ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΠΟΛΥΜΟΥ

1-ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΠΟΛΥΜΟΥ ΦΩΤΟ

 

H Ευαγγελία Πολύμου σπούδασε Νεοελληνική και Ιταλική Φιλολογία στα Πανεπιστήμια της Θεσσαλονίκης, των Αθηνών και της Perugia και διδάσκει στα σχολεία της Μέσης Εκπαίδευσης.
Ερευνητικά την ενδιαφέρουν οι δύο σύγχρονες λογοτεχνίες της Ελλάδας και της Ιταλίας· οι δημοσιεύσεις της περιλαμβάνουν διδακτικά εγχειρίδια, κριτικές παρουσιάσεις και μεταφράσεις στα ελληνικά μοντερνιστών ποιητών και πεζογράφων όπως των Eugenio Montale, Giuseppe Ungaretti, Vittorio Sereni, Alberto Moravia, κ. α..

 

ΙΤΑΛΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ
ΣΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑΣ ΠΟΛΥΜΟΥ 

 

LUIGI DI RUSCIO

1-LUIGI DI RUSCIO

 

ΗΜΟΥΝ ΠΕΝΤΕ ΧΡΟΝΩΝ

Ήμουν πέντε χρονών
μια γριά μού έδωσε να καταλάβω
γιατί κανείς δεν με κράτησε στα γόνατά του
η γιαγιά μου που με κρατούσε απ’ το χέρι δεν με προστάτεψε
ούτε για παρηγοριά δεν μου έσφιξε το χέρι
γι’ αυτό τράβηξα μόνος κατά τους ποταμούς
ανάγκη δεν το ’χα το νερό για να καθρεφτιστώ
στο σπίτι επέστρεφα για να μην κοιμηθώ πάνω στα χαλίκια
στην ηλικία εκείνη, η πείνα σε τρελαίνει
σε κάνει να γίνεις πριν της ώρας σου ενήλικας
και κάθε χορτάρι που ’χουν οι κατσίκες βοσκήσει
έμαθα να το μαζεύω
η γεύση της πικράδας άρχισε να μ’ αρέσει
αυτό ήταν το γάλα μου
κι επειδή έκλεβα με τρόπο
είχα τους πιο όμορφους καρπούς
πήγαινα μόνος για να μην με τσακώσουν
στη μυρουδιά μου τα σκυλιά δεν γάβγισαν
και κανείς δεν μπορεί να με κατακρίνει
αν το Θεό από νωρίς πάσχισα ν’ απαρνηθώ
πάνω στα τείχη που τα φούσκωνε το νερό
μόνο εικόνες χάρτινες είχα αντικρύσει
τα βιβλία τ’ ανακάλυψα στο σωρό από παλιόχαρτα
ακόμα και σήμερα μαγεύομαι να τα κοιτώ
ανάμεσα στα χαρτιά έψαχνα για τη γραμμένη σελίδα
φώναξα και με κοίταζαν σαν να ’μουν ζωντανός
σαν κάτι περισσότερο από ένας ταξιδιώτης
ξαμολήθηκα στους δρόμους
ποιο αγόρι δεν ονειρεύεται άντρας να ντυθεί
εγώ αντρώθηκα νωρίς
όντας ακόμη με τα κοντά παντελονάκια
βρήκα μια γυναίκα που ήταν ευτυχής
κι επειδή οι άνθρωποι πληγώνουνε τις σκέψεις
πέταξα πάνω τους
κάνοντας όνειρα για κάθε φύλλο που είδα να πέφτει
ήταν οι ώρες χωρίς σταματημό
οι εκκλησιές χρησιμεύανε για να δροσιστώ
γυρνοβολούσα διψασμένος για γυναίκες
που σύντομα τις πλήρωνα με χρήματα κλεμμένα.
Τώρα νιώθω τον έρωτα των γυναικών να μου ακουμπά
το πρόσωπο με την ανάσα
σφίγγω τα λιπαρά μαλλιά
και τύχη μου φέρνουν τα σαν νέγρου χείλη μου
τα μάτια που δεν έχουν αναπαμό.

 

ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΝ ΠΕΡΝΟΥΜΕ ΧΟΡΕΥΟΝΤΑΣ

Την Κυριακή την περνούμε χορεύοντας
ή στον κινηματογράφο
ή όταν η ομάδα πάει καλά
παρακολουθώντας τον αγώνα
κουβεντιάζοντας στο καφενείο ολοβραδύς
για ένα πέναλτι που δεν έπρεπε να δώσουν
για ένα φάουλ
για μια άστοχη βολή
και γεννημένοι ανάμεσα σ’ εκείνα τα τείχη
μαζί κάναμε τα πάντα
το σχολείο την πρώτη Κοινωνία
τα ίδια όνειρα φυγής
και μαζί περάσαμε τον πόλεμο
τρώγοντας εκατόν πενήντα γραμμάρια ψωμί
που δεν αρκεί για να γεμίσει το στόμα μια φορά
και τον φασισμό τον γνωρίσαμε
και το να συλλαμβάνεται ολοένα και κάποιος
επειδή το να δουλεύεις στη χάση και στη φέξη
είναι ιστορία όλων των εποχών
όπως το κουβεντολόι να σαλπάρουμε για Αυστραλία
ή να πάμε εθελοντές
για να μην υποφέρουμε άλλο τη μιζέρια
και κάθε μέρα μας πιάνει τρελό κέφι
και γελάμε με πράγματα κοινότοπα
που μιλούν περί πατρίδας και Θεού
για να μας πείσουν να πεθάνουμε όπως γεννηθήκαμε.

 

ΑΠΑΝΩ ΣΤΙΣ ΣΤΕΓΕΣ ΑΛΩΝΙΖΟΥΝ ΟΙ ΓΑΤΕΣ

Απάνω στις στέγες αλωνίζουν οι γάτες
και τα νιαουρίσματα θρήνοι ερωτικοί
οδηγούνε στον τρόμο τα μυαλά.
Και τα μπουκάλια πεταμένα απ’ το φόβο.
Λένε πως ανάμεσα στις σκιές στριφογυρνούν οι μάγισσες
και οι νεκροί σηκώνονται ολόρθοι.
Εγώ ποτέ δεν είδα τίποτα
είναι μόνο μια δική μου σκληρή ειρωνεία
που με φέρνει στα φαντάσματα
φαντάζομαι κουκουβάγιες με πράσινα μάτια
να πλανώνται στη σκιά
βλέπω τ’ αμέτρητα τ’ αστέρια
και δεν φοβάμαι.

 

 

ANTONIO PORTA

1-ANTONIO PORTA

 

ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ

«Για τη ζωή μου, μιας κάποιας μέρας,
δεν ήξερα τίποτ’ άλλο, παρά μόνο όσα
αποκάλυψε ο κουρέας ρωτώντας
για τα παιδιά μου και συνειδητοποίησα ότι
ποτέ δεν ήξερα, κοιτώντας με καλά στα μάτια
πάνω απ’ τον αφρό και του ξυραφιού τις αντανακλάσεις.
Βγήκα έξω και σκόνισα τα παπούτσια ανάμεσα στις
πέτρες, κι εξακολούθησα,
τα κορδόνια λυτά, τον δρόμο για το σπίτι,
το στάξιμο του ιδρώτα: μπαίνοντας κάτι συνέβη,
δεν θυμάμαι τι· πίσω από την εξώπορτα,
ασάλευτη ανάμεσα στα κρύσταλλα, η έχθρα τής
γυναίκας μου κι αναρωτήθηκα ποια ήταν.
Για να βγάλω τη σκόνη, σκυμμένος,
τα κορδόνια κόβονταν, αιμορραγούσε το μέτωπο, ανάμεσα στα
σπασμένα κρύσταλλα, τα κορδόνια ανάμεσα στα μαλλιά,
και πίεζα, ψηλαφώντας στα θραύσματα, γράφοντας
στη σκόνη, η γλώσσα τεμαχίζοντας,
γλείφοντας, το αίμα κυλούσε απ’ τα μάτια, πάνω στους κροτάφους,
οι γιοί μας δεν έχουν ιδέα… »

 

ΤΑ ΑΠΟΣΙΩΠΗΤΙΚΑ

Βλέπει κανείς μόνο αυτό που θέλει να δει
μια φωτογραφία ξασπρίζει λίγο λίγο
κι ένα πρόσωπο, έπειτα παν το εικονιζόμενο εξαφανίζονται.
Εκεί που υπήρχαν ίχνη ευτυχίας, στιγμές
τώρα ξεθωριάζει ένα γκρίζο κι αν κάτι
αντιστέκεται, ένα χαμόγελο πολύ βεβιασμένο,
σαστίζει εκείνον που το παρατηρεί
και η μνήμη αρνείται να προσπεράσει το εμπόδιο.
Αλλά για να καταλάβεις σε βάθος
τι σημαίνει διαγραφή πρέπει
να νιώσεις διαγραμμένος, όταν μια σκιά
δεν είναι παρά μια σκιά, μια ανάσα, μια πνοή,
μέσα στον θρίαμβο των αποσιωπητικών…

(από τη συλλογή “Yellow”)

 

ΤΥΧΑΙΑ ΚΑΘΩΣ ΚΟΙΜΑΣΑΙ

τυχαία καθώς κοιμάσαι
από των δαχτύλων μια ακούσια κίνηση
σε γαργαλάω κι εσύ γελάς
γελάς δίχως να ξυπνάς
κι έτσι ικανοποιημένη με το κορμί σου γελάς
τη ζωή επικροτείς ακόμα και στον ύπνο σου
όπως τη μέρα εκείνη που μου είπες:
άσε με να κοιμηθώ, πρέπει να τελειώσω ένα όνειρο

 

 

GIANMARIO LUCINI

1-GIANMARIO LUCINI

 

ΑΝ ΔΕΝ ΜΕ ΠΙΣΤΕΥΕΙΣ, ΜΕΤΡΑ Τ’ ΑΣΤΕΡΙΑ

Αν δεν με πιστεύεις, μέτρα τ’ αστέρια
που χωρούν σ’ ένα δάκρυ,
μέτρα τα μαλλιά
της αγαπημένης καθώς τα χαϊδεύεις
μέτρα τις ρυτίδες του κορμιού της,
τις μυστικές επιστροφές του πάθους
που έρχεται και σε διαποτίζει
όπως το αλάτι το ψωμί
και σκέψου το άπειρο που θα μπορούσες να ζήσεις
με ένα μόνο σάλτο της καρδιάς.

(σ’ εκείνους που πάνε στον πόλεμο και το ξέρουν)

(από τη συλλογή «Επιτομή»)

 

ΘΑ ’ΘΕΛΑ ΝΑ ΣΟΥ ΑΦΙΕΡΩΣΩ ΣΤΙΧΟΥΣ ΑΓΑΠΗΣ

Θα ’θελα να σου αφιερώσω στίχους αγάπης
σύμφωνα και φωνήεντα που κλίνουν το πρόσωπό σου
και να σ’ αποκαλύψω στην παλάμη του ανοιχτού μου χεριού
εποποιίες χωρίς σημαίες
σαν ψωμί στον πεινασμένο, αίμα
στο πάθος το πιο αληθινό.

Κοιμάται
ένας αρχαίος δαίμονας στα ονόματα και στα ρήματα
και τρέμει το φώνημα
προφέροντάς σε μέσα στο χυδαίο
της πεθαμένης τούτης γης.

 

ΟΤΑΝ Μ’ ΑΓΑΠΟΥΣΕΣ

Όταν μ’ αγαπούσες, κοιτούσες με τα μάτια
ενός μεγάλου ποταμού όπου βάρκες αμέριμνες
ανέβαιναν από τη θάλασσα,
συμφωνίες φώτων ήταν οι νύχτες
η ανάσα σου μια αποθαλασσιά
και τραγουδούσε στο άπειρο
δίχως χρόνο, δίχως λόγο
τραγουδούσε στο άπειρο
παραδομένη στο όλον
εκείνου του τίποτα χωρίς ιστορία
που είναι η αγάπη. Πόσο σ’ αγαπούσα
ήμουν σαν Θεός όταν ξυπνά
ένα ηλιόλουστο πρωί και χαμογελά.

(στους εραστές που δεν το ξέρουν)

 

 

FEDERICO TAVAN

1-FEDERICO TAVAN

 

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΩΝ ΑΡΟΥΡΑΙΩΝ
(τραγούδι αγάπης)

Είμαι ο ποιητής των αρουραίων
που μου λασπώνουν τα χέρια.
Ο υπόνομος μ’ αρέσει
γιατί είναι χαμηλά
όπως η κόλαση.
Τους φωνάζω όλους γύρω μου
με τις ιστορίες τους που δεν φτιάχνουν ιστορία,
γι’ αυτούς παίζω το πίφερο
δίχως να τους παρασέρνω στον πνιγμό.
«Βιτορίνο!» «Παρών!»
Στα σαράντα τρία του
με την όψη ενός εικοσάχρονου
που υπέστη
όλα τα δεινά αυτού του κόσμου
(ανέμους που λευτέρωσε ο Αίολος)
ξύλινο πρόσωπο σαρακοφαγωμένο από τους δοθιήνες,
που μουρμουρίζει ψιθυριστά
για να μην μπορεί ν’ ακούσει
ούτε και ο ίδιος,
άγια μάτια καθηλωμένα
πάνω σε παλιές εικόνες ψυχιατρείου.
Και μετά ο αδελφός του «Λουίτζι!» «Παρών!»
Εκδηλώθηκε στα τριάντα του
έξυπνος κι ενεργητικός
και τώρα «πηγμένο σπέρμα
που παίρνοντας φωτιά γίνεται κόλαση»,
παλιοί παπάδες παλιοί κομμουνιστές,
η μυρουδιά της μάνας του,
η μόνη γυναίκα που γνώρισε.
Αρουραίοι με ελεύθερη έξοδο
στους δρόμους του Αντρέις.
«Θείε Μάριε!» «Παρών!»
Έχει την ηλικία μου
κι όμως είναι γέρος σαν το Ράουτ,
σέρνεται εμπρός
με τη θλίψη του
παριστάνοντας πως χαμογελά·
«χωρίς πνευμόνια χωρίς καρδιά»
χωρίς παραμύθια για τα παιδιά,
παίζοντας από μικρός
μες στον χτισμένο τούβλο-τούβλο κόσμο του.
Και μετά ο αδελφός του «Πάολο!» «Παρών!»
που δεν ξεμυτά ποτέ από το σπίτι
για να περιμένει ανετότερα.
Αρουραίοι σε πομπή.
«Γιάκου ντε Προυπιέρε!» «Παρών!»
«Τόνε ντε Τσίνκιου!» «Παρών!»
«Πετρούλα!» «Παρούσα!»
«Γκίντια!» «Παρούσα!»
«Κιέλ ντ’ Ιζόρτζ!» «Παρών!»
«Φιορίνο!» «Παρών!»
«Βίγκι ντε Πετίκ!» «Παρών!»
«Μπερτ λ’ Eσπέρτ!» «Παρών!»
με τα μεγάλα μυστικά του
που έρχονται από την Ισπανία,
νέος γέρος κυρτός,
τα γυαλιά για να κρύβει τις εκφράσεις του,
που υποφέρει από την πείνα
που υποφέρει από το κρύο
που υποφέρει από τη βρόμα
που υποφέρει από κείνο που ’χει
ανάμεσα στα σκέλια.
Αρουραίοι ιταλικοί
που καταστρέφουν το τοπίο,
μικροί Χριστοί
χωρίς σταυρό
χωρίς Γολγοθά
χωρίς παράδεισο.
«Τίνα ντε λι Ρίμπες!» «Παρούσα!»
Κάτω στο Κολονιάν
τρομάζει όλα τα παιδιά, φωνάζει
τα ποιήματά της, σκουπίζει
ένα σπίτι που δεν υπάρχει
τσαπίζει ένα χωράφι που δεν υπάρχει.
Αρουραίοι φωτογραφημένοι
πολλά χρόνια πριν
που παρεμβαίνουν
στα πράγματα του σήμερα.
Για κείνους τραγουδώ
την παγωνιά των χεριών,
τον πυρετό του μυαλού,
τη σιγή της φωνής,
την κούραση των ποδιών,
τα πεθαμένα δάκρυα,
τη χειμωνιά των όρχεων.
Αρουραίοι που ξετρύπωσαν
από κάθε εκκλησιά
από κάθε σπίτι
από κάθε ταβέρνα
για να κλέψουν ένα σάπιο μήλο
απ’ τα σκουπίδια.

 

ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΗ ΕΚΕΙΝΗ Η ΜΕΡΑ

Καταραμένη εκείνη η μέρα
που άρχισα να γράφω
όχι γιατί
είναι κακό να γράφεις
αλλά γιατί
ήταν καταραμένη εκείνη η μέρα
που ήμουν μόνος
κι έκλαιγα
και γι’ αυτό
έγραφα.

 

 

FRANCESCO TOMADA

 

1-FRANCESCO TOMADA

 

Η ΡΟΔΙΑ

Η Ιταλία (είναι μια ροδιά)

Στη ζωή μου αγόρασα και φύτεψα μόνο ένα δέντρο
μια ροδιά
διάλεξα του κήπου μια γωνιά
απ’ όπου αγναντεύεις τον οδοντωτό κλοιό των βουνών
από τον Άγιο Γαβριήλ μέχρι το Νάνος
εκείνη η ακρώρεια ήταν Ιταλία και Γιουγκοσλαβία και μετά Σλοβενία
γη σπαραγμού και μίσους

τα σύνορα θα ’πρεπε να ’ναι σαν τους ορίζοντες
όταν κινείσαι να κινούνται κι αυτοί
αν σταματάς, να σταματούν μαζί σου
να σε κάνουν πάντα να νιώθεις στο κέντρο του κόσμου

και πατρίδα είναι όπου
ένας άνθρωπος φυτεύει μια ροδιά
και μπορεί να προσδοκά να δρέψει τους καρπούς της

 

ΤΟ ΑΡΝΗΤΙΚΟ ΚΑΙ Η ΕΙΚΟΝΑ

Όταν τα παιδιά μας εδώ παίζουν πόλεμο
φτάνουν τέσσερα μαξιλάρια στο κρεβάτι για να φτιαχτεί μια βάση
όλα τους έχουνε πιστόλια ή τουφέκια με κόκκινη χρωματιστή τάπα
κάποια έχουνε και βόμβες από αφρολέξ

τότε αναρωτιέμαι αν τα παιδιά της Βηρυτού παίζουν ειρήνη
και πώς τα καταφέρνουν
γιατί δεν υπάρχουν σπίτια κήποι
γονείς από πλαστικό
κι εύκολο είναι στα ψέματα να πεθαίνεις
μα είναι αδύνατον στα ψέματα να ζεις.

 

ΤΡΙΑ ΔΙΑ ΔΥΟ

Θυμάμαι που μια μέρα αστειευόμασταν
αν θα χωρίζαμε τι θα γινόταν με τα τρία μας παιδιά
ενάμισι κατά κεφαλή;
θα τα κόβαμε στη μέση;

ήταν ένα ανόητο παιχνίδι, ακόμα πιο ανόητο
τώρα που δείχνει να επαληθεύεται
υπάρχει μια πραγματικότητα όπου όλοι χάνουν
και τρία διά του δύο ίσον μηδέν

 

 

ALDA MERINI

alda merinia

 

Δεν έχω ανάγκη από χρήματα.
Έχω ανάγκη από αισθήματα,
από λέξεις, από λέξεις σοφά διαλεγμένες,
από λουλούδια που τα λένε σκέψεις,
από ρόδα που τα λένε παρουσίες,
από όνειρα που κατοικούν τα δέντρα,
από τραγούδια που κάνουν τ’ αγάλματα να χορεύουν,
από άστρα που ψιθυρίζουν στ’ αυτί των εραστών.
Έχω ανάγκη από ποίηση,
εκείνη τη μαγεία που καίει το βάρος των λέξεων,
που ξυπνά τις συγκινήσεις και φέρνει καινούργια χρώματα.

 

 

ANTONIA POZZI

Antonia Pozzi

 

ΚΡΑΥΓΗ 

Να μην έχεις ένα Θεό
να μην έχεις ένα μνήμα
να μην έχεις τίποτα στέρεο
παρά μονάχα πράγματα έμψυχα που δραπετεύουν
να υπάρχεις δίχως χθες
να υπάρχεις δίχως αύριο
και να τυφλώνεσαι μέσα στο τίποτα
-βοήθεια-
για τη μιζέρια
που δεν έχει τέλος.

 

 

DANIELE PIETRINI

Daniele Pietrini

 

 

ΖΑΛΟΓΓΟ  1803

Το ύστατο πράγμα που θα δείτε από μένα
θα ’ναι ολόιδιο με το πρώτο,
απαράλλαχτα η πλάτη και το στήθος,
ανάμεσα στο κεφάλι και τα πόδια
το ίδιο βάρος. Πεθαίνω χορεύοντας
για να μην απομείνω πίσω, διχασμένη,
σαν κείνους που ζουν σε δυο τόπους διαφορετικούς.
Κανείς περνώντας από εδώ να μη με θυμάται,
να μην πιάσει να με μιμηθεί κι ο ίδιος χαθεί.
Θαρρείτε αλήθεια ότι οι σφαίρες
με διαπερνούν, το καβούκι μου βγάζουν;
Κοιτάξτε πως όλα ήδη από μένα απορρέουν:
αυτό το πράσινο, το μπλε σταχτί. Τίποτα
όμως δεν μπορεί να αθροιστεί.
Θα μεταχειριστώ ακόμα και το θάνατο
για να μεγαλώσω τη ζωή μου.

 

 

EUGENIO MONTALE

montale-eugenio

 

MΟTTETTI 

Το ξέρεις, να σε ξαναχάσω πρέπει και δεν μπορώ.
Σαν σημάδι διορθωμένο με δελεάζει
κάθε έργο, κάθε κραυγή ως και η αλμυρή
πνοή που απ’ τους μόλους ξεχειλίζει
και κάνει ζοφερή την Άνοιξη
στη Σοττορίπα.
Τόπος από σιδερικά κι από δενδροφυτείες
σε δάσος μες στου εσπερινού τη σκόνη.
Έν’ ασταμάτητο βούισμα έρχεται απέξω,
σα νύχι σπαράζει τα τζάμια. Γυρεύω το
χαμένο
σημάδι, το μόνο ενθύμιο που είχα σαν χάρη
από σένα.
Κι η κόλαση είναι σίγουρη.

 

 

FRANCESCO MAROTTA

francesco-marotta

 

ΑΠΟΤΥΠΩΜΑΤΑ ΣΤΟ ΝΕΡΟ

είναι ο νους που
αριθμεί τη σιωπή
των νεκρών, και το μέτρημα
είναι ένας πόνος που ζει και
διακλαδώνεται σε κηλίδες
σύννεφων πάνω στο δέρμα,
μερικές φορές
είναι άμμος,
ένα ηλιοβασίλεμα
ένα λουλούδι του χιονιού
ν’ απλώνεται μέχρι
τις ίριδες, να
γεμίζει το στόμα
με τη γλώσσα του ξέχειλη
από θύμησες,
με τα περιφερόμενα
αποκαΐδια μιας
πυρκαγιάς, με το
περίβλημά του από ίχνη, φωνές
μαλλιά, με τη
σβολιασμένη, ακάθαρτη
αλήθεια του πάγου

Από τη συλλογή: «Αποτυπώματα στο νερό»

 

 

GIORGIO CAPRONI

caproni_giorgio

 

Φύλλα
Πόσοι έχουν φύγει…
Πόσοι.
Τι απομένει…
Ούτε καν
η πνοή.
Ούτε καν
της πίκρας η αμυχή ή
της παρουσίας η κεντιά.
Όλοι
έχουν φύγει δίχως
ν’ αφήσουν ίχνος.
Όπως
δεν αφήνει ίχνος ο άνεμος
στο μάρμαρο καθώς περνά.
Όπως
δεν αφήνει πατημασιά
στο πεζοδρόμιο η σκιά.
Όλοι
άφαντοι σ’ έναν κονιορτό
ανάκατο από μάτια.
Ένα θρόισμα
άναρθρων φωνών, σαν
φύλλα κόντρα στην ανασαιμιά
πίσω απ’ τα τζάμια.
Φύλλα
που μόνο η καρδιά μπορεί να δει
κι ο νους δεν δίνει πίστη.

(από τη συλλογή «Ο ελεύθερος σκοπευτής»)

Α΄ Παρουσίαση στα ελληνικά

 

 

GIULIANO MESA

GIULIANO MESA

 

ΑΥΤΗ Η ΣΙΩΠΗ ΠΟΥ ΑΚΟΥΜΕ ΜΑΖΙ 

σε αφήνω εδώ
με τα σύννεφα τούτα φορτωμένα βροχή
αυλακωμένα από μια αχτίδα
που θα σε ξυπνήσει,
αύριο κιόλας,
όταν θα ’χεις πια αναμνήσεις
να σκεφτείς.
πηγαίνω
στην παρασκιά που απομένει,
εκεί που επιστρέφω, τώρα,
τώρα που μπορεί να ξαναρχίσω,
που θα μπορούσα,
υπάρχει τώρα μονάχα μια αποθυμιά:
ν’ αφήσω, ν’ αφήσω ανέγγιχτη
τη στιγμή εκείνη πριν από τη θλίψη
όταν η θλίψη
γίνηκε μοιρολόι παρηγοριάς
και μετά σιωπή
αυτή η σιωπή που ακούμε μαζί,
τώρα – είναι τώρα που ξέρουμε,
σ’ ετούτη τη στιγμή που διαιρεί
σε αφήνω εδώ

 

 

GIUSEPPE UNGARETTI

GIUSEPPE UNGARETTI

 

LA PIETA

Ο άνθρωπος, μονότονο σύμπαν,
θαρρεί πως αβγατίζει το βιος του
μα απ’ τα πυρετικά τα χέρια του
περνούν διαρκώς αγαθά πεπερασμένα
Στον αραχνένιο του ιστό
γαντζωμένος στο κενό,
δε φοβάται και δεν πλανεύεται
παρά απ’ την ίδια τη κραυγή του.
Γιατρεύει τη φθορά ορθώνοντας τάφους
και για να σε σκεφτεί, Αιώνιε,
άλλο δεν έχει απ’ τις βλαστήμιες.

 

 

MARIA LUISA SPAZIANI

maria-luisa-spaziani

 

ΜΕ ΚΑΤΕΒΑΣΜΕΝΗ ΑΥΛΑΙΑ

Όταν σε αγαπούσα ονειρευόμουν τα όνειρά σου.
Κοιτούσα τα υπνωμένα βλέφαρα,
τις βλεφαρίδες μ’ ένα ελαφρύ πετάρισμα.
Καμιά φορά
είναι με κατεβασμένη αυλαία που ξετυλίγεται
με ηθοποιούς πρωτάκουστους και φωταψίες
– το θάμα.

 

 

MASSIMILIANO DAMAGGIO

MASSIMILIANO DAMAGGIO

 

 CELEBRATION TOWN 

Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχε ένας τόπος
που οι γείτονες χαιρετούσαν τους γείτονες
στο ήσυχο φως του σούρουπου,
τα παιδιά κυνηγούσανε πυγολαμπίδες,
στο σινεμά παίζανε καρτούν
κι ο μπακάλης έκανε διανομές κατ’ οίκον
Ένας τόπος με καραμελωμένα μήλα,
μαλλί της γριάς και μυστικά φρούρια,
το κουτσαντήρι στο δρόμο,
πανηγύρια στις γειτονιές, παρελάσεις της 4ης Ιουλίου,
δείπνα με μακαρόνια, πωλήσεις τουρτών στα σχολεία,
γλειφιτζούρια, πυγολαμπίδες φυλακισμένες μέσα σ’ ένα βάζο
Κι αν δεν μπορούμε να γυρίσουμε
σε εκείνους τους καιρούς, μπορούμε
να φτάσουμε σ’ έναν τόπο, που ν’ αγκαλιάζει
όλα τούτα, και μια μέρα
θα είναι η Celebration Town
το σπίτι μας, σπιτάκι μας

[από τη συλλογή «Τα κτίρια τα επισφαλή»]

 

1 σχόλιο

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΕΥΤΥΧΙΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ

5

 

Η Ευτυχία Παναγιώτου (Λευκωσία, 1980) έγραψε τα βιβλία ποίησης μέγας κηπουρός (Κοινωνία των (δε)κάτων, 2007· 2η έκδοση 2014), Μαύρη Μωραλίνα (Κέδρος, 2010· 3η έκδοση 2015) και Χορευτές (Κέδρος, 2014· 2η έκδοση 2015). Τα δύο πιο πρόσφατα βιβλία της εμφανίστηκαν σε μικρές λίστες για βραβεία.
Έχει μεταφράσει τα Ερωτικά ποιήματα της Ανν Σέξτον (Μελάνι, 2010· 2η έκδοση 2015), ποιήματα της Ανν Κάρσον (υπό έκδοση) καθώς και ποιήματα Άγγλων ρομαντικών (υπό έκδοση).
Τα τελευταία χρόνια εξερευνά τα όρια της γραπτής ποίησης απολαμβάνοντας το διάλογο με άλλες μορφές τέχνης (βίντεο, μουσική).
Σπούδασε φιλοσοφία και νεοελληνική φιλολογία. Το 2017 ολοκλήρωσε το διδακτορικό της στη νεοελληνική ποίηση. Σήμερα συντονίζει το «Εργαστήρι Ποιητικής Τέχνης» στο Έναστρον και διδάσκει Νεοελληνική Λογοτεχνία (19ος-21ος) στο τμήμα Δημιουργικής Γραφής του ΕΑΠ.
Ζει για χρόνια στην Αθήνα.

 

1-ΧΟΡΕΥΤΕΣ

1-ΜΑΥΡΗ ΜΩΡΑΛΙΝΑ

1-Μεγας κηπουρος-001

1-496l

ΧΟΡΕΥΤΕΣ (2014)

 

Η ετυμηγορία του ύπνου

Ο συριγμός μακρόσυρτος, θα τον ακούς,
από το φάρυγγα του διαδρόμου.
Μια παιδική φωνή ψηλώνει, σβήνει στο φα’
τρομώδη δάχτυλα τη σαβανώνουν.
Θ’ ακούς και ψιθυρίσματα, υγρά κι αλλόκοτα,
τις νευρικές σελίδες που γυρνούν,
τον παφλασμό των λερωμένων
υφασμάτων.

Κι αν κυματίζεις σε μάγων ραψωδίες,
στου ιδρωμένου σεντονιού τις κούρσες,
πάλι άσωστος βρέθηκες’ ο τόπος σ’ εμποδίζει,
και σε κυκλώνουν
ξένα αίματα’ αρχαία παλτά
οι συγγενείς, λες και σε ξέρουν.
Στέκουν με χέρια καθαρά
πλάι στο μικρό σου φέρετρο.

Τρελαίνονται οι σειρήνες, κάνει η σφραγίδα σάλτο στο χαρτί,
η επιταγή αλλάζει χέρια
κι ένα κίτρινο γάντι ορθώνεται, δείχνει δεξιά.
Κοιτάζοντας τον Εγγαστρίμυθο
κάτι σκαμμένα πρόσωπα
τις σόλες σέρνουν
προς τη χαράδρα.

Ονόματα οχληρά ηχούν,
και τα κιτάπια,
με σύντομες — των άβουλων — κραυγές,
σφαλίζουν.

Άλλο δεν σφάδασε η νύχτα.
Τα ρούχα του φονιά θα ’χουν πλυθεί.
Τόσο νερό κελάρυσε στις ίνες τους.
Τα γρανάζια έβηξαν και σώπασαν
ενώ ο αέρας, τακτικός και με τις φούριες του,
σηκώθηκε να σφουγγαρίσει.

Ησυχία.

Μόνο μια θηλιά μέσα μου
ταλαντεύεται σφυρίζοντας.

Και το πτώμα σου
— που σαλπάρισε, είπανε.

Γύρισε ξανά πλευρό.

 

ΜΑΡΙΟΝΕΤΕΣ

 

Ο ρήτορας

Ήσουν ωραίος’ σαν πνιγμένος Έλληνας.
Το γέλιο σου ως το λαρύγγι, ανέβαινε.
Ήταν πως θα σε σφίξει στην καρδιά
σαν μέγγενη ή σαν κρασί.

Μα εσύ τσουγκρίζεις το ποτήρι σου,
χορός τα χωρατά σου, κι αγορεύεις.
Λες, ο ιδρώτας του προσώπου μου,
κι οργώνεις το ψαρό μουστάκι σου.

Ήσουν ωραίος’ σαν πληγωμένο σπαρτό.
Στα μάτια σου δυο ζώα αλάφιαζαν,
τομάρια, κι όλο γάβγιζαν
την οικουμένη.

Ήσουν αγέρωχος μόνο στο ποίημα.
Στιχάκι αοιδών όπου μας πλάνεψαν.
Όταν μας σφύραες απ’ το βουνό,
ήταν για να βουτάς στην τρύπια τσέπη

την παλάμη,

να πιάνεις τον παράδεισο.
Φλογέρα που σε πρόδωσε
– και δεν συγχώρεσες.
Τσιγαριλίκια, αέρα στρίβεις

για να κλωθογυρίζουν
κι οι μύγες του χωρίου.

 

Ζεϊμπέκικο του Κάτω Κόσμου

[Στης σημαίας τον πάτο ένας άντρας.
Σκυφτός και σκεφτικός, φουμάρει.
Σηκώνει το κεφάλι-σε κοιτάζει-σκύβει πάλι, και φουμάρει.]

Μάρμαρο, στίχο μελετώ
και το κορμί μου όλο πάει
με τον νέο
ρυθμό να κάμψει.
Ολόστροφος
την ομορφιά ορίζω’ θα ’χει χαλάσει
το αντηχείο του μυαλού.

Στην άσπρη φρεναπάτη των κινδυνευτών,
τα σίδερα της ηλικίας μου φρένιασαν,
θα πάρω μιαν ανηφόρια, θα πάρω μονοπάτια,
και ποιος γαμήλιος χορός.
Δοσοληψία αφηνιάζει
— δουλεμπορία των Ουρανών —
ποιο χαλινάρι.
Στα γόνατά της πέφτοντας,
βρω τα σκαλοπάτια που πάν’ στη Λευτεριά,
γλίστρησα σε ναρκοπέδιο αισθήματος.

Τραγούδι ολάνοιχτο, βορά παθών.
Άκου πώς σκάβουν
τα μέσα [Αντιγόνη],

Κι αυτή η ανηφόρια
ας ήταν
του χρόνου η παγωνιά.

Μια πιρουέτα.

 

Περί ύψους

Ύμνον παθητικό θε να σου υψώσω
Διονύσιος Σολωμός

Σαν σέρναν στα στενά τη γάτα απ’ το λουρί,
ακούστηκαν, μου φάνηκε, αγορίστικα γελάκια.
Κακόηχα φωνήεντα — αόρατη σφαγή —
σαν ν’ ατιμάζονται ποιήματα.
Και απ’ τα σπλάχνα του πλήθους
ύμνος υψώθηκε, τάχα με φιγουράτη φορεσιά
[μισή γιος Αετού, μισή γιος Ψηλορείτη],
κι ένα μικρό φουσάτο ανηφόριζε,
υπόκρουση του χάους.

Θα παίζαν στα δάχτυλα
τη φύση.
Σπρώχναν στον γκρεμό το γάιδαρο
[κείνον με τα μεγάλα αυτιά],
να δει καλά πώς γέρασε η Μαριώ [η αλεπού],
και πώς στριγκλάει ακόμα
η ηχώ, μονάχη.
Και με σκοπούς στοιχειώναν
τρυφερό κοράσι. Φτυστό
εσύ. Με τη λευκή στολή

στέκω σιδερωμένη.
Έτσι όπως στοιχήθηκα
— το χέρι ν’ αγκαλιάζει τον διπλανό,
αδερφικό-λεν’-ώμο —
τέτοιους ρυθμούς ομολογούσα.
Όπως το πόδι μου απαλά το τίναζα
και λυγερή το λύγιζα
— να μ’ αγαπάει ο δάσκαλος,
ήθελα να μ’ αγαπά —
ύπουλο υφάδι με κινούσε
σε μια επέτειο εθνική,
στις κοφτερές ρωγμές
της μνήμης.

Ήταν ψηλός, ήταν χακί’ όπως τα τανκς.
Μα δεν χτυπούσα το τακούνι μου.

Προσευχόμουν
από στήθους.

Μήπως κι έτσι ψηλώσει ο νους.

 

ΕΓΩ ΕΚΟΙΜΗΘΗΝ, Ο ΥΠΝΟΣ ΕΞΗΓΕΡΘΗ

 

Σφυρίζοντας στο προαύλιο της πατρίδας

Πίσω μας κρύφτηκε.
Μουντζούρα της μνήμης.
Είτε κοιτάξουμε πίσω είτε βαδίσουμε μπρος,
το τετράγωνο στόμα της μας ανακρίνει
και τον φαρδύ φακό φυλάμε πιο μέσα.

Παιδιά χωρίς φωνή,
μνημείο ορθώσαμε της μουσικής.
Παιδιά χωρίς σφαγή,
με τα χείλη να χάσκουν
στη χορωδία ολοστρόγγυλα.

Παίζουμε παντομίμα. Να σωθεί η σιωπή
και ο Δον Πιέτρο να γλιτώσει
από τις παρτιτούρες.

Μα ο τρόμος καταδότης με τα πλήκτρα.

Ενώπιον μας τον καθίζουν.
Γιατί έπαιζε μπάλα κι ήταν παπάς.

Ωραία παραφωνία.

 

Οι υφάντρες

Παγιδεύτηκαν σ’ ένα κακόφημο ποίημα.
Τα μαλλιά τους αλωνίζουν κυνηγοί κεφαλών.
Και στο στόμα λεπίδι, η ποινή στον αγρότη,
πνιγαλίων κι ο φόβος, χρηματίζει σαν φίλος.

Την ηχώ τους φιμώνει ο Φωνομέτρης χαφιές.
Ήχοι είναι, θα πούνε’ δεν ακούγονται όλοι.
Τα παράθυρα κλείνουν και οι πόρτες κλειδώνουν
και ο τάφος πλευρίζει τον τυχαίο διαβάτη.

Μόνο η τραγωδός η σοπράνο
τον κουρέα αγγέλλει εφιάλτη.
Το χέρι υφάντρας θα υψώνει,
που το νέο της σώμα διασχίζει
ο ροζ σατράπης σταυρός.

Στου Μεχίκο τ’ αφιόνι, ερημιά και αλάνες.
Είναι βρόχι ο σπόρος, το λαρύγγι τους σφίγγει.
Λαναρίζονται νύφες και στο μάτι μπαμπάκι.
Στη φωνή σου η άμετρη θλίψη. Κι ο Μπαχ.

 

Ο σαλταδόρος

Όσο να πει πως
το ψάρι στο δίχτυ δεν είναι ψάρι σε τηγάνι,
τσουρουφλίζεται στις λέξεις του,
στις άτυχες μεταφορές – τι μαρτύριο.
Να φτύνει το κακό, κι αυτό ακούραστο.
Από τα χείλη του να πιάνεται
και πάλι πίσω, μες στο σάλιο,
το δηλητήριο ν’ αναδεύεται.

Όπως στα παιδικά μας φιλμ,
το φουσκωμένο σύννεφο
μόνο βροχή τού έστελνε από πάνω,
και μέχρι να φτάσει σπίτι
εκείνο πάλι του πετούσε σταυρωτά
καρφιά.

Κι αν είναι, λένε, σαν σφυριά
του ποιητή η δουλειά
είναι γιατί χρειάζεσαι μια σκαλωσιά

ν’ ανέβεις ως το σύννεφο,
στη ρίζα, λένε, τ’ ουρανού ν’ ανέβεις,

με γλίστρημα κανένα
— αλλιώς του κάκου —
κι όχι γιατί είναι σαν σφυρί
η δουλειά του ποιητή.

Ένα ψάρι σε τηγάνι δεν είναι ψάρι σε ταψί.
Ένα ψάρι στο χείλι δεν είναι ψάρι στο δίχτυ.
Μέχρι να γίνει μουσική η φωνή σου,
όσο το σκουριασμένο σώμα από το τρίξιμο
να στήσει πέντε κόκαλα,
με κόντρα αέρα, βρογχικά φυσήματα,
νέα μεγάφωνα μπορεί να ’ρθουνε.

Μα εσένα το μυαλό σου στο χορό.

 

Η ΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ
ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΥΝΙΣΜΟ

 

Λίγο πριν σηκωθείς

Μην πεις πως δεν πόθησες τα φτερά του παγονιού,
ένα φόρεμα να σκουπίζει την πίστα με βαλς.
Κι αν την κορόνα σου έκλεψε τελικά το καρδιοχτύπι
όταν σε κοίταξε στα μάτια ο τολμηρότερος,
μην πεις πως ήτανε κατακτητής’

στα γόνατα είχε πέσει.

 

Σισύφεια στάση

Φως φρικώδες και γδύνει
του Αισώπου την κόρη
που ’χε χέρια-πουλιά,
για δάχτυλα ράμφος
και κάτι μάτια μυθώδη.

Οι γλύπτες παραφρόνησαν.

Σκαλισμένους τους βρίσκεις
με το ίδιο τους χέρι.
Μια στρατιά από αγάλματα
με τη φρίκη στο στόμα
και τα μάτια σβηστά.

Μα ένας γλύπτης ξεμάνισε.

Αεράκι που φύσηξε,
τα καλάμια σαν έγχορδα
παίζει.
Κι οι καλόγριες, στάχυα,
μαθαίνουν ρυθμό.
Το χιτώνα τους ρίχνει,
σαν αυλαία στα βλέφαρα,
και τρίβουμε, τρέμουμε,
δαγκώνουμε, αφήνουμε

την άμμο να μένει υγρή
μες στο λάβρο ξημέρωμα.

 

Ας χορέψουμε

Γκρεμίζοντας τον ύπνο
Ηλίας Λάγιος

Ο πόθος έλιωσε τα μάτια μας.

Έγινε τραγούδι, να τυραννάει τον λογοκόπο.
Αόρατο δοξάρι σε παρτιτούρες αρλεκίνου
που έσκιαξε κι έσκισε το μισοφόρι
του θανάτου. Ήχος πειραγμένος,
από παράτολμο σμίξιμο.

Το χώμα να φοβάται το σώμα.

Γι’ αυτό πριν πάλι ο Τυφλός λαλήσει
— Ας βροντήξουν παλαλά ταμπούρλα,
και πλήθος παρδαλά τα γυναικεία λώματα
ας τσερίσουν με τον πήχη τον αγράνεμον.

Και πεντοζάλη και πυρρίχιος
και τρομαχτόν. Το χέρι εκείνο,
αυτό που αναδύθηκε
— Κάλεσμα ήταν ή αποχαιρετισμός;

 

ΠΡΟΘΕΡΜΑΝΣΗ

 

Το μολύβι σέρνει το σώμα μου.

Όρθιο στον αέρα — αντιστέκεται.

Χορευτικό το ύφος, Σαολίν.

Γρονθοκοπώ στον πυρετό της αγάπης.

 

 

Μαύρη Μωραλίνα (2010)

 

κοίταξε τη Μωραλίνα
έχει κόψει τα μαλλιά της

 

χαράζει το χέρι, πάει να πει νοσοκομείο

στο βιβλίο μου ζωγραφίζω ένα τρίγωνο.
στην επάνω γωνία ο θεός, στην αριστερή η γάτα μου,
στη δεξιά το μολύβι.
είν’ ένα μαγικό τρίγωνο
γιατί
σε μια προέκταση της μνήμης μου
ανεπιθύμητη
οι γραμμές ατονούν και χαλαρώνουν και κινούνται πέρα δώθε
κι ο θεός γίνεται μαύρη ιέρεια, η γάτα μου πάνθηρας,
το μολύβι μου στυλό.

ο πάνθηρας αχόρταγος’ ποθεί την ιέρεια,
το στυλό ανεξίτηλο’ τον εκδικείται,
έτσι αφανίζονται τα άκρα
και σώζεται
μονάχο του το θηλυκό
ανίδεη από εξουσία
κέρδισε μια μάχη που αγνοούσε.

λευκός θίασος — έλαχε σ’ εμένα,
κάποιο δώρο θα ‘ταν της ανάγκης,
που με το ραβδάκι της τώρα με βάζει να
παριστάνω την τρελή.
απροπόνητη

αφήνομαι σε κάτι που καλπάζει σαν τα γιατρικά μου
κόβω τα χαρτιά μου σκίζω τα θαυματουργά μου, μια κρύπτη
είσαι — Grotta Azzura — και κάτι σαν γραμμή χαράζει
νέα στραβή, κάτι συμβαίνει με το σχήμα αυτό — τρίγωνο
διαβολικό — δεν ζωγραφίζεται.

 

κλαίει με το πάθος της κυρίας
Μοντιλιάνι

 

φάκελος «Μαύρη Μωραλίνα»: νέγρα πέταξε τσάι στο λιμάνι

ο πόνος μάς μωραίνει
Maurice Blanchot

ήταν μια Χοντρή Πέμπτη, κι ένα στόμα πειναλέο
απ’ την Πολωνία (απ’ αυτά που γέρνουνε προς Γερμανία).
μπορεί και να ‘ταν απλώς ένα μπούτι στην Ελλάδα,
από κείνα που μετανιώνεις που έφαγες.
δεν τρώμε κρέας, παρά μόνο τις άγιες

«Μαναστατώνης», συστήνεσαι στ’ αγγλικά
«Μαναστατώνη», αποκρίνομαι στα γαλλικά.

γλώσσες-μάσκες’ μιλάνε για πολιτισμό με-μέτρο
σου ρουφάω το αίμα με-το- σταγονόμετρο
είν’ ευγενείς χειρονομίες, βολεύονται σε ημερολόγια.
την Πέμπτη τρώμε καλά, αλλά το μεγάλο δείπνο
είναι πάντα Κυριακή

μια μέρα
άγια, ματωμένη.
κάπως έτσι με τα ενάντια,
στα λόγια μπορεί

και δυο βασίλεια ένα να — αν η σκιά τους δεν κάλπαζε —
πανικόβλητο κυνήγι για το μαύρο μπούτι, αν ο ωραίος
βασιλιάς δεν ήταν εκεί — αν δεν υπήρχες εσύ — , αν
ένα khat μες στα δόντια του δεν παραμιλούσε, αν δεν
ήταν μηρυκαστικό, αν βασίλισσα δεν ήταν αυτή
θα μπορούσαμε εγώ κι εσύ.

μα η νέγρα Μωραλίνα ταλανίζεται, η μαύρη Μωραλίνα
τελαλίζει ποιος αυτόχειρ μασκοφόρος ποιος ιππότης τίνος
πότης να ντυθεί για χάρη ποιας απάτης άσπρη αφρική;

 

κυτάει απ’ το καθρεφτάκι της τα’ ωραίο
πρόσωπο μιας Άλλης
που χάθηκε Οκτώβριο μήνα

 

σκηνές από την καθημερινή ζωή σε ανάπλαση μνήμης

η αδελφή μου χάθηκε τον Οκτώβριο του ’07.
την αναζητώ σε αναγγελίες θανάτων.

στ’ αλήθεια, είπαν, δεν υπήρξε,
όμως το τζάμι μου όλο τρίζει,
μια στριγκιά φωνή με σέρνει
από το φόρεμα να μπω
μες στο νερό του μαύρου τοκετού της
να γίνω η νοσοκόμα δίπλα της σε ύπνωση
να γίνω ο άντρας της να την κρατώ παραλυμένος
μα παραμένω το ασθενοφόρο που δεν έρχεται
στο τέλος μ’ αποκάλεσε φονιά,
το κορίτσι μου τ’ ανύπαρκτο Ρεμπώ λοιπόν,
κατάληξη σπουδαία φωνήεντα
της τραγουδώ,
το ίδιο μου το λαρύγγι χύνοντας
«Ε για το λευκό I για το κόκκινο»
I για το κόκκινο Ε για το λευκό

κι όλο τραγουδώ
για τούτα τα χεράκια, τα δύο ποδαράκια
και για όλα του κόσμου τα παιδάκια
θυμάμαι πώς,
πώς να τραγουδώ.

 

όταν ακουμπάει το κραγιόν στα χείλη
αποχρώσεις δεν υπάρχουν του κόκκινου

 

σας δίνει το ελεύθερο

σηκώνω το δεξί, λέω χάιλ στήθος.
κλείνω τα μάτια, λέω χάιλ στόχος.
με τ αριστερό στην κοιλιάς λέω χάιλ σημαία.

και πυροβολούν αλύπητα,
κανείς δεν με βρίσκει.

εστιάζουν σε ό,τι λέγεται
— κακόφημη ανυπαρξία, αναίτιο κενό, μπλα μπλα –
και στήνουν στον τοίχο τις λεπτομέρειες.

εγώ όμως ζω
– χορεύω χάος
με λένε Μωραλίνα, κι όμως αυτή δεν είμ’ εγώ.

σ’ έναν κάδο η καρδιά μου καίει τα ρούχα της.
για να σώσει η φωτιά της απ’ τα δακρυγόνα
ό,τι αξίζει.

κάπως έτσι αναπνέω.
πώς να το πω απλά;

μέσα στον κόσμο χάνεις
μόνο νύχτες.

 

ο άντρας που έχει δει τον ήλιο ξέρει’

 

όταν το ποίημα
ανοίγεται σε προσωπικά δεδομένα

στη ζωή δεν έγινες τίποτα, εδώ γίνεσαι κάτι,
μπορεί να μην τ’ ονειρεύτηκες,
τέτοιος θάνατος δεν σε ικανοποιεί,
κι όμως θυμάμαι’ λάτρευες λέξεις.
για κείνες τις άψυχες θα πέθαινες

σε βλέπω στο ποίημα να υπογραμμίζεις’
με λευκό την αλήθεια, με κόκκινο το ψέμα.
για μια έκρηξη της φαντασίας
θα ‘ταν απρεπές να τη μαλώσεις

ποντάρω στ’ ότι θα χαμογελάσεις.
με κάποιον τρόπο πρέπει να σ’ ευχαριστήσω.
για τούτο δω το μελιστάλαχτο θηρίο,
γι’ αυτή μου τη γύμνια
που για μένα ήσουν μουσική.
θέλω να πω Μαέστρος, όποιος εναρμονίζει τη φυγή

μα στάσου λίγο, κανείς ειδήμων δεν θα καταλάβει.
σκοτώνω ένα ποίημα για να ψυχώσω εσένα
φιλοπερίεργοι δεξιά κι αριστερά
ζητούν να μάθουν τι είχαμε να μοιράσουμε.
η ουτοπία δυο σωμάτων να γίνονται ένα

εκείνος αθέτησε την αρμονία, το βασίλειο, τα φθογγόσημά
καθώς το σώμα της καιγόταν και, μόνο ακόμη,
έκανε να τραγουδήσει.
στο μεταξύ πληθαίναν οι εγγράμματοι κανίβαλοι.
έμπαινε στη μέση το ολόφρεσκο κρέας.
κάθε κοριτσιού η σάρκα ωραίο κρεσέντο ατονάλ

είμαι ένα φωνήεν ακαριαία σφαγμένο.
όταν «οί χοίροι υϊζουσιν, τα χοιρίδια κοϊζουσιν,
οι όφεις ίΰζουσιν»
πολλά εγκλήματα διαφεύγουν απ’ το λάρυγγα.
εγώ σκοτώνω ένα ποίημα, εμψυχώνω εσένα

κείνη που γράφει έχει ήδη υποκλιθεί.
κανονικός μαέστρος.

 

με ανάπηρους τους φθόγγους των πουλιών

 

το σύνδρομο της Ιερουσαλήμ

έρχεται η μέρα που όλα σβήνουν.
στα μάτια μια μαντίλα, τα τυλίγει το φως,
και με τη νυχτικιά βαδίζω πάνω στα κάγκελα ακροβάτης.
δεν φοβάμαι πια το ύφος, δεν φοβάμαι το κενό,
ο ίλιγγος ανοίγει χέρι προς τον ουρανό
κι αναμετριέται με τα σύννεφα.

βρέχει ο Μετεωρολόγος.

(πίνουμε
βροχή, πιανόμαστε σφιχτά, τα σώματα ουράνια
και τόξο η μουσική και τα κουμπιά ορθάνοιχτα στο
πέλαγος)

το νερό θα ’ναι- αναστατώνει τον ύπνο μου.
αλμυρό, πολύ αλμυρό’ αίμα για τα σεντόνια,
ψάξε-ψάξε δεν θα τον βρεις.
κοριτσάκι, όχι εδώ. όχι μ’ αυτόν

τα νεύρα μου ντιν-νταν θόλος.
σώμα που σείεσαι, σώσε,
θάλασσα, σώσε με.

κολυμπώ στην ακτή της ουτοπίας μας.
μια τεταμένη γραμμή στο χάρτη μάς χωρίζει.
ο ναός στ’ ανάμεσα μας. συντρίμμια τ’ ανάμεσά
μας, τείχος δακρύων δυτικό.

στις φλόγες πίσω ποτέ.
(πολιτισμός)

αν κάποτε θελήσεις να μας μάθεις θυμήσου το Kippah μας
κι αν θες να μάθεις την αρρώστια σου, δες, έχουμε ντυθεί
με της μαμάς το νυφικό κραδαίνοντας τα κάγκελα, αρσενική
και θηλυκή αγάπη, αλυχτώντας αγάπη, εμείς μόνο αγάπη
— είχαμε σκορπίσει.

 

νεκρόφιλος κανείς δεν είναι

 

τον θέλω ανελέητο να τρέχει μέσα στη βροχή

κάποτε συνέβη.
ήρθε σαν ελεημοσύνη της θλίψης
που κοίταξε χορτασμένη το έργο της.
τον ωραίο άνθρωπο,
το πιο θλιμμένο στον κόσμο πραγματάκι,
που δεν έχει κανέναν.
φτάνει αυτό το χάρισμα
να χαρακώσει τα χέρια του με λέξεις,
σφάλματα δίχως συγχώρεση.
και το μολύβι στη σελίδα
πιέζει-σκίζει-πνίγεται στο τρίγωνο πηγάδι.

η αγάπη σώθηκε από σαρκοφαγωμένη θλίψη,
το θέαμα θριαμβικό.

ισιώνει τώρα την κορνίζα, σκουπίζει το γυαλί
και η ανάμνηση γελά.
αρκεί, για λίγο, μια κουβέντα,
χειρονομία μικρή,
φόρος τιμής στην τρέλα
ίσως αρκεί.

 

ανθρωπογραφία της Francesca Woodman,
Αμερικανίδας φωτογράφου που αυτοχειριάστηκε
στα 22 της, θέτοντας τέλος στο ταλέντο της

μια λάμψη κάτω απ’ τα σεντόνια.
χέρι φωτογραφίζει άλλο χέρι που κάποτε έγραφε.
ό,τι είναι αδύνατο να ειπωθεί αληθινά
τρυπιέται απ’ το μυαλό.
ίσως κάτι συνταρακτικό
όσο μια ρωγμή, όσο η ανάσα

— εγκάθετη
μελωδία σε σύστημα τυφλό,
καρποί σύρονται σε χέρια
κι ένα κλικ
επώδυνο,
μουσική οργάνων’ τρύπα στο στομάχι,
ξερνάει την κλίνη, την πνιγηρή ησυχία,
θα τη μαλώσει πάλι η νοσοκόμα, μα κρούει το κουδουνάκι’
νοσταλγεί κάποιον που να ’ρχεται.

ό,τι συνέβηκε ήτανε λέξεις
μια έξοχη του μυαλού της σε καλώδιο.

αργοκινεί τον σπασμένο της γοφό,
έναν τρυποκάρυδο πιστό,
παρόντα στην τελετή, που ’ναι γιορτή,
λευκό φοράει βικτοριανό φόρεμα.
(ο πατέρας χορεύει μπρος στο παράθυρο.
ο αδελφός υποβολέας του ρυθμού,
βήμα δεν χάνεται, η μητέρα τραγουδά,
κι όλα είναι χαρμόσυνα),
τόσο χαρμόσυνα δίχως εμένα

αυτό που δεν μπορώ να δω
το λένε χαρά

(βασανιστικά βήματα και φάλτσες φωνές
γύρω από ’να ακουστικό, και κλάματα)
μια λέξη – π’ αγωνία -, κι όλα πάλι συσκοτίζονται.

η κόρη μας εθισμένη στα χρώματα

κάτι αδύνατο να ειπωθεί
ειλικρινά
ανθρώπινο εντελώς.

 

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ FRANCESCA WOODMAN

 

ταινία μαύρη της κρύβει, τώρα τα μάτια

στην Τζένη Μαστοράκη

τα χέρια της στ’ αυτιά και μια φωνή να την καλεί να φύγει
από κοντά του, όχι αυτό, από τα μάτια του, από το υγρό τραγούδι
το δίχως γυρισμό λουλούδι, βέλο, και θα μπορούσε κάποτε
στη μέση να κοπεί, κορδέλα που τον έζωνε, οχιά και χρόνια
η πληγωμένη, πόσους και γιατί πάντα τους καλούς μαζί της,
ζωντανή η αγάπη θάβει και την αγάπη της.

την πλάτη έχει γυρισμένη και μια φωνή να τον καλεί, να φύγει
τέτοια η ερημιά, τόσο γλυκόπιοτο το σεντόνι,
χειρονομίες, χέρια από την οροφή που κρέμονται,
το ύστατό του χαίρε, πάντα ματαιωμένο
για την αιώνια ηδονή, και πάλι πίσω αυτή,
ν’ αυτήν πάλι, μα έχει τα μάτια κλείσει.

 

 

ΜΕΓΑΣ ΚΗΠΟΥΡΟΣ (2007)

 

το κεφάλι μου σύμπαν ολόκληρο

μου αρέσει να κοιτώ τις σκέψεις μου σαν χάνονται
στο διάστημα ορφανές και
ξαναβρίσκονται στο στόμα άλλων,
τις κινήσεις σαν μιμούνται αγριανθρώπων και
επιστρέφουν σε μένα ξένες.
ωραίες σαν το κεφάλι μου — εκσφενδονίζεται
συνένοχο.

 

ars poetica

κανείς δεν είδε ίο μασκοφόρο με τα τριαντάφυλλα,
έφευγε απ’ το σπίτι με ψαλίδια στα χέρια και μ’ έναν
γάτο μαύρο αγκαλιά στο δάσος με τα μυστικά -δεν
το ’ξερε κανείς- μέχρι που χείλη τεράστια μίλησαν
για εγκλήματα στον ποταμό, για πευκοβελόνες θηρίου,
για επιθανάτιους χτύπους και θρήνους στη διαπασών,
τότε αγκάθια χέρια το ξεγύμνωσαν, το ξερίζωσαν
το μολυσμένο μανιτάρι το μαινόμενο.

 

ενδοφλέβια

είμαι ο πόνος που γίνεται πλήγμα σε κάθε λέξη.
τρυπάω τα δόντια ν’ αρθρωθώ· συνέχεια ματώνω.
με βία γεννιέμαι, ύπαρξη που απαγορεύεται.

σφαλίζω το στόμα με δάκρυα που καταπίνω.
μες στη σιωπή μου ανθίζω κι εντός μου
ποτίζω φαντάσματα σ’ άδειες καρέκλες.

-μουσικό παιχνίδι ψυχοθεραπείας-

 

επίκτητα

αναζητήσεις κρυμμένες
στο συρτάρι μου
βγαίνουν έξω από μένα
το βράδυ που φοράω
πανσέληνο
και κόκκινα χείλια
που δεν είναι
από κραγιόν
-το χτύπημα-
γύρω από το σώμα μου
κυκλώνεσαι
ίδιο φίδι,
χόρτο που κολλάει
σε λάσπη
κάτω από παπούτσι,
ιδρώνουν τα πόδια
από φόβο, μπορεί
να παραλύουν, δεν ξέρω,
να βουλιάζουν.

δεν ήτανε δικά μου αυτά
αλλά τα έρμεια τα σανδάλια.

 

αγνοώντας τον θεό κτλ.

ξεράθηκαν τα χείλη μου παραμιλώντας ευχολόγια.
αστρονομικοί αριθμοί στη δεκάτη με ζαλίζουν ευχές
δέκα κοιτάνε ένα αδειασμένο κακό
-απόντα άπαντα-
οι ευχές πρέπει να μπουν σε σειρά αμέσως,
να μπουν σε σειρά επειγόντως.
η ζητιάνα μέσα μου εκλιπαρεί
για ψίχουλα.

διασαλεύω την τάξη Σου και τρομάζω.
αλλά, υπομονή, ο χρόνος προβλέπει,
λίγο ακόμα και θα επαληθευτεί η εξίσωση.
θα σμίξω όλη τη χολή μου με δάκρυα δέκα
ήρεμα – θα βγει η εξίσωση.
σκάβω το λάκκο μου ψέλνοντας επικήδειους.
εντολή μου, το κακό να εξέλθει.

ο τίγρης στο στόμα σου,
ρουφηγμένο δάκρυ στο
στομάχι έχω ένα ζώο που κοιμάται,
παίρνει αίμα απ’ την καρδιά μου
κι έπειτα κοιμάται, το ζώον,
κοιμάται το δίκαιο — το τρέφω
απ’ την Αρχή το παραμύθι.

μετά τη δεκάτη υπάρχω παρελθούσα.
ελπίζω για να κλαίω.
κλαίω για να ελπίζω.

μα εξισώνομαι.

 

και τι απομένει

τη νύχτα έρχονται οι σκέψεις
πλανόδιοι λειτουργοί και μύστες.
με αποφεύγουν τη μέρα όταν χλομή
ξυπνώ απ’ τη λήθη
ενώ το βράδυ κάνουν κύκλους στον λευκό
ουρανό — πίσω μου κρατάν τα χέρια.
με γδύνουν, με βιάζουν, με περιγελούν,
τη νύχτα, όταν έρχονται, παραμονεύουν
πρώτα μην είναι άλλος κανείς
στο προσκεφάλι μου

έρωτας ή τρέλα.

 

φάντασμα

θα σου κάνω μάγια ξένε για να μ’ αγαπήσεις
θα σου φτιάξω φίλτρα για να ’ρθεις σε μένα
πίσω σου θα σπείρω οργίλες φωτιές να τρέξεις γρήγορα
θα ’χω μιαν αγκαλιά μεγάλη να χωράει τα όνειρά σου
ζαχαρένια λόγια σε ροζ τοπία θα σου χαρίσω ήχους,
μυρωδιές, χαρμόσυνες ειδήσεις κι εφηβεία
κι ό,τι τραβά η ψυχούλα σου θα το ’χεις — λίγο μονάχα
δώσε αίμα στη δική μου που πεινάει η στοιχειωμένη.

 

.

καρδιογράφημα

η μνήμη μου, ένα λασπωμένο ποτάμι
που ρέει στα χέρια σου και
στο έλεός μου το μπουκάλι σπασμένο,
σώμα ριγμένο σε δάχτυλα ξένα
καρπωμένα παραίτηση.
ένα μωρό πνιγμένο, προσφορά της σιωπής μου,
που αφήνω να μοιάζει πως κοιμάσαι
φασκιωμένος με τους πόθους μου
μέσα στη χούφτα που μεγάλωσα του μέλλοντος
κοιτώντας μόνο τις ευθείες.

ντρέπομαι μικρή να υποφέρω τόσο.
αν είναι ο πόνος των μικρών ελάχιστος
θέλω ένα τίποτα να γίνω
θέλω το τίποτα — φωνάζω
τόσο, που μια μέρα θα κοπώ επιτέλους
απ’ τα τεντωμένα μου λαρύγγια.
άλαλο έμβρυο θα επιστρέψω σε σένα.

στη θάλασσα που πόθησα
στη θάλασσα που γνώρισα
ποτάμι πριν γίνεις και παγώσεις
μια χαρακιά ευθεία στο στήθος μου
για να θυμάμαι.

 

l’ opera aperta

μπερδεμένες περιπτώσεις οι λέξεις μου.
έχουν μια εμμονή να σκάβουν σε εντόσθια
και μετά, σαν να ’χουνε δει κανένα φάντασμα,
τρομάζουν απ’ τα πράγματα οι λέξεις,
μοιάζει με άρρωστο παραμύθι όπου
στον τρόμο της όρασης η ψυχή είναι πάντα αθώα,
κυκλοφορώ ξυπόλυτη στο στιβαρό σου μπράτσο
δρασκελώντας αρτηρίες:
κοκκινίζω εύκολα δίχως συνέπειες.

απ’ τους χάρτες μαθαίνω τον τρόπο να συγχωρώ.
μοιάζει με άλμα προς το μέλλον,
αδιαφορία για το μέλλον μάλλον
η υπερβολή της αθωότητας.

προχωρώντας -σαν κι εσένα- κλέβω κάτι.
μοιράζομαι.

 

η μεταφυσική της δυ στυχίας

είναι το εγώ μου
το ημερωμένο ζώο κατόπιν Κοιμήσεως
το στιγμιότυπο της παραίσθησης
μπρος στον άγνωστο κόσμο
και η απελπισία
ένας εφιάλτης που δεν ξυπνά
παρά μόνο στη σκέψη σου.

είναι το εγώ σου
η παραχάραξη των παιδικών οραμάτων
ο ατέρμων ύπνος της ηδονής
που πέφτει στο χαντάκι λυπημένη,
της οδύνης ο τόπος ο ακατανόητος
-η λογική προς κάθειρξη-
όταν κοιτώ και ξανακοιτώ απ’ ένα κάτοπτρο
τη θωριά σου να σβήνει, ο μόχθος μου σκύβει
μπρος στη μάταιη εξήγηση.

-κάλεσμα αγιοσύνης-

 

βλέπω θα πει επινοώ

φτύνει η άνοιξη ένα-ένα τα δοντάκια της,
κουκούτσια φθισικά, από αίμα κάτι παραπάνω.
ο καιρός γλίστρησε απ’ το στόμα μου, μια στάλα
δηλητήριο.

φτύνω τις μέρες για να μην τις στενεύω.
δεν φταίει που δεν ξημερώνουν, μα που
σαν ξημερώνουν είναι ακόμα σκοτάδι.
με ματογυάλια στέκομαι, στέκι έγινα
ηλιθίων που στοχεύει στην όραση.

υπάρχει ή δεν υπάρχει;
όσο ρωτώ απαντά ο Κανένας.
υπάρχει παίζοντας δίχως ίχνη με γάντια μάγου.
εγώ όμως δεν παίζω.
δεν παίζω!
η αλήθεια είναι πως δεν μπορώ να παίξω.
οι κούνιες, σκουριασμένες, τρίζουν από τότε
που μ’ έσφιξες για πάντα μες στα δόντια σου.
δεν μπορώ να βγω.

ήμουν άνοιξη.

 

επιτάφιος

στα σταυροδρόμια που πέρασαν
τα χαμηλωμένα μάτια σου
δεν μ’ ονόμασες.
τα λόγια στην κάθε ανατολή
παραμονεύουν στη δύση — λυπημένα χαμόγελα,
υποσχέσεις ονειρικές που μου θυμίζουν ποτάμια.

κύλησες χωρίς εμένα
μες στην ψυχή μου καθισμένος
τώρα χαιρετάς μιαν άλλη μου ψυχή
και τα μάτια μου μες σ’ άλλα μάτια,
πρόσωπα που πλέουν πληθαίνοντας
χωρίς σκοπό να φτάσουν κάπου.

κάποτε χάραζα στο χάρτη διαδρομές
τώρα δεν έχει απομείνει τίποτα
παρά η ελεγεία και ο θυμός
τώρα που νιώθω τη δυστυχία, τι πάει να πει
η κάθε μέρα να ’ναι κακόγουστη φάρσα.
μετέχω στην ιστορία συγκρίνοντας.

μιλώντας για σένα σ’ απαρνιέμαι.
λόγια δεν περιγράφουν όσα υπήρξες.
αγγίζω τα δάχτυλά σου,
βυθισμένα στο αίμα,
τα σώματά μας δεμένα σε κόκκινο
σάβανο· υστερική λαγνεία και πένθος.

τα όνειρά μας πες μου.
δεν θα γίνουν λαγούμι;

 

μέγας κηπουρός

στον Μίλτο

παραλογίζεται τα βράδια ο κηπουρός μου.
σπείρει λέξεις στο χώμα
θάβει λέξεις κάτω απ’ το χώμα.
λέξεις λαβωμένες, πρώτα τις χτυπά
τις δένει έπειτα χωρίς φόβο
οίκτο ποτέ του δεν νιώθει γι’ αυτές,
κλαίνε σπαράζουν σκούζουν καταριούνται
-λέξεις είναι-
τις βουβαίνει.
το καταφέρνει το αίμα.
δεν είναι ο κηπουρός μου αυτός.

σπείρει το θάνατο.
με σπέρνει θάνατο.
γίνομαι ο θάνατος.

 

γονατισμένη

χάλασε ο δίσκος, ανάποδα παίζει τα τραγούδια.
τώρα ο στίχος αντίστροφα με πάει.

μια πεταλούδα κόλλησες στο γόνατό μου πίσω,
στόχος το «γονατίζω» να κόψω μαχαίρι.
το είδα σαν παιχνίδι στην αρχή και δέχτηκα
αλύγιστη να παραμείνω, αν είναι έτσι
μια ζωή να σώσω.

ήρθες μετά μ’ ένα τσουβάλι, γεμάτο μ’ άλλες ταλαίπωρες.
«άσκηση θάρρους είναι ευτυχία να μη λυγίζεις», είπες.
«καλοσύνης άσκηση είναι», απάντησα.

 

per funeral

το χέρι που κράταγε σφιχτά το αίμα μου ήταν ωραίος νεκροθάφτης.
μου έδωσε ένα μαχαίρι κάτω απ’ το χώμα να εξολοθρεύω σκουλήκια.
κι έπειτα από ένα ταξίδι αιματηρό, έμαθα πως ποτέ δεν θα πεθάνω.
γιατί δεν θα ’σαι δω μπροστά μου να κρατάς, ψυχοπομπός,
μια νόθα αναγγελία του θανάτου.
το σώμα μου έγινε όμορφο, τα μαλλιά μου κυματίζουν
έχω γίνει μια λίμνη που ριγεί όταν τη βρέχουν οι σταγόνες.
το πρόσωπό μου είναι λευκό, μπορώ τώρα να δω τα όνειρα στα μάτια.

με το χέρι που μέτραγε κρυφές πληγές, σου γράφω
τώρα σου γράφω ήρεμα, μη φοβάσαι.
δεν πενθώ, λαμπρό είναι το φεγγάρι.
όσοι το βλέπουνε μισό, να ξέρεις, λένε ψέματα.
είναι που η όψη τους δεν πλησιάζει πιο κοντά στο φως του.
εδώ δεν παύουν τα όνειρα, πεθαίνουν οι εφιάλτες
κι ετούτη η ζωή δεν έχει τέλος.
γιατί, παράξενο, η κίνηση εδώ δεν μοιάζει να ’ναι τρόμος
μόνο στη μουσική αφήνεται ο χορός
και, κατανυχτικά, συθέμελα, υψώνονται όσοι νιώθουν
την κάθε του απονεκρωμένη αίσθηση.

μην κλαις: όπου η αγάπη μάς δωρίζεται με έπαρση
μια πεταλούδα αργοπεθαίνει πάντα και πετάει.
φιλώ ευλαβικά το χέρι σου που μου ’δώσε το θάνατο,
ευχή μου, έτοιμος να ’σαι να πεθάνεις.

 

κηδεία είναι, μην κλαις

νεκρή γλώσσα κάθισε
στα δόντια μου αποκάτω.
δεν το κουνά απ’ τη θέση της, καθαρίζει
μόνο το κρέας της βρώσης σου.
καλή δούλα, κρατά το λόγο της.
έχει το θάρρος του κλειστού στόματος
μετά το φόνο.

μυστικό σφαλιστό
μα με χέρια που τρέμουν τόσο
κοιτάω αλλού
κάπου ανάμεσα κυλάω
στο ποτέ και στο κάποτε.
-δεν θέλησα να βουλιάξεις—
εκείνη η δούλα ήτανε που σ’ έπνιξε.
δούλευε χρόνια σκυφτή χρόνια βουβή
ψάχνοντας λύσεις στους γρίφους σου.
υπάρχουμε σαν δεν γίνουμε;
μια διακεκομμένη ευθεία
που θα μπορούσε να γίνει
οικογένεια.

αλλά μεγάλωσαν τα χέρια μας
καταπώς μικραίνει ένα σπίτι.
λατρεία μου, μεγάλωσαν τα χέρια μας.
σαν απλωθούν μες στον κενό χώρο
η γλώσσα λύνεται αυθάδης.

 

 

 

ANNE SEXTON
Love Poems 

ΕΡΩΤΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ (2010)

(Μετάφραση Ευτυχία Παναγιώτου)

 

Η μπαλάντα του μοναχικού αυνανιστή

Το τέλος μιας σχέσης είναι πάντα θάνατος.
Αυτή είναι το εργαστήρι μου. Μάτι πανούργο,
έξω απ’ τη φυλή του εαυτού μου, η ανάσα μου
σε βρίσκει άρρωστο. Τρέμω
αυτούς που κοντοστέκονται. Είμαι φαγωμένη.
Μονάχη το βράδυ παντρεύομαι το κρεβάτι.

Δάχτυλο το δάχτυλο, τώρα είναι δική μου.
Δεν είναι πολύ μακριά. Είναι η συμπλοκή μου.
Τη χτυπώ σαν κουδούνι. Ξαπλώνω στην
κρεβατοκάμαρα όπου συνήθιζες να την ιππεύεις.
Με πήρες δάνειο επάνω στο εμπριμέ κάλυμμα.
Μονάχη το βράδυ παντρεύομαι το κρεβάτι.

Αγάπη μου, πάρε για παράδειγμα τούτο το βράδυ,
πως κάθε ζευγάρι ξεχωριστά συνενώνει
μ’ ένα συντονισμένο αναποδογύρισμα, χαμηλά, ψηλά,
την πλούσια δυάδα επάνω σε σφουγγάρια και φτερά,
γονατίζοντας και σπρώχνοντας, κεφάλι το κεφάλι.
Μονάχη το βράδυ παντρεύομαι το κρεβάτι.

Δραπετεύω απ’ το κορμί μου έτσι,
θαύμα ενοχλητικό. Θα μπορούσα να
μοστράρω την πραμάτεια των ονείρων;
Σκορπίζομαι. Σταυρώνω.
Δαμασκηνάκι μου είν’ αυτό που είπες.
Μονάχη το βράδυ παντρεύομαι το κρεβάτι.

Έπειτα ήρθε η μαυρομάτα αντίζηλός μου.
Η κυρία των υδάτων, αναδυόμενη στην παραλία,
ένα πιάνο στις άκρες των δαχτύλων της, ντροπή
στα χείλη της και ένας λόγος φλάουτο.
Κι εγώ ήμουν η στραβοπόδαρη σκούπα.
Μονάχη το βράδυ παντρεύομαι το κρεβάτι.

Σε πήρε με τον τρόπο που παίρνει μια γυναίκα
ένα φόρεμα απ’ το ράφι σε τιμή ευκαιρίας
κι έσπασα με τον τρόπο που σπάει μια πέτρα.
Επιστρέφω την ψαροβελόνα σου και τα βιβλία.
Η εφημερίδα σήμερα γράφει πως νυμφεύεσαι.
Μονάχη το βράδυ παντρεύομαι το κρεβάτι.

Αγόρια και κορίτσια απόψε γίνονται ένα.
Ξεκουμπώνουν μπλούζες. Φερμουάρ ανοίγουν.
Βγάζουν παπούτσια. Το φως σβήνουν.
Τα πλάσματα που τρεμολάμπουν είναι γεμάτα ψέματα.
Αλληλοτρώγονται. Είναι παραφαγωμένα.
Μονάχη το βράδυ παντρεύομαι το κρεβάτι.

 

Ξυπόλυτη

Το να μ’ αγαπάς χωρίς παπούτσια
σημαίνει πως αγαπάς τις μακριές καφέ μου γάμπες,
γλυκές αγαπημένες, ελκυστικές σαν κουτάλια·
και τα πόδια μου· αυτά τα δυο παιδιά
αμολύθηκαν έξω να παίξουν γυμνά. Μπερδεμένοι κόμποι,
τα δάχτυλα των ποδιών μου. Τώρα πια λυμένα.
Κι ακόμη περισσότερο, δες νύχια ποδιών και
συλληπτήριες κλειδώσεις κλειδώσεων και
όλα τα δέκα στάδια, απ’ τη ρίζα­ρίζα.
Όλα πνευματώδη κι άγρια, αυτό το μικρό
γουρουνάκι πήγε στην αγορά κι αυτό το μικρό γουρουνάκι
έμεινε. Μακριές καφέ γάμπες και μακριά καφέ δάχτυλα ποδιών.
Πιο πάνω, λατρεία μου, η γυναίκα
φωνάζει τα μυστικά της, μικρά σπίτια,
μικρές γλώσσες που σου μιλάνε.

Δεν υπάρχει άλλος κανείς από μας
σ’ αυτό το σπίτι στην αμμώδη ξηρά επάνω.
Η θάλασσα φοράει ένα κουδούνι στον αφαλό της.
Και είμαι η ξυπόλυτη κοπέλα σου για μια
ολόκληρη βδομάδα. Σε ενδιαφέρει το σαλάμι;
Όχι. Δεν θα προτιμούσες το σκωτσέζικο ουΐσκι;
Όχι. Δεν πολυπίνεις. Πίνεις όμως
εμένα. Οι γλάροι σκοτώνουν ψάρια,
κλαψουρίζοντας σαν τρίχρονα.
Οι ήχοι του κύματος είναι ναρκωτικό, φωνάζοντας
υπάρχω, υπάρχω, υπάρχω
όλη νύχτα. Ξυπόλυτη,
παίζω ταμπούρλο πάνω-κάτω στην πλάτη σου.
Το πρωί τρέχω από πόρτα σε πόρτα
στην καμπίνα παίζοντας κυνήγησέ με.
Τώρα μ’ αρπάζεις απ’ τους αστράγαλους.
Τώρα κατεργάζεσαι το δρόμο σου προς τις γάμπες μου
κι έρχεσαι να με τρυπήσεις στο σημείο όπου πεινώ.

 

Το στήθος

Αυτό είναι το κλειδί που το ανοίγει.
Αυτό είναι το κλειδί που τ’ ανοίγει όλα.
Μονάκριβα.

Είμαι χειρότερη απ’ τα παιδιά του θηροφύλακα,
παραβιάζοντας για σκόνη και ψωμί την πόρτα.
Εδώ είμαι διατυμπανίζοντας άρωμα.

Άσε με να βυθιστώ στο χαλί σου,
στο αχυρένιο σου στρώμα — οτιδήποτε
γιατί το παιδί μέσα μου πεθαίνει, πεθαίνει.

Δεν είναι ότι είμαι ζώον προς βρώσιν.
Δεν είναι ότι είμαι κάποιου είδους δρόμος.
Αλλά τα χέρια σου με βρήκαν σαν αρχιτέκτονα.

Όσο χωράει μια στάμνα γάλα! Ήταν δικό σου χρόνια τώρα
όταν ζούσα στην κοιλάδα των οστών μου,
οστά νωπά στο βάλτο. Μικρά παιχνίδια.

Ένα ξυλόφωνο ίσως με δέρμα
τεντωμένο πάνω του στενόχωρα.
Μόνο μετά κατάφερε να γίνει κάτι αληθινό.

Έπειτα αναμετρήθηκα με τους αστέρες του σινεμά.
Δεν αποδείχθηκα αντάξια. Υπήρχε κάτι ανάμεσα
στους ώμους μου. Δεν ήταν όμως ποτέ αρκετό.

Σίγουρα, υπήρχε ένα λιβάδι,
νεαρός κανείς όμως που να τραγουδάει την αλήθεια.
Τίποτα από το οποίο ν’ αναγνωρίζεις την αλήθεια.

Αδαής από άνδρες ακουμπώ πλάι στις αδερφές μου
και αναγεννώμενη από τις στάχτες κραύγασα
το φύλο μου θα καθηλωθεί!

Τώρα είμαι η μαμά σου, η κόρη σου,
το ολοκαίνουργιό σου αντικείμενο — ένα σαλιγκάρι, μια φωλιά.
Είμαι ζωντανή όταν είναι τα δάχτυλά σου.

Φοράω ρούχο από μετάξι –η κάλυψη προς αποκάλυψη–
γιατί το μετάξι είναι αυτό που θέλω να σκέφτεσαι.
Αλλά αποστρέφομαι το ρούχο. Είναι υπερβολικά απαιτητικό.

Γι’ αυτό πες μου οτιδήποτε απ’ το να με διασχίσεις σαν αναβάτης
γιατί εδώ είναι το μάτι, εδώ είναι το κόσμημα,
εδώ είναι η έξαψη που μαθαίνει η ρώγα.

Είμαι ανισόρροπη — αλλά δεν είμαι τρελή απ’ το χιόνι.
Είμαι τρελή όπως είν’ τα κοριτσάκια τρελά,
από μια προσφορά, μια προσφορά…

Καίγομαι όπως καίγονται τα χρήματα.

 

Η μαύρη μαγεία

Μια γυναίκα που γράφει νιώθει πάρα πολλά,
τους εκστασιασμούς εκείνους και τους οιωνούς!
Σαν να μην έφταναν
οι κύκλοι και τα παιδιά και τα νησιά∙
οι θρηνωδοί και τα κουτσομπολιά
και τα λαχανικά σαν να μην έφταναν καθόλου.
Νομίζει πως μπορεί να προειδοποιήσει τ’ άστρα.
Μια συγγραφέας είναι πρωτίστως κατάσκοπος.
Γλυκιά μου αγάπη, είμαι αυτό το κορίτσι.

Ένας άντρας που γράφει ξέρει πάρα πολλά,
τι ξόρκια, τι φετίχ!
Σαν να μην έφταναν
οι στύσεις, τα συνέδρια και τ’ αγαθά∙
οι μηχανές και τα γαλόνια
και οι πόλεμοι σαν να μην έφταναν καθόλου.
Μ’ έπιπλα από δεύτερο χέρι φτιάχνει ένα δέντρο.
Ένας συγγραφέας είναι πρωτίστως κάθαρμα.
Γλυκιά μου αγάπη, είσαι αυτός ο άντρας.

Δίχως ν’ αγαπάμε τον εαυτό μας,
μισώντας τα παπούτσια μας, και τα καπέλα μας ακόμη,
αγαπάμε ο ένας τον άλλον, μονάκριβα, μονάκριβα.
Τα χέρια μας είναι γαλάζια και απαλά.
Τα μάτια μας είναι γεμάτα τρομακτικές εξομολογήσεις.
Αλλά όταν παντρευόμαστε,
τα παιδιά φεύγουν αηδιασμένα.
Υπάρχει πάρα πολύ φαγητό και κανείς δεν απόμεινε
για να καταφάει όλη αυτή την αλλόκοτη αφθονία.

 

Νουθεσίες σε κάποιον άνθρωπο ξεχωριστό

Φυλάξου απ’ την εξουσία,
η ισχύς της μπορεί να σου ανοίξει το λάκκο,
χιόνι, χιόνι, χιόνι, σου ακινητοποιεί το βουνό.

Φυλάξου απ’ το μίσος,
μπορεί το στόμα του ν’ ανοίξει και να σε εκτινάξει
να φας το πόδι σου, λεπρός της μιας στιγμής.

Φυλάξου απ’ τους φίλους,
γιατί σαν τους προδώσεις,
όπως και θα κάνεις,
θα θάψουν το κεφάλι τους στην τουαλέτα
και θα χαθούν τραβώντας το καζανάκι.

Φυλάξου απ’ το πνεύμα,
γιατί ξέρει τόσα που δεν ξέρει τίποτα
και σε αφήνει ανάποδο εκκρεμές,
εκστομίζοντας γνώση, ενόσω η καρδιά σου
καταρρέει απ’ το στόμα σου.

Φυλάξου απ’ τα παιχνίδια, το κομμάτι του ηθοποιού,
το λόγο που σχεδιάζεται, μαθαίνεται, δίδεται,
καθώς θα σε δώσουν
και θα στέκεσαι σαν απογυμνωμένο αγοράκι
που κατουρά το ίδιο του το παιδικό κρεβάτι.

Φυλάξου απ’ την αγάπη
(εκτός κι αν είναι αληθινή,
και κάθε σημείο του σώματός σου λέει ναι, και τα δάχτυλα ακόμη),
θα σε τυλίξει σαν μούμια,
και η κραυγή σου δεν θα εισακουστεί
και από τα ζωτικά σου όργανα δεν θα λειτουργεί κανένα.

Αγάπη; Κάνε την άντρα. Κάνε τη γυναίκα.
Πρέπει να είναι ένα κύμα μες στο οποίο να θες να γλιστρήσεις,
στο οποίο θα δώσεις το σώμα σου, στο οποίο το γέλιο σου θα δώσεις,
δώσε, σαν η χαλικώδης άμμος σε παρασύρει,
τα δάκρυά σου στη γη. Το να αγαπάς κάποιον είναι κάτι
σαν προσευχή που δεν τη σχεδιάζεις, απλώς πέφτεις
στην αγκαλιά της, αφού η πίστη σου τη δυσπιστία σου ξεκάνει.

Άνθρωπε ξεχωριστέ,
αν ήμουν στη θέση σου, σημασία δεν θα ‘δινα
στις νουθεσίες μου,
μισές φτιαγμένες από δικές σου λέξεις
και κομματάκι δικές μου.
Μια σύμπραξη.
Δεν πιστεύω λέξη απ’ όσα είπα,
αν εξαιρέσεις μερικές, αν εξαιρέσεις ότι σε σκέφτομαι σαν κάποιο νέο δέντρο
με κολλημένα τα φύλλα του επάνω, και ξέρω πως θα ριζώσεις
ώστε η αληθινή πρασινάδα να φανεί.

Αφέσου. Αφέσου.
Ω, άνθρωπε ξεχωριστέ,
φύλλα εν δυνάμει,
αυτή η γραφομηχανή στο διάβα της προς αυτά σε βρίσκει καλό,
μα θέλει κρυστάλλινα ποτήρια να διαλύσει
ως ένδειξη τιμής,
για σένα,
όταν ο σκοτεινός φλοιός ξεπεταχτεί
και θα αεροπορείς ανάλαφρα
σαν ένα φουσκωμένο μπαλόνι.

24 Μαρτίου 1974
(δημοσιευμένο μετά θάνατον – το πρώτο της συλλογής)
Μετάφραση:  Δημήτρης Αθηνάκης & Ευτυχία Παναγιώτου

 

Ερωτικό γράμμα γραμμένο μέσα σ’ ένα φλεγόμενο κτίριο

Αγαπημένε μου Φόξυ,

Είμαι μέσα σ’ ένα ξύλινο καφάσι,
το καφάσι που ήταν κάποτε δικό μας,
γεμάτο άσπρα πουκάμισα και σαλατικά,
το ψυγείο χτυπά με τ’ απολαυστικά μας χτυπήματα,
και φόρεσα ταινίες στα μάτια μου,
και συ φορούσες αυγά στην τρύπα σου,
και κυλιστήκαμε στα πατώματα, στα πατώματα, στα πατώματα
όλη μέρα, ακόμη και στο μπάνιο σαν σεληνιασμένοι.
Μα σήμερα έβαλα φωτιά στο κρεβάτι
κι ο καπνός πνίγει το δωμάτιο,
αρχίζει και γίνεται αρκετή ζέστη εδώ μέσα ώστε να λιώσουν οι τοίχοι,
και το ψυγείο, ένα γλιτσιασμένο άσπρο δόντι.

Φορώ μια μάσκα για να γράψω τις τελευταίες μου λέξεις,
κι είναι μόνον για σένα, και θα τις βάλω
στο ψυγείο φυλάγοντάς τες για τη βότκα και τις ντομάτες,
κι ίσως να κρατήσουν έτσι.
Η σκύλα όμως όχι. Τα στίγματά της θα λιγοστέψουν.
Τα παλιά γράμματα θα λιώσουν μέσα σε μια μαύρη μέλισσα.
Τα νυχτικά ήδη κομματιάζονται
χάρτινα θαρρείς, το κίτρινο, το κόκκινο, το μοβ.
Το κρεβάτι -εδώ που τα λέμε, τα σεντόνια έχουν γίνει χρυσαφένια-
βαρύ, βαρύ χρυσάφι, και το στρώμα
φιλιέται μες σε μια πέτρα.

Όσο για μένα, αγαπημένε μου Φόξυ,
τα ποιήματά μου για σένα μπορεί, μπορεί και όχι, να φτάσουν το ψυγείο
και τη φερέλπιδα αιωνιότητά του,
για σένα αυτό δεν φτάνει;
Αυτό όπου ονοματίζεις
τ’ όνομά μου ακριβώς έξω δίπλα στη θέση του παραλήπτη;
Αν τα δάχτυλα των ποδιών μου δεν ήταν σαν αρπακτικού
θα ‘λεγα όλη την ιστορία –
όχι μόνον την ιστορία για τα σεντόνια
αλλά την ιστορία για τον αφαλό,
την ιστορία με τα βλέφαρα που ήταν δύσκολο ν’ ανοίξουν,
την ιστορία της-πικρής-απ’-το-ουίσκι-θηλής –
και θα φτυάριζα την αγάπη μας πίσω εκεί όπου ανήκε.

Παρ’ όλα τα γάντια μου από αμίαντο,
ο βήχας με πνίγει μ’ απελπισία,
και μια κόκκινη σκόνη κυλά μέσ’ απ’ τις φλέβες μου,
το μικρό μας σκελετωμένο σπίτι συντρίβεται τόσο ανοιχτά
και χωρίς να το θέλει, βλέπεις,
σημαίνει μια μοναχική πράξη,
την αποτέφρωση μιας αγάπης,
αλλά αντίθετα μοιάζουμε να καταρρέουμε
ακριβώς στη μέση του Ρωσικού δρόμου,
οι φλόγες κάνουν τον ήχο τού
αλόγου που το χτυπάς και το χτυπάς,
το μαστίγιο λατρεύει τον ανθρώπινό του θρίαμβο
την ώρα που οι μύγες περιμένουν, τίναγμα το τίναγμα,
ακριβώς κατευθείαν απ’ την εταιρεία United Fruit[i].

27 Σεπτεμβρίου 1974
(δημοσιευμένο μετά θάνατον – το τελευταίο της συλλογής)
Μετάφραση:  Δημήτρης Αθηνάκης & Ευτυχία Παναγιώτου

 

 

ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΥΤΥΧΙΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

ΧΟΡΕΥΤΕΣ

ΤΕΣΥ ΜΠΑΪΛΑ

thinkfree.gr, 13.10.2015

Η ΠΟΙΗΣΗ ΠΟΥ ΚΑΙΝΟΤΟΜΕΙ…

Λίγο πριν σηκωθείς
Μην πεις πως δεν πόθησες τα φτερά του παγονιού,
ένα φόρεμα να σκουπίζει την πίστα με βάλς.
Κι αν την κορόνα σού έκλεψε τελικά το καρδιοχτύπι
όταν σε κοίταξε στα μάτια ο τολμηρότερος,
μην πεις πως ήτανε κατακτητής˙
στα γόνατα είχε πέσει.

Με ένα ονειρικό εξώφυλλο, καθόλου τυχαία επιλεγμένο και ιδιαίτερα σημειολογικό, κυκλοφορεί η ποιητική συλλογή «Χορευτές» της Ευτυχίας Παναγιώτου από τις εκδόσεις Κέδρος. Πρόκειται για μια ποιητική συλλογή, χωρισμένη σε τέσσερα μέρη. Τα ποιήματα που την απαρτίζουν με κεντρικό άξονα την ονειρική περιδιάβαση στην αυστηρή αισθητική του υπερρεαλισμού μοιάζουν με ονειρικές διεργασίες της ψυχής, μια ώριμη καταγραφή του υπεραισθητού σε όλη του την ένταση.

Οι αλήθειες με τις οποίες καταπιάνεται η Παναγιώτου γίνονται η αφορμή για ένα ταξίδι μέσα στα συναισθήματα. Τρυφερός σαν ακονισμένη λεπίδα ο λόγος της στέκεται σε εικόνες αφοπλιστικά εντυπωσιακές και σκηνοθετεί τις λέξεις σε έναν σχοινοβάτη χορό συναισθημάτων. Εικόνες ενός ανεπεξέργαστου κόσμου συνομιλούν διακειμενικά με τα οράματα αλλοτινών δημιουργών και η πορεία των ποιημάτων της Παναγιώτου ακολουθεί μια αφηγηματική διαβάθμιση με απώτερο σκοπό την ανθρώπινη εγρήγορση, τον πνευματικό οργασμό και εν τέλει τη λύτρωση.

Με βαθιά συναίσθηση πως η ποίηση πρέπει να καινοτομεί προκαλώντας νέες αναφλέξεις η Παναγιώτου μοιάζει να ξεπερνά τον μοντερνισμό και όλα όσα τον ταλανίζουν και να καταθέτει τον προσωπικό της ποιητικό ίλιγγο, παρουσιάζοντας τις εκφάνσεις του ύπνου, της προσωπικής ύπνωσης και της απτής πραγματικότητας του κόσμου που μοιάζει να χάνεται από τη σύγχρονη συλλογιστική.

Στην Τρίτη της ποιητική συλλογή η Παναγιώτου ακουμπά τις σκέψεις της σε δύσκολες έννοιες και ρισκάρει να τις φέρει στην επιφάνεια του χαρτιού της συνεγείροντας με αυτό τον τρόπο τις δυνάμεις που θα ορίσουν την ποιητική της έξαρση, πυροδοτώντας αυτή του αναγνώστη. Ταυτόχρονα σηματοδοτούν την κινητοποίηση του και τον αναγκάζουν να περιδιαβαίνει από το παρελθόν στο παρόν, από την κυπριακή διάλεκτο στον Καρούζο, τον Σολωμό και τον Λάγιο, από τη διάσταση του ύπνου και της παράλυσής στην αντίληψη πως τούτος ο λόγος τελικά σε αυτόν αναφέρεται και αυτό αγωνιά να του δείξει.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΛΛΗΣ

oanagnostis.gr, 3.12.2014

Στο εξώφυλλο του βιβλίου μια γυναίκα περπατά πάνω σ΄ ένα όχι και τόσο τεντωμένο σχοινί κρατώντας ένα ψαλίδι, ενώ το κοινό την παρακολουθεί. Δεν νομίζω πως είναι τυχαία η επιλογή αυτής της εικόνας της τρίτης ποιητικής συλλογής της Ευτυχίας Παναγιώτου με τον τίτλο Χορευτές. Η ποιήτρια προσπαθεί να ισορροπήσει μπροστά στο αναγνωστικό της κοινό, γνωρίζοντας πόσο δύσκολο είναι σταθεί σ΄ αυτή την θέση όταν το σχοινί έχει λυγίσει και προφανώς κινδυνεύει να πέσει και φυσικά να εκτεθεί. Η ποίηση ούτως ή άλλως ήταν πάντα μια αγωνιώδης προσπάθεια να βρούμε έναν τρόπο όπου ο εσωτερικός μας κόσμος βρίσκει ένα μέτρο ισορροπίας με τον εξωτερικό. Η ύλη και το πνεύμα αντιμάχονται διακρώς. Και ο ποιητής, μοιάζει λίγο με γελοτοποιός ή διασκεδαστής, αφού γνωρίζει πόσο ρευστές είναι οι ισορροπίες που κρατάνε τις ζωές μας. Παρ΄ όλα αυτά επιμένει. Συνεχίζει. Και μέσα από αυτή την επιμονή κερδίζει να υπερβεί κάθε τι που μας φυλακίζει στον απόλυτο ρεαλισμό.

Η νέα ποιητική συλλογή της Παναγιώτου, τέσσερα χρόνια μετά την Μαύρη Μωραλίνα, είναι ένα βιβλίο ωριμότητας. Έχοντας κατακτήσει την φωνή της, μας εισάγει σε έναν κόσμο σουρεαλιστικό, θέλοντας να υπερασπιστεί την δύναμη της ποίησης να ανατρέπει ακόμα και τα πιο απλά και καθημερινά πράγματα. Οι Χορευτές δεν είναι μόνο οι ποιητές αλλά και οι αναγνώστες. Τους φαντάζομαι σ΄ ένα μικρό Underground θέατρο, όπως εκείνο που ο Χάρυ Χάλερ, πρωταγωνιστής του Έρμαν Έσσε στον Λύκο της στέπας, ανακαλύπτει κρυμμένο πίσω από ένα τοίχο, σ΄ ένα σκοτεινό δρόμο, όπου προσκαλούνται μόνο οι τρελοί να παρευρεθούν. Ακούγεται ίσως υπερβολικό, αλλά θα μετέφραζα την τρέλα, ως μια μάχιμη στάση, εντελώς συνειδητή, σε έναν κόσμο που έχει χάσει ήδη εδώ και πολύ καιρό την ουσία του και χάνεται μέσα στο χάος. Η Παναγιώτου, επιθυμεί να στήσει τον χορό της σε μια τέτοια σκοτεινή σκηνή, συμμετέχει στον θίασο του παραλόγου, με κίνητρο την σπουδή του πόνου, την αναζήτηση της καθαρής ματιάς πάνω στα πράγματα. Εξάλλου το περιγράφει και η ίδια με πολύ όμορφο λυρικό τρόπο στο ποίημα Βυζαντινός θίασος:

Η ζωή είναι βέρα πολύτιμη
που σου περνούν στο σκοτάδι
με μισόκλειστα μάτια.

Αυτοί και μόνο οι στίχοι θα αρκούσαν για να χαρακτηρίσω την Παναγιώτου σπουδαία ποιήτρια. Γιατί η σκέψη που μεταφέρει μπορώ να την οικειοποιηθώ. Γιατί περιγράφει με τον πιο άμεσο τρόπο μεγάλες αλήθειες. Γιατί ζει την ποίηση, αλλιώς δεν θα μπορούσε να γράψει έτσι. Δεν είναι λόγια, είναι απόσταγμα από συναισθήματα που έχουν καταφέρει να γίνουν σκέψεις. Αν σταθούμε μόνο στον σουρεαλιστικό τρόπο γραφής της, που είναι θα έλεγα εντυπωσιακός χωρίς να μιμμείται τους δασκάλους του παρελθόντος, δεν θα καταφέρουμε να διακρίνουμε το βάθος των ποιημάτων μας. Ο θίασος της Παναγιώτου, προσφέρει θέαμα, αλλά και περισυλλογή. Φως και σκοτάδι. Φωνές αλλά και σιωπή. Είναι ένας παράδοξος τρόπος να μιλάς για τον έρωτα και τον θάνατο με τον τρόπο που εισβάλλουν στην ποίηση της, αλλά και μια δραματική υπόσταση για την ούτως ή άλλως δραματική διάσταση της ζωής:

κι αδειάζω τον πόνο
μπουμπούκι που εκρήγνυται
ν΄ ανοίγουν τα πέταλα
(θα γίνουμε δυο).

Κι αλλού:

Ησυχία.
Μόνο μια θηλιά μέσα μου
ταλαντεύεται σφυρίζοντας.
Και το πτώμα σου
-που σαλτάρισε, είπανε.

Παρέθεσα τα πιο πάνω αποσπάσματα για δείξω πως κινείται η ποιήτρια ανάμεσα στην απώλεια και τον έρωτα. Γιατί στους στίχους της κρύβεται η πιο αυθεντική ευαισθησία. Πάνω στην σκηνή του μουσικού θεάτρου της, τελικά δεν υποκρίνεται, αλλά ξεγυμνώνεται. Εκτείθεται. Και μου αρέσει αυτή η τόλμη:

Λίγο πριν σηκωθείς

Μην πεις πως δεν πόθησες τα φτερά του παγονιού,
ένα φόρεμα να σκουπίζει την πίστα με βαλς.
Κι αν την κορόνα σού έκλεψε τελικά το καρδιοχτύπι
όταν σε κοίταξε στα μάτια ο τολμηρότερος,
μην πεις πως ήτανε κατακτητής
στα γόνατα είχε πέσει.

Ουδέν σχόλιο, σ΄ ένα άρτιο ποίημα που προσωπικά με απογείωσε. Είναι ένας άλλος τρόπος να εισβάλλεις στον χώρο και τον χρόνο. Να βλέπεις την εαυτό σου μέσα στον κόσμο ή το αντίθετο, όπως σε παρατηρεί εσένα ο κόσμος. Για όσα δεν θέλουμε να μιλάμε, για όσα δεν θέλουμε να παραδεχθούμε, κι όμως μέσα μας το καρδιοχτύπι, η αγωνία, μας έκλεψε όλες μας τις άμυνες να μην φανούμε νικημένοι. Χωρίς όμως καμία διάθεση πεσιμισμού. Αλλά σαν μια παραδοχή για όσα χάσαμε μέσα στο πέρασμα του χρόνου αλλά και γι΄ αυτά που μας περιμένουν να κερδίσουμε.

Βρίσκω στους Χορευτές πολλούς στίχους που με συγκίνησαν, που με ώθησαν να συμμετέχω παρά να είμαι θεατής στον χορό της ζωής. Μια ώριμη κατάθεση, που χρειάστηκε πολύ χρόνο για να ολοκληρωθεί. Η Παναγιώτου δεν επαναπαύεται σ΄ αυτά που έχει πετύχει, βάζει τον πήχη ψηλά και συνεχίζει να αναζητά:

Μπρος στην λεηλασία στέκεσαι
ανυπεράσπιστη.

Αν είσαι μέσα ή έξω δεν θα το μάθεις.
Ρίψεις, ποδοβολητά και δάκρυα θα σε διώκουν.
Απ΄ τα πνευμόνια σου όμως, ωτακουστή,
θα εκτιναχθούν αλλόγλωσσα πτηνά.

Αυτό. Τίποτα παραπάνω. Φαντασμαγορία, υπέρβαση, ρίγος. Η δύναμη της αληθινής ποίησης.

 

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ

FRACTAL 03/12/2014

Από των ονείρων το υλικό, από της ποίησης το κάλεσμα

Ψιχαλιστός έρχεται ο στίχος: Is all that we see or seem/ But a dream within a dream? Μα, κι αν ο Πόε – τότε γιατί όχι ο Τσέλαν; O little root of a dream. Ποτιστικό έρχεται το όνειρο της Πηνελόπης στη ραψωδία Τ της Οδύσσειας που ο Οδυσσέας-αετός αιωρούμενος πάνω από το μέλαθρο του ανακτόρου του, μασάει χήνες, μακελεύει χήνες και ανακράζει: «Μην φοβάσαι. Εγώ είμαι ο Οδυσσέας ο άνδρας σου». Το αντί-φιλμ (αντιπραγματικότητα;) του Άντι Γουόρχολ που κινηματογράφησε την Μπριζίτ Μπαρντό, για πέντε ώρες και είκοσι λεπτά, την ώρα που κοιμόταν – που δραπέτευε από την πραγματικότητα. Όλα τείνουν προς την ονειρική διάσταση.

Όμηρος, ξανά: Δύο είναι οι πύλες των ονείρων. Η μία είναι φτιαγμένη από φίλντισι, ζεστό ελεφαντόδοντο, απατηλό υλικό. Η άλλη είναι φτιαγμένη από κέρας: σκληρό υλικό, το θρύπτεις και μένει αναλλοίωτο. Όπως η πραγματικότητα. Η Ευτυχία Παναγιώτου στους «Χορευτές» διατρέχει από την «Ετυμηγορία του ύπνου» (εναρκτήριο ποίημα της συλλογής) έως το «Η μάρτυρας τραγουδά την αλήθεια» (ακροτελεύτιο ποίημα) την ενύπνια φύση μιας ποίησης που βρίσκεται σε εγρήγορση – κάτι σαν τα Σωκρατικά ενύπνια που του δήλωναν με ποιο τρόπο θα πεθάνει.

Από φίλντισι και κέρας είναι φτιαγμένη αυτή η συλλογή. Το απατηλό και το εύθραυστο και το ακροσφαλές (ο παραδαρμός των ημερών), συναντιέται με το ενεργητικό παρουσιαστικό των στίχων, με της ποιήτριας την άλλη καταβύθιση που μοιάζει ονειρική, αλλά πάνω από όλα είναι ιλιγγιώδης, κυριευμένη από μια έξαρση.

Η Παναγιώτου διανοίγει το πλάνο σε αυτή τη συλλογή: συνομιλεί με το κοινωνικό, με της Ιστορίας την τεθλασμένη εικόνα. Συνομιλεί με την ποίηση, με την άγρυπνη έκφραση του ποιητικού σώματος. Σκαρφαλώνοντας, αλλά και πέφτοντας σε όλα τα στάδια του ύπνου, οδηγείται από την άφευκτη ακινησία στην αριστοτέλεια «ομοιότητα» των ονείρων (αν δεις βουνό, βουνό θα είναι), για να ορθωθεί στίχος και ποίημα σε ένα χορευτικό ντελίριο – μια ακροβασία στο κενό – το αδέλφι του ανθρώπου- το κενό.

Οι στίχοι, βαθμηδόν, εξιστορούν οράματα, εικόνες ενός άλλου τόπου που και αυτός δικός μας είναι – κρυφός, τραχύς και ανεπεξέργαστος και τώρα έρχεται το ποιητικό σώμα να τους δώσει υπόσταση. Από την «καλή πλευρά» του Καρούζου, έως την «εξέγερση του ύπνου» και από το «γκρέμισμα του ύπνου» του Ηλία Λάγιου έως τον «αρχαίο έρωτα» του Χατζιδάκι, η Παναγιώτου προβάλει τις πηγές. Τις δικές της –το λεκτικό ισοδύναμο της ακραιφνούς σχέσης της με τους ποιητές-, αλλά και των ανθρώπων την άφευκτη ονειροβασία. Η σύνδεση των ποιημάτων σε ένα σώμα είναι ευκρινής: είναι μια πορεία. Δεν επιδέχεται αποσπασματικές επιλογές. Τα μέρη και τα μόρια της είναι δεμένα το ένα με το άλλο στην αλυσίδα της ποιητικής διαδρομής. Συμβαίνει αυτό που γράφει ο Δ. Ν. Μαρωνίτης για την έκπαγλη «Νέκυια»: «Τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι ἡ διήγηση δὲν ἔχει, καὶ ἐδῶ, ἐσοχὲς καὶἐξοχές, εἰσπνοὲς καὶ ἐκπνοές· ἀλλοῦ ἡ κίνησή της ἐπιταχύνεται, ἀλλοῦ ἐπιβραδύνε¬ται, κάποτε φαίνεται νὰ σταματᾶ σὲ προσωρινὴ ἀνάπαυλα – αὐτὲς οἱ ἐναλ¬λαγὲς ρυθμίζουν τὸ σύνολο τῆςἀφήγησης καὶ τῆς ἐξασφαλίζουν τελικῶς συνέχεια καὶ συνοχή.

Αυτό ακριβώς συμβαίνει και στην ποίηση της Παναγιώτου. Είναι, δε, μια βαθιά, διαπεραστική, λυτρωτική καταβύθιση σε μια γλώσσα που ανασαίνει που φέρνει καινούργιες ουσίες στο στίχο και που ξεπερνάει τα προσχήματα του μοντερνισμού για να έρθει σε εμάς καθαρή, νοητική, πλημμυρισμένη από ποιητική στίλβη. Εντέλει, είναι μια ποίηση-κάλεσμα στο συνειδητό να διαφύγει από τη σπασμωδική αρχιτεκτονική του, να αποκτήσει την πατίνα μιας έξαρσης, ενός οράματος, μιας άλλης ανθρώπινης φύσης.

 

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΓΚΙΤΣΗ

vakxikon.gr, τχ. 28, Δεκέμβριος 2014

Να γυρίζεις
στην καλή σου πλευρά

Με τη χρήση προτροπής του Καρούζου άρχεται η περιπλάνηση στις ποιητικές σελίδες της Ευτυχίας Παναγιώτου. Ετυμηγορεί ο ύπνος με ήχους μακρόσυρτους, επιβεβλημένους από τον φάρυγγα, ήδη, του διαδρόμου. Η αθώα παιδικότητα σαβανώνεται, ήδη, από τα γενοφάσκια της. Μέσα, στο πιο μέσα της, ταλαντεύεται μόνο η θηλιά και το πτώμα του “εσύ”. Πάλι από την αρχή. Συμβουλή εν είδη προστάγματος “γύρισε ξανά πλευρό”.
Η Ευτυχία Παναγιώτου χορεύει τις λέξεις, και το κάνει καλά, σε πλήρως εναρμονισμένο χορό “Τραγούδι ολάνοιχτο, βορά παθών” άλλοτε σε βαρύ ζεϊμπέκικο του κάτω κόσμου, άλλοτε σε βαλς και άλλοτε σ’ανάλαφρη πιρουέτα. Χορεύει και τις λέξεις και τους ανθρώπους. Τον ρήτορα, την χαρτορίχτρα, τις υφάντρες, τον σαλταδόρο, τον καθένα από εμάς με τον ρόλο ή τους ρόλους, σε πληθυντικό αριθμό, τους παρασύρει σε αέναο χορό, σε αειφόρα κίνηση με κάθε στίχο να χτίζει τον επόμενο, με κάθε αράδα να προϋποθέτει την προηγούμενη, με κάθε τίτλο να εισπηδά επιδέξια μέσα στο ποιητικό corpus της συλλογής.

Λίγο πριν σηκωθείς
Μην πεις πως δεν πόθησες τα φτερά του παγονιού,
ένα φόρεμα να σκουπίζει την πίστα με βάλς.
Κι αν την κορόνα σού έκλεψε τελικά το καρδιοχτύπι
όταν σε κοίταξε στα μάτια ο τολμηρότερος,
μην πεις πως ήτανε κατακτητής˙
στα γόνατα είχε πέσει

Η μονοτονία δεν συνάδει με τη γραφή της Ευτυχίας Παναγιώτου, ούτε και η ευπεψία των εννοιών. Δυσκολεύει, παιδεύει και εν τέλει δικαιώνεται καθώς οι αφηγηματικές κλωστές της που συνέχουν ιστορίες απόκοσμες και αντίξοες, δένουν αναγνωστικά το βλέμμα και υπνωτίζουν το πνεύμα. Τα ποιήματα της συλλογής της Παναγιώτου δεν θα παλιώσουν, επειδή κατορθώνει να ανασαίνει τις λέξεις στα μηνίγγια, επειδή τις ακροβατεί (αξίζει να υπογραμμιστεί η υποβλητική φωτογραφία του εξωφύλλου που ανήκει στον Ιωάννη Στρατουδάκη) στο μεταίχμιο της ζωής και του θανάτου, της ελευθερίας και της δουλείας, του καλέσματος και του αποχαιρετισμού.

Και πεντοζάλη και πυρρίχιος
και τρομαχτόν. Το χέρι εκείνο,
αυτό που αναδύθηκε
-κάλεσμα ήταν ή αποχαιρετισμός;

Με ροπή προς το αντίθετο από αυτό που υποψιαζόμαστε, με έμφαση στο πρόσωπο που αγκομαχά πίσω από αλλεπάλληλα -εκούσια ή ακούσια- προσωπεία, η Παναγιώτου δείχνει με το δάκτυλο μια ζωή που απομακρύνεται από κοντά, ή που πλησιάζει επικίνδυνα και απειλητικά. Δείχνει τον φόβο, την κόλαση, δείχνει το πρόσωπο μας.

Τόσα κορμιά χαϊδέψαμε
στο χαμίνι του πατρικού κλήρου.
τα μυρωμένα μας μέλη ακόμα γλιστρούν
το ’να μες στ’άλλο μουδιασμένα
και το κέντημα της ηδονής μας, νωπό,
πλέκει ένα πρόσωπο,
που είναι η ζωή μας.
Και αφού μας τα δείχνει όλα αυτά, η ίδια συνεχίζει, σε ύφος χορευτικό, να γρονθοκοπεί στον πυρετό της αγάπης.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΚΑΡΟΣ ΜΠΑΜΠΑΣΑΚΗΣ

lifo.gr

Στέκει ανάμεσα στην εσκεμμένα ξεχαρβαλωμένη pop art της Γλυκερίας Μπασδέκη (1969) και στον διογκούμενο μορφολογικά μοντερνισμό της Κατερίνας Ηλιοπούλου (1967). Μπορείς να πεις ότι είναι η τριανδρία (!) των γυναικών που γράφουν από τώρα την ποίηση του μέλλοντος, παίζοντας διαρκώς με το παρελθόν. Η Ευτυχία Παναγιώτου (Λευκωσία, 1980), πιο πολύ από την Μπασδέκη και την Ηλιοπούλου, γίνεται των άστρων ο σκύλος («με τα χέρια γιορτάζω τη λάσπη»). Στέργει να σκαλίσει εκεί που σκάλισε ο Γιώργος Ιωάννου για να γράψει εκείνα τα ανυπέρβλητα λαϊκά άσματα στο «Κέντρο Διερχομένων» παρέα με τον Νίκο Μαμαγκάκη. Στους Χορευτές (εκδ. Κέδρος) οι καθρέφτες μπόρεσαν να αλλαξοπιστήσουν, το φουσάτο αίφνης γίνεται υπόκρουση του χάους, ακούμε το μοιρολόι μιας χαρτορίχτρας, βλέπουμε τον ήρωα να ιππεύει για την αιματώδη δύση. Παίρνει τις λέξεις η ποιήτρια και τις χορεύει, όπως σ’ εκείνο το ιρλανδέζικο τραγούδι ο άνεμος χορεύει το κριθάρι. Πώς αλλιώς; Αφού «η κόλαση είναι / η πιο φλογερή καβαλιέρος / στους φυγόκεντρους εφιάλτες μας».

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΝΤΙΟΧΟΥ

literature.gr 9/11/2014

Το βλάσφημο κορίτσι της ελληνικής ποίησης

Όλες οι λογοτεχνίες, γράφει ο Βύρων Λεοντάρης, εκδικούνται τα βλάσφημα παιδιά τους, κάθε μια με τον τρόπο της. Η νεοελληνική λογοτεχνία, καθόλου εύρωστη, αναιμική και κομφορμιστική, επιβιώνουσα ακόμα και μέχρι σήμερα κάτω από τους ίδιους ακριβώς κοινωνικούς όρους ύπαρξης που διέγραψε ο Καρυωτάκης (επαιτεία της αναγνώρισης, έπαθλα και βραβεία, βιομηχανοποιημένες μεταφράσεις, εκδόσεις «απάντων» προθανάτιες και μεταθανάτιες, ανθολογίες, κ.λπ.) δεν φαίνεται ικανή για μια σοβαρή εκδίκηση στην πρόκληση του Καρυωτάκη, καταλήγοντας: Και δεν αντέχει αυτόχειρες και βλάσφημους. Είναι βέβαια η απώθηση μια μορφή ένταξης. Όμως κάθε φορά που η ελληνική ποίηση απελπίζεται, δηλαδή κάθε φορά που γίνεται ποίηση, ο Καρυωτάκης είναι εξακολουθητικά παρών. (Βύρων Λεοντάρης, Εκδόσεις Έρασμος, 1985). Ένα από αυτά τα βλάσφημα κατ’ εμέ παιδιά της σύγχρονης ελληνικής ποίησης, είναι και η γεννημένη το 1980, στη Λευκωσία, Ευτυχία Παναγιώτου. Πολλοί που θα διαβάσουν αυτήν την απόπειρα ανάγνωσης της τρίτης ποιητικής της συλλογής, «Χορευτές», εκδόσεις Κέδρος, θα σπεύσουν να κρυφομιλήσουν σε τρίτους πως η Παναγιώτου και ο Αντιόχου συνδέονται με βαθιά φιλία τα τελευταία οκτώ έτη. Θα τραυλίσουν μικρές άφωνες λέξεις προσπαθώντας να αποδυναμώσουν τα λόγια μου, μα ίσως ποτέ δεν θα μπορέσουν να καταλάβουν πως η Παναγιώτου γράφει και για τον Γιάννη Αντιόχου και αφού αποφασίζει να εκδοθεί είναι άξια είτε της σιωπής, είτε της κριτικής. Φοβάμαι πολύ για την Ευτυχία Παναγιώτου, φοβούνται και άλλοι σημαντικοί ποιητές τον καθημαγμό της από το ποιητικό σύμπαν που έχει δομήσει με την ποίησή της. Για τούτο και μόνο στέργω την ποίησή της και αν είμαι αυτός που μπορεί να φωτίσει τα σκοτεινά μέρη του ποιητικού της σύμπαντος, το κάνω με μεγάλη αγάπη και σεβασμό στην μετανάγνωση των ποιημάτων της. Οι επιστήμονες υποστηρίζουν πως η διεργασία του ύπνου περιλαμβάνει πέντε στάδια και χαρακτηρίζεται από δύο τύπους: ο ύπνος τύπου REM, ο οποίος χαρακτηρίζεται από ταχεία κίνηση των οφθαλμών ο ύπνος βραδέων κυμάτων (κύματα δέλτα) Περαιτέρω υπάρχουν και αυτοί οι άνθρωποι που παρουσιάζουν αυτό που οι επιστήμονες ονομάζουν παράλυση ύπνου ή υπνοπαράλυση. Αρκετά συχνά, όταν κάποιος βιώνει παράλυση ύπνου έχει την εντύπωση ότι βλέπει όνειρο. Αυτό εξηγεί αρκετές περιγραφές ονείρων στα οποία το άτομο βρίσκεται ξαπλωμένο και ανίκανο να κινηθεί. Τυχόν παραισθήσεις κατά τη διάρκεια της παράλυσης, κάνουν αυτή την κατάσταση να αναγνωρίζεται όλο και πιο συχνά ως όνειρο, αφού κάποιος μπορεί να βλέπει ιδιόρρυθμα ή “ονειρικά” αντικείμενα. Ανοίγοντας λοιπόν το ποιητικό της σώμα βλέπουμε το δηλωτικό motto του Νίκου Καρούζου: να γυρίζεις/ στην καλή πλευρά σου, για να ακολουθήσει το ποίημα που υπερτιτλίζεται ως «Η ετυμηγορία του ύπνου». Η ποιητική της αφήγηση αρχίζει με έναν συριγμό μακρόσυρτο, είναι αυτό που εγώ λέω η ιυγή του θείου ερπετού, όταν καταλαμβάνεται ο ποιητής από τη δεδηλωμένη ποιητική του βίωση, ένα ιδεολογικό και μεταφυσικό υπερεγώ που αναλαμβάνει τα ηνία να μεταγράψει τον αισθητό και υπεραισθητό κόσμο αναπτύσσοντας σχέσεις ντετερμινιστικού μοντέλου. Ο μακρόσυρτος συριγμός της Παναγιώτου μου είναι τόσο οικείος καθώς ακούγεται: από το φάρυγγα του διαδρόμου./ Μια παιδική φωνή ψηλώνει, σβήνει στο φα·/ τρομώδη δάχτυλα τη σαβανώνουν. / Θ’ ακούς και ψιθυρίσματα, υγρά κι αλλόκοτα, τις νευρικές σελίδες που γυρνούν, / τον παφλασμό των λερωμένων υφασμάτων. (…) Και λέω πως μου είναι οικείος μια και όλοι εμείς που κατοικήσαμε τις πόλεις με τις παλιές μονοκατοικίες, περιδιαβήκαμε σε σπίτια με μακριούς διαδρόμους, που ένωναν τα δωμάτια όπως τα σύγχρονα νοσοκομεία. Διάδρομοι που φιλοξενούσαν σε κάθε άνοιγμα μικρά μονόπρακτα δράματα συγγενών, διάδρομοι που τα φέρετρα των παππούδων μου παρέλασαν τιμητικά μέσα σε κλάματα μέχρι την εξώπορτα, την ώρα που μια γυναίκα πάντα κάνει έναν δυνατό κρότο να ξορκίσει το κακό και να φέρει την ησυχία, έτσι όπως λέει και η Ευτυχία Παναγιώτου: Ησυχία./ Μόνο μια θηλιά μέσα μου/ ταλαντεύεται σφυρίζοντας./ Και το πτώμα σου/ – που σαλτάρισε, είπανε./ Γύρισε ξανά πλευρό. Και αφού δηλωθεί η υπνοπαράλυση, αυτό που λέμε μόρα του ύπνου, αμέσως στην ποιητική σύνθεση της Παναγιώτου αλλάζουμε στάδιο του ύπνου, γεμίζοντας το ηλεκτροεγκεφαλογράφημα με κύματα δέλτα, να μην μπορεί να αντισταθεί στην εγκατοίκηση των μαριονετών κι έτσι ξεπηδούν: «Ο ρήτορας», το «Ζεϊμπέκικο του Κάτω Κόσμου», ο «Αστεροειδής», ένας «Βυζαντινός Θίασος», ένας φαλλός σε γύψινο βάζο, κι ένας που ήταν ψηλός, ήταν χακί· όπως τα τανκς, στο ποίημα «Περί ύψους». Αλλιώς πολύ μου κάνουν όλες αυτές οι μαριονέτες με τις εγκλωβισμένες επιθυμίες ή τις απισχνασμένες μνήμες μας, να μαρτυρούν τη βεβαιότητα του ανέφικτου εαυτού μας και εν προκειμένω του ποιητικού υποκειμένου. Και ενώ «εγώ εκοιμήθην, ο ύπνος εξηγέρθη», οδηγώντας την Παναγιώτου στη φάση ύπνου REM, μη μπορώντας κανείς να μην πεταρίσει τα βλέφαρα «Σφυρίζοντας στο προαύλιο της πατρίδας» ή καθηλώνοντας τον αναγνώστη στο πως μπορεί η μαντάμ Ζοζόστρις, φημισμένη μάντης, να αναδομεί, μεταπλάθοντας όμως, την Ελιοτική Έρημη Χώρα εντός του ποιητικού σύμπαντος της Ευτυχίας Παναγιώτου. Είναι από τις στιγμές που ζήλεψα πολύ μέσα στην ανάγνωση αυτής της ποιητικής σύνθεσης και δη: Όταν πεθάνουν ποιητές, οι στίχοι το μαθαίνουν. Θα μαρτυρήσουν. Τροχίζοντας με οιμωγές τη μοίρα μισθοφόρων. Διαδράμει με περισσή ευκολία κι ο έρωτας από την ενότητα της φάσης REM αφού: Όπως στα παιδικά μας φιλμ, το φουσκωμένο σύννεφο μόνο βροχή του έστελνε από πάνω, και μέχρι να φτάσει σπίτι εκείνο πάλι του πετούσε σταυρωτά καρφιά. Έτσι που να ορκίζομαι πως το ποίημα «Ο σαλταδόρος», είναι γραμμένο από τον πολύ αγαπημένο μου αμερικανό ποιητή Nick Flynn, (Some Ether). Η παραπάνω όμως δήλωση, χρειάζεται μεγάλη προσοχή για να μην παρεξηγηθώ. Θέλω να υποδηλώσω την εκλεκτική συγγένεια της Παναγιώτου με τον Αμερικανικό κανόνα της ποίησης και την ικανότητά της να παρουσιάσει στην αναιμική ελληνική πραγματικότητα την ιερή αυτή βλασφήμια, όπως κάνει ο Flynn στην Φυσική Κινουμένων Σχεδίων, Μέρος 1 (Cartoon Physics, Pt., 1). Το αισθητικό αποτέλεσμα όπως και να έχει είναι απολαυστικό, το σώμα της αρχίζει να δονείται, συντελείται «Η δράση του σώματος πριν από τον κυνισμό». Έτσι στο ποίημα «Λίγο πριν σηκωθείς», ομολογεί: «Μην πεις πως δεν πόθησες τα φτερά του παγονιού, / ένα φόρεμα να σκουπίζει την πίστα με βαλς» και εδώ κείται η αποκάλυψη, πως η Ευτυχία Παναγιώτου είναι γνώστης του φυλετικού διμορφισμού του παγονιού, καθώς το αρσενικό είναι που έχει την εντυπωσιακή χρωματιστή ουρά σα βεντάλια, ενώ το θηλυκό στερείται αυτής της εντυπωσιακής εμφάνισης. Η Παναγιώτου λοιπόν μιλάει ακαριαία για τη μονομαχία του σώματός της, αφού όταν σε κοίταξε στα μάτια ο τολμηρότερος, μην πεις πως ήτανε κατακτητής· / στα γόνατα είχε πέσει. Και έτσι αίφνης, παρόλο τον παραδεδεγμένο της έρωτα, τουλάχιστον ως αντικείμενο του πόθου, έχει αυτό που κάθε θηλυκή ύπαρξη θα επιθυμούσε, τον ικέτη στα πόδια της, η ίδια κυλώντας όλο το βάρος του κόσμου ή του σύμπαντός της, λαμβάνει αυτή τη «Σισύφεια στάση» καθώς εικάζω πως από τον Υμηττό, το φρικώδες φως διαπερνά τις γρίλιες της σκοτεινής της κάμαρας. Μέσα στο λάβρο ξημέρωμα «Κοιτάζοντας τον ήλιο» στεκόμαστε στο ένα πόδι,/ σε στάση προσοχής, /με τα χέρια πιασμένα. /Ο τρόπος να μιλήσεις για τον ήλιο. Και τούτο μου φέρνει στο μυαλό μια πολύ αρχαία άσκηση ή χαιρετισμό του ήλιου που ονομάζεται στο γνωστικισμό ως Ρούνα ΦΑ. Ξυπνητή και πλέον συνειδητή αποφασίζει «Γκρεμίζοντας τον ύπνο (Ηλίας Λάγιος)» να χορέψει, υπερτονίζοντας εν κατακλείδι: Θα μαρτυρήσεις, θα το πεις: Τι μαγική ακροβασία στο κενό, κι ότι δική σου ήταν, δική σου όταν -αίνιγμα μες στα πετρώματα – μια φορά κι έναν καιρό μες στη φωνή βουλιάζοντας. Το βιβλίο έχει ακόμη μία ενότητα που ονομάζεται Προθέρμανση και αποτελείται από ένα ποίημα με τέσσερις στίχους. Πιστεύω πως τοποθετήθηκε εκεί για να προστατέψει την ποιήτρια από αυτές τις βουβές φωνές των συνδαιτημόνων που μόλις τελειώσουν με το ποιητικό σώμα της Παναγιώτου θέλοντας κι άλλο φρικώδες φως θα οδηγηθούν σε ασφαλή συμπεράσματα. Προσωπικά μου περισσεύει και το απαλείφω από την δική μου ανάγνωση. Της εύχομαι να την κατανοήσουν αυτοί που εκείνη επιθυμεί. Καλό της ταξίδι.

 

ΚΩΣΤΑΣ ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ

Ας χορέψουμε

Γκρεμίζοντας τον ύπνο
Ηλίας Λάγιος

Ο πόθος έλιωσε τα μάτια μας.

Έγινε τραγούδι, να τυραννάει τον λογοκόπο.
Αόρατο δοξάρι σε παρτιτούρες αρλεκίνου
που έσκιαξε κι έσκισε το μισοφόρι
του θανάτου. Ήχος πειραγμένος,
από παράτολμο σμίξιμο.

Το χώμα να φοβάται το σώμα.

Γι’ αυτό πριν πάλι ο Τυφλός λαλήσει
― Ας βροντήξουν παλαλά ταμπούρλα,
και πλήθος παρδαλά τα γυναικεία λώματα
ας τσερίσουν με τον πήχη τον αγράνεμον.

Και πεντοζάλη και πυρρίχιος
και τρομαχτόν. Το χέρι εκείνο,
αυτό που αναδύθηκε
― Κάλεσμα ήταν ή αποχαιρετισμός;

Το προηγούμενο βιβλίο της Ευτυχίας Παναγιώτου (Μαύρη Μωραλίνα, 2010) προσέχθηκε ιδιαίτερα, ίσως γιατί, πατώντας στη μεταπολεμική ποιητική παράδοση, διέκρινε, διορατικά, τις γόνιμες περιοχές (όπως είναι π.χ. η ποίηση της Ελένης Βακαλό) απ’ όπου θα μπορούσε να υπάρξει μια συνέχεια. Όμως η κάθε είδους συνέχεια, ακόμα και η πιο διορατική και προωθημένη, απλώς πιστοποιεί, για εμάς τους κρίνοντες, την απαραίτητη φιλολογική σκευή και γνώση των νεωτέρων, αλλά και καθησυχάζει την αμηχανία μας μπροστά στα ενδεχόμενα που μας επιφυλάσσονται απ’ αυτούς, τα οποία ίσως να είναι και ανατρεπτικά των βεβαιοτήτων μας και της βολής μας.

Κανείς δεν γράφει για κάποιο βιβλίο χάριν αυτού, ακόμα και αν προτάσσει το πιο μειλίχιο ή και ψυχόπονο προσωπείο του. Τις δικές του επιλογές προβάλλει, τα δικά του κριτήρια υπερασπίζεται, τον δικό του ορίζοντα προσδοκιών. Με αυτή την έννοια, η Μαύρη Μωραλίνα δεν ήταν ένα «επικίνδυνο» βιβλίο, όσο και αν ήταν ίσως και επώδυνη η διαδικασία μέσα στην οποία η ποιήτρια έψαυσε τα όρια του ποιητικού μοντερνισμού, επιχειρώντας μάλιστα να τον επικαιροποιήσει, με τρόπο ομολογουμένως εξαιρετικό.

Στην ανά χείρας, τρίτη ποιητική συλλογή της Παναγιώτου, τα πράγματα σοβαρεύουν, και γίνονται όντως επικίνδυνα. Αυτό το βιβλίο, δεν γράφεται με βάση την παραδοχή της κρίσης του μοντερνισμού, αλλά με δεδομένο ότι αυτή η κρίση δεν είναι πλέον ανατάξιμη. Μια τέτοια διαδικασία ποιητικής αυτοσυνειδησίας δεν είναι μόνο επώδυνη αλλά και δημιουργική. Το πιστοποιούν άλλωστε τα τεκμήριά της, που, στην περίπτωση της Παναγιώτου, είναι η διαφορά ανάμεσα στην πρώτη μορφή των ποιημάτων, όταν δημοσιεύθηκαν σε διάφορα έντυπα, και στην παρούσα μορφή τους, όπως αποτυπώνεται στο βιβλίο.

Είναι μια διαδικασία βίαιης ωρίμανσης, όπου θα έπρεπε να διαχειριστεί την επιτυχία της, δηλαδή να βγει έξω από την επικράτεια του πραγματωμένου έργου της, εν προκειμένω της Μαύρης Μωραλίνας. Έξω από τη δημιουργική μαθητεία, έξω από την ασφάλεια που παρέχει η αναμόχλευσή της.

Έστω και αν η συλλογή εκείνη την υπερέβαινε, και ταυτόχρονα επρόκειτο για μια επίτευξη απόλυτα δική της, το ζητούμενο τώρα ήταν τι θα επιλέξει, ως καλλιτεχνική στάση. Και η καλλιτεχνική στάση είναι συνώνυμη με τη διακινδύνευση. Όπως και μερικοί ακόμη ποιητές της ηλικίας της (τριαντάρηδες), δείχνει να έχει συνείδηση αυτής της ταύτισης της τέχνης, με την έκθεση, με το ρίσκο, με τη διακινδύνευση. Μια στάση η οποία επί πολλές δεκαετίες ήταν δυσεύρετη στη νεοελληνική ποίηση, γι’ αυτό και έχουμε πολλούς καλούς ποιητές, αλλά ελάχιστες διακριτές ποιητικές.

Δεν επενδύω υπέρμετρες προσδοκίες σε αυτούς τους νεώτερους ποιητές, όμως και μόνο η παράμετρος θεωρία που υπάρχει στα προαπαιτούμενά τους, ως αναγκαιότητα να οριστούν σε σχέση με αυτήν διαμορφώνοντας την ποιητική τους ταυτότητα, τους απομακρύνει από την κυρίαρχη πρακτική του ναΐφ, το οποίο βέβαια σήμερα δεν διαθέτει καμιά αίγλη λαϊκότητας και αυθεντικότητας, αλλά είναι συνώνυμο ενός ιδεολογικά επικίνδυνου νεορομαντισμού, που δεν μπορεί να καταλήξει παρά στον κοινοτισμό.

Σήμερα πια θαμπώνουν οριστικά τόσοι και τόσοι μεταπολεμικοί, που αναπαύθηκαν στη σκιά των επιτεύξεων της γενιάς του ’30, και επανέρχεται, προσωπικά στον καθένα που γράφει ποίηση, το σκληρό, αλλά πάντα παρόν και θεμελιώδες ερώτημα: τι νέο κομίζετε εις τέχνην; Γιατί η κοινωνική συνθήκη «ποίηση» αφορά πολλά πράγματα, αλλά δεν αφορά κατ’ ανάγκην την ποίηση ως τέχνη. Ποιηματογράφους έχουμε αρκετούς, και όντως γράφουν αξιοπρεπή και αξιόλογα ποιήματα. Είναι ένα σημαντικό κοινωνικό και πολιτιστικό κεφάλαιο. Όμως την ποίηση, ως τέχνη, και τους ποιητές, ως καλλιτέχνες, είναι που αναζητούμε όταν γράφουμε λογοτεχνική κριτική, τα αισθητικά προτάγματά τους οφείλουμε να κρίνουμε και να αναδεικνύουμε.

Στους Χορευτές, λοιπόν, η Παναγιώτου, βγαίνοντας από την επικράτεια των αισθητικών προκείμενων της διαπίστωσης, ή και της ταυτοποίησης της κρίσης του μοντερνισμού, ανοίγεται σε ένα πέλαγος τρόπων και ποιητικών ερεισμάτων, επιχειρώντας να τιθασεύσει τις δυνάμεις και τις απαιτήσεις που αυτά εγείρουν, δηλαδή τη νοσταλγία, τη μίμηση, την επισημείωση, αλλά και την ανέξοδη πρόκληση. Αυτοί οι τρόποι και αυτά τα ερείσματα εκτείνονται από την κυπριακή ιδιόλεκτο μέχρι τον Εγγονόπουλο, από το δημοτικό τραγούδι μέχρι τον Καρούζο, από τον Σολωμό μέχρι τον Λάγιο, από την ποίηση ποιητικής μέχρι τη λαογραφία, από τον Ώντεν μέχρι τον δεκαπεντασύλλαβο, από το παρόν στο διάσπαρτο παρελθόν.

Δεν υπάρχει ένας ρυθμός που διατρέχει το βιβλίο, έστω με τις διακυμάνσεις του και τις παραλλαγές του, δεν υπάρχει ένα ασφαλές ρεπερτόριο το οποίο καθησυχάζει τις ανασφάλειές μας. Οι χορευτές ισορροπούν σε τεντωμένο σχοινί, όπως στο εξώφυλλο, υπό το βλέμμα ενός ισχνού κοινού, με το τεράστιο ψαλίδι στα χέρια του καλλιτέχνη, να απειλεί τη δεδομένη, για το κοινό, δεξιοτεχνία του και τη συνακόλουθη ασφάλειά του. Και πάλι, όμως, η εξουσία δεν βρίσκεται στο χέρι του, δεν διαθέτει το προνόμιο της επιλογής της ύπαρξής του, ούτε βέβαια της τελευταίας λέξης, γιατί οι χορευτές είναι πολλοί μέσα στο βιβλίο, πολλοί και μέσα σε κάθε ποίημα. Τελικά, ο χορευτής είναι ένα απείκασμα της φιγούρας του καλλιτέχνη, στα μάτια του κοινού. Ακόμα και η αυτοκτονική πτώση του, απλώς θα τους διασκέδαζε αδιάφορα.

Μα εσένα το μυαλό σου στο χορό.

Ταυτόχρονα όμως, το βιβλίο της Παναγιώτου διαλέγεται ισότιμα με το ακόμα ισχνότερο κοινό, το οποίο δεν συντίθεται από φυσικά πρόσωπα και άλλα εφήμερα, αλλά από τα αισθητικά αιτούμενα του ιστορικού παρόντος. Ένα κοινό που ποτέ δεν ξεπέφτει στο επίπεδο της κοινότητας και στην ιδεολογία του κοινοτισμού, γιατί η αριστοκρατικότητα της τέχνης, ως εξόχως ανταγωνιστική συνθήκη, είναι που το συνέχει. Ας αποχαιρετήσουμε λοιπόν την κ. Παναγιώτου, ως νέα και υποσχόμενη ποιήτρια, ως «αντιπροσωπευτική της γενιάς της», και τα τοιαύτα που δεν εμπνέουν, και ας δούμε το βιβλίο της όπως παίρνει τη θέση του, ας ακούσουμε τους ήχους και ας αναδεχθούμε τις δονήσεις που προκαλεί η τριβή του με άλλα άξια βιβλία, στην προθήκη του ιστορικού παρόντος.

Το χώμα να φοβάται το σώμα.

Τελικά, ποιο είναι το αισθητικό πρόταγμα του βιβλίου; Είναι μήπως μεταμοντέρνο; Σίγουρα βρίσκεται έξω από την επικράτεια του μοντερνισμού. Προσπαθεί να οριστεί μέσα στη σημερινή, ασαφή, και ίσως μεταβατική, ιστορική συνθήκη. Τα χαρακτηριστικά του, δηλαδή το έμφυλο, το πολύτροπο, το οιονεί πολυφωνικό, το ανομοιογενές, ο σπασμένος ήχος και η εκ νέου εμφάνισή του, σε μια διαδικασία ήπιων μεταμορφώσεων και μεταλλάξεων, ούτε κρύβονται ντροπαλά ούτε φωνάζουν περιφερόμενα ως δηλώσεις προθέσεων. Υπάρχουν όμως, και λειτουργούν, εγείροντας απαιτήσεις σύνθεσης, διαύγασης, δημιουργίας διακριτού ύφους και ποιητικής, φτιάχνοντας, ψηφίδα την ψηφίδα, τις ίδιες τις προϋποθέσεις τους. Αναμένουμε ακόμη πιο ενδιαφέρουσα, αλλά και πιο δύσκολη, τη συνέχεια.

Υ.Γ. Το βιβλίο διαθέτει, σε μελετημένες δόσεις, τις απαραίτητες «αποδείξεις», για όσους αξιολογούν την «θεματική» ως το ισχυρότερο κριτήριο, και μόνο δι’ αυτού μπορούν να δουν αν ένα βιβλίο διαθέτει τις αναγκαίες αγκυρώσεις στο παρόν και στην ιστορία. Για παράδειγμα: Οι Μοίρες παίζανε/ γεμάτο ζάρι/ – Αλγερία, Τυνησία, Αίγυπτο -/ την τύφλα τους λευκό κουτσό./ Λέγαν, θα πάμε από πνιγμό.// Μα μόνο οι λέξεις κατρακύλησαν.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΘΗΝΑΚΗΣ

Latenighter’s Booktales 05/03/2015

Γράμμα σε μια ποιήτρια που χόρευε όπως η γάτα της

Ευτυχία μου,
Στον προφορικό λόγο, δεν ξέρω αν το «Ευτυχία μου» ακούγεται με κεφαλαίο ή με πεζό έψιλον. Για να το ξεκαθαρίσω, αλλά και για να ξεμπερδέψω, θα πω ότι και με το ένα και με το άλλο είμαστε μέσα.
Έχω διαβάσει με πολλή προσοχή το βιβλίο σου. Μεταξύ μας, το έχω διαβάσει περί τις 350 φορές, στην πρώτη του μορφή, στη δεύτερη, στην τρίτη, σελιδοποιημένο, στημένο, φορεμένο, πονεμένο και αγαπημένο. Εδώ είναι η στιγμή που θα έπρεπε να πω κάτι του στιλ «κάθε φορά ανακάλυπτα και ένα καινούργιο μυστικό που μου έλεγε το βιβλίο σου» ― μπλιαχ, δηλαδή. Ή ότι έβρισκα συνεχώς κάτι παλιό, κάτι δικό μου, κάτι δικό σου, κάτι της δύσμοιρης πραγματικότητας, κάτι της παροντικής Ιστορίας, κάτι που ήξερα μα δεν μπορούσα να το πω. Μπλιαχ, επίσης.
Οι Χορευτές σου είναι ένα βιβλίο ελαφρύ ― αν κρίνει κανείς από το χαρτί του. Είναι μαζί κι ένα βιβλίο πάμβαρυ, σαν το κάρμα των ηρώων και των ηρωίδων σου, που θα το κουβαλάνε και στις επτά ή δεκαεπτά ζωές που είναι προορισμένοι να ζήσουν.
Αναρωτιέμαι εάν εσύ έχεις καθόλου σκεφτεί ότι οι ήρωες και οι ηρωίδες σου είναι νεκροί. Αν έχεις κάπου μέσα σου χαϊδέψει τ’ άψυχα σώματα των χορευτών που παρελαύνουν μπροστά στα μάτια μας. Και τι εννοώ; Απλώς ότι έχεις πάρει την ψυχή αυτών των χαρακτήρων και την κάνεις βόλτα στο σπίτι, στην πόλη, σε μια άλλη πόλη, σε ένα άλλο σπίτι, σ’ ένα αυτοκίνητο που παλεύεις να οδηγήσεις, σ’ ένα πανεπιστήμιο, σ’ ένα κρεβάτι. Το ξέρω ότι δεν ακούγεται ωραίο αυτό το «νεκροί» ή αυτό το «άψυχοι», αλλά, Ευτυχία μου, τους έχεις απαλλάξει από τις έγνοιες του κόσμου, από τις συμβάσεις μιας κάποιας κοινωνίας, από τις σώνει και ντε καθημερινές τους ασχολίες, τα άγχη ― τις επιθυμίες ακόμα ακόμα.
Οι χορευτές του βιβλίου σου είναι απαλλαγμένοι. Η αναγκαστική περίφραξη της κοινωνίας που θέλει τα μέλη της ενεργά και προσηλωμένα σ’ έναν σκοπό, αυτόν που θέλει τους πάντες να παλεύουν, να προσπαθούν και να επιμένουν, στους ήρωες και στις ηρωίδες γίνεται ένας χορός που εξυμνεί το τίποτα ― ένας ατέλειωτος χορός απαλλαγής από την επίκτητη καλότητα ―αλλά όχι καλοσύνη― και την αναγκαστική υπέρβαση εαυτού. Οι χορευτές σου, Ευτυχία μου, είναι ο κόσμος χωρίς την Ιστορία, είναι ο χρόνος χωρίς ρολόι, είναι η αγάπη χωρίς «έχω δουλειά, θα σε πάρω μετά». Οι Χορευτές είναι το βιβλίο της σωτηρίας από το ανόητο ―και πόσο πληκτικό, θε μου― «πρέπει να ζήσω».
Ευτυχία μου,
Οι χοροί και τα τραγούδια του βιβλίου σου, οι στίχοι που έγραψες κι εκείνοι που δανείστηκες, τα γράμματα που επέλεξες κι εκείνα που σε επέλεξαν νομίζω ότι λοιδορούν τις αποτυχίες, βγάζουν γλώσσα στις επιτυχίες και χορεύουν πάνω στο κουφάρι του αιώνιου Συντάγματος της ομορφιάς. Η ομορφιά δεν πρόκειται να σώσει κανέναν κόσμο, αφού ο κόσμος δεν έχει ανάγκη να σωθεί ― αν είχε ανάγκη να σωθεί, δεν θα ήταν κόσμος, δηλαδή στολίδι, θα ήταν ένα τσουβάλι με δικαιωμένες πράξεις και υπάρξεις. Γιατί είναι κάπως οξύμωρο να πρέπει να ζήσεις, να προσπαθείς να σωθείς, αλλά τελικά να μένεις στην προσπάθεια ― είτε έχεις λανθασμένο στόχο είτε ο τρόπος σου είναι για τα περιστέρια.
Αυτή είναι η ομορφιά των ποιητών και των ποιητριών, ωστόσο. Εντάξει, όχι όλων μας ― ας μην είμαστε τόσο συνδικαλιστές με το σινάφι μας. Η ομορφιά αυτή, Ευτυχία μου, είναι ο κόσμος τους, αυτός που έχει ξεσκονίσει από πάνω του τα μέτρα και τα σταθμά, τα άρθρα, τις παραγράφους και τις εγκυκλίους της ανθρώπινης κατάστασης. Δεν είναι ένας άλλος κόσμος ―εφικτός ή μη―, είναι ένας κόσμος που ξενυχτάει πάνω στην ανθρώπινη ευτυχία, και στην τραγωδία μαζί, κάνοντάς τες απλές εμπειρίες μιας καλά κρυμμένης δικαιολογίας της ύπαρξης της ύπαρξης. (Κι αναρωτιέμαι πάλι: υπάρχει η ύπαρξη;)
Όταν έπιασα τους Χορευτές στα χέρια μου, τυπωμένους πια, το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα ήταν ότι ―επιτέλους!― κερδίσαμε τη ζωή μέσα σε μερικές σελίδες. Ξεφορτωθήκαμε τα «ποιος είμαι και πού πάω» και ζαλωθήκαμε ένα πανέμορφο «γουστάρω». Έγινε ξάφνου η Αθήνα το πιο ωραίο μέρος του πλανήτη, τα πιο όμορφα (και τα πιο πολύπαθα) μέρη του πλανήτη έγιναν δικά μας, έγιναν οι γειτονιές κάτι ξεχασμένες σπηλιές των Άνδεων, έγιναν οι άνθρωποι κορμιά που περπατούν στη Γη χωρίς σκοπό ― επιτέλους!
Ευτυχία μου,
Το ξέρω ότι διαβάζω τα βιβλία των άλλων με αρχικό γνώμονα τις δικές μου θεωρίες. Το ξέρω, επίσης, ότι προσπαθώ να τα καταλάβω με τη δική μου σκευή. Είμαι σίγουρος ότι είμαι ελλιπής αναγνώστης, κατέχω την απόλυτη ημιάγνοια, περιφέρομαι στα βιβλία και στις λέξεις μ’ ένα ανυποχώρητο και οριστικό «ίσως», χαϊδεύω τα γράμματα των άλλων μ’ ένα ανήμπορο «γιατί;». Ακόμη και οι παρουσιάσεις που κάνω, σαν αυτήν εδώ απόψε, είναι μια φοβισμένη απόπειρα να εντάξω όλα τα παραπάνω σ’ έναν κατάλογο από μικρές επιτυχίες, μόνο και μόνο για να δικαιολογήσω τα μιστά μου, δηλαδή την αγάπη και τα ζεστά χέρια, τις αγκαλιές και τους χορούς.
Οι Χορευτές σου, όμως, Ευτυχία μου, δεν με έχουν ανάγκη. Όλη η παρουσία μου εδώ είναι μία ανέξοδη περφόρμανς για να πω απλώς ότι είσαι μία σπουδαία ποιήτρια, για να φωνάξω, χωρίς φωνή, ότι, όταν εσύ γράφεις, εγώ όντως παρακολουθώ τον κόσμο απ’ την αρχή και του χαρίζω νέα επίθετα, νέα ουσιαστικά, νέα επιρρήματα ― μόνο και μόνο για να τον προσαρμόσω στις δικές σου λέξεις. What do you offer your friends to make them so supportive, λέει η Σάρα Κέιν, κι εγώ μένω με το στόμα ανοιχτό. Επειδή απλώς υπάρχω για να τους θαυμάζω. Φτάνει; Ποιος ξέρει…
Η γενικότητα ―παρότι απαραίτητη στον κόσμο της πολύμορφης αλληλεγγύης― που λέει ότι τα πάντα είναι πολιτικά, ότι ο έρωτας, η τέχνη, η ύπαρξη η ίδια είναι πολιτικά είναι ένας άλλος τρόπος να σοβατίσουμε τις πληγές από τις σφαίρες ενός πανανθρώπινου εμφυλίου, που ξεδιπλώνεται ανάμεσα σ’ εκείνους που γνωρίζουν και σ’ εκείνους που δεν θέλουν να μάθουν, ανάμεσα σ’ εκείνους που μαθαίνουν αναγκαστικά και σ’ εκείνους που ξεχνάνε εκόντες άκοντες. Η ποίηση δεν βρίσκεται κάπου στη μέση ― βρίσκεται πάνω πάνω, στα σκοπευτήρια και στους πυργίσκους των φυλακών, στις κορυφές των λόφων που χώνονται μες στις πόλεις, στα πατάρια κρυμμένων μπαρ, στα ψηλοτάκουνα κάποιων γυναικών και στα ποσέτ αφόρετων κουστουμιών. Η ποίηση ―και θα βάλω ένα «σου» εδώ― είναι ένας χορός της ξηρασίας, μία λιτανεία για ήλιο, ένας εξορκισμός-πρόσκληση στον διάβολο, μια επανάσταση που δεν έχει κίνητρο: η ποίηση, Ευτυχία μου, και ιδίως η δική σου, είναι η απουσία δικαιολογίας ― είναι ο θόρυβος των κωφαλάλων.
Ευτυχία μου,
Για τα σπουδαία βιβλία, για τα βιβλία εκείνων που αποχαιρετούν το αμήχανο «νέος και πολλά υποσχόμενος», όπως έχει γράψει ο Κώστας Βούλγαρης στην κριτική του για τους Χορευτές, δεν έχεις να πεις, σε μια τέτοια παρουσίαση, τίποτε πέρα από όσα έχεις ήδη γράψει εσύ στο βιβλίο σου. Το γράμμα μου αυτό είναι ακριβώς εκείνη η αμηχανία να μιλήσω γι’ αυτό το βιβλίο ― μόνο σε σένα μπορώ ν’ απευθυνθώ, αλλά και σ’ όσους και όσες είναι σήμερα εδώ, μπας και πάνε ν’ αγοράσουν τους Χορευτές, γιατί οι καιροί είναι δύσκολοι και πρέπει να βγάλεις και κάνα φράγκο, μεταξύ μας.
Ευτυχία μου και ευτυχία μου,
Τόσα χρόνια που σε ξέρω, τόσα και τόσα που έχουμε προσπαθήσει μαζί, δεν έχω καταφέρει ―και το λέω με πολλή περηφάνια― να ξεχωρίσω μέσα μου την Ευτυχία που αγαπώ από την Ευτυχία που θαυμάζω• την Ευτυχία με έψιλον κεφαλαίο και την ευτυχία με έψιλον πεζό. Έχω, όμως, καταφέρει να διαχωρίζω ―κάθε, μα κάθε φορά― το πόσο ο θεός της φιλίας μας κάνει παρέα με τον δαίμονα της ποίησής σου που διαβάζω. Είμαι σε θέση, πιο σίγουρος από ποτέ, να βρίσκω συνεχώς την τρύπα για ν’ ακούσω την καρδιά σου και το κουράγιο να τρυπώσω στα γραπτά σου.
Κυρίες και κύριοι,
Η ποίηση της Ευτυχίας Παναγιώτου χρειάζεται κουράγιο. Οι Χορευτές της είναι ένα έργο ανίερο, ένα έργο που έχει μετατρέψει τη διαρκή, ναΐφ, κατάφαση στην ομορφιά και την ευτυχία (με έψιλον πεζό) σε έναν ατέρμονα εμφύλιο μεταξύ ενός απώτατου «δίνομαι» κι ενός αφειδώλευτου «δίνω». Η ποίηση της Ευτυχίας Παναγιώτου είναι η αγάπη που δεν τιθασεύεται, ο έρωτας που δεν πτοείται, η παρέα που δεν λογαριάζει, το σώμα που δεν αντιστέκεται. Η ποίησή της, όλες της οι λέξεις, είναι η μάχη του καλού με το καλύτερο, είναι η νίκη πάνω στην αδάμαστη επιθυμία να μη θέλεις ό,τι, έτσι κι αλλιώς, υπάρχει, αλλά να ποθείς όσα πάντοτε σε κάνουν να θέλεις να υπάρξεις εσύ. Και να υπάρξεις ωραία.
Ευτυχία μου,
Μπράβο σου, μωρό μου.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ ΨΑΛΤΗΣ

«Το βιβλίο της βδομάδας», Θράκα 10/10/2015

Από την πρώτη της συλλογή η Ευτυχία Παναγιώτου αποφασίζει δυναμικά να μας εισβάλλει στον στρόβιλο και στην δίνη του πειράματος της γλώσσας, της γραφής, του ποιήματος. Στους «Χορευτές», μια εντέχνως έντονη διατύπωση του συνειρμού, νομίζω πως αυτό το πείραμα έχει φτάσει στην αποκορύφωσή του. Περιγραφικά η συλλογή αποτελείται από μια σειρά ποιημάτων που θα μπορούσαν να παρομοιαστούν με όνειρα, ή με ένα συνεχές και μεταβαλλόμενο όνειρο κατά την διαδικασία του ύπνου. Θα έλεγα πως ο λόγος της Παναγιώτου σ’ αυτή τη συλλογή, σχοινοβατεί (δεν είναι τυχαίο το εξώφυλλο) ανάμεσα σε μία έξω-ρεαλιστική γραφή και στην προσπάθεια σχηματισμού δομών ποιήματος που θα έμοιαζαν με τα κτίρια του Antoni Gaudí. Η συλλογή είναι επιτυχώς χωρισμένη σε τέσσερις ενότητες που τα ποιήματα τους δίνουν την γραμμική ένταση της ονειρικής διαδρομής. Το περιεχόμενο των ποιημάτων είναι εξαιρετικά διευρυμένο, δεν θέλω να προσπαθήσω να το καταγράψω, αντιθέτως το αφήνω στην ελευθερία του αναγνώστη, όμως πάντα υφέρπει η διερώτηση για την υπόσταση και γραφή ενός ποιήματος

 

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΞΕΝΟΣ

Diavasame.gr, 8.1.2016

Ησυχία.

Μόνο μια θηλιά μέσα μου
ταλαντεύεται σφυρίζοντας.

(από το ποίημα «Η ετυμηγορία του ύπνου»)

Η Ευτυχία Παναγιώτου (1980) γεννήθηκε στη Λευκωσία. Σπούδασε φιλοσοφία στην Αθήνα και νεοελληνική φιλολογία στο Λονδίνο. Εργάζεται ως επιμελήτρια εκδόσεων, μεταφράζει ποίηση, αρθρογραφεί σε περιοδικά και εφημερίδες. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, ιταλικά, ισπανικά και γερμανικά. Η ίδια έχει μεταφράσει τα «Ερωτικά ποίηματα» της Ανν Σέξτον, καθώς και ποιήματα της Ανν Κάρσον. Έγραψε τα βιβλία ποίησης «Μέγας κηπουρός» (Κοινωνία των (δε)κάτων, 2007) , «Μαύρη Μωραλίνα» (Κέδρος, 2010) και «Χορευτές» (2014). Ζει στην Αθήνα.

Η ποιητική συλλογή της Ευτυχίας Παναγιώτου αποτελείται από τρεις πράξεις, πρόλογο κι επίλογο. Ποιήματα που αφήνουν πίσω τον μεταμοντερισμό κι επαναφέρουν μια οικουμενική σύνθεση ρεαλισμού και ρομαντισμού. Και μολονότι ο ρομαντισμός υπολείπεται του ρεαλιστικού στοιχείου, ωστόσο είναι εκείνο που απομένει στο τέλος της ανάγνωσης κάθε ποιήματος. Άλλωστε αφού η καθημερινότητα – ο κόσμος φροντίζει να σε αγκυλώνει παντοιοτρόπως, το λιγότερο που έχεις να κάνεις είναι προστατεύσεις τα υπολείμματα ενός λοιδορούμενου πνεύματος.

Στίχοι οικοδομημένοι με πλούσιο λεξιλόγιο, λέξεις προσεκτικά τοποθετημένες πάνω στο χαρτί, δομή που σε αγκιστρώνει σαν ανίδεο θεατή – ακόμα κι αν ξέρεις. Κάθε αράδα ξεσκίζει το δέρμα σου με προσοχή, όχι για να μην πονέσεις, αλλά για να το νιώσεις, μέχρι να αναδυθεί φωταυγές το νέο δέρμα, ανάλαφρο κι αδέσμευτο από τα περιττά βαρίδια. Κι όσα αποκαμωμένα, τα αληθινά, έρχονται από το παρελθόν στέκονται καταγής κοιτώντας τα σκοτάδια να φλέγονται.

Όμως κι εσύ «μην πεις πως δεν πόθησες τα φτερά του παγονιού». Αυτή είναι η συμμετοχή σου. Κι αν προσπάθησες να τα πάρεις σκοτώνοντας το παγόνι, το δίκαιο παραμονεύει. Αν πάλι αγνάντεψες τ’ αληθινά ωραίο, κράτα τη μνήμη ζωντανή, συνοδοιπόρος θα στέκει τις πιο δύσκολες στιγμές.

Ένας αλληγορικός παραλληλισμός –αυτό δεν είναι άλλωστε η ποίηση;– διατρέχει τη συλλογή σε όλη την έκτασή της. Μια εξαιρετική συλλογή από κάθε άποψη. Και το εξώφυλλο, χαρακτηριστικό, δίνει το στίγμα.

Ακόμα και αν δεν διαβάζετε ποίηση, αξίζει πραγματικά να αναζητήσετε την ποίηση της Ευτυχίας Παναγιώτου. Μια γροθιά στο στομάχι, ένα μοιρολόγι στο αφτί, μα τελικά ένας φίλος που θα σου λέει πάντα αλήθειες.

 

ΜΑΥΡΗ ΜΩΡΑΛΙΝΑ

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΓΚΙΤΣΗ

http://www.vakxikon.gr, τχ. 17, Μάρτιος 2012

«Την ποίηση, αν δεν την τη βιώνεις, δεν μπορείς να τη μεταφέρεις» ξεκινώ με την διαπίστωση -αδιαμφισβήτητη το δίχως άλλο- του ποιητή Βαγγέλη Χρόνη. Από την διαπίστωση αυτή άρχουν και όλες οι σκέψεις μου που με χαρά έρχομαι να μοιραστώ μαζί σας.
«κοιτάξτε τη Μωραλίνα / έχει κόψει τα μαλλιά της
κλαίει με το πάθος της κυρίας / Μοντιλιάνι
κοιτάει απ’ το καθρεφτάκι της τ’ωραίο πρόσωπο μιας Άλλης / που χάθηκε Οκτώβριο μήνα
όταν ακουμπάει το κραγιόν στα χείλη / αποχρώσεις δεν υπάρχουν του κόκκινου
ο άντρας που έχει δει τον ήλιο ξέρει
με ανάπηρους φθόγγους των πουλιών
νεκρόφιλος κανείς δεν είναι»
Θα μπορούσε να είναι ένα ποίημα της Ευτυχίας Παναγιώτου με τις αράδες του στοιβαγμένες σε μία μόνο σελίδα, πριν ή μετά την υποτιθέμενη φωτογραφία της αγαπημένης της φωτογράφου Francesca Woodman που θα την τιμήσει στην δεύτερη ποιητική της συλλογή διαλέγοντας για εξώφυλλό της μια ιδιαίτερη φωτογραφία. Δεν είναι ωστόσο ένα ποίημα μίας σελίδας, είναι οι υποενότητες της συλλογής της «Μαύρη Μωραλίνα» που κυκλοφόρησε το 2010 και επανακυκλοφόρησε σε δεύτερη έκδοση το 2011. Η πρώτη έκπληξη λοιπόν επήλθε ήδη στην μορφή των περιεχομένων. Περιεχόμενα εν είδη ποιήματος.
Και όσο πλησιάζεις την Ευτυχία Παναγιώτου από μακριά, έχοντας την ελπίδα να την συναντήσεις, και αρκετά ενδόμυχα έχοντας τον πόθο ν’αγγίξεις το εσώτατο ποιητικό της κύτταρο -και εννοώ την αναγνωστική εκείνη ιεροτελεστία του καθενός μας, που ξεκινάει από την επιλογή του τίτλου ενός βιβλίου, την διαγώνια, τουτέστιν, φευγαλέα ανάγνωση των υποενοτήτων και εν τέλει την προσεκτική μελέτη των προτάσεων της σελίδας- τόσο περισσότερο έχεις την έκπληξη και την αίσθηση πως η ποιήτρια βιώνει καλά τις λέξεις και μπορεί να τις μεταδώσει με την ίδια ένταση και δυναμική είτε αυτές είναι ποιήματα, είτε πλαγιότιτλοι, είτε σχόλια στο τέλος, είτε ακόμη και ο τίτλος της συλλογής.
Τίτλοι ποιημάτων περίεργοι, καθόλου συνηθισμένοι κυοφορούν τη γενεσιουργό αιτία μιας συλλογιστικής περιπέτειας στο μυαλό του αναγνώστη και αποτελούν από μόνες τους σύντομες φόρμες ποιημάτων. Αναφέρω: «χαράζει το χέρι, πάει να πει νοσοκομείο», «τιμώ το σώμα, έστω κι αν δεν ξέρουμε να το ζήσουμε», «η μικρή σχιζοφρενής μου, μέλισσα ανάμεσα σε δύο χρόνους», «οι λέξεις της είναι οστά», «τον θέλω ανελέητο να τρέχει μέσα στη βροχή». Η Ευτυχία Παναγιώτου ξεδιπλώνει το ποιητικό της κορμί με την ίδια ευκολία μιας πεπειραμένης ακροβάτισσας τόσο σε μικρές όσο και σε μεγάλες ποιητικές φόρμες. Άλλοτε πέφτει. Αυτό της όμως το πέσιμο, μέρος της πείρας της είναι, στοιχείο της καλλιτεχνικής της μανούβρας.
Τα 22 ποιήματά της τα χαρακτηρίζει μια ροπή αφηγηματική, άκρως απαραίτητη για την πλαισίωση του κάθε φορά διαφορετικού σκηνικού μέσα στο οποίο η Μαύρη Μωραλίνα (η κάθε Μαύρη Μωραλίνα) αναμετράται με τις σκιές, τα όνειρα, τις αλήθειες ή τα ψέματά της. Η περσόννα της Παναγιώτου δανείζεται ίσως την πολυπρισματική υπόσταση της περσόννας της Ελένης Βακαλό, της κυρά ροδαλίνας, προκειμένου να «αποτυπωθεί» σε κάθε γυναικεία -ή ακόμη καλύτερα- σε κάθε ανθρώπινη ύπαρξη.
Η μάχη της νεαρής νέγρας που προσπαθεί, πασχίζει να αποκολλήσει από την σάρκα της τις ιστορικές και κοινωνικές μάσκες με σκοπό να δει/αναγνωρίσει το πραγματικό της πρόσωπο, δεν μπορεί παρά να αφορά στον κάθε άνθρωπο που ταλανίζεται εν μέσω προσωπείων και προσώπου. Γράφει σελ 27: «γλώσσες-μάσκες• μιλάνε για πολιτισμό με-μέτρο / σου ρουφάω το αίμα με-το-σταγονόμετρο / ειν’ευγενείς χειρονομίες, βολεύονται σε ημερολόγια. / Την Πέμπτη τρώμε καλά, αλλά το μεγάλο δείπνο / είναι πάντα Κυριακή.»
Η Ευτυχία στην συλλογή της, καθρέπτης της σκέψης της προφανώς, ίσως, μάλλον, ακολουθεί πολλές διαδρομές. Αναδιπλώνει το προσωπικό σε συλλογικό, προεκτείνει το ατομικό σε πανανθρώπινο, εναλλάσσει το εγώ στο εσύ, γράφει: «ήταν πάντα ο φόβος / μια αναβολή ή μια απόφαση. / τα μάτια μου τα μάτια της, / σκάλωσαν στον κτηνώδη του φόβο. / σαν αφήσεις τον άνθρωπο, τ’ανθρώπινα σε κυνηγάν / εδώ / στοιχειά και λείψανα / διασκεδάζουν / το ποίημα, το ποίημα όταν / δεν έρχεται».
Με γλώσσα μοντέρνα, με μακρινούς απόηχους λυρικών καταβολών, με μορφολογικούς πειραματισμούς, με ανάκατους λεκτικούς και συντακτικούς σχεδιασμούς, με ιδιαίτερη προτίμηση στα μικρά γράμματα ακόμη και μετά την τελεία (προφανώς πρόκειται για αποδόμηση σημείων στίξεως), με σύγχρονες εικονικές περιγραφές, με μια πληθώρα ιστορικών και καλλιτεχνικών προσωπικοτήτων (αυτόχειρες οι περισσότεροι) και με μια κατάφωρη αίσθηση της ποιητικής ευαισθησίας της, η Ευτυχία Παναγιώτου ξετυλίγει σε κάθε της ποίημα την κύρια θεματική οντότητα που είναι η ανθρώπινη ύπαρξη στον πόνο της, στην χαρά της, στην κάθε υπαρξιακή της μάχη, στην αγάπη της.
Η αγάπη στην Ευτυχία Παναγιώτου δεν είναι μελοδραματική, είναι απλά δραματική με την ένταση και τον ρεαλισμό από την οποία κάθε αγάπη εμφορείται. Γράφει: «δεν μπόρεσε ποτέ της να μιλήσει. / με φιμωμένο, λες, στόμα / δεν γινόταν να πει / «τον αγάπησα, τον αγαπώ ακόμα, / αν μ’αφήσει να είμαι, θα τον αγαπώ στο διηνεκές» […] κύριε, πριν την κοιμίσουν, έπρεπε / να υπερασπιστεί την αγάπη της. / έστω και αν ήταν ωμή. / έστω και αν είναι βάναυσο / να στήνεσαι περήφανη παρακαλώντας / την καρδιά σου να σου δώσουν/ πίσω. / μια συναρπαστική σκυταλοδρομία / δακρύων».
Από την μια ο έρωτας να εμφανίζεται ως τοτεμισμός και από την άλλη η αγάπη με τα χρώματα της να τρίζουν στις σελίδες της ποιήτριας. Γράφει: «τούτο ήταν το πρόσωπο, / τούτα ήταν τα στήθια και τούτη η κοιλιά. / τοτέμ τοτέμ τοτεμισμός / χρυσό το σώμα βάφω, μες στα κόκαλά του κολυμπώ. / της αγάπης τα χρώματα τρίζουν». Μου ‘φερε στο μυαλό την πρωταρχική στροφή ενός ποιήματος της αγαπημένης Ann Sexton που έγινε κι η αφορμή να πρωτογνωρίσω την Ευτυχία Παναγιώτου. Γράφει η Sexton «Ποια είναι εκείνη / στην αγκαλιά σου; / είναι εκείνη στην οποία τα κόκαλά μου πήγα / κι έχτισα ένα σπίτι που ήταν μονάχα κλίνη / κι έχτισα μια ζωή που κράτησε μια ώρα/ κι έχτισα ένα κάστρο όπου κανείς δεν κατοικεί».
Οι τριγμοί του έρωτα και της αγάπης της Ευτυχίας Παναγιώτου κυλούνε στις φλέβες της ποιητικής της σάρκας ως πρωτογενείς αιτίες σύστασης μιας κάποιας ουτοπίας. Στο ομότιτλο ποίημά της, σελ. 58 γράφει: «εξασκούμαστε στη σιωπή και ισορροπούμε στο κενό σαν δυο / συγκοινωνούντα δοχεία άμμου. / στο παιχνίδι αυτό, όποιος γελάσει πρώτος χάνει / επιμένεις να με κοιτάς και τα χείλια μου σκάνε νευρικά / στον ουρανό σαν μπαλόνι. / το να χάνεις είναι μια υπόθεση βλέμματος / γελώ δυο φορές. Είναι σαν χάνουμε κι οι δυο. / αν είναι να χανόμαστε, ας χανόμαστε μαζί».
Σε μια ποίηση εξομολογητικά αφοπλιστική δεν θα μπορούσε ο αναγνώστης παρά να βρει την θέση του στις έννοιες και στο αφηγηματικό κάδρο που του έχει φυλάξει η ποιήτριά μας. Έτσι δημιουργεί υποδόρια την πιο τρυφερή της σχέση με τον αναγνώστη, ακόμη και όταν οι λέξεις της υποβαστάζουν την σκληρότητα του θανάτου ή εν γένει της ίδιας της ζωής. Γράφει: «με στόμα σκύλα έσκουζα στην άδεια κλινική / σπαταλημένα τα φωνήεντα, ηχώ της οχληρή / είπα τις σκιές, είπα τους ανθρώπους – φοβάμαι.» για να πει σε κάποιο άλλο της ποίημα το εξής εμβληματικό «μπορείς να ‘ρθεις τώρα, δήμιε, / με τα σαρκοφάγα σου δάκτυλα. / έλα και βρες το γεύμα γυμνό / ό,τι αντέχει / ανθίζει μουσική / είμαι μια μουσική, / ατελής και ζωντανή• γράφω / την ιστορία του γλύπτη. / να μην παγώσει μες στο χρόνο.»
Άλλο δεν θα πω για την Μαύρη Μωραλίνα, άλλο δεν θα πω για την Ευτυχία Παναγιώτου, άλλο δεν θα πω, θα κρατηθώ και δεν θα πω, τι να πεις εξάλλου για μια μουσική που είναι πάντα ατελής, που είναι πάντα ζωντανή! Άλλο δεν θα πω πάνω στις λέξεις της Ευτυχίας Παναγιώτου παρά το «είμαι μια μουσική, / ατελής και ζωντανή • γράφω / την ιστορία του γλύπτη. / να μην παγώσει μες στο χρόνο.»

 

Κωνσταντίνος Μπούρας

«Ελευθεροτυπία»/ «Βιβλιοθήκη», τχ. 659, 11.6.2011

Αναγνωστικός Μαραθώνιος

Στη δεύτερη ποιητική της συλλογή η φιλόλογος Ευτυχία Παναγιώτου, που γεννήθηκε στη Λευκωσία και σπούδασε στην Αθήνα και στο Λονδίνο, διερευνά τα ουτοπικά όρια μιας κοινωνίας χωρίς διακρίσεις, καταπίεση και σύνθλιψη του ατόμου. Σταχυολογώ για τον εύστοχο συμβολισμό του τον στίχο: ο άντρας που έχει δει τον ήλιο ξέρει.

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΟΥΚΑΣ

Περιοδικό «Ποιητική», τχ. 7, Άνοιξη-Καλοκαίρι 2011

Κατάστικτη αλήθεια, καθαρτήρια

Η Μαύρη Μωραλίνα, δεύτερη συλλογή της Ευτυχίας Παναγιώτου (γ. 1980) έπειτα από τον Μέγα Κηπουρό, θα μπορούσε να θεωρηθεί περισσότερο σπονδυλωτή, βιωματική σύνθεση παρά συλλογή αυτοτελών μεταξύ τους ποιημάτων.

Πολυφωνικό χρονικό μιας εποχής που έπεται του έρωτα, τοποθετείται στη δυστοπία ενός εφιαλτικού σκηνικού, ενός χώρου που διαρκώς μετατίθεται από το νοσοκομείο στην οικογενειακή εστία, και από εκεί στη θρυμματισμένη μνήμη και τις ανεπιθύμητες προεκτάσεις της. Μια υπερβατική πραγματικότητα, υπόγειας δράσης, στην επικράτεια του σώματος, στον πόνο και τις πληγές του, στις χαράδρες και τους χειμάρρους του.

Με τα σύμβολά της εύπλαστα και πολυσήμαντα, η ποιητική γλώσσα, άλλοτε εξομολογητική, άλλοτε –επιφανειακά τουλάχιστον– ψυχρή και κλινική, παραπέμπει στα μαθηματικά, την ιατρική, τη φιλοσοφία, αποκτά έως και ιερατική χροιά και διαλέγεται με ένα διακείμενο που δεν είναι αποκλειστικά λογοτεχνικό. Κατεξοχήν επίμονος και βαθύς είναι ο διάλογός της με τις εικαστικές τέχνες. Ενδεικτικά μόνο αναφέρουμε την κομβική επαφή της Παναγιώτου με τη ζωή και το έργο της Αμερικανίδας φωτογράφου Francesca Woodman – δική της φωτογραφία κοσμεί και το εξώφυλλο του βιβλίου.

Σαν προοίμιο, το πρώτο ποίημα («Χαράζει το χέρι, πάει να πει νοσοκομείο») μας μιλά για την ιαματική λειτουργία της γραφής, αλλά μας προϊδεάζει και για το βαρύ τίμημά της. Όλα θα γίνουν μέσω του σώματος. Εκεί διαπλέκονται ο έρωτας και η απώλειά του με τα σπαράγματα της προσωπικής μνήμης και τη χαμένη παιδικότητα. Όλα στο σώμα επενδύονται, στα μέλη του, σε ό,τι το περιβάλλει, για να φτάσουμε τελικά στην επώδυνη συνείδηση, στην αυτοδιάθεσή του: την ενοχή που το φύλο της χάρισε με ηδονή θα ξηλώνει.

Και το σώμα αυτό διαλέγεται με το σώμα του άλλου, καθρεφτίζεται στα ουράνια σώματα, διαπλέκεται με τις μνήμες, τις αισθήσεις και με τις αναμνήσεις των αισθήσεων, για να υποστεί τελικά την ίδια φθορά στην οποία είναι καταδικασμένος και ο κόσμος των άψυχων αντικειμένων: σαν να κουβαλά τις αμαρτίες της ύλης, είναι το ποιητικό εγώ που κατακερματίζεται αντί της πραγματικότητας που το περιβάλλει. Κι όμως εδώ κρύβεται μια κατάφαση: με απόλυτη συναίσθηση, πλέον, και εποπτεία, η Παναγιώτου θα επιμείνει να μιλήσει, γιατί ό,τι αντέχει/ ανθίζει μουσική.

Καθώς πλάθει το κύριο alter ego της, τη Μαύρη Μωραλίνα, ο λόγος της, εμπύρετος, κινείται σε πολλά επίπεδα, ως αδιάκοπη ροή μιας πολυκύμαντης συνείδησης. Επεκτείνεται σε ιστορικές και πολιτικές παραμέτρους, με το παρελθόν πολλαπλά εγγεγραμμένο μέσα του. Εμπεριέχει ταυτόχρονα και τις ίδιες τις αρχές βάσει των οποίων συντίθεται: η μορφή, διαβάζουμε, είναι δείκτης περιεχομένου.

Τελικά, πλέοντας κανείς κατά μήκος της Μαύρης Μωραλίνας, με μια αίσθηση ρευστότητας από ποίημα σε ποίημα, νιώθει ότι ο μόνος προορισμός θα μπορούσε να είναι η λυτρωτική αποδοχή του αιτήματος για το εμείς: το ερωτικό, το ουτοπικό, το αδικαίωτο εμείς· που όμως εδώ έρχεται και βρίσκει τελικά τη δικαίωσή του στη γραφή: ακόμη και στα βάθη της απελπισίας, όταν γράφεις κάτι γίνεται.

 

ΝΕΣΤΟΡΑΣ ΠΟΥΛΑΚΟΣ

όλα λοιπόν είναι έρωτας, ή τίποτα δεν υπάρχει./ μια βεβαιότητα είναι, που τεντώνεται στον εαυτό της/ -τον ακραίο εαυτό της-/και τυλίγεται στον εαυτό της./ (έχει ήδη γράψει τη λέξη τρεις φορές)/ διαλεκτική εδώ πουθενά./ θέση / αντίθεση / σύνθεση κτλ./ πουθενά οι γνωστές προκείμενες/ 1. όλοι οι άνθρωποι είναι θνητοί/ 2. ο Α. είναι θνητός/ 3. ο Α. είναι άνθρωπος/ κατά τ’ άλλα η γλώσσα μια μπαμπέσα/ πλάνη. Στην δεύτερη ποιητική συλλογή της, «Μαύρη Μωραλίνα» (Εκδ. Κέδρος, 2010), η Ευτυχία Παναγιώτου έχει κεντρική ηρωΐδα, που οικτίρει τον κακό εαυτό της. Κι όχι τα κακώς κείμενα, καθότι υπόθεση προσωπική ο έρωτας (κι ας ανοίγεται σε προσωπικά δεδομένα, όπως λέει σε άλλο ποίημα της) και η σχιζοφρένεια και η απάτη, ή αυταπάτη, το ίδιο άλλωστε είναι για τη Μωραλίνα. Ποιήματα του ερέβους, παρολαυτά η σκοτεινιά και αν υπάρχει διάχυτη, το φως το συναντάς έστω και λειψό, με το σταγονόμετρο. Τόσο καλά δουλεμένος ο στίχος της Παναγιώτου, που η αποστάση του από εκείνον της πρώτης συλλογής της («μέγας κηπουρός», Εκδ. κοινωνία των δεκάτων, 2007) λέγεται και εξέλιξη

 

ΝΙΚΟΣ ΔΗΜΟΥ

lifo.gr 2/2/2011

Τριάντα χρόνια χωρίζουν την Ευτυχία Παναγιώτου από τον Μαυρουδή και πενήντα από τον Κούσουλα. Κι αλήθεια, μιλάει άλλη γλώσσα. Μία σειρά από ονειρικές-εφιαλτικές εικόνες είναι τα 22 ποιήματα της συλλογής αυτής. Εικόνες δυνατές που από μέσα τους βγαίνει ανθρώπινος πόνος, σκληρός, χωρίς ίχνος μελό.

στοιχειά και λείψανα
διασκεδάζουν
το ποίημα, το ποίημα όταν
δεν έρχεται.

Η ηρωίδα (ή μην είναι πολλές) του ποιήματος είναι γυναίκα. Ανάμεσα σε ηδονή και αρρώστια, με τον θάνατο παρόντα ακόμα και στην εικόνα του εξωφύλλου, διάσημη φωτογραφία της Francesca Woodman.

η πληγωμένη, πόσους και γιατί πάντα τους
καλούς μαζί της,
ζωντανή η αγάπη θάβει και την αγάπη της.

 

ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΟΥΒΑΛΗΣ

Αυγή 25/01/2011

Στις νεαρότερες ποιήτριες οι οποίες εμφανίστηκαν τα τελευταία χρόνια, με αξιοπρόσεκτη παρουσία (ήδη με το πρώτο-εισόδειο βιβλίο τους), συγκαταλέγεται η Ευτυχία Παναγιώτου. Η συλλογή της «μέγας κηπουρός» (Κοινωνία των Δεκάτων, 2007, σ. 44, τιμή: 5.09 ευρώ) θεωρήθηκε ολοκληρωμένη ποιητική πρόταση καθώς επιδίωξε την κινητοποίηση του αναγνώστη, τη «συνδιαλλαγή» με τον μικρόκοσμο που συνέθεσε με υλικό τις υπαρξιακές της αναζητήσεις αλλά και τα αισθητικά πρότυπά της σε πλήρη-εμφανή διάταξη και ισόρροπη αξιοποίηση. Στη δεύτερη συλλογή της («Μαύρη Μωραλίνα», Κέδρος 2010, σ. 72, τιμή: 9,50 ευρώ) γίνεται φανερή η ωρίμανση των «τρόπων» της σ’ ό,τι αφορά τόσο τη διατύπωση του ποιητικού μηνύματος όσο την επιζητούμενη αναγραφή του προσωπικού στίγματός της ανάμεσα στο πολυδιάστατο σχήμα του παρόντος. Η κυπριακής καταγωγής ποιήτρια υφαίνει μια ποιητική σύνθεση (ιδού μια σαφής ένδειξη εξέλιξης της ιδίας και της γραφής της) με όρια, αιχμές αλλά και κρυφά σημεία προς ανακάλυψη από τον αναγνώστη που θα περιδιαβεί τη στιχουργία της. Κυρίαρχο μοτίβο ένα πρόσωπο, η Μαύρη Μωραλίνα. Ένα ενδεικτικό απόσπασμα (από το ποίημα Χάρισμα): «δεν είχαμε δει την ουτοπία; / τα πέλματά μας πυροδοτούσαν έκσταση, / χάραζε και χάναμε το φως μας. / μα όσο η μουσική το πάτωμα έκαιγε και οι ήχοι / τα μέσα μας άναβαν, / τόσο τα πλήθη γύρω πάγωναν, ο ουρανός σκοτείνιαζε, / και τότε ένας αγκώνας ρίχτηκε να μας χωρίσει […]».

 

ΚΩΣΤΑΣ ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ

Αυγή 8/5/2011

Ο ποιητικός μοντερνισμός διαθέτει ακόμη ακμαίους θύλακες, που δεν έχουν εξαντληθεί από την επαναληπτική χρήση, που το υπέδαφός τους παραμένει γόνιμο, ικανό να μας δώσει και άλλους καρπούς. Όταν μάλιστα πρόκειται για εκείνη την ιδιαίτερη κατηγορία της γυναικείας ποίησης, της έμφυλης προσωπικής ματιάς και ευαισθησίας που μετατρέπεται σε λυρική ψηλάφηση των λέξεων και των εννοιών, οι «αναξιοποίητες» εκτάσεις φαίνεται να είναι πολύ μεγαλύτερες. Αν δε, επιπλέον, ο ποιητικός λόγος μπολιάζεται με μια θεματολογία έντονου κοινωνικού ενδιαφέροντος, τότε η σοδειά αναμένεται ενδιαφέρουσα και ενδεχομένως πλούσια.

Την ενοχή που το φύλο της χάρισε με ηδονή θα ξηλώνει.

Τα προηγούμενα περιγράφουν, κατά τη γνώμη μου, το γενικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται η ποίηση της Ευτυχίας Παναγιώτου (γέν. 1980), τις αφετηριακές ορίζουσες της ποιητικής της. Ωστόσο, αν έρθουμε πιο κοντά στα πράγματα, αν δούμε πώς εντάσσεται και εγγράφεται μέσα στη διαδρομή της νεοελληνικής ποίησης, διαπιστώνουμε μια ταλάντωση, μια αμφιθυμία: ανάμεσα στην καλλιέργεια ακριβώς εκείνων των γόνιμων περιοχών, που υποδηλώνει και το εναρκτήριο μότο από την Ελένη Βακαλό (μιας ποιήτριας που συστηματικά διερεύνησε τις αντοχές και τα όρια του μοντερνισμού), και στην, επίσης μεταπολεμική, εγκόλπωση της σεφερικής ποιητικής, όπως αυτή απολήγει, μέσω του Αναγνωστάκη και τόσων άλλων, στους νεώτερους (ενδεικτική η αφιέρωση του τελευταίου ποιήματος στην Τζένη Μαστοράκη, ως υπόμνηση, φαντάζομαι, των οφειλών και της συνομιλίας).

στοιχειά και λείψανα
διασκεδάζουν
το ποίημα, το ποίημα όταν
δεν έρχεται.

Η ταλάντωση, και το συνακόλουθο δίλημμα, αφορά δύο αντιτιθέμενες ανάγκες: από τη μια, η αποκάθαρση, το ξύσιμο όλης της σκουριάς που έχει επικαθίσει πάνω στον ποιητικό λόγο, η αναδιοργάνωση των επιμέρους στοιχείων του (όπως π.χ. η στίξη), εν τέλει της ίδιας της δομής του, και, από την άλλη, η καταφυγή, εν τέλει υπαγωγή σε μια δεδομένη αφηγηματικότητα, που πρέπει να υποδεχθεί και να αντέξει, σαν κορμός και πλέγμα, όλο το θεματολογικό φορτίο, την πολιτικότητα, την ίδια την ιστορικότητα.

Αυτό ακριβώς το δίλημμα αντιμετώπισαν αρκετοί ποιητές «του ’70», που έπρεπε να χωρέσουν τη διάθεση της περιώνυμης «αμφισβήτησης» μέσα στην παραδεδομένη φόρμα, στον σεφερικό ελεύθερο στίχο, έστω «χαλαρώνοντας» τις νοηματικές και εκφραστικές του πειθαρχίες. Οι περισσότεροι, πολύ γρήγορα, έφτασαν σε αδιέξοδο: τα όρια της «ποιητικής κοινής», έστω και σχετικοποιημένα, πίεζαν αφόρητα απ’ όλες τις κατευθύνσεις, ενώ το μπητ ήταν ήδη τετελεσμένο, αφού το πλαίσιο απέναντι στο οποίο εκφώνησε την εξέγερσή του είχε εκλείψει. Έτσι, αφού οι νέες φόρμες, που θα εξέφραζαν και θα έφεραν το φορτίο της αμφισβήτησης, δεν παρήχθησαν, το όλο εγχείρημα έμεινε ανολοκλήρωτο, μετέωρο, και περιφέρει την αμηχανία του μέχρι σήμερα.

Η ποίηση της Παναγιώτου προβάλλει αυτό το χάσμα σε πρώτο πλάνο, όχι ως ερεβώδες κενό ή σχάση, όχι ως δραματικό ή δραματουργικό δίλημμα, αλλά το γεμίζει με σημειώσεις και παραπομπές, από την ποίηση, τη ζωγραφική, την ιστορία, που σαν ξόρκια, σαν δάνεια από τη ζωή και την κοινωνία, καλούνται να σκιάσουν το χάσμα, να σκεδάσουν την απουσία, μας καλούν να την «ξεχάσουμε», έστω απολαμβάνοντας την παρηγορία της θεματολογικής πολιτικότητας.

Το σημείο όπου βρίσκεται η ποίηση της Ευτυχίας Παναγιώτου έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον. Μακάρι να αποδειχθεί και γόνιμο εφαλτήριο, εμπεδώνοντας μια φόρμα πολιτικά ανατρεπτική.

Μα η νέγρα Μωραλίνα ταλανίζεται, η μαύρη Μωραλίνα τελαλίζει ποιος αυτόχειρ μασκοφόρος ποιος ιππότης τίνος πότης να ντυθεί για χάρη ποιας απάτης άσπρη αφρική;

 

ΕΛΕΝΗ ΚΕΧΑΓΙΟΓΛΟΥ

Διαβάζω, τχ. 517, Απρίλιος 2011

Ό,τι γράφεις γίνεται

Η Ευτυχία Παναγιώτου (γεννημένη το 1980, στη Λευκωσία) εξέδωσε την πρώτη ποιητική της συλλογή το 2007, υπό τον τίτλο «μέγας κηπουρός» (εκδόσεις «κοινωνία των (δε)κάτων»). Στο πρώτο ποίημα εκείνης της συλλογής, οι στίχοι «μου αρέσει να κοιτώ τις σκέψεις μου σαν χάνονται […] ξαναβρίσκονται στο στόμα άλλων» αποκάλυπταν ότι η ποίηση προσλαμβάνεται ως μια πράξη επικοινωνίας και συνενοχής. Τρία χρόνια μετά, εκδίδει τη «Μαύρη Μωραλίνα», μια ποιητική σύνθεση, μία ποιητική αφήγηση, σε επτά ενότητες, οι τίτλοι των οποίων δημιουργούν ένα άλλο, κρυφό, ποίημα: «Κοιτάξτε τη Μωραλίνα· έχει κόψει τα μαλλιά της / κλαίει με το πάθος της κυρίας Μοντιλιάνι / κοιτάει απ’ το καθρεφτάκι της τ’ ωραίο πρόσωπο μιας Άλλης που χάθηκε Οκτώβριο μήνα [αναφορά στην Ανν Σέξτον: αυτοκτόνησε στις 4.10.1974] […]».

Το μότο ενός ποιήματος («Ο πόνος μάς μωραίνει», Μωρίς Μπλανσό) αποκαλύπτει την ετυμολογική προέλευση της επινοημένης Μωραλίνας: «μωρός», από πόνο, με την κατάληξη του ονόματός της να παραπέμπει παιγνιωδώς στις «Παλάβρες της κυρά Ροδαλίνας» της Βακαλό, της οποίας στίχοι επιλέγονται ως το ένα από τα δύο μότο του βιβλίου). Η Μωραλίνα είναι μια μαύρη γυναίκα στη λευκή Αφρική, μια γυναίκα σε έναν ανδροκρατούμενο κόσμο, όπου «γλώσσες-μάσκες» μιλάνε για «πολιτισμό-με-μέτρο» και κυριαρχεί το δόγμα «σου ρουφάω το αίμα με-το-σταγονόμετρο». Είναι, όμως, αποφασισμένη: «την ενοχή που το φύλο της χάρισε με ηδονή θα ξηλώνει». Ο στίχος αυτός, σε συνδυασμό με το δεύτερο, ανυπόγραφο μότο του βιβλίου («Κάποτε θα τέλειωναν οι φοβέρες της αγάπης […]»), δηλώνει την πρόθεση της «Μωραλίνας» να τοποθετηθεί απέναντι στον εαυτό της, ανεξάρτητη από τον Άλλον· να βγάλει στην αγορά την ενοχή και να αναμετρηθεί μαζί της, διότι, αλλιώς, «στοιχειά και λείψανα / διασκεδάζουν / το ποίημα, το ποίημα όταν / δεν έρχεται».

Η Παναγιώτου, με το δεύτερο ποιητικό της βιβλίο −στο σταυροδρόμι όπου η γυναικεία γραφή, η οποία τη συνδέει με την ποίηση της Τζένης Μαστοράκη, π.χ. (διόλου τυχαία, της αφιερώνεται το επιλογικό ποίημα), συναντιέται με μια ποίηση όπου μνήμη και γραφή επιχειρούν να αποσυναρμολογηθεί ο «ευλογημένος Χάρος»−, μας εισάγει πλέον στο ποιητικό της σύμπαν, όχι μόνο με τις ευθείες αναφορές της (Βακαλό, Σέξτον, Μαστοράκη, Αμαλία Τσακνιά της οποίας στίχοι επίσης γίνονται μότο ενός ποιήματος), αλλά και χάρη στην είσοδο στο ποίημα σπουδαίων δημιουργών με τη θηλυκή τους υπόσταση: «κλαίει η κυρία Μοντιλιάνι», «η Μαρκ Ρόθκο βάφει έναν πίνακα μπλε», «το κορίτσι μου τ’ ανύπαρκτο Ρεμπώ», «στα δυο μου χέρια κρατώ την καρδιά της και λέγεται Μπόρχες». Αν προσθέσουμε το «Γεύμα γυμνό» (το οποίο παραπέμπει ευθέως στον Μπάροουζ), την «Κλαιόμενη Κυρία» (αναφορά στην «Γυναίκα που κλαίει» του Πικάσο) και την «ανθρωπογεωγραφία της Francesca Woodman, Αμερικανίδας φωτογράφου που αυτοχειριάστηκε στα 22 της» (φωτογραφία της οποίας κοσμεί το εξώφυλλο) έχουμε ένα σύνολο από λογοτεχνικές, εικαστικές, αλλά και μουσικές αναφορές (με την αγία Καικιλία, προστάτιδα της μουσικής, να δίνει το όνομά της σε ποίημα).

Σε αυτό το ποιητικό σύμπαν, κυριαρχεί η λακανική προτεραιότητα του σημαίνοντος στη γλώσσα («Κι όμως θυμάμαι· λάτρευες τις λέξεις. / για κείνες τις άψυχες θα πέθαινες» ή: «ό,τι συνέβηκε ήτανε λέξεις»), ενώ υπάρχει η συναίσθηση πως η ερμηνεία του χάους δεν είναι εφικτή: «κάτι αδύνατο να ειπωθεί / ειλικρινά / ανθρώπινο εντελώς», κάτι που, ενδεχομένως, οδηγεί στην τρέλα, λέξη η οποία επανέρχεται συχνά στη «Μαύρη Μωραλίνα». Η Παναγιώτου εκτιμά: «παιχνίδι επικίνδυνο το παιχνίδι της γραφής», και η γλώσσα της, σαν για να ξορκίσει τον κίνδυνο, αφήνεται κάθε τόσο σε γλωσσικά παιχνίδια, άλλοτε με αδιόρατο χιούμορ («Μαναστατώνης», συστήνεται στ’ αγγλικά / «Μαναστατώνη», αποκρίνομαι στα γαλλικά), άλλοτε ανακαλώντας, θαρρείς, στίχους λαϊκών τραγουδιών (π.χ.: «η μνήμη έχει χέρια και τα χέρια / βαστούν μαχαίρια» ή: «με λέξεις, / σφάλματα δίχως συγχώρεση»).

Σε έναν κατακερματισμένο κόσμο, ωστόσο, όπου η γνώση είναι μεν εξουσία, αλλά και στον οποίο «πληθαίνουν οι εγγράμματοι κανίβαλοι», η Μωραλίνα εξέρχεται εντέλει από το γκέτο, το ποίημα εγκαταλείπεται («κείνη που γράφει έχει ήδη υποκλιθεί»), ο έρωτας τώρα ανάγεται σε «ακτή της ουτοπίας» – εφόσον «αρσενική και θηλυκή αγάπη» ξεπεράσουν το «Σύνδρομο της Ιερουσαλήμ».

Η Μαύρη Μωραλίνα −που πρωτοπρόσωπα δηλώνει «εγώ όμως ζω / − χορεύω χάος / με λένε Μωραλίνα, κι όμως αυτή δεν είμ’ εγώ» (συνομιλώντας με τη Βακαλό: «Εγώ είμαι η Ροδαλίνα / αλλά η Ροδαλίνα δεν είναι εγώ»)­− αίρει εντέλει τις διακρίσεις, και σε έναν κόσμο εχθρικό όπου «όλοι θα ’ναι εναντίον όλων, όλοι θα επαναστατούν εναντίον της επανάστασης», έχοντας πλέον συμφιλιωθεί με τον αγαπημένο Άλλον («ισορροπούμε στο κενό όταν είμαστε δυο»), οδηγεί τον αναγνώστη στον «νέο κόσμο των κατόπτρων»: «όλοι ίδιοι είμαστε –ίσοι και νεκροί­− μπρος στην αιώνια γραφειοκρατία».

Κάπως έτσι, η Παναγιώτου προχωρά από το ατομικό στο συλλογικό, και με τη «Μαύρη Μωραλίνα» πραγματοποιεί ένα άλμα σε σχέση με την πρώτη ποιητική συλλογή της: αν στον «μέγα κηπουρό» συστήθηκε ως «πολλά υποσχόμενη νέα ποιήτρια», τώρα εμφανίζει συγκροτημένη ποιητική προσωπικότητα, η οποία αποφαίνεται «αν είναι να χανόμαστε, ας χανόμαστε μαζί», καθώς «όταν γράφεις κάτι γίνεται».

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

e-poema, τχ. 15, Ιανουάριος 2012

Το πάθος έχει πάντα μορφή. Το νομιμόφρον υποκείμενο το εισπράττει σαν κάτι πυρώδες που καταστρέφει κάθε μορφή, αρκεί να μην υπερβεί τα όρια που θέτει η συμμετρία του συμβολικού καθεστώτος. Ο ποιητής καταφέρνει να το εισπράξει σαν γνήσια εσωτερικότητα που αναδύεται στον κόσμο, αξεχώριστη από τη μορφή της: το ποίημα. Το ποίημα συμβαίνει στον ασύμμετρο τόπο του υπερβατικού, του πάθους που αρνείται επίμονα την επικυρωμένη ολότητα μιας συμβολικής αλήθειας. Το ποίημα τίθεται ως ξένο προς το οντολογικό καθεστώς του υπάρχοντος. Ειδοποιεί για μιαν άλλη υπαρκτική δυνατότητα, η οποία μορφοποιείται ως αίτημα ανατροπής κάθε μορφής. Από την στιγμή που ο ποιητής είναι αναγκασμένος να διατυπώσει την ποιητική σύλληψή του στην γλώσσα που αποτελεί θεματοφύλακα του υπάρχοντος οντολογικού καθεστώτος, έχει μπροστά του δύο δρόμους. Μπορεί να εγκαταλείψει αυτήν την γλώσσα, σωπαίνοντας ή παραμορφώνοντας τον λόγο. Είναι περιττό να πούμε πως στη περίπτωση η μόνη αλήθεια είναι: «Υπάρχει μια αλήθεια που δεν μπορεί να ειπωθεί». Δεν γίνεται να υπάρξει ανώτερη μορφή δουλικότητας. Αλλά η ποίηση είναι υπόθεση αυτού που λέγεται. Δεν μπορεί να νοηθεί εκτός γλώσσας. Συνεπώς ο ποιητής πρέπει να διαλέξει τον δεύτερο δρόμο, ο οποίος διατυπώνει το μέχρι εκείνη την στιγμή αδύνατο να διατυπωθεί, αποσταθεροποιώντας το γλωσσικό καθεστώς, αποκαλύπτοντας την αδυναμία των λέξεων να διατυπώσουν το σύνολο της οντολογικής περιοχής στην οποία αναφέρονται. Το ποίημα επέρχεται στον κόσμο ως αναταραχή του συμβολικού καθεστώτος. Το πάθος είναι πάντα αντικαθεστωτικό. Δεν φαίνεται, κρύβεται, αλλά ίσα-ίσα για να διακηρύξει την ανομία του.

 

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΖΑΡΩΤΗΣ

Ένεκεν, τχ. 22, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2012,

Ο αινιγματικός τίτλος σε συνδυασμό με τη φωτογραφία του εξωφύλλου προδιαθέτουν τον αναγνώστη και του κεντρίζουν το ενδιαφέρον για να διαπιστώσει τη μεταξύ τους σύνδεση και τη σχέση τους με το περιεχόμενο.

Η συλλογή χωρίζεται σε εφτά μέρη στην αρχή των οποίων προτάσσεται και από μία επιγραφή. Χάρη σ’ αυτές δίνεται ο τόνος κάθε ενότητας και κλείνει με ένα ποίημα χαριστικό στην Τζένη Μαστοράκη. Στην έκταση της συλλογής εμφανίζονται και μορφές που κοινό τους γνώρισμα έχουν την αυτοχειρία: η κυρία Μοντιλιάνι, η φωτογράφος FrancescaWoodman, ο ζωγράφος Μαρκ Ρόθκο. Ο σφετερισμός του φύλου του Ρόθκο (στο ποίημα «η Μαρκ Ρόθκο βάφει έναν πίνακα μπλε») φέρνει αβίαστα στον νου τίτλο ποιήματος («η Δον Ζουάν») από μια συλλογή της Ελένης Βακαλό (Οι Παλάβρες της Κυρά Ροδαλίνας, 1984) στην οποία τις οφειλές της δεν κρύβει η Παναγιώτου: του πρώτου μέρους της Μαύρης Μωραλίνας προτάσσει στίχους από τη συλλογή της Βακαλό και η περσόνα της Μαύρης Μωραλίνας φαίνεται να χρωστά πολλά στην Κυρά Ροδαλίνα της Βακαλό.

Η Μαύρη Μωραλίνα υφίσταται τροπές στην ψυχική της διάθεση ανασκαλεύοντας τις μνήμες της. Ωστόσο μας διαβεβαιώνει ότι «νεκρόφιλος κανείς δεν είναι» (η επιγραφή του έβδομου μέρους), οι μνήμες είναι ζωντανές όποτε τις ανακαλούμε. Ιδίως όταν εμπνέεται κανείς από αυτές, οι μνήμες ζωντανεύουν για να τυπωθούν στο χαρτί και ξαναζωντανεύουν κατά την πράξη της ανάγνωσης. Η μονομέρεια του έρωτα, η μονήρεια της γραφής, που είναι όμως μια καταφυγή, η ανεπάρκεια της γλώσσας και η οδύνη της αλήθειας διαπερνούν όλη τη συλλογή.

Πρόκειται για μια συλλογή εμπεριστατωμένη λόγω των παραπομπών στο τέλος του βιβλίου, με αρκετά διακείμενα που καλό είναι να έχει ο αναγνώστης υπόψη και προϋποθέτει ένα φιλολογικό ανασκούμπωμα από μέρους του. Μια καλή αφορμή για τους φιλομαθείς. Στα χαρακτηριστικά της ανήκει η εσκεμμένη χαλάρωση της λογικής σύνταξης: η γλώσσα σε κάποια σημεία χαλαρώνει και η σύνταξη από λογική γίνεται συνειρμική. Με το λεκτικό της συλλογής αποδίδονται αδρά χρώματα και σχήματα που χρησιμοποιούνται τακτικά από την ποιήτρια. Το ύφος και το περιεχόμενο του έργου της μπορεί να γίνουν αναγνωρίσιμα, όταν αυξηθεί η ποιητική παραγωγή της Παναγιώτου.

 

ΆΛΚΗΣΤΙΣ ΣΟΥΛΟΓΙΑΝΝΗ

Τα Ποιητικά, τεύχος 6, Ιούνιος 2012

«Αρκετά μίλησα/ …/ ό,τι μπορούσα/ το είπα./
Κι ό,τι είπα/ ό,τι ψιθύρισα/ δεν ήταν παρά/
ο φλοίσβος/ ή η βροχή/ αλλά ο φλοίσβος/
ή η βροχή/ καθώς χτυπούσαν πάνω μου»

Γιάννης Βαρβέρης, Ο κύριος Φογκ

Στο παρόν βιβλίο της Ευτυχίας Παναγιώτου αναγνωρίζεται μια ενδιαφέρουσα αποτύπωση του τρόπου, με τον οποίον η αντικειμενική πραγματικότητα προσεγγίζει τον εσωτερικό άνθρωπο και διηθείται μέσα από τους διαύλους της υποκειμενικής πρόσληψης. Περιεχόμενο της αντικειμενικής πραγματικότητας αποτελεί ο συνδυασμός του βιωματικού και του γνωστικού υλικού. Η πρόσληψη της αντικειμενικής πραγματικότητας υπ’ αυτή την έννοια οδηγεί στη σύνθεση ποικίλων εσωτερικών τοπίων που αντιστοιχούν στο περιεχόμενο του υποκειμενικού και εντέλει του κειμενικού κόσμου. Ιδιαίτερος παράγων που προσδιορίζει την οργάνωση του (υπο-)κειμενικού κόσμου, είναι η υποκειμενική ανάγνωση της τέχνης, της δημιουργίας εν γένει.

Αυτός ο κόσμος συνδέει την καθημερινή ζωή σε όλες τις λεπτομέρειές της, τη μνήμη σε όλα τα επίπεδά της, και την υποκειμενική διάσταση του χρόνου όπου οι προσωπικές απώλειες λειτουργούν ως βασική μονάδα μέτρησης της ροής του. Με αυτά τα δεδομένα ο (υπο-)κειμενικός κόσμος φαίνεται να θεραπεύει τις παραλείψεις και τα κενά της αντικειμενικής πραγματικότητας, και παράλληλα να απομακρύνεται από αυτή αναπτύσσοντας τις δικές του αρχές και αξίες.

Με αυτή την προϋπόθεση, στο βιβλίο φαίνεται να δηλώνεται ο βαθμός της πρόσκρουσης της αντικειμενικής πραγματικότητας στον κειμενικό κόσμο και ταυτόχρονα της φυγής του κόσμου αυτού από τα αντικειμενικά, εξωτερικά πράγματα. Κεντρικός άξονας σ’ αυτή τη διαδικασία είναι ο εσωτερικός άνθρωπος που φαίνεται προσανατολισμένος στο περιεχόμενο της υποκειμενικής πραγματικότητας αδιαφορώντας για την επικοινωνία του με τον εξωτερικό ή αντικειμενικό περίγυρο, τον οποίον χρησιμοποιεί απλώς ως βάση δεδομένων για τη σύνθεση των εσωτερικών ή υποκειμενικών τοπίων.

Αυτή η λογική φαίνεται να διέπει και τη διαμόρφωση του γλωσσικού εργαλείου για τη διατύπωση και τη διεκπεραίωση των σημαινομένων του βιβλίου, όπως αυτά έχουν τακτοποιηθεί σε είκοσι ένα ποικίλης μορφής και διάρκειας ποιήματα οργανωμένα με ελεύθερο στίχο σε οκτώ ποικίλης έκτασης ενότητες, με τους ιδιαίτερους αυτών (ενοτήτων και ποιημάτων) τίτλους. Πρόκειται για λόγο καθημερινό, βιωματικό, παραστατικό, συχνά αφοριστικό, που χαρακτηρίζεται από αφηγηματικότητα, παρηχήσεις, δυναμική εμπλοκή της μεταφοράς, σύνθετες γραμματικές εικόνες και ποικίλα διακείμενα. Κυρίως πρόκειται για λόγο που φαίνεται να βασίζεται σε υποκειμενικές συνδηλώσεις και ως εκ τούτου να θέτει υπό αίρεση την επικοινωνία των αποδεκτών του βιβλίου με τις εσωτερικές δομές του κειμενικού κόσμου.

Σ’ αυτό το πλαίσιο αναγνωρίζονται δοκιμές για τη χρήση της γλώσσας, όπως αποτυπώνονται με τις παρηχήσεις ως ρυθμικό αλλά και σημασιολογικό στοιχείο, με τη διάσπαση λέξεων ως υποκειμενική πρόσληψη εννοιών και ανα-/διάταξη σημασιολογικού υλικού, ή με τα συχνά ασύνδετα λεκτικά σχήματα που αποδίδουν μια μορφή παραληρήματος. Είναι σαφές ότι η διαχείριση του υποκειμενικού (βιωματικού και γνωστικού) υλικού αποβλέπει στην οργάνωση ενός προσωπικού (στα όρια του κλειστού) κειμενικού κόσμου, που έχει στη διάθεσή του ένα προσωπικό όχημα διεκπεραίωσης του μηνύματος, όπου πάντως αναγνωρίζεται η ευρηματικότητα και η συνδυαστική ικανότητα του συγγραφέα.

Δεδομένου ότι πρόκειται για το δεύτερο βιβλίο της Ε. Παναγιώτου, θα έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να δούμε τη συνέχεια, αν δηλαδή πρόκειται για συνεπή ανάπτυξη δημιουργικής γραφής, και όχι για μεμονωμένα προϊόντα ευρηματικής λογοτεχνικής παραγωγής.

 

ΑΛΕΞΗΣ ΖΗΡΑΣ

Αυγή 14/10/2012

Η κύπρια στην καταγωγή αλλά ήδη μέρος του ποιητικού πανελληνίου Ευτυχία Παναγιώτου (γ. 1980), ως τη στιγμή αυτή δημοσίευσε δύο βιβλία ποίησης. Όμως το καθόλου στίγμα της στα λογοτεχνικά είναι ακόμα πιο ευκρινές, λόγω και των άλλων, συναφών με την προσωπική της δημιουργία ασχολιών, όπως η σπουδή προγενέστερων ποιητριών, της ομάδας του ’70, και η συνάφεια με εμβληματικές φωνές της σύγχρονης αγγλόφωνης γυναικείας ποίησης, στην οποία η Παναγιώτου θήτευσε όχι εξ επαγγέλματος αλλά από επιλογή, επιλογή που σε ορισμένες στιγμές φθάνει ως την εκλεκτική συγγένεια. Αναφέρομαι σε ποιήτριες όπως η μεταφρασμένη από αυτήν Ανν Σέξτον, η Σάρα Καίην και η «αρχετυπική», ως προς την περιγραφή της γυναικείας ταυτότητας, Σύλβια Πλαθ. Στο πρώτο της βιβλίο, Μέγας Κηπουρός (Κοινωνία των (δε)κάτων, 2007) που δημιούργησε αμέσως αίσθηση, η ποιήτρια παρουσιάζει πρώιμα αρκετά από τα ιδιάζοντα στοιχεία της θεματικής και της γλώσσας της που θα επανέλθουν και στα χρονικώς επόμενα ποιήματά της. Μια γυναίκα που σαρκάζει και σαρκάζεται, δημιουργώντας με μια επαλληλία συνειρμών και συμβολικών εικόνων την περιγραφή ενός ερωτικού πένθους που εγκυμονεί την ανύψωση. Σαν ένας κύκλος φυσικών φαινομένων, του θανάτου και της αναγέννησης. Θάνατος της ρομαντικής αποθέωσης της ομορφιάς και γέννηση της ώριμης γυναικείας αυτογνωσίας. Αυτό το δίπολο τοκετού και πόνου-απελευθέρωσης και δημιουργίας του νέου, είναι συνεχές, όχι μόνο σ’ αυτά τα πρώτα ποιήματα αλλά και στα κατοπινά, όπως θα δούμε ευθύς αμέσως. Αλλά το πένθος στον Μέγα Κηπουρόδεν μένει στο πεδίο της γυναικείας οντολογίας και μόνο. Με υψηλούς πάντοτε τόνους έντασης και συναισθηματικής οξύτητας, αποδελτιώνει τις άμεσες και έμμεσες μορφές βίας που ασκεί πάνω στη γυναίκα (ως άνθρωπο) η σύγχρονη ζωή: οι κοινωνικές περιστολές, οι διαμεσολαβημένες ανθρώπινες σχέσεις. Αν και οι σχέσεις αυτές περιγράφονται ακαριαία, με μικρές, τεμαχισμένες εικόνες ερειπίων της κάθε μέρας, με ολιγοσύλλαβες ή μονολεκτικές φράσεις-στίχους («τα ‘έτσι είναι η ζωή’, τα ‘τι να κάνουμε;’/τα υγρά χαρτομάνδηλα α, τα σκισμένα γράμματα/ τις φωτογραφίες τις ζεστές και κινούμενες / μνήμες, μνήμα / το αξημέρωτο αύριο») ο σφυγμός της υπόκωφης οργής και του εξημμένου ανεκπλήρωτου και ανεπίστρεπτου πάθους αποδίδει καίρια το συναίσθημα αδιεξόδου. Η κόλαση του ερωτικού άλλου, η μοναξιά και η διάλυση, γίνονται με αυτό τον τρόπο για τη γυναίκα της Παναγιώτου ένα είδος ευρύτερης πολιτικής και κοινωνικής μαθητείας όπως επίσης υπαρξιακής αυτονόησης. Με παραπλήσιο τρόπο με εκείνον άλλων προηγούμενων εποχών, λόγου χάριν του ’70 και του ’80, καθώς η θεματική και η γλώσσα αυτής της έμφυλης ποίησης μπορεί να γειτνιάζουν με τη θεματική και τη γλώσσα ποιητριών όπως η Ελένη Βακαλό και η Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ, αλλά νομίζω ότι προσομοιάζουν περισσότερο σε περιπτώσεις σαν της Νατάσας Χατζηδάκι, της Τζένης Μαστοράκη ή της Δήμητρας Χριστοδούλου.

Η άμεση συνάφεια και αλληλουχία συναισθήματος, σώματος και γραφής, εμφανίζεται ακόμα πιο έντονα στο επόμενο βιβλίο της Παναγιώτου, στη Μαύρη Μωραλίνα (εκδόσεις Κέδρος, 2010), με τη διαφορά ότι αυτή η δεύτερη ποιητική της συλλογή είναι οργανωμένη εν είδει συνθέσεως. Η ποιήτρια δημιούργησε εδώ μια διάμεση αλλά πολυμορφική περσόνα, ενσωματώνοντας στα χαρακτηριστικά της μια ευρεία ποικιλία στοιχείων από πρόσωπα που δεν κατονομάζονται αλλά σχηματίζουν για την Παναγιώτου ένα είδος απόκρυφου μυθικού σύμπαντος. Η Μωραλίνα είναι κατά κάποιο τρόπο ένα σύμβολο, ένα σώμα που διασταυρώνονται πάνω του επιθυμίες, ευχές, επιθετικότητες, πόθοι, δράματα. Βγαίνει από μια κατάσταση αιχμαλωσίας και απομόνωσης, ως φύλο και ατομικότητα, και την παρατηρούμε να ψηλαφεί διαρκώς, δοκιμάζοντάς τα, τα όρια της ελευθερίας της. Αυτή η εμπειρία της δοκιμασίας, της πίεσης που της ασκείται φαίνεται εδώ σπουδαία, ένα αναγκαίο βήμα της μαθητείας στη ζωή, παρά το ότι ο πόθος για το απεριόριστο είναι μια δύναμη ορμέμφυτη: «ό,τι αντέχει/ ανθίζει μουσική», δηλαδή εκείνο που ανθίσταται έχει περισσότερες πιθανότητες διάρκειας. Σχηματικά, η Μωραλίνα είναι μια νέγρα αφρικανή, αλλά αν κοιταχθεί στο κάτοπτρό της εμφανίζονται αμέσως και άλλες μορφές, όπως η κατακρεουργημένη από τον έρωτα ποιήτρια Ανν Σέξτον που αναζητά μάταια την ευτυχία σ’ ένα περιβάλλον απολύτως αβέβαιο, ή ακόμα το καταγωγικό ίχνος μιας αινιγματικής γυναίκας, μιας προφήτισσας, ένθεης άλλης Μοραλίνας που αναγνωρίζει τον εαυτό της σε «αυτό που έσερνε τ’ άλογο στην Ισπανία/ ποδοβολημένη με θέλει/ ώσπου χλιμίντρισε ‘όχι’/ στον τυφλωμένο τον ταύρο».

Εν ολίγοις είναι ένα πρόσωπο οριακό, με την έννοια ότι είναι και δεν είναι υπαρκτό, ανήκει στην εποχή του αλλά και σε όλες τις εποχές, είναι φτιαγμένο από αναρίθμητες οντότητες, ή, όπως λέει η ίδια, αν και οι άλλοι «εστιάζουν σε ό,τι λέγεται/ -κακόφημη ανυπαρξία, αναίτιο κενό μπλα μπλα/ και στήνουν στον τοίχο τις λεπτομέρειες// εγώ όμως ζω-χορεύω στο χάος/ με λένε Μωραλίνα, κι όμως αυτή δεν είμαι εγώ». Όπως στον Μέγα Κηπουρό, που κι εκεί μπορεί να βρει κανείς στοιχεία μιας μεταφυσικής αλληγορίας, η Μαύρη Μωραλίνα αναπτύσσεται ουσιαστικά σαν ένα μεγάλο ποίημα, σαν μια εκ βαθέων εξομολόγηση, ασχέτως του αν η ομιλία της νεαρής νέγρας είναι ηχείο πολλών φωνών. Σ’ αυτό το δεύτερο βιβλίο της Παναγιώτου ο δραματικός λόγος γίνεται ας πούμε πιο ιερουργικός, πιο αποφθεγματικός, πιο σιβυλλικός αλλά και πιο ζυγισμένος στα ουσιώδη του, λες και έχει κερδίσει στο μεταξύ μια εσωτερική γνώση: «με ανάπηρους τους φθόγγους των πουλιών/ νεκρόφιλος κανείς δεν είναι», ή «ό,τι είναι αδύνατο να ειπωθεί αληθινά/ τρυπιέται από το μυαλό». Και την ίδια στιγμή, αν δούμε το ποίημα ως σύνθεμα, ως ροή που πραγματοποιείται με διάφορες, συναφείς μεταξύ τους τεχνικές, είναι ένα απολύτως δραματουργικά χτισμένο κείμενο, με μονολόγους, με ένθετες αναγωγές στο παρελθόν, με διακείμενα από την ιστορία, με σαφείς αναφορές σε πολιτικά γεγονότα, με περιγραφές που γίνονται από διάφορα εστιακά σημεία, έτσι ώστε να γίνεται άμεσα ορατή στον αναγνώστη η πολυφωνική και η διαθεματική του ενορχήστρωση. Αλλά η βασική για μένα διαφορά ανάμεσα στον Μέγα Κηπουρό και στη Μαύρη Μωραλίναβρίσκεται στο κρίσιμο σημείο της ηθικής στάσης. Αναφέραμε ήδη προηγουμένως ότι η νεαρή νέγρα, η περσόνα της Παναγιώτου, δείχνει να μετράει τις δυνάμεις της, να ψηλαφεί τα όριά της, πραγματικά και μεταφορικά. Με την ίδια έννοια, μεγεθυμένη η σύνθεση αυτή δεν αρκείται στον εξομολογητικό και απολογητικό λόγο του Μέγα Κηπουρού, το κομβικό σημείο της είναι η στροφή της γυναίκας, και κατά προέκταση του ανθρώπου, από την ομηρία στην απελευθέρωση, από την ελεγειακή αναδίπλωση στην έξοδο, από τη μοναχικότητα στην γνώση του άλλου.

 

ΠΑΤΡΙΤΣΙΑ ΚΟΛΑΪΤΗ

Εμβόλιμον, τ.χ. 69-70, Φθινόπωρο 2013 – Χειμώνας 2014

Αυτοαναφορικότητα και Μετα-αφήγηση.

Η Μαύρη Μωραλίνα της Ευτυχίας Παναγιώτου (Κέδρος, 2010)Μυθοπλαστική κατάθεση της βιογραφίας μιας φανταστικής αφηγηματικής persona; Ή μετα-αφηγηματικό κείμενο για το sine qua non, τα σκαμπανεβάσματα και τα τερτίπια της γραφής; Η Μαύρη Μωραλίνα, η δεύτερη ποιητική συλλογή της Ευτυχίας Παναγιώτου, εκδιπλώνεται ως μακροσκοπική σύνθεση πάνω σε έναν διττό αφηγηματικό ιστό: παράλληλα με τη φανταστική βιογραφία της νεαρής νέγρας Μωραλίνας, ξετυλίγεται και ακολουθείται αυτοαναφορικά ένας άλλος, μετα-αφηγηματκός μίτος, αυτός της ποιητικής περιπέτειας, της περιπέτειας της γραφής.Με τον σχεδόν προγραμματικό του τίτλο, το πρώτο εκτενές ποίημα της συλλογής («Χαράζει το χέρι, πάει να πει νοσοκομείο») συναρθρώνει και τη θεμελιώδη γεωμετρική διάταξη, στην οποία ποιήματα και ποιητικές περσόνες θα επιστρέφουν πιστά σε όλη τη διαδρομή αυτού του βιβλίου: «ένα τρίγωνο. Στην επάνω γωνία ο θεός, στην αριστερή η γάτα μου, στη δεξιά το μολύβι». Εγκάθειρκτη στην ιαματική γεωμετρία της ποιητικής πράξης η Παναγιώτου αλλά ενίοτε αμφιθυμική. Στη σελίδα 55, τα νάματα της γραφής πασχίζουν ατελέσφορα, αυτοφαλκιδεύονται και εν τέλει αυτοκαταργούνται. Το «τρίγωνο» γίνεται «πηγάδι», το «μολύβι» πιέζει τη σελίδα, σκίζει, πνίγεται μέσα του.Εντούτοις, και παρά τις όποιες αμφιθυμικές μεταπτώσεις, γλώσσα, ποίηση και πράξη της γραφής αναδεικνύονται θεμελιώδη συστατικά της ύπαρξης και για την ίδια την ποιήτρια και για τις ομιλούσες φωνές που κατασκευάζει. Ύπαρξη και σωματικότητα μερικοποιούνται. Το «χέρι» ―κατά την αναγέννηση συμβολική και μετωνυμική εξεικόνιση του καλλιτέχνη ως δημιουργικής συνείδησης― επανέρχεται εμμονικά, οιονεί επαρκές μέρος αντί του όλου. Και το χέρι που πράττει είναι το χέρι που γράφει. Το χέρι που γράφει είναι το χέρι που πράττει.Οι έννοιες δεν ενδιαφέρουν ως έννοιες καθεαυτές αλλά υποστασιοποιημένες σε μια ορισμένη γλωσσική παρασημαντική ως λέξεις. Η αγάπη είναι ρήμα και παρατίθεται μεταγλωσσικά εντός εισαγωγικών: «χάραξα σ’ ένα φύλλο “αγαπώ”». Η γλώσσα πρωτοστατεί, μέσα στην πολυσημία της, άλλοτε ως η αναπόδραστη βάσανος της ποιητικής πράξης («θα μπορούσα/αν η γλώσσα δεν ήταν το διάστιχο») άλλοτε ως το ίδιο το ανατομικό όργανο που την παράγει («μπήκα μες στη γραφομηχανή/χτυπώντας τα πλήκτρα από κάτω με τη γλώσσα»).

Ποιήματα που εγκιβωτίζουν αφηγήσεις για άλλα ποιήματα, ποιήματα που διεκδικούν τη μεταφυσική αυθυπαρξία τους, πέρα και έξω από τον προθετικό ή δημιουργικό έλεγχο της ποιήτριας, όταν εκείνη τους εκχωρεί πλήρη κυριαρχία, όταν στέκεται ένα βήμα πίσω, αμέτοχη παρατηρητής τεκταινομένων που σαν να μην εξελίσσονται σε ένα λογοτεχνικό πόνημα, του οποίου τα νήματα κινεί η ίδια: «σε βλέπω στο ποίημα να υπογραμμίζεις/με λευκό την αλήθεια, με κόκκινο το ψέμα». Πρόκειται για μια μεταφυσική διένεξη που, απ’ ό,τι φαίνεται, δεν λαμβάνει χώρα ερήμην της ποιήτριας. Άλλωστε, «ό,τι [συμβαίνει] είναι λέξεις».

Στη Μαύρη Μωραλίνα ήρωες και αφηγηματικές φωνές συλλαμβάνουν και βιώνουν την πραγματικότητά τους φιλτραρισμένη πάντοτε μέσα απ’ την πράξη της γραφής. Μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα μετα-αφηγηματική (ή μήπως θα ’πρεπε να πω μετα-ποιητική;) σύνθεση, στην οποία η Ποίηση διεκδικεί τα μεταφυσικά πρωτεία, αξιώνει το status quo ―αυτοδύναμης και αυτοκινούμενης― Πραγματικότητας.

 

Ο ΜΕΓΑΣ ΚΗΠΟΥΡΟΣ

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΓΚΙΤΣΗ

http://www.vakxikon.gr, Απρίλιος 2015

“Ο δρόμος της υπερβολής μάς πάει στο παλάτι της σοφίας”
Προμετωπίδα της ποιητικής συλλογής της Ευτυχίας Παναγιώτου είναι η φράση του William Blake από το βιβλίο του Οι Γάμοι του Ουρανού και της Κόλασης. Ο Μέγας Κηπουρός, επανεκδίδεται το 2014 από τις καλαίσθητες εκδόσεις Κοινωνία των (δε)κάτων. Η πρώτη έκδοση της συλλογής μετρά ήδη 7 χρόνια κυκλοφορίας. Το εξώφυλλο κοσμεί, η κοκκινόμαυρη φωτογραφία του ποιητή Κυριάκου Συφιλτζόγλου, προ(σ)καλώντας το βλέμμα με την πορφυρή της απόχρωση.

“αλφαβήτα
η γραβάτα σου, λέξη δεμένη κόμπος στο λαιμό μου
ασφυκτικά απ’το περίμενε, το μήλο θα σαπίσει
άγουρο, το μέλλον μου φοβάμαι παρελθόν μη γίνει
ξεχασμένο, όπως στα όνειρα, ζωή τυφλή θα ζω
νομίζοντας βηματισμούς πως κάνω προς τα εμπρός
ενώ αντίστροφα κοιτώντας το ρολόι υπολογισμούς
θα κάνω με ληγμένα γράμματα”
Η Ευτυχία Παναγιώτου, όπως και στις επόμενες δυο συλλογές της, Μαύρη Μωραλίνα και Χορευτές, υφαίνει την γλωσσική της ολότητα, αρχής γενομένης, ήδη από τον τίτλο εκάστου ποιήματος, που αποτελεί όχι την επανάληψη κάποιου στίχου ή την συμπύκνωση του νοήματος αλλά το κλειδί αποκωδικοποίησής του μετά από δευτερότριτες εννοιολογικές προσπάθειες κατανόησης. Ενδεικτικά αναφέρονται κάποιοι τίτλοι: “Το κεφάκι μου σύμπαν ολόκληρο”, “πόνος-μπετόν” “η εξοχή του μυαλού μου”, βλέπω θα πει επινοώ”, το ομότιτλο “μέγας κηπουρός” “per funeral”, “η γυναίκα παρακεταμόλη” κ.α
31 μικρά και μεσαίου μεγέθους ποιήματα ξετυλίγονται με ενιαία ή διακεκομμένη -από εμβόλιμες προτάσεις, εν μέσω παύλας- πορεία, αφήνοντας την έντονη επίγευση της συνομιλίας της ποιητικής ύπαρξης με τον εαυτό της ή κάποιον συνομιλιτή. Τολμηρή είναι η γλωσσική ευφράδεια της ποιήτριας -ίδιον χαρακτηριστικό της και στις επόμενες ποιητικές της πτήσεις- επιτρέποντας έτσι στον αναγνώστη να μεταφερθεί ευκολότερα στην ασφάλεια μιας οικείας γλώσσας που αφορμάται από προσωπικές αναζητήσεις αλλά γοργά επεκτείνεται σε καθολικές διαπιστώσεις.

“επίκτητα
αναζητήσεις κρυμμένες/ στο συρτάρι μου/ βγαίνουν έξω από μένα/ το βράδυ φοράω/ πανσέληνο/ και κόκκινα χείλη/ που δεν είναι από κραγιόν/ -το χτύπημα-/ γύρω από το σώμα μου/ κυκλώνεσαι/ ίδιο φίδι,/ χόρτο που κολλάει/ σε λάσπη/ κάτω από παπούτσι,/ ιδρώνουν τα πόδια/ από φόβο, μπορεί/ να παραλύουν, δεν ξέρω/ να βουλιάζουν,/
δεν ήταν δικά μου αυτά/ άλλα τα έρμεια τα σανδάλια.”
Υπερρεαλιστικές φράσεις, μακρινοί ψίθυροι λυρικού απόηχου, τιθασευμένος συναισθηματισμός, συντακτικοί ακροβατισμοί, επανάληψη λέξεων “εξομολογήσεις δίκην δικαιοσύνης/ εξομολογήσεις για δικαιοσύνη/ εξομολογήσεις πνιγμένο δόντι” και “δεν είναι ο κηπουρός μου αυτός./ σπείρει το θάνατο/ με σπέρνει θάνατο/ γίνομαι ο θάνατος”, εναλλαγή του μονόλογου με διάλογο και ένας υποδόριος ρυθμός συνθέτουν την μουσικότητα των ποιημάτων της συλλογής. Ο θάνατος, η απώλεια, ο φόβος, ο έρωτας και ο πόνος αποτελούν την μήτρα και το σώμα πάνω στο οποίο η Παναγιώτου θ’αποτολμήσει να σπείρει -σαν άλλη κηπουρός- τις λέξεις της και θα χαράξει τον βηματισμό της στο ποιητικό τοπίο, με σταθερό κι ιδιαίτερο βλέμμα, πάνω σε πράγματα και ανθρώπους.

“ενδοφλέβια
είμαι ο πόνος που γίνεται πλήγμα σε κάθε λέξη./ τρυπάω τα δόντια ν’αρθρωθώ˙ συνέχεια ματώνω./ με βία γεννιέμαι, ύπαρξη που απαγορεύεται./ σφαλίζω το στόμα με δάκρυα που καταπίνω./ μες στη σιωπή μου ανθίζω κι εντός μου/ ποτίζω τα φαντάσματα σ’άδειες καρέκλες./ -μουσικό παιχνίδι ψυχοθεραπείας-”

 

ΝΕΣΤΟΡΑΣ ΠΟΥΛΑΚΟΣ

http://www.vakxikon.gr, τχ. 1, Μάρτιος-Μάιος 2008

Γυναικεία ποίηση του 21ου αιώνα

είμαι ο πόνος που γίνεται πλήγμα σε κάθε λέξη.
τρυπάω τα δόντια ν’ αρθρωθώ, συνέχεια ματώνω.
με βία γεννιέμαι, ύπαρξη μου απαγορεύεται.

σφαλίζω το στόμα με δάκρυα που καταπίνω.
μες στη σιωπή μου ανθίζω εντός μου
ποτίζω φαντάσματα σε άδειες καρέκλες.

-μουσικό παιχνίδι ψυχοθεραπείας-

(ενδοφλέβια)

Ποιήματα που εμπεριέχουν μεταφυσικά φαντάσματα, ποτισμένα με την τόλμη της νεότητας. Κήπος υπάρχει, σταδιακά φυτρώνει όμως χάρη στη φροντίδα του κηπουρού του. Στον «μέγα κηπουρό» η νεαρή ποιήτρια Ευτυχία Παναγιώτου ανακατεύει τις λέξεις, σκαλίζοντας συναισθήματα, πιέζοντας τες να μιλήσουν για τον πανικό της ημέρας, το φόβο της απώλειας, την αίσθηση της πτώσης στο κενό («μέχρι που χείλη τεράστια μίλησαν για εγκλήματα στον ποταμό, για πευκοβελόνες θηρίου, για επιθανάτιους χτύπους και θρήνους στη διαπασών, τότε ήταν που αγκάθια χέρια το ξεγύμνωσαν, το ξερίζωσαν το μολυσμένο μανιτάρι το μαινόμενο»).

Ο μόνος τρόπος, μας λέει ο μέγας κηπουρός, είναι η ανάμειξη, η μόνη λύση είναι η αντιπαράθεση, με την κοινωνική πραγματικότητα και με την ποιητική και γλωσσική παράδοση («είμαι ο πόνος που γίνεται πλήγμα σε κάθε λέξη, τρυπάω τα δόντια ν` αρθρωθώ, συνέχεια ματώνω, με βία γεννιέμαι, ύπαρξη μου απαγορεύεται»). Όπως αναφέρει και η ίδια η ποιήτρια «Θα καταστρέψουμε πρώτα τις σάπιες λέξεις, μετά θα εφεύρουμε καινούργιες, δικές μας λέξεις, και σταδιακά θα ορθώσουμε έναν αγέρωχο κήπο ονείρων».

Η Ευτυχία Παναγιώτου γεννήθηκε το 1980 στη Λευκωσία. Σπούδασε φιλολογία στην Αθήνα και λογοτεχνία στο Λονδίνο. Τα τελευταία χρόνια εργάζεται στην Αθήνα ως επιμελήτρια κειμένων και μεταφράστρια. Ποιήματα της έχουν δημοσιευθεί στα περιοδικά Εντευκτήριο, (δε)κατα, Άνευ, Οδός Πανός και στο ηλεκτρονικό περιοδικό e-Poema. Μετά την έκδοση της πρώτης ποιητικής της συλλογής από τις νεοσύστατες εκδόσεις της Κοινωνίας των (δε)κάτων, αναμένει την κυκλοφορία των μεταφράσεων της σε ποιήματα της Αμερικανίδας Αν Σέξτον.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ

Περιοδικό Ένεκεν, τεύχος 10, Άνοιξη 2008

«Και ράβω τα ίχνη σου έκτακτα σ’ ένα στομάχι κενό…» Εικόνες έντασης και βωβού πάθους στις ποιητικές εκδοχές της γυναικείας εμπειρίας, έτσι όπως «εξομολογείται» η Ευτυχία Παναγιώτου στη συλλογή μέγας κηπουρός. Η γυναίκα μέσα από την οδύνη της ύπαρξής της καθώς εγκολπώνεται το λόγο, που είναι ο αμφίσημος λόγος της ζωής και του θανάτου. «σπείρει λέξεις κάτω απ’ το χώμα. λέξεις λαβωμένες…» Η Παναγιώτου με τρόπο σπαρακτικό αρθρώνει τη διαλεκτική της γυναικείας παρουσίας: «σπείρει το θάνατο / με σπέρνει θάνατο / γίνομαι ο θάνατος». Το κυριολεκτικό και σε επίπεδο μεταφοράς άνοιγμα της γυναίκας στη ζωή και στο θάνατο είναι η στάση αυτή και το πεδίο που, τελικά, έβγαζε τον άντρα από τη δίψα του αίματος και το φάντασμα των Ερινυών. Οι γυναίκες δημιουργοί με το έργο τους έχουν να μας χαρίσουν όλη τη σαγήνη και τη γνώση του βίου τους. Δεν πρόκειται βέβαια ούτε για μια terra incognita ούτε για την άλλη όψη του φεγγαριού αλλά για εκείνη την αναγκαία και ικανή συνθήκη που μπορεί να απελευθερώσει τους άντρες από τα δεσμά της ακατέργαστής τους «αναγκαιότητας». Η Παναγιώτου μάς συγκινεί με την ευτυχή της ποιητική προσφορά.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ

Περιοδικό Highlights,

Ανασκευές της πραγματικότητας, υφολογικές αναδιανομές, ρυθμική ένταση, καταδηλωτική στάση ενός διαμαρτυρόμενου εγώ. Τα υπερρεαλιστικά δάνεια εύλογα, τρόπον τινά αναγκαία και πολλά – είναι η πρώτη της δοκιμή άλλωστε. Ξέρει όμως να επιλέγει σωστά τους κυριότερους φωτισμούς της λεκτικής σκηνής.

 

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΛΕΟΝΤΙΟΥ

Περιοδικό Άνευ, τ. 29., Καλοκαίρι 2008

Πρώτη, αρκετά ευπρόσωπη εμφάνιση της Ευτυχίας Παναγιώτου. Αξιοσημείωτη γλωσσική τόλμη και έντονος πειραματισμός στην εκμετάλλευση ιδιωτικών και πιο καθολικών θεμάτων. Με απροσδόκητες μεταφορές και λεκτικές εικόνες αποτυπώνονται ερωτικές και υπαρξιακές ανησυχίες, ή διοχετεύονται η απογοήτευση της διάψευσης αλλά και η αντικομφορμιστική κριτική για πράγματα και καταστάσεις. Αναμένουμε να δούμε την εξέλιξη της πρώτης αλλά όχι πρωτόλειας αυτής εμφάνισης. Από τα πιο συγκροτημένα κείμενα της συλλογής είναι, πιστεύω, το «Φάντασμα»:

θα σου κάνω μάγια ξένε για να μ’ αγαπήσεις
θα σου φτιάξω φίλτρα για να’ ρθεις σε μένα
πίσω σου θα σπείρω οργίλες φωτιές να τρέξεις γρήγορα
θα ‘χω μιαν αγκαλιά μεγάλη να χωράει τα όνειρά σου
ζαχαρένια λόγια σε ροζ τοπία θα σου χαρίσω ήχους,
μυρωδιές, χαρμόσυνες ειδήσεις κι εφηβεία
κι ό,τι τραβά η ψυχούλα σου θα το ‘χεις — λίγο μονάχα
δώσε αίμα στη δική μου που πεινάει η στοιχειωμένη.

 

Χρ. Γιαννάκος, Ευ. Τζάνος, Β. Τουρογιάννη,

περιοδικό Μανδραγόρας, τεύχος 39, σ. 158.

Πρόκειται για την πρώτη, άξια προσοχής, συλλογή τής κυπριακής καταγωγής Ε.Π. Ερωτικά, υπαρξιακά θέματα αποδίδονται με εξπρεσιονιστικές χροιές, ενώ αποτυπώνεται πρόδηλα η αγωνία για έναν ουσιώδη βίο. «αλφαβήτα»: η γραβάτα σου, λέξη δεμένη κόμπος στο λαιμό μου / ασφυκτικά απ’ το περίμενε, το μήλο θα σαπίσει / άγουρο το μέλλον μου φοβάμαι παρελθόν μη γίνει / ξεχασμένο, όπως στα όνειρα, ζωή τυφλή θα ζω / νομίζοντας βηματισμούς πως κάνω προς τα εμπρός / ενώ αντίστροφα κοιτώντας το ρολόι υπολογισμούς / θα κάνω με ληγμένα γράμματα.

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΝΤΙΟΧΟΥ

περιοδικό Index, Σεπτ-Οκτ. 2008, τεύχος 25

(γονατισμένη)

χάλασε ο δίσκος, ανάποδα παίζει τα τραγούδια.
τώρα ο στίχος αντίστροφα με πάει.
μια πεταλούδα κόλλησες στο γόνατό μου πίσω,
στόχος το «γονατίζω» να κόψω μαχαίρι.
το είδα σαν παιχνίδι στην αρχή και δέχτηκα
αλύγιστη να παραμείνω, αν είναι έτσι
μια ζωή να σώσω.
ήρθες μετά μ’ ένα τσουβάλι, γεμάτο μ’ άλλες ταλαίπωρες
«άσκηση θάρρους είναι ευτυχία να μη λυγίζεις», είπες.
«άσκηση καλοσύνης είναι», σκέφτηκα.

Είναι λίγα τα βιβλία ποίησης που άμεσα δηλώνουν την πρόθεση του ποιητή, αυτό το τι έχει να επιδείξει σαν πρώτη έκρηξη του αστέρα του, αφού η πρώτη συλλογή κάποιου νέου ποιητή είναι ταυτόχρονα και η επικοινωνία του έργου του με το κοινό. Περαιτέρω είναι επίσης λιγοστές οι γυναικείες φωνές στην ποίηση που εκφράζουν με τόση αμεσότητα και τόση καθαρότητα τον σωματικό, ερωτικό, κοινωνικό και υπαρξιακό πόνο, και αν και δεν θα ήθελα να κατατάξω με ευκολία την Ευτυχία Παναγιώτου και την ποίησή της στην κατηγορία της εξομολογητικής ποίησης, γιατί ίσως να καταλήγει παρακινδυνευμένο λόγω αγνωσίας λεπτομερών βιογραφικών της στοιχειών. Είναι όμως τόσο εμφανές το αίμα μέσα στο ποιητικό σώμα που παρουσίασε η Παναγιώτου στην ποιητική της δήλωση, που τολμώ να την αναμετρήσω μαζί με την Σέξτον θεωρώντας την ως την πιο αντιπροσωπευτική φωνή της εξομολογητικής ποίησης της γενιάς του 2000 στη χώρα μας.

Έτσι πέρα από λογοτεχνικές φιοριτούρες και γαλιφιές θα ήθελα να δηλώσω τον ενθουσιασμό μου που έχουμε και πάλι στην Ελλάδα εξομολογητική ποίηση, μετά από εκείνη την γυναικεία μερίδα της γενιάς του 70 (N. Ησαΐα, N. Χατζιδάκι, K. Γώγου, κ.ά.) Κύρια όμως σε ό,τι αφορά την Παναγιώτου η θεματολογία της είναι σαφώς προσανατολισμένη προς τη ματαίωση, το μάταιο και τη ματαιότητα, ενόσω τα χρησιμοποιεί και ως φιλοσοφικό στοχασμό και ως ειρωνεία, δίνοντας έτσι σχεδόν πάντα οριακές διαστάσεις. Τούτο μπορεί κανείς να το συμπεράνει διαβάζοντας μόνο και μόνο τους τίτλους τον ποιημάτων της Παναγιώτου, όπως: «η γυναίκα παρακεταμόλη», «καρδιογράφημα», «αυτοχειρία», «η μεταφυσική της δυστυχίας» είναι μερικοί από τους τίτλους της.

Τα ποιήματα δεν είναι ούτε μεγάλα, ούτε πολύστιχα, κύρια είναι μικρά και εξελίσσονται σε δύο στροφές ενώ πάντα ακολουθεί ο καταληκτικός στίχος, ο οποίος είναι ο στίχος της ανατροπής. Είναι ποιήματα ακαριαία.

Παρόλο που είναι η πρώτη της συλλογή εντούτοις η αναφορά και η επιμονή της στο θάνατο δημιουργεί την εντύπωση πως ίσως και να τον έχει συλλάβει δεμένο χειροπόδαρα σε κάποια από τις σκοτεινές γωνιές των ποιημάτων, εκεί όπου αρχέτυπα, μύθοι, παραμύθια, σύμβολα της ωρίμανσης και της κοινωνικοποίησης της αναμειγνύονται παράγοντας την δική της ποίηση.

Έτσι εδώ θα ανακαλέσω αυτό που λέει ο Αρτώ για τον δεμένο χειροπόδαρα θάνατο: «Αυτός ο χειροπόδαρα δεμένος θάνατος, όπου η ψυχή σπαρταρά μπρος στην προοπτική να ξανακερδίσει μια πλήρη και επιτέλους διαπερατή κατάσταση, όπου δεν υπάρχει η σύγκρουση, η οξύτητα μιας παράφορης σύγχυσης που προκαλείται από τις αλλεπάλληλες εκλογικεύσεις και μπερδεύεται στους ιστούς ενός μείγματος ανυπόφορου και μαζί μελωδικού, όπου δεν υπάρχει αρρώστια, όπου, κάτω απ’ αυτή την παροξυντική πίεση, απότομα ξεμυτίζει το αίσθημα ενός αλλιώτικου, νέου επιπέδου, όπου από τα βάθη ενός ακατονόμαστου μείγματος αυτή η ψυχή που σπαρταρά και μουγκρίζει νιώθει τη δυνατότητα να ξυπνήσει, όπως στα όνειρα, σε έναν κόσμο πιο φωτεινό, έχοντας ξεπεράσει κι αυτή δεν ξέρει πια τι λογής εμπόδια – και βρίσκεται σ’ ένα σελάγισμα όπου τα μέλη της επιτέλους χαλαρώνουν, σε εκείνο το σημείο που όλα τα χωρίσματα του κόσμου φαίνονται εσαεί εύθραυστα.

Αυτή η ψυχή μπορούσε να ξαναγεννηθεί, αλλά αυτό δεν το κάνει γιατί αν και ξαλαφρωμένη, νιώθει πως ακόμα ονειρεύεται πως δε μεταμορφώθηκε ακόμα σε εκείνη . την ονειρική κατάσταση με την οποία δεν καταφέρνει να ταυτιστεί.

Μελετώντας την ποιητική συλλογή από την πλευρά της επίδρασης και κάθε νέος ποιητής έχει ανάγκη να κατανοήσει αν έγινε αντιληπτή η επίδραση άλλων ποιητών θα χρησιμοποιήσω τα συμπεράσματα του Μπλουμ πως: τα ποιήματα ενός ποιητή επιδρούν στα ποιήματα ενός άλλου δια της γενναιοδωρίας του πνεύματος, έστω κι αν είναι μοιρασμένη γενναιοδωρία. Σε μεγάλο βαθμό η γραφή της ακολουθεί απευθείας την εξομολογητική σχολή της Αμερικανικής σύγχρονης ποίησης, κύρια με την Σέξτον που έχει δηλώσει φανερά πως της αρέσει, αλλά έχει όμως και στοιχεία ως προς τη δόμηση του μεταφυσικού της άξονα στον Σαχτούρη, τον οποίο η Παναγιώτου δείχνει να έχει αντιληφθεί πλήρως. Τα ποιήματα καταλήγουν να είναι μια καινοτόμος παρουσία στο τοπίο της νέας ελληνικής ποίησης και σίγουρα αξίζουν την προσοχή μας.

Οι παραμορφωτικοί καθρέφτες των ποιημάτων της διαστρέφουν ό,τι όφειλε να είναι ωραίο, ίσως και αγνό, ίσως και αθώο και θηλυκό. Κι αν η ποίηση γενικά παραμορφώνει και κάνει όμορφο ίσως κι ένα αδιάφορο αστικό τοπίο, να ξέρετε ότι στην ποίηση της Παναγιώτου, θα βρείτε αντίσταση σε αυτού του τύπου την ανάπτυξη.

τόκος

λυπημένο μακιγιάζ παραπατάει στον καθρέφτη μου.
αλήτες, ξεβγαλμένα χρώματα από τούφες μαλλιών.
η επέκταση του μαύρου γίνεσαι το φευγαλέο βήμα
από δέρμα σε νεροχύτη γλίστρησες – βρόμικο νερό.

ξεγεννάω άλλο ένα όνειρο, μορφή Εφιάλτη,
και ράβω τα ίχνη σου έκτακτα σ’ ένα στομάχι κενό.
πώς μ’ αδειάζει ο πόνος στο πάτωμα;
είναι σαν να ‘χω φύγει.

ποτέ το πρόσωπό μου δεν θα μείνει καθαρό.

 

ΝΤΙΝΟΣ ΣΙΩΤΗΣ

περιοδικό Poetix, Άνοιξη 2009, τεύχος 1

Εκ Κύπρου ορμώμενη η Ευτυχία Παναγιώτου ανήκει στην ομάδα εκείνων των νέων ποιητών που γεννήθηκαν από το 1980 και μετά (οπότε είναι ακόμα κάτω των τριάντα χρόνων) και που διαμορφώνουν το ποιητικό τους πορτρέτο μέσω του Διαδικτύου, διαβάζοντας και μεταφράζοντας ξένη ποίηση και εντρυφώντας σε μπλογκ όπου διακινούνται νέες τάσεις γραφής: η ποίησή της γυαλίζει από εκπλήξεις, μυρίζει θάνατο σπασμένο με φόβο, θυμίζει σαχτούρεια μεταφυσική ατμόσφαιρα. Πολλά από τα ποιήματα της πρώτης συλλογής μέγας κηπουρός (Κοινωνία των (δε)κάτων) θα μπορούσαν να είναι βουβό λίπασμα ενός ξεχασμένου κήπου, ενδοφλέβιοι εφηβικοί έρωτες, φεμινιστικές αναζητήσεις ενός σύμπαντος νεανικού κόσμου, κοριτσίστικα βλέμματα ριγμένα πάνω στο επίσημο τοπίο των αθετημένων υποσχέσεων. Τελικά είναι όλα αυτά, συν ολοκληρωμένες θαρραλέες ποιητικές προτάσεις, δοσμένες με τόλμη γλώσσας και ύφους, και ένα μετρημένο ανατρεπτικό ισοζύγιο ταχείας ωρίμασης.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΛΛΗΣ

17/10/2009

Ένα σκληρό παιχνίδι αυτογνωσίας

Τι απασχολεί έναν νέο άνθρωπο σήμερα; Τι είναι αυτό που τον τρομάζει;

το κεφάλι μου σύμπαν ολόκληρο
μου αρέσει να κοιτώ τις σκέψεις μου σαν χάνονται/ στο διάστημα ορφανές και/ ξαναβρίσκονται στο στόμα άλλων,/ τις κινήσεις σαν μιμούνται αγριανθρώπων και/ επιστρέφουν σε μένα ξένες.// ωραίες σαν το κεφάλι μου – εκσφενδονίζεται/ συνένοχο./

Η Ευτυχία Παναγιώτου, με το πρώτο ποίημα της συλλογής της «μέγας κηπουρός», το οποίο ήδη παρέθεσα, συνειδητοποιεί πως όποιος σκέφτεται, θέλοντας να ορίσει τον εαυτό του, διαπιστώνει πως μπαίνει σ΄ ένα δαιδαλώδες σύμπλεγμα συναισθημάτων, το οποίο είναι ένα σύμπαν σε μικρογραφία. Εκεί, η σκέψη που χάνεται στο διάστημα ορφανή, μπορεί κάποτε να επιστρέψει στην ίδια ξένη, αφού έχει πρώτα αφομοιωθεί σε άλλες φωνές, άγνωστων παραληπτών. Η Παναγιώτου γνωρίζει, ευθύς εξαρχής, πως εκδίδοντας ένα βιβλίο, οι σκέψεις της ταξιδεύουν προς ένα άγνωστο κέντρο, αναζητώντας την πιθανή εκδοχή να οικειοποιηθούν από κάποιον άλλο. Επιθυμεί να ρισκάρει για να φανερώσει μέρος της ψυχής της, σε κάτι τόσο αόριστο όσο και η ίδια της η προσπάθεια να κατανοήσει το σύμπαν, να εκτεθεί, να πιστέψει πως τίποτα δεν είναι τυχαίο στη ζωή και πως από την θλίψη μπορεί να ξεφυτρώσει η πιο ισχυρή ελπίδα, από τον έρωτα μια άλλη διάσταση της πραγματικότητας, από την ποίηση η βαθύτερη κατανόηση των ενστίκτων μας. Η ποιήτρια είναι συνένοχη σ’ αυτό το παιχνίδι. Τα ποιήματά της επισημαίνουν μια συνθήκη ανάμεσα σ’ εκείνη και των αγριανθρώπων, που αφενός την τρομάζουν έτσι όπως εκμεταλλεύονται τα αισθήματα, παγιδεύοντάς την σε διάφορους φόβους, οι οποίοι στο βιβλίο φανερώνονται με ωμό τρόπο, αφετέρου, τους εκμεταλλεύεται και η ίδια για να προσδιορίσει τον χώρο που κινείται και εκφράζεται.
Τι απασχολεί έναν νέο άνθρωπο σήμερα; Τι είναι αυτό που τον τρομάζει; Ποια εμπόδια βρίσκει στη ζωή του στην προσπάθεια να τα βρει με τον εαυτό του και να υπερασπιστεί τα όνειρά του; Τι σημαίνει αγάπη και μίσος για κάποιον που έχει ζήσει οριακές στιγμές και που είναι τόσο ευαίσθητος ώστε να εκφράζεται με θυμό αλλά συγχρόνως με στοργή; Τα ποιήματα της Παναγιώτου δεν είναι μόνο αυθόρμητες καταθέσεις θέλοντας να απαντήσει στα μεγάλα αυτά ερωτήματα που θέτει η ίδια η ποίησή της, αλλά είναι και ένα σκληρό παιχνίδι αυτογνωσίας:
τα «έτσι είναι η ζωή», τα «τι να κάνουμε;»/ τα υγρά χαρτομάντιλα, τα σκισμένα γράμματα/ τις φωτογραφίες τις ζεστές και τις κινούμενες/ μνήμες, μνήμα/ το αξημέρωτο αύριο
ή
με γδύνουν, με βιάζουν, με περιγελούν,/ τη νύχτα, όταν έρχονται, παραμονεύουν/ πρώτα μην είναι άλλος κανείς/ στο προσκεφάλι μου/ έρωτας ή τρέλα/
ή το σπαρακτικό
αν είναι ο πόνος των μικρών ελάχιστος/ θέλω το τίποτα να γίνω/ θέλω το τίποτα/
Η Παναγιώτου πιστεύει πως η ποίηση δεν είναι μια μέθοδος εξιλέωσης. Αν το επιθυμούσε αυτό οι στίχοι της δεν θα ήταν τόσο αποκαλυπτικοί, δεν θα ανάγκαζαν τον αναγνώστη να αποδεχθεί την ρήξη του με τα κοινωνικά κλισέ. Τα ποιήματά της μοιάζουν να είναι κλεισμένα σ’ ένα σκοτεινό θάλαμο. Όμως αντί να προκαλούν φόβο, δίνουν υπόσταση στο συναίσθημα, αποτελούν μια ευγενής ανταλλαγή. Η Παναγιώτου μιλά τη γλώσσα των αισθημάτων. Τα αισθήματα όμως αυτά έχουν ως υπόβαθρο τη λογική. Κι αυτό είναι το παράδοξο. Ενώ αποτελούνται από στέρεα υλικά της κυριολεξίας, τα ποιήματά της εξωτερικεύουν πάθος, αγωνία, μεγεθύνουν και εξογκώνουν το φως και το σκοτάδι, εκφράζουν μια γλώσσα ζωντανή, λυρική, πλημμυρισμένη από συγκίνηση. Παρ’ όλο που αναφέρει ότι «γράφει με την αισιόδοξη πεποίθηση πως, στο μέλλον, η ποίηση δεν θα της είναι και τόσο απαραίτητη», πιστεύω πως έχει πλέον συνειδητοποιήσει ότι το σύμπαν που κουβαλά στο ωραίο της κεφάλι είναι κι αυτό ένα κομμάτι του παζλ που συμπληρώνει την ανάγκη για έκφραση και κατανόηση, σε μια ούτως ή άλλως σκληρή πραγματικότητα:

έχω δάχτυλα./ σφαλίζω τους πόθους και κλειδώνω το παρόν μου./ σφαλίζω το παρόν και κλειδώνω τους πόθους μου./ ίδιο δεν είναι;/ «κάθε παρόν είναι ένα μέλλον», λες.// μα είμαι το διάστιχο.

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΤΙΝΙΟΣ

ΚΩΣΤΑΣ

 

Κώστας Πατίνιος γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1971. Είναι νυμφευμένος και πατέρας δυο παιδιών. Εργάζεται στο Γραφείο Ευημερίας ως ιδρυματικός λειτουργός. Είναι δρομέας μεγάλων αποστάσεων και ένθερμος υποστηρικτής της δια βίου άθλησης.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Είναι μέρες που αναπνέω τη σιωπή τους (2011)
Δρόμου Δρώμενα (2012)
Κουνήσου μούχλα (Με εικαστικες δημιουργίες της Πόλας Χατζήπαπα 2014)

 

1-Untitled.FR12 - 0003

1-Untitled.FR12 - 0002

1-Untitled.FR12 - 0001

 

ΕΙΝΑΙ ΜΕΡΕΣ ΠΟΥ ΑΝΑΠΝΕΩ
ΤΗ ΣΙΩΠΗ ΤΟΥΣ (2011)

 

Για τούτη την ώρα που…

Τούτη την ώρα που η επιθυμία σε σπρώχνει να πουλήσεις
την ψυχή σου στον διάβολο για τριάντα αργύρια, τούτη την
ώρα που το πάθος δεν έχει λάθος, τούτη η ώρα δεν χωρεί
στη λογική’ ακολούθα τη σπίθα που σου δείχνει το δρόμο.
Για τούτη την ώρα εγώ γράφω στον τοίχο του κοιμητηρίου,
απ’ όπου έτυχε να περνώ, μια ευχή – προσευχή για σένα.
Τη γράφω για να τη δουν οι ζωντανοί από έξω και να τη
νιώσουν οι νεκροί από μέσα. «Η ενοχοποίηση της ηδονής
επινοήθηκε για να μας εξουσιάζουν κοινωνικοεκκλησιαστικές-
σοβινιστικές κλίκες- γι’ αυτό ζήσε όπως αγαπάς».
Την ένιωσαν οι νεκροί μέσα από τον τοίχο και σκοτώθηκαν
για άλλη μια φορά. Το διάβασε και ένας ξεχασμένος ποδηλάτης
του ονείρου, σαν περνούσε από έξω, και στάθηκε
για ώρα και χάζευε. Έφυγα. Το άλλο πρωί είδα να το σβήνουν
με μπόγια οι υπάλληλοι καθαριότητας του δήμου. Οι
νεκροί μετρήθηκαν και βγήκαν παραπάνω.

 

Κύκλος

Επιθυμίες φανερές, αφανέρωτες,
ανεκπλήρωτες, εκπληρωμένες.
Ο φόβος, η «λογική», το «παράλογο».
Το «ανήθικο», το «ηθικό»…
η ανηθικότητα της ηθικής.
Το «ψέμα», η «αλήθεια».
Κατάλοιπα «τοξικά», ανασφάλειες.
Υποτίμηση, υπερτίμηση…
Το σωστό στη λάθος στιγμή,
το λάθος στη σωστή στιγμή…
Ησυχία, ο «θάνατος» παραμονεύει.
Τρέχω, τρέχω, τρέχω, τρέχω να φτάσω.
Το μάταιο είναι ένα βήμα πιο μπροστά.
Δεν σταματώ- τρέχω, τρέχω, τρέχω.
Τρέχει και η καθημερινότητα.
Μικρά, μεγάλα «θέλω>> κάνουν παρέλαση,
ένα δύο, ένα δύο, υπό τους ήχους
στρατιωτικού εμβατηρίου.
Βρέχει βροχή συναισθημάτων,
ανοίγει ο ουρανός ουράνιο τόξο.
0 χείμαρρος τα ξερνά όλα με ορμή στη θάλασσα,
το ποτάμι στεγνώνει.
Το τέλος της εποχής σηματοδοτεί
την αρχή της επόμενης.

 

Κάποτε

Κάποτε θα ανταμώσουμε και πάλι.
θα είμαι ένας άλλος, θα είσαι μια άλλη.
θα με κοιτάξεις, θα σε κοιτάξω.
θα ζήσουμε ξανά, μέσα από μια ματιά, την οδύνη.
θα ζήσουμε ξανά, μέσα από μια ματιά, την ηδονή.
Κάποτε θα ανταμώσουμε και πάλι.
θα είμαι ένας άλλος, θα βγαίνει από μέσα μου ένας νέος
και θα τον σπρώχνω, θα του κλείνω την πόρτα,
γυρνώντας σου την πλάτη.
Κάποτε θα ανταμώσουμε και πάλι, θα είσαι μια άλλη,
θα το σκάσει από τη μικρή σχισμή του ματιού σου,
μια σταγόνα που δεν θα ονομάσεις δάκρυ,
για να μην το παραδεχτείς.
Κάποτε θα ανταμώσουμε και πάλι,
τσακισμένα τα κορμιά μας από τα χρόνια.
Οι ψυχές μας με μια φωνή θα ουρλιάξουν: «Ανάθεμά σας…»

 

Ονειροπαγίδα

Καμιά ονειροπαγίδα δεν σε γλυτώνει
από τον εφιάλτη που ζεις.
Κανένα άσυλο δεν δαμάζει την τρέλα μου.
Το σύστημά σας δεν είναι συμβατό
με τον οργανισμό μου.
Όχι, δεν είμαι εγώ
που χρειάζομαι μεταμόσχευση ιδεών.
Εσείς πρέπει να σταματήσετε να δίνετε βαρβιτουρικά,
όταν φταρνίζεται ο λαός.

 

Ξημερώνει Κυριακή

Ξημερώνει Κυριακή…
Αν ήμουν κυνηγός, θα σκότωνα.
Αν ήμουν οπαδός, θα έβριζα.
Αν ήμουν του οκταώρου υπηρέτης
και της οικογένειας εργάτης,
θα έπαιρνα γυναίκα και παιδιά για εκδρομή.
Αν ήμουν νέος, δεν θα καθόμουν εδώ.
Αν ήμουν γέρος, θα αναπολούσα,
ίσως και ως την εκκλησιά να περπατούσα.
Ξημερώνει Κυριακή…
Αν είχα έρωτα να δώσω,
θα ήμουν σε μια αγκαλιά.
Αν πονούσα,
θα έκανα το δάκρυ κομποσκοίνι να προσευχηθώ.
Αν λυπόμουν, θα είχα ελπίδα.
Αν χαιρόμουν, θα είχα συντροφιά.
Ξημερώνει Κυριακή
και το τίποτα με τίποτα δεν το μπορώ.
Μα αν το τίποτα σ’ ένα χαρτί είναι η αρχή του κάτι
αυτό το τίποτα κρατώ και προχωρώ.

 

Μόλις χθες γεννήθηκες

Μόλις χθες γεννήθηκες…

Μα πριν προλάβουν τα ταξιδιάρικα πουλιά να βρουν
ζεστά μέρη να ξεχειμωνιάσουν…

Πριν τα χελιδόνια κτίσουν τη φωλιά τους, πριν ακόμα από
τον βολβό ο κρίνος να βλαστήσει…

Εσύ είσαι κιόλας μέσα στις καμπανούλες του και τον
εξερευνάς με του μωρού την απορία, μα και του γέρου τον
αναστεναγμό. Βρήκες κιόλας τον τρυφερό κορμό του, τον
αγκάλιασες, κατρακύλησες και κατέβηκες στο χώμα…

Τα χέρια σου δεν σε βαστούσαν γερά και ξέφυγες λίγο,

«έπεσες με τα μούτρα», έγλυψες με τη γλώσσα σου το χώμα
από τα χείλη σου, η αναπνοή σου μυρίζει ακόμα χώμα.
Σηκώθηκες, τίναξες τα ματωμένα και λερωμένα σου γόνατα
και έφυγες…

Βλέπω τον δρόμο που περπατάς,

βλέπω τι καιρός σε συντροφεύει.

Βλέπω τα μάτια σου μια να λάμπουν και να κοιτούν ψηλά
και μια να βρέχονται, αλλά εσύ δεν σταματάς, προχωρείς,
βάζεις σε λειτουργία τους ματοκαθαριστήρες που έχεις
ενσωματωμένους επάνω στα βλέφαρά σου, σου διώχνουν
το δάκρυ και προχωρείς…

Ό,τι καιρό και αν έχει, χαμογελάς και αυτό είναι ένα
όπλο που φοβούνται τα στοιχειά του δάσους και ανοίγουν
δρόμο.

Βλέπω τον δρόμο, είναι μακρύς με πολλά δέντρα κατά
μήκος του, δεξιά και αριστερά.

Όπως ρουφάς τα μέτρα και μαζεύεις χιλιόμετρα, όσο το
χαμόγελο κρατά τόσο πιο πολύ το ουράνιο τόξο προσεγγίζεις…

Να εγώ σε βλέπω, ναι μπορώ να σε δω. Σε λίγο θα είσαι
ανάμεσα στο κόκκινο και το πράσινο και θα κολυμπάς, θα
ανεβαίνεις στην κορυφή του και θα κάνεις τσουλήθρα και
θα κατεβαίνεις από την άλλη μεριά…

Μετά θα παίζεις κρυφτό με το λιλά, όταν το κίτρινο θα σε
κυνήγα…

Τέτοια παιχνίδια σε καρτερούν…

και θα χαμογελάς …και θα χαμογελάς … και θα χαμογελάς,

 

Είχα κάτι φίλους

Είχα κάτι φίλους «επαναστάτες», «αναρχικούς»,
χίπηδες, αξύριστους , «ροκάδες».
Έπιναν το κρασί της κουλτούρας
από το πιο «ίη»
κουλτουριάρικο στέκι της πόλης
και έκαναν όνειρα…
Αγαπούσα τα όνειρά τους…
Έγραφαν συνθήματα με σπρέι στους τοίχους,
κάπνιζαν οκλαδόν, με την μπίρα παρά πόδας στα πάρκα,
συζητούσαν με τις ώρες και έκαναν όνειρα…
Αγαπούσα τα όνειρά τους…
Χθες η συνεστίαση των φίλων
έμοιαζε με συνέδριο επιχειρηματιών·
έτρωγαν, κάπνιζαν, μιλούσαν, γελούσαν
και έκαναν όνειρα…
Γαμώ την κατάντια μας…
Με φόβισαν πολύ,
μα πάρα πολύ τα καινούργια όνειρά τους.

 

Αναπνέω τη σιωπή τους

Είναι μέρες που αναπνέω τη σιωπή τους
περιμένοντας να περάσουν.
Μου δίνουν την αίσθηση πως περνούν αργά,
μα να με βασανίσουν.
Την άλλη μέρα βλέπω τον λόγο ύπαρξής τους.
Οι μέρες δεν περνούν,
να κοιτάς μπροστά,
μα να βλέπεις που έρχονται.

 

Σε κάθε κορμί που ναυάγησα

Σε κάθε κορμί που ναυάγησα
ένα κομμάτι της ψυχής μου άρπαξε.
Μετάγγισα στην πληγή μου,
για να σωθώ το αίμα άλλης πληγής,
μα με αίμα πληγής, πληγή δεν κλείνει.
Ήπια νερό με βδέλλες και σκουλήκια, για να ξεδιψάσω,
και από τότε έχουν τροφή και νερό τα ερπετά ανεξάντλητη.
Κάθε κορμί ένα κομμάτι της ψυχής μου ρουφούσε.
Μέχρι που ψυχή δεν έμεινε στο σώμα.
Μέχρι που το σπέρμα για κατούρημα από το κορμί κυλούσε.
Μέχρι που η ηδονή και οργασμός στα λεξικά κλειστήκαν.
Μέχρι που το μέχρι, δεν ξέρω και εγώ πού κρύφτηκε.
Η πάλη έρωτα και σάρκας μέσα μου φουντώνει
και με καθιστά ανέραστο,
αφού το πολύ δεν γεύτηκα και το λίγο πλέον το αρνιέμαι.

 

Η τακτική της αποφυγής

Σου έτυχε ποτέ να μην έχεις όρεξη να κάνεις απολύτως
τίποτα, να έχεις χίλια δύο πράγματα και όμως να κάθεσαι
απέναντι τους και να μην έχεις όρεξη; Να κοιτάζεις από το
παράθυρο σαν να περιμένεις να δεις κάτι, να είσαι αφηρημένος
για πολλή ώρα με καρφωμένο το βλέμμα στη γωνιά του ταβανιού,
να σου έρχεται να κλάψεις χωρίς να υπάρχει λόγος,
να θυμώνεις με τον εαυτό σου για ό,τι υποσυνείδητα
σε ενοχλεί, χωρίς όμως να το αφήνεις να βγει στο συνειδητό,
γιατί δεν έχεις το κουράγιο να το αντιμετωπίσεις;

Σου έτυχε ποτέ να θέλεις να μιλήσεις σ’ έναν άνθρωπο,
να του ανοίξεις την ψυχή σου, να μοιραστείς τη μιζέρια
σου μαζί του, να γυρέψεις ένα λεκτικό χάδι, μια κουβέντα
παρηγοριάς και να μην βρίσκεις;

Η Ελπίδα έχει το όνομα, αλλά όχι τη χάρη…

Πιάνει στο χέρι το κινητό τηλέφωνο και πάει στο μενού.
Επέλεξε το ευρετήριο, Αγάπιος, Άγγελος, Αντρέας, Άντρη…,
Βασίλης, Βάσω…, Γαβριέλα, Γιάννα, Γιώργος…, Δέσπω,
Δημήτρης, Διαμάντω…, Χρήστος, Χριστόφορος… Τριακόσια
σαράντα δύο ονόματα αποθηκευμένα στη μνήμη του τηλεφώνου,
με αλφαβητική σειρά τα πέρασε όλα, ένα ένα, αλλά
με κανένα δεν αισθανόταν ότι μπορούσε να μοιραστεί αυτά
που ένιωθε τη δεδομένη στιγμή.

Τι στο διάβολο, φίλους έχω, ρε γαμώτο, είπε και πέταξε
το τηλέφωνο στον απέναντι τοίχο. Τα θραύσματα του
τηλεφώνου τη κτύπησαν στο μάγουλο και της έγδαραν το
δέρμα. Ήταν σαν να της ανταπέδιδε το κτύπημα ο τοίχος ή
καλύτερα ήταν σαν να την κτυπούσαν τα τρακόσια σαράντα
δύο ονόματα που ήταν αποθηκευμένα στη μνήμη του
τηλεφώνου της.

Ένα αιμάτινο δάκρυ από το πληγωμένο της μάγουλο
κύλησε και έπεσε στο γκρίζο κεραμικό. Έσκυψε και είδε
τον αντικατοπτρισμό να της γυρίζει την πλάτη.

Η τακτική της αποφυγής σκοτώνει.

 

Ανάποδα πρέπει να φοράς

Όταν με βλέπεις να γυρνώ,
μανδύα νεκρικής σιωπής να φορώ, μην ησυχάζεις,
είναι που μάχομαι με τον έσω κόσμο μου
και δύναμη δεν έχω να δώσω στην ψυχή της έξω εικόνας μου.
Είναι που παλεύω θηρία να δαμάσω,
είναι που θέση γερεύω να βρω
ανάμεσα στη φωτιά, την καταιγίδα, τη μέρα και τη νύκτα.
Ανάποδα πρέπει να φοράς καμιά φορά, άνθρωπε…
Ανάποδα το δέρμα σου και την ψυχή σου.
Ανάποδα, για να μπορείς να κοιτάς όσα σε μαχαιρώνουν,
για να μπορείς να αγαπάς όσα σε σκοτώνουν.

 

Φταίμε όλοι

Φταίμε όλοι για την κοινωνική μας κατάντια.
Δεν ξέρω αν μου αξίζει να κλάψω και αν ναι,
για τι να πρωτοκλάψω.
Φταίμε όλοι.
Φταίει η νοικοκυρά που κλείστηκε στο σπίτι
και μαγειρεύει αμέριμνη.
Φταίει ο εργαζόμενος
που εξαντλεί το «καθήκον» του στο οκτάωρο.
Φταίει ο γείτονάς μου
που μου λέει: «Δεν βαριέσαι, όλοι το ίδιο είναι.»
Φταίει ο «ωχαδερφισμός» του δίπλα,
που είναι μεταδοτικός.
Φταίει ο «βολευτής» της αντιπολίτευσης,
που ετοιμάζει επικήδειους
με τη σκέψη στο κομματικό όφελος.
Φταίει ο «βολευτής» της συμπολίτευσης,
που πιο πολύ ρέει το δάκρυ του
για τους ψήφους που θα απολέσει.
Φταίει ο επαγγελματίας καριέρας
που έκτισε την ανέλιξή του στην ανοχή.
Φταίνε οι γονείς μας και οι δάσκαλοί μας
που μας έμαθαν να σωπαίνουμε.
Φταίω εγώ που φωνάζω με τις λέξεις μου,
μα ο ήχος τους δεν φτάνει πουθενά.
Φταίμε όλοι, γιατί ακόμα και τώρα κοιμόμαστε.
Φταίμε όλοι, γιατί δεν μαθαίνουμε.
Φταίμε όλοι, γιατί θα ξανακάνουμε τα ίδια.
Μα πιο πολύ φταίμε όλοι,
γιατί όλοι αύριο θα έχουμε ξεχάσει.

 

Διάλογος

Ο «ποιητής» καθόταν για πολλή ώρα μπροστά στον υπολογιστή,
αλλά δεν έγραφε ούτε λέξη στο λευκό ηλεκτρονικό χαρτί που
στεκόταν απέναντι του. Αυτό το σκηνικό επαναλαμβανόταν για
μέρες τώρα. Καθόταν, φαινόταν πως σκεφτόταν, ίσως και να ήταν αφηρημένος. Το γεγονός είναι πως ούτε λέξη δεν έγραφε.

Τώρα, κάπου μεταξύ του χθες και του αύριο, ενώ το ρολόι στον
υπολογιστή έδειχνε ήδη 00:01 κάτι τον ταρακούνησε, κάποιο μήνυμα
του έστελναν τα τρία μηδενικά και ο αριθμός ένα ήταν σαν να έπαιζε
το πιστόλι του αφέτη, ξεκινούσε το χρονόμετρο και αυτός στεκόταν
στη γραμμή της εκκίνησης, για να λάβει μέρος στον «αγώνα».

«Ναι, ξεκινάμε», σκέφτηκε, αλλά… πάλι δείλιασε. «Τι να
γράψω, δεν μου κατεβαίνει καμιά ιδέα, που να με συνεπαίρνει».

Εκεί που δεν είχε τι να γράψει, άρχισαν να εμφανίζονται
δειλά δειλά οι πρώτες λέξεις στην οθόνη, άρχιζε ένας διάλογος με το ηλεκτρονικό χαρτί που στεκόταν απέναντι του.

– Τι σε απασχολεί; τον ρωτά. Έχει τόσες μέρες που κάθεσαι
εδώ και δεν μου χάρισες ούτε με μια λέξη.

-Δεν βρίσκω τίποτα που να με συγκινεί για να το γράψω.
Όλα μου φαίνονται ίδια. Έκλεισε αυτό το παράθυρο που είχα στο
μυαλό και έμπαινε μέσα στο κεφάλι μου αυτή η διαφορετική ματιά
που έβλεπα τα πράγματα. Τώρα τίποτα, απάντησε ο ποιητής.

-Γιατί τώρα τίποτα, τι έγινε; ρώτησε το ηλεκτρονικό χαρτί
προσπαθώντας να κρύψει την ικανοποίησή του που άρχισε να του
αποσπά λέξεις, οι οποίες γίνονταν προτάσεις και έντυναν το έως
πριν λίγο γυμνό κορμί του.

– Φοβάμαι, φοβάμαι πως παραδόθηκα στη βουή του κόσμου.
Φοβάμαι πως αυτή η σιωπή μου είναι το κύκνειο άσμα του ποιητή.

Περνά η ώρα, το ρολόι στον υπολογιστή δείχνει τώρα 00:51 και ο
διάλογος σταμάτησε εδώ και αρκετά λεπτά. Φοβόταν και το ηλεκτρονικό
χαρτί να συνεχίσει την κουβέντα. Έτσι όπως τον έβλεπε να βυθίζεται στη σιωπή του γνώριζε πως δεν το είχε και πολύ να πατήσει το «delete»
και να το ξεγυμνώσει πάλι.

Όλα τέλειωσαν στις 01:31 γυρνώντας την πλάτη ο ένας στον άλλο.
Το ηλεκτρονικό χαρτί πήρε τον τίτλο «παράλογος διάλογος» και έγινε
«save» στο «folder», ημιτελές. Και ο ποιητής πήγε και κοιμήθηκε ανήσυχος.

 

Η πόρνη της πλατείας

Τη γνωρίζει η πόλη
μα αυτή προχωράει.
Αδιάφορα σφυρίζει
σε κανένα δεν μιλάει.

Βγάζει βόλτα στην πλατεία,
τα νεκρά όνειρά της
κι ένα σκύλο μεγαλώνει,
έχοντας για συντροφιά της.

Καταραμένη μοναξιά,
καταραμένα χρόνια.
πού χαθήκανε, πού πήγαν
στης ζωής τα βαγόνια.

Καταραμένη μοναξιά,
χίλια πρόσωπα έχεις.
Όσα και να σου έχει κάνει,
πάλι εσύ την αντέχεις.

Τη γνωρίζει όλη η πόλη,
μα ξεχνούν το όνομά της.
Είναι η πόρνη της πλατείας,
γράψει η ταυτότητά της.

Να μπορούσε για λίγο,
να άλλαζε το ριζικό της.
Θα ήθελε να ήταν σκύλος,
και αυτή το αφεντικό της.

 

Τελευταίο γράμμα

Έγραφε μόνο, όταν ήταν ερωτευμένος. Ήταν μια αναγκαία προϋπόθεση
για να μπορέσουν να γονιμοποιηθούν τα θηλυκά κύτταρα του εγκεφάλου
του και να γεννήσουν. Όταν ήταν ερωτευμένος, προκαλούνταν μια
πνευματική διέγερση, άνοιγε αυτό το μικρό παραθυράκι στον εγκέφαλο
και από εκεί κρυφοκοίταζε, παρατηρούσε μέρα – νύκτα,
αποκωδικοποιούσε ό,τι τον έλκυε, τα συμπύκνωνε υπό μορφή ποιημάτων
ή διηγημάτων και τα άφηνε να αναπαυτούν σ’ ένα κομμάτι χαρτί.

Όταν δεν ήταν ερωτευμένος, το «παράθυρο» έκλεινε, γύρω του ήταν
όλα μαύρα, ούτε καν γκρίζα, δεν έβλεπε απολύτως τίποτα. Όταν ήταν ερωτευμένος, το κάθε κλάσμα δευτερολέπτου αποκτούσε τεράστια
σημασία, ζούσε με ένταση και πάθος. Ο χρόνος γι’ αυτόν δεν μετρούσε
σαν στους άλλους ανθρώπους της σύγχρονης πόλης όπου κατοικούσε
και που μαστιζόταν από φρενίτιδα.

Την τελευταία φορά που ερωτεύτηκε είχε κάνει ένα βήμα παραπάνω,
ενώ παρατηρούσε το πέταγμα μιας άσπρης πεταλούδας με καφέ, κόκκινες
και μπλε βούλες στα φτερά της. Σηκώθηκε και την ακολούθησε αμίλητος, αφήνοντας πίσω στο γραφείο το χέρι του να κρατά την πέννα και να
αποτυπώνει σαν φωτογραφική μηχανή στο χαρτί ό,τι ένιωθε και έβλεπε εκείνη τη δεδομένη στιγμή .
Μεθυστικός ο χορός της πεταλούδας, χόρευε-χόρευε, μάγευε τον
συγγραφέα και τον οδήγησε στον μαγικό της κόσμο. Ο συγγραφέας
άρχισε να βγάζει φτερά, σε λίγο πετούσε μαζί με τις άλλες πεταλούδες. Προσέγγισε για μια στιγμή το παραθυράκι από όπου είχε εισχωρήσει,
έκανε πίσω και με μια απότομη κίνηση έκλεισε το παραθυράκι του
μυαλού και αυτοεγκλωβίστηκε μέσα στον παραμυθένιο κόσμο των
πεταλούδων. Το χέρι του ήταν εκεί έξω στο μαύρο τοπίο της καθημερινότητάς του, πάνω στο γραφείο, να κρατά μια πέννα που της στέγνωσε, με την πάροδο του χρόνου, το μελάνι. Ο ποιητής μπήκε,
κλείστηκε σ’ ένα ποίημά του και εγκατέλειψε την ποίησή του.

 

Έχω ανάγκη να φεύγω κάθε τόσο

Θα φύγω για λίγο και μην με γυρέψετε,
θα φύγω με το τελευταίο χελιδόνι
και το πρώτο σύννεφο του φθινοπώρου.
Έχω ανάγκη να φεύγω κάθε τόσο,
να κλείνομαι σε μια σταγόνα δάκρυ
και να γελώ μονάχος,
μέχρι που τα ηχοκύματα του γέλιου μου
σπάσουν το δάκρυ και βγω ξανά στο φως.
Το έχω ανάγκη να φεύγω κάθε τόσο,
να αλητεύω ξεχασμένος στα μέρη που απαρνήθηκα.

 

ΔΡΟΜΟΥ ΔΡΩΜΕΝΑ (2012)

 

Το ξεκίνημα

0 Άρης ήταν από τα παιδιά που, αν γεννιόταν δύο δεκαετίες αργότερα από τη μέρα που γεννήθηκε, σίγουρα θα χαρακτηριζόταν ως ένα παιδί με στοιχεία ελλειμματικής συγκέντρωσης και υπερκινησίας. Τότε, όμως, στο περιβάλλον του τον χαρακτήριζαν απλώς ζωηρό και άτακτο, έξυπνο αλλά τεμπέλη και μέτριο προς κακό μαθητή.
Με έντονα ακόμα τα σημάδια της προσφυγιάς, καταγόμενος από την επαρχία της Κερύνειας, βρέθηκε να κατοικεί μαζί με τους γονείς και τα άλλα τρία του αδέλφια σ’ ένα μικρό ενοικιαζόμενο σπίτι στην πράσινη γραμμή, κοντά στον ιππόδρομο, στον Άγιο Δομέτιο. Τα χρόνια της
φοίτησής του στο δημοτικό σχολείο τα πέρασε στο περιθώριο- στο περιθώριο από τους δασκάλους του λόγω των μαθησιακών του δυσκολιών, στο περιθώριο και από τους συμμαθητές του κατά τα διαλείμματα.
Μπάλα δεν κλώτσησε ποτέ του είτε γιατί ήταν πολύ αδέξιος είτε γιατί απλώς δεν του άρεσε το ποδόσφαιρο. Του άρεσαν τα μοναχικά παιχνίδια. Γυρνούσε τις γειτονιές και σκαρφάλωνε σε δέντρα και στέγες. Του άρεσε
να βρίσκει τις φωλιές των πουλιών και να παίρνει από αυτές τα αυγά ή τα μικρά σπουργίτια, τα οποία προσπαθούσε να μεγαλώσει. Τα ομαδικά παιχνίδια τα βαριόταν, γιατί έπρεπε να ακολουθεί κανόνες, να δείχνει πνεύμα ομαδικότητας κι εκείνη την εποχή αυτό το «χάρισμα» δεν το διέθετε. Στο μόνο παιχνίδι που συμμετείχε μαζί με τα άλλα παιδιά της γειτονιάς ήταν οι αγώνες δρόμου που διοργάνωναν. Ευτύχησε να μεγαλώσει την εποχή που υπήρχαν ακόμα οι αλάνες. Εκεί διαγωνιζόταν και το ευχαριστιόταν, γιατί ξεχώριζε και αυτό τον έκανε να αισθάνεται όμορφα.
Αυτό, όμως, που του άρεσε πιο πολύ να κάνει ήταν να καβαλά το ποδήλατό του, να διανύει πέντε με έξι χιλιόμετρα δρόμο και να κυνηγά τα περδίκια τρέχοντας. Μόλις τα εντόπιζε, τα έκανε να πετούν και τότε άρχιζε να τα
κυνηγά. Παρατηρούσε πού θα προσγειώνονταν κι έτρεχε προς το μέρος τους, για να τα τρομάξει. Αυτά με τη σειρά τους απογειώνονταν και πάλι, για να προσγειωθούν καμιά εκατοστή μέτρα πάρα πέρα. Η διαδικασία αυτή επαναλαμβανόταν για τέσσερις-πέντε φορές, μέχρι που τα περδίκια δεν είχαν πλέον δύναμη να πετάξουν. Έτρεχαν, όμως, για να ξεφύγουν από τον Άρη που συνέχιζε να τα κυνηγά μέχρι να πιάσει ένα από αυτά στα χέρια του. Σε αυτό το «άθλημα» επιδίδονταν και άλλοι νεαροί της περιοχής του και ο Άρης παινευόταν πως μέσα σ’ ένα χρόνο κατάφερε με αυτόν τον τρόπο να αιχμαλωτίσει δεκαοκτώ περδίκια -αριθμός ρεκόρ για πολλά χρόνια στη γειτονιά.
Το σπίτι του ήταν το τελευταίο της γειτονιάς που απέκτησε τηλεόραση, μία μαυρόασπρη NEC δεκατεσσάρων ιντσών. Την ίδια περίοδο ο γείτονάς τους, ο κύριος Κωστής, προχωρούσε τεχνολογικά τη γειτονιά ένα βήμα
πιο μπροστά, όντας περήφανος για την πρώτη έγχρωμη τηλεόραση, είκοσι επτά ιντσών, που είχε αγοράσει. Τους ζεστούς καλοκαιρινούς μήνες του 1984 η έγχρωμη τηλεόραση του κυρίου Κωστή είχε την τιμητική της. Τα βράδια την έβγαζε έξω στη βεράντα όπου όλοι οι περίοικοι μαζεύονταν, για να δουν για πρώτη φορά σε απευθείας μετάδοση τους Ολυμπιακούς Αγώνες που διεξάγονταν στο Αος ‘Αντζελες των Ηνωμένων Πολιτειών, από τις 28 Ιουλίου μέχρι τις 12 Αυγούστου.
Ο Άρης, δώδεκα-δεκατριών χρονών τότε, καθόταν στην περίφραξη του σπιτιού του ή ακουμπούσε στα κάγκελα και παρακολουθούσε τους αγώνες όση ώρα ο γείτονάς του είχε αναμμένη την τηλεόραση. Τη μέρα που διεξάχθηκε το αγώνισμα του μαραθωνίου δρόμου εκκολάφθηκε το σκουλήκι του δρομέα μέσα του. Την επόμενη κιόλας μέρα ξεκίνησε να τρέχει. Έκτοτε, σχεδόν τριάντα χρόνια μετά, τρέχει ακόμα και είναι πλέον βέβαιος πως θα συνεχίσει να τρέχει όσο μπορεί. Εύχεται, αν είναι δυνατόν, μία μέρα, πλήρης ημερών, να πεθάνει τρέχοντας.

 

Το βάφτισμα του πυρός

Παρόλο που έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε που ο Άρης ολοκλήρωσε με επιτυχία τον πρώτο του μαραθώνιο δρόμο, παρόλο που από τότε τερμάτισε άλλους τριάντα τουλάχιστον μαραθωνίους, το συναίσθημα που ένιωσε την πρώτη φορά που περνούσε τη γραμμή του
τερματισμού, δεν το ξέχασε ποτέ. Ο κάθε αγώνας είναι διαφορετικός, είναι μία υπέρβαση και μία ξεχωριστή νίκη απέναντι στην ύπαρξη του κάθε μαραθωνοδρόμου, αλλά η πρώτη φορά είναι σαν τον πρώτο έρωτα.
Ο Άρης ολοκλήρωσε με επιτυχία τον πρώτο του μαραθώνιο στην Πάφο, την όμορφη παραλιακή πόλη της μικρής του πατρίδας. Ήταν ένα πρωινό Κυριακής και είχε στοιχηματίσει με τον εαυτό του ότι θα τερμάτιζε ανεξαρτήτως χρόνου. Είχε προηγηθεί μία αποτυχημένη προσπάθεια, όταν εγκατέλειψε τον αγώνα στα τριάντα οκτώ χιλιόμετρα και αυτό τον πείσμωνε ακόμα πιο πολύ.
Στο συγκεκριμένο μαραθώνιο δε λάμβαναν μέρος πολλοί αθλητές- ήταν δεν ήταν εκατό, ντόπιοι και ξένοι. Η διαδρομή ήταν δύσκολη, οι αθλητές λίγοι, με αποτέλεσμα οι δρομείς να αραιώσουν πολύ γρήγορα. Ο Άρης βρέθηκε να τρέχει μόνος του από τα πρώτα πέντε χιλιόμετρα. Είχε
βάλει στόχο να κρατήσει ένα ρυθμό διανύοντας το κάθε χιλιόμετρο σε περίπου τέσσερα λεπτά, κάτι που κατάφερνε χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία. Η διοργάνωση ήταν πολύ καλή, τα χιλιόμετρα ήταν μαρκαρισμένα ένα προς ένα κι έτσι ο Άρης μπορούσε να ελέγχει εύκολα το ρυθμό του.
Υπομονή, υπομονή και πάλι υπομονή… Τα τρία αυτά στοιχεία πρέπει οπωσδήποτε να τηρεί ο κάθε μαραθωνοδρόμος. Βρισκόταν για αρκετά χιλιόμετρα στην Τρίτη θέση, αλλά αυτό δεν είχε καμία σημασία, αφού ο μοναδικός του στόχος ήταν να περάσει τη γραμμή του τερματισμού. Μετά το πρώτο μισό της διαδρομής, επειδή ένιωθε καλά, έχασε για λίγο τη συγκέντρωσή του και ανέβασε ρυθμό, υπερτίμησε τις δυνάμεις του. Έβλεπε για ώρα τον προπορευόμενο του αθλητή και βιάστηκε να κάνει «αλλαγή» για να τον προσπεράσει, κάτι που τελικά κατάφερε στο εικοστό έβδομο χιλιόμετρο.
Σιγά-σιγά κατάφερε να περάσει το τριακοστό δεύτερο χιλιόμετρο, κοίταξε το χρονόμετρό του και ήταν τέσσερα λεπτά πιο γρήγορος από το στόχο που είχε θέσει. Χαμογέλασε και σκέφτηκε πως όλα πήγαιναν καλύτερα από
ό,τι υπολόγιζε. Μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε νιώσει κάποια κράμπα ή κάποιο μυϊκό πόνο ούτε κάποιο από αυτά τα περίεργα πονάκια στο στομάχι, στο συκώτι ή στη σπλήνα, αλλά ούτε και τους καρδιακούς του παλμούς να ανεβαίνουν ιδιαίτερα.
Εκατό μέτρα μπροστά του βρισκόταν η πινακίδα με την ένδειξη «τριακοστό τέταρτο χιλιόμετρο». Κοίταξε το χρονόμετρό του. Είχε πέσει λίγο ο ρυθμός του, αλλά θεώρησε ότι αυτό οφειλόταν στο μεγάλο ανήφορο που βρισκόταν
στα μέσα του χιλιομέτρου που μόλις ολοκλήρωνε. Οκτώ χιλιόμετρα πριν τον τερματισμό ήταν σχεδόν σίγουρος πως όλα κυλούσαν ομαλά. Ποτέ, όμως, δεν ξέρεις πότε θα προκόψει κάποιο πρόβλημα στο μαραθώνιο… Κι έτσι ξαφνικά από το πουθενά ένιωσε σαν να τον χτύπησε από
απέναντι ένας άνεμος, σαν να σκέπασε το μυαλό του ένα σύννεφο κάνοντάς τον να τα βλέπει όλα γύρω του γκρίζα, σαν να είχε ένα χέρι απέναντι του, στο ύψος του στήθους του, να του βάζει αντίσταση.
Αναπνοές, αυτοσυγκέντρωση, σκεφτόταν πως «θα περάσει»… Μα δεν περνούσε… Ακολούθησαν τρία χιλιόμετρα. Σε κάθε μέτρο σκεφτόταν να εγκαταλείψει την προσπάθειά του. Ένιωθε να πονά τα πόδια του, ένιωθε
βαρύ το κεφάλι του, σαν να πιεζόταν μέσα σε μία μέγγενη. Ο ρυθμός του από τέσσερα λεπτά το χιλιόμετρο έπεσε στα πέντε. Στο τριακοστό ένατο χιλιόμετρο δεν άντεξε. Ξέσπασε σε κλάματα. Ενώ έτρεχε άκουσε μία γυναικεία φωνή να του φωνάζει, «έλα Άρη, μπορείς», παρακινώντας τον να κάνει την υπέρβαση. Έσφιξε τα δόντια. Ένιωθε ότι σερνόταν και όχι ότι έτρεχε. Επαναλάμβανε στον εαυτό του, «ή θα πεθάνεις ή θα τερματίσεις», ενώ τα δάκρυα έρρεαν από τα μάτια του ακόμα πιο πολύ εξαιτίας του ιδρώτα.
Έμεναν λιγότερο από μερικές εκατοντάδες μέτρα. Με τα μάτια του θολά από τα δάκρυα που προκαλούνταν πλέον και από την παρότρυνση των γνωστών του που παρακολουθούσαν τον αγώνα και νιώθοντας σίγουρος πως επιτέλους θα κατακτούσε ένα όνειρό του, ξέσπασε σε λυγμούς περνώντας κάτω από την αψίδα του τερματισμού. Το χρονόμετρο έγραφε «δύο ώρες, πενήντα δύο λεπτά και δέκα δευτερόλεπτα». Νιώθοντας τόσο μεγάλη ικανοποίηση κι ευτυχία, χρόνια μετά, όταν απέκτησε το πρώτο του παιδί είχε να λέει πως ανάλογα συναισθήματα χαράς κι ευτυχίας ένιωσε όταν ήταν παρών στη γέννηση του πρώτου του παιδιού, αλλά και όταν τερμάτισε στον πρώτο του μαραθώνιο δρόμο.

 

Κουνήσου μούχλα… !

Μεγάλωσε, έκανε οικογένεια, τα πράγματα άλλαξαν, οι προτεραιότητες άλλαζαν συνεχώς, ο γάμος, τα τρεχάματα για την οικοδόμηση της συζυγικής κατοικίας, το πρώτο παιδί και μετά το δεύτερο… Η καθημερινότητα ήταν δύσκολη, αλλά το τρέξιμο παρέμενε η μόνη αμετάκλητα σταθερή αξία. Παρέμενε η σανίδα σωτηρίας του και η επιπλέον χωρητικότητα στο ποτήρι που, αν και ήταν έτοιμο να ξεχειλίσει, ποτέ δεν ξεχείλιζε.
Μία εικόνα σφηνωμένη στο πίσω μέρος του μυαλού του από τα νεανικά του χρόνια, εμφανιζόταν κάθε φορά που ο Άρης έκανε να «λασκάρει» λίγο από τη γραμμή που είχε χαράξει και ακολουθούσε τόσα χρόνια. Κάθε φορά
που έκανε την εμφάνισή της, τον έκανε να το «βάζει στα πόδια», κρατώντας τον σε εγρήγορση με τον καλύτερο τρόπο.
Πρόκειται για μία γελοιογραφία, που απεικόνιζε έναν παχύσαρκο αξύριστο μεσήλικα άντρα, βυθισμένο σε μία πολυθρόνα απέναντι στην τηλεόραση να παρακολουθεί νωχελικά ποδόσφαιρο. Το άδειο κουτί από την πίτσα, που μόλις είχε καταβροχθίσει ήταν πετάμενο στο πάτωμά, τρία-τέσσερα άδεια τενεκεδάκια μπίρας βρίσκονταν σκορπισμένα ανάμεσα στα πόδια του κι ένα ακόμα γεμάτο στο δεξί του χέρι, ενώ με το αριστερό του κρατούσε το
τηλεχειριστήριο. Το πουκάμισό του ήταν ανοιχτό, για να μην σκάσουν τα κουμπιά, ενώ η πολυθρόνα αναστέναζε από τα περιττά κιλά που κείτονταν πάνω της.
Ο άνθρωπος «μούχλα», όπως θα μπορούσε κάποιος να τον αποκαλέσει, παρουσιαζόταν, σε όλο αυτό το σκηνικό, να φωνάζει σε ποδοσφαιριστή που συμμετείχε στον αγώνα που παρακολουθούσε στην τηλεόραση: «Κουνήσου μούχλα…!».

 

Δύο πόδια μόνα στο δρόμο

Αν τύχει να δείτε στο δρόμο σας δύο πόδια να τρέχουν από μόνα τους, μην τρομάξετε. Είναι τα πόδια του Άρη. Κάποτε το σκάνε από το υπόλοιπο κορμί του, αφού δεν αντέχουν, βαριούνται την καθημερινότητα του, τη δουλειά του, τη μουρμούρα του, τους ανθρώπους που τον περιβάλλουν, την οικογένειά του. Κάποτε, όταν περάσουν ώρες να τρέξει, ο Άρης γίνεται πολύ εκνευριστικός και γι’ αυτό τα πόδια του το σκάνε και ξεκινούν να τρέχουν από μόνα τους.
Αυτά τα πόδια λειτουργούν σαν να έχουν μάτια και μυαλό, σαν να είναι πόδια ενός τυφλού, που έμαθαν να τρέχουν στο σκοτάδι. Ξέρουν πολύ καλά πού πάνε, δε σκοντάφτουν, δεν χτυπάνε στους περαστικούς. Βγαίνουν στο δρόμο και τρέχουν προς το πλησιέστερο πάρκο, τρέχουν
μέχρι να ιδρώσουν, να εκτονωθούν, να αποβάλουν τις τοξίνες, να αναπνεύσουν καθαρό αέρα. Ύστερα επιστρέφουν ήρεμα, για να πάρουν τη θέση τους στο υπόλοιπο «χαμένο κορμί» του Άρη.
Τα πόδια όταν επιστρέφουν, βρίσκουν τον Άρη αγχωμένο, στρεσαρισμένο, ένα καζάνι που βράζει… Του δίνουν τότε μία κλωτσιά υπενθυμίζοντάς του πως είναι ώρα να πάει να τρέξει.

 

Το προσωπικό blog του Άρη

Ένας δρομέας είναι φύσει ανήσυχο πνεύμα. Οι ανησυχίες του συνήθως πάνε πιο πέρα απ’ όσα «βλέπει» η μύτη του. Ο εσωτερικός αναβρασμός του Άρη έβρισκε διέξοδο σ’ ένα διαδικτυακό blog που διατηρούσε. Εκεί έγραφε ό,τι τον απασχολούσε, ενώ προεξάρχουσα θέση είχαν τα θέματα που σχετίζονταν με το τρέξιμο και τη λογοτεχνία, την οποία θεωρούσε ως τη δεύτερή του μεγάλη αγάπη.
«Η γκόμενά μου είναι το τρέξιμο», έλεγε στη γυναίκα του, ενώ την ώρα που έτρεχε «απατούσε» την «γκόμενά» του με την ποίηση και την πεζογραφία, αφού τις εικόνες που του «κατέβαιναν» τρέχοντας, τις μετέτρεπε σε στίχους και μικρές ιστορίες. Σ’ ένα από τα post του εξήγησε
αναλυτικά το λόγο που το έκανε:
«Αφορμή για να ξεκινήσω να γράφω αυτό το κείμενο μού έδωσε ένας φίλος, ο οποίος γνωρίζοντάς με καλά μου επισήμανε ότι η εικόνα που εκπέμπω μέσα από αυτά που γράφω στο blog -αλλά και από άλλα που έτυχε να διαβάσει- έρχονται πολλές φορές σε σύγκρουση με τη
στάση ζωής που έχω υιοθετήσει στην καθημερινότητά μου και σε πλήρη αντίθεση με το χαμογελαστό άνθρωπο, που, ακόμα και την ώρα που τρέχει, είναι μες στην «τρελή χαρά», όλος χαμόγελα.
Ο Φερνάντο Πεσσόα έγραψε ότι «ποιητής είναι εκείνος που πηγαίνει πάντα πιο πέρα απ’ ό,τι μπορεί να κάνει». Δεν ισχυρίζομαι πως είμαι ποιητής, αλλά το γράψιμο με κάνει να αισθάνομαι πως πηγαίνω πιο πέρα από αυτό που μπορώ να κάνω στη ζωή μου. Ζούμε σ’ έναν κόσμο
στον οποίο οι κοινωνικές, σοβινιστικές, εκκλησιαστικές και πολιτικές κλίκες μάς βομβαρδίζουν από παντού, προσπαθώντας να εξουσιάσουν το μυαλό μας.
Δε σημαίνει ότι υιοθετώ όσα γράφω ή ότι ταυτίζομαι με τους χαρακτήρες που δημιουργώ. Πολλές φορές γράφω πράγματα που έρχονται σε αντίθεση με τη δική μου στάση ζωής. Μέσα από τη σύγκρουση αυτή διαλέγομαι με
τον εαυτό μου και προχωρώ πιο πέρα.
Το γράψιμο είναι ένας τρόπος που με βοηθά να ισορροπώ ανάμεσα στο «θέλω» και στο «μπορώ», ανάμεσα στον «καλό» και τον «κακό» εαυτό μου, ανάμεσα στο «ηθικό» και το «ανήθικο», ανάμεσα στο «φως» και το «σκοτάδι» του μυαλού μου.
Ο Έλληνας διανοητής και φιλόσοφος Κορνήλιος Καστοριάδης αναφερόμενος στην ατομική αυτονομία, είπε: «Στη λέξη αυτονομία υπάρχουν δύο ρίζες, η λέξη «αυτός» (εγώ ο ίδιος) και η λέξη «νόμος». Οι περισσότεροι άνθρωποι σκέφτονται τη ρίζα αυτός και ξεχνούν τη ρίζα νόμος. Αυτόνομος είναι αυτός που δίνει στον εαυτό του ένα νόμο. Δεν μπορούμε να εκπληρώνουμε τις επιθυμίες μας χωρίς φρένο κι έλεγχο.»
Αυτήν την αυτονομία υιοθετώ, προσπαθώντας να σκέφτομαι και τις δύο ρίζες της λέξης.
Έτρεχε κι «έγραφε» ή έγραφε κι «έτρεχε».

 

Όταν η πόλη κοιμάται

Το ξυπνητήρι χτυπά… Τετάρτη, πέντε η ώρα το πρωί. Σηκώνομαι, πηγαίνω στην κουζίνα και φτιάχνω έναν καφέ. Μέχρι να τον ετοιμάσω, έχω ήδη φάει μία μπανάνα και λίγους ξηρούς καρπούς αμυγδάλου. Παράλληλα, φορώ ρούχα και παπούτσια. Η ώρα πέντε και δεκαπέντε είμαι στο αυτοκίνητο. Οδηγώ και από το μισάνοικτο παράθυρο μπαίνει το δροσερό αεράκι χαϊδεύοντάς με. Έξω έχει φως, ξημερώνει πολύ νωρίς. Λίγο πριν μας αφήσει η άνοιξη, το καλοκαίρι βιάστηκε να μας τρίξει τα δόντια του.
Στις πέντε και τριάντα το σκηνικό γίνεται πολύ διαφορετικό. Λίγο πριν «έτρεχα» οδηγώντας το αυτοκίνητό μου για να μην καθυστερήσω, ενώ τώρα βρίσκομαι στο γήπεδο της Αγγλικής Σχολής στη Λευκωσία και τρέχω με τα πόδια. Όταν η πόλη κοιμάται, είναι απίστευτο πόσοι άνθρωποι κάνουν την πρωινή τους γυμναστική τόσο νωρίς, ξεκινώντας με τον καλύτερο τρόπο τη μέρα τους.
Τρέχω σχεδόν καθημερινά, για είκοσι πέντε χρόνια τώρα, σε διάφορους χώρους και διαφορετικές ώρες: στο πάρκο της Αθαλάσσας, στο πάρκο της Ακαδημίας, στην Αγγλική Σχολή, στο γραμμικό πάρκο του Πεδιαίου… Τα
πρωινά μικρά πηγαδάκια τριών-τεσσάρων ατόμων, τους μοναχικούς περιπατητές και δρομείς, που κάνουν την πρωινή τους προπόνηση, ανθρώπους διαφορετικών ηλικιών και κοινωνικού στρώματος, όλους τους ενώνει ένα ζευγάρι αθλητικά παπούτσια.
Τρέχω, παρατηρώ και ακούω διάφορες κουβέντες. Αυτές τις μέρες, λόγω των βουλευτικών εκλογών, κυριαρχούν οι πολιτικές συζητήσεις, ενώ δε λείπουν και τα πειράγματα μεταξύ φίλων -ένας μάλιστα κρατά παρουσίες και δίνει κίτρινες κάρτες, άμα το κρίνει απαραίτητο! Μία άλλη χαρακτηριστική εικόνα που έχει τυπωθεί στο μυαλό μου είναι η παρουσία στο γήπεδο μίας ηλικιωμένης μαυροφορεμένης γιαγιάς. Η αντίθεση του μαύρου φουστανιού της με τα άσπρα αθλητικά της παπούτσια μού έκανε εντύπωση. Αλλά το πιο εντυπωσιακό είναι ότι ενώ περπατούσε, έκανε ταυτόχρονα και σμιλί (εργόχειρο). Ήταν τόσο μάλιστα προπονημένη στο σμιλί που οι κινήσεις της γίνονταν αυτοματοποιημένα.
Πολύ γέλιο ρίξαμε πέρσι το καλοκαίρι, όταν σαν φωτοβολίδα έσκασε σ’ ένα από τα πρωινά μας στέκια ένας σαρανταπεντάρης Ελλαδίτης, ο οποίος συνόδευε μία νεαρή γυναίκα. Και τι δεν της έλεγε ο άνθρωπος στα πλαίσια
του αδιάκριτου φλερταρίσματός του… Μέχρι πως ήταν σε προ-ολυμπιακή ομάδα της έλεγε -σε ποιο άθλημα δεν καταλάβαμε- και ότι τελικά δεν τον πήραν, γιατί του έφαγε άλλος τη θέση! Μιλούσε δυνατά, εύκολα τον ακούγαμε στην πρωινή ησυχία. Μία μέρα όταν τους προσπεράσαμε με σχετική ταχύτητα, τον ακούσαμε να της λέει: «Τους βλέπεις αυτούς; Αυτοί δεν τρέχουν, αυτοί κάνουν πως τρέχουν!».
Μίαν άλλη μέρα της έδειχνε ασκήσεις, τεντώματα, και ήταν όλες λάθος -οι γυμναστές της παρέας το επιβεβαίωναν. Μία ώρα κάθε μέρα όλο αυτός μιλούσε, τη φωνή της κοπέλας δεν την ακούγαμε. Μετά από δύο εβδομάδες σταματά να μιλά αυτός και άρχισε να μιλά συνεχώς η γυναίκα. «Κάτι άλλαξε», σχολιάσαμε… Αυτό κράτησε μόνο δύο μέρες και μετά ο κύριος δεν ξαναπάτησε το πόδι του εκεί. Τη γυναίκα την είδαμε για ακόμα δύο-τρεις φορές και μετά χάθηκε και αυτή…
Μικρές στιγμές από την πρωινή γυμναστική…

 

Μεσάνυχτα και κάτι

Εκείνη τη μέρα, παρόλο που το μυαλό του ήταν γεμάτο με σκόρπιες σκέψεις, παρόλο που περίμενε να βραδιάσει και να περάσει τη γνωστή σε όλους τους οικογενειάρχες διαδικασία μέχρι να κοιμηθούν τα μωρά, για να καθίσει να αδειάσει τη σκέψη του σε μία «κόλλα» από λευκό ηλεκτρονικό χαρτί, τελικά δεν του έβγαινε, σαν να βαριόταν να γράψει οτιδήποτε. Όχι πως τον υποχρέωνε κανείς να γράψει κάτι, αλλά αυτή η διαδικασία γινόταν για χρόνια τώρα. Ένιωθε όπως το στρατιώτη που αποθέτει το όπλο και την εξάρτυσή του μετά τη σκοπιά και πηγαίνει ανάλαφρος να ξεκουραστεί ή σαν ένα σφουγγάρι που το στύβεις, για να είναι και πάλι έτοιμο να ρουφήξει ό,τι βρεθεί στο δρόμο του.
Καθόταν κι έβλεπε γι’ αρκετή ώρα την άδεια «κόλλα» κι έβρισκε διάφορες δικαιολογίες, για να μη βάζει τα δάχτυλά του στα πλήκτρα του υπολογιστή. Ξαφνικά πέρασε από το μυαλό του η σκέψη, «πόσες και πόσες φορές πριν
πάω να τρέξω δε βαριόμουν, αλλά πάντα μα πάντα όταν ξεκινούσα να τρέχω, τα πόδια μου έβρισκαν από μόνα τους το δρόμο, τη δύναμη και το κέφι, για να με κάνουν να νιώσω ζωντανός γι’ άλλη μία μέρα;».
Έτσι ξεκίνησε να γράφει. Το μυαλό σιγά-σιγά απελευθέρωσε τα δάχτυλα και στη «λευκή» ηλεκτρονική κόλλα άρχισαν να ξεπετάγονται γράμματα που κρατούσαν χέρι-χέρι, λες και χόρευαν σε ρυθμό καλαματιανό σχηματίζοντας προτάσεις.
Το τρέξιμο το θεωρεί τόσο αυτονόητο που συχνά αναρωτιόταν, «μα είναι δυνατόν να υπάρχει άνθρωπος στη γη που να μην του αρέσει να τρέχει;». Θυμήθηκε και χαμογέλασε πόσο ηλίθιος μπορεί να φαίνεται μερικές φορές
με τις «εμμονές» του με ό,τι έχει να κάνει με το τρέξιμο. Όταν γνώριζε έναν άνθρωπο, από τις πρώτες τους συναντήσεις τον βολιδοσκοπούσε αν του αρέσει η γυμναστική και ειδικά το τρέξιμο. Δε θα ξεχάσει την αμηχανία που ένιωσε, όταν ρωτούσε, κάπως επίμονα, μία νέα συνάδελφό του αν της άρεσε να τρέχει. Αυτή, σε κάποια στιγμή, σηκώθηκε από την καρέκλα και με το χέρι της τού έδειξε το κορμί της -θα είχε καμιά εικοσαριά περίσσια κιλά- λέγοντάς του: «Νομίζεις πως αυτό το κορμί κάνει για τρέξιμο ή μας κοροϊδεύεις;».
Κάνοντας αυτοκριτική ο Άρης σκέφτηκε ότι κανείς δεν μπορεί να επιβάλει σε κάποιον να ασχοληθεί με κάτι που δε θέλει ή στο οποίο δεν έχει κλίση, όσο απλά και αγνά κι αν το έχει ο ίδιος στο μυαλό του. Αυτό από μόνο του
είναι ρατσιστικό. Ο καθένας θα πρέπει να προσπαθεί να βλέπει και την άλλη όψη των πραγμάτων, να υπάρχει αλληλοσεβασμός στην όποια διαφορετικότητα. Και με τη διαπίστωσή του αυτή πήγε για ύπνο.

 

Το τέλος που ονειρεύεται

Κάπου εκεί στην πέμπτη δεκαετία της ζωής του, ας αφήσουμε ήσυχο τον Άρη. Ας αφήσουμε ήσυχους τον Κώστα, το Χρίστο, το Χριστάκη, το Γιώργο, το Στέλιο, το Σέργιο, το Μιχάλη, το Φύτο… Ας αφήσουμε ήσυχους όλους τους δρομείς στους οποίους θα μπορούσε να ανήκει κάτι από
αυτό το βιβλίο, μία παράγραφος, μία σελίδα, μία ή και περισσότερες ιστορίες…
Ας αφήσουμε ήσυχο τον Άρη να συνεχίζει να τρέχει, να συνεχίζει να αντλεί οξυγόνο από κάθε βήμα σε κάθε μέτρο, σε κάθε χιλιόμετρο. Όσα περισσότερα βήματα κάνει τόσο πιο καθαρό είναι και το οξυγόνο που παίρνει, τόσο πιο «καθαρή» γίνεται και η ζωή του. Θα συνεχίσει να τρέχει, ώσπου μία μέρα να έρθει το τέλος, όπως αυτός το ονειρεύεται, χαμογελώντας πονηρά, λες και με αυτόν τον τρόπο εξοικειώνεται και γίνεται φίλος με το θάνατο. Το τέλος το περιγράφει ως εξής:
«Είναι μέρες που νιώθω τόση ευφορία, τόση μεγάλη ευτυχία όταν τρέχω μόνος στο πάρκο ή στο δάσος, όταν γίνομαι ένα με τη μάνα γη. Νιώθω ότι απογειώνομαι, ότι ελευθερώνομαι από τη βαρύτητά της, ότι γίνομαι ανάλαφρος, ότι τα πόδια μου δεν πατούν στο χώμα, αλλά ότι τρέχω στον αέρα. Νιώθω στα στήθια την ψυχή μου να μεθά από χαρά. Ανοίγω τα χέρια, τα τεντώνω σε σχήμα σταυρού και συνεχίζω να τρέχω και παρακαλώ το Θεό, στον οποίο δεν πολυπιστεύω, αν υπάρχει και με ακούει,
αν μου χρώστα έστω μία χάρη, μία μέρα έτσι να με πάρει από εδώ. Να με πάρει ενώ τρέχω με ανοιχτά, τεντωμένα τα χέρια σε σχήμα σταυρού. Να απογειωθώ και να φύγω, να χαθώ ευτυχισμένος.»

 

ΚΟΥΝΗΣΟΥ ΜΟΥΧΛΑ (2014)

 

Ο δρομέας

Κάποτε ήθελα να γίνω ξυλοπόδαρος,
να κοιτώ στα ίσια δέντρα και πουλιά.
Παλιάτσος-ξυλοπόδαρος, να μπερδεύω και να μπερδεύομαι
βαμμένος, θλιμμένος, χαρούμενος
με μια τεχνητή, μεγάλη σταγόνα δάκρυ στο πρόσωπό μου.
Ύστερα ακολούθησα το ένστικτό μου και έγινα δρομέας,
δρομέας μεγάλων αποστάσεων.
Και έτσι μπορώ να τρέχω
στο απέραντο των ονείρων μου και να κρύβομαι
μες στο χαμόγελο μπροστά σου.
Για κοίταξε καλά, με βλέπεις;

1-Untitled.FR12 - 0001

Πενταδάκτυλος

Με μούντζωνε τόσα χρόνια,
που σχεδόν είχα εμπεδώσει την ενοχή μου,
και ας ήμουν μωρό παιδί τότε.
Μια οροσειρά ενοχών με επικίνδυνες κατολισθήσεις συναισθημάτων.
Και όταν έγινε κατορθωτό, έτρεξα να το σκαρφαλώσω,
να χώσω τη μούρη μου ανάμεσα στα δάχτυλά του,
να φάω τη μούντζα από κοντά,
να θεραπευτεί η ψυχή μου,
να εξιλεωθώ.
Μα ένιωσα ακόμα πιο ένοχη την ενοχή μου.
Μαγνητίζει επικίνδυνα η θέα, ζαλίζει το άρωμα.
Το εδώ, όταν το βλέπεις από απέναντι, έχει άλλη όψη
και το απέναντι, όταν το βλέπεις από τόσο κοντά,
μεγαλώνει τη μούντζα.
Κληροδοτεί στο μωρό παιδί την ευθύνη και καταργεί τις δικαιολογίες.
Αυτό το βουνό είναι μόνο για να αγαπιούνται
στην παλάμη του άνθρωποι.
Άνθρωποι χωρίς ταμπέλες.

1-Untitled.FR12 - 0002

 

Σε στάση αναμονής

Είμαι διαρκώς σε μια προσωρινή κατάσταση,
σε στάση αναμονής,
σε σταθμό, χωρίς να ξέρω το μεταφορικό μέσο.
Μα είμαι πανέτοιμος, καρτερώ να επιβιβαστώ.
Έχω στις αποσκευές μου δύο χέρια, δύο πόδια και ένα κορμί,
που τα κρατά ένα μυαλό, που αρνιέται να αποδεχτεί
την προδιαγραφόμενη πορεία των κάθε λογής «λογικών».
Άνοιξε μου να περάσω, να αφήσω σε μια γωνιά τις αποσκευές μου.
Φίλεψέ με γλυκό του κουταλιού, καφέ
και δύο ρουφηξιές από το δικό σου τσιγάρο, να ξαποστάσω.
Μπαίνω στο σώμα μου και φεύγω.
Τρέχω, τρέχω, τρέχω…
Ο χρόνος, η ώρα, η στιγμή, η απόσταση, το συναίσθημα,
όλα μετριούνται αλλιώτικα από ένα δρομέα.
Ακόμα και το «πέραν πάσης λογικής αμφισβήτησης»
αμφισβητείται για λίγο.
Δοκίμασέ το και θα δεις.

3

 

Μα και σχεδόν ανίκητος

Στους δρόμους της πόλης
κινούνται πολλοί μελλοθάνατοι,
περπατάνε, σπρώχνονται, οδηγούνε,
κορνάρουν, βρίζονται.
Στη στάση του λεωφορείου,
μαθητές, αλλοδαποί, εργάτες,
μελλοθάνατοι’
σκοτώνουν τις μέρες τους
περιμένοντας τη σειρά τους.
Και εσύ τρέχεις,
περνάς από δίπλα μου
σαν το δρομέα του Αργύρη Χιόνη,
σαν το θλιμμένο και μοναχικό δρομέα του,
«που δεν τρέχει για να φτάσει πρώτος,
που δεν τρέχει για να φτάσει καν».
Τρέχει σχεδόν ακίνητος, μα και σχεδόν ανίκητος.

1-Untitled.FR12 - 0004

Να εξαφανίζεσαι

Να εξαφανίζεσαι, ενώ σε βλέπουν όλοι,
να τρέχεις, να ασκείς ψυχή και σώμα,
μα η ψυχή να είναι πιο μπροστά.
Να εξαφανίζεσαι, ενώ σε βλέπουν όλοι,
να βγαίνεις από το σώμα σου,
να παρατηρείς εσένα και τους άλλους,
να επιστρέφεις,
να βάζεις μικρές διορθωτικές πινελιές
και το βράδυ, πριν κοιμηθείς,
να κλείνεις πονηρά το μάτι στον καθρέφτη,
όχι εσύ στο είδωλό σου,
αλλά η ψυχή στο σώμα σου.

1-Untitled.FR12 - 0005

 

Στη βροχή

Δύο μέρες σ’ έπλενα ψυχή,
δύο μέρες με το κορμί μου
έτρεχα μέσα στη βροχή,
σε οάσεις της ερήμου.

Κάθε βήμα σαν το δόρυ
σκάλιζε την καρδιά μου,
έγινε η πέτρα εύφορη,
να σπείρω τα όνειρά μου.

Γεύτηκα δάκρυ και βροχή,
αλμύρα από ιδρώτα.
Ατσάλωσα την αντοχή,
χαμήλωσα τα φώτα,
για να χορέψω στη ζωή
καλό, κακό και πόνο,
ό,τι στο δρόμο μου βρεθεί,
ό,τι και αν ανταμώνω.

1-Untitled.FR12 - 0006

 

Με αντίπαλο έμενα

Τα πόδια σπρώχνουν την ψυχή
και η ψυχή τα πόδια
και στο ταξίδι της ζωής
περνάω τα εμπόδια.
Πληρώνω το αντίτιμο
στου δρόμου τα διόδια,
τρέχω να φτάσω να χαρώ
όσα μου ’χει ταμένα,
σ’ έναν αγώνα αντοχής
με αντίπαλο έμενα.

 

1-1-Untitled.FR12 - 0007

 

Σαν αγγελιοφόρος

Σε είδα να τρέχεις
σαν αγγελιαφόρος
στο δρόμο που ενώνει γη και ουρανό,
εκεί στη γραμμή του ορίζοντα.
Σε είδα να τρέχεις, αφήνοντας
μια ρωγμή στο χρόνο,
μια ρωγμή στον πόνο
και μια ελπίδα
ότι το αδύνατο
μπορεί να γίνει δυνατό.

1-Untitled.FR12 - 0008

 

Δεκατέσσερις Αυγούστου

Έτρεξα και σήμερα (40η επέτειος της δεύτερης εισβολής)
ως εκεί που δυο ειρηνευτές με σταμάτησαν.
«You are in the risk area», μου είπε ο ένας ευγενικά.
Το χέρι να άπλωνες, θα είχες στην παλάμη σου την Αμμόχωστο.
Το τουρκικό φυλάκιο λίγα μέτρα μπροστά μου υπερυψωμένο.
Λίγα μέτρα πίσω, σε μη «risk area»,
βουτιά στη θάλασσα, κολύμπι προς τα ανοιχτά και ξάπλα,
με τα χέρια στο σβέρκο για μαξιλάρι.
Απόλυτη ηρεμία.
«Αφού μπορώ να ξαπλώνω στη θάλασσα,
γιατί να μην μπορώ να τρέξω στην επιφάνειά της;», σκέφτηκα.
«Όχι, για να το «παίξω» Χριστός, αλλά για να ζήσω
ως άνθρωπος άλλη μια μικρή χαρά.»

1-Untitled.FR12 - 0009

 

Επίλογος (Γενέθλια)

Αν θες να με σκοτώσεις,
εμπόδισε με από το να τρέχω
και θα είναι ένας θάνατος αργός, βασανιστικός.
Έχω γενέθλια σήμερα,
έφτασα στο μισό και κάτι του προσδοκώμενου ορίου ζωής.
Νιώθω νέος, γερός και δυνατός.
Η ευεξία πρέπει να μετριέται με την ποσότητα των χιλιομέτρων.
Έχω τρέξει κοντά τρεισήμισι φορές το γύρο της γης μέχρι σήμερα.
Γι’ αυτό μη με ρωτάτε αν τρέχω ακόμα.
Εγώ ποτέ δε σας ρώτησα για τα αυτονόητα.
Τον εαυτό σας να ρωτήσετε πότε θα ξεκινήσει,
πότε θα ξεκολλήσει από το δολοφόνο καναπέ,
που τροφοδοτεί τη σωματική και εγκεφαλική παράλυσή σας.
Τον εαυτό σας να ρωτήσετε,
πότε θα επαναστατήσει η ψυχή σας,
πότε θα σας φωνάξει:
«Κουνήσου μούχλα…».

1-Untitled.FR12 - 0010

 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Όλα άρχισαν όταν ο Κώστας ζήτησε από την Πόλα να «παντρέψει» ένα σκίτσο της, που είδε σε σελίδα κοινωνικής δικτύωσης, με ένα δικό του ποίημα, που μόλις είχε γράψει, με θέμα το τρέξιμο. Το «πάντρεμα» των δύο δημιουργιών ήταν μια όμορφη σύμπτωση των δύο δρομέων-δημιουργών. Εκείνο το πρωί, η Πόλα έτρεξε στη θάλασσα. Κάθε της βήμα ήταν ένα παιχνίδι με το κύμα, μπρος-πίσω, πάνω- κάτω. Το σκίτσο, μια απλή παιχνιδιάρικη γραμμή με κύκλους και καμπύλες, αντανακλούσε την απορία του Κώστα, όπως αυτή εκφραζόταν στο ποίημά του: «Αν τα πόδια είχαν πινέλα, τι σχήματα, άραγε, θα ζωγράφιζαν;».
Για τους επόμενους δέκα μήνες οι δύο τους συνομιλούσαν ζωγραφίζοντας και γράφοντας… Κάποιες φορές την αρχή έκανε η Πόλα, στέλλοντας στον Κώστα ένα σκίτσο της, ενώ άλλες φορές πρώτος δημιουργούσε ο Κώστας. Έγινε γρήγορα φανερό ότι το κοινό τους θέμα, το τρέξιμο, είναι και για τους δύο τρόπος ζωής και αστείρευτη πηγή έμπνευσης.

* * *

Η Πόλα Χατζήπαπα γεννήθηκε στη Λευκωσία. Σπούδασε Καλές Τέχνες στις ΗΠΑ και Visual Communications στο Λονδίνο. Έχει παρουσιάσει πέντε ατομικές εκθέσεις και έλαβε μέρος σε πολλές ομαδικές τόσο
στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό. Ασχολείται ερασιτεχνικά με το τρέξιμο εδώ και 25 περίπου χρόνια.

 

ΓΙΑ ΤΟ ΚΩΣΤΑ ΠΑΤΙΝΙΟ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ 18/5/2015

«Κουνήσου μούχλα»,  2014

Ποίηση ενδοσκόπησης και αυτογνωσίας

Σύζευξη εικόνας και στίχου. Αυτό επιχειρείται στο βιβλίο του Κώστα Πατίνιου και της Πόλας Χατζήπαπα. Έτσι δεν ξενίζει κανένα που οι πλείστοι στίχοι του Κ.Π. έχουν έντονο εικαστικό υπόβαθρο και τα σκίτσα της Π.Χ. έχουν βαθιά ποιητική διάθεση. Όμως θα μιλήσω αποκλειστικά για την ποίηση, καθότι για τα εικαστικά δηλώνω παντελώς αδαής.

Ο ποιητής προϊδεάζει τον αναγνώστη για το τι θα ακολουθήσει από τους πρώτους κιόλας στίχους στο πρώτο ποίημα του βιβλίου: «Όταν τρέχω συχνά περνά από το μυαλό μου η εικόνα πως τα πόδια μου / είναι πινέλα και ο δρόμος ένας τεράστιος καμβάς. / Τι ζωγραφιά, άραγε, θα σχημάτιζαν τα βήματα μου;». Σελ. 11)

Η ποίηση του Κ.Π. έχει μια υπερβατική καθολικότητα στη ματιά της, δεν περιχαρακώνεται πίσω από συναισθήματα, δεν εγκλωβίζεται σε στερεότυπα. Π.χ. ο ποιητής αναφερόμενος στον Πενταδάκτυλο, λέει: «Αυτό το βουνό είναι μόνο για να αγαπιούνται / στην παλάμη του οι άνθρωποι. / Άνθρωποι χωρίς ταμπέλες». (σελ. 15)

Ο Κ.Π. γράφει πρώτ’ απ’ όλα ποίηση ενδοσκόπησης και αυτογνωσίας. Φαινομενικά ο ποιητής σχολιάζει τον περιβάλλοντα χώρο, αλλά πάντοτε κοιτάζει μέσα του: «Μην κοιτάς τους χάρτες, μέσα σου δες… / Σύγχρονες τεχνολογίες, δορυφόροι, / gps, google maps, για να μη χάνεσαι, / με ένα κουμπί κοινοποιείς το στίγμα σου / …χαμένε άνθρωπε. / Άσε τα πόδια σου να καθαρίσουν το μυαλό σου, / άσε τα πόδια σου να καθορίσουν / το στίγμα σου στους δρόμους…». (σελ. 19)

Ως δρομέας, κυριολεκτικά και μεταφορικά, ο Κ.Π. υμνεί το δρόμο, τη διαδρομή, την πορεία, για τις εξαγνιστικές, λυτρωτικές, καθαρτικές ιδιότητες τους, για τον πλούτο των συναισθημάτων και των εμπειριών και κυρίως για την αποτελεσματικότητά τους. Να ένας ενδεικτικός στίχος: «Δάκρυα, ιδρώτας, εσωτερικές αστραπές και βροντές, /χείμαρρος, που παρασέρνει τα προβλήματα / και τα πνίγει στη θάλασσα των χιλιομέτρων». (σελ. 21)

Ο Κ.Π. δεν είναι βέβαια υμνωδός μόνο του δρόμου, είναι υμνωδός και του τρεξίματος ως μίας εξίσου εξαγνιστικής, θεραπευτικής και λυτρωτικής διαδικασίας, του τρεξίματος που το εξομοιώνει με την τέχνη: «Είναι τέχνη να τρέχεις, / όπως το να αγαπάς, να ερωτεύεσαι, / να πέφτεις, να σηκώνεσαι, / να συγχωρείς, να ταπεινώνεσαι. / Γιατί η ευτυχία είναι επιλογή, που βρίσκεται σε κίνηση». (σελ. 25)

Το τρέξιμο, ως ένα δρομολόγιο προς την αυτογνωσία, διατρέχει όλο το βιβλίο από σελίδα σε σελίδα: «Όταν τρέχω, κάνω ‘αντίσταση’ κατά του κακού μου εαυτού. / Αν δεν τρέξεις, δε θα με μάθεις. / Αν δεν τρέχω, με χάνω». (σελ. 29) Αλλά το τρέξιμο, κατά τον ποιητή, δεν είναι μόνο ταξίδι αυτογνωσίας, είναι και αναμέτρηση με τον ίδιο μας τον εαυτό: «…τη μια με προσπερνώ, την άλλη με κυνηγώ, / άλλοτε τερματίζουμε χέρι – χέρι, / ποτέ μονάχος, πάντα δύο. / Και αν με βλέπεις έναν, / είναι που είσαι εσύ μισός». (σελ. 33)

Ο αγώνας δρόμου είναι αγώνας διάνοιξης προοπτικής, αγώνας να αχνοχαράξει μια ελπίδα, αγώνας για ένα καλύτερο αύριο, σε όλους τους τομείς και σε όλα τα επίπεδα. Όπως λιτά και άμεσα το διατυπώνει ο Κ.Π.: «Σε είδα να τρέχεις / αφήνοντας / μια ρωγμή στο χρόνο, /μια ρωγμή στον πόνο / και μια ελπίδα / ότι το αδύνατο / μπορεί να γίνει δυνατό». (σελ. 51)

Μια από τις αρετές της ποίησης του Κ.Π. είναι πιστεύω και η αποφθεγματικότητά της. Ο ποιητής είναι συνήθως λακωνικός, ευσύνοπτος και με έφεση στις γενικεύσεις, δηλαδή στην εξαγωγή γενικών συμπερασμάτων μέσα από ειδικές καταστάσεις. Παραθέτω ένα ενδεικτικό παράδειγμα αποφθεγματικότητας: «Ο στόχος πάντα θα προηγείται, / για να μπορούμε να κυνηγάμε τη ζωή, / για να αξίζει να ζούμε». (σελ. 53)

Από την ποίηση του Κ.Π. δεν λείπει ο λυρισμός, συνυπάρχει μαζί με τη δομή, τη ρώμη, την πειθαρχία, το ρυθμό και την ταχύτητα ενός δρομέα. Και είναι ένας λυρισμός πέρα για πέρα υπερβατικός, καθώς έχει να τιθασεύσει τόσα στοιχεία φαινομενικά ασύμβατα μαζί του: «Το πρωί, καθώς ανατέλλει ο ήλιος, / σχηματίζεται μια κίτρινη λεωφόρος μέσα στη θάλασσα, / μια ηλιόστρατα. / Λέω, μια μέρα, να την πάρω και όπου με βγάλει. / Να τρέχω ως το βράδυ, μέχρι το φεγγάρι να ρίξει / τη φεγγαρόστρατα του μέσα στη θάλασσα, / …». (σελ. 59)

Θέλω ακόμη να σημειώσω πως είδα με συμπάθεια τις μια-δυο περιπτώσεις που ο Κ.Π. επιχείρησε να γράψει σε παραδοσιακό ομοιοκατάληκτο στίχο. Το αποτέλεσμα ελέγχεται για τις συνήθεις αβαρίες που παρεισφρέουν μέσα στην αυστηρή αρχιτεκτονική δόμηση της ομοιοκαταληξίας, όμως παράλληλα προσφέρει και μια δροσιά, τη δροσιά της πρωτόλειας δουλειάς σε αυτή τη μορφή και τεχνοτροπία.

Γενικά όμως, έχω την εντύπωση ότι το θεματικό μοτίβο ολόκληρης της ποιητικής συλλογής όπως επίσης και οι τεχνοτροπικές φόρμες που χρησιμοποίησε ο ποιητής, εξαντλήθηκαν προτού εξαντληθούν οι σελίδες του βιβλίου. Με δυο λόγια, τουλάχιστον ένα μέρος της επανάληψης μοτίβου και φορμών, έχω τη γνώμη πως θα μπορούσε να αποφευχθεί με μεγαλύτερη σύμπτυξη, ελλειπτικότητα και πυκνότητα λόγου.

 

ΜΑΡΙΑ ΠΥΛΙΩΤΟΥ

ΕΦ. Αλήθεια 23/1/2014

Μικρά και Μεγάλα Παράθυρα στον Κόσμο

Δρόμου Δρώμενα.

Το πρώτο βιβλίο του Κώστα Πατινιού μας είχε χαρίσει μια ευχάριστη έκπληξη, τόσο για τον ποιητικό του τίτλο «Είναι μέρες που αναπνέω τη σιωπή
τους» (Εκδόσεις Αρμίδα, 2011) όσο και για το περιεχόμενό του. Ποιήματα, πεζοτράγουδα και διηγήματα δεμένα μ’ ένα ιδιόρρυθμο τρόπο, γεμάτα χιούμορ και πρωτότυπες εικόνες. Και τώρα, δυο σχεδόν χρόνια μετά, έρχεται το
δεύτερο βιβλίο του, «Δρόμου Δρώμενα», να μας χαρίσει ακόμα μια φορά τη χαρά της δροσερής αυτής γραφής, μιας γραφής ελεύθερης από τις συμβατικότητες και τον συντηρητικό τρόπο που μας συνηθίζουν δεκάδες περιπτώσεις άλλων λογοτεχνών.
Ο Κώστας Πατίνιος γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1971. Εργάζεται
ως Λειτουργός σε Ίδρυμα με παιδιά με ειδικές ανάγκες. Είναι παντρεμένος κι έχει δυο παιδιά. Όντας ο ίδιος αθλητής μεγάλων αποστάσεων είναι ένθερμος υποστηρικτής της διά βίου άθλησης, την οποία θεωρεί ασπίδα στην παρακμή που χαρακτήριζα την εποχή μας. Κι είναι ακριβώς αυτά τα «πιστεύω» του που εκφράζει στις μικρές αυτές ιστορίες του τόμου που σας προτείνουμε σήμερα. Αυτοτελείς μικρές ιστορίες, λοιπόν, ποικίλων συναισθημάτων, που όλες μαζί δημιουργούν μια μεγάλη, μια νουβέλα ή μυθιστόρημα με ήρωα τον
Άρη (τον ίδιο τον συγγραφέα), ένα δρομέα μεγάλων αποστάσεων.
Μέσα από ης σελίδες του νιώθουμε την ανάσα του υπέροχου αυτού αθλητή και την αγωνία του να ξεπερνά κάθε φορά το δικό του ρεκόρ. Και ποιο είναι άραγε το… «τέλος» – το ρεκόρ – που ονειρεύεται ο ήρωας Άρης, ο συγγραφέας Κώστας να φθάσει: Ένα «ημιμαραθώνιο». ή κάποιο «μαραθώνιο». ή κάτι άλλο;
Αυτά τα ερωτήματα, κι άλλες ίσως απορίες σας. θα τις λύσετε διαβάζοντας αυτό το δροσερό, γεμάτο χιούμορ, γεμάτο χαρά και όνειρο βιβλίο. Ο Πατίνιος είναι σίγουρα ένας ανεπιτήδευτος κι αυθόρμητος συγγραφέας, κι έτσι περίπου πρέπει να ‘ναι και στη ζωή του. Η γραφή του δεν έχει να κάνει με το νόμο των σκοπιμοτήτων που επιβάλλονται απ’ έξω. Η γραφή του Πατινιού λειτουργεί από μέσα βαθιά του. σαν ανάγκη να πει στους αναγνώστες του πως «η διά βίου άθληση μπορεί να γίνει μέρος της καθημερινότητάς μας, για να αποτελέσει ασπίδα προστασίας από τις παγίδες του σύγχρονου τρόπου
ζωής. Και δεν τα λέει με κήρυγμα, με διδακτισμό. Τα λέει μέσα από
την ενδιαφέρουσα διαδρομή, μέσα από ία «δρώμενα» του δρόμου του ήρωα του. του Άρη. Μέσα από την απλότητα της γραφής του ο Πατίνιος πέτυχε να διανοίξει τον ορίζοντα του προβληματισμού, όσο δεν μπορούν να κατορθώσουν δεκάδες άλλοι με τα σοβαροφανή κείμενό τους.
Τελειώνοντας, αυτό το βιβλίο είναι από τις περιπτώσεις εκείνες που θα ‘θελες να το ξαναδιαβάσεις. Είναι μια πηγή χαράς, αισιοδοξίας, δροσιάς που σε κάνει, σε κάθε του αράδα, να χαμογελάς. Τι άλλο να πει κανείς; Πως μέσα από τα λιτά αυτά πεζογραφήματα, τα γεμάτα σοφία, ερχόμαστε τελικά σ’ επαφή με μια ατόφια ποιητική ψυχή; Σίγουρα ΝΑΙ!
Ευχαριστώ μ’ όλη μου την καρδιά τη φίλη-συγγραφέα Μαρία Ολυμπίου που μου το δάνεισε και τον μικρό Ορέστη Πατίνιο που της το έχει αφιερώσει. Σημειώνω τέλος την εκδοτική αρτιότητα του βιβλίου και την υπέροχη φωτογραφία του εξωφύλλου, που ανήκει στο Μιχάλη Θεοχαρίδη.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ 11/6/2018

«Θέα από μπαλκόνι», 2017.

Διηγήματα άπλετης ανθρωπογεωγραφίας

Η αυτοαναφορικότητα, η βιωματικότητα και η κοινωνική παρατηρητικότητα είναι οι κύριες παράμετροι που καθορίζουν τις βασικές θεματικές του Κώστα Πατίνιου ως διηγηματογράφου. Ο συγγραφέας είναι δρομέας, είναι πατέρας εφήβων, και λειτουργός του Δημοσίου στο Γραφείο Ευημερίας. Αυτές οι ιδιότητες καθορίζουν και τη θεματική διαπασών στα αφηγήματά του. Στα πλείστα κείμενά του ανιχνεύονται αυτοβιογραφικά στοιχεία, αλλού σε μεγαλύτερο και αλλού σε μικρότερο βαθμό.

Τα πιο πολλά διηγήματα του Κ.Π. έχουν κοινωνική υφή και χαρακτήρα, ενώ μέσα από αυτά ξεδιπλώνονται κοινωνικές ευαισθησίες και προτεραιότητες. Τα δε χαρακτηριζόμενα και ως διηγήματα ιδιωτικού χώρου είναι αριθμητικά λιγότερα, ενώ ακόμα και από αυτά δεν λείπουν οι κοινωνικές προεκτάσεις.

Το βιβλίο του Κ.Π. περιλαμβάνει συνολικά 26 αφηγήματα. Τα πιο πολλά είναι ευσύνοπτα έως μινιατουριστικά, ειδολογικά δε κάποια ταξινομούνται ως διηγήματα και κάποια άλλα μάλλον ως χρονογραφήματα ή και μικρά ενσταντανέ της ζωής και της καθημερινότητας που μας περιβάλλει και ενίοτε μας καταβάλλει.

Ο Κ.Π. ενδιαφέρεται πρωτίστως για την ανθρωπογεωγραφία και αυτή διατρέχει όλες τις θεματικές του. Αυτό συμβαίνει είτε αντλεί εμπνεύσεις και ερεθίσματα από τον επαγγελματικό του χώρο, τον οικογενειακό του κύκλο ή το κοινωνικό του περιβάλλον. Ο άνθρωπος, οι έγνοιες, οι ανησυχίες, οι προσδοκίες και τα όνειρά του είναι στο επίκεντρο της συγγραφικής προσοχής.

Θα ήθελα ν’ αρχίσω με κάποιες ενδεικτικές αναφορές σε διηγήματα με προφανείς αναφορές στον επαγγελματικό περίγυρο του συγγραφέα. Στο διήγημα «Ακατάλληλος υπάλληλος» (σελ.42) ανιχνεύονται αρκετά αυτοβιογραφικά στοιχεία και στοιχεία αυτοαναφορικότητας. Γίνεται λόγος για έναν αντισυστημικό λειτουργό πρώτης γραμμής, ο οποίος κατηγορείται ότι χρησιμοποίησε απόρρητα στοιχεία από υπηρεσιακούς φακέλους για να γράψει και να εκδώσει μια συλλογή από διηγήματα. Η υπηρεσιακή δίωξή του καταρρέει, όταν η διευθύντριά του αντιλαμβάνεται ότι ο ίδιος έχει πολύ φιλική σχέση με τον γενικό διευθυντή του αρμόδιου υπουργείου! Πρόκειται για ένα γλαφυρό διήγημα κριτικής των κάκιστων νοοτροπιών που αναπτύσσονται στις υπηρεσίες του Δημοσίου.
Αναλόγου πνοής είναι και το διήγημα «Δυο φίλοι και μια ιστορία» (σελ.91) όπου θεματοποιείται η ανέλιξη στο Δημόσιο, ο ψυχρός υπολογισμός, ο καριερισμός, ο αριβισμός που κάνει τους ανθρώπους παγοκολόνες και στυγνούς χρησιμοθήρες. Στις σελίδες του σκιαγραφούνται τυπολάτρες, ψυχροί και απρόσωποι διευθυντές και διευθύντριες, που κρατούν τις αποστάσεις για να μην στραπατσάρουν τα ίμεϊτς τους.

Ώρα όμως να περάσω στα κοινωνικής υφής διηγήματα του Κ.Π. Εύστοχο και παραστατικό θεωρώ το διήγημα «Ο Γιώρκος από το Μπακλαντές». (σελ.88) Πρόκειται για μια ανθρώπινη ιστορία βιοπάλης και κοινωνικής αλληλεγγύης. Εδώ εκ παραλλήλου ψέγονται και οι μαφίες των κολλεγίων, που στην ουσία πουλούν βίζες σε ξένους εργάτες δήθεν φοιτητές. Το διήγημα συνιστά και μια μικρή ωδή στην ανθρώπινη μεγαλοψυχία. Το τσιράκι που έγινε μάστρος στη χώρα του και τώρα με την οικονομική κρίση στην Κύπρο θέλει να ανταποδώσει βοηθώντας τον πρώην μάστρο του.

Ιδιαίτερη αναφορά θα ήθελα να κάμω στο διήγημα «Ο εχθρός» (σελ.127) όπου ο συγγραφέας αντιμάχεται στερεότυπα που ταλανίζουν τη ζωή μας, όπως π.χ. η διακοινοτική εχθρότητα ή έστω αντιπαλότητα μεταξύ Ε/κ και Τ/κ. Αναδεικνύει βαθιά βιωματικά στοιχεία δικοινοτισμού και συμβίωσης, μέσα από τις αφηγήσεις των ηρώων του. Απαράμιλλα παραστατική η ιστορία του παππού, εκκλησιαστικού επιτρόπου σε δικοινοτικό χωριό, που τις Παρασκευές όμως, όντας εγγράμματος και τουρκομαθής, διάβαζε αποσπάσματα από το κοράνι σε αναλφάβητους Τ/κ συγχωριανούς του. Όλα αυτά βέβαια, μέχρι που κάποιοι τον κάρφωσαν στο δεσπότη. Άλλος ήρωας, στο ίδιο διήγημα, μονολογεί με πίκρα αλλά επί της ουσίας: «…το παιχνίδι μίσους και αλληλοεπίρριψης ευθυνών δεν έχει νικητές και ηττημένους. Αυτό το παιχνίδι δεν έχει καν ισοπαλία». (σελ.130) Και πράγματι, στην προκειμένη περίπτωση, ανάλογες συμπεριφορές, είναι καθολική και συνολική ήττα που επιφέρουν, για όλους.

Θεωρώ πως το πιο πλήρες, το πιο ολοκληρωμένο διήγημα της συλλογής είναι το πρώτο στο βιβλίο, το «Μυστικά γυναικών» (σελ.19) που είναι συνάμα και το πιο εκτενές. Πρόκειται για ένα σπονδυλωτό αφήγημα με τέσσερις, φαινομενικά, άσχετες ιστορίες μεταξύ τους, που όμως όλες μαζί και η κάθε μια χωριστά κρύβουν έναν έρωτα μυστικό, απαγορευμένο και κοινωνικά μη αποδεκτό. Η Δανάη, που όντας φοιτήτρια στο Λονδίνο, έκαμε παιδί με τον Αφροαμερικανό εραστή της, το έδωσε για υιοθεσία, αποκρύβοντας τα πάντα από την οικογένειά της. Η Μαρία που ενώ ήταν το άλλοθι για την εξωσυζυγική σχέση της φίλης της, δημιούργησε η ίδια εξωσυζυγική σχέση με τον ίδιο εραστή. Η Στέλλα, ανύπαντρη που έκανε σεξ με τον παντρεμένο, αλλά επιστήθιο, φίλο της μόνο και μόνο για να αποκτήσει παιδί. Όμως ύστερα από εξετάσεις διαπίστωσε ότι ο φίλος της έχει αζωοσπερμία, άρα το εντός γάμου παιδί του τελευταίου δεν είναι δικό του. Και η Ελένη που ως ψυχολόγος δημιούργησε σχέση με κατάδικο στις φυλακές και το παιδί που απέκτησε μαζί του, χρόνια μετά, έπιασε δουλειά στο ίδιο σωφρονιστικό ίδρυμα όπου παραμένει ακόμα έγκλειστος ο πατέρας του. Και χωρίς να γνωρίζει ο ένας την ύπαρξη του άλλου. Και οι τέσσερις ιστορίες κρύβουν μια τραγικότητα και μια τρυφεράδα που αποδίδονται από το συγγραφέα με ιδιαίτερη ευαισθησία και σεβασμό.

Θα ολοκληρώσω αυτή την παρουσίαση αναφερόμενος σε δύο διηγήματα ποιητικής. Πρώτα για το ενδιαφέρον «Η Μαργαρίτα απ’ το απέναντι βιβλίο». (σελ.116) Σ’ αυτό το μινιατουρίστικο αφήγημα ποιητικής ο συγγραφέας συνομιλεί με την ηρωΐδα ενός μελλοντικού του μυθιστορήματος. Αλλά αντί να αποτελειώσει αυτός αυτήν, συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο, η ηρωΐδα σπρώχνει στο ικρίωμα τον συγγραφέα! Ο Κ.Π. δεν διστάζει να δοκιμάζει πράγματα νεωτερικά, αλλά και να δοκιμάζεται σε άγνωστα, για τον ίδιο, αχαρτογράφητα νερά. Είναι ένας συγγραφέας που δεν φοβάται να τσαλακωθεί και δεν κρύβεται κάτω από κανένα καβούκι καθωσπρεπισμού.

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

ΑΜΑΛΙΑ ΡΟΥΒΑΛΗ

1-ΑΜΑΛΙΑ

 

Η Αμαλία Ρούβαλη γεννήθηκε στο Ναύπλιο όπου πέρασε τη παιδική της ηλικία και ζει στην Αθήνα με διαλείμματα για σπουδές και διαμονή στο εξωτερικό. Είναι κοινωνιολόγος και ισπανίστρια, μεταφράστρια από τις ιβηρικές και λοιπές λατινογενείς γλώσσες. Για δύο περίπου δεκαετίες διετέλεσε επίσημη μεταφράστρια και Ακόλουθος Τύπου στην Πρεσβεία του Μεξικού στην Ελλάδα. Έχει διδάξει κοινωνιολογία της Λατινικής Αμερικής και τις ιβηρικές γλώσσες επί τριακονταετία. Ποιήματα της έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά καθώς και στο blog που διατηρεί  www.amarouv.blogspot.com

 

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

ΠΟΙΗΣΗ

Πρώτα ποιήματα», (1976) εκδόσεις «Νέα Σκέψη».
Έπεα πτερόεντα; (2009) εκδόσεις «τυπωθήτω»

ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ

Lispector, Clarice, 1920-1977, Κοντά στην άγρια καρδιά (2008)
Fuentes, Carlos, 1928-2012, Η ήσυχη συνείδηση (2010)

 

1-βιβλιο - 0001

 

ΕΠΕΑ ΠΤΕΡΟΕΝΤΑ;

ΠΟΙΗΤΙΚΑ ΠΟΝΗΜΑΤΑ 1977-2009

ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΙΣ

Η ειλικρίνεια έχει χρώμα που δακρύζει.
Στρίβει από τη γωνία
κι εγώ καταπλακώνομαι
από γρανιτένια κρύσταλλα
ψέματος.

Δεκ. 2007

 

Ο ΧΡΟΝΟΣ;

Προσπαθώ ν’ αγγίξω το Χρόνο
Ξεφεύγει, απαλά
Απ’ τα ακροδάχτυλά μου
σε ίσιες γραμμές.
Μαύρο.
Προσπαθώ να αιχμαλωτίσω το Χρόνο
στην αγκαλιά μου
Γλιστράει σε άσπρο και μαύρο
με σινική και πενάκι
Τεθλασμένες ή ευθείες
Σβήνει στο βάθος του ορίζοντα.
Αχλύ στα μάτια μου
Κλαίω;

Δεκ. 2006

 

ΕΠΕΑ ΠΤΕΡΟΕΝΤΑ

Έπεα πτερόεντα είν’ οι ζωές μας
Έπεα πτερόεντα είν’ οι ψυχές μας

Έπεα πτερόεντα οι ιδέες μας
Έπεα πτερόεντα οι αντοχές μας.

Σε κινούμενη άμμο το παρόν μας
Αβυσσαλέο βάραθρο τα μελλούμενά μας

Όλα παρασέρνονται
Φύλλα σωρός υπερίπτανται
στο σήκωμα τ’ αγέρα.

Πού χαθήκαν οι σταθερές,
οι σιγουριές, τα πρέπει;

Ξανάρχεται η ζωή
στα μάτια ενός παιδιού’
ατενίζει θαρρετά απ’ το γυαλί του παγκόσμιου χωριού
και λέει: εγώ είμαι η ζωή,
κάντε καλλίτερο το τώρα μου,
μη μου κλέβετε το αύριο.
Δεν καταλαβαίνει από έπεα πτερόεντα

Μας πρόλαβε στο πέταγμα
και σκάσαμε καταγής στο χτες.
Χωρίς φτερά και πόρους.
Η πίκρα είναι πολλαπλή.

2007

ΖΩΗ ΚΙ ΑΥΤΗ

‘Ο,τι χώρεσε από ζωή,
χώρεσε.
Τώρα στριφώνω τα ξεφτίδια
για να μην ξηλωθεί
και το λίγο που απομένει.

Οκτ. 2008

 

ΚΙ ΥΣΤΕΡΑ ΗΡΘΑΝΕ ΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ

Κι ύστερα ήρθανε τα σύννεφα
κι ο Χατζηδάκις.
Δυστυχώς, εγώ μετανάστευσα
στη βοή της μεγαλούπολης.
Να ’ναι καλά
η ολοκαίνουργια Υόρκη.
Η θέαση του πολύχρωμου πλήθους
Με παρηγορεί προσωρινά.
Είναι που βρίσκομαι
όλο και πιο κοντά σου,
Μια ανάσα πτήση,
Τι να πεις.
Χαζότερη κίνηση
από την προσγείωση
δε θα μπορούσα να κάνω.
Οπότε, κωπηλατώ με μανία
στη λίμνη
του Κεντρικού Πάρκου.
Όταν μου τελειώσουν οι ανάσες
υπάρχει πάντα η ελεύθερη πτώση.

Σεπτέμβριος 2008

 

ΚΥΚΛΟΣ

ΜΙΚΡΟΣ
ΕΡΩΤΙΚΟΣ
και ΑΝ-ΕΠΙΔΟΤΟΣ

 

ΜΑΤΙΑ

Δυο τεράστιοι, κόκκοι
ξανθού καφέ
πίσω απ’ τον χρυσό σκελετό.
Παντού χρυσός
Λευκό και χρυσός
Αγνά — είπα — αγνά,
κοιτάζει αγνά.
Η χημική ένωση
μας κάρφωσε
σ’ αλλόδοξους καιρούς.

 

ΑΛΑΛΟΝ ΥΔΩΡ

1. ΔΡΟΣΕΡΗ ΕΙΚΟΝΑ

Τ ο κεφάλι σου
διασχίζει, με δύναμη
υπόγεια το νερό.
Τα ξανθά σου μαλλιά
κολλημένα
Σου καλύπτουν
τα ορθάνοιχτα μάτια.
Όπως με πλησίαζε
το σώμα σου
έκοψε ταχύτητα.
Η εγγύτητα
γλύκανε τον ορίζοντά μου.

2. ΚΑΘΕΤΟ ΚΟΛΥΜΠΙ

Τα μάτια σου κολυμπάνε κάθετα
κάτω απ’ το νερό
Διασχίζουνε με άνεση ψαριού αβύσσους.
Τι ψάχνεις;
Προσπαθώ να φέρω το κορμί μου
προς το μέρος τους.
Μάταια.
Πάλι πλεύσαμε
σε διαφορετικά βάθη.

2000

 

ΕΝΑΣ ΧΡΟΝΟΣ ΑΕΡΙΝΟΣ

Ένας χρόνος αέρινος
από τότε που σε είδα.
Ένας χρόνος
με τον κύκνινο λαιμό σου
μες στο βλέμμα μου.
Ένας χρόνος να γελάς,
να μιλάς ζωηρά
και τα χέρια κομψά
ν’ ανεμίζουν
τον αέρα της πόλης.

Ένας χρόνος
κι είσαι
ο ίδιος αέρας.
Κυματίζεις τις ιδέες σου
χίμαιρες.
Χείμαρρος εσύ
που θυμώνεις
σαν μια πέτρα
σου κόβει τον ρου.
Κι άλλοτε πάλι
αναδιπλώνεσαι στοχαστικά
και το έξυπνο βλέμμα σου
φυλακίζει
τον αέρα π’ ανασαίνω.

2001

 

Τ’ ΟΝΟΜΑ ΣΟΥ

Τ όνομά σου αρχίζει
με το δέκατο γράμμα του αλφαβήτου
Το δικό μου με το πρώτο.
Ανάμεσά τους το μηδέν
Ανάμεσά μας το άπειρο.
Για καλό ή για το τίποτα.
Μπορώ να καταργήσω το μηδέν
Το άπειρο όμως;

2000

ΚΥΛΑΣ

Κυλάς μέσα σ’ όλες μου τις φλέβες.
Δεν έχουν αίμα
εσέναν έχουν
στους τόνους του χρυσού και του καφέ.
Αν κάποτε χάσεις τον εαυτό σου
έλα κι άνοιξέ με.
Σε φυλάω εδώ.

 

ΑΙΜΑ

Αίμα στο κεφάλι σου
Αντάρα στο μυαλό μου.
Ξύπνησα από τα μάτια σου
Λαμπερά και γλυκά.
Ο επόμενος ύπνος μες στα χέρια σου
γαλήνεψε τα σωθικά μου.
Δεν θέλω πια να πάω
πουθενά αλλού.

2000

 

ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΘΑ ΜΑΘΕΙΣ

Ποτέ δεν θα μάθεις
ποια χημεία με ένωσε νοητά
με τα κύτταρά σου.
Ποτέ δεν θα μάθεις
γιατί αφαιρούμαι στη θέα
των χεριών σου.
Ποτέ δεν θα μάθεις
γιατί τραγουδάω πια αλλιώς
από την ώρα που το προφίλ σου
κατοίκησε μόνιμα το βλέμμα μου.
Ποτέ δεν θα μάθεις
γιατί το απατηλά δειλό σου χαμόγελο
σκάβει πληγές στα σωθικά μου.
Ποτέ να μην μάθεις
το πόσο σε θέλησα κομμάτι της ζωής μου.
Αν έρθεις κάποτε, ατόφιος,
ίσως και να μην βρεις την καρδιά μου.
Τρύπια, εξάλλου, τι να την κάνεις;

1995

 

ΦΩΤΑ

Υπάρχει ένα φως
Που τυλίγει το σκοτάδι.
Πύρινες γλώσσες.
Το πρόσωπό σου στοχαστικό κι αφημένο
στηρίζει την πόρτα.
Φέρνεις μια σπίθα
ανολοκλήρωτης αμφισβήτησης.
Λαμπαδιάσαμε.

1979-2004

 

ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ

I

Όταν η ψυχή μου ορμητικά
τείνει να σε φτάσει,
είσαι αλλού φευγάτος.

Όταν τα χείλη μου
σου προσφέρουν λέξεις
το κρανίο σου τελεί
ερμητικά κλειστό.
Κάλεσα όλου του κόσμου τα σκεπάρνια
για να σ’ ανοίξουν.
Δήλωσαν αδυναμία
Κι απαίτησαν πληρωμή.
Πάλι έχασα υλικά,
πάλι σ’ έχασα σε σφαίρες αέρινες.
Τα κορμιά σιωπούν.
Εξακολουθώ να παραμένω
αθώα εν τρικυμία κρανίου.

II

Σε θέλησα κολασμένα
για καιρούς πολλούς.
Το κύλισμα της άμμου
ούτε που συγκρίνεται
Με το φευγαλέο σου ύφος.

Τα χαμόγελα εκατέρωθεν
υπηρετούν μόνο την Ιστορία
Εμείς φτενοί και πάλι.

III

Ο ασύμπτωτος χρόνος
σκότωσε αυτό που όλου του κόσμου τα καλοκαίρια
υποσχέθηκαν αφειδώς.
Χιονίζει στην πόλη.
Έχασες.
Το νοιώθεις;

 

ΤΕΛΟΣ

Οι άγαρμπες κινήσεις που επισύρουν τέλος
Οι αμήχανες καταστάσεις που κραυγάζουν
«τέλος».
Το περιθώριο των συμπτώσεων μας υπήρξε
«ουδέν»
μόνο τα βουνά,
όγκοι μαβιοί κυματίζοντες
ξέρανε την αλήθεια.
Όταν είπα πια «τέλος»
μου γνέψαν φιλικά
και σηκώσαν αεράκι.
Με ρίπισε ανατριχιαστικά
και μ’ έριξε στη λίμνη
των δακρύων σου.
Γοργόνα, βγήκα ταχύτατα στην ακτή.
Ασφαλής και πάλι,
φόρεσα τ’ αλπίνια μου
κι άρχισα νέες αναρριχήσεις.

2003-2004

 

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΠΟΙΗΜΑ

Το πρώτο ποίημα είν’ αυτό,
Για την Ελάτη και το Περτούλι,
«Ταξιδέψαμε πολύ μαζί»
είπες κάποτε
Κι εγώ σκέφτηκα πως δε μπορούσα να σου γράψω
ούτ’ ένα ποίημα
εσένα, που ήσουνα η αχλύ του ονείρου,
για σένα, που εκείνους τους καιρούς νόμισα
πως είσαι το πάντα,
πως ήρθες να μείνεις για πάντα.
Μες στο καταχείμωνο, τροπικά διαμαρτυρόμενος.
Αντί για πανσέληνο
μας περίμενε η οικειότητα της βροχής,
καταρράχτες μιας ώρας.
Πώς να ξεπεράσουμε το κρυφό άγγιγμα εκείνης
της στιγμής;

Λουκιανού και Χάρητος γωνία
«σελήνη φίλιος»

 

ΠΥΡΙΝΟ ΒΛΕΜΜΑ

Το πύρινο βλέμμα σου
ξέρναγε οργή·
το όμορφο χαμόγελό σου
εκσφενδόνιζε μόνο χολή.

Όλα κατά μας
Μαζί μας ο χρόνος.
Τώρα που ξέρεις,
ο άνεμος σάρωσε την ψυχή μου.
Οι θύμισες παίζουν σκάκι με τρεις κινήσεις.
Τον βασιλιά σου τον παίρνω πια εγώ.

Σάμος, 2007

 

ΒΑΘΥ ΓΑΛΑΖΙΟ ΣΧΕΔΟΝ ΜΠΛΕ

Το βάθος του γαλάζιου
Η ένταση του βλέμματός μου
μού κούρασε τα μάτια
έγινε βαθύ μπλε.
Οι άσπρες εξακτινώσεις
χαλάρωσαν τους ορίζοντές μου.
Δεν βλέπω πια
Δεν ξέρω πια
Δεν αναγνωρίζω πια
τα χρώματα, τ’ αρώματα
μη τους ορίζοντές μου.

2004

 

ΑΛΛΑΓΕΣ

Χρεωκοπημένες Τράπεζες
Ξερνάνε άδειες κάσες ύπαρξης
Στυφίζουν οι αλλοτινές βροντοσιδερένιες θύρες
Ανταμώνοντας απελπισμένες ματιές
κορμοστασιών.
Οι διευθυντές
Μηχανοκίνητα εργαλεία
Πληγώσανε το κάποτε ανέμελο,
κερένιο τους μέτωπο.
Καμιά φορά ξημερώνει μέρα
που πονάει.

1986

 

ΣΤΟ ΝΑΥΠΛΙΟ ΛΟΙΠΟΝ

Στο Ναύπλιο λοιπόν,
μαθαίνω αλήθειες.
Τις πάντα, τις χτες, τις αιώνιες
και τώρα.

Μπορεί η Ιστορία να γιατρέψει
τους ίδιους αρχέγονους πόνους,
τις ίδιες εκπλήξεις αιώνων
κι ας είν’ κι από φίλων τα χείλη καλών;

Στο Ναύπλιο λοιπόν
γεράζει η ψυχή μου,
παλιώνει το πνεύμα
κι η κρίση θολή.

Το Ναύπλιο λοιπόν
διδάσκει αλήθειες
κι ας είν’ κι από φίλων τα χείλη καλών.

Στο Ναύπλιο λοιπόν
μαθαίνω ζωή.

Το Παλαμήδι ολόφωτο εκεί.
Κι η ψυχή μου αμήχανη θωρεί.

2002

 

JUSTITIA SUMUM

Όταν όλα θα έχουν παρέλθει
Και τα νηπενθή θα έχουν μαραθεί
ακαριαία.
Θ’ αναδυθώ
όχι ως Αφροδίτη
αλλά ως Άγγελος Τιμωρός
στα λογοτεχνικά σινάφια,
στα φληναφλήματα πονημάτων
που διεκδικούν αδυσώπητα
να καρπωθούν τις ω! επικερδείς!
δημόσιες διακρίσεις.
Θα ορθώσω την αρετή
δαμόκλειο σπάθη
επί αβυσσαλέων πόθων κορδώματα.
Και τότε ο ήλιος θ’ αστράψει,
κατακεραυνώνοντας την πείνα
των αχρήστων.
Εγώ θα καγχάζω από μια μικρούλα γωνιά,
διεκδικώντας το τίποτα.
Η δικαιοσύνη, σπορά αθώων,
θα έχει πάλι θριαμβεύσει.
Θα μπορέσω πια
ν’ αποσυρθώ κι εγώ
εν γαλήνη.
Justitia sumum.

2006

 

ΣΤΗ ΜΗΤΕΡΑ ΜΟΥ

Όταν χτύπησες το χέρι, στο τραπέζι
δεν πίστευα στα μάτια μου
Όταν φώναξες: θα σε νικήσω ρε κέρατά,
δεν πίστευα στ’ αυτιά μου.

Όταν σ’ είδα κουβαράκι σε κρεβάτι αψηλό
δεν πίστευα πια σε τίποτα.

1984-2007

 

«ΔΥΣΚΟΛΟΙ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ,
Ο ΜΠΑΜΠΑΣ ΜΟΥ»

Πέθανες και μού ’μείνε μόνο μία φράση
«ειρηνικά που έρχεται το βράδυ».

Ιουνιάτικο πρωινό
μ’ έναν ήλιο λαμπερό
να τσουρουφλάει αυτάρεσκα
τη μύτη.

Δεν είχα καν θλίψη.
Μόνο πείνα
για μεταθανάτια παξιμαδάκια.

1984-2007

 

NEW YORK

Ούτε το Σέντραλ Παρκ
δεν παρηγορεί το ανοιγμένο μου κρανίο.
Με διασκεδάζεις στο Σόχο κι οι ενοχές μου
ρίχνονται απ’ το άγαλμα της Ελευθερίας
σε ελεύθερη πτώση.
Εκείνο το ποτό στο Βίλλατζ
αύξησε το υγρό στο γόνατό μου
και την πίκρα σου
που δεν αντέχω πια
τις αναδυόμενες αγορές σου.
Περιμάζεψα τις ανοιχτές πληγές μου
και μπάρκαρα στον Ατλαντικό.
Την επόμενη φορά
η Νέα Υόρκη θα μου φανεί πλυμένη
και θα γλιστράω ανάλαφρη πάνω της
με την υγεία στο τσεπάκι.

2006

 

ΑΡΓΟΛΙΚΟΣ ΚΟΛΠΟΣ

Τους χειμώνες,
το γκρίζο της θάλασσας και του ορίζοντα
χάνονται κατά τα βουνά.
Δεν υπάρχει γραμμή,
την επινοώ.
Κατεβαίνω, τότε, στην προκυμαία
και περπατάμε δίπλα-δίπλα,
η θάλασσα κι εγώ.
Μόνο τα βουνά στραφταλίζουν
τις κορφές τους στο βάθος.
Απλωτά που φαίνεται ο κόλπος!
Τρομάζω ξαφνικά
γυρίζω μάνι-μάνι,
ερμητίζω τα πατζούρια
και αναδιπλώνομαι
σε ευγενή χειμερία νάρκη.
Όταν φτάσει το φως του καλοκαιριού,
ειδοποιήστε με, παρακαλώ.

2007

 

ΥΠΑΡΧΩ

Υπάρχω: περίεργο που είναι
να υπάρχω
ακόμα και σήμερα,
κοντά πενήντα χρόνια
Δεν καταλαβαίνω,
τι συνέβη,
πώς συνέβη
και κατέβηκα βίαια
από το μικρομέγαλο
γαλάζιο ποδήλατο
των δέκα μου χρόνων,
μπρος αυτό και πάνω του εγώ,
βόλτες στον Αμφιτρύωνα
και το τουρ
στο ιατρείο της μαμάς
ρρρρ,ρρρ
σκιά αγγέλου παρηγορητική.
Ακόμα υπάρχω
και δεν καταλαβαίνω
πώς υπάρχω
γιατί υπάρχω ακόμα
κοντά πενήντα χρόνια’
πώς κατάπια τον καιρό
σαν σπέρμα
αθέλητα’
με ποιές τιτάνιες δυνάμεις
κατάφερα ν’ αναδυθώ
στο φως και στο υπάρχω.
Σθεναρή ανάμνηση:
σκαρφαλώνω, σκότος και σκαρφαλώνω,
ατίθαση πέτρα και σκαρφαλώνω
βαθύ φρέαρ
και σκαρφαλώνω’
πείσμα και ρεβεράνς
στην εξαίρετη φυσική μου κατάσταση.
Σκαρφαλώνω
μες στο φόβο
ότι δεν θα δω το φως.
Μαύρο και σκαρφαλώνω,
υγρό και σκαρφαλώνω,
πίνω και σκαρφαλώνω
Βγήκα,
ουφ! πεζούλι στιβαρό.

Τυφλώθηκα οριστικά.
Ήλιος ανηλεής,
Δεν τον πιστεύω,
είδα τον Χάρο με τα μάτια μου.
Είναι πολύ νωρίς’
σας παρακαλώ, ρωτήστε τον,
μ’ αφήνει λίγο ακόμα;
Πείτε του:
πρέπει να μάθει γιατί υπάρχει’
πώς γίνεται να την αποσύρεις
πριν να μάθει
γιατί υπάρχει ακόμα;
Πείτε του:
πρέπει ν’ αφουγκραστεί τη θάλασσα,
στο κάτω-κάτω,
αν είναι να χαθεί,
ας την πάρει η θάλασσα,
είναι θαλασσινή,
ήτανε πάντα φωτεινή,
φοβάται τα ερέβη.
Υπάρχω
Τώρα πια
Μπορώ και να υπάρχω
Στα εύκολα, στα δύσκολα
Στο φως
και στον Σεφέρη.

2003-2007

 

ΤΡΥΠΙΕΣ ΩΡΕΣ

Τρύπιες ώρες
γεμίζουνε καζάνια
με ροζωπό υγρό
καυτό.
Οι φυσαλίδες στην επιφάνεια
δεν μας παρηγορούν
ούτε και προδικάζουν
ευτυχές αποτέλεσμα.
Αν περιμένετε κρασί
από δρύινα βαρέλια
απατάσθε.
Οι μοναχοί του Αγίου Όρους
επιμένουν να ζωγραφίζουν
με το αίμα μας
και να προσποιούνται
την αγιοσύνη της Ειμαρμένης.
Συμπέρασμα: Να πίνετε μόνο νερό.

Ιαν. 2008

 

ΓΙΑ ΤΟ ΝΙΚΟ ΚΑΡΟΥΖΟ
ΠΑΙΔΙΟΘΕΝ

Προσπαθώ να εισχωρήσω μεσ’ στο ποίημα
Μου αντιστέκεται
Προσπαθώ να τρυπώσω στο ποίημα
Μπετόν αρμέ
Έφερα το τρυπάνι μου
Πέρασα με το πλάι
Αταβιστική εικόνα:
να περνάω το κάγκελο
ανάμεσα στο ένα σπίτι και το άλλο
κλειστοφοβία παιδιόθεν.
Μπήκα, πέρασα, καλώς τη να.
Εδώ όμως δεν με ξέρουν,
δε μ’ αγαπάνε
δε με θέλουν.
Στύλωσα τα πόδια,
στύλωσα το μυαλό
όρθωσα το βλέμμα,
Είμαι εδώ κα θα μείνω,
Να το πάρετε απόφαση.
Το ποίημα μού ανήκει.
Πήγα να βρω τους παιδικούς μου ποιητές,
Με πρόδωσαν σαν άντρες.
Είπα: κοντά τα χέρια σας:
Είμαι κομμάτι απ’ τη σάρκα σας
Το σώμα μου μού ανήκει,
Το πνεύμα μου σας απορροφά σαν σφουγγάρι,
Ανυψωθείτε για να με συναντήσετε στη στέρνα
Με τις ροζ και άσπρες πικροδάφνες.
Αν γίνετε άξιοι μου.

Ναύπλιο, Ιούνιος 2009
Στον «Νανάκο» Καρούζο

 

 

ΚΥΚΛΟΤΕΡΩΣ

Κυκλοτερώς
δουλεύουν οι αισθήσεις μας
προσφάτως
Κι όμως
οι κύκλοι δεν κλείνουν,
χάσκουν σα σαπισμένα α,
άκλειστα, αστόλιστα
Χριστούγεννα σαν Κυριακές που κλαίνε.
Το νιόκοπο λιθόστρωτο
αρνείται να φλυαρήσει.
Δεν ξέρουμε
πού να περπατήσουμε πια
Ούτε καν
σαν το γύρω-γύρω των φυλακών.
Πού να οδηγήσουμε
το αισθάνεσθαι;
Πού να οδηγηθούμε;

Δεκ. 2008 – Ιαν. 2009

 

ΧΡΩΜΑΤΑ

Τα πράγματα είναι κόκκινα
ή δεν είναι
Τα πράγματα είναι μαύρα
ή δεν είναι
Αχνόγκριζες γραμμές
σε υπόλευκο βρώμικου πάγου
οριοθετούν το μονοπάτι
με ζιγκ-ζαγκ
προς το σβήσιμο του τέλους.
Από πάνω του, χαμογελάει πατρικά
ένας γενειοφόρος Θεός.
Τα πράγματα είναι κόκκινα
ή δεν είναι
Τα πράγματα είναι μαύρα
ή δεν είναι.

Νοέμβριος 2007

 

ΑΝΕΚΔΟΤΑ

500 ΜΕΤΡΑ ΑΝΑΣΑ

Οι αποστάσεις,
στενός κορσές
στ’ αθλητικά μας παπούτσια’
κοψοχρονιά
μας δώσαν τη ζωή
κοψοχρονιά μας τήνε πήραν.
Καρφωμένοι
πια
στο ίδιο βήμα
αβάδιστο.

SEQUENCE

I

Παραλοϊσμένη
αλλούτερη-
με διαρρηγμένας τας φρένας,
σεληνιάζεται
με τ’ ασημόχρυσο.

Τα μακρυά μαλλιά
μπλέκονται φεγγαρίσια
πλέουνε στη μαύρη θάλασσα
σαλπάρουνε ενάστρως.

Τρελλή
στη μαύρη νύχτα
αλυχτάει σαν σκυλί
μαυλίζεται
από τη σκούρα γης

Ζευγαρώνει
με τα κλαδιά
απλώνει το κορμί
στα σταχοχώραφα
λούζεται
στο σπέρμα
των λογισμών της.

Ανασαίνει τον βράχο
αγκαλιάζεται
με την άμμο.
αδειάζει τα μάτια
της
στο ρυάκι
πίνει καϋμούς
από την πέτρα.

Αδέσποτη,
κυλάει τις φλέβες της
σε νησίδες,
Αλαφροΐσκιωτα πατεί
με γυμνές πατούσες
τις κορυφογραμές

Το βλέμμα θαμπό
από το φέγγος
το μάτι γυάλινο
απ’ τη συναναστροφή
με τα πετεινά του ουρανού

Ποθεί την εικόνα
του ιδανικού εραστή της
φτύνει τ’ αψήλου
να τον πετύχει/
γλιστράει
το σάλιο
ανάμεσα
στα γυμνά της πόδια,
σαϊτώνεται
διάττον
βασιλεύει
στον ερεβώδη βυθό
του νου.

Μια πέτρα,
μικρή,
να χωράει
στη μισή της παλάμη,
προσγειώνεται ανέμελα
τη βρίσκει
εκεί που κατοικοεδρεύει
\ευτυχής/
στη βαθιά σπηλιά/
στον σταυρό
της κοντυλένιας της
μύτης-.

ΙΙ

Με άσπρα μάτια
σε κοίταξα,
εξαγνισμένα,
όταν χόρευες
καντρίλλιες
με καβαλλιέρο
τον νου.

Με μαύρα μάτια
σε μίσησα
όταν τραγούδαγες
τα ρεφραίν
του μυαλού.

Τα άλικα μάτια
τα φύλαξα
για σκηνές
χειρουργείου,

Για τόπους χλοερούς
(δεν ταιριάζουν
το κόκκινο με το πράσινο –είπες αυστηρά),
ευδαίμονες \ηδονισμοί.

Όταν
τα μάτια
γίναν μπλε
δεν ήξερα τι να σε κάνω,
\προτίμησα τον μαύρο
βυθό
απήνεμο

– Τώρα βλέπω καλά –

Μην έρθεις εκεί,
είναι βαθιά πολύ
δεν ξέρεις να κολυμπάς ·), ξέρεις???

ΙΙΙ

Όταν όλοι οι βόστρυχοι
θα έχουν πνιγεί
σε θάλασσες
λυσίπονες

Θα έχει μαυρίσει το βλέμμα
οι σπηλιές
θ’ αναρωτιούνται
πού να ταξιδεύου
βράζοντας
ζεστό φαγητό
σε αιμάσσουσες πέτρες
θα πλεύσω
θαλασσόλυκη
με πυξίδα
τη δυνατή σου
ράχη

θα σε καλέσω
να μοιραστούμε
τον μισό μας εαυτό
στο πίσω μέρος του μυαλού.

Το φαγητό,
βέβαια,
θα εκκρεμεί,

Αν πεινάς,
πες το……

Αύγουστος 2012

ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΗΣ ΚΟΚΚΙΝΟΣΚΟΥΦΙΤΣΑΣ

Φόραγες
ένα κατακόκκινο γαρύφαλο
στη μνήμη
και μου τραγούδαγες
τα κάλαντα
στα πέρσικα
με σάζια;
τα αλληλούια
ήταν allah και Δαρείος.
μ’ ένα κατακόκκινο
παλτουδάκι
και τις γαλότσες μας
γυρίζαμε
σ’ όλες τις λάσπες
της μουρίτσας μας,
μαυρισμένης
απ’ τα πεσίματα.
Στην τζέπη
ασημένια δεκάρικα
και μικρά γυαλιστά εικοσάρικα
κάνανε παρέα
με τριμμένους κουραμπιέδες.
Άνοιξες ένα μανουσάκι
για να
μας πεις
τα κάλαντα
κι οι Μικρές Κυρίες
της Άσκοτ
ζέσταιναν
την κρύα ατμόσφαιρα
της σαλονίσιας
Θαλασσογραφίας
με τα Βικτωριανά σαλόνια,
βελούδινους καναπέδες
και σεμενάκια,
Εγώ,
στον χαρακτήρα της Τζο
σταθερά-
ανυπερθέτως.///…

Κρέμασες
ένα κατακόκκινο
τριαντάφυλλο
-άλικο το λένε-
στα μάτια μου
και πια
βλέπω
μόνο αίμα
και μαύρο
Η Τζο πέθανε
τις προάλλες.-

Φλεβ. 2012

ΦΟΥΓΚΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ -5

«Όλοι οι ποιητές
μιλούν για το φως
για να κρύβουν όσα φαίνονται»
Μπίλη Βέμη
«Η σκουριά του Μεγαλέξαντρου»

Κι έπειτα,
τι θα μείνει
από χυμένα μάτια;

Πώς είναι
να σε βλέπουν
μέσα από
άλλου μάτια?
τι θες να μείνει
από ερήμους
κι αναποδιές
όταν

όλοι

οι ευέλπιδες εραστές

θα έχουν
αποχωρήσει
μπρος στον συνωστισμό
του δύσκολου
και ποιός αντέχει,
εξάλλου?

Εν εξάλλω
οι αποχωρήσεις
βοστρύχων
συν-αισθήσεων
και κατολισθήσεων

Τι φεγγάρια
κι αστέρια
και κακοτοπιές;
Οι ποιητές
μιλάνε
για το φως

εμείς
για τα ερέβη

αφού
δεν είμαστε
ποιητές
γιατί
να μιλήσουμε;

Γι’ αυτό
λέω
να τ’ αδειάσω
τα μάτια
μια κι έξω

μην μας βρει
με
μελίσματα
γεμίσματα
ο
θάνατος

να
μην έχω
ν΄ αποδώσω
δικαιοσύνη
σ’ αθώους
απογόνους

Τι λες
κι εσύ;

Οκτώβριος 2012

ΦΟΥΓΚΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ-7

λεπτόροα τρέχουνε
ανέμοι
χαλκόχρωμα αστράφτουνε
κάτι φεγγάρια
πεταμένα
στο βάθος
-γωνία, βράχοι και θάλασσα-

καθόμαστε κι αγρυπνάμε με τα κύματα
μη χλομιάνει το χρώμα
μη μας μουτζουρώσουν τα χέρια
Γραφές
συρροές
συγγραφές
σε γραφεία παλιωμένα
φορτωμένα
χαραγμένα στον καιρό

αγέρας
σφυρίζει περνώντας αχός
ασπρίζει την κουρτίνα
κυρτώνει το δέντρο
μαυρίζει τη θέα

Τοπίο μαύρο
ασορτί αντίθεση
με τη λευκή σελίδα
Παρατηρώ με επίταση
τα ψηλά πλήκτρα
της γραφομηχανής
-Adler, κατά προτίμηση,
σκέφτομαι
χρώμα
γράφω άσπρο στο άσπρο
πάλι άσπρο βγαίνει
Χαρτιά κουρελάκια
Ξανά οι ανέμοι
πετάμε πνιχτά
Δεν έχει θάλασσα
εδώ
για ήπια πτώση
στο πλακόστρωτο σκάμε
ανοιγμένοι
βεντάλια
Τι να προφυλάξει
και το δέντρο
του Ταρκόφσκι
έτσι αραιό που είναι;

Νοέμβρης 2012

ΦΟΥΓΚΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ – 8

Στις ρωγμές της νύχτας
όλα τα νυχτοκάματα
κρυφοκοιτάγματα
των καιρών
νοσταλγία
ν’ αναπαυθεί το βλέμμα,
ν’ ακουμπήσει
πάλι
σ’ ομορφιά.

Στα ξέφτια των δρόμων
γκρεμισμένες προσόψεις
ασπρίζουν ιστορίες
κυκλώνουν αμαρτίες
σβήνουν
σαν καμένο
φανάρι
αγριότητες
επιθυμιών
μετάθεση
χρόνου
κατάθεση
χώρου

Στην άκρη της νύχτας πορευόμαστε
αθωωτικά στεγνοί.

Δεκ.2012

ΑΣΤΕΡΕΣ ΚΑΙ ΓΑΙΕΣ

αστερίζομαι
στο μεταίχμιο
μιας ανάσας γιασεμιού
μιας θωριάς
από αγιόκλημα
μιας χούφτας
στέρφας γης
αγκωνάρια
στριμώχνονται
στα σκασίματα
των αυλακιών.

Σκάβω με νύχια μαύρα
τις αιτίες.
Επιστρέφω
σε ασφαλή
καταφύγια

σε ταξιδεύοντα σύννεφα
σε θαλασσινές σπηλιές,

η παλίρροια
πάλι
στο χωμάτινο χρώμα
με ρίχνει
Σωτηρία δεν έχει
θα σκάψω τη γης
με μάτια τυφλά
θ’ αφουγκραστώ
τον μικρό
ορίζοντα
μ’ ακοή οξυμένη
Να χυθούν
μάτια νεκρά
αστερόεσσες θάλασσες
να βαφτεί αιμάτινος
ο τόπος μου
ρυάκι οργής
να κυλήσει
σαν δάκρυ
είμαστε
και δεν είμαστε
εμείς.-

Νοέμβρης 2012

 

 

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΜΑΛΙΑ ΡΟΥΒΑΛΗ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

ΠΕΡΣΑ ΚΟΥΜΟΥΤΣΗ

FRACTAL 29/10/2014
epea«Έπεα Πτερόεντα;» της Αμαλίας Ρούβαλη, εκδόσεις «Τυπωθήτω», σελ. 109

«Η ειλικρίνεια έχει χρώμα που δακρύζει
Στρίβει από τη γωνιά
και εγώ καταπλακώνομαι
από γρανιτένια κρύσταλλα
ψέματος.»

Με αυτό το σύντομο, «επιγραμματικό» σχεδόν ποίημα επιλέγει να μας εισάγει στο ποιητικό της σύμπαν η ποιήτρια Αμαλία Ρούβαλη στη συλλογή της που τιτλοφορείται «Έπεα Πτερόεντα;» 1977-2009. Μια συλλογή που αποτυπώνει τη βιωμένη εμπειρία, την ιδεολογία της, τη φιλοσοφική της θεώρηση σχετικά με έννοιες που την απασχολούν, την ίδια τη ζωή μέσα στην πορεία του χρόνου. Προβάλλοντας τους στίχους αυτούς ίσως και ως μότο ή ως σύνθημα της ποιητικής και προσωπικής της διαδρομής, της έμπνευσης, αλλά και της στάσης ζωής που εκφράζει ανοικτά, συχνά με τη συνέργεια μιας γλώσσας μεταφορικής, συμβολικής. Στην πραγματικότητα οι ποιητικές μεταφορές μπορούν να ανιχνευτούν σε όλο το φάσμα των ποιημάτων της, εξακτινώνονται στο μεγαλύτερο μέρος του κορμού της ποίησής της αναπαριστώντας, μετενσαρκώνοντας και προσωποποιώντας τα νοήματα, τις σκέψεις, τα δρώμενα, τα συναισθήματα της. Εγκαλώντας συνάμα τον αναγνώστη της σε μια δημιουργική φαντασία μαζί της. Κι όλα αυτά τα εγκιβωτίζει με μια λεπταίσθητη, συναισθηματική φόρτιση που συγκινεί. Όπως και οι στίχοι της που παραθέτονται πιο κάτω.

«Έπεα πτερόεντα είν’ οι ζωές μας
Έπεα πτερόεντα είν’ οι ψυχές μας
Έπεα πτερόεντα οι ιδέες
και οι αντοχές μας
Σε κινούμενη άμμο το παρόν μας
Αβυσσαλέο βάραθρο τα μελλούμενα μας.
Όλα παρασέρνονται
φύλλα, σωρός υπερίπτανται
από το σήκωμα του αγέρα…»

Όλα λοιπόν είναι λόγια του αέρα, λέγονται και έπειτα παρασύρονται από τον άνεμο για να χαθούν στη λήθη… Πρωταγωνιστική μορφή στα ποιήματα της είναι ο ίδιος ο «συλλογισμός» για την παραδοξότητα της ζωής, συνυφασμένη πάντα με το χρόνο, την απατηλή του σύσταση, που μας διαφεύγει κι όλο θα μας διαφεύγει. Η απατηλότητα/ η πλάνη και η συνειδητοποίηση της αλήθειας σχετικά με τα καίρια ζητήματα της ζωής είναι αλληλένδετες έννοιες ή καλύτερα, άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους, κι αποτελούν το κεντρικό άξονα αλλά και την αφορμή, το εφαλτήριο για αυτή τη συλλογή.. Αλλά έπειτα μας αιφνιδιάζει με έναν ανεπιτήδευτο λυρισμό:

«Έφυγες πριν έρθει το πρωί
και δεν είπες ν αφήσεις πίσω σου
ούτε μια ρανίδα από εσένα
έτσι, για να σε θυμάται
ο χώρος».

Στίχοι απέριττοι με λεπταίσθητες αποχρώσεις συναισθημάτων, αφήνουν πίσω τους μια γλυκόπικρη γεύση, άλλοτε ανακατωμένοι με τη μελαγχολία της θύμησης, κι άλλοτε με το παράπονο της λησμονιάς, του πριν και του μετά, του ενθουσιασμού του έρωτα αλλά και του πόνου, της απάρνησης και της επαναφοράς στην τάξη.

Πολυσημία.

«Προσπαθώ να αγγίξω τον χρόνο
ξεφεύγει απαλά
απ’ τα ακορδάκτυλα μου
σε ίσιες γραμμές
Μαύρο
προσπαθώ να αιχμαλωτίσω τον χρόνο
στην αγκαλιά μου
Γλιστράει σε άσπρο μαύρο
με σινική και πενάκι
τεθλασμένες οι ευθείες
σβήνει στο βάθος του ορίζοντα
αχλύ στα μάτια μου
Κλαίω;»

Κι αν Χρόνος παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στη ποίηση της Αμαλίας Ρούβαλη, διεκδικώντας ή ανταγωνιζόμενος το ενδιαφέρον της μαζί με εκείνο της ζωής, η διάψευση διεκδικεί επίσης τα πρωτεία ειδικότερα, στο δεύτερο μέρος της συλλογής το οποίο η ποιήτρια αποκαλεί «Κύκλος μικρός, ερωτικός και ανεπίδοτος». Σε αυτό το μέρος η συνειδητοποίηση, η απογοήτευση για ό,τι προηγουμένως αποτελούσε μιαν άλλη αλήθεια, η αποθάρρυνση παίρνουν και πάλι σάρκα και οστά και υποδύονται αμείλικτα τους ρόλους τους, άλλοτε ανεξάρτητα και ξεχωριστά ο ένας από τον άλλο. Άλλοτε πάλι σε απόλυτη συνεργασία, υπογραμμίζοντας πάντα την αδυναμία του ανθρώπου να αξιολογήσει το αληθινό, την τάση του να παρασύρεται από το φτηνό, το ψεύτικο, το επιφανειακό, τρομαγμένος και συγκεχυμένος όπως είναι, όπως υπήρξε ανέκαθεν.

Η διάψευση

«Συνειδητά απέφυγε τον πόνο.
όλες οι λογικές στην υπηρεσία μου
Παλίρροιες συναισθήματα
λογική ραπισμένη
προτού πνιγώ.…»

Και, βέβαια, όπως πάντα, και σε αντίστιξη με ό,τι συνιστά τη ζωή και τον έρωτα, ο θάνατος. Πανταχού παρόν, φορώντας την ξεφτισμένη αμφίεση του, τυραννικός- αν και κουρασμένος από την πολυκαιρία του, αγωνιά να διατηρήσει την ηγεμονία του- τρέχει να προλάβει τις υποχρεώσεις του, επιδιδόμενος στην ανεξάντλητη κούρσα του.

«Σπασμένος καιρός
στα κατάβαθα τη ιστορίας
ρηγματώνεται ο χρόνος μου
πρέπει να τρέξω γρήγορα
τ’ άλογα, η κούρσα παραείναι αργή
ο δρασκελισμός του Χάροντα
ανάσα στο λαιμό μου».

Η φύση, επίσης, κατέχει ιδιαίτερη θέση στην ποίηση της Αμαλίας Ρούβαλη, Εικονοποιώντας τη με αναπαραστατικότητα και προσδίδοντας της τα δικά της συναισθήματα γίνεται η δεύτερη φύση της, ο καθρέφτης της, μετουσιώνοντας σε αυτή την ψυχική της κατάπτωση, την απογοήτευση, τον μαρασμό. Κι είναι μια φύση που ακούει, που συντροφεύει, που ζηλεύει, που σκυθρωπάζει, που ρυτιδιάζει και που απουσιάζει όταν το αποφασίσει.

«Χτες πήρα τη Θάλασσα αγκαλιά
και κάτσαμε έτσι,
με τη γκρίζα της παρέκει.
ένας χλωμότατος ήλιος
ξάσπριζε απ τη ζήλεια του στα σύννεφα
σβήστηκε
Σήμερα βρέχει
η θάλασσα ρυτίδιασε
κρυώνουμε και ο δυο
ο ήλιος εννοείται
απουσιάζει σε άλλες εργασίες».

Η Αμαλία Ρούβαλη συνδιαλέγεται με τον αναγνώστη της. Θα έλεγα, μάλιστα, πως βρίσκεται σε συνεχή διάλογο μαζί του σαν να περιμένει τις δικές του απαντήσεις για τα ζητήματα που την απασχολούν. Και το πετυχαίνει με τη συνέργεια μιας εναργούς και ταυτοχρόνως αμφίσημης γλώσσας που αντικαθρεπτίζει τα νοήματα και τα θέματα που επιλέγει: Ο ποιητικός στοχασμός, η εναλλαγή τρυφερότητας και ειρωνείας, (ο σαρκασμός διακρίνεται εντονότερα στο «Ό,τι σπείρεις, θερίζεις» και στον «Αργόσχολο πόνο»), το ερωτικό στοιχείο που υποβόσκει σε όλο το φάσμα της ποίηση της συμφύρονται συνεχώς με την υπαρξιακή αλήθεια, τη μοναξιά, το ανεκπλήρωτο, την αποδοχή μιας πικρής πραγματικότητας. Στίχοι απέριττοι, που φανερώνουν τη βαθύτερη επιθυμία ενός ανθρώπου που θέλει να μιλήσει ανοικτά, – παρότι νιώθει άβολα όταν μιλά για τον εαυτό του. Στη συλλογή αυτή η ποιήτρια αποτιμά την ποιητική της διαδρομή, αλλά και την ίδια της τη ζωή επιστρατεύοντας μια γλώσσα απλή και σύνθετη μαζί, συμβολική, μεταφορική, συχνά με μια ανεπαίσθητη χλεύη, που σε κάποιους στίχους γίνεται εντονότερη, άλλοτε πάλι με ένα δυσδιάκριτο παράπονο. Χωρίς όμως να μας παρασύρει σε γογγυσμούς, ούτε μεμψιμοιρίες. Μας ξεναγεί στο ποιητικό της κόσμο, στην ιδεολογία της, μετατρέποντας εντέλει, το ατομικό σε συλλογικό, τουλάχιστον για τους ομοϊδεάτες και τους συνθιασώτες της.

 

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΓΚΙΟΥΡΚΕΝΤΣ ΚΟΡΚΜΑΖΕΛ

1-korkmazel-1-1024x768

 

Ο Γκιουργκέντς Κορκμάζελ (Giirgenq Korkmazel) γεννήθηκε το 1969 στο χωριό Σταυροκόννου της Πάφου. Μετά το 1974 και τη διαίρεση της Κύπρου, το χωριό εκκενώθηκε και ο Γκιουργκέντς μαζί με την οικογένειά του εγκαταστάθηκαν στην κωμόπολη Λύση, στην πεδιάδα της Μεσαορίας, στο κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου.
Φοίτησε σε δύο πανεπιστήμια αλλά δεν αποφοίτησε από κανένα. Το
1992 κυκλοφόρησε η πρώτη του ποιητική συλλογή Η ιδιότητα του μισού
(Yarimhk). Αργότερα, έφυγε από την Κύπρο για να ζήσει στην Τουρκία, στη
Φετίγιε (Fethiye). Το 1996 μετακόμισε στην Αγγλία (Λονδίνο και Μάντσεστερ).
Το 2003 επιστρέφει στην Κύπρο και επί του παρόντος ζει στο Μπογάζι, ανάμεσα στην Κερύνεια και τη Λευκωσία, και εργάζεται ως συγγραφέας και μεταφραστής. Έχει εκδώσει έξι ποιητικές συλλογές και δύο συλλογές διηγημάτων. Έχει μεταφράσει τον Τανέρ Μπαϊμπάρς και τον Τζον Κλαρ στα τουρκικά. Επιπλέον έχει επιμεληθεί τις Σύντομες Ιστορίες Τουρκοκυπριακής Λογοτεχνίας και την Ανθολογία Ελληνοκυπριακής Ποίησης.
Είναι μέλος του Δ.Σ. της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου.

 

2-1-Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΜΕΡΑ

ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ

(Μετάφραση: Αγγελική Δημουλή)

 

Η ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΜΙΣΟΥΣ (1992)

 

ΠΡΟΓΕΥΜΑ

Αυτό το πρωί
Μητέρα
Θέλω μονάχα λίγα ψίχουλα
Για να συνάξω τα μικρά πουλιά
Στο ποίημά μου
Αυτά με τα κίτρινα φτερά
Που εμφανίζονται πάντοτε μετά τη βροχή

Στο υπόσχομαι πως
Δε θα πετάξω μακριά μαζί τους

 

ΕΤΩΝ ΤΡΙΑ

Ετών τρία και ήμουν ένας πέτρινος χωριάτικος δρόμος
Εκεί που έπεσα ξανά και ξανά ματώνοντας τα γόνατά μου

Ένα ζευγάρι στρατιωτικές μπότες
Πάντα πολύ μεγάλες για τα παιδικά μου πόδια

Μια αμυγδαλιά στολισμένη την Άνοιξη με άνθια
Εκεί που έθαψα κλαίγοντας το νεκρό μου σπουργίτι

Ετών τρία και οι πυροβολισμοί ήταν η ηλικία μου
Όταν η μάνα με πίεσε κλαίγοντας στο στήθος της σφιχτά

Ήταν μια γυναίκα που τράβαγε τα μαλλιά της
Το μικρό κορίτσι που κατουριόταν από το φόβο του

Ετών τρία και ήμουν τα πρησμένα ματωμένα κορμιά
Ξέρεις όταν νόμιζα ότι οι νεκροί προσποιούνταν το θάνατο

 

ΔΑΓΚΩΣΕ ΤΟ…ΜΟΥ (1994)

ΕΙΜΑΙ ΕΔΩ

Είμαι έδω-
σαν μπουκάλι από κρασί με το φελλό του
πεσμένο μέσα- αν κάποιος με σπρώξει
θα ανατραπώ και θα χυθώ

Εσύ και εκείνοι (ακόμα κι εκείνη) με αφήσατε
παγιδευμένο εδώ
εδώ, σ’ αυτό το στενό νησί
δίχως ειρήνη και αγάπη

Σήμερα, βρήκα ένα κέρμα στα σκατά μου
(ένα που είχα καταπιεί παιδί)
κι έφερα ένα ματσάκι βιολέτες·
ξόδεψέ το… είμαι τελειωμένος… σακάτης

Γάτες και σκυλιά μαζεύονται γύρω από τη θέρμη του κορμιού μου
χοντροί αρουραίοι, μύγες και στρατιώτες ζητάνε το μερτικό τους

 

ΑΣΠΑΣΟΥ ΤΟ ΝΕΚΡΟ ΜΟΥ ΣΩΜΑ

Ασπάσου το νεκρό μου σώμα και θ’ ανθίσουν αζαλέες στα χείλια σου απάνω
Μια κιθάρα θα παίζει θλιβερά
Μια μητέρα θα τρελαθεί
Στα γόνατα θα πέσει ένας πατέρας
Σου αφήνω μια ζωή με τη μυρωδιά ενός πουδραρισμένου βρέφους
Σου αφήνω μια ζωή που στάζει αίμα
Από το σπασμένο μπουκάλι που έκοψε τις φλέβες μου

Ασπάσου το νεκρό μου σώμα και ανάμεσα στο λίκνο και τον τάφο
Μια τρελή γιορτή θα ξεκινήσει
Με την ικανοποίηση της μνήμης η σάρκα μου αλλάζει χρώμα
Και συρρικνώνεται
Γιατί κατέγραψα με τη δική μου κάμερα το θάνατό μου
Και γυμνός μπορώ να σου το δείξω σε αργή κίνηση
Με φήμη ενδεή
Με φήμη αισχρός να γίνομαι

Ασπάσου το νεκρό μου σώμα κι η ηχώ του αίματος θα σε διαπεράσει
Λάβε την ειρήνη καθώς η ιερή επανάσταση καταλαγιάζει
Έλα, φίλησέ το και μάθε
Γιατί οι τσακισμένοι ποιητές πάντα πρώτοι τρέχουν στο θάνατό τους

 

ΚΑΤΑΒΡΟΧΘΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΣΦΑΛΤΟ (2000)

ΟΧΙ ΠΟΙΗΣΗ… ΝΕΡΟ

Στους Κύπριους ποιητές

Απ’ τον καιρό της Αφροδίτης έγινε τούτο το νησί
του έρωτα χωματερή.
Τα πόδια μας να μπλέκονται στις ρίζες των κατακτητών
οστά να θραύονται απ’ το βάρος
σε κάθε μας βήμα.

Το χώμα τόσο κορεσμένο με του θανάτου δηλητήριο
και η μόνη διαφυγή
δεν είναι η ποίηση μα…
το νερό!

Από τη ζέστη την πολλή κι οι πέτρες έχουν λιώσει
και χύνονται σε ρεύματα στη θάλασσα
Γλώσσες αλλότριες σε εισβολή ερωτική έκαψαν
τ’ ανοιχτά μας στόματα σαν λιωμένος χαλκός

Τόση ποίηση για ένα τόσο μικρό νησί
μη γράφετε άλλο πια
φυτέψτε δέντρα
ή νερό!

 

ΤΟ ΣΠΙΤΙ

Δύσκολοι καιροί, γυρίζω και κοιτάζω το ρολόι
«είναι ώρα να γυρίσω σπίτι»;
Ποια είναι λοιπόν η προσφορά του σπιτιού
και ποια η δύναμη της γλώσσας
αν κλειδωμένη βρίσκεται στη μνήμη;

Όταν κραυγάζω στο κενό: «είσαι άδειο»
το σπίτι δεν είναι δυνατό αρκετά για να με προστατέψει
από την ηχώ που επιστρέφει…
Και όμως κρατώντας τη σμίλη
συνεχίζω να προσπαθώ.
Υποθέτω πως θα μπορούσα να σκαλίσω ένα σπίτι
από της πέτρας τη σκληρότητα.

 

ΣΤΑΥΡΟΚΟΝΝΟΥ

Εδώ δεν έχει βασιλιά μόνο τις καταγεγραμμένες λεπτομέρειες
από επτά γλώσσες
Ακόμα κι αν η ιστορία μπορούσε να μυρίσει
Τόσο φρέσκα όσο το μόλις γδαρμένο τομάρι από ελάφι
Οι γεροντότεροι έχουν θαφτεί και οι πιο νέοι
Πήραν τα πλοία για νησιά πιο βροχερά

Αμπέλια και οπωρώνες απλώθηκαν σ’ αυτούς τους αφημένους τόπους
Χήνες με μέγεθος κότας ξύνουν το έδαφος
ξεθάβοντας τα σκουριασμένα εργαλεία της μνήμης

Στο μικρό παρεκκλήσι ο Άγιος κάτω από τον σταυρό
να κοιτάζει καθώς οι θησαυροί των Λουζινιάν χάνονται για πάντα
καθώς κείτονται στην ίδια πεδιάδα
Από τότε που το χωριό το άφησαν
τρελές κατσίκες περιφέρονται στις στέγες με τα τεράστια χόρτα

 

ΟΙΩΝΟΣΚΟΠΟΣ (2005)

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΜΕΡΑ ΤΟΥ ΑΡΘΟΥΡΟΥ ΡΕΜΠΩ
ΣΤΟ ΝΗΣΙ

Κορεσμένος, σχεδόν τύφλα από πικρό βουνίσιο κρασί, στάθηκε δίπλα
σ’ έναν κέδρο μεγάλο σαν τον ουρανό και κατέβασε το φερμουάρ του.
Κατέλαβε το ύψος και την απόσταση!
Από την καλοπληρωμένη του θέση ατένισε τις ασήμαντες κοιλάδες, τα
δάση που δεν είδαν ποτέ τη θάλασσα και τις γεμάτες βαρεμάρα πεδιάδες.
Δεν έχει τίποτα καινούριο να γράψει!
Με τη βαριεστημένη μελωδία συνοδεία αρχαίου μουσικού οργάνου,
κατούρησε κάτω στο «χάος των χιονισμένων βουνών», πάνω από την
εκκολαπτόμενη δημοκρατία μιας αγέννητης γενιάς…

 

ΧΩΡΙΣ ΣΗΜΑΙΑ

Στον Χρήστο

Ένας σκουριασμένος ιστός χωρίς σημαία
είναι η σημαία μας που χωλοί ρινόκεροι
έρχονται για να ξεκουραστούν
Ίσιος δεν είναι ούτε μπορεί να υψωθεί
αν δεν τον αγγίξεις

Για μας είναι αρκετός ένας μεγάλος χώρος σαν πετσέτα για να ξαπλωθείς
Με ή δίχως καπνό μαστουρώνουμε με κάθε τρόπο
και μαζί μ’ αυτόν τον παλιό πνευματικό δρόμο
ρουφάμε και φτύνουμε το δηλητήριο του εθνικισμού
μέσα από σγουρούς αφαλούς
πρόσφατα χωρισμένων γυναικών

 

ΜΕΣΑΟΡΙΑ

Ξαναβρέθηκα στο σπίτι με τις σιταρήθρες

Από τις σπίθες της μνήμης το κατάξερο χορτάρι πιάνει φωτιά
πιτσιλάει ο συριγμός το υδάτινο όνειρο των βότσαλων
Στον πάτο του ρέματος;

Κάθε σκιάδα δέντρων κι ένας θησαυρός
Κληρονομιά από βασιλείς
Αγκαθωτό φυτό της σιωπής στριφογυρίζει
Και με τσιμπάει

Η πλάτη από το φτυάρι στεγνώνεται στον ήλιο
ξεραίνοντας τη σκουριά του
Και ανάμεσα στις ώριμες φύτρες του σιταριού
Σμήνη από πέρδικες θερίζουν το φως

Δίχως βροχή εδώ και καιρό
Όλη η πεδιάδα να κρέμεται από τις εγκοπές της ουράς της σαύρας
Πιο ηλικιωμένης απ’ το κοντινότερο χωριό
Να ψάχνει νερό
Σε άσκαφτο πηγάδι

 

Η ΔΙΚΗ ΣΟΥ ΛΥΣΗ*

Στον Γιώργο Μολέσκη

Κοιτάζω το χάρτη που από τις αναμνήσεις σου σχεδίασες
Ψάχνοντας για το σπίτι σου-
(το μυστήριο διαλευκάνεται, λύνεται ο γόρδιος δεσμός;)

Υπό το βάρος του μπρούτζινου Κερασφόρου Θεού
ή με διαταγή του δήμου τα περισσότερα πλίθινα σπίτια γκρεμίστηκαν
Τουλάχιστον οι εκκλησίες στέκονται ακόμα
(οι δύο είναι εντάξει, στη μια λείπει η οροφή)
και τα κυπαρίσσια, ακόμα πιο εξαίσια από τότε που τ’ άφησες

Αυτό πρέπει να είναι το σπίτι που περιγράφεις -ναι!
Χτυπάω: μια οικογένεια εποίκων
που προσθέτει στη θλίψη εκείνων που άφησαν
τα δικά τους, ανοίγει την πόρτα

Ρωτάω για τις παιδικές σου φωτογραφίες:
Καμιά! Αλλά βρήκαν δύο μαύρους σκελετούς κρεβατιού, τρία χάλκινα κατσαρολάκια δύο πήλινα βάζα, ένα με χεράκι κι ένα χωρίς και εγκυκλοπαίδειες στα ελληνικά
σ’ αυτό το σπίτι που μετακόμισαν πριν τριάντα χρόνια…

*Λύση (τουρκ. Akdogan): Κατεχόμενη κωμόπολη της Κύπρου και ανεξάρτητος δήμος στην Επαρχία Αμμόχωστου. (Σ.τ.Μ.)

 

ΚΛΩΤΣΩΝΤΑΣ ΠΕΤΑΛΟΥΔΕΣ (2011)

ΚΛΩΤΣΩΝΤΑΣ ΠΕΤΑΛΟΥΔΕΣ

Κλωτσάει πεταλούδες
φέροντας αφροδίσια φεγγάρια στο δέρμα της

Καθώς έρχεται όλο και πιο κοντά, το αριστερό μου γόνατο
Γίνεται καθάριο και ξέρω ότι είναι αυτή
Καταρρέω γιατί δεν μπορώ πια να της ξεφύγω,.

Τα σιντριβάνια στρέφονται προς τη λάθος μεριά
τους θόλους και το κεφάλι μου

Καθώς έρχεται όλο και πιο κοντά, στη θέρμη.
Φαίνεται ξανθότερη, να Τη…
οι πεταλούδες πάνε και γυρίζει προς εμένα

 

ΛΕΥΚΩΣΙΑ

Λευκωσία με ξεγέλασες στη μια πλευρά να μείνω
Από τις χωρισμένες σου αυλές
Καθήμενος στις ιερές χουρμαδιές από κάτω
Μαζί μ’ αυτούς που άσχημα μιλούν και
Που μ’ εθίσανε στο χασίσι
Αντί στο σπίτι κοιμήθηκα στο αρμένικο νεκροταφείο
Και ονειρεύτηκα την ίδια την Ισαβέλλα του Ιμπελέν·
Μ’ ένα ανοιξιάτικο στρώμα πεταμένο απ’ το εγκαταλελειμμένο πορνείο
Κι έναν 28ιντσο σκελετό ποδηλάτου μεταχειρισμένο,
αντάλλαξα την περηφάνεια μου
Μπορεί οι γεροντότεροι ακόμα να μυρίζουν γιασεμί
Μα εγώ αισθάνομαι μονάχα τη στρατιωτική μυρωδιά του ιδρώτα
Και τις πληγές στους δρόμους σου
Στα σαπισμένα σου ποτάμια
Κι αν προσπαθούσα δε θα κατάφερνα να κατεβάσω στη γη έναν
ερωδιό με λαιμόκοψη,
πιο λευκό κι απ’ τις γεροντοκόρες σου
Λευκωσία, κράτησες για πολύ καιρό το όνομά μου στο στόμα σοι»
Καιρός να το φτύσεις..

 

ΣΤΑΥΡΟΚΟΝΝΟΥ 29 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ

Στη μητέρα και τον πατέρα μου

I
Το πρώτο σου σπίτι ακόμα στη θέση του
αδιάφορο σ’ αυτούς που μπαίνουν
Η εκκλησία έγινε σχολείο
και ο παπάς
καλλιεργεί κολοκύθες στην αυλή
Παρόλο που ξεράθηκαν οι κήποι
οι τριάντα πηγές ρέουν ακόμα

 

II
Το νεκροταφείο άδειο
ακόμα και οι νεκροί σηκώθηκαν
πήραν τους επιτάφιούς τους
και ακολούθησαν τους πρόσφυγες
Το χωριό αφέθηκε να κρέμεται στον γκρεμό
έτοιμο να πηδήξει
αν δε γυρίσουν όσοι έφυγαν
IΙΙ
Η γη αμερόληπτη και φιλόξενη
Για τον ουρανό δεν είμαστε πρόσφυγες
Με το γύρισμα της εποχής,
δέντρα ανθίζουν
και φρούτα καρπίζουν ακόμα
γυρίζουν και μας γελάνε
εκείνοι που φύγανε…

 

ΤΟ ΣΑΜΙΑΜΙΔΙ (2015)

Η ΚΑΤΑΡΑ ΤΗΣ ΛΕΗΛΑΣΙΑΣ

Διαγουμίσαμε τα μαγαζιά τους.
Τ’ αγάλματα τους καταστρέψαμε.
Λογχίσαμε τα γουρούνια τους και τα κάψαμε
μαζί με τις παιδικές τους φωτογραφίες.
Καλύψαμε τα χαντάκια τους. Με μπουλντόζες ισοπεδώσαμε
και πάνω στα μνήματά τους χτίσαμε γήπεδα ποδοσφαίρου.
Γκρεμίσαμε πλίθινους τοίχους μες τις αναμνήσεις τους.
Κόψαμε τα δέντρα τους. Σκοτώσαμε και τη σκιά τους ακόμα.

Νομίσαμε πως ποτέ δε θα γυρίσουν
αλλά ήρθαν. Με τα κλειδιά της πόρτας μας στα χέρια τους…

 

ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟΙ I

Κήποι όσοι πριν την ώρα τους πεθάναν
Εκείνοι που σκοτώθηκαν και κρυφά

Τα νεκρά μάτια τους λευκά
γίνανε μαργαρίτες στο λιβάδι

Οι αγνοούμενοι είναι δέντρα που
θρηνούν στον άνεμο μ’ άλλη φωνή
για τον καθέναν

 

ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟΣ

Πεθαίνουν οι δολοφόνοι ένας ένας
Με φυσικό θάνατο
Δε μιλάνε, δε μαρτυρούνε
Πού είναι το θύμα, πού είναι θαμμένο;

Όχι όταν υπογράφεται συμφωνία ειρήνης,
Αλλά όταν και ο τελευταίος δολοφόνος έχει πεθάνει
Και έχουν ξεθαφτεί τα κόκκαλα του
ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΥ ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟΥ
Μόνο τότε θα ενωθεί ξανά ετούτο το νησί…

 

Η ΓΛΩΣΣΑ ΜΟΥ

Είμαι αιχμάλωτος των λέξεων
Εκείνες είναι που διατάζουν
Ενώ εγώ

Δεν υπομένω πια
Τα όσα λέει,
ετούτη η γλώσσα, πρέπει να κοπεί

 

Η ΚΑΛΟΣΥΝΗ ΤΟΥ ΜΑΚΡΙΝΟΥ ΒΟΡΡΑ (1997-2002)
(ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΡΑΜΜΕΝΑ ΣΤΑ ΑΓΓΛΙΚΑ)

ΠΟΙΗΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΑΙΘΡΙΟ

Αρχικά ήταν το δέντρο της Συγκαρπίας
Μετά είδα
Πως σε πουλί μεταμορφώνεται ο βάτραχος
Και χάνεται από τα μάτια μου πετώντας

Κάτω απ’ του Απρίλη τον φιλόξενο ουρανό
Όσα βρισκόταν μακριά, βρεθήκαν σχεδόν εκεί
Τόσο κοντά που με την άκρη της γλώσσας μου
Θα μπορούσα να τ’ αγγίξω

 

ΧΩΡΙΣ ΑΓΑΠΗ

Τώρα που είμαι τελείως έξω
Από το αίμα σου
(Δεν υπάρχει εκτυφλωτική ζέστη
ούτε σπασμένα γυαλιά ή σιδηρόσκονη)
Βλέπω καθαρά
Τα πουλιά και τα δέντρα
Να είναι με το μέρος μου…

 

 

Απόσπασμα από την εισαγωγή του βιβλίου

 

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΛΕΟΝΤΙΟΥ

ΔΥΟ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ ΓΚΙΟΥΡΓΚΕΝΤΣ ΚΟΡΚΜΑΖΕΛ

Ο Γκιουργκέντς Κορκμάζελ μπορεί να θεωρηθεί μια από τις πιο αντιπροσωπευτικές, τις πιο δυνατές ποιητικές φωνές ανάμεσα στους σύγχρονους τουρκοκύπριους ποιητές· θα ήταν πιο σωστό να πούμε: ανάμεσα στους κύπριους ποιητές των τελευταίων δεκαετιών. Διαβάζοντας τα ποιήματά του, ιδίως τις πιο πρόσφατες συλλογές του, δεν είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς στοιχεία εντοπιότητας, που συγκλίνουν στην αναζήτηση μιας κυπριακής ταυτότητας. Παράλληλα ο Γκιουργκέντς (που υπογράφει τα ποιήματά του ως Γκιουρ Γκεντς) προσεγγίζει με τον δικό του τρόπο, μέσα από μια οικουμενική, πανανθρώπινη ματιά, τον γενέθλιο χώρο της Κύπρου, την ιστορία, την ανθρωπογεωγραφία και τις σύγχρονες πληγές της. Ο ίδιος εντάσσει το έργο του στην κυπριακή λογοτεχνία, όχι στην τουρκική, έστω και αν γράφει κατά κανόνα τα ποιήματα ή τα πεζά του στην τουρκική γλώσσα. Το στοιχείο της εντοπιότητας σηματοδοτείται και με τη χρήση σποραδικών
κυπριακών ιδιωματισμών σε κάθε βιβλίο του.
Ο Γκιουργκέντς Κορκμάζελ γεννήθηκε το 1969 σε ένα μικρό χωριό της Πάφου, τη Σταυροκόννου. Το 1974, εξαιτίας των τραγικών γεγονότων που σημάδεψαν τη σύγχρονη ιστορία της Κύπρου (χουντικό πραξικόπημα κατά της κυβέρνησης Μακαρίου και τουρκική στρατιωτική εισβολή), μετακινήθηκε με την οικογένειά του στο κατεχόμενο τμήμα του νησιού και εγκαταστάθηκε στην κωμόπολη Λύση, τη γενέτειρα του Παύλου Λιασίδη και του Γιώργου Μολέσκη, στην πεδιάδα της Μεσαορίας. Όπως και οι περισσότεροι Τουρκοκύπριοι, βίωσε και αυτός τις αρνητικές συνέπειες των θλιβερών ιστορικών γεγονότων (και της τουρκικής κατοχής). Τέτοιες εμπειρίες αποτυπώνονται αφαιρετικά στο αξιόλογο διήγημά του «Οι μελισσοφάγοι» αλλά και σε ποιήματά του. Στη συνέχεια έζησε προσωρινά στην Τουρκία και ακολούθως εγκαταστάθηκε για εφτά χρόνια στη Μ. Βρετανία (στο Λονδίνο και στο Μάντσεστερ), όπου ήρθε σε επαφή με άλλους πολιτισμούς, ενώ έγραφε ποιήματα απευθείας στα αγγλικά. Εξέδωσε έξι συλλογές ποιημάτων και δύο τόμους με διηγήματα. Τελευταία προτιμά να εκδίδει τα βιβλία του στη Λευκωσία παρά στην Κωνσταντινούπολη (όπου εξέδωσε τρία από αυτά). Παράλληλα ασχολείται με τη μετάφραση και την επιμέλεια εκδόσεων. Ανάμεσα σ’ άλλα, μετέφρασε στα τουρκικά ποιήματα του Taner Baybars (2007) και επιμελήθηκε μια Ανθολογία ποιημάτων ελληνοκυπρίων στα τουρκικά (2010).
Ο Γκιουργκέντς δηλώνει ότι δεν είναι πολιτικός ποιητής, έστω και αν σε ορισμένα πιο πρόσφατα ποιήματα του ασχολείται και με το πολιτικό πρόβλημα της Κύπρου και δείχνει τις ανοιχτές πληγές της. Βέβαια, από νωρίς αποστασιοποιείται αρκετά από τη μονότονη θεματική και τη ρητορική της κυπριακής Γενιάς του 1974. Ο ίδιος δηλώνει αναρχικός ποιητής. Δεν υποτάσσεται σε θρησκευτικές, πολιτικές ή άλλες νόρμες. Για παράδειγμα, αδιαφορεί για την περιτομή στην οποία υποβάλλονται τα παιδιά των μουσουλμάνων, δηλώνοντας ότι δεν πρόκειται να επιβάλει στον γιο του τέτοια δοκιμασία («Ατελές»). Πάνω από όλα αρθρώνει έναν αντικομφορμιστικό ποιητικό λόγο, που συνδυάζει στοιχεία από την αιρετική γραφή της «Γενιάς Beat» και της «Undeground» λογοτεχνίας. Ανάμεσα στους ξένους ποιητές που θεωρεί ως δασκάλους του συγκαταλέγονται και οι Paul Celan, Rene Char και Octavio Paz.

…/…

Συνοψίζοντας θα λέγαμε ότι ο Γκιουργκέντς Κορκμάζελ είναι
μια αυθεντική ποιητική φωνή της Κύπρου. Αφουγκράζεται τον παλμό της πληγωμένης πατρίδας του αλλά και πανανθρώπινα θέματα και προβλήματα, γεφυρώνοντας στο έργο του στοιχεία εντοπιότητας και οικουμενικότητας. Πάνω απ’ όλα, προσεγγίζει τα θέματά του με καθαρό βλέμμα, απροκατάληπτα, χωρίς να εγκλωβίζεται σε εθνικά ή άλλα στερεότυπα. Υμνεί τον έρωτα και τη φυσική ζωή και προβάλλει πτυχές από τον παραδοσιακό κόσμο της Κύπρου. Από την άλλη, χλευάζει το τείχος της ντροπής, που κρατά διαμελισμένο το νησί. Σε αρκετές περιπτώσεις οι αιχμές που αφήνει για τα πολιτικά πράγματα είναι μάλλον καλυμμένες ή έμμεσες, ίσως γιατί δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά.

 

Απόσπασμα από το επίμετρο

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΗ

 

ΓΚΙΟΥΡΚΕΝΤΣ ΚΟΡΚΜΑΖΕΛ Η ΑΓΕΛΑΣΤΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ


Στην παρούσα έκδοση που αποτελείται από οκτώ μέρη, ανθολογούνται οι έξι ποιητικές συλλογές του Γκιουργκέντς και παρουσιάζονται για πρώτη φορά καινούρια, ανέκδοτα ποιήματά του. Επίσης περιέχονται και ποιήματα που έχουν γραφεί απευθείας στ’ αγγλικά.
Οι προβληματισμοί του Κορκμάζελ άπτονται της θεματικής φύση – αγάπη — θάνατος — πατρίδα, καθώς παρατηρούμε την προσπάθεια ισορροπίας ανάμεσα σε ό,τι θεωρεί δικό του και στο ξένο. Στην Κύπρο και στην Αγγλία. Στα τουρκικά και στα αγγλικά. Η «ξενότητα» τίθεται σε υπαρξιακό επίπεδο όχι μόνο στην προέλευσή του, δηλαδή στο γεγονός ότι αλλού γεννήθηκε και αλλού μεγάλωσε αλλά την κουβαλάει και στην ενήλικη επιλογή του: αλλού μεγάλωσε αλλού επέλεξε να ζήσει. Ωστόσο, παρατηρούμε στα ποιήματα του ένα είδος αφαιρετικής εντοπιότητας, δηλαδή ενώ αφορμάται από τον τόπο καταγωγής ή άλλοτε από τον τόπο διαμονής, κατορθώνει να
μιλήσει για έννοιες αφηρημένες, για θέματα κοινωνικά και όλα τούτα διυλισμένα μέσα από μια οντολογική θεώρηση της πραγματικότητας στης οποίας το κέντρο βρίσκεται εν τέλει, η ανθρώπινη εμπειρία.
Η ποίηση του Κορκμάζελ δεν φοβάται να δείξει την αβεβαιότητα και την ανασφάλεια του ποιητή για τον κόσμο, μια αβεβαιότητα που δημιουργείται αναπόφευκτα από την περιπλοκότητα των κοινωνικοπολιτικών εξελίξεων και που καλούν το υποκείμενο-ποιητή να βρει στηρίγματα στα μικρά και καθημερινά όπως για παράδειγμα σε μια βόλτα ή στη σεξουαλική εμπειρία, χωρίς ωστόσο να κατορθώνει να βρει την ευτυχία ή την πληρότητα.

…/…

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΑ ΣΩΤΗΡΙΟΥ

fractal/31/5/2017

«Τόση ποίηση για ένα τόπο τόσο μικρό, παρακαλώ μη γράφετε άλλο, φυτέψτε ένα δέντρο, φυτέψτε νερό»

Γράφει στο «Όχι ποιήματα, νερό», ένα από τα ποιήματα της πρώτης του περιόδου:

«Σκουπιδότοπος του έρωτα έγινε αυτό το νησί
απ’ τον καιρό της Αφροδίτης.
Τα πόδια μας περιπλέκονται σε σπασμένες ρίζες
κι απομεινάρια από πολιτισμούς κατακτητών
Όταν προσπαθούμε να κινηθούμε
ερείπια και σπασμένα κόκαλα τρίζουν κάτω απ’ τα πόδια μας.

Το χώμα εδώ είναι βαρυφορτωμένο με θάνατο
κι η λύτρωση δεν είναι η ποίηση,
είναι το νερό.
[…]
Τόση ποίηση για ένα τόπο τόσο μικρό
παρακαλώ μη γράφετε άλλο
φυτέψτε ένα δέντρο
φυτέψτε νερό.»

Στο ποίημα «Η τελευταία μέρα του Αρθούρου Ρεμπό στο νησί», σημειώνει:

«Μεθυσμένος από πικρό κρασί βουνίσιο, στάθηκε πλάι
σ’ ένα πεύκο πλατύ σαν τον ουρανό
και ξεκούμπωσε το παντελόνι του.
Την απόσταση είχε κατακτήσει και το ύψος!
Κοίταξε από την κερδισμένη θέση του πάνω από τις αδιάφορες
κοιλάδες, τα δάση που ποτέ δεν βλέπουνε τη θάλασσα,
τις πληκτικές πεδιάδες.
Δεν υπάρχει τίποτε καινούριο να γράψεις!
Συνοδευόμενος από την τεμπέλικη μελωδία ενός αρχαίου
μουσικού οργάνου, κατούρησε κάτω, προς το
χάος των χιονισμένων βουνών, πάνω από
τη μέλλουσα να γεννηθεί δημοκρατία
μιας αγέννητης ακόμη γενιάς.»

1998 Απόδοση (μέσω αγγλικών μεταφράσεων της Oya Akin): Λευτέρης Παπαλεοντίου

Ο ίδιος παραδέχεται πως η εντοπιότητα είναι κυρίαρχο στοιχείο στα έργα του. Πως θα μπορούσε άλλωστε να είναι διαφορετικά αφού το πολιτικό ζήτημα κυριαρχεί στο νησί τα τελευταία εξήντα χρόνια; «Αυτό είναι κατάρα και ευλογία, λέει» τονίζοντας ωστόσο πως τα ποιήματα του δεν αφορούν μόνο τον μικρόκοσμο του νησιού αλλά ελπίζει να αγγίζουν ανθρώπους και από άλλες χώρες αφού αγγίζουν τα πανανθρώπινα ζητήματα της αγάπης, του φόβου, του θανάτου, της φύσης, της ζωής.

Γράφει σε ένα από τα επίσης παλαιότερα του ποιήματα την «Προφητεία»:

Αρχίζω τη μέρα μου μαζεύοντας τα κουφάρια τους
Αράχνες έχουν συνθλιβεί μέχρι θανάτου στο πρόσωπό σου
Υφαίνοντας ανήμπορους ιστούς
Και ζυμώνοντας νιφάδες από τη λίμα των νυχιών σου
Μαζί με τις υποψίες σου
Όλα μέρος των καθημερινών ασχολιών μου

Στον γαλήνιο πυρήνα της ιλιγγιώδους ηρεμίας
Ο χρόνος συσσωρεύεται για την έκρηξη
Αν χτυπά η πόρτα, αρπάζω μια σπίθα
Από την τριβή του πυρόλιθου μακρινών ηπείρων
Και ο αγκώνας χτυπά
Πρώην εραστές που θα έπρεπε να έχουν ξεχαστεί

Είμαι εδώ, μιλώντας σου με στίχους
Για χάρη της διακόσμησης
Έστω κι αν μετατρέπεις τις μπότες μου σε γλάστρες
Και φυτεύεις σ’ αυτές ωραία άνθη,
Θα έρθει η μέρα που θα εκτιναχθώ
Αθόρυβα σαν φτερό, με κινητήρια δύναμη
Συσσωρευμένη στη ροή του αίματός μου.

1998 Απόδοση (μέσω αγγλικών μεταφράσεων της Oya Akin): Λευτέρης Παπαλεοντίου

Ο Γκιουρκγκέντζ Κορκμαζέλ γράφει στα Τούρκικα. Ανήκει σε μία κοινότητα με χαρακτηριστικά Τουρκικά, με επιρροές από το Ελληνικό κομμάτι της Κύπρου, σε αναγκαστική απομόνωση εξαιτίας της πολιτικής κατάστασης και με έντονες επιρροές της Τουρκίας. Ποια είναι η λογοτεχνική του ταυτότητα; Όλα αυτά που γράφει, σε μια άλλη γλώσσα, στην Τουρκική, κατατάσσονται σε αυτό που αποκαλούμε Κυπριακή λογοτεχνία; Ή μήπως ανήκουν στην Τουρκική λογοτεχνία; Τι είναι αυτό που καθορίζει την λογοτεχνική του ταυτότητα; Η γλώσσα; Η χώρα; Η καταγωγή;

«Έχω εκδώσει βιβλία στην Κωνσταντινούπολη αλλά η Τουρκία δεν είναι το κέντρο μου. Εκδίδω τα βιβλία μου στην Λευκωσία, η Λευκωσία είναι ο κόσμος μου. Και δεν βλέπω την δουλειά μου ως κομμάτι της Τουρκικής λογοτεχνίας, είμαι Κύπριος και η δουλειά μου είναι κομμάτι της τέχνης της Κύπρου», δηλώνει κατηγορηματικά και συμπληρώνει πως το μισό του σώμα ανήκει στην Δύση και το υπόλοιπο στη Μέση Ανατολή και στοιχεία από αυτά τα σημάδια εντοπίζονται σε κάθε πτυχή του έργου του. «Και αν δεν καταλαβαίνω Ελληνικά, τα ελληνικά είναι μιας από τις γλώσσες μου και η παράδοση της Ελληνοκυπριακής ποίησης είναι κομμάτι της δικής μου παράδοσης επίσης».

Η πολιτική διάσταση της δήλωσης αυτή του Τουρκοκύπριου ποιητή, ο οποίος τονίζει σε κάθε ευκαιρία την Κυπριακή του ταυτότητα και την ελπίδα του να υπάρξει μια μέρα στο νησί ειρήνη, είναι πολύ πιο έντονες στα πιο πρόσφατα του ποιήματα. Ειδικότερα σε θέματα που έχουν πληγώσει και σημαδέψει και τις δύο κοινότητες του νησιού, όπως είναι αυτό των αγνοουμένων.

Αγνοούμενοι ΙΙ (Kayıplar II)
Περισσότερα από αυτά που νομίζουμε ότι χάσαμε
Χάνουμε κάθε φορά (οι αγνοούμενοι κρατάνε
Περισσότερο χώρο από ό,τι η ίδια τους η παρουσία)
Στα γόνατά μας παιδικά χρόνια με κομμένο τον λαιμό
Περιμένουμε να βρεθούν.

Ή στο ποίημα «Η τελευταία δήλωση του συστήματος» :

Ούτε Τούρκοι ούτε Κυπραίοι ούτε Άγγλοι
Όλοι μπάσταρδοι είμαστε
(Να κοπούν οι ρίζες μας, να μείνουν μέσα)
Τόση φασαρία
Για έναν τόπο μια σταλιά
Η ειρήνη δεν βρίσκεται πάνω απ’ το νησί
Είναι από κάτω
Ελάτε, ελάτε τζ’ εσείς
Το χώμαν έν’ πολλύν δαμαί
Κάτω από το χώμα
Εκεί υπάρχει χώρος για όλους

Ένα από τα πιο ανατριχιαστικά του ποιήματα είναι «Η κατάρα της λεηλασίας» στο οποίο πραγματεύεται την επίσκεψη των Ελληνοκυπρίων στα σπίτια τους, μετά το άνοιγμα των οδοφραγμάτων το 2003. Αν η ευαισθησία είναι γνώρισμα ενός ποιητή, η ενσυναίσθηση χρίζει ίσως κάποιον σημαντικό λογοτέχνη.

Αυτό ως επίλογος για την πένα ενός σημαντικού λογοτέχνη της Κύπρου.

«Λεηλατήσαμε τα καταστήματά τους
Χαλάσαμε τ’ αγάλματά τους
Λογχίσαμε τα γουρούνια τους και τα κάψαμε
μαζί με τις φωτογραφίες των παιδικών τους χρόνων.
Γεμίσαμε τα χαντάκια τους
Ισοπεδώσαμε με μπουλντόζες τους τάφους τους
και χτίσαμε απάνω τους γήπεδα ποδοσφαίρου
Κατεδαφίσαμε πλίθινους τοίχους που κουβαλούσαν τις μνήμες τους.

Νομίσαμε πως δεν θα επιστρέψουν ποτέ.
Και γύρισαν κρατώντας στα χέρια τους
το κλειδί της πόρτας μας…

http://fractalart.gr/korkmazel/

 

 ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΛΙΝΑΡΔΑΚΗ

στίγμαΛόγου/17/2017

Συνέντευξη με τον Τουρκοκύπριο ποιητή Γκιουργκέντς Κορκμάζελ (Gürgenç Korkmazel)

Μετά από διάφορους Ελληνοκύπριους ποιητές που έχουμε παρουσιάσει και τις συνεντεύξεις με τους Κύπριους εκδότες Βάσο Πτωχόπουλο και Κατερίνα Βοσκαρίδου, θελήσαμε να ρίξουμε μια ματιά και στην τουρκοκυπριακή πλευρά και γι΄αυτό πήραμε συνέντευξη από τον Μεχμέτ Γιασίν. Αυτή τη φορά είναι ένας άλλος Τουρκοκύπριος ποιητής, ο Γκιουργκέντς Κορκμάζελ, που μας έδωσε μια πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη στα αγγλικά με ελληνοκυπριακή προφορά (!). Ο Κορκμάζελ, ο οποίος θεωρείται ένας από τους καλύτερους ποιητές του νησιού, έχει μεταφραστεί στα ελληνικά στο παρελθόν, όμως ήρθε στην Αθήνα εξαιτίας μιας νέας μετάφρασης των ποιημάτων του, από την Αγγελική Δημουλή αυτή τη φορά, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Βακχικόν. Η παρουσίασή της αναμένεται μέσα στους επόμενους μήνες.

Επί τη ευκαιρία, σας υπενθυμίζουμε την ανθολογία τουρκικής ποίησης που είχαμε δημοσιεύσει στο πλαίσιο του μεγάλου αφιερώματός μας «Η ποίηση των γειτόνων».

Χριστίνα Λιναρδάκη: Θεωρείτε τον εαυτό σας Τουρκοκύπριο ποιητή; Ποια πιστεύετε πως είναι η λογοτεχνική σας ταυτότητα; Είναι ίδια με την πολιτική;

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Στην πραγματικότητα, παρουσιάζω τον εαυτό μου σαν Κύπριο ποιητή που γράφει στα τουρκικά και μερικές φορές στα αγγλικά. Η γλώσσα είναι που καθορίζει την ταυτότητα, ιδίως στην Κύπρο. Ωστόσο, στην καθημερινή μου ζωή έχω τρεις γλώσσες: τουρκικά, ελληνικά και αγγλικά. Τα ελληνικά μου είναι λιγοστά, όμως εξακολουθούν να υπάρχουν στην καθημερινότητά μου και είναι μία από τις γλώσσες μου παρότι δεν τη μιλάω καλά.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Ώστε, όταν σας ρωτήσει κάποιος, λέτε ότι είστε Κύπριος και δεν προσδιορίζετε περαιτέρω.

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Ναι. Ξέρετε, έχουμε το κυπριακό πρόβλημα και ο μόνος τρόπος να το ξεπεράσουμε είναι να προτάσσουμε την «Κυπριοσύνη» μας. Γιατί όταν κάποιος λέει είμαι Τούρκος ή είμαι Έλληνας, διαιρεί, δεν θέλει να είμαστε ενωμένοι και να φτάσουμε την ειρήνη που όλοι επιθυμούμε.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Ξέρετε, πολλοί άνθρωποι της γενιάς μου ή νεότεροι δεν γνωρίζουν ότι πριν από την εισβολή ζούσαν στο νησί Τούρκοι που συνυπήρχαν ειρηνικά με τους Έλληνες. Και ότι με την εισβολή αναγκαστήκατε κι εσείς να εγκαταλείψετε τα σπίτια σας.

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Ω, μπορούμε να μιλάμε γι’ αυτό όλη μέρα. Τι μας συνέβη μετά… αλλά με την εισβολή και την κατοχή άλλαξε κάτι. Καταλάβαμε ότι είμαστε Κύπριοι και ότι η ταυτότητά μας, όταν γράφουμε, είναι κυπριακή. Πριν λέγαμε ότι είμαστε διαφορετικοί, αλλά μετά την εισβολή ανακαλύψαμε πως είμαστε Κύπριοι: αυτή είναι η ταυτότητά μας. Νωρίτερα, ήταν κάτι διαφορετικό.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Είναι συγκινητικό που το λέτε… Διάβασα ότι περιγράφετε τον εαυτό σας ως αναρχικό ποιητή. Γιατί;

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Για μένα, η ίδια η φύση της ποίησης είναι αναρχική. Είναι σαν να επαναστατείς ενάντια σε κάποιον, όταν είσαι ποιητής. Αλλά είχα μεγάλη ανάμειξη στην πολιτική και όταν διαβάζει κάποιος τα βιβλία και γνωρίζει τις ιδέες προσπαθεί να τοποθετήσει τον εαυτό του στον συγκεκριμένο τόπο και χρόνο. Έτσι κι εγώ κατάλαβα ότι η φιλοσοφία της αναρχίας μου είναι πιο κοντινή. Γι’ αυτό και σκόπιμα λέω πως είμαι αναρχικός. Είμαι άθεος, αλλά δεν πιστεύω στη βία. Και πρέπει να είναι άθεος κάποιος, για να είναι αναρχικός. Αλλά πριν από αυτό ακόμα, η ίδια η ποίηση είναι αναρχική ή έχει αναρχικές τάσεις ή πρέπει να τις έχει. Τουλάχιστον η ποίηση που αρέσει σε μένα.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Μα νόμιζα ότι είστε συστημικός ποιητής της Κύπρου, ένας από τους καλύτερους του νησιού. Πώς μπορείτε να είστε αναρχικός όταν είστε μέρος του συστήματος;

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Έτσι λένε, ναι. Κοιτάξτε, δεν συνεργάζομαι με τις κυβερνήσεις. Δεν κάνω τίποτα με τις κυβερνήσεις. Είμαι εναντίον τους, τους ασκώ κριτική. Αλλά άλλοι άνθρωποι με αποκαλούν κάτι άλλο. Δεν έχει σημασία εντέλει τι αποκαλείς τον εαυτό σου: άλλοι, ομάδες ή μεμονωμένα άτομα, σου κολλάνε ταμπέλες, ιδίως εάν είσαι ποιητής. Για παράδειγμα, ο πρόεδρος της τουρκικής πλευράς, ο Ντενκτάς, με αποκαλούσε ερωτικό ποιητή, επειδή έγραψα κάποια ερωτικά ποιήματα. Γι’ αυτόν δεν είμαι αναρχικός, είμαι ερωτικός ποιητής. Καθένας μπορεί να σε αποκαλέσει αλλιώς.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Εάν ο Ντενκτάς δεν σας αποκαλούσε ερωτικό ποιητή, δεν θα μπορούσε να σας αποδεχθεί. Γιατί είναι ακροδεξιός, σωστά; Δεν μπορούσε να σας αποκαλέσει αναρχικό, γιατί μετά θα έπρεπε να σας πολεμήσει. Έπρεπε να βρει μια ταμπέλα που θα παρείχε κάποιο κοινό έδαφος.

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Πιθανώς…

Χριστίνα Λιναρδάκη: Είστε ιδιαίτερα ευθύς στην ποίησή σας. Γράφετε αυτό που σκέφτεστε, δεν έχετε αναστολές και είστε πολύ ειλικρινής.

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Πιστεύω πως όχι μόνο στην ποίηση, στη λογοτεχνία γενικότερα, πρέπει κάποιος να είναι ειλικρινής. Μερικές φορές με ρωτούν: «Λες ψέματα όταν γράφεις;». Και τους απαντώ: «Δεν λέω ποτέ ψέματα, πλάθω λογοτεχνία». Αλλά ακόμη κι όταν πλάθεις λογοτεχνία, πρέπει να είσαι ειλικρινής. Έτσι είμαι. Όχι μόνο στη λογοτεχνία, αλλά και στην καθημερινότητά μου. Μου αρέσει να προκαλώ έκπληξη ή να ταράζω τους ανθρώπους. Γιατί η τέχνη πρέπει μάλλον να ασκεί κριτική, παρά να επαινεί, τη σύγχρονη κοινωνία. Αυτό κάνω. Ακόμη κι όταν γράφω για σεξ, γράφω την αλήθεια για μένα. Νομίζουμε πως έχουμε μυστικά που κανείς άλλος δεν μοιράζεται μαζί μας. Όταν όμως αποκαλύπτουμε τα μυστικά μας, κι άλλοι λένε «κάτι παρόμοιο συνέβη και σε μένα». Για παράδειγμα, όταν ήμουν 5 ετών, κακοποιήθηκα σεξουαλικά από έναν στρατιώτη στην Κύπρο. Το κράτησα μέσα μου, δεν είπα τίποτα σε κανέναν, ούτε στη μητέρα ή τον πατέρα μου. Κι όταν έγινα 20, έγραψα ένα διήγημα γι’ αυτό και το δημοσίευσα σε μια εφημερίδα. Πολλοί άνθρωποι τότε επικοινώνησαν μαζί μου και μου είπαν ότι το ίδιο είχε συμβεί και σε αυτούς, όταν ήταν παιδιά. Μέχρι τότε πίστευα πως ήμουν ο μοναδικός στον κόσμο που του είχε συμβεί κάτι τέτοιο, αλλά όχι. Είχε συμβεί και σε άλλους. Όταν λοιπόν αποκαλύπτεις το μυστικό σου, συναντάς άλλους ανθρώπους. Αυτό είναι ειλικρινής επικοινωνία.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Διάβασα ότι ανήκετε σε μια λογοτεχνική γενιά που δεν πιστεύει στην πολιτική, που πιστεύει ότι η πολιτική δεν αξίζει και πολλά…

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Στην πραγματικότητα, η πολιτική είναι παρούσα στην καθημερινή μας ζωή, είτε μας αρέσει είτε όχι. Αυτούς που δεν πιστεύω είναι οι πολιτικοί. Φυσικά, σε μια χώρα σαν την Κύπρο, όταν δίνεις πολιτικά μηνύματα μέσα από την ποίησή σου, έχεις απήχηση σε μεγαλύτερο κοινό. Ενώ όταν γράφεις ερωτικά ποιήματα, δεν σε διαβάζουν πολλοί. Δεν τους ενδιαφέρει να μάθουν τι κάνεις ή έκανες με την προηγούμενη ή την τωρινή σου κοπέλα. Όμως τους αρέσει η πολιτική.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Ας ελπίσουμε ότι θα βρεθεί μια πολιτική λύση για την Κύπρο, κάποτε…

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Δεν έχω καμία αμφιβολία γι΄ αυτό. Το προσπαθούμε, αλλά θα πάρει αρκετό καιρό. Μπορώ να σας πω με βεβαιότητα ότι θα συμβεί, δεν μπορώ όμως να σας πω πότε. Αυτό είναι το όνειρό μου: να έχουμε μία, ενωμένη, Κύπρο. Και δεν με νοιάζει αν θα συμβεί μετά τον θάνατό μου, αρκεί να συμβεί. Θα το δουν τα παιδιά μου. Εργάζομαι και γι’ αυτά, για την επόμενη γενιά. Γνωρίζω και τις δύο πλευρές της Κύπρου, γνωρίζω τις κοινωνίες εκεί και ξέρω ότι τα πράγματα συμβαίνουν αργά. Μπορεί λοιπόν να πάρει λίγο χρόνο, αλλά θα το καταφέρουμε.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Γνωρίζετε από ελληνική ποίηση;

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Της Ελλάδας;

Χριστίνα Λιναρδάκη: Ναι, της Ελλάδας. Γνωρίζετε Έλληνες ποιητές;

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Γνωρίζω παγκόσμια ποίηση. Γνωρίζω έναν ποιητή από κάθε χώρα: από την Ισλανδία ως την Ελλάδα, από τον Λίβανο ως την Κόστα Ρίκα. Και βέβαια ξέρω μερικούς Έλληνες ποιητές.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Σύγχρονους;

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Ναι, εννοώ από τον Καβάφη και μετά. Σεφέρη, Ελύτη, Ρίτσο… Αν και δεν ξέρω πολλούς μετά την Ελένη Βακαλό. Αλλά όσους ξέρω τους διαβάζω ξανά και ξανά στα αγγλικά ή τα τουρκικά, γιατί είναι μέρος της κουλτούρας μου. Η ευχαρίστησή μου είναι μεγάλη, όταν διαβάζω ελληνική ποίηση και μου αρέσουν πολλοί Ελληνοκύπριοι ποιητές. Αριστεροί και δεξιοί. Δεξιοί ποιητές όπως ο Κώστας Μόντης, για παράδειγμα, παρότι πολιτικά απέχουμε πολύ.Δεν με ενδιαφέρει ο πολιτικός τους προσανατολισμός, αρκεί να γράφουν καλή ποίηση. Κρίνω το άτομο όχι με βάση την ιδεολογία του αλλά με βάση την ποίησή του.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Χαίρεστε που έχετε μεταφραστεί στα ελληνικά;

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Ασφαλώς. Γιατί τα ελληνικά είναι μία από τις γλώσσες μου. Τρέχει κι άλλο ένα πρότζεκτ, η μετάφραση των ποιημάτων μου στα αγγλικά, όμως χαίρομαι που βγήκε πρώτη η ελληνική μετάφραση γιατί, για μένα, μετά τα τουρκικά είναι τα ελληνικά.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Γι΄αυτό και μια από τις συλλογές σας έχει τίτλο «Ψε…» με ελληνικά γράμματα;

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Ναι.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Εκπληκτικό! Πιστεύετε ότι η ποίηση ή η λογοτεχνία γενικότερα μπορεί να αλλάξει τον κόσμο;

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Όχι. Όμως πιστεύω ότι μπορεί να αλλάξει το μυαλό μερικών ανθρώπων, τη ζωή κάποιου ή ορισμένων κοινωνιών. Στην εποχή μας, ξέρετε, οι νεότερες γενιές θέλουν αυτό που είναι γρήγορο και εύκολο και η ποίηση δεν το δίνει αυτό. Η ζωή είναι τόσο γρήγορη. Χρειάζομαι την ποίηση κάθε μέρα, όχι να γράφω, να διαβάζω. Επειδή επιβραδύνει τους ρυθμούς της ζωής. Στην πραγματικότητα, όλοι χρειαζόμαστε ποίηση την ποίηση, γιατί όλοι έχουμε ανάγκη να επιβραδύνουμε, πηγαίνουμε πολύ γρήγορα. Ιδιαίτερα οι πόλεις, η ζωή στις πόλεις.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Ακόμη και στην ποίηση υπάρχουν γρήγοροι τρόποι στις μέρες μας. Γνωρίζετε τον όρο «Instapoet»; Περιγράφει ανθρώπους με πολλούς followers στο Instagram που γράφουν διάφορα, τα εκδίδουν σε βιβλίο και μετά το βιβλίο πουλάει σαν τρελό. Ένα καλό παράδειγμα είναι η Rupi Kaur. Το «Milk and honey» της πούλησε 1,5 εκατ. αντίτυπα.

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Διάφορα με τη μορφή ποίησης;

Χριστίνα Λιναρδάκη: Ακριβώς. Με τη μορφή ποίησης. Όχι ποίηση.

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Πάντοτε έλεγα πως, αν θέλει κάποιος να βρει απήχηση σε μεγαλύτερο κοινό, πρέπει να γράφει κλισέ. Αν δεν γράφει κλισέ, θα περιοριστεί σε λίγους αναγνώστες. Όταν γράφω ποιήματα, προσπαθώ να ενοχλήσω τους ανθρώπους, να τους κρατήσω σε αφύπνιση. Απευθύνομαι στους ανοιχτόμυαλους. Αν κάποιος δεν είναι ανοιχτόμυαλος, καλύτερα να μη με διαβάσει γιατί θα θυμώσει και θα απογοητευτεί.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Μου θυμίζετε έναν Έλληνα ποιητή, τον Αργύρη Χιόνη, που έγραψε ότι η ποίηση είναι σαν ζαχαρωμένο βότσαλο. Πάνω που γλυκαίνεσαι, σπας τα δόντια σου.

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Πρέπει να μου γράψετε το όνομά του, να τον ψάξω. Όπως σας είπα, δεν γνωρίζω πολλούς ποιητές μετά τη Βακαλό. Αλλά από ό,τι διαπιστώνω σε παγκόσμιο επίπεδο, οι γυναικείες φωνές αρχίζουν να γίνονται πιο δυνατές όσον αφορά την ποίηση. Οι γυναίκες θα γράψουν την ποίηση του μέλλοντος, γιατί στο παρελθόν η πλειονότητα των ποιητών ήταν άνδρες. Συμβαίνει και στην Κύπρο: σήμερα τα πιο δυνατά ποιήματα τα γράφουν γυναίκες. Το ίδιο συμβαίνει και στην Αγγλία. Και στην Ισλανδία. Επειδή, όταν οι γυναίκες είναι ελεύθερες, γράφουν καλύτερα από τους άνδρες.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Ώστε πιστεύετε στην ελευθερία των γυναικών; Σωστά, μου είπατε ότι είστε άθεος… Επομένως δεν είστε μουσουλμάνος. Ώστε, δεν θέλετε τις γυναίκες περιορισμένες;

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Τι;! Ελάτε τώρα… Πιστεύω στην ισότητα και την ελευθερία. Στην κοινωνία που ζω στην Κύπρο, έχω δει πώς ήταν καταπιεσμένες οι γυναίκες όλα αυτά τα χρόνια, χωρίς να μπορούν να εκφραστούν. Όταν μια ποιήτρια γράφει, κομίζει κάτι νέο στην ποίηση. Εμείς, οι άνδρες, πρέπει να μάθουμε από αυτήν. Οι γυναίκες έχουν διαφορετική οπτική. Κομίζουν τη νέα ποίηση και ειλικρινά το παρακολουθώ αυτό και το υποστηρίζω.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Έχετε ζήσει στην Κύπρο, την Τουρκία και την Αγγλία. Και τώρα είστε πίσω στην Κύπρο. Νιώθετε ποτέ άπατρις ή εκτοπισμένος;

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Ένιωθα έτσι πολύ καιρό πριν, γιατί δεν μπορούσα να επισκεφθώ το σπίτι ή το χωριό που γεννήθηκα, δεν μπορούσα να περάσω τα σύνορα. Και όλοι γύρω μου μιλούσαν γι’ αυτό: ο πατέρας μου, η μητέρα μου, ο παππούς μου, όλοι. Μετά, έφυγα από την Κύπρο και έζησα σε πολλά σπίτια, πολλά μέρη. Οι Κύπριοι είναι φανατικοί με το σπίτι τους: το σπίτι που ζούσαν και αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν. Όμως εγώ δεν είμαι φανατικός γιατί έχω πολλά σπίτια, πολλά σπιτικά. Και το σπίτι που γεννήθηκα είναι απλώς ένα από αυτά. Νομίζω ότι στην Κύπρο πρέπει να αλλάξουμε τη στάση μας για το τι σημαίνει σπίτι. Η Κύπρος είναι η πατρίδα μου. Δεν έχω άλλη πατρίδα, όμως έχω πολλά σπίτια. Μου λείπουν μερικές φορές, σίγουρα, αλλά είναι εντάξει.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Ο θάνατος είναι ένα επαναλαμβανόμενο θέμα στην ποίησή σας. Σας φοβίζει;

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Πιστεύω ότι η ποίηση υπάρχει εξαιτίας του θανάτου. Η τέχνη υπάρχει εξαιτίας του θανάτου. Ο θάνατος για μένα δεν είναι το τέλος της ζωής, είναι ένα κομμάτι της.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Ωστόσο δεν πιστεύετε στη μετά θάνατον ζωή.

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Όχι, πιστεύω ότι ο θάνατος είναι το τέλος. Τελεία. Όμως δεν έχω πρόβλημα με αυτό. Ξέρω πώς λειτουργεί η φύση. Ο φόβος του θανάτου μας κατέλαβε μετά τον μοντερνισμό: φοβηθήκαμε επειδή νομίζουμε πως γίναμε αθάνατοι ή επειδή ζούμε σαν να είμαστε αθάνατοι. Αλλά δεν είμαστε. Όσο με αφορά, ο θάνατος με κάνει να εστιάζω περισσότερο στη ζωή. Ο θάνατος είναι ταμπού, όμως μου αρέσει να γράφω για τα ταμπού. Σας είπα ότι επιζητώ να εκπλήσσω τους ανθρώπους και να τους ταράζω: την περασμένη βδομάδα μιλούσα με έναν φίλο μου βιβλιοπώλη και του είπα: «Στην κηδεία σου, ξέρεις, θα γίνει κοσμοσυρροή». Και έπαθε σοκ: «Γιατί μου το λες αυτό;». Του απάντησα: «Επειδή είσαι πολύ κοινωνικός και μιλάς με τόσο πολλούς ανθρώπους». Πάντοτε θέλω να υπενθυμίζω στους ανθρώπους ότι υπάρχει θάνατος, οπότε ό,τι είναι να κάνεις, κάν’το τώρα. Μην το αναβάλλεις. Οπότε, είναι πολύ σημαντικό για μένα να γράφω για τον θάνατο και τη σχέση μου μαζί του. Όταν κάποιος φθάνει σε μεγάλη ηλικία και πεθαίνει, είναι φυσιολογικό, ακόμη κι αν είναι η μητέρα μας ή ο πατέρας μας, οι οποίοι θα μας λείψουν. Είναι η συμφωνία μας με τη ζωή.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Μια τελευταία ερώτηση: Πιστεύετε ότι η ευτυχία είναι εφικτή;

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Μα, ξέρετε, έχουμε πολλά συναισθήματα. Η ευτυχία είναι μόνο ένα από αυτά. Δεν είναι σκοπός μου να είμαι ευτυχισμένος. Ο Φίλιπ Λάρκιν, ένας Άγγλος ποιητής, έχει πει ότι η καλή ποίηση προέρχεται από τη δυστυχία. Δεν τον πιστεύω, γιατί μερικές φορές είμαι ευτυχισμένος και γράφω ποιήματα και οι άλλοι τα βρίσκουν εξίσου καλά. Σ’ αυτή τη ζωή, είμαστε ευτυχισμένοι τη μία στιγμή, δυστυχισμένοι την επόμενη, επειδή ακούσαμε κάτι στο μεταξύ ή επειδή συνέβη κάτι. Αλλάζει συνεχώς, δεν μένει το ίδιο. Και δεν καταλαβαίνω τους ανθρώπους που κυνηγούν την ευτυχία όλη την ώρα. Γιατί όταν την κυνηγάς, τη διώχνεις.

Αυτό όμως που είναι σκοπός μου, είναι η ειρήνη. Ειρήνη στον νου και τριγύρω μου. Η ειρήνη είναι πιο σημαντική για μένα από την ευτυχία. Αυτή με κάνει ευτυχισμένο τις περισσότερες φορές, άλλωστε.

https://stigmalogou.blogspot.gr/2017/12/gurgenc-korkmazel.html?spref=fb

 

 

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

ΧΑΡΙΛΑΟΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ

1-2

 

Ο Χαρίλαος Νικολαΐδης γεννήθηκε στην Αθήνα τον Δεκέµβριο του 1986.
Είναι δικηγόρος και λέκτορας Δημοσίου Δικαίου και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου του Essex στη Μ. Βρετανία. Ασχολείται µε την έρευνα και τη διδασκαλία. Έχει εκδώσει τη ποιητική συλλογή «Αλεπού στο αυτοκινητόδρομο» (2015) και έχει μεταφράσει
τη συλλογή ποιημάτων της Edna St. Vincent Millay «Λίγα σύκα απ’ τα γαϊδουράγκαθα (2017).

 

1-1-ΑΛΕΠΟΥ ΣΤΟΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΔΡΟΜΟ.doc

ΑΛΕΠΟΥ ΣΤΟΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΔΡΟΜΟ (2015)

 

ΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑ

Ό,τι λάτρεψες θα χαθεί μαζί σου.
Χαμογέλα!
Δεν θα φύγεις με άδεια χέρια.

 

ΚΟΙΝΗ ΛΟΓΙΚΗ

Τρύφωνας;!

Σε ρωτώ,
είναι αυτό όνομα
για τον καινούριο μας φίκο;

Εγώ θα τον φωνάζω Πολύκαρπο.

 

ΤΡΕΙΣ ΓΩΝΙΕΣ ΤΟΥ ΚΥΚΛΟΥ

αρνητικό φλερτ

Τι θα έλεγες να βγούμε καμιά φορά,
να πάμε σε κανένα μέρος, να φάμε τίποτα;
Γιατί όχι ε; Μη βιαστείς ν’ απαντήσεις.

Eros, the cannibal

Μην τυλίγεσαι για το σπίτι. Θα σε φάω εδώ.
Ούτε μ’ ενδιαφέρει η σειρά στο σερβίρισμα.
Αρκεί να έχω τα χείλη σου για επιδόρπιο.

απεξάρτηση

Δεν θα σε δω σήμερα. Θα κλειστώ στο δωμάτιο.
Και θα χαρίσω ό,τι έχω στους φτωχούς.
Εξάλλου, θα τα ξόδευα όλα σε ποιήματα.

 

ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ

Η πανέμορφη αυτή ιστορία
μας μαθαίνει
να γυρίζουμε στο σπίτι νωρίς.

Μας λέει επίσης ότι
-και στα παραμύθια-

δεν πας πουθενά
χωρίς την κατάλληλη γόβα.

 

GIACOMO CASANOVA

Από μικρός ήμουνα θύτης
και θύμα των αισθήσεων.
Σου έχω μιλήσει
για τις
εκατοντάδες γυναίκες μου;
Σου έχω πει πώς βγήκε η φράση··
«Αυτός έφαγε χυλόπιτα»;

 

EVE CURIE

Η μητέρα μου πήρε δύο Νόμπελ,
ο πατέρας μου ένα,
η αδελφή μου άλλο ένα
(μετά του συζύγου,
όπως συνηθιζόταν στην οικογένεια).
Ο άντρας μου παρέλαβε το Νόμπελ Ειρήνης.
Εγώ δεν τιμήθηκα ποτέ.
Ήμουν πάντα ξεχωριστή.

 

ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ

«Η οικογενειακή γαλήνη εξαρτάται
από τη σχέση σου με τη συννυφάδα».

Πόσο δίκιο είχες μαμά…

 

 ΜΗΔΕΙΑ

Ας είμαστε πολιτισμένοι,
θέλω να γνωρίσω
τη νέα σου γυναίκα.
Με την πρώτη ευκαιρία,
θα περάσω.
θα φέρω και τα παιδιά.

 

ΝΤΟΝΑΛΝΤ ΝΤΑΚ

Άκου εκεί τεμπέλης, τα ίδια λένε
για όλους τους καλλιτέχνες…

.. .τα χρώματα δεν τονίζουν
την τραγικότητα του ρόλου μου…

.. .στη βιομηχανία των κόμικς,
οι γνωριμίες είναι σημαντικές…

.μου πρότειναν να γίνω βοηθός του Μπάτμαν,
αρνήθηκα…

.. .η Νταίζυ ζήτησε να υπογράψουμε
προγαμιαίο συμβόλαιο…

.. .θα μάθει άραγε κανείς ποιος είμαι
(πέρα από τις εικόνες);

 

ΠΕΙΡΑΜΑ

Κράτα με ακίνητο στη μέση.

Θες να με δεις παιδί, σκέψου τη μάνα.
Θες να με δεις ώριμο, σκέψου το παιδί.

Ο χρόνος (όπως εγώ)
ορίζεται από τη θέση του παρατηρητή.

Ο χρόνος (επομένως)
δεν είναι λιγότερο σχετικός από εμένα.

Τον κρατώ ακίνητο στη μέση.
Παίζω μαζί του.

 

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ

Την ημέρα
που θα κατοικηθεί το φεγγάρι,
οι ρομαντικοί θα μείνουν άνεργοι
και οι τιμές των ακινήτων στη γη
θα κατρακυλήσουν.

Επιπλέον,

αφού ο δορυφόρος μας
δεν πρόκειται να χωρέσει
όλους τους ενοχλητικούς,
θα χρειαστούμε σίγουρα
και τον Άρη.

Η μετοίκηση
στον κόκκινο πλανήτη
θα επιφέρει νέα πτώση
στα γήινα ακίνητα

πανικός θα επικρατεί
στις αγορές.

Εν τω μεταξύ,
οι ρομαντικοί
θα παραμένουν άνεργοι. 

ΣΠΟΥΔΗ ΣΤΟΝ ΡΕΑΛΙΣΜΟ

Όταν είχα πρόβλημα
πλησίαζα το κλουβί.
Το αηδονάκι μου εκεί.

Περάσαμε πολλά μαζί.

Μα ποιον κοροϊδεύω… είναι αργά για ρίμες.

Το αηδονάκι πέθανε,
έβρεχε,
κακός καιρός για κηδεία.

Το πέταξα στα σκουπίδια.

Την επόμενη φορά,
θα πάρω κάτι σε πορτοκαλί

 

ΑΔΟΚΙΜΗ ΠΟΙΗΣΗ
ΣΕ ΤΡΙΑ ΜΕΓΕΘΗ

[SMALL]

αυτοϊκανοΠοίηση

[…] οδήγησαν τον ελεύθερο στίχο σε μίαν άλλη συμβατικότητα,
στη συμβατικότητα του επίμονα αντισυμβατικού.
ΝΑΣΟΣ ΒΑΓΕΝΑΣ, ΤΟ ΒΗΜΑ, 26/11/2000

Οι συγκεκριμένοι τρεις στίχοι
γράφτηκαν για μένα, όχι για σένα.
Σταμάτα να κρυφοκοιτάς!

[MEDIUM]

επίδειξη

[…] το μοντέρνο Σημείο δείχνει το ίδιο το δείχνειν.
ΕΥΓΕΝΙΟΣ ΑΡΑΝΙΤΣΗΣ, Καλοκαίρι στον σκληρό δίσκο (2002)

Της έβγαλε το δαχτυλίδι,
το έσφιξε στην παλάμη του,
φύσηξε δυο φορές,
άπλωσε το χέρι,
το δαχτυλίδι ακόμα εκεί.
Ω, τι μοντέρνος μάγος!

[LARGE]

πλαστογραφία

Lentulus: Gentlemen, posterity will envy us.
Herod: Posterity will call you an ass […].
I, CLAUDIUS – BBC (1976)

Γράφω
(αυτό το βλέπεις και μόνος σου).

Όταν τελειώσω δεν θα έχει μείνει
τίποτα επιπόλαιο ή ανεπιτήδευτο.
Όλα θα εξυπηρετούν έναν σκοπό.

Ο σκοπός μού διαφεύγει, όμως
όσο με διαβάζεις εκπληρώνεται.

Γενικώς έχω πρόβλημα
με τον ύπνο.
Όταν δεν μετράω πρόβατα,
γράφω ποιήματα.

Το δέντρο πέφτει
μονάχο του στο δάσος
(μάλλον χαϊκού).

Υποκλίνομαι
στον αγαπημένο μου καθρέφτη.

 

ΘΕΑ

Από ψηλά,
όλα ένα ποίημα:
τα πάντα,
το τίποτα,
το ενιαίο, δυσανάγνωστο κάτι•
η απλότητα
με τις πολλές πλοκές.
Εντάξει,
η τέχνη δεν θα μας σώσει.
Είναι ωστόσο
παρηγοριά
η ακατάληπτη θέα της.

 

ΑΛΕΠΟΥ ΣΤΟΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΔΡΟΜΟ

Πέρα από τον φράχτη
ξαφνικά
παύουν τα δέντρα,
τα λουλούδια, το χορτάρι.
Μέχρι τον άλλο φράχτη,
υπάρχει μόνο
στρωτό γκρι
με λευκές γραμμές στη μέση.
Περνάνε πράματα
μεγάλα ή τεράστια
(φτάνουν ταχύτητες
ασύλληπτες
για το
πονηρό είδος μας!)
Τη νύχτα φέγγουν,
από μακριά μέχρι μακριά,
πιο δυνατά
καθώς μας πλησιάζουν.
Ύστερα χάνονται
για πάντα
σε μέρη ανεξερεύνητα.
Εκείνος
που έχτισε τον φράχτη
πρέπει να δοξαστεί.

 

ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ

Edna St. Vincent Millay
δίγλωσση έκδοση

ΠΡΟΛΟΓΟΣ-ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
Χαρίλαος Νικολαΐδης

ΕΠΙΜΕΤΡΟ
Ευαγγελία Κουλιζάκη

1-1-μεταφραση

ΛΙΓΑ ΣΥΚΑ ΑΠ’ ΤΑ ΓΑΪΔΟΥΡΑΓΚΑΘΑ (2017)

 

Στον μη Ανέφικτο Εκείνον

ΠΩΣ ξέρω εγώ, αν δεν βρεθώ
Στην Κίνα και στο Κάιρο,
Εάν το εδώ που ευλογώ
Είναι στ’ αλήθεια άγιο;

Μπορεί το άνθος δίχως λάθος
Κάτω απ’ τη μύτη μου να το ’χω·
Πώς θα τ’ ορίσω αν δεν μυρίσω
Το Καρχηδόνιο το ρόδο;

Το νήμα της ακλόνητης αγάπης μου
Να μπλεχτεί ή να φθαρεί δε θα επιτρέψω
Όσο είμαι εδώ, – μα ω, παιδί μου ακριβό,
Αν ποτέ ταξιδέψω!

 

Η Κρατούμενη

ΕΝΤΑΞΕΙ,
Προχώρα!
Τι σημασία έχει ένα όνομα;
Υποθέτω πως όσο κλειδωθώ μέσα
Τόσο θα κλειδωθώ απ’ έξω!

 

Δάφνη

ΓΙΑΤΙ με κυνηγάς; Ρωτώ.
Ξαφνικά είναι πιθανό
Να γίνω βάγια, απλό φυτό.

Στου κυνηγητού τη μέση
Ν’ αφήνω στη δική μου θέση
Ροζ κλαδί να έχεις για τέρψη.

Σε ύψη, βάθη, αν θελήσεις
Όμως να με ακολουθήσεις
Έφυγα· – ο Απόλλωνας επίσης!

 

Η Εύθυμη Κόρη

Ω, έδιωξα τις έγνοιες μακριά
Απ’ όταν έσπασε η καρδούλα μου στα δυο!
Απολαμβάνω το αεράκι που φυσά,
Γελάω με τον κόσμο τον απλό!

Υπάρχει λίγη καλοσύνη κι ομορφιά
Το βάρος της ν’ αξίζει σε καπνό
Για εμέ, που έδιωξα τις έγνοιες μακριά
Απ’ όταν έσπασε η καρδούλα μου στα δυο!

Αν θέλεις να ξαπλώνεις, κοπελιά,
Όπως σηκώθηκες, με ύφος χαρωπό,
Καλύτερα στον εραστή μη γίνεις φορτικιά
Για καθετί που είπε μικρό
Σ’ εμέ, που έδιωξα τις έγνοιες μακριά
Απ’ όταν έσπασε η καρδούλα μου στα δυο!

 

Η Φιλόσοφος

ΚΑΙ τι είσαι που στη σκέψη σου
Πρέπει να μένω ξύπνια
Να κλαίω τις μέρες μου για σε
Τις νύχτες μια απ’ τα ίδια;

Και τι είσαι που στη σκέψη σου
Μέρες που κυλάνε λίγο-λίγο
Πρέπει ν’ ακούω τον άνεμο,
Και να κοιτώ τον τοίχο;

Ξέρω έναν άντρα πιο γενναίο
Και είκοσι άντρες σαν εσένα ευγενείς.
Και τι είσαι που να είσαι πρέπει
Το μόνο αρσενικό της γης;

Μα είναι κουτοί των γυναικών οι τρόποι,
Οι αυθεντίες θα σου πουν κοφτά, –
Και τι είμαι εγώ για ν’ αγαπώ
Τόσο σοφά, τόσο σωστά;

 

Σονέτο IV

ΘΑ ΣΕ ξεχάσω σύντομα, αγάπη μου γλυκιά,
Γι’ αυτό ν’ απολαύσεις τη μικρή σου τη μέρα,
Τον μικρό σου τον μήνα, τη μικρή μισή χρονιά,
Προτού ξεχάσω, ή πεθάνω, ή πάω παραπέρα,
Και για πάντα χωρίσουμε- σε λίγο μόνο καιρό
Θα σε ξεχάσω, όπως είπα, όμως όσο θα μένω,
Αν μ’ ικετέψεις με το ψέμα σου το πιο τρυφερό
Θα σου τάξω τον όρκο μου τον πιο λατρεμένο.
Αλήθεια, η αγάπη θα ήθελα να ζούσε πιο πολύ,
Και οι όρκοι να μη σπάνε μ’ ένα άγγιγμα,
Μα έτσι ορίστηκε, η φύση έχει σκαρφιστεί
Να συνεχίζει να παλεύει χωρίς διάλειμμα, –
Είτε βρούμε αυτό που ψάχνουμε, είτε όχι,
Το ίδιο κάνει, θα σου πουν οι βιολόγοι.

 

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗ
(Απόσπασμα)


Η Edna St. Vincent Millay (Έντνα Σεντ Βίνσεντ Μιλλέυ, 1892-1950) είναι μια εμβληματική φιγούρα της Αμερικανικής λογοτεχνίας. Γεννήθηκε στο Μέιν των ΗΠΑ, σε οικογένεια με περιορισμένα οικονομικά μέσα που σύντομα διασπάστηκε, μετά τον χωρισμό των γονιών της, όταν ήταν 8 ετών. Μεγάλωσε με τη μητέρα της και τις αδελφές της, ενώ από νωρίς ασχολήθηκε ενεργά με τη λογοτεχνία δημοσιεύοντας το πρώτο της ποίημα σε ηλικία 14 ετών. Πνεύμα ανήσυχο, αμφισβήτησε τις κοινωνικές συμβάσεις της εποχής της μέσα από το λογοτεχνικό της έργο, την ακτιβιστική της δράση, ακόμα και μέσα από την έκφραση της σεξουαλικότητάς της. Οραματίστηκε ένα νέο πρότυπο απελευθερωμένης γυναίκας δημιουργού, το οποίο και ανέδειξε σταθερά. Η πρώτη της ποιητική συλλογή (Renascence and Other Poems) κυκλοφόρησε το 1917, τη χρονιά που η Αμερική εισήλθε στον πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Την ίδια χρονιά, η ποιήτρια αποφοιτά από το Vassar College και μετακομίζει στη Νέα Υόρκη.
Το 1923, η Millay έγινε η πρώτη γυναίκα που τιμήθηκε με το βραβείο
Pulitzer για την ποίηση, μετά τη θέσπιση της συγκεκριμένης κατηγορίας βραβείων. Το βραβείο απονεμήθηκε και για το παρόν έργο. To A Few Figs From Thistles (1920) είναι η δεύτερη ποιητική της συλλογή και η πλέον γνωστή στο ευρό κοινό ως προς τα ποιήματα τα οποία περιέχει. Ειδικά το ποίημα First Fig έχει χαρακτηριστεί επανειλημμένως ως ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα τετράστιχα στην Αμερικανική λογοτεχνία.
Η παρούσα συλλογή επαναπροσδιόρισε όχι μόνο την ποίηση της Millay, αλλά και, γενικότερα, τον ρόλο της γυναίκας ποιήτριας στο λογοτεχνικό στερέωμα, διευρύνοντας τα όρια του «επιτρεπτού» στον γυναικείο ποιητικό λόγο. Η Millay γιορτάζει την παροδικότητα του έρωτα. Απορρίπτει τη συναισθηματολογία της χαμένης αγάπης, όχι όμως το συναίσθημα. Απελευθερώνεται από τα στερεότυπα του παρελθόντος.

 

ΕΠΙΜΕΤΡΟ

Ευαγγελία Κουλιζάκη
(Απόσπασμα)

Εάν κοιτάξουμε προσεκτικά θα διαπιστώσουμε ότι υπάρχει ένα νήμα που διατρέχει πολλά από τα ποιήματά της και λειτουργεί αποκαλυπτικά για τα συγγραφικά της κίνητρα: δεν έγραφε επιδιώκοντας χη φήμη, ανεξάρτητα από το πόσο αποτελεσματικά σκηνοθετούσε τον εαυτό της και διαχειριζόταν την εικόνα της – για να ενεργοποιεί το φαντασιακό των ανθρώπων και να μεταμορφώνει τελικά την ίδια τη ζωή σ’ ένα μικρό κομμάτι τέχνης, με τον τρόπο που ένα θραύσμα γυαλιού στην άσφαλτο μπορεί να φαντάξει σαν πολύτιμος λίθος, με κατάλληλο φωτισμό. Αυτή ακριβώς η ικανότητά της είναι που διατηρεί την υψηλή θερμοκρασία στα ποιήματα και, με δεδομένη τη σκηνοθεσία, είναι εντυπωσιακό που τίποτα κίβδηλο δεν υπάρχει εδώ, κανένα
ψεύτισμα, αλλά μια ευκρινής αποτύπωση θάμβους σε μικροκλίμακα.
Υιοθετούσε μια ευρεία γκάμα ρόλων — όχι μόνο έμφυλων ρόλων – που
καθένας απ’ αυτούς ξεχωριστά της επέτρεπε την προβολή μιας διαφορετικής οπτικής, στήν οποία προσέρχονταν για να κατοικήσουν τα ποιήματα – δηλαδή να δημιουργήσουν ευκαιρίες, να θέσουν ερωτήματα ή να δραπετεύσουν από την πραγματικότητα. Δεν έγραφε επίσης με πρωταρχικό στόχο την επιτέλεση μιας «νέας» θηλυκότητας, δεν είχε δηλαδή κάποια φεμινιστική «ατζέντα». Ωστόσο στην παρούσα συλλογή η Millay ενέγραψε το ιδίωμα ενός νέου τύπου γυναίκας που αμφισβητούσε τις καθιερωμένες αντιλήψεις για το φύλο, την κοινωνική τάξη και τη σεξουαλικότητα. Στο φιλοσοφικό και αισθητικό βάθος της ποίησης της το έμφυλο σώμα αντιπροσωπεύει ένα σύνθετο υλικό, μέσω
του οποίου τίθενται υπό έλεγχο οι εκφραστικές και αυτοβιογραφικές συμβάσεις του παραδοσιακού λυρισμού. Στο 19ο αιώνα, εάν επιθυμούσαμε να εξερευνήσουμε τη συναισθηματική ζωή μιας γυναίκας, είχαμε τις εξιδανικεύσεις της Elizabeth Barrett και της Christina Rossetti ή την κρυπτική στενογραφία και τον ασθματικό τροχασμό της Emily Dickinson. Στη Millay εντοπίζεται η τροποποίηση αυτού του πλέγματος ρόλων που προσδιορίζουν τη γυναικεία υπόσταση και η πρόκριση μιας ρευστότητας ως προς την έννοια της θηλυκότητας που φτάνει, στα πιο εκρηκτικά παρακλάδια της, μέχρι τη Sylvia Plath και την Anne Sexton.

 

ΓΙΑ ΤΟ ΧΑΡΙΛΑΟ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ ΕΓΡΑΨΑΝ:

«ΑΛΕΠΟΥ ΣΤΟΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΔΡΟΜΟ»

 

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ-ΡΟΥΚ

ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ Τ.110/ΝΟΕΜ.2016

«Ζω και σκέπτομαι εδώ»

H πραγματικότητα είναι πάντα παρούσα στην ποίηση του Χαρίλαου Νικολαΐδη.
Κι αν τύχει και ξεχαστεί ο αναγνώστης κι απογειωθεί, ο επόμενος στίχος του Νικολαΐδη θα τον προσγειώσει. Βέβαια, θα πρέπει κανείς να είναι εξοικειωμένος με το δεύτερο δομικό στοιχείο της ποίησης του Νικολαΐδη: το χιούμορ. Αν γνωρίζει κανείς τη βρετανική ψυχολογία, ξέρει πόσο το χιούμορ καλύπτει ολόκληρη την πραγματικότητα, από το τραγικό ως το γελοίο.
Το τρίτο στοιχείο, είναι οι αρχαίοι και ιστορικοί μύθοι και ήρωες. Εδώ και πάλι «μυθοποιεί ο Νικολαΐδης. Οι πρωταγωνιστές αυτών των γνωστών μύθων είναι απλοί άνθρωποι, που με άνεση και ειλικρίνεια μιλάνε για την καθημερινότητά τούς. Έχουμε εδώ μια μοναδική μεταγλώττιση της σοφίας σε καθημερινή αργκώ. Ο Ντόναλντ Ντακ στέκεται δίπλα στην Ηλέκτρα και τη Ναυσικά. Στο τέλος, ο ποιητής ζητάει συγγνώμη. Λέει: «Συγχωρέστε τον (περίπου)/ άναρχο τρόπο μου».
Συγχώρεσε κι εμάς τους αναγνώστες που ποτέ δεν είχαμε υποψιαστεί τα τόσα γήινα πρόσωπα των μυθικών ηρώων.

 

 ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ

FRACTAL 11/5/2016

Η τέχνη δεν θα μας σώσει. Είναι, ωστόσο, παρηγοριά η ακατάληπτη θέα της.

Κρατώ στα χέρια μου το πρώτο βιβλίο που εξέδωσε ο Χαρίλαος Νικολαΐδης, γεννηθείς το 1986.Ακούγοντας τον τίτλο και μόνο δεν σου περνά από το μυαλό ότι πρόκειται για βιβλίο ποίησης. Ο τίτλος «αλεπού στον αυτοκινητόδρομο» σε παραπέμπει κάπου αλλού. Κι όμως, από τον τίτλο ακόμα ο Νικολαΐδης περιπαίζει τον αναγνώστη, του κλείνει το μάτι αναφορικά με ό,τι πρόκειται να ακολουθήσει. Όντως, διαβάζεις και χαμογελάς. Από την αρχή ώς το τέλος χαμογελάς. Και σκέφτεσαι μετά, γιατί πρέπει ένα ποίημα να σου χαρίζει θλίψη ή να σε κάνει βλοσυρό, σκυθρωπό και αμίλητο; ‘H γιατί ένας ποιητής πρέπει να είναι σκυθρωπός, βλοσυρός και αμίλητος, όπως ήταν κάποτε οι ποιητές; Mήπως οι ανάγκες έχουν αλλάξει και το μόνο που χρειάζεται ο σύγχρονος αναγνώστης είναι ένα λοξό βλέμμα, μια δραστική ειρωνεία, μια έξυπνη παρωδία, μια λειτουργική σάτιρα; H πρώτη ποιητική συλλογή του Νικολαΐδη διαθέτει λίγο απ’ όλα αυτά. Έξυπνες συνδέσεις, οξεία διακειμενική διάθεση, πνευματώδες χιούμορ, ατάκες άμεσες, φυσικές, καθόλου φλύαρες. Ο αναγνώστης έρχεται αντιμέτωπος με μια συνεχή ανατροπή στα πλαίσια μιας τάσης αποδόμησης των ποιητικών μέσων. Είναι η έξυπνη γλώσσα που ξαφνιάζει εξ ‘ αρχής και κυριαρχεί και έχει τη δύναμη να ερεθίζει το νου, και περισσότερο να συγκινεί τη σκέψη στα πλαίσια ενός ευγενή μοντερνισμού. Και ο έρωτας είναι παρών με γενναιότητα και την κατάλληλη αποστασιοποίηση από το μελόδραμα. Αλήθεια, ανάσα, παιχνίδισμα. (ΕΠΙΚΕΙΜΕΝΟ, ΠΟΝΤΑΡΙΣΜΑ, ΕΡΩΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ (ΣΕ ΜΕΛΩΔΙΚΑ ΧΑ Ι ΚΟΥ,ΤΡΕΙΣ ΓΩΝΙΕΣ ΤΟΥ ΚΥΚΛΟΥ, ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ) ΕΠΙΚΕΙΜΕΝΟ Ατυχία, ο άνεμος χαλάει το χτένισμά σου (είναι συνένοχός μου). * ΠΟΝΤΑΡΙΣΜΑ Αποφεύγω τα μονά. Καθετί αζευγάρωτο μου φαίνεται θλιμμένο, απόψε, που έχω εσένα. *
Διασκεδαστικό το κομμάτι του βιβλίου που ο ποιητής βάζει λόγια, βάζει «ατάκες» στο στόμα διαφόρων προσώπων, ποιητών, μουσικών, πολιτικών, αλλά και λογοτεχνικών ηρώων, όπως του Casanova, του Βill Clinton, της ‘Εve Curie, του Μozart, του Χατζηδάκη, του Ελύτη, του Πεσσόα, του Νικόλα Άσιμου, της Μήδειας, της Ηλέκτρας ,της Ανδρομάχης και άλλων. Η φαντασία ξεχειλίζει, η γλώσσα δραστική, η δημιουργία μιας νέας πραγματικότητας ή ακόμα η πρόταση μιας ιδιάζουσας ποιητικότητας είναι πρόδηλη. Ειρωνεία, παράδοξες εικόνες και αλλοπρόσαλλες συνδέσεις που σε ταξιδεύουν. Ανατρέπει γνωστές ιστορίες προτείνει νέα τροπή, εισάγει νέο ήθος. ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΗΔΑΚΙΣ Κάποιοι ποιητές ασχολούνται κυρίως με τη μουσική. FERNANDO PESSOA
Aφήστε με ν’ ανησυχήσω με την ησυχία μου! ΗΛΕΚΤΡΑ Όχι, δεν κατάλαβες καλά. Ο πατέρας μου σκότωσε την αδελφή μου, ο αδελφός μου την μάνα μου. Τι απρέπεια όμως’ σε κουράζω με τα δικά μου από το πρώτο rendez-vous. Εξαιρετικά τα εξής: «ΖΕΥΓΑΡΙΑ –ΜΥΘΟΙ» (σελ 29.), ΘΈΑ (σελ.41), «ΑΝΑΣΥΣΤΑΣΗ», «ΑΔΟΚΙΜΗ ΠΟΙΗΣΗ ΣΕ ΤΡΙΑ ΜΕΓΕΘΗ»(σελ.43). Τα ΤΡΙΑ από αυτά, η «Θ’ΕΑ» η «ΑΝΑΣΥΣΤΑΣΗ» και η «ΑΔΟΚΙΜΗ ΠΟΙΗΣΗ ΣΕ ΤΡΙΑ ΜΕΓΕΘΗ» είναι ποιήματα ποιητικής.
Ο Χαρίλαος Νικολαΐδης, στην πρώτη του εμφάνιση, δεν πέφτει στην παγίδα του να είναι συμβατός με το παραδοσιακό και, άρα, ίσως πιο εύκολα αποδεκτός. Σε ελεύθερο στίχο κινείται και πάει πολύ παρακάτω. Είναι επίμονα μη παραδοσιακός και άρα αντισυμβατικός, έχοντας την επίγνωση ότι «η τέχνη δεν θα μας σώσει. Είναι, ωστόσο, παρηγοριά η ακατάληπτη θέα της». Λιτός, καθαρός, ανεπιτήδευτος, καίριος, αναδεικνύει την ουσία των πραγμάτων χωρίς να επιδίδεται σε βερμπαλισμούς και άσκοπους ακκισμούς. ‘Εμάς μας αρέσει ο «περίπου άναρχος τρόπος του», μας αρέσει έτσι που «παίζει με τα όρια του κόσμου» και αναμένουμε να δούμε πώς θα συνεχίσει.

 

 ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΛΛΗΣ

OANAGNOSTIS.GR, 25.4.2016

«Οι αλεπούδες γελάνε
όταν δεν τις βλέπει κανείς.
Έχετε δει αλεπού να γελάει;
Ορίστε».

Με το καθηλωτικό και παιγνιώδες αυτό ποίημα ξεκινά την ποιητική συλλογή του ο Χαρίλαος Νικολαΐδης που τιτλοφορείται Αλεπού στον αυτοκινητόδρομο εισάγοντάς μας στο σαρκαστικό και ειρωνικό τρόπο της γραφής του.
Σπάνια πια έχουμε ποιητές που έχουν τις καταβολές τους στον Αριστοφάνη ή για να μιλάμε για πιο σύγχρονα παραδείγματα αυτών του Σκαρίμπα, του Σαχτούρη ή τα κείμενα που υπέγραφε ο Αναγνωστάκης ως Μανούσος Φάσσης. Ο Νικολαΐδης είναι ένας ποιητής που έχει χιούμορ, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει πως τα ποιήματά του είναι αστεϊσμοί ή ευφυολογήματα. Κάθε άλλο. Απλά χρησιμοποιεί την ειρωνεία για να προσεγγίσει μεγάλα θέματα, όπως ο θάνατος, ο χρόνος, η διάρκεια και η φθορά:

Ό,τι λάτρεψες θα χαθεί μαζί σου.
Χαμογέλα!
Δεν θα φύγεις με άδεια χέρια.

Βρίσκω αυτά τα ποιήματα, μέσα στην απλότητα και λιτότητά τους, εμπνευσμένα από έναν άνθρωπο που δεν το έχει βάλει κάτω, που προσπαθεί να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα με την διαύγεια ενός είρωνα, χωρίς να θέλει να παραδεχτεί την ήττα. Το θεωρώ σπουδαίο που ένας νέος ποιητής, που με την πρώτη του συλλογή, θέτει σε ενέργεια μια προσωπική φωνή που έρχεται να αντισταθεί σε κάθε τι μίζερο υπομένουμε στην ζωή μας.
Το χιούμορ εδώ είναι ένα σπουδαίο εργαλείο, μια μέθοδος άμυνας:

Της έβγαλε το δαχτυλίδι,
το έσφιξε στην παλάμη του,
φύσηξε δυο φορές,
άπλωσε το χέρι,
το δαχτυλίδι ακόμα εκεί.
Ώ τι μοντέρνος μάγος!

Ξεσκονίζοντας από πάνω μας την υποκρισία και τη σεμνοτυφία του καθωσπρεπισμού στην τέχνη ο Νικολαΐδης δίχως εσωστρέφεια, εμμονές και μικροαστικές ψυχώσεις, ζητά μόνο ένα χαμόγελο μας, ενίοτε πικρό, αφού τελικά εμάς αφορά. Ο ποιητής δεν φοβάται να εκτεθεί, δεν φοβάται να λερωθεί, να αμφισβητήσει τον εαυτό του και φυσικά δεν διστάζει να μιλήσει για πρόσωπα, όπως εκείνα του Κλίντον, του Καζανόβα, του Μότσαρτ ή του Ελύτη. Παραθέτω δυο παραδείγματα:

Giacomo Casanova

Από μικρός ήμουνα θύτης
και θύμα των αισθήσεων.
Σου έχω μιλήσει
για τις εκατοντάδες γυναίκες μου;
Σου έχω πει πως βγήκε η φράση:
«Αυτός έφαγε χυλόπιτα;»

Bill Clinton
Δεν διάβασα λογοτεχνία με αυτή τη γυναίκα.
‘Ένας σατιρικός ποιητής που ξέρει με ποιο τρόπο μπορεί να ανανεώσει το είδος αυτό που στις μέρες μας έχει εκπέσει στην στιχουργία και το ευφυολόγημα. Ο Νικολαΐδης, σοβαρός αλλά όχι σοβαροφανής, μας προσφέρει μια συλλογή όχι μόνο για τέρψη, ούτε για να γελάσουμε με τα λογοπαίγνιά του,
αλλά για να μας βάλει σε σκέψεις, από άλλη οδό όμως, αλλά με την ίδια κατάληξη: να διαβάσουμε αληθινή ποίηση, που πηγάζει μέσα από την ίδια την τραγελαφική όψη της ζωής μας.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΘΗΝΑΚΗΣ

ΚΑΘΗΜΕΡΙΜΗ/ΒΙΒΛΙΟ 19.03.2016

Ποιήματα που περιλαβαίνουν, περιγελούν τον πόνο

Δεν αφορά κανέναν πόσο «στα σοβαρά» γράφει κανείς όταν είναι μόνος του, εξάλλου το στερεότυπο του βλοσυρού ποιητή εξαφανίστηκε εδώ και χρόνια, η ποίηση, όμως, μας έχει κάνει πολλάκις να γελάσουμε – πικρά ή με την ψυχή μας. Για του λόγου το αληθές, η απίθανη μελέτη της Κατερίνας Κωστίου «Εισαγωγή στην ποιητική της ανατροπής. Ειρωνεία, σάτιρα, παρωδία, χιούμορ» (εκδ. Νεφέλη, 2005), όπου καταγράφεται όλη βεντάλια της ποίησης που προκαλεί κάποιου είδους γέλιο ή χαμόγελο.
Ο Χαρίλαος Νικολαΐδης (γενν. 1986) υποψιάζομαι ότι είχε κατά νου αυτή την παράδοση όταν έγραφε την «Αλεπού στον αυτοκινητόδρομο». Η ειρωνεία των κατά βάσιν σύντομων ποιημάτων του οδεύει προς τα άκρα, ωστόσο σε μερικές «στροφές» κινδύνευσε να χάσει την ισορροπία που απαιτούν η σάτιρα και το χιούμορ. Δεν είμαι σίγουρος ότι είχε σχεδιάσει να παρωδήσει ποιητικά ρεύματα, ο πρωτοεμφανιζόμενος ποιητής, όμως, στύβει την πραγματικότητα, την Ιστορία και τις «μεγάλες προσωπικότητες», χαρίζοντας πολλά χαμόγελα.
Και δεν είναι μόνον ο σαρκασμός που μπορεί να οδηγήσει στη σύσπαση των χειλέων. Ο Νικολαΐδης έχει έναν τρόπο να μην αφήνει τίποτα όρθιο, κατά το κοινώς λεγόμενον, διότι δεν μοιάζει να τον αφορά μόνον η κρησάρα του ποιητή· τον αφορά επισταμένως το παιδικό παιχνίδι με τις λέξεις και τις πούρες εγκεφαλικές –αλλά διόλου αισθητικές– εικόνες που εκείνες φέρουν.
Ποιήματα-πυροτεχνήματα; Αυτή θα ήταν μία μάλλον βιαστική αποτίμηση για τη συλλογή του Χαρίλαου Νικολαΐδη. Τα ποιήματά του, ιδίως όταν περιλαβαίνουν τη μυθολογία, την ποιητική παράδοση, τη μουσική, την επιστήμη και τα καρτούν, αγκαλιάζουν, εν είδει αμύνης, τον πανανθρώπινο πόνο, τον οικειοποιούνται, για να τον περιγελάσουν κι εκείνον τελικά.
Η «Αλεπού στον αυτοκινητόδρομο» ανήκει στις πολύ ενδιαφέρουσες πρώτες εμφανίσεις στη νεοελληνική ποίηση. Ο Νικολαΐδης, ασφαλώς, δεν είναι απαραίτητο ότι θα επανέλθει με ανάλογο στιλ· αυτό, όμως, που φαίνεται ότι θα διατηρηθεί σ’ εκείνον είναι η καθαρότητα των ποιημάτων και ο ρυθμός τους – κυρίως αυτός.

 

ΠΕΤΡΟΣ ΓΚΟΛΙΤΣΗΣ

«Εφημερίδα των Συντακτών», 27.2.2016

Από τη γλωσσοκεντρική στη «σχηματική» ποίηση

Ο Χαρίλαος Νικολαΐδης (Αθήνα, 1986), νομικός με διδακτορικές σπουδές στο Λονδίνο, και ο Κωνσταντίνος Παπαχαράλαμπος (Καβάλα, 1988), τοπογράφος μηχανικός, κάτοικος επίσης Λονδίνου, εμφανίζονται με το πρώτο και το δεύτερό τους βιβλίο αντίστοιχα, καθιστώντας την ποιητική τους εκκίνηση διακριτή.
Τι συνδέει όμως πραγματικά τους δύο αυτούς ποιητές, πέρα από το Λονδίνο και τη νεότητά τους, και γιατί αποφασίζουμε να τους συνεξετάσουμε; Απαντούμε ευθύς αμέσως. Και οι δύο συνδέονται, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, με τη γλωσσοκεντρική ποίηση.
Πρόκειται για έναν γλωσσοκεντρισμό έντονα φορμαλιστικό που συνδυάζει και ανα-ταξινομεί τον κόσμο σε νέους οπτικούς και ηχητικούς συνδυασμούς, προτάσσοντας επίμονα την προτεραιότητα της γλώσσας.
Μια γλώσσα που αντικαθιστά το «παλαιότερο» υπερρεαλιστικό υποσυνείδητο με τον εαυτό της, που μεταπλάθεται στις μορφικές της αναζητήσεις, που τοποθετείται επίμονα μπροστά από το θέμα-περιεχόμενο – μια γλώσσα που παιχνιδίζει με τη σκέψη, στην περίπτωση του Νικολαΐδη, και με τη δομή, στην περίπτωση του Παπαχαράλαμπου.
Ο Νικολαΐδης αυτοσυστήνεται σημειώνοντας στο «αυτί» της έκδοσης πως «γράφει ποιήματα και πετάει πέτρες ψηλά στον αέρα» και αμέσως μετά στο πρώτο του ποίημα προσθέτει: «μπουμ/ τα σκαλιά κόλλησαν/ θα πάρω το ασανσέρ», ξαφνιάζοντάς μας.
Αυτοσκηνοθετούμενος ζητά από τους αναγνώστες να αφήσουν «ήσυχα τ’ αστέρια» και να μην τα βασανίζουν με τα ζώδια και με τις μελαγχολίες τους, για να ποντάρει επαναληπτικά στο ζευγάρωμα, καθότι «καθετί αζευγάρωτο» του «φαίνεται θλιμμένο».
Κι έτσι ζευγαρώνει τα πάντα, από τους ποιητές Νικόλα Ασιμο και Ελύτη και τα ζευγάρια-μύθους (Λήδα-Δίας, Μήδεια-Ιάσονας κ.λπ.) μέχρι τον Ντόναλντ Ντακ, που αρνείται να υπηρετήσει τον Μπάτμαν, και την Ηλέκτρα, που λέει στο πρώτο της ραντεβού: «Οχι, δεν κατάλαβες καλά./Ο πατέρας μου/σκότωσε την αδελφή μου,/η μάνα μου τον πατέρα μου,/ο αδελφός μου την μάνα μου./Τι απρέπεια όμως·/σε κουράζω με τα δικά μου/από το πρώτο rendez-vous».
Για να καταλήξει στα μότο των Νάσου Βαγενά και Ευγένιου Αρανίτση που λένε αντίστοιχα: «οδήγησαν τον ελεύθερο στίχο σε μιαν άλλη συμβατικότητα, στη συμβατικότητα του επίμονα αντισυμβατικού», «το μοντέρνο Σημείο δείχνει το ίδιο το δείχνειν», αφήνοντας την ποίησή του ανοιχτή πέρα από το μεταμοντέρνο στο υπερ-μοντέρνο, με την έννοια του υπερβολικά αλλά και του πάνω από το μοντέρνο. Και μια εξήγηση των παραπάνω;
Ισως τη συναντούμε στο ομώνυμο ποίημα της συλλογής, όπου διαβάζουμε: «Πέρα από τον φράχτη/ξαφνικά/παύουν τα δέντρα,/τα λουλούδια, το χορτάρι./Μέχρι τον άλλο φράχτη,/υπάρχει μόνο/στρωτό γκρι».
Ετσι, συναντούμε συνολικά μια παιγνιώδη ψυχοστασία, που χωρίς να αυτο-υπονομεύεται ή να αυτο-ειρωνεύεται (κάτι που θα έκανε την ποίησή του ίσως πιο ανθρώπινη), σαρκάζει και με τρόπο δηκτικό επικεντρώνεται στη ναρκισσιστική κοινωνική μονάδα από την οποία ξεκινά και στην οποία τελικά καταλήγει. Με άλλα λόγια, πρόκειται για μια ποίηση που παίζει επαναληπτικά με τα «όρια της γλώσσας» (Βιτγκενστάιν) αλλά και «τα όρια του κόσμου» (Ντεριντά).
Ο Παπαχαράλαμπος εμφανίζεται εξαρχής πιο εσωστραμμένος, πιο περίκλειστος, θυμίζοντας τον μουσικοσυνθέτη και εικαστικό Σένμπεργκ, ο οποίος «έδειξε» ότι η «αθεματική αρχή» ή, καλύτερα, η πολυθεματική αρχή, όχι δηλαδή η επανάληψη και η επεξεργασία ενός θέματος αλλά η συνεχής μεταμόρφωσή του, είναι αυτή που μπορεί να δώσει έργα ιδιαίτερων μορφολογικών δομών.
Ο νέος ποιητής με τα «γραφικά» του ποιήματα, τα οποία προσλαμβάνονται τόσο ως οπτικά ποιήματα όσο και ως τεχνοπαίγνια, ιδεογράμματα αλλά και ως καλλιγράμματα, συναντά ρεύματα που εισήγαγε στα γράμματά μας ο Νάνος Βαλαωρίτης και που επίσης είδαμε στο έργο των Αντρέα Παγουλάτου, Μιχαήλ Μήτρα, Κώστα Γιαννουλόπουλου και Βασίλη Αμανατίδη.
Τα ποιήματα της σύνθεσής του τον εντάσσουν στην αποκαλούμενη «οπτική» (οp) ή και στη «συγκεκριμένη» ή «σχηματική» ποίηση (concrete), όπως αυτή μορφοποιείται κατασταλαγμένη στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα, στην κίνηση δηλαδή από τον υπερρεαλισμό προς τον μετα-υπερρεαλισμό, του οποίου αποτελεί πλέον μια οργανική προέκταση.
Ο ποιητής χρησιμοποιεί και επικεντρώνεται στην ίδια τη γλώσσα, τόσο ως φώνημα όσο και ως τοπογραφικό απείκασμα, σε μια διαλεκτική συνύφανση, πλησιάζοντας τη μουσική και επιτρέποντας τελικά στις λέξεις και στους στίχους να υποβάλουν το δικό τους κλίμα τονίζοντας την ανεξαρτησία του κειμένου.
Απηχώντας εμφανώς τον Ρώσο ποιητή Χλέμπνικοφ, ο οποίος έβλεπε, στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, μια γεμάτη ένταση διπλή ζωή σε κάθε λέξη: τη ζωή της λέξης ως ηχώ και τη ζωή της ως νόημα, όπου άλλοτε το νόημα περιστρέφεται σαν πλανήτης γύρω από τον Ήλιο του ήχου κι άλλοτε ο ήχος περιστρέφεται σαν τη Γη γύρω από τον Ήλιο του νοήματος, λειτουργώντας ταυτόχρονα με τις τρεις της διαστάσεις: την «ακουστική», τη «νοητική» και ως «αγωγός του πεπρωμένου» της πορείας του ανθρώπου στον κόσμο και στην ιστορία.
Κάτι που κατορθώνει κι ο νέος μας ποιητής με δικό του αναγνωρίσιμο, τοπογραφικό θα λέγαμε, τρόπο.

 

ΚΩΣΤΑΣ ΤΡΑΧΑΝΑΣ

Ποιήματα με μαστορικά ελεγχόμενη λυρική και στοχαστική ένταση που δεν ξεχειλίζει στην επιφάνεια του ποιήματος, αλλά ούτε χάνεται στα βάθη του, καθώς ο ποιητής υποβάλλει σκέψεις, αισθήσεις και αισθήματα , χωρίς όμως να εξηγεί, να περιγράφει ή να αφηγείται.
Η ποίηση όπως την αντιλαμβάνεται ο Χαρίλαος Νικολαΐδης , είναι ότι μπορεί να μας κρατήσει έξω από τη μαύρη αχλή, τους φράχτες, τα κλουβιά, τα μαύρα πανιά, τον θάνατο, τους φόβους.
Ο χρόνος, η αγάπη , η ευτυχία, τα όνειρά μας, η αισιοδοξία, η τέχνη, η ποίηση, η ανθρώπινη ταυτότητα ,συμπλέκονται, διαπληκτίζονται, εναρμονίζονται, αλλά οπωσδήποτε κυριαρχούν.
Η ποιητική συλλογή περιλαμβάνει αδρά σχεδιασμένες αλλά εναργείς εικόνες ανθρώπινων τύπων, σπουδαίων επιστημόνων ,συγγραφέων , ποιητών και μυθικών προσώπων , που κάποτε μοιράζονται χαρακτηριστικά τους με τον ποιητή κι άλλοτε τον βοηθάνε να ορίσει την πραγματικότητα.
Με ήπιο , κατασταλαγμένο και παρηγορητικό λόγο κάνει τον αναγνώστη κοινωνό της εποχής και συμμέτοχο του προσωπικού του αγώνα για ποιητική έκφραση διασώζοντας από την πραγματικότητα και από τις λέξεις που την αφηγούνται ό,τι αξίζει να σωθεί.
Τα ποιήματα είναι άλλοτε αμέσως κατανοητά και άλλοτε προκαλούν τον αναγνώστη να τα αποκρυπτογραφήσει.

Μια ασυμβίβαστη ποιητική αρτιότητα.

Μια ποίηση που κυριαρχείται από τη διαίσθηση και τον αισθησιασμό, απελευθερωμένη από θεωρίες, υποκρισίες και διανοουμενίστικες εξάρσεις.
Συχνά ευρηματικές είναι και οι σαν τίτλοι κεφαλίδες πολλών ποιημάτων.
Η γλώσσα του ποιητή απογειώνεται, αυτονομείται, κάνει παιχνίδια.
«Την ημέρα/ που θα κατοικηθεί το φεγγάρι,/οι ρομαντικοί θα μείνουν άνεργοι/και οι τιμές των ακινήτων στην γη/θα κατρακυλήσουν….»
«Αφήστε με / ν’ ανησυχήσω με την ησυχία μου!»
«Αποφεύγω τα μονά./Καθετί αζευγάρωτο/μου φαίνεται θλιμμένο,/απόψε, που έχω εσένα».
«…..Η καλή ποίηση είναι αξεπέραστη /η κακή αδιαπέραστη»

Ο Χαρίλαος Νικολαϊδης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1986. Ασχολείται με την έρευνα, τη διδασκαλία και την άσκηση της νομικής, έχοντας ολοκληρώσει διδακτορικές σπουδές στο Λονδίνο. Γράφει ποιήματα και πετάει πέτρες ψηλά στον αέρα…
Πηγή: http://asopichos.gr/

 

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΛΙΝΑΡΔΑΚΗ

στίγμαΛόγου

Με φανερά σκανταλιάρικη διάθεση, ανεπαίσθητα ειρωνική, κυρίως όμως τρυφερή, ο Χαρίλαος Νικολαΐδης προσεγγίζει την ποίηση στη συλλογή του «Αλεπού στον αυτοκινητόδρομο» με ένα μείγμα αθωότητας και πονηριάς:

Μπουμ.
Τα σκαλιά κόλλησαν.
Θα πάρω το ασανσέρ
*
Στο παγούρι νερό,
στο αλουμινόχαρτο τροφή,
στην polo της έκτης δημοτικού
– τι άλλο; – τα όνειρά μας.

Το αποτέλεσμα είναι μια συλλογή που διαθέτει πολλές από τις συμβάσεις των κόμικς (όπως π.χ. την αφαιρετικότητα και την οικονομία λόγου) και σε πολλά σημεία φαίνεται σαν να γράφτηκε από καρτούν. Ωστόσο, υπάρχουν ορισμένα ποιήματα, όπως αυτά της ενότητας «…και κάτι ακόμα», αλλά και άλλα, διάσπαρτα μέσα στη συλλογή που διαπραγματεύονται με τη δέουσα σοβαρότητα τα νοήματα, χωρίς ωστόσο να προδίδουν την παιχνιδιάρικη διάθεση του ποιητή τους. Χαρακτηριστικό τέτοιο ποίημα είναι η «Ανασύσταση», από το οποίο θα παραθέσω το τελευταίο τετράστιχο:

Πίσω απ’ τις αμέτρητες κουρτίνες
του καθενός
υπάρχει το βλέμμα
που μοιραζόμαστε όλοι.

Διασκεδαστική και ενδιαφέρουσα η δουλειά του κ. Νικολαΐδη, ο οποίος λοιδορεί με τον τρόπο του τη σοβαροφάνεια της ποίησης. Μένει τώρα να δούμε τι θα σκαρφιστεί στο μέλλον.

http://stigmalogou.blogspot.co.uk/2016/02/blog-post_26.html

 

ΕΙΡΗΝΗ ΜΑΡΓΑΡΙΤΗ

ΠΟΙΗΤΙΚΗ τ.17/2016

Οι αλεπούδες γελάνε
όταν δεν τις βλέπει κανείς.
’Έχετε δει αλεπού να γελάει;
Ορίστε.

Η σκέψη είναι φαινομενικά απλή, η απόδειξη της επίσης. Το χιούμορ κυρίαρχο και αποστομωτικό. Διαβάζοντας την ποιητική συλλογή του Χαρίλαου Νικολαΐδη Η Αλεπού στον αυτοκινητόδρομο, νιώθω ότι έχω απέναντι
μου ένα καινούργιο είδος ποιητή. Έναν ποιητή-κωμικό σχεδόν, πού έχει πιάσει ένα μικρόφωνο κι έχει βαλθεί νι μας λέει αστείες ιστορίες. Να μας αναποδογυρίζει όπως μόνο ένα καλός κωμικός μπορεί να κάνει. Έναν “stand-up” ποιητή που δεν φοβάται καθόλου νι σταθεί μι τις σελίδες του και τα ποιήματά του απέναντι στο κοινό του, εκφράζοντας ακόμα και τις πιο μύχιες ή «βέβηλες» σκέψεις του.
Stand-up comedy είναι το κωμικό είδος στο όποιο ο ηθοποιός/κωμικός δρα /performs μπροστά σε ένα ζωντανό κοινό, στο όποιο απευθύνεται άμεσα. Μόνος του με το μικρόφωνό του, άοπλος σχεδόν, με εξαίρεση τις σκέψεις του και τις ιδιαίτερες παρατηρήσεις του για τον κόσμο, την ιστορία, την καθημερινότητα.
Οι πιο ταλαντούχοι από αυτούς είναι και οι πιο τολμηροί. Δεν διστάζουν να
πιάσουν ακόμα και θέματα ταμπού και νι τα συμπεριλάβουν στη ρουτίνα τους.
Ρουτίνα στο stand up comedy ονομάζεται το σύνολο των αστείων ιστοριών/
σχολίων πού αποτελούν το σώμα της παράστασης. Οι πιο ταλαντούχοι από
αυτούς σε κάνουν νι γελάς ακόμα κι όταν από μέσα σου λες άουτς. ’Ακόμα κι
όταν το θέμα πονάει πολύ.
H ποιητική μας παραγωγή, από παράδοση αλλά και από ζωντανό ενδιαφέρον, συχνά καταπιάνεται με τους μεγάλους μύθους μας. Τροφοδοτείται aπ’ αυτούς ή προσπαθεί ακόμα να τους καταλάβει. Η θεατρική μας παραγωγή επίσης. Πολύ συχνά τελευταία, έχουμε δει παραστάσεις στην Επίδαυρο και έχουμε σχολιάσει τις σκηνοθετικές επιλογές, έχουμε δει Μήδειες να μη στέκονται στο ύψος τού μύθου, όπως το θέλουν οι συμβάσεις, Μήδειες που μας ενοχλούν ή μας τσιγκλάνε.
Μια τέτοια Μήδεια είναι κι αυτή του Χαρίλαου Νικολαΐδη:

ΜΗΔΕΙΑ

Ας είμαστε πολιτισμένοι.
Θέλω να γνωρίσω
τη νέα σου γυναίκα.
Με την πρώτη ευκαιρία,
θα περάσω.
Θα φέρω και τα παιδιά.

Μια Μήδεια πού δεν φοβάται να αυτοσαρκαστεί. Μια Μήδεια που με ένα
γύρισμα τρέλας του ματιού, μια κωμικοτραγική και οδυνηρή απλούστευση,
θα έφερνε και τα παιδιά. Είναι τρελός ο ποιητής που έχει χιούμορ; Τί σκοτάδι
κρύβει; Πώς θα τα φέρει τα παιδιά; Νεκρά; Και η Ηλέκτρα του τί τις θέλει όλες αυτές τις εξομολογήσεις; Δεν ξέρει πώς πέρασαν τα χρόνια, αιώνες πια; Δεν ξέρει πως δεν είναι πρέπον να μιλάμε για το παρελθόν, να φορτώνουμε τα ραντεβού μας με τούς πόνους μας;

ΗΛΕΚΤΡΑ

Όχι, δεν κατάλαβες καλά.
Ο πατέρας μου
σκότωσε την αδελφή μου,
η μάνα μου τον πατέρα μου,
ο αδελφός μου τη μάνα μου.
Τί απρέπεια όμως
σε κουράζω με τα δικά μου
από το πρώτο rendez-vous.

Η Ηλέκτρα του Χαρίλαου Νικολαΐδη κοπιάζει να εκσυγχρονιστεί. Ζορίζεται,
όπως όλοι μας μάλλον. Προσπαθεί άτσαλα να φτάσει όχι στα χέρια μας, με
τη μορφή βιβλίου, αλλά στους υπολογιστές μας, ίσως θα έλεγε κανείς, ή’ στα
κινητά μας τηλέφωνα. Η ποίηση στον αιώνα της πληροφορίας με την ταχύτητα
αστραπής. Ήχου όχι βροντερού, μα παιχνιδιάρικου. Όχι σύνθημα στους
τοίχους, όχι ιστορία, όχι αρχιπέλαγος μα sms ή’ tweet, όπως προστάζει άλλωστε και η εποχή.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

«Ό έρωτας
Το αρχιπέλαγος»
Καλύψαμε τα βασικά

Καλύψαμε τα βασικά και μετά;
Μετά τί κάνουμε εμείς οι νεορομαντικοί; Πώς γράφουμε; Φτιάχνουμε mockumentaries ή χορεύουμε μέσα σε φαστφουντάδικα όπως η Κάρυ Μπράντσο. Χωρίς μουσική. Σαν άλλες Σταχτοπούτες. Πώς διπλώνουμε τις σκέψεις και τη θεώρησή μας για τον κόσμο να χωρέσουν μέσα σε λίγους χαρακτήρες. Πώς στριμωχνόμαστε! Ο Χαρίλαος Νικολαΐδης μοιάζει να το αντέχει το στρίμωγμα. Να το μπορεί. Το διασκεδάζει με τον τρόπο του και μαζί διασκεδάζει κι εμάς.
Τί να τούς κάνουμε άλλωστε τους καλούς τρόπους όταν παντού περισσεύουμε; Με μια καλώς εννοούμενη αγένεια, κάθεται επί ίσοις όροις κι αυτός στο τραπέζι. Καλεσμένος του όποιου μύθου. Του Άσιμου, της Ναυσικάς, του Ντόναλντ Ντάκ.
“The secret source of humor itself is not joy, but sorrow. There is no humor in heaven” είπε ο Mark Twain και ο Χαρίλαος Νικολαΐδης δείχνει να την ξέρει αυτή τη θλίψη. Μάς κάνει να χαμογελάμε ναι, με την έξαψη της ιδέας και της τόλμης του, μας κάνει να χαμογελάμε με τις ιστορίες του και τα γυρίσματά τους, για λίγο όμως. Γιατί καθώς στέκεται εκεί, μόνος, κρατώντας το μικρόφωνο και τα «αστεία» του, μετέωρος, σε μια σκηνή βιβλίου, τον βλέπουμε ξανά πως αναμετράται με το ύψος, πώς ισοπεδώνεται, πως παλεύει να μετοικήσει στο φεγγάρι και κάπως έτσι, ευτυχώς, γινόμαστε κι εμείς συμμέτοχοι στην κόλασή του. Ίσως γιατί το χιούμορ μάς φέρνειπιο κοντά όταν ή κόλαση είναι κοινή.

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΤΖΟΓΛΟΥ

1-ΓΙΑΝΝΗΣ

 

Ο Γιάννης Καρατζόγλου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1946. Αποφοίτησε από το Τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων του Πανεπιστημίου Μακεδονίας
και είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου (Μ.Β.Α.) από το Brunei University της Μεγάλης Βρετανίας. Εκπονεί διδακτορική διατριβή στο Α.Π.Θ (1971).
Έχει εργαστεί ως διευθυντικό στέλεχος επιχειρήσεων στον ιδιωτικό τομέα και ως ανώτατο στέλεχος σε Οργανισμό του Δημοσίου.
Ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί σε ανθολογίες, αφιερώματα, περιοδικά,
εφημερίδες και έχουν αναρτηθεί στο Διαδίκτυο. Έχει συστηματικά δημοσιεύσει κείμενα λογοτεχνικής, πολιτικής και κοινωνικής παρέμβασης και κριτικής στα περ. Αντί, Διαβάζω , Νέα Εποχή (Λευκωσίας), Ο Πολίτης, Εντευκτήριο, Νέα Εστία και Ποίηση.
Δημοσίευσε μελέτες για τη λογοτεχνία της Θεσσαλονίκης, αντικείμενο με
το οποίο έχει εκτενώς ασχοληθεί. Από το 2002 είναι τακτικός συνεργάτης του περ. Θεσσαλονικέων Πόλις, όπου έχουν δημοσιευθεί πολλές μελέτες του για την ιστορία της Θεσσαλονίκης.
Υπήρξε συνιδρυτής και μέλος του προεδρείου της Λέσχης Γραμμάτων και Τεχνών Βορείου Ελλάδος, μετά το 1975. Είναι μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

ΠΟΙΗΣΗ

ΕΝΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ (1970)
ΔΕΛΤΑ-ΞΙ-ΘΗΤΑ (1975)
ΠΡΑΤΗΡΙΟ ΚΑΥΣΙΜΟΝ (1982)
ΑΠΟΣΒΕΣΕΙΣ (1987)
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΧΡΗΣΕΩΣ (2006)
ΠΗΓΑΙΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ, Ποιητική Διαδρομή 1964-2009 (2009)
ΕΓΓΡΑΦΕΣ ΚΛΕΙΣΙΜΑΤΟΣ (2017)

ΑΛΛΑ ΒΙΒΛΙΑ
Η Αυτοκρατορική Οθωμανική Τράπεζα στη Θεσσαλονίκη- Τα πρώτα 25 χρόνια, [1864-1890] (2001)
Ο αφανισμός των Θεσσαλονικέων Εβραίων της Γαλλίας 1942-1944 (2014)
Ένας αιώνας εμπιστοσύνης» [Η ιστορία των 100 χρόνων του ΕΒΕΘ] (2016)

1-ΒΙΒΛΙΟ

1-2009

1-2006

ΕΓΓΡΑΦΕΣ ΚΛΕΙΣΙΜΑΤΟΣ (2017)

 

ΤΑ ΦΤΕΡΑ ΤΗΣ ΩΜΟΠΛΑΤΗΣ

Όσο γερνάει κάνει το ακριβώς αντίθετο απ’ αυτό που υποδεικνύουν οι γιατροί.

Καπνίζει σαν φουγάρο, πίνει ούζα και τσίπουρα βουστροφηδόν
τραβάει τις νύχτες ως το χάραμα διαβάζοντας αδηφάγες διηγήσεις
δεν περπατάει το καθημερινό χιλιόμετρο, δεν ανεβαίνει σκάλες με τα πόδια
τους μετρητές χοληστερίνης, πίεσης , σακχάρου αγνοεί…

Όσο παλιώνει πράττει το ακριβώς αντίθετο απ’ αυτό που λέει η λογική.

Θυμάται τα πρόσφατα, δεν προσφεύγει στα παλιά, τα καλοκαίρια αγνοεί
απολαμβάνει τη βροχή, το χιόνι, τις λασπουριές και τους ανέμους
ακούει τραγούδια με γερασμένους τραγουδιστές της εποχής του
ξοδεύει άναρχα όσα του απομείνανε, οι καταθέσεις του τελειώνουν,
δεν ασχολείται με διαθήκες, ψιλές κυριότητες και επικαρπίες…

Όσο γερνάει καλυτερεύει η υγεία μέσα του, εκτός από κάτι πόνους,
στις κλειδώσεις της ωμοπλάτης, δεν είναι τίποτα του είπαν οι γιατροί,
είναι που φύονται φτερά, λιγάκι ακόμα θα πονάς μέχρι να μεγαλώσουν
αλλά τη μέρα εκείνη θα πετάξεις άνετα με μεγάλες απλωτές…

 

ΕΡΩΤΑΣ ΜΟΥΣΑΦΙΡΗΣ

Μουσαφιραίοι ερχόμαστε παιδί μου,
μουσαφιραίοι φεύγουμε από τον ντουνιά
έλεγε η μάνα για τη ζωή κι εγώ δεν καταλάβαινα.

Ερχόμαστε και φεύγουμε για έναν λόγο
μου εκμυστηρεύονταν όταν μεγάλωσα,
για το ένα και μοναδικό τρατάρισμα της ζωής,
τον μέγα έρωτα, τον εξοντωτικό,
τον ανάριθμο, τον μέγα αμαρτωλό.
εκείνον που, θρύψαλα απ’ τον πόθο προσκυνάμε
τον χουβαρντά, τον ασίκη, το αλάνι,

αλλά κι αυτός, δεν είναι παρά ένας ακόμα μουσαφίρης.

 

ΤΟ ΠΡΟΣΔΟΚΙΜΟΝ

Είμαι Βουδιστής επειδή πιστεύω στις αδυναμίες μου.
Χριστιανός, επειδή ομολογώ τις αδυναμίες μου.
Εβραίος, επειδή κοροϊδεύω τις αδυναμίες μου.
Μουσουλμάνος επειδή πολεμώ τις αδυναμίες μου.
Ατίκ Ραχίμι (Αφγανός συγγραφέας)

 

Ξέρω, το λογικό είναι να φύγω εγώ πρώτος.
Κάτι το της ζωής προσδόκιμον, κάτι η στατιστική,
οικογενειακά ιστορικά, οι σπατάλες της νεότητας, οι υπερβολές,
εκεί οδηγούν με ακρίβεια , εκεί θα καταλήξουν.
Όμως σε όνειρο, ευτυχώς μεσημεριάτικο, είδα πως εσύ έφυγες
κι εγώ είχα κατακλυστεί στο κλάμα και με δάκρυα ωκεανό
σε ξεπροβοδούσα.

Ξύπνησα κάθιδρος , κατάλαβα τι είχε γίνει, κι άρχισα να παρακαλάω
τον Βούδα στην αρχή, τον Γιαχβέ, ύστερα τον Χριστό,
κατόπιν τον Μωάμεθ, τον Δία τον νεφεληγερέτη, τις μάνες τους
και τις γυναίκες τους, κι ύστερα κάτι Αγίους της πατρίδας μου,
οσίους, μάρτυρες και νεομάρτυρες, ντερβίσηδες και σεβαστούς ραβίνους,
εγώ να φύγω πρώτος, όταν έρθει η ώρα, στιγμή μη μείνω με την απουσία σου
μετέωρος μη μείνω με την ανάσα σου να αιωρείται γύρω μου, τη ματιά σου
να με χαρακώνει όταν κάνω ζαβολιές, τη μνήμη σου που θυμάται
τα πάντα όταν σου λέω ιστορίες παλιές, μη μείνω τέλεια, απέραντα,
απόλυτα,
έρημος.

 

ΠΑΡΤΙ ΤΟΥ 1970

Σκαλίζοντας παλιά τεφτέρια ανακαλύπτω ένα βράδυ κρυμμένο σε ημερολόγιο
εποχής ιδιόχειρο σημείωμα σχεδόν σαράντα χρόνια πριν, ποιους θα καλέσουμε
στο πάρτι. Γράμματα της Έλλης στρογγυλά, δικιές μου δυσανάγνωστες
σημειώσεις στο πλάι: να αγοράσουμε ουίσκι, κιμά, μπριζόλες και διάφορα
τυριά.

Τέσσερις χιλιάδες διακόσιες πενήντα ο προϋπολογισμός. Και φυσικά, δραχμές.
Στα 
είκοσι περίπου χρόνια μας όλοι στην παρέα, ζευγάρια ερωτευμένα άπαντες. Προσκαλεσμένοι, ο Μάρκος με την Αλίκη, ο Σωκράτης με την Κική, ο
Μανώλης και την Μιράντα, ο Δημήτρης με τη Ντίνα, ο Νίνος με την Τασούλα
και σίγουρα θα έρχονταν αργότερα κι ο Κώστας με την Τίλντα, η Σόφη και ο
Σάββας….

Πρώτος έφυγε ο Δημήτρης, το ΄84. Καρκίνος καθολικός. Λίγο πριν φύγει πήγα
να τον δω, τελείως αγνώριστος. Ο Νίνος καρδιακή προσβολή πριν δέκα χρόνια,
πάρ’ τον κάτω. Μετά ο Μανώλης από έμφραγμα μια νύχτα του 2000. Ο
Μάρκος με καρκίνο στον εγκέφαλο το 2003. Η Κική χώρισε τον Σωκράτη ένα
εξάμηνο μετά το πάρτι για έναν ποδοσφαιριστή. Χώρισε κι ο Κωστάκης την
Τίλντα, ή αντίστροφα. Ο Σάββας παντρεύτηκε σε λίγα χρόνια αλλά όχι τη
Σόφη. Ούτε κι εγώ την Έλλη, τριάντα τόσα χρόνια τώρα παντρεμένη με έναν
εργολάβο.

Πάει εκείνη η παρέα του 70, γεμάτη νιάτα, δίψα για όνειρα, ζωή και
ομορφάδα. Διαλύθηκε, έγινε μνήμη και στάχτη με αρρώστιες , θανατικά και
χωρισμούς κι άλλες τακτοποιήσεις.

 

 PRINT ΚΑΤΕΥΘΕΙΑΝ ΑΠ’ ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ

Ξύπνησα μες στη μαύρη νύχτα από ένα υπέροχο όνειρο. Στον ύπνο μου είχα
γράψει, λέει, ένα τέλειο ποίημα που το διάβαζα ανεβασμένος σε μεγάλη εξέδρα
μέσω μικροφώνου σε χιλιάδες ακροατές κι ο κόσμος το χειροκροτούσε ώρα
πολλή ζητωκραυγάζοντας. Λίγο πριν να ξυπνήσω το επαναλάμβανα από μέσα
μου διαρκώς ,ανάμεσα σε ύπνο και σε ξύπνιο, μην το ξεχάσω. Όμως σαν
ξύπνησα, το ποίημα και το όνειρο είχανε γίνει αγέρας. Και τότε άρχισε να με
βασανίζει η απορία, γιατί να μην μπορεί να κάνω print ή έστω save κατευθείαν
μέσα απ’ το όνειρο, να σώσω ότι μπορεί να απομείνει…

 

ΤΟ ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΑΣ

«Απονομή Συντάξεως λόγω Γήρατος» έλεγε το επίσημο έγγραφο κι όταν το
διάβασε έσφιξε η καρδιά του. Από τη μέρα εκείνη ο χρόνος του είναι άφθονος,
οι ώρες περνάνε αργά με βιβλία, ραδιόφωνο, τηλεόραση, λίγο μαγείρεμα,
συχνό 
πότισμα λουλουδιών, καθημερινή βόλτα στη γειτονιά, αγορές στην λαϊκή,
ψωμί 
απ’ τον φούρνο και ζαρζαβάτια απ’ το μπακάλικο, ύπνο το μεσημέρι και
τα 
συναφή. Κάθε φορά όμως που έρχεται η Κυριακή το βράδυ τον πιάνει ένα
σφίξιμο, καμιά φορά ταχυπαλμία, ένας τρόμος ενδόμυχος, συχνά ένα τρέμουλο
υποδόριο ενόψει της αυριανής Δευτέρας. Συχνά τη νύχτα που πέφτει να
κοιμηθεί βλέπει σε πανοραμική οθόνη του ονείρου πως είναι τελείως
αδιάβαστος και ξαφνικά τον «σηκώνει» ο καθηγητής για να πει το μάθημα κι
αυτός τραυλίζει έντρομος μην έχοντας διαβάσει, οπότε ο καθηγητής τον
ξεφτιλίζει σε ολόκληρη την τάξη αναφωνώντας «πάλι αδιάβαστος μας ήρθες;»
Και καταλήγει αυτό το φριχτό όνειρο να είναι, υποτίθεται, Δευτέρα, να τον έχει
σηκώσει συνοφρυωμένος ο Μέγας Καθηγητής και να τον ταπεινώνει: «γιατί
μας 
ήρθες πάλι απροετοίμαστος εδώ πάνω, παιδί μου;»

 

Ο ΑΠΡΟΣΚΛΗΤΟΣ

Ήρθε μια Κυριακή βροχερή απόγευμα, τη δυσκολότερη ώρα της εβδομάδας,
απρόσκλητος όπως καταφθάνει παντού και πάντα και κάθισε στον άβολο
καναπέ. Ο ζωγράφος πάλευε να δώσει πνοή και χρώματα αστραφτερά στον
πίνακα που φιλοτεχνούσε με έμπνευση με θέμα την παγκόσμια οικονομική
κρίση. Από τη μπαλκονόπορτα ακουγόταν φωνές παιδιών που έπαιζαν μπάλα
στην πλατεία. Ο ζωγράφος δεν του έδωσε σημασία, δεν ξέρουμε αν τον
πρόσεξε 
καν, βασανιζόταν για το ποιά πινελιά του θα συμβόλιζε τη φτώχια,
ποιο χρώμα 
την κατάπτωση των ηθικών αξιών, με πάθος έπαιρνε απ’ την
παλέτα κύρια και δευτερεύοντα χρώματα για να αποδώσει την απαισιοδοξία,
τη δυστυχία, την 
απογοήτευση, αναμίγνυε πινελιές με γραμμές ευθείες και
καμπύλες για να 
υπαινιχθεί το χαμένο κουράγιο, το φόβο, την ανημποριά, τις
συμφορές… Τότε 
εκείνος σηκώθηκε αμίλητος και έφυγε. Το άλλο πρωί, ο
ζωγράφος βρήκε στον 
καναπέ απλωμένη τη μαύρη μπέρτα του απρόσκλητου,
υποτίθεται ξεχασμένη κι 
ένα σημείωμα που έγραφε «δεν προλαβαίνεις να
ικανοποιήσεις τις 
ψευδαισθήσεις σου, τέλος χρόνου».

 

 ΣΤΑ ΠΑΤΡΙΑ ΕΔΑΦΗ

Μια που βρέθηκα στα πάτρια εδάφη, είπαμε με τον Βασίλη να βγούμε, να
διασκεδάσουμε. Σκεφτήκαμε αρκετή ώρα πού να πάμε και καταλήξαμε στην
Πάνω Πόλη γεμάτη μνήμες της νεότητας μας, στην ταβέρνα του Σαΐτη. Αφού
ήρθε η ρετσίνα και τα φαγητά, πιάσαμε να ρωτάμε ο ένας τον άλλον για τους
παλιούς κοινούς μας φίλους. Τότε άρχισε το πατατράκ. Τον Νίκο, τον
Γιαννάκη, τον Παύλο; τους βλέπεις καθόλου στην Αθήνα; με ρώτησε. Μπα,
εξαφανισμένοι από προσώπου γης. Ο Τζάκ; ρώτησα εγώ, τι κάνει; Δεν τόμαθες;
Πέθανε πέρσι, μου απάντησε ο Βασίλης. Ο Γιώργος; Ρώτησα. Α, έχει καρκίνο
στον προστάτη, αλλά είναι καλύτερα τώρα. Μία ρετσίνα ακόμα παρακαλώ,
παράγγειλε ο φίλος μου. Για πες μου λίγο, η παλιά παρέα της Χαβάης πού
βρίσκεται; Ρώτησα με ενδιαφέρον. Τα αδέρφια οι Παπαδόπουλοι πτώχευσαν,
περνάνε μαύρες μέρες, ο τάδε και ο τάδε βγήκαν στη σύνταξη, ο Χρήστος πήγε
και ζει μόνος του σ’ ένα μικρό νησί, θαρρώ στην Αντίπαρο, ααα, ξέχασα να σου
πω, πέρσι πέθανε κι ο Δημήτρης σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Τον Μιχάλη
είδα τις προάλλες στον δρόμο, κούτσαινε λιγάκι, αλλά βαδίζει ακόμα, ξέρεις, ο
γιός του έμπλεξε με ναρκωτικά, αλλά τώρα μάλλον βγήκε απ’ το λούκι. Μία
ρετσίνα ακόμα, ζήτησα τώρα εγώ. Και οι συμφοιτητές μας; Όλοι πια, όσοι ζουν, συνταξιούχοι στο καβούκι τους, ολόκληρη μέρα μπροστά στην τηλεόραση
περιμένουν. Δεν μπορώ να θυμηθώ, ο Νίνος από τι έφυγε; Έμφραγμα ή από
καρκίνο; Αρχίσαμε τις ψαλμωδίες, χριστιανά τα τέλη της ζωής ημών, ανώδυνα ανεπαίσχυντα και ειρηνικά, πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν και παρόμοια,
όταν ο ταβερνιάρης μας κέρασε την επόμενη ρετσίνα.
Ράκη γυρίσαμε σπίτια μας, βάλαμε κατά μόνας λίγο τηλεόραση και πέσαμε, ο
καθένας σ’ έναν βαθύ ύπνο μισό θάνατο.

 

ΤΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ

Γιατί στην ξενιτιά γράφεις συνέχεια για την μικρομέγαλη πατρίδα σου, ρώτησε
κάποια στιγμή φωναχτά τον εαυτό του. Τι είναι αυτό που σε προκαλεί να
βασανίζεις εμμονικά τη μνήμη σου κάθε ώρα και στιγμή; Η θύμηση της
υγρασίας της παραλίας, οι απρόβλεπτες καταιγίδες της, τα μουντά της
απογεύματα, οι πηχτές της ομίχλες πάνω από τον κόλπο ως τον Όλυμπο, η
θάλασσα που παγώνει σαν γιαούρτι τις μέρες του χειμώνα; Δεν θυμάσαι την
ακινησία της εκατό χρόνια τώρα, τους σφιχτούς ανθρώπους της, τους
μπαγιάτηδες, τους εκμεταλλευτές, τους νεόπλουτους, τους θρησκόληπτους,
τους Παυλοκαταραμένους;
Και ένα πρωί του ήρθε φώς εξ αποκαλύψεως. Δεν γράφει για την πόλη: τα
παιδικά του χρόνια αναμιμνήσκεται, τώρα που αναχωρεί σιγά-σιγά. Γιατί στο
κάτω-κάτω, τα παιδικά μας χρόνια είναι η μεγάλη μας πατρίδα. Το ωάριο και
το σπέρμα της ύπαρξης, τα χρόνια της αιτίας τα αθώα του λαβυρίνθου, τα
βότσαλα της μοναδικής μας ακμής, ο χώρος του χρόνου του πρώτου λόγου και
η θητεία στο απλό, το ήρεμο, το ύφος μιας ανεξερεύνητης ποίησης μέσα στον
Κλύδωνα της πλατείας Δικαστηρίων, τις συμμορίες του πετροπόλεμου με την
απέναντι Μητσαίων, τα χρώματα της κάτω πλατείας και των μεγάλων δρόμων.
Πατρίδα μεγάλη κι απαράμιλλη και αποκλειστική εκείνα τα χρόνια τα
μοναδικά, τα ανεπανάληπτα, και η μεγαλύτερη αλάνα η μνήμη τους….

 

ΜΗΤΡΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Έφτασα πια σε τέλεια σημεία, να φτιάχνω καταλόγους με το τι θα πάρω μαζί
μου στο ταξίδι. Κυρίως ήχους, άσματα πονετικά για έρωτες και σφαγές , εικόνες
από τα μέρη που είδα και τις είχα απωθημένες εδώ κάτω, χρώματα κι αρώματα
από εγκαταλειμμένα καπνομάγαζα, συμπιεσμένα αρχεία στιγμών αισθηματικών
με πρόσωπα που ίσως εκεί πέρα συναντήσω, αποθηκευμένα στοιχεία με
γειτονιές και δρομίσκους, ήχους και ψίθυρους…

Να δω αν όλα αυτά θα χωρέσουν μαζί με μένα στη μήτρα σου Θεσσαλονίκη..

 

ΕΓΓΡΑΦΕΣ ΚΛΕΙΣΙΜΑΤΟΣ

Καιρός για σύνταξη του τελικού Ισολογισμού. Ημερολόγια και συναλλαγές με
επιμέλεια να καταχωρηθούν, να συνταχθεί πραγματική Απογραφή για όλα τα
αποκτήματα (μακρινές αγάπες, ξαφνικοί έρωτες, χείλια ενωμένα σ’ ένα
ατέλειωτο adagio, απρόσμενοι χωρισμοί, ανεξίτηλες φιλίες, μεθύσια
ξημερώματα σε λάγνες αμμουδιές), να τακτοποιηθούν έτσι τα έσοδα και έξοδα
μιας ολόκληρης ζωής, να επανεξεταστούν οι Αποσβέσεις της (λέξεις που έγιναν
λόγια, φράσεις που καταλήξανε ποιήματα), να συλλεχθούν τα απραγματοποίητα
όνειρα, να υπολογιστούνε έτσι με λεπτομέρεια τα Αποτελέσματα Χρήσεως, οι
τελευταίες υποχρεώσεις και απαιτήσεις, κάτι λιγοστές προβλέψεις να εγγραφούν
με τίτλο «Εγγραφές προσαρμογής», να υπολογιστεί επακριβώς το Υπόλοιπο
Ταμείου – αν υπάρχει- καθώς και τα εναπομείναντα Αποθέματα και τέλος όλα
αυτά να αποτελέσουν πλέον τις Εγγραφές Κλεισίματος, χωρίς να προσδοκάται
άνοιγμα Νέας Χρήσης….

 

 

ΠΗΓΑΙΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ (2009)

 

ΑΛΛΑΖΕΙ ΠΟΛΗ

Στο γέρμα τώρα, αλλάζει σπίτι, αλλάζει πόλη, μετακομίζει.
Τι νόημα έχει τώρα πια η εμμονή στις αναμνήσεις
τι απογίνανε εκείνες οι ανεπιστρεπτί παλιές δεκαετίες
τα ραντεβού στο Πεϊνιρλί της Εγνατίας με τη Μαρία
οι νυχτωδίες οι καντάδες της οδού Σαχτούρη
τα ψιλικά του μπαρμπα-Ιωακείμ, οι πάστες στου Λίγδα
της Βενιζέλου η τάβλα με τα καβούρια του κυρ-Παντελή…

Τα μαγαζάκια εκείνα τώρα κλείσανε. Κλείσαν οριστικά.
Καινούρια μεγαθήρια πουλάνε μέρα νύχτα
χορδές με το κιλό και βιομηχανικό πεϊνιρλί κιθάρες γιαπωνέζικες.
Οι γωνιές των δρόμων δεν κρύβουν πια στις κόχες τους παιδιά ερωτευμένα.
Φώτα αναιμικά της Τσιμισκή που φώτιζαν την ατελείωτη βόλτα
το συνεχές πηγαινέλα από τη Διαγώνιο στου Τερκενλή
γίνανε τώρα προβολείς χιλιάδων βατ για αμέτρητα αυτοκίνητα.

Κι οι φίλοι γίνανε τω είδει αγνώριστοι ή φύγαν ένας ένας.
Οι κούκλες συμμαθήτριες σταφίδιασαν και σκέβρωσαν
κίτρινα μάτια ο Στέλιος από τη χοληστερίνη
ο Λάμπρος δύο εμφράγματα, ο Μίμης πέντε μπαϊπάς
ο Μάρκος και ο Νίνος χρόνια τώρα αγέρας.

Λέξεις μόνο για λεξικά: ο πετροπόλεμος οι καταβρεχτήρες
η σκαλομαρία τα σλόου στα πάρτι με βερμούτ,
τόποι που γίναμε άνδρες και γυναίκες πια ανύπαρκτοι: το Σέιχ-Σου
η Ρέμβη η Χαβάη η Κουίντα το Water Lilly η Romantica.

Άλλαξε πρόσωπο η πόλη, δεν είναι πια εκείνη η δικιά του.

Κι αν η Κυψέλη ήταν τόπος αλλωνών, αν η Φυλής
δρόμος μακρύς και άλλων ερώτων κόχη γέννησης
τώρα τις προσεγγίζει δισταχτικά, ψαύει των άλλων τα πάθη
διαβάζει νύχτες και πρωινά τον πηγαίο τους κώδικα

τώρα στο γέρμα τα φαντάζεται δικά του, τα ασπάζεται
σαν νέα πίστη, τα υιοθετεί στη νέα του βρεφοδόχο.

 

ΟΙ ΓΛΑΡΟΙ ΤΗΣ ΣΜΥΡΝΗΣ

Δεν ήμασταν εμείς που φεύγαμε, μα η ακτογραμμή απέναντί μας: το πλοίον ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ έμενε σταθερό ενώ όλοι ατενίζαμε ανεβασμένοι στο άλμπουρο τση πλώρης, πώς μια πατρίδα χάνεται, πώς κρύβεται μες τους καπνούς και ξεθωριάζει η Άγια-Φωτεινή, πώς τα τραγούδια γίνονται βουβές κραυγές κι οι γλάροι της Σμύρνης περιστρέφονται ακολουθώντας τους αφρούς της έλικας για λίγο κι ύστερα επιστρέφουνε στο Quais τους, πώς σβήνουνε στις στάχτες τα αρώματα απ’ τις τριανταφυλλιές, πώς οι αυλές κι οι ταράτσες όπου γλεντήσαμε ανέμελα μια κούφια προσωρινή ελευθερία, γίνονται ίσκιοι, στίγματα και ίχνη, φανταστικά οράματα στην καταχνιά…

Την ίδια ώρα πίσω απ’ τα βουνά, σε ατέλειωτη πορεία ο θείος Αναστάσης για πάντα αιχμάλωτος αμίλητος να τρώει τα χιλιόμετρα της πέτρας, να υπομένει σιωπηλός τη μεγάλη των αιωνίων εχθρών εκδίκηση και να πορεύεται στα βάθη της Ανατολής, δίχως καμιά ελπίδα επιστροφής, με μόνη βεβαιότητα εκείνη του τέλους.

Στην άλλη άκρη της θάλασσας πια, στην άλλη Ελλάδα, στις νέες πόλεις που χτίστηκαν πάνω σε έρημα χωράφια, τη Νέα Σμύρνη, τη Νέα Φιλαδέλφεια, τη Νέα Μενεμένη, το Νέο Κορδελιό, κάθε σπίτι είχε έναν θείο Αναστάση που τον σταύρωναν κάθε πρωί και κάθε βράδυ οι γιαγιές με τα μαύρα τσεμπέρια μες σ’ ένα σύννεφο καπνών του λιβανιού κάτω απ’ το εικονοστάσι, μπας και γυρίσει, μπας και τις φανερώσει κάποιο σημείο ζωής… μα οι Αναστάσηδες αφανέρωτοι.

Δεκάδες χρόνια αργότερα διοργανώνονται εκδρομές με πούλμαν πολυτελή στα «μέρη μας», τα σύνορα ανοιχτά για κάθε «ξένο» με δολάρια, ξενοδοχεία πέντε αστέρων θεμελιωμένα πάνω στα χωνεμένα κόκαλα των Αναστάσηδων, δρόμοι ταχείας κυκλοφορίας πατάνε στα παλιά τους κουρασμένα βήματα και οι γιαγιές εκείνες οι μαυρομαντιλούσες χους ήσαν και εις χουν απήλθαν, προ πολλού.

 

 Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΑΓΩΝΙΣΤΗ

Ο αγωνιστής πέθανε, επιτέλους, στα 93 του κι οι δικοί του, ψάχνοντας σ’ όλα τα πιθανά κι απίθανα μέρη του σπιτιού και του κήπου του να βρούνε τίποτα λίρες από τις ρίψεις των Εγγλέζων στην Κατοχή, ανακάλυψαν ένα τετράδιο με κιτρινισμένα χαρτιά του γέρου που στην πρώτη σελίδα, δίκην εξωφύλλου, έγραφε με τα ορνιθοσκαλίσματά του, «Απομνημονεύματα».

Ο αγωνιστής κατέγραφε στα πύρινα χρόνια συστηματικά, σαν σε ημερολόγιο, πόσους καταδίκαζε το κόμμα κάθε μέρα για ανυπακοή πόσους για μειωμένη επαναστατική συνείδηση πόσους για υποψία πιθανής παράδοσης στον εχθρό πόσους εκτελούσε κάθε νύχτα πόσοι αυτομολούσαν κάθε χάραμα πόσοι σύντροφοι κοιμόντουσαν με το όπλο αγκαλιά απ’ το φόβο των άλλων συντρόφων, περιέγραφε με κάθε λεπτομέρεια την αγωνία του θανάτου παιδιών κι εφήβων ανταρτών πριν απ’ τη μάχη, την άγονη προσπάθεια των στελεχών να τους πείσουν να σκοτώσουν τα απέναντι αδέλφια ή να σκοτωθούν, για να καταλήξει στις τελευταίες σελίδες στο συμπέρασμα πως τζάμπα γίνονταν τότε όλα αυτά, αίσχος, βρε παιδί μου, το κόμμα κάπου ΕΦΤΑΙΞΕ…

Κι εμάς, ρε αγωνιστή, που τη νιότη μας δώσαμε στους θρύλους και στα φαντάσματα, ποιος θα μας δώσει την ψυχή της νιότης μας πίσω;

Και, άιντε, χαλάλι εμείς… στο κάτω-κάτω επιζήσαμε…

Όμως, τα τόσα πτώματα στον «άπαρτο» τον Γράμμο, στο «φρούριο» Βίτσι, στο Ουζμπεκιστάν και στην Τασκένδη, πέσαν στο χώμα για ένα απλό «φταίξιμο»;

Κι αυτό τυχαία να το πληροφορηθούμε με το θάνατό σου, πενήντα χρόνια μετά;

Κι αν ήσουν μωρέ, αθάνατος;

 

ΔΙΑΘΗΚΗ

Ηχογραφήστε με, γυρίστε με σε βίντεο
γράψτε κάθε φωνή μου, κάθε μου κίνηση
κάθε τραγούδι που τραγούδησα κάθε
τοπίο που είδα κάθε εκδρομή κάθε
φιλί που έδωσα κάθε φιλί που πήρα
κάθε μου στίχο ερωτικό κάθε χαμόγελο.

Κρατήστε σε σκληρούς δίσκους τις μνήμες μου
τις μουσικές που άκουγα ξαναγράψτε
φωτογραφίστε τις φωτογραφίες μου
την ιστορία μου ιστορήστε σε φυλλάδια
χαρίστε μου μια ψεύτρα αιωνιότητα…

Να με θυμάστε…

 

Ο ΧΡΟΝΟΣ

Με την ταχύτητα μιας φαιάς αρκούδας μες στο δάσος
με τη σβελτάδα του χαμένου αγριογούρουνου στο βουνό
την αστραπή κυνηγημένης καμηλοπάρδαλης στη στέπα
την τρομαγμένη βιάση ζαρκαδιού για να ξεφύγει απ’ το θεριό

ορμάει τραχειά ο χρόνος προς τα σύννεφα, τα διαπερνάει
ανεβοκατεβαίνει όγκους ορεινούς και άβατες βουνοπλαγιές
χυμάει να τερματίσει σαν δρομέας ντοπαρισμένος προς το νήμα
της ζωής, κάθε ρεκόρ να σπάσει.

Και τελικά, να δεις, κάθε φορά το καταφέρνει…

 

 Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΠΑΠΠΟΥ

M’ εγκαταλείψατε όλοι, κραύγαζε ο γέρων μες στη νύχτα

ούτε έρχεστε να με δείτε ούτε με παίρνετε τηλέφωνο
δεν πλησιάζετε το θάνατο, θαρρείτε πώς είναι μεταδοτικός
πως, επειδή αυτός με τριγυρίζει, μ΄ ακουμπάει και με κλώθει
θα μολυνθείτε και εσείς με το υπέρτατο άρωμά του.

Δεν σας ζητάω φάρμακα κλύσματα κι εξετάσεις
από την τσέπη μου πληρώνω τους γιατρούς και τα νοσοκομεία.
Λίγη παρέα θέλω, λίγη ζεστασιά, ιδίως τα βράδια.
Δεν υποφέρεται η μοναξιά του τέλους, δεν μολογιέται…

Έτσι εγκαταλείψανε τον γέροντα παππού τους να φύγει μόνος στο ταξίδι
κόρες αγόρια εγγονές νύφες γαμπροί ξαδέρφες και ξαδέρφια.

Και τούτα βλέποντας η μόνη του γυναίκα
που ‘χε φύγει καιρό στον ουρανό
του ’δωσε χέρι και τον τράβηξε ψηλά, κοντά της…

 

ΟΙ ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

Πέρασε πάλι κάμποσος καιρός χωρίς να έχει γράψει τίποτε
εκτός από κάτι σκόρπιους στίχους περιαστικούς
ασύνδετους ανίσχυρους ανέκφραστους…

Οι μέρες τώρα σπεύδανε τρέχοντας αενάως
ώσπου να ξυριστεί, έφτανε ήδη μεσημέρι
ώσπου να γευματίσει, ο ήλιος έδυε κι άιντε πάλι ερχόταν
η άλλη μέρα, όμοια φευγαλέα και κενή.

Εκείνος διάβαζε πολύ άκουγε το ραδιόφωνο πήγαινε βόλτες
στους κήπους κάθονταν σε καφενεία απόκεντρα
πέρναγε ήσυχα ήρεμα ακύμαντα ακίνητα.

ενώ τώρα και οι νύχτες τρέχανε πιο γρήγορα
ώσπου να δει το πρώτο όνειρο γινότανε μεσάνυχτα
ώσπου να απολαύσει το μεγάλο, το καλό, ερχόταν το πρωί

κουτρουβαλώντας έφευγε πια ο χρόνος απ’ τα χέρια του
κι όλο και πιο κοντά σίμωνε το μεγάλο γεγονός.

 

Η ΥΣΤΑΤΗ

Κι ενώ γέρνει στη δύση του ο ήλιος της ζωής του, της έρχεται έρωτας.

Έρωτας ύστατος, τραυματικός, παράξενος ωσάν οστεοπόρωση,
ξέφρενος σαν σουίνγκ
περνάει μέσα από το μεδούλι του αφιονισμένος,
πέρα ως πέρα ναρκωτικό
τον περιγράφει ολόκληρο, τον γυροφέρνει όλη τη μέρα εναγωνίως
μια παιχνιδιάρα δύση, εκστατική και γιορτινή σαν αίμα.

Ενώ λοιπόν γέρνει η ζωή του, ορμάει στην αρένα της καρδιάς του
ταύρος έρωτας.

Και ξαφνικά ο μπάτσος του κορμιού του εκτινάσσεται ως πολυέλαιος,
η όραση γίνεται οξύτερη στου χαλασμού την ώρα,
η αφή από καπνός αναθρώσκων
σπίρτο που καίει το πρωινό του εγερτήριο,
μέχρι που στύσεις πρωινές επανέρχονται
πάθος ξεχασμένο, αρχεία ερείπια που αναστηλώνονται υβριδικά.

Όπως στα ματς, που τελευταίο λεπτό γίνεται φάση,
ένα αναπάντεχο μελέ και
«παίζετε» λέει ο διαιτητής, ο σεντερφόρ παίρνει την μπάλα και σουτάρει
κι ελάχιστα πριν λήξει ο αγώνας μπαίνει το γκολ
ενώ οι κερκίδες της ζωής του
σηκώνονται και αλαλάζουν με φρενίτιδα
που η ομάδα σώθηκε από τον υποβιβασμό
των γεραμάτων χωρίς νόημα, με την υστάτη αγαπημένη.

 

ΘΕΛΩ ΕΝΑΝ ΣΤΙΧΟ

Θέλω μια σάρκα αδιάφθορη, ξεσκούριαστη
και χείλια αφίλητα στον ήλιο
για να φθείρω.

Θέλω ένα σώμα ολάνθιστο, ξεκούραστο
να ζωγραφίζει τις πτυχές του
στα σεντόνια.

Και όλα αυτά να γίνουν στίχοι σαν καρκίνωμα γεροί
να συμβολίσουν τα βραχνά σου καλοκαίρια.

ΤΟ ΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΟ

Ήσουν το καλοκαίρι που τέλειωνε, η ακρογιαλιά
με τα υπαίθρια σινεμά και τα εξοχικά κεντράκια.

Ήσουν η βόλτα που επέμενε ανέμελα να ξεφτίζει
όπως η τσόχα τραπεζιού σε υπόγειο σφαιριστήριο.

Ήσουν η παρέα που ταλαντευόταν τα βράδια
με τους καλαθοσφαιριστές, τις γκόμενες, τα ζαχαροπλαστεία.

Ήσουν το μαγνητόφωνο που δεχόταν να περιμένει…

 

 

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΧΡΗΣΕΩΣ (2006)

 

ΣΕ ΕΙΔΑ, ΑΝΕΣΤΗ

Στο έκτο πάτωμα του πρώτου μου σπιτιού στην Καρμπολά
τα ασημένια σου μαλλιά να τα χαϊδεύει ένα υγρό αεράκι
στους ώμους τα φτερά σου να ‘χουν θρέψει λυπημένα
(κοντεύουν δέκα χρόνια που ανέβηκες εκεί στο δώμα)
με απλωτές κινήσεις να πετάς, να με φωνάζεις.

Παρόντες άπαντες, μου είπες. Πατέρες μάνες φίλοι συγγενείς
έρωτες ανεκπλήρωτοι, παλιοί σου γείτονες συμμαθητές,
καλή παρέα κάνουμε, τα λέμε κάθε τόσο και μας λείπεις.

Σιγά σιγά κι εγώ ετοιμάζομαι, φίλε, σου ψιθύρισα. Λίγο ακόμα χρόνο θέλω
κάτι σελίδες να τελειώσω που άρχισα ένα χωράφι να πουλήσω
εκεί στη Νάουσα να μην πνιγούν στα χρέη τα παιδιά
επίγεια δάνεια να ξοφλήσω φόρους κληρονομιάς να προπληρώσω
μια υποχρέωση που έχω σε μια αγάπη να διευθετήσω
θ’ αρχίσω κι εγώ λίγο λίγο ν’ ανεβαίνω στην ταράτσα.

 

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ

Όλο το απόγευμα έβλεπα σε βίντεο τη ζωή του.

Χριστουγεννιάτικες γιορτές Αϊ Βασίληδες φέρνουν δώρα
παιδάκια κρέμονται απ’ τα χείλη του στο πάλκο
εργάτες και υπάλληλοι αναμένουν ένα νεύμα
ακόμα κι οι εχθροί λουφάζουν μ’ ένα στυφό χαμόγελο…

Πρωτομαγιές μοιράζοντας βραβεία στην άνοιξη
όλοι πίνουν στην υγειά του γλεντούν ευτυχισμένοι,
εύφορο το γρασίδι θρεμμένα λουλούδια, φίλοι χορεύουν
ο κήπος μια αγκαλιά μακεδονίτικα τραγούδια…

Ποιος τότε θα του το ‘λεγε πως όλες οι χαρές τα πανηγύρια,
τ’ αγέρια κι οι Πρωτομαγιές οι φίλοι τα φιλιά κι οι ρεβεράντζες
σκόνη θα γίνονταν στα τέσσερα σημεία των οριζόντων
καπνός τσιγάρου οι εξουσίες και τα νεύματα κι οι προσταγές

αποκαΐδια και στάχτη πως θα γινόταν η ζωή κοντά τα λόγια
λιγοστές οι καλημέρες ασέληνες όλες οι γιορτές αιματηρά Χριστούγεννα
προσφυγιά η ψυχή κι αυτός κάθε χαράματα να κάνει καταμέτρηση
κάτι μετζίτια που έσωσε κρυμμένα κολλητά πάνω στις σάρκες.

 

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΠΑΝΑΓΙΑ

Τι όμορφη που ήσουν Σαλονίκη, μα δεν το ‘βλεπα…

Κλέβοντας ώρες απ’ το Χαρμάνκιοϊ στο Αγγελοχώρι
Λαδάδικα Ταμπάκικα Μαρτίου Αρσακλή
χειμώνες πέντε διαδρομή στην ευλογημένη Αρετσού
ανοίξεις πέντε στα Ξυλάδικα στους γερανούς Ματράκα
Σάββατα ταβερνιάρικα σε κόχες στο Καπάνι
και Κυριακές αφράτα χιόνια στους προσκόπους στον Χορτιάτη
ή σε γρασίδια ήμερα πίσω απ’ τους Χορτατζήδες
γεμάτοι τύψεις στις μπουκαδούρες πέντε καλοκαίρια
πέντε ένοχους βαρδάρηδες χειμώνες παγωμένους.

Μετά από τόσες στάσεις τόσα χιλιόμετρα σφηνώθηκε ο χειμώνας
μακριά η πατρίδα λίγα τα ποιήματα κι αυτά προσφυγικά
και πίσω τους ο χώρος που ήτανε ο θόλος της Ιστορίας
κι εγώ δεν το ‘χα καταλάβει.

Πατρίδα Σαλονίκη, πέντε χρόνους μας προστάτεψες παναγία
και ύστερα έκρυψες τη φοβερή σελήνη σου για άλλα ζευγάρια.

 

ΣΚΑΛΟΜΑΡΙΑ ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ

Μία η ώρα Κυριακή είχε κοκκινίσει στο φούρνο το ψητό.
Δυο φράγκα ψηστικά ένα η «Μακεδονία» ρέστα από τάλιρο δικά του∙
κατέβηκε δυο δυο τις σκάλες για να προκάνει το ταψί
να πει στο μεταξύ ένα γεια στον Γιάγια τον Καλαμπαλίκη.
Τρέχοντας στο λιθόστρωτο γιατί θα άρχιζε του Μαμάκη η εκπομπή
σήμερα θα ‘χε Πεγκ, καρδούλα μου με τη Λαμπέτη.

Όλη η χωμάτινη πλατεία λουζόταν φως και ακινησία
η Κόκκινη Εκκλησία σχόλασε νωρίς χωρίς βαφτίσια.
Κόκκινος Σεπτέμβρης της πόλης μας γλυκός, Κυριακή κοντή γιορτή
το βράδυ θα παγαίναμε όλοι Έκθεση, είχε πει ο πατέρας.

Πενήντα χρόνια αργότερα ποιητής μεσήλικας, ανασύρει γεύσεις
οσμές ανάσες και τοπία άλλης εποχής που έρχονται και φεύγουν
σαν τραμ ορμητικά της Εγνατίας σε μια σκαλομαρία στη μνήμη.

 

Η ΑΠΟΣΥΡΣΗ

Δεν έχω να πω πια τίποτα.

Σιγά σιγά απομακρύνομαι και απ’ το φως και απ’ τον λόγο
έφυγαν όλα μες στο μισοσκόταδο και στις νεροφαγιές
η επανάσταση πουλήθηκε στα δυτικά κομφόρ
το έργο-απάτη παίχτηκε σε όλα τα θέατρα του κόσμου
στα σινεμά και στα πορνεία και στη διαφθορά.

Δεν έχω να μιλήσω πια για τίποτα.

Βλέμματα κοιτάζουν αδιάφορα, πνιγμένα στα αγχολυτικά
στιγμές κατασκευάζουν δολοφόνους στη σκηνή
ζούμε πια τρώγοντας τα περιττώματα της ιστορίας
αλήθειες συμπεριφέρονται σαν ψέματα, η βία σαν βροχή.

Δεν έχω τίποτα να θυμηθώ τίποτα πια να γράψω.

Φεύγουμε δίχως να νιώθουμε πως το καράβι έχει σαλπάρει –
χρόνια γεμάτα απογοήτευση νεκρές φαντασιώσεις και σιωπές∙
τίποτα δεν έχει διασωθεί, ούτε συγκίνηση ούτε πάθος
παγιδευμένοι αρουραίοι προσπαθούν να βγουν απ’ το οχυρό…

Γι’ αυτό κι εγώ δεν έχω τίποτα να πω
σ’ ένα παγκόσμιο τίποτα δηλώνω άφθογγος αρούρης
και αποσύρομαι.

 

 ΤΟ ΚΥΚΝΕΙΟ ΔΩΡΟ

Μεσόκοπος μετράει άστρα στη βεράντα ακούει τυραννικά
ώρες που περπατάν βαριεστημένα φεύγοντας αθόρυβα
καταναλώνει τιμολόγια υπερκαταστημάτων πολυσέλιδες εφημερίδες,
βλέποντας με τα κιάλια αφίσες γυμνών πτωμάτων διαφημίσεις μοναξιάς.

Ταμπέλες φωτεινές αναβοσβήνουν ήχοι τσαλακωμένες λαμαρίνες
νυχτερινές μοτοσυκλέτες διαπερνούν την ευλογία του σκότους
διαλύοντας την πλήξη του οινοπνεύματος με την εξάτμισή τους.

Εκείνος, μόνος του, εκλιπαρεί για έναν έρωτα, μια τελευταία ευκαιρία.
Γνωρίζει, φυσικά, πόσο ευνοήθηκε στο παρελθόν, τι δώρα πήρε,
κι αν σήμερα πια δεν δικαιούται κύκνεια δώρα, ζητά μιαν εξαίρεση.
Δεν κάνει πια παζάρια, δεν εξετάζει χρώμα, δέρμα και αφή,
δεν συζητά ηλικία, χρώμα δακρύων, επάγγελμα, θρησκεία.

Δεν απαιτεί πια, δεν αξιώνει, δεν έχει πλέον υπεροψία.
Σχεδόν ζητιάνος. Τι σχεδόν; Εκλιπαρεί έναν τελευταίο έρωτα, ζητιάνος,
επαίτης, για ένα κύκνειο θείο δώρο πριν φύγει σαν το σκυλί.

 

ΤΩΡΑ, ΜΑΖΕΥΕΙ ΛΕΞΕΙΣ

Για να εκφράσει το κενό, τώρα μαζεύει λέξεις.

Ψάχνει σε πάπυρους παλιούς, σε ξεχασμένα αρχεία
σε άριες, σε ορατόρια και πινακοθήκες
να βρει τη λέξη την πιο στενή, την πιο λιτή
τη λιγότερο φωτεινή, την άλλη μια ιδέα πιο μπεζ
την παραπέρα που την έχουν στην παλιά Ελλάδα
εκείνη που κάποτε αγκάλιασε, την πιο αχρησιμοποίητη
λέξεις σχισμένες λέξεις σαν κουβάρια, εργονομικές

και μ’ όλες αυτές να μιλήσει για το τίποτε που τον περιβάλλει.

 

ΜΙΑ ΦΟΡΑ, ΣΕ ΚΑΘΕ ΖΩΗ

Μία φορά μες στη ζωή, σε κάθε ζωή, μονάχα μία
η φοβερή στιγμή τού ερχομού, ο πρώτος λόγος
η τρυφερή τής εφηβείας αυγή, η εφεύρεση του κόσμου
το πρώτο φιλί, το πρώτο σπίτι, το πρώτο αφεντικό
και η σκοπιά δύο με τέσσερις στους ποταμούς τής νύχτας.

Μία φορά μονάχα στη ζωή θα ’ρθει ένα πάθος εξολκέας
να κάνει αίμα την αναπνοή και μουσική τη δύση
τα καλοκαίρια ερμαφρόδιτα στου πόνου τα σκληρά πουκάμισα
θα ’ρθει σαν τον αετό ο ένας έρως ξάφνου απ’ τα πέρα μέρη
ο άπαξ, ο μοναδικός, θ’ αφήσει στην ψυχή εγκοπές ως το τέλος.

Μονάχα μία φορά, σε κάθε ζωή, θα ’ρθει η ευκαιρία
του κτίζειν και ανοικοδομείν στα πέλματα του ουρανού
η θέα τής εξουσίας, η μάχη τής χαράς, το πέταγμα προς τα άνω.

Και μία φορά, μία πάλι μονάχα, νύχτα που φεύγεις
μ’ ένα μικρό τίναγμα του ονείρου, πέταγμα στη σιωπή.

 

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΚΑΙ Ο ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ

Δεν είναι ο ίδιος πια για τους παλιούς του φίλους
ή μήπως είναι, αλλά παρατημένος σαν τους ανάπηρους πολέμου
που όλο ζητούν κάτι, ενοχλητικά, σαν να το δικαιούνται.

Άλλαξε οικογένεια συνήθειες και ντυσίματα
χτένισμα στα μαλλιά τηλέφωνα και διευθύνσεις
μένει σε γειτονιές απίθανες στα παλιά στέκια δεν συχνάζει
χρόνια και χρόνια δεν έστελνε κάρτες και χαιρετίσματα
έρχονταν κι έφευγαν γιορτές κι ούτε μια υπόμνηση
αν ζει αν πέθανε τι γράφει ή αν στέρεψε.

Στο μεταξύ άλλοι γινόντουσαν πατέρες άλλοι πεθεροί
καθηγητές εκδότες βουλευτές και συγγραφείς
κι ο λόγος του ο καλός χαμένος όπως τα χρόνια του.

Χρόνια του τίποτε, νωθρά μέσα στην κίνησή τους
χρόνια κούφια, αλκοολικά, σε μια οθόνη απέναντι
με τσούλες να του τρων το βιός και να παράγει αδιάλειπτα
χρήματα μετοχές και σπίτια κι αυτοκίνητα και καταθέσεις
για να τα τρώνε πάλι.

Και τώρα έρχεται να ξαναζητήσει τα χνώτα τους
να μπει ξανά στους χώρους και στα σαλόνια τους
να παρεισφρήσει ξαφνικά στη σκέψη και στο λόγο τους
να παίξει με τους όρους τους παλιούς τους ξεχασμένους.

Έχασε όμως. Όσοι μπορούσαν να τον ξαναβάλουν στο παιχνίδι αποδήμησαν
στο στρώμα που άπλωσε εκεί πια θα κοιμηθεί ως την ανάσταση
από το σπόρο το μεταλλαγμένο που έσπειρε
μεταλλαγμένη πραγματικότητα τώρα θερίζει
χωμένος ως τα μπούνια στο μικρόκοσμό του ο διευθυντής
που ήταν ποιητής των ασημάντων, ο ποιητής που ήταν
διευθυντής του μηδενός.

Ο ΑΙΦΝΙΔΙΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ

Όπως του Πάνου λευκή, μυρτώ του Ανέστη και
του Δημήτρη ελένη, εσύ κι εγώ.

Στα ίδια πάνω κάτω μέσα χρόνια, λίγο πριν , λίγο μετά
δεν έχει τόσο σημασία, όσο ο αιφνιδιασμός τής άνοιξής σου:
η τελευταία μου πράξη πριν την έξοδο οριστικά
οι τελευταίες απόκριες, το έσχατο Πάσχα της χαράς
η μαγική αυλή με το μαγγανοπήγαδο στου Αγίου Συμεών.

Λίγο πριν τον βαθύ χιονισμένο επερχόμενο χειμώνα
ανάμεσα σε απέραντες πια ευνούχες σιωπές
λίγο πριν διασπαρθώ στους υδροφόρους ορίζοντες του κόσμου.

Και γίνουν όλα στη μνήμη, όπως του Πάνου και του Ανέστη οι καημοί
ένα σπάνιο αναφιλητό, ένας αιθέριος ψίθυρος χωρίς εικόνες.

 

Η ΠΑΛΗΟΜΑΝΑ

Δυο τρία μίλια ευθεία μπροστά απ’ το Όλυμπος-Νάουσα
βαθαίνει απότομα η θάλασσα δέκα οργιές, όπου σαπίζουνε
χιλιόχρονα φύκια, βυθισμένες γαλέρες, τόνοι οργανικά
και το Φετχί Μπουλέντ ακόμη, οξειδωμένο.
Εκεί ακριβώς αναδύονταν μέσα στη νύχτα, κάθε νύχτα, ένας ύφαλος
που μεγεθύνονταν κατόπι και γινότανε νησί επίπεδο, πλατύ
κι ύστερα άλλοι ύφαλοι φύτρωναν ο ένας μετά τον άλλο
σχημάτιζαν μία λεπτή λωρίδα γης με γκρέμια γύρω τους και βράχια.

Και μες τον ύπνο μου ξεκίναγα από κει κι ακροβατούσα πάνω τους
ισορροπώντας με μικρές παραλλαγές τού τρόμου
συχνά με κίνδυνο να πέσω στις καταβόθρες τού ονείρου
προχωρώντας να σε βρω μαγνητισμένος απ’ των κυμάτων τις σκιές.

Ώσπου μια χαραυγή μετά από χρόνια, αφού βάδισα ώρες πολλές
και προφανώς κουράστηκα, ξυπνώντας με μια κράμπα βασανιστική
είδα στο φως ξεκάθαρα όλα τούτα τι σημαίναν.

(Πώς στην αρχή, τον πρώτο καιρό δεν το ένιωσα, πώς
βαθμιαία εισέρχονταν η αρρώστια μες στο αίμα μου
αλλοίωνε τους ιστούς, διέλυε το συκώτι και τη σπλήνα
σαπίζοντας τα γάγγλια τους αδένες και τις υποφύσεις.

Πώς βαθμιαία τα εύκολα γέλια κατρακύλησαν σε δύσμορφα χαμόγελα
και γρήγορα φεύγανε οι γιορτές χωρίς να γιορτάζω τίποτα
δίχως σκοπό επέτειοι, αμήχανα καρναβάλια, χαράμια Πάσχα
και πέρναγε η άνοιξη χωρίς τις φουσκοθαλασσιές
τα καλοκαίρια πέφτοντας διαρκώς μια γκρίζα μουσική.)

Ήταν εσύ που χρόνο με χρόνο απομακρυνόσουν αλλά εδώ πάντα είχες ρίζες
να παρακολουθείς, να ελέγχεις, να ρυθμίζεις για να μπορείς να τιμωρείς
μικρό νησάκι σκαιής εκδίκησης στις εκβολές του ποταμού, στην Παληομάνα
που μια στενή στεριά το ενώνει με τη μήτρα του, την πόλη και εμένα
για να περνάνε βάναυσα οι εποχές αφήνοντας πίσω διάλυση και όζους.

Όχι μόνο με χάλασες , με γκρέμισες ,σακάτεψες,
αλλά έφτιαξες και μια υπόγεια ενύπνια γραμμή να μας ενώνει
για να γεμίζει τη ζωή μου κατάρες και αναθέματα, ως το τέλος.

Γιάννης Καρατζόγλου
από τη συλλογή Αποτελέσματα χρήσεως, 2006
στις 4:10 μ.μ. Δεν υπάρχουν σχόλια:
Ετικέτες Καρατζόγλου Γιάννης, Το πρόσωπο του θανάτου

 

ΝΟΜΙΜΟΣ ΔΙΚΑΙΟΥΧΟΣ

Αλλιώτικες οι Κυριακές μας τότε.

Από το βράδυ πριν ευωδίαζε ο ερχομός σου
μέσα στον ύπνο μας πετούσαν αυριανά ανθάκια
κι όλο το πρωί λουζόταν μ’ ένα φως αναμονής.

Κι εκεί, κοντά στο μεσημέρι, φιλιά καμένα, γκολ μες σε κουβέρτες
τοίχοι που τρίζαν, γάλα το κορμί σου, κρινοδάχτυλα
φύσαγε πάντοτε νοτιάς βαθιά στο πάπλωμα
τα στήθη σου πρώιμο χιόνι, μουσική στο κραγιόν σου
ύστερα πάστες που παχαίνουν, πιο γρήγορα φιλιά
η ώρα χάθηκε.

Το σούρουπο βαραίνοντας στα κραυγαλέα μάτια σου
σε παρέδιδα ευτυχή και πλήρη στον νόμιμο δικαιούχο.

 

 

ΑΠΟΣΒΕΣΕΙΣ (1987)

 

Η ΑΓΝΩΣΤΗ ΨΗΦΟΣ

Είσαι κι εσύ μέσα σ’ εκείνη τη φωτογραφία.
Φοράς ρεπούμπλικα καφέ κοστούμι άσπρη καμπαρντίνα
χαμογελάς τη λευτεριά σίγουρος στη δύναμή σας
κοιτάς προοπτικά τις έγχρωμες μέρες που έρχονταν
τις παρελάσεις κάθε χρόνο τις λαμπαδηφορίες της νίκης
τη Υπερμάχω Στρατηγώ τα νικητήρια.

Μετά βέβαια ήρθανε μέρες πονηρές
πρώτα είπες: μας μάζεψε εκβιαστικά το Γραφείο Συνοικίας
έπειτα έκαψες προσεχτικά ένοχες αλληλογραφίες
προκλητικά στην τσέπη εφημερίδες μετριοπαθείς κυκλοφορούσες
φειδωλός στις καλημέρες κοντά τα λόγια με την πελατεία
με την παρέα τ’ απολύτως απαραίτητα.

Πέρασαν χρόνια, υποτίθεται ξεχάστηκαν εκείνα
κέρδισες τίμια τριάρι κεντρικό εξηλεκτρισμό στο σπίτι
σκρίνιο τηλεόραση Opel Cadet χοληστερίνη
ο γιος πτυχίο νομικής – βολεύτηκε κι αυτός
κι εσύ στο παλιό άλμπουμ ξεθάβεις κάθε τόσο ευλαβικά
μνήμη τής νιότης μνήμη τής δύναμης, του αγώνα:
σμπαράλια, λες, τα κάναμε, σμπαράλια…

(Του κάκου ψάχναν ποια την ενορία σου σπίλωνε ψήφος
από τότε ως τώρα, η ίδια πάντα, μόνη, κατακόκκινη.)

 

Η ΘΑΛΑΣΣΑ

Σ’ όλη μου τη ζωή ήθελα ένα σπίτι
που να βλέπει στη θάλασσα, έλεγε
να βλέπω θάλασσα να κοιτώ να φεύγω.

Και σκύβει απ’ το μπαλκόνι, ανάμεσα σε κάτι
φυλλωσιές και δυο πελώρια μέγαρα φαίνεται ένα κομμάτι θάλασσα
δύο επί τρία στην όρασή του
αγορασμένο με το εφάπαξ και χιλιάδες συντάξιμα ημερομίσθια.

 

ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ ΜΑΣ

Στην οικογένεια δεν είχαμε νεκρούς:

ούτε από δυστυχήματα
όλοι ανεβαίναμε σιγά σιγά τις σκάλες
προσεκτικά απ’ τα πεζοδρόμια στα ψώνια
και οδηγώντας συνετά στις εκδρομές

ούτε από άλλες αιτίες, κι αυτές συνηθισμένες:
στο κίνημα του ’35 ήμαστε μικροί
στην Αλβανία νοσοκόμοι ή συσσιτιάρχες
αμέσως ύστερα υπάλληλοι εκ των μη αναμειχθέντων
και όταν ήρθαν οι ασύρματοι κι οι νόμοι κατασκοπίας
εισηγητές πια, ή τμηματάρχες με δύο τριετίες.

Στην οικογένεια είχαμε μόνο πεθαμένους.

 

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

Αντέχονται βέβαια σχεδόν όλες οι δοκιμασίες,
αυτό δα έλειπε, από τέτοιες περιπέτειες
να μη βγαίνεις ζωντανός, κι ίσως στο τέλος πάλι ολόρθος.

Όμως να, θα ’ρθουνε πάλι Χριστούγεννα και φέτος
ταψιά, χαμόγελα, βιτρίνες, επισκέψεις, έλατα φορτωμένα…
(πέρσι σου αρνήθηκα ένα στολισμένο δέντρο,
αρνήθηκα τα κάλαντά σου, μπαχτσίσι σου αρνήθηκα)

Δεν υπάρχουν Χριστούγεννα. Τα παιδιά με τα τριγωνάκια
φέτος πεθαίνουν οι μάνες φουρνίζουν μπακλαβάδες
δηλητήριο παππούδες της παράδοσης χαρίζουνε στα εγγόνια
πληρωμένους δολοφόνους ως και η θάλασσα κοχλάζει –τέτοιον καιρό.

Πέρσι φαινότανε ρουτίνα, φέτο κατάληξε κραυγή
όλα εδώ πληρώνονται, κι οι αρνήσεις στα μπαχτσίσια και στα κάλαντα.

 

 

ΠΡΑΤΗΡΙΟ ΚΑΥΣΙΜΩΝ 1982

 

ΠΑΛΙΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ

Μπήκα ένα βράδυ στο παλιό μας σπίτι
στις δέκα και μισή ύστερα από απογευματινή κραιπάλη:
ήσουν πάντα στην ίδια θέση μπροστά στην τηλεόραση
ντυμένη στο ίδιο πενιουάρ.

Έλα, μου είπες, παίζει εκείνη τη συνέχεια
κι εγώ πλησίασα όπως τότε, σε φίλησα στο μέτωπο απαλά
και τότε ξεβάφτηκε η αλλαγή:

κάτω απ’ τη ρόμπα τα πόδια σου σε αγκύλωση
οι σάρκες σου κιμάς το αιδοίο τρυπανισμένο,
τα χείλη σου βαλσαμωμένα τα χέρια σου προχωρημένη σήψη.

Τώρα καταλαβαίνω πιο καλά όταν μου λεν
για την καταστροφή της Μικρασίας∙
το ξεσπίτωμα το ξεχαρβάλωμα τους βιασμούς
τα βάσανα τους κρεμασμένους.

 

ΤΟ ΑΝΤΙΣΚΗΝΟ

Ξέρω, δεν θα περιληφθείς, Αγάπη, στα αναγνωστικά
έτσι που υπολείπεσαι ευψυχίας εθνικής
άχρηστη στα ΟΧΙ των πάσης φύσεως επιδρομέων
στην πίστη την αγία και στους αδούλωτους αδελφούς.

Ξέρω, ακόμα, πως και το Κίνημα δεν θα σε τραγουδήσει
δεν αναφέρεσαι στην εκμετάλλευση του ανθρώπου
στις θυσίες του Λαού τις ματωμένες του Πρωτομαγιές,
πολύ συχνά άλλωστε, λεν, αποπροσανατολίζεις.

Και στο φινάλε όλοι ντρέπονται την αναγνώρισή σου, Αγάπη
εθνικούς ποιητές δεν διορίζουν χωρίς «το μεγαλείο της φυλής»
βάρδους λαϊκούς χωρίς «τον πόνο του εργάτη».

Να γιατί, Αγάπη μου, θα μένει πάντα ένα αντίσκηνο
η ποίησή σου για τους πληγέντες απ’ τις θεομηνίες
της αορτής…

 

ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΙΣ ΧΑΡΑΜΑΔΕΣ

Να ‘ρχόσουν, λέει, άυλη, κάτω απ’ τις χαραμάδες
να ‘μπαινες μυστικά την ώρα που κλείνουν τα φώτα
να προχωρούσες ψηλαφιστά μες στο σκοτάδι
να μ’ έβρισκες και να ‘μπαινες κάτω απ’ τα σκεπάσματα…

Να ‘τανε, λέει, η πρώτη αύρα του όρθρου, της αρχής
βρέφος η μέρα να μας συναντούσε παλεύοντας
κι ύστερα οι ρόδες της σαν σύγχρονο μοτοσακό
να μας γυρίζαν στην παλιά, την καθημερινή ζωή μας…

Άσ’ τα. Μην τα γυρεύεις. Δεν γίνονται πια θαύματα.
Καινούργιες λέξεις δεν υπάρχουν να περιγράψουνε τον θάνατο.
Μόνο βροχές από απραγματοποίητα όνειρα
κατακλυσμός από άχρηστα αν, ίσως, μήπως αν – και τέτοια.

 

ΣΥΓΚΡΙΣΕΙΣ

Έτσι που φεύγω με συλημένες σάρκες από σένανε
ηττημένος κι ανίκανος πια κι ανάπηρος
τσιγαρισμένος επιστρέφοντας σ’ εκείνη
που βρίσκει ακριβά τα κοινόχρηστα του μηνός
και θέλει ντε και καλά τα μαλλιά της να βαφτήκαν θαύμα
όμως έχει έτοιμο γάλα ζεστό κι ένα φιλί μαγιάτικο
και υποφέρει η καημένη απ’ την τόση μου κούραση
παίζοντας παλιά ρεμπέτικα να με καλοκαρδίσει

αναρωτιέμαι εσύ
που ’μαι για σένα ο θεός-φαλλός, όταν θα το διαλύσουμε
τι θα ’χεις διδαχτεί απ’ αυτή τη ζήση-σμπαράλι
αν θ’ άντεχες συνέχεια δέκα βράδια
να επιστρέφω σκοτωμένος στη δουλειά
κι εσύ να κοιμάσαι απ’ τις εννιά χωρίς άλλη λύση
ή να γυρνώ σπίτι πονώντας κι εσύ να μου αλλάζεις
όλη τη νύχτα κρύα πανιά για τις αιμορροΐδες…

 

ΣΑΝ ΤΟΝ ΚΛΕΦΤΗ

Ακόμα μια φορά , την τελευταία,
θα κάνω ντους μες στη δική σου την μπανιέρα
– προσεκτικά, μην πιτσιλίσω κι αποκαλυφτώ –
θα σκουπιστώ αργά αργά απ’ το πεσκίρι σου
θ’ αγγίξω τα ενθυμήματα που θα σου μείνουν
– τις πρίζες, τα πλακάκια, τα σταχτοδοχεία –,
θ’ αγγίξω, την πιο αιμάτινη φορά, τα φερ φορζέ
τις ρωγμές των σεισμών, τις τρυπούλες των ξυλοφάγων
θα γείρω λίγο στα προικώα σου μεταξωτά σεντόνια

και στις επτά θα φύγω σαν τον κλέφτη
από το σπίτι που ως εχθές ήταν το δικό μας
με τη φράση «για πάντα» σαν έρπη στα χείλια.

 

ΠΡΑΤΗΡΙΟ ΚΑΥΣΙΜΩΝ

Κι εγώ που έλεγα θα σκότωνα δράκους
για χατίρι σου θα ’ζευα ποτάμια
και θα γκρέμιζα κάστρα για σένανε,

τη μέρα που παντρευόσουν κάποιον εργολάβο,
πούλησα επτακόσια λίτρα βενζίνης σούπερ
πούλησα είκοσι κιλά ορυκτέλαια έξτρα,
είχα, εν γένει, ένα τζίρο αρκετών χιλιάδων:

υπάρχουν βρε αδελφέ κι άλλοι μινώταυροι για σκοτωμό.

 

ΆΝΘΡΩΠΟΣ ΑΠΟ ΜΑΡΜΑΡΟ

Επειδή πρέπει
ν’ αρχίσω να παίρνω χαμπάρι πως
πάνε μάλλον οριστικά εκείνοι που ανυστερόβουλα συντρόφεψαν
τα βασικά χρόνια –τότε που το δεκάρικο ήταν δεκάρικο ακόμα–
και πάνε εξίσου οριστικά τα πρόσωπα της λευκότητας,
που, έστω, τραγουδούσαν ως το βράδυ τα ιταλικά,
οι γονείς όπου να ’ναι πάντα έρχονταν,
που περιμέναμε η παρέα ως αργά στο ινστιτούτο,

επειδή τώρα πρέπει
να πάρω πια χαμπάρι πως η οριζόντια ιδιοκτησία
επιβάλλει μιαν ημερήσια ατζέντα-φωτοαντίγραφο
των καθημερινών αγορών, των πιστώσεων, της αντοχής
της παραγωγικής διαδικασίας, του νόμου ακινήτου περιουσίας,
της ανόδου του κόστους και της τιμής
της χοληστερίνης,
μικρά παχουλά νησάκια που κατακλύζουν το αίμα,

γι’ αυτό κι εγώ γίνομαι μάρμαρο
και από δω και μπρος σωπαίνω.

 

ΜΕΤΑ ΤΟ ΤΕΡΜΑ

Εδώ που φτάσαμε θέλω κάτι να κρατήσω,
λίγο απ’ τα φιλιά μας, λίγο απ’ τα θραύσματα,
ας μείνει κάτι, έστω ανεπαίσθητο μες στην κοιλιά μου,
ή λίγα ζωντανά μικρόβια απ’ την παρουσία σου.

Λέω, και πιστεύω, πόσο ο ερωτάς μας ήταν ανώφελος:
δεν τα κατάφερε, ας πούμε, να μη στείλουν τον Γιάννη στα νησιά,
δεν είχε να κάνει με το ξύπνημα της εργατιάς,
δε βοήθησε καν σε επίπεδο τοπικής ανταρσίας.

Μα τι τα θες, τα κανόνια κανόνια κι η καρδιά καρδιά∙
και να ’μαι εγώ, ικέτης της μνήμης σου, προσπαθώντας
να κλείσω στη χούφτα μου λίγη τελευταία περιγραφή σου
να ανασυνθέσω παλιά παιδικά μας παιχνίδια
να βρω κανένα ξεχασμένο σου γραμμάτιο που έληξε
να το κρατήσω.

 

 

ΔΕΛΤΑ-ΞΙ-ΘΗΤΑ (1975)

 

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΣΕ ΔΕΙΠΝΟ

Ήταν όμορφο το βράδυ στο σαλόνι, σας, ανήμερα Χριστούγεννα,
εννιά ειδών τυριά ωραία κουβέντα καναδέζικο ουίσκι
πέπσι κόλα δυο δικηγόροι ένας γιατρός η αδερφή σας γλυκυτάτη
φώτιζαν βιεννέζικα κεράκια, καλοριφέρ στην πιο ειδική του θαλπωρή,
μέχρι και δίσκοι απ’ το εξωτερικό, εδώ απαγορευμένοι.

Δεν θυμάμαι ποιος άρχισε με το συντακτικό τού κυβερνήτη
για το νομοσχέδιο δείνα, για τον τάδε υφυπουργό
πώς εξελίχτηκε η συζήτηση για στέρηση ελευθερίας
πώς πήγε στους πολιτικούς κρατούμενους στις φυλακές το δι-ξι-θήτα…

Μα όταν ανοίξαμε το δεύτερο μπουκάλι, τι θέλαμε τις δικαιολογίες;
(Εσείς με τις ασφάλειες ζωής ο άλλος μια βιοτεχνία στα σκαριά
ο Πάνος δύο παιδιά, δυο αγγελούδια, εγώ πρωτίστως το πτυχίο
κι άλλοι άλλα: μητέρες καρδιακές πατεράδες με ζάχαρο τρία δέκα…)

Πώς χάλασε έτσι το γιορτινό σαν ξάφνου αναλογιστήκαμε όλοι
τι επιτέλους θα ‘χουμε να δείξουμε τι διαβατήριο τι βίζες…

 

Η ΡΕΤΣΙΝΙΑ

Μιαν απ’ αυτές τις μέρες θα χτυπήσει η πόρτα
θα ανοίξει η μάνα μου και θα βρει πανικόβλητη
έναν χωροφύλακα – πανικόβλητη
γιατί δεν θα ’ναι σίγουρη αν θα πρόκειται για το χαρτί
της αναβολής ή τίποτε άλλο…

Και τι τάχα άλλο; ούτε κροτίδες έριξα ούτε έντυπα μοίρασα
(κι ας μετανιώνω τώρα, τι νόημα έχει;)
το μόνο, που μιλούσα ανοιχτά σε λίγους φίλους
ίσως να επηρέασα πέντε έξι ανυποψίαστους
μα αυτό, αλίμονο, δεν ήταν «δράση αντιστασιακή».

Εξάλλου, πήρα πια το πτυχίο μου, έχω το μαγαζί μου
μέλος δακτυλοδεικτούμενο της αστικής μας κοινωνίας
με καλημέρα σας τι κάνετε σε πολλά γνωστά καθίκια
φαρισαίους υποκριτές, προαγωγούς και βιομήχανους μπιντέδων∙
δεν είναι, λέει, καιρός διά πολιτικολογείν.

Βάζουν όλοι κάποτε νερό στο κρασί τους,
λέει η μάνα μου, στο τέλος όλοι συμβιβάζονται.

Το ξέρω, μάνα, τους μένει μόνο η ρετσινιά.

 

ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΟ

Δεν μίλησα, Γιάννη, δεν φώναξα∙
κοιμόμουνα κι εγώ τη χειμερία νάρκη
ανώριμος στο χρέος – πλην του έρωτα.

Κι ενώ σίδερα κρύβαν τ’ αδέρφια μας
γνωστοί και φίλοι λιγοστεύαν ένας ένας
πάλι δεν μίλησα – ομολογώ φοβόμουν.

Αύριο μεθαύριο, δεν γίνεται, θα ξεδιπλώσουν οι σημαίες
θα μυρμηγκιάζουν οι πλατείες λευτεριά∙
εγώ ξανά δεν θα μιλώ – πάλι θα νιώθω μόνος.

Γιατί θα ξέρω πως δεν έσωσα κανένα πιστοποιητικό
παρά μόνο δικαιολογίες: πως όταν ξύπνησα ήταν πια αργά
δεν είχα βρει στο πλάι μου κανέναν…

 

ΑΠΟΛΟΓΙΑ

«Ο Παύλος πήρε το πτυχίο του, ο Βασίλης τέλειωσε το αγροτικό
όλοι οι φίλοι σου βολεύτηκαν κάπου, άλλοι παντρευτήκαν κιόλας
κι εσύ κοντεύεις τα τριάντα με τα ίδια μυαλά ως τώρα∙
ακόμα μας ποτίζεις πίκρες, πότε με τα αντίθρησκά σου
πότε μ’ αυτές τις ανέκαθεν επικίνδυνες ιδέες.
Άραγε, θα σε δω ποτέ μεγάλο και τρανό, αποκατεστημένο
υγιές και δημιουργικό μέλος της κοινωνίας, νοικοκύρη;»

Χολή και όξος, άλλαξε το αίμα, μάνα, σάπια
τα πεζοδρόμια, ετοιμόρροπες οι γέφυρες
όζουν απ’ το κεφάλι ως τα πόδια εμπόριο, συναλλαγές
ανθρώπινες σχέσεις, τέχνη, παραγωγή
ως και την επανάσταση τη μαγαρίζουν σερπετά
κρυμμένα στις μαύρες πόρτες, θλιβεροί χαφιέδες
πληρωμένος πράσινα νομίσματα ίσως ο φίλος απόψε σε καρφώσει
ο εργάτης μπορεί αύριο να ψηφίσει συντηρητικούς
ή η κοπέλα σου να σε πουλήσει για κάποιον εργολάβο.

Άσε με, μάνα, ακόμα να μην «ταχτοποιηθώ»
ώσπου να πάρουμε το φραγγέλιο στα χέρια…

 

ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΠΟΛΙΟΡΚΙΑΣ

Γυρίζουν πίσω ένα ένα τα βιβλία που τους στέλνω,
«μετώκησεν», δικαιολογούνται, ο «παραλήπτης άγνωστος».

Κι εγώ ξέρω καλά τον λόγο που όλοι τους «μετώκησαν»
βάνω σημάδια πλάι στα ονόματα – τον πιάσανε και δαύτον.

Βραδιάζει ένας ακόμα χειμώνας μες στη σκέψη τους
ένα χρέος ανίκανο τους γράφει απόψε στίχους.

Τι να τα κάνουν, Άγι, αυτά τα ποιήματα οι λεβέντες
μες στις βροχές, τον βούρδουλα και την πολιορκία…

 

 ΜΙΑ ΕΛΠΙΔΑ ΓΙΑ ΤΟ 1968

Δεν θα πιστέψω ότι είναι η οιμωγή των νικημένων
όχι∙ κανείς δεν σάλπισε εντός του υποχώρηση
κι ας περπατάει σκυφτός με ζεμπίλι στο χέρι απ’ τον φούρνο.

Λέει: έχουνε βέβαια στα χέρια τους σχεδόν τα πάντα οι άλλοι
τηλεόραση, ραδιόφωνο, παγκόσμια ρεκόρ και παραγωγικά δάνεια
βγάλαν δικές τους μουσικές να νανουρίσουν συνειδήσεις

μα δεν ξέρουν πως τις νύχτες μέσα στις φτωχογειτονιές
Συκιές Καισαριανή Μπραχάμι Καλαμαριά, πόρτα με πόρτα
τριγυρνάει πάλι έστω κουτσή έστω με δεκανίκια
ο εχθρός τους ο αναπαλλοτρίωτος, η ελπίδα

 

ΟΙ ΣΗΜΑΙΕΣ

Ώρες εγκατάλειψης, στιγμές για ποίηση
θα λέγαμε παλιά
μα έχουν τόσα ειπωθεί για μοναξιές
πώς να δακρύσει η λέξη για τις μνήμες…

Πάντως, φορτώνομαι εγώ όλες μας τις ευθύνες
σε παραδίδω άσπιλη, ακέραια στην «κοινωνία»
ξανά παρθένα, με χέρια καθαρά σαν πρώτα.

Και τα δικά μου χέρια που ξέραν μόνο ν’ αγκαλιάζουν
τώρα θα τα μάθω να βαστούν σημαίες.

 

ΠΑΛΙ ΑΠΩΝ

Την ώρα που πιάνονταν η ανάσα στις αυλές από την τόση τόλμη
κι ο αδερφός μου διέγραφε τόσα χρόνια με μιας πράξης εξιλέωση
όταν οι πράσινες οχιές εξακόντιζαν αισχρά το δηλητήριο βλήμα τους
κι όλης της χώρας τη δειλία την ξέπλεναν εικοσάχρονες αρτηρίες και φλέβες
ο αιθέρας ορμώντας στα δωμάτια με τα ερτζιανά μοίραζε κραυγές
μιας από καιρό ξεχασμένης ρωμιοσύνης — μπουρλότα ψαριανά
νταλιάνια ρουμελιώτικα και σκουριασμένους γκράδες της αυτοάμυνας
ενώ ο διατεταγμένος χάλυβας γκρέμιζε τα τείχη

την ώρα που έκθαμβες στην τόση θυσία άνοιγαν οι πόρτες νοικοκυραίων
να δέσουν πάλι τις αιώνιες πληγές του Μπότσαρη, του Μελά, του Άρη
να φέρουν ιώδιο στοργή επίδεσμο, να καταμετρήσουν τα νέα θύματα
να φυγαδεύσουν κλαίγοντας μες στον όρθρο μυστικά τους δυναμένους
όταν, πρωί πια, γεμίσαν αγγελτήρια οι τοίχοι τα ονόματα των μαρτύρων
πάλι απών, μίλια μακριά, ρωτούσα τι έγινε τη νύχτα
στις δεκαεφτά Νοέμβρη.

 

ΣΙΩΠΗΤΗΡΙΟ

Νότα νότα τραβάει τα σωθικά, αλέθει την οδύνη
όσων μπορούν ν’ ακούσουν, κάτω απ’ τις πέτρες, το τρυφερό
αεράκι που ξεγελάει τις κοιμισμένες επαρχίες κι αλλού
τη γαλατένια ομίχλη που κυλάει στους μαύρους φράχτες
τρυπάει με υπόηχους μια τρομπέτα το τελικό σιωπητήριο.

Αμέτρητοι οδοστρωτήρες περνούνε πάνω απ’ τις ελιές
ισοπεδώνουν τις πεδιάδες που φυτρώνει το τριφύλλι
ρίχνουν λιωμένη άσφαλτο στα εξοχικά δρομάκια
χτίζουν παντού στρατόπεδα, αποθήκες εφοδίων
προκεχωρημένα φυλάκια τα γεμίζουν φαιοπράσινα κοπάδια.

Για όσους μπορούν ν’ ακούσουν τη μουσική απ’ τα κράνη
γι’ αυτούς η ηχογραφημένη τρομπέτα παίζει το τελικό σιωπητήριο.

 

Δ Ξ Θ

Η εφημερίδα αύριο τύλιγε ψάρια ή κιμά – όσο για σήμερα
το ίδιο θέμα πάλι, πρωτοσέλιδο και τρίστηλο, θέμα ρουτίνας:
η δικαστική διαδικασία, οι ανώνυμες πληροφορίες διά το ποιόν των
από τι ο καθείς ενεφορείτο, πώς θα «ανέτρεπε τα βάθρα του εθνικού μας πολιτισμού»
σε ποιο οινομαγειρείο έτρωγε τα μεσημέρια, πόσες εκτρώσεις έκανε με κάποια Μαίρη
έπειτα δημοσιογραφικά κλισέ κι η αγόρευση του συνηγόρου
κι η θαρραλέα απολογία, τα σχόλια «ωραία, μωρέ, τους τα ’παν…»

Όμως Αυτοί, την ίδια ώρα έπαιρναν βουβά την άγουσα για το Γεντί
το Κορωπί την Αίγινα τον Κορυδαλλό, δυνάμει του δέλτα-ξι-θήτα ψηφίσματος
την ίδια στιγμή που εμείς πουλούσαμε προϊόντα γελάγαμε
κάναμε βόλτα στην παραλία πειράζαμε κορίτσια
και βλέπαμε στην τηλεόραση ένα ψωριάρικο λιοντάρι να αλυχτάει
ότι «προέχει η έννομος τάξις και ουχί αι αναμοχλεύσεις των παθών»
πηγαίναμε οδοντίατρο τρώγαμε σουβλάκια αγοράζαμε προικιά σεντόνια μαξιλάρια
ήταν μακριά από μας το δι-ξι-θήτα, αν και γνωρίζαμε καλά, πολύ καλά
πώς μεταφράζονταν «η υποχρέωσης πατάξεως των ολίγων αρνητών του θαύματος
που αποτελεί το σύγχρονόν μας κράτος»…

Τώρα, τι μας ήρθε και τα θυμόμαστε αυτά πρωί-πρωί στο μαγαζί μας
ή βράδυ, όταν ρωτάει η γυναικούλα μας τρυφερά πού πάμε πάλι απόψε,
ανάμεσα σε σαββατιανές πληρωμές και εισπράξεις –
αραιά και πού και καμιά Ρόζα Λούξεμπουργκ για προσωρινή αυταπάτη
τι τ’ αναφέρουμε όλα αυτά, αφού γνωστοί είναι οι ρόλοι που υποδυθήκαμε
όλα αυτά τα χρόνια κι έτσι τουλάχιστον δεν αμφιβάλλουμε ποιοι είμαστε
εγώ, ας πούμε, ο hypocrite poète κι εσύ ο hypocrite lecteur,
μικροί ασήμαντοι χυδαίοι figurantes στη μέση της πιο μεγάλης τραγωδίας.

 

ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ

Για αυτούς
που φθίνουν στα μπουντρούμια για τα δικά μου δικαιώματα
που θα γράψουν τα μεσάνυχτα στους τοίχους την ελευθερία
που τους δέρνουν απόψε γιατί φωνάξαν ό,τι δείλιασα εγώ
που σηκώνουν στους ώμους τους την ίδια τη ζωή μου

εγώ, ο ελάχιστος, θα κλείσω δυο λεπτά την τηλεόραση
θα νιώσω πόσο βάρβαρη είναι αυτή η μουσική μας
θ’ απαρνηθώ τυρόπιτες μεγάφωνα και ζαχαροπλαστεία
θ’ αντέξω απόψε για χάρη τους να μη σε αγκαλιάσω;

 

 

ΕΝΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ (1970)

 

ΣΥΜΒΟΛΑΙΟ

Θα περάσουνε μήνες και χρόνια στη μνήμη
ροζακιά καλοκαίρια στις πεδιάδες
βραχνοί σιωπηλοί χειμώνες
κι εγώ θα γυρίζω στη δική σου φωνή.

Θ’ αναβοσβήσουν ήλιοι στη ζωή μου
αιμορραγία σε λέξεις και αισθήματα
σωματικό απεγνωσμένο πήγαιν’-έλα
μα εγώ θα γυρίζω στα δικά σου χείλη.

Θα ξυπνήσω μια νύχτα μες στον πυρετό
για να θερίσω ό,τι χρόνια έχω σπείρει
και δεν θα βρω παρά τα βήματά σου
να με γυρίζουν στην δικιά μας αγάπη.

 

ΧΝΟΥΔΙ

Δεν θέλω να θυμάμαι
άφησες έκπληκτη τη νύχτα με το σώμα σου
τρυφερό, σαν χνούδι από ροδάκινο.

Δεν θέλω, μα θυμάμαι:
γιατί δεν είναι αφή χωρίς να σε ματώνει
φωτιά να μη σε υπαινίσσεται
και η νύχτα ακόμη είναι δίχως προορισμό.

Χνούδι, γδύσου ξανά σ’ αυτό το καλοκαίρι.

 

ΕΛΛΗ

Ύστερα έπεσε στη χούφτα μιας θάλασσας
που οι γενιές την είπανε Ελλήσποντο∙
από τότε δίνω τ’ όνομά της στη δίψα
τον έρωτα υπογράφω με τ’ όνομά της
και τη μετά σιωπή, που μας μαραίνει.

Χέρι με χέρι γράφουν οι παράνομοι στους τοίχους
Έλλη, Ελλήσποντος, Ελλάς, Ελευθερία.

 

ΜΥΣΤΙΚΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ

Σε Kodak φιλμ το σώμα σου στην άμμο
μετά από καιρό το ξαναβλέπω: πρωί
πίσω απ’ τα βράχια ερωτευτήκαμε, δυο, τρεις…

Από κείνη την ένταση –και τόσες άλλες– τι έμεινε
τι έσωσαν οι φωτογραφίες κι η ποίηση
από τις μυστικές στιγμές ενός καλοκαιριού;

 

ΕΝΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

Εκείνο το καλοκαίρι που άναψε
όταν τα φιλιά μας ήταν κατακόκκινα
και τα χωράφια που σμίγαμε
απλώναν στα ματωμένα μαντίλια τους λεκέδες τους
τις μικρές ασυλλόγιστες ομορφιές της ζωής μας
κούρνιασε στα κλαριά μας και καραδοκεί
να κρύψει λίγη εφηβεία— δεν ξεχνιέται.

 

ΤΑΝΙΑ

Μου ’ρχονται δάκρυα: τόσες και τόσες ώρες ηδονής
τέλεια γνώση κάθε κυττάρου του άλλου
σχήμα του στήθους, μικροατέλειες στις ίνες
και τα χρόνια δεν αφήσαν τίποτα στη γεύση
η μνήμη δεν σώθηκε μες στην αφή
κοιτάω μέσα μου, δεν έμεινε έρωτας.

Μου ’ρχονται δάκρυα: μισή ώρα τώρα προσπαθώ
να αποθέσω στο δέρμα μου το σχήμα των χειλιών σου
το μήκος των μηρών σου, τον λύκο του αιδοίου σου
Τάνια.

 

Ο ΑΟΡΙΣΤΟΣ

Ο αόριστος είναι χρόνος που παιδεύει∙
πυρακτωμένη νύχτα, βλήμα τροχιοδεικτικό
ένα καλειδοσκόπιο: ανθισμένα χείλια
έρμες πλατείες μετά από εκλογικές συγκεντρώσεις
ταξιδεύοντας συνέχεια στο αιώνιο αιδοίο
γλιστρώντας μια εφηβεία ανέμελα παράλληλη
στα ερπυστριοφόρα.

Αόριστος θα πει βασιλεύοντας, σα μαυρισμένη
παρθενιά απ’ τον καπνό της φάμπρικας, να μένεις
σβηστός πολυέλαιος μετά από λειτουργία.

 

ΦΑΡΜΑΚΙ

Εκείνοι που σε χάρηκαν πριν από μένα
όσοι χορτάσαν το κορμί και την καρδιά σου
έρχονται κάθε βράδυ και μου τρων τα σωθικά.

Ξέχασα λίγο χθες, μέσα σε λαϊκά τραγούδια
χόρεψαν όλα μου τα βάσανα ζεϊμπέκικο
μα αργά η ρετσίνα ξανάγινε φαρμάκι.

 

ΕΠΑΝΑΠΑΤΡΙΣΜΟΣ

Κρυφά κρυφά ανθίζω πάλι στη σκέψη σου
παίρνω ξανά λίγη επαφή με το στίγμα της καρδιάς σου∙
η εποχή που έκλεισε αρκεί
δεν θα μπορέσει βέβαια ξανά να αγρυπνήσει
τα κύτταρά σου σβήσαν στο κορμί μου
φύγαν κι οι πιο μικρές εστίες επαφής σου
–στοργή που είχα μυστικά αποταμιεύσει–
μα εσύ σιγά σιγά ακονίζεις τις τύψεις μου
περνάει καιρός – μαχαίρι και λαβωματιά.

 

ΘΕΛΩ ΕΝΑΝ ΣΤΙΧΟ

Θέλω μια σάρκα αδιάφθορη, ξεσκούριαστη
και χείλια αφίλητα στον ήλιο
για να φθείρω.

Θέλω ένα σώμα ολάνθιστο, ξεκούραστο
να ζωγραφίζει τις πτυχές του
στα σεντόνια.

Και όλα αυτά να γίνουν στίχοι σαν καρκίνωμα γεροί
να συμβολίσουν τα βραχνά σου καλοκαίρια.

 

ΔΕΝ ΚΑΝΩ ΓΙΑ ΚΑΝΕΝΑΝ

Πάρε τα μάτια σου από μένα, μην κοιτάς
ένας θεός ξέρει αν το βλέμμα σου θ’ αντέξω.

Δεν έκανα για σένα εγώ, δεν ήμουν για στήριγμα
γιατί εγώ δεν κάνω για κανέναν.

 

ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ

Το καλοκαίρι είναι παράθυρο που φέρνει
φώτα πιο δυνατά απ’ τον ήλιο και καπνούς
από φωτιές που καίγονται στ’ αλώνια.

Το καλοκαίρι σκόρπισε στη νύχτα
για ν’ ανέβει τις σκάλες του κορμιού σου
και σαν χαρτόσημο επάνω να κολλήσει
σαν μέδουσα σε φθινοπωρινό κολυμβητή.

Για να δοθείς αχόρταγα, να πυρπολήσεις
τη θάλασσα, τα δάση, τις αφές.

ΠΗΓΗ ΓΙΑ ΠΑΛΙΕΣ ΣΥΛΛΟΓΕΣ: https://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=8471.0

 

ΓΙΑ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

Πέτρος Γκολίτσης,
Γράμμα στον ποιητή Γιάννη Καρατζόγλου,

Τετάρτη, Ιανουαρίου 03, 2018 

http://www.thraca.gr/2018/01/blog-post_3.html

Θεσσαλονίκη, 3/1/2018

Αγαπητέ κ. Καρατζόγλου, έλαβα σήμερα το νέο βιβλίο σας και πολύ σας ευχαριστώ. Το διάβασα μονομιάς και με πολύ ενδιαφέρον. Θα έλεγα πως η θεματολογία της απεικόνισης του ισόβιου τοπίου, που προτιμήσατε, στις «Εγγραφές κλεισίματος», είναι μια σχεδόν «πιστή» μετα-ιμπρεσιονιστική αναπαράσταση λεπτομερειών, με τη χρήση της μνήμης που ξαναπαίζει την κασέτα προ του τέλους. χωρίς μάλιστα «να προσδοκάται άνοιγμα νέας χρήσης…», γεγονός που καθιστά το βιβλίο πολύ ανθρώπινο και συγκινητικό. Ο ίδιος ο τίτλος μάλιστα είναι επίσης πολύ συγκινητικός και ιδιαίτερος, μεταστοιχειώνοντας την λογιστική ορολογία σε ποιητικό κατόρθωμα. Η λεπτομερειακή καταγραφή, ανθρώπων, βιωμάτων, καταστάσεων, συναντήσεων, ροών, ροπών και αντι-ροών σε ανάλογη κλίμακα του συναισθηματικά φορτισμένου παρόντος στον ποιητικό καμβά, επίσης εντυπωσιάζει και αγγίζει πολλές χορδές του «ψυχισμού» του αναγνώστη, τον οποίο και μεταθέτει προ του δικού του τέλος, εφόσον κατορθώσει να διασχίσει ένα αντίστοιχα «ικανοποιητικό» μέρος της βιο-γραμμής του.
Πρόκειται θα έλεγα, για να συνεχίσω, για μια ποίηση που υπογραμμίζει τη σημασία των έργων μικρής κλίμακας, αντί των έργων μνημειακού χαρακτήρα που φαντάζουν ξένα στην εποχή μας. Ενδεικτικά ξεχωρίζω και παραπέμπω στα ποιήματα «Υπνοβασίες», «Ο χρόνος», «Μετά την καταστροφή» [τα οποία και παρατίθενται στο τέλος]. Οι «κλειδώσεις της ωμοπλάτης» που πονούν και υπόσχονται φτερά, μας περνούν σε μια ονειρική διαδρομή όπου όντως αξιώνει το «print κατευθείαν απ’ τον όνειρο», και από εκεί με τα λίγα κέρματα που επαρκούν μόνο για να αγοράσει ο ομότεχνος των Δημουλά, Μέσκου και Κουγιουμτζή, Γιάννης Καρατζόγλου, τα λογοτεχνικά τους βιβλία, περνάμε στο ντοστογιεφσκικό, αλά Ιβαν Καραμαζώφ αδιέξοδο, στο «Σύνδομο της Δευτέρας» όπου διαβάζουμε:

«Και καταλήγει αυτό το φριχτό όνειρο, να είναι, υποτίθεται, Δευτέρα, να τον έχει σηκώσει συνοφυρωμένος ο Μέγας Καθηγητής και να τον ταπεινώνει: «γιατί μας ήρθες πάλι απροετοίμαστος εδώ πάνω, παιδί μου;»

Αν δεν έχετε δει την ταινιά «Lucky» του Τζον Κάρολ Λιντς, την παίζει αυτές τις μέρες στο σινεμά, θα σας πρότεινα να την δείτε. Κινείστε στο ίδιο κλίμα. Mε τρόπο συμπληρωματικό. Με αγάπη και εκτίμηση. Όλα τα παραπάνω τα έγραψα μονομιάς. Πατάω enter, δηλ. σας τα στέλνω, και έπειτα τα διαβάζω.

Δικός σας.

Πέτρος

 

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΔΩΡΟΣ ΛΟΪΖΟΥ

1-Δωρος

Ο Δώρος Λοΐζου γεννήθηκε στη Λευκωσία 23.2. 1944. Το 1956 φοιτά στο Παγκύπριο Γυμνάσιο. Το 1966-1968 πηγαίνει στη Ρόδο για Ξενοδοχειακά. Το 1969 φοιτά στο Hellenic College της Βοστώνης. Το 1972 παίρνει το δίπλωμα Β.Α. ιστορίας.
Το 1972-1974 εργάζεται σαν καθηγητής στην ‘Αγγλική Σχολή Λευκωσίας.
Μετά την επιστροφή του στην Κύπρο το 1972, έπαιξε ένα δραστήριο ρόλο στον πολιτικό αγώνα της Πατρίδος του.
Στις 30 Αύγουστου δολοφονείται από τούς φασίστες στην πλατεία, «’Ελευθερίου Βενιζέλου» στη Λευκωσία σε ενέδρα που έστησαν κατά του αυτοκινήτου στο οποίο επέβαινε ο πρόεδρος του ΕΔΕΚ, Βάσος Λυσσαρίδης και οδηγούσε ο Λοΐζου.
Ο Λοΐζου είχε μεταφράσει στα ελληνικά ποιήματα ξένων λογοτεχνών ενώ εξέδωσε και την προσωπική του ποιητική συλλογή με τίτλο «Ψωμί και Ελευθερία»

1-βιβλιο

 

ΨΩΜΙ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

 

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ TOY ΛΕΥΤΕΡΟΥ

Θα ρίξω τα μαλλιά μου πίσω
θα φορέσω το πρόσωπο ανάποδα
και θα βγω στους δρόμους και στις πλατέες
με ντουφέκια, φωνές, με συνθήματα
να ρεζιλέψω τους οπαδούς του συρματοπλέγματος,
να βάλω φωτιά στην Πρεσβεία του Θανάτου.

Θαρθούν οι γνωστικοί
να μου βάλουν τρικλοποδιά,
γιατί τους διώχνω τους πελάτες απο τα μαγαζιά.

Θαρθούν οι «ειδικοί αστυνομικοί»
να μου σπάσουν τα πλευρά
γιατί βάζω οργή και φωτιά στα παιδιά.

Θαρθούν οι κόκκινοι
να μου κοκκινίσουν το μούτρο
γιατί είμαι πιο κόκκινος απ’ αυτούς.

Θαρθούν οι λευκοί
να μου μαυρίσουν το μάτι
γιατί είμαι πιο λευκός απ’ αυτούς.

Θαρθούν οι φωτισμένοι
να μου αλλάξουν τα φώτα
γιατί είμαι πιο φωτισμένος απ’ αυτούς.

Θαρθούν
οι γελοίοι, οι σοβαροί, οι ανατολικοί, οι δυτικοί,
οι προτεστάντες, οι καθολικοί, οι δικοί, οι οχτροί,
οι διαόλοι, οι θεοί,
τελοσπάντων όλοι, εκείνοι κι αυτοί
που παίρνουν τη ζωή σαν καπρίτσιο της στιγμής,

Μα εγώ, θα ξαναρίξω τα μαλλιά μου πίσω
θα ξαναφορέσω το ματωμένο πρόσωπο, ανάποδα
και θα βγω στους δρόμους και στις πλατέες
με ντουφέκια, φωνές, με συνθήματα
να διεκδικήσω: Ψωμί και Ελευθερία.

 

SINE SOLE SILEO

Αύριο το πρωί
θ’ αρμενίσουμε πάλι
για πιο γελαστές θάλασσες
για καινούργια παρθένα νησιά.

Αύριο το πρωί
τα γαλάζια μας καράβια θα χαράξουν
κάποιο πιο δροσερό Αιγαίο
με συντροφιά ξέγνοιαστα δελφίνια.

Η ζωή συνεχίζεται.
Το ποτάμι που μόνο προορισμό
τη θάλασσα έχει
κυλά τραγουδώντας το σκοπό τον παμπάλαιο.
«Ένα μόνο αληθινό και υπαρχτό
κι αυτό το ένα είναι το φώς.
Μακάριοι όσοι κατέχουν τούτο το νόημα
ωραίοι κι αθάνατοι στον αιώνα μένουν».

Αύριο το πρωί
θ’ ανταμωθούμε πάλι
με κορίτσια, πιο διάφανα κι αγαπημένα
που τραγουδώντας θα λουλουδίσουμε το κρεβάτι του έ
μετουσιώνοντας το πάθος σε χαρά και σε γνώση.

Αύριο το πρωί
θα βρεθούμε στα πανιά τα μεγάλα
τραγουδώντας.

 

ΒΓΗΚΑ ΝΩΡΙΣ

Βγήκα νωρίς
στους πράσινους κήπους,
πριν προλάβουν να ξυπνήσουν
τα γιασεμιά κι οι μέλισσες.
Βγήκα νωρίς,
πριν γίνουν ατμός
οι ασχημάτιστες δροσοσταλίδες.

Ναι, βγήκα νωρίς.
Δε λέω,
μπορεί να μην είδα
πεταλούδες, ρόδα κι έντομα
μα είδα
τα υγρά όνειρα του εωθινού,
το ξεψύχισμα της άγουρης νύχτας,
το αόρατο αγκάλιασμα του ορατού με το άυλο…

Ναι, βγήκα νωρίς
-το ξέρω-
μα δεν το μετανιώνω.

 

ΠΕΜΠΤΗ ΛΕΩΦΟΡΟΣ, ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ

Θεέ μου,
χειρονομούν και μιλούν
με χίλιους δυο τρόπους
πασκίζουν για έκφραση
και τίποτε δεν καταφέρνουν
γυροφέρνοντας στα ίδια και τα ίδια
αναμασώντας την αχρηστία τους.
Κι όλα τούτα τα καμώματα
τα τόσα σχήματα και χρώματα,
Θεέ μου,
κανένα μα κανένα έχουν προορισμό.
Και καταλήγουν στη λεπτομέρεια
γεμίζοντας τις καρδιές τους
ρυτίδες, λίγδα, σκοτάδι. Ο θάνατος.

Είναι παλιό το παραμύθι.
Κουράστηκα να το λέω.
«… τα πουλιά δε θα σε σώσουν,
ούτε οι παρδαλοί σου οι φίλοι,
ούτε τα ταξίδια, ούτε τα όνειρα…»

Πάει πια
η ζωή σου κατάντησε
μια μεταχειρισμένη υπόθεση,
όπως οι χιλιοπατημένοι δρόμοι της Νέας Υόρκης.

 

ΜΑ ΩΣ ΠΟΤΕ ΠΙΑ!

Ως πότε πια να κάθομαι
να γεμίζω τα χαρτιά με μελάνι
να πνίγομαι μέσα σε φτωχές αναμνήσεις;
Τί μου στέλνεις τούτα τα πρόσωπα
που ν’ αγαπήσουν, ούτε ν’ αγαπηθούν ξέρουν;
που δε μπορούν ν’ αγαπήσουν
ούτε τα μάτια μου, ούτε την ποίηση;
τί μου τα στέλνεις
και μου γεμίζουν τα χέρια αγκάθια
το πουκάμισο κόκκινους λεκέδες
τη ψυχή μου μουχλιασμένα σύννεφα;
τί μου στέλνεις τούτες τις νεκρόμασκες
να μου κλέβουν τη σκέψη, τις ώρες, το αίμα μου;
Τί να τους πω, τί να τους δείξω για να πιστέψουν
που τ’ αυτιά τους γέμισαν τσιμέντο
και τα μάτια τους τσιγαρόσκονη;
Ω ήλιε, ήλιε αδελφέ μου,
μόνο στη φωτιά σου θα ξεδιψάσω.
Οι προδομένοι άγγελοι
ας δικαιολογήσουν την πίκρα μου.
Η άνοδος είναι ο αντικατοπτρισμός
του βυθίσματος στο έρεβος.
Άγγελοι, σκεπάστε με στις φτερούγες σας.
Διψώ, καίομαι. Βοήθεια! Νερό, Φώς!

 

ΔΕΥΤΕΡΟ ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΗΝ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΝΤΥΜΠΟΥΑ

Θα πεθάνουμε, Αικατερίνη, θα πεθάνουμε.
Δεν υπάρχει άλλος τρόπος για ν’ αθανατίσουμε,

Η δύναμη μας δεν κρύβεται άλλο.
Ξέφυγε, άπλωσε, προχώρησε.
Τούτο το πουκάμισο δε μας χωράει πια.
Γυμνοί κι αγέρωχοι ζούμε χωρίς φωτοσκιάσεις,
Ό,τι έχουμε ανήκει στον Ήλιο.
Μια φωτεινή σπαθιά κατακόρυφη έγινε το σώμα

Αικατερίνη,
η άρνησή σου μας οδήγησε στη μοναξιά,
η μοναξιά στη ψυχή
η ψυχή στο φώς
το φώς στην αθανασία.

Σ’ ευχαριστούμε, Αικατερίνη, που υπήρξες.
Χωρίς εσένα ποτέ δε θα γινόμαστε γίγαντες.

 

ΠΗΡΑΜΕ ΓΙΑ ΣΗΜΑΙΑ ΜΑΣ

Πήραμε για σημαία μας
τη στάχτη του κόσμου
και για τρόπο ζωής,
την άλλη υπόσταση του ανθρώπου…
-την περιφρονημένη…

Όλη σκληρή, απάνθρωπη, πικρή!

Κάθε μας στοχασμός
μια διείσδυση στην ελευθερία.
Κάθε μας στοχασμός
μια διείσδυση στην αλήθεια.

Είμαστε μόνοι,
όπως τ’ αστέρια.
Είμαστε περιπλανώμενες ψυχές,
όπως τ’ αστέρια…

Χωρίς μορφή, χωρίς όνομα
χωρίς όνειρα ή πατρίδα,
όπως τ’ αστέρια.

Και ακολουθώντας μόνο τη φωνή μας
φωτίζουμε σιωπηλά τον κόσμο
όπως τ’ αστέρια.

 

ΕΠΕΙΔΗ …

Επειδή πολύ μιλήσαμε για σένα
πολύ ελπίσαμε, πολύ απελπιστήκαμε.
Επειδή πολύ σ’ αγαπήσαμε
πολλές νύχτες, πολλές άδειες νύχτες.
Επειδή τόσο πολύ σε στοχαστήκαμε
τόσο πολύ σ’ αναζητήσαμε
μέσα στο αίμα
μέσα στο φώς
μέσα στις λέξεις
μέσα στη σιωπή
μέσα στο όνειρο
που στο τέλος έγινες και σύ όνειρο
περνώντας έτσι, άνεμος μέσα στον άνεμο.

Τώρα μετροφυλλούμε βιβλία
γράφουμε ποιήματα για εφημερίδες
μοιράζουμε με την ίδια απερισκεψία
το σκοτάδι και το φώς,
ύστερα ολοένα αλλάζουμε
σπίτια, ιδεολογίες, γυναίκες, πατρίδα…

Θα μπορέσουμε άραγε, έτσι;
Θα μπορέσουμε να ξεγελάσουμε την καρδιά

 

ΣΤΙΣ ΣΗΜΑΙΕΣ ΠΟΥ ΞΕΦΤΙΣΑΝ

Οι σημαίες κυματίζουν ανάποδα.
Πού’ ναι η πατρίδα;
Πού’ ναι οι ήρωες;
Οι σημαίες έγιναν σκιάχτρα
στα χωράφια των λαών
να τρομάζουν την ελευθερία.
Πού’ ναι η πατρίδα;
Πού ’ναι οι ήρωες;

Ερήμωση.
Οι σημαίες σημειώνουν σηψαιμία.

 

ΣΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΜΟΥ

Μα εγώ πατερούλη,
εγώ, ο μεγάλος ελεύθερος
χουφτιάζω
το φώς για σημαία,
για πατρίδα την ποίηση
και ξαγρυπνώ φρουρός
στις αυλάδες του κόσμου,
με την Αλήθεια για όπλο
και τους στίχους φυσέκια.

Περνούν οι αιώνες,
λαοί και βασίλεια,
φωνές, αναμνήσεις, σχήματα.
Μα εγώ εκεί. Το τραγούδι μου.

Πατερούλη,
ο γιός σου, ο μεγάλος ακρίτας,
ξημερώνει στ’ οδόφραγμα,
χίλια εννιακόσια εξήντα εννέα τόσα χρόνια.
Μπορείς να κοιμηθείς με χαμόγελο.
Τα όνειρα σου, αίμα μου!

 

ΣΤΗΝ ΑΔΕΛΦΗ ΜΟΥ

Κατά πού ν’ απλώσουμε
τα χέρια
τώρα που μας έκλεψες το μερίδιο;
Ποιό δάκτυλο θα μας δείξει
το δρόμο
τώρα που μετουσίωσες όλα τα δάχτυλα
σε λαλέδες πολύχρωμους;
Πώς να χορτάσουμε τη δίψα μας
τώρα που μας άδειασες όλα τ’ αλακάτια;
Πώς το θέλεις να αναπνεύσουμε άλλο
τώρα που ρούφηξες τον άνεμο;

Με άλλα λόγια μη μεταφράζεις οτιδήποτε
σε φώς. Άσε μας τουλάχιστον να ζούμε με την ελπίδα
πως κάποια μέρα τάχατες ίσως μπορέσουμε
να πορευτούμε με μόνο σύντροφο το αίμα μας.
Με άλλα λόγια, μην απλώνεις τα χέρια σου
έξω από τον κύκλο σου. Στάσου μέσα στον κόσμο σοι
μέσα στη ράτσα σου, κάτω από τον Ήλιο,
μέσα στο Φώς, μέσα στα σύνορα του πρώτου Γαλαξία
ό,τι όνομα κι αν του δίνεις, μα μείνε εκεί.

Όσο για μάς, άφησε τουλάχιστον
μια χάρτινη σημαιούλα του Ήλιου, για να μπορέσουμε
να παίξουμε το παιγνίδι του μολυβένιου στρατιώτη,
Προσκυνώ.

 

ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Τίποτε, Θεέ μου, τίποτε
Ερήμωση.
Χάος.
Τίποτε
Είμαι χαμένος
Όχι… όχι… όχι.
Επανάσταση.
Ναι, γρήγορα, για όνομα του Θεού.
Γρήγορα, μια σημαία.
Επανάσταση.

 

ΕΚΚΛΗΣΗ

Ω, εσείς που συνεχίζετε
στον έξω κόσμο μια κανονική ζωή
δίχως κινδύνους κι άλλες ταλαντεύσεις

Μη μας κατηγορήσετε πως συνηθίσαμε,
πως τάχα δεν πικραίνεται η καρδιά μας

έστω κι αν μόνοι μας διαλέξαμε
αυτό τον άγριο δρόμο.

 

ΜΠΕΤΟΒΕΝ, «ΗΡΩΙΚΗ»

Της ευλογίας λόγια υπεράξια
που αιώνες στεγνώνατε στο λαιμό,
ξεχυθείτε.
Χείμαρροι το φώς σου, Κύριε.
Χέρια υψωθείτε
ν’ αγγίξετε το άπιαστο.
Μάτια, ατενίστε, ατενίστε,
το Υπεράγιο Φώς.

 

ΤΑ ΠΑΡΔΑΛΑ ΣΟΥ ΟΝΕΙΡΑ

Τα παρδαλά σου όνειρα
με το ύφος της ασυνέπειας
κι αυτό σου
το καρναβαλίστικο πρόσωπο
με τα άχαρα μάτια.

Μην τα πλασάρεις
σα σύμβολα μιας φιλοσοφίας.

Η ευαισθησία κι η συνέπεια
δεν ανήκουν μόνο στους ποιητές.

Κι αν σε ρωτήσουν
καμιά φορά
ποιοι τάχατες
αλλάζουν τον κόσμο
οι ποιητές ή τα κόμματα,
μη ντραπείς
να τους απαγγείλεις δυο-τρείς στίχους.

 

ΣΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟ

Είναι μια ύπαρξη απλή,
όλο αίμα και φώς,
που κατεβαίνει βαθιά από τους Γαλαξίες
και σκεπάζει το άπειρο
με μια ευαίσθητη διάφανη μελωδία,
που δεν είναι ούτε θεϊκιά, ούτε ανθρώπινη.
Ποιητή, ποιητή,
αθεράπευτε εραστή της αθανασίας,
μέσα από τα δάκρυα σου
θ’ ανατείλει ο ήλιος της λευτεριάς
μέσα από τις φλέβες σου
θα αναβλύσουν χαμόγελα
στις παρυφές της αγωνίας σου
θα φυτρώσουν ηλιοτρόπια.
Ποιητή, ποιητή,
αγαπημένο πρωτοσυντρόφι του Χριστού,
ο πυρετός σου θα λιώσει τους πάγους
και τα καράβια μας ελεύθερα
θα αρμενίσουν και πάλι το Αιγαίο.

 

ΣΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ ΓΙΩΡΓΟ ΣΕΦΕΡΗ

Έπαιρνε τη ζωή απλά και με δέος.
Δεν κάτεχε από δύναμες ή μαγικά.
Στο γέμισμα του κύκλου
είδε το όνειρο: «Μαύρο ή Άσπρο;»
Προτίμησε το χρώμα του.
Αρματώθηκε, πλήγωσε, ματώθηκε
Ώσπου ο πόνος τον απλοποίησε.

Άδειασε από πέτρα, γέμισε αίμα.

Όσοι τον νιώσανε, σώπασαν.
Οι υπόλοιποι τον κούρασαν
με πυροτεχνήματα, τίτλους και μ’ άλλα ηχηρά παρόμοια
Ώσπου ο Θεός τον λυπήθηκε.

Άδειασε από αίμα, γέμισε φώς.

Έτσι λυτρωμένος από πέτρες και γαίματα
δε χάραξε ούτε ένα άλφα
μέχρι που έσβησε.

Δικαιοσύνη, κανείς δεν τον ξέχασε.

 

ΤΟΥΤΟΣ Ο ΑΝΕΜΟΣ ΠΟΥ ΓΝΩΡΙΣΕΣ

Μνήμη κι αγάπη
στο σκοτεινό ποιητή
Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα.

Τούτος ο άνεμος που γνώρισες…
Τούτος ο άνεμος,
που τόσα πολλά σου έδειξε,
δεν έχει όνομα, δεν έχει ιστορία.
Τούτος ο άνεμος
που τόσο σε βασάνισε,
δεν είναι τίποτ’ άλλο, παρά η μοίρα σου.
Η άλλη σου υπόσταση
που γνώριζε μόνο το μαύρο ήλιο.
Το μαύρο ήλιο του ντουέντε.
Ο ίδιος ήλιος που σ’ αφάνισε.

……………………………………………….

Η ψυχή σου ανήκε στο ντουέντε.
Έπρεπε να πληρώσεις, Φεντερίκο.
Ο σκοτεινός άγγελος
δεν κατέχει από ποίηση και τέτοια.
Και το ’ξερες αυτό, Φεντερίκο.
Το ‘ξερες πολύ καλά.

 

ΘΑΡΘΟΥΝ ΚΑΠΟΤΕ

Θαρθούν κάποτε
στιγμές και ώρες εξαίσιες
που θα γεμίσουν
τις μεγάλες άδειες στέπες του μυαλού
με λουλούδια αιθέρια…

Θαρθούν κάποτε
στιγμές και ώρες εξαίσιες
που θα πίνουν οι άγγελοι νερό
μέσα στις χούφτες…

 

ΑΥΤΑ ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ Τ’ ΑΣΑΛΕΥΤΑ

Αυτά τα δέντρα τ’ ασάλευτα.
Ο μικρός Χριστός
που κοκκίνιζε μπροστά στα κορίτσια.
Το αγκαλιασμένο ζευγάρι
που κρατιόταν σφιχτά
—από φόβο μη φύγει ο ένας του άλλου.
Ύστερα πάλι
εκείνος ο επίμονα μονότονος
θλιμμένος ουρανός.
Κι εσύ
που με την τεράστια απουσία σου
άδειαζες τους δρόμους και τις πλατείες
και γέμιζες τη ψυχή μου
με χάος και λύπη κι ερημιά.

Μα πώς επιτέλους να στο πω;
κοίτα,
σ’ αγαπώ γιατί υπάρχεις.
Φτάνει που υπάρχεις
και γω θα σ’ αγαπώ.

 

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

I

Εγώ, συντρόφια μου,
δεν κατέχω πολλά πράγματα.
Είμαι σχεδόν αγράμματος.
Ανοίγω την καρδιά μου
και περνά
ο Ήλιος
ο Κόσμος
ο Θεός
και μεθυσμένος από πολλή αγάπη και φώς
τραγουδώ
τραγουδώ
τραγουδώ
για να κρατήσω άσπιλο κι ακέραιο
τον προορισμό του ανθρώπου.

II

Κι αν θελήσεις να διεκδικήσεις τον τίτλο του ποιητή
δεν υπάρχει άλλος τρόπος, μα να ραντίσεις το αίμα σου
στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα
και την καρδιά σου να κάψεις
στη φωτιά που φωτίζει τον κόσμο,
για χάρη της «καθαρότητας των ουρανών»,
—που λέει κι ο Ελύτης.

IΙΙ

Αφού
ετάχτηκα
να γράφω στίχους
θα οδηγήσω το στοχασμό μου
ως την ύστερη ένταση της λέξης.
Ύστερα
το σύστημα του άλλου Γαλαξία
θα μου μάθει
τους στίχους του σύμπαντος.

IV

Και
ποιος σας είπε
ότι αυτό που κάνω
λέγεται ποίηση;
Εγώ απλώς
αντιγράφω αδέξια τον Ήλιο.

 

ΜΙΚΡΑ ΠΕΖΑ

 

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΚΑΙ Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

…Κι οι ποιητές να γράφουν πρέπει διαρκώς γιατί έξαφνα πεθαίνουν.
Κι όταν νιώθεις τη ανάγκη να γράψεις δεν συζητάς το θέμα
αλλά παίρνεις την πέννα και γράφεις ώσπου να λυτρωθείς.
Δεν ξέρω ώσπου μπορεί να φτάσει κανείς με τις λέξεις.
Αν η ποίηση είναι αρκετή να μας ελευθερώσει, πριν ανταμωθούμε με το θάνατο.
Ο θάνατος όταν σε βρει με προσωπείο κι αλυσίδες, ε, τότε πράγματι είναι φοβερό. Πεθαίνοντας έτσι τι μπορεί να κερδίσεις έξω από σκουλήκια;
Είναι περισσότερο η αγωνία του θανάτου που σε σκοτώνει. Η ψυχή σου θα ‘ναι κιόλας νεκρή πριν πεθάνεις. Θα ζεις στην οσμή των πτωμάτων.
Το θάνατο το φέρνουμε μέσα μας, και είναι αυτό το απροσδιόριστο που μας δυσκολεύει ν’ αγαπάμε, να ονειρευόμαστε, να πιστεύουμε.
Είναι αυτό το αόριστο χώρισμα, αυτός ο άυλος τοίχος που κρατά τους ανθρώπους σ’ απόσταση τον ένα απ’ τον άλλο, από την ίδια τους την ψυχή ακόμα.
Μερικές φορές σκέφτομαι μήπως σπαταλώ άδικα τις ώρες μου, μήπως οι στοχασμοί κι οι στίχοι μου είναι λόγια που θα θαφτούν κάτω από άλλα λόγια και κείνα κάτω από τα άλλα που θα ειπωθούν αργότερα.
Κι όμως αυτή η δύναμη που με κάνει να στοχάζομαι και να γράφω, αυτή μου η τάση να αναλύω το κάθε τι, αυτό το ασύχαστο ηφαίστειο που κοχλάζει μέσα μου, αυτή η ακαθόριστη διαίσθηση που με οδηγεί όλο και πιο κοντά στο Αληθινό και στο αιώνιο.
Ποιός μπορεί να με πείσει πως όλα αυτά είναι δείγματα ψευδαίσθησης ή αεροβαδίσματος;
Οι νόμοι θεσπίζονται για να εξυπηρετούν τους ανθρώπους και όχι
οι άνθρωποι τους νόμους!
Διότι τότε έχουμε στυγνή δικτατορία και τότε επιβάλλεται
ανυπακοή και αντίσταση αν οι πολίτες θέλουν ακόμη να διατηρούν την αξιοπρέπεια τους και τη διαφορά που τους κάνει να ξεχωρίζουν από τα κτήνη.

Η πρόοδος επιτυγχάνεται μόνο με επανάσταση. Όταν λέω επανάσταση δεν εννοώ μόνο την ένοπλη. Επιστημονική βιομηχανική, κοινωνική, πνευματική, ακόμη κι ατομική.
Σήμερα, τη χρονική αυτή στιγμή, η ανάγκη της επανάστασης, γίνεται ολοένα και πιο επιτακτική. Ιδίως στον κοινωνικό και πολιτικό τομέα. Είναι καιρός τ’ άτομα, οι πολίτες ενός κράτους να ενδιαφερθούν ενεργητικότερα στον τρόπο της διακυβέρνησης του τόπου όσο και για την πολιτική της κυβέρνησης.
Ιδίως οι πνευματικοί άνθρωποι έχουν καθήκον να συμμετάσχουν σε πρώτο πλάνο στα της πολιτείας, διότι είναι οι οδηγοί και οι εκφραστές της κοινής γνώμης.

 

ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ

1. Ευφροσύνη! Το μεγαλείο της γνώσης ας αντιταχτεί στο πανάρχαιο σχήμα,
στη θαλπωρή της καρδιάς.
Η έρημος στεγνώνει τ’ ασκιά της καρδιάς. Η έρημος είναι αδέκαστη.
Η καρδιά οδηγεί στην Αγάπη. Κι η Αγάπη στην έρημο. Όμως η Αγάπη δεν αντέχει την κάψα της ερήμου, την έλλειψη της βλάστησης κι εξαντλείται γρήγορα. Η έρημος είναι γεμάτη νεκρές, χαμένες αγάπες.
Η καρδιά σου δίνει μόνο τη δυνατότητα ν’ αντικρίσεις την έρημο. Μην την κουβαλήσεις όμως μαζί σου. Χωρίς λύπη, χωρίς δάκρυ αποχωρίσου την. Τουλάχιστον δώσ’ της τη δυνατότητα να πεθάνει αξιόπρεπα.

2. Τώρα η έρημο