ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ

ΣΤΕ-001

Ο Στέφανος Στεφανίδης είναι ποιητής, δοκιμιογράφος και απομνημονευματογράφος, μεταφραστής, εθνογράφος και ντοκιμαντερίστας. Γεννήθηκε στο Τρίκωμο της Κύπρου. Στα οκτώ του, ο πατέρας του τον πήρε μαζί του στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου και μεγάλωσε. Απέκτησε διδακτορικό τίτλο από το Πανεπιστήμιο του Κάρντιφ, ενώ κατά τη διάρκεια των σπουδών του έζησε κατά περιόδους σε ’Ισπανία, Πορτογαλία και Ελλάδα.
Για έξι χρόνια δίδαξε λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο της Γουιάνας, όπου
ανέπτυξε ενδιαφέρον για τις διασπορικές κοινότητες των Κρεολών της Καραϊβικής και των ’Ινδών. Η βαθιά σχέση του με την ’Ινδία συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Για επτά χρόνια έζησε στην Ουάσιγκτον, προτού επιστρέψει στην Κύπρο το 1992 ως μέλος του ιδρυτικού διδακτικού προσωπικού του Πανεπιστημίου Κύπρου. Το 2017 συνταξιοδοτήθηκε με την ιδιότητα του Καθηγητή Αγγλικής και Συγκριτικής Λογοτεχνίας. Επιλεγμένα ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί σε περισσότερες από δώδεκα γλώσσες. Γράφει στα αγγλικά, αλλά στο έργο του αντηχούν και άλλες γλώσσες.
Έχει εκδώσει, ανάμεσα σ’ άλλα, τα βιβλία Translating Kali’s Feast: the Goddess in Indo-Caribbean Ritual and Fiction (2000) καί Blue Moon in Rajasthan and other poems (2005).

ΒΙΒΛΙΟ

Ο ΑΝΕΜΟΣ ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΑ ΧΕΙΛΗ ΜΟΥ (2018)

THE WIND UNDER MY LIPS (2018)

(Μετάφραση: Δέσποινα Πυρκεττή)

ΑΝ ΜΟΥ ΛΑΧΑΙΝΕ

για την Κάθυ

Αν μου λάχαινε τις λέξεις θα ξεστόμιζα
απ’ το μυαλό του καθενός
Θα τις πρόφερα με το ρυθμό της βοής
που τραντάζει τα παντζούρια ορθάνοιχτα
να μπει μέσα το αεράκι
να σε χαϊδέψει με τ’ ακροδάχτυλά του
τα απαλότερα κι από πέταλα άγριας τριανταφυλλιάς
Ή θα ’κανα επίκληση στον άνεμο που κροταλίζει
κι απασφαλίζει τους μεντεσέδες
για να σε πάρει μακριά
με ορθάνοιχτα πανιά
έστω για μια στιγμή
να γίνω σπουδαίος στ’ ανάμεσο σπουδαίων
μικρός στ’ ανάμεσο μικρών
το ποίημα να γενώ που εσύ είσαι…

 

ΠΡΟΣΜΕΝΟΝΤΑΣ ΑΗΔΟΝΙΑ

Τη μικρότερη ώρα
ξυπνώ και καρτερώ
μ’ αδημονία
πώς θα κελαηδήσει το αηδόνι.
Ο βρυχηθμός της θάλασσας
απορροφά τους ήχους
των τρένων που περνούν
με παρασέρνει σ’ αποκοίμισμα
τόσο που δεν αισθάνομαι
το λάλημα του πετεινού.
Το φώς το ροδαλό μου διαφεύγει
νυχτοπατώντας μέσα από τις περσίδες
για ν’ απαλύνει τον ύπνο της Κάθυ
κι έτσι αφουγκράζομαι άρωμα ζεστό φρέσκιας φοκάτσιας
στο πρώτο χτύπημα τις Ραφαέλας έξω απ’ την πόρτα μου.

Βίλλα Ρινκόν, Μπολιάσκο, Λιγκούρια, Μάρτης 2009 

 

ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΤΕΧΝΗ: ΝΕΡΟ ΓΙΑ ΤΗ ΠΟΙΗΣΗ

για τή Σαρασβάτι, την ‘Υδάτινη

Τόση πολλή ποίηση σε τοσοδά νησί
άλλο μή γράψετε φυτέψτε δέντρα
και ποτίστε…

Gur Gens

Προσθέτω φωνή στον έκκροτο ήχο
δίχως να ξέρω αν εκρήγνυται προς τα μέσα ή έξω
Ακολουθεί γάργαρος κρότος g r g r g r
περνά o αέρας και σουφρώνω τα χείλη
σπρώχνω τη γλώσσα να σχηματίσω την πνοή
να συλλάβω την οπτασία που κρύβει η συλλαβή
Ούτε (μ)ου ούτε (σ)υ
Ούτε μπροστά ούτε πίσω
Στου ονείρου το γλίστρημα
μου δίνεις κωδικό για να σε βρω
μα ένας απ’ τους αριθμούς ξεπέφτει στην αφάνεια.
Χέρι μυστικό προσφέρει το χαμένο κρίκο
δίχως την προσταγή μου
Αν όμως στέρξω να φωνάξω
ποιες γλώσσες θα μιλήσουν θα το ξέρω;
Στέλνω αγγελιαφόρους στο κατόπι σου
κι όταν σε φέρνουν
δεν αναγνωρίζω το πρόσωπό σου
μονάχα το αίσθημα αναγνωρίζω
Και τα μαλλιά σου αγγίζοντας
προσυπογράφω: αλήθεια, είναι της ερωμένης σου,
της θάλασσας, το χόρτο.
Αν όντως έχεις έρθει
τότε γιατί σωπαίνεις;
Ξέρω τώρα πώς gens δεν είσαι — ψεύδονται τα ονόματα
Έχεις τα χρόνια της θάλασσας
και του shiv
του αρχαίου χορευτή
Γνέφεις στη σιγή
που μίλα πριν και μετά το αα
το ου
και το μμ.
Περιμένω την ποίηση.
Ή να περιμένω το νερό;
Κλείνω τα μάτια
απαγγέλλω το μάντρα
gur-gur-gur

Φεβρουάριος 2004 

 

ΠΟΛΗ-ΦΑΝΤΑΣΜΑ

Ο βίος βραχύς,
η δε τέχνη μακρή.
Ιπποκράτης

Γκρεμίζεται στη σιγή της απόφασης
το Βαρώσι γνέφει και σιγανά
μου ψιθυρίζει στ’ αυτί
μέσα απ’ το συρματόπλεγμα
Ars longa, vita brevis est

Με λαχτάρα εύθρυπτη (αποκαρδιωτική
γυρνώ αντικρίζω το νερό
έτοιμος ν’ απογειωθώ
δελφίνι στο νέκταρ
μιας θάλασσας
ίνδαλμα συνάμα κι αυταπάτη
Ποιες σκιές προσμένουν
στην αντίπερα όχθη

 

ΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΤΑ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙΑ

Από της Λάρνακας τη θάλασσα πριν από τόσα χρόνια
κίνησες για ένα όνειρό για μένα και για σένα
Στο πλοίο μου κράταγες το χέρι
Πρώτη φορά διέσχιζα το πέλαγο
Τώρα στην ίδια θάλασσα επιστρέφεις
στο τελευταίο σου όνειρο
Τότε ήσουν πατέρας μου, τώρα παιδί μου γίνεσαι γυρνώντας
Πρέπει τώρα να ονειρευτώ τ’ όνειρό σου
καθώς μέσα στο φέρετρο της μετακομιδής σου
πίσω σου αφήνεις διά παντός
την πόλη του Λαζάρου και του Ζήνωνα
και τη θάλασσα περνάς για να φτάσεις στη νεκρική πυρά

Προτού ετοιμαστείς ν’ αναχωρήσεις
Ψάξε, μου είπες, για να βρεις της Λάρνακας
τα πορτοκάλια. Γιατί άργησαν φέτος;
Αδημονούσες να γλυκάνεις το αίμα
να ξαναγίνεις ο μαθητής που ήσουν κάποτε
μέσα στην κοσμοσυρροή των Φοινικούδων
Δεν θέλω μοιρολόγια, μαύρα, παπάδες γενειοφόρους
δήλωνες συχνά
Ανοίξτε τα παράθυρα
αφήστε το φως να μπει άπλετο μέσα
Τώρα μου παραχώρησες τη μνήμη σου
ύστατο δώρο
Η σορός σου ελεεινή ξαναγίνεται
ρυθμός στης μάνας σου τη μήτρα
όσο εγώ καταδιώκω τη γεύση
των εκτοπισμένων σου πορτοκαλιών

Δεκέμβριος 2000

 

ΜΟΙΡΑΣΜΕΝΗ ΚΑΡΔΙΑ

για την παλιά πόλη

σε λυκόφωτος προσκύνημα
διασχίζω τα Ενετικά Τείχη
και ταξιδεύω ένδον
γυρεύοντας τη γλώσσα του μοιρολογιού
πνιγμένα αναφιλητά της γέρικης καρδιάς
συνθήματα στα παλιά τείχη
Τα όνειρά μας στους τάφους
τάφοι γεμίζουν τα όνειρά μας

μάτια τυφλά και λαίμαργα
γρίλιες που κρύβουν το φως απ’ τις λευκές αυλές
φαντάσματα μυστακοφόρων καβάλα σε ψάθινες καρέκλες
λασπωμένα ριζικά μέσα στα κατακάθια του καφέ
σκιές των γιαγιάδων μας
ανάμεσα στις λεμονιές της μνήμης
χέρια αρθριτικά ράβουν ακόμη το πάπλωμά μου βελονιά τη βελονιά

προφυλάσσουν το σώμα μου
πέτρινη μήτρα εικόνων που δακρύζουν
Βυζαντινοί άγιοι, που δεν θυμάμαι τα ονόματα τους
μια ανάμνηση μόνο, ένα άρωμα θυμιάματος αρχαίου
μα και λυγμοί στις προσευχές αθέατου χότζα στο Βορρά

ή ζεστή θωριά των νέων κάτω απ’ τα παγωμένα κράνη
είναι ζωοδότρα δύναμη περίλυπης καρδιάς
λάβαρα κυματίζουν
με εξορίζουν απ’ τις κομμένες αρτηρίες
έτσι κινώ να βγω μέσα απ’ της πόλης τις πύλες
ενώ ονειρεύομαι ανατολή, βορρά
οπτασία κοινότητας
και θεία κοινωνία
με θάλασσα, εσπεριδοειδή και προβατίσιο γάλα
κι ελιά
στο ξημέρωμα μιας γης στη χάση της
εύθραυστο τρόπαιο

Λευκωσία 1993 (ελαφρώς αναθεωρημένο το 2000)

 

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ

Θεϊκή νόσος
καλύπτει τη λαχτάρα
σε ξεχείλισμα λέξεων
Πρόβα άφιξης
αιώνια επανάληψη
ζωών που έχουμε ζήσει

Στο σύδεντρο των κυπαρισσιών
ένα ιωβηλαίο από τριζόνια
σβήνει τον τόνο της χαράς
και το λιθόκτιστο
εκκρίνει αλάτι και τέφρα
Βυθίζεται σε πέπλο βαθύτερου σκότους
καθώς αποκοιμιέμαι
σαλεύοντας με πάχνη εωθινή
ανοίγοντας τα μάτια για να δω τί ενδέχεται
να κομίσει η θάλασσα, φερ’ ειπείν φύκια και
καλαμάρι με φρέσκο μελάνι για το στυλό μου

2016

 

ΚΟΡΗ ΜΟΥ

Η παράφορή σου γέννηση πέφτει σαν καθαρή ψιχάλα
σήμερα, χάραμα σκοτεινού Γενάρη, κι εγώ
αλαφραίνω μαζί με της μητέρας σου το σώμα
όσο η φλόγα των μαλλιών σου
επιστρέφει εκεί που διυλίζαμε την άνοιξη
Αγγιχτήκαμε μέσα από τους φεγγίτες του Παρισιού
μετά από νύχτες έρωτα
Πιαστήκαμε γελώντας από κυρτές κόκκινες στέγες
έτοιμες να μας ρίξουν στο γύρισμα του ποταμού
ή στης γωνιάς το καφενείο

Τυλίγεις τα δαχτυλάκια σου γύρω απ’ το δάχτυλό μου
έτσι που με κοιτάς με βλέμμα καθαρό, ξένης
που με ξέρει καλύτερα
κι απ’ της γιαγιάς μου το λιόδεντρο

Πριν σβήσω περιμένω
να μου αποκαλυφθείς σε ήλιο και βροχή
και στης συλλαβής ΚΑ το μυστήριο

Φεβρουάριος 2005

 

ΝΕΚΡΗ ΖΩΝΗ

Σκοτεινή προσήλωση στην τελευτή
υπερπλήρες νεκροταφείο
ενταφιασμένων αναμνήσεων
επιορκίας και προδοσίας
Λαχταρώντας μιαν ευρύτερη ομορφιά
θα γινόμουν Η Φερεπάφα
ν’ αγγίζω ό,τι κινείται
να μεταμορφώνω με κοφτερό μάτι ή
μ’ έναν και μόνον ήχο
από κοχύλι
θα δελέαζα φάντασμα
στης θάλασσας τη μακρινή φωνή
θανάσιμη ηχώ que sera sera
Ο άνθρωπος που ήξερε πολλά
σιωπηλά προδίδει το κρυφό του

 

ΚΑΡΠΑΣΙΑ

για τον equus asinus, τήν caretta caretta, και
τα άλλα σπάνια είδη που με συντρόφευσαν στο
ταξίδι ή που συνάντησα καθ’ οδόν

Θυμάσαι
τότε που πέρασε ο ήλιος στην Παρθένο
και τραβηχτήκαμε ενάντια στη βαρύτητα

σε τόπο λεπτόρρευστο
προσεκτικά μην πατήσουμε τα ριζώματα
της αψιθιάς πλάι στο βράχο

όπου ο Άγιος Φίλων βρήκε το ιερό σημείο
κι ο ουρανός πάρα πολύς
καθώς η θάλασσα τον ήλιο καταπίνει

και στην απόχρωση του πορφυρού
μαίες χελωνών που ήρθαν από μακριά
να κομίσουν την επιστήμη της φύσης

στη φύση της αναχώρησης που φωλιάζει
καθώς του οστράκου η σπείρα σε υγρό θαλασσί
ενστερνίζεται μια σάρκα ευάλωτου πράσινου

Κι όταν έπεσε η νύχτα μ’ έναν χείμαρρο βροχής
και χτύπησε ο κεραυνός
το ντέφι

την ώρα που η φλόγα του κεριού
χόρευε λεϊλαλίμ
Κι αποκρινόμενα

λικνίστηκαν τα σώματά μας
καθώς στρεφόταν του νησιού η γάστρα
ώσπου η μέρα πάστρεψε τους αγρούς

για τ’ άγρια γαϊδούρια με τα μεγάλα μάτια
συνεσταλμένα που τραγουδούν σ’ εμάς, τους συγγενείς τους
«Όλμάζ Όλμάζ να με πεθαίνεις πολεμάς»

Και με βαρύτητα γυρίζουμε για να ρωτήσουμε
ετούτος είν’ του γυρισμού ο δρόμος
προς μια Μεσαορία εύφορη αθέριστη;

Ο αέρας, τόσο πηκτός που τον κόβεις με μαχαίρι
και σπίτια που χαραμίζονται σαν τον καιρό τον ίδιο
ή σαν διαστημόπλοια πού έχασαν το έδαφος

αβέβαια αν σε τούτο τον τόπο
ο χρόνος τους είναι μακρύς ή είναι βραχύς
ήταν κάποτε αυτή η πεδιάδα

η παλιά θάλασσα
ανάμεσα σε δυο νησιά
ήταν κάποτε

το ενδιαίτημά μου
ώσπου σηκώθηκε ο ορίζοντας
για να διαβούμε

γι’ αυτό κι ακόμη αναρωτιέμαι
πώς να γράψω ποίηση πυκνή;
πώς να ψάλω έναν τόπο τόσο διάφανο; 

 

ΦΕΓΓΑΡΙ ΣΕ ΦΥΤΕΙΑ ΖΑΧΑΡΟΚΑΛΑΜΟΥ Ι

Ολόγιομο φεγγάρι σε φυτεία ζαχαροκάλαμου τα σύννεφα αναδεύει
τους ουρανούς και του ναού τον τρούλο διανοίγει
Στην αιώρα μου αναχαράζω οράματα
Απέκλεισα το αλάτι και τη σάρκα
να κάνω χώρο στα όνειρα να μπουν
Μπλάβος πίθηκος έρπει
εύοσμος μαλακός καστανός βρεγμένος
Αν τη λατρεία σου μιμηθώ
θα γίνουν άραγε οι θεοί μου παλμός, φωτιά, νερό ξανά;
Αγγίζω ξιπόλητος το χώμα
το δέρμα σκληραίνει και σκουραίνει
Λέει ο Μάμου
Πάνω στον πάνθηρα ο Διόνυσος είναι αδελφός της Ντούργκας
Ναός είναι η καρδιά σου
φωνές μανάδων και αδελφών μου λένε
όπου κι αν πας, τον κουβαλάς μαζί σου
Έσπασε το περίγραμμα της γίδας και του πετεινού
ενώ η βροχή ξεπλένει το αίμα
το νέο αίμα να προκόψει
καθώς ο Σεληνοσκόπος αναδύεται ανάμεσα
σε νέα σελήνη και πανσέληνο
Θα μιλήσουμε με νέα φωτιά και νέα ιστορία πριν
σκοτεινιάσει το φεγγάρι

Μπερμπίς, Γουιάνα, δεκαετία του ’80

 

ΘΥΣΙΑ

Για σένα αδελφή. Αδελφός Στέφ

διψώντας για νέα ελπίδα
ανασκαλίζω πολυκαιρισμένες στάχτες
και βλέπω εσένα. Αδελφή
φανερωμένη σε όραμα
μπράτσα γυμνά, πασαλειμμένα κιτρινόριζα
χέρια ματωμένα γδέρνουν κατσίκας τη δορά
τεντώνοντας το δέρμα της καρδιάς
αρχαίο τύμπανο βαρά για πάντα νέα ζωή
τρόπαιο νέας ημέρας
κι εγώ
να γράφω ρητορείες
όσο σαν δήμιος σηκώνω σπάθα τόσο σαν γίδι κλαίω
κάποτε σάρκα που ψάχνει πνεύμα
μα τώρα πνεύμα που ψάχνει σάρκα
στη γη των ζωντανών κρυφοκοιτάζω
όπως τεντώνεις το δέρμα της καρδιάς μου

Γουιάνα και Ουάσιγκτον DC, 1988

 

ΔΥΟ ΑΣΒΟΙ ΣΤΗ ΛΙΓΚΟΥΡΙΑ

faccia a faccia

Έκθαμβοι πάνω που στρίψαμε
τους είδαμε να γρηγορεύουν στο σκοτάδι
με κέφι να τραβούν το δρόμο τους
φορώντας γούνες και ουρές
Σταθήκαμε κι οι δυο αποσβολωμένοι
με τα δερμάτινα παλτά και μάλλινα σκουφιά μας
Μας κοίταξαν
και τους κοιτάξαμε
κι ύστερα δίχως λέξη
μας γύρισαν την πλάτη
κι εξαφανίστηκαν χωρίς ίχνος
αφήνοντας μας όρθιους
στο τελευταίο σκαλί
ν’ αποθαυμάζουμε!
Άραγε τί να ήθελαν;
Και μάλιστα εκεί, καταμεσής της σκάλας!

Τ’ άλλο βράδυ στο δείπνο
ντυμένοι με καλό σακάκι και γραβάτα
στην έπαυλη στα πεύκα
δηλώσαμε μέσα από δυο γουλιές κρασί:
Ήταν, που λέτε, δυο ασβοί
καταμεσής της σκάλας
Ήταν, που λέτε, δυο ασβοί!

Μπολιάσκο, Λιγκούρια, 2009

 

ΣΑΒΑΝΟ

Σύλφη της αναθύμησης μου
θησαυρός νιότης
αλγεινής θεϊκής
απλώνεις λινό σάβανο
με κατηφέδες σ’ έντονο κίτρινο
το πιο θεσπέσιο όλων των χρωμάτων
τυλίγοντας τη γη
λειμώνας για τους αφανέρωτους
πένθος ανθός αναχώρησης
με τη μεστή γεύση της κιτρινόριζας και
μια φευγαλέα σπίθα
ελιξίριο βλέμματος ιεροφάντη.

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Σταύρος Σταύρου Καραγιάννης

(Απόσπασμα)

H ανά χείρας πρώτη δίγλωσση έκδοση της δουλειάς του Στέφανου
Στεφανίδη, από αθηναϊκό εκδοτικό οίκο, αποτελεί ένα απολύτως απαραίτητο και καίριο εγχείρημα. Τα ποιήματα και η ποιητική του πρόζα έχουν συντείνει στον αναπροσδιορισμό των ορίων της Κύπρου ως συμβολικού χώρου, κι έχουν ενισχύσει την εμπειρία του τόπου ως προς τη γεωγραφική έννοια του βιωμένου φυσικού χώρου άλλα και ως σχήματος λόγου. Η γραφή του Στεφανίδη δεν περιορίζεται στο νησί που γεννήθηκε, μα αφορά μέρη και κουλτούρες που έχει βιώσει στα ταξίδια, τις επισκέψεις και τις διαμετακομίσεις του μέσα από εθνικά και νοητικά σύνορα. Η ποιητική του εμποτίζεται από κεκτημένες εμπειρίες και εντυπωσιακή ευρυμάθεια: καθηγητής Συγκριτικής Λογοτεχνίας, μελετητής της μεταποικιακής θεωρίας, πολύγλωσσος μεταφραστής, άλλα και εθνογράφος και ντοκουμενταρίστας. Οι λογοτεχνικοί του πειραματισμοί βρίσκουν έκφραση στα αγγλικά, τη γλώσσα πού έμαθε στα παιδικά του χρόνια, όταν μεταφυτεύτηκε από την Κύπρο στην
Αγγλία. Ήταν μια εξέλιξη στην οποία ο ποιητής δεν είχε καμία αυτενέργεια. Έτσι, μεγαλώνοντας στην αποικιακή μητρόπολη, ανακάλυψε στα αγγλικά, τη γλώσσα του εκτοπισμού του, μιαν ανοίκεια οικία. Η αμφιλεγόμενη σχέση του με τη γλώσσα γονιμοποίησε μια παρόρμηση δημιουργικής καταφυγής σε μια πληθώρα γλωσσών και κουλτουρών. Ως προς την ποιητική του, λοιπόν, ο Στεφανίδης ανήκει στην ίδια παράδοση συγγραφέων με τον Ντέρεκ Γουόλκοτ και τον Σαλμάν Ρούσντι, που διαπραγματεύονται μεταποικιακές πολιτικές γλωσσικής και πολιτισμικής ταυτότητας, εξερευνώντας παράλληλα γλώσσες και πολιτισμούς κι αποκαλύπτοντας φευγαλέες εικόνες μιας ρευστής ανοιχτοσύνης όπου η καθομιλούμενη παρόρμηση εκφράζεται σε γλώσσα
κοσμοπολιτική. Θεωρώ πώς ο Στεφανίδης πρέπει να γίνει κατανοητός
ως ποιητής στα διάκενα των γλωσσών, καθώς αυτός ο ίδιος ενσαρκώνει τη μεταφραστική διεργασία στις βαθύτερές της εκφάνσεις. Τα αγγλικά που γράφει επανεφευρίσκονται σε ιδιοσυγκρασιακή μορφή, μεταποιούνται, όπως θα έλεγε ο Ρούσντι, και αντανακλούν τη σύνθετη υποκειμενικότητα του ποιητή. Η ελληνική μετάφραση της Δέσποινας Πυρκεττή σε αύτη την έκδοση σηματοδοτεί μια σημαντική κατεύθυνση στην τροχιά που διαγράφει η ποίηση και η ποιητική του πρόζα.

 

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΡΙΑΣ

(Απόσπασμα)

Είναι τυλιγμένη σε μια αύρα η γραφή του Στέφανου, κάποτε ανάερη και ρευστή, κι άλλοτε πυκνή σαν συνωστισμένη μνήμη. Στα ποιήματά του μεταχειρίζεται συνειδητά πολύσημες λέξεις, παρηχήσεις,
εικονοποιία και επιλεκτική ομοιοκαταληξία για να ιστορήσει το χειροπιαστό αλλά κυρίως για να υπαινιχτεί το υπερκόσμιο, «πιο πέρα απ’ της ζωής τις βεβαιότητες». Στο γλωσσικό του σύμπαν αναδεύεται η σιβυλλική λαλιά των γιαγιάδων του με αναφορές σε στίχους του Γ.Χ. Ώντεν, του Γουόλκοτ, του Όβίδιου, του Καλντερόν — αλλά και του Καβάφη, υπόρρητα. Η κυπριακή διάλεκτος, η αγγλική ποίηση, το θέατρο του ισπανικού χρυσού αιώνα, καθώς και λέξεις αρχαιοελληνικές, τούρκικες, λατινικές, πορτογαλικές, σανσκριτικές, συνθέτουν ένα πολύτιμο κράμα εξωκειμενικών αναφορών που ως επί το πλείστον μεταγράφονται αμετάφραστες στα ελληνικά ως ελάχιστος φόρος τιμής στον πολυπολιτισμικό χείμαρρο που έχει εμποτίσει έναν
φερέοικο. Στα πεζά του, αν στον αφηγηματικό πυρήνα τοποθετείται
η ακούσια, άρα βίαιη, μεταφορά του από την Κύπρο στην Αγγλία
της δεκαετίας του ’60, η βασική διήγηση διανθίζεται από ένθετες
αφηγηματικές ακολουθίες που αψηφούν το χωροχρονικό συνεχές.

Δέσποινα Πυρκεττή

 

ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

ALEV ADIL*

Η ποίηση και η πρόζα του Στεφανίδη έχουν έναν εκπληκτικό τρόπο να διερευνούν την κίνηση ανάμεσα σε χρόνους της μνήμης, τόπους εξορίας και
μετανάστευσης, διαφορετικές γλώσσες και πολιτισμικά συγκείμενα. Ο άνεμος κάτω απ’ τα χείλη μου είναι μια συγκλονιστική συλλογή ποιημάτων
και ενθυμητικών θραυσμάτων που διατρέχει ηπείρους, μυθικές παραδόσεις
και μετααποικιακές ιστορίες… Ως ζωτική προσθήκη στον κανόνα της κυπριακής λογοτεχνίας, άλλα και ως αισθαντική προσωπική μαρτυρία, η γραφή του αποτελεί φάρο ευλύγιστης άντι-μνήμης. Ρητά προσωπική και υπόρρητα πολιτική, η πένα του είναι έμπλεη αγάπης και απώλειας.

*συγγραφέας καί κριτικός για τό TLS

 

ΑΝΤΡΙΑΝΑ ΙΕΡΟΔΙΑΚΟΝΟΥ*

Νησιώτικη, θαλασσινή, ονειρική, νοσταλγική, μαντική, πολύγλωσση άλλα
πάνω απ’ όλα Τρικωμίτικη — η ποίηση και η πρόζα του Στέφανου Στεφανίδη «του Τρικωμίτη» αποτελούν έναν ύμνο έρωτα για τον τόπο όπου
ξεκίνησε η ζωή του. Τα ταξίδια, οι περιπέτειες, οι διάφορες γλώσσες που
σημάδεψαν την ζωή αυτή, όλα οδηγούν αναπόφευκτοι πίσω στο Τρίκωμο της
Κύπρου, που ο Στέφανος χάνει και ξαναβρίσκει σ’ ένα δημιουργικό κύκλο
χωρίς τέλος.

*Κύπρια ποιήτρια και μυθιστοριογράφος

 

EDIE MEIDAV*

Ό Στεφανίδης είναι ένας από τούς σημαντικότερους συγγραφείς της Ανατολικής Μεσογείου, έτσι όπως ξεπροβάλλει μέσα από μια θάλασσα πλασμένη από διχόνοια κι αυθεντικότητα. Η ιστορία που υφαίνει είναι τόσο ζωηρή πού σπινθηρίζει: κάθε πρόταση είναι τρυφερή, ευφάνταστη και πολυστρωματική, ώστε να μας θυμίζει ότι η μεγαλύτερη ύβρις έγκειται στην πεποίθηση πως κάθε ιστορία δεν έχει παρά μία πηγή. Η φωνή του είναι η φωνή που οι αποικιοκράτες πρόγονοί μας θέλησαν να καταπνίξουν, μια φωνή που γίνεται τραγούδι γύρω από κάθε προσταγή για την υβριδικότητα, τη μυθοπλασία, τη χαρά και τον πόνο του να είσαι άνθρωπος. Ο άνεμος κάτω απ’ τα χείλη μου ανοίγει μια κρίσιμη πύλη στη ζωή της Κύπρου: ένας άντρας και μια χώρα ενηλικιώνονται: τόσο το καλύτερο για τον αναγνώστη.

*συγγραφέας των βιβλίων Lola, California καί Kingdom of the Young

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΤΣΟΡΟΥ

21727969_893724067441992_6857658424074629848_n

Η Παναγιώτα Τσορού γεννήθηκε στην Αθήνα. Αποφοίτησε από την Ελληνογαλλική Σχολή «Άγιος Ιωσήφ». Σπούδασε Γαλλική Λογοτεχνία στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθήνας (IFA). Παρακολούθησε μαθήματα Δημιουργικής Γραφής στο ΕΚΠΑ.
Συνεχίζει τις σπουδές της στο τμήμα Νεοελληνικών σπουδών του Γαλλικού Πανεπιστημίου Paul Valery του Μontpellier 3.
Ασχολείται με την μετάφραση λογοτεχνικών κειμένων και ποίησης στη γαλλική γλώσσα. Μεταφράσεις της έχουν εκδοθεί σε Γαλλο-Ελληνική Ανθολογία Κυπριακής Ποίησης, όπου μετέφρασε ποιήματα πέντε ποιητών, από τον γαλλικό εκδοτικό οίκο Editions Variations τo 2016.
Συμμετείχε στον συλλογικό τόμο των εκδόσεων Εντύποις «Ποιητικές συμπλεύσεις 2- Δείπνο ποιητών» (2018).
Το 2017 με τίτλο «Αχαρτογράφητα» δημοσιοποιήθηκε ως ψηφιακό βιβλίο η ποιητική συλλογή χαϊκού από τις εκδόσεις 24 γράμματα. Η ποιητική συλλογή «Του έρωτα και του κόσμου» είναι το δεύτερο βιβλίο της. Ποιήματα αυτής της ποιητικής συλλογής πήραν Έπαινο στον 2ο Πανελλήνιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό Πνευματικοί Ορίζοντες Λεμεσού, 2017-2018. Είναι μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών.

 

ΒΙΒΛΙΟ

 

ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ (2018)
101 χαϊκού ποιήματα

 

ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

1. Κίτρινα φύλλα,
ξεχασμένα «σ’αγαπώ»
πεσμένα στη γη.

2. Ποτάμι ζωής,
πιο δυνατή η αγάπη
κι απ’ το θάνατο.

10. Να ‘μουν αηδόνι
τον ήχο μου να νιώθεις
να σε μεθάει.

15. Να ’σουν ποταμός
στην όχθη σου να γείρω
δροσιά να χαρώ.

27. Χρησμό έρωτα
πρόσφερες μαργαρίτα
και γυμνώθηκες.

31. Μια μαργαρίτα
μαδά τα πέταλά της
αγάπη να βρει.

 

ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ

40. Πλοία σκουριάζουν
σ’ ακρογιάλια που ήλιος
δεν χάιδεψε.

43. Σαν ωκεανός
τα φιλιά σου στο κορμί
με ταξιδεύουν.

45. Γράψαμε όρκους
στην άμμο, η θάλασσα
τους πήρε βαθιά.

49. Τον βράχο γλύφει
αέναα το κύμα
και τον στολίζει.

 

ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ

54. Στ’ ακροθαλάσσι
ασέληνη η νύχτα
παραπονιέται.

56. Μου λες σ’ αγαπώ
και το σύμπαν γεμίζει
αστρόσκονης φως.

66. Ηλιοφώτιστη
μέρα Μαγιού σκορπίζεις
μύρια χρώματα.

69. Χρυσά φεγγάρια
στου ουρανού την άκρη,
χαμογελαστά.

 

ΤΗΣ ΖΩΗΣ

75. Άνυδρη ζωή
της μοναξιάς ρημάδι,
θες λίγ’ αγάπη;

79. Στεγνή ψυχή μου
έφυγες στα σκοτάδια.
Τώρα φως ζητάς.

86. Της ζωής πληγές
γιατρεύει η αγκάλη σου
καταφυγή μου.

93. Η μοναξιά μου
η ασίγαστη φλόγα
που σε καρτερά.

95. Σ’ αποχαιρετώ.
Θα σε δω στα όνειρα
ξανά και ξανά.

 

ΜΕΤΑΦΡΑΣΜΕΝΑ

98. Pris d’ amour
tu danses, oh! cyclamen
dans la fissure d’une roche.

101. Nos corps se battent
comme deux chars
l’Amour 1 emporte.

Σημείωση: Η Παναγιώτα Τσορού έχει μεταφράσει
στα γαλλικά πολλά από τα χαϊκού της

 

 

Για τη Παναγιώτα Τσορού γράφουν:

 

ΓΙΟΛΑ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ – ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Στίχοι με μαγεία

101 Χαϊκού Ποιήματα απαρτίζουν την καινούργια ποιητική συλλογή της Παναγιώτας Τσορού, μία εξαιρετική από κάθε άποψη Συλλογή που τιτλοφορείται «ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ».
Ο λόγος της Παναγιώτας Τσορού, βαθυστόχαστος και συνάμα τρυφερός, ρέει γλαφυρός και καταδεικνύει, από την πρώτη μέχρι και την τελευταία σύνθεση,
τη δεινότητα της συγγραφέως στην έκφραση τόσο των σκέψεων όσο και των συναισθημάτων της. Ένας λόγος που, διαβάζοντάς τον, έχεις την αίσθηση πως ακούς τους μαγικούς ήχους των κρυστάλλινων νερών μιας αμόλυντης πηγής ή μια ονειρική μελωδία που σε ταξιδεύει στους ανέφελους ουρανούς τού απόλυτου κάλλους.
Η ποιήτρια ζωγραφίζει με τον πολύχρωμο χρωστήρα τής ξεχωριστής της γραφής συναισθήματα της ανθρώπινης ψυχής, υμνώντας κατεξοχήν τον Έρωτα. Κι ο Έρωτας συνδέεται τόσο αρμονικά, μέσα στους περισσότερους στίχους, με τη φύση: τον ήλιο, το φεγγάρι, τα αστέρια, τη θάλασσα, τα λουλούδια, τους καρπούς, τα πουλιά…

Άπλετος ήλιος
το κορμί σου τρύγησε
χλωμή σελήνη.

Ήρθες απόψε
και τ’ αστέρια στήσανε
ξέφρενο χορό.

Σε βραχου σχισμή
ανθίζεις κυκλάμινο
από έρωτα.

Ρώγες σταφυλιού
οι νύχτες του Αύγουστου,
μελιστάλακτες

Πόσο, στ’ αλήθεια, ομορφαίνουν τον Κόσμο και τον Έρωτα οι αδαμάντινοι στίχοι της Παναγιώτας Τσορού! Στίχοι – άστρα που προστίθενται στον απέραντο, έναστρο ουρανό της Σύγχρονης Ελληνικής Ποίησης και τον φωτίζουν υε ακόμη περισσότερη μαγεία.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Όμορφος κόσμος

Τι μπορεί να χωρέσει μέσα σε τρεις στίχους;
Τι μπορεί να χωρέσει μέσα σε δεκαεπτά συλλαβές;
«Ο κόσμος όλος μέσα από τα δικά μου μάτια», μοιάζει να λέει η ποιήτρια Παναγιώτα Τσορού.
Και να, ήλιοι καλοκαιρινοί, χρυσά φεγγάρια, θάλασσες, καράβια, κοράλλια και βράχια!
Και να, δάση, λιβάδια, κυκλάμινα και πεταλούδες! Κι όλα να κυλούν, να ταξιδεύουν, μέσα στο γλυκό κι ήρεμο φως της αγάπης, με τόση ευαισθησία κι αρμονία…
Φίλη ποιήτρια, είναι πολύ όμορφος ο κόσμος σου! Είναι όμορφη η ζωή όταν την αντικρίζει κανείς με τόση αγάπη!

1 σχόλιο

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΛΕΥΚΙΟΣ ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ

ΛΕΥΚΙΟΣ ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ

 

Ο Λεύκιος Ζαφειρίου γεννήθηκε το Νοέμβριο του 1948 στη Λάρνακα. Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Τα τελευταία χρόνια διδάσκει στο Εσπερινό Γυμνάσιο Λευκωσίας. Εξέδωσε τις ποιητικές συλλογές «Ποιήματα» (1975, 1977), «Σχεδόν μηδίζοντες» (1977), «Απομαγνητοφώνηση» (1978), «Ο μιγάδας άγγελος» (1980), το πεζογράφημα «Οι συμμορίτες» (1983) και τη μελέτη «Η νεότερη Κυπριακή Λογοτεχνία: γραμματολογικό σχεδίασμα» (1991). Επιμελήθηκε την «Ανθολογία σύγχρονης κυπριακής ποίησης» (Αθήνα 1985). Ποιήματα, κείμενα και μελέτες για τη λογοτεχνία δημοσίευσε σε πολλά περιοδικά, συλλογικές εκδόσεις, πρακτικά συνεδρίων. Μετείχε στην έκδοση του λογοτεχνικού περιοδικού «Σημείο» (Λευκωσία 1992-1999), καθώς και στην έκδοση των λογοτεχνικών περιοδικών «Ακτή» και «Ύλαντρον».

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ:
Ποιήματα (Κούρος, 1975, 1977)
Σχεδόν μηδίζοντες (ποιήματα, Τα τετράδια του Ρήγα, 1977, 1981)
Απομαγνητοφώνηση (ποιήματα, 1978)
Ο μιγάδας άγγελος (ποιήματα, 1980)
Η θλίψη τον απογεύματος (ποιήματα, Μεταίχμιο, 2007)
Ποιήματα 1965-2010 (Γαβριηλίδης, 2011)
Οι συμμορίτες (νουβέλα, 1983, β’ έκδοση, Γαβριηλίδης, 2009)
Η νεότερη κυπριακή λογοτεχνία. Γραμματολογικό σχεδίασμα (μελέτη, 1991)
Ανδρέας Κάλβος, Ελπίς πατρίδος (ΟΕΛΜΕΚ – ΣΕΚΦ, Λευκωσία 2004)
Ο βίος και το έργο του Ανδρέα Κάλβου (1792-1869) (μελέτη, Μεταίχμιο, 2006)
Χρονολόγιο Διονυσίου Σολωμού (ΣΕΚΦ, Λευκωσία, 2007, 2008)
Κυπριακό Χρονολόγιο (10.000 π.Χ.-2008 μ. Χ.) (ΓΤΠ, Λευκωσία, 2008)
Μ ευλάβεια και με λύπη (Εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2013)

 

 

ΠΟΙΗΜΑΤΑ (1975)

 

Η ΠΟΙΗΣΗ

Η ποίηση είναι ένας κήπος
γεμάτος πουλιά,
τραγουδάει τον έρωτα
τον Μιχάλη την Άννα.
Η ποίηση είναι το σπίτι
που χωράει μέσα όλο τον κόσμο.

Μα όταν η ελευθερία χάνεται
η ποίηση γίνεται
σπαθί και ντουφέκι.

 

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ

Ξερίζωσε από μέσα μου όλες τις λέξεις
δώσε τους μια όποια σημασία
κι ύστερα προσπάθησε να τις βάλεις πάλι
με μια δική σου τάξη μέσα μου.

Ωστόσο εγώ θα επιμένω να λέω
την ελευθερία ελευθερία
τον φόνο φόνο
την ενοχή ενοχή
μ’ ένα πείσμα τρελού που σκαλίζει
στον τοίχο τ όνομά του
με τα νύχια.

 

ΕΛΛΑΔΑ 1973

του Τάσου

Μεσίστιες σημαίες στα μπαλκόνια
απέραντη βουή στους δρόμους
σταματημένη. Κι η Ελλάδα
τουριστικό κέντρο,
κέντρο μετακομιστικού εμπορίου
και διερχομένων μεγιστάνων.
Μπορντέλα στη Σοφοκλέους, πάροδος Αθηνάς

Κι ο Μακρυγιάννης
με τ’ Απομνημονεύματα στο χέρι
ποιος τον ξέρει

 

1974 Μ.X.

Δίκτυον αποχετεύσεως
Ακροπόλεως Μυκηνών –
Εγώ αποχετεύομαι
εγώ συνθλίβομαι στους υπονόμους,
τα χέρια μου οι κυβωτιόσχημοι λίθοι
ένα συμπαγές σώμα
αιωρούμαι πάνω απ’ τους προμαχώνες,
οι αγωγοί με παρασύρουν
επί των επάλξεων οι οφθαλμοί μου
εξορυγμένοι
επιθεωρούν τους πήλινους σωλήνας,
αναστραμμένα Π
φρεάτια ακάλυπτοι αύλακες
όλα με παρασύρουν
κι εκβάλλω χίλια κομμάτια
λοξώς κάτω απ’ το βόρειο τείχος.
Δίκτυον αποχετεύσεως
Μυκηνών
ακροπόλεως
ζωή μου! ζωή μου!
που τόσο σε ξέφτυσαν
στις φυλακές
στα γήπεδα
ζωή μου! ζωή μου!
αποχετεύομαι κι εκβάλλω
βορείως!
νοτίως!
απ’ όλες τις μπάντες
τούτης της πολιτείας.

Συγχυσμένος συνθλίβομαι
μεταξύ αποχετευτικού συστήματος
Αθηνών – Μυκηνών.

 

ΝΕΦΕΛΗ

I

Ήσουν ένας άνθρωπος χωρίς ιστορία
δεν πήρες μέρος σε καμιά εκστρατεία,
σε καμιάς μάχης τα πυρά
δεν διασταυρώθηκε η ύπαρξή σου
για να ’χεις τίτλους μεταθανάτιους
να φτάνουν συγχαρητήρια τηλεγραφήματα
στην παλιά σου διεύθυνση —
αλήθεια γιατί αλλάζεις συνέχεια
διευθύνσεις και δημιουργείς
ένα μυστήριο γύρω απ’ το πρόσωπό σου –
το πρόσωπό σου δεν υπήρξε
δεν είχε ποτέ μια κάποια μορφή
που να δικαιολογούσε την ύπαρξή σου.

II

Επιστρέφω κάποτε στους δικούς σου τόπους
γιατί έχουν πείσμα
τα λόγια σου που δεν ειπώθηκαν
κι οι σκέψεις σου που δεν πρόλαβες
να γράψεις.

 

IN MEMORIAM

Σου στέλνω χρόνια τώρα
το ίδιο γράμμα στη γνωστή πάντα διεύθυνση
κλειστό σ’ αμόλυντο φάκελο,
που δεν το ‘γγιξαν τα χέρια του λογοκριτή
δεν το βεβήλωσαν τα μάτια του ανακριτή
και πάντα το λαβαίνω πίσω
στη δική μου διεύθυνση,
σα να ’κλεισαν τις σάκες τους
οι ταχυδρόμοι του κόσμου
και τέλειωσαν τη διανομή.

 

ΛΕΩ ΝΑ ΚΛΕΙΣΩ

Λέω να κλείσω
μια για πάντα
την Ποιητική μου Ανθολογία –
δώρο μακρινό της εφηβείας, ν
α μη γράψω πια άλλα ποιήματα
και τέλος να δώσω
σ’ αυτή την ιστορία.
Μα πάλι εσένα σκέφτομαι μάνα,
που τριαντατριών χρόνων
αποδήμησες –
Μάρτης μήνας ήτανε
του χίλια εννιακόσια πενήντα εφτά.

 

ΕΔΩ ΠΟΥ ΦΤΙΑΧΝΑΜΕ

Εδώ που φτιάχναμε τους χαρταετούς
και παίζαμε κρυφτούλι
Εδώ που ακινητούν τα δυο κομμένα χέρια
αναζητώντας τον επίμονο άνεμο
το πνιγμένο περπάτημα του μικρού παιδιού.
Εδώ που τελειώνουν τα ταξίδια των καραβιών
πάνω στη λευκή άμμο της αποδημίας
των νεκρών με το μαντήλι της άνοιξης.
Εδώ που θρυμμάτισε τα όνειρά της
η απουσία των ανθρώπων,
θα έρθει η ώρα της αναχώρησης.

 

ΣΤΟΝ ΣΙΕΡΚΕΤ

Σε σκοτώσαν
σου βγάλαν τα μάτια
σου δέσαν τα χέρια,
ύστερα σε πετάξαν στο ποτάμι
στη θάλασσα, στη λάβα του ηφαιστείου
χωρίς να ενδώσεις
χωρίς να φοβηθείς.

Σε κατατεμάχισαν
κομμάτι κομμάτι
κι ακόμα αντιστέκεσαι
κι ακόμα επιμένεις.

 

Ο ΕΝΟΧΟΣ

Κάπνισε και το τελευταίο τσιγάρο.
Ύστερα κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Τα
ον παρακολουθούσαν
δυο μάτια θρυμματισμένα
σαν κάδρο στο δάπεδο.

Σάστισε… Έπαιξε τα ματόκλαδά του…
Άνοιξε την πόρτα
και χάθηκε όπως το ποντίκι
στο τρίξιμο της κάσας.

 

ΣΧΕΔΟΝ ΜΗΔΙΖΟΝΤΕΣ (1977)

 

15.7.1974

Οι νεκροί βρομούσαν από ’να
μίλι μακριά, ήταν ανελέητο
το τελευταίο καλοκαίρι –
τρυπούσε τους ίσκιους των δέντρων
τις στέγες των σπιτιών.
Φριχτό καλοκαίρι για τους ανθρώπους
μπάσαν τους νεκρούς απ’ την πίσω
πόρτα στον Άη Γιάννη,
δεν τους χωρούσαν, λέει, τα φέρετρα.
Κι ο πιτσιρικάς —πήχτρα το αίμα
στα ρούχα του- άνοιγε λάκκους,
τον χτυπούσε ο ήλιος ανελέητα
στους κροτάφους στη μνήμη
βαθιά ως το μέλλον.

Τον ήξερες αλλιώτικα
τον κυπριώτικο ήλιο
θεία Μαρίνα την αυγή
με τα περιστέρια στους ώμους.

 

ΛΕΥΚΩΣΙΑ

Λευκωσία!
ο Μακρύδρομος δεν βγάζει
πια πουθενά
πίσω απ’ τις βιτρίνες των μαγαζιών σου
αιωρούνται πύργοι σιωπής.
Δεν σε παίρνει ο ύπνος
κι όπως γυρίζεις απ’ την άλλη μεριά
για να κοιμηθείς
ακουμπάει το πρόσωπο σου
το πρόσωπο της προδοσίας.
Λευκωσία! Λευκωσία!
είναι φοβερό, το ξέρουμε
που τρέμεις απ’ την ανάμνηση αυτή
γιατί τρυπάει τα κόκαλα τα νεύρα.

 

Ο ΠΕΝΤΑΔΑΚΤΥΛΟΣ

0 Πενταδάκτυλος αναπνέει
στον δικό μου ρυθμό
έγινε ένα με τους δικούς μου παλμούς
ανακατεύτηκε μέσα μου
και δεν μπορείς να ξεχωρίσεις
τον Πενταδάκτυλο απ’ τον εαυτό μου
τον εαυτό μου απ’ τον Πενταδάκτυλο
το αίμα του απ’ το δικό μου.
Κι έτσι συμπορευόμαστε συνυπάρχουμε:
ο Πενταδάκτυλος το βουνό
κι εγώ ο άνθρωπος.

 

ΚΥΠΡΙΩΤΙΚΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

Του Λευτέρη Πούλιου
για την κυπριακή φεγγοβολιά

Φεγγάρι που αρμενίζεις στο γαλάζιο
φεγγάρι παράξενο κι αστραφτερό
ουράνια γεννήτρια ηλεκτρικού ρεύματος
στη μέση τ’ απομεσήμερου
ταξιδεύουν μαζί σου
μπασταρδεμένα όνειρα
και σκέψεις με δεκανίκια.
Φεγγάρι που είδες το φονικό
και κρύφτηκες πίσω από ‘να σύννεφο
φεγγάρι κυπριώτικο
ματωμένο κι αλλόκοτο
της μνήμης και της οργής
φεγγάρι κρυφό
σταματημένο στη μέση της νύχτας
πυρπολημένο απομακρυνόμενο
σαν οπτασία και σύννεφο.

14.3.1976

 

ΣΧΕΔΟΝ ΜΗΔΙΖΟΝΤΕΣ

Στον Δώρο Λοΐζου

Κραυγή του Δώρου
κραυγή της πατρίδας
περιτυλιγμένη το χρέος
την οργή περιτυλιγμένη
αρχίσαμε να μπασταρδεύουμε
το νόημά σου.
Κι εκφυλιζόμαστε υποχωρούμε…
Ένοχοι σχεδόν μηδίζοντες
ζεσταινόμαστε πλάι σε μια ηλεκτρική θερμάστρα.

 

ΝΕΚΡΟΣ ΚΥΠΡΙΟΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΑΦΟ

Εγώ δεν σας ζήτησα
μια τέτοια διευθέτηση
κι ούτε ποτέ σας έκανα
λόγο για κάτι παρόμοιο.
Επιτέλους
ποιος σας έδωσε το δικαίωμα
να ποζάρετε ξεδιάντροπα
σε φωτογραφίες καθόλου δικές σας
να διαπραγματεύεστε τα δικά μας
σπίτια σα να ’ταν δικά σας
κερνώντας κονιάκ ο ένας τον άλλο
ο κλέφτης τον φονιά
ο ρουφιάνος τον πάτρωνα.
Κι εγώ να ουρλιάζω
επιμένοντας να κρατιέμαι από μια πέτρα
ξερνώντας οργή και μίσος μαζί
κάλπικα νομίσματα στην πιο κρίσιμη
συναλλαγή.

 

ΚΥΠΡΟΣ 1977

Η Κύπρος
λαχανιασμένη πνοή
κάτω απ’ το νυστέρι
του πιο σιχαμερού χειρουργείου
κι ο λαός της εκτεθειμένος
στο λεπίδι των τραστ.
Υπερπόντιοι στόλοι
βολτάρουν στη θάλασσα
κι ο Πενταδάκτυλος
μ’ ένα στραβό σκουφί σύννεφο
κατεβαίνει ξεθεωμένος τις νύχτες
στους δρόμους της Λευκωσίας.

Φτάνει πια μασημένες κουβέντες
ρουφιανιές και τα τέτοια.

 

Ο ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟΣ

Παραφυλάς στο πρώτο καντούνι
και βγαίνεις μαζί μας τις νύχτες
με μια γόπα στα χείλη.
Στριμώχνεσαι σ’ ένα τραπεζάκι
οι άλλοι μιλούν
δεν έχει σημασία
που δεν σε προσέχουν.
Ύστερα σηκώνεσαι και φεύγεις
αφήνεις επίτηδες τη γόπα
στο τραπεζάκι, στα χείλη σου
μπερδεύεται κάτι.
Εσύ δεν χαμογελάς
προσπαθείς να αρθρώσεις
μια λέξη
που να μη συνθλίβεται
από οδοστρωτήρες κι ερπύστριες.

 

ΠΑΡΑΝΟΜΗ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΗ
ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ

Η σύναξη έγινε τελείως αντικανονικά:
ο Μακρυγιάννης μπάρκαρε
απ’ τη Μακρόνησο (μισότρελοι σύντροφοι
με λειψά αφτιά κουτσαίνοντας του σφύριξαν
να προσέχει απ’ τα μεγάλα τρωκτικά)’
ο Χικμέτ ξεκίνησε
από τα λαϊκά προάστια
της Κωνσταντινούπολης (εργάτες πεινασμένοι
στους δρόμους διοχέτευαν την οργή τους
στην ποίησή του – αρκαντάς βάστα
γερά του φώναζαν κι έδειχναν
τον Πενταδάκτυλο με τον δείκτη
του χεριού τους)’
ο Ρήγας πέρασε
μέσα από ένα προπέτασμα καπνού
και βρέθηκε στη μέση της πλατείας
βρεγμένος ως το κόκαλο
με το λουρί περασμένο στον λαιμό
απαγγέλλοντας με στραγγαλισμένη φωνή
στίχους του νεότερου Ναζίμ.

25.3.1977

 

Η ΜΑΝΑ ΜΟΥ ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ

Έτσι καθώς ξεπηδούν
στις πλαγιές μια μια
οι άσπρες σημαδούρες της άνοιξης
η σεπτή σου μορφή
προβάλλει
περιχυμένη φως ιλαρό,
προτομή με δυο δάκρυα
πεταλούδας στα μάτια
απ’ τα δακρυγόνα
του χρόνου.

Μάρτης 1977

 

ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΣΗ (1978)

 

ΧΩΡΙΣ ΑΝΑΠΝΟΗ

Πέρασα μέσα από μια κόλαση φωτιάς
τα μετρό δεν έχουν φτάσει στη χώρα μου
κι έτσι μου είναι δύσκολο
να τραγουδώ χωρίς λόγο
κάποιος μέσα μου αποπατεί
ανθοδέσμες μουσικές προκαλεί
μιαν έκρηξη γέλιου
κι ύστερα φεύγει.
Αυτοί που έχτισαν τους καταυλισμούς
αποκοιμήθηκαν μέσα μου
τους κουβαλώ κάθε μέρα στη δουλειά
στον ύπνο στους απογευματινούς περιπάτους
στα εγκαίνια των εκθέσεων
στα σινεμά στις υπουργικές
εγκυκλίους στις συνεδριάσεις της βουλής
στις στήλες των εφημερίδων.
Αυτοί που έχτισαν τους καταυλισμούς
απομαγνητοφώνησαν και τη φωνή μου
τεμαχίζουν τα λόγια μου
κομμάτι κομμάτι μ’ αποσυνθέτουν
προσπαθώντας να πλαστογραφήσουν
και τα δαχτυλικά μου αποτυπώματα ακόμη

 

ΜΝΗΜΗ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟΥ

Τέσσερα χρόνια Αλέξαντρε Σπαρτίδη
το αίμα σου ανεξάντλητο στα οδοφράγματα
το κουβαλούν τις νύχτες
μέσα σε σύριγγες στα εργαστήρια
για ανάλυση —
μετά τη διάγνωση πετιούνται ρήτορες
και σε αναλύουν
παραμορφώνοντας το ανεξάντλητο της θυσίας σου
το ανεξάντλητο της ελευθερίας μας.

19.11.1977

 

ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΟΣ ΟΔΗΓΟΣ ΚΥΠΡΟΥ

Γαλάζια θάλασσα
πεδιάδες βουνά
κυπαρίσσια και πεύκα
φυλάκια και πάλε φυλάκια
πολυβολεία ως την άκρη της μνήμης
παραμορφωμένα όνειρα παιδιών
και βόμβες ναπάλμ
πανάθλια ραντάρ που υψώνονται
απειλητικά
παραδεισένιες πλαζ
και πολυτελή ξενοδοχεία.

Το βράδυ μεταφέρουν
τους τουρίστες με πούλμαν
απ’ το Κούριο ή την Αγγελόκτιστη
βιαστικά στο αεροδρόμιο
επιβιβάζονται
αποβιβάζονται
με προβολείς ή χωρίς προβολείς
τρέχουν να προλάβουν
τη ζωή τον θάνατο.

«Θα ξανάρθουμε» ή «very nice place».

 

ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΤΗ ΛΑΡΝΑΚΑ

Ήσουν κάποτε αρχέγονη
ασίκισα
με τις συμμορίες των παιδιών
απ’ τις φτωχογειτονιές.
Έχεις γίνει αγνώριστη
Λάρνακα
με τους κοριτσίστικους φιόγκους
των αστών στα μαλλιά σου –
η Ευτυχία βγήκε στο σφυρί,
παιδάκια τρέχαμε με την καλπάζουσα
μουσική του φλοίσβου των κυμάτων
κι οι Φοινικούδες παράστεκαν
στην απλωσιά του πόντου –
τώρα μπασταρδεμένη
γυρεύεις άγκιστρα ν’ αρπαχτείς,
μπούχτισες από την καθημερινή τρυφή
μακιγιαρισμένων κομπάρσων
φοβάσαι μη και σου τύχει
γάγγραινα κακό συναπάντημα.
Θυμάσαι τότε
που με ξύλινα σπαθιά
παίζαμε τον Έκτορα
και τον Αχιλλέα –
η Σαλιμέ είχε μια καλοσύνη
απίθανα τρυφερή,
τώρα ποιος ξέρει
πού να βρίσκεται,
η παιδική της αφέλεια
δεν μπορούσε να καταλάβει
σκοτωμούς Τούρκων και Ρωμιών,
είχε ένα χρώμα μελαχρινό
το πρόσωπό της.
Σκάλα ελπίζω σε σένα
και τον λαό σου,
ο τουρκομαχαλάς είναι μαχαίρι
στη μνήμη μου —
η Λαϊκκά πριν δεχτεί
τον τελευταίο πελάτη
κοίταξε κατά τη θάλασσα
και τον μιναρέ,
δάκρυα πιρούνιαζαν τα μάγουλά της
δεν άντεχε να βλέπει φονικά

το σπίτι της έγινε πολυβολείο
φυλάκιο Λαϊκκάς!
φυλάκιο Λαϊκκάς!
στη Λάρνακα
πόλη της Κύπρου
νησιού της Μεσόγειος.

 

ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ

Τρέχω πάνω απ’ τα κύματα
σύννεφο γλάρος και μπόιγκ
η θάλασσα μέσα μου γαλάζια
μουσική συμφωνία
κυλάει στις φλέβες μου
πλεούμενα κορνάρουν
και μαζούτ ρίχνονται
μέσα της μέσα μου
χωρίς σειρήνες και μέδουσες
η θάλασσα νάιλον πυρπολημένη
ανάμνηση κι ο Οδυσσέας
να βγάζει το παντελόνι του
και να πέφτει με μαγιό
τελευταίας μόδας στο κύμα.

 

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΕ ΤΙΣ ΛΕΥΚΕΣ

Στο πίσω μέρος το ποτάμι
μαζί του κατέβαιναν
μικροί σκελετοί
επίδεσμοι σπασμένα κάδρα
της μητέρας και σαρείδια
που στοιβάζονταν σ’ ένα τούνελ
αέρινο – μέσα πετούσαν
βολβούς μουσικές ξεχασμένες
παλιά βιβλιάρια καταθέσεων
τσαλακωμένα απ’ την άσκοπη χρήση
τόσων χρόνων —

Ύστερα ανοίγουν τα παράθυρα
χορεύουν τα πράγματα στο φως
κι οι νέες γυναίκες απλώνουν
τα χέρια τους σε πουλιά
καθισμένα στις λεύκες
μια αδιόρατη κίνηση
σχεδόν καλπάζουσα μέσα στον χρόνο.

 

ΑΝΑΜΝΗΣΗ

«Μάνα!» φώναξα
κι ευθύς ακούστηκε μέσα μου υπόκωφα
εκείνος ο ήχος απ’ το φιτίλι της λάμπας
στο κομοδίνο επάνω’
και το πρόσωπό της (από τη μια μεριά
φωτισμένο) έδειχνε
τις καταιγίδες που την τσάκισαν.

 

ΝΕΦΕΛΗ

Ποια μπόρα σ’ έχει ρίξει
μέσα μου
και χρόνο με τον χρόνο ριζώνεις
πιο βαθιά στην κάθε μου ίνα
στο κάθε αιμοσφαίριο μου-
τραγούδι δαιμονισμένο
ανάγλυφη πληγή η αφή σου
στροβιλιζόμενη σκέψη
επίμονα με καθηλώνει,
το πείσμα σου
κάθετος βράχος
που ρίχνεται μέσα στη θάλασσα
τα μάτια σου σε διαστολή
κάτω από κραδασμούς ηλεκτροσόκ
ενεδρεύουν αδυσώπητα
και θλιμμένα το σκοτάδι*
προσποιούμαι τον ανήξερο
ένας αδαής σαλτιμπάγκος
κι η διεισδυτικότητά σου
με ξαφνιάζει –
ουρλιάζω στην ανυποψίαστη αίσθηση
της απουσίας σου,
κάτω από αψίδες μιας άχρονης
ελευθερίας μετακινείσαι και
μετατοπίζεσαι μέσα μου κορίτσι
κάτω απ’ τις λεύκες αυλής
ερειπωμένου σπιτιού μεταλλάσσοντας
το σκοτάδι, σε φως
την οδύνη σε τραγούδι
κρατώντας τα χρόνια της εφηβείας σου
κάτω απ’ το χώμα
σε λήκυθο υπόγεια
να τρέχει το αίμα σου
στις φλέβες μου μέσα.

 

ΣΤΙΧΟΙ

Μπαίνει στην πόλη με το βράδυ
ο Γρηγόρης Αυξεντίου κραδαίνοντας
φραγγέλιο –
τα τζουκ μποξ της Ρηγαίνης
σχεδόν εκμηδενίζουν την τρεμάμενη φωνή του’
έρημη κι η Πλατεία Ελευθερίας
την σκίζει κάποιο κορνάρισμα αυτοκινήτου
ή κυκλικές εγκαταστάσεις μεγαφώνων
και φωτεινές ρεκλάμες καλλυντικών.

 

Ο ΜΙΓΑΔΑΣ ΑΓΓΕΛΟΣ (1980)

 

ΠΟΙΗΜΑ

Στον Κώστα Βασιλείου

Ασθμαίνοντας πορεύεται το ποίημα
κι οι λέξεις δύσκολα μπαίνουν
στον στίχο
παιδιά που συλλαβίζουν
ή τρέχουν στην αυλή
μην ξέροντας από πού να πας
κοντά τους
Το ποίημα αποτυπώνει
τη μέσα μας ζωή πολύ δύσκολα
το φτάνεις
Όπως σε νύχτα μακελειού
οχυρώνεσαι πίσω απ’ τον θάνατο των άλλων
έτσι και το ποίημα εκτεθειμένο
πριν από μας
κερδίζει τις λέξεις.

 

ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΟΝΕΙΡΕΥΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΑΥΛΗ
ΤΟΥ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ

Κατρακυλάει το φεγγάρι
ασημένια βήματα
στις σκάλες τ’ ουρανού
πριν τα μεσάνυχτα —

κάποιος άναψε το πολύφωτο
στο βάθος του ορίζοντα
ή ένα χέρι αόρατο με πινέλο
ασήμωσε τα δέντρα
στην αυλή του σχολείου’

και τα παιδιά κοιμούνται

στον ύπνο τους ένας χαρταετός
όλη τη νύχτα σκαρφάλωνε
στην ταράτσα της απέναντι πολυκατοικίας.

31.5.1979

 

ΚΥΠΡΙΩΤΙΚΟ A’

Είσαι μέσα μου
τρυφερό κλωνάρι
ραγισμένο γυαλί
που κινδυνεύει να θρυμματιστεί
λευκό γιασεμί στο σκοτάδι
τραγούδι γαλάζιο και πράσινο
σε δίσκο χωρίς στροφές
στο γραμμόφωνο του τρόμου-
είσαι μέσα μου
χωραφάκι που
τ’ ανοίγουν τα σπλάχνα κομπρεσέρ
το παραγεμίζουν μπετόν και ραντάρ –
ύστερα ανεβαίνουν στο δέρμα σου
μεταλλικά πτηνά της τεχνολογίας
σκύβεις το κεφάλι
όπως ελάφι λαβωμένο
κάτω απ’ το φως του ήλιου
κι όλο μακραίνει η εκατόφυλλη άνοιξη
νησί μου.

 

ΣΕ ΧΩΡΟ ΑΝΩΝΥΜΟ

Κατοικώ σ’ ένα χώρο
που δεν με ξέρει
σε υπόγειες στοές περιφέρουν
τη μνήμη μου
κατεβαίνω με ασανσέρ στα σκοτεινά
ουράνια αεροδρόμια της ψυχής μου
λεπτεπίλεπτοι φορείς της εξουσίας
χειρουργούν τα αισθήματά μου
πάνω σε τραπέζι ανατομικό
με μια λάμπα θυέλλης –

αίφνης ένας άγγελος δακρυσμένος
ταριχεύει τη μνήμη μου.
Αποπνέω καπνιά και ξερατό
σε χώρο ανώνυμο.

 

ΕΡΩΤΙΚΟ Α’

Είσαι βασιλικός
αποκλεισμένος χειμώνα
στη γλάστρα της νύχτας
στο πλάι μου καπνίζεις
δευτερόλεπτα και το πρόσωπο σου
μια γεωγραφία ερωτική’
τα μάτια σου λεηλατημένα από φως
και τα χείλη σου ελαφιού βηματισμός
στην απλωσιά του κορμιού σου.
Έχω χάρτες σε μπαούλα του χρόνου
ξεχασμένος μαζί σου να διαβάσω
σε ταξίδια ν’ ανοιχτώ μαζί σου
έτσι π αφήνομαι σε περιδιάβαση
μουσική σε όστρακο μέσα
στους γοφούς στην κοιλιά και στο στήθος

Το κορμί σου γυμνό ταξιδεύει
στον χρόνο.

 

ΕΡΩΤΙΚΟ Β’

Θαλασσινή μικρή σειρήνα
με σπρώχνεις στον έρωτα
καθώς αναδύεσαι μέσα σου
φιλί φιλί ανοίγοντας
όλα τα κρυφά μουσικά παράθυρα
του κορμιού σου σε μένα.

 

ΕΡΩΤΙΚΟ Γ’

Ποιος άνεμος σ’ έριξε
γυμνή
στο πλάι μου ν’ ανιχνεύεις
περιοχές του έρωτα
ποιο μουσικό δοξάρι
δονεί τα κορμιά μας
και τα μαλλιά σου ξέμπλεκα
υπνωτισμένα γύρω απ’ τον λαιμό
ποτάμι ορμητικό της ομορφιάς
στα μυστικά της ηδονής αρώματα
παραδομένο.

 

Η ΠΟΛΗ

Είμαι στην πολιτεία του τίποτα
ένας αλήτης της νύχτας –
η πόλη δίχως πολεοδομικό σχέδιο
η τσιμεντένια πόλη με το ημίψηλο
καπέλο κάτω απ’ τον ήλιο
η πόλη που τρέχουμε
τραγουδάμε
πεθαίνουμε
μέσα της όλοι
η πόλη που τη διασχίζουμε
με μηχανάκι
ή αυτοκίνητο
η πόλη
με φωτεινές ρεκλάμες
και μπαρ
η πόλη που χωρίς πουλόβερ
και με δύσπνοια δύσκολα κοιμάται
η πόλη με τους βιομήχανους
η πόλη χωρίς όνομα
κοντεύει στον θάνατό της κάθε μέρα.

 

ΑΡΝΗΤΙΚΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΡΗ ΒΕΛΟΥΧΙΩΤΗ

Τα γεγονότα στοιβάζονται
όπως τα τρόφιμα στο ψυγείο
ξεπέφτουν στην ψύξη
ίσως κι αντέξουν στην από δρεπανηφόρα
άρματα πορεία του χρόνου
στροβιλίζονται στο ανατομικό τραπέζι
της ιστορίας τα γεγονότα
μαζί κι οι φίλοι
που άρχισαν να ενδίδουν
στην υποψία του «καλώς διάγομεν» —
τα εβδομηντατρία στο Πολυτεχνείο κρατούσαμε
τσίλιες για τη λευτεριά
τώρα λουφάζουμε σε περσικούς τάπητες
και παρδαλές πολυθρόνες
σε παραδεισένιες πλαζ συζητάμε
για τακτική αγώνα μ’ ανάπηρη
τη θέληση
και ξεκοιλιασμένες τις ιδέες —
ο Τσε κραδαίνει πεισμωμένες
γροθιές
η γλυκιά μορφή του Τσε
αρχάγγελος με πύρινα σπαθιά
την ώρα της ανάκρισης
ο Τσε πάνω από τις φτωχογειτονιές
της Λατινικής Αμερικής —
Τσε Γκουεβάρα
χρονιά ύστερα από την ουράνια περιφορά
στην πλατεία Τρικάλων
της κεφαλής του Άρη.

Ιούνης 1979

 

ΩΔΗ ΣΤΟΝ ΑΝΔΡΕΑ ΚΑΛΒΟ

Και επόμεινεν η χώρα ως έρημη
και ήταν η τρίτη φορά
οπού εκουρσέψαν την Κύπρο
και δεν είχαμε διαβάσει ακόμη
ούτε μια αράδα
από τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη·
κι ο Ανδρέας Κάλβος
μπαινόβγαινε κρυφά τις νύχτες
στα καμπαρέ της Λευκωσίας γυρεύοντας έναν Έλληνα
να του απαγγείλει την ξεχασμένη ωδή του
εκατόν πενήντα τόσα χρόνια
«παρά προστάντας νάχωμεν…».
Κι όλοι τους γδυμένοι μόνο
μ’ ένα βρακί μαύροι
ωσάν τον κώλο του τσακαλιού.
«Καλύτερα, καλύτερα..»
η καημένη η Κύπρος μας πάει!
Θα γίνει παράδεισος
μ’ αυτό το κορίτσι στην πίστα
να χορεύει —
θυμάσαι που βλέπαμε τη φωτογραφία του
στις εφημερίδες στον πόλεμο του Βιετνάμ
και κλαίγαμε –
όπως τώρα με τις δικές μας
προσφυγοπούλες και πριν μισό αιώνα
με τις άλλες της Μικρασίας
να λάμπουν στα υπόγεια μπουρδέλα.
Ανδρέα Κάλβο
δεν έχεις λιμπιστεί τίποτε άλλο
εξόν από ποίηση;

25.3.1980

 

ΕΚΘΕΤΟ

Έρχομαι μέσα από σταχτί σύννεφο
και κοράκια σκίζουν την ατμόσφαιρα
ουρλιαχτά τρυπάνε
τη χωρίς σελήνη έρημη νύχτα.
Το ταξίδι της παιδικής ηλικίας
σε ξυλοπάπουτσα σταματημένο
λυπητερό όνειρο στην παγερή
εγκατάλειψη της πλήξης –
είμαι κόκκινο σημάδι
κόκκινη φλόγα
κατέχω τα μυστικά της ελπίδας
μέσα στην έσχατη απελπισία
είμαι ο μιγάδας άγγελος των φτωχών
ο διαρρήκτης του δημόσιου χρήματος
στα μάτια μου δάκρυα από
την Παλαιστίνη και την Κύπρο
σπαθίζοντας τη βαναυσότητα
των ημερών μου –
είμαι αλήτης απίθανα ωραίος
στη νεκρή πολιτεία των νόμων
ο σαλταδόρος
που με τη σφενδόνη παραβγαίνει στα τανκς.
Είμαι η φωτιά και το σύννεφο
είμαι το άσωτο τραγούδι
που βουίζει στους κροτάφους του χρόνου
σαν εγερτήριο σάλπισμα
η χωρίς αφοσίωση
ελευθερία του ανθρώπου
μέσα στον χρόνο
είμαι τίποτα και όλα
στην ευλογία της ζωής
και στο αγγελικό μονοπάτι
της ύπαρξης.

 

Η ΘΛΙΨΗ ΤΟΥ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΟΣ (2007)

 

Ο ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ
ΚΑΙ ΣΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ «Ο ΟΥΡΑΝΙΟΣ ΚΗΠΟΣ»

Πρώτη παραλλαγή

Μόνος
στο Hotel de la Sorbonne γράφει στον αδερφό του:
«Χθες ήμουν στο Moulin Rouge».
Την άλλη μέρα στην Αθήνα
αποφασίζουν τα γνωστά: «Μετετέθητε
εις την Νομαρχίαν Πρεβέζης».

«Ξέρει πως είναι τίποτε όλα αυτά»
όταν κάθεται στο καφενείο
«Ο Ουράνιος Κήπος»
δυο βήματα απ’ τη θάλασσα,
όπως τότε στο Παρίσι στον έρημο δρόμο βημάτιζε
με βέβαιη τη θλίψη στο ανεστραμμένο πρόσωπο
– μόλις δυο βήματα από το θάνατό του.

 

Δεύτερη παραλλαγή

Εν αγνοία τους
ο αγρότης Ταξιάρχης Νίτσας,
το οπλοπωλείο Αναγνωστοπούλου,
ο Νιόνιος Καλλίνικος με τον τελευταίο
καφέ και το χαρτί που του ζήτησε,
συνέδραμον
(εν τη αγνοία τους)
να τραβήξει τη σκανδάλη.

 

ΑΕΡΟΔΡΟΜΙΟ SCHIPHOL

Στην Ισμήνη

Η πτήση Άμστερνταμ-Λάρνακα
θα πραγματοποιηθεί με καθυστέρηση
λόγω πυκνής ομίχλης

στο δίαυλο πέφτουν κέρματα
από έναν γκρίζο ουρανό
καθώς ο Βικέντιος Βαν Γκογκ
διαβάζει
το τελευταίο γράμμα του Τεό
στο Κίτρινο Σπίτι

21.1.2002

 

Ο ΛΟΡΔΟΣ ΜΠΑΙΡΟΝ
ΣΤΗΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ

Ρεμβάζει τα τείχη του Θεοδοσίου
και τη μύτη του σουλτάνου Μαχμούτ
(λεπτή και αιχμηρή με μια
κλίση προς τα πάνω)
και τα οθωμανικά νεκροταφεία με τα ψηλά κυπαρίσσια’

ψελλίζει τις λέξεις νταβατζής
ψωμί νερό
κι ύστερα κατεβαίνει την οδό
Ιστικλάλ
μέσα σ’ ένα πλήθος
αργόσχολων κοριτσιών
στα πολύχρωμα μαγαζιά, στο τραμ

κοιτώντας τη μετέωρη θλίψη της ιστορίας.

25.7.2004

 

ΑΠΟ ΤΗ ΦΛΩΡΕΝΤΙΑ ΣΤΗ ΓΕΝΕΥΗ

Στον Νάσο Βαγενά

Ο ποιητής δεν μιλούσε,
κάπνιζε πολύ.

Να νομίζεις ότι γκρεμίζεται
με έναν πυροβολισμό ολόκληρο
πανδοχείο ή στις μέρες μας ουρανοξύστης
από πτήση αεροπλάνου.

Το πτώμα στον νεκροθάλαμο
ανήκει στον Francesco Benedetti·
ύστερα από την αυτοκτονία του
η μεγάλη πληγή στον κρόταφο
η μυρωδιά από μπαρούτι
η τσάντα με το δεύτερο πιστόλι

και τα χειρόγραφα του Ανδρέα Κάλβου.

Αυτό το φέγγος της σελήνης
πάνω από τη Φλωρεντία,
το σπίτι στη Via della Scala,
ο άφευκτος θάνατος
κι η ταχυδρομική άμαξα που διασχίζει
με τριγμούς το τοπίο ακαταπαύστως.

Ο ποιητής ήδη στη Γενεύη
-καθηγητής γλωσσών-
μελετάει στη Δημοτική Βιβλιοθήκη
ένα χειρόγραφο της Ιλιάδας·
στον δρόμο έλληνες πρόσφυγες
διακόπτουν τη σιωπή του.

 

ΠΡΟΣΧΕΔΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΚΑΛΒΟΥ

Τα χαρακτηριστικά του:
μέτριο ανάστημα
τα καστανά μάτια (χωρίς γυαλιά)
το οβάλ πρόσωπο
μαύρα μαλλιά
μαύρα γένια (φαβορίτες;)
το αναφάλαντο μέτωπο.

Και το τελευταίο ταξίδι του
τον Οκτώβριο του 1836
με το ατμόπλοιο Επτάνησος
(για πρώτη φορά στη Ζάκυνθο
με τον Διονύσιο Σολωμό)

το ανέκφραστο
μυστήριο του θανάτου
και το πνεύμα των ανέμων στο κεφάλι
καθώς γέρνει δεξιά μέσα στο φέρετρο

 

ΕΡΩΤΟΣ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ

Καθώς το δίκταμο
η δική σου οσμή με ενοικεί
στους κήπους της Αερώδους Αφροδίτης
ο πόνος μ’ ενηλικιώνει

και, οι στιγμές του σώματος σου
ως άνθη δίχειλα λευκά
με επιστρέφουνε στο μαύρο.

Κάτω από τη μυρσίνη
το χαριέστατο βρέφος της
κοιμίζει η Αστάρτη’

το άρωμά σου
κι η λύπη ωστόσο
με κατέχουν

 

Η ΜΗΤΕΡΑ ΣΕ ΟΝΕΙΡΟ ΣΤΗΝ ΑΥΛΗ ΣΧΟΛΕΙΟΥ

Παλιά σελήνη
πάνω από τις σπηλιές της Αγίας Παρασκευής
με των λεπρών τα παραπήγματα
και τα παιδιά πιο πέρα
στην άσφαλτο του ονείρου
να ξαναβλέπουν πίσω απ’ τους αμμόσακους
του στρατάρχη Χάρτινγκ
τα κομμένα δάχτυλα.

Μα πώς έρχεσαι έτσι ακάλυπτη
μέσα στους προβολείς των αυτοκινήτων
τεμαχισμένη αδάκρυτη
άγρια κοιτώντας
σ’ ένα μέλλον με μνήμη λεπρή.

Θα ’χει φύγει κι ο τελευταίος Άγγλος
(ούτε πια εφ’ όπλου λόγχη),
θα ’χει κλείσει κι ο αερολιμένας της Λευκωσίας
(έτσι το λες χωρίς αιδώ;)
θα ψάχνεις για ταξιδιωτικούς οδηγούς
σε ξένα αεροδρόμια-
αλλοδαπή που αποδημεί
πίσω απ’ τα φινιστρίνια
του κτιρίου της στρατονομίας.

 

ΝΕΡΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ

 

ΣΤΟ ΓΚΡΙΖΟ ΦΩΣ

Ο θρυμματισμένος κόσμος
της Κύπρου
κι οι τελευταίες λέξεις
του Τσέζαρε Παβέζε
«δεν θα ξαναγράψω πια»

Στη Σαλαμίνα και στην Έγκωμη
η κατάστικτη σελήνη
μέσα στην παγωμένη νύχτα’

ανασαίνουμε το σκοτεινό
ρίγος της άνοιξης

11.12.2004

 

ΤΟ ΠΕΤΡΙΝΟ ΣΠΙΤΙ ΜΕ ΤΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ

Μέσα στο πούσι
έρχεται από πολύ μακριά
δίχως στέγη,
με τα περιστέρια στο γείσο –

είναι το ξυπόλυτο παιδί
με τη σπασμένη φυσαρμόνικα
που περνάει στον δρόμο’

είναι το πέτρινο σπίτι με τ’ άδεια
δωμάτια κι οι παράξενες αγελάδες
που έχουν μετακινηθεί
μέσα στην ομίχλη

είναι τα παράθυρα χωρίς
πλαίσιο στο πέτρινο σπίτι
με τα περιστέρια στο γείσο’

είναι το παιδί που δεν βλέπει
με τη φυσαρμόνικα
χωρίς ήχο –

απαγορεύεται η μουσική
και το εμβατήριο της θλίψης
έτσι καθώς διασχίζει τον δρόμο
με το πέτρινο σπίτι
ο μικρός Ζαχαρίας
μόλις δύο ετών’

ενθάδε κείται
στο κοιμητήριο Ριζοκαρπάσου

6.12.2004

 

ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΣΤΟ ΛΕΟΝΑΡΙΣΣΟ

Δεν μιλάνε, πλην όμως συνεννοούνται,
γιατί όλοι ξέρουν αυτό που κανένας τους δεν λέει.
Γιώργος Μαρκόπουλος

Είναι σε ξένο τόπο μόνες
χωρίς αντίγραφα της μνήμης
ονειρεύονται πίνοντας καφέ –
είναι ώρες που νιώθουν να πνίγονται, τη μοναξιά.

Τα λουλούδια στην αυλή σε ακτινογραφία
«Τι έκαμα εγώ που έμεινα» ακούγεται
η μικρότερη.
Κι ο μονόλογός της για την Κανακαριά
«Επήαμεν τυχαία, ελείπασιν τα ψηφιδωτά».

Ύστερα κάθεται με σταυρωμένα χέρια
ρεμβάζει η θλίψη στα μάτια
το χαμόγελο στο μαύρο φόρεμα
της κυρίας Νιόβης·

σε ξένη γλώσσα τα παιδιά
τις λοιδορούν.

12.7.2006

 

ΤΟ ΠΑΙΔΙ ME ΤΑ ΟΣΤΡΑΚΑ

Στην κ. Μαρία Παταπίου

Έva παιδί περπατάει
σε ξένο τοπίο
δεν γνωρίζει τα πρόσωπα
απορεί
που δεν έχει το σπίτι του –
προχωράει μπουσουλώντας
δίχως τους φίλους του
κοιτάει πέρα τη θάλασσα
ρωτώντας αν έχει το δικό της χρώμα.

Είναι μόνο τα κυκλάμινα
κι η τυφλή νυχτερίδα
που φτερουγίζει ακατάπαυστα
πλάι σε μισοσβησμένες
μορφές.

Μέσα σ’ ένα ξένο τοπίο
το παιδί
η μουσική στα όστρακα
και οι πήλινες στάμνες.

20.2.2005

 

ΠΟΙΗΣΗ ΚΥΠΡΟΣ 2006

Χτυπούν τα πλήκτρα στον υπολογιστή
σε γλώσσα χωρίς αλφάβητο
συλλαβάριο μαραζωμένης εποχής
με τη σκουριά στην Ιστορία στα μέταλλα

 

Η ΘΛΙΨΗ ΤΟΥ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΟΣ

Στον Λευτέρη Παπαλεοντίου

Είναι το ρημαγμένο Δημοτικό Σχολείο
στην Αγία Τριάδα
με τις ετοιμόρροπες αίθουσες διδασκαλίας

είναι οι άδειοι μαυροπίνακες
και το πέτρινο σιντριβάνι
χωρίς νερό
στην αυλή του’

μόνο ο μικρός ποδηλάτης
ανεβαίνει
στους έρημους δρόμους
πατώντας τα πετάλια του χρόνου
μέσα στη θλίψη του απογεύματος –

πλάι στις ξύλινες αγελάδες
που κρύβουν το ψηφιδωτό δάπεδο
με τα γεωμετρικά σχήματα
και τ’ άνθη από υακίνθους

κανείς δεν το βλέπει
έτσι που ανεβοκατεβαίνει μέσα στους έρημους δρόμους
το παιδί με ξανθά μαλλιά
που τ’ ανεμίζει
ένας θλιβερός άνεμος

21.1.2005

 

Η ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ ΣΕ ΟΝΕΙΡΟ

Στη Μαίρη

Δεν ονειρεύεται την Αμμόχωστο στο συρματόπλεγμα
δεν ονειρεύεται το αρχαίο θέατρο στη Σαλαμίνα
το επαρχιακό δικαστήριο που ανεβαίνει
με δεκανίκια τα σκαλοπάτια του –

ατενίζει τα βενετικά τείχη
χωρίς να ονειρεύεται τίποτε
ούτε την Πύλη του Οθέλλου
ούτε τα ερωτικά σονέτα του Σαίξπηρ
ούτε τη Δυσδαιμόνα να στέκεται στις πολεμίστρες

δεν ονειρεύεται τη θάλασσα
με τα πλοία που αναχωρούν
τις λεπίδες από οψιανό
και τα κύπελλα από ανδεσίτη
στο αρχαιολογικό Μουσείο

δεν ονειρεύεται την Αμμόχωστο
ούτε το Ελληνικό Γυμνάσιο άδειο
χωρίς τους μαθητές του
ούτε τις περιτειχισμένες γειτονιές της πόλης
που τις διασχίζουν ερπετά

ούτε την ποδηλάτισσα που κυκλοφορεί
μέσα σ’ αυτό το θλιβερό τοπίο.

 

Η ΜΑΡΙΝΑΤΩΝ ΜΠΑΡ

Φεύγεις και δεν φεύγεις
πηγαίνοντας πού
απαράλλαχτη αχτίδα
πλάι σε πολυβολεία
αλλόκοτη φεύγεις και δεν φεύγεις
μετρώντας ηλιοτρόπια και
το κίτρινο της ακακίας-
κατά μήκος το ποτάμι
μ’ ευκάλυπτους ένθεν και ένθεν,
τα φωτάκια των μπαρ
ασημίζουνε τη νύχτα
και τα σκοτεινά περάσματα
των φυλακίων.

Η Μαρίνα των μπαρ ωραιότερη
έχοντας τώρα ερωτευθεί
την πανσέληνο.
Η πλειοψηφία του θανάτου
χρόνια πριν χρόνια ύστερα
ξανά και ξανά
έως ότου μετατοπίστηκε το μοβ
κι αυτό προς τα πολυβολεία

βουτώντας το κεφάλι στο μαύρο
άναψαν κεριά της λύπης
φωτίζοντας δέντρα πρασινωπά
όπως το κυπαρίσσι ή το πεύκο,
στο βάθος διάφανο το βουνό σ
τον ύπνο σου
Μαρίνα των μπαρ αποκοιμισμένη
τουλίπες και κυκλάμινα
οπωσδήποτε φέγγανε την ευωδιά
της μνήμης και την επέτειο
της εν Κύπρω καταστροφής σου.

25.4.1982

 

Η ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΗ ΤΟΥ ΡΙΜΑΧΟ
ΚΑΙ Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΩΡΑΙΑΣ

Βάδισε μέρες και νύχτες
ανάμεσα σε πρόσωπα που δεν είχαν μνήμη
μόνο η Ωραία κάθονταν στην άκρη
πλάι σε τροχοφόρα μιλώντας
δίχως να ακούγεται – «εδώ όλοι
συναλλάσσονται, αγοραπωλησίες και αποταμιεύσεις».
Ωστόσο έμενε κάτι
από την ομορφιά, τ’ αφρόντιστα μαλλιά
καθώς τ’ ανάδευε ο αγέρας στην πλατεία.

Το τελευταίο βράδυ ο Ριμάχο συνάντησε
την Ωραία σ’ ένα μπαράκι στον πάγκο
μέσ’ απ’ τους καπνούς το πρόσωπό της
είχε μια κλίση ελαφρώς ερωτική
προς το φεγγάρι.

 

ΑΛΕΞΑΝΔΡΕ

Μας παρακολουθούν, Αλέξανδρε,
και τρέχουμε να κρυφτούμε
πού;
Εδώ είναι όλα εκτεθειμένα
το βλέμμα μας ο έρωτας μας
η μνήμη μας
όλα σάμπως να μην αντιλαμβάνονται
πόσο έχουμε εκτεθεί
στην εξουσία του θανάτου.
Μας απειλούν, Αλέξανδρε,
τόσες διαψεύσεις το τσιμεντένιο πρόσωπο
αυτής της πόλης
ο ύπνος που μας βαραίνει.
Έχουμε πέσει τελεσίδικα
μισοζαλισμένοι πάνω
στις λιπαρές μας μέρες.

 

ΠΕΡΙ ΚΥΠΡΟΥ

Αυτά έγραφε ο Κ.Π. Καβάφης
εδώ κι έναν αιώνα:
«Οι πόθοι των Κυπρίων
περί ενώσεως της νήσου
μετά του Ελληνικού Βασιλείου»,
κάτι για την πανίσχυρη κοινή γνώμη
εν τη Μεγάλη Βρετανία,
για την κυπροσυλλαβική γραφή
και την αμοιβή που η πόλη
του Ιδαλίου
έδωσε στον γιατρό Ονάσιλο.

Αυτά και άλλα πολλά
έγραφε Απρίλιο μήνα του 1893
στην εφημερίδα της Αλεξάνδρειας
Τηλέγραφος στο άρθρο του
«Το Κυπριακό ν Ζήτημα».

Νερά της Κύπρου
του μεγάλου αλεξανδρινού ποιητή
κυρίου Καβάφη•

κανείς δεν ξέρει πια στις μέρες μας
αυτή την άγονη γραμμή της Μεσογείου.
9.9.2005

 

ΠΟΙΗΜΑΤΑ (2008-2010)

 

SUSAN FORTUNE RIDOUT

Τα γράμματα της ανεπίδοτα
έρχονται από το κεντρικό Λονδίνο —
χωρίς παραλήπτη
διασχίζουν τη Μεσόγειο
και φτάνουν στο ιόνιο κύμα
ο ταχυδρομικός διανομέας
σφραγίζει τους φακέλους και σημειώνει:
“Επιστρέφονται, ανύπαρκτη διεύθυνση·
άγνωστο πρόσωπο”.

Μετακομίζει από το Λονδίνο
στο Μπράιτον
χωρίς να μάθει ποτέ
ότι ο Calbo ονομάζεται πια Kalvo

και στην αιωνιότητα Ανδρέας Κάλβος

 

ΡΥΤΙΔΕΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

βράδυ να βρέχει μεσ’ στο πούσι
σε λιμάνια σε σταθμούς τρένων και λεωφορείων
κι εσύ να φεύγεις αγέρωχη
σε μυστικά δωμάτια και να διαβάζεις σονέτα
τ’ αηδόνι που γλυκιά θλιβάται
γι’ αυτό το σώμα το λευκό

θα ‘λεγες πως είναι ψέμα τόση ομορφιά
να χάνεται σε ώρες πρωινές χωρίς υπομονή
έτσι καθώς μεταβάλλεται η τύχη και φτάνουν ειδήσεις
ολοένα απροσδόκητες για το εξαίσιο σώμα σου
που μετατοπίζεται μέσα σε σκοτεινή νύχτα
κι ο χρόνος το σπρώχνει λίγο πιο πέρα

απ’ τ ανοιχτά παντζούρια να βλέπεις το πρόσωπο της
κάτω από ένα φως που θύμιζε παμπάλαιες φωνές
και ήχους από πλήκτρα πιάνου
με τη μυρωδιά από κρίνα και ρόδα
όπως σε σονέτα του Σαίξπηρ
καθώς διαβάζεις για τον έρωτα και σε σπρώχνουν
οι άλλοι επιβάτες στο αεροδρόμιο
στον έλεγχο διαβατηρίων

 

ΜΠΑΙΝΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ

Εξαίσια η πόλις καθώς ο ήλιος ανατέλλει
στέγες παλιές με κεραμίδια φοινικιές και τα φυλάκια
οπωροπώλες στην οδό Πενταδακτύλου
δέντρα πουλιά και το φεγγάρι
η μεσήλιξ ποδηλάτισσα και τα επίθυρα χεράκια
σε σπίτια παλαιικά
το μέγαρο της Τράπεζας κι η πινακοθήκη
τα κατάκλειστα πορνεία οι ξαγρυπνισμένοι
χαρτοπαίκτες κι οι νταβατζήδες
που εισέρχονται στο μαγειρείο
ενώ καταφθάνουν τα αγροτικά λεωφορεία
χωρίς την τύρβη των τουριστών
πίσω από το τέμενος του Μπαϊρακτάρη

η πόλη χωρίς κορδέλες
με τα σκυβαλοφόρα του Δήμου
εκεί Λήδρας – Ονασαγόρου
ο πεζόδρομος των αναμνήσεων
τα ενετικά τείχη της πόλης
ο προμαχώνας
κι οι νυσταγμένοι στρατιώτες

στην αγορά το άρωμα των φρούτων
χυμώδη ροδάκινα μήλα και κεράσια
οπώρες του καλοκαιριού
κι η δρόσος της πρωίας

1992/2010

 

Ο ΣΟΛΩΜΟΣ ΣΟΛΩΜΟΥ
ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΜΙΑΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ

λέξεις που έρχονται σε όνειρο
η μνήμη μιας πατρίδας
σε άλλη εποχή ένα τοπίο ανάγλυφο
χωρίς τη θάλασσα τα όστρακα
κι αυτός με το μονόκλ ακάλυπτος
και το παιδί που σχίζει τη φωτογραφία κλαίγοντας
χωρίς να ξέρει γιατί
είναι λέξεις και λέξεις
γνωστές και άγνωστες που έρχονται
στον ύπνο ύστερα τις ξεχνάς

είναι λέξεις του Σολωμού και του Κάλβου
λατρευτής του ήλιου
και γλυκεία ελπίς
που έρχονται από άλλη γλώσσα
στο Λονδίνο στη Γενεύη
στο Παρίσι και στην Κέρκυρα
όταν στην Αθήνα αργόσχολοι
μελετούν μια ουτοπία

λέξεις που της βρίσκει κανείς στα λεξικά
λέξεις που τις ακούς στο σινεμά
λέξεις που τις ψιθυρίζει η κυρία Όλγα
για τον Σολωμό Σολωμού
ελευτεριά και θάνατος
που της ήρθε πολύ κρίμα
για τον Κυπριώτη
λέξεις που τις πληκτρολογείς στο κινητό
στη μαύρη νύχτα κι έρμη

λέξεις που τις ψιθυρίζουνε διπλωμάτες
για το αναθεματισμένο νησί
λέξεις κοινόχρηστες
νταβατζής κοβάλτιο εξόρυξη
και τραπεζίτες με παρενδυσία

λέξεις πέτρα χρυσή ζερό χορτάρι
στην ολόμαυρη ράχη

 

Μ ευλάβεια και με λύπη (2013)

 

Μ’ ΕΥΛΑΒΕΙΑ ΚΑΙ ΜΕ ΛΥΠΗ

Κοιτούσα τον κόσμο ένα γύρω που ακολουθούσε την πομπή των αυτοκινήτων στον δρόμο. Είχαν κλείσει τα μαγαζιά από νωρίς κι όλοι αποχαιρετούσαν τον στρατιώτη που σκοτώθηκε στο Αφγανιστάν και τον έφεραν στο χωριό από το Σέφιλντ, όπου είχε γίνει στον καθεδρικό ναό η νεκρώσιμη ακολουθία.
-Ήταν από οικογένεια ανθρακωρύχων. Διάλεξε αυτό το επάγγελμα κι όταν βρέθηκε στον στρατό, δεν ήξερε καν πού βρισκόταν αυτή η χώρα, μου ‘λε- γε ο Νέστορας που τον ήξερε από παιδί. Ερχόταν πού και πού στο μαγαζί μου κι αγόραζε φρέσκο ψάρι.
Σταμάτησε για λίγο η πομπή έξω από το σπίτι του νεκρού, είπε δυο λόγια ένας κύριος. Άρχισε να ψιχαλίζει, πήραν τον δρόμο για το κοιμητήριο. Ήταν κάτι πιτσιρίκια, πήγαν κοντά στη νεκροφόρα και κοιτούσαν το φέρετρο καλυμμένο με τη σημαία. Κι άλλες σημαίες ανέμιζαν στα σπίτια τριγύρω. Το χωριό είχε πια τον ήρωα του, όπως συμβαίνει σε κάθε χώρα σε τέτοιες περιπτώσεις. Το πένθος των ξένων μάς φαίνεται αλλιώτικο. Σε άλλη χώρα ξένοι κι εμείς, δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε τι σήμαινε για ένα χωριό, χαμένο κι απ’ τους χάρτες της Αγγλίας, ο αποτρόπαιος θάνατος ενός νέου στα βάθη της Ασίας. Μακριά απ’ τις μπυραρίες, τις παμπ και την ομίχλη που σκέπαζε τους λόφους, τα δέντρα και τη λίμνη γύρω. Νύχτωνε.
– Κρίμα στη μάνα του, έκανε ο Νέστορας. Πέρασε πριν δυο μέρες απ’ το μαγαζί. Μόλις που έβγαινε η φωνή της κι η θλίψη στο πρόσωπο της, ενόσω περίμενε να ετοιμάσω την παραγγελία, φανέρωνε άνθρωπο χωρίς πια προορισμό. Ένιωσα μια λύπη να με δέρνει.
Φύγαμε για το σπίτι του αδερφού μου. Θυμήθηκα τα μπλόκα επί Θάτσερ, τις κινητοποιήσεις των ανθρακωρύχων με τα λάβαρα και την απεργία τους που δεν μπορούσαν να τη σπάσουν. Πριν χρόνια ερχόμασταν από το Λονδίνο, μετά το Λέστερ, κοντά μεσάνυχτα και τα μπουλούκια των αστυνομικών σταματούσαν τ’ αυτοκίνητα για έρευνα, όπως παλιότερα στην Κύπρο. Και την άλλη μέρα, η μεγάλη διαδήλωση των ανθρακωρύχων με τα λάβαρα κι ο κόσμος που τους έδινε ό,τι μπορούσε για ν’ αντέξουν. Κι ο Κύπριος που κάθε μέρα τους έδινε τρόφιμα. Ώσπου με τον καιρό τούς λύγισαν και σήμερα εκεί που ήταν τα ανθρακωρυχεία, λίγο έξω από το Σέφιλντ, δεσπόζει το εμπορικό κέντρο «Μέτοχο», κι ο Τζέημς έγινε ο ήρωας του χωριού.
Την άλλη μέρα πήγαμε στο Μπέρμιγχαμ να δούμε έναν συγγενή. Μας έκαναν το τραπέζι, είχε μουσακά, κουπέπια κι άλλες λιχουδιές κυπριακές. Ύστερα καθίσαμε στο σαλόνι να δούμε τις ειδήσεις στην Κύπρο από τη δορυφορική.
Η γυναίκα του ξαδέρφου ήταν από ‘να χωριό της Καρπασίας και κρατούσε όλες τις παραδόσεις. Στον τοίχο απέναντι μας είχε ένα μεγάλο κάδρο με τις φωτογραφίες του Μακάριου και του Αυξεντίου. Πιο κάτω, σε κέντημα, η Κύπρος που την πλαισίωναν κλαδιά ελιάς κι ένα περιστέρι. Η Ισμήνη μάς έφερε γλυκά κουταλιού, καρυδάκι κι αμύγδαλο, κι όλο ρωτούσε για τους συγγενείς και τους φίλους στο νησί, τι κάνουν, αν μεγάλωσαν τα παιδιά. Σχεδόν τριάντα πέντε χρόνια δεν κατέβηκαν να δουν τον τόπο τους και μάθαιναν τα νέα από την εφημερίδα της παροικίας και την τηλεόραση.
Άρχισε το δελτίο με πρώτη είδηση τις συνομιλίες, κάτι για πρόοδο και τις δηλώσεις του εκπροσώπου των Ηνωμένων Εθνών. Τα νέα που με σόκαραν ήταν για τις κηδείες αγνοουμένων. Είχαν βρει τα οστά τους σε ομαδικό τάφο, ύστερα από τόσα χρόνια. Αυτό που έδειχνε στην οθόνη ήταν κάτι σχεδόν άπρεπο: Ένας κομματάρχης στην εκκλησία εκφωνούσε τον επικήδειο σαν να ήταν εκεί την ώρα του εγκλήματος. Μιλούσε μ’ ένα ύφος στομφώδες χρησιμοποιώντας ρητορικά σχήματα μιας άλλης εποχής.
Η μητέρα του νεκρού, υποβασταζόμενη, μέσα σε λυγμούς, στεκόταν πλάι στο φέρετρο, το οποίο ήταν δεν ήταν ένα μέτρο. Η κραυγή της, «γιε μου!», διέκοπτε κείνη τη βέβηλη φωνή. Το μικρό, σχεδόν παιδικό, φέρετρο καλυμμένο με την κυπριακή και την ελληνική σημαία, οι φαντάροι με τα όπλα υπό μάλης. Το πρόσωπο της υπέργηρης μάνας του νεκρού με τη θλίψη στο πρόσωπο, τόσα χρόνια με την ελπίδα να δει το παιδί της, καθώς της έλεγαν όλοι αυτοί. Κι η κόρη του, γύρω στα τριάντα πέντε, είπε μόνο δυο λόγια στο τέλος, «δεν σε γνώρισα, αλλά τώρα ξέρω πώς έγινε και γιατί έγινε αυτό το κακό».
Κάτι πήγε να πει ο ξάδερφος, τον έκοψε η Ισμήνη ότι δεν είναι πράγματα αυτά.
-Έτσι έγινε και με τον γιο της συννυφάδας από την Κερύνεια, έλεγε, ήταν σάμπως σε προεκλογική μάζωξη και δεν σεβάστηκαν τη γυναίκα του. Χρόνια την έπαιρναν στις συγκεντρώσεις ώσπου δεν άντεξε άλλο και πήγε μόνη της να σκάψει τον τάφο και να τον ξεθάψει.
Θυμήθηκα στη Λευκωσία, λίγο προτού φύγω για την Αγγλία. Ήταν Κυριακή πρωί και στην έρημη λεωφόρο κατέβαινε ένα τζιπ του στρατού. Μετέφερε φέρετρο αγνοουμένου με δυο φαντάρους ένθεν και ένθεν στα καθίσματα. Ήταν μια εικόνα σαν σε ταινία. Κι οι νέοι, που συνόδευαν τη σορό στο τόσο δα μικρό φέρετρο, με στολή ατσαλάκωτη και το φουλάρι στον λαιμό, δεν είχαν γεννηθεί όταν δολοφονήθηκε ο αγνοούμενος, που είχε περάσει πια στον κατάλογο των νεκρών με τη μέθοδο DNA.
Είναι μήνες τώρα που στις εφημερίδες αναγγέλλεται η κηδεία τους με μια ξεθωριασμένη φωτογραφία, τριανταπέντε χρόνια μετά, σαν να συνέβησαν μόλις χτες όλα αυτά. Τι λαμπρότητα στην κηδεία του Άγγλου στρατιώτη, η αυτοκινητοπομπή, οι επίσημοι κι ο κόσμος που αποχαιρετούσε τον Τζέημς σαν να μην είχε σκοτωθεί σε ξένη χώρα. Κι η ερημιά στην οδό Δημοσθένη Σεβέρη, όπως κατηφόριζε το τζιπ προς το κέντρο της πόλης, σαν περιφορά Επιταφίου χωρίς άνθη, σου έδινε την αίσθηση τραγικής παράστασης χωρίς τους θεατές, με τον ήλιο να φωτίζει ανελέητα αυτό το σκηνικό.
Μ’ έβγαλε απ’ όλες αυτές τις σκέψεις ο Νέστορας.
– Ώρα να πηγαίνουμε, είπε, προτού νυχτώσει, έχουμε δυο ώρες δρόμο.
Αποχαιρετήσαμε τους συγγενείς και φύγαμε κάπως στενοχωρημένοι με όσα είχαμε δει στην τηλεόραση. Στη σκέψη μου έμειναν τα πρόσωπα των δύο μανάδων, καμιά διαφορά στη θλίψη και στον πόνο κι ας είχαν χίλιες δυο διαφορές ο Ευέλθων και ο Τζέημς. Ο πρώτος δολοφονήθηκε εν ψυχρώ στη χώρα του από ξένους εισβολείς πριν τόσα χρόνια κι ο δεύτερος πριν λίγες μέρες σε μια ξένη χώρα.
Στο αυτοκίνητο ο φίλος μού έλεγε πως ο Τζέημς έπαιζε μπάλα έφηβος στην τοπική ομάδα, «ήταν το καλύτερο σέντερ φορ και τον είχε βάλει στο μάτι η Σέφιλντ Γιουνάιτεντ. Αργότερα, όταν πήγε στον στρατό, ερχόταν πού και πού, κι άμα έπαιζε με την ομάδα του χωριού καμιά Κυριακή, ξεσήκωνε τους φιλάθλους με τις ντρίπλες του και τα τέρματα που έβαζε. Ύστερα τον έστειλαν στο Αφγανιστάν και σπάνια μαθαίναμε νέα του».
Στην πτήση Χίθροου -Λάρνακα διάβαζα ένα περιοδικό με αφιέρωμα στον εμφύλιο πόλεμο της Ισπανίας. Ακόμη και σήμερα ψάχνουν για αγνοουμένους κι ας έχουν καταγραφεί μέχρι σήμερα εκατόν τριάντα χιλιάδες ανθρώπινοι σκελετοί σε ομαδικούς τάφους. Δυο αδερφές, παιδάκια το 1936, ύστερα από εξήντα πέντε χρόνια εναπόθεσαν στο οικογενειακό οστεοφυλάκιο τα οστά δικών τους ανθρώπων που βρέθηκαν σ’ ένα πηγάδι.
Ήρθε η αεροσυνοδός και μου ‘φερε την εφημερίδα που ζήτησα. Φυλλομετρώντας βρήκα την είδηση για την κηδεία των αγνοουμένων με δύο φωτογραφίες. Νέοι μιας άλλης εποχής, φαίνονταν απ’ το ντύσιμο και το χτένισμα. Ο ένας είχε άλλα οχτώ αδέρφια κι ήταν έφεδρος. Τον σκότωσαν λίγο έξω από την Κερύνεια, τη δεύτερη μέρα της εισβολής. Όταν βρήκαν το κρανίο ήταν πια βέβαιο, πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι είχε συλληφθεί αιχμάλωτος. Στη φωτογραφία έγερνε κάπως το κεφάλι αριστερά, όπως συνήθιζαν να βγάζουν τότε τις φωτογραφίες. Ήταν μόλις είκοσι τριών χρονών κι είχε παντρευτεί δύο χρόνια μετά που απολύθηκε από τον στρατό. Ήταν και μια άλλη είδηση στην τελευταία σελίδα για την επέτειο του βομβαρδισμού της Δρέσδης από τους Συμμάχους και στο τέλος έγραφε πως στην ανοικοδόμηση της πόλης έβρισκαν σκελετούς και ύστερα από είκοσι χρόνια.
Το αεροσκάφος άρχισε να κατεβαίνει. Από το φινιστρίνι φαινόταν η θάλασσα της Μόρφου κι η οροσειρά του Πενταδάχτυλου. Το νησί ανάγλυφο, χωρίς συρματοπλέγματα, φαινόταν σαν παιγνίδι. Ακούστηκε η φωνή της αεροσυνοδού να προσδεθούμε. Όπως κατεβαίναμε, στο βάθος έβλεπες μικροσκοπικές τις νέες οικοδομές ν’ απλώνονται παντού.
Θυμήθηκα τον στίχο του Μπόρχες: Ένα πράγμα μόνο δεν υπάρχει, είναι η λήθη. Κι ύστερα τον Τζέημς. Το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν θα ξαναπαίξει μπάλα.

 

ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΣΤΟ ΛΕΟΝΑΡΙΣΣΟ

Δεν μιλάνε, πλην όμως συνεννοούνται,
γιατί όλοι ξέρουν αυτό που κανένας τους δεν λέει.
Γιώργος Μαρκόπουλος

Είναι Γενάρης και βρέχει συχνά. Το τοπίο μοιάζει φρεσκαρισμένο και τα χρώματα είναι πιο έντονα. Έχω μείνει τις δύο τελευταίες νύχτες στο Ριζοκάρπασο, γράφοντας τον πρόλογο για το βιβλίο του Κάλβου. Στο Γυμνάσιο η Μιχαέλα παίρνει τα δοκίμια του βιβλίου, τα φυλλομετράει κοιτώντας τις φωτογραφίες και μου κάνει ερωτήσεις. Χαίρεται και θέλει να μάθει το καθετί για τη ζωή του ποιητή. Κοιτάει τα γράμματά του στα ελληνικά. Της αρέσει ο γραφικός του χαρακτήρας και προσέχει πώς ενώνει μερικές φορές τις λέξεις και την ιδιότυπη ορθογραφία του. Της κάνουν εντύπωση τα πολλά ταξίδια του στην Ευρώπη και το γεγονός ότι τελικά πεθαίνει σε χώρα μακρινή. Κάποια στιγμή μου λέει, «εγώ θέλω να ζήσω στον τόπο μου, να πάω και σ’ άλλες χώρες, αλλά να επιστρέψω εδώ».
Στην Αγία Τριάδα, ένα χωριό πολύ κοντά στη Γιαλούσα, συναντώ τον Γιαννάκη που φοιτάει στο Δημοτικό Σχολείο του Ριζοκαρπάσου. Περνά σαν βολίδα με το καινούργιο ποδήλατο που του χάρισαν αυτές τις μέρες. Χάνεται για λίγο στους δρόμους κι εμφανίζεται πάλι για δευτερόλεπτα στον έρημο δρόμο, πατώντας τα πετάλια μέσα στη θλίψη του απογεύματος, για να χαθεί ξανά πίσω απ το ρημαγμένο Δημοτικό Σχολείο.
Κανείς δεν βλέπει αυτό το παιδί με τα ξανθά μαλλιά που τ’ ανεμίζει ένας θλιβερός άνεμος, έτσι όπως ανεβοκατεβαίνει μες στο χωριό κάνοντας επικίνδυνους ελιγμούς σαν να πρόκειται ν’ αποφύγει κάποιο εμπόδιο.
Στον δρόμο για το Λεονάρισσο παιδιά των εποίκων πουλούν μανιτάρια, που τα προβάλλουν στους οδηγούς των αυτοκινήτων, ανεβαίνοντας στην άσφαλτο. Έχουν γεννηθεί στην Κύπρο… Έχω μάθει από τον κύριο Σάββα στην Αγία Τριάδα ότι στο Λεονάρισσο ζουν ακόμη τέσσερις εγκλωβισμένοι, οι τρεις γυναίκες. Στρίβω δεξιά από την κύρια οδική αρτηρία, από τ’ αριστερά πας Λυθράγκωμη και στην Παναγία της Κανακαριάς.
Μπαίνοντας στο χωριό σταματώ στο παρατηρητήριο των Ηνωμένων Εθνών. Είναι ένας στρατιώτης σε τζιπ, τον ρωτάω πού είναι το σπίτι της κυρίας Παναγιώτας, είμαι καθηγητής στο ελληνικό Γυμνάσιο και της φέρνω μήνυμα από συγχωριανό της. Θα με οδηγήσει αυτός και μου λέει να τον ακολουθήσω. Έχει σταματήσει ένα αυτοκίνητο δίπλα μας, φαίνεται ότι παρακολουθούν το δικό μου. Φεύγουμε κι εγώ παριστάνω τον αδιάφορο.
Κατεβαίνουμε λίγο πριν την πλατεία κι ο στρατιώτης χτυπά την πόρτα, ανοίγει μια γυναίκα που θα ‘ταν πολύ νέα το 1974. Στο χολ είναι η μητέρα της, ντυμένη στα μαύρα. Λέω ότι δήθεν της φέρνω χαιρετίσματα από γνωστό τους πρόσωπο, πως θα ξανάρθω, κι ετοιμάζομαι να φύγω.
– Δεν θα πιείτε έναν καφέ; μου λέει.
Ρωτάω τον συνοδό μου, αυτός απαντάει στα αγγλικά «όχι, πρέπει να επιστρέψω», μας ευχαριστεί και τον αποχαιρετώ με θερμή χειραψία.
Μένω κάπου δύο ώρες στο σπίτι της κυρίας Παναγιώτας. Μου αφηγείται τα περιστατικά του βίου της όλα αυτά τα πέτρινα χρόνια, πώς φύραναν σιγά σιγά οι μαθητές κι έκλεισε το σχολείο, πώς είδε την καταστροφή του ψηφιδωτού στην Παναγία της Κανακαριάς, όταν πήγε με τη Σαλιμέ τη φίλη της για ν’ ανάψει ένα κερί, όπως πήγαινε συχνά και κρυφά για να μην τη δουν. Η μάνα της, η κυρία Λούλα, σχεδόν μιλά, μόνο όταν ακούει θόρυβο έξω στον δρόμο κάτι σιγομουρμουρίζει. Μου εξηγεί η κυρία Παναγιώτα:
Ο φόβος, είμαστε μόνες κι έτσι αντιδρά. Από φόβο.
Κάθεται και μου λέει γιατί δεν έφυγε, μου εξηγεί το καθετί λεπτομερώς, για τον πατέρα της που δεν έφυγε απ’ το χωριό, περιμένοντας πως θα ‘ρθουν καλύτερες μέρες, και πέθανε σπίτι του.
Να μείνουμεν κόρη μου, να μεν χάσουμεν τέλεια τον τόπο μας, συνεχίζει να λέει.
Θυμάται όταν είχαν μαζέψει τα γυναικόπαιδα για να τα εκτελέσουν. Ήρθε ένας Τουρκοκύπριος, ήταν δικαστής, μπήκε στη μέση και δεν τους άφησε. Με δυσκολία, γιατί λέγονταν διάφορα που δεν ήταν αλήθεια. Μια πρόφαση έψαχναν για να τους ξεκάνουν.
Έχει πεθάνει εδώ και μερικά χρόνια, ερχόταν και μας έβλεπε πού και πού. Όταν έρχονταν Τούρκοι στρατιώτες, έκαναν έρευνες στα σπίτια και με το παραμικρό αγρίευαν. Μας ειδοποιούσαν τις γυναίκες και κρυβόμασταν.
Η θλίψη είναι βαθιά χαραγμένη στο πρόσωπο της.
Είναι ώρες που νιώθω να πνίγομαι. Τι έκαμα εγώ που έμεινα; Όλα πήγαν χαμένα.
Έχει σκύψει το κεφάλι της, ύστερα το ανασηκώνει πολύ αργά και ψιθυρίζει:
-Έκαμά το για τον τόπο μου.
Σηκώνεται και μου λέει να πάμε απέναντι, να μου γνωρίσει την κυρία Νιόβη. Ανοίγει την πόρτα, στον δρόμο είναι σταματημένο ένα αυτοκίνητο, είναι το ίδιο που ήταν και στο παρατηρητήριο του ΟΗΕ. Διασταυρώνουμε τον δρόμο. Ψιχαλίζει. Είναι ένα σπίτι παλαιικό με καμάρες, σχεδόν ερειπωμένο. Σπρώχνουμε την πόρτα και βλέπουμε μια γυναίκα ντυμένη ατημέλητα, με την παραδοσιακή κυπριακή ενδυμασία, ξεθωριασμένη. Κάθεται σε μια καρέκλα μ’ ένα γατί στα γόνατά της. Θα χει περάσει τα εβδομήντα.
Μας ξεναγεί στο σπίτι της, η εγκατάλειψη φαίνεται με την πρώτη ματιά. Στο τελευταίο δωμάτιο είναι μισογκρεμισμένο το ταβάνι. Παλιά έπιπλα, ερμάρια, κομοδίνα και καρέκλες, που χρόνια δεν χρησιμοποιήθηκαν, γεμάτα σκόνες. Έξω στην αυλή πολλά περιστέρια, μας τα δείχνει με μιαν αθωότητα παιδιού. Τριγυρνούν από πάνω μας, άλλα είναι στους περιστερώνες στον μεγάλο τοίχο του σπιτιού.
– Αυτά μου κάνουν παρέα άμα δειλινιάσει και περιμένω την Παναγιώτα να πιούμε καφέ.
Ύστερα κάθεται με σταυρωμένα χέρια στην καρέκλα και βλέπεις τη θλίψη στα μάτια, στο χαμόγελο και στο μαύρο φόρεμά της.

 

Ο ΘΡΥΜΜΑΤΙΣΜΕΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

Είχαμε φτάσει νωρίς στο Τραχώνι, ένα χωριό λίγα χιλιόμετρα από τη Λευκωσία. Ήταν μια παλιά εκκλησία εκεί που κατεβήκαμε, και στον περίβολό της το νεκροταφείο είχε συληθεί κι οι τάφοι, κατεστραμμένοι, ήσαν θρύψαλα. Απέναντι βρισκόταν ένα καφενεδάκι όπου κάθονταν καμιά δεκαπενταριά άνθρωποι, δεν ξέραμε αν ήσαν έποικοι ή Τουρκοκύπριοι, και προτιμήσαμε να πάμε προς τα κει να πιούμε κάτι κι ύστερα να τραβήξουμε φωτογραφίες.
Οι πιο πολλοί ήσαν ηλικιωμένοι από χωριά της Λάρνακας κι έμεναν στα γύρω χωριά, μιλούσαν ελληνικά κι ένας, Σαλί τον έλεγαν, μας χαιρέτησε και
μας ρώτησε τι θέλαμε να πιούμε. Θα ’χε περάσει τα πενήντα και ζούσε με την οικογένειά του στην Κυθρέα εδώ και τριάντα χρόνια. Λιγομίλητος αλλά οικείος, είχε ένα βλέμμα καλοσυνάτο και μας είπε, μόλις ανεβήκαμε τα σκαλοπάτια, να καθίσουμε. Θυμάμαι, πάνω που είχα καθίσει, έριξα μια ματιά τριγύρω, κάπως φοβισμένος, κι είδα τα πρόσωπά τους.
Κουβέντιαζαν στη γλώσσα τους και γελούσαν. Κάποιοι μας χαιρέτησαν.
Ο φίλος μου είχε προχωρήσει στο εσωτερικό και φωτογράφιζε τους ναργιλέδες. Ήταν κι ένα τραπεζάκι σκεπασμένο με λινό ύφασμα κι η γυναίκα του μαγαζάτορα φορούσε ένα μεταξωτό φουλάρι, το δέρμα της ήταν κάτασπρο.
Είδα, μετά λίγες μέρες, τις φωτογραφίες που είχε τραβήξει ο φίλος μου κι εκτός απ’ όλα αυτά υπήρχε κι ένα κλουβί, που δεν το ’χα προσέξει. Όλο καναρίνια και το κλουβί είχε ζωγραφιές στη μια πλευρά του, γυναικείες θαλασσινές μορφές, κάτι σαν γοργόνες ή Νηρηίδες.
Ο Σαλί άρχισε να μου λέει τα καθέκαστα, πώς βρέθηκε εδώ. Τον άκουγα με προσοχή, η αφήγησή του είχε ένα ύφος ανεπιτήδευτο και τα ελληνικά του πολύ καλά. Στο χωριό του, προτού το εγκαταλείψει,
μιλούσε κάθε μέρα αυτή τη γλώσσα.
Τα έλεγε όλα, με το νι και με το σίγμα, χωρίς πάθος.
– Στην Αλαμινό, όπου ζούσαμε, δεν είχαμε τίποτα να χωρίσουμε με τους δικούς σας και στο χωριό οι δύο μαχαλάδες δεν είχαν σύνορο. Ώσπου ήρθαν
και μας χώρισαν και τις νύχτες τρομάζαμε απ’ τις σκιές των δέντρων. Το καλοκαίρι του ’74 έγινε ό,τι έγινε και χάθηκαν στο χωριό τα δυο μεγαλύτερα
αδέρφια μου. Ήρθαν Εγγλέζοι στρατιώτες και μας πήραν με καμιόνια στη Βάση τους, στην Επισκοπή. Στη διαδρομή περνούσαμε από δικά σας χωριά,
σταματούσαν τη φάλαγγα κι έψαχναν να βρουν κάποιους δικούς μας που ήξεραν τη δράση τους και το ’χαν σκάσει την τελευταία στιγμή. Εμείς ξέραμε ότι στην Κερύνεια είχε μπει ο τουρκικός στρατός, μας το είπε ο διοικητής στο χωριό, κι ότι προχωρούν οι δικοί μας και να μη φοβόμαστε, γιατί τα μεχμετζίκ
θα ’ρθουν κι εδώ. Εμείς πιστέψαμε, ώσπου έγινε το μακελειό στο χωριό και μπήκαν στη μέση τα Ηνωμένα’Εθνη, μας μάζεψαν και φύγαμε.
Τον άκουγα, με έναν φόβο ενδόμυχο. Σκεφτόμουν πώς θα τελειώσει αυτό το συναπάντημα. Ο φίλος μου συνέχιζε να τραβά φωτογραφίες, δεν είχε
ακούσει τίποτα απ’ αυτή την αφήγηση και δεν ήξερε τη δυσάρεστη θέση στην οποία βρισκόμουν. Έφτασε ένας σε αναπηρικό καροτσάκι, μου τον σύστησε
ο Σαλί, και μου είπε ότι είναι τραυματίας πολέμου. Στο πέτο υπήρχε ένα διακριτικό και μου εξήγησε πως είναι το παράσημο που έχει πάρει. Κοίταξα και διέκρινα την ημισέληνο, ένιωσα στενάχωρα. Ήθελα α πω κάτι στον Σαλί, στο τέλος σιώπησα. Πώς, σκεφτόμουν, διαιωνίζονται όλ’ αυτά. Είναι η άλλη
όψη της τουρκικής εισβολής.
Ήρθε ο φίλος μου και κάθισε μαζί μας, του είπα ότι ο Σαλί θέλει να πάμε στο σπίτι του να γνωρίσουμε τους δικούς του. Έχει δυο παιδιά και στο ένα έχει δώσει το όνομα του ενός σκοτωμένου αδερφού του. Με είδε που δίσταζα, κατάλαβε πόσο άβολα ένιωθα και μου είπε πως δεν έχουμε χρόνο, ίσως μιαν άλλη φορά. Αποχαιρετήσαμε τον Σαλί και τους άλλους θαμώνες.
Στο νεκροταφείο ο φίλος μου τραβούσε φωτογραφίες, ήσαν κάποιοι τάφοι εντελώς κατεστραμμένοι. Σ’ έναν που η ταφόπετρα είχε σχεδόν αναποδογυ-
ριστεί σε πολλά κομμάτια, διάβαζε κανείς με δυσκολία τα περιστατικά του φόνου μιας νεαρής γυναίκας είκοσι χρονών και την απόφαση του δικαστηρίου
για τον δολοφόνο. Δεν είχε μείνει τίποτα στο εσωτερικό της εκκλησίας, κότες κούρνιαζαν και κλωσούσαν τα αβγά τους.
Φύγαμε μ’ ένα αίσθημα κενού. Μπροστά μας απλωνόταν ο κάμπος της Μεσαορίας, δέσποζε το πράσινο και τα μεγάλα στρατόπεδα του τουρκικού
στρατού ώς το Πραστειό. Περάσαμε από την Επιχώ, τη Γύψου, τη Λάπαθο, το Τρίκωμο, το Μπογάζι, τα Γαστριά, το Πατρίκι, τον Άγιο Θεόδωρο, την Κώμα του Γιαλού, το Λεονάρισσο, τον Άγιο Ανδρόνικο, τη Γιαλούσα και φτάσαμε στο Ριζοκάρπασο.
Σ’ όλη τη διαδρομή τα πάντα θύμιζαν σκηνικά μιας άλλης εποχής. Το τέλος ενός ολόκληρου κόσμου που έζησε στη γη του αμέτρητα χρόνια κι έμειναν τώρα μόνο τα σημάδια της παρουσίας του για να θυμίζουν αυτό το δράμα, και τα μάρμαρα που δεν λάμπουν πια στη Σαλαμίνα.

 

Κρατικό Βραβείο Διηγήματος/Νουβέλας για εκδόσεις 2013 

Το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος/Νουβέλας για εκδόσεις 2013, μετά από κατά πλειοψηφία απόφαση της Κριτικής Επιτροπής, απονέμεται στον Λεύκιο Ζαφειρίου για το έργο Μ’ ευλάβεια και με λύπη (εκδόσεις Γαβριηλίδης).

Το σκεπτικό της επιτροπής βράβευσης:
Το βιβλίο του Λεύκιου Ζαφειρίου Μ’ ευλάβεια και με λύπη περιλαμβάνει διηγήματα που αναφέρονται στις τραγικές στιγμές της ιστορίας της Κύπρου, μέσα από μια προσέγγιση στοχαστική, στραμμένη στο τραύμα, τη μνήμη και το πένθος. Οι πρωταγωνιστές των διηγημάτων είναι απλοί άνθρωποι, που η ματιά του αφηγητή ανάγει σε πρωταγωνιστές και θύματα των μηχανισμών της εξουσίας, σε μια πατρίδα ακρωτηριασμένη: είναι οι αδικαίωτοι εγκλωβισμένοι στο Ριζοκάρπασο, τα χαμένα παλικάρια της ΕΛΔΥΚ και οι γονείς τους που συναντώνται στον τύμβο της Μακεδονίτισσας, οι εθελοντές φοιτητές που ανέβηκαν σαν άλλοι αργοναύτες το καλοκαίρι του 1974 στο «Επιβατικό Ρέθυμνο» σε μια αποτυχημένη εκστρατεία που δεν έφτασε ποτέ στον προορισμό της• είναι όμως και τα παιδιά που στα πρόσωπά τους διασώζεται η ελπίδα. Ο αφηγητής κινείται σ’ αυτό τον κόσμο του πένθους, έναν «λαβύρινθο χωρίς έξοδο», όχι ως ψυχρός θεατής αλλά ως συμπάσχων, συχνά σε καταστάσεις αδιέξοδες και τραγικές. Στα διηγήματα του βιβλίου ο αναγνώστης μπορεί να διακρίνει ένα αυτοβιογραφικό υπόστρωμα αλλά και ένα εξαίρετο δείγμα της μετάπλασης του προσωπικού βιώματος σε λογοτεχνία. Τα διηγήματα της συλλογής δεν διασώζουν μόνο το «θρυμματισμένο πρόσωπο του νησιού», αλλά είναι ιστορίες του ανθρώπινου πόνου και κατατρεγμού που αποκτούν διαχρονική σημασία.

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

 

ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΙΑΧΡΗΣ

Εφημερίδα ΒΗΜΑ 10/7/2012

Μια μικρή κατάδυση στην ποιητική του

Με την Κύπρο με συνδέει ένα παράξενο βαθύ σώμα που η ανόρθωσή του μέσα μου ξεκίνησε στα χρόνια της εφηβείας, όταν ανακάλυπτα την ποίηση του Γιώργου Σεφέρη, τον Οθέλλο του Σαίξπηρ, τα κυπριακά λυρικά ποιήματα της Ενετοκρατίας, τους Κύπριους συμφοιτητές μου και τα βιώματά τους.

Παρ’όλο που ποτέ δεν ταξίδεψα στο νησί και δεν ξέρω αν θα έχω την ευκαιρία ποτέ να το πράξω, υπήρχε πάντοτε αυτό το σώμα που όταν το άγγιζα, αισθανόμουν πως αυτό που φαίνομαι είναι μια φρεναπάτη και πως ανήκω σε άλλα σχήματα και σε άλλα αίματα.

Περιπλανώμενος μάλιστα στα λογοτεχνικά επιτεύγματα της μετά την ανεξαρτησία εποχής για το νησί, συναντούσα εξαιρετικούς δημιουργούς των οποίων το έργο, όπως ήταν λογικό, κουβαλούσε κάτι από το πεπρωμένο αυτής της μικρής πράσινης πινελιάς στον θαλασσινό καμβά της Μεσογείου.

Ένας από αυτούς, ίσως ο σημαντικότερος κατά την κρίση μου, ήταν ο Λεύκιος Ζαφειρίου. Η πρώτη μου «συνάντηση» μαζί του πραγματοποιήθηκε στις σελίδες μιας ανθολογίας για τη σύγχρονη Κυπριακή ποίηση, την οποία προλόγιζε ο ίδιος.

Έτσι, μου δόθηκε το έναυσμα να αφουγκραστώ βήμα με βήμα τον τόνο μιας γνήσια ποιητικής φωνής, η οποία για σχεδόν πενήντα χρόνια αγωνίζεται να καθαρίσει τις λέξεις από την καθημερινή τους σκόνη. Με αφορμή λοιπόν τη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του Λεύκιου Ζαφειρίου από τον εκδοτικό οίκο «Γαβριηλίδης», θα επιχειρήσω να εισβάλω στις αρτηρίες της ποιητικής του, με την ελπίδα πως θα μπορέσω να υφαρπάξω λίγο από το οξυγόνο που ήδη μεταφέρουν ως ακριβή κληρονομιά στις επόμενες γενιές.

Μια πρώτη παρατήρηση αφορά το πολιτικό στίγμα της ποίησης του Ζαφειρίου. Από την άποψη αυτή δεν αποκλίνει από τους ποιητές της λεγόμενης «γενιάς της εισβολής».

Το δράμα της Κύπρου, διαποτίζει άλλοτε άμεσα [κι η Κύπρος /ασύνορη μνήμη φονικού /στην άκρη της Μεσόγειος] κι άλλοτε έμμεσα τα ποιήματα [Είσαι μέσα μου / χωραφάκι που /τ’ ανοίγουν τα σπλάχνα κομπρεσέρ /το παραγεμίζουν μπετόν και ραντάρ – ], περισσότερο ως επώδυνη μνήμη, ως υπενθύμιση μιας άρρωστης εποχής που συνεχίζει να μολύνει το παρόν [Κι ο πιτσιρικάς –πήχτρα το αίμα / στα ρούχα του –άνοιγε λάκκους, /τον χτυπούσε ο ήλιος ανελέητα / στους κροτάφους στη μνήμη / βαθιά ως το μέλλον]. Συχνά μάλιστα ο ποιητής καταφεύγει σ’ έναν ωμό τρόπο, εγκλωβίζει το συναίσθημα μέσα σε σκληρές λέξεις, για να δώσει στο φως βαθύτερες τις πληγές του λαού του [Οι νεκροί βρομούσαν από’να / μίλι μακριά, ήταν ανελέητο / το τελευταίο καλοκαίρι – /τρυπούσε τους ίσκιους των δέντρων / τις στέγες των σπιτιών].

Η ίδια ένταση επιτυγχάνεται με την προσωποποίηση του δράματος σε ζωντανές μορφές: οι μαυροντυμένες γερόντισσες παρουσιάζονται ως μελανόμορφες μνήμες που προεκτείνονται στα πάθη του νησιού [μαυροντυμένες κι οι δυο /πλάι στο δέντρο /κάτω απ’ τον ίσκιο του δέντρου / ανεξίτηλες μνήμες / σαν την άλλη της Κύπρου].

Τις αγγίζουν η μοναξιά, η θλίψη, η νοσταλγία για τον αγαπημένο τόπο, η πικρία για τα στοιχεία της παράδοσής τους που φαντάζουν αταίριαστα σ’ έναν κόσμο εντελώς ξένο [Είναι σε ξένο τόπο μόνες / χωρίς χειρόγραφα της μνήμης / ονειρεύονται πίνοντας καφέ / Είναι ώρες που νιώθουν να πνίγονται, τη μοναξιά].Οι αγνοούμενοι εμφανίζονται ως οι πανταχού παρόντες σύντροφοι που ενώ μοιράζονται με τους άλλους μικρές καθημερινές συνήθειες, δοκιμάζουν να συντρίψουν τη δύναμη των όπλων με τις ανυπότακτες λέξεις τους [Εσύ δεν χαμογελάς / προσπαθείς ν’ αρθρώσεις / μια λέξη / που να μη συνθλίβεται / από οδοστρωτήρες κι ερπύστριες].Οι νεκροί πάλι αρθρώνουν κραυγές διαμαρτυρίας για την καπήλευση των αγώνων τους, για το παρελθόν που με τόση ελαφρότητα αφέθηκε στα χέρια κάποιων κι εκφυλίστηκε.

Σε άλλα σημεία την οργή και το πάθος αντικαθιστά μια έντονη ειρωνεία, με την εισαγωγή παράταιρων στοιχείων σ’ ένα ιδεώδες σκηνικό και με τη χρήση ισχυρών αντιθέσεων. Στο ποίημα «Τουριστικός οδηγός Κύπρου» η ειδυλλιακή εικόνα του νησιού με τις φυσικές ομορφιές και τους ανέμελους τουρίστες υπονομεύεται από την παρουσία των τεκμηρίων της φρίκης [φυλάκια, πολυβολεία, βόμβες ναπάλμ, πανάθλια ραντάρ], ενώ στο «Αρνητικό για τον Άρη Βελουχιώτη» σαρκάζονται ο συμβιβασμός των άλλοτε επαναστατών και ο ξεπεσμός των κάποτε σημαντικών γεγονότων σε στιγμές που στοιβάζονται μαζικά στα ψυγεία του μυαλού, για να αναλυθούν αργότερα εκ του ασφαλούς. Σημαντική θέση στους στίχους του ποιητή κατέχουν και τα εγκαταλειμμένα κτήρια, σπίτια κι εκκλησίες.

Σ’ αυτούς τους χώρους, ο Λεύκιος Ζαφειρίου απελευθερώνει μια σιωπή ομιλούσα, μια δύναμη που προσπερνά την απουσία των ανθρώπων και υψώνεται σε υπέρτατο υπαρξιακό νόημα. Στο «Σπίτι με τις Λεύκες» δύο αντίπαλες εικόνες διεκδικούν το έπαθλο της τελικής εντύπωσης στο μυαλό του αναγνώστη: από τη μία η αποσύνθεση με τους σκελετούς, τα σπασμένα κάδρα και τα τσαλακωμένα βιβλιάρια καταθέσεων, κι απ’ την άλλη η ανάταση, το φως, η ζωή.

Στο «Πέτρινο σπίτι με τα περιστέρια» τα σύνορα ανάμεσα στο παιδί και το κτίσμα συγχέονται σκόπιμα, για να αναδυθεί η παράλληλη διαδρομή τους: Το παιδί είναι ξυπόλυτο, με σπασμένη φυσαρμόνικα, νεκρό, ένα φάντασμα που επιστρέφει στον αγαπημένο τόπο. Και το σπίτι αντίστοιχα είναι χωρίς στέγη, με τ’ άδεια δωμάτια, με παράθυρα χωρίς πλαίσιο, νεκρό.

Στην «Παναγία την Κανακαριά» επιπλέον αξιοποιείται με έξυπνο τρόπο η παράδοση σύμφωνα με την οποία ένας Σαρακηνός χτύπησε με μαχαίρι το ψηφιδωτό της Βρεφοκρατούσας Παναγίας κι αμέσως έτρεξε αίμα. Το αίμα αυτό γίνεται ο κρίκος ανάμεσα στο παλιό και στο τωρινό χτύπημα, με τους πολιτισμικούς θησαυρούς της κατεχόμενης Κύπρου ανυπεράσπιστους, χωρίς όνομα, απομεινάρια μιας κάποτε κραταιάς ζωής. Παράλληλα όμως με τον «θρυμματισμένο κόσμο της Κύπρου», ξεχωριστή θέση στην ποίηση του Λεύκιου Ζαφειρίου, ιδιαίτερα στην πρώιμη παραγωγή του, κατέχει και η μετεμφυλιακή Ελλάδα.

Στα ποιήματα αυτά ο ρεαλισμός του ποιητή θυμίζει εκείνον του Μανώλη Αναγνωστάκη. Τα περιττά φτιασίδια εκτοπίζονται από τη συνταγή της σύνθεσης του ποιήματος, η κάθε λέξη μοιάζει με σφαίρα από ένα πιστόλι που στοχεύει πρωτίστως στο μυαλό και ακολούθως στην καρδιά, γενναίες δόσεις πικρίας δυναμώνουν την ένταση της ανάγνωσης, χώροι και ημερομηνίες αποκτούν ποιητική διάσταση [Κι η Ελλάδα /τουριστικό κέντρο / κέντρο μετακομιστικού εμπορίου / και διερχομένων μεγιστάνων / Μπορντέλα στη Σοφοκλέους, πάροδος Αθηνάς].

Ο ίδιος άλλωστε αποκαλύπτει το στίγμα του ως δημιουργού σε αρκετά ποιήματα με αυτοαναφορικό περιεχόμενο: Επιμένει να οριοθετεί τις λέξεις με το δικό του τρόπο, να μένει στην αληθινή τους τάξη [Ξερίζωσε από μέσα μου όλες τις λέξεις / δώσε τους μια όποια σημασία /κι ύστερα προσπάθησε να τις βάλεις πάλι / με μια δική σου τάξη μέσα μου /Ωστόσο εγώ θα επιμένω να λέω / την ελευθερία ελευθερία /τον φόνο φόνο]. Ομολογεί ότι η ποίηση χάνει την αθωότητά της σε δύσκολους καιρούς [Μα όταν η ελευθερία χάνεται / η ποίηση γίνεται / σπαθί και ντουφέκι]. Θεωρεί το ποίημα ως αυτόνομη οντότητα που γεννιέται πριν από την έκθεσή μας στην όποια εμπειρία [Όπως σε νύχτα μακελειού / οχυρώνεσαι πίσω απ’ τον θάνατο των άλλων / έτσι και το ποίημα εκτεθειμένο /πριν από μας / κερδίζει τις λέξεις].

Πλάι βέβαια σ’ αυτή την ποίηση που κρατά μαχαίρι, υπάρχει και το λυρικό πρόσωπο του Λεύκιου Ζαφειρίου, το τρυφερό κομμάτι της δημιουργίας του. Εκεί οι λέξεις γαληνεύουν, μεταφέρουν τη βαθιά συγκίνηση του ποιητή απέναντι στα θαύματα της ζωής του, λύνουν τα πανιά της ευαισθησίας του και την παραδίδουν στον άνεμο μια πηγαίας έμπνευσης. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι τα ποιήματα «Ένα παιδί ονειρεύεται στην αυλή του Δημοτικού σχολείου» [Κατρακυλάει το φεγγάρι / ασημένια βήματα / στις σκάλες τ’ ουρανού / πριν τα μεσάνυχτα] και «Κυπριώτικο Α» [Είσαι μέσα μου / τρυφερό κλωνάρι / ραγισμένο γυαλί / που κινδυνεύει να θρυμματιστεί / λευκό γιασεμί στο σκοτάδι].Στα ποιήματα που έχουν ως σημείο αναφοράς τους τον έρωτα, ο τόνος γίνεται πιο «επιθετικός», με την έννοια ότι ο ποιητής δεν συνομιλεί απλώς με το ερωτικό ρίγος, αλλά του επιτίθεται απ’ όλες τις μεριές του σώματος και το αναγκάζει να παραδώσει τα πιο εκλεκτά συστατικά του. Έτσι, η ερωτική πράξη γίνεται μια μικρή κοσμογονία, ένας σεισμός που ορίζει εκ νέου την επιφάνεια των σωμάτων [Βεγγαλικά σέρνει στην κάμαρα ο έρωτάς σου / και στα φιλιά μας / ποτάμια παφλάζοντας / διασχίζουν τη νύχτα] [Θαλασσινή μικρή σειρήνα / με σπρώχνεις στον έρωτα /καθώς αναδύεσαι μέσα σου / φιλί φιλί ανοίγοντας / όλα τα κρυφά μουσικά παράθυρα / του κορμιού σου σε μένα].

Αξίζει ακόμη να παρατηρήσουμε ότι στην ποίηση του Λεύκιου Ζαφειρίου ορθώνεται συχνά ένα «Εσύ», δηλωτικό της ανάγκης του ποιητή να δένει τον εαυτό με τα πρόσωπα και τα πράγματα και να καθρεφτίζει σ’ αυτά τις προσωπικές του διαθέσεις. Το σχήμα του αποδέκτη παρουσιάζει μια μεγάλη ποικιλία: ένα απροσδιόριστο εσύ, μια ιστορική μορφή, ένας ασήμαντος ήρωας, το αντικείμενο του πόθου, ο άγνωστος παραλήπτης μιας επιστολής, η μάνα, η ποίηση, οι αγαπημένες πόλεις [Λευκωσία, Αθήνα, Λάρνακα], το φεγγάρι της Κύπρου, το πλήθος, ο Κύπριος αγνοούμενος, η Κύπρος ολάκερη.

Στα δε ποιήματα της ύστερης περιόδου εμφανίζονται συχνά άλλοι δημιουργοί, λατρεμένες μορφές από το χώρο της ποίησης ή της ζωγραφικής [Κάλβος, Καρυωτάκης, Σολωμός, Βαν Γκόγκ] με τις οποίες συνομιλεί ο ποιητής, σκάβοντας σε καθοριστικές λεπτομέρειες της ζωής τους ή εντάσσοντας σπαράγματα του έργου τους στο δικό του, δίνοντάς τους μιαν άλλη πνοή, μια καινούργια ζωή σ’ ένα ξένο σώμα. Ολοκληρώνοντας τη μικρή αυτή περιήγηση, θα ήθελα να τονίσω ότι ο Λεύκιος Ζαφειρίου δεν είναι από τους ποιητές που παγιδεύονται στο ατομικό τους σύμπαν, μεταμφιέζοντας τις όποιες εκρήξεις συμβαίνουν εκεί σ’ εκθαμβωτικό θέαμα.

Η ποίησή του μοιάζει με αγκαθωτό στεφάνι που τρυπάει επώδυνα τη μνήμη και λερώνει με σκληρές εικόνες τον εφησυχασμό μας.

Μαζί με τ’ αγκάθια της όμως φανερώνει και τρυφερούς βλαστούς. Αποκαλύπτει ένα γήινο αίσθημα, έναν εσωτερικό λυρικό γαλαξία γεμάτο από μικρούς πλανήτες μουσικής και φωτιάς.

 

 

Μ’ ευλάβεια και με λύπη

 

ΑΛΚΗΣ ΡΗΓΟΣ

Η ΑΥΓΗ 20 Ιουλίου 2014

Σαράντα χρόνια μετά…,

Τούτος ο στίχος -γραμμένος ειδικά γι’ αυτό το νησί της νοτιο-ανατολικής Μεσογείου- εδώ και πάνω από εξήντα χρόνια θαρρείς πως συμπυκνώνει, προφητικά, με μια εκπλήσσουσα πληρότητα, εικόνες, λόγους, χρόνους κι ανθρώπους. Κι ίσως και να εξηγεί το βαθύτερο λόγο…

ΛΕΥΚΙΟΣ ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ, Μ’ ευλάβεια και με λύπη,

«…η μνήμη όπου και να την αγγίξεις πονεί…»

Γ. Σεφέρης, Μνήμη Α’

Τούτος ο στίχος -γραμμένος ειδικά γι’ αυτό το νησί της νοτιο-ανατολικής Μεσογείου- εδώ και πάνω από εξήντα χρόνια θαρρείς πως συμπυκνώνει, προφητικά, με μια εκπλήσσουσα πληρότητα, εικόνες, λόγους, χρόνους κι ανθρώπους. Κι ίσως και να εξηγεί το βαθύτερο λόγο, που κάθε ήρεμη φωνή για το Κυπριακό χάνεται είτε μέσα στην γενικότερη αδιαφορία ή μέσα στο θόρυβο μιας ακατάσχετης και άχρονης πατριδοκάπηλης επιλεκτικής ρητορείας. Μιας ρητορείας που αναπαράγεται τέτοιες μέρες, εδώ και σαράντα χρόνια από την τουρκική εισβολή, συνήθως λησμονώντας ότι αυτή βρήκε πρόσχημα το χουντικό προδοτικό πραξικόπημα εναντίον του εκλεγμένου Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρχιεπίσκοπου Μακάριου, ή απλά «Μούσκου», σύμφωνα με την ορολογία των χουντικών «υπερπατριωτών». Ρητορεία που εντείνεται επίσης κάθε φορά που μια προσπάθεια επίλυσης, κάποιο σχέδιο διαλόγου μεταξύ των δύο σύνοικων κοινοτήτων πάει ν’ αρχίσει… Μια νέα δίοδος επικοινωνίας ν’ ανοίξει… Ρητορεία μιας εθνικιστικής κινδυνολογίας περί σχεδίων αφανισμού του Ελληνισμού, «βαθυστόχαστων» γεωστρατηγικών αναλύσεων, πολιτισμικών αλλοιώσεων και, πρόσφατα, διεθνικών οικονομικών επιπτώσεων, λόγω ΑΟΖ και κρίσης. Ρητορεία που το μόνο που πάντα λησμονεί είναι οι άνθρωποι, οι κάτοικοι τούτου του βίαια χωρισμένου μαρτυρικού νησιού.

Κόντρα σ’ αυτές τις κυρίαρχες αντιλήψεις, τις επιλεγμένες σιωπές που πληθαίνουν, η κατάθεση του φίλου Λεύκιου Ζαφειρίου, με αυτό τον γλυκόπικρο τίτλο, έρχεται με την χαμηλόφωνη, λιτά σπαραγματική της γραφή -που στο βάθος πονάει πιότερο- να μας θυμίσει ανάκατα, στα 16 μικρά κείμενα που την συναποτελούν, χθεσινά σημερινά και απώτερα, μέσα από μνήμες δικές του και άλλων καθημερινών ανθρώπων και από τις δύο μεγαλύτερες κοινότητες. Μια που όπως γράφει: «Χωρίς μνήμη είναι όλα τίποτα. Χάνονται»

Μνήμες λοιπόν ενός «θρυμματισμένου κόσμου, σε μια πατρίδα ανάπηρη στις γάζες» όπως και ο ίδιος μετά το τροχαίο ατύχημα στα κατεχόμενα, που παραλίγο να του στοιχίσει τη ζωή, αδύναμος μπροστά στη δικαστίνα της τουρκοκυπριακής διοίκησης, όπου ο μπατζανάκης του τουρκοκύπριου μεταφραστή του Γιουτζιέλ, τρέχει αθόρυβα να καταθέσει την χρηματική εγγύηση για να μην κρατηθεί…

Μνήμες που εμπλέκονται με άλλες από την Αγγλία, τις έρευνες του για τον Κάλβο, την κηδεία ενός άγγλου στρατιώτη -το κομμάτι δίνει και τον τίτλο του βιβλίου- από ένα χωριό κοντά στο Σέφιλντ που σκοτώθηκε στο Αφγανιστάν, τον πόνο της μάνας του. Πόνο αντίστοιχο με εκείνον των μανάδων στην Κύπρο στις κηδείες των αγνοουμένων – που… βρέθηκαν πρόσφατα και ταυτοποιήθηκαν με την μέθοδο του DNA τα οστά τους- και τους «βέβηλους λόγους των κομματαρχών [που] ήταν σάμπως σε προεκλογική μάζωξη … ώσπου μια μάνα που χρόνια την έπαιρναν στις συγκεντρώσεις [για τους αγνοούμενους] δεν άντεξε άλλο και πήγε μόνη της να σκάψει τον τάφο και να τον ξεθάψει»

Μνήμες από τον τραγέλαφο της επιστράτευσης την ώρα της εισβολής, το άδοξο ταξίδι του επιβατικού «Ρέθυμνος», που αντί της Κύπρου κατέληξε στην …Ρόδο, την ανατίναξη με βενζίνη της σπηλιάς/κρησφύγετο του Γρηγόρη Αυξεντίου, την θολή εικόνα που είχε, στα οχτώ του, του Χάρντινγκ στο Κυβερνείο, και τόσα ακόμη, όπως εκείνη η συγκλονιστική ιστορία ενός κορακιού, του «Πίνδαρου», που η μικρή του Κερά αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την ώρα της φυγής από την Αμμόχωστο.

Μνήμες ενός αποσπασματικού ημερολόγιου με ανάκατα καταχωρημένες εγγραφές 40 χρόνων -«παριστάνω τον Μιχαλιό του Καρυωτάκη εν ζωή» – από το 2004 για το 1967, ή ακόμα παλιότερες, του 1964, και την παρουσία σε κηδεία δύο δολοφονημένων αξιωματικών του τότε λοχαγού Ιωαννίδη… Αλλά και άλλες από τη «Γιορτή των Ανθέων» ή εκείνη των «Πορτοκαλιών», στην τότε ζωντανή Αμμόχωστο. Για τους ελλαδίτες φαντάρους και τις φωτογραφίες τους, που έβγαζε ένας εστιάτορας στη Λευκωσία και σήμερα μονολογεί «πως χάθηκαν τόσα παιδιά … Χωρίς να ξέρουν τι μπάχαλο είχαν καταντήσει οι άλλοι την πατρίδα και πως τα έσερναν σε σφαγή». Ή οι αναφορές για τον «Τύμβο της Μακεδονίτισσας», για γνωστούς δρόμους, γειτονιές και στέκια της Λευκωσίας, που και εσύ έχεις περπατήσει, και που η λιτή γραφή σε κάνει να διαβάζεις φωναχτά με ένα πνιγμένο δάκρυ στην άκρη των ματιών σου .

Μα ποιο συγκλονιστικές είναι εκείνες από το κατεχόμενο «Ριζοκάρπασο» και το άνοιγμα του εκεί Γυμνασίου, όπου βρέθηκε ως καθηγητής από την πρώτη μέρα ο Λεύκιος συνοδεία του ΟΗΕ, το σκίσιμο, μπροστά στους λιγοστούς μαθητές, συγκεκριμένων σελίδων από όλα τα βιβλία Λογοτεχνίας της Γ’ Τάξης, σύμφωνα με όσα αναγράφονταν σε έγγραφο του τουρκικού στρατού, τις οποίες οι κατοχικές «Αρχές» δεν πρόλαβαν να λογοκρίνουν πριν σταλούν… Μια μαθήτρια, η Χρυσοβαλάντη, δεν αντέχει το θέαμα, «ένας καθηγητής την απομακρύνει … κάθεται σ’ ένα σκαλοπάτι … Δεν ξέρεις αν κλαίει ή αν κοιτάει στο βάθος τον ορίζοντα του δικού της τόπου που πια δεν της ανήκει… Ένας αξιωματικός του ΟΗΕ θέλει να ξηλώσει τα διακριτικά από το πουκάμισό του γι’ αυτό που βλέπει». Μα «είναι κι άλλες ιστορίες σ’ αυτό το σχολείο αλλά και στο Ριζοκάρπασο που πρέπει να καταγραφούν. Αφορούν του τελευταίους ανθρώπους που έμειναν εκεί να μας θυμίζουν οικεία κακά και το τέλος ενός ολόκληρου κόσμου που κοντεύει να μην είναι πια δικός μας»

Ιστορίες που μέρος τους καταγράφει -κάτω από τη στενή παρακολούθηση των τουρκικών μυστικών αστυνομικών- με σεβασμό: «είναι ένας μονόλογος κοφτός, τα λόγια βγαίνουν από μόνα τους, η ανάγκη να μιλήσεις με λέξεις όσες αρκούν να δώσουν το μεδούλι της ψυχής». Την διήγηση για τον τουρκοκύπριο δικαστή που απέτρεψε κάποιες ομαδικές εκτελέσεις. Ή εκείνη για τον έποικο Ορχάν που έσωσε το χωριό από την προβοκάτσια δυο εποίκων, οι οποίοι ύψωσαν μια ελληνική σημαία στο Δημοτικό Σχολείο, κατονομάζοντάς τους. Για τους «έρημους αυτούς ανθρώπους [που] φέρανε από τα βάθη της Τουρκιάς … και τα παιδάκια τους τρέχουνε ξυπόλυτα και νηστικά. Καμιά φορά τους δίνουμε να φάνε είναι κρίμα να τ’ αφήσεις σ’ αυτή την άδικη κατάρα»

Και μια τελευταία καταγραφή από τις τόσες που κάνουν το διάβασμα αυτού του μικρού βιβλίου του Λεύκιου συναρπαστικό, για όσους οι λέξεις συνεχίζουν να έχουν περιεχόμενο: «την πρώτη χρονιά [στο Γυμνάσιο του Ριζοκάρπασου] είπαμε να γιορτάσουμε την 28η Οκτωβρίου. Είχαμε κάποιες φωτογραφίες, τα παιδιά έφεραν κρυφά στις τσάντες τους δάφνη και μ’ αυτήν αφού έκλεισαν την πόρτα της αίθουσας, στόλισαν τις φωτογραφίες του Δαβάκη, του Μανώλη Γλέζου και άλλων. Κι όταν τέλειωσαν η ομιλία και τα τραγούδια, στο τέλος της γιορτής, πολύ σιγανά, είπαν τον Εθνικό Ύμνο. Μας θύμισαν τη φωνή στον ραδιοφωνικό σταθμό των φοιτητών. Λίγο προτού γκρεμίσει το τανκ την πύλη του Πολυτεχνείου».

Υ.Γ. Αυτό το βιβλίο θα το ένοιωθε βαθύτερα -και ίσως και τούτη την γραφή- η φίλη και σύντροφος χρόνων που μας έφυγε πρόσφατα, Αννίτα.

 

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΣΑΪΝΗΣ

oanagnostis.gr, 24.4.2014

«Κιβώτιο… από πολύτιμον έβενο»

«είχαν βρει ασήμι στις αλυκές.
Γι΄ αυτό οι Φράγκοι, Βένετοι,
Οθωμανοί κι Εγγλέζοι ήρθαν εδώ
και γέμισαν την παραλία κουσουλάτα», 24

«Μ΄ ευλάβεια και λύπη» προετοιμάζει ο Φοίβος τη σωρό του νεκρού με τις πρέπουσες τιμές, γράφει εκείνος ο ποιητής με το χαρακτηριστικό ύφος και «την αλεξανδρινή λοξή ματιά στο μετέωρο βήμα της ιστορίας». Με ευλάβεια και λύπη σκύβει και ο Λεύκιος Ζαφειρίου στην «μετέωρη θλίψη» της εξακολουθητικής κυπριακής τραγωδίας. Ταξιδεύοντας από την Αμμόχωστο στην Καρπασία και από το Λάουθ και το Λονδίνο στο Σέφιλντ την Αθήνα ή τη Λευκωσία, ακούει χαρισματικούς αφηγητές και γεννημένους παραμυθάδες και καταγράφει με ευσυνειδησία αφηγήσεις, ιστορίες αλλά και δικές του μνήμες. Η κατάληξη του διηγήματος που δίνει τον τίτλο στη συλλογή δίνει και τον ελεγειακό της τόνο: «Θυμήθηκα τον στίχο του Μπόρχες: Ένα πράγμα μόνο δεν υπάρχει, είναι η λήθη». Και εδώ το βουβό εσωτερικό πένθος δεν αφορά τους «δικούς» αλλά έναν «ξένο»: ο νεαρός Άγγλος από την οικογένεια ανθρακωρύχων που ανδρώθηκε στην εποχή της θατσερικής επέλασης του νεοφιλελευθερισμού σκοτώνεται στο μακρινό Αφγανιστάν. Στο μυαλό του αφηγητή συναντά τους αγνοούμενους του ισπανικού εμφυλίου αλλά και τους δικούς μας. Με τον ίδιο τρόπο, στον «Θρυμματισμένο κόσμο» τα θύματα των τουρκοκύπριων συναντούν τους ανωνύμους και επώνυμους Έλληνες: δίπλα στους Αυξεντίου, Καραολή αλλά και σε «εκείνον τον νέο που ανέβαινε στον ιστό με το τσιγάρο στο στόμα» οι νεκροί και οι αγνοούμενοι και από τις δύο πλευρές.

Ο Ζαφειρίου και οι αφηγητές του διαρκώς επιστρέφουν στις μοιρασμένες πατρίδες τους, έναν νόστο «σε λαβύρινθο χωρίς έξοδο» (σ. 89). Διαρκώς γυρίζουν είτε πραγματικά είτε φαντασιακά ως ξένοι στον ίδιο τον τόπο που τους γέννησε, ο οποίος μπορεί ακόμα να «μυρίζει γιασεμί», αλλά ποιος μπορεί να πει ότι ακόμα «λειτουργεί το θάμα» (Σεφέρης);. «Θρυμματισμένο το πρόσωπο του νησιού» (σ. 153), σήμερα, βαθιά πλέον και ανεξίτηλα σημαδεμένο από τη βία της ιστορίας, όπως τα χαραγμένα «από τον χρόνο, όχι τον οποιοδήποτε χρόνο» (σ. 160) πρόσωπα των εγκλωβισμένων στα κατεχόμενα. Το ξετύλιγμα των προσωπικών ιστοριών διασταυρώνεται με την Ιστορία, οι καθημερινές μικροϊστορίες τέμνονται από τις ιστορικές συντεταγμένες τους, την αποικιοκρατία, τις δικτατορίες, τη διχοτόμηση. Πάνω από αυτό το χρονικό συνεχές μετεωρίζονται οι πολλά περίλυπες ιστορίες του Ζαφειρίου που μπορεί να αφορούν το σήμερα αλλά αποκτούν το βάρος μιας «άχρονης πραγματικότητας» (σ. 87). Όλα δίνουν την εντύπωση ενός χώρου εκτός τόπου και χρόνου, με τα πρόσωπα και τα πράγματα ακινητοποιημένα σε μια «νεκρή ζώνη», στη μαύρη στιγμή των «γεγονότων», σε ένα αδιαίρετο, άχρονο, άχωρο και αιώνιο παρόν. Αυτή η αιώρηση πάνω από το ιστορικό αμετάβλητο συνεχές απεικονίζεται αφηγηματικά και στο αποσπασματικό «Κυπριακό ημερολόγιο» (σ. 124-135), που αντιστρέφοντας τις συμβάσεις του είδους κινείται αλλοπρόσαλλα μπρος πίσω στον χρόνο.

Κάπως έτσι προκύπτουν τα αφηγήματα της συλλογής. Μια σειρά θολές εικόνες, μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, μνήμης και λήθης, όπως στον λήθαργο που ανοίγει και κλείνει την αναδρομή στην πόλη-φάντασμα, την «περιφραγμένη πόλη» («Η Αμμόχωστος σε όνειρο») ή όπως εκείνες οι παλιές ασπρόμαυρες φωτογραφίες του εστιάτορα στο «Προπύλαια», δίνοντας συνολικά την «αίσθηση του μη πραγματικού», την «αίσθηση σκηνικού αρχαίας τραγωδίας χωρίς τους ανθρώπους» (σ. 103). Οι «πολιτικές τσαπατσουλιές» (σ. 56) και η τραγελαφική κατάσταση στο χειρισμό του Κυπριακού έκδηλες και στην αποτυχημένη αργοναυτική εκστρατεία του «Επιβατικού Ρέθυμνου» που σαν άλλο Πλοίο των τρελών περιπλανιέται με τους εθελοντές φοιτητές στη Μεσόγειο, χωρίς να φτάσει ποτέ στον προορισμό του («Επιβατικό Ρέθυμνο»).

Στο κέντρο της συλλογής τα καλβικά «βάρβαρα νέφη» προσθέτουν τον δικό τους τόνο στο φάσμα της μετέωρης θλίψης της ιστορίας. Το «Μια μέρα στο Λονδίνο», με μότο από τη λανθάνουσα ωδή «Ελπίς πατρίδος» αναφέρεται στις εμπειρίες της έρευνας για το έργο του Κάλβου στην Αγγλία.

«Κιβώτιο» «από πολύτιμον έβενο», η συλλογή αφήνει τον αναγνώστη με τη «στυφή γεύση της ιστορίας» (σ. 38) στο στόμα και το «αίσθημα κενού» (σ. 173) χαμηλά στο στομάχι. Ο ποιητής, πεζογράφος και φιλόλογος Ζαφειρίου σαν τον καβαφικό αφηγητή των «Ενδυμάτων» αποφασίζει εδώ να συγκεντρώσει ευλαβικά τα «ενδύματα» μιας ολόκληρης ζωής, «ενός ολόκληρου κόσμου» (σ. 173) στο μπαούλο της μνήμης, τώρα μάλιστα που όλα μοιάζουν «όλως διόλου τελειωμένα» και «μια σχεδόν τελεσίδικη ανατροπή» έχει επέλθει (σ. 175). Μόνη αντίσταση στην ισοπεδωτική επέλαση της λήθης η ατέρμονη ανάγνωση της πονεμένης μνήμης. Γιατί, φυσικά, «χωρίς μνήμη είναι όλα τίποτα. Χάνονται.» (σ. 98).

Επιστρέφουμε στο σπίτι της κυρίας Παλεττούς και της δίνουμε το κλειδί. Το πρόσωπό της χαραγμένο από τον χρόνο, όχι τον οποιοδήποτε χρόνο. Το χαμόγελο πολύ δύσκολα διαγράφεται στα χείλη της. Το τσεμπέρι κρύβει τ’ άσπρα της μαλλιά, τα γερασμένα μάτια της σε κοιτούν σαν μικρού παιδιού. «Περιμένω τριάντα χρόνια να έρτουν και δεν ήρταν. Θα τους περιμένω όσον καιρό θα είμαι ακόμα ζωντανή να έρτουν να τες διορθώσουν τες εικόνες στους τοίχους. Και τον καβαλάρην Άγιον που είναι πολλά όμορφος, μας λέει.

 

ΠΟΛΥ ΧΑΤΖΗΜΑΝΩΛΑΚΗ

«Η Αυγή», 15.4.2014

Με ευλάβεια και λύπη», ένα σπάραγμα στίχου από το καβαφικό ποίημα η «Κηδεία του Σαρπηδόνος», επιλέγει ο Λεύκιος Ζαφειρίου, να ονομάσει τη συλλογή διηγημάτων του που κυκλοφόρησε πρόσφατα. Ο αναπότρεπτος θάνατος όπου ο Δίας δεν μπορεί να επέμβει. Μένει μόνο η απόδοση των ταφικών τιμών στο αγαπημένο σώμα.

Ως εάν η Κύπρος είναι το νεκρό «σώμα» και ο συγγραφέας εν αδυναμία μπροστά στις θανάσιμες χαρακιές της Ιστορίας. Αντί να καθαρίσουν όμως, όπως στο ποίημα, «από τις σκόνες και τα αίματα» οι πληγές, επανέρχονται εφιαλτικά οι εικόνες. Ξαναζεί την Ιστορία αφηγούμενος προσωπικές μαρτυρίες είτε μαρτυρίες άλλων. Όλα συγχέονται μεταξύ τους, ποιος τα έζησε, ποιος τα είπε σε ποιον και ποιος τα μετέφερε, επαναλαμβάνοντας εσαεί το δράμα, μνημειώνοντας και αποτίοντας τιμές στον αγαπημένο νεκρό.

Βραβευμένος από την Ακαδημία Αθηνών για το «Ο βίος και το έργο του Ανδρέα Κάλβου», αναγνωρισμένος ποιητής της γενιάς της εισβολής με πλούσιο ποιητικό έργο, συγγραφέας του αφηγήματος Οι συμμορίτες για τη δράση των παιδιών στον απελευθερωτικό αγώνα κατά των Άγγλων στην Κύπρο, ο Λεύκιος Ζαφειρίου με το έργο του συνθέτει τον κόσμο της πατρίδας του, ταυτίζεται ψυχή τε και σώματι μαζί της. Της παραχωρεί πολυτραυματισμένο το σώμα του. Ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα καθ’ οδόν προς το Ριζοκάρπασου όπου δίδασκε τους λιγοστούς εγκλωβισμένους Ελληνοκύπριους μαθητές στο Γυμνάσιο και δεν πρόκειται πλέον για λογοτεχνική μεταφορά. Οι ταλαιπωρίες από την εξάντληση, οι αφόρητοι πόνοι από τα τραύματα, οι ανακρίσεις στα Κατεχόμενα. Σωματοποιημένη μεταξύ μνήμης και λήθης η κάθοδος στον Άδη του Λεύκιου, στα όρια της απώλειας της συνείδησης, ένα συγκλονιστικό παιχνίδι της μοίρας που ενοποιεί το σώμα του και το κείμενό του. Αριστουργηματικός λόγος εν υπνώσει, σε απόσταση και εξ επαφής με την πραγματικότητα. Συγκλονισμός στην εμπειρία στης ανάγνωσης και της πρόσληψης ακόμα και όταν για τον Ελλαδίτη αναγνώστη δεν είναι τόσο γνωστά τα γεγονότα…

Αφηγήσεις για το ανεπίστρεπτο, το ανεπανόρθωτο που καταργούν τον χρόνο: εμπειρίες από τη φοιτητική ζωή, από τις ταραχές πριν την εισβολή, κηδείες με τις λάμπες λουξ στο νεκροταφείο της περιοχής, και την εποχή της αποικιοκρατίας αλλά και μετά, σκελετοί σε ομαδικούς τάφους, φωτογραφίες αγνοουμένων, εικόνες απώλειας και ερήμωσης της Αμμοχώστου, οι σελίδες των σχολικών βιβλίων που σχίζονται από τη λογοκρισία των δυνάμεων εισβολής, ημερολόγια που παλινδρομούν καταργώντας τον χρόνο…

Μικρές ιστορίες ανθρώπων που ξετυλίγουν το μπερδεμένο κουβάρι τους στον καμβά της μεγάλης ιστορίας… Μπαρ ο Μαύρος Γάτος, το επιβατικό «Ρέθυμνο» με τους εθελοντές Κύπριους… Τα ονόματα των χωριών αλλαγμένα, να μη θυμίζουν τίποτα ελληνικό. Λαϊκά πανδοχεία ύπνου, το μαυροπούλι ο Πίνδαρος που αναγκαστικά το εγκαταλείπουν οι κύριοί του στην εκκένωση της Αμμοχώστου. Όπως ο παπαγάλος που απήγγελλε Όμηρο και αυτός είχει μείνει πίσω τότε στο Γυμνάσιο της Αμμοχώστου στο διήγημα του συμπατριώτη του Νίκου Νικολάου Χατζημιχαήλ.

Τα πουλιά στο ρημαγμένο σπίτι της εγκλωβισμένης κυρίας Νιόβης, η μοναξιά και η επιμονή της να μην εγκαταλείψει τον τόπο της…

Στην αποστασιοποιημένη γλώσσα της λήθης, ενθυλακωμένη η τρυφερότητα ενός χαμένου χρόνου. Η παιδική ηλικία. «Ένα παιδί που διασχίζει την ομίχλη», ένα παιδάκι που κλαίει στο σκοτάδι στην ανεμόσκαλα ενός πλοίου. (Ο αφηγητής ως παιδί με τα πουλιά, στους Συμμορίτες, ζητά από τη μάνα του να τον πάρει από το σχολείο την πρώτη μέρα – «τσίου μανούλα μου, πάμε να φύγουμε».)

Ο θάνατος του παιδιού -του θανάτου του εγκλωβισμένου τετράχρονου Αλέξανδρου- που συντρίβεται στις μυλόπετρες της Ιστορίας. Από την πλευρά του κοριτσιού στην αφήγηση για τον Αυξεντίου, η ψυχολογική βία που είχε δεχτεί η μικρή Βασιλική από το Φικάρδου, ένα χωριό κοντά στο κρησφύγετο του ήρωα, από τους πάνοπλους στρατιώτες που την ανέκριναν. Η έφοδος του αποικιοκρατικού στρατού στο οικοτροφείο με τα μικρά παιδιά. Λόγχες που καρφώνονται στα παιδικά στρώματα -ανήμπορες οι δεσποσύνες που τα φρόντιζαν- κραυγές στην ξένη γλώσσα- «να γιατί δεν την έμαθα ποτέ αυτή τη γλώσσα» ομολογεί, χρόνια μετά, ο συγγραφέας.

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

ΜΑΡΙΝΑ ΑΡΜΕΥΤΗ

ΜΑΡΙΝΑ-001

 

Η Μαρίνα Αρμεύτη γεννήθηκε στις 25/1/1974 στη Λεμεσό.
Είναι κόρη της Χριστίνας Πατσαλίδου και του Ανδρέα Αρμεύτη, ο οποίος δολοφονήθηκε στις 16/6/1974 από την ΕΟΚΑ Β΄.
Ζει και εργάζεται στη Λευκωσία ως φιλόλογος στη Μέση εκπαίδευση από το 1997.
Είναι μητέρα δυο παιδιών. Αποφοίτησε από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Φιλοσοφική σχολή, Τμήμα Νεοελληνικών Σπουδών και έκανε μεταπτυχιακό στη «Δημιουργική Γραφή» στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας.
Δημοσιεύει άρθρα στην κυπριακή εφημερίδα «Πολίτης» και ποιήματα στο Κυπριακό λογοτεχνικό περιοδικό «ΑΝΕΥ» και στο λογοτεχνικό περιοδικό Κοζάνης «Παρέμβαση».
Στίχοι της μελοποιήθηκαν από τους Έλληνες συνθέτες: Νίκο Παπάζογλου, Αντώνη Μιτζέλο, Γιάννη Ιωάννου.
«Ο κύριος ιππόκαμπος» (Φίλντισι 2018) είναι η πρώτη της ποιητική συλλογή.

 

ΒΙΒΛΙΟ

 

Ο κύριος ιππόκαμπος (2018)

 

ΑΝΑΚΩΧΗ

Απόψε φυσάει μουσική
Η κουρτίνα
παίζει ανέμελα
μες στο λευκό της
Σαν ανακωχή με το άγνωστο.

 

ΠΗΝΕΛΟΠΗ

Η Πηνελόπη χόρευε συνήθως ως τα ξημερώματα
Τα έντυπα εξέτασης των μνηστήρων
χάθηκαν.
Η Πηνελόπη χόρευε και έραβε και ξήλωνε
και κρυφογελούσε.
Ερωτευόταν ενίοτε τους πιο νάρκισσους
μόνο για έναν χορό.
Το πρωί τους έκλεινε την πόρτα κατάμουτρα.
Κι αυτοί
Όλο γυρόφερναν στην αυλή της
ποτίζοντας επιμελώς
τη φιλαρέσκειά της.
Ο Οδυσσέας
δεν υπήρξε στ’ αλήθεια.
Η Πηνελόπη
ήταν πιστή
μόνο στην προσμονή.

 

ΕΡΩΤΙΚΟ

Οι πανοπλίες μικτών ταγμάτων
πεσμένες στο πάτωμα
Εχθροί σε ατέρμονη ανακωχή κυλιστήκαμε στα στάχυα
Και τυλίξαμε τη σκιά μας με διαίσθηση
Αιώνες τώρα
«Στα πολυκαταστήματα το φως σε κάνει να φαίνεσαι
χλωμή τα μεσημέρια»,
θα πεις και θα χαμογελάσεις.
Ύστερα
Στην άσφαλτο θα αφήσουμε μια ευχή αδέσποτη
κι αυτή θα μας ακολουθήσει νηστικό σκυλί
που μυρίζεται χάδι
Μαζί θα γιορτάσουμε την πείνα την αχόρταστη
που τρέφει το κενό μας.

 

ΑΚΑΡΙΑΙΩΣ

Η φωνή σου βγήκε
Πυρωμένη γραμμή
το πρώτο χάραμα
Μια μικρή ρωγμή
Και φως.
Ήθελες κάτι να πεις.
Μια συλλαβή μετέωρη
Σκοτάδι.
Λες κι από κάποιο παράξενο
πέταγμα πουλιού
η γη έκανε ένα βήμα πίσω
Σκοτάδι την αυγή.
Τέντωσα τ’ αυτιά μου
Τα μάτια μου
Το σώμα μου ολόκληρο
Ν’ αρπάξω τις λέξεις σου
να μη χαθούν.
Ήθελες κάτι να πεις
ακόμα
Τις νύχτες σ’ ονειρεύομαι συχνά.
Απ’ το μισάνοιχτο στόμα σου
Ξεχειλίζουν τριαντάφυλλα

 

ΔΙΑΚΡΙΤΙΚΟΣ ΙΠΠΟΚΑΜΠΟΣ

Παιδικά χέρια
βυθισμένα στην άμμο
Ήταν τα βότσαλα πλανήτες
κι οι ρώγες των δακτύλων μου
μικροί πρίγκιπες γεμάτοι απορίες
Κι ύστερα πλανήτες οι άνθρωποι
κι οι ρώγες των δακτύλων μου
μικροί πρίγκιπες γεμάτοι απαντήσεις.
«Αλμύρα ήταν το φιλί, αλμύρα και το δάκρυ», είπαν
Μα είχε μια γλύκα η φωνή τους.
Έριξα όλα τα τείχη που έκτισα
να μου φυλάξουν το ασάλευτο.
Κι ύστερα
Διακριτικός ιππόκαμπος στα μαλλιά μου.
Έφτιαξε μια θάλασσα μνήμες
-πρωτινές και μελλούμενες –
για να τις κολυμπήσω.
Βυθισμένα τα χέρια μου στην ίδια άμμο
Ανοίγω κανάλια να περάσει το ασάλευτο
Κι όσα μού τάξε ο καιρός να μου τα φέρει. 

 

ΗΡΩΑΣ

Κάποτε ήσουν ο γιος, ο αδελφός
Ύστερα έγινες ο φίλος
Ο συναγωνιστής
Ο συνάδελφος
Ο σύζυγος
Ο πατέρας
Ύστερα υπήρξες
μια σελίδα σ’ ένα βιβλίο
Μα η ιστορία ασφυκτιά
σ’ ενός τετραδίου διάσταση
Έτσι έγινες
Προοπτική
Ελπίδα
Ακτίδα ανατέλλουσα
ο ’ έναν κόσμο
που ευδοκιμεί
η νυχτερίδα

 

ΚΟΥΡΕΛΟΥ

Πίσω κοιτάς
Μνήμες μπαλώνεις στην κουρελού σου
Πάνω της ξαπλώνεις
Δήθεν εκπέμπει μια ασφάλεια
Καθώς από γνωστό σου υλικό είναι καμωμένη
Κι όλα τα χρώματα που ράβεις
θαρρείς είναι δικά σου χρώματα
Λύπες, χαρές, ματαιώσεις
Έκτισαν- κομπάζεις- τον εαυτό σου
Κι ύστερα
Προσδοκίες μπαλώνεις στην κουρελού σου
Φανατικά υπέρ ονείρων και αναμονών τάσσεσαι
«Λες να είναι εφικτό;»
Και κρατάς για λίγο μετέωρο το βελόνι σου
Πόσο επιδέξια κατασπάραξες
το ευγενικό και ταπεινό σου «τώρα»
Με πόση σιγουριά το αγνόησες
για να επιδοθείς
στη συρραφή νεκρών παρόντων
που έγιναν μνήμες
ή επερχόμενων στιγμών
αμφιβόλου υπόστασης
απουσιάζοντας ουσιαστικά από τον ενεστώτα σου
Ετοιμάζεις προσεκτικά την κουρελού σου
Το σάβανο εν τέλει
μιας ζωής που δεν έζησες

ΤΙΜΗΣ ΕΝΕΚΕΝ

Εσύ μόνο το ξέρεις
πόσες φορές σε σκότωσαν
Η μνήμη σου είναι
Ουσιαστικά ανύπαρκτη
Οικονομικά ασύμφορη
Πρακτικά ατελέσφορη
Σε ξεθάβουν όμως εποχιακά
– αυτό είναι αλήθεια,
πρέπει να το παραδεχτούμε –
την εποχή που ευδοκιμούν υποσχέσεις
Σε σέρνουν από εξέδρα σε εξέδρα
αναλόγως του κοινού
Σε ανεμίζουν σα σημαία και σα λάβαρο
πάνω στα μπαλκόνια
για να σε πετάξουν αργότερα
πριν μείνει στα χέρια τους
η μυρωδιά του θανάτου

 

ΑΝΟΙΧΤΟΙ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΙ

Ήθελε να έγραφε
ένα ποίημα αιχμηρό
Να διαπερνά τις συνειδήσεις
σε ακριβή ψευδαίσθηση
θωρακισμένες
Ήθελε να γράψει ένα μακρόσυρτο ουρλιαχτό
Όπως της μάνας της
εκείνο το πρωινό
Να διαρρήξει τα τύμπανα των ανυποψίαστων
Να σπάσει τους καθρέφτες
Ήθελε να φτιάξει μια σάρισα λέξεις
για τραύμα διαμπερές στο πλευρό των υπαιτίων.
Τη βλέπω συχνά
Έχει τις έγνοιες της
Τις λίστες των υπεραγορών
Δυο χελιδόνια στα μαλλιά
κι έναν πατέρα διάτρητο να αιμορραγεί
κάμποσα χρόνια πριν
Έχει το σπίτι της
Λουλούδια στο μπαλκόνι
κι ένα βουνό απέναντι
Διάτρητο να αιμορραγεί
κάμποσα χρόνια τώρα.

 

ΣΤΟ ΝΗΣΙ

0 τόπος μου είναι μικρός
Δεν έχει τρένα
Ούτε καράβια της γραμμής
Μόνες ταξιδεύουν οι μοναξιές των ανθρώπων
Σε ιδιωτικά οχήματα
Τη θάλασσα να την διασχίσεις;
Ούτε λόγος.
Πού να πας εξάλλου
Όλο φωτιές και πνιγμένα όνειρα
Με αεροπλάνα μόνο
ή κρουαζιερόπλοια
Ως τουρίστες επιβαίνουμε τη ζωή μας
Για να ξαναγυρίσουμε σύντομα
Να ξαναφορέσουμε τα ακριβά κοστούμια μας
Και να πεθάνουμε μια μέρα
Μέσα σε μια καλοραμμένη ματαιοδοξία

 

ΜΗΝΙΣ

Σε βλέπω που μακραίνεις
στο δρόμο που θα σου δείξει
το πιο καλό σου βλέμμα
Και κάνω ν’ αρπάξω
τα βήματα που θα κάνεις μακριά μου
Μόνη
όπως η γεμάτη σελήνη
θα σβήνω τα αστέρια άθελά μου
Μόνη
όπως η θάλασσα η αγριεμένη
θα πνίγω τους ταξιδιώτες
εν αγνοία μου
Και κανείς Θεός να μην έρθει
να μου κρύψει σαρκοβόρο φυλαχτό στο μαξιλάρι
Όχι
Δεν έζησα για την αγάπη την ανιδιοτελή
Πλήρωσα τις στιγμές μου στους αιώνες

 

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Πού είσαι;
Όλο δίπλα μου σε νιώθω κι όλο σε ψάχνω
όπως κανείς κρατά το κλειδί του
μα το γυρεύει μόνο για μια ιδιοτροπία της αφής
Πες μου πάλι
Πως κόπηκες και έχεις αίμα στα χείλη
Πως κάτι σου πίνει την ανάσα
Πως ακούς στο αμάξι σου το ίδιο κομμάτι μήνες τώρα
Και δίπλα σου νομίζεις κάθομαι
και με πηγαίνεις
Πες μου πάλι
Πως με γυρεύεις πάνω από τις καμινάδες των σπιτιών
Πως καις τη σιωπή μου και ζεσταίνεσαι
«Πού είσαι», ρωτάς κι εσύ.
Κι ας μαίνονται οι άνεμοι αντίξοοι
Αρπάζω από το χέρι την ηχώ σου και σου δείχνω

Είμαι το φύλλο που δεν πέφτει από το δέντρο σου

 

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 1

Μέσα στο όστρακο του αμμωνίτη
μια ψυχή επιμένει να διπλασιάζεται εκθετικά
διαγράφοντας τη σπείρα
Η ομορφιά των κόπων του ενοίκου
Θα στολίσει τον λαιμό μιας κόρης

 

ΕΙΡΗΝΗ

Κάντε τόπο να περάσει.
Ξυπόλυτη χορεύοντας
στις ματωμένες πέτρες.
Γυμνή να κολυμπήσει
στις στοιχειωμένες θάλασσες.
Κι ανάσκελα να ξαπλώσει
στα χαλίκια με τα κουφάρια.
Κάντε τόπο να περάσει.
Ατάραχη
Θρασύτατη
Πανέμορφη
Να φιλήσει τους νεκρούς
έναν – έναν στο στόμα
Κι ύστερα σ’ εμάς να γυρίσει
και ν’ αρχίσει τραγούδι.
Πιο δυνατό απ’ τις κραυγές των αιώνων
Κι απ’ τη φωτιά.

 

ΒΑΓΟΝΙ

Ένα βαγόνι αμαξοστοιχίας θα ναυλώσω
Θα καλέσω τις λέξεις
Θα φτιάξω ένα συρτό παραλήρημα
πάνω στις ράγες
Έτσι σχεδόν ακίνητος
Κάπου φτάνεις
Κι ύστερα είναι και το παράθυρο
Βουνά, λίμνες, πουλιά σε διασχίζουν
Ενίοτε εντρυφούν μέσα σου
Και σε ξαναγράφουν
Όσο για σένα
Θα καθόσουν δίπλα μου
Θα θελα και δεν θα θελα
να σ’ ακουμπήσω
όπως θα θελα και δεν θα θελα
να σ’ αγαπήσω

 

IN MEDIAS RES

 

I.

Έμεινα
στη στροφή του δρόμου να
σε κοιτώ
και βλέπω τον άνεμο και το σύννεφο
να σβήνει τις ευθείες
στη
σκακιέρα
του
πεζοδρομίου
Και γύρω μου παιδιά χοροπηδούσαν τρομαγμένα
κυνηγώντας τη σκιά τους

 

II.

Κλείνω
στο δωμάτιο την κραυγή μου
Κομματιασμένη φτερούγα
Χτυπάει στους τοίχους και ματώνει
κι ο κόσμος μαζεύεται στα γύρω μπαλκόνια
και δεν μπορεί να δει
μόνο ν’ ακούσει μπορεί
κάτι σπασμένες εικόνες που σκορπίζονται
Και πολεμώ για μας με τη σιωπή
Να μη σε πνίξω μέσα της

 

V.

Είναι
Που μου έστρωσες στο δρόμο ανατολές
Κι είναι που φώναζαν για μας τ’ αστέρια ένα βράδυ
Μόνο για να μου κρατάς το χέρι σφιχτά
Περπάτησα τους ουρανούς μεσάνυχτα
Από ποιο βασίλειο είσαι φυγάς;
Και σε ποιο καλυβάκι θα επιστρέφεις;
Πάρε με μαζί σου
Να κατοικήσουμε σε σπίτια που σταμάτησε ο ήχος
Να παλεύουμε με την αγάπη
Και να την αφήνουμε να νικά

Άσε τους άλλους
πάροικοι
να παραμένουν σε στέρφα γη
Κι εμείς
αλιείς δόκιμοι της χίμαιρας
με τα χέρια
να ανοίγουμε
διαδρόμους

 

ΣΤΗΝ ΑΥΓΗ

Την παραμονή ήθελε να δει το σπίτι της.
Την πήραν απ’ το χέρι
Την πέρασαν απ’ όλα τα δωμάτια
Εκατό τετραγωνικά στον δεύτερο όροφο
Κάρφωσε το βλέμμα της στις φωτογραφίες
Στα διπλωμένα ρούχα και στα μπιμπελό
«Δεν θέλω να πεθάνω», είπε
«Θέλω να μείνω στο σπίτι μου»
Το πρώτο της σπίτι ήταν στη Μόρφου
Ξυπνούσε απ’ τον μυρισμένο ύπνο της
Δέκα χιλιάδες τετραγωνικά ανθό
Ύστερα, πέσαν πυροβολισμοί στο σαλόνι
Έφυγαν με το παιδί
Το μικρό ποδηλατάκι του στέκει στην αυλή ακόμη
Κάτι αδικαίωτες πεταλιές φορτωμένο
«Θέλω να μείνω στο σπίτι μου», είπε
Μα έφυγε.

 

ΣΤΟ ΚΕΝΟ

Ζεστό βλέμμα
Λιώνει ο φόβος
Χάνεται
το «εγώ»,
το «γιατί»
χάρτες, πυξίδες, σωσίβια
Μαζί σου πέφτω στο κενό
χωρίς δίχτυ προστασίας
και μαγικά μεταμορφώνομαι
στον πιο ωραίο εαυτό μου

 

 

Για τη Μαρίνα Αρμεύτη έγραψαν:

 

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ-ΡΟΥΚ

Η ποίηση της Μαρίνας Αρμεύτη

Η ποίηση της Μαρίνας Αρμεύτη εντυπωσιάζει με μια πρωτοτυπία που μοιάζει αυθόρμητη και που είναι σαν να δημιουργεί ένα νέο κύμα σουρεαλισμού. Αυτό φαίνεται και από τον τίτλο της συλλογής «Ο κύριος ιππόκαμπος». Κι αυτό που είναι πολύτιμο είναι πως αυτός ο «νέος σουρεαλισμός» εκφράζει μια σοφή ενατένιση της ζωής με απόλυτη καθαρότητα.
«Ο ουρανός και τα σύννεφα είναι οι γνώριμοι δρόμοι μας» ή «Η Πηνελόπη ήταν πιστή μόνο στην αναμονή».
Αυτή η μη πραγματική περιγραφή μοιάζει με ακτινογραφία της πραγματικότητας, που αν ξέρεις να τη διαβάζεις, θα δεις, ίσως διαχρονικά αυτά που μένουν.
«Πλήρωσα τις στιγμές μου στους αιώνες».
Το ποίημα αρχίζει με μια πολύ συνηθισμένη -και λεκτικά- πραγματικότητα και τελειώνει με κάποια αιωνιότητα, που είναι σαν να περιγράφεται με ακρίβεια.
Και βέβαια θα αναρωτηθεί κανείς: και πού ξέρουμε πώς είναι η αιωνιότητα; Μα αυτή δεν είναι η αποστολή του ποιητή; Να περιγράφει το απερίγραπτο και να μας πείθει ότι αυτό υπάρχει και να
ρίχνει δυνατό φως σ’ αυτό που ζούμε και που συχνά δεν συνειδητοποιούμε τι είναι:
«Η κόλασή μας
από ματαιωμένους παραδείσους είναι φτιαγμένη»
Και τα δυο αυτά «καθήκοντα», ας πούμε, του ποιητή τα υπηρετεί με μοναδικό αποτέλεσμα η Μαρίνα Αρμεύτη.

2/03/2018

 

ΓΙΑΝΝΗΣ Η. ΙΩΑΝΝΟΥ

Υποσχετικός ιππόκαμπος

Ο τίτλος της συλλογής δεν είναι βέβαια τυχαίος αλλά συμπυκνώνει δύο περιοχές που διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην ποίηση της Μαρίνας Αρμεύτη. Η πρώτη είναι η περιοχή της θάλασσας με το γνωστό ομώνυμο ψάρι, ένας κόσμος που τροφοδοτεί την έμπνευση της Μαρίνας με την προοπτική ενός ανεξάντλητου μυστηρίου. Η δεύτερη είναι η συγκεκριμένη εγκεφαλική δομή του ανθρώπου η οποία συμμετέχει στη μεταφορά πληροφοριών από τη βραχυπρόθεσμη μνήμη στη μακροπρόθεσμη και ονομάστηκε έτσι επειδή το σχήμα του μοιάζει αόριστα με τον αντίστοιχο θαλάσσιο οργανισμό. Ο εγκεφαλικός ιππόκαμπος σχετίζεται με την ενοποίηση της επεισοδιακής μνήμης που περιλαμβάνει αναμνήσεις από περιστατικά για τα οποία έχουμε προσωπική εμπειρία και τα συναφή συναισθήματα που προκύπτουν από αυτά τα βιώματα. Παράλληλα, ο ιππόκαμπος είναι το όργανο που βοηθά τον άνθρωπο να «πλοηγείται» στον χώρο.
Αυτές οι διευκρινίσεις με φέρνουν στην ουσία. Με πατέρα δολοφονημένο από την Ε.Ο.Κ.Α. Β’ τον Ιούνιο του 74, η Μαρίνα Αρμεύτη αντλεί από την οδύνη που προκαλεί η ανοιχτή αυτή πληγή για να την μετατρέψει σε στίχους φορτισμένους πολιτικά, κοινωνικά και πολιτισμικά, με καυστικό ή δηκτικό ύφος, χωρίς ωστόσο να υποκύπτει στην στρατευμένη, με οποιοδήποτε τρόπο,
ποίηση:
«Εσύ μόνο το ξέρεις/ πόσες φορές σε σκότωσαν/Η μνή μη σου είναι ανύπαρκτη/ Οικονομικά ασύμφορη Πρακτικά ατελέσφορη…» (Τιμής ένεκεν, σ. 34).
Αλλά δεν περιορίζεται μόνο σε αυτή την τραυματική προσωπική ιστορία. Η μνήμη λειτουργεί επίσης ως ένα ανεξάντλητο απόθεμα εμπειριών, βιωμάτων, εικόνων που, σε συνδυασμό με μια τολμηρή φαντασία, μεταμορφώνει διαρκώς την πραγματικότητα δημιουργώντας ένα σύστημα μεταφορών που συχνά εκπλήττει τον αναγνώστη με την πρωτοτυπία, την τόλμη και τον απρόσμενο χαρακτήρα του, κυρίως μέσα από τον μηχανισμό της προσωποποίησης αφηρημένων εννοιών και στοιχείων της φύσης.
Η ποιήτρια περνά με μεγάλη άνεση από τον χώρο της μνήμης στον χώρο της φύσης μέσα στον οποίο χειραφετείται και ολοκληρώνεται χωρίς να διστάζει να στραφεί προς το άπειρον. Έτσι, ενώ το αστικό περιβάλλον εμφανίζεται συχνά καταπιεστικό, αντίθετα, το φυσικό περιβάλλον λειτουργεί λυτρωτικά και δημιουργικά προ- σφέροντας στην ποιητική εικόνα μια φυσιολατρική διάσταση.
Η οικονομία της συλλογής είναι κυριολεκτικά απέριττη. Κάθε λέξη έχει τον δικό της ρόλο και βάρος μέσα στο ποίημα και το γεγονός αυτό συμβάλλει στην διαμόρφωση στίχων που, αν και πειθαρχημένοι και καλά οργανωμένοι, εν τούτοις αναδύουν την αίσθηση του ανάλαφρου. Να προσθέσουμε εδώ τη χρήση και τον ρόλο του
επιθέτου που δεν είναι ποτέ διακοσμητικός αλλά πάντοτε λειτουργικός και ουσιαστικός και ως τέτοιος αποτελεί μέρος της πειθαρχημένης τεχνικής της Αρμεύτη.
Οι εικόνες και γενικότερα το σύστημα μεταφορών διέπεται από μια διαύγεια και μια καθαρότητα που προσδίδουν μιαν αδιαμφισβήτητη αμεσότητα.
Το ύφος είναι μεστό, άλλοτε τρυφερό, άλλοτε ειρωνικό ή και σαρκαστικό ενώ ένας διακριτικός ερωτισμός, που αναδύεται από έναν εξίσου διακριτικό αισθησιασμό, δια- ποτίζει ολόκληρη τη συλλογή ποιημάτων.
Εν κατακλείδι, με την πρώτη της συλλογή, η Μαρίνα Αρμεύτη μας προσφέρει στίχους ώριμους, τεχνικά άρτιους, εξαιρετικά δουλεμένους ενώ η ακρίβεια στην έκφραση αντικατοπτρίζεται και στην ακρίβεια διατύπωσης των συναισθημάτων και των αισθήσεων, στοιχεία που δεν είναι πάντοτε δεδομένα για πρωτοεμφανιζόμενους ποιητές. Η παρουσία της έρχεται να προστεθεί στις πολύ σοβαρές ποιητικές φωνές της Κύπρου και της Ελλάδας.

Ο Γιάννης Η. Ιωάννου είναι καθηγητής Γαλλικής και Συγκριτικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου.

 

ΜΕΛΟΠΟΙΗΜΕΝΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ΤΗΣ

 

 

 

 

 

 

 

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

ΜΑΡΙΑ ΠΑΣΧΑΛΙΔΟΥ

ΜΑΡΙΑ

Η Μαρία Πασχαλίδου γεννήθηκε και ζει στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε στο Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης και στο Δημοτικό Ωδείο Βόλου απ’ όπου απέσπασε και το δίπλωμά της με Άριστα παμψηφεί και έπαινο στο φαγκότο. Έχει πτυχίο στα ανώτερα θεωρητικά και στο πιάνο και συνεχίζει έως και σήμερα. Καθηγήτρια μουσικής, ανώτερων θεωρητικών και ενεργό μέλος στη Φιλαρμονική Ορχήστρα του Δήμου Θεσσαλονίκης από το 1993. Έχει συνεργαστεί με όλες τις ορχήστρες της πόλης. Μέλος χορωδιών από την παιδική ηλικία, μουσικών ensembles και soloist. Είναι τακτικό μέλος στην Ένωση Λογοτεχνών Βορείου Ελλάδος και στην Αμφικτυονία Ελληνισμού, Ποιήματά της, δημοσιεύονται στα λογοτεχνικά περιοδικά της Ελλάδας και της Κύπρου. Η ποίησή της, έχει μελοποιηθεί από τον μουσουργό, Δημήτριο Θέμελη.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

«Έστω μια ζωή» Εκδόσεις ΓΕΡΜΑΝΟΣ (2016)
«γιατί μπορώ» Εκδόσεις ΓΕΡΜΑΝΟΣ (2017)
«Μνήμη Θανάτου» Εκδόσεις ΓΕΡΜΑΝΟΣ (2018)

ΜΝΗΜΗ ΘΑΝΑΤΟΥ (2018)

Εποπτεύω ψυχές
γαντζωμένες σε μυστικούς μαργαρίτες
στις Στέγες του Κόσμου…

οργώνω

του Στίγματος εκείνο,
το δυσερμήνευτο
για τα όσα θα δεις
για τα όσα θ’ ακούσεις…

ήρθα κι ομολογώ τα μυστήρια,
που είδα και θαύμασα

-άφραστα όλα –

στον τόπο που ανήκω,
μυσταγωγία πρωτόγνωρη

σε ανθρώπους,

που μοσχοβολούν αγάπη…

 

* * *

 

Εάν σκορπίσεις τη φωτιά

και μ’ ένα φύσημα πετάξει,

τις λάμψεις που σε διεκδικούν
την αιωνιότητα των στιγμών

με κρότο
και με σαλεμένα νεύματα,

ρίξε πυρσούς
και σταυρωτές δέσμες φωτός
στις σκιές που προβάλλουν,
όταν πετάγεσαι στον ύπνο σου…

~ είναι είδος δίχως ταίρι οι ποιητές ~

Άνθη παντέρημα,
άγρια με χρώμα φωτεινό
στην άκρη του γκρεμού…

Καπνίζουν ήρεμοι,

την κιβωτό των «ανθρώπων»…

 

* * *

 

Ευτυχώς έχω τις λέξεις…

ειδάλλως θα ήμουν το ανθολόγιο,

της άτεγκτης κραταιάς πραγματικότητας.

…και δε θα κατάφερνα ποτέ να δω,

το χλευαστικό παρόν της.

 

* * *

 

Είμαι η καταιγίδα
σε ρεπερτόριο σιωπών

έχω το κλάμα
που γεννιέται, πεθαίνει και ξαναγεννιέται

ιδού,
παραμένω βίαιη και σιωπηρή
ακίνητη και αναστατωμένη
να μαρτυρώ τα ένστικτα
και τους απώτερους σκοπούς τους…

 

* * *

 

Γύρω μου

παντού μίαν έρημος γεννάται
με το όνειρο σταθερά τοποθετημένο

στην κλίνη

ταΐζοντας με αναμνήσεις

με παλάμες που περιγελούν,
της ημέρας την ανία
φλυαρώντας ακατάπαυστα…

εμένα,
δε με γέννησε ’κείνος
που τους θάνατους λυπάται,

μα πληγή

ανθεκτική,

στην επίθεση του φόβου.

 

* * *

 

Όταν οι συγκινήσεις αναβάλλονται επ’ αόριστον,

η μετάλλαξη κάνει τη μνήμη να χαθεί στο «κάποτε»
καταμεσής στον χρόνο,
μαχαίρι διπλοπρόσωπο…

Κι όλα φαντάζουν επιμελείς διαλογισμοί
φευγαλέων ανθρώπων και στιγμιαίων εντυπώσεων.

Τότε άραγε κλαίμε για τον χαμό
ή για τη σωτηρία των δακρύων μας;

 

* * *

 

Αυτό που όλοι βλέπουν

είναι τα όριά τους,
στην ανάσα μας…

Αισθάνθηκα να λείπω

~ σα να είμαι απ’ έξω ~

σε σκηνές και στιγμές που ζω…

Τελικά,

όλα προχωράνε καλά

και χωρίς εμάς…

Εντούτοις,

όλοι βλέπουν
αυτό που επιμένει να λείπει:

την πληρότητα της προσοχής
κι αυτό που κρατά πραγματικά:

Την αλήθεια

 

* * *

 

Μεγαλώνω

με τη γύμνια κάτω από τα χείλη,
βήμα χαμένων αλφάβητων
και θρύμματα διαδοχικών εαυτών…

στον έναστρο πυθμένα της ζωής μου,

δεν περιμένω άφεση
δεν ελπίζω χάρη

κι ας είμαι επιδέξια
σε κάθε είδους διαπραγμάτευση…

με ώτα
καλώς εξασκημένα στην ηχώ,

προχωρώ

των αιχμών,

σχοινοβάτης.

 

* * *

 

Να μιλάτε

με λόγια θεμέλια,
με λόγια καθάρια

που δεν ξαποσταίνουν στις ψυχές
σε πείσμα της ανέφικτης ουτοπίας.

Να ξεσπάτε

σα λάμψη
σαν έκρηξη της γήινης φλόγας
σα λαχτάρα γι’ αυτό που θα γίνει

κι από φόβο να τρέμετε,

μη τυχόν δε συμβεί.

 

* * *

 

Έτσι τελειώνει η ζωή.

Κατακρήμνιση άνοιξης
και κάτι να σου λύνει,
τον κόμπο στο λαιμό…

Σφαγμένη,

που ανασαίνει ακόμα.


* * *

 

Ο κόκκινος κρίνος,

θυσιάστηκε

χάριν της παγίδας
που σου στολίζει τις ώρες,

για να μεταφυτευτείς

~ εν αγνοία σου ~

στην καρποφορία του βόμβου
και των άγριων κρότων,
στην πανσπερμία και στο τρέμουλο
στο μαρτύριο της προσευχής,
ωσάν ήχος κρυστάλλινος που φλογίζει
τα σείστρα ταμπούρλων
στη σύσπαση του κόλπου
και στο μούδιασμα της αυγής.

Η ημέρα γυρνάει σε νύχτα,

σαν κλειδί…

 

* * *

 

Μηδενίσαμε την απόσταση,

από το χώρο

από το χρόνο

από το φιλί,

από τ’ αγκάλιασμα…

και είναι για εμάς

αποκαθήλωση

πριν το παραλήρημα
της εκσπερμάτωσης

πριν το στεφάνωμα
των στεναγμών

πριν την ανάσταση
των ψυχών…

 

* * *

 

Αυτός,

είναι η μυρίπνοη ελπίδα μου
η προσδοκία μου σε παραφορά
των αξιώσεων μου η εξέγερσις
και μίαν υπόσχεση,
άνεμος να σμιλεύσει
την απόκοσμη μέθη μου…

αναδύεται

έφιππος ψυχεγέρτης
ανυπόμονος λειτουργός,
φύλακας των άμαχων ποταμών μου

εκείνων,
που πολλαπλασιάζουν το σπέρμα του…

το γραφτό μας,
είναι ετούτο που σύναξε
στις σχισμές των πόθων,
στις ρωγμές των ονείρων…

 

* * *

 

Τα ενδύματα του
που θάλλουν τα ακροδάχτυλά μου

τα άνθη μου
που ανοίγουν οι επιθυμίες του

τα μαλλιά μου
που κρύβονται τα όνειρά του

τα μάτια μου
βυθός που φωσφορίζουν,
οι μύχιες σκέψεις του

τα χείλη του
που πάνω απιθώνω τ’ ολόφρεσκο δάκρυ μου…

κάτι λιγότερο από ζητιάνοι
που από τον πόνο τους
αναδύεται θησαυρός.

το συμπέρασμα του Κόσμου…

 

* * *

 

Το βλέμμα μου σκιρτά και δονείται

-σπέρμα πυκνό-

και γίνεται θάλασσα…

ανοίγει σα δάκρυ η άμμος
και πάνω απ’ τα σκυμμένα χρυσά σχοινιά του Ηλίου,

κυματίζω…

όλα τα μυστικά
άγρια παντάγρυπνα πουλιά
τρέμουν στο Φως που σπαράχθηκε,
στου απόηχου το χνώτο…

διαβαίνοντας του Ανθρώπου τις πύλες
μιλώ με φωνές σιγανές
που μου αναθέτουν,

των ευχών το απόκρυφο…

 

* * *

 

Για τον έρωτα των ποιητών

και την ενσάρκωση της πρωινής τους ονείρωξης,

ο άνεμος επιστρέφει πάντα από τη θάλασσα…

Δε το ξέρεις;

Στους στενούς επικίνδυνους δρόμους, περπατάω ανέμελα
και στα σκοτάδια,
ομορφαίνω τα βράδια μου…

Για τον έρωτα των ποιητών

αραιώνουν τα σπίτια

και μεθυσμένα άσματα τρεκλίζουν,
πίσω από μισόκλειστα παντζούρια…

Δεν το ξέρεις;

Λάγνα, πρωτόγονα ξεφωνητά της ψυχής μου
και της σάρκας μου τ’ άρωμα,
σκίασε τ’ άστρα…

Σαν κοιτάζεις πίσω απ’ τα κάγκελα,

κουράζεσαι να υποφέρεις
και υποταγμένη τραβάς,

~για τον έρωτα των ποιητών~

 

* * *

 

Γυναίκα,

ήδη έχουν σιγήσει οι δρόμοι
κι έγνοια καμία δε θα ‘ρθεί
να σε δαγκώνει,

στις πληγές
στα ανοιχτά σου στήθια
στον ύπνο
στην αθώα κάμαρά σου…

Γυναίκα,

πλάσθηκες για την οδύνη
για ν’ αγαπήσεις τ’ όνειρο
και για των πάντων την ματαιότητα την άπειρη,
με κλαγγή να καρδιο~χτυπήσεις…

Γυναίκα,

σου αρνούνται διαρκώς,
μέχρι και την ελπίδα
μα εσύ πάντοτε θα χαμογελάς
με αιχμάλωτη καρδιά

κι ας ξέρεις

πως

τα μάτια σου λάμπουν,

παρά μόνο κάτω από τα δάκρυά σου…

Κάθε γράμμα σου ένα κλειδί,

εκπορεύει τη μουσική των αγγέλων

του κόσμου τον τροχό

του πικραμένου ήλιου μου τη φλόγα…

Στριφογυρίζω,
σβούρα στους κύκλους των ματιών σου
και μοιάζω με ναός ερειπωμένος
που μέσα του φωλιάζει η άνοιξη…

Η αγάπη μου ανυπόμονη…
Τα δεπτερόλεπτα χτυπούν αργά
και η καρδιά μου ξεπερνά το δείκτη.

Η ουσία μου ζει
στην ερημιά μιας σελίδας λευκής.

Εκεί σε συναντώ.

…και μ’ αγαπάς αστράφτοντας
καταμεσής του ύπνου μου…

 

* * *

 

Στέκεσαι,

εκεί που ο ήλιος πάει και γέρνει
αργά το απομεσήμερο
κι όταν το δείλι κοπάζει,
μεταμορφώνεσαι σε αιωνιότητα..

τότε,

το μεγαθήριο του Κόσμου
βυθίζει στη ρίζα του
συντρίμμια αναίμακτα πια,
μιας καρδιάς ολοζώντανης
σε κορμί πεθαμένο…

εσύ,

φτερουγίζεις αφήνοντας χνάρι
στο άσπιλο ανέγγιχτο

~ παλμού ανταύγεια ~

δέος τρικυμισμένο
σε βάθη μακρινά,

σαλεύοντας

στις αναβάσεις των αδύτων μου.

 

* * *

 

Στ’ όνειρό μου,
τ’ όνομά του αρθρώνω
και οι γεύσεις της νύχτας
ενώνονται στα χείλια με το θάνατο…

η ψυχή μου
χαράζει στην επιφάνειά του,
εύθραυστες πατημασιές
και στο βάθος του ακούγεται,
το γλυκό μου τραγούδι…

«φανερώσου…», μου είπε…
για μια μόνο στιγμή
κι ύστερα κρύψου,
στην ευωδία των κορμιών
στων φιλιών τις θείες δονήσεις…

και θα’ ναι πάλι, σαν τότε που φυλακιστήκαμε
στους ακατόρθωτους συνδυασμούς
της θωπείας που άχνιζε,

στην ωριμότητα της παραφροσύνης…

 

* * *

 

Είπε πως τα μάτια μου,
είναι ξεχειλισμένα πάθος και όνειρο…

κι έπειτα,
τραγούδαγε γλυκά τον πόνο και την αγάπη του
χωμένος – χάιδι αγγέλου – στο λαιμό μου…

το αίμα κύλησε γοργά
και ό, τι είχε ησυχασμό,
ήταν τώρα ικανό
για τη μεγάλη τρέλα…

 

* * *

 

Άναψε τη δάδα
και η φωτιά φούντωσε…

κύκλωσε τις ψυχές,
άνοιξε διάπλατα τις χαραμάδες

γοργές γλώσσες γλύψανε
και τσουρούφλισαν τις επιφάνειες…

ύστερα,

προχώρησαν βαθειά
καταπονήθηκαν αντάμα
και δυνάμωσε η φλόγα…

με αλόγιαστη σπατάλη,
πιλάτεψε ολόγυρα τους τορνεμένους καμπυλωτούς μηρούς
και περίχυσε τρέμοντας,
ανώγια και κατώγια…

κόπος μάταιος,

χρυσάφι που έλιωνε απάνω της

και χανόταν…

 

* * *

 

Από το ζώον

στον Άνθρωπο,
χρειάστηκαν χρόνια χιλιάδες…

ωστόσο,

αρκεί μονάχα μια στιγμή

για την αντίθετη κατεύθυνση…

 

ΓΙΑΤΙ ΜΠΟΡΩ (2017)

 

Ως δραπέτης,
κινούμαι σε ανεστραμμένους ουρανούς

βρίσκοντας στηρίγματα
ψηλαφώντας ερείσματα

κι ενδίδω ανεπιφύλακτα
χωρίς αποστάσεις ασφαλείας,

στα ακραία λυρικά
και σε κάθε γοητευτικό κέλευσμα…

όσο

περισσότερο υπερισχύει η απροσδιοριστία
γοητεύομαι από την επιγραμματικότητα του πρώιμου
και τη μορφική του τελειότητα…

όσο

η διάχυτη μελαγχολία
και της ψυχής το άλγος
λεπτουργούν και θερμαίνουν το είναι μου,

τόσο ποιητικά

διεγείρομαι…

 

* * *

 

Μάτωσε ο θάνατος κι ο έρωτας
κι έχουν φως κοινό…

τώρα οι στίχοι μου
θα γρατζουνάνε
και η επιβίωσή τους
θα λογίζεται για δύο

ο χρόνος μου τελείωσε
και ο θόρυβος της απόστασης
θα ’ναι ο δείκτης
των αυτεξούσιων ημερών…

Ποτέ η ζωή,
δε ράβεται στα μέτρα μου

και στης αντιπαλότητας μου τις επαναστάσεις

υπολείπεται των προσδοκιών μου…

Δε θέλω να μάθω ποτέ,

τις ασύχαστες του εαυτού μου

αντί – θέσεις…

 

* * *

 

Με καθηλώνει
το θάμβος που δε γεννάται…

γιατί βλέπω,

εκείνα μόνο
που είμαι ανίκανη να συναντήσω

αναπετάγματα που κατοικούν
στ’ ανάκατα των κόμπων και του τίποτα

πνίγω σε μέρες και σε νύχτες
κι εντός της διαδοχής τους

στα κραυγαλέα φώτα,
βαδίζω απαθής

και στις ανθρώπινες απουσίες,
παρηγορώ την αμείλικτη υπερ-βολή μου.

η Συντέλεια της Άνοιξης
ακινητεί τον άγονο όρθρο,
του μαρτυρικού μου μυστικού

για να γίνομαι,

ο στίχος ενός άλλου

 

* * *

 

Από το καταπονημένο
αναδύεται το μυστήριο της φωτιάς…

μυσταγωγία άμαχη και άναυδη
που αφήνεται για πάντα να ψυχομαχεί…

είναι που κάθε Ανατολή
βυθίζομαι στην άγνοια του καθημερινού,

επουλώνοντας

τ’ ανέσπερα σημάδια μου…

 

* * *

 

Χτίσαμε έναν τοίχο και κλειστήκαμε

κρατούμενοι απεγνωσμένοι
σαν άγγελοι που τους εμάδησαν τα άσπιλα φτερά…

πάνω σ’ ένα παλιό κενό, ηφαίστειο σκονισμένο,
έφεραν πέτρινες ψυχές κόκκινο χρώμα κι αίμα αμόλυντο
έρωτα – αμνό σε σπαραγμό…

απόθεσαν στα πόδια μας το μύθο

κι έπειτα χάθηκαν,

θαρρείς και όλοι εκείνοι είχαν το δίκιο

κι εμείς

μονάχα δάκρυ άνομο,

οι άμοιροι
οι άγονοι και οι αποκαμωμένοι…

 

* * *

 

Προχώρησα
και βρήκα στα ενδότερα,
τον Έρωτα γυμνό να υπνώνει
και μίαν Ονείρωξη να σέρνεται,
στην κορυφή της ράχης του…

να μπαίνει αδιάφορη
σε μια ναρκωτική μελαγχολία,
ώσπου το βλέμμα του
με πόθο στράφηκε,
σε ’κείνο το αυλάκι από δάκρυα

– κύμα χαράς και πίκρας συντριβή –

μέσα σε γλυκό τραγούδι…

βλέπουμε τα θαύματα
τριγύρω μας να υπάρχουν
κι ας μας νεκρώνει ο θάνατος
χωρίς καν να το νοιώθουμε…

γύρω μας οι κόσμοι θα φεγγοβολούν,

αδιαφορώντας για τη μεγαλόπρεπη συντριβή μας…

 

* * *

 

Στο μικρό μου τον ύπνο
η ψυχή μου γεννάει ένα ταξίδι…

στη θάλασσα,
γίνομαι ήχος
και στο πανάρχαιο βάθος της.
θανατώνω τη φυγή μου…

εύχομαι,

ο δρόμος να ’ναι μακρύς

ν’ ανατέλλω σιγά
κι όταν δύω με πάταγο να είναι
σε κάθε πραότητα του ορίζοντα.

κάποιος μου έμαθε
πως η ομορφιά χάνεται,

όταν δεν έχεις να δεις πουθενά..

 

* * *

 

Η άδεια έκφραση
σμίγει με αφαίρεση.

Μα ίσως και να ’ναι
ασφαλές μέσον για ταξίδια
κι ευμετάβλητη αφθονία.

Αναρωτιέμαι,
αν τα φαντάσματα
εγκαταλείπονται μεταξύ τους,
όπως οι άνθρωποι
με τα περίτεχνα αντίγραφά τους
σε μορφή χειραψίας και “θαυμαστών”…

Τι κρίμα να χαίρεσαι στον λιθοβολισμό
πιστεύοντας πως κέρδισες πολύτιμους λίθους…

 

* * *

 

ΟΝΕΙΡΟΙ

Κάποιο ρίγος,

μίας ενσαρκωμένης ανάμνησης
φλέγεται βουβά
επισφραγίζοντας την απόκοσμη ερημία μου…

κι από τα βάθη του ρευστού ήλιου
που δικαιώνει καίγοντας
ό,τι αδύναμο κατάματα να το κοιτάξει δεν μπορεί,

αναρπάζομαι

σε στοίβες κλαυθμών,
αποτεφρώνοντας ένα σημείο σύνορο
ρόχθο της άπειρης στιγμής,

εξαγνισμένο

όπου ολόκληρο το παρελθόν μου αναπηδά

– χαμένος περιπατητής –

σ’ αυτό που θα ήθελα,

να έχω ζήσει…

 

* * *

 

Σ αυτή τη γη,
τη στερημένη από Φως
την υγρασία γεμάτη
τη φυτεμένη με αγκάθια ξερά
κι ανθρώπους να παιδεύονται να καρφωθούν
στη σκέψη των άλλων,

προτίμησα
να πλάσω την ιδέα σου…

να σου γράφω ύμνους
να σου χαρίζω σγουρά τριαντάφυλλα
και γυμνός στο νου μου να στέκεις,
επίσημος παραστάτης
της ερειπωμένης προσμονής
και των ανάπηρων τέλειων ονείρων…

σήμερα πάλι περιμένω,
θράσους απόσταγμα
να ντύσει την κόψη της αμαρτίας μου
κι εμείς μονάχοι να στέκουμε
πάνω απ’ τον Άθλο μας,

ασφυκτικοί του Πηγαίου Φωτός…

 

* * *

 

Είχες
δυο παλάμες αγγελόμορφες φτερούγες

με σκλαβιά γερασμένη
στον λαίμαργο ρυθμό της ζωής…

οι στίχοι μου το ανάμεσα

και η έλλειψη

μίαν έμπνευση,

γρίλιας το φωτεινό σημείο…

Το αφώτηγο γιόμισε αποφλοίωση

τρέμοντας μη χαθούνε τα “πριν”
μην τα “μετά” δε γνωρίσουμε…

ποιος αλήθεια μπορεί να αισθανθεί
πως κανένα γνήσιο δεν έχει ταυτότητα;

 

* * *

 

Μιav δέσμη ρίγους…

κάτι που πέρασε
σαν εποχή αόριστη και χάθηκε
σα να ’ρθε κάτι,
φτερουγίζοντας

πλανήθηκε τραντάχθηκε κι ανάβλυσε…

ο σπαραγμός του ευφρόσυνου σπασμού μου
ρυτίδωσε στα μάτια σου τ’ ανάμεσα, σα θλίψη…

για μια στιγμή με κάρφωσε
κι έμεινε για πάντα,

μνήμα…

 

* * *

 

Αυτός,

είναι όλοι εκείνοι που πέρασαν

και δεν ήρθαν ποτέ…

σε ποιά ανείπωτα μέρη
την πλήρωση ασπαίρει
στα μαινόμενα σπλάχνα μου;

σταλάζουν αργά
μυσταγωγίες πρωτόγονες,
που εξοργίζουν τη λύπη

μέχρις όχου η αυγή
νουθετήσει δεσποτική,

τα ενδιαιτήματα

των απροσκύνητων κόρφων μας…

 

* * *

 

Εδώ,

ο παθιασμένος των ζαφειριών
γιατρεύεται μέσα στις φλόγες
και τους λευκούς του θρύλους ματώνει…

κάθε μεταμόρφωση

είναι ο κύκλος του πόνου

και η ομορφιά της οδύνης,
μελωδίες βαθαίνει
στα ζεστά λαγόνια του Έρωτα…

~ μη φωνάζεις το Θάνατο ακόμη ~

μέσα στο στόμα μου,
έκρυψα την Αιωνιότητα…

 

* * *

 

Ο ήχος της ερωτικής κραυγής,
μοιάζει σταγόνα από μαγικό φαρμάκι.
Καίει και μεταλλάσσει…
Ίσως μια φιλία σε νυχτερινό πόθο
Την ευθύτητα σε μυστικοπάθεια
Κρυψίνοια, μπέρδεμα συνεννόησης.
Η ετοιμολογία πολεμάει σε άνιση μάχη,
διασταυρώνονται τα κοφτερά της ξίφη.

0 ήχος της ερωτικής κραυγής,
δε γερνάει ποτέ.
Σφριγηλός, αυτόνομος, νεανικός,
αναβιώνει αναστενάζοντας
και φαντάζει αδιαπέραστος,
όταν καταλήγει.

Ανελέητος και αποφασισμένος
σε μεταμορφώνει,
όπως η ομορφιά του φεγγαριού
αν αφεθείς
και τα υγρά μάτια σου κυλήσεις
στο φως του,
πληθωρικά…

 

* * *

 

Ήρθε και φούντωσε ρομφαία γυμνή
κι έπειτα χάθηκε σε άνθους και σε βύσσινα μέσα…

μία λάμψη επέταξεν σπίθες,
σπαθιά χρυσαφιά κι εμβλήματα

θείον Εγκόλπιον στο έδαφος χύθηκεν…

Εάλω η γυνή,
εκοιμήθη η περιφιλημένη…

– η Γη μου αλίσκεται κι εγώ έτι ζω;

κι αίφνης,

τόσοι Αιώνες χωρέσανε
σε μία μονάχα στιγμή,

λαβωμένη…

 

* * *

 

Ποτέ δε φοβήθηκα
τις συνέπειες της ηδονής και του Έρωτα,
σαν κάνω πράξη τους στίχους…

είναι υπέροχη η γεύση και η μνήμη τους

– χαράζει η πένα του επάνω μου –

γεννιούνται τα χείλη
κι ακουμπούν στα γλυκόσαρκα λόγια…

αντιστρέφεται τότε της προσμονής η χαρά
και τα σώματα χωρίζονται
από το προσωρινό ζωντανό…

ο αγέρας γεμίζει υποσχέσεις,
τη φθορά καταργεί
ξεσκεπάζει όλο και πιο μεγάλες εξάρσεις
και τα μάγουλά μου χρωματίζει
στις αποχρώσεις του πνιγμένου λυγμού…

θα μονολογώ

από της ψυχής μου το στόμα
και δε θα φοβηθώ
που πλαγιάζω με το γνωστό
ονειρευόμενη το λατρεμένο μου Άγνωστο…

 

* * *

 

Μας έδεσε,

όρκος μυστικός

ο αγαπών τους αδάμαστους ελιγμούς
του απόλυτου ιδεώδους
κι ενεδύεται με καμάρι ξέχωρο,
τα πορφυρά ενδύματα…

χορηγός υποδημάτων λαμπρών και αγίων

πείσμων μαχητής,

καταγάγει νίκη ερώτων
κι εξέγερσις αναστάτωσης
στον κορεσμό των αισθήσεων,
στη διακόρευση των παθών…

ασφαλής και βέβαιος,
θαμπωμένος από του αξιώματος τη λάμψη

ορκίζεται,

“ελεύσεται ως κλέπτης ψυχής και ηδονής εν νυκτί”

αφήνοντας δια παντός ανοικτή,

την πύλη των πόθων του…

 

* * *

 

Ο χειμώνας μου,
είναι φιλί σπαρακτικό
της θλιμμένης θάλασσας…
αγάπη που παλεύει σε πλημμύρα
ουρανός που ξεχύνει κοπάδια καρπών,
του ανέμου συντρίμμια σπρωγμένα…
σα βγαίνει το πρώτο αστέρι,
φιλώ τον άγγελο που κρύβεις
στα φοβισμένα μάγουλά σου
και τη φωνή που γλυκαίνει τη γενειάδα,
με ομίχλη αρρενωπή
στα όνειρα των αγαλμάτων

λαθεύοντας,
ξύπνησα την πονεμένη Γη
και φλόγισαν τον ήλιο οι πληγές της…
– μουγκρητό, οι μουγκές μου θύμησες –
θα βρω του γλυτωμού τον δρόμο…

η λιποθυμισμένη θλίψη,
ντύνει τη γενναία χαρά μου

είμαι κορμός ερημικός
δίχως παλμό
χωρίς κλαδιά
και άνθη άρρυθμα
πέτρα που δε φοβάται τις σκιές
το αίμα μου
πλέκει σύμβολα στο ημίφως

Κλαίω
γιατί το εφήμερο δεν είναι αίνιγμα
και πάντοτε επιστρέφει

Κλαίω
για όλα τα άλυτα
που οι άνθρωποι τα θεωρούν λυμένα

Κλαίω
για το μυστήριο
που εξατμίζεται από τις αγκαλιές μας

Κλαίω
γιατί όλα όσα αγγίζω
βιάζονται

Κλαίω
γιατί διψώ για γρίφους
μέσα σε ασφυκτικά, άδεια και σιωπηλά ακροατήρια

Κλαίω
που αγνάντευα την ανατολή,
μα ήταν δύση

Μένω
και περισώζω λυπηρότητες,
αυτοκτόνους, αιχμές και υπολείμματα

Σας ξεγελώ και αφανίζομαι
Στην αλλαγή μου ταξιδεύω κι εξαφανίζομαι…
Την πιο ανεξακρίβωτη στιγμή
σε εξακρίβωσα μέσα μου.

Τώρα,
είμαι εύφλεκτη,
φτιαγμένη από το υλικό των ελεύθερων πτώσεων.

Μονολεκτικός σεισμός.
Απαγορεύεται το άγγιγμα.

 

ΕΣΤΩ ΜΙΑ ΖΩΗ (2016)

 

~ Χρόνων ορισμοί ~

Όσο κι αν την καρδιά σου ανοίξω

υπάρχει πάντοτε μέσα
μία μικρότερη…

υπάρχει πάντοτε μέσα
μία κλειδωμένη…

Βρίσκω τη στάχτη
που μοιάζει με σκόνη
-αυτά τα μπερδεύω διαρκώς-

Ξεχάστηκα
κι ακουμπώντας τα δάχτυλα στο μαχόμενο Φως
μουτζούρα δε βγήκε
μα διάβασα,
το κενό της επιφανειακής των ανθρώπων γαλήνης.

Κι ήταν αυτό της Σύμπραξής μας, το γνώριμο θαύμα,
που έλαμψε πρώτα
και μετά ανελήφθη
απάνω στον όρκο που φύτεψες
στο ανάβλυσμα της κομπιασμένης μας μνήμης.

Τώρα τις σκιές δε φοβάμαι.
Πως άλλωστε γυμνή να προφέρω
με πληγή παρατεταμένη στου ταξιδιού τις πατούσες…

Θα προσκυνώ τον πληγωμένο σου ίσκιο

και θ’ αφήσω τους υπόλοιπους να χαίρονται
τη μικρή τους τελειότητα…

 

* * *

 

Να μου χάριζες τώρα μιαν αγάπη…

και να μεθύσω πάνω στα σχοινιά της.
να χαθώ…

Στην ανία των άλλων,

άλτες δρόμους να γεννώ
και όρκους στης ποίησης την ευγενή άμιλλα…

Διψώ

να περνώ τη σιωπή στις λέξεις μου
και τις λέξεις στη σιωπή μου…

Πεινώ

γι’ αυτό αγαπώ

να λερώνω τα τετριμμένα
με των φτερών μου τη σκόνη…

Πονώ

Ίσως και να’ ναι ο λόγος
που παθαίνω

ολική έκλειψη στον λυρικό μου πλανήτη…

Παρατηρήστε προσεκτικά το φαινόμενο.
Προσοχή,
αν αποκατασταθεί η όρασή σας,
λυπάμαι…

 

* * *

 

Άστοργο
του κόσμου κύτταρο νεκρό,
αίσθημα σε μέγα βάθος
άγραφων στίχων…

Εσύ που σέρνεις περιτυλίγματα διωγμών
και μυστικά αιώνων.

Κυμαίνομαι.

Ερμηνείες γραφής
δίνω στην ανύψωση των ονείρων.

Φρίττω,
μα η ποίηση αποκρίνεται
σε πιο πολλά διλήμματα
απ’ τους ανθρώπους…

Αυτή, μου δόθηκε εξ’ αρχής
και τίποτα δεν πήρε πίσω.

 

* * *

 

Δαμαστή,
γνωρίζω τον λόγο που χτυπάς τις ψυχές.

Ζηλεύεις το χρώμα των άγριων ενστίκτων.

Εκδικείσαι των σπλάχνων σου την απογείωση…

Βρήκα τα φτερά σου, στον Ίκαρου την αγκαλιά,
λιωμένα…

Σκέψου τώρα, τι αλλόκοτο έχεις να ντυθείς
μεσ’ του κλουβιού τη γη,
λες κι εκδικείσαι το ελεύθερο φευγαλέο…

Όταν η τελευταία είδηση του σιωπητήριου
θα αναγγείλει το ξημέρωμα,

εσύ,
εντός ακριβού ενυδρείου
θα συνθλίβεις τις μισοπνιγμένες πλεύσεις…

Περιμένω τη συναίνεση των Συμπληγάδων,
την μετονομασία σου σε Γητευτή…

Λυτρώσου

στον ολοφυρμό της ανυπακοής

θεόγυμνος από τιμωρία και μίσος…

 

* * *

 

Εγώ
τον ουρανό μου
τον φτιάχνω με πτώσεις.
Κι όσοι ζούνε με ψευδαισθήσεις
πως δοξάζονται σιμά του,
σκύβοντας
θα συναντήσουν
τα παράταιρα πόδια τους γυμνά
κι ανίκανα
να ατενίσουν
και να αγγίξουν,
το χαμένο τους χαμένο.

 

* * *

 

Άκου,

τα μάτια κλείνω

και η οφθαλμαπάτη ξεθεώνεται στην ακαταστασία μου

Τώρα,
πιστεύω όσα γίνονται μονάχα,
κι αυτά που με θάρρος προπορεύονται

Κάθε χρώμα
κι ένα εσύ…

Κάθε ήχος
η αποσιωπημένη νοσταλγία της θλιμμένης μας γλώσσας…

Ό,τι πονάει στ’ αλήθεια
ξύπνιο γεννιέται
καίγοντας,
ανεμοστρόβιλους με ρόδων μορφή.

Άκου,

ψάχνω για την αυγή
να μου πλανέψει το αίμα

 

* * *

 

Οι θύμησες μου κατακερματισμένες

Η μουσική μια ψεύτρα επανάσταση
μνήμης αόριστη επανάληψη

Ίσως και να’ χω λάθος
που πάτησα στ’ αστέρια ένα ένα,

μη και βραχώ
μη και πνιγώ

στο άστατο απροσμέτρητο του χρόνου.

Αν μνήμη είχε ο αγέρας,
αν της κάμαρας τα όνειρα μιλούσαν
αν οι φωνές που κυνηγούν τις νύχτες,
λιώνανε πάνω στα κορμιά μας…

Θα’ χαμέ θησαυρίσει
απ’ της ψυχή μας τις αυθόρμητες κινήσεις,
από των αισθήσεων τα τεντωμένα βάσανα…

Ζω για τότε
που θα ‘μαι αθάνατη.

 

* * *

 

Ανάγλυφα σύμβολα ζωής
εκπλήξεις αναλλοίωτες
του χρόνου οι διαστάσεις
Μια ευτυχία άξαφνη,
σε φυλαγμένα βήματα
λουλούδια, δέντρα και παιδιά,
γάργαρο γέλιο ανθρώπων…

Σ’ έναν καθρέπτη κατάθολο
φαίνεται η ζωή μας
Αυτά που φοβηθήκαμε
κι όσα αναβάλλαμε,
αμείβοντας τους πόθους μας
με πρέπει και αγκάθια.

Λησμονημένα όνειρα
πουλιά σε θεομηνία,
άστρα σε μαύρο ουρανό
λευκά άνθια σε πέτο.

Κλεψύδρα η ζωή
που τόσο βίαια τρέχει…

 

* * *

 

Το γέλιο
από το αίμα μου νυχτώνει,
σβήνει και βρέχεται
δένοντας την πληγή του
Κλοτσάει τις ώρες
τα δεσμά
σε πανηγύρι τρέχει
Πορφύρα ντύνεται
κι αίνιγμα λύνει
Πάνω στα μάγουλα
παράπονο λιώνει,
ανθάκι γίνεται
στίχος μπαλάντας,
μικρός παλμός μιας ανεμώνης…

Βαφτίζομαι σε ένδοξη πάλη
αιθέριων γυμνών σκιών
και μια σταγόνα τρέχει,
όσο γελώ.

 

~ Ενός λεπτού φυγή
το δρομολόγιο του Ανθρώπου~

 

Τα μεσημέρια μου είναι ετοιμόρροπα
και ψάχνω καθημερινά τις άγονες γραμμές τους…

Διαγράφουν αφηρημένα
τους δείκτες της λύπης
στο συστρεφόμενο δάκρυ μου…

Κάτι σα βάσανο.
κατρακυλούν στις διαθέσεις της φυγής μου
μα δε συμπίπτουν με τίποτα.

Ξαπλώνουν εκπληρωμένα κοντά μου
πικρίζοντας
στη σκέψη των απουσιών
που ποτέ δεν κατέγραψα…

Μεθούν και ξεμεθούν στις αναδιπλώσεις των φιλιών μου.

Ευτυχώς.
ο υπερχρόνος εραστής μου
χώνεται στη θυσία μου
και στην προφητεία της αιώνιας αϋπνίας μου.

Μακροζωία είναι οι λέξεις
που ευδοκιμούν στη σιωπή

και οι όρκοι
στην αρπαγή των αμετάφραστων
φρουρούμενων
στίχων μου.

Δεν λιγοστεύει η ψυχή
από κανέναν κλέφτη.

 

* * *

 

Σκέφτηκα,
να κάνω περισσότερη ποίηση
απ’ όση γράφω…

ώστε κάθε ξεκίνημα στίχου
να είναι μονάχα,
η αφετηρία.

Από ατολμία
δε μένουμε
δε φεύγουμε
δε θέλουμε

Οι ζεύξεις των ψυχών αθόρυβα αποδημούν.

Τι τραγικό! και ειρωνικό!

Ακόμη και αυτό, δε μας ανήκει…

 

* * *

 

Ίσως είναι το τέλος
μπορεί όμως να είναι μία αρχή,
νήμα που ενώνει της ζωής τις πτήσεις,
εκείνες που οι άλλοι ονομάσανε πτώσεις…

Όταν μιλώ για Έρωτα,
ο λόγος θέλω έντεχνος να’ ναι
να ματώνει τ’ άστρα η απαίτηση
και στα μάτια ένας ύμνος απώλειας
να θυσιάζει την αθώωση του,

στο αρχέγονο της αθανασίας περίβλημα

-με αντικατοπτρισμό-

Το αναμμένο δέρμα
είναι ο βρασμός του σεβασμού
και της σάρκας το άρωμα
των αγγέλων το μύρο…

Η στενωπός,
άνευ όρων παράδοση
λέγεται ποίηση
στης ακοής μου τη συνουσία,
οργιάζει ιέρεια του άλγους μου.

Είναι η άλλη όψη
στιγμιαίου θριάμβου,
του φλέγοντος εαυτού μου.

 

* * *

 

Ευπρόσδεκτο το αβέβαιο των εκδοχών.

Και ό,τι σκοτώνει τον θάνατο.

Για μένα όλα λιγόστεψαν
σε μία σταγόνα ωκεανό
κι επιτέλους το μέτρημα χάνω.

Καίγομαι,

ανυπομονώντας

για τη στάχτη μου.

 

* * *

 

Οι πληγές μου,
μια θάλασσα άγνωστη
αναδύονται στων ματιών του
τη διπλή Σελήνη…

Το φιλί,
φωτιά δανεική και βουλιάζει
ψυχορραγώντας απέθαντο…
Τώρα,
δίνω στις λέξεις τη σημασία τους,
χάρη στο “σ’ αγαπώ” του…

Γι’ αυτό,
μη ρωτάτε…

 

* * *

 

Πάρε με μαζύ σου,

μόνο συγκράτησε το όνειρο και την εξάπλωσή του,

μην τρελαθούμε…

Δεν έχω σκιά

αλλά αποτύπωμα δύστυχου πάθους

στον βηματοδότη του τρελού μου παλμού.

Βάλε τις αμαρτίες στην τσέπη
μη χρειαστεί να πληρώσουμε…

Την ουσία μας λήστεψε η ζωή
μα έκρυψα στη γυμνή γνώση κέρμα χρυσό

Λέω να μείνω εντός μου
έλα με τα λογικά σου χαμένα.

Παράδεισος έκθετος
να μπορεί το απροφύλακτό μας
να ορθώνει μ’ έκσταση τ’ άστρα.
Μακάρι να κρατούσε ο έρωτας όσο κι ο θάνατος.

 

* * *

 

Πως αντέχουμε οι άνθρωποι
το άγγιγμα να μεταγλωττίζουμε

σε φαντασία…

Κι εκείνο το βλέμμα
που τα σημάδια μας
ποτέ δε θα’ βρει γυμνά,
χαίρεται να αιμορραγεί αλλόφωνο.

Στην ηδονή,
κρεμόμαστε παραδομένοι.

Άρα πονάμε,
χωμένοι βαθιά
σε σύδεντρο ασυδοσίας χαμένοι…

Να ‘ταν να γίνουν τα γράμματα οργασμοί
κάθε απουσία αγκαλιά
κι αυτά τα άγονα τηλεφωνήματα,

υγρά φιλιά

στα ετοιμόρροπα μεσάνυχτα.

 

* * *

 

Την ώρα που κοιμάσαι,
ασχολούμαι με την πορφυρή των φτερών σου τη σκόνη.

Το αμάραντο άνθος των πύρινων αγγέλων σου,
προσκυνώ μαγεμένη
στα λευκά σου μελίγγια…

Τώρα πια.
της νύχτας τα στίγματα χαράζουν για εμάς,
που ποτέ δε θα παζαρέψουμε.

ελεύθεροι να ονειρευόμαστε.

 

* * *

 

Όλα τούτα που κοιτώ,
με μάτια δεν τα βλέπω…

Φέρνω την απόσταση στα χέρια μου σιμά,
μίαν αρπαγή ξεχειλισμένη
κι ας είναι τόσο μακρινή.

Ανάμεσα στα στήθη των καιρών
γραμμή χαρακωμένη ο μισεμός…
Το χρώμα των χειλιών περιγελά
τον μέγα άρπαγα,
το υπερβατικό του Έρωτα θεριό.

Πιέζομαι και σπάω σε όνειρα χιλιάδες.

Είναι η σιωπή μου λίπασμα
κρύφια φωνή των μάταιων διχασμών μου.

Εσύ εκεί
μα η ψυχή σου πάμφωτη
βαδίζει χαμηλόφωνα,
αχός γαλήνης συν-ωρο-γέννητος,
κρασί δικό μου.

Εγώ εδώ
και μακριά η ζωή μου.

 

* * *

 

Αδοκίμαστο φεγγάρι
της προσμονής μου άξονας,
αποτύπωμα Θεού.

Κι αν μισό σου λείπει
Δοξαστικά τη μοναξιά φωτίζεις…

Αμάραντο ονειρεύεσαι,
προσεύχεσαι για εμάς
που ακόμη και ολόκληροι
ψάχνουμε το μισό μας…

 

* * *

 

Παραλλαγές
του εαυτού μας
και όνειρα,
που ανθίζουν σ’ αγγίγματα και χάδια.
Καλωσορίσματα ρεούμενα
και φτερωτοί σαν πεταλούδες,
έρωτες.
Λέξεις χαμόγελα πονούν,
μα να,
που αντέχουν.

Συνήθεια η ανοχή
Ράμματα δράματα
και η ζωή,
μια ικεσία
για όλα όσα δεν αξίζουμε.

0 εγωισμός,

γεννήθηκε τυφλός
κι ο έρωτας πεθαίνει απατημένος.

 

* * *

 

Ήταν η μέρα που γεννήθηκε το φιλί.

Το απείθαρχο απαγορευμένο.

Κι έτσι που γαντζώθηκε στα σπλάχνα μου,
κατάφερε να σκίσει τη σύμπραξη πληγών.

Σα δείγμα από την πλήρη εξαΰλωση των υπαρκτών,
στριμωγμένο στην απώλεια
κατάρα του άθλιου γυρισμού προδοσίας.

Θυμάμαι μόνο,
το θαρραλέο αφημένο στη ξέσκεπη συντριβή μας…

Βουβά, χαιρετώ τ’ αθώα αναφιλητά
στους ελιγμούς των κινδύνων.

Ήταν η μέρα που πέθανε η πλάνη

όπως ο θόρυβος,

μετά από άλλον…

 

~Παράνομο άρωμα~

Από τα παντελόνια των άντρων κατρακυλούν
αγριοπερίστερα κι αράζουν στις αντένες της ταράτσας.
Βαμβακωτοί μονόδρομοι με σήμα “αδιέξοδο” στα σύννεφα.
Για χείλια, ψημένοι ηλιόσποροι, εκλιπαρούν για δάγκωμα.
Το πλατύσκαλο της πυλωτής μούλιασε σε δάκρυα από
στίχους και καψουροτράγουδα. Η αγάπη κρύφτηκε στο
πατάρι. Αγκαζέ με τον σκουριασμένο θερμοσίφωνα. Φτου
και βγαίνω. Ανάμεσα στα βιβλία, φιλιά υγρά και οργασμοί.
Στο μυαλό σου, είναι σφηνωμένα τα κεράσια μου. Κόκκινα,
φρέσκα. Τι κι αν διψώ; Έχω τις παλάμες σου να με κοιτάζουν.
Και τη φωνή σου, βέρα στο δεξί.

Όλα τ’ άλλα ζουν πεθαμένα.

 

* * *

 

Σαν περιπολικό τα δίδυμα όνειρα, τις νύχτες ουρλιάζουν
και ιδρώνεις. Με φιλάς επ’ αυτοφώρω και κρυφακούει η
γεύση. Το σεντόνι κοιμάται κι εμείς το σκεπάζουμε. Στις
παρειές μου κατηφορίζει το “μια φορά κι έναν καιρό»
κι εσύ το πιστεύεις. Είπες, ο πρίγκιπας φύτεψε έρωτες κι
άνθισε ο ένας. Καινούριοι σπόροι, ποτέ δεν υπήρξανε στο
“ κι αυτοί ζήσαν’ καλά”. Μου παρέδωσαν τον πρωτόπλαστο
να τον ποτίζω στο άγνωστο καταπέτασμα, στ’ ανύμφευτα
στήθη μου.
Έκανες “σςςς…” και ησύχασα. Ήταν η ώρα που
σπαταλήσαμε το άρωμα του δέρματος, χωρίς συστολή
στο “…κι εμείς καλύτερα”. Έκλαιγες να μην μεγαλώσεις,
μοναχά να ψηλώνεις στις όχθες μου κι εγώ να σε βρέχω
σε λάθος ποτάμια. Η καρδιά του ονείρου, χτύπησε δυνατά
και μας ξύπνησε. Συντροφιά μιας χρυσαχτίδας, που έσπασε
το κουρασμένο πατζούρι. Τα δάκτυλά μας μπλέχτηκαν στο
“σ’ αγαπώ,… ”

Ορκιστήκαμε πίστη, στη σφαγή της ημέρας.

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

 

ΜΝΗΜΗ ΘΑΝΑΤΟΥ

 

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΣΑΝΤΑΣ

Λίγα λόγια για την ποίηση της Μαρίας Πασχαλίδου για το βιβλίο της με ποίηση και τίτλο «Μνήμη Θανάτου»

Για τον έρωτα των ποιητών μιλάει η ποιήτρια χωρίς να τον αναφέρει. Αφήνει σε μας να τον εννοήσουμε ,να πάει ο καθένας κατά’κεί που η ψυχή του επιθυμεί.
Κι είναι αυτό η μαγεία της ποίησης, ο αναγνώστης ανάλογα με τα βιώματά του ,την πνευματικότητά του και την ποιητική του διάθεση να φέρνει ή αν θέλετε να οδηγεί το ποίημα στα μέτρα του .

Μα στ’ αλήθεια αναρωτιέμαι κι εγώ ποιός θα μπορούσε να είναι
ο έρωτας των ποιητών, αυτό το υπέρτατο αγαθό που χάρισε ο Θεός στον άνθρωπο ;

Νομίζω ή μάλλον είμαι βέβαιος γι’αυτό ότι ο μεγαλύτερος έρωτας για τους ποιητές είναι η ποίηση.

Αυτός ο έρωτας για την ποίηση είναι αυτό που κρατάει τους ποιητές ξάγρυπνους και γράφουν και σβήνουν να τελειώσουν το ποίημα, να το εκθέσουν σε μας.

Το ποίημα από τη στιγμή που θα γραφεί και θα εκτεθεί να το διαβάσουν οι αναγνώστες ,όλοι το ξέρουμε ανήκει σ’αυτούς να το χορτάσουν και να απολαύσουν τον ποιητή τους.

Γράφει η Μαρία Πασχαλίδου και δονείται σύγκορμη και σαν πυρακτωμένο ηφαίστειο εξακοντίζει μύδρους προς κάθε κατεύθυνση με μια ποίηση επαναστατική ,πυκνή και πρωτότυπη κι ίσως φορές αιρετική ως λέει και στον πρόλογο του βιβλίου, ο συγγραφέας Νίκος Τακόλας.

Χωρίς να κινδυνέψω την πρόβλεψή μου, η Μαρία Πασχαλίδου είναι ένας θηλυκός Εγγονόπουλος ,της σημερινής σύγχρονης ελληνικής ποίησης.

Έχει φρεσκάδα της Άνοιξης, τα χρώματα του Μαγιού και του Απρίλη,την αγωνία ζωγραφισμένη στα μάτια της τί κόσμο παρέλαβε και τί
κόσμο θα παραδώσει στα τρία παιδιά της!

Ποιήτρια των μεγάλων προβληματισμών,η ποίησή σου είναι μια μείξη λέξεων ,εικόνων και ήχων και μια ποίηση της σιωπής που είναι η ποίηση στον καμβά της ζωγραφικής.

Η Μαρία είναι μια ποιήτρια προικισμένη, με πολλά χαρίσματα όπως όλοι οι μεγάλοι ποιητές κι όπως ο Ελύτης στο «Μονόγραμμά του» ,τσακίζει τους κλώνους των άστρων, η Πασχαλίδου στη «Μνήμη Θανάτου» σκιάζει τα άστρα με το άρωμα της σάρκας της ,«αραιώνουν τα σπίτια» για τον έρωτα των ποιητών και «τρεκλίζουν μεθυσμένα άσματα πίσω από παντζούρια μισόκλειστα».

Μαγεύομαι από κάποιους στίχους της Μαρίας και μπαίνω στον πειρασμό να τους αποστηθίσω.

«Κοιμήσου κόρη γλυκιά
σε μια σελίδα κενή,το δαντελωτό σου στόμα
σπιθίζει ακτινοβόλα ,το φέγγος των δαδιών της νύχτας
κι ύστερα χάσκει η σκιά των ανθρώπων και χάνεται…»

Θα μπορούσα να γράψω πολλά για την ποίηση της Μαρίας, όμως ο χρόνος των τριών λεπτών που μου διατίθεται ,δεν μου επιτρέπει να επεκταθώ.

Λίγους στίχους της ακόμα θα σας πω και θα κλείσω τα μικρή μου αναφορά για την ποίηση της Μαρίας.

«Μη βάζεις σύνορα σε μέρα και νύχτα
Οι ποιητές από μικροί ονειρεύονται
μονοπάτια με ήλιους και άλογα
στα ύψη ψυχές και κορμιά στα σύννεφα μέσα.
…………………………….
Αποχαιρετούν το φως ,τη βροχή
τα ονόματα των ανθρώπων.»(σελ110)

«Ολοτύλιχτη
με των ανέμων τα ρίγη/ λατρεύω, εκείνον τον άνδρα
που αντέχει βουβά/πριν ακόμα αγγίξει τη σκέψη μου
στο άπειρο…»(σελ143)

Η σκέψη του ανθρώπου ,όπως λες Μαρία, «συντελείται στον λόγο…/η λαχτάρα του στον έρωτα»

Καλοτάξιδο και το τρίτο βιβλίο σου Μαρία και πάντα ο οίστρος της ποίησής σου να μας ταξιδεύει, με λογισμό και με όνειρο!

Θέλουμε να σου πούμε ότι ήρθες σαν φως, σε κάτι μέρες θαμπές, σαν άγγελος της αγάπης
με μια εμπασιά, σαν από θύελλα και έσπρωξες την ποιητική σε ρηξικέλευθους δρόμους!

Σε ευχαριστούμε που μας οδηγείς σε δρόμους άγνωστους, μα αστραφτερούς και γόνιμους για την ποίηση κι όπως λες κι ίδια ,στο απόλυτο φως ,στη θέωση του ανθρώπου να κάνουμε έναν κόσμο παραδεισένιο ,έναν κόσμο όπως τον θέλει η ποίηση!

Από τη παρουσίαση στις 6-5-2018

 

ΓΙΑΤΙ ΜΠΟΡΩ

 

ΜΙΧΑΛΗΣ ΣΤΑΦΥΛΑΣ

Η Μαρία Πααχαλίδοί) το 2017 κυκλοφόρησε ένα νέο ποιητικό βιβλίο με τίτλο «γατί μπορώ». Μπορεί και μετουσιώνει καθημερινά γεγονότα έτσι που αυτή η μετουσίωση αγγίζει τον αναγνώστη, αφού κι αυτός έχει ή και επηρεάζεται απ’ αυτά. Φευγαλέες εικόνες, στιγμές ζωής, και πνευματικός προσανατολισμός επιμαρτυρούν μια γνήσια ποιητική φλέβα και μια ώριμη ποιητική απόδοση. Το κυριότερο γνώρισμα είναι μια διατηρημένη αγνότητα και μια ευαισθησία που πηγάζει από το Εγώ αλλά απλώνεται και στους ανθρώπους. Ένα τετράστιχο που θα μπορούσε να προσδιοριστεί και σαν χαϊκού, εκφράζει μια αλήθεια – που τη νοιώθεις ακόμα και πέρα από τους συνηθισμένους συντηρητισμούς «Σα γράφεις ποίημα / κάνεις Έρωτα / και ποτέ δε θα μάθεις / αν ο άλλος νοιώθει όπως και συ—.» Σωστότερος και ωραιότερος προσδιορισμός της Ποίησης δεν μπορεί να υπάρχει. Αλλά υπάρχουν και κάποια γεγονότα που «όσο σε βάθος χάθηκαν / είναι το κοιμητήρι του μανιασμένου παφλασμένου μας». Η πολυθεματικότητα της ποιήτριας είναι σε πρώτο πλάνο -θα λέγαμε όλη η ζωή με την ουσία της και το βάθος της.

 

ΚΑΙΤΗ ΛΕΙΒΑΔΑ

Η Νεα Αριαδνη έχει συμπεριλάβει στη λίστα των πολυτάλαντων δημιουργών τη, κυρία Μαρία Πασχαλίδου. η ποίηση της οποίας πρέπει επίσης να τονιστεί ότι είναι πρωτότυπη. Η εικονοπλασία οι τολμηρές μεταφορές και οι απρόσμενοι συσχετισμοί, προκειμένου να εκφράσει συναισθήματα, σκέψεις, εμπειρίες καμώματα συνθέτουν ένα κλίμα ονειρικό, υπερρεαλιστικό, μέσα στην υπέρβαση του οποίου όμως υπάρχει σε κάθε ποίημα μια λογική έκβαση ως αποκάλυψη – και είναι πολύ ωραίο αυτό. Σε ξαφνιάζει ευχάριστά και σε συναρπάζει για να σε ηρεμήσει αμέσως μετά. Το μήνυμα που στέλνε είναι γνήσιο, ατόφιο, αληθινό.

 

ΕΣΤΩ ΜΙΑ ΖΩΗ

 

ΜΙΧΑΛΗΣ ΣΤΑΦΥΛΑΣ

Η Μόρια Πασχαλίδου, από τη Θεσσαλονίκη, κυκλοφόρησε το βιβλίο «Έστω μια ζωή». Είναι μια νέα ποιήτρια που από τους πρώτους στίχους της κερδίζει τον αναγνώστη. Τα ρεαλιστικά στοιχεία με τη «γλώσσα» των επιθυμιών μεταποιούνται σε έντεχνο λόγο μέσα από τον οποίο δεν λείπει και κάποιος, μόλις ευδιάκριτος λυρισμός. Αναδύεται από την ποίησή της μια δυναμική στις ποικίλες ανθρώπινες σχέσεις και διαστάσεις (συχνά με ιδιότυπες ερωτικές) Αναζητώντας τις λέξεις που εκφράζουν τα όνειρά της, βρίσκει τις κατάλληλες που κάποτε έρχονται σε αντίθεση με τα καθιερωμένα. Αυτό ακριβώς είναι το νέο που δίνει στην ποίηση της… Χωρίς υπερβολή θα μπορούσαμε να πούμε πως το ύφος είναι ως ένα σημείο μποντλερικό, που και μόνο μια αφιέρωση της το επιβεβαιώνει. «Αφιερωμένο σε ό,τι ανήθικο κλέβει τα όνειρά μας»

 

ΛΑΣΚΑΡΗΣ ΖΑΡΑΡΗΣ

ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΣΤΑ ΟΝΕΙΡΑ 9/2/2017

Διαβάζοντας το βιβλίο της αγαπητής φίλης Μαρίας Πασχαλίδου, ένιωσα ποικίλα συναισθήματα.
«Σκέφτηκα, να αφήσω τεράστια κύματα στη ράχη ενός βιβλίου», γράφει σε κάποιο σημείο η ποιήτρια.
Κύματα οι λέξεις της που φτάνουν στην ακρογιαλιά (στον αψεγάδιαστο σκοπό της- υποθέτω εγώ), προερχόμενες από μια θάλασσα («αναφαίρετο των παραλογισμών μου προσόν και ώθηση των λεπτών αποχρώσεων», σταχυολογώντας από διαφορετικές σελίδες του βιβλίου της).
Λέξεις που μεταφέρουν στην κορυφή τους την αγωνία της ανθρώπινης ύπαρξης, μεγαλωμένες στα ερωτηματικά που υποβάλλει στον εαυτό της κάθε ευαίσθητη ποιητική φύση. Κι ύστερα ακουμπούν τον αλμυρό παλμό τους στους σιωπηρούς δέκτες -εμάς τους αναγνώστες-, προσφέροντας νοήματα: απλά, καθαρά, λιτά, ευωδιαστά, θωπευτικά, προκαλώντας μας ταυτόχρονα να κάνουμε την δική μας δεύτερη και προσωπική ανάγνωση.
Λέξεις επιλεγμένες σοφά («Εκπληρωμένες σιωπές, οδηγημένες μόνο από ένστικτο»), έτσι που να αφοπλίζουν με την δύναμη των αληθειών τις οποίες αποκαλύπτουν:

«Ξεχάστηκα
κι ακουμπώντας τα δάχτυλα στο μαχόμενο Φως
μουτζούρα δε βγήκε μα διάβασα,
το κενό της επιφανειακής των ανθρώπων γαλήνης».

Και πιο κάτω:

«Στις μύτες των αποριών ανασηκώνομαι
και πικραίνομαι
που στιγμιαία και απρόσμενα θραύσματα θριάμβου,

δίνουν τη θέση τους
σ’ αυτό που ποτέ δε θα γίνουμε».

Το φως είναι που κάνει το νου να αναβλύζει τα θαύματα της ποίησης, με καρδιά και ψυχή όμως δεκτικές στον πόνο, ευλύγιστα δέντρα που άνεμος ερωτικός ή σαρκικός τα χτυπάει, αλλά δεν διστάζουν να πολεμήσουν συμμαχώντας για μια αιωνιότητα.
Αιωνιότητα εξιλεωτική και λυτρωτική ακόμη και στις αιχμηρές στιγμές του πάθους, όπου καμία κόλαση δεν μπορεί να περικλείσει την αυθεντικότητα της εκδήλωσής του:

«Στου τετελεσμένου πάθους το ένστικτο
ο υποψήφιος σπαραγμός έχασε έδαφος,
γιατί τον βάραινε η ευθύνη της διαμελισμένης ανάτασης».

Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, το χθόνιο στοιχείο δεν μπορεί να οικειοποιηθεί το ουράνιο («Εγώ, τον ουρανό μου τον φτιάχνω με πτώσεις»), πολύ περισσότερο να το αποβάλλει ως περιττό, αφού το ένα εμπεριέχει το άλλο όταν η ψυχή βασανίζεται στα σκοτεινά υπόγεια της ύπαρξης, για να βρει την μοναδική διέξοδο προς το φως:

«Χείμαρροι ανύπαρκτων διεξόδων στις περιστροφές
του εαυτού μας

και διαγραφές βλεμμάτων στις βροχές των διαλείψεων
των στίχων…

Αν μη τι άλλο,
κόκκινο είναι το χρώμα των χειλιών μας
στης αγάπης τα χειρόγραφα.

Πώς αλλιώς θα πολεμούσαμε στην έρημο;».

Η Μαρία καταλήγει σε μια εύλογη, δυσάρεστη όμως διαπίστωση λόγω των συμβάσεων και υποκριτικών σχέσεων που επικρατούν γενικά στην κοινωνία:

«Γίναμε ανίεροι στα αισθήματα,
ανιαροί στον έρωτα
και πολύπλοκοι στ’ αποσιωπητικά των στίχων…».

Πιο άμεση και δυναμική άρνηση δεν θα μπορούσε να εκφράσει η ποιήτρια, προσφέροντας στην ουσία το ελιξίριο της ζωής, της «Έστω μιας ζωής», με την οποία κάλλιστα θα συμπύκνωνε τον προσανατολισμό της ποίησης της στην εξής κατακλείδα: «Ξεχειλίζω, δε χωρώ». Και πώς θα μπορούσε άραγε να χωρέσει μια ποιητική φυσιογνωμία που ισχυροποιείται αναπότρεπτα σε «έναν κόσμο που σκαλώνει στο αμετάφραστό μου, το αυστηρώς ανώφελο για τους πολλούς κι αδιάβαστο…»;
Γιατί οι πολλοί τελικά να μην μπορούν να μεταφράσουν; Μήπως δασκαλεύτηκαν από τα γεννοφάσκια τους να επιβιώνουν με επίγειες και υλικές απολαύσεις; Στραμμένοι πάντα στο φθαρτό και το πρόσκαιρο, τους ξεφεύγει το διαφορετικό από το νου που παραμένει ανερμήνευτο και ως εκ τούτου, αποδιωγμένο και κατακριτέο.
Την απάντηση -πιστεύω-, την δίνει η Μαρία στην αρχή του επόμενου ποιήματος: «Το όνειρο του Θεού, ελευθερώνεται με μάτια κλεισμένα…». Αλλά και με τα λόγια του εξαίρετου δασκάλου της Σακελλάρη Καμπούρη δίνεται ένα ισχυρό πλήγμα στους τυχόν κατακριτές: «Η Μαρία Πασχαλίδου από το πρώτο της κιόλας βιβλίο μπορεί να θεωρηθεί ήδη «φτασμένη» ποιήτρια και δεν υπερβάλλω..!».
Δεν υπάρχει ίχνος υπερβολής στα λεγόμενα του ανθρώπου, που είχε την τύχη και την τιμή να παρακολουθήσει και να στηρίξει την Μαρία στα πρώτα της ποιητικά βήματα. Με μια συμπλήρωση μόνο από εμένα, ότι δεν αρκεί να είσαι αυθεντικός τεχνίτης για να διαπρέψεις στης ποίησης τα μονοπάτια. Χρειάζεται το βλέμμα σου να συλλαμβάνει ανύποπτες στιγμές σε όλο το εύρος και τη σημαντικότητά τους… Χρειάζεται να μιλάς εμφατικά με τις σιωπές, τις παύσεις και τα κενά διαστήματα των στίχων σου: «Μακροζωία είναι οι λέξεις που ευδοκιμούν στη σιωπή».
Όλα αυτά που ανέφερα προηγουμένως, κατά την άποψή μου, τα πραγματώνει με αρκετή επιτυχία η Μαρία Πασχαλίδου. Δουλεύει αθόρυβα, χωρίς τυμπανοκρουσίες, με μια εσώτερη μουσική που παρασέρνει -όντας μέλος Φιλαρμονικής Ορχήστρας-, σε ειδυλλιακά τοπία ψυχής, όπου ρέουν τα ποτάμια των βαθύσκιωτων ποιημάτων, και ό,τι παραλείπεται να ειπωθεί είναι ακόμη πιο σπουδαίο από αυτό που λέγεται εμφανέστατα. Γιατί ο υπαινιγμός απλώνει τα κλαδιά του παντού, αναμιγνύεται με τον υπερρεαλισμό, χωρίς να φτάνει στο σημείο να πνίγει. Ταξιδεύει στις προεκτάσεις των στίχων της, οι οποίοι γίνονται η αφόρμηση να σκεφτούν οι αναγνώστες δημιουργικά και ωφέλιμα:

«Ούτως ή άλλως
αυτά που με παιδεύουν
γεννούν τις λέξεις μου
για να πνίγομαι ελεύθερη
στον κατακλυσμό των ονείρων».

«Την ώρα που κλείνουν τα βλέφαρα,
μιλάμε δίχως αλφάβητο».

«Κι αν τυχόν ήτανε δίκαιη του πόθου η απαίτηση,
η μνήμη θα ντυνόταν λήθη
και το όνειρο θα νύχτωνε αδειανό και στερημένο
στα σαρκοβόρα προσχήματα…».

«Κάθυγρος γλώσσα αδάμαστη
των θριάμβων περιλείχουσα
την εισδοχή…

Εν τρόμου απόσυρση ρίγους
εξέρχεται κατ’ επανάληψη

τυλισσόμενο λαίμαργα

αναγεννημένο πυκνά,
εντός σώψυχων σκιρτημάτων».

«Ποτέ μου δε θα σταματήσω να παρασύρω στο Αίνιγμα
τους αξεδίψαστους».

Τελειώνοντας, θα αποτελούσε ακραία παράλειψη να μην αναφέρω, ότι η κυριότερη αιτία που με ώθησε να επιχειρήσω αυτή την κριτική προσέγγιση στο πρώτο πνευματικό παιδί της Μαρίας Πασχαλίδου ήταν η πίστη, και όχι μόνο η επιβεβαιωμένη υποψία πως πίσω από το αξιόλογο έργο της κρύβεται μια δημιουργός, η οποία ζει την καθημερινότητά της ως ποιήτρια, παρ’ όλες τις δυσκολίες της οικογενειακής ζωής και των απαιτητικών ρόλων που συνδυάζει: συζύγου και μητέρας.
Υπάρχει δηλαδή αντιστοιχία έργου και ζωής και γι’ αυτό ελπίζω πως σύντομα θα δώσει και άλλα δείγματα του ταλέντου της, εκτός απ’ όσα δημοσιεύει στο facebook και στο προσωπικό της ιστολόγιο.
Μια ακόμη διαφορά η οποία χαρακτηρίζει το έργο της έναντι των περισσοτέρων σύγχρονων ποιητών είναι ότι, δεν τιτλοφορεί κανένα ποίημα του βιβλίου της. Αυτό δεν συνιστά επ’ ουδενί αδυναμία έμπνευσης και επινόησης, αλλά σαφώς υποδηλώνει την απουσία οποιασδήποτε πρόθεσης να κατευθύνει τον αναγνώστη στον δικό της σκοπό, στην ουσία κάθε ποιήματος της, εφόσον δεχτούμε το επιχείρημα ότι οι τίτλοι συμπυκνώνουν τις ιδέες των κειμένων και συνήθως αποτελούν τροχοπέδες στην δεύτερη ανάγνωσή τους, στην ερμηνεία τους και την κατανόησή τους.

https://parathyrostaoneira.blogspot.gr/2017/02/126-2016.html?spref=fb&m=1

 

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΟΥΣΟΣ

Πρόεδρος Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών

8/4/2016

Εστω μια ζωή

Γεννήθηκε και ζει στη Θεσ/νίκη- καθηγήτρια μουσικής και ενεργό μέλος στη φιλαρμονική ορχήστρα Δήμου Θεσ/νίκης από το 1993,ασχολείται και με την ζωγραφική. Ποίηση με έντονα στοιχεία εξωτερίκευσης και εξομολογητικής-ψυχικής κατάθεσης και αισθητικής-εικαστικής απολαβής….
Ελπιδοφόρο πρωτοξεκίνημα και διάφανη αποκάλυψη-στο δύσβατο μονοπάτι της ποίησης, επιχειρεί η Μαρία Πασχαλίδου, σαν απορία νιόβγαλτης υποψίας και συγκινητικής-ερωτικής ευωχίας. Ένας ξάγρυπνος στίχος παραμονεύει την ώρα της προσωπικής [ εορταστικής-θα ‘λεγα ] τελετουργίας και διασταύρωσης με τις καθημερινές της -ψυχικές αναβαπτίσεις και συναισθηματικές της απολαβές.
Μια συναρμολογούμενη οδοιπορία που ξαφνιάζει αισιόδοξα, το εύρος, το χρώμα, η γόνιμη διάθεση, το αυθόρμητο πάθος, το στοχαστικό και τολμηρό σκίρτημα του στίχου, η αποφυλάκιση του χρόνου, όταν θησαυρίζεται μέσα της πολύχυμος κι όταν γητευτής και γαλήνιος-ελευθερώνεται μέσα της ο άνθρωπος, ανάβρυσμα ψυχής και ερωτικής πλησμονής. Η Μ.Π. συναντάει στο ξεκίνημά της, μια πλέρια και ανατασική δημιουργία-που αγκαλιάζει κάθε πτυχή μιας ψυχής, που αφήνεται ολάκερη στη μέθη και στους ιριδισμούς
που χαράζει ο αιώνιος οίστρος του έρωτα, που σε αναγεννά ,σε προσανατολίζει, σε ανταμοίβει, σε εξαργυρώνει, στο ξάγρυπνο μάτι της
ζωής και της καθημερινότητας. Εδώ η ποίηση κι’ ο ρυθμός της,
ελευθερώνουν την ποιήτρια, και την ξεπροβοδίζουν–με ασίγαστο μένος, πόθο και τόλμη, στα πολύτοκα μονοπάτια της προσωπικής της και γόνιμης-πλέον-δημιουργίας…. ορισμένα δείγματα γραφής….
«Πριν από την αγάπη ήμουν καλπασμός //..Τον χρόνο αθωώνω //
.στη συνουσία του κάλλους.// Γι΄αυτό τρυπώνουν στη ψυχή τα αναμ-
μένα κύματα.//Μακροζωία είναι οι λέξεις//που ευδοκιμούν στη σιωπή.
Αν ήμουν εξορία // θα σε φυλάκιζα σε απόσταση αναπνοής //…»

 

 

ΘΟΔΩΡΟΣ ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ

Ποιητικός πόλεμος αισθήσεων και παραισθήσεων, σε μια φλεγόμενη ερωτική αρένα, με μόνο νικητές όσων κυνηγούν άκοπα το ιδανικό, το πεπερασμένο, τον τροφοδότη της γλυκιάς, της γλυκύτερης δικαιολογίας ύπαρξης στη ζωή.
Κι όταν το ασίγαστο πάθος, που ψάχνει φαινόμενα δεδομένα και δημιουργεί επιφαινόμενα προσδοκώμενα-ποθούμενα, ε, τότε το volume ανεβαίνει στο τέρμα, χτυπάει κόκκινο και η απνευστί ποθούμενη ικανοποίηση βρίσκει τη δικαίωση των …μονομάχων!!!
Μας βάζεις δύσκολα Μαρία μου, που πασχίζοντας να τα ερμηνεύσουμε -δε λέω να τα επιλύσουμε, κομμάτι δύσκολο- πέφτουμε θύματα της αισθησιακής περιδίνησης, που δημιουργείς με την, ηφαιστειακής έντασης, γραφή σου, μιας περιδίνησης που και πονάει και αρέσει-το πανάκριβο μυστικό της μαγικής εξωτερίκευσης του πάθους και του πόθου σου, που διαχειρίζεσαι, σε όλα τα επίπεδα, επιδέξια…
Σ’ ευχαριστούμε, καλή μου φίλη, που, με τα φλογισμένα γραπτά σου, μας κάνεις κοινωνούς των εσώτερων στοχαστικών αναζητήσεών σου, οδηγώντας μας σε μια σύγχρονη κολυμπήθρα Σιλωάμ, που αναγεννεί, που θεραπεύει, που ανοίγει δρόμους απόλαυσης της ζωής-του μικρού αυτού φωτεινού διαστήματος, μεταξύ των δύο αβύσσων, του Καζαντζάκη…

 

ΣΑΚΕΛΛΑΡΗΣ ΚΑΜΠΟΥΡΗΣ

Να, το χρυσό δαχτυλίδι της ποίησης, του εύ-λόγου,
η ωδή στην ψυχή!!!
Η ποίηση που υγραίνει το μάτι, που δονεί τα έγκατα…
στις ευφορότερες ώρες, φτάνει για να τονίσει το ανθρώπινο.
η γνώση, είναι σοφία και άμεση εμπειρία, σε ένα αόρατο μα, λογικό σχήμα!
στην Μαρία Πασχαλίδου, ο τόνος συγκλονίζει! σ’ αφήνει να σκέφτεσαι μ’ ένα γλυκύ μούδιασμα και το σαφές η το ασαφές, προμήνυμα βαρύ του ανθρώπινου ταξιδιού, στην υπερήφανη άρνηση της ταπείνωσης, καθώς, άξια μαχήτρια του κόσμου δαύτου, η ίδια! Η ποίηση της, αποφασιστικά συμπληρωμένη και συνεπής, σπαρμένη επίθετα καίρια και εύστοχα, ακμαία στον λόγο και ακριβή!… που όσο κουρνιάζουν μέσα μας, τόσο μας διδάσκουν μας πλάθουν και μας κάνουν καλύτερους ανθρώπους και εξευγενίζουν την ψυχή, σμιλεύοντας έναν κόσμο νοσταλγικό, γιομάτο πάθη, γιομάτο αύριο, γιομάτο ανθρώπους σωστούς!-σύνθεση ζωής!!!-
Εις ανώτερα Μαρία μου! οι γονείς και η οικογένεια σου ,θα νιώθουν υπερήφανοι για σένα, όπως νιώθω κι εγώ, καθότι ευτύχησα να με αποκαλείς «δάσκαλό σου»!

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΣΕΝΕΜ ΓΚΙΟΚΕΛ (SENEM GOKEL)

1-senem

Η Σενέμ Γκιοκέλ (Senem Gokel) γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1982 . Αποφοίτησε από το τμήμα Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας στην Κύπρο (EMU) και ολοκλήρωσε το μεταπτυχιακό της στο Πανεπιστημιακό Κολέγιο του Λονδίνου. Τα ποιήματα, οι μεταφράσεις και τα δοκίμιά της δημοσιεύονται από το 2005 σε λογοτεχνικά περιοδικά σε Κύπρο, Ελλάδα και Τουρκία όπως τα Varlik, Kitap-lik, Isirgan, Cadences και ΕΝΕΚΕΝ
Μετέφρασε στα τουρκικά ελληνοκύπριους ποιητές όπως η Νίκη Μαραγκού και εξέδωσε τα ποιήματά τους για πρώτη φορά στην Τουρκία. Το 2012, μαζί με την ελληνοκύπρια ποιήτρια Μαρία Σιακαλλή, βραβεύτηκε με το Fikret Demirag Poetry Award (5ος Δικοινοτικός Λογοτεχνικός Διαγωνισμός) από την Ένωση Λογοτεχνών Κύπρου και την Ένωση Τουρκοκυπρίων Καλλιτεχνών και Συγγραφέων. Η δίγλωσση ποιητική συλλογή τους εκδόθηκε το 2012 και περιλαμβάνει τη πρώτη της ποιητική συλλογή «Ζουλιντέ η Δεύτερη».
Ο Gokel συμμετείχε σε διάφορες ποιητικές ανθολογίες και οργάνωσε μια ποιητική εκδήλωση με τίτλο «Κύπριοι ποιητές: Η υπέρβαση της σύγκρουσης»
σε συνεργασία με την National Poetry Library in London (Μάιος 2017).
Η Γκιοκέλ κάνει το διδακτορικό της στην Ιστορία, στη Σχολή Ανατολικών και Αφρικανικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Λονδίνου.

 

 

ΖΟΥΛΙΝΤΕ Η  ΔΕΥΤΕΡΗ (2012)

Μετάφραση: Ανθή Καρρά

 

CARNATION LILY LILY ROSE*

Πρέπει πάν’ απ’ τον θάνατό μου να διαβούν αιώνες

Σε τόπο άγνωστο σε μένα
σε όχθη λίμνης
σε χρόνο που στη χλόη συρρικνώνεται η γαλήνη
πρέπει να λάμπω όπως τα χαρτοφάναρα του πίνακα

Αμέριμνες παιδούλες
με κοντά μαλλιά να ανάβουνε και μένα
Μέσα σε κρίνους, γαρύφαλλα και ρόδα

*Η αναφορά στον πίνακα του Αμερικανού ζωγράφου John Singer Sargent. (Σ.τ.Μ.)

 

ΤΟΥ ΝΗΣΙΟΥ ΤΑ ΠΗΓΑΔΙΑ

Ας μείνουνε στη γη οι αυταπάτες μου. Εγώ
τους φόβους μου θέλω να στοιβάξω σε τσουβάλια.

Αφού εσύ ανακοίνωσες σοφά πως θα τους πάρεις.
Θα κατεβείς κάτ’ απ’ τη γη

και θα επιστρέφεις χωρίς αυτούς στο τέλος.
Να σε περιμένω με μεγάλη υπομονή.

Σαν τσόφλι απ’ αμύγδαλο θα σπάσεις,
μ’ ένα μάρμαρο, όσα βλέπουν τα μάτια μας.

Γιατί θέλω να διασχίζω το διάδρομο
χωρίς να κοιτώ πίσω μου.

Για ένα ποτήρι νερό να φτάνω στην κουζίνα
και να το πίνω ήρεμα γουλιά γουλιά.

Χωρίς να υποψιάζομαι πως βγήκε με κουβάδες
από κείνα τα πηγάδια

Από πηγάδια όπου σώματα αδέσποτα υποτίθεται
πετάχτηκαν μ’ όλες τις ιστορίες τους.

 

ΣΤΑΧΥ ΞΑΝΘΟΣ Ο ΑΓΡΟΣ ΤΟΥ ΜΕ ΚΟΡΑΚΙΑ*

Στάχυ ξανθός ο αγρός του με κοράκια
ο ουρανός μια δίνη θαλασσιά το κεφάλι του Βαν Γκογκ
Εσύ όμως όχι
όχι εσύ
Ποτέ δεν θα μ’ αφήσεις;
Άφησε με.

*Η αναφορά στον πίνακα του Ολλανδού ζωγράφου Βαν Γκογκ “Σιτοχώραφο με κοράκια” (Σ.τ.Μ.)

 

ΜΑΤΑΙΟΠΟΝΙΑ

Μακάρι η μικρή ελιά κάτω απ’ τη βλεφαρίδα σου
που μοιάζει με κηλίδα μακρινού ιστιοφόρου να ’ταν
η γνώμη που ’χεις για τον εαυτό σου η άσχημη.

Μακάρι η απογοήτευσή σου να ήτανε αβρότητα
βουτηγμένη στο βάλσαμο
Ν’ αγάπαγες το πράσινο του πεύκου όσο εύκολα του πλάτανου
αγαπάς.

Το αντιλαμβάνομαι,
έχεις εξαντληθεί. Πρέπει να σου γνωρίσουν όλους τους νεκρούς
στο σπίτι.

Πρέπει να τρελαθείς και να χτυπάς στον καναπέ την πλάτη σου
να μουρμουρίζεις συνεχώς:

Χμμ χμμ χμμ χμμ
Πρέπει στα σπλάχνα σου να βυθιστεί σκοτάδι.

Πρέπει πούπουλα χήνας να πετάξει με ξεκοιλιασμένα μαξιλάρια
στον αέρα
το φοβερό νυφιάτικο λευκό.

Έχεις όμως το λόγο μου, θα μεγαλώσεις όπως τα φύκια.
Τίποτα πια δεν θα προβάλει αιχμηρό στα μάτια σου.

Και θα σ’ αρέσει έτσι να χορεύεις και να κροταλάς τα δάχτυλα
στους γάμους,
Ιχχ-
μάταιος κόπος
μάταιος.

 

ΠΙΝΑΚΑΣ

Λιώσαμε με τον ήλιο εγώ κι εσύ
κρεμιόμασταν στον ουρανό
Στάζω τώρα εγώ

 

ΑΠΟΒΡΑΔΟ ΣΤΑ ΤΕΙΧΗ

Τώρα οδηγώ αυτοκίνητο, δεν τρέχω.
Το χέρι του άπλωσε ένα παιδί
του κοριτσιού τον ώμο πάει ν’ αγγίξει.
Έτσι έπαιζα κι εγώ
στης Λευκωσίας τ’ απόβραδα.

Σήμερα έκανα μια βόλτα μες στα τείχη
Βγάλανε στις βεράντες τις καρέκλες τους τ’ αντρόγυνα
χαζεύουνε τ’ αυτοκινήτου μου τα φώτα.
Έξω απ’ τα τείχη απόλυτη σιγή
εκείνοι θρονιασμένοι πια στις πολυθρόνες τους.

Ακίνητη κοιτώ απ’ το παρμπρίζ
να περπατάει με το ραβδί του τον δερβίση –
λες και δεν έχει φόβο μέσα του κανένα.
Του κουβαλάει ένας νέος τη βαλίτσα.
Η πόρτα στο Μεγάλο Χάνι ανοιχτή,
να ’πίνα άραγε κι εγώ μια λεμονάδα;

Μπροστά απ’ το Σαράι άντρες που χηρέψαν
κάθονται και χαζεύουν τέτοια ώρα.
Την μέρα σταματούν.
Ούτε τύψεις θα έχουν,
ούτε καημό πως δεν τα βγάζουν πέρα μόνοι τους.
Μακάρι να μπορούσα να καθόμουνα κι εγώ
μπροστά απ’ το Σαράι σαν άντρας χήρος.

Τώρα οδηγώ αυτοκίνητο, δεν τρέχω.
-“Παίζει μια μουσική βαθειάς παραδοχής στο κασετόφωνο”.
Δεν θέλω άλλο να βιάζομαι.
Νωθρή κι αργόσχολη ας γίνω
σαν λεπρή
να μ’ εξορίσουνε στο Λεπροχώρι*
την πόλη μες στα τείχη την παλιά να νοσταλγήσω.

* Οι λεπροί ζούσαν επί αιώνες σε χωριά δικά τους έξω απ’τις πόλεις. Τα χωριά αυτά έφεραν διάφορες ονομασίες, (τουρκ. Miskinler Koyii) πάντα συναφείς με την ανίατη στο παρελθόν αυτή ασθένεια, όπως για παράδειγμα “Μισκινιές” ή “Λοβοχώρια» στην Κρήτη, που ερήμωσαν με τη δημιουργία αρχικά των λεπροκομείων και την ίαση των λεπρών στην συνέχεια. Αδυνατώντας να βρω την ακριβή κυπριακή τους ονομασία την οθωμανική περίοδο, επέλεξα – ποιητική αδεία – την απόδοση “Λεπροχώρι”. (Σ.τ.Μ.).

 

ΣΠΟΥΡΓΙΤΙΑ

Για να μου γίνει μάθημα
Κλείσαν μια συμφωνία με το Θεό

Πετάχτηκαν μπροστά μου ένα ένα

Τώρα στο χώμα κοιτάζω κάθε φύλλο
μην είν’ κάνα σπουργίτι και το σκότωσα

 

ΤΙ ΣΤΡΟΓΓΥΛΕΣ ΚΕΙΝΕΣ ΟΙ ΩΡΑΙΕΣ ΚΟΙΛΙΕΣ ΤΟΥΣ

Γλυστρήσαν και γκαστρώθηκαν
τι στρογγυλές κείνες οι ωραίες κοιλιές τους
τι ωραία που μεγαλώνουν
“Δεν θέλω” αν πεις στα σουφρωμένα τους τα χείλη
χτυπάν οι μπούκλες τους σκορπίζουνε γοργά
Τ’ ασώματα πουκάμισα του άντρα τους
στοιβάζονται σε πάτο πηγαδιού
Ξεσπάει φασαρία
Εκείνος, περίπλοκα χορτάρια ξεριζώνει
Πρώτα θυμώνει λίγο
έπειτα σκύβει και τη φιλά στο μάγουλο
Εγώ αποβάλλω φύκια
Θαρρείς πως ζούνε ψάρια μες στα σπλάχνα μου
Τρικλίζει και μια θέρμη έρημος πνιγερή ρουφά τα πόδια μου
για ν’ αγαπήσει.

 

ΖΟΥΛΙΝΤΕ*

Είσαι σαν πρωινό που από ύψος στέγης μακρινής
στο χώμα αστράφτει, Ζουλιντέ.
Είσαι όμοια ροδάκινο. Ευτυχισμένο παραμύθι από
δυστυχισμένο στόμα.

“Μην ακουμπάτε όπου πονώ” λες με δειλό παράπονο.
Δεν ακουμπάμε, Ζουλιντέ.

* Γυναικείο όνομα που σημαίνει “ μπερδεμένη, περίπλοκη, ανάστατη”.

 

ΚΟΪ

Αν είχε πλάι στο σπίτι μου ένα πάρκο, κι ένα άλσος
τώρα εκεί, πλάι στη μικρή ανύπαρκτη λιμνούλα
σ’ ανύπαρκτο παγκάκι θα καθόμουν.
Μέρος καλό
να σκέφτεσαι και νέα θέματα να φτάσεις να σκεφτείς.
Πότε θα εμφανιστούν στην επιφάνεια
ανύπαρκτες ράχες διάστικτες ανύπαρκτων ψαριών κόι
να περιμένεις.
Δεν ξέρουν πως μπορεί να ’ναι παρηγοριά που κολυμπούν.
Όπως κι εγώ δεν ξέρω
ανάμεσα σ’ αλήθειες και σε λάθη
που δεν μπορώ να ξέρω.
“Απλώς περνούσα από δω” θέλω να πω αν με ρωτήσει κάποιο.
Τις κρύες κι ολισθηρές τους πλάτες
όσο χρόνο περνώ μην ξέροντας αν θέλω ή όχι δειλά ν’ αγγίξω
με πνίγουν τα βιβλία.
Γιατί μου προκαλούνε σύγχυση στο νου.
Στον ώμο ενός από αυτά θα ήθελα να κλάψω αν δεν φοβόμουν
το νερό
κι αν συναντιόμασταν ξανά
τυχαία σε κάποιο δρόμο
να κάνω πως το αγνοώ.

 

ΕΥΡΕΤΟΥ*

Το νερό των μαλλιών μου
Λίμνη χωριού εγκαταλελειμμένου
Ψηλώνουν
χαμηλώνουν
κατά μήκος των βάλτων
Πέρα μακριά
αγναντεύει Ρωμιός τσομπάνης

*Εγκαταλελειμμένο τουρκοκυπριακό χωριό στην επαρχία Πάφου, που το ομώνυμο φράγμα σκέπασε τα περισσότερα σπίτια του. (Σ.τ.Μ.)

 

ΜΗ ΜΕ ΛΗΣΜΟΝΕΙ

σε μέρη μου που δεν μπορώ ν’ αγγίξω ν’ αγγίζεις τώρα
σε μέρη μου που και να προσπαθήσω δεν θα φτάσω
ν’ αφήνεις ίχνος από δόντι που βγαίνει όσο είσαι παιδί ακόμα
ν’ αφήνεις κοκκινάδι, πριν νιώσω καν εγώ την ανάγκη
να βάλω

από κατάλογο μπλε λουλουδιών μη με λησμονεί
με περιβάλλεις λίγο λίγο σαν αιώρα εσύ με σείεις
θ’ απιθωθούν χιονιού νιφάδες θα χυθούν θαρρείς αυτά
αν χυθώ μάζεψέ με
αν χυθώ μάζεψέ με

γαλάζιο π’ ανοιγοκλείνει γαλανό
κρατάω χώρια εσένα και τα μέρη σου
να μ’ έθαβαν μες στο κουτί αυτό με μένα και το κουτί
πού έφτιαξαν τα χέρια μου
αλλιώς χωρίς εσέ και τους χωρίς εσένα τόπους μου
αν πέταγα αν πετάξω
στάλες δροσιάς μιας ποίησης θα γίνω πάλι το φως θα πίνει.

 

ΑΠΟ ΑΓΑΠΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΑΚΑΡ ΑΛΕΞΕΓΙΕΒΙΤΣ ΝΤΙΕΒΟΥΣΚΙΝ

Δεν ικετεύει ο σανός

Εμείς δεν καταλάβαμε
Προήλθαμε απ’ τον ίλιγγο κουμπιού
που κρέμεται από μια κλωστή σ’ ένα παλτό

 

ΒΙΒΛΙΟ ΑΠΟ ΣΤΑΧΤΕΣ

Πεθαίνοντας να στέκει κάπου

Ξεχασμένη στο τασάκι
Κάφτρα πορφυρή οδύνη λεπτότατο τσιγάρο –

να κάθεται στον πάτο
με σιλουέτα στάχτης που θραύεται ασάλευτη.

Ένας λάκκος στην καρέκλα όπου καθόμαστε –
φτάνει φτάνει να πω δεν έχω γλώσσα.

Ήταν Αυτός, ήταν Αυτός όπως πάντα τον ήξερες.
Με την ιερή γραφή του έλεγε όλο στο τσιγάρο να μεγαλώνει.
Όσο για σένα λιώναν τα δάχτυλά σου σε καπνό και στάχτες.

Κόκκινες στάχτες συντρίμμια ερείπια οδυνηρό τσιγάρο

Πεθαίνοντας να χτυπά σε μια καρδιά,

τικ
τακ

Στη σημείωση έγραφε αυτά.

 

ΣΥΖΗΤΗΣΗ

Δεν μπορώ να σου εξηγήσω αυτό που λέω
Τ’ αράδιασα θαρρώ μαργαριτάρια
θα τα πάρεις θα τα βάλεις στον λαιμό σου
και τι ωραία θα μου πεις που παν με το φουστάνι σου.
Εσύ όμως κόβεις την κλωστή
το ένα μετά το άλλο ακούω τους ήχους τους
σκορπίζουν πέρα δώθε παρασύρονται.
Λες και θες να δείξεις πως δεν είμαι δίκαιη.
Σκέφτομαι σιωπηλή
σαν πουλί στο χιόνι το κεφάλι μου τινάζω.
“Συγγνώμη.”
“Θέλω να συζητήσουμε.”
“Το και το” θα πω.
“Το και το” κι εσύ.
Και θα λυθούν τα χέρια και των δυο από μπροστά μας
Θα μπούνε μες στις τσέπες μας μαζί με την σεμνή μας την αγάπη.

 

ΓΛΥΚΟ ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ

Τι κακός που είστε, κυρ Μουχαλεμπί
Από τα μάγουλά σας κρέμονται όσα κάνετε
Απ’ την κοιλιά σας, όσα μέλλετε να κάνετε

Δεν λέω πως τα παραχοντραίνετε αυτά.

 

ΣΤΟΙΧΕΙΟ

Εγώ είμαι η αλλεργία σου.
Η βλέννα στο λαιμό σου,
που σαν σαλιγκάρι τρέχει γρήγορα
κατά μήκος σου.

Η εξάποδη φοβία σου, θεοσκότεινη
– η Προσφιλής σου Έμπουσα Έμπουσα –
Στον ύπνο σου
σκαρφαλώνει στα πόδια σου
Στάζει απ’ τη μύτη σου,
ρέει στο στόμα σου

Δεν είναι ίδιον μου να μοιράζομαι, να πιάνομαι
να κλέβω ποίηση απ’ τα μεδούλια σου

Πρέπει απ’ την άκρη της να πιάσεις,
να τραβήξεις και να βγάλεις
Και να πετάξεις πέρα μακριά!

– Αμψού! Αμψού!

 

ΕΣΠΑΣΑ ΣΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΜΟΥ ΠΑΝΩ ΔΥΟ ΑΥΓΑ

Έσπασα στο παρελθόν μου πάνω δυο αυγά
Έκατσα και τα έφαγα με όρεξη

Έβγαλα την μπλούζα μου

Έβρεξα τα στήθια μου, τα ’πλυνα με σαπούνι.
Πήγα σ’ ένα σχοινί τα κρέμασα

Το δειλινό τα πήρα απ’ το σχοινί
Τα έβαλα στη θέση τους

Έκατσα στην κουνιστή καρέκλα, ώρα πολλή και κοίταζα
Ένα θεατρικό (!)
Έπαιζαν τα μάτια που βρήκα στη λεκάνη κι εγώ
Με κούκλας πλαστικής χαχανητό
– Παράτα με ! –
Τόπια κατρακυλήσαν ολόγυρά τους
έγλυψαν,
γλώσσες.

 

ΒΡΑΔΙΝΗ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Να ’σαι στην ουσία ακόμα ζωντανός
το βράδυ επιστρέφοντας
δεν ήταν κάτι που ήξερα.
Να ’σαι στρογγυλεμένος
Φουσκωμένος
Σαν τα ροδοκόκκινα μάγουλα
που ’χει της Σοφίας η αδελφή.

 

ΧΩΡΑ ΩΡΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΙΩΝ

Το ίδιο κάνουνε κι αυτοί
Κάνουν το άλμα για να φτάσουνε εκεί;
Άλλωστ’ αυτοί
λένε πράματ’ ακατανόητα
πιστεύοντας πως γίνονται έτσι αποδεκτοί με το κεφάλι τους
Πόσα και πόσα δεν πιστεύουνε με το κεφάλι τους
Τυφλοί στην ομορφιά τους τα παλιώνουν
Σαν να ’ν παπούτσια που τα λουστράρει κάθε βιβλίο που διαβάζουν
Κι όμως το χρώμα τους κάθε μέρα ξεθωριάζει
σαν άρρωστος,
κείτεται σαν νεκρός
έτσι κοιτάει ό,τι προβάλλει ευχάριστο στο μάτι το κεφάλι τους
Έχουν ξεχάσει πως τ’ αγαπάνε οι μανάδες τους.
Δεν τις αφήνουν με τα βασανισμένα χέρια τους να τα χαϊδέψουν
κεφάλια που όλο μεγαλώνουν και μεγαλοπιάνονται.
Καμιά φορά φιλάνε τα κεφάλια οι γυναίκες τους
Καμιά φορά γυναίκες που δεν ξέρουν οι γυναίκες τους
Κάθε φορά αυτά επιστρέφουνε στο σπίτι
την κούρασή τους ακουμπούν στο μαξιλάρι
Κεφάλια που τα πρόσωπά τους κουβαλούν
ζωγραφισμένα χαρακιές απηυδισμένες όλο σε ρόλους
Λογομαχούνε με τον εαυτό τους
κακίζουνε τον εαυτό τους
έπειτα επαινούν τον εαυτό τους
Κεφάλια που κουβαλούν τα βλέφαρά τους
χαμηλωμένα μόλις σαν συνείδηση, τα δικά τους κεφάλια.

 

ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΑΥΤΗΣ ΠΟΥ ΚΑΝΕΙ ΠΩΣ…

“Αυτή” λέει για την κοπέλα
ο άλλος άντρας.
Κι εκείνη τ’ άκουσε από κάποιον άλλον.
“Αυτή”
“Αυτή”
Με τον μακρύ λαιμό
κάτ’ απ’ τ’ ανήσυχο κεφάλι
ψάχνει μέσα στον κόσμο κάτι.
Αυτή η κοπέλα κάνει πως…
Αυτή π’ ακούμπησε στην πέτρα μαζεμένη
σαν ύφασμα που μπαίνει
λέγοντας από μέσα της “Χρόνια φίλους δεν έκανα”.
Δεν άργησε να κάνει την εμφάνισή του ο Λεβαντίνος.
Καθάρισε ευθύς τον τόπο μπροστά της.
Τινάζοντας όλο χαρά την σκούπα του
μίλησε για τις χάρες της στους άλλους, γεμίσανε τα μάτια του.
Πόσα και πόσα ωραία δεν περίμεν’ απ’ αυτή.
Εκείνη με το πρώτο ευτυχισμένη.
Στo γλέντι όμως πάνω
Μετά από ένα “Γεια” και κάποια αναγκαία νέα
Το βλέμμα του δραπέτευε μακριά σιγά σιγά.
Ψυλλιάστηκε γι’ αυτήν ο πωλητής.
Ένα πουτανάκι, γέλασε κοιτώντας την στα μάτια.
Εκείνη απομακρύνθηκε
παγώνι αδέξιο κουνώντας τις φτερούγες της.
Σκυλάκι που χαμήλωσε τ’ αφτιά του κοιτώντας τον αφέντη
να θυμώνει.

 

ΠΌΡΤΑ ΣΤΗ ΓΗ

I

Δεν με εξέπληξε η ροδαλή και ήρεμη αγάπη σας
Το χάδι σας με το κεφάλι μου στα γόνατά σας
Τα λόγια τα γλυκά που μου χαρίσατε
Η πίστη σας,
θαρρείς ρολόι με χοντρή αλυσίδα
ραπίσματα φορτίου
που με τσακίζει.
Εκείνη η χαμογελαστή μορφή σας,
σ’ απόμακρης πανσιόν δωμάτιο
λυπητερή φωτογραφία από ταινία
στον τοίχο κολλημένη ένα μ’ αυτόν.

II

Ζητούν για σας πληροφορίες:
Τι πίνετε; τι τρώτε;
Σκέτο τον προτιμάτε τον καφέ;
Με παραπέμψατε σήμερα.
«Στην πίσω σελίδα» είπατε
«σας επεσήμανα,
συνεχίστε.»
Αμυνθήκατε όσο εγώ σας έλεγα τον πόνο μου.
«Εγώ τα έκανα αυτά” σας είπα “κοιτάξτε είναι γραμμένα
στην παλάμη μου»
Με λυπηθήκατε. «Τον κατάλογο» είπατε.
Εκείνο τον κατάλογο στο ράφι…

 

ΠΑΝΣΈΛΗΝΟΣ ΣΤΟ ΠΑΡΆΘΥΡΌ ΜΟΥ

ήθελα να ερμηνεύω θετικά τις λεπτομέρειες
χτενίστηκα όμως κι έκλαψα
ήμουν παιδί
και ήταν ένα τρίγωνο η μύτη μου

 

ΚΑΘ’ ΟΔΟΝ

Έτσι μέσα από μυρμηγκιάσματα μικρά
σκορπίζει η σειρά σαν πλήθος που έπεσε πάνω του πέτρα
Ένα κουτάλι που βούτηξε στον φόβο
αντί να περιστρέφεται για μια ωραία γεύση στο φλιτζάνι
Και να μην αμφιβάλλει για τον εαυτό του.

 

ΜΗ ΜΕ ΛΗΣΜΟΝΕΙ FORGET-ME-NOT (2018)

 

On Sundays and the Stale Petals

I killed a glance
and wore it on Sundays
I resonated upon water
like the petal of a flower,
staling in vase for days
I kept turning around. Then hushed.
I’ve left a leaky faucet behind;
we should have things to count at nights.

I got used to the sounds:
bees in the sunrise
garden bats in the sundown
sheets waving in the wind, like a whip
and the crackly creak of an empty swing
shaking the pole
of my heart.

Translated bj Zeki Ali

 

Keats House

Trenimden once
bir kiztlgerdan sakidi
Keats bah9esinde

Keats House

Πριν το τρένο
μου κελαήδησε ένας κοκκινολαίμης
στον κήπο του Keats

Translated by Ahmet Yikik

Bicak

Bakakalinz
goz alici bi9aga
Demiri, 9agirgan, diissuz
durur oylece tezgahta
Bir gumu§ sazan kopar irmaktan;
olmayi olmak yap an eylemle bir
devinir lgikta tozlar gibi.
Bi9ak beklemez,
Biz dururuz tetikte
Suyun indigi suskun, alacali gride
Ozleriz doniisimu, hi9 varmamis olujunu
yikanmis ruhun—
yukselen buhanmn i9inde.

The Knife

We keep staring
at the radiant knife
Irony, evocative, without dreams
lies on the counter just like that.
A silver carp breaks off from the brook;
in an action which makes being an existence
fluttering like dust in the light.
The knife does not wait.
In the reticent, mottled grey
where the water descents
We wait on guard
Longing for the return, the non-arrival
of the washed soul—
in the middle of the rising steam.

Translated by Zeki All

 

 

Sabah Kahvesi

Sabahlan Lefteris’ Kafenion’da1
kahvemi ismarlarken
Greek coffee, diyorum
Evime dondugiimde, Tiirk kahvesi icecegim
Aym jehirde ikisini ictigrm de olur
Bir jarki minldandim
ve hep bir agizdan soylendi sarkim
Unuttum adi neydi garkinm.

Πρωινός Καφές

Τα πρωινά στο Καφενείον Λεύτερης* παραγγέλνω τον καφέ μου
ζητώντας Greek coffee
Θα πιω τούρκικο καφέ όταν επιστρέφω στο σπίτι
Καμιά φορά πίνω και τους δυο στην ίδια πόλη

Σιγοτραγούδησα
και με συνόδεψαν όλοι
στο τραγούδι
Μα ξέχασα τον τίτλο του.

Translated by Ahmet Yikik

*Ένα καφενείο που βρίσκεται στη Σύμη.

 

 

Στο περιοδικό ΕΝΕΚΕΝ τ. 43/Μάρτιος 2017

Η ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ

Χαζεύω στον καθρέφτη το X που ζωγράφισες στο στήθος μου
να χύνεται από τη θηλή μου
και να στάζει στην κοιλιά μου
το σημείο όπου όλα μαζεύονται
μιλώ με τα παιδιά που θα γεννούσα αν είχαμε κάνει έρωτα.

Δεν μοιάζουν σαν εμένα αυτά
δεν μεγαλώνουν όπως ένα δέντρο σε ένα δωμάτιο
τρέχουν κατά πάνω σου
σε πνίγουν με τα φιλιά τους,
εμένα με αυτήν τη φαντασία.

Μετάφραση: Ahmet Yikik, επιλογή, επιμέλεια: Lale Alath

1 σχόλιο

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

ΝΑΣΙΑ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ

ΝΑΣΙΑ2

Η Νάσια Διονυσίου γεννήθηκε στην Κύπρο. Σπούδασε Νομική και Διεθνές Δίκαιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, αντικείμενο με το όποιο ασχολείται επαγγελματικά. Είναι μητέρα της Μυρτώς. Διηγήματά της έχουν δημοσιευτεί σε συλλογικές εκδόσεις, καθώς και σε έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά.
Το πρώτο της βιβλίο Διηγημάτων  «Περιττή Ομορφιά», είναι στη μικρή λίστα υποψηφίων (κατηγορία πρωτοεμφανιζόμενου στην πεζογραφία) για τα Λογοτεχνικά Βραβεία Αναγνώστη 2018. 

 

1-Untitled.FR12

 

ΠΕΡΙΤΤΗ ΟΜΟΡΦΙΑ (2017)

Διηγήματα

Δώδεκα διηγήματα απαρτίζουν το πρώτο βιβλίο της Νάσιας Διονυσίου.
Οι δώδεκα ιστορίες περιστρέφονται γύρω από ένα. κάθε φορά, πρόσωπο, το οποίο παρουσιάζεται σαν αποσπασμένο από τους άλλους ανθρώπους, έξω από κάποιο καθιερωμένο πλαίσιο. «Έχει πάντα την αίσθηση πως περπατά μόνη, ειδικά σήμερα, ολομόναχη στον κόσμο», διαβάζουμε στο διήγημα «Μια ευθεία», ενώ στη «Σχετικότητα»: «Κατέβαζε τα σκουπίδια, είχε γείτονες, τους απαντούσε· τους απαντούσε Όλα καλά». Χάρη στη συντομία, την ακρίβεια και τον ρυθμό τους που τα διηγήματα της συλλογής καταφέρνουν να αποτυπώσουν ή να υποδηλώσουν οριακές και απόλυτα προσωπικές για την ανθρώπινη ύπαρξη στιγμές, όπου ένα άτομο βρίσκεται σε πλήρη δοκιμασία ή πλήρη μοναξιά ή σε πλήρη ρήξη με τον υπόλοιπο κόσμο.
Η συγγραφέας καταπιάνεται με φαινομενικά «ασήμαντες» καταστάσεις, αποσκοπώντας όχι τόσο στο να διεισδύσει σε «σημαντικά» ή «σημαντικότερα» ζητήματα, όσο στο να αναδείξει ότι η ζωή ενυπάρχει, ενδεχομένως και με μεγαλύτερη ένταση, σε αυτά ακριβώς τα «μικρά»: τις απροσδόκητες φευγαλέες, ασύνδετες, ασυνάρτητες ή ανομολόγητες λεπτομέρειες της πράξης ή της συνείδησής μας. Ένα ετοιμοθάνατο πουλί στο προαύλιο της εκκλησίας την ώρα της κηδείας του παππού, η ασφυκτική ζέστη μέσα σ’ ένα καθηλωμένο αυτοκίνητο σε μια διάβαση πεζών, η πρώτη νυχτερινή περιπολία
ενός αστυνομικού, η ξενάγηση σε έναν υπαίθριο χώρο γλυπτικής, ένα παιδί που τρέχει πίσω από τη μαμά του σε ένα πάρκο, μια γυναίκα που προσπαθεί να κατανοήσει τη θεωρία της σχετικότητας… Με αυτές και άλλες αφορμές, σε ιστορίες χωρίς ιδιαίτερη πλοκή, γνωρίζουμε ή διαισθανόμαστε κάποια λανθάνουσα ή αποσιωπημένη εκδοχή του ψυχισμού του προσώπου -του πρωταγωνιστή ή του εαυτού μας- μια ενδότερη αλήθεια, μια ενδόμυχη καθήλωση σε έναν κόσμο στον οποίο, συνάμα, πρέπει διαρκώς
κανείς να επιβιώνει, είτε κυριολεκτικά («αυτά έχει η δουλειά, αυτά είχε πάντα, με τον ιδρώτα του προσώπου το ψωμί, κατάρα. βλέπεις, κατάρα του Θεού» στο διήγημα «Ανάποδα») είτε με όρους ταυτότητας και ιδιοπροοωπίας («Εγώ ο πρώτος νεκρός Εγώ τα παιδιά και τα κεντήματα μου», στο διήγημα «Στο φως»).
Παρόλο που η συγγραφέας εκκινεί από διαφορετικούς θεματικούς άξονες ολόκληρη η συλλογή συγκροτείται ως ενότητα με άξονά της τη γυναικεία φιγούρα και τη διαχρονική σύνδεσή της με την αρχετυπική μορφή της Εύας την οποία ωστόσο επεκτείνει ή ανατρέπει. Ταυτόχρονα, ενώ αξιοποιούνται ποικίλες τεχνικές αφήγησης, το βιβλίο χαρακτηρίζεται συνολικά από τη χρήση συμβόλων και μεταφορικών αναγωγών, από την ποιητικότητα και την ποιότητα της γλώσσας και από την ένταση του πυκνού και αφαιρετικού λόγου.

 

 

 

ΑΝΑΠΟΔΑ

Κοιτώντας χάμω.
Έμειναν αντικριστά.
Ολάνθιστη μια κιτρομηλιά στο πεζοδρόμιο.
Η σειρήνα του περιπολικού.
Για μερικές σοκολάτες.
Ρεύμα κρύου αέρα.
Η ντροπή στα σώματά τους.
Για μερικές σοκολάτες.
Από μέσα είχαν πεταχτεί τρία πακέτα τσιγάρα και μερικές σοκολάτες.
Η νάιλον σακούλα ανάμεσα, τριγύρω σκορπισμένες καραμέλες, κίτρινες, πράσινες, μπλε, κομμάτια από γυαλί, τσίχλες, γαριδάκια, χυμοί,
ένα σταντ πεσμένο χάμω. Κοίταζαν χάμω.
Αναψοκοκκινισμένοι και οι δύο, αποκαμωμένοι.
Κάθισε κι αυτός στο πάτωμα με την πλάτη στον απέναντι τοίχο.
Η καρδιά του κόντευε να σπάσει.
Δεν έβγαλε τσιμουδιά.
Η πόλη θα τού φαινόταν κάποτε παράδεισος.
Ένα παιδί, σχεδόν παιδί.
Σύρθηκε κι ακούμπησε στον τοίχο.
Ένα παιδί ήτανε.

«Στάσου. Κοίταξε έχει. Λοξά, έχει, στο ψιλικατζίδικο. Τί γυρεύει μισάνοιχτη η πόρτα τέτοια ώρα; Πάω να ρίξω μια ματιά. Ναι, εγώ. Εσύ μείν’ εδώ. Τον βλέπεις; Εσύ μείνε, ειδοποίησε. Εγώ τρέχω. Να τος, εκεί, μέσα, ένας είναι, στο βάθος, μόνος του, τον βλέπω καλά, δυο βήματα το μαγαζί όλο κι όλο, κρατά μια σακούλα, κάνει να σκαρφαλώσει, είναι στενό το παράθυρο, δε θα χωρέσει, τον έφτασα, έλα δω, πού θα πας, δε μου ξεφεύγεις, ρε μπαγάσα, στα πράσα πιάστηκες, στη φάκα, πού νομίζεις πώς θα πας ρε, τον τραβώ απ’ το μανίκι, τον αρπάζω απ’ τον ώμο, γλιστράει, τον πιάνω απ’ τη μέση, μια σταλιά μέση, γλιστράει πάλι, τί ’ναι τούτος, τον κρατάω, τον κρατώ γερά, πώς κλοτσάει έτσι ο άτιμος, χέρια-πόδια το κεφάλι του, τινάζεται ισαπάνω,
κάτσε κάτω, κάτσε σου λέω, βρομοαράπη, κάτσε, τον πιάνω τώρα απ’ τα μπράτσα, του ρίχνω μια στο στόμα, πέφτει στο πάτωμα, τού περνώ τις χειροπέδες.»

Με τα καλά της.
Η πόλη.
Πάτησε γκάζι.
Η πόλη τη νύχτα.
Έβαλε ταχύτητα.
Πώς θα ’ταν η πόλη με τους ανθρώπους να φορούν τα καλά τους;
Αναρωτήθηκε πώς θα ’τανε.
Γύρισε το κλειδί.

Δουλειά.
Και πώς αλλιώς θα σπούδαζε το κορίτσι του;
Πώς θα τα έβγαζαν πέρα;
Στην αστυνομία νυχτέρια, μεροκάματα το πρωί.
Ένα παιδί ήτανε, σχεδόν παιδί.
Έπειτα δουλειά, μόνο δουλειά.
Η πόλη του φαινόταν τότε παράδεισος.
Ένα παιδί ήτανε όταν πρωτοήρθε.
Δεν θυμάται από πότε είχε να κατέβει βραδιάτικα στην πόλη.
Μπαίνει στο αμάξι.

Άνοιξη δείλι γεννήθηκε.
Αυτή η μυρωδιά του θύμιζε την κόρη του.
Είχε φεγγάρι, μοσχοβολούσαν οι κιτρομηλιές.
Βγήκε έξω.
Έριξε μια ματιά στον καθρέφτη.
Βούρτσισε τα παπούτσια, έδεσε τα κορδόνια, πέρασε τη ζώνη του.
Έβαλε ριγέ πουκάμισο και το μοναδικό του τζίν παντελόνι.
Τί φοράνε σε τέτοιες περιπτώσεις;
Πασαλείφτηκε με κολόνια.
Ξυρίστηκε.
Νερό.

«Πώς είσαι, κορίτσι μου; Στη δουλειά σε πετυχαίνω; Μα ακόμα δουλεύεις; Ναι, η διαφορά στην ώρα, το ξέρω, αλλά και πάλι αργά δεν είναι;
Εντάξει, δε γκρινιάζω. Σου τα ’λεγα όμως, να ’βρισκες κάτι εδώ, συγυρισμένα πράγματα, εδώ, κοντά μας. Να δεις πώς φούντωσαν οι κιτρομηλιές στον κήπο! Καλά, δεν ξαναρχίζω, ένα αστείο έκανα, μη θυμώνεις. Οι τρελοί σου καλά; Πώς αλλιώς να τους πω, βρε κορίτσι μου;
Εντάξει, η δουλειά σου είναι, το ξέρω, μη θυμώνεις. Εντάξει, γι’ άλλο σε πήρα.
»Απόψε βγαίνω την πρώτη μου περιπολία. Μάλιστα, εγώ. Τώρα στα γεράματα, ναι, θα το ζήσω κι αυτό. Καταργήσανε τις κρατικές φρουρές, θέλουνε, λέει, ιδιώτες. Κι έτσι, στο άψε-σβήσε, μας έδωσαν άλλα καθήκοντα.
»Τί να γίνει, αυτά έχει η δουλειά, αυτά είχε πάντα, με τον ιδρώτα του προσώπου το ψωμί, κατάρα, βλέπεις, κατάρα του Θεού.
»Μην ανησυχείς, όχι, δε θα ’μαι μόνος. Μα, κι έτσι να ’ταν, κρατιέται ο γέρος σου, ακόμα κρατιέται. Το άλλο δε σ’ το ’πα, θα είμαστε υπό κάλυψη. Με πολιτικά, μάλιστα. Να ήσουν εδώ να με καμάρωνες!
»Γελάς, κορίτσι μου, γελάς, πάντα να γελάς. Ναι, παιδί μου, σε ζητάνε, κλείνω, ναι, ακούω που σε φωνάζουν, τ’ ακούω, κι ας μην καταλαβαίνω γρι. Μια λέξη ξέρω μόνο απ’ αυτή τη γλώσσα, “chocolates”, ναι, από τότε τη θυμάμαι, τότε που τρέχαμε ξοπίσω στους Εγγλέζους, μωρά ακόμα, για μερικές σοκολάτες. Για μερικές σοκολάτες.
»Γεια σου, κορίτσι μου. Εσύ να προσέχεις. Εσύ.»

 

ΔΥΟ ΓΑΤΕΣ

Είναι το σπίτι μου. Στο κέντρο του δυο γάτες. Δεν ξέρω το φύλο τους.
Τις φωνάζω «Άννα».
Η μία παρδαλή. Με λευκό φουντωτό τρίχωμα, αφήνει σημάδια όπου κι αν τρίβεται. Και με κανελιές βούλες, σαν σκορπισμένες λίμνες, μπορεί σαν αραιωμένα σύννεφα, μπορεί σαν πεσμένα φύλλα.
Στο χρώμα της στάχτης ή άλλη — χρώμα σκούρο, παχύ, ομοιογενές. Με μακριά μουστάκια κι έντονα μάτια —κατάμαυρες κόρες, ίδιες πευκοβελόνες, κατάμαυρα φρύδια, τεντωμένες χορδές— που με ακολουθούν.
Με ακολουθούν καθώς αυτή περπατά ολόισια, ανασηκώνοντας ένα- ένα τα πόδια. Κάθε της κίνηση ακριβής, αυτοτελής, σίγουρη, άλλα και σε απόλυτη αρμονία με την επόμενη· θυμίζει σχοινοβάτη, θυμίζει χειρουργό ή μπαλαρίνα. Η άκρη της ουράς ανασηκωμένη, ευθυγραμμισμένη η ραχοκοκαλιά, στητό το κεφάλι, τα αυτιά της ακονίζουν τον αέρα, καραδοκώντας. Ξύνει τον τοίχο και λυγίζει επιδέξια περνώντας κάτω από την καρέκλα ή πηδώντας στο σκαμπό πλάι στο κλειδωμένο παράθυρο. Η κουρτίνα θροΐζει, αυτή σταματά τότε απότομα, εστιάζει, κυρτώνει τη ράχη’ τίποτε δεν μπορεί να πλησιάσει, περιφρουρεί τα σύνορά μας. Άγρυπνη. Τα μάτια της δυο καθρέφτες —γνώση: το καλό ή τό κακό— που αντανακλούν στο σκοτάδι.
Η άλλη γέρνει νωχελικά στον καναπέ μισοκλείνοντας τα βλέφαρα. Ρονρονίζει
ξαπλωμένη ανάσκελα και αλλάζει θέση ανάλογα με το που πέφτει ο ήλιος. Κυλιέται και γραπώνεται από τα κρόσσια. Βγάζει έπειτα τη γλώσσα και πιάνει να γλείφεται από τα μαξιλαράκια των πελμάτων μέχρι το κεφάλι, στο σβέρκο, στην κοιλιά, ανάμεσα στα σκέλια. Η κίνησή της θυμίζει βρύα που κυματίζουν, ολόκληρη μια λίμνη, μπορεί σύννεφα που πάλλονται, μπορεί φύλλα που ξεσηκώνουν το χώμα. Απλώνω τα δάχτυλα, τα κοφτερά δοντάκια της γαντζώνονται στο δέρμα μου, τραχιά ηδονή το σύρσιμο της γλώσσας της- τα ποδάρια της τυλίγονται γύρω από το χέρι μου, το κορμί της συστέλλεται, κορμί και χέρι πια δεν ξεχωρίζουν, σπαρταρούν ρυθμικά. Σπαρταρούν ρυθμικά οι κουρτίνες, το παράθυρο ανοίγει —ζωή — , οι κουρτίνες ξεχύνονται, χρώματα.
Η άλλη σέρνεται κροταλίζοντας. Κάθεται στα πισινά πόδια και στήνει το σώμα της παράλληλα στο δικό μου. Η σκιά μου πέφτει πάνω της και παίρνει το καθαρό, αλύγιστο σχήμα της. Η άλλη νιαουρίζει ζωηρά και συνεχίζει να πιπιλά τα δάχτυλά μου, τρίβει τη μουσούδα της στον λαιμό μου, ξετυλίγει ανάμεσα στα πόδια μου κουβάρια χρωματιστό μαλλί. Η άλλη δείχνει τα νύχια της, βγάζει μικρούς υπόκωφους ρόγχους και μου φέρνει έναν πνιγμένο ποντικό. Η άλλη συνεχίζει ξέπνοη να κλώθει ολόγυρά μου χρωματιστό μαλλί. Η άλλη στοιβάζει μπροστά μου κι άλλους πνιγμένους ποντικούς. Η άλλη κι άλλο μαλλί.
Η άλλη κι άλλους ποντικούς.
Πώς βρέθηκαν τόσοι ποντικοί μέσα στο σπίτι μου — είναι αυτό το σπίτι μου; Το κεφάλι μου βουίζει, θέλω να βγω έξω, κλειδωμένα τα παράθυρα, χρειάζομαι σώμα — ποιό είναι το σώμα μου; Τα παράθυρα ορθάνοιχτα, ρουφούν τον αέρα μου, θέλω να βγω έξω, ανοίγω το στόμα — είναι αυτό το στόμα μου; Κανένας ήχος — ποια είναι ή φωνή μου; Χώνω τα δάχτυλα στο λαρύγγι- φτύνω χρωματιστούς κόμπους, φτύνω διαμελισμένους ποντικούς. Θέλω το έξω, το έξω μου.
Απλώνω τα χέρια στο δέντρο — ποιο δέντρο είναι αλήθεια αυτό; Δυο δέντρα, δυο γάτες σκαρφαλώνουν στα δέντρα, ζωή, γνώση, η μια κι άλλο μαλλί, η άλλη κι άλλους ποντικούς, βλέπω τα χείλη μου να σχηματίζουν ένα όνομα, βλέπω τα χέρια μου ν’ ανεβαίνουν πάνω από τα δέντρα, πάνω από τις γάτες, βλέπω ένα ξίφος, βλέπω τώρα το ξίφος να πέφτει με φόρα.
Ξέρω πως αμέσως μετά δεν θα υπάρχω.
Ποιό είναι το όνομά μου;
Πετάγομαι.
Με λένε Άννα, Αθανασία, Εύα.
Με λένε Εύα.

 

ΣΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ

 

«Χαίρετε», είπε ο άντρας.
Ο αέρας ήταν παγωμένος, ασάλευτος, αψύς. Μύριζε λάσπη και σαπισμένα φύλλα, όχι ακόμα καπνό από οξιές, οι πυροστιές θα άναβαν σε λίγο.
Κάτω από τη χοντρή ζακέτα της —θα ’μοιάζε ίσως με σκιά πού γλιστράει μες στο σύθαμπο— βάδιζε γρήγορα προς τα κλουβιά. Όσο βαριά κι αν ήταν τα κιλίμια που ’ρίχνε πάνω τους, είχε πουλιά πεταρούδια, κουνέλια με μάτια μισόκλειστα- μακάρι να τα ’βρίσκε κουρνιασμένα το ένα στ’ άλλο, να ’χαν βαστάξει. Μονάχα τα βήματά της άκουγε ν’ αντηχούνε όσο σίμωνε. Ακόμα οι κραξιές, οι συριγμοί και τα φτερουγίσματα. Η μέρα χάραζε αβρή, σαν κάθε μέρα.
«Χαίρετε», της είπε κι ο πετεινός τινάχτηκε.
Πώς βρέθηκε μπροστά της, από πού, τί γύρευε εδώ στη γη της, τι τέτοιαν ώρα, ποιος ήταν ό ξένος;
«Χαίρετε», ξανάπε εκείνος.
Το χέρι της κύλησε αργά στην τσέπη κι έσφιξε τον μικρό σουγιά που κουβαλούσε, άλλοτε για τα φθαρτά, άλλοτε για τα ζιζάνια.
«Μη φοβάσαι», της μίλησε πάλι. Η αχλή σάμπως ν’ αραίωσε κι η λιγνή μορφή αχνοφάνηκε απέναντι της. «Τον άντρα σου ψάχνω.»
Ο παγωμένος αέρας αντιλάλησε συλλαβιστά τις λέξεις κι η γυναίκα αποκρίθηκε, σαν να υπάκουε σε διαταγή ή σε στερνή επιθυμία, φωνάζοντας δυνατά τ’ όνομα τού άντρα της.
Μια κίσσα σφύριξε την ίδια ώρα.
Καθώς ο άντρας πήγαινε σκυφτός στους στάβλους για το πρώτο άρμεγμα, έστρεψε το κεφάλι κι αντάμωσε από μακριά το βλέμμα της γυναίκας του. Πότε πρόλαβε και τη ζύγωσε, πότε έβαλε το κορμί μπροστά απ’ το δικό της, πότε η πάχνη παραμέρισε και φάνηκαν χλωμές οι πρώτες ηλιαχτίδες.
Έβγαλε τότε μια κραυγή: «Τί γυρεύεις εσύ μέσα στους ζωντανούς;
Με τα χέρια μου τράνταξα το σώμα σου και δε λύγιζε… Με τα δάχτυλά μου άγγιξα τη φλέβα σου και δε χτυπούσε… Με τα μάτια μου είδα τα πόδια σου μελανιασμένα, το πρόσωπο κάτωχρο…»
Λάλησε δεύτερη φορά ο πετεινός και σκίστηκε ο αέρας.
Ένα φορτηγό περνούσε από τον δρόμο κείνη την ώρα και μερικά άδεια κιβώτια ανεβοκατέβαιναν σκορπίζοντας ολόγυρα έναν τσίγκινο ήχο. Στα κλουβιά οι κότες αναπηδούσαν κι οι κατσίκες βέλαζαν στους στάβλους. Απ’ τις υδρορροές έσταζε νερό. Η γυναίκα έμενε γραπωμένη στο σώμα του άντρα της. Και, πίσω απ’ όλα, το ποτάμι κύλαγε αθόρυβα.
«Μη φοβάσαι», είπε ο ξένος. «Δεν ήρθα για πολύ. Ούτε για κακό ήρθα. Ποτέ για πολύ και ποτέ για κακό δεν ερχόμαστε.»
«Μη μιλάς, μη! Ήσουνα ζαρωμένος στο βαθούλωμα», απάντησε ο
άντρας, «δεν ήτανε για να ξαναμιλήσεις».
Δειλά η γυναίκα κοιτούσε τα μάτια που αντίκρυ της τρεμόπαιζαν —
αδρά, υγρά, μάτια του κόσμου τούτου. Ήταν τα ίδια σκούρα μάτια με του κοριτσιού που, λίγες μέρες πρωτύτερα, τυλιγμένο στο πανωφόρι του, είχε φέρει ο άντρας της από τις όχθες κοντά στο πέρασμα. Τάλα τους είπε πως τη λέγανε, μπορεί και Τάρα — το «ρ» φαίνεται πως δεν το ’χε πει ακόμα. Ένα βήμα στο πλάι έκανε τότε η γυναίκα, ξεσφίγγοντας τον σουγιά στην τσέπη της. «Αν ήρθες για την κόρη σου, δεν την έχουμε πια μαζί μας, άλλα είναι καλά.»
Τα λόγια της γλύκαναν σαν μύρο την παγωνιά και με μάτια πιο υγρά
απάντησε ευθύς ο ξένος: «Ήμουν εκεί, όλα τα είδα, το παιδί μαζεμένο δίπλα στο κουφάρι μου, σκοτάδι πίσσα, κι εγώ ούτε ένα χάδι, ένα νανούρισμα, να πέφτει η νύχτα, η πάχνη, να τρέμει το παιδάκι, κάπου να φωλιάσουνε τα δάχτυλά του, ύστερα η αυγή, ο θόρυβος του αυτοκινήτου, κάποιος να μας βοηθήσει, φώναξα’ στ’ αλήθεια φώναξα, κι ας ξέρω πώς δεν έχουν ήχο οι ψυχές- όμως μπορεί ένας Θεός να τις ακούει.»
«Μια κουκκίδα ήταν, μια τοσηδά σκιά ανάμεσα στις άλλες, πλάι στο
ποτάμι, εκεί στο πέρασμα.» Έτσι αποκρίθηκε ο άντρας. «Ο Θεός το
θέλησε, δεν ήτανε για να χαθεί. Πάμε τώρα μέσα, ξένε, μη στέκεις άλλο
στην παγωνιά.»
Στην κουζίνα η γυναίκα είχε νερό που κόχλαζε, θα ’κόβε φύλλα μέντας απ’ τις γλάστρες της στο λιακωτό, θά του ’φτιάχνε τσάι γλυκό, πολύ γλυκό, όπως το φτιάχνουνε στον τόπο του, να καρδαμώσει.
«Δεν έχει παγωνιά εκεί που θα περάσω, για μένα πια τελείωσαν τα
πάθια κι οι καημοί», απάντησε ο ξένος. «Μονάχα θα ’θελα, πριχού διαβώ,
τα γόνατά σας να αγκάλιαζα, να σας φιλούσα τις παλάμες. Ξέρω όμως
πως δεν γίνεται οι πεθαμένοι ν’ αγγίζουνε τους ζωντανούς.»
Τρίτη φορά λάλησε ο πετεινός, θρόισαν τα κυπαρίσσια στα χωράφια
αντίπερα, το κάλεσμα της καμπάνας έφτασε μερωμένο από το βάθος
του χωριού. Στους στάβλους τα ζώα δεν άντεχαν να περιμένουν άλλο. Ό άντρας κι η γυναίκα είχαν να ετοιμαστούνε για τη λειτουργία. Ξημέρωσε. Κυριακή.
«Σούκραν*», ήταν ή τελευταία λέξη πού άκουσαν.
«Σούκλαν», είχε πει δειλά και η Τάλα, που, από όλες τις σκιές, σκιές που χάνονται, εκεί, εδώ, στο πέρασμα, εκείνη ακόμα δεν ήτανε για να χαθεί.

* Σούκραν (Αραβική λέξη). Ευχαριστώ

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

 

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΓΕΤΤΟΣ

tvxs 20/8/2017

Η ομορφιά του απόντος νοήματος

Στην ταινία «Το θεώρημα»1, του Πιερ Πάολο Παζολίνι, μία τυπική μιλανέζικη μεγαλοαστική οικογένεια διαλύεται στα εξ ων συνετέθη εξαιτίας της παρουσίας και της διάδρασης μαζί της ενός μυστηριώδους ξένου. Ο ξένος έρχεται από το πουθενά και αιφνιδίως ξαναφεύγει για το πουθενά αχρηστεύοντας την ιταλική εκδοχή του πατρίς-θρησκεία-οικογένεια: στην τελευταία σκηνή, ο pater familias, αφού έχει παραδώσει το εργαστάσιό του στους εργάτες, χωρίς να έχει μεσολαβήσει κάποια δυναμική απεργία, βγάζει τα ρούχα του σε έναν κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό και καταλήγει στις καμένες πλαγιές της Αίτνας όπου τρέχει γυμνός, κραυγάζοντας άναρθα ανάμεσα στους καπνούς και τις αναθυμιάσεις του σικελικού ηφαιστείου.

Διαβάζοντας τα διηγήματα ‘’Περιττή Ομορφιά’’ της Νάσιας Διονυσίου (Εκδόσεις Ροδακιό,2017), αντιμετώπισα μία συγγραφέα που πια δεν αφουγκράζεται –αν ποτέ αφουγκράστηκε- μεγάλες αφηγήσεις και δραματικές λύσεις στα μεγάλα ζητήματα του κόσμου και του εαυτού. Η Διονυσίου φαίνεται ότι δεν προσέρχεται καν στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης στο οποίο πολλοί συνομήλικοι ομότεχνοί της, ειδικά κατά την διάρκεια της παρούσας κοινωνικής κρίσης, έχουν αυτόκλητα παρακαθίσει∙τραπέζι γύρω από το οποίο διαμείβονται αυτοαναφορικές διακηρύξεις ατομικιστικών δικαιωμάτων. Αντίθετα, εισφέρει ακομπλεξάριστα μία μεταφυσική, αποδεχόμενη το γεγονός ότι πολλά πράγματα δεν τα καταλαβαίνει. Πράγματα απλά και καθημερινά όπως το βάδισμα μιας γάτας, ένα φανάρι της τροχαίας, μια τυχαία συνάντηση ψάχνουν απεγνωσμένα το αρχέτυπό τους: η συγγραφέας δεν πιστεύει θρησκευτικά σε μια άλλη τους διάσταση∙ θαμπώνεται, εισπνέει, γρατζουνιέται, ακροάται, συνομιλεί με την άλλη τους διάσταση ξέροντας ότι δεν μπορεί ούτε να την καταλάβει, ούτε να την αποδείξει. Έτσι αποφασίζει να οδηγήσει στη λεωφόρο διπλής κατεύθυνσης που ενώνει τον πεζό με τον ποιητικό λόγο, μέσα από ελλειπτικές τροχιές αλλά με αποφασιστικότητα.

Να κάποια πράγματα που η Διονυσίου αποδέχεται ότι δεν καταλαβαίνει:

Η προσφυγική και μεταναστευτική κρίση συνέβη, συμβαίνει και σαν εικόνα κατέκλυσε όλο τον πλανήτη προσφέροντας άλλοθι και έξοδο διαφυγής στα ασθμαίνοντα πανανθρώπινα ιδανικά του δυτικού κόσμου. Στην ταινία «Η ανακάλυψη»2 του Charlie McDowell, ο γιος (Brian Mc Carthy) ενός επιστήμονα (Robert Redford) που ανακάλυψε και απέδειξε επιστημονικά την μεταθανάτια ζωή, εμφανίζεται μέσα στην σύγχυσή του να λέει: ‘’είναι, υπάρχει∙αλλά τι σημαίνει;’’. Για την συγγραφέα (Στο πέρασμα, Ο φράχτης) η φρίκη, η αδικία, η βαρβαρότητα δεν φτάνει να αποδειχθούν συνθηματολογικά: ‘’ήταν και μερικοί, θαρρώ οι περισσότεροι από εμάς, που δεν έλεγαν τίποτα…’’ (Ο φράχτης). Αντίθετα πρέπει να διερευνηθεί φιλοσοφικά αν η ρεάλ-πολιτίκ του «δεν υπάρχει φύλαξη των συνόρων αν δεν υπάρχουν νεκροί»3 είναι συμβατή με τον αρχέτυπο της ανθρώπινης φυλής. Γιατί -υπενθυμίζει η Διονυσίου- εκτός από τον Σαμαρείτη υπάρχει και ο Κάιν.

Εκτός από το θανατηφόρο μίσος για τους άλλους που ρέει σαν υπόγειο ρεύμα και εκπυρσοκροτεί στα σύνορα του δυτικού πολιτισμού, η Διονυσίου επιμένει ότι , πριν ερμηνεύσουμε και καταγγείλουμε τον κόσμο, πρέπει να αντιμετωπίσουμε και το μούδιασμα απέναντι στην δική μας ύπαρξη που δεν νοείται παρά μέσα από τον φτωχό εξοπλισμό επιβίωσης: το ανθρώπινο σώμα. Πρέπει πρώτα να νιώσουμε τις χημικές αντιδράσεις του έρωτα, του φόβου, της ηδονής∙ δεν χρειάζεται να είναι κανείς νευρολόγος, ψυχολόγος ή ψυχίατρος για να δώσει την μητέρα των μαχών του σύγχρονου ανθρώπου: να ανασύρει τις αισθήσεις, να θυμηθεί πως νιώθει αληθινά και όχι ψηφιακά.

Η διηγηματογράφος ακούει τα καλώδια τους σώματός της να δουλεύουν. Μέσα στον ηλεκτρισμό του έρωτα και του θανάτου, ανάμεσα στα φορτία του χρόνου ψάχνει να βρει το δικό της σωματίδιο του θεού (Δύο γάτες, Σημάδια αναγνώρισης, Σχετικότητα). Ο τελεσίδικα λυτρωτικός ισχυρισμός του Κωστή Παπαγιώργη ότι ‘’ουσιαστικά δεν έχουμε καμιά δυνατότητα να αλλάξουμε στο παραμικρό το σώμα μας’’4γλυκαίνει στα δάχτυλα της Διονυσίου: ‘’Έγειρα τότε στο χώμα. Με πόδια ανοιχτά, ανοιχτά χέρια, ανοιχτά δάχτυλα, στο χώμα, σαν πάνω σε σταυρό. Ανέπνεα. Κι είδα το κορμί μου στο φως. Και δεν ήταν μόνο ένα κομμάτι πλευρό, ένα κομμάτι, αγαπημένε μου, έστω από το πλευρό σου. Στο φως είδα το κορμί μου∙ κι ήταν καλό’’ (Στο φως). Η αλλαγή θα έρθει, αν έρθει, από μία Διεθνή των Αισθήσεων. Οι άνθρωποι θα αναγνωρίζονται από την υφή της παλάμης τους, από την βραχνάδα της φωνής τους, από τις λίγες γκρίζες τρίχες στα γένια τους και από τα σίγουρα στήθη τους.

Τέλος η συγγραφέας δεν παύει να ξαφνιάζεται από την μητρότητα (Μια ευθεία, Στην έξοδο). Φαίνεται να καταφάσκει ότι η υπερπροστασία αντανακλά ψυχική φτώχεια, ξέρει ότι θα γεννήσει έναν Μικρό Πρίγκηπα και διακηρύσσει το οικουμενικό μητρικό δικαίωμα στο λάθος. Κι αυτό γιατί στην χειρότερη περίπτωση η ομορφιά είναι το μόνο νόημα της ζωής και της ύπαρξης. Είμαστε ευτυχώς καταδικασμένοι να είμαστε περιττοί. Είμαστε ευτυχώς καταδικασμένοι να είμαστε ελεύθεροι.

 

ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΥΘΡΕΩΤΗΣ

«Εφημερίδα των Συντακτών», 12.8.2017

Φωνές από την Κύπρο

Με γλώσσα ευρηματική και ελλειπτική, αρκετές φορές στα όρια της ποίησης, χωρίς όμως ποτέ να χάνει την ακρίβειά της, η Νάσια Διονυσίου κάνει την πρώτη της εμφάνιση στην πεζογραφία με τη συλλογή διηγημάτων «Περιττή ομορφιά». Πρόκειται για δώδεκα κομψά, ατμοσφαιρικά κείμενα, στις λίγες σελίδες των οποίων η συγγραφέας αφηγείται υποβλητικά «παράξενες» ιστορίες που κινούνται στα όρια του ρεαλισμού.
Οι πυκνές αναφορές στα βιβλικά κείμενα συμβάλλουν σε μια μορφή «κατανυκτικότητας» που χαρακτηρίζει τα διηγήματα της Διονυσίου, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι ήρωες των διηγημάτων ή οι φιγούρες που περνάνε μέσα σε αυτά είναι «άυλες» η αποπνευματωμένες –αντίθετα είναι στέρεα δεμένες στη σωματικότητά τους, με τρόπο ώστε συχνά να αποδίδεται στο σώμα ο χαρακτήρας του ιερού.
Το πλαίσιο των ιστοριών της συλλογής συχνά μοιάζει άχρονο –ή τουλάχιστον ο σαφής καθορισμός του σε χρόνο και τόπο δεν φαίνεται να αποτελεί προτεραιότητα της Διονυσίου, που επιμένει να εστιάζει στη δύναμη της γλώσσας της και να πειραματίζεται επιτυχημένα με μια σειρά από αφηγηματικές τεχνικές.
Ο πειραματισμός αυτός όμως δεν είναι στείρος, ούτε δίνει την εντύπωση απλής μαθητείας, καθώς «κουμπώνει» κάθε φορά με το περιεχόμενο του διηγήματος, ενώ εξάλλου, παρά τη χρήση ποικίλων τεχνικών, η συλλογή διακρίνεται από μια καθαρή υφολογική και αισθητική σφραγίδα.
Ως συνέπεια το βιβλίο δεν φέρει τα χαρακτηριστικά του πρωτόλειου, αλλά αποτελεί μια ολοκληρωμένη κατάθεση και μια πολλά υποσχόμενη πρώτη εμφάνιση.

 

ΑΡΙΣΤΟΣ ΤΣΙΑΡΤΑΣ

http://www.bookpress.gr, 26.6.2017

Οι κραδασμοί της ομορφιάς

Σε φαινομενικά τετριμμένες μέχρι ανίας συνθήκες, μια ασήμαντη λεπτομέρεια, μια απρόσμενη κίνηση εκτροχιάζει από την ασφυκτική επαναληπτικότητα της καθημερινότητας, κινητοποιεί το εσωτερικό τοπίο και φουντώνει τη φωτιά που σιγοκαίει στον μέσα κόσμο. Τέτοιες συνθήκες μπορεί να είναι μια βόλτα στο πάρκο, δυο γάτες που αγωνίζονται να συνυπάρξουν σ’ ένα σπίτι, η πρώτη περιπολία ενός αστυνομικού, η τροχαία κίνηση στον δρόμο, μια παρατεταμένη χιονοθύελλα, ένα ετοιμοθάνατο πουλί στο προαύλιο της εκκλησίας την ώρα μιας κηδείας… Σε αυτές και άλλες, η συγγραφέας Νάσια Διονυσίου, στην πρώτη συλλογή διηγημάτων της, διακρίνει τον ανομολόγητο μύχιο σπασμό που διαχέεται και συγκαθορίζει την πολύπλοκη και αντιφατική ανθρώπινη ύπαρξη.
Τα δώδεκα διηγήματα της συλλογής δεν συνιστούν μελλοντικές υποσχέσεις μιας πρωτοεμφανιζόμενης συγγραφέως, αλλά αποτελούν μια ώριμη και ολοκληρωμένη συγγραφική κατάθεση. Η συγγραφέας καθιερώνει το δικό της προσωπικό και διακριτό ύφος, φτιάχνοντας ένα καλά οργανωμένο, πολύχρωμο και πυκνά υφασμένο πλέγμα ιστοριών, χωρίς ρωγμές και κενά, με αρκετές δόσεις ποιητικής αύρας. Πρόκειται για ιστορίες γραμμένες με γλώσσα που συμπυκνώνει έντονο, πλην όμως, κατασταλαγμένο βιωματικό φορτίο.

Aφηγημένες σε πρώτο ή τρίτο πρόσωπο, οι ιστορίες έχουν ενιαίο και στέρεο θεματικό πυρήνα, υπαρκτό και ευδιάκριτο, καθόλου όμως υπερφωτισμένο. Η καθεμία από αυτές δεν αποτελεί ένα αύταρκες και περίκλειστο σύμπαν. Απεναντίας, στο εσωτερικό τους συγκροτούνται αυθύπαρκτες, επιμέρους νοηματικές ενότητες και εικόνες. Μολονότι η πολλαπλότητα και η ποικιλία της γυναικείας εμπειρίας διαπερνά τα σύνορα των περισσότερων διηγημάτων, η αρχετυπική μορφή της Εύας, ως αστείρευτη πηγή άντλησης συμβόλων και ως ύπαρξη ανήσυχη, μοναχική και πολλαπλή, διαχέεται βουβά και υπόγεια σε όλα τα στρώματα της αφήγησης. Και μάλιστα, με τρόπο μυθοπλαστικά και λογοτεχνικά πρωτότυπο, εντάσσοντας π.χ. μαγικά, μη ρεαλιστικά στοιχεία ή ακόμα κρυπτικά εκφραστικά μέσα φορτισμένα με αρχέτυπα και σύμβολα.

Ξεφεύγοντας από τους κλασσικούς αφηγηματικούς τρόπους, η συγγραφέας μεταπλάθει την πραγματικότητα φτιάχνοντας ιστορίες καθόλου προφανείς. Περιβάλλει την αφήγησή της με διαλόγους αποκαλυπτικούς στην οικονομία τους και πολυσήμαντους στην απλότητα τους, ενώ ταυτόχρονα χρησιμοποιεί ποικίλες υφολογικές λύσεις, όπως εσωτερικούς μονόλογους, πολλαπλές φωνές στο μικρό εμβαδόν ενός διηγήματος και συνεχή αλλαγή της αλληλουχίας του χρόνου («Κλειδιά», «Γιός Γυναίκας», «Έξοδος»).

Έπειτα, με κλινική ακρίβεια και λιτό ύφος αναπλάθει τις παράλληλες ψυχικές διαδρομές, ταλαντεύσεις, αμφιθυμίες και μεταπηδήσεις των χαρακτήρων της, την αργόσυρτη ανάδυσή τους από τη δύσβατη μυστική τους ζωή για να αναμετρηθούν με την προοπτική της συντροφικότητας και της συνύπαρξης. Και όσο πιο άπιαστο το όνειρό τους τόσο πιο μεγάλη η προσπάθεια να το αποτυπώσουν. Το συλλαβίζουν, βέβαια (μά-μά), όχι όμως από εμμονικό πείσμα, αλλά επειδή το φορτίο των βιογραφικών θραυσμάτων προσδίδει λυτρωτικό ρίγος στο πλησίασμα των παρυφών του («Μια ευθεία», «Σημάδια αναγνώρισης»).
Η κατασκευή της ιδιότυπης υπόστασης των χαρακτήρων γίνεται με ιδιαίτερες αφηγηματικές τεχνικές, αλλά κυρίως με στοχαστική διάθεση που αιχμαλωτίζει το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Πρόκειται συνήθως για πρόσωπα αποστασιοποιημένα από τα κοινωνικά τους συμφραζόμενα ή ακόμα από αιματοσυγγενικές σχέσεις πρώτου βαθμού, δύσπιστα απέναντι σε σταθερά αγκυροβόλια. Δεν λογοδοτούν παρά μόνο στον εαυτό τους, ενώ εκτίθενται στη δοκιμασία της αυτογνωσίας κατά τρόπο που επικαθορίζει τη δημόσια και ιδιωτική τους ταυτότητα.

Διεμβολίζοντας το παρελθόν τους με διεισδυτικό και ανατρεπτικό βλέμμα, η συγγραφέας συναντάται μαζί τους σε δύσκολα περάσματα της ζωής τους, διερωτάται για τις συνθήκες και τα στερεότυπα που στενεύουν ασφυκτικά το παρόν. Αν και δεν κηρύσσουν καμιά αλήθεια, έχουν κάτι κοινό που τους καθορίζει: ζώντας όπως ζουν έχουν αυτές και μόνο τις δυνατότητες εξωτερίκευσης του κόσμου τους –όχι άλλες, όχι διαφορετικές, ούτε περισσότερες ούτε λιγότερες– αυτές μόνο που αναλογούν και αντιστοιχούν στο δικό τους εσωτερικό υπαρξιακό φορτίο.

Το σκηνικό της συλλογής δονείται από μια εσωτερική εκρηκτική ατμόσφαιρα, ενώ σε κάποια διηγήματα («Φράκτης») εικονογραφείται σαν ένα μέρος αλλόκοσμο, μυστηριακό και άχρονο. Η ελλειπτικότητα της γραφής, η ένταση και η πυκνότητά της δείχνουν ότι τις πιο μύχιες έγνοιες μας, τις πιο αποκαλυπτικές εκλάμψεις μας, δεν μπορούμε να τις περιγράψουμε ή να τις εκφράσουμε αναλυτικά παρά μόνο ελλειπτικά, με πολλά αποσιωπητικά και μετέωρους υπαινιγμούς. Στην Περιττή Ομορφιά όταν αυτές συναρμόζονται με το συναισθηματικό βάρος των χαρακτήρων εγκιβωτίζονται σε εμβόλιμες, εντυπωτικές, συμβολικού βάρους εικόνες περισσής ομορφιάς: «… ολομόναχη στον κόσμο. Δεν γίνεται βέβαια να είναι μόνη, κανείς δεν γίνεται να είναι μόνος στον κόσμο, κανείς ακόμα και σήμερα, στο πάρκο, καταχείμωνο, μεσημέρι οικογενειακών συνάξεων, Κυριακή».

 

ΧΡΙΣΤΟΣ ΤΣΙΑΗΛΗΣ

«Fractal», Μάιος 2017

Επαναπροσδιορίζοντας τα αρχέτυπα

Η συγγραφέας Νάσια Διονυσίου, αν και πρωτοεμφανιζόμενη, δείχνει να είναι αρκετά έμπειρη και ικανή στη γραφή και στην απόδοση της ομολογουμένως δύσκολης και απαιτητικής επινόησης του διηγήματος. Επινόηση, γιατί, ως γνωστό στους μυημένους, το σύγχρονο διήγημα απαιτεί τη δημιουργία νέων κόσμων ή τουλάχιστον την αναθεώρηση του τι είναι πραγματικότητα μέσα ή έξω από τον άνθρωπο.

Η συγγραφέας λοιπόν έρχεται να μας εκπλήξει με μια ανατρεπτική συλλογή, όπου τα σύντομα αλλά περιεκτικότατα σε εναλλαγές αφηγηματικής δεινότητας διηγήματα, αμφισβητούν την κοινότυπη τοποθέτηση της ψυχής. Ιστορίες που δίνουν μια εναλλακτική διάσταση της σχέσης του σύμπαντος με το εγώ, ενώ σε κάθε ένα από αυτά, ένα σπιράλ συναισθημάτων και εικόνων καταφέρνει να ξεφύγει από τα στεγανά του στυγνού μοτίβου αφήγησης. Η συγγραφέας καταφέρνει να πάρει τον αναγνώστη σε ένα ταξίδι λεξιλογικού ελεγείου, όπου η γλώσσα εξυπηρετεί με αρτιότητα τη δομή, και η δομή αγκαλιάζει την ευαισθησία σε όλα τα επίπεδα. Ο ερωτισμός, ο ρομαντισμός, είναι απέναντι από την αποξένωση και την αλλοτρίωση. Ο πόνος και η γλυκύτητα πρέπει να συμβιώσουν μέσα σε έναν ανυψωμένο Φράκτη.

Όλα αρχίζουν με την απόφαση της ηρωίδας να ξεφύγει από τον παράδεισο, μιας Εύας που επιθυμεί τη γήινη πραγματικότητα, και είναι πρόθυμη να εγκαταλείψει την τελειότητα για να τη γνωρίσει. Μιας Εύας που για πρώτη φορά ανακαλύπτει το σώμα της και επιθυμεί να το χαρίσει, ενώ δεν είναι καν σίγουρη για την ύπαρξη του άλλου ως οντότητα. Η αβεβαιότητα αυτή για το έτερον ήμισυ και η αναζήτηση μιας εξόδου από την ψυχική απομόνωση είναι διάχυτη σε όλη τη συλλογή. Μια συλλογή ταυτόχρονα συναισθηματική και εγκεφαλική, και επαρκώς αφαιρετική για να δώσει στον αναγνώστη αρκετό περιθώριο να εισχωρήσει ο ίδιος μέσα στο κάθε διήγημα και να προσδώσει στην προτεινόμενη απατηλότητα των εύπλαστων κόσμων τη δική του ταυτότητα.

Η Νάσια Διονυσίου κατέθεσε μια δυναμική άποψη για την κοσμογονία, μια νέα κοσμοθεωρία για το γίγνεσθαι, καθώς και ο ίδιος της ο λόγος, υποστηρίζοντας αυτή την αμφιταλάντευση μεταξύ παραδείσου και γήινης πραγματικότητας, μεταξύ της ομορφιάς και της έλλειψης αυτής, είναι συνάμα και πεζός και ποιητικός, σε μια συνεχή εναλλαγή. «Στην κουζίνα η γυναίκα είχε νερό που κόχλαζε, θα ‘κοβε φύλλα μέντας απ’ τις γλάστρες της στο λιακωτό, θα του ‘φτιαχνε τσάι γλυκό, πολύ γλυκό, όπως το φτιάχνουνε στον τόπο του, να καρδαμώσει». Και μαζί με αυτή την ομορφιά της χρήσης της γλώσσας, η συγγραφέας καταφέρνει να είναι και δυναμική στη χρήση νέων εννοιών που εξυπηρετούν τις παράδοξες, αινιγματικές ιστορίες: «Οι άλλοι, οι χιονοσκεπτικιστές, καταπώς τους είπαμε, διέφεραν».

Η συλλογή αυτή διαφέρει, καθώς θα ανιχνεύσει το στίγμα της αυτο-αμφισβήτησης μέσα μας ως την Έξοδο, και θα υπενθυμίσει ότι τα αρχέτυπα είναι πλέον προς συζήτηση.

 

 

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΛΕΟΝΤΙΟΥ

Άνευ 64 (Φθινόπωρο 2017) 102-109

«ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΦΗΓΗΜΑΤΑ»

Με το πρώτο αυτό βιβλίο της η Νάσια Διονυσίου δείχνει ότι κατέχει το χάρισμα της γραφής· μιας γραφής ιδιαίτερης, στην οποία επανέρχονται στοιχεία της ποίησης (η εικόνα, η μεταφορά, η αφαίρεση, η υποβολή) και μια ιδιόμορφη προσέγγιση στα πράγματα. Όμως χρειάζεται να προσεχθεί αυτό το πάντρεμα της ποίησης με την πρόζα, ώστε η πρώτη να μη λειτουργεί σε βάρος της δεύτερης.

Δεν πρόκειται για διηγήματα με την παραδοσιακή έννοια του όρου. Ούτε ζητάμε από τους νέους συγγραφείς να γράψουν παραδοσιακά διηγήματα ή να εφαρμόσουν πιστά οποιαδήποτε δομικά ή άλλα συστατικά του είδους. Αλλά, από τη στιγμή που η συγγραφέας επιλέγει να καλλιεργήσει το διήγημα ή το ποιητικό αφήγημα (δεν μιλάμε για πεζό ποίημα), θα ήταν καλά να μείνει στην περιοχή της πρόζας. Δηλαδή, όση γοητεία ή μυστήριο και αν προκαλούν η αμφισημία, η αφαίρεση και η υποβολή, θα θέλαμε μια πιο αφηγηματική, πιο εμπράγματη γλώσσα, που να μη χάνεται μέσα σε ασάφειες και υπονοούμενα.

Ακόμα και όταν η συγγραφέας εκκινεί από προσωπικές εμπειρίες και άλλα γεγονότα (η κύηση μιας νέας ζωής, η κηδεία του παππού, ο θάνατος ενός πρόσφυγα από τη Συρία στον Έβρο κτλ.), προτιμά να τα αποδώσει με φευγαλέες εικόνες, με αφαιρετική γραφή και υπονοούμενα, με τεμαχισμένη, σπειροειδή αφήγηση. Επιλέγει να υπαινιχθεί τα πράγματα και να σκιαγραφήσει έναν ρευστό, ομιχλώδη αφηγηματικό κόσμο, που χάνει το περίγραμμά του ή δεν μας αποκαλύπτει τα μυστικά του. Ο αναγνώστης καλείται να ξαναγράψει τα αφηγήματα αυτά, να βάλει σε τάξη το ρευστό αφηγηματικό υλικό και να δώσει δικές του ερμηνείες ή προεκτάσεις σε ό,τι υπονοείται ή αποσιωπάται.

Στα περισσότερα κείμενα δεσπόζει ως κεντρική μορφή η γυναίκα· η γυναικεία ευαισθησία και αντίληψη, το γυναικείο σώμα, που συνταιριάζονται με μια ενδοσκοπική γραφή, η οποία αποδιδόταν παλαιότερα σε γυναίκες συγγραφείς (αν και η άποψη αυτή είναι μάλλον ξεπερασμένη). Στο πρώτο κείμενο της συλλογής («Στο φως»), μέσα από αφαιρετικές και αλληγορικές εικόνες, υποψιαζόμαστε ότι το γυναικείο σώμα βρίσκεται στην κορύφωση της άνθισης και της έκρηξής του (παραλληλίζεται με σεισμό και λάβα), τη στιγμή που φέρνει στο φως μια νέα ζωή. Στην εμπειρία της εγκυμοσύνης αναφέρεται και το τελευταίο αφήγημα του βιβλίου («Στην έξοδο»), που είναι ακόμη πιο σιβυλλικό. Εδώ παρακολουθούμε μια νέα γυναίκα να περπατά πάνω σε μια ξύλινη προβλήτα δίπλα στη θάλασσα, ενώ νιώθει μέσα της το σκίρτημα του εμβρύου που κυοφορεί. Καθώς είναι υποχρεωμένη να μεταβεί σε έναν άλλο, ιδανικό τόπο, χωρίς να πάρει οτιδήποτε μαζί της, αποφασίζει να πέσει στη θάλασσα και να πνιγεί. Το αφήγημα αυτό, ίσως το καλύτερο του τόμου, κλείνει με τα λόγια: «Περιττή ομορφιά. Η ζωή». Οι δύο πρώτες λέξεις αποτελούν τον τίτλο του βιβλίου και, μαζί με τα συμφραζόμενά τους, τον φωτίζουν.

Και στα υπόλοιπα κείμενα η Ν. Διονυσίου δεν αποβλέπει να διηγηθεί μια ιστορία με αρχή, μέση και τέλος, αλλά να αποτυπώσει φευγαλέες εικόνες και μετέωρες καταστάσεις, που δεν καταλήγουν πουθενά: Μια γυναίκα τρέχει γυμνή στον δρόμο και προκαλεί ερωτηματικά σε όσους τη βλέπουν («Ζωντανή γυμνή γυναίκα»). Στο χιονισμένο τοπίο που κατακλύζει το αφήγημα «Ο φράχτης», με τους «χιονοσκεπτικιστές» και τον «χιονένιο φράχτη», τα δημοψηφίσματα, τις συγκρούσεις και τις διμερείς συμφωνίες, αντιλαμβανόμαστε ότι υπόκειται το άλυτο πολιτικό πρόβλημα της Κύπρου. Αλλού («Γιος γυναίκας»), μέσα από στίχους από τον Επιτάφιο του Ρίτσου και από δημώδη άσματα, παρακολουθούμε την ανθρώπινη διάσταση του Ιησού στο Όρος των Ελαιών, καθώς αρνείται να θυσιαστεί για τους ανθρώπους. Μια απόπειρα ληστείας («Ανάποδα»), η σχέση μιας έγκλειστης γυναίκας με τις δύο γάτες της («Δύο γάτες»), η εικόνα μιας ξένης γυναίκας που περπατά σε απόσταση από το κοριτσάκι της σε πάρκο («Μια ευθεία»), ένα αρχετυπικό ζευγάρι που επιχειρεί να ανα-γνωρίσει το έτερον ήμισυ («Σημάδια αναγνώρισης») και οι σκέψεις μιας άλλης μοναχικής γυναίκας που απευθύνεται στον εαυτό της («Σχετικότητα») είναι οι βασικοί θεματικοί άξονες που περνούν στα υπόλοιπα κείμενα της συλλογής.

Ανεξάρτητα από τις παρατηρήσεις ή επιφυλάξεις που σημειώνονται εδώ, πιστεύουμε ότι η πρώτη αυτή εμφάνιση της Ν. Διονυσίου αξίζει να προσεχθεί. Αναμένουμε όμως να δούμε τη συνέχεια.

Δρ. ΑΝΤΩΝΗΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ

Στο τελευταίο διήγημα της συλλογής Περιττή Ομορφιά της Νάσιας Διονυσίου (Αθήνα: Το Ροδακιό 2017), το οποίο τιτλοφορείται «Στην Έξοδο» (σσ. 52–56), μια γυναίκα κινείται προς την άκρη μιας ξύλινης προβλήτας. Η κίνηση αυτή έχει κάτι από τη βιβλική Έξοδο· είναι η απαραίτητη τελική δοκιμασία, που απαιτείται πριν από την απόλαυση της μεγάλης Επαγγελίας, της μετάβασης σε έναν άλλο κόσμο, όπου «άφθονο θα ρέει το μέλι και το γάλα» (σ. 54). Πριν περάσουν, όμως, οι άνθρωποι στη νέα αυτή σφαίρα της ύπαρξής τους, πρέπει να ρίξουν στο νερό το ένα πράγμα που θα ήθελαν να μεταφέρει η θάλασσα ­­— μια προσωποποιημένη δύναμη, περισσότερο σκοτεινή παρά σωτήρια — στον νέο τους κόσμο.

Η γυναίκα δεν κουβαλάει τίποτα, παρά μόνο το παιδί που μεγαλώνει στα σπλάχνα της και το οποίο παλεύει τώρα να γεννηθεί με τους πόνους που η Κατάρα έχει επιβάλει στην ανθρωπότητα. Η γυναίκα κάνει αυτό που κανείς άλλος δεν επιχειρεί: δεν κινείται προς την έξοδο μηχανικά, σαν ρομπότ. Προσπαθεί να ελέγξει την κίνησή της, να κρατηθεί, να μην γεννήσει τώρα, να μην βασιστεί στη θάλασσα να μεταφέρει το παιδί της στον άλλο κόσμο· να κρατήσει μέσα της το παιδί και να το γεννήσει με τους δικούς της όρους, αφού άλλωστε «στον τόπο της Επαγγελίας, στον Παράδεισο, στον Κήπο της Εδέμ» δεν θα υπάρχει πόνος, θλίψη ή στεναγμός.

Τη γυναίκα τη διαχωρίζει από το πλήθος η εμμονή του διερευνητικού της πνεύματος, μια φωνή που ακατασίγαστη μέσα της κραυγάζει και αμφισβητεί τα ηγεμονικά αφηγήματα (της πατριαρχίας και του χριστιανισμού — του χριστιανισμού που κατάντησε συνώνυμος της πατριαρχίας και μιας κοσμοθεώρησης που θέλει να κάνει τη ζωή σκέτη προσμονή θανάτου). Αν όλα θα είναι τέλεια στον τόπο της Επαγγελίας, τότε τι; Όλα αυτά που ζήσαμε μέχρι τώρα ήταν μάταια, περιττά; Άραγε ο Κήπος –– που ολοένα και περισσότερο μοιάζει με την επιστροφή στην απώτατη Αρχή αλλά ταυτόχρονα και με την κατάληξη στην ύστατη γαλήνη της ανυπαρξίας –– ο Κήπος, λοιπόν, άραγε, ακυρώνει τη ζωή; Η απάντηση είναι προφανώς καταφατική. Ναι, σύμφωνα με τη δεσπόζουσα, δεσποτική αφήγηση, ό,τι υπάρχει έξω από τον Κήπο δεν είναι παρά γύμνασμα για την επιστροφή σε αυτόν, γύμνασμα που χάνει την αξία του τη στιγμή της επιστροφής. Αλλά καθώς οι ανταύγειες από το σέλας «βάφουν με φως το νερό, τον ουρανό, τη στεριά» πριν σβήσουν (σ. 56), η Γυναίκα ­­— και μαζί η συλλογή — καταλήγουν στο συμπέρασμά τους: ναι, η ζωή, αφού προέρχεται από την άβυσσο και καταλήγει στην άβυσσο, μπορεί να είναι περιττή, αλλά είναι όμορφη. Είναι Περιττή Ομορφιά.
Το καταληκτικό διήγημα της συλλογής συμπυκνώνει τα βασικά θεματικά και τεχνοτροπικά της χαρακτηριστικά. Η συλλογή αποτελείται από δώδεκα «διηγήματα»· σε λίγα όμως από αυτά ο αναγνώστης θα εντοπίσει τα γνωρίσματα της παραδοσιακής μυθοπλασίας (καμπυλοειδείς μύθους με αρχή, κορύφωση και τέλος· ολοκληρωμένους, ρεαλιστικούς, τρισδιάστατους χαρακτήρες, κ.λπ.). Πρόκειται περισσότερο για ποιητικότροπα αφηγήματα, πυρηνικές μονάχα ιστορίες, πλούσιες σε εικόνες, μεταφορές, αφαιρέσεις, αισθήσεις και αισθήματα, κάποιες από τις οποίες (π.χ. το εναρκτήριο, «Στο φως») διαβάζονται αβίαστα ως πεζά ποιήματα. Το αφηγηματικό πλαίσιο είναι πότε συγκεκριμένο (η ελληνική επαρχία, μια πόλη, ένα διαμέρισμα η Κύπρος του σήμερα), πότε αφηρημένο (ένα «κάπου»), πότε εντελώς (παρα)μυθικό ή συγχωνευμένο με το μυθικό του φόντο.

Η συλλογή κλείνει με μια πορεία προς την «Έξοδο», αλλά ανοίγει, όπως είπαμε, με μια κίνηση «Στο φως» (σσ. 9–11). Το αρχικό αφήγημα είναι το πιο ποιητικό ίσως κείμενό της. Τα δύο, αρχικό και τελικό, είναι ποικιλοτρόπως συνδεδεμένα και στο θεματικό επίπεδο. Η συλλογή είναι στην ουσία της μια συνεκτική, ενιαία αφηγηματική σύνθεση, μια κυκλική πορεία από την Απαρχή στην Έξοδο της ζωής, από το Φως στο Σκοτάδι και πάλι στο Φως (ή έστω την ανακάλυψη πως και μες στο σκοτάδι μπορεί να λάμψει για λίγο το φως, ως Σέλας). Στους ενδιάμεσους σταθμούς αυτής της πορείας διαδραματίζονται όλα εκείνα τα συμβάντα, που καθιστούν τη ζωή Περιττή αλλά Όμορφη, ακόμη και μες την ασχήμια της: ο Έρωτας, η Σεξουαλικότητα, η Μητρότητα, η Βιοτική Πάλη, η Κοινωνική Αδικία, η Μετανάστευση, η Προσφυγιά, η Επιβίωση, η Απώλεια, η Μοναξιά, η Επανασύνδεση, η Γαλήνη.

Όπως υπονοεί τόσο η «Έξοδος» όσο και το «Φως» («…καὶ ἐγένετο φῶς…») την Περιττή Ομορφιά διατρέχει ως βασικό διακείμενο η Βίβλος:

Το Βιβλίο της Εξόδου: Η Έξοδος είναι κίνηση προς τη Γη της Επαγγελίας αλλά και προς τον Θάνατο (κίνηση αντίθετη με τα διδάγματα του ενστίκτου αλλά ταυτόσημη σύμφωνα με τα διδάγματα του χριστιανισμού). Κάποτε, όπως στο τελευταίο διήγημα, γίνεται εκούσια και με μια αίσθηση αυτοδυναμίας και πληρότητας. Άλλοτε όμως, όπως «Στο πέρασμα» (σσ. 20–23), είναι κίνηση τραγική: είναι η μακρά πορεία των Σύρων προσφύγων προς τη δική τους έξοδο από την απειλή του πολέμου, η οποία επίσης προϋποθέτει τη διάβαση του υγρού στοιχείου –– μόνο που γι’ αυτούς κανείς Γιεχβά και κανείς Μωυσής δεν θα ανοίξει πέρασμα μέσα από το νερό. Στο «Πέρασμα», ο ποταμός Έβρος γίνεται άλλη Νεκρά Θάλασσα, αλλά αυτός επειδή ξεβράζει τους πρόσφυγες νεκρούς –– αν και, ως εκ θαύματος, όχι όλους: κάποιοι θα σωθούν, κάποιοι άλλοι θα επιστρέψουν προσώρας από τον κόσμο των πνευμάτων, για να ευχαριστήσουν τους αγαθούς ανθρώπους που περιέσωσαν την ελπίδα της αναγέννησης.
Η Καινή Διαθήκη και ειδικά η προσευχή του Χριστού στο Όρος των Ελαιών εμφανίζεται στο διήγημα «Γιος Γυναίκας» (σσ. 30–32), στο οποίο μαεστρικά η εστίαση μετατοπίζεται από τον αμφιταλαντευόμενο Χριστό στη Μητέρα του, από τον Ευαγγελιστή στον Ρίτσο και από τον δοκιμαζόμενο Θεάνθρωπο στον νεκρό εργάτη της Θεσσαλονίκης του 1936, τον οποίο θρηνεί σπαρακτικά η μάνα του στον «Επιτάφιο», όπως η Παναγιά τον νεκρό Ιησού, χωρίς όμως να μπορεί να ελπίζει σε Ανάσταση. Ο «Γιος Γυναίκας», όπως και το «Ανάποδα» (βλ. παρακάτω) είναι τα μοναδικά διηγήματα στα οποία η αφηγηματική φωνή είναι ανδρική· και στα δύο όμως είναι οι γυναίκες πίσω από τους άνδρες που όντως πρωταγωνιστούν. Στον πειρασμό του, ο Ιησούς της Διονυσίου αρνείται το παραδοσιακό ανδρικό πρότυπο του ηρωισμού, το οποίο ταιριαστά αρθρώνεται με πλαστά ποιητικά τσιτάτα σε ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο, που παραπέμπουν σε ηρωικά δημοτικά τραγούδια (ακριτικά, κλέφτικα, παραλογές). Τα ποιήματα αυτά κατασκευάζουν πρότυπα για «του ανδρειωμένου το παιδί». Καθώς όμως η φωνή του Ιησού τα συμπλέκει αφενός με τον «Επιτάφιο» αφετέρου με τον «Θρήνο της Παναγιάς», είναι λες και οι γυναικείες φωνές των δύο τελευταίων ποιημάτων κατακεραυνώνουν και ματαιώνουν, ματαίως έστω, το αξιακό σύστημα που οδήγησε τα παιδιά τους στον θάνατο.
Πρωτίστως, όμως, στη συλλογή κυριαρχεί ως κεντρικό διακείμενο το Βιβλίο της Γένεσης. Η ιστορία του Κάιν και του Άβελ είναι το υπόβαθρο του πιο εκτενούς, διαπεραστικού και άρτιου από τα διηγήματα της Περιττής Ομορφιάς, του «Φράκτη» (σσ. 24–29). Το θέμα του διηγήματος είναι η υποκριτική, αδαής μας ξενοφοβία. Στις πρώτες του παραγράφους το διήγημα έχει κάτι από την ειρωνεία της πολιτικής παραβολής-αλληγορίας ενός Βασιλικού, ενός Φραγκιά, ενός Μαλεβίτση. Το βιβλικό διακείμενο του Κάιν εισάγεται στο δεύτερο μέρος –– υπέροχα υπονομευμένο: διότι, όπως και στον «Γιο Γυναίκας» πραγματικός πρωταγωνιστής της ιστορίας δεν είναι ο άνδρας που κυριαρχεί στο πρωταρχικό κείμενο, αλλά μια γυναίκα, η Μάνα: η Μάνα του Φονιά και η Μάνα του Νεκρού, που εν προκειμένω είναι βεβαίως μία και η αυτή.
Η ΓΥΝΑΙΚΑ: αυτή η μορφή, στις ποικίλες μυθικές και κοινωνικές υποστάσεις της, είναι ο κεντρικός πρωταγωνιστής των αφηγημάτων της Περιττής Ομορφιάς. Πάντοτε (σχεδόν) ανώνυμη, αλλά πάντοτε τοποθετημένη σε ευδιάκριτα ρεαλιστικά πλαίσια, τα οποία όμως προβάλλονται στην προοπτική του μύθου και δη του βιβλικού. Γιατί το αρχέτυπο της Γυναίκας που διατρέχει τη συλλογή είναι εκείνο που κυριαρχεί στο ιουδαιοχριστιανικό φαντασιακό, η Εύα:

Η Εύα ως η εκπεπτωκυία δύναμη της απόκλισης από τα Πατριαρχικά προτάγματα και τις Αρσενικές επιταγές, που επισύρει εις βάρος και του Αρσενικού τη θεϊκή οργή και δέχεται ως ποινή για την υπερβασία της «τα πάθια και τους καημούς του κόσμου» (η φώκια του Παπαδιαμάντη που μοιρολογεί καθίσταται ένα ακόμη αρχέτυπο αυτής της εκδοχής του Θηλυκού): τους πόνους της γέννας, τον σπαραγμό της μάνας που στερείται το παιδί της («Γιος Γυναίκας», σσ. 30–32· «Ο φράκτης», σσ. 24–29), την ανάγκη της καρτερικής υποταγής στην ανδρική βιαιότητα («Τα κλειδιά», σσ. 16–19), τον κοινωνικό ρατσισμό και τη μοναξιά εξαιτίας μιας ασήμαντης φυσικής ατέλειας («Μια ευθεία», σσ. 37–40).
Είναι όμως επίσης και μια άλλη Εύα, η ασυγκράτητη δύναμη της γυναικείας σεξουαλικότητας, η επιθετική, λυτήρια Ορμή του Θηλυκού, η Γυναίκα που οι άνδρες θέλουν να παραμερίσουν ως επικίνδυνη, άτοπη, «τρελή», να τη δαμάσουν ενσωματώνοντάς τη βίαια στις δικές τους δομές, να την καταστήσουν ήμερο κατοικίδιο («Δυο Γάτες», σσ. 41–43). Αλλά εκείνη επιστρέφει σε όλο της το γυμνό μεγαλείο πίσω στον Κήπο της Εδέμ, για να διεκδικήσει όσα της στερήσανε («Ζωντανή Γυμνή Γυναίκα», σσ. 12–15). Η Γυναίκα ως Λίλιθ, το Αρχέτυπο πριν από το Αρχέτυπο του Θηλυκού, το σύγχρονο φεμινιστικό σύμβολο, που εξορίζεται τόσο από τον κήπο της Εδέμ όσο και από το βιβλίο της Γενέσεως. Εξορίζεται, εξορκίζεται, αλλά δεν εξαφανίζεται και είναι έτοιμη να βυθίσει ακόμη και το ξίφος στο στήθος της, να θυσιάσει το φθαρτό σώμα που έχει γίνει σῆμα της ψυχής της, φυλακή χτισμένη από το Αρσενικό, προκειμένου να αποτάξει το δοτά ονόματα («Άννα», «Αθανασία») και να επιστρέψει στο μόνο όνομα που της ανήκει: «Εύα. Με λένε Εύα» («Δυο Γάτες», σ. 43).
Η Περιττή Ομορφιά της συλλογής είναι εν τέλει η Γυναίκα, η Ομορφιά που ενίοτε φαντάζει Περιττή στον κόσμο των ανδρών: διωκόμενη, βαλλόμενη, θυματοποιούμενη. Το αφηγηματικό νήμα που συνδέει τα αφηγήματα της Περιττής Ομορφιάς είναι, όπως σημειώνει η ίδια η Διονυσίου σε ιδιωτική μας συνομιλία, «η σχέση της σύγχρονης γυναίκας με τη γεννήτορά της, καθώς κι η οριζόντια σχέση ανάμεσα σε όλες τις γυναίκες κάθε εποχής και τόπου». Η Γυναίκα ως αρχέγονη μήτρα, ως τροφός, ως ζωτική ορμή, που εγκλωβίζεται και καλουπώνεται και ετεροπροσδιορίζεται ασφυκτικά, αλλά παλεύει, σε ένα αιώνιο παράδοξο, να ανακτήσει, να επαναβιώσει την πρώτη συνείδηση του Εαυτού της, να υπάρξει εκ νέου «Στο φως».

Σε ένα μόνο διήγημα της συλλογής συμβαίνουν όλα «Ανάποδα» (σσ. 33–36), κι όμως κι εδώ η σκληρότητα της κόρης είναι μορφή αντίστασης, επανάστασης και δίκαιης τιμωρίας. Το αγόρι, που κάποτε ζητιάνευε σοκολάτες από τους Εγγλέζους αποικιοκράτες, τώρα, όντας ο ίδιος όργανο ασφαλείας, συλλαμβάνει και βρίζει έναν «βρωμοαράπη», σχεδόν παιδί, που επιχειρεί να σουφρώσει λίγα γλυκά από ένα ψιλικατζίδικο. Το πρώην παιδί, που δεν έζησε ως παιδί, διότι πάντοτε έπρεπε να δουλεύει, γίνεται πατέρας, που δεν χαίρεται το παιδί του, γιατί η κόρη του, την οποία σπούδασε με αίμα, κάνει καριέρα και ζωή, πού αλλού, στην Αγγλία. Η ελευθερία της κοπέλας είναι σχεδόν σαδιστική, ο τρόπος που αδειάζει τον πατέρα της βάναυσος, αλλά κάτι στο διήγημα αυτό δεν σε αφήνει να τον λυπηθείς και πολύ.

Όταν πιάνεις στα χέρια σου ένα από τα κομψοτεχνήματα των εκδόσεων Το Ροδακιό της Τζούλιας Τσιακίρη, προκαταλαμβάνεσαι θετικά έναντι του βιβλίου και του συγγραφέα μόνο και μόνο από τη σαγήνη της τυπογραφίας, πριν καλά-καλά διαβάσεις έστω μία λέξη: ιδανικό μεσαίο σχήμα, εξώφυλλα που τραβούν το μάτι χωρίς να είναι κραυγαλέα, χαρτί που το νιώθεις στα δάχτυλα σαν λείο δέρμα γυναίκας και μια υπέροχη, στρογγυλή γραμματοσειρά σαν καλοσχηματισμένο στήθος, που πολύ θα ήθελα να μάθω πώς λέγεται και πώς θα μπορούσα να την κλέψω (Ναι, μην σοκάρεστε, η ανάγνωση δεν είναι τίποτε άλλο παρά ερωτική πράξη)! Το Ροδακιό το αγάπησα κυρίως χάρη στις ποιητικές συλλογές του Πέτρου Στεφανέα. Τώρα προσθέτω στα θέλγητρά του την Περισσής Ομορφιάς, αφηγηματικής δύναμης, θεματικής ρώμης και γλωσσικού κάλλους συλλογή της Νάσιας Διονυσίου.

Το βιβλίο αυτό προσθέτει μία ακόμη αιτία να πιστεύουμε ότι κάτι καλό συμβαίνει, μια άνοιξη συντελείται, στα κυπριακά γράμματα τα τελευταία χρόνια. Καλώς ή κακώς οι Κύπριοι καλλιτέχνες αποδεσμεύονται σιγά­-σιγά από τη θρηνωδία της χαμένης πατρίδας και αναζητούν νέους ορίζοντες –– ακόμη και όταν γράφουν για την ίδια την κυπριακή ιστορία, όπως ο… έτερος Καππαδόκης της σύγχρονης (γυναικείας) γραφής στην Κύπρο, η Κωνσταντία Σωτηρίου. Η Σωτηρίου έκανε αίσθηση με την Αϊσέ και μπορεί να θεωρείται πλέον καθιερωμένη χάρη στις Φωνές από Χώμα. Η Διονυσίου δείχνει με την Περιττή Ομορφιά ότι διαθέτει γραφίδα αλλιώτικη, αλλά εξίσου διεισδυτική και ελπιδοφόρα. Αναμένουμε με ενθουσιασμό τα επόμενα βήματά της.

Το κείμενο διαβάστηκε στη παρουσίαση του βιβλίου.

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΑΤΖΗΘΩΜΑΣ

Περιοδικό Διόραμα

Μια ιχνηλασία αυτοσυνείδησης και αυτοεπικοινωνίας

Καθόλου δεν περιττεύει η ομορφιά, η επάρκεια της αισθητικής πρόθεσης,
το υψηλό επίπεδο στοχασμού εφοδιασμένου με νόημα και αξία στα δώδεκα διηγήματα που περιλαμβάνονται στο βιβλίο της Νάσιας Διονυσίου
«Περιττή Ομορφιά», η πρώτη εντύπωση που κυριαρχεί και προβάλλεται
είναι μια ποιητική γραφή που επιτυγχάνει με αφαιρετική τεχνική να εμβαθύνει στα υπαρξιακά ερωτήματα των όντων.
Τα διηγήματά της είναι ένα ανιδιοτελές παιχνίδι μιας άκρως ευαίσθητης ψυχής, η οποία επενδύει στη διανοητική πράξη, για να αποκωδικοποιήσει και να αποκρυσταλλώσει με τόλμη μια σειρά βιωματικών εμπειριών, στοχασμών και προκλήσεων, ως ιχνηλασία αυτοσυνείδησης και αυτοεπικοινωνίας.
Η συλλογή της Νάσιας Διονυσίου «Περιττή Ομορφιά» εμφανίζεται σε μια χρονική περίοδο που επικρατούν άλλου είδους ρητορικές, αυθαιρεσίες, ελλείψεις και εξοικείωση με τη σύγχυση. Μέσα από ένα εντελώς νέο πρίσμα αντίληψης της γραφής και του στοχασμού επιτυγχάνει να ξεφύγει από τις υπάρχουσες ανούσιες καταγραφές και να προβάλλει ως μια ενόραση και παλινόρθωση ενός πνεύματος και μιας εμπνευσμένης καρδιάς. Οι ιστορίες της εμφανίζονται μέσα από μια ιεροτελεστία γραφής, αναγνώρισης, ανάλυσης και ομολογίας.
Η συγγραφέας διοχετεύει στα κείμενά της βαθύτατους ανθρωπιστικούς στοχασμούς, υπαρξιακούς προβληματισμούς και μια υψηλή αισθητική διατύπωσης των σκέψεών της.

…«Απλώνω τα χέρια στο δέντρο – ποιο δέντρο είναι αλήθεια αυτό; Δυο δέντρα, δυο γάτες σκαρφαλώνουν στα δέντρα, ζωή, γνώση, η μια και άλλο μαλλί, η άλλη κι άλλους ποντικούς, βλέπω τα χείλη μου να σχηματίζουν ένα όνομα, βλέπω τα χέρια μου ν’ ανεβαίνουν πάνω από τα δέντρα, πάνω από τις γάτες, βλέπω ένα ξίφος, βλέπω τώρα το ξίφος να πέφτει με φόρα.
Ξέρω πως αμέσως μετά δεν θα υπάρχω.
Ποιο είναι το όνομά μου;
Πετάγομαι.
Με λένε Άννα, Αθανασία, Εύα.
Με λένε Εύα…»

(Δύο γάτες)

Αποκαλυπτική, θεμελιωμένη σε μια συνεκτική στάση, παραστατική και αληθινή η γραφή της, γίνεται προϊόν γενεσιουργό ταυτισμένο με την ποιότητα, την επινόηση και την αξίωση.
Ειλικρινής, στοχαστική και, προπάντων, ποιοτική μετρά τις δυνάμεις της με πάθος, σκέφτεται με το σώμα, πλουτίζει το συναίσθημα με τη δριμύτητα της καρδιάς. Περνά μέσα από τη δοκιμασία ψυχής – σώματος γνώσης και επίγνωσης, μνήμης και ανάμνησης, παραληρήματος και σιωπής, αισθησιασμού
και τραγωδίας. Η συγγραφέας εντοπίζει τη σχέση αυτών των ζευγαριών και νιώθει στο πετσί της τη σκληρή και χαοτική κατάσταση που την περιβάλλει. Όμως, γύρω της αναπτύσσει ένα πνευματικό περίβλημα που αφενός την προστατεύει ως άνθρωπο και αφετέρου της δίνει τη δυνατότητα, με βάση τους ηθικούς και συναισθηματικούς της άξονες, να συνδυάσει το πολύ προσωπικό της ύφος – μεγάλο πλεονέκτημα – με την εικονοποιία και το πλούσιο διανοητικό στοιχείο που κατέχει.
Οι αισθήσεις της κατακλύζονται από τη μοναξιά των ανθρώπων, την αδιαφορία των πολλών, τον πόνο των αδικημένων, την απώλεια αγαπημένων προσώπων, τον αποκλεισμό του χρώματος από τη ζωή και τη διαφάνεια του σύμπαντος.
Αιώνια υπαρξιακά θέματα αναζητούν την κάθαρση. Αδημονούν για μια καινούργια αρχή, μια νέα αυγή.
Η Διονυσίου γίνεται καθρέφτης των προσώπων που τη συνοδεύουν στην καθημερινότητα, γίνεται φωνή στη σιωπή τους, κραυγή στη δοκιμασία τους, συνέχεια και γι’ αυτούς που έχουν φύγει μια ανάμνηση.

… «Άνοιξη δείλι γεννήθηκε.
Αυτή η μυρωδιά του θύμιζε την κόρη του.
Είχε φεγγάρι, μοσχοβολούσαν οι κιτρομηλιές.
Βγήκε έξω.
Έριξε μια ματιά στον καθρέφτη.
Βούρτσισε τα παπούτσια, έδεσε τα κορδόνια, πέρασε τη ζώνη του.
Έβαλε ριγέ πουκάμισο και το μοναδικό του τζιν παντελόνι.
Τι φοράνε σε τέτοιες περιπτώσεις;
Πασαλείφτηκε με κολόνια.
Ξυρίστηκε.
Νερό…»
(Ανάποδα)
Συμμετέχει και συμπάσχει με τον άνθρωπο, όχι συμβατικά και παθητικά. Κάνει μαζί του κρυφή συμφωνία. Να τον πάρει από το χέρι να τον οδηγήσει στο ξέφωτο, να του μιλήσει με ευθύ και πλάγιο λόγο, για να του προσδώσει βάθος και ουσία στο φάσμα της ύπαρξης, όραμα και πεμπτουσία σε μια πραγματικότητα που περιδινίζεται στον ανύπαρκτο χρόνο, στον
απροσδιόριστο χώρο.
Αυτό που εντυπωσιάζει στη συλλογή διηγημάτων της Νάσιας Διονυσίου πέρα από τα πιο πάνω, είναι η κλίμακα πάνω στην οποία κινείται τόσο η σκέψη όσο και το υλικό που χρησιμοποιεί για να εκφραστεί και να αποκαλύψει τη νοητική
καταβύθισή της στο θαύμα της ύπαρξης, στο πρωτεϊκό και το πρωταρχικό σύστημα αρχέτυπων της ψυχολογίας, παραπέμποντας, μάλιστα, σε θεοσοφικά και ανθρωπομετρικά θεωρήματα.

…«Ανέπνεα. Μέσα στην κοιλιά μου πλάθονταν οι νέοι ωκεανοί και με κατέκλυζαν, στα πέλματά μου στεκόταν το σύμπαν, χωρούσα τα μουρμουρητά και τις εκρήξεις του, τα νανούριζα. Κι όταν ξεσπούσαν οι πόνοι της γέννας μου και με σάρωναν, βράχοι που ξεκολλούσαν και γκρεμίζονταν, μια τρομερή κραυγή από στόματα άγνωστα σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη: εγώ ο σει-
σμός, εγώ η λάβα, εγώ η πράσινη χλόη….»
(Στο φως)

Η εκφορά του λόγου της, συγκροτημένη, καλά προφυλαγμένη από περιττή περιγραφή, από πλεονασμούς και εκφραστικές διαθλάσεις, εκπηγάζει ως εσωτερική ανάγκη την οποία υπαγορεύει ο προσωπικός της στοχασμός και η ψυχικής της επάρκεια.
Αυτό εκδηλώνεται με αναγνωστική πρόσληψη και μητρική, εμπειρική και βιωματική διαίσθηση ως ειδικού βάρους του τελετουργικού και προσωπικού φορτίου που επωμίζεται για να συγγράφει και να διεκδικήσει τον τίτλο της συγγραφέως.
Τα κατάφερε περίφημα. Την υποδεχόμαστε με γηθοσύνη και απροσπέλαστη πληρότητα, μ’ ένα ακόμη απόσπασμα από τη συλλογή της που φέρει τον τίτλο,
«Σχετικότητα».

… «Μια μέρα άναψες ένα μαγκάλι.
Τη θέλω τη στάχτη μου…
Έριξες μέσα αποκόμματα εισιτηρίων, φωτογραφίες, την κόκκινη
φανέλα του.
Αφού ο χρόνος δεν γυρίζει πίσω…
Μια μεγάλη φωτιά.
Αφού δεν καταλαβαίνω πως γίνεται να γυρίσει…
Στάχτη, όλα στάχτη.
Τη θέλω, τη θέλω τη στάχτη μου!
Μάζεψες μετά αυτή τη στάχτη.
Ας τρέξει λοιπόν ο χρόνος, ας τρέξει μπροστά ο χρόνος,
γρήγορα, πιο γρήγορα…
Την έκλεισες σε μια τεφροδόχο.
Να τελειώνει.
Τώρα πια κοιμάται αγκαλιάζοντας σφιχτά την τεφροδόχο.
Ήλιος. Περιστρέφεσαι. Γύρω του.
Καμιά φορά – συχνά, πολύ συχνά – ονειρεύεται πως ξεφεύγει
από την τροχιά της και πέφτει με φόρα μέσα του.
Πέφτεις. Με φόρα. Μέσα του.
Καμιά θεωρία τότε, κανένας νόμος. Μόνο ύλη που έλκεται.
Μόνο. Μαζί. Τα σώματά σας.
Ξυπνά, βλέπει τον ακίνητο ουρανό από την ανοιχτή μπαλκονό-
πορτα, κλείνει την τεφροδόχο στο συρτάρι του διπλανού κομο-
δίνου και ένα σημείωμα που μόλις έγραψε, παλιό σημείωμα, το
πρώτο της.
Η στάχτη μου να μπει κι αυτή μαζί στην τεφροδόχο…»

 

Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ

Διαβάζοντας κάποιος τα διηγήματα της συλλογής Περιττή ομορφιά (εκδ. Το Ρόδακιό) της Νάσιας Διονυσίου δεν μπορεί παρά να ανακαλέσει την καίρια παρατήρηση του Frank O’ Connor ότι το διήγημα είναι «από την ίδια του τη φύση απομακρυσμένο απ’την κοινότητα – ρομαντικό, ατομιστικό και
ασυμβίβαστο».
Οι δώδεκα ιστορίες περιστρέφονται γύρω από ένα. κάθε φορά, πρόσωπο, το οποίο παρουσιάζεται σαν αποσπασμένο από τους άλλους ανθρώπους, έξω από κάποιο καθιερωμένο πλαίσιο. «Έχει πάντα την αίσθηση πως περπατά
μόνη, ειδικά σήμερα, ολομόναχη στον κόσμο», διαβάζουμε στο διήγημα «Μια ευθεία», ενώ στη «Σχετικότητα»: «Κατέβαζε τα σκουπίδια, είχε γείτονες, τους απαντούσε· τους απαντούσε Όλα καλά». Χάρη στη συντομία, την ακρίβεια και τον ρυθμό τους που τα διηγήματα της συλλογής καταφέρνουν να αποτυπώσουν ή να υποδηλώσουν οριακές και απόλυτα προσωπικές για την ανθρώπινη ύπαρξη στιγμές, όπου ένα άτομο βρίσκεται σε πλήρη δοκιμασία ή πλήρη μοναξιά ή σε πλήρη ρήξη με τον υπόλοιπο κόσμο.
Η συγγραφέας καταπιάνεται με φαινομενικά «ασήμαντες» καταστάσεις, αποσκοπώντας όχι τόσο στο να διεισδύσει σε «σημαντικά» ή «σημαντικότερα» ζητήματα, όσο στο να αναδείξει ότι η ζωή ενυπάρχει, ενδεχομένως και με
μεγαλύτερη ένταση, σε αυτά ακριβώς τα «μικρά»: τις απροσδόκητες φευγαλέες, ασύνδετες, ασυνάρτητες ή ανομολόγητες λεπτομέρειες της πράξης ή της συνείδησής μας. Ένα ετοιμοθάνατο πουλί στο προαύλιο της εκκλησίας την ώρα της κηδείας του παππού, η ασφυκτική ζέστη μέσα σ’ ένα καθηλωμένο αυτοκίνητο σε μια διάβαση πεζών, η πρώτη νυχτερινή περιπολία
ενός αστυνομικού, η ξενάγηση σε έναν υπαίθριο χώρο γλυπτικής, ένα παιδί που τρέχει πίσω από τη μαμά του σε ένα πάρκο, μια γυναίκα
που προσπαθεί να κατανοήσει τη θεωρία της σχετικότητας… Με αυτές και άλλες αφορμές, σε ιστορίες χωρίς ιδιαίτερη πλοκή, γνωρίζουμε ή διαισθανόμαστε κάποια λανθάνουσα ή αποσιωπημένη εκδοχή του ψυχισμού του προσώπου -του πρωταγωνιστή ή του εαυτού μας- μια ενδότερη αλήθεια, μια ενδόμυχη καθήλωση σε έναν κόσμο στον οποίο, συνάμα, πρέπει διαρκώς
κανείς να επιβιώνει, είτε κυριολεκτικά («αυτά έχει η δουλειά, αυτά είχε πάντα, με τον ιδρώτα του προσώπου το ψωμί, κατάρα. βλέπεις, κατά-
ρα του Θεού» στο διήγημα «Ανάποδα») είτε με όρους ταυτότητας και ιδιοπροοωπίας («Εγώ ο πρώτος νεκρός Εγώ τα παιδιά και τα κεντήματα
μου», στο διήγημα «Στο φως»).
Παρόλο που η συγγραφέας εκκινεί από διαφορετικούς θεματικούς άξονες ολόκληρη η συλλογή συγκροτείται ως ενότητα με άξονά της τη γυναικεία φιγούρα και τη διαχρονική σύνδεσή της με την αρχετυπική μορφή της Εύας
την οποία ωστόσο επεκτείνει ή ανατρέπει. Ταυτόχρονα, ενώ αξιοποιούνται ποικίλες τεχνικές αφήγησης, το βιβλίο χαρακτηρίζεται συνολικά από τη χρήση συμβόλων και μεταφορικών αναγωγών, από την ποιητικότητα και την ποιότητα της γλώσσας και από την ένταση του πυκνού και αφαιρετικού λόγου.

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΧΡΙΣΤΟ Ρ. ΤΣΙΑΗΛΗ

Η συγγραφέας Νάσια Διονυσίου εξομολογείται στον συγγραφέα Χρίστο Ρ. Τσιαήλη: η απαρχή του συγγραφικού ταξιδιού της στον χρόνο, η ανάγκη τού να μιλήσει προσωπικά στους αναγνώστες της, η θέση των γυναικών στη λογοτεχνία και μια συγγραφική Ομορφιά, που μόνο… Περιττή δεν είναι.

ΧΡΙΣΤΟΣ ΤΣΙΑΗΛΗΣ: Αγαπητή μου Νάσια, να σε ευχαριστήσω για την προθυμία σου να μου παραχωρήσεις αυτή τη συνέντευξη. Θα ήθελα να αρχίσουμε, αφού πρώτα μου ονοματίσεις το αγαπημένο σου βιβλίο και τον αγαπημένο σου συγγραφέα. Δεν είναι απαραίτητο να απαντήσεις και στα δύο ερωτήματα ή το βιβλίο να ανήκει στον συγγραφέα που θα αναφέρεις.

ΝΑΣΙΑ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ: Θα ’λεγα πως οι πεζογράφοι στους οποίους καταφεύγω ξανά και ξανά, είναι οι δύο μεγάλοι Ρώσοι -ο Ντοστογέβσκη κι ο Τσέχοφ. Από τα βιβλία που αγαπώ, ξεχωρίζω «Το φθινόπωρο του πατριάρχη» του Μάρκες, το «Ανάμεσα στις πράξεις» της Γουλφ και το «Οι χρόνοι του σώματος» του Ντελίλο.

Χ.Τ.: Αρχίζουμε, λοιπόν, με το πιο συνηθισμένο ερώτημα που ρωτάνε έναν συγγραφέα. Πότε και πώς ξεκίνησαν τα πρώτα συγγραφικά ερεθίσματα;

Ν.Δ.: Από τη στιγμή που έμαθα γραφή κι ανάγνωση! Διάβαζα από πάντα μανιωδώς οτιδήποτε έπεφτε στα χέρια μου και μαγευόμουν από όλους αυτούς τους άλλους τόπους, τους άλλους χρόνους, τους άλλους ανθρώπους των βιβλίων -που όμως την ίδια στιγμή θα μπορούσαν να ήταν εγώ, εδώ, τώρα. Και λίγο από ζήλεια να φτάσω αυτά που διάβαζα, λίγο απ’ τη λατρεία που είχα στις λέξεις, στους ήχους, στους πιθανούς κι απίθανους συνδυασμούς τους, βάλθηκα από πολύ μικρή να παιδεύομαι μαζί τους. Στην πέμπτη τάξη του δημοτικού, μάλιστα, έκανα την πρώτη μου -αποτυχημένη, εννοείται– απόπειρα να γράψω βιβλίο!

Χ.Τ.: Τι ήταν αυτό που σε ώθησε προς την αφοσίωση στη συγγραφή και προς την απόφαση να δημιουργήσεις τις συνθήκες εκείνες που θα σε οδηγούσαν στον να εκδόσεις ένα βιβλίο;

Ν.Δ.: Η ανάγκη να μιλήσω πιο προσωπικά, μα και συνάμα να συνομιλήσω. Ήταν η στιγμή που αισθάνθηκα πως η συγγραφή θα με βοηθούσε να εξερευνήσω πτυχές του εαυτού μου, τις οποίες απλώς υποψιαζόμουν ή ίσως και να αγνοούσα, να εμβαθύνω σ’ αυτές, να τις κατανοήσω, να τις σχηματοποιήσω, να τις εκφράσω και εν τέλει να τις μοιραστώ μέσα από τη δική μου ιδιοπροσωπία. Αποφάσισα τότε να παρακολουθήσω εξ αποστάσεως μαθήματα δημιουργικής γραφής, με δασκάλους τους συγγραφείς Μισέλ Φάις και Δημήτρη Τανούδη, και να μαθητεύσω σ’ αυτή την τέχνη που όπως κάθε άλλη απαιτεί συστηματική δουλειά -μελέτη, εξάσκηση, αυτοπειθαρχία, επιμονή…

Χ.Τ.: Πρόσφατα, είχες λάβει μέρος σε μια συζήτηση Ανοικτού Πανεπιστημίου με θέμα τις γυναίκες συγγραφείς στην Κύπρο. Παρουσίασες ένα απόσπασμα από την πιο πρόσφατή σου έκδοση, το βιβλίο «Περιττή Ομορφιά». Από ποιο διήγημα επέλεξες να διαβάσεις και για ποιον ειδικά λόγο;

Ν.Δ.: Πράγματι, τον περασμένο Δεκέμβρη μαζί με τις συγγραφείς Μυρτώ Αζίνα, Μαρία Α. Ιωάννου και Κωνσταντία Σωτηρίου, συμμετείχα σε εκδήλωση που διοργάνωσε το Ανοιχτό Πανεπιστήμιο Κύπρου, υπό τον συντονισμό των καθηγητών Δήμητρας Δημητρίου και Αντώνη Πετρίδη, με τίτλο «Η γυναίκα στο κείμενο». Στόχος της συζήτησης, ήταν η διαπραγμάτευση του ερωτήματος κατά πόσο είτε στη διαδικασία της γραφής, είτε στο αποτέλεσμά της, δηλαδή στο ίδιο το λογοτεχνικό έργο, επενεργεί το φύλο του συγγραφέα ή εάν η γραφή στέκεται ουδέτερη απέναντι σ’ αυτό.
Στη δική μου παρέμβαση σημείωσα πως συνειδητά ψηλαφώ κι αξιοποιώ στη γραφή μου βιωμένες εμπειρίες που συνδέονται με το φύλο μου και με έχουν καθορίσει, γιατί απλούστατα χωρίς αυτές δεν θα μπορούσα να μιλήσω ειλικρινά, να μιλήσω, δηλαδή, ως εαυτός.
Στην εκδήλωση διάβασα το διήγημα με το οποίο ξεκινά η συλλογή μου, που έχει τον τίτλο «Στο φως». Σ’ αυτό, παρακολουθούμε πώς η πρωτόπλαστη Εύα, έχοντας αποκτήσει συνείδηση της αυθύπαρκτης υπόστασής της, της ζωογόνου δύναμης και των ασύλληπτων δυνατοτήτων που έχει ως γυναίκα, αποφασίζει να αυτοεξοριστεί από τον κήπο της Εδέμ, έστω κι αν γνωρίζει πως αυτό που την περιμένει στον αληθινό κόσμο είναι «ορδές βαρβάρων».

Χ.Τ.: Πιστεύεις ότι η αντιμετώπιση της γυναίκας συγγραφέα στην εποχή μας είναι δίκαιη;

Ν.Δ.: Η γυναίκα διαχρονικά έχει γνωρίσει αποκλεισμούς από όλο σχεδόν το φάσμα της δημόσιας σφαίρας και της δημόσιας έκφρασης. Όταν πλέον οι γυναίκες άρχισαν να διεκδικούν χώρο και ρόλο στη δημόσια ζωή, η αντιμετώπισή τους στηρίχθηκε σε στερεοτυπικά πρότυπα και κοινωνικά προσδιορισμένους διαχωρισμούς, κάτι που ίσχυσε και στον χώρο της λογοτεχνίας, σε σχέση με την αντιμετώπιση της γυναίκας τόσο ως συγγραφέως, όσο και ως αναγνώστριας. Στη δική μας εποχή και κοινωνία, οι γυναίκες συγγραφείς -όπως και κάθε συγγραφέας, ανεξαρτήτως των πολλαπλών και ιδιαίτερων ταυτοτήτων και χαρακτηριστικών του– αξιώνουν -και σε σημαντικό, αλλά όχι απόλυτο, βαθμό το έχουν κατακτήσει- να μπορούν να εκφράζονται, να αποτιμούνται και να επιδρούν πέρα και έξω από ψευδεπίγραφα και παραπλανητικά σχήματα, τα οποία εν τέλει δεν έχουν και καμία σχέση με την τέχνη.

Χ.Τ.: Πόσο δύσκολο, πιστεύεις, είναι για μια εργαζόμενη μητέρα να αφοσιώνεται και στη γραφή;

Ν.Δ.: Η Αλίς Μονρό, η σπουδαία αυτή Νομπελίστρια διηγηματογράφος, έχει δηλώσει πως έγραφε μόνο όταν οι κόρες της κοιμούνταν ή πήγαιναν σχολείο κι αυτός ήταν ένας απ’ τους λόγους για τους οποίους δεν ασχολήθηκε ποτέ με τη συγγραφή μυθιστορήματος, παρά μόνο διηγημάτων. Ο Ρίλκε είχε πει πως, «Για να γράψω χρειάζομαι κάτι περισσότερο από την απαραίτητη γραφική ύλη: λίγη σιωπή και μοναξιά», και πραγματικά για εμένα αυτό ισχύει απόλυτα, αφού για να μπορέσω να γράψω χρειάζομαι αδιάσπαστο χρόνο, αποστασιοποίηση, νηφαλιότητα, επαφή με τον εαυτό μου. Σίγουρα, αυτό είναι πιο δύσκολο όταν η καθημερινότητά μου εν πολλοίς μοιράζεται ανάμεσα στην κόρη μου και την πρωινή εργασία μου, αλλά παλεύω να βρίσκω τους τρόπους, έστω κι αν η προσπάθεια που απαιτείται -συναισθηματική, ψυχική, σωματική- είναι, νομίζω, μεγαλύτερη.

Χ.Τ.: Επιστρέφοντας στο βιβλίο σου, πώς προέκυψε η ιδέα για το «Περιττή Ομορφιά»; Δηλαδή, το έναυσμα της ιδέας ποιο ήταν; Πες μας λίγα λόγια για το βιβλίο αυτό.

Ν.Δ.: Η «Περιττή ομορφιά» αποτελείται από δώδεκα αυτοτελείς και αυθύπαρκτες μικρές ιστορίες, που δεν γράφτηκαν με σκοπό να αποτελέσουν μέρος κάποιου ενιαίου συνόλου. Συνειδητοποίησα όμως πως συγκροτούνται ως ενότητα γύρω από τη γυναικεία φιγούρα και γύρω από αυτό τον άξονα στήθηκε τελικά αυτή η πρώτη συλλογή διηγημάτων μου. Η συλλογή μοιάζει να αποτελεί μια συνεκτική και ενιαία σύνθεση, η οποία παρακολουθεί και αναπλάθει την πορεία της πρωτόπλαστης Εύας από την εγκατάλειψη του κήπου της Εδέμ και την είσοδό της στον σύγχρονο κόσμο μέχρι την τελική έξοδό της απ’ αυτόν. Στο ενδιάμεσο αποτυπώνονται στιγμές και καταστάσεις που περιστρέφονται γύρω από οικεία θεμελιώδη θέματα του σύγχρονου ανθρώπου τα οποία θα έλεγα πως αποτελούν συγγραφικές, κι όχι μόνο, εμμονές μου: την αναζήτηση της ατομικής ταυτότητας, τη μητρότητα, τον έρωτα, την απώλεια, τη μοναξιά, την πάλη για επιβίωση, τη μετανάστευση, τη βία, τη μισαλλοδοξία…

Χ.Τ.: Αλήθεια, ο τίτλος πώς έδεσε;

Ν.Δ.: Ο τίτλος προέκυψε από την καταληκτική φράση του βιβλίου: «Ομορφιά. Περιττή ομορφιά. Η ζωή». Είναι μια φράση που συμπυκνώνει τη δική μου αδιάκοπη απορία για το αν αυτό το απειροελάχιστο μεσοδιάστημα φωτός που μας χαρίστηκε μέσα στο απέραντο σκοτάδι της ανυπαρξίας έχει κάποιο, ελάχιστο έστω, νόημα. Κι αν κατ’ επέκταση υπάρχει οποιαδήποτε αξία στην προσπάθεια του ανθρώπου να δημιουργήσει οτιδήποτε που υπερβαίνει τις καθαρά βιοτικές του ανάγκες, αφού κι αυτό είναι καταδικασμένο στη φθορά και τη λήθη. Αν, με άλλα λόγια, αξίζει που γράφουμε, που διαβάζουμε, που ερωτευόμαστε, που μοιραζόμαστε, αν αξίζουν οι προσωπικές μας αγωνίες, οι συλλογικοί μας αγώνες, οι σκέψεις μας… Δεν ξέρω, πάντως στις στιγμές της μεγάλης απελπισίας, βρίσκω πως η μόνη απάντηση που μπορώ να δώσω στο ερώτημα αν στη ζωή η ομορφιά έχει κάποιο νόημα είναι πως η ομορφιά μπορεί και να ’ναι τελικά το μοναδικό νόημα, γι’ αυτό κι είναι πάντα τόσο εύθραυστη κι όλο εξοστρακίζεται ως περιττή.

Χ.Τ.: Πολύ όμορφο αυτό που είπες. Να δώσουμε μια εικόνα για κάποια από τα διηγήματα μέσα στο βιβλίο, ίσως αυτά που εσύ θεωρείς τα πιο αγαπημένα σου;

Ν.Δ.: Σε όλα τα διηγήματα, ακόμα και σε αυτά που φαίνεται να απουσιάζει κάποια εμφανής ή συγκεκριμένη πλοκή, οι εικόνες είναι κυρίαρχες, φορτισμένες θα έλεγα, δηλωτικές. Η Εύα που συνειδητοποιεί τον εαυτό της σαν δέντρο, μια γυναίκα μέσα στο ακινητοποιημένο αυτοκίνητό της που βλέπει τον δρόμο κι όσα τον συναποτελούν -πεζοδρόμια, πινακίδες, δέντρα κ.λπ.- να της επιτίθενται, μια άλλη που προσπαθεί να κάνει ένα ετοιμοθάνατο πουλί να πιει νερό, ένα αγρόκτημα στα σύνορα που το επισκέπτεται το φάντασμα ενός μετανάστη, ο φράχτης που δημιουργείται όταν οι άνθρωποι αποφασίζουν να τα βάλουν με το χιόνι που έφτασε απροσδόκητα στην πόλη τους, ένα αναποδογυρισμένο σταντ και τριγύρω σκορπισμένες σοκολάτες, ό,τι έμεινε από την πάλη ενός αστυνομικού κι ενός κλέφτη, μια γυναίκα στο πάρκο που ακολουθεί ένα κοριτσάκι που τρέχει πίσω από τη μαμά του, μια γάτα που κλώθει χρωματιστό μαλλί και μια άλλη που στοιβάζει πνιγμένους ποντικούς, η εικόνα του δάσους που μεταβάλλεται μέσα από την περιστροφή ενός μεγάλου διαμπερούς κύβου, μια γυναίκα που ανεβοκατεβαίνει τις κυλιόμενες σκάλες στο εμπορικό κέντρο, μια ξύλινη προβλήτα απ’ άκρη σ’ άκρη της θάλασσας που μεταφέρει τους ανθρώπους στον «άλλο τόπο» ενώ το νερό γίνεται ολοένα πιο κόκκινο…

Χ.Τ.: Τι ήθελες να δείξεις γενικά στους αναγνώστες σου μέσα από τα δώδεκα διηγήματα της συλλογής «Περιττή Ομορφιά»;

Ν.Δ.: Τίποτα, στην πραγματικότητα… δεν νομίζω πως έχω να κομίσω κάποιο μήνυμα ή μια αλήθεια, αφού αυτό που κάνει η λογοτεχνία είναι μόνο να υπενθυμίζει, όπως έγραψε ο Τσέχοφ, πως τίποτε σ’ αυτό τον κόσμο δεν είναι απλό. Αν κάτι, όμως, υποδηλώνεται μέσα από τα διηγήματά μου είναι, νομίζω, πως η ζωή δεν ενυπάρχει μόνο σε αυτά που θεωρούνται μεγάλα ή σπουδαία, αλλά και σε αυτά που αγνοούμε, προσπερνούμε ή υποτιμούμε, σ’ αυτά που μένουν άρρητα κι ανομολόγητα, στις φαινομενικά ασήμαντες στιγμές και σε κάποιες αδιόρατες λεπτομέρειες, χειρονομίες, συσπάσεις, μέσα από τις οποίες αναβλύζουν, όμως, ρεύματα ευαισθησίας, πόνου, αγωνίας, που πυροδοτούν το «πρωτογενές» και το «οριακό» της ανθρώπινης ύπαρξης.

Χ.Τ.: Θα ήθελα να μας χαρίσεις έναν από τους βασικούς σου συμβολισμούς στη συλλογή και να μας εξηγήσεις το σκεπτικό πίσω του.

Ν.Δ.: Όπως προανέφερα, παρότι τα διηγήματα διαφέρουν μεταξύ τους θεματικά και υφολογικά, ολόκληρη η συλλογή περιστρέφεται γύρω από τον άξονα της γυναικείας φιγούρας. Αυτό επιτυγχάνεται με τη χρησιμοποίηση ποικίλων αναφορών στην πρωτόπλαστη Εύα ή σε άλλες γυναικείες μορφές που στην ιουδαϊκή και χριστιανική παράδοση είτε την ανταγωνίστηκαν, όπως η Λίλιθ, είτε την διαδέχθηκαν, όπως η Παναγία, καθώς και την αξιοποίηση άλλων βιβλικών μοτίβων ή συμβόλων. Στόχος μου, ωστόσο, δεν ήταν να αναπαραστήσω ή να διαιωνίσω στατικές, μονοδιάστατες και στερεοτυπικές απεικονίσεις της γυναικείας προσωπικότητας ή θηλυκότητας, αλλά να τις διερευνήσω, να τις επεκτείνω, να τις αμφισβητήσω ή να και τις διαθλάσω ως πηγή σύνθετων και πολυφασματικών υποστάσεων. Αυτό που με ενδιαφέρει, παράλληλα, είναι να φωτίσω τις ποικίλες, συχνά μύχιες ή απροσδιόριστες, συνδέσεις ανάμεσα στις γυναίκες, αλλά και να υπαινιχθώ πως τα ζητήματα που άπτονται της πεμπτουσίας της ανθρώπινης ύπαρξης, ίσως τελικά παραμένουν κοινά και διαχρονικά ανάλλαχτα.Χ.Τ.: Πού έγιναν παρουσιάσεις του βιβλίου; Ποια τα μελλοντικά σχέδια;

Ν.Δ.: Το βιβλίο εκδόθηκε στην Αθήνα από «Το Ροδακιό» τον περασμένο Μάη κι αμέσως μετά έγινε η παρουσίασή του στη Λευκωσία, με τη συμμετοχή του συγγραφέα Δημήτρη Τανούδη και της εικαστικού Αντρεάνας Καμπανέλλα, η οποία ζωγράφισε το σχέδιο του εξωφύλλου. Τέλη Οκτωβρίου το βιβλίο παρουσιάστηκε στη Λεμεσό από τη φιλόλογο και κριτικό θεάτρου, Νόνα Μολέσκη, και τη συγγραφέα Μυρτώ Αζίνα, ενώ τον Νοέμβριο είχα τη χαρά να φιλοξενηθώ στην Αθήνα από τη Λέσχη Ανάγνωσης «Φάλαινα» και να συνομιλήσω με τα μέλη της. Επίσης στις 5 Φεβρουαρίου θα βρεθώ ξανά στην Αθήνα, στο βιβλιοπωλείο «Επί Λέξει», ώρα 19:00, μαζί με τους συγγραφείς Τασία Βενέτη, Εύα Μαθιουδάκη και Δημήτρη Χριστόπουλο, σε μια συζήτηση που θα συντονίσει ο συγγραφέας και μεταφραστής λογοτεχνίας Μιχάλης Μακρόπουλος, με θέμα «Τα πολλά πρόσωπα της διηγηματογραφίας».

Χ.Τ.: Τι άλλες δημοσιεύσεις ή εκδόσεις έχεις ως σήμερα;

Ν.Δ.: Η «Περιττή ομορφιά» είναι το πρώτο μου βιβλίο. Είχε προηγηθεί η συμπερίληψη ενός διηγήματός μου στη συλλογική έκδοση: «Η πόλη αυτή τη νύχτα» (Poema, 2014), ενώ άλλες μικρές ιστορίες μου έχουν δημοσιευθεί σε έντυπα (Cadences, The Books’ Journal) και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά ή ιστοσελίδες (poema, bibliotheque, falaina, frear, popaganda).

Χ.Τ.: Ποια πιστεύεις είναι τα βασικά συστατικά που πρέπει να διαθέτει ένα βιβλίο για να έχει αυτό που λέμε «εκτόπισμα»; Τι πρέπει να αποφεύγεται;

Ν.Δ.: Μπορώ να μιλήσω περισσότερο ως αναγνώστρια, παρά ως συγγραφέας, λέγοντας πως εγώ εκτιμώ τα βιβλία στα οποία η ομορφιά της μορφής, της γλώσσας, της πλοκής, της αφήγησης, συμπίπτει με την αποκάλυψη μιας βαθύτερης αλήθειας, ενός ουσιαστικού νοήματος, μιας άλλης θεώρησης που με οδηγεί πιο κοντά στην καρδιά ή την πρώτη αίσθηση των πραγμάτων. Αγαπώ τα βιβλία τα οποία με βγάζουν από τις ευκολίες μου, γελοιοποιούν προσφιλείς μύθους, με ξεβολεύουν, αναγκάζοντας με να σκεφτώ και να κατανοήσω εξ υπαρχής τον εαυτό μου και τον κόσμο. Εκείνα τα βιβλία που με βοηθούν να ζω με συνειδητότητα, κι όχι απλώς να υπάρχω, έτσι, τυχαία, στα τυφλά. Και που μου υπενθυμίζουν την κοινή μοίρα των ανθρώπων –τους κοινούς πόνους, τις κοινές χαρές, τις θαυμαστές δυνατότητες, την κοινοτυπία, όπως είπε η Χάνα Άρεντ, του κακού, την αιώνια σύγκρουση, τη θνητότητά μας… Τα βιβλία που με διδάσκουν να συμπάσχω και να μην επαναπαύομαι.

Χ.Τ.: Αν το βιβλίο σου θα ταξίδευε τον αναγνώστη στον χώρο και τον χρόνο ενός υπαρκτού σύμπαντος, τι θα βιώναμε σε πέντε λέξεις;

Ν.Δ.: Μπρος, πίσω – εδώ, αλλού – ταχύτητα, ακινησία – σκοτάδια, φως – το διηνεκές, η στιγμή.

Χ.Τ.: Τέλος, ποια είναι τα συναισθήματα με τα οποία πιστεύεις ότι κλείνει ο αναγνώστης του «Περιττή Ομορφιά» και τι αποκομίζει στο τέλος;

Ν.Δ.: Όποιο συναίσθημα ή σκέψη κι αν μπόρεσε να προκαλέσει το βιβλίο μου, ακόμη και το πιο ελάχιστο θραύσμα συγκίνησης, τον παραμικρό κλονισμό ή αμφιβολία, για εμένα είναι σημαντικό, ιδίως σ’ αυτούς τους καιρούς, που όλα μοιάζουν να μας κατακλύζουν, χωρίς όμως να κατορθώνουν να μας βρέξουν -χωρίς να αγγίζουν το μέσα μας. Από ’κει κι έπειτα, η ανάγνωση είναι μια τόσο προσωπική κι ελεύθερη εμπειρία, που ουδόλως ορίζεται ή μπορεί να ερμηνευθεί από τον συγγραφέα, κι αλίμονο, αν ήταν αλλιώς.

Χ.Τ.: Ας κλείσουμε τη συνέντευξη με ένα μικρό αγαπημένο σου χωρίο από το βιβλίο.

Ν.Δ.: «Όμως τώρα ξέρω· μακριά, πέρα από τα κτίσματα, στο βάθος, ο κήπος περιμένει.
Ένας κήπος χωρίς γεωμετρία, χωρίς περιγράμματα και όγκους, μονάχα ένας άπλετος πράσινος χώρος· μπορεί και μπλε και πορτοκαλής και μωβ και ροζ και κίτρινος κι όλες οι αποχρώσεις τους, οι τόνοι, οι συνδυασμοί τους. Ύστερα άλλα χρώματα, νέα χρώματα, νέα πλουμιά, μουσικές, λέξεις, κορμί εύπλαστο, πνοή και χώμα, κι απίθανοι κυματισμοί, σαν αυτούς που ξεσπούν στον ουρανό την ώρα του δειλινού, την ώρα του έρωτα και της γέννησης, χωρίς να επαναλαμβάνονται ούτε μια φορά, ούτε μια φορά στο όλο του χρόνου».

Χ.Τ.: Αγαπητή Νάσια, σε ευχαριστώ πάρα πολύ για τη συνέντευξη αυτή. Πραγματικά έχεις δώσει μια νέα διάσταση στον όρο «περιττή ομορφιά». Θα περιμένουμε με χαρά την επόμενή σου δουλειά.

 

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

ΜΑΡΙΑ ΚΟΥΓΙΟΥΜΤΖΗ

maria_kougioumtzi

Η Μαρία Κουγιουμτζή γεννήθηκε το 1945 στη Θεσσαλονίκη, όπου και ζει. Διηγήματά της έχουν δημοσιευτεί στα λογοτεχνικά περιοδικά «Η λέξη», «Εντευκτήριο», «Πάροδος», «Πανδώρα», «Παρέμβαση» και «Ένεκεν». Ποίησή της έχει δημοσιευτεί στα περιοδικά «Εντευκτήριο» και «Πάροδος».
Το βιβλίο της, «Άγριο βελούδο», τιμήθηκε με τα βραβεία διηγήματος του περιοδικού «Διαβάζω» (2009) και του Ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών (2010).

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Όλα μπορούν να συμβούν μ’ ένα άγγιγμα, Εκδόσεις Καστανιώτη (2016)
Κι αν δεν ξημερώσει;, Εκδόσεις Καστανιώτη (2013)
Γιατί κάνει τόσο κρύο στο δωμάτιό σου;, Εκδόσεις Καστανιώτη (2011)
Άγριο βελούδο, Εκδόσεις Καστανιώτη (2008)

 

 

 

Η Μαρία Κουγιουμτζή έγραψε και ποιήματα τα οποία δημοσίευσε σε λογοτεχνικά περιοδικά και τα οποία μεταφέρω εδώ από το translatum.gr (https://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=14293.0)

 

Ο ΑΓΓΕΛΟΣ

Μες στο καζάνι ο άγγελος ψηνότανε
με πράσινες πιπεριές, κόκκινο μπούκοβο
πασπαλισμένος με κρασί μαδέρας
και λίγη χρυσαφιά μουστάρδα
στα φτερά του.
Καθώς μιλιά ανθρώπινη δεν γνώριζε
νόμιζε πως αν τραγουδούσε
θα ημέρευε το αγριεμένο πλήθος.
Και πράγματι, πιάνοντας το χορό
τρώγαν τα καφτερά
ζεστά κομμάτια του
γλείφοντας τα φτερά του
με τις λάγνες γλώσσες τους
και φτύνανε τα τρυφερά του
κόκαλα στο χώμα.

Δημοσιευμένο στο περιοδικό Πάροδος, τεύχος 23-24 (Δεκέμβριος 2008)

 

ΣΕΙΡΗΝΑ

Μην την ακούς
έχει πανσέληνο η Σειρήνα μες στα μάτια της
θα βυθιστείς στην τρικυμία της φωνής της
Τα δίχτυα των χεριών της θα σ’ αρπάξουνε

κι ως να πεις χάνομαι
θα σ’ έχουν βάλει στο τηγάνι

Δημοσιευμένο στο περιοδικό Πάροδος, τεύχος 23-24 (Δεκέμβριος 2008)

 

ΜΗ ΒΛΕΠΕΙΣ

Μη βλέπεις
πώς μοιράζει τα χαρτιά
πώς κόβει τον βαλέ και πώς τη ντάμα
πώς ρίχνει τα σπαθιά μες στις καρδιές
κι απλώνεται το αίμα
στο μονό του στρώμα.

Εσύ να βλέπεις
τους δυο λύκους μες στα μάτια του
καθώς ρουφάνε το κελαρυστό μεδούλι
απ’ τα δικά σου.

(Ανέκδοτο ποίημα)

 

ΤΟ ΓΑΛΑΖΙΟ ΑΛΟΓΟ

Πες σ’ αυτό το γαλάζιο άλογο πως δεν υπάρχει.
Πως πρέπει να προσαρμοστεί στον σκούρο κόσμο.
Πάει ο καιρός που έπλεε στη θάλασσα
κοιμότανε στο πράσινο του χορταριού αιδοίο.
Πες του να σκύψει το κεφάλι για σφαγή
να φύγει από το πάρτι με τις αλεπούδες.
Έχει στεφάνι αγκαθωτό από συρμάτινη κραυγή
κολάρο να φορέσει
και με τα ξύλινα παπούτσια του
τον θάνατό του να κλοτσήσει.

Αργά αργά να ξεφλουδιστεί
απ’ τον γαλάζιο εαυτό του
και μ’ ένα χρώμα χωματί να γονατίσει.

(Ανέκδοτο ποίημα)

 

ΑΝΘΟΔΕΣΜΗ

Σε μια μεταξωτή θηλιά κορδέλα
τα κίτρινα τριαντάφυλλα σπαράζουν
Τα δάχτυλα των φύλλων τους
βοήθεια ζητάνε μες στο θολό νερό,
για να σωθούν
γαντζώνονται στ’ αγκάθια
ξεσκίζοντας την πράσινή τους σάρκα.

(Ανέκδοτο ποίημα)

 

ΚΑΛΙΝΤΡΕΗ

Την Καλιντρέη περιμένω εγώ, την Καλιντρέη,
την πιο σκληρή κι από τους μπάτσους
που φυλάγανε στην πόρτα.
Πιο αψιά, πιο σκύλα,
που σε δάγκωνε στο άψε σβήσε.
Όμως είχε δυο αστέρια
στον αριστερό της κόρφο
και μια χρυσή καδένα
στον γαλάζιο αφαλό της.
Όλα τα θέλω σου αμέσως τα αράδιαζε
σαν πιόνια και με χρυσό καρφί
μαγνήτιζε την ξυραφένια ακμή τους.

Θα δεις
ίχνη πάνινων φτερών
από ιπτάμενα πλοία,
άσπρη γαζέλα μες στο
κόκκινο παλτό της.

Θα πάρεις
το μαλαματένιο τόξο της
καθώς σφυρίζει στον αέρα
σχίζοντας τον αφρό από τα όνειρα
πριν καρφωθεί
στο σάρκινο ηχείο της καρδιάς σου.

Δημοσιευμένο στο περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχος 77 (Ιούνιος 2007)

 

ΣΕ ΠΡΟΔΩΣΑΝ

Δυο καστανές και δυο χρυσές
ουρίτσες απ’ τη φράντζα σου
γελούσαν
πάνω από τα μοβ γυαλιά σου
Αν ήτανε ζαχαρωτά
ή δηλητήριο
από δόντι οχιάς
τα μάτια σου,
δεν έβλεπα.

Οι κοφτεροί καρχαρίες των δοντιών σου
σε προδώσαν.

Δημοσιευμένο στο περιοδικό Πάροδος, τεύχος 14 (Ιούνιος 2007)

 

ΝΑ ΤΟΝ ΦΟΒΑΣΑΙ

Να τον φοβάσαι
τον θυμό του Μένανδρου
κρατάει Καλάσνικοφ η οργή του.
Έχει ομήρους
μυστικά και λάθη σου
δεν θα διστάσει να τα εκτελέσει.

Γι’ αυτό στριπτίζ μην κάνουν
οι ανάγκες σου
το αλεξίσφαιρο γιλέκο
του εγώ τους να φορέσουν
πριγκίπισσες σιωπηλές κι αδιάφορες
από κοντά σου να περάσουν.

Δημοσιευμένο στο περιοδικό Πάροδος, τεύχος 14 (Ιούνιος 2007)

 

ΧΟΡΔΗ

Τυφλή χορδή
σφυγμός
στα μαύρα πλήκτρα των δακτύλων σου
που απορροφούσαν λέξεις
μέσα σε πράσινη σκιά
αιώρα φωνηέντων
σταγόνες θαλασσιάς βροχής
χειροκροτάει ο τσίγκος
από το άηχο τύμπανο
το δέρμα της φωνής σου
πλένει
τα κίτρινα γάντια μου
που σφίγγουν τον λαιμό σου.

Δημοσιευμένο στο περιοδικό Πάροδος, τεύχος 14 (Ιούνιος 2007)

 

ΑΛΚΙΝΟΟΣ

Μη
τον μικρό μου φίλο τον Αλκίνοο
που τρώει με το δάχτυλο το μέλι,
βουίζουνε στον ουρανίσκο του οι μέλισσες,
το φιλντισένιο όστρακο
των κυανών ματιών του
ουρά χελιδονιού ψαλίδισε
περνώντας η σκιά της.
Μη,
έτσι ολόγυμνος π’ αποκοιμήθηκε
κάτω από της μουριάς τα φύλλα
και στάζουν οι χυμοί από τα μούρα της
σαν κοκκινάδια άσεμνα
στο τρυφερό του σώμα,
μην τον ξυπνάτε.

Δημοσιευμένο στο περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχος 77 (Ιούνιος 2007)

 

Η ΕΡΗΜΟΣ

Είναι η έρημος παράδεισος,
ανθίζουν σπάνια λουλούδια.
Άσπρα ελάφια
παίζουν μ’ άσπρους λύκους.
Μονόκεροι μ’ αμέθυστους φτερά πετάνε.
Ολόξανθες πεταλούδες ιππείς
στη ράχη κόκκινων πουλιών αλόγων.

Γελάς, και πέφτουν μαργαρίτες απ’ το γέλιο σου
κάνουν τα φύλλα τους βαρκούλες τα μυρμήγκια
κι οι μέλισσες τις σέρνουν με τ’ αγκίστρι τους
στο ζαλισμένο αέρα τσαϊράδα.
Μες στις αιώρες της δροσιάς
λικνίζονται της αχλαδιάς τα φύλλα,
κοιμάται πάνω τους η βελουδένια κάμπια,
ένα μαμούθ έσκυψε και τη φίλησε
κι έμεινε το μεταξωτό της χνούδι
σκουλαρίκι στο μεγάλο αυτί του.

Ο ήλιος που μήτε έδυε, μήτε ανέτειλε,
με τις χρυσές χορδές έπαιζε της κιθάρας του
και χόρευαν μεθυστικά τα πράσινα φιλιά της χλόης.

Έρχονται οι έρωτες σε διάφανα έλκηθρα
κρούουν με τύμπανα τ’ ατλάζι της ψυχής σου,
δεν σχίζεται, ηχεί.

Είναι επόμενο
να βλέπεις τόσα οράματα
αφού εξόριστη στην έρημο βαδίζεις.

Δημοσιευμένο στο περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχος 77 (Ιούνιος 2007)

 

ΠΑΥΣΙΛΑΟΣ

Είναι αγρίμι ο Παυσίλαος
να τον φοβάσαι
σαν τσακμακόπετρες ανάβουν τα σπιρούνια του
πάνω στη γραφομηχανή όταν καλπάζει.
Το λάσο του πετάει
κι αιχμαλωτίζει απ’ το λαιμό
τα ρήματα και τις προθέσεις σου
και με τη μια τις παίρνει το κεφάλι.

(Ανέκδοτο ποίημα)

 

Η ΕΡΩΤΗΣΗ ΠΟΥ ΔΕΝ Μ’ ΑΓΑΠΟΥΣΕ

Κανένα νέο; Ρώτησες.
Εξαρτάται πώς εννοεί κανείς το νέο.
Νέο μπορεί να είναι ότι επιτέλους τηλεφώνησες.
Μπορεί να είναι μια καινούρια σκέψη που έκανα για σένα
ή μια παλιά που την έκανα εκ νέου.
Μπορεί να είναι νέα η διάθεσή μου
ν’ ακούσω τη φωνή σου
ή η δική σου διάθεση που ρωτά: έχεις κάνα νέο;

Η ερώτησή σου απαντούσε
σ’ αυτό που μας ενώνει καθώς μας χωρίζει.
Είναι σα να με γύρευε εκεί που δεν ήμουν
κι εκεί που ήμουν δε με βρήκε.
Ίσως γιατί ερχόταν από κει που δεν ήσουν
ενώ, εκεί που ήσουν, η ερώτηση δεν υπήρχε.

Δημοσιευμένο στο περιοδικό Πάροδος, τεύχος 14 (Ιούνιος 2007)

 

ΟΝΕΙΡΟ

Μες στη φωτογραφία του
κοιμάται ο νέος ναύτης
η άσπρη φορεσιά τού αφαιρεί το βάρος
θαρρείς λευκό και θαλασσί
μπαλόνι που υψώνεται
χαράζοντας μια φωτεινή γραμμή
στα μάτια της γυναίκας
π’ αγρυπνάει.

Δημοσιευμένο στο περιοδικό Πάροδος, τεύχος 14 (Ιούνιος 2007)

 

ΗΜΟΥΝ ΕΝΑ ΣΙΩΠΗΛΟ ΚΟΡΙΤΣΙ

Εγώ μαχαίρωσα τον Κλύτη.
Τις γαλανές λίμνες των ματιών του
εγώ τις πάγωσα
να πατινάρετε άνετα μπορείτε.
Μη φοβάστε.
Είναι αμετάκλητα σκληρός ο πάγος
δε θα βυθιστείτε.

Όσα είδατε σ’ αυτόν,
κίτρινα φίδια τα φιλιά του,
φλογοβόλα όπλα,
τα χέρια πυρωμένες ξιφολόγχες,
τα πόδια να κλοτσούν
σαν άγρια άλογα,
όμως κυρίως η μιλιά του,
οξύ που τρέλαινε τις φρένες σας,
δεν θα τα ξαναδείτε.
Εγώ τ’ αφάνισα.

Ήμουν ένα σιωπηλό κορίτσι
και δεν πρόσεξε.
Είχε ξεχάσει
πως εγώ μεγάλωσα στους δρόμους.

Δημοσιευμένο στο περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχος 77 (Ιούνιος 2007)

 

ΑΘΩΝΕΣ

Εσύ να μην κοιτάς τους Άθωνες
που τρώνε ζωντανά τα ψάρια
Αυτοί σ’ εχθρούς και φίλους
με το ίδιο μένος φέρονται
τους κόβουν χέρια και πόδια
άμα τους προδώσουν

Εσύ που μες στο μέλι ψάρευες τα μύδια
και με τις φτερωτές γοργόνες
ξενυχτούσες κάθε βράδυ
Πρέπει να είσαι μαλακός
με τους εχθρούς σου.

Δημοσιευμένο στο περιοδικό Πάροδος, τεύχος 14 (Ιούνιος 2007)

 

Η ΚΑΡΕΚΛΑ

Είναι πολύ κρύα αυτή η καρέκλα
Μου επιτίθεται με ριπές πάγου.
Είναι γιατί καθόσουν πάνω της όταν…
Της λείπουν τα ζεστά σου χέρια στο ξύλινο κορμί της.

Η γραφή σου, ο καπνός του τσιγάρου σου
Τα μυστικά σου
Ήσουνα το μαντείο της.

Όταν κάθομαι εγώ
ορμάει πάνω μου η άρνησή της.
και μου πετάει κατάμουτρα το χιόνι της.

Είναι μια συνηθισμένη καρέκλα
Με την ανάσα των πεύκων στα χέρια της
ξύλινα μπράτσα που αγκαλιάζουν

Ξεθωριασμένο το κάλυμμα
κρύβει την ευωδιά της αφής σου
στα τρεμάμενα νήματα της ύφανσής της.

Οι άγγελοί σου
λικνίζονται πάνω της
βυθίζοντας τα άηχα πέλματά τους
στο άδειο.

Είναι μια ερωτευμένη καρέκλα
Που επιμένει να κλείνει μέσα της
τον ίσκιο σου ζεστό.

Με τους λύκους του δάσους
να παραμονεύουν.

Όμως εσύ
Γονατίζοντας έγραφες
στα πράσινα φύλλα της

Έγλειφε ο κρόκος του πρωινού
Την άδεια πλάτη
κι ένα μεθυσμένο αηδόνι
κοιμόταν πάνω στο μπράτσο της.

Τραγούδα
Κανείς μας δεν σ’ αφήνει να φύγεις

Τι καλά που δεν είδες τον κόσμο μας
Πιασμένο στο δίχτυ του τρόμου.

Ανέκδοτο ποίημα, δημοσιευμένο στον ιστότοπο bibliotheque (2014)

 

Η ΟΥΡΑ ΤΗΣ

Ήταν από τα πιο καφτά μοντέλα η Τζέϊνα
φεύγαν πουλιά απ’ το μαύρο τρυπητό καλσόν της,
είχαν δυο ρίγες πράσινες και δυο πορτοκαλιές
τα κίτρινα ποτάμια των μαλλιών της
που φτάναν και χαϊδεύανε την άκρη της ουράς της
το χνουδωτό μαστίγιο που μαστίγωνε
τους εραστές που πλέαν στα νερά της.

2006

 

ΑΧΕΡΟΝΤΑΣ

Για δες
πως φούσκωσε ο Αχέροντας
απ’ ώρα σ’ ώρα θα ‘χει πλημμυρίσει
ανώφελα τα φράγματα
λαφρείς οι σάκοι με τα υπάρχοντά μας
αντίσταση δε φέρνουνε τα θέλω μας
οι ανάγκες μας υποταγή έχουν δηλώσει

Σιωπηρά κι ανώνυμα το αίμα μας
συνθήκη έχει κάνει, ένωση,
με τα νερά
που απ’ ώρα σ’ ώρα θα μας πνίξουν.

 

ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΟΙ ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΟΙ ΣΚΥΛΟΙ

Είδα μια ταινία του Τζάρμους
για έναν νέο ποιητή
που δίσταζε να εκδώσει
τα ποιήματά του.

Υπήρχε κι ένας σκύλος
Που ήταν ερωτευμένος
με την γυναίκα του ποιητή.

Ο σκύλος όταν βρήκε ευκαιρία
Ξέσκισε με τα δόντια του
το μπλοκ με τα προχειρογραμμένα ποιήματα.

Ο ποιητής για βδομάδες
Δεν κοιμόταν
δεν έτρωγε

Κυκλοφορούσε σαν νεκρός
Με το πένθος
Του χαμένου του εαυτού

Κι ενώ όλα φαίνονταν τετελεσμένα
Ένα πρωί ο σκύλος
Άνοιξε την πόρτα της ποίησης
Κι ο ποιητής έγραψε ένα ποίημα
Για τους ερωτευμένους σκύλους
Που ακόμα κι αυτοί
κατατρέχουν την ποίηση.

 

ΤΖΙΝΟ

Δες πώς χορεύει ο Τζίνο
πώς λικνίζεται,
σαν ολοστρόγγυλο αυγό κυλάει
πιο θαλασσιά απ’ το μπλού τζίν τα μάτια του
πιο δροσερή απ’ το καμπάρι η πνοή του
Μ’ απ’ όλα πιο γλυκιά η λεκάνη του
καθώς στριφογυρίζει γύρω γύρω
πλένει όλα τα γινάτια και τις πίκρες μου
και με μαλακτικό φιλί τις μαλακώνει.

Από την ενότητα «Άγγελοι με κραγιόν»
περιοδ. Εντευκτήριο 2007

 

 

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

 

ΑΓΡΙΟ ΒΕΛΟΥΔΟ (2008)

«Άγριο βελούδο» είναι το αγκάλιασμα της τρυφερότητας με τη σκληρότητα. Η συνύπαρξη του απαλού με το τραχύ· του τολμηρού με το αθώο. Είναι η δίψα της ψυχής να ζήσει μέσα στο σώμα αλλά και πέρα από αυτό. Η ιεροτελεστία του εγκλήματος. Eίναι ο έρωτας, η τρέλα και η εκδίκηση. Η μέθη της παραβατικότητας. H αμαρτία ως εφαλτήριο έντονων συγκινήσεων και εξάρσεων, που συντρίβει τα όρια του κατεστημένου και του φυσικού. Tα πρόσωπα που θυσιάζουν την ύπαρξή τους για να υπάρξουν, οι αντάρτες αλλά και εραστές της καθημερινότητας. Eίναι η παράλογη αντιλογία που ανοίγει τις πύλες ενός κόσμου όπου τα πάντα είναι ανοιχτά και ενδεχόμενα.

Στα διηγήματα της Μαρίας Κουγιουμτζή αποκαλύπτεται η ερωτική και άφθαρτη όψη της ζωής. Ένα σύμπαν αγίων και δαιμόνων, όπου οι άνθρωποι αποτινάσσουν τη δυστυχία και κινούνται υπερήφανα προς την αταξία και το χάος, αναζητώντας στην ανατροπή την πολυπόθητη λύτρωση.

 

ΓΙΑΤΙ ΚΑΝΕΙ ΤΟΣΟ ΚΡΥΟ ΣΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΣΟΥ; (2011)

Η ηδονή του πόνου. Η βεβήλωση του σώματος. Η παραφορά και το πάθος. Η επαφή με το ενδότερο «είναι» μας. Η απώλεια. Η είσοδος στη μοναξιά. Ο έρωτας προς ένα βιαστή και δολοφόνο. Η επιστροφή από τον πόλεμο. Η ανυπαρξία. Η κατάργηση της ατομικότητας. Η εγκατάλειψη. Η έλξη και η απώθηση για τον ίδιο άντρα. Το διαζύγιο. Η προδοσία. Η φθορά του σώματος. Η δειλία. Τα αγκάθια της ψυχικής αναλγησίας. Ο έρωτας που χάνεται και μέσω της τέχνης ανακτάται. Το φάντασμα μιας αδικοχαμένης δασκάλας. Ο δραπέτης ενός γηροκομείου. Ο άντρας που γοητεύει και μετά το θάνατό του. Η δολοφονία μιας γλύπτριας. Ο μπαμπάς που δεν πετάει.

Το «Γιατί κάνει τόσο κρύο στο δωμάτιό σου;» διεισδύει στο λαβύρινθο του ενστίκτου, που, άλλοτε ζωώδες και άλλοτε αθώο κι ανυπεράσπιστο, κυριεύει τον άνθρωπο και τις κινήσεις του, στιγματίζοντας τις σχέσεις του και τη ζωή του.

Από τη συγγραφέα του βιβλίου «Άγριο βελούδο» (Βραβεία διηγήματος του περιοδικού «Διαβάζω» και του Ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών).

ΚΙ ΑΝ ΔΕΝ ΞΗΜΕΡΩΣΕΙ; (2013)

Εν μέσω κρίσης που διαλύει τη χώρα και ταπεινώνει τους πολίτες, τρεις άνδρες που υπηρετούν στην Ακαδημία Πολέμου έρχονται στην κοινή πατρίδα τους με αδιευκρίνιστη αποστολή. Ο πρώτος είναι σκληρός, ευνουχισμένος από αγάπη νέος. Ο δεύτερος, αμέτοχος και αδρανής, κυκλοφορεί στους δρόμους σαν χαμένος. Ο τρίτος αφυπνίζεται και δρα με σκοπό την ανατροπή της εξουσίας. Και τους τρεις τούς χωρίζουν πολλά, αλλά τους ενώνουν περισσότερα: μυστικά από το παρελθόν, αμαρτίες των παιδικών χρόνων, στοιχειωμένοι έρωτες, μικρά και μεγάλα ατιμώρητα εγκλήματα. Σε μια πόλη που ανασαίνει βαριά από τα δακρυγόνα, που τη νύχτα μετατρέπεται σε υπαίθριο κρεβάτι αστέγων, μόνοι και κατατρεγμένοι περιπλανώνται χωρίς να ξέρουν αν προτιμούν να ξεκουραστούν, να ακουμπήσουν στον έρωτα, να αποδράσουν ή να περιμένουν απλώς τις εντολές. Μέχρι που αυτές γίνονται γνωστές, και τότε τα περιθώρια στενεύουν. Τα προαιώνια πάθη ορίζουν πλέον και τα κρίσιμα διλήμματα: Μίσος ή τρυφερότητα; Σιωπή ή εξέγερση; Ζωή ή θάνατος; Δυνατοί σαν θηρία ή αδύναμοι σαν άνθρωποι;

 

ΟΛΑ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΣΥΜΒΟΥΝ Μ’ ΕΝΑ ΑΓΓΙΓΜΑ (2016)

Βάλτοι μες στην ομίχλη, σπίτια τιμωρίας ορθωμένα στο χιόνι, δωμάτια κλειδωμένα, μυστικά, κοριτσάκια που γαληνεύουν τσακισμένους άντρες, νεαρά αγόρια που μοιάζουν στη νεκρή τους μητέρα και οικειοποιούνται την εμφάνισή της, γυναίκες άστεγες που υποκύπτουν ή εξουσιάζουν τους ευεργέτες τους, άντρες παράφορα ερωτευμένοι, διαφθορείς, δυναμικές γιαγιάδες, ήρωες που παλεύουν με το βαρύ τους αίμα, με το ένστικτο της ζωής και του θανάτου, με τον θηριώδη έρωτα για τον άλλον.

Στο βιβλίο της Μαρίας Κουγιουμτζή οι άνθρωποι ανταμώνουν ή χωρίζονται, με ανάλαφρα ή βίαια αγγίγματα. Αγγίγματα όλων των ειδών, ερωτικά, σεξουαλικά, κοινωνικά, πολιτικά, μυστήρια. Σχέσεις τρυφερές, άγριες, παθιασμένες, σε καιρό ειρήνης και σε καιρό πολέμου. Ανάγκες ανθρώπινες και ανάγκες απάνθρωπες. Ένα κοίταγμα που μέσα από την αγριάδα του απλώνει το χέρι και χαϊδεύει τους αδύναμους και τους γονατισμένους, αλλά και αυτούς που ίπτανται στον αέρα, τους ασυμβίβαστους, τους φτερωτούς με τα κρυμμένα φτερά.

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Άγριο βελούδο

 

Βαγγέλης Προβιάς

http://www.protagon.gr, 9.8.2012

(Απόσπασμα)

Οι ήρωες της Κουγιουμτζή είναι ακραίοι άνθρωποι. Με έναν βρώμικο τρόπο, τολμώ να χρησιμοποιήσω την λέξη σιχαμένο: μισούν τον κόσμο, τον εαυτό τους, τους άλλους, αδιαφορούν για το οραματικό και το μαγικό της ζωής, υπακούουν μόνο στα πιο άγρια από τα ένστικτά τους. Εξάλλου από λάσπη δεν είναι φτιαγμένος ο άνθρωπος; Επιτίθενται, αμύνονται, χτυπάνε απροσδόκητα, ανελέητα, καμία φορά χωρίς αιτία – μόνο και μόνο επειδή έχουν μέσα τους μαζεμένη κάμποση από την ανεξάντλητη αδικία του κόσμου μας.

Καθώς διαβάζεις την μία ιστορία μετά την άλλη, θέλεις να τους γνωρίσεις με μία διάθεση αρπακτική, για να ικανοποιήσεις και εσύ το «ερπετό» μέσα σου. Εκείνο το κομμάτι σου που γουστάρει με τρέλα να διαβάζει για μπάσταρδους, για καθίκια της ζωής, για όσους διέπραξαν φόνο από φθόνο και μόνο, για την σκληρότητα των παιδιών, για μαζοχιστικά ζευγάρια, για τις ηδονές της άσκησης εξουσία προς κάποιον αδύναμο, για αιμομιξία… ναι, έχει την καύλα του να μην υπάρχει λύτρωση! Αυτό μας ψιθυρίζει ύπουλα η Κουγιουμτζή. Ύπουλα και με έναν τρόπο τόσο κεντημένο και γεμάτο ψυχή που σε αφήνει άβουλο, χωρίς περιθώριο, ικανότητα ή επιθυμία αντίδρασης, όπως κάποια θύματα στις ιστορίες της. Αυτή η σχεδόν 70χρονη γυναίκα με την γραφή της σε κάνει ό, τι γουστάρει. Και σου αρέσει.

 

Κωστής Παπαγιώργης

«Lifo», τχ. 255, 30.6.2011

(Απόσπασμα)

Παρότι η ηθογραφία απέβη πια αξιομίσητη στα ντόπια ήθη, ό,τι κι αν σκαρώσουμε παραμένει ιστορία ηθών. Μόνο που στην εκλεκτή περίπτωση της Κουγιουμτζή έχουμε μια σειρά καινοτομίες που δίνουν αέρα στα διηγήματά της και πεποίθηση ότι γράφει κάτι που δεν έχει βρει την άξια καταγραφή του. Όταν γυρνάμε το μέσα έξω αρχίζουμε να σκεφτόμαστε διαφορετικά, ν’ αντιδρούμε με άλλη καρδιά και ν’ ανακαλύπτουμε έναν εαυτό που δεν γνωρίζουμε. Ενώ, λοιπόν, από το πρώτο ήδη διήγημα -πιθανώς το καλύτερο της συλλογής- αισθανόμαστε ότι το θέμα εμπνέει το ύφος, προχωρώντας και φυλλολογώντας από ιστορία σε ιστορία, συμπεραίνουμε ότι το ύφος δημιουργεί τα μικρά ή εκτενέστερα αφηγήματα. Αρκεί να σπάσει η χολή ενός συγγραφέα για να του δοθούν τα σπάνια υλικά με τα οποία θα φτιάξει έναν κόσμο; Η αφηγήτρια φαίνεται να έχει βρει το θέμα της στην κλίμακα των κάθε λογής «σχέσεων», ερωτικών, οικογενειακών, μαθητικών, εξευτελιστικών, όπου έχει το ελεύθερο να σπουδάζει τη σκληρότητα και κάθε λογής ψυχική μόλυνση με ακρίβεια παθολόγου κι επίσης φανατισμένου θύματος. Πρόκειται για μια μικρή ανθρωπότητα που έχει χάσει το γέλιο της, αλλά διόλου τα τεχνάσματα, τις επιθυμίες και την ανθρωπομανία. Ωστόσο, δεν έχουμε να κάνουμε με πετρωμένα πρόσωπα, με αδιαπέραστες ψυχές· απεναντίας, στην ατμόσφαιρα συχνά διανεύει κάτι το αγιωτικό που θυμίζει μετανοημένο αμαρτωλό ή τσακισμένη καρδιά που δεν αντέχει τον εαυτό της. Πηγή: http://www.lifo.gr

 

Κωνσταντίνος Μπούρας

«Ελευθεροτυπία»/ «Βιβλιοθήκη», τχ. 643, 19.2.2011

Παραβατικές συμπεριφορές και εκστασιακός πανερωτισμός, κόντρα σε όλα τα ταμπού και τις προκαταλήψεις. Η θεσσαλονικιά συγγραφέας επιχειρεί να προκαλέσει τους απανταχού ηθικολογούντες, τραγουδώντας ένα άγριο άσμα ελευθερίας και αποδέσμευσης από κάθε λογής πνευματική και σωματική σκλαβιά. «Αγριο βελούδο είναι το αγκάλιασμα της τρυφερότητας με τη σκληρότητα. Η συνύπαρξη του απαλού με το τραχύ· του τολμηρού με το αθώο. Είναι η δίψα της ψυχής να ζήσει μέσα στο σώμα αλλά και πέρα από αυτό», γράφει στο οπισθόφυλλο του βιβλίου.

 

Ευριπίδης Γαραντούδης

«Τα Νέα»/ «Βιβλιοδρόμιο», 25.4.2009

(Απόσπασμα)

Το Άγριο βελούδο , το πρώτο βιβλίο της Μαρίας Κουγιουμτζή περιλαμβάνει είκοσι επτά σύντομα διηγήματα. Αρκούν οι παραπάνω πληροφορίες, ώστε οι περισσότεροι απ΄ όσους παροικούν την Ιερουσαλήμ της λογοτεχνικής συντεχνίας να κάνουν τους σχεδόν αυτόματους συνειρμούς: πρώτο βιβλίο σε ηλικία ύστερα από το μεσοστράτι της ζωής· τι μπορεί κανείς να περιμένει; Όσοι, όμως, εξακολουθούν να διαβάζουν λογοτεχνία χωρίς τις παρωπίδες του συντεχνιακού δημοσιοϋπαλληλισμού και το στερεότυπο της ηλικιακής επετηρίδας, που ορίζει ότι στη λογοτεχνική αγορά εντάσσεσαι γύρω στα είκοσί σου χρόνια ώστε κοντά στα εβδομήντα σου να φωτογραφίζεσαι, επιτυχημένος πλέον, δίπλα σε μία στοίβα πεζογραφημάτων, γνωρίζουν ότι στο σώμα της λογοτεχνίας εγγράφεσαι ή και αποτυπώνεις το στίγμα σου ακόμη και με το ένα βιβλίο, το ένα διήγημα, ενίοτε και με το ένα ποίημα. Αυτή είναι η ασυνήθης περίπτωση της Κουγιουμτζή: ο άξιος καρπός της λογοτεχνικής προσφοράς της, αυτά τα είκοσι επτά μικρά διηγήματα, ωρίμασαν με φυσικό τρόπο μέσα στο κύλισμα του χρόνου. Πριν από αυτό το βιβλίο, στα χρόνια που πέρασαν, η Κουγιουμτζή αρκέστηκε να δημοσιεύσει σε λογοτεχνικά περιοδικά επτά από τα διηγήματα της συλλογής της και μερικά ακόμη, καθώς και λιγοστά ποιήματά της. Ίσως, λοιπόν, η εγκράτεια της δημοσιότητας και η όψιμη εμφάνιση αποφέρουν το όφελος της τελικής συγκομιδής: αντί της ποσότητας η ποιότητα.

 

Λώρη Κέζα

«Το Βήμα», 30.10.2008

(Απόσπασμα)

Τα διηγήματα της Μαρίας Κουγιουμτζή έχουν ενδιαφέρον για δύο λόγους: Αφενός υπάρχει μια μυθοπλαστική άνεση, μια φαντασία που περιφέρεται σε πολλές και διαφορετικές καταστάσεις, με μια εμμονή ίσως στο περιθώριο, στην παράβαση, στο εσφαλμένο. Αφετέρου υπάρχει μια διεισδυτική ματιά που επιτρέπει τη σκιαγράφηση των χαρακτήρων μέσα από τις λίγες λέξεις. Ισως να είναι η εμπειρία της ζωής, ίσως κάποιο ιδιαίτερο χάρισμα, πάντως η Κουγιουμτζή ξέρει και μπαίνει στο πετσί των ηρώων της, όσο διαφορετικοί κι αν είναι μεταξύ τους. Ο πλούτος των κειμένων, αριθμητικά και ποιοτικά, μας κάνει να υποψιαζόμαστε ότι το συρτάρι της συγγραφέως είναι γεμάτο χειρόγραφα που θα παρουσιαστούν σιγά σιγά στο κοινό. Σίγουρα τέτοια διηγήματα δεν είναι αποτέλεσμα λογοτεχνικού πυροτεχνήματος.

 

Γιατί κάνει τόσο κρύο στο δωμάτιό σου;

 

Δημοσθένης Κούρτοβικ

«Τα Νέα»/ «Βιβλιοδρόμιο», 11.6.201

(Απόσπασμα)
Αιρετικές προσεγγίσεις στα μυστικά της ψυχής και των ανθρώπινων σχέσεων από µια συγγραφέα που φλερτάρει µε τον θάνατο
Όχι µόνο δεν κάνει κρύο στα δωμάτια και γενικά στους χώρους που κατοικούνται (που στοιχειώνονται, θα ήταν σωστότερο να πούμε) από τα πρόσωπα των διηγημάτων της Μαρίας Κουγιουμτζή αλλά και τα τυλίγει µια πυρακτωμένη ατμόσφαιρα, µια καυτή λάβα από την έκρηξη υπόγειων συναισθημάτων και παθών, που οδηγούν στον θάνατο. Έναν θάνατο ζεστό και αυτόν, που έρχεται όμως σαν κύμα θαλπωρής, σαν ανακουφιστική αγκαλιά ή ακόμα και σαν ερωτική κορύφωση.

Η Μαρία Κουγιουμτζή βραβεύτηκε δις για το προηγούμενο και πρώτο βιβλίο της, το «Άγριο βελούδο», συλλογή διηγημάτων κι εκείνο. Αν υπήρχε όμως βραβείο για το πιο θανατόληπτο βιβλίο, θα το κέρδιζε σίγουρα µε αυτό το δεύτερο. Σχεδόν όλα τα διηγήματα του τόμου, που δεν είναι λιγότερα από τριάντα πέντε, μιλούν για θάνατο: φόνους, αυτοκτονίες, εκτελέσεις, θανάσιμα δυστυχήματα, σπανιότερα φυσικούς θανάτους. Και οι λίγες εξαιρέσεις που ευθύνονται γι’ αυτό το «σχεδόν» είναι εξίσου, αν όχι περισσότερο ζοφερές: πρωταγωνιστούν εκεί σώματα ακρωτηριασμένα, παραμορφωμένα ή οικτρά φθαρμένα, ενώ έχουμε και µια περίπτωση σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκου, σύμφωνα µε την περιγραφή της πράξης από τον Ποινικό Κώδικα, αν και, όπως θα δούμε, η προσέγγιση της συγγραφέως μάς αφήνει µια άβολα διαφοροποιημένη αίσθηση.

 

Μάρη Θεοδοσοπούλου

«Ελευθεροτυπία»/ «Βιβλιοθήκη», τχ. 665, 23.7.2011

(Απόσπασμα)

Το μεγάλο ατού της Κουγιουμτζή στα διηγήματα της πρώτης συλλογής της είναι ο μεταφορικός λόγος, ο οποίος στα καινούρια διηγήματα εμπλουτίζεται περαιτέρω. Ωστόσο, κάποια από τα σχήματα λόγου, όταν επαναλαμβάνονται, χάνουν την έντασή τους καθώς ατονεί το στοιχείο της έκπληξης. Σε όλα τα καινούρια διηγήματα η αφήγηση γίνεται σε πρώτο πρόσωπο. Οπως φαίνεται, πρόκειται απλώς για έναν βολικό αφηγηματικό τρόπο καθώς το πρόσωπο του αφηγητή αλλάζει, παρουσιάζοντας αντίστοιχη ποικιλία με τα θέματα των διηγημάτων. Πιστεύουμε, πάντως, ότι η Κουγιουμτζή βρίσκει τον καλύτερο συγγραφικό εαυτό της όταν την αφήγηση αναλαμβάνει μια θηλυκή ύπαρξη, ανεξαρτήτως ηλικίας. Με αφηγήτρια ένα κοριτσάκι, δίνει ένα ερωτικό διήγημα εμπειρίκειας πνοής ανάμεσα στα λίγα του είδους που έχουν γραφτεί. Με αφηγήτρια μια κοπέλα, αποκαλύπτει την αγριάδα του θανάτου. Παρ’ όλο που αυτός έρχεται ως προδιαγεγραμμένος στις συνθήκες ενός νοσοκομείου, προβάλλει περισσότερο παγερός από τους θανάτους άλλων διηγημάτων, με φονικά, εκτελέσεις, ατυχήματα και αυτοχειριασμούς. Τέλος, με αφηγήτρια μια ηλικιωμένη, σκιαγραφεί το τόξο που διαγράφει ο ερωτισμός μιας γυναίκας, από τη μητρική αγκαλιά μέχρι την κλίνη του γηροκομείου.

 

Γιώργος Αράγης

Περιοδικό «Πλανόδιον», τχ. 51, Δεκέμβριος 2011

(Απόσπασμα)

Εκφραστικά ο λόγος που μεταχειρίζεται η πεζογράφος είναι αρκετά μεταφορικός. Παρουσιάζει δηλαδή απόκλιση προς τον ποιητικό λόγο, παραμένοντας ωστόσο μέσα στα όρια της αφηγηματικής συνθήκης. Αυτή η απόκλιση είναι πιο αισθητή στα τρία διηγήματα ποιητικής ευαισθησίας, που προανάφερα, καθώς και σ’ εκείνο της ονειροφαντασίας. Όμως δεν πρόκειται μόνο γι᾿ αυτά. Μεταφορικό λόγο έχουμε γενικά, σε όλο το φάσμα των κειμένων. Με ιδιαίτερο γνώρισμα τούς συχνά τολμηρούς διασκελισμούς. Ο κύριος ωστόσο εκφραστικός τρόπος της πεζογράφου είναι η ενορατική ή, αλλιώς, η κατ’ αίσθηση αναφορά στα πράγματα. Αναφορά που κι αυτή δεν παύει να συνιστά μια μορφή ποιητικής απόκλισης. Ούτε κι εδώ λείπουν οι τολμηροί διασκελισμοί. Π.χ.: «Δεν με κοίταξες και σίγουρα δεν με άκουσες. Είχες στραφεί ολότελα προς τα μέσα σου, έτσι που έβλεπα τα κόκκαλα του στήθους σου ν’ ανοιγοκλείνουν σαν ακορντεόν καθώς ανάσαινες κι ένιωθα πως δεν έπαιρνες αλλά έδινες αέρα» (σ. 70). Ἤ, «Κι άλλοτε πάλι το δωμάτιο είναι γεμάτο από ανθρώπους που περνούν πάνω μου, μέσα μου, ακούω να με διασχίζουν, να με σχίζουν σαν χαρτί, δεν αντιλαμβάνονται την παρουσία μου» (σ. 212). Τέτοιες εκφράσεις, σε πιο ακραία εκδοχή, φτάνουν κάποτε να δυσκολεύουν την αναγνωστική επαφή του αναγνώστη. Από τ‘ άλλο μέρος έχουμε ενορατικές στιγμές άκρας ευαισθησίας: «Η Δάφνη τον κοίταζε [πρόκειται για προσωπογραφία] και ήξερε πως ποτέ δεν θα μπορούσε να ξεντυθεί κάτω απ’ το βλέμμα του» (σ. 156). Ἤ, «Ήταν τόσο κοκαλωμένη, που τα μαλλιά της είχανε ισιώσει. Τόσο μικρή, θαρρείς απείχε μόλις έναν πόντο από το χώμα.160).
Θα έλεγα λοιπόν ότι τα κείμενα της Κουγιουμτζή, από τη μεριά του εκφραστικού οργάνου της, παρουσιάζουν λειτουργική αμεσότητα. Τέτοια που, αν και καθαρά πεζά γραφτά, να έχουν ως ένα βαθμό συντελεστή ποιητικής αμεσότητας. Τούτο αποτελεί γνώρισμα όλης της διηγηματογραφίας της, του πρώτου και του δεύτερου βιβλίου της. Γεγονός που δε βάζει βέβαια όλα τα γραφτά της στην ίδια μοίρα. Οι ποιοτικοί δείχτες διαφέρουν, τόσο ανάμεσα στα κείμενα του κάθε τόμου, όσο και γενικά ανάμεσα στα δυο βιβλία. Και πάνω σ’ αυτό, κρίνοντας χοντρικά, θα έλεγα, πως για την ώρα, το καλύτερο βιβλίο της πεζογράφου παραμένει το Άγριο βελούδο.

 

Λάμπρος Σκουζάκης

«Πανδοχείο», 29.2.2012

(Απόσπασμα)

Οι τρεις σελίδες του «Πρέπει» συμπυκνώνουν δυο διαφορετικές στάσεις ζωής (εκδίκηση – συγχώρεση) απέναντι σ’ έναν ανελέητο πατέρα – δυνάστη, ανήμπορο πλέον στα χέρια των δυο του κορών. Στις «Ενοχές» το ελάττωμα του μικρού κοριτσιού της σκληρότατης δεύτερης μητέρας του μετενσαρκώνεται ως νέμεση στο δικό της παιδί της. «Η ομορφιά που μορφάζει», «Το κοριτσάκι» και «Η άτυχη» συμπυκνώνουν στις λιγότερες δυνατές σελίδες την πλέον ανείπωτη βία.

«Τα κλειδιά» ηχούν τις αναπότρεπτες συνέπειες μιας τραγικής επιλογής. Ένας πατέρας λυγίζει από την κακομεταχείριση και προδίδει τους συντρόφους του και προδίδει κλείνεται στο σπίτι συντετριμμένος και μετανιωμένος, με τα μάτια του γυρισμένα προς τα μέσα πηγάδια του. Όταν αποφασίζει να βγει κανείς δε στέκεται μπροστά του, παρά μόνο κοιτάζεται μ’ εκτροχιασμένα μάτια πίσω από τις παραμερισμένες κουρτίνες. Ακόμα κι όταν δεν ζητά συγχώρεση αλλά τιμωρία, κι εκεί παραμένουν οι κουρτίνες κλειστές κι η ψυχή του άδεια.

Ένα ξένο μπαλκόνι αποτελεί τον πιο κατάλληλο τόπο αυτοχειρίας, όπως συμβαίνει με τον απρόσκλητο επισκέπτη που έρχεται από την απέναντι κλινική ηλικιωμένων σαν να κάνει το φυσικότερο πράγμα του κόσμου, για να υπενθυμίσει στην εμβρόντητη οικοδέσποινα την θλιβερή θέα του οικήματός τους, να της μιλήσει για την συμβίωση με την σάπια σάρκα και να της μεταφέρει τον απροκάλυπτα ωμό διάλογό του με τον διευθυντή: Τι θα κάνω μ’ εσένα, μου κουνάει το δάχτυλο ο διευθυντής. Αναστατώνετε και τους υπόλοιπους. Είναι πολύ απλό, του είπα, σκοτώστε μας όλους. Θα πάρει κακή φήμη η κλινική, είπε σκεφτικός, θα πάψουν να φέρνουν τροφίμους. Κάνετε λάθος, του είπα, το αντίθετο, θα τρέχουν σωρηδόν σ’ εσάς. Θα λύσετε ένα σοβαρό κοινωνικό πρόβλημα. Τι του μένει; Ούτε ο Θεός – Κι απ’ την άλλη…έχω την εντύπωση πως μεγαλώνει κι ο Θεός μαζί μας κι αλλάζει κι αυτός. Τρελαίνεται σαν κι εμάς. Ωριμάζει, ίσως να σαπίζει… – ούτε ο ορθολογισμός – Όλοι μας κουβαλάμε έναν Εβραίο κι έναν ναζί μέσα μας….ούτε τα όνειρα – ακόμα και στην ονειρική της επίσκεψη η νεκρή του κόρης του μεταφέρει την θλίψη της νέας της «κατοικίας» («Το μπαλκόνι»).

 

Κι αν δεν ξημερώσει;

 

Μισέλ Φάις

«Εφημερίδα των Συντακτών», 3.3.2013

Εν μέσω κρίσης που διαλύει τη χώρα και ταπεινώνει τους πολίτες, τρεις άντρες έρχονται από την Ακαδημία Πολέμου στην οποία υπηρετούν με σκοτεινές εντολές που ώς μια ορισμένη μέρα αγνοούν. Οταν ο σκοπός τους γίνεται φανερός, έχουν να παλέψουν με τις ενοχές και τις τύψεις τους, να πάρουν τη μεγάλη απόφαση που θα στιγματίσει τη ζωή τους. Ταυτόχρονα, κινούνται μέσα στην πόλη και την αντιμετωπίζουν με ποικίλα συναισθήματα, μόνοι και ταραγμένοι, αναποφάσιστοι, ακουμπούν στον έρωτα για να ξεκουραστούν ή να πεθάνουν.
Παράλληλα, τα ΜΑΤ, οι διαδηλώσεις, οι νέοι και οι νέες, οι πυρκαγιές, τα κλομπ και οι μολότοφ, οι αυτοκτονίες και τα συσσίτια, μια πόλη που ανασαίνει βαριά μέσα απ’ τα χημικά, μια πόλη που τη νύχτα μετατρέπεται σε υπαίθριο κρεβάτι αστέγων, μετανάστες και παιδιά των φαναριών, όμως κυρίως ο ανθρώπινος πόνος ριγμένος στον δρόμο, άπλυτος, επιθετικός, φιλάνθρωπος, ερωτικός.
Αφήγηση σε πρώτο και τρίτο πρόσωπο με εσωτερικούς μονολόγους.

 

Γιώργος Περαντωνάκης

«Εφημερίδα των Συντακτών», 8.6.2013

…η Μαρία Κουγιουμτζή μεταβαίνει από τα απηνή διηγήματά της («Αγριο βελούδο», Καστανιώτης 2008, και «Γιατί κάνει τόσο κρύο στο δωμάτιό σου;», Καστανιώτης 2011) σ’ ένα έργο αιχμηρής ομορφιάς. Στην Κημέρια τρεις αξιωματικοί της Στρατιωτικής Ακαδημίας επιστρέφουν, για διαφορετικούς λόγους ο καθένας, στην πόλη τους, που δεν είναι άλλη από μια ημι-ρεαλιστική Θεσσαλονίκη, ο Σιωπηλός με αναρρωτική άδεια, ο Λαιμός με μια ειδική αποστολή και ο στρατηγός Βέλλας, για να διαπομπευθεί πριν εκτελεστεί. Οι τρεις τους είναι εντελώς διαφορετικοί: ο πρώτος νοσταλγεί ένα χαμένο παρελθόν που το θυμάται με αγάπη, ο δεύτερος τρέφεται από το μίσος που του γέννησαν οι προγονικές του καταβολές, και ο τελευταίος μεταστρέφεται σε επαναστάτη απέναντι στο καθεστώς που γίνεται όλο και πιο σκληρό.
Η Μ. Κουγιουμτζή προσπαθεί να καλύψει υφολογικά τα επίπεδα της αφήγησης, άλλοτε με οξείες ποιητικές σελίδες γεμάτες αγανάκτηση, άλλοτε με λυρισμό που αγγίζει τα όρια της πίκρας και της ματαιότητας κι άλλοτε με οξύθυμο ύφος που ξεχειλίζει από οργή και εκδίκηση. Ετσι, η δράση δεν προχωρά γρήγορα, αλλά τα γεγονότα εξισορροπούνται από τις εσκεμμένες επιβραδύνσεις του σχολιασμού, της περιγραφής της κοινωνίας και της κρίσης που αυτή διέρχεται, και των μύχιων σκέψεων των πρωταγωνιστών, οι οποίοι κινούνται μεταξύ του ολοκληρωτισμού της δημόσιας ζωής και των τραυμάτων της ιδιωτικής.
Κι αν ακόμη με τη λογική βλέπει κανείς κενά στην ώσμωση του δυστοπικού με το ρεαλιστικό, του αφηγηματικού με το λυρικό, τα συναισθήματα που εγείρονται είναι τόσο ισχυρά που οδηγούν τον αναγνώστη σε συνεχείς αναρριγήσεις. Κάθε σχεδόν σελίδα της Μ. Κουγιουμτζή ξεχειλίζει από άγρια ποιητικότητα κι από τις φωτιές του λόγου που ανακινούν αισθήματα και αποκαλύπτουν το σκοτεινό πρόσωπο της κοινωνίας μας.

 

Βασιλική Χρίστη

http://www.diavasame.gr, Ιούλιος 2013

(Απόσπασμα)

Το πραγματικό συνυφαίνεται με το φανταστικό, η δράση με το στοχασμό (ή, απλώς, τη σκέψη), η υπόμνηση της πραγματικότητας με αυτήν του ονείρου και την ανάμνηση. Οι χαρακτήρες διαγράφονται καθώς η δράση εξελίσσεται. «Ο στρατηγός βγήκε απ’ το ξενοδοχείο με βαριά βήματα, αλλά μόλις έστριψε το τετράγωνο, τέντωσε το κορμί του και εισέπνευσε βαθιά. Πέρασε μέσα από μια πορεία φοιτητών που φώναζαν συνθήματα κατά των μέτρων και χτύπησε μερικούς χαϊδευτικά στην πλάτη. Οι νεαροί τον κοίταξαν απορημένοι, ήξεραν καλά από πού ερχόταν και πως ήταν μελλοθάνατος, το λαμπερό αλλά πικραμένο του βλέμμα τους είπε αυτό που δεν είχε καταλάβει ο Σιωπηλός. Ότι δεν ήρθε για να πεθάνει ταπεινωμένος και να δείξει την υπακοή του στην Ακαδημία αλλά για το ακριβώς αντίθετο. Ήθελε να δείξει πως ήταν εκτός Ακαδημίας. Πως δεν συμμετείχε πλέον στα σχέδιά της. Πως δεν υπάκουε σ’ αυτήν. Πως ήταν προτιμότερο να πεθάνει παρά να είναι όργανό της» (ο Βέλλας, σελ. 108). «Το μυαλό του έβραζε σαν ατμομηχανή, οι σκέψεις τον έκαιγαν. Άραγε, αν ήταν αδερφή του, θα διέταζαν κι αυτόν να κανονίσει τη δολοφονία της ή να υπογράψει το θάνατό της; Κι αυτός, τι θα έκανε αυτός; Ίσως θα ήταν ευκολότερο να αντάλλασσε τη ζωή της με το θάνατό του, όμως ποτέ δεν γινόταν έτσι, η ανταλλαγή δεν είχε ισχύ. Ακόμα κι αν αρνιόταν να υπογράψει, θα πέθαιναν και οι δυο. Εκείνη έτσι κι αλλιώς ήταν χαμένη, αυτός με την υπογραφή του μπορούσε να σωθεί. Αν αποδεχόταν το αίτημα της ηθικής θα ήταν τελειωμένος. Το νόημα που θα είχε η αναποτελεσματική θυσία του θα ήταν ενός άλλου κόσμου. Του κόσμου μιας Ιδέας. Αναρωτιόταν αν ήθελε να είναι κάτοικος αυτού του κόσμου» (ο Σιωπηλός, σελ. 170). «Το σπίτι άδειασε ξαφνικά. Τα έπιπλα, οι φωτογραφίες, οι κουρτίνες, όλα, το εγκατέλειψαν. Ακόμα και κείνη πάνω στο κρεβάτι, με τα μάτια ανοιχτά, φαίνεται ολομόναχη. Πιο μόνη κι απ’ αυτόν. Μόνη, βυθισμένη σε μια πλήρη, ολόισια ερημιά, χωρίς αμμόλοφους, χωρίς οάσεις. Αυτή η έρημος που τη ρουφά, κάνει να τον αγγίξει, αλλά λοξοδρομεί καθώς σκοντάφτει στον πόνο του. Ένας άνθρωπος που πονάει δεν είναι μόνος» (ο Λαιμός, σελ. 168). Το νήμα της ιστορίας μεταφέρεται (και εναλλάσσεται) από την ξαδέλφη του Σιωπηλού (και το θάνατό της σε σκηνοθετημένο τροχαίο), στην αγαπημένη του Βέλλα και στη θεία του Λαιμού. Υπάρχουν σημεία καμπής και κάθαρση.

Το «Κι αν δεν ξημερώσει;» είναι ένα βιβλίο που μιλάει για το σήμερα χωρίς να κραυγάζει, με συμπυκνωμένα νοήματα για όποιον επιθυμεί να τα ανακαλύψει.

 

«Η Αυγή», 2.7.2013

(Απόσπασμα)

Η προικισμένη αφήγηση τοποθετείται στο εγγύς μέλλον. Μήπως όμως αυτό δεν είναι το δυσβάσταχτο παρόν; Οι βασικοί ήρωες του βιβλίου είναι τρεις άνδρες. Τρεις ξένες αναμεταξύ τους ψυχές, τρεις εργαλειοποιημένοι αναχωρητές που παίζουν ζάρια με τον θάνατο. Υπηρετούν στην πανίσχυρη Ακαδημία Πολέμου. Ένα ίδρυμα που έχει αντικαταστήσει το σύστημα διακυβέρνησης. Ο πρώτος είναι ένας ευνουχισμένος από αγάπη νέος. Γι’ αυτό επιδεικνύει πρωτόφαντη σκληρότητα σε κάθε του κίνηση. Ο δεύτερος, αμέτοχος και αδρανής, κυκλοφορεί στους δρόμους σαν χαμένος. Κάθε βήμα τον οδηγεί στην αποξένωση από τον εαυτό του. Ο τρίτος αφυπνίζεται απότομα και δρα με στόχο την ανατροπή της εξουσίας. Η χώρα σε αναβρασμό. Άνθρωποι-σκιές πηδούν από τα μπαλκόνια, άλλοι τριγυρίζουν στα σκουπίδια, άλλοι μετατρέπονται σε απορρίμματα. Απορριφθέντες μιας κοινωνικής δομής που ράγισε. Άποροι, έτοιμοι να τα βάλουν με τον οποιονδήποτε τους χαλάσει το τραγικό τους μοιρολόι.
Πρόσωπα με αδρά χαρακτηριστικά, που κατεργάζονται σε μια αέναη πάλη με τον αφανισμό. Ένας φορέας που μαγνητίζει τους εξουσιαστές. Ο λόγος της Κουγιουμτζή ποτέ δεν ξεπέφτει στην ευκολία του μελό ή του φτηνιάρικου συνθήματος. Ένας λόγος αριστερής πνοής και οικουμενικού διαμετρήματος. Η συγγραφέας γεννήθηκε το 1945 στη Θεσσαλονίκη, όπου και διαμένει μέχρι σήμερα. Η φρεσκάδα της αφήγησής της, όμως, βάζει κάτω πολλούς νεότερους. Ένα κοφτερό σαν ακονισμένο μαχαίρι πεζογράφημα, που δεν χαρίζεται σε κανέναν και σε τίποτε. Μόνο στο πεπρωμένο μιας χώρας, που αναζητά έναν μπούσουλα για να αναστηθεί.

Μια λογοτεχνική φωνή που δεν είναι συγκυριακή. Είναι επίκαιρη, διότι αναμετριέται με τη Λερναία Ύδρα του ολοκληρωτισμού. Κρύβει εντός της τον αέρα της ανατροπής, προσδοκώντας μια ευρύτερη συνειδητοποίηση του τι ζούμε. Η Μαρία Κουγιουμτζή σκαλίζει τον ιερό βράχο της αξιοσύνης των αγώνων όλων μας, με σκοπό να μη χαραμιστούν και να αποτελέσουν την κινητήριο δύναμη για το αύριο όπως κι αν έρθει. Ακροβατεί στις συμπληγάδες των ψυχικών κενών και των φονικών ενστίκτων, αναστυλώνοντας στο ακέραιο έναν σμπαραλιασμένο μύθο της Ιστορίας, που «ζητά» από τα υποκείμενα να μη λυγίσουν κάτω από το βάρος των αδηφάγων μαστροπών τους.

 

Τάσος Καλούτσας

diastixo.gr, 24.7.2013

(Απόσπασμα)

Στο μυθιστόρημα συνυφαίνονται σκηνές καφκικού κλίματος (κάποιες που αφορούν τη γνωριμία του Σιωπηλού στο ξενοδοχείο με την Κατερίνα, η συνάντησή του με τον Ανώτατο Εξεταστή), στιγμιότυπα φονικής ωμότητας και ακραίας βίας σε αντιπαράθεση με εικόνες ευδαιμονικής γαλήνης και οικογενειακής σύμπνοιας, πράξεις υψηλής ανθρωπιστικής αλληλεγγύης, αλλά και εκρήξεις παθών και συναισθημάτων (έρωτα ή ερωτικού δέους, ενοχής, αφοσίωσης, θυμού, πείσματος, περιφρόνησης, απόγνωσης) που εκφράζονται με λυρισμό και ποιητική ευρηματικότητα. Στις ατομικές διαπλοκές των σχέσεων των ηρώων παρεμβάλλονται και οι αναφορές στο συλλογικό δράμα που βιώνουν οι απλοί και αδύναμοι άνθρωποι όχι μόνο σε τοπικό, αλλά και σε ευρύτερα παγκόσμιο επίπεδο. Γίνεται λόγος για την παγκόσμια κρίση και διαφθορά, εκτοξεύονται κατηγορίες προς τις «αγορές», προς τις Τράπεζες, στηλιτεύεται η πρακτική των δυνατών αυτού του κόσμου. Σε τοπικό επίπεδο, η συγγραφέας ενοφθαλμίζει στην αφήγησή της γεγονότα πραγματικά που συντάραξαν την ελληνική κοινωνία τα τελευταία χρόνια, χωρίς να τα κατονομάζει (όπως ο φόνος του 15χρονου Αλ. Γρηγορόπουλου από τον ειδικό φρουρό Κορκονέα, στις 6/12/2008). Ή, πάλι, καυτηριάζει μέσα από τα λόγια των ηρώων (π.χ. του πατέρα της Σουζάνας) τον διαβρωτικό και ψυχοφθόρο ρόλο κάποιων στελεχών της κυβέρνησης: «Μας ταΐζετε ιδέες, παχιά λόγια, μας δηλητηριάζετε. Μας έχετε εξαθλιώσει, μας οδηγείτε στην εξόντωση, κι ύστερα, αφού ερημώσετε τη χώρα, θα μεταφερθείτε στο εξωτερικό σε υψηλόμισθες θέσεις, για τη διευκόλυνση της καταστροφής που προσφέρατε… Η κρίση είναι προϊόν της απληστίας σας. Δεν σέβεστε τον άνθρωπο, τη ζωή, δεν σέβεστε τίποτα».

Όλα τα δεινά του κόσμου γεννιούνται από την έλλειψη αγάπης, έγραφε ο Γκαίτε. Η Μ.Κ. καταφέρνει να σκιαγραφεί χαραχτήρες που πράττουν το κακό, επειδή στερήθηκαν την αγάπη. Με αποτέλεσμα να μη λογαριάζουν ούτε τους ανθρώπους, ούτε τη ζωή. Καταδικαστέα ασφαλώς η πρακτική τους, αλλά εξίσου καταδικαστέα –όπως υπονοεί– η στάση όσων παραμένουν παθητικοί παρατηρητές των φρικιαστικών πράξεών τους. Απ’ αυτή την άποψη, η εναντίωση του στρατηγού Βέλλα (του οποίου το τέλος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί μάταιο, παράλογο, αφού παράλογη εν πολλοίς είναι και η ζωή), αποκτά βαρύνουσα σημασία και σηματοδοτεί έναν υψηλό δείκτη του κώδικα ηθικής συμπεριφοράς. Κυρίως γιατί ξεσπάει εκ των ένδον, από το άδυτο του συστημικού Κακού που είναι υπαίτιο για όλες τις εκτροπές και τα εγκλήματα και άρα καταδικασμένο σε «πτώση».

 

Κυριακή Αδαλόγλου

http://www.oanagnostis.gr, 8.8.2013

(Απόσπασμα)

Η γλώσσα είναι το δυνατό όπλο στα χέρια της Κουγιουμτζή. Μια γλώσσα που μπορεί να εκφράσει όσα παραπάνω αναφέρθηκαν, όλες τις βιαιότητες, τις ασχήμιες, αλλά και την πιο λεπτή ευαισθησία, και την πιο απροσδιόριστη ομορφιά. Μια γλώσσα, λοιπόν, που κινείται από το ένα άκρο, του πιο σκληρού και αποτρόπαιου, στο άλλο, του πιο τρυφερού και ανθρώπινου, με δύναμη καταπληκτική, σοκάροντας, αλλά χωρίς να προσβάλει την αισθητική του αναγνώστη. Επιπλέον, με το ύφος που διαμορφώνεται, καταφέρνει να εκφράσει, μέσα από τα πιο αντισυμβατικά, τα μη επιτρεπτά και τα άνομα, μια βαθιά κοινωνική ηθική, χωρίς ηθικολογίες και κηρύγματα. Μια γλώσσα παντοδύναμη, που λέει τα πράγματα με τόσες λέξεις, όσες πρέπει, με λέξεις καίριες, που προβάλλουν μία μία αυτοδύναμες αλλά και δένονται σε ένα πλέγμα που σου υποβάλλει και ταυτόχρονα σου επιβάλλει τις εικόνες του.

Θεωρώ ότι, ως αυτή τη στιγμή, η αφηγηματική γλώσσα και συνακόλουθα το αφηγηματικό ύφος της Μαρίας Κουγιουμτζή διαμορφώνουν μια από τις πιο δυνατές φωνές στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία.

 

Ελένη Κοφτερού

http://bibliotheque.gr, 22.11.2013

(Απόσπασμα)

Δίνει μεγάλη έμφαση η συγγραφέας στην παιδική ηλικία των ηρώων και αυτό νομίζω είναι προς μεγάλο όφελος της πλοκής αλλά και της «απόλαυσης του κειμένου». Είναι «θεραπευτικές» για τον αναγνώστη οι περιγραφές της ζωής των ηρώων πριν αναγκαστούν να την απαρνηθούν για την Ακαδημία. Τα χρόνια της αγάπης – όπου η δυνατότητα της στοργής υψωνόταν σαν το καμπαναριό του χωριού, του χαδιού η τρυφερή κραυγή ακουγόταν κάθε μέρα και ο καταλυτικός εφηβικός έρωτας, αυτός που παραλύει τα μέλη- είναι ο κρυμμένος θησαυρός τους, το φυλαχτό στο μέρος της καρδιάς. Ακόμη και η ακρωτηριασμένη παιδικότητα του «Λαιμού» γαντζώνεται πάνω του με τα δόντια αφού της έλειπαν εντελώς τα άκρα, τα τρυφερά φίδια της αγάπης. Κρατιέται εκεί στο σκοτάδι, κάτω από τη σκιά της «ελιάς» το σημάδι της βίας, της ανεξόφλητης κληρονομημένης αμαρτίας. Αυτό δεν μπορεί με τίποτε να το αρπάξει καμιά Ακαδημία πολέμου, καμιά εξουσία του τρόμου, δεν μπορεί να υπολογίσει τη ριγηλή συγκίνηση που νιώθει ένα παιδί μπροστά στο ξετύλιγμα ενός λουκουμιού που προσφέρεται από καθαρή αγάπη. Χωρίς καμιά συναλλαγή. «Οι συναλλαγές είναι απάνθρωπες και γελοίες» αναφέρει η συγγραφέας κι είναι οδυνηρά αληθινό αυτό. Οι συναλλαγές γεννούν τέρατα σ’ έναν κόσμο όπου «οι άνθρωποι κολυμπούν σαν ψάρια. Το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό»
Η καθηλωτική, ρέουσα γραφή της Κουγιουμτζή δεν θα αστραποβολούσε τόσο πολύ στα μάτια μου, αν δεν είχε τον σωστό ιδεολογικό προσανατολισμό. Η ξεκάθαρη οπτική του μυθιστορήματος, χωρίς ήξεις αφίξεις, χωρίς πισωγυρίσματα, απέναντι στην παγκοσμιοποιημένη πολιτική της ταπείνωσης των λαών στο βωμό τους κέρδους, στην εξουσία των τραπεζών, οδηγεί τη συγγραφέα, στην καθόλου τυχαία επιλογή των ηρώων «μέσα από την Ακαδημία» Ούτε τα ονόματά τους είναι τυχαία. Ο «Σιωπηλός» είναι αμέτοχος και αδρανής , «Ο Λαιμός» είναι αδίστακτος σαν τους πληρωμένους δολοφόνους της Μαφίας που κινούνται με ψευδώνυμα, ενώ ο Βέλλας είναι αυτός που έχει αφυπνιστεί, που είδε καθαρά και επέλεξε την διαμαρτυρία με τίμημα τη ζωή του. Και οι τρεις ήρωες κουβαλούν τη «ναυτία στην ψυχή τους» από τα παγωμένα μάτια των βασανιστών, τις ξεριζωμένες σάρκες των βασανισμένων, τα λεπρά χέρια της βίας, την ισοπέδωση της ελεύθερης σκέψης, τη σφαγή της λαχτάρας. Η ενοχή τους είναι καταλυτική για την εξέλιξη της πλοκής.

Η αφήγηση είναι άρτια δομημένη και εναλλάσσεται σε δυο επίπεδα, -πράγμα το οποίο ξεχωρίζει κι από την διαφορετική γραμματοσειρά, κάτι που μου άρεσε ιδιαίτερα- Την σκληρή βουτιά στη θολή μολυσμένη θάλασσα της πραγματικότητας- όπου ακούγονται εκκωφαντικές οι σειρήνες της βίας, καίνε τα δακρυγόνα στα θαμπά μάτια των εξαθλιωμένων που δύουν απ’ την πείνα, μονόδρομος δείχνει να είναι η υποταγή- ακολουθεί η ανάδυση, στους σπαραχτικά όμορφους λόφους των συναισθημάτων. Η τρυφερότητα της γραφής της Κουγιουμτζή εκεί, στις παρυφές της ψυχής, είναι σχεδόν τυραννική. Σκάβει βαθιά στο εσωτερικό των ηρώων και φτάνει στο κυανό της φλέβας, στην ωχρή λευκότητα των οστών. Στήνει σημαίες στα απάτητα νησιά της αλήθειας τους και χαράζει στο δέρμα τους απ’ την αρχή τον γενετικό κώδικα της αγάπης. Ανείπωτα χειροπιαστή, ανάγλυφη, ευωδιαστή, προκαλεί δάκρυα η εγγύτητα της προσέγγισής της στα άρρητα. Σ’ αυτά που όπως λέει ο Φλωμπέρ, «δεν γράφονται ποτέ, όπως βιώνονται χάνουν πολλά καράτια λάμψης στη διαδρομή από τη σκέψη στο χαρτί».

 

Αργυρώ Μποζώνη

http://www.thetoc.gr, 29.1.2017

Το μυθιστόρημα της Μαρίας Κουγιουμτζή ξεκινά με μια βίαιη και γνώριμη σκηνή διαδήλωσης στο κέντρο της Αθήνας, με ΜΑΤ, δακρυγόνα και μολότοφ. Σε μια περίοδο μεγάλης αβεβαιότητας, μεγάλων κινδύνων αλλά και μεγάλων αλλαγών και μέσα σε αυθαίρετο χρόνο, η συγγραφέας επινοεί μια χώρα την Καμέρια, την οποία δεν έχει δει κανένας εκτός από αυτούς που υπηρετούν εκεί, στην Ακαδημία Πολέμου και Εκδημοκρατισμού με νοοτροπίες να μυρίζουν γερμανικό φασισμό του προηγούμενου αιώνα. Με την κρίση να διαλύει τη χώρα και τσακίζει την αξιοπρέπεια των πολιτών, τρεις αξιωματικοί αυτής της ακραίας στρατιωτικής Ακαδημίας επιστρέφουν για διαφορετικούς λόγους ο καθένας στην κοινή τους πόλη που δεν είναι άλλη από τη Θεσσαλονίκη. Ο πρώτος είναι σκληρός, ευνουχισμένος από αγάπη νέος. Ο δεύτερος, αμέτοχος και αδρανής, κυκλοφορεί στους δρόμους σαν χαμένος. Ο τρίτος αφυπνίζεται και δρα με σκοπό την ανατροπή της εξουσίας.
Μυστικά από το παρελθόν, ατιμώρητα εγκλήματα, προαιώνια μίση και στοιχειωμένοι έρωτες ενώνουν τους τρεις άντρες που σε πρώτο πλάνο τους χωρίζουν πολλά. Κι όλα αυτά μέσα σε μια πόλη που σείεται από οργισμένους διαδηλωτές και ανασαίνει βαριά από τα δακρυγόνα, ενώ τη νύχτα μετατρέπεται σε υπαίθριο κρεβάτι για αστέγους.
«Τη νύχτα ο δρόμος είναι ένα βρώμικο στρώμα. Κοιμάται εκεί η απόγνωση. Η πόλη ξενύχτησε και τώρα κοιμάται. Κοιμάται ο δήμαρχος, κοιμάται ο πρωθυπουργός, κοιμάται ο τραπεζίτης. Ο εργάτης ξυπνάει να πάει στη δουλειά. Ξυπνάει κοιμισμένος. Ονειρεύεται πως είναι δήμαρχος, πρωθυπουργός, τραπεζίτης. Είναι ένας φτωχός που θέλει να γίνει πλούσιος. Ένας φτωχός που θέλει να γίνει πλούσιος, δεν μπορεί να γίνει ποτέ ευτυχισμένος. Το στόμα της τηλεόρασης μυρίζει. Χάμπουργκερ, πίτσες παρελαύνουν, ακούς το ρέψιμο της κόλα κόλα. Τα δόντια της οθόνης, μικρά κοφτερά, σε δαγκώνουν. Τα χέρια της χτυπούν το κεφάλι στου στον τοίχο, όπως τα νεογέννητα γατάκια που δεν τα θέλει κανείς. Κάποιος λέει: αυτός ο πολιτισμός είναι απολίτιστος» γράφει η Κουγιουμτζή.

 

ΟΛΑ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΣΥΜΒΟΥΝ Μ’ ΕΝΑ ΑΓΓΙΓΜΑ

 

Χλόη Κουτσουμπέλη

frear.gr, 16.12.2017

(Απόσπασμα)

Τρυφερά σχεδόν και άγρια σκύβει πάνω από την ανθρώπινη αδυναμία η συγγραφέας και στο εργαστήριο της την ανατέμνει. Στοχάζεται. Φιλοσοφεί. Όχι εν ψυχρώ. Ποτέ εν ψυχρώ. Πάντα εν θερμώ. Εμπλέκεται, ξεσκίζεται, υποφέρει, συμπάσχει με τους περίεργους χαρακτήρες που ψιθυρίζουν και βαδίζουν μονολογώντας μέσα στα διηγήματα της, γιατί στην πραγματικότητα τους αγαπάει. Τους φροντίζει, τους περιθάλπει, τους κατανοεί. Ακόμα και όταν τους ξεγυμνώνει, ακόμα και όταν φαίνεται στιλπνό το ερπετό μέσα τους, η Κουγιουμτζή τους δικαιολογεί.

Ποιοι είναι οι χαρακτήρες που διατρέχουν τα διηγήματα;

Γιαγιάδες που κουβαλούν στην ποδιά τους κόλλυβα, ρόδια, παραμύθια και μύθους, που ξέρουν και αναμιγνύουν βότανα σοφίας και πόνου, μαυροφορεμένες ισορροπούν ανάμεσα σε αναμμένα και σβηστά κανδήλια, ανάμεσα σε δύο κόσμους, άλλες με έντονα δαιμονικά περιγράμματα, άλλες σκιαγραφημένες με μονοκονδηλιά ίσα ίσα να αχνοφαίνονται ντελικάτες, άλλες θεατρίνες με χρυσά βραχιόλια και φουσκωμένα με λακ μαλλιά και ένοχο παρελθόν. Γυναίκες παθιασμένες που σπαν λαιμούς ζώων και δολοφονούν τους εραστές που τις προδίδουν, ερωτικά συμπλέγματα και ιψενικά τρίγωνα, γυναίκες βαμπίρ, γυναίκες αδύναμες παγιδευμένες ανάμεσα στην έλξη και στην απώθηση, κοριτσάκια ήδη σοφά, άντρες σαδιστές, άντρες που εξουσιάζουν, άντρες που υποτάσσονται, αθώες νεαρές κοπέλες που λαχταρούν να διακορευτούν και να εξερευνήσουν την σκοτεινή τους πλευρά, άνθρωποι που ζουν τον έρωτα ως θεατές και παντού το ερωτικό πάθος, γυμνωμένο, βασανιστικό, εκμαυλιστικό, η τρέλα, η ακραία επιθυμία, η άσκηση εξουσίας, η υποταγή. Σκληρότητα και τρυφερότητα συνυπάρχουν στην υπερβολή τους. Άνθρωποι ανάπηροι, άνθρωποι ευνουχισμένοι, σχέσεις μάνας κόρης, σχέσεις ανάμεσα σε αδελφές. Κανιβαλισμός και εξάρτηση.

Και όμως μέσα στο μαύρο υπάρχουν σχισμές. Είναι η αφή, η δύναμη του αγγίγματος. Η έκπληξη που ξεπροβάλλει δώρο, μία ξαφνική πράξη απίστευτης μεγαλοψυχίας που επαναφέρει την αισιοδοξία. Δεν είμαστε μόνο χώμα. Είμαστε και μία καραμέλα που προσφέρει το ένα κατατρεγμένο πλάσμα στο άλλο μέσα στην νύχτα. Είμαστε και το καταφύγιο που προσφέρει ένας πατέρας σε έναν Εβραίο. Ο άγγελος που ανοιγοκλείνει τα φτερά του. Η κοπέλα που χορεύει και απογειώνεται.

Η Μαρία Κουγιουμτζή είναι μεταφράστρια. Μιλάει άπταιστα την γλώσσα της ψυχής και μας την μεταφράζει σε λογοτεχνία.

 

Βασιλική Χρίστη

http://www.diavasame.gr, Ιούλιος 2017
Τρία χρόνια μετά το δυστοπικό μυθιστόρημα «Κι αν δεν ξημερώσει;» η πεζογράφος Μαρία Κουγιουμτζή επανέρχεται με μια συλλογή διηγημάτων, ένα μεγάλο μέρος των οποίων έχει ήδη δημοσιευτεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά, αν και έχουν υποστεί επεξεργασία για την παρούσα έκδοση. Ένα μπουκέτο λουλούδια μοιάζουν αυτά τα διηγήματα, καθώς τα περισσότερα είναι αφιερωμένα σε κάποιον φίλο ή φίλη, μερικές φορές και σε περισσότερα από ένα πρόσωπα. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται γνωστοί λογοτέχνες, ενώ ολόκληρο το βιβλίο είναι αφιερωμένο στην ποιήτρια Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου. Έτσι, οι ιστορίες μοιάζουν να είναι μια προσφορά, μια κατάθεση για τα ανθρώπινα, με απώτερο σκοπό ένα άγγιγμα, όπως δηλώνει και ο τίτλος της συλλογής.
Κάποια διηγήματα απηχούν γεγονότα μιας περασμένης εποχής, συνήθως της περιόδου του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και εκείνης που ακολούθησε, και φθάνουν μέχρι τους σύγχρονους πολέμους, όπως το «Ένα εμφύλιο επεισόδιο», «Οι ναυαγισμένοι» ή ακόμα το εναρκτήριο διήγημα «Ο Βάλτος», που αντανακλά τοπικούς ανταγωνισμούς σε μια ομιχλώδη ατμόσφαιρα. Άλλα διαδραματίζονται στο παρόν και αποτυπώνουν κοινωνικά προβλήματα που είναι πιο έντονα σήμερα, όπως τα «Περνώντας πλάι τους» και «Ακόμα ένα βράδυ στο δρόμο». Μια δεσμίδα διηγημάτων σκιαγραφούν την εικόνα μιας γιαγιάς που δεν είναι η συνήθης καλοκάγαθη γριούλα των παιδικών χρόνων («Οι ψυχές της γιαγιάς μου», «Με τη γιαγιά», «Η διαθήκη»). Ορισμένα διηγήματα ιστορούν απιστία («Με τη φωνή του») ή αιώνιο έρωτα («Νίνα»), ερωτικές ιστορίες, πάθη και αδιέξοδα, οικογενειακές ιστορίες («Χορεύοντας»), κρυμμένα μυστικά («Το κλειδωμένο δωμάτιο»). Στο δεύτερο μισό της συλλογής, δύο ξεχωριστά διηγήματα, «Ο φωτογράφος» και το φιλοσοφικό «Οι παίχτες», διαδέχονται το ένα το άλλο, ενώ το καταληκτήριο, διακειμενικό, υπέροχο «Υπόγειο», είναι αφιερωμένο στην Κική Δημουλά.
Η Μαρία Κουγιουμτζή δεν χρειάζεται συστάσεις. Τα διηγήματά της που περιλαμβάνονται σε αυτή τη συλλογή θα τα επισκεπτόμαστε ξανά και ξανά για να αντλήσουμε από το βάθος τους, την ευθυβολία τους, την τρυφερότητά τους.

 

Λάμπρος Σκουζάκης

«Πανδοχείο», 6.6.2017

(Απόσπασμα)

Όπως πάντα, οι φράσεις της Μαρίας Κουγιουμτζή σμιλεύουν την σκληρή πέτρα των μύθων της αλλά και την μπολιάζουν με μια κρυφή ποιητικότητα όπου κάθε λέξη διατηρεί ένα ειδικό βάρος. Είναι η πρόζα της όμως που λειτουργεί σαν κάθαρση. Ο αναγνώστης αναδύεται από την ανελέητη σκληρότητα των ιστοριών της με μια αίσθηση ανακούφισης, ίσως επειδή όλες αυτές οι βασανισμένες ηρωίδες κι όλοι αυτοί οι ταλαιπωρημένοι χαρακτήρες της μνημειωμένοι σε κείμενο και αναγεννημένοι σε λέξεις βρίσκουν μια δικαίωση. Μπορεί να έχουν περάσει τα πάνδεινα όμως τώρα κάποιος τους ακούει και τους προσέχει. Κι ίσως κάτι αφαιρείται από το βάρος τους, ίσως πάλι να τους παρηγορεί η σκέψη πως αφήνουν το πικρό απόσταγμα της εμπειρίας τους σαν μια απόκρυφη γνώση.

 

Γιάννης Παπαγιάννης

«Fractal», Ιούνιος 2017

Η αδυναμία του ανθρώπου,

Κάθε φορά που διαβάζω καλά ελληνικά διηγήματα, σκέφτομαι κι αναρωτιέμαι πόσο σημαντική είναι η παράδοση μιας εθνικής λογοτεχνίας και πόσο δυνατά αν κι αόρατα σημεία κομίζει. Αν και η προσπάθεια των περισσοτέρων πεζογράφων στρέφεται προς το μυθιστόρημα, όχι μόνο για λόγους εμπορικότητας, αλλά και γιατί αντιμετωπίζεται ως μια πρόκληση, δεν είναι εύκολο να φέρει κανείς στο μυαλό του σύγχρονα σπουδαία μυθιστορήματα. Αντιθέτως, είναι πολύ εύκολο να απαριθμήσεις πολλούς σημαντικούς διηγηματογράφους και, ακόμα, μερικά αριστουργήματα. Η Μαρία Κουγιουμτζή αναδεικνύεται, τουλάχιστον σε αυτό το βιβλίο, σε αριστοτέχνη της μικρής φόρμας και με γλώσσα ακριβόλογη και λιτή, με κρυμμένη και συχνά υπονοούμενη συγκινησιακή φόρτιση, καταφέρνει να οδηγήσει τον αναγνώστη σε δικούς του δρόμους και επιλογές. Η θεματολογία της συχνά τραβηγμένη, ανάμεσα στο ρεαλισμό και στην εφιαλτική φαντασίωση, κατορθώνει να μη γίνεται σε καμία στιγμή ψεύτικη, αλλά να αναδεικνύει μια βαθύτερη κάθε φορά αλήθεια. Τα γηρατειά, η φθορά κι η παρακμή είναι ένα από τα αγαπημένα θέματα της συλλογής, αλλά και η αδυναμία του ανθρώπου απέναντι στις δυνάμεις που κατευθύνουν την ύπαρξή του, μια αγωνία που έρχεται κοντά στην σκέψη του Σοπενχάουερ. Οι άνθρωποι στα διηγήματα της Μαρίας Κουγιουμτζή είναι τυλιγμένα ελατήρια, που ξεκινούν με ορμή κι αισιοδοξία για να ανακαλύψουν όσο περνούν τα χρόνια ότι η ζωή τους δεν είναι παρά μια επανάληψη δισεκατομμυρίων ζωών χωρίς μεγαλύτερο ή άλλο νόημα. Η συγγραφέας πετυχαίνει τους ήρωές της σε διαφορετικές φάσεις της ζωής τους, στην παιδική, την μέση, την γεροντική ηλικία και κάθε ένας κουβαλά το στίγμα της εμπειρίας που τον βαραίνει ή δεν τον βαραίνει.

 

Γρηγόρης Μπέκος

«Το Βήμα»/ «Βιβλία», 15.4.2017

(Απόσπασμα)

Στις ιστορίες της περνάει το ζήτημα, αντιστικτικά, με κακά αλλά και καλά παραδείγματα, υπήρξαν και αυτά. Και με αφορμή τον χαρακτήρα ενός άντρα στη «Μικρή Εβραία», ενός βιαστή, μίλησε ευρύτερα για τους ήρωές της.
«Εμένα οι χαρακτήρες μου είναι «διπλοί». Δηλαδή κάνουνε την αμαρτία αλλά υποφέρουνε που την κάνουνε. Δεν ησυχάζουν. Μετανιώνουν. Οι αμοραλιστές άνθρωποι δεν μ’ ενδιαφέρουν καθόλου. Με ενδιαφέρουν αυτοί που παλεύουν, άσχετα αν στο τέλος τα ένστικτα νικάνε. Αυτό το πιστεύω» τόνισε η Μαρία Κουγιουμτζή.

Μάλιστα γράφει ότι μόνο στις υπερβάσεις μαθαίνουμε και, πράγματι, τα κείμενά της περιγράφουν οριακές καταστάσεις. «Θέλω να δείξω πού φτάνουν τα όρια του ανθρώπου. Και στο καλό και στο κακό. Θέλω να διερευνήσω όλες τις κατευθύνσεις, όλες τις δυνατότητες, όλες τις πιθανότητες. Γι’ αυτό γράφω άγρια και τρυφερά. Δεν με νοιάζει να πω απλώς μια ιστορία καλά. Ούτε να κάνω τη δασκάλα σε κανέναν. Και τους χαρακτήρες μου δεν τους κρίνω. Τους αγαπάω και τους πονάω. Είμαι στραμμένη προς τους ανθρώπους που υποφέρουνε. Σε αυτούς που η μοίρα τους είναι τέτοια που δεν έχουν τα μέσα, κατά κάποιον τρόπο, να αντιδράσουνε. Είτε γιατί γεννήθηκαν μ’ ένα κουσούρι, είτε γιατί είναι φτωχοί κ.τ.λ. Στο διήγημα «Μαμά άφησέ με ν’ ανασάνω», η ηρωίδα έχει σχεδόν γεράσει νταντεύοντας τη μητέρα της. Είναι ένας άνθρωπος διψασμένος για ζωή», βρίσκει διέξοδο στις σκοτεινές αίθουσες, πάει στα πονηρά σινεμά, «κι όταν διψάς, δεν κοιτάς αν το νερό είναι θολό ή βρώμικο, θα πιεις».

Να το δούμε λίγο και πάλι ευρύτερα. Μήπως όσοι διαβάζουμε ακριβώς, γινόμαστε κάπως υπερβολικά «ελαστικοί» ως προς την ηθική ή ως προς τα αποδεκτά όρια εν γένει; Μήπως φτάνουμε στο σημείο να δικαιολογούμε τα πάντα; «Γινόμαστε πιο ανεκτικοί, πιστεύω. Δίνουμε χώρο στους ανθρώπους. Το δίκαιο είναι ο νόμος. Είναι ο Ιαβέρης που κυνηγά μια ζωή τον Γιάννη Αγιάννη, ενώ η Δικαιοσύνη είναι ο επίσκοπος που του

 

Έλσα Κορνέτη

«Η Αυγή», 12.3.2017

(Απόσπασμα)

Το νέο βιβλίο της Μαρίας Κουγιουμτζή «σείεται» από τον θόρυβο των ανθρώπων, από τον θόρυβο των ψυχών των ανθρώπων, των καταδικασμένων σε μια μοιρολατρία και σ’ έναν κόσμο ντεφάκτο ακάθαρτο όπου κανείς δεν γλιτώνει από τη «ρύπανση» του άλλου, αλλά όλοι μαζί αναδεύονται μέσα στις εκκρίσεις τους: στο κρυμμένο, στο μυστικό, στο εγκληματικό, στο ανήθικο, στο αιμομικτικό, στο αδερφοκτόνο, στο έκφυλο, στο χυδαίο, αλλά και στον εγκλεισμό, στην ασφυξία, στον εγκιβωτισμό, στη μοναξιά, στην αγριότητα, στο διαμελισμό, στη σήψη, στη μνησικακία, στο γήρας, κυρίως αυτό.
Τα όρια του καλού και του κακού συντάσσονται με τη μαεστρία που ορίζει η μπαγκέτα της δημιουργού σε μια ανατροπή βεβαιοτήτων όπου συναντιούνται ακόμα και τα πιο αντιθετικά ζεύγη πραγμάτων, το αληθινό κακό και το υποκριτικό καλό ή το υποκριτικά κακό με το αληθινά καλό και δεν είναι λίγες οι στιγμές όπου ο Έρωτας ο ιερός συναντά τον βέβηλο εαυτό του, «η νίκη και η ήττα σημαίνουν πόλεμο», «καμία επανάσταση δεν ωφελεί και καμία υποταγή», «όλα τα παραμύθια έχουν κακό τέλος» και όλα αυτά για να μάθεις κι αυτό: «τι θα πει γερνώντας ο κόσμος σου όλος να κρέμεται από την αγάπη ενός σκύλου».
Το κακό δεν είναι επινοημένο αλλά συνθέτει τη φυσική μας κατάσταση αναπόσπαστο κομμάτι της ανθρώπινης φύσης και αυτό όχι για τους καλούς και τους κακούς αλλά για τους αδύναμους και τους φθαρτούς. Το Καλό και το Κακό ζουν καθημερινά σκηνές ερωτικής αντιζηλίας και μάλιστα μέσα σε σπίτια κοντινά ανάμεσα σε ανθρώπους της διπλανής πόρτας, όπου όλα μπορούν να συμβούν στους ταπεινωμένους κι όλα με μια μοναδικά κακόψυχη ακρίβεια δραματικά συμβαίνουν.
Η εντυπωσιακή εικονοπλαστική αφηγηματική δεινότητα της Μαρίας Κουγιουμτζή είναι τόσο γάργαρη και διαυγής, ώστε έχει την ικανότητα ν’ «αρπάζει» την προσοχή του αναγνώστη (πράγμα σπάνιο στην εποχή της διάσπασης) και να τη διατηρεί στη σωστή «θερμοκρασία» συγκέντρωσης, αλλά και αγωνίας με την πρέπουσα «ταχύτητα» ροής χωρίς να πλατειάζει με άσκοπες φλυαρίες, δυσλειτουργικούς πειραματισμούς, διανοητικά τερτίπια και πλαδαρές περιγραφές.

 

Μαρία Στασινοπούλου

«Εφημερίδα των Συντακτών», 28.1.2017

(Απόσπασμα)

Διηγήματα με έμπνευση και βάθος όπως «Ο γέρος του σκύλου»∙ με το σκληρό κουκούτσι της τραγωδίας και τη μαγγανεία του παραμυθιού. Σ’ ένα παιχνίδι ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό, στην πράξη και τη σκέψη. Αστεγοι που «οι τσέπες τους δεν έχουν κανένα κλειδί. Παντού κλεισμένες πόρτες».

Ιστορίες για μισότρελους και παραλογισμένους. Ενα βιβλίο με διάχυτο ερωτισμό, χειροπιαστό, ολοζώντανο. Ο έρωτας στην ουσία της ύπαρξης και όχι του κορμιού. Κορυφαία στιγμή το «Ερωτικό αδιέξοδο». Ο χρόνος που κουρσεύει τους ανθρώπους όλους, ανερώτητα.

Λόγος σπαρακτικός, για σπαραγμένους και σπαρασσόμενους ανθρώπους, σε σχέσεις ανθρωποφαγικές. Κι όμως ανιχνεύεται τρυφερότητα ακόμη και ανάμεσα στους πονεμένους του δρόμου. Μοναδική σωτηρία, φανερή ή κρυμμένη στα βάθη, η αγάπη. «Ναι, τελικά υπάρχει ένα είδος αγάπης που σώζει»∙ υπάρχει «το διαμάντι της ανθρωπιάς που μας ενώνει όλους εμάς τους ανθρώπους».

Το χάδι και το άγγιγμα ως παράγοντας ρυθμιστικός της ζωής έχει εξαγγελθεί ήδη από τον τίτλο: Ολα μπορούν να συμβούν μ’ ένα άγγιγμα. Χάδια ακόμη και στον εαυτό μας, μέσα από την ονειροπόληση. Αφή μέσα από τη φωνή του τηλεφώνου. «φτάνουμε ο ένας στον άλλο προσπαθώντας να τον χαϊδέψουμε». Χάδι σ’ ένα πεταμένο τσαλακωμένο βιβλίο «κάποιος είχε πεθάνει κι οι συγγενείς του τα ξεφορτώθηκαν στο δρόμο. Ενιωσα πεταμένο τον άνθρωπο, ένας σωρός από κόκαλα, γι’ αυτό το μάζεψα, μάζεψα ένα κοκαλάκι του.

 

Τάσος Καλούτσας

frear.gr, 23.1.2017

Στην τρίτη κατά σειρά συλλογή της Μαρίας Κουγιουμτζή Όλα μπορούν να συμβούν μ’ ένα άγγιγμα (εκδ. Καστανιώτη) τριάντα δύο σύντομες εξιστορήσεις κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον μας, εφόσον εξασφαλίζουν την ιδιαίτερη διεγερσιμότητα που επιβάλλει στον αναγνώστη η αυθεντική λογοτεχνία. Εκκινώντας από την περιγραφή απλών καθημερινών περιστατικών (πραγματικών ή επινοημένων) ή μέσα από τις δαιδαλώδεις (συχνά εφιαλτικές) ατραπούς της ευρηματικής της φαντασίας, σε οδηγούν στα έγκατα της ανθρώπινης ψυχής και σε κάνουν να νιώσεις με ξεχωριστή ένταση τη συγκίνηση που προκαλούν τα βαθιά ανθρώπινα συναισθήματα: Πόνος και αγανάκτηση απ’ την ανάλγητη επιβολή κάθε μορφής (εξουσιαστικής) βίας, συμπόνια προς τα κάθε λογής αδύναμα ή ανυπεράσπιστα θύματά της ‒τους αδικημένους ή τους «ναυαγισμένους»‒ διάχυτος αισθησιασμός που σπαράσσεται από τη μοναξιά, παράφορα πάθη που συνορεύουν με την απόγνωση και την τρέλα, εκρηκτικά ξεσπάσματα φιμωμένων ενστίκτων που, μέσα από μια καλοστημένη σκηνοθεσία οικογενειακών συμβάντων ή συγκρούσεων, αντιπαραθέτουν την αγριότητα με την τρυφεράδα, την ανθρώπινη θηριωδία με την δίχως όρια αφοσίωση και, περιέργως, σε γαληνεύουν, επιδαψιλεύοντας τη γλυκιά παραμυθία που προσφέρει η τέχνη στην ύπαρξη. Αγάπη προπάντων για τη Ζωή (στο σύνολό της), αυτήν που φιλόστοργα αγκαλιάζει η λογοτεχνία (υπερνικώντας και το φόβο του θανάτου): «Στα βιβλία μπορείς να ζεις και νεκρός, δεν σ’ το απαγορεύει κανείς». Εν συντομία, ένας κόσμος (επίγειος και υπόγειος) δυνατών συγκινήσεων, εγκαρτέρησης και αγωνίας, τρόμου κι ελπίδας.

 

Βαγγέλης Χατζηβασιλείου

«Το Βήμα»/ «Βιβλία», 22.1.2017

(Απόσπασμα)

Στο καινούργιο βιβλίο της Κουγιουμτζή το Κακό ανοίγει μια δίοδο προς τις τερατογενέσεις που μπορεί να επινοήσει η φαντασία, είτε μιλάμε για το σκηνικό δράσης το οποίο φιλοτεχνεί η πλοκή είτε για τις φαντασιώσεις οι οποίες κατατρύχουν τον βίο των πρωταγωνιστών. Θα πρέπει παρ’ όλα αυτά να διευκρινίσω πως ο λόγος εν προκειμένω δεν είναι για μια καθαρή λογοτεχνική φαντασία (πρόθυμη να περιηγηθεί σε άγνωστα και ανοίκεια τοπία) ούτε για ξεκάθαρες φαντασιώσεις (ικανές να διαχωριστούν με σαφήνεια, έστω και σε ένα υστερότερο αφηγηματικό στάδιο, από την πραγματικότητα την οποία βιώνουν οι ήρωες). Οι μορφές, οι σκιές και τα σχήματα που κινούνται στα διηγήματα του βιβλίου βρίσκονται μονίμως σε έναν ενδιάμεσο χώρο, σε ένα εσκεμμένα αδιευκρίνιστο και αμφίσημο αναμεταξύ όπου τα πάντα τελούν υπό διαρκή ανασυσχετισμό.

Σε ένα τέτοιο πλαίσιο οι φαντασιακές προβολές του Κακού μπορεί να αποκτήσουν ποικίλες όψεις: δύσμορφες φιγούρες που σέρνονται στη γη ή βγάζουν στην κοινή θέα το τυμπανιαίο πρήξιμο των ποδιών τους, μανάδες και κόρες που αγωνίζονται να ενωθούν με βδελυρούς όγκους, νεκροί που μιλούν με μια απόκοσμη λαλιά ή κυνηγούν δυναστικά (σαν να είναι ακόμη ζωντανοί) τη μνήμη των δικών τους. Το Κακό όμως θα εμφανιστεί και ως απολύτως πραγματική – και άκρως ανατριχιαστική – οντότητα: παιδιά που σκοτώνουν εν ψυχρώ τους γονιούς τους, αγόρια που πεθαίνουν φορώντας τα ρούχα της μάνας τους, γυναίκες που υποτάσσονται στη γοητεία ανελέητων εραστών, απελπισμένοι που εξαφανίζουν από προσώπου γης τα οικόσιτά τους για να ξορκίσουν τη μοναξιά τους, καθώς και βιαστές, σαδιστές και δηλητηριαστές που φέρνουν με τα καλύτερα αποτελέσματα εις πέρας το αποτρόπαιο έργο τους.

 

Ζωή Σαμαρά

diastixo.gr, 27.12.2016

(Απόσπασμα)

Οι ανθρώπινες σχέσεις, με όλη τους την ομορφιά και όλη τους την αγριότητα, ξεκινούν από ένα άγγιγμα και χάνονται μέσα σε ένα τοπίο μεταφυσικών αποχρώσεων, σε ένα «σπίτι αιχμαλωσίας», που εξαφανίζεται και επανεμφανίζεται μυστηριωδώς μπροστά στα μάτια μας. Στην αγωνιώδη ερώτηση πότε άρχισε ο εγκλεισμός μας, υπάρχει μόνο μια απάντηση: από την πρώτη στιγμή της ύπαρξής μας.

Η καταξιωμένη πεζογράφος Μαρία Κουγιουμτζή ανοίγει τη νέα συλλογή διηγημάτων της με μια αλληγορία του βάλτου –ύπουλη αιχμαλωσία του βάθους, του βυθού–, που μας κρατά σε εγρήγορση καθ’ όλη τη διάρκεια των αφηγήσεών της, καθώς ο βάλτος μεταμορφώνεται σε σπίτι, σε κλουβί, σε κλειδωμένο δωμάτιο με το κλειδί άφαντο, ή ακόμη σε ανθρώπινο κορμί, με τα μάτια να γίνονται «άφωτες χαραμάδες». Στο πρώτο διήγημα, ο γιατρός που επισκέπτεται ασθενή μέσα στη νύχτα νιώθει μια αόρατη απειλή να αναδύεται από τα βάθη της γης. Όταν φτάσει στον προορισμό του, αντιλαμβάνεται ότι μόνο άνθρωποι χωρίς ηθικές αναστολές, θεόρατοι άνδρες και πανύψηλες γυναίκες, επιζούν στη χέρσα γη, βολεμένοι πάνω στην απειλή του βάλτου.

Μέσα ή έξω από κλειστούς χώρους δεν υπάρχει ελπίδα για ελευθερία ή έστω για μια στιγμιαία ανάσα. Βάλτος ή άνυδρη γη αποδεικνύεται και η ζωή των ηρώων: αποξηραμένη η ψυχή της γυναίκας που περιμένει μάταια τον άνδρα της, του φωτογράφου που τριγυρνά ολομόναχος στα έρημα μονοπάτια της επαρχίας. Η θεματική του βάλτου ή του σπιτιού μπορεί να μην επαναλαμβάνεται, αλλά κυκλοφορεί υπογείως –βάλτος η ίδια– και δίνει στα διηγήματα της συλλογής υπόσταση ενιαίας αφήγησης. Το βιβλίο αρχίζει με το χωριό-βάλτο και τελειώνει με ταξίδι στα υπόγεια της ψυχής, στα ανεξερεύνητα μυστήρια του ασυνειδήτου. Ο εγκλωβισμός έχει ολοκληρωθεί, μοιάζει να είναι τελεσίδικος, απόφαση ενός υπερφυσικού δικαστηρίου. Είναι όμως;

 

Γιώργος Περαντωνάκης

http://www.bookpress.gr, 16.12.2016

(Απόσπασμα)

Η συγγραφέας βλέπει τη ζωή σαν αγώνα, όπου μόνο η επαναστατικότητα, η αγριάδα, η ορμή, η σαρωτική επίθεση του έρωτα υπάρχει· οι άνθρωποί της είναι οι περισσότεροι πειρατές, μαχητές που φτάνουν ακόμα και στον φόνο, αντιμετωπίζουν τον θάνατο με θάνατο, δείχνουν φιλήσυχοι αλλά κατά βάθος είναι τυφώνες χωρίς έλεος. Από τη «λογική» εκδίκηση ώς την άλογη παρόρμηση του έρωτα, μια ψυχαναλυτικά ιδωμένη εσωτερική ορμή συμπαρασύρει τα πάντα. Κι αφού ο θάνατος είναι η φυσική βία, ο άνθρωπος πρέπει να αντιτάξει μια ανάλογη σφοδρότητα.

Όλα αυτά τα συνοψίζει η ίδια η διηγηματογράφος στο τελευταίο της κείμενο με τίτλο «Το υπόγειο». Εκεί επισημαίνει ότι τα στεγανά ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό μάλλον είναι περατά, αφού «το πραγματικό έχει όρια και αυτά τα όρια εισχωρούν και χάνονται μέσα στο φανταστικό». Έτσι, ο φόβος της ζωής, του θανάτου, της βίας που κυριαρχεί κ.λπ. κάνει τον άνθρωπο να αφήνεται στο φανταστικό, το οποίο επιτρέπει στο ένστικτό του να διασκεδάζει αυθόρμητα τις ανασφάλειες και τις ενοχές του καθενός. Άλλη μια σειρά διηγημάτων στην αλυσίδα της Μαρίας Κουγιουμτζή, που σοκάρουν ευεργετικά τον αναγνώστη.

 

Λίνα Πανταλέων

«Η Καθημερινή»/ «Τέχνες και Γράμματα», 4.12.2016

(Απόσπασμα)

Το πρώτο πεζό του βιβλίου, ένα αφήγημα αριστοτεχνικό, σκηνογραφεί με φρικώδεις φωτοσκιάσεις την γκραν-γκινιόλ σκοτεινιά στα πεζά της Μαρίας Κουγιουμτζή. Σε έναν βάλτο, όπου χωνεύονται τα κόκαλα κάθε λογής πεσόντων, ανθρώπινες ζωές παραδίδονται στην αποσύνθεση της απανθρωποποίησης. Αυτό το τέναγος, σκιασμένο από μια τεφρώδη καταχνιά και πηχτό από το αίμα ενός ασύλληπτου μακελειού, σερνόταν πάνω στα πρόσωπα των επιζώντων σαν «μαύρη γλώσσα», που «έγλειφε τα άσπρα δόντια μιας προσευχής που ωρυόταν. Αυτή η μαύρη γλώσσα τα δοκίμαζε όλα κι ύστερα τα έφτυνε με αποστροφή. Κάτι το ανώνυμο, το ανορθόγραφο, χωρίς φως, σάλευε μέσα σ’ αυτό το βούρκο· το μυαλό σου».

Οι εφιάλτες που αναχαράζουν οι άσωτες φρένες των ηρώων, αποκαλύπτουν την ασχήμια της εξαχρείωσης και την ίδια στιγμή την οδύνη μιας αμετάκλητης ταπείνωσης. Οι μορφές τους αναδύονται μέσα στο μισόφωτο απόκοσμων, σχεδόν ταφικών, χώρων, κατασπαραγμένες από την αποτυχία της συνείδησης. Παρακολουθώντας το άγριο σακάτεμά τους, η συγγραφέας διερωτάται για το «υπέρμετρα ανήθικο», για την κατατρόπωση της ανθρωπιάς από την εγγενή της κακότητα. Οι αφηγητές εγκαταβιώνουν σε τοπία εγκατεσπαρμένα με μνήματα, σκεπασμένα από τη σκόνη της λήθης. Ωστόσο, οι νεκροί συνυπάρχουν μαζί τους, συνεχίζουν να ατενίζουν πάνω από τον ώμο τους τον παροξυσμό του αίματος. Οπως λέει ο πατέρας στον «Βάλτο», δεν είχε σημασία που η κόρη του είχε πεθάνει. Εκείνη διαρκώς περπατούσε μέσα στις κάμαρες. «Μυρίζω το χώμα στα μαλλιά της. Κι όμως, την είχα πελεκήσει με τα ίδια μου τα χέρια την κάσα που την είχα βάλει. Εχει σταυρό το μνήμα της, τι θέλει εδώ μέσα και τριγυρνάει;».

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

 

Συνέντευξη στο Μπέκο Γρηγόρη

tovima.gr 15/04/2017

«Όλα μπορούν να συμβούν μ’ ένα άγγιγμα» (Εκδόσεις Καστανιώτη, 2016)

Μαρία Κουγιουμτζή: «Φοβούνται τη φαντασία όσοι φοβούνται τον εαυτό τους»

Ο γοτθικός Βορράς. Η θεσσαλονικιά συγγραφέας, μια ξεχωριστή διηγηματογράφος, μιλάει στο «Βήμα» για το τελευταίο της βιβλίο, για τη φρικτή γοητεία της ζωής και την απροσδιοριστία των πραγμάτων, για τα ένστικτα που νικάνε και τη φαντασία που χορταίνει

Μετά το γυμνάσιο, ρίχτηκε κατ’ ευθείαν στα βαθιά, στην πραγματική ζωή, στη βιοπάλη. Άρχισε ως «βοηθός λογιστού» δίπλα σ’ έναν ηλικιωμένο κύριο. Τα χρήματα ήταν λιγοστά. Αργότερα εργάστηκε «σ’ ένα τενεκετζίδικο στο Ωραιόκαστρο». Στις πέντε τα χαράματα σηκωνόταν για το μεροκάματο. Η εποχή ήταν δύσκολη, οι άνθρωποι σκληροί. «Πάνω στη φλόγα του οξυγονοκολλητή βγάζαμε και ζεσταίναμε το φαΐ μας. Μια φορά, είπα να εκμεταλλευτώ τη σύντομη απουσία του άντρα που είχε το μηχάνημα. Είπα, θα προλάβω. Όμως εκείνος γύρισε και μου πέταξε κάτω το φαΐ. Δηλαδή με άφησε νηστική ενώ ήμουν ήδη κουρασμένη και άυπνη. Αυτή την ιστορία, αν την έγραφα, δεν θα την έγραφα καλά» είπε υπαινικτικά στο «Βήμα» η Μαρία Κουγιουμτζή. «Μετά έγινα εισπράκτωρ στα λεωφορεία, είδα κόσμο πολύ, πολλές συμπεριφορές. Αλλά μάλωσα μ’ έναν σταθμάρχη και τότε πήγα στη «Λύρα» του Αλ. Πατσιφά, στο υποκατάστημα της Θεσσαλονίκης. Κουβαλούσα δίσκους, σκούπιζα, τα πάντα έκανα».

Εν τω μεταξύ, σταμάτησε για να γράψει αλλά και πάλι αναγκάστηκε να δουλέψει, για τελευταία φορά, και πάλι σε λογιστήριο, «ενός εξαιρετικού λαδά». Ολες αυτές οι εμπειρίες «περάσανε μέσα μου, γίνανε βιώματα. Χρειάζεται το βίωμα αλλά η λογοτεχνία είναι που το μετασχηματίζει. Αλλο πράγμα το βίωμα κι άλλο η βιογραφία» υπογράμμισε η 72χρονη θεσσαλονικιά συγγραφέας μιλώντας προς «Το Βήμα». Πριν από λίγες ημέρες κατέβηκε για πρώτη φορά – επισήμως – στην Αθήνα για να παρουσιάσει το τελευταίο της έργο με τίτλο Όλα μπορούν να συμβούν μ’ ένα άγγιγμα. Το κοινό ήταν, κατά το πλείστον, ομότεχνο και επώνυμο στο βιβλιοπωλείο «Επί λέξει». Κική Δημουλά, Ζυράννα Ζατέλη, Μάνος Ελευθερίου, Ανδρέας Μήτσου, Δημήτρης Δασκαλόπουλος, μεταξύ άλλων.

Η εκτίμηση αυτή μόνο τυχαία δεν είναι. Η Μαρία Κουγιουμτζή είναι ίσως η πλέον ενδιαφέρουσα γυναίκα διηγηματογράφος στην Ελλάδα, τη στιγμή που μιλάμε. Αρκεί να διαβάσει κανείς λ.χ. το αριστουργηματικό κείμενο «Ο βάλτος» στην πρόσφατη – μία ακόμη εξαιρετική – συλλογή διηγημάτων της. Μέσα σε περίπου μία δεκαετία, η Μαρία Κουγιουμτζή έχει εκδώσει τέσσερα βιβλία που ξεχωρίζουν για τη σιβυλλική ατμόσφαιρα και την τραχιά τεχνοτροπία τους. Η παρουσία της δε στα λογοτεχνικά περιοδικά είναι συνεχής. Μπορούμε να πούμε ότι η ίδια καλλιεργεί συστηματικά ένας είδος γοτθικών ιστοριών του Βορρά, με τον τρόπο – για να χρησιμοποιήσουμε μια απολύτως βάσιμη αναλογία – που το έκαναν οι συγγραφείς του αμερικανικού Νότου.

Στο επίκεντρο είναι πάντοτε οι απόκληροι και οι παρίες, οι φτωχοί και οι αδύναμοι, οι απεγνωσμένοι και οι ηττημένοι. Βέβαια, για να γίνει κανείς συγγραφέας δεν αρκούν τα βιώματα. «Διάβαζα πολύ, είχα πάθος, είχα μανία. Ο αδελφός μου ο Σταύρος, ο λατρεμένος, είχε τα βιβλία κι εγώ τα σκάλιζα. Οταν ήμουνα επτά χρονών διάβασα ένα πολύ σκληρό βιβλίο, «Τα καπνοτόπια» του Ερσκιν Κάλντγουελ. Μ’ άρπαξε, τρελάθηκα. Τι είχε προηγηθεί όμως; Η μητέρα μου, θρακιώτισσα πρόσφυγας, μας μεγάλωνε εμένα και τον αδερφό μου, χήρα, ξενοπλένοντας, όταν σταματούσε από τα καπνά. Ξεθεωμένη απ’ τη δουλειά, με τη γλυκιά μυρωδιά του καπνού στο δέρμα και τη σκοτεινιά της στάχτης στα νύχια, με τάιζε άγρια παραμύθια και δημοτικά τραγούδια. Το «Τραγούδι του νεκρού αδερφού» λ.χ. με στιγμάτισε. Μετά ακολούθησαν οι αρχαίες τραγωδίες, ο Ντοστογέφσκι, ο Παπαδιαμάντης και ο Βιζυηνός. Οσο ο αδελφός μου έβλεπε ότι διάβαζα τόσο με τροφοδοτούσε με βιβλία. Με πήγε πρώτα στον ποιητή Γιώργο Θέμελη. Και εκείνος μου είπε ότι έχω πολύ ζωηρή φαντασία, ότι εκεί έπρεπε να επιμείνω. Δεκατεσσάρων χρονών ήμουνα τότε» θυμήθηκε η Μαρία Κουγιουμτζή και η φωνή της γλύκανε, το πρόσωπό της έλαμψε από νοσταλγία.

Γκρίζα παιδικά χρόνια

Από την άλλη, τα παιδικά χρόνια ήταν γκρίζα. «Εζησα διάφορες καταστάσεις αλλά ήμουν ονειροπόλα. Για τον ονειροπόλο ο Ντοστογέφσκι λέει ότι δεν είναι άνθρωπος αλλά ένα πλάσμα ουδέτερο που κατασκευάζει έναν κόσμο δικό του και είναι ευτυχής εκεί μέσα, κι αυτό δεν είναι λίγο. Με χόρταινε η φαντασία μου. Φοβούνται τη φαντασία όσοι φοβούνται να αντικρίσουν κατάματα τον εαυτό τους». Τη δεκαετία του 1950 η Θεσσαλονίκη «ένα φτωχοκομείο ήτανε, ιδίως οι δικές μας οι γειτονιές, οι δυτικές, εκεί υπήρχε η μεγαλύτερη ανέχεια, σε μια περιοχή που υπέφερε συνολικά μετά την Κατοχή και τον Εμφύλιο. Τίποτα δεν είχαμε. Εμείς μέναμε σε ένα σπίτι που ήταν εβραίικο. Ετσι μας λέγανε, δεν ξέρω αν ήτανε. Παιδί ήμουνα. Τότε όχι μόνο δεν συζητιόταν το ζήτημα αλλά υπήρχε επιφύλαξη μεγάλη. Λίγοι, βέβαια, καταλαβαίνανε τι συνέβαινε. Σε μας τα μικρά λέγανε ότι οι Εβραίοι παίρνουν τα παιδάκια, τα βάζουν σ’ ένα βαρέλι με καρφιά και πίνουν το αίμα τους που στάζει». Τρόμος δηλαδή, έντονος αντισημιτισμός. «Τα άκουγα αυτά απ’ τα άλλα παιδιά, τους τα λέγανε οι γονείς τους. Εμένα η μάνα μου δεν μου ‘πε ποτέ τέτοια πράγματα. Είχε μια φίλη η οποία τελικά σώθηκε, επειδή είχε παντρευτεί χριστιανό».

Τα ανθρώπινα όρια

Στις ιστορίες της περνάει το ζήτημα, αντιστικτικά, με κακά αλλά και καλά παραδείγματα, υπήρξαν και αυτά. Και με αφορμή τον χαρακτήρα ενός άντρα στη «Μικρή Εβραία», ενός βιαστή, μίλησε ευρύτερα για τους ήρωές της.
«Εμένα οι χαρακτήρες μου είναι «διπλοί». Δηλαδή κάνουνε την αμαρτία αλλά υποφέρουνε που την κάνουνε. Δεν ησυχάζουν. Μετανιώνουν. Οι αμοραλιστές άνθρωποι δεν μ’ ενδιαφέρουν καθόλου. Με ενδιαφέρουν αυτοί που παλεύουν, άσχετα αν στο τέλος τα ένστικτα νικάνε. Αυτό το πιστεύω» τόνισε η Μαρία Κουγιουμτζή.

Μάλιστα γράφει ότι μόνο στις υπερβάσεις μαθαίνουμε και, πράγματι, τα κείμενά της περιγράφουν οριακές καταστάσεις. «Θέλω να δείξω πού φτάνουν τα όρια του ανθρώπου. Και στο καλό και στο κακό. Θέλω να διερευνήσω όλες τις κατευθύνσεις, όλες τις δυνατότητες, όλες τις πιθανότητες. Γι’ αυτό γράφω άγρια και τρυφερά. Δεν με νοιάζει να πω απλώς μια ιστορία καλά. Ούτε να κάνω τη δασκάλα σε κανέναν. Και τους χαρακτήρες μου δεν τους κρίνω. Τους αγαπάω και τους πονάω. Είμαι στραμμένη προς τους ανθρώπους που υποφέρουνε. Σε αυτούς που η μοίρα τους είναι τέτοια που δεν έχουν τα μέσα, κατά κάποιον τρόπο, να αντιδράσουνε. Είτε γιατί γεννήθηκαν μ’ ένα κουσούρι, είτε γιατί είναι φτωχοί κ.τ.λ. Στο διήγημα «Μαμά άφησέ με ν’ ανασάνω», η ηρωίδα έχει σχεδόν γεράσει νταντεύοντας τη μητέρα της. Είναι ένας άνθρωπος διψασμένος για ζωή», βρίσκει διέξοδο στις σκοτεινές αίθουσες, πάει στα πονηρά σινεμά, «κι όταν διψάς, δεν κοιτάς αν το νερό είναι θολό ή βρώμικο, θα πιεις».

Να το δούμε λίγο και πάλι ευρύτερα. Μήπως όσοι διαβάζουμε ακριβώς, γινόμαστε κάπως υπερβολικά «ελαστικοί» ως προς την ηθική ή ως προς τα αποδεκτά όρια εν γένει; Μήπως φτάνουμε στο σημείο να δικαιολογούμε τα πάντα; «Γινόμαστε πιο ανεκτικοί, πιστεύω. Δίνουμε χώρο στους ανθρώπους. Το δίκαιο είναι ο νόμος. Είναι ο Ιαβέρης που κυνηγά μια ζωή τον Γιάννη Αγιάννη, ενώ η Δικαιοσύνη είναι ο επίσκοπος που του χαρίζει τα κλεμμένα κηροπήγια αφήνοντάς του περιθώριο για να καταλάβει, να αλλάξει».

Οι αλληλεπιδράσεις

Η ίδια πιστεύει στη σημασία της συγχώρεσης. Και είναι μια γυναίκα που θαυμάζει τους προσωκρατικούς, τα μαθηματικά, την αστροφυσική, την πολυπλοκότητα του (εξωτερικού) Σύμπαντος. «Οι φυσικοί νόμοι, ενώ είναι νόμοι, δεν σε δεσμεύουν, σε ελευθερώνουν. Οχι μέσω του τυχαίου αλλά μέσω της απροσδιοριστίας. Της πληθώρας των κινήσεων, όχι της επιλογής αλλά των αλληλεπιδράσεων. Αυτό συμβαίνει και με τις ανθρώπινες σχέσεις. Από την αλληλεπίδραση με τους άλλους δημιουργούμαστε και τους δημιουργούμε».

Κάθε άνθρωπος όμως είναι και ένα διαφορετικό (εσωτερικό) σύμπαν. «Τους δέχομαι τους αμαρτωλούς, αρκεί να υπάρχει η πάλη, όπως προείπα. Πιστεύω ότι ακόμα κι αυτός που κάνει κάτι φρικτό δεν θέλει να το κάνει. Αλλά τα ένστικτα, που να πάρει ο διάολος, έχουν τέτοια γοητεία, όταν το φρικτό συμβαίνει σε κυριεύει και δεν μπορείς να σταματήσεις. Υστερα αυτός που το κάνει απεχθάνεται τον εαυτό του που το έκανε. Ποια θα ήταν η λύση; Να αυτοκτονήσει για να μην το ξανακάνει. Δεν μπορεί όμως, η ανάμνηση αυτής της φρικτής γοητείας τον κρατάει στη ζωή. Σκεφτείτε το, ευρύτερα. Η ζωή είναι φρικτή τις πιο πολλές φορές. Αλλά εμείς όλοι, εκεί. Εχει μια γοητεία. Τι είναι αυτό; Η ζωή η ίδια το πλάθει αυτό για να μας κρατήσει ζωντανούς. Αλλιώς στην πρώτη αναποδιά θα τα τινάζαμε όλα στον αέρα. Αφού έτσι κι αλλιώς ξέρουμε πως θα πεθάνουμε. Η ζωή όμως δημιουργεί μύθους, κι εγώ πιστεύω πολύ στον μύθο».

Τότε ανακάλεσε τον Ν. Γ. Πεντζίκη που «πίστευε στο φανταστικό, δεν ήθελε το πραγματικό», είχε μια σύντομη θητεία μαζί του. «Ο ίδιος ρώτησε κάποτε έναν μικρό, τι θέλεις, μικρέ, ένα πραγματικό αυτοκινητάκι για ένα φανταστικό; Το παιδί ήθελε το πραγματικό. Το πραγματικό τού είπε ο Πεντζίκης θα παλιώσει και θα το πετάξεις, το φανταστικό δεν θα το χάσεις ποτέ, θα το ‘χεις μια ζωή».

«Εχω εκπλαγεί αλλά δεν έχω τρομάξει»

Εχει ποτέ εκπλαγεί η ίδια από κάτι που έχει γράψει; Εχει ίσως τρομάξει; «Πιστεύω στην έμπνευση. Ερχεται από μια λέξη, μια εικόνα, μια ιδέα, είναι όπως το σωματίδιο του Χιγκς, που, ενώ δεν έχει μάζα, καθώς συγκρούεται μ’ ένα άλλο σωματίδιο τού δίνει μάζα και αποκτά και το ίδιο. Ετσι προκύπτει ένα ποίημα, ένα διήγημα, ένα μυθιστόρημα. Τουλάχιστον έτσι λειτουργώ εγώ. Εχω εκπλαγεί αλλά δεν έχω τρομάξει, κι αν έχω τρομάξει ο τρόμος αυτός είναι γλυκός. Δεν τα προσχεδιάζω αυτά που γράφω. Iσως και να μην τα ξέρω. Διότι αν τα ξέρω θα πάω με τη λογική να τα πω και δεν θα τα πω καλά. Οπου με πάει το κείμενο. Οι ανατροπές συντελούνται την ώρα της γραφής».

Η Μαρία Κουγιουμτζή για χρόνια ολόκληρα όχι μόνο δεν δημοσίευε «αλλά έσκιζα και δεν κρατούσα τίποτα, κι αυτό μου έκανε καλό». Για ένα διάστημα πήγαινε «καθημερινές ασκήσεις» στον ποιητή Ντίνο Χριστιανόπουλο, όπως ο ίδιος της είχε προτείνει. «Τις έβρισκε ενδιαφέρουσες αλλά ατελείς. Μου έλεγε να τις διορθώσω και να ξαναπάω αλλά ντρεπόμουν και δεν επανερχόμουν στο θέμα». Αλλά, ευτυχώς, δεν τον υπάκουσε. «Τον άκουγα με προσοχή αλλά δεν τον υπάκουσα». Δυο-τρία από αυτά τα κείμενα τα περιέλαβε στο «Αγριο βελούδο», το πρώτο της βιβλίο που κυκλοφόρησε το 2008 και απέσπασε κατόπιν το Βραβείο Διηγήματος του Ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών. Πρόκειται για τις «Γριές», «Το κοντάρι» και «Το βλέμμα», που είχε δημοσιευτεί πριν από 40 χρόνια στη «Λέξη». Η πρώτη της ιστορία δημοσιεύθηκε το 1972 στον «Κάλβο», σε διαγωνισμό υπό τον τίτλο «Διήγημα ’71». Η Μαρία Κουγιουμτζή μιλάει με ευγνωμοσύνη για τους φίλους της, για όσους τη στήριξαν και την παρότρυναν να συνεχίσει. Στη συνομιλία μας αναφέρθηκε ονομαστικά και αναλυτικά σε όλους.

 

«Ο αδερφός μου Σταύρος Κουγιουμτζής»

diastixo.gr 12/4/2017

Ο αδερφός μου ήταν ένας άνθρωπος ονειροπόλος. Ονειρευόταν έναν Κόσμο καλύτερο, ηθικότερο και αισθητικότερο. Πίστευε πολύ στην Τέχνη και στο πνεύμα, σ’ αυτό που είπε ο Ντοστογιέφσκι πως «η ομορφιά θα σώσει τον Κόσμο». Η ονειροπόλησή του δεν ήταν παθητική, ήταν ενεργητική. Δούλευε και πάλευε με πάθος γι’ αυτό που πίστευε και είχε ολόψυχα αφοσιωθεί στην Τέχνη.

Όταν στα 15 του ερωτεύτηκε την κλασική μουσική απλώς από ένα άκουσμα πιάνου –το αφηγείται θαυμάσια στο βιβλίο του Ανοιχτά παράθυρα με κλειστά παντζούρια– πήγε αμέσως και γράφτηκε στο Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης, που ήταν ένα ωραίο νεοκλασικό οίκημα στην Ευζώνων, και μέσα σε δυόμισι χρόνια ήταν έτοιμος για το πτυχίο του. Χωρίς να έχει πιάνο στο σπίτι για να μελετάει, μελετούσε στο Ωδείο και σε σπίτια φίλων, κάποιο χρονικό διάστημα ο καθηγητής του ο Τώνης Γεωργίου, ενθουσιασμένος από το ταλέντο του, έπεισε κάποιους και του νοίκιασαν ένα πιάνο στο σπίτι μας όπου μελετούσε από το πρωί ως το βράδυ. Αυτό ήταν η αιτία να πάθει υπερκόπωση και μια μη αναστρέψιμη βλάβη στα χέρια. Χρειάστηκε να εγκαταλείψει τα σχέδιά του για μεγάλος σολίστ. Όμως, όπως λέει και η παράδοση, εκεί που κλείνει μια πόρτα ανοίγει μια άλλη, έτσι στράφηκε προς τη σύνθεση όπου έγινε αυτός ο συνθέτης που ξέρετε. Εν τω μεταξύ, συνέχισε στο Ωδείο και τελείωσε όλα τα θεωρητικά, σύνθεση, ενορχήστρωση, ενοργάνωση, φούγκα, αντίστιξη κι όλα με άριστα, μέσα σε δύσκολες συνθήκες, αναγκαζόταν να παίζει σε νυχτερινά κέντρα, και όταν έκανε τις πρώτες του επιτυχίες πήγε στην Αθήνα, με την Αιμιλία, η οποία δέχτηκε και πούλησαν το σπίτι της/τους, όπου παράλληλα με τη σύνθεση, την εργασία του ως πιανίστα σε νυχτερινό κέντρο, έκανε και μαθήματα δωδεκάφθογγης μουσικής με τον γνωστό καθηγητή Γιάννη Ανδρέου Παπαϊωάννου. Όταν πια έγινε γνωστός κι έβγαζε από τα τραγούδια του τα προς το ζην, σταμάτησε τη φθοροποιό δουλειά του στα νυχτερινά κέντρα κι αφοσιώθηκε αποκλειστικά στη σύνθεση.

Εκείνο που συνέτριψε τα όνειρά του και συνέβαλε στην απογοήτευσή του ότι ο κόσμος θα γίνει καλύτερος, ήταν η συνάφειά του, αόρατη σχεδόν, με την εμπορευματοποίηση της Τέχνης, την αναξιοκρατία, την εισβολή και την επιβολή της μετριότητας και της γκλαμουριάς, η βιομηχανία της πέτσας που θέριευε, όχι μόνο της Τέχνης αλλά και ολόκληρης της ζωής.

Με τους τραγουδιστές δεν είχε ιδιαίτερες επαφές παρά μόνο επαγγελματικές – εκτός από τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, με τον εκρηκτικό και φιλόσοφο χαρακτήρα του, και τον Γιάννη Καλαντζή, ένα ευαίσθητο και σεμνό πλάσμα με ασυνήθιστη καλοσύνη και γενναιοδωρία. Δεν συμμετείχε ποτέ στη ζωή της νύχτας, δεν έκανε εμφανίσεις, δεν ήταν φίλος τους. Με τον Νταλάρα είχαν επίγνωση ο ένας της αξίας του άλλου, κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους υπήρχε ζεστασιά, ενθουσιασμός, αλλά από κει και πέρα έλειπε η οικειότητα της συχνής σχέσης. Ο Νταλάρας εργασιομανής, άψογος και συνεπής στις πρόβες, ρουφούσε το μεδούλι των τραγουδιών και τα απέδιδε με άφταστη τελειότητα. Είναι ένας τραγουδιστής που πρόσφερε τα μέγιστα στο τραγούδι και οφείλουμε να τον σεβόμαστε.

Αντίθετα, έκανε πολλή παρέα και ήταν φίλος με τους στιχουργούς που συνεργαζόταν. Στο σπίτι έρχονταν ο Μάνος ο Ελευθερίου, ο Μιχάλης ο Μπουρμπούλης, η Τσώτου τα πρώτα χρόνια, ο Λευτέρης ο Παπαδόπουλος, έξοχη ψυχή, δίκαιη –μ’ αυτόν τα έλεγε πιο πολύ τηλεφωνικά–, ο Άκος ο Δασκαλόπουλος που έφερνε και τον ποιητή Νίκο Καρούζο, ο οποίος λάτρευε το «Μη μου θυμώνεις μάτια μου», ο Κώστας Κινδύνης, όπου κλείνονταν στο σαλόνι και μιλούσαν ώρες για ποίηση και μουσική.

Ιδίως το δαιμόνιο πνεύμα του Μάνου Ελευθερίου που σε καθήλωνε απολαυστικά, η φιλικότητά του καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του αδερφού μου, καθώς και η οξύνοια, οι γνώσεις του Μ. Μπουρμπούλη με τη γοητεία του γλωσσικού του πλούτου, τη μουσικότητα της καταγωγής του και κυρίως την ευγένειά του, καθώς και η ιδιαίτερη αισθαντικότητα και το χιούμορ του γραφίστα και συγγραφέα Μιχάλη Ιερωνυμίδη και της οικογένειάς του, η κομψότητα, η απλότητα, και η φιλοξενία του Κώστα Κινδύνη και της γυναίκας του Ελένης, ο κουμπάρος του Ευγένιος Σπαθάρης με τη Φανή, η κυρία Ελένη με τη λαϊκή σοφία της και τα έξυπνα και ικανότατα παιδιά της, ζέσταιναν την ψυχή του Σταύρου. Με την Αιμιλία πάντα στο πλευρό του, αφοσιωμένη ψυχή και σώμα, να έχει αναλάβει όλα τα πρακτικά προβλήματα μιας οικογένειας, ικανότατη και με σπάνια ευαισθησία ερμηνεύτρια των τραγουδιών του, με μια θηριώδη μνήμη ακόμα και της πιο μοναχικής του νότας.

Η τριβή με τις εταιρείες δίσκων και τα πρακτικά τον κούραζαν και τον απογοήτευαν. Η Αθήνα με τις μεγάλες αποστάσεις τον έκανε να νοσταλγεί τη Θεσσαλονίκη και τους δρόμους της, τους φίλους του και τη μυρωδιά της. Ήταν σπουδαίος πεζοπόρος της πόλης, περιπατητής του άστεως γενικά. Η Θεσσαλονίκη ήταν η μητέρα του, την ήξερε καλά, είχε περπατήσει κάθε δρομάκι της. Ακόμα και στην Αθήνα, απ’ το Μαρούσι απ’ όπου έμεναν, κάναμε οι δυο μας καθημερινούς περιπάτους με τα πόδια ως την Κηφισιά και το Κεφαλάρι συζητώντας. Το μυαλό του δεν έμενε ποτέ αργό, αντίθετα ήταν σε μια διαρκή εγρήγορση και πάντοτε για την Τέχνη.

Ήταν σεμνός χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν ήξερε την αξία του. Αλλά μπροστά στις διαχρονικές αξίες και τα μεγέθη της Μουσικής, αισθανόταν τον σεβασμό που όφειλε στους Προ, στους Νυν και στους Μετά. Πίστευε στις αξίες. Και οι αξίες, πέρα από το ότι είναι το Άλας της Γης, είναι εκείνο το βήμα που στερεώνει την ουτοπία για έναν πιο ανθρώπινο και δίκαιο Κόσμο.

Παράλληλα δεν του έλειπε το χιούμορ, ήταν ως επί το πλείστον η καρδιά της παρέας με τη σπιρτάδα του πνεύματός του και τη γλύκα της ψυχής του. Όμως η ψυχή του κόσμου, που μετά τη δικτατορία είχε αρχίσει να παίρνει ανάσες, άρχισε σιγά σιγά να ξεχνάει τα όνειρά της, φιμώθηκε η ανάτασή της από τη φθορά των αξιών, το κυνήγι του πλουτισμού και τον χαβαλέ, ιδίως οι πολιτικοί και η πολιτική που τη φθορά της είχε αντιληφθεί πλήρως από τότε, τον έθλιβαν και τον οδήγησαν στην απομόνωση. Και κείνη η απομόνωση της μελαγχολίας του ήταν η ουσιαστική και ανέλπιδη διαμαρτυρία του για τον παραλογισμό της ζωής.

Όλα αυτά τραυμάτισαν την ευαίσθητη καρδιά του και ποιος ξέρει πόσα άλλα μυστικά κι απόκρυφα, και έφυγε νωρίς.

Αυτός ήταν στην ουσία ο αδερφός μου, ένας εραστής της Τέχνης και της Ανθρωπιάς. Για μένα υπήρξε τρυφερός αδερφός και εξαίρετος παιδαγωγός. Η σχέση μας ήταν πάντοτε σχέση θαυμασμού και αγάπης.

Σχολιάστε

Filed under ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ, ΠΟΙΗΣΗ

ΡΙΑ ΦΕΛΕΚΙΔΟΥ

1-ΡΙΑ

 

Η Ρία Φελεκίδου κατάγεται από την Κατερίνη, είναι έγγαμη με δύο παιδιά και ζει μόνιμα στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε Νομική στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και Δημοσιογραφία στο Εργαστήριο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας στην Αθήνα. Είναι απόφοιτος του Μεταπτυχιακού ετήσιου Προγράμματος Παιδαγωγικής Κατάρτισης της
ΑΣΠΑΙΤΕ και πτυχιούχος του Μεταπτυχιακού Δημιουργικής Γραφής στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας. Έχει ασχοληθεί επαγγελματικά με τη δικηγορία και τη δημοσιογραφία. Σήμερα δουλεύει ως εκπαιδευτικός στη
Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση και είναι μέλος της Ομάδας Διαχείρισης,
Συντονισμού και Παρακολούθησης της Εκπαίδευσης Προσφύγων του
Υπουργείου Παιδείας. Έχει εκδώσει έξη παιδικά βιβλία και δύο
ποιητικές συλλογές.
Ποιήματά της φιλοξενούνται σε ποιητικές ανθολογίες και λογοτεχνικά περιοδικά.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

ΠΟΙΗΣΗ
Τελεία και παύλα, Γαβριηλίδης (2005)
Αυτά, Γαβριηλίδης (2008)

ΠΑΙΔΙΚΑ

Η μαγική κούπα, Σύγχρονοι Ορίζοντες (2004)
Ο άστεγος χορτοφάγος λύκος και το έξυπνο γουρουνάκι, Κέδρος (2006)
Η Πρασινούλα γιναντούλα και οι εφτά χιονάτες, Κέδρος (2006)
Η νονά της Σταχτοπούτας σε δράση, Κέδρος (2006)
Το πιο ευτυχισμένο κοριτσάκι του κόσμου, (2014)
Το παιχνίδι των δοντιών, Μεταίχμιο (2018)

 

 

 

ΑΥΤΑ (2008)

ΜΟΝΟ

Κουβαλώ ένα ποτάμι
που δε γέννησε τους στεναγμούς του.
Συντονίζομαι με το λυγμό των ψαριών
μόνο όταν γδύνομαι απ’ τις ισορροπίες μου.

 

ΤΑΞΙΔΙ

Στα διόδια σηκώνω το βλέμμα.
Μετρώ τις στιγμές που χάθηκαν
προς τιμήν της αγίας αφηρημάδας.
Συντονίζομαι με το μουντό τοπίο.
Συνεχίζω να είμαι μουγγή
και απέναντι στους υπόλοιπους συνεπιβάτες.
Έξαφνα συνειδητοποιώ πως αναπνέουν.

 

ΣΤΗΝ ΚΟΨΗ ΤΗΣ ΘΛΙΨΗΣ

Στην κόψη της θλίψης
το παρόν θολώνει
από εικονίσματα του χθες
που δεν εξαργύρωσαν ποτέ
τις θεόσταλτες υποσχέσεις τους.

Η φρίκη φτιασιδώνεται
με χαρούμενες κραυγούλες χωρίς ταυτότητα.
Οι λύπες κεντιούνται εντέχνως
με υψηλά νοήματα – αχρείαστα να ‘ναι.

Πολυκύμαντα τα νήματα της ελπίδας
τυλίγονται προσεκτικά
γύρω απ’ το λαιμό των υποψήφιων νεκρών
μέχρι που και η τελευταία ανάσα τους
ταξιδεύει στο δάσος με τις καμένες φτέρες.

 

ΠΙΚΡΕΣ

Κλεισμένες σφιχτά
στα μικρά βελούδινα κουτάκια της άρνησης,
δεμένες αριστοτεχνικά με τις αναβολές μας,
οι πίκρες που μας αναλογούν
περιμένουν ανυπόμονα τη σειρά τους.
Την ώρα που το τρέμουλο στα δάχτυλά μας
θα καταφέρει να ορθοποδήσει
και θα αφαιρέσει τους περίτεχνους κόμπους.
Τότε θα αρχίσουν να αναπνέουν ανακουφισμένες
μέσα στις ανίσχυρες χούφτες μας
σαν ανυπόμονα τρομακτικά ζωάκια
με τα σαρκοβόρα τους στόματα
να απαιτούν ένα μερίδιο απ’ τη ζωή.
Τη ζωή μας.

 

ΠΑΛΙΑ ΚΑΙ ΝΕΑ ΤΑΞΗ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ

Το πίσω μέρος της κάννης σημαδεύει το όνειρο,
περιφραγμένο τέλεια στον αυλόγυρο του ματιού.
Απ’ την άλλη, μάταια το βλέμμα στοχεύει εμπρός
στη μετατόπιση του κέντρου του κόσμου.

Να γίνει πώς;
Αφού είναι όλα εδώ τριγύρω;
Λυμένα, δεμένα, μεταξύ τους καλά γνωρίζονται,
το γύρω γύρω όλοι η αγαπημένη τους άσκηση.
Ξεθεώνονται στο βάθος της οικειότητας
– ενόσω φαινομενικά απάνεμες αγκαλιές
ταξιδεύουν το χάος εκ περιτροπής
στο καρναβάλι των επιλογών μας.

Το όνειρο, που είναι για όνειρο φτιαγμένο,
κέντρου του κόσμου δοκιμασμένο
ή μήπως θα ήταν καλύτερα να πω δαμασμένο
το αναμενόμενο να φυτρώνει στις παλάμες μας.

Για όνομα του φόβου!
– Ή θα ’πρεπε να πω στο όνομά του;
Ίσως γι’ αυτό τελικά μισώ τις αυλαίες
που οριοθετούν νέες τάξεις πραγμάτων.

 

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟ

Χίμαιρες πλεγμένες με τα δάχτυλά μου
την ώρα που κυνηγώ υπάκουα τσουλούφια
στο μέτωπο του έρωτα.
Χάρτινες φωνές συνοδεύουν
τους καθημερινούς πνιγμούς της χλόης
στα βήματά μας.
Παραδίνομαι. Παραδίνεσαι;
Και ας μείνουν όλα όπως είναι.
Μικρά, συνηθισμένα, ανήλιαγα.
Γνώριμα και απειλητικά.

 

ΕΝΑ ΒΗΜΑ ΠΡΙΝ ΑΠ’ ΤΟ ΚΕΝΟ

Ένα βήμα πριν απ’ το κενό
τακτοποιώ όμορφα τις δουλειές μου.
Πλέκω ψιλοβελονιά τις υποχρεώσεις μου
και τις φορώ μαλακά στο λαιμό των ημερών μου.
Ένα βήμα πριν απ’ το κενό
κάθομαι σταυροπόδι επιμελώς ατημέλητα
και θαυμάζω τις δεμένες μου γάμπες.
Μετρώ τα ποτήρια που δεν έσπασα
τους φίλους που δεν έκλαψα στον ώμο τους
τους δρόμους που παρέκαμψα
τις ώρες που δεν έπαιξα με τα παιδιά μου.
Ένα βήμα πριν απ’ το κενό
βλέπω όλα τα βραδινά προγράμματα στην τηλεόραση
κι έπειτα βυθίζομαι στον ύπνο
με την ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία
γύρω απ’ το κρεβάτι μου
να παγιδεύει τα ανήσυχα όνειρα
βουίζοντας τα τελευταία τηλεοπτικά νέα.
Ένα βήμα πριν απ’ το κενό
δουλεύω οκτάωρο
διασκεδάζω μια φορά την εβδομάδα
κάνω έρωτα άλλη μία
και βάφω τα νύχια μου κάθε μισή ώρα.
Θέλω να τα βλέπω λαμπερά.
Να καθρεφτίζω τα δόντια μου
στο κόκκινο της φωτιάς τους.
Ένα βήμα πριν απ’ το κενό
γνέφω στα παιδιά που ακόμη δε γέννησα
να πλησιάσουν.
Ένα βήμα πριν απ’ το κενό
η ζωή μου μικραίνει, μικραίνει, μικραίνει.
Γίνεται μια σταλιά, τοσοδούλα,
και χωρά στη χούφτα μου.
Της ψιθυρίζω νανουρίσματα
–ένα βήμα πριν απ’ το κενό–
για το μέλλον που σιγά σιγά κοιμάται.

 

ΑΝΑΜΕΣΑ

Στην κοίτη της λύπης μου
ζωγραφίζω τα κύματα στο νερό
με δικά μου χρώματα
– που και που δανείζομαι
αναπάντεχες αντανακλάσεις απ’ το φως.
Έπειτα το βλέμμα μου επιπλέει στο έργο μου.
Αφήνει ρινίσματα αβεβαιότητας
– μα πού πήγαν οι τόσες εντός μου αποχρώσεις;

Στην κοίτη της χαράς μου
τραγουδώ όλα τα φάλτσα που ονειρεύτηκα.
Χωρίς ενδοιασμούς
ξεγυμνώνω τους ήχους απ’ τον προορισμό τους.
Κυλιέμαι ασύχναστα στα ντεσιμπέλ τους.
Μαδώ τα κέφια απ’ τις γιορτές
και τα καταπίνω αμάσητα.

Πράσινοι κλώνοι και γκρίζα κενά
μου θυμίζουν το όριο ανάμεσα.
Ανάμεσα στη λύπη και στη χαρά μου
κοιμάται ένα φοβισμένο παιδί
που δεν τολμώ να ξυπνήσω.

 

ΑΙΔΟΙΑ ΚΑΙ ΔΑΚΡΥΑ

Αιδοία και δάκρυα
αφήνουν υγρά ίχνη στις ανήσυχες παλάμες
στεγνώνουν όταν το ερέθισμα εκλείψει.
Αποτελούν άλλοθι απουσίας πολύτιμο.

Τη μέρα περισσεύουν
στη νύχτα δε χωρούν.

Κανείς δεν μπορεί πειστικά να αρνηθεί
πως συνιστούν με επιτυχία
συναφείς απομιμήσεις ζωής.

 

ΑΓΡΙΑ ΝΥΧΤΑ

Η άγρια νύχτα έχει ένα πλεονέκτημα.
Την αφροδίσια καταρροή στον Άδη των σωμάτων.
Η άγρια νύχτα έχει ένα ζητούμενο.
Την επικείμενη συμφιλίωση με το απόλυτο
που ματαιώνεται κάθε φορά στο χείλος.
Η άγρια νύχτα έχει ένα και μόνο πρόσωπο.
Συνοψίζεται
στην ακύρωση των φιλικών αρωμάτων του καφέ
και στο καθρέφτισμα των επιπλέον παλμών
σ’ ένα βαθύ πηγάδι.

 

ΚΟΥΑΡΤΕΤΟ

Ο αισθησιασμός μιας κοινής γυναίκας
είναι όπως η κατήφεια της σελήνης.
Τριμμένη και τετριμμένη η όψη της αλήθειας.

Γράφουμε γι’ αυτά που λέμε και δεν πιστεύουμε.
Έτσι οι πνιγμοί των λέξεων
μας περιμένουν στα διαστήματα των ουρανών.

Kannst du tanzen?
Can you dance?
Εγώ αψηφώ το θάνατο.

Κυνήγα με και πιάσε με χωρίς τίτλους.
Στην άκρη απ’ τις διδαχές.
Και στην αρμύρα της θάλασσας κάνε με δικιά σου
άμμο και όνειρα και νερά.

 

ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΜΕΣΗΜΕΡΙΟΥ

Αίθριες είναι κάτι περιπτώσεις
που συνοψίζονται στα μάτια σου
– μάτια του καλοκαιριού ανάγλυφα.
Περιπτώσεις που αφύλαχτες εγκαταλείπουν εαυτόν
εκτεθειμένες θαρρείς σε κάθε διαβάτη
αρκεί να περπατά τα αποπνικτικά μεσημέρια
αναζητώντας νύμφες στα δάση.
Έτσι που να αναγνωρίζει και να κατακτά
ό,τι δεν παραδόθηκε στους νυχτερινούς ιλίγγους.
Μυρμηγκιάζουν το φως
καθώς σφηνώνονται στο πρόσωπο της μέρας.
Γλείφουν τη γλύκα του ήλιου
και την τινάζουν κομματιαστά ανάμεσά μας.
Κάθε αυτόβουλα ολόγυμνο σώμα
θα συναρμοστεί με αυτά τα μεσημεριανά κύματα.
Αν είναι να ηγείται κάποιος,
θα ’θελα τη μουσική
να σαλεύει στις αμυχές της ζέστης.

 

ΣΤΙΓΜΗ ΓΝΩΡΙΜΙΑΣ

Διαφορετικά, θα ήμουν πυγολαμπίδα.
Αργότερα, κινούμενη άμμος επικίνδυνη.
Αν ήταν πιο νωρίς θα ήμουν παιδικό νανούρισμα.
Τώρα όμως πλάθονται οι καμπύλες του κορμιού,
οι γραμμές των ματιών,
οι σκιές της νύχτας μου.
Γίνομαι γυναίκα τώρα για σένα.

 

ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ

Φύλαξέ μου μια αξιοπρέπεια
Σαν το αίμα που καίει
Όταν γλιστράς απ’ τους νόμους
Σαν την πληγή που αγαπά
την επαφή της με τον αέρα
Σαν το κραγιόν που θόλωσε
τον καθρέφτη του νου σου
Πυκνώνοντας τον αέρα στο χώρο
Με ένα αντίο.

 

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΜΑΣΤΟΡΑ

Η έμπνευση κρυώνει
σαν πιάτο που περιμένει την όρεξη
Δε χτίζονται γιοφύρια έτσι
Μόνο κατασκηνώνουν στεναγμοί
στα ερείπια-θεμέλια
Κι η γυναίκα του πρωτομάστορα
–το πιο όμορφο τραγούδι
της εποχής των κύκνων–
κλεισμένη σε μια ντουλάπα ροζ
να ξηλώνει ποδόγυρους
να οσμίζεται
να περιμένει.

 

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΠΑΝΩ ΣΤΙΣ ΕΝΝΟΙΕΣ

Κοράλλι πράσινο σ’ ένα κομμένο κεφάλι
Στις έννοιες οι λέξεις
πρόστυχες αναδεύουν.
Θα ’θελα από ένα κελάρι
να τις ξετρυπώσω μία μία
να τις συνεφέρω μες στο ποτήρι του κρασιού
Να απλώνονται έπειτα χωρίς σπρώξιμο
– σαν μαλακή ανάσα.

 

ΤΕΛΙΚΑ

Μάτια αφημένα στους καθρέφτες
μιας άλλης αντίληψης
ξεφλουδίζουν τη ρόδινη σάρκα
των ερωτικών υπαινιγμών
καθώς στάλες του πρωινού καφέ
νοτίζουν την κρυφή ηδονή τους
απρόσωπα.
Τώρα σκύψε στην άρνηση
στα όρια του εγωισμού.
Στην παραίτηση της λειτουργίας της μάθησης
κατατροπώνεις τα εισαγωγικά.
Κι εγώ γελασμένη στο χρόνο
κυνηγώ πεθαμένα οράματα.

Τελικά η ανία
είναι η πιο άσπονδη προσταγή.

 

ΕΡΧΕΤΑΙ ΚΑΙ ΦΕΥΓΕΙ

Και τότε έρχεται.
Σαν διάφανο αποκρουστικό τέρας
με συντεταγμένες ανθρώπου
κλειδώνει τα όνειρά μου
σ’ ένα ξεκοιλιασμένο συρτάρι
λαδώνει τους σκελετούς στην ντουλάπα μου
διαχέει αόρατο δηλητήριο
και παράφρονες χυμούς θανάτου.
Και τότε φεύγει.

Όταν τελειώνει
μοιάζω σαν τα χυμένα μυαλά ενός αδικοχαμένου ναύτη
σ’ ένα βρομερό μπαρ.

 

ΜΕΓΑΛΩΝΟΝΤΑΣ

Οι προσδοκίες μου είναι σταχτιές
σαν μολυβένια στρατιωτάκια νυσταγμένα.
Οι σκέψεις μου μαβιές
στρέφουν κατάματα τη θλίψη τους
σ’ έναν σκισμένο ουρανό.
Συντρίμμια που αγκαλιάζονται
κι έτσι πένθιμα ορθοποδούν.

Όσο μεγαλώνω,
τόσο σταχταίνουν οι πρώτες
σκουραίνουν οι δεύτερες.

 

ΤΟ ΠΡΙΝ ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΤΑ

Η θύμησή σου είναι μια συνεχής αιτία οσμών.
Οργώνουν και πυροδοτούν ό,τι υπήρξε πριν από σένα.
Εγώ, γαληνεμένη, παρακολουθώ τον ερχομό σου
μέσα μου.
… Είπες τίποτα για ηλιαχτίδες;

 

 

ΤΕΛΕΙΑ ΚΑΙ ΠΑΥΛΑ (2005)

 

ΤΕΛΕΙΑ ΠΑΥΛΑ ΚΑΙ ΚΕΝΟ

Μισώ τα νέα με τα πελώρια άδεντρα πρόσωπα.
Μισώ τις νύχτες που τα προετοιμάζουν.
Μισώ τους χτύπους του ρολογιού που τα υποδέχονται.
Τις φυλακισμένες ανάσες που ζέχνουν αδιέξοδο.
Τις κιτρινισμένες παλάμες που ξεφτίζουν παραδοχές.
Ματώνω στο μέρος του δαχτυλιδιού που έλειψε.
Επιβουλεύομαι όλων των ειδών τις υποταγές
που κρέμονται κορδωτά στις ντουλάπες μας.
Τον παγωμένο ενδοιασμό της τρέλας τον καλοκοιτώ.
Με δάχτυλα σβησμένα ψηλαφώ.
Αν κάτι έχει ξεχαστεί στα μωρουδιακά σκεπάσματα.
Το αποτύπωμα μόνο στο χθες.
Όταν το βλέμμα ανοίγει στα όρια της γης και του ουρανού,
ξεναγεί τη σκέψη στα μονοπάτια της κόλασης.
Εκεί καμαρώνουν μια τελεία και μια παύλα.

Υ.Γ.: «Καλώς τον» ξελαρυγγίζονται ανέσπερες οι ωδίνες
των ωδικών πτηνών που κοιλοπονούν μέλη μελωδικά.
Αποκομμένα απ’ τη ζωή μέλη νεκρά.
Σπορά δανεική απ’ το όνειδος του κενού.

 

ΝΑ

Να μιλήσουμε γι’ αυτά που δεν ξέρουμε
και μας τρομάζουν με ανοίκειες σιωπές
Όχι γι’ αυτά που ξέρουμε
και μας τραγουδούν με πολυκαιρισμένα ρεφρέν.

Να προσπαθήσουμε γι’ αυτά που υποχθόνια γελούν
κάτω από γέφυρες και μέσα από σύννεφα
Όχι για τ’ άλλα
που αλλάζουν πεζοδρόμια κουβεντιαστά
και ψάχνουν για αριθμημένες θέσεις στα όνειρά μας.

Να προσκυνήσουμε τους φοβερούς θεούς των πλανητών
που παιδιά-κοχύλια γεννούν
κι αμέσως έπειτα τις θάλασσες αφαιμάσσουν
Όχι κατοικίδια λιβανωτά
κι αλληλούια που λιμνάζουν σε παλιά νεροπότηρα
που σπάζουν μετά τον θάνατό μας.

Και τέλος
Να χαμογελάσουμε –γιατί όχι;–
Στη χαλύβδινη υπομονή της ανυπαρξίας
Που ξεκινά να έρχεται όταν φεύγουμε
Που βάζει στο τραπέζι μονά ζυγά τα δικά της
Που μαχαιρώνει συλλαβές που ξέφυγαν
απ’ τα ανυπότακτα στόματα των τρελών
και των ημίθεων
Που συμπεραίνει την ωραιότητα της ακινησίας
απ’ την έλλειψη αντιρρήσεων των νεκρών

Που ξημερώνει στο δάσος
Και την επόμενη μέρα περπατάμε
Σε πτώματα στοιχειών και σε απουσίες ξωτικών
Που πλένεται με φως
Και ραγίζει το πρόσωπο της μέρας
Που πλέκει κολιέδες από διαβόλους τριβόλους
Και τα φοράμε κατάστηθα.
Αφού το ξέρουμε πως είναι αλήθεια
Μονάχα από τριζόνια εκπαιδευμένα
Στην ίδια συλλαβή.

Ναι γιατί όχι;
Να χαμογελάσουμε στη χαλύβδινη υπομονή
της ανυπαρξίας
Και όχι στο τρυφερό σκίρτημα της άνοιξης
Που τάζει και ξετάζει
Λέει ξελέει
Γελά και ξεγελά.
Αυτά.
Και σ’ όποιον αρέσουνε τα παραμύθια και διαφωνεί
Ένα μονάχα να συλλογιστεί.
Τόσο ωραία είναι τα παραμύθια της ανυπαρξίας
Που μια φορά τ’ ακούς καλά
Και δεν ξυπνάς ν’ ακούσεις κι άλλο
Γιατί ότι ήταν ξέγινε
Κι ότι δεν έγινε βασίλεψε χωρίς να γίνει.

 

ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΜΟΥ

Βλέπω τα νύχια μου σπασμένα στις άκρες
Τα δάχτυλα φαγωμένα
Τρίβονται οι αντοχές
Ξεφλουδίζονται αιώνες υπομονής
Η μυρωδιά μιας τελειωμένης τσίχλας
κατοικεί στα έπιπλα.

Τα φαντάσματα συναγωνίζονται
ποιο θα σβήσει πρώτο το φως
ποιο θα φτάσει μαλακά το στόχο.

Στο σκοτάδι όλα είναι θαμπά
και δυσανάγνωστα
Στο σκοτάδι ονειρεύομαι χωρίς φόβους,
κολυμπώ ελεύθερη.

Με αστραφτερά χέρια
δοκιμάζω απλωτές
και χαρίζω σπαρακτικά αγγίγματα
σε μελαψούς πειρατές.

 

ΑΧΡΟΝΟ

«Τα παιδιά μου να ’ναι καλά» αναστέναξε
μία γενιά και πέθανε.
«Τα παιδιά μου να ’ναι καλά» μουρμούρισε
η επόμενη γενιά και παρέδωσε το πνεύμα.
«Τα παιδιά μου να ’ναι καλά» ευχήθηκε
η γενιά που είχε έρθει η σειρά της
να ανανήψει στους ουρανούς.

Το γέρικο άχρονο σκιουράκι
άλλαζε κρυψώνες στο δάσος
και κρυφογελούσε με τις αλλαγές φρουράς.
Τα παιδιά του δε ζούσαν πια.
Και στο κορμί του αναπαύονταν αιώνες.

 

ΕΝΟΧΕΣ ΣΚΙΕΣ

Τόση θέληση για τη ζωή τους!
Τόση αγωνία να τους την επιβάλω!
Τόσοι ομόκεντροι φόβοι!

Όταν έρχεται,
η νύχτα με περιμαζεύει στη μήτρα της.
Οι σκιές με βάζουν στη μέση.
Ρωτούν πότε η μια πότε η άλλη.
Δεν περιμένουν απαντήσεις
κι αρχίζουν να με μαλώνουν.
Δε σκύβω το κεφάλι.
Το βλέμμα μου άθραυστο απ’ την παρουσία τους
αντανακλά την ενοχή τους.

 

ΑΝΤΡΑΣ

Χαμήλωσα το κεφάλι,
καθρέφτισα την αγωνία μου.
Πλάγιασα στο βρεγμένο χώμα
ένα να γίνω με την κοίτη.
Έτριψα τη λάσπη ανάμεσα στα δάχτυλα.
Άφησα τις υποσχέσεις-καραβάκια να ανοιχτούν.
Έπλασα την Εύα, πλάι στον Αδάμ.
Τα ανθρωπάκια δεν έχουν έκφραση.
Ο άντρας δεν ήρθε ακόμη.

«Και μήπως έρχεται ποτέ;»
άκουσα σαν μέσα απ’ όνειρο
την γκρινιάρικη φωνή
του παμπάλαιου θηλυκού
να σπάει σε μικρά αφρισμένα κύματα.

Γειτόνισσα και νοικάρισσα η γριά χρόνια τώρα.
Πώς να κάνω έξωση στην αυθεντία της;

 

ΕΡΩΤΑΣ

Η πιο απλή πιθανότητα είναι η παρθενογένεση.
Γιατί να χαθώ στους δαιδάλους των συνδυασμών
Να υποκύψω στη γοητεία της αφαίρεσης
Να ταξιδέψω στα ανοιχτά της φαντασίας
Να αφεθώ στο διαμελισμό των μεμονωμένων στιγμών
Είναι οδυνηρό και αδιέξοδο.

Ας πούμε αυτό λοιπόν, ας μείνουμε εκεί.
Γεννήθηκε απ’ το μηδέν,
ζωντάνεψε, μεγάλωσε και έγινε ροδαλός χωρίς αιτία.
Ένας ατίθασος, φτερωτός μικρούλης
που δε ρωτά, δε ρωτά…..

 

ΠΟΙΟΣ

Ποιος μπορεί να τρυγήσει
ένα ολόκληρο τσαμπί σταφύλια
με τη χαρά αποτυπωμένη στο μούτρο του
απ’ την αρχή μέχρι το τέλος;
Και ποιος ισχυρίζεται πως η θέα
των αποψιλωμένων κοτσανιών
όταν ολοκληρώνεται η διαδικασία
δεν κρατά το ρυθμό
σ’ ένα χορό διονυσιακής τρέλας
με πρωταγωνιστές τα σπλάχνα του;

 

ΓΝΩΣΗ ΚΑΙ ΕΠΙΓΝΩΣΗ 

Κάθιδρες βουτιές στο κενό
Δεν επαναφέρουν τη ροδαλή όψη των πραγμάτων
Και προς τι τόση αγωνία;
Όσοι βάτραχοι κι αν γίνουνε πρίγκιπες
Στο πόδι όλων τους μια στέρεα κλωστή
Τους τραβά στη σήψη.

Τα πράγματα έχουν ονόματα
Για να κερδίσουν μια γνώριμη υπόσταση.
Οι άνθρωποι προσθέτουν και επίθετα
Κυνηγώντας ένα χνότο αθανασίας
στο σκυφτό τους σβέρκο.
Τα ζώα περιορίζονται στην ταυτότητα του είδους
Και παραδίνονται στη λήθη και την ανυπαρξία
Σαν να βουλιάζουν σ’ ένα πουπουλένιο στρώμα.

Η πιο μαλακή ανταύγεια
Είναι η ανάμνηση του κεφαλαίου της πρώτης νιότης
Στο αποκρουστικό βιβλίο του χρόνου.
Γλυκαίνει τη λύσσα της γνώσης
Την κοφτεράδα της επίγνωσης.
Δε βρίσκω όμως τη σελίδα.
Σβησμένα τα νούμερα στις γωνίες.
Και οι άκρες των δακτύλων
Σταχυολογούν απλώς μία ακόμη απώλεια.

 

ΟΝΕΙΡΑ

στην Ασπασία-Ραμόνα

Ονειρεύτηκα μια κίτρινη έρημο
Μια σελίδα χωρίς γραμμές
Ονειρεύτηκα ένα στέμμα από χρυσόχαρτο
Ένα άγγιγμα χωρίς μνήμη
Ονειρεύτηκα μία ανάσα χωρίς μέτρο
Τη δομή μιας φτερούγας
Πώς κυλάει το νερό, πού σταματάει και αν.
Απλά πράγματα ονειρεύτηκα, καθημερινά.

 

ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ ΠΑΡΑΛΗΡΗΜΑ

Στον Γιάννη

Στη σιωπή πετροβολώ τις ώρες
που μου ’λειψαν καθώς μεγάλωνα.
Θάλασσα κι ουρανός
καιρός άγριος στην κάψα του
καλοκαίρι δαιμονικό στην όψη.
Στον αφρό των κυμάτων
σπάνε γυάλινες θύμησες.
Στον αχό της άμμου
προσκυνάνε νέες επιθυμίες.
Στο εκτόπισμα των βοτσάλων
παραμονεύεις εσύ ανίκητος
Αεικίνητος
Ρευστός
Αειφόρος
Ερπετός
Αειθαλής
Εσύ
Καινούριος και παλιός
Εσύ
Στη σκιά της μέρας
Στον παφλασμό της νύχτας
Στων άστρων το πήδημα στον απολεσθέντα χρόνο
Εσύ.

 

ΑΝΕΞΗΓΗΤΑ

Τα τρίμματα του ανεξήγητου
είναι αλήθειες που καταπίνουμε αμάσητες.

Προπάντων στέκονται στο λαιμό της κότας
που μάταια προσπάθησε να σταματήσει τον αλέκτορα
πριν τριτώσει το κακό.

 

ΔΕΛΤΙΟ ΚΑΙΡΟΥ

Τα χέρια σου δεν ξέρουν να τρυγήσουν
ό,τι τους κληροδοτήθηκε
από θαλασσινούς αέρηδες.
Η φυλή σου παραπαίει
σε άνυδρα ουράνια σώματα.
Κολλητές μαζί σου
μόνο οι σκέψεις της απόγνωσης.

Διάλεξε ένα καταφύγιο
που να μυρίζει θύελλα —σε προσκαλώ—
και όργωσε την ανεπάρκειά σου
με όσες ακτίνες του ήλιου
παραμένουν απτόητες ακόμη.

 

Η ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΤΗΣ ΠΑΛΛΑΚΙΔΑΣ

Πριν χίλια χρόνια
μια παλλακίδα με ορμήνεψε
να ορκιστώ σε μια ιδέα
με σάρκα και οστά
και στύση ελεγχόμενη
απ’ τις σκιές του κορμιού μου
στον ουρανό του κρεβατιού.

Από τότε κινδυνεύουν οι νύχτες μου εκείνες
που η πλάτη σου ζωγραφίζει εμπρός μου
ακατανόητους χάρτες απουσίας.

 

ΤΟ ΣΤΡΟΓΓΥΛΕΜΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

Μια φυλακή από φράουλες
–δεν τίθεται θέμα–
θα ’ταν ευπρόσδεκτη
για τους εραστές των πρωινών οάσεων.

Για σένα όμως όχι.

Ένα παράπονο από μέλι
–και ποιος θα το αμφισβητούσε;–
θα ανύψωνε το ηθικό
των ορειβατών της διαδρομής του ήλιου.

Το δικό σου όμως όχι.

Εσύ καμωμένος από συνδέσμους χιαστούς
καρφωμένος σε τετράγωνους υπαινιγμούς
εργάτης του διαβήτη και εχθρός των περιθωρίων
χωράς ωστόσο σε μια θάλασσα από χέρια
–τα δικά μου–
διψάς απρόσμενα για μια απεραντοσύνη από δάκρυα
–γλιστρούν απ’ τα μάτια μου–
εφάπτεσαι ακριβώς στις νυχτερινές κοιλότητες
του κορμιού μου
και στρογγυλεύεις.

Έτσι σιγά σιγά στρογγυλεύεις αγαπημένε
και γίνεσαι ο κύκλος
που κλείνει το μέλλον μου.

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΑ

ΔΕΝ ΑΚΟΥΜΕ ΜΟΥΣΙΚΗ ΜΑΖΙ

Δεν ακούμε μουσική μαζί.
Όχι πια, ούτε την κλασική
Που μου ’μαθες να μετρώ
Τις εισόδους των οργάνων
Ούτε τις παρδαλές συγχορδίες
Τις φορτωμένες λόγια σκοτεινά
Λόγια ανθισμένα
Που ακουμπούσα με φιλιά
Στο μαξιλάρι σου
Ιδρωμένο από ξένα όνειρα.
Το δωμάτιο είναι γεμάτο έπιπλα
Καθόμαστε σε διαφορετικούς καναπέδες
Απλωμένοι σ’ ένα μέλλον στενό
Μονόδρομο, ίσα ίσα χωράει
Ένα κορμί όρθιο
Ένα κορμί ξαπλωμένο
Χαιρετάει ένα χέρι άγνωστο.
Κι έτσι αγάπη μου
Οι νότες πια κατρακυλούν
Στο κορμί μου γυμνές
Πιο γυμνές απ’ το ακάλυπτο
Στήθος της αμαζόνας.
Στην Τροία αχολογούν καινούριοι πόλεμοι
Η Κρύα φοράει κάλτσες
Στα μελανιασμένα της όνειρα.
Οι νότες κατρακυλούν
Στο κορμί μου, στο πρόσωπο,
Στα χέρια μου
Δεν προφταίνω τους λυγμούς τους.
Δεν είσαι εκεί αγάπη μου
Να φτιάξεις κάστρα από μενεξέδες
Πολεμίστρες μουσικής
Να απλώνω τα μαλλιά μου
Στα χώματα
Να σέρνονται στα χώματα
Ξαναμμένα φίδια, φίδια.
Δεν είσαι εκεί
Να τυλιχτούν γύρω σου
Να σφίξουν έως θανάτους τις αντιρρήσεις σου
Σαν η αιώνια υπόσχεση
Η αιώνια απειλή
Ο πιο θνητός έρωτας
Στο βασίλειο των ερώτων.

vakxikon τ.32

 

ΧΩΡΙΣ ΟΥΡΑΝΟ

Όταν ακόμη η μέρα
Δίνει παράσταση
Τρικλίζοντας
Με βήμα αστάθειας
Σαν να πατάει
Από γυαλιά ανάμεσα
Χρώματα
Που δεν της ταιριάζουν
Ο ουρανός χάνεται
Πριν το χειροκρότημα
Φεύγει
Σφίγγει τα σύννεφα πάνω του
Τυλίγεται ντρέπεται
Για τα καμώματά της
Φεύγει κι είναι έρημα
Χωρίς μικρές γωνιές από ανάσες
Σπιτάκια από σύννεφα
Αν όχι αυτός, τότε τι
Μαθαίνω πώς είναι
Να απλώνω το βλέμμα
Σε λημέρια χωρίς αφεντικά
Όμως
Ένας ολόκληρος κόσμος
Παρατημένος στην τύχη του
Σκέφτομαι
Στρέφω το βλέμμα
Ψηλά όμως όχι
Πώς είναι χωρίς
Αυτό που μάθαμε
Να είναι
Ένας δεδομένος ουρανός
Κι έπειτα το τρένο φτάνει
Όπου έπρεπε
Ή ίσως ακριβώς εκεί που δεν έπρεπε
Βγαίνω έξω
Ένα καινούριο σύμπαν
Να κάνω τις δουλειές μου
Έστω και χωρίς
Τυλίγομαι –με τη σειρά μου-
Ένα μπουφάν φουσκωτό
Από αέρα
Σύννεφα ξεχασμένα
Νιώθω γαλάζια
Ξεκολλάω απ’ τη γη
Με το μπουφάν το φουσκωτό
Πασχίζω
Και πασχίζω
Λίγο ψηλότερα
Ο ουρανός βρίσκεται πάλι
Όταν τον φτάνεις
Κι έτσι στοιχίζομαι
Με τις αέριες μάζες γύρω μου
Τεντώνομαι διπλώνομαι
Κάνω γωνίες
Αεροναυπηγικής δυναμικής
Το κορμί μου παγώνει
Σε στάσεις
Ενστικτώδους τελειότητας
Με το μπουφάν το φουσκωτό
Το μαύρο
Κι όπως πασχίζω –είναι ξαφνικό-
Φτερά και πούπουλα
Να κακαρίζει ο τόπος
Και δεν σαλεύω
Ούτε έναν πόντο απ’ τη γη
Ήτανε νόθα τα πουλιά
Φτερά μισά
Και πούπουλα δαρμένα
Μόνο για μαξιλάρια να γεμίζουν κάνανε
Όχι για να σηκώνουνε κορμιά
Να βεβαιώνουνε τον ουρανό
Και πάλι φτάνοντάς τον.
Και κάπου εκεί
Τα πόδια επανωτίζουνε στη γη
Και το μπουφάν να κελαϊδάει
Τα επί γης μου χρέη
Τίποτε άλλο
Τα αιτήματα περί ουρανού
Σε περιπτύξεις με το χώμα
Και κάπου εκεί
Το παίρνω απόφαση
Όπως μιλάς
Πρέπει να πετάς
Δεν κλυδωνίζομαι άλλο
Από την έλλειψη φτερών της προκοπής
Αέρα στο μπουφάν μου
Και τα σύννεφα τι να τα κάνω
Γεμίζω λέξεις τα πνευμόνια μου
Στο τέλος – δεν μπορεί-
Θα αναστηθεί
Κάτι στη θέση του ουρανού
Που επαρκώς θα τον θυμίζει.

ΘΡΑΚΑ 14/7/2016

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Επιμέλεια: Δρ. Νικόλαος Β. Παππάς.

elliniki-gnomi 10/2/2015

Κυρία Φελεκίδου, ως συγγραφέας παραμυθιών, θα θέλαμε να μας πείτε τι χρειάζεται για να μπει κανείς στον κόσμο των παραμυθιών; Είναι πράγματι μαγικός ο κόσμος τους;

Λοιπόν… Πώς μπαίνει κανείς στον κόσμο των παραμυθιών… Νομίζω πως χρειάζεται -τουλάχιστον- τη μαγική σκούπα μιας μάγισσας κοιμισμένης τρεις χιλιάδες χρόνια. Ή ίσως ένα φίλτρο καμωμένο από τριαντάφυλλα που μιλούν. Ή στη χειρότερη περίπτωση τα κοκκινόχρυσα παπούτσια της πιο φαντασμένης νεράιδας του Μαγεμένου Δάσους. Και αν τίποτα από αυτά δεν του βρίσκεται πρόχειρο, ας ανοίξει μια μικρή πορτούλα στη λογική και στη σκέψη του. Ας πάρει ένα βιβλίο με παραμύθια, ας ανοίξει τα μάτια της φαντασίας του. Φτάνει αυτό. Τα παραμύθια θα τρυπώσουν μέσα του κι εκείνα ξέρουν καλά τη δουλειά τους. Δεν κάνουν το σκοτάδι φως. Αποκαλύπτουν όμως τα κρυφά, φωτεινά μονοπάτια του σκοταδιού. Κι αν αυτό δεν είναι μαγεία, τότε τι ακριβώς είναι;felekidou

Έχετε δεχθεί κάποιο ερέθισμα από τα παιδιά για να γράψετε κάποιο παραμύθι ή αφορμή στάθηκαν μόνον τα δικά σας παιδικά βιώματα;

Τα παιδιά δεν έχουν αλωθεί και αλλοτριωθεί ισχυρά απ’ την πραγματικότητα. Ακόμη και όταν η πραγματικότητά τους είναι σκληρή, της αντιστέκονται γενναία. Μπαινοβγαίνουν στον κόσμο της φαντασίας, ακολουθούν δικούς τους νόμους, δεν έχουν στεγανά και μιζέριες, ελπίζουν τα πάντα, ονειρεύονται χωρίς όρια. Είναι από μόνα τους πηγή έμπνευσης λοιπόν. Όταν είσαι με παιδιά, όταν ουσιαστικά είσαι εκεί, μαζί τους, παίζεις, κουβεντιάζεις, ακόμη και όταν παρατηρείς, ξαναγίνεσαι λίγο παιδί. Έτσι οι αφορμές έμπνευσης είναι από αυτά, είναι και από το παιδί μέσα σου που ξυπνάει, τεντώνεται και σου κλείνει το μάτι.

Και ακόμη, όταν κάποιος γράφει –και όχι μόνο παραμύθια- ανακαλύπτει διαρκώς και παντού αφορμές, λόγους και θέματα καινούργια. Έμπνευση δεν δίνουν μόνον τα ισχυρά βιώματα αλλά η καθημερινότητα στις πολλαπλές εκδοχές της.

«Το πιο ευτυχισμένο κοριτσάκι του κόσμου», είναι ο τίτλος του τελευταίου σας παραμυθιού. Τι είναι αυτό που μπορεί να κάνει ένα παιδί τόσο ευτυχισμένο;

Τα παιδιά γίνονται ευτυχισμένα όταν ονειρεύονται. Και ονειρεύονται πολύ. Έτσι και η μικρή Βικτώρια ονειρεύεται πολύ, ονειρεύεται συνέχεια, μόνο που τα όνειρά της είναι πολύ πολύ μπερδεμένα. Υπεύθυνοι κατά κάποιον τρόπο για αυτό το παράξενο μπέρδεμα είναι οι «μεγάλοι» που είναι κοντά της, οι γονείς της. Η Επιτροπή Ονειροδρομών όμως στο σχολείο της αναλαμβάνει δυναμικά την κατάσταση στα χέρια της. Είναι στη μέση και μια παράξενη συμφωνία με βερίκοκα και ντομάτες βέβαια αλλά στο τέλος τα πράγματα παίρνουν τον δρόμο τους. Η Βικτώρια πραγματοποιεί ό, τι ονειρεύτηκε αλλά και ό, τι δεν τόλμησε ποτέ της να ονειρευτεί.

Η αλήθεια βέβαια είναι ότι τα παιδιά δεν είναι ευτυχισμένα μόνο όταν πραγματοποιούν τα όνειρά τους. Μπορεί να τα κάνει ευτυχισμένα απλώς το γεγονός ότι ονειρεύονται. Ή ένα παγωτό χωνάκι ένα ζεστό μεσημέρι του καλοκαιριού, ένα αυτοσχέδιο κουκλοθέατρο με ήρωες… τις κουτάλες της κουζίνας, το να παρατηρούν τις στρατιές των μυρμηγκιών στις διάφορες αποστολές τους. Και αυτό είναι το μαγικό. Δεν έχουν ξεμάθει ακόμη να ανακαλύπτουν και να βιώνουν παντού την ευτυχία.

Υπάρχουν παιδιά που έχουν βιώσει μόνο δυστυχία… Πόσο λυτρωτικό μπορεί είναι γι’ αυτά ένα παραμύθι;

Στην ταινία «Η ζωή είναι ωραία» ο Μπενίνι μεταμφιέζει την τραγική πραγματικότητα του εγκλεισμού σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης σε ένα υπέροχο παιχνίδι στρατηγικής, για χάρη του γιου του. Όταν η πραγματικότητα δεν επιδέχεται όμως μεταμφιέσεις ή ανοιχτότερης απόχρωσης αναγνώσεις, τότε η φυγή, έστω προσωρινή, στον κόσμο των παραμυθιών μπορεί να μη λύνει τα προβλήματα αλλά μαλακώνει την τραχιά τους όψη. Τα παραμύθια μπορούν να γίνουν ένα προσωρινό καταφύγιο, να απελευθερώσουν θαμμένα συναισθήματα, να βοηθήσουν στην εκτόνωση άλλων, να λειτουργήσουν ως θεραπευτικό προπύργιο. Υπάρχουν ψυχολόγοι που υποστηρίζουν τη θεραπευτική λειτουργία των παραμυθιών, τα οποία χρησιμοποιούν στη δραματοθεραπεία αλλά και στην παιγνιοθεραπεία προληπτικά ή θεραπευτικά.

Από τις δικές σας στιγμές ευτυχίας, ποια κρατάτε ακόμα στη μνήμη και δεν θα θέλατε με τίποτα να την αποβάλετε;

Η ευτυχία είναι κατά κανόνα στιγμές απίστευτης πληρότητας, αναπάντεχες συναισθηματικές κορυφώσεις και όχι σημαντικά γεγονότα μεγάλης διάρκειας. Κρύβεται στις στιγμές και επειδή τα παιδιά είναι που την ξετρυπώνουν πιο εύκολα, τη συναντάμε κι εμείς συχνότερα αν το παιδί μέσα μας ξυπνάει και διεκδικεί τα δικαιώματά του συχνά. Είχα την τύχη να έχω μια ευτυχισμένη και ανέμελη παιδική ηλικία και να διαβάσω πολλή παιδική και όχι μόνο λογοτεχνία, στις ηλικίες που το συναίσθημα και η σκέψη λειτουργούν ως σφουγγάρι. Ανακαλώ με μεγάλη νοσταλγία τα ατέλειωτα καλοκαιρινά μεσημέρια, στο παιδικό μου δωμάτιο, όπου με το στόρι μισοκατεβασμένο, ταξίδευα σε αναρίθμητους προορισμούς αγκαλιά με ένα βιβλίο. Και αυτό δεν είναι ένα κοινότοπο σχήμα λόγου. Το βιβλίο σήμαινε για μένα, σε εκείνη την ηλικία, εισιτήριο για άλλους κόσμους. Την ικανότητα αυτή να δραπετεύω, να χάνομαι, πολύ συχνά αναπολώ σήμερα που εξακολουθώ να είμαι αναγνώστρια, δεμένη όμως με την πραγματικότητα της ώρας της ανάγνωσης, ισχυρότερα από όσο θα ’θελα. Και απ’ την ενήλικη ζωή μου, τίποτα δεν μπορεί να συγκριθεί με τις ημέρες εκείνες που πρωτοκράτησα στην αγκαλιά μου τα δυο μου παιδιά. Και για να ακριβολογώ, δεν ήταν οι πρώτες μέρες αυτές που δεν θέλω ποτέ να ξεχάσω. Τη δεύτερη μέρα, όταν είχε καταλαγιάσει η αρχική αγωνία και ένταση, άνθιζε μέσα μου μια αλλόκοτη χαρά, ταυτόσημη με την ίδια τη δύναμη της ζωής.

Παράλληλα με τη συγγραφή, ασχολείστε και με την αφήγηση παραμυθιού. Υπάρχουν, κατά τη γνώμη σας, άνθρωποι που μισούν τα παραμύθια; Μπορεί κάποιος αφηγητής να τους κάνει να τα αγαπήσουν;

Πιστεύω πως μπορεί κάποιος να μισεί τα παραμύθια, μόνο αν είναι συνδεδεμένα στην ζωή του με κάποιο εφιαλτικό βίωμα, που πιθανόν δεν έχει ξεπεράσει. Ίσως σ’ αυτήν την ακραία περίπτωση, η λύση να βρίσκεται μόνο στην ψυχανάλυση, που μαζί με όλους τους άλλους κόμπους θα λύσει κι αυτόν της σχέσης του με τα παραμύθια.

Πολύ συχνότερα, μπορεί κάποιοι να αδιαφορούν για τα παραμύθια ή να τα σνομπάρουν. Τότε, πραγματικά, η αφήγηση μπορεί να χαράξει έναν καινούργιο δρόμο προς την καρδιά τους. Μπορεί να τους βοηθήσει να βυθιστούν στη μαγεία των παραμυθιών, να ανακαλύψουν διαστάσεις, λεπτομέρειες, αισθήσεις και λειτουργίες του, που δεν θα μπορούσαν ποτέ να φανταστούν ότι υπάρχουν.

Θα μπορούσαμε να πούμε μια μικρή ιστορία, ένα ποίημα -ιστορία αν θέλετε, για έναν καθημερινό άνθρωπο, που άκουσε έναν αφηγητή να λέει ένα παραμύθι.

«Το κεφάλι χωμένο στους ώμους
Το βάρος ακόμη μιας μέρας
Κι ακόμη μιας
Οι εποχές ξέρω ότι έρχονται
Και φεύγουν
Ο χρόνος νερό στις ανοιχτές χούφτες
Και τότε τον άκουσα
Τον άκουσα και πήγα μαζί του
Ήτανε μάγισσες και δράκοι
Και βασιλόπουλα μαζί του
Και βασιλοπούλες
Αχ πήγα μαζί του
Έξω απ’ τις εποχές
Και ο χρόνος πάγωσε
Στις σχισμές των δαχτύλων μου
Εκεί
Στη Χώρα των Παραμυθιών
Που Λέγονται».

Εκτός από συγγραφέας παραμυθιών, είστε και ποιήτρια. Μπορεί η Τέχνη, η ποίηση να διαχωριστούν από την ζωή ή είναι συνυφασμένες μαζί της;

Πιστεύω ότι η Τέχνη, η Ποίηση, δεν είναι απλές ασχολίες, τρόποι να περνάμε τον καιρό μας. Είναι στα αλήθεια ο τρόπος μας να υπάρχουμε. Έτσι κι αλλιώς, η ποίηση μας κλείνει το μάτι από παντού. Ο μόνος μίτος για το λαβυρινθώδες βασίλειό της είναι η ανοιχτή ματιά μας στα πράγματα.

«Η ζωή, ο θάνατος κι αναμεσίς η Τέχνη», είπε ο Νίκος Εγγονόπουλος. Είναι ένα ψέμα η Τέχνη, που μας βοηθάει όμως να ανακαλύψουμε την αλήθεια, πλένει την ψυχή απ’ τη σκόνη της καθημερινότητας, είπε ο Picasso. Για την αναγκαιότητα και την ομορφιά της Τέχνης έχουν ειπωθεί πάρα πολλά από εκπροσώπους της και όχι μόνο. Η σχέση με την Τέχνη και την Ποίηση- έτσι κι αλλιώς Τέχνη χωρίς Ποίηση δεν νοείται κατά τον Ντελακρουά- είναι ένα βίωμα που εξελίσσεται, μια προσωπική πορεία, ένας δρόμος που αν δεν περπατήσουμε είτε ως δημιουργοί της Τέχνης είτε ως πιστό κοινό της, οι μόνοι χαμένοι θα είμαστε εμείς.

Αληθεύει ότι απώτερος στόχος του ποιητή είναι να αγγίξει τον νου και τις καρδιές των ανθρώπων;

Ο ποιητής γράφει γιατί δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Την ώρα που γράφει κοινωνεί με τα επάλληλα στρώματα του εγώ του. Κι αν αυτό φαίνεται πολύ ψυχαναλυτικό, μιας και παραπέμπει απευθείας στο υποσυνείδητο, αρκεί να θυμηθούμε τα λόγια του Freud: «Όπου και αν με πήγαν οι θεωρίες μου, βρήκα ότι ένας ποιητής ήδη είχε πάει εκεί».

Η επικοινωνία με τους δυνητικούς αναγνώστες του εμπεριέχεται στη διαδικασία της συγγραφής του ποιητή, απλώς δεν είναι αυτοσκοπός. Δεν γράφουμε για τα συρτάρια μας ούτε όμως στοχευμένα για να αγκαλιάσουν με πάθος οι άλλοι τα πονήματά μας. Η ποίηση είναι κατάθεση ψυχής, είναι τρόπος ζωής. Με την ποίηση δεν εξηγείς με γνώμονα τη λογική και μέσο ατράνταχτα επιχειρήματα και άρα δεν μπορείς να επενδύσεις στην κατανόηση των αποδεκτών της φωνής σου. Μπορείς να ελπίζεις όμως πως αυτή η κατακερματισμένη φωνή σου, που σε κάθε ποίημα γραπώνει μια μικρή αλήθεια του κόσμου και την αποτυπώνει σαν μια ακέραια στιγμή, θα βρει μια χαραμάδα, έναν αόρατο δρόμο, μια αφύλαχτη αίσθηση για την καρδιά των αναγνωστών σου. Κι αυτή η ετεροχρονισμένη συνάντηση είναι πάντοτε ένα μικρό θαύμα, που αληθινά αξίζει τον κόπο!

Σύμφωνα με τον ποιητή Τίτο Πατρίκιο: «Λέμε εμείς κι εννοούμε εγώ / λέμε εσύ κι εννοούμε πάλι εγώ / λέμε αυτός κι εννοούμε πάλι εγώ. / Στην ουσία μόνο με το εγώ / μπορούμε να εννοήσουμε / κάποιον άλλο». Πώς παράγεται η ποίηση; Έχει σ’ αυτήν θέση η σεμνότητα;

Η ποίηση είναι μια προσωπική διαδρομή, μία προσωπική ματιά στην κοινή πραγματικότητα, έξω από απαρέγκλιτες συνθήκες και συμβάσεις. Η μόνη περιχαράκωση που την αφορά είναι αυτή στα όρια της Τέχνης και η ένταξή της ή μη κάθε φορά, σε αυτόν τον προνομιούχο χώρο της Τέχνης, είναι κι αυτή μια αμφιλεγόμενη υπόθεση. Ο δημιουργός, κατά τη γνώμη μου, είναι από τη φύση του ένα πλάσμα εγωιστικό. Ανήκει στην εποχή του και μιλάει πραγματικά στην καρδιά των ανθρώπων όταν είναι οργανικά δεμένος μαζί της. Απ’ τη μια. Γιατί απ’ την άλλη η ποιητική ματιά προϋποθέτει κατά διαστήματα μια «απόσχιση» απ’ τις απαιτήσεις και τη ροή μιας συνήθους καθημερινότητας. Εκεί, στη μικρή πατρίδα του καλλιτεχνικού εγώ του, στο οποίο πρέπει να πιστεύει με πάθος, ο ποιητής παίζει με το φως και τις σκιές του, γεννώντας το απροσδόκητο με τις λέξεις, σαν αληθινός ταχυδακτυλουργός τους.

Λέγεται ότι η γόνιμη στιγμή είναι αυτή που οδηγεί στην αληθινή λογοτεχνία. Μπορεί όμως ένας δημιουργός να έχει συνεχώς έμπνευση;

Είναι πολλοί οι συγγραφείς που το έχουν ήδη πει: Αν ο δημιουργός περιμένει τη μαγική στιγμή για να ξεδιπλώσει στο χαρτί ή τον υπολογιστή του το θαύμα, αν προσεύχεται στη θεά της έμπνευσης να τον επισκεφτεί, θα περιμένει πολύ. Ή θα γράψει ελάχιστα. Στη γραφή, τα θαύματα συντελούνται όταν τα προετοιμάζουμε. Μας βρίσκουν καθισμένους στο γραφείο μας ή τουλάχιστον με κάτι που να μπορεί να αποτυπώσει τις λέξεις ανά χείρας. Είναι πολύ ρομαντικό να ονειρευόμαστε εκείνη την ανεπανάληπτη στιγμή που «κουμπώνουν» απόλυτα οι λέξεις με τις αισθήσεις και τις σκέψεις και μια μικρή έκρηξη γίνεται πρώτα στο μυαλό κι έπειτα στο χαρτί μας. Και μπορεί και κάποτε αυτό να συμβαίνει. Και υπάρχουν λέξεις απρόσκλητες και εικόνες επίμονες που μας πολιορκούν μέχρι να τις καταγράψουμε. Η συγγραφή όμως και του πεζού και του ποιητικού λόγου εκτός από έμπνευση προϋποθέτει και απαιτεί και σκληρή δουλειά. Η έμπνευση επισκέπτεται συχνότερα εκείνους που σαν καλοί οικοδεσπότες, με ένα χαρτί ή μια οθόνη μπροστά τους περιμένουν να την υποδεχτούν.

Τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερο γίνεται λόγος για τη δημιουργική γραφή. Υπάρχουν μάλιστα πολλοί που διδάσκουν επί χρήμασι σε αυτούς που θέλουν να γίνουν συγγραφείς. «Φτιάχνεται» τελικά ένας συγγραφέας ή το πηγαίο ταλέντο είναι η κινητήριος δύναμη της γραφής;

Με σημείο εκκίνησης την προηγούμενη απάντησή μου, πρέπει να πω ότι υπάρχουν πράγματα που μπορούν να διδαχτούν με τη δημιουργική γραφή είτε για να γίνουμε καλύτεροι και πιο δημιουργικοί συγγραφείς είτε για να γίνουμε πιο καλοί και δημιουργικοί αναγνώστες. Υπάρχει πάντοτε κάτι έμφυτο, το οποίο όμως μπορεί να μεταλλαχτεί και να εξελιχθεί. Μπορεί κάποιος να αναπτύξει και μια απρόσμενη σχέση με τις λέξεις, που μπορεί να τον οδηγήσει μακρύτερα απ’ όσο ποτέ θα φανταζόταν. Μπορεί να «αλλαξοπιστήσει» στις αρχικές του κλίσεις. Να δοκιμαστεί μέσω της δημιουργικής γραφής σε διαφορετικά είδη λόγου και να επιλέξει μια άλλη κατεύθυνση. Η δημιουργική γραφή είναι ένα ισχυρό εργαλείο για τη βελτίωση και τον επαναπροσδιορισμό της σχέσης μας με τον γραπτό λόγο και από τη θέση του συγγραφέα και από τη θέση του αναγνώστη.

Σας ευχαριστώ πολύ.

Κι εγώ σας ευχαριστώ πολύ που μου δώσατε την ευκαιρία να σκεφτώ και να μιλήσω για πράγματα που αγαπώ πολύ. Να ’μαστε καλά να ταξιδεύουμε με τα παραμύθια, να δραπετεύουμε με την ποίηση.

Δεν κλείνουμε τα μάτια στην αλήθεια βέβαια, αντιστεκόμαστε σε ό, τι δεν μας αρέσει, δεν σταματάμε να ελπίζουμε και να αγωνιζόμαστε. Αλλά πολλές φορές οι μάχες δίνονται και με τις λέξεις. Και τότε τα παραμύθια ανοίγουν καινούριες αυλαίες στον κόσμο, η ποίηση «είναι το καταφύγιο που φθονούμε…».

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

ΓΙΩΡΓΟΣ

 

Ο Γιώργος Φράγκος γεννήθηκε στη Λεμεσό το 1962. Έκδωσε δύο ποιητικές συλλογές στα μαθητικά του χρόνια. Την περίοδο 1982-1988 σπούδασε δημοσιογραφία στο Πανεπιστήμιο Φιλίας των Λαών της Μόσχας. Το 1989 παρακολούθησε στο ίδιο Πανεπιστήμιο μεταπτυχιακά μαθήματα
στην έδρα της λογοτεχνίας.
Από το 1990 εργάζεται στη Λευκωσία ως δημοσιογράφος στον ημερήσιο Τύπο. Διατηρεί τη στήλη της κριτικής ποίησης στην εφημερίδα «Ο Φιλελεύθερος».
Υπήρξε μέλος του Δ.Σ. της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου για δυο δεκαετίες, ενώ την περίοδο 2013-2017 διετέλεσε Γενικός Γραμματέας. Ήταν,
επίσης, μέλος της Συμβουλευτικής Επιτροπής Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας. Πλέον, είναι Πρόεδρος της Ένωσης Συντακτών Κύπρου.
Από το 1978 μέχρι σήμερα, έχει εκδώσει πέντε ποιητικές συλλογές. Ποιήματά του δημοσιεύονται κατά καιρούς, ως επί το πλείστον, στα
λογοτεχνικά περιοδικά «Νέα Εποχή» και «Ανευ», ενώ έχει συμμετοχή και σε ορισμένες ποιητικές ανθολογίες. Εκτός από την ποίηση, ασχολείται και με την κριτική λογοτεχνίας, έχοντας δημοσιεύσει εκατοντάδες βιβλιοπαρουσιάσεις και άλλα συναφή κριτικά σημειώματα και μελετήματα, κυρίως στον ημερήσιο και περιοδικό Τύπο της Κύπρου.
Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, τουρκικά, ισπανικά, ιταλικά, βουλγάρικα και ρωσικά.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Παλαιοπωλείο ασμάτων, Φαρφουλάς 2013
Φλοίσβος συννέφων Βακχικόν 2018

(ιδιωτικές εκδόσεις, εξαντλημένες και εκτός εμπορίου)

Τα πρώτα φτερουγίσματά μου, Κύπρος 1978
Κι όλοι μαζί να θρύψουμε τ’ άσπρο το περιστέρι,
Κύπρος 1979
Ιαχές, Κύπρος 1984
Ιστορία αγάπης σε πέντε πράξεις, Κύπρος 1986

 

 

ΦΛΟΙΣΒΟΣ ΣΥΝΝΕΦΩΝ (2018)

ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ

ΚΥΜΑΤΑ ΚΑΙ ΣΥΝΝΕΦΑ

Τα κύματα με τα σύννεφα
πιάνουν συχνά ψιλή κουβέντα.
Ξασπρίζουν τα πρώτα αγριεμένα
μαυρίζουν τα δεύτερα συνοφρυωμένα.
Κι όταν τα κύματα γαληνεύουν
τα σύννεφα μοιάζουν
με βαμβακοφυτείες στον ουρανό.

Τα κύματα με τα σύννεφα
έχουν ισότιμη και αμοιβαία σχέση.
Τα πρώτα τροφοδοτούν τα δεύτερα
κι αυτά, με τη σειρά τους,
καθορίζουν τη συμπεριφορά των πρώτων.
Ουδείς ποδηγετεί, ουδείς καθυποτάσσεται.

Είναι, βεβαίως, και μια σχέση ερωτική.
Κι ας φέρνει καταιγίδες και τραμουντάνες.
Καθώς ανεβαίνουν τα κύματα
χαμηλώνουν τα σύννεφα
κι αλληλοθωπεύονται
μ’ αγριεμένο πάθος.
Και δεν ξέρεις πότε εισχωρεί
το σύννεφο στο κύμα
και πότε το ανάποδο.

Και η βροχή;
Ψιλή, ραγδαία ή βροχοθύελλα,
είναι καρπός του έρωτα
κυμάτων και συννέφων.
Τα κύματα υιοθετούν συχνά
στοιχεία από τη συμπεριφορά
των συννέφων και αντιστρόφως.
Έτσι δεν ξενίζει κανένα
που αντικρίζουμε
σύννεφα κυματιστά
ή συννεφιασμένα κύματα.

Κι ο ποιητής;
Μια ζωή ποδαρόδρομο
σε κακοτράχαλα μονοπάτια.
Πώς θα ’θελε να βρεθεί
καβάλα σ’ ένα σύννεφο
ή και σ’ ένα κύμα ακόμη!
Έτσι να περιδιαβεί
ουρανούς κι ωκεανούς
μακριά και πάνω
από λογής – λογής
μικρότητες, ασημαντότητες
και άλλα συναφή.

 

ΠΟΙΗΤΙΚΑ ΒΙΒΛΙΑ I

Αρσακειάδες αλλοτινών εποχών
σε πάρτι ξέφρενα
με ημίγυμνες κορασίδες.
Φτωχοί συγγενείς
σε γαμήλια δεξίωση
νεόπλουτων νεονύμφων.
Τα βιβλία της ποίησης
στα κυπριακά βιβλιοπωλεία.
Στριμωγμένα, σφηνωμένα
ανάμεσα σε λογής – λογής
ευπώλητα και φανταχτερά χαρτικά
ασφυκτιούν, υποφέρουν, πονούν.

Μα σαν σβήσουν τα φώτα
και γυρίσει αντίστροφα η καρτέλα
από το “open” στο “closed”
οι στίχοι ξεγλιστρούν απ’ τις σελίδες
ψιθυριστά – ψιθυριστά μα παθιασμένα
και στροβιλίζονται συναμεταξύ τους
στους ρυθμούς ενός κελαριστού βαλς
εκβάλλοντας συνάμα ο καθένας
τη δίκιά του μελωδία.

Το πρωί οι πωλήτριες
ταχτοποιούν από ’ξαρχής
τα στραβοβαλμένα βιβλία
και νιώθουν στ’ ακροδάχτυλα
το ελαφρύ λαχάνιασμά τους.

 

ΤΗΣ ΖΩΗΣ

ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΑΝΑΜΟΝΗ *

Απαγορεύεται η αναμονή
Έτσι που ανοίγει τα επίμονα, καρτερικά φτερά της
κόβει τον αέρα της διαρροής,
της εισροής ή και της όποιας ροής.

Απαγορεύεται η αναμονή
Έτσι σφιχτά που σταυρώνει τα χέρια της
στο προσηλωμένο στήθος
παρακωλύει τη διέλευση νέων ανέμων,
νέων ιδεών, νέων ταλαιπωριών, έστω.

Απαγορεύεται η αναμονή
Έτσι φορτικά καρφωμένα π’ αφήνει τα μάτια της
στο αέναο κενό της μίας ελπίδας
διεμβολίζει εκατοντάδες άλλα φτερακίσματα,
αναπτερώσεις, αναπετάσματα,
ακόμη και ανεμοσκορπίσματα.

Απαγορεύεται η αναμονή
αναγορεύεται σε προσμονή
υπαγορεύεται σε πλησμονή, έστω.
Φτάνει ν’ αποκτήσει τάση και διάσταση
κλίση, επίκληση ή ανάκληση.
Οι επίπεδες στατικές αναμονές
είναι αδιέξοδες και άδοξες συνάμα.

*Επιγραφή μπροστά από την πύλη των αφίξεων
στο διεθνές αεροδρόμιο της Λάρνακας.

 

ΣΤΗΝ ΚΗΔΕΙΑ ΤΟΥ ΝΕΑΡΧΟΥ*

Τρεις οι παπάδες κι ένας ο ψάλτης τέσσερις
παρέπεμπαν στη γνωστή πειραιώτικη τετράδα
του Βαμβακάρη, του Παγιουμτζή, του Δελιά και του Μπάτη.
Κι όταν αρχίνισαν τα θυμιάματα και τα «Κύριε ελέησον»
νόμιζα πως άκουγα να κελαηδούν μπαγλαμαδάκια.
Το «έτι δεόμεθα υπέρ αναπαύσεως της ψυχής
του κεκοιμημένου δούλου του Θεού»
σε ρυθμό …απτάλικο μού ακούστηκε
εννέα όγδοα ολοκάθαρα!

Εκλάμβανα τις βυζαντινές ψαλμωδίες
για σμυρναίικους αμανέδες.
Τα ευλογητάρια και τις δεήσεις για «άλα»
και «γυάλα» και «όπα» και «γεια σου Νέαρχε»!
Καθώς, φαντάζομαι, ο νεκρός δεδικαίωται
ο μεταστάς άλλο που δεν θα ήθελε
εξόν από το να ηχήσουν τέλια στη θανή του.
Όσο για το «Μακαρία η οδός, η πορεύει σήμερον»
σωστό χασαποσέρβικο, με μπρίο και ρυθμό.

Από το θόλο του τρούλου έφταναν στ’ αυτιά μου
μελωδίες από βιολιά και νταούλια, ντέφια
ζουρνάδες, τζουράδες και μπουζούκια.
Κι ένα μπαγλαμάδακι – σωστό ζουζούνι ατελεύτητο –
κράταγε το ίσο στον βραχνόφωνο παπά.

Μα σαν είπε ο ιερέας: «ένθα άπέδρα πάσα οδύνη
λύπη και στεναγμός», σκέφτηκα πως
ο αποθανών σίγουρα «εν τόπω άναψύξεως»
θα θεωρούσε .. .των αγγέλων τα μπουζούκια!

Και γέλασα πικρά, φέρνοντας στο νου
το σαρδόνιο χαμόγελο του μεταστάντος
καθώς ο παπάς είπε: «η ζωή και η άνάπαυσις
του κεκοιμημένου δούλου σου», καθότι
ο μεταστάς άλλα θεωρούσε ζωή και άλλα ανάπαυση
άλλα, πολύ διαφορετικά από αυτά που εννοούσε
το παπαδομάνι μπροστά από την Ωραία Πύλη
ή μήπως δεν ήταν Ωραία Πύλη αλλά .. .παλκοσένικο;

 

0 Νέαρχος Γεωργιάδης, σημαντικός πεζογράφος αλλά και σπουδαίος
μελετητής της ιστορίας του ρεμπέτικου και λαϊκού τραγουδιού, με
πανελλήνια αναγνώριση, πέθανε στις 31 Ιουλίου και κηδεύτηκε στις 2
Αύγουστου του 2013 στη Λευκωσία. Το ποίημα γράφτηκε αυθημερόν.
(Να προσθέσω πως ήταν από τη Μόρφου)

 

ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΜΜΕΝΟ ΒΡΕΦΟΣ

Εγκαταλειμμένο βρέφος το αύριο,
με βρώμικες φασκιές,
μπουσουλάει στα λασπόνερα
της αβεβαιότητας και της ασυδοσίας,
μυξοκλαίει ατενίζοντας
θολά τοπία και γκρίζους ουρανούς,
τρίβει τα κατακόκκινα ματάκια του
λες κι άγγιξε καυτό πιπέρι ανευθυνότητας.

Εγκαταλειμμένο βρέφος το αύριο,
με λερωμένο προσωπάκι,
σπαράζει αφημένο
στα σκαλοπάτια της ασυνειδησίας,
πλαντάζει γοερά
στο πεζοδρόμιο της διαφθοράς,
εκβάλλει βαθύς, διακεκομμένους λυγμούς,
διασπώντας το νιρβάνα αφελούς μακαριότητας.

Το αύριο όμως,
όπως και κάθε αύριο άλλωστε,
θα μεγαλώσει,
θ’ ανατραφεί σε ορφανοτροφεία και ιδρύματα,
θ’ ανδρωθεί σε πλατείες, συγκεντρώσεις, διαδηλώσεις,
θα γαλουχηθεί σε νάματα και ιδανικά,
θα προδοθεί σε γραφεία και καταγώγια
και θα ταφεί με δόξες και τιμές
βραχείας ημερομηνίας λήξεως.

Ώσπου ν’ ακουστεί και πάλι το κλάμα ενός μωρού,
κι ένα καινούργιο αύριο,
έκθετο και εγκαταλελειμμένο,
να τραβήξει ξανά την ίδια ανηφόρα.

 

ΧΑΜΟΓΕΛΑ

Το κρατικό θέατρο σημαιοστολισμένο για την πρεμιέρα
Στο φουαγιέ τα μέλη του Δ.Σ.
να υποδέχονται με σαρδόνια χαμόγελα τους επίσημους προσκεκλημένους
Χαμόγελο – φρεγάδα, της κλίμακας άλφα δεκαέξι,
για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας
Χαμόγελο – ταχύπλοο σκάφος, της κλίμακας άλφα δώδεκα,
για τους βουλευτές
Φευγαλέο χαμόγελο – σκουτεράκι, στη βάση της κλίμακας,
για τον ρεπορταράκο που μπήκε τελευταίος στον προθάλαμο.

Και πικροχαμόγελο – υπερωκεάνιο
εκ μέρους του μεταστάντος δραματουργού
που εξ ουρανού αντελήφθη
το δράμα της κλίμακας των αξιών μας.

 

ΝΕΚΡΑ ΠΡΟΣΦΥΓΟΠΟΥΛΑ

Δαντελένιος αφρός
σάβανο μικρών παιδιών
μες στη Μεσόγειο.

Φλοίσβος κυμάτων
μοιρολόι αντί νανούρισμα.

Κι η φουσκοθαλασσιά
νεκρώσιμος ακολουθία.

Ο Μαΐστρος, ο Λεβάντες
ο Γαρμπής και ο Πουνέντες
βαστάζοι φέρετρων.

Ο Γραίγος κι ο Σιρόκος
σταυρούς καρφώνουν
σ’ ανώνυμα μνήματα
στην ακροθαλασσιά.

Και το φεγγάρι
ανάβει σαν καντήλι
σε παραλίες – κοιμητήρια.

Τα χαμόγελα που δεν άνθισαν
τα γελάκια που δεν ακούστηκαν
τα χαδάκια που δεν δόθηκαν
πορφυρόχρυσα κοχύλια στο βυθό.

 

ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

ΚΟΥΤΑΒΙ

Καχεκτικό κουτάβι ο έρωτας,
ζαρωμένο στον καναπέ του σαλονιού μας.
Μάλλινη κουβέρτα, ο παρατατικός που το σκεπάζει.
Γαβάθα με γάλα, ο αόριστος στα πόδια του.
Κι ένα κόκαλο βρασμένο, ο υπερσυντέλικος στο πλάι του.

Όμως αυτό ποθεί
του ενεστώτα τα παιγνιδίσματα,
ο παρακείμενος έστω,
να του ρίξει τη μπάλα
κι αυτό λαχανιάζοντας
να τρέξει να τη φέρει.

Όμως αυτό λαχταρά
του στιγμιαίου μέλλοντος τους κραδασμούς,
του συντελεσμένου μέλλοντος τις αυτάρεσκες ανάσες,
πόσο μάλλον του μέλλοντος διαρκείας
τα γλυκά γουργουρητά.

 

ΜΟΝΑΞΙΕΣ

Εκατομμύρια μοναξιές
συνωθούνται σε λεωφόρους, μετρό, σταθμούς.
Χιλιάδες μοναξιές
συμβαδίζουν εκ παραλλήλου,
σε πορείες, συναυλίες, διαδηλώσεις.
Εκατοντάδες μοναξιές,
παρίστανται σε τελετές, δεξιώσεις, εκδηλώσεις.
Δεκάδες μοναξιές,
μετέχουν σε γεύματα, δείπνα, γιορτές.

Μα οι χειρότερες,
οι πιο φρικτές, οι πιο δυσβάσταχτες,
είναι οι δυο μοναξιές.
Οι δυο μοναξιές
δίπλα στον πάγκο της κουζίνας,
μπροστά στην τηλεόραση,
στο υπνοδωμάτιο.

 

 

ΠΑΛΑΙΟΠΩΛΕΙΟ ΑΣΜΑΤΩΝ (2013)

Τραγούδια για πράγματα κι αισθήματα παλιά

 

ΠΑΛΑΙΟΠΩΛΕΙΟ

Πέρασα βερνίκι όλες μου τις μνήμες
κόλλησα με γόμα όλες τις ρωγμές
πήρα τα σκαρπέλα, πήρα και τις λίμες
κι έχω αφήσ’ απ’ έξω όλες τις πομπές.

Παλαιοπωλείο είν’ οι μνήμες μας
καλογυαλισμένες μέσα στη ψυχή
έχουν μέσα φόδρα απ’ τις λύπες μας
μα και για σφραγίδα άλλην εποχή.

Έχω συντηρήσει τόσες αναμνήσεις
έχω βάλει λάδια κι άλλα υλικά
έχω αποβάλει τόσες αντιρρήσεις
έβγαλα τη σκόνη κι άλλα περιττά.

Έβαψα μ’ ασβέστη θύμησες ποικίλες
έβγαλα τα χόρτα τα πειρατικά
άνοιξα με φόρα της καρδιάς τις πύλες
κι άφησα να φέγγουν τα θαυμαστικά.

 

ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΠΟΔΗΛΑΤΟ

Στη μνήμη του πατέρα

Το παλιό ποδήλατο
στην καρδιά σου φύλα το
στα πετάλια του στηρίζεις
παιδικές σου αναμνήσεις.

Μαύρο και θεόρατο
με τεράστια σέλα
και με πόν’ αόρατο
έλα και ξαναέλα.

Το παλιό ποδήλατο
να ξεχνάς αδύνατο
έτριζε η καδένα του
και μάγκωναν τα φρένα του.

Κρέμονταν τα πόδια μου
στον πισινό τροχό του
τώρα με τα ζόρια μου
πετώ με το φτερό του.

Το παλιό ποδήλατο
στ’ όνειρό μου είδα το
το φανάρι νικελένο
έμαθα να περιμένω.

Ακούω το κουδούνι
στο έμπα της αυλής μας
μ’ αξύριστο πηγούνι
χαμογελάς μαζί μας.

Το παλιό ποδήλατο
αν μπορείς κυνήγα το
γυάλιζαν οι ακτίνες του
στου ήλιου τις αχτίδες του.

Έβαζα το πρόσωπο
πια’ από την πλάτη σου
σ’ ένα κόσμο απρόσωπο
φυλαχτό η αγάπη σου.

Το παλιό ποδήλατο
στην αυλή αφύλαχτο
πού να το καβαλικέψεις
πού ’ν’ τα κότσια να πιστέψεις.

Απ’ τη μέση σε κρατώ
και τ’ αέρι χαίρομαι
αχ μπαμπά πώς σ’ αγαπώ
τώρα π’ ερωτεύομαι.

 

ΠΑΛΙΑ ΚΑΦΕΝΕΙΑ

Στα παλιά τα καφενεία
ψήνουν τον καφέ στην άμμο
για την παλιοκοινωνία
λένε λόγια παραπάνω.

Έχουν άποψη και μπέσα
εμπειρίες κι ενοχές
και γνωρίζουν από μέσα
της ζωής τις διδαχές.

Στα παλιά τα καφενεία
κουδουνίζουνε τα ζάρια
και σκοτώνουν την ανία
στης ψυχής τους τα αμπάρια.

Έχουν μνήμες, έχουν πόνο
και πολλά παθήματα
θέλουν να θυμούνται μόνο
τα γλυκιά μαθήματα.

Στα παλιά τα καφενεία
ζωγραφιά μια Γενοβέφα
σαν παλιά χαρτομανία
πα’ στο τάβλι και την πρέφα.

Έχουν στρογγυλά τραπέζια
λιγδιασμένες τράπουλες
και γλυκά σαν πετιμέζια
είν’ τα λόγια που μου λες.

 

ΟΙ ΠΑΛΙΟΦΙΛΟΙ

Οι παλιόφιλοι γερνάνε
σωρηδόν και ομαδόν
μα ποτέ του δεν στενεύει
της καρδιάς το εμβαδόν.

Οι παλιόφιλοι γυρνάνε
εν ριπεί του οφθαλμού
στη στιγμή της ευτυχίας
και στην ώρα του λυγμού.

Έχεις πού να αρπαχτείς
έχεις πού να ακουμπήσεις
σε πελάη αν ριχτείς
θα τους βρεις να επιζήσεις.

Οι παλιόφιλοι ξεχνάνε
ποτέ έχουν ειδωθεί
μα η σχέση τους γρανάζι
που δεν έχει φαγωθεί.

Οι παλιόφιλοι μιλάνε
από μιλιά μακριά
αφανίζει αποστάσεις
της ψυχής η γιατρειά.

Οι παλιόφιλοι γελάνε
με τις θύμησες του νου
έχουνε ματιά καθάρια
καταγάλαν’ ουρανού.

 

ΟΙ ΠΑΛΙΟΙ ΣΥΜΜΑΘΗΤΕΣ

Γινωμένοι, σιτεμένοι οι παλιοί συμμαθητές
ψάχνουνε την εφηβεία σε προγούλια κι ενοχές.
Έχουν γάργαρο το γέλιο και το βλέμμα φωτεινό
και το νου απαλλαγμένο από κάθε τι πικρό.

Νικητές ή νικημένοι οι παλιοί συμμαθητές
νιώθουν πάντοτε ωραία για το μακρινό το χθες.
Όταν θα συναντηθούνε βάζουνε τα γιορτινά
της ψυχής τους τα παντζούρια τα κρατούνε ανοικτά.

Ξεχειλίζουν απ’ αγάπη οι παλιοί συμμαθητές
δεν χρωστάνε, δεν πονάνε κι ανταλλάσουνε ευχές.
Νοσταλγούν την ηλικία που ’χαν όνειρα ζεστά
τώρα έχουν αγκωνάρια που τα θεωρούν μεστά.

Δυστυχείς κι ευτυχισμένοι οι παλιοί συμμαθητές
ατελέσφορων ερώτων παραμένουν εραστές.
Σαν βρεθούν και σαν μιλήσουν νιώθουν πάντοτε καλά
που τα χρόνια τους τ’ αθώα τούς χαδεύουν απαλά.

 

ΠΑΛΙΕΣ ΠΟΥΤΑΝΕΣ

Οι παλιάς κοπής πουτάνες
έχουν μείνει μοναχές
χαθήκαν και οι αλάνες
χάθηκαν κι οι ενοχές.

Τα χαμόσπιτα που ζούνε
μένουν πάντα ανοιχτά
λίγο φως απομυζούνε
και αυτό στα πεταχτά.

Οι παλιάς κοπής πουτάνες
ζούνε μέσα στη βρωμιά
στα ξωπόρτια τους ροχάλες
κάτουρου αναθυμιά.

Το κατώφλι τους διαβαίνουν
γέροι και αλλοδαποί
κι ούτε που βαριανασαίνουν
στο κορμί τους το γιαπί.

Οι παλιάς κοπής πουτάνες
μένουν ξύπνιες ως αργά
έχουν πεθαμένες μάνες
και τα στήθια τους βαριά.

 

ΠΑΛΙΕΣ ΑΓΑΠΕΣ

Οι παλιές αγάπες μένουν στη σοφίτα του μυαλού
σκεπασμένες, σκονισμένες και με γεύση του πηλού.

Δεν έχουν ποτέ γεράσει, δεν έχουν ποτέ χαθεί
κι όσο έχουνε πικράνει, τόσο έχουν πικραθεί.

Οι παλιές αγάπες πάντα γαληνεύουν τη ψυχή
δεν εξάπτουνε τα πάθη, δεν ανοίγουνε πληγή.

Κουβαλούνε αναμνήσεις σαν μυρμήγκια την τροφή
και γνωρίζουν ως που φτάνουν, ξέρουνε την οροφή.

Οι παλιές αγάπες έχουν κάτι απροσπέλαστο
μοιάζουν με τον ουρανό μας, το γλυκό και έναστρο.

Αγαπώ τη νοσταλγία, αγαπώ πολύ κι αυτές
δεν κομπάζω, μα ρεμβάζω και τις πεθυμώ σαν χθες.

 

ΠΑΛΙΑ ΚΙΘΑΡΑ

Μνήμη Αλεξάντερ Σαχνόφ

Παλιά κιθάρα
που σαν καμάρα
άνοιγε στους ορίζοντες
κι έτερπε τους γνωρίζοντες.

Παλιά κιθάρα
σαν μια κανάρα
έβγαζε φθόγγους μαγικούς
και ήχους υπεραστικούς.

Στο γρατσούνισμά σου
έβγαινε σπινθήρας
και στο άγγιγμά σου
άνοιγε κρατήρας.
Άναβαν τα μάτια
με μια συγχορδία
βούλιαζαν γινάτια
στη μυσταγωγία.

Παλιά κιθάρα
χωρίς φανφάρα
που είχε τέλια για χορδές
στων αισθημάτων τις ορδές.

Παλιά κιθάρα
γερή αμπάρα
που έφραζε τις έγνοιες μας
και στήριζε τις μέρες μας.

 

Η ΠΑΛΙΑ ΓΕΙΤΟΝΙΑ

Η παλιά γειτονιά
σφίγγει σαν πετονιά
γρατσουνάει τις μνήμες
του μυαλού μας τις κνήμες.

Για καφέ στη βεράντα
να μυρίζουν λεβάντα
οι αυλές όπως πάντα,
γιασεμιά σα γιρλάντα.

Η παλιά γειτονιά
σβήνει μ’ απονιά
κάθε πίκρας πετράδι
κάθε πόνου σημάδι.

Η παλιά γειτονιά
και το χρόνο – φονιά
τον ξαπλώνει στο χώμα
στης αλάνας το σώμα.

Η παλιά γειτονιά
μας ανοίγει πανιά
και γινόμαστ’ έφηβοι
και εκλείπουν οι φόβοι.

Στην παλιά γειτονιά
με τα χέρια χωνιά
οι μητέρες καλούνε
τα παιδιά τους να ’ρθούνε.

Στην παλιά γειτονιά
ούτε μια θημωνιά
ξεφυτρώσαν παλάτια
και χαθήκαν γινάτια.

 

ΣΤΕΚΙΑ ΠΑΛΙΑ

Στέκια παλιά ερημωμένα
με τα γκαρσόνια γερασμένα
μόνο που δεν παλιώσανε
οι μνήμες που μας δώσανε.

Στέκια παλιά μαραζωμένα
με τα τελάρα στοιβαγμένα
μόνο που δεν παλιώσανε
οι φίλοι που μας δώσανε.

Τα στέκια μένουν μέσα μας
κεντρίζουνε τη μπέσα μας
κι έχουνε ζεστό μαγκάλι
ν’ ανταμώσουμε και πάλι.

Στέκια παλιά και ξεβαμμένα
με τα τραπέζια τους φθαρμένα
μόνο που δεν στοιχειώσανε
κι αγάπες μάς ενώσανε.

Στέκια παλιά και ξεχασμένα
με τα ποτήρια ραγισμένα
μόνο που δεν στοιχειώσανε
και δώσανε και σώσανε.

 

ΠΑΛΙΟ ΖΕΪΜΠΕΚΙΚΟ

Μ’ ένα παλιό ζεϊμπέκικο
περνώ την ανηφόρα
και με χαρμάνι σέρτικο
στεγνώνω απ’ την μπόρα.

Μ’ ένα παλιό ζεϊμπέκικο
σωστό αρσιβαρίστα
ξαλάφρωσε ο πόνος μου
και τα μαράζια σβηστά.

Μ’ ένα παλιό ζεϊμπέκικο
δυνάμεις συγκεντρώνω
τον πόνο μου τον άτιμο
στο καναβάτσο στρώνω.

Μ’ ένα παλιό ζεϊμπέκικο
κοκτέιλ βιταμινών
και το ντουνιά τον ψεύτικο
νικάω επιμείνων.

 

ΠΕΝΤΑΔΡΟΜΟΣ

Μνήμη Μάριου Τόκα

Πού ’ναι τα παλιά τα καφενεία
με τα τζάμια τα θαμπά
δεν υπάρχει χρόνος για ανία
και η μνήμη ακουμπά
κάπου μες στης Γλάδστωνος τα μέρη
με καρέκλες τόνενες
τενεκέδες φούλια στο παρτέρι
και αφράτες γκόμενες.

Πεντάδρομε, πεντάμορφε
μ ένα πεντασέλινο στο χέρι
πεντανόστιμα σουβλάκια αγοράζω.
Πεντάδρομε, πεντάστερε
σ’ ένα πεντακάθαρο πανέρι
πέντε κύφυλα, κουλούρια να κοιτάζω.
Πεντάδρομε, πεντάκλωνε
μιας πεντάρας νιάτα το ασκέρι
πεντοζαλισμένος θέλω ν’ αγαλλιάζω.

Πού ’ν’ τα σχολικά λεωφορεία
με γκριζοπαντέλονα
τα αγόρια κάνουν φασαρία
όνειρα να σέλωνα.
Καβαλάρης στη Θεσσαλονίκης
άπειρες κλεφτές ματιές
τα κορίτσια ξέρουν που ανήκεις
άσε τις αποκοτιές.

Ορθοπεταλιές στην Άγια Ζώνη
και σούζες στα φανάρια
δίχως χέρια πάνω στο τιμόνι
και τρέλα δυο καντάρια.
Στην Ανεξαρτησίας στη γωνιά
κορίτσια κόβουν βόλτες
συνεννοούνται με μιαν αγκωνιά
σα βλέπουνε δυο μόρτες.

 

ΛΕΜΕΣΟΣ

Στ’ ακροθαλάσσι σου υφαίνουν
γιρλάντες τ’ αφροκύματα.
Και στην καρδιά μας ανασταίνουν
γυμν’ αλαφροπατήματα.

Σεργιανάνε ανεράδες,
τραγουδάνε μαχαλάδες,
στ’ ακροθαλάσσι σου.
Όλ’ η πλάση ταρσανάδες,
αγαλλιάζουνε μανάδες,
στ ’ακροθαλάσσι σου.

Στ’ ακροθαλάσσι σου διαβαίνουν
όνειρ’ ελπίδες και ευχές.
Και στο γιαλό σου όλοι ξεπλένουν
βάσανα, πίκρες κι ενοχές.

Στ’ ακροθαλάσσι σου αγναντεύουν
καράβια, πλοία, φορτηγά.
Κι οι παφλασμοί βρε πως νταντεύουν
γυναίκες, γέρους και παιδιά.

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΑ

ΤΟ ΣΥΝΑΠΑΝΤΗΜΑ ΤΗΣ ΛΕΥΤΕΡΙΑΣ

«Ανταμώσανε,
κατ’ απ’ τον ίσκιο μιας προδομένης ιστορίας
κατ’ απ’ το πέπλο του ακρωτηριασμένου παρελθόντος
δώσαν τα χέρια και ένωσαν τις καρδιές
τις αγκάλες άνοιξαν
και λουλούδια φύτρωσαν
κόκκινο τριαντάφυλλο ξεφύτρωσε απ’ του κανονιού την μπούκα
η ξιφολόγχη βλάστησε και γίνηκε γαρουφαλιά».

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΝΙΚΟΣ ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΗΛ

Κάποτε ένας δάσκαλός μου, έλεγε ότι τα καλά βιβλία πάντοτε είναι και καλές εκδόσεις, χωρίς ωστόσο να ισχύει η αντίθετη προϋπόθεση. Δηλαδή αν μια έκδοση είναι καλή δεν σημαίνει ότι και το περιεχόμενο είναι καλό. Σήμερα παρουσιάζω ένα ζεστό, πολύ καλό βιβλίο, μια πολύ καλή έκδοση: το Παλαιοπωλείο Ασμάτων του δημοσιογράφου Γιώργου Φράγκου.

Το βιβλίο εκδόθηκε από τις εκδόσεις Φαρφουλάς τον Σεπτέμβριο του 2013 και παρουσιάστηκε στο κοινό έξη μήνες αργότερα, στις 4 Μαρτίου 2014 (στο διάστημα αυτό είχε μεσολαβήσει ένα ξαφνικό πρόβλημα υγείας και αυτό ήταν ένας ακόμα λόγος για να μη χάσω την παρουσίαση: ευτυχώς ο φίλος Γιώργος Φράγκος ήταν πολύ καλά στην υγεία του). Στάθηκα τυχερός γιατί στην παρουσίαση ακούστηκαν και τέσσερα υπέροχα τραγούδια από τη συλλογή, που μελοποίησε και τραγούδησε ο συνθέτης Λάρκος Λάρκου.

Μνήμες, μνήμες, μνήμες: ένας ολόκληρος κόσμος που δεν υπάρχει πια. Στην οθόνη της ψυχής μας οι μορφές και τα σχήματα γίνονται αχνά, και τα χρώματα έχουν ξεθωριάσει, έχουν γίνει γκρίζα. Έρχεται όμως ο ποιητής και τους ξαναδίνει τη χαμένη τους ζωντάνια και αίγλη. Μαζί όμως, απλώνει παντού και μια γάζα τρυφερότητας, θλίψης και νοσταλγίας.

 

Συνέντευξη στον Νέστορα Πουλάκο

vakxikon.gr

Συνομιλήσαμε με τον δημοσιογράφο και ποιητή Γιώργο Φράγκο με αφορμή την κυκλοφορία του τελευταίου του βιβλίου «Φλοίσβος συννέφων» (εκδόσεις Βακχικόν 2018).

Σε α’ πρόσωπο για τον «Φλοίσβο συννέφων»

Κυοφορούσα μέσα μου για καιρό τον «Φλοίσβο», ως εσωτερική διεργασία ποιητικής εγρήγορσης και ενατένισης πραγμάτων, καταστάσεων και προσώπων. Γιατί «Φλοίσβος»; Διότι είναι μια διεργασία αέναη, συνεχής, αδιάκοπη και διαχρονική. Διότι συνάμα εμπεριέχει και κάτι μαγευτικό σε ήχο, χρώμα και γεύση. Παρότι είμαι ποιητής τα σαββατοκύριακα, τις αργίες και τα βράδια, η ποίησή μου αναφέρεται κυρίως στις εργάσιμες ώρες των ανθρώπων. Με ενδιαφέρουν πολύ οι άνθρωποι της μισθωτής εργασίας. Και με ενδιαφέρουν συλλογικά, σωρευτικά, επί συνόλου και όχι εξατομικευμένα. Στην καθημερινή μου ενασχόληση είμαι δημοσιογράφος και συνδικαλιστής. Έτσι, μοιραία, εκείνο που επιχειρώ διακαώς να προσδώσω στην ποίησή μου είναι κοινωνικός χαρακτήρας, ευαισθησία και αλληλεγγύη. Εάν το επιτυγχάνω ή όχι θα το κρίνουν άλλοι.

Η επιρροή της οικονομικής και κυπριακής κρίσης

Η οικονομική κρίση στην Κύπρο, όπως και στα πλείστα ευρωπαϊκά κράτη του νότου και των Βαλκανίων – μάλλον προεξαρχούσης της Ελλάδας – εξακολουθεί ακόμη να σοβεί. Είναι λοιπόν μια ζώσα πραγματικότητα που δεν μπορεί να μην απασχολεί την ποίηση, στην προκειμένη περίπτωση τη δική μου ποίηση. Στο βιβλίο υπάρχουν αρκετά ποιήματα που θίγουν ζητήματα όπως η οικονομική μετανάστευση, η ανεργία, η οικονομική δυσπραγία κλπ. Η επικαιρότητα ως πηγή έμπνευσης εμπεριέχει βέβαια κινδύνους. Ελπίζω η κρίση να παρέλθει σύντομα, αλλά τα ποιήματά μου, αν και …ανεπίκαιρα, να έχουν ακόμα διάρκεια ζωής. Τώρα για το κυπριακό πρόβλημα και πως αυτό βρίσκει την έκφρασή του στην ποίησή μου, θα ήθελα να πω ότι, κατά τη γνώμη μου, το θέμα του προβλήματος και των γενεσιουργών αιτιών που το προκάλεσαν μάλλον έχει κορεσθεί. Εκείνο που σήμερα προέχει πιστεύω πως είναι να ασχοληθούμε και λογοτεχνικά με την αναζήτηση διόδων που να οδηγούν στην επίλυση του προβλήματος. Έχει και η ποίηση χρέος να σταθεί ενώπιον του συνόλου του κυπριακού λαού και να δώσει οράματα και εμπνεύσεις, να υποδείξει δρόμους και τρόπους που να στοχεύουν στην ειρήνη και την επανένωση της μικρής μοιρασμένης μας πατρίδας. Γι’ αυτό και έχω κάμει πηγή της έμπνευσής μου ό,τι μπορεί να φέρει πιο κοντά Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους, ό,τι μπορεί στη συμφιλίωση και την επανασυμβίωση των δύο κοινοτήτων του νησιού.

Η σχέση με τη λογοτεχνία

Αγαπούσα πολύ την ανάγνωση και την απαγγελία, από τα πολύ παιδικά μου χρόνια. Έχω αμυδρές αναμνήσεις του εαυτού μου να απαγγέλνει ανεβασμένος σε καρέκλα, με κοντό παντελόνι και κουρεμένος γουλί. Αυτό επιβεβαιώνουν και μεγαλύτεροι. Τα πρώτα ποιήματα γράφτηκαν στο δημοτικό σχολείο και τα πρώτα δύο βιβλία εκδόθηκαν ενόσω ήμουν ακόμα έφηβος μαθητής. Ακολούθησαν ακόμα δύο βιβλία όταν ήμουν φοιτητής. Όμως πρώτα υπήρξα βιβλιοφάγος, βιβλιολάτρης, …παμφάγος αναγνώστης και ύστερα συγγραφέας. Το ένα έφερε το άλλο. Από την …υπερκατανάλωση πέρασα στην …παραγωγή! Δεν υπάρχει δημιουργία που να μην συνδέεται με την αγάπη. Λατρεύω τη λογοτεχνία, γι’ αυτό και προσπαθώ, με όλη μου τη ψυχή και όλες μου τις δυνάμεις, να την υπηρετήσω.

Επόμενα συγγραφικά σχέδια

Αν και λόγω φόρτου επαγγελματικής εργασίας και φυσικής ροπής προς τον ρεμβασμό – μπορεί κανείς να το πει και έφεση προς το χουζούρι – είμαι βασικά ολιγογράφος, έχω ήδη στο μυαλό και εν μέρει στα σκαριά άλλα τρία βιβλία. Ένα ποιητικό, ένα κριτικό και ένα πεζογραφικό. Φιλοδοξία μου είναι να συγγράψω μια ποιητική συλλογή εξολοκλήρου για τον έρωτα, τους κραδασμούς, τους σπαραγμούς αλλά και τις ανατάσεις του. Θέλω ακόμη να εκδώσω ένα ανθολόγιο από τις κριτικές μου κυρίως για ποιητικά βιβλία της τελευταίας δεκαετίας. Τέλος, το πεζογραφικό μου εγχείρημα θα αφορά ευσύνοπτα διηγήματα από τις εμπειρίες που αποκόμισα για 26 συναπτά έτη στην ενεργό δημοσιογραφία.

https://www.vakxikon.gr/g-fragos-synentefksh/

 

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ,