω με κοφτερό μάτι ή
μ’ έναν και μόνον ήχο
από κοχύλι
θα δελέαζα φάντασμα
στης θάλασσας τη μακρινή φωνή
θανάσιμη ηχώ que sera sera
Ο άνθρωπος που ήξερε πολλά
σιωπηλά προδίδει το κρυφό του

 

ΚΑΡΠΑΣΙΑ

για τον equus asinus, τήν caretta caretta, και
τα άλλα σπάνια είδη που με συντρόφευσαν στο
ταξίδι ή που συνάντησα καθ’ οδόν

Θυμάσαι
τότε που πέρασε ο ήλιος στην Παρθένο
και τραβηχτήκαμε ενάντια στη βαρύτητα

σε τόπο λεπτόρρευστο
προσεκτικά μην πατήσουμε τα ριζώματα
της αψιθιάς πλάι στο βράχο

όπου ο Άγιος Φίλων βρήκε το ιερό σημείο
κι ο ουρανός πάρα πολύς
καθώς η θάλασσα τον ήλιο καταπίνει

και στην απόχρωση του πορφυρού
μαίες χελωνών που ήρθαν από μακριά
να κομίσουν την επιστήμη της φύσης

στη φύση της αναχώρησης που φωλιάζει
καθώς του οστράκου η σπείρα σε υγρό θαλασσί
ενστερνίζεται μια σάρκα ευάλωτου πράσινου

Κι όταν έπεσε η νύχτα μ’ έναν χείμαρρο βροχής
και χτύπησε ο κεραυνός
το ντέφι

την ώρα που η φλόγα του κεριού
χόρευε λεϊλαλίμ
Κι αποκρινόμενα

λικνίστηκαν τα σώματά μας
καθώς στρεφόταν του νησιού η γάστρα
ώσπου η μέρα πάστρεψε τους αγρούς

για τ’ άγρια γαϊδούρια με τα μεγάλα μάτια
συνεσταλμένα που τραγουδούν σ’ εμάς, τους συγγενείς τους
«Όλμάζ Όλμάζ να με πεθαίνεις πολεμάς»

Και με βαρύτητα γυρίζουμε για να ρωτήσουμε
ετούτος είν’ του γυρισμού ο δρόμος
προς μια Μεσαορία εύφορη αθέριστη;

Ο αέρας, τόσο πηκτός που τον κόβεις με μαχαίρι
και σπίτια που χαραμίζονται σαν τον καιρό τον ίδιο
ή σαν διαστημόπλοια πού έχασαν το έδαφος

αβέβαια αν σε τούτο τον τόπο
ο χρόνος τους είναι μακρύς ή είναι βραχύς
ήταν κάποτε αυτή η πεδιάδα

η παλιά θάλασσα
ανάμεσα σε δυο νησιά
ήταν κάποτε

το ενδιαίτημά μου
ώσπου σηκώθηκε ο ορίζοντας
για να διαβούμε

γι’ αυτό κι ακόμη αναρωτιέμαι
πώς να γράψω ποίηση πυκνή;
πώς να ψάλω έναν τόπο τόσο διάφανο; 

 

ΦΕΓΓΑΡΙ ΣΕ ΦΥΤΕΙΑ ΖΑΧΑΡΟΚΑΛΑΜΟΥ Ι

Ολόγιομο φεγγάρι σε φυτεία ζαχαροκάλαμου τα σύννεφα αναδεύει
τους ουρανούς και του ναού τον τρούλο διανοίγει
Στην αιώρα μου αναχαράζω οράματα
Απέκλεισα το αλάτι και τη σάρκα
να κάνω χώρο στα όνειρα να μπουν
Μπλάβος πίθηκος έρπει
εύοσμος μαλακός καστανός βρεγμένος
Αν τη λατρεία σου μιμηθώ
θα γίνουν άραγε οι θεοί μου παλμός, φωτιά, νερό ξανά;
Αγγίζω ξιπόλητος το χώμα
το δέρμα σκληραίνει και σκουραίνει
Λέει ο Μάμου
Πάνω στον πάνθηρα ο Διόνυσος είναι αδελφός της Ντούργκας
Ναός είναι η καρδιά σου
φωνές μανάδων και αδελφών μου λένε
όπου κι αν πας, τον κουβαλάς μαζί σου
Έσπασε το περίγραμμα της γίδας και του πετεινού
ενώ η βροχή ξεπλένει το αίμα
το νέο αίμα να προκόψει
καθώς ο Σεληνοσκόπος αναδύεται ανάμεσα
σε νέα σελήνη και πανσέληνο
Θα μιλήσουμε με νέα φωτιά και νέα ιστορία πριν
σκοτεινιάσει το φεγγάρι

Μπερμπίς, Γουιάνα, δεκαετία του ’80

 

ΘΥΣΙΑ

Για σένα αδελφή. Αδελφός Στέφ

διψώντας για νέα ελπίδα
ανασκαλίζω πολυκαιρισμένες στάχτες
και βλέπω εσένα. Αδελφή
φανερωμένη σε όραμα
μπράτσα γυμνά, πασαλειμμένα κιτρινόριζα
χέρια ματωμένα γδέρνουν κατσίκας τη δορά
τεντώνοντας το δέρμα της καρδιάς
αρχαίο τύμπανο βαρά για πάντα νέα ζωή
τρόπαιο νέας ημέρας
κι εγώ
να γράφω ρητορείες
όσο σαν δήμιος σηκώνω σπάθα τόσο σαν γίδι κλαίω
κάποτε σάρκα που ψάχνει πνεύμα
μα τώρα πνεύμα που ψάχνει σάρκα
στη γη των ζωντανών κρυφοκοιτάζω
όπως τεντώνεις το δέρμα της καρδιάς μου

Γουιάνα και Ουάσιγκτον DC, 1988

 

ΔΥΟ ΑΣΒΟΙ ΣΤΗ ΛΙΓΚΟΥΡΙΑ

faccia a faccia

Έκθαμβοι πάνω που στρίψαμε
τους είδαμε να γρηγορεύουν στο σκοτάδι
με κέφι να τραβούν το δρόμο τους
φορώντας γούνες και ουρές
Σταθήκαμε κι οι δυο αποσβολωμένοι
με τα δερμάτινα παλτά και μάλλινα σκουφιά μας
Μας κοίταξαν
και τους κοιτάξαμε
κι ύστερα δίχως λέξη
μας γύρισαν την πλάτη
κι εξαφανίστηκαν χωρίς ίχνος
αφήνοντας μας όρθιους
στο τελευταίο σκαλί
ν’ αποθαυμάζουμε!
Άραγε τί να ήθελαν;
Και μάλιστα εκεί, καταμεσής της σκάλας!

Τ’ άλλο βράδυ στο δείπνο
ντυμένοι με καλό σακάκι και γραβάτα
στην έπαυλη στα πεύκα
δηλώσαμε μέσα από δυο γουλιές κρασί:
Ήταν, που λέτε, δυο ασβοί
καταμεσής της σκάλας
Ήταν, που λέτε, δυο ασβοί!

Μπολιάσκο, Λιγκούρια, 2009

 

ΣΑΒΑΝΟ

Σύλφη της αναθύμησης μου
θησαυρός νιότης
αλγεινής θεϊκής
απλώνεις λινό σάβανο
με κατηφέδες σ’ έντονο κίτρινο
το πιο θεσπέσιο όλων των χρωμάτων
τυλίγοντας τη γη
λειμώνας για τους αφανέρωτους
πένθος ανθός αναχώρησης
με τη μεστή γεύση της κιτρινόριζας και
μια φευγαλέα σπίθα
ελιξίριο βλέμματος ιεροφάντη.

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Σταύρος Σταύρου Καραγιάννης

(Απόσπασμα)

H ανά χείρας πρώτη δίγλωσση έκδοση της δουλειάς του Στέφανου
Στεφανίδη, από αθηναϊκό εκδοτικό οίκο, αποτελεί ένα απολύτως απαραίτητο και καίριο εγχείρημα. Τα ποιήματα και η ποιητική του πρόζα έχουν συντείνει στον αναπροσδιορισμό των ορίων της Κύπρου ως συμβολικού χώρου, κι έχουν ενισχύσει την εμπειρία του τόπου ως προς τη γεωγραφική έννοια του βιωμένου φυσικού χώρου άλλα και ως σχήματος λόγου. Η γραφή του Στεφανίδη δεν περιορίζεται στο νησί που γεννήθηκε, μα αφορά μέρη και κουλτούρες που έχει βιώσει στα ταξίδια, τις επισκέψεις και τις διαμετακομίσεις του μέσα από εθνικά και νοητικά σύνορα. Η ποιητική του εμποτίζεται από κεκτημένες εμπειρίες και εντυπωσιακή ευρυμάθεια: καθηγητής Συγκριτικής Λογοτεχνίας, μελετητής της μεταποικιακής θεωρίας, πολύγλωσσος μεταφραστής, άλλα και εθνογράφος και ντοκουμενταρίστας. Οι λογοτεχνικοί του πειραματισμοί βρίσκουν έκφραση στα αγγλικά, τη γλώσσα πού έμαθε στα παιδικά του χρόνια, όταν μεταφυτεύτηκε από την Κύπρο στην
Αγγλία. Ήταν μια εξέλιξη στην οποία ο ποιητής δεν είχε καμία αυτενέργεια. Έτσι, μεγαλώνοντας στην αποικιακή μητρόπολη, ανακάλυψε στα αγγλικά, τη γλώσσα του εκτοπισμού του, μιαν ανοίκεια οικία. Η αμφιλεγόμενη σχέση του με τη γλώσσα γονιμοποίησε μια παρόρμηση δημιουργικής καταφυγής σε μια πληθώρα γλωσσών και κουλτουρών. Ως προς την ποιητική του, λοιπόν, ο Στεφανίδης ανήκει στην ίδια παράδοση συγγραφέων με τον Ντέρεκ Γουόλκοτ και τον Σαλμάν Ρούσντι, που διαπραγματεύονται μεταποικιακές πολιτικές γλωσσικής και πολιτισμικής ταυτότητας, εξερευνώντας παράλληλα γλώσσες και πολιτισμούς κι αποκαλύπτοντας φευγαλέες εικόνες μιας ρευστής ανοιχτοσύνης όπου η καθομιλούμενη παρόρμηση εκφράζεται σε γλώσσα
κοσμοπολιτική. Θεωρώ πώς ο Στεφανίδης πρέπει να γίνει κατανοητός
ως ποιητής στα διάκενα των γλωσσών, καθώς αυτός ο ίδιος ενσαρκώνει τη μεταφραστική διεργασία στις βαθύτερές της εκφάνσεις. Τα αγγλικά που γράφει επανεφευρίσκονται σε ιδιοσυγκρασιακή μορφή, μεταποιούνται, όπως θα έλεγε ο Ρούσντι, και αντανακλούν τη σύνθετη υποκειμενικότητα του ποιητή. Η ελληνική μετάφραση της Δέσποινας Πυρκεττή σε αύτη την έκδοση σηματοδοτεί μια σημαντική κατεύθυνση στην τροχιά που διαγράφει η ποίηση και η ποιητική του πρόζα.

 

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΡΙΑΣ

(Απόσπασμα)

Είναι τυλιγμένη σε μια αύρα η γραφή του Στέφανου, κάποτε ανάερη και ρευστή, κι άλλοτε πυκνή σαν συνωστισμένη μνήμη. Στα ποιήματά του μεταχειρίζεται συνειδητά πολύσημες λέξεις, παρηχήσεις,
εικονοποιία και επιλεκτική ομοιοκαταληξία για να ιστορήσει το χειροπιαστό αλλά κυρίως για να υπαινιχτεί το υπερκόσμιο, «πιο πέρα απ’ της ζωής τις βεβαιότητες». Στο γλωσσικό του σύμπαν αναδεύεται η σιβυλλική λαλιά των γιαγιάδων του με αναφορές σε στίχους του Γ.Χ. Ώντεν, του Γουόλκοτ, του Όβίδιου, του Καλντερόν — αλλά και του Καβάφη, υπόρρητα. Η κυπριακή διάλεκτος, η αγγλική ποίηση, το θέατρο του ισπανικού χρυσού αιώνα, καθώς και λέξεις αρχαιοελληνικές, τούρκικες, λατινικές, πορτογαλικές, σανσκριτικές, συνθέτουν ένα πολύτιμο κράμα εξωκειμενικών αναφορών που ως επί το πλείστον μεταγράφονται αμετάφραστες στα ελληνικά ως ελάχιστος φόρος τιμής στον πολυπολιτισμικό χείμαρρο που έχει εμποτίσει έναν
φερέοικο. Στα πεζά του, αν στον αφηγηματικό πυρήνα τοποθετείται
η ακούσια, άρα βίαιη, μεταφορά του από την Κύπρο στην Αγγλία
της δεκαετίας του ’60, η βασική διήγηση διανθίζεται από ένθετες
αφηγηματικές ακολουθίες που αψηφούν το χωροχρονικό συνεχές.

Δέσποινα Πυρκεττή

 

ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

ALEV ADIL*

Η ποίηση και η πρόζα του Στεφανίδη έχουν έναν εκπληκτικό τρόπο να διερευνούν την κίνηση ανάμεσα σε χρόνους της μνήμης, τόπους εξορίας και
μετανάστευσης, διαφορετικές γλώσσες και πολιτισμικά συγκείμενα. Ο άνεμος κάτω απ’ τα χείλη μου είναι μια συγκλονιστική συλλογή ποιημάτων
και ενθυμητικών θραυσμάτων που διατρέχει ηπείρους, μυθικές παραδόσεις
και μετααποικιακές ιστορίες… Ως ζωτική προσθήκη στον κανόνα της κυπριακής λογοτεχνίας, άλλα και ως αισθαντική προσωπική μαρτυρία, η γραφή του αποτελεί φάρο ευλύγιστης άντι-μνήμης. Ρητά προσωπική και υπόρρητα πολιτική, η πένα του είναι έμπλεη αγάπης και απώλειας.

*συγγραφέας καί κριτικός για τό TLS

 

ΑΝΤΡΙΑΝΑ ΙΕΡΟΔΙΑΚΟΝΟΥ*

Νησιώτικη, θαλασσινή, ονειρική, νοσταλγική, μαντική, πολύγλωσση άλλα
πάνω απ’ όλα Τρικωμίτικη — η ποίηση και η πρόζα του Στέφανου Στεφανίδη «του Τρικωμίτη» αποτελούν έναν ύμνο έρωτα για τον τόπο όπου
ξεκίνησε η ζωή του. Τα ταξίδια, οι περιπέτειες, οι διάφορες γλώσσες που
σημάδεψαν την ζωή αυτή, όλα οδηγούν αναπόφευκτοι πίσω στο Τρίκωμο της
Κύπρου, που ο Στέφανος χάνει και ξαναβρίσκει σ’ ένα δημιουργικό κύκλο
χωρίς τέλος.

*Κύπρια ποιήτρια και μυθιστοριογράφος

 

EDIE MEIDAV*

Ό Στεφανίδης είναι ένας από τούς σημαντικότερους συγγραφείς της Ανατολικής Μεσογείου, έτσι όπως ξεπροβάλλει μέσα από μια θάλασσα πλασμένη από διχόνοια κι αυθεντικότητα. Η ιστορία που υφαίνει είναι τόσο ζωηρή πού σπινθηρίζει: κάθε πρόταση είναι τρυφερή, ευφάνταστη και πολυστρωματική, ώστε να μας θυμίζει ότι η μεγαλύτερη ύβρις έγκειται στην πεποίθηση πως κάθε ιστορία δεν έχει παρά μία πηγή. Η φωνή του είναι η φωνή που οι αποικιοκράτες πρόγονοί μας θέλησαν να καταπνίξουν, μια φωνή που γίνεται τραγούδι γύρω από κάθε προσταγή για την υβριδικότητα, τη μυθοπλασία, τη χαρά και τον πόνο του να είσαι άνθρωπος. Ο άνεμος κάτω απ’ τα χείλη μου ανοίγει μια κρίσιμη πύλη στη ζωή της Κύπρου: ένας άντρας και μια χώρα ενηλικιώνονται: τόσο το καλύτερο για τον αναγνώστη.

*συγγραφέας των βιβλίων Lola, California καί Kingdom of the Young

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΤΣΟΡΟΥ

21727969_893724067441992_6857658424074629848_n

Η Παναγιώτα Τσορού γεννήθηκε στην Αθήνα. Αποφοίτησε από την Ελληνογαλλική Σχολή «Άγιος Ιωσήφ». Σπούδασε Γαλλική Λογοτεχνία στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθήνας (IFA). Παρακολούθησε μαθήματα Δημιουργικής Γραφής στο ΕΚΠΑ.
Συνεχίζει τις σπουδές της στο τμήμα Νεοελληνικών σπουδών του Γαλλικού Πανεπιστημίου Paul Valery του Μontpellier 3.
Ασχολείται με την μετάφραση λογοτεχνικών κειμένων και ποίησης στη γαλλική γλώσσα. Μεταφράσεις της έχουν εκδοθεί σε Γαλλο-Ελληνική Ανθολογία Κυπριακής Ποίησης, όπου μετέφρασε ποιήματα πέντε ποιητών, από τον γαλλικό εκδοτικό οίκο Editions Variations τo 2016.
Συμμετείχε στον συλλογικό τόμο των εκδόσεων Εντύποις «Ποιητικές συμπλεύσεις 2- Δείπνο ποιητών» (2018).
Το 2017 με τίτλο «Αχαρτογράφητα» δημοσιοποιήθηκε ως ψηφιακό βιβλίο η ποιητική συλλογή χαϊκού από τις εκδόσεις 24 γράμματα. Η ποιητική συλλογή «Του έρωτα και του κόσμου» είναι το δεύτερο βιβλίο της. Ποιήματα αυτής της ποιητικής συλλογής πήραν Έπαινο στον 2ο Πανελλήνιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό Πνευματικοί Ορίζοντες Λεμεσού, 2017-2018. Είναι μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών.

 

ΒΙΒΛΙΟ

 

ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ (2018)
101 χαϊκού ποιήματα

 

ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

1. Κίτρινα φύλλα,
ξεχασμένα «σ’αγαπώ»
πεσμένα στη γη.

2. Ποτάμι ζωής,
πιο δυνατή η αγάπη
κι απ’ το θάνατο.

10. Να ‘μουν αηδόνι
τον ήχο μου να νιώθεις
να σε μεθάει.

15. Να ’σουν ποταμός
στην όχθη σου να γείρω
δροσιά να χαρώ.

27. Χρησμό έρωτα
πρόσφερες μαργαρίτα
και γυμνώθηκες.

31. Μια μαργαρίτα
μαδά τα πέταλά της
αγάπη να βρει.

 

ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ

40. Πλοία σκουριάζουν
σ’ ακρογιάλια που ήλιος
δεν χάιδεψε.

43. Σαν ωκεανός
τα φιλιά σου στο κορμί
με ταξιδεύουν.

45. Γράψαμε όρκους
στην άμμο, η θάλασσα
τους πήρε βαθιά.

49. Τον βράχο γλύφει
αέναα το κύμα
και τον στολίζει.

 

ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ

54. Στ’ ακροθαλάσσι
ασέληνη η νύχτα
παραπονιέται.

56. Μου λες σ’ αγαπώ
και το σύμπαν γεμίζει
αστρόσκονης φως.

66. Ηλιοφώτιστη
μέρα Μαγιού σκορπίζεις
μύρια χρώματα.

69. Χρυσά φεγγάρια
στου ουρανού την άκρη,
χαμογελαστά.

 

ΤΗΣ ΖΩΗΣ

75. Άνυδρη ζωή
της μοναξιάς ρημάδι,
θες λίγ’ αγάπη;

79. Στεγνή ψυχή μου
έφυγες στα σκοτάδια.
Τώρα φως ζητάς.

86. Της ζωής πληγές
γιατρεύει η αγκάλη σου
καταφυγή μου.

93. Η μοναξιά μου
η ασίγαστη φλόγα
που σε καρτερά.

95. Σ’ αποχαιρετώ.
Θα σε δω στα όνειρα
ξανά και ξανά.

 

ΜΕΤΑΦΡΑΣΜΕΝΑ

98. Pris d’ amour
tu danses, oh! cyclamen
dans la fissure d’une roche.

101. Nos corps se battent
comme deux chars
l’Amour 1 emporte.

Σημείωση: Η Παναγιώτα Τσορού έχει μεταφράσει
στα γαλλικά πολλά από τα χαϊκού της

 

 

Για τη Παναγιώτα Τσορού γράφουν:

 

ΓΙΟΛΑ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ – ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Στίχοι με μαγεία

101 Χαϊκού Ποιήματα απαρτίζουν την καινούργια ποιητική συλλογή της Παναγιώτας Τσορού, μία εξαιρετική από κάθε άποψη Συλλογή που τιτλοφορείται «ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ».
Ο λόγος της Παναγιώτας Τσορού, βαθυστόχαστος και συνάμα τρυφερός, ρέει γλαφυρός και καταδεικνύει, από την πρώτη μέχρι και την τελευταία σύνθεση,
τη δεινότητα της συγγραφέως στην έκφραση τόσο των σκέψεων όσο και των συναισθημάτων της. Ένας λόγος που, διαβάζοντάς τον, έχεις την αίσθηση πως ακούς τους μαγικούς ήχους των κρυστάλλινων νερών μιας αμόλυντης πηγής ή μια ονειρική μελωδία που σε ταξιδεύει στους ανέφελους ουρανούς τού απόλυτου κάλλους.
Η ποιήτρια ζωγραφίζει με τον πολύχρωμο χρωστήρα τής ξεχωριστής της γραφής συναισθήματα της ανθρώπινης ψυχής, υμνώντας κατεξοχήν τον Έρωτα. Κι ο Έρωτας συνδέεται τόσο αρμονικά, μέσα στους περισσότερους στίχους, με τη φύση: τον ήλιο, το φεγγάρι, τα αστέρια, τη θάλασσα, τα λουλούδια, τους καρπούς, τα πουλιά…

Άπλετος ήλιος
το κορμί σου τρύγησε
χλωμή σελήνη.

Ήρθες απόψε
και τ’ αστέρια στήσανε
ξέφρενο χορό.

Σε βραχου σχισμή
ανθίζεις κυκλάμινο
από έρωτα.

Ρώγες σταφυλιού
οι νύχτες του Αύγουστου,
μελιστάλακτες

Πόσο, στ’ αλήθεια, ομορφαίνουν τον Κόσμο και τον Έρωτα οι αδαμάντινοι στίχοι της Παναγιώτας Τσορού! Στίχοι – άστρα που προστίθενται στον απέραντο, έναστρο ουρανό της Σύγχρονης Ελληνικής Ποίησης και τον φωτίζουν υε ακόμη περισσότερη μαγεία.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Όμορφος κόσμος

Τι μπορεί να χωρέσει μέσα σε τρεις στίχους;
Τι μπορεί να χωρέσει μέσα σε δεκαεπτά συλλαβές;
«Ο κόσμος όλος μέσα από τα δικά μου μάτια», μοιάζει να λέει η ποιήτρια Παναγιώτα Τσορού.
Και να, ήλιοι καλοκαιρινοί, χρυσά φεγγάρια, θάλασσες, καράβια, κοράλλια και βράχια!
Και να, δάση, λιβάδια, κυκλάμινα και πεταλούδες! Κι όλα να κυλούν, να ταξιδεύουν, μέσα στο γλυκό κι ήρεμο φως της αγάπης, με τόση ευαισθησία κι αρμονία…
Φίλη ποιήτρια, είναι πολύ όμορφος ο κόσμος σου! Είναι όμορφη η ζωή όταν την αντικρίζει κανείς με τόση αγάπη!

1 σχόλιο

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΛΕΥΚΙΟΣ ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ

ΛΕΥΚΙΟΣ ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ

 

Ο Λεύκιος Ζαφειρίου γεννήθηκε το Νοέμβριο του 1948 στη Λάρνακα. Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Τα τελευταία χρόνια διδάσκει στο Εσπερινό Γυμνάσιο Λευκωσίας. Εξέδωσε τις ποιητικές συλλογές «Ποιήματα» (1975, 1977), «Σχεδόν μηδίζοντες» (1977), «Απομαγνητοφώνηση» (1978), «Ο μιγάδας άγγελος» (1980), το πεζογράφημα «Οι συμμορίτες» (1983) και τη μελέτη «Η νεότερη Κυπριακή Λογοτεχνία: γραμματολογικό σχεδίασμα» (1991). Επιμελήθηκε την «Ανθολογία σύγχρονης κυπριακής ποίησης» (Αθήνα 1985). Ποιήματα, κείμενα και μελέτες για τη λογοτεχνία δημοσίευσε σε πολλά περιοδικά, συλλογικές εκδόσεις, πρακτικά συνεδρίων. Μετείχε στην έκδοση του λογοτεχνικού περιοδικού «Σημείο» (Λευκωσία 1992-1999), καθώς και στην έκδοση των λογοτεχνικών περιοδικών «Ακτή» και «Ύλαντρον».

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ:
Ποιήματα (Κούρος, 1975, 1977)
Σχεδόν μηδίζοντες (ποιήματα, Τα τετράδια του Ρήγα, 1977, 1981)
Απομαγνητοφώνηση (ποιήματα, 1978)
Ο μιγάδας άγγελος (ποιήματα, 1980)
Η θλίψη τον απογεύματος (ποιήματα, Μεταίχμιο, 2007)
Ποιήματα 1965-2010 (Γαβριηλίδης, 2011)
Οι συμμορίτες (νουβέλα, 1983, β’ έκδοση, Γαβριηλίδης, 2009)
Η νεότερη κυπριακή λογοτεχνία. Γραμματολογικό σχεδίασμα (μελέτη, 1991)
Ανδρέας Κάλβος, Ελπίς πατρίδος (ΟΕΛΜΕΚ – ΣΕΚΦ, Λευκωσία 2004)
Ο βίος και το έργο του Ανδρέα Κάλβου (1792-1869) (μελέτη, Μεταίχμιο, 2006)
Χρονολόγιο Διονυσίου Σολωμού (ΣΕΚΦ, Λευκωσία, 2007, 2008)
Κυπριακό Χρονολόγιο (10.000 π.Χ.-2008 μ. Χ.) (ΓΤΠ, Λευκωσία, 2008)
Μ ευλάβεια και με λύπη (Εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2013)

 

 

ΠΟΙΗΜΑΤΑ (1975)

 

Η ΠΟΙΗΣΗ

Η ποίηση είναι ένας κήπος
γεμάτος πουλιά,
τραγουδάει τον έρωτα
τον Μιχάλη την Άννα.
Η ποίηση είναι το σπίτι
που χωράει μέσα όλο τον κόσμο.

Μα όταν η ελευθερία χάνεται
η ποίηση γίνεται
σπαθί και ντουφέκι.

 

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ

Ξερίζωσε από μέσα μου όλες τις λέξεις
δώσε τους μια όποια σημασία
κι ύστερα προσπάθησε να τις βάλεις πάλι
με μια δική σου τάξη μέσα μου.

Ωστόσο εγώ θα επιμένω να λέω
την ελευθερία ελευθερία
τον φόνο φόνο
την ενοχή ενοχή
μ’ ένα πείσμα τρελού που σκαλίζει
στον τοίχο τ όνομά του
με τα νύχια.

 

ΕΛΛΑΔΑ 1973

του Τάσου

Μεσίστιες σημαίες στα μπαλκόνια
απέραντη βουή στους δρόμους
σταματημένη. Κι η Ελλάδα
τουριστικό κέντρο,
κέντρο μετακομιστικού εμπορίου
και διερχομένων μεγιστάνων.
Μπορντέλα στη Σοφοκλέους, πάροδος Αθηνάς

Κι ο Μακρυγιάννης
με τ’ Απομνημονεύματα στο χέρι
ποιος τον ξέρει

 

1974 Μ.X.

Δίκτυον αποχετεύσεως
Ακροπόλεως Μυκηνών –
Εγώ αποχετεύομαι
εγώ συνθλίβομαι στους υπονόμους,
τα χέρια μου οι κυβωτιόσχημοι λίθοι
ένα συμπαγές σώμα
αιωρούμαι πάνω απ’ τους προμαχώνες,
οι αγωγοί με παρασύρουν
επί των επάλξεων οι οφθαλμοί μου
εξορυγμένοι
επιθεωρούν τους πήλινους σωλήνας,
αναστραμμένα Π
φρεάτια ακάλυπτοι αύλακες
όλα με παρασύρουν
κι εκβάλλω χίλια κομμάτια
λοξώς κάτω απ’ το βόρειο τείχος.
Δίκτυον αποχετεύσεως
Μυκηνών
ακροπόλεως
ζωή μου! ζωή μου!
που τόσο σε ξέφτυσαν
στις φυλακές
στα γήπεδα
ζωή μου! ζωή μου!
αποχετεύομαι κι εκβάλλω
βορείως!
νοτίως!
απ’ όλες τις μπάντες
τούτης της πολιτείας.

Συγχυσμένος συνθλίβομαι
μεταξύ αποχετευτικού συστήματος
Αθηνών – Μυκηνών.

 

ΝΕΦΕΛΗ

I

Ήσουν ένας άνθρωπος χωρίς ιστορία
δεν πήρες μέρος σε καμιά εκστρατεία,
σε καμιάς μάχης τα πυρά
δεν διασταυρώθηκε η ύπαρξή σου
για να ’χεις τίτλους μεταθανάτιους
να φτάνουν συγχαρητήρια τηλεγραφήματα
στην παλιά σου διεύθυνση —
αλήθεια γιατί αλλάζεις συνέχεια
διευθύνσεις και δημιουργείς
ένα μυστήριο γύρω απ’ το πρόσωπό σου –
το πρόσωπό σου δεν υπήρξε
δεν είχε ποτέ μια κάποια μορφή
που να δικαιολογούσε την ύπαρξή σου.

II

Επιστρέφω κάποτε στους δικούς σου τόπους
γιατί έχουν πείσμα
τα λόγια σου που δεν ειπώθηκαν
κι οι σκέψεις σου που δεν πρόλαβες
να γράψεις.

 

IN MEMORIAM

Σου στέλνω χρόνια τώρα
το ίδιο γράμμα στη γνωστή πάντα διεύθυνση
κλειστό σ’ αμόλυντο φάκελο,
που δεν το ‘γγιξαν τα χέρια του λογοκριτή
δεν το βεβήλωσαν τα μάτια του ανακριτή
και πάντα το λαβαίνω πίσω
στη δική μου διεύθυνση,
σα να ’κλεισαν τις σάκες τους
οι ταχυδρόμοι του κόσμου
και τέλειωσαν τη διανομή.

 

ΛΕΩ ΝΑ ΚΛΕΙΣΩ

Λέω να κλείσω
μια για πάντα
την Ποιητική μου Ανθολογία –
δώρο μακρινό της εφηβείας, ν
α μη γράψω πια άλλα ποιήματα
και τέλος να δώσω
σ’ αυτή την ιστορία.
Μα πάλι εσένα σκέφτομαι μάνα,
που τριαντατριών χρόνων
αποδήμησες –
Μάρτης μήνας ήτανε
του χίλια εννιακόσια πενήντα εφτά.

 

ΕΔΩ ΠΟΥ ΦΤΙΑΧΝΑΜΕ

Εδώ που φτιάχναμε τους χαρταετούς
και παίζαμε κρυφτούλι
Εδώ που ακινητούν τα δυο κομμένα χέρια
αναζητώντας τον επίμονο άνεμο
το πνιγμένο περπάτημα του μικρού παιδιού.
Εδώ που τελειώνουν τα ταξίδια των καραβιών
πάνω στη λευκή άμμο της αποδημίας
των νεκρών με το μαντήλι της άνοιξης.
Εδώ που θρυμμάτισε τα όνειρά της
η απουσία των ανθρώπων,
θα έρθει η ώρα της αναχώρησης.

 

ΣΤΟΝ ΣΙΕΡΚΕΤ

Σε σκοτώσαν
σου βγάλαν τα μάτια
σου δέσαν τα χέρια,
ύστερα σε πετάξαν στο ποτάμι
στη θάλασσα, στη λάβα του ηφαιστείου
χωρίς να ενδώσεις
χωρίς να φοβηθείς.

Σε κατατεμάχισαν
κομμάτι κομμάτι
κι ακόμα αντιστέκεσαι
κι ακόμα επιμένεις.

 

Ο ΕΝΟΧΟΣ

Κάπνισε και το τελευταίο τσιγάρο.
Ύστερα κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Τα
ον παρακολουθούσαν
δυο μάτια θρυμματισμένα
σαν κάδρο στο δάπεδο.

Σάστισε… Έπαιξε τα ματόκλαδά του…
Άνοιξε την πόρτα
και χάθηκε όπως το ποντίκι
στο τρίξιμο της κάσας.

 

ΣΧΕΔΟΝ ΜΗΔΙΖΟΝΤΕΣ (1977)

 

15.7.1974

Οι νεκροί βρομούσαν από ’να
μίλι μακριά, ήταν ανελέητο
το τελευταίο καλοκαίρι –
τρυπούσε τους ίσκιους των δέντρων
τις στέγες των σπιτιών.
Φριχτό καλοκαίρι για τους ανθρώπους
μπάσαν τους νεκρούς απ’ την πίσω
πόρτα στον Άη Γιάννη,
δεν τους χωρούσαν, λέει, τα φέρετρα.
Κι ο πιτσιρικάς —πήχτρα το αίμα
στα ρούχα του- άνοιγε λάκκους,
τον χτυπούσε ο ήλιος ανελέητα
στους κροτάφους στη μνήμη
βαθιά ως το μέλλον.

Τον ήξερες αλλιώτικα
τον κυπριώτικο ήλιο
θεία Μαρίνα την αυγή
με τα περιστέρια στους ώμους.

 

ΛΕΥΚΩΣΙΑ

Λευκωσία!
ο Μακρύδρομος δεν βγάζει
πια πουθενά
πίσω απ’ τις βιτρίνες των μαγαζιών σου
αιωρούνται πύργοι σιωπής.
Δεν σε παίρνει ο ύπνος
κι όπως γυρίζεις απ’ την άλλη μεριά
για να κοιμηθείς
ακουμπάει το πρόσωπο σου
το πρόσωπο της προδοσίας.
Λευκωσία! Λευκωσία!
είναι φοβερό, το ξέρουμε
που τρέμεις απ’ την ανάμνηση αυτή
γιατί τρυπάει τα κόκαλα τα νεύρα.

 

Ο ΠΕΝΤΑΔΑΚΤΥΛΟΣ

0 Πενταδάκτυλος αναπνέει
στον δικό μου ρυθμό
έγινε ένα με τους δικούς μου παλμούς
ανακατεύτηκε μέσα μου
και δεν μπορείς να ξεχωρίσεις
τον Πενταδάκτυλο απ’ τον εαυτό μου
τον εαυτό μου απ’ τον Πενταδάκτυλο
το αίμα του απ’ το δικό μου.
Κι έτσι συμπορευόμαστε συνυπάρχουμε:
ο Πενταδάκτυλος το βουνό
κι εγώ ο άνθρωπος.

 

ΚΥΠΡΙΩΤΙΚΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

Του Λευτέρη Πούλιου
για την κυπριακή φεγγοβολιά

Φεγγάρι που αρμενίζεις στο γαλάζιο
φεγγάρι παράξενο κι αστραφτερό
ουράνια γεννήτρια ηλεκτρικού ρεύματος
στη μέση τ’ απομεσήμερου
ταξιδεύουν μαζί σου
μπασταρδεμένα όνειρα
και σκέψεις με δεκανίκια.
Φεγγάρι που είδες το φονικό
και κρύφτηκες πίσω από ‘να σύννεφο
φεγγάρι κυπριώτικο
ματωμένο κι αλλόκοτο
της μνήμης και της οργής
φεγγάρι κρυφό
σταματημένο στη μέση της νύχτας
πυρπολημένο απομακρυνόμενο
σαν οπτασία και σύννεφο.

14.3.1976

 

ΣΧΕΔΟΝ ΜΗΔΙΖΟΝΤΕΣ

Στον Δώρο Λοΐζου

Κραυγή του Δώρου
κραυγή της πατρίδας
περιτυλιγμένη το χρέος
την οργή περιτυλιγμένη
αρχίσαμε να μπασταρδεύουμε
το νόημά σου.
Κι εκφυλιζόμαστε υποχωρούμε…
Ένοχοι σχεδόν μηδίζοντες
ζεσταινόμαστε πλάι σε μια ηλεκτρική θερμάστρα.

 

ΝΕΚΡΟΣ ΚΥΠΡΙΟΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΑΦΟ

Εγώ δεν σας ζήτησα
μια τέτοια διευθέτηση
κι ούτε ποτέ σας έκανα
λόγο για κάτι παρόμοιο.
Επιτέλους
ποιος σας έδωσε το δικαίωμα
να ποζάρετε ξεδιάντροπα
σε φωτογραφίες καθόλου δικές σας
να διαπραγματεύεστε τα δικά μας
σπίτια σα να ’ταν δικά σας
κερνώντας κονιάκ ο ένας τον άλλο
ο κλέφτης τον φονιά
ο ρουφιάνος τον πάτρωνα.
Κι εγώ να ουρλιάζω
επιμένοντας να κρατιέμαι από μια πέτρα
ξερνώντας οργή και μίσος μαζί
κάλπικα νομίσματα στην πιο κρίσιμη
συναλλαγή.

 

ΚΥΠΡΟΣ 1977

Η Κύπρος
λαχανιασμένη πνοή
κάτω απ’ το νυστέρι
του πιο σιχαμερού χειρουργείου
κι ο λαός της εκτεθειμένος
στο λεπίδι των τραστ.
Υπερπόντιοι στόλοι
βολτάρουν στη θάλασσα
κι ο Πενταδάκτυλος
μ’ ένα στραβό σκουφί σύννεφο
κατεβαίνει ξεθεωμένος τις νύχτες
στους δρόμους της Λευκωσίας.

Φτάνει πια μασημένες κουβέντες
ρουφιανιές και τα τέτοια.

 

Ο ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟΣ

Παραφυλάς στο πρώτο καντούνι
και βγαίνεις μαζί μας τις νύχτες
με μια γόπα στα χείλη.
Στριμώχνεσαι σ’ ένα τραπεζάκι
οι άλλοι μιλούν
δεν έχει σημασία
που δεν σε προσέχουν.
Ύστερα σηκώνεσαι και φεύγεις
αφήνεις επίτηδες τη γόπα
στο τραπεζάκι, στα χείλη σου
μπερδεύεται κάτι.
Εσύ δεν χαμογελάς
προσπαθείς να αρθρώσεις
μια λέξη
που να μη συνθλίβεται
από οδοστρωτήρες κι ερπύστριες.

 

ΠΑΡΑΝΟΜΗ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΗ
ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ

Η σύναξη έγινε τελείως αντικανονικά:
ο Μακρυγιάννης μπάρκαρε
απ’ τη Μακρόνησο (μισότρελοι σύντροφοι
με λειψά αφτιά κουτσαίνοντας του σφύριξαν
να προσέχει απ’ τα μεγάλα τρωκτικά)’
ο Χικμέτ ξεκίνησε
από τα λαϊκά προάστια
της Κωνσταντινούπολης (εργάτες πεινασμένοι
στους δρόμους διοχέτευαν την οργή τους
στην ποίησή του – αρκαντάς βάστα
γερά του φώναζαν κι έδειχναν
τον Πενταδάκτυλο με τον δείκτη
του χεριού τους)’
ο Ρήγας πέρασε
μέσα από ένα προπέτασμα καπνού
και βρέθηκε στη μέση της πλατείας
βρεγμένος ως το κόκαλο
με το λουρί περασμένο στον λαιμό
απαγγέλλοντας με στραγγαλισμένη φωνή
στίχους του νεότερου Ναζίμ.

25.3.1977

 

Η ΜΑΝΑ ΜΟΥ ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ

Έτσι καθώς ξεπηδούν
στις πλαγιές μια μια
οι άσπρες σημαδούρες της άνοιξης
η σεπτή σου μορφή
προβάλλει
περιχυμένη φως ιλαρό,
προτομή με δυο δάκρυα
πεταλούδας στα μάτια
απ’ τα δακρυγόνα
του χρόνου.

Μάρτης 1977

 

ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΣΗ (1978)

 

ΧΩΡΙΣ ΑΝΑΠΝΟΗ

Πέρασα μέσα από μια κόλαση φωτιάς
τα μετρό δεν έχουν φτάσει στη χώρα μου
κι έτσι μου είναι δύσκολο
να τραγουδώ χωρίς λόγο
κάποιος μέσα μου αποπατεί
ανθοδέσμες μουσικές προκαλεί
μιαν έκρηξη γέλιου
κι ύστερα φεύγει.
Αυτοί που έχτισαν τους καταυλισμούς
αποκοιμήθηκαν μέσα μου
τους κουβαλώ κάθε μέρα στη δουλειά
στον ύπνο στους απογευματινούς περιπάτους
στα εγκαίνια των εκθέσεων
στα σινεμά στις υπουργικές
εγκυκλίους στις συνεδριάσεις της βουλής
στις στήλες των εφημερίδων.
Αυτοί που έχτισαν τους καταυλισμούς
απομαγνητοφώνησαν και τη φωνή μου
τεμαχίζουν τα λόγια μου
κομμάτι κομμάτι μ’ αποσυνθέτουν
προσπαθώντας να πλαστογραφήσουν
και τα δαχτυλικά μου αποτυπώματα ακόμη

 

ΜΝΗΜΗ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟΥ

Τέσσερα χρόνια Αλέξαντρε Σπαρτίδη
το αίμα σου ανεξάντλητο στα οδοφράγματα
το κουβαλούν τις νύχτες
μέσα σε σύριγγες στα εργαστήρια
για ανάλυση —
μετά τη διάγνωση πετιούνται ρήτορες
και σε αναλύουν
παραμορφώνοντας το ανεξάντλητο της θυσίας σου
το ανεξάντλητο της ελευθερίας μας.

19.11.1977

 

ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΟΣ ΟΔΗΓΟΣ ΚΥΠΡΟΥ

Γαλάζια θάλασσα
πεδιάδες βουνά
κυπαρίσσια και πεύκα
φυλάκια και πάλε φυλάκια
πολυβολεία ως την άκρη της μνήμης
παραμορφωμένα όνειρα παιδιών
και βόμβες ναπάλμ
πανάθλια ραντάρ που υψώνονται
απειλητικά
παραδεισένιες πλαζ
και πολυτελή ξενοδοχεία.

Το βράδυ μεταφέρουν
τους τουρίστες με πούλμαν
απ’ το Κούριο ή την Αγγελόκτιστη
βιαστικά στο αεροδρόμιο
επιβιβάζονται
αποβιβάζονται
με προβολείς ή χωρίς προβολείς
τρέχουν να προλάβουν
τη ζωή τον θάνατο.

«Θα ξανάρθουμε» ή «very nice place».

 

ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΤΗ ΛΑΡΝΑΚΑ

Ήσουν κάποτε αρχέγονη
ασίκισα
με τις συμμορίες των παιδιών
απ’ τις φτωχογειτονιές.
Έχεις γίνει αγνώριστη
Λάρνακα
με τους κοριτσίστικους φιόγκους
των αστών στα μαλλιά σου –
η Ευτυχία βγήκε στο σφυρί,
παιδάκια τρέχαμε με την καλπάζουσα
μουσική του φλοίσβου των κυμάτων
κι οι Φοινικούδες παράστεκαν
στην απλωσιά του πόντου –
τώρα μπασταρδεμένη
γυρεύεις άγκιστρα ν’ αρπαχτείς,
μπούχτισες από την καθημερινή τρυφή
μακιγιαρισμένων κομπάρσων
φοβάσαι μη και σου τύχει
γάγγραινα κακό συναπάντημα.
Θυμάσαι τότε
που με ξύλινα σπαθιά
παίζαμε τον Έκτορα
και τον Αχιλλέα –
η Σαλιμέ είχε μια καλοσύνη
απίθανα τρυφερή,
τώρα ποιος ξέρει
πού να βρίσκεται,
η παιδική της αφέλεια
δεν μπορούσε να καταλάβει
σκοτωμούς Τούρκων και Ρωμιών,
είχε ένα χρώμα μελαχρινό
το πρόσωπό της.
Σκάλα ελπίζω σε σένα
και τον λαό σου,
ο τουρκομαχαλάς είναι μαχαίρι
στη μνήμη μου —
η Λαϊκκά πριν δεχτεί
τον τελευταίο πελάτη
κοίταξε κατά τη θάλασσα
και τον μιναρέ,
δάκρυα πιρούνιαζαν τα μάγουλά της
δεν άντεχε να βλέπει φονικά

το σπίτι της έγινε πολυβολείο
φυλάκιο Λαϊκκάς!
φυλάκιο Λαϊκκάς!
στη Λάρνακα
πόλη της Κύπρου
νησιού της Μεσόγειος.

 

ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ

Τρέχω πάνω απ’ τα κύματα
σύννεφο γλάρος και μπόιγκ
η θάλασσα μέσα μου γαλάζια
μουσική συμφωνία
κυλάει στις φλέβες μου
πλεούμενα κορνάρουν
και μαζούτ ρίχνονται
μέσα της μέσα μου
χωρίς σειρήνες και μέδουσες
η θάλασσα νάιλον πυρπολημένη
ανάμνηση κι ο Οδυσσέας
να βγάζει το παντελόνι του
και να πέφτει με μαγιό
τελευταίας μόδας στο κύμα.

 

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΕ ΤΙΣ ΛΕΥΚΕΣ

Στο πίσω μέρος το ποτάμι
μαζί του κατέβαιναν
μικροί σκελετοί
επίδεσμοι σπασμένα κάδρα
της μητέρας και σαρείδια
που στοιβάζονταν σ’ ένα τούνελ
αέρινο – μέσα πετούσαν
βολβούς μουσικές ξεχασμένες
παλιά βιβλιάρια καταθέσεων
τσαλακωμένα απ’ την άσκοπη χρήση
τόσων χρόνων —

Ύστερα ανοίγουν τα παράθυρα
χορεύουν τα πράγματα στο φως
κι οι νέες γυναίκες απλώνουν
τα χέρια τους σε πουλιά
καθισμένα στις λεύκες
μια αδιόρατη κίνηση
σχεδόν καλπάζουσα μέσα στον χρόνο.

 

ΑΝΑΜΝΗΣΗ

«Μάνα!» φώναξα
κι ευθύς ακούστηκε μέσα μου υπόκωφα
εκείνος ο ήχος απ’ το φιτίλι της λάμπας
στο κομοδίνο επάνω’
και το πρόσωπό της (από τη μια μεριά
φωτισμένο) έδειχνε
τις καταιγίδες που την τσάκισαν.

 

ΝΕΦΕΛΗ

Ποια μπόρα σ’ έχει ρίξει
μέσα μου
και χρόνο με τον χρόνο ριζώνεις
πιο βαθιά στην κάθε μου ίνα
στο κάθε αιμοσφαίριο μου-
τραγούδι δαιμονισμένο
ανάγλυφη πληγή η αφή σου
στροβιλιζόμενη σκέψη
επίμονα με καθηλώνει,
το πείσμα σου
κάθετος βράχος
που ρίχνεται μέσα στη θάλασσα
τα μάτια σου σε διαστολή
κάτω από κραδασμούς ηλεκτροσόκ
ενεδρεύουν αδυσώπητα
και θλιμμένα το σκοτάδι*
προσποιούμαι τον ανήξερο
ένας αδαής σαλτιμπάγκος
κι η διεισδυτικότητά σου
με ξαφνιάζει –
ουρλιάζω στην ανυποψίαστη αίσθηση
της απουσίας σου,
κάτω από αψίδες μιας άχρονης
ελευθερίας μετακινείσαι και
μετατοπίζεσαι μέσα μου κορίτσι
κάτω απ’ τις λεύκες αυλής
ερειπωμένου σπιτιού μεταλλάσσοντας
το σκοτάδι, σε φως
την οδύνη σε τραγούδι
κρατώντας τα χρόνια της εφηβείας σου
κάτω απ’ το χώμα
σε λήκυθο υπόγεια
να τρέχει το αίμα σου
στις φλέβες μου μέσα.

 

ΣΤΙΧΟΙ

Μπαίνει στην πόλη με το βράδυ
ο Γρηγόρης Αυξεντίου κραδαίνοντας
φραγγέλιο –
τα τζουκ μποξ της Ρηγαίνης
σχεδόν εκμηδενίζουν την τρεμάμενη φωνή του’
έρημη κι η Πλατεία Ελευθερίας
την σκίζει κάποιο κορνάρισμα αυτοκινήτου
ή κυκλικές εγκαταστάσεις μεγαφώνων
και φωτεινές ρεκλάμες καλλυντικών.

 

Ο ΜΙΓΑΔΑΣ ΑΓΓΕΛΟΣ (1980)

 

ΠΟΙΗΜΑ

Στον Κώστα Βασιλείου

Ασθμαίνοντας πορεύεται το ποίημα
κι οι λέξεις δύσκολα μπαίνουν
στον στίχο
παιδιά που συλλαβίζουν
ή τρέχουν στην αυλή
μην ξέροντας από πού να πας
κοντά τους
Το ποίημα αποτυπώνει
τη μέσα μας ζωή πολύ δύσκολα
το φτάνεις
Όπως σε νύχτα μακελειού
οχυρώνεσαι πίσω απ’ τον θάνατο των άλλων
έτσι και το ποίημα εκτεθειμένο
πριν από μας
κερδίζει τις λέξεις.

 

ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΟΝΕΙΡΕΥΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΑΥΛΗ
ΤΟΥ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ

Κατρακυλάει το φεγγάρι
ασημένια βήματα
στις σκάλες τ’ ουρανού
πριν τα μεσάνυχτα —

κάποιος άναψε το πολύφωτο
στο βάθος του ορίζοντα
ή ένα χέρι αόρατο με πινέλο
ασήμωσε τα δέντρα
στην αυλή του σχολείου’

και τα παιδιά κοιμούνται

στον ύπνο τους ένας χαρταετός
όλη τη νύχτα σκαρφάλωνε
στην ταράτσα της απέναντι πολυκατοικίας.

31.5.1979

 

ΚΥΠΡΙΩΤΙΚΟ A’

Είσαι μέσα μου
τρυφερό κλωνάρι
ραγισμένο γυαλί
που κινδυνεύει να θρυμματιστεί
λευκό γιασεμί στο σκοτάδι
τραγούδι γαλάζιο και πράσινο
σε δίσκο χωρίς στροφές
στο γραμμόφωνο του τρόμου-
είσαι μέσα μου
χωραφάκι που
τ’ ανοίγουν τα σπλάχνα κομπρεσέρ
το παραγεμίζουν μπετόν και ραντάρ –
ύστερα ανεβαίνουν στο δέρμα σου
μεταλλικά πτηνά της τεχνολογίας
σκύβεις το κεφάλι
όπως ελάφι λαβωμένο
κάτω απ’ το φως του ήλιου
κι όλο μακραίνει η εκατόφυλλη άνοιξη
νησί μου.

 

ΣΕ ΧΩΡΟ ΑΝΩΝΥΜΟ

Κατοικώ σ’ ένα χώρο
που δεν με ξέρει
σε υπόγειες στοές περιφέρουν
τη μνήμη μου
κατεβαίνω με ασανσέρ στα σκοτεινά
ουράνια αεροδρόμια της ψυχής μου
λεπτεπίλεπτοι φορείς της εξουσίας
χειρουργούν τα αισθήματά μου
πάνω σε τραπέζι ανατομικό
με μια λάμπα θυέλλης –

αίφνης ένας άγγελος δακρυσμένος
ταριχεύει τη μνήμη μου.
Αποπνέω καπνιά και ξερατό
σε χώρο ανώνυμο.

 

ΕΡΩΤΙΚΟ Α’

Είσαι βασιλικός
αποκλεισμένος χειμώνα
στη γλάστρα της νύχτας
στο πλάι μου καπνίζεις
δευτερόλεπτα και το πρόσωπο σου
μια γεωγραφία ερωτική’
τα μάτια σου λεηλατημένα από φως
και τα χείλη σου ελαφιού βηματισμός
στην απλωσιά του κορμιού σου.
Έχω χάρτες σε μπαούλα του χρόνου
ξεχασμένος μαζί σου να διαβάσω
σε ταξίδια ν’ ανοιχτώ μαζί σου
έτσι π αφήνομαι σε περιδιάβαση
μουσική σε όστρακο μέσα
στους γοφούς στην κοιλιά και στο στήθος

Το κορμί σου γυμνό ταξιδεύει
στον χρόνο.

 

ΕΡΩΤΙΚΟ Β’

Θαλασσινή μικρή σειρήνα
με σπρώχνεις στον έρωτα
καθώς αναδύεσαι μέσα σου
φιλί φιλί ανοίγοντας
όλα τα κρυφά μουσικά παράθυρα
του κορμιού σου σε μένα.

 

ΕΡΩΤΙΚΟ Γ’

Ποιος άνεμος σ’ έριξε
γυμνή
στο πλάι μου ν’ ανιχνεύεις
περιοχές του έρωτα
ποιο μουσικό δοξάρι
δονεί τα κορμιά μας
και τα μαλλιά σου ξέμπλεκα
υπνωτισμένα γύρω απ’ τον λαιμό
ποτάμι ορμητικό της ομορφιάς
στα μυστικά της ηδονής αρώματα
παραδομένο.

 

Η ΠΟΛΗ

Είμαι στην πολιτεία του τίποτα
ένας αλήτης της νύχτας –
η πόλη δίχως πολεοδομικό σχέδιο
η τσιμεντένια πόλη με το ημίψηλο
καπέλο κάτω απ’ τον ήλιο
η πόλη που τρέχουμε
τραγουδάμε
πεθαίνουμε
μέσα της όλοι
η πόλη που τη διασχίζουμε
με μηχανάκι
ή αυτοκίνητο
η πόλη
με φωτεινές ρεκλάμες
και μπαρ
η πόλη που χωρίς πουλόβερ
και με δύσπνοια δύσκολα κοιμάται
η πόλη με τους βιομήχανους
η πόλη χωρίς όνομα
κοντεύει στον θάνατό της κάθε μέρα.

 

ΑΡΝΗΤΙΚΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΡΗ ΒΕΛΟΥΧΙΩΤΗ

Τα γεγονότα στοιβάζονται
όπως τα τρόφιμα στο ψυγείο
ξεπέφτουν στην ψύξη
ίσως κι αντέξουν στην από δρεπανηφόρα
άρματα πορεία του χρόνου
στροβιλίζονται στο ανατομικό τραπέζι
της ιστορίας τα γεγονότα
μαζί κι οι φίλοι
που άρχισαν να ενδίδουν
στην υποψία του «καλώς διάγομεν» —
τα εβδομηντατρία στο Πολυτεχνείο κρατούσαμε
τσίλιες για τη λευτεριά
τώρα λουφάζουμε σε περσικούς τάπητες
και παρδαλές πολυθρόνες
σε παραδεισένιες πλαζ συζητάμε
για τακτική αγώνα μ’ ανάπηρη
τη θέληση
και ξεκοιλιασμένες τις ιδέες —
ο Τσε κραδαίνει πεισμωμένες
γροθιές
η γλυκιά μορφή του Τσε
αρχάγγελος με πύρινα σπαθιά
την ώρα της ανάκρισης
ο Τσε πάνω από τις φτωχογειτονιές
της Λατινικής Αμερικής —
Τσε Γκουεβάρα
χρονιά ύστερα από την ουράνια περιφορά
στην πλατεία Τρικάλων
της κεφαλής του Άρη.

Ιούνης 1979

 

ΩΔΗ ΣΤΟΝ ΑΝΔΡΕΑ ΚΑΛΒΟ

Και επόμεινεν η χώρα ως έρημη
και ήταν η τρίτη φορά
οπού εκουρσέψαν την Κύπρο
και δεν είχαμε διαβάσει ακόμη
ούτε μια αράδα
από τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη·
κι ο Ανδρέας Κάλβος
μπαινόβγαινε κρυφά τις νύχτες
στα καμπαρέ της Λευκωσίας γυρεύοντας έναν Έλληνα
να του απαγγείλει την ξεχασμένη ωδή του
εκατόν πενήντα τόσα χρόνια
«παρά προστάντας νάχωμεν…».
Κι όλοι τους γδυμένοι μόνο
μ’ ένα βρακί μαύροι
ωσάν τον κώλο του τσακαλιού.
«Καλύτερα, καλύτερα..»
η καημένη η Κύπρος μας πάει!
Θα γίνει παράδεισος
μ’ αυτό το κορίτσι στην πίστα
να χορεύει —
θυμάσαι που βλέπαμε τη φωτογραφία του
στις εφημερίδες στον πόλεμο του Βιετνάμ
και κλαίγαμε –
όπως τώρα με τις δικές μας
προσφυγοπούλες και πριν μισό αιώνα
με τις άλλες της Μικρασίας
να λάμπουν στα υπόγεια μπουρδέλα.
Ανδρέα Κάλβο
δεν έχεις λιμπιστεί τίποτε άλλο
εξόν από ποίηση;

25.3.1980

 

ΕΚΘΕΤΟ

Έρχομαι μέσα από σταχτί σύννεφο
και κοράκια σκίζουν την ατμόσφαιρα
ουρλιαχτά τρυπάνε
τη χωρίς σελήνη έρημη νύχτα.
Το ταξίδι της παιδικής ηλικίας
σε ξυλοπάπουτσα σταματημένο
λυπητερό όνειρο στην παγερή
εγκατάλειψη της πλήξης –
είμαι κόκκινο σημάδι
κόκκινη φλόγα
κατέχω τα μυστικά της ελπίδας
μέσα στην έσχατη απελπισία
είμαι ο μιγάδας άγγελος των φτωχών
ο διαρρήκτης του δημόσιου χρήματος
στα μάτια μου δάκρυα από
την Παλαιστίνη και την Κύπρο
σπαθίζοντας τη βαναυσότητα
των ημερών μου –
είμαι αλήτης απίθανα ωραίος
στη νεκρή πολιτεία των νόμων
ο σαλταδόρος
που με τη σφενδόνη παραβγαίνει στα τανκς.
Είμαι η φωτιά και το σύννεφο
είμαι το άσωτο τραγούδι
που βουίζει στους κροτάφους του χρόνου
σαν εγερτήριο σάλπισμα
η χωρίς αφοσίωση
ελευθερία του ανθρώπου
μέσα στον χρόνο
είμαι τίποτα και όλα
στην ευλογία της ζωής
και στο αγγελικό μονοπάτι
της ύπαρξης.

 

Η ΘΛΙΨΗ ΤΟΥ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΟΣ (2007)

 

Ο ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ
ΚΑΙ ΣΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ «Ο ΟΥΡΑΝΙΟΣ ΚΗΠΟΣ»

Πρώτη παραλλαγή

Μόνος
στο Hotel de la Sorbonne γράφει στον αδερφό του:
«Χθες ήμουν στο Moulin Rouge».
Την άλλη μέρα στην Αθήνα
αποφασίζουν τα γνωστά: «Μετετέθητε
εις την Νομαρχίαν Πρεβέζης».

«Ξέρει πως είναι τίποτε όλα αυτά»
όταν κάθεται στο καφενείο
«Ο Ουράνιος Κήπος»
δυο βήματα απ’ τη θάλασσα,
όπως τότε στο Παρίσι στον έρημο δρόμο βημάτιζε
με βέβαιη τη θλίψη στο ανεστραμμένο πρόσωπο
– μόλις δυο βήματα από το θάνατό του.

 

Δεύτερη παραλλαγή

Εν αγνοία τους
ο αγρότης Ταξιάρχης Νίτσας,
το οπλοπωλείο Αναγνωστοπούλου,
ο Νιόνιος Καλλίνικος με τον τελευταίο
καφέ και το χαρτί που του ζήτησε,
συνέδραμον
(εν τη αγνοία τους)
να τραβήξει τη σκανδάλη.

 

ΑΕΡΟΔΡΟΜΙΟ SCHIPHOL

Στην Ισμήνη

Η πτήση Άμστερνταμ-Λάρνακα
θα πραγματοποιηθεί με καθυστέρηση
λόγω πυκνής ομίχλης

στο δίαυλο πέφτουν κέρματα
από έναν γκρίζο ουρανό
καθώς ο Βικέντιος Βαν Γκογκ
διαβάζει
το τελευταίο γράμμα του Τεό
στο Κίτρινο Σπίτι

21.1.2002

 

Ο ΛΟΡΔΟΣ ΜΠΑΙΡΟΝ
ΣΤΗΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ

Ρεμβάζει τα τείχη του Θεοδοσίου
και τη μύτη του σουλτάνου Μαχμούτ
(λεπτή και αιχμηρή με μια
κλίση προς τα πάνω)
και τα οθωμανικά νεκροταφεία με τα ψηλά κυπαρίσσια’

ψελλίζει τις λέξεις νταβατζής
ψωμί νερό
κι ύστερα κατεβαίνει την οδό
Ιστικλάλ
μέσα σ’ ένα πλήθος
αργόσχολων κοριτσιών
στα πολύχρωμα μαγαζιά, στο τραμ

κοιτώντας τη μετέωρη θλίψη της ιστορίας.

25.7.2004

 

ΑΠΟ ΤΗ ΦΛΩΡΕΝΤΙΑ ΣΤΗ ΓΕΝΕΥΗ

Στον Νάσο Βαγενά

Ο ποιητής δεν μιλούσε,
κάπνιζε πολύ.

Να νομίζεις ότι γκρεμίζεται
με έναν πυροβολισμό ολόκληρο
πανδοχείο ή στις μέρες μας ουρανοξύστης
από πτήση αεροπλάνου.

Το πτώμα στον νεκροθάλαμο
ανήκει στον Francesco Benedetti·
ύστερα από την αυτοκτονία του
η μεγάλη πληγή στον κρόταφο
η μυρωδιά από μπαρούτι
η τσάντα με το δεύτερο πιστόλι

και τα χειρόγραφα του Ανδρέα Κάλβου.

Αυτό το φέγγος της σελήνης
πάνω από τη Φλωρεντία,
το σπίτι στη Via della Scala,
ο άφευκτος θάνατος
κι η ταχυδρομική άμαξα που διασχίζει
με τριγμούς το τοπίο ακαταπαύστως.

Ο ποιητής ήδη στη Γενεύη
-καθηγητής γλωσσών-
μελετάει στη Δημοτική Βιβλιοθήκη
ένα χειρόγραφο της Ιλιάδας·
στον δρόμο έλληνες πρόσφυγες
διακόπτουν τη σιωπή του.

 

ΠΡΟΣΧΕΔΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΚΑΛΒΟΥ

Τα χαρακτηριστικά του:
μέτριο ανάστημα
τα καστανά μάτια (χωρίς γυαλιά)
το οβάλ πρόσωπο
μαύρα μαλλιά
μαύρα γένια (φαβορίτες;)
το αναφάλαντο μέτωπο.

Και το τελευταίο ταξίδι του
τον Οκτώβριο του 1836
με το ατμόπλοιο Επτάνησος
(για πρώτη φορά στη Ζάκυνθο
με τον Διονύσιο Σολωμό)

το ανέκφραστο
μυστήριο του θανάτου
και το πνεύμα των ανέμων στο κεφάλι
καθώς γέρνει δεξιά μέσα στο φέρετρο

 

ΕΡΩΤΟΣ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ

Καθώς το δίκταμο
η δική σου οσμή με ενοικεί
στους κήπους της Αερώδους Αφροδίτης
ο πόνος μ’ ενηλικιώνει

και, οι στιγμές του σώματος σου
ως άνθη δίχειλα λευκά
με επιστρέφουνε στο μαύρο.

Κάτω από τη μυρσίνη
το χαριέστατο βρέφος της
κοιμίζει η Αστάρτη’

το άρωμά σου
κι η λύπη ωστόσο
με κατέχουν

 

Η ΜΗΤΕΡΑ ΣΕ ΟΝΕΙΡΟ ΣΤΗΝ ΑΥΛΗ ΣΧΟΛΕΙΟΥ

Παλιά σελήνη
πάνω από τις σπηλιές της Αγίας Παρασκευής
με των λεπρών τα παραπήγματα
και τα παιδιά πιο πέρα
στην άσφαλτο του ονείρου
να ξαναβλέπουν πίσω απ’ τους αμμόσακους
του στρατάρχη Χάρτινγκ
τα κομμένα δάχτυλα.

Μα πώς έρχεσαι έτσι ακάλυπτη
μέσα στους προβολείς των αυτοκινήτων
τεμαχισμένη αδάκρυτη
άγρια κοιτώντας
σ’ ένα μέλλον με μνήμη λεπρή.

Θα ’χει φύγει κι ο τελευταίος Άγγλος
(ούτε πια εφ’ όπλου λόγχη),
θα ’χει κλείσει κι ο αερολιμένας της Λευκωσίας
(έτσι το λες χωρίς αιδώ;)
θα ψάχνεις για ταξιδιωτικούς οδηγούς
σε ξένα αεροδρόμια-
αλλοδαπή που αποδημεί
πίσω απ’ τα φινιστρίνια
του κτιρίου της στρατονομίας.

 

ΝΕΡΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ

 

ΣΤΟ ΓΚΡΙΖΟ ΦΩΣ

Ο θρυμματισμένος κόσμος
της Κύπρου
κι οι τελευταίες λέξεις
του Τσέζαρε Παβέζε
«δεν θα ξαναγράψω πια»

Στη Σαλαμίνα και στην Έγκωμη
η κατάστικτη σελήνη
μέσα στην παγωμένη νύχτα’

ανασαίνουμε το σκοτεινό
ρίγος της άνοιξης

11.12.2004

 

ΤΟ ΠΕΤΡΙΝΟ ΣΠΙΤΙ ΜΕ ΤΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ

Μέσα στο πούσι
έρχεται από πολύ μακριά
δίχως στέγη,
με τα περιστέρια στο γείσο –

είναι το ξυπόλυτο παιδί
με τη σπασμένη φυσαρμόνικα
που περνάει στον δρόμο’

είναι το πέτρινο σπίτι με τ’ άδεια
δωμάτια κι οι παράξενες αγελάδες
που έχουν μετακινηθεί
μέσα στην ομίχλη

είναι τα παράθυρα χωρίς
πλαίσιο στο πέτρινο σπίτι
με τα περιστέρια στο γείσο’

είναι το παιδί που δεν βλέπει
με τη φυσαρμόνικα
χωρίς ήχο –

απαγορεύεται η μουσική
και το εμβατήριο της θλίψης
έτσι καθώς διασχίζει τον δρόμο
με το πέτρινο σπίτι
ο μικρός Ζαχαρίας
μόλις δύο ετών’

ενθάδε κείται
στο κοιμητήριο Ριζοκαρπάσου

6.12.2004

 

ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΣΤΟ ΛΕΟΝΑΡΙΣΣΟ

Δεν μιλάνε, πλην όμως συνεννοούνται,
γιατί όλοι ξέρουν αυτό που κανένας τους δεν λέει.
Γιώργος Μαρκόπουλος

Είναι σε ξένο τόπο μόνες
χωρίς αντίγραφα της μνήμης
ονειρεύονται πίνοντας καφέ –
είναι ώρες που νιώθουν να πνίγονται, τη μοναξιά.

Τα λουλούδια στην αυλή σε ακτινογραφία
«Τι έκαμα εγώ που έμεινα» ακούγεται
η μικρότερη.
Κι ο μονόλογός της για την Κανακαριά
«Επήαμεν τυχαία, ελείπασιν τα ψηφιδωτά».

Ύστερα κάθεται με σταυρωμένα χέρια
ρεμβάζει η θλίψη στα μάτια
το χαμόγελο στο μαύρο φόρεμα
της κυρίας Νιόβης·

σε ξένη γλώσσα τα παιδιά
τις λοιδορούν.

12.7.2006

 

ΤΟ ΠΑΙΔΙ ME ΤΑ ΟΣΤΡΑΚΑ

Στην κ. Μαρία Παταπίου

Έva παιδί περπατάει
σε ξένο τοπίο
δεν γνωρίζει τα πρόσωπα
απορεί
που δεν έχει το σπίτι του –
προχωράει μπουσουλώντας
δίχως τους φίλους του
κοιτάει πέρα τη θάλασσα
ρωτώντας αν έχει το δικό της χρώμα.

Είναι μόνο τα κυκλάμινα
κι η τυφλή νυχτερίδα
που φτερουγίζει ακατάπαυστα
πλάι σε μισοσβησμένες
μορφές.

Μέσα σ’ ένα ξένο τοπίο
το παιδί
η μουσική στα όστρακα
και οι πήλινες στάμνες.

20.2.2005

 

ΠΟΙΗΣΗ ΚΥΠΡΟΣ 2006

Χτυπούν τα πλήκτρα στον υπολογιστή
σε γλώσσα χωρίς αλφάβητο
συλλαβάριο μαραζωμένης εποχής
με τη σκουριά στην Ιστορία στα μέταλλα

 

Η ΘΛΙΨΗ ΤΟΥ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΟΣ

Στον Λευτέρη Παπαλεοντίου

Είναι το ρημαγμένο Δημοτικό Σχολείο
στην Αγία Τριάδα
με τις ετοιμόρροπες αίθουσες διδασκαλίας

είναι οι άδειοι μαυροπίνακες
και το πέτρινο σιντριβάνι
χωρίς νερό
στην αυλή του’

μόνο ο μικρός ποδηλάτης
ανεβαίνει
στους έρημους δρόμους
πατώντας τα πετάλια του χρόνου
μέσα στη θλίψη του απογεύματος –

πλάι στις ξύλινες αγελάδες
που κρύβουν το ψηφιδωτό δάπεδο
με τα γεωμετρικά σχήματα
και τ’ άνθη από υακίνθους

κανείς δεν το βλέπει
έτσι που ανεβοκατεβαίνει μέσα στους έρημους δρόμους
το παιδί με ξανθά μαλλιά
που τ’ ανεμίζει
ένας θλιβερός άνεμος

21.1.2005

 

Η ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ ΣΕ ΟΝΕΙΡΟ

Στη Μαίρη

Δεν ονειρεύεται την Αμμόχωστο στο συρματόπλεγμα
δεν ονειρεύεται το αρχαίο θέατρο στη Σαλαμίνα
το επαρχιακό δικαστήριο που ανεβαίνει
με δεκανίκια τα σκαλοπάτια του –

ατενίζει τα βενετικά τείχη
χωρίς να ονειρεύεται τίποτε
ούτε την Πύλη του Οθέλλου
ούτε τα ερωτικά σονέτα του Σαίξπηρ
ούτε τη Δυσδαιμόνα να στέκεται στις πολεμίστρες

δεν ονειρεύεται τη θάλασσα
με τα πλοία που αναχωρούν
τις λεπίδες από οψιανό
και τα κύπελλα από ανδεσίτη
στο αρχαιολογικό Μουσείο

δεν ονειρεύεται την Αμμόχωστο
ούτε το Ελληνικό Γυμνάσιο άδειο
χωρίς τους μαθητές του
ούτε τις περιτειχισμένες γειτονιές της πόλης
που τις διασχίζουν ερπετά

ούτε την ποδηλάτισσα που κυκλοφορεί
μέσα σ’ αυτό το θλιβερό τοπίο.

 

Η ΜΑΡΙΝΑΤΩΝ ΜΠΑΡ

Φεύγεις και δεν φεύγεις
πηγαίνοντας πού
απαράλλαχτη αχτίδα
πλάι σε πολυβολεία
αλλόκοτη φεύγεις και δεν φεύγεις
μετρώντας ηλιοτρόπια και
το κίτρινο της ακακίας-
κατά μήκος το ποτάμι
μ’ ευκάλυπτους ένθεν και ένθεν,
τα φωτάκια των μπαρ
ασημίζουνε τη νύχτα
και τα σκοτεινά περάσματα
των φυλακίων.

Η Μαρίνα των μπαρ ωραιότερη
έχοντας τώρα ερωτευθεί
την πανσέληνο.
Η πλειοψηφία του θανάτου
χρόνια πριν χρόνια ύστερα
ξανά και ξανά
έως ότου μετατοπίστηκε το μοβ
κι αυτό προς τα πολυβολεία

βουτώντας το κεφάλι στο μαύρο
άναψαν κεριά της λύπης
φωτίζοντας δέντρα πρασινωπά
όπως το κυπαρίσσι ή το πεύκο,
στο βάθος διάφανο το βουνό σ
τον ύπνο σου
Μαρίνα των μπαρ αποκοιμισμένη
τουλίπες και κυκλάμινα
οπωσδήποτε φέγγανε την ευωδιά
της μνήμης και την επέτειο
της εν Κύπρω καταστροφής σου.

25.4.1982

 

Η ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΗ ΤΟΥ ΡΙΜΑΧΟ
ΚΑΙ Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΩΡΑΙΑΣ

Βάδισε μέρες και νύχτες
ανάμεσα σε πρόσωπα που δεν είχαν μνήμη
μόνο η Ωραία κάθονταν στην άκρη
πλάι σε τροχοφόρα μιλώντας
δίχως να ακούγεται – «εδώ όλοι
συναλλάσσονται, αγοραπωλησίες και αποταμιεύσεις».
Ωστόσο έμενε κάτι
από την ομορφιά, τ’ αφρόντιστα μαλλιά
καθώς τ’ ανάδευε ο αγέρας στην πλατεία.

Το τελευταίο βράδυ ο Ριμάχο συνάντησε
την Ωραία σ’ ένα μπαράκι στον πάγκο
μέσ’ απ’ τους καπνούς το πρόσωπό της
είχε μια κλίση ελαφρώς ερωτική
προς το φεγγάρι.

 

ΑΛΕΞΑΝΔΡΕ

Μας παρακολουθούν, Αλέξανδρε,
και τρέχουμε να κρυφτούμε
πού;
Εδώ είναι όλα εκτεθειμένα
το βλέμμα μας ο έρωτας μας
η μνήμη μας
όλα σάμπως να μην αντιλαμβάνονται
πόσο έχουμε εκτεθεί
στην εξουσία του θανάτου.
Μας απειλούν, Αλέξανδρε,
τόσες διαψεύσεις το τσιμεντένιο πρόσωπο
αυτής της πόλης
ο ύπνος που μας βαραίνει.
Έχουμε πέσει τελεσίδικα
μισοζαλισμένοι πάνω
στις λιπαρές μας μέρες.

 

ΠΕΡΙ ΚΥΠΡΟΥ

Αυτά έγραφε ο Κ.Π. Καβάφης
εδώ κι έναν αιώνα:
«Οι πόθοι των Κυπρίων
περί ενώσεως της νήσου
μετά του Ελληνικού Βασιλείου»,
κάτι για την πανίσχυρη κοινή γνώμη
εν τη Μεγάλη Βρετανία,
για την κυπροσυλλαβική γραφή
και την αμοιβή που η πόλη
του Ιδαλίου
έδωσε στον γιατρό Ονάσιλο.

Αυτά και άλλα πολλά
έγραφε Απρίλιο μήνα του 1893
στην εφημερίδα της Αλεξάνδρειας
Τηλέγραφος στο άρθρο του
«Το Κυπριακό ν Ζήτημα».

Νερά της Κύπρου
του μεγάλου αλεξανδρινού ποιητή
κυρίου Καβάφη•

κανείς δεν ξέρει πια στις μέρες μας
αυτή την άγονη γραμμή της Μεσογείου.
9.9.2005

 

ΠΟΙΗΜΑΤΑ (2008-2010)

 

SUSAN FORTUNE RIDOUT

Τα γράμματα της ανεπίδοτα
έρχονται από το κεντρικό Λονδίνο —
χωρίς παραλήπτη
διασχίζουν τη Μεσόγειο
και φτάνουν στο ιόνιο κύμα
ο ταχυδρομικός διανομέας
σφραγίζει τους φακέλους και σημειώνει:
“Επιστρέφονται, ανύπαρκτη διεύθυνση·
άγνωστο πρόσωπο”.

Μετακομίζει από το Λονδίνο
στο Μπράιτον
χωρίς να μάθει ποτέ
ότι ο Calbo ονομάζεται πια Kalvo

και στην αιωνιότητα Ανδρέας Κάλβος

 

ΡΥΤΙΔΕΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

βράδυ να βρέχει μεσ’ στο πούσι
σε λιμάνια σε σταθμούς τρένων και λεωφορείων
κι εσύ να φεύγεις αγέρωχη
σε μυστικά δωμάτια και να διαβάζεις σονέτα
τ’ αηδόνι που γλυκιά θλιβάται
γι’ αυτό το σώμα το λευκό

θα ‘λεγες πως είναι ψέμα τόση ομορφιά
να χάνεται σε ώρες πρωινές χωρίς υπομονή
έτσι καθώς μεταβάλλεται η τύχη και φτάνουν ειδήσεις
ολοένα απροσδόκητες για το εξαίσιο σώμα σου
που μετατοπίζεται μέσα σε σκοτεινή νύχτα
κι ο χρόνος το σπρώχνει λίγο πιο πέρα

απ’ τ ανοιχτά παντζούρια να βλέπεις το πρόσωπο της
κάτω από ένα φως που θύμιζε παμπάλαιες φωνές
και ήχους από πλήκτρα πιάνου
με τη μυρωδιά από κρίνα και ρόδα
όπως σε σονέτα του Σαίξπηρ
καθώς διαβάζεις για τον έρωτα και σε σπρώχνουν
οι άλλοι επιβάτες στο αεροδρόμιο
στον έλεγχο διαβατηρίων

 

ΜΠΑΙΝΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ

Εξαίσια η πόλις καθώς ο ήλιος ανατέλλει
στέγες παλιές με κεραμίδια φοινικιές και τα φυλάκια
οπωροπώλες στην οδό Πενταδακτύλου
δέντρα πουλιά και το φεγγάρι
η μεσήλιξ ποδηλάτισσα και τα επίθυρα χεράκια
σε σπίτια παλαιικά
το μέγαρο της Τράπεζας κι η πινακοθήκη
τα κατάκλειστα πορνεία οι ξαγρυπνισμένοι
χαρτοπαίκτες κι οι νταβατζήδες
που εισέρχονται στο μαγειρείο
ενώ καταφθάνουν τα αγροτικά λεωφορεία
χωρίς την τύρβη των τουριστών
πίσω από το τέμενος του Μπαϊρακτάρη

η πόλη χωρίς κορδέλες
με τα σκυβαλοφόρα του Δήμου
εκεί Λήδρας – Ονασαγόρου
ο πεζόδρομος των αναμνήσεων
τα ενετικά τείχη της πόλης
ο προμαχώνας
κι οι νυσταγμένοι στρατιώτες

στην αγορά το άρωμα των φρούτων
χυμώδη ροδάκινα μήλα και κεράσια
οπώρες του καλοκαιριού
κι η δρόσος της πρωίας

1992/2010

 

Ο ΣΟΛΩΜΟΣ ΣΟΛΩΜΟΥ
ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΜΙΑΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ

λέξεις που έρχονται σε όνειρο
η μνήμη μιας πατρίδας
σε άλλη εποχή ένα τοπίο ανάγλυφο
χωρίς τη θάλασσα τα όστρακα
κι αυτός με το μονόκλ ακάλυπτος
και το παιδί που σχίζει τη φωτογραφία κλαίγοντας
χωρίς να ξέρει γιατί
είναι λέξεις και λέξεις
γνωστές και άγνωστες που έρχονται
στον ύπνο ύστερα τις ξεχνάς

είναι λέξεις του Σολωμού και του Κάλβου
λατρευτής του ήλιου
και γλυκεία ελπίς
που έρχονται από άλλη γλώσσα
στο Λονδίνο στη Γενεύη
στο Παρίσι και στην Κέρκυρα
όταν στην Αθήνα αργόσχολοι
μελετούν μια ουτοπία

λέξεις που της βρίσκει κανείς στα λεξικά
λέξεις που τις ακούς στο σινεμά
λέξεις που τις ψιθυρίζει η κυρία Όλγα
για τον Σολωμό Σολωμού
ελευτεριά και θάνατος
που της ήρθε πολύ κρίμα
για τον Κυπριώτη
λέξεις που τις πληκτρολογείς στο κινητό
στη μαύρη νύχτα κι έρμη

λέξεις που τις ψιθυρίζουνε διπλωμάτες
για το αναθεματισμένο νησί
λέξεις κοινόχρηστες
νταβατζής κοβάλτιο εξόρυξη
και τραπεζίτες με παρενδυσία

λέξεις πέτρα χρυσή ζερό χορτάρι
στην ολόμαυρη ράχη

 

Μ ευλάβεια και με λύπη (2013)

 

Μ’ ΕΥΛΑΒΕΙΑ ΚΑΙ ΜΕ ΛΥΠΗ

Κοιτούσα τον κόσμο ένα γύρω που ακολουθούσε την πομπή των αυτοκινήτων στον δρόμο. Είχαν κλείσει τα μαγαζιά από νωρίς κι όλοι αποχαιρετούσαν τον στρατιώτη που σκοτώθηκε στο Αφγανιστάν και τον έφεραν στο χωριό από το Σέφιλντ, όπου είχε γίνει στον καθεδρικό ναό η νεκρώσιμη ακολουθία.
-Ήταν από οικογένεια ανθρακωρύχων. Διάλεξε αυτό το επάγγελμα κι όταν βρέθηκε στον στρατό, δεν ήξερε καν πού βρισκόταν αυτή η χώρα, μου ‘λε- γε ο Νέστορας που τον ήξερε από παιδί. Ερχόταν πού και πού στο μαγαζί μου κι αγόραζε φρέσκο ψάρι.
Σταμάτησε για λίγο η πομπή έξω από το σπίτι του νεκρού, είπε δυο λόγια ένας κύριος. Άρχισε να ψιχαλίζει, πήραν τον δρόμο για το κοιμητήριο. Ήταν κάτι πιτσιρίκια, πήγαν κοντά στη νεκροφόρα και κοιτούσαν το φέρετρο καλυμμένο με τη σημαία. Κι άλλες σημαίες ανέμιζαν στα σπίτια τριγύρω. Το χωριό είχε πια τον ήρωα του, όπως συμβαίνει σε κάθε χώρα σε τέτοιες περιπτώσεις. Το πένθος των ξένων μάς φαίνεται αλλιώτικο. Σε άλλη χώρα ξένοι κι εμείς, δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε τι σήμαινε για ένα χωριό, χαμένο κι απ’ τους χάρτες της Αγγλίας, ο αποτρόπαιος θάνατος ενός νέου στα βάθη της Ασίας. Μακριά απ’ τις μπυραρίες, τις παμπ και την ομίχλη που σκέπαζε τους λόφους, τα δέντρα και τη λίμνη γύρω. Νύχτωνε.
– Κρίμα στη μάνα του, έκανε ο Νέστορας. Πέρασε πριν δυο μέρες απ’ το μαγαζί. Μόλις που έβγαινε η φωνή της κι η θλίψη στο πρόσωπο της, ενόσω περίμενε να ετοιμάσω την παραγγελία, φανέρωνε άνθρωπο χωρίς πια προορισμό. Ένιωσα μια λύπη να με δέρνει.
Φύγαμε για το σπίτι του αδερφού μου. Θυμήθηκα τα μπλόκα επί Θάτσερ, τις κινητοποιήσεις των ανθρακωρύχων με τα λάβαρα και την απεργία τους που δεν μπορούσαν να τη σπάσουν. Πριν χρόνια ερχόμασταν από το Λονδίνο, μετά το Λέστερ, κοντά μεσάνυχτα και τα μπουλούκια των αστυνομικών σταματούσαν τ’ αυτοκίνητα για έρευνα, όπως παλιότερα στην Κύπρο. Και την άλλη μέρα, η μεγάλη διαδήλωση των ανθρακωρύχων με τα λάβαρα κι ο κόσμος που τους έδινε ό,τι μπορούσε για ν’ αντέξουν. Κι ο Κύπριος που κάθε μέρα τους έδινε τρόφιμα. Ώσπου με τον καιρό τούς λύγισαν και σήμερα εκεί που ήταν τα ανθρακωρυχεία, λίγο έξω από το Σέφιλντ, δεσπόζει το εμπορικό κέντρο «Μέτοχο», κι ο Τζέημς έγινε ο ήρωας του χωριού.
Την άλλη μέρα πήγαμε στο Μπέρμιγχαμ να δούμε έναν συγγενή. Μας έκαναν το τραπέζι, είχε μουσακά, κουπέπια κι άλλες λιχουδιές κυπριακές. Ύστερα καθίσαμε στο σαλόνι να δούμε τις ειδήσεις στην Κύπρο από τη δορυφορική.
Η γυναίκα του ξαδέρφου ήταν από ‘να χωριό της Καρπασίας και κρατούσε όλες τις παραδόσεις. Στον τοίχο απέναντι μας είχε ένα μεγάλο κάδρο με τις φωτογραφίες του Μακάριου και του Αυξεντίου. Πιο κάτω, σε κέντημα, η Κύπρος που την πλαισίωναν κλαδιά ελιάς κι ένα περιστέρι. Η Ισμήνη μάς έφερε γλυκά κουταλιού, καρυδάκι κι αμύγδαλο, κι όλο ρωτούσε για τους συγγενείς και τους φίλους στο νησί, τι κάνουν, αν μεγάλωσαν τα παιδιά. Σχεδόν τριάντα πέντε χρόνια δεν κατέβηκαν να δουν τον τόπο τους και μάθαιναν τα νέα από την εφημερίδα της παροικίας και την τηλεόραση.
Άρχισε το δελτίο με πρώτη είδηση τις συνομιλίες, κάτι για πρόοδο και τις δηλώσεις του εκπροσώπου των Ηνωμένων Εθνών. Τα νέα που με σόκαραν ήταν για τις κηδείες αγνοουμένων. Είχαν βρει τα οστά τους σε ομαδικό τάφο, ύστερα από τόσα χρόνια. Αυτό που έδειχνε στην οθόνη ήταν κάτι σχεδόν άπρεπο: Ένας κομματάρχης στην εκκλησία εκφωνούσε τον επικήδειο σαν να ήταν εκεί την ώρα του εγκλήματος. Μιλούσε μ’ ένα ύφος στομφώδες χρησιμοποιώντας ρητορικά σχήματα μιας άλλης εποχής.
Η μητέρα του νεκρού, υποβασταζόμενη, μέσα σε λυγμούς, στεκόταν πλάι στο φέρετρο, το οποίο ήταν δεν ήταν ένα μέτρο. Η κραυγή της, «γιε μου!», διέκοπτε κείνη τη βέβηλη φωνή. Το μικρό, σχεδόν παιδικό, φέρετρο καλυμμένο με την κυπριακή και την ελληνική σημαία, οι φαντάροι με τα όπλα υπό μάλης. Το πρόσωπο της υπέργηρης μάνας του νεκρού με τη θλίψη στο πρόσωπο, τόσα χρόνια με την ελπίδα να δει το παιδί της, καθώς της έλεγαν όλοι αυτοί. Κι η κόρη του, γύρω στα τριάντα πέντε, είπε μόνο δυο λόγια στο τέλος, «δεν σε γνώρισα, αλλά τώρα ξέρω πώς έγινε και γιατί έγινε αυτό το κακό».
Κάτι πήγε να πει ο ξάδερφος, τον έκοψε η Ισμήνη ότι δεν είναι πράγματα αυτά.
-Έτσι έγινε και με τον γιο της συννυφάδας από την Κερύνεια, έλεγε, ήταν σάμπως σε προεκλογική μάζωξη και δεν σεβάστηκαν τη γυναίκα του. Χρόνια την έπαιρναν στις συγκεντρώσεις ώσπου δεν άντεξε άλλο και πήγε μόνη της να σκάψει τον τάφο και να τον ξεθάψει.
Θυμήθηκα στη Λευκωσία, λίγο προτού φύγω για την Αγγλία. Ήταν Κυριακή πρωί και στην έρημη λεωφόρο κατέβαινε ένα τζιπ του στρατού. Μετέφερε φέρετρο αγνοουμένου με δυο φαντάρους ένθεν και ένθεν στα καθίσματα. Ήταν μια εικόνα σαν σε ταινία. Κι οι νέοι, που συνόδευαν τη σορό στο τόσο δα μικρό φέρετρο, με στολή ατσαλάκωτη και το φουλάρι στον λαιμό, δεν είχαν γεννηθεί όταν δολοφονήθηκε ο αγνοούμενος, που είχε περάσει πια στον κατάλογο των νεκρών με τη μέθοδο DNA.
Είναι μήνες τώρα που στις εφημερίδες αναγγέλλεται η κηδεία τους με μια ξεθωριασμένη φωτογραφία, τριανταπέντε χρόνια μετά, σαν να συνέβησαν μόλις χτες όλα αυτά. Τι λαμπρότητα στην κηδεία του Άγγλου στρατιώτη, η αυτοκινητοπομπή, οι επίσημοι κι ο κόσμος που αποχαιρετούσε τον Τζέημς σαν να μην είχε σκοτωθεί σε ξένη χώρα. Κι η ερημιά στην οδό Δημοσθένη Σεβέρη, όπως κατηφόριζε το τζιπ προς το κέντρο της πόλης, σαν περιφορά Επιταφίου χωρίς άνθη, σου έδινε την αίσθηση τραγικής παράστασης χωρίς τους θεατές, με τον ήλιο να φωτίζει ανελέητα αυτό το σκηνικό.
Μ’ έβγαλε απ’ όλες αυτές τις σκέψεις ο Νέστορας.
– Ώρα να πηγαίνουμε, είπε, προτού νυχτώσει, έχουμε δυο ώρες δρόμο.
Αποχαιρετήσαμε τους συγγενείς και φύγαμε κάπως στενοχωρημένοι με όσα είχαμε δει στην τηλεόραση. Στη σκέψη μου έμειναν τα πρόσωπα των δύο μανάδων, καμιά διαφορά στη θλίψη και στον πόνο κι ας είχαν χίλιες δυο διαφορές ο Ευέλθων και ο Τζέημς. Ο πρώτος δολοφονήθηκε εν ψυχρώ στη χώρα του από ξένους εισβολείς πριν τόσα χρόνια κι ο δεύτερος πριν λίγες μέρες σε μια ξένη χώρα.
Στο αυτοκίνητο ο φίλος μού έλεγε πως ο Τζέημς έπαιζε μπάλα έφηβος στην τοπική ομάδα, «ήταν το καλύτερο σέντερ φορ και τον είχε βάλει στο μάτι η Σέφιλντ Γιουνάιτεντ. Αργότερα, όταν πήγε στον στρατό, ερχόταν πού και πού, κι άμα έπαιζε με την ομάδα του χωριού καμιά Κυριακή, ξεσήκωνε τους φιλάθλους με τις ντρίπλες του και τα τέρματα που έβαζε. Ύστερα τον έστειλαν στο Αφγανιστάν και σπάνια μαθαίναμε νέα του».
Στην πτήση Χίθροου -Λάρνακα διάβαζα ένα περιοδικό με αφιέρωμα στον εμφύλιο πόλεμο της Ισπανίας. Ακόμη και σήμερα ψάχνουν για αγνοουμένους κι ας έχουν καταγραφεί μέχρι σήμερα εκατόν τριάντα χιλιάδες ανθρώπινοι σκελετοί σε ομαδικούς τάφους. Δυο αδερφές, παιδάκια το 1936, ύστερα από εξήντα πέντε χρόνια εναπόθεσαν στο οικογενειακό οστεοφυλάκιο τα οστά δικών τους ανθρώπων που βρέθηκαν σ’ ένα πηγάδι.
Ήρθε η αεροσυνοδός και μου ‘φερε την εφημερίδα που ζήτησα. Φυλλομετρώντας βρήκα την είδηση για την κηδεία των αγνοουμένων με δύο φωτογραφίες. Νέοι μιας άλλης εποχής, φαίνονταν απ’ το ντύσιμο και το χτένισμα. Ο ένας είχε άλλα οχτώ αδέρφια κι ήταν έφεδρος. Τον σκότωσαν λίγο έξω από την Κερύνεια, τη δεύτερη μέρα της εισβολής. Όταν βρήκαν το κρανίο ήταν πια βέβαιο, πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι είχε συλληφθεί αιχμάλωτος. Στη φωτογραφία έγερνε κάπως το κεφάλι αριστερά, όπως συνήθιζαν να βγάζουν τότε τις φωτογραφίες. Ήταν μόλις είκοσι τριών χρονών κι είχε παντρευτεί δύο χρόνια μετά που απολύθηκε από τον στρατό. Ήταν και μια άλλη είδηση στην τελευταία σελίδα για την επέτειο του βομβαρδισμού της Δρέσδης από τους Συμμάχους και στο τέλος έγραφε πως στην ανοικοδόμηση της πόλης έβρισκαν σκελετούς και ύστερα από είκοσι χρόνια.
Το αεροσκάφος άρχισε να κατεβαίνει. Από το φινιστρίνι φαινόταν η θάλασσα της Μόρφου κι η οροσειρά του Πενταδάχτυλου. Το νησί ανάγλυφο, χωρίς συρματοπλέγματα, φαινόταν σαν παιγνίδι. Ακούστηκε η φωνή της αεροσυνοδού να προσδεθούμε. Όπως κατεβαίναμε, στο βάθος έβλεπες μικροσκοπικές τις νέες οικοδομές ν’ απλώνονται παντού.
Θυμήθηκα τον στίχο του Μπόρχες: Ένα πράγμα μόνο δεν υπάρχει, είναι η λήθη. Κι ύστερα τον Τζέημς. Το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν θα ξαναπαίξει μπάλα.

 

ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΣΤΟ ΛΕΟΝΑΡΙΣΣΟ

Δεν μιλάνε, πλην όμως συνεννοούνται,
γιατί όλοι ξέρουν αυτό που κανένας τους δεν λέει.
Γιώργος Μαρκόπουλος

Είναι Γενάρης και βρέχει συχνά. Το τοπίο μοιάζει φρεσκαρισμένο και τα χρώματα είναι πιο έντονα. Έχω μείνει τις δύο τελευταίες νύχτες στο Ριζοκάρπασο, γράφοντας τον πρόλογο για το βιβλίο του Κάλβου. Στο Γυμνάσιο η Μιχαέλα παίρνει τα δοκίμια του βιβλίου, τα φυλλομετράει κοιτώντας τις φωτογραφίες και μου κάνει ερωτήσεις. Χαίρεται και θέλει να μάθει το καθετί για τη ζωή του ποιητή. Κοιτάει τα γράμματά του στα ελληνικά. Της αρέσει ο γραφικός του χαρακτήρας και προσέχει πώς ενώνει μερικές φορές τις λέξεις και την ιδιότυπη ορθογραφία του. Της κάνουν εντύπωση τα πολλά ταξίδια του στην Ευρώπη και το γεγονός ότι τελικά πεθαίνει σε χώρα μακρινή. Κάποια στιγμή μου λέει, «εγώ θέλω να ζήσω στον τόπο μου, να πάω και σ’ άλλες χώρες, αλλά να επιστρέψω εδώ».
Στην Αγία Τριάδα, ένα χωριό πολύ κοντά στη Γιαλούσα, συναντώ τον Γιαννάκη που φοιτάει στο Δημοτικό Σχολείο του Ριζοκαρπάσου. Περνά σαν βολίδα με το καινούργιο ποδήλατο που του χάρισαν αυτές τις μέρες. Χάνεται για λίγο στους δρόμους κι εμφανίζεται πάλι για δευτερόλεπτα στον έρημο δρόμο, πατώντας τα πετάλια μέσα στη θλίψη του απογεύματος, για να χαθεί ξανά πίσω απ το ρημαγμένο Δημοτικό Σχολείο.
Κανείς δεν βλέπει αυτό το παιδί με τα ξανθά μαλλιά που τ’ ανεμίζει ένας θλιβερός άνεμος, έτσι όπως ανεβοκατεβαίνει μες στο χωριό κάνοντας επικίνδυνους ελιγμούς σαν να πρόκειται ν’ αποφύγει κάποιο εμπόδιο.
Στον δρόμο για το Λεονάρισσο παιδιά των εποίκων πουλούν μανιτάρια, που τα προβάλλουν στους οδηγούς των αυτοκινήτων, ανεβαίνοντας στην άσφαλτο. Έχουν γεννηθεί στην Κύπρο… Έχω μάθει από τον κύριο Σάββα στην Αγία Τριάδα ότι στο Λεονάρισσο ζουν ακόμη τέσσερις εγκλωβισμένοι, οι τρεις γυναίκες. Στρίβω δεξιά από την κύρια οδική αρτηρία, από τ’ αριστερά πας Λυθράγκωμη και στην Παναγία της Κανακαριάς.
Μπαίνοντας στο χωριό σταματώ στο παρατηρητήριο των Ηνωμένων Εθνών. Είναι ένας στρατιώτης σε τζιπ, τον ρωτάω πού είναι το σπίτι της κυρίας Παναγιώτας, είμαι καθηγητής στο ελληνικό Γυμνάσιο και της φέρνω μήνυμα από συγχωριανό της. Θα με οδηγήσει αυτός και μου λέει να τον ακολουθήσω. Έχει σταματήσει ένα αυτοκίνητο δίπλα μας, φαίνεται ότι παρακολουθούν το δικό μου. Φεύγουμε κι εγώ παριστάνω τον αδιάφορο.
Κατεβαίνουμε λίγο πριν την πλατεία κι ο στρατιώτης χτυπά την πόρτα, ανοίγει μια γυναίκα που θα ‘ταν πολύ νέα το 1974. Στο χολ είναι η μητέρα της, ντυμένη στα μαύρα. Λέω ότι δήθεν της φέρνω χαιρετίσματα από γνωστό τους πρόσωπο, πως θα ξανάρθω, κι ετοιμάζομαι να φύγω.
– Δεν θα πιείτε έναν καφέ; μου λέει.
Ρωτάω τον συνοδό μου, αυτός απαντάει στα αγγλικά «όχι, πρέπει να επιστρέψω», μας ευχαριστεί και τον αποχαιρετώ με θερμή χειραψία.
Μένω κάπου δύο ώρες στο σπίτι της κυρίας Παναγιώτας. Μου αφηγείται τα περιστατικά του βίου της όλα αυτά τα πέτρινα χρόνια, πώς φύραναν σιγά σιγά οι μαθητές κι έκλεισε το σχολείο, πώς είδε την καταστροφή του ψηφιδωτού στην Παναγία της Κανακαριάς, όταν πήγε με τη Σαλιμέ τη φίλη της για ν’ ανάψει ένα κερί, όπως πήγαινε συχνά και κρυφά για να μην τη δουν. Η μάνα της, η κυρία Λούλα, σχεδόν μιλά, μόνο όταν ακούει θόρυβο έξω στον δρόμο κάτι σιγομουρμουρίζει. Μου εξηγεί η κυρία Παναγιώτα:
Ο φόβος, είμαστε μόνες κι έτσι αντιδρά. Από φόβο.
Κάθεται και μου λέει γιατί δεν έφυγε, μου εξηγεί το καθετί λεπτομερώς, για τον πατέρα της που δεν έφυγε απ’ το χωριό, περιμένοντας πως θα ‘ρθουν καλύτερες μέρες, και πέθανε σπίτι του.
Να μείνουμεν κόρη μου, να μεν χάσουμεν τέλεια τον τόπο μας, συνεχίζει να λέει.
Θυμάται όταν είχαν μαζέψει τα γυναικόπαιδα για να τα εκτελέσουν. Ήρθε ένας Τουρκοκύπριος, ήταν δικαστής, μπήκε στη μέση και δεν τους άφησε. Με δυσκολία, γιατί λέγονταν διάφορα που δεν ήταν αλήθεια. Μια πρόφαση έψαχναν για να τους ξεκάνουν.
Έχει πεθάνει εδώ και μερικά χρόνια, ερχόταν και μας έβλεπε πού και πού. Όταν έρχονταν Τούρκοι στρατιώτες, έκαναν έρευνες στα σπίτια και με το παραμικρό αγρίευαν. Μας ειδοποιούσαν τις γυναίκες και κρυβόμασταν.
Η θλίψη είναι βαθιά χαραγμένη στο πρόσωπο της.
Είναι ώρες που νιώθω να πνίγομαι. Τι έκαμα εγώ που έμεινα; Όλα πήγαν χαμένα.
Έχει σκύψει το κεφάλι της, ύστερα το ανασηκώνει πολύ αργά και ψιθυρίζει:
-Έκαμά το για τον τόπο μου.
Σηκώνεται και μου λέει να πάμε απέναντι, να μου γνωρίσει την κυρία Νιόβη. Ανοίγει την πόρτα, στον δρόμο είναι σταματημένο ένα αυτοκίνητο, είναι το ίδιο που ήταν και στο παρατηρητήριο του ΟΗΕ. Διασταυρώνουμε τον δρόμο. Ψιχαλίζει. Είναι ένα σπίτι παλαιικό με καμάρες, σχεδόν ερειπωμένο. Σπρώχνουμε την πόρτα και βλέπουμε μια γυναίκα ντυμένη ατημέλητα, με την παραδοσιακή κυπριακή ενδυμασία, ξεθωριασμένη. Κάθεται σε μια καρέκλα μ’ ένα γατί στα γόνατά της. Θα χει περάσει τα εβδομήντα.
Μας ξεναγεί στο σπίτι της, η εγκατάλειψη φαίνεται με την πρώτη ματιά. Στο τελευταίο δωμάτιο είναι μισογκρεμισμένο το ταβάνι. Παλιά έπιπλα, ερμάρια, κομοδίνα και καρέκλες, που χρόνια δεν χρησιμοποιήθηκαν, γεμάτα σκόνες. Έξω στην αυλή πολλά περιστέρια, μας τα δείχνει με μιαν αθωότητα παιδιού. Τριγυρνούν από πάνω μας, άλλα είναι στους περιστερώνες στον μεγάλο τοίχο του σπιτιού.
– Αυτά μου κάνουν παρέα άμα δειλινιάσει και περιμένω την Παναγιώτα να πιούμε καφέ.
Ύστερα κάθεται με σταυρωμένα χέρια στην καρέκλα και βλέπεις τη θλίψη στα μάτια, στο χαμόγελο και στο μαύρο φόρεμά της.

 

Ο ΘΡΥΜΜΑΤΙΣΜΕΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

Είχαμε φτάσει νωρίς στο Τραχώνι, ένα χωριό λίγα χιλιόμετρα από τη Λευκωσία. Ήταν μια παλιά εκκλησία εκεί που κατεβήκαμε, και στον περίβολό της το νεκροταφείο είχε συληθεί κι οι τάφοι, κατεστραμμένοι, ήσαν θρύψαλα. Απέναντι βρισκόταν ένα καφενεδάκι όπου κάθονταν καμιά δεκαπενταριά άνθρωποι, δεν ξέραμε αν ήσαν έποικοι ή Τουρκοκύπριοι, και προτιμήσαμε να πάμε προς τα κει να πιούμε κάτι κι ύστερα να τραβήξουμε φωτογραφίες.
Οι πιο πολλοί ήσαν ηλικιωμένοι από χωριά της Λάρνακας κι έμεναν στα γύρω χωριά, μιλούσαν ελληνικά κι ένας, Σαλί τον έλεγαν, μας χαιρέτησε και
μας ρώτησε τι θέλαμε να πιούμε. Θα ’χε περάσει τα πενήντα και ζούσε με την οικογένειά του στην Κυθρέα εδώ και τριάντα χρόνια. Λιγομίλητος αλλά οικείος, είχε ένα βλέμμα καλοσυνάτο και μας είπε, μόλις ανεβήκαμε τα σκαλοπάτια, να καθίσουμε. Θυμάμαι, πάνω που είχα καθίσει, έριξα μια ματιά τριγύρω, κάπως φοβισμένος, κι είδα τα πρόσωπά τους.
Κουβέντιαζαν στη γλώσσα τους και γελούσαν. Κάποιοι μας χαιρέτησαν.
Ο φίλος μου είχε προχωρήσει στο εσωτερικό και φωτογράφιζε τους ναργιλέδες. Ήταν κι ένα τραπεζάκι σκεπασμένο με λινό ύφασμα κι η γυναίκα του μαγαζάτορα φορούσε ένα μεταξωτό φουλάρι, το δέρμα της ήταν κάτασπρο.
Είδα, μετά λίγες μέρες, τις φωτογραφίες που είχε τραβήξει ο φίλος μου κι εκτός απ’ όλα αυτά υπήρχε κι ένα κλουβί, που δεν το ’χα προσέξει. Όλο καναρίνια και το κλουβί είχε ζωγραφιές στη μια πλευρά του, γυναικείες θαλασσινές μορφές, κάτι σαν γοργόνες ή Νηρηίδες.
Ο Σαλί άρχισε να μου λέει τα καθέκαστα, πώς βρέθηκε εδώ. Τον άκουγα με προσοχή, η αφήγησή του είχε ένα ύφος ανεπιτήδευτο και τα ελληνικά του πολύ καλά. Στο χωριό του, προτού το εγκαταλείψει,
μιλούσε κάθε μέρα αυτή τη γλώσσα.
Τα έλεγε όλα, με το νι και με το σίγμα, χωρίς πάθος.
– Στην Αλαμινό, όπου ζούσαμε, δεν είχαμε τίποτα να χωρίσουμε με τους δικούς σας και στο χωριό οι δύο μαχαλάδες δεν είχαν σύνορο. Ώσπου ήρθαν
και μας χώρισαν και τις νύχτες τρομάζαμε απ’ τις σκιές των δέντρων. Το καλοκαίρι του ’74 έγινε ό,τι έγινε και χάθηκαν στο χωριό τα δυο μεγαλύτερα
αδέρφια μου. Ήρθαν Εγγλέζοι στρατιώτες και μας πήραν με καμιόνια στη Βάση τους, στην Επισκοπή. Στη διαδρομή περνούσαμε από δικά σας χωριά,
σταματούσαν τη φάλαγγα κι έψαχναν να βρουν κάποιους δικούς μας που ήξεραν τη δράση τους και το ’χαν σκάσει την τελευταία στιγμή. Εμείς ξέραμε ότι στην Κερύνεια είχε μπει ο τουρκικός στρατός, μας το είπε ο διοικητής στο χωριό, κι ότι προχωρούν οι δικοί μας και να μη φοβόμαστε, γιατί τα μεχμετζίκ
θα ’ρθουν κι εδώ. Εμείς πιστέψαμε, ώσπου έγινε το μακελειό στο χωριό και μπήκαν στη μέση τα Ηνωμένα’Εθνη, μας μάζεψαν και φύγαμε.
Τον άκουγα, με έναν φόβο ενδόμυχο. Σκεφτόμουν πώς θα τελειώσει αυτό το συναπάντημα. Ο φίλος μου συνέχιζε να τραβά φωτογραφίες, δεν είχε
ακούσει τίποτα απ’ αυτή την αφήγηση και δεν ήξερε τη δυσάρεστη θέση στην οποία βρισκόμουν. Έφτασε ένας σε αναπηρικό καροτσάκι, μου τον σύστησε
ο Σαλί, και μου είπε ότι είναι τραυματίας πολέμου. Στο πέτο υπήρχε ένα διακριτικό και μου εξήγησε πως είναι το παράσημο που έχει πάρει. Κοίταξα και διέκρινα την ημισέληνο, ένιωσα στενάχωρα. Ήθελα α πω κάτι στον Σαλί, στο τέλος σιώπησα. Πώς, σκεφτόμουν, διαιωνίζονται όλ’ αυτά. Είναι η άλλη
όψη της τουρκικής εισβολής.
Ήρθε ο φίλος μου και κάθισε μαζί μας, του είπα ότι ο Σαλί θέλει να πάμε στο σπίτι του να γνωρίσουμε τους δικούς του. Έχει δυο παιδιά και στο ένα έχει δώσει το όνομα του ενός σκοτωμένου αδερφού του. Με είδε που δίσταζα, κατάλαβε πόσο άβολα ένιωθα και μου είπε πως δεν έχουμε χρόνο, ίσως μιαν άλλη φορά. Αποχαιρετήσαμε τον Σαλί και τους άλλους θαμώνες.
Στο νεκροταφείο ο φίλος μου τραβούσε φωτογραφίες, ήσαν κάποιοι τάφοι εντελώς κατεστραμμένοι. Σ’ έναν που η ταφόπετρα είχε σχεδόν αναποδογυ-
ριστεί σε πολλά κομμάτια, διάβαζε κανείς με δυσκολία τα περιστατικά του φόνου μιας νεαρής γυναίκας είκοσι χρονών και την απόφαση του δικαστηρίου
για τον δολοφόνο. Δεν είχε μείνει τίποτα στο εσωτερικό της εκκλησίας, κότες κούρνιαζαν και κλωσούσαν τα αβγά τους.
Φύγαμε μ’ ένα αίσθημα κενού. Μπροστά μας απλωνόταν ο κάμπος της Μεσαορίας, δέσποζε το πράσινο και τα μεγάλα στρατόπεδα του τουρκικού
στρατού ώς το Πραστειό. Περάσαμε από την Επιχώ, τη Γύψου, τη Λάπαθο, το Τρίκωμο, το Μπογάζι, τα Γαστριά, το Πατρίκι, τον Άγιο Θεόδωρο, την Κώμα του Γιαλού, το Λεονάρισσο, τον Άγιο Ανδρόνικο, τη Γιαλούσα και φτάσαμε στο Ριζοκάρπασο.
Σ’ όλη τη διαδρομή τα πάντα θύμιζαν σκηνικά μιας άλλης εποχής. Το τέλος ενός ολόκληρου κόσμου που έζησε στη γη του αμέτρητα χρόνια κι έμειναν τώρα μόνο τα σημάδια της παρουσίας του για να θυμίζουν αυτό το δράμα, και τα μάρμαρα που δεν λάμπουν πια στη Σαλαμίνα.

 

Κρατικό Βραβείο Διηγήματος/Νουβέλας για εκδόσεις 2013 

Το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος/Νουβέλας για εκδόσεις 2013, μετά από κατά πλειοψηφία απόφαση της Κριτικής Επιτροπής, απονέμεται στον Λεύκιο Ζαφειρίου για το έργο Μ’ ευλάβεια και με λύπη (εκδόσεις Γαβριηλίδης).

Το σκεπτικό της επιτροπής βράβευσης:
Το βιβλίο του Λεύκιου Ζαφειρίου Μ’ ευλάβεια και με λύπη περιλαμβάνει διηγήματα που αναφέρονται στις τραγικές στιγμές της ιστορίας της Κύπρου, μέσα από μια προσέγγιση στοχαστική, στραμμένη στο τραύμα, τη μνήμη και το πένθος. Οι πρωταγωνιστές των διηγημάτων είναι απλοί άνθρωποι, που η ματιά του αφηγητή ανάγει σε πρωταγωνιστές και θύματα των μηχανισμών της εξουσίας, σε μια πατρίδα ακρωτηριασμένη: είναι οι αδικαίωτοι εγκλωβισμένοι στο Ριζοκάρπασο, τα χαμένα παλικάρια της ΕΛΔΥΚ και οι γονείς τους που συναντώνται στον τύμβο της Μακεδονίτισσας, οι εθελοντές φοιτητές που ανέβηκαν σαν άλλοι αργοναύτες το καλοκαίρι του 1974 στο «Επιβατικό Ρέθυμνο» σε μια αποτυχημένη εκστρατεία που δεν έφτασε ποτέ στον προορισμό της• είναι όμως και τα παιδιά που στα πρόσωπά τους διασώζεται η ελπίδα. Ο αφηγητής κινείται σ’ αυτό τον κόσμο του πένθους, έναν «λαβύρινθο χωρίς έξοδο», όχι ως ψυχρός θεατής αλλά ως συμπάσχων, συχνά σε καταστάσεις αδιέξοδες και τραγικές. Στα διηγήματα του βιβλίου ο αναγνώστης μπορεί να διακρίνει ένα αυτοβιογραφικό υπόστρωμα αλλά και ένα εξαίρετο δείγμα της μετάπλασης του προσωπικού βιώματος σε λογοτεχνία. Τα διηγήματα της συλλογής δεν διασώζουν μόνο το «θρυμματισμένο πρόσωπο του νησιού», αλλά είναι ιστορίες του ανθρώπινου πόνου και κατατρεγμού που αποκτούν διαχρονική σημασία.

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

 

ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΙΑΧΡΗΣ

Εφημερίδα ΒΗΜΑ 10/7/2012

Μια μικρή κατάδυση στην ποιητική του

Με την Κύπρο με συνδέει ένα παράξενο βαθύ σώμα που η ανόρθωσή του μέσα μου ξεκίνησε στα χρόνια της εφηβείας, όταν ανακάλυπτα την ποίηση του Γιώργου Σεφέρη, τον Οθέλλο του Σαίξπηρ, τα κυπριακά λυρικά ποιήματα της Ενετοκρατίας, τους Κύπριους συμφοιτητές μου και τα βιώματά τους.

Παρ’όλο που ποτέ δεν ταξίδεψα στο νησί και δεν ξέρω αν θα έχω την ευκαιρία ποτέ να το πράξω, υπήρχε πάντοτε αυτό το σώμα που όταν το άγγιζα, αισθανόμουν πως αυτό που φαίνομαι είναι μια φρεναπάτη και πως ανήκω σε άλλα σχήματα και σε άλλα αίματα.

Περιπλανώμενος μάλιστα στα λογοτεχνικά επιτεύγματα της μετά την ανεξαρτησία εποχής για το νησί, συναντούσα εξαιρετικούς δημιουργούς των οποίων το έργο, όπως ήταν λογικό, κουβαλούσε κάτι από το πεπρωμένο αυτής της μικρής πράσινης πινελιάς στον θαλασσινό καμβά της Μεσογείου.

Ένας από αυτούς, ίσως ο σημαντικότερος κατά την κρίση μου, ήταν ο Λεύκιος Ζαφειρίου. Η πρώτη μου «συνάντηση» μαζί του πραγματοποιήθηκε στις σελίδες μιας ανθολογίας για τη σύγχρονη Κυπριακή ποίηση, την οποία προλόγιζε ο ίδιος.

Έτσι, μου δόθηκε το έναυσμα να αφουγκραστώ βήμα με βήμα τον τόνο μιας γνήσια ποιητικής φωνής, η οποία για σχεδόν πενήντα χρόνια αγωνίζεται να καθαρίσει τις λέξεις από την καθημερινή τους σκόνη. Με αφορμή λοιπόν τη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του Λεύκιου Ζαφειρίου από τον εκδοτικό οίκο «Γαβριηλίδης», θα επιχειρήσω να εισβάλω στις αρτηρίες της ποιητικής του, με την ελπίδα πως θα μπορέσω να υφαρπάξω λίγο από το οξυγόνο που ήδη μεταφέρουν ως ακριβή κληρονομιά στις επόμενες γενιές.

Μια πρώτη παρατήρηση αφορά το πολιτικό στίγμα της ποίησης του Ζαφειρίου. Από την άποψη αυτή δεν αποκλίνει από τους ποιητές της λεγόμενης «γενιάς της εισβολής».

Το δράμα της Κύπρου, διαποτίζει άλλοτε άμεσα [κι η Κύπρος /ασύνορη μνήμη φονικού /στην άκρη της Μεσόγειος] κι άλλοτε έμμεσα τα ποιήματα [Είσαι μέσα μου / χωραφάκι που /τ’ ανοίγουν τα σπλάχνα κομπρεσέρ /το παραγεμίζουν μπετόν και ραντάρ – ], περισσότερο ως επώδυνη μνήμη, ως υπενθύμιση μιας άρρωστης εποχής που συνεχίζει να μολύνει το παρόν [Κι ο πιτσιρικάς –πήχτρα το αίμα / στα ρούχα του –άνοιγε λάκκους, /τον χτυπούσε ο ήλιος ανελέητα / στους κροτάφους στη μνήμη / βαθιά ως το μέλλον]. Συχνά μάλιστα ο ποιητής καταφεύγει σ’ έναν ωμό τρόπο, εγκλωβίζει το συναίσθημα μέσα σε σκληρές λέξεις, για να δώσει στο φως βαθύτερες τις πληγές του λαού του [Οι νεκροί βρομούσαν από’να / μίλι μακριά, ήταν ανελέητο / το τελευταίο καλοκαίρι – /τρυπούσε τους ίσκιους των δέντρων / τις στέγες των σπιτιών].

Η ίδια ένταση επιτυγχάνεται με την προσωποποίηση του δράματος σε ζωντανές μορφές: οι μαυροντυμένες γερόντισσες παρουσιάζονται ως μελανόμορφες μνήμες που προεκτείνονται στα πάθη του νησιού [μαυροντυμένες κι οι δυο /πλάι στο δέντρο /κάτω απ’ τον ίσκιο του δέντρου / ανεξίτηλες μνήμες / σαν την άλλη της Κύπρου].

Τις αγγίζουν η μοναξιά, η θλίψη, η νοσταλγία για τον αγαπημένο τόπο, η πικρία για τα στοιχεία της παράδοσής τους που φαντάζουν αταίριαστα σ’ έναν κόσμο εντελώς ξένο [Είναι σε ξένο τόπο μόνες / χωρίς χειρόγραφα της μνήμης / ονειρεύονται πίνοντας καφέ / Είναι ώρες που νιώθουν να πνίγονται, τη μοναξιά].Οι αγνοούμενοι εμφανίζονται ως οι πανταχού παρόντες σύντροφοι που ενώ μοιράζονται με τους άλλους μικρές καθημερινές συνήθειες, δοκιμάζουν να συντρίψουν τη δύναμη των όπλων με τις ανυπότακτες λέξεις τους [Εσύ δεν χαμογελάς / προσπαθείς ν’ αρθρώσεις / μια λέξη / που να μη συνθλίβεται / από οδοστρωτήρες κι ερπύστριες].Οι νεκροί πάλι αρθρώνουν κραυγές διαμαρτυρίας για την καπήλευση των αγώνων τους, για το παρελθόν που με τόση ελαφρότητα αφέθηκε στα χέρια κάποιων κι εκφυλίστηκε.

Σε άλλα σημεία την οργή και το πάθος αντικαθιστά μια έντονη ειρωνεία, με την εισαγωγή παράταιρων στοιχείων σ’ ένα ιδεώδες σκηνικό και με τη χρήση ισχυρών αντιθέσεων. Στο ποίημα «Τουριστικός οδηγός Κύπρου» η ειδυλλιακή εικόνα του νησιού με τις φυσικές ομορφιές και τους ανέμελους τουρίστες υπονομεύεται από την παρουσία των τεκμηρίων της φρίκης [φυλάκια, πολυβολεία, βόμβες ναπάλμ, πανάθλια ραντάρ], ενώ στο «Αρνητικό για τον Άρη Βελουχιώτη» σαρκάζονται ο συμβιβασμός των άλλοτε επαναστατών και ο ξεπεσμός των κάποτε σημαντικών γεγονότων σε στιγμές που στοιβάζονται μαζικά στα ψυγεία του μυαλού, για να αναλυθούν αργότερα εκ του ασφαλούς. Σημαντική θέση στους στίχους του ποιητή κατέχουν και τα εγκαταλειμμένα κτήρια, σπίτια κι εκκλησίες.

Σ’ αυτούς τους χώρους, ο Λεύκιος Ζαφειρίου απελευθερώνει μια σιωπή ομιλούσα, μια δύναμη που προσπερνά την απουσία των ανθρώπων και υψώνεται σε υπέρτατο υπαρξιακό νόημα. Στο «Σπίτι με τις Λεύκες» δύο αντίπαλες εικόνες διεκδικούν το έπαθλο της τελικής εντύπωσης στο μυαλό του αναγνώστη: από τη μία η αποσύνθεση με τους σκελετούς, τα σπασμένα κάδρα και τα τσαλακωμένα βιβλιάρια καταθέσεων, κι απ’ την άλλη η ανάταση, το φως, η ζωή.

Στο «Πέτρινο σπίτι με τα περιστέρια» τα σύνορα ανάμεσα στο παιδί και το κτίσμα συγχέονται σκόπιμα, για να αναδυθεί η παράλληλη διαδρομή τους: Το παιδί είναι ξυπόλυτο, με σπασμένη φυσαρμόνικα, νεκρό, ένα φάντασμα που επιστρέφει στον αγαπημένο τόπο. Και το σπίτι αντίστοιχα είναι χωρίς στέγη, με τ’ άδεια δωμάτια, με παράθυρα χωρίς πλαίσιο, νεκρό.

Στην «Παναγία την Κανακαριά» επιπλέον αξιοποιείται με έξυπνο τρόπο η παράδοση σύμφωνα με την οποία ένας Σαρακηνός χτύπησε με μαχαίρι το ψηφιδωτό της Βρεφοκρατούσας Παναγίας κι αμέσως έτρεξε αίμα. Το αίμα αυτό γίνεται ο κρίκος ανάμεσα στο παλιό και στο τωρινό χτύπημα, με τους πολιτισμικούς θησαυρούς της κατεχόμενης Κύπρου ανυπεράσπιστους, χωρίς όνομα, απομεινάρια μιας κάποτε κραταιάς ζωής. Παράλληλα όμως με τον «θρυμματισμένο κόσμο της Κύπρου», ξεχωριστή θέση στην ποίηση του Λεύκιου Ζαφειρίου, ιδιαίτερα στην πρώιμη παραγωγή του, κατέχει και η μετεμφυλιακή Ελλάδα.

Στα ποιήματα αυτά ο ρεαλισμός του ποιητή θυμίζει εκείνον του Μανώλη Αναγνωστάκη. Τα περιττά φτιασίδια εκτοπίζονται από τη συνταγή της σύνθεσης του ποιήματος, η κάθε λέξη μοιάζει με σφαίρα από ένα πιστόλι που στοχεύει πρωτίστως στο μυαλό και ακολούθως στην καρδιά, γενναίες δόσεις πικρίας δυναμώνουν την ένταση της ανάγνωσης, χώροι και ημερομηνίες αποκτούν ποιητική διάσταση [Κι η Ελλάδα /τουριστικό κέντρο / κέντρο μετακομιστικού εμπορίου / και διερχομένων μεγιστάνων / Μπορντέλα στη Σοφοκλέους, πάροδος Αθηνάς].

Ο ίδιος άλλωστε αποκαλύπτει το στίγμα του ως δημιουργού σε αρκετά ποιήματα με αυτοαναφορικό περιεχόμενο: Επιμένει να οριοθετεί τις λέξεις με το δικό του τρόπο, να μένει στην αληθινή τους τάξη [Ξερίζωσε από μέσα μου όλες τις λέξεις / δώσε τους μια όποια σημασία /κι ύστερα προσπάθησε να τις βάλεις πάλι / με μια δική σου τάξη μέσα μου /Ωστόσο εγώ θα επιμένω να λέω / την ελευθερία ελευθερία /τον φόνο φόνο]. Ομολογεί ότι η ποίηση χάνει την αθωότητά της σε δύσκολους καιρούς [Μα όταν η ελευθερία χάνεται / η ποίηση γίνεται / σπαθί και ντουφέκι]. Θεωρεί το ποίημα ως αυτόνομη οντότητα που γεννιέται πριν από την έκθεσή μας στην όποια εμπειρία [Όπως σε νύχτα μακελειού / οχυρώνεσαι πίσω απ’ τον θάνατο των άλλων / έτσι και το ποίημα εκτεθειμένο /πριν από μας / κερδίζει τις λέξεις].

Πλάι βέβαια σ’ αυτή την ποίηση που κρατά μαχαίρι, υπάρχει και το λυρικό πρόσωπο του Λεύκιου Ζαφειρίου, το τρυφερό κομμάτι της δημιουργίας του. Εκεί οι λέξεις γαληνεύουν, μεταφέρουν τη βαθιά συγκίνηση του ποιητή απέναντι στα θαύματα της ζωής του, λύνουν τα πανιά της ευαισθησίας του και την παραδίδουν στον άνεμο μια πηγαίας έμπνευσης. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι τα ποιήματα «Ένα παιδί ονειρεύεται στην αυλή του Δημοτικού σχολείου» [Κατρακυλάει το φεγγάρι / ασημένια βήματα / στις σκάλες τ’ ουρανού / πριν τα μεσάνυχτα] και «Κυπριώτικο Α» [Είσαι μέσα μου / τρυφερό κλωνάρι / ραγισμένο γυαλί / που κινδυνεύει να θρυμματιστεί / λευκό γιασεμί στο σκοτάδι].Στα ποιήματα που έχουν ως σημείο αναφοράς τους τον έρωτα, ο τόνος γίνεται πιο «επιθετικός», με την έννοια ότι ο ποιητής δεν συνομιλεί απλώς με το ερωτικό ρίγος, αλλά του επιτίθεται απ’ όλες τις μεριές του σώματος και το αναγκάζει να παραδώσει τα πιο εκλεκτά συστατικά του. Έτσι, η ερωτική πράξη γίνεται μια μικρή κοσμογονία, ένας σεισμός που ορίζει εκ νέου την επιφάνεια των σωμάτων [Βεγγαλικά σέρνει στην κάμαρα ο έρωτάς σου / και στα φιλιά μας / ποτάμια παφλάζοντας / διασχίζουν τη νύχτα] [Θαλασσινή μικρή σειρήνα / με σπρώχνεις στον έρωτα /καθώς αναδύεσαι μέσα σου / φιλί φιλί ανοίγοντας / όλα τα κρυφά μουσικά παράθυρα / του κορμιού σου σε μένα].

Αξίζει ακόμη να παρατηρήσουμε ότι στην ποίηση του Λεύκιου Ζαφειρίου ορθώνεται συχνά ένα «Εσύ», δηλωτικό της ανάγκης του ποιητή να δένει τον εαυτό με τα πρόσωπα και τα πράγματα και να καθρεφτίζει σ’ αυτά τις προσωπικές του διαθέσεις. Το σχήμα του αποδέκτη παρουσιάζει μια μεγάλη ποικιλία: ένα απροσδιόριστο εσύ, μια ιστορική μορφή, ένας ασήμαντος ήρωας, το αντικείμενο του πόθου, ο άγνωστος παραλήπτης μιας επιστολής, η μάνα, η ποίηση, οι αγαπημένες πόλεις [Λευκωσία, Αθήνα, Λάρνακα], το φεγγάρι της Κύπρου, το πλήθος, ο Κύπριος αγνοούμενος, η Κύπρος ολάκερη.

Στα δε ποιήματα της ύστερης περιόδου εμφανίζονται συχνά άλλοι δημιουργοί, λατρεμένες μορφές από το χώρο της ποίησης ή της ζωγραφικής [Κάλβος, Καρυωτάκης, Σολωμός, Βαν Γκόγκ] με τις οποίες συνομιλεί ο ποιητής, σκάβοντας σε καθοριστικές λεπτομέρειες της ζωής τους ή εντάσσοντας σπαράγματα του έργου τους στο δικό του, δίνοντάς τους μιαν άλλη πνοή, μια καινούργια ζωή σ’ ένα ξένο σώμα. Ολοκληρώνοντας τη μικρή αυτή περιήγηση, θα ήθελα να τονίσω ότι ο Λεύκιος Ζαφειρίου δεν είναι από τους ποιητές που παγιδεύονται στο ατομικό τους σύμπαν, μεταμφιέζοντας τις όποιες εκρήξεις συμβαίνουν εκεί σ’ εκθαμβωτικό θέαμα.

Η ποίησή του μοιάζει με αγκαθωτό στεφάνι που τρυπάει επώδυνα τη μνήμη και λερώνει με σκληρές εικόνες τον εφησυχασμό μας.

Μαζί με τ’ αγκάθια της όμως φανερώνει και τρυφερούς βλαστούς. Αποκαλύπτει ένα γήινο αίσθημα, έναν εσωτερικό λυρικό γαλαξία γεμάτο από μικρούς πλανήτες μουσικής και φωτιάς.

 

 

Μ’ ευλάβεια και με λύπη

 

ΑΛΚΗΣ ΡΗΓΟΣ

Η ΑΥΓΗ 20 Ιουλίου 2014

Σαράντα χρόνια μετά…,

Τούτος ο στίχος -γραμμένος ειδικά γι’ αυτό το νησί της νοτιο-ανατολικής Μεσογείου- εδώ και πάνω από εξήντα χρόνια θαρρείς πως συμπυκνώνει, προφητικά, με μια εκπλήσσουσα πληρότητα, εικόνες, λόγους, χρόνους κι ανθρώπους. Κι ίσως και να εξηγεί το βαθύτερο λόγο…

ΛΕΥΚΙΟΣ ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ, Μ’ ευλάβεια και με λύπη,

«…η μνήμη όπου και να την αγγίξεις πονεί…»

Γ. Σεφέρης, Μνήμη Α’

Τούτος ο στίχος -γραμμένος ειδικά γι’ αυτό το νησί της νοτιο-ανατολικής Μεσογείου- εδώ και πάνω από εξήντα χρόνια θαρρείς πως συμπυκνώνει, προφητικά, με μια εκπλήσσουσα πληρότητα, εικόνες, λόγους, χρόνους κι ανθρώπους. Κι ίσως και να εξηγεί το βαθύτερο λόγο, που κάθε ήρεμη φωνή για το Κυπριακό χάνεται είτε μέσα στην γενικότερη αδιαφορία ή μέσα στο θόρυβο μιας ακατάσχετης και άχρονης πατριδοκάπηλης επιλεκτικής ρητορείας. Μιας ρητορείας που αναπαράγεται τέτοιες μέρες, εδώ και σαράντα χρόνια από την τουρκική εισβολή, συνήθως λησμονώντας ότι αυτή βρήκε πρόσχημα το χουντικό προδοτικό πραξικόπημα εναντίον του εκλεγμένου Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρχιεπίσκοπου Μακάριου, ή απλά «Μούσκου», σύμφωνα με την ορολογία των χουντικών «υπερπατριωτών». Ρητορεία που εντείνεται επίσης κάθε φορά που μια προσπάθεια επίλυσης, κάποιο σχέδιο διαλόγου μεταξύ των δύο σύνοικων κοινοτήτων πάει ν’ αρχίσει… Μια νέα δίοδος επικοινωνίας ν’ ανοίξει… Ρητορεία μιας εθνικιστικής κινδυνολογίας περί σχεδίων αφανισμού του Ελληνισμού, «βαθυστόχαστων» γεωστρατηγικών αναλύσεων, πολιτισμικών αλλοιώσεων και, πρόσφατα, διεθνικών οικονομικών επιπτώσεων, λόγω ΑΟΖ και κρίσης. Ρητορεία που το μόνο που πάντα λησμονεί είναι οι άνθρωποι, οι κάτοικοι τούτου του βίαια χωρισμένου μαρτυρικού νησιού.

Κόντρα σ’ αυτές τις κυρίαρχες αντιλήψεις, τις επιλεγμένες σιωπές που πληθαίνουν, η κατάθεση του φίλου Λεύκιου Ζαφειρίου, με αυτό τον γλυκόπικρο τίτλο, έρχεται με την χαμηλόφωνη, λιτά σπαραγματική της γραφή -που στο βάθος πονάει πιότερο- να μας θυμίσει ανάκατα, στα 16 μικρά κείμενα που την συναποτελούν, χθεσινά σημερινά και απώτερα, μέσα από μνήμες δικές του και άλλων καθημερινών ανθρώπων και από τις δύο μεγαλύτερες κοινότητες. Μια που όπως γράφει: «Χωρίς μνήμη είναι όλα τίποτα. Χάνονται»

Μνήμες λοιπόν ενός «θρυμματισμένου κόσμου, σε μια πατρίδα ανάπηρη στις γάζες» όπως και ο ίδιος μετά το τροχαίο ατύχημα στα κατεχόμενα, που παραλίγο να του στοιχίσει τη ζωή, αδύναμος μπροστά στη δικαστίνα της τουρκοκυπριακής διοίκησης, όπου ο μπατζανάκης του τουρκοκύπριου μεταφραστή του Γιουτζιέλ, τρέχει αθόρυβα να καταθέσει την χρηματική εγγύηση για να μην κρατηθεί…

Μνήμες που εμπλέκονται με άλλες από την Αγγλία, τις έρευνες του για τον Κάλβο, την κηδεία ενός άγγλου στρατιώτη -το κομμάτι δίνει και τον τίτλο του βιβλίου- από ένα χωριό κοντά στο Σέφιλντ που σκοτώθηκε στο Αφγανιστάν, τον πόνο της μάνας του. Πόνο αντίστοιχο με εκείνον των μανάδων στην Κύπρο στις κηδείες των αγνοουμένων – που… βρέθηκαν πρόσφατα και ταυτοποιήθηκαν με την μέθοδο του DNA τα οστά τους- και τους «βέβηλους λόγους των κομματαρχών [που] ήταν σάμπως σε προεκλογική μάζωξη … ώσπου μια μάνα που χρόνια την έπαιρναν στις συγκεντρώσεις [για τους αγνοούμενους] δεν άντεξε άλλο και πήγε μόνη της να σκάψει τον τάφο και να τον ξεθάψει»

Μνήμες από τον τραγέλαφο της επιστράτευσης την ώρα της εισβολής, το άδοξο ταξίδι του επιβατικού «Ρέθυμνος», που αντί της Κύπρου κατέληξε στην …Ρόδο, την ανατίναξη με βενζίνη της σπηλιάς/κρησφύγετο του Γρηγόρη Αυξεντίου, την θολή εικόνα που είχε, στα οχτώ του, του Χάρντινγκ στο Κυβερνείο, και τόσα ακόμη, όπως εκείνη η συγκλονιστική ιστορία ενός κορακιού, του «Πίνδαρου», που η μικρή του Κερά αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την ώρα της φυγής από την Αμμόχωστο.

Μνήμες ενός αποσπασματικού ημερολόγιου με ανάκατα καταχωρημένες εγγραφές 40 χρόνων -«παριστάνω τον Μιχαλιό του Καρυωτάκη εν ζωή» – από το 2004 για το 1967, ή ακόμα παλιότερες, του 1964, και την παρουσία σε κηδεία δύο δολοφονημένων αξιωματικών του τότε λοχαγού Ιωαννίδη… Αλλά και άλλες από τη «Γιορτή των Ανθέων» ή εκείνη των «Πορτοκαλιών», στην τότε ζωντανή Αμμόχωστο. Για τους ελλαδίτες φαντάρους και τις φωτογραφίες τους, που έβγαζε ένας εστιάτορας στη Λευκωσία και σήμερα μονολογεί «πως χάθηκαν τόσα παιδιά … Χωρίς να ξέρουν τι μπάχαλο είχαν καταντήσει οι άλλοι την πατρίδα και πως τα έσερναν σε σφαγή». Ή οι αναφορές για τον «Τύμβο της Μακεδονίτισσας», για γνωστούς δρόμους, γειτονιές και στέκια της Λευκωσίας, που και εσύ έχεις περπατήσει, και που η λιτή γραφή σε κάνει να διαβάζεις φωναχτά με ένα πνιγμένο δάκρυ στην άκρη των ματιών σου .

Μα ποιο συγκλονιστικές είναι εκείνες από το κατεχόμενο «Ριζοκάρπασο» και το άνοιγμα του εκεί Γυμνασίου, όπου βρέθηκε ως καθηγητής από την πρώτη μέρα ο Λεύκιος συνοδεία του ΟΗΕ, το σκίσιμο, μπροστά στους λιγοστούς μαθητές, συγκεκριμένων σελίδων από όλα τα βιβλία Λογοτεχνίας της Γ’ Τάξης, σύμφωνα με όσα αναγράφονταν σε έγγραφο του τουρκικού στρατού, τις οποίες οι κατοχικές «Αρχές» δεν πρόλαβαν να λογοκρίνουν πριν σταλούν… Μια μαθήτρια, η Χρυσοβαλάντη, δεν αντέχει το θέαμα, «ένας καθηγητής την απομακρύνει … κάθεται σ’ ένα σκαλοπάτι … Δεν ξέρεις αν κλαίει ή αν κοιτάει στο βάθος τον ορίζοντα του δικού της τόπου που πια δεν της ανήκει… Ένας αξιωματικός του ΟΗΕ θέλει να ξηλώσει τα διακριτικά από το πουκάμισό του γι’ αυτό που βλέπει». Μα «είναι κι άλλες ιστορίες σ’ αυτό το σχολείο αλλά και στο Ριζοκάρπασο που πρέπει να καταγραφούν. Αφορούν του τελευταίους ανθρώπους που έμειναν εκεί να μας θυμίζουν οικεία κακά και το τέλος ενός ολόκληρου κόσμου που κοντεύει να μην είναι πια δικός μας»

Ιστορίες που μέρος τους καταγράφει -κάτω από τη στενή παρακολούθηση των τουρκικών μυστικών αστυνομικών- με σεβασμό: «είναι ένας μονόλογος κοφτός, τα λόγια βγαίνουν από μόνα τους, η ανάγκη να μιλήσεις με λέξεις όσες αρκούν να δώσουν το μεδούλι της ψυχής». Την διήγηση για τον τουρκοκύπριο δικαστή που απέτρεψε κάποιες ομαδικές εκτελέσεις. Ή εκείνη για τον έποικο Ορχάν που έσωσε το χωριό από την προβοκάτσια δυο εποίκων, οι οποίοι ύψωσαν μια ελληνική σημαία στο Δημοτικό Σχολείο, κατονομάζοντάς τους. Για τους «έρημους αυτούς ανθρώπους [που] φέρανε από τα βάθη της Τουρκιάς … και τα παιδάκια τους τρέχουνε ξυπόλυτα και νηστικά. Καμιά φορά τους δίνουμε να φάνε είναι κρίμα να τ’ αφήσεις σ’ αυτή την άδικη κατάρα»

Και μια τελευταία καταγραφή από τις τόσες που κάνουν το διάβασμα αυτού του μικρού βιβλίου του Λεύκιου συναρπαστικό, για όσους οι λέξεις συνεχίζουν να έχουν περιεχόμενο: «την πρώτη χρονιά [στο Γυμνάσιο του Ριζοκάρπασου] είπαμε να γιορτάσουμε την 28η Οκτωβρίου. Είχαμε κάποιες φωτογραφίες, τα παιδιά έφεραν κρυφά στις τσάντες τους δάφνη και μ’ αυτήν αφού έκλεισαν την πόρτα της αίθουσας, στόλισαν τις φωτογραφίες του Δαβάκη, του Μανώλη Γλέζου και άλλων. Κι όταν τέλειωσαν η ομιλία και τα τραγούδια, στο τέλος της γιορτής, πολύ σιγανά, είπαν τον Εθνικό Ύμνο. Μας θύμισαν τη φωνή στον ραδιοφωνικό σταθμό των φοιτητών. Λίγο προτού γκρεμίσει το τανκ την πύλη του Πολυτεχνείου».

Υ.Γ. Αυτό το βιβλίο θα το ένοιωθε βαθύτερα -και ίσως και τούτη την γραφή- η φίλη και σύντροφος χρόνων που μας έφυγε πρόσφατα, Αννίτα.

 

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΣΑΪΝΗΣ

oanagnostis.gr, 24.4.2014

«Κιβώτιο… από πολύτιμον έβενο»

«είχαν βρει ασήμι στις αλυκές.
Γι΄ αυτό οι Φράγκοι, Βένετοι,
Οθωμανοί κι Εγγλέζοι ήρθαν εδώ
και γέμισαν την παραλία κουσουλάτα», 24

«Μ΄ ευλάβεια και λύπη» προετοιμάζει ο Φοίβος τη σωρό του νεκρού με τις πρέπουσες τιμές, γράφει εκείνος ο ποιητής με το χαρακτηριστικό ύφος και «την αλεξανδρινή λοξή ματιά στο μετέωρο βήμα της ιστορίας». Με ευλάβεια και λύπη σκύβει και ο Λεύκιος Ζαφειρίου στην «μετέωρη θλίψη» της εξακολουθητικής κυπριακής τραγωδίας. Ταξιδεύοντας από την Αμμόχωστο στην Καρπασία και από το Λάουθ και το Λονδίνο στο Σέφιλντ την Αθήνα ή τη Λευκωσία, ακούει χαρισματικούς αφηγητές και γεννημένους παραμυθάδες και καταγράφει με ευσυνειδησία αφηγήσεις, ιστορίες αλλά και δικές του μνήμες. Η κατάληξη του διηγήματος που δίνει τον τίτλο στη συλλογή δίνει και τον ελεγειακό της τόνο: «Θυμήθηκα τον στίχο του Μπόρχες: Ένα πράγμα μόνο δεν υπάρχει, είναι η λήθη». Και εδώ το βουβό εσωτερικό πένθος δεν αφορά τους «δικούς» αλλά έναν «ξένο»: ο νεαρός Άγγλος από την οικογένεια ανθρακωρύχων που ανδρώθηκε στην εποχή της θατσερικής επέλασης του νεοφιλελευθερισμού σκοτώνεται στο μακρινό Αφγανιστάν. Στο μυαλό του αφηγητή συναντά τους αγνοούμενους του ισπανικού εμφυλίου αλλά και τους δικούς μας. Με τον ίδιο τρόπο, στον «Θρυμματισμένο κόσμο» τα θύματα των τουρκοκύπριων συναντούν τους ανωνύμους και επώνυμους Έλληνες: δίπλα στους Αυξεντίου, Καραολή αλλά και σε «εκείνον τον νέο που ανέβαινε στον ιστό με το τσιγάρο στο στόμα» οι νεκροί και οι αγνοούμενοι και από τις δύο πλευρές.

Ο Ζαφειρίου και οι αφηγητές του διαρκώς επιστρέφουν στις μοιρασμένες πατρίδες τους, έναν νόστο «σε λαβύρινθο χωρίς έξοδο» (σ. 89). Διαρκώς γυρίζουν είτε πραγματικά είτε φαντασιακά ως ξένοι στον ίδιο τον τόπο που τους γέννησε, ο οποίος μπορεί ακόμα να «μυρίζει γιασεμί», αλλά ποιος μπορεί να πει ότι ακόμα «λειτουργεί το θάμα» (Σεφέρης);. «Θρυμματισμένο το πρόσωπο του νησιού» (σ. 153), σήμερα, βαθιά πλέον και ανεξίτηλα σημαδεμένο από τη βία της ιστορίας, όπως τα χαραγμένα «από τον χρόνο, όχι τον οποιοδήποτε χρόνο» (σ. 160) πρόσωπα των εγκλωβισμένων στα κατεχόμενα. Το ξετύλιγμα των προσωπικών ιστοριών διασταυρώνεται με την Ιστορία, οι καθημερινές μικροϊστορίες τέμνονται από τις ιστορικές συντεταγμένες τους, την αποικιοκρατία, τις δικτατορίες, τη διχοτόμηση. Πάνω από αυτό το χρονικό συνεχές μετεωρίζονται οι πολλά περίλυπες ιστορίες του Ζαφειρίου που μπορεί να αφορούν το σήμερα αλλά αποκτούν το βάρος μιας «άχρονης πραγματικότητας» (σ. 87). Όλα δίνουν την εντύπωση ενός χώρου εκτός τόπου και χρόνου, με τα πρόσωπα και τα πράγματα ακινητοποιημένα σε μια «νεκρή ζώνη», στη μαύρη στιγμή των «γεγονότων», σε ένα αδιαίρετο, άχρονο, άχωρο και αιώνιο παρόν. Αυτή η αιώρηση πάνω από το ιστορικό αμετάβλητο συνεχές απεικονίζεται αφηγηματικά και στο αποσπασματικό «Κυπριακό ημερολόγιο» (σ. 124-135), που αντιστρέφοντας τις συμβάσεις του είδους κινείται αλλοπρόσαλλα μπρος πίσω στον χρόνο.

Κάπως έτσι προκύπτουν τα αφηγήματα της συλλογής. Μια σειρά θολές εικόνες, μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, μνήμης και λήθης, όπως στον λήθαργο που ανοίγει και κλείνει την αναδρομή στην πόλη-φάντασμα, την «περιφραγμένη πόλη» («Η Αμμόχωστος σε όνειρο») ή όπως εκείνες οι παλιές ασπρόμαυρες φωτογραφίες του εστιάτορα στο «Προπύλαια», δίνοντας συνολικά την «αίσθηση του μη πραγματικού», την «αίσθηση σκηνικού αρχαίας τραγωδίας χωρίς τους ανθρώπους» (σ. 103). Οι «πολιτικές τσαπατσουλιές» (σ. 56) και η τραγελαφική κατάσταση στο χειρισμό του Κυπριακού έκδηλες και στην αποτυχημένη αργοναυτική εκστρατεία του «Επιβατικού Ρέθυμνου» που σαν άλλο Πλοίο των τρελών περιπλανιέται με τους εθελοντές φοιτητές στη Μεσόγειο, χωρίς να φτάσει ποτέ στον προορισμό του («Επιβατικό Ρέθυμνο»).

Στο κέντρο της συλλογής τα καλβικά «βάρβαρα νέφη» προσθέτουν τον δικό τους τόνο στο φάσμα της μετέωρης θλίψης της ιστορίας. Το «Μια μέρα στο Λονδίνο», με μότο από τη λανθάνουσα ωδή «Ελπίς πατρίδος» αναφέρεται στις εμπειρίες της έρευνας για το έργο του Κάλβου στην Αγγλία.

«Κιβώτιο» «από πολύτιμον έβενο», η συλλογή αφήνει τον αναγνώστη με τη «στυφή γεύση της ιστορίας» (σ. 38) στο στόμα και το «αίσθημα κενού» (σ. 173) χαμηλά στο στομάχι. Ο ποιητής, πεζογράφος και φιλόλογος Ζαφειρίου σαν τον καβαφικό αφηγητή των «Ενδυμάτων» αποφασίζει εδώ να συγκεντρώσει ευλαβικά τα «ενδύματα» μιας ολόκληρης ζωής, «ενός ολόκληρου κόσμου» (σ. 173) στο μπαούλο της μνήμης, τώρα μάλιστα που όλα μοιάζουν «όλως διόλου τελειωμένα» και «μια σχεδόν τελεσίδικη ανατροπή» έχει επέλθει (σ. 175). Μόνη αντίσταση στην ισοπεδωτική επέλαση της λήθης η ατέρμονη ανάγνωση της πονεμένης μνήμης. Γιατί, φυσικά, «χωρίς μνήμη είναι όλα τίποτα. Χάνονται.» (σ. 98).

Επιστρέφουμε στο σπίτι της κυρίας Παλεττούς και της δίνουμε το κλειδί. Το πρόσωπό της χαραγμένο από τον χρόνο, όχι τον οποιοδήποτε χρόνο. Το χαμόγελο πολύ δύσκολα διαγράφεται στα χείλη της. Το τσεμπέρι κρύβει τ’ άσπρα της μαλλιά, τα γερασμένα μάτια της σε κοιτούν σαν μικρού παιδιού. «Περιμένω τριάντα χρόνια να έρτουν και δεν ήρταν. Θα τους περιμένω όσον καιρό θα είμαι ακόμα ζωντανή να έρτουν να τες διορθώσουν τες εικόνες στους τοίχους. Και τον καβαλάρην Άγιον που είναι πολλά όμορφος, μας λέει.

 

ΠΟΛΥ ΧΑΤΖΗΜΑΝΩΛΑΚΗ

«Η Αυγή», 15.4.2014

Με ευλάβεια και λύπη», ένα σπάραγμα στίχου από το καβαφικό ποίημα η «Κηδεία του Σαρπηδόνος», επιλέγει ο Λεύκιος Ζαφειρίου, να ονομάσει τη συλλογή διηγημάτων του που κυκλοφόρησε πρόσφατα. Ο αναπότρεπτος θάνατος όπου ο Δίας δεν μπορεί να επέμβει. Μένει μόνο η απόδοση των ταφικών τιμών στο αγαπημένο σώμα.

Ως εάν η Κύπρος είναι το νεκρό «σώμα» και ο συγγραφέας εν αδυναμία μπροστά στις θανάσιμες χαρακιές της Ιστορίας. Αντί να καθαρίσουν όμως, όπως στο ποίημα, «από τις σκόνες και τα αίματα» οι πληγές, επανέρχονται εφιαλτικά οι εικόνες. Ξαναζεί την Ιστορία αφηγούμενος προσωπικές μαρτυρίες είτε μαρτυρίες άλλων. Όλα συγχέονται μεταξύ τους, ποιος τα έζησε, ποιος τα είπε σε ποιον και ποιος τα μετέφερε, επαναλαμβάνοντας εσαεί το δράμα, μνημειώνοντας και αποτίοντας τιμές στον αγαπημένο νεκρό.

Βραβευμένος από την Ακαδημία Αθηνών για το «Ο βίος και το έργο του Ανδρέα Κάλβου», αναγνωρισμένος ποιητής της γενιάς της εισβολής με πλούσιο ποιητικό έργο, συγγραφέας του αφηγήματος Οι συμμορίτες για τη δράση των παιδιών στον απελευθερωτικό αγώνα κατά των Άγγλων στην Κύπρο, ο Λεύκιος Ζαφειρίου με το έργο του συνθέτει τον κόσμο της πατρίδας του, ταυτίζεται ψυχή τε και σώματι μαζί της. Της παραχωρεί πολυτραυματισμένο το σώμα του. Ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα καθ’ οδόν προς το Ριζοκάρπασου όπου δίδασκε τους λιγοστούς εγκλωβισμένους Ελληνοκύπριους μαθητές στο Γυμνάσιο και δεν πρόκειται πλέον για λογοτεχνική μεταφορά. Οι ταλαιπωρίες από την εξάντληση, οι αφόρητοι πόνοι από τα τραύματα, οι ανακρίσεις στα Κατεχόμενα. Σωματοποιημένη μεταξύ μνήμης και λήθης η κάθοδος στον Άδη του Λεύκιου, στα όρια της απώλειας της συνείδησης, ένα συγκλονιστικό παιχνίδι της μοίρας που ενοποιεί το σώμα του και το κείμενό του. Αριστουργηματικός λόγος εν υπνώσει, σε απόσταση και εξ επαφής με την πραγματικότητα. Συγκλονισμός στην εμπειρία στης ανάγνωσης και της πρόσληψης ακόμα και όταν για τον Ελλαδίτη αναγνώστη δεν είναι τόσο γνωστά τα γεγονότα…

Αφηγήσεις για το ανεπίστρεπτο, το ανεπανόρθωτο που καταργούν τον χρόνο: εμπειρίες από τη φοιτητική ζωή, από τις ταραχές πριν την εισβολή, κηδείες με τις λάμπες λουξ στο νεκροταφείο της περιοχής, και την εποχή της αποικιοκρατίας αλλά και μετά, σκελετοί σε ομαδικούς τάφους, φωτογραφίες αγνοουμένων, εικόνες απώλειας και ερήμωσης της Αμμοχώστου, οι σελίδες των σχολικών βιβλίων που σχίζονται από τη λογοκρισία των δυνάμεων εισβολής, ημερολόγια που παλινδρομούν καταργώντας τον χρόνο…

Μικρές ιστορίες ανθρώπων που ξετυλίγουν το μπερδεμένο κουβάρι τους στον καμβά της μεγάλης ιστορίας… Μπαρ ο Μαύρος Γάτος, το επιβατικό «Ρέθυμνο» με τους εθελοντές Κύπριους… Τα ονόματα των χωριών αλλαγμένα, να μη θυμίζουν τίποτα ελληνικό. Λαϊκά πανδοχεία ύπνου, το μαυροπούλι ο Πίνδαρος που αναγκαστικά το εγκαταλείπουν οι κύριοί του στην εκκένωση της Αμμοχώστου. Όπως ο παπαγάλος που απήγγελλε Όμηρο και αυτός είχει μείνει πίσω τότε στο Γυμνάσιο της Αμμοχώστου στο διήγημα του συμπατριώτη του Νίκου Νικολάου Χατζημιχαήλ.

Τα πουλιά στο ρημαγμένο σπίτι της εγκλωβισμένης κυρίας Νιόβης, η μοναξιά και η επιμονή της να μην εγκαταλείψει τον τόπο της…

Στην αποστασιοποιημένη γλώσσα της λήθης, ενθυλακωμένη η τρυφερότητα ενός χαμένου χρόνου. Η παιδική ηλικία. «Ένα παιδί που διασχίζει την ομίχλη», ένα παιδάκι που κλαίει στο σκοτάδι στην ανεμόσκαλα ενός πλοίου. (Ο αφηγητής ως παιδί με τα πουλιά, στους Συμμορίτες, ζητά από τη μάνα του να τον πάρει από το σχολείο την πρώτη μέρα – «τσίου μανούλα μου, πάμε να φύγουμε».)

Ο θάνατος του παιδιού -του θανάτου του εγκλωβισμένου τετράχρονου Αλέξανδρου- που συντρίβεται στις μυλόπετρες της Ιστορίας. Από την πλευρά του κοριτσιού στην αφήγηση για τον Αυξεντίου, η ψυχολογική βία που είχε δεχτεί η μικρή Βασιλική από το Φικάρδου, ένα χωριό κοντά στο κρησφύγετο του ήρωα, από τους πάνοπλους στρατιώτες που την ανέκριναν. Η έφοδος του αποικιοκρατικού στρατού στο οικοτροφείο με τα μικρά παιδιά. Λόγχες που καρφώνονται στα παιδικά στρώματα -ανήμπορες οι δεσποσύνες που τα φρόντιζαν- κραυγές στην ξένη γλώσσα- «να γιατί δεν την έμαθα ποτέ αυτή τη γλώσσα» ομολογεί, χρόνια μετά, ο συγγραφέας.

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

ΜΑΡΙΝΑ ΑΡΜΕΥΤΗ

ΜΑΡΙΝΑ-001

 

Η Μαρίνα Αρμεύτη γεννήθηκε στις 25/1/1974 στη Λεμεσό.
Είναι κόρη της Χριστίνας Πατσαλίδου και του Ανδρέα Αρμεύτη, ο οποίος δολοφονήθηκε στις 16/6/1974 από την ΕΟΚΑ Β΄.
Ζει και εργάζεται στη Λευκωσία ως φιλόλογος στη Μέση εκπαίδευση από το 1997.
Είναι μητέρα δυο παιδιών. Αποφοίτησε από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Φιλοσοφική σχολή, Τμήμα Νεοελληνικών Σπουδών και έκανε μεταπτυχιακό στη «Δημιουργική Γραφή» στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας.
Δημοσιεύει άρθρα στην κυπριακή εφημερίδα «Πολίτης» και ποιήματα στο Κυπριακό λογοτεχνικό περιοδικό «ΑΝΕΥ» και στο λογοτεχνικό περιοδικό Κοζάνης «Παρέμβαση».
Στίχοι της μελοποιήθηκαν από τους Έλληνες συνθέτες: Νίκο Παπάζογλου, Αντώνη Μιτζέλο, Γιάννη Ιωάννου.
«Ο κύριος ιππόκαμπος» (Φίλντισι 2018) είναι η πρώτη της ποιητική συλλογή.

 

ΒΙΒΛΙΟ

 

Ο κύριος ιππόκαμπος (2018)

 

ΑΝΑΚΩΧΗ

Απόψε φυσάει μουσική
Η κουρτίνα
παίζει ανέμελα
μες στο λευκό της
Σαν ανακωχή με το άγνωστο.

 

ΠΗΝΕΛΟΠΗ

Η Πηνελόπη χόρευε συνήθως ως τα ξημερώματα
Τα έντυπα εξέτασης των μνηστήρων
χάθηκαν.
Η Πηνελόπη χόρευε και έραβε και ξήλωνε
και κρυφογελούσε.
Ερωτευόταν ενίοτε τους πιο νάρκισσους
μόνο για έναν χορό.
Το πρωί τους έκλεινε την πόρτα κατάμουτρα.
Κι αυτοί
Όλο γυρόφερναν στην αυλή της
ποτίζοντας επιμελώς
τη φιλαρέσκειά της.
Ο Οδυσσέας
δεν υπήρξε στ’ αλήθεια.
Η Πηνελόπη
ήταν πιστή
μόνο στην προσμονή.

 

ΕΡΩΤΙΚΟ

Οι πανοπλίες μικτών ταγμάτων
πεσμένες στο πάτωμα
Εχθροί σε ατέρμονη ανακωχή κυλιστήκαμε στα στάχυα
Και τυλίξαμε τη σκιά μας με διαίσθηση
Αιώνες τώρα
«Στα πολυκαταστήματα το φως σε κάνει να φαίνεσαι
χλωμή τα μεσημέρια»,
θα πεις και θα χαμογελάσεις.
Ύστερα
Στην άσφαλτο θα αφήσουμε μια ευχή αδέσποτη
κι αυτή θα μας ακολουθήσει νηστικό σκυλί
που μυρίζεται χάδι
Μαζί θα γιορτάσουμε την πείνα την αχόρταστη
που τρέφει το κενό μας.

 

ΑΚΑΡΙΑΙΩΣ

Η φωνή σου βγήκε
Πυρωμένη γραμμή
το πρώτο χάραμα
Μια μικρή ρωγμή
Και φως.
Ήθελες κάτι να πεις.
Μια συλλαβή μετέωρη
Σκοτάδι.
Λες κι από κάποιο παράξενο
πέταγμα πουλιού
η γη έκανε ένα βήμα πίσω
Σκοτάδι την αυγή.
Τέντωσα τ’ αυτιά μου
Τα μάτια μου
Το σώμα μου ολόκληρο
Ν’ αρπάξω τις λέξεις σου
να μη χαθούν.
Ήθελες κάτι να πεις
ακόμα
Τις νύχτες σ’ ονειρεύομαι συχνά.
Απ’ το μισάνοιχτο στόμα σου
Ξεχειλίζουν τριαντάφυλλα

 

ΔΙΑΚΡΙΤΙΚΟΣ ΙΠΠΟΚΑΜΠΟΣ

Παιδικά χέρια
βυθισμένα στην άμμο
Ήταν τα βότσαλα πλανήτες
κι οι ρώγες των δακτύλων μου
μικροί πρίγκιπες γεμάτοι απορίες
Κι ύστερα πλανήτες οι άνθρωποι
κι οι ρώγες των δακτύλων μου
μικροί πρίγκιπες γεμάτοι απαντήσεις.
«Αλμύρα ήταν το φιλί, αλμύρα και το δάκρυ», είπαν
Μα είχε μια γλύκα η φωνή τους.
Έριξα όλα τα τείχη που έκτισα
να μου φυλάξουν το ασάλευτο.
Κι ύστερα
Διακριτικός ιππόκαμπος στα μαλλιά μου.
Έφτιαξε μια θάλασσα μνήμες
-πρωτινές και μελλούμενες –
για να τις κολυμπήσω.
Βυθισμένα τα χέρια μου στην ίδια άμμο
Ανοίγω κανάλια να περάσει το ασάλευτο
Κι όσα μού τάξε ο καιρός να μου τα φέρει. 

 

ΗΡΩΑΣ

Κάποτε ήσουν ο γιος, ο αδελφός
Ύστερα έγινες ο φίλος
Ο συναγωνιστής
Ο συνάδελφος
Ο σύζυγος
Ο πατέρας
Ύστερα υπήρξες
μια σελίδα σ’ ένα βιβλίο
Μα η ιστορία ασφυκτιά
σ’ ενός τετραδίου διάσταση
Έτσι έγινες
Προοπτική
Ελπίδα
Ακτίδα ανατέλλουσα
ο ’ έναν κόσμο
που ευδοκιμεί
η νυχτερίδα

 

ΚΟΥΡΕΛΟΥ

Πίσω κοιτάς
Μνήμες μπαλώνεις στην κουρελού σου
Πάνω της ξαπλώνεις
Δήθεν εκπέμπει μια ασφάλεια
Καθώς από γνωστό σου υλικό είναι καμωμένη
Κι όλα τα χρώματα που ράβεις
θαρρείς είναι δικά σου χρώματα
Λύπες, χαρές, ματαιώσεις
Έκτισαν- κομπάζεις- τον εαυτό σου
Κι ύστερα
Προσδοκίες μπαλώνεις στην κουρελού σου
Φανατικά υπέρ ονείρων και αναμονών τάσσεσαι
«Λες να είναι εφικτό;»
Και κρατάς για λίγο μετέωρο το βελόνι σου
Πόσο επιδέξια κατασπάραξες
το ευγενικό και ταπεινό σου «τώρα»
Με πόση σιγουριά το αγνόησες
για να επιδοθείς
στη συρραφή νεκρών παρόντων
που έγιναν μνήμες
ή επερχόμενων στιγμών
αμφιβόλου υπόστασης
απουσιάζοντας ουσιαστικά από τον ενεστώτα σου
Ετοιμάζεις προσεκτικά την κουρελού σου
Το σάβανο εν τέλει
μιας ζωής που δεν έζησες

ΤΙΜΗΣ ΕΝΕΚΕΝ

Εσύ μόνο το ξέρεις
πόσες φορές σε σκότωσαν
Η μνήμη σου είναι
Ουσιαστικά ανύπαρκτη
Οικονομικά ασύμφορη
Πρακτικά ατελέσφορη
Σε ξεθάβουν όμως εποχιακά
– αυτό είναι αλήθεια,
πρέπει να το παραδεχτούμε –
την εποχή που ευδοκιμούν υποσχέσεις
Σε σέρνουν από εξέδρα σε εξέδρα
αναλόγως του κοινού
Σε ανεμίζουν σα σημαία και σα λάβαρο
πάνω στα μπαλκόνια
για να σε πετάξουν αργότερα
πριν μείνει στα χέρια τους
η μυρωδιά του θανάτου

 

ΑΝΟΙΧΤΟΙ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΙ

Ήθελε να έγραφε
ένα ποίημα αιχμηρό
Να διαπερνά τις συνειδήσεις
σε ακριβή ψευδαίσθηση
θωρακισμένες
Ήθελε να γράψει ένα μακρόσυρτο ουρλιαχτό
Όπως της μάνας της
εκείνο το πρωινό
Να διαρρήξει τα τύμπανα των ανυποψίαστων
Να σπάσει τους καθρέφτες
Ήθελε να φτιάξει μια σάρισα λέξεις
για τραύμα διαμπερές στο πλευρό των υπαιτίων.
Τη βλέπω συχνά
Έχει τις έγνοιες της
Τις λίστες των υπεραγορών
Δυο χελιδόνια στα μαλλιά
κι έναν πατέρα διάτρητο να αιμορραγεί
κάμποσα χρόνια πριν
Έχει το σπίτι της
Λουλούδια στο μπαλκόνι
κι ένα βουνό απέναντι
Διάτρητο να αιμορραγεί
κάμποσα χρόνια τώρα.

 

ΣΤΟ ΝΗΣΙ

0 τόπος μου είναι μικρός
Δεν έχει τρένα
Ούτε καράβια της γραμμής
Μόνες ταξιδεύουν οι μοναξιές των ανθρώπων
Σε ιδιωτικά οχήματα
Τη θάλασσα να την διασχίσεις;
Ούτε λόγος.
Πού να πας εξάλλου
Όλο φωτιές και πνιγμένα όνειρα
Με αεροπλάνα μόνο
ή κρουαζιερόπλοια
Ως τουρίστες επιβαίνουμε τη ζωή μας
Για να ξαναγυρίσουμε σύντομα
Να ξαναφορέσουμε τα ακριβά κοστούμια μας
Και να πεθάνουμε μια μέρα
Μέσα σε μια καλοραμμένη ματαιοδοξία

 

ΜΗΝΙΣ

Σε βλέπω που μακραίνεις
στο δρόμο που θα σου δείξει
το πιο καλό σου βλέμμα
Και κάνω ν’ αρπάξω
τα βήματα που θα κάνεις μακριά μου
Μόνη
όπως η γεμάτη σελήνη
θα σβήνω τα αστέρια άθελά μου
Μόνη
όπως η θάλασσα η αγριεμένη
θα πνίγω τους ταξιδιώτες
εν αγνοία μου
Και κανείς Θεός να μην έρθει
να μου κρύψει σαρκοβόρο φυλαχτό στο μαξιλάρι
Όχι
Δεν έζησα για την αγάπη την ανιδιοτελή
Πλήρωσα τις στιγμές μου στους αιώνες

 

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Πού είσαι;
Όλο δίπλα μου σε νιώθω κι όλο σε ψάχνω
όπως κανείς κρατά το κλειδί του
μα το γυρεύει μόνο για μια ιδιοτροπία της αφής
Πες μου πάλι
Πως κόπηκες και έχεις αίμα στα χείλη
Πως κάτι σου πίνει την ανάσα
Πως ακούς στο αμάξι σου το ίδιο κομμάτι μήνες τώρα
Και δίπλα σου νομίζεις κάθομαι
και με πηγαίνεις
Πες μου πάλι
Πως με γυρεύεις πάνω από τις καμινάδες των σπιτιών
Πως καις τη σιωπή μου και ζεσταίνεσαι
«Πού είσαι», ρωτάς κι εσύ.
Κι ας μαίνονται οι άνεμοι αντίξοοι
Αρπάζω από το χέρι την ηχώ σου και σου δείχνω

Είμαι το φύλλο που δεν πέφτει από το δέντρο σου

 

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 1

Μέσα στο όστρακο του αμμωνίτη
μια ψυχή επιμένει να διπλασιάζεται εκθετικά
διαγράφοντας τη σπείρα
Η ομορφιά των κόπων του ενοίκου
Θα στολίσει τον λαιμό μιας κόρης

 

ΕΙΡΗΝΗ

Κάντε τόπο να περάσει.
Ξυπόλυτη χορεύοντας
στις ματωμένες πέτρες.
Γυμνή να κολυμπήσει
στις στοιχειωμένες θάλασσες.
Κι ανάσκελα να ξαπλώσει
στα χαλίκια με τα κουφάρια.
Κάντε τόπο να περάσει.
Ατάραχη
Θρασύτατη
Πανέμορφη
Να φιλήσει τους νεκρούς
έναν – έναν στο στόμα
Κι ύστερα σ’ εμάς να γυρίσει
και ν’ αρχίσει τραγούδι.
Πιο δυνατό απ’ τις κραυγές των αιώνων
Κι απ’ τη φωτιά.

 

ΒΑΓΟΝΙ

Ένα βαγόνι αμαξοστοιχίας θα ναυλώσω
Θα καλέσω τις λέξεις
Θα φτιάξω ένα συρτό παραλήρημα
πάνω στις ράγες
Έτσι σχεδόν ακίνητος
Κάπου φτάνεις
Κι ύστερα είναι και το παράθυρο
Βουνά, λίμνες, πουλιά σε διασχίζουν
Ενίοτε εντρυφούν μέσα σου
Και σε ξαναγράφουν
Όσο για σένα
Θα καθόσουν δίπλα μου
Θα θελα και δεν θα θελα
να σ’ ακουμπήσω
όπως θα θελα και δεν θα θελα
να σ’ αγαπήσω

 

IN MEDIAS RES

 

I.

Έμεινα
στη στροφή του δρόμου να
σε κοιτώ
και βλέπω τον άνεμο και το σύννεφο
να σβήνει τις ευθείες
στη
σκακιέρα
του
πεζοδρομίου
Και γύρω μου παιδιά χοροπηδούσαν τρομαγμένα
κυνηγώντας τη σκιά τους

 

II.

Κλείνω
στο δωμάτιο την κραυγή μου
Κομματιασμένη φτερούγα
Χτυπάει στους τοίχους και ματώνει
κι ο κόσμος μαζεύεται στα γύρω μπαλκόνια
και δεν μπορεί να δει
μόνο ν’ ακούσει μπορεί
κάτι σπασμένες εικόνες που σκορπίζονται
Και πολεμώ για μας με τη σιωπή
Να μη σε πνίξω μέσα της

 

V.

Είναι
Που μου έστρωσες στο δρόμο ανατολές
Κι είναι που φώναζαν για μας τ’ αστέρια ένα βράδυ
Μόνο για να μου κρατάς το χέρι σφιχτά
Περπάτησα τους ουρανούς μεσάνυχτα
Από ποιο βασίλειο είσαι φυγάς;
Και σε ποιο καλυβάκι θα επιστρέφεις;
Πάρε με μαζί σου
Να κατοικήσουμε σε σπίτια που σταμάτησε ο ήχος
Να παλεύουμε με την αγάπη
Και να την αφήνουμε να νικά

Άσε τους άλλους
πάροικοι
να παραμένουν σε στέρφα γη
Κι εμείς
αλιείς δόκιμοι της χίμαιρας
με τα χέρια
να ανοίγουμε
διαδρόμους

 

ΣΤΗΝ ΑΥΓΗ

Την παραμονή ήθελε να δει το σπίτι της.
Την πήραν απ’ το χέρι
Την πέρασαν απ’ όλα τα δωμάτια
Εκατό τετραγωνικά στον δεύτερο όροφο
Κάρφωσε το βλέμμα της στις φωτογραφίες
Στα διπλωμένα ρούχα και στα μπιμπελό
«Δεν θέλω να πεθάνω», είπε
«Θέλω να μείνω στο σπίτι μου»
Το πρώτο της σπίτι ήταν στη Μόρφου
Ξυπνούσε απ’ τον μυρισμένο ύπνο της
Δέκα χιλιάδες τετραγωνικά ανθό
Ύστερα, πέσαν πυροβολισμοί στο σαλόνι
Έφυγαν με το παιδί
Το μικρό ποδηλατάκι του στέκει στην αυλή ακόμη
Κάτι αδικαίωτες πεταλιές φορτωμένο
«Θέλω να μείνω στο σπίτι μου», είπε
Μα έφυγε.

 

ΣΤΟ ΚΕΝΟ

Ζεστό βλέμμα
Λιώνει ο φόβος
Χάνεται
το «εγώ»,
το «γιατί»
χάρτες, πυξίδες, σωσίβια
Μαζί σου πέφτω στο κενό
χωρίς δίχτυ προστασίας
και μαγικά μεταμορφώνομαι
στον πιο ωραίο εαυτό μου

 

 

Για τη Μαρίνα Αρμεύτη έγραψαν:

 

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ-ΡΟΥΚ

Η ποίηση της Μαρίνας Αρμεύτη

Η ποίηση της Μαρίνας Αρμεύτη εντυπωσιάζει με μια πρωτοτυπία που μοιάζει αυθόρμητη και που είναι σαν να δημιουργεί ένα νέο κύμα σουρεαλισμού. Αυτό φαίνεται και από τον τίτλο της συλλογής «Ο κύριος ιππόκαμπος». Κι αυτό που είναι πολύτιμο είναι πως αυτός ο «νέος σουρεαλισμός» εκφράζει μια σοφή ενατένιση της ζωής με απόλυτη καθαρότητα.
«Ο ουρανός και τα σύννεφα είναι οι γνώριμοι δρόμοι μας» ή «Η Πηνελόπη ήταν πιστή μόνο στην αναμονή».
Αυτή η μη πραγματική περιγραφή μοιάζει με ακτινογραφία της πραγματικότητας, που αν ξέρεις να τη διαβάζεις, θα δεις, ίσως διαχρονικά αυτά που μένουν.
«Πλήρωσα τις στιγμές μου στους αιώνες».
Το ποίημα αρχίζει με μια πολύ συνηθισμένη -και λεκτικά- πραγματικότητα και τελειώνει με κάποια αιωνιότητα, που είναι σαν να περιγράφεται με ακρίβεια.
Και βέβαια θα αναρωτηθεί κανείς: και πού ξέρουμε πώς είναι η αιωνιότητα; Μα αυτή δεν είναι η αποστολή του ποιητή; Να περιγράφει το απερίγραπτο και να μας πείθει ότι αυτό υπάρχει και να
ρίχνει δυνατό φως σ’ αυτό που ζούμε και που συχνά δεν συνειδητοποιούμε τι είναι:
«Η κόλασή μας
από ματαιωμένους παραδείσους είναι φτιαγμένη»
Και τα δυο αυτά «καθήκοντα», ας πούμε, του ποιητή τα υπηρετεί με μοναδικό αποτέλεσμα η Μαρίνα Αρμεύτη.

2/03/2018

 

ΓΙΑΝΝΗΣ Η. ΙΩΑΝΝΟΥ

Υποσχετικός ιππόκαμπος

Ο τίτλος της συλλογής δεν είναι βέβαια τυχαίος αλλά συμπυκνώνει δύο περιοχές που διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην ποίηση της Μαρίνας Αρμεύτη. Η πρώτη είναι η περιοχή της θάλασσας με το γνωστό ομώνυμο ψάρι, ένας κόσμος που τροφοδοτεί την έμπνευση της Μαρίνας με την προοπτική ενός ανεξάντλητου μυστηρίου. Η δεύτερη είναι η συγκεκριμένη εγκεφαλική δομή του ανθρώπου η οποία συμμετέχει στη μεταφορά πληροφοριών από τη βραχυπρόθεσμη μνήμη στη μακροπρόθεσμη και ονομάστηκε έτσι επειδή το σχήμα του μοιάζει αόριστα με τον αντίστοιχο θαλάσσιο οργανισμό. Ο εγκεφαλικός ιππόκαμπος σχετίζεται με την ενοποίηση της επεισοδιακής μνήμης που περιλαμβάνει αναμνήσεις από περιστατικά για τα οποία έχουμε προσωπική εμπειρία και τα συναφή συναισθήματα που προκύπτουν από αυτά τα βιώματα. Παράλληλα, ο ιππόκαμπος είναι το όργανο που βοηθά τον άνθρωπο να «πλοηγείται» στον χώρο.
Αυτές οι διευκρινίσεις με φέρνουν στην ουσία. Με πατέρα δολοφονημένο από την Ε.Ο.Κ.Α. Β’ τον Ιούνιο του 74, η Μαρίνα Αρμεύτη αντλεί από την οδύνη που προκαλεί η ανοιχτή αυτή πληγή για να την μετατρέψει σε στίχους φορτισμένους πολιτικά, κοινωνικά και πολιτισμικά, με καυστικό ή δηκτικό ύφος, χωρίς ωστόσο να υποκύπτει στην στρατευμένη, με οποιοδήποτε τρόπο,
ποίηση:
«Εσύ μόνο το ξέρεις/ πόσες φορές σε σκότωσαν/Η μνή μη σου είναι ανύπαρκτη/ Οικονομικά ασύμφορη Πρακτικά ατελέσφορη…» (Τιμής ένεκεν, σ. 34).
Αλλά δεν περιορίζεται μόνο σε αυτή την τραυματική προσωπική ιστορία. Η μνήμη λειτουργεί επίσης ως ένα ανεξάντλητο απόθεμα εμπειριών, βιωμάτων, εικόνων που, σε συνδυασμό με μια τολμηρή φαντασία, μεταμορφώνει διαρκώς την πραγματικότητα δημιουργώντας ένα σύστημα μεταφορών που συχνά εκπλήττει τον αναγνώστη με την πρωτοτυπία, την τόλμη και τον απρόσμενο χαρακτήρα του, κυρίως μέσα από τον μηχανισμό της προσωποποίησης αφηρημένων εννοιών και στοιχείων της φύσης.
Η ποιήτρια περνά με μεγάλη άνεση από τον χώρο της μνήμης στον χώρο της φύσης μέσα στον οποίο χειραφετείται και ολοκληρώνεται χωρίς να διστάζει να στραφεί προς το άπειρον. Έτσι, ενώ το αστικό περιβάλλον εμφανίζεται συχνά καταπιεστικό, αντίθετα, το φυσικό περιβάλλον λειτουργεί λυτρωτικά και δημιουργικά προ- σφέροντας στην ποιητική εικόνα μια φυσιολατρική διάσταση.
Η οικονομία της συλλογής είναι κυριολεκτικά απέριττη. Κάθε λέξη έχει τον δικό της ρόλο και βάρος μέσα στο ποίημα και το γεγονός αυτό συμβάλλει στην διαμόρφωση στίχων που, αν και πειθαρχημένοι και καλά οργανωμένοι, εν τούτοις αναδύουν την αίσθηση του ανάλαφρου. Να προσθέσουμε εδώ τη χρήση και τον ρόλο του
επιθέτου που δεν είναι ποτέ διακοσμητικός αλλά πάντοτε λειτουργικός και ουσιαστικός και ως τέτοιος αποτελεί μέρος της πειθαρχημένης τεχνικής της Αρμεύτη.
Οι εικόνες και γενικότερα το σύστημα μεταφορών διέπεται από μια διαύγεια και μια καθαρότητα που προσδίδουν μιαν αδιαμφισβήτητη αμεσότητα.
Το ύφος είναι μεστό, άλλοτε τρυφερό, άλλοτε ειρωνικό ή και σαρκαστικό ενώ ένας διακριτικός ερωτισμός, που αναδύεται από έναν εξίσου διακριτικό αισθησιασμό, δια- ποτίζει ολόκληρη τη συλλογή ποιημάτων.
Εν κατακλείδι, με την πρώτη της συλλογή, η Μαρίνα Αρμεύτη μας προσφέρει στίχους ώριμους, τεχνικά άρτιους, εξαιρετικά δουλεμένους ενώ η ακρίβεια στην έκφραση αντικατοπτρίζεται και στην ακρίβεια διατύπωσης των συναισθημάτων και των αισθήσεων, στοιχεία που δεν είναι πάντοτε δεδομένα για πρωτοεμφανιζόμενους ποιητές. Η παρουσία της έρχεται να προστεθεί στις πολύ σοβαρές ποιητικές φωνές της Κύπρου και της Ελλάδας.

Ο Γιάννης Η. Ιωάννου είναι καθηγητής Γαλλικής και Συγκριτικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου.

 

ΜΕΛΟΠΟΙΗΜΕΝΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ΤΗΣ

 

 

 

 

 

 

 

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

ΜΑΡΙΑ ΠΑΣΧΑΛΙΔΟΥ

ΜΑΡΙΑ

Η Μαρία Πασχαλίδου γεννήθηκε και ζει στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε στο Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης και στο Δημοτικό Ωδείο Βόλου απ’ όπου απέσπασε και το δίπλωμά της με Άριστα παμψηφεί και έπαινο στο φαγκότο. Έχει πτυχίο στα ανώτερα θεωρητικά και στο πιάνο και συνεχίζει έως και σήμερα. Καθηγήτρια μουσικής, ανώτερων θεωρητικών και ενεργό μέλος στη Φιλαρμονική Ορχήστρα του Δήμου Θεσσαλονίκης από το 1993. Έχει συνεργαστεί με όλες τις ορχήστρες της πόλης. Μέλος χορωδιών από την παιδική ηλικία, μουσικών ensembles και soloist. Είναι τακτικό μέλος στην Ένωση Λογοτεχνών Βορείου Ελλάδος και στην Αμφικτυονία Ελληνισμού, Ποιήματά της, δημοσιεύονται στα λογοτεχνικά περιοδικά της Ελλάδας και της Κύπρου. Η ποίησή της, έχει μελοποιηθεί από τον μουσουργό, Δημήτριο Θέμελη.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

«Έστω μια ζωή» Εκδόσεις ΓΕΡΜΑΝΟΣ (2016)
«γιατί μπορώ» Εκδόσεις ΓΕΡΜΑΝΟΣ (2017)
«Μνήμη Θανάτου» Εκδόσεις ΓΕΡΜΑΝΟΣ (2018)

ΜΝΗΜΗ ΘΑΝΑΤΟΥ (2018)

Εποπτεύω ψυχές
γαντζωμένες σε μυστικούς μαργαρίτες
στις Στέγες του Κόσμου…

οργώνω

του Στίγματος εκείνο,
το δυσερμήνευτο
για τα όσα θα δεις
για τα όσα θ’ ακούσεις…

ήρθα κι ομολογώ τα μυστήρια,
που είδα και θαύμασα

-άφραστα όλα –

στον τόπο που ανήκω,
μυσταγωγία πρωτόγνωρη

σε ανθρώπους,

που μοσχοβολούν αγάπη…

 

* * *

 

Εάν σκορπίσεις τη φωτιά

και μ’ ένα φύσημα πετάξει,

τις λάμψεις που σε διεκδικούν
την αιωνιότητα των στιγμών

με κρότο
και με σαλεμένα νεύματα,

ρίξε πυρσούς
και σταυρωτές δέσμες φωτός
στις σκιές που προβάλλουν,
όταν πετάγεσαι στον ύπνο σου…

~ είναι είδος δίχως ταίρι οι ποιητές ~

Άνθη παντέρημα,
άγρια με χρώμα φωτεινό
στην άκρη του γκρεμού…

Καπνίζουν ήρεμοι,

την κιβωτό των «ανθρώπων»…

 

* * *

 

Ευτυχώς έχω τις λέξεις…

ειδάλλως θα ήμουν το ανθολόγιο,

της άτεγκτης κραταιάς πραγματικότητας.

…και δε θα κατάφερνα ποτέ να δω,

το χλευαστικό παρόν της.

 

* * *

 

Είμαι η καταιγίδα
σε ρεπερτόριο σιωπών

έχω το κλάμα
που γεννιέται, πεθαίνει και ξαναγεννιέται

ιδού,
παραμένω βίαιη και σιωπηρή
ακίνητη και αναστατωμένη
να μαρτυρώ τα ένστικτα
και τους απώτερους σκοπούς τους…

 

* * *

 

Γύρω μου

παντού μίαν έρημος γεννάται
με το όνειρο σταθερά τοποθετημένο

στην κλίνη

ταΐζοντας με αναμνήσεις

με παλάμες που περιγελούν,
της ημέρας την ανία
φλυαρώντας ακατάπαυστα…

εμένα,
δε με γέννησε ’κείνος
που τους θάνατους λυπάται,

μα πληγή

ανθεκτική,

στην επίθεση του φόβου.

 

* * *

 

Όταν οι συγκινήσεις αναβάλλονται επ’ αόριστον,

η μετάλλαξη κάνει τη μνήμη να χαθεί στο «κάποτε»
καταμεσής στον χρόνο,
μαχαίρι διπλοπρόσωπο…

Κι όλα φαντάζουν επιμελείς διαλογισμοί
φευγαλέων ανθρώπων και στιγμιαίων εντυπώσεων.

Τότε άραγε κλαίμε για τον χαμό
ή για τη σωτηρία των δακρύων μας;

 

* * *

 

Αυτό που όλοι βλέπουν

είναι τα όριά τους,
στην ανάσα μας…

Αισθάνθηκα να λείπω

~ σα να είμαι απ’ έξω ~

σε σκηνές και στιγμές που ζω…

Τελικά,

όλα προχωράνε καλά

και χωρίς εμάς…

Εντούτοις,

όλοι βλέπουν
αυτό που επιμένει να λείπει:

την πληρότητα της προσοχής
κι αυτό που κρατά πραγματικά:

Την αλήθεια

 

* * *

 

Μεγαλώνω

με τη γύμνια κάτω από τα χείλη,
βήμα χαμένων αλφάβητων
και θρύμματα διαδοχικών εαυτών…

στον έναστρο πυθμένα της ζωής μου,

δεν περιμένω άφεση
δεν ελπίζω χάρη

κι ας είμαι επιδέξια
σε κάθε είδους διαπραγμάτευση…

με ώτα
καλώς εξασκημένα στην ηχώ,

προχωρώ

των αιχμών,

σχοινοβάτης.

 

* * *

 

Να μιλάτε

με λόγια θεμέλια,
με λόγια καθάρια

που δεν ξαποσταίνουν στις ψυχές
σε πείσμα της ανέφικτης ουτοπίας.

Να ξεσπάτε

σα λάμψη
σαν έκρηξη της γήινης φλόγας
σα λαχτάρα γι’ αυτό που θα γίνει

κι από φόβο να τρέμετε,

μη τυχόν δε συμβεί.

 

* * *

 

Έτσι τελειώνει η ζωή.

Κατακρήμνιση άνοιξης
και κάτι να σου λύνει,
τον κόμπο στο λαιμό…

Σφαγμένη,

που ανασαίνει ακόμα.


* * *

 

Ο κόκκινος κρίνος,

θυσιάστηκε

χάριν της παγίδας
που σου στολίζει τις ώρες,

για να μεταφυτευτείς

~ εν αγνοία σου ~

στην καρποφορία του βόμβου
και των άγριων κρότων,
στην πανσπερμία και στο τρέμουλο
στο μαρτύριο της προσευχής,
ωσάν ήχος κρυστάλλινος που φλογίζει
τα σείστρα ταμπούρλων
στη σύσπαση του κόλπου
και στο μούδιασμα της αυγής.

Η ημέρα γυρνάει σε νύχτα,

σαν κλειδί…

 

* * *

 

Μηδενίσαμε την απόσταση,

από το χώρο

από το χρόνο

από το φιλί,

από τ’ αγκάλιασμα…

και είναι για εμάς

αποκαθήλωση

πριν το παραλήρημα
της εκσπερμάτωσης

πριν το στεφάνωμα
των στεναγμών

πριν την ανάσταση
των ψυχών…

 

* * *

 

Αυτός,

είναι η μυρίπνοη ελπίδα μου
η προσδοκία μου σε παραφορά
των αξιώσεων μου η εξέγερσις
και μίαν υπόσχεση,
άνεμος να σμιλεύσει
την απόκοσμη μέθη μου…

αναδύεται

έφιππος ψυχεγέρτης
ανυπόμονος λειτουργός,
φύλακας των άμαχων ποταμών μου

εκείνων,
που πολλαπλασιάζουν το σπέρμα του…

το γραφτό μας,
είναι ετούτο που σύναξε
στις σχισμές των πόθων,
στις ρωγμές των ονείρων…

 

* * *

 

Τα ενδύματα του
που θάλλουν τα ακροδάχτυλά μου

τα άνθη μου
που ανοίγουν οι επιθυμίες του

τα μαλλιά μου
που κρύβονται τα όνειρά του

τα μάτια μου
βυθός που φωσφορίζουν,
οι μύχιες σκέψεις του

τα χείλη του
που πάνω απιθώνω τ’ ολόφρεσκο δάκρυ μου…

κάτι λιγότερο από ζητιάνοι
που από τον πόνο τους
αναδύεται θησαυρός.

το συμπέρασμα του Κόσμου…

 

* * *

 

Το βλέμμα μου σκιρτά και δονείται

-σπέρμα πυκνό-

και γίνεται θάλασσα…

ανοίγει σα δάκρυ η άμμος
και πάνω απ’ τα σκυμμένα χρυσά σχοινιά του Ηλίου,

κυματίζω…

όλα τα μυστικά
άγρια παντάγρυπνα πουλιά
τρέμουν στο Φως που σπαράχθηκε,
στου απόηχου το χνώτο…

διαβαίνοντας του Ανθρώπου τις πύλες
μιλώ με φωνές σιγανές
που μου αναθέτουν,

των ευχών το απόκρυφο…

 

* * *

 

Για τον έρωτα των ποιητών

και την ενσάρκωση της πρωινής τους ονείρωξης,

ο άνεμος επιστρέφει πάντα από τη θάλασσα…

Δε το ξέρεις;

Στους στενούς επικίνδυνους δρόμους, περπατάω ανέμελα
και στα σκοτάδια,
ομορφαίνω τα βράδια μου…

Για τον έρωτα των ποιητών

αραιώνουν τα σπίτια

και μεθυσμένα άσματα τρεκλίζουν,
πίσω από μισόκλειστα παντζούρια…

Δεν το ξέρεις;

Λάγνα, πρωτόγονα ξεφωνητά της ψυχής μου
και της σάρκας μου τ’ άρωμα,
σκίασε τ’ άστρα…

Σαν κοιτάζεις πίσω απ’ τα κάγκελα,

κουράζεσαι να υποφέρεις
και υποταγμένη τραβάς,

~για τον έρωτα των ποιητών~

 

* * *

 

Γυναίκα,

ήδη έχουν σιγήσει οι δρόμοι
κι έγνοια καμία δε θα ‘ρθεί
να σε δαγκώνει,

στις πληγές
στα ανοιχτά σου στήθια
στον ύπνο
στην αθώα κάμαρά σου…

Γυναίκα,

πλάσθηκες για την οδύνη
για ν’ αγαπήσεις τ’ όνειρο
και για των πάντων την ματαιότητα την άπειρη,
με κλαγγή να καρδιο~χτυπήσεις…

Γυναίκα,

σου αρνούνται διαρκώς,
μέχρι και την ελπίδα
μα εσύ πάντοτε θα χαμογελάς
με αιχμάλωτη καρδιά

κι ας ξέρεις

πως

τα μάτια σου λάμπουν,

παρά μόνο κάτω από τα δάκρυά σου…

Κάθε γράμμα σου ένα κλειδί,

εκπορεύει τη μουσική των αγγέλων

του κόσμου τον τροχό

του πικραμένου ήλιου μου τη φλόγα…

Στριφογυρίζω,
σβούρα στους κύκλους των ματιών σου
και μοιάζω με ναός ερειπωμένος
που μέσα του φωλιάζει η άνοιξη…

Η αγάπη μου ανυπόμονη…
Τα δεπτερόλεπτα χτυπούν αργά
και η καρδιά μου ξεπερνά το δείκτη.

Η ουσία μου ζει
στην ερημιά μιας σελίδας λευκής.

Εκεί σε συναντώ.

…και μ’ αγαπάς αστράφτοντας
καταμεσής του ύπνου μου…

 

* * *

 

Στέκεσαι,

εκεί που ο ήλιος πάει και γέρνει
αργά το απομεσήμερο
κι όταν το δείλι κοπάζει,
μεταμορφώνεσαι σε αιωνιότητα..

τότε,

το μεγαθήριο του Κόσμου
βυθίζει στη ρίζα του
συντρίμμια αναίμακτα πια,
μιας καρδιάς ολοζώντανης
σε κορμί πεθαμένο…

εσύ,

φτερουγίζεις αφήνοντας χνάρι
στο άσπιλο ανέγγιχτο

~ παλμού ανταύγεια ~

δέος τρικυμισμένο
σε βάθη μακρινά,

σαλεύοντας

στις αναβάσεις των αδύτων μου.

 

* * *

 

Στ’ όνειρό μου,
τ’ όνομά του αρθρώνω
και οι γεύσεις της νύχτας
ενώνονται στα χείλια με το θάνατο…

η ψυχή μου
χαράζει στην επιφάνειά του,
εύθραυστες πατημασιές
και στο βάθος του ακούγεται,
το γλυκό μου τραγούδι…

«φανερώσου…», μου είπε…
για μια μόνο στιγμή
κι ύστερα κρύψου,
στην ευωδία των κορμιών
στων φιλιών τις θείες δονήσεις…

και θα’ ναι πάλι, σαν τότε που φυλακιστήκαμε
στους ακατόρθωτους συνδυασμούς
της θωπείας που άχνιζε,

στην ωριμότητα της παραφροσύνης…

 

* * *

 

Είπε πως τα μάτια μου,
είναι ξεχειλισμένα πάθος και όνειρο…

κι έπειτα,
τραγούδαγε γλυκά τον πόνο και την αγάπη του
χωμένος – χάιδι αγγέλου – στο λαιμό μου…

το αίμα κύλησε γοργά
και ό, τι είχε ησυχασμό,
ήταν τώρα ικανό
για τη μεγάλη τρέλα…

 

* * *

 

Άναψε τη δάδα
και η φωτιά φούντωσε…

κύκλωσε τις ψυχές,
άνοιξε διάπλατα τις χαραμάδες

γοργές γλώσσες γλύψανε
και τσουρούφλισαν τις επιφάνειες…

ύστερα,

προχώρησαν βαθειά
καταπονήθηκαν αντάμα
και δυνάμωσε η φλόγα…

με αλόγιαστη σπατάλη,
πιλάτεψε ολόγυρα τους τορνεμένους καμπυλωτούς μηρούς
και περίχυσε τρέμοντας,
ανώγια και κατώγια…

κόπος μάταιος,

χρυσάφι που έλιωνε απάνω της

και χανόταν…

 

* * *

 

Από το ζώον

στον Άνθρωπο,
χρειάστηκαν χρόνια χιλιάδες…

ωστόσο,

αρκεί μονάχα μια στιγμή

για την αντίθετη κατεύθυνση…

 

ΓΙΑΤΙ ΜΠΟΡΩ (2017)

 

Ως δραπέτης,
κινούμαι σε ανεστραμμένους ουρανούς

βρίσκοντας στηρίγματα
ψηλαφώντας ερείσματα

κι ενδίδω ανεπιφύλακτα
χωρίς αποστάσεις ασφαλείας,

στα ακραία λυρικά
και σε κάθε γοητευτικό κέλευσμα…

όσο

περισσότερο υπερισχύει η απροσδιοριστία
γοητεύομαι από την επιγραμματικότητα του πρώιμου
και τη μορφική του τελειότητα…

όσο

η διάχυτη μελαγχολία
και της ψυχής το άλγος
λεπτουργούν και θερμαίνουν το είναι μου,

τόσο ποιητικά

διεγείρομαι…

 

* * *

 

Μάτωσε ο θάνατος κι ο έρωτας
κι έχουν φως κοινό…

τώρα οι στίχοι μου
θα γρατζουνάνε
και η επιβίωσή τους
θα λογίζεται για δύο

ο χρόνος μου τελείωσε
και ο θόρυβος της απόστασης
θα ’ναι ο δείκτης
των αυτεξούσιων ημερών…

Ποτέ η ζωή,
δε ράβεται στα μέτρα μου

και στης αντιπαλότητας μου τις επαναστάσεις

υπολείπεται των προσδοκιών μου…

Δε θέλω να μάθω ποτέ,

τις ασύχαστες του εαυτού μου

αντί – θέσεις…

 

* * *

 

Με καθηλώνει
το θάμβος που δε γεννάται…

γιατί βλέπω,

εκείνα μόνο
που είμαι ανίκανη να συναντήσω

αναπετάγματα που κατοικούν
στ’ ανάκατα των κόμπων και του τίποτα

πνίγω σε μέρες και σε νύχτες
κι εντός της διαδοχής τους

στα κραυγαλέα φώτα,
βαδίζω απαθής

και στις ανθρώπινες απουσίες,
παρηγορώ την αμείλικτη υπερ-βολή μου.

η Συντέλεια της Άνοιξης
ακινητεί τον άγονο όρθρο,
του μαρτυρικού μου μυστικού

για να γίνομαι,

ο στίχος ενός άλλου

 

* * *

 

Από το καταπονημένο
αναδύεται το μυστήριο της φωτιάς…

μυσταγωγία άμαχη και άναυδη
που αφήνεται για πάντα να ψυχομαχεί…

είναι που κάθε Ανατολή
βυθίζομαι στην άγνοια του καθημερινού,

επουλώνοντας

τ’ ανέσπερα σημάδια μου…

 

* * *

 

Χτίσαμε έναν τοίχο και κλειστήκαμε

κρατούμενοι απεγνωσμένοι
σαν άγγελοι που τους εμάδησαν τα άσπιλα φτερά…

πάνω σ’ ένα παλιό κενό, ηφαίστειο σκονισμένο,
έφεραν πέτρινες ψυχές κόκκινο χρώμα κι αίμα αμόλυντο
έρωτα – αμνό σε σπαραγμό…

απόθεσαν στα πόδια μας το μύθο

κι έπειτα χάθηκαν,

θαρρείς και όλοι εκείνοι είχαν το δίκιο

κι εμείς

μονάχα δάκρυ άνομο,

οι άμοιροι
οι άγονοι και οι αποκαμωμένοι…

 

* * *

 

Προχώρησα
και βρήκα στα ενδότερα,
τον Έρωτα γυμνό να υπνώνει
και μίαν Ονείρωξη να σέρνεται,
στην κορυφή της ράχης του…

να μπαίνει αδιάφορη
σε μια ναρκωτική μελαγχολία,
ώσπου το βλέμμα του
με πόθο στράφηκε,
σε ’κείνο το αυλάκι από δάκρυα

– κύμα χαράς και πίκρας συντριβή –

μέσα σε γλυκό τραγούδι…

βλέπουμε τα θαύματα
τριγύρω μας να υπάρχουν
κι ας μας νεκρώνει ο θάνατος
χωρίς καν να το νοιώθουμε…

γύρω μας οι κόσμοι θα φεγγοβολούν,

αδιαφορώντας για τη μεγαλόπρεπη συντριβή μας…

 

* * *

 

Στο μικρό μου τον ύπνο
η ψυχή μου γεννάει ένα ταξίδι…

στη θάλασσα,
γίνομαι ήχος
και στο πανάρχαιο βάθος της.
θανατώνω τη φυγή μου…

εύχομαι,

ο δρόμος να ’ναι μακρύς

ν’ ανατέλλω σιγά
κι όταν δύω με πάταγο να είναι
σε κάθε πραότητα του ορίζοντα.

κάποιος μου έμαθε
πως η ομορφιά χάνεται,

όταν δεν έχεις να δεις πουθενά..

 

* * *

 

Η άδεια έκφραση
σμίγει με αφαίρεση.

Μα ίσως και να ’ναι
ασφαλές μέσον για ταξίδια
κι ευμετάβλητη αφθονία.

Αναρωτιέμαι,
αν τα φαντάσματα
εγκαταλείπονται μεταξύ τους,
όπως οι άνθρωποι
με τα περίτεχνα αντίγραφά τους
σε μορφή χειραψίας και “θαυμαστών”…

Τι κρίμα να χαίρεσαι στον λιθοβολισμό
πιστεύοντας πως κέρδισες πολύτιμους λίθους…

 

* * *

 

ΟΝΕΙΡΟΙ

Κάποιο ρίγος,

μίας ενσαρκωμένης ανάμνησης
φλέγεται βουβά
επισφραγίζοντας την απόκοσμη ερημία μου…

κι από τα βάθη του ρευστού ήλιου
που δικαιώνει καίγοντας
ό,τι αδύναμο κατάματα να το κοιτάξει δεν μπορεί,

αναρπάζομαι

σε στοίβες κλαυθμών,
αποτεφρώνοντας ένα σημείο σύνορο
ρόχθο της άπειρης στιγμής,

εξαγνισμένο

όπου ολόκληρο το παρελθόν μου αναπηδά

– χαμένος περιπατητής –

σ’ αυτό που θα ήθελα,

να έχω ζήσει…

 

* * *

 

Σ αυτή τη γη,
τη στερημένη από Φως
την υγρασία γεμάτη
τη φυτεμένη με αγκάθια ξερά
κι ανθρώπους να παιδεύονται να καρφωθούν
στη σκέψη των άλλων,

προτίμησα
να πλάσω την ιδέα σου…

να σου γράφω ύμνους
να σου χαρίζω σγουρά τριαντάφυλλα
και γυμνός στο νου μου να στέκεις,
επίσημος παραστάτης
της ερειπωμένης προσμονής
και των ανάπηρων τέλειων ονείρων…

σήμερα πάλι περιμένω,
θράσους απόσταγμα
να ντύσει την κόψη της αμαρτίας μου
κι εμείς μονάχοι να στέκουμε
πάνω απ’ τον Άθλο μας,

ασφυκτικοί του Πηγαίου Φωτός…

 

* * *

 

Είχες
δυο παλάμες αγγελόμορφες φτερούγες

με σκλαβιά γερασμένη
στον λαίμαργο ρυθμό της ζωής…

οι στίχοι μου το ανάμεσα

και η έλλειψη

μίαν έμπνευση,

γρίλιας το φωτεινό σημείο…

Το αφώτηγο γιόμισε αποφλοίωση

τρέμοντας μη χαθούνε τα “πριν”
μην τα “μετά” δε γνωρίσουμε…

ποιος αλήθεια μπορεί να αισθανθεί
πως κανένα γνήσιο δεν έχει ταυτότητα;

 

* * *

 

Μιav δέσμη ρίγους…

κάτι που πέρασε
σαν εποχή αόριστη και χάθηκε
σα να ’ρθε κάτι,
φτερουγίζοντας

πλανήθηκε τραντάχθηκε κι ανάβλυσε…

ο σπαραγμός του ευφρόσυνου σπασμού μου
ρυτίδωσε στα μάτια σου τ’ ανάμεσα, σα θλίψη…

για μια στιγμή με κάρφωσε
κι έμεινε για πάντα,

μνήμα…

 

* * *

 

Αυτός,

είναι όλοι εκείνοι που πέρασαν

και δεν ήρθαν ποτέ…

σε ποιά ανείπωτα μέρη
την πλήρωση ασπαίρει
στα μαινόμενα σπλάχνα μου;

σταλάζουν αργά
μυσταγωγίες πρωτόγονες,
που εξοργίζουν τη λύπη

μέχρις όχου η αυγή
νουθετήσει δεσποτική,

τα ενδιαιτήματα

των απροσκύνητων κόρφων μας…

 

* * *

 

Εδώ,

ο παθιασμένος των ζαφειριών
γιατρεύεται μέσα στις φλόγες
και τους λευκούς του θρύλους ματώνει…

κάθε μεταμόρφωση

είναι ο κύκλος του πόνου

και η ομορφιά της οδύνης,
μελωδίες βαθαίνει
στα ζεστά λαγόνια του Έρωτα…

~ μη φωνάζεις το Θάνατο ακόμη ~

μέσα στο στόμα μου,
έκρυψα την Αιωνιότητα…

 

* * *

 

Ο ήχος της ερωτικής κραυγής,
μοιάζει σταγόνα από μαγικό φαρμάκι.
Καίει και μεταλλάσσει…
Ίσως μια φιλία σε νυχτερινό πόθο
Την ευθύτητα σε μυστικοπάθεια
Κρυψίνοια, μπέρδεμα συνεννόησης.
Η ετοιμολογία πολεμάει σε άνιση μάχη,
διασταυρώνονται τα κοφτερά της ξίφη.

0 ήχος της ερωτικής κραυγής,
δε γερνάει ποτέ.
Σφριγηλός, αυτόνομος, νεανικός,
αναβιώνει αναστενάζοντας
και φαντάζει αδιαπέραστος,
όταν καταλήγει.

Ανελέητος και αποφασισμένος
σε μεταμορφώνει,
όπως η ομορφιά του φεγγαριού
αν αφεθείς
και τα υγρά μάτια σου κυλήσεις
στο φως του,
πληθωρικά…

 

* * *

 

Ήρθε και φούντωσε ρομφαία γυμνή
κι έπειτα χάθηκε σε άνθους και σε βύσσινα μέσα…

μία λάμψη επέταξεν σπίθες,
σπαθιά χρυσαφιά κι εμβλήματα

θείον Εγκόλπιον στο έδαφος χύθηκεν…

Εάλω η γυνή,
εκοιμήθη η περιφιλημένη…

– η Γη μου αλίσκεται κι εγώ έτι ζω;

κι αίφνης,

τόσοι Αιώνες χωρέσανε
σε μία μονάχα στιγμή,

λαβωμένη…

 

* * *

 

Ποτέ δε φοβήθηκα
τις συνέπειες της ηδονής και του Έρωτα,
σαν κάνω πράξη τους στίχους…

είναι υπέροχη η γεύση και η μνήμη τους

– χαράζει η πένα του επάνω μου –

γεννιούνται τα χείλη
κι ακουμπούν στα γλυκόσαρκα λόγια…

αντιστρέφεται τότε της προσμονής η χαρά
και τα σώματα χωρίζονται
από το προσωρινό ζωντανό…

ο αγέρας γεμίζει υποσχέσεις,
τη φθορά καταργεί
ξεσκεπάζει όλο και πιο μεγάλες εξάρσεις
και τα μάγουλά μου χρωματίζει
στις αποχρώσεις του πνιγμένου λυγμού…

θα μονολογώ

από της ψυχής μου το στόμα
και δε θα φοβηθώ
που πλαγιάζω με το γνωστό
ονειρευόμενη το λατρεμένο μου Άγνωστο…

 

* * *

 

Μας έδεσε,

όρκος μυστικός

ο αγαπών τους αδάμαστους ελιγμούς
του απόλυτου ιδεώδους
κι ενεδύεται με καμάρι ξέχωρο,
τα πορφυρά ενδύματα…

χορηγός υποδημάτων λαμπρών και αγίων

πείσμων μαχητής,

καταγάγει νίκη ερώτων
κι εξέγερσις αναστάτωσης
στον κορεσμό των αισθήσεων,
στη διακόρευση των παθών…

ασφαλής και βέβαιος,
θαμπωμένος από του αξιώματος τη λάμψη

ορκίζεται,

“ελεύσεται ως κλέπτης ψυχής και ηδονής εν νυκτί”

αφήνοντας δια παντός ανοικτή,

την πύλη των πόθων του…

 

* * *

 

Ο χειμώνας μου,
είναι φιλί σπαρακτικό
της θλιμμένης θάλασσας…
αγάπη που παλεύει σε πλημμύρα
ουρανός που ξεχύνει κοπάδια καρπών,
του ανέμου συντρίμμια σπρωγμένα…
σα βγαίνει το πρώτο αστέρι,
φιλώ τον άγγελο που κρύβεις
στα φοβισμένα μάγουλά σου
και τη φωνή που γλυκαίνει τη γενειάδα,
με ομίχλη αρρενωπή
στα όνειρα των αγαλμάτων

λαθεύοντας,
ξύπνησα την πονεμένη Γη
και φλόγισαν τον ήλιο οι πληγές της…
– μουγκρητό, οι μουγκές μου θύμησες –
θα βρω του γλυτωμού τον δρόμο…

η λιποθυμισμένη θλίψη,
ντύνει τη γενναία χαρά μου

είμαι κορμός ερημικός
δίχως παλμό
χωρίς κλαδιά
και άνθη άρρυθμα
πέτρα που δε φοβάται τις σκιές
το αίμα μου
πλέκει σύμβολα στο ημίφως

Κλαίω
γιατί το εφήμερο δεν είναι αίνιγμα
και πάντοτε επιστρέφει

Κλαίω
για όλα τα άλυτα
που οι άνθρωποι τα θεωρούν λυμένα

Κλαίω
για το μυστήριο
που εξατμίζεται από τις αγκαλιές μας

Κλαίω
γιατί όλα όσα αγγίζω
βιάζονται

Κλαίω
γιατί διψώ για γρίφους
μέσα σε ασφυκτικά, άδεια και σιωπηλά ακροατήρια

Κλαίω
που αγνάντευα την ανατολή,
μα ήταν δύση

Μένω
και περισώζω λυπηρότητες,
αυτοκτόνους, αιχμές και υπολείμματα

Σας ξεγελώ και αφανίζομαι
Στην αλλαγή μου ταξιδεύω κι εξαφανίζομαι…
Την πιο ανεξακρίβωτη στιγμή
σε εξακρίβωσα μέσα μου.

Τώρα,
είμαι εύφλεκτη,
φτιαγμένη από το υλικό των ελεύθερων πτώσεων.

Μονολεκτικός σεισμός.
Απαγορεύεται το άγγιγμα.

 

ΕΣΤΩ ΜΙΑ ΖΩΗ (2016)

 

~ Χρόνων ορισμοί ~

Όσο κι αν την καρδιά σου ανοίξω

υπάρχει πάντοτε μέσα
μία μικρότερη…

υπάρχει πάντοτε μέσα
μία κλειδωμένη…

Βρίσκω τη στάχτη
που μοιάζει με σκόνη
-αυτά τα μπερδεύω διαρκώς-

Ξεχάστηκα
κι ακουμπώντας τα δάχτυλα στο μαχόμενο Φως
μουτζούρα δε βγήκε
μα διάβασα,
το κενό της επιφανειακής των ανθρώπων γαλήνης.

Κι ήταν αυτό της Σύμπραξής μας, το γνώριμο θαύμα,
που έλαμψε πρώτα
και μετά ανελήφθη
απάνω στον όρκο που φύτεψες
στο ανάβλυσμα της κομπιασμένης μας μνήμης.

Τώρα τις σκιές δε φοβάμαι.
Πως άλλωστε γυμνή να προφέρω
με πληγή παρατεταμένη στου ταξιδιού τις πατούσες…

Θα προσκυνώ τον πληγωμένο σου ίσκιο

και θ’ αφήσω τους υπόλοιπους να χαίρονται
τη μικρή τους τελειότητα…

 

* * *

 

Να μου χάριζες τώρα μιαν αγάπη…

και να μεθύσω πάνω στα σχοινιά της.
να χαθώ…

Στην ανία των άλλων,

άλτες δρόμους να γεννώ
και όρκους στης ποίησης την ευγενή άμιλλα…

Διψώ

να περνώ τη σιωπή στις λέξεις μου
και τις λέξεις στη σιωπή μου…

Πεινώ

γι’ αυτό αγαπώ

να λερώνω τα τετριμμένα
με των φτερών μου τη σκόνη…

Πονώ

Ίσως και να’ ναι ο λόγος
που παθαίνω

ολική έκλειψη στον λυρικό μου πλανήτη…

Παρατηρήστε προσεκτικά το φαινόμενο.
Προσοχή,
αν αποκατασταθεί η όρασή σας,
λυπάμαι…

 

* * *

 

Άστοργο
του κόσμου κύτταρο νεκρό,
αίσθημα σε μέγα βάθος
άγραφων στίχων…

Εσύ που σέρνεις περιτυλίγματα διωγμών
και μυστικά αιώνων.

Κυμαίνομαι.

Ερμηνείες γραφής
δίνω στην ανύψωση των ονείρων.

Φρίττω,
μα η ποίηση αποκρίνεται
σε πιο πολλά διλήμματα
απ’ τους ανθρώπους…

Αυτή, μου δόθηκε εξ’ αρχής
και τίποτα δεν πήρε πίσω.

 

* * *

 

Δαμαστή,
γνωρίζω τον λόγο που χτυπάς τις ψυχές.

Ζηλεύεις το χρώμα των άγριων ενστίκτων.

Εκδικείσαι των σπλάχνων σου την απογείωση…

Βρήκα τα φτερά σου, στον Ίκαρου την αγκαλιά,
λιωμένα…

Σκέψου τώρα, τι αλλόκοτο έχεις να ντυθείς
μεσ’ του κλουβιού τη γη,
λες κι εκδικείσαι το ελεύθερο φευγαλέο…

Όταν η τελευταία είδηση του σιωπητήριου
θα αναγγείλει το ξημέρωμα,

εσύ,
εντός ακριβού ενυδρείου
θα συνθλίβεις τις μισοπνιγμένες πλεύσεις…

Περιμένω τη συναίνεση των Συμπληγάδων,
την μετονομασία σου σε Γητευτή…

Λυτρώσου

στον ολοφυρμό της ανυπακοής

θεόγυμνος από τιμωρία και μίσος…

 

* * *

 

Εγώ
τον ουρανό μου
τον φτιάχνω με πτώσεις.
Κι όσοι ζούνε με ψευδαισθήσεις
πως δοξάζονται σιμά του,
σκύβοντας
θα συναντήσουν
τα παράταιρα πόδια τους γυμνά
κι ανίκανα
να ατενίσουν
και να αγγίξουν,
το χαμένο τους χαμένο.

 

* * *

 

Άκου,

τα μάτια κλείνω

και η οφθαλμαπάτη ξεθεώνεται στην ακαταστασία μου

Τώρα,
πιστεύω όσα γίνονται μονάχα,
κι αυτά που με θάρρος προπορεύονται

Κάθε χρώμα
κι ένα εσύ…

Κάθε ήχος
η αποσιωπημένη νοσταλγία της θλιμμένης μας γλώσσας…

Ό,τι πονάει στ’ αλήθεια
ξύπνιο γεννιέται
καίγοντας,
ανεμοστρόβιλους με ρόδων μορφή.

Άκου,

ψάχνω για την αυγή
να μου πλανέψει το αίμα

 

* * *

 

Οι θύμησες μου κατακερματισμένες

Η μουσική μια ψεύτρα επανάσταση
μνήμης αόριστη επανάληψη

Ίσως και να’ χω λάθος
που πάτησα στ’ αστέρια ένα ένα,

μη και βραχώ
μη και πνιγώ

στο άστατο απροσμέτρητο του χρόνου.

Αν μνήμη είχε ο αγέρας,
αν της κάμαρας τα όνειρα μιλούσαν
αν οι φωνές που κυνηγούν τις νύχτες,
λιώνανε πάνω στα κορμιά μας…

Θα’ χαμέ θησαυρίσει
απ’ της ψυχή μας τις αυθόρμητες κινήσεις,
από των αισθήσεων τα τεντωμένα βάσανα…

Ζω για τότε
που θα ‘μαι αθάνατη.

 

* * *

 

Ανάγλυφα σύμβολα ζωής
εκπλήξεις αναλλοίωτες
του χρόνου οι διαστάσεις
Μια ευτυχία άξαφνη,
σε φυλαγμένα βήματα
λουλούδια, δέντρα και παιδιά,
γάργαρο γέλιο ανθρώπων…

Σ’ έναν καθρέπτη κατάθολο
φαίνεται η ζωή μας
Αυτά που φοβηθήκαμε
κι όσα αναβάλλαμε,
αμείβοντας τους πόθους μας
με πρέπει και αγκάθια.

Λησμονημένα όνειρα
πουλιά σε θεομηνία,
άστρα σε μαύρο ουρανό
λευκά άνθια σε πέτο.

Κλεψύδρα η ζωή
που τόσο βίαια τρέχει…

 

* * *

 

Το γέλιο
από το αίμα μου νυχτώνει,
σβήνει και βρέχεται
δένοντας την πληγή του
Κλοτσάει τις ώρες
τα δεσμά
σε πανηγύρι τρέχει
Πορφύρα ντύνεται
κι αίνιγμα λύνει
Πάνω στα μάγουλα
παράπονο λιώνει,
ανθάκι γίνεται
στίχος μπαλάντας,
μικρός παλμός μιας ανεμώνης…

Βαφτίζομαι σε ένδοξη πάλη
αιθέριων γυμνών σκιών
και μια σταγόνα τρέχει,
όσο γελώ.

 

~ Ενός λεπτού φυγή
το δρομολόγιο του Ανθρώπου~

 

Τα μεσημέρια μου είναι ετοιμόρροπα
και ψάχνω καθημερινά τις άγονες γραμμές τους…

Διαγράφουν αφηρημένα
τους δείκτες της λύπης
στο συστρεφόμενο δάκρυ μου…

Κάτι σα βάσανο.
κατρακυλούν στις διαθέσεις της φυγής μου
μα δε συμπίπτουν με τίποτα.

Ξαπλώνουν εκπληρωμένα κοντά μου
πικρίζοντας
στη σκέψη των απουσιών
που ποτέ δεν κατέγραψα…

Μεθούν και ξεμεθούν στις αναδιπλώσεις των φιλιών μου.

Ευτυχώς.
ο υπερχρόνος εραστής μου
χώνεται στη θυσία μου
και στην προφητεία της αιώνιας αϋπνίας μου.

Μακροζωία είναι οι λέξεις
που ευδοκιμούν στη σιωπή

και οι όρκοι
στην αρπαγή των αμετάφραστων
φρουρούμενων
στίχων μου.

Δεν λιγοστεύει η ψυχή
από κανέναν κλέφτη.

 

* * *

 

Σκέφτηκα,
να κάνω περισσότερη ποίηση
απ’ όση γράφω…

ώστε κάθε ξεκίνημα στίχου
να είναι μονάχα,
η αφετηρία.

Από ατολμία
δε μένουμε
δε φεύγουμε
δε θέλουμε

Οι ζεύξεις των ψυχών αθόρυβα αποδημούν.

Τι τραγικό! και ειρωνικό!

Ακόμη και αυτό, δε μας ανήκει…

 

* * *

 

Ίσως είναι το τέλος
μπορεί όμως να είναι μία αρχή,
νήμα που ενώνει της ζωής τις πτήσεις,
εκείνες που οι άλλοι ονομάσανε πτώσεις…

Όταν μιλώ για Έρωτα,
ο λόγος θέλω έντεχνος να’ ναι
να ματώνει τ’ άστρα η απαίτηση
και στα μάτια ένας ύμνος απώλειας
να θυσιάζει την αθώωση του,

στο αρχέγονο της αθανασίας περίβλημα

-με αντικατοπτρισμό-

Το αναμμένο δέρμα
είναι ο βρασμός του σεβασμού
και της σάρκας το άρωμα
των αγγέλων το μύρο…

Η στενωπός,
άνευ όρων παράδοση
λέγεται ποίηση
στης ακοής μου τη συνουσία,
οργιάζει ιέρεια του άλγους μου.

Είναι η άλλη όψη
στιγμιαίου θριάμβου,
του φλέγοντος εαυτού μου.

 

* * *

 

Ευπρόσδεκτο το αβέβαιο των εκδοχών.

Και ό,τι σκοτώνει τον θάνατο.

Για μένα όλα λιγόστεψαν
σε μία σταγόνα ωκεανό
κι επιτέλους το μέτρημα χάνω.

Καίγομαι,

ανυπομονώντας

για τη στάχτη μου.

 

* * *

 

Οι πληγές μου,
μια θάλασσα άγνωστη
αναδύονται στων ματιών του
τη διπλή Σελήνη…

Το φιλί,
φωτιά δανεική και βουλιάζει
ψυχορραγώντας απέθαντο…
Τώρα,
δίνω στις λέξεις τη σημασία τους,
χάρη στο “σ’ αγαπώ” του…

Γι’ αυτό,
μη ρωτάτε…

 

* * *

 

Πάρε με μαζύ σου,

μόνο συγκράτησε το όνειρο και την εξάπλωσή του,

μην τρελαθούμε…

Δεν έχω σκιά

αλλά αποτύπωμα δύστυχου πάθους

στον βηματοδότη του τρελού μου παλμού.

Βάλε τις αμαρτίες στην τσέπη
μη χρειαστεί να πληρώσουμε…

Την ουσία μας λήστεψε η ζωή
μα έκρυψα στη γυμνή γνώση κέρμα χρυσό

Λέω να μείνω εντός μου
έλα με τα λογικά σου χαμένα.

Παράδεισος έκθετος
να μπορεί το απροφύλακτό μας
να ορθώνει μ’ έκσταση τ’ άστρα.
Μακάρι να κρατούσε ο έρωτας όσο κι ο θάνατος.

 

* * *

 

Πως αντέχουμε οι άνθρωποι
το άγγιγμα να μεταγλωττίζουμε

σε φαντασία…

Κι εκείνο το βλέμμα
που τα σημάδια μας
ποτέ δε θα’ βρει γυμνά,
χαίρεται να αιμορραγεί αλλόφωνο.

Στην ηδονή,
κρεμόμαστε παραδομένοι.

Άρα πονάμε,
χωμένοι βαθιά
σε σύδεντρο ασυδοσίας χαμένοι…

Να ‘ταν να γίνουν τα γράμματα οργασμοί
κάθε απουσία αγκαλιά
κι αυτά τα άγονα τηλεφωνήματα,

υγρά φιλιά

στα ετοιμόρροπα μεσάνυχτα.

 

* * *

 

Την ώρα που κοιμάσαι,
ασχολούμαι με την πορφυρή των φτερών σου τη σκόνη.

Το αμάραντο άνθος των πύρινων αγγέλων σου,
προσκυνώ μαγεμένη
στα λευκά σου μελίγγια…

Τώρα πια.
της νύχτας τα στίγματα χαράζουν για εμάς,
που ποτέ δε θα παζαρέψουμε.

ελεύθεροι να ονειρευόμαστε.

 

* * *

 

Όλα τούτα που κοιτώ,
με μάτια δεν τα βλέπω…

Φέρνω την απόσταση στα χέρια μου σιμά,
μίαν αρπαγή ξεχειλισμένη
κι ας είναι τόσο μακρινή.

Ανάμεσα στα στήθη των καιρών
γραμμή χαρακωμένη ο μισεμός…
Το χρώμα των χειλιών περιγελά
τον μέγα άρπαγα,
το υπερβατικό του Έρωτα θεριό.

Πιέζομαι και σπάω σε όνειρα χιλιάδες.

Είναι η σιωπή μου λίπασμα
κρύφια φωνή των μάταιων διχασμών μου.

Εσύ εκεί
μα η ψυχή σου πάμφωτη
βαδίζει χαμηλόφωνα,
αχός γαλήνης συν-ωρο-γέννητος,
κρασί δικό μου.

Εγώ εδώ
και μακριά η ζωή μου.

 

* * *

 

Αδοκίμαστο φεγγάρι
της προσμονής μου άξονας,
αποτύπωμα Θεού.

Κι αν μισό σου λείπει
Δοξαστικά τη μοναξιά φωτίζεις…

Αμάραντο ονειρεύεσαι,
προσεύχεσαι για εμάς
που ακόμη και ολόκληροι
ψάχνουμε το μισό μας…

 

* * *

 

Παραλλαγές
του εαυτού μας
και όνειρα,
που ανθίζουν σ’ αγγίγματα και χάδια.
Καλωσορίσματα ρεούμενα
και φτερωτοί σαν πεταλούδες,
έρωτες.
Λέξεις χαμόγελα πονούν,
μα να,
που αντέχουν.

Συνήθεια η ανοχή
Ράμματα δράματα
και η ζωή,
μια ικεσία
για όλα όσα δεν αξίζουμε.

0 εγωισμός,

γεννήθηκε τυφλός
κι ο έρωτας πεθαίνει απατημένος.

 

* * *

 

Ήταν η μέρα που γεννήθηκε το φιλί.

Το απείθαρχο απαγορευμένο.

Κι έτσι που γαντζώθηκε στα σπλάχνα μου,
κατάφερε να σκίσει τη σύμπραξη πληγών.

Σα δείγμα από την πλήρη εξαΰλωση των υπαρκτών,
στριμωγμένο στην απώλεια
κατάρα του άθλιου γυρισμού προδοσίας.

Θυμάμαι μόνο,
το θαρραλέο αφημένο στη ξέσκεπη συντριβή μας…

Βουβά, χαιρετώ τ’ αθώα αναφιλητά
στους ελιγμούς των κινδύνων.

Ήταν η μέρα που πέθανε η πλάνη

όπως ο θόρυβος,

μετά από άλλον…

 

~Παράνομο άρωμα~

Από τα παντελόνια των άντρων κατρακυλούν
αγριοπερίστερα κι αράζουν στις αντένες της ταράτσας.
Βαμβακωτοί μονόδρομοι με σήμα “αδιέξοδο” στα σύννεφα.
Για χείλια, ψημένοι ηλιόσποροι, εκλιπαρούν για δάγκωμα.
Το πλατύσκαλο της πυλωτής μούλιασε σε δάκρυα από
στίχους και καψουροτράγουδα. Η αγάπη κρύφτηκε στο
πατάρι. Αγκαζέ με τον σκουριασμένο θερμοσίφωνα. Φτου
και βγαίνω. Ανάμεσα στα βιβλία, φιλιά υγρά και οργασμοί.
Στο μυαλό σου, είναι σφηνωμένα τα κεράσια μου. Κόκκινα,
φρέσκα. Τι κι αν διψώ; Έχω τις παλάμες σου να με κοιτάζουν.
Και τη φωνή σου, βέρα στο δεξί.

Όλα τ’ άλλα ζουν πεθαμένα.

 

* * *

 

Σαν περιπολικό τα δίδυμα όνειρα, τις νύχτες ουρλιάζουν
και ιδρώνεις. Με φιλάς επ’ αυτοφώρω και κρυφακούει η
γεύση. Το σεντόνι κοιμάται κι εμείς το σκεπάζουμε. Στις
παρειές μου κατηφορίζει το “μια φορά κι έναν καιρό»
κι εσύ το πιστεύεις. Είπες, ο πρίγκιπας φύτεψε έρωτες κι
άνθισε ο ένας. Καινούριοι σπόροι, ποτέ δεν υπήρξανε στο
“ κι αυτοί ζήσαν’ καλά”. Μου παρέδωσαν τον πρωτόπλαστο
να τον ποτίζω στο άγνωστο καταπέτασμα, στ’ ανύμφευτα
στήθη μου.
Έκανες “σςςς…” και ησύχασα. Ήταν η ώρα που
σπαταλήσαμε το άρωμα του δέρματος, χωρίς συστολή
στο “…κι εμείς καλύτερα”. Έκλαιγες να μην μεγαλώσεις,
μοναχά να ψηλώνεις στις όχθες μου κι εγώ να σε βρέχω
σε λάθος ποτάμια. Η καρδιά του ονείρου, χτύπησε δυνατά
και μας ξύπνησε. Συντροφιά μιας χρυσαχτίδας, που έσπασε
το κουρασμένο πατζούρι. Τα δάκτυλά μας μπλέχτηκαν στο
“σ’ αγαπώ,… ”

Ορκιστήκαμε πίστη, στη σφαγή της ημέρας.

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

 

ΜΝΗΜΗ ΘΑΝΑΤΟΥ

 

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΣΑΝΤΑΣ

Λίγα λόγια για την ποίηση της Μαρίας Πασχαλίδου για το βιβλίο της με ποίηση και τίτλο «Μνήμη Θανάτου»

Για τον έρωτα των ποιητών μιλάει η ποιήτρια χωρίς να τον αναφέρει. Αφήνει σε μας να τον εννοήσουμε ,να πάει ο καθένας κατά’κεί που η ψυχή του επιθυμεί.
Κι είναι αυτό η μαγεία της ποίησης, ο αναγνώστης ανάλογα με τα βιώματά του ,την πνευματικότητά του και την ποιητική του διάθεση να φέρνει ή αν θέλετε να οδηγεί το ποίημα στα μέτρα του .

Μα στ’ αλήθεια αναρωτιέμαι κι εγώ ποιός θα μπορούσε να είναι
ο έρωτας των ποιητών, αυτό το υπέρτατο αγαθό που χάρισε ο Θεός στον άνθρωπο ;

Νομίζω ή μάλλον είμαι βέβαιος γι’αυτό ότι ο μεγαλύτερος έρωτας για τους ποιητές είναι η ποίηση.

Αυτός ο έρωτας για την ποίηση είναι αυτό που κρατάει τους ποιητές ξάγρυπνους και γράφουν και σβήνουν να τελειώσουν το ποίημα, να το εκθέσουν σε μας.

Το ποίημα από τη στιγμή που θα γραφεί και θα εκτεθεί να το διαβάσουν οι αναγνώστες ,όλοι το ξέρουμε ανήκει σ’αυτούς να το χορτάσουν και να απολαύσουν τον ποιητή τους.

Γράφει η Μαρία Πασχαλίδου και δονείται σύγκορμη και σαν πυρακτωμένο ηφαίστειο εξακοντίζει μύδρους προς κάθε κατεύθυνση με μια ποίηση επαναστατική ,πυκνή και πρωτότυπη κι ίσως φορές αιρετική ως λέει και στον πρόλογο του βιβλίου, ο συγγραφέας Νίκος Τακόλας.

Χωρίς να κινδυνέψω την πρόβλεψή μου, η Μαρία Πασχαλίδου είναι ένας θηλυκός Εγγονόπουλος ,της σημερινής σύγχρονης ελληνικής ποίησης.

Έχει φρεσκάδα της Άνοιξης, τα χρώματα του Μαγιού και του Απρίλη,την αγωνία ζωγραφισμένη στα μάτια της τί κόσμο παρέλαβε και τί
κόσμο θα παραδώσει στα τρία παιδιά της!

Ποιήτρια των μεγάλων προβληματισμών,η ποίησή σου είναι μια μείξη λέξεων ,εικόνων και ήχων και μια ποίηση της σιωπής που είναι η ποίηση στον καμβά της ζωγραφικής.

Η Μαρία είναι μια ποιήτρια προικισμένη, με πολλά χαρίσματα όπως όλοι οι μεγάλοι ποιητές κι όπως ο Ελύτης στο «Μονόγραμμά του» ,τσακίζει τους κλώνους των άστρων, η Πασχαλίδου στη «Μνήμη Θανάτου» σκιάζει τα άστρα με το άρωμα της σάρκας της ,«αραιώνουν τα σπίτια» για τον έρωτα των ποιητών και «τρεκλίζουν μεθυσμένα άσματα πίσω από παντζούρια μισόκλειστα».

Μαγεύομαι από κάποιους στίχους της Μαρίας και μπαίνω στον πειρασμό να τους αποστηθίσω.

«Κοιμήσου κόρη γλυκιά
σε μια σελίδα κενή,το δαντελωτό σου στόμα
σπιθίζει ακτινοβόλα ,το φέγγος των δαδιών της νύχτας
κι ύστερα χάσκει η σκιά των ανθρώπων και χάνεται…»

Θα μπορούσα να γράψω πολλά για την ποίηση της Μαρίας, όμως ο χρόνος των τριών λεπτών που μου διατίθεται ,δεν μου επιτρέπει να επεκταθώ.

Λίγους στίχους της ακόμα θα σας πω και θα κλείσω τα μικρή μου αναφορά για την ποίηση της Μαρίας.

«Μη βάζεις σύνορα σε μέρα και νύχτα
Οι ποιητές από μικροί ονειρεύονται
μονοπάτια με ήλιους και άλογα
στα ύψη ψυχές και κορμιά στα σύννεφα μέσα.
…………………………….
Αποχαιρετούν το φως ,τη βροχή
τα ονόματα των ανθρώπων.»(σελ110)

«Ολοτύλιχτη
με των ανέμων τα ρίγη/ λατρεύω, εκείνον τον άνδρα
που αντέχει βουβά/πριν ακόμα αγγίξει τη σκέψη μου
στο άπειρο…»(σελ143)

Η σκέψη του ανθρώπου ,όπως λες Μαρία, «συντελείται στον λόγο…/η λαχτάρα του στον έρωτα»

Καλοτάξιδο και το τρίτο βιβλίο σου Μαρία και πάντα ο οίστρος της ποίησής σου να μας ταξιδεύει, με λογισμό και με όνειρο!

Θέλουμε να σου πούμε ότι ήρθες σαν φως, σε κάτι μέρες θαμπές, σαν άγγελος της αγάπης
με μια εμπασιά, σαν από θύελλα και έσπρωξες την ποιητική σε ρηξικέλευθους δρόμους!

Σε ευχαριστούμε που μας οδηγείς σε δρόμους άγνωστους, μα αστραφτερούς και γόνιμους για την ποίηση κι όπως λες κι ίδια ,στο απόλυτο φως ,στη θέωση του ανθρώπου να κάνουμε έναν κόσμο παραδεισένιο ,έναν κόσμο όπως τον θέλει η ποίηση!

Από τη παρουσίαση στις 6-5-2018

 

ΓΙΑΤΙ ΜΠΟΡΩ

 

ΜΙΧΑΛΗΣ ΣΤΑΦΥΛΑΣ

Η Μαρία Πααχαλίδοί) το 2017 κυκλοφόρησε ένα νέο ποιητικό βιβλίο με τίτλο «γατί μπορώ». Μπορεί και μετουσιώνει καθημερινά γεγονότα έτσι που αυτή η μετουσίωση αγγίζει τον αναγνώστη, αφού κι αυτός έχει ή και επηρεάζεται απ’ αυτά. Φευγαλέες εικόνες, στιγμές ζωής, και πνευματικός προσανατολισμός επιμαρτυρούν μια γνήσια ποιητική φλέβα και μια ώριμη ποιητική απόδοση. Το κυριότερο γνώρισμα είναι μια διατηρημένη αγνότητα και μια ευαισθησία που πηγάζει από το Εγώ αλλά απλώνεται και στους ανθρώπους. Ένα τετράστιχο που θα μπορούσε να προσδιοριστεί και σαν χαϊκού, εκφράζει μια αλήθεια – που τη νοιώθεις ακόμα και πέρα από τους συνηθισμένους συντηρητισμούς «Σα γράφεις ποίημα / κάνεις Έρωτα / και ποτέ δε θα μάθεις / αν ο άλλος νοιώθει όπως και συ—.» Σωστότερος και ωραιότερος προσδιορισμός της Ποίησης δεν μπορεί να υπάρχει. Αλλά υπάρχουν και κάποια γεγονότα που «όσο σε βάθος χάθηκαν / είναι το κοιμητήρι του μανιασμένου παφλασμένου μας». Η πολυθεματικότητα της ποιήτριας είναι σε πρώτο πλάνο -θα λέγαμε όλη η ζωή με την ουσία της και το βάθος της.

 

ΚΑΙΤΗ ΛΕΙΒΑΔΑ

Η Νεα Αριαδνη έχει συμπεριλάβει στη λίστα των πολυτάλαντων δημιουργών τη, κυρία Μαρία Πασχαλίδου. η ποίηση της οποίας πρέπει επίσης να τονιστεί ότι είναι πρωτότυπη. Η εικονοπλασία οι τολμηρές μεταφορές και οι απρόσμενοι συσχετισμοί, προκειμένου να εκφράσει συναισθήματα, σκέψεις, εμπειρίες καμώματα συνθέτουν ένα κλίμα ονειρικό, υπερρεαλιστικό, μέσα στην υπέρβαση του οποίου όμως υπάρχει σε κάθε ποίημα μια λογική έκβαση ως αποκάλυψη – και είναι πολύ ωραίο αυτό. Σε ξαφνιάζει ευχάριστά και σε συναρπάζει για να σε ηρεμήσει αμέσως μετά. Το μήνυμα που στέλνε είναι γνήσιο, ατόφιο, αληθινό.

 

ΕΣΤΩ ΜΙΑ ΖΩΗ

 

ΜΙΧΑΛΗΣ ΣΤΑΦΥΛΑΣ

Η Μόρια Πασχαλίδου, από τη Θεσσαλονίκη, κυκλοφόρησε το βιβλίο «Έστω μια ζωή». Είναι μια νέα ποιήτρια που από τους πρώτους στίχους της κερδίζει τον αναγνώστη. Τα ρεαλιστικά στοιχεία με τη «γλώσσα» των επιθυμιών μεταποιούνται σε έντεχνο λόγο μέσα από τον οποίο δεν λείπει και κάποιος, μόλις ευδιάκριτος λυρισμός. Αναδύεται από την ποίησή της μια δυναμική στις ποικίλες ανθρώπινες σχέσεις και διαστάσεις (συχνά με ιδιότυπες ερωτικές) Αναζητώντας τις λέξεις που εκφράζουν τα όνειρά της, βρίσκει τις κατάλληλες που κάποτε έρχονται σε αντίθεση με τα καθιερωμένα. Αυτό ακριβώς είναι το νέο που δίνει στην ποίηση της… Χωρίς υπερβολή θα μπορούσαμε να πούμε πως το ύφος είναι ως ένα σημείο μποντλερικό, που και μόνο μια αφιέρωση της το επιβεβαιώνει. «Αφιερωμένο σε ό,τι ανήθικο κλέβει τα όνειρά μας»

 

ΛΑΣΚΑΡΗΣ ΖΑΡΑΡΗΣ

ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΣΤΑ ΟΝΕΙΡΑ 9/2/2017

Διαβάζοντας το βιβλίο της αγαπητής φίλης Μαρίας Πασχαλίδου, ένιωσα ποικίλα συναισθήματα.
«Σκέφτηκα, να αφήσω τεράστια κύματα στη ράχη ενός βιβλίου», γράφει σε κάποιο σημείο η ποιήτρια.
Κύματα οι λέξεις της που φτάνουν στην ακρογιαλιά (στον αψεγάδιαστο σκοπό της- υποθέτω εγώ), προερχόμενες από μια θάλασσα («αναφαίρετο των παραλογισμών μου προσόν και ώθηση των λεπτών αποχρώσεων», σταχυολογώντας από διαφορετικές σελίδες του βιβλίου της).
Λέξεις που μεταφέρουν στην κορυφή τους την αγωνία της ανθρώπινης ύπαρξης, μεγαλωμένες στα ερωτηματικά που υποβάλλει στον εαυτό της κάθε ευαίσθητη ποιητική φύση. Κι ύστερα ακουμπούν τον αλμυρό παλμό τους στους σιωπηρούς δέκτες -εμάς τους αναγνώστες-, προσφέροντας νοήματα: απλά, καθαρά, λιτά, ευωδιαστά, θωπευτικά, προκαλώντας μας ταυτόχρονα να κάνουμε την δική μας δεύτερη και προσωπική ανάγνωση.
Λέξεις επιλεγμένες σοφά («Εκπληρωμένες σιωπές, οδηγημένες μόνο από ένστικτο»), έτσι που να αφοπλίζουν με την δύναμη των αληθειών τις οποίες αποκαλύπτουν:

«Ξεχάστηκα
κι ακουμπώντας τα δάχτυλα στο μαχόμενο Φως
μουτζούρα δε βγήκε μα διάβασα,
το κενό της επιφανειακής των ανθρώπων γαλήνης».

Και πιο κάτω:

«Στις μύτες των αποριών ανασηκώνομαι
και πικραίνομαι
που στιγμιαία και απρόσμενα θραύσματα θριάμβου,

δίνουν τη θέση τους
σ’ αυτό που ποτέ δε θα γίνουμε».

Το φως είναι που κάνει το νου να αναβλύζει τα θαύματα της ποίησης, με καρδιά και ψυχή όμως δεκτικές στον πόνο, ευλύγιστα δέντρα που άνεμος ερωτικός ή σαρκικός τα χτυπάει, αλλά δεν διστάζουν να πολεμήσουν συμμαχώντας για μια αιωνιότητα.
Αιωνιότητα εξιλεωτική και λυτρωτική ακόμη και στις αιχμηρές στιγμές του πάθους, όπου καμία κόλαση δεν μπορεί να περικλείσει την αυθεντικότητα της εκδήλωσής του:

«Στου τετελεσμένου πάθους το ένστικτο
ο υποψήφιος σπαραγμός έχασε έδαφος,
γιατί τον βάραινε η ευθύνη της διαμελισμένης ανάτασης».

Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, το χθόνιο στοιχείο δεν μπορεί να οικειοποιηθεί το ουράνιο («Εγώ, τον ουρανό μου τον φτιάχνω με πτώσεις»), πολύ περισσότερο να το αποβάλλει ως περιττό, αφού το ένα εμπεριέχει το άλλο όταν η ψυχή βασανίζεται στα σκοτεινά υπόγεια της ύπαρξης, για να βρει την μοναδική διέξοδο προς το φως:

«Χείμαρροι ανύπαρκτων διεξόδων στις περιστροφές
του εαυτού μας

και διαγραφές βλεμμάτων στις βροχές των διαλείψεων
των στίχων…

Αν μη τι άλλο,
κόκκινο είναι το χρώμα των χειλιών μας
στης αγάπης τα χειρόγραφα.

Πώς αλλιώς θα πολεμούσαμε στην έρημο;».

Η Μαρία καταλήγει σε μια εύλογη, δυσάρεστη όμως διαπίστωση λόγω των συμβάσεων και υποκριτικών σχέσεων που επικρατούν γενικά στην κοινωνία:

«Γίναμε ανίεροι στα αισθήματα,
ανιαροί στον έρωτα
και πολύπλοκοι στ’ αποσιωπητικά των στίχων…».

Πιο άμεση και δυναμική άρνηση δεν θα μπορούσε να εκφράσει η ποιήτρια, προσφέροντας στην ουσία το ελιξίριο της ζωής, της «Έστω μιας ζωής», με την οποία κάλλιστα θα συμπύκνωνε τον προσανατολισμό της ποίησης της στην εξής κατακλείδα: «Ξεχειλίζω, δε χωρώ». Και πώς θα μπορούσε άραγε να χωρέσει μια ποιητική φυσιογνωμία που ισχυροποιείται αναπότρεπτα σε «έναν κόσμο που σκαλώνει στο αμετάφραστό μου, το αυστηρώς ανώφελο για τους πολλούς κι αδιάβαστο…»;
Γιατί οι πολλοί τελικά να μην μπορούν να μεταφράσουν; Μήπως δασκαλεύτηκαν από τα γεννοφάσκια τους να επιβιώνουν με επίγειες και υλικές απολαύσεις; Στραμμένοι πάντα στο φθαρτό και το πρόσκαιρο, τους ξεφεύγει το διαφορετικό από το νου που παραμένει ανερμήνευτο και ως εκ τούτου, αποδιωγμένο και κατακριτέο.
Την απάντηση -πιστεύω-, την δίνει η Μαρία στην αρχή του επόμενου ποιήματος: «Το όνειρο του Θεού, ελευθερώνεται με μάτια κλεισμένα…». Αλλά και με τα λόγια του εξαίρετου δασκάλου της Σακελλάρη Καμπούρη δίνεται ένα ισχυρό πλήγμα στους τυχόν κατακριτές: «Η Μαρία Πασχαλίδου από το πρώτο της κιόλας βιβλίο μπορεί να θεωρηθεί ήδη «φτασμένη» ποιήτρια και δεν υπερβάλλω..!».
Δεν υπάρχει ίχνος υπερβολής στα λεγόμενα του ανθρώπου, που είχε την τύχη και την τιμή να παρακολουθήσει και να στηρίξει την Μαρία στα πρώτα της ποιητικά βήματα. Με μια συμπλήρωση μόνο από εμένα, ότι δεν αρκεί να είσαι αυθεντικός τεχνίτης για να διαπρέψεις στης ποίησης τα μονοπάτια. Χρειάζεται το βλέμμα σου να συλλαμβάνει ανύποπτες στιγμές σε όλο το εύρος και τη σημαντικότητά τους… Χρειάζεται να μιλάς εμφατικά με τις σιωπές, τις παύσεις και τα κενά διαστήματα των στίχων σου: «Μακροζωία είναι οι λέξεις που ευδοκιμούν στη σιωπή».
Όλα αυτά που ανέφερα προηγουμένως, κατά την άποψή μου, τα πραγματώνει με αρκετή επιτυχία η Μαρία Πασχαλίδου. Δουλεύει αθόρυβα, χωρίς τυμπανοκρουσίες, με μια εσώτερη μουσική που παρασέρνει -όντας μέλος Φιλαρμονικής Ορχήστρας-, σε ειδυλλιακά τοπία ψυχής, όπου ρέουν τα ποτάμια των βαθύσκιωτων ποιημάτων, και ό,τι παραλείπεται να ειπωθεί είναι ακόμη πιο σπουδαίο από αυτό που λέγεται εμφανέστατα. Γιατί ο υπαινιγμός απλώνει τα κλαδιά του παντού, αναμιγνύεται με τον υπερρεαλισμό, χωρίς να φτάνει στο σημείο να πνίγει. Ταξιδεύει στις προεκτάσεις των στίχων της, οι οποίοι γίνονται η αφόρμηση να σκεφτούν οι αναγνώστες δημιουργικά και ωφέλιμα:

«Ούτως ή άλλως
αυτά που με παιδεύουν
γεννούν τις λέξεις μου
για να πνίγομαι ελεύθερη
στον κατακλυσμό των ονείρων».

«Την ώρα που κλείνουν τα βλέφαρα,
μιλάμε δίχως αλφάβητο».

«Κι αν τυχόν ήτανε δίκαιη του πόθου η απαίτηση,
η μνήμη θα ντυνόταν λήθη
και το όνειρο θα νύχτωνε αδειανό και στερημένο
στα σαρκοβόρα προσχήματα…».

«Κάθυγρος γλώσσα αδάμαστη
των θριάμβων περιλείχουσα
την εισδοχή…

Εν τρόμου απόσυρση ρίγους
εξέρχεται κατ’ επανάληψη

τυλισσόμενο λαίμαργα

αναγεννημένο πυκνά,
εντός σώψυχων σκιρτημάτων».

«Ποτέ μου δε θα σταματήσω να παρασύρω στο Αίνιγμα
τους αξεδίψαστους».

Τελειώνοντας, θα αποτελούσε ακραία παράλειψη να μην αναφέρω, ότι η κυριότερη αιτία που με ώθησε να επιχειρήσω αυτή την κριτική προσέγγιση στο πρώτο πνευματικό παιδί της Μαρίας Πασχαλίδου ήταν η πίστη, και όχι μόνο η επιβεβαιωμένη υποψία πως πίσω από το αξιόλογο έργο της κρύβεται μια δημιουργός, η οποία ζει την καθημερινότητά της ως ποιήτρια, παρ’ όλες τις δυσκολίες της οικογενειακής ζωής και των απαιτητικών ρόλων που συνδυάζει: συζύγου και μητέρας.
Υπάρχει δηλαδή αντιστοιχία έργου και ζωής και γι’ αυτό ελπίζω πως σύντομα θα δώσει και άλλα δείγματα του ταλέντου της, εκτός απ’ όσα δημοσιεύει στο facebook και στο προσωπικό της ιστολόγιο.
Μια ακόμη διαφορά η οποία χαρακτηρίζει το έργο της έναντι των περισσοτέρων σύγχρονων ποιητών είναι ότι, δεν τιτλοφορεί κανένα ποίημα του βιβλίου της. Αυτό δεν συνιστά επ’ ουδενί αδυναμία έμπνευσης και επινόησης, αλλά σαφώς υποδηλώνει την απουσία οποιασδήποτε πρόθεσης να κατευθύνει τον αναγνώστη στον δικό της σκοπό, στην ουσία κάθε ποιήματος της, εφόσον δεχτούμε το επιχείρημα ότι οι τίτλοι συμπυκνώνουν τις ιδέες των κειμένων και συνήθως αποτελούν τροχοπέδες στην δεύτερη ανάγνωσή τους, στην ερμηνεία τους και την κατανόησή τους.

https://parathyrostaoneira.blogspot.gr/2017/02/126-2016.html?spref=fb&m=1

 

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΟΥΣΟΣ

Πρόεδρος Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών

8/4/2016

Εστω μια ζωή

Γεννήθηκε και ζει στη Θεσ/νίκη- καθηγήτρια μουσικής και ενεργό μέλος στη φιλαρμονική ορχήστρα Δήμου Θεσ/νίκης από το 1993,ασχολείται και με την ζωγραφική. Ποίηση με έντονα στοιχεία εξωτερίκευσης και εξομολογητικής-ψυχικής κατάθεσης και αισθητικής-εικαστικής απολαβής….
Ελπιδοφόρο πρωτοξεκίνημα και διάφανη αποκάλυψη-στο δύσβατο μονοπάτι της ποίησης, επιχειρεί η Μαρία Πασχαλίδου, σαν απορία νιόβγαλτης υποψίας και συγκινητικής-ερωτικής ευωχίας. Ένας ξάγρυπνος στίχος παραμονεύει την ώρα της προσωπικής [ εορταστικής-θα ‘λεγα ] τελετουργίας και διασταύρωσης με τις καθημερινές της -ψυχικές αναβαπτίσεις και συναισθηματικές της απολαβές.
Μια συναρμολογούμενη οδοιπορία που ξαφνιάζει αισιόδοξα, το εύρος, το χρώμα, η γόνιμη διάθεση, το αυθόρμητο πάθος, το στοχαστικό και τολμηρό σκίρτημα του στίχου, η αποφυλάκιση του χρόνου, όταν θησαυρίζεται μέσα της πολύχυμος κι όταν γητευτής και γαλήνιος-ελευθερώνεται μέσα της ο άνθρωπος, ανάβρυσμα ψυχής και ερωτικής πλησμονής. Η Μ.Π. συναντάει στο ξεκίνημά της, μια πλέρια και ανατασική δημιουργία-που αγκαλιάζει κάθε πτυχή μιας ψυχής, που αφήνεται ολάκερη στη μέθη και στους ιριδισμούς
που χαράζει ο αιώνιος οίστρος του έρωτα, που σε αναγεννά ,σε προσανατολίζει, σε ανταμοίβει, σε εξαργυρώνει, στο ξάγρυπνο μάτι της
ζωής και της καθημερινότητας. Εδώ η ποίηση κι’ ο ρυθμός της,
ελευθερώνουν την ποιήτρια, και την ξεπροβοδίζουν–με ασίγαστο μένος, πόθο και τόλμη, στα πολύτοκα μονοπάτια της προσωπικής της και γόνιμης-πλέον-δημιουργίας…. ορισμένα δείγματα γραφής….
«Πριν από την αγάπη ήμουν καλπασμός //..Τον χρόνο αθωώνω //
.στη συνουσία του κάλλους.// Γι΄αυτό τρυπώνουν στη ψυχή τα αναμ-
μένα κύματα.//Μακροζωία είναι οι λέξεις//που ευδοκιμούν στη σιωπή.
Αν ήμουν εξορία // θα σε φυλάκιζα σε απόσταση αναπνοής //…»

 

 

ΘΟΔΩΡΟΣ ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ

Ποιητικός πόλεμος αισθήσεων και παραισθήσεων, σε μια φλεγόμενη ερωτική αρένα, με μόνο νικητές όσων κυνηγούν άκοπα το ιδανικό, το πεπερασμένο, τον τροφοδότη της γλυκιάς, της γλυκύτερης δικαιολογίας ύπαρξης στη ζωή.
Κι όταν το ασίγαστο πάθος, που ψάχνει φαινόμενα δεδομένα και δημιουργεί επιφαινόμενα προσδοκώμενα-ποθούμενα, ε, τότε το volume ανεβαίνει στο τέρμα, χτυπάει κόκκινο και η απνευστί ποθούμενη ικανοποίηση βρίσκει τη δικαίωση των …μονομάχων!!!
Μας βάζεις δύσκολα Μαρία μου, που πασχίζοντας να τα ερμηνεύσουμε -δε λέω να τα επιλύσουμε, κομμάτι δύσκολο- πέφτουμε θύματα της αισθησιακής περιδίνησης, που δημιουργείς με την, ηφαιστειακής έντασης, γραφή σου, μιας περιδίνησης που και πονάει και αρέσει-το πανάκριβο μυστικό της μαγικής εξωτερίκευσης του πάθους και του πόθου σου, που διαχειρίζεσαι, σε όλα τα επίπεδα, επιδέξια…
Σ’ ευχαριστούμε, καλή μου φίλη, που, με τα φλογισμένα γραπτά σου, μας κάνεις κοινωνούς των εσώτερων στοχαστικών αναζητήσεών σου, οδ