ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ ΛΥΜΠΕΡΗ

1-ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ 5

 

Η Κλεοπάτρα Λυμπέρη είναι μέλος της Εταιρίας Συγγραφέων και του Κύκλου Ποιητών. Γεννήθηκε στη Χαλκίδα (1953). Έχει κάνει σπουδές στη μουσική (Ελληνικό Ωδείο), τη ζωγραφική (Σχολή Καλών Τεχνών Αθηνών) και ελεύθερες σπουδές στη Φιλοσοφία. Γράφει ποίηση, πρόζα, δοκίμιο, κριτική και μεταφράζει από τα αγγλικά. Έχει εκδώσει τα βιβλία:
Μελέτες
Γειτονιές της Χαλκίδας (Π.Εύβοια, 1989)

Ποίηση
Ο Μοτοσικλετιστής Θάνατος (Κάβειρος, 1990)
Μικρή φιλαρμονική (Ίκαρος, 1993)
Η πρωτοχρονιά του (Άγρα, 1997)
Το ρήμα πεινάω (Άγρα, 2001)
Η μουσική των σφαιρών (Άγρα, ποίηση 2007)
Το μηδέν σε φωλιά (Γαβριηλίδης 2018)

Πρόζα
Φλάουερ (Άγρα, 2003)
Η Ταφή του κόμητος Οργκάθ (Γαβριηλίδης 2015)

Σημειώσεις/fragmenta
Επταετές κοράσιον (Άγρα 2011)
Ποίηση με τέσσερα πόδια (Οι εκδόσεις των φίλων 2017)

Μεταφράσεις
Tρεις συνομιλίες –η συνέντευξη του Allen Ginsberg
στον Αllan Klark (Printa, 2001)
Θάνατοι για τις κυρίες και άλλες καταστροφές,
Norman Μeiler (Καστανιώτης, 2008),

Ανθολογίες
Τα ποιήματα του2013 (Δέκατα 2014)
Τα ποιήματα του 2014 (Δέκατα 2015)

Έχει μεταφράσει για λογοτεχνικά περιοδικά ποίηση των Sylvia Plath, Ann Sexton, Νοrman Mailer, Αllen Ginsberg, Roman Kissiov, ποιητές της Βεγγάλης, Radomir Adrich, Danica Vukicevic, Νenad Milosevic, Becir Vukovic, Andrija Radulovic, Sibila Petlevski, James Sutherland-Smith, Αrmando Romero κ.α., επίσης σειρά συνεντεύξεων του Allen |Ginsberg. Κριτικές και δοκίμιά της υπάρχουν σε εφημερίδες και λογοτεχνικά περιοδικά (Πόρφυρας, Ποιητική, Οροπέδιο, Εντευκτήριο, Poetix, Κοράλλι, Δίοδος, Κουκούτσι, Αυγή, Ελευθεροτυπία, κλπ). Εργάστηκε σαν κριτικός βιβλίου στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία.

 

 

 

ΠΟΙΗΣΗ

ΤΟ ΜΗΔΕΝ ΣΕ ΦΩΛΙΑ (2018)

 

1

ΠΕΡΙ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ ΚΑΙ ΜΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ

 

Le dur desir de durer

Εν δυο, εν δυο, βαδίζω πάνω στη λέξη διάρκεια. Η διάρκεια
είναι κάτι άλλο από τη λέξη διάρκεια. Η διάρκεια είναι ιλιγγιώδης.
Σαν το μηδέν ιλιγγιώδης. Τόνος του μηδενός και
ρυθμός. Η διάρκεια διαρκώς πεινάει. Τρώει τα κόκαλα του
χρόνου. Κρατάει όλο το αλφάβητο στην κοιλιά της. Ακόμα κι
ο θάνατος τη φοβάται. Τα βιβλία κατατροπώνουν τον θάνατο,
έχει γράψει ο T.S.E. Τα βιβλία τρώνε τα κόκαλα του χρόνου.
(Για να πούμε του στραβού το δίκιο, η αθανασία δεν
πρέπει να ’ναι υπόθεση για λίγους· πάντα υπάρχει κάτι — μια
πράξη, μια συμπεριφορά, ένα σχέδιο — που αξίζει να περισωθεί,
ν’ αθανατιστεί’ ίσως αυτό ακριβώς που δεν έχει πρόθεση
να θαυμαστεί. Ενώ η φράση, Το βασικό κίνητρο τον καλλιτέχνη
είναι η σταθερή επιθυμία της διάρκειας, ποδηλατεί προς βέβαιη
λακκούβα). Άλλα ας μην πω για το κενό.

Το μηδέν κατοικεί σε φωλιά — πτηνά καλλικέλαδα
οι τόσες διάρκειες, οι μικρές οι μεγάλες.

 

7

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΟΡΑΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

 

Η όραση συνήθως αυταπατάται

Η πολυθρόνα φαίνεται στα δυό της πόδια·
να φαίνομαι κι εγώ ειν’ υψηλός προορισμός·
όλοι με κοιτάζουν γιατί φαίνομαι· να είμαι, άραγε,
πώς θα ’ναι; ασαφές το ον στην ασάφεια πλέει·
χρειάζεται να ορίσω την ουσία μου
στο μπαλκονάκι της ύπαρξης να σταθώ
σαν πολυθρόνα να κάθομαι και να κοιτάζω.

Τι σκοτεινό συγκεχυμένο το σώμα μου·
πότε υπάρχει και πότε εξαφανίζεται·
αυτό ρωτάει, το ίδιο απαντάει.
Λέει ο φιλόσοφος: όταν κινείται προς τον άλλον η
σκιά μου, το φαινόμενο προηγείται ή έπεται;
Θα κοιτάζω συνέχεια, ώσπου η σκέψη
να με κλειδώσει έξω από το σπίτι μου.

O φιλόσοφος είναι κάποιος που ψάχνει να βρει
όσα οι άλλοι άφησαν σε άλλη θέση – ψάχνει μια πόρτα
να μπει στον εαυτό του.
(Αλλά ο εαυτός συνήθως αποσύρεται όταν τον
κυνηγάνε)

 

9

ΠΕΡΙ ΕΥΦΩΝΙΑΣ

 

Σημειώσεις κουζίνας (VI)

Η ύπαρξη στριγγλίζει πάλι:
τι θα κάνω με τις λέξεις αρρωσταίνω
καθημερινά·
μ’ όλους τους νεκρούς μου
ωριμάζω υποδύομαι
μια εποχή
μια σχέση με τον εαυτό μου
(ο οποίος, στο τέλος θα βρεθεί
περίλυπος έως θανάτου
μέσα στην ακατοίκητη ιστορία).
Τι επιτέλους θα γίνει και
πώς
οι φράσεις μου δεν θα είναι πια
σαν αναχωρήσεις και
σαν λιποθυμίες.

Η ύπαρξή μου συντρίβεται
ως ύπαρξη δεν με ωφελεί
και πολύ αν κοιτάξω πιο δω στην
κουζίνα περνάνε κατσαρίδες μικρο-
σκοπικές λέξεις με τις σκόνες του χρόνου
πιο μικρές κι απ’ το άσκοπο
– ζωάκια προς καταστροφή
(εμπορεύματα οι λέξεις απροσδόκητα
περιστατικά
κωδωνοκρουσίες ή
κοριτσάκια που θα γεννήσω) ωστόσο
ο
εραστής μου η δόξα
παραφυλάει στα κρυφά στα τετριμμένα
λόγια, τα παραδοσιακά και τα λοιπά
σ’ αγαπώ, λέει
σαν ηχώ
(εννοεί, άσε με να φαντάζομαι ότι είσαι το
πιο τερατώδες, αυτό που
παγώνει κι αειθαλές μένει).

Στο μεταξύ, τα λαχανικά βράζουν
τα ζυμαρικά στενάζουν.
Σ’ ένα φέρετρο η νύχτα φέρνει πάλι
κατοίκους της αλλοδαπής.
Ώρα δώδεκα και μισή μαγειρεύω
τις επιδιώξεις
–γράφω μια ιστορία ερωτική και οι
φράσεις θυμίζουν βαρύ ροχαλητό:
αγαπώ έναν άντρα με ουρά
κάθε άνοιξη στα λέπια του επάνω συντηρώ
τον πόθο τα καλοκαίρια εμφανίζεται
σαν χειμώνας.

 

10

ΠΕΡΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΕΥΦΡΟΣΥΝΗΣ

 

Mens agital melem

Πνεύμα ανακινεί τον υλικό σωρό, γράφει ο
Βιργίλιος. Ο Βολταίρος συμφωνεί. Αλλά ο
έρως είναι μια αιωνιότητα έτσι κι αλλιώς, μέρος
ακανθώδες, σφαίρα πυρός από μόνος του,
κάθε εσπέρα χαμηλωμένο βλέφαρο χωρίς θέα.
Οι πλανήτες ταράζονται από τους εραστές
– στο αγκάλιασμά τους, η αρμονία αναπηδά
στην αγχόνη·
όμως μ’ ένα φιλί, η λέξη άπειρο παρουσιάζεται,
γεμίζει άρωμα το μπουκαλάκι της ένωσης·
(ως γνωστόν, υπό κανονικές συνθήκες
δυό σώματα δεν χωράνε το ένα στο άλλο).
Κι άλλες πολλές αιωνιότητες φτιάχνει η φθαρτή
σάρκα – αυτό το παράδοξο ποιος θα μου
το εξηγήσει;

 

11

ΠΕΡΙ ΥΛΗΣ ΑΝΤΙΛΟΓΙΑ

 

Περί ύλης(;)

Το πνεύμα, εν (μου λένε· αν συμφωνώ
δεν ξέρω – τα ’παν άλλοι, πιο μεγάλοι από
μένα σε φαντασία και σε πόνο)
Εγώ αυτό μονάχα ξέρω: το σώμα, εν
όταν οι δυo μας από δυο, τρεις, από εκατό
πορτοκαλιές σκεπασμένοι
απαλά κυλάμε ως το βαθύτερο σημείο
του χρόνου – πηχτό γεύμα ο ένας του άλλου –
σχηματίζοντας για ακόμη μια φορά την ερώτηση:
Τι είναι το ον;

Τι είναι το ον, τι είναι το ον; Εγώ ή εσύ;
Το ον και το Εν πώς ενώνονται; Πώς ωριμάζει η
αριθμητική στην περιοχή του θρήνου όταν
ο ένας κρύβεται στη γη μέσα σε ξύλινο κουτί;

Τι είναι το ον και πώς γίνεται δύο, από στόματα
από φιλιά από χάδια από σκέψεις από αντιρρήσεις
από κρίσεις από σιωπές; Από ερωτήσεις; Από
κάτι κάτι που όλο εκτείνεται προς τα πολλά προς
το πολύ μη απτό, Εν;

Εν. Πράγματι προετοιμάζεται εδώ κάποια πρόσθεση.
(ή μήπως αφαίρεση;)
Η μονάδα, πρώτη ή τελευταία;
Η μονάδα περιέχει ή περιέχεται;
(φιλοσοφικές ερωτήσεις για νοικοκυρές.)

Τι είναι το ον; Εγώ, εσύ, ή όλοι μαζί;

Η ύλη, ως απείρως απτή, μου λέει:
Κυλιόμαστε σε εν, εσύ κι εγώ
το σχηματίζουμε αργά
– ο εραστής σου με μιμείται.
Αλλά όταν έρχεσαι με λόγια, κάτι μετακινείται
από τη λογική μου. Η γλώσσα με ταράζει. Απορώ
μ’ αυτή την ασώματη βασιλεία.

Πέφτει η νύχτα. Πνεύμα άραγε με κινεί
όταν σε ξαναβρίσκω με κόκκαλα με σπλάχνα
σαν τόξο που τοξεύει προς τ’ ουρανού τα
βάραθρα, σε νούφαρα χάδια γερμένα
επί του στρώματος, ή του πατώματος α-
νάκτορα με ή χωρίς σιντριβάνι
(ή στο ταβάνι λοξά, όπως ο Γκέοργκ Σάμσα
κάποιο καλοκαίρι ή χειμώνα
προς το τέλος του αιώνα)
τα ονόματα, τα ποδιαχέρια μας τα στόματα
τα νεφρά το συκώτι η καρδιά
το μιλητό το αμίλητο μας
σώμα Εν.

 

12

ΠΕΡΙ ΕΝΤΙΜΟΥ ΒΙΟΥ

 

Cercato ho sempre solitaria vita

Πάντα έψαχνε τη μοναχική ζωή ο
Πετράρχης· αλλά ποιος θα ορίσει τον κτήτορα
του αληθινού; Το να συνυπάρχεις με τους άλλους
μήπως είναι μια ευκαιρία να μάθεις ποιος είσαι;
Κάποιοι συναντιούνται για να πλήττουν
όλοι μαζί – θα απαντούσε ο Σοπενχάουερ.
(Ιδού μια φιλοσοφική εκδοχή που συναινεί
με τον προαναφερθέντα ποιητή.)
Το μόνο σίγουρο, φυσικά, ο θάνατος·
αλλά να ’ναι η φιλία ο αθάνατος κρίνος,
απ’ όπου η μυρωδιά των αιώνων αναδύεται
σαν την μπεσαμέλ της πιο καλής νοικοκυράς;
Λέω να μείνω σπίτι απόψε· ως η πλέον
αναρμόδια, θα εξετάσω τα παραπάνω ερωτήματα·
και ίσως στο τέλος απλώς αναφωνήσω:
δεν υπάρχει λωτός δίχως μίσχο.

 

14

ΠΕΡΙ ΑΘΑΝΑΣΙΑΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ

 

Η κατάσταση ζεύγος

Δυο πτηνά ίσον ένα. Πάνω στο κλαδί
η εγγύτητα η κατάσταση ζεύγος.
Εγώ, πτηνό· εσύ, φτερούγισμα συμπληρωματικό
στο βαλς των εποχών μου –σε ονομάζω
σκάλα του πιο μυστικού γαλαξία.
Έτσι συμβαίνει· η φύση του πτερώματος
προετοιμάζει τη φύση της ομορφιάς
ό,τι εξέχει απ’ το κλαδί η φωλιά μας η γλώσσα
(οι λέξεις σαν φύλλα σαν κόκκινα μήλα).

Δυό πτηνά ίσον ένα. Ο αιώνας τρέχει
το φεγγάρι διαρκώς ελαττώνεται
στο λαμπρό σου πτέρωμα επιμένει ο πόθος μου
να είσαι συμπληρωματικός, φτερωτός.
Εσύ, πτηνό· συμβαίνεις μέσα στην ομιλία·
(ένα δάσος θροΐζει στο στόμα μου
όταν σε φωνάζω απόντα όταν σε υψώνω
πάνω στο δέντρο του μάταιου κόπου).

Δυό πτηνά ίσον ένα. Ήσουν εκείνος που
έφευγε που επέστρεφε –μια φτερωτή ζωή
από κλαδί σε κλαδί. Ήμουν εκείνη που έμενε
να γεννάει λόγια στη μεγάλη μοναξιά της φωλιάς.
Κάποτε το θέρος μας εύρισκε αλλιώς
μέσα στο ράμφισμα των καρπών
(άραγε εννοούσε μια ικανότητα προσαρμογής;)
Δυο πτηνά ίσον ένα. Η φύση του αριθμού
αναλύει τη φύση του ρυθμού.

(Ένα πτηνό ίσον δύο.
Αυτός που μένει μόνος στο κλαδί
πάντοτε περιέχει
έναν άλλον.)

 

15

ΠΕΡΙ ΑΠΩΛΕΙΑΣ

 

Αν η Έμιλυ ήταν λιγότερο λυπημένη

Είμαι ο Κανένας. Εσύ ποιος είσαι;
Είσαι κι εσύ ο Κανένας;
Έμιλυ Ντίκινσον

Ο ποιητής καλπάζω με ίππο τις σελίδες
πάνω στη χλόη της Έμιλυ – είμαι κι εγώ ο Κανένας;
Αχ Έμιλυ, πόσο απαλή η ματαιότητα
όταν σε σέρνει στον εαυτό σου.
Αλλά συνήθως ο κανένας είναι κάτι – ίσως το
άλογο που κουβαλάει τον αναβάτη, ίσως το σύννεφο
στο πάνω μέρος του πίνακα
ή στήθος που ξαφνικά τρυπάει και πέφτεις
στο πιο βαθύ σου κέντρο.

Αν είμαι ο κανένας που δεν έγινα ο υπάρχων
αν είμαι ο ιππεύων που δεν έγινα ο
επόπτης στις αβύσσους, θα πει πως η λέξη αγαπώ
γέρασε μέσα μου πριν τη γεννήσω
(δηλαδή, πως δεν ξανάφτιαξα το σύμπαν)
γι’ αυτό και μένω στην κοιλιά του αλόγου μου
σαν περιττή αλογόμυγα.

Αν είμαι ο αγαπών ίσως να είμαι ο Κανένας
που η κάθε πράξη του έσωσε τις λέξεις.
Έτσι όμως η ποίηση μάλλον δεν ωφελείται
(πάνω σε τέτοιον ίππο ποιος ποιητής να καλπάσει;)
Γι αυτό ας συντρέχουν ο αναβάτης και ο ίππος
στ’ αγκάθια, στους γκρεμούς, στα φριχτά μονοπάτια
γι’ αυτό ας κουτσαίνει το άλογο
ώσπου ο ιππεύων να υποταχτεί
στην κακή μοίρα που τον έχρισε ποιητή

 

16

ΠΕΡΙ ΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ

 

Δωμάτιο με θέα

Ο ποιητής κοιτάζεται στα πράγματα μέσα στο σπίτι·
η φύση του σπιτιού ξέρει ν’ αλλάζει συνεχώς· πέφτουν
καρέκλες και τσακίζονται, πηδάνε άλογα στις πολυθρόνες.
Οι νύχτες βόσκουν στα πατώματα. (Αν τις ταΐσεις
ποιήματα θα χορτάσουν;) Λάμπα μου φέξε, το σώμα
κόβεται σε πολλές λέξεις, οι λέξεις βγάζουν τα ρούχα
τους. (Τη νύχτα που πέθανε ο ποιητής Τάσος Δενέγρης,
ήρθε στον ύπνο μου και μου είπε : Τα ποιήματα είναι
οι σκιές των δασών).

(Η όραση συνήθως αυταπατάται; O Mπόρχες νομίζω θα
έλεγε: η όραση είναι βιβλιοθήκη· ομοίως κι αυτή περισυλλέγει
το ένα το άλλο. Πολλές φορές γλιστράει και φεύγει
χωρίς να βλέπει αυτό που συμβαίνει. Μια βιβλιοθήκη
δεν είναι βοσκός αλλά δοχείο με φτερουγίσματα. Όμως το
ζητούμενο, η σοφία, πάντα εχθρεύεται τα τοπία της σκόνης·
ζει κρεμασμένη σε μια αιώρα που δεν περιμένει τον κουνιστή
της αλλά την αδαμάντινη χαρά του ουδέν οίδα.)

 

18

ΠΕΡΙ ΠΟΙΗΣΕΩΣ ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 

Όταν έλθεις εν τη βασιλεία σου

Ποίημα, σε λίγο θα φύγεις, θα πάρεις
τους δρόμους σαν σκύλος
σαν ντάλια κομμένη – τι θα έχω τότε,
ποιός θα είμαι; σε τι κατοικίες θα πλαγιάζω
χωρίς φαϊ, χωρίς νερό, χωρίς κορμί;

Ποίημα, μου ρίχνεις τόσους σκοτωμένους
να με σκεπάσουν όλα τα υπαρκτά
και τα κατεβατά της ερήμου
όλοι οι άνεμοι, οι σχηματισμοί πτηνών και οι
φωλιές τους, οι θύελλες οι αισθηματικές τους.

Ποίημα, συ ο παρών, ο ενεδρεύων
σε κάμπους πίσω από μάτια και μυαλά,
σε όλα τα λόγια που με διώχνουν από τη
φωλιά, σε οράματα που φτύνουν στο στόμα μου
όπως οι σαμάνοι
μα και σε ουρλιαχτά των Άλπεων
(τόσο πολύ χιόνι μαζεύεται όταν λείπεις)

Ποίημα, ποιος είσαι; Ποιοι είμαστε όλοι οι
κρυμμένοι στον έναν αυτόν που τώρα μιλά;
Αν γίνεις ο ρυθμός, το σχήμα, το ρίγος
το στήθος των φτερωτών ζηλωτών των γλωσσών
σαν λαμπάδα του Πάσχα θ’ ανάψεις
σαν έρως του Ενός
-μνήσθητί μου, Ποίημα, όταν έρθεις εν τη
βασιλεία σου στο σπίτι του Κανενός.

 

 

Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΩΝ ΣΦΑΙΡΩΝ (2007)

3.

Η ΠΡΩΤΗ ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ

Εις τον αστράγαλό μου
σκύβει ο άντρας μου.
M’ επιθυμεί;
Αχ τι πτηνό σφαγμένο
είμαι -λέω-
κοίτα χλόμιασα πολύ
(κι απ το φεγγάρι
πιο πολύ –μου λέει).
Πάνε τα σπαραγμένα άστρα
-του απείρου ο καιρός
(μελλόνυμφη έγινα του μηδενός).
Εις την σιγή των οριζόντων
-λέω- η πιο όμορφη
μαρμαρυγή
(το στόμα ρόδο κανενός;)
Aχ θα χαθώ αχ
θα χαθώ -σου λέω-
μη τα λόγια μη τις
λέξεις μου τα παραμιλητά
τα ρήματά μου τα
γινάτια μου
-της ομορφιάς μου τσαλαπετεινοί

μη μη –αχ μη τα
λόγια μη τα λόγια μη τα
λόγια μη

(Ήθελε να μου πάρει τα λόγια για να μείνω
γυναίκα)

 

Ο ΑΔΑΜ ΜΙΛΑΕΙ ΣΤΗΝ ΕΥΑ:

Φεύγεις αλλά η πλάτη σου επιστρέφει σε μένα.

Ποια ζώα να πνίξει η γλώσσα για να γίνει γυναίκα                 

Το γοβάκι
               τρυπάει
                                 το κρύο
                                                 φεγγάρι

 

6.

Η ΛΟΓΟΣ ΓΥΝΑΙΚΑ

Από ένα σύμπαν που ράγισε πετάχτηκε η
γυναίκα. Από το πόδι του αντρός της
από τα δάκρυα του ποδιού του.
Τώρα πλέκει ερωτήματα:
Το άπειρο με περιέχει;

(Από το γόνατό του τρεφόμουν· από την
τρύπα αυτή του γαλαξία)

Εγώ ειμί η Λόγος στη σαγήνη στο
μέσα του καρπού αποσπα-
σμένη
επιστρέφω στην καταγωγή· εκεί
με είχαν ονομάσει
                                              η δοτικότητα
Εγώ ειμί η φως πάνω απ’ τον φθαρτό μου
πυθμένα έπλεα
-έφευγαν τ’ άστρα τα σπίτια μου.

(Κάτοικος είμαι του μηδενός
για να κλέβω μάτια.)

Να φορέσω τον κλέφτη μάτι που με
σύλησε. Αχ μάτι μάτι μου
-κλέφτες ματιών είμαστε
γι αυτό λυπημένοι.

Σαν τις λαμπάδες των γέρων τρέμουν τα λο-
τα λόγια μου, κεράκια μυστικά
στου έρωτός μου την καρδιά.
Εγώ ειμί η νυμφίος
Χαίρεται εις το όνομα της
δοτικότητας.

Αλλά πιο κάτω στα πικρά λιβάδια
αντηχεί ο
έρως των σωμάτων. Γι αυτό
θα το πω να μοιάζει μ’ εκείνο που έλεγε
ο ποιητής και τ’ αγαπήσαμε –κάποτε:

Έλα λοιπόν Παναγιώτη Πανά Παναγιώ- αχ
έλα έλα. Στις αψίδες σου στέκομαι
-ονειροβατώ- Παναγιώτη φιλί μου Πα-
των μυρίων αναπνοών Πανα-
γιώτη της μυρωδιάς πούπουλο Πανα-
γιώ-
(φεγγαράκι τι λες πως μου χάρισες τον
Παναγιώτη) είσαι ο
τρύγος της κάθε μέρας στόμα που με μιλάς
Πανα-
σαν χαλίκι στην άβυσσο στην υπομονή
Παναγιώτη ο αίγαγρος από αίματα να πιαστώ
να χορεύω στο τρίχωμα του παν-
τός Παναγιώτη αχ
στο μάτι σου μη με φοράς
αγάπη μου

(Νύχτα στο βάραθρο των ουρανίων πηγών
γευόμουν ένα κορμί από ροδάκινο.)

Κλέβει την ομιλία ο άντρας
η γυναίκα πεινάει σαρκοφάγος των ξένων ο-
νείρων. Αλλά τώρα με διάλεξε το μήλο
κυλά κατρακυλά
κατέβηκε το πράγμα χαμηλά. Εδώ
στο στόμα πιάνεται η αυγή
( η σιγή υπομένει)
κι απ’ τη μιλιά μου –
γεννώ τα παιδιά μου

(Λέει η γυναίκα: Στην πιο καλή μου βρύση πως
στομώνω κι η σταγόνα του τίποτε γλιστρά.)

Εγώ ειμί η Λόγος – προϋπήρξα
αλαβάστρινο αυτί στην περισυλλογή. Τώρα
τρέχουν τα σωθικά μου σα γατιά που σκού-
ζουν τρέχουνε τα λογάκια μου σαν
ποντικοί.
(Ά -πει-ρο ά-πει-ρο τι εστί; )

Μες τα νερά-φιλιά του μου’ παιρνε τη μιλιά ο
Παναγιώτης, στο σπιτάκι της γλώσσας
άδειαζα τη γλώσσα -να χορεύω να φεύγω
να χορεύω να μένω
(στο χορό σου θα γίνω χορευτής του
απείρου;)

Πάρε λοιπόν το πιο καλό μου μήλο :
Ένας Παράδεισος σαν μαύρο γάλα
κι η Κόλαση στρογγυλή.
Δαγκώνεις δαγκώνω.

 

Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΩΝ ΣΦΑΙΡΩΝ [9]

Η ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ΠΟΥ ΠΡΟΣΕΞΕ ΤΟ ΧΕΡΙ:

Είναι παράξενη γιορτή τα δάχτυλα του
ανθρώπου -παράξενη
η δοτικότητα των χεριών·
διότι με τα χέρια φωτίζεις αυτό που
στο τέλος πάντα επιστρέφει.
Και δεν είναι πράγμα το κάτι αυτό
όπως θα έλεγες -πράγμα των χεριών.
Έρχεται να σε βρει σαν
μύγδαλο με ψυχή.

Τότε που είμασταν ακόμη παιδιά
έστελνα τα δάχτυλα στον κήπο μαζί με
τα πουλιά· δεν φόραγε δαχτυλίδια -τότε-
το χέρι μου· κρατούσε το μύγδαλο
και μου φαίνεται τύλιγα τα δάχτυλά μου
έτσι που έμενα ολόκληρη γύρω γύρω
να συγκρατώ την ουσία.
Τι ωραία που σήμαινα· σαν καμπανούλα:
συγκρατώ συγκρατώ
ώσπου να γίνω εγώ αυτό.

Κάτι ποθούσε το χέρι μου
και τα δάχτυλά του κουδουνάκια
επέμεναν στο σκοπό του θέλω -πάντοτε
επιμένει να πάρει αυτός που δεν έχει.
(Kοιτάζει στη λίμνη του
απαλά βουλιάζει· θα πνιγεί; )

Tέλος πάντων· έλεγα για δάχτυλα
που κουδουνίζουν.

Εκεί που ξυπνούσα μες τα πουλιά που
τιτίβιζαν αργοπορημένα -ενώ
όλα τ’ άλλα πράγματα έμοιαζαν τόσο ανυπόμονα-
εκεί είδα το όνειρο αυτό κι ερμήνευσα
πως το χέρι μου ήταν -τάχα- μια
μαρτυρία από αυτές που μένουν:
Ο παππούς μου έχτιζε τον τοίχο του σπιτιού
πάνω στην κούνια του πατέρα μου·
κινούσε το χέρι· (ευλογούσε;) Η μήπως
άφηνε λόγια στα θεμέλια
να κόβουν τα παιδιά του και να τρώνε.
Εκεί που ήταν η κουζίνα
έτρεχαν μαύρα συκώτια πουλιών
και σάπια νερά με τις πιατέλες
(κι από πάνω έτριζε το γραμμόφωνο)
έτσι το σπίτι μεγάλωνε
το χώρεσα όλο στη φωλιά μου.

Αχ η κυπάρισσος του παππού μου
-η σκιά του- ψιθύριζε λέξεις
για το χέρι αυτό που φύτεψε το κυπαρίσσι
και τώρα ψηλώνει ως τον ουρανό.
Κοίταζα κοίταζα -οι βολβοί μου πονούσαν.
(Γλίτωσα ξαπλωμένη στο θαύμα).
Μέσα στον ύπνο
ευλογεί το χέρι του παππού μου
όπως όταν γυμνώνονται σπαθιά.

Το χέρι του σύμπαντος παράξενα όλα
τ’ αγκαλιάζει· παράξενα δείχνει
ν’ αφήσεις τα τέσσερα πόδια σου για να
πας (όπως ο κόκκος του ρυζιού
που έφτασε στο πιάτο). Έτσι, η κόρη
σιγά σιγά
με τα χέρια γευόταν
τη νέα κατάσταση του ανθρώπου:
                                             η δοτικότητα

(Να σου δώσω αυτό που δεν πήρα
γίνεται; Να σου δώσω και πάλι να έχω
γίνεται; Είναι παράξενο το κάτι αυτό
η δοτικότητα.)

Αλλά το χέρι αυξάνεται πάντοτε προς τα
εκεί που του λείπει.

Πηδά χοροπηδά το χέρι ν’ αγκαλιάσει το
άλλο
πηδά στον αέρα σαν ελάφι μικρό ή σαν
ψάρι ή σαν φλοίσβος -το χέρι-
ξεβράζει τα χάδια του τα γιατί δεν
με θέλεις χέρι μου

Έτσι λίγο λίγο ετοιμάζεται ν’ αγαπήσει.
Πηγαίνει ν’ αγαπήσει και φορά το
γάντι του (πριν γίνει δοτικό

να είναι κάτι ακριβώς
πριν τη δοτικότητα). Ύστερα
το χέρι δωρίζεται
(πρώτα γδύνεται).

Κάτι χτίζουν τα δάχτυλα
με το χάδι· με τα χάδια αλλάζουν
(με τα ίδια τα χάδια τους -τα δικά τους-
παράξενο). Το χέρι τότε
ανάβει σαν βεγγαλικό.

Σκαρφαλώνω προς τα πάνω ή προς τα κάτω
-λέει το χέρι- εννοώ
με βρίσκει το πνεύμα

Κάποτε με τα χέρια στα δάχτυλα
φτάνεις σ’ ένα υγρό των ματιών.
( Άλλοτε στέλνεις τα
δάχτυλα πιο νωρίς και δεν βρίσκουν).
Όταν κυλήσει το υγρό αυτό
κάτι σημαίνει για το χέρι.

Σκαρφαλώνω προς τα κάτω·
φοβάμαι -λένε τα δάχτυλα.
(Το σκαρφάλωμα προς τα κάτω
θέλει τη μεγαλύτερη τέχνη.
Σ’ αυτό το γκρεμό πρόσεξε χέρι μου
πρόσεξε μη χαθείς πρόσεξε μέχρι να
βγεις
                           στην δοτικότητα).

Να τρέφεται το χέρι απ’ τη χαρά του:
Σ’ αυτή τη στάση ακριβώς
ευλογεί
                                                      η δοτικότητα

 

Ε Ξ Ο Δ Ο Σ [10-12]

10.

Mητέρα ωραίο ψωμί το κορμάκι σου.
Δώσε λοιπόν μια μπουκιά
-να δαγκώσω το μπούτι ή τ’ αυτιά;
(Διότι -λένε- ο ποιητής
γράφει το σώμα της μητέρας του)

Ενώ γράφω το σώμα σου Πα-
Πανα-
ενώ γράφω το γυμνό σου
ζώο
ενώ πέφτω στο στόμα σου
– πιό φθαρτή
κι απ’ το ένδυμα μιας αιδημοσύνης.
Κήπε κήπε μου – η γλώσσα
κρούει του θανάτου την περιττή
ανησυχία.
Έρχεται ο Πα-
Παναγιώτης
(για να θρέψω σκουλήκι ή αϊτό;)
Tον μιλώ μέσα σ’ ένα καρπό.
Αχ λαμπάδα μου Λόγε
φέξε τώρα στα πατρικά οστά
χαχαχα

12.

Το άπειρο προβάλλει εις την ερημία
των φωνών: η πράξη.

 

 

ΤΟ ΡΗΜΑ ΠΕΙΝΑΩ (2001)

 

Τανγκό

Η ντουλάπα μουγκρίζει συχνά στις κρεμάστρες
όταν η μαμά γυρίζει απ’ τον ταφτά της· στο χορό
ο μπαμπάς μου της έλεγε      τα μπράτσα σου
αγάπη μου       τι επιδεξιότητα  στην εξουσία
τα μπράτσα οι λεπταίσθητοι βόστρυχοι του
μηδενός που σε τύλιξε ο νεκρός σου πατέρας·
Θα της πω: η περούκα σου βγάζει φωτιά
μαμά·               με τη στάχτη ταΐζω·
Τώρα όμως το άπειρο με κατέβασε στο λιγάκι και
σχεδόν μου φαντάζεις μια κότα      από  κότα η
κίνηση της κεφαλής το αυγό σου μιας κότας
που πέφτει στα πόδια          το αυγό  σου –εγώ–
μία πράξη αυγό      ένα  φράκο που μ’ έπνιξε
στο ταγκό

 

3
η Έλλη υπό το κράτος των αισθήσεων
στέφει την όραση οδηγία : ιδού εγώ     πίδακας
παρουσίας·                         όμως  στα
αποφάγια της λάμψης ξιφομαχεί το μά-
τι ιππότης χρόνια στην ιπποσύνη
(ό,τι δεν φτάνει το μάτι ονομάστηκε
αβλεψία)

 

βλέπω : περιβρέχω τη θέα με ξηρά

 

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΟΝ
Η Έλλη κάθεται στο τραπέζι
(υπομένει τη βαρύτητα)·
στις παύσεις του δείπνου της εξορύσσει
μια χώρα να η σκηνή των φαινομένων
που αλλιώς σημαίνεις : στις παύσεις του
ύπνου μου το Πνεύμα τρώει στα ενδότερα

είμαι : η θέα με άφησε να φύγω

…………………………

4
Τα μάτια –έλεγαν οι μορφές- τις μορφές δεν
τις βλέπουν σαν άλογα που ανεβαίνουν
στα νέφη·                        ενώ
γυρι-γυρίζουν χλιμιντρίζουν τα άλογα
ολημερίς κατατρώγουν τη μερίδα τους : η
ομορφιά στρέφεται προς τα πάνω
(γι’ αυτό οι πλεξούδες της Έλλης
μου πλέκουν σκαλάκια)

η Έλλη κάθεται στο τραπέζι
ονομάζει τη φθορά φαγητό στα
κομμάτια του κρέατος στοργικός συγγενής
ότι η σάρκα γίνεται τροφή του μη περαιτέρω
(άραγε φθείρεται το πράγμα       ή μήπως
σαπίζει ο κάτοχός του;)

έτσι που τρέχουν οι στοιβάδες μου
θα μείνω μόνη μου

…………………………….

5
Το φαγητό συντηρείται από την κίνηση του
χεριού : μ’ ένα πιρούνι επιτίθεται ο ιππέας στην ύλη του
αναβάτης στην κραιπάλη αυτή των στιγμών
(το φαγητό σε προσκαλεί στα πεδία των μαχών;)
επιτίθεμαι στον ιππέα           τρέπω  σε φυγή των ίππον του
για να μείνω αναπόδειχτος στη φαντασία
(κι αν ίσως το φαγητό με χρειάζεται ως υστεροφημία
του αναγκαίου          κάτι ας σκεφτώ)

το φαγητό στη νηστεία της φαντασίας
είναι άγουρο παρόν που φαγώνεται·
ως επακόλουθο του παρόντος   το μέλλον   θέλει
προσοχή να μην φαγωθεί

{τα αποφάγια της ζωής μου με εικάζουν
ωραίο δείπνο αναπάντητο)

…………………

6
Από τη μέση και κάτω ο πατέρας μου ήταν
τραπέζι· έφευγε σαν περιβολάκι
επάνω στο τραπέζι με μήλα και νεράντζια·
κοντά στο δείπνο το μουστάκι του εννοούσε :
είμαι στέφανος που στεφανώνω το
στόμα μου διασχίζω μια δόξα μονότονη·
ακριβώς από κάτω οι λέξεις αθλητές αισθημάτων
ή θα μείνουν άφωνες σαν νεκρές
(κάτι αλλάζει στα λόγια όταν ένα τέρας
εποπτεύει αφ’ υψηλού)

το φαγητό απαιτεί αφοσίωση· στο τραπέζι
σάλτσες του τυχαίου      ή μήπως
η ψυχή με ψάχνει στα πιάτα να με εννοήσει
(να συγκεντρωθώ στον χρονομέτρη αυτό;)

του παρόντος υπηρέτης το μάτι
δειπνεί στο λιγάκι·
βγάζω τα χέρια            τσιμπάνε  τα τσαμπιά
μιας Κυριακής

10.

από τα πόδια του τραπεζιού αρχίζει το
τραπέζι· αν ήθελε να φύγει
με ποιο πόδι θα πήγαινε στο δάσος;
το τραπέζι έχει βόδι με λιβάδι μηρυ-
κάζει χορταράκι                 είσαι
δεμένο και λυτό – σου λέει– (εννοεί
πράγμα που κινείται έχει απατηθεί)

η Έλλη ελαύνει : τώρα θα πω για τα σεντόνια τα
νέφη που με ξάπλωσε ο καλός μου κι έσταξε
το τυχερό του γάλα· ρούφηξα και μου φύτρωσε
μια πιπεριά κι ανέβηκα να κόψω ένα πιπέρι

το δάσος ήρθε στο χαλί, σου λέω στο
τραπέζι

(μέσα στην πιπεριά είχε ένα σπιτάκι
άχνη σχεδόν του χιονιού σκέπαζε τον
ουρανό μου      η σκάλα του γινόταν άλλα
πότε ανεμόμυλος πότε πασχαλινή λαμπάδα
πιο πάνω εξείχε η μάνα μου μ’ ένα
τσεκούρι      να μένω παιδί σε κουτί το
πιπέρι να μου καίει τη γλώσσα)

 

23.

Το γοβάκι βηματίζει χωρίς το πόδι του·
πρώτο αυτό μαθαίνει και κατόπιν στο
πόδι φοράει ένα δάχτυλο      διδάσκει
ύφος και γλώσσα που ξέρει μονάχα ο
τολμητίας· αλλά το πόδι       έχοντας ζήσει
στη ζεστασιά του σώματος ξετυλίγεται και
γνωρίζει ταχύτητα όταν μένει ακίνητο·
έτσι στη γιορτή θα χορέψει
πιο σοφό·                      άραγε
θα μ’ αγαπήσει το πόδι μου λέει το
γοβάκι

ξετυλίγομαι: ο ουρανός
μελωδός αναλογεί σε κάθε εραστή
(αν τον τρώνε τα μάτια·)       στο
σαλόνι έχει βιολί να παίζει την Έλλη
απ’ τα μαλλιά

(η στιγμή νανουρίζει την κούνια της)

Το γοβάκι στη μίμηση του ποδιού του δα-
νείζεται μόνο την ερμηνεία

 

Η ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ (1997)

 

Η μάνα μου ήταν πιο λύκος γιατί φοβόταν μήπως ο
καιρός της φέρει πράγματα που δεν μπορεί ν’ αντέξει.
Θα ’σπαγε τότε θα ’βγαινε η τρέλα απ’ τη θήκη της.
Λοιπόν, σαν λύκος κράταγε το σβέρκο του στην
ίδια θέση πιστεύοντας πως στην ακινησία αυτή
θα σύρει κάτι που θα κινείται μυστικά

Η μάνα μου λύκος ήταν άλογο η μάνα μου σκύλος
Ήταν γάτα, κλουβί μες το πουλί συνωμοσία μες τη φαντασία
Της άρεσε πολύ το παρακάτω ποίημα:

O λύκος λέει είμαι ο
λύκος· αν ο θάνατος με
φάει θα ’ναι λύκος που
ήταν πρόβατο· γι’ αυτό
αν δείχνω πρόβατο
κανένας δεν θα ξέρει
πως στην κοιλιά μου έχω
το τρίτο χέρι.

(Εμένα μου αρέσει το παρακάτω ποίημα:

To χέρι λέει είμαι ο
χρόνος· αν ο θάνατος με
φάει θα ’μια χρόνος που
ήταν θάνατος· ενώ
αν δείχνω αθάνατος)

Μαύρη γραβάτα φόραγε το νεκροθάφτη
στη μαύρη του μπουίκ ο πρίγκιπάς μου ως χάλαγαν τα φρένα
κυρία αφήστε με ν’ αναπαυτώ στα μπούτια σας είμαι
κομμάτι αδαπάνητος μωρό που ρεύεται το μέλλον
αφήστε με να γίνω περιττός.

(Έτσι απόφευγε τα γνωστά
Η σάρκα διαρκώς σε αναβάλλει και τα λοιπά
λουριά τα σκου-
λαρίκια της του σκουληκιού
που παίζει με τα χώματα)

Εγώ εννοούσα τη φωνή τη γραμμή το πέρας μιας
θέας τόσο που να κοιτάζω και να βλέπω
τι γίνεται από πίσω.

Λοιπόν θα οδηγήσω τον τρόμο μου εκεί που
δείχνει το δάχτυλο:

Η μάνα μου μ’ αγαπούσε με τα μάτια της δίχως αυτιά. Έτσι
για να μ’ ακούσει έμπαινα σε ξένα μάτια. Με τον καιρό κατάλαβα
πως κάθε θόρυβος στα τύμπανά της ήταν μια γέννα
δίχως πράξη. Αλλά ακόμη και τότε που έλεγε είσαι όμορφη
εννοούσε το πολύ εμποδίζει την όραση.

 

 

ΜΙΚΡΗ ΦΙΛΑΡΜΟΝΙΚΗ (1993)

 

ΤΟ ΕΝΑΡΕΤΟ ΣΩΜΑ

Πόσο ενάρετο το σώμα μες στην ταπεινότητα
πώς στέκει λάμποντας μ’ όλη την κερδισμένη γνώση
των λογισμών, σαν δέντρο ανυψωμένο από το χώμα.
Την άκρη της κλωστής δαγκώνοντας, στη νέα οδό
σε βρίσκει η αλήθεια· ανθίζουν θαύματα στους οφθαλμούς
ο εαυτός ακούει την πρώιμη συνείδηση:
σκότος και φως, το ένα από τ’ άλλο δεν χωρίζει.

Τα ορυκτά στα βάθη ομιλούντα, καρποί
που η μάχαιρα κατέσκαψε να φτάσει στο κουκούτσι.

 

ΟΣ ΤΑ ΠΑΝΘ’ ΟΡΑ

Ο αφέντης έρωτας και κύριός μου
ος τα πανθ’ ορά κι εξουσιάζει
αυτός αυτό υψώνει το φονικό εγχειρίδιο
αποσπώντας εκ του σώματος τον τράχηλο
δήμιος αυτός με χεράκι φιλότιμα.
Έτσι το πλήρες αντηχεί
στο θρόισμα και στην αφή μισοφοριού
όταν τεντώνουνε σχοινιά
και πιάνεται σε δόκανο το τέρας.
Βαθιά βαθιά στη νύχτα των στομάτων
βαθιά με τους νεκρούς μου μαζεμένους
στο χαλινό της γλώσσας
στριγκές φωνές ναυαγοσωστικών.
Βούιζε το κρεβάτι σου
Σαν Ιορδάνης ποταμός
πέφταν σεντόνια σχίζοντας το σκότος
απόσπασμα σύντομο του βίου μου
ενθύμιο της σάρκας
αίμα μου φαρμακωμένο.
Δέρμα πάνω στο δέρμα
κατάσαρκα να σε φορώ
ότι γυμνό και πένη μ’ άφησες
μες στην πυρά να ξαναβρώ τα μέτρα μου
στιγμές που με κατείχε η αθωότητας
προτού χαλάσω με έργα και με λόγια.

 

Η ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΦΙΔΙΟΥ

Τα μήλα κόβει απ’ τη μηλιά μου
φιλάρεσκη οδό ανεβαίνοντας
κι όλος φωνή, με τη βαθύτερη φωνή του
μπαίνοντας ως λάμψη
τρώει τα κομματάκια της ψυχής
με τα πτηνά και τα φυτά της ακοής του

 

Ο ΓΑΜΟΣ

Όταν το ζώο
σκυφτό μέσα στο τρίχωμά του
στην άκρη του σχοινιού μουγκρίζει
ότι η φύση εντός του ελευθερώθηκε
και τώρα φεύγει του χαμού

πλεύσε στα βάθη
το φοβερό μαστίγιο ύψωσε
σπάσε τα δόντια σαν αμύγδαλα.

Καθώς γκρεμίζεσαι μέσα στη τρυφερότητα
με το κολάρο σφιγμένος το λαιμό
βγαίνοντας απ’ τα νοσοκομεία.

 

ΟΤΑΝ ΧΑΛΝΑ Η ΑΡΜΟΝΙΑ

Η ξηρά ψυχή
την υγρασία της σάρκας μάχεται.
Το σώμα σκύβει στα βαθειά
σαν τον κολυμβητή στον ζοφερό πυθμένα
με σύνεση πλέει κι ελαφρότητα
όση απαιτείται για την άνοδό του.
Όμως οι θύρες κρούονται κι ανοίγουν
στο ακέραιο τα ράμφη
ψάχνουν για τα χαμένα πράγματα
μες στην γυμνότητα των κήπων
μες στη κρυφή παραμυθία
που ο σκώληκας στο χώμα επωάζει
Κι όταν χαλνά η αρμονία
και σαν τρυπάνι πέφτοντας ο πόθος
σπάζει την κρούστα των οστών
πώς θριαμβεύουν οι χυμοί
πώς χαίρεται το ύδωρ.

 

ΠΟΘΟΣ ΠΥΓΜΑΧΟΣ

Χτύπα με να τιναχτούν τα ποιήματα
πριονίδι από θαυμάσια λάμψη
χτύπα να συναντηθούμε στο μακελειό
να περάσεις μέσα κι ακόμα πιο μέσα
εκεί που δεν κρύβω αυταρέσκεια
σε περίσσευμα τρόμου να καρφώσεις το γάντι
ν’ αντηχήσει παντού το βαθύ ουρλιαχτό.

 

ΛΑΜΨΗ ΣΤΗ ΝΑΦΘΑΛΙΝΗ

Λευκότερος απ’ το λευκό μου εφανερώθη
τα μαύρα σωθικά του δείχνοντας
κι όπως θεράπευε τα μέλη μου η δρόσος
πέτρωναν στα δόντια του τα σκοτωμένα
καλοκαιρινά κορμάκια, στοιχειά που
τα ’πνιξεν η θάλασσα και βγήκαν στον αφρό,
Του ’λεγα πρόσεχε πρόσεχε μην μας χαλάσει ο χρόνος
πρόσεχε μην τύχει και μας λιώσει ο καιρός –
αυτός γελούσε, έριχνε στα σεντόνια μας τα μυστικά
από τον θάνατο κυλάω πάρα έξω, έλεγε.
10.7.92

 

Η ΘΕΑ

Κάποτε η ομιλία δεν φτάνει
για ν’ ανεβάσεις -είπε- τη βλάστηση
θραύονται λέξεις στον κατάφυτο καιρό.
Η κόλαση σπουδάζει στα δάχτυλα
φέγγει τις νύχτες στο μεδούλι
λάμνοντας σε λυγμό, το δίχτυ ρίχνοντας
τις πράξεις βγάζει απ’ τα βαθειά πηγάδια
πληθαίνοντας μες στην καταστροφή
τα ματωμένα και τ’ ανείπωτα κινώντας
νερά, ως να λυθεί η ατολμία της γλώσσας.

 

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ ΕΠΙ ΤΑΠΗΤΟΣ

Να μπαίνεις μέσα μου καθώς ποτάμι
στους κραταιούς πευκώνες και τα σχοίνα
κι όταν γλιστρά το έρεβος
κάτω απ’ τη φλούδα του μυαλού
να στάζει στο λαρύγγι μου
το ζωντανό σου αίμα.

 

ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΟΝΟΜΑΖΕΤΑΙ ΟΥΣΙΑ

Έτρεχεν ο περιβολάρης με το χωνί στο στόμα
να φερει τη μαμή να κόψει το λουρί μου
να φανερωθώ στα φυλλώματα από κάτω.
Εκεί με βρήκε το στοιχειό βαβγίζοντας.
Να δεις, είπε, το Νόημα
Να δεις το άλλο δέρμα
Που αιμορραγεί καθώς σφαγμένος πετεινός
ότι αυτό ου φαίνεται δεν είναι
κι αυτό που είναι
με σιωπή ορίζει το λάλον ύδωρ.
στο φύσημα της στάχτης, στην υφή των μήλων
να δεις τα μυστικά που ο γυμνοσάλιαγκας κατέχει.
Τότε το μπλε σφυρίζοντας θ’ αναδυθεί
κι απ’ το φθαρτό θα ξεχωρίσει και θα φέξει
όπως ο λόγος των αποθαμένων

 

 

Ο ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ ΘΑΝΑΤΟΣ (1990)

 

Η ΧΑΜΕΝΗ ΖΩΗ ΤΗΣ ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ Β.

Όχι δεν είναι χαμένη αλλά ξοδεμένη.
Γιατί χάνω σημαίνει απόλλυμι
κι εγώ δεν απώλεσα τίποτε πιστέψτε με.
Καρποί μου τα αναρίθμητα σώματα
βλέφαρα, ευωδιές κήπων, μηλιές
πτηνά που πετούσαν χαμηλά
ταξιδεύοντας στην ιερή μοναξιά μου.
Τι βίος ενάρετος αυτές οι επαρχίες
να κρύβεσαι, να κρύβεις, να σε κρύβουν
με ραπτομηχανές να διηγείσαι
την αιδώ που φέγγει στις λαγόνες.
Όμως τις νύχτες δεν απώλεσα πιστέψτε με.
Όταν τα δώματα βυθίζονται στο σκότος
τότε καλπάζει ο αναμενόμενος
μες στις πτυχές του φουστανιού μου
τότε κοχλάζουν τα νερά
και τρέμει η Αχερουσία.

 

Η ΠΙΚΡΟΤΑΤΗ ΓΝΩΣΗ

Με την αφή κατέρχομαι σ’ αυτό το σώμα.
Ψαύω την πικρότατη γνώση.
Επειδή ο έρωτας είναι γύπας
που τρώει τα σωθικά κρώζοντας
και στις βαθιές λακκούβες
μελετάει την πυρκαγιά.
Ως χόρτο
φράζει τα ρήγματα ο έρωτας
βλασταίνουν δάση και παράθυρα λυγμών
στόματα και ψίθυροι στομάτων
κατόπιν ουρλιαχτά
κι ανάμεσα στα σκέλη η ρομφαία.
Ωσάν πανί
φουσκώνει στους αρμούς ο έρωτας
ώσπου να πληρωθεί το σώμα
με την ύλη του θανάτου
κατόπιν ψεύδεται κι απουσιάζει
το φως ζητά σε ξένα σώματα
στη στάχτη θάβει τους ωραίους νεκρούς.

 

Η ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ

Ευλογημένη συ εν γυναιξί
ευλογημένο το σγουρό εφηβαίο
είπε ο ποιητής.
Κι αμέσως ανάβλυσαν νερά
φωνήεντα πολλά τον κατοίκησαν
γλώσσες και τραύματα
κρυμμένες μνήμες των δαχτύλων.
Τότε γεννήθηκε το ποίημα.

 

ΟΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ
ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ

Τρυφερά ενθυμήματα τα λινά μισοφόρια
νυν και αεί
πάνω στα συρματόσχοινα
σαν τους πλοκάμους των μαλλιών της Βερενίκης
σαν τα φιλήματα των γυναικών
που πλέουν μέσα μας ακέραια
-επειδή το διαλέξαμε να πλέουν-
σαν την ουσία που γλιστράει στο λαρύγγι
και μας ποτίζει όξος και χολή

 

ΤΟ ΙΔΕΩΔΕΣ ΠΡΕΠΕΙ

‘Οπου φυσούσε άνεμος
μες στη βαλίτσα
κι έθαλλε το χαίρε στον φυσικό του χρόνο
σ’ επιγραφές κι ονόματα λεωφορείων.
Όπου το σώμα φεύγοντας
τερμάτιζε την εξουσία
στο σώμα που έμενε
και γι’ αυτό πολλώ μάλλον εξουσίαζε.
Όπου ορθώνονταν οι παύσεις
μες στα σφιγμένα δόντια
και το ιδεώδες πρέπει
το αρμονικό
σαν νεωκόρος στη βάση του σχοινιού
τα σήμαντρα έκρουε του τέλους
σπάζοντας τις χορδές και τις κιθάρες

 

Ο ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ ΘΑΝΑΤΟΣ

Από το φρέαρ του θανάτου μιλώ
χώρα που ερημώθη από τον έρωτα
στο τίναγμα του μαύρου, ως κόκκινο βαθύ
ιππεύοντας μοτοσικλέτα.
Φοβάμαι τη σάρκα και μ’ αυτή παλεύω
όμως αποφάσισα αλλιώς
να αφαιρέσω ένα ένα τα ενδύματα
το σώμα του πνεύματος να ελευθερώσω
-μήπως μια τέτοια γύμνια
δεν είναι γενναιότητα;
Βέβαια το ’ξερα απ’ την αρχή.
Σ’ αυτά τα πράγματα υπάρχει κίνδυνος.

 

ΤΑ ΥΣΤΕΡΑ

Βαθύς πολύ βαθύς ο πόνος της αγάπης
όχι στα πρώτα, μα στα ύστερα
γιατί μονάχα απ’ τα ύστερα μαθαίνεις.
Έτσι θ’ αρχίσει. Σε καρποφόρα γη.
Κι όταν φανεί το πλήρωμα του χρόνου
–τότε που όλα θα τελειώνουν
με πίδακες δακρύων και κραυγές
τότε που οι κρουνοί του σώματος θα ρέουν
με άκρα γνώση για τα μελλούμενα-
εκεί θ’ αρχίσει ο πόνος
και στις σχισμές των σπλάχνων
θ’ αναδευτεί και θα μουγκρίσει
ώσπου να βρει την έξοδο.

 

ΟΛΙΓΟΝ ΠΡΟ

Κι ως να βουλιάξει ολόσωμος μέσα στη λάσπη
ήρθαν οι φίλοι στο προσκέφαλό του
τραβώντας ένα ένα τα λεπτά σχοινάκια
μήπως και τον γυρίσουν πίσω.
Αυτός μεγάλωνε με παφλασμούς
Έτριζε στα οστά, οι κλώνοι έλαμπαν.
Κι από τα μάτια του κυλούσαν
μήλα της κυπάρισσου
όλα τα εφήμερα και αγαπημένα.

 

 

Σημειώσεις/fragmenta

 

ΕΠΤΑΕΤΕΣ ΚΟΡΑΣΙΟΝ (2011)

 

31.12.1992
Αφού μιλάω, δεν είμαι ένα ον αποσπασματικό.

(Παρά ταύτα, είχα σχεδόν πιστέψει πως είμαι μια συγκεκριμένη γυναίκα που ζει στην οδό Αθ. Δ. 2)

10.1.1993
Το ύφος μιας μέρας: Ζω στους σπασμούς μιας εσωτερικής γλώσσας την οποία διαρκώς αγωνίζομαι να συλλάβω, κι άλλες φορές συγκρατούμαι από τις παύσεις της. Η εξάντλησή μου, η παράδοσή μου στην τετριμμένη ερμηνευτική του κόσμου, με κάνει εγκόσμια. (Οι παύσεις είναι ο τρόπος της νέας μου γέννησης.)

12.2.1993
Το παράδοξο του χρόνου: ο χρόνος συμπεριλαμβάνει την ιδέα μας για το χρόνο.

7.3.1993
Η ύπαρξη της γλώσσας (διαμέσου του ποιητή) βρίσκεται σε μια διαρκή αναζήτηση του αυτοπροσδιορισμού της, του σχεδιασμού μιας εξόδου από την ατομικότητα. Αλλά παρεμβαίνει πάντα το τραύμα της μερικότητας που αντιστέκεται στο φως του Όλου.

15.4.1993
Το ποίημα αποτυπώνει πάντοτε μια ανθρώπινη υφή· αλλά μέσα στο αίνιγμά του αναπαύεται η ουσία, το ίχνος του θείου εαυτού του.

16.4.1993
Να ανέλθεις στο άρρητο όχι για να το ερμηνεύσεις, αλλά για να συμπληρωθείς από αυτό.

12.5.1993
Η σωματικότητα της ποιητικής γραφής δεν εξαρτάται από τη σχέση του ποιητή με το σώμα του, αλλά από τη δυνατότητά του να αισθάνεται επαρκής εντός της διαμάχης πραγματικού–φαντασιακού: Ο βαθμός αυτής της επάρκειας αποτυπώνεται στη γλώσσα.

10.6.1993
H γλώσσα διακωμωδεί διαρκώς το ανολοκλήρωτο της χρήσης της. Ο χρήστης, όμως, κάθε άλλο παρά κωμωδός αισθάνεται.

16.7.1993
Μια ποιητική συλλογή αποτελεί για τον ποιητή της τη σύνοψη
των ψυχικών του αποκλίσεων. Το θέμα όμως είναι αν αυτές οι αποκλίσεις μπορούν να δημιουργήσουν στην ποίηση ένα κλίναμεν.

10.9.1993
Στην αρχή η γραφή είναι καταφύγιο· ύστερα γίνεται φυλακή. Υπάρχει ένα τρίτο δωμάτιο, όμως σ’ αυτό φτάνουν οι λιγότεροι: η ίδια η γλώσσα.

15.10.1993
Με τη γραφή ο συγγραφέας καταργεί το συναίσθημά του· αντί να το αποδίδει στα πρόσωπα διά της ζωής, το αφήνει να γίνει μια μούμια που συντηρείται μέσα στο χρόνο προς χάριν της τέχνης. (Ο νεκρός περιφέρει τα ψιμύθιά του.)

18.11.1993
Η λογοτεχνία είναι το άλλοθι μερικών λυπημένων που ονομάζονται συγγραφείς.

19.12.1993
Το ποίημα είναι «πρόσωπο», αφού ποιεί σχέσεις αγαπητικές: διαμεσολαβεί, δίνει για λογαριασμό του ποιητή ό,τι εκείνος δεν μπορεί να δώσει. Ο ποιητής ουρλιάζει: «αγαπήστε με»! Το ποίημα ψιθυρίζει: «σας αγαπώ όλους· είμαι μια απέραντη αγκαλιά».

16.1.1994
Η ποιητική μιας πράξης, να υπερβεί την ποιητική μιας λέξης: ένα
αγκάλιασμα να γίνει εσωτερικός ήχος. Όχι πια η ερμηνευτική της γλώσσας (χάρις στην οποία αναδύεται το Είναι) αλλά η ερμηνευτική του προσώπου, του «άλλου» που εισχωρεί στο Είναι ως ποίημα.

25.1.1994
Τελευταία, καθώς κοιτάζω την κόρη μου νοιώθω σα να προδίνω την τέχνη μου. Κατά βάθος ξέρω ότι κανένα ποίημα δεν θα μπορούσε να προκαλέσει αυτό που συμβαίνει μέσα μου όταν η Τατιάνα στρέφεται προς εμένα σαν ένας μίσχος.

23.2.1994
Το ταλέντο εργάζεται καλύτερα όταν δεν ευτελίζεται στην αγορά. Παρά ταύτα, η αγορά πολύ συχνά προσελκύει το ταλέντο, για να αποδείξει ότι του λείπει η αυτοπεποίθηση.

29.3.1994
Κάθε ποίημα προσδοκά να ελευθερωθεί μέσα σε ολόκληρο το σώμα του ερωμένου του.

16.6.1994
Ο ποιητής δεν μπορεί παρά να εκφράσει μόνον αυτό προς το οποίο τείνει υπαρκτικά. Επομένως, η ποίηση δεν είναι παιδί του τυχαίου.

13.7.1994
Η «άδεια» κοινωνικότητα παραγεμίζει τη γλώσσα με σκουπίδια.

10.10.1994
Η πνευματικός εαυτός συγκροτείται από λογική και ενόραση. Παραδόξως, η φιλοσοφία θεωρεί ότι αυτά τα δύο είναι αντίπαλοι

21.11.1994
Κάθε αφήγηση μεταφέρει το καθησυχαστικό μήνυμα ότι ο κόσμος παραμένει στη θέση του.

30.12.1994
Η γλώσσα μετέχει στον έρωτα, μόνο για να συνδράμει στην κατάποση της ψευδαίσθησης.

15.1.1995
Το τραγικό, ως κλίση μερικών ανθρώπων, είναι στην ουσία μια τάση αποσάθρωσης της γλώσσας

8.2.1995
Συχνά αποστρέφομαι την τέχνη, διότι μου θέτει ερωτήματα για τη ζωή στα οποία δεν μπορώ ν’ απαντήσω

2.3.1995
Ο ποιητής γράφοντας γκρεμίζει τις βεβαιότητές του, κατασκευάζει πιο ελαστικά όρια για να κατοικήσει.

20.5.1995
Μερικά από τα ποιήματά μας δεν θα είχαν γραφτεί αν δεν είχαμε
συναντήσει μερικούς ανθρώπους. Ίσως η κοινοτοπία αυτή αποτελεί μια απάντηση στην ερώτηση για την ύπαρξη του θείου.

22.7.1995
Η γλώσσα είναι άφθαρτη. Κι όμως, η ανησυχία για τη φθαρτότητά της μας εμπνέει τη διάθεση της καταγραφής

28.8.1995
Σε μια ερωτική επιλογή το δραματικό δεν είναι η τύφλωση, αλλά
το αίσθημα της παντοδυναμίας του έρωτα.

3.9.1995
Να γράψω ένα ποίημα που θα με τρομάζει.

20.11.1995
Αν ο χρόνος υποστυλώνει μόνο τα επιτυχημένα ποιήματα είναι γιατί και αυτά υποστυλώνουν τον χρόνο.

13.12.1995
Αν η αγάπη ορίζεται ως ένα πράττειν της ανθρώπινης ουσίας, είναι φανερό ότι αυτή η πράξη διέπεται ολοκληρωτικά από μια γλωσσική σήμανση.

18.1.1996
Η πλήρωση του ψυχικού ρήγματος του συγγραφέα δεν έρχεται
από την ενασχόληση με την τέχνη του αλλά από τη δυναμική της
ίδιας της γλώσσας. Το Όλον της γλώσσας (οι άλλοι) ενεργοποιεί μια σχέση με το καλλιτεχνικό εγώ, έτσι, η πληρότητα του Όλου προσφέρεται στο ένα και το αποκαθιστά στην αρτιότητά του.

5.2.1996
Η απουσία της τελείας μέσα στο ποίημα υποδηλώνει τον φόβο του θανάτου;

30.3.1996
Ο δημιουργικός αναγνώστης είναι το άλλο άκρο του ποιήματος.

16.5.1996
Γιατί λοιπόν συνεχίζει να γράφει, αφού δεν πρόκειται να θεραπεύσει τίποτα με τη γραφή;

17.9.1996
Για τους περισσότερους συγγραφείς η γραφή αποτελεί την ανάσχεση μιας ψυχολογικής συμπτωματολογίας
16.2.1997
Η υπόσταση του κειμένου παρουσιάζεται όταν το σημαίνον αποχωρίζεται από το συγγραφέα για να ξαναπάρει τη θέση του στην πρωταρχική διάσταση της γλώσσας.

5.4.1997
Το επιτυχημένο ποίημα οφείλει να οδηγεί τον ποιητή στην ανησυχία.

15.4.1997
Μέσα στο αισθητικό πρόβλημα ενός ποιητικού μέτρου, ακούγεται ο θόρυβος ενός ψυχικού κενού.

22.12.1997
Ο ποιητής που υποφέρει λιγότερο, είναι ο πιο ασφαλής μέσα στην αφάνεια.

31.12.1997
Η κατάργηση όλων των αισθητικών κανόνων μέσα στο ποίημα εμπεριέχει την ελπίδα της γλώσσας να ξαναγεννηθεί;

15.2.1998
Ο συγγραφέας δεν κατασκευάζει από το «τίποτε», διότι κι αυτό είναι «κάτι».

12.9.1998
Η γλώσσα δίνει σχήμα στην ανθρώπινη ψυχή

27.1.1999
Ο καλλιτέχνης που, ως ηθικό πρόσωπο, διαπραγματεύεται το νόημα προς χάριν της κατανόησης, έχει ήδη μετακομίσει στη σφαίρα της πολιτικής.

10.10.1998
Κάθε μιμητισμός στην ποίηση παριστά τον αποκλεισμό του ποιητή από την ουσία του.
10.2.1999
Η Ολότητα της γλώσσας ζει μέσα στην ανθρώπινη ουσία. Η
πραγματικότητα επίσης.

20.2.1999
Όταν ο ποιητής ενδιαφέρεται στ’ αλήθεια να συναντήσει έναν
άλλον, αρχίζει να γράφει αλλιώς.

23.3.1999
Το ποίημα δεν χρειάζεται να μιλά από ένα ύψος, αλλά από ένα βάθος.

12.5.1999
Να μη γράφεις πια για να πληρώσεις το κενό σου, αλλά για να διαμοιράσεις την πληρότητά σου.

 

 

ΠΟΙΗΣΗ ΜΕ ΤΕΣΣΕΡΑ ΠΟΔΙΑ (2017)
(παίγνια και φάρσες)

 

Ι. ΠΕΡΙ ΣΥΝΟΜΙΛΙΑΣ

3. Ένας συνομιλητής χρειάζεται αδιάκοπα να αποφασίζει:
ενδιαφέρεται για τη συνάντηση ή για την επικράτηση;

6. Ο εαυτός να οριστεί ως συνομιλητής.

13. Η επιδίωξη της ποίησης δεν είναι συνομιλία άνευ όρων.

18. Η παλιότερη λέξη συν-ομιλώ αντικαταστάθηκε στα νεοελληνικά με τη λέξη συ(ν)-ζητώ. Ο συνομιλητής είναι ένας αναζητητής;

26. Όλες οι ιδέες συνομιλούν με την πρωταρχική εκδήλωση του
Λόγου : Eν αρχή ην· και εν συνεχεία….

29. Ένας συζητητής έχει πλαστεί από πολλούς άλλους συζητητές.
31. Ο συγγραφέας είναι ένας δια βίου συνομιλητής. Εντούτοις
τα βιβλία του βρίσκονται στην πλεονεκτική θέση να μην ακούνε
ποτέ τις αντιρρήσεις με τ’ αυτιά τους.

46. Όταν η διάθεση για συνομιλία ξαπλώνει στο ντιβάνι του ψυχαναλυτή,
αυτό συμβαίνει επειδή η ψυχή δεν μπορεί να σταθεί στα πόδια της.

51. Ο φθονερός συνομιλητής πάντοτε ετοιμάζει τα πιο φαρμακερά
βέλη χωρίς να σκέφτεται ότι μπορεί να γυρίσουν πίσω σ’ αυτόν.

58. Όταν ο λόγος του ομιλούντος γίνεται ξύλινος, βρίσκει απέναντί του
εκνευρισμένους συνομιλητές με πριόνι.

67. Η μόνη σίγουρη τακτική απέναντι σε έναν αλαζόνα
συνο- Μιλητή είναι η ηθελημένη κώφωση.

78. Κάθε συνομιλητή που αγορεύει χωρίς να βρίσκεται σε
αίθουσα δικαστηρίου μπορούμε να τον αποκαλούμε δικηγόρο.

83. Ο συνομιλητής είναι άλλοτε μια έρημος κι άλλοτε η όαση
της ερήμου.

92. Ο αληθινά ευγενικός συνομιλητής δεν αποφεύγει τον κίνδυνο
να θεωρηθεί κόλακας.

100. Ο ανόητος συνομιλητής έχει επωμιστεί το δύσκολο έργο
της καταστροφής της γλώσσας. Εντούτοις, τα καταφέρνει θαυμάσια.

113. Οι ατέρμονες συζητήσεις των φιλοσόφων για την καταγωγή
της γλώσσας στην ουσία είναι η προσπάθεια του Λόγου να στρέψει
την προσοχή μας προς την εσωτερική ζωή.

126. Ο ιδανικός συνομιλητής: εκείνος που όταν αλλάξεις θέμα
απροειδοποίητα, σε επαναφέρει με αυστηρότητα στην τάξη.

129. Στην πραγματικότητα, ο καθ’ έξιν επιθετικός συνομιλητής είναι
φυλακισμένος στο σαλόνι του πατρικού σπιτιού, όπου δίνει καθυστερημένες
μάχες με τον ισχυρό αρχηγό της οικογένειας.
134. Όποιος υποχωρεί ατάκτως μπροστά στον επιθετικό συνομιλητή,
είναι φανερό ότι θα χρειαστεί πολλές ακόμα επιθέσεις.

140. Η καθολική γλώσσα είναι μια φωτιά που ανάβει και σβήνει
με μέτρο;

141. Λόγε δίδαξέ μου την τέχνη της συνάφειας. (Επταετές κοράσιον)

144. Αν η συνείδηση με κατευθύνει προς την καθολική γλώσσα
σίγουρα είναι για να με ελευθερώσει από περιττές συνομιλίες.

158. Ο σημαντικός συγγραφέας επιλέγει αυτός τους συνομιλητές-
αναγνώστες του.

 

ΙΙ. Περί μη ταπεινότητας

1. Η ταπεινότητα λέει στη μη-ταπεινότητα: στο κάτω κάτω, ένα «μη» μας χωρίζει..

7. Ο ηθικολόγος είναι τόσο άδειος από καρδιά, ιδέες, έμπνευση, χαρά, γιατί φυλακίζεται με τη θέλησή του σε ένα μαυσωλείο. Στην άλλη άκρη, ο μη-ταπεινός (ζωηρός υπερασπιστής μιας εξατομίκευσης) κινείται ελεύθερα σε πολλούς ζωντανούς κόσμους ταυτοχρόνως

11. Κάθε προσπάθεια για ταπεινότητα συνήθως καταλήγει στην υπεροψία. Το να αισθάνεσαι πως είσαι «πιο ταπεινός από τους άλλους», αυτό δεν είναι «μη- ταπεινότητα»;
(ή αλλιώς : o υπερόπτης ξεγελάει τον εαυτό του με το κυνήγι της ταπεινότητας)

18. Ο ταπεινός καλλιτέχνης δεν ενδιαφέρεται για την ίδια την τέχνη, αλλά για το παιχνίδι, τη δημιουργική μανία, την ήττα, την αναγέννηση. Δηλαδή, για όλα όσα εμφανίζονται (μέσω της τέχνης) στην εσωτερική του ζωή.

20. O ταπεινός ποιητής έχει ένα χαλίκι στο στόμα,
τραυλίζει σαν τον Δημοσθένη (ο οποίος επιθυμούσε διακαώς να μιλήσει, δηλαδή, να ζήσει με τους άλλους). Έτσι, όπως ο Δημοσθένης, δικαιούται να φτάσει στο επιθυμητό αποτέλεσμα αν το εξαργυρώσει με το τρύπημα του σπαθιού, με αληθινό αίμα.

23. Ταπεινός καλλιτέχνης δεν είναι αυτός που αποσιωπά την αξία του, αλλά εκείνος που αναγνωρίζει πως πάντα υπάρχει κάποιος καλύτερός του.

27. Η μη-ταπεινότητα συχνά στηρίζεται πάνω σε έναν κόσμο απαστράπτοντα (γνώσεις, ταλέντο, κάλλος, λαμπρά κατορθώματα). Αλλά το χάος αδιαφορεί για όλα αυτά.

38. Η αληθινή συντριβή δεν έχει κουράγιο να γίνει τέχνη· γι’ αυτό και είναι η μόνη που εμπεριέχει τη βαθύτερη φύση της ταπεινότητας, αποτελεί την απαστράπτουσα ομιλία της.

43. Όταν ένα θρησκευτικό ιερατείο ισχυρίζεται ότι μόνο αυτό κατέχει την «ορθή δόξα» μάλλον έχει εξασφαλίσει το μέγιστο βραβείο μη-ταπεινότητας.

45. Κάθε μη-ταπεινός συνομιλητής σέβεται μόνον έναν μη-ταπεινό συνομιλητή.

51. Η μητέρα ενός μη-ταπεινού πνεύματος, ασφαλώς έχει κατηγορηθεί πολλές φορές για σκληρότητα στο ντιβάνι του ψυχαναλυτή.

52. Αλλά αφού η μη-ταπεινότητα είναι η άλλη όψη της ταπεινότητας, μήπως ο Ηράκλειτος με αναγκάζει να ξαναδώ το θέμα κάπως αλλιώς;

60. Σε μια λογοτεχνική μετάφραση, η αυθάδεια συνιστά το πιο ακριβές μέτρο μη-ταπεινότητας του μεταφραστή;

61. Χοροπηδάς, χορεύεις στο γρασίδι για να ξαναβρείς μέσα στην παιδικότητά σου μια στιγμή τόσο λαμπερή, ώστε να μην περιέχει την ιστορία των εννοιών, την ταπεινότητα την μη-ταπεινότητα….

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

 

Το ενύπνιον του Ηλία Λάγιου

Του ονείρου αυτού το δώρο δεν υποφέρω.
Προφέρω
λέξεις να γίνουν τραγουδάκια
–κλαδάκια
του φωτός– να’ ρθούν για να δειπνήσω
στο δισκοπότηρο της γλώσσας να ξυπνήσω.

Σάρκα και αίμα η λαλιά· πού πήγαν; Εάν
ήδη, το Παν
μ’ έχει προδώσει κι έχω χάσει
τη σχάση
ενός πυρήνα που μου φώτιζε το στήθος
αχ πως θα ζήσω δίχως των λέξεων το ήθος;

Τι συμβαίνει; Μ’ έχουν τυλίξει οι αιώνες;
Κυκλώνες
στου ημερολογίου τη λήξη.
Θα εκπλήξει
τους φίλους η αναχώρησή μου; Σ’ ένα
σταθμό ο εαυτός μου ντύθηκε στην πένα

και με βαλίτσα, ορθός, το τρένο περιμένει.
Ποιός μένει
μέσα στο μαύρο μου κοστούμι;
Αν του μι-
λήσω θα μ’ ακούσει; Πρέπει να πάω μπρος
ή πίσω, στη ράχη ενός ωραίου Αλμπατρός

λυγμών; Κυλάει των αιώνων το φραγγέλιο
με γέλιο·
φριχτό μου φόρεσε στεφάνι
(παντεσπάνι
σιγής κρατώ – το γλύκισμα του απείρου).
Μέσα στη σάλα των ωρών κάνω μια πιρου-

έττα, ν’ ανάψει προσευχή (ωσάν καντήλι
στα χείλη
–ευχή μιανού που αγάπησα;)
στην πίσσα
της νυκτός μου (στην τόση στάχτη), η φωνή
απ’ των αιθέρων να γλιστρήσει το χωνί :

Δέσποινα τ’ ουρανού, στη γη ζητούσα
μια μούσα.
Μονάχα εκείνης είχα χρεία·
η λατρεία
σ’ αυτήν. Τώρα, σπλαχνίσου το παιδί σου
που –κοίτα– τρέμει στο σπιτάκι της αβύσσου

κι άκουσε το πικρό μουρμούρισμά μου.
Τ’ όνομά μου
Ηλίας –ένας ιππότης δίχως ξίφος.
(Το ύφος
γύρεψα ή στρείδι με λαμπρό μαργαριτάρι;)
Του Παραδείσου δεν ζουλεύω το χορτάρι.

Αχ δος μου στήθος πάλι, δος μου λόγια
σε υπόγεια
νερά να φτιάχνω μουζικούλες
–βαρκούλες
στα ρηχά· να ναυαγούνε. Zητιάνεψα το χάδι
σαν ψωμάκι. Του ελέους σου πλέξε το υφάδι.

(Έσκυψεν η Κυρά. Το διαμαντένιο δάκρυ
στην άκρη
του Σύμπαντος εκύλησε. Το ακούω.
Υπακούω
σε ό,τι ευδόκησες –καλή– να του παραχωρήσω:
μέσα στο ποίημα αυτό, Υιό σου να τον χρίσω.

Κι έτσι γλυκά και με της ρίμας μου τις νύξεις
–μίξεις
από κρινάκια κι από αγκάθια–
η παθια-
σμένη του φωνή ν’ αναστηθεί στο στόμα
ωσάν του έαρος λαλιά σε δανεισμένο σώμα.)

Από το τρένο του Οκτώβρη κατεβαίνω.
Πεπρωμένο
ένα μπαλκόνι στην οδό Βεϊκου.
Η οικου-
μένη με κοιτά· και η αιώρα τ’ ουρανού
εδώ από κάτω: περιμένω
καποιανού
αγγέλου το σινιάλο – να πηδήσω.
(Ηλίας-Ήλιος: στις δώδεκα θα δύσω)

(δημοσιεύτηκε στο poeticanet.gr)

 

ΤΟ ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΑΚΟΜΑ

Όλα έχουν γίνει για κάποιο σκοπό, ο ίππος το σώμα το αμπέλι – είπε ο Μάρκος Αυρήλιος. Από τότε τον πήρα στην πλάτη μου, από μια κατάσταση ουρανού πιάστηκα (από τη λέξη νηφάλιος) και ήθελα να καταλάβω πώς ακριβώς συμβαίνουν στο χαλί οι ίπποι το σώμα τα αμπέλια, πώς την αυγή φυσάνε τόσα φωνήεντα και σφάζουν τον κόκορα-καιρό ανάμεσα στα πόδια.

Ο θεός-γλώσσα

Η γλώσσα όλα τα ξέρει κι ας παριστάνει την ανήξερη
γλιστράει παντού, σε όλους ψάχνει
μια ρωγμή ένα αυτί
ένα λάρυγγα υπάκουο υπομονετικό έναν λαιμό

να σε πει, να με πει
να μας πει

έτσι σκέφτομαι τον θεό-γλώσσα σαν το σημείο σαν την
ταχύτητα που ενώνει σαν το πυρ που αναλλοίωτο μένει
σαν Εν (κι όλες τις πράξεις της αριθμητικής
μαζί – βάζω βγάζω προσθέτω αφαιρώ πολλαπλα-
σιάζω, στο τέλος ένα άνθος πολύφυλλο,
η κίνηση αυτή οδηγεί στο κέντρο
ο φιλόσοφος δεν θα διαφωνήσει)

Εν τω μεταξύ Λόγε, δώσε μου να τα γράψω πιο καλά
για να τα πιστέψει ο εραστής μου
να με έχει στα φιλιά του ως αυτή που αγαπά
δηλαδή ως το Όλον της αριθμητικής
ως το Όλον της ζωής – σαν θεό να με κρατά
να τον κρατώ – αχ το ερωτικό σώμα
είναι όπως το σέξυ καρπούζι (που έγραψε ο
φίλος Ι.Β.)
σκάει γεμίζει σπόρους η μέρα η νύχτα
αίτια και αποτελέσματα της λέξης
αίτια κι αποτελέσματα της έλξης.

O Λόγος μου λέει, κοίτα, χιόνι πυκνό στις οθόνες
του υπολογιστή, όπου όλοι ζουν σαν πλάσματα
κατεψυγμένα, που δεν ξέρουν τίποτε για το Ένα
και πως από το Ένα γεννιούνται τα πολλά
και στο Ένα γυρίζουν κι αυτά ξανά.
Οθόνες οθόνες – μην ξαπλώσεις εκεί χωρίς φόβο
μη με αρνηθείς έτσι απλά, μην υποταχθείς
στην εξουσία που όλα τα εξορίζει στην
επιφάνεια – σε καλώ πιο μέσα.
Εκεί εκεί ακριβώς, στον πυθμένα,
έχω κρύψει -μου λέει- για σένα
Εμένα.

Οι ποιητές οι Λόγοι και όλοι οι παρατρεχάμενοι των ρημάτων, των επιρρημάτων, των ουσιαστικών, των επιθέτων, του θέρους, του έρωτος για την ορθογραφία, του έρωτος για το τρυγόνι που έμεινε χωρίς ταίρι, ονειρεύονται μια στιγμή, μια λάμψη στα κεραύνια ορύγματα της ησυχίας, όταν όμως αυτή φανεί, τους αρπάζει, τους κατασπαράζει, γίνονται κομματάκια από μέσα.

Η λέξη ποιητής

Ο ποιητής δεν είμαι προφήτης, είμαι η δόξα
του πρωινού. (Είμαι; Παίζω στα ζάρια το «θα»
σαν παις στους πεσσούς, ή όπως όταν σκάβεις ένα
άστρο και τινάζονται από μέσα εξέχοντα ορυκτά.)
Πάντα αθώο το μήλο όταν πέφτει –δεν ξέρει
την κατάσταση της πτώσης από πριν.
Ενώ ο ποιητής γνωρίζει τον θάνατο γι αυτό
σκιρτά στις ενάρξεις.

Κυλά στο πληκτρολόγιο το νυν το αεί ο
ο αόριστος, ο τετελεσμένος μέλλων
– το τετελεσμένο τιτίβασμα του πτηνού μου
που πάντα με γλυτώνει από τον χρόνο.
Σε αυτά τα απόκρημνα σκαλοπάτια
από ρόδα κι αγκάθια, από άγρια χόρτα και ζώα,
η χαρά φωνάζει: κράτα με να γίνω η πολυθρόνα,
ο καναπές σου, η τηλεόραση, το χαλί, ο πολυέλαιος,
η κουζίνα, η βρύση.

Η ζωή μου καθιστή ξαπλωτή σε καρέκλες τραπέζια
από λέξεις που ξυπνούν ξαφνικά μέσα σε ένα ελάφι
(γι αυτό αγαπώ τη δροσιά,
την παράξενη φύση των βρύων.)
Οι λέξεις-λόχμες. Κι άλλοτε φτερά από αηδόνι.
Όμως πάντοτε επιστρέφει το ερώτημα :
Είμαι δεν είμαι, είμαι δεν είμαι
( τικ-τακ σαν ρολόι ή σαν στόμα που φέρνει
το γράμμα άλφα μέσα στο ποίημα, δηλαδή
ένα ζαχαρωτό της έναρξης ).

Τικ–τακ, σε αυτό το «θα» ποιο νόημα να
δώσω; το σώμα του μέλλοντος αιώνος ή
του τίποτε; Τικ-τακ, τικ-τακ
είμαι δεν είμαι, είμαι δεν είμαι
– δεν είμαι δεν είμαι ακόμα η
δόξα του πρωινού.

Η γλώσσα διόρισε την Κλεοπάτρα υπηρέτη του Νοήματος, στην εξιστόρηση επεισοδίων της ζωής να βάζει στο βάζο λόγια με αγκάθια και ερήμους, άλογα με φτερά και ηνιόχους. Όμως η ποιητής άλλα κοιτάζει άλλα θαυμάζει, αντί να ανοίγει βεντάλια με στίχους, λέει:
                                                      να γίνω η αμνός

Σε συστάδες φωτός φωνασκεί η φωνή του Μάρκου Αυρήλιου, καθιστή στους ίππους χρεμετίζει: Περιορίσου στο παρόν. (Το παρόν υπάρχει; Από τα χέρια του βγάζει χέρια, σε καλεί σε άλλες πόλεις σε άλλους πολίτες, σκύβει επάνω σου με πλανήτες και φανταχτερά οπωροφόρα, σε νικά με το δάγκωμα της αμεριμνησίας.)

Το δεν είμαι ακόμα

Η γλώσσα γράφει. Η ποιητής
παρατηρεί τον εαυτό της. Ο εαυτός της γλώσσα
διαρκώς εκτείνεται, αφήνει πολλά ονόματα, ομιλίες
φάτνες και νεογέννητα – εδώ κι εκεί μεταπηδά
χωρίζεται σε πολλά, ενώνεται, χωρίζεται ξανά
κλέβει ό,τι βρει, υπόσχεται να
φέρει μια αύρα καλοκαιρινή μες τη λογιστική
(είναι η διαίρεση της γλώσσας συγγενής με τον πολλα-
πλασιασμό; ή απλώς μας ξεγελάει με υποσχέσεις
– πως η κάθε αφαίρεση δεν θα καταλήξει λυγμός
πως χρειάζεται απλώς μια συμπύκνωση, μόνο και μόνο
για να προσθέσεις αυτό το
δεν είμαι ακόμα.
(Φράση ακατανόητη; Ή μήπως καθαρό νόημα πως
η αρτιότητα καθυστερεί. )
H αρτιότητα υπάρχει; Νομίζω την αρπάζει σαν σκυλί
και τη γαβγίζει η επιθυμία, που διαρκώς
χτίζει ανώγεια και κατώγια
κάτω από μια στέγη νοημάτων, δηλαδή στις σκιές
του παλατιού
(με τη λέξη παλάτι εννοώ κρυστάλλινα
ποτήρια σ’ ένα τραπέζι με επίμονους ομιλητές).
Διότι
από τα πολλά γίνεται η γλώσσα που μιλά ή
σιωπά – πάντως είναι σχηματισμός νεφών
εσωτερικών ή λαμπερές αιθρίες και συναστρίες
(εξαρτάται από τον ονειρευτή της).

Είμαι δεν είμαι είμαι δεν είμαι. (Το ερώτημα δεν τίθεται για να απαντηθεί αλλά για να συνενώσει.) Απίστευτη ταχύτητα έχει το ρεύμα αυτό, το ταξίδι για άνθη, για χέρια, για ψάρια, για ανθρώπους που ξέρουν χώρες οι οποίες ζουν πολύ κοντά στον εαυτό τους
Περί ενότητας

Μεν, δε, μέντοι, όμως, αλλά, ατάρ, μην,
αλλά μην, και μην, ου μην αλλά – ιδού
λέξεις-σχοινάκια που ενώνουν τα αντίθετα
σύνδεσμοι-τσαλαπετεινοί χωρίς χολή
(να έχουν κάποιο υψηλό προορισμό;).
Ου μην αλλά, καίτοι – το άγριο πτερύγιο
ας το γράψω άγιο.
Εν αρχή ην ο Λόγος. Αυτός τουλάχιστον μιλάει καθαρά, σου λέει, Είμαι. Εν τω μεταξύ, σύννεφα και ουράνια πρόβατα περπατάνε στα βουνά. Τα σκυλιά τα λόγια φυλάνε κάθε επίγεια βασιλεία;

Η λέξη ουσία (ξανά)

Η γλώσσα κάποτε σε αφήνει στις ερήμους του
Κουρδιστάν, τυφλός μες στα αγκάθια να ρωτάς:
Eίμαι δεν είμαι; Άλλοι πριν ρώτησαν άλλοι πριν
βρήκαν δεν βρήκαν (δεν έχει καμήλες μαζί του
αυτός που καταπίνει την κάμηλο). Ζω καιρό τώρα
από το άλφα ως το ωμέγα στην έρημο της
αλφαβήτου
το ελάφι-άλφα ανεξήγητο ζώο που αρχίζει
καινούργιες αρχές – ζω σε καιρό ανεξήγητο,
δηλαδή, συνεχίζω να υπάρχω απλώς σαν
φαινόμενο
παρελθόν παρόν και μέλλον συνωστίζονται εδώ
κόβουμε φρούτα και τα βάζουμε στις φρουτιέρες
(ενιότε και στις σαλατιέρες)
.
Ο Μάρκος Αυρήλιος μόλις μου πέταξε ξανά τη λέξη
ουσία (αυτή η λέξη τι θέλει επιτέλους από μένα;)
Άλλα ψάχνω κι άλλα βρίσκω – μου φαίνεται
φτωχαίνω πολύ όταν μιλώ για αυτό το
δεν είμαι ακόμα.

Η ακοή είναι μια βουή από τριγμούς νοημάτων και απαλά θροίσματα κι άλλοτε θόρυβος από μπουφέδες που σέρνονται στο πάτωμα σαν μικρά γατιά ώσπου να αλλάξει το σχήμα του χώρου, του χρόνου, της συνείδησης. Η ιστορία έχει χώρους και χρόνους, έχει δωμάτια που κάθονται σε μια καρέκλα (η συνείδηση πάντοτε καθιστή σχεδιάζει το μέλλον).

 

Το χρονικό.

Στην αρχή, ο γκρεμός· η μητέρα· ο πατέρας· η αδελφή·
η μητέρα της μητέρας βαφτισμένη στη μεγάλη κολυμπήθρα
του Σιλωάμ. (Στην αρχή η λέξη οικογένεια.)
Το σκυλί δεμένο στην αφωνία· το σκυλί λυμένο· το
σκυλί να γαυγίζει τους αστέρες στο χαλί του σαλονιού·
τους λαμπτήρες της τρέλας. Τα φωνήεντα ήταν
πάντα πολεμικές ιαχές- σπαθιές (ρομφαίες;)
Όλα έμοιαζαν σαν μια άλλη ονομασία του πόνου. Όταν
το σώμα του πατέρα έμπαινε στο σώμα της μητέρας
εύρισκε στην υπάρχουσα κατοικία επελάσεις μαύρων
κυριών σε χαπάκια βερονάλ

(ως γνωστόν
τρέλα είναι η ανάποδη φύση της αρμονίας που
χρειάζεται να συμπληρωθεί).

Παλιές ιστορίες.

Τω καιρώ εκείνω, μία των ημερών του Σαββάτου
φανερώθηκα σε όλη μου τη δόξα· (ως επιδιορθωτής γοβακιών·
ήταν έργο μεγάλο – δεν θα το αποκαλύψω). Η Κλεοπάτρα
είχε συντριβεί από το βαρύ κιονόκρανο της λύπης
όμως ο επιδιορθωτής έφτιαξα μέσα της το λιβάδι και το
αρνί που βελάζει και πολλά άλλα σχέδια και ηχητικές
αναθεωρήσεις, με σφυριά του απείρου με πρόκες-λέξεις
με διέσεις-υφέσεις, με τη βασική κλίμακα του ντο
(όχι, δεν θα τα αποκαλύψω).

Σε αυτό το μέρος τώρα τρέχουν ποιήματα και σκυλιά
και το πορτραίτο «Διόνυσος» του Καραβάτζιο πέφτει
μέσα εκεί εξακολουθητικά· εκεί
το Όλον φωνάζει με πολύ ιδιωτικό στόμα αλλά
μην πλανάσαι, διόλου δεν ιδιωτεύει.

Είμαι δεν είμαι είμαι δεν είμαι. Το ερώτημα πολλές φορές έχει τεθεί από ξένους κι από ίδιους. Το ερώτημα τρέχει σε δάση σε όρη (τα όρη ρωτούν αν στ’ αλήθεια υπάρχει αυτό το ον το δίχως ρίζες, το αεί κινούμενον το αεί ανερχόμενον, από το οποίο προέρχεται το ερώτημα – εξ ου και κάθε ερώτημα αεικίνητον, τρέχει και δεν φτάνει, συσσωρεύεται στις επιθυμίες των ανθρώπων, αν και προκαλεί βάσανο, την ψυχή υπερυψώνει, ούτε φτάνει ούτε δεν φτάνει, ούτε μιλάει ούτε σωπαίνει, τρώει πίνει, αεί συσκέπτεται μετά των εταίρων στην εσωτερική του περιοχή, εξ’ ου και η Φωνή του πάντα μου λέει: μουσικήν ποίει και εργάζου)

Τι τι ψάχνω όταν τρέχω προς αυτό το
δεν είμαι ακόμα
πώς πώς με κοιτάζει όταν εγώ δεν
το κοιτάζω
πού πού με φωνάζει
ενώ ακόλουθο του φθαρτού με ονομάζει.
Ξάφνου ο Λόγος με λυπήθηκε.
Είπε: Θα ξεραθεί στο στήθος το στυφό
δαμάσκηνο της ξενιτειάς σου.
Είπε: Στο αληθινό κάλλος ταιριάζει
μόνο η λέξη γυμνότητα.
Eίπε: Κρέμασέ με στο αυτί σαν
σκουλαρίκι.
Eίπε: Εγώ Ειμί
                                      ο Λόγος.
                                     Μίλα με.

Η ποιητής κοιτάζω τη γλώσσα κι αυτή με κοιτάζει. Βρίσκω τα ωραία μαλλιά της ξαπλωμένα, βρίσκω από πάνω μαργαρίτες, δηλαδή μαργαριτάρια των αγρών, των λαιμών. Αχ η λέξη «είμαι», πώς ορμάει πώς νουθετεί την ερημιά και την κερνάει ματωμένο σπλήνα.

Οι λέξεις

Κανένα θαύμα δεν έρχεται να σε βρει, αν δεν το φωνάξεις.
Μες στο κλουβί μου ετοιμάζομαι για το δείπνο. Είμαι ο
υπηρέτης.
Τους βάζω στο πιάτο το συκώτι μου. Με τρώνε.
Στάζουμε ύστερα μαζί στο βαρύ χιόνι του
                                                                 Σαββάτου.
Όλα είναι βουητό και βραχνά φωνήεντα
έτσι όπως με κρατούν στα δόντια τους, στους κοπτήρες
ανάμεσα, τα εντόσθιά μου
τα
κομμάτια μου, τ’ απομέσα μυστικά μου – όλα κυλούν
ως τις γραμμές του απείρου, ως τις ρίμες τις οδούς
ξάφνου σε ξένα χέρια με βρίσκω, σε ξένα στόματα, σε ξένα
μυαλά, σε ξένα ποιήματα.
.
Ειμί η γλώσσα, ιερό σφάγιο, διαμοιράζομαι.
Ειμί ο ηχών, ο κραυγάζων σε ώττα μη ακουόντων,
ειμί ο αιμορραγών τελετάρχης, τη ζωή μου κομμάτιασα
ιδού, κυλάω τώρα στο ποίημα αυτό.

(Δημοσιεύτηκε στην ΠΟΙΗΤΙΚΗ)

 

ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ

 

ΑΝΝ SΕΧΤΟΝ

ΑΓΓΕΛΟΙ ΤΩΝ ΕΡΩΤΩΝ
«Άγγελοι των ερώτων, ξέρετε άραγε αυτόν τον άλλο,
τον σκοτεινό, τον άλλο μου εαυτό?»

 

1.ΑΓΓΕΛΟΙ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΓΕΝΝΗΤΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ

Άγγελε της φωτιάς και των γεννητικών οργάνων, ξέρεις της
λάσπης το ρήμα,
πώς με πρωτόβαλε να τραγουδήσω αυτή η πράσινη κυρά
που πρώτη μ’ έχωσε μέσα στον καμπινέ, στην παντομίμα
του καφέ, όπου εγώ έκανα το ζητιάνο κι εκείνη το βασιλιά;
Είπα, ο Διάβολος είναι κάτω από τούτη την τρύπα που πυορροεί.
Τότε αυτός με δάγκωσε στον πισινό και μου κατέλαβε την ψυχή.
Γυναίκα φωτιά, εσύ, μιας φλόγας αρχαίας, εσύ,
του Bunsen ηλεκτρικό μάτι, του κεριού, εσύ,
εσύ, της υψικαμίνου, εσύ, του μπάρμπεκιου,
της άγριας ηλιακής ενέργειας, εσύ, Μαντμουαζέλ,
πάρε λίγο πάγο, πάρε λίγο χιόνι, πάρε ένα μήνα βροχή,
και θα ράγιζες το μυαλό σου τρεμοσβήνοντας στη σιωπή.

Μάνα της φωτιάς, άσε με να σταθώ στην Πύλη σου που όλα τα
καταβροχθίζει
καθώς ο ήλιος ξεψυχά στα χέρια σου και το φριχτό του βάρος
να χάνεται αρχίζει.

 

2. ΑΓΓΕΛΕ ΤΩΝ ΚΑΘΑΡΩΝ ΣΕΝΤΟΝΙΩΝ

Άγγελε των καθαρών σεντονιών, ξέρεις τους κοριούς των
κρεβατιών?
Mια φορά στο τρελλάδικο ήρθαν σαν κανέλα τριμμένη
καθώς κοιμόμουν σ’ ένα τάφο με χορωδίες ναρκωτικών
σαν γέρικο σκυλί, σαν σκελετός που στη σιωπή απομένει.
Μπουκίτσες από ξεραμένο αίμα. Εκατό σημάδια
πάνω απ’ το σεντόνι. Εκατό φιλιά μες στα σκοτάδια.
Λευκά σεντόνια που αναδίνουν σαπουνιού και Clorox
μυρωδιές
που δεν έχουν σχέση με τούτη τη νύχτα από χώμα
με τ’ αμπαρωμένα παράθυρα και τις πολλαπλές κλειδαριές
και το δέσιμο στο κρεβάτι, όταν παραιτείται το σώμα.
Έχω κοιμηθεί στα μετάξια και στο κόκκινο και σε μαύρη
γωνιά.
Έχω κοιμηθεί στην άμμο και μια φθινοπωρινή νύχτα πάνω
σε θημωνιά.

Ήξερα μια κούνια παιδική. Ήξερα το νανούρισμα που
χρειάζεται ένα παιδί
αλλά πιο μέσα στα μαλλιά μου, η νύχτα της ατίμωσής μου
δεν το κουνάει από κει.

 

3.ΑΓΓΕΛΕ ΤΗΣ ΠΤΗΣΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΚΟΥΔΟΥΝΙΩΝ ΤΟΥ ΕΛΚΗΘΡΟΥ

Άγγελε της πτήσης και των κουδουνιών του ελκήθρου, την πα-
ράλυση την ξέρεις
αυτό το σπίτι από αιθέρα όπου πόδια και χέρια είναι ασήκωτο
τσιμέντο;
Φιλάς με φιλιά κούκλας. Είσαι ήσυχος όσο και μια μεζούρα.
Το μυαλό σου μοιάζει ανύπαρκτο κι ας στριφογυρίζει σα σβούρα.
Έχω βρεθεί στο ίδιο αυτό μέρος όχι από μικρόβιο ή αποπληξία.
Σ’ ένα ρολάκι που ερμηνεύει εκείνη την παράφρονα κυρία.

Μ’ αυτό τον τρόπο έχω γίνει δέντρο. Έχω μεταμορφωθεί
σε βάζο που, κατά βούληση, το μαζεύεις ή το πετάς, άψυχη,
επιτέλους. Τι ασυνήθιστη τύχη! Το σώμα μου έχει αποσυρθεί
σε αντίσταση παθητική. Υπόλειμμα κι αυτό. Μέρος του φόνου.
Άγγελοι της πτήσης, εσύ που ανυψώνεσαι, εσύ που φτερουγίζεις,
εσύ που αιωρείσαι,
εσύ, γλάρε, που στα πιο ωραία μου όνειρα φυτρωμένος στην
πλάτη μου είσαι,

μείνετε κοντά μου. Αλλά δώστε μου το τοτέμ. Δώστε μου το μάτι
που πια δεν κοιτάει
εκεί όπου στέκω με πέτρινα παπούτσια καθώς το ποδήλατο του
κόσμου με προσπερνάει

(Δημοσιεύτηκε στο POETICANET.GR)

 

SYLVIA PLATH

 

ΠΟΙΗΜΑ ΓΕΝΕΘΛΙΩΝ

1. Ποιος.

Ο μήνας της ανθοφορίας τελείωσε. Τα φρούτα μαζεύτηκαν,
Φαγώθηκαν ή σάπισαν. Είμαι ολόκληρη στόμα.
Οκτώβρης, ο μήνας της αποθήκευσης.

Αυτό το υπόστεγο, μουχλιασμένο σαν στομάχι μούμιας:
Παλιά εργαλεία, χερούλια και σκουριασμένοι χαυλιόδοντες.
Είμαι σαν στο σπίτι μου εδώ, ανάμεσα στα νεκρά κεφάλια.

Άσε με να καθίσω μέσα σ’ ένα ανθοδοχείο,
Οι αράχνες δεν θα το προσέξουν.
Η καρδιά μου κομμένο γεράνι.

Τουλάχιστον ο άνεμος ας άφηνε ήσυχα τα πνευμόνια μου.
Σκυλίσιο σώμα οσφραίνεται τα πέταλα. Ανθίζουν ανάποδα.
Κροταλίζουν σαν ορτανσίες.

Κεφάλια με παρηγορούν καθώς σαπίζουν,
καρφωμένα στα δοκάρια της στέγης από χθες:
Τρόφιμοι ιδρύματος που δεν πέφτουν σε χειμερία νάρκη.

Λάχανα: σκουληκιασμένο μωβ, βερνίκι ασημί,
Ένδυμα μουλαρίσιων αυτιών, κελύφη νυχτοπεταλούδας
                                                                        αλλά με πράσινη καρδιά
Οι φλέβες τους άσπρες σαν ξύγκι γουρουνιού.

Ω η ομορφιά της συνήθειας!
Οι πορτοκαλιές κολοκύθες δεν έχουν μάτια.
Τούτοι οι διάδρομοι γεμάτοι γυναίκες που νομίζουν πως
                                                                                               είναι πουλιά.

Ιδού ένα σχολείο βαρετό.
Είμαι ρίζα, είμαι πέτρα, ένας σβώλος κουκουβάγιας,
Χωρίς όνειρο κανένα.

Μητέρα, είσαι το μοναδικό στόμα
Για το οποίο θα γινόμουν η γλώσσα του. Μητέρα της ετερότητας
Φάγε με. Ρωγμή στο καλάθι των αχρήστων, σκιά των εισόδων.

Είπα: Πρέπει να το θυμάμαι αυτό από τότε που ήμουν μικρή.
Υπήρχαν τόσο τεράστια λουλούδια,
Πορφυρά και κόκκινα στόματα, παντελώς αξιαγάπητα.

Τα στεφάνια από κλαδιά βατομουριάς μ’ έκαναν να κλαίω.
Τώρα με ανάβουν σαν ηλεκτρική λυχνία.
Για βδομάδες δεν μπορώ να θυμηθώ απολύτως τίποτε.

 

2. Σκοτεινό σπίτι

Ειν, ένα σπίτι σκοτεινό, πολύ μεγάλο.
Το έφτιαξα μονάχη μου,
Κελί κελί, από μια ήσυχη γωνιά,
Μασουλώντας το γκρίζο χαρτί,
Σταλάζοντας αργά τις κολλώδης σταγόνες,
Σφυρίζοντας, σαλεύοντας τ’ αυτιά μου,
Στρέφοντας τη σκέψη μου αλλού.

Έχει τόσα πολλά κελάρια,
Τόσα γλιστερά λαγούμια!
Είμαι στρογγυλή σαν κουκουβάγια,
Βλέπω με το δικό μου φως.
Καμιά μέρα θα γεμίσω τον κόσμο κουτάβια
Η θα γεννήσω ένα άλογο. Η κοιλιά μου κινείται.
Πρέπει να φτιάξω περισσότερους χάρτες.

Αυτά τα τούνελ από μεδούλι!
Με χέρια τυφλοπόντικα, τρώω το δρόμο μου.
Ολάκερο το στόμα μαζεύει γλύφοντας τους θάμνους
Και τα δοχεία του κρέατος.
Αυτός ζει σ’ ένα γέρικο πηγάδι,
Μια παγερή τρύπα. Φταίει.
Είναι ένα είδος χοντρό.

Μυρίζει βότσαλο, γογγυλένια δώματα.
Μικρά ρουθούνια αναπνέουν.
Ταπεινές αγαπούλες!
Ασήμαντες, χωρίς κόκαλα, σαν μύτες,
Είναι ζεστά κι υποφερτά
Μέσα στα σωθικά της ρίζας.
Ιδού μια μάνα που κανακεύει.

 

3. Μαινάδα

Κάποτε ήμουν συνηθισμένoς άνθρωπος :
Καθόμουν πλάι στη φασολιά του πατέρα μου
Τρώγοντας τα δάχτυλα της σοφίας.
Τα πουλιά κατέβαζαν γάλα.
Όταν μπουμπούνιζε κρυβόμουν κάτω από μια
                                                                    επίπεδη πέτρα.

Η μάνα των στομάτων δεν μ’ αγάπησε.
Ο γέρος μίκρυνε κι έγινε κούκλα.
Ω είμαι πολύ μεγάλη για να πάω προς τα πίσω:
Γάλα πουλιού τα πούπουλα,
Της φασολιάς τα φύλλα μουγκά σαν χέρια.

Σ’ αυτό το μήνα ταιριάζει το ελάχιστο.
Οι νεκροί ωριμάζουν στ’ αμπελόφυλλα.
Μια κόκκινη γλώσσα υπάρχει ανάμεσά μας.
Μάνα, κρατήσου έξω απ’ την αυλή μου,
Γίνομαι άλλη.

Σκυλοκεφαλή, καταβροχθιστή:
Τάισέ με τα μούρα του σκοταδιού.
Τα βλέφαρα δεν θα κλείσουν. Ο χρόνος
Ξετυλίγει το ατέλειωτο λαμπύρισμά του
Απ’ τον μεγάλο αφαλό του ήλιου.

Πρέπει να το καταπιώ ολόκληρο.

Κυρία, ποιοί ειν’ αυτοί οι άλλοι μέσα στου φεγγαριού τον κάδο –
Ναρκωμένοι απ’ το πιοτό, τα μέλη τους στήνουν καυγά;
Σ’ αυτό το φως το αίμα είναι μαύρο.
Για πες μου τ’ όνομά μου.

 

4. Το κτήνος.

Παλιότερα ήταν μινώταυρος,
Βασιλιάς του πιάτου, το τυχερό μου ζώο.
Ανάσαινες εύκολα στην ευάερη αγκαλιά του.
Ο ήλιος κούρνιαζε στη μασχάλη του.
Τίποτε δεν έπιανε μούχλα. Οι μικροί αόρατοι
Τσακίζονταν να τον υπηρετούν.
Οι μπλε καλόγριες μ’ έστειλαν σ’ άλλο σχολείο.
Μια μαϊμού ζούσε κάτω από το ηλίθιο πηλίκιο.
Εκείνος δεν σταμάταγε να μου στέλνει φιλιά.
Μόλις που τον ήξερα.

Δεν μπορώ να τον ξεφορτωθώ με τίποτα:
Μουρμούρισμα ποδιών, ξεσκισμένων κι αξιολύπητων,
Ο Fido Littlesoul, ο γνώριμος των σπλάχνων μου.
Ένας σκουπιδοτενεκές του αρκεί.
Είναι σκοτεινός ως το μεδούλι.
Φώναξέ τον όπως θέλεις και θα έρθει.

Λασπο-γούρνα, χαρωπή γουρουνό-φατσα
Παντρεύτηκα ένα ντουλάπι με σαβούρα
Πλαγιάζω σε λασπωμένο ψαρόβαλτο.
Εδώ κάτω, ο ουρανός πάντα κατρακυλά.
Γουρουνίσιος βούρκος στο παράθυρο.
Οι κοριοί των άστρων δεν με γλυτώνουν αυτό το μήνα.
Είμαι η νοικοκυρά στα έγκατα του Χρόνου
Ανάμεσα σε μυρμήγκια και μαλάκια,
Δούκισσα του Τίποτε,
Μαλλιαρού χαυλιόδοντα νύφη.

 

5. Νότες φλάουτου από μια λιμνούλα με καλάμια

Τώρα η παγωνιά, πασπαλίζοντας στρώσεις στρώσεις κατεβαίνει
Προς την πέργκολά μας, στη ρίζα του κρίνου.
Πάνω μας οι γέρικες ομπρέλες του καλοκαιριού
Ξεραίνονται σαν στεγνά χέρια. Ελάχιστα σε προστατεύουν.

Ώρα την ώρα το μάτι τ’ ουρανού μεγεθύνει την άγραφη
Εξουσία του. Ούτε τ’ αστέρια είναι πιο κοντά μας.
Ήδη το βατραχίσιο στόμα και το ψαρίσιο στόμα πίνουνε
Το ποτό της νωθρότητας κι όλα τα πράγματα βυθίζονται

Σε απαλή προσωπίδα λησμοσύνης.
Τα ξεθωριασμένα χρώματα πεθαίνουν.
Αλήτες σκουλήκια νυστάζουν στα μεταξωτά κουκούλια τους,
Οι νύμφες με κεφάλι λάμπας γέρνουν ν’ αποκοιμηθούν σαν
                                                                                               αγάλματα.

Μαριονέτες, που λύθηκαν από τους σπάγκους του μαριονετίστα,
Φορούν κοκάλινες μάσκες για τον ύπνο.
Δεν είναι θάνατος αυτό, είναι κάτι πιο σίγουρο.
Οι φτερωτοί μύθοι δεν μας ελκύουν πια:

Τα μαδημένα τους φτερά είναι η βουβαμάρα που τραγούδησε
                                                                                        πάνω απ’ το νερό
Του Γολγοθά, στου καλαμιού την άκρη,
Και το πώς ένας θεός αραχνοΰφαντος σαν δάχτυλο μωρού
Θα ξαναντυθεί το φλοιό του και θα πλεύσει στον άνεμο.

 

6. Το κάψιμο της μάγισσας

Στην αγορά στοιβάζουν τα ξερά κλαδιά.
Μια λόχμη σκιών είναι φτωχικό παλτό. Κατοικώ
Στο κερένιο ομοίωμα του εαυτού μου, ένα σώμα κούκλας.
Η αρρώστια αρχίζει εδώ: Είμαι στόχος βελών για μάγισσες.
Μόνο ο διάβολος μπορεί να κατατροπώσει το διάβολο.
Το μήνα των πορφυρών φύλλων σκαρφαλώνω σ’ ένα πύρινο                                                                                                                                                    κρεβάτι.

Είναι εύκολο να κατηγορήσω το σκοτάδι: το στόμα μιας
                                                                                              πόρτας,
Την κοιλιά του κελαριού. Φύσηξαν κι έσβησε το πυροτέχνημά μου.
Μια κυρία με μαύρα φτερά σκαθαριού με κρατά σε κλουβί παπαγάλου.
Πόσο μεγάλα τα μάτια των νεκρών!
Έχω στενό δεσμό μ ένα πνεύμα μαλλιαρό.
Καπνός κάνει κύκλους γύρω από το ράμφος αυτού του άδειου                                                                                                                                                Λαγηνιού.

Αν είμαι μικρούλα, δεν θα πειράξω κανέναν.
Αν δεν κινούμαι, δεν θα χτυπήσω τίποτα. Έτσι είπα
Καθισμένη κάτω απ’ το καπάκι του δοχείου, μικροσκοπική κι
                                                                                                   άψυχη σαν κόκκος ρυζιού.
Δυναμώνουν την φωτιά στα μάτια της κουζίνας, γυρίζοντας
                                                                                                 ένα ένα τα κουμπιά.
Είμαστε γεμάτοι άμυλο, οι μικροί λευκοί μου φίλοι. Μεγαλώνουμε.
Αυτό στην αρχή πονάει. Η κόκκινες γλώσσες θα διδάξουν την αλήθεια.

Μητέρα των σκαθαριών, μόνο ξέσφιξε το χέρι σου.
Θα πετάξω μες απ’ το στόμα του κεριού σαν πεταλούδα άτρωτη στη φλόγα.
Δώσε μου πίσω τη μορφή μου. Είμαι έτοιμη να ερμηνεύσω τις μέρες
Που ζευγάρωσα με τη σκόνη στη σκιά μιας πέτρας.
Οι αστράγαλοί μου φωτισμένοι. Η λάμψη ανηφορίζει τους μηρούς μου.
Χάθηκα, χάθηκα, μες τους μανδύες όλου αυτού του φωτός.

 

7. Οι πέτρες.

Ιδού η πόλη όπου οι άνθρωποι επισκευάζονται.
Ξαπλώνω σ’ ένα μεγάλο αμόνι.
Ο επίπεδος μπλε εξώστης τ’ ουρανού

Έκανε φτερά σαν το καπέλο μιας κούκλας
Όταν λυτρώθηκα απ’ το φως. Μπήκα
Στο στομάχι της αδιαφορίας, στο βουβό ντουλάπι.

Η μάνα των γουδοχεριών με ελάττωσε.
Έγινα χαλίκι γαλήνιο.
Οι πέτρες της κοιλιάς ήταν ειρηνικές,

Η επιτύμβια στήλη ήσυχη, χωρίς να την κουνάει τίποτε.
Μόνο η τρύπα του στόματος τα τίναξε,
Επίμονος γρύλος

Σε λατομείο σιωπής.
Οι άνθρωποι της πόλης τον άκουσαν.
Κυνήγησαν τις πέτρες, λιγόλογοι, ο καθένας χωριστά.

Η τρύπα του στόματος κραυγάζει τις θέσεις τους.
Μεθυσμένη σαν έμβρυο
Βυζαίνω τις ρώγες του σκότους.

Οι σωλήνες της τροφής μ’ αγκαλιάζουν. Σφουγγάρια διώχνουν
                                                                           τις λειχήνες μου με φιλιά.
Ο μάστορας πολυτίμων λίθων παραβιάζει με το κοπίδι του
Ανοίγω ένα πέτρινο μάτι.

Αυτό είναι το μετά την κόλαση: Βλέπω το φως.
Άνεμος ξεβουλώνει το δώμα
Του αυτιού, γερο-πολεμιστής.

Νερό καταπραΰνει το χείλος του πυρόλιθου,
Και το φως της μέρας απλώνει στον τοίχο την μονοτονία του.
Αυτοί που κάνουν τη μεταμόσχευση είναι χαρωποί,

Θερμαίνοντας τις τανάλιες, ανυψώνοντας τα λεπτά σφυριά.
Ρεύμα αναταράζει τα καλώδια
Βολτ το βολτ. Ράμματα από έντερο γάτας ενώνουν τις σχισμές μου.

Ένας εργάτης βαδίζει μεταφέροντας ένα ροζ στέρνο.
Τα κελάρια είναι γεμάτα καρδιές.
Ιδού η πόλη των ανταλλακτικών.

Οι φασκιωμένες μου γάμπες και τα μπράτσα μυρίζουν γλυκά καουτσούκ.
Εδώ γιατρεύουν κεφάλια ή όποιο άλλο μέλος.
Τις Παρασκευές έρχονται τα παιδάκια

Ν’ ανταλλάξουν τους γάντζους τους με χέρια.
Νεκροί άνθρωποι αφήνουν μάτια για τους άλλους.
Αγάπη είναι η στολή της φαλακρής μου νοσοκόμας.

Αγάπη είναι τα οστά και ο μυς της κατάρας μου.
Το βάζο, φτιαγμένο απ’ την αρχή, γίνεται σπίτι
Για το απατηλό ρόδο.

Δέκα δάχτυλα σχηματίζουν ένα κύπελλο για σκιές.
Τα ράμματά μου με τρώνε. Δεν μπορώ να κάνω τίποτε.
Θα γίνω σαν καινούργια.

 

ΕΜΙΛΥ ΝΤΙΚΙΝΣΟΝ

280
Αισθάνθηκα μες το μυαλό μου μια κηδεία,
και οι πενθούντες μπρος και πίσω
έσερναν κι έσερναν το βήμα ώσπου μου ε-
φάνη πως το Νόημα κράταγε το ίσο.

Κι όταν πια όλοι τους είχανε καθίσει,
μια θεία λειτουργία σαν τυμπάνου
χτύπος, θρηνούσε και θρηνούσε, έτσι που
νόμισα πως χάνω τα μυαλά μου.

‘Ακουσα τότε να σηκώνουνε μια κάσα
Και τρίζοντας, μου διασχίζαν την ψυχή
Φορώντας τις ίδιες μολυβένιες μπότες, πάλι,
Και ξάφνου το Σύμπαν άρχισε να ηχεί

Ωσάν οι ουρανοί να ‘ταν καμπάνα,
κι η ύπαρξη τίποτε πάρεξ εν’ αυτί,
γενιά αλλόκοτη εγώ μες τη σιωπή μου
ναυάγιo –πες– σ’ ερημική ακτή.

Εθραύστη τότε μία της λογικής σανίδα,
κι έπεφτα -είδα- χαμηλά, πιο χαμηλά,

κι η κάθε μου βουτιά χτυπούσε σ’ έναν κόσμο,
κι ως τέλειωσεν η πτώση, γνώριζα πια.

Poeticanet.gr

 

BAΛKANIOI ΠOIHTEΣ -METΑΦΡΑΣΕΙΣ

 

RΑDOMIR ADRIC
(Σερβία)

 

ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ ΧΙΟΝΟΘΥΕΛΛΑΣ

Η χιονοθύελλα εμένα λύτρωσε, ποιον άλλον, είναι ο θεός μου
είναι η κούνια μου κρεμασμένη στους γενέθλιους
ουρανούς της
σπασμένη ήδη στη μια της άκρη, νανι-νάνι, ψιθυρίζει, το
πιο αγαπημένο νάνι-νάνι με εκσφενδονίζει στα ρεύματά της.

Στο σπίτι μας το χιόνι φτάνει μέχρι τη μύτη μας καθώς
από παντού πέφτει στη στέγη, το χιόνι εκείνο είναι το
τέλος της αγρύπνιας μου, νάνι-νάνι, υπάρχω, δεν υπάρχω,
ακούω μαγευτικό νανούρισμα.

Νάνι-νάνι, εκσφενδονίζει την κούνια πάνω από το παγερό πέταλο.

Νάνι-νάνι, το σπίτι πρόκειται να φτερουγίσει μακριά προς την άβυσσο
των ονείρων, νάνι-νάνι, μάνα μου εσύ, χιονοθύελλα, τραγούδα
δυνατότερα, τραγούδα ακόμη πιο γλυκά στον άγρυπνο
γιό σου, το σύννεφο του χιονιού.

(Δημοσιεύτηκε στο POETIX)

 

ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ ΣΤΟ ΠΑΖΑΡΙ

Κυριακή πρωί εγώ στο παζάρι πλησιάζει η ώρα του οικογενειακού
τραπεζιού λίγη σαλάτα λάχανο θα ήταν ωραία μπαίνω στην
ουρά όμως
μπροστά μου
ένα κοπάδι κουνέλια στρουμπουλά κι ενθουσιώδη όσο είναι παρόντα κανένας δεν μπορεί να απολαύσει το λάχανο υποχωρώ καθώς με τραβούν από τη μύτη μυρωδιές κρεμμυδιού και
σκόρδου – είναι υγιεινά και φτηνά μπαίνω στην ουρά όμως μπροστά μου ένα πλήθος ανθρώπων που σίγουρα δεν καταφέρνουν να κλάψουν για τίποτε χωρίς να τους βοηθήσουν λίγο τα κρεμμύδια όσο είναι παρόντες
κανένας δεν μπορεί
ν’ αγοράσει ένα δάκρυ

Αν μη τι άλλο, θα μπορούσα ν’ αγοράσω μερικά καρφιά για το σπίτι που άρχισα να χτίζω στις ιστορίες μου καιρό πριν μπαίνω
στην ουρά αλλά μπροστά μου
αρχιτέκτονες σκοτεινών φυλακών και ικριωμάτων για τους αδελφούς τους που έχουν διαφορετικές απόψεις όσο είναι
παρόντες κανένας δεν μπορεί να αγοράσει ούτε ένα απλό καρφί

Η ανυπόμονη οικογένειά μου ρωτάει τι αγόρασα τους λέω
πολλά κι από αυτά που αγόρασα γεννιέται τούτο το ποίημα κι ένα γεύμα χωρίς ματωμένες μπουκιές δεν υπάρχει αίσθηση ούτε γεύση όσο είναι παρών Εκείνος, που μάταια τούτη τη στιγμή
στην κορφή του Γολγοθά
σταυρώνεται
ολομόναχος

 

RΑΝΚO R. RADOVIC
(Μαυροβούνιο)

 

Η ΛΥΚΟΣ

(άτιτλο)
Από τα πανάρχαια χρόνια
Ο άνθρωπος πάντοτε γνώριζε.
Ο άνθρωπος επίσης ήξερε πώς να ξεχνά.
Εκείνος που θυμάται τα ξεχασμένα
Δοξάζεται από τους αιώνες.
Αυτό είναι η ουσία.

Σπανίως ένας ποιητής αποτελειώνει το σπίτι του.
Χτίζει την κατοικία του με γραφίδα
Από νεαρά αστροπελέκια.
Εκείνος που περιπλανιέται μακριά
Από το φως της ποίησης
Δεν θρηνεί χωρίς μια λαμπάδα
Που λιώνει αργά.

Ένα ποίημα είναι η πηγή της ουσίας.
Ένα ποίημα δεν είναι η ίδια η ουσία.
Μια ανάμνηση απέραντων υδάτων.
Απομακρύνομαι για πάντα
Από την πηγή
Καθώς η δίψα με ξαναφέρνει
Σ’ αυτή την κούνια των ονείρων
Για να δω τι είχα χάσει
Όταν ήμουν σε ύπνο βαθύ.

(Δημοσιεύτηκε στο ΦΡΕΑΡ)

 

Η ΛΥΚΟΣ

1.
Σ’ έναν αχρείο άνθρωπο είπα πως είναι λύκος
Και σ’ έναν άνθρωπο καλό είπα πως είναι σκύλος
Μου όρμησαν και οι δύο.

Αλλά όταν είπα το αντίθετο
O δίκαιος μου στάθηκε.

Ο άνθρωπος διάλεξε για φίλο το σκύλο.
Έχει στ’ αλήθεια άλλη επιλογή;

Ο άνθρωπος θα είχε προδώσει το σκύλο από παλιά
Αν ο λύκος τον ήθελε για φίλο.

2.
Μια γυναίκα ποτέ δεν παίρνει μόνο έναν δρόμο.
Όταν πηγαίνει ταξίδι
Πάντα παίρνει πολλούς και διάφορους δρόμους
Την ίδια στιγμή.

Ο άντρας, εντούτοις, βαδίζει σε δύσβατα μονοπάτια.
Αυτός είναι ο λόγος, που για κείνον η γη είναι βάσανο
Και γι’ αυτό πεθαίνει από καρδιακή προσβολή.
Μην προσάψεις τούτη την κατάσταση στη γυναίκα.

Η επικίνδυνη κούρσα
Του αρρώστου με στεφανιαία νόσο
Ορίζει τη γυναίκα με τρόπο νοσηρό
Μόνο εφόσον εκείνη το επιτρέπει.
Ο άντρας είναι βαρυφορτωμένος σκλάβος
Σε τυφλό ταξίδι προσκυνητή.

3.
Κρύβω τη σιωπή του σακάτικου βιβλίου μου
Μέσα στα σπήλαια της ποίησης
Σε τείχη φτιαγμένα με λέξεις.

Κι αν τύχει να περάσεις από
Κούφιες λυκο-παγίδες θαυμασμού
Κράτα τις άτιμες οπλές σου
μακριά τους.

Μην ανοίξεις το βιβλίο
Τρέξε όταν με ακούσεις να τραγουδώ.

Μη ρισκάρεις να προχωρήσεις
Πιο πέρα από τον τίτλο.
Θα σε τραυματίσει
Μια μαύρη σαν πίσσα σιωπή.

 

ΒECIR VUKOVIC
(Μαυροβούνιο)

 

Ο ΜΗ-ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ

Ο Θεός τα μοίρασε κάπως έτσι:
ο αναγνώστης να έχει,
ο μη-αναγνώστης να μην έχει.

Στον μη-αναγνώστη έδωσε καθαρές
θείες φιλολογικές προθέσεις.

Από τα παλιά χρόνια,
(από τη διαμάχη των λέξεων και των πραγμάτων) o μη-αναγνώστης ήταν επίσης προγενέστερος της γλώσσας.

Επιπροσθέτως, ειδικός,
τέλειος σαν ειδήμων,
ο μη-ειδήμων του μη-αναγνώστη.

Ο μη-αναγνώστης μας λέει: ένας
αναγνώστης παλεύει ενάντια
στο φαντασιακό.

Αν βεβαίως δεν είμαστε εδώ για να πιστέψουμε
το ρητό Ο δημιουργός αποκηρύσσει το θάνατο.

Και να αποκηρύξει το θάνατο, μπορεί
μόνο κάποιος που βρίσκεται μεταξύ δύο κόσμων,
κι αυτός είναι, πάλι, ο μη-αναγνώστης.

Το σπουδαιότερο όλων, διδάσκει ο μη-αναγνώστης, κάθε αναζήτηση καταλήγει σε
αποτυχία.

Να πλησιάσεις ξανά από το πίσω μέρος
του εαυτού σου. Από το πίσω μέρος του καθρέφτη.

Να γίνεις αόρατος,
αυτό είναι του μη-αναγνώστη
το τελικό μήνυμα.

Τα υπόλοιπα ανήκουν στον αναγνώστη.

Όλα τα υπόλοιπα, βοσκοτόπια του αναγνώστη,
κήπος, παρτέρι, λιβάδι του αναγνώστη.

(Δημοσιεύτηκε στη ΔΙΟΔΟ)

 

ΣΑΞΟΝΕΣ

Το Βrskovo
na Stonu,
αναφέρεται για πρώτη φορά
στον Χάρτη του Uros του Πρώτου.

Εκείνοι που έσκαψαν,
οι μεταλλωρύχοι, ήταν Σάξονες.
Θεωρούσαν τα πόδια του αλόγου φαγώσιμα –
καθώς αυτό βημάτιζε, τσιμπολογούσαν και τα
τέσσερα.

Όμως, οριστικά και αμετάκλητα
ένας γερμανός φιλόσοφος,
o Wolfgang Overath,
αρχηγός των πεσιμιστών,
έδωσε τέλος
στην υπόθεση αυτή.

Υπάρχουν τώρα Σάξονες
στην Τara Gorge;
Μα ναι, υπάρχουν.

Σάξονες είναι όλοι εκείνοι
με τ’ άγρια
κόκκινα μαλλιά
που ξεφυτρώνουν στο κεφάλι τους,
οι χωρίς φρύδια,
με τις φακίδες
στους καρπούς των χεριών
και στα βλέφαρα, που οι
φακίδες, το δέρμα τους, έχουν γραφτεί
από Σάξονες.

Καθώς το χιόνι πέφτει,
οι Σάξονες μένουν στις τρύπες τους,
δεν ψάχνει ο ένας τον άλλον εκεί έξω. Το χειμώνα,
αχ, που-
πουθενά δεν βλέπεις τα ίχνη τους στην Τάρα.

Οι Σάξονες φοράνε μακριά παλτά
λες και κρύβουν τις ουρές τους.

Δεν υπάρχει τίποτε πιο
απαίσιο από
τους Σάξονες.

 

DANICA VUKICEVIC
(Σερβία)

 

Ο NOVICA ZDRAVKOVIC ΗΤΑΝ ΕΔΩ

Ω, καουμπόυ μου
Πελώριες κατσαρίδες
Περνούν
Τα χέρια μου αναδίνουν μια μυρωδιά
Από το Νοσοκομείο και τα φάρμακα
Που μπορεί να
Ξεχάστηκαν
Στο δρόμο για το Mexico-Srem
Σκόνη, αμόλυντη, ασημένια
Ο μεθυσμένος γέρος σαν σκλάβος
Ακόμα μια Εποχή
Ο βόμβος του καύσωνα με νανουρίζει
Καρπούζια, ντομάτες,
Στην άκρη του δρόμου
Η κατάθλιψη ήρθε από ψηλά, από μέσα
Το μεθυσμένο αίμα θέλει θεραπεία
Ο ήλιος, ο ήλιος, γιατρός
Η αδιάκοπη λάμψη: ο δρόμος, το νερό,
Τα φύλλα
Γύρω απ’ το μοναστήρι πλήθος δυνάμεων
Κλειδωμένων, τα σύννεφα περνούν
Δεν χρειάζεται να κοιτάξω, δεν χρειάζεται
Να δω
Τα σπίτια μυρίζουν υγρασία
Μύγες πέφτουν στα μάτια
Πριν την καταιγίδα που αργοπορεί

(Δημοσιεύτηκε στο POETIX)

 

ΧΑΙΡΕ

Είναι επικίνδυνο να ζεις
Nα μυρίζεις τον εχθρό
Και να παίζεις μέχρι να βρεις τον εραστή σου
Είναι επικίνδυνο να κάθεσαι
Στην παραλία και να παρακολουθείς
Toν τεμπέλη ήλιο
Είναι επικίνδυνο να βολτάρεις
Ν’ αγγίζεις κορμούς δέντρων που μοιάζουν . σαν να σκέφτονται
Να κουνάς τα χέρια σου μέσα στο πάρκο
Να ταλαντεύεσαι
Είναι επικίνδυνο να ζεις
Να κάθεσαι στον καναπέ
Και να διαβάζεις ένα βιβλίο
Επικίνδυνο να σκέφτεσαι και να γελάς
Επικίνδυνο να επιθυμείς
Και να κάνεις το μπάνιο σου
Επικίνδυνο να κοιτάζεις τα πράγματα
Επικίνδυνο να κοιμάσαι
Και να λες όχι μες στ’ όνειρό σου

Επικίνδυνο να είσαι ωραίος
Και να έχεις κάποιον σε φωτογραφία
Σα να μην υπάρχει θάνατος

30
Στην άκρη του κρεβατιού
Καθόμουν
Στη νέκρα της νύχτας
Tο ρολόι χτυπούσε
Ω, ρολόι. Οι ώρες
έφευγαν κάνοντας τικ-τακ
Το κεφάλι μου γύριζε
Από το πολύ ταξίδι.
Παπαρούνες ντυμένες στα κίτρινα
Στα κόκκινα
Περιμένοντας κάποιον να τις καλέσει
Να ξεπηδήσουν μες τη σιωπή
Να αναγγείλουν Τα Νέα.
Το ρόδινο χρώμα εξαφανίστηκε
Από τα πράγματα.
Ο κήπος μίκρυνε
Σκοτάδι υψώθηκε παντού
Ηγεμονικά, σαν
Πόνος.
Και σφυρίζοντας μες απ’ τα δόντια μου, σε
Θυμήθηκα, Πατέρα
(Μη ξέροντας πώς να κλάψω
Ή πώς να ’μαι ευτυχισμένη)
Καρφώνοντας τα μάτια βουβά
Μες το τρελάδικο
Στο ίδιο ακριβώς ταβάνι
Όπου κι άλλοι κάρφωναν τα μάτια τους.
Ω, Πατέρα.

 

NENAD MILOSEVIC
(Σερβία)

 

ΑΣΤΑΘΕΙΑ

Έβαλα το νικελένιο μου αναπτήρα
ανάμεσα στις σελίδες του Γράμματος, πίσω από το
ποίημα Για την Τες.
Το τελευταίο ποίημα στη σειρά που μιλάει για νερά
θανάτους, γυναίκες και σολομούς.

Ο Φεβρουάριος πάει προς το τέλος του. Από το
δωμάτιο-κουτί όπου μένω
ακούω το γείτονα να μαλώνει το γιό του.
Μαύροι σωροί παγωμένου χιονιού λιώνουν σιγά σιγά.
Σαν νεκρές φώκιες. Ίσκιοι ωχροί, μικροί.
Απροσδιόριστοι.

Μακάρι να ’ταν Αύγουστος, να ’ταν εκείνη η ζέστη.
Καθορισμένη καλοκαιρινή νωχέλεια.
Ησυχία στην πλατεία Ντε Κίρικο.
Θα περνούσα την ανοιχτή πόρτα, στρίβοντας δεξιά
μετά αριστερά, μετά πάλι δεξιά. Και μετά, σ’ άλλο δρόμο.
Το μεσημέρι θα κατηφόριζα στη δεξιά μεριά
πλάι στις φλαμουριές – ίσως λαχταρώντας αυτή τη
στιγμή.

(Δημοσιεύτηκε στο ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ)

 

ΜΙΑ ΑΝΟΙΞΗ ΕΝΟΣ ΠΛΗΒΕΙΑΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

Πόσο ξαφνικά μπήκε η άνοιξη
φέτος, σαν το Οριάν Εξπρές·
σφυρίζοντας διαπεραστικά με έκανε να τιναχτώ
από τον ύπνο και τις καχυποψίες του χειμώνα :
Eίμαι εδώ και πρόσεχε τι κάνεις, είπε.

Ο χειμώνας είναι όμορφος για τον ποιητή Dian Wakoski,
σε μια καρτ ποστάλ με παιδιά κι έναν χιονάνθρωπο.
Είναι καλός για τους πλούσιους και τους χωρικούς
και για κείνους που έχουν προμήθειες να ξοδέψουν
και να γιορτάσουν μέρες γλεντιού και εθνικές εορτές.

Τα χρώματα σκοτείνιασαν
στο πάρκο σήμερα, όπως στεκόμουν για λίγο
δεν κατάφερνα να πιστέψω πως θα μπορούσα
να είμαι μέρος κάποιου πίνακα.

Τούτη την άνοιξη θέλω να γίνω
ένας ποιητής φυσιολάτρης.
Αλλά χωρίς σακίδιο και κοντά παντελόνια
μποτάκια και βιβλίο στο χέρι.

Θέλω να περπατώ απαρατήρητος πίσω από το λόφο
κι ακόμη πιο μακριά, με τα χέρια στις τσέπες,
διασχίζοντας την ύπαιθρο, τα χωράφια με το στάρι, ζεστός
και ιδρωμένος.

Έτσι που κανείς να μη μπορεί να πει : Νάτος, εκεί είναι,
διαλογίζεται,
σκαρώνει ρίμες, τι θα βγει από αυτό!

ΓΑΤΕΣ

Τη νύχτα εκείνη, μια γάτα που μοιραζόμασταν με τη
γειτόνισσά μας
γέννησε έξη γατάκια.
Όταν η γειτόνισσα εμφανίστηκε στην πόρτα και είπε:
γρήγορα, γρήγορα –
τότε πήρα είδηση τι συνέβαινε.

Οι δύο τους ήταν σε αναμονή από το απόγευμα
κουβεντιάζοντας για τις εμπειρίες τους με γάτες .
Έμοιαζε να κρατάνε στα χέρια αόρατες σφαίρες.

Ήμουν ξαπλωμένος στο βρώμικο χαλί,
προσπαθώντας να δω
τι συνέβαινε κάτω από το κρεβάτι.
Τα πράσινα μάτια της γάτας έλαμπαν.

Οι δυo γυναίκες κάτι τράβηξαν με τα χέρια, πρώτα η μια,
μετά η άλλη,
κι έβγαλαν έξω στο φως μικρά τριχωτά πλάσματα, φέρ-
ρνοντάς τα
μπροστά στα μάτια μου. Όλο χαρά είδα το πρώτο
και το δεύτερο. Στο τρίτο άρχισα ν’ ανησυχώ.

Καθίσαμε οι τρείς μας στο τραπέζι κουρασμένοι. Το δέρμα
της
γειτόνισσάς μας ήταν σφιχτό σαν αγοριού.
Η τι-βι βούιζε βάφοντας κάτασπρα τα πρόσωπά μας.
Είπαμε αρκετές φορές. « Έξη, έξη!»
Κουνήσαμε τα κεφάλια. Μετά σωπάσαμε.

Σκέπασα με τα χέρια το κεφάλι μου, ταπεινά.
Ήμουν χαρούμενος που βρισκόμουν εκεί, ευτυχισμένος
που δεν είχα
μέρος σπουδαιότερο απ’ αυτό, πριν τα γατάκια, πριν από
εκείνες
πριν την προηγούμενη ζωή μου. Αναρωτήθηκα, άραγε να’
ναι αυτές οι στιγμές
που μέσα τους θα ’θελα να ζήσω για πάντα;

 

 

SIBILA PETLEVSKI
(Kροατία)

 

ΜΗΤΕΡΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Οι άνθρωποι εξαπατούν, όπως ο κούκος βάζει αυγά
σε ξένες φωλιές
επομένως, όταν οι ψευδαισθήσεις
που παραγεμίζουν τα σπίτια μας
ανοίγουν τα μικρά κι αχόρταγα ράμφη τους
η πραγματικότητα τους δίνει τροφή τη σάρκα μας.
Μπορείς να αντέξεις τόσο πολύ πόνο μόνο με την
εξήγηση πως όσο δύσκολα κι αν είναι
όλα μένουν στην οικογένεια, μεταξύ μας.

Όταν μας φιλάνε κρεμόμαστε στο στόμα τους
για πολύ. Δεν είναι αυτό που νομίζουμε πως είναι–
οι αδελφές μας. Εμείς καθόλου δεν τους μοιάζουμε
έτσι όπως πετάμε
εντός του κύκλου. Σε τούτο τον ανόητο στροβιλισμό όπου
οι κύκλοι μας ψαύουν τους κύκλους των νυχτερίδων
                                                                         είναι ακαθόριστο
αν πετάνε μπροστά μας ή πίσω μας
αν στ’ αλήθεια είναι τόσο όμορφες, ή αν η μητέρα μας
τις αγαπά τόσο πολύ. Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς.

(Δημοσιεύτηκε στο POETIX)

 

ΧΡΟΝΟΣ

Δεν θα με πείραζε να πω στον χρόνο, στάσου,
εδώ και τώρα, κάτω από την κερασιά που δεν
κάνει κεράσια. Η κάθε ώρα είναι καλή
και είναι αδιάφορο εάν ετούτη την πολύτιμη
στιγμή μια κάμπια έχει πέσει από το κλαδί ε-
πάνω στο τραπέζι, ή μια σαρανταποδαρούσα ενοχή
μας βρήκε, όπως μας βρίσκουν όλα. Δια ξηράς

ή δια του αέρος; Αλογάκι της Παναγίας, νεροβάτης,
λιμπελούλα, τζίτζικας ή κάτι
άλλο; Το όνομα δεν αποτελεί εγγύηση
πως το πράγμα είναι όντως πράγμα, πως το ον
είναι στ’ αλήθεια ον, πως κάτι, oτιδήποτε, στ’ αλήθεια
κάπου ανήκει. Ακόμα κι αν μπορούσαμε να πούμε
στον χρόνο με απλή φωνή – σταμάτα τώρα –
για τον καθένα μας θα σταματούσε άλλη ώρα.

 

ΣΥΝΑΙΝΕΣΗ

Με ευχαρίστηση παρακολουθώ τις αναμνήσεις. Προτίμησή
μου
οι αναμνήσεις άλλων ανθρώπων και τις χρησιμοποιώ
για να πλέξω σκουφάκια στα αγέννητα και να κατεργαστώ
δέρματα
για τα παπούτσια των νεκρών. Πέφτω επάνω στους
ανθρώπους κατά κύματα. Πέφτω επάνω τους
σαν καλοκαιρινό λουτρό που τους κάνει να γεμίζουν πτυχές
τη βαριά κουρτίνα της βροχής. Εκείνοι φαντάζονται
πως είναι άνεμος. Κι εγώ φαντάζομαι πράγματα

που μου φτιάχνουν το κέφι. Η συναίνεση είναι ο
μόνος ταιριαστός τρόπος επικοινωνίας για μας τους δυό
ή ποιος ξέρει και για πόσους άλλους ακόμη.
Σε παίρνω να διασχίσουμε την κόκκινη έρημο, που εσύ
λόγω συνήθειας αποκαλείς θάλασσα, προσποιούμενος
ότι με παίρνεις να διασχίσουμε την κόκκινη θάλασσα, που
εγώ εξακολουθώ να ονομάζω έρημο. Το ξέρεις καλά:
Είμαι ο λαός σου. Με διαλέγεις ξανά και ξανά.

 

ΑNDRIJA RADULOVIC
(Mαυροβούνιο)

 

ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ

Γυάλιζε χρόνια τις μπότες, τη βιογραφία του
Είχε μια βίλα ένα άλογο ένα φρουρό
και όλα όσα διαθέτουν οι στρατηγοί
Κάποτε, όταν ήταν πλέον αδύναμος
σχεδόν μια μέλισσα λευκή
o πυροβολητής ο καπνοδοκαθαριστής του
τον παρέδωσε μεσ’ απ’ το τζάκι
δίχως τιράντες
δίχως μπαρούτι
δίχως στρατιωτικούς χαιρετισμούς
σε κάποιο ανώνυμο πλήθος
Τα δάκρυα που χύθηκαν εξαιτίας του
είναι η βροχή που τώρα υγραίνει το χάρτη και το ψωμί
τη σημαία, τα σύνορα και το δάσος που γεννήθηκε
ποτίζοντας το αγκάθινο
οικόσημο και τον τάφο
και τα παράσημά του πουλιούνται στο παζάρι
από τους γιούς του σαν κάτι άχρηστο
μόλις για λίγα ψιλά
μια μάλλινη χλαίνη
προορίζεται για καλύτερη ανταλλαγή
για κεντημένα πορφυρά σώβρακα
Ένας κατσαρομάλλης τύπος έβγαλε ένα παρόμοιο
από τη σύζυγο κάποιου συνταγματάρχη
Σε μια φτηνή ισπανόφωνη σαπουνόπερα
Σιγανά
Απαλά
χωρίς να βροντάνε κεραυνοί
τ’ άστρα απ’ τα μανίκια του, εκπεσόντες
αγροί από τα σύννεφα

Η μάχη του, αποκεφαλισμένη όρνιθα

Στρατηγός χωρίς στρατό είναι σαπουνόφουσκες
Μαϊντανός φυτρώνει από τη μπότα του

(Δημοσιεύτηκε στο POETIX)

 

ΜΠΟΤΕΣ

Οι μπότες μου αρμένιζαν κάπου, γεμάτες
φύκια, σαλιγκάρια νεκρά μερμήγκια
θαλασσινά χορτάρια και μια παράξενη σιωπή

Η δεξιά μπότα πήρε τη θέση του μαξιλαριού μου
είναι τα όνειρά μου βαθιά

Και όλα μοιάζουν ίδια κι απαράλλαχτα
Τα στηρίγματα της πληγής φυλλοροούν
κύκλος διαστέλλεται

Μπότες φτιαγμένες από γνήσιο δέρμα
Μπότες φτιαγμένες από ανθρώπινο πρόσωπο

 

ΑΡΝΙ

Όταν η οχιά ορμάει στο αρνί
Μια γυναίκα με παρδαλό σκούφο
Φτάνει τρέχοντας και βουβά
Εξαφανίζει ολότελα τη θλιβερή εικόνα
Και ξαναβάζει το αρνί στον αστερισμό του λιβαδιού

Από κει κατάγεται η δηλητηριώδης λέξη
Το ψυχρό σαν παγόβουνο βλέμμα πολλαπλασιασμένο

Ιδού ο μαγικός σκούφος
Iδού το ιπτάμενο χαλί
Iδού η Κυρά με
Το αρνί στα γόνατά της τραγουδώντας

Και μπορώ ν’ ακούσω
Πώς τα
Μαχαίρια ακονίζονται

 

Η ΧΡΥΣΟΜΑΛΛΟΥΣΑ ΚΑΙ Η ΓΑΤΑ

Μια μητέρα πάντρευε την κόρη της
από χρόνο σε χρόνο
μια χρυσομαλλούσα, κορίτσι χρυσό

Oι μνηστήρες πήγαιναν κι έρχονταν
πλούσιοι σύζυγοι και κόμητες ποιητές
μελαχρινοί και ξανθοκόκκινοι με τα σπιρούνια τους
πάνω σε άλογα τρίτροχες μοτοσυκλέτες

Στο τέλος ένα σακάτης μαριονετίστας φάνηκε
κι αυτή ήταν η τελευταία ευκαιρία

Τώρα σύμφωνα με το παλιό καλό έθιμο
εκείνες πλέκουν καλάθια
από λυγαριές και όνειρα
Και φυσικά ροκανίζουν
η μια το συκώτι της άλλης

 

OLJA SAVICEVIC IVANCEVIC
(Kροατία)

 

Η ΘΕΙΑ ΑΠΌ ΤΟ ΒΟΥΝΟ

Αναρωτηθήκαμε πού να πήγε η θεία μας, με το μελαμψό
πρόσωπο και τα μπλε μάτια.
Ήταν ήδη μεγάλη, αλλά ποτέ πριν δεν είχε φύγει από τον τόπο της, το χωριουδάκι με τους ελλέβορους και τα μελίσσια.
Πεισματάρα, σβέλτη και ξερακιανή, κουβαλούσε έναν κόκορα στον ώμο της, έπινε ρακί για πρωινό, μπορούσε να σφάξει γουρούνι για το μπέικον και έβριζε πολύ, οι ιστορίες της ήταν πανέξυπνες και τα μάτια της λαμπερά.
Πού να πήγε, πού να πήγε αυτή η παράξενη θεία, είχε πάνω της τη μυρωδιά του αρμέγματος και του μαλλιού, κι εμείς αποφεύγαμε την αγκαλιά της και τώρα, να που μετανιώνουμε.
Λένε πως την πήραν στην πόλη, τη βρήκαμε στο σχολικό γυμναστήριο, το γεμάτο γέρους, άρρωστη πάνω σ’ ένα ψαθί. Ρώτησε: Είναι αυτό το μέρος φυλακή; Κι αν δεν είναι, γιατί δεν μπορώ να βγω έξω;

Και ρώτησε: Τι έγιναν τα ζώα μου;

Εκεί πήγε η θεία μας από το βουνό, που είχε μια τούφα
προβατίσιο μαλλί στη μαύρη της κόμη. Kι εγώ σκαρφάλωσα
στα χείλη του πηγαδιού μέσα στο δάσος και φώναξα ένα
μυστικό: Άντε γαμηθείτε καριόληδες.

Έσυρε μαζί της μακριά το σπίτι, το λιβάδι, τον λόφο, το σκυλί κι εμένα. Λένε πως την πήρε ένας νεαρός στρατιώτης. Έσυρε μαζί της μακριά τον αχυρώνα, το κριάρι, το μέρος που καπνίζαμε τα τρόφιμα, το περιβόλι με τα δαμάσκηνα, το χιόνι και το καλοκαίρι κι εμένα.

Να που πήγε η θεία μας από το βουνό· δεν ξαναγύρισε. Λένε πως ο αγαπημένος μου την πήρε, ή κάποιος που του μοιάζει.

Αργότερα, ήρθε η τρίτη στρατιά και έκαψε το σπίτι από τα θεμέλια. Το λιβάδι, τον λόφο, τον σκύλο κι εμένα. Το κριάρι, το περιβόλι με τα δαμάσκηνα, το χιόνι και το καλοκαίρι κι εμένα.

(Δημοσιεύτηκε στο POETIX)

 

ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ ΜΟΥ

Τα παιδιά δεν είναι δίκαια, ένα παιδί κρατά στη μνήμη του ό,τι έχει λάβει το σώμα της: ένα φιλί αποδιωγμένο με θυμό και μια στιγμή που εκείνη με κλωτσά, ελαφρά μα σταθερά, κάτω από το φουστάνι. Αργότερα, θυμάμαι τι της έδωσα, το να τρέχω με φόρα προς το σώμα της, και μεγάλες ζεστές αγκαλιές. Το σώμα της είναι μια χορδή και είναι έτοιμο ν’ αποσυρθεί. Μαλακό απ’ έξω, σουπιά και κόκαλα σουπιάς, από μέσα έχει σπάσει, ένα ένα κοκαλάκι.

Αγγίζω τη μαμά με το μέτωπο και τα μάγουλα: η νευρώδης
ύπαρξή της, λεπτή και δυνατή. Η μητρότητα είναι αυτά- πόδεικτη και άχρηστη όπως τα πυροτεχνήματα, τα μπολ και οι λεπίδες, στήθη δυσανάλογα μεγάλα για τόσο αδύνατο σώμα και μεγάλα λευκά δόντια φτιαγμένα για πλατιά χαμόγελα. Το λεπτό σώμα της μητέρας μου κυρτωμένο σαν ερωτηματικό, μια παράπλευρη απώλεια. Μέσα της έχει σκόνη, στάχτη και χιονοθύελλα.

Χάνει κοκάλινα χτενάκια εκεί στις ρίζες των μαλλιών μου και λέει: Πού άφησα τα δάχτυλά μου. Βάζει τα χέρια στο κεφάλι μου, βάζει το κεφάλι της στα χέρια μου. Αυτό είναι, αυτό είναι. Έτσι μυρίζει ένα κορίτσι που το φροντίζουν καλά οι νοσοκόμες.

 

ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ

Ήμασταν ευτυχείς, η μαμά, η αδελφή μου, εγώ, και όταν ζούσαμε στο σπίτι μας και όταν πηγαίναμε διακοπές. Και ο πατέρας μας ήταν άνθρωπος-βουνό, με μουστάκι και τσιγάρο, με πουλόβερ, με ένα βιβλίο του Ρέμαρκ, ένα μπιτόνι βενζίνη, το μπλε αυτοκίνητο και το ραδιόφωνο να παίζει στη διαπασών.
Είναι χρυσαφένιο αυτό το βάθρο ανάμεσα στα σκουπίδια, φανταστείτε μια απριλιάτικη μέρα στα βιομηχανικά προάστια.
Γι’ αυτό και ποτέ δεν φωνάζω στο σκοτάδι, τραγουδώ μέσα από το σκοτάδι. Ρίχνω φως και χρυσάφι στα κύπελλα πάνω στους μπουφέδες, που ξέμειναν από την εποχή του ύστερου σοσιαλισμού. Αποθηκεύω καφέ, αλεύρι, αλάτι, φρυγανιές, ζάχαρη.

 

NORMAN MAILER  (2008)

 

ΘΑΝΑΤΟΙ ΓΙΑ ΤΙΣ ΚΥΡΙΕΣ (ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΕΣ)

34.

Τα ποιήματα
     που γράφονται από
     μαζοχιστές
    πέφτουν με πάταγο
        σαν αγελάδες στο λιβάδι.
        Λυπήσου
       φωνάζουν,
       πρόσεξέ με,
       έχω πολύ ευαισθησία
       προς τη φύση
       ξεχειλίζω γάλα

Τα ποιήματα
      πρέπει να’ ναι σαν καρφίτσες
      που τρυπάνε το δέρμα
                                    της ανίας
                                     κι αφήνουν
                                     μια λάμψη
      το ίδιο υπεροπτικη
      με το βάδισμα
      του σαδιστή
                                   που έμπηξε
                                   την καρφίτσα
                                   κι έγινε καπνός.

 

38.

Μερικά ποιήματα
    είναι απαλά
     κι ευχάριστα
     παιδάκια
          που δεν φέρουν τίτλο
           και δεν τον χρειάζονται
κανείς δεν προσέχει

           τη
           γύμνια τους

Ένας τίτλος
    δεν είναι
    καπέλο
    αλλά
    κουστούμι
         γι’ αυτό
    μερικές φορές
         τον αφήνω
στο
         κάτω μέρος της
         σελίδας,
         γιατί
δεν θέλω
       ολ’ αυτά τα ποιήματα
            να’ναι
            γυμνά.
Μερικά θα’ πρεπε
                 να στέκονται
                με
               τα παντελόνια
               πεσμένα στα
                παπούτσια τους.

Φυσικά
    μ’ αυτή τη λογική
    ένας τίτλος στην κεφαλίδα
    είναι σαν φουστάνι
    τραβηγμένο ως πάνω απ’ το στήθος

 

ΑLLEN GINSBERG

ΕΝΑ ΣΟΥΠΕΡΜΑΡΚΕΤ ΣΤΗΝ ΚΑΛΙΦΟΡΝΙΑ

Τι σκέψεις κάνω για σένα απόψε, Oυώλτ Oυίτμαν, έχοντας πριν
περπατήσει στα δρομάκια κάτω από τα δέντρα, με πονοκέφαλο, αμήχανος,
κοιτάζοντας τ’ ολόγιομο φεγγάρι.
Μες την πείνα και την κούρασή μου, ψάχνοντας να βρω εικόνες, μπήκα
στο σουπερμάρκετ φρούτων, το φωτισμένο με νέον, αναπολώντας τα δικά
σου κατεβατά.
Τι ροδάκινα και τι μισοσκόταδα! Ολόκληρες οικογένειες να ψωνίζουν
τη νύχτα! Διάδρομοι γεμάτοι συζύγους! Μαμάδες στα αβοκάντο, μωρά
στις ντομάτες! – κι εσύ, Γκαρθία Λόρκα, τι έκανες εκεί κάτω στα καρπoύζια;
Σε είδα, Γουόλτ Γουίτμαν, άκληρο, μοναχικό γερογραφιά, να σκαλίζεις
τα κρέατα στο ψυγείο και να ρίχνεις πονηρές ματιές στα μπακαλόπαιδα.
Σε άκουσα να ρωτάς για κάθε τι: Ποιος σκότωσε τις χοιρινές μπριζόλες;
Πόσο πάνε οι μπανάνες; Eίσαι το αγγελούδι μου;
Περιπλανιόμουν ανάμεσα στους γυαλιστερούς σωρούς από κονσέρβες,
ακολουθώντας εσένα και, στη φαντασία μου, μ’ ακολουθούσε ο ντετέκτιβ
του μαγαζιού.
Δρασκελίσαμε μαζί τους φαρδιούς διαδρόμους μες τη μοναχική μας
φαντασίωση, τρώγοντας αγκινάρες, βάζοντας χέρι σε κάθε κατεψυγμένη
λιχουδιά κι αποφεύγοντας πάντα τον ταμία.
Πού πηγαίνουμε, λοιπόν, Γουόλτ Γουίτμαν? Οι πόρτες κλείνουν σε μια
ώρα. Κατά πού δείχνει η γενειάδα σου απόψε?
(Αγγίζω το βιβλίο σου, ονειρεύομαι την οδύσσειά μας στο σουπερμάρκετ
και νιώθω γελοίος.)
Θα περπατάμε ολονυχτίς στους ερημικούς δρόμους; Tα δέντρα αθροίζουν
σκιά τη σκιά, τα φώτα σβήνουν στα σπίτια, θα ’μαστε και οι δυό μόνοι.
Θα σουλατσάρουμε αναπολώντας τη χαμένη Αμερική της αγάπης,
προσπερνώντας γαλάζια αυτοκίνητα στις λεωφόρους, τραβώντας για το
σιωπηλό εξοχικό μας;
Ω, ακριβέ μου πατέρα, με τη γκρίζα γενειάδα, μοναχικέ γεροδάσκαλε
του θάρρους, ποια Αμερική είχες όταν ο Χάρος σταμάτησε τα κουπιά
κι εσύ βγήκες έξω σε μια όχθη που κάπνιζε και στάθηκες κοιτάζοντας
τη βάρκα να χάνεται στα μαύρα νερά της Λήθης;

(Δημοσιεύτηκε στην biblioteque)

 

ΣΤΗ ΘΕΙΑ ΡΟΟΥΖ

Θεία Ρόουζ –τώρα– μπορώ να σε δω
με το λιγνό σου πρόσωπο και το αλογίσιο χαμόγελο και τα
ρευματικά σου – κι ένα μεγάλο βαρύ μαύρο παπούτσι
για το κοκαλιάρικο αριστερό σου πόδι
να διασχίζεις κουτσαίνοντας το μακρύ διάδρομο στο Νιούαρκ
πάνω στο χαλί
περνώντας το μεγάλο μαύρο πιάνο
στο καθημερινό δωμάτιο
όπου γινόντουσαν οι συγκεντρώσεις
κι εγώ τραγουδούσα ισπανικά δημοκρατικά τραγούδια
με ψηλή τσιριχτή φωνή
(υστερική) και η επιτροπή άκουγε
καθώς εσύ βάδιζες κούτσα κούτσα ένα γύρω στο δωμάτιο
και μάζευες τα λεφτά –
η Θεία Χάνυ, ο Θείος Σαμ, ένας μονόχειρας ξένος, με το άδειο
μανίκι στην τσέπη του
κι ένα πελώριο νεανικό φαλακρό κεφάλι
της Ταξιαρχίας Αβράμ Λίνκολ

– το μακρύ λυπημένο σου πρόσωπο
τα δάκρυα της σεξουαλικής απογοήτευσης
(τι πνιγμένα αναφιλητά και σκελετωμένοι γοφοί
κάτω απ τα μαξιλάρια με τη στάμπα της Όσμπορν
Τέρρας)
– την ώρα που στάθηκα γυμνός πατώντας στο καπάκι της τουαλέτας
κι εσύ πουδράριζες τους μηρούς μου με Calomine
για τους ερεθισμούς – οι πρώτες μου
απαλές κατσαρές μαύρες τρίχες, που έβγαιναν δειλά,

τι σκεφτόσουν μυστικά τότε
βλέποντας πως είχα ήδη γίνει άντρας –
κι εγώ ανίδεο κορίτσι στις σιωπές της φαμίλιας πάνω στο ισχνό
βάθρο των ποδιών μου, στο μπάνιο – Μουσείο του Νιούαρκ.

Θεία Ρόουζ
ο Χίτλερ πέθανε, ο Χιτλερ μπήκε στην Αιωνιότητα, ο Χίτλερ
είναι με τον Ταμερλάνο και την Έμιλυ Μπροντέ

Αν και σε βλέπω ακόμα, ένα φάντασμα στην Όσμπρον Τέρρας
να διασχίζεις το μακρύ σκοτεινό χώλ μέχρι την εξώπορτα
κουτσαίνοντας λιγάκι μ’ ένα σφιγμένο χαμόγελο
μέσα σε κάτι που θα ’πρεπε κάποτε να ήταν μεταξωτό
λουλουδάτο φόρεμα
καλωσορίζοντας τον πατέρα μου, τον Ποιητή, όταν επισκέφτηκε το
Νιούαρκ
–σε βλέπω να φτάνεις στο λίβινγκ ρουμ
χορεύοντας πάνω στο ανάπηρο πόδι σου
και χειροκροτώντας, το βιβλίο του
είχε γίνει δεκτό από τις εκδόσεις Liveright

Ο Χίτλερ πέθανε και οι εκδόσεις Liveright έχουν κλείσει
To Yπερώον του Παρελθόντος και Η Αιωνία Στιγμή δεν ξανατυπώ-
θηκαν
ο θείος Χάρρυ πούλησε και την τελευταία του μεταξωτή κάλτσα
η Κλαίρη εγκατέλειψε τη Σχολή Χορού
η Γιαγιά κάθεται, ρυτιδιασμένο μνημείο στον Οίκο Ευγηρίας
Γυναικών, κοιτώντας με μισόκλειστα μάτια τα νέα μωρά

Την τελευταία φορά που σε είδα ήταν στο νοσοκομείο
χλωμή, το κρανίο εξείχε κάτω απ’ το σταχτί δέρμα
κορίτσι με γαλάζιες φλέβες, χωρίς τις αισθήσεις του
σ’ έναν θάλαμο οξυγόνου
ο πόλεμος στην Ισπανία έχει τελειώσει από καιρό
Θεία Ρόουζ

BIBLIOTEQUE

 

 

 

Η ΤΑΦΗ ΤΟΥ ΚΟΜΗΤΟΣ ΟΡΓΚΑΘ (2015)

 

Οι συμπεριφορές των ουρανίων σωμάτων και η συνήθειά τους να παρουσιάζονται μόνο κατά τη διάρκεια της νύχτας, υπήρξαν για μένα ένα από τα παράδοξα που με απασχόλησαν όταν ήμουν παιδί, είπε ο πατέρας. Ο θόλος αυτός, μέσα στον οποίο στεγάζεται το Σύμπαν, μ’ έκανε να στρέφω τα μάτια προς τον ουρανό συχνότερα από όσο θα επέτρεπαν οι συνθήκες ζωής ενός αγοριού που διαθέτει ισχυρή φαντασία και κλήση προς τα μυστήρια. Με τα χρόνια το ενδιαφέρον μου μετατοπίστηκε στη Γη και κατέληξα ν’ αναγνωρίζω σε όσα ονομάζουμε ανθρώπινη πραγματικότητα μια σημασία αρκετή για να με αποσπάσει οριστικά από όλες εκείνες τις παλιές ενασχολήσεις. Ο ουρανός ίσως βρίσκεται μέσα μας. Και ο ίδιος ο άνθρωπος δεν μου φαίνεται και πολύ διαφορετικός από έναν πλανήτη – αν κάτι τον κάνει να διαφέρει (το σημειώνω με κάθε επιφύλαξη) είναι (νομίζω) η συνείδησή του.
Λεπτουργός της συνείδησης, ιδού το αληθινό μου επάγγελμα, είπε ο πατέρας. Το ασκώ με μεθοδικότητα και, τολμώ να πω, είναι δύσκολη κι επίπονη δουλειά. Όποιος διαθέτει αυτή την όρεξη για παρατήρηση, αυτή την προσήλωση στην εξερεύνηση της αληθινής ζωής (συγκρατήστε τη φράση «αληθινή ζωή») μοιάζει με τον τεχνίτη που δουλεύει σαν μικρογράφος δημιουργώντας θαύματα της δεξιοτεχνίας με ελάχιστα υλικά.
Η πραγματικότητα ξετυλίγεται με έναν στόμφο που συχνά πληγώνει το καλό γούστο, είπε ο πατέρας. Όμως πάντα υπάρχουν οι κρυφές πτυχές της, οι βαθύτερες σκοπιμότητες της. Αυτές με ενδιαφέρουν. Ο λεπτουργός της συνείδησης δεν ξεχνιέται στην επιφάνεια, βυθίζεται στις αιτίες, στις πιο κρυφές δημιουργίες.
Αν πρόκειται να μιλήσουμε για την πραγματικότητα, χρειάζεται πρώτα να ορίσουμε τη φύση της, έτσι θα έχουμε ένα μέτρο, μια κοινή βάση να σταθούμε. Όμως όχι, δεν θέλω να χάσουμε τον χρόνο μας σε μια θεωρητική συζήτηση, επαναλαμβάνοντας ιδέες που ήδη έχουν σκεφτεί άλλοι, πιο ευφυείς και πιο έμπειροι συζητητές από εμάς. Έχω αφιερώσει στην υπόθεση του πραγματικού μια ολόκληρη ζωή. Ωστόσο, ακόμη και τώρα που βρίσκομαι πλέον σε προχωρημένη ηλικία, δεν είμαι σε θέση να πω ότι κατέχω όλες τις πτυχές του θέματος. Το βίωμα του ίδιου μου του σώματος, ομολογώ, μοιάζει ατράνταχτο γεγονός για να στηρίξω τα επιχειρήματά μου, όμως κι αυτό, ναι, πολλές φορές μ’ έχει προδώσει με τον χειρότερο τρόπο. Εν ολίγοις, ο αγώνας της κατανόησης δεν τελειώνει ποτέ.
………….…………………………………………………….
15.4.1586
Nα ποζάρω γι αυτό το κάδρο σημαίνει πως θα υπάρξω έξω από το χρόνο· πως θα αποδώσω στην υλική μου φύση μια άλλη διάσταση· πως ο κόσμος μου θα γίνει για τους άλλους ένα σημείο προς εξερεύνηση· o Δομίνικος έχει σχεδιάσει στο μυαλό του ολόκληρη τη σύνθεση· oι ευγενείς της πόλης θα σταθούν γύρω από τον πεθαμένο ιππότη· η ελαιογραφία θα είναι λαμπρή· η τελευταία πράξη στη σκηνή μιας ζωής που της ταίριαζε το αγαθό· ο Δομίνικος θα ζωγραφίσει την ώρα της πιο παράδοξης ταφής· έναν νεκρό από άλλη εποχή· ένα νεκρό όχι και τόσο νεκρό· αφού η φήμη του έχει κάνει τους επόμενους να τον τιμούν σα να τον γνώριζαν, να τον αποχαιρετούν σα να πέθανε μόλις τώρα· έτσι, όλοι οι χρόνοι θα συναντηθούν μέσα σ’ αυτό τον πίνακα· το παρελθόν θα γλιστρήσει στο παρόν· και τα δυο μαζί θα φύγουν προς το μέλλον·
16.4.1586.
Mαζευτήκαμε όλοι εδώ, γύρω από τον κόμη Οργκάθ· η αιωνιότητα μας γνέφει· ό,τι συμβαίνει μέσα στο κάδρο, θα συμβαίνει και αύριο· θα συμβαίνει με τον ίδιο τρόπο· θα είναι το ίδιο ακριβώς· κάτι θα συμβαίνει συνέχεια και θα είναι το ίδιο· η φρίκη του παντοτινού· το μεγαλείο μας· ολοζώντανοι ως νεκροί, στην όμορφη αιωνιότητά μας·
aναγνώριζα πάντα τη ζωή σαν ένα ζουμερό καρπό· παραδόξως, δεν μ’ ενδιέφερε τόσο να τον γευτώ όσο να τον παρατηρήσω· το ίδιο κι ο Δομίνικος· κοιτάζει τα πράγματα· τα κάνει να υπάρχουν με το βλέμμα· ο Δομίνικος είναι η όραση· βλέπει για λογαριασμό μας· αφηγείται το θαύμα της όρασής του· εμείς οι δυό, κατά κάποιο τρόπο, μοιάζουμε· το πάθος μας έχει διώξει μακριά από τον κόσμο των κανονικών ανθρώπων· μόνο που εγώ δεν νιώθω την ανάγκη να μοιραστώ με τους άλλους αυτά που ζω μέσα μου· ακούω με προσοχή όλα όσα μου αφηγούνται τα πράγματα· κρατάω τη ζωντανή τους αντήχηση· σωπαίνω· αποσύρομαι· είναι κόπος η εσωτερική φωνή· κάποτε σε υποχρεώνει σε συνομιλία· έχεις να διαλέξεις ερωτήσεις· να σκεφτείς απαντήσεις·
o κόμης Οργκάθ· ο θάνατός του ευθύνεται για τη ζωή αυτής της συντροφιάς μέσα στο κάδρο· μήπως άραγε και η ίδια η ζωή μας αποτελεί κάποτε μια αναπαράσταση; σκέφτομαι τη μορφή του κόμη στο κέντρο του πίνακα· ο Οργκάθ είναι η καρδιά μας, λέει ο Δομίνικος· η καρδιά που όλοι θα θέλαμε να έχουμε· (μιλά με τη θλίψη του ανθρώπου που απώλεσε κάτι)·
17.4.1586
Ο θάνατος είναι μια καθημερινή κατάσταση εν προόδω· όλα πεθαίνουν διαρκώς· ίσως γι’ αυτό το γεγονός του σωματικού θανάτου έχει τη μικρότερη σπουδαιότητα· δεν είναι παρά ένα ακόμα νεύμα του χρόνου· απλώς διακόπτει το προφανές·
18.4.1586
Aλλά αν ο θάνατος αθανατίζει το δημιουργικό πνεύμα, η έννοια χρόνος είναι εξαιρετικά σχετική…
19.4.1586
Να ονομάσω θάνατο εκείνο το σημείο του χρόνου, όπου όλες οι προηγούμενες επιδιώξεις έχουν αποσυρθεί.
23.4.1586
Αν καταλάβεις τι προηγείται του θανάτου σου, η ζωή σου μπορεί να ξανακερδηθεί· τότε ο θάνατός σου μπορεί να γίνει πραγματική τέχνη· η τέχνη της κατανόησης που έπεται της τέχνης της παρατήρησης· αρκεί η κάθε παρατήρηση να μην έχει γίνει μνησικακία·.
(ο θάνατος είναι κι αυτός ένας πίνακας· συγκεντρώνει το βλέμμα)
24.4.1586
Παραξενεύομαι που με κάλεσaν εδώ, να σταθώ κοντά στον κόμη μαζί με τους ευγενείς της πόλης· κατά βάθος πιστεύω ότι η ευγένεια δεν συνοδεύει την υψηλή καταγωγή μου· οι αρετές υπήρξαν πάντα απρόσιτες για μένα· έξω απ’ αυτό τον πίνακα απλώς περιφέρω τα ελαττώματά μου· αλλά μέσα στον πίνακα, εγώ και οι άλλοι συνυπάρχουμε όχι ως εκείνο που είμαστε αλλά ως εκείνο που μπορούμε να γίνουμε· χρειάζεσαι το δάνειο από την υπερχείλιση μιας καρδιάς, μου λέει ο Δομίνικος·
aντιλαμβάνομαι σε τι θέλει να με οδηγήσει· για κείνον η επιφάνεια δεν υπάρχει· δεν φτιάχνει εικόνες αλλά νοήματα· έτσι, κι εγώ, σαν μέλος της συντροφιάς αυτού του πίνακα, θα χρειαστεί να σταθώ σ’ έναν τόπο μέσα μου· εκεί όπου τα αισθήματά μου δεν θα προδίδουν την έμπνευση του καλλιτέχνη.
…………………………….
Κάποτε ο παρατηρητής φτάνει επιτέλους στο προορισμό του. Ναι, ακόμη και γι’ αυτόν υπάρχει το επόμενο στάδιο, η άλλη του ζωή, αφού κάθε διάστημα ακινησίας δεν είναι παρά μια σπουδή πάνω στον τρόπο της κίνησης, μια μελέτη των αντίρροπων φυσικών δυνάμεων. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, βρίσκεται σ’ ένα απέραντο τοπίο εκμάθησης, είναι μαθητής με όλη τη σημασία της λέξεως, έρχεται όμως η ώρα που θα γίνει ο κύριος της πραγματικότητας του. Για να βρεθείς όμως σε τέτοια θέση, Αρσένιε, χρειάζεται να βρεις και το σημείο της εκκίνησής σου, εκείνη τη νέα αφετηρία. Μόνο έτσι μπορείς να επιλέξεις την αληθινή ζωή, αρχίζοντας από την αρχή, αξιοποιώντας όλα όσα έχεις δει, όσα έχεις κατανοήσει, όσα έχεις περισυλλέξει. Έτσι δημιουργείς το νέο εαυτό σου, σχεδιάζοντας προσεχτικά τη μορφή της ψυχής σου – αναλαμβάνοντας τα πένθη και τους θανάτους σου. Ιδού ο τελικός προορισμός του παρατηρητή: τα τμήματά του που αρτιώνονται υπομονετικά, καθώς ο ίδιος προχωράει βήμα βήμα στη συγκρότηση του σύμπαντος -εντός του- σ αυτό τον τρομερό βάδην της ψυχής -ολόσωμος μέσα στην κίνηση του. Για να ελευθερωθεί από κάθε τι περιττό, από ό,τι τον εμποδίζει να υπάρξει αληθινά –να συνυπάρξει- για να αλλάξει τους θανάτους του με την αληθινή ζωή.
Έτσι, ο νέος εαυτός σου ακουμπά στον κόσμο και δημιουργεί αδιάκοπα γεγονότα, δημιουργεί γεννήσεις και καταστροφές, δημιουργεί τον ίδιο τον κόσμο, τον αλλάζει σιγά σιγά, τον συντονίζει με άλλους τόνους, εκεί όπου το θαύμα δεν είναι μεταφυσικό γεγονός αλλά μια απτή καθημερινή κατάσταση, εκεί όπου το πάνω μέρος του πίνακα αγκαλιάζει το κάτω για να το υψώσει και να το κρατήσει μέσα στο φως, όπως όταν κουρντίζεις ένα μουσικό όργανο για να συντονίσεις όλες τις βαθμίδες της κλίμακας, ολόκληρη την μουσική έκταση και τις αντιστοιχίες της πραγματικότητας, αυτές που καθορίζουν την ίδια τη ζωή θέτοντας το μέτρο και το κλειδί της. Κάπως έτσι δημιουργείς τον πίνακά σου.
………………………….

 

Μελέτες

ΓΕΙΤΟΝΙΕΣ ΤΗΣ ΧΑΛΚΙΔΑΣ  (1989)

(απόσπασμα)
Ο μπαρμπα-Μιχάλης των «ορέων»

Υπήρξε ένας από τους πρώτους Μικρασιάτες πρόσφυγες στη συνοικία του Αγιαννιού, Χαλκίδας. Ο μπαρμπα-Μιχάλης (Γιάννης) Ζαφειρόπουλος, από το Μιχαλίτσι της Προύσσας, είναι ο άνθρωπος που βρέθηκε στις τάξεις του ελληνικού αντάρτικου στρατού της Μικράς Ασίας.
«Έγινα αντάρτης από ανάγκη, όχι για να σκοτώσω. Οι τούρκοι ήταν φίλοι μας, φερόντουσαν καλά στους έλληνες».
1914. Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος μαίνεται. Οι έλληνες της Μικράς Ασίας που αρνούνται να ενταχθούν στις τάξεις του τουρκικού στρατού, βγαίνουν στο βουνό για να αποφύγουν τη στράτευση, συγκροτώντας αντάρτικες ομάδες. Το επίσημο κράτος τους καταδιώκει αλλά δεν θα καταφέρνει να τους εξουδετερώσει. Μόνο το 1918, μετά τη νίκη των συμμαχικών δυνάμεων εναντίον της Γερμανίας και την παύση όλων των πολεμικών επιχειρήσεων, οι αντάρτες παίρνουν αμνηστία και ξανακατεβαίνουν στα χωριά τους. Ο θρύλος των ελλήνων «κλεφτών», που στα 400 χρόνια σκλαβιάς, διατήρησαν πάνω στα βουνά άσβεστο το νόημα της ελευθερίας και της αξιοπρέπειας της φυλής, στάθηκε παράδειγμα για τους έλληνες Μικρασιάτες, οι οποίοι ποτέ δεν ξεχνούσαν την προέλευσή τους.
Μιχάλης Ζαφειρόπουλος: Το αντάρτικο στο βουνό Κουρουτζένταλ, κοντά στο Παντείχι, το ξεκίνησε ο Γιώργος Τσακίρης μαζί με καμιά δεκαριά συνομηλίκους. Ήταν όλοι γύρω στα 45. Για να μην πάνε στο στρατό, είχαν πληρώσει στις τουρκικές αρχές 45 λίρες περίπου για να πάρουν αναβολή. Όμως, παρά τα λεφτά που έδωσαν δυο τρεις φορές και παρά τις αναβολές, τους ξανακάλεσαν. Πάνω στην απελπισία του, ο Τσακίρης σκότωσε τον τούρκο τσανταρμά που του έδωσε την κλήση στράτευσης και βγήκε στο βουνό. Οι φίλοι του τον ακολούθησαν και αργότερα μπήκαν στην ομάδα και άλλοι, πιο νέοι, που είχαν λιποταχτήσει από τον στρατό και κινδύνευαν να πιαστούν. Γρήγορα η αντάρτικη ομάδα έγινε γνωστή σε όλη την περιοχή. Κάποια μέρα οι τούρκοι πιάσανε στο Νεοχώρι τον έλληνα φυγόδικο Δράκο -ύστερα από προδοσία- και τον κρέμασαν στην πλατεία. (Οι χωροφύλακες είχαν ζητήσει σχοινί από τον μπακάλη Χατζησταύρο κι εκείνος αναγκάστηκε να τους το δώσει). Μόλις το έμαθε αυτό ο Ντελήγιαννης (υπαρχηγός του Τσακίρη – από το Νεοχώρι), κατέβηκε από το βουνό και σκότωσε τον μπακάλη. Επίσης, σκότωσε και τέσσερις ελληνίδες, μικρά κορίτσια που είχαν παραστρατήσει με τούρκους.
Η πρώτη επίδειξη ισχύος της αντάρτικης ομάδας είναι γεγονός. Μόνο που δεν στρέφεται προς την εμπόλεμη τουρκική δύναμη αλλά προς τον άμαχο πληθυσμό. Ο Ντελήγιαννης ανέλαβε την άσκηση μιας εξουσίας που δικαιώνεται μόνο αν ειδωθεί ως επαναστατική πράξη.
Μιχάλης Zαφειρόπουλος: Σιγά σιγά το αντάρτικο απέκτησε μεγάλη δύναμη γι αυτό και ο επίσημος τουρκικός στρατός που υπήρχε στην περιοχή, αποφάσισε να επέμβει. «Μπεν τουτάριμ» (θα τους πιάσουμε), λέει ο τούρκος λοχαγός «πέντε τσοπάνηδες και μας κάνουν άνω κάτω!» Ανέβαιναν λοιπόν κάθε μέρα στο βουνό μήπως και τους ανακαλύψουν. Μια νύχτα ένας τούρκος χωρικός που προσπαθούσε να μαζέψει τα βουβάλια του, βρέθηκε κατά τύχη στο λημέρι των ανταρτών. Αμέσως ειδοποίησε τον στρατό και οι τούρκοι βρήκαν στον ύπνο τον Τσακίρη και τον σκότωσαν. Λίγο πιο εκεί κοιμόταν ο υπαρχηγός Ντελήγιαννης. Πετάγεται πάνω, ντουφεκίζει τον λοχαγό κι έναν ακόμα. Μόλις είδαν οι τούρκοι τον επικεφαλής τους νεκρό, φοβήθηκαν και τράπηκαν σε φυγή. Έτσι αρχηγός των ανταρτών έγινε ο Ντελήγιαννης, ο οποίος φρόντισε να βρει τον τούρκο προδότη και να τον κάψει ζωντανό μαζί με την οικογένειά του και τα υπάρχοντά του.
Εγώ εκείνη την εποχή (1915) δούλευα σε ένα καμίνι κοντά στο Παντείχι. Μόλις το είχα σκάσει από τον τούρκικο στρατό, όπου δυό φορές γλύτωσα την τελευταία στιγμή την αποστολή μου στο μέτωπο. Για να μην με ανακαλύψουν είχα αλλάξει το όνομά μου από Γιάννη σε Μιχάλη. Τότε τα χαρτιά μας δεν είχαν φωτογραφίες κι έτσι δεν ήξεραν ποιος ακριβώς είσαι, μέχρι και τον αδελφό σου μπορούσες να στείλεις στη θέση σου, κάτι που έκαναν πολλοί οικογενειάρχες. Αυτό το δεύτερο όνομα, το Μιχάλης, μου έμεινε μέχρι σήμερα, όλοι έτσι με φωνάζουν. Στο τούρκικο καμίνι που δούλευα ήταν κι άλλοι έλληνες λιποτάχτες, που φρόντιζαν να κρύβονται μόλις εμφανιζόταν ο μοφροζές (αστυνόμος). Όμως μετά τα αντίποινα του Ντελήγιαννη είχαν δυσκολέψει τα πράγματα, οι τούρκοι μας θεωρούσαν εχθρούς, δεν μπορούσαμε να μείνουμε πια εκεί. Προσχωρήσαμε λοιπόν στους αντάρτες. Όπλα δεν είχαμε. Πήραμε από τους τούρκους.
Το αντάρτικο σώμα έφτασε τότε στους 40 άντρες. Δεν έμεναν όμως ποτέ όλοι μαζί. Για να αποφύγουν πιθανή σύλληψη ολόκληρης της ομάδας, χωρίστηκαν σε άλλες μικρότερες που μετακινούνταν συνεχώς. Μερικά από τα ονόματα των ανταρτών: Γιαννάκης Τσακιτζής, Φίλιππας Τικίρης (ο επονομαζόμενος Τεκίρμπεης), Δημήτρης Κιοσσές, Παναγιώτης Μπουκλόγλου, και ο Σωτήρης (ο επονομαζόμενος Σωτήρμπεης). Στην ίδια περιοχή συγκροτήθηκαν και άλλες δυό ομάδες από τους Κυριάκο και Πλατύγιαννη.
Τρία ολόκληρα χρόνια πέρασε έτσι ο Ζαφειρόπουλος. Στο βουνό οι συνθήκες ήταν πολύ δύσκολες. Κρύο, βροχές, χιόνια. Τη νύχτα έβαζαν κάτω κλάρες, τυλίγονταν με μια χλαίνη στρατιωτική και σχεδόν κοιμόντουσαν επάνω στα νερά. Για την τροφή τους και τον υπόλοιπο ανεφοδιασμό κατέβαιναν στα τουρκικά χωριά, όπου οι κάτοικοι από φόβο τους έδιναν ό,τι ζητούσαν. Οι αντάρτες δεν σκότωναν τούρκους. Μόνο αυτούς που έκαναν προδοσίες στον στρατό. Υπήρξαν βέβαια και κάποιες μεμονωμένες περιπτώσεις αδικιών (προσωπικές αντεκδικήσεις, γυναικοδουλειές). Οι μάχες με τον στρατό ήταν συχνές. Συνήθως χτυπούσαν μικρές ομάδες τούρκων, τους έπαιρναν τα όπλα και έφευγαν πριν μαζευτούν ενισχύσεις.
Ο άνεμος ελευθερίας που έπνεε στα βουνά εκείνα, ήταν η ίδια η προέκταση της μικρασιατικής ελληνικής ψυχής που τόσα χρόνια ζούσε με υπομονή κάτω από τουρκική εξουσία. Η σπίθα της ανυπακοής έδειχνε την έκρηξη των αισθημάτων ενός λαού που για αιώνες συντηρούσε τα ψήγματα της περηφάνειας του χωρίς να τολμά να ελπίσει σε μια αλλαγή. Το αντάρτικο ήταν φυτώριο αυτής της αλλαγής.

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

TΟ ΜΗΔΕΝ ΣΕ ΦΩΛΙΑ

 

ΕΛΣΑ ΚΟΡΝΕΤΗ

ΑΥΓΗ ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ 10/6/2018

Η ασυμμετρία της πραγματικότητας συγκινεί διαφορετικά μέσα από το αντικαθρέφτισμα, την ποιητική δραματική απεραντοσύνη, το άθροισμα των σκοταδιών και τις παραλείψεις φωτός ή και το αντίθετο. Είναι ένας κόσμος αυτός που ζει στη φωλιά του μηδενός και στο μηδέν της φωλιάς πέρα από τον εμφανή μηδενισμό που ο τίτλος υποδηλώνει, σαν ανοιχτό παράθυρο στη ζωή, ένας κόσμος που περιμένει να βιωθεί μέσα από χαμένα χρώματα και σχέδια. Η δυσαρμονία του χθες επεξηγείται και φιλτράρεται μέσα από ένα αισιόδοξο πλαίσιο και γίνεται η αρμονία του αύριο.
Οι στοχασμοί, η αναζήτηση απαντήσεων σε φιλοσοφικά ερωτήματα που η ίδια θέτει στον εαυτό της και στον αναγνώστη και οι αξιολογήσεις της Κλεοπάτρας Λυμπέρη συγκροτούνται σε θαυμαστές άρρηκτες συμπαγείς ως προς το νέο νόημα που τους προσδίδει, ποιητικές συνθέσεις, αλλά και σε αχώριστα ζεύγη πραγμάτων: το υπαρκτό, το ανύπαρκτο, το ορατό, το αόρατο, το εφικτό, ανέφικτο, το θεμιτό, το αθέμιτο.
Το ον με τη μορφή πτηνού μέσα από τις φιλοσοφικές περιδινήσεις της ποιήτριας είναι ίσως το μόνο που μέσα από την ιερότητά του, μπορεί να διαρρήξει τον συμπαγή κόσμο της πραγματικότητας της ύπαρξης.

Το ον εκμηδενίζεται όταν απομονώνεται. Το όνειρο της αγάπης παραμένει ηχηρό, το συναίσθημα κατακτά την ανωτερότητά του στη σωστή θερμοκρασία λέξεων. Το αόρατο γίνεται ορατό, το μηδέν ανασυγκροτείται. Το ορατό αποκτά μορφή ατομική κι ελεύθερη. Οι στίχοι σμιλεύονται με το βάθος μιας σπάνιας διανοητικής επεξεργασίας, λειαίνονται ώσπου να γυμνωθούν και ν’ αποκαλύψουν τον σκληρό πυρήνα της σκέψης που τους γέννησε.
Με την περιπλάνηση της γόνιμης σκέψης της και της επίμονης ποιητικής της ψυχής πορεύεται στις λεωφόρους της ποίησης η Κλεοπάτρα Λυμπέρη. Οι ορίζοντες που χαράζει τέμνονται και ενίοτε συμφιλιώνονται. Συμφιλιώνονται με το όλον και το μηδέν. Η αλήθεια, η ομορφιά, το σωστό, το δίκαιο, το μοιραίο, το ουτοπικό προσωρινά κατακρημνίζονται κι έπειτα ανασυγκροτούνται. Η ποιήτρια θα ξεφύγει, θα απελευθερωθεί «πετώντας» από την τυραννία του καλού και του κακού, του αληθινού και του υποκριτικού; Λίγοι στίχοι: O φιλόσοφος είναι κάποιος που ψάχνει να βρει/ όσα οι άλλοι άφησαν σε άλλη θέση – ψάχνει έναν τρόπο/ να μπει στον εαυτό του./ (Αλλά ο εαυτός συνήθως αποσύρεται όταν τον κυνηγάνε).
Είναι γεγονός, ο άνθρωπος που σκέφτεται το πεπρωμένο κάνει ένα βήμα εμπρός αναγνωρίζοντας την περιπλάνηση. Επιχειρεί, όπως το έθεσε στα περίφημά του «Πρόσωπα και Προσωπεία», ο Κώστας Αξελός, στο «να ξεπεράσει το είναι, να μην είναι κανείς, προσκολλημένος στο είναι και σε αυτό που δεν είναι». Η Κλεοπάτρα Λυμπέρη αποτυπώνει ποιητικά μέσα από τις φιλοσοφικές της προσεγγίσεις μια πραγματικότητα όπως έπρεπε να είναι κι όχι όπως είναι. Είναι η ίδια η πραγματικότητα που χάνει συχνά τη σοβαρότητά της. Η πραγματικότητα που οφείλει να χάσει τη σοβαρότητά της. Μια πραγματικότητα όπου συναντούνται θεαματικά η δύναμη της φύσης, ο καθρέφτης του ονείρου, η συνείδηση της ύπαρξης, η ουσία και το νόημα από τον κόσμο του πνεύματος, τον κόσμο της ύλης και τον κόσμο του συναισθήματος. Κι όλη αυτή η φαντασμαγορική συνύπαρξη που γονιμοποιείται κυρίως μέσα στο σώμα μιας δημιουργικής αυτοπαρατήρησης, επιτελείται με το βλέμμα της ποιήτριας, εστιασμένο στην αιτία και όχι στο σύμπτωμα, στην αρχή και όχι στο τέλος. Γράφει σχετικά: Ζούσα στη φωλιά μου με το βλέμμα/ εκείνου που κοιτάζει χωρίς να βλέπει./ Γιατί η όραση συνήθως πηγαίνει αλλού/ από κει που τη στέλνεις.
Η φωλιά μπορεί να περιέχει ένα αβγό με ζωή εντός του, έναν εκκολαπτόμενο νεοσσό, μπορεί να μην περιέχει και τίποτα καθώς το αυγό μπορεί να είναι κλούβιο, όπως μπορεί να μην υπάρχει ούτε αυτό το κλούβιο αβγό. Να μην υπάρχει συμβολικά η οικογένεια, αλλά ούτε και η ψευδαίσθησή της. Να μην υπάρχει τίποτα. Ένα μηδενικό. Αλλά ένα μηδενικό είναι κι αυτό κάτι. Είναι ένας κύκλος. Εκεί στο σημείο μηδέν τα πράγματα ενώνονται ξανά, αιώνια, το σπίτι του Είναι κτίζει τον εαυτό του πανόμοιο, ο κύκλος του Είναι ακολουθεί τον εαυτό του. Όπως ίσως θα το ήθελε ο Χέρμπερτ Μαρκούζε στο έργο του «Έρως και Πολιτισμός», σε κάθε Τώρα το Είναι αρχίζει, γύρω από κάθε Εδώ γυρίζει η σφαίρα του Εκεί. Το κέντρο είναι παντού. Λίγοι στίχοι: Καθότι εκείνη η φωλιά με το πουλί/ – μου φαίνεται- (το αυγό είναι πάντα γεμάτο από κάτι)./ Τα αυγά, από πριν πτηνά ή/ απλώς σχέδια αποτυχημένα.
Καμπύλη είναι το μονοπάτι της αιωνιότητας. Η φωλιά κομβικό σημείο στο σύνολο της ποιητικής συλλογής, παραπέμπει εφ ενός στη δύναμη και στο ένστικτο της φύσης, όπως το εγωιστικό ωάριο στη μήτρα, εφ ετέρου σ’ ένα ισχυρό σύμβολο για την γυναικεία υπόσταση και εμπειρία, αυτόν της οικογενειακής εστίας που τελεί υπό την προστασία και φροντίδα της, αλλά και σε μια τρίτη εκδοχή αυτήν της ερωτικής φωλιάς που στεγάζει το ζευγάρι με τα πάθη, τις ανάγκες, τις επιθυμίες. Παραθέτω: Δύο πτηνά ίσον ένα. Πάνω στο κλαδί/η εγγύτητα η κατάσταση ζεύγος./ Εγώ πτηνό, εσύ φτερούγισμα συμπληρωματικό/ στο βαλς των εποχών μου/ σε ονομάζω σκάλα του πιο σκοτεινού γαλαξία.
«Ο κόσμος της φύσης είναι ένας κόσμος καταπίεσης και σκληρότητας», κατά τον Χ. Μαρκούζε, «όπως και ο ανθρώπινος κόσμος σαν τον τελευταίο περιμένει την απελευθέρωσή του. Αυτή η απελευθέρωση είναι το έργο του έρωτα». Μια διαδικασία ατέρμονης αναμονής, μιας ευτυχίας που χάθηκε, μιας ευτυχίας που βρέθηκε.
Ο ποιητής καλπάζω με ίππο τις σελίδες/ πάνω στη χλόη της Έμιλυ-είμαι κι εγώ ο Κανένας; Αν είμαι ο κανένας που δεν έγινα ο υπάρχων/ αν είμαι ο ιππεύων που δεν έγινα ο/ επόπτης στις αβύσσους, θα πει πως η λέξη αγαπώ γέρασε μέσα μου πριν τη γεννήσω.
Ως γνήσια αμαζόνα των στίχων της, η Κλεοπάτρα Λυμπέρη ξέρει να ιππεύει επιδέξια σαν να ήταν άλογο κούρσας τον ποιητικό λόγο της, ασκώντας τον πλήρη έλεγχο. Με εκφραστική ευχέρεια και λόγο απέριττο οι στίχοι της γίνονται δραστικοί και λειτουργικοί κοινωνώντας το πυκνό νόημα που επιχειρεί να μεταδώσει η ποιήτρια, τερματίζοντας με άνεση και επιδεξιότητα. Τα ποιητικά στοιχεία της ζωής, της φαντασίας, της τέχνης εκκολάπτονται, αναπτερώνονται, φτερουγίζοντας, ανυψώνονται, αναπαράγοντας εναλλάξ φτερωτά μηδενικά και άπτερα όντα, άπτερα μηδενικά και φτερωτά όντα. Ένα κράμα πολύτιμων στοιχείων, μια νέα συνομιλία κι ένας άριστα επεξεργασμένος εσωτερικός διάλογος διεξάγονται ανάμεσα στην φιλοσοφική αναζήτηση και στην ποιητική τέχνη του «ανδρόγυνου θαυματοποιού ποιητή» προς τέρψιν του αναγνώστη.

 

Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΩΝ ΣΦΑΙΡΩΝ

 

ΑΛΕΞΗΣ ΖΗΡΑΣ

Αν προσέξουμε την ως τώρα διαδρομή της Κλεοπάτρας Λυμπέρη, το πρώτο που μας έρχεται στον νου είναι ότι πρόκειται για μια ποιήτρια που αρνείται την ακινησία, την παγίωση του λόγου και της μορφολογίας του. Μάλιστα σε τούτο κυριολεκτώ, στο ζήτημα δηλαδή της εγγενούς, της υπαρξιακής αδυναμίας να αφήσει τη φωνή της να κρατηθεί σε κάποιο σχήμα, έτσι ώστε να γίνει ευκρινές το στίγμα της. Το αεικίνητο υπάρχει ως απόφαση και διάθεση, ακόμα και στον Μοτοσικλετιστή Θάνατο, μια από τις πρώτες συλλογές της, από όπου άλλωστε γνώρισα την ποιητική της τέχνη. Ο αισθησιασμός και η εκπληκτική ερωτική πλησμονή εξαλλάσσονταν απότομα σ’ ένα αίσθημα άγριας, επηρμένης και ενίοτε θριαμβευτικής μοναξιάς, κατά τρόπο που να αντιλαμβανόμαστε ότι για την ποιήτρια δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ λάμψης και σκοταδιού, αρχής και τέλους, πόνου, θλίψης και χαράς. «Ωσάν πανί φουσκώνει στους αρμούς ο έρωτας/ώσπου να πληρωθεί το σώμα με την ύλη του θανάτου». Δηλαδή, το ένα στοιχείο προϋποθέτει αλλά και διαδέχεται το άλλο, το ζωοποιό περνάει στο φθοροποιό, ή αντίστροφα, σε μια κυκλική ή παλίνδρομη φορά, η οποία όπως θα δούμε στα επόμενα βιβλία της Λυμπέρη επανέρχεται και μάλιστα ενισχυμένη. Και όντως στο αφήγημα Φλάουερ ή στα ποιήματα της Μουσικής των Σφαιρών, πίσω από τη φαινομενική μορφική αναρχία και τον διαμελισμό της γλώσσας, γίνεται αντιληπτή η πολυσπερμία της ανθρώπινης καθολικότητας, όχι μόνο του αισθήματος, αλλά και της γνώσης που αποκτά ο άνθρωπος από την μοναδική εμπειρία του υπάρχειν.
Αναμφισβήτητα η μετακίνηση της ποιητικής τέχνης της προς μια, όσο γίνεται πιο πολυεπίπεδη σύλληψη του κόσμου, με έμμεση ή άμεση αναγωγή στη στοχαστική διαχρονική παράδοση των ποιητών που ήταν φιλόσοφοι-μύστες (από τον Παρμενίδη και τον Ηράκλειτο ως τον Βούδα, τους Γνωστικούς και τον Νίτσε) έγινε μέσα από τον επίμονο διάλογο που ανέπτυξε τα τελευταία χρόνια κυρίως με τους έλληνες λυρικούς του μεταφυσικού βιώματος. Υπαινίσσομαι εδώ τους εκκοσμικευμένους λυρικούς μας, που κακώς τους έχουν συνδέσει ορισμένοι με τον ευρωπαϊκό ιδεαλισμό: τον Τάκη Παπατσώνη, τη Ζωή Καρέλλη, τον Οδυσσέα Ελύτη, τον Δημήτρη Παπαδίτσα και οπωσδήποτε τον Νίκο Καρούζο, το έργο και η ανθρώπινη παρουσία του οποίου υπήρξαν σταθμός στη διάπλαση της Λυμπέρη. Οι αναφορές συγκλίνουν: «Και ιδού με χίλιους σπάγκους/ δεμένος αιωρείται ο Ηράκλειτος/ στην άχρωμη αποκριά της λογικής» λέει ο Καρούζος στις «Επιδεινώσεις του αόρατου», στα Πενθήματα (1969). «Όταν το ποίημα έλκει την ετερότητα/ γίνεται φίδι. Τυλίγεται σιγά σιγά στο σώμα. Το σώμα τρώει και πίνει/από το φίδι του» απαντά η Λυμπέρη (21) στέλνοντάς μας συνειρμικά τη γνωστή απεικόνιση του ουροβόρου όφεως.
Αλλά πάντως, καλό είναι να επισημάνουμε εδώ ότι όλα αυτά τα γραμματολογικά και σοφιστικά κρατούμενα περνούν από το φίλτρο της αισθαντικότητάς της, του ιδιόμορφου αισθησιασμού της, από τις δικές της εμπειρίες του ψυχικού βάθους. Παράδειγμα, η εξής περιγραφή της ενότητας των αντιθέτων: «Ο πατέρας μου έλεγε: εκείνο που μοιάζει/ με ό,τι φοβάσαι, το φοβάσαι γιατί σου μοιάζει/ αλλά εσύ κοιτάζεις αλλού κι αχρηστεύεις την όραση»(20). Δεν χωρά αμφιβολία ότι στη Μουσική των σφαιρών, ο λόγος της δεν έχει την λυρική πυκνότητα και αιχμηρότητα που είχαν παλιότερες συλλογές, όταν για παράδειγμα στο Ρήμα πεινάω (2001), κρατούσε τον αναγνώστη σε συνεχή υπερδιέγερση με τις ανατρεπτικές, γεμάτες ένταση και ωμή βιαιότητα μεταφορές της. Εκεί μόλις είχε αρχίσει να επιχειρεί, ριψοκίνδυνα οπωσδήποτε, το ξήλωμα της αντίληψης που έχουμε οι περισσότεροι σχηματίσει για την ωραία γλώσσα και την ποιητικότητα, ψάχνοντας ακόμα και να γυρίσει τα μέσα έξω τη γλώσσα και τα νοήματά της. Ζητώντας, όπως η Καρέλλη, η Ελένη Βακαλό αλλά και η Σύλβια Πλαθ, να την κάνει από όργανο αντρικά ιστορημένο σε όργανο ανθρώπινο, αλλάζοντας αν όχι την υπαρξιακή ουσία, πάντως τα γραμματικά άρθρα και με αυτόν τον τρόπο κάνει τον αναγνώστη να δει πόσο ρευστές είναι οι συναφείς έννοιες των γενών στην ποίηση. Ας συσχετίσουμε προς τούτο τους στίχους «Εγώ Ειμί η Λόγος στη σαγήνη στο/μέσα του καρπού αποσπα-/ σμένη/ επιστρέφω στην καταγωγή» (23) και «Εγώ Ειμί η Λόγος – προϋπήρξα/ αλαβάστρινο αυτί στην περισυλλογή» (26) με το πολύ γνωστό ποίημα της Καρέλλη «Εγώ η Άνθρωπος», ή το σύνολο της συλλογής της Ο Καθρέφτης του μεσονυκτίου (1958), όπου επαναπροσδιορίζει την έννοια του φύλου, ως Ηρωδιάς, Βάκχη, Σουλαμίτις, Σαπφώ, πολύ πριν αρχίσουν οι συμφυρμοί και οι αποκλίσεις αρσενικού-θηλυκού να απασχολούν σοβαρά τη νεώτερη ποίηση.
Νομίζω ότι στη Μουσική των Σφαιρών η Λυμπέρη συνεχίζει πάνω στο μοτίβο της ψηλάφησης του ερωτικού άλλου, το οποίο υπάρχει ασφαλώς και σε προηγούμενα βιβλία της, αλλά όχι με εκείνη την κατακτητική βουλιμία και ένταση που θυμίζει ο στίχος «ποια ζώα να πνίξει η γλώσσα για να γίνει γυναίκα;» (16). Η επιθυμία υπάρχει πάντοτε («Φεύγεις αλλά η πλάτη σου ξαναγυρίζει σε μένα», 15) αλλά ήδη η διαφορά είναι αλλού: στο ότι χωρίς να αφήσει τις θεωρητικές συλλήψεις για τον χρόνο, τη μουσική, το άνοιγμα προς τον κόσμο, να κάνουν τη γλώσσα της ψυχρή και αφηρημένη, η Λυμπέρη έφτασε σε ένα σημείο να συνθέτει τη δική της ποιητική. Και πάλι ριψοκινδυνεύοντας, γιατί επιχειρεί κάτι πραγματικά δύσκολο: Προσπαθεί με μια συνειδητά αποδιοργανωμένη στιχουργική να απεικονίσει τις πιο παθητικές και μυστικές ενοράσεις της: «Σαν αντίγραφο της ιδέας/ αιωρείσαι/ δεν είσαι.» (33).
Όλο το βιβλίο είναι τελικά μια μουσική ή μια δραματουργική σύνθεση, ένα, ας πούμε, πολυφωνικό ορατόριο, με προοίμιο, ενδιάμεσες σκηνές και έξοδο, ένας οίκος αρμονίας, καμωμένος με εικόνες, φράσεις, συνηχήσεις, επιφωνήματα, ερωτήματα, συνειρμούς και άλλα, που εν πολλοίς στα μάτια μας φαίνονται – και όχι αδίκως– σαν αδέσποτα και παράταιρα υλικά. Κάτι σαν ταξίδια σε ένα πολύχρωμα αλλά και άναρχο σύμπαν. Η αινιγματική φύση αυτού του υλικού, που κατά τα άλλα είναι διαθέσιμο στον καθένα μας, αφού αποτελείται από ψηφίδες λέξεων και φράσεων που τις μιλήσαμε και τις θελήσαμε όλοι μας, με τον ένα ή με τον άλλον τρόπο, το αίνιγμα, λοιπόν, και η μαγεία αυτού του υλικού βρίσκονται στον τρόπο σύνθεσής του, στο πώς συσσωματώνονται τα παράταιρα. Εδώ πιστεύω πως φωλιάζει και η μοναδικότητα της ποιητικής φωνής της Λυμπέρη, στο ότι μεταμορφώνει προσφυώς σε παραμυθητική και γαληνευτική εικόνα την διαδοχή του χρόνου: “O παππούς μου έχτιζε τον τοίχο του σπιτιού/ πάνω στην κούνια του πατέρα μου/ κινούσε το χέρι/(ευλογούσε;)/ ή μήπως άφηνε λόγια στα θεμέλια/να κόβουν τα παιδιά του και να τρώνε.» (43)
Η Μουσική των σφαιρών, εκτός από επίκληση της Κλεοπάτρας Λυμπέρη σε μια μυθική αίσθηση και γνώση που ήταν ασύλληπτη («Όταν η γλώσσα με πολλούς ελιγμούς μαζεύει απ’ τους φτωχούς ό,τι έχει περισσέψει, εκεί θα βρεις τη Μουσική των σφαιρών. Είναι παιδάκι του κόσμου αυτή η μουσική, όπως ακριβώς τα πουλιά είναι σύμβολα μαθηματικά με φτερά», 41), εκτός δηλαδή από ποιητική πραγμάτωση γνωρίζουμε πως ιστορικά είναι ένα θεώρημα που χάνεται στα βάθη της όψιμης αρχαιότητας. Στο μακρινό εκείνο γνωσιακό ιστορικό πεδίο, όπου η ποίηση, η επιστήμη, η φαντασία, η μουσική, η μαγεία, η θρησκεία και ανθρώπινη ζωή ήταν ένα αδιαίρετο σύνολο. Όπως λοιπόν μας παραδόθηκε από τους Πυθαγόριους, που κι αυτοί κατά τα φαινόμενα υιοθέτησαν θεωρήματα των ασσυροβαβυλωνίων, οι πλανήτες περιστρεφόμενοι στο σύμπαν προκαλούν μουσικούς ήχους που είναι ανήκουστοι στ’ αυτιά μας. Το σύνολο όλων αυτών των ήχων ονομάζεται «αρμονία των σφαιρών», μια μουσική έκφραση, ας πούμε, της συμπαντικής ευταξίας που για την αρχαιότητα σήμαινε ταυτόχρονα δυό πράγματα, δυό συναφείς έννοιες: ευταξία του κάλλους και ευταξία των αριθμών. Ένα θεώρημα που είτε ως μουσική υπερβατική είτε ως παλίντονος αρμονία, όπως την προσδιόρισε ο Ηράκλειτος στα Περί φύσεως αποσπάσματά του, νομίζω ότι υποκίνησε την εξής εκστατική εμπειρία στον Νίκο Καρούζο, όταν άρρωστος ταξίδεψε στο Λονδίνο: «Μέσα στη νύχτα του Λονδίνου τα κόκκινα κι άσπρα φώτα στ’ αεροπλάνα με τον εντεινόμενο βόμβο, επιβλητική λειτουργία». Ή αρκετά πιο πριν, αλλά και πολύ πιο ρητά, έκανε τον Ζήση Οικονόμου, τον πλησιέστερο για μένα στον τύπο του ασκητή και του μύστη (ουδέποτε όμως μεταφυσικού) ποιητή, να πει στην «Αιφνίδια επίσκεψή» του θέλοντας κι αυτός να μεταφέρει την ουράνια απειροτατική αρμονία πάνω στη γήινη ζωή: «Eν σιγή στη γη αλγεί το αίσθημα/μουσική των σφαιρών/και τόνος μέσα στον τόνο».

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ

Πρόκειται για το έκτο βιβλίο της Κλεοπάτρας Λυμπέρη. O τίτλος υπενθυμίζει την ηχητική δαψίλεια από την αρμονική κίνηση των πλανητών, την οποία φημολογείται ότι διαισθάνθηκε πρώτη φορά κάπου στην Κυρηναϊκή ο μύστης Πυθαγόρας. Πρόκειται ασφαλώς για την ίδια ακριβώς μουσική, την οποία βίωσαν πρωτογενώς οι κοσμοναύτες των μέσων του προηγούμενου αιώνα. Η ανάπτυξη όμως του ποιητικού σχεδίου δεν σταματά εκεί, όπως άλλωστε θα περίμενε κανείς από την ευρηματική ποιήτρια. Το παραγωγικό τελικό σύνθεμα στηρίζεται συχνά πυκνά στον άμεσο και ολοσχερή εκπυρηνισμό των νοημάτων. Οι θεματικές διαθλάσεις διαδέχονται ευχερώς η μια την άλλη, ο χωρόχρονος διαστέλλεται και συστέλλεται κατά τρόπο σύμμετρο, ενώ οι υπαρξιακές, ενίοτε ριζικές ανακατατάξεις συνιστούν τους κατ’ εξοχήν κοινούς τόπους των αναφορών. Συγκρατώ επίσης ότι σχεδόν τίποτε δεν βρίσκεται στο απυρόβλητο: η ποιητική κρίση είναι ασυμβίβαστη κι άλλο τόσο ανατρεπτική. Όσον αφορά στις αλλεπάλληλες ερωτήσεις, οι οποίες παρέχουν με το πρώτο άκουσμα την εντύπωση καταχρηστικών αποδελτιώσεων άγχους ή ρητορικών εκτονώσεων, φρονώ ότι κατά βάθος διερευνούν ουσίες βίου. Οι απορίες δηλαδή σχολιάζουν το διακύβευμα της καθημερινής πράξης. Ενδεικτικός κατάλογος: «Ποια ζώα να πνίξει η γλώσσα για να γίνει γυναίκα;», «Αναρωτιέμαι το φύλο γυναίκα θ ’ απαλλαγεί ποτέ από το σώμα; (Ό – χι;)», «Να προτιμήσω ετούτη τη μεταφορά ή μια άλλη;», «Εις την σιγή των οριζόντων / – λέω – η πιο όμορφη / μαρμαρυγή / (το στόμα ρόδο κανενός;)» «Αυτό που δεν βλέπεις υπάρχει; Αυτό που δεν είσαι / σε βλέπει; Η μητέρα σου ήθελε να είναι πατέρας / κι έβαζε το κεφάλι της στο μαξιλάρι μου. / Με ποια λέξη λοιπόν τον καλείς; Με ποιο βέλασμα / γίνεσαι κάμπος; Με ποια βρύση τού στάζεις / κοριτσάκια στα μάτια, τι σάβανα πετάς / και πέφτει σαν μήλο ή σαν πρόβατο;», « Πώς στέκομαι στα δυο μου πόδια / χωρίς να πέφτω;», « Τι είναι ο έρως; Σάλπιγξ ή / λύγξ; Ή κρουνός χάριτος / του Πατρός μου;», « Ά -πει- ρο ά-πει-ρο τί εστί;», «-Είμαι δοχείο νυκτός; / Ή υπηρέτης του σύμπαντος; / Ανθοδοχείο; / Μελανοδοχείο; / Και τα δύο; / Στου ερέβους την πλάτη / κάτι; / Του φωτός / μάτι; Αυταπάτη;» και «Το άπειρο με περιέχει;». Η τεχνική αυτή ανακαλεί με τη σειρά της μια μακρά παράδοση απορητικών ελιγμών, ενδελεχών αυτοελέγχων και δικανικών θα έλεγα περιστροφών γύρω από την ενδεχόμενη σκοπιμότητα του είναι, όπως την είδαμε φέρ’ ειπείν στο ποίημα του Μπωντλαίρ «Αναστροφή», το οποίο αποτελείται κατά κύριο λόγο από καταχρηστικές ερωτηματικές προτάσεις-στίχους.
Αλλά και στο πολύσημο αφήγημα Φλάουερ, το οποίο εκδοτικά προηγήθηκε κατά τέσσερα χρόνια, πάλι από την «Άγρα», οι διερωτήσεις μιας παραληρηματικής εμμένειας στελέχωναν ένα ικανό μέρος των καταγραφών της Κλεοπάτρας Λυμπέρη. Έστω τα εξής παραδείγματα: «Σας έχει συμβεί ν’ ακούσετε τη μουσική των σφαιρών; Όχι;», « Φλάουερ, δηλαδή άνθος. Ποιο άνθος κόψαμε, λοιπόν, απόψε; (Μήπως το άνθος είμαστε εμείς- ένας μίσχος γυμνός που λύγισε κάτω από τ ’ άστρα;), «Αυτός; Είμαι εγώ; Είναι η ίδια η πατρότητα που συμφιλιώνεται μέσα μου με μια μητέρα για να προσφέρουμε ένα δώρο σ’ αυτό το κενό;», «Τότε Εκείνος από μέσα, σού λέει, θέλεις να δεις ποιος είσαι, θέλεις να σού δείξω ποιος είσαι;» και «Τι να κάνεις για να είσαι ένας άλλος;». Η μη απάντηση φρονώ ότι δεν πιστοποιεί τόσο την αδυναμία του όντος να προσδιορίσει τον Εαυτό, όσο την ειδικότερη αβελτηρία του υποκειμενικού παρατηρητή-δράστη-θύματος να διακρίνει τις αντικειμενικές υποστάσεις πίσω από το συνονθύλευμα των κατά κανόνα παραπλανητικών φαινομένων. Η γλώσσα ηχεί συνεπώς μεταλλικά, με μιαν ιδιάζουσα οξύτητα, η οποία συνήθως παραπέμπει στα ομιλήματα απέλπιδων ή στασιαστών. Έχει βεβαίως επισημανθεί ήδη από τον Αλέξη Ζήρα η έντεχνη τραχύτητα των στίχων της Κλεοπάτρας Λυμπέρη, η οποία εν γένει αποβλέπει περισσότερο στην έκθεση των ψυχικών δεδομένων, παρά στην ενδεχομένως επισφαλή ή λίγο πολύ δογματική διερμηνεία τους.
Έμπειρη πολλαπλώς των εννοιολογικών αιφνιδιασμών και των κατεδαφιστικών αφορισμών, η γραφή αποσκοπεί εδώ, μεταξύ άλλων, και στην πιστή απόδοση μιας εμφανώς μεταβιωματικής αλήθειας, η οποία μπορεί να αναδιατυπώσει με την δέουσα εννοείται διαλεκτική επάρκεια και αποδομητική ορμή, πολλές ηθικές θέσεις, αλλά και αναγεννησιακές αρχές. Φαίνεται μάλιστα ότι δεν αγνοεί την 4.003η επιχειρηματολογία του Tractatus Logico Philosophicus: «Οι περισσότερες προτάσεις και τα ρωτήματα που έχουν διατυπωθεί για φιλοσοφικά ζητήματα δεν είναι εσφαλμένα, αλλά α – νόητα. Για αυτό δεν μπορούμε καθόλου να απαντούμε σε τέτοιου είδους ρωτήματα, αλλά μόνο να πιστοποιούμε πως είναι α – νόητα. Τα περισσότερα ρωτήματα και οι προτάσεις των φιλοσόφων στηρίζονται στο πώς δεν καταλαβαίνουμε τη λογική της γλώσσας μας. (Ανήκουν στο είδος του ρωτήματος, αν το αγαθό είναι περισσότερο ή λιγότερο ταυτόσημο από το ωραίο.) Και δεν είναι να απορεί κανείς πως τα βαθύτερα προβλήματα πραγματικά δεν είναι προβλήματα.» Ο εμφανής σαρκασμός του Λούντβιχ Βιττγκενστάιν πιστεύω εν ολίγοις ότι ανιχνεύεται εύκολα στις αφετηριακές καταβολές αυτής της ποίησης, η οποία δεν επιζητεί να αποκρύψει την εγγενή ειρωνική της προοπτική.
Κατά τα άλλα η υπαινικτική τακτική ενός χαλαρού υπερρεαλισμού είναι σαφής. Η προκαταρκτική δήλωση του 9ου μέρους του βιβλίου συνιστά μάλιστα ένα οιονεί credo. Παραθέτω: « (Όταν η γλώσσα με πολλούς ελιγμούς μαζεύει από τους φτωχούς ό, τι περισσέψει, εκεί θα βρεις τη μουσική των σφαιρών. Είναι παιδάκι του κόσμου αυτή η μουσική – όπως ακριβώς τα πουλιά είναι σύμβολα μαθηματικά με φτερά.)». Από την άποψη αυτή διατυπώνεται εμμέσως πλην σταθερώς η εκλεκτική συγγένεια με τα όσα πρεσβεύει η ύστερη μπορχεσιανή στρατηγική. Δηλαδή: «Τώρα έχω φτάσει στο συμπέρασμα (και το συμπέρασμα αυτό μπορεί να ακούγεται λυπηρό), πως δεν πιστεύω πια στην έκφραση: πιστεύω μόνο στον υπαινιγμό. Άλλωστε, τι είναι οι λέξεις; Οι λέξεις είναι σύμβολα για αναμνήσεις που τις έχουμε κοινές με άλλους ανθρώπους. Αν εγώ χρησιμοποιήσω μια λέξη, τότε πρέπει εσείς να έχετε κάποια εμπειρία εκείνου για το οποίο δηλώνει η λέξη. Εάν δεν έχετε, η λέξη δεν σημαίνει τίποτα για σας. Νομίζω πως μπορούμε μόνο να υπαινισσόμαστε, πως μπορούμε να κάνουμε τον αναγνώστη να φαντάζεται. Ο αναγνώστης, αν είναι αρκετά εγρήγορος, μπορεί να ικανοποιηθεί με την απλή νύξη ενός πράγματος…» (Βλ. Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Η Τέχνη του Στίχου (Διάλεξη «Το πιστεύω ενός Ποιητή»).
Στον βαθμό που «δεν γράφουμε για να ξαναβρούμε μια εμπειρία• γράφουμε για να την προσεγγίσουμε όσο μπορούμε», όπως διατείνεται ο πληθωρικός αλλά εξαιρετικά νοήμων Νόρμαν Μέϊλερ, (βλ. Η μάγισσα τέχνη), εγχειρήματα σαν αυτό της Κλεοπάτρας Λυμπέρη αποκτούν ένα πρόσθετο ενδιαφέρον, διότι μας επιτρέπουν να αναστοχαστούμε και πάλι πάνω στο ζήτημα της διαχρονικής πορείας μιας επίμονης αυτογνωσίας του σκεπτόμενου δίποδου, της αντίστοιχης πνευματικής αποψίλωσης του κόσμου και της βαθύτερης επικοινωνιακής αναγκαιότητας μέσα σε ένα ζοφερό οικολογικό γίγνεσθαι. Στην ομολογία «Τι θέρος που θέρισα, φρούτα λιωμένα εικοσ- / τετράωρα, όταν γευόμουν το εγώ /στη μοναξιά της γλώσσας» επικυριαρχεί ένα αίσθημα θριάμβου, έστω και πρόσκαιρου, του ποιητικού υποκειμένου μετά τη μάχη του με το πολυόμματο τέρας της ματαιότητας.

http://www.poeticanet.gr/kleopatra-lymperi-moysiki-sfairwn-a-1215.html

 

ΧΡΙΣΤΟΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Το άναρχο της μορφής που συμπεριφέρεται με μια εντελώς ακατανόητη πρόθεση, δίνει στο βιβλίο όψη άγνωστης και πρώτιστης γεύσης. Ένα το κρατούμενο; Δηλαδή ότι δεν έχουμε να κάνουμε, τόσο τεχνικά όσο και θεματολογικά, με κάτι το πεπερασμένο αλλά το αντίθετο με κάτι εντελώς σύγχρονο. Αυτό απαιτεί γνώση της ποίησης της Λυμπέρη, εν αρχή, και γενικότερα της Ποίησης στο σύνολό της, γιατί η ποιήτρια, χαρισματική και ταλαντούχος, δεν είναι και τόσο γνωστή στο κοινό που περιδιαβαίνει τα βιβλιοπωλεία. Στη συνέχεια και χωρίς παραμικρή οριακή «εξυπνάδα» – ασφαλώς δεν μιλάμε για κάτι το κακόγουστο -, η Λυμπέρη «αναλύει», όσο πιο κρυπτικά γίνεται, το γυναικείο φύλο, τη συγκρότησή του, την ομορφιά του, τις νύξεις, εν τέλει, που υφαρπάζει απ’ την ταυτότητά τους. Οι γυναίκες για τη Λυμπέρη υπερηφανεύονται για το φύλο τους, χώρια που πολλές φορές παρά την έντονη παραμυθία της, μέσα στο βιβλίο κάπου δείχνει να χάνονται. Ενόσω εσκεμμένα η ποιήτρια προσπαθεί ν’απαλλαγεί απ’αυτό το γεγονός.
Η ομότιτλη ενότητα καθρεφτίζεται θεατρικά, ιστορικά, φιλοσοφικά, κοινωνιολογικά και σημειολογικά με όση δύναμη το σακκίδιο της Λυμπέρη περιέχει. Κι αυτό δεν είναι αίσθηση· το μεγάλο αυτό κομμάτι του βιβλίου σχεδόν «παραληρεί» σχεδόν «παραμιλά» κάτω από το πέπλο της ποίησης, μέσα στον οίστρο της δημιουργίας, γύρω από το φαινομενικά προσλήψιμο, μέσα στην ψυχή της ποιήτριας, ενδεχομένως, και μέσα στο σώμα της. «Η μουσική των σφαιρών» είναι μία πολύ ενδιαφέρουσα ποιητική συλλογή· τουτέστιν θα τολμούσε κανείς να πει, περιδιαβαίνοντας το ψυχανέμισμα της ποιήτριας και κάνοντας ότι είναι δυνατόν προκειμένου να εισβάλλει στο ποιητικό της σώμα, ότι γεύεται την πρωτότυπη ποιητική γλώσσα, την αντισυμβατική θεματολογία και εξέρχεται της ανάγνωσης με την αίσθηση της πληρότητας. Διάλεξα το παρακάτω ποίημα.

Η ΚΟΡΗ ΚΟΙΤΑΖΕΤΑΙ ΣΤΑ ΛΟΓΙΑ ΤΗΣ
Πως στέκομαι στα δυο μου πόδια
χωρίς να πέφτω; Παράξενο. Ούτε ο άνεμος δεν με
θροΐζει, μόνο τα μαλλιά μου (μ’εκείνο το σσσσσσς
που τρίζουν τα φύλα μαγεμένα) κάπως έτσι
στέκομαι – σαν θαύμα.

Όσο κοιτάζω τόσο παραξενεύει
η εικόνα: οι αστερισμοί μου όλοι
στην όρθια στάση· κάποτε
είχα τέσσερα πόδια – μου λένε· (να το πιστέψω;)
Πως αγκαλιάζω μ’εκείνα τα χέρια που ήταν
πόδια μου – λένε – πριν την όρθια στάση
του ανθρώπου.

http://www.poeticanet.gr/kleopatra-lymperi-moysiki-sfairwn-xristoy-a-1266.html

 

ΤΟ ΡΗΜΑ ΠΕΙΝΑΩ

ΤΑΣΟΣ ΓΟΥΔΕΛΗΣ

ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ (Τεύχος 117-118, Απρίλιος- Ιούνιος 2002)

Σε ένα μετα–υπερρεαλιστικό κλίμα κινούνται τα ποιήματα της Κλεοπάτρας Λυμπέρη στο βιβλίο ΤΟ ΡΗΜΑ ΠΕΙΝΑΩ (Άγρα). Έτσι τιτλοφορείται η τελευταία της συλλογή, που προτείνει μια γραφή, εκτός των άλλων, επινοητική, περιπαικτική και διανοητική (κάποτε περίκλειστη στη μέριμνά της για ένα αποτέλεσμα «γλώσσας» και μόνο). «Η ιστορία αρέσκεται στον κύκλο όπως ο κύκλος αρέσκεται στα ίδια, οι άνθρωποι/ γίνονται ιστορικοί με φρούτα στα χέρια/ τα φρούτα ιστορούν το στρογγυλό τους/ ένα εωθινό απόσπασμα των οριζόντων. Τα/ φρούτα είναι ηδυτικά γεγονότα ο κήπος/ τ’ αγκαλιάζει στη φθορά τους τα ονόμασε ουράνιες/ σφαίρες: αναπηδούν στον ουρανίσκο/ο Αύγουστος διαθέτει γούστο…»
Η χειρ Καρούζου ενίοτε καθορίζει την πλεύση, αλλ’ εν τούτοις η Λυμπέρη ελέγχει τη μονοφωνία της: «το αυτί ακούει ένα σύμπαν κυκλικό μια/ σφαίρα, έτσι συμβαίνει πάντοτε το Όλον ναυαγεί/ εντός του μέρους, ο τέττιξ/ τεντωμένη χορδή ως τα άστρα πλήρης ρωγμών/ στους πόνους των ημερών πλήρης φωνών/ το θέρος ο έρως που φέρνει ο τέττιξ στην φρίκη αυτή/ της απραξίας (ο κύκλος εννοεί τετελεσμένο…»

 

ΠΟΙΗΣΗ ΜΕ ΤΕΣΣΕΡΑ ΠΟΔΙΑ

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΣΙΑΦΑΚΑ

FREAR 2/1/2017

Σε 2 ενότητες με τίτλο Περί συνομιλίας και Περί μη ταπεινότητας, αντίστοιχα, η Κλεοπάτρα Λυμπέρη συναντά την αποφθεγματική απόφανση με εργαλεία τη φιλοσοφία, την ψυχανάλυση, τη θεωρία της λογοτεχνίας. Ο λόγος, ο Λόγος η (συν) oμιλία, η συζήτηση και η αναζήτηση, η γλώσσα, η αισθητική, η ηθική, ο χώρος, ο χρόνος, το είναι, η ταυτότητα σε σχέση με τη (μη) ταπεινότητα συνιστούν τη θεματική των 160 αποφθεγμάτων της πρώτης ενότητας και των 60 της δεύτερης ενότητας. Ο λόγος της σαφής, μεστός, καλοσμιλεμένος, σκωπτικός, ειρωνικός, ερωτηματικός, αφοριστικός μάς προσκαλεί να διαλογιστούμε ενώπιον ενός καθρέφτη. Κείμενα άκρως υπαρξιακά, πέρα από την αναγνωστική απόλαυση, κλείνουν το μάτι στον αναγνώστη μ’ εκείνη τη σαγήνη που έχει ο ενσυνείδητος και βιωμένος λόγος. Ως παραδείγματα (με μεγάλη δυσκολία) επιλέγω τα επόμενα: «109. Για να γραφτεί καλή ποίηση χρειάζεται ψυχική αδεξιότητα; 110. Το τραύμα του καλλιτέχνη, ως γνωστόν, γεννά γλώσσα· αλλά αυτή πώς θα εκφραστεί ολοκληρωμένα χωρίς έναν οργανωμένο νου; Η αδεξιότητα περιπλανιέται απλώς στο τυχαίο, αναλώνεται (σχεδόν με αυταρέσκεια) στην περιγραφή του τραύματός της» / «27. Η μη-ταπεινότητα συχνά στηρίζεται πάνω σ’ έναν κόσμο απαστράπτοντα (γνώσεις, ταλέντο, κάλλος, λαμπρά κατορθώματα.) Αλλά το χάος αδιαφορεί για όλα αυτά».

 

EΠΤΑΕΤΕΣ ΚΟΡΑΣΙΟΝ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΕΥΣΤΑΣΙΑΔΗΣ

ΤΙ είναι το επταετές κοράσιον; Είναι ποίηση; Θυμίζω πως η Λυμπέρη, με εξαίρεση ένα αφήγημα το 2003, έχει γράψει και εκδώσει αποκλειστικά ποιητικές συλλογές. Είναι λόγος αποφθεγματικός που συγκεντρώνει στοχασμούς – κυρίως γύρω από τη γλώσσα, άρα, λέω, αυθαίρετα αλλά νόμιμα, και γύρω από την ποίηση;
Είναι μια συλλογή αφορισμών, οι οποίοι συνδυάζουν ευφυΐα και γόνιμες, λογικές ανατροπές, φθάνοντας ενίοτε ως το ευφυολόγημα;
Ή είναι τέλος, ημερολογιακές σημειώσεις, στοχαστικές αναγραφές στα περιθώρια του χρόνου που περνά;
Για το τελευταίο αυτό δεν χρειάζεται ερωτηματικό, μια και η Λυμπέρη καθαρά δηλώνει την πρόθεση, θέτοντας ημερομηνίες σε κάθε εγγραφή (αρχίζοντας στις 31.12.92 και φθάνοντας στις 25.5.99).
Εδώ επιτρέψτε μου πριν προχωρήσει να παρεμβάλω κάποια σύντομα αποσπάσματα που δίνουν το στίγμα του βάθους της σκέψης και της δεξιοτεχνίας της γραφής της (παραλείπω για συντομία τις ημερομηνίες):

Aφού μιλάω δεν είμαι ένα ον αποσπασματικό.
*
Το παράδοξο του χρόνου: ο χρόνος συμπεριλαμβάνει την ιδέα μας για τον χρόνο.
*
Χρησιμοποιούμε ένα επίθετο για να διαβεβαιώσουμε το ουσιαστικό ότι υπάρχει.
*
Τα επίθετα είναι εχθροί της φαντασίας.
*
Ο ευφυής συγγραφέα διδάσκεται από τους ήρωές του.
*
Λογοκλοπή ονομάζεται το έργο μιας ψυχής που υποφέρει από έλλειψη ερωτικής ικανοποίησης.
*
Το σονέτο είναι το μπαλκόνι των εραστών.
*
ΟΙ βιβλιοθήκες μας προειδοποιούν για τον θάνατο.
*
Η πεποίθησή μου ότι τα φωνήεντα μας ξεκουράζουν, δεν είναι μια ποιητική εκκεντρικότητα.
*
Ο Ε. είπε: Οι λέξεις υπάρχουν ήδη· γράψτε τες.
*
Μιλάει: κατασκευάζει ένα παρόν.
*
Λόγε, δίδαξέ μου την τέχνη της συνάφειας.
*
Ο θάνατος προηγείται, δεν έπεται.
*
Η ομιλία είναι σώμα.

Θέτω ξανά το ερώτημα: Ποίηση; Αποφθέγματα; Αφορισμοί; Ημερολόγια; Πριν προσπαθήσω να απαντήσω, σημειώνω κι αυτό:

Φανερώσου Νόημα
ως τσαμπί ουρανίων σταφυλών

ή

Το φύλο γυναίκα χορεύει
στην ερημιά μιας γλωσσικής
απραξίας

ή

Με ποια λέξη λοιπόν
τον καλείς;

ή

Όταν το ποίημα έλκει την ετερότητα
γίνεται φίδι.

ή

Κλέβει την ομιλία ο άντρας
η γυναίκα πεινάει
σαρκοφάγος των ξένων ονείρων.
Τα αποσπάσματα αυτά προέρχονται από το τελευταίο δημοσιευμένο ποιητικό βιβλίο της Κλεοπάτρας Λυμπέρη Η Μουσική Των Σφαιρών (2007).
Νομίζω οι θεματικές και δομικές αναλογίες του βιβλίου αυτού με το Κοράσιον είναι τέτοιες και τόσες, που με οδηγούν σε ένα αυτονόητο συμπέρασμα: To Eπταετές Κοράσιον είναι ένα ποιητικό βιβλίο με αποφθεγματικές απολήξεις σε φόρμα αφορισμών, το οποίο τυπικά υιοθετεί τη φόρμα του ημερολογίου.
Θα με ρωτήσετε, πώς σε αυτό το τόσο ώριμο βιβλίο, με τόσο ουσιαστικό βάθος (η Λυμπέρη γράφει κάπου: «To ποίημα δεν χρειάζεται να μιλά από ένα ύψος, αλλά από ένα βάθος»), συνάδει ένας τόσο ελαφρός, αν και χαριτόβρυτος, τίτλος; Θα απαντήσω, κι αν σφάλω, αυτό δεν θα έχει επιπτώσεις ούτε σε μένα, ούτε, πολύ περισσότερο, στο βιβλίο. Αν υπολογίσεις τον (φανταστικό, ισχυρίζομαι) χρόνο των ημερολογιακών εγγραφών από το 1992 έως το 1999, προκύπτει μια επταετία (η ίδια κλείνει το μάτι με μια μόνο παράταιρη εγγραφή του 1980).
Αυτή η ενδιάμεση ηλικία (περίοδος ζωή, καλύτερα) της ποιήτριας, όπως δηλώνει συμβολικά στον τίτλο, εκφράζει την ενδόμυχη επιθυμία της να προσεγγίσει στοχαστικά και το θέμα της γλώσσας, των λέξεων, του χρόνου και της μοναξιάς, κρατώντας, όμως, εγωιστικά για λογαριασμό της τη νέα ματιά και το θάμβος για έναν κόσμο παλιό. Η ηθελημένη ετούτη οπτική, με την αθωότητα βλέμματος παιδικού, είναι που κάνει, θαρρώ, την πυκνή γραφή της και ανατρεπτική και διάφανη. Κοντολογής, ένα βιβλίο «σαν μπάλσαμο γλυκό σαν φύσημα απαλό», όπως θα έλεγε μια άλλη Kλεοπάτρα, με τη γραφίδα του Γουίλιαμ Σαίξπηρ.
Ξαναγυρίζω, εν κατακλείδι, στη Μουσική των Σφαιρών, την προηγούμενη συλλογή της, και διαβάζω:
“Όταν η γλώσσα με πολλούς ελιγμούς μαζεύει απ’ τους φτωχούς ό,τι έχει περισσέψει, εκεί θα βρείς τη μουσική των σφαιρών. Είναι παιδάκι του κόσμου αυτή η μουσική», γράφει η Λυμπέρη. Κι εγώ συμπληρώνω: Όχι απλώς παιδάκι. Επταετές κοράσιον.

(Το κείμενο διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου
που έγινε στο Ιονικό Κέντρο)

 

27.8.2014 / ΠΟΝΤΙΚΙ ART

Μικρά δοκίμια από σημειώσεις και συγκινήσεις…

H ποιήτρια και μεταφράστρια Κλεοπάτρα Λυμπέρη γράφει για το βιβλίο της.

Ο Νίτσε, ο Κάφκα, ο Πεσόα, ο Στίβενς έγραψαν αφορισμούς, επιλέγοντας αυτήν τη σύντομη και ακαριαία φόρμα για να συνοψίσουν το Νόημα μέσα σε ελάχιστα θραύσματα της γλώσσας. Το βιβλίο μου «Επταετές Κοράσιον», αν και διαπνέεται από την αντίληψη των fragmentes (κομματάκια ιδεών, βιωμάτων, σκέψεων, συγκινήσεων, αποκαλυπτικά της συνείδησης), δεν έχει τη βαρύγδουπη φιλοδοξία να παρουσιάσει αφορισμούς.

Θα ονόμαζα αυτές τις σύντομες φράσεις, πυκνώσεις νοηματικές και συναισθηματικές, οι οποίες διέπονται από τη γνωστή ποιητική και φιλοσοφική διάθεση που υπάρχει σε ολόκληρο το έργο μου. Είναι κάτι σαν ένα ημερολόγιο στιγμών, άλλοτε περιπαικτικό του χρόνου και αποδομητικό του Νοήματος, κι άλλοτε βουτιά στα βαθιά, ώστε να ξανατεθούν τα κλασικά ερωτήματα για την ύπαρξη, τη συνείδηση, την τέχνη, τον καλλιτέχνη, τη γραφή, την ποίηση, το πνεύμα, τη ανθρώπινη εξέλιξη. Τα περισσότερα από τα μικρά ετούτα κείμενα είναι πυρήνες δοκιμίων.

Προέκυψαν σε μια περίοδο που συνήθιζα να κρατώ καθημερινά σημειώσεις (καταγράφοντας όλα όσα γεννιούνται στο ατελιέ του καλλιτέχνη, χωρίς την πρόθεση να δημοσιοποιηθούν – στο περιθώριο της κύριας δουλειάς) και νομίζω ότι τα έβλεπα σαν απλές πνευματικές προκλήσεις. Όμως δεν αφορούν σημειώσεις που κράτησα από το διάβασμα βιβλίων, όπως έγραψε κάποιος κριτικός (αν και δεν υπάρχει παρθενική έμπνευση, πάντα μεταφέρουμε υποδόρια όλα όσα έχουμε διαβάσει). Θα έλεγα ότι αποτελούν καθαρά βιωματική απόσταξη από μια εφ’ όλης της ύλης εσωτερική δραστηριοποίησή μου εκείνης της εποχής, λόγω θητείας στην Ψυχανάλυση.

Το «Επταετές Κοράσιον» ανεβάζει στην επιφάνεια τη λάμψη αλλά και τα κουσούρια της καλλιτεχνικής ψυχής, προσπαθώντας να διασώσει το αυθεντικό πρόσωπο του καλλιτέχνη.

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΣΤΙΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ

 

ΘΑΝΑΤΟΙ ΓΙΑ ΤΙΣ ΚΥΡΙΕΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΕΣ
ΤΟΥ ΝΟΡΜΑΝ ΜΕΗΛΕΡ

ΓΙΩΡΓΟΣ BEHΣ

Δημοσιεύτηκε στην Ελευθεροτυπία

«Δεν εμπιστεύομαι εκείνους που ακούνε και δεν βλέπουν είπε η λέξη.
Είμαι ερωτευμένος μ ΄ εκείνους που έρχονται σε μένα με την πληγή τους
είπε η διάθεση γιατί εκείνοι που βλέπουν και δεν ακούνε πληγώνουν άλλους
με τη φωνή τους. Εκείνοι που ακούνε και δεν βλέπουν δίνουν ελεημοσύνη
στην Εύα και σε άλλους αδυνάτους είπε η τάξη-ησυχία που επιβάλλει η
αστυνομία.»
(Από το βιβλίο, σελ. 58)

Σύμφωνα με την εισαγωγική δήλωση του χαρισματικού συγγραφέα, τα ποιήματα αυτά γράφτηκαν μέσα σε δεκαπέντε μήνες έντονων βιωματικών ανακατατάξεων. Η ζωή του τότε, στις αρχές της δεκαετίας του ’60, «περνούσε από πολλές αλλαγές, μεταξύ των οποίων μια φυλάκισή [.] η ξαφνική διάλυση ενός γάμου, το ξεκίνημα ενός άλλου», ενώ η περιπέτεια της γραφής έδινε την εντύπωση ότι μάλλον είχε ανασταλεί δραστικά. Οι συναφείς εξομολογήσεις διακρίνονται για την παρρησία τους. Η ατομική αποδόμηση ενίοτε εκπλήσσει από τη σφοδρότητά της. Το αμερικανικό θαύμα δεν αποδεικνύεται αρκετά πειστικό για να συμπαρασύρει και τον ιδιαίτερα υποψιασμένο Νόρμαν Μέιλερ σ’ έναν παράδεισο ευφορίας. Δεν έχω λόγο να αμφιβάλλω για τα αθώα κίνητρα των συναφών καταχωρήσεων. Διακρίνω τα εξής χαρακτηριστικά: «Έπινα πολύ εκείνη την εποχή, όχι εκρηκτικά, όπως κάποτε στο παρελθόν αλλά σταθερά-τα περισσότερα βράδια πήγαινα για ύπνο έχοντας κάνει πολύ βαρύ μεθύσι και, για πρώτη φορά, το πρωί, οι πονοκέφαλοι της οινοποσίας ήταν διαποτισμένοι από τρόμο. Παλιότερα, ποτέ μου δεν είχα αισθανθεί αδύναμος δίχως ένα ποτηράκι, τώρα μου συνέβαινε. Ένιωθα βαρύς, άκαμπτος στα πρώτα βήματα της μέσης ηλικίας και με ανάγκη για ποτό. Κι έτσι σκέφτηκα ότι τελικά δεν ήταν εντελώς απίθανο να’ χα γίνει αλκοολικός.» (Ιδέτε σελ. 15).
Αιφνιδιάζοντας κοινό και κριτικούς, ο Νόρμαν Μέιλερ, δημιουργός έως τότε ιδιαίτερα μεγάλων αφηγηματικών μονάδων, οι οποίες συνέβαλαν ως γνωστόν αποφασιστικά στον ακριβή καθορισμό της αμερικανικής πεζογραφίας του 20ου αιώνα, θέλει ξαφνικά να πείσει τους πάντες ότι η συνειδητά αποστεωμένη, σαφώς γλωσσοκεντρική, μη μουσική φράση, η οποία εν τέλει θυμίζει έντονα τις υποδειγματικές δοκιμές του συμπατριώτη του στυλίστα Ε. Ε. Κάμιγκς, έχει φύσει και θέσει τη δυνατότητα να χωρέσει άπαν το πάθος των εφιαλτικών εκείνων ημερονυκτίων. Δεν θα υποστήριζα ότι η γραφή αυτή συναγωνίζεται επάξια το κειμενικό κύρος της γενικότερης «προοπτικής Μέιλερ». Είναι άλλωστε τελείως διαφορετικοί οι αντίστοιχοι συσχετισμοί σε επίπεδο υφολογικών προσαρμογών και άλλοι οι ένδον παράμετροι του θεματικού αυτοπροσδιορισμού. Ενίοτε μάλιστα η τάση περικοπής οδηγεί στην αβίαστη σύνθεση επιγραμμάτων, όπως αυτό, που φέρει τον τίτλο «Συγχρονισμός»: «Άκου / γλυκιά μου / η ώρα / έχει περάσει / πονάνε / τα / πλευρά μου / Αν / δεν /πάρεις ταξί / θα σπάσει / η καρδιά μου». (Ιδέτε σελ. 74). Ο προωθημένος δημοσιογράφος, ο χειραγωγός της δημοσιότητας, ο πληθωρικός αφηγητής, ο οποίος, ως γνωστόν, αρεσκόταν συν τοις άλλοις είτε να υπονομεύει τα διηγητικά είδη είτε να τα αναμειγνύει δεόντως, στράφηκε πλησίστιος στην ποίηση, τότε μάλιστα που οι πληθωρικοί, εξωστρεφείς ποιητές της εξόχως ρητορικής «σχολής μπητ» επικρατούσαν δικαιωμένοι στο λογοτεχνικό στερέωμα των ΗΠΑ. Ασφαλώς η ιδέα αυτή της αναζήτησης εκφραστικού διεξόδου σε κατά κανόνα ολιγόστιχα, αυστηρά από δομική άποψη ποιήματα, έμμεσης ή και αποστεωμένης λυρικής υφής, φάνηκε τουλάχιστον αξιοπερίεργη αν όχι τελείως σπασμωδική.
Οι κυρίαρχοι κριτικοί εκείνων των συγκυριών φάνηκαν όμως ιδιαίτερα σκληροί. Κάποιοι μάλιστα από αυτούς, κατακεραυνώνοντας τον Μέιλερ, διεκπεραίωσαν εκ του ασφαλούς ακόμη και την καταπιεσμένη για καιρό κακεντρέχειά τους για το πολλαπλώς δυσεξήγητο «φαινόμενο Μέιλερ». Οι απροσχημάτιστες κατηγορίες για ευκαιριακή ενασχόληση με την τέχνη των στίχων, οι καταγγελίες για επίδειξη κακού γούστου, ασύγγνωστη πολυπραγμοσύνη και υφολογική προχειρότητα βεβαίως και αποθάρρυναν τον εμβληματικό μυθιστοριογράφο: το ποιητικό εγχείρημά του έληξε άδοξα και μάλιστα εν τη γενέσει του. Ο Μέιλερ, ως ποιητής, απεβίωσε προτού καλά-καλά περπατήσει στην αχανή αμερικανική ενδοχώρα του τυπωμένου λόγου. Το ερωτήματα που προκύπτουν σήμερα είναι απλούστατα: για ποιο λόγο μεταφράζονται στη γλώσσα μας, και μάλιστα από μια έμπειρη δημιουργό λόγου, μισό σχεδόν αιώνα από τότε που κυκλοφόρησαν για πρώτη φορά, οι Θάνατοι για τις κυρίες (και άλλες καταστροφές); Τι έχει να μας ξαναπεί σήμερα, από καθαρά ποιητική άποψη, ο τιμηθείς με δύο βραβεία Πούλιτζερ, το 1968 και 1980, για τα σημαδιακά πεζογραφικά έργα του Οι στρατιώτες της νύχτας και Το τραγούδι του εκτελεστή, αντιστοίχως; Μετά την αναγνωστική εμπειρία έστω ενός αντιπροσωπευτικού τμήματος της πολύσημης νεοελληνικής ποίησης και όχι μόνον, τι έχει άραγε να προσθέσει στις αναγνωστικές μας περιδιαβάσεις ο εμφανώς προκλητικός, βίαιος, εμμέσως κινηματογραφικός λόγος του Νόρμαν Μέιλερ;
Ας παραθέσω, προτού απαντήσω, το εξής επιλογικό απόσπασμα από το Μια περιπλάνηση σε πρόζα: για τον Χέμινγουεϊ-Καλοκαίρι 1956: «Και τώρα / Μάρτη του εξήντα ένα η μυρωδιά αυτής / της κρέμας μού ξανάρθε καθώς με φίλησες / εδώ ετούτη τη στιγμή, φορώντας την και πάλι,/ ξέροντας πως την απεχθάνομαι γιατί / και πάλι οδηγεί το μυστικό της φτωχής μου επιθυμίας / για αιωνιότητα σ’ εκείνες τις σπηλιές της μύτης μου, / κατευθύνοντάς το μέσα από τους σταλακτίτες / του ρουθουνιού στο όνειρο και στον νυχτερινό/ διάλογο με τις υπέροχες ετυμηγορίες / της κοιμισμένης πόλης κι όλες οι ψυχές / να τριγυρίζουν μιλώντας μεταξύ τους / στα σκοτεινά παζάρια τ’ ουρανού / για το τι μέλλει να συμβεί σε κάποιον αν ακολουθεί / τη μορφή που εμείς οι τζογαδόροι έχουμε δώσει / σ’ αυτό το εργαλείο του πεπρωμένου – το χαρακτήρα μας. / Κι η μυρωδιά της εταιρείας υπάρχει ακόμη στο / δέρμα σου να χλευάζει ό, τι έχω κάνει / στο δικό μου δέρμα.»(Ιδέτε σελ. 50).
Φρονώ ότι όχι μόνον οι συστηματικοί μελετητές της αμερικανικής λογοτεχνίας, αλλά και όσοι διαβάζουν μάλλον ευκαιριακά λογοτεχνία, θα αποθησαυρίσουν στη συλλογή αυτή μια πολύτιμη μαρτυρία ζωής και τέχνης, η οποία στοιχειώνει ολόκληρη τη συγγραφική πολιτεία του Νόρμαν Μέιλερ: εννοώ αυτή την ορμή απεξάρτησης από τα δεινά της πραγματικότητας, την ανυποχώρητη θέληση για την ανέκκλητη διάρρηξη της Μάγια, του πέπλου δηλαδή που σύμφωνα με τους Ινδουιστές καλύπτει παραπλανητικά τις ουσίες της ζωής- κι όλα αυτά προκειμένου να αναχθεί το καλώς προετοιμασμένο αισθητικό υποκείμενο στην αποκάθαρση του κρίσιμου παρόντος. Πρόκειται για τις περιώνυμες εμμονές του Νόρμαν Μέιλερ, οι οποίες αφορούν κατ’ εξοχήν στην υποδειγματική αυτοψία του Κακού, το οποίο εγγενώς ελλοχεύει στην κοινωνική υπερδομή, αλλά και στην υποδειγματική αποκωδικοποίηση του καθημερινού τρόμου με τα χίλια προσωπεία, στην εδραίωση ενός ανατόμου λόγου, ο οποίος ξέρει όσο τίποτε άλλο στον κόσμο να κάνει τα πράγματα να φθέγγονται εν τέλει την αλήθεια τους.
Ο κραταιός υποκειμενισμός του συγγραφέα συμβιβάζεται: δείχνει στο αντίπαλο δέος, δηλαδή στην ετερότητα της κάθε μέρας, έναν δρόμο όχι μόνον προσέγγισης, αλλά και παραγωγικής συναντίληψης. Προβάλλοντας τη μια μετά την άλλη τις πληγές του ερωτικού του σώματος, ο ποιητής καλεί εκ νέου την σύντροφό του στη τελετή της ομοιοπαθητικής, ενδεχομένως ιαματικής συνύπαρξης. Έστω εν προκειμένω τα εξής: « Τα μάτια σου είναι όμορφα είπε η αγάπη μου. Ναι είπα εγώ τα δικά μου μάτια έχουν δει το στήθος σου γι’ αυτό είναι όμορφα.» (Ιδέτε σελ. 72). Ο αταβισμός της γραφής εξομαλύνεται τρόπον τινά και στη συνέχεια τίθεται στην υπηρεσία της αποτύπωσης των υπερβάσεων του πάθους. Το ποίημα είναι κενοτάφιο κι εξάγγελος μαζί: η αφθαρσία του έρωτα παράγεται μέσα από τη θυσιαστική Πράξη. Η ικανοποίηση του αιτήματος της περιώνυμης κάθαρσης είναι μάλλον εφικτή. Οι στίχοι ή μάλλον ό, τι απέμεινε από το πρωταρχικό σχεδίασμά τους, συγκρατούν αυτή την αίσθηση πληρότητας, που αρχίζει να διαγράφεται στη σκηνή του βίου. Ακόμα και η επάρατος νόσος αντιμετωπίζεται με μια στωικότητα, που έχει την ικανότητα να αιφνιδιάζει τους αναγνώστες ακόμη και τώρα. Παραθέτω: « Μια θεραπεία για τον καρκίνο είναι να πας μια βόλτα στο φεγγάρι». (Ιδέτε σελ. 73).
Ο μέγας εμπειρογνώμονας της αέναης διαπάλης του εγώ με το εσύ, ο ποιητής, διατηρεί κι εδώ ακέραιο το προνόμιό του να μιλάει και να γράφει ex cathedra. Εξ ου κι αυτή η δαψίλεια των αφοριστικών διαγνώσεων, που είναι αρκετές για να μας πείσουνε να επανεκτιμήσουμε τις αξίες και τις σημασίες της ενδελεχούς διαχείρισης των ζημιών και των κερδών μας από το ερωτικό πλέξιμο των σωμάτων.

 

ΑΓΓΕΛΑ ΓΑΒΡΙΛΗ

DIAVASAME.GR 16.11.2008

Επίθεση στην πραγματικότητα

Το φως δεν είν’αγάπη πάντα
Νόρμαν Μέιλερ

Οι »Θάνατοι για τις κυρίες (και άλλες καταστροφές)», είναι το μοναδικό ποιητικό έργο του πολυγραφότατου Αμερικανού συγγραφέα Νόρμαν Μέιλερ. Και η μοναδικότητά του δεν εξαντλείται στο γεγονός ότι ήταν η πρώτη και τελευταία φορά που ο δημιουργός ασχολήθηκε με την ποίηση. Το έργο στέκει επίσης τελείως ξεχωριστό και ως προς τη μορφή του -η πληθωρικότητα της γραφής του Μέιλερ συμπυκνώνεται σε μινιμαλισμό, οι εξαντλητικές περιγραφές σε στιγμιαίες εικόνες, η πλούσια γλώσσα σε λόγο λιτό, ενώ η δύναμη του ορμητικού ποταμού του πάθους που τον χαρακτηρίζει ως συγγραφέα αλλά και ως προσωπικότητα, εδώ στενεύει και συρρικνώνεται σε φευγαλέες σταγόνες πάνω στο διψασμένο χώμα….
Γραμμένα στα μέσα της δεκαετίας του ’60, όταν ο Μέιλερ πάλευε με τον καλπάζοντα αλκοολισμό του, τα ποιήματα αυτά αποτελούν »ό,τι είχε διασωθεί από την πυρά που είχε κάνει τη ζωή του»: μικρές αράδες σε τσαλακωμένα κομμάτια χαρτί που έβρισκε στις τσέπες του έπειτα από νύχτες οινοποσίας. Δεν θυμόταν πώς και γιατί τα έγραψε, αλλά αποφάσισε να εργαστεί μ’ αυτά όπως με όλα τα υπόλοιπα έργα του, αφού εκείνη την εποχή ήταν το μόνο υλικό που είχε να δουλέψει. Το αποτέλεσμα είναι μια συλλογή όπου το ένα ποίημα ακολουθεί το άλλο με κινηματογραφική ροή, όπως ξετυλίγονται οι σκηνές μιας ταινίας – θέμα της τα θραύσματα μιας ωμής πραγματικότητας την οποία ο δημιουργός βιώνει, αλλά ταυτόχρονα της επιτίθεται: η πόλη και η νύχτα, το αδιέξοδο των σχέσεων, τα συναισθηματικά τραύματα και οι προσωπικές ματαιώσεις και, βέβαια, το αλκοόλ και η θολή (και γι’ αυτό ανατρεπτική) ματιά του »πιωμένου».
Η οπτική του Μέιλερ είναι καθαρά αντρική και το ίδιο ισχύει και για τη γραφή του εν γένει. Και η ποίησή του ακολουθεί το ίδιο μονοπάτι, με κυρίαρχο μοτίβο τον περιπλανώμενο, αδέσποτο άντρα στους δρόμους της σύγχρονης μητρόπολης. Κυνισμός και αυτοσαρκασμός, πικρό χιούμορ και ερωτισμός, είναι τα εργαλεία του για να στήσει αυτήν την »κινηματογραφία λέξεων», όπως την ορίζει ο ίδιος, χρησιμοποιώντας την ιδιαίτερη φόρμα των διαλυμένων φράσεων και των περίεργα τοποθετημένων στη σελίδα στίχων, που παραπέμπει σαφώς στον Ε. Ε. Κάμινγκς από τον οποίο επηρεάστηκε. Η μετάφραση της Κλεοπάτρας Λυμπέρη είναι εξαιρετική, όπως μπορεί κανείς εύκολα να διαπιστώσει διαβάζοντας το αγγλικό πρωτότυπο, αφού η έκδοση είναι δίγλωσση. Ο δε πρόλογος του ίδιου του Μέιλερ φωτίζει ρεαλιστικά και χωρίς ωραιοποιήσεις, τον επώδυνο τοκετό της ποίησής του: »ν’ αφουγκράζεσαι τις εμπνεύσεις του αγγέλου σου την ώρα που καίγεσαι στις φλόγες των παθών»

 

Η ΤΑΦΗ ΤΟΥ ΚΟΜΗΤΟΣ ΟΡΓΚΑΘ

ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ

Fractal 13/4/2016

Ο μυστηριώδης Αφηγητής

Το βιβλίο περιλαμβάνει:
Α. ΜΙΑ ΕΚΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΩΝ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗΣ.

Ερώτηση πρώτη: Τι κοινό έχουν τα παρακάτω έργα:
Ο ευαγγελισμός του Βαντερ Βάιντεν: (πορφυρό κρεβάτι)
Παναγία του καγκελαρίου Ρολέν του Γιαν Βαν Αικ:(κόκκινο κάλυμμα)
Πορτρέτο του Κάρολου Κουίντου του Τισιανού: (αιμάτινο δάπεδο)
Ιερή συνομιλία του Λορέντσο Λόττο: (λίγο κόκκινο δεξιά στον μανδύα)
Οι τρεις φιλόσοφοι του Τζιορτζιόνε: (κόκκινο στην ρόμπα της κεντρικής φιγούρας)
Ίδε ο άνθρωπος του Γρος: (καπέλο γυναίκας σε χρώμα φλόγας)
Σύνθεση του Μοντριάν: (ερυθρό τετράγωνο)
Ξεσκονίστρες του σταριού του Κουρμπέ: (κόκκινο φουστάνι της εργάτριας)
Πορτρέτο του Φρειδερίκου ντε Μοντεφέλτρο του Πιέρο ντελα Φραντσέσκα:(κόκκινο)
Πορτρέτο του Καρδιναλίου Γκουίντο Μπεντιβόλιο του Άντονι Βαν Ντάικ:(κερασί μανδύας)
Ο διαμερισμός την Ιματίων του Χρηστού του Δομίνικου Θεοτοκόπουλου: (μορφή με στιβαρό κόκκινο).
Απάντηση
Οι πίνακες αυτοί αιμορραγούν. Ακούγεται ο χτύπος της καρδιάς. Ο ρυθμός που πάλλεται. Κόκκινο είναι αυτή η αιμάσσουσα καρδιά που συνδέει, που από αυτήν ξεκινούν και σ’ αυτήν απολήγουν όλα τα νήματα.

Ερώτηση δεύτερη: Τι κοινό έχουν αυτοί οι πίνακες:
Το κορίτσι με το τουρμπάνι του Βερμέερ
Πορτρέτο του κυρίου και της κυρίας Άντριους του Γκένσπορο
Η προσωπογραφία της κυρίας Σενόν του Ενγκρ
Απάντηση
Αν άλλαζε το τουρμπάνι χρώμα από γαλάζιο σε κόκκινο, το ψυχρό ανέραστο τοπίο αν βαφόταν πορφυρό, αν το φουστάνι δεν ήταν σάπιο ροδακινί αλλά έντονα κόκκινο; Μία λεπτομέρεια θα άλλαζε όλη την ισορροπία, θα μετέβαλε τους συσχετισμούς, που θα άλλαζε την εσωτερική ζωή του πίνακα. Γιατί ότι συμβαίνει σε έναν πίνακα είναι μία δράση που συνεχώς μεταβάλλεται, είναι παρόν και μέλλον μαζί, οι απολήξεις του τώρα στο πριν και στο μετά.

Ερώτηση τρίτη: Ποιοι είναι οι δύο κυρίαρχοι πίνακες στο αφήγημα;
Απάντηση
Η ταφή του κόμητος Όργκαθ του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου είναι ο συγκερασμός του ουρανού και της γης, του ορατού και του αόρατου, του θανάτου και της αναγέννησης, της διαρκούς ρότας του χρόνου που δεν είναι γραμμικός, της αιώνιας μεταβολής του σύμπαντος. Ο πίνακας καθορίζει την ζωή και των δύο αφηγητών. Είναι ο τόπος ένωσής τους σε Έναν Αφηγητή, σε μία οντότητα, στο Όλον.
Η ματιά της Παναγίας στον πίνακα της Προσκύνησης των Ποιμένων του Ούγκο Βάντερ Γκόες, ψυχρή γαλάζια ματιά προς τον καλλιτέχνη βρέφος, η θεία απάθεια καθορίζει τις επιλογές του πρώτου αφηγητή.
Β. ΔΥΟ ΑΦΗΓΗΤΕΣ;
Ο πρώτος έχει τίτλο «ο πατέρας μου». Ποιού ο πατέρας δεν θα μάθουμε ποτέ. Από την αρχή κατανοούμε όμως πως υπάρχει ένας άλλος τρίτος κρυφός αφηγητής που μεταφέρει τα λόγια, τις απόψεις και την ζωή του πατέρα του.

Ερώτηση πρώτη: Ποιος τελικά είναι ο μυστηριώδης Αφηγητής που κρύβεται πίσω από κάθε αφήγημα; Και ποιος είναι ο Αναγνώστης;
Απάντηση
Η ίδια η συγγραφέας προτάσσει στην αρχή του αφηγήματος τις φράσεις:
«Η αφήγηση, λοιπόν. Να αφηγηθώ. Υπάρχει κανείς εκεί για να ακούσει; Υπάρχει κανείς; Υπάρχει κανείς;»
Ως ηχώ, ως ερώτηση-απάντηση. Γιατί λοιπόν αφηγούμαστε, γιατί κάθε έργο τέχνης αφηγείται μία ιστορία εν εξελίξει, και όπως αναρωτιέται ο Ουίλλιαμ Μπάτλερ Γέιτς πώς ξεχωρίζουμε τον χορευτή από τον χορό; Ο καλλιτέχνης δημιουργεί άλλους κόσμους για να παρηγορηθεί για την απώλεια του δικού του, απαντά η συγγραφέας. Επομένως κάθε αφήγημα, κάθε διήγημα, κάθε έργο τέχνης, κάθε χορός έχει μία μυστική ενέργεια, μία ψυχή που δεν φθείρεται, παράγει δονήσεις που αλλάζουν τον ίδιο τον καλλιτέχνη, αλλά και τον κόσμο γύρω του. Αφηγητής και αναγνώστης, ζωγράφος και θεατής, μουσικός και χορευτής ενώνονται και δημιουργούν την πλήρωση. Την τέχνη.

Ερώτηση δεύτερη: Τι στοιχεία μας δίνει η συγγραφέας για τους αφηγητές;
Απάντηση
Ο πρώτος αφηγητής, ο επονομαζόμενος «ο πατέρας μου» είναι λεπτουργός της συνείδησης. Ή ραβδοσκόπος. Προικισμένος με ισχυρή διαίσθηση και φαντασία ψάχνει κάτω από την επιφάνεια και την ισοπεδωτική μεμβράνη του φαίνεσθαι για την ουσία στους ανθρώπους και για την μαγεία στο στερέωμα και στην κίνηση των ουρανίων σωμάτων. Ως παιδί ένα πρωί στην βιβλιοθήκη των παππούδων στο σπίτι του θείου του, ξεφυλλίζοντας ένα βιβλίο Ιστορίας της Τέχνης, συναντά τον πίνακα της ταφής του Κόμητος Οργκάθ του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου και όπως αναφέραμε και προηγουμένως αυτό τον αλλάζει και του καθορίζει την ζωή. Από τότε πάντα θα συμπληρώνει την λειψή πραγματικότητα της επιδερμικής του ζωής με την ολόκληρη πραγματικότητα της τέχνης, ο πίνακας θα αποτελέσει το καταφύγιο αλλά και τον καθρέφτη της εσωτερικής του εξέλιξης. Όπως ο Ντόριαν Γκρέυ έβλεπε τις αλλαγές να συμβαίνουν στο πορτρέτο, έτσι και ο αφηγητής ταυτίζεται με τον Κόμητα Οργκαθ και βιώνει μέσα από τον πίνακα την μεταμόρφωση. Το πτώμα του Κόμητα που απεικονίζεται στο κάτω μέρος του πίνακα θα γίνει ο συμβολικός του θάνατος και το βρέφος που απεικονίζεται στο πάνω μέρος του πίνακα θα γίνει ο νέος πνευματικός του εαυτός. Διεκπεραιώνει μηχανικά τον καθημερινό του ρόλο ως δικηγόρος σε μία συμβατική ζωή και βιώνει μέσω της τέχνης την ολοκλήρωσή του.
Ο δεύτερος πίνακας που θα τον αλλάξει είναι η Προσκύνηση των Ποιμένων του Ούγκο Βάντερ Γκόες. Αυτός ο πίνακας θα επιδράσει ψυχαναλυτικά επάνω του, θα συνειδητοποιήσει την απόρριψη της μητέρας του και θα απελευθερωθεί. (Η τέχνη λοιπόν όχι μόνον μας ολοκληρώνει, αλλά μας ελευθερώνει και μας λυτρώνει).
Ο δεύτερος αφηγητής είναι ένας ευγενής που συμμετείχε μαζί με άλλους ως μοντέλο για να ζωγραφίσει τον πίνακα ο Δομήνικος με τον οποίο τον συνδέει μία φιλική σχέση. Η συμμετοχή του στην διαδικασία όρασης και δημιουργίας του ζωγράφου, θα τον κάνει να εστιαστεί και να ερευνήσει το δικό του ψυχικό τοπίο. Άνθρωπος του ορθού λόγου, άνθρωπος της Αναγέννησης δηλαδή, αναζητά τα αίτια και προσπαθεί να αναλύσει την πραγματικότητα, ενώ ο Δομίνικος, ο αντίποδάς του, την υπερβαίνει. Κοινός τους τόπος είναι η γοητεία που ασκεί επάνω τους το ανθρώπινο πνεύμα και τα δημιουργήματά του. Τους ενώνει όμως και η βαθιά, υπαρξιακή μοναξιά, το κενό, ο λύκος που ουρλιάζει μέσα τους. Η συμμετοχή του στον πίνακα θα αποτελέσει ωστόσο μία υπέρβαση και για τον ίδιο. Θα σκιστεί ξαφνικά το πέπλο που χωρίζει τον ορατό και τον αόρατο κόσμο, θα δει μπροστά του την μορφή του κόμητα Οργκάθ και θα αφυπνιστεί. Με όλη την επίγνωση όμως του σκοταδιού που υπάρχει μέσα του.

Ερώτηση τρίτη: Ποια και πόσες είναι η Μαριάννα και τι ρόλο παίζει στο αφήγημα;
Απάντηση
Υπάρχει μία Μαριάννα στην ζωή του πρώτου αφηγητή, του «πατέρα μου». Είναι δεσμευμένη με κάποιον άλλο, δημιουργείται όμως ψυχική επαφή και συγγένεια με τον αφηγητή, «μια ψευδαίσθηση εγγύτητας» όπως γράφει η συγγραφέας, αλλά ο έρωτάς τους θα παραμείνει μία αυταπάτη, δεν θα ολοκληρωθεί ποτέ και αυτή θα επιλέξει την φυγή. Η σχέση τους θα παραμείνει ένας ημιτελής άψυχος πίνακας , μία καθηλωτική κατάσταση που δεν τους βοηθάει να εξελιχτούν. Αντίθετα με την φυγή της, θα γίνει οδηγός του στο μονοπάτι της αλλαγής του.
Υπάρχει όμως μία Μαριάννα και στην ζωή του κόμητα Οργκαθ. Ο δεύτερος αφηγητής , ο ευγενής ανακαλύπτει κάποια παλιά χειρόγραφα του κόμητα προς κάποια Μαριάννα, για την οποία γράφει σονέτα.
Και τέλος υπάρχει μία Μαριάννα στην ζωή του δεύτερου αφηγητή, είναι η γυναίκα του εχθρού του, χωρίς να τον ενδιαφέρει πραγματικά, προσπαθεί να την αποπλανήσει για να εκδικηθεί τον εχθρό του, όμως μπορεί τελικά η γυναίκα αυτή να αποτελέσει τον καταλύτη στην σκοτεινή του φύση και να προκαλέσει την μεταμόρφωσή του.
Μπορούμε λοιπόν να υποθέσουμε ότι υπάρχουν δύο ή το πολύ τρεις αφηγητές στο βιβλίο, τρεις Μαριάννες και πολλοί πίνακες τέχνης, αλλά κυρίως ένας που απορροφά θαρρείς τις περσόνες, απελευθερώνει τους ήρωες, έλκει, συνδέει, ενώνει όλες τις αποσπασματικές πραγματικότητες και δημιουργεί έναν ήρωα, και μία ηρωίδα, που μπορεί να είναι και η γυναικεία φύση του αφηγητή. Το σκοτάδι του δεύτερου αφηγητή, ενώνεται με το φως του πρώτου, ο κόμης Οργκάθ, ένας ιππότης εκτός εποχής και ένας ζωγράφος, πολλοί ζωγράφοι, πολλά έργα ζωγραφικής βουτηγμένα στο κόκκινο, γιατί στο κέντρο και του αφηγήματος αυτού υπάρχει μία καρδιά, η ψυχή. Μία ψυχή. Ένα όλον.
Ένα πολύ ενδιαφέρον πολυεπίπεδο βιβλίο που πρέπει να διαβαστεί πολλές φορές, ώστε τελικά η ανάγνωσή του να γίνει ολόκληρη.

http://fractalart.gr/orgaz/

 

ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

Εν πρώτοις το εξώφυλλο και ο τίτλος. Όχι απλώς εντυπωσιακά, αλλά αγκίστρια δυνατά. Η Ταφή του Κόμητος Οργκάθ. Τίτλος έργου και πίνακας του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου – το πρώτο επίπεδο του πίνακα. Η Κλεοπάτρα Λυμπέρη με αυτό το κείμενο κάνει μεγάλη βουτιά στα πολύ βαθιά για να ανακαλύψει πράγματα μέσα από τη μελέτη του πίνακα. Σαν να είναι μελέτη της ανθρώπινης ψυχής και της μοίρας της, σαν ο Θεοτοκόπουλος σε ένα πρώτο επίπεδο μας έδωσε το ιστορικό γεγονός και τις προεκτάσεις του, αλλά αλλού ήταν ο στόχος του. Ο Θεοτοκόπουλος για τον εαυτό του και η Λυμπέρη δι’ εαυτήν.
Από την αρχή φαίνεται ότι διαδραματίζει ρόλο σ’ αυτή την ενδοσκόπηση ο «πατέρας». Ο «πατέρας» έδειχνε ενδιαφέρον για τον ουρανό, στην αρχή· για τη Γη αργότερα. Θα έλεγα, μάλιστα, ότι ακολουθεί την αντίθετη πορεία από τη χωροταξική διάταξη του πίνακα που το βλέμμα κερδίζει η γη, Η ταφή, και έπειτα η μέση και η αποθέωση, ο Ουρανός. Ωστόσο, Ουρανός και Γη επικοινωνούν, όπως ο άνθρωπος κάτω με τα όνειρά του, τα οποία είθισται να τα τοποθετούμε ψηλά. Ο καλλιτέχνης «πατέρας» ενδιαφέρεται για τις κρυφές πτυχές και βαθύτερες σκοπιμότητες της πραγματικότητας. Η πραγματικότητα, λέει, δεν είναι επίπεδη, δεν εξαντλείται στο φαίνεσθαι μόνο, αλλά υπάρχει και το κάτι αθέατο, όπως η συνείδηση του ανθρώπου, που και αυτή αθέατη είναι αλλά υπαρκτή. Κάθε σκέψη για να αναπτυχθεί χρειάζεται σώμα. Εν αρχή το σώμα, λοιπόν. Μ’ αυτό ζούμε, μ’ αυτό αισθανόμαστε, μ’ αυτό δημιουργούμε, σκεφτόμαστε, στοχαζόμαστε και όταν πεθάνει αυτό πεθαίνουμε κι εμείς.

Από τη δική του έρευνα, ο «πατέρας» έχει καταλήξει σε μερικές βεβαιότητες, ανάμεσα στις οποίες είναι το ότι η κυριότητα της ζωής δεν μας ανήκει. Αυτό είναι θλιβερό διότι διακόπτει τη δυνατότητα της εξέλιξης. Ο «πατέρας» βρίσκει καταφύγιο στον πίνακα. Μελετώντας τον μοιάζει να μελετά την ψυχή του –νοήματα, νεύματα, βλέμματα- όλες αυτές οι δραματικές χειρονομίες υπάγονται στην υποκειμενική, τη συναισθηματική και ιδιωτική ερμηνεία του «πατέρα» ή του κάθε παρατηρητή. Ο Οργκάθ κάτω, με όλα τα υλικά ψηλαφήσιμα, χειροπιαστά, και η ψυχή του πάνω με όλα τα άυλα σε αντίστιξη. Σε μια επινόηση της ζωής που χάθηκε στη γη αλλά ξανακερδήθηκε στον ουρανό.

Το πρόσωπο του φεγγαριού τροφοδοτεί τον κόσμο της πλάνης, λέει η Λυμπέρη, όμως, στο ξημέρωμα με το φως, όλα αποκαλύπτονται και παίρνουν τις αληθινές τους διαστάσεις. Μήπως φεγγάρι είναι η Τέχνη και μέρα είναι η πραγματικότητα; Σαν να λέμε πως το φως της τέχνης ομορφαίνει τη σκληρή πραγματικότητα.

Το βιβλίο δίνει την εντύπωση ότι ο συμβατικός αφηγητής, η Λυμπέρη, εν προκειμένω, με έναυσμα τον πίνακα κάνει παρατηρήσεις πάνω στη ζωή και το νόημά της, στην πίστη των ανθρώπων, στο φαίνεσθαι των πραγμάτων και το είναι τους, στα σύμβολα που μεταχειρίζεται ο καλλιτέχνης για να αποδώσει εκείνο που μπορεί να πει και να υπαινιχθεί, καθώς και εκείνο που θέλει να κρύψει. Αλλά και για τον αναγνώστη του είναι πολλά τα στοιχεία εκείνα που θα τον καθοδηγήσουν να διαβάσει τον πίνακα: «είναι φανερό πως οι διαβαθμίσεις του φωτός και της σκιάς αναλογούν σε απλές καταστάσεις της συνείδησης», πως «οι αντιθέσεις των δύο πεδίων δίνουν τη γνωστή μεγαλοπρέπεια».

Η Λυμπέρη, βέβαια, στο βιβλίο της στέκεται, κυρίως, στο κάτω μέρος του πίνακα, αν και αναφέρεται και στο πάνω. Όμως εκεί, στο γήινο επίπεδο, είναι που γίνεται το «θαύμα». Εκεί συμβαίνει το παράδοξο. Εκεί οι άνθρωποι βρίσκονται σε πλήρη απορία, κατάπληκτοι· και η αίσθησή μου είναι πως αυτήν την έκπληξη και απορία επιχειρεί να επεξεργαστεί και να ερμηνεύσει και να φωτίσει, προχωρώντας πόντο πόντο, μήπως και πιάσει τη σκέψη του Θεοτοκόπουλου με την καθοδήγηση του «πατέρα». Γιατί ο Θεοτοκόπουλος είναι «ο δείξας», ο μέγας μαιτρ δηλαδή. Εκείνος ξέρει. Και με τον «πατέρα» διάμεσο, πάντα στοχάζεται πάνω στο μυστήριο της τέχνης καθ’ εαυτήν και πίσω από τα δικά της σημαινόμενα, μελετά τη «συνείδηση» του ανθρώπου. Η καθημερινή ζωή δίνει τα εναύσματα στην καλλιτεχνική φύση για να φιλοτεχνήσει και να «δείξει» ή καλύτερα, να υποβάλει τα μυστικά της. Ένα στοχαστικό πιγκ πογκ, όπου ο «πατέρας» αναζητεί τον εαυτό του ως εάν ήταν ο άλλος Οργκάθ. Οι παρεμβαλλόμενες επιστολές ή σημειώσεις της εποχής του Θεοτοκόπουλου ρίχνουν φως σε μικρές αλλά σημαντικές λεπτομέρειες, όχι τόσο του πίνακα, αλλά της ψυχής που φιλοτέχνησε και «έδειξε» τον πίνακα σαν αλληγορία του μέσα κόσμου, της ψυχής και του Νου.

«Να ποζάρω γι’ αυτό το κάδρο σημαίνει πως θα υπάρξω έξω από το χρόνο». Ο νεκρός δεν είναι και τόσο νεκρός. Έχει πεθάνει πριν από διακόσια εξήντα χρόνια αλλά ο πίνακας θα δείχνει παρόντες στην Ταφή του τους σύγχρονους άρχοντες της πόλης. «Όλοι οι χρόνοι θα συναντηθούν στον πίνακα», «ό,τι συμβαίνει μέσα στο κάδρο θα συμβαίνει και αύριο» και αυτή είναι «η φρίκη του παντοτινού», «ολοζώντανοι ως νεκροί στην όμορφη αιωνιότητά μας». «Ο Δομήνικος κοιτάζει τα πράγματα… είναι η όραση», «Βλέπει για λογαριασμό μας», «Το αγαθό θεωρείται από μερικούς σαν μια αιώνια ζωή». Αυτές οι σκέψεις μας βάζουν σε μεγάλη σκέψη. Γράφει ο Σεφέρης: «Δε θυμάμαι ούτε το Χριστό ούτε το Λάζαρο. Μόνο, σε μια γωνιά, την αηδία ζωγραφισμένη σ’ ένα πρόσωπο που κοίταζε το θαύμα σα να μύριζε… Αυτός ο κύριος της «Αναγέννησης» μ’ έμαθε να μην περιμένω πολλά πράματα από τη δευτέρα παρουσία» («Άντρας»). Ο Σεφέρης, βέβαια, αφορμάται από το θαύμα της ανάστασης του Λαζάρου, όμως ο «κύριος της Αναγέννησης» (ο Θεοτοκόπουλος, προφανώς) διασχίζει τους αιώνες για να ενώσει αυτά τα δύο «θαύματα» και να τα αμφισβητήσει, σε ότι αφορά την μετά θάνατον ζωή με την τρέχουσα αντίληψη των πιστών. Μήπως, λοιπόν, η αιωνιότητα δεν είναι αγαθό; Το παντοτινό είναι φρικαλέο και «οι ολοζώντανοι ως νεκροί στην όμορφη αιωνιότητά μας» είναι αποκρουστικοί; Μεγάλο άλμα εδώ στον Λόρδο Μπάιρον που κι εκείνος έβλεπε με θλίψη την αναβίωση της νεκρής Ελλάδας στο (τότε) παρόν, σαν βρικόλακα ή φάντασμα που βγήκε από τον τάφο.

Μήπως ο θάνατος είναι λύτρωση και η αιωνιότητα δεν χρειάζεται το σαρκίο μας αλλά μόνο τη σκέψη μας; Το όνομα και «από κάτω ένα κενό». Ο Δομήνικος το αγαθό της αιωνιότητας το εξασφαλίζει με τη ζωγραφική. Η Τέχνη διδάσκει και καθοδηγεί, μας παρηγορεί, επιμηκύνει και δικαιώνει τον βραχύ βίο και απαιτεί σε κάθε εποχή τη δικής της ανάγνωση. Και η Λυμπέρη μέσα από τα μάτια του «πατέρα», του Νου, που έλεγε ο Αναξαγόρας, επιχειρεί μια δική της προσωπική καταβύθιση στο μυστήριο της ζωή και του θανάτου, κυρίως αυτού, γιατί αυτός είναι, και θα είναι, για κάθε άνθρωπο ο μέγας άγνωστος. Εκείνες οι χειρονομίες, τα νεύματα και τα βλέμματα υπαινίσσονται κάτι πέρα από ό,τι οι πολλοί μπορούν να βλέπουν.

Η συγγραφέας, επεξεργάζεται το θέμα της, κάνοντας μια ενδεικτική, αλλά πολύ σημαντική περιήγηση σε ζωγράφους και πίνακες, θέτοντας ερωτήματα όπως: «πώς θα ήταν ηΠροσωπογραφία της Κυρίας ντε Σενόν αν ο Εγκρ φρόντιζε να αλλάξει τη βαριά αδιάφορη απόχρωση σάπιου μήλου στην τουαλέτα της εν λόγω κυρίας με ένα εκτυφλωτικό κόκκινο…». Δεν είναι ερώτημα αυτό, όπως και πολλά παρόμοια, που μπορείς να το προσπεράσεις έτσι, χωρίς να προβληματιστείς, πράγμα που σημαίνει πως κάποια λεπτομέρεια που δείχνει ασήμαντη σήμερα δεν είναι αμελητέα στην εποχή της. Και, επομένως, ο τρόπος με το οποίο κοιτάμε έναν πίνακα είναι υπόδειξη, νεύμα που μας κάνει ο ζωγράφος από την εποχή του. Ο έχων ώτα ακούειν και όμματα οράν, ακουέτω και οράτω.

Αν ρωτήσει κανείς τι είναι το βιβλίο της Λυμπέρη; Η απάντηση δεν μπορεί να είναι μονολεκτική. Είναι δοκίμιο περί τέχνης, μελέτη του πίνακα του Θεοτοκόπουλου, ψυχική περιπέτεια, στοχασμός πάνω στην ανθρώπινη μοίρα, στη ζωή, στον έρωτα, στην εκδίκηση και στο θάνατο; Και ακόμα ποιος ο «πατέρας»; Είναι ο πατέρας ή ο «πατέρας» νους που καθορίζει τα πάντα ή μήπως αυτός ο άλλος εαυτός μου που μου μιλά και τον ακούω; Τι είναι η τέχνη γενικά και ο συγκεκριμένος πίνακας ειδικά; Μήπως είναι η ερμηνεία στο μυστήριο της ζωής; Μήπως είναι η εναλλακτική απάντηση στα αναπάντητα ερωτήματα που θέτουν οι σοφοί, αναλύουν οι στοχαστές αλλά η Τέχνη αναλαμβάνει να τα μεταμορφώσει σε εικόνες, δίνοντας στο άυλο μορφή και χρώμα είτε αυτό είναι σκέψη είτε συναίσθημα; Πάντως είναι μια ψυχική και διανοητική περιπέτεια, στης οποίας το λαβύρινθο ο αναγνώστης θα απολαύσει την περιπλάνηση.

myblogs.gr/source/παραθέματα-λόγου-e-library

 

ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΦΩΤΙΟΣ

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ 11/3/2016

Ο πίνακας που γεννά σκέψεις και παραλληλισμούς, ο Θεοτοκόπουλος που δημιουργεί πολυεπίπεδες συνθέσεις και ο ερωτευμένος που παραλληλίζει τη ζωή-του με τον νεκρό Οργκάθ.

Το θέμα της ζωγραφικής εν λογοτεχνία συνεχίζεται. Τα ερωτήματα το ίδιο. Γιατί ένας πεζογράφος εμπνέεται από έναν ζωγράφο για να συνθέσει τη δική-του ιστορία; Ποια υπόγεια σχέση συνδέει τη ζωγραφική και την πεζογραφία ή την ποίηση; Τέτοια ερωτήματα προκύπτουν όταν διαβάζουμε μυθιστορήματα, όπως “Οι πρωτόπλαστοι” του Σωφρονίου, ή νουβέλες ή ποιήματα που στηρίζονται ρητά σε έναν ζωγραφικό πίνακα. Κι εγώ δελεάζομαι, ομολογώ, από αυτή τη σύζευξη και προσπαθώ να δω πώς αξιοποίησε ο συγγραφέας την εικόνα, πώς την μετέτρεψε σε ιστορία και ποια η διακειμενική σχέση ανάμεσά-τους.

Η Λυμπέρη στηρίζεται στον γνωστό πίνακα του Ελ Γκρέκο “Η ταφή του κόμητος Οργκάθ”και στήνει ένα πολυεπίπεδο σε διαστρωματώσεις κείμενο, παρόλο που είναι μια μόλις εκατοντασέλιδη περίπου νουβέλα. Το πεζογράφημά-της ακολουθεί τη δομή του πίνακα και έτσι απαρτίζεται και αυτό από τρία στρώματα δράσης.

Ας ξεκινήσουμε όμως πρώτα από τον πίνακα. Ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος ανέλαβε να εκπονήσει ένα έργο αφιερωμένο στον ήρωα της Ισπανίας Οργκάθ. Το 1586 ολοκληρώνει τον πίνακά-του, που απεικονίζει τον ενταφιασμό του ιππότη Οργκάθ, που πέθανε τον 14οαιώνα. Η ιδιαιτερότητα της απεικόνισης, πέρα από τη θεοτοκοπούλεια μείξη της δυτικής τέχνης με τη βυζαντινή θεολογία, είναι τα τρία επίπεδα της αφήγησης και η ώσμωση των χρόνων: ο 14ος αιώνα και ο θάνατος του ήρωα, ο 16ος και οι ευγενείς Τολεδιανοί που περιβάλλουν με δέος το σώμα του αποθανόντος και στον ουρανό η ανάσταση που προμηνύει την Δευτέρα παρουσία. Τρία επίπεδα χρονικά και αφηγηματικά ενωμένα σε ένα!

Η Λυμπέρη επιχειρεί μια ανάλογη διάρθρωση. Οι τρεις Μαριάνες που περνάνε διαμέσου της αφήγησης ενώνουν τρία διαφορετικά επίπεδα: η αγαπημένη Μαριάνα του Οργκάθ, η παντρεμένη Μαριάνα την οποία ερωτεύτηκε ο αφηγητής-ημερολογιογράφος του 16ου αιώνα, ο οποίος απεικονίστηκε μέσα στον πίνακα του Δομήνικου του Κρήτα, και η Μαριάνα που γνωρίζει σήμερα ο ζωγράφος που αντιπροσωπεύει τη σύγχρονη εποχή και θαυμάζει τον Θεοτοκόπουλο και ειδικά αυτόν-του τον πίνακα. Τρεις έρωτες, ένας πίνακας στη μέση και μια νουβέλα που μοιράζει ρόλους και καλλιτεχνικές ανησυχίες.
Τελικά, η αναλογία ολοκληρώνεται. Ο ερωτευμένος με τη Μαριάνα νιώθει να ταυτίζεται με τον Οργκάθ, καθώς ο δικός-του θάνατος θα εξελιχθεί σε μια ανάλογη (ερωτική) ανάσταση

 

ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΡΟΜΠΟΤΗΣ

(ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ)

Στην Ταφή του κόμητος Οργκάθ παραστέκονται (εκτός από τον Άγιο Στέφανο και τον άγιο Αυγουστίνο, που ως εκ θαύματος κατήλθαν από τον ουρανό για να τιμήσουν αυτόν τον πιστό ευπατρίδη, εναποθέτοντάς τον στο φέρετρό του) όλοι οι ευγενείς του Τολέδο και τα σημαίνοντα πρόσωπα της πόλης, σε μια λαμπρή πινακοθήκη προσωπογραφιών: ο εφημέριος της εκκλησίας του Αγίου Θωμά, που παρήγγειλε το έργο, ο don Andres Nunez, ο ουμανιστής λόγιος και φίλος του ζωγράφου don Antonio de Covarrubias, που το πορτραίτο του θα φιλοτεχνήσει αργότερα, και πιθανόν κι ο ίδιος ο Δομήνικος, πίσω από τον αριστοκράτη με το υψωμένο δεξί χέρι στο κέντρο του καμβά, με τη μορφή του ανάμεσα στους δύο αγίους. Είναι, άραγε, ο τελευταίος, ο σύγχρονος με την κατασκευή του πίνακα αφηγητής της Κλεοπάτρας Λυμπέρη, που η ταραγμένη του συνείδηση επιδιώκει το ακατόρθωτο, ένα δεύτερο θαύμα δηλαδή, μέσα στο ίδιο έργο; Βέβαια, ο Δομήνικος γνωρίζει ότι η συμμετοχή όλων αυτών των αρχόντων του Τολέδο, στην επεξεργασία του πίνακα αποτελεί για εκείνους μια ψυχική δοκιμασία, κι όμως επιδιώκει συνειδητά τη μέθεξη τους σ’ αυτό, και την εξιλέωση από τα κρίματά τους: Πως μπορεί ένας ανάλγητος και αδίστακτος άνθρωπος, που δεν πιστεύει στο θαύμα αλλά στη συνεκτική δύναμη του ορθού λόγου και στην εμπειρική γνώση, και μαζί στη σκληρότητα της ανθρώπινης φύσης, να μεταμορφωθεί, να εξυψωθεί, να βρεθεί στο πάνω μέρος του πίνακα; Μόνο, ίσως, αν ακολουθήσει την ανάσταση της ψυχής του αγαθού ιππότη, μόνο δηλαδή αν ενωθεί μαζί του, αν ενστερνισθεί τα πάθη του, αν τον αντικρίσει ως όραμα στον αυλόγυρο του πύργου του· μόνο αν συναισθανθεί το βαθύ τραύμα του για μιαν ανεκπλήρωτη αγάπη και εξαγνισθεί, με την αποστολή των ανεπίδοτων επιστολών του κόμη, σε μιαν άλλη γυναίκα, που την πλήγωσε ανεπανόρθωτα, και φέρει τυχαία το ίδιο όνομα…
πίστευα πως η ζωγραφική έχει ελευθερώσει τον Δομήνικο από την αιτία της θλίψης· ότι τον είχε αποσπάσει από το κενό· έκανα λάθος· θα μεταφέρω τα λόγια του έτσι όπως τα άκουσα εκείνη τη νύχτα: ζωγραφίζω γιατί δεν μπορώ να φωτίσω τίποτε άλλο εκτός από αυτόν τον καμβά·
[…] ήξερα πλέον τι στ’ αλήθεια με ένωνε με τον Δομήνικο· εκείνη η πληγή μέσα μας· ό,τι αποσιωπούσαμε και οι δύο κάνοντας πως δεν υπάρχει·
Ποια θλίψη, ποιο κενό διακατέχει τον Δομήνικο; Ποια είναι η πληγή του που δεν επουλώνεται; Γιατί δεν μπορεί να φωτίσει, να δοθεί σε κάτι με όλη του τη ψυχή, εκτός από την τέχνη του; Ίσως, γιατί αυτό το οποίο υπαινίσσεται ο φίλος του, που τους ενώνει και που αποσιωπούν, είναι η αδυναμία της άδολης αγάπης σ’ ένα άλλο πρόσωπο. Ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος, γνωρίζουμε ότι συνέζησε σαράντα χρόνια, δίχως γάμο, με την Dona Jeronima de las Cuevas, με την οποία απέκτησε και το μόνο του γιο, τον Γεώργιο Εμμανουήλ (Jorge Manuel). Ωστόσο, η αιτία, για την οποία δεν παντρεύτηκε δεν είναι γνωστή. Η μισερή αυτή σχέση, σε μια χώρα που υπήρξε το προπύργιο της καθολικής πίστης και της Ιεράς Εξέτασης, η οποία επενέβαινε σε κάθε οικογενειακό ατόπημα – κι αυτό της παλλακείας ήταν από τα σοβαρότερα – πρέπει να βασάνιζε συχνά τον Δομήνικο. Ωστόσο, αυτή η βεβαρυμμένη προσωπική ζωή δεν υπήρξε ο μόνος λόγος της μελαγχολίας του: δύο από τα πρώτα έργα του στην Ισπανία, με τα οποία αποδεσμεύεται οριστικά από τις ιταλικές του επιρροές, το Espolio (Ο διαμερισμός των ιματίων του Ιησού, 1579) και Το μαρτύριο του Αγίου Μαυρικίου και της Θηβαϊκής Λεγεώνας (1582), δεν ικανοποίησαν τους αποδέκτες τους. Το πρώτο, παραγγελία του καθεδρικού ναού του Τολέδο, σκανδάλισε τα μέλη της Ιεράς Συνόδου, καθώς η καινοτόμος σύλληψη του επεισοδίου δεν συμβάδιζε με τα σχετικά ευαγγελικά κείμενα. Το δεύτερο, παραγγελία του Φιλίππου Β’ για το ανάκτορο του Εσκοριάλ απορρίφθηκε, γιατί προσέβαλλε το θρησκευτικό συναίσθημα του ηγεμόνα. Ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος υπήρξε ένας εξαίρετος ζωγράφος, όχι τόσο με την έννοια της υπεροχής, όσο με εκείνη της εξαίρεσης από τον καλλιτεχνικό κανόνα της εποχής του. Η ταφή του κόμητος Οργκάθ, ένα έργο απόλυτα εναρμονισμένο με την παραγγελία που του δόθηκε από την εκκλησία του Αγίου Θωμά του Τολέδο, αποτελεί ένα ορόσημο στην προσωπική του έκφραση ως ζωγράφου, και εδραιώνει οριστικά το κύρος του ανάμεσα στους ευγενείς του Τολέδο και στον κλήρο.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΟΧΑΡΗΣ

Ο Don Gonzalez Ruiz de Toledo, καγκελάριος της Καστίλλης και κύριος (κόμης) της πόλης του Οργκάθ, που σύμφωνα με τον Pedro de Alcocer (Historia de Toledo, 1554), καταγόταν από τη βυζαντινή οικογένεια των Παλαιολόγων, πέθανε το 1323 και ανελήφθη στους ουρανούς, όταν, σύμφωνα με το θρύλο, ενταφίασαν, ιδίοις χερσί, τον νεκρό του ο πρωτομάρτυρας Στέφανος και ο Άγιος Αυγουστίνος, έχοντας οι ίδιοι κατέλθει επί της γης.

Ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος δημιούργησε το μεγαλειώδες έργο Η ταφή του κόμητος Οργκάθ, κατόπιν παραγγελίας του Andrés Núñez, εφημερίου της εκκλησίας Σάντο Τομέ για το παρεκκλήσιο της Παρθένου στο Τολέδο, μεταξύ των ετών 1586-1588.

Στο επίγειο, το κάτω, τμήμα της σύνθεσης ο ζωγράφος παρουσίασε ρεαλιστικά μια νεκρώσιμη ακολουθία, που τελείται από τους κληρικούς υπό το φως των έξι καθιερωμένων λαμπάδων, σύμφωνα με το τυπικό της Καθολικής Εκκλησίας. Στην τελετή παρίστανται ευγενείς πολίτες του Τολέδο, ντυμένοι με τη σύγχρονη μαύρη φορεσιά, φωτισμένη μονάχα από την λευκή βελάδα και το λευκό περικάρπιο. Πρόκειται για πορτρέτα μελετημένα εκ του φυσικού, και αυτό χαρίζει στο έργο μια μοναδική ενάργεια, μέσα από την αυστηρότητα των μορφών. Μεταξύ αυτών μία μορφή εικονίζει τον ίδιο το ζωγράφο.

Στο κέντρο του έργου βρίσκεται η κορύφωση της διαφοροποίησης από τεχνοτροπικής απόψεως μεταξύ της γήινης και της ουράνιας σφαίρας: εκστατική και αποκαλυπτική η ουράνια σφαίρα από τη μια, το γήινο επίπεδο οριοθετημένο σε ζωφόρο με τους αγίους από την άλλη

Στο άνω τμήμα του έργου απεικονίζεται με το κλασσικό βυζαντινό τρίγωνο και τα ιερά πρόσωπα του Χριστού, του Ιωάννη και της Παναγίας, η Δέηση, στον ουρανό όπου μεταφέρεται από τον άγγελο η ψυχή του Οργκάθ με μορφή βρέφους, κατά το βυζαντινό και πάλι πρότυπο.

Ο Γκρέκο δημιουργεί το δικό του χαρακτηριστικό μορφολογικό λεξιλόγιο, συγκεράζοντας τη βυζαντινή τέχνη, ως προς την απεικόνιση της ψυχής σαν βρέφος και τον ιταλικό μανιερισμό από τους νεκρούς του Michelangelo ως τον χλωμό Χριστό της Ενσάρκωσης του Tintoretto.

Η Κλεοπάτρα Λυμπέρη δημιούργησε ένα αφηγηματικό έργο ευφυέστατο δομώντας το πάνω στο εμβληματικό αυτό έργο του Δομίνικου Θεοτοκόπουλου, λες και βρήκε την παλέτα και τον χρωστήρα του ζωγράφου και τα μεταμόρφωσε σε μελάνι και πέννα στο άξιο χέρι της.

Η συγγραφέας, μετερχόμενη την τεχνική του εσωτερικού μονόλογου διηγείται τρεις ιστορίες, σε διαφορετικούς χρόνους. Η δομή του κειμένου ακολουθεί τη δομή του ζωγραφικού έργου: σ’ ένα κάτω επίπεδο οι αναδιηγήσεις των όσων είπε ο πατέρας στον ανώνυμο ακροατή του, ο οποίος μας τις κοινολογεί και σ’ ένα άνω επίπεδο οι ημερολογιακές σημειώσεις του μεσαιωνικού αφηγητή, συγχρόνου του Γκρέκο, ο οποίος έχει προσκληθεί από τον ζωγράφο να ποζάρει στο έργο. Οι ημερολογιακές αποτυπώσεις εκτείνονται στον ημερολογιακό χρόνο από τις 13.3.1586 έως τις 12.3 1588, την περίοδο δηλαδή δημιουργίας του έργου από τον Γκρέκο. Η επιλογή του ημερολογιακού αφηγητή από την συγγραφέα γίνεται, προφανώς, προκειμένου μέσα από τις καταγραφές του να επιχειρηθούν ερμηνείες του ζωγραφικού πίνακα. Ο πατέρας, θα έλεγα, ως ενσάρκωση του Οργκάθ, ή και οι δύο αφηγητές ως ένας άνθρωπος: ο Οργκάθ.

Μέσα στις ημερολογιακές καταγραφές παρατίθεται και ένα ποίημα του κόμητος Οργκάθ με ημερομηνία 4.1.1323, έτους κοίμησης του Οργκάθ. Είναι Το ποίημα του αποχαιρετισμού και αφιερώνεται στη Μαριάνα.

Τρεις είναι οι Μαριάνες του αφηγήματος. Εκείνη του Οργκάθ, εκείνη του μεσαιωνικού αφηγητή κι εκείνη του πατέρα που διαβάζουμε την αναδιήγηση των όσων είπε στον σύγχρονο, ανώνυμο, αφηγητή. Μαριάνα είναι και το όνομα του ξενοδοχείου που θα συναντούσε ο αφηγητής πατέρας την Μαριάννα του ανεκπλήρωτου έρωτά του. Έτσι κι αλλιώς όλες οι Μαριάνες του κειμένου αντιπροσωπεύουν τον ανεκπλήρωτο έρωτα των ηρώων. Τέλος, όπως μας πληροφορεί η ίδια η συγγραφέας στο Σημείωμα του βιβλίου της, η επιλογή του ονόματος αυτού είναι και ένας φόρος τιμής στη φιλία της με τον ποιητή Ηλία Λάγιο και μια τρυφερή χειρονομία στο έργο του Το βιβλίο της Μαριάνας.

Το έργο της Λυμπέρη ανυψώνεται πάνω από τα υλικά της γραφής του. Είναι έργο κατορθωμένο. Κείμενο σαγηνευτικό. Λόγος αλλεπάλληλων εκλάμψεων μέσα από τις τυπογραφικές αράδες. Εδώ έχουμε πλήρη ταύτιση με το έργο τέχνης. Απόλυτη όσμωση του φιλότεχνου με το δημιούργημα. Και όλο αυτό σαν ανόθευτο, λες, παιδικό βλέμμα. Ποίηση εξακολουθητική υψηλής θερμότητας. Τρυφερή παραμυθία. Ψυχογραφική πραγματεία. Οντολογική φιλοσοφική αναζήτηση. Δοκίμιο ζωγραφικής τέχνης. Όλα εν ταυτώ. Ένα έργο αναφοράς.

Η ταφή του κόμητος Οργκάθ. Ο πίνακας έργο της ζωγραφικής ωριμότητας του Θεοτοκόπουλου και το αφήγημα έργο της συγγραφικής ωριμότητας της Κλεοπάτρας Λυμπέρη. Το αφήγημα λες και φωτίζεται λαμπρυνόμενο από το άχτιστο φως της δημιουργίας.

Ολοκληρώνοντας την ανάγνωση βγαίνει κανείς εξευγενισμένος.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

(ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ)
Στην είσοδο του βιβλίου της υπάρχει η επιγραφή: «Η αφήγηση, λοιπόν. Να αφηγηθώ. Υπάρχει κανείς εκεί να ακούσει; Υπάρχει κανείς; Υπάρχει κανείς;». Και στην έξοδο, τα ερωτήματα: «Πώς θα εισχωρήσω στο νόημά μου; Υπάρχει Νόημα;»
Λοιπόν; Πώς να μπω στην Ταφή του Κόμητος Οργκάθ, χωρίς να εξοπλιστώ με μιαν απάντηση στο ερώτημα της εισόδου και πώς να βγω δίχως να ανταποκριθώ σε δύο τόσο βαριά ερωτήματα;
Η συγγραφέας δηλώνει πως θα αφηγηθεί. Η συγγραφέας δεν είναι ο σύγχρονος συγγραφέας-πτώμα. Αντίθετα, αναρωτιέται αν ζει ο αναγνώστης και μπορεί να την ακούσει. «Υπάρχει κανείς», φωνάζει η συγγραφέας – δις, με αγωνία.
Κι αφού η συγγραφέας της Ταφής του Κόμητος Οργκάθ δηλώνει πως ζει και ψάχνει αγωνιωδώς τον δεύτερο πόλο της δημιουργικής συνθήκης, τον αναγνώστη, προσδιορίζει αποφασιστικά τον ρόλο της: «Πώς θα εισχωρήσω στο νόημά μου; Υπάρχει Νόημα;».
Η Ταφή του Κόμητος Οργκάθ εγκαινιάζει, με πρωτοβουλία της συγγραφέως μια διαδικασία νοηματοδότησης. Αυτός είναι ο ρόλος του σύγχρονου συγγραφέα, που παραμένει ζωντανός – γι’ αυτό, κάτω τα χέρια από το κείμενό του κοράκια της ελεύθερης αγοράς. Επαναστατική παρέκβαση αυτό. Αλλά, στην πραγματικότητα, αυτό σημαίνει διαδικασία νοηματοδότησης σήμερα, από τον ζωντανό συγγραφέα, από τον συγγραφέα που δεν πίστεψε πως είναι νεκρός όταν του το είπαν – σημαίνει να κοιτάς τον πίνακα του Θεοτοκόπουλου και να σκέφτεσαι… διάφορα.
Γιατί, όπως γράφει ο Μισέλ Φουκώ στο μνημειώδες βιβλίο του «Οι Λέξεις και τα Πράγματα»: «η ταυτότητα των πραγμάτων, το γεγονός πως μπορεί να μοιάζουν με άλλα και να πλησιάζουν σε αυτά, αλλά χωρίς να χάνουν την μοναδικότητά τους – οφείλεται στην σταθερή ταλάντευση της συμπάθειας και της αντιπάθειας. Αυτή εξηγεί το πώς τα πράγματα αναπτύσσονται, αυξάνονται, αναμειγνύονται, εξαφανίζονται, πεθαίνουν, αλλά ξαναβρίσκονται επ’ άπειρον. Με ένα λόγο, ότι υπάρχει ένας χρόνος που μπορεί να επαναλαμβάνεται και ένας χώρος που αφήνει να επανεμφανίζονται αόριστα οι ίδιες μορφές, τα ίδια στοιχεία)».
Επανάληψη, ομοιότητα, συμπάθεια. Αυτά είναι τα υλικά της αιωνιότητας.
Τώρα είμαστε πραγματικά στην είσοδο του βιβλίου της Λυμπέρη. Ξέρουμε πως θα παίξουμε ένα παιχνίδι, το παιχνίδι της εισόδου στο δικό μας νόημα – αν υπάρχει νόημα.
Νόημα δεν υπάρχει. «Το υπάρχει» δεν είναι ακριβώς το σωστό ρήμα για την ουσία του νοήματος. Το νόημα συμβαίνει, ξεπετάγεται, προβάλει. Στην προκειμένη περίπτωση, με το άνοιγμα του βιβλίου, την έναρξη της αφήγησης. Αφήνει τα ίχνη του στην αναγνωστική πράξη και χάνεται με το κλείσιμο του βιβλίου. Έκτοτε, θα εμφανίζεται κάθε φορά που κάτι θα παραπέμπει στα ίχνη του.
Ίχνος βαθύ και αρχικό και ανεξίτηλο εδώ, είναι ο ομώνυμος ο πίνακας του Θεοτοκόπουλου, Η Ταφή του Κόμητος Οργκάθ, το αριστούργημά του, η διαθήκη του, το πιο ολοκληρωμένο έργο του.
Ξέρουμε πως τον ζωγράφισε κατά παραγγελία του πρωθιερέα της εκκλησίας του Αγίου Θωμά στο Τολέδο, ο οποίος είχε κερδίσει -για λογαριασμό της εκκλησίας- μια σημαντική δίκη και θέλησε να γιορτάσει τη νίκη μ’ ένα σπουδαίο έργο που θ’ απαθανάτιζε έναν θρύλο του 14ου αι. σύμφωνα με τον οποίο, όταν το 1323 πέθανε ο ευσεβής κόμης Οργκάθ, κατέβηκαν από τον ουρανό ο Άγιος Αυγουστίνος και ο πρωτομάρτυρας Στέφανος για να τον θάψουν.
Ξέρουμε πως ο Δομήνικος απεικόνισε ως παρισταμένους στην ταφή, όχι φανταστικά πρόσωπα, αλλά επιφανείς συμπολίτες του.
Ξέρουμε επίσης πως στο κέντρο των τεθλιμμένων εικονίζεται ο ίδιος ο ζωγράφος.
Μπορούμε να δούμε στον πίνακα δύο κόσμους: τον κόσμο τον γήινο, με τους παρισταμένους να κοιτάζουν τον νεκρό – μάλλον σοβαροί, παρά θλιμμένοι. Είναι ένας κόσμος, που χαρακτηρίζεται από κάποια τυπικότητα, σαν να ομολογεί πως είναι μια παράσταση ή τουλάχιστον αναπαράσταση ρουτίνας.
Μόνο ο ίδιος ο ζωγράφος κοιτάζει προς τα επάνω, όπου οι ανοιχτοί ουρανοί δείχνουν τα θαυμάσια σπλάχνα τους – σπλάχνα θρησκευτικά ή καλλιτεχνικά; Ας αποφασίσει ο θεατής.
Μέχρις εδώ, εμείς μπορούμε να κοιτάζουμε τον πίνακα, να αισθανόμαστε και να σκεφτόμαστε πράγματα σχετικά με το σχήμα των προσώπων, τα χρώματα, τον παράδεισο, τον Άγιο Θωμά, τον Άγιο Στέφανο, την πανοπλία του Οργκάθ, την θρησκευτικότητα… Όλα αυτά έχουν το νόημά τους. Μας το προμηθεύει η γνώση ή η άγνοιά μας. Είναι ένα νόημα χωρίς νόημα εν τέλει. Διότι, δεν μας αφορά έξω από την ζωγραφική και τα επιτεύγματά της. Είμαστε εδώ, τώρα, και ο πίνακας εκεί, τώρα. Ύστερα θα γυρίσουμε και θα φύγουμε και θα πούμε πως είδαμε το αριστούργημα ενός παγκοσμίως γνωστού Έλληνα και πως όντως ήταν αριστούργημα.
Αλλά, εκεί κάτω αριστερά, υπάρχει μια μικρή μορφή, ένα εννιάχρονο παιδί, που μας κοιτάζει κατάματα –μόνο αυτό απ’ όλους τους παρευρισκομένους- και δείχνει τον νεκρό. Από την τσέπη του πανωφοριού του εξέχει ένα μαντίλι πάνω στο οποίο είναι γραμμένη η ημερομηνία γέννησής του. Διακόσια χρόνια μετά την ταφή στην οποία παρίσταται. Ξέρουμε πια πως είναι το μοναδικό παιδί του ζωγράφου, ο Γιώργος-Μανούσος. Ξαφνικά, κοιτάζουμε έναν πίνακα απ’ όπου με την σειρά του μας κοιτάζει ένα πρόσωπο στενά συνδεδεμένο με τον ζωγράφο –ο μοναχογιός του, ζωγράφος και αρχιτέκτονας αργότερα. Αυτή η λεπτή γραμμή της αμοιβαίας ορατότητας περικλείει ένα ολόκληρο περίπλοκο δίκτυο από αβεβαιότητες, ανταλλαγές και υπεκφυγές.
Ποιον κοιτάζει το αγόρι; Εμάς; Τον πατέρα του την ώρα που το ζωγράφιζε; Και τι δείχνει με το μικρό του χέρι; Ή μάλλον, τι λέει η χειρονομία του; Λέει πως σαν καλό παιδί κάνει αυτό που του είπε ο ζωγράφος πατέρας του – να δείχνει τον νεκρό; Δεν είναι τουλάχιστον αφελής αυτή η ενέργεια για έναν Γκρέκο; Μήπως θέλει να υπαινιχθεί μια ουσιωδέστερη σχέση με τον νεκρό Οργκάθ. Σχέση ποίου. Του πατέρα του ή του ίδιου; Και τι σημαίνει ο αναχρονισμός του μαντηλιού; Ρωγμές παντού: στον χρόνο του πίνακα, στον χώρο του πίνακα…
Η παρουσία, το βλέμμα, το χέρι του παιδιού απαιτούν από εμάς ν’ απαιτήσουμε απαντήσεις. Αλλά το παιδί δεν μπορεί να μιλήσει. Μπορεί βέβαια να μιλήσει ο θεατής, στον οποίον, το βλέμμα του παιδιού χρεώνει τον ρόλο του ζωγράφου, του ίδιου του Γιώργου-Μανούσου και όλων, όσοι θα μπορούσαν να σχετίζονται με την κίνηση του παιδικού χεριού.
Σ’ αυτό το δίκτυο ρωγμών εγκαθιδρύεται το νόημα του βιβλίου της Κλεοπάτρας. Το νόημα είναι συνανήκειν. Κάτι ανήκει σε αυτό που παραπέμπει και αντίστροφα. Αυτό είναι νόημα. Βλέμματα που συναντούνται.
Μπορούμε να μπούμε πια στο βιβλίο, από τον ίδιο δρόμο που μπήκε και η συγγραφέας, νομίζω.
Δεν εννοώ, τώρα, εδώ. Η ανάγνωση είναι ευθύνη του αναγνώστη. Άλλωστε, κανείς δεν έχει το δικαίωμα να του στερήσει την ηδονή της ανάγνωσης. Ιδίως όταν πρόκειται για κείμενο ηδονικό από κατασκευής, όπως αυτό για το οποίο μιλάμε. Κείμενο ηδονικό: το κείμενο που δημιουργεί χαμό, ξεβολεύει, κάνει να τρικλίζουν τα ιστορικά, πολιτισμικά, ψυχολογικά βάθρα του αναγνώστη, η σταθερότητα των γούστων του, των αξιών του και των αναμνήσεών του, που οδηγεί σε κρίση την σχέση του με την γλώσσα. Μην φανταστείτε ένα κείμενο, γλωσσοκεντρικό –όπως λέμε τα κείμενα που προσπαθούν να μας δείξουν πώς θα μιλούσαμε αν δεν είχαμε ξεπεράσει ποτέ το επίπεδο του Νεάντερνταλ, καταλαβαίνετε τι λέω- αλλά για κείμενο που επειδή ακριβώς είναι σεισμικό, διαθέτει εξαιρετική αρμονία.
Εν πάση περιπτώσει, θεωρώντας πως σας ετοίμασα –ή σας προκατέβαλα- επαρκώς για να διαβάσετε την Ταφή του Κόμητος Οργκάθ, διαβάζω μια παράγραφο, που δείχνει πώς μπορεί να είναι αρμονικός ένας σεισμός και τι σημαίνει πραγματική λογοτεχνία και τελειώνω.
«Ξανάδα την άμαξά της λίγο καιρό αργότερα, έξω από τον καθεδρικό ναό. Τα άλογα αναπηδούσαν. Ο αμαξάς κρατούσε σταθερά τα χαλινάρια. Η θέα του ποδιού της, που πρόβαλε στο άνοιγμα της πόρτας με έκανε να αισθανθώ μια περίεργη ενόχληση. Σκέφτηκα αμέσως τον εχθρό μου και τις επιθέσεις που με είχαν εξοργίσει. Εκείνη έδειξε να ξαφνιάζεται ευχάριστα με την παρουσία μου. Την ακολουθούσε μια γυναίκα αρκετά μεγαλύτερη. Μάλλον ήταν η μητέρα της ή κάποια συγγενής. γιατί διέκρινα σχετική ομοιότητα μεταξύ τους. Φυσικά, ο σύζυγός της δεν της επέτρεπε να βγαίνει έξω χωρίς συνοδεία. Τις χαιρέτησα όσο πιο τυπικά μπορούσα και απομακρύνθηκα. Με ακολούθησε το άρωμά της, λεπτό σαν υποψία κρίνου. Αλλά δεν ισχυριζόμουν ότι η συνάντησή μας είχε ερεθίσει τις αισθήσεις μου». Ε;

 

ΛΙΛΥ ΕΞΑΡΧΟΠΟΥΛΟΥ

Ένα διαρκές βάδην της ψυχής

Δόκιμη ποιήτρια αλλά και πεζογράφος, η Κλεοπάτρα Λυμπέρη επιχειρεί σε αυτό το βιβλίο ένα «διαφορετικό» μυθιστόρημα. Πολλά από τα στοιχεία του θα το κατέτασσαν σε μεταμοντέρνο, αλλά νομίζω ότι η αρτιότερη αναφορά σ’ αυτό θα ήταν «μυθιστορηματικό δοκίμιο», μιας και αναπτύσσει πολλές φιλοσοφικές απόψεις της συγγραφέως.

Ως αναγνώστες παρακολουθούμε δύο παράλληλες αφηγήσεις, με πρόσχημα τον πίνακα «Η ταφή του κόμητος Οργκάθ» του Ελ Γκρέκο. Η μία ανήκει σε έναν μάλλον συγκαιρινό μας δικηγόρο, που ωστόσο αυτοσυστήνεται ως λεπτουργός της συνείδησης ή επαγγελματίας παρατηρητής. Στα παιδικά του χρόνια είχε δει την «Ταφή» και τον είχε εντυπωσιάσει· αργότερα είχε επιδιώξει να γίνει ζωγράφος και είχε αποτύχει. Η άλλη ανήκει σε έναν ευγενή του 16ου αιώνα, που καλείται από τον φίλο του Δομήνικο να ποζάρει για τη συνοδεία των ευγενών που ακολουθούν την ταφή. Αυτή η αφήγηση λαμβάνει τη μορφή ημερολογίου, ενώ σε κάποια σημεία αναφέρεται και στη ζωή του κόμη του Οργκάθ, που είχε πεθάνει και ταφεί διακόσια χρόνια πριν από τον πίνακα.
Κοινό σημείο και των δύο ανδρών, ίσως και των τριών, η σχέση τους με την τέχνη και ιδιαίτερα με τη ζωγραφική. Επίσης, η ύπαρξη στη ζωή τους μιας γυναίκας, ενός ανικανοποίητου έρωτα, που και στις τρεις περιπτώσεις ονομάζεται Μαριάνα. Πέρα όμως από τον έρωτα και τον θάνατο, τα μεγάλα στοχαστικά τμήματα του παρόντος βιβλίου αφιερώνονται στην εξέλιξη κάθε ανθρώπου, στο πένθος που προκαλεί στον καθένα η λήξη κάποιου παλαιού του πάθους, η επιχειρούμενη υπέρβαση της θνητότητας μέσα από τη διαρκή αναγέννηση του εαυτού, η πορεία της κάθε μεμονωμένης συνείδησης.

Η αυτοαναφορικότητα διαπνέει το σύνολο του έργου και οδηγεί σε μια εξαιρετική σύνθεση. Ο λόγος λαγαρός, με μικρά ή μεγαλύτερα αποστάγματα σοφίας.

Ένα αξιανάγνωστο κείμενο που προσφέρεται για πλειάδα σκέψεων και συγκινήσεων.

 

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΧΑΝΔΙΝΟΥ

(ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ)

η Κλεοπάτρα Λυμπέρη επιχειρεί μια καταβύθιση, μια κάθετη κατάδυση στον κόσμο της ανθρώπινης συνείδησης. Τα πρόσωπα που αναφέραμε βιώνουν κατά σειρά εν ζωή θανάτους˙ τους θάνατους εκείνους δηλαδή μέσα απ’ τους οποίους δυνητικά και αέναα, αναγεννάται, ανασυντίθεται ο εαυτός. Ο εαυτός σκιρτά κι όσο σκιρτά, δεν ξέρεις αν έρχεται το τέλος του ή η νέα αρχή.
«Τα ορυκτά στα βάθη ομιλούντα, καρποί
που η μάχαιρα κατέσκαψε να φτάσει στο κουκούτσι», αντιγράφω από το ποίημά της ‘Το ενάρετο σώμα’.
Σκάβει, ναι. Αυτό κάνει:
με επιμονή, με σύστημα, με ένταση, με διάκριση και με διακριτικότητα. Σκάβει και ρίχνει φως σε ό, τι ανακαλύπτει. Υπάρχει μια σκηνή στο βιβλίο, που επαναλαμβάνεται νομίζω δυο φορές: ο άντρας που ποζάρει για τον Θεοτοκόπουλο, επιστρέφει σπίτι του προχωρημένα μεσάνυχτα. Έμπροσθέν του, προηγείται και του ανοίγει το δρόμο ο υπηρέτης του, με υψωμένο το φανάρι. Θέλω να πω. Περπατάμε στα σκοτεινά. Η περίπτωση να μην παραπατήσουμε εξαρτάται κάποτε από την ύψωση ενός φωτός μπρος απ’ τα βήματά μας.«Για ορισμένους προορισμούς χρειάζεται κανείς βοήθεια».
Αν ήμουν περισσότερο επιρρεπής στους χαρακτηρισμούς:
θα μπορούσα να ονομάσω την Ταφή του κόμητοςΟργκάθ της Κλεοπάτρας Λυμπέρη, ως ένα ποιητικό εγχειρίδιο αυτογνωσίας. Ως ευαγγέλιο ανασχεδιασμού της εσωτερικής ζωής. Είναι τέτοια και τόση η πνευματική και αισθητική απόλαυση που προσφέρει. Είναι τόσες οι απονεκρωμένες μας περιοχές και ζώνες που ενεργοποιεί και ξεμουδιάζει. Που, ναι, δεν θα ήταν υπερβολή. Θα ήταν κυριολεξία οι πιο πάνω χαρακτηρισμοί. Όπως και το ότι ο εσωτερικός μονόλογος της Λυμπέρη, όπως εγγράφεται στο βιβλίο της αυτό, μοιάζει στιγμές να συνομιλεί, στα ίσα να συναγωνίζεται, ανεξαρτήτως πλοκής και έκβασης βεβαίως, το ‘Άγνωστο Αριστούργημα’ του Μπαλζάκ.
Σημειώσεις που κράτησα στα περιθώρια:
Η πυκνότητα του λόγου, η κοχλάζουσα νηφαλιότητα, η γενναιότητα – διότι η κατάδυση εγκυμονεί κινδύνους, πόσες απώλειες δεν έχουμε μετρήσει, πόσοι δεν χάθηκαν στα βάθη ανεπίστρεπτα, ποτέ δεν είναι ο γυρισμός εγγυημένος-, η αναζήτηση της πληρότητας, η αρτιότητα των συλλογισμών (ελάσσων πρόταση- μείζων πρόταση- υπαγωγή), το αρραγές της αφηγήσεως, η τεκμηρίωση των ιδεών, η αισθητική ως ζήτημα ηθικό, ο θάνατος ως έργο τέχνης, η δυσκολία τού να πραγματεύεσαι άυλα θέματα με σημείο και πεδίο αναφοράς κάτι το υλικό, εδώ έναν πίνακα ζωγραφικής, οι διαθλάσεις και οι αντικατοπτρισμοί (ποια είναι άρα γε η περαστική φιγούρα της βιβλιοθήκης που με την πλάτη γυρισμένη σε εμάς, αναζητά εναγώνια πλάι στο λήμμα Θεοτοκόπουλος, και σχεδόν ως άλλο ηρεμιστικό, την απεικόνιση της γνωστής ταφής, όπως ακριβώς έκανε ο πατέρας;…).. Οι πίνακες μέσα σε πίνακα, διότι βεβαίως είναι πίνακας ο άρρωστος στο νοσοκομειακό θάλαμο που γέρνει πάνω στη νοσοκόμα πιεζόμενος από τον αντρικό του ρόλο κι η νοσοκόμα πάνω σε κείνον, παρωθούμενη από την ευσυνειδησία της και από μακριά οι δυο τους θυμίζουνε λουλούδια που τείνουν με τους μίσχους τους το ένα στο άλλο. Είναι πίνακας ο σκοτεινός κι απρόσιτος σύζυγος της Μαριάνας ντ’ Ανούτσιο, έτσι όπως δίπλα της στέκεται, σαν κοράκι στο πλευρό ενός περιστεριού.
Κάθε σημαντικό έργο τέχνης:
καταργεί τον χρόνο. Κατορθώνει το επίκαιρο χωρίς να πέφτει στην παγίδα του επικαιρικού. Θα ήταν σχεδόν αδύνατον να μαντέψει κανείς το πότε γράφτηκε το βιβλίο της Κλεοπάτρας Λυμπέρη. Κι αυτό νομίζω πως μεταξύ άλλων είναι το νόημά του. Είναι το κερδισμένο στοίχημά του.
Θεωρώ την επιλογή του πίνακα ως επίκεντρου της αφηγήσεως:
ως ένα τέχνασμα, εφεύρημα εξαιρετικό το οποίο λειτούργησε και εφάρμοσε απόλυτα στις αναγκαιότητες και στα ζητούμενα της αφηγήσεως. Δεν είναι εύκολο ή μάλλον δεν είναι σκόπιμο να μιλά κανείς ευθέως για τα ‘κεκρυμμένα’, για τα ευαίσθητα,όπως είναι η συνείδηση.
Προτείνω τις περισσότερες της μιας αναγνώσεις του βιβλίου:
όχι επειδή είθισται. Το κείμενο όχι απλώς επιδέχεται, μα καλεί και προκαλεί, υποβάλλει τις πολλαπλές αναγνώσεις, με θεματικά κέντρα/ υπό τα ενδεικτικά πρίσματα: του έρωτα, του θανάτου, της φιλίας, της μοναξιάς, της αυτοκριτικής, της αντρικής και γυναικείας φύσης, της τέχνης.
Και κλείνω:
Υπάρχουν τουλάχιστον δύο εξάρσεις στις οποίες θα ‘θελα να σταθώ, δύο τουλάχιστον πολύ σημαντικές κλιμακώσεις στο αφήγημα: η πρώτη, είναι η υποδειγματική ομολογουμένως αγόρευση του πατέρα- δικηγόρου, ο οποίος υπερασπίζεται έναν δύσμοιρο δολοφόνο. Και η δεύτερη, είναι βεβαίως το Ποίημα του αποχαιρετισμού. Ποίημα- ανάθημα στον Ηλία Λάγιο. Ποίημα που αφήνει προσεκτικά η Κλεοπάτρα σαν λουλούδι, στην ταφή μιας εποχής. Κι είναι σημαντική η ταφή. Είναι όρος διεργασίας του πένθους. Είναι σκαλοπάτι για το άνω μέρος του πίνακα, είναι προθάλαμος της νέας ζωής, του νέου, ενσυνείδητου, πιο ελεύθερου εαυτού.

 

ΛΙΛΥ ΕΞΑΡΧΟΠΟΥΛΟΥ

Ένα διαρκές βάδην της ψυχής:

(ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ)

Ο λόγος της ποιητικός και φιλοσοφικός, συχνά μοιάζει να αντικατοπτρίζει το ζωγραφικό θέμα με μια δική του εξαϋλωση, επιχειρώντας να προσεγγίσει τη συνείδηση του αναγνώστη με τον χειρουργικό τρόπο των μεγάλων δημιουργών. Λεπτουργός της γλώσσας η ίδια επιχειρεί να εισέλθει στον αόρατο, εσωτερικό τρόπο θέασης του σημερινού αλλά και του παλαιότερου κόσμου, να διεισδύσει στη συνείδηση. Μας οδηγεί σε σκέψεις περί του βίου, της ύπαρξης ή της ανυπαρξίας, του χρόνου ή της αχρονίας. Το κείμενο βρίθει αντιστικτικών αναφορών, ειρωνικών παρεμβάσεων∙ είναι δίσημο στον βαθμό που το αντέχει το Εγώ, χρήσιμο στο βαθμό που παρεισφρύει στο Υπερεγώ.
Η εξαιρετική πυκνότητα του λόγου είναι αναμενόμενη μια και η συγγραφέας είναι σαφές ότι έλκεται από τον αποφθεγματικό λόγο∙ μικρές συνόψεις σοφίας διαποτίζουν την αφήγηση. Διαθέτει αυτή την σπάνια ποιότητα κειμένου όπου τα ερωτήματα που θέτει στον προσεκτικό αναγνώστη είναι ενδεχομένως περισσότερα από τις απόψεις που εκφράζει. Σε κάθε δεύτερη λέξη η ζωγραφική συμπλέκεται με την τέχνη της γραφής και πολλές από τις νύξεις για διάφορα θέματα αφορούν και τις δύο τέχνες. Ενίοτε στην γραφή της εμπλέκεται και κάποια δυσδιάκριτη παραδοξότητα που εντείνει την απόλαυση της ανάγνωσης. Επισημαίνεται η συχνά παρατηρούμενη ανικανότητα του καλλιτέχνη (συγγραφέα, ζωγράφου) για προσωπική ωρίμανση αλλά και η προσπάθειά του για συνεχή εκπαίδευση στο θέμα του: «…για ορισμένους προορισμούς χρειάζεται κανείς βοήθεια∙ οδηγός είναι πάντοτε αυτός που προηγείται∙ …»(σ.30) σημειώνει αποτείνοντας φόρο τιμής στους παλαιότερους δασκάλους.
Ο ένας από τους κύριους χαρακτήρες του έργου, ο αφηγητής δικηγόρος, καταφεύγει συχνά στην επωδό «…, είπε ο πατέρας» αποποιούμενος πάσα ευθύνη για τα λεγόμενα που φέρεται απλώς να αναπαράγει, κάτι που φέρνει στο νου το πολυβραβευμένο μυθιστότημα του Αντόνιο Ταμπούκι: Έτσι ισχυρίζεται ο Περέιρα. Ο δικηγόρος-αποτυχημένος ζωγράφος/ φιλότεχνος συχνά μοιάζει να επιχειρηματολογεί με μια δικηγορίστικη έπαρση για θέματα της τέχνης μια και από παιδί έχει έλθει σε επαφή με αριστουργήματά της, μεταξύ των οποίων και «Η Ταφή του Κόμητα Οργκάθ». Είναι ένας εισβολέας στον χώρο της τέχνης αλλά και στην αποτίμηση του πίνακα. Παράλληλα πάντως θεωρεί εαυτόν άχρωμο και ανάξιο φέρνοντας στον νου το πρόσφατο μυθιστόρημα του Χαρούκι Μουρακάμι: Ο άχρωμος Τσουκούρου Ταζάκι και τα χρόνια του προσκυνήματός του. Εάν λαμβάναμε υπόψη κυρίως αυτόν τον χαρακτήρα θα μπορούσαμε να δούμε το βιβλίο και ως μυθιστόρημα μαθητείας, ενός παρολίγο ζωγράφου που προέκυψε dilettante. Επικαλούμενος τον πατέρα μοιάζει να φοβάται τον ίδιο του τον λόγο, να του λείπει η όποια αυτοπεποίθηση και να χρειάζεται έναν πατέρα, έναν καθοδηγητή, έναν δάσκαλο. Ο παρ’ ολίγον ζωγράφος μας παραπέμπει συχνά σε διάφορους πίνακες και προβαίνει σε ενημερωμένες συγκρίσεις σπουδαίων ζωγράφων όπως οι Γκρέκο και Βερμέερ.
Ο έτερος χαρακτήρας είναι ένας από τα πρόσωπα του πίνακα, φίλος του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου. Ο ζωγράφος του έχει ζητήσει να συμμετέχει στον πίνακα ως ένας από τους ευγενείς που αποτελούν τους ακόλουθους της κηδείας. Έτσι παρακολουθούμε ταυτόχρονα δύο αφηγήσεις του εν πολλοίς συγκαιρινού μας δικηγόρου και ενός ευγενή του 16ου αιώνα. Αυτή η δεύτερη αφήγηση έχει τη μορφή ημερολογιακών καταγραφών που θυμίζουν το προηγούμενο ημερολόγιο της συγγραφέως Επταετές κοράσιον,(Άγρα, 2011), εξάλλου ο πρώτος αφηγητής της αναφωνεί κάποια στιγμή –προφανώς αυτοαναφορικά- «-είμαι ένα ημερολόγιο καλλιτεχνικών συγκινήσεων.» Οι καταγραφές του ξεκινούν από τη στιγμή του αιτήματος του Δομήνικου να ποζάρει για το έργο και άλλες φορές έχουν ως θέμα το έργο και την τέχνη της ζωγραφικής κι άλλοτε την παρουσία μιας γυναίκας, της Μαριάνας ντ’ Ανούτσιο.

 

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΣΓΟΥΡΟΜΥΤΗ

Η ανάγνωση της Ταφής του κόμητος Οργκάθ της Κλεοπάτρας Λυμπέρη εστιάζεται στο ομώνυμο αριστούργημα του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου (Ελ Γκρέκο), το οποίο ολοκληρώθηκε το 1588 κατόπιν παραγγελίας του πρωθιερέα της εκκλησίας του Αγίου Θωμά, στο Τολέδο.i Ο ζωγραφικός πίνακας τοποθετείται στο επίκεντρο των διανοητικών και συναισθηματικών παθών των αφηγητών την ίδια στιγμή που η συγγραφέας «συνομιλεί» με τα αντικείμενα της έρευνάς της, προτείνοντας ερμηνείες κατά τις οποίες ερμηνευτής και ερμηνευόμενος συνδιαλέγονται σε πρώτο πρόσωπο. Το αφηγηματικό υποκείμενο εναλλάσσεται, παίρνοντας πότε τη θέση του πατέρα, πότε του γιου -«αποτυχημένου καλλιτέχνη»-, και πότε ενός αφανέρωτου ομιλητή, ο οποίος κλιμακώνει τη ροή της ιστορίας μέσα από προσωπικές καταγραφές και αναφορές στον Θεοτοκόπουλο. Όλοι μαζί οι αφηγητές, δεν κάνουν άλλο από το να παραπέμπουν στη «μεταβαλλόμενη πραγματικότητα της ανθρώπινης υφής».ii

Ο χρόνος του δράματος επίσης παραμένει ασαφής. Οι ημερολογιακές εγγραφές αναφέρονται τόσο στην εποχή δημιουργίας του πίνακα όσο και στον ίδιο τον Δον Γκονζάλο Ρουίθ-κόμη του Οργκάθ. Από ένα τέτοιο παιχνίδι αλλεπάλληλων κατασκευών, όπου ο χρόνος της δράσης και ο ρόλος του υποκειμένου διαπλέκονται αξεδιάλυτα, δημιουργείται ένας κάναβος πάνω στον οποίο εγγράφονται συναισθηματικές ματαιώσεις, υπαρξιακά ερωτήματα και αναστοχαστικές εκφορές. Πράγματι, το ερώτημα περί της ύπαρξης της ψυχής στοιχειώνει το κείμενο λειτουργώντας σαν κλωστή που συρράφει τους κατακερματισμένους χαρακτήρες πάνω στον λεπταίσθητο καμβά της Ταφής.

Και αν οι στοχασμοί πάνω στην ελευθερία (και αυτονομία) του καλλιτέχνη και την δημιουργική ορμή της ζωγραφικής, παραμένουν σε ένα επίπεδο στοιχειώδες, οι ποιητικές εγγραφές της Λυμπέρη συναντιούνται πάνω στην επιφάνεια του πίνακα, σε αυτό το άνευ περιγράμματος, οντολογικό επίπεδο της εμμένειας. Οι συγκινήσεις που απορρέουν από τον πίνακα παύουν να αναφέρονται στον δημιουργό τους και συγκροτούν μια ολότητα από μόνες τους, υπάρχουν μετά το πέρας της ζωγραφικής, μετά από την επίσκεψη στο μουσείο, αφότου η εικόνα έχει αποσυρθεί από το προσκήνιο. Ο μύθος του κόμητος Οργκάθ διασταυρώνεται με μια φανταστική βιογραφία του Θεοτοκόπουλου, αλλά και με μυθιστορηματικές αναφορές στις Επικίνδυνες Σχέσεις του Λακλό -η Μαριάνα ντ’ Ανούτσιο αποτελεί άραγε μια παραπομπή στον ποιητή Γκαμπριέλε ντ’ Ανούτσιο; Άλλος ένας κάναβος αναφορών εισέρχεται εδώ, κωδικοποιώντας την ιστορία της τέχνης μέσα από την παράθεση πληθώρας καλλιτεχνικών έργων, όπως το Πορτραίτο του Φρειδερίκου ντε Μοντεφέλτρο του Πιέρο ντε λα Φραντσέσκα, το Πορτραίτο του καρδινάλιου Γκουίντο Μπεντιβόλιοτου Βαν Ντάικ, αλλά και το Προσκήνυμα των Ποιμένων του Ούγκο βαν ντερ Γκους, το Πορτραίτο του κυρίου και της κυρίας Άντριους του Γκαίνσμπορο, και η Προσωπογραφία της Κυρίας ντε Σενόντου Έγκρ. Κάποιες ελάχιστες αναφορές σε έργα του μοντερνισμού δεν επαρκούν για να επικαλύψουν το πάθος για τους χαρακτήρες, τους ρόλους, τα προσωπεία -εν τέλει- τα υποκείμενα που εναλλάσσονται μπερδεύοντας τον γραπτό με τον εικαστικό λόγο σε μια τονική πολυφωνία που υποβάλλει την πρωτοκαθεδρία του μοντέλου έναντι του δημιουργού, του καλλιτεχνικού έργου έναντι του καλλιτέχνη αλλά και του θεατή, του αντικειμένου έναντι του κριτή του, σε μια δημιουργική αναζήτηση της απελευθέρωσης του υποκειμένου από τα ίδια τα δεσμά της (ψυχικής) φθαρτότητας.
Η ταφή του κόμητος Οργκάθ του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου είναι ένα καλλιτεχνικό έργο που εκ πρώτης όψεως αναφέρεται στον θάνατο. Στο κάτω μέρος του πίνακα απεικονίζεται η εγκόσμια σκηνή της ταφής, με το πλήθος των θρηνούντων -έτσι όπως το ζωγραφίζει ο Θεοτοκόπουλος, με τα διακριτά χαρακτηριστικά του κάθε ευγενή, συμπεριλαμβανομένου του ίδιου του ζωγράφου- ενώ στο άνω μέρος παρουσιάζονται ως σε νεφέλες οι άγγελοι, οι άγιοι και οι θείες μορφές. Με τα λόγια της συγγραφέως «έτσι ο θάνατος του Οργκάθ στη γη και η ανάστασή του στον ουρανό υπονοούν μια ζωή που ξανακερδήθηκε».iii Στην απεικόνιση ενός χώρου απόλυτου προστίθεται, επεξηγηματικά, η διάσταση ενός χρόνου ξανακερδισμένου, με την έννοια ότι ο Θεοτοκόπουλος επιλέγει να ζωγραφίσει μια θρηνητική σκηνή όπου το θαύμα του θανάτου -η κάθοδος των Αγίων Στεφάνου και Αυγουστίνου, οι οποίοι κρατούν το άψυχο σώμα- μοιάζει να υπερβαίνει μεγαλείο της ζωής. Είναι λοιπόν Η Ταφή πράγματι ένα έργο αφιερωμένο στην απελευθερωτική ορμή του θανάτου; Ο σύγχρονος θεωρητικός της τέχνης Μπόρις Γκρόις έχει υποστηρίξει σε ανύποπτο χρόνο ότι μόνο ο χριστιανισμός μπόρεσε να αναγάγει την στιγμή της απόλυτης ήττας σε σκηνή θριάμβου, αποδεικνύοντας πόσο ισχυρές είναι οι αξιώσεις που προβάλλει η θρησκεία από την εξουσία. Στην πραγματικότητα, ο χριστιανισμός οικειοποιήθηκε και εξουδετέρωσε την παραδοσιακή εικονοκλαστική χειρονομία, κατά την οποία η κατάρριψη των παλαιών αξιών εξυπηρετούσε την εδραίωση νέων ειδώλων. Και αυτό, γιατί στη χριστιανική παράδοση η εικόνα της αποκαθήλωσης και της ένδειας -ο Χριστός στο σταυρό- μεταμορφώνεται σχεδόν αυτομάτως σε εικόνα θριάμβου εκείνου που έχει μόλις συντριβεί. Η εικονογραφική φαντασία -όπως έχει διαμορφωθεί από τον χριστιανισμό- δεν διστάζει να αναγνωρίσει τη νίκη στην ίδια την εικόνα της ήττας ∙ εν προκειμένω, η ήττα σηματοδοτεί μια καινούρια νίκη, ενώ κατά παρόμοιο τρόπο λειτούργησε σε μεγάλο βαθμό η μοντέρνα τέχνη. Το σώμα του ζωγραφικού έργου υποβλήθηκε σε φθορές και μαρτύρια που, κατά τον Γκρόις, προσομοιάζουν αυτά των μαρτύρων – αγίων. Το μαρτύριο της εικόνας στο πρωτοποριακό έργο τέχνης αντικατέστησε τη χριστιανική εικόνα του μαρτυρίου, καθώς η εικόνα -συμβολικά όσο και κυριολεκτικά- ράφτηκε, σκίστηκε, τρυπήθηκε, χαράχτηκε, σύρθηκε στη λάσπη και αφέθηκε στο έλεος της γελοιοποίησης. Οι εικόνες, δε, της κατάρριψης των παλιών ειδώλων, παρήγαγαν τα νέα είδωλα που θα ανταποκρίνονταν στις αξίες της σύγχρονης εποχής. Η εικονοκλαστική χειρονομία ως παραγωγικός τύπος φαίνεται να υπήρξε το μότο του μοντερνισμού. Ενάντια σε μια παράδοση της αναπαράστασης (με την έννοια της εικονογράφησης ή της αφήγησης) ο μοντερνισμός προέβη σε μια κάθαρση της εικόνας από κάθε «ρυπαρό» εξωγενές στοιχείο, αποσκοπώντας στην πλήρη αυτονομία του καλλιτεχνικού αντικειμένου. Κατ’ αυτό τον τρόπο, όμως, επικύρωνε συστηματικά την κυρίαρχη εικονοφιλία. Η εικονοκλαστική χειρονομία του συμβολικού μαρτυρίου ενδυνάμωσε τη λατρεία της εικόνας χάρη σε μια περίτεχνη στρατηγική. Η διάκριση μεταξύ τέχνης και μη-τέχνης καθίσταται πλέον αντιληπτή μέσα από ένα ανιμιστικό πρίσμα, σύμφωνα με το οποίο το αντικείμενο «κατοικείται» ή όχι από την τέχνη, με άλλα λόγια την ενσωματώνει με τον ίδιον ίδιο τρόπο που ενσωμάτωναν τη θεία παρουσία οι θρησκευτικές εικόνες. Η «απομυθοποίηση» της σύγχρονης τέχνης -μέσα από εφήμερες δράσεις, καταγραφές, ακόμα και την «απουσία» της τέχνης- σε καμία περίπτωση δεν φαίνεται να υπονομεύει το ειδωλολατρικό στάτους της τέχνης, ακόμη και αν υποστηριχθεί ότι άλλες συνδέσεις με το περιβάλλον -βλ. κοινωνικοπολιτικές αναφορές- έχουν προσδώσει μια διαφορετικού τύπου «αφήγηση» στο έργο τέχνης. Οι καλλιτέχνες δεν μπορούν να θεωρηθούν «άθεοι» επειδή έλαβαν γνώση των κανόνων της τέχνης, κατά τον τρόπο που η απώλεια της πίστης ενός Καθολικού ιερέα, δεν απομειώνει την αποτελεσματικότητα των θρησκευτικών τελετουργικών στα οποία επιδίδεται.
Σαν υποσημείωση στις σκέψεις που εκδηλώθηκαν σε σχέση με την ανά χείρας έκδοση, θα επισημαίναμε ότι η διαρκής αναζήτηση της μοναδικότητας της ψυχής -άρρηκτα συνδεεμένη ως είναι με την ύπαρξη μίας και μοναδικής θεότητας- έρχεται σε αντίφαση με τον πλουραλισμό των αφηγηματικών ρόλων. Δύο αντίρροπες δυνάμεις έλκουν προς διαφορετικές κατευθύνσεις, εκτρέποντας τη διαδικασία της ανάγνωσης από συμμετοχή, σε αμηχανία που καταλαμβάνει το θεατή απέναντι στην εκδίπλωση του αφηγηματικού λόγου: «Αν ο άνθρωπος είχε την κυριότητα της ζωής του -θέλω να πω την κυριότητα των συμπεριφορών του-, τότε η ευδαιμονία δεν θα ήταν απλώς μια ιδέα χωρίς εφαρμογή.» Ήδη από τις πρώτες σελίδες του κειμένου, αποδίδεται ποιητικό τω τρόπω μια ουσιαστική παρατήρηση, την οποία όμως η συγγραφέας μοιάζει να μη συλλαμβάνει σε όλο της το βάθος. Αντίθετα, μέσα από ένα πλήθος αναδρομών και αναπολήσεων, ο αναγνώστης οδηγείται από πολύ νωρίς σε μια συρραφή από πιθανές συνεπαγωγές του ζητήματος, καταλήγοντας να νιώθει παγιδευμένος -όχι σε μια «εικόνα στο χαλί»- αλλά σε ένα πλήθος ερμηνευτικών προσεγγίσεων. Το αρχικό έναυσμα -ο πίνακας του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου, Η ταφή του κόμητος Οργκάθ- παρά την οξυδέρκεια με την οποία επιλέγεται ως αφετηρία διερεύνησης μιας συνειδησιακής εμπειρίας -«Ναι, κάποτε ο παρατηρητής προσκαλείται να φτιάξει μια δική του εκδοχή για τα πράγματα»- υποχωρεί πίσω από ένα πλέγμα επιδιώξεων, που υποδηλώνει την ύπαρξη μιας κάποιας αποστασιοποίησης, απόρροια, ενδεχομένως, της παράδοσης της κριτικής.

ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΑΥΓΗ 10.1.2016

  

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

ANDRO 12.10.2016 Στον Γιάννη Τζανετάκη

Η ταφή ενός Συμβόλου του αγαθού, ενός πολίτη της Ουτοπίας
Η Κλεοπάτρα Λυμπέρη εξηγεί πώς εμπνεύστηκε το έξοχο βιβλίο της «Η ταφή του κόμητος Οργκάθ» από τον ομώνυμο πίνακα του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου και ομολογεί μελαγχολικά: «Αποτελώ έναν από τους τελευταίους επίμονους υπερασπιστές του παλιού κόσμου των ιδεών».

Ποια ήταν η αρχική σκέψη που σας ώθησε να γράψετε το βιβλίο;

Το κλασικό ερώτημα για την «αληθινή ζωή», η έννοια του φιλοσοφικού «όντως όντος». Είναι κάτι που με έχει απασχολήσει και στην ποίησή μου, από τα πρώτα μου βιβλία. Γι’ αυτό, άλλωστε, θέλησα να ξαναβάλω στο τραπέζι την υπόθεση της εξιδανίκευσης. Οι περισσότεροι της γενιάς μου υπήρξαμε (και παραμένουμε) παιδιά του Ρομαντισμού και, επιπλέον, οι Ουτοπίες (ως ιδεολογικά συστήματα – κοινωνικά, καλλιτεχνικά, πολιτικά) μας απασχόλησαν ιδιαίτερα επειδή διασώζουν ένα υψηλό όραμα. Αλλά φοβάμαι ότι στην εποχή του Μεταμοντέρνου αυτά μπορεί να ακούγονται λίγο βαρύγδουπα.

Ποιος ήταν ο κόμης Οργκάθ;

Ήταν πραγματικό πρόσωπο, ο ευγενής Δον Γκονζάλο Ρουίθ, o oποίος έζησε στην Ισπανία τον 13ο αι. Σύμφωνα με τον Pedro de Alcocer (Historia de Toledo, 1554), καταγόταν από τη βυζαντινή οικογένεια των Παλαιολόγων. Ο θάνατός του αναφέρεται στα ιταλικά αρχεία το 1323 και περίπου δυόμισι αιώνες μετά αποτυπώθηκε σε ένα από τα πιο σημαντικά έργα του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου.
Στο βιβλίο μου, αυτός ο ήρωας αντιπροσωπεύει τον απόηχο των τροβαδούρων που υπερασπίστηκαν την ιδέα του εξευγενισμένου έρωτα, αμφισβητώντας ευθέως τη χριστιανική ηθική και τον κατεστημένο κοινωνικό ρόλο της γυναίκας. Αντιπροσωπεύει επίσης τoν ιπποτισμό, όχι όμως ως καρικατούρα όπως ο Δον Κιχώτης του Θερβάντες. Ο κόμης Οργκάθ είναι ο μεσαιωνικός τύπος που ζει στην εξιδανικευμένη πλευρά της ζωής και των σχέσεων και, επειδή φέρει με απλότητα το αυθεντικό πνεύμα του αγαθού, είναι και πολίτης της Ουτοπίας πολύ προτού ανακαλυφθεί ο όρος.
«Ο κόμης Οργκάθ, ο ευγενής Δον Γκονζάλο Ρουίθ, έζησε στην Ισπανία τον 13ο αιώνα. Σύμφωνα με τον Pedro de Alcocer, καταγόταν από τη βυζαντινή οικογένεια των Παλαιολόγων».

Πώς εμπνεύστηκε τον πίνακα «Η ταφή του κόμητος Οργκάθ» ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος;

Ήταν μια παραγγελία του Αndres Nunez, εφημέριου της εκκλησίας του Αγίου Θωμά στο Τολέδο, για το παρεκκλήσι της Παναγίας. Υπήρχε ένας παλιός θρύλος στην περιοχή σχετικά με τον κόμη του Οργκάθ: Ότι έζησε κατά τα πρότυπα του ιπποτισμού, με καλοσύνη, αγνότητα και φιλανθρωπίες, γι’ αυτό, όταν πέθανε, παρουσιάστηκαν στην κηδεία του ο Άγιος Αυγουστίνος και ο Άγιος Στέφανος, οι οποίοι φρόντισαν την ταφή του. Ο Θεοτοκόπουλος απεικονίζει στην Ταφή αυτήν ακριβώς τη λαϊκή αφήγηση.

«Η κατασκευή του έργου έγινε τον 16ο αιώνα και διήρκεσε τρία χρόνια (1586-1588). Σήμερα αποτελεί σημαντική κληρονομιά της ισπανικής καλλιτεχνικής παράδοσης, με παγκόσμια αναγνώριση». Δεξιά, ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος – λεπτομέρεια από τον πίνακα.

Μιλήστε μας για τον πίνακα και την ιδιαίτερη αξία του.

Κατ’ αρχάς να τονίσω κάτι. Ο πίνακας, ως καλλιτεχνικό έργο καθαυτό, αποτελεί για μένα ένα πρόσχημα, δεν είναι το αληθινό κέντρο του βιβλίου μου. Μου έδωσε απλώς την ευκαιρία να πω μερικά πράγματα, επειδή ακριβώς μεταφέρει ένα συγκεκριμένο Νόημα: συμβολίζει δύο έννοιες μαζί, το πένθος και την αναγέννηση, το θάνατο και την ανάσταση.
Η Ταφή θεωρείται από τα αριστουργήματα του μανιερισμού, με εμφανείς επιδράσεις της βυζαντινής τεχνοτροπίας και μυστικιστικά δάνεια. Δεν εκτίθεται στο μουσείο του Τολέδο μαζί με άλλα έργα, αλλά στο σπίτι όπου έμενε ο Γκρέκο όταν ζούσε στην πόλη. Η κατασκευή του έργου έγινε τον 16ο αι. και διήρκεσε τρία χρόνια (1586-1588). Σήμερα αποτελεί σημαντική κληρονομιά της ισπανικής καλλιτεχνικής παράδοσης, με παγκόσμια αναγνώριση.
Ο Θεοτοκόπουλος αποτυπώνει το περιστατικό της Ταφής σε δυο επίπεδα. Ένα γήινο (του πραγματικού κόσμου) και ένα ουράνιο (όπου υπάρχουν αμιγώς θρησκευτικοί συμβολισμοί). Θέλω να πιστεύω ότι ο ίδιος δεν ενδιαφέρθηκε μόνο για μια θρησκευτική αναπαράσταση και για τη διαχείριση ανάλογων συμβόλων, αλλά μας αφήνει παραπάνω κώδικες – το λέω αυτό γιατί υπήρξε άνθρωπος ιδιαίτερα καλλιεργημένος, εξαιρετικά προωθημένο πνεύμα για την εποχή του. Απόδειξη ότι μας έδωσε μια τέχνη πρωτότυπη και σαγηνευτική, υπερβαίνοντας κατά πολύ άλλους συνομήλικους ζωγράφους.

«Ο κόμης Οργκάθ, επειδή φέρει με απλότητα το αυθεντικό πνεύμα του αγαθού, είναι και πολίτης της Ουτοπίας πολύ πριν ανακαλυφθεί ο όρος».

Ποιοι είναι οι κεντρικοί ήρωες του βιβλίου; Και ποια η δομή της αφήγησης;

Το βιβλίο ανήκει στο είδος του εσωτερικού μονόλογου. Χρησιμοποιώ δυο παράλληλες αφηγήσεις σε πρώτο πρόσωπο, οι οποίες κινούνται σε διαφορετικά ψυχικά επίπεδα και διαφορετικούς ιστορικούς χρόνους, χωρίς να ακολουθούν γραμμική εξέλιξη. Φυσικά συνδέονται μεταξύ τους εναλλάσσοντας στοιχεία. Οι δυο αφηγητές, αν και δίνουν την εντύπωση αντίθετων πόλων, είναι συμπληρωματικοί, γιατί προωθούν διαδοχικά το νόημα σε επόμενα στάδια. Για να αναδείξω το φιλοσοφικό κομμάτι του βιβλίου χωρίς να αδικήσω το αφηγηματικό, σκέφτηκα το εύρημα ενός ημερολογίου, όπου μπορούν να κατατεθούν σκέψεις που δύσκολα θα μπορούσαν να ενσωματωθούν στην απλή αφήγηση.
Κεντρικός ήρωας είναι επίσης ο Θεοτοκόπουλος, ένα σύμβολο της καλλιτεχνικής ψυχής που γεννά αδιάκοπα κόσμους, οράματα, ουτοπίες. Και φυσικά, ο κόμης Οργκάθ: Σύμβολο του αγαθού (το οποίο όμως θέτω διαρκώς υπό αίρεσιν, γιατί δεν το προσεγγίζω με ηθικά κριτήρια, αλλά με κριτήρια ψυχολογικά).

«Η ‘’Ταφή’’ θεωρείται από τα αριστουργήματα του μανιερισμού, με εμφανείς επιδράσεις της βυζαντινής τεχνοτροπίας και μυστικιστικά δάνεια». (Εδώ, τα πρόσωπα που απεικονίζει ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος στο κάτω μέρος του πίνακα – ο ίδιος με την ένδειξη Autorretrato).

Στο βιβλίο συναντάμε τρεις Μαριάνες…

Πρόκειται για ένα συγγραφικό τέχνασμα. Οι γυναίκες ηρωίδες είναι τρία διαφορετικά πρόσωπα με το ίδιο όνομα, ζουν σε διαφορετική εποχή, όμως αντιπροσωπεύουν και οι τρεις ένα κλασικό σχήμα: τη γυναίκα-μούσα, εκείνη που εμπνέει στον άντρα (ερήμην της σχεδόν) τον έρωτα και τη φαντασιακή επένδυση. Κι ακόμη, εκείνη που υποβάλλει όλα όσα ακολουθούν τον έρωτα: την έλξη και την απώθηση, την επιθυμία και τη ματαίωση, το όνειρο και την πραγματική ζωή.
Το ερώτημα που θέτω έμμεσα είναι αν ο έρωτας αποτελεί πάντα μια χαμένη υπόθεση, μια ψευδαίσθηση, ή αν γίνεται ευκαιρία για τη διάσπαση των ορίων, μια πρόσκληση να γνωρίσουμε τον αληθινό εαυτό μας μέσω του άλλου.

Στη ροή της αφήγησης αποδίδετε στον Οργκάθ ένα δικό σας ποίημα, το «Ποίημα του αποχαιρετισμού», το οποίο αφιερώνετε «στη Μαριάνα» και γράφετε πως νομίζετε ότι θα άρεσε στον παλιό σας φίλο Ηλία Λάγιο…

Το «Ποίημα του αποχαιρετισμού», σύμφωνα με την αφήγηση, είναι γραμμένο από τον κόμη Οργκάθ για τη Μαριάνα (μια γυναίκα της εποχής του). Εκείνος λοιπόν της το αφιερώνει. Και μάλιστα, κρύβει τα ποιήματά του σε μια κρύπτη, ελπίζοντας πως η Μαριάνα θα τα ανακαλύψει κάποτε, μετά το θάνατό του. (Σημειώστε, πως όταν έγραφα το βιβλίο, δεν είχα υπ’ όψιν μου ότι ο Δάντης – σύμφωνα με τον Βοκκάκιο – τον καιρό της εξορίας του είχε τοποθετήσει σε κρύπτη τα τελευταία Άσματα του Παραδείσουκαι ότι μετά το θάνατό του παρουσιάστηκε σε όραμα στον γιο του, για να του υποδείξει το μέρος. Πρόσφατα το διάβασα και μου φάνηκε συγκινητική η σύμπτωση).
Είπα ότι το συγκεκριμένο «Ποίημα του Αποχαιρετισμού» θα άρεσε στον φίλο Ηλία Λάγιο, γιατί έχει την ατμόσφαιρα και τη συγκινησιακή γλώσσα του σονέτου. Άλλωστε, σε ανάμνηση μιας δικής του ποιητικής συλλογής (του «Βιβλίου της Μαριάννας») και για να υπαινιχθώ μια συνομιλία μαζί του, χρησιμοποίησα κι εγώ το ίδιο όνομα στο βιβλίο μου.

«Αποτελώ έναν από τους τελευταίους επίμονους υπερασπιστές του παλιού κόσμου των ιδεών, οι οποίοι κάτι προσπαθούν να διασώσουν μέσα στη φασαρία του μεταμοντέρνου».

«Η ταφή του κόμητος Οργκάθ» είναι μια πολυεπίπεδη συνομιλία σας με τη ζωγραφική…

Ναι, είναι μια συνομιλία σε καλλιτεχνικό επίπεδο, αφού μεταφέρω ιδέες για την αισθητική και το προσωπικό μου γούστο, αλλά και την ίδια τη σχέση μου με την Εικόνα, η οποία σήμερα, καθώς γνωρίζουμε, έχει αντικαταστήσει το λόγο. Είναι, όμως, και μια συνομιλία με πολύ ιδιαίτερα κομμάτια της ζωής μου –με πραγματικότητες που αφορούν επίσης στη ζωγραφική.
Φοίτησα στην Καλών Τεχνών σε πολύ νεαρή ηλικία. Δεν ολοκλήρωσα τις σπουδές και νομίζω, εξαιτίας αυτού, υπήρχε μέσα μου το αίσθημα της ματαίωσης. Όμως, έτσι όπως το βλέπω σήμερα, ήταν σαν να έζησα εκείνο τον καιρό μια εμπειρία από την οποία κέρδισα όλα τα προαπαιτούμενα για τη συγκεκριμένη συγγραφική δουλειά. Η ζωγραφική υπήρξε για μένα Δάσκαλος. Δεν είδα ποτέ τον εξωτερικό κόσμο ως κάτι αποκομμένο από τη εσωτερική μου ζωή, αλλά πάντα διέφευγα με τη φαντασία και η ζωγραφική με έμαθε να συγκεντρώνομαι στο συγκεκριμένο, δηλαδή, να γίνομαι «πραγματική». Η ζωγραφική με έκανε παρατηρητή. Στην αρχή μελετητή προσώπων. Αργότερα ανιχνευτή συμπεριφορών. Έπειτα αναζητητή άλλων πιο βαθιών πραγμάτων.
Θα έλεγα ότι στο βιβλίο μου συμπράττουν εξίσου δυο τέχνες, η ποίηση και η ζωγραφική. Η εικόνα να επιστρέψει στο λόγο – αυτή ήταν η συγγραφική πρόθεση.

«Ο πίνακας του Θεοτοκόπουλου συμβολίζει δυό έννοιες μαζί: το πένθος και την αναγέννηση, τον θάνατο και την ανάσταση». (Εδώ, η ουράνια σύναξη – σκέπη της γήινης ταφής – στο πάνω μέρος του πίνακα).

Οι βασικές ιδέες πάνω στις οποίες στήθηκε το βιβλίο, γράφετε στο Σημείωμα της έκδοσης, είναι η ομορφιά, η φιλία, το πένθος και η αναγέννηση…

Προσωπικά, στη λογοτεχνία ποτέ δεν με ενδιέφερε μια απλή καλογραμμένη αφήγηση, αλλά το ειδικό νόημα που μπορεί να υπηρετήσει ένα βιβλίο. Κάθε καλό βιβλίο νομίζω στήνεται πάνω σε έναν ισχυρό νοηματικό άξονα. Ίσως ακούγομαι ντεμοντέ να μιλώ για Νόημα στην εποχή του μη-Νοήματος. Άλλωστε, ο μοντερνισμός, με τόσους πειραματισμούς και θραύσεις, έσπασε κάθε κλασική αντίληψή μας για την πρόζα. Και, φυσικά, η λογοτεχνία υπερασπίζεται, κατ’ αρχάς, μια μορφή. Ας πούμε όμως ότι αποτελώ έναν από τους τελευταίους επίμονους υπερασπιστές του παλιού κόσμου των ιδεών, οι οποίοι κάτι προσπαθούν να διασώσουν μέσα στη φασαρία του μεταμοντέρνου.
Η ομορφιά σε όλες τις εποχές υπήρξε πηγή απόλαυσης αλλά και παρηγορία, θεράπων ιατρός. Οι ήρωές μου έλκονται από την ομορφιά, τη βλέπουν ως προϋπόθεση του ευ ζην. Κυρίως όμως ενδιαφέρονται για την εσωτερική ζωή, εκεί όπου το πένθος και η αναγέννηση, ως αναμοχλεύσεις και δράσεις της συνείδησης, δημιουργούν νέα δεδομένα ύπαρξης, το αυθεντικό υπάρχειν. Η φιλία επίσης, η οποία, ως γνωστόν, αποτελεί ένα διαρκές εισιτήριο ψυχικής διεύρυνσης, έχει στο βιβλίο μου ένα μέγεθος ανάλογο της αρχαιοελληνική έννοιας της φιλότητας.

«Στο βιβλίο μου συμπράττουν εξίσου δύο τέχνες, η ποίηση και η ζωγραφική. Η εικόνα να επιστρέψει στο λόγο – αυτή ήταν η συγγραφική πρόθεση».

Στο ίδιο σημείωμα γράφετε πως σε αυτό το βιβλίο σάς απασχολεί «η επίπονη διαδρομή προς την αλήθεια, η ίδια η κατάσταση της εξέλιξης». Πώς το εννοείτε;

Με τη λέξη «αλήθεια» δεν εννοώ κάτι με θρησκευτικό πρόσημο. Σε μερικούς ανθρώπους υπάρχει μια διάθεση (μια κλίση;) από την οποία προκύπτει το ερώτημα για την αληθινή ζωή. Από αυτό το ερώτημα γεννιέται και η διαδρομή. Επομένως, ως «διαδρομή προς την αλήθεια» εννοώ τον εσωτερικό αγώνα για το αυθεντικό υπάρχειν, που ανέφερα παραπάνω (διαδοχικά πένθη και αποχωρισμούς, καταστροφές και νέες δημιουργίες), μια συνολική κίνηση που σε οδηγεί στον αληθινό σου εαυτό. Σε τούτη τη διαδρομή, κομμάτια μας πεθαίνουν για να ξαναγεννηθούν αλλιώς. Αυτό το «αλλιώς» είναι το ζητούμενο.
Μιλώντας για διαδρομή, να πω ότι η πρόθεση του βιβλίου μου γίνεται απολύτως φανερή στο τέλος, καθώς ο κεντρικός ήρωας προτείνει ανάλογα ερωτήματα (συγγενή, θεωρώ, με τη σκέψη των Πυθαγορείων): «Ποιος είμαι; Ποιος χρειάζεται να είμαι; Τι χρειάζεται να μάθω για να μου αποκαλυφθεί το πολύτιμο νόημα της ιδιαίτερής μου ύπαρξης; Υπάρχει νόημα;» Η απάντηση παραμένει ανοιχτή.

 

Στον Ντράγισα Μπατότσανιν

Περιοδικό. Ljubostinjka prinosenja 2017 – Σερβία

1. Έρχεστε από την χώρα της κλασικής ποίησης, της γλώσσας του Ομήρου. Τι χαρακτηρίζει τη σύγχρονη ελληνική ποίηση και πού βρίσκετε τον εαυτό σας σ’ αυτή την ποίηση; Κάτα πόσο η σύγχρονη ελληνική ποίηση βασίζεται σε παλιές ρίζες;
Ο Πλάτωνας θεωρούσε τον Όμηρο ως τον παιδαγωγό της Ελλάδας. Τα ομηρικά έπη έχουν όλα τα επιμέρους στοιχεία που μπορούμε να βρούμε και στη σύγχρονη ελληνική ποίηση (νομίζω και στην παγκόσμια): Αφηγηματικότητα, λυρισμό, δραματικότητα, υπερρεαλιστικές εικόνες, ρεαλισμό, γραμμικό χρόνο, φαντασία. Μόνο οι φόρμες και η θεματολογία έχουν αλλάξει. Οι έλληνες ποιητές από το μεσοπόλεμο και μετά άρχισαν να ακολουθούν διάφορα ευρωπαϊκά ρεύματα εμβολιάζοντας με νέα πνοή την παράδοση. Η ποίηση που γράφεται σήμερα στην Ελλάδα είναι κυρίως επηρεασμένη από τους αμερικανούς – το εξομολογητικό ρεύμα του Ρόμπερτ Λόουελ και τους πιο σύγχρονους γλωσσοκεντρικούς. Δεν θα έλεγα ότι εγώ βρίσκομαι προς αυτή την κατεύθυνση. Κάνω μια δουλειά που ενδιαφέρεται να ενώσει ποίηση και φιλοσοφία, με τη χρήση υπερρεαλιστικών στοιχείων, γλωσσικών παιχνιδιών, με τη διάλυση και επαναδιαπραγμάτευση του νοήματος, με καταστροφές και αφαιρέσεις. Στόχος μου, η διαρκής αποκάλυψη ενός ουσιαστικού πυρήνα.

2. Η συνάντηση με την ποίηση της μοναχής Γιεφιμίας σημαίνει και τη συνάντηση με τον τόπο της μονής Ljubostinja. Ποια είναι η εντύπωσή σας από τις συναντήσεις αυτές;
Η Γιεφίμια είναι ένα πρόσωπο που με συγκινεί, όχι μόνο για τα ποιήματα και για την ψυχική της λεπτότητα, αλλά και για τον αγώνα επιβίωσης που έκανε ως άνθρωπος. Είναι φανερό ότι διέθετε ιδιαίτερη πνευματική καλλιέργεια και αν είχε γράψει περισσότερα πράγματα, πιστεύω ότι σήμερα θα είχαμε στα χέρια μας σημαντικό λογοτεχνικό υλικό. Νομίζω, έχτισε το πρώτο σκαλοπάτι για να προσεχτεί και να τιμηθεί η θέση της γυναίκας στη σέρβικη κοινωνία. Επομένως, αποτελεί κεφάλαιο όχι μόνο για την ποίηση, ή τη μοναστηριακή παράδοση, αλλά και για τη φεμινιστική υπόθεση της χώρας. Το μοναστήρι που έζησε με συγκίνησε επίσης. Εκτός από τη φυσική ομορφιά του τοπίου, ακτινοβολεί την ίδια την πνευματική περιπέτεια των παλιών μοναχών, κομμάτια από την ίδια την ιστορία της χώρας σας.. .

3. Ασχολείστε και με τη μετάφραση των ξένων ποιητών, κυρίως Αμερικανών. Πρόκειται για μια επιλογή που ταυτίζεται με την ψυχή σας ή για κάτι άλλο;
Έχω μεταφράσει και αρκετούς Βαλκάνιους ποιητές, όπως για παράδειγμα τον πολύ αγαπητό μου Radomir Adrich, και μάλιστα πρόκειται να εκδώσω στην Ελλάδα μια σχετική ανθολογία. Οι αμερικανοί ποιητές, και πιο ειδικά οι Αν Σέξτον και η Σύλβια Πλαθ με τις οποίες ασχολήθηκα ανήκουν στο ρεύμα της εξομολογητικής ποίησης, το οποίο έχει επηρεάσει εξαιρετικά τη σύγχρονη λογοτεχνία και υπό αυτήν την έννοια, μπορούμε να τις θεωρούμε σημαντικές. Την Πλαθ τη θεωρώ υπερεκτιμημένη – δεν είναι η ποιήτρια που προτιμώ, αν και αντιλαμβάνομαι την πρωτοτυπία και το βάρος που έχει ο σκοτεινός κόσμος της. Η Σέξτον με συγκινεί περισσότερο, για την αμεσότητα, την ειλικρίνεια, την τόλμη, τον υπερχειλίζοντα ερωτισμό και τη θερμή γυναικεία ζεστασιά της, αναγνωρίζω σε αυτή μια πιο αυθεντική και επικοινωνιακή γλώσσα. Μετέφρασα αμερικανούς, γιατί τα αγγλικά είναι η μόνη γλώσσα που μιλάω. Αλλά και γιατί με ενδιέφερε η συγκεκριμένη περίοδος αυτού του πολιτισμού, η δεκαετία του 60, όπου υπήρξε μια έκρηξη πνευματική, με τη γενιά των beat, τους χίπις, το φεμινιστικό κίνημα, τις νέες κοινωνικές και λογοτεχνικές τάσεις. Στη χώρα μου βλέπαμε πάντα την Αμερική πολύ υποτιμητικά, ως αυτή που γέννησε το τέρας του καπιταλισμού και τον αλλοτριωμένο σύγχρονο άνθρωπο (έναν κλιματιζόμενο εφιάλτη, όπως έγραψε ο Χένρυ Μίλερ), εντούτοις είναι αλήθεια ότι το 60 υπήρξαν καλλιτέχνες που έκαναν ενδιαφέροντα και πρωτότυπα πράγματα. Ο μυθιστοριογράφος Νορμαν Μέηλερ για παράδειγμα, στην μοναδική ποιητική του συλλογή «Θάνατος για τις κυρίες (και άλλες καταστροφές)», μέρος της οποίας έχω μεταφράσει,, χρησιμοποίησε την ειδική φόρμα της «μικρής αράδας» που αργότερα μιμήθηκαν πολλοί ποιητές.
4. Πώς περιγράφετε την ποιήτρια Κλεοπάτρα Λυμπέρη;
Για μένα, η λογοτεχνία δεν είναι απλή καλλιέργεια μιας αισθητικής μορφής, όπως θέλει η τρέχουσα λογοτεχνική αντίληψη. Νιώθω ότι η ποιητική μορφή είναι ευκαιρία για να αναδειχθούν βαθύτεροι κόσμοι, ιδέες και Νόημα, μυστικοί κώδικες, σοφίες της συσσωρευμένης ανθρώπινης ύπαρξης και της υπερβατικής πλευράς της, αυτής που η γλώσσα ονομάζει Πνεύμα. Ο Pound έγραψε: «η ποίηση είναι γλώσσα φορτισμένη με νόημα στον υπέρτατο βαθμό». Θα προσθέσω στο νόημα τη συγκίνηση, ως αναγκαία προϋπόθεση στην ολοκλήρωση μιας έμπνευσης. Φυσικά θεωρώ εξίσου σημαντική τη φόρμα, γι’ αυτό και με ενδιαφέρει η πρωτοτυπία, όχι μόνο στην εκφορά της γλώσσας αλλά και στην ολική εκτέλεση της ποιητικής σύλληψης. Συνήθως φροντίζω να καταστρέφω το συμβατικό νόημα, βάζω εμπόδια στις ευκολίες μου, αναζητώ πάντα νέες πηγές, δεν ικανοποιούμαι εύκολα. Θα έλεγα ότι η σχέση μου με την όλη διαδικασία της γραφής είναι πολύ επίπονη. Κυρίως γιατί ψάχνω την ουσία. Το απόσταγμα.

5. Τι ονειρεύται και τι σωπαίνει εκείνο το ον που βρίσκεται μέσα σας;
Ονειρεύομαι να εκφραστώ μέσα από μια ευρύτερη φωνή, την καθολική γλώσσα του Λόγου. Και νομίζω εκπίπτω, σαν ποιήτρια αλλά και σαν άνθρωπος, όταν κλείνομαι σε μια στείρα ατομικότητα..

6. Πώς περιγράφετε εκείνο το μέρος μέσα σας όπου γεννιούνται οι στίχοι σας, οι ελπίδες σας, οι αγάπες και οι τάσεις σας;
Η ερώτησή σας μάλλον περιέχει κάποια μεταφυσική χροιά. Θα σας δώσω μια βιωματική απάντηση. Αισθάνομαι ότι πράγματι υπάρχει ένα φωτεινό κέντρο μέσα μου, από το οποίο απορρέουν όλα, δεν νομίζω όμως ότι αυτό το βίωμα μπορεί να περιγραφεί. Είναι μια αίσθηση ένωσής μου με τα πάντα – με τον άνθρωπο, τη φύση, τους κόσμους, το σύμπαν. Από αυτό το εσωτερικό κέντρο έρχεται σε μένα η γλώσσα που είναι το πιο θαυμάσιο απόκτημα της ανθρώπινης ύπαρξης. Η γλώσσα μας δημιουργεί αδιάκοπα. Η γλώσσα μας ενώνει με τους άλλους. Η γλώσσα είναι οι άλλοι. Χωρίς αυτή (και φυσικά χωρίς το έλλογο) δεν θα μπορούσαμε να προσεγγίσουμε και την έννοια του θείου. Από την επαφή μου με αυτό το φωτεινό κέντρο, έχω αντιληφθεί και κάτι άλλο: η γλώσσα δεν είναι ατομικό απόκτημα, και επομένως, όταν γράφω δεν είμαι εγώ ο «δημιουργός», αλλά εκείνη. Εγώ απλώς αναλαμβάνω να δώσω μια μορφή στην κίνησή της, παίρνω τη σχετική ευθύνη, κι αυτό είναι κατεξοχήν πνευματική εμπειρία.

7. Ποθείτε κάτι;

Εδιζησάμην εμεαυτόν. Είναι μια φράση του Ηράκλειτου, Οι μυστικιστές τη μεταφράζουν: επιθυμώ να γνωρίσω την αληθινή ζωή. Το εννοώ αυτό για την τέχνη, τις ανθρώπινες σχέσεις, τις καθημερινές ενασχολήσεις, την αναζήτηση νοήματος. Η αρχαία ελληνική φιλοσοφία είναι για μένα μια ισχυρή βάση.

8. Ποιήτρια, μεταφράστρια, κριτικός, αγωνιστής… Τι άλλο είστε;
Νεώτερη ασχολήθηκα με τη μουσική και τη ζωγραφική, αλλά νομίζω ότι και τα δυο τα συμπεριλαμβάνω πλέον στην ποίησή μου. Έχω ασχοληθεί με όλες σχεδόν τις τέχνες. Ένας φίλος μου χαριτολογώντας με λέει «αναγεννησιακό καλλιτέχνη».

9. Τι σημαίνει για σας: η δύναμη των λέξεων, η δύναμη του λόγου,με μία λέξη η δύναμη της ποίησης;
Η γλώσσα, οι λέξεις, ο λόγος, είναι ένα τεράστιο όπλο, δημιουργικό αλλά και καταστροφικό –εξαρτάται από τον χρήστη. Ο πολιτικός λόγος και ο φιλοσοφικός λόγος, για παράδειγμα, διαμορφώνουν σκέψη, απόψεις, πολιτεύματα, ιδεολογικά συστήματα, παράγουν ουτοπίες, υπηρετούν σκοπούς για την αλλαγή του κόσμου. Η ποίηση δεν μπορεί να δράσει προς αυτές τις κατευθύνσεις, δεν έχει τέτοια δύναμη. Η δύναμη της ποίησης έγκειται στην επίδραση που ασκεί στην εσωτερική μας ζωή, καθώς μας ανοίγει στη φαντασία, στο όνειρο, σε υπερβατικούς κόσμους και αισθήσεις, αναπτύσσοντας ευαισθησίες και καλλιεργώντας ψυχικούς χώρους. Ο ποιητικός λόγος, ως μια από τις καλές τέχνες, προσφέρει αισθητική απόλαυση, αυτός είναι άλλωστε ο πρωταρχικός προορισμός του. Όμως έχει και μια άλλη δυνατότητα: ενεργεί προς την πλήρωση του σκοτεινού τραύματος από το οποίο πάσχουν συνήθως οι ποιητές. Eίναι επομένως θεράπων ιατρός. Τέλος η πιο μεγάλη δύναμη της ποίησης είναι ότι ιστορικά, σε κάθε εποχή, αποτελεί έναν δείκτη μετρήσεως των ποιοτήτων του συλλογικού ανθρώπινου ψυχισμού.

.

 

 

 

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΝΙΚΟΣ ΜΥΛΟΠΟΥΛΟΣ

ΝΙΚΟΣ

 

Ο Νίκος Μυλόπουλος γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη το 1951 στην οποία σπούδασε, ζει και εργάζεται ως Χειρουργός Οφθαλμίατρος. Είναι Διδάκτωρ της Ιατρικής Σχολής του Α.Π.Θ. Έχει εκδώσει οκτώ ποιητικές συλλογές. Ποιήματα του έχουν δημοσιευθεί στα περισσότερα ελληνικά λογοτεχνικά περιοδικά και στο Διαδίκτυο. Το περιοδικό Πάροδος το 2008 τον συμπεριέλαβε στην μόνιμη στήλη του «ΠΡΟΣΩΠΑ» και το περιοδικό Ο Σίσυφος τχ. 7 στην στήλη «ΣΕΛΙΔΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ». Είναι
μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης και ποιήματά του συμπεριλαμβάνονται στην πρόσφατη (Φεβρουάριος 2016) ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ της.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ:

1. Παράκτιος πια ο έρωτας, Πλέθρον, 2002
2. Ένα παράθυρο με κιμωλία, Μεταίχμιο, 2005
3. Οι εραστές πάντα σιωπούν, Μεταίχμιο, 2007
4. Ξημερώνει στο γέλιο σου, Οι Εκδόσεις των Φίλων, 2011
5. Όνειρα σε συνέχειες, Σαιξπηρικόν, 2012
6. Τέλος της περιπλάνησης, Γαβριηλίδης, 2015
7. Οι εφτά καινούργιες μέρες, ΕΝΕΚΕΝ, 2015.
8. Όπως η θάλασσα με το αύριο, Γαβριηλίδης, 2016

 

 

1-ΒΙΒΛΙΑ - 00011-ΒΙΒΛΙΑ - 00021-ΒΙΒΛΙΑ - 00031-ΒΙΒΛΙΑ - 0004

1-ΒΙΒΛΙΑ - 00051-ΒΙΒΛΙΑ - 0006

1-ΒΙΒΛΙΑ - 00071-ΒΙΒΛΙΑ - 0008

 

 

ΟΠΩΣ Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΜΕ ΤΟ ΑΥΡΙΟ (2016)

 

Πίσω απ’ αυτό το μπλε

 

ΣΥΝΤΟΜΗ ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ

Ήταν μια σύντομη συνομιλία έμοιαζε φλόγα ετοιμοθάνατη
Όπως η ζωή κι ο έρωτας, το φιλί και το φως
Απ’ έξω περνούσαν απειλητικά τα τραμ σφυρίζοντας πως θα σ’ αρπάξουν
0 ουρανός ορφανός από βροχή χάριζε χαμόγελο ουράνιου τόξου
Υπήρχε τόση ομορφιά γύρω μας
Μα εμείς κοιτάζαμε περίλυποι τα μαραμένα φυλλαράκια
Ώσπου μαζέψαμε τα υπάρχοντά μας βιαστικά
Κι αναχωρήσαμε για χερσονήσους και στεριές ανεξερεύνητες
Για συγκυρίες κι επαφές σπαραχτικές
Καλοκαίρι ντυμένο Φθινόπωρο, καταπίεση ντυμένη ζωγραφιά.
Ύστερα ακουγόταν όλο και πιο καθαρά κάποιο σφύριγμα
Χωρίς κανείς να γνωρίζει αν αυτό σήμαινε επιστροφή ή αναχώρηση
Και κρατώντας στα ροζιασμένα χέρια μας δύο χρώματα κόκκινο κι ερυθρό
Αναπαλαίωση της αγάπης αρχινήσαμε, σε μια υπέρβαση δικαιοσύνης.

 

ΣΤΕΦΑΝΩΜΕΝΟΙ ΜΕ ΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ

0 δρόμος ψέμα μακρύ με όλα τα φώτα του σβησμένα
Προκαλούσε ρίγος σαν ξυραφιά στην πλάτη της μνήμης
Η μέρα έπαιζε κουτσό στο πλακόστρωτο
Στεφανωμένοι με τα σύννεφα
Καλωσορίζαμε την ανάποδη νίκη
Σε χέρσο θάβοντας χωράφι τους φόβους μας
Ποτέ ξανά να μη φυτρώσουν.
Ύστερα οριοθετώντας το άγνωστο
Ξηλώναμε τις νάρκες και το παρελθόν που δεν γνωρίσαμε
Καθώς η λεπτή καμπύλη στο λαιμό σου
Λυπημένη θύμιζε νεροποντή
Κάθετη πλώρη καραβιού να μας πληγώνει.

 

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΚΔΟΧΗ

Αναζητούσαμε ίσως πολλά πίσω από μια σφραγισμένη πόρτα
Στιχομυθία εικονική χωρίς χαρτιά και παροράματα
Εκκωφαντικό το άγνωστο πλησίαζε έρποντας
Ώσπου κάποιο πρωινό χωρίς ιδιαίτερη ταυτότητα καμία
Τούτος ο υπέροχος κόσμος, το απόλυτο τίποτα
Θα εξακολουθεί βαριεστημένα να γυρίζει
Παρά την αθόρυβη απουσία μας.
Τότε στα σώματα που άλλοτε φώλιαζαν πουλιά και ηλιαχτίδες
Μόνο η παλίρροια κι ο συριγμός θα τα πλευρίζουν
Πέρα από κάθε ασάφεια που χάριζε ως τώρα
Το αναμφίβολα ερωτικό μας πλεονέκτημα.
Καθώς η ζωή, κουβαρίστρα συρμάτινη, φυλακίζει τη σιωπή
Τα δάχτυλά μας τρέχουνε σαν άτια αφηνιασμένα
Την τελευταία να προλάβουν εκδοχή της θέλοντας.

 

ΕΝΘΥΜΙΟ ΠΟΛΥΤΑΡΑΧΗΣ ΖΩΗΣ

Γεννηθήκαμε από την συνουσία της βροχής
Απ’ την απαρηγόρητη παρήχηση άσκοπων λέξεων
ΣΤΟ τελευταίο σκαλοπάτι του πνιγμού
Στην έσχατη συναστρία της σελήνης.
Πίνοντας τεμάχια έρωτα και πήγματα πάθους μεγαλώσαμε.
Και τώρα που η ζωή τρέχει με επιτάχυνση
Αμετανόητα δακρύζουμε σε διάφανες κλεψύδρες
Έχοντας ένα γαρύφαλλο ανοιχτό στο γερασμένο πέτο
Ενθύμιο ακριβό και απαράλλακτο μιας πολυτάραχης ζωής.

 

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΠΑ

Σε κελάρια υγρά με αλαβάστρινα έλυτρα
Ήλιος βίωνε τ’ απογεύματα ερωτικά συμπλέγματα με τα σύννεφα
Εμείς δραπετεύοντας από τη λεγεώνα των σκιών
Μελίσσια που ξεπόρτισαν απ’ τη μυρσίνη
Συμφιλιωνόμασταν με τις άδειες στιγμές
Με το βλέμμα κυπαρίσσι στητό
Σαν μαγιάτικα μοσχοβολώντας αγριολούλουδα
Μπλέκαμε μπροστά στο στήθος τα δάχτυλα σαν φυλαχτό
Να συγκρατήσουμε ζωή που ετοιμαζόταν γι’ απογείωση.
Ύστερα ανεβαίναμε σε μια μακρόστενη ξύλινη σκάλα
Ν’ αντικρίσουμε τι υπάρχει στην άλλη όχθη τ’ ουρανού
Αφού χιλιάδες ιστορίες και πρόσωπα
Πίσω απ’ αυτό το μπλε έχουν τρυπώσει.

 

Οπλίζοντας όνειρα

 

ΑΝΑΦΛΕΞΗ

Σφίξε λοιπόν με τα πελώρια μάτια σου
Πριν αυτά καταντήσουν δυο ελιές μαραμένες
Δυο περόνες τα πόδια σου, γραμμική ζυγαριά
Και εκείνα τα υπέροχα δάχτυλα ξεραμένα λιθάρια
Σαν ανθός βαμβακιού σε κατάμεστο από λάθη χωράφι
Τύλιξε με τώρα με φωτιά πριν το ευάερο φύλο σου
θυμίζει μόνο εφηβαίου αχλή
Με τα χείλη σκοτεινά τριαντάφυλλα σε θλιμμένο ροδώνα
Και γεμίζοντας με ακρίβεια ρολογιού
Το κενό μου ποτήρι της ύπαρξης
Ας λουστούμε μαζί στα κολλώδη νερά της πυρίτιδας
Σιωπηλά ναρκοπέδια λίγο πριν εκραγούμε.

 

Η ΗΔΟΝΗ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΑΣΗΣ

Οι ώρες έτρεχαν λαγήνια τρύπια στην άσφαλτο
Γράφαμ’ εμείς στις πλάκες αριθμούς και κόκκινα γράμματα
Άδειος ο δρόμος για ό,τι μακρινό ονειρευθήκαμε
Πολλές πατημασιές κι αποτυπώματα γύρω από τον βωμό της αγάπης
Αποχρώσες μόνον ενδείξεις για το φύλο των εραστών
Ένα σωρό παιχνίδια παντομίμας κι αμφισβήτησης
Το ουρλιαχτό των παιδιών καταρράχτης, οι άνθρωποι στάσιμο νερό
Αγώνας ισόπαλος στο άσπρο ανάμεσα και το μουντό
Παραβάτες συναισθημάτων γυάλινα κλέβαμε ψέματα
Μετέωροι στο τελευταίο σύννεφο συλλογιζόμασταν
Την πρωινή περιμένοντας βροχή, να γνωριστούμε.
Σώματα παραδομένα στην ηδονή της απόστασης
Σμιλεύαμε λέξεις να πονάμε λιγότερο.

 

ΓΑΛΑΖΙΟ ΠΟΔΗΛΑΤΟ

Όλοι είχαμε μια φανταστική να διηγηθούμε ιστορία στον εαυτό μας
Για ένα ερχομό που αργούσε αφόρητα
Ή για κάποια κακή στιγμή που οι δικοί μας
Μας αποκλήρωσαν άδικα χωρίς ποτέ να καταλάβουμε τον λόγο.
Άλλοτε πάλι βλέποντας τα μυρμήγκια να ιδρώνουν
Μέχρι τον έσχατο να φτάσουν προορισμό τους
Αισθανόμαστε τυχεροί που το κέρδος μας στη ζωή
Ήταν ένα γαλάζιο ποδήλατο για να τελειώνουμε ταχύτερα
Την επώδυνη ξενάγησή μας στη γκαλερί της μοναξιάς
Και λαμβάνοντας οριστικά την απόφαση
Η υγρασία να διαβρώσει τους τοίχους των παλαιών ημερών
Ζήσαμε αθόρυβα σ’ έναν ήσυχο κήπο
Γραμμωμένοι απ’ την αρμύρα τού έρωτα
Λαμπάδες μοιάζοντας λαχταριστές
Ετοιμοπόλεμες νυχτιάτικα.

 

ΚΑΤΑΚΑΛΟΚΑΙΡΟ

Ήταν κατακαλόκαιρο και τα κορμιά φλογισμένα
Θύμιζαν προπατορικό αμάρτημα
Τ’ αντρόγυνα ίδρωναν για ένα πιάτο φαγητό
Οι άντρες ονειρεύονταν μια νεαρή γυναίκα
Και τα κορίτσια ένα γέρικο χέρι αντρικό κρυφά να τ’ ασημώσει.
Οι λέξεις είχαν χάσει το νόημα και οι χαρές πάντα λίγες
Όλοι ζούσαμε για το χθες που τ’ ονομάζαμε αύριο
Οι τρελοί αυτοεξόριστοι στον μήνα της άδειός τους
Κυκλοφορούσαν επιτέλους ελεύθεροι
Ενώ οι γιατροί κι οι δεσμοφύλακες πίσω απ’ τα σίδερα
Καφέ πίνοντας ελληνικό πυροβολούσαν.
Άφωνοι μπροστά στο χάος της σοφιστείας
Δεν μιλούσαμε πια ούτε στα όνειρά μας
Μικρές μερίδες θερισμού ψάχνοντας λίγο ακόμα.
Ύστερα ο χρόνος σκέπαζε τις κουβέντες των φτωχών
Όπως το χιόνι την αυλή
Όπως η θάλασσα τ’ αφηρημένα κοχυλάκια.

 

ΕΦΑΨΙΕΣ ΖΩΗΣ

Με ανώφελα άλματα σε κυλιόμενες μέρες
Στην αποθέωση χανόμασταν του απόλυτου
Η γλάστρα μας τότε άνθιζε μάτια και άγνοια
Κι η μοναξιά βάζο δίλαιμο με μνήμη κοντή
Έφιππη άναβε επιθυμία κάθε ξημέρωμα
Η χαρά εφήμερο έντομο σαν παλιό εκκρεμές
Λαβωμένοι αντίχειρες σ’ ένα σώμα που γέρνει
Ώσπου γίναμε οι ίδιοι σταγόνες βροχής, αριθμοί στο κενό
Στον αέρα ριπή κραταιού στοχασμού
Να σκορπίσει στα σύννεφα την σκιά που ανεβαίνει.

 

ΓΥΝΑΙΚΕΙΟ ΚΟΡΜΙ

Οδεύουμε με κουρασμένα βήματα προς τα χρόνια της ατυχίας
Τις σκοτεινές κατακόμβες της Αλεξάνδρειας
Με τη ζωή ανελκυστήρα να κυλά
Στους αφανείς ορόφους που δεν γνωρίσαμε ακόμη
Κορυδαλλοί στη μέση μιας κλίμακας απόγνωσης
Μετέωροι καταπίναμε το μεδούλι της νύχτας
Στη γυαλισμένη φόδρα των μηρών, στις αγχόνες του βλέμματος
Χτενίζαμε τις γέφυρες με βροντερή φωνή
Κονδυλοφόροι με διάφανο φτερό
Βουτούσαμε στου μυαλού το μελάνι
Ιστορίες πρωτόγνωρες.
Τύλιξε με λοιπόν καθώς σημαία τον ιστό της
Όπως η αράχνη το αρχέγονό σου πόδι
Προτού στον κήπο μας θρηνήσουν κι άλλοι πελαργοί
Κι εν’ άσπρο σύννεφο ντροπής
Διώξει τον ήλιο και τη μέρα από μπροστά μας.
Υπέροχο γυναικείο κορμί κρύβεις
Εσύ μόνη σου μια ολόκληρη άσχημη πόλη.

 

Γενικευμένη επίθεση

 

ΜΙΚΡΟ ΠΑΝΔΟΧΕΙΟ

Κοιτάζοντας τη ματαιότητα με μάτια γυάλινα
Καταπίναμε ατάραχοι την πρωινή παλίρροια
Ενώ τα βράδια στον πλάγιο φωτισμό της σελήνης
Μεγάλες ανοίγαμε τρύπες στη φαντασία
Ταΐζομε με λάθη την ερωτική μας υπόσταση
Χωρίς υπεροψία φυγής και αντιπαραθέσεις φαντασμάτων
Κλυδωνιζόμαστε μόνο σε παθιασμένους εγκλεισμούς
Με λύσσα και μοσχοβολιά, απρέπειες και πάθος.
Αλήθεια με πόσα όνειρα ακόμη μπορείς να στολίσεις
Το μικρό πανδοχείο εκείνης της νύχτας.

 

ΓΥΜΝΑ ΦΕΓΓΑΡΙΑ

Στις γυάλινες παραλίες της ζωής και στους λαχνούς της νύχτας
Αναίτια βρίσκαμε αυτό που ποτέ δεν ζητήσαμε
Η μουσική που ακουγόταν στους δρόμους
Δεν ήταν άλλο παρά ο θρήνος όσων απέτυχαν
Στην Τρίτη διάσταση να τολμήσουν.
Πλάθαμε τότε κίτρινα φτερά
Ζυμωμένα για χρόνια από τα ηλιοτρόπια της έλλειψης
Σαν γυμνά φωτίζαμε φεγγάρια τις θάλασσες της σιωπής
Ξεκλειδώνοντας όπως η έρημος το άγνωστο που ελλοχεύει.

 

Ο ΤΟΚΕΤΟΣ ΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ

Γράφαμε πάνω σε πανιά να γράψουμε λόγια που πονούσαν
Κουρασμένοι απ’ τη συγκομιδή των ραγισμένων αστεριών
Αγγίγματα θερίζαμε και ζουμερά φιλιά με χέρια πες λαγνείας
Ναυαγοί αποκλεισμένοι στο ακρωτήρι του εφηβαίου
Έξω απ’ τα περιθώρια του χρόνου αγαπιόμασταν από ένστιχτο
Υποδυόμασταν τις χορδές ενός άθραυστου τόξου
Και τεντώνοντας βέλη καρδιάς στοχεύαμε ο ένας τον άλλον
Επώδυνες επιλέγοντας εμπειρίες αναζήτησης
Καθώς κάθε στιγμή μια απρόσμενη έκρηξη είναι
Φωτογραφίες κι ενοχές, φορώντας άσεμνα κοστούμια.
Ύστερα στο μπρούτζινο βαφόμασταν χρώμα των παλαιών ημερών
Την καχύποπτη απολαμβάνοντας σιωπή που τριγυρνά στις αποβάθρες
Ανέτοιμοι ως συνήθως για το επερχόμενο
Μιας και κανείς ποτέ δεν έζησε το αύριο
Μ’ ένα μαχαίρι καρφωμένο στο λαιμό πυροβολούσαμε το τώρα.

Δύσκολος ο τοκετός του φεγγαριού
Κι η νύχτα αιμόφυρτη γεμάτη θραύσματα από γεράνια.

 

ΑΠΩΛΕΙΕΣ

Ανήσυχοι συλλέκτες φιλιών εθισμένοι στην αναζήτηση
Ακροβατούσαμε συνεχώς σε κύκλους εύθραυστους
Πορευόμασταν σαν εκκρεμές σ’ ένα αδιάβλητο νομίζαμε αύριο
Μα τώρα ανεξαργύρωτες αναπολώντας στιγμές
Σέρνουμε αγόγγυστα με χέρια τέσσερα
Της διαδρομής τις κουρασμένες αλυσίδες
Τον απόηχο θαυμάζοντας μιας πέτρας
Τη στιγμή που άθελά της βυθίζεται
Στα ταραγμένα νερά της ηλικίας.
Και βλέποντας ολοκάθαρα να χάνουμε ύψος
Χαμηλώνουμε τα φτερά της ουτοπίας και συνεχίζουμε.

 

ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΑΛΙΑΣ ΕΠΟΧΗΣ

Χτισμένοι ο ένας στη μορφή του άλλου
Με ενιαίο κυκλοφορούσαμε πρόσωπο
Για να περνάμε απαρατήρητοι μέσα στο αδηφάγο πλήθος.
Είχαν αλλάξει πολλά απ’ τη στιγμή που αντικρίσαμε τον ήλιο
Παρατηρούσαμε πάντως από ψηλά τους ανθρώπους να μικραίνουν
Χαμένους ανάμεσα σε ιδέες σαθρές και μια νεκρή αλληλεγγύη.
Δάκρυζαν τότε οι πιστοί υπηρέτες
Και ία φιλιά ακέφαλα αλυχτούσαν.
Τις τελευταίες βιώνοντας ώρες της παλιάς εποχής
Με κολλημένα χορεύαμε φύλα και στόματα στο δικό μας κρησφύγετο
Και φορώντας ρούχα τριμμένα όπως κι οι μέλισσες
Την καινούργια χτίζαμε ζωή
Κρατώντας πάντα ανοιχτή λευκή ομπρέλα.

 

 

ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΗΣ (2015)

 

ΟΙ ΡΥΘΜΙΣΤΕΣ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

Τριγύρω ελιές, αμπέλια και αποφάγια φεγγαριών
Ανάπηροι αργαλειοί κι ακατέργαστα νήματα
Η χώρα ανύπαρκτη έπινε νερό με κόκκινα κύπελλα
Τα πουλιά καθισμένα στο φως μα η πόλη θλιμμένη
Οι φίλοι χρησιμοποιούσαν εκφράσεις αφαιρετικές
Εμείς ανάβαμε χωρίς αντίκρισμα πυρσούς και λάμπες θυέλλης
Κι ο έρωτας όπως πάντα λάφυρο μουσκεμένων φιλιών.
Ύστερα χαιρετούσαμε τον ορίζοντα ρυθμίζοντας τα χρονόμετρα
Έμποροι της στιγμής ψάχναμε στο άγνωστο για συγκινήσεις
Διαφορετικά βλέποντας πρόσωπα στον ίδιο καθρέφτη
Και ξεκινούσαμε μαζί να κερδίσουμε το επόμενο
Τ’ άλογα τότε έτρεχαν μόνα τους χωρίς αναβάτη
Γιατί μόνο έτσι από παλιά κερδίζονται οι πόλεμοι
Μ’ ένα σπαθί κι ένα βέλος καρφωμένα στον ήλιο
Και φορώντας κατάσαρκα γάντια πέτρινα και πόρτες κλειδωμένες
Πυροβολούσαμε εξ επαφής τη ντροπή
Στο σκοτεινό θάλαμο που είχαμε ανακτήσει.

Είχε νυχτώσει πια για τα καλά και η πληγή μύριζε.

 

ΑΝΑΠΟΔΑ ΦΤΕΡΑ

Δεν είχαμε ανάγκη από λόγια που λιώνουν στο στόμα σαν ζάχαρη
Δυο κουπιά μονάχα λαχταρούσαμε κι ένα σκαρί γερό
Να τ’ οδηγήσουμε κρυφά στην ανύπαρκτη έξοδο
Πιο εύθραυστοι κι απ’ την ντροπή την ίδια
Περιμέναμε στάλες βροχής τα πέτρινα να μαλακώσει πρόσωπα
Στης διώροφης αγκαλιάς μας τη θράκα μαζευόμασταν
Απ’ τα φιλιά μας ανάβλυζαν μυρωμένες φωτιές.
Δεν κρύβαμε τίποτα πίσω απ’ τα λεκιασμένα φύλλα του πρωινού
Περπατούσαμε με τα φτερά ανάποδα απλωμένα
Προσπερνώντας με τον τρόπο αυτόν τον ίδιο τον θάνατο.
Ο καθένας μας ζούσε αυτό που του έλειπε
Αδικαίωτοι στο έντονο φως συνεχίζαμε απτόητοι στην απεραντοσύνη
Διάφανα μαύρα κύματα τα μάτια
Τρυπούσαν σαν καρφιά τον ουρανό
Κι όλο το άυλο γαλάζιο του σκορπούσαν.
Ξάφνιαζε τότε η εμπιστοσύνη της σάρκας
Τα δικά μας μόνο να εμπιστεύεται χέρια
Περιμένοντας μια χειραψία με το αύριο
Τη σκουριασμένη κλειδωνιά του να διαρρήξει.
Ύστερα πλενόμασταν με νερό από τριαντάφυλλα
Και δεν φοβόμασταν ούτε αρχή ούτε τέλος.

 

ΓΥΜΝΗ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

Για ν’ αποφύγω την πραγματικότητα πότιζα λέξεις
Όμως τώρα εξομολογούμαι τις νύχτες γυμνός
Στο σταυρό που ορίζουν στον ουρανό τ’ αστέρια
Αργότερα ένα τεράστιο πλάθω χελιδόνι από πηλό
Εξακοντίζοντάς το ανάμεσα στα μαρμάρινα σκέλια σου
Αναβλύζει μύρο τότε εωθινό και ξεχασμένη Άνοιξη
Μελετώ προσεχτικά τα τεύχη του σώματός σου
Μπαίνοντας ως τα γόνατα σε ορθάνοιχτες κόχες.

Ακριβοθώρητοι κι οι δυο σαν ανταρσία
Επιχειρούμε παιχνίδια αμοιβαίας αποπλάνησης.

 

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΜΙΑΣ ΑΛΛΗΣ ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΗΣ

Δεν πέταξα λιθάρια κόκκινα στον ουρανό λερώνοντας το μέλλον
Έψαχνα μόνο σε πορφυρή αγκαλιά μια εκδρομή στο φως
Και πρόσωπα αόρατα έντιμων δολοφόνων
Μέσ’ απ’ τον ρόχθο των νερών και των νεκρών το κελάηδημα
Καθώς η μνήμη άχνιζε ζωή και υποδόριες φωτιές είχαν ανάψει.
Πιασμένος σε ανέπαφο ιστό αράχνης στις καθημερινές μου ενοχές
Βαδίζω με βήματα αθόρυβα σε εσωτερικούς μονολόγους
Οι σκέψεις παράθυρα κλειστά όμως η αλήθεια πέρα απ’ τα τείχη
Οξυγόνο οι αποδράσεις στιγμής κι οι αυτοσχέδιοι έρωτες
Θαύμαζα πάντως εκείνους που από παιδιά κοροΐδευαν τον χρόνο
Όπως οι ναύτες που άφηναν πίσω τους ακίνητες αποβάθρες
Κομμένα όνειρα στα δυο και πέλαγα σκισμένα.
Τέλος κι ενώ οι άνθρωποι κατέρρεαν με αταξινόμητα φιλιά και αντικλείδια
Κάποιοι βρέθηκαν χτισμένοι στην οδύνη
Ακυρώνοντας μόνοι τους την επανάσταση των φόβων.

 

ΣΤΙΓΜΕΣ ΠΡΙΝ Ν’ ΑΝΘΙΣΕΙ
ή   ΔΕΚΑΛΟΓΟΣ

I

Αχτένιστα τα σύννεφα απεικόνιζαν στον ουρανό
Τους κυματιστούς λόφους της προσωπικής μας ευφορίας
Εμείς φορώντας το χοντρό ρούχο της αμφισβήτησης
Αξιολογούσαμε κάθε στιγμή σχολαστικά
Τ’ αέρινα αρπάζαμε όνειρα για να σωθούμε
Και με βαμμένα τα πρόσωπα με χρώματα αλήθειας
Τρέμαμε τη βροχή των ανιαρών ανθρώπων που πλησίαζε.

II

Οι άνθρωποι κατώτεροι όπως πάντα των περιστάσεων
Υπέροχες κατέστρεφαν σχέσεις πυρπολώντας τις θάλασσες
Αυτοκτονούσαν στα νεκρά των γυναικών μάτια
Πολύχρωμη η νύχτα μοίραζε αφειδώς αμαρτήματα
Ενώ η σκέψη θολωτή σε περιγράμματα χανόταν
Προσφέροντας ανθοδέσμες με σπασμένα φτερά
Κι αφήνοντας τις καρδιές μας αρόδο.

III

Παίζαμε το παιχνίδι της μνήμης κερδίζοντας πόντους στην ματαιότητα
Ο χρόνος μάς έβλεπε απ’ τη γωνιά υποτιμητικά γελώντας
Αμήχανοι μπροστά στο φάσμα της υποτιθέμενης νίκης ή και ήττας
Σφυρίζαμε αγνοώντας πότε επιτέλους αρχίζει ή τελειώνει η ιστορία
Κανένας άλλος δεν μπορούσε εκτός απ’ τον ταχυδρόμο να βοηθήσει
Όμως κι αυτός είχε χαθεί
Της λησμονιάς αναζητώντας το κρασί για λίγα ψίχουλα ελπίδας.

IV

Ανέκαθεν αναρωτιόμασταν αν μας είχε κουράσει τόσο φως
Αν επιθυμούσαμε παροδική μετάβαση στο σκοτάδι
Κι όταν η λεπίδα των ταπεινών αισθημάτων
Έκοψε όλους τους ενδοιασμούς και τα κρατήματα
Σε αφόρητο γκρεμιστήκαμε κενό όμως δεν σκοτωθήκαμε
Τραυματισμένοι μα πιο δυνατοί προχωρήσαμε
Σε διαφορετική κατεύθυνση κι ο καθένας μας μόνος.
Παρακάτω ο δρόμος έστριβε πάλι.

V

Σκεφτόμασταν πόσο λάθος μάς δίδαξαν από μικρούς τα γράμματα
Ιδιαίτερα τα μαθηματικά όπου δύο ισούνται πάντα με ένα
Μιας και στις ανάσες έστω τις πιο ερωτικές
Ο καθένας βλέπει στο πρόσωπο ή στο κορμί του άλλου
Αυτόν τον εαυτό που ο ίδιος ήθελε να δει, δηλαδή τον δικό του.
Ύστερα αβίαστα κύλησαν δάκρυα παρασύροντας το αχρείαστο μακιγιάζ.

VI

Ο ήλιος γυάλιζε περίεργα χρυσάφια στα μάτια σου
Αδύναμη η φαντασία θόλωνε τα αισθήματα
Με δάχτυλα εξαπτέρυγα εικονικά χαϊδεύαμε ολογράμματα
Χρόνο δεν είχαμε ν’ αποφασίσουμε για απομάκρυνση ή αποδοχή
Κονιορτός μάς τριγύριζε δακρύων κι εκρήξεις δίχως χειραγώγηση
Δεν περιμέναμε θαύματα τραβώντας την βελούδινη κουρτίνα
Μόν’ έναν κήπο μαγικό που κάποτε αγαπήσαμε
Φωτοβολίδες άσκαστες σε χέρια τρομοκράτη
Του δρόμου τα τελευταία μέτρα νανουρίζαμε.
Καθώς το αύριο χλωμιάζει σαν του πουλιού το χαμόγελο
Στα χείλη επίγευση κρατώ την κορυφή του λάμδα των μηρών σου.

VII

Μεθυστικά αφόρητο το ερωτικό σου άγγιγμα
Υποσχέσεις γεμάτο ταξίδι στην ουτοπία
Ώσπου ξυπνάς ένα πρωί κι αναρωτιέσαι
Αν όλο αυτό το έζησες ή ένα όνειρο ήταν.
Ύστερα βγαίνεις στον κήπο
Κι οι αισθήσεις καθαρίζουν
Της μανόλιας το άνθος υπέροχο
Λίγες μόνο στιγμές πριν ν’ ανθίσει.

VIII

Οι αρθρώσεις είχαν προοδευτικά ακυρωθεί
Το δέρμα γέμισε πτυχές αηδιασμένο
Το ημερολόγιο είχε λεπτυνθεί από φιλιά και φύλλα
Φουσκωμένες οι τσέπες λυγμούς κι άλλα κρίματα
Και τότε ακούστηκε ρητά η σταθερή φωνή του:
«Θα προχωρήσω. Είμαι σίγουρος πως κάπου υπάρχεις!»

IX

Έχεις ανάγκη ν’ αγαπηθείς πολύ σ’ αυτήν τη ζωή
Κολυμπάς ασταμάτητα μέχρι ν’ αδράξεις τον άλλον
Νερό πίνοντας αλμυρό κάποτε πνίγεσαι λιγάκι
Και συνεχίζεις, όμως αρχίζεις πια να κουράζεσαι
Και τότε το μυαλό θολώνει, βλέπεις τη θάλασσα
Χέρια τεράστια ν’ αποχτά και να στ’ απλώνει
Χαμογελάς, νομίζεις πως μπορείς να κρατηθείς
Δεν συμβιβάζεσαι με την πικρή γεύση της ήττας
Ώσπου σύντομα αρχίζεις να βουλιάζεις και πνίγεσαι.
Στον υγρό τάφο σου οι άγγελοι ευλαβικά τοποθετούν
Αντί σταυρό βατραχοπέδιλα.

X

Και η ζωή μια συνεχής προσπάθεια
Ν’ ανάψεις το κερί που κρατάς απ’ τη στιγμή που γεννήθηκες
Της επανάληψης την πηχτή να φωτίσεις μαυρίλα
Αλήθεια, πόσα σπίρτα έχεις ακόμη στο κουτάκι σου;

 

ΓΥΝΑΙΚΑ ΥΠΟ ΑΠΟΡΡΙΨΗ

Τα βράδια κοιμόμασταν από αμέλεια πάνω στις ράγες
Αγνοώντας βέβαια πότε θα περάσει το τρένο
Επιβεβαιώνοντας με τον τρόπο αυτόν τη σκοτεινή πλευρά των ονείρων
Οι πιο αποφασιστικές μας πάντως στιγμές ήσαν σίγουρα τυχαίες
Εσύ βρισκόσουν συνέχεια δίπλα μου γιατί ήσουν πάντα μακριά μου
Με τη ματιά σου τόσο διαπεραστική να τρομάζει τον ίδιο τον θάνατο
Εγώ καταπίνοντας μαζί με τα δάκρυα αζήτητα κομμάτια ουρανού
Είχα γίνει γαλάζιος κι οι άνθρωποι με φοβότανε τόσο
Που περνούσα αλώβητος απ’ τα αρπακτικά βλέμματά τους
Κι αισθανόμουν γυναίκα υπό απόρριψη
Με την σύντροφό μου σαν άντρας μέσα στη νύχτα
Ξυρισμένη να αποχωρεί.

Τρύπιο το λαγήνι του χρόνου κι οι ώρες χυμένες αλλού
Ξεδίπλωναν τρυφερά τη γαλανόλευκη της μοναξιάς αλληγορία.

 

ΑΙΜΟΡΡΑΓΩΝΤΑΣ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ

Με τους καρπούς αστήριχτους στο νεφελώδες παρελθόν
Πληκτρολογούσαμε τον θρίαμβο του κενού στου ρολογιού τους δείχτες
Την επερχόμενη στιγμή την τόσο απελπιστικά άγνωστη
Συνομιλώντας συνεχώς με τους πρωτόγονους λαούς της κάθε μέρας
Αραδιάζαμε τα κορμιά στο απαράμιλλο θυσιαστήριο του μέλλοντος
Χωρίς καμιάν εγγύηση ότι οι χρυσοθήρες της σκιάς θα επιστρέφουν.
Ύστερα υπέρυθρο ρίχνοντας χρώμα στο αίθριο που μας κοροΐδευε
Αιμορραγούσαμε μπροστά στον καθρέφτη προαιώνιο κερδίζοντας φως
Με την έφιππη πορευόμασταν γλώσσα των λέξεων
Μαχαίρι ασύστολα πικρό η μοναξιά του πλήθους
Προτιμούσαμε πάντως του έρωτα τ’ αβύθιστα θωρηκτά συναισθήματα
Και δεν φοβόμασταν πια ούτε καιρό, ούτε θάνατο.

Προκαλώντας τη μοίρα να μας παρηγορεί
Ακίνητοι περιστρεφόμασταν λαχνοί σε κληρωτίδα.

 

ΗΧΩ ΤΟΥ ΒΛΕΜΜΑΤΟΣ

Απαγορεύεται το κυνήγι των αναμνήσεων
Μια λευκή έγραφε επιγραφή στην άκρη του δρόμου.
Οι μέρες μύριζαν γυαλί, οι νύχτες θύμιζαν θυμάρι
Ο χρόνος γύριζε έφιππος πάνω σε ξύλινο γαλάζιο αλογάκι
Μιας και το αύριο δεν έρχεται από μόνο του ποτέ
Αν με πάθος περίσσιο εσύ δεν το αναζητήσεις
Και κάθε λεπτό τώρα πια την δική του έχει βαρύτητα.
Έλα να βάλουμε την αγάπη πάνω απ’ τις πράξεις
Να αναμετρηθούμε με τ’ αστέρια
Μόνο για σήμερα να αισθανθούμε νικητές
Και μες στου κόσμου την απέραντη σιωπή
Το τρέμουλο ν’ ακούσουμε της ξεχασμένης ομορφιάς μας
Και την ηχώ του βλέμματος δυο σταγόνων
Μόλις βροχής που ξεστράτισαν.

 

ΚΑΛΕΣΜΑ

Έλα να γείρουμε αγκαλιά μες στα πυρόξανθα μαλλιά της νύχτας
Οι αντηρίδες είναι ύπουλες και εχθρικές
Και το βαρούλκο ατίθασο στα χέρια της συνήθειας
Έλα τώρα πριν οι επιθυμίες μας θυμίσουν μνήμες μακρινές
Και μπήξουμε τα γόνατα γερά στο χώμα που γουργουρίζει
Έλα να χαθούμε στα μαραμένα μέσα φύλλα των δέντρων
Στο γοερό κλάμα των κρεμασμένων αστεριών
Στους θολούς ορίζοντες που από παλιά μάς ξεδιψούν
Έλα ν’ ανιχνεύσουμε αμεταχείριστους όρκους και αστρολάβους
Δαγκώνοντας μέχρις αιμορραγίας τα χείλη και τα κορμιά
Να ανεμίσουν θησαυροί που άθελα αγνοήσαμε
Έλα να τραβήξουμε στην έρημο και στις επιτραπέζιες πόλεις
Ώσπου η άμμος και η θάλασσα να ενωθούν να γίνουν ένα
Έλα τώρα που δεν έχουμε πια δάχτυλα πίσω τους να κρυφτούμε
Τώρα που η καινούργια μονάδα του χρόνου είναι ο έρωτας.

 

ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΙ ΑΓΑΠΗ

Οι αλήθειες γλιστρούσαν πιο εύκολα μέσ’ απ’ τ’ αναφιλητά
Ο χρόνος δοκίμαζε τ’ άγρια κάστανα στο κρύο
Στα ρολόγια οι ώρες κυλούσαν πιο αργά στις γιορτές
Ολόκληρη η χώρα πιο κάτω κι απ’ την αξιοπρέπεια των δρόμων
Και τα πουλιά να μας θυμίζουν συνεχώς
Πως κι’ απ’ τον πόλεμο φορές
Πιο δύσκολα αντέχεται το άδικο της ειρήνης.
Καθισμένοι σε λεπτή φέτα φεγγαριού
Παρατηρούσαμε τη βροχή να ξεπλένει ανθρώπους απ’ την αφάνεια
Μιας κι αυτοί μες στους καπνούς και στις φοβίες τυλιγμένοι
Είχαν χάσει το δικαίωμα στην προοπτική και την ελπίδα
Άκαρδοι όσο ποτέ άλλοτε περίμεναν τους πυροτεχνουργούς
Να τους οπλίσουν τα χείλη με φιλί
Και δυναμίτες να τινάξουν τη σκλαβιά τους.

Στο σταυροδρόμι των χαμένων αστεριών τα λόγια όλα είχαν καεί
Το άρωμα της στάχτης τους μοσχοβολούσε εξέγερση.

 

ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΙ ΕΡΩΤΑΣ

Έξω σωρός από καμένες πόλεις, υποσχέσεις και στολές.
Εμείς κάναμε πρόβες χαμόγελου στους καθρέφτες που κάποτε άστραφταν
Άνθρωποι μικροί τριγύρω της ντροπής φορούσαν την μάσκα την μεγάλη
Ο άνεμος νηφάλια απομάκρυνε από πάνω μας τη σκόνη του χρόνου
Η κίνηση των ματιών έδινε στα λόγια μας μιαν εντιμότητα
Αναζητούσαμε τότε έναν καλύτερο κόσμο από την λεγεώνα των νεκρών
Από την ανολοκλήρωτη επαλήθευση των πλανόδιων κύκλων
Κι ένα κίνητρο ανώτερο στον φόβο του θανάτου.
Το ανεκτίμητο λατρεύοντας άρωμα που η κάθε μέρα απέπνεε
Αφήναμε τους άλλους στην τυραννική τους πια αυτολύπηση
Να αισθάνονται ανώτεροι χωρίς ποτέ να το ’χουν αποδείξει.
Ερασιτέχνες σκαπανείς της γης των θαυμάτων
Σκαλίζαμε με πάθος τα κορμιά που τώρα πια άχνιζαν έρωτα.

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΗΣ

Τα βράδια το δοξάρι του πόθου ανέμιζε σαν γαλανόλευκη
Στις ανηφοριές των μηρών σφυροκοπούσαν τα λαγόνια θυμωμένα
Άλλοτε μέσ’ από κόκκινα άνθη και τσιγαρόχαρτα ροζ
Αφρισμένη αναδυόταν ευπρέπεια και χειρονομίες αθόρυβες
Συμπληρώματα μιας ζορισμένης ζωής σκορπισμένης στο αύριο.
Ένα αδιάβατο κόβοντας δάσος από γυναίκες
Και διαγράφοντας οριστικά το αμφίσημο του ορίζοντα
Έφτασα κατάκοπος να μυρίσω λουλούδι.

Το άλλο πρωί ανέτειλε πριν απ’ το τέλος του κόσμου
Το τέλος της περιπλάνησης.

 

ΥΠΟΓΛΩΣΣΙΟΣ ΕΡΩΤΙΣΜΟΣ

Σε πρωτότυπη σε προσκάλεσα χορογραφία με παράφορα σκηνικά.
Στροβιλιζόμασταν τώρα ελεύθεροι
Στα πρόθυμα χρώματα του νερού και του χρόνου
Σε μύρτιλλα ανάμεσα και αφράτο θυμάρι υπογλώσσιος έρρεε ερωτισμός
Ανυπάκουα αστέρια στ’ ακέφαλα ριγμένα πηγάδια της θάλασσας
Κολυμπούσαμε στην υγρή μας φρεσκάδα κι η ζωή μας ανύποπτο λάθος
Αδιαπέραστα σφιγμένοι οι μηροί σε ανακόλουθα φλύαρο χάδι
Τελευταία σκηνή, δύο ήλιοι γερμένοι σαν λευκή χειραψία.
Αργότερα κλαίγοντας άνοιξε ο ουρανός να ζητήσει συγνώμη
Μα εμείς απαντήσαμε με φιλί ρουφηχτό, πυροτέχνημα σκασμένο στα χείλη.

 

ΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

Εραστές αμετανόητοι στης κιμωλίας περιφερόμασταν την πόλη
Παραβιάζοντας συνεχώς τα πιο ακραία όρια ελευθερίας
Τις βελούδινες μετρούσαμε ώρες αυτές που κρύβουν τα πρόσωπα
Την στιγμή που οι ασύστολες καμπύλες των κορμιών
Των αστεριών αντέγραφαν τις παραβολικές τροχιές τρυπώντας τα σκεπάσματα.
Κλειδωμένοι στη σιωπή των διαδρόμων
Στο συμπαντικό πλενόμασταν πέπλο των πάλλευκων κήπων
Το αιώνιο ακούγοντας φως, καθώς ζωντάνευε τα ψηφιδωτά της μνήμης
Ενώ μέσ’ από τα καταρρακτικά μας φινιστρίνια
Βλέπαμε στιγμές πυροτεχνήματα αστραφτερά να σκάν’ στον ουρανό
Κι ύστερα πάλι πηχτό σκοτάδι κι ακατέργαστο.

 

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΟ ΑΥΘΕΝΤΙΚΟ

Μια σειρά από συμπτώσεις κι ένα πεπρωμένο αδίστακτο
Μας επέλεξαν στην ύστατη να πορευθούμε μαζί σταυροφορία αγάπης.
Ναυαγοί εξαντλημένοι απ’ της μνήμης τ’ αλλεπάλληλα κύματα
Τις σκουριασμένες αποφεύγαμε πόλεις, τα διάτρητα μυαλά
Χαμογελώντας στους βράχους με τα γερασμένα πρόσωπα
Σιωπηλοί σε δυο φεγγάρια ανάμεσα κάτω στην αποβάθρα
Χαϊδεύαμε τρυφερά τους μικρούς αμφορείς και τα ραγισμένα ρόπτρα
Κι αναζητώντας το αυθεντικό πέρα από κάθε απομίμηση
Βλέπαμε ολοκάθαρα πια κλείνοντας τα μάτια.

 

ΖΩΗ ΚΡΕΜΑΣΜΕΝΗ ΑΠ’ ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΣΟΥ

Κι αν τινάξαμε με χέρια υγρά της μνήμης τα κίτρινα φύλλα
Καινούργια θ’ ανθίσουνε πάλι μπροστά στο φεγγάρι
Κι αυτή η φευγαλέα γυαλάδα στα μάτια των τρένων
Η αόρατη ραφή στην πληγή της ελπίδας
Σαν φλόγα ζεσταίνει την γη τη στιγμή που χιονίζει
Με κλωστές γεμίζοντας χρωματιστές το άδειο ξημέρωμα.
Κι όταν αργότερα κάποιοι έκλεισαν τα πέτρινα φώτα
Ολοκάθαρα βλέπαμε ακόμη ο ένας το βλέμμα του άλλου
Την πρώτη ξεπερνώντας προδοσία τυφλά
Βαδίζοντας οριστικά προς την δεύτερη.

Σ’ ένα κόσμο αδιάφορο μέσα σε χώματα ανώνυμα θαμμένο
Κρύβαμε την αγάπη σε χαρτί περιτυλίγματος αδιάβροχο
Αν και αχαρτογράφητοι προχωρούσαμε.

 

ΣΙΩΠΗΛΗ ΣΕΛΙΔΑ

Κράτα τις μέρες μου έλεγες κάποτε
Αφηνιασμένα άλογα στην κατηφόρα
Χιόνι που λιώνει στη φωτιά
Φωτάκια εφήμερα που σβήνουν στις φουσκωμένες φλέβες των βράχων.
Αστρικοί ταξιδιώτες περιπολούσαμε τη γη
Παρακάμπτοντας το δίπολο χαρά λύπη
Μη γνωρίζοντας τους κανόνες του μετά παρά μόνο του τώρα
Και τραβώντας μια καμπύλη στο χρόνο
Μια υπαίθρια ονειρευόμαστε ζωή
Ζωγραφίζοντας στα ευχολόγια το ανέλπιστο
Αγιογραφίες παλιές στα τελευταία περάσματα της σελήνης
Πιο σιωπηλοί απ’ τη βροχή
Πιο αρχαίοι κι απ’ την ίδια την τύφλωση.

 

ΟΠΩΣ Τ’ ΑΣΤΕΡΙΑ ΑΓΑΠΟΥΝ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ

Συνένοχοι στον ομαδικό βιασμό του ωραίου
Σκαλίζαμε της ζωής το αδίστακτο μάρμαρο
Εργάτες ανειδίκευτοι σ’ ένα έργο αθεράπευτο
Καλύπταμε με μαντήλες πολύχρωμες τα φώτα της πόλης
Που τελευταία είχαν αναίτια σιγήσει.
Ύστερα στη σχισμή βρεθήκαμε τ’ ονείρου ιδρωμένοι
Αδύναμοι απ’ την αφόρητη πίεση του κενού
Άθλια φύλλα ξεραμένα φτερουγίζαμε ενάντια στου ποταμού το ρεύμα
Σε ατέρμονη επαιτεία αγάπης
Σε απαγορευτικής αισθητικής καλλιγραφία.

Μαύρα σύννεφα οι σκέψεις όταν αρχίζει ο γυρισμός
Κι η βρεγμένη γη το αναπόφευκτο.

 

0Ι ΕΦΤΑ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΕΣ ΜΕΡΕΣ (2015)

 

ΔΕΥΤΕΡΑ

ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ

Παρόντες στην κατασκευή, ουδέποτε στην καθέλκυση των ονείρων
Ενώναμε τα χέρια σαν προσευχή
Τρέμοντας μη ραγίσει το κενό που πάντα ανάμεσα υπήρχε.
Και με το δάχτυλο πότε σε σημεία ευαίσθητα κι άλλοτε στη σκανδάλη
Πυροβολούσαμε αδιακρίτως σε ζωή και θάνατο.
Ύστερα με ολόφρεσκα πλενόμασταν φιλιά
Και πηγαίνοντας στης γειτονιάς το βενζινάδικο
Γεμίζαμε ως τη μέση, αφόρετες εμπειρίες και οράματα.

 

ΤΡΙΤΗ

ΤΟ ΕΝΤΥΠΩΜΑ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ ΣΟΥ

Μισοβαμμένα τα χείλη στο χρώμα του νερού
Τα μάτια σου φωτιά φωτίζουνε τη νύχτα
Καρφιά να κρεμάσω την ανάσα μου.
Κι ο έρωτας το άναμμα των αστεριών μ’ ένα φιλί
Ρούχο γεμάτο εικασίες
Όταν γυμνοί χαϊδευόμαστε από απόσταση.

 

ΤΕΤΑΡΤΗ

ΛΙΓΟ ΚΡΑΓΙΟΝ

Λίγο κραγιόν στάζουν τα χείλη από φιλιά αγχόνες των παλιών μας ημερών.
Έχοντας από καιρό κερδίσει το προνόμιο της απώλειας
Τον αλαβάστρινο σκαλίζαμε χρόνο αγκαλιά
Μιας κι η παράσταση δεν είχε ακόμη ξεκινήσει
Και λυπόμασταν τους μοιραίους που δεν πρόσφεραν ποτέ ένα λουλούδι
Ή όσους δεν κράτησαν ένα σπίρτο ή ένα νόμισμα τρύπιο
Που έκαναν τη διαφορά στη ζωή ανάμεσα και το θάνατο.
Ένα όνειρο όλα τυλιγμένα σε μια στιγμή
Κι οι μνήμες πολυβολεία διάτρητα απ’ τις μέρες μας.

 

ΠΕΜΠΤΗ

ΠΑΝΤΑ ΑΥΡΙΑΝΟΙ

Για αντιπερισπασμό στη μοναξιά ριψοκίνδυνα σκαλίζαμε το σκοτάδι
Μαθήματα επιβίωσης σε κόκκινους ανάμεσα κι ερεθισμένους καρχαρίες
Ένα γράμμα περιμένοντας ή ένα πουλί
Ή μια ρυτίδα έστω ν’ αναρριγήσει στ’ ανέκφραστα πια πρόσωπά μας
Και ολόισιες τραβούσαμε μαύρες γραμμές
Θέλοντας να φυλακίσουμε για πάντα τα φιλιά που μας σημάδεψαν.
Ύστερα ξαπλωμένοι στο απόλυτο βάθος μιας κρυμμένης πληγής
Αναρωτιόμασταν αν χωρά τόση ευτυχία σ’ ένα δάκρυ
Και το περιβραχιόνιο φορώντας της αμαρτίας
Σκορπίζαμε μ’ ένα χαμόγελο την ασήκωτη σκόνη του χρόνου.

 

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ ΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ

Ταΐζαμε με υπομονή τα ξεχασμένα κεραμίδια
Τα πουλιά βλέπεις είχαν φύγει από καιρό
Χαϊδεύαμε τα βουρκωμένα κυπαρίσσια της καρδιάς μας
Βαφτίζοντας τα κατάρτια στα πλοία της αναζήτησης.
Αλκοολικοί εκ γενετής σ’ έναν κόσμο σκοτεινό και αφόρητο
Μεθούσαμε ασταμάτητα περιμένοντας να χαρούμε μια σταγόνα φωτός
Κωπηλατώντας περιχαρείς στο τελευταίο τέταρτο της σελήνης
Καθώς μέσα από κυματισμούς ματιών και νευμάτων
Καταστρέφαμε εκμαγεία παλιά και χάλκινα πρόσωπα
Που ανενόχλητα από καιρό βίαζαν τα όνειρά μας.

Ύστερα σε φυλακές μάς έκλεισαν υψίστης ασφαλείας
Με την κατηγορία ότι κλέψαμε λιγάκι απ’ τον ορίζοντα.

 

ΣΑΒΒΑΤΟ

ΤΟ ΒΑΨΙΜΟ ΤΟΥ ΑΠΕΙΡΟΥ

Τα σύννεφα ανοιγόκλειναν το στόμα τους καταπίνοντας λίγο λίγο τον ήλιο
Διατηρώντας μια στάση ερωτική και μια ικμάδα αξιοπρέπειας
Εμείς αυτοεξόριστοι στις ερήμους της σκέψης και στα παιχνίδια του μυαλού
Με τα φτερά φορτωμένα τις προσωπικές μας εμπειρίες
Με χαμόγελο δραπετεύαμε πλατύ απ’ τα βασανιστήρια της σάρκας
Καινούργιους υπογράφοντας ρόλους για την υπόλοιπη διαδρομή μας.
Ερωτευμένοι απ’ της ζωής τα αναπάντητα ερωτήματα
Αφήναμε πάντα στη μέση το βάψιμο του απείρου.

 

ΚΥΡΙΑΚΗ

ΑΦΥΠΝΙΣΗ ΤΩΝ ΑΙΣΘΗΣΕΩΝ

Κάθε ταξίδι μύριζε μελαγχολία επιστροφής και φιλί της ανάγκης
Η πόλη έκρυβε πίσω από δαιδαλώδη φώτα τη ντροπή της
Η ζωή έβρεχε διάφορα χρώματα, βαθυκόκκινη προσμονή
Μα εμείς βρεγμένοι ως το κόκκαλο άλλοτε νικητές κάποτε ηττημένοι
Σκοπεύαμε χωρίς σταματημό προσπαθώντας να πετύχουμε το αδιανόητο.
Μαγεμένοι απ’ την ανάγκη της ατομικής μετουσίωσης
Χειροκροτούσαμε δυνατά στο σκοτάδι
Κερδίζοντας χρόνο και παράγοντας φως
Με μάτια γελαστά και χέρια δακρυσμένα.
Έχοντας εξοστρακίσει στην άβυσσο τα άνθη του παρελθόντος
Ξυπνούσαμε σε μια θυμέλη άγνωστη ως τώρα
Όλες τις μουδιασμένες μας αισθήσεις.

 

 

ΟΝΕΙΡΑ ΣΕ ΣΥΝΕΧΕΙΕΣ (2012)

 

ΟΝΕΙΡΑ ΣΕ ΣΥΝΕΧΕΙΕΣ

Σε κάθε αγώνα προγραμματισμένου αφανισμού
Οι συνεχείς ανατροπές πυροδοτούν το ενδιαφέρον
Σε μάχες όμως άνισες αξίζουν μόνον οι απόπειρες
Με νικητές όσους αφήνουν μια σχισμή ανάμεσα στα χείλη.
Μια πύρινη απαιτώντας αγκαλιά ή ίσως μία τυχαία συνάντηση
Ονειρευόμασταν κρινοδάχτυλα, ρήγματα κι ενοχές
Κρινόμασταν από την ιδιοτροπία της τύχης σε μια στροφή της ζωής
Την πραγματικότητα κυνηγώντας ή -έστω- ένα τρύπιο κοχύλι
Που από μέσα του περνώντας η θάλασσα άλλαζε ήλιους και χρώματα
Αιωρούμενοι στης αγάπης την κινούμενη άμμο
Στα τοξωτά γεφύρια και τους αμμόλοφους
Τις τελευταίες ακούγαμε εμμονές των δέντρων
0 ουρανός πουκάμισο ανοιχτό μόνος κι αυτός χαμογελούσε
Με εμπνευσμένη βλέποντας ματιά
Την αληθινή πλευρά των πραγμάτων
Ανάλαφρα αναπαυόμασταν στη σκιά
Της απελπισίας των άλλων.

Μονόλογος πικρός το χόρδισμα του έρωτα-
Μεταξένια φτερά και όνειρα σε συνέχειες.

 

Η ΠΟΛΗ ΜΕΓΑΛΩΝΕ

Η πόλη μεγάλωνε μαζί και τα παιδιά
Κι οι ανθισμένες γειτονιές δώσαν τη θέση τους σε τσίρκα…
Η σχέση βρισκόταν σε πορεία ανάδρομη
Οραματιστές ονείρων δεν κοιμόμασταν πια μαζί
Με τις καμπύλες του πάθους λειωμένες στην επανάληψη
Εξαγνισμένοι μετά από την πρόσφατη επίθεση
Με απόλυτη προσήλωση στην κατανόηση της αλήθειας
Κρύβαμε με προσοχή τον φόβο πίσω απ’ τα σώματα
Στο τελευταίο αδειάζοντας πηγάδι σιωπής
Τα αβέβαια συναισθήματα που είχαν απομείνει.
Τ’ άσχημα σπίτια έκρυβαν όμορφες στιγμές
Την καθημερινότητα μετατρέποντας σε χαμόγελο
Η μοναξιά μάς ένωνε πέρα απ’ τις ράγες
Τα τρένα όμως πουθενά κι η χώρα μια οφθαλμαπάτη
Ο χρόνος μάς κυνηγούσε αμείλικτος μα δεν μας έφτανε ποτέ
Έτσι φαινόμασταν πάντα πιο νέοι
Κι απλώνοντας κάπως αυθαίρετα το χέρι
Άγουρους κλέβαμε καρπούς και σήμαντρα
Να ξεσηκώνουν το κορμί σε κάθε τους χάδι.

Μικρές πολύχρωμες πόρτες η ζωή σαν σκευωρία
Προδοσία μιας σφαίρας που λοξοδρόμησε.

 

ΔΙΚΡΟΥΝΑ ΑΓΑΠΗΣ

Έζησα πλουσιοπάροχα στο αρχοντικό του ονείρου
Με σκελετωμένη συνείδηση κι ετοιμόρροπη ψυχή
Καθρεφτίζοντας την κάθε στιγμή στων κορμιών το χρυσάφι
Χαρές ανείδωτες σε κόσμους νοητούς
Με τη μνήμη σταυρόλεξο να μου κλείνει το μάτι.
Ολική κάνοντας επαναφορά στις αδιαπραγμάτευτες απαιτήσεις μου
Με κάθε τρόπο διεκδικούσα περισσότερο ουρανό
Ίσως γιατί πίστευα με πάθος στο ακατόρθωτο
Ερωτικός μετανάστης στων ποδιών σου το ξέφωτο
Και με τα στήθια σου να στέκουν αμείλικτα σαν δίκρουνα αγάπης
Συνέχιζα να μιλώ τη γλώσσα των φαντασμάτων
Πονώντας αφόρητα κάθε φορά που με καταργούσες.
Κι ενώ τα σώματα έτριζαν από επιθυμία και οικειότητα
Το ημερολόγιο αδυνάτιζε από φύλλα, η ζωή από φωνές
Κι αναπτύσσοντας ταχύτητα ιδανική για προσπέραση
Μακαρίζαμε τα ραγισμένα φεγγάρια, τους τυχερούς, τους αγέννητους.

 

ΚΑΤΑΡΓΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ

Απρόσκλητο έστεργε τα πρόσωπα το βραδινό αεράκι
Άλλωστε στις συνειδήσεις των ανθρώπων κρινόταν τελικά η ιστορία
Χωρίζοντας τους συνηθισμένους απ’ τους ήρωες
Ντυμένοι στα κόκκινα φέρναμε πιο κοντά την αγάπη μας
Όπως τα κεραμίδια στις σκεπές που προκαλούν τον ουρανό
Την κρύβαμε με προσοχή στη στέρνα μη μας μαραθεί
Στων περιστεριών τις ληγμένες φτερούγες
Στων ονείρων τα ασπρόμαυρα οροπέδια
Νοερά απαντώντας στα άγραφα μάτια μας
Ξανοιγόμασταν στ’ ουρανού το σβησμένο γαλάζιο
Αλλάζοντας ρότα στη ζωή και στον άνεμο
Τα σώματα πάλλονταν κάθετα καταργώντας τον χρόνο
Με μια φέτα καρπούζι στα σκέλια ανάμεσα τον κήπο να δροσίζει.
Άναβε τότε η ελπίδα στα κρεμασμένα μας πρόσωπα
Κι η σάρκα γινόταν κρουστή και απέραντη σαν τη θάλασσα.
Ένα καράβι περήφανο που εκείνη τη στιγμή αναχωρούσε
Έγραφε στο φουγάρο του με κεφαλαία τ’ όνομά μας.

 

ΑΠΟ ΘΕΜΑΤΑ ΑΓΑΠΗΣ

Με βραχνιασμένα τα φτερά του ουρανού
Με χείλη και με γόνατα σχισμένα
Με διχασμένα τα κορμιά στα εύφορα νεκροταφεία φύλων
Με τη σχισμή σου χίλιους κεραυνούς τη σκέψη να πληγώνουν
Γύριζα μες στο σώμα σου σαν βίδα χαλασμένη
Ομίχλη γύρω από το φως και από-θέματα αγάπης.

Στην έκσταση έβλεπα γιορτές και άγρια τριαντάφυλλα
Στον ύπνο μου κλεψύδρες με την άμμο της μορφής σου.
Ώς κι η πανσέληνος χλωμή στα δύο χωρισμένη
Κι επάνω της ριγμένα άσπρα μάρμαρα και μενεξέδες.
Ανακεφαλαιώνοντας τα μικρά μας εγκλήματα
Με άδεια αποχαιρετούσαμε φιλιά το ταξίδι μας.

Βγαίνοντας μαύρα φόρεσα γυαλιά αν και ήταν βράδυ
Ανυπόφορο τριγύρω άπλωνε σκοτάδι η θηλιά της μοναξιάς
Και σφίγγοντας τις γροθιές σε σχήμα πένθους
Προχώρησα στα κοφτερά συντρίμμια της απόλυσης.

Γοργόνες έξω απ’ το νερό, φλερτάραμε με υδρορροές για επιβίωση.

 

Η ΓΙΟΡΤΗ ΤΩΝ ΑΝΑΜΝΗΣΕΩΝ

Με τους καθρέφτες στραμμένους στης ήβης τ’ ανεκπλήρωτο κενό
Σκουριασμένα ανοιχτήρια σε γιορτή αναμνήσεων
Ακούγαμε κάθε βράδυ σιωπηλοί τις φωνές των χρωμάτων
Η ζωή μας γυάλιζε μόνο στις στάσεις του μεγάλου ταξιδιού
Με τ’ αγρίμια αγκαλιά και αλήθειες εφήμερες σε υπόγεια ύποπτα
Ενώ τα μεσημέρια οι αισθήσεις ξελόγιαζαν τα κορμιά
Ίσως γιατί υπήρχε τόσο φως που έκρυβε όλες τις ατέλειες.
Καθώς η επόμενη νύχτα απλώνει όπως ο μαύρος κύκνος τα φτερά
Σε ξένες τρυπώνουμε αγκαλιές για ανακύκλωση.

 

ΜΟΙΡΑΙΑ ΑΠΟΦΑΣΗ

Με υποδόριους πλησίαζε τριγμούς η τρικυμία
Έξω τα σκυλιά κυνηγούσαν την άνοιξη, τα πουλιά τον αέρα
Εμείς σε σπίτι κενό αλλάζαμε αγκαλιές κι αστραφτερά περιδέραια
Με χέρια από φρέσκο ζυμάρι πλάθαμε όνειρα ο ένας στον άλλο
Ζωγραφίζαμε με λουλούδια τραγουδούσαμε με γουλιές
Της καθημερινότητας την αγγαρεία αντιστρέφαμε με νοτιάδες
Ώσπου αποφασίσαμε να γειτονέψουμε όπως παλιά
Με υλικά τις δομικές μας διαφορές, τις κορυφαίες αντιθέσεις
Γραμμές τραβώντας τεθλασμένες κι ανισόπεδες.
Αργότερα σαν σπαθιά διασταυρώνοντας λέξεις κι αιμορραγώντας ακατάσχετα
Βιώναμε την ταπείνωση στην αγορά μιας ξεχασμένης γοητείας
Τις παρακαταθήκες διπλώνοντας σε μακρινούς και ξεχασμένους ορίζοντες.
Στο τέλος με μια απλή μεταβολή νοιώσαμε πάλι τον χειμώνα να γυρίζει
Βρίσκοντάς μας γυμνούς με γυαλισμένα μάτια και αδιόρθωτους.

Το φιλί πιο αργό κι απ’ τον ίδιο τον θάνατο
Θρυμματίζει δειλινά και χαλασμένες υποσχέσεις.

 

ΑΦΕΤΗΡΙΑ ΑΝΑΠΗΡΩΝ

Παγιδεύαμε μέσα στα μάτια μας του χρόνου τις φωτιές
Τις κραυγές φυγαδεύαμε σε καταστάσεις αφωνίας
Έπαιρνε ο αέρας τις καμπύλες των κορμιών και τις χάιδευε
Αλλάζαμε τότε μορφές και πρόσωπα γινόμασταν κάποτε αόρατοι
Της νύχτας αλέθοντας το φόρεμα με ζώνες αντιπυρικές
Δυσκολεύοντας την απόδραση ή την προσγείωση του ονείρου
Με το λυκόφως ν’ απειλεί την απόλαυση ανήμερα του έρωτα.
Ύστερα πάλι φανταστική συνομιλία του ενός
Στην εναέρια φυλακή των ανύπαρκτων ήχων
Στ’ ανεξερεύνητα πηγάδια που άλλοτε συμβόλιζαν ζωή
Μα τώρα στέρεψαν κι αυτά από ανυπακοή και απώλεια
Ώσπου αναμμένοι και κάθιδροι μετά από κύκλους χωρίς νικητή
Στριμωχνόμαστε κι οι δυο μονόχειρες σε αφετηρία αναπήρων
Για καινούργια εκκίνηση, σε μαραθώνιο επιλογής μας.

 

 

ΞΗΜΕΡΩΝΕΙ ΤΟ ΓΕΛΙΟ ΣΟΥ (2011)

 

ΑΛΛΑΓΗ ΠΛΕΥΣΗΣ

I
Ασίγαστη πεταλούδα ό χρόνος
Αργοσαλεύει πολύχρωμα φτερά
Με πύρινο ρουφώντας στόμα τη μοναξιά μας
Στεφάνι τάζοντας στο παντοτινό.
Όποιο αστέρι κι αν σηκώσω
0ά κυλήσεις επάνω μου.

II
Στα σώματα σαλεύουν ταξιανθίες ηδονής
Λιωμένα κάρβουνα μες στο παράπονο της δύσης
Πνιγμένοι στην πηχτή βουβαμάρα μας
Λίγο πριν απ’ τ’ απόβραδο
Λίγο μετά τη ζωή μας
Απλώνουμε εικόνες στο ανάδρομο παρόν
Με τα φτερά αναμμένα σε στάση αναχώρησης.

III
Τώρα πού έλιωνε σιγά-σιγά ή απόσταση
Μετά από τόση σιωπή πού επιβάλλαμε στον εαυτό μας
Επιστρέφαμε στις ανέφελες θάλασσες που αφήσαμε κάποτε
Αδίστακτοι κλέφτες των δικών μας δικαιωμάτων
Ακατάλυτα ενωμένοι σε ρεύματα υπόγεια
Τεντώνοντας άβαφες μέρες με χάρτινα στόματα
Αλλάζοντας μια καμένη πανσέληνο για μια νέα σελήνη.
Ξεριζώνοντας τα καρφιά απ’ τον παράδεισο
Διά γυμνού χαράζαμε οφθαλμού
Αλλαγή πλεύσης.

 

ΑΠΟΤΥΠΩΜΑΤΑ ΜΙΑΣ ΟΥΤΟΠΙΑΣ

I
Ζήσαμε κάτω απ’ το πλατύ φύλλωμα του φεγγαριού
Κοιτάζοντας λάμψεις ερωτευμένων αστεριών
Να τις ρουφά ή κοιλιά τ’ ουρανού και να γίνονται άβυσσος
Ακυρώσαμε το χρόνο στο ναό της αβεβαιότητας
Βιώνοντας σε κάθε άλμα και μια επανάληψη
Έξω φυσούσε μια πλημμύρα ξυπόλητη ανάμεσα στ’ ακροδάχτυλα
Γυμνοί και ανώνυμοι αγγίξαμε τους καρπούς της σελήνης
Τα βράδια που έγερνε βουβή στην παγωμένη θάλασσα
Υπήρχε όμως μια αλληγορία αργόσυρτη μέχρι την κάθαρση
Δυο ήλιοι μικροί καρφωμένοι στο στήθος σου.

II
Ακάλυπτοι συρθήκαμε πάνω στην άμμο εραστές
Σκαλώνοντας αρχέγονα αγγίγματα στις διχοτόμους
Μιλήσαμε πολύ χωρίς να ξεκαθαρίσουμε τίποτα
Κι ο χρόνος πικρό παραλήρημα
Για ν’ αποθέτουν οι ελπίδες κοχύλια κι αβγά
Σπάνια γέλια τα παιδάκια
Και οι τυφλοί τις εικόνες του μέλλοντος.

III
Αυτοεξόριστοι πορευθήκαμε σε ώρες έκστασης
Μοσχοβολώντας σε κήπους άοσμους στιγμές.

Δεν υπήρχε ακριβότερο άρωμα απ’ το εφήμερο.

 

ΕΡΩΤΙΚΗ ΙΣΗΜΕΡΙΑ

I
Με τις αναζητήσεις αλληλέγγυες σε μια αόρατη απειλή
Να διαδέχονται μάταια η μια την άλλη
Με τα παλιά τραγούδια να λιώνουν με λυγμούς στην αγορά
Και τα χαμόγελα των σπάνιων στιγμών τυπωμένα στα παροράματα
’Απολαμβάναμε την ειρωνεία των κίτρινων φύλλων
Προτιμώντας την απόσταση απ’ τη σιωπή
Την αμφισβήτηση απ’ τη γαλήνη
Με ριζωμένα γερά στις πλάτες μας
Τ’ ακίνητα τοπία της αγάπης.

II
Κρατούσαμε ίσες αποστάσεις ανάμεσα στην πραγματικότητα και την ανάγκη
Συχνά μάς κυρίευε η επιθυμία για λεπτότερο άρωμα
Ή θάλασσα όμως σεντόνι τεράστιο θρυμμάτιζε την ανάσα
Κι ο ίμερος λιγωμένος άχνιζε πάνω στις λέξεις
Ωθώντας τα υπόγεια ρεύματα σε χείμαρρους ευθύνης.
Αγεωγράφητοι χρυσοθήρες στη χώρα του ανέφικτου
Χαράζαμε πότε στα κουρέλια πότε στα μάρμαρα
Άνυδρα στίγματα ερωτικής ισημερίας.

III
Αγιάτρευτοι στου έρωτα την ερημιά
Ακούγαμε ανέκφραστοι ασπρόμαυρους θορύβους
Να χορεύουν δίπλα μας ζωή
Στην άλλη όχθη του χρόνου.
Πορεία επαναφοράς
Με προαιρετικούς ελιγμούς και προσπεράσεις.

IV
Ρουφούσαμε το διάφανο απ’ το λαιμό των ποτηριών
Αφήνοντας επάνω τους κόκκινο από τη λύτρωσή μας
Κι ήταν τόση η ανάγκη να ξαναπούμε τα χρόνια της αθωότητας
Που είχαμε γίνει αλκοολικοί από συνήθεια
Οι ελπίδες εύθραυστα κουπιά στην προκαθορισμένη εκδρομή μας.
Και το αύριο εν’ άγριο χέρι που μας σέρνει μακριά
Τραβώντας μας απ’ τα μαλλιά μόλις γελάσουμε.

 

ΞΗΜΕΡΩΝΕΙ ΤΟ ΓΕΛΙΟ ΣΟΥ

Ι
Άμετρη γοητεία η κίνηση του λαιμού των πουλιών
Μα εγώ κορφολογώ τούς καρπούς στον κορμό της γυναίκας
Περιφέρομαι σε χρωστήρες ν’ ανταμώσω προσχήματα
Βουρκωμένες νύχτες με πλησιάζουν με δώρα
Επιθυμίες σε χαρτί οφθαλμαπάτης τυλιγμένες
Ξεγυμνωμένες με τα δάχτυλα και τα μάτια
Μιας και τίποτα πού γράφει ο χρόνος δε διαβάζεται
Εκτός απ’ τη διαρκή επιθυμία ενός βιασμού
Μιας διάφανης μοναξιάς ή έστω μιας αποξένωσης
Που είναι πιστές κι ανθεκτικές στα τρισύλλαβα όνειρα.

ΙΙ
Προβλέψιμοι σαν την παλιά σκισμένη πολυθρόνα
Που αφού τη γυαλίσαμε με επικίνδυνα κύμβαλα
Τη βρήκαμε πεταμένη πλάι στην παρόρμηση
Πλάι στο θόρυβο που σκουλήκιαζε μέσα στη μνήμη
’Ή στα πλοία πού φλέγονταν μέσα στον ίλιγγο.
Ξημερώνει το γέλιο σου.
Τυλιγμένος στη σιωπή των σκορπισμένων δρόμων
Τρέχω να συμπληρώσω το κενό μιας απέραντης θάλασσας
Μη ξέροντας πια ποιό ρούχο να πρωτοφορέσει
Με τη θύμηση καρφωμένη στη νοητή γραμμή της αυγής
Σε περίμενα σαν θησαυρό που άντεξε στη σκόνη
Τότε κατάλαβα πως δεν θα ’ρθεις γιατί ήσουνα φώς
Ένα μικρό κομμάτι μπλε στο βάθος του Αιγαίου
Και ξετύλιξα αργά το ανέφικτο
Μιας κι η ανάπλαση μοιάζει πνοή σε αδιέξοδη δημιουργία
Κι οι κουρασμένες αγάπες είναι πάντοτε λίγο δειλές
Σαν τρύπιο ρούχο που φορώντας το κρυώνεις
Με δύο ανεξήγητα στεφάνια να κοσμούν
Τούς άδειους κήπους των ματιών τους.

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΚΔΟΧΗ

I
Προκαλώντας το χρόνο να μας ακολουθεί
Ξαναφορέσαμε την έκφραση εποχών που είχαν λήξει
Οι μέρες έκλαιγαν στη γωνιά
Ώσπου έρχονταν οι νύχτες και τις παρηγορούσαν
Τα σύννεφα χάριζαν στον ουρανό μιαν αφοσίωση
Κοίταζα συνέχεια στον καθρέφτη κι έβλεπα στο βάθος εσένα
Ενώ στους δρόμους που κάποτε έτρεχαν παιδιά
Είχαν ανθίσει άξαφνα λίγα λουλούδια
Που με αβάσταχτη την θλίψη τους
Έκαναν ακόμη και τους τυφλούς να συγκινούνται.
Κρατήσαμε το όνειρο με χίλια βάσανα ζεστό
Ώσπου βγήκε ο ήλιος και μας πήρε τα χέρια

II
Μ’ ένα ασίγαστο τρέμουλο που άφηνε άφωνες όλες τις ώρες
Ευωδιάζαμε σε χοντρό χαρτί περιτυλίγματος
Εξαργυρώναμε πάθος σε ολονύκτιες παραφορές
Κάναμε στάσεις σε μαγευτικά ταξίδια, λιποθυμούσαμε
Υστέρα ο ύπνος ζωγράφιζε στα χάδια μας ένα χαμόγελο
Μια τελευταία ίσως εκδοχή στην αναχώρηση
Ενός πλοίου που χαμηλώνει μπαίνοντας στον ουρανό
Ή ενός αγάλματος που κλαίει καθώς το στήνουν στην πλατεία
Κι ή ζωή ένα βιβλίο άγραφο που κάποτε μας δωρίσανε
Εμείς κάθε νύχτα το γεμίζουμε με καινούργιες σελίδες
Κι απεγνωσμένα αναρωτιόμαστε ποιος άραγε θα μας διαβάσει.

III
Κανείς δεν ξέρει τελικά τα όρια της χαράς και της λύπης
Αφοί σε κάθε χωρισμό αντιστοιχεί μια συμφιλίωση
Ώσπου κάποια στιγμή μετά από τόση προσπάθεια

 

ΤΟ ΧΡΩΜΑ ΤΗΣ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗΣ

I
Κρυμμένοι σε μια άμαξα με δυο τροχούς
Σύραμε παράπονα τις αλύτρωτες προσδοκίες
Ξύσαμε τη φλούδα από την επιφάνεια των πραγμάτων
Έτσι που αυτά αιμορραγούσαν αργά κι απεγνωσμένα
Χαμένα στις βρώμικες πλαγιές της όποιας καταξίωσης.
Καθώς η άλμη της γιορτής προκαλούσε τα σώματα
Χορεύαμε στους εύθραυστους δρόμους
Τρυγώντας τρυφερά φιλιά στα αιθέρια χείλη
Κι αποπλανώντας το εφήμερο
Την έντονη κάποτε αβεβαιότητα του τώρα
Την υπέροχη ειρωνεία των αισθήσεων κερδίσαμε
Απ’ την πικρή σιγουριά του τελειωμένου.

II
Τα σύννεφα άλλαζαν συνέχεια ροή και χρώματα
0 παράδεισος ήταν μπροστά μας κομμένος στα δύο
Στη θέση της σιωπής ένα ώριμο ρόδι
Με κορμιά ανοιγμένα στην πύλη της αιωνιότητας
Ονειρευόμασταν κήπους με μυρωδιές και ροδοπέταλα
Προσμένοντας στο σεληνόφως το γυρισμό των λουλουδιών
Αφού μόνο στα όνειρα αντέχεται ή αλήθεια.
Φτιαγμένοι από αέρα συμβολίζαμε τον καιρό
Εμπρηστές μαζί και παρανάλωμα
Ενός καλοκαιριού που ποτέ δεν κρατούσε τη θέση του.

III
Περιστρεφόμαστε πάνω στον αφρό των κυμάτων
Ποτέ από παλιά δεν μετρήσαμε την παραλία
Η αγάπη μας έπαιρνε μακριά και μάς έριχνε ύστερα πίσω
Βρισκόμασταν ήδη στο χείλος των ημερών που επιλέξαμε
Ζητώντας μέσα τους όχι το χρόνο αλλά τον πόθο
Η θάλασσα ρυτιδωμένη κοφτά απ’ τις ανάγκες της
Χωρίς τα ρούχα της αρμύρας παραληρούσε όμορφα
Ανατριχιάζοντας τους εραστές που προσπερνούσαν αδιάφορα
Πνίγοντας ακούραστα τη λύπη τους μες στη συνήθεια
Ενώ στους νυχτερινούς περιπάτους απ’ το λαιμό αρπάζαμε το φεγγάρι
Προσπαθώντας να κρατήσουμε άφθαρτο το νήμα της αξιοπρέπειας.

IV
Πυρακτωμένοι μέσα στον ίδιο στεναγμό
Μες στην αόρατη αισχρότητα της νύχτας
Τις ανήσυχες πυρπολούμε χαρές
Μ’ όλη την περιπάθεια που αυτές γεννούν
Φωτίζοντας άλλα όνειρα μήπως δούμε λευκό τον ορίζοντα
Ανασαίνοντας το άρωμα ενός αυθόρμητου έρωτα
Καθώς μ’ ένα βάρος περικύκλωνε η ελπίδα ένα ενθύμιο
Αγγίξαμε τα είδωλα αλλά μας έμεινε το χρύσωμα στο χέρι.
Αμίλητο το βλέμμα των ρόδων
Ξεδίπλωνε στα μάτια το χρώμα της αναζήτησης.

 

ΜΙΚΡΑ ΜΥΡΟΔΟΧΕΙΑ

Περνούσαμε σταδιακά στον κύκλο της αναδάσωσης
Κουβαλώντας από ένα πεδίο βολής μέσα του ο καθένας
Τα φύλλα θύμιζαν θλιβερές περιπέτειες
Ή αισθήματα που βάδιζαν γοητευμένα
Σ’ έναν δρόμο που δεν είχε ποτέ γυρισμό
Αφού μονάχα το παρόν είναι ολόκληρο μέλλον.
Εγκλωβισμένοι στην ελευθερία μας σκουριάζαμε ανενόχλητοι.

II
Τα θαύματα είχαν από καιρό τελειώσει
Όλα ήσαν γραμμένα κάπου μα δεν έβρισκα το χαρτί
Πλήρωνα όσο-όσο για μία συνάντηση αξιώσεων
Κρατώντας πάντα στην τσέπη μου ένα απόκομμα
Ακούγοντας μόνο αλήθειες μέσα απ’ τα ψέματα.

III
…Κι είχε αντί για πρόσωπο κορνίζα
Όπου ο καθένας έβλεπε ό,τι ορέγονταν
Κι ένα ξύλινο στήθος αναίρεσης
Για να σκαλώνουν τα πουλιά τις προσταγές τους.

Καιρός ν’ ανοίξουμε πια διθέσιους τάφους.

 

ΜΙΚΡΟΙ ΘΕΟΙ

Ανολοκλήρωτη η ηδονή των μακρυσμένων εραστών
Που κάνουν την ζωή τους τέχνη
Αμετάκλητα άχρωμοι μιας και πάντα στραφτάλιζαν
Μοναχά στην λάμψη των κορμιών
Συνωμότες καιρού σε αγάπες συγχωρητικές
Διαχειριστές της διασποράς σε παραλήρημα
Αιμορραγούν το γυρισμό σ’ έναν άγνωστο κόσμο.

Κι ότι απέμεινε απ’ τους μικρούς θεούς
Που δε συμβαδίζουν ποτέ στις προσδοκίες
Πικρά κι αμοίραστα φιλιά και ελιγμοί
Κι η απεραντοσύνη απ’ τη μηδαμινότητά τους.
Στιγμές απ’ την προσωπική μας αποκάλυψη
Τόσες πολλές που φτιάξαν μιαν αιωνιότητα
Με την ελπίδα ένα τεράστιο κλειδί
Να τρεμουλιάζει ανάμεσα σε χαλασμένες πόρτες.

 

ΑΘΕΡΙΣΤΟΙ ΕΡΩΤΕΣ

I
Οι πιο τολμηροί ζωγράφιζαν παράνομα ζευγάρια
Προσπαθώντας να κρύψουν πίσω απ’ τους τοίχους
Το ακατόρθωτο μιας υπόσχεσης στον εαυτό τους
Ή μιας έκτρωσης στη θέση αναμμένου κεριού
Κι ενώ ό κόσμος βούιζε άδειες κουβέντες
Κάποιοι χάραζαν ακόμα όνειρα πάνω στην άμμο.

II
’Αγνοώντας τα στάχια που σκορπούσαν στο άπειρο
Με το πρόσχημα πως κάτι θα πουν στον αέρα
Στεκόμαστε ακίνητοι σαν την αλήθεια
Κάποιοι μόνο πετούσαν βιαστικά τριαντάφυλλα
Τόση είχαμε ανάγκη απ’ το ελάχιστο
Που ακούγαμε εναλλάξ στη σιωπή τη φωνή μας
’Ανώνυμες θάλασσες στέγνωναν
Πλάι σε αυτόν τον παραλογισμό
Τα ψάρια είχαν πεθάνει, νωρίτερα.

III
Ύστερα έγινε τόση ησυχία
Πού δεν υπήρχε κανένας λόγος
Να εκδικούμαι τον εαυτό μου
Κι ώσπου να ξαναρχίσουν οι θόρυβοι
Με πρόσωπο χτισμένο στην αναζήτηση
Και την ψυχή θερινό ηλιοστάσιο
Συνέχισα αμίλητος ν’ αναδεύω τα χρώματα
Πολύ μεγάλος πια για να σκέφτομαι
Πολύ μικρός ακόμη να ελπίζω.

 

ΜΩΒ ΩΡΕΣ

I
Με τη διαίσθηση να σκίζει σα σουγιάς το παρελθόν
Παγιδευτήκαμε σ’ ακρογιαλιές ακατοίκητες
Πυρπολήσαμε επιμελώς τα πικρά γράμματα
Πλάθοντας από καπνό τις πιο ονειρεμένες εκδοχές τους.
Χαμογελάσαμε τότε στις δυτικές ακτές αγνώστων αριθμών
Στις αχανείς οροσειρές ερωτικών τριγώνων φιληθήκαμε
Χρεωμένοι πάντοτε το αμάρτημα της καθυστέρησης.
Θραύσματα μνήμης και πολύχρωμα πουλιά
Στην άμπωτη χόρευαν της ειμαρμένης μας.

II
Προσπερνώντας με τη βροχή τους τόπους του εγκλήματος
Υφαίνουμε την αμύθητη προίκα του τίποτα
Με βήματα ανοιχτά σαν σκόρπια ροδοπέταλα
Ξεμείναμε νωρίς από χρησμούς και στολίδια
Με την αλληγορία του ολοκαυτώματος
Στα λινά να συνωστίζεται όνειρά μας.
Αχθοφόροι χαμένων παθών
Αναβάλλουμε με φευγαλέα πάντα εκτόνωση
Τον τρόμο της καθημερινής αυτολύπησης.
Το ημερολόγιο έδειχνε καρδιές και χρώματα.

III
Βουλιαγμένοι στις μωβ ώρες των ημερών που γκρεμίστηκαν
’Αγκαλιασμένοι ακόμα πιο σφιχτά κι απ’ τα καράβια
Επιδιώκαμε την αναίρεση των καπνισμένων αστεριών
Αποθαυμάζοντας τ’ απρόοπτα μιας συνηθισμένης μέρας.
Πάνω σε ανείπωτες βαδίζοντας μαρτυρίες
Η σιωπή έπαιρνε τη γεύση του εφικτού.

 

ΕΡΩΤΙΚΕΣ ΠΕΡΙΠΟΛΙΕΣ

I
Οι αισθήσεις θύμιζαν τέσσερις εποχές
Το νερό ξέπλενε ακούραστα τα λάθη
Εμείς φορτώναμε τις νύχτες σε μια άμαξα
Νύχτες πού ευωδίαζαν ολόφρεσκο θυμάρι
Πολιορκούσαμε τη συμφιλίωση μέσ’ απ’ τις ρήξεις
Με κοφτερά στη λησμοσύνη ξανοιγόμασταν φτερά
Και καλοπιάναμε τις μέρες μ’ ερωτήματα
Ποτίζοντάς τες οίκτο μα κι ενοχές συνάμα.

II
Με τα κορμιά ενωμένα στη συναρπαστική τους ερημιά
Σαν πλοία που ξεπρόβαλλαν στα ανοιχτά του κόσμου
Γυρίζαμε άσκοπα μέσα σε κλειδαριές
’Αγνοώντας τη δύναμη της κάθε μας κίνησης.

III
Ευτυχισμένοι από μι’ αβάσταχτη αβεβαιότητα
Με πάθος ξύναμε τη μνήμη του πεπρωμένου
Για κάποια αγάπη μιας ουτοπίας φυλακή
Ν’ ακουμπούν οι τολμηροί τα όνειρά τους.

 

ΑΠΟ ΑΔΥΝΑΜΙΑ

I
Στις αδιέξοδες μαρτυρίες των δρόμων
Καλά κρυμμένοι σε λέξεις μας δίκοπες
Ξεμείναμε νωρίς από γιορτή κι από ανάστημα
Αργότερα βουτηγμένοι σε πύρινα στόματα
Αφουγκρασθήκαμε τον ίδιο παφλασμό
Σε μια ρανίδα έρωτα ξαποστάσαμε
Διπλή σταγόνα εμείς μέσα στης θάλασσας το πλήθος.
Επίφοβη ακροβασία το νερό
Χαιρόμαστε όμως το στροβίλισμα.

II
Κοιτάξαμε τότε ο ένας τον άλλον
Κοιταχτήκαμε μέσα μας
Κι ο κόσμος ήρθε πιο κοντά
Καθώς οργώναμε με τη σκέψη το κορμί
Και το χέρι μας θέριζε έρωτα.
Ήμασταν πια με τον άνεμο.

III
Τα μάτια σου είχαν στόμα είχαν μιλιά
Χώνευαν αθόρυβα το φέρσιμο της νύχτας
Το πρωί φορώντας άσπρα υποκρίνονταν.
Ζωή κρεμασμένη σε σπιρτόξυλο
Κι εσύ κερί αναμμένο να πλησιάζεις.

 

ΜΑΤΑΙΗ ΟΜΟΡΦΙΑ

I
Χαλασμένο πίνουμε νερό κι άγουρα κελαηδήματα
Φτιαγμένοι από καθρέφτη λάμπουμε ακόμα στο φως
Αποτυπώνοντας την εύθραυστη οδύνη των αγγιγμάτων
Ετοιμαζόμαστε αδιάκοπα γι’ ακρωτηριασμό
Σχηματίζοντας αγκαλιά πέλαγο διπλής όψης.

II
Το ρολόι κολλημένο σε ώρες κορεσμού
Στο πιάνο η έξαψη χαμένων ονείρων
Τα ρούχα όπως πάντα από χαρτί και κονιορτό
Για νι καθαρογράφουμε τα πανάκριβα λάθη
Κι η σκέψη μια θητεία αδιανόητη
Να χαράζει σωματικά σημάδια ταπείνωσης
Στων αντιποίνων τη θολή αλληλεγγύη.

III
Με τα πουλιά της τύχης κρεμασμένα στον ήλιο
Δεν χορεύουμε τα σκεπασμένα
Μιας και το αύριο δεν είναι τίποτα καινούργιο
Αλλά η μηχανή του χτες που ξαναρχίζει.

IV
Παγώνει ο κόσμος…
Ασφυκτικό τοπίο η απουσία σου
Τρώει τις λέξεις σε διάλογο σιωπής.

 

ΑΣΥΝΗΘΙΣΤΗ ΑΓΑΠΗ

I
Φτερουγίζοντας μαζί με τα πουλιά ανολοκλήρωτες ευχές
Σκορπίζαμε με φρέσκα όνειρα τη ματαιότητα
Στο τέλος της μέρας μοιράσαμε τη διαφάνεια
Πιασμένοι σε ομόκεντρους κύκλους μιας ασυνήθιστης αγάπης.
Λαβωμένα τα χείλη απ’ αγγίγματα σάπια
Κι οι δρόμοι γεμάτοι μαχαιριές να μη φτάνουν πια γράμματα.

II
Γυμνοί απ’ τον ήλιο και κάτω
Ριψοκίνδυνα σκύβαμε ν’ αφουγκραστούμε επιταγές
Αφήναμε ελεύθερη την πνοή να γίνει αέρας
Για να χαϊδεύει δίχως ενοχές χέρια και χάσματα.
Φλογισμένα ασφυκτικά τα βλέφαρα
’Αναβοσβήνουν τις αισθήσεις.

III
Ξημερώνοντας τρυφερά στην αγκαλιά των λουλουδιών
’Αναδύονται γλάροι τα σκόρπια χαμόγελα
Κι οι πικραμένοι τυλίγουν πάλι το λυγμό τους.
Αντικρίζοντας φάρους με το πρώτο φιλί
Η θάλασσά μας ξαναρχίζει.

 

ΟΙ ΕΡΑΣΤΕΣ ΠΑΝΤΑ ΣΙΩΠΟΥΝ (2007)

ΚΥΚΛΑΜΙΝΑ ΛΗΘΗΣ

IΙΙ

Λυτά ανέμελα μαλλιά
Τα χέρια άδεια
Το σώμα γάργαρο λευκό
Ντυμένο στα κρίνα της επιείκειας.

Δεν βλέπω όνειρα μήπως σε δω
Μαζεύω κυκλάμινα λήθης.

Η ΝΕΚΡΗ ΣΤΡΑΤΙΑ ΤΩΝ ΠΥΓΟΛΑΜΠΙΔΩΝ

I

Το λεωφορείο έβγαζε μαύρο καπνό
Τα περιστέρια άσπρα δάκρυα
Όμως ο δρόμος έστεκε πάντοτε ίδιος
Είχε άλλωστε τόσα στόματα να ταΐσει
Που πίκραινε και τα σύννεφα που έμειναν άκληρα
Η μόνη αλήθεια που αντέχαμε
Ήταν να ξεχάσουμε ότι υπάρχει
Πίνοντας ψέματα στις δύο άκρες της υφηλίου
Ψάχνοντας με επιμονή αυτό που ήτανε μπροστά μας
Ώσπου πέσαμε και οι δύο νεκροί απ’ την προσπάθεια.
Ύστερα ακούσαμε το θόρυβο μιας πόρτας που κλείνει
Κοιταχτήκαμε έκπληκτοι χωρίς να ξέρουμε αν είμαστε μέσα
Βαρύ στ’ αλήθεια να έχεις το χάρισμα
Αν κι ήμουν τυφλός, περιδιάβαινα από κόχη σε κόχη
Σκοντάφτοντας συνέχεια πάνω στις σκέψεις μου
Έτσι κάθε βράδυ καληνυχτούσα σχολαστικά
Ένα ένα τα άδεια δωμάτια
Γιατί δεν ήθελα κάποιο πρωί μάτια άγνωστα
Να τ’ αντίκριζαν λυπημένα.

Πώς να φωτίσει μια νύχτα ολόκληρη
Η νεκρή στρατιά των πυγολαμπίδων;

Ο ΤΕΛΕΙΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ

II

Ύστερα με καταδίκασαν ν’ ακολουθώ τη σκιά μου
Για όσο διάστημα θα ξεσκόνιζα λησμονημένες υποσχέσεις
Απ’ τα μάτια μου έσταζαν αδιάκοπα σκηνές
Η φωνή μου σκόρπιζε «είμαι αθώος»
Βράδιαζε και μ’ ένα κουρεμένο βλέμμα
Κοίταζα επίμονα τ’ ανυπεράσπιστα αστέρια
Που βλέποντάς με να μιλάω με τ’ αγάλματα
Γελούσαν αμέριμνα μέσα στον ύπνο τους
Άξιζε πάντως έστω και ως δικαιολογία
Μια φορά στη ζωή το ζεστό χειροκρότημα
Και χαλούσα το χρόνο γεμάτος τύψεις
Για όσα δεν έκανα
Γι’ αυτά που ποτέ δεν πρόλαβα
Να πω στον εαυτό μου.

Η ΜΙΚΡΗ ΚΑΙ Η ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΜΠΟΡΕΥΣΗ

II

Σου έστελνα συνέχεια γράμματα
Επέστρεφαν με την ένδειξη «άγνωστος παραλήπτης»
Όμως σε πείσμα της βροχής με το έκπληκτο πρόσωπο
OL μέλισσες πετούσαν ακόμη γύρω απ’ το πτώμα της αγάπης
Κι ήταν η πρώτη φορά έπειτα από τόσο πόνο
Που κερδίζαμε κάποιο στοίχημα
Κι οι μέρες θρυμματισμένα κρύσταλλα
Μας σκίζαν τη σάρκα
Όταν τις σφίγγαμε στα χέρια μας κάπως λιγότερο
Κι ο χρόνος αμήχανος πάχαινε
Αφού δεν μπορούσε να ξεφύγει ποτέ απ’ το πάθος του
Να καταβροχθίζει ασταμάτητα τους ανθρώπους.

 

ΑΠΟΗΧΟΣ

IV

Περιεργάζομαι την καινούργια μας περιπλάνηση
Φυλλομετρώντας πάλι τα ελαττώματά μου
Ο δρόμος ανοίγεται σαν απειλή
Αυτό που θάψαμε με ευλάβεια είναι ό,τι επέζησε
Μια και κανείς δεν αντέχει τους ζωντανούς του
Στην άκρη λες πως ψάχνεις το φως
Να έβλεπε πιο καθαρά το αδύναμο μάτι
Το χρώμα των ωρολογίων βαθύ
Η αφύπνιση υπαινιγμός που πικρίζει
Με προσποιητή διαύγεια τρέχουμε λυσσασμένα στην έξοδο
Ανάμεσα σε ξέπλεκα σύννεφα ξανανοιγόμαστε
Τι κοστίζει στο άπειρο
Να ετοιμάσει και για μας μιαν απογείωση;

V
Μ ε σώμα βαμμένο στα κόκκινα
Τριαντάφυλλο που μόλις φαινόταν
Λιγόστευα…
Κανείς χωρισμός δεν πονούσε
Σαν το ξημέρωμα.

 

ΝΟΕΡΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

IV

Με χέρια λαβωμένα σίδερα
Μαζεύαμε αμίλητοι φωτογραφίες
Αφήνοντας τους τοίχους γυμνούς
Με τα σύρματα που απέμειναν
Αυτόπτες μάρτυρες της φυλακής μας
Κι αυτό πονούσε όσο η ανάμνηση
Κατόπιν βγάζοντας και τα καρφιά
Τι εύκολα γλίστρησε ο νεκρός ακροβάτης
Τρύπωναν μέσα μας παγωμένες οι τύψεις
Και τότε αισθανόμασταν δικαιωμένοι
Καθώς είχαμε επιτέλους, ίσως αυθαίρετα,
Κάτι δικό μας
Κι όλη αυτή η ταλάντωση μπρος πίσω
Εξασφάλιζε στη ζωή και στα όνειρα
Πολύ περισσότερα απ’ ό,τι βιώναμε.

ΟΙ ΕΡΑΣΤΕΣ ΠΑΝΤΑ ΣΙΩΠΟΥΝ

I

Ήταν τότε που ο ήλιος είχε αρχίσει
Να δουλεύει τα βράδια σε βενζινάδικο
Κι οι φίλοι που παλιά ήταν πονετικοί
Όσο τουλάχιστον για να ρίξουν μια ματιά στα χρυσάνθεμα
Ή να προσφέρουν ένα άδειο πιάτο αλληλεγγύης
Τώρα η απληστία τούς μικραίνει τα πρόσωπα
θαρρείς και θέλει τεράστια προσπάθεια
Για να κερδίσεις ελάχιστο χώμα
Να το ρίχνεις επάνω σου όταν ξεβάψεις.

IV
Ορκισμένοι αόμματοι σε πείσμα των άλλων
Περιμένουμε ένα θαύμα αβέβαιο
Όχι από εικόνες θολές και σπασμένα κειμήλια
Αλλ’ απ’ το ίδιο μας το πεπρωμένο
Αφού αντέξαμε με τόση μοναξιά
Με τόσα λάθη…

ΜΕΤΑ ΟΛΑ ΚΑΛΑ ΘΑ ΠΑΝΕ

IV

Τώρα η σχέση μας διαβρώθηκε γλυκά
Κανένα άγαλμα δεν άντεξε στο χρόνο
Σύντομα να την απομακρύνουμε απ’ τους γιατρούς
Σ’ αυτούς πηγαίνουν μοναχά όσοι ελπίζουν σε κάτι
Όμως η ελπίδα σε μια νύχτα παγερή
Είναι το αντίδοτο της άσπιλης αλήθειας
Φτιάξαμε δρόμους αβέβαιους
Ποιος αντέχει συμφωνίες μέσα στους έρωτες
Τοίχοι γυμνοί και τα κορμιά
Στάζουν ακόμη προδοσία
Πόσο μεγάλα παράθυρα μπορεί να διαθέτουν οι τάφοι
Να ξεκουράζουν τα μάτια
Απ’ τις μικρές αστραπές που ονειρευτήκαμε;

 

ΑΠΕΡΑΝΤΗΣ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ ΣΤΙΓΜΕΣ

IΙΙ

Δεν έχει πια καμία σημασία
Το ποιος αθέτησε τα αυτονόητα
Κοστίζει ακριβά η κακοποίηση των χρωμάτων
Η παρείσακτη νότα στις πέντε γραμμές
Η χαρτογράφηση του πυθμένα του παραλήπτη
Η ασυνέχεια της περιπέτειας
Η ερήμωση.

Η ομορφιά ξετυλίγεται απαρατήρητη
Στα νερά της φορές ξεδιψούν τα πουλιά
Μα εμείς ξεχάσαμε να κολυμπάμε.

 

ΜΑ ΔΕΝ ΕΙΧΑΜΕ ΛΗΣΜΟΝΙΑ

I

Ανταλλάσσουμε χείλια,
Κουρασμένη ανάμνηση,
Ν’ αγκαλιάσου με το τίποτα
Ξενιτευόμαστε αργά
Προς τη ρίζα της γης
Λυγμοί ξεβάφουν το πράσινο
Ανυπεράσπιστη γη
Ανυπεράσπιστα σύννεφα
Σπασμένοι διακόπτες στο σώμα
Κι η αγάπη
Σαν να μη χάραξε ποτέ
Αχτένιστη, θαρρείς να απειλείται.

Αρχίζει να βρέχει μοναξιά.
Μετέωρος ξεντύνομαι
Πίνοντας άμμο.

V

Το ένα πορτόφυλλο κλειστό
Το άλλο
Το μισό σφιχτό σου σώμα
Τα μάτια εγερτήριο
Μια χούφτα λίμνες μεταξιού
Βουίζουν βασανιστικά
Καπνούς κι ομίχλες.

Αψηφώντας του κορμιού την παραίτηση
Τα φευγαλέα αγγίγματα, τη σπουδή
Κατακτούμε σε πνιγμένα νερά επιθυμίες.

Παγωμένος ο ήλιος στο βασίλεμα,
Στροβιλίζεται άταφος
Στα κρεμασμένα όνειρά μας.

 

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΡΕΛΩΝ ΟΝΕΙΡΟΠΟΛΩΝ

IV

Το χαμόγελο γινόταν χλεύη
Στα χείλια των μικρών θεών
Που νόμιζαν πως εύκολα μπορούν να στήνουν παγίδες
Έκλεινα τότε τα μάτια κι έβλεπα το παρελθόν
Τα άνοιγα και δεν έβλεπα τίποτα
Άκουγα συνέχεια βήματα αλλά δεν έφερναν κανέναν
Τα άρρωστα όνειρα δεν έπαιρναν ποτέ γιατρικό
Άκουγαν μόνο συνταγές κάποιων τρελών ονειροπόλων
Έτσι τη μέρα καθένας τραβούσε το δρόμο του
Το βράδυ όμως μοιράζαμε την απόσταση με τ’ αστέρια
Ανοίγοντας άλλο ένα παράθυρο στην ψευδαίσθηση
Κι από κείνα τα ψίχουλα ανέτειλε κάθε αυγή
Ένας ολόφρεσκος ήλιος μέσ’ απ’ τη θάλασσα.

 

Ο ΜΙΚΡΟΣ ΝΑΥΣΤΑΘΜΟΣ

IΙΙ

.Ανακουφισμένος βαθιά απ’ την απόσταση
Το απαραίτητο κίνητρο για ν’ ανταμώσεις
Ψηλαφώ ένα φιλί στα πεταχτά
Βυζαίνοντας χρώματα στο εφήμερο
Βουλιάζω στο απερίσκεπτο σκοτάδι
Οι ανάσες ορμητήριο δυσδιάκριτο
Όσο η επιθυμία απ’ την ανάγκη
Κι η φαντασία απ’ την απώλεια.
Καθώς η νύχτα απαλλάσσεται
Από βραχύβιες δεσμεύσεις
Ο μικρός ναύσταθμος γεμίζει σαπιοκάραβα.

 

ΤΑ ΠΟΛΥΤΙΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟΛΕΠΤΑ

II

Κάποιος διατάζει να ρίξουν τις λέμβους
Ποτέ δεν πιστέψαμε σε κοινές σωτήριες
Πατάμε στο νερό να σώσουμε τις ανάσες μας
Μπερδεύουμε το όνειρο με τον εφιάλτη
Στο βάθος κάτι κουνιέται κι ασπρίζει
Τρύπησαν ήδη οι ημικύκλιοι κώδικες
Ελπίζουμε πάντως στα πολύτιμα δευτερόλεπτα.

IΙΙ

Σχεδόν ψιθυριστά μου λες να ζωγραφίσω μια θάλασσα
Όμως αγκυλωμένος στη γωνιά της κάθε μέρας
Κρύβομαι γεμάτος φωτιές και σπαράγματα
Αργότερα χάνομαι από συνήθεια
KL όταν στο τέλος άφοβα φανερώνομαι
Δυσπιστείς κι ένα σμήνος φιλιά με πληγώνει.
Αρχίζω να κλαίω λέξεις και γράμματα.

 

ΔΥΟ ΠΑΡΑΘΥΡΑ ΜΕ ΚΙΜΩΛΙΑ (2005)

 

ΑΝΑΣΥΝΘΕΣΗ

Ύστερα, καθίσαμε όλοι μαζί
Δηλαδή οι δυο μας
Δυο κομμάτια μισά ο καθένας
Και απλώνοντας θάρρος
Στα μαλλιά και στο μέτωπο
Καθαρογράψαμε τα προβλήματα
Στις γραμμές που απέμειναν.

Έξω τα σκυλιά
Ανιχνεύοντας τον ερχομό σου
Έβαφαν ασταμάτητα.

 

ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ

Ψάχνεις ακόμα για την υπόσχεση εκείνη
Που έτριζε σαν παράπονο στο μέλλον,
Που κιτρίνισε γυμνή μέσα στο υπογάστριο
Τα χείλια και τις ευωδιές μακράς διάρκειας
Τους αόρατους ήρωες της ηδονής
Τα κέρινα ομοιώματα του έρωτα
Διαμαρτυρημένα γραμμάτια ελπίδας
Ανάμεσα σε σκόρπια μονογράμματα
Την ομορφιά ημίγυμνη στις ατέλειωτες παύσεις
Να πηγαινοέρχεται έξω από το παράθυρο
Ψαρεύοντας τις αναμνήσεις που ποτέ δεν απαρνήθηκες.

Αρχίζει το κρύο να μυρίζει πασχαλιές
Σέρνεσαι ασθμαίνοντας στο σιδεράδικο
Παραγγέλνεις καινούργια ανοξείδωτα
Ταχυδρομώντας τη βροχή
Προκλητικά στη διεύθυνσή σου.

 

ΠΡΟΘΕΣΗ

Φορώντας μισοτελειωμένα λόγια
Κι αναπνοές ολοκαυτώματα
Ανέτειλε ο ιστός των λύχνων.

Τα χείλια μίλαγαν άφωνα
Τα πόδια κόλλαγαν μέλι
Σκαρφαλώναμε σε πυρσούς
Στις γέφυρες των παύσεων.

Τα κορμιά, ροδιές στην άσφαλτο
Μυρίζουν τώρα φρέσκια ελπίδα.

 

ΤΡΑΓΩΔΙΑ

Στις πέτρες τα κρυμμένα μυστικά
Και συ με πάθος να τις καταπίνεις
Τυλιγμένη στις ατομικές σου ανάγκες
Να παίζεις κρυφτό με το τίποτα.
Μη θεωρείς δεδομένα τα κίτρινα φύλλα
Παραμέρισε της φωνής το εξόγκωμα
Και πριν λιχνίσεις χιονισμένα φιλιά
Φευγαλέα και απρόσωπα πάνω μου
Αποστήθισε το άσπρο σκοτάδι
Στο μαγικό κήπο των ψευδαισθήσεων.

 

ΗΡΘΕΣ ΚΑΙ ΣΥ

Ψέματα ρίχνανε οι φίλοι στη φωτιά
Στα ξύλα κάποιοι χαράζαν τ’όνομά σου
Κι άλλοι σκαλίζαν κάρβουνα
Που κατακόκκινα από θυμό
Αυτοκτονούσαν.

Αργότερα ήρθες και συ
Κρατώντας ανύποπτη λίγα λουλούδια
Παλιά σου ποιήματα
Δρόμους και λέξεις.

Σφίξαμε τότε τα χέρια
Και πετάξαμε μακριά
Να ιδρώσουμε αλλού
Τον έρωτά μας.

 

ΒΡΑΧΥΒΙΑ ΔΙΑΔΡΟΜΗ

Βραχύβια διαδρομή
Η ακτίνα της σκέψης
Σημαδεύει ελάχιστα
Μακρινούς κλειδάριθμους.

Σε παιχνίδι μονόκλινο
Το φως μαραίνεται
Ανοιγμένα κοχύλια φιλιά
Λίγα βήματα ακόμα.

 

ΔΥΟ ΠΑΡΑΘΥΡΑ ΜΕ ΚΙΜΩΛΙΑ

Άλειψα τη γυαλάδα σου στη φέτα
Ήρθαν και τη ράμφισαν στιγμές.
Έριξες τότε βιαστικά επάνω σου
Δύο παράθυρα με κιμωλία
Και χαμογέλαγες
Μέχρι που τα ‘σβησαν οι υποψίες.

Με τις ελπίδες να στροβιλίζονται
Στην αδειανή σου επιδερμίδα
Βάφτηκες με άγουρους λωτούς
Φόρεσες τακούνια σιδερένια
Και υπαινίχτηκες πράσινο
Στο μαγνητικό μου πεδίο.

ΜΠΡΟΣΤΑ ΑΠ ΤΑ ΕΡΕΙΠΙΑ

Έβγαινες από μια θάλασσα
Γεμάτη λάθη
Με το κεφάλι μοχλό
Σε κιβωτό μοχλό
Και χωρίς να σου ξεφύγει
Ούτ’ ένα γέλιο για δοκιμή
Μου ζήταγες να σε φωτογραφίσω.

Και γω που πάντα σε κρυφοκοίταζα
Κι άδειαζα σαν τρύπιο λαγήνι
Πρόσεχα πως πόζαρες πάντα
Μπροστά απ τα ερείπια.

Μες απ’ τα κάστρα των ματιών μου
Άρχισαν ήδη ν’ απλώνουν ξερόχορτα.

 

ΟΥΤΕ ΚΙ ΑΠΟΨΕ

Ούτε κι απόψε φύσηξε φως.
Η θάλασσα βαδίζει μόνη
Στο δρόμο της επιστροφής
Μαχαιρωμένη.

 

ΣΤΗΝ ΑΜΜΟΥΔΙΑ

Βγάζοντας τελευταία και τη φωνή σου
Φτάνεις ολόγυμνη στην αμμουδιά
Τυλιγμένη στην τριμμένη πετσέτα του χρόνου.

Σε καρτερώ με τα ναυάγια
Παράσημα καρφωμένα στο στήθος.

Με φλέβες μαστίγια
Χτυπάω αλύπητα το παρελθόν.

 

ΟΙ ΦΟΒΟΙ

Κάθε καλοκαίρι στα μέρη μας
Φυτρώνουν κάτι βράχια πανέμορφα.
Ανεβαίνω πάντοτε στο πιο ψηλό
Και ρίχνω έναν έναν στη θάλασσα
Όλους τους φόβους μου.

Ύστερα βυθίζομαι
Σ’ έναν ύπνο γεμάτο περίεργα όνειρα
Ώσπου κάποια στιγμή πετάγομαι όρθιος
Και διαπιστώνοντας έντρομος
Πως δε μου μείνε πια κανένας
Αρχίζω βιαστικά να μαζεύω καινούργιους.

Είναι ντροπή στα μέρη μας
Σα θα ‘ρθει τ’ άλλο καλοκαίρι
Να μην έχεις να ρίξεις
Φόβους στη θάλασσα.

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ

Τ αποτυπώματα σου παντού
Πάνω στη νύχτα.

Μισάνοιχτη η ζωή
Ποτίζει βασανιστικά
Την απουσία σου.

Κι οι λέξεις…
Αμέτρητες μικρές ερωμένες
Που σκοτώνουν αλύπητα
Σαν τις χαϊδέψεις.

 

ΠΗΓΑΣΟΣ

Κράταγες στα δάχτυλα πουλιά
Πουλιά που έγνεφαν
Στο δικό σου Πήγασο να τρέξει
Να προλάβει τον ήχο που έσβηνε
Στ’ αυτιά της καταπακτής
Χωρίς καμιά προειδοποίηση.

Οχτάρι ακρωτηριασμένο
Αναπολώ απείθαρχους αριθμούς
Της στιγμής παλιά πρωτοσέλιδα
Ανάκλιντρο ανοχής
Γοητεύω ακόμη
Δαιμόνια και αντικλείδια.

Χαμένα προνόμια ουρλιαχτά
Τις αισθήσεις
Προσπαθούν να μιλήσουν…

 

ΚΥΝΗΓΗΤΟ

Θηλιά του κλειδιού η σκιά
Γυναίκα λαιμητόμος
Ξεβιδώνεις την ηδυπάθεια.

Ερεθίζω μιαν αγχόνη
Από πεινασμένα μάτια
Να με τυλίξει.

Κυνηγημένη
Απ’ τον αντίλαλο της πράξης
Αιμορραγείς.

Πυρακτωμένοι
Από περάσματα άσβηστα
Τεντώνουμε ολοένα τη ζωή.

Έξω βρέχει θάνατο.
Αργείς.

 

Η ΜΕΤΑΚΟΜΙΣΗ

Βάσταγε χρόνια η μετακόμιση.
Άλλαζα ύψος, βάρος, γειτονιές
Ρούχα, κλειδιά, γυναίκες
Κρατούσα την ίδια περίπου ταυτότητα
Τα ίδια δάχτυλα
Χωρίς δαχτυλίδια.

Τα σώματα θύμιζαν σκάλες.

 

ΔΡΟΜΟΙ

Όλo φεύγω
Φορτωμένος χαλασμένες θάλασσες
Κεραμίδια σπασμένα
Βροχή μέσα στα αίματα.

Όλο έρχεσαι
Ανασαίνοντας ακρογιαλιές
Στήνεις φωλιά μες στ’ απόβραδα
Ανοίγεσαι.

Όλο έρχεσαι κι όλο φεύγω.

Περιμένοντας καινούργια εποχή
Τρίζουμε σαν βίδες σκουριασμένες
Στα ευχολόγια.

 

 

 

ΠΑΡΑΚΤΙΟΣ ΠΙΑ Ο ΕΡΩΤΑΣ (2002)

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Μέσα στην άχνη της άμμου
Έκρυβα τη σκόνη μου
Και περίμενα τ’ απόβραδα
Να ’ρθουν οι θάλασσές σου
Να τη σκορπίσουν.

 

Η ΜΑΧΗ

Τελειώνει η νύχτα των παρωπίδων.
Κουλουριασμένοι στην πολύχρωμη ματαιοδοξία
Πιαστήκαμε.
Ανοίγουμε τώρα τη σπονδυλική μας στήλη.
Ξαρματωνόμαστε το ψεύτικο χρυσό.
Μένουμε με την πένα.
Και τα σκόρπια μας κόκαλα.
Δεν έμεινε άλλο
Απ’ την τρύπια αξιοπρέπεια μας.
Το χαμόγελο σπρώχνει αργά
Το λαβωμένο μόνιππο της ελπίδας.

Ξημερώνει.
Η μάχη, όπου να ’ναι, ξεκινάει.

 

ΤΑ ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΑ

Σ’ αποχαιρετούσα άδειος
Καθώς ξεκίναγε το λεωφορείο
Για την επαρχιακή πόλη.
Έπαιρνες μαζί σου την ψυχή μου
Κι άφηνες ξοπίσω σου ένα φάντασμα
Να τρίζει φρικτά μες στο κορμί μου.
Για λίγες ώρες έβλεπα
Με τα μάτια των παιδιών.
Άλειφα τ’ άρωμά τους
Μύρο στο κουφάρι μου.
Αργά κατέβαινα στην παραλία
Και κοίταζα μακριά,
Πολύ μακριά στη θάλασσα
Μήπως και δω κάνα ναυάγιο
Μήπως κανείς μ’ αναγνωρίσει
Ανάμεσα στους πνιγμένους.

 

ΔΙΨΑ

Μη πίνεις άλλο κρασί
Απ’ το κορμί μου, ψιθύρισες.
Έφτασες ήδη στη μέση.
Και κατέβασα μονορούφι το υπόλοιπο
Πριν προλάβει το πεπρωμένο
Να σε κλέψει.

 

ΠΑΡΑΚΤΙΟΣ ΠΙΑ Ο ΕΡΩΤΑΣ

Ρίχνω για στερνή φορά δίχτυα
Στων ματιών σου τις θάλασσες.
Κλείνω προσεχτικά τα διάφανα βλέφαρα.
Κοχύλια με κάτασπρα φτερά
Χορταριασμένα ρολόγια της ελπίδας
Λόγια αλμυρά, πνιγμένα στο βυθό
Κύματα άδηλα πού σέρνουν τ’ άρωμά σου.
Ξεφυλλίζοντας τώρα τις τελευταίες οργιές
Του κορμιού σου που τρέμει
Τραβάμε μαζί δυο σταυρούς σκουριασμένους
Που κάποτε ήταν άγκυρες.

Παράκτιος πια ό έρωτας
Κι ο ανεμοδείκτης συνέχεια
Στραμμένος πάνω σου.

 

ΕΚ ΤΟΝ ΥΣΤΕΡΩΝ

Επινοώ τον εαυτό μου
Σε μια απανθρακωμένη ωριμότητα
Που αναπνέει ακόμα.
Βαδίζω αργά στο φθαρμένο διάδρομο.
Καθώς στο βάθος ξημερώνει
Δε θέλω να πληγώσω κανέναν πια.

Τριαντάφυλλο σε ολόγραμμα
Τσακισμένο απ’ την αρχή
Που δεν άνθισε ποτέ
Πάρα μόνο στη φαντασία.

 

ΔΡΑΠΕΤΗΣ

Τα μάτια σου είναι γλυκά σαν τ’ απόβραδο
Κι η ζωή μου καρτερεί να σημάνουν μεσάνυχτα
Για να τα χρωματίσει και να χρωματιστεί.
Την αυγή ανάβουν πράσινα φωτάκια στο δέντρο σου
Και εγώ κολυμπώ στα διάφανα νερά σου αργά
Για να φτάσω ευτυχισμένος απέναντι.

Πόσο μαράζωσε ο χάρος αυτό το φθινόπωρο.

 

ΣΑΝ ΤΟΥΣ ΥΠΑΙΘΡΙΟΥΣ ΜΟΥΣΙΚΟΥΣ

θαυμάζαμε αυτούς που παίρνανε τα φτυάρια
Για να βρούνε το φως
Αυτούς που καλλιεργούσανε φτερά
Για να πετάξουν
Αυτούς που κράταγαν στη μύτη τους
Τ’ άρωμα που μύρισαν κάπου αλλού.
Ύστερα μαζευόμασταν κάτω απ’ τή σκάλα
Για να μη μας δει ο φονιάς του εαυτού μας.

Μαγεμένοι από μελωδίες ανύπαρκτες
Σαν τους υπαίθριους μουσικούς
Δε παίζαμε πια
Πάρα κοιτάγαμε βουβοί
Τον ήλιο να χάνεται στα βάθη του χρόνου.

ΡΟΗ

Το πρόσωπο, τώρα στολίζεται με φρούτα
Μιας και τα άνθη μαραίνονται σύντομα.
Είν’ ο καιρός των φυλλοβόλων ερώτων.
Μέσα στο χάος των μυριάδων γραμμών
Σ’ ένα μόνο σημείο τέμνεσαι
Σ’ ένα ρυάκι
Που το φωτίζουν τα ξερά μυστικά
Και το πικρό χαμόγελο της αυτοαναγνώρισης.

 

ΑΥΤΟΧΕΙΡΕΣ

Τις νύχτες χαϊδεύαμε τις αδυναμίες μας
Ώσπου πετάγονταν από μέσα τους άγρια πουλιά.
Τρυπούσαν ανελέητα τα σύννεφα
Ξεθώριαζε η θάλασσα
Ανάμεσα στ’ αφρισμένα κύματα
Το δάκρυ κρύωνε στις άδειες κόχες
Χανόταν ήσυχα με τους χειμώνες.
Καθώς το μυαλό έσπαζε τα κουπιά
Το μέλι ζαχάρωνε.
Μετέφερε το χαμόγελο
Στ’ αγιοκλήματα και στις φλόγες
Το άρωμα έγλειφε δειλά τις μορφές
Μα δε κατάφερνε να μας γιατρέψει.
Κρυμμένοι τώρα στ’ αετώματα
Πριονίζουμε ευλαβικά το σώμα τού ήλιου
Να μπολιαστούμε απ’ το αίμα του
Ν’ αντέξουμε λίγο ακόμα.

 

ΑΠΟΓΝΩΣΗ

Κατάσπαρτη κι απόψε ή μελαγχολία
Ξαπλώνεται αθόρυβα μπροστά μου.
Ανοίγω τυχαία ένα παράθυρο
Για να δροσιστούν οι σκέψεις.

Ράθυμα γυρνάν οι ώρες
Μάταιη ή αναζήτηση.
Και σφραγίζω απαρηγόρητος
Την κλειδαριά του έξω κόσμου.

Όμως εσύ στέκεις πλάι μου
Πλέκοντας ήδη τα σημάδια της έλλειψης.
Λιώνεις τούς λυγμούς της απόγνωσης
Να κολλήσουν οριστικά
Οι κυβόλιθοι του χρόνου
Που απέμεινε.

 

ΕΝΑ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

Ένα παράθυρο ανοιχτό.
Στην κάτω αριστερή γωνιά
Τ’ απομεινάρια μιας αγάπης
Στις άλλες τρεις
Άσπρο κενό
Από τους έρωτες
Που δεν ήρθανε ακόμα.
Ένα παράθυρο ανοιχτό
Να μπαινοβγαίνει η ζωή
Να σε τρελαίνει.

 

ΘΗΛΥΚΟΤΗΤΑ

Δυο ρόμβοι αγέρα
Χωρίζουν τα χέρια
Απ’ τη μέση σου.
Μα ο πιο αιθέριος
Χαϊδεύει πάντα τους μηρούς σου.

 

ΜΕΧΡΙ ΝΑ ΠΙΩ

Μέχρι να πιω
Το χαμόγελο απ’ την τσέπη σου
Αυτή σκίστηκε
Και χάθηκα στο βάθος
Μιας μαύρης γραμμής.
Με τη βοήθεια μιας κλωστής ανέγγιχτης
Ξαναβρήκα την έξοδο.
Έσφιξα τότε το χαμόγελό σου
Σ’ ό,τι απέμεινε απ’ τη γροθιά μου
Κι ευτυχισμένος έγειρα
Πάνω στην έγνοια σου.

Ο ΑΥΡΙΑΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

Έβγαλα ανέμελα το πόδι μου στον ήλιο
Μέχρι να φτάσω απέναντι, κάηκα.
Άρχισα τότε να σε φιλάω με πάθος
Και τα μάτια μας γυαλίσανε,
Όπως του μελλοθάνατου.
Σαν έφτασε το πλήρωμα του χρόνου
Σε σκότωσα δίχως δισταγμό.
Ύστερα με τη φωνή μου γαλακτωμένη
Τραγουδούσα στους αγγέλους
Μελετώντας βαθυστόχαστα την ιστορία
Για να φτιάξω τον αυριανό,
Ολόιδιο με τον παλιό κόσμο.

 

ΤΟ ΦΩΣ

Ανεβαίνοντας το φως μια στενόμακρη σκάλα
Για να γυαλίσει το χλωμό λαιμό των αστεριών
Σκόνταψε.
Πέφτοντας έσπασε στα δυο
Και σαν αντίλαλος κρύφτηκε μέσα στα μάτια σου.

Όταν οι ακρωτηριασμένες μνήμες
Μάς ρίξανε τη νύχτα στο λιμάνι
Η φωνή σου αρυτίδωτη
Τίναξε τη σκόνη απ’ τα βλέφαρα.
Τα δάχτυλά σου όργωσαν μια σάρκα χέρσα
Κι αμέσως άνθισαν γαρύφαλλα σαν άγκυρες.

Ώρες θαμπές
Και συ μου ’πλενες τις πληγές με τα τραγούδια σου.
Και τα πλοία της γραμμής
Γεμάτα μελλοθάνατες θάλασσες
Σου κάνανε σινιάλα με τους προβολείς
Γιατί εσύ ήσουν το φως
Όμως το αγνοούσαν.

ΦΟΝΙΑΣ

Σ’ όλη μου τη ζωή
Σκότωσα ένα ποντίκι
Δυο σπουργίτια
Τρεις πεταλούδες
Και κάμποσα κουνούπια.
Φωνάζω τώρα με υποκρισία
«Συγχωρήστε με»
Εγώ που σκότωσα
Τόσες αγάπες.

ΑΠΟΡΙΕΣ

Έβλεπε κάθε που χάραζε
Τα ρούχα κρεμασμένα στο καθαριστήριο
Κι αναρωτιόταν:
Γιατί κάποιοι θα μπουν σε λίγο μέσα τους
Αφού γεννήθηκαν γυμνοί;
Ποτέ δε ξεκαθάριζε
Αν ήταν μ’ αυτούς
Με τα πρησμένα χέρια
Ή με τους άλλους
Με τα πρησμένα χείλια.

Μάταια προσπαθούσε
Να ξεκολλήσει
Τις μάσκες των ανθρώπων
Γιατί ήταν τα ίδια τους τα πρόσωπα
Που άλλαζαν συνέχεια τη μορφή τους.
Κύλαγαν τότε
Δυο δάκρυα θολά
Σαν αδύναμο σπέρμα
Κι’ έσβηναν πάλι
Τ’ αποτσίγαρα της σκέψης του.

Ο ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ TOT ΤΥΦΛΟΥ

Τα καλύτερα όνειρα
Τα έκανα πριν κοιμηθώ
Τα καλύτερα ποιήματα
Μόλις ξυπνούσα.
Έτρεχα τότε να τα γράψου
Μα στο μεταξύ τα ξέχναγα.
Ο ενδιάμεσος ύπνος
Μου ήταν άχρηστος
Κι η υπόλοιπη ζωή μου
Ήτανε χαμένη.
Πώς να σκεπαστώ ο άμοιρος
Με μια κουβέρτα τρύπια
Αν δε μπορώ να τη μοιραστώ μαζί σου;
Πώς ν’ ανοίξω τα μάτια μου
Αν ξέρω πως δε θα σε δω;
Και με τις σκέψεις μου τσαμπιά
Ετοιμαζόμουν να ξαπλώσου.

Ήταν Αύγουστος.

 

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ

 

ΟΠΩΣ Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΜΕ ΤΟ ΑΥΡΙΟ (2017)

 

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

tvxs/ Το βιβλίο/20/9/2017

Από μία φιλοσοφική άποψη η Λογοτεχνία και η Ιατρική αποτελούν ανθρωπιστικές τέχνες και συνδέονται άρρηκτα, με κοινό αντικείμενο τον άνθρωπο. Άλλωστε και οι δύο τομείς διερευνούν την ανθρώπινη (ή γενικότερα έμβια) φύση και αναζητούν – με μια διευρυμένη ματιά – ερμηνείες και θεραπείες για τον Άνθρωπο. Έτσι εύκολα αποκτά κι άλλο νόημα η θέση του Αντόν Παύλοβιτς Τσέχοφ ότι η ενασχόληση με την Ιατρική είχε επηρεάσει σοβαρά τη λογοτεχνική του δραστηριότητα διευρύνοντας σημαντικά το πεδίο των παρατηρήσεών του.
Εξάλλου, πρόσφατα ακόμα ο Richard M. Berlin έγραφε ότι «οι γιατροί χρειάζονται την ποίηση γιατί τους φέρνει πιο κοντά στους ασθενείς τους», ενώ αναφερόμενος στον ποιητή – γιατρό Rafael Campo σημείωνε πως «η ποίηση εμπεριέχει τους ρυθμούς του σώματος μας, τον καρδιακό χτύπο, τον ρυθμό της αναπνοής, ρυθμούς τόσο βαθείς και αρχαίους όπως η ίδια η ζωή. Στην προϊστορική εποχή, πριν εμφανιστεί ο γραπτός λόγος, ο πολιτισμός μεταδίδονταν με την γλώσσα της, και η ποίηση ήταν η γλώσσα των θεών…».
Ο Νίκος Μυλόπουλος συνεχίζει την παράδοση της Θεσσαλονίκης σε ποιητές γιατρούς, όπως ο Μανόλης Αναγνωστάκης (1925-2005), ο Ανδρέας Λίτος (1934), ο Βασίλης Ιωαννίδης (1948), η Δέσποινα Καϊτατζή – Χουλιούμη (1952), ο Τάσος Κουράκης (1948), πλάι στις βιολόγους Μαρία Λατσάρη (1972) και Ευτέρπη Κωσταρέλη (1981). Με τη νέα του ποιητική συλλογή, «όπως η θάλασσα με το αύριο» (Γαβριηλίδης, 2016), ο Νίκος Μυλόπουλος στοχάζεται για τον ανθρώπινο βίο με έναν υπαρξιακό χαρακτήρα.

Ωστόσο, η οπτική του δεν είναι ατομοκεντρική. Το α’ πληθυντικό μεταδίδει μία συλλογική διάσταση στο ποιητικό υποκείμενο αποκαλύπτοντας μία κοινωνική αναζήτηση που λανθάνει πίσω από την υπαρξιακής φύσης μελαγχολία (ηρωική επιλογή, άδειο κρεβάτι, τελευταία εκδοχή, ιστορίες και πρόσωπα).

Μέσα στο αφηγηματικό και εκμυστηρευτικό ύφος ήπιες μεταφορές με υπερρεαλιστική καταγωγή (υγρό πυρ, η ηδονή της απόστασης, εφαψίες ζωής, απροσανατόλιστοι, αφύπνιση επιτέλους, ο τοκετός του φεγγαριού) και μια λεπτή μετωνυμική χρήση του λόγου εμπλουτίζουν τη φιλοσοφίζουσα στιχουργία (ταμείο ζωής, παγίδες των χειλιών, απόλυτο τίποτα, σύντομη συνομιλία, ανάφλεξη) με ήπιες αλληγορίες (απροσκύνητα βλέμματα, κατακαλόκαιρο).

Την ίδια στιγμή, μέσα στην ελεγχόμενη συνειρμική ροή, ένας ήπιος ερωτισμός δροσίζει την ποιητική έκφραση (απόλυτο τίποτα, άπτερος έρως, λευκό ποινολόγιο ανασκαφή ουτοπίας, παγίδες των χειλιών, εθνική οδός), συνδέοντας το ερωτικό με το κοινωνικό, το ατομικό με το συλλογικό (γυναικείο κορμί, γαλάζιο ποδήλατο, μικρό πανδοχείο). Μοιάζει σαν ο έρωτας να δίνει εκείνες τις αναγκαίες δυνάμεις ώστε να προχωρήσουν οι άνθρωποι στη ζωή.

Άλλωστε, μπροστά σε αυτήν την ανάγκη αντίστασης στις δυσκολίες του βίου, η ποίηση και ο έρωτας συνοδοιπόρουν με τον δημιουργό στο στοχαστικό πλέγμα της ποιητικής του (κύκλος). Άλλοτε, πάλι, το ερωτικό στοιχείο γίνεται εντονότερο αναδύοντας έναν ιδιαίτερο ρομαντισμό (σαν ζεστό ψωμί, ερωτευμένοι διαγώνια, ανάφλεξη, άνοιξη, απάνθρωπη λογική, απροσανατόλιστοι) που αντιστέκεται στο πέρασμα του χρόνου ως μία εσωτερική πηγή άντλησης δύναμης.

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΡΟΥΜΠΑΣ

ΘΕΥΘ 12/2017

ΠΑΡΤΙΔΑ ΑΒΕΒΑΙΗΣ ΕΚΒΑΣΗΣ

Θέτοντας ως εναρκτήριο μότο τον στίχο του Τάσου Λειβαδίτη «Ο κόσμος μόνο όταν τον μοιράζεσαι υπάρχει», ο Νίκος Μυλόπουλος, στην ποιητική του συλλογή Όπως η θάλασσα με το αύριο, διεκδικεί τη συγκεκριμένη συλλογικότητα σε μια συντροφική ανθρώπινη πορεία. Η ομαδική πορεία του ποιητικού υποκειμένου και των προσώπων του κύκλου του τονίζεται μέσα από τη χρήση ρηματικών τύπων στο α’ πληθυντικό πρόσωπο, οι οποίοι κυριαρχούν στο σύνολο της συλλογής. Οι σκόπελοι, ωστόσο, που απειλούν τη συντροφική ροή εμφανίζονται σε κάθε περίσταση και εμβολίζουν την απρόσκοπτη συνέχισή της.
Σ’ ένα τοπίο συννεφιασμένο, η φόδρα του ουρανού είναι ξηλωμένη. Το χαμόγελο απουσιάζει. Το «απόλυτο τίποτα» απειλεί κι ορθώνεται σαν τοίχος. Ο τοίχος όμως για τον Μυλόπουλο δεν είναι αδιαπέραστος. Είναι χάρτινος και δυνατότητα παραμερισμού του υπάρχει. Υπάρχει ωστόσο και μια εντελώς προβληματική απόπειρα υπέρβασης των εμποδίων: «γινόμαστε πύρινες σφαίρες/ Χάρτινους να τρυπήσουμε τοίχους», σχολιάζει το ποιητικό υποκείμενο, περιγράφοντας την καταβολή προσπάθειας δυσανάλογης για την άρση προβλήματος πολύ ευκολότερα αντιμετωπίσιμου. Η καταδειχθείσα από τον ποιητή στάση δεν υποδηλώνει ενθουσιώδη ζήλο αλλά αδυναμία ορθής στάθμισης των θεμάτων που ανακύπτουν. Η αβάσιμη διόγκωση των προβλημάτων μπορεί να λειτουργήσει εντέλει ανασταλτικά ως προς την επίλυσή τους, εφόσον καταλήγει να τα υποδηλώνει ανυπέρβλητα, γεγονός που συντείνει στην εγκατάλειψη της απόπειρας εξάλειψής τους. Η απουσία αποφασιστικότητας φαίνεται να σχολιάζεται από τον ποιητή ως το αιχμηρότερο αγκάθι.
Αναποφασιστικότητα, αδιαφορία κι απανθρωπιά στοιχειώνουν τις ανθρώπινες πράξεις. Η έλλειψη έρματος οδηγεί στη σιωπή και τη διάψευση: «Ξυπόλητοι θηρευτές στα πρόθυρα της χίμαιρας» σπαταλούν τον χρόνο αφήνοντάς τον να κυλά άσκοπα. Η διεκδίκηση της ουτοπίας συντελείται με ταξίδια ονειρικά, αλλά στο τέρμα τους καραδοκεί κάτι το αρρωστημένο, το μη συγκροτημένο, το επιφανειακά κινούμενο, που οδηγεί σε αδιέξοδα, στο σκόρπισμα, στη σπατάλη της ζωής, κυρίως λόγω της αδυναμίας κατανόησης. «Κι άφωνοι αναρωτιόμαστε μέσα αν είμαστε ή έξω απ’ τον παράδεισο»- η απόπειρα για
τη διεκδίκηση νέας εποχής και νέου τόπου δράσης από το ύψος του Παράδεισου ή μιας αετοφωλιάς συχνά πνίγεται μέσα στην ανεπάρκεια και τις ενοχές της ομάδας με την οποία το ποιητικό υποκείμενο επιχειρεί να αποκολληθεί από το βαλτωμένο περιβάλλον. Η πορεία τούτη αφήνει διαρκώς τραύματα από τα διάφορα ραγίσματα. Η ηδονή είναι «θρυμματισμένη», ο δρόμος «ραγισμένος», η λάμπα επίσης «ραγισμένη».
Ακόμη και ο έρωτας, βασικός παράγοντας ισορροπημένης ζωής και διαιώνισής της, πλήττεται από «σκηνοθετημένα φιλιά» και βαλτώνει σε κύκλο που ’χει «διάμετρο τη στυτική μας λειτουργία». Η πυρίτιδα του έρωτα τροφοδοτεί μεν φωτιά ολόθερμη και ζωογόνα, αλλά το ναρκοπέδιο στο οποίο οδηγεί δεν είναι βέβαιο ότι θα πυροδοτήσει τον πόθο κι ότι δεν θα οδηγήσει στον θανατηφόρο διαμελισμό τον οποίο θα επιφέρει μια ανεξέλεγκτη ανατίναξη. Ο έρωτας, ακόμη και σαν «Ενθύμιο πολυτάραχης ζωής», δεν αρκεί για τη δικαίωση της ζωής, που κυλά επιφέροντας δάκρυα.
Η συλλογή του Μυλόπουλου δομείται γύρω από ένα «πριν» κι ένα «ύστερα», τα οποία διαρκώς αναμετριούνται μεταξύ τους. Κι ενώ το παρελθόν δεν ανακαλείται για τις καλύτερες αναμνήσεις που θα μπορούσε να παρέχει, το μέλλον επίσης δεν κατορθώνει να ανταποκριθεί στις προσδοκίες. «Πορευόμασταν σαν εκκρεμές σ’ ένα αδιάβλητο νομίζαμε αύριο», με το προσδοκώμενο αυτό «αύριο» να υπολείπεται των απαιτήσεων. Αποτέλεσμα να «χάνουμε ύψος» και να «χαμηλώνουμε τα φτερά της ουτοπίας». Βέβαια, ταυτόχρονα «συνεχίζουμε», μα η συνέχεια πλέον χαρακτηρίζεται από «απώλειες», διαψεύσεις, και μάλλον παύει πια να συνιστά φορέα ελπίδας.
Το αύριο, συνεπώς, δεν χαρίζεται σε κανέναν απαιτεί αγώνες. Το ίδιο ακριβώς ισχύει με τη θάλασσα: η θάλασσα συνιστά πεδίο αισιοδοξίας, όμως η αναζήτηση της χαράς στα βάθη της επιφυλάσσει συχνά σαν είσπραξη «τη χλεύη των πεταλίδων». Το αύριο και η θάλασσα λοιπόν συναντιούνται ακριβώς στο ίδιο πλαίσιο αγώνων, εξού κι ο τίτλος της συλλογής «Όπως η θάλασσα με το αύριο». Η «κοφτερή» παραλία καλείται να συμμετέχει στην ίδια πάλη: «Έλα τώρα λοιπόν κοφτερή παραλία μου/ Ν’ αντιπαλέψουμε μαζί λίγα κύματα ακόμη.» Τίποτα, επομένως, δεν χαρίζεται σε κανέναν και οι προσδοκώμενες χαρές δεν δωρίζονται άνευ όρων.
Μεταχειριζόμενος δραστικές εικόνες και πλούσια εκφραστικά σχήματα ο Μυλόπουλος διαγιγνώσκει τις παθογένειες. Περιθώρια παρανοήσεων και αυταπατών δεν υπάρχουν. Τα ψέματα πάντα θα χαρακώνουν την πλάτη της μνήμης σαν ξυραφιές, ενώ ζυμωτό ψωμί θα μυρίσουν τα χέρια μόνο όταν με ειλικρίνεια προσπεράσουν τους εγωισμούς και παραμείνουν ενωμένα. Ακόμη
και οι διαψεύσεις μπορούν να μοσχοβολίσουν, αν χρησιμοποιηθούν για ενδοσκόπηση κι αυτογνωσία. Όμως η θετική έκβαση είναι αβέβαιη: «Έπαιξα άλλη μια παρτίδα σκάκι με τη ζωή/ χωρίς ποτέ κανείς να μάθει ποιος κέρδισε και ποιος έχασε.» Και η αβεβαιότητα επικυρώνεται από την αμφιταλάντευση που εκκρεμεί στο σύνολο της συλλογής.

 

ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΗΣ

 

ΣΟΦΙΑ ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΦΙΛΟΥ

Ο ΣΙΣΥΦΟΣ Τ. 11 ΙΑΝ.-ΙΟΥΝ. 2016

Η συλλογή «Τέλος της περιπλάνησης» του Νίκου Μυλόπουλου περιλαμβάνει πεζόμορφα ποιήματα με πρωτότυπη έκφραση και μια υπόνοια υπερρεαλισμού, που όμως περικλείουν ιδέες και νοήματα βαθιά και τρυφερά που εκφράζονται με τολμηρό μεταφορικό λόγο.
Αυτές οι τολμηρές μεταφορές ξαφνιάζουν ευχάριστα τον αναγνώστη
και προκαλούν ιδιαίτερη αίσθηση καθώς, παρόλο που πλεονάζουν, καθώς όλο σχεδόν το κείμενο είναι γραμμένο σε συνυποδηλωτική γλώσσα, δεν κουράζουν, αντιθέτως προκαλούν γλυκό εθισμό στον αναγνώστη, ο οποίος περιμένει τη συνέχεια αυτών των μεταφορικών εικόνων: «Κι ο έρωτας όπως πάντα λάφυρο μουσκεμένων φιλιών», «πυροβολούσαμε εξ επαφής τη ντροπή» αναφέρει ο ποιητής στους Ρυθμιστές του χρόνου, και στο Σαν ποτάμι λέει: «αμέτρητες εξαργυρώνοντας επιταγές αγάπης». Έτσι έχουμε τη χρήση απλών λέξεων που συνδυάζονται με περίτεχνο μεταφορικό τρόπο και αποδίδουν συναρπαστικό αισθητικό αποτέλεσμα: «Γέλιο πικρό θέλει η ζωή και τέχνη να τη ζήσεις», αναφέρει επίσης στο Γέλιο πικρό.
Το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο χρησιμοποιείται αρκετά από τον
ποιητή, το οποίο μας παραπέμπει στη σχέση και τη συνύπαρξη δύο
ανθρώπων και προσδίδει ζεστασιά και αμεσότητα στο κείμενο. Είναι
το γραμματικό πρόσωπο που στοχευμένα χρησιμοποιείται για να εκφράσει τη μέθεξη, τη συμμετοχή τη συμπόρευση, τη συνύπαρξη στην ευτυχία στην απόπειρα και στη δυστυχία. Έτσι ο ποιητής αναφέρει: «Βασανιστήριο φριχτό η σκέψη πως αργήσαμε τόσο/Μα τώρα/Οι δυο μας, παρανάλωμα φωτός, στον τόπο των παλιών οδοφραγμάτων.» στο Παρανάλωμα φωτός.
Βασικό θέμα των ποιητικών δημιουργιών του είναι η αγάπη και ο
έρωτας. Η αγάπη αμείλικτη συνυπάρχει με τον κυνικό χρόνο: «Πονούσε
το σώμα μου απ’ τα σκαλίσματα της αγάπης», λέει στο ποίημα Οι κλέφτες τα χρόνια και συνεχίζει στο ίδιο κείμενο «Λες και τους τύλιξαν με σκόνες οι κλέφτες τα χρόνια».
Στα ποιήματα του Νίκου Μυλόπουλου συναντάμε εικόνες ζωντανές
που προβάλλουν μέσα από συμπλέγματα περίτεχνων, ανέλπιστων και πρωτότυπων λέξεων. Ο χρόνος εξ άλλου αποτελεί σημείο αναφοράς στην ποίησή του, ενώ εμφανίζεται άλλοτε απειλητικός, άλλοτε δημιουργικός και κάποιες φορές απρόβλεπτος: «Αγνοούσαμε αν είναι νωρίς ή ίσως πολύ αργά/Αν τελείωνε ή αν άρχιζε ο χρόνος» αναφέρει στο Μυστικό μακροζωίας.
Έτσι στην Αγάπη χωρίς προηγούμενο υπάρχει αλληγορική και σουρεαλιστική προσέγγιση του έρωτα, η οποία επιτυγχάνεται με τρόπο
σταδιακά κλιμακωτό. Αλλού γίνεται προσπάθεια ανακωχής και συμβιβασμού, αλλά και αναβίωσης των στιγμών που πέρασαν μέσα σε μία σχέση με καινούρια οπτική.
«Πλάθαμε κάτι από σενάριο ζωής και αύριο» αναφέρει στο ποίημα
Ακυβέρνητοι όπως οι σκέψεις. Με έξυπνο τρόπο ο ποιητής σε άλλη του
δημιουργία υιοθετεί τη γυναικεία ψυχολογία και προσπαθεί να εισχωρήσει στις μύχιες πτυχές της αντιστρέφοντας τους ρόλους και αποπειράται να αισθανθεί και να εκφράσει το πώς νιώθει μια «γυναίκα υπό απόρριψη». Τα ποιήματά του καθίστανται ακόμη αιμάτινο απόσταγμα του παρελθόντος του, αβίαστο ξεγύμνωμα της ψυχής που πολλές φορές μπορεί να εκφράσει την απειλή του θανάτου.
Στη Στάχτη στο στόμα γίνεται λόγος για μια ζωή χωρίς νόημα,
εμπλουτισμένη με μικρά ψήγματα ευτυχίας. Η φυγή του αγαπημένου
προσώπου και η συναισθηματική απουσία δημιούργησε τραύμα επώδυνο. Μια αγάπη που μετασχηματίστηκε σε επικίνδυνο έλος και έλκος λογισμένη από τα χτυπήματα του αδυσώπητου χρόνου.
Η απογοήτευση εκφράζεται και στην Ηχώ του βλέμματος όπου οι
συνοδοιπόροι της αγάπης παρουσιάζονται σαν δύο σταγόνες βροχής που αποχωρίστηκαν στην πορεία, καθώς δεν άντεξαν το βάρος της συνύπαρξης.
Στις Μικρές κρυστάλλινες λίμνες γίνεται λόγος για μια αγάπη χαμένη, η οποία όμως άφησε γερό το στίγμα της και ανεξίτηλο επιτυγχάνοντας ανεπανόρθωτο πλήγμα στον ποιητή. «Η θύμηση της χαμένης αγάπης ανυπόφορα το μέσα μου κεντά/καθώς απεγνωσμένα ζητώ ραντεβού με την κοπέλα του νεκρού εαυτού μου».
Αλλού μιλά για μια αγάπη που απώλεσε την ουσία της ευτυχίας
και το χαμόγελο της χαράς: «Δεν σε θυμάμαι να γελάς … Μόνο ένα
χαμόγελο πικρό κρεμούσες κάθε χρόνο/Στης μοναξιάς το Χριστουγεννιάτικο δέντρο μας.», αναφέρει στο ποίημά του με τίτλο Αγγίζοντας το τέλειο. Σε άλλη του δημιουργία εκφράζει την αγωνία του να μην μετατραπεί η επιθυμία των δύο πρωταγωνιστών της αγάπης σε μακρινή ανάμνηση με επόμενη εξέλιξη τον άδοξο αφανισμό αυτής της επιθυμίας. Στον Ερωτικό μετανάστη, με πόνο αναφέρεται σε μια αγάπη που δεν κατάφερε να επιβιώσει, λύγισε και υποχώρησε κάτω από τις αντιξοότητες που υπαγόρευσαν ο χρόνος και η συνήθεια.
Αλλού η αγάπη εμφανίζεται διατακτική ωθώντας τα φιλιά να φυλακίζονται στο προστόμιο, φιλιά που δεν τολμούν να εκδηλωθούν, καθώς
απειλούν «με απεργία διάρκειας». Στα Κοστούμια αγάπης αναζητά
ένδυμα στοργής και ζεστασιά, χωρίς να το ανακαλύπτει. Συνεχίζει να
αισθάνεται απειλητικό το ψύχος να του διαπερνά την καρδιά, μέχρι την
εμφάνιση μιας ύπαρξης που είναι έτοιμη να αποκαταστήσει τις πληγές
στο τραυματισμένο και ταλαιπωρημένο ένδυμα της καρδιάς του και να
συμπορευτούν στο μέλλον.
Στο ποίημά του: Στο Χρώμα της Λεβάντας η συνύπαρξη αυτή
ξεκινώντας από ένα σημείο αναφοράς με ισχυρό αντίπαλο το χρόνο
ξεθωριάζει με απόρροια τη φυγή του ενός πρωταγωνιστή.
Ο ποιητής επιτυγχάνει να εκφράσει μέσα από τα ποιήματα της συγκεκριμένης συλλογής έντονα και αληθινά συναισθήματα, αλλά και καταστάσεις που βίωσε και τις αποδίδει με δεξιοτεχνικό τρόπο στο χαρτί.
Γεμάτα αλήθεια, ζωντάνια, ένταση, πρωτότυπη μεταφορική έκφραση, τα ποιήματα του Νίκου Μυλόπουλου βρίσκουν ευθύβολα το στόχο τους καθώς διεγείρουν την καρδιά του αναγνώστη και τη συγκινούν.

 

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΟΥΣΟΥΛΑ

ΤΟ ΚΟΡΑΛΛΙ Τ.9 ΑΠΡ.-ΙΟΥΝ. 2016

ΕΜΠΕΙΡΙΚΗ ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΩΣ ΤΗΝ ΣΥΝΤΡΟΦΙΚΟΤΗΤΑ – ΕΩΣ ΤΟ ΕΝΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙ

Στην έκτη του ποιητική συλλογή, ο Νίκος Μυλόπουλος παραμένει με
συνέπεια προσανατολισμένος στην επιλεγμένη περιοχή εσωτερικής
του ενδοσκόπησης: τον έρωτα. Με σοφία και ωριμότητα, αφού περιπλανήθηκε σε αγκαθερά τοπία παλινωδιών και διαψεύσεων, δείχνει πως έμαθε να δέχεται και να ανταποδίδει, τα φονικά (για την καθημερινή ισοπέδωση)
βέλη του φτερωτού θεού. Μότο του βιβλίου συνιστά η σοφή συμβουλή που
κατευθύνει την αιώνια εφηβική ψυχή μας, όταν αυτή θαλασσοδέρνεται στις αντινομίες και τις αντιφάσεις, βασικά συστατικά του πιο όμορφου
ανθρώπινου συναισθήματος: το να αγαπιέσαι πολύ από κάποιον σου δίνει
δύναμη. Ενώ το να αγαπάς πολύ κάποιον σου δίνει θάρρος.
Σε ένα μελετημένο βιβλίο τίποτα δεν είναι τυχαίο και όλα κατευθύνουν ευγενικά αλλά καίρια τον αναγνώστη στην βέλτιστη προσέγγισή του.
Κατά κάποιον τρόπο σκηνοθετούν το κλίμα τού βιβλίου. Ξεκινώντας, λοιπόν, από τη μορφή της νέας συλλογής, ας σταθούμε στα εικαστικά που την κοσμούν, το εξώφυλλο τού Σταμάτη Κωνσταντάρα και τη φωτογραφία
στη σελίδα 6 της Μαργαρίτας Χαϊδή. Είναι ό έρωτας γένους θηλυκού; Φαίνεται πως ναι, αφού στόχος είναι ο κόσμος του άνδρα, ο άνδρας περιπλανώμενος πάνω στον κόσμο, ο άνδρας σταθερός στόχος, ο άνδρας
πρόθυμος να στοχευθεί. Είναι το φεγγάρι γένους θηλυκού; Φαίνεται πως
ναι, αμφίβολο κατά την αυγή, το προσεγγίζει το ελεύθερο ανδρικό πνεύμα όπως πετάει, έχοντας την πλάνη πως μπορεί και να το φτάσει. Είναι πλάνη, φυσικά, το φεγγάρι ζει λίγο τη μέρα, αποσύρεται και λάμπει τη νύχτα στον φυσικό του χωροχρόνο, οπότε το πουλί δεν θα μπορεί πια να πετά. Αμφίσημος κι ο έρωτας, δεν προσεγγίζεται ποτέ, μα μόνον μέσω αυτού βιώνεται κάθε φορά η αίσθηση του καινούργιου- της νέας ημέρας.
Η εξαίρετη, ως συνήθως, επιμέλεια του Κώστα Θ. Ριζάκη, σε συνέργεια
με την προσεγμένη έκδοση των υπεύθυνων του εκδοτικού οίκου Γαβριηλίδης, καθιστούν την ποιητική αυτή συλλογή, συμβολή για κάθε ενημερωμένη, σύγχρονη ποιητική βιβλιοθήκη. Η γραφή του Νίκου Μυλόπουλου σε αυτά τα ποιήματα λαγαρίζει, κινούμενη ασφαλώς στις, και από την άλλη του ποιητική δουλειά, γνωστές συντεταγμένες. Ο λόγος είναι πυκνός και όσο πρέπει ξομπλιασμένος, στίχο το στίχο δομημένος, με ευφάνταστους συσχετισμούς
και ξαφνιάσματα, ιδιαίτερα στους καταληκτικούς στίχους.

Αμέσως στιγμές ερινύες μας σπρώχνουν στην έξοδο/
Για προπατορικό κατηγορώντας μας εκ νέου αμάρτημα

Στον υδάτινο αναπνέοντας κόσμο της θλίψης/
γνωρίζαμε πολλούς όμως δεν μάς περίμενε κανένας.

Πώς χωρέσαμε σε δύο βαλίτσες μικρές και άσημες/
την τόσο αστραφτερή ακινησία της αγάπης μας

Οι δύο μας, παρανάλωμα φωτός, στον τόπο των παλιών οδοφραγμάτων

Μέρος των ποιημάτων και οι τίτλοι τους, ενίοτε περίληψη στίχου ή και
στίχοι ολόκληροι: ζωή απ’ το ίδιο ποτήρι, ηχώ του βλέμματος, φιλιά φυλακισμένα στο προστόμιο, άσπρες λέξεις σιωπής, κοστούμια αγάπης,
όπως τ’ αστέρια αγαπούν τον ουρανό.
Κάθε ποίημα ανοίγει και κλείνει σαν μια μικρή ολότητα, χτίζοντας έτσι
ένα στέρεο σπίτι αισθημάτων, που αυτά πρώτα και έπειτα οι λογισμοί,
αποτελούν την σάρκα του. Για άλλη μια φορά, διαβάζοντας το χρονικό ενός
έρωτα, αποθαυμάζει κανείς την ικανότητα, το ζήλο και την εκστατική ματιά που επινοεί ο κάθε νέος επήλυδάς του για να τον περιγράφει. Και, παραδόξως, αυτό το πολυφορεμένο συναίσθημα, κάποτε τόσο αναγνωρίσιμο στα συμπτώματά του όσο μια αρρώστια, κάθε φορά αναδεικνύεται φρέσκο και ατσαλάκωτο, περνώντας μέσα από την κολυμβήθρα του Σιλωάμ: καρδιά του κάθε ανθρώπου.

ΚΑΛΕΣΜΑ

Έλα να γείρουμε αγκαλιά μες στα πυρόξανθα μαλλιά της νύχτας
Οι αντηρίδες είναι ύπουλες και εχθρικές
Και το βαρούλκο ατίθασο στα χέρια της συνήθειας
Έλα τώρα πριν οι επιθυμίες μας θυμίσουν μνήμες μακρινές
Και μπήξουμε τα γόνατα γερά στο χώμα που γουργουρίζει
Έλα να χαθούμε στα μαραμένα μέσα φύλλα των δέντρων
Στο γοερό κλάμα των κρεμασμένων αστεριών
Στους θολούς ορίζοντες που από παλιά μάς ξεδιψούν
Έλα ν’ ανιχνεύσουμε αμεταχείριστους όρκους και αστρολάβους
Δαγκώνοντας μέχρις αιμορραγίας τα χείλη και τα κορμιά
Να ανεμίσουν θησαυροί που άθελα αγνοήσαμε
Έλα να τραβήξουμε στην έρημο και στις επιτραπέζιες πόλεις
Ώσπου η άμμος και η θάλασσα να ενωθούν να γίνουν ένα
Έλα τώρα που δεν έχουμε πια δάχτυλα πίσω τους να κρυφτούμε
Τώρα που η καινούργια μονάδα του χρόνου είναι ο έρωτας.

ο ποιητής διακρίνει την σαρκική ηδονή χωρίς έρωτα, ως μια περιπλάνηση σε μια φευγαλέα απαγωγή, ένα συνταίριασμα ιδρώτων/με το φιλί
στάχτη στο στόμα να πικρίζει, από τον έρωτα που εκφράζεται μέσα από
τα σώματα, όταν γυμνοί από παράσημα φόβου κι ακροβασίες άχρηστες/
χαράζαμε με σμίλη αιχμηρή το κουρασμένο πια μάρμαρο των αισθήσεων.
Ο έρωτας μοιάζει πολύ με πληγή, αιμορραγία μπροστά σε καθενός τον
καθρέφτη, εφόσον προτιμήσει του έρωτα τ’ αβύθιστα θωρηκτά συναισθήματα, ή την αδιέξοδη πλευρά της εικασίας.
Ο Νίκος Μυλόπουλος χρησιμοποιεί μια υποδόρια ειρωνεία για να ανασκευάσει το τραγικό στοιχείο, να του δώσει ίσως ανθρώπινη χροιά, να
παρουσιάσει εν μέρει διαχειρίσιμα τα σαρκοφάγο συναισθήματα: τη
λύπη, την απώλεια, την ταπείνωση. Ο λόγος του, όταν μέσω αυτού ανατέμνει την ψυχή του, παραμένει ελεγχόμενος, νυστέρι ακριβείας για το φίλιο θύμα.
Ισχύς της γυναίκας είναι η απόρριψη. Η άλλη όψη της σελήνης σκληρή,
παραμένει ανοικτή σε πάνω από μια αναγνώσεις, ξεδιπλώνεται στο ιδιαίτερο ποίημα «Γυναίκα υπό απόρριψη». Το ερωτικό παιχνίδι της σχέσης του
αρσενικού με το θηλυκό γίνεται παιχνίδι ρόλων, διακινδύνευση χωρίς αντίκρυσμα και για τους δυο, από όπου ο άνδρας, κατά τη μαρτυρία του ευάλωτος, θα παραδεχτεί πως η ευαισθησία είναι γένους θηλυκού.

ΓΥΝΑΙΚΑ ΥΠΟ ΑΠΟΡΡΙΨΗ

Τα βράδια κοιμόμασταν από αμέλεια πάνω στις ράγες
Αγνοώντας βέβαια πότε θα περάσει το τρένο
Επιβεβαιώνοντας με τον τρόπο αυτόν τη σκοτεινή πλευρά των ονείρων
Οι πιο αποφασιστικές μας πάντως στιγμές ήσαν σίγουρα τυχαίες
Εσύ βρισκόσουν συνέχεια δίπλα μου γιατί ήσουν πάντα μακριά μου
Με τη ματιά σου τόσο διαπεραστική να τρομάζει τον ίδιο τον θάνατο
Εγώ καταπίνοντας μαζί με τα δάκρυα αζήτητα κομμάτια ουρανού
Είχα γίνει γαλάζιος κι οι άνθρωποι με φοβότανε τόσο
Που περνούσα αλώβητος απ’ τα αρπακτικά βλέμματά τους
Κι αισθανόμουν γυναίκα υπό απόρριψη
Με την σύντροφό μου σαν άντρας μέσα στη νύχτα
Ξυρισμένη να αποχωρεί.

Τρύπιο το λαγήνι του χρόνου κι οι ώρες χυμένες αλλού
Ξεδίπλωναν τρυφερά τη γαλανόλευκη της μοναξιάς αλληγορία.

Κι ο έρωτας να είναι το πρώτο διακύβευμα, κατά βάθος ο στόχος είναι
η αγάπη. Ένα βήμα παραπάνω είναι η αγάπη. Βήμα που αν δεν πραγματοποιηθεί ενώ ο χρόνος περνά, γίνεται στο τέλος το ναυάγιο της ύπαρξης.

IX

Έχεις ανάγκη ν’ αγαπηθείς πολύ σ’ αυτήν τη ζωή
Κολυμπάς ασταμάτητα μέχρι ν’ αδράξεις τον άλλον
Νερό πίνοντας αλμυρό κάποτε πνίγεσαι λιγάκι
Και συνεχίζεις, όμως αρχίζεις πια να κουράζεσαι
Και τότε το μυαλό θολώνει, βλέπεις τη θάλασσα
Χέρια τεράστια ν’ αποχτά και να στ’ απλώνει
Χαμογελάς, νομίζεις πως μπορείς να κρατηθείς
Δεν συμβιβάζεσαι με την πικρή γεύση της ήττας
Ώσπου σύντομα αρχίζεις να βουλιάζεις και πνίγεσαι.
Στον υγρό τάφο σου οι άγγελοι ευλαβικά τοποθετούν
Αντί σταυρό βατραχοπέδιλα.

Ο έρωτας δένεται με κάθε έκφανση της ζωής του ποιητή. Πάντα επιδιωκόμενος, δεν αποτελεί ωστόσο το μόνο ζητούμενο. Ο Δεκάλογος, ποίημα δέκα ενοτήτων με τίτλο Στιγμές πριν ν’ ανθίσει ή Δεκάλογος, είναι θα
λέγαμε στην ουσία του, ένας αυτοβιογραφικός απολογητικές μονόλογος
όπου κρύβονται αναδρομές, επιμέρους εκτιμήσεις, παραδοχές και αυτοσαρκασμοί. Σκεφτόμασταν πόσο λάθος μας δίδαξαν από μικρούς τα γράμματα/ ιδιαίτερα τα μαθηματικά όπου δύο ισούνται πάντα με ένα
Την σύντομη περιήγησή μας στην ποίηση τού Νίκου Μυλόπουλου, ας
ολοκληρώσουμε σταματώντας στο ομώνυμο της συλλογής ποίημα. Σταθμό
που προκρίνει ο ίδιος ο ποιητής για να σηματοδοτήσει και να επικυρώσει
την κατάληξη πέραν πάσης αμφιβολίας της οδύσσειας προς την ερωτική
του Ιθάκη: ένα αδιάβατο κόβοντας δάσος από γυναίκες/και διαγράφον-
τας οριστικά το αμφίσημο τού ορίζοντα/ έφτασα κατάκοπος να μυρίσω
λουλούδι.

 

ΒΑΛΕΝΤIΝΗ ΧΡ. ΚΑΜΠΑΤΖΑ

Περιοδικό «Ο Σίσυφος», τχ. 14, Δεκέμβριος 2017

Η ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ TOT ΠΟΙΗΤΗ ΝΙΚΟΥ ΜYΛΟΠΟYΛΟY ΣΤΗ ΜΑΓΕΥΤΙΚΗ ΚΑΙ -ΣΥΓΧΡΟΝΩΣ- ΒΑΣΑΝΙΣΤΙΚΗ ΕΡΩΤΙΚΗ ΣΦΑΙΡΑ, ΟΠΩΣ ΑΠΟΤΥΠΩΝΕΤΑΙ ΣΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΟΥ ΕΡΓΟ ΜΕ ΤΙΤΛΟ: ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΗΣ

(Στη μνήμη της πολυαγαπημένης μου μητέρας Κλυταιμνήστρας)

Ο Νίκος Μυλόπουλος, γεννημένος στη Θεσσαλονίκη, διανύει μία πολύχρονη γόνιμη πορεία στα γράμματα, έχοντας ως σταθμό-αφετηρία το έτος 2002. Μετά την έκδοση έξι συνολικά ποιητικών συλλογών, χαρίζει στο κοινό του το τελευταίο πόνημα με τίτλο Τέλος της περιπλάνησης.
0 σκεπτόμενος αναγνώστης -εύλογα- θα αναρωτηθεί εάν ο τίτλος, το
σχέδιο του εξωφύλλου και η φωτογραφία του εσώφυλλου είναι αντιπροσωπευτικά του περιεχομένου της συλλογής. Σε ένα λογοτεχνικό
έργο, τίποτε δεν είναι τυχαίο.
Η ποίηση του Νίκου Μυλόπουλου είναι κατά βάση ερωτική, συμβολιστική, με έντονες υπαρξιακές αλλά και κοινωνικοπολιτικές ανησυχίες· γεγονός που την καθιστά και πιο ενδιαφέρουσα. Σύμφωνα με τον ποιητή (που παραθέτει αυτούσιες φράσεις του Λάο Τσε), η αγάπη εμπεριέχει το στοιχείο της ανατροφοδότησης, καθώς προσδίδει δύναμη και θάρρος στους βασικούς συντελεστές μιας ερωτικής σχέσης. Σε κάθε ποίημα, η θεά Φύση κυριαρχεί σαγηνευτικά, πλαισιώνοντας αρμονικά το ερωτικό ζευγάρι. Η ατμόσφαιρα των ποιημάτων είναι ρομαντική, αισθησιακή. Ωστόσο, συχνά σκιάζεται -έντονα- από το εφιαλτικό πέρασμα του διαβρωτικού Χρόνου και μετατρέπεται σε καταθλιπτική, μελαγχολική, μυστικιστική, βασανιστική, επιβλητική· ο δαιμόνιος αυτός άρχοντας κατορθώνει να ανατρέψει το όλο σκηνικό και να προσδώσει μια αίσθηση μοναξιάς, βαθειάς θλίψης, υπαρξιακής ανησυχίας,
ακύρωσης-τραγικής διάψευσης κάθε ελπιδοφόρου μελλοντικού σχεδίου του ζευγαριού. Η διαβίωση στη σύγχρονη συμβατική δυτική κοινωνία, χωρίς το θετικό αντιστάθμισμα της ερωτικής σχέσης (κτισμένης σε γερά θεμέλια δεσμών αφοσίωσης), κρίνεται πραγματικά ανούσια, ενοχλητική, ανυπόφορη. Σύμφωνα με τον δημιουργό, μόνον η δύναμη της αγάπης και η δημιουργική γραφή είναι ικανές να διαταράξουν τα παγωμένα νερά των παράδοξων κοινωνικών συμβάσεων. Ακόμη και ο Θάνατος (που συνιστά το επισφράγισμα του απόλυτου παραλόγου) καταδεικνύεται ανίσχυρος απέναντι στη δύναμη μιας ειλικρινούς, ονειρικής αγάπης με θετική προοπτική. Η Μοίρα, πιστή αρωγός αυτού του καταχθόνιου Άρχοντα, συμπληρώνει περίτεχνα το πάζλ της κενότητας της επίγειας ζωής· μιας διαδρομής, που στιγματίζεται από έναν φαύλο κύκλο μονοτονίας, μοναξιάς, διάψευσης ελπίδων και σχεδίων, αφήνοντας μια πικρή επίγευση αμέτρητης θλίψης: «Στις καθιερωμένες δίπλα
διαδρομές ανύπαρκτους πλάθα-/ με τόπους/ Με ασύλληπτα σβήναμε όνειρα την καταχνιά/ Ανατρέποντας όλα τα ερωτηματικά / […]/ Οι άνθρωποι έτρωγαν λέξεις κι ονόματα να ξεγελάσουν/ την μοίρα τους /[…]». Μόνον η αγάπη, σε μια τροχιά «αληθινής περιπλάνησης», είναι ικανή να ανατρέψει τις καταστροφικές συνέπειες του χρόνου (φθορά, γηρατειά, θάνατος), μεταφέροντας ένα κλίμα αισιοδοξίας. Με δεδομένο τον παράδοξο χαρακτήρα δόμησης της ανθρώπινης ύπαρξης, που κινείται σε έναν κόσμο διεφθαρμένο, κατεστραμμένο, ο έρωτας συνιστά μία πράξη δυναμικής αντίστασης και αληθινής διεξόδου κατά του θανάτου και της κενότητας της ζωής. Το ερωτικό ζευγάρι, έχοντας πλήρη επίγνωση των λαθών του κατά το παρελθόν, επιθυμεί να χαράξει μια νέα πορεία· πιο ανθρώπινη, πιο βιώσιμη, πιο ελπιδοφόρα: «Ξαναρχίζοντας τη σπορά μιας ατέλειωτης θάλασσας/ […]/ Έτσι κρατιόμασταν νέοι σ’ έναν κόσμο ερείπιο/ Μικροί σπινθήρες πυρκαγιάς/ Μες στα σβησμένα από χρόνια κάρβουνά του». 0 ίδιος ο ποιητής, μολονότι διαψεύδεται συνεχώς, θεωρεί ως ζωτικό σημείο -για την ίδια του την
ύπαρξη- την αναζήτηση της τέλειας ερωτικής σχέσης. Ξεκινώντας (με
τη σύντροφό του) αυτό το ουτοπικό ταξίδι (που καταλήγει σε αυτοσκοπό), συναντά εμπόδια, ραγδαίες ανατροπές και τότε, μοιραία βυθίζεται σε πλήρη δυστυχία: «Πατούσαμε αμίλητοι σταφύλια και χαμένες μέρες/ Μήπως τρυγήσουμε μια στάλα ζωής/ […]/ Συνεχίζουμε την αναζήτηση με χέρια κομμένα σε γωνία/ ορθή/ […]/ Και τώρα που τα όνειρα αθόρυβα βούλιαξαν / Ας θρηνήσουμε μαζί την απώλεια σε δείπνο φαντασμάτων». Άλλοτε πάλι, οι ερωτικοί σύντροφοι παραμένουν αδύναμοι, έρμαια στα χέρια μιας άλογης μοίρας, που προκαθορίζει τη ζωή και την ευτυχία τους. Έτσι, «προκαλώντας τη μοίρα να μας [τους] παρηγορεί/ Ακίνητοι περιστρεφόμασταν [περιστρέφονταν] λαχνοί σε κληρωτίδα». Ωστόσο, με βασικό όπλο την αγάπη, αντιστέκονται σθεναρά, αγνοώντας τις δύο βασικές υπερδυνάμεις (τον χρόνο και τον θάνατο). Όταν δε ο δημιουργός συναντά μία γυναικεία παρουσία που
τον σαγηνεύει, τότε και πάλι επιβιβάζεται στο καλοτάξιδο πλοίο της
ονειροπόλησης και η ελπίδα αναζωπυρώνεται. Πολλές φορές μάλιστα,
δεν διστάζει να θεοποιήσει την αγαπημένη σύντροφο, προσδίδοντάς της πολύτιμα χαρακτηριστικά (Γυναίκα από χρυσό). Ακόμη, σύμφωνα με αυτόν, η γυναίκα φέρει από τη φύση της το πνεύμα της ανατροπής, της επανάστασης, έχοντας ως βασικό όπλο αντίστασης (και πηγή αναζωογόνησης του ποιητή) το γέλιο της: «Ύστερα η γυναίκα από χρυσό έβγαινε από το γυάλινο/ κουτί της/ Ραντίζοντας με ποτιστήρια δάχτυλα το σπόρο της επανά-/ στάσης». Τα μάτια της είναι το εξωτερικό όργανο-πυξίδα που έρχεται σε επαφή με τον δημιουργό και τον προσελκύει· ταυτόχρονα, είναι και ο διαυγής καθρέφτης της ψυχής της γυναίκας, ένας ιδιαίτερος κώδικας επικοινωνίας και ένα σημαντικό όπλο, που αφοπλίζει ακόμη και τον θάνατο. Αυτή η ερωτική σύντροφος υπόσχεται μακροχρόνια αφοσίωση και πλήρη σύμπλευση· στόχος του ζευγαριού η αναζήτηση της επίγειας ευτυχίας, μακριά από ευθυγραμμίσεις με ανούσιες κοινωνικές συμβάσεις και στερεότυπους ρόλους των σύγχρονων δυτικών πολιτών (που χαρακτηρίζονται από έλλειψη ευαισθησίας) και από αναμοχλεύσεις μιας στείρας μοιρολατρίας. Ακόμη, τα μάτια των ερωτικών συντρόφων διαθέτουν και το χάρισμα της υπέρβασης του κοινότυπου χαρακτήρα ζωής και της φαντασίωσης ενός κόσμου ανώτερου, μαγευτικού: «Ενώ μέσ’ από τα καταρρακτικά μας φινιστρίνια/ Βλέπαμε στιγμές πυροτεχνήματα αστραφτερά να σκάν ’/στον ουρανό/ Κι ύστερα πάλι πηχτό σκοτάδι κι ακατέργαστο».
Σε αυτό το ερωτικό παιχνίδι, που εμπεριέχει «σπόρους» επανάστασης και έντονου υπαρξιακού προβληματισμού, η Φύση πρωταγωνιστεί και συμμετέχει ενεργά με ανταλλαγή συναισθημάτων με το ζευγάρι, διαμορφώνοντας ανάλογα το σκηνικό. Υπάρχει πλήρης προσωποποίηση των φυσικών στοιχείων, με απόδοση ιδιαίτερων χαρακτηριστικών σε αυτά. Έτσι για παράδειγμα, ο άνεμος είναι άλλοτε «φλύαρος» ή απειλητικός, «τα εξαίσια δείχνοντας δόντια του». Η νύχτα, ως πανέμορφη νεαρή γυναίκα, έχει «πυρόξανθα μαλλιά» ή έναν ελκυστικό ερωτικά «μακρύ λαιμό». Τα δέντρα διαθέτουν την αίσθηση της ακοής και παρακολουθούν τις ανθρώπινες συνομιλίες: «[…]/ Αμίλητοι άνθρωποι κάπνιζαν σοβαροί τη ζωή τους/ […]/ Ενώ τα δέντρα άνοιγαν στο σύθαμπο τα φύλλα τους ν’ /ακούσουν/ […]». Τα κύματα είναι έμψυχα και φορούν «σανδάλια λευκά». Οι εποχές του έτους (όπως το καλοκαίρι) ακολουθούν τις διαθέσεις και προσδοκίες του ζευγαριού.
Άλλα στοιχεία (θετικά συνήθως σύμβολα) είναι ο ουρανός, τ’ αστέρια, η
θάλασσα, η βροχή, τα πουλιά, το πλοίο (ως μέσον διαφυγής, διεξόδου),
τα φτερά = ελπίδα, φυγή, το ταξίδι = διέξοδος κ.ά. Τα χρώματα, επίσης, αναλαμβάνουν έναν συμβολιστικό ρόλο (κόκκινο = ερωτικό πάθος,
λευκό = παιδική αθωότητα, μαύρο = δυστυχία, μοναξιά, μελαγχολία,
γηρατειά, θάνατος).
Σε ό,τι αφορά στον λόγο που υιοθετεί ο ποιητής, αυτός εκτός από
τη συμβολιστική του νότα, βασίζεται στο συναίσθημα. Ακόμη, είναι αρκετά ιδιαίτερος, δεδομένου ότι ο δημιουργός προτάσσει το επίθετο (που απομακρύνεται από το ουσιαστικό που χαρακτηρίζει) αντί του ρήματος για λόγους έμφασης: «Τ’ αέρινα αρπάζαμε όνειρα για να σωθούμε». Η στίξη είναι αρκετά ελλιπής, για λόγους ρυθμού, κορύφωσης ενδιαφέροντος και ελεύθερης πρόσληψης του δέκτη. 0 τίτλος των ποιημάτων, συνήθως, αναφέρεται στο κυρίως σώμα τους και είναι ενδεικτικός του περιεχομένου. Η δε υιοθέτηση του α πληθυντικού των ρημάτων σηματοδοτεί και τη μεταστροφή του ποιητή στο επιδιωκόμενο πνεύμα συλλογικότητας του ζευγαριού.
Η εικόνα του εξωφύλλου μινιμαλιστική, απεικονίζει ένα γυμνό γυναικείο άγαλμα, ακρωτηριασμένο στο δεξί του χέρι, με ένα ακόντιο στο
αριστερό, να κοιτάζει τρυφερά μια ανδρική μορφή (που βρίσκεται σε
άλλο επίπεδο, επάνω στην υδρόγειο σφαίρα και έχει μία ελαφριά κλίση προς άλλη κατεύθυνση). Αυτό, ίσως, σηματοδοτεί και υπαινίσσεται τη διάσταση απόψεων του ζευγαριού και το τέλος της δαιδαλώδους περιπλάνησής του, υπό την έννοια της ώριμης, ρεαλιστικής προσγείωσης στην πραγματικότητα και της αποδοχής της σχέσης με ορισμένες αδυναμίες.
Τελικά, η ερωτική σχέση συνιστά για τον ποιητή μία άκρως επικίνδυνη διαδρομή γεμάτη εμπόδια και παγίδες· μοιάζει δε κατά πολύ με μία πίστα πατινάζ, όπου οι εραστές επιχειρούν επιδέξια να ισορροπήσουν, παρά τα βασικά εμπόδια μερικής έλλειψης συνεννόησης. Ωστόσο, αυτό μετριάζεται από ορισμένα ευτυχή ενσταντανέ έντονου ερωτικού πάθους, που επιφέρουν τη λήθη παλαιών ατυχών στιγμών του ζευγαριού. Η ονειροπόληση των συντρόφων (που κινούνται στην ουράνια σφαίρα), με σκοπό την ανεύρεση της απόλυτης ευτυχίας και σύμπνοιας, συνεχίζεται, παρά το γεγονός ότι αυτό δεν είναι, τελικά, ποτέ εφικτό.

 

ΟΝΕΙΡΑ ΣΕ ΣΥΝΕΧΕΙΕΣ

 

ΔΩΡΑ ΚΑΣΚΑΛΗ

ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΩΣ ΟΝΕΙΡΟ. ΝΙΚΟΣ ΜΥΛΟΠΟΥΛΟΣ,

0 Νίκος Μυλόπουλος από το 2002 με τη συλλογή Παράκτιος ο έρωτας (εκδόσεις Πλέθρον) διακονεί την ποιητική τέχνη με συνέπεια και εντιμότητα.
Ανά τακτά χρονικά διαστήματα εκδίδει ποιήματα, τα οποία αφήνουν στον
αναγνώστη τους την εντύπωση ότι ο δημιουργός τους βασανίζει τη λέξη,
ψωνίζεται και προσπαθεί να εξελίξει το προσωπικό του ύφος. Με τη συλλογή Δυο παράθυρα με κιμωλία από τις εκδόσεις Μεταίχμιο το 2005 έδειξε
ποιητική ετοιμότητα και ωριμότητα: τα ποιήματα είναι δραστικά, ενίοτε
ακαριαία και αποτελούν σχετικά ολιγόστιχες συνθέσεις που διατηρούν έτσι
συμπυκνωμένη τη σκέψη και την εξακτινώνουν στις τελευταίες στροφές.
Στις επόμενες δύο συλλογές (Οι εραστές πάντα σιωπούν., Μεταίχμιο 2007
και Ξημερώνει στο γέλιο σου. Εκδόσεις των Φίλων 2011) πειραματίστηκε
με σπονδυλωτές συνθέσεις, οι οποίες κάτω από τη σκέπη ενός τίτλου, που
είναι ο μυχός τους, αναπτύσσουν τις διαφορετικές εκδοχές, το ποικίλο ποιητικό βλέμμα πάνω σε ένα θέμα.
Με τη συλλογή Όνειρα σε συνέχειες επιστρέφει σε πιο συμπαγή ποιήματα, λιγότερο σύντομα, με λόγο μακροπερίοδο, ο οποίος όμως διατηρεί τη μουσικότητα και τη φροντισμένη τονικότητά του. Όπως παρατήρησε ο Κώστας Ριζάκης, με τον οποίον διατηρεί φιλία ο ποιητής, οι τίτλοι των ποιημάτων αποτελούν από μόνοι τους ένα ποιητικό σχόλιο, διαθέτουν μια αυταξία «Όνειρα σε συνέχειες», «Ανώριμοι για τόση χαρά», «Δανεική ομορφιά ή Ανθρώπινη ανακύκλωση», «Αγγίγματα από δεύτερο χέρι» είναι κάποια παραδείγματα. Η μετωνυμία, το ανοίκειο επίθετο, ο πλούσιος λόγος, η τολμηρή εικονοπλασία, οι υψηλής έντασης καταληκτικοί στίχοι είναι μερικά
από τα ήδη κατακτημένα εργαλεία με τα οποία συναρθρώνει τη σκέψη του,
όπως πάντα με τρόπο συνειρμικό.
0 Μυλόπουλος για πολλούς έχει καταχωριστεί στην εντελώς αυθαίρετη κατηγορία των «ερωτικών» ποιητών, εν μέρει και λόγω των τίτλων κάποιων συλλογών του. Η ποίησή του, ωστόσο, είναι πρωτίστως υπαρξιακή, της οποίας ένας άξονας, όπως άλλωστε συμβαίνει και με την ίδια την ανθρώπινη κατάσταση, είναι ο έρωτας. Αυτά που τον ταλανίζουν ως δημιουργό και αποτελούν την πρώτη ύλη του είναι ο θάνατος (το συνώνυμο και ετίθετο συγχρόνως του έρωτα), η φθορά, η προσωρινότητα των σχέσεων
και των αισθημάτων, ο κερδισμένος χρόνος μέσω της δημιουργίας, ο χλωρός
παράδεισος της νιότης, μοτίβα τα οποία συμπλέκονται με το κομβικό ερωτικό θέμα, δίνοντάς του ένα πιο δραματικό βάθος. Ακόμη και στη σαρκική του διάσταση ο έρωτας παρουσιάζεται φιλτραρισμένος μέσα από μια ιδεαλιστική οπτική.
Στην τελευταία συλλογή του Μυλόπουλου το όνειρο ως ένα σταθερό
leitmotiv άλλοτε εμφανίζεται στο ποιητικό σώμα ή στον τίτλο και άλλοτε
υπονοείται σε ποικίλα, ωστόσο, συμφραζόμενα. Το εναρκτήριο ποίημα «Όνειρα σε συνέχειες», δίνει τον νοσταλγικό τόνο που διαπνέει την ομώνυμη
συλλογή. Το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο που έχει καθιερώσει ο Μυλόπουλος στα τελευταία βιβλία του, λειτουργεί σε ένα επίπεδο συλλογικής μνήμης, την οποία με κάποιον τρόπο συλλαμβάνει και καταγράφει ο δημιουργός· ενδεχομένως, και μιλώντας περί ερωτικής ποίησης, θα μπορούσε να
ταυτίζεται και με τον ανευρετο πλέον δυικό αριθμό που αφορά το ζευγάρι
των εραστών. Ο έρωτας ή ακόμη και η ίδια η ζωή παρουσιάζεται ως ένας
συνεχής αγώνας προγραμματισμένου αφανισμού: η νεαρή και αθώα ματιά
του παρελθόντος που θαμπωνόταν από έναν κόσμο το ίδιο νεαρό, γεμάτο
υποσχέσεις (μην παρατηρώντας το επικίνδυνο έδαφος πάνω στο οποίο χτίζεται το επίφοβο οικοδόμημα του έρωτα), ανάλαφρο για την απελπισία των
άλλων, στο καταληκτικό δίστιχο, με την παροντική γνώση, συντρίβεται στην
ακατάβλητη πραγματικότητα: «Μονόλογος πικρός το χόρδισμα του έρωτα». Μεταξένια, ακριβά και εύθραυστα τα φτερά του, ίδια ενύπνια σε συνέχειες, διαλείμματα σε έναν βίο ηττημένο: «Σε μάχες άνισες αξίζουν μόνο
οι απόπειρες».
Στο ίδιο κλίμα της νοσταλγίας μιας χαμένης και πολλά υποσχόμενης
νεότητας και το επόμενο ποίημα, «Οι μέρες είχαν γίνει παρελθόν», προσπαθεί να συλλάβει ποιητικά τον χρόνο, τη ρευστότητά του, την παντοτινή
παροντικότητά του: «Έτσι αισθανόμασταν τυχεροί που μας δώρισε η μοίρα
ένα πριόνι / Για να τρυπήσουμε το χτες, ένα καρφί για να κρεμάσουμε το
αύριο / Και μια ολόκληρη ζωή για ν’ απολαύσουμε το τώρα». Η συνειδητοποίηση του χαμένου χρόνου στους τρεις τελευταίους στίχους, παρουσιάζεται ως ξύπνημα του αποπροσανατολισμένου ποιητικού υποκειμένου (που μιλάει σε πρώτο πληθυντικό αριθμό) σε έναν κόσμο πιο σκοτεινό: «Έντρομοι γιατί πάλι το δρόμο είχαμε χάσει / Και τώρα πια σκοτείνιαζε νωρίς και φοβόμασταν». Αυτός ο χαμένος χρόνος φαίνεται να ξανακερδίζεται με την αγάπη στο ποίημα «Καταργώντας το χρόνο»: «τα σώματα πάλλονταν καταργώντας το χρόνο». Και σ’ αυτό το ποίημα το ποιητικό υποκείμενο αναφέρεται σε ένα ιδανικό παρελθόν, όπου όλα φαίνονταν δυνατά: «Άναβε τότε η ελπίδα στα κρεμασμένα μας πρόσωπα / Κι η σάρκα γινόταν κρουστή και απέραντη σαν τη θάλασσα».
Τη ραχοκοκαλιά της συλλογής διατρέχει μια πικρία για τη λεηλατημένη ζωή, τα αρνημένα όνειρα και τις φιλοδοξίες. Στο ποίημα «Η πόλη μεγάλωνε» το αισθαντικό κομμάτι είναι το ίδιο ισχυρό με το υπαρκτικό και θα τολμήσω να πω και το κοινωνικοπολιτικό: «Η μοναξιά μάς ένωνε πέρα απ’ τις ράγες / Τα τρένα όμως πουθενά κι η χώρα μια οφθαλμαπάτη». Η πορεία μιας ερωτικής σχέσης προς την παρακμή βιώνεται παράλληλα με την περιρρέουσα παρακμή στο ακαριαίο καταληκτικό δίστιχο: «Μικρές πολύχρωμες πόρτες η ζωή σαν σκευωρία / προδοσία μιας σφαίρας που λοξοδρόμησε». Ανάλογης προβληματικής είναι και το ποίημα «Ερωτικό σιωπητήριο» με μια καταληκτική απόφανση υπαρξιακής υφής: «Κι αυτοί που φώναζαν στη ζωή τόσο άγρια / Έφυγαν ήσυχα όπως και οι άλλοι…».
Η νοσταλγία για ένα παρελθόν που χάθηκε ανεπιστρεπτί, επανέρχεται
στα «Αγγίγματα από δεύτερο χέρι». Ο πυρήνας της συλλογής δεν είναι απλώς ποιητικά όνειρα σε συνέχειες, όσο η αναπόληση μιας ζωής που ξεκίνησε ως όνειρο, αλλά γυμνώθηκε από τη μαγεία της κατά τη σκληρή ενηλικίωση. Η ζωική ορμή της νεότητας («Με πάθος φιλούσαμε το παντού που
μας έλειπε»), μια «Χαρά κλειδωμένη σε καθρέφτη αρχέγονο», κατά τον
απολογισμό της ωριμότητας αφήνει πίσω της αχνό και αμφίβολο σημάδι:
«Οι σκέψεις σπίτια σε σχέδιο πόλης παλιό, ακόμη αχνίζουν».
Πιο σωματικό και προσωπικό, το ποίημα «Δίκρουνα αγάπης» (μετωνυμία για το γυναικείο στήθος), περιγράφει τη φθίνουσα ερωτική σχέση του ποιητικού υποκειμένου, το οποίο έχει εγκαταλείψει το πρώτο πληθυντικό,
εφόσον το ερωτικό «εσύ», στο οποίο απευθύνεται, διαχωρίζεται, αποστασιοποιείται: «Με κάθε τρόπο διεκδικούσα περισσότερο ουρανό / Ίσως γιατί πίστευα με πάθος στο ακατόρθωτο». Στα «Μόρια σκόνης» οι αποσκευές
του ερωτικού αποχωρισμού είναι δυο «περήφανα ακίνητα φιλιά», ενώ η
ερωτική σχέση κονιορτοποιείται, συνθλίβεται από το βάρος της ετυμηγορίας
των εραστών και η διάλυσή της εξεικονίζεται στο δίστιχο του τέλους: «Παραχώσαμε το δικαίωμα της κάθε μικρής στιγμής / Στα ακόμη μικρότερα
μόρια σκόνης που υπερίπτανται». Αισθησιακότερο το ποίημα «Τ’ αναλφάβητα όνειρα», αξιοποιεί το δίπολο έρωτας-θάνατος: «Ξόρκιζα έτσι το κακό
καταργώντας το θάνατο», παίζει δε ένα λεκτικό παιχνίδι με το σώμα και
τα γράμματα, τα οποία το περιγράφουν, το εμπεριέχουν ή το περικλείουν,
μεταποιώντας την ηδονή σε πνευματική διέγερση.
Ανολοκλήρωτος ο έρωτας, ασύμπτωτα τα κορμιά και τα αισθήματα στο
ποίημα «Ανώριμοι για τόση χαρά»: «Δεν βρισκόμασταν ποτέ μαζί μες στην
ασύλληπτη απόδραση του χρόνου […] Ένας ατέλειωτος λήθαργος από ανόμοιες στιγμές». 0 έρωτας ως πόλεμος, ως ένας διαρκής αγώνας κατίσχυσης στον άλλο, είναι ένας κοινός τόπος, ωστόσο στην ποίηση του Νίκου Μυλόπουλου δίνεται με έναν ιδεαλισμό και μια αίσθηση παραδοχής, που εμποτίζεται από την κομψή του έκφραση: «Με μάτια υποφέραμε μισόκλειστα την πραγματικότητα / Μην βιώνοντας άλλον πόλεμο πέρα απ’ τον έρωτα». Ίδιου «πολεμικού» κλίματος και η «Μοιραία απόφαση» («Αργότερα σαν σπαθιά διασταυρώνοντας τις λέξεις κι αιμορραγώντας ακατάπαυστα») περιγράφει το χρονικό ενός ναυαγισμένου έρωτα, με αναπόφευκτη και νομοτελειακή την αποφαντική διαπίστωση: «Το φιλί πιο αργό κι απ’ τον ίδιο τον θάνατο /Θρυμματίζει δειλινά και χαλασμένες υποσχέσεις». Μπορεί το θέμα να είναι εν μέρει επαναλαμβανόμενο, ωστόσο η διαφορετική κάθε φορά ανάδειξή του δεν κάνει μονοθεματική τη συλλογή, αντίθετα, μάλιστα, ερεθίζει την αναγνωστική φαντασία με τις γλωσσικές επιλογές και την εικονοπλαστική ικανότητα του ποιητή.
Στις «Ανέφελες ματιές» περιγράφεται σε πρώτο ενικό πρόσωπο (αλλά
με υφιστάμενο ένα δεύτερο πρόσωπο, αυτό της ερωμένης που αποκτά φωνή στο καταληκτικό δίστιχο) με έναν τολμηρό, σουρεαλιστικό και ηδονικό
τρόπο ένα ενύπνιο: η γέννηση της αγαπημένης μέσα απ’ τα νερά της παλίρροιας, η οποία θα απολέσει τα κόκκινα φτερά της, χάνοντας την αισθησιακή της φύση και κερδίζοντας ουρανό: «Το άλλο πρωί μια αμέτρητη ουρά από αγγέλους / Ασελγούσε ασύστολα στα ραγισμένα πλην κάτασπρα
φτερά σου».
Ένα ποίημα που και πάλι ακροβατεί ανάμεσα στο κοινωνικοπολιτικό σχόλιο και τον υπαρξιακό απολογισμό, αποτιμώντας την αξία «κατά μήκος των ορίων μιας χαμένης ζωής», είναι αυτό με τον τίτλο «Αστικές συνήθειες», όπου η αφήγηση διατηρεί το πρώτο ενικό πρόσωπο. Το ποιητικό υποκείμενο αναφέρεται πάντα σε ένα παρελθόν, αυτή τη φορά μιας νιότης ηδονοθηρικής («[…] στεκόμουν πεινασμένος στη σειρά για συσσίτιο έρωτα», «Όρκους θυσίαζα κι ελπίδες στων φιλιών την τριμμένη θυμέλη»), που αναλώθηκε στα υλικά αγαθά («Κρατώντας όλο μου το βιος μέσα στην άδεια αγκαλιά μου / […] / Ως κι οι φίλοι μου, τ’ άψυχα είχαν από καιρό αποσυρθεί»), και μετά από μια μακρά απουσία «στο παντού και στο πουθενά», καταλήγει σε ένα κοντινό παρελθόν, σχεδόν παρόν, στην απόλαυση των απλών πραγμάτων: «Και μόνο ένα τριαντάφυλλο έστεκε στην είσοδο φρουρός / Στην ίδια πάντοτε στάση αμέριμνο όπως το είχα κάποτε αφήσει».
Ένα από τα αγαπημένα σύμβολα του Νίκου Μυλόπουλου είναι το τρένο -και συνακόλουθα ο σιδηροδρομικός σταθμός-, το οποίο αξιοποιεί ποιητικά σε όλες τις συλλογές του. Ένα τέτοιο σύμβολο υπαινίσσεται στο ποίημα «Δανεική ομορφιά ή Ανθρώπινη ανακύκλωση», το οποίο περιγράφει με
ένα συρμό εικόνων υψηλής αισθητικής τις ανθρώπινες σχέσεις, τις εναλλαγές συντρόφων στη διάρκεια του βίου, καθώς προσπαθούμε «Με χαλασμένα […] δάχτυλα από τη ζωή να πιαστούμε», όχι χωρίς μια διάθεση ειρωνικά
στοχαστική και συγχρόνως πικρή. Παρήγορο είναι ότι «[…] σε κάθε προγραμματισμένη αναχώρηση αντιστοιχεί καινούργια γνωριμία / Μια αναμέτρηση με την απώτερη υπόσταση του χρόνου». Η ιδέα της ανακύκλωσης» μαζί με την κυρίαρχη αίσθηση της νοσταλγίας που εμπλουτίζει το ποιητικό υλικό αυτής της συλλογής, απαντάται και στο ποίημα «Η γιορτή των αναμνήσεων». 0 πρότερος ηδονικός βίος («[…] τα μεσημέρια οι αισθήσεις ξελόγιαζαν τα κορμιά», «Με τους καθρέφτες στραμμένους στης ήβης τ’ ανεκπλήρωτο κενό») παρουσιάζεται ως ένα γαϊτανάκι, μια γιορτή αισθήσεων. Στο φωτεινό «τότε» («[…] υπήρχε τόσο φως που έκρυβε όλες τις ατέλειες») αντιπαρατίθεται το σκοτεινό «τώρα» με τη χρήση του ενεστώτα που σπανίζει στα υπόλοιπα ποιήματα. Η αντιποιητική αίσθηση της ανακύκλωσης των σωμάτων, του αγοραίου, του προσωρινού και ευτελούς επιτονίζεται με την υποδόρια δραματικότητα του επιλογικού στίχου: «Σε ξένες τρυπώνουμε αγκαλιές για ανακύκλωση». Ενώ στην «Αφετηρία αναπήρων» τα αποχωρισμένα ποιητικά υποκείμενα, τσακισμένα, ανάπηρα, συνεχίζουν
σε νέους αγώνες δρόμου, ως ένα άλλο είδος ανακύκλωσης ή αναζήτησης
του άλλου που θα γίνει δικός (εν είδει σκυταλοδρομίας).
Στο αισθησιακό «Από-θέματα αγάπης» που μπορεί να διαβαστεί ως
μία λέξη ή ξεχωριστά, το ποιητικό υποκείμενο σε πρώτο ενικό περιγράφει
με τον εμπεδωμένο τρόπο του Μυλόπουλου την ερωτική πράξη και τον
σπασμό, που ωστόσο δεν φυλακίζεται στο σώμα αλλά συμπαρασύρει μια
χορεία ηδονικών εικόνων και εξεικονισμένων αισθήσεων. Η βραδινή ερωτική
συνεύρεση, πιθανότατα ένας εφήμερος έρωτας, αφήνει σαν απόηχο τα σημάδια του αποχωρισμού και όχι της ηδονής: «Ανυπόφορο τριγύρω άπλωνε
σκοτάδι η θηλιά της μοναξιάς». Η απόλαυση του ελάχιστου (αποθέματος
αγάπης θα συμπλήρωνα, αξιοποιώντας τον παιγνιώδη τίτλο) δηλώνεται
εύστοχα στο τέλος του ποιήματος: «Γοργόνες έξω απ’ το νερό, φλερτάραμε
με υδρορροές για επιβίωση».
Σε κάποια από τα ποιήματα της συλλογής είναι εμφανές το παιχνίδι
της απεύθυνσης στο ερωτικό «εσύ»: το ποιητικό υποκείμενο «εμείς» γίνεται το δίκλωνο εγώ κι εσύ. Στις «Βαθμίδες ελευθερίας» η ερωτική απώλεια
οδηγεί σε μια οριστική σχάση που εικονοποιείται στο διάκενο μεταξύ της
βασικής πρώτης στροφής και της δίστιχης δεύτερης. Το «εμείς» μετατρέπεται σε ένα μοναχικό ποιητικό «εγώ»: «Ζαρκάδια τρέχανε τα χρόνια από μπροστά αλαφιασμένα / Μα εγώ μονόφθαλμος και κουρασμένος κυνηγός
συνέχεια αστοχούσα». Στο βασικό ποιητικό σώμα μια σειρά δυνατών εικόνων καταφέρνει να αναπαραστήσει το κοινότοπο γεγονός της διάλυσης μιας
ερωτικής σχέσης με σεκάνς εικαστικής και λεκτικής ομορφιάς. Στο προσφιλές μοτίβο της μετατροπής του «εμείς» σε «εσύ» και η «Μελαγχολία των
πυροτεχνημάτων»: το θεϊκό ζευγάρι των εραστών («Τους ομογάλακτους
από μικροί υποδυόμασταν θεούς, τις πεταλούδες») προσωρινά αλώβητο
εντός ενός μικροσύμπαντος που τους κρατά προστατευμένους, χωρίζει σε
ένα κλίμα μελαγχολίας και αποδοχής: «Επέστρεψες τότε τα πανιά στη
βάρκα μας και πέταξες σαν γλάρος / Κι εγώ τραβώντας λίγο την κουρτίνα
απαλά σε κρυφοκοίταξα που τραγουδούσες».
Στο ίδιο κλίμα και με τον ίδιο τρόπο (ποίημα «Τίποτα το σπουδαίο»)
το ποιητικό «εμείς» καταλήγει σε έναν πρώτο ενικό που αποφαίνεται σε
ευθύ και βλάσφημο λόγο: «Τίποτα το σπουδαίο, ούτε το σοβαρό», παρά
την ανάγκη του ποιητικού «εμείς» (του κρυφού «εγώ») να ζήσουν έναν
εξαιρετικό έρωτα: «Σημαίες του έρωτα ανεμίζαμε αντίθετα με τις κοινές τη
νύχτα μόνο / Ασυμβίβαστοι με την απώλεια του χρόνου και των ανθρώπων»). Ωστόσο, κανένα από τα ποιήματα του Μυλόπουλου δεν είναι μονόχορδο. Η οντολογία του έρωτα είναι μόνος ένας από τους πυλώνες της προβληματικής του, του διανοητικού καμβά, όπου υφαίνεται με τα πιο ετερόκλητα χρώματα και υλικά η σπαρασσόμενη ύπαρξη.
Επιλογικά, θα ήθελα να αναφερθώ στο ποίημα «Από τη γη στη σελήνη»: εδώ υπάρχει ένα ξεκάθαρο «εμείς» που έζησε αυθεντικά, όσο μπορούσε πιο ανθρώπινα, όταν «οι φίλοι με όπλα τηλεσκόπια / Σαν ελεύθεροι μας σημάδευαν σκοπευτές, μα αστοχούσαν». Με σηματωρό την αγάπη πορεύτηκε κόντρα στην αχαριστία: «Εμείς τρέχαμε γυμνοί ανάμεσα στο όνειρο και στις φτέρες / […] / Την κοίτη γεμίζοντας των κρατήρων μας με τεράστια κοιτάσματα αγάπης». Κι αυτό το ποιητικό «εμείς» μπορεί να επιβιώσει στο «τώρα», να ζήσει εν ειρήνη με το παρελθόν, όταν οι αναμνήσεις των «φίλων» -ως ένα είδος δικαιοσύνης- γίνονται «κεφάλια λιονταριών στον τοίχο καρφωμένα [που] ακόμη γρυλίζουν».
Τα «Όνειρα σε συνέχειες» είναι ένα είδος νοσταλγικής απογραφής του
πρότερου βίου, τόσο του νεανικού όσο και του ερωτικού. Το αίσθημα της
ήττας συναντά κάποτε την αμυδρή ελπίδα της συνέχειας. Η ερωτική διάψευση βρίσκει θεραπεία στο ερωτικό γαϊτανάκι σωμάτων και αισθημάτων.
0 θάνατος ηττάται από την αιωνιότητα της αγάπης. Η τελευταία αυτή συλλογή του Νίκου Μυλόπουλου επιβεβαιώνει την κατάκτηση ενός προσωπικού
ύφους: αποτελεί μια sui generis περίπτωση στη γραμματολογία της πόλης,
που δημιούργησε τη δική της σχολή κι έβγαλε παραδειγματικές και υποδειγματικές ποιητικές φωνές. Νομίζω ότι θα συνεχίσει να διακονεί την ποίηση με το ίδιο πάθος, με την ίδια αφοσίωση, με όλο του το αίμα. Και τα αποτελέσματα θα είναι ανάλογα.

 

ΔΗΜΗΤΡΑ ΜΗΤΤΑ

«ΣΥΣΣΙΤΙΟ ΕΡΩΤΑ»

Όνειρα σε συνέχειες είναι ο τίτλος της νέας ποιητικής συλλογής του Νίκου
Μυλόπουλου και πολύ ταιριαστά στον τίτλο βλέπουμε στο εσώφυλλο του
βιβλίου ένα φιλμ φωτογραφικό ή κινηματογραφικό ασπρόμαυρης ταινίας,
δύο μόνο καρέ, όπου αποτυπώθηκε μέρος γυναικείου σώματος, στο θετικό
και το αρνητικό, με μια κόκκινη σταγόνα και μια κόκκινη πινελιά, που περισσότερο από αίμα θυμίζει πινελιά από σύνθημα σε τοίχο.
Στην προηγούμενη ποιητική συλλογή του Ν.Μ. (Ξημερώνει στο γέλιο σου,
Αθήνα, Εκδόσεις των Φίλων, 2011) είχα επισημάνει τον ρόλο του ονείρου στην αντιμετώπιση της πραγματικότητας ή σαν αντίβαρο σε μια πραγματικότητα που σχεδόν αναπότρεπτα μόνο πρόσκαιρα μπορεί να το συμπεριλάβει και να το εμπεριέχει. Εδώ, η λέξη συμπεριλαμβάνεται στον τίτλο, Όνειρα σε συνέχειες.; και από τα εικοσιένα ποιήματα της συλλογής στα έντεκα υπάρχει η λέξη όνειρο (σ. 7, 8, 9, 10, 11, 12, 14, 15, 25, 26, 28), με το πρώτο να κρατά ή να δίνει τον τίτλο της συλλογής. Όνειρα σε συνέχειες, όπως τα σήριαλ στην τηλεόραση, ή παλιά τα φωτορομάντζα στα περιοδικά, τίποτε συνεχές, μόνο διακοπτόμενα -«συνεχίζεται στο επόμενο».
Για τη συλλογή Ξημερώνει στο γέλιο σου έγραφα: «Οι στίχοι του Μυλόπουλου κινητοποιούν τις αισθήσεις, φέρνουν στη μύτη μυρωδιές, στα μάτια χρώματα, το πράσινο, το γαλάζιο, το μπλε και το μωβ, στα αφτιά ήχους, κυρίως θαλασσινούς, και σιωπές, διεγείρουν συναισθήματα, κυρίως του έρωτα, ευμετάβολος αυτός όπως ένας αμμόλοφος, με δεδομένη την κατάληξη της ματαίωσης και της μοναξιάς». Και εδώ υπάρχουν όλα αυτά, όμως αυτή τη φορά οι μυρωδιές και τα χρώματα μοιάζουν να μην είναι φρέσκα, να μην είναι τόσο ζωντανά. Όπως όταν ανοίγεις ένα μπαούλο και βρίσκεις παλιά ρούχα και πέταλα από λουλούδια που τα είχες βάλει για να μυρίζουν όμορφα. Τότε. Γιατί τώρα, μαζί με τις μνήμες που φέρνει το κάθε ρούχο στο μπαούλο, έρχεται και η μυρωδιά του παλιού αποξηραμένου, του λησμονημένου. 0 ανοιχτός χώρος της φύσης, φόντο σε όλα τα ποιήματα του Μ., κάνει ακόμη πιο έντονη την αίσθηση αυτή. Η ανοιχτωσιά όμως, όσο κάνει τον ερωτευμένο άνθρωπο να ψηλώνει και να συμπεριλαμβάνει στη ματιά του το βάθος του ορίζοντα και το ύψος του ουρανού, η ίδια αυτή ανοιχτωσιά πληγώνει την κλειστή ψυχή, την τραυματισμένη, την αποκομμένη και πάλι από το σύμπαν όπου την είχε εκτινάξει ο έρως, μικραίνει τον άνθρωπο, όχι στις πραγματικές του διαστάσεις -αν υπάρχουν τέτοιες- αλλά σε μιαν ασημαντότητα που εξουθενώνει. Όπως ζωγράφιζαν τον άνθρωπο οι πρώτοι γερμανοί ρομαντικοί ζωγράφοι, ο Κάσπαρ Ντάβιντ Φρίντριχ και ο Κάσπαρ Βολφ, ως μια μικρή κουκίδα, δύσκολα ανιχνεύσιμη μέσα στην απεραντοσύνη μιας φύσης που τον καταπίνει.
Όνειρα, έρωτας, χρόνος είναι οι τρεις άξονες των ποιημάτων αυτής της συλλογής. Ή μάλλον είναι δυο, ο έρωτας και ο χρόνος, ή μάλλον ένας, ο
χρόνος που αδειάζει τις ζωές από τον έρωτα. Και την προσδοκία του έρωτα. Ο χρόνος που, όσο περνά, γεμίζει με φόβο τον άνθρωπο για τους δρόμους που χάθηκαν και επειδή τώρα πια σκοτεινιάζει νωρίς. Πόσο διαφορετική είναι αυτή η αίσθηση του απόλυτα μετρήσιμου χρόνου από τον χρόνο όπως βιώνεται στον έρωτα… Εκεί, τότε, ο χρόνος καταργείται, ο ερωτευμένος άνθρωπος βιώνει την αίσθηση μιας παντοδυναμίας ότι μπορεί να αλλάξει ρότα στη ζωή και στον άνεμο (σ. 15). Όταν είναι ερωτευμένος… Και τότε είναι διατεθειμένος να γίνει ερωτικός μετανάστης στων ποδιών σου το ξέφωτο (σ. 10), να βγει από τον εαυτό του και να συναντήσει τον Έρωτα με έψιλον κεφαλαίο στο πρόσωπο του ερωτικού συντρόφου.
Τα στήθια σου δίκρουνα αγάπης (σ. 10), γράφει ο Μυλόπουλος και περιγράφει σώματα που προσεγγίζουν το ένα το άλλο, μετά απομακρύνονται,
αλλά κρατούν τη μνήμη της προσέγγισης και η μνήμη αυτή πληγώνει και
καθορίζει το μέλλον με τη βεβαιότητα από τις προηγούμενες εμπειρίες του
τέλους. Ο άνθρωπος καταλήγει με την πάροδο του χρόνου ζητιάνος ενός
έρωτα και μιας επιθυμίας -Οι αναμνήσεις σκυλιά [που] σκίζουν χυδαία τη
σάρκα (σ. 26), είχε γράψει στην προηγούμενη συλλογή.
Σε αυτή τη συλλογή του Μυλόπουλου κυριαρχεί το ασύμπτωτο, η απουσία έκπληξης και απρόοπτου, που στοιχειοθετούν τον έρωτα και προκαλούν τον ενθουσιασμό· κυριαρχεί ο φόβος για το πέρας που έρχεται, η δυσκολία στην έκφραση του πολύτιμου και της εσωτερικής αλήθειας, μια διαθήκη μονάκριβη (σ. 11), η βεβαιότητα ότι εκείνο που θα έλθει θα είναι ένα ερωτικό σιωπητήριο (ό.π.) ή ένας Μονόλογος πικρός -αυτό μένει να είναι το χόρδισμα του έρωτα (σ. 7)-, μια επικοινωνία που μένει στο επίπεδο της πληροφορίας και το πέρας του χρόνου που αναλογεί στον καθένα -Το ημερολόγιο αδυνάτιζε από φύλλα, η ζωή από φωνές (σ. 10). Μόνο σαν προσδοκία ο χρόνος κυνηγά τον άνθρωπο και δεν τον φτάνει ποτέ -μόνο που αυτό είναι μόνο μια ουτοπική διαρκής νιότη.
Στα εικοσιένα ποιήματα της συλλογής υπάρχουν και αυτοαναφορικά
για την τέχνη της ποίησης στοιχεία. Για τον Μυλόπουλο η ποίηση είναι
πριόνι και καρφί, αντικείμενα αιχμηρά που σχίζουν και τρυπούν. Κι όταν η
βροχή ξελόγιαζε ολόφρεσκα φύλλα ελπίδας / Εμείς κρατούσαμε ακόμη των
αστεριών τα νήματα (σ. 11), στίχοι που θυμίζουν τον Ελεγκτή του Μίλτου
Σαχτούρη, ποίημα του 1958. Ένας μπαξές γεμάτος αίμα / είν’ ο ουρανός/
και λίγο χιόνι / έσφιξα τα σκοινιά μου / πρέπει και πάλι να ελέγξω / τ’
αστέρια/εγώ/κληρονόμος πουλιών/πρέπει/έστω και με σπασμένα φτερά / να πετάω. Ο Μυλόπουλος μιλά για τα βραχνιασμένα φτερά του ουρανού (σ. 19).
Ως αυτός που κρατά των αστεριών τα νήματα ο Ν.Μ., όπως κρατά το
σκοινί ο Σαχτούρης, εντάσσεται στη μακριά σειρά των ποιητών διαμεσολαβητών ανάμεσα στον ουρανό και τη γη, αυτών που κρατούν τον ρόλο του συνδετικού κρίκου ανάμεσα στη γη και τον ουρανό με ό,τι λανθάνει πίσω
τους: από τη μια το αίμα και η ελπίδα, το ιδεατό και το επιδιωκόμενο, η ψυχική ανάταση και η αφύπνιση, η αίσθηση και η φαντασία, η ελπίδα, η ουτοπία, οι ιδέες που αποτελούν την κινητήρια δύναμη για τη δράση, ο θάνατος (ο νεκρός λέμε ότι πάει στον ουρανό)· από την άλλη το πραγματικό και βιωμένο, ο ρεαλισμός και ο κυνισμός των ανθρώπων, η θνητότητα και η περατότητα. 0 Μυλόπουλος ανήκει στη μακριά σειρά των ποιητών
που αιωρούνται ανάμεσα στις αντιθέσεις της ζωής, που θέλουν να οραματίζονται, αλλά δεν βρίσκουν όραμα.
Η απουσία επικοινωνίας, η δυσκολία στην επικοινωνία βασανίζει τον
ποιητή, η γλώσσα μοιάζει ανεπαρκής· γι’ αυτό ίσως ζητιανεύει τον έρωτα,
όπου καμιά λεκτική επικοινωνία δεν είναι αναγκαία. Ακατανόητες έτρεχαν
συλλαβές από το στόμα των μικρών βοριάδων (σ. 18). Βουτούσαμε λέξεις
στο στόμα χωρίς να τις πιάνουμε (σ. 20). Σταχυολογώ λέξεις από τα ποιήματά του που δείχνουν τη μη κοινωνία: αφωνία, συνομιλία του ενός, ανύπαρκτοι ήχοι, μονόχειρες, μονόφθαλμος, τυφλοί, η αναχώρηση και η εγκατάλειψη -Επέστρεψες τότε τα πανιά στη βάρκα μας και πάταξες σαν γλάρος- (σ. 27), σπίτι κενό, αναίσθητοι.
Και για έναν ακόμη λόγο ίσως διψά τόσο για τον έρωτα ο Μυλόπουλος,
γιατί ο έρωτας καταλύει την αγωνία του θανάτου που αναπόφευκτα έρχεται για όλους, όπως και να ζήοουν τη ζωή τους: Κι αυτοί που φώναζαν στη ζωή τόσο άγρια I Έφυγαν ήσυχα όπως και οι άλλοι (σ. 11).
Και σε αυτή τη συλλογή, όπως και στην προηγούμενη, η φύση είναι παρούσα, το αστικό/πολιτικό περιβάλλον απουσιάζει ή λανθάνει εκκωφαντικά. Αναρωτιέμαι μήπως ο Μυλόπουλος αναζητάει καταφύγιο στην επίμονη λατρεία του σώματος, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει την απαραίτητη για την επιβίωσή του βεβαιότητα στην αμόλυντη από την πολιτική ερωτική ζωή. Αλλά η ματαιότητα και του έρωτα προκαλεί το αίσθημα της λύπης, διάχυτο σε όλα τα ποιήματα, και μια ηθική τοποθέτηση απελπισίας για το ανέφικτο της προσπάθειας.
Με όργανο τη φύση και τα φαινόμενά της ο Ν.Μ. χρησιμοποιεί γόνιμα
τον υπερρεαλισμό στη διάπλαση μιας ποίησης που, καταργώντας τη λογική
αλληλουχία, είναι ικανή να εκφράζει πιο άμεσα τις ζωτικές ορμές που μέ-
νουν στη ζωή ανέκφραστες.

 

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΤΑΣΙΟΠΟΥΛΟΣ

-Ο έρωτας ως μετάβαση και βιωμένη αντανάκλαση της εικόνας του-

Σε κάθε αγώνα προγραμματισμένου αφανισμού
Οι συνεχείς ανατροπές πυροδοτούν το ενδιαφέρον
Σε μάχες όμως άνισες αξίζουν μόνον οι απόπειρες
Με νικητές όσους αφήνουν μια σχισμή ανάμεσα στα χείλη.
(«Όνειρα σε συνέχειες»)

Ο Νίκος Μυλόπουλος έχοντας ένα αξιοσημείωτο παρελθόν στην ποίηση,
καθώς είναι ιδιαίτερα παραγωγικός, όπως μαρτυρούν οι πέντε ποιητικές
συλλογές μέσα σε μια δεκαετία, έρχεται σήμερα να μας παρουσιάσει μια
εξαίρετη συλλογή ποιημάτων που αφορούν στον έρωτα. Τα Όνειρα σε συνέχειες είναι μια εκτεταμένη ποιητική αφήγηση (εγώ ως τέτοια την προσέγγισα), στην οποία ο έρωτας λειτουργεί ενσωματώνοντας όλα τα χαρακτηριστικά της μετάβασης και εκφράζεται από τον ποιητή ως βιωμένη αντανάκλαση της εικόνας του.
Ο ιστορικός χρόνος του έρωτα που εκδηλώνεται στα πρώτα εφηβικά
σκιρτήματα ενδεδυμένος με την ανάλογη ρομαντική διάθεση, για τον Νίκο
Μυλόπουλο αποτελεί ένα σταθερό μοτίβο της ποίησής του, ένας νοσταλγικός περίπατος στην εφηβεία που επιμένει:

Ονειρευόμασταν κρινοδάχτυλα, ρήγματα κι ενοχές
Κρινόμασταν από την ιδιοτροπία της τύχης σε μια
στροφή της ζωής
Την πραγματικότητα κυνηγώντας ή -έστω- ένα τρύπιο
κοχύλι
Που από μέσα του περνώντας η θάλασσα άλλαζε ήλιους
και χρώματα.
(«Όνειρα σε συνέχειες»)

Η διαδοχή των ημερών και η υστεροβουλία του χρόνου που υφαρπάζει τα μερίσματα της ευτυχίας δεν είναι τίποτε περισσότερο από την αποτρόπαια μοίρα του ανθρώπου να παραμένει ελεύθερος μονάχα στα όνειρά του:

Και μια ολόκληρη ζωή για να απολαύσουμε το τώρα

γράφει ο ποιητής στο ποίημα «Οι μέρες είχαν γίνει παρελθόν», θέλοντας να
κατευνάσει και να παρηγορήσει κυρίως.
Το παρελθόν, λοιπόν, που συνιστά το μέλλον, δεν αντικαθίσταται με τις
νοσταλγικές αναπολήσεις, αλλά με τις ρεαλιστικές αποτυπώσεις της πραγματικότητας και μια συνεπή τρυφερότητα που μεταδίδεται ακαριαία σχεδόν στον αναγνώστη. Με όλες τις προοπτικές και τα σημεία μιας ζωής απλής που μετεωρίζεται ανάμεσα στην Ελλάδα, η οποία προσπαθεί να επουλώσει τις μετεμφυλιακές της πληγές και την αστικοποίηση που ραγδαία
εξελίσσεται:

Η πόλη μεγάλωνε μαζί με τα παιδιά
[…]
Τ’ άσχημα σπίτια έκρυβαν όμορφες στιγμές
Την καθημερινότητα μετατρέποντας σε χαμόγελο
Η μοναξιά μας ένωνε πέρα απ’ τις ράγες
[.··]
Έτσι φαινόμασταν πιο νέοι
[..·]
Μικρές πολύχρωμες πόρτες η ζωή σαν σκευωρία
(«Η πόλη μεγάλωνε»)

Η ωρίμαση του ποιητή είναι μια πολύτροπη διαδικασία κατά την οποία
δεν αγνοείται το παραμικρό. 0 σεβασμός στον μέλλοντα χρόνο, οι μεταφυσικές ανησυχίες και η συγκεκαλυμμένη θλίψη, απότοκος των κοινωνικών
αναζητήσεων, καταλήγουν στο όνειρο.
Η μυστηριακή σχέση του Μυλόπουλου με το όνειρο είναι, νομίζω, το
λεπτό σημείο της ποιητικής του, όχι μόνο επειδή ευθαρσώς το δηλώνει, αλλά επειδή μέσα του εμφιλοχωρεί η αμηχανία μπροστά στον έρωτα. Η επιθυμία που γίνεται οδηγός και διεκδικεί απευθυνόμενος σε πρώτο πρόσωπο
το υποκείμενο του πόθου του. 0 έρωτας ως ευτυχία, αλλά και ως πόνος,
οργανώνει το σύμπαν του, δημιουργεί τις προϋποθέσεις και παίρνει μορφή.
Περνά στη φάση της εμπειρίας.
Θα γράψει σε άκρως εξομολογητικό τόνο στο ποίημα «Δίκρουνα αγάπης»:

Με κάθε τρόπο διεκδικούσα περισσότερο ουρανό
Ίσως γιατί πίστευα με πάθος στο ακατόρθωτο
Ερωτικός μετανάστης στων ποδιών σου το ξέφωτο
Και με τα στήθια σου να στέκουν αμείλικτα σαν δίκρουνα αγάπης
[..·]
Πονώντας αφόρητα κάθε φορά που με καταργούσες.
Κι ενώ τα σώματα έτριζαν από επιθυμία και οικειότητα

0 έρωτας, λοιπόν, αποκτά υλική υπόσταση με το κορμί να τροφοδοτεί
το όνειρο και το όνειρο την ερωτική διάθεση. Κάποτε όμως σε τούτο το
διαρκές παιχνίδι της ζωής οι νίκες και οι ήττες διαδέχονται η μια την άλλη.
Τίποτε δεν μένει σταθερό. Η ακρίβεια και η σταθερότητα δοκιμάζονται
στον έρωτα: ψυχές και σώματα ανατέμνουν τον κόσμο και αποδίδουν τα
μερίσματα, άλλοτε διευρύνοντας το κενό κι άλλοτε στήνοντας τις γέφυρες
της συνέχειας. Ένας πόλεμος, λοιπόν, ο έρωτας. Δημιουργός και καταλύτης
των πάντων. Έτσι,

Η ζωή δίπολη μοιρασμένη μπροστά και πίσω σαν επιφώνημα
[…]
Χάναμε αήττητοι ανάμεσα στα επινίκια και τον καημό
[.·.]
Μη βιώνοντας άλλον πόλεμο πέρα απ’ τον έρωτα.
(«Ανώριμοι για τόση χαρά»)

0 ερωτικός λόγος του Νίκου Μυλόπουλου όμως δεν προσπερνά τη μοναξιά και την απογοήτευση, αναπόσπαστα κομμάτια του έρωτα. Διαβρώνει
τον μύθο, μοιράζεται τον πόνο και παίρνει τη θέση του άλλου. Γίνεται μάρτυρας και μέτοχος της εξαίσιας δοκιμασίας του έρωτα, ενεργώντας και
πάσχοντας:

[·..]
Δάκρυσα, χαλασμένο πίνοντας κρασί
Αποφασισμένος να μη ξαναστείλω ποτέ γράμματα στην αγάπη.
[…]
Κλείσε το φως, μου ψιθύρισες
Δραπετεύεις πάλι γυμνός μέσ’ από τη ζωή μου.
(«Ανέφελες ματιές»)

Το ενδιαφέρον είναι πως αφαιρεί από κάθε αποτυχημένο, ή θνησιγενή,
έστω, έρωτα την επικυριαρχία του ως ασφάλεια για τη συνέχεια της ζωής:

[…] φιλιά
Τιμαλφή αντικριστά που μάταια περίμεναν την ετυμηγορία
Πόσες βολές χαμένες στο συναρπαστικό παιχνίδι των λυγμών
Σε μια πολύχρονη σχέση συνεχών από χαιρετισμών και απώλειας
(«Μόρια σκόνης»)

Κι αλλού, στη «Γιορτή των αναμνήσεων», θα μιλήσει για την πολυπόθητη συνέχεια:

Σε ξένες τρυπώνουμε αγκαλιές για ανακύκλωση.

Όπως και στο ακροτελεύτιο μέρος του τελευταίου ποιήματος της συλ-
λογής με τον τίτλο «Αφετηρία αναπήρων»;

Στριμωχνόμαστε κι οι δυο μονόχειρες σε αφετηρία αναπήρων
Για καινούργια εκκίνηση, σε μαραθώνιο επιλογής μας.

Επιστρέφοντας στην αρχή, ή καταλήγοντας, θα ήθελα να επισημάνω
πως ο Νίκος Μυλόπουλος μας καλεί να αφουγκραστούμε την αέναη σύγκρουση, να συγκινηθούμε στο όριο, αφηγούμενος το δικό του παραμύθι,
διότι

Μονόλογος πικρός το χόρδισμα του έρωτα-
Μεταξένια φτερά και όνειρα σε συνέχειες.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ

ΕΠΙΘΥΜΙΑΣ ΟΜΟΙΩΜΑ

Και η αξία του ονείρου για τη γνώση του μέλλοντος; Γι ’ αυτό φυσικά δεν
μπορεί να γίνει λόγος. Αντ’ αυτού θα θέλαμε να πούμε: για τη γνώση του
παρελθόντος. Διότι από κάθε άποψη το όνειρο προέρχεται από το παρελθόν. Βέβαια και η παλαιά δοξασία, ότι το όνειρο μας δείχνει το μέλλον, μπορεί να έχει μια δόση αλήθειας· καθώς το όνειρο παρουσιάζει μια επιθυμία ως εκπληρωμένη, μας οδηγεί οπωσδήποτε στο μέλλον αλλά και αυτό το μέλλον, που ο ονειρευόμενος το εκλαμβάνει ως παρόν, είναι διαμορφωμένο από την ακατάλυτη επιθυμία ως ομοίωμα του παρελθόντος}*
Όνειρα σε συνέχειες είναι ο τίτλος της 5ης ποιητικής συλλογής του Νίκου Μυλόπουλου και η συγκεκριμένη αναφορά στο ψυχικό φαινόμενο του ονείρου είναι δηλωτική των προθέσεων του ποιητή να διερευνήσει μέσα από
τον ποιητικό λόγο την επικράτεια του ψυχικού φαινομένου. Ούτως ή άλλως
ο ποιητικός λόγος συνδέεται άμεσα με το όνειρο, αφού στην ποίηση ο λόγος
τείνει να σπάσει τα δεσμά της σύμβασης και να δηλώσει με τρόπο διαφορετικό τα πράγματα. Αυτή η δυναμική της ποίησης, που ταυτόχρονα είναι ένα ισοδύναμο ελευθερίας, απαντάται πίσω από κάθε λογοτεχνικό εγχείρημα και είναι το «δώρο» της ποιητικής εμπειρίας στον αναγνώστη. Στη συλλογή του ο Μυλόπουλος βαδίζει στα χνάρια αυτής της στάσης και με υλικό το βίωμα επιχειρεί να ανασυνθέσει το νόημα μέσα από τη διαρκή φθορά
που επιφέρει στα υποκείμενα η ίδια τους η συνθήκη. «Κατά μήκος των
ορίων μιας χαμένης ζωής», λοιπόν, ο ποιητής έρχεται να συγχωρέσει τα
πάθη, την αλαζονεία της εφηβείας, την πλήξη του μικροαστισμού, τους ψυχολογικούς διχασμούς και τα διλήμματα, τη βουλιμία της ερωτικής επιθυμίας. Υπάρχει πάντα μια δεύτερη ευκαιρία να «ξαναζήσουμε» απαλλαγμένοι από τα πάθη, ίσως, και η γραφή είναι ένα τέτοιο πεδίο λύτρωσης καθώς η αναπαράσταση του βιώματος ενέχει μια εν δυνάμει εμπειρία κάθαρσης, σύμφυτη με τον λυτρωτικό χαρακτήρα της τέχνης.
Αυτή η αναζήτηση μιας δεύτερης ευκαιρίας για νόημα, μιας κατάστασης που θα μας συμφιλιώνει με το τραύμα της απώλειας διατρέχει σαν
κόκκινο νήμα τη συλλογή του Μυλόπουλου. Απέναντι στα σκληρά παιχνίδια
της μοίρας, στους συνεχείς αποχαιρετισμούς της απώλειας, στα πικρά χαμόγελα, και τα φιλιά πιο αργά κι απ’ τον ίδιο τον θάνατο, η ποίηση δανείζεται από την εμπειρία του ονείρου. Έτσι μοιάζει σα μια δυνατότητα για
μια κάποια απόδραση ίσως πάλι για την αφετηρία μιας οριστικά χαμένης
ακεραιότητας. Μένει λοιπόν αυτό το ομοίωμα του ψυχισμού μας αποτυπωμένο να δηλώνει το δραματικό ανάγλυφο της ύπαρξής μας, τη σφοδρότητα και το έρεβος της επιθυμίας μας, την αγωνία και τον μόχθο μας για την ζωή και ίσως την αγάπη.
Χάναμε αήττητοι ανάμεσα στα επινίκια και τον καημό (Ανώριμοι για
τόση χαρά).

*Σίγκμουντ Φρόιντ, Η ερμηνεία των ονείρων, μτφρ. Λεύτερης Αναγνώστου, εκδ. Επίκουρος, Αθήνα 2013.

 

ΞΗΜΕΡΩΝΕΙ ΣΤΟ ΓΕΛΙΟ ΣΟΥ

 

ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ

Περιοδικό «Ένεκεν», τχ. 21, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2011

Για τα πάθη του λόγου και του έρωτα

Ξημερώνει ξανά στον ποιητικό κόσμο του Νίκου Μυλόπουλου για τέταρτη φορά με την τελευταία του αυτή ποιητική συλλογή. Παύουν λοιπόν σ’ αυτήν οι εραστές να σιωπούν; Οι εραστές πάντα σιωπούν ήταν ο τίτλος της προηγούμενης τρίτης του συλλογής. Αντίθετα θα έλεγα ότι εδώ η σιωπή βαθαίνει, ο κόσμος της ποίησης έρχεται σε μεγαλύτερη σύγκρουση με αυτόν της πεζής πραγματικότητας. «Ένας κόσμος υπαινιγμός μέσα στον
κόσμο τους».
Είναι ο Νίκος Μυλόπουλος ερωτικός ποιητής; Ναι αν έρωτας σημαίνει το να χαϊδεύει κανείς το εφήμερο στοχεύοντας στο άπειρο ή επιστροφή σε μία εποχή ανατρεπτικής αθωότητας και ελπίδας όπου όλα είναι εφικτά και δεν υπάρχει η παραίτηση και η παγίδα των καθημερινών συμβιβασμών. Αν έρωτας σημαίνει η απόδραση μέσα από ένα άλλο σώμα: «Κυκλοφορώ ελεύθερος χτισμένος μέσα σου/ Κι αναπόδραστα ελπίζω». Αν έρωτας είναι το όνειρο
που ανασκευάζει τη ζωή. «Φορέας ονείρου ανασκευάζω ζωή». Πιο πικρή και πιο σκληρή αυτή η ποιητική συλλογή του Μυλόπουλου, αυστηρός ο ποιητής στον εσωτερικό διάλογο με τον μικρό εαυτό που κρύβουμε όλοι μέσα μας. Η ασημαντότητα της μη ζωής μας, οι στάχτες που αφήνουν οι καμένοι χάρτες, η μη πραγμάτωση, τα σβηστά πια φώτα ομίχλης και οι φίλοι «ενθύμια από χρονολογίες περασμένες». Και όμως που και που ανοίγει ένα παράθυρο και μέσα από αυτό κανείς νιώθει τον λυρισμό, «στους χορευτές της φωτιάς», στον «κουρνιαχτό από αστέρια και κύματα», «στους νεκρούς μενεξέδες που χαμογέλασαν
Όμως σ’ αυτή την ποιητική συλλογή νιώθει κανείς την ασφυκτική
μοναξιά να προσπαθεί να δραπετεύσει από τους τοίχους των ποιημάτων ενώ ανελέητα ο ποιητής σαρκάζει και γκρεμίζει το ψεύτικο οικοδόμημα της τάχα ύπαρξής μας. Ο χρόνος «ασίγαστη πεταλούδα» βαμπίρ ρουφάει και ακυρώνει τα πάντα, ενώ οι «άβαφες μέρες» περιφέρονται άσκοπα με «χάρτινα τα στόματά τους». Πιο ώριμη λοιπόν η γραφή του ποιητή σ’ αυτή του την τέταρτη ποιητική συλλογή, χωρίς ψευδαισθήσεις και αυταπάτες και με μεγαλύτερη συνειδητότητα, «Ίσως γιατί δεν υπάρχουν ποτέ εποχές/ Παρά μόνο συναπαντήματα». Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε δύο ενότητες. Η πρώτη έχει τον τίτλο «ξημερώνει στο γέλιο σου» που είναι και ο τίτλος ολόκληρης της ποιητικής συλλογής. Η δεύτερη έχει τον τίτλο «Ο διεσταλμένος χρόνος»,
Στη δεύτερη ενότητα είναι πιο έντονη ακόμα η υπαρξιακή και φιλοσοφική διάσταση της αναζήτησης του ποιητή. «Οι καθρέφτες χλωμοί μα μέσα τους έλαμπε/ Το τίποτα που λαχταρούσαμε». Κάποιοι από τους τίτλους ποιημάτων αυτής της ενότητας αφηγούνται την ουσία από μόνοι τους.
«Το χρώμα της αναζήτησης», «καινούργιο ταξίδι», «ασύμμετρη αρμονία», «πρεμιέρα στην αιωνιότητα», «αθέριστοι έρωτες», «διάφανη χίμαιρα», «στις γειτονιές των ονείρων», «ξυπόλητοι πάνω στα τρένα», «ελάχιστο νόημα», «στη μέση του μέλλοντος», «χωρίς παραλήπτη», «συμβόλαιο λήθης», «η αδώρητη πλευρά της ειμαρμένης».
«Καιρός να ανοίξουμε πια διθέσιους τάφους», μας συμβουλεύει ο ποιητής Νίκος Μυλόπουλος και οι λέξεις του ταράζουν τα στάσιμα νερά της συλλογικής μας γαλήνης. Δυνατή σαν χαστούκι η ποίηση του Νίκου Μυλόπουλου απομυθοποιεί και αναιρεί, σαρκάζει και περιγελά με έντονες εικόνες και λέξεις μικρές βόμβες στην φαντασία μας.
«Γιατί η ζωή ταιριάζει με οργασμό/Που πεθαίνει πάντοτε στην ολοκλήρωση».

 

Σύγχρονη Σκέψη τ.36 Ιαν.- Φεβρ. 2012

Διάχυτο το πνεύμα στην ανίχνευση του ερωτικού ιδανικού που συναντιέται μέσα στις πραγματικές εικόνες της ζωής. Ο κ. Ν. Μυλόπουλος είναι ορμητικότατος και βαθυστόχαστος.
Ο ποιητής αναζητά τη σχέση του έρωτα, της συνύπαρξης και της διάρκειας μέσα στο χρόνο του ερωτικού πάθους.
Μ’ αυτό το ξεδίπλωμα των αισθήσεών του, φτάνει σε κείνα τα τοπία της ανάμνησης που αναζητά η ψυχή. Τα ‘χει καταγράψει, τα ‘χει τοποθετήσει στην κιβωτό της ανάγκης της ύπαρξης απ’ όπου η ανανέωση οδηγεί στην
αναγέννηση. Ζεστή ποιητική ιδιοσυγκρασία μια σωστή και δυνατή φωνή του σήμερα, χωρίς στάχτες του χθες αλλά φλόγα υπαρκτή.
Είναι σημαντική αυτή όλη η διαδρομή της ανίχνευσης, γιατί οι όποιες αισθητικές ιδέες του είναι σωριασμένες άλλοτε σε κάποιους πύργους της αγάπης κι άλλοτε σε κάποια ερείπια που κι αυτά τραγουδούν χαμηλόφωνα
τη ζωή. Ζωική ορμή που αναδύει τα μυστικά της στιγμής. Διαβλέπει και το εκφράζει ποιητικά το πόσο μπορούν ν’ αντέξουν τα ιδανικά κάθε ανθρώπου που ωστόσο αλλάζουν και μεταβάλλονται από εποχή σε εποχή. Βλέπω ότι ακόμη και τα ηττοπαθή ιδανικά του και η μοναξιά του γίνονται οδηγοί και σύμβουλοι σε μια συνθετική ανησυχία.
Σε μερικούς στίχους υπάρχει μια δύναμη τρομερή που σε εκπλήσσει και έγκειται στο ότι τον έχει διαπεράσει η οξύτητα του πόνου, τόσο βαθιά που τον προβλημάτισε γι’ αυτό και τα βυθομέτρησε. Ευτυχώς που διατηρήθηκε η κριτική ματιά του καθαρή και βλέπει την αλήθεια. Κι αυτή είναι η ουσία της ποίησής του, δηλ. η πιστοποίηση όλων εκείνων των στιγμών που πήραν τη
μορφή τους με γνώμονα την αλήθεια. Έχει πολλά να μας προσφέρει, ρέει το ταλέντο του.

 

Πανδώρα: Κριτική-Επιλογές –
Κείμενα για Θέατρο /Κινηματογράφο

Η παραπάνω ποιητική συλλογή αποτελείται από δύο μέρη, Ξημερώνει στο γέλιο σου (12 ποιήματα) και Ο διεσταλμένος χρόνος (26 ποιήματα). Οκτώ ποιήματα του πρώτου μέρους και δέκα του δεύτερου έχουν δημοσιευτεί στα περιοδικά Η παρέμβαση, ΕΝΕΚΕΝ, ΠΑΡΟΔΟΣ, Προκυμαία, [δε]κατά, Πανδώρα, Εμβόλιμον.
Ο λόγος αρθρώνεται κυρίως σε πρώτο πληθυντικό πρόσωπο και αφορά δύο
εραστές. Αφηγητής είναι ο άντρας, που φορές μιλάει σε πρώτο πρόσωπο, για τον εαυτό του, και σε δεύτερο, για τη γυναίκα.,
Το κεντρικό θέμα είναι η περιπέτεια αυτών των δύο αρχετύπων-εραστών, που προσπαθούν να ζήσουν και να διασώσουν τον αυθεντικό, βαθύ Έρωτα, ενάντια στον Χρόνο. Οι δύο πρώτες στροφές του πρώτου ποιήματος, με τίτλο Αλλαγή πλεύσης, σηματοδοτούν το κυρίαρχο δίπολο: «Ασίγαστη πεταλούδα ο χρόνος / Αργοσαλεύει πολύχρωμα φτερά / Με πύρινο ρουφώντας στόμα τη μοναξιά μας / Στεφάνι τάζοντας στο παντοτινό» και «Όποιο αστέρι κι αν σηκώσω / Θα κυλήσεις απάνω μου.»
Το πρώτο μέρος της συλλογής είναι ένα ταξίδι επίγνωσης. Τι έγινε στο παρελθόν; Ποια ζωτικά εφόδια χάθηκαν, είτε από υπαιτιότητα των δύο όντων που υποστασιοποιούνται στο «εμείς» του αφηγητή είτε εξαιτίας της συμπεριφοράς των άλλων, όσων τους περιβάλλουν, στη μάχη του έρωτα με τον χρόνο; Και πώς διαχειρίζονται οι δύο εραστές αυτές τις απώλειες, στο παρόν; Με ποιον τρόπο αντιδρούν στη φθορά;
«Αποδειχθήκαμε ακούραστοι στην αναζήτηση της αλλαγής / Με τη μνήμη μοχλό να σηκώνει τα κύματα / […] Αντλώντας απ’ το βυθό σκόρπιες σταγόνες παιδικότητας / Κι αυτή η αιωνιότητα της στιγμής μας έκανε άτρωτους / Στην ατέρμονη φθορά τόσων χαμένων ονείρων», και παρακάτω: «[…] ανοίγαμε μεγάλα παράθυρα σε πόλεις μικρές/Για να θροΐζει το κενό στις ψυχές των ανθρώπων. / […]Ενώ οι φίλοι ενθύμια από χρονολογίες περασμένες / Δολοφονούσαν μ’ ένα χαμόγελο τρίγωνο / Το ανήμπορο βλέμμα των πληγωμένων. / Ήμασταν πια πλούσιοι γιατί είχαμε να θυμηθούμε πολλά / Έναν κόσμο υπαινιγμό μέσα στον κόσμο τους.» (Ανύπαρκτη ευρυμάθεια).
Στα ποιήματα Βαρόμετρο ελευθερίας, Ηλιοφάνεια σ’ όλο το σώμα, και Η τελευταία εκδοχή, το ταξίδι επίγνωσης ολοκληρώνεται, ο χρόνος που φθείρει και καταστρέφει μπορεί πλέον να εκληφθεί διαφορετικά, να μετατραπεί σε αέναο ερωτικό παρόν, μια που τα δεσμά, με τα οποία οι δύο εραστές επέλεξαν να δεθούν μεταξύ τους, μυρίζουν ελευθερία, και ο θάνατος των εποχών δίνει τη θέση του στη διάρκεια της συντροφικότητας: «[…] Αλλάζει η ζωή και πια δεν μοιράζεται / Αλλάζει η ζωή και πια δεν υπάρχει. / Όμως ποιος πίστεψε ότι μπορεί εμείς οι δυο να χωριστούμε; /Δεμένοι μ’ αλυσίδες βαριές, σχεδόν ασήκωτες / Με τόσες ατέλειες ώστε να μοιάζουμε ιδανικοί / Ευωδιάζουμε ελευθερία / Γιατί η ζωή ταιριάζει με οργασμό /Που πεθαίνει πάντοτε στην ολοκλήρωση / Ίσως γιατί δεν υπάρχουν ποτέ εποχές /Παρά μόνο συναπαντήματα»
Στη συνέχεια, προετοιμάζεται το καινούργιο ταξίδι, με μια απορία: «[…] η
λαχτάρα για το ακατόρθωτο / Μας έκανε ν’ ανταμώσουμε και να τα χάσουμε όλα /Προς τα πού λοιπόν θα βαδίσουμε / Αφού κάψαμε μόνοι μας όλους τους χάρτες;».
Το δεύτερο μέρος είναι το ταξίδι της αναζήτησης. Ο χρόνος πλέον δεν υπάρχει, ως αλλότρια, εχθρική οντότητα Υποστασιοποιείται στους ίδιους τους δύο εραστές: «[…] Φτιαγμένοι από αέρα συμβολίζαμε τον καιρό / […] Βρισκόμασταν ήδη στο χείλος των ημερών που επιλέξαμε / Ζητώντας μέσα τους όχι το χρόνο αλλά τον πόθο[…]» (Το χρώμα της αναζήτησης).
Έτσι, με το διεσταλμένο, ερωτικό παρόν σύμμαχό τους, το επίπονο και τολμηρό ταξίδι πραγματώνεται από θέση ισχύος, ένα ταξίδι μόνο για δύο, επικίνδυνα μοναχικό αλλά τελεσφόρο στην κατάκτηση της ονειρικής ουτοπίας, έστω κι αν ορισμένες φορές, το «χτες» δείχνει ξανά τα δόντια του.
«Με φώτα γραμμής σκοτώναμε τη νύχτα / […] Οι καθρέφτες χλωμοί μα μέσα τους έλαμπε / Το τίποτα που λαχταρούσαμε.» (Καινούργιο ταξίδι)
«Στιγμές απ’ την προσωπική μας αποκάλυψη / Τόσες πολλές που φτιάξαν μιαν αιωνιότητα / Με την ελπίδα ένα τεράστιο κλειδί / Να τρεμουλιάζει ανάμεσα σε χαλασμένες πόρτες.» (Μικροί θεοί)
«Στις γειτονιές των ονείρων / Ο χρόνος πια ξαποσταίνει ξυπόλητος.» (Στις
ί γειτονιές των ονείρων).
Κάθε ποίημα της συλλογής χωρίζεται συνήθως σε τρία ή τέσσερα μέρη, είναι μια μικρή ιστορία-μέλος ή συμπληρωματική εκδοχή — παραλλαγή της συνολικής αφήγησης. Ο ρυθμός είναι στιβαρός ελεγχόμενος. Τολμηρές και εκτενείς μεταφορές, που αισθητοποιούν το ποιητικό αφηγηματικό νόημα. Η γλώσσα σημαίνει, χρησιμοποιώντας προσεγμένες λεκτικές ακολουθίες, παρηχήσεις, εικόνες που ί υποστασιοποιούν τον ονειρικό-συμβολικό χώρο, στον οποίο ταξιδεύουν οι δύο πρωταγωνιστές, μετατρέποντάς τον σε πραγματικό πεδίο δράσης του εξεγερμένου έρωτα. Άλλωστε, οι δύο εραστές είναι ιδεατά αλλά ταυτόχρονα, σαρκωμένα, ποιητικά όντα
Πρόκειται για ένα έργο, που διερευνά στο σήμερα, τις δυνατότητες ενός, θα
έλεγα, δραματοποιημένου-λυρικού υπερρεαλισμού, απομακρυσμένου -προς άρση παρεξηγήσεων- από κάθε ερμητισμό. Τελικά ο Νίκος Μυλόπουλος μας προσφέρει ένα, από πολλές απόψεις, ενδιαφέρον, νεωτερικής έμπνευσης, έργο.

 

Χρίστος Παπαγεωργίου

INDEX Τ.45
Ποίηση συναρπαστική· η οποία αφομοιώνοντας το «εγώ» και μετατρέποντάς το σε «εμείς», είτε παιχνιδίζοντας ερωτικά, είτε ανιχνεύοντας υπαρξιακά, είτε καταγγέλλοντας κοινωνικά, είτε διεκδικώντας συλλογικά, βρίσκει τον τρόπο να επαληθεύσει παλαιότερες και νέες δημιουργικές εκδοχές.

 

ΔΥΟ ΠΑΡΑΘΥΡΑ ΜΕ ΚΙΜΩΛΙΑ

 

Αγγελιοφόρος 19/11/2005

Η ποίηση είναι ανακούφιση»
Τη δεύτερη ποιητική συλλογή του Νίκου Μυλόπουλου με τίτλο «Δυο παράθυρα με κιμωλία» παρουσίασαν οι εκδόσεις «Μεταίχμιο». Με γραφή λιτή ο ποιητής αγγίζει ό,τι πιο ουσιαστικό και δυνατό συμβαίνει στους ανθρώπους, τον έρωτα. «Είναι ένα συναίσθημα ταυτόσημο με τη ζωή και ταυτόχρονα μια παρεξηγημένη έννοια», δήλωσε στον «Α» ο Νίκος Μυλόπουλος, χειρουργός οφθαλμίατρος στο επάγγελμα.
Ο ίδιος πιστεύει πως το βιβλίο του είναι «ένα οδοιπορικό προς τον έρωτα με πυξίδα αυτό που βρίσκεται στην ψυχή». Για τον Ν. Μυλόπουλο το λειτούργημα του γιατρού όχι μόνο δεν τον εμποδίζει, αλλά τον βοηθά στο να
στραφεί στο χαρτί και να καταγράψει τις σκέψεις του.
«Η ποίηση είναι ανακούφιση και χαλάρωση από το στρες. Απελευθερώνει και
ξεκουράζει», σημειώνει με νόημα και τονίζει: «Γράφω αυτό που αισθάνομαι χωρίς να σκεφτώ τι θα ήθελε να διαβάσει ο κόσμος. Αν υπάρχει κάποιος που να μπορεί να με καταλάβει τότε έχει καλώς».
Η πρώτη εκδοτική απόπειρα του Νίκου Μυλόπουλου έχει τίτλο «Παράκτιος πια ο έρωτας» και κυκλοφόρησε πριν από τρία χρόνια

 

ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ

Υποδεχόμενοι τα πρώτα κρύα της άνοιξης με ποιήματα ρόδα κι αφάνταστα
τρυφερή και καλογραμμένη ποίηση από το Νίκο Μυλόπουλο που είχε με τα γραπτά του νωρίς παρεισφρήσει στη ζωή μας υπενθυμίζοντας μας ότι όλο και κάπου εκεί μας αναμένει μιαν άνοιξη, ακόμη κι όταν την ιστορία μας δεν
κάναμε αφίσα…
Στη δεύτερη ποιητική του συλλογή με τίτλο «Δυο παράθυρα με κιμωλία» ο Νίκος Μυλόπουλος μεταφέρει με διάθεση ερωτική, μέσα από τα χρώματα
και τις εικόνες του ποιητικού του κόσμου, ό,τι του διεγείρει τις αισθήσεις και τον καθιστά μάρτυρα παθών, εντάσεων, προκλήσεων, γνωρισμάτων και
χαρακτηριστικών. Μια περιπλάνηση στην ηλικία των ονείρων, κατά την οποία ο ποιητής δεν σταματά ούτε στιγμή ν’ αναζητά τον απλό κι αληθινό έρωτα, την
αγκαλιά, τη ματιά και τη σιωπή της αγάπης.

 

ΠΑΡΑΚΤΙΟΣ ΠΙΑ Ο ΕΡΩΤΑΣ

 

Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πλέθρον η ποιητική συλλογή του Νίκου
Μυλόπουλου με τίτλο Παράκτιος πια ο έρωτας.
Ο Νίκος Μυλόπουλος γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη το 1951. Σπούδασε στην
Ιατρική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσσαλονίκης όπου και
εκπόνησε την διδακτορική του διατριβή. Ειδικεύτηκε στην Οφθαλμολογία και
εργάστηκε σαν επιμελητής στο Ε.Σ.Υ. για 15 χρόνια στη Θεσσαλονίκη.
Ξεκίνησε να γράφει πριν μερικά χρόνια και η συλλογή αυτή είναι η πρώτη που
βλέπει το φως της δημοσιότητας.
Για τα ποιήματα του Νίκου Μυλόπουλου έγραψαν:

 

Διονύσης Καρατζάς
…Η ποίηση σου απλή, γυμνασμένη στο όνειρο και στον έρωτα, κατορθώνει να
πυκνώσει συναισθήματα και σκέψεις σε εικόνες και παραμύθια, αληθινά ποιητικά.
Μπράβο σου….

Δημήτρης Μίγγας
… .Πολύ καλή δουλειά…

Τάκης Βαρβιτσιώτης
…Τα ποιήματά σας λάμπουν από ειλικρίνεια, από γόνιμη σιωπή και κάποτε από μια
δραματική ένταση. Μπορείτε να αφοσιωθείτε στη δημιουργική σας προσπάθεια με τη
βεβαιότητα ότι υπηρετείτε ανόθευτα την ποίηση….

Μάρκος Μέσκος
… Θέλει πορείες και υπομονή η γραφή της ποίησης. Θα έλεγα : βαθύτερα, βαθύτερα,
ένδον σκάβετε. Εκεί τα θαύματα και οι ουσίες και οι συνθέσεις. Καλό κατευόδιο!

Αλμπέρτος Ναρ
..Τα ποιήματά σας μου άρεσαν. Έχετε όλες τις προϋποθέσεις για να πάτε μπροστά και
να συνεχίσετε την παράδοση των καλών ποιητών που ανάδειξε η πόλη μας.

Περικλής Σφυρίδης
…Ο «Παράκτιος Έρωτας» είναι μια καλή αρχή για να συνεχίσετε και να θυμάστε
ότι η ποίηση – η τέχνη γενικά – στοχεύει περισσότερο στην καρδιά και λιγότερο στο
νου μας…

Τόλης Νικηφόρου
…Τα ποιήματά σας έχουν γραφτεί με αγάπη για τη γυναίκα, για την αθωότητα, για
μια αληθινή ζωή. Αυτές είναι ανεξάντλητες πηγές με πεντακάθαρο νερό. Η ματιά σας
στον κόσμο έχει εκείνο το αιρετικό στοιχείο που χαρακτηρίζει τους ποιητές..

Πρόδρομος Μάρκογλου
…Νομίζω πως για όλους μας το πρόβλημα είναι πως η σκέψη θα γίνει γλώσσα… Να είσαι καλά…

Ντίνος Χριστιανόπουλος
Διάβασα τα ποιήματά σας. Τα βρήκα κάπως αδύνατα αν και καλογραμμένα.
Ξεχώρισα τη «Δίψα». Αξίζει να επιμείνετε.

Νάσα Παταπίου
Η ποίησή σας είναι ενδιαφέρουσα, οι στίχοι σας μαρτυρούν ευαισθησία και
στοχασμό.

Σάκης Σερέφας
Ασφαλώς γνωρίζετε πώς να «στήνετε» και να ξετυλίγετε ένα ποίημα κι αυτό είναι μία
ουσιαστική επάρκεια για τη συνέχεια. Τα ποιήματά σας φανερώνουν μια συνθετική
και αφηγηματική ικανότητα η οποία αποζητά μία χθόνια γείωση.

Χρίστος Παπαγεωργίου
Ο Νίκος Μυλόπουλος, σχεδόν κάτω απ’ την πίεση του χρόνου, πάντα όμως με θετική προσαρμογή σε εμπειρίες ζωής, καταθέτει με ερωτική διάθεση, λυρισμό και ισορροπημένη κοινωνικότητα, ό,τι του διήγειρε τις αισθήσεις και τον κατέστησε μάρτυρα παθών, εντάσεων, προκλήσεων, γνωρισμάτων και χαρακτηριστικών, που επιμελώς βίωσε. Άρα μιλάμε για ολοκληρωμένη ποίηση, η οποία εντελώς διαφανής και απλή μέσα στην ομίχλη των προσωπικών παραμέτρων, δομείται με γλώσσα, που χωρίς να κρύβει το πρωτογενές, επιχειρεί και τα καταφέρνει να εξυψώσει, αυτό που έρχεται ως αποτέλεσμα των ατομικών διεργασιών, στο πνεύμα, στο χώρο και στη σκοτεινή αίθουσα, μέσα απ’ την οποία η Τέχνη αποστέλλει τα μυνήματά της.

Πανσέληνος 9/3/2003
Ποιητική συλλογή από τον Θεσσαλονικιό Νίκο Μυλόπουλο. Το έργο του
χαρακτηρίζεται από έντονο λυρισμό, χωρίς να λείπει το στοιχείο του υπαρξιακού και
κοινωνικού προβληματισμού.

Αγγελιοφόρος 11/1/2003
Ο Νίκος Μυλόπουλος, όμως, βλέπει περισσότερο με τα μάτια της ψυχής
μετατρέποντας τις εικόνες σε ποίηση.

ΤΑ ΝΕΑ 22-23/3/2003
Μια ποιητική συλλογή με 54 ποιήματα αφιερωμένα σε μια αγάπη που ξεκίνησε, σε
μια αγάπη που τελείως, σε μια αγάπη που θα έρθει.
ΠΡΟΘΗΚΗ Φεβρουάριος 2003
Η ποιητική συλλογή του Νίκου Μυλόπουλου «Παράκτιος πια ο έρωτας» που
κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις ΠΛΕΘΡΟΝ αποτελείται από πενήντα περίπου
ποιήματα, εμπνευσμένα από εκείνα τα βαθιά και έντονα συναισθήματα που κάνουν τη ζωή ξεχωριστή. Ο λυρισμός και η γλαφυρή αναπαράσταση των εικόνων προσδίδουν στα ποιήματα μια αδιόρατη τραγικότητα που προκύπτει από την σχεδόν θεατρική δόμηση των στίχων. Ο απόλυτα εναρμονισμένος συγκερασμός της απόγνωσης και της ελπίδας, αν και προκαλεί στον αναγνώστη αντιφατικά συναισθήματα, τελικά τον οδηγεί στην ψυχική και πνευματική ηρεμία.

ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ 13/5/2003
Η γραφή εναντίον της προδοσίας, η ενοχή και η προσμέτρηση των ευθυνών για την απώλεια της αθωότητας, η συχνότητα της ανάγκης για καταφυγή σε τοπία ονείρων, το ξόρκισμα της παραίτησης διά της αναγνωρίσεώς της, θέματα όλα αυτά που απασχολούν το Νίκο Μυλόπουλο στο πρώτο ποιητικό
βιβλίο του. Ο αναγνώστης θα αναγνωρίσει τη γνησιότητα των προθέσεων,
συχνά δε θα επιδοκιμάσει την οικονομία του λόγου: «Ητανε τόσο στριμωγμένες / Οι ψυχές εκεί πέρα / Ωστε σηκώθηκε μια /να πάρει αέρα. / Σπάσανε τότε τα νερά / Και τρέχανε βραδιάτικα /τη μάνα μου στο Μαιευτήριο

ΠΡΟΘΗΚΗ Τ.3 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2003
Η ποιητική συλλογή του Νίκου Μυλόπουλου «Παράκτιος πια ο έρωτας», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΠΛΕΘΡΩΝ, αποτελείται από πενήντα περίπου ποιήματα, εμπνευσμένα από εκείνα τα Βαθιά και έντονα συναισθήματα που κάνουν τη ζωή ξεχωριστή. 0 λυρισμός και η γλαφυρή αναπαράσταση των εικόνων προσδίδουν στα ποιήματα μια αδιόρατη τραγικότητα που προκύπτει από τη σχεδόν θεατρική δόμηση των στίχων. 0 απόλυτα εναρμονισμένος συγκερασμός της απόγνωσης και της ελπίδας, αν και προκαλεί στον αναγνώστη αντιφατικά συναισθήματα, τελικά τον οδηγεί στην ψυχική και πνευματική ηρεμία.

Ι.Μ. ΚΟΛΙΟΠΟΥΛΟΣ

Κασταλία τ.140

Σιωπηλός, ακίνητος ο αγαπητός ομότεχνος Νίκος Μυλόπουλος…. Καρτερούσε «καρτερικά» για χρόνια τη στιγμή! Τώρα που «σπάζει» – θρυμματίζει τη σιωπή του (εννοώ τη λογοτεχνική!)… η «ποιητική» ακινησία του γίνεται τρέμουλο στη Λύρα της Ποίησης…. Εμείς σωπαίνουμε και ακίνητοι, ασάλευτοι και αφουγκραζόμαστε τη φωνή του. Γνήσια, αυθεντική… γέννημα της προσμονής, χαρμόσυνο προϊόν της πλησμονής…, Όπως το εκφράζει ο αγαπημένος μου Ποιητής (και του φίλου μας του Λέανδρου Βατάκη που τόσο τον αγάπησε και τον απέδωσε στη γλώσσα μας) T.S. Eliot: «Έτσι το σκοτάδι θα ‘ναι φως και η ακινησία ο χορός (East Coker III).
Ο φίλος συνάδελφος Ν.Μ. Με την πρόσφατη συλλογή του «Παράκτιος πια έρωτας» μας από-καλύπτει όχι μόνο την ποιητική του διάθεση και
ικανότητα αλλά τη «φλέβα» που πάλλει… μας από-καλύπτει τη διονυσιακή μέθη. Σε μια συλλογή γεμάτη πάθος, κίνηση, φλογερό λόγο που
διαρρηγνύει την εύγλωττη σιωπή του! Που έκρινε «μέσα στην άχνη της άμμου» (σ. 11) τώρα εκεί στον «παράκτιο…. Έρωτα» τραγουδάει…
Οι εικόνες του είναι μια λάμψη!, ή λάμψεις μέσα στη νύχτα της καθημερινότητας, της ρουτίνας, του σκοταδισμού… Παρ’ ότι πολύ «ποιητικά»! Μας προειδοποιεί, (στο «όσο χιόνι απέμεινε» σ. 24) «Μη χαϊδεύεις τη λάμψη… θα μας δουν…»
Η ποίησή του βαθύ ανατρίχιασμα ψυχής. Βαθειά, απέραντη ανοίγεται μπροστά
μας η διάθεση… η λογοτεχνική ως «ελεγεία της αμμουδιάς» (σ. 26).
Εικονολάτρης, Εικονοπλάστης όπως κάθε γνήσιος Δημιουργός! Ας θυμηθούμε
μερικές εικόνες τους. «Μου προσφέρει την πλάτη γυμνή. Να ζωγραφίσω επάνω της. Λίγες λέξεις ακόμα» (σ. 16) «Διάρρηξε την αποθήκη των
αναμνήσεων» (σ. 34). Ψάχνω στα σκουπίδια να βρω Την παιδική αθωότητα
Που την είχα μόλις κατέβηκα Το φεγγίτη της σκέψης…» («Ρήγματα»)
Πολλές όμορφες, ζωντανές, εκφραστικές εικόνες, ποιες να πρωτοαναφέρω;
«Κρεμασμένος στων γλάρων τις φτερούγες» (σ. 39). Αλλά και ο ίδιος, ο Ν.Μ. νοιώθει… «Οι φτερούγες στη μασχάλη μου»
Ετσι μεταμορφώνεται σε «Ίκαρο Ποιητή» που πετάει και μας παίρνει, μας συμπαρασύρει μαζί του στο πέταγμά του. Προσοχή, φίλε μου εκλεκτέ:!, μην πας πολύ κοντά στον Ήλιο! Και «καούν» τα φτερά σου… γίνουν αποκαΐδια… Είναι επικίνδυνα τα πετάγματα! Οι εικόνες του, αποκτούν όμως, μεγαλύτερη ένταση (ίσως και βάθος) μέσα στις αντιθέσεις τους! Το ολοπόρφυρο αίμα με το κάτασπρο, λευκό χιόνι (σ. 14). Η «Σταύρωση» – «Ανάσταση» (σ. 17). Κ.α.
Ο Ν.Μ. είναι γιατρός των ματιών ή γιατρός για τα μάτια του… κόσμου! (όπως
και εγώ), πετυχημένος ασχολούμενος ιδιαίτερα με το γλαύκωμα, εκεί στην όμορφη Νύμφη του Θερμαϊκού!
Γι’ αυτό προβάλλει σ’ αρκετά ποιήματά του και τα μάτια…
«Αιρετικοί στα φουγάρα των ματιών σου»! (Ίσως για μας, όχι τόσο πετυχημένο όσο το….) «Οι υδρορροές των ματιών μπουκώνουν»
(Κάτι ξέρει για το ενοχλητικό σύμπτωμα της δακρύρροιας αλλά και το επίσης – ίσως πιο βασανιστικό – της ξηρόφθαλμίας! Σαν την «ανυδρη γη» του Ελιοτ)
«Το δάκρυ κρύωνε στις άδειες κόχες» «Και σαν αντίλαλος κρύφτηκε μέσα στα μάτια σου» (σ.57) και λίγο πιο κάτω: «Τίναξε τη σκόνη απ’ τα βλέφαρα» (Το φως)
Πολλές αναφορές όπως, η σπαρακτική κραυγή στο «Δώσε μου»! «Δώσε μου τα μάτια σου Να γεμίσω τις πληγές Που άφησε η ανάσα σου». Η πολύ όμορφη εικόνα: «Ακολουθώντας όμως τα μονοπάτια των ματιών σου»
Ο Ν.Μ. Βαθειά ελληνολάτρης, ελπίζει να φτιάξει τον κόσμο τον αυριανό (σ. 540 ολόιδιο με τον παλιό κόσμο…
Σε μια κριτική προσέγγιση (και το δηλώνω ευθαρσώς δεν είμαι κριτικός!) θα αναρωτηθεί ο απαιτητικός αναγνώστης μας, τόσο τυφλωμένος είσαι και δεν βλέπεις, δεν ξεκραίνεις κανένα ψεγάδι;!
Θα απαντήσω ειλικρινέστατα – Ποιος μπορεί αβασάνιστα και υπεύθυνα όχι επιπόλαια ή επιπολής! Να βρειψεγάδια σε κάτι που πηγάζει ως «αρτεσιανό φρέαρ», όπου τα όνειρα γίνονται μορφές – εικόνες, ιδέες, οράματα!
Πιστεύω κανείς! Αν επίμονα όμως αναζητούσα κάτι, ίσως θα ‘λεγα – Καλό
ν’ αποφεύγουμε λέξεις κοινότυπες ή λίγο αηδιαστικές (πολλές γυναίκες θα διαφωνήσουν!) όπως το «σπέρμα!» (σελ. 13), ενώ σ’ άλλη θέση (σελ. 62), είναι πιο καλοδεχούμενη η λέξη! Ίσως πάλι, προσωπική πολύ προσωπική θέση!
Στη σελ. 19 «Δε χωράνε μαζί Ποτέ δύο άνθρωποι» Ισως αγαπητέ μου Νίκο, ναι, εκτός αν γίνουν ένα! Σαρκικά ή ψυχικά (και σίγουρα το γνωρίζεις καλά!).
Ίσως ακόμη στερείται ή απουσιάζει ο φιλοσοφικός διαλογισμός!, η υπαρξιακή
αγωνία, η υψηλή θεώρηση της ζωής και του κόσμου…. Διάβολε, ποίηση γράφει, δεν ασχολείται με φιλοσοφικά δοκίμια!
Όταν γράφουμε… ποίηση εκφράζουμε τη δική μας σκέψη και τα προσωπικά μας αισθήματα, το ίδιο και όταν την…. Διαβάζουμε ή την κρίνουμε! Εγώ (δικαιολογείστε το πρώτο πρόσωπο, αναφέρεται μόνο, για να αναλάβω
πλέρια την ευθύνη όσων καταθέτω εδώ!) χάρηκα το ειρωνικό, συγκλονιστικό
«Φονιά» που ενώ σκότωσε τόσα άκακα…. Ζωάκια και ζητάει, εκλιπαρεί «Συγνώμη»! δεν λυπάται που σκότωσε τόσες… αγάπες! Επίσης μου άρεσε ο δραματικός «Μονόλογος του τυφλού» που κλείνει η συλλογή! Ίσως για ν” ανοίξει σύντομα με μια νέα – συλλογή που την περιμένουμε:!

 

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗ ΠΑΡΟΔΟ

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΝΙΚΟΣ ΜΥΛΟΠΟΥΛΟΣ ΓΡΑΦΕΙ:

ΑΠΟΤΥΠΩΜΑΤΑ ΜΙΑΣ ΟΥΤΟΠΙΑΣ

Ξεκίνησα να γράφω αφού είχα ολοκληρώσει τρείς κύκλους στη ζωή μου, έχοντας πλάι μου σ’ όλη αυτή τη διαδρομή το φάντασμα της συνείδησης να με καταδιώκει αμείλικτα όχι για ό,τι έκανα αλλά κυρίως για ό, τι δεν είχα κάνει. Έτσι προέκυψε, δεν το επέλεξα συνειδητά, η ανάγκη να καταγράψω την πορεία και την αναζήτηση μου και μέσα από τον στίχο να προσπαθήσω να συμφιλιωθώ με το μέσα μου. Πιστεύοντας πώς ή καταγραφή και η οινοποίηση της περιπλάνησης αυτής θα αποτελούσε το καλύτερο εργαλείο για την καταπολέμηση της εσωστρέφειας άρχισα να ζωγραφίζω λέξεις κι εικόνες να πληκτρολογώ σε μία προσπάθεια αυτογνωσίας με σκοπό καταρχήν να απελευθερώσω των ψυχή μου και κατά δεύτερο λόγο να κατορθώσω αποπλανώντας το εφήμερο και την έντονη αβεβαιότητα του τώρα να κερδίσω την ειρωνεία των αισθήσεων από την πικρή σιγουριά τού τελειωμένου.
Αυτό που με απασχολούσε και με κέντριζε από τα χρόνια τα παλιά ήταν η έννοια του έρωτα με όλη τη σημασία της. Θεωρώντας λοιπόν ότι ό έρωτας είναι ταυτόσημος με την ίδια την ζωή, η με άλλα λόγια ή ζωή δεν έχει την παραμικρή αξία δίχως τον έρωτα, αποφάσισα μέσα από τον στίχο να τον προκαλέσω, να ξεγυμνωθώ μπροστά του, να σκάψω όσο πιο βαθειά γίνεται περιγράφοντας με βιωματική τόλμη όλες εκείνες τις εικόνες που θα μπορούσαν να συνεισφέρουν έστω στο ελάχιστο στη στιγμιαία απόλαυση της ουτοπίας αφού η αλήθεια είναι σκληρή κι αντέχεται μόνο στην εύφορη περίοδο των ονείρων.
Μέσα απ’ την ενεργό ενασχόληση όλα αυτά τα χρόνια κατέληξα στη θέση ότι ο έρωτας είναι θείο δώρο, είναι ανάσα και δροσιά που τόσο σπάνια μάς χαρίζεται η μάς επιλέγει και που τόσο άδικα χάνεται μέσα στις επιταγές της σύγχρονης σκέψης, της συμβατικότητας πού πνίγει στα πλοκάμια της τούς εραστές και της συνήθειας πού είναι το δηλητήριο των εφησυχασμένων.
Ο έρωτας είναι ένα μεγάλο και πολλές φορές απρόβλεπτο παράθυρο που μας επιτρέπει να αναπνέουμε στον καθημερινό μας λαβύρινθο. Είναι στάση ζωής, είναι συναίσθημα, ακούσματα κι εικόνες, προσπάθεια κι αγωνία, χαρά και ευτυχία, πάθη κι εντάσεις, είναι όλεθρος. Είναι δόσιμο χωρίς υπολογισμούς μέσα στην ομίχλη των προσωπικών παραμέτρων, είναι κάλεσμα για συντροφικότητα μέσα στην έρημο των συν-ανθρώπων σε μία εποχή ισοπεδωτική με μνήμη απρόσωπη. Είναι φιλί, είναι αγκαλιά, είναι το άρωμα τού άλλου, είναι η μεγαλειώδης διαδρομή, η υπέρβαση που επιδιώκει ο άνθρωπος στο έξ ορισμού σύντομο ταξίδι του.
Το κάθε βιβλίο μου είναι ένα οδοιπορικό προς τον έρωτα με πυξίδα την ψυχή και ταυτόχρονα ένα αγκάλιασμα, ένα σφίξιμο, ένα χάδι, μια γροθιά στην κοινωνία ή οποία περιέρχεται μέρα με τη μέρα σε σκοτάδι πηκτό παρά τούς τεχνητούς φωτισμούς πού αφθονούν και της προσδίδουν μια φθηνή, εφήμερη και ψεύτικη λάμψη.
Γράφω αυτό που αισθάνομαι, που σκέφτομαι, που με προβληματίζει χωρίς εκ των προτέρων να σκεφτώ τί θα ήθελε να διαβάσει ο αναγνώστης.
Συγκινούμαι και τρέμω στην ιδέα όμως πως κάποιοι θα συμφωνήσουν μαζί μου ή ακόμα καλύτερα πώς κάποιοι άλλοι θα διαφωνήσουν καταθέτοντας μέσα από ανάλυση τη θέση τους γιατί νομίζω πώς όλη αυτή η ζύμωση και η ανατροπή είναι πού χρειαζόμαστε και που προέχει.
Διακηρύσσω μέσα στα ποιήματά μου λοιπόν την αδιάκοπη πίστη στον έρωτα και την ρήξη με τη συμβατικότητα κι αυτή η διαδρομή είναι ότι αξίζει καταγράφοντας αληθινές στιγμές μέσα στον ιστορικό χρόνο.
Ακόμα προσπαθώ να παροτρύνω τούς αναγνώστες να σκύψουν λίγο στον εαυτό τους, να μιλήσουν μαζί του από το να συζητούν-κριτικάρουν μόνο τις πράξεις των άλλων, μη αντέχοντας άρα σκοτώνοντας οτιδήποτε οι ίδιοι δεν τολμούν να πράξουν.
Αν εξετάσει ο καθένας από εμάς τον μικρόκοσμο μέσα στον όποιο ζει, λειτουργεί και αναπνέει θα δει ότι η πραγματικότητά μας είναι μία πραγματικότητα πνιγηρή, κατασκευασμένη από κάποιους οι όποιοι προσπαθούν να μάς επιβάλλουν να πιστέψουμε ότι ή πραγματικότητα είναι αυτή και μόνον αυτή και μέσα σ’ αυτήν θα πρέπει όλοι εμείς να ενεργούμε.
Ακόμα αυτοί οι κάποιοι προσπαθούν να επιβάλλουν τους όρους και τους κανόνες των ανθρωπίνων σχέσεων σε μία κατά τα δικά τους πρότυπα «ευνομούμενη» κοινωνία και το πιο ανατριχιαστικό ίσως είναι ότι παρουσιάζουν κάποιους «άλλους» σε όλους τούς ευαίσθητους χώρους συμπεριλαμβανόμενος και της Τέχνης οι όποιοι υποτίθεται ότι είναι οι «επαναστάτες» που θα προκαλέσουν προκαθορισμένα ρήγματα στοάς πρώτους.
Κι εδώ τίθεται η μεγάλη ευθύνη της Τέχνης. Η Τέχνη στο σύνολό της και ειδικά η Ποίηση είναι μια διαδικασία δημιουργική που οφείλει να λειτουργήσει σαν ξυπνητήρι προκαλώντας μια παρατεταμένη αφύπνιση που θα σημάνει την ώρα της ανησυχίας και της αμφισβήτησης των καθιερωμένων και την αποτίναξη και ρήξη αυτού τού πλέγματος που ο καθένας επιτρέπει για τους δικούς του λόγους να τον περιβάλλει και να τον πνίγει.
Τελειώνοντας θα έλεγα πώς όλοι εμείς πού γεννηθήκαμε περίπου στα μισά του προηγουμένου αιώνα υπήρξαμε αποδέκτες μιας τεράστιας πολιτιστικής κληρονομιάς από πολύ σημαντικούς ανθρώπους της Τέχνης. Το καίριο ερώτημα είναι εάν κι εμείς κληροδοτούμε στους νεότερους κάτι ανάλογο ή βολεμένοι στους επίγειους στενόχωρους αλλά γυαλιστερούς τάφους μας κριτικάρουμε μόνο στην νέα γενιά πιστεύοντας πώς μπορεί να εκπληρώσει το καθήκον της μέσα από παρθενογένεση;

 

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΑΡΙΖΩΝΗ

Τον Νίκο Μυλόπουλο τον γνώρισα από τη συλλογή του «παράκτιος πια ο έρωτας». Θυμάμαι πως τον διέκρινε μια διστακτικότητα αλλά και ένα είδος σκεπτικισμού γύρω από τα ποιήματά του. Μού είχε χαρίσει τότε την πρώτη εκείνη συλλογή με την παράκληση να του πω την γνώμη μου. Πραγματικά διαβάζοντας τα ποιήματά του διαισθάνθηκα ότι ο Νίκος Μυλόπουλος διέθετε ένα σοβαρό απόθεμα ευαισθησίας μέσα του που αν το χειριζόταν σωστά θα του απέδιδε αξιόλογους καλλιτεχνικούς καρπούς. Και βέβαια δεν έπεσα έξω. Μετά από λίγο καιρό ακλούθησε μια δεύτερη και στη συνέχεια μια τρίτη ποιητική συλλογή, όπου ήταν ευδιάκριτα πλέον τα ποιητικά του χαρίσματα αλλά και η σταθερή ανοδική πορεία του στην έντεχνη γραφή. ’Οφείλω βέβαια να πω ότι ο τομέας που διάλεξε για να εκφράσει τις ευαισθησίες του είναι ο πιο μικρόψυχος και άχαρος γιατί η ποίηση όπως όλοι γνωρίζουμε δεν σού παραχωρεί ποτέ τίποτα ούτε αναγνώριση ούτε δόξα ούτε υλικά αγαθά πέραν της ευφορίας που σου προκαλεί κατά την διάρκεια της γραφής της και όχι πάντα. Η ποίηση όχι μόνο δεν χαρίζεται σε κανέναν, αλλά απαιτεί διαρκή μόχθο και επαγρύπνηση, συνεχή δοκιμασία όχι μόνο στο χαρτί αλλά και στον πραγματικό βίο, θυσίες, σπατάλη ψυχής, χρόνου κι αισθημάτων για να σου παραχωρήσει στο τέλος λίγους καλούς στίχους. ’Επειδή κι εγώ είμαι ποιήτρια και καταπιάνομαι με την ψυχοφθόρα αυτή τέχνη δεν θα προέτρεπα ποτέ κανέναν να ασχοληθεί μαζί της αν δεν διέθετε ταλέντο πολλών βολτ και ταυτόχρονα μεγάλες δόσεις υπομονής και ανιδιοτέλειας. Αντίθετα η πεζογραφία ήταν και είναι πολύ πιο γενναιόδωρη με όσους την υπηρετούν ακόμα κι αν οι τελευταίοι διαθέτουν μικρό ανάστημα. Γι’ αυτό όταν μιλάμε για την ποίηση λαμβάνουμε απ’ την αρχή υπόψη μας ότι ο δημιουργός, ο ποιητής κινείται πέρα απ’ το προσωπικό του συμφέρον, υπακούοντας σε μια εσωτερική παρόρμηση, σε κάποιο μυστικό πάθος που τον καθοδηγεί και του υπαγορεύει τα ποιητικά κείμενα. Με άλλα λόγια ή ποίηση είναι σαν τον έρωτα. Τα δίνεις όλα και δεν περιμένεις τίποτα. Και φαίνεται πως ο Νίκος Μυλόπουλος διακατέχεται από αυτόν τον έρωτα και δεν το κρύβει. Έτσι έχουμε μια πλούσια παραγωγή ποιητικών συνθέσεων τον τελευταίο καιρό και μια συνεχή βελτίωση στον ποιητικό του λόγο που είναι πολύ πιο ευδιάκριτη στο πρόσφατο βιβλίο του. Στην τελευταία λοιπόν ποιητική συλλογή περιλαμβάνει 57 ποιήματα τα όποια τα χωρίζει σε ενότητες με ιδιαίτερους τίτλους: Κυκλάμινα λήθης, ή νεκρή στρατιά των πυγολαμπίδων, ο τέλειος θάνατος, η μικρή και μεγάλη συμπόρευση, απόηχος, νοερός κόσμος, οι εραστές πάντα σιωπούν, μετά όλα καλά θα πάνε, απέραντης διάρκειας στιγμές, μα δεν είχαμε λησμονιά, ιστορίες τρελών ονειροπόλων, ό μικρός ναύσταθμος, τα πολύτιμα δευτερόλεπτα. Τα υπαρξιακά προβλήματα απ’ ό,τι φαίνεται αποτελούν τους θεματικούς άξονες της ποίησης τού Νίκου Μυλόπουλου. Ο θάνατος, ο έρωτας, η μνήμη, το όνειρο και η ονειροπόληση, ο χρόνος όλα αυτά συνιστούν το υλικό των ποιημάτων, ενώ ευδιάκριτη είναι και μια καυστική αλλά ταυτόχρονα και φιλοσοφική διάθεση στην αντιμετώπιση των καθημερινών και συχνά μάταιων για τον ποιητή πραγμάτων:

Έτσι η σκόνη έρχεται, φεύγει
τα δευτερόλεπτα χαραμίζονται γαλήνια
κι αυτή η προετοιμασία για τον αφανισμό
είναι που προέχει.

γράφει χαρακτηριστικά στο τελευταίο ποίημα της συλλογής του.
Ίσως η ποίηση να σε οπλίζει με μεγαλύτερη διορατικότητα στα ζητήματα πού
έχουν να κάνουν με την ανθρώπινη ύπαρξη γιατί παρέχει τα αισθητικά της κριτήρια και μέτρα πού βρίσκονται πέρα από τη συμβατική λογική και την κοινή γλώσσα. Για αυτό και ή ποίηση μπορεί να εκφράσει πολύ πιο καίρια τα προβλήματα πού συνδέονται με την τραγικότητα τού ανθρώπινου προσώπου του και της μοίρας του. Βέβαια ό Νίκος Μυλόπουλος δεν ατενίζει μόνο την τραγική πλευρά των πραγμάτων αλλά και τις όμορφες πλευρές τους όπως για παράδειγμα τον έρωτα Είδη από τον τίτλο «Οι εραστές πάντα σιωπούν» δίνει το στίγμα του, αλλά και στη συνέχεια το θέμα έρωτας επανέρχεται σταθερά, επαναπροσδιορίζεται με βάση πότε τις καλές και πότε τις οδυνηρές του όψεις. Θα σας διαβάσω ένα ποίημα πού για μένα ίσως να είναι το πιο ωραίο της συλλογής, αλλά και αποδίδει με τον καλύτερο τρόπο το κλίμα που επικρατεί στην ποίηση τού Νίκου Μυλόπουλου.

Τα πιο σοβαρά πράγματα
Τα ακούς συχνά από το στόμα των παπαγάλων
Πού είναι άλλωστε οι μόνοι που επέζησαν
’Από κείνη την φοβερή έκρηξη αλληγορίας
Γι’ αυτό και οι εραστές πάντα σιωπούν
Αποφεύγοντας έτσι τους κοινότυπους ρόλους
Κι είναι αυτή η ατέλειωτη οικονομία δυνάμεων
Πού εμπνέει όσους αγάπησαν πολύ στη ζωή τους
Ν’ ατενίζουν συνέχεια πανσέληνο
Όταν οι άλλοι δεν είδανε ούτε φεγγάρι.

Ο μεγάλος έρωτας λοιπόν, η συναρπαστική περιπέτεια της άγάπης συνδέεται με την σιωπή με την οικονομία δυνάμεων απέναντι στην απεραντολογία που περιβάλλει το τίποτα, το μεγάλο κενό στις ανθρώπινες σχέσεις και στα άγονα συναισθήματά τους.
Πράγματι η Αγάπη δεν χρειάζεται πολλά λόγια και επεξηγήσεις, δεν έχει ανάγκη από τις συμβατικές σημασίες, δεν συνάδει με τον αργό λόγο, όπως λένε και οι μοναχοί. Γι’ αυτό κι οι εραστές πάντα σιωπούν, σιωπούν ατενίζοντας όμως την πανσέληνο εκεί που οι άλλοι δεν ανακράζουν ούτε το φεγγάρι. Πολύ πρωτότυπος ό συλλογισμός τού Νίκου Μυλόπουλου και εξαιρετικά πετυχημένη η αλληγορία του.
Ωστόσο την οικονομία του λόγου δεν την επισημαίνει μόνο στον έρωτα ο ποιητής αλλά την εφαρμόζει και στην ίδια την ποίησή του. Τα ποιήματά του είναι χτισμένα προσεκτικά με ζυγισμένο λόγο. Δεν φλυαρεί, δεν πλατειάζει, επιλέγει με σύνεση το υλικό του, διαλέγει τις λέξεις μία και τις μετουσιώνει. «Δεν είχα επιλογή άλλη από τη μετουσίωση», ομολογεί σ’ ένα του στίχο και νομίζω ότι αυτή είναι η καλύτερη επιλογή για έναν ποιητή όχι μόνο στην γραφή αλλά και στην πραγματική ζωή του. Να κάνει ποίηση την ιδία την ζωή. Ή ποίηση άλλωστε δεν είναι μόνο τέχνη αλλά και στάση ζωής. 0ι εραστές λοιπόν και οι ποιητές που είναι αιώνια ερωτευμένοι ατενίζουν πάντα την πανσέληνο κι αυτό είναι ίσως το μοναδικό τους προνόμιο αλλά και το δώρο που τους δίνεται από τη μούσα της τέχνης.
Άλλα θεματικά μοτίβα που επανέρχονται στον Νίκο Μυλόπουλο όπως ανέφερα και στην αρχή είναι το όνειρο, ο χρόνος, η μνήμη και βέβαια ό θάνατος. Άλλωστε έρωτας θάνατος συνιστούν το γνωστό διπολικό σχήμα γύρω απ’ το όποιο περιστρέφεται όλη ή λογοτεχνία. Ίσως και όλη μας η ζωή

Δεν βλέπω όνειρα μη σε δω
Μαζεύω κυκλάμινα λήθης, γράφει κάπου.

Απ’ ό,τι φαίνεται το όνειρο, ο χρόνος αλλά και η μνήμη κι εδώ ανήκουν στο ερωτικό συναίσθημα και μόνο σ’ αυτό.
Θέλω να κάνω μια παρατήρηση πάνω στην ποίηση τού Νίκου Μυλόπουλου: Όταν ό ποιητής μιλάει με εικόνες η ποίησή του γίνεται πολύ πιο δυνατή. ’Επειδή ακριβώς η χρήση της εικόνας προσδίδει μεγαλύτερη δύναμη στον λόγο και κυρίως δημιουργεί ισχυρούς συμβολισμούς. Οι σκέψεις και τα συμπεράσματα δεν είναι απαραίτητο να αποτυπώνονται στους στίχους, αλλά μπορούν να προκύπτουν από την συμβολική χρήση της εικόνας, ή από την υπαινικτική χρήση της λέξης. Βέβαια στην ποίηση του Νίκου Μυλόπουλου υπάρχει μια διάχυτη φιλοσοφική διάθεση, όπως συμβαίνει και σε άλλους ποιητές. ’Άλλωστε όλοι λίγο πολύ φιλοσοφούμε
όταν γράφουμε. Νομίζω όμως ότι αν αρχίσει να χρησιμοποιεί πιο συστηματικά την εικόνα ως εκφραστικό μέσο στην ποίησή του θα φτάσει σε υψηλότερα αισθητικά αποτελέσματα.
Τέλος άθελα να μιλήσω για την καλαίσθητη πάντα έκδοση των ποιημάτων του
από τις εκδόσεις Μεταίχμιο που προϊδεάζουν θετικά από την αρχή τόσο από το εξώφυλλο όσο και από το συνολικό στήσιμο του βιβλίου τον αναγνώστη και
κάνουν ακόμα πιο ευχάριστη την ανάγνωση των ποιημάτων. Το μότο του Τάσου Λειβαδίτη στις πρώτες σελίδες «Γιατί πριν μπεις ακόμα στη ζωή μου είχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρά μου αγαπημένη» σου δίνει την πυξίδα πλεύσης στο μικρό πέλαγος της ποίησης του Νίκου Μυλόπουλου. Μικρό μεν αλλά με απότομα και σκοτεινά βάθη που σε παρασέρνουν ξαφνικά, με κυκλώνες και ισχυρούς ανέμους που σηκώνουν «τα καράβια και τα κάνουν να κατρακυλούν στις σκάλες του σπιτιού» για να παραφράσω έναν δικό του στίχο, που σε ταξιδεύει τελικά ανάμεσα από τα παράξενα νησιά της ποίησης αλλά και τους πολυδαίδαλους και μαγικούς της ορίζοντες. Το ταξίδι της ποίησης του Νίκου Μυλόπουλου αυτή τη φορά είναι για τους εραστές που σιωπούν παραδομένοι στο δικό τους κρυφό ταξίδι μέσα στον εαυτό τους, μέσα στον έρωτα που αποτελεί και το πιο μοιραίο ταξίδι της ζωής για όλους μας.

 

ΛΕΑΝΔΡΟΣ ΒΑΤΑΚΑΣ

ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΑΙΟΥ «ΟΙ ΕΡΑΣΤΕΣ ΠΑΝΤΑ ΣΙΩΠΟΥΝ»
(στις 5.12.07 στο βιβλιοπωλείο bustart στη Θεσσαλονίκη)

Αγαπητοί μου φίλοι,
Κάθε ποιητής είναι από μονός του ένα αίνιγμα. ένα αίνιγμα που, σχεδόν όλες τις φόρες, ούτε ο ’ίδιος δεν μπορεί να επιλύσει. από την άλλη μεριά ο μοντέρνος ποιητικός λόγος είναι μια απόπειρα κρυστάλλωσης αισθημάτων, συναισθημάτων, λογικών συνειρμών, επαναστατημένων σκέψεων και ενδόμυχων κωδικών σε ένα περιβάλλον όπου οι ερμηνείες ιριδίζουν και
παραλλάσσουν έτσι ώστε ο λόγος να καθίσταται, γι’ αυτούς που τον προσέχουν, ένα σοβαρό εργαλείο κατανόησης του μύχιου εαυτού τους και γι’ αυτό και του κόσμου εν γένει.
Ο ποιητικός, λοιπόν, λόγος της εποχής μας καθίσταται, κατά κάποιο τρόπο, αποκαλυπτικός αλλά και εξαγνιστικός τόσο των προθέσεων όσο και των αισθημάτων μας.
Μια περιδιάβαση στην τελευταία συλλογή του φίλου Νίκου Μυλόπουλου με γέμισε αισθήματα και σκέψεις που θα επιχειρήσω να μοιραστώ μαζί σας:
Ο Ηolderlin αναρωτιέται «τι γυρεύει ο ποιητής σ’ έναν μικρόψυχο καιρό» ωστόσο, η ανάγνωση του λυρικού, συνάμα ρωμαλέου, συχνά αυτοσαρκαστικού αλλά πάντοτε βαθύτατα ερωτικού ποιητικού λόγου του Νίκου, μας υποβάλλει τη σκέψη μήπως τελικά ο ποιητής, είναι αυτός ακριβώς που σε τούτους τους μικρόψυχους καιρούς, κι αν ακόμη δεν υπήρχε, θα όφειλε να εφευρεθώ.
Οι εραστές, λοιπόν, φίλε Νίκο, οφείλουν πράγματι πάντοτε να σιωπούν. Είναι στη σιωπή όπου ο έρωτας σμιλεύεται και είναι τότε που τα λόγια παρέλκουν. Είναι τότε η στιγμή όπου «το δάκρυ στολίζει τα ασήμαντα», όπου «δεν μαζεύεις ποτέ απαντήσεις», «όπου τα λόγια μένουν άβαφα» και που «ανάμεσα σε δροσάτα φίλια προσφέρουν στα οράματα νερό κι ελπίδα».
Ο ερωτικός σύντροφος στην ποίηση του Νίκου Μυλόπουλου έχει «σώμα γαργάρα λευκό» που ωστόσο είναι «ντυμένο στα κρίνα της επιεικείας» κι αλλοίμονο αν δεν ήταν έτσι. Γνωρίζει επίσης πολύ καλά πως όταν η πόρτα χτυπήσει δυνατά τότε «ο καθρέφτης γεμάτος περιέργεια θα τους καλωσορίσει» όμως τα ματιά θα πρέπει να ’ναι αδειανά αφού ο εραστής, στο άνομα μιας από χρονιά νεκρής ερωμένης, θα πρέπει εις ανύμνησαν η προς τιμήν της να γελάσει στο φως και γι’ αυτήν.
Ο κόσμος του Νίκου με ότι αυτό συνεπάγεται για τον ποιητή, μάς αιφνιδιάζει.
Είναι ένας κόσμος όπου όταν ακούμε την πόρτα να κλείνει δεν ξέρουμε αν είμαστε μέσα ή έξω, ένας κόσμος όπου συνεχώς σκοντάφτουμε στις σκέψεις μας, μ’ άλλα λόγια ένας κόσμος απόλυτα υπαρκτός και γι’ αυτό αβέβαιος κι ανίατε αβάσταχτος.
Μέσα σ’ όλα αυτά αρθρώνει πρόταση ελπίδας κι επιβίωσης γιατί ακόμη κι αν τον κυνηγούν, πάλι γλυτώνει τελευταία στιγμή και μισάνοιχτος μες στων έχθρων τα δίχτυα έχει τη λύση: «Καιρός -λέει- να πάμε στη γριά που στα νιάτα της τη φωνάζανε Κίρκη, εσύ καρίνα, εγώ κουπί, θάλασσα είναι θα περάσει» ή σε κάποιο άλλο σημείο: «Κι απ’ εκείνα τα ψίχουλα ανέτειλε κάθε αυγή ένας ολόφρεσκος ήλιος μέσ’ απ’ τη θάλασσα». Οι ένοχές ωστόσο έντονες και παρούσες. Παρά την απόπειρα συγκάλυψης «Να σβήσουμε όλα τα ίχνη μας» η ειλικρίνεια του ποιητή τις καταδικάζει να παραμείνουν στο προσκήνιο: «Το μόνο που φοβάμαι απ’ τον βηματισμό είναι πώς το σκοτάδι που αφήσαμε ήταν ψεύτικο, μέρα κοινή βαμμένη νύχτα κι ίσως κάποτε ανακαλύψουν πως για αιώνες τους κοροϊδεύαμε».
Δεν θα έπρεπε να διαφύγουν κάποιες στιγμές τρυφερού ναρκισσισμού «έπαιρνα τον εαυτό μου απ’ το χέρι κι ελπίζοντας σε στιγμές παράφορης μέθης…», σε άλλο σημείο «με καταδίκασαν ν’ ακολουθώ τη σκιά μου» και σ’ ένα άλλο «»ήπια τόσες στιγμές που έγινα θάλασσα».
Θα ήθελα άδω λίγο να σταθώ σε στιγμές εμμέσου φιλοσοφικού στοχασμού. Στιχουργεί πως «κι ο χρόνος αμήχανος πάχαινε αφού δεν μπορούσε να ξεφύγει απ’ το πάθος του να καταβροχθίζει ασταμάτητα ανθρώπους», και παρακάτω «’ελπίζοντας ματαία να βρούμε όλα εκείνα τα χνάρια που κάποτε νομίσαμε πως είχαμε χαράξει, όμως το χώμα τύπωνε αδιάφορο τα καινούργια» η πάλι «όποιος την ελευθερία του γρήγορα κερδίζει είναι χαμένος για πάντα» και βεβαία μας λέει πως «αβίαστα η χρυσαλλίδα φτερουγίζει με την ανακούφιση από τη γνώση, να σβήνει το τίμημα της ανασφάλειας» καταλήγοντας «γνωρίζει η χρυσαλλίδα.. Γνωρίζει! Της ζωής της το νήμα φαντάζει αμέτρητο». Όλη αυτή η καταγραφή του υπέρτερου, πέρα από τη θρησκευτικότητα που υπαινίσσεται, δίνει στον αναγνώστη και τη γεύση μιας ήρεμης υποταγής του ποιητή που αυτοπροσδιοριζεται λέγοντας «»ας κρυφτούμε ξανά μέσα στα λόγια».
Κι έπειτα, όπως σε κάθε ανθρωπινή πράξη, η αγωνιά: «περιφρουρώ μην τυχόν και γλιστρήσει η νύχτα, φοβάμαι προκαθορισμένα, ότι πήρα κι ότι άφησα, τρωτό» αλλά αγωνιά ακόμα και την απέλπιδα στιγμή της ηδονής: «ξοδεύομαι, διακλαδίζομαι στη σάρκα παγίδα», «προσποιούμαι σκιρτήματα γαλήνης», αλλά κι η αναπόφευκτη ενδοσκόπηση «φυλλομετρώντας πάλι τα ελαττώματα μου» η «μια και κανείς δεν αντέχει τους ζωντανούς του» η πάλι «με προσποιητή διαύγεια τρέχουμε λυσσασμένα στην έξοδο».
Εκεί που ίσως θα πρέπει να σταθώ είναι στις υπερρεαλιστικές εκείνες εικόνες όπου η απουσία λογικού ειρμού αναγάγει, εκ του μη όντος εις το είναι, σημεία αναφοράς πλήρη νοήματος: «στης σκιάς μας το ανυπέρβλητο φως» η «αναζητώντας με κοκαλωμένο δάχτυλο το μοιραίο που μας θέλει αόρατους» η, λίγο πιο κάτω «ακίνητη όσο οι γέφυρες έσταζαν φτηνές εξηγήσεις» για να καταλήξει στην μοιραία ερώτηση «πως κατρακυλάτε έτσι στις σκάλες το καράβι μας;».
Δεν θα πρέπει να αφήσουμε ασχολίαστη μια υφέρπουνε μελαγχολική ειρωνεία: «κι οι φίλοι που παλιά ήταν πονετικοί, όσο τουλάχιστον για να ρίξουν μια ματιά στα χρυσάνθεμα η να προσφέρουν ένα άδειο πιάτο αλληλεγγύης» η στο επόμενο ποίημα της σειράς που δίνει και τον τίτλο της συλλογής: «τα πιο σοβαρά πράγματα τ’ ακούς συχνά από τους παπαγάλους που είναι άλλωστε και οι μονοί που επέζησαν από καινή τη φοβερή έκρηξη αλληγορίας». Αυτή η ειρωνική διάθεση παραμένει αναρτημένη διακριτικά πάνω από τα περισσότερα ποιήματα ασχέτως αν τελικά δεν κρατιούνται.
Καθώς η ανάγνωση περιπέτεια συνεχίζεται στέκομαι πάνω στην συνειδητοποιημένη αισιοδοξία που διαπερνά κάποια ποιήματα είναι μια αισιοδοξία που ακουμπά πάνω σε μια αίσθηση, θα τολμούσα να πω, μεταφυσικής δικαιοσύνης: «τυλίχτηκα, αν και μονοχείρας, σε χρώμα κόκκινο γιατί είχα αμέτρητα κεριά και πεπρωμένα να φωτίσω ακόμη» η και παρακάτω: «κι αυτή η εικόνα είναι τόσο μάταιη που, αν και επαναλαμβάνεται βασανιστικά κάθε νύχτα, βγαίνω έξαλλος στους δρόμους και τους ψάχνω».
Δεν θα σταθώ, αν και θα όφειλα, στο λυρισμό της ποίησης του Νίκου Μυλόπουλου. Το μόνο που θα πω είναι πως οι σκηνές και τα όσα διαδραματίζονται μέσα σ’ αυτή την ποιητική συλλογή έχουν βαθιά τρυφερότητα και μη θέλοντας να σας κουράσω αναφέρω δυο μόνο παραδείγματα το πρώτο λέει: «το μετρό αντοχής στην παιδική αθωότητα, η χλομάδα της θάλασσας από ένα σύννεφο μικρό που τόλμησε να την τρομάξει» το δεύτερο πιο προσωπικό: «’Αρχίζω να κλαίω λέξεις και γράμματα».
Τελειώνει η ποιητική συλλογή με ένα ποίημα επίγραμμα: «Έτσι η σκόνη έρχεται και φεύγει, τα δευτερόλεπτα χαραμίζονται γαλήνια κι αυτή ή προετοιμασία για τον αφανισμό είναι που προέχει».
Νίκο, να ’σαι καλά, τόλμησες τελικά να ρωτήσεις «Ποιος αντέχει συμφωνίες μέσα στους έρωτες;»

 

ΛΕΝΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΕΛΛΟΥ

ΕΝΑΣ ΕΡΩΤΙΚΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ

Ο Νίκος Μυλόπουλος δεν είναι καθαρόαιμος λυρικός ποιητής. ’Αφού και στις πιο έντονες στιγμές ο νους του καταγράφει, παρατηρεί, εξηγεί τα ανεξήγητα Σίγουρα όμως είναι ερωτικός ποιητής. Είναι ένας ποιητής πού δίχως το ερωτικό πάθος αυτοκαταργείται. ‘Ο διάπυρος ψυχισμός πού εκφράζεται στις τρεις ποιητικές του συλλογές: «Παράκτιος πια ό έρωτας», «Δύο παράθυρα με κιμωλία», «Οι εραστές πάντα σιωπούν». Δεν ξέρεις κι ίσως αυτό ελάχιστα σημαίνει αν αναφέρονται στο ίδιο ερωμένο πρόσωπο, αν αναλύουν τις διακυμάνσεις μιας ερωτικής σχέσης ή κάποιων ερωτικών σχέσεων.
Ο έρωτας τροφοδοτεί τις μπαταρίες του, χρωματίζει τη ζωή του, τον ενεργοποιεί για μακρινά υπερπόντια ταξίδια, τον απογειώνει. Χωρίς το
πάθος η ζωή του γίνεται επίπεδη, ατονεί, χάνεται: «Κι’ η υπόλοιπη ζωή μου
ήτανε/Χαμένη/Πώς να σκεπαστώ ο άμοιρος/Με μια κουβέρτα τρύπια/Αν δεν
μπορώ να τη μοιραστώ μαζί σου/Πώς ν’ ανοίξω τα μάτια μου/Αν ξέρω πως δεν θα σε δε» («Ο μονόλογος του Τυφλού», από το Παράκτιος πια ο έρωτας). Η ερωτική απώλεια σημαίνει για τον εραστή θάνατο. Καταργεί την έμπνευση, τα πετάγματα της ψυχής. Όσο μεγαλύτερο το υπαρξιακό βάθος αλλά καί οι δεσμοί με την υλική πραγματικότητα τόσο το πάθος εντονότερο. Τα τρία βιβλία του Ν.Μ. με τρεις αντίστοιχα πίνακες τού Τσόκλη στο εξώφυλλο συνηγορούν σ’ αυτή μου τη σκέψη. Η γήινη αλλά και βαθιά υπαρξιακή γραφή του ζωγράφου ταιριάζει γάντι στην έμπνευση τού ποιητή. Είναι μέσα στον έρωτα που το γήινο και το πνευματικό συναιρούνται. Ο εραστής βρίσκει στο αντικείμενο τού έρωτά του τον εαυτό του και γεμίζει από τον άλλο τη στιγμή ακριβώς πού χάνει το είναι του. Είναι η ώρα πού πέφτουν τα τείχη του εγωισμού, ο άνθρωπος ενώνεται με το σύμπαν ενώ βαθαίνει απύθμενα
Ο έρωτας είναι για τους νέους, ότι η θρησκεία για τους ώριμους.
Στο τελευταίο του βιβλίο «Οι εραστές πάντα σιωπούν» -που ακολουθεί δύο ήδη ποιητικά ώριμα βιβλία -από το πρώτο του βιβλίο ό Ν.Μ. είναι ποιητής- εξελίσσεται σε υπαρξιακό ποιητή γίνεται ένας μεταφυσικός τού έρωτα.
Μ’ αυτή την σύνθεσή του βουτάει στα βαθιά νερά, απλώνεται σε πλάτος και σε βάθος σε όλες τις ψυχολογικές αποχρώσεις που οριοθετούν την απώλεια από την στιγμή της συνειδητοποίησης ως την απόλυτη αποξένωση και την τελική ψυχική ερημιά. Αρνείται κατηγορηματικά να επιστρέφει στην στατική άνυδρη καθημερινότητα χωρίς την ομπρέλα του έρωτα να τον προστατεύει από τ’ αρπακτικά αυτού του κόσμου και την ταφόπλακα των τυπικών ανούσιων συναναστροφών. ‘Ο Ν.Μ. είναι ένας ποιητής που άργησε να καταθέσει ποιητικά τα βιώματά του όπως ομολογεί ο ίδιος. Ίσως προτίμησε να ζήσει αντί να γράψει όπως και ο μεγάλος Ρεμπώ σε μια αντίστροφη πορεία. Αρνούμαι να πιστέψω ότι όλ’ αυτά που κουβαλάει μέσα του θ’ αδρανήσουν όταν με το προχώρημα της ηλικίας ο φτερωτός θεός θα πάψει να
τον επισκέπτεται τόσο συχνά. ’Αρκεί να μην φοβάται να αναμετρηθεί με το βάθος τού εαυτού του και να επωμιστεί πλέρια την ευθύνη του.
Ένας το ίδιο ονειρικός κόσμος θ’ ανοιχτεί μπροστά του.

 

ΜΙΧΑΛΗΣ Π. ΔΕΛΗΣΑΒΒΑΣ

Αντιφατικός και χαώδης, αλλά άλλο τόσο ευδιάκριτος και αναγνωρίσιμος ο
ποιητής Νίκος Μυλόπουλος στην πρόσφατη ποιητική συλλογή του «Οι εραστές πάντα σιωπούν» 2007, την τρίτη κατά σειράν της ποιητικής του παραγωγής, καταθέτει τη δική του μαρτυρία στη συλλογική αντιφατικότητα και τα πολλαπλά αδιέξοδα της εποχής μας σαν έσχατο μέσο και σαν τον μόνο τρόπο ύπαρξης και Ελευθερίας που του απέμεινε.
Καθαρά υπαρξιακός ποιητής με συνέπεια και αυθεντικότητα στο λόγο του, αλλά και σε πλήρη συστοιχία με την εποχή του, πρέπει και από αυτή την πλευρά να αντιμετωπιστεί και να εκτιμηθεί στο μέτρο και με τον σεβασμό που του αξίζει.
Κι αυτά κατ’ αρχήν γιατί φαίνεται ότι ο Νίκος Μυλόπουλος σαν ποιητής μπορεί να έχει επωμιστεί όλη την ευθύνη που συνεπάγεται κάτι τέτοιο, να είναι ή να γίνει δηλ. αυτό που εν τέλει τον προσδιορίζει «(ό) διανομέας του λόγου της εποχής (μας)/της αβέβαιης ταύτισης, της εικασίας»… να… «χαμηλώνει στις ξεχασμένες ένοχές/και να)… ξορκίζει τους αγιάτρευτους γρίφους» όπου ο κάθε δρόμος… «κρύβει και μια θλιβερή αναζήτηση/αν και όλοι καταλήγουν στο ’ίδιο πάντα σημείο», (σελ. 40-41, από την ενότητα «’Απόηχος»).
Με τον ίδιο τρόπο έμμεσα πλην σαφώς ο ποιητής Ν.Μ. με αλλεπάλληλες
εικόνες και πολλές φορές ασύνδετους συνειρμούς θα ξετυλίξει μπροστά στα μάτια μας τις θλιμμένες διαπιστώσεις του, που αν και αναφέρονται σε προσωπικό επίπεδο, χωρίς καμιά αμφιβολία αφορούν τους πολλούς, ίσως όλους, και πού εκφέρονται τόσον ήπια, που φαίνονται σαν συντελεσμένα και οριστικά, και χωρίς πάθος κανένα, που γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο είναι σπαρακτικά.
Ο τρόπος γραφής που επιλέγει είναι ο ά-συνεχής και διακεκομμένος, ο Τρι-
πώς που υπαινίσσεται και παραπέμπει, αφήνοντας το νόημα να αιωρείται ίσως αποβλέποντας στο να κινήσει το συναίσθημα πιο πολύ. Κι άλλου οι σκέψεις και τα συναισθήματα που κινούν τούς στίχους του μοιάζουν με παφλασμό που χωνεύεται μέσα σε άλλους και δεν ολοκληρώνεται πετυχαίνοντας αυτό ακριβώς: να γίνονται ερέθισμα για τη συμμετοχή του αναγνώστη- όπως στους στίχους: «Με χέρια λαβωμένα σίδερα/μαζεύαμε αμίλητοι φωτογραφίες/αφήνοντας τους τοίχους γυμνούς/με τα σύρματα που απέμειναν/αυτόπτες μάρτυρες της φυλακής μας» (σελ. 50) όπου βέβαια κυριαρχεί το αρνητικό νόημα του κόσμου, κι όπως στους στίχους:
«Αξόδευτα πάθη ορίζουν κι αυτόν το βηματισμό/…πότε στον αφρό που η απουσία επιπλέει/πότε στον πάτο που οι σκέψεις σαπίζουν/»… (σελ. 13) ή στους στίχους: «Παγωμένος ο ήλιος στο βασίλεμα/στροβιλίζεται άταφος/στα κρεμασμένα όνειρά μας» (σελ. 79) κα. Όμως στην ποίηση της συλλογής «Οι εραστές πάντα σιωπούν» υπάρχει και η άλλη πλευρά της κάποιας αισιοδοξίας, όπως συμβαίνει μ’ εκείνους τούς νέους πού βρίσκουν να ζήσουν ακόμα και στο πιο μεγάλο βάθος και δεν το βάζουν κάτω, όπως: «Έτσι τη μέρα καθένας τραβάει το δρόμο του/το βράδυ όμως μοιράζουμε την απόσταση με τ’ αστέρια/ανοίγοντας άλλο ένα παράθυρο στην ψευδαίσθηση/κι από κείνα τα ψίχουλα ανέτειλε κάθε αυγή/ένας ολόφρεσκος ήλιος μέσα απ’ τη θάλασσα» (σελ. 86 από την ενότητα «’Ιστορίες τρελών ονειροπόλων»).
Ο ποιητής Νίκος Μυλόπουλος, ένας ποιητής που βιώνει και εκφράζει την εποχή μας ατόφυα, με τρόπο υπαρξιακό και προσωπικό και δημιουργεί το δικό του προσωπικό ύφος χωρίς να υποκρίνεται και να μιμείται- δηλ. ένας ποιητής που λέει αλήθειες και προπαντός τη δική του αλήθεια και πού δεν βολεύεται.

 

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΠΟΛΥΜΟΥ

1-ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΠΟΛΥΜΟΥ ΦΩΤΟ

 

H Ευαγγελία Πολύμου σπούδασε Νεοελληνική και Ιταλική Φιλολογία στα Πανεπιστήμια της Θεσσαλονίκης, των Αθηνών και της Perugia και διδάσκει στα σχολεία της Μέσης Εκπαίδευσης.
Ερευνητικά την ενδιαφέρουν οι δύο σύγχρονες λογοτεχνίες της Ελλάδας και της Ιταλίας· οι δημοσιεύσεις της περιλαμβάνουν διδακτικά εγχειρίδια, κριτικές παρουσιάσεις και μεταφράσεις στα ελληνικά μοντερνιστών ποιητών και πεζογράφων όπως των Eugenio Montale, Giuseppe Ungaretti, Vittorio Sereni, Alberto Moravia, κ. α..

 

ΙΤΑΛΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ
ΣΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑΣ ΠΟΛΥΜΟΥ 

 

LUIGI DI RUSCIO

1-LUIGI DI RUSCIO

 

ΗΜΟΥΝ ΠΕΝΤΕ ΧΡΟΝΩΝ

Ήμουν πέντε χρονών
μια γριά μού έδωσε να καταλάβω
γιατί κανείς δεν με κράτησε στα γόνατά του
η γιαγιά μου που με κρατούσε απ’ το χέρι δεν με προστάτεψε
ούτε για παρηγοριά δεν μου έσφιξε το χέρι
γι’ αυτό τράβηξα μόνος κατά τους ποταμούς
ανάγκη δεν το ’χα το νερό για να καθρεφτιστώ
στο σπίτι επέστρεφα για να μην κοιμηθώ πάνω στα χαλίκια
στην ηλικία εκείνη, η πείνα σε τρελαίνει
σε κάνει να γίνεις πριν της ώρας σου ενήλικας
και κάθε χορτάρι που ’χουν οι κατσίκες βοσκήσει
έμαθα να το μαζεύω
η γεύση της πικράδας άρχισε να μ’ αρέσει
αυτό ήταν το γάλα μου
κι επειδή έκλεβα με τρόπο
είχα τους πιο όμορφους καρπούς
πήγαινα μόνος για να μην με τσακώσουν
στη μυρουδιά μου τα σκυλιά δεν γάβγισαν
και κανείς δεν μπορεί να με κατακρίνει
αν το Θεό από νωρίς πάσχισα ν’ απαρνηθώ
πάνω στα τείχη που τα φούσκωνε το νερό
μόνο εικόνες χάρτινες είχα αντικρύσει
τα βιβλία τ’ ανακάλυψα στο σωρό από παλιόχαρτα
ακόμα και σήμερα μαγεύομαι να τα κοιτώ
ανάμεσα στα χαρτιά έψαχνα