ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΝΕΖΗ

1-ΚΑΤΕΡΙΝΑ

 

Η Κατερίνα Νέζη γεννήθηκε στην Αθήνα το 1968, σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του ΕΚΠΑ και εργάζεται σε εταιρεία τηλεπικοινωνιών. Παράλληλα ασχολείται με την τέχνη του collage. Από τις εκδόσεις Poema, κυκλοφόρησε το 2017 η πρώτη ποιητική της συλλογή με τίτλο «Βίος ετών 47»

 

1-ΒΙΒΛΙΟ

 

 

ΒΙΟΣ ΕΤΩΝ 47 (2017)

 

Βίος ετών 47

Τελεία στη γενιά σου
λαχνός λεχώνας σου χαρίστηκε

Παιδί λαχάνιαζες με αγρίμια
κάπως υπερβολικά -είπαν

Σκάλες επι-βίωσης ανέβαινες καιρό
τα βράδια σβήνοντας προσεκτικά τα ίχνη σου

Πέρασε η ώρα
άνθη βυθού υψώνονται, γνέφουν
τα όνειρα δεν άλεσε ο μύλος

Πότε θα βγεις από το αρχαίο πηγάδι;
Πώς;
Πόσο θόρυβο θα κάνεις;

 

 

Όσο τρέχει μια ταρίφα

είσαι δίκιά μας
το κατάλαβα με τη μια
σε χόρταινα σε αλώνια και σαλόνια
στον χρόνο σε ξεδιάλεγα
αιώνες

άσε τους άλλους
τους πηδάνε τη γυναίκα και τρέχουν να προλάβουν
χωμένοι ως τα μπούνια στη μήτρα που τους γέννησε

στ’ ορκίζομαι
μέχρι το τέλος του χρόνου
θα ’χουμε ανταμώσει

 

 

Τρίτο διάλειμμα Τρίτης

Το γραφείο αιωρείται στη σιωπή

Χρωματιστά παγώνια ξιφασκούν στις γωνίες
Τα λουλούδια διακινούνται μέσω εσωτερικής αλληλογραφίας
σε σφραγισμένους φακέλους
Φράσεις ποζάρουν στον αέρα στοιχηματίζοντας στη μοναξιά σου.

Τρίτο διάλειμμα Τρίτης

Μέχρι σήμερα
Ούτε ένας δικός σου δεν κατάφερε
να κομματιάσει τη θλίψη σου

 

 

Ανεβαίνοντας τον βοριά

Ασύντακτα χαλάσματα σπαράσσεις
σε γειτονιές αρπακτικών ραμφίζοντας το τέλος

Μiσχοι αλάλητης οδύνης ακουμπούν τα γιασεμιά
Θα ανοίξουν σαρκοβόρα πέταλα στο βάθος

Ανεβαίνοντας τον βοριά
Ανήμερη κι ανέστια
Λυσσομανάς ανήμπορη να ξεδιαλύνεις την αρχή
Πραγμάτων άμορφων κι αφηρημένα τακτικών εν τη γενέσει του κόσμου

Ολόκληρη οδύνη
στάζεις
δίχως καταφυγή

Ουκ εν Σοφία εποίησας
την πατήσαμε δηλαδή φιλαράκι

 

 

ΕΙΚΟΝΕΣ

Η λιμπερτίνα

Το φόρεμα
το χρώμα του ίασπι της Πάντοβας
άγριο μετάξι, ανεπαισθήτως διάφανο
ανάλαφρα αδρό, διάστικτο σε σημεία

Αντιπαραθέτει το λευκό

Μύρο ροδόξυλου ή έλαιο μυρτιάς
στιλπνό μαύρο
(όπως στη Βενετία εκείνον το Φλεβάρη)

Προπάντων το κόσμημα-
(ιδιαιτέρως ατελής λίθος,
πορφυρός, καπνισμένο ασήμι)

Αδιάκριτα απλό
(στα μάτια του Pierre, στα μάτια του)

Θυμήσου
το στόμα θα σε γνωρίσει ωσάν λουλούδι.

Αλήθεια ο Giakomo τι θα φορέσει;
Είστε κι οι δύο τόσο ακαταμάχητα αγνοί

Ας στροβιλιστούμε λοιπόν μικρέ μου φίλε
Ας είναι αυτή η ευκαιρία μας
Όσο κρατήσει η νύχτα

Κι όταν στο τέλος πέσουν οι μάσκες
ας μην αρνηθούμε την πυρπόληση
ζητιάνοι εμείς, ανυπεράσπιστα αθώοι
στους θαλερούς λειμώνες του αμεθύστου μας

 

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΕΥΓΕΝΊΑ ΘΑΝΟΠΟΎΛΟΥ

FRACTAL 21/02/2018

Μια φιλοσοφική ανάγνωση της ποιητικής συλλογής της Κατερίνας Νέζη

Η ποίηση της Κατερίνας Νέζη χαρακτηρίζεται ως πρωτότυπη και ρεαλιστική, ιδιότυπα ερωτική και συναισθηματική, αισιόδοξη. Ταυτόχρονα θεωρείται ποίηση σκοτεινή, ερμητική, κρυπτική, υπόγεια και σαρκαστική. Ανάμεσα σε αυτούς τους χαρακτηρισμούς δεν υφίσταται διαζευκτικός όρος. H ποίησή της είναι μια εκφραστική ενότητα αισθημάτων και σκέψεων στη βάση της υπαρκτικής τους ετερότητας.

Πρόκειται για μια ποίηση αποκαλυπτική ως προς τις αντιφάσεις, τις συγκρούσεις και τις αντιθέσεις που βιώνουμε καθημερινά. Βουτά σε βαθιά νερά αφήνοντας να διαφανεί η αίσθηση του πόνου, της αδικίας, ο φόβος του θανάτου, αλλά και το αίσθημα της χαράς, της αγάπης, της πληρότητας. Αναπαριστά την αέναη εναλλαγή βιώματος και συνείδησης, αίσθησης/αισθήματος και κατανόησης. Άλλωστε, όπως αναφέρει η ίδια η ποιήτρια «η δουλειά του ποιητή είναι να σκάβει βαθιά στα μύχια της ανθρώπινης ύπαρξης εκεί που μάλλον η επιστήμη δεν θα φθάσει ποτέ». Η διαφορά ανάμεσα στον επιστήμονα και τον ποιητή έγκειται στο ότι ο ποιητής «ψάχνει τους θησαυρούς μέσα του» και τους αφήνει να του αποκαλυφθούν.

Ένας «Βίος ετών 47» δεν μπορεί παρά να είναι «εν τη γενέσει του κόσμου» αφτιασίδωτος, ατημέλητος, άτακτος, τσαλακωμένος. Ακόμη και όταν ο καθένας από εμάς «λυσσομανά[ς] να ξεδιαλύνει[ς]» την αρχή των πραγμάτων που τον (συν)αποτελούν, αυτός παραμένει ένας βίος άρρητος και ανολοκλήρωτος. Για το λόγο αυτό η ποιήτρια φωτογραφίζει στιγμιότυπα μιας ζωής αρθρώνοντας ημιτελείς αφηγήσεις, δίχως αρχή, μέση και τέλος. Μέσα από μια εξακολουθητική αποδόμηση, η Κατερίνα Νέζη μας προτρέπει να ανταποκριθούμε στο κάλεσμα μιας διαρκούς χωρικής μετατόπισης. Να κινηθούμε, όπως έλεγε ο Ρ. Μ. Ρίλκε, «στη σιωπηλή διάρκεια του χώρου» όπου κατοικεί η αλήθεια. Διαφορετικά, πως μπορεί «το γραφείο [να] αιωρείται στη σιωπή»; Πως είναι δυνατόν «μια τσαλακωμένη ζωή [να] καίγεται όμορφα»; Πως ο καθένας μας μπορεί «να τρέφει τους τοίχους με φρέσκα όνειρα»; Εν απουσία ενδιάμεσων σκέψεων μετακινούμαστε στο χώρο της καθαρής θέασης των πραγμάτων, η οποία μας επιτρέπει να τα βιώσουμε όπως ακριβώς είναι, συγκροτώντας μια νέα πραγματικότητα.

Η εν λόγω ποιητική συλλογή εστιάζει και εμβαθύνει στις εσωτερικές δυνατότητες του ανθρώπου. Απορρίπτοντας το «τέλος» κάθε στερεοτυπικής σκέψης και δογματικής γνώσης, η Κατερίνα Νέζη μας προκαλεί να πραγματώσουμε αυτές τις δυνατότητες δίνοντας στη ζωή το νόημα που της αξίζει. Μας προτρέπει να δοκιμάσουμε έναν διαφορετικό τρόπο θέασης του κόσμου αφήνοντας τα πράγματα να μας δείξουν το δρόμο για τη συγκρότηση ενός «ατελείωτου» βίου, ανοικτού απέναντι σε κάθε ενδεχόμενο. Έτσι, καθώς «η στέγη θα ανοίγει στα ζεστά αρώματα της θάλασσας», εμείς «θα σπέρν[ουμε] τα καινούρια μ[ας] όνειρα» μεταμορφώνοντάς τη ζωή σε τέχνη, την τέχνη της αποδοχής και της υπέρβασης.

Οὐκ ἐν σοφία ἐποίησας!

 

Η Κατερίνα Νέζη στο Εργαστήρι του συγγραφέα

FRACTAL 10/1/2018

Πως ξεκίνησα να γράφω

(Ή πώς ένας απλός άνθρωπος γράφει ένα βιβλίο)

Τα πρώτα 40 χρόνια της ζωής του ανθρώπου απαρτίζουν το κείμενο- τα υπόλοιπα αποτελούν το σχόλιο στο κείμενο. Το σχόλιο μας επιτρέπει να κατανοήσουμε σωστά το αληθινό νόημα και την αλληλουχία του κειμένου. Αυτά τα είπε ο Schopenhauer.

Κάπως έτσι νομίζω ξεκίνησα κι εγώ να γράφω αρκετά μετά τα 40 μου χρόνια, αφού είχα διαβάσει πολύ και είχα βιώσει ένα πλήθος εμπειριών κατά τη διάρκεια της ζωής μου και προσπαθούσα πλέον να τις νοηματοδοτήσω, να τις ξεδιαλύνω, να ξεφύγω από τη λήθη αφήνοντας ένα ίχνος πίσω μου. Η γραφή είναι ένας τρόπος να βιώνεις τη χαρά, να απαλύνεις την θλίψη, να εξερευνάς τον εαυτό σου. Είναι επίσης μία κίνηση προς τους άλλους, μια προσπάθεια επικοινωνίας και μοιράσματος, μια τοποθέτηση απέναντι στον εαυτό σου και στον κόσμο.

Ξεκίνησα με ένα tablet, φθηνά τετράδια και κρατώντας σημειώσεις στο κινητό μου. Κάποια ποιήματα τα έγραφα ακόμα και σε λεωφορεία. Πειραματιζόμουν με διάφορους τρόπους γραφής. Μετά ηχογραφούσα τα ποιήματα, τα άκουγα και τα διόρθωνα. Κάποια τα αποστήθιζα και είχα παρουσιάσει και ένα σαν performance σε θεατρική ομάδα.

Τα θεμέλια μου ήταν γερά, από παιδί διάβαζα και προβληματιζόμουν πολύ σκεφτόμουν τη ζωή μου και όσα βίωνα, αλλά τώρα η αναζήτησή μου με οδηγούσε στην πηγή. Τροφοδοτούσα συνεχώς πνευματικά τον εαυτό μου με συγγραφείς που έχουν περάσει τη δοκιμασία του χρόνου, αρχαίους Έλληνες και Λατίνους φιλόσοφους και ποιητές Ηράκλειτο, Επίκουρο, Μάρκο Αυρήλιο, Λουκρήτιο, αρχαία τραγωδία αλλά και ινδική και κινέζικη φιλοσοφία όπως Λάο Τσε, ευρωπαϊκή φιλοσοφία, εγχειρίδια πολέμου γιαπωνέζων σαμουράι , μεσαιωνικούς σατιρικούς συγγραφείς όπως ο Αρετίνο και ο Francisco de Quevedo , δημοτικά και λαϊκά τραγούδια, τα άπαντα των νεοελλήνων ποιητών και πρωτίστως του Καβάφη που με επηρέασε περισσότερο από όλους. Παράλληλα έκανα συλλογή από λαϊκές παροιμίες και ρητά από όλο τον κόσμο. Γενικά διάβαζα οτιδήποτε μου προκαλούσε πνευματική έξαψη-το ένα βιβλίο με οδηγούσε στο άλλο, τα βιβλία είναι ‘’απύθμενα’’ είπε ο Ελύτης. Αγόρασα σύντομα 3 νέες βιβλιοθήκες, πέταξα όλα τα παλιά μέτρια βιβλία, και κατάλαβα ότι τα βιβλία μου θα είναι πλέον τα σημαντικότερα αποκτήματά μου, η μοναδική μου περιουσία μαζί με την ίδια μου τη ζωή.

Παράλληλα η ποίηση και η τέχνη γενικότερα μέσω του collage με το οποίο παράλληλα ασχολούμαι, ήταν για μένα μια πορεία προς τους ‘’ομοίους’’ μου: άλλους δημιουργούς και καλλιτέχνες. Φιλία μπορεί να υπάρξει μόνο μεταξύ ίσων είχε πει ο Αριστοτέλης. Κάποιοι άνθρωποι, οι περισσότεροι, δημιουργούν σχέσεις με άξονα το κέρδος και κάποιοι άλλοι πολύ λιγότεροι ακολουθούν τον εσωτερικό τους νόμο και όχι εξωτερικούς κανόνες. Μια κινέζικη παροιμία λέει ‘’ο ευγενής άνθρωπος θα έδινε ακόμα και τη ζωή του για να συναντήσει έναν άλλο ευγενή.’’

Μιλάω για το ‘’a feast of friends’’ του Jim Morisson , την εκλεκτική συγγένεια που μπορεί να σου αλλάξει τη ζωή, αφού η φιλία είναι η πιο ανιδιοτελής σχέση . Αν είχα ένα όραμα θα ήταν να δημιουργώ μέσα σε μια τέτοια ομάδα συγγενών ψυχών και ο αγώνας για τη συνάντηση τέτοιων ψυχών είναι καθοριστικός για την ποιότητα της ζωής μου.

Το διαδίκτυο και τα socialmedia με τροφοδότησαν πολύ στις αρχές αλλά σύντομα κατάλαβα ότι την εποχή που όλα κοινοποιούνται, ήταν άμεση ανάγκη να διατηρήσω την ιδιωτικότητα μου που η ποίηση με την κρυπτικότητα της μπορεί και πρέπει να συντηρεί. Η τέχνη θέλει ένα χρόνο δικό της, έτσι ξεκίνησα να απέχω συνειδητά από τη διαδικτυακή ζωή όσο μπορούσα και προτιμούσα να κυκλοφορώ με ένα βιβλίο στην τσάντα σε πάρκα, δρόμους, πλατείες, λεωφορεία και καφέ και μετά να αδειάζω το μυαλό μου απολαμβάνοντας τη φύση ή τη βοή του δρόμου και της αγοράς. Έτσι για πρώτη φορά άρχισα να κάνω δικές μου σκέψεις που δεν έχουν διατυπώσει άλλοι και να δημιουργώ.

Αργότερα αποφάσισα να προσπαθήσω να εκδώσω τη δουλειά μου αφού άρεσε σε κάποιους άγνωστους ή ελάχιστα γνωστούς μου ανθρώπους και αυτό με παραξένεψε ιδιαίτερα. Παρόλο που δεν είχα καμία σχέση με τον ‘’χώρο’’ του βιβλίου, αφού το περιβάλλον εργασίας μου είναι καθαρά τεχνοκρατικό, είχα μια μυστική και βαθιά σχέση με κάποιους δημιουργούς που με επηρέασαν πέρα από τη διάσταση του χρόνου.

Όταν εκδόθηκε το βιβλίο ένιωσα να καταλαμβάνομαι από μια άγνωστη, επώδυνη ασθένεια που κατάλαβα σύντομα ότι έπρεπε να την περάσω μόνη μου-κανείς δεν μπορούσε να με βοηθήσει σε αυτό-σε κάτι τέτοια είσαι αντιμέτωπος με τον ίδιο σου τον εαυτό.

Τα πράγματα έπαιρναν επιτέλους τις αληθινές διαστάσεις τους, δεν ήμουν το κέντρο του κόσμου, ένιωθα πόσο μεγάλη ευθύνη είναι να εκδώσεις ένα βιβλίο και πόσο ασήμαντη είμαι μπροστά στους ‘’προκατόχους’’, αν υποθέσουμε βέβαια ότι θα μπορούσε το βιβλίο μου βρει κάποια θέση στον κόσμο και να επιβιώσει ανάμεσα σε τόσα άλλα βιβλία αλλά και να φιλοδοξήσει να γίνει ένα εφαλτήριο για περαιτέρω εξέλιξη και δημιουργία.

Θα ήθελα να αφιερώσω το βιβλίο που έγραψα στους απλούς ανθρώπους που γνώρισα δουλεύοντας στο δρόμο πουλώντας παιχνίδια, σε εργοστάσια και εταιρείες, στους ανθρώπους που συναναστρέφομαι καθημερινά σε λεωφορεία και ταξί ,σε μικρομάγαζα, στις καθημερινές μου συναλλαγές. Κάποιες από τις φράσεις τους έχουν ήδη βρει τη θέση τους στους στίχους αυτής της συλλογής.

Να το αφιερώσω στη φίλη μου που δεν διαβάζει ποτέ βιβλία και όταν της χάρισα το βιβλίο μου, αφού το διάβασε προσεκτικά με χαιρέτησε για πρώτη της φορά με χειραψία σφίγγοντας μου για πολλή ώρα το χέρι και λέγοντας μου ότι είναι τιμή της που με γνωρίζει αφού ‘’δεν έχει γνωρίσει ποτέ κανέναν άλλον ποιητή’’.

Οι ποιητές είναι απλοί άνθρωποι που εστιάζοντας σε μικρές λεπτομέρειες εμπλουτίζουν και ομορφαίνουν τον κόσμο γύρω τους και έχουν ανάγκη άλλους απλούς ανθρώπους για να κάνουν τον εαυτό τους και τον κόσμο λίγο καλύτερο.

Νομίζω ότι οι απλοί άνθρωποι θα πρέπει να γνωρίσουν περισσότερους ποιητές. Το έχουν μεγαλύτερη ανάγκη από όσο νομίζουμε. Και ακόμα κάτι: απλοί άνθρωποι όπως εγώ να γίνουν ποιητές.

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΜΑΡΙΑ ΙΩΑΝΝΟΥ

 

μαρια 3

Γεννήθηκε μια Τρίτη χαράματα, Δεκέμβρη του 1968, σ’ ένα χωριό κοντά στη Λευκωσία. Το 1974, με την τουρκική εισβολή, τη δέχτηκε το χωριό
της μάνας της το Μοσφίλι, που δεν το έχει ο χάρτης, ένα χωριουδάκι ανάμεσα σε βουνό και θάλασσα. Το 1981, εκεί που άρχισε να ριζώνει, ο άνεμος τη μετέφερε ξανά στη Λευκωσία. Το 1986 τη βρίσκει με μια βαλίτσα πάλι στο χέρι στην Αθήνα για σπουδές στη Φιλοσοφική.
Το 1992 επιστρέφει στην Κύπρο. Η ζωή της αλλάζει εντελώς το 1995 με τον ερχομό της κόρης της Ιφιγένειας. Τα θρανία την καλούν και πάλι το 2003 στο Πανεπιστήμιο Κύπρου στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών. Στη συνέχεια κάνει μεταπτυχιακό στην Επικοινωνία.
Το ταξίδι της συνεχίζεται με συντρόφους πάντα μια βαλίτσα, ένα μολύβι κι ένα κομμάτι χαρτί.
Έχει εκδώσει δυο ποιητικές συλλογές

Αύριο λοιπόν… (2016 Ιωλκός)
Χρωματιστό μου γκρίζο (2017 ΦΥΛΛΙΣ)

 

1-χρωματιστο μου γκριζο

1-ΒΙΒΛΙΟ

 

 

ΧΡΩΜΑΤΙΣΤΟ ΜΟΥ ΓΚΡΙΖΟ (2017)

 

ΑΝ…

Μπορεί και να γελάστηκα.
Αν…
Αν ο ήλιος μπήκε το πρωί απ’ το παράθυρο…
Αν το αγόρι με το κοντομάνικο πουκάμισο
με καλημέρισε…
Αν το χωράφι δίπλα στο σπίτι μου πρασίνισε…
Αν είναι Άνοιξη;…

 

Ο ΕΡΩΤΑΣ

Ένας λυγμός ο έρωτας.
Το πρώτο κλάμα του μωρού στον αποχωρισμό.
Η αιώνια έξοδος από τον Παράδεισο.
Η καταιγίδα που σαρώνει στο πέρασμά της.
Η τελευταία αβίαστη ανάσα.
Η παράδοση των όπλων
σε μια από την αρχή χαμένη μάχη.
Ο έρωτας…

 

ΞΩΜΑΧΟΣ

Να ναι το σώμα μου η τελευταία σου πατρίδα
Τα χείλια μου η πηγή
να ξεδιψάσεις
Η εκκλησία για το τελευταίο προσκύνημα
Ξωμάχος που κουράστηκες
Να ’ρθεις να ξαποστάσεις.

 

ΙΣΩΣ

Ίσως, λέω ίσως,
γιατί ποτέ δεν είμαι σίγουρη
Ποτέ δεν ήμουν σίγουρη.
Ζητάμε πάντα κάτι διαφορετικό.
Εσύ μιαν αγάπη χάρτινη
Ένα καλό ποίημα
(βραβευμένο, ενδεχομένως, με καλές κριτικές)
που να χαϊδεύει τη ματιά σου όταν το βλέπεις
Να κλείνει τα μικρά κενά.
Και εγώ μιαν αγάπη σάρκινη
Που να μπορώ να κρύβομαι στην αγκαλιά της
Και να ακουμπώ τους πόθους μου.
Να γεμίζει το μεγάλο το κενό.
Εσύ, μια λέξη, μια σκιά.
(πόσο καλός είσαι στις λέξεις, αλήθεια!)
Και εγώ μια πράξη, ένα χαμόγελο – ήλιο.
Δεν ξέρω
Εξάλλου ποτέ δεν ήξερα τίποτε.
Ίσως…

 

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΤΟΥ… ΔΕΝ

Νοσταλγώ τα χρόνια που δεν έζησα
Το γέλιο που δεν γέλασα
Την κούκλα στη βιτρίνα που δεν μου πήρανε
Τα γόνατα που δεν μάτωσα στις αλάνες
Τις ζωγραφιές με τους κίτρινους ήλιους
που δεν ζωγράφισα
Τις Κυριακές και τις γιορτές,
τις σχόλες που έχασα
Εκείνο το τραγούδι που δεν τραγούδησα
Το πρώτο το κρυφό φιλί που δεν μου έδωσες
Τα όνειρα που δεν έκανα.
Εκείνο το παιδάκι νοσταλγώ.

 

ΕΡΩΤΗΜΑΤΙΚΑ

Τα αγαπώ τα ερωτηματικά.
Τη γοητεία της πρόκλησής τους
Τη συνεχή αέναη κίνησή τους.
Τη γεύση
Τον ήχο
Το άγγιγμά τους.
Πώς;
Τι;
Γιατί;
Και ας μην πάρω.
Και ας μην δώσω απαντήσεις.
Τα αγαπώ τα ερωτηματικά.

 

ΣΑΝ ΒΡΑΔΙΑΖΕΙ

Κάθε φορά που βράδιαζε
κάθε φορά που οι δαίμονες,
με μάσκες αγγελικές
χτυπούσαν λυσσασμένα τις πόρτες,
κάθε φορά που ο άνεμος ούρλιαζε,
έφευγα.
Γινόμουνα μικρή.
Κρυβόμουν
να μην με βρουν.
Μα ο φόβος έστηνε κάστρο στην ψυχή.
Και σαν ξημέρωνε
αγρίευα
Γινόμουν λύκος.
Το ουρλιαχτό με έπνιγε
και στο κάθε χάδι σας
σας δάγκωνα το χέρι
γιατί, να ξέρετε,
ο λύκος, από φόβο γίνεται θεριό
σαν του χαράξετε με μαχαίρι τα όνειρα.
Μέχρι που
από φόβο πάλι…
αθώο αίμα μην χυθεί
Κρύφτηκα.
Συγγνώμη
Σας φοβάμαι.

 

ΟΙ ΕΝΤΙΜΟΤΑΤΟΙ ΚΛΕΙΔΩΣΑΝ

Μαζεύτηκαν στο καλό σαλόνι
και έβγαλαν το γλυκό
οι εντιμότατοι!
Έκλεισαν την πόρτα,
κλείδωσαν,
με φόβο μήπως μπούνε κι άλλοι!
Μήπως τους πάρουν το γλυκό απ’ τα χέρια.
Λιβανίζουν ο ένας τον άλλον!
Μα τι ωραία που είστε σήμερα, αγαπητή μου!
Πόσο σας πάει αυτό το φόρεμα!
Ω, φίλτατε, καινούργιο το καπέλο;
Τονίζει τόσο όμορφα τα μάτια σας!
Κάθε τόσο ανοίγουν την τζαμαρία.
Να τους δει και λίγο το πλήθος.
Να τους θαυμάσει!
Και να ρίξουν και λίγα ψίχουλα από το γλυκό.
Αλλά στο καλό το σαλόνι
δεν αφήνουν να μπει κανείς!
Το γλυκό, βλέπεις…

 

ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ

Θα βάλω στη βαλίτσα μου
ένα μελαγχολικό τραγούδι.
Και θα το βγάζω
τα βράδια του χειμώνα
για να μου κάνει συντροφιά.

 

ΛΕΥΚΟ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ

Ημερολόγιον
Μέρα ηλιόλουστη…
Έξω από το κελί μου μια τριανταφυλλιά
που σήμερα μου χάρισε ένα τριαντάφυλλο λευκό
κι ανθίζει τώρα
κι ας έρχεται χειμώνας.
Θα ’χω και τη δική σου έγνοια πια.
Να με καλημερίζεις
με ένα τριαντάφυλλο χαμόγελα.

 

ΤΟ ΚΕΛΙ ΜΟΥ

Ημερολόγιον
Μέρα…
Δεν τις μετρώ τις μέρες πια
Το κελί μου…
Φυλακής;
Μονής;
Δεν ξέρω…
Ο Άγιος Διονύσιος,
το σπαθί μου.
Η λάμπα της μάνας μου,
ένα καράβι
μια Παναγιά,
δοσμένα από χέρια αγαπημένα.
Πόση αγάπη στο κελί μου!
Η ζωή μου
σε ένα τζάκι
σε ένα κελί
αγαπημένο.

 

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ

Ημερολόγιον
Μέρα Τρίτη,
ώρα δευτέρα μεσημβρινή.
Μετέφερα το κελί σήμερα.
Έτσι έπρεπε.
Το έβαλα σε μια γωνιά
Κοντά στο παράθυρο να βλέπω τον ποιητή
απέναντι με το χέρι ακουμπισμένο στο μάγουλο.
Είναι φορές που αναρωτιέμαι…
Τι να σκέφτεται άραγε;
Δεν κουράστηκε τόσα χρόνια καθισμένος εκεί;
Δεν τον ενοχλεί η φασαρία του δρόμου;
Εμένα με ενοχλεί η φασαρία.
Μπορεί να την ενοχλώ και εγώ.
Ποιος ξέρει…

 

ΔΡΑΠΕΤΗΣ

Ημερολόγιον.
Μέρα πρώτη.
Έκανα το πρώτο βήμα.
Βγήκα για πρώτη φορά από το κελί
Μονής;
Φυλακής;
Ποιος ξέρει;
Πότε το ένα πότε το άλλο.
Που λες, βγήκα
μετά από καιρό.
Πήγα σε ένα κατάστημα με σιδερικά.
Αγόρασα
ένα λοστό
και ένα σχοινί.
Έκανα μια μεγάλη βόλτα
μέχρι το σούρουπο.

Και όταν ο ήλιος έδυε
επέστρεψα
στο κελί
με τον λοστό

 

ΑΥΡΙΟ ΛΟΙΠΟΝ… (2016)

 

Ι

Εσύ μείνε στη δουλειά.
Εγώ θα κάνω βόλτα στη λιακάδα αύριο
και δε θα ’ρθω να σε βρω…
Με πνίγει που το γραφείο δεν έχει πια παράθυρα.
Αν θελήσεις, έλα να με βρεις.
Θα λουφάρω κάτω από τον ήλιο
σαν γέρικο σκυλί…

 

ΙV

Το καθάριο το βλέμμα σου,
τα μάτια σου σαν χαμογελάς,
η ανάσα σου που μυρίζει δυόσμο.
Το βάδισμά σου το λαφίσιο
σαν δρασκελάς τις ρεματιές του τόπου σου,
τα χέρια σου κι η καρδιά σου
που χωρούν τον κόσμο ολόκληρο,
σύνθεση κι αποδόμηση,
όλα εσύ…
Μάνα.

 

VII

Ανάμεσο βουνού και θάλασσας,
εκεί που ο αγέρας μυρίζει αλμύρα και σχοίνο,
που το χώμα ανάστησε το αίμα μου,
που στην αγκαλιά του κράτα τρυφερά τους πρόγονους,
που σε αυτή την αγκαλιά γλυκά θ’ αναπαυθώ κάποτε,
ο τόπος μου…

 

ΧΙV

Όταν έρθεις
και είναι η μέρα βροχερή,
θ’ ανοίξω την πόρτα
και θα στεγνώσω την ψυχή σου στα χέρια μου.
Θα σου ’χω έτοιμο ζεστό
και ένα κομμάτι ουρανό, να κοιμηθείς
…σαν θα ’ρθεις.

 

ΧVII

Σαν φύγεις…
Εκείνο που με θλίβει πιο πολύ
θα ’ναι που δε θα σ’ αγκαλιάζω.
Να σε κρύβω όταν σε τρομάζουν.

 

XVIII

Σ’ ένα ασημένιο κουτάκι που δε σκουριάζει
έχω βάλει την ψυχή μου.
Κάθε που στο δρόμο μου πέφτει ένα λαβωμένο σπουργίτη
κόβω ένα κομμάτι και το ταΐζω.
Και δεν τελειώνει.
Είναι εκεί, ακέραιη
για να τρέφει τα πληγωμένα πουλάκια του κόσμου.

 

XIX

Δεν τη φοβάμαι, τη μοναξιά μου.
Τη μοναξιά του κόσμου τούτου φοβάμαι.

 

XXIII

Οι έρωτες τον Αύγουστο
είναι- αλλιώτικοι.
Έχουν μια θλίψη,
κάτι που αρχίζει για να τελειώσει σύντομα,
μια γεύση παγωτό που λιώνει,
μυρωδιά θαλασσινής αύρας που απομακρύνεται,
τον καπνό του τελευταίου πλοίου που φεύγει απ’ το λιμάνι,
ένα χάδι μετέωρο,
ένα ταξίδι επιστροφής.
Οι έρωτες τον Αύγουστο
που ξεκινάνε μ’ ένα αντίο
κι εγώ… εγώ που σε γνώρισα Αύγουστο…

 

ΧΧVΙΙ

Θυσία, λοιπόν, για κείνο που λένε ασφάλεια.
Μια πόρτα κλειδωμένη, δηλαδή, με κλειδαριά ασφαλείας στο
φόβο του κλέφτη.
Και ο ήλιος;
Ο αγέρας;
Η αλμύρα της θάλασσας;
Η μυρουδιά του γιασεμιού;
Έξω…
Πνίγομαι… 

 

XXIX

Και τώρα, δηλαδή, πρέπει να μιλώ για σένα σε παρελθόντα
χρόνο;
Για τους άλλους ίσως…
Αλλά μεταξύ μας θα κανονίζουμε τι θα κάνουμε αύριο.
Και θα γελάμε σκανταλιάρικα.
Σαν παιδιά που μοιράζονται το δικό τους μυστικό.
Το δικό μας μυστικό;
Δεν έφυγες…
Αύριο λοιπόν…

 

ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

1.

Ώρα μηδέν
Μετάγγιση
Ασύμβατοι Δότες
Ευθεία γραμμή
Λευκό
Ανάγκη
Για αίμα

 

2.

Μου αρέσει να ανεβαίνω σε λεωφορεία
Και να διαβάζω…
Ανθρώπους
Προτιμώ τα βραδινά
Τα τελευταία
Η ανάγνωση γίνεται ευκολότερη
Ρυτίδες
Λευκά μαλλιά
Σκούρο δέρμα
Κουρασμένα πρόσωπα

Έβγαλα και κάρτα απεριορίστων διαδρομών

Επιλέγω μια στάση
Ανεβαίνω στο πρώτο που θα ‘ρθει
Τυχαία…

Προορισμό δεν έχω
Μόνο ταξίδια κάνω

Με τα βραδινά λεωφορεία

Διαβάζω
Ανθρώπους

Και φτιάχνω ιστορίες

 

3.

Έλα…
Ας πούμε, ένα παραμύθι

Δεν μπορώ, είπε
Αν βρέξει;
Θα βραχώ
Αν ο ήλιος είναι καυτός;
Θα καώ
Και αν κατέβουν λύκοι από το βουνό;
Και φίδια φοβερά βγουν απ’ τη γη;

Θα κάτσω εδώ
Μέχρι να φύγω…

Και έπιασε μια μικρή γωνιά
Που θάρρηε πως της αναλογούσε

Και δεν την μούσκεψε καμιά βροχή
Και δεν την ζέστανε κανένας ήλιος
Ούτε τους λύκους χάιδεψε
Μα ούτε και στα φίδια άπλωσε τα χέρια

Και περνούσε ο καιρός
Χρόνο στο χρόνο
Και μάζευε και μίκραινε
Μέχρι που δεν την πρόσεχε κανείς
Και έχασε τη φωνή της
Μόνο ανάσαινε
Περνούσε κόσμος πολύς από δίπλα της
Πλήθος

Έγινε αόρατη
Και περνούσε αυτή καλά
Και οι άλλοι καλύτερα

Μέχρι που…
Κατάλαβε
Και ψήλωσε
Έφτασε στο ταβάνι
Και πιο ψηλά
Και πιο ψηλά
Και έβγαλε φωνή μεγάλη
Και σείστηκε η γης
Και έγιναν καταστροφές

Τώρα…
Ζει σ’ ένα βουνό
Και την μουσκεύει η βροχή
Και την ζεσταίνει ο ήλιος
Παρέα με τα αδέλφια της
Τους λύκους
Και τα φίδια

 

4.

Μου ‘φερνες δώρα χρηστικής αξίας
Γιατί τα χρήματα έπρεπε να επενδυθούν σωστά
Γιατί δεν είχαμε αρκετά
Μα όταν γέμισε το δωμάτιο, το σπίτι, η ψυχή μου χρησιμοποιημένες πετσέτες μπάνιου, ποτήρια και πιάτα παράτερα
Που πήρες απ’ την τελευταία σου δουλειά
Δώρο για μένα
Άδειασα
Βγήκα έξω
Και έψαξα τη μυρωδιά
Του γιασεμιού
Που λαχταρούσα χρόνια

 

5.

Οι έρωτες τον Αύγουστο …
Είναι αλλιώτικοι
Έχουν μια θλίψη
Κάτι που αρχίζει για να τελειώσει σύντομα
Μια γεύση παγωτό που λειώνει
Μυρωδιά θαλασσινής αύρας που απομακρύνεται
Τον καπνό του τελευταίου πλοίου που φεύγει απ ΄ το λιμάνι
Ένα χάδι μετέωρο
Ένα ταξίδι επιστροφής
Οι έρωτες τον Αύγουστο
Που ξεκινάνε με ένα αντίο
Και εγώ… εγώ που σε γνώρισα Αύγουστο…

 

6.

Να κλαίς θέλω ψυχή μου
Να κλαίς από έρωτα
Όχι γιατί πονάς
Αλλά γιατί γεμίζεις.
Τόσο πολύ
Που ξεχειλίζεις

 

7.

Δεν την φοβάμαι την μοναξιά μου
Την μοναξιά του κόσμου τούτου φοβάμαι

 

8.
Δεν έμαθε ποτέ του το εγώ
Ξεκινούσε πάντα να κλείνει τα ρήματα της ζωής του
από το δεύτερο ενικό
κι όταν στο τέλος έκανε τον απολογισμό
να γράψει το διαγώνισμα
έδωσε κόλλα λευκή

Δημοσιεύτηκαν στο FRACTAL

http://fractalart.gr/maria-ioannou-4-poems/
http://fractalart.gr/4-poems-maria-ioannou/

 

Μνήμη – Μεσολόγγι

Φορούσε η αγάπη μου ένα λευκό πουκάμισο
Και ήτανε θυμάμαι Απρίλης
Βασίλευε η λιμνοθάλασσα μέσα στα μάτια της
Καθρέφτιζε τη θλίψη της ψυχής της
Στις άκρες των χειλιών της άτολμο ένα Σ’ αγαπώ
Παιδί δεκατριών χρονών,
Η αγάπη μου.
Αρχάγγελος,
Στο πρώτο της ζωής του σκίρτημα

http://www.bonsaistories.gr/%CE%BC%CE%BD%CE%AE%CE%BC%CE%B7-%CE%BC%CE%B5%CF%83%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%B3%CE%B9/

 

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

 

ΑΥΡΙΟ ΛΟΙΠΟΝ…

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΚΟΚΚΙΝΟΣ

Ανοίγοντας το ασημένιο κουτάκι που κρύβει τη ψυχή της

«Σ’ ένα ασημένιο κουτάκι που δε σκουριάζει
έχω βάλει την ψυχή μου.
Κάθε που στο δρόμο μου πέφτει ένα λαβωμένο σπουργίτη
κόβω ένα κομμάτι και το ταΐζω.
Και δεν τελειώνει.
Είναι εκεί, ακέραιη
για να τρέφει τα πληγωμένα πουλάκια του κόσμου.»

Αυτό το ασημένιο κουτάκι που κρύβει τη ψυχή της Μαρίας Ιωάννου πάμε να ανοίξουμε. Δεν θα στερήσουμε τα πληγωμένα πουλάκια από τη τροφή τους. Θα διαβάσουμε μονάχα τις λέξεις και τους στίχους που έγραψε με τη ψυχή της σε 29 ολιγόστιχα ποιήματα. Ποιήματα γεμάτα συναίσθημα που γεννιούνται μέσα από τις καθημερινές στιγμές της ποιήτριας. Μας λέει στο πρώτο ποίημα της συλλογής:

«Εγώ θα κάνω βόλτα στη λιακάδα αύριο/και δε θα ’ρθω να σε βρω… /Με πνίγει που το γραφείο δεν έχει πια παράθυρα.»

Ας ακολουθήσουμε τη ποιήτρια σ αυτή τη βόλτα στη λιακάδα και στο φως που δεν κρύβονται από έλλειψη παραθύρων σ’ ένα γραφείο κι ας ακούσουμε το λυρικό της λόγο για «το πρώτο σκίρτημα της άνοιξης» ένα «κοκκίνισμα σε άλικο μάγουλο» Με τα μάτια της ψυχής της βλέπει και μιλά στη μάνα.

«Το καθάριο το βλέμμα σου/τα μάτια σου σα χαμογελάς/η ανάσα σου που μυρίζει δυόσμο.»
Στίχοι γεμάτοι συναίσθημα και αγάπη που πλημμυρίζουν την ίδια και μας αγγίζουν. Όπως το ίδιο μας αγγίζουν οι στίχοι της για τον έρωτα. «Να κλαίς από έρωτα/ όχι γιατί πονάς/αλλά γιατί γεμίζεις.»
Μιλώντας στο επόμενο ποίημα για το τόπο που έζησε τα πρώτα χρόνια της ζωής της, το χωριό της μητέρας της που τους δέχτηκε μετά τη Τουρκική εισβολή του 1974, ένα χωριό «Ανάμεσο βουνού και θάλασσας/ εκεί όπου ο αγέρας μυρίζει αλμύρα και σχοίνο» μας δείχνει πόσο τη σημάδεψε αυτός ο τόπος, πόσο δεμένη είναι με τους προγόνους της κι αφήνει το συναίσθημα να κυλίσει λέγοντας «Σ αυτή την αγκαλιά θ’ αναπαυθώ κάποτε»
Με πολλή τρυφερότητα και αγάπη μας λέει πιο κάτω για το πιο όμορφο «σ αγαπώ» που άκουσε. Ποιο ήταν αυτό; Δυο λέξεις που κρύβουν μέσα τους τη πιο δυνατή αγάπη και που η Μαρία τις λέει τόσο απλά «Να προσέχεις»
Τα συναισθήματα της, η ποιήτρια μας, όπως τα αφήνει να κυλάνε δείχνουν μια ειλικρίνεια και μια έμφυτη πιστεύω διάθεση να είναι αληθινή και στη χαρά και στη μελαγχολία. «Τα όνειρα σαν χάνονται, γίνονται σύννεφα/Αφήνουν ένα δάκρυ γιατί δεν τα αγάπησες πολύ/και φεύγουν λυπημένα που προδόθηκαν» μας εξομολογείται και συνεχίζοντας το μελαγχολικό της μονόλογο μας λέει πως «χρόνια τώρα/εδώ πάντα/ να μιλώ με τη σιωπή.»
Τη μοναξιά δεν τη φοβάται η ποιήτρια «Σ αυτό το κόσμο χωράνε μόνο μια γλάστρα βασιλικός και δυο σκυλιά/γιατί μ αγάπησαν πολύ.» Και ντύνει τη μοναξιά με όνειρα «Όσο μακριά και να ‘σαι, κάθε βράδυ είσαι εδώ» και «όταν θα ‘ρθεις κρατώντας ένα κλωνί αγιόκλημα» «θα στεγνώσω τη ψυχή σου στα χέρια μου» Εικόνες που αφήνουν ένα ποτάμι ευαισθησίας, ένα ποτάμι που θα γεμίσει το κενό με την αγάπη. Η Μαρία ξέρει πολύ καλά να ζωγραφίζει με λέξεις τα συναισθήματα, όπως ξέρει πολύ καλά να ντύνει τις πληγές της πίκρας και της απογοήτευσης μ ένα χαμόγελο. Ξέρει ακόμα πως οι έρωτες του Αυγούστου έχουν μια θλίψη , μια μυρωδιά θαλασσινής αύρας που απομακρύνεται. Είναι «έρωτες που ξεκινάνε μ ένα αντίο.»
Έχει όμως τη δύναμη στη ψυχή και τη αισιοδοξία να αναζητήσει το δικό της δρόμο, να συλλαβίσει τη δικιά της λέξη, να νοιώσει το άρωμα του γιασεμιού, την αρμύρα της θάλασσας και να πάψει να μετρά το χρόνο με μέρες αλλά με στιγμές. Στιγμές του χτες, του σήμερα και.. Αύριο λοιπόν…
Τελειώνοντας να πω ότι η ποίηση της Μαρίας Ιωάννου, έχοντας της δικιά ευαισθησία στη παρατήρηση του σήμερα είναι στο πνεύμα της σύγχρονης Κυπριακής ποίησης όπου οι νεώτεροι ποιητές, δείχνουν ότι διαφοροποιούνται από τη γενιά του 74 και δεν είναι πια τόσο επηρεασμένοι από το πρόβλημα της Κύπρου. Η ποιητική τους γραφή πιο προσωπική και ανανεωτική κινείται στα προβλήματα της σύγχρονης κοινωνίας που απασχολούν όλους τους λαούς.
Οι Κύπριοι ποιητές του σήμερα συνεχίζουν με αξιώσεις τη παράδοση και των παλαιοτέρων κυπρίων ποιητών αλλά και της νεοελληνικής ποίησης.

ΣΗΜ Το κείμενο διαβάστηκε στη παρουσίαση του βιβλίου στη Θεσσαλονίκη το Δεκέμβριο του 2016

 

Εφημερίδα Αλήθεια 30/7/2016

Η Μαρία Ιωάννου με ολιγόστιχα αλλά πληθωρικά, τόσο σε έμπνευση όσο και σε ανάπτυξη, ποιήματα, μας προσφέρει ένα αναζωογονητικό, παρότι σε αρκετές περιπτώσεις μελαγχολικό και σχεδόν σπαραχτικό, λουτρό συναισθημάτων. Συναισθημάτων, εννοείται μόνο από εκείνα που μόνο η ποίηση έχει τη δύναμη και την αυτοπεποίθηση να αποτυπώνει, άλλοτε στο βρεγμένο φύλλο του φθινοπώρου, άλλοτε στο γιασεμί της αυλής που μοσχομυρίζει, άλλοτε στο φτέρωμα του γλάρου που χορογραφεί στον αφρό των κυμάτων άλλοτε στις αυλακιές των γεροντικών ρυτίδων, ακόμα και όταν είναι ραγισμένη και μετεωρίζεται σαν πεταλούδα.
Η Μ.Ι. σκιαγραφεί με υποδειγματική κομψότητα, μικρές στιγμές της καθημερινότητας και της ζωής ασφαλώς, το ειλικρινές δόσιμο, το μελωδικό ήχο της κατανόησης που ακούγεται σαν ρυάκι, τα ασπρόμαυρα όνειρα που ξαφνικά αποκτούν χρώμα και, τι σημασία έχει εάν θα υλοποιηθούν και πότε, τους συγκλονιστικούς έρωτες του Αυγούστου, μα και τη συντομία τους, το εφήμερο τους, τη σβελτάδα τους, είναι βλέπεις και ο καπνός του τελευταίου πλοίου που φεύγει από το λιμάνι, τις βόλτες που καθορίζουν οι αστικοί χαμαιλέοντες αλλά και το αιρετικό, το επαναστατικό, βήμα που οδηγεί, επιτέλους, στον δικό μας δρόμο, κι ας είναι σπαρμένος με αγκάθια, την απεραντοσύνη της ελπίδας, τη θεοποίηση της ασφάλειας, μη αυτό, μη εκείνο, να κλειδώνεται καλά, βάλτε και κάμερες για κάθε ενδεχόμενο ενώ στη πραγματικότητα, όπως γράφει η ποιήτρια, πρόκειται για πνιγμό και, μάλιστα, προσθέτω εγώ, εκ προθέσεως οπότε, ακολουθώ τη σύσταση της και βγαίνω έξω, αντάμα με τα πουλιά και με τα σκυλιά που με καταλαβαίνουν περισσότερο απ’ ότι με καταλαβαίνουν οι άνθρωποι.
Τέλος οι στίχοι της Μ.Ι. θυμίζουν τους πρωινούς αγέρηδες της άνοιξης, που περνάνε από τα μάγουλα μας σαν χάδια, μητρικά φίλτρα, φιλικά, ερωτικά, και, ύστερα παίζουν κρυφτούλι με τ’ αστέρια.

 

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΟΥΣΟΣ 23/9/16

Η Μαρία Ιωάννου είναι φιλόλογος-εργάζεται στο πανεπ. Κύπρου
στο τμήμα πολιτικών επιστημών-έκανε μεταπτυχιακό στην επικοινωνία. Έζησε από μικρή την τραγωδία της Κύπρου. Τα στερημένα χρόνια της νιότης, της έδωσαν ένα πρωτόφαντο σθένος ψυχής, καθαρότητα σκέψης, ψυχικής καρτερίας και ευρεία πνευματική αναζήτηση, μα τα στοιχεία που τροχιοδρομούν ανελλιπώς τον οίστρο της ποιητικής της ενδοχώρας, είναι η απλότητα, η μεγαλοσύνη του συναισθήματος, η ακατάβλητη πίστη
στο άνθρωπο, [και στις αστείρευτες εσωτερικές του δυνάμεις] και στην ελεύθερη βούλησή του να επιλέγει τα της ζωής του, στα δρώμενα της εποχής του. Μέσα από τον αδρό στίχο, ενσαρκώνει- αφομοιώνει και τροφοδοτεί την αυτόβουλη σκέψη, και την ειλικρινή σχέση, στο μεγαλείο της αγάπης και της προσωπικής δημιουργίας.
Το υπαρκτικό στοιχείο, ο λυρισμός και το ατόφιο συναίσθημα. καταμαρτυρούν ένα δοκιμασμένο, πνευματικά και κοινωνικά άτομο, που η ποίηση γίνεται αναγκαιότατος τρόπος έκφρασης.
Η θέληση, με το μυρωμένο κρινάκι της ψυχής της, χαρακτηρίζει
αυτή την κατάθεση ως ένα βεβαιωμένο πλέον-στη ζωή- «σκίρτημα
της άνοιξης» ή «σύνθεση και αποδόμηση του κόσμου»..» σαν όνειρο καμωμένο από δάκρυ και πόνο» Ποίηση αντίστασης στη φθορά του χρόνου και πασίδηλης-προσωπικής ανάτασης..
Ορισμένοι ακόμη στίχοι.. «Όσο ανθίζεις θα έρχεται η άνοιξη» ..»
«Σ αυτόν τον κόσμο χωράνε μόνο μια γλάστρα βασιλικός και δύο
σκυλιά… γιατί τα μάτια τους [είναι] καθρέφτης της ψυχής μου» «Τη
μοναξιά του κόσμου τούτου φοβάμαι»

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ ΘΕΟΦΙΛΟ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟ

tovivlio.net/8/8/2017 «Ελάτε να μιλήσουμε για τη λογοτεχνία»

Γιατί γράφεις;

Γιατί γράφω λοιπόν… Πολλές φορές έχω κάνει αυτή την ερώτηση στον εαυτό μου. Οι απαντήσεις που μου δίνω ποικίλουν ανάλογα με τη φάση στην οποία βρίσκομαι. Αν όμως χρειαζόταν να δώσω μόνο μια απάντηση, μάλλον θα έλεγα πως γράφω όταν νοιώθω να ξεχειλίζω και θέλω να αδειάσω να «μιλήσω», να δώσω μια υπόσταση σε αυτά που νοιώθω. Να μετουσιώσω σε λέξεις τα συναισθήματα μου.

Για ποιους λόγους θα συμβούλευες κάποιον να γίνει συγγραφέας ή ποιητής και γιατί να τ’ αποφύγει;

Για το λόγο για τον οποίο εγώ γράφω θα συμβούλευα και κάποιον να γράψει. Είναι δύσκολο να χωρέσουν αισθήματα και καταστάσεις μέσα μας. Η γραφή είναι ένα είδος ψυχοθεραπείας. Ένα μολύβι και ένα χαρτί μπορούν να γίνουν οι καλύτεροι φίλοι σου. Να γίνουν ο καθρέφτης της ψυχής σου, αρκεί να γράφεις με την ψυχή σου.

Ποιο είδος γραφής αγαπάς να υπηρετείς και για ποιο πιστεύεις πως δεν έχεις τις απαραίτητες ικανότητες, διάθεση και γνώσεις για να συνεισφέρεις;

Δεν αγαπώ απλά την ποίηση, την λατρεύω. Πήγα σε πορείες με Ρίτσο και Σικελιανό ερωτεύτηκα με Ελύτη, ταξίδευσα με Γκάτσο, ονειρεύτηκα με Λειβαδίτη. Όταν δεν μπορούσα να πω τις δικές μου, φτωχές λέξεις, να εκφράσω ότι ένοιωθα «έκλεβα» στίχους τους και εκφραζόμουν με αυτούς. Προσπαθούσα και προσπαθώ ακόμα να ακολουθήσω τα βήματα τους. Προσπάθησα, προσπαθώ και θα προσπαθώ να γράψω ποίηση. Τώρα το αν τα κατάφερα… ποιος ξέρει…
Παρόλο που θα ήθελα, δεν πιστεύω πως θα μπορούσα να γράψω ένα θεατρικό έργο. Δεν διαθέτω μάλλον την ικανότητα να πλάθω και να ζωντανεύω χαρακτήρες. Έναν μονόλογο που αφορά εμένα, ίσως να μπορέσω να γράψω, αλλά ολοκληρωμένο θεατρικό, δεν θα μπορούσα.

Σε ποιόν εκδοτικό οίκο θα ήθελες να εκδίδεται το βιβλίο σου και γιατί;

Έχω εκδώσει το πρώτο μου βιβλίο στον Ιωλκό. Έναν εκδοτικό οίκο με παράδοση και ιστορία. Το δεύτερο για προσωπικούς λόγους εκδόθηκε από τον εκδοτικό οίκο Φυλλίς στην ιδιαίτερη πατρίδα μου, την Κύπρο. Αν και εφόσον μπορώ και συνεχίσω να γράφω θα προτιμούσα και πάλι τον Ιωλκό γιατί απλά δεν βλέπουν τον δημιουργό και το έργο του σαν πελάτη και εμπόρευμα αλλά σαν ένα ζωντανό οργανισμό, σαν ένα παιδί που έρχεται στον κόσμο.

Τι είναι για εσένα οι αναγνώστες; Πελάτες, κριτές ή συμβουλάτορες;

Οι αναγνώστες… Είναι φίλοι, οικογένεια. Είναι αυτοί με τους οποίους μοιράζομαι τη εσώψυχα μου. Δεν θα μπορούσα να δω τον αναγνώστη των βιβλίων μου ως πελάτη. Αν είχα την δυνατότητα, θα χάριζα τα βιβλία μου και δεν θα τα πουλούσα. Αλλά δυστυχώς πρέπει να καλυφθούν τα λειτουργικά έξοδα της κάθε έκδοσης.

Η καλύτερη και η χειρότερη κριτική που άκουσες για το έργο σου;

Η καλύτερη κριτική που άκουσα ήταν από κάποιον πολύ δικό μου άνθρωπο και πιστέψτε με ήταν και είναι ο αυστηρότερος μου κριτής. Διφορούμενη μεν κριτική, αλλά ειλικρινής. Μου είπε πως η γραφή μου έχει επιρροές από τον Καβάφη και τον Καρυωτάκη. Επίσης ότι με τα ποιήματα μου μοιάζω να ζωγραφίζω εικόνες. Σαφώς και επηρεάζομαι από τα ιερά τέρατα της ποίησης, αλλά δεν αντιγράφω. Αρνητική κριτική δέχτηκα για το πρώτο μου βιβλίο, ότι τα ποιήματα μου είναι απλοϊκά. Λιτή και απέριττη, αλλά το δυνατόν περιεκτική, αποκάλεσε κάποιος την γραφή μου. Θέλοντας να πει πολλά και ουσιαστικά με λίγες λέξεις, χωρίς να κουράζει τον αναγνώστη (συμπλήρωσε).

Τι εικόνα πιστεύεις πως έχουν για εσένα οι αναγνώστες; Ισχύει;

Φίλοι που έχουν πάρει τα βιβλία μου και έχουν διαβάσει ποιήματα μου πιστεύουν ότι είμαι πεσιμίστρια. Αυτό ισχύει σε κάποιες περιπτώσεις, ανάλογα με τη κατάσταση στην οποία βρίσκομαι. Παρ’ όλα αυτά προσπαθώ να βάλω χρώμα στο γκρίζο μου και στο γκρίζο γύρω μου…

Τι σε ενοχλεί και θα ήθελες να αλλάξει στον λογοτεχνικό χώρο; Τι σου αρέσει και θα ήθελες να μείνει ως έχει;

Αυτό που με ενοχλεί είναι οι κλίκες που υπάρχουν στον χώρο. Κάποιοι θεωρούν τους εαυτούς τους φτασμένους και δεν δίνουν χώρο σε νέους συγγράφεις και ποιητές. Μια ομάδα εντιμότατων που κλείστηκαν στο καλό σαλόνι και δεν θέλουν να μοιραστούν το γλυκό με κανέναν άλλον.

Με άριστα το 10, πού κατατάσσεις την συγγραφική σου ικανότητα και γιατί;

Με άριστα το 10… Βρίσκομαι στο πρώτο ακόμα σκαλί της ποίησης , σε μια σκάλα πολύ ψηλή. Αλλά καθώς λέει και ο Θεόκριτος στο «Πρώτο Σκαλί» του Καβάφη,
Εδώ που έφτασα, λίγο δεν είναι
Τόσο που έκαμα, μεγάλη δόξα

…και η ώρα σου να ανταποδώσεις την…. ιερή εξέταση που πέρασες από αυτή την ανακριτική συνέντευξη! Κάνε μια δική σου, λογοτεχνική ερώτηση-ταμπού για κάτι που θα ήθελες να μάθεις για τον δημιουργό αυτού του ερωτηματολογίου!

Ερώτηση που θα ήθελα να κάνω στον δημιουργό του ερωτηματολογίου…

Εσείς γιατί γράφετε φίλτατε;

Θεόφιλος Γιαννόπουλος : Σ’ ευχαριστώ πολύ για την απολαυστική μας συνέντευξη Μαρία, εύχομαι πάντα επιτυχίες στην λογοτεχνική σου διαδρομή!

Όσο για το ερώτημά σου σχετικά με το γιατί γράφω, η απάντηση είναι πως δεν γράφω, μα εξομολογούμαι….

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΦΑΝΗΣ ΚΡΙΓΚΟΣ

φανης

 

Ο Φάνης Κρίγκος γεννήθηκε τον Μάρτιο του 1974 στη Λύση Αμμοχώστου.
Ασχολείται με διάφορες μορφές λογοτεχνίας όπως διήγημα, παραμύθι, δοκίμιο, κωμωδία και ποίηση, εκδίδοντας μάλιστα το 2009 τη συλλογή «Εκτός Ρεπερτ-Ορίου». Αρκετά από τα γραπτά του έχουν δημοσιευθεί στον έντυπο και διαδικτυακό τύπο, στίχοι του δε, έχουν μελοποιηθεί από διάφορους συνθέτες, ενώ δύο από αυτά έχουν συμπεριληφθεί σε δισκογραφικές δουλειές.
Από το 2002 στο Κανάλι 6 είναι ο παραγωγός της εκπομπής «Τρένο Φάντασμα» με την οποία κατέκτησε το πρώτο βραβείο από την Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου, στην κατηγορία «Μουσικές – Ψυχαγωγικές εκπομπές». Διοργανώνει κι επιμελείται αρκετές συναυλίες κι εκδηλώσεις.

 

ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 

ΑΠΟ-ΔΡΑΣΕΙΣ

Είμαστε λεν οι ποιητές
απ’ τη ζωή καταραμένοι
είμαστε πρόσφυγες και ξένοι
και μετανάστες απ’ το χτες.

Η φυλακή μου αμαρτίες σε προφάσεις.
Τις αλυσίδες που με έχουν κρατημένο
τις σιγοκόβω κάθε βράδυ με τη λίμα.
Είναι αποδέσμευση το κάθε μου το ποίημα.
Είναι σεντόνι από τα κάγκελα δεμένο
που οδηγεί σε στιγμιαίες αποδράσεις.

Πέσαμε λεν αμαχητί
σε επαΐοντες και γνώστες
σ’ ακροατές και αναγνώστες
που ‘χουν αυτοευνουχιστεί.

Η φυλακή μου μήτηρ πάσης αμαρτίας.
Βάση του άρθρου είμαι ενάντια στο ρεύμα.
Κατά παράβαση στο νόμο και τον όρο
για υπεράσπιση με βάζω δικηγόρο.
Έγκλειστο ισόβια το σώμα και το πνεύμα.
Η καταδίκη δηλωμένης απαρτίας.

Μα όσο οι λέξεις μας πονούν
αλαφροΐσκιωτους διαβάτες
ρομαντικούς και παραβάτες
οι ποιητές μεσουρανούν.

 

ΚΑΙ

Και απέκτησα «σπουδαί ελληνικαί».
Και σ’ όλα που’ χω πάει τα σχολεία.
Και στης γραμματικής μου τα βιβλία.
Και ήταν σαφές: «μετά από τελεία
δεν ξεκινάς την πρόταση με Και».

Και κυριάτα. Και πληθυντικούς.
Και πως μου έκαναν εντέλει και τη χάρη.
Και μ’ αναγόρευσαν της γνώσης τον μπροστάρη.
Και μόνο να τηρώ τ’ αλφαβητάρι.
Και τους κανόνες τους συντακτικούς.

Και ξέρω πρόσωπα σημαίνοντα, αδρά.
Και έχω τις απαραίτητες συστάσεις.
Και τα προσχήματα τηρώ. Και αποστάσεις.
Και τις ευγένειας τις δέουσες προφάσεις.
Και όπως πρέπει συμπεριφορά.

Και έχω αρχίσει να διδάσκω σε παιδιά.
Και τους μαθαίνω πως συνδέονται οι λέξεις.
Και αυτά μου λεν: «κύριε κλείδωσες τις σκέψεις.
Και θες τα εύπλαστα μυαλά μας να νταντέψεις».
Και κάτι λένε, πως δεν έχω πια καρδιά…

Και δάσκαλος κοσμιοτάτης αγωγής.
Και σαν σοφή γιγνόσκω κουκουβάγια.
Και εκείνη πέταξε να βρει τα αποφάγια.
Και στους αντίζηλους της έριξε τα μάγια.
Και να’ μαι, διά της ατόπου απαγωγής.

Και με τα χρόνια και τα μέσα διευθυντής.
Και τ’ ακριβά μου τα κοστούμια για απάτες.
Και τις σιδερωμένες μου γραβάτες.
Και να ζητώ ζωή σε ξένες πλάτες.
Και της παιδείας τη χαμένη Ατλαντίς.

Και έτσι απέκτησα αυλή και χορηγό.
Και να μιλώ στη διαπασών για να τους πείθει.
Και να μαγεύω με τις λέξεις μου τα πλήθη.
Και εξυμνώντας τις αξίες και τα ήθη.
Και να που μ’ έκαναν παιδείας υπουργό!

 

ΟΡΘΟ(ΓΡ)ΡΑΦΙΕΣ

Εντός των τοίχων
των τειχών
απ’ των τυχόντων
των τυχών
εναπομείναντας.
Πρέπει, άνθρωποι είμαι, σφάλματα εγώ κάνουμε.
Έτσι, σωρό
προκύπτουν λάθΟι
μες τον πληθυντικό του όμικρον γιώτα (χι μου)…

Τόσα πολλά
που ούτε τη σύνταξη κρατούν
ούτε το πρόσχημα τηρούν ορθογραφίας…

 

ΧΑ-ΜΕΝΟΣ

Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική
τη σκέψη αγγλική
τη διάλεκτο κυπριακή
την εκπαίδευση φασιστική
τη διατύπωση ηλεκτρονική
και τη γραφή μου greeklish.
Κοίτα και πως γράφονται πλέον τα «oneira» !
Ο διαδιχτυακός μου τΟίχος, προσωπικό τΕίχος.
Κι έπρεπε να αντιληφθώ, να συνταιριάσω, να συγχρονίσω
σύγχρονες λέξεις, φράσεις κι έννοιες σαν κι αυτές.
Μπερδεύτηκα !
Σε ένα γέλιο (χα)
και μια οργή (μένος).
Τουτέστιν: Χα-μένος.
Σε μια μετάφραση και μια μετάβαση…

 

Α-ΝΤΑΜΑ

Σου επιστρέφω την καρδιά μου
πάντοτε άνηκε σε σένα
θα ναι τα φύλλα μου καμένα
αν αρνηθείς την προσφορά μου.
Έλα, να πορευτούμε αντάμα
από την τράπουλα πιο έξω
σ’ όποιο παιχνίδι και να παίξω
θα είσαι η δική μου Ντάμα…

 

Ζ-ΕΙΣΑΙ

Ζήσε, όπως θέλεις κι αρμόζει στο είναι σου.
Βρίσε, σε κομμάτια να σπας τις βιτρίνες σου.
Σβήσε, ανασφάλειες, σκέψεις ανόητες.
Λύσε, τις σχοινένιες σου δέσμες τις νοητές.

 

Φ-ΕΥΓΕ

Φεύγω από:
ότι δεν μου ταίριαζε
όσα δεν τους ταίριαζα
εσέ που με θυμήθηκες αργά, λειψά κι από συμφέρον
που δεν μου παίνεψες τα λίγα μου σωστά
και δεν μου θύμωσες στα λάθη μου τα τόσα.

Αποχωρώ «φίλους» πολλούς
Με ανάπνιχτα αισθήματα
έχοντας ανήσυχη τη συνείδησή μου
κι επίγνωση του γεγονότος
πως έχω πράξει το καθήκον μου στο αβέβαιο…

 

ΠΡΟΣ ΠΩ-ΛΥΣΗ

Σαν από πλήθος αγαπώ να ερωτεύομαι
και μακιγιάρω την ασκήμια μου με δόσεις
με κάποιο όνειρο φτηνιάρικο βολεύομαι
που παζαρεύω την τιμή του στις εκπτώσεις.

Ψάχνω τον ήλιο μα οι κουρτίνες μου τον έκρυψαν
στην εποχή των παγετώνων, της πλημμύρας
αλλάζω ρότα, κι όμως δες με πως κατέληξα
άξιο τέκνο της ανάξιας μου μοίρας,

Κι έτσι κρασώνω το νερό μου και το γεύομαι
βαριά τρεκλίζοντας στο κέφι έχω έρθει
μα όσο το πίνω άλλο τόσο που νοθεύομαι
καταναλώνω ως την ύστερη μου μέθη,

Θεατρινίζω, Τον εαυτό μου υποδύομαι
σ’ αυτού του δράματος η πράξη η τελευταία
από θιασάρχης σε κομπάρσο αναδεικνύομαι
τα φώτα σβήνουν της σκηνής, πέφτει η αυλαία.

 

ΟΛΟ-ΤΕΛΟΣ

Για στάσου. Τώρα θυμήθηκες
αν ζω, αν πέθανα ή πεθαίνω;
Τι να σε κάνω στις χαρές μου
και τις λύπες
πώς να σ’ αντέξω στις γιορτές μου
και τις θλίψεις
αν δε σου είμαι η καλημέρα,
η καληνύχτα
και δόσεις ισχυρές απ’ το
ενδιάμεσό τους…

 

ΗΘ-ΕΛΑ

Δεν λέω, μπορεί και να με ήθελες.
Όχι όμως όπως θα ‘ θελα εγώ.
Ξέρω καλά, πως είσαι καλά
θα ‘ θελα όμως να τ’ ακούω από σένα.
Δεν δήλωσα ζητιάνος που αρκείται στο κομμάτι σου
και ναυαγός που αναμένει μια ελπίδα.
Ήθελα τόσο
να κόβεις φλέβα για την πάρτη μου
να πρόσμενες το είναι μου παράφορα
να νοσταλγείς το στιγμιαίο μου παράλογα.
Μα δεν κατάφερα, κι αποχωρώ.
Εκείνη η σιγή μου που εξέθρεψες
θέλει να γίνει κραυγαλέα απουσία…

ΑΠΟ-ΚΛΕΙΣΤΙΚΟ

Δεν θέλω τ’ όνομα, μου από σένα,
βρες μου κάτι που θα με λες μόνο εσύ
κι εγώ από εσέ θ’ ακούω μόνο.
Που δεν θα ξέρει άλλος κανένας
κι ούτε ποτέ του δεν θα ακούσει…

 

Ε(ρε)ΘΙΣΜΕΝΟΙ

Ει εσείς ερωτευμένοι !
Σας βαρεθήκαμε, τι δεν καταλαβαίνετε;
Πόση πια υπερβολή στον υπερθετικό σας;
Γίνατε χρήστες εθισμένοι αγαπίνης
Υπήρξαμε κι εμείς όπως εσείς μα θέμα δεν το κάναμε
Πως ξεχειλώσατε τον έρωτα δημόσια
με λόγια αξόδευτα, φιλιά,
σαχλούς ρομαντισμούς υπερχειλίζοντες.
Πόσα βατράχια θρέψατε σε πρίγκιπα μανδύα;

 

ΜΙΣΩ-ΤΙΜΗΣ

Σιγά που μ’ αγάπησες !
Έτσι σαν μ’ είχες πάντοτε
σε διαρκή αμφιταλάντευση
και άνισο ενδιαφέρον.
Στο όταν, στο όποτε, στο αν και στο περίπου.
Ναι μεν αλλά, μπορεί και να
Λειψός, εκπτωτικός και σχοινοβάτης
να επιζώ μέσα στο θάνατο του ίσως σου…

 

ΥΛΗ-ΚΡΙΝΑ

Εδώ πειστήκανε στα «πρέπει» τα κοινωνικά, σε «μη»
οικογενειακά, σε «μάθε» σχολικά, σε «θα» πολιτικά,
σε «αμήν» θρησκευτικά, μα εγώ πρέπει να πείσω μετά
κόπου. Χρειάζεται να λέω «για να είμαι ειλικρινής»
στης φράσης την αρχή κι ένα «πραγματικά» στο τέλος,
Πρέπει, να ενισχύω το χαμόγελο σε μίζερες υπάρξεις
να γελάω τρανταχτά σ’ ανέκδοτα χαζά, να δακρύζω
γυαλιστά τις συγκινήσεις μου, να είμαι πανταχού
παρών στις κοσμικές – κοινωνικές τους εκδηλώσεις
κι ένα σωρό και τα λοιπά και τα λοιπά…
Μπας και πείσω, σ’ εποχή, δυσκολοχώνευτη
γι’ αλήθειες…

 

ΑΤΡΟ-ΜΙΤΟΣ

Εγώ που δεν φοβήθηκα
την προσφυγιά, τη λησμονιά
την εγκατάλειψη,
τα όπλα που μου πρόταξαν οι
αντίπαλοι, τα δακρυγόνα που
μας ‘ρίξαν στα οδοφράγματα, το ξύλο
εκείνη τη βραδιά στο κρατητήριο…

Μα όταν την πόρτα κτυπώ
και περιμένω να φανείς, ακόμα
τρέμω…

 

ΠΛΕΥΡΙΚΟΝ

Μ’ ούλλα τ’ ασύντυχα του νου
τα ύστερα του κόσμου
ξεβαίννει τζι ο καμός μου
ίσιαμε τ’ άψη τ’ ουρανού.

Που τ’ ανεμόσκαλον της γης
τα νεφικά να ρίζω
στα δώματα πασκίζω
για τη σοθκιάν μιας σταλαμής.

Τζι όποτε σπέρνω τον καρπόν
στο θέρος να με κλέφκουν
ετέλεψαν τζι αρτζιέφκουν
βούττημαν νήλιου ως πουρνόν.

Ναν πλάνεμαν τζαι μισιθκιά
τ’ αντάκωμαν στη σκέψη
πληγή που εν θα δρέψει
τζι εν σοζιάζει στην φαθκιά.

Που τον πρωτόπλαστον της πλάσης
η στον Δεσμώτην των θεών
στο πλάσμαν το σημερινόν
να κουβαλάς βαρύν σταυρόν
να καρτεράς να ησυχάσεις
τζι ας τους επλούμισες λαμπρόν
ππέσε που τζιήνον το πλευρόν
λαλούν σου ούλλα που γυρόν
ότι τζι αν κάμεις εν θα αγιάσεις.

 

ΚΡΙΤΙΚΗ

ΕΛΕΝΑ ΣΙΟΥΦΤΑ

Με την ποίησή του, ακτινογραφεί τις κοινωνικές συνθήκες, τις ανθρώπινες σχέσεις και τις εσωτερικές του διαδρομές.
Το έξαλλο βουητό του κόσμου διυλίζεται στην ποιητική γλώσσα που δηλώνει ξεκάθαρα το προσωπικό μήνυμα. Τα χνάρια που οι αισθήσεις αφήνουν, ο απόηχος της μέρας που πέρασε, οι αναμονές, κινητοποιούν τον εσωτερικό μονόλογο.
Κρατώντας σφικτά με την πένα του μια ήρεμη οργή, αφήνει τα λόγια να εξοστρακίσουν κάθε αμφιβολία πως τα πράγματα δεν είναι έτσι όπως τα παρουσιάζει. Αποστεώνει τις λέξεις, τις σπάζει, τις μετατρέπει σε παζλ .Δεν αφήνει τίποτα στην τύχη. Ακόμα κι ο τίτλος του κάθε ποιήματος είναι ένας μικρός πρόλογος σε αυτό που θα ακολουθήσει.
Το ύφος του άμεσο, σαρκαστικό όχι μόνο προς τους άλλους αλλά και προς τον εαυτό του. Δε βγάζει έξω την ουρά του για να παίξει το ρόλο του δικαστή εκ του ασφαλούς. Αν το έκανε εξάλλου, δεν θα γινόταν πειστικός. Αναλαμβάνει το δικό του μερίδιο ευθύνης σ’ αυτό τον κόσμο όπου «ο καθένας κρυώνει κατά μόνας».)
Τα ποιήματα του Φάνη Κρίγκου, είναι ένας διαρκής αντίλογος στην τάξη αυτού του κόσμου. Η μοναξιά, η επιφανειακότητα των σχέσεων, η αβεβαιότητα, η υποκρισία της όποιας εξουσίας, ο συνειδησιακός ευνουχισμός, δυναστεύουν τον ψυχισμό του ποιητή και του δίνουν το δικαίωμα να καταργήσει τα προσχήματα και την απόστασή του από τον αναγνώστη, να μιλήσει ανοικτά και συγκεκριμένα βάζοντας μαχαίρι στην ψευδαίσθηση. Έχει υποχρέωση να μιλήσει αφού ανήκει στον κύκλο των καταραμένων ποιητών.
Θυμάμαι σε μια βιογραφία που διάβασα του Γιάννη Τσαρούχη, αναφέρεται πως μια νύχτα η νοσοκόμα του τον μάλωνε επειδή εκείνος ετοιμαζόταν να βγει και να πάει σε μια εκδήλωση . Ήταν ήδη αρκετά άρρωστος , έξω έβρεχε και αυτή του έβαλε τις φωνές : « Κύριε Τσαρούχη, πού πάτε, θα πεθάνετε !» «Για να μην πεθάνω, να μην ζήσω;» τη ρώτησε εκείνος. Κι όμως τη ζωή μας δυστυχώς τη ξοδεύουμε κάπως έτσι. Δε ζούμε. Προσπαθούμε να μην πεθάνουμε. Προδωνόμαστε καθημερινά από ένα τρόπο ζωής που ουσιαστικά ανήκει στη δικαιοδοσία άλλων. Κι ο ποιητής, παροτρύνει να διαπραγματευόμαστε τις επιλογές μας μοναχά με τον εαυτό μας, να λύσουμε τα δεσμά που μας δένουν με την υποκρισία. Ζήσε και μην αρκείσαι απλώς στο να επιβιώνεις. Τότε μόνο θα σταματήσεις να είσαι η ενσαρκωμένη παρερμηνεία του όρου «άνθρωπος»….
Τα ποιήματά του Φάνη Κρίγκου, αφορούν τον καθένα μας. Ρίχνουν φως στους σκοτεινούς διαδρόμους του μυαλού μας και σε δωμάτια της ψυχής που ακόμη, είτε δεν βρήκαμε το χρόνο , είτε δεν βρήκαμε το κουράγιο να τα εξερευνήσουμε.
Οι ψευδοελευθερίες, οι ψευδοδημοκρατίες, η ψευδοθρησκευτικότητα, η ψευδοηθική μας. Αισθήματα και τρόποι ζωής ψεύτικοι, κλισέ και στημένα σενάρια, για την εικόνα μας μόνο , που οδηγούν σε εφιάλτες του ύπνου και του ξύπνιου.
Ο άνθρωπος μέσα στον κόσμο της πτώσης και της φθοράς, μέσα στη βλακεία που μεθοδικά επισημοποιείται, μέσα στων εγωισμών τα άγχη, της ματαιοδοξίας και της κενοδοξίας τα κόμπλεξ, της σκληροκαρδίας το δηλητήριο, τις απονιάς τις πληγές, δεν μπορεί παρά να υποφέρει ,αν είναι άνθρωπος φυσιολογικός. Κι ο ποιητής υποφέρει. Σχεδόν κάθε του ποίημα , μια διαμαρτυρία με κρούστα απελπισίας. Και πως να από-απελπιστεί που όλα τα τρένα ελπίδας , εκτροχιασμένα σαπίζουν στους σταθμούς του εφησυχασμού.
Κι αφού επιρρίπτει και στον εαυτό του την ευθύνη για τη γύρω ασκήμια σημαίνει πως ο ηθικός αυτουργός της ποιητικής συλλογής δεν είναι ο ίδιος μα η συνείδηση του. Μια συνείδηση που παίρνει τα ηνία σε έναν κόσμο όπου « οι άνθρωποι αγαπούν να ερωτεύονται και μακιγιάρουν την ασκήμια τους με δόσεις, που βολεύονται με κάποιο όνειρο φτηνιάρικο και στις εκπτώσεις παζαρεύουν την τιμή του.»
Οι στίχοι του Φάνη Κρίγκου δεν είναι ούτε εύκολοι ούτε εύπεπτοι. Παρόλο που δε μιλούν για την ομορφιά, οι στίχοι του είναι ωραίοι επειδή δεν αποτελούν προϊόν φαντασίωσης ή μίμησης αλλά είναι στραγγιγμένοι από βιώματα δικά του, ακριβοπληρωμένα γι’ αυτό και πείθουν. Ένα έργο με φωνή , σιωπή , υποψία. Ένα έργο που θα μπορούσε να αντικατασταθεί με τους αριθμούς, 3, 2, 1 και με όρους μαθηματικούς, να οριστεί, ως αντίστροφη μέτρηση…

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

ΕΛΕΝΗ ΑΛΕΞΙΟΥ

1-ελενη αλεξιου

 

Η Ελένη Αλεξίου (Τρίκαλα, 1980) είναι πτυχιούχος Φιλολογίας και κλασικής κιθάρας. Έλαβε Μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών στην Εκπαίδευση από το University of Bath της Αγγλίας. Διδάσκει κλασική κιθάρα στο Μουσικό Σχολείο Τρικάλων.
Έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές, «Το Φλας» (εκδόσεις λογείον, 2009) και «Ποιήματα που γράψαμε μαζί» (εκδόσεις Μελάνι, 2015). Ποιήματά της δημοσιεύονται σε λογοτεχνικά περιοδικά.

 

 

 

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΓΡΑΨΑΜΕ ΜΑΖΙ (2015)

κηδείες εντόμων

 

ΚΗΔΕΙΕΣ ΕΝΤΟΜΩΝ

Κηδέψαμε το τελευταίο έντομο
στο μαυσωλείο των προγόνων.
Μέλισσες του έρωτα
αράχνες του θανάτου.
Ξεπλύναμε τις μυγοσκοτώστρες μας
και ήπιαμε καφέ.
Αμετανόητα συνένοχοι.
Απαρηγόρητα βουβοί.

Δεν είχαμε άλλον συγγενή να χάσουμε
παρά ο ένας τον άλλον.

 

ΣΙΩΠΕΣ

Μη μιλάς, θα διακόψεις τη σιωπή.
Αυτή η λαλίστατη ησυχία κοντεύει να με πείσει.

Καλύτερα να στρέφουμε αλλού τα μάτια
ν’ απλώνουμε αλλού τα χέρια.

Τώρα που διαφωνούν ως και τα φιλιά μας
καλύτερα να ανταλλάσσουμε σιωπές.

 

ΜΕΤΑ ΤΗ ΒΡΟΧΗ

Λύσαμε το χειρόφρενο και πέσαμε στη λίμνη.

Το άλλο πρωί μας βρήκανε στο πίσω κάθισμα οι δύτες.

Μα πριν σωθούν οι έντιμοι σωσίες μας
αμνήμονες τάχα και απαθείς
διέψευσαν τον έρωτα
αρνήθηκαν ότι υπήρξαμε
και στρέψανε αλλού το βλέμμα
σα να ‘μασταν άγνωστοι
ή πεθαμένοι.

Μετά τη βροχή
βγήκαμε από τη λίμνη εμποτισμένοι
απάρνηση και χωριστά
επιστρέψαμε στην άνυδρη ζωή.

 

ΟΙ ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ

Ξέμαθαν να περπατούν
Μπουσουλάνε σαν προσκυνητές
Σέρνονται σα χελώνες
Οι αμαρτίες τους βαρύ καβούκι
Στο ξέφωτο ελπίζουν για το Θαύμα

Πριν τη χειμερία νάρκη
Να ξαναγίνουνε λαγοί.

 

ΣΩΜΑΤΑ

κορμί διάφανο
κρεμμύδι στη γωνία της κουζίνας
εκεί το βάζω τιμωρία
να θυμάμαι
τι απώλεια πικρή είναι
τα αναίτια δάκρυα

τσίγκινο κορμί
υπομονετικό και μόνο
τόσο καιρό να το αδειάζω σα τον τενεκέ
απόψε ξεχείλισε το παράπονο
κι έπεσε αποφασιστικό
όπως ο καταρράκτης στον γκρεμό του

 

ποιήματα που γράψαμε μαζί

 

λ

Όταν δεν σ’ έχω
ένα κορίτσι τραμπαλίζεται αδέξια
στο ταυ της τυραννίας.

Εν ώρα κοινής ακινησίας
λικνίζεται επιδεικτικά
σε σιδερένια κούνια αγκαλιά.
Το μεσημέρι τρίζει
σκοινί τεντωμένο που
«έξω απ’ το σπίτι! τιμωρία!»
φοβέρισμα ευανάγνωστο απλώνεις.
Σε έχει πατέρα φίλο εραστή
σε φωνάζει «κύριε».
Πάλι βγαίνεις στο μπαλκόνι
πάλι να το μαλώσεις
λιώνει απαρηγόρητο το παγωτό
κι η παιδική μου χαρά ερημώνει.

Όταν δεν σ’ έχω, κάνω τσουλήθρα στο λάμδα
μιας πανύψηλης λύπης.

 

ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ

Ερχότανε νωρίτερα.

Ανυπόμονος σαν άνοιξη
πάμφωτος σαν κινητή γιορτή.
Μα αυτή σαν τα Χριστούγεννα
προβλέψιμη.

Έφευγε πάντα στην ώρα της.

 

ΟΙΣΤΡΟΣ

0 ήλιος μπαίνει απ το παράθυρο
μου βγάζει το φούτερ
τα δέντρα εκσπερματώνουν στο αεράκι
νιφάδες από σύννεφα στην πόλη

έρχομαι με το ποδήλατο καταπίνοντας κουνούπια και γύρη
κυοφορώντας οργασμούς
τρέχοντας στην κατηφόρα δίχως φρένα
με χέρια ανοιχτά με κλειστά τα μάτια
-αν σκοτωθώ στο τέλος του δρόμου
θα πουν ότι ήμουν μια γυναίκα που πέθανε από έρωτα-

έρχομαι σαν αγριμάκι που μυρίστηκε το θήραμα
ένα χειμώνα περιμένοντας να πετάξεις το μπουφάν
να σηκώσεις τα μανίκια -κανείς δεν πόθησε
τους αγκώνες σου όπως εγώ-

με δυο κεράσια στο αυτί
με χίλια ξέφτια εμπριμέ της άνοιξης
γυμνόστηθη μ’ ένα σουγιά στο σορτς
με τατουάζ από στυλό στα χέρια
και μαυρισμένα γόνατα
σαν τρελοκόριτσο έρχομαι

 

ΣΟΥΙΤΑ ΕΡΑΣΤΩΝ

Βρισκόμασταν σε γάμους και βαφτίσια.
Ποτέ σε κηδείες και μνημόσυνα.
Παριστάναμε τους καλεσμένους.
Δειπνούσαμε, χορεύαμε.
Παράφορα εγκρατείς.
Επονείδιστα ευπρεπείς.

Το βράδυ στο δωμάτιο
Στο καρτελάκι γράφαμε:

«Σουίτα εραστών
ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΜΗΝ ΕΝΟΧΛΕΙΣΤΕ»

 

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΜΕ ΩΜΕΓΑ

Γόνατο κόλπος ομφαλός
κορίτσι ο μικρόν
του όχι του ποτέ
με ξάπλωσες σαν ποίημα
καλλίγραμμα του Απολλιναίρ
όλο το βράδυ μεταγλώττιζες το σώμα μου
ψιθύριζες «αγάπα με» με χίλια άλφα
αντέγραφες τα θέλω σου χίλιες φορές

μέχρι που αλλάξαμε το θα κι αν
σε να και όταν
γιατί εμπεδώσαμε το εφήμερο
και γράψαμε το τέλος της αναβολής με ω
επιτέλους να τελειώνει
Ο ΜΕΓΑ
του έρωτα του ωκεανού του ώριμου
του εδώ και τώρα

 

ΜΗΤΡΙΑΡΧΙΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

Μυτερά αθήλαστα στήθη
Ένστικτο λύκαινας παρθένα λεκάνη
Εκεί που έριξε ανάσκελα ο ποιητής τον Μάη
Εκεί θέλω να γίνω μάνα σου

Να σε γεννήσω εραστή μου
Άντρα κατευθείαν
Πενήντα έξι ήλιους στην παλάμη στύβοντας
Εκεί βράχος μετέωρος
Έπειτα ανερμάτιστος σαν κατολίσθηση
Μικρός ανάμεσα στα πόδια μου σαν βρέφος

Ανάμεσα στα πόδια μου
Εκεί να σε αφήσει νηστικό ο έρωτας λεχώνα άπειρη
Στήθος σπανό τυφλός φαλλός γυμνό αγκίστρι
«Μάνα μου» να λες κι εγώ «μωρό μου όμορφο»
Κι όλο το βράδυ «κοιμήσου αγγελούδι μου»
Στα άσπρα σεντόνια των ποταμών θηλών που θα σε θρέφω

 

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΓΡΑΨΑΜΕ ΜΑΖΙ

Όπως η μάνα χαϊδεύει στον ύπνο το παιδί της
και το νανουρίζει ακόμη κι όταν εκείνο έχει αποκοιμηθεί
του μιλά και το φιλά στα χέρια και θέλει να ξέρει
το παιδί της ότι το χαϊδεύει στον ύπνο του η μάνα,
θέλει να ξέρει αλλά και να μην το ενοχλεί

όπως ο άνεμος φυσούσε τα πλατάνια κι εκείνα
μιμούνταν τον ήχο της βροχής, τα κοίταζα λοξά
πάνω απ’ τον ώμο μου, «δεν έκανε φέτος καλοκαίρι»
έπειτα γύριζα στο σκοτεινό δωμάτιο, έξω απ’ το φως,
μέσα στην κρύπτη, δένδρο τυφλό σε λάθος διαδρομή

Όπως ζαλίζοντας στην τσέπη μου ένα κέρμα -κορώνα
με κερδίζεις γράμματα σε χάνω- έπαιρνα φόρα μέσα μου
«τώρα θα ανοίξω το βήμα μου και θα σε φτάσω»
μα πάλι χανόσουν στη γωνία ανάμεσα σε παγωμένες σκέψεις
κινήσεις αργές και ανεπαίσθητους ήχους
μιας εκκωφαντικής απώλειας

όπως αστέρια που με ανακρίνουν και δεν έχω καμία ευχή
ομολογήσω, τα λόγια σου μετά από χρόνια
-ψέματα μη λες αλήθεια σ’ αγαπώ αποκλείεται δεν σ’ αγαπώ-
άσε τώρα τους χρησμούς, σε μάλωσα,
περιμένοντας ποιος θα κάνει το πρώτο βήμα
μας ποδοπάτησαν οι προσδοκίες
μας προσπέρασε η ζωή

Όπως το ρόπτρο στεκόταν στην μισογκρεμισμένη πόρτα
ασώματο χέρι ευγενικό, φαγωμένο απ’ τη βροχή, απ’ το σαράκι
«μόνο εσένα έχω να στηρίζομαι» να της ομολογεί
«κι εγώ εσένα να στηρίζω» να του απαντάει

όπως η νύχτα που σε γύρισα απαλά προς το σκοτάδι
«έλα να κάνουμε ένα παιδί. Εμένα»
και ρίχτηκα στα χόρτα τα ψηλά ως το κεφάλι
αλάνι που σπάει επιτέλους το λουκέτο
και χάνεται στα μυστικά της πίσω αυλής

όπως ο αναπάντεχος έρωτας
κι ο θάνατος που έρχεται στην ώρα του

όπως τα ποιήματα που γράψαμε μαζί

 

ΑΚΟΜΗ ΠΙΟ ΚΟΝΤΑ ΣΤΗΝ ΠΡΟΒΑ

Όταν τελειώνουμε το Ωδείο
με περιμένεις δίπλα στο ποδήλατο
με θέλεις τόσο που σπανίως με κοιτάς στα μάτια
-το ξέρεις άλλωστε ότι μου αρέσουν οι μεγάλοι-
χαϊδεύεις το τιμόνι κλωτσάς ένα χαλίκι

δεν είσαι ντροπαλός μα ούτε και θρασύς
είσαι το παιδί που περνάει από το κέντρο
κρατώντας το κόρνο δίχως θήκη
δίνεις προτεραιότητα στα περιστέρια
που διασχίζουνε το δρόμο
δοκιμάζεις στο χέρι σου τα φιλιά που θέλεις να μου δώσεις

νωρίτερα το απόγευμα έκλεψες την παρτιτούρα μου
για να καθίσουμε ακόμη πιο κοντά στην πρόβα

 

ΣΥΡΟΣ

Νησί από μάρμαρο και πεύκα
Θάλασσα από Ουρανό

Η νύχτα δείχνει το λευκό της γόνατο, τον αρχαίο μηνίσκο
πότε ακέραιο στον ουρανό, πότε στο πέλαγο
θρυμματισμένο, τυλιγμένο σε μαύρες κι ασημένιες γάζες,
τραύμα υγρό

      Ποιος
άφησε πλάι στο κύμα το μωρό
να νανουρίζεται με τη φωνή του;
Μες στο καρότσι με την κουνουπιέρα σαν νύφη
που έσκυψε να δροσιστεί κι έχασε το πέπλο της;
Ποιος
άναψε απέναντι τον φάρο, που διαλαλεί
τα ονόματα των πεθαμένων εραστών,
αιχμηρή προειδοποίηση του τέλους,
λεπίδα που αλέθει το σκοτάδι;

«Μαρίνα-Μηνάς-Μαρίνα-Μηνάς»…

      …Εγώ
κορίτσι Βότσαλο-ανάμνηση βουνού, παρηγοριά της άμμου.

      Κι εσύ
ο Άντρας που έμεινες γονατιστός να με κοιτάς σαν Άγαλμα,
σαν τη γυναίκα που σου αρέσει να φοβάσαι.

      Κι η Νύχτα
που τελείωσες βαθιά μες στο λυγμό μου κι έκλαιγες
μετά
σαν να θρηνούσες,
και θρηνούσες από τρόμο για όσα
θα ζήταγε ανταλλάγματα η τόση ευτυχία.

      Και η Ευτυχία
το τόπι που κλωτσάω για να φύγει κι ύστερα τρέχω να το πιάσω.

 

 

ΤΟ ΦΛΑΣ (2009)

 

VEGERA,10:30

Λίγο να στρίψεις το τσιγάρο
λίγο να ψάξεις τη φωτιά
λίγο το ποτό σου
να φλερτάρεις
να ποζάρεις λίγο
στης γκαρσόνας σου
το φλας

Κι εγώ άκαπνη
ακίνητη μπροστά σου
πολύ να αναρωτιέμαι
αν ήρθες
αν σε είδα
αν ακυρώθηκε το ραντεβού.

σκιτσο 3

 

«WALK TOGETHER»

Αυτό που ψάχναμε δεν βρήκαμε
μα μείναμε στον ίδιο δρόμο.
Κι αυτοί
που τίποτα δεν ψάχναν
για να βρούνε,
αυτοί και χάθηκαν και χάσαν…

(Γ’ βραβείο Διεθνούς Διαγωνισμού Ποίησης ΙnterArtia 2009)

 

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

Η παραμυθία τρώει από τα πράγματα
την όψη τους.
Θεριεύει με τα σχήματα
και την υφή τους.
Πολτοποιεί τη λογική
μηρυκάζει την αλήθεια
κι όλα τα φτύνει
γεύματα παχιά κι ανθυγιεινά

 

ΟΙ ΚΑΘΡΕΦΤΕΣ

Δεν σ΄ έχω ξεπεράσει.
Σ’ έχω προσπεράσει
κι ακόμη σε κοιτώ
απ’ όλους τους καθρέφτες μου.

σκιτσο 2

 

ΤΟΠΙΟ β

Φουσκώνει τα πνευμόνια του.
Ο αέρας χτυπάει στο νύχι του ποδιού.
Θα σκάσει.
Τα σκουριασμένα βέλη
βούλωσαν τις τρύπες.
Η υπόσχεση
σήματα καπνού σε γκρίζα ομίχλη
κι η φυλλοβόλα επιθυμία
γυμνή από ελπίδα.
Φωλιάζουν στα κλαδιά της
κοράκια οι συμβιβασμοί.
Φθινόπωρο.

σκιτσο 1

 

ΤΟ ΚΑΡΝΑΒΑΛΙ ΤΗΣ ΧΑΡΑΣ

Αρλεκίνοι και παλιάτσοι
Διόνυσοι φρικτοί,
παροξυσμένοι.
Θα ντυθώ κι εγώ χαρούμενη.

Μες στο μπουλούκι των αγρίων
θα γίνω μία σερπαντίνα
να ξετυλίγω μ’ αγωνία
το αγκυλωμένο χέρι μου.

Οι ορδές των μασκαράδων
θα περνούν λαχανιασμένες.
Τα στόματά τους ανοιχτά,
στεγνά και πεινασμένα
θα ψελλίζουν εγγαστρίμυθα
«μαζί, χαρά, αγάπη».
Και πάνω σε αλογόσυρτο
φλογοσκορπίζον άρμα
η μοναξιά
θα ξεγελά τους μεθυσμένους
ντυμένη Έρωτας.

(Β’ βραβείο Διεθνούς Διαγωνισμού Ποίησης InterArtia 2009)

σκιτσο 4

 

ΞΕΚΟΥΡΑΣΑ ΤΑ ΧΕΙΛΗ ΜΟΥ

Ξεκούρασα τα χείλη μου
στη θάλασσά που
γέλασες
και τα φιλιά μου έπινες
σα Χάρυβδης γκρεμός
κι από τη λύτρωση
πιο ποθητός
στα χείλη σου
ο θάνατος’
αργός.

 

ΝΑ ‘ΧΑ ΜΙΑ ΘΑΛΑΣΣΑ

Να ΄χα μια θάλασσα κοντά μου
να βουτάω
και να κλαίω
κι από τα κύματα
τα δάκρυα να μην ξεχώριζαν
κι όλοι να λέγανε
πως χαίρομαι.

 

ΑΠΟΡΙΕΣ α

Είπα «σ΄αγαπάω»
και απόρησες.
«Δεν σ’ αγαπάω»
και το πίστεψες.
Τόσο απίθανη, λοιπόν,
είναι η αγάπη;

 

ΑΠΟΡΙΕΣ β

Αυτός ο Θεός
που όλους μας αγαπά
και όλα τα πληροί
μήπως κατάφερε ποτέ
να ερωτευτεί;

 

ΠΑΡΑΙΝΕΣΕΙΣ

Και συ της νιότης μου
— πώς να σε πω; —
ορμητικό ποτάμι
μη βιάζεσαι να ξοδευτείς,
μη θέλεις να στερέψεις.
Μπρος σου τα χρόνια ασήκωτα
κατρακυλούν σα βράχια.

Και συ στο νου μου
που γυρνάς,
ακοίμητο αγρίμι
μην κάνεις πως κουράζεσαι,
μη θέλεις να ημερέψεις.
Κοίτα, οι έγνοιες της ζωής
σε κυνηγούν σα δίχτυα.

Και συ στο στήθος μου,
και πώς θα βγεις
πουλί του παραδείσου
μη σταματάς να κελαηδείς,
μην κλείνεις τα φτερά σου.
Ψάξε βαθιά για να κρυφτείς.
Χτυπούν
οι άνθρωποι
σα σφαίρες.

 

Τα σκίτσα είναι της Ελένης Αλεξίου

 

ΑΝΕΚΔΟΤΟ

ΜΙΤΟΣ

βουτώ στα ίχνη σου καθώς σε χιόνι

ομίχλη πρωινή που ανασηκώνει το βουνό
λιγνή ηχώ των αδικοχαμένων
που γκρεμιστήκαν στη στροφή
ρούχο σκισμένο στις τριανταφυλλιές
σκισμένο γόνατο στις πέτρες

ακολουθώ τον ίδιο δρόμο

πίσω σου

 

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΓΡΑΨΑΜΕ ΜΑΖΙ

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΒΑΝΑΡΓΙΩΤΗΣ

FREAR 26/6/2017

Για τα “Ποιήματα που γράψαμε μαζί” της Ελένης Αλεξίου

Η ποιητική συλλογή της Ελένης Αλεξίου, Ποιήματα που γράψαμε μαζί, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μελάνι. Περιλαμβάνει δύο ενότητες, τις κηδείες εντόμων και τα ποιήματα που γράψαμε. Ο τίτλος της συλλογής έχει προκύψει από ομώνυμο ποίημα της δεύτερης ενότητας.

Μελετώντας το ποίημα και τη συλλογή μπορούμε να πούμε ότι είναι δύο οι δυνατές ερμηνείες. Η πρώτη εκπηγάζει από τον ερωτικό χαρακτήρα της συλλογής. Τα ποιήματα παρακολουθούν την πορεία μιας σχέσης -όχι της ίδιας αναγκαστικά- με τις όποιες πτυχές της, η οποία λειτουργεί ως ευρύτερο μοντέλο ανίχνευσης και προβληματισμού για τις σχέσεις όλων των ανθρώπων. Δηλαδή, η πρώτη ύλη των ποιημάτων προκύπτει από τη διαλεκτική σχέση δύο ανθρώπων, ενός άντρα και μιας γυναίκας, επομένως σαν να έγραψαν τα ποιήματα μαζί.

Η δεύτερη ερμηνεία προέρχεται από το χώρο της θεωρίας της ποίησης. Υπάρχει η άποψη ότι ένα ποίημα από τη στιγμή που φεύγει από τα χέρια του ποιητή, ανήκει στον αναγνώστη. Κάθε αναγνώστης ενσωματώνει το ποίημα μέσα στα δικά του πλαίσια και δεδομένα, το αγγίζει με τις δικές του οπτικές, το κατανοεί με τον τρόπο του και τις ερμηνευτικές δυνατότητές του. Γίνεται με άλλα λόγια συνδημιουργός. Το ποίημα, δηλαδή, ξαναγράφεται. Έτσι κάθε ποίημα είναι σαν να έχει γραφεί από δύο, τον ποιητή και κάθε αναγνώστη χωριστά.

Στο πρώτο μέρος με τον τίτλο «Κηδείες εντόμων» παρακολουθούμε από την πλευρά μιας γυναίκας, σε μικρές ενότητες, την κρίση των ανθρώπινων σχέσεων και ειδικά των ζευγαριών.
Ο ένας απέναντι στον άλλον, απογυμνωμένοι από έρωτα, κοιτώντας αλλού σαν να ‘ναι άγνωστοι ή πεθαμένοι, εμποτισμένοι απάρνηση, άδειοι ακόμα κι από τα αρνητικά αισθήματα, στρέφουν αλλού τα μάτια, αφού διαφωνούν και τα φιλιά τους. Οι άνθρωποι αυτοί έχουν χάσει μαζί με την πνευματική επαφή και τη σωματική, όπως είναι αναμενόμενο, και στέκονται πλέον στο κενό.

Με πολύ δυνατές εικόνες η ποιήτρια μας δίνει αυτή την αποσύνθεση των σχέσεων. Οι επιθυμίες είναι ναρκωμένες. Δεν μπορούν να σταθούν όρθιες, σέρνονται, ελπίζουν για το θαύμα. Τα όνειρα, δύσκολα μωρά, δεν έχουν τροφή, αποκοιμιούνται νηστικά στο στήθος, τρέφονται με αίμα. Το κρεβάτι είναι ένα ναρκοπέδιο, έτοιμο να εκραγεί. Παραισθήσεις κι επιθυμίες αλλότριες. Ετοιμοπόλεμα κορμιά καθηλωμένα, σκέψεις χειροβομβίδες. Κι εδώ γεννάται το όραμα και η αναμονή ενός πρίγκιπα που θα καταρρίψει τους ενδοιασμούς και τα όχι. Με επίγνωση, ωστόσο, ότι πίσω από την αθωότητα του πρίγκιπα με το άσπρο άλογο κρύβεται ο προδοτικός εφιάλτης.

Στο σκηνικό έρχεται να προστεθεί το ποίημα «Σώματα». Σε αυτό μια γυναίκα τιμωρεί το σώμα της βάζοντάς το μαζί με τα κρεμμύδια της κουζίνας, για να θυμάται τι απώλεια πικρή είναι τα αναίτια δάκρυα. Το κορμί της είναι διάφανο, σχεδόν εξαϋλωμένο, αλλά και ανθεκτικό, τσίγκινο λόγω της θητείας στη μοναξιά και στην υπομονή. Αδειάζει τα δάκρυά του επιμελώς, αλλά κάποιες φορές ξεχειλίζει και τα δάκρυα γίνονται καταρράκτης.

Στα δύο τελευταία ποιήματα της ενότητας το μήνυμα είναι σαφές και ελπιδοφόρο μέσα στην πικρή υφή του. Οι άνθρωποι ψάχνουν διεξόδους, συνειδητοποιούν τις αποστάσεις, μετακινούνται, δεν είναι νησιά. Παρακαλούν: «γύρισε κοντά μου». Οι γλάροι παραμένουν στις φωλιές τους, ασάλευτα μαντήλια των βράχων που δεν ονειρεύονται καμιά αναχώρηση. Είναι μια απόφαση με διπλή συνέπεια. Η καρδιά ορφανή στο κουζινάκι σιγοβράζει, αλλά αυτή η πλήρης συντριβή του Εγώ, το ξωκλήσι το πεσμένο δίχως τοίχους, πόρτες, παράθυρα, είναι ο σίγουρος δρόμος για τον παράδεισο.
Ακολουθεί η δεύτερη ενότητα «Ποιήματα που γράψαμε μαζί».

Ξεκινά με το ποίημα «Πόσο ακόμη». Ένα ποίημα μεγάλης δύναμης και λυρικότητας. Μεταφερόμαστε στο μυθικό σκηνικό της Ιθάκης, για να δηλωθεί η υπερθετική επιθυμία και αναμονή του αγαπημένου που δεν έρχεται. Η Πηνελόπη που εδώ είναι και η αφηγήτρια δηλώνει ότι φαγώθηκε ο αργαλειός, το νήμα σώθηκε κι έμειναν μόνο τα μαλλιά της για να γνέθει.

Η έλλειψη δηλώνεται και στο επόμενο ποίημα το «λ».

Διαπιστώνουμε ότι στη δεύτερη ενότητα, η σχέση υφίσταται. Παρόλη την απόσταση, λειτουργεί η επιθυμία, η αναζήτηση, η προσμονή. Η ενότητα βρίθει από ποιήματα που περιλαμβάνουν στιγμιότυπα ζωής αυτής της σχέσης πάντα από την οπτική μιας γυναίκας. Εξαίρεση αποτελεί το ποίημα Λαιμητόμος. Σ’ αυτό βλέπουμε την οπτική του άντρα. Η ποιήτρια μας προσφέρει μια σε βάθος εκτεταμένη μελέτη του έρωτα σε όλες τις εκφάνσεις, συσχετισμούς και πτυχές του. Θα παραθέσω μερικά τέτοια παραδείγματα συσχετισμών και όχι βάθους, γιατί το κάθε ποίημα χωριστά, έχει τη δική του βαρύτητα και βάθος και θα χρειαζόταν πολύ χρόνος για να αναφερθούμε διεξοδικά. Επιγραμματικά θα επισημάνω:

Στο ποίημα «Οίστρος» συνυπάρχει ο έρωτας και η άνοιξη
Στο «Αναξιοπαθούντες» εραστές και «10:45» : Έρωτας και ποίηση
Στο «Πόσο ακόμα» βλέπουμε την αναμονή του έρωτα
Στο « λ»: Στέρηση του έρωτα
Στο «Αραβικό καπρίτσιο» ο έρωτας συναντά τη μουσική
Στη «Σουίτα εραστών» ο έρωτας γίνεται παιχνίδι

Και κάποια άλλα εν είδει τίτλων αναφέρω:
«Το τέλος με ωμέγα»: Οι δυσκολίες του έρωτα
«Αφού δεν είσαι τόπος»: Τα ανθρώπινα τοπία, η γεωγραφία των σωμάτων. Ο έρωτας ως ταξίδι, διάπλους, νοσταλγία..
«Πρόβα»: Ο έρωτας υφαντής ή αλλιώς η ζωή ράβε ξήλωνε
«Λαιμητόμος»: Ο φόβος του έρωτα
«Επανασύνδεση»: Η συντριβή εξαιτίας του έρωτα κτλ

Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να κάνουμε στην ομάδα τεσσάρων ποιημάτων υπό τον τίτλο «Οι στιγμιαίοι ορισμοί ενός εξακολουθητικού έρωτα». Στα ποιήματα αυτά θεματολογικά διαπιστώνουμε μια κατάφαση στον έρωτα, ο οποίος άλλωστε χαρακτηρίζεται και ως εξακολουθητικός. Αξίζει να παρατηρήσουμε τα συγκεκριμένα ποιήματα, γιατί πέρα από τη θετική αύρα που αποπνέουν μέσα στις πολυποίκιλες πληγές του έρωτα που προαναφέρθηκαν, πρόκειται για μορφικούς και εκφραστικούς πειραματισμούς. Η ποιήτρια εδώ αποδομεί τους γνωστούς κανόνες της γλώσσας, η γραφή είναι συνεχόμενη σαν ένα λεκτικό παραλήρημα, με ένθετες κάποιες λέξεις ως τίτλους να διακρίνονται με κεφαλαία γράμματα.

Μέσα από αυτή την πορεία της ζωής που είναι πάλη ψυχών και σωμάτων, όπου ο έρωτας έρχεται, φεύγει, ενώνει, συντρίβει και επανασυγκολλά, με τις εναλλαγές του φωτός και του σκότους, θα κρατήσω έναν στίχο. Είναι η τελευταία φράση από το ποίημα «Σύρος», με το οποίο και η ποιήτρια κλείνει τη συλλογή και δείχνει με μια ποιητικότατη εικόνα την τραγικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης

Και η Ευτυχία
το τόπι που κλωτσάω για να φύγει
κι ύστερα τρέχω να το πιάσω

 

ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ

FRACTAL 28/10/2015

Να μας υφαίνει ο έρωτας / Να μας ξηλώνει η ζωή
Ποιήματα με καρδιά. Ποιήματα μετρημένα, στοχευμένα, σε οδηγούν στο νόημα. Εσωτερικοί ιστοί συνεργάζονται και
συνδράμουν προς κάτι που αξίζει να γίνει (και γίνεται!) αισθητό. O ένας στίχος προ-υποθέτει τον άλλο. Η ποιήτρια κάτι θέλει να πει, κάτι λέει εν τέλει. Δεν είναι τα ποιήματά της ανούσια λόγια, δεν είναι ο λόγος της άστοχος, αμήχανος, αποτυχημένα μεταμοντέρνος. Ο λυρισμός συγκρατημένος. Ο έρωτας πάντα παρών.

ΠΑΡΑΔΟΞΟΝ Είσαι δικός μου Όπως λέμε Ακαριαίος
έρωτας Κεραυνοβόλος θάνατος Χιόνι στον Όλυμπο
μέσα Αυγούστου Δεκέμβριος κατακαλόκαιρο του Νό-
του ΕΥΧΗ Αν όπως λες είναι αλήθεια ότι κάθε πρωί
ακούς την καλημέρα μου από μακριά τότε μπορώ να
περάσω τη ζωή μου αμίλητη και ευτυχής γνωρίζοντας
ότι όλες οι ευχές μου έχουν πραγματοποιηθεί ΕΠΕΚΕΙ-
ΝΑ Διαβιούμε καταχρηστικά κατά φαντασίαν ανδρό-
γυνο μέχρι ο θάνατος να μας ενώσει στην επόμενη ζωή.

Ένα διαρκές μαζί. Ευτυχώς όχι ανιαρό, ούτε φλύαρο. Μιλώ για την ποιητική συλλογή της Ελένης Αλεξίου «Ποιήματα που γράψαμε μαζί». Σωστά τα υλικά-ιδέες και οι συνδυασμοί τους, σωστές αναλογίες, σωστές ισορροπίες. Kαι όταν λέω «σωστές», εννοώ «λειτουργικές». Μας αγγίζουν τα ποιητικά σκηνικά που στήνει η Αλεξίου. Θαυμαστό και έξυπνο το παιχνίδισμα των λέξεων.

Σιωπές

Μη μιλάς, θα διακόψεις τη σιωπή.
Αυτή η λαλίστατη ησυχία κοντεύει να με πείσει.

Καλύτερα να στρέφουμε αλλού τα μάτια
ν’ απλώνουμε αλλού τα χέρια.

Τώρα που διαφωνούν ως και τα φιλιά μας
καλύτερα να ανταλλάσσουμε σιωπές.

Σε πολλές συλλογές επισημαίνεις πολλές φορές κάποιους μεμονωμένους στίχους που σου έκαναν εντύπωση ή μίλησαν μέσα σου, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι όλα τα ποιήματα είναι καλά. Στην περίπτωση που εξετάζουμε δεν συμβαίνει αυτό. Το κάθε ένα ποίημα του βιβλίου αποτελεί κι ένα αρμονικό σύνολο, ωραία δομημένο και μας αφηγείται μια ιστορία ,συνήθως ερωτική, χωρίς να πέφτει στο μελόδραμα. Το ύφος των ποιημάτων είναι συναφές, ώστε δίνεται η αίσθηση της ενότητας στη συλλογή.

Το ποίημα «λ» εξαιρετικό:

λ

Όταν δεν σ’ έχω
ένα κορίτσι τραμπαλίζεται αδέξια
στο ταυ της τυραννίας.

Εν ώρα κοινής ακινησίας
λικνίζεται επιδεικτικά
σε σιδερένια κούνια αγκαλιά.
Το μεσημέρι τρίζει σκοινί τεντωμένο που
«έξω απ’ το σπίτι! τιμωρία!»
φοβέρισμα ευανάγνωστο απλώνεις.
Σε έχει πατέρα φίλο εραστή
σε φωνάζει «κύριε».
Πάλι βγαίνεις στο μπαλκόνι
πάλι να το μαλώσεις
λιώνει απαρηγόρητο το παγωτό
κι η παιδική μου χαρά ερημώνει.

Όταν δεν σ’ έχω κάνω τσουλήθρα στο λάμδα
μιας πανύψηλης λύπης.

Διακριτικοί τόνοι διασχίζουν το βιβλίο. Στίχοι κομψοί, που τους διακρίνει η ενάργεια και η ποιητική πνοή:

ΠΡΟΒΑ
Όλα αυτά τα θλιβερά πατρόν
Τα σώματα
Μέχρι να ράψω επάνω μου
Την αγκαλιά σου
Όλα αυτά τα βράδια
Να σ’ αγαπήσω απ’ την αρχή
Απ’ την αρχή
Να μας υφαίνει ο έρωτας
Και ως το θάνατο
Να μας ξηλώνει η ζωή

Η Ελένη Αλεξίου μάς παίρνει από το χέρι και μας οδηγεί στην αλήθεια της, με μια ωριμότητα βλέμματος και σεβόμενη τον αναγνώστη. Αναμένουμε τη συνέχεια του ταξιδιού της.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΤΣΗΣ

Θράκα 14/1/2016

Τα ποιήματα δεν είναι αυτεξούσια, δεν είναι αυθύπαρκτα. Χρωστούν την ύπαρξή τους στον χρόνο, στον χώρο και στην αλληλεπίδρασή τους με το περιβάλλον∙ πρωτίστως όμως στους ανθρώπους που ήρθαν και έφυγαν από τη ζωή μας. Ουσιαστικά, τα ποιήματα συνθέτονται αφορμή των άλλων και «ενσαρκώνονται» τις ώρες της μοναξιάς, ακριβώς γιατί δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Έκτοτε, κάθε ποιητική σύνθεση φέρει μέσα της την ίδια ακριβώς κυτταρική μνήμη με τον δημιουργό τους. Ας μην αναρωτιόμαστε, λοιπόν, πολλά γύρω από το γιατί και το πώς της ποιητικής δημιουργίας. Το άρρητο θα παραμείνει το βασικότερο συστατικό της, γιατί εκείνα που τελικά δεν λέχθηκαν ποτέ, κρατούν την πεμπτουσία της επόμενες σύλληψης.

Ο λόγος για τη νέα ποιητική συλλογή της Ελένης Αλεξίου με τίτλο Ποιήματα που γράψαμε μαζί που κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του περασμένου έτους από της αθηναϊκές εκδόσεις Μελάνι. Η δεύτερη ποιητική απόπειρα της Ελένης Αλεξίου, μετά από Το Φλας του 2009 από τις εκδόσεις Λογείον, περιέχει 30 ποιήματα και ποιητικά σχεδιάσματα μοιρασμένα σε δύο ενότητες.

Η ποίηση της Ελένης Αλεξίου έχει κάτι το εξομολογητικό, κάτι το ιδιαίτερα προσωπικό που ζητά να κοινοποιηθεί για να υπάρξει, να βρει υπερασπιστές, συνοδοιπόρους, από κοινού εκφραστές. Κατορθώνει να αγγίξει στοχαστικά λεπτές αποχρώσεις της εποχής μας, πλησιάζοντας στο μύχιο και επιτακτικό του έρωτα και της συνύπαρξης.

Λέγεται συχνά ότι, εκείνος που ζει πραγματικά δεν έχει καμία ανάγκη τη γραφή, το διάβασμα, τις άδειες σελίδες. Ζει και αρκείται στη ζωή του. Κάποια έλλειψη, ωστόσο, φαίνεται να υπαγορεύει μέσα μας την ανάγκη επαφής με τις λέξεις και τον στίχο. Κάποια ανικανότητα ή δισταγμός απέναντι στο χάος που εκτυλίσσεται μπροστά μας απ’ τη στιγμή που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο. Κι οι ποιητές, όντα απ’ τη φύση τους ευαίσθητα, επιχειρούν να διεισδύσουν στο μυστήριο της ζωής, του έρωτα, του θανάτου, μήπως και βάλουν κάποια τάξη στο προσωπικό, ανθρώπινο και κατ’ επέκταση κοσμικό χάος.

Στους στίχους της Ελένης Αλεξίου βρήκα ρέοντα λόγο και σιωπή. Βρήκα σάρκα, αισθήσεις, απόγνωση, λύπη, συγκρατημένο ενθουσιασμό. Βρήκα όσα θα επιδίωκα ν’ αναζητήσω στο σκηνικό της ζωής μας. Μου ‘δειξε τι πάει να πει ύστατη απώλεια: Δεν είχαμε άλλον συγγενή να χάσουμε / παρά ο ένας τον άλλον. Μου ‘δειξε τι μορφή παίρνει μέσα της η άρνηση, η αδιαφορία απέναντι στον έρωτα: διέψευσαν τον έρωτα / αρνήθηκαν ότι υπήρξαμε / και στρέψαμε αλλού το βλέμμα / σαν να ‘μασταν άγνωστοι / ή πεθαμένοι.

Ένας παλλόμενος ποιητικός χρόνος που διαπερνά ζωές, έρωτες, παιδικά χρόνια, παραισθήσεις προσεγγίζοντας ακόμα και τον Παράδεισο: ξωκλήσι πεσμένο / δίχως τοίχους, πόρτες, παράθυρα / να βρίσκω εύκολα / τον δρόμο μου προς τον Παράδεισο. Στους στίχους της εντοπίζουμε διακριτούς τόπους και χρόνους, στοιχεία ταυτισμένα με την ποιητική σύνθεση. Η Κέρκυρα, ο χιονισμένος Όλυμπος Αύγουστο μήνα, η αμήχανη παρουσία σε κάποιο μπαρ 10:45 τη νύχτα, η ανάμνηση κάποιου τοπίου, η σύντομη Κυριακή, τα Χριστούγεννα, ο Μάης, το καλοκαίρι που δεν έφτασε ποτέ…

Δεν είμαι άνθρωπος που υπερθεματίζω το τυχαίο, ούτε παραδίνομαι άνευ όρων στη μοιρολατρία. Πολλές φορές όμως, ό,τι συμβαίνει είναι αναπόφευκτο να συμβεί. Δεν χωρούν πολλά γιατί. Ίσως, πίσω από όσα γίνονται κρύβεται μία αφανής νομοτέλεια, την οποία μόλις και μετά βίας διακρίνουμε. Αυτές περίπου τις σκέψεις έκανα μόλις αντίκρισα το τελευταίο 3στιχο της συλλογής. Οι τελευταίοι στίχοι, του τελευταίου ποιήματος: Κι η Ευτυχία / το τόπι που κλωτσάω για να φύγει κι ύστερα τρέχω / να το πιάσω. Γιατί έτσι συμβαίνει με την ευτυχία. Με την όποια ευτυχία. Την κλωτσάμε σαν τόπι κι έπειτα τρέχουμε ξωπίσω της για να την πιάσουμε. Αν την πιάσουμε…

Τα ποιήματα μπορεί να απαιτούν την μοναξιά μας για να ενσαρκωθούν, στην ουσία όμως τα γράφουμε μαζί. Κι ας είναι πολλοί στίχοι γραμμένοι με κόκκινο στυλό – για το ενδεχόμενο να είναι όλα λάθος. Η ποίηση της Ελένης Αλεξίου είναι ένα ανοιχτό εισιτήριο με άγνωστο προορισμό, ακριβώς γιατί δεν ξέρεις αν θέλεις να επιστρέψεις κι από πού…

 

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΓΚΙΤΣΗ

σ’εκείνο το βράδυ που κοιμήθηκες αγκαλιά/ με το χρώμα του κραγιόν μαςΑφιερωματική αφόρμηση, πρωτίστως, στη στιγμή, κατ’ ακολουθίαν στο πρόσωπο της μοιρασμένης στιγμής. Πώς αλλιώς θα μπορούσε εξάλλου η ποιήτρια να υπογραμμίσει, με τον πιο εύστοχο τρόπο, τη σημαντική παρουσία του άλλου, στην ποιητική της συλλογή “Ποιήματα που γράψαμε μαζί”. Η συλλογή κυκλοφόρησε τον Απρίλη του 2015, από τις εκδόσεις Μελάνι, με την καλαίσθητη φωτογραφία εξωφύλλου του Phil Bebbington. Χωρισμένη σε δύο ενότητες, με δεύτερη την ενότητα που φέρει τον τίτλο της συλλογής και πρώτη τη μικρότερη σ’ έκταση ενότητα με τον ευφάνταστο τίτλο “κηδείες εντόμων”.
Κηδέψαμε το τελευταίο έντομο/ στο μαυσωλείο των προγόνων./ Μέλισσες του έρωτα/ αράχνες του θανάτου./ Ξεπλύναμε τις μυγοσκοτώστρες μας/ και ήπιαμε καφέ./ Αμετανόητα συνένοχοι./ Απαρηγόρητα βουβοί./ Δεν είχαμε άλλον συγγενή να χάσουμε/ παρά ο ένας τον άλλον

Η ποιητική συλλογή απαρτίζεται από 30 ποιήματα ποικίλης στιχικής εκτόπισης, παρεκτός τεσσάρων μόνο ποιημάτων (I-II-III-IV) που δηλώνουν την ύπαρξή τους ως “Στιγμιαίοι ορισμοί ενός εξακολουθητικού έρωτα”. Χωρίς να καταργεί την ποιητικότητα της γραφής, ο ρυθμός των ποιημάτων μοιάζει με πεζολογική καταγραφική ενός μονολόγου που αφορά κυρίως το άλλο πρόσωπο, εν ολίγοις το ερωτικό “εσύ”. Δίχως χρήση σημείων στίξης και με μια τρεχούμενη τονικότητα μεταξύ κεφαλαίων και μικρών λέξεων, οι εικόνες των αισθημάτων που γεννά η απαγγελία τους, θυμίζει χείμαρρο ερωτικού ψίθυρου, σε παραληρηματικό σχεδόν τόνο. Σκέψεις αποτυπωμένες, σαν μινιατούρες ποιημάτων, με τίτλους τις λέξεις με κεφαλαία και σώμα τους αφαιρετικούς στίχους που έπονται της αρχικής λέξης.

ΠΡΟΦΑΣΗ γινόμαστε ό,τι αγαπάμε ΕΠΙΦΥΛΑΞΗ σου
γράφω αυτά τα λόγια με κόκκινο στυλό για το ενδεχόμενο να είναι όλα λάθος ΤΟ ΦΛΥΑΡΟ ΚΟΡΜΙ ΣΟΥ ασκαρδαμυκτί παρασάγγας οσονούπω ακαταλαβίστικες
λέξεις στο βουβό σκοτάδι ΕΓΩ δέκα χρονών αναρριχώμενο φιλί μέχρι να ξαναπιώ στο στόμα σου ΑΡΧΑΙΕΣ
ΑΛΗΘΕΙΕΣ η θεός η παις η άνθρωπος ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ
απόψε αποστήθισα τον κόσμο κατασπάραξα τον καρπό
της γνώσης αποπλάνησα τον δάσκαλο και μια ΑΠΟΛΟ-
ΓΙΑ ό,τι κι αν έγινα είναι που σε αγάπησα πολύ
ΥΠΕΝΘΥΜΙΣΗ σου γράφω αυτά τα λόγια με κόκκινο
στυλό για το ενδεχόμενο να είναι όλα λάθος

Γλώσσα ρέουσα, εικόνες απτές, εκφράσεις που παρασύρουν με τη δυναμική τους σε συναισθηματικούς τόπους και υπαρξιακές αγωνίες οικείες στον καθένα από εμάς, σαν να γράψαμε από κοινού αυτά τα ποιήματα, σαν να περπατήσαμε από κοινού τα ίδια μονοπάτια της ψυχής, σαν να μας προσπέρασε από κοινού ο χρόνος και μας άφησε να μεταπλάσουμε σε λέξεις το ανολοκλήρωτο των ονείρων και το ματαιωμένο των επιθυμιών που δεν σχηματοποιούνται παρά σ’ενα πυρήνα εσωτερικό της νοσταλγίας και της ενθύμησης.

ΟΙ ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ

Ξέμαθαν να περπατούν/ Μπουσουλάνε σαν προσκυνητές/ Σέρνονται σαν χελώνες/ Οι αμαρτίες τους βαρύ καβούκι/ Στο ξέφωτο ελπίζουν για το Θαύμα/ Πριν τη χειμερία νάρκη/ Να ξαναγίνουνε λαγοί.

Η ποίηση της Ελένης Αλεξίου στη δεύτερη ποιητική της συλλογή δεν είναι στάσιμη, δεν αγκομαχά από τον ένα στίχο στον άλλο, δεν κουράζει με δυσνόητα μηνύματα και δεν απαιτεί πολλαπλές αποκωδικοποιήσεις προκειμένου να φτάσουμε στο “κουκούτσι” της. Ρέει με μια κινητικότητα ευέλικτη, αποκαλύπτοντας αλήθειες για τον έρωτα, τη ματαίωση ή την εκπλήρωσή του, το σώμα που το χαρτογραφεί και το ψηλαφεί με τον δικό της ιδιαίτερο τρόπο.

Αφού δεν είσαι τόπος/ γιατί με εξαντλεί ο έρωτας σαν μακρινό ταξίδι/ σε νοσταλγώ σαν γυρισμό/ σε αποζητώ σαν καταφύγιο;/ Αφού δεν είσαι τόπος/ πώς με διατρέχουνε παράλληλοι μεσημβρινοί τα άκρα σου/ και γίνεσαι δεμένη στη λεκάνη μου/ μέγιστος κύκλος/ ισημερινός;

 

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΣΙΣΚΟΣ

ΣΕΛΙΔΕΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ 18/6/2017

Κάποιες γνωριμίες ξεκινούν εντελώς απλά και ανύποπτα, μα στην πορεία εξελίσσονται σε ουσιαστική όσο και αμφίδρομη διάδραση και σε οδηγεί από μόνη της σε κοινά κι ενδιαφέροντα μονοπάτια που ίσως δεν φανταζόσουν. Έτσι κι εγώ βρέθηκα στην ευχάριστη αυτή θέση -και με ιδιαίτερη χαρά θα έλεγα- να σας μεταφέρω ή καλύτερα να προσπαθήσω να σας μεταδώσω όσα εγώ ένιωσα από την βαθύτερη γνωριμία μου με την ποιήτρια Ελένη Αλεξίου μέσω των στίχων της ποιητικής της συλλογής «Ποιήματα που γράψαμε μαζί» (εκδόσεις Μελάνι).
Τίτλος οικείος κι έτσι από την πρώτη κιόλας στιγμή μας κάνει κοινωνούς και -γιατί όχι- συμμέτοχους του έργου της. Αναγνωρίζουμε σε αυτό γνωριμίες και κοινές αναζητήσεις, καταστάσεις, συγκινήσεις, πόθους, φόβους, προβληματισμούς και τόσα άλλα συναισθήματα που κι εμείς κάποτε έχουμε βιώσει ή -να είστε βέβαιοι- θα μπορούσαμε να βιώσουμε. Όλα αυτά βέβαια κάτω από την πολύ προσεγμένη, έντεχνη γλυπτική του ποιητικού της λόγου, που άλλοτε λειαίνει και άλλοτε σφυρηλατεί αμείλικτα πρόσωπα και πράγματα του σώματος και της ψυχής.
ΣΙΩΠΕΣ

Μη μιλάς, θα διακόψεις τη σιωπή.
Αυτή η λαλίστατη ησυχία κοντεύει να με πείσει.

Καλύτερα να στρέφουμε αλλού τα μάτια
ν’ απλώνουμε αλλού τα χέρια.

Τώρα που διαφωνούν ως και τα φιλιά μας
καλύτερα να ανταλλάσσουμε σιωπές.

Ποίηση κατά βάθος ερωτική, με κοινωνικές εκρήξεις και υπαρξιακές αναζητήσεις. Κατά πάσα πιθανότητα βιωματική. Απίστευτοι παραλληλισμοί σε πρόσωπα, πράγματα και καταστάσεις που σε ανταμώνουν στον δρόμο και σε ξαφνιάζουν πότε με την ονειρική πότε με την ρεαλιστική τροπή.

ΣΩΜΑΤΑ
κορμί διάφανο
κρεμμύδι στη γωνία της κουζίνας
εκεί το βάζω τιμωρία
να θυμάμαι
τι απώλεια πικρή είναι
τα αναίτια δάκρυα

τσίγκινο κορμί
υπομονετικό και μόνο
τόσο καιρό να το αδειάζω σαν τον τενεκέ
απόψε ξεχείλισε το παράπονο κι έπεσε αποφασιστικό
όπως ο καταρράκτης στον γκρεμό του

Η αβίαστη μουσικότητα και ο διακριτικός ρυθμός -στοιχεία άραγε της τέχνης της μουσικής που η Αλεξίου ως καθηγήτρια κλασικής κιθάρας κατέχει;- είναι πάγια χαρακτηριστικά της ποίησής της, που άγουν εύστοχα τη ροή των νοημάτων.
Τα θέματά της κυρίως ανασύρονται από τον ήσυχο όσο και διερευνητικό ψυχοσυναισθηματικό της κόσμο. Μας παροτρύνει σε ένα ταξίδι άγνωστο, οδηγώντας το ποίημα στον προορισμό του μέσα από μονοπάτια, όπου παραμονεύουν παγίδες με αιχμηρές λέξεις ή φωλιές με τρυφερά μπουκέτα νεοσσών που αδημονούν να πετάξουν.
[…]
Οι γλάροι στις φωλιές τους
ασάλευτα μαντίλια των βράχων που δεν περιμένουν καμία αναχώρηση
[…]

Λόγος απρόσμενος, άλλοτε λιτός άλλοτε πολυσύνθετος, που βασίζεται όχι στη δύναμη μεμονωμένων λέξεων που θα έκαναν πάταγο, αλλά σε έναν απίθανο νοηματικό συνδυασμό απλών λέξεων, που σαν καλοστημένη ομάδα σύγχρονης κολύμβησης θαυμάζεις και ζηλεύεις συνάμα.
Μια πανδαισία νόμων φυσικών που αναδύονται μουσκεμένοι μετά από καταρρακτώδη βροχή συναισθημάτων.

ΜΕΤΑ ΤΗ ΒΡΟΧΗ

Λύσαμε το χειρόφρενο και πέσαμε στη λίμνη.
Το άλλο πρωί μας βρήκανε στο πίσω κάθισμα οι δύτες.

Μα πριν σωθούν
οι έντιμοι σωσίες μας
αμνήμονες τάχα και απαθείς
διέψευσαν τον έρωτα
αρνήθηκαν ότι υπήρξαμε
και στρέψανε αλλού το βλέμμα
σα να ‘μασταν άγνωστοι ή πεθαμένοι.
Μετά τη βροχή
βγήκαμε από τη λίμνη
εμποτισμένοι απάρνηση
και χωριστά επιστρέψαμε στην άνυδρη ζωή.

Κάθε ποίημα μικρό ή μεγάλο ένας ποταμός. Όσο μικρό τόσο ορμητικό, όσο μεγάλο τόσο βαθύ.
[…]
Aφού δεν είσαι τόπος
γιατί με εξαντλεί ο έρωτας σαν μακρινό ταξίδι
σε νοσταλγώ σαν γυρισμό
σε αποζητώ σαν καταφύγιο;

Πώς πηγάζω και ρέω και εκβάλλω
στο εύφορο δέλτα της κοιλιάς σου
άντρας ποταμός;
Πώς διαλαλεί το σώμα σου τα μυστικά μου
όπως τα φαράγγια τους ψίθυρους των φλύαρων νερών;
[…]

Το τέλος κάθε ποιήματος, μετά από μια συνεχή και αύξουσα συγκινησιακή πορεία, επιφυλάσσει μια μυστηριακή έλξη για βέβαιο προβληματισμό που οδηγεί, ποιητικώς αποδεδειγμένα, στο κέντρο της λύτρωσης.
[…]
Ευτυχία
το τόπι που κλωτσάω για να φύγει
κι ύστερα τρέχω να το πιάσω.

 

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΠΑΚΟΝΙΚΑ

Για σφοδρά έντονες ερωτικές καταστάσεις μας μιλάει η ποιητική συλλογή της Ελένης Αλεξίου. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο τίτλος-σαφώς υπαινίσσεται μια ερωτική σύζευξη- κάτι πολύτιμο και βαθύ ξυπνάει μέσα μας. Συχνά ακούμε τη φράση ότι όποιος ερωτεύτηκε γίνεται εν δυνάμει ποιητής. Αναμφίβολα έρωτας και ποίηση έχουν στενή σχέση και συνάφεια. Ο Μπρετόν υπενθυμίζει ότι τα γνήσια ποιήματα έχουν τη δύναμη να «διατηρήσουν την ύπαρξη» με την ομορφιά και την αλήθεια τους. Όμως το ίδιο κάνει και ο έρωτας που έχει την ισχύ να μας εξυψώνει σε κάτι σπάνια όμορφο και υψηλό. Γοητευμένοι ήδη από τον τίτλο προχωρούμε στα ποιήματα της Αλεξίου, τα οποία εξίσου μας γοητεύουν με την γνησιότητα, την πρωτοτυπία, την λιτή και ουσιαστική τους δύναμη.
Η συλλογή χωρίζεται σε δύο ενότητες με τους τίτλους «Κηδείες εντόμων» η πρώτη, και «Τα ποιήματα που γράψαμε μαζί» η δεύτερη- που δίνει και τον γενικό τίτλο στο βιβλίο. Υπάρχει μια έντονη αντίθεση ανάμεσα στις δύο ενότητες, όπως ανάμεσα στο άσπρο και το μαύρο, τη νάρκη των επιθυμιών και την αναγέννησή τους, τη μοναξιά και την ευδαιμονία. Στην πρώτη ενότητα ένας ερωτικός δεσμός οδηγείται στο τέλος του, με την οδύνη και τον πόνο που αυτό συνεπάγεται. Στη δεύτερη περιγράφεται όλο το φάσμα ενός νέου παθιασμένου και φλογερού έρωτα. Αναμφίβολα η γραφή της Αλεξίου συναρπάζει περισσότερο στη δεύτερη ενότητα, που είναι η εκτενέστερη, η πιο σημαντική.
Εντυπωσιάζει η φρενίτιδα, οι πυρπολήσεις της έκστασης, η μέχρι τρέλας αφοσίωση που είναι το ίδιο μανιακή και στους δύο εραστές, το δηλώνουν οι στίχοι: «Θα ξαπλώσω στο τραπέζι Θα ξαπλώσεις επάνω μου και θα μας δειπνήσει Ένας ανθρωποφάγος Έρωτας». Υπάρχουν διακυμάνσεις στην ερωτική αφήγηση, που πέρα από την ποικιλομορφία των αισθημάτων που αναδύονται, συντελούν στην αδιάπτωτη ένταση των στίχων. Στην αρχή οι εραστές λόγω κοινωνικών συμβάσεων πρέπει να κρατούν τα προσχήματα, να παραμένουν εγκρατείς και να συμπεριφέρονται με ευπρέπεια στις όποιες συναντήσεις τους ανάμεσα σε άλλους. Βέβαια, κάποια στιγμή αποφασίζουν να βάλουν τέλος στις αναβολές και να βρεθούν μόνοι τους, όπου πλέον όλη η συσσωρευμένη ενέργεια του πάθους θα εκραγεί εκλύοντας το μεγαλείο της ένωσης σώματος με σώμα- η κλινοπάλη σφραγίζει το ανεξίτηλο δέσιμό τους. Είναι συγκλονιστικό το ποίημα «Οίστρος», όπου η ποιήτρια τρέχει να συναντήσει τον εραστή: « έρχομαι με το ποδήλατο καταπίνοντας κουνούπια και γύρη/κυοφορώντας οργασμούς/ τρέχοντας στην κατηφόρα δίχως φρένα/ με χέρια ανοιχτά με κλειστά μάτια/-αν σκοτωθώ στο τέλος του δρόμου/θα πουν ότι ήμουν μια γυναίκα που πέθανε από έρωτα».
Επειδή πρόκειται για ακαριαίο έρωτα, κεραυνοβόλο σαν θάνατος, το σώμα και οι αισθήσεις απελευθερώνονται στο έπακρο. Φιλιά, αγγίγματα, θωπείες, εναγκαλισμοί περίτρανα διοχετεύουν τη μοναδική χάρη και την απαράμιλλη έξαρσή τους, και η συνεύρεση των δύο εραστών προσλαμβάνει ένα χαρακτήρα μυητικής τελετουργίας. Παραθέτω τους αισθαντικούς στίχους από το ποίημα «Αφού δεν είσαι τόπος»: «Πώς πηγάζω και ρέω και εκβάλλω/στο εύφορο δέλτα της κοιλιάς σου/άνδρας ποταμός;/Πώς διαλαλεί το σώμα σου τα μυστικά μου/όπως τα φαράγγια τους ψιθύρους των φλύαρων νερών;».
Αν ο άνδρας ως εραστής είναι πολυπόθητος, τόσο που η απουσία του να είναι η πιο σκληρή τυραννία, άλλο τόσο παντοδύναμη στην καρδιά του είναι και η γυναίκα ως ερωμένη του. Την κοιτάει γονατιστός με λατρεία, και από την τόση αγάπη του γι’ αυτήν φτάνει να την φοβάται. Είναι πολύ εντυπωσιακό το ποίημα «Μητριαρχία του έρωτα», όπου η ερωμένη επιθυμεί να γεννήσει τον εραστή της και να τον θηλάσει με «ένστικτο λύκαινας». Οι εναλλαγές τρυφερότητας και ερωτικής σαρκολαγνείας καθιστούν το ποίημα από τα πιο συγκλονιστικά της συλλογής.
Όπως κάθε διαδικασία αλήθειας, ο έρωτας δεν πορεύεται ανεμπόδιστα και εν ειρήνη, υπάρχουν δοκιμασίες, πόνος, επιφυλάξεις, αμφιβολίες, απουσίες, επανασυνδέσεις. Όλο αυτό το σκηνικό των βίαιων αναταράξεων εκφράζεται με κάθε ψυχολογική απόχρωση στα ποιήματα της συλλογής. Και πάλι μέσα από αυτές τις δοκιμασίες οι εραστές βρίσκουν τον νέο εαυτό τους ως μια επανάσταση μέσα στην ύπαρξη, που τους χαρίζει μια καινούργια «όραση» απέναντι στον κόσμο. Τους δίνει την αίσθηση μιας αβάστακτης πληρότητας που πλησιάζει προς κάτι το υψηλό και το θεϊκό. Γι’ αυτό η γυναίκα- ερωμένη αναφωνεί στο ποίημα «Στιγμιαίοι ορισμοί ενός εξακολουθητικού έρωτα»: «απόψε αποστήθισα τον κόσμο, κατασπάραξα τον καρπό της γνώσης ,αποπλάνησα τον δάσκαλο και μια ΑΠΟΛΟΓΙΑ, ό,τι κι αν έγινα είναι που σε αγάπησα πολύ».
Το πλούσιο υλικό των ερωτικών βιωμάτων, πολυποίκιλο σε διαβαθμίσεις, ανατροπές και εκρήξεις, αναδεικνύεται με ώριμη τέχνη στην έκφραση, εύστοχα κι ευθύβολα από την Αλεξίου. Με αυτή τη συλλογή της κατορθώνει επάξια να εμπλουτίσει το κεφάλαιο της ερωτικής ποίησης στα γράμματά μας.

 

ΚΩΣΤΑΣ Γ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

ΤΕΥΧΟς 19 ΠΟΙΗΤΙΚΆ

Ποιήματα ερωτικά, δηλωτικά ενός έρωτα που. πλήρης ενοχών. αναζητό άλλοθι και προσχήματα για να «κρυφτεί» από τα αδιάφορα και αδιάκριτα
βλέμματα των άλλων, την ίδια στιγμή που εναγωνίως, σαν διεκδικώντας τον απαραίτητο για την ύπαρξή του ζωτικό χώρο. απεργάζεται τρόπους έκθεσης. έστω κάποιων πτυχών του στο φως Ενός έρωτα που αισθάνεται να ασφυκτιά στους υγρούς βυθούς» της σιωπής και που επιβάλλει το μοίρασμα των εραστών στα δυο: στον πραγματικό εαυτό και τον σωσία. Ενός έρωτα περιθωριοποιημένου και ανεκπλήρωτου και με βασανιστικό αποσιωπημένες, απωθημένες τις απ’ αυτόν απορρέουσες επιθυμίες.
Δε θα έλεγα ότι η ποιήτρια πρωτοτυπεί στην προσπάθεια της να κρύψει, την ίδια στιγμή που εκθέτει απερίφραστα, κάποτε μάλιστα με αξιοσημείωτη τόλμη, το ερωτικά πάθος που την ταλανίζει πνευματικά και σωματικά. Όλα όσα μετέρχεται για να καταστήσει τον λόγο της
κρυπτικό. να του προσδώσει την κατά την άποψή της ασάφεια, αμφισημία
και ποιητική δραστικότητα και δραματικότητα -περιγραφική απόδοση σκηνών, καταστάσεων, σύμβολο και οι αλληγορίες- είναι περισσότερο ή λιγότερο εύκολα αναγνωρίσιμα και μάλλον αποκαλυπτικά της εικαζομένης πρόθεσής της να μη γίνει ευθέως αποκαλυπτική. Η έλλειψη πρωτοτυπίας ωστόσο
αντισταθμίζεται -αν δεν -θεραπεύεται- κιόλας- από μια διακριτική μουσική υπόκρουση και συνάμα επικάλυψη των όσων εξομολογητικά κατατίθενται
-Σε ναρκοκρέβατο πλαγιάζω σκεπάζοντας με συρματόπλεγμα
ετοιμοπόλεμο κορμί, τολμά και λέει, φροντίζοντας παράλληλα για την άμβλυνση της σωματικά εκτεθειμένης ερωτικής στέρησης και ανάγκης της με ένα ημιδιαφανές μουσικό κάλυμμα,τίο οποίο δημιουργείται με τρόπο φυσικό και αβίαστο οπό αλλεπάλληλες, κυματοειδεις, εφορμήσεις μνήμης πραγματοποιημένων, ματαιωμένων ή και -φαντασιωμένων- ερωτικών επιθυμιών. Κυρίως, όμως, δημιουργείται με τη σύμπραξη ενός απολύτως σωματοποιημένου κενού απουσίας με τη δραστική και ποιητικά αποτελεσματική σύμπραξη του απόντος ερωτικού -αντικειμένου-, το οποίο ερεθίζει, ωθεί τα ποιητικό υποκείμενο σε αναβιώσεις κοινών ή και μοναχικών
πραγματικών, φανταστικών η ονειρικών, πτυχών του παρελθόντος.
Το συντροφεύει στην ανάπλαση του ιστορικού ενός αδικαίωτου έρωτα που έμεινε να αιωρείται στο διηνεκές ανάμεσα στο αν και το θα
το συντροφεύει ακόμη σε μιαν ελεγχόμενη συγκινησιακά περιφορά σε τόπους, χώρους και στέκια ιδιωτικά και δημόσια. όπου κάθε συζήτηση, κάθε τυχαίο άγγιγμα κάθε χειρονομία προσφέρονται για μεταγλώττιση, αφού στην πραγματικότητα δεν ήταν παρά υποκατάστατα του έρωτα και βέβαια ίχνη μιας πορείας που οδηγούσε άλλοτε εν επιγνώσει, και άλλοτε ανεπιγνώστως,
προς τη φθορά.

 

ΤΟ ΦΛΑΣ

δημοσιεύθηκαν στο logotexnikesanafores.blogspot.gr, 2/12/2012

ΣΤΕΛΛΑ ΝΤΑΒΑΡΟΥΚΑ

Η γοητεία της ποιητικής φωνής της Ελένης Αλεξίου δίνεται μέσα από τα 26 ολιγόστιχα ποιήματα του «Φλας», με λιτότητα, αφαίρεση του περιττού, αποφθευγματικότητα και ευαισθησία.
Σπάνια θα συναντήσει κανείς λέξεις και φράσεις παραπανίσιες. Ακέραια μηνύματα εκτοξεύονται κατευθείαν στο θέμα και εύστοχα οδηγείται ο αναγνώστης στη σκληρή πραγματικότητα της ανθρώπινης απουσίας. Η απογοήτευση στην ποίηση της Ελένης Αλεξίου, χωρίς καθόλου κοινωνικές προεκτάσεις, είναι βίωμα καθαρά υπαρξιακό. Έχει να κάνει με τον Άλλον ως συμπαίκτη στο παιχνίδι της ζωής. Είναι ποίηση προσωπική, υποκειμενική. Η ποίησή της εδράζεται στο βίωμα, στη μνήμη, στην πλήρωση ή τη στέρηση, σε μια σκευή μελαγχολίας, αλλά όχι και απόγνωσης. Γι αυτό και η απογοήτευση γίνεται μέρος της διαδικασίας ωρίμανσης προσωπικής και ποιητικής.
Αν συμφωνήσουμε με τον ορισμό του Μαξ Σέλλερ ότι ο έρωτας είναι η κίνηση από το μη είναι στο είναι, εύκολα θα συμφωνήσουμε και στο ότι είναι και ο σκοπός που όλοι ζητάμε. Απλώς στην ποίηση της Ελένης Αλεξίου αισθάνεσαι ότι μπορεί να βρεθεί, μπορεί και να χαθεί. Και μάλλον το να μη βρεθεί ή να χαθεί είναι και το πιθανότερο. Η επιθυμία για μια τέτοιου είδους οικειότητα είναι εις το διηνεκές.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΡΑΝΙΩΤΗΣ

Σ’ έναν επιφανειακό, ρηχό κόσμο η Ελένη Αλεξίου έρχεται να μας υπενθυμίσει, με την πρώτη της ποιητική συλλογή «Το Φλας», την ουσιαστική παρουσία της χαρμολύπης που ευδοκιμεί σε κάθε έκφανση της ζωής μας, πόσο μάλλον στον έρωτα. Η ερωτικότητα του πόνου και της χαράς και η ευαισθησία που διασώζεται σε κάθε άνθρωπο, δίνονται μέσα από την αισθαντική ματιά της ποιήτριας, που αποκαλύπτει την αρμονία των αντιθέσεων στον έρωτα, όπως τον βιώνουμε όλοι μας.
Ολιγόστιχος ο ποιητικός κόσμος της. Η ποιήτρια χρησιμοποιεί λέξεις απλές, καθημερινές χωρίς περιττές ωραιολογίες κι ανούσιους εντυπωσιασμούς. Ομιλεί αβίαστα με αισθαντική πειστικότητα. Τα ποιήματά της έχουν έναν εσωτερικό ρυθμό που διευκολύνει την είσοδό τους στη μνήμη του αναγνώστη.
Λιτή, απέριττη, μα τόσο αληθινή η πένα της Ελένης Αλεξίου. Η ευαισθησία και η έμπνευση είναι τα δυνατά σημεία της ποίησης της νέας δημιουργού. Γι αυτό και είμαι σίγουρος ότι θα έχει ανοδική πορεία στον Νεοελληνικό Παρνασσό.

 

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΓΚΙΤΣΗ

αναστασια

 

Η Αναστασία Γκίτση είναι θεολόγος καθηγήτρια της Μ.Ε. με μεταπτυχιακές σπουδές στο Α.Π.Θ και στο Centre Orthodoxe du Patriarcat Εcumenique (Ελβετίας). Υποψήφια διδάκτωρ στον τομέα της Δογματικής, Α.Π.Θ. Ποιήτρια κι αρθρογράφος σε έντυπο κι ηλεκτρονικό τύπο, έχει στο ενεργητικό της δύο προσωπικές ποιητικές συλλογές και μία συμμετοχή σε συλλογικό τόμο. Εμπνεύστρια και δημιουργός του καλλιτεχνικού τριπτύχου «Sygorma» όπου η ποίηση εναρμονίζεται με την μουσική και τα εικαστικά. Άρθρα, μελέτες, μεταφράσεις και ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί σε συλλογικούς τόμους, εφημερίδες, περιοδικά (ελληνικά και ξένα), και ανθολογίες. Έχει βραβευτεί/επαινεθεί για ποιήματά και διηγήματά της, μεταξύ άλλων, από τους: Σ.ΕΚ.Β.Ε, Griechischer Kunst und Literatur Verein, Union of European Writers και MusicHeaven. Στο θέατρο έχει μεταφερθεί μονόλογός της από την ομάδα Contact Ensemble και ποιήματά της από τις ομάδες Trickortreat και Persona non grata.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

(2000) Ξέρω! Είναι κάπως αργά…, Παρατηρητής
(2010) Κορίτσι των σκοτεινών δασών, Μπαρμπουνάκης Χ.

Συλλογικό έργο

(2011) Λόγια ελπίδας, Μπαρμπουνάκης Χ.

 

 

 

ΚΟΡΙΤΣΙ ΤΩΝ ΣΚΟΤΕΙΝΩΝ ΔΑΣΩΝ (2010)

στη γυναίκα… αυτή την άνθρωπο

 

ΚΟΡΙΤΣΙ ΤΩΝ ΣΚΟΤΕΙΝΩΝ ΔΑΣΩΝ

Chapitre I

Θα μπορούσες να μου κρατάς το χέρι
στο πιο πηκτό σκοτάδι;
Έλα, σίμωσε κοντά μου και ας μη διακρίνεται το πρόσωπο μου,
το σκοτάδι ας καλύπτει τα μάτια μου…

Μπορείς να μ’ αγγίξεις…
δεν θ’ αναρριγήσω, σ’ το υπόσχομαι,
και ας πατώ ξυπόλητη σε χιλιάδες κόκαλα
αιώνων που περνάνε φυσώντας τα παραθυρόφυλλα
τούτου του μοναστηριού…

Εδώ ήρθα, πάει στ’ αλήθεια πολύς καιρός, το ξέρω…
Τα χέρια μου γερασμένα χώνονται στα σπλάχνα της σιωπής,
αναζητάνε τα δικά σου…
Έτσι ήταν πάντοτε θαρρώ…
Ακόμη κι όταν τα έχωνα στην καυτή την αμμουδιά
τα καλοκαίρια,
ήταν για να γευτώ τη ζεστασιά των δικών σου χεριών,
και ας μην σ’ είχα ακόμα γνωρίσει.

Έτσι με θυμάμαι πάντοτε θαρρώ…
Να διψώ για σένα
και το νερό να μη με ξεδιψά…
Να μη με σώνει…
Αχ! Η ψυχή μου είχε ήδη σωθεί
τη μέρα που γεννιόσουνα …

Εδώ ήρθα, για να ξαποστάσω,
βαριά η πόλη πάνω μου…
Με τις σκιές να παλεύεις τί ωφελεί!
Γι’ αυτό και εγώ τις έκανα φίλες μου
και παίζαμε θέατρο τις νυχτιές στους τοίχους.
Αλίμονο!
Το σκοτάδι συνήθισα και το φως
μου φαινόταν αφιλόξενο…
Μακρινό…
Άχρωμο…

Κορίτσι των σκοτεινών δασών… δασών… σών… σών…
θυμάμαι τη φωνή σου που αντανακλούσε
στα παλιά σανίδια του μοναστηριού…

Έχει αλλάξει από τότε, σου το είπα;

Τα παντζούρια δεν στάζουν πια γκριζωπές προσευχές
μήτε μελαγχολικές μελωδίες.
Μυρίζουν άγιο βασιλικό, ωσάν τις βυζαντινές εικόνες
πίσω από καντηλάκια…

Έλα κοντά μου και ας μη φαίνεται αν σου χαμογελώ
ή αν σου δακρύζω…
Η νοσταλγία δεν αποτυπώνεται πουθενά,
σταλάζει νωχελικά σε μιαν άκρια της ψυχής
ωσάν λαδάκι ευλογημένο,
ωσάν κοινωνία με το Θεό,
μυστική, ολότελη.
Κι έπειτα μας αναγεννάει,
ωσάν ενανθρώπηση,
ωσάν ανάσταση…

Θα μπορούσες να μου κρατάς το χέρι
στην πιο πηκτή φωτοχυσία;

Γι’ αυτό ήρθα εδώ, σου το είπα;
Το φόρεμα να ενδυθώ, το ολόχρυσο,
εκείνο που σε κάνει να μοιάζεις μ’ άγγελο ταπεινό…

Besançon / Ιούνιος 2001

 

ΠΑΡΑΠΛΕΥΡΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Παράπλευρες ιστορίες,
μονόδρομες επιθυμίες που καταλήγουν
στο τίποτα και στα πάντα,
ίσως γιατί άθελα μας υφίστανται οι πιο όμορφες
ιστορίες ή τραγωδίες…

Κόψε λίγη από τη νυχτιά σου
να’ χω να σε ποθώ τα βράδια
σε υπνώδεις αγναντεύσεις της αφής
θα ‘ρθω να ξαποστάσω
σ’ εσένα που θεϊκά υπήρξαν
τα καλέσματά σου
χωρίς να το θελήσεις.

( Γι’ αυτό σου λέγω)
οι ομορφότερες ιστορίες
άθελά μας υφίστανται.

Χαλκιδική / Σεπτέμβριος 2004

 

ΕΡΩΤΙΚΗ ΥΠΟΣΧΕΣΗ

Τόσο πολύ είχε κολλήσει πάνω σου
η αθωότητα που σ’ ένιωθα διάφανο
ν’ ανασαίνεις στο λαιμό μου…

Της σιωπής σου
έψαξα ρούχο να την ντύσω
να μην σεργιανάει μονάχη
και γυμνή στο άσβεστο
ης ψυχής μου…
Της μοναξιάς σου
λαχτάρησα αιτία να της χαρίσω
να’χω να παρηγορώ
το κλάμα μου
τα βράδια που αμίλητο
σε νιώθω να περπατάς
οτονύπνο μου…
Την απουσία σου
ορέχτηκα σ’ υπόσταση
να μεταπλάσσω
κάθε φορά
που σκιά θα διασχίζεις
τον τοίχο μου,
σημαίνοντας υπόσχεση παντοτινή.
Διαιωνίζοντας το χτες
της ανθρωπότητας
σε αύριο…
Το κάθε τώρα σ’ απαρχή…
Το όποιο δάκρυ σ’ ελπίδα…

Αστυπάλαια / Νοέμβριος 2005

 

ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ ΘΥΜΗΣΗ

Όσο κι όσο!
Αρκεί να μου κόψεις κάτι για απόδειξη.
Να αυτό το κομματάκι ξένης επιθυμίας.

Στα απερπάτητα όνειρα
της ευρύχωρης ζωής μου,
Ρόδιζες αμίλητος.
Αυτόκλητος επισκέπτης
εκκρεμών χρόνων
οε κρεμασμένα ρολόγια τοίχου,
εντοιχιζόμενος αυτόπτης μάρτυρας
των καλοραμμένων ονείρων μου.

Μόνο εσύ έμεινες να μαρτυρείς
την κατοικία μου,
να μου θυμίζεις
πως η μνήμη
δεν νοικιάζεται..

Valencia / Αύγουστος 2009

 

ΠΟΙΟΣ ΒΥΖΑΞΕ ΤΑ ΣΤΗΘΗ ΣΟΥ;

Και οι πυρκαγιές στο χώμα σου, αλατισμένα χείλη στις πληγές σου
που χαίνουν απ’ αρχής συστάσεως του κόσμου…

Χορός αλλόφρων: Γη, γη, γη πανάρχαια και παντάνασσα,
ποιος βύζαξε τα στήθη σου και είναι πετρωμένα;
Σαν γυναίκα μοιάζεις που την λεηλάτησαν στρατιώτες βιασμένη
από τις αρβύλες τους το σκληρό τακούνι και την αδιάβροχη λούστρινη
μπότα τους.

Πληγιασμένη Γης: Οι κραυγές με στοιχειώνουν. Οι κραυγές των πεθαμένων
με κατατρύχουν. Αίμα άλλο αδυνατώ να στεγνώσω, κόκκινη έγινα κι εγώ.
Φρυγμένη γης απόμεινα. Γογγύζω, υποφέρω.

Προφήτης περιφερόμενος στου χρόνου την ρότα: Στα σιωπηλά νεκροκρέβατα
των στρατοπέδων θα περιδιαβαίνει ο πιο σπλαχνικός μου στεναγμός…

Χορός ενεός: Γη, γη, γη πολύπαθη και λεηλατημένη
ποιος διακόρευσε τη μήτρα σου κι είναι τώρα στείρα;
Σαν θάλασσα μοιάζεις που την πνίξανε τα ίδια τα κύματά της βουλιαγμένη
στην χλαπαταγή των ανίερων πολέμων και στην σπερματόρροια σαθρών
ιδεολογιών.

Βιασμένη Γης: Ανατριχιασμένη ανθρωπότητα με σπασμένα κόκαλα πόσο
ακόμη θα αντέχεις την κατάντια σου; Πόσο θα ξεσκίζεις τα παιδιά σου;
Μέσα στην κοιλιά μου η βρώμα της βιαιότητάς σου διαχέεται παντού.
Μ’ εξαθλιώνει, μ’ αρρωσταίνει.

Προφήτης περιφερόμενος στου χρόνου την ρότα: Στις αποτρόπαιες μάχες
θανάτου, θ’ απλώνω το χέρι μου να σκεπάζει τα βλέφαρα των νεκρών.
Να μην κοιτάνε άλλο πια τον τρόμο…

Χορός σιωπηλός: Γη, γη, γη μονάχη κι αβοήθητη
ποιος έκαψε το σώμα σου και στάχτη τώρα μυρίζεις;

Κομμένη Γης: Σάπιοι άνθρωποι και όχι χοϊκοί. Άνθρωποι λασπωμένοι.
Αποσυνθεμένοι άνθρωποι.

Προφήτης περιφερόμενος στου χρόνου την ρότα: Κλάψε ψυχή μου, κλάψε…

Synagogue in Slovakia / Σεπτέμβριος 2008

 

ΑΝΟΙΚΕΙΑ ΜΕΡΑ

Να ξημερώσω θέλω,
να ξημερώσω με άυπνο πνεύμα, σώμα,
να εξημερώσω θέλω μέσα μου…

Ανοίκεια ημέρα,
«κοιτώ γη
και να με πνίγει ο ουρανός.
Να ζητώ ήλιο πατρίδας
οι να με ντύνεται
η συννεφιασμένη
ντροπή της αλλοδαπής.

Ανοίκεια ημέρα.
Άνθρωπος ευάλωτος,
πού ν’ αντέξει τόσα
πήγαινε – έλα
στον αεροδιάδρομο
των αεροστεγών επιταγών σου!

Zurich/Αύγουστος 2009

 

ΑΝΔΟΡΡΑ

Λέξεις δεν κράτησα για σένα.
Τις όσμωσες όλες με τις αισθήσεις σου.

Μύριζες
χίλια στόματα
και μια φωνή.
Μα απ’ όλα περισσότερο
τα’ αστέρια σου νοστάλγησα,
έτσι όπως τρυφερά
τυλίγαν
το κορμί μου.

Andora / Αύγουστος 2009

 

ΕΞΟΔΟΣ ΔΙΑΦΥΓΗΣ

Να βάλω άσπρο χρώμα
οε ολόμαυρη παλέτα,
να ‘πεθυμώ πάντα το γαλάζιο.

Στα σύννεφα κολλούσες
τη θύμησή σου.
Και έσταζε το μέσα σου
καθώς σε άλλα βλέμματα
το δικό μου έσβηνες

-αποχρωμάτιζες μνήμες-
αζητώντας έξοδο διαφυγής.

Zurich / Αύγουστος 2009

 

ΘΑΛΑΣΣΑ ΕΣΥ ΣΙΓΑΛΙΑ ΕΓΩ

Μοσχοβολάς φως!

Στη μοιρασιά
θαρρείς πως μ’έριξες.
Εσύ να διαλέγεις τη θάλασσα
να ντύνεσαι.
Εμένα να μου χαρίζεις τη σιγαλιά
να φορώ.

Μα κάθε που νηνεμεί ο χρόνος ανάμεσά μας
έρωτα σου κάνω,
καθώς ενάλια κάθε σου κύμα
ξεδιπλώνεις
σάρκα και ψυχή
στα σιωπηλά μου χείλη.
– ανάθεμα εθελούσιας προσφοράς-

Μέσα μου σε φέρω να ταξιδεύεις.
Αιώνια αγαπημένη.

Costa Brava / Αύγουστος 2009

 

ΤΑΜΕΝΗ ΝΗΣΤΕΙΑ

Όλα σού τα έταξα…
Σαν Αγίου τάμα
που δεν εκπληρώθηκε ποτέ!

Να διακλαδίζεται η σκέψη μου
-αναρριχώμενο φυτό που ευδοκιμεί πάνω σου-

Να στεγανοποιείς την ψυχή μου.
-σπασμωδική ανάσα που δανείζεται την αναπνοή σου-

Και το ταπεινό κορμί
-ό,τι πολυτιμότερο έχω κρατήσει για μένα-
να σ’ το προσφέρω θυσία ολοκαυτώματος.

Προτίμησες τη νηστεία
πάραυτα!

Barcelona / Αύγουστος 2009

 

ΕΡΩΤΙΚΑ ΣΑΚΑΤΕΜΑΤΑ

Και άντε τώρα να χωρέσουν φωνήεντα και σύμφωνα μαζί
σ’ έναν τρεμάμενο στεναγμό!

Σαν κοχύλι απλώθηκες
στης εμπύρετης σου ηδονής το σθένος
και δαγκώθηκες στο ύστατο φωνήεν
της ξαναμμένης σου ανάσας.
Φαλλός πανάρχαιου χρησμού,
αιδοίο πυθιακής αμφιλαφίας.
Απλώθηκα σε…

Σαν άστρο σελάγισες
στου πρώτου σου οργασμού το τίναγμα
και έσβησες στο τελευταίο σύμφωνο
ίου ανακουφιστικού σου στεναγμού.
Αφουγκράστηκα σε…

Επισκέπτης αιρετικής σαλότητας,
ιερόδουλη σαρκικής ευσπλαχνίας.
Τετέλεσται η σκηνή.
Κορμιά πεταγμένα σαν βότσαλα στην άκρια της ακτής.
Πόθοι αφυδατωμένοι, σπόγγοι κούφιοι στην ακτή της άκριας.
Εκεί που ανθρώπου μάτι και πρόνοια Θεού
αγκομαχεί να καταφτάσει.
Αγιάζει όμως… Αγιάζει…

Θεσσαλονίκη / Αύγουστος 2009

 

ΓΙΑ ΜΕΝΑ ΟΜΩΣ ΔΕΝ ΡΩΤΗΣΕΣ

Μέσα στο σκοτάδι ακόμη και η σπίθα μοιάζει σαν πυρκαγιά!
Για μένα όμως δεν ρώτησες…

i.

Δεν σου μίλησα, είναι αλήθεια δεν σου μίλησα
τις ώρες των μεγάλων ρολογιών
εκκρεμή τροχιοδείκτες μιας άλλης σημαινόμενης στιγμής.
Δεν σου μίλησα, είναι αλήθεια δεν σου μίλησα
τις ώρες των μικρών στιγμών που κούρνιαζες τις φλύαρες λέξεις σου
στις δικές μου άυπνες σιωπές
δεν σου άρθρωσα
-φωνή πού να βρω να σου ταιριάζει!—
ούτε μια λέξη δεν όρθρισα,
κατάνυξη λειτούργησα ούσα μη χειροτονημένη.

ii.

Μη θαρρείς από φόβο,
τίποτε δεν με φόβισε παρά μόνο η ανάσα σου
όταν ξεμάκραινε από σιμά μου.
Και η βαριά σου σκιά στον τοίχο που δεν μου άφηνε
περιθώρια ασφαλείας να δω τα μάτια σου,
τα μάτια σου,
σκοτεινές χαντρίτσες σε στριμωγμένα απόκρυφα ευαγγέλια.
Κομποσχοίνι μετά προσευχής και ασκήσεως
κρατούσα στα χέρια να τ’ αντέχω
βασιλικό στα δόντια.

iii.

Και αν κατέβαζα τα δικά μου κάθε που τ’ αναζητούσε το βλέμμα σου,
από ντροπή για κείνο το φύλλο της γέρικης βελανιδιάς
που μας είδε να κρυφαγγίζουμε τυχαία
-τάχα μου τάχα μου- το χέρι, ήταν.

… τερπνόν όμως και καλόν επί πλέον ώφελεν είναι…

iv.

Ξελαρυγγιασμένες γούρνες οι κινήσεις σου,
και σου ‘λεγα, χαμήλωσε τη φωνή σου!
Πες μου κείνη τη στερνή καλημέρα
με την χαμηλωμένη φωνή του μεσημεριού!
Πόσο με γοήτευε ο τρόπος που κούρνιαζες τη γλώσσα σου στο
«ρο» σαν τύχαινε ανάμεσα με φωνήεντα.
Δεν σου το πα.

v.

Για μένα όμως δεν ρώτησες…

vi.

Ρυτίδα άπλωσες στο ξύλινο τραπέζι
όλα σου τα «απολαμβάνω»
-κράτησες και ένα στερνό για το τέλος-
και μ’ έμπηξες αγκίδα ροκανιδιού στο μικρό σου δαχτυλάκι,
του δεξιού που το είχες μαγκώσει στην πόρτα βιαστικά θυμάσαι;
Έτσι έκλεινες πίσω σου τις πόρτες και τα φώτα.
Βιαστικά,
σαν αποτρόπαιες ιαχές πολεμιστών στην νηνεμία λίγο μετά τους
πυροβολισμούς.

vii

Και έπειτα ο πόθος σου να το πιέζεις
στο κρύο μπουκάλι της μπύρας.
Η ηδονή του πόνου, μανία -έμφυτη, επίκτητη δεν ξέρω-
να ακροβατείς στ’ άκρα.
Ίσως γι’ αυτό να συμπονάς τόσο τους ακροβάτες,
σαλοί μιας άλλης ισορροπίας, που του Θεού το μοίρασμα ανατάραξε.

viii.

Για μένα όμως δεν ρώτησες…

ix.

Ποια γεύση να ‘χει το αίμα που αυλάκωνε η αγκίδα στο πρόσωπό μου.
Άραγε με θυμάσαι;
Πώς περπατώ στον πόνο μου τρεκλίζοντας,
πώς σιωπώ σαν υποφέρω αγκομαχώντας ανάσες,
πώς αγαπώ στην πρωινή μου ανακούφιση,
στην νυχτωμένη μου ανάγκη, του κορμιού μου
-όταν ζυγιάζω στο περίγραμμα του δικού σου-
στάση (περίσταση πες το όπως θες!) τη θυμάσαι;
Σιωπώ, μαζεύομαι, ένα κομματάκι ακινησίας
ν’ απλώσεις κατάσαρκα τις πυρακτωμένες
λέξεις σου στο παρθενικό κορμί μου.

x.

Έλεγες ότι απο-λάμβανες.
Τίποτα επίμεμπτο στ’ αλήθεια!
λάμβανες-από όμως
το υστέρημα μιας περισσής αντοχής.
Αγαπώ σου ‘λεγα,
πρισματικά καθρεπτίζομαι ν’ αντέξεις το άδειο της δικής σου υποταγής.
Κι έπειτα έφευγες λες και τίποτε δεν βλέπεις
-και ήμουν, είμαι, θα μείνω εκεί που πάντα προσπερνάς-
Μη γυρίσεις γυναίκα του Λωτ. Μη γυρίσεις δις!
Δεν θα σε γράψει η ιστορία…

xi.

Για μένα όμως δεν ρώτησες…

xii.

Βιαστική, γρήγορη, ανυπόμονη, όπως θες πες το
-σου χαλάω εγώ χατίρι!—
η παρουσία σου, αμήχανη απουσία σχημάτιζε
παρά σάρκινη εικόνα.
Τι βιαστικά να ονειρευτείς!
Τι να ματαγαπήσεις!
Τι να μάθεις να ψελλίζεις σε καιρούς μουγγούς!
Τι ν’ ακούσεις σε ξένες θάλασσες που τίναξες τα κύματα σου;
Κομματάκια ψωμιού που μοιραζόμασταν μήνες ψημένου πυρετού.

xiii.

Και όταν έκλαιγα στο παλιό κομοδίνο του ξύλινου σαλονιού
μακριά, κρυφά τον πόνο μου μην κοινωνήσεις
-λάθος που μόνο χαρά κράτησα για σένα;-
έλεγες πως σε ξέχασα, πως μούτρα σου ‘κανα.

xiv.

Μούτρα δε σου ‘κανα ματάκια μου.
Και αν κρατούσα με τα χέρια το πρόσωπό μου κρύβοντάς σου την πίκρα μου,
ήταν που ποθούσα το άγγιγμά σου στο μάγουλό μου
καθώς θα μ’ άγγιζες να μου τα κατεβάσεις…
Ούτε μια φορά δεν το ‘κάνες!

xv.

Ιχνηλατούσες έλεγες την ψυχή μου.
Αφουγκράζομαι ακόμη τα θλιμμένα πρωινά της στερημένης καλημέρας σου
που ανήλια μαραζώνουν το κορμί μου.
-Κατέβασα τα παραθυρόφυλλα μην κουτσομπολεύει η γειτονιά-
Όχι αγάπη μου γλυκιά, εσύ δεν με ιχνηλατούσες
με περπατούσες κανονικότατα με τα μυτερά μαύρα τακούνια της θεάς
απόλαυσής σου.

xvi.

Γα μένα όμως δεν ρώτησες…

xvii.

Πώς τις τρύπες της γόβας που στιγμάτισες τη σάρκα μου
ασβέστωνα τα ηλιοβασιλέματα,
πώς κάθε πληγή σου επούλωνα δίχως κόπωση να ξεστομίσω.
Κάθε καλημέρα, κάθε καληνύχτα μια πληγή, δύο και πάει λέγοντας.

xviii.

Και τόσο εσύ μου ‘λεγες καλημέρα όσο εγώ ποθούσα την καληνύχτα σου.
Σε ποια συγχρονία της στιγμής επιτέλους θα σημάνουμε!
Ξεγλιστρούσες όμως επιδέξιος ακροβάτης των άκρων που
τέντωνε το σχοινί στων ακονισμένων μου αισθήσεων τις χορδές.
Γι’ αυτό λοιπόν συμπονάς τους ακροβάτες.

xix.

σ’ αγαπώ
σού ‘λεγα,
σιωπούσα…
σ’ αγαπώ
έτσι απλά
για όσα δεν θα μάθεις

xx.
Για μένα όμως δεν ρώτησες…

xxi.
Ούτε τότε που μάτωσα τα χείλη σου
στο πρώτο μας φιλί θυμάσαι;
-ή μήπως το φαντάστηκα αυτό;-
σάρκινη σκιά εσύ
προσευχή άυλη εγώ
που να συναντηθούμε
ποια πίστη θα μας σώσει!

xxii.

Γα μένα όμως δεν ρώτησες…

xxiii.

Ποια είμαι, ποια έγινα
πώς αγαπώ όταν πονώ
και πώς σωπαίνω σαν τίποτα για μένα δεν κρατώ
παρά την έγνοια μου να σε ποθώ (πονώ ένα «θου» δεν κάνει τη διαφορά)
για όσα ποτέ δεν θα μάθεις…

xxiv.

Μέχρι να ακούσω την καλημέρα σου δεν θ’ ανασάνω
σου ‘λεγα
δεν θ’ ανασάνω.
Πάνε μέρες δίχως νέα σου.
Ασφυκτιώ.

xxv.

Γα μένα όμως, για μένα δεν ρώτησες…

Θεσσαλονίκη / Αύγουστος 2009

 

 

ΛΟΓΙΑ ΕΛΠΙΔΟΣ (2011)

 

ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ

Μην πλησιάζεις εδώ… μην…
γοργά θα μεταμορφωθώ… δεν θα με πιάνει βλέμμα…

Μέσα από το ελάχιστο της όρασής μου
συμμαζεύω εικόνες τ’ ουρανού
μαρμαρωμένος βασιλιάς του τόπου μου
υπάρχω
γυμνοσάλιαγκας ανελέητο φορτίο φέρω,
με φέρει
τί έχω να μετρώ σαν πλαγιάζω στο υγρό του σκεπάσματός
των θλιμμένων πρωινών που ανήλια
υπάρχουν.
αναρωτιέμαι…

Κι όσο ο γλάρος το μπλε βαθύ θα θρέφεται σε βράχους αιωνόβιους
Θα ‘ρθω… πάλι θα ‘ρθω,
ανάλαφρος άνθρωπος θα ‘ρθω.
Ναι. Σώμα δεν θα μ’ ορίζει
περίγραμμα ουδέν, μήτε ανάγκη
φλοιός κανείς, ίχνος δέρματος
τριγμός ανάλαφρος
ανελέητα θα ‘ρθω!
Φλογισμένη αύρα σ’ ασκέπαστο ουρανό,
κύκλος χωρίς α-γωνίες.
υπόσχομαι…

 

ΞΕΡΩ! ΕΙΝΑΙ ΚΑΠΩΣ ΑΡΓΑ (2000)

ΑΠΟ ΤΑ ΚΑΣΤΡΑ

Βροχή στάλαζε στα θολά τζάμια
του λεωφορείου
με τα παλιά λάστιχα που
τρίβονταν στους δρόμους
της Θεσσαλονίκης.
Τούτη η βροχή δεν
έφτασε να ξεπλύνει
τις λέξεις μου
που τριγυρνούν μονάχες
στα κάστρα θωρώντας
το ανείπωτο.

 

ΑΣΧΟΛΙΕΣ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΕΣ

Κοιμόμουν νωρίς λοιπόν
τα βράδια γιατί
ήταν η ώρα που θα περνούσε
ο υπόγειος και δε θα ‘χε
κανέναν να κατεβάσει.
Έτσι κι εγώ,
τον περίμενα
με το παλτό μου,
να ‘χει κάποιον να μεταφέρει
μέσα στη νύχτα.
Γιατί αλλιώς πως θα
υπήρχε η πόλη;
παρά μόνο σαν φάντασμα
που αιωρείται στα σοκάκια.

 

ΣΑΝ ΠΛΑΓΙΑΖΟΥΝ ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ

Ίσως τις μελαγχολικότερες ιστορίες τις λέμε
μόνοι μας τα βράδια,
για να βαστάμε τον θάνατο των άλλων
και την μοναξιά τους.
Και σαν πλαγιάζουμε έχουμε πάντοτε
το χέρι μας ξεσκέπαστο
γιατί…
για φαντάσου να έρθουνε όλοι οι λυπημένοι
τη νύχτα και να μην βρουν
ούτε ένα χέρι για να κρατηθούν!

 

ΣΚΟΝΕΣ ΠΑΡΑΞΕΝΑ ΦΕΡΜΕΝΕΣ

Είναι και κάτι σκόνες
παράξενα φερμένες,
στριμωγμένες
στις πιο σκοτεινές ρωγμές
του εαυτού μας
– αυτού του άλλου –
που μόνο σαν σιωπούμε
τον αφήνουμε να γίνει
διάφανος.

 

ΛΟΝΔΙΝΟ

Στις απρόσιτες παρυφές
των κεραμιδιών της καφέ
πόλης κρέμασα κόκκινα
χαμόγελα, μπας και γίνει
γιορτινή,
πάψει να κλαίει μέσα
στον ύπνο μου
και με στεναχωρεί.

 

Επιλογή από το project 3×3+1 /
Θεσσαλονίκη / 15η Biennale Νέων μεσογείου 25-28 Οκτωβριου 2011

 

WOMAN IN SALE (Η ΑΛΛΙΩΣ ΧΙΟΝΑΤΗ)

Και οι επτά με διεκδίκησαν
από τον πρώτο μέχρι τον τελευταίο.
Αφέθηκα
-άλλο που δεν ήθελα!
σε ορέξεις λάγνες
σε επιθυμίες τεμαχισμένες
την δική μου την κράτησα καλά φυλαγμένη ωστόσο.
Με διεκδίκησαν και οι επτά
από τον πρώτο μέχρι τον τελευταίο.
Μετρούσα
-ανάγκη βλέπετε!
λαχτάρας πόντους
μοναξιάς μήκη
και πήρα κοντές ξεφτισμένες λινάτσες
παραμυθιών που κανείς πια δεν διαβάζει.
Προσύμφωνα γάμου, γάμου προσύμφωνα
παράφωνα ερώτων.

Ξεπουλήθηκα
από τον πρώτο μέχρι τον τελευταίο
κι ας με διεκδικούσαν σαν γίγαντες.

Μα να μην προσέξω πώς ήταν νάνοι!

 

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Κορίτσι των σκοτεινών δασών

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΟΥΤΑΣ

BOOKPRESS 15/7/2015

Μικρές ερωτικές προσευχές

Η φράση «ερωτική πόλη», που επικράτησε και κατά κόρον αποδόθηκε στην πόλη της Θεσσαλονίκης, αντικειμενικά είναι ένα μύθευμα, ένα εφεύρημα κάποιων ευφάνταστων, κυρίως Αθηναίων επισκεπτών της, οι οποίοι ανηφορίζοντας προς τον Βορρά για να συμμετάσχουν σε διάφορα καλλιτεχνικά ή οικονομικά γεγονότα της πόλης (στον καιρό της Διεθνούς Εκθέσεως, στη διάρκεια των φεστιβάλ κινηματογράφου ή τραγουδιού, σε εκδηλώσεις των Δημητρίων ή άλλων) και για λόγους «ευνόητους», την έβρισκαν ερωτική.

Η ερωτική παράδοση της πόλης

Ως κλίμα και ατμόσφαιρα, όμως, πρώτος ο Χατζιδάκις την χαρακτήρισε ερωτική, επηρεασμένος από την ομίχλη της, τον συναισθηματισμό των ανθρώπων της και εκείνη τη γλυκιά μελαγχολία που αποπνέει, αλλά η «τιμή» ανήκει στον Κωστή Μοσκώφ, που την πρόβαλε ως τέτοια. Σ’ αυτό συνηγόρησαν και αρκετοί φιλόλογοι ή κριτικοί λογοτεχνίας, που διέκριναν στα έργα των θεσσαλονικιών δημιουργών έναν ιδιότυπο ερωτισμό, μια ιδιάζουσα υγρή νοσταλγία, ένα βαρύ, παχύρευστο συναίσθημα. Όπως και να έχουν τα πράγματα, η πόλη έχει μια παράδοση στην ερωτική ποίηση, μια παράδοση που ξεκινά από τη Ζωή Καρέλλη, τον Βαφόπουλο, τον Πεντζίκη, τον Θέμελη, την ερωτική, κατά Χριστιανόπουλο, τριάδα (Ασλάνογλου, Ιωάννου, Χριστιανόπουλος), όπου οι δύο πρώτοι αισθάνονται και εξιδανικεύουν το αντικείμενο του πόθου τους, ενώ ο τελευταίος, περισσότερο ρεαλιστής στη γραφή του, στέκεται κυρίως σε ζητήματα ερωτικής ματαίωσης, στέρησης αλλά και αποτύπωσης του βουρκώματός του για τον αφανισμό της ερωτικής πιάτσας της πόλης, όπως εκείνος την έζησε στις δεκαετίες του ’50 και του ’60, ικανοποιώντας την ερωτική του κλίση. Διάχυτο ερωτισμό θα βρούμε επίσης και σε ποιήματα του Βαρβιτσιώτη, του Στογιαννίδη, του Γιάννη Καρατζόγλου, του Τόλη Νικηφόρου (καλύπτει μια μεγάλη γκάμα ερωτικών συναισθημάτων, ένα μεγάλο κομμάτι του ποιητικού του έργου), σε ενδιαφέρουσες ποιητικές μινιατούρες του Βασίλη Ιωαννίδη, σε τολμηρά, εξομολογητικά, πεζόμορφα ποιήματα της Αλεξάνδρας Μπακονίκα, αλλά και σε άλλους δημιουργούς που εντάσσονται στο κλίμα της πόλης, ακόμη κι αν δεν ζουν σ’ αυτήν (Αδαλόγλου, Δημητράκος, Χουβαρδάς κ. ά.). Ακόμη και ο πολιτικός (ή κοινωνικός) ποιητής Μανόλης Αναγνωστάκης σε πολλά του ποιήματα ή μεμονωμένους στίχους του είναι ένας βαθιά ερωτικός ποιητής, κι ας μην το αποδέχονται αυτό κάποιοι που θέλουν τους λογοτέχνες (εν προκειμένω τους ποιητές) ταξινομημένους, για φιλολογικές σκοπιμότητες, σε ταμπέλες και περιορισμένους σε κουτάκια. Νομίζω πως οι στίχοι του Αναγνωστάκη «δεν θέλω να γνωρίζω πάρα πολύ τους ανθρώπους», «αγαπούσε ακόμη και τον αριθμό του τηλεφώνου της», «ύστερα από οχτώ χρόνια έμαθε πως το τηλέφωνό της εκείνο το βράδυ ήταν χαλασμένο» ή «πόσα άλλα κρυμμένα βαθιά…» είναι στίχοι βαθιά ερωτικοί, και μόνο μ’ αυτούς κερδίζει άνετα μια θέση στον κατάλογο των ερωτικών ποιητών της πόλης.

Συναλλαγές που ακυρώνουν την τέχνη

Παρακάμπτοντας τις ενδιάμεσες κατηγορίες δημιουργών της Θεσσαλονίκης που γράφουν και ποιήματα για τον έρωτα (άλλοι ικανότατοι, άλλοι λιγότερο ικανοί) και προσεγγίζοντας τη νέα γενιά των δημιουργών, τη γενιά φέρ’ ειπείν που τύπωσε ποιήματα από το 2000 και μετά (ποιητές-ποιήτριες του 21ου αιώνα), η γενική αίσθηση που αποκομίζει κανείς είναι πως σχεδόν όλοι τους είναι αποκομμένοι από την παράδοση της πόλης αναφορικά με την ερωτική ποιητική δημιουργία. Και όχι μόνο αυτό. Έχουν παρεξηγήσει, δυστυχώς οι περισσότεροι, και τον έρωτα και την ποιητική δημιουργία. Υπάρχει μια υπερπροβολή του εκάστοτε προσώπου δυσανάλογη με την αξία και τη σημασία του έργου τους, μια υπερπροβολή που σ’ αυτήν συνεισφέρουν το διαδίκτυο και τα ηλεκτρονικά μέσα αλλά και τα λογής βιαστικά αφιερώματα σε έντυπα μέσα, και που από μόνη της τελικά αδυνατίζει το έργο τους.

Παράλληλα υπάρχει η αντίληψη, αφ’ ενός στις γυναίκες ποιήτριες, πως ερωτικό ποίημα είναι οι σκέψεις τους για τον ερωτικό τους σύντροφο, η προβολή μιας γυναικείας φιλαρέσκειας, η αποτύπωση των ερωτικών εμπειριών τους, οι τολμηρές περιγραφές των όποιων ερωτικών συνευρέσεων, και γενικά η αφελής και φτηνή επίδειξη μιας γυναικείας γραφής, του τύπου: εγώ είμαι η αισθαντική και ο παρτενέρ μου κάποιος συναισθηματικά ανεπαρκής, που δεν μπορεί να νιώσει τίποτα από τον ψυχισμό μου. Φοβάμαι πως αυτές οι νέες ποιήτριες (ή, πολλές απ’ αυτές, για να μην παρεξηγούμαι) δεν είναι ούτε ερωτικές ούτε καν ποιήτριες. Στους νέους, πάλι, ερωτικούς ποιητές (μιλάω για τους μη ομοερωτικούς, οι οποίοι στη γραφή τους έχουν άλλου τύπου αισθαντικότητα) ίσως βρούμε, κατ’ αντιστοιχία με την προηγούμενη περίπτωση, έναν υπέρμετρο αρσενικό ναρκισσισμό, έναν κυνισμό, ενίοτε άκρατη βωμολοχία, μια απαξίωση της θηλυκής αισθαντικότητας, τον κατακτητή που καίει καρδιές και τελικώς προσπερνά και εκδικείται ή έναν μοναχικό δρόμο ως ερωτική επιλογή, που απαξιώνει τον έρωτα ως ύψιστη πράξη, ως αίσθηση και ως στάση ζωής. Τελικά, διαβάζοντας, πολλά ποιητικά βιβλία σημερινών ερωτικών δημιουργών της πόλης, έχω την αίσθηση ότι εκλείπει, δυστυχώς, ο ίδιος ο έρωτας. Φταίει και το λογοτεχνικό τοπίο της Θεσσαλονίκης, οι στενές επαφές των δημιουργών, αυτό το αρρωστημένα παρεΐστικο δούναι και λαβείν, η ασύστολη και ανεξέλεγκτη επικοινωνία, όπου όλοι βρίσκονται και συναλλάσσονται με όλους, και είναι τόσο εύκολο να μάθεις –ακόμη κι αν δεν είσαι περίεργος, αδιάκριτος ή κουτσομπόλης– ποιος μπλέχτηκε με ποιαν, ποια συνευρέθηκε ερωτικά με ποιον, ποιος κρύβεται πίσω από τους τάδε στίχους, ποιαν ερωτική κατάκτηση υπονοεί ο δείνα στίχος. Όλα στη φόρα, όλα στο κύμα, όλα στο φως. Τίποτε το μυστηριώδες, το μαγικό, το απόκοσμο, το κρυφό, το βαθιά αισθαντικό, το έντεχνα κεκαλυμμένο, το αιθέριο, το μυστηριώδες, ακόμα και το αδικαίωτο ή το ανεκπλήρωτο. Όλα ολοκληρώνονται, όλα εκπληρώνονται, όλα δικαιώνονται τόσο κοινότυπα και αναμενόμενα, σχεδόν πληκτικά, ώστε η γραφή ενός ποιήματος να καταντά άχρηστη ενασχόληση. Αν κυκλοφορούσε η Έμιλυ Ντίκινσον, έστω ως μεταφυσική φιγούρα, για ένα μόνο βράδυ, στα λογοτεχνικά στέκια και στους σταμπαρισμένους χώρους αυτής της πόλης και γνώριζε τους «ερωτικούς» δημιουργούς της και τις συνήθειές τους, κατάχλομη, νευρωτική, εύθραυστη, μυστηριώδης και απόκοσμη όπως ήταν, νομίζω πως, μέσα σε ελάχιστες στιγμές, θα κατέρρεε, όχι από ντροπή αλλά από αηδία. Μα, θα μου πείτε: Ζούμε στην εποχή της Ντίκινσον; Θα σας απαντήσω: Ναι, αλλά κι αυτό είναι τέχνη;

Ένα κορίτσι στο σκοτεινό δάσος

Η Αναστασία Γκίτση (Θεσσαλονίκη, 1977), απόφοιτος του Τμήματος Θεολογίας, με μεταπτυχιακές σπουδές στο εξωτερικό, στη δεύτερη αυτή συγγραφική της απόπειρα, προσεγγίζει τον έρωτα ως μυστηριακό γεγονός και με τους στίχους της προσπαθεί να γειώσει υπαρξιακές ή θεολογικού τύπου ανησυχίες της, φέρνοντας σε επαφή τα ουράνια με τα γήινα. Αυτή της η απόπειρα ενδιαφέρει τόσο σε ποιητικό όσο και σε ανθρώπινο επίπεδο, γιατί διακρίνονται μέσα από τους στίχους της οι ρωγμές της ψυχοσύνθεσής της και το ευάλωτο του χαρακτήρα της. Από την αφιέρωση της πρώτης σελίδας του βιβλίου της (στη γυναίκα… αυτή την άνθρωπο), ήδη διαφαίνεται κάποια εκλεκτική συγγένεια (ή καλύτερα θαυμασμός και αποδοχή) με τη μεγάλη θεσσαλονικιά ποιήτρια Ζωή Καρέλλη, κυρίως ως προς την τάση αυτονόμησης και αυθυπαρξίας της γυναικείας φύσης της, αλλά και στο αίσθημα της θρησκευτικότητας που διαπνέει τους στίχους της. Φυσικά, αυτό από μόνο του δεν αρκεί, ούτε την καθιστά αυτομάτως συνεχίστρια καμιάς ερωτικής ή υπαρξιακής παράδοσης της πόλης, δείχνει πάντως έναν δρόμο, μία δίοδο επικοινωνίας με το ποιητικό παρελθόν της. Μου άρεσαν αρκετά ποιήματα του βιβλίου, ιδίως τα τρία ομότιτλα της συλλογής, που μεταφέρουν ένα γοητευτικό, μεταφυσικό και αρκετά απόκοσμο τοπίο-σκηνικό-κλίμα – μάλλον αφορούν το μοναστήρι, όπου έζησε κάποιο διάστημα με υποτροφία. Μου άρεσαν επίσης πολλοί μεμονωμένοι στίχοι της. Γενικά, η Γκίτση, γράφει ευαίσθητα, εξομολογητικά, αληθινά, αλλά νομίζω πως κάποιες φορές πέφτει στην παγίδα της αισθηματολογίας και υπερισχύει ο ενθουσιασμός της (ή η απογοήτευσή της) για πρόσωπα και καταστάσεις. Ωραίος και ο καταληκτικός ερωτικός μονόλογος, όπου ο επαναλαμβανόμενος στίχος της «Για μένα όμως δεν ρώτησες» λειτουργεί καλά και δίνει συνοχή (και σπαραγμό) στις εξομολογήσεις-σκέψεις της. Αυτός ο τελευταίος ποιητικός της μονόλογος, έχει μεταφερθεί στη θεατρική σκηνή το 2011. Στα πιο πρόσφατα ποιήματά της (δημοσιευμένα στο περιοδικό «η Παρέμβαση») γίνεται πιο πυκνή και αφαιρετική, αφαιρεί φλοιό και υπερβολικό συναίσθημα, και γίνεται πιο καίρια και ερμητική. Με αυτή της την αλλαγή (που εγώ τουλάχιστον διακρίνω) σε άλλα σημεία κερδίζει και σε άλλα όχι. Κερδίζει σε πύκνωση λόγου, νοηματική μεστότητα και συναισθηματικό έλεγχο, χάνει σε φρεσκάδα, αυθορμητισμό και ρέον συναίσθημα, που νομίζω πως, όταν δεν ξεφεύγουν κάποια επιτρεπτά όρια, της ταιριάζουν περισσότερο.

Αντιγράφω ως δείγμα γραφής δύο μικρά της ποιήματα: σελ. 27 Κάνει ερημιά απόψε: Και σαν κλείνεις τα βλέφαρά σου / νυχτώνει το βλέμμα / νηστεύει η επαφή / κι εγώ / πώς να σ’ το πω! // Παύω να υπάρχω, / μέχρις ότου να τα / εξημερώσεις.
Και από τη σελ. 29 Ανοίκεια μέρα: Ανοίκεια ημέρα, / να κοιτώ τη γη / και να με πνίγει ο ουρανός. / Να ζητώ ήλιο πατρίδας / και να με ντύνεται / η συννεφιασμένη / ντροπή της αλλοδαπής. // Ανοίκεια ημέρα. / Άνθρωπος ευάλωτος, / πού ν’ αντέξει τόσα / πήγαινε-έλα / στον αεροδιάδρομο / των αεροστεγών επιταγών σου!

Όλο το βιβλίο είναι διάσπαρτο από φράσεις και ρήσεις της Βίβλου και θεολογικών κειμένων, και ως προς αυτό συγγενεύει υφολογικά με τους ποιητές Γιώργο Χ. Στεργιόπουλο και Βασίλη Ζηλάκο, με τη διαφορά πως οι δυο τελευταίοι κινούνται περισσότερο σε ένα υπαρξιακό-φιλοσοφικό-μεταφυσικό ποιητικό χώρο, ενώ η Γκίτση, στη συντριπτική πλειοψηφία των ποιημάτων της, είναι ερωτική. Η γοητεία του βιβλίου και της ποιητικής φωνής της Γκίτση έγκειται στο ότι πολλά από τα ποιήματα ακούγονται στο αυτί του αναγνώστη ως μικρές προσευχές, στο ότι, παρά τη γυναικεία της φιλαρέσκεια και γυναικεία γραφή της, ο ερωτικός της σύντροφος είναι τουλάχιστον ισότιμος με κείνην (συχνά οι επιθυμίες του, οι αποφάσεις του και οι πράξεις του την υπερβαίνουν, κάποιες στιγμές, μάλιστα, την συνθλίβουν), ενώ κάποιες φορές αδυνατείς να αντιληφθείς αν η ποιήτρια, γράφοντας, απευθύνεται σε κάποιο υπαρκτό, υλικό πρόσωπο ή σε κάποιον αόρατο θεό, που τον λατρεύει αλλά την δυναστεύει. Γενικώς η συνύπαρξη του θεϊκού στοιχείου με τη σωματική επιθυμία είναι κάτι το ξεχωριστό στην ποίηση της Γκίτση, και σε συνδυασμό με την αισθαντικότητα και ευαισθησία των στίχων της, δημιουργούν ένα γνήσιο, αληθινό, εξομολογητικό ερωτικό κλίμα που γοητεύει, υποβάλλει και πείθει τον αναγνώστη.

Κλείνοντας θα ήθελα να επισημάνω ένα υπαρκτό πρόβλημα που πιθανόν να αντιμετωπίσει η Γκίτση μελλοντικά, αναφορικά με την ποιητική της εξέλιξη. Όντας η ίδια δημιουργική ποιήτρια και πολυτάλαντη ως προσωπικότητα, και έχοντας μια ολιστική αντίληψη-άποψη περί τέχνης (μελοποιούν ποιήματά της τραγουδοποιοί, την ενδιαφέρει η τέχνη της φωτοποίησης και της εικονοποίησης, συμμετέχει σε θεατρικές παραστάσεις, π.χ Φαίδρας Πρόβα- ένα Μελόδραμα / Πανσέληνος, εκδοχή Β´ / Lemon Blossom / Κανελόριζα: μια παράσταση φυσικού θεάτρου, τόσο με την συγγραφή ποιημάτων-κειμένων για την παράσταση, όσο και με την απαγγελία τους επί σκηνής), θα πρέπει να σκεφτεί σοβαρά αν θα συνεχίσει μια πολυπρισματική, πολυδιάστατη και πολυδιασπασμένη καλλιτεχνική δημιουργία (που κι αυτό, φυσικά, είναι ένας δρόμος, δίχως απαραίτητα αδιέξοδη έκβαση ή αρνητική κατάληξη) ή αν θα επικεντρωθεί αποκλειστικά στην ποίηση, για να ακονίσει και να εξελίξει δραστικότερα και πιο ουσιαστικά την ποιητική της αλήθεια.

 

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΤΑΝΑΣΚΙΔΗΣ

vakxikon

Κορίτσι των σκοτεινών δασών, Ποίηση, Αναστασία Γκίτση, Εκδόσεις Μπαρμπουνάκης, 2010

Με διάχυτο τον ρομαντισμό της αγνότητας της γυναίκας, αυτής της ανθρώπου όπως την χαρακτηρίζει κι η φίλη Αναστασία, εισέρχεται στο σκοτεινό δάσος της τεράστιας πανανθρώπινης γυναικείας ψυχής το κορίτσι… συγγραφέας, το κορίτσι – πολεμικός ανταποκριτής, το κορίτσι… που αναπνέει ευρύχωρα ιδέες και φυτεύει λέξεις σε κάθε σελίδα του βιβλίου αυτού, μέσα από την γραφή της Αναστασίας.
Κάθε σελίδα κι ένα μικρό βότσαλο, χαλίκι, λουλούδι, διαμάντι, δάκρυ για να στοχεύει και να επαναπροσδιορίζει την επιστροφή του αναγνώστη – ταξιδιώτη στο νάμα της ψυχής. Την συγχώρεση, την λησμοσύνη, την κατανόηση. Την επιστροφή στην συνειδητοποίηση και την συνειδητότητα του φθαρτού και του τρωτού, της πραγματικότητας, της αλήθειας, της συνοχής.

Ρήματα – Σταυροί (αναρριγήσω, μεριζόμουν, ματώνω, περίσσεψα, ορέχτηκα, χρεώσουν, σκοντάφτω, αιωνίασε), ρήματα που εκφράζουν την δυναμική τους μέσα από την ταυτοποίησή τους με το ουσιαστικό που επιλέγει η Αναστασία για να δώσει άλλη ώθηση στον αναγνώστη όπως (παραληρίες, αγναντεύσεις), εικόνες και μυρωδιές από Θεό και Άγιο Φως φτιαγμένες, με όλο το ψάγμα του Ίστασθαι της Θεανθρώπινης παρουσίας, εντός μας… όπως χαρακτηριστικά αναφέρει κι η ίδια στο τρίτο κεφάλαιο του ποίηματός της «Κορίτσι των Σκοτεινών Δασών» … «Πως να μάθουν να περπατούν στον ουρανό; Στο κατ’εικόνα συνηθίσανε, στο καθ’ομοίωση πορεύονται».

Με ένα πλέγμα από γυναικείο πόνο και την εσώτερη αυτοαπορία της για τις διαστάσεις της απόστασης, οδηγεί τις λέξεις σε έναν δρόμο επιστροφής στο μέσα της, τον πιο βαθύ της αναρριχόμενο κισσό αναζήτησης ενός χαδιού, ενός βλέμματος, μιας κουβέντας ερωτικής, μιας αστρικής πληρότητας και πορεύεται σε στίχους γεμάτους από φως της ψυχής της αλλά και λίγο αλάτι πάνω στις πληγές σαν να προσπαθεί να επιτύχει την αυτοκάθαρση όπως χαρακτηριστικά καταγράφεται στον ανυπέρβλητης αρτιότητας στίχο «Αλλά χοϊκή απέμεινα πλευρό ενός πλευρού που τ’άλλο μισό δεν βρίσκει».

Την Αναστασία θα την χαρακτήριζα ως μία γυναίκα ποιήτρια, υφάντρα της σκιάς των πραγμάτων και όχι παρατηρητή της επιφάνειας, ποιήτρια ασφυκτικά γεμάτη από το πάθος, που προσμένει μια μικρή χαραμάδα απ’ όπου θα μπορούσε να διεισδύσει ένα φτερούγισμα από το δικό της εσώτερο πέταγμα. Και πάντα ανακαλύπτεται αυτό που αξίζει να ανακαλυφθεί και ποιήματά της, βρίθουν από ασκούς πλέριας αγάπης, ευθύνης, συμπόνοιας, ζωής, ανεμούριας ονειροπόλησης.

Μία ποιήτρια που συνταιριάζει το Αγαθόν του Ελεήμονος Θεού που φέρουμε σε ψήγματα ο καθένας μας εντός μας βαθιά σε έναν λήθαργο και που ένα φιλί, το χάδι ή και το βλέμμα που αποζητάμε, φέρει και το πλήρωμα για να φυσήξει ζεστό χνώτο και να το ξυπνήσει.
Θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε την ποίησή της καθαρά γυναικεία, ως εκείνη δηλαδή που η Ακαδημαϊκός μας Κική Δημουλά είχε πει κάποτε πως είναι η ποίηση γραμμένη από γυναίκα προς την γυναίκα και μόνο χωρίς ίχνος αντρικού μάγματος…

Όμως θα κάναμε μέγα λάθος, γιατί η ίδια η ποιήτρια μας επαναπροσδιορίζει ότι ναι μεν η ποίηση αυτή είναι γραμμένη από γυναίκα αλλά όχι μόνο προς γυναίκα, καθώς στο εισαγωγικό της αφιέρωμα αναφέρει τόσο καλά τοποθετημένη στον αρμό και την αρμονία της πρότασης, «αφιερωμένο στην γυναίκα, αυτήν την άνθρωπο».

Προσέξτε… αυτήν, την άνθρωπο. ΌΧΙ ΑΥΤΟΝ τον άνθρωπο. Ο γενετικός κώδικας δηλαδή, είναι καθαρά και αρτιότατα ΓΥΝΑΙΚΕΙΟΣ. Προκαθορισμένος και προορισμένος αποκλειστικά μεν για την γυναίκα, για να εκφράσει ελεύθερα και αδέσμευτα την υπόσταση και τον προβληματισμό της ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΠΟΙΩΝΤΑΣ και ΕΠΑΝΑΚΑΘΙΣΤΩΝΤΑΣ σχεδόν ΟΡΙΟΘΕΤΩΝΤΑΣ την ισχύ της στην κοινωνία που πλινθοχτίστηκε από χέρια αντρικά και με πατριαρχική δεοντολογία, ας μου επιτραπεί αυτή η ορολογία.

Κι έρχομαι να σας συμπληρώσω εδώ πως η ποίηση αυτή, απευθύνεται και σε άντρες. Όπως δεν έχουν φύλο τα συναισθήματα έτσι και η ποίηση δεν μπορεί να έχει αποδέκτες μόνο τις θηλυκές ευαισθησίες. Και παρόλο που η ευαισθησία είναι γένους θηλυκού, προέρχεται από την μήτρα της τρεμάμενης ψυχής, όπως και η αγάπη, και η αφοσίωση, και η σιωπή πριν το φιλί και το αντίο, κι η αυτοπραγμάτωση, κι η εκδίκηση, κι η αναπόληση, κι ο έρωτας, όλα τα συναισθήματα, μια τεράστια ευγενική συμμορία, σαρώνουν ολόκληρο το έργο της, με την ευκολία που στροβιλίζονται τα φθινοπωρινά φύλλα στον αέρα.

Η ηδονή της σάρκας, ο πόνος του κορμιού, το μάτωμα της παλάμης, είναι κινήσεις όχι τυχαίες αλλά πολύ καλά αρχιτεκτονημένες μέσα στα ποιήματα της Αναστασίας, καθώς καταφέρνει να επιτύχει να μας προσγειώσει από την ιδεατή κι απλή αναφορά των συναισθημάτων και του ρομαντισμού, στην υλιστική και χειροπιαστή αλήθεια, αυτή που εκφράζεται με το σώμα και μέσα από αυτό. Οι χειρονομίες και τα κινητικά ρήματα, ξυπνούν τον αναγνώστη που πραγματικά βυθίζεται στον ονειρικό κόσμο των ρημάτων που στάζουν μέλι και αμάρυνθο καθώς και στην αιώρα των λέξεων που τον οδηγούν σε υπνώδη κατάσταση με όλο το μελίχροο του έρωτα.

Η ποίηση της Αναστασίας, προσομοιάζει στην ποίηση της Μάτσης Χατζηλαζάρου, της πρώτης συζύγου του Ανδρέα Εμπειρίκου, που δεν έγραφε απλά ποίηση, την ζούσε την ποίηση ανήκοντας σε κείνους τους τυχερούς, που έχουν την δυνατότητα να ταξιδέψουν προς την αρμονία. Χρησιμοποιούν και οι δύο ως κύριο μέσο τον ρεαλισμό και σκάβουν τις φλέβες του υπερρεαλισμού, χρωματίζοντας τις λέξεις, χρησιμοποιώντας την γλώσσα, όχι σαν εργαλείο και μέσο επικοινωνίας, όπως θα λέγαμε στην Δημοσιογραφία, αλλά σαν αποδέκτη και συγχρόνως ως μέσον εκφοράς της ειλικρίνειας της αγωνιώδους αγάπης.
Οι απορίες που εκφέρει στο ποίημά της «Για μένα όμως δεν ρώτησες, με την πληθώρα της ανεξάντλητης ερωτηματικής ύπαρξης του ανθρώπου, είναι απορίες που εσωτερικά εύχεται να τις είχε φιλοξενήσει ο άγνωστος άνδρας, που σε άλλες στροφές θεοποιείται και τοποθετείται σε ένα βάθρο κι αλλού καταγκρεμίζεται μέσα από την συνειδητοποίηση της αδιαφορίας, της ανεπάρκειας, της απουσίας του.

Το παιχνίδι των λέξεων κι η αλληλοδιαδοχή της ισχύος μίας φράσης που αυτοαναιρείται στον επόμενο κι όλας στίχο όπως «Μη θαρρείς από φόβο, τίποτε δε με φόβισε παρά μόνο η ανάσα σου όταν ξεμάκραινε από σιμά μου», είναι το όπλο της για να αποδείξει την αυτοδιαχείρηση, την αυτοδυναμία, την αυτοκυριαρχία της στον πόλεμο της ανταμοιβής συναισθημάτων και αγάπης που διεκδικεί.

Και το ερώτημα παραμένει μέσα από προτάσεις που χτίζουν όλες μαζί σιγά σιγά ένα τεράστιο πηχτό σκοτάδι… απόγνωσης… αυτοαπομάκρυνσης, αυτοαποδοχής της πραγματικότητας… «Για μένα όμως δεν ρώτησες»…

Με κυκλότερη επαναληπτική γραφή όπως και στο ποίημα «Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας» του Φρεδερίκο Γκάρθια Λόρκα, όπου η ώρα του θανάτου του μεγάλου ταυρομάχου, είναι και ο συνδετικός κρίκος που επιστρέφει το μυαλό στην πραγματικότητα και την απαρχή και το τέλος της ίδιας της κατάστασης. «Πέντε η ώρα που βραδιάζει»… για να ενδυναμώσει το σουβλί που μπήγεται πιο βαθιά ολοένα στο δέρμα του ποιητή και συνειδητοποιεί τα πεπραγμένα. Έτσι και «Για μένα όμως δεν ρώτησες» η επαναφορά της εσωτερικής απορίας, αποχρωματίζει το μυαλό και αποσυνδέει το όνειρο.

Η ποίηση της φίλης Αναστασίας, έχει φως και σκοτάδι μαζί. Έχει ουρανό και γη μαζί. Έχει εγώ κι εσύ μαζί. Έχει το έχειν και το απέχειν μαζί. Είναι το μαζί του έρωτα, το μαζί της ζωής, το μαζί που χρειάζεται δύο για το τανγκό του ολοκαυτώματος που σπέρνει ο έρωτας. Φοράει το συναίσθημα σε κάθε μικρή ή μεγάλη λέξη, προσπερνά σχεδόν σαν να μην ενδιαφέρεται και πολύ για το βλέμμα των άλλων αν και καλεί τον άνθρωπό της να κατεβάσει τα παντζούρια να μην κοιτά η γειτονιά παρόλα αυτά ομως παρατηρεί σχολαστικά τα ζευγάρια που έπνιγαν τα εροτόλογα στα τσόφλια σπόρια σιωπηλά ανταλάσσσοντας λόγια αγάπης μεταξύ τους.

Η γλώσσα της, το στιχουργικό της καλέμι καλύτερα, χτίζει το σήμερα με λάσπη και ιχώρα από άλλες εποχές, με προσεγμένα ρήματα, λέξεις, άναρχη τοποθέτηση υποκειμένου, αντικειμένου, ρήματος, δομημένη με πληθώρα αρχαιοελληνικών επιρροών από κείμενα μεγάλων πατέρων και μητέρων της γραφίδας, όχι τυχαία. Περνάει θαρρείς μέσα από τις φλέβες και τα κύτταρά της, όλο το νάμα των αιώνων που διαβάστηκαν σε κείμενα μέγιστης γραφής και αρτιότητας όλου του συναισθήματος όπως της Σαπφούς.

Αν και καταγεγραμμένα σε διαφορετικές χρονολογίες και σε διαφορετικές περιοχές μεταξύ τους τα ποιήματα, όλα κουβαλάνε τον ίδιο πολυπλεγματικό χάρτη της Αναστασίας. Το αιώνιο ψάξιμο στα ανασκαλέματα της σακατεμένης ψυχής της, σαν άλλη μετανάστρια που ψάχνει την πατρίδα της και βολοδέρνει σαν το κύμα από πλοίο σε αεροπλάνο κι από εκεί στον ουρανό…

Κάποτε ρώτησαν τον μεγάλο μεταρρυθμιστή της Γερμανίας, Χέλμουτ Κολ αν διαβάζει γυναικεία ποίηση και εκείνος απάντησε, «ναι διαβάζω, γιατί έτσι μαθαίνω τι δεν πρέπει να κάνουμε ως άντρες και δηλητηριάζουμε μία σχέση».

Μην ανησυχείς Αναστασία μου, εμείς σε τόσο σκοτεινούς καιρούς, θα ανάψουμε το φως και θα στιχοποιήσουμε το θα σε θάλασσα, το ζήτα σε ζωηρότητα, το θήτα σε θέληση και θα χτίζουμε μέρα τη μέρα μέσα μας, μεταποιημένη την ποίησή σου, σε ένα τεράστιο φοιτητοδιαπαλευόμενο ζητοτράνταγμα ψυχής. Βήμα το βήμα, σκέψη τη σκέψη, λέξη τη λέξη θα πλάθουμε το φως για το κορίτσι των σκοτεινών δασών. Την βαθιά ελληνική ασύμφορη ψυχή που ψάχνει αέρα να περάσει ευρύχωρα και να στεριώσει με χάδια και φιλιά την αλήθεια της αγάπης μας.

Το φως. Το αιωρούμενο μανουάλι του μεγάλου ποιητή του Αιγαίου. Καλοτάξιδο στα πλέρια κύματα πεμπτουσίας το βιβλίο σου Αναστασία. Σας ευχαριστώ.

Και μην ξεχνάτε. Όλοι μας με ένα μικρό κερί… χτίζουμε την εκκλησία της ειλικρίνειας. Αρκεί να ανάψουμε αυτό το κερί με ένα φύσημα. Τολμήστε το. Δεν σβήνει με το φήσιμα. Με το φήσιμα ΑΝΑΒΕΙ, ΦΟΥΝΤΩΝΕΙ, ΔΙΑΤΡΑΝΩΝΕΙ ΤΟ ΕΙΝΑΙ ΜΑΣ. Ένα κερί για την ψυχή.

 

ΝΙΚΗΤΑΣ ΖΑΦΕΙΡΗΣ

ο αναγνώστης

Ψαλμικές παραληρίες

Ξεχωριστή θέση στην εκκλησιαστική παράδοση κατέχει η θρησκευτική υμνογραφία, η οποία περιλαμβάνει ήδη το βιβλίο των Ψαλμών από την Παλαιά Διαθήκη, κι έπειτα ανθεί την βυζαντινή περίοδο με υμνογράφους όπως ο Ρωμανός ο Μελωδός. Παράλληλα, δίπλα στην λειτουργική ποίηση αναπτύσσεται και η ιδιωτική θρησκευτική ποίηση, είδος λογοτεχνικό που ανήκει στην λόγια βυζαντινή λογοτεχνία. Εδώ ο ποιητής καταγράφει τις προσωπικές του κυμάνσεις και χωρίς να αποκόπτεται από την παρακλητική διάσταση προς το θείο, δίνει χώρο στην ιδιωτική διάσταση, την προσωπική του ενδοχώρα.

Η Αναστασία Γκίτση, με το βιβλίο της Κορίτσι των Σκοτεινών Δασών (Μπαρμπουνάκης, 2010) καταθέτει μια σύνθεση ερωτικών ψαλμών, που ακροβατούν ακριβώς ανάμεσα στο θρησκευτικό και το προσωπικό, ανατέμνουν την ίμερου επιθυμία, επιστρατεύοντας μια μορφολογία και ένα αίσθημα απεύθυνσης που παραπέμπει άμεσα στην εκκλησιαστική παράδοση. Μόνο που εδώ το Κορίτσι που προσεύχεται, ο ενδεής πιστός, δεν απευθύνεται στον άυλο Κύριο αλλά στον υλικό και γι’ αυτό σπαραχτικά ποθούμενο: τον κρύφιο εραστή.

Καθώς περιηγούμαστε στο ομώνυμο ποίημα, διαβάζουμε:

Κορίτσι των σκοτεινών δασών… δασών… σών… σών…
Θυμάμαι τη φωνή σου που αντανακλούσε
στα παλιά σανίδια του μοναστηριού…

κι αργότερα:

Κορίτσι των σκοτεινών δασών… σών… σών…
Θυμάμαι τη φωνή σου που αντανακλούσε στο πρόσωπό μου,
γιατί κρατάς ένα λευκό κερί σε τούτο το σκοτάδι;

H ποιήτρια λοιπόν άλλοτε επικαλείται το προσωπείο της, κι άλλοτε το φορά. Προστρέχει και συνομιλεί με την παρουσία που της διαφεύγει, το κάτοπτρο του εαυτού της. Η παρακλητική της φωνή σπάει σε συλλαβές (δασών… σών… σών) που παραπέμπουν ηχητικά στην εκκλησιαστική ευχή – «τὰ σὰ ἐκ τῶν σῶν» – που ακούγεται κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας. Η γυναίκα που μιλά στα ποιήματα της συλλογής δείχνει πρόθυμη να προσφέρει τα πάντα – όπως ακριβώς συμβαίνει και με την εν λόγω ευχή: «σοὶ προσφέρομεν κατὰ πάντα καὶ διὰ πάντα». Μόνο που ο αποδέκτης της προσφοράς είναι αμφίβολος, αδιευκρίνιστος, φευγαλέος.

Στο βιβλίο αυτό ο θείος έρως και ο κοσμικός γειτνιάζουν επικίνδυνα. Ο προσευχητής, ο εραστής γονατίζει και επικαλείται, ορθώνεται και απαιτεί. Η βιβλιογραφία των εξομολογήσεων είναι πλούσια παραδειγμάτων. Το Κορίτσι των Σκοτεινών Δασών λοιπόν είναι μια διαρκής απεύθυνση στον Εαυτό και τον Άλλο. Οι λέξεις είναι θυμιάματα που αναθρώσκουν προς τον ουρανό της πίστης, προς τον πτωτικό γκρεμό των αμφιβολιών. Το Κορίτσι επιθυμεί, επιζητά, γίνεται ένα λάλον κύμβαλο της πλήρωσης.

Πανταχού παρόν είναι το σώμα. Σημειώνω χαρακτηριστικά:

«σε κάθε σου χάδι / μεριζόμουν αμερίστως», «σε υπνώδεις αγναντεύσεις της αφής / θα ‘ρθω να ξαποστάσω», «αλλά χοική απέμεινα / πλευρό ενός πλευρού / που τ’ άλλο μισό δεν βρίσκει», «αδειανό σαρκίο απόκαμε η επιθυμία μου» και το έντονο «σέρνομαι μέσα στο δέρμα μου».

Το σώμα εδώ είναι μια διαρκής οδύνη, μια αβέβαιη χώρα για την ψυχή. Σαν ένας βαρύς χιτώνας περιπλέκει τη διάθεση μιας αγνότητας που καίει, μιας πυροφλεγούς ηθικής. Το Κορίτσι ζει στα Σκοτεινά του Δάση, που είναι δάση μετέωρα – ούτε του ουρανού, ούτε της γης.

Αξιοσημείωτες είναι οι σημειώσεις τόπου στο τέλος κάθε ποιήματος. Εδώ η ποιήτρια διευκρινίζει πού έχει γραφτεί και πότε το κάθε ποίημα: Γαλλία και Besancon, Γερμανία και Bielefeld, Αυστρία και Strasbourg. Τα ονόματα των πόλεων γράφονται με ξενικά στοιχεία, όπως άλλωστε στα γαλλικά επισημαίνονται και τα κεφάλαια των τριών μερών του ομώνυμου ποιήματος – επιγράφονται με τη λέξη Chapitre I – III.

Στον ψαλμό 10 ο Δαυίδ (κι εδώ δεν είναι η στιγμή να συζητήσουμε την πατρότητα των ψαλμών) σημειώνει: «έπί τῷ Κυρίῳ πέποιθα· πῶς ἐρεῖτε τῇ ψυχῇ μου· μεταναστεύου ἐπὶ τὰ ὄρη ὡς στρουθίον;» Ως στρουθίο λοιπόν, ως ζώο μεταναστευτικό, το Κορίτσι των Σκοτεινών Δασών περιφέρεται από πόλη σε πόλη, από οίκο σε οίκο, από ξένη σε ξένη γη, επικαλούμενη διαρκώς το αγαπημένο της πρόσωπο, εκκλησιαζόμενη ανά πάσα στιγμή στην πανταχού εκκλησία της φλέγουσας οδύνης της, της βαρυκάρδιας εμμονής της.

Η συλλογή κλείνει με ένα εκτεταμένο συνθετικό ποίημα, με τον τίτλο «Για μένα όμως δεν ρώτησες». Το ποίημα αυτό αποτελεί μια ισχυρή αντιφώνηση, μια εξόδιο διαμαρτυρία, που αντιτάσσεται στο προηγούμενο, παρακλητικό ύφος της συλλογής. Με αυτή την τελική της ποιητική σύνθεση, η ποιήτρια, ή μάλλον το Κορίτσι των Σκοτεινών Δασών, εγείρεται κατά του εραστή της, διαμαρτύρεται, οργίζεται και αμαρτάνει – η ένταση την λυτρώνει πια περισσότερο από την αναμονή.

 

ΝΕΣΤΟΡΑΣ Ι. ΠΟΥΛΑΚΟΣ

VAKXIKON

Από έξω με βγάζεις.
Και κάνει ερημιά απόψε!

Και σαν κλείνεις τα βλέφαρά σου
νυχτώνει το βλέμμα,
νηστεύει η επαφή,
κι εγώ
πώς να σ΄το πω!

Παύω να υπάρχω
μέχρις ότου να τα
ξημερώσεις.

Η ποίηση της Αναστασίας Γκίτση είναι ερωτική. Τελεία και παύλα. Και την κοινωνική της διάσταση έχει, και με τα νοήματα του θανάτου και της ύπαρξης ανακατεύεται, και με τις σχέσεις τις ανθρώπινες (φιλικές, γονεϊκές κτλ) καταπιάνεται, όμως καδράρει το στίχο της πάντοτε στον έρωτα. Είναι η αρχή και το τέλος του βιβλίου της, αυτής της δεύτερης ποιητικής συλλογής, που εκδόθηκε φέτος δέκα ολόκληρα χρόνια από το πρώτο της ποιητικό βιβλίο (εκδ. Παρατηρητής).

Η -εκ Θεσσαλονίκης- ποιήτρια, θεολόγος στο επάγγελμα, πάνω απ’ όλα είναι καλλιτέχνις. Αυτό φαίνεται και από τις παράπλευρες ενασχολήσεις της, δηλαδή την επιθυμία της ν’ ανακατέψει το στίχο της με τη μουσική σύνθεση και τα εικαστικά, να γράψει δοκίμια και να τριφτεί με τη θεωρία, αυτό όμως που τη διακρίνει περισσότερο είναι η αισθαντικότητα της ποίησής της. Ξεπερνώντας το μπανάλ, ως κλασική παγίδα ενός ερωτικού ποιητή, δίδει συναισθήματα αφειδώς ένθεν κακείθεν σπείροντας το μικρόβιο του έρωτα και το συστατικό της αγάπης σε άπαντες, εν είδει χριστιανικής ευλάβειας και θρησκευτικής αποστολής, τόσο από κοινωνικής όσο και από ποιητικής άποψης.

 

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΠΕΡΣΑ ΖΗΚΑΚΗ

ΠΕΡΣΑ

.

Η Πέρσα Ζηκάκη γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας γαλλική φιλολογία, ελληνική φιλολογία (Τμήμα Ιστορικό – Αρχαιολογικό) και παρακολούθησε στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης μαθήματα ιστορίας της τέχνης. Υπηρέτησε τη Μ. Εκπαίδευση  στην Πάτρα, από όπου και συνταξιοδοτήθηκε πριν λίγα χρόνια.
Έχει συμμετάσχει σε σεμινάρια θεάτρου και ασχολείται ερασιτεχνικά με το θέατρο.

.

Εργογραφία:

.

(2019) Δεν ήμουν εγώ εκεί… [Δρόμων] (Θεατρικό)
(2018) Εν α(γ)νοία, [Δρόμων] (Μυθιστόρημα)
(2016) Η τεθλασμένη, [Δρόμων] (Μυθιστόρημα)
(2012) Πάντα κάτι θα λείπει…, [Δρόμω]ν (Μυθιστόρημα)
(2009) Οι κληρονόμοι της σιωπής, [Δρόμων] (Νουβέλα)
(2008) Τύψεις και μαργαριτάρια, [Δρόμων] (Μυθιστόρημα)

.

.

.

.

.

Η ΜΕΓΑΛΗ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ ΜΟΥ

27939756_1644336272311802_191551420_n

.

Δε φοβάμαι τις αναμονές
μήτε χαμένους ορίζοντες θρηνώ,
μόνο οιωνούς γυρεύω,
να μου ψιθυρίσουν
πώς να κλειδώσω
την πείρα μου

(ΑΤΕΡΜΩΝ ΧΡΟΝΟΣ)

Πόση άραγε «ποίηση» χωράει μέσα σε ένα διάλογο με τον εαυτό μας;

Πάντα της άρεσε ν’ ανιχνεύει το χτες. Αυτή η ευλυγισία της σκέψης, αυτό το ξάνοιγμα στους περασμένους ορίζοντες την έθρεφαν για να ζει το τώρα. Αναζητούσε παλιά και περασμένα μέσα στις μαυρόασπρες φωτογραφίες του μυαλού της, έτσι για να ξαποσταίνει στην απλή και μονότονη καθημερινότητά της. Κάρφωνε το βλέμμα επάνω τους μέχρι να εξαντληθεί το μάτι και να δακρύσει.

Μια φωνή μέσα της ωρυόταν: «ρομαντική και συναισθηματικούλα μας βγήκες σε τέτοιους καιρούς, για μαζέψου».
Αυτή η φωνή σημάδευε κατευθείαν στη καρδιά της και την πυροβολούσε ασύστολα με την κάνη του όπλου της επίγνωσης. Έβγαζε φωτιά και την έκαιγε στα καλά καθούμενα μ’ εκείνη τη θερμοκρασία του μετάλλου που τσουρουφλίζει. Πράγμα περίεργο, αλλά όλο αυτό της άρεσε. Το είχε καταχωρίσει στον απαραίτητο μαζοχισμό της φύσης της,πράγμα που θεωρούσε αναγκαίο για να επιβιώνει.

Μερικές φορές εναντιωνόταν στον εαυτό της, σχεδόν με παραμιλητό.
«Άφηνέ με στις σκέψεις μου. Μου κάνει καλό τούτος ο συνωστισμός εικόνων. ‘Αφηνέ με να εξασκούμαι στον πόνο με το ρεαλισμό και την τρυφερότητα που του πρέπει. Άφηνέ με πού και πού να εξασκώ την ωριμότητά μου»
Κι ο εαυτός ξεσπάθωνε.
«Πρέπει να το’ χεις μέσα σου το γαλάζιο, κορίτσι μου, για να μπορείς να αντέξεις το βαθύ μπλε της τρικυμισμένης θάλασσας».
Ενώ το αντίφωνο αντιστεκόταν.
«Άφηνέ με σε παρακαλώ να το ανακαλύπτω σιγά σιγά. Οι πράξεις είναι που ρόζιασαν, όχι οι λέξεις μα ούτε και οι σκέψεις. Είσαι μάρτυρας, χρόνια τώρα, σ’ αυτό το ξεψάχνισμα της φύσης μου».
Μόνο έτσι κατάφερνε να περνάει ο χρόνος αφήνοντας στο δέρμα και την ψυχή της μοσχομυρισμένο το χνώτο του, κάτι σαν χάδι, ενώ..πάντα στο νου έφερνε τα λόγια της Simone de Beauvoir
«Δέχομαι με αγάπη τη μεγάλη περιπέτεια της ύπαρξής μου»

.

.

ΔΕΝ ΗΜΟΥΝ ΕΓΩ ΕΚΕΙ  (2019)

.

Η υπόθεση του έργου επιδιώκει να επισημάνει τις ιδιαιτερότητες
αλλά και τις δυσκολίες που παρουσιάστηκαν στη ζωή μιας οικογένειας
και που δεν θα πάψουν ποτέ να αποτελούν παράδειγμα προς αποφυγή
και γιατί όχι τροφή για σκέψη.
Έργο επίκαιρο όσο ποτέ στις μέρες μας.

.

.

ΕΝ Α(Γ)ΝΟΙΑ (2018)

.

Ένα βιωματικό «μυθιστόρημα» που θα μπορούσε να αναφέρεται σε προσωπικά δεδομένα του καθένα μας. Το βιβλίο εκτυλίσσεται σε δύο επίπεδα, σε δύο χρόνους, στον ίδιο χώρο. Το πρώτο αναφέρεται στη ζωή του ζευγαριού πριν και μετά την άνοια, όταν αυτή παρουσιάστηκε στη γυναίκα, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπισε ο σύντροφός της την ασθένεια.Το δεύτερο μέρος έρχεται να μας υπενθυμίσει πως η ζωή συνεχίζεται ακόμη κι αν πιστεύουμε πως όλα έχουν τελειώσει μετά από κάθε έντονα βιωμένη κατάσταση, ακόμη κι όταν θεωρούμε ότι δεν υπάρχουν περιθώρια για όποια αλλαγή. Τα ανθρώπινα συναισθήματα πάντα θα καθορίζουν την ποιότητα της ζωής μας δίνοντάς της νέες προοπτικές. (Το βιβλίο είναι οφειλή στη μνήμη της μητέρας μου σμιλεμένη με την απέραντη αγάπη μου για εκείνη).
FRACTAL 11/04/2018 (Η Πέρσα Ζηκάκη στο Εργαστήρι του συγγραφέα)

.

(Απόσπασμα από Κεφ. 7)

ΟΤΑΝ Η ΜΟΡΦΗ ΑΛΛΑΖΕΙ

Με τον καιρό ο Κίμωνας παρατηρούσε τις αλλαγές επάνω της, σωματικές, ψυχοσωματικές και άλλες πληγωνόταν όλο και πιο πολύ. Εκείνο όμως που τον είχε τσακίσει ήταν η αλλαγή στη μορφή της. Το πρόσωπο της Αρετής είχε αρχίσει να δείχνει γερασμένο κι αφάνταστα καταπονημένο. Το άλλοτε σπινθηροβόλο βλέμμα της είχε αντικατασταθεί από μια θολή ματιά που κούρνιαζε μέσα σε δύο βαθουλώματα, αυτά που κάποτε φιλοξενούσαν δυο όμορφα μπλε μάτια, αυτά τα ίδια που ο Κίμωνας είχε ερωτευτεί με την πρώτη ματιά.
Είναι κοινό μυστικό ότι αυτή η αρρώστια δεν κατατρώει μόνο τον πάσχοντα αλλά και τους γύρω του. Η αποδοχή της στη συνείδηση των ανθρώπων που ζουν μαζί του ποτέ δεν είναι απόλυτα εφικτή, ιδιαίτερα όταν το άτομο που νοσεί είναι σχετικά νέο σε ηλικία κι όχι υπερήλικο.
Αυτό ήταν που κατέτρωγε τον Κίμωνα μαζί με ένα τεράστιο γιατί αυτή, γιατί τώρα», που παρέμενε και θα παραμένει αναπάντητο για πολύ κόσμο.
«Η συμπόνια είναι ανθρώπινη, ο οίκτος είναι άθλιος», σκε- [καν και χρησιμοποιούσε σαν δεκανίκια τις δικές του προσωπικές άμυνες με μορφή ελπίδας για ν’ ανταπεξέλθει σε όλο
αυτό το μεγάλο «γιατί» που δεν τον άφηνε να ησυχάσει. Αφού γνώριζε πως ίαση δεν υπήρχε, σε τι άραγε ήλπιζε;
Ο ανθρώπινος νους είναι μέγα μυστήριο κι ο εγκέφαλος ακόμη μεγαλύτερο. Ότι φέρνει το γήρας γίνεται κατά κάποιον μυστηριώδη τρόπο αποδεκτό μέσα μας. Αδυνατούμε όμως να αποδεχτούμε το όποιο «σταμάτημα», το όποιο τελεσίδικο σταμάτημα της κανονικής ροής στη ζωή «εν μέση οδώ».
Το «ανάγκα και θεοί πείθονται» δεν υπάρχει εδώ. Δεν πείθεσαι πώς ο άνθρωπός σου, αυτός με τα προτερήματα μα και τα ελαττώματά του έγινε ξαφνικά, ή έστω με μικρές ενδείξεις, «res»! Κι αν ακόμη περνάει από το μυαλό η παραμικρή υποψία, ο εγκέφαλος την αποδιώχνει όπως κάνει πάντα με ό,τι αρνητικό προσβάλλει τα σημεία αναφοράς του.
«Η επίδραση της άνοιας, όχι στον πάσχοντα αλλά στα οικεία και προσφιλή του πρόσωπα, ξεπερνάει ακόμη και αυτή την ίδια την αποδοχή της», έλεγε συχνά στη Θεώνη αλλά και στον Σωτήρη. Τι περίμενε άραγε ν’ ακούσει; Ούτε κι ο ίδιος ήξερε.
Τώρα πια δεν είχε διάθεση να γράψει. Τα βιώματα και οι αναζητήσεις του, οι προβληματισμοί και η φαντασία του είχαν ναρκωθεί από το όπιο που τον πότιζε η καταραμένη αρρώστια της γυναίκας του.
Εκείνο το πρωί η Θεώνη σήκωσε την Αρετή και την έφερε να καθίσει παρέα με τον Κίμωνα στο καθιστικό. Καθημερινά τη σήκωνε και την έκανε μια βόλτα σε όλο το σπίτι, με μεγάλο κόπο πάντα, φοβούμενη την κατάκλιση.
Η ημέρα, έτσι όπως είχε ξημερώσει ολοφώτεινη, ήταν μια πρόκληση για τη Θεώνη. Δεν θα ενέδιδε στις συνηθισμένες ικεσίες της Αρετής να σταματήσουν τη βόλτα για να αναπαυτούν. Θα την κρατούσε καθιστή στην πολυθρόνα της όσο περισσότερο γινόταν, όσο έκρινε ότι θα άντεχε. Γνώριζε καλά πια πως τα πόδια της δεν ανταποκρίνονταν στην παραμικρή δυσκολία.
Ο Κίμωνας καταχάρηκε όταν την είδε φρεσκοπλυμένη και όμορφα ντυμένη, με τα μαλλάκια της χτενισμένα από τη Θεώνη. Σηκώθηκε και την αγκάλιασε
«Καλώς τη μου την όμορφη», είπε και το πίστευε ενώ τη φίλησε με τρυφεράδα στο μάγουλο.
Εκείνη την ίδια στιγμή συνειδητοποίησε ότι την είχε φιλήσει στο μάγουλο. Ποια εσωτερική παρόρμηση τον είχε ωθήσει ώστε να εναποθέσει το άλλοτε ερωτικό φιλί του στο μάγουλό της;
Τι ήταν εκείνο που ασυνείδητα είχε πράξει; ή μήπως εν πλήρη συνειδήσει; Αυτό το τελευταίο, αν συνέβαινε, τότε πολλά έκρυβε η αθέατη πλευρά του εαυτού του χωρίς να θέλει να το παραδεχτεί.
Η εκδήλωση της αγάπης βρίσκεται πάντα μέσα σε ένα φιλί, είτε στα μαλλιά, είτε στο μέτωπο, είτε στο μάγουλο. Δεν είναι ο τόπος, είναι ο τρόπος που φιλάμε αυτόν που αγαπούμε. Το φιλί του Κίμωνα περιείχε αγάπη, τρυφερότητα, στοργή, όλα τα περιείχε. Αυτό σκεφτόταν όλη την υπόλοιπη μέρα.
Τι είχε απογίνει ο αρχικός τους έρωτας; Πού είχε πάει; Βέβαια η αγάπη όλα αυτά τα χρόνια είχε πάρει τη θέση του. Αυτή ήταν πια που ακολουθούσαν τα βήματά του.
Μια ακόμη διαπίστωση για τον Κίμωνα που πίστευε ακλόνητα πως πάντα θα παρέμενε ερωτευμένος μαζί της.

.

.

Η ΤΕΘΛΑΣΜΕΝΗ (2016)

Είναι άραγε οι ευτυχισμένες μας ώρες που μας παραπέμπουν σε μία αναθεώρηση ζωής; Ή μήπως οι δύσκολες, αυτές που αναπόφευκτα κάποια στιγμή θα κληθούμε όλοι να αντιμετωπίσουμε, να επιβάλλουν αυτό το φλας μπακ; Και στις δύο περιπτώσεις θέλουμε μάλλον να αντλήσουμε δύναμη από αυτήν που κρύβουμε μέσα μας, να ανασύρουμε άλλοτε χαρά κι άλλοτε ελπίδα από εκείνο το «ντέπο» που φυλάμε όλοι για τέτοιες ώρες και το οποίο θα μας επιτρέψει να προχωρήσουμε με τη βεβαιότητα ότι έχουμε κάπου να στηριχτούμε. Απαραίτητος αυτός ο ανεφοδιασμός ψυχής για τη συνέχειά μας.

.

Αποσπάσματα από Κεφάλαιο 6

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΗΣ ΕΥΗΣ

Δεν είχα προλάβει να τελειώσω την ανάγνωση του γράμματος όταν… ένα χαρτάκι μέσα στον ίδιο φάκελο «γλίστρησε» στα χέρια μου. Ήταν διπλωμένο στα τέσσερα. Το άνοιξα με κομμένη την ανάσα. Ένα ποίημα ήταν γραμμένο.
Πάνω-πάνω έγραφε:

«Του Θάνου»

Ποτέ δεν σε είχα αγαπήσει τόσο πολύ,
όπως εκείνο το δείλι που σε άφησα,
με κατάπιε το βαθυγάλαζο δάσος,
ψυχή μου,
που πάνω του στα δυτικά,
κρέμονταν κιόλας
χλωμά τα άστρα.

Γέλασα αρκετά,
καρδιά μου,
γιατί συγκρούστηκα παίζοντας
με το σκυθρωπό πεπρωμένο
την ίδια ώρα
μέσα στο γαλανό δείλι του δάσους
αργοσβήναν κιόλας πίσω μου τα πρόσωπα.

Εκείνο το μοναδικό σούρουπο
όλα ήταν τόσο γλυκά
όσο δεν ήταν ποτέ ξανά να γίνουν.
Αλλά αυτό που μου απόμεινε είναι
μόνο πουλιά μεγάλα που το δείλι
πετούν πεινασμένα
στο σκοτεινιασμένο ουρανό.

Μπέρτολτ Μπρεχτ

Μια ζωή είχα αποκηρύξει τις «ευθείες» που με καταδίωκαν, μια ζωή ζητούσα έστω και μία «τεθλασμένη» για να αποφύγω το μονόδρομο που με είχε τελματώσει. Τέτοιας μορφής όμως τεθλασμένη δεν την ήθελα ούτε στους εφιάλτες μου.

………

Πόσα κενά και πόσα ερωτηματικά γεννήθηκαν μέσα μου. Τι
αντίτιμο πλήρωνα; Μήπως για τον Μάρκο; Ή μήπως όλα ήταν μια ακόμη δοκιμασία που μου έστελνε ο Θεός για να διαπιστώσει αν άξιζα σαν άνθρωπος;
Τελικά μια «εξωμοσία» μού χρειαζόταν. Έπρεπε ν’ αποκηρύξω
όλα τα προηγούμενα πιστεύω μου. Είχα υποπέσει σε «δογματική πλάνη».
Δεν υπήρχε αδελφή, συγγένεια, αδελφικό αίμα, δεν υπήρχε σύζυγος, ούτε καν εγώ, τίποτα.
Όλα ήταν τα αίτια ενός αποτελέσματος που έβλεπα να με διακτινίζει στο υπερπέραν. Από εδώ και στο εξής θα έπρεπε να υποστώ τις συνέπειες κάποιων «λανθασμένων» κινήσεων και επιλογών που θα όριζαν από εκείνη τη στιγμή τη «λάθος» ζωή μου.
Απίστευτα πράγματα είχε ξεβράσει η θάλασσα στη στεριά. Ποιος άραγε θα μπορούσε να με σώσει; Ποιες παράλογες σκέψεις παράσερναν το άρμα του μυαλού μου; Πού με πήγαιναν; Πού θα κατέληγαν;
Μου ήταν αδύνατο να αποδεχτώ μια τέτοια αλήθεια. Έρχονται στιγμές που νιώθεις πως θέλεις να κοιμηθείς ώρες, μήνες, ίσως και χρόνια. Να μη βλέπεις, να μην ακούς, να μη διαβάζεις, να μη γράφεις. Μια αφύσικη αδράνεια σε κυριεύει, μια «ακαμψία» λες και σε κυβερνά, ενώ σε διακατέχει ένας άσβηστος πόνος που ζητάει τα δάκρυά του. Συναισθήματα ανεξέλεγκτα και ίσως όχι ακίνδυνα που προκαλούν σε μια νέα θεώρηση ζωής. Υπάρχει κι εκείνο το συναίσθημα απώλειας που σε διαφεντεύει κι αναρωτιέσαι από πού
άραγε να προέρχεται. Τελικά, κάποια γεγονότα σού διαμορφώνουν το χαρακτήρα μέσα σε ώρες όταν για κάποια άλλα έχουν χρειαστεί χρόνια.

.

.

ΠΑΝΤΑ ΚΑΤΙ ΘΑ ΛΕΙΠΕΙ…(2012)

Κάποια πράγματα στη ζωή αυτή μοιάζουν παράλογα. Μπορεί και να είναι. Κάποια άλλα τα διέπουν αλήθειες που τα κάνουν να φαίνονται εξωπραγματικά. Τις περισσότερες φορές παραπέμπουν σε αποκυήματα φαντασίας! Είναι τόσο απίστευτα που δεν θέλουμε ούτε να τα σκεφθούμε, πόσο μάλλον να δεχτούμε ότι μας συμβαίνουν! Στα μυθιστορήματα συνήθως η πραγματικότητα δίνει άλλοθι στη μυθοπλασία επιτρέποντας έτσι στην αλήθεια να εισχωρήσει στο δρόμο του μύθου, με τελικό σκοπό να μας αποδείξει πως μόνον η ζωή μπορεί να παίξει τέτοιου είδους παιχνίδια.

Δώδεκα γράμματα με μυστηριώδη παραλήπτη, η Άννα, μια νέα και όμορφη ζωγράφος που κάνει μια φορά το μήνα την εμφάνιση της στο ταχυδρομείο, ένας παράνομος έρωτας, και η περιέργεια του Αγγέλου, ενός ταχυδρομικού υπαλλήλου που εισβάλλει άθελα του στη ζωή της ηρωίδας, συνθέτουν το απίστευτο σκηνικό αυτού του μυθιστορήματος.

Δύο παράλληλες ιστορίες που μπλέκονται μεταξύ τους και υφαίνουν μία τρίτη που μοιάζει εξωπραγματική, που διεισδύει βαθιά στις ψυχές των ηρώων και τις γδύνει από τα βάρη και τις ενοχές τους. Μια ιστορία που άλλοτε φωτίζει την αλήθεια που λυτρώνει κι άλλοτε ενοχοποιεί το μύθο, βυθίζοντας στα σκοτάδια τους ήρωες της. Η μνήμη είναι αυτή που θα καθορίσει, όχι τυχαία, την τελική έκβαση της δύσκολης πορείας τους!

.

.

ΟΙ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΙ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ (2009)

Ποιος είναι εκείνος που μπορεί να ισχυρισθεί ότι η ευτυχία μπορεί να παραμείνει σε μονιμότητα;
Ο συγγραφέας Μάρκος Βερόντης σχεδόν το είχε πιστέψει. Τα είχε όλα! Υγεία, επαγγελματική καριέρα, φήμη, πλούτο και προπάντων μια υπέροχη οικογένεια.
Ως τη στιγμή που μια προδιαγεγραμμένη μοίρα του αποκαλύπτει απρόσμενα ένα τρομερό μυστικό και του επιβάλλει ένα τυραννικό δίλημμα:
Η αποκάλυψη του μυστικού θα έχει σαν αποτέλεσμα την επώδυνη ανατροπή όχι μόνον την δικής του ζωής αλλά και των ανθρώπων που αγαπά!
Η μη αποκάλυψή του θα στερήσει την ευτυχία από πρόσωπα αγαπημένα που την δικαιούνται.
Ποια από τις δυο λύσεις θα επιλέξει;
Μήπως όταν παίρνουμε σοβαρές αποφάσεις πρέπει πάντα να έχουμε υπ’ όψιν ότι «άλλαι μεν βουλαί ανθρώπων, άλλα δε θεός κελεύει;»

..

.

ΤΥΨΕΙΣ ΚΑΙ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΡΙΑ (2008)

Ο πρωταγωνιστής αυτού του βιβλίου δεν είναι τυχαία έμπνευση, ούτε κύημα φαντασίας. Είναι υπαρκτός και ζει ανάμεσά μας. Θύτης και θύμα μαζί. Αποδέκτης μιας καταπιεστικής αγάπης, της πρώτης που δεχόμαστε, της αρχέγονης, της μητρικής. Αυτή είναι που θα καθορίσει την τύχη της υπόλοιπης ζωής του.
Έξι γυναίκες παίζουν η κάθε μία το δικό της καταλυτικό ρόλο στην πορεία του.
Ερωτεύεται, αγαπά, βυθίζεται, καταστρέφει και καταστρέφεται. Οι τύψεις που έρχονται ποτέ δεν είναι αρκετές για λύτρωση.
Θα υπάρξει άραγε κάποια έξοδος που να τον οδηγήσει σε ένα καινούργιο δρόμο;
Η ίδια η ζωή, που μας καλεί να επιλύσουμε τέτοιου είδους προβλήματα, αποδεικνύεται πως είναι η μόνη που μπορεί να τα λύσει.

.

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

.

ΕΝ Α(Γ)ΝΟΙΑ

.

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΚΑΡΑΤΖΑΣ

Σ’ έναν κόσμο που αλλάζει, διαβάζοντας αναγνωρίζουμε τους φόβους μας στα λάθη και ανιχνεύουμε στους μύθους τις αλήθειες μας. Επιστρέφουμε στον χρόνο της ψυχής μας και χαιρόμαστε τις σιωπές ανάμεσα στο φως και τις σκιές. Με άλλα λόγια, δεν υπάρχουμε μόνο, αλλά ζούμε.

Η Πέρσα Ζηκάκη, με το πέμπτο μυθιστόρημά της «Εν α(γ)νοία» (διαβάζεται και «εν ανοία») (εκδ.Δρόμων, 2018), ακούει και καταγράφει «κάποιες εσωτερικές φωνές μέσα μας, άλλοτε πνιγμένες κι άλλοτε με γλυκιά φωνή, που επιχειρούν να μας βγάλουν από τις τύψεις και τις ενοχές μας», όπως σημειώνεται στο οπισθόφυλλο
του βιβλίου. Και μπορεί το ερέθισμα της συγγραφής να το βρήκε σε προσωπικά της βιώματα και να το αφιερώνει -διαβάζω τη φράση της- «στη μνήμη της μητέρας μου σμιλεμένη με την απέραντη αγάπη μου για εκείνη». Ωστόσο, με ιδιαίτερη δεξιοτεχνία στην τεχνική της μυθοπλασίας, προσπαθεί να απαντήσει στις απορίες τι είναι κατάδυση, τι ανάδυση και τι ελευθερία, και συνθέτει μια συναρπαστική περιπέτεια στο μεταίχμιο ζωής και θανάτου.

Ήδη, απο τον τίτλο του έργου της η Ζηκάκη ορίζει τα προβλήματα ή τους άξονες
γύρω από τους οποίους κινεί τη μυθιστορία της, δηλαδή την άνοια και την άγνοια.
Όλοι οι ήρωες πάσχουν από ειμαρμένη. Αυτή είναι που ανεβάζει καημό ή πόνο
ή και χαρά ακόμη. Εκδηλώνεται σωματικά με άνοια, που μαραίνει νου και σάρκα,
και συναισθηματικά-ψυχικά με άγνοια, που δημιουργεί ανομολόγητους έρωτες και απεγνωσμένη αγάπη. Ταυτόχρονα, άνοια και άγνοια στο μυθιστόρημα της Πέρσας
συνιστούν χρόνους και εποχές, που σημαδεύουν αφενός τον στενό κύκλο της οικογένειας, αφετέρου τον ευρύτερο κύκλο των συγγενών και φίλων.
Αυτοί οι κύκλοι τέμνονται στην απώλεια και το θάνατο λόγω της άνοιας και εφάπτονται στην αποκαλυπτική δύναμη του έρωτα και της αγάπης μετά τη μετατροπή της άγνοιας σε γνώση και συνείδηση.

Η Πέρσα Ζηκάκη διαλέγει την αφήγηση σε τρίτο πρόσωπο για να μπορεί,
ελεύθερη από συναισθηματικές δεσμεύσεις, να εκφράζει με πειθώ και ευγένεια την τρυφερότητα του πόνου, τη δυσφορία της τύψης και το βαανιστικό και μαζί λυτρωτικό πάθος του έρωτα. Ως καλούς αγωγούς της μυθοπλασίας της χρησιμοποιεί τους ήρωές της, κυρίως τον πρωταγωνιστή Κίμωνα, ο οποίος
όχι τυχαία, είναι συγγραφέας και καταγράφει σε μορφή ημερολογίου «το πικρό
οδοιπορικό της άνοιας» (σελ.27), που έπληξε την αγαπημένη του γυναίκα.
Βασικό ρόλο παίζει η νεαρή νοσηλεύτρια, η οποία συμπληρώνει δραματικά έναν συγκλονιστικό κύκλο συγγενών εξ αγνοίας.

Η Ζηκάκη πλέκει τον λογοτεχνικό της μύθο με εξαιρετική συνέπεια των χαρρακτήρων στους σοφά δομημένους διαλόγους και στη φυσική αντίδραση
της συμπεριφοράς τους. Εστιάζει το ενδιαφέρον της στους αντρικούς χαρακτήρες
και δοκιμάζει τις αντοχές τους στις δυσκολίες της ζωής και την ηθική τους στις προκλήσεις του έρωτα. Παράλληλα, παρεμβάλλει σχόλια-αποστάγματα εμπειριών, τα οποία απορροφούν φορτίσεις, παρορμήσεις και αμηχανίες.
Η γραφή της έχει τη δραστικότητα της αλήθειας και την αμεσότητα της
συγκίνησης. Ο λόγος της, διφορούμενος στις εντάσεις και ευθύς στις αποκαλύψεις, παράγει τις αναγκαίες εκπλήξεις για την απόλαυση της ανάγνωσης.

Η συγγραφέας χειρίζεται τη μνήμη ως μοχλό αφύπνισης του πάθους για ζωή,
αποφεύγοντας να την περιορίσει στην εκδοχή της ανάμνησης, που οδηγεί
σε άγονη νοσταλγία. Και κρίνει, με σεβασμό στους ήρωες και τον εαυτό της,
τη δύναμη και την ποιότητα αξιών, διαθέσεων και προθέσεων.

Το μυθιστόρημα της Πέρσας Ζηκάκη «Εν α(γ)νοία» δικαιολογεί τελικά τον θρίαμβο της ζωής απέναντι σε κάθε μορφή φθοράς. Κι αυτό αποτελεί μια σπουδαία κατάκτηση στη λογοτεχνική πορεία της αγαπητής και άξιας πεζογράφου
Πέρσας Ζηκάκη. Την ευχαριστώ πολύ.

Το κείμενο διαβάστηκε από τονΔιονύση Καρατζά κατά τη παρουσίαση του βιβλίου στη Πάτρα στις 25.4.2018.

.

ΜΑΙΡΗ ΣΙΔΗΡΑ

Πριν δύο περίπου μήνες, έλαβε τη χάρτινη μορφή του το 5ο μυθιστόρημα της Πέρσας Ζηκάκη, υπό τη σφραγίδα των εκδόσεων Δρόμων, που στέγασαν και τα υπόλοιπα μυθιστορήματα της εξ Αθηνών ορμωμένης, μα πολιτογραφημένης Πατρινής Πέρσας.

Ένα βιβλίο με ισχυρό, συναισθηματικά και σημασιολογικά, φορτίο, εκλυόμενο ήδη από την αφιέρωση: Στη μητέρα μου Τζένη. Προηγείται, εν είδει moto συλλογής ποιητικής, άτιτλη σύνθεση, αναλυμένη σε πέντε δίστιχα και ένα τελικό τρίστιχο. Ο β΄ στίχος κάθε δίστιχου είναι εξακολουθητικά το επίρρημα «χωρίς», τονώνοντας ανησυχητικά, με την αοριστία της απεύθυνσης και την έμφαση της απομόνωσής του (μία λέξη ένας στίχος), το βάθος μιας απαρέγκλιτης στέρησης, ενός τοπίου ερημίας. Οι πρώτοι στίχοι, που αρδεύουν από σκηνή θαλασσινής αναχώρησης -μεταμορφωμένη, λες, υπό το πρίσμα ενός Giorgio de Chirico- φέρουν οπτική ρεαλιστική, αλλοιωμένη από άνεμο θανάτου: «Είναι κι αυτό το καράβι που έφυγε/ χωρίς// για άλλη μια φορά ταξιδιώτης στεριάς/ χωρίς// κάποιοι χαιρετούν στην προβλήτα/ χωρίς// είναι οι κάβοι που τώρα ορφάνεψαν/ χωρίς// η θάλασσα ανάλατη/ χωρίς// πώς να γαντζωθούν οι άγκυρες/ επιστροφή χωρίς/ δεν υπάρχει».

Ακολουθεί κατάλογος περιεχομένων, μια προσεκτική ανάγνωση του οποίου μας παροτρύνει να υποθέσουμε τι περί της αρχιτεκτονικής αλλά και του θεματικού βηματισμού του έργου. 21 κεφάλαια, σε ένα μικρόσωμο στις διαστάσεις και τις σελίδες του βιβλίο, προϊδεάζουν για στιλπνή και πυκνή structura, ποιητική ροπή. Οι μόλις 143 αριθμημένες σελίδες μάς προσανατολίζουν σε νουβέλα, ο μικτός, όμως, αφηγηματικός και δοκιμιακός τρόπος της Ζηκάκη, εκτεινόμενος συχνά στα χωράφια παντοειδών ανθρωπιστικών επιστημών, πρωτίστως των ψυχολογίας, ψυχανάλυσης, βιοηθικής αλλά και της εκλαϊκευμένης ιατρικής, καθώς και η διπλή κορύφωση της περιπέτειας των ηρώων κατοχυρώνουν τη μυθιστορηματική ταυτότητα του έργου. Επανερχόμενοι στον πίνακα των περιεχομένων, διακρίνουμε έναν σκελετό πλοκής, καθώς το 10ο κεφάλαιο τιτλοφορείται «Το τέλος», ενώ το 20ό «Κάθε τέλος κρύβει μια νέα αρχή» μας γεφυρώνει φίλια τόσο με τη λεπίδα «του τέλους» όσο και με την αναπόδραστη έκβαση που προοιωνίζεται μέσω του τίτλου «Η δύναμη της ευτυχίας» το 21ο ακροτελεύτιο κεφάλαιο.

Περί μύθου ο λόγος. Ο Κίμωνας, φιλόδοξος και «φίλαυτος»[1] συγγραφέας, εσωτερικός, ερμητικός, με τάσεις αναχωρητή είναι παντρεμένος με την Αρετή, δραστήρια και πρακτική πολιτική μηχανικό. Ερωτευμένοι από τα φοιτητικά τους χρόνια, ζουν πλέον στο εξοχικό του Κίμωνα στην Ηλία, όπου δέχονται την επίσκεψη του Σωτήρη, αγαπημένου ξαδέλφου της Αρετής, άρτι αφιχθέντος εξ Αυστραλίας, ο οποίος πλέον θα ζει με το ζευγάρι. Σύντομα η γυναίκα θα εκδηλώσει τα πρώτα συμπτώματα άνοιας. Ο Κίμωνας αποφασίζει να τηρεί ημερολόγιο, προκειμένου να διασώσει τις κομβικές μεταπτώσεις της λατρεμένης συζύγου του. Επιστρέφουν Αθήνα. Οι εκδηλώσεις της ασθένειας είναι ραγδαίες και πάντα απροσδόκητες, οι δε απαιτήσεις σε ψυχοσωματική στήριξη της ασθενούς άφθονες και σκληρές. Ο Σωτήρης συστήνει ως νοσοκόμα τη Θεώνη, νεαρή σχετικά γυναίκα με «πιστοποιητικά» ήθους και παράσημα αυταπάρνησης. Η Θεώνη γίνεται αποδεκτή από τον Κίμωνα και αναλαμβάνει έργο στήριξης της ασθενούς και του περιβάλλοντός της. Δίνεται ολόψυχα στην Αρετή, η ασθένεια της οποίας επιταχύνει μοιραία. Μετά την απώλειά της, η Θεώνη παραμένει στο σπίτι, φροντίζοντας αγόγγυστα τους δύο άνδρες. Ακολουθούν «μυστικά και ψέματα», σιωπές και αποκαλύψεις και η ρόδα της ζωής «ανεβοκατεβαίνει» σε νέους «κύκλους».

Η Ζηκάκη συχνά, όπως και στα προηγούμενα έργα της, κάνει χρήση μιας διακειμενικής ακτίνας, πρσδίδοντας αίγλη ρητορική και χάρη μικροεπεισοδίου σε πορίσματα από τη θεωρία της Τέχνης και από τον ευρύτερο κύκλο της καλλιτεχνικής περιοχής. Το παράλογο, τόσο κοντά στο μέγα του θανάτου μυστήριο αλλά και στο απροσδόκητο, το πολλαπλώς απαράδεκτο συμβάν της άνοιας, η μελαγχολία του σκεπτόμενου, ο περί αγάπης λόγος διοχετεύονται πρισματικά και πολυφωνικά από τους εντεταλμένους της ανάδειξής τους Πίντερ, Μπέκετ, Σαίξπηρ (ο τελευταίος μέσω Δημήτρη Καταλειφού), Ρεμπώ, Γκαίτε, Τζορτζ Στάινερ, Νίτσε, και προσγειώνονται είτε στο λεκτικό «πάτωμα» του ετεροδιηγητικού αφηγητή: «Πιντερικό θέατρο θύμιζε πια η ζωή τους με την ά(γ)νοιά της να αυξάνεται σταδιακά κι ακούσια. […]»[2] είτε στις ημερολογιακές σελίδες του Κίμωνα: «[…] Θυμάμαι μια φράση που είχε πει κάποτε ο αγαπημένος μου φίλος Δημήτρης Καταλειφός αναφερόμενος στο έργο του Σαίξπηρ Βασιλιάς Ληρ:/ «Τα γηρατειά καταργούν την ταυτότητα που μια ζωή ο άνθρωπος πασχίζει να οικοδομήσει για τον εαυτό του και τους γύρω του […]».[3] Συνάμα, η ανάσα του Βιτσέντζου Κορνάρου, μέσω της χαϊδευτικής προσφώνησης «Αρετούσα» της Αρετής από τον σύζυγό της, το ίχνος της Κικής Δημουλά στο υπαρξιακό παιχνίδι των ουσιαστικών, το αναποδογύρισμα της τύχης, τόσο κοινό ως σπερματικό συμβάν στην αρχαία τραγωδία, το δημοτικό τραγούδι, τη μελό ελληνική ταινία, κ.α., συντείνουν στην κατασκευή ενός πολυφωνικού συνόλου, έντεχνα και εύηχα διαχυμένου στην πλαστικότητα της γλωσσικής συνείδησης των, κατά τα φαινόμενα, δύο αφηγητών.

Πρόκειται, λοιπόν, για τον ετεροδιηγητικό, μη συμμετέχοντα, δηλαδή, στη δράση αφηγητή, εξουσιοδοτημένο να προωθεί και να αιτιολογεί την εξέλιξη, εμβαθύνοντας στα εσώτερα κίνητρα των ηρώων, συχνά αμήχανο και υποπίπτοντα στη γενική συνθήκη της άγνοιας, αποτόκου της άνοιας για πάσχοντες και οικείους. Ενός αφηγητή φιλάνθρωπου, που περιδιαβάζει τα ανθρώπινα και αποκωδικοποιεί τον ηθικό τους χρωματότυπο. Ερμηνεύει και φιλοσοφεί, εκφέροντας λόγο συγχωρητικό, θεωρητικό, βιοηθικό, ανάλογα με τις ανάγκες των όντων του να καταστούν εύληπτα και αγαπητά στην αναγνωστική μας συνείδηση. Συγχρόνως, διαμορφώνει προσωπικό ιδίωμα, ώστε σταδιακά αναγνωρίζεται ως ανώνυμος ήρωας, θελκτικός, οξύνους, καθημερινός και βαθύς, ως υπεριπταμένη συνείδηση, με ευθύνη από μηχανής θεού για την απόδοση δικαίου και τη διαιώνιση της αφήγησης. Θα λέγαμε πως ο αφηγητής της Πέρσας Ζηκάκη φέρει το πλέον συγγενές σε αυτήν προσωπείο, η δε πανσπερμία της φωνής του απηχεί αξεδιάλυτα τον λαβύρινθο και τον μίτο της συγγραφέα.

Έτερος αφηγητής αποδεικνύεται ο ατάκτως τηρών ημερολόγιο Κίμωνας. Οι ημερολογιακές σελίδες του παρεισφρέουν, σε πλάγια γράμματα, στο σώμα της κύριας αφήγησης, διατηρώντας ροπές της σχολιαστικής της γραμμής. Πιο υπαρξιακά, πιο αντιφατικά, πιο εμμονικά και τυραννικά, πιο αυθεντικά και ανθρώπινα, ωστόσο. Είναι πρόδηλο πως η Ζηκάκη προσφεύγει σε μια ψυχαναλυτική πρακτική, προκειμένου να καθυποτάξει εν μέρει και να διηγηθεί «του θανάτου το συμβάν». Ενός θανάτου που έπληξε άλκιμη ακόμη ύπαρξη, πενήντα κάτι ετών, η οποία είχε προ έτους περίπου προσβληθεί από δριμεία στην επέλασή της άνοια. Το ημερολόγιο επισύρει για τον δοκιμασμένο σύζυγο θέση ψυχιάτρου, καθώς στις λευκές του σελίδες μεταβιβάζει τις ακανθώδεις αντινομίες, τους εφιάλτες, τις δειλές ελπίδες του. Η ημερολογιακή καταγραφή σε περίοδο κρίσης –τότε κυρίως συνηθίζεται- ομοιάζει αναλογικά προς την ψυχαναλυτική διαδικασία, η οποία κατά την Julia Kristeva, «τρέφει υπέρμετρη εμπιστοσύνη στην αρχή του δεσμού της μεταβίβασης και της ερμηνευτικής ομιλίας, [καθώς] οι αρχές αυτές, αφού αναγνωρίσουν και άρα κατονομάσουν την έκλειψη και το χάσμα του υποκειμένου, είναι ικανές να αποκαταστήσουν την προσωρινή του ενότητα για μία νέα κρίση και δοκιμασία μέσα στη ζωντανή διαδικασία των παθών μας».[4] Ο διαμελισμένος από το πένθος σύζυγος γίνεται υποκείμενο της συμβολικής χώρας στην οποία ξεδιπλώνεται η γλώσσα του, πέρα από τη στέρηση, την απουσία και τις τύψεις. Η σχέση που διαμορφώνεται πλέον, μέσα από το σπασμωδικό και άναρχο ημερολόγιο, με τις ποιότητες του πόνου θυμίζει σχέση με τους επισκέπτες του απέναντι μπαλκονιού…

Το βιβλίο υφολογικά εκκινεί με ποιητικό σθένος, όχι μόνο για τη μνεία των καβαφικών «Φωνών» όσο για την ύφανση της φράσης, τη ρητορική πύκνωση πάνω στο σχήμα άρση – θέση («Δεν ήταν πράξεις γαλαντομίας ή υποχρέωσης όλα όσα έκανε για εκείνη […] –»» Ήταν η πίστη στη σχέση τους, αυτή η κοινή τους αρετή που τόσα χρόνια τους είχε σφιχτοδέσει, […]»), την εμβολή ευθέος λόγου στο συμπαγές σώμα του πλάγιου, για το θεατρικό άνοιγμα διαλογικών στιγμιότυπων, την κρουστή επανάληψη της αρχής τού 1ου κεφαλαίου στη δεύτερη ημερολογιακή καταγραφή του Κίμωνα: «Όσο κι αν θέλουμε να κλείσουμε τ’ αυτιά μας κάποιες φωνές έρχονται τακτικά άλλοτε δυνατές, άλλοτε πνιγμένες, […]».[5] Η διαλεκτική αντίθεση αναδεικνύεται ως ο κυρίαρχος μοχλός εξέλιξης της πλοκής, συγκροτώντας συγχρόνως συγγραφική τακτική, ίδιον αναγνωρισιμότητας. Ο υπερθεματισμός μιας συνθήκης ή η αβίαστη εισδοχή του πραγματικού στην αφηγηματική εξέδρα συχνά ανατρέπεται βίαια, ματαιώνοντας ποικίλες προσδοκίες. Παραδειγματικά, αναφέρουμε 1ον) την ολίσθηση από την εύφορη μνημονική λειτουργία στην αμνήμονα ζωή. 2ον) την ειρωνική σχέση που αναφλέγεται από τον υπερτονισμό μιας θέσης ή πίστης που μέλλεται να διαψευστεί, 3ον) τη δυάδα έρωτα – αγάπης που επίμονα κι ευρηματικά ανακινεί, ψαύοντας, βιωματικά και εννοιολογικά, τη συνοριακή τους γραμμή, την ιδιοπροσωπία τους, 4ον) έτερες αντιθέσεις, σταθερά κινούμενες στον χώρο της αφαιρετικής σκέψης. (Π.χ., «Η ανθρώπινη ψυχή μπορεί να χωρέσει μέσα της άπειρα συναισθήματα μόνο που ο νους δεν είναι πάντα έτοιμος να τα συλλάβει, να τα αφομοιώσει και να τα διαχειριστεί άμεσα.»)[6] και 5ον) τις ψυχοσωματικές αντιθέσεις που εγγράφονται στην Αρετή εξαιτίας της διαβρωτικής επενέργειας της άνοιας. (Π.χ., «Το άλλοτε σπινθηροβόλο βλέμμα της είχε αντικατασταθεί από μια θολή ματιά που κούρνιαζε μέσα σε δύο βαθουλώματα, […].»[7]

Από τις βασικές επισημάνσεις των πρωτοποριών, η σχέση της πρωτόγονης, της παιδικής και της μοντέρνας καλλιτεχνικής έκφρασης. «Η παλαιολιθική τέχνη» διατείνεται ο Arnold Hauser «αδράχνει χωρίς προσπάθεια την ενότητα της οπτικής αντίληψης, που η σύγχρονη τέχνη κατόρθωσε μόνο ύστερα από πάλη που κράτησε αιώνες∙ […] ο δυισμός του ορατού και του αόρατου, εκείνου που βλέπεται και κείνου που είναι απλώς γνωστού, μένει απόλυτα ξένος προς αυτήν».[8] Με το βιβλίο της, η Πέρσα Ζηκάκη απασφαλίζει τη σχετική με τους ανοϊκούς άγνοια, σημαδεύοντας στην αποκάλυψη γλωσσικών, κοινωνικών και οντολογικών σχέσεων και α-ποριών που τους αφορούν. Πιο απτά, μέσω μιας παιγνιώδους προσθήκης θα εκτείνει το εννοιακό πεδίο μιας λέξης (άνοια – ά(γ)νοια) και με τη συνεπικουρία του ιατρικού λόγου θα επικυρώσει τη διασταύρωση των αντιδράσεων ανοϊκών, παιδιών και νηπίων[9]. Επίσης, με τη σύμπτωση μεταφορικής και ρεαλιστικής γραφής θα χαράξει στο πρόσωπο της Αρετής χαμόγελο αινιγματικό, ικανό να ανακινήσει το μυστήριο μιας εσαεί Τζιοκόντας και να συλλάβει τη σύσπαση ενός ζωικού ενστίκτου. Ενός ενστίκτου που εφοδίασε την Αρετή με την ορμή της φυγής προς αναζήτηση του οίκου ή του καταφυγίου της και με την επιθετικότητα να εκτινάσσεται κατά του αγαπημένου της. Ακόμη, η συγγραφέας προικίζει τον αφηγητή της με ευαίσθητη και ευάγωγη σύλληψη των υπαρξιακών αδιεξόδων του είδους μας, όπως η αντίδρασή του στα αυξανόμενα παράλογα που άκουγε καθημερινά ο Κίμωνας από την Αρετή: «Φράσεις εκτός τόπου και χρόνου, ασύνδετες ή άριστα συνδεδεμένες με την αχανή εσωτερική της έρημο»[10] αποφαίνεται, τονώνοντας την αίσθησή μας για τη λάθρα σκιαγράφηση στο α΄ μέρος του Εν α(γ)νοία μιας αδιαφανούς μυστικής ζωής που συνδέει με διακεκομμένες γραμμές πρωτόγονους, ανοϊκούς, παίδες, σαλούς, τρελούς και λοιπούς κεκρυμμένους της παραδεκτής νόρμας.

«Περί έρωτος, αγάπης και μορφοτύπων αυτών», θα μπορούσε πιθανώς να τεθεί ως υπότιτλος στο μυθιστόρημα της Ζηκάκη –και ίσως σε κάθε της μυθιστόρημα, εφόσον το αντίπαλον δέος, ο θάνατος και τα τέκνα του, ιδίως η αλλοίωση και η ασθένεια, αποδίδονται ως περιληπτικά περιεχόμενα της αγάπης με τα οποία πρέπει να αναμετρηθεί για να διασώσει την αξιοπρέπεια και την παντοδυναμία της. Η συγκεκριμένη, δε, ασθένεια που πλήττει την Αρετή, η άνοια, αποσύρει τον θηλυκό πόλο της ερωτικής και αγαπητικής δυάδας, μεταφέροντάς τον στη χώρα της απουσίας, ενώ ο Κίμωνας, κατά τη διατύπωση του Roland Barthes, παραμένει «δεμένος μέσα στο χώρο, ακίνητος, διαθέσιμος, σε κατάσταση αναμονής, σωριασμένος στη θέση του, υποφέροντας, σαν ένα πακέτο παραπεταμένο σε κάποια γωνιά ενός σταθμού».[11] Η Θεώνη, αντιθέτως, ενσαρκώνει την αρχαία λογοτεχνική γυναικεία φόρμα της πιστής παρουσίας, ενόσω ο Κίμωνας επιδίδεται ασυναίσθητα στον αγώνα λησμονιάς της Αρετής, πίνοντας, ώστε να μην πεθάνει «από ακραία διάταση, κόπωση και ένταση της μνήμης (όπως ο Βέρθερος)».[12] Αντιλαμβανόμαστε τη σταθερή, παθητική σχεδόν στάση της ως άσκηση ενεργητικής παρουσίας, καθώς, μέσω της καθημερινής συνύπαρξης, η κοπέλα δυναμιτίζει την καθημερινότητα ώστε να εκλύσει ρυθμό, τη δε μυθοπλασία να υπάρξει αναπόφευκτα μέσω της γλωσσικής σκηνοθεσίας.[13]

Σα να αποδεικνύει τελικά η Ζηκάκη, μέσα από μια ατμόσφαιρα αστυνομικού μετέωρου, το άφευκτο της αγάπης, τη νομοτελειακή μεταβίβαση της ζωικής ορμής, την πολυσημία του φιλιού, τη γλυκιά κατοχή του αγγίγματος, τη χριστιανική θυσιαστική ηδονή, τη χάρη του κοινού βηματισμού, την ανάγκη για λιώσιμο σε κοινό χυτήριο του αισθηματικού, του αισθησιακού και του πνευματικού, την αξία της μετρημένης μα υψηλόφρονος συγκατάνευσης στις τρέχουσες αναγκαιότητες.

Και ίσως η πνευματική αξία του τελευταίου βιβλίου της να μην έγκειται στη μετά λόγου γνώσεως και σεβασμού οικειοποίηση που επιφέρει στην ασθένεια της άνοιας. Ίσως το σημαντικότερο όλων να έγκειται στην απορηματική της στάση απέναντι στο αίνιγμα της σφίγγας, την ερώτηση και την απάντηση για το οποίο με το Εν α(γ)νοία επαναδιατυπώνει.

Το κείμενο διαβάστηκε από τη Μαίρη Σιδηρά κατά τη παρουσίαση του βιβλίου στην Αθήνα στις 8.5.2018

1] Πέρσα Ζηκάκη, Εν Α(γ)νοία, Αθήνα, Δρόμων, 2018, σ. 15.
[2] Πέρσα Ζηκάκη, ό.π., σ. 12.
[3] Πέρσα Ζηκάκη, ό.π., σ. 48.
[4] Julia Kristeva, Στην αρχή ήταν η αγάπη. Ψυχανάλυση και Πίστη. Μετάφραση Έπη Μελοπούλου, Αθήνα, Άγρα, 2003, σ. 45.
[5] Πέρσα Ζηκάκη, ό.π., σ. 12 και σ. 36.
[6] Πέρσα Ζηκάκη, ό.π., σ. 65.
[7] Πέρσα Ζηκάκη, ό.π., σ. 53.
[8] Arnold Hauser, Κοινωνική Ιστορία της Τέχνης, τ. 1. Μετάφραση Τάκη Κονδύλη, Αθήνα, Κάλβος, [χ.χ.], σ. 19.
[9] Πέρσα Ζηκάκη, ό.π., σ. 20.
[10] Πέρσα Ζηκάκη, ό.π., σ. 25.
[11] Roland Barthes, Αποσπάσματα ερωτικού λόγου. Μετάφραση Βασίλης Παπαβασιλείου, Αθήνα, Ράππα, 1977, σ. 23.
[12] Roland Barthes, ό, π., σ. 25.
[13] Roland Barthes, ό.π., σ. 26.

.

ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΑΜΠΟΓΛΗΣ

Διάβασα το «Εν α(γ)νοία». Μια εξαιρετική καταγραφή στιγμών και σταδίων της άνοιας. Η άνοια, ως άκρα ταπείνωση, είναι

βαθύτερη του θανάτου, όπως διακρίνεται πίσω από τις λέξεις.

Βαθιά ψυχή κρύβεται στην παρέλαση των γεγονότων.

Συγκλονιστική η καθημερινότητα των ηρώων, Νιώθεις πως δεν πρόκειται για διήγηση τρίτων. Νιώθεις πίσω από την εικόνα το πάθος, την οδύνη, τη θλίψη, την τραγικότητα της διαδρομής, μέχρι την κατανόηση, την αποδοχή, τη συνέχεια. Κι όλα με διακριτικότητα και προσπάθεια να μην φανεί η κούραση, η απελπισία να μην κουράσει, ο θυμός να μη φτάσει στη διάλυση των σχέσεων. Να μη λεκιάσει στο ελάχιστο το ευγενές του καθήκοντος, να μη λεκιάσει η αγάπη. Γενναιότητα και τρυφεράδα. Κι όλα αυτά με εξαιρετική αρχιτεκτονική λόγου και ρυθμού. Λεπτότητα και οικονομία. Η συγκίνηση φτάνει αβίαστα δίχως την ανάγκη κάποιου είδους υπερβολής.

Κι ετούτο το βιβλίο σου, όπως το προηγούμενο στηρίζεται και στηρίζει την αλήθεια της αγάπης και τον βαθύτατο ανθρωπισμό. Κυρίως φωνάζει πως η καρτερία, η θυσία και η ελπίδα δεν χάνονται. Πως η αγάπη είναι σαν την αιωνιότητα, κουράζει αλλά ανασταίνει.

Εύχομαι εκ βαθέων τα καλύτερα στη ζωή και στο επόμενο βιβλίο σου.

Με ιδιαίτερη εκτίμηση και συγκίνηση ως αναγνώστης και ως «γραφιάς»

Η ΤΕΘΛΑΣΜΕΝΗ

.

ΜΑΙΡΗ ΣΙΔΗΡΑ

Πάτρα 21.12.16 Θέατρο Λιθογραφείο

Μια ροκ επανάσταση σε μορφή υβριδικού ημερολογίου Η Τεθλασμένη, το τέταρτο και φρεσκοτυπωμένο μυθιστόρημα της συμπολίτισσάς μας Πέρσας Ζηκάκη, στεγασμένο στις εκδόσεις Δρόμων, όπως και τα Τύψεις και μαργαριτάρια, 2008, Οι κληρονόμοι της σιωπής, 2009 και Πάντα κάτι θα λείπει, 2012.

Έχοντας πρόδηλη την καλλιτεχνική και υπαρξιακή ανάγκη να στερεώσει σε μυθοπλαστικό πλαίσιο την «τεθλασμένη» οδό της ανθρώπινης περιπέτειας, επεξεργάστηκε σε ένα πυκνό αφήγημα τη σχέση βιωμάτων και ιδεολογικών σταθμών της κεντρικής της ηρωίδας, την οποία μετεωρίζει διαρκώς πάνω από τα ακανθώδη διλήμματα του βίου: Το δικαίωμα του έρωτα, η ελευθερία των επιλογών, η δίκαιη στάση, η ηθική προτροπή, η ανάγκη μιας αληθινής ζωής φιλτράρονται βασανιστικά μέσα από την ανάγνωση του άλλου, την αυτοαναίρεση μιας άγρυπνης συνείδησης, από τις συμπληγάδες του αυτό- και ετερο-προσδιορισμού, που καταιγιστικά αναδύονται στην πορεία του βιβλίου.

Δύο αδρά νήματα συνιστούν τον σκελετό της αφήγησης. Το ένα αφορά στο μύθο, το περίγραμμα της διηγηματικής συνέχειας, για τον οποίο εμπρόθετα η συγγραφέας επιλέγει έντονο κρεσέντο και επαναληπτικότητα στις δραματικές του κορυφώσεις. Το απροσδόκητο των ανατροπών αναφύεται ατελεύτητο και παροξυσμικό, ωστόσο αποδεικνύεται ιδανικό για να στεγάσει το δεύτερο νήμα της κειμενικής συγκρότησης, τον κριτικό αναστοχασμό, τη συναισθηματική και αξιακή βυθοσκόπηση και την ψυχαναλυτική ματιά της ηρωίδας πάνω στην πρότερη ύπαρξή της. Η τελευταία αντιπροσωπεύεται με κλινική σχεδόν ακρίβεια, καθώς τέμνει, κατά την κλασική φροϋδική διαίρεση, το αγκυλωμένο super ego, το τυραννισμένο ego και το επιθυμών id της Αθηνάς Μέξη, ηρωίδα και ομιλούσα φωνή στο μεγαλύτερο μέρος του έργου. Επιπλέον, το εύρημα του «τετραδίου», ημερολογίου, σημειώσεων και παρακαταθήκης της συγγραφέα του Αθηνάς, επιτρέπει και μία έτερη ψυχαναλυτική ανάγνωση, καθώς λειτουργεί ως η φωνή που, κατά τη Julia Kristeva, «τρέφει μία υπέρμετρη εμπιστοσύνη στην αρχή του δεσμού της μεταβίβασης και στην αρχή της ερμηνευτικής ομιλίας […] [που] αφού κατονομάσουν την έκλειψη και το χάσμα του υποκειμένου, είναι ικανές να αποκαταστήσουν την προσωρινή του ενότητα για μία νέα κρίση και δοκιμασία μέσα στη ζωντανή διαδικασία των παθών μας».[1] Σπεύδω στο σημείο αυτό να διαλευκάνω τη λογοτεχνική συνένωση των δύο νημάτων, καθώς η διαδρομή της σκέψης αφορμάται και άπτεται της πλοκής, ενώ διατηρεί και η ίδια αυτόνομο αφηγηματικό ήθος, πάθος, συγκίνηση, θέρμη και εξομολογητική ειλικρίνεια.

Το μυθιστόρημα διαθέτει moto από το ποίημα «Μαρμάρινο τραπέζι» και τη συλλογή Δυτικά της λύπης[2] του Οδυσσέα Ελύτη: «Μπορεί μ’ ευθείες να χαράζεται/ ο Μεσημβρινός αλλ’/ Η αλήθεια πάντοτε με τεθλασμένες», moto που κατευθύνει τη νοηματοδότηση τίτλου και περιεχομένου, διατηρώντας ανοιχτές τις ερμηνευτικές απόπειρες χάρη στην πολυσημία και την αμέτρητη γλωσσική πύκνωση του μεγάλου μας ποιητή. Διαθέτει επίσης αφιέρωση: «Στους ακριβούς παρόντες,/ αλλά και στους αλησμόνητους/ απόντες της ζωής μου!», η οποία, συσχετιζόμενη με το «Αντί προλόγου» σημείωμα που ακολουθεί, καθιστά το έργο ευγενική χειρονομία, αντίδωρο ανεξαργύρωτης οφειλής. Το πρώτο πρόσωπο και η οικειότητα της φωνής της ηρωίδας παρασύρει κάποτε τον αναγνώστη σε συνειρμούς περί αυτοβιογραφικής ταυτότητας του βιβλίου, συσχετισμοί που αυτόχρημα καταρρίπτονται από το παράδοξο των διηγηματικών κόμβων και το έντεχνο της συγγραφικής στρατηγικής. Ωστόσο, η Ζηκάκη, ήδη από την προλογική της απεύθυνση, απαλλάσσει το έργο της από το «αστυνομικό» δίλημμα της εξιστόρησης ή μη οικείων παθών, καθώς ευχαριστεί τους «διαπλεκόμενους» φίλους για την άδειά τους να προχωρήσει σε λογοτεχνική μεταχείριση αποσπασμάτων του βίου τους. Οπωσδήποτε, η διαχείριση του υλικού, η ένταξή του σε έναν μύθο, η υπερκάλυψή του από τη μυθιστορηματική συνοχή, οι αλλοιώσεις που σαφώς δέχτηκε το καθιστούν αλλότριο ή, καλύτερα, αλλογενές για τους πρώτους φορείς του. Όσον αφορά, τώρα, στην αυτοβιογραφική διάθεση, αυτή ενυπάρχει, ίσως περισσότερο από τα προγενέστερα έργα της συγγραφέα, αποτυπωμένη κυρίως στην ανάγκη της ηρωίδας της να εκφράσει τους σπασμούς της καρδιάς και του μυαλού της, να ενδύσει λογοτεχνικά ό,τι ηθικά αξιόλογο, να σμιλέψει κοσμοθεωρία και τρόπο πόρευσης στον περιπετειώδη της βίο, αποστάζοντας, εν τέλει, βιοσοφία και συν-χώρεση.

Στην Τεθλασμένη ενυπάρχουν δύο αφηγηματικές φωνές. Η πρώτη, ετεροδιηγητική, απέχει από τη δράση και εξουσιοδοτείται να ανοίξει και να κλείσει το μυθιστόρημα, εμφανίζοντας πρωτίστως τις συνθήκες ανακάλυψης της δεύτερης, ομοδιηγητικής αυτή τη φορά, φωνής, που καλύπτει σαρωτικά το μεγαλύτερο τμήμα του έργου. Πιο συγκεκριμένα, η πρώτη αφηγηματική φωνή μας παρουσιάζει την Άλκηστη Αλεξάνδρου στις ετοιμασίες του γάμου της, έχοντας πλάι της τη φίλη της Στέλλα. Μαθαίνουμε ότι είναι ορφανή και ότι οι σχέσεις της με τους γονείς της, όσο ζούσαν, ιδίως δε με τη μητέρα της ήταν διαταραγμένες. Στην προσπάθειά της να εξασφαλίσει τα απαραίτητα εθιμοτυπικά για τη νυφική της εμφάνιση, ανακαλύπτει στη σοφίτα του σπιτιού της ένα τετράδιο. «Το άνοιξε σχεδόν με δέος. Μετά την ανάγνωσή του, τίποτε πια δεν θα ήταν όπως πριν». Με τα λόγια αυτά, ο τριτοπρόσωπος αφηγητής αποχωρεί, για να παραδώσει τη σκυτάλη του στον πρωτοπρόσωπο, που με τη μορφή της Αθηνάς Μέξη, θα εξελίξει το μυθιστόρημα και τις ζωές των ενοίκων του: Του Ευάγγελου και της Ιουλίας Μέξη, επιφανών δικηγόρων της Αθήνας και γονέων της, του Θοδωρή και της Εύης Μέξη αδελφών της, του συζύγου της Θάνου Αλεξάνδρου, της κόρης της Άλκηστης Αλεξάνδρου και του Αλέξανδρου Μέξη, γιου της ανύπαντρης αδελφής της. Πέρα από το οικογενειακό Πάνθεον, όλο το έργο διατρέχει με την παρουσία και το διανοητικό του βάρος ο Μάρκος Mengen, συμμαθητής της από το Γυμνάσιο και πρώτος της έρωτας. Από τον κύκλο των άλλων ηρώων, απαραίτητων για την τρισδιάστατη απεικόνιση των έργων, σκέψεων και ημερών της ηρωίδας, δεσπόζουν η εξ Αλεξανδρείας ορμωμένη Έμμα Σισμάνη για την επιρροή που της άσκησε και για το πράο, ευγενές και συνάμα θεληματικό ήθος της και η Λένα, επιστήθια φίλη και σηματωρός της «τεθλασμένης» της ανεξαρτησίας, ιδέας και στάσης αενάως ποθούμενης για την καταπιεσμένη από γονείς και σύζυγο Αθηνά. Πριν εγκαταλείψω με τα λιγότερο δυνατά στοιχεία, τους ήρωες, αξίζει, νομίζω, να επισημάνω τη διαφάνεια της σχέσης των ονομάτων των ηρώων με την εποχή, την ανάδειξη μιας ηχητικής αισθητικής περασμένων δεκαετιών που συμβάλλει, ανεπαισθήτως, στη λογοτεχνικότητα του έργου.

Η ίδια η συγγραφέας τέμνει τον χειμαρρώδη λόγο της Αθηνάς Μέξη σε κεφάλαια, οργανώνοντας σε θεματικές ενότητες την αρχιτεκτονική του βιβλίου της. Υπό το πρίσμα μίας διάθεσης παραδοξολογίας, αναγνωρίζω ότι οι δοσμένοι τίτλοι, εάν αναγνωσθούν διαδοχικά, αρθρώνουν ένα ασθμαίνον πεζολογικό ποίημα, στο μυστικό κώδικα του οποίου εγγράφεται η ιστορία: «Το ημερολόγιο/ Ευάγγελος και Ιουλία Μέξη. Το πάρτι. Μάρκος. Η άφιξη. Αιφνιδιασμός. Το μυστικό της Εύης. Απελευθέρωση. Ένα καθοριστικό ταξίδι. Έμμα Σισμάνη. Μία ανθρώπινη ιστορία. Ενδοσκόπηση. Το μάθημα. Το εξοχικό στο Πόρτο – Ράφτη. Το μεγάλο ταξίδι. Χωρισμός. Ο μύθος της τεθλασμένης».

Δεν είναι όμως μόνον η κλασική ένταξη ενός περιεχομένου σε κεφάλαια που ισορροπεί τη διάταξη του υλικού. Μία βασική ιδέα του κειμένου, επιμερισμένη σε δύο αντιθετικές εκφάνσεις, την παρουσία ευθειών και τεθλασμένων γραμμών, δημιουργεί προϋποθέσεις ανασύνταξης της αφηγηματικής συνθήκης και μετατρέπεται από μοτίβο θεματικό σε συνδετική δομική ουσία. Έτσι, στις ευθείες γραμμές, η συγγραφέας συμβολοποιεί κάθε κατεστημένη, βραδεία στις αντιδράσεις της, πνιγηρά τακτοποιημένη συνείδηση, που αρνείται την υγρασία της ελευθερίας, επιδιώκοντας τον ξηρό και άχαρο βίο, ενώ στις τεθλασμένες το δυναμίτισμα της συνήθειας και, μέσω του αιφνιδιασμού, την κατάκτηση της αλήθειας και της χαράς. Για παράδειγμα, αναφέρω δύο σχετικά αποσπάσματα από την αρχή σχετικά του ημερολογίου, από τα πολλά που είναι εγκατασπαρμένα στις σελίδες της Τεθλασμένης: «Παντού και πάντα “ευθείες”. Αυτό ήταν το πρόβλημά μου. Για άλλους θα ήταν “ευχής έργον” να βλέπουν το τρένο της ζωής τους να κυλάει ανεμπόδιστο στην ίδια πάντα ευθεία, όμως μ’ εμένα δεν ήταν έτσι. Αυτές οι ευθείες γίνονταν καμιά φορά πολύ κουραστικές άλλοτε πάλι επίπονες, τις περισσότερες όμως φορές ήταν θανάσιμα πληκτικές».[3] Και λίγο παρακάτω: «Είχα βρει επιτέλους τον άνθρωπο που αναζητούσα χρόνια, εκείνον που θα με έβγαζε απ’ την στείρα “ευθεία” μου και θα μου χάριζε την πολυπόθητη απόλαυση μιας “τεθλασμένης” έτσι όπως εγώ τη φανταζόμουν. Εδώ ακριβώς μπορεί να παρεξηγηθεί ο όρος “τεθλασμένη”. Όχι, δεν εννοώ αυτό που καταλαβαίνουν ίσως μερικοί όταν χρησιμοποιούν τον όρο “δια της τεθλασμένης”, κάτι δηλαδή ανέντιμο, κάτι ίσως “μη ηθικό”, κάτι που χρησιμοποιεί “πλάγια μέσα” για να πετύχει το σκοπό του. Χρησιμοποιώ τον όρο αυτό που η μαθηματική γλώσσα ορίζει σαν “τη γραμμή που αποτελείται από διαδοχικά τμήματα που δεν ανήκουν στην ίδια ευθεία”. Με προσωπική μου ευθύνη και επίγνωση χρησιμοποιώ τον όρο “τεθλασμένη” ακόμη κι αν αυτός παρανοηθεί».[4] Με ιδιαίτερη μαεστρία στο παιχνίδι μεταξύ σημαίνοντος και σημαινομένου, η συγγραφέας επιφυλάσσει στις δύο γραμμές διαφορετική εννοιακή αντιμετώπιση στο τέλος του βιβλίου, έχοντας, ωστόσο, αποκαθάρει τόσο την αξία της ευθείας όσο και αυτήν της τεθλασμένης στο διυλιστήριο της συνείδησης.

Ολοκληρώνω την προσέγγισή μου στα δομικά εφευρήματα της Ζηκάκη με την ιδιαίτερη θέση και χρήση της –κατά Genette- πρόληψης. Με ένα είδος αόριστης και πάντα δυσοίωνης προσήμανσης, προλαμβάνει, χωρίς να επεξηγεί το αναποδογύρισμα της αντιληπτικότητας των ηρώων γύρω από τα σχεσιακά ή τα μοιραία γεγονότα του βίου τους, το «ξαναμοίρασμα της τράπουλας» των ρόλων και των ευθυνών τους. Καθώς, μάλιστα, η αφηγηματική φωνή ανήκει σταθερά στην Αθηνά Μέξη, η αποστροφή της αυτή προς πάντα μελλοντικό αναγνώστη αφενός αποκτά χρησμικό βάθος αφετέρου γεφυρώνει τις επιμέρους ενότητες, απαλύνοντας τα σαρωτικά κύματα που δοκίμασαν ποικιλοτρόπως την αντοχή της. Λειτουργούν δε οι εξακολουθητικές επισημάνσεις του κακού ως αποτροπιαστικές αυτού, εφόσον για να ανταπεξέλθει στο «παρόν» της συγγραφής το αφηγούμενο υποκείμενο έχει νικηφόρα περιδιαβεί από το επαχθές «τότε» της αφήγησης. Για παράδειγμα, μεταφέρω: «Αυτό όμως ήταν το λιγότερο που μου είχε συμβεί. Τότε φυσικά ήμουν ανυποψίαστη για όλα όσα θα ακολουθούσαν»[5] ή «Η στεναχώρια κι ο θυμός τους ήταν απερίγραπτοι και η δική μου παρέμβαση κάθε άλλο παρά σωτήρια αποδείχτηκε»[6] ή «(Εγώ μόνον δεν ήξερα πότε και αν θα προσγειωνόμουν κάποια στιγμή πραγματικά. Κάποτε θα το μάθαινα κι αυτό)»[7] ή «Δυστυχώς όταν αργότερα τον χρειάστηκα ακόμα περισσότερο εκείνος ήταν ήδη πολύ μακριά για να με βοηθήσει».[8]

Στην υφολογία της Ζηκάκη ανήκουν οι ενορχηστρώσεις μακροσκελών κάποτε λόγων και αντιλόγων σε α’ πρόσωπο που με το διπολικό σθένος τους εντείνουν την ανοίκεια στάση της λογοτεχνοποίησης της σκέψης, στάση, βεβαίως, νομιμοποιημένη στο είδος της ημερολογιακής καταγραφής και όχι μόνο. Ενισχύει, θα λέγαμε, η συγγραφέας τον –κατά Μ. Bakhtin- πολυφωνικό χαρακτήρα του μυθιστορηματικού είδους, καθώς πίσω από τη μονοφωνία της Αθηνάς Μέξη πάλλεται, συχνά διαλεκτικά, η πολυφωνία της ανθρωπότητάς της. Η συγγραφέας δεν φείδεται χώρου, προκειμένου να αισθητοποιήσει την αισθηματική, ηθική και πνευματική διαδρομή της ηρωίδας της. Τουναντίον, είναι η λογοτεχνική μορφοποίηση παραγώγων του πνεύματος το κατεξοχήν θεματικό και υφολογικό στίγμα της, καθώς ακόμη και στις σκηνές του πάθους αγρυπνεί ο παρατηρητής νους που συνειδητοποιεί και αποφαίνεται. Συχνά, είτε ο αδιαμεσολάβητος λόγος της Αθηνάς με τη μορφή της πυρακτωμένης και εξελισσόμενης σκέψης είτε η μεταφορά στο αφηγηματικό πλάνο, εν είδει μεταδιηγήσεων, των λόγων των άλλων, λειτουργούν ως πυροκροτητές του ενδιαφέροντος, καθώς, πέρα από τον συγχρονισμό τους με τις αφορμές της ζωής, συνθέτουν ένα ευαίσθητο σύμπαν άυλων ποιοτήτων που αντιδικούν, φθίνουν, αλλοιώνονται ή δοξάζονται σε όλο το έργο. Το γεγονός ότι η ηρωίδα είναι δικηγόρος χρησιμοποιείται από τη Ζηκάκη για να δραματοποιήσει περαιτέρω τις εννοιακές αναζητήσεις της, τυλίγοντάς τες με ατμόσφαιρα δικανική και καθιστώντας την ανεύρεση της αλήθειας εναγώνια. Σας διαβάζω ενδεικτικά ένα μικρό απόσπασμα, από τον νοερό συλλογισμό της Αθηνάς, όταν επισκέφτηκε τον έρωτά της, τον Μάρκο, στο Μόναχο: «Έτσι είναι φαίνεται η ανθρώπινη φύση. Ανεξάντλητα κτητική. Τα πάντα περιστρέφονται γύρω απ’ το εγώ μας. Ακόμη και η αγάπη που δίνουμε. Τη δίνουμε για μας τους ίδιους. Όλα αποσκοπούν στην ικανοποίηση ενός αδηφάγου εγώ που με τίποτα δεν τιθασεύεται, δεν ελέγχεται. Κι ο έρωτας; Αυτός κι αν είναι η κορωνίδα της ικανοποίησης του εαυτού μας. Ακόμα και η αγάπη που εισπράττουμε είναι όχι μόνον η ικανοποίηση του εγώ μας μα και του εγώ του άλλου που την προσφέρει. Προσπαθούσα να δικαιολογήσω μέσα μου ό,τι μπορούσε να δικαιολογηθεί. Δεν τα κατάφερνα».[9]

Τα διαλογικά πάλι μέρη διαθέτουν τέτοια αμεσότητα και μεταφορική δύναμη που αισθάνεσαι τον άγριο ρυθμό μιας ροκ υπόκρουσης στην ανάπτυξή τους. Η αδίστακτη έκθεση των ηρώων αλλά και η ελεήμων κάποτε αποδοχή τους από την αφηγήτρια μπορεί να αντιπαραβληθεί με τις εναλλαγές από τις βίαιες κραυγές στα τρυφερά κι εσωτερικά μέρη μιας ροκ σύνθεσης.

Στο υφολογικό στημόνι της συγγραφέα, προσγράφονται και οι ποικίλες πολιτισμικές αναφορές, κείμενα με καθαρότητα πληροφορίας, κατεξοχήν περί θεάτρου αλλά και περί ψυχανάλυσης, λογοτεχνίας και μουσικής, τα οποία εγκαταστημένα στην «καταδεκτική» προς το αλλότριο αφηγηματική φωνή, ρηγματώνουν και ενυδατώνουν τη θερμή συναισθηματική και διανοητική διαδρομή, διευκολύνοντας την αναγνωστική πρόσληψη. Ανάλογα λειτουργούν και οι δύο επιστολές, ευφυώς εγγεγραμμένες μέσα στο σώμα μίας ευρύτερης επιστολής που αντιπροσωπεύει διευρυμένα το ίδιο το «τετράδιο» της Αθηνάς Μέξη. Βεβαίως, οι δύο επιστολές διαδραματίζουν και καίριο ρόλο στη δράση, καθώς στην κυριολεξία μεταμορφώνουν τα περιεχόμενα του πραγματικού και αυτής της συνείδησης συμπεριλαμβανομένης. Αλλά και η υποδοχή στην αφηγηματική σκηνή της Έμμας Σισμάνη, πέρα από τον καταλυτικό της ρόλο στη διαδικασία ωρίμανσης της αφηγήτριας, προξενεί, ιδίως στο αφιερωμένο αποκλειστικά σ’ αυτήν κεφάλαιο με τίτλο «Μια ανθρώπινη ιστορία», και ως ένα έξοχο ιντερμέδιο στις αλλεπάλληλες δραματικές κορυφώσεις του έργου. Λάμπει από αυτάρκεια και γοητεία ο λόγος της κυρίας Έμμας, που, κυριολεκτικά, σαρώνει τη μεγαλοαστική κοινωνία μιας αλλοτινής Αλεξάνδρειας, ενσαρκώνοντας συνάμα έναν ανεπανάληπτο ερωτικό λόγο.

«Ένα από τα κύρια εσωτερικά θέματα του μυθιστορήματος» παραδίδει ο M. Bakhtin «είναι ακριβώς η δυσαρμονία ενός προσώπου με τη μοίρα του, με την κατάστασή του. Ο άνθρωπος είναι ανώτερος από τη μοίρα του ή κατώτερος από την ανθρωπιά του».[10] Τα ανωτέρω έχει βαλθεί λες να τεκμηριώσει στο νέο της μυθιστόρημα η Πέρσα Ζηκάκη, δεικνύοντας την ψυχική αντοχή, την πνευματική ειλικρίνεια και την ηθική πλοήγηση ορισμένων ηρώων της απέναντι σε συνθλιπτικές συχνά συνθήκες. Η ηρωίδα της διαθέτει μάλλον αντιηρωικό κύτταρο, μπορεί, παρόλα αυτά να ισχυρισθεί κανείς ότι είναι ιδεολόγος. «Κατά γενικό κανόνα, ο μυθιστορηματικός ήρωας είναι περισσότερο ή λιγότερο ένας ιδεολόγος» διατείνεται στο ίδιο βιβλίο του ο μεγάλος Ρώσος θεωρητικός. Και είναι αλήθεια πως σ’ αυτό το μυθιστόρημα όλοι οι ήρωες έχουν θεωρητικό οπλισμό και ιδεολογικό δείκτη, καθώς ακόμη και οι φαινομενικά απαθείς προδίδουν και παραδίδουν μία έσχατη ιδεολογική στάση, ανεξάρτητα από το ηθικό της πρόσημο. Η διαπαιδαγώγηση, η ελευθερία, η χειραγώγηση του ατόμου, η απιστία, η αμαρτία, ο έρωτας, η συγχώρεση, η αγάπη, προπάντων αυτή, θεμελιώνουν το ιδεόγραμμα του βιβλίου και την ιδεολογική ταυτότητα των ηρώων. Η Ζηκάκη, με συγγραφική πανουργία, παρακολουθεί την κριτική στάση της ηρωίδας της χωρίς να προτρέχει. Και το θαύμα της αγαπητικής συνάντησής της με τον άλλον έρχεται στην ώρα του, μεστωμένο στη μοναξιά και την τυραννία της πυρετώδους ανάγκης της να αυτοαναλυθεί και να «ενδοσκοπηθεί», για να χρησιμοποιήσουμε το ρήμα με το οποίο χάραξε το υπό διαμόρφωση είναι της η σοφή κυρία Έμμα. Έτσι, διείδε και αποδέχτηκε τα κενά του χαρακτήρα της και τα ελλείμματα των πράξεών της, τη δυστροπία και τη σκληρότητα των γονέων της, την απάθεια, τη «σταθερή» αστάθεια και την προδοσία του συζύγου της, σχετικοποίησε τη μεγάλη της τεθλασμένη, τη σχέση της με τον Μάρκο, συγχώρεσε την αδελφή της και πολλά άλλα που αποσιωπώ. Και ο λόγος της, από μεμψίμοιρος και επικριτικός, μετουσιώθηκε σε λόγο ελευθέρου, που επιθυμεί πλέον το ηθικό και αντιτάσσει τη συνειδητή του ματιά στην παγίδα της στέρησης, στη γοητεία της τεθλασμένης.

Στο τέλος του τετραδίου ημερολογίου – διαθήκης – απολογίας της, θα γράψει αναφερόμενη στον παθιασμένο έρωτά της με τον Μάρκο: «Κάποια στιγμή, όταν μετά από κάποιο διάστημα θα έχουμε ολοκληρώσει το δόσιμο σε αυτούς που το οφείλουμε (άραγε ολοκληρώνεται ποτέ αυτό;) πιστεύω πως αν ακόμα νιώθουμε ελεύθεροι να ζήσουμε όπως ο καθένας ονειρεύτηκε, τότε πια μπορούμε να απαιτήσουμε από τη ζωή όλα αυτά που μπορεί, αλλά μέχρι τώρα δεν πρόλαβε να μας χαρίσει…»[11]
___________________________________

[1] Julia Kristeva, Στην αρχή ήταν η αγάπη. Ψυχανάλυση και πίστη. Μετάφραση Έπη Μελοπούλου, Αθήνα, Άγρα, 2003, σ. 45.
[2] Οδυσσέας Ελύτης, Δυτικά της Λύπης, Αθήνα, Ίκαρος, 1995.
[3] Πέρσα Ζηκάκη, Η Τεθλασμένη, Αθήνα, Δρόμων, 2016, σ. 16.
[4] Βλ. Ζηκάκη, ό.π., σ. 17.
[5] Βλ. Ζηκάκη, ό.π., σ. 40.
[6] Βλ. Ζηκάκη, ό.π., σ. 41.
[7] Βλ. Ζηκάκη, ό.π., σ. 91.
[8] Βλ. Ζηκάκη, ό.π., σ. 120.
[9] Βλ. Ζηκάκη, ό.π., σ. 177.
[10] Mikhail Bakhtin, Έπος και Μυθιστόρημα. Πρόλογος – μετάφραση Γιάννης Κιουρτσάκης, Αθήνα, Πόλις, 1995.
[11] Βλ. Ζηκάκη, ό.π., σ. 315.

.

ΤΥΨΕΙΣ ΚΑΙ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΡΙΑ

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΚΑΡΑΤΖΑΣ

Μυθολογία του φόβου
Πέρσα Ζηκάκη: «Τύψεις και Μαργαριτάρια», εκδ. ΔΡΟΜΩΝ, Αθήνα, 2088
Σε ώρες ειλικρίνειας λέμε ότι η ζωή είναι μια διαρκής περιπέτεια γνώσης του εαυτού μας, των άλλων και του κόσμου. Πόσο αντέχουμε σ’ αυτή τη συνεχή άσκηση θάρρους, που θα μας οδηγήσει στην πραγματική ελευθερία και αγάπη; Η αναγνώριση όμως της αλήθειας μας θα μας βοηθήσει να επιλέξουμε ρόλους, σχέσεις, όνειρα και ευθύνες. Διαφορετικά, γινόμαστε δέσμιοι της ανάγκης και των συμβιβασμών.

Τέτοιες σκέψεις έκανα καθώς διάβαζα το πρώτο μυθιστόρημα «Τύψεις και Μαργαριτάρια» της Πέρσας Ζηκάκη, φίλης και συναδέλφου από παλιά. Ο πρωταγωνιστής αυτού του βιβλίου είναι ένας καθημερινός άνθρωπος, ένας άντρας που διψάει για ζωή. Μόνο που μεγαλώνει σε υπερπροστατευτικό οικογενειακό περιβάλλον και στερείται του οξυγόνου της γνήσιας αγάπης. Εγκλωβίζεται σε «ανάποδη» ζωή: σκέφτεται σαν τους άλλους, καταπνίγει τα συναισθήματά του, είναι συνεπής στους κανόνες που του επιβάλλονται, ασφυκτιά. Ζει άβουλος, φοβισμένος και ανασφαλής, παρά τις κάποιες στιγμές ρομαντισμού και τρυφερότητας που βιώνει στις σχέσεις που δημιουργεί. Και αυτός ο άτολμος και δειλός ξαφνικά ρισκάρει την ψυχική και σωματική υγεία του σε ερωτικές συμπεριφορές χωρίς αναστολές και καταλήγει σε ψυχολογικά αδιέξοδα.

Η Πέρσα Ζηκάκη, αν και γυναίκα, χτίζει με γνώση και συμπάθεια τον ανδρικό χαρακτήρα του έργου της με φανερή ειλικρίνεια προθέσεων. Στη διαδρομή πάθους και παθών, που κάνει ο ήρωάς της χωρίς πυξίδα και καπετάνιο, σέβεται τον ανθρώπινο συγκλονισμό. Γι’ αυτό και η γραφή της συνεπαίρνει τον αναγνώστη, όχι με σκανδαλοθηρική περιέργεια, αλλά με διακριτικό ενδιαφέρον για την εξέλιξη μιας ιστορίας αυτοκαταστροφής και αυτολύτρωσης. Με πρωτοπρόσωπη αφήγηση και απλό, καθημερινό, δυνατό λόγο, μας δίνει ένα μυθιστόρημα ουσίας, που εκπέμπει επίκαιρους προβληματισμούς για τον αλλοτριωμένο και κατακερματισμένο άνθρωπο της εποχής μας.

Η Πέρσα Ζηκάκη, στο βιβλίο της, συγκροτεί μια ιδιότυπη μυθολογία του φόβου σε όλες τις εκδοχές του. Ο ανερμάτιστος άνθρωπος, που δεν έμαθε να ζει, φοβάται τον εαυτό του, φοβάται τον άλλο, φοβάται την αγάπη, φοβάται το φως, φοβάται τον φόβο. Και όταν προσπαθεί να ισορροπήσει, προτιμά τη φωτιά και ξεπερνά τα όρια, γίνεται θρασύς και συντρίβεται. Στεγνώνει από συναισθήματα, αλλά τελικά κρατάει το αίσθημα της δίψας για ζωή. Και αυτή η δίψα διασώζει την ελπίδα και το όνειρο για λογαριασμό όλων μας.

Συνέντευξη στη Μαρία Τσιράκου

BIBLIOTHEQUE 5/12/2012

Κάποια πράγματα στη ζωή αυτή μοιάζουν παράλογα. Δώδεκα γράμματα με μυστηριώδη παραλήπτη, η Άννα, μια νέα και όμορφη ζωγράφος που κάνει μια φορά το μήνα την εμφάνισή της στο ταχυδρομείο, ένας παράνομος έρωτας, και η περιέργεια του Άγγελου, ενός ταχυδρομικού υπαλλήλου που εισβάλλει άθελά του στη ζωή της ηρωίδας, συνθέτουν το απίστευτο σκηνικό του μυθιστορήματος: «Πάντα κάτι θα λείπει…» της Πέρσας Ζηκάκη. Μαζί με τη συγγραφέα αναζητήσαμε και εμείς, αυτό που (της- μας) λείπει.

Κυρία Ζηκάκη, στο μυθιστόρημά σας, παρακολουθούμε τους ήρωές σας να μπλέκονται σε παράλληλες ιστορίες, στη βάση τους ερωτικές, συνάμα όμως και αυτογνωσίας. Τι σας οδήγησε να μπείτε στις ζωές αυτών των ανθρώπων;

Μια απόπειρα αυτογνωσίας και διείσδυσης στην ανθρώπινη ψυχή ήταν το κίνητρο συγγραφής και των τριών βιβλίων μου.
Δικαίως τα αποκάλεσαν ψυχογραφήματα νομίζω.
Κάποιες αλήθειες, επέδρασαν επάνω μου με μία παράφορη ορμητικότητα και με προέτρεψαν στη διερεύνηση χαρακτήρων με ιδιαιτερότητες. Μέσα μας κρύβουμε πολλά, τις περισσότερες φορές ανομολόγητα.
Τα βιβλία μου, μου επιτρέπουν να ανιχνεύω τις ανθρώπινες ψυχές και ν’ αγγίζω τα τραύματά τους, πάντα δια μέσου των ηρώων μου.
Η συγγραφή τού “Πάντα κάτι θα λείπει”, υπήρξε για μένα μια συναισθηματική δοκιμασία, δεδομένου ότι ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου είναι βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα που αφορούσαν σε συγκεκριμένα κομμάτια ζωής φιλικού προσώπου, που δεν είναι πια ανάμεσά μας.
Ο θάνατός του, μου έδωσε το έναυσμα να ξεκινήσω να γράφω μια ιστορία που θα είχε σαν ζητούμενο τη διερεύνηση της ανθρώπινης ψυχής κάτω από ειδικές συνθήκες. Φυσικά το όλο θέμα δεν ήταν μόνον η εξιστόρηση μιας παράνομης σχέσης, αλλά το βάθος των συναισθημάτων των ηρώων που εμπλέκονται σ’ αυτήν. Θέμα ίσως “φθαρμένο” από την πολλή χρήση και κακοποίησή του.
Όμως εγώ το εξετάζω κάτω από διάφορες οπτικές γωνίες. Οι ήρωες σκέπτονται, παροπλίζονται μερικές φορές, απενοχοποιούνται άλλες.
Γύρω από κάθε ιστορία με παρόμοιο περιεχόμενο υπάρχει πάντα μια ενοχή κρυμμένη, ενίοτε και μια συνενοχή.
Αυτός ο μύθος δεν θα λήξει ποτέ. Εγώ τον απενοχοποιώ.
Ένα ξαφνικό καθρέφτισμα που πολλές φορές σοκάρει, αλλά τις περισσότερες, σε οδηγεί σε μία και μόνη διαπίστωση…
Η αληθινή αγάπη πάντα θα είναι η τροφή της ψυχής και ποτέ τ’ αποφάγια πονηρών και υστερόβουλων σκέψεων!

Ο Άγγελος, ο πρωταγωνιστής σας, προσπαθεί να σώσει την Άννα εισβάλοντας στη ζωή της μέσα από μια πράξη επιλήψιμη. Αυτή της κλοπής. Ταυτόχρονα όμως, προσπαθεί να σώσει και τον ίδιο του τον εαυτό από τη μιζέρια της καθημερινότητας που βιώνει. Κατά τη γνώμη σας, η ανάγκη μπορεί και, αν ναι, πότε μπορεί να δικαιολογεί την πράξη;

Ανάγκη! Μεγάλη λέξη!
“Η βαρύτητα, η ανάγκη και η αξία είναι τρεις έννοιες στενά και βαθιά ενωμένες. Δεν είναι βαρύ παρά αυτό που είναι αναγκαίο,
δεν έχει αξία παρά μόνον ό, τι βαραίνει” λέει σε βιβλίο του ο Κούντερα.
Τι είδους ανάγκη είναι αυτή που μπορεί να σε ωθήσει σε μια επιλήψιμη πράξη.
Εδώ δεν πρόκειται για τον Γιάννη Αγιάννη του Hugo, που έκλεψε ένα ψωμί επειδή πεινούσε.

Εδώ, αποκαλύπτεται ότι μιλάω για άλλου είδους ανάγκη, αυτήν της εσωτερικής επαφής με έναν άλλο άνθρωπο,
κάτι αρκετά δυσεύρετο, αν όχι σπάνιο, στην εποχή που ζούμε, όπου όλα είναι κατ’ επίφασιν.

Η διαφορά με τον ήρωά μου είναι ότι η επιλήψιμη πράξη του δεν ξεκίνησε από την εσωτερική ανάγκη προσέγγισης
μιας άλλης ψυχής, αλλά από απλή περιέργεια ή επιπολαιότητα, άσχετα αν στην εξελικτική πορεία, αυτή η περιέργεια μεταβάλλεται
σε έναν βαθύ έρωτα.

Σ’ αυτήν την περίπτωση αυτή η εσωτερική ανάγκη μετατρέπεται από την πρωτογενούς μορφής επιλήψιμη πράξη, σε αυθεντική και συνάμα ζωτικής σημασίας ενέργεια. Κυριολεκτικά αναδύεται.

Παρατηρώ ότι και σε αυτό το βιβλίο σας, όπως και στα προηγούμενα, γράφετε από τη θέση του άντρα. Τι είναι αυτό που σας κάνει να μπαίνετε σε ρόλο αντρικό;

Στο πρώτο μου βιβλίο και σ’ αυτό το τρίτο, πράγματι υπάρχει σε πρωτοπρόσωπη γραφή, αφήγηση, η οποία κρύβει πίσω της μια ανδρική φωνή.
Δεν ξέρω τι είναι αυτό που με ωθεί σε έναν τέτοιο τρόπο αφήγησης. Οπωσδήποτε βγαίνει αυθόρμητα από μέσα μου.

Έχω προσπαθήσει κι εγώ να αναλύσω αυτή μου την προτίμηση. Τελικά πιστεύω ότι-όσο κι αν αυτό που θα σας πω ακουστεί παράξενο- ως γυναίκα, περισσότερο προσεγγίζω την ανδρική ψυχή, που θεωρώ ότι είναι πιο άδολη, πιο “τίμια” και πιο ευθύβολη από αυτήν που διαθέτουμε εμείς οι γυναίκες.

Η γυναικεία μου εμπειρία με οδηγεί με “περισσότερη ασφάλεια” στην απόπειρα ψυχογράφησης του άνδρα, δεδομένου ότι έχω να διερευνήσω απλές και ειλικρινείς συμπεριφορές και δεν έχω να “παλέψω” με την πολυπλοκότητα της γυναικείας ψυχής.

Φυσικά δεν είναι θέμα αδυναμίας προσέγγισής της, αλλά απλής και ξεκάθαρης προτίμησης.

Επιπλέον όλο αυτό, είναι ένα στοιχείο που αφενός δημιουργεί ενδιαφέρον στον αναγνώστη και αφετέρου δεν είναι τόσο κοινότοπο, πράγμα που αποδεικνύεται και από τη συγκεκριμένη ερώτησή σας.

Γράφετε κάπου: «είναι θλιβερή η απομόνωση των ανθρώπων σήμερα […] επιχειρούν να φλερτάρουν με πρόσωπα που δεν γνωρίζουν, μέσα από το διαδίκτυο». Τι συνέπειες έχει αυτού του είδους η απομόνωση και ο συγκεκριμένος τρόπος απόδρασης, κυρία Ζηκάκη;

Εδώ μοιάζει να αμφισβητείται η γνησιότητα των ανθρωπίνων σχέσεων, αλλά δεν είναι ακριβώς έτσι τα πράγματα.

Η ρεαλιστική άποψη λέει ότι το διαδίκτυο μπήκε δραστικά και ενεργά στην καθημερινότητά μας. Είναι ένας διαφορετικός
δρόμος από αυτόν που ακολουθούσαν οι προηγούμενες γενιές και όλο αυτό είναι σίγουρο ότι θα είχε τις γνωστές επιπτώσεις στις ανθρώπινες σχέσεις. Από την άλλη, είναι μια μορφή επικοινωνίας άμεση, στιγμιαία θα έλεγα, που δεν χάνει τη γλύκα της, να… κάτι σαν τον στιγμιαίο καφέ που όλοι πίνουμε μετά μανίας. Το φραπεδάκι μας εν’ ολίγοις!
Όμως έτσι δημιουργήσαμε μια δεύτερη ζωή, της οποίας το μήκος κύματος “παίζεται” ανάμεσα στην εικονική πραγματικότητα και στην καθημερινή αλήθεια που ηθελημένα βιώνουμε.

Η οικονομική κρίση βοήθησε πολύ, έτσι ώστε αυτός ο τρόπος επικοινωνίας να οδηγήσει στην συγκεκριμένη τάση απομόνωσης την οποία παρουσιάζουν οι περισσότεροι χρήστες του διαδικτύου, οι εξαρτημένοι φυσικά από αυτό. Έγινε έξις, δευτέρα φύσις, και φυσικά τρόπος ζωής, που αποστέρησε από τους εμπλεκόμενους τη χαρά των “λαιβ” συναντήσεων, του φλερτ, και της απευθείας προσωπικής επαφής.
Όλα πλέον βασίζονται σε μία illusion /ψευδαίσθηση, που προσφέρει μια πρόσκαιρη ικανοποίηση, ενώ όλο και περισσότεροι δεν θέλουν ή δεν μπαίνουν στον κόπο ν’ αποζητήσουν τη χαρά μιας αληθινής συντροφιάς, μιας και βρίσκουν όλα όσα ζητούν πίσω από το προφίλ της αρεσκείας τους.
Εν ολίγοις χάσαμε το αληθινό αγκάλιασμα του φίλου, το χάδι του συντρόφου, το φιλί του αληθινού έρωτα.

Από την άλλη μάθαμε να πιστεύουμε στα όνειρά μας, να δημιουργούμε ελπίδες και να αγκαλιάζουμε ένα παρόν που μας προσφέρει απλόχερα αυτός ο τρόπος επικοινωνίας, όλα όσα η “μίζερη” και στυγνή καθημερινότητά μας, μας έχει στερήσει.

Και κάπου αλλού: «δεν λες που κρατάς αυτή τη δουλειά, τώρα που όλους τους απολύουν. Φίλοι σου με πτυχία και περγαμηνές δεν έχουν βρει ακόμα την κατάλληλη εργασία πάνω στο αντικείμενό τους ή μάλλον, τι λέω, άνεργοι είναι». Τι επιπτώσεις, κατά τη γνώμη σας, θα έχει η οικονομική κρίση στον τρόπο που αντιμετωπίζουν τη ζωή οι άνθρωποι και κυρίως οι νέοι;

Αυτό πλέον είναι ήδη εμφανές. Οι τόσες αυτοκτονίες, η κατάθλιψη, όχι μόνον ενηλίκων αλλά και ανθρώπων νεαρής ηλικίας. Αυτό είναι πλέον δεδομένο.
Όμως η πίστη μου στα νέα παιδιά, και ο φύσει αισιόδοξος χαρακτήρας μου, με ωθούν σε έναν διαφορετικό τρόπο σκέψης από τον οποίο κι εγώ αντλώ δύναμη.

Πιστεύω πως καμία αρνητική δύναμη δεν θα καταφέρει να αναχαιτίσει την ορμή των νέων ανθρώπων, αυτήν με την οποία είναι εμποτισμένοι εκ γενετής νομίζω.

Τα νέα παιδιά, είναι η ελπίδα του αύριο, κάτι που καθημερινά αποδεικνύεται ,έστω και με αργούς ρυθμούς, πως είναι πια τα φανάρια που ήδη φωτίζουν τη σκοτεινή πορεία ,αυτή που όλοι εμείς οι μεγαλύτεροι ακολουθούμε, άξια παιδιά να παλέψουν και να κερδίσουν όλα αυτά που η δική μας γενιά, στη συγκεκριμένη φάση, έχασε αμαχητί.

Ερωτευτήκατε ποτέ την Ιδέα, την οποία περιγράφετε;

Αν και ο έρωτας είναι στοιχείο που υπονομεύει την ανθρώπινη ελευθερία, μπορώ να δηλώσω ανεπιφύλακτα ότι μια τέτοιου είδους
“υπονόμευση”, όχι μόνον σ’ εμένα, αλλά και στους περισσότερους νομίζω ανθρώπους, μετατρέπεται σε πηγή έμπνευσης, και τελικά γίνεται εφαλτήριο πολλών δημιουργικών καταστάσεων!

Δεν λέω κάτι καινούργιο, αφού όλοι γνωρίζουμε ότι τα μεγαλύτερα έργα τέχνης, φυσικά κι εννοώ την τέχνη σε όλες τις μορφές της, είχαν σαν έμπνευση-απόρροια εσωτερικής ενδοσκόπησης και εξωτερίκευσης- τον έρωτα.
Στην ερώτησή σας απαντώ “ναι”. Ερωτεύθηκα την Ιδέα με όλο μου το είναι και ίσως γι’ αυτό κατάφερα να τελειώσω αυτό το τόσο δύσκολο, από συναισθηματικής απόψεως, για μένα βιβλίο. Έπρεπε να είναι αληθινές κι όχι αληθοφανείς και “φτιαχτές” οι περιγραφές μου.

Πάντα κάτι θα λείπει… κυρία Ζηκάκη, τελικά αυτό που λείπει οδηγεί στη δράση για τη γνώση, ή στην απόγνωση;

Αν η πληρότητα σ’ αυτή τη ζωή είναι κάτι το σχεδόν ανέφικτο, τότε η πλήρης συνειδητοποίηση τού “πάντα κάτι θα λείπει” είναι το μόνο δεδομένο. Φυσικά ο τίτλος του βιβλίου δεν έχει να κάνει με “έλλειψη” αντικειμένου.
Μιλώ για εκείνη την έλλειψη, που όταν τη νιώθουμε στη ζωή μας, είναι σαν να είμαστε μετέωροι.

Είναι η έλλειψη που μας αφαιρεί το θεϊκό όραμα της πληρότητας συναισθημάτων, ή μας αποκλείει και από την ίδια την παρουσία αγαπημένων προσώπων.

Σε ένα βαθύτερο επίπεδο ενδοσκόπησης ο κάθε άνθρωπος διαχειρίζεται όπως μπορεί τις αντιδράσεις του.

Οπωσδήποτε μια προσωπική συγκρότηση δεν σε αφήνει να “βυθιστείς” στην απόγνωση και κατά συνέπεια να αυτοακυρωθείς σαν υπόσταση. Αντίθετα σε προκαλεί να παλέψεις για την προσωπική σου επιβίωση, έστω και βαθιά τραυματισμένος κυρίως από τραύματα συναισθηματικής μορφής, που είναι και τα πιο οδυνηρά. Σε προκαλεί να αποκτήσεις μια καινούργια γνώση, δομημένη επάνω στην επίγνωση των λαθών σου, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι η επανάληψή τους δεν θ’ αποτελέσει ένα νέο έναυσμα για καινούργιες εμπειρίες, αυτές που δίνουν αξία στην έσω αλλά και στην κοινή εμπειρία.

Έτσι έχουμε αυτό που λέμε “φτάσιμο”, ή τουλάχιστον άγγιγμα του οράματος εκείνου που η ψυχή μας θεωρεί ως πληρότητα.

Σχολιάστε

Filed under ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΟΦΙΑ ΠΟΤΑΡΗ

σοφια 2

Η Σοφία Πόταρη γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Καλαμάτα Μεσσηνίας. Είναι πτυχιούχος του Παιδαγωγικού Τμήματος και της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. Εργάστηκε στην ιδιωτική εκπαίδευση και κατοικεί μόνιμα στη Θεσσαλονίκη.

Εργογραφία

Δηλητήριο με μέλι (Νησίδες 2016)
Ασφόδελοι και Κυπάρισσοι (Όστρια 2017)

 

 

 

 

ΑΣΦΟΔΕΛΟΙ ΚΑΙ ΚΥΠΑΡΙΣΣΟΙ (2017)

 

Α’ ΜΕΡΟΣ Ποιήματα

Το πουλί

Όταν το σούρουπο γλυκά ψυχορραγεί
κι η νύχτα το βελούδο της απλώνει
ένα πουλί παράξενο σιμώνει
δεν ξέρω από πού έρχεται ή για πού κινεί

κομμάτι σίδερο τα μάτια του βαρύ
κι έτσι όπως ήσυχο κοντοζυγώνει
λύπη βαθιά το στήθος μου πληγώνει
μα κείνο μόνο με κοιτά και δεν μιλεί

ρούχο η σιωπή μου μαύρο, βολεμένη
στο γκρίζο δέντρο, με τρυπά σκληρή αγκαθιά
με πνίγει, αγκαλιά φαρμακωμένη

ένα παράξενο πουλί έχω συντροφιά
σαν από μένα κάτι να προσμένει
τώρα που τίποτα δεν περιμένω πια

 

Σώμα

Σώμα μου εσύ λατρευτό και δροσερό
πέτα με της χρυσής σου νιότης τα φτερά
το χέρι, το πόδι, το νύχι, το μυαλό
τροφή και τάμα στην αρχαία θεά
νύχτα ποθεί να σ’ αγκαλιάσει κρύα
και στη δροσούλα σου να θρέψει βρύα

χαίρου την ηδονή χυτό μου εσύ κορμί
στα σπλάχνα μέσα σπρώξε το μαχαίρι
άσε στις φλέβες σου ν΄αχνίσει το φιλί
του έρωτα να σ’ αφρατέψει το αγέρι
γοργά της άνοιξης τα ρόδα ξεφυλλούν
κι ο θάνατος δεν νιώθει που παρακαλούν

 

Έρωτας και θάνατος

Ετοιμοθάνατο θέλω εγώ του έρωτα το σώμα
φύλλο παραδαρμένο απ’ το μίσος του χειμώνα
να σπαρταράει ελάφι τρυπημένο από βέλος
πουλί να χάνεται που κρύο σκιάζεται το τέλος

ετοιμοθάνατο θέλω εγώ του έρωτα το σώμα
ξεγέννημα βασιλικό που σήπεται στο χώμα
ήλιο ωριοπλούμιστο σ’ άγριο βυθό που οδεύει
νερό που λίγο σώνεται και η ζωή αγριεύει

έτσι το λαχταράω εγώ του έρωτα το σώμα
στου χρόνου τ’ αργαστήρι καταχρεωμένο, σώσμα
ψυχή αποσταμένη που απ’το στόμα πριν να βγει
μεθοκοπάει μ’ έρωτα και ας φρικτά αιμορραγεί

 

Χειμώνας

Οι σπόροι της τριανταφυλλιάς νεκροί
στο παγωμένο χώμα
στα φύλλα η σιωπή βουρκώνει
και δίχτυα η ερημιά απλώνει

τα δένδρα, κοκκαλιάρικα κορμιά
μακριά στο σκούρο λόφο
μια καπνοδόχος ανασαίνει
ό,τι από ουρανό απομένει

χιμάει η νύχτα στην κληματαριά
το αίμα ξεθωριάζει
σκληρά το φως χτικιάζει τώρα
του θάνατου είναι η ώρα

 

Το ονειροπούλι

Κάθε αυγή και σούρουπο, ανατολή και δείλι
ο ήλιος ολομέταξος στο βράχο σκαρφαλώνει
με τρυφεράδα περισσή την πέτρα του μαλώνει
που πάνω της ματώσανε της Παναγιώς τα χείλη

αφού αρνήθη ο έρωτας χαρές να την κεράσει
πήρε το δρόμο που ξεβγάζει απάνω στη ραχούλα
με ξαναμμένη την καρδιά η άγουρη παιδούλα
από το βράχο ρίχτηκε κι αγκάλιασε την πλάση

λαφριά την είπαν στο χωριό τη δύστυχη Πανάγιω
και πως αυτά παθαίνουνε οι άμυαλες κοπέλες
που κρίματα πληρώνουνε στου έρωτα τις τρέλλες
ο έρωτας, πώς στον τρελλό δίνει τρελλό κουράγιο!

κανείς ποτέ δεν ένιωσε πως η φλογάτη κόρη
λαβώθηκε για να γενεί λευκό ονειροπούλι
που απλώνει τα φτεράκια του πιο έξω απ’το κουκούλι
ο βράχος μόνο σπλαχνικός και τα θλιμμένα όρη

 

Παράξενος κήπος

Μια εποχή, παράξενος ήτανε κήπος
γυμνός και άδενδρος, σώμα χωρίς αγκάλη
ψυχή καμιά, καρδιάς δεν ακουγόταν χτύπος
θάνατος ήταν; ή ζωή κλωθόταν άλλη;

ο κήπος, που σαν άνθρωπος με κρύο ύφος
στης ερημιάς στεκότανε τ’ άστοργα κάλλη
σκιά μοναχικιά γλιστρούσε μες στο βύθος
τ’ απόβραδου, ποθώντας τάχα ποιάν αγκάλη;

ξάφνου, σε απόμερη του κήπου περασιά
σε νερομάνας δροσερής βαθύσκια χρεία
σαν θάλασσα αναδεύεται δαιμονικιά

στοιχειό βγαλμένο απ’ του σκότους τη λατρεία
μια λάμια; ή καλομοίρα συμπονετικιά;
δεν είδα, αμέσως σκέπασαν τα μάτια βρύα

 

Η κόρη του ανέμου

Κόρη του ανέμου στέκεσαι
στου ποταμού την άκρη
το σύννεφο ασπροντύνεσαι
και του νερού το δάκρυ

κλαδιά είναι τα χεράκια σου
και ρίζες τα μαλλιά σου
και το κορμάκι σου το νιο
στολίδι στα προικιά σου

κόρη του ανέμου αυγινή
λάμπεις ασπροντυμένη
η κρουσταλλένια σου ομορφιά
στον ποταμό δοσμένη

 

Ηλιοβασίλεμα

Είναι κάτι παλιά ξεθωριασμένα κεραμίδια
που στέκονται σαρακοφαγωμένα θαλασσόξυλα
ψημένα απ΄ την αλμύρα, φαγωμένα απ΄τη βροχή
απ’ το λιοπύρι άγρια πυρπολημένα, σα δέρματα ξερά
το δειλινό ο ήλιος πάνω τους απλώνεται
τη σκόνη τους δειπνά και ξεψυχά ολόμαυρος
σαν αίμα ξεραμένο, πού έχει πια λιμνάσει
πέρα μακριά η θάλασσα βουλιάζει κατακόκκινη
κι ένας ίσκιος απρόσκλητος τρυπώνει σε ιστορίες
πλεγμένες κάτω απ’ τα μισοσπασμένα κεραμίδια

 

Β’ ΜΕΡΟΣ – Μοιρολόγια-Θρήνοι

 

Βασιλικός

-Βασιλικέ μου τρίκλωνε και μοσχομυρισμένε
γιατί μαράθηκες και κλαις βασιλικέ καϋμένε;
-Είχα κυρά πεντάμορφη που ’χε χρυσό μαντήλι
με πότιζε τη χρυσαυγή, με σκάλιζε το δείλι
μα ψες αργά το σούρουπο πού ’σκύψε στο πηγάδι
ο μαυροχάρος ζήλεψε τα δροσερά της κάλλη
στ’ άπατα τηνε τράβηξε και στα βαθειά την πήγε
ήλιος να μην την ματαϊδεί και τη χαρά μου πήρε
τα φύλλα μου ξεράθηκαν και δεν μπορώ να γιάνω
χεράκι κρινοδάχτυλο δε με μυρώνει άλλο

 

Της Λένης

Οι ουρανοί μαυρίζουνε, τα σύγνεφα στενάζουν
οι στέρνες ξεραθήκανε κι οι νερομάνες βράζουν
ο ήλιος εσκοτείνιασε και το φεγγάρι εκρύβη
τ’ άνθια εμαραθήκανε και το αηδόνι εθλίβη
η μαυρομάνα που θρηνεί και τα μαλλιά μαδάει
σαν ύφη την Ελένη της στην εκκλησιά την πάει
-Λένη μου, μαυρολένη μου και μαυροθυγατέρα
για πού πααίνεις κόρη μου ετούτη την εσπέρα;
-Γω πάω στον αρρεβώνα μου, γω πάω στον καλό μου
στο σπίτι το νυφιάτικο να στρώσω το προικιό μου
ν’ αλλάξω τ’ άσπρο νυφικό, να στολιστώ στα μαύρα
ψωμί να βγάλω και κρασί σ’ αραχνιασμένη τάβλα
τα πανεθύρια μου κλειστά κι η πόρτα αμπαρωμένη
ήλιος να μη με ματαϊδεί, στη μαύρη γης χωμένη

 

Της μάνας

Εσύ πουλί, μικρό πουλί, μαύρο μου κοτσυφάκι
που κελαηδείς τ’ απόβραδο για τους αποθαμένους
και βάνεις τέχνη ζηλευτή και τη γλυκειά λαλιά σου
και σαν τραγούδι αρχινάς για τον καϋμό της ζήσης
κλαίνε ραχούλες και βουνά, γκρεμνοί και κορφοβούνια
σύρε σιγά και ταπεινά, μαύρο μου κοτσυφάκι
να ροβολήσεις το στρατί που πάει στον κάτω κόσμο
και νάβρεις τη μανούλα μου μαυρομαντηλωμένη
δώστης κλωνί βασιλικό και χώμα απ’ το περβόλι
στον κόρφο της να το κρατεί κι εμένα να θυμάται

 

Του μικρού αγοριού

Κοιμήθηκες γλυκό μου ανθί κι ωραίο μου βλαστάρι
φέγγει το προσωπάκι σου σαν ήλιος, σα φεγγάρι
κοιμήθηκες κι η ομορφιά του κρίνου σε μυρώνει
κι άρωμα ρόδου αμάραντου τη νύχτα σου μερώνει

κοιμήθηκες χρυσέ μου αητέ, λευκό μου συννεφάκι
όλα τ’ αστέρια τ’ ουρανού να τά ΄χεις κρεβατάκι
τ’ αηδόνι να σου τραγουδά, να σε γλυκομαλώνει
και του Θεού ανασεμιά μέσα σου να ριζώνει

 

Της κόρης

Ζήλεψ’ ο Χάρος μάτια μου τ’ ολόγλυκό σου στόμα
όρμησ’ αντάρα και φωτιά και σ’ έριξε στο στρώμα
είκοσι μέρες πολεμάει το φως σου για να σβήσει
και μια λαμπρή Παρασκευή δέησε να σ’ αφήσει
ανθίσαν τα ματάκια σου και μύρωσ’ η πνοή σου
τ’ άστρα καθίσαν πλάι σου, τραγούδι και γιορτή σου
νυφούλα μας στολίστηκες σε κάτασπρη δαντέλα
κι έφεγγ’ η νύχτα πιότερο κι απ’ τη λαμπρή τη μέρα
μα ο Χάρος δεν σε ξέχασε πεντάμορφή μου κόρη
κι ήρθε καβάλα μιαν αυγή από τα πέρα όρη
δεν σ’ ελυπήθη μάτια μου, δεν σ’ εψυχοπονέσε
σίδερο μπήγει και καρφί και μ’ άλυσο σ’ εδέσε
σπαθιά τραβάει στο λαιμό και μαχαιριά στα στήθια
και μ’ αγκιστριά φαρμακερή γατζώνει σου τα βύθεια
στ’ άλογο σε καβάλησε, μαυροκουκουλωμένη
νύφη πανώρια και κυρά απάνω του δεμένη

 

 

ΔΗΛΗΤΗΡΙΟ ΣΕ ΜΕΛΙ (2016)

Ο Ορφέας στον Άδη

Στης Ευρυδίκης την αγαπημένη αγκαλιά ποθείς αναπαμό
Θεόμορφη η ματιά σου δόθηκε εκείνη πάλι ν’ αντικρύσει
Η λύρα η γλυκόλαλη τον τρομερό ημερώνει τώρα πηγαιμό
Πλανεύοντας γαλήνια τη λήθη που εσέ πασχίζει να τυλίξει

Πίνεις αργά, θρηνώντας, το αίμα της δικής σου της καρδιάς
Που σ’ επιστρέφει αγωνία φρικτή στης Περσεφόνης το βασίλειο
Ευρυδίκη, ω! Ευρυδίκη εσύ! στης μαγεμένης τ’ όνειρο ματιάς
Με τι ψυχή ν’ αντιπαλέψεις το φοβερό του Άδη το μυστήριο;

Θλιμμένα ηχεί στο σκότος του αηδονιού η γλυκύτατη επωδός
Τα δένδρα, πεθαμένα στέκουνε κορμιά, μαύρο ποθώντας αίμα
Ορφέα! Ορφέα! δύστυχε εσύ, στη φρίκη, πώς βαδίζεις μοναχός!

Ανατριχιούν τα ζοφερά να πουν και τ’ αφανέρωτα τα χείλη
Χλωμά τα μάτια και άδεια τώρα στέκονται βουβά να κλαίνε
Και η λύρα σου, Ορφέα δύσμοιρε! μάταια γοά στο μαύρο δείλι

 

Ηλιοβασίλεμα

Βασιλέας υπερήφανος κι ολοπόρφυρος ο ήλιος
ματωμένος χαμηλώνει και τη θάλασσα γλυκοφιλεί
πολεμιστής αράθυμος που πριν κινήσει στη μάχη για να πάει
Τη μοσχομυρισμένη αγκάλη της αγάπης του ποθεί

Κι εκείνη, Πηνελόπη του πιστή κι αρχαία ερωμένη
Γελαστή ανοίγεται για να δεχτεί το φλογερό του χάδι
Μα σαν φευγάτος έχει ξεμακρύνει πια ο σεβαστός της κύρης
Μαύρη κι απύθμενη κρεμιέται στο φριχτό σκοτάδι

 

Θλίψη

Η θάλασσα είναι τόσο ήσυχη τώρα
Γαλήνια τόσο
Σίγησε το γλυκό τραγούδι της για χάρη μου
Δεν παίζει ερωτεμένος πια ο σκοτεινός βυθός της
Δεν λιγώνουνται γλυκαμένα τ’ άσπρα κοχύλια της
Τώρα σέρνεται πίσω μου πικρή η θάλασσα
Ακολουθώντας τη θλίψη της καρδιάς μου
Θλίψη βαθιά και ανείπωτη
Θλίψη πιο κοφτερή κι απ’ το σπαθί
Θλίψη που μου ’σκίσε τα χείλη
Θλίψη που μου ’δώσε γι ’ αναπαμό
κλάμα γοερό
Κλάμα σπαρακτικό
Θλίψη που μ’ έριζε στα γόνατα
Ξαπλώνοντάς με άδειο κέλυφος
Στης υγρής αμμούδας το πικρό στρωσίδι

Τ άσπρα κοχύλια της θάλασσας
Δεν τραγουδάνε τώρα τη χαρά της
Η τρυφερή καρδιά τους
Ξανασαίνει το δικό μου μαύρο θρήνο

 

Νυχτερινό ταξίδι

Απόψε θέλω τ’ ωραίο πέλαο τ’ αψηλού ουρανού να σου χαρίσω
Μ’ όλα τα πεφταστέρια που κυλούνε φως στο βύθος της νυχτιάς
Το στρογγυλό φεγγάρι με τ’ ασημένιο δάκρυ γλυκά να το φιλήσω
Λαμπρό λουλούδι και φλουρί χρυσό να σ’ το περάσω στα μαλλιά

Γλυκό τραγούδι της καρδιάς μου ανθέ απόψε θέλω να σου ψάλω
Με της νυχτιάς το ηδύφωνο τ’ αηδόνι να μας γλυκαίνει τα φλιά
Άρμα ελαφρύ μ’ αερικά τρελά κι αγγέλους γελαστούς θα βάλω
Αστραφτερό να σεργιανά διαμάντι σε θάλασσες και διάφανα νερά

Κι όπως τα νέφη τα ζεστά θα μοσχοπλένουνε τον έκπαγλο κορμό
Και σαν η πόρπη από τον ώμο τον λευκό θα ξεγλιστράει απαλά
Ξέπλεκα ωραία θα ‘χεις αφημένα τα μακριά μαλλιά τα ζωντανά

Κι όταν στα χείλη τα μισάνοιχτα θα πλέω σαν φυλλαράκι στο νερό
Η σάρκα μας ρετσίνι θα σταλάζει ολοκόκκινο στης νύχτας τη φωτιά
Κι ο έρωτας μέλι ξανθό θα χύνεται πάνω στα στήθια μας τα τρυφερά

 

Το φεγγάρι

Το παραθύρι ήταν ανοιχτό εχθές αργά το δείλι
Και μια κουρτίνα αραχνοΰφαντη ανατρίχιαζε απαλά
Το αεράκι της σιωπής γλυκά φιλούσε το καντήλι
Και το κρεβάτι μας μια θάλασσα που μας ταξίδευε γλυκά…

Το φεγγάρι ήταν ωραίο εχθές αργά το βράδυ
Το φως του σιγοσεργιανούσε στη μικρή κάμαρη αχνά
Όλο το σύμπαν νιο αστεροκεντημένο υφάδι
Που ξεκίνησε να πλέκει του ουρανού του η γλαυκή θεά

Το φεγγάρι αχνοπατούσε πάνω στα γυμνά κορμιά μας
Και οι μορφές μας βάφονταν πανώρια ζωγραφιά
Μάγισσα νύχτα στόλιζε με αστέρια τα μαλλιά μας
Και ο έρωτας άστραφτε στου μπλε ουρανού την πινελιά

Ήταν ωραίο το φεγγάρι εχθές αργά το βράδυ
Βάφτιζε φως τον έρωτα σε κούπα με πεντάγλυκο κρασί
Γλιστρούσε αθόρυβα στης χαραμάδας το λαρό σκοτάδι
Και στο πάτωμα ζεστό χυνόταν κι ολοκόκκινο χαλί

 

Η άρπα

Ποθώ να κρούσω με τ’ ακροδάχτυλά μου
Την άρπα που έχεις ακουμπισμένη δίπλα στο παράθυρο
Τον πιο λεπτό της ήχο ίσα για ν’ ακούσω
Σαν ένα γλυκύτατο ψίθυρο στου δωματίου μέσα τη σιγή

Ίσα που να την αγγίξω, σχεδόν αέρινα να τη διατρέξω
Ποθώ να την ακούσω γλυκά να μελωδεί
Τις νότες που σου τραγουδά όταν την αγκαλιάζεις
Ερωτικά όταν χαϊδεύεις τις άνισες χορδές της

Στέκομαι ακίνητη και την κοιτάζω
Την άρπα που έχεις ακουμπισμένη δίπλα στο παράθυρο
Το πιο γλυκό της άρπισμα, το τραγούδι της ψυχής σου
Που αιχμαλωτίζεται στον ήχο των χορδών της

Το πιο γλυκό κονσέρτο της
Η μελωδία της αγάπης σου

 

Ιερά Συνουσία

Τα ματόκλαδά σου
Οι βολβοί σου
Οι κόρες σου
Η όρασή μου

Τα χείλη σου
Η γλώσσα σου
Τα σάλιο σου
Το φιλί μου

Τα μαλλιά σου
Ο λαιμός σου
Ο κόρφος σου
Η θέρμη μου

Τα χέρια σου
Τα δάχτυλά σου
Τα νύχια σου
Το χάδι μου

Το στήθος σου
Οι ρώγες σου
Το ρίγος σου
Η έκστασή μου

Η κοιλιά σου
Το εφήβαιο
Τα λαγόνια σου
Η πλήρωσή μου

Τα πόδια σου
Η ρίζα σου
Το περπάτημά σου
Το λίκνισμά μου

Οι φλέβες σου
Οι ιστοί σου
Το αίμα σου
Το πυρ μου

Ποθητή αγάπη
Η μυσταγωγία σου
Η ποίησή μου

 

Βάκχα

Στάζουν ρετσίνη μυρωδάτη τα πευκόδενδρα
Καθώς η Βάκχα γοργοπερνά ανάμεσο τους
Το πέπλο της του ανέμου λάφυρο ακριβό
Στης μυρτιάς σκαλώνει το χλωρό κλαδί
Πυρρόξανθο εχύθηκε της κεφαλής το φως
Ως κάτω στης ωραίας μέσης την καμπύλη
Τ’ αγκάθι της λυγιάς ερωτεύθη την εσθήτα της
Και χόρεψε τριγύρω της μέχρι να την αδράξει
Διαμιάς τ’ ωραίο στήθος ολόγιομο επετάχτη
Γλυκά βελάζει η ελαφίνα στην πηγή
Στου έρωτα το θάμπος αφημένη

 

Ξερολιθιά

Απάνω στην ξερολιθιά
Με κάρφωσε η χαρά σου
Λουλούδι με ξερίζωσε
Μ ’ απίθωσε στο βράχο

Χωρίς τροφή χωρίς νερό
Σ ’ ανήλεο φως να γδέρνομαι
Ξερό ανθί κι εσύ βροχή
Σε άλλη γη μυσταγωγείς

Απάνω στην ξερολιθιά
Με κάρφωσε η χαρά σου
Μαυρίσανε τα φύλλα μου
Και κάηκε η καρδιά μου

 

Έρωτας

Δεν είναι ο έρωτας αβρό φιλί
Μάτια μου
Δεν είναι χάδι τρυφερό
Μήτε κι αδιόρατο χαμόγελο
Δεν είναι χέρι που απλώνεται διατακτικά
Ειν’ αρπαγή και γδικιωμός ο έρωτας
Μάτια μου
Θάνατος κι αφανισμός μαυλιστικός
Και σκοτωμός με δίκοπο μαχαίρι
Μάτια είν ’ ο έρωτας τρελά
Μάτια μου
Και χείλη δολοφόνοι
Ξεσκίζονται ζυγιάζοντας το είναι τους
Κι ορμούν καταβροχθίζοντας καρδιές
Μασχάλες, στήθια κι ωραίους μηρούς
Ακέφαλο κορμί είν’ ο έρωτας
Μάτια μου
Χωρίς μυαλό και μάτια, με δίχως ακοή
Που σαν το πληγωμένο ζώο ορμάει στα τυφλά
Και πιτσιλάει το αίμα του τις άσπρες μαργαρίτες
Δεν είν’ ο έρωτας αγνός μήτε και τίμιος
Μάτια μου
Πόλεμος είναι και σφαγή μες στα τυφλά του θέλω
Και άγρια θηροσύνη

Αίμα που ρέει αχνίζοντας ο έρωτας
Μάτια μου
Κατάρα
Που κοχλάζει ευλογημένη

 

ΓΙΑ ΤΗ ΣΟΦΙΑ ΠΟΤΑΡΗ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

Δηλητήριο σε μέλι

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΚΟΚΚΙΝΟΣ

Περιοδικο ΘΕΥΘ 12/2017

Ερωτικό Τραγούδι

Με κάθε σου γλυκό φιλί
Ένα κόκκινο τριαντάφυλλο
Ανθίζει στον κήπο
Με κάθε σου χάδι τρυφερό
Ένα πουλί γλυκόλαλο
Στο περβάζι τραγουδεί
Κάθε σου βλέμμα ερωτικό
Ένα καινούργιο τραγούδι
Στου Θεού τα χείλη

Κάθε που βλέπω το πουλί
Να φιλεί το τριαντάφυλλο
Γίνεσαι συ αγάπη μου
Τραγούδι βαθυκόκκινο
Στα μάγουλά μου

Κόκκινα τριαντάφυλλα που ανθίζουν στο κήπο με κάθε γλυκό φιλί και κάθε χάδι είναι και τα ποιήματα της ποιητικής συλλογής «Δηλητήριο σε μέλι» της Σοφίας Πόταρη. Σ’ αυτά τα ποιήματα και μέσα στα κόκκινα τριαντάφυλλα θα αναζητήσουμε τη ψυχή της ποιήτριας και τα συναισθήματα που γίνονται λέξεις και στίχοι. Κινητήρια δύναμη στα συναισθήματα είναι ο έρωτας και η αγάπη που κυριαρχούν στα περισσότερα ποιήματα της συλλογής.
Αλλά και η θλίψη, ο πόνος όταν η αγάπη δεν έχει ανταπόκριση είναι κι αυτά συναισθήματα που υπάρχουν σε κάποια ποιήματα. Ακόμα η ποιήτρια υμνεί τη γυναίκα και κάνει αναφορές σε γυναικείες μορφές της μυθολογίας, την Ευρυδίκη, τη Περσεφόνη, τη Κίρκη.

Στο πνεύμα της αγάπης και του έρωτα η ποιήτρια ξεκινά τη ποιητική της συλλογή με ένα ποίημα για την αγάπη και κλείνει με ένα άλλο για τον έρωτα. Γράφει στο πρώτο ποίημα «Αγάπη»
«Πόσο δυνατή την έφτιασες Θε μου την αγάπη» και σε ένα άλλο ποίημα, «Η άρπα» μας δίνει σε δυο στίχους την ομορφιά της αγάπης λέγοντας μας «Το πιο γλυκό κονσέρτο της/Η μελωδία της αγάπης»
Τα ποιήματα για τον έρωτα τα βλέπουμε κατ’ αρχή στους τίτλους κάποιων ποιημάτων. Έρωτας, Ερωτικό, Ερωτικό τραγούδι, Ερωτευμένη μούσα.
Στο πρώτο ποίημα με τίτλο «Ερωτικό» γράφει:
«Ο πόθος στα μάτια της έκρωζε βαθύς/Και η επιθυμία πύρωνε τα χείλη της/…Κι αναψοκοκκινισμένη γλυκομάτωνε/κι άνοιγε σαν τριαντάφυλλο φλογάτο». Και σε ένα άλλο ομότιτλο μας λέει «Ο έρωτας δεν έχει λογική/Γλυκό τραγούδι των Σειρήνων/Ολοταχώς στα βράχια μ’ εξωθεί/Μα εγώ τα βλέπω φιλόξενο ακρογιάλι»

Στίχοι-εικόνες που μας δείχνουν όλη τη δύναμη του ερωτικού πόθου αλλά και το πού μπορεί να μας οδηγήσει. Γράφοντας για τις διάφορες εκφάνσεις και πτυχές του έρωτα, η ποιήτρια, αφήνει το συναίσθημα της να απλωθεί πάνω στο σώμα και τη σάρκα που γίνονται σε πολλά ποιήματα το κύριο αντικείμενο της ερωτικής συμπεριφοράς. Γράφει στο ποίημα «Το σώμα σου» «Το σώμα σου ποθώ γλυκέ μου έρωτα. /Το σώμα σου/ Έλα και μείνε εκεί/Ρανίδα σφαλισμένη επάνω μου/Χυμένη βαθιά μέσα στους πόρους μου.»
Και στο ποίημα «Εσένα θέλω» είναι απόλυτη στο ερωτικό θέλω λέγοντας μας «Τη δικιά σου υπερήφανη ματιά επάνω μου να πέφτει θέλω/Σε μένανε στραμμένη πάντα να ‘ναι/Να με ανατέμνει κρυφά και φανερά, εξονυχιστικά να μ’ αναλύει/Να με γυμνώνει.» Συνεχίζοντας το ερωτικό ποιητικό ταξίδι στο σώμα και στη σάρκα λέει στο ποίημα «Το άρωμα σου» «Τόσο πολύ που μύρισα το δέρμα σου/Ώστε τα αρώματα των λουλουδιών/Μοιάζουν φτωχή αντιγραφή/Της γλυκύτατης του θέλξης.»
Και σε μια ακραία έκφραση παράδοσης στην ομορφιά του έρωτα μας λέει στο ποίημα «Ο λαιμός σου» «Στον ακριβό σου το λαιμό το μυρωμένο κρέμασ’ εμέ στολίδι του/Καθρέφτης του περίκαλλος να λάμπω, όμορφη μες στην ομορφιά»
Η Πόταρη συνεχίζοντας να περιγράφει ποιητικά την ατμόσφαιρα της ερωτικής σχέσης δυο ανθρώπων όπως εκδηλώνεται σε κάθε σημείο του σώματος, στο ποίημα «Αίμα» μας λέει «Τα κύτταρα δεν φοβούνται, θεριεύουν ζωντανεμένα/Μέσα στης κοίτης το κατακόκκινο βυθό». Και στο ποίημα «Η πλάτη σου» λέει: «Θέλω να είσαι στραμμένος με τη πλάτη σου σε μένα/όταν στην αγκαλιά μου σε κρατώ και όταν σε φιλώ»
Η ποιήτρια τολμά να μιλά ξεκάθαρα και άμεσα αποτυπώνοντας τα συναισθήματα του έρωτα που όλοι νοιώθουμε.
Στο ποίημα «Τα χείλη σου» μας λέει: «Τι ωραία που είναι τα χείλη σου αγάπη μου/Κλέψανε το μέλι μου τα χείλη σου αγάπη μου.» και στο ποίημα «Νυχτερινό ταξίδι» γράφει. «Η σάρκα μας ρετσίνι θα σταλάζει ολοκόκκινο στης νύχτας τη φωτιά/Κι ο έρωτας μέλι ξανθό θα χύνεται πάνω στα στήθια μας τα τρυφερά»
Σε αντιδιαστολή όμως με τον ερωτικό πόθο έρχεται η ποιήτρια με το ποίημα «Δεν μ αγαπάς» να μας πει ότι η άρνηση της αγάπης είναι θάνατος. Γράφει η ποιήτρια «Πιο δυστυχισμένη κι απ’ τους κακότυχους νεκρούς/Που παίρνει ο θάνατος κόβοντας ανερώτητα το νήμα της ζωής τους.» Κι αυτή η αντίθεση του έρωτα από τη μια και της μη ανταπόκρισης από την άλλη είναι το δηλητήριο που κυλά στα χείλη αντί για μέλι, το δηλητήριο που φέρνει μια δυστυχία σα θάνατος γιατί για τη Πόταρη ο έρωτας είναι συνυφασμένος με όλες τις εκφάνσεις της ζωής. Ο έρωτας για τη ποιήτρια είναι παντού, είναι ζωή. Και μια και η ζωή δεν μας χαρίζει μονάχα ευχάριστα συναισθήματα, και το ξέρει αυτό η ποιήτρια, ανάμεσα στα ποιήματα του έρωτα και της αγάπης, υπάρχουν και κάποια λίγα που μας θυμίζουν ότι υπάρχει στη ζωή και θλίψη και πόνος.
Έτσι στο ποίημα «Θλίψη» λέει «Θλίψη που μ’ έριξε στα γόνατα/ξαπλώνοντας με άδειο κέλυφος»
Για τη ποιήτρια η αγάπη υπάρχει παντού. Η Άνοιξη, το ρόδο, ο βασιλικός, το φεγγάρι, το ταξίδι είναι ποιήματα της συλλογής που στάζουν τη γλύκα και την ομορφιά του έρωτα. Αναφέρω κάποιους στίχους:
Στο ποίημα «Άνοιξη» μας λέει. «Στο βλέμμα της ανοίγονται λαμπρές οι σκοτεινές σπηλιές/ κι αστράφτουνε τα όρη/Κι η νια ζωή λιγοθυμάει γλυκά,/βυζαίνοντας εκστατικά τα λατρευτά της στήθια»
Στο «Ρόδο» γράφει «Φλόγα η αγάπη και φως το αίμα που κυλά»
Στο «Βασιλικό» μας λέει «Μύρισα το κλωνί βασιλικό που το ‘κρυβες στα στήθια σου/Κι αχόρταγο θρεφότανε απ’ της αγκάλης σου το κρύφιο στεναγμό»
Στο «φεγγάρι» γράφει «Το φεγγάρι αχνοπατούσε πάνω στα γυμνά κορμιά μας/και οι μορφές μας βάφονταν πανώρια ζωγραφιά»
Και στο ποίημα «Το μόνον της ζωής μου ταξείδιον» μια αναφορά στο ομότιτλο διήγημα του Βιζυηνού γράφει: «Άφησε με να κατοικήσω κάτω από το δέρμα σου/Το θέλω για να ζήσω ανάμεσα στα αγγεία σου»
Κλείνει δε τη συλλογή με ένα ποίημα για τον Έρωτα για να μας πει
Αίμα που ρέει αχνίζοντας ο έρωτας/Μάτια μου/Κατάρα/Που κοχλάζει ευλογημένη.
Εκτός από τον έρωτα και την αγάπη η ποιήτρια υμνεί και τη γυναίκα μέσα από τους αρχαίους μύθους. Στο ποίημα-ύμνος «Γυναίκα» γράφει «Αρχαία μου, ροδόπεπλη γυναίκα/Σ αγαπώ έτσι όπως με κοιτάς με κείνη τη θολή ανάμνηση στο βλέμμα σου» Και στο ποίημα «Ο Ορφέας στον Άδη» «Ευριδίκη Ω Ευρυδίκη εσύ! στης μαγεμένης τα όνειρο ματιάς/Με τι ψυχή ν’ αντιπαλέψεις το φοβερό του Άδη το μυστήριο;»

Η γραφή της Πόταρη ξεκάθαρη και φωτεινή, είναι λυρική και συνάμα ρεαλιστική πάνω στον έρωτα. Καταφέρνει και εξυψώνει όλες τις εκφάνσεις του έρωτα στη ψυχή και στο σώμα και στο λόγο της περιέχονται πολλές κρυφές αλήθειες του καθενός μας. Αξιοσημείωτη είναι η χρήση της ομοιοκαταληξίας σε κάποια ποιήματα την οποία τη θεωρώ πετυχημένη. Ο λυρισμός κι η ομοιοκαταληξία με μια πρώτη ματιά μπορεί να φαίνεται ποίηση μιας άλλης εποχής, όμως στην δύσκολη και πεζή εποχή μας είναι νομίζω ένα τριαντάφυλλο που μας χαρίζει το άρωμα
Η Σοφία Πόταρη είναι μια καθαρά ερωτική ποιήτρια, που κατά την άποψη μου ακολουθεί τη πορεία που χάραξε στη ερωτική ποίηση η Αλεξάνδρα Μπακονίκα , η Σοφία βέβαια με τη δικιά της ξεχωριστή φωνή και γραφή. Η Μπακονίκα η πλέον πετυχημένη, πιστεύω, ερωτική ποιήτρια στις μέρες μας είπε σε μια συνέντευξη της «Ο έρωτας –οι αέναες, πολυποίκιλες εκφάνσεις και πτυχές του– κυρίως χαρακτηρίζει την ποίησή μου.
Αυτή την πληθώρα των ερωτικών συναισθημάτων, με τις πολυσύνθετες όψεις και αντιθέσεις τους, εκφράζω στα ποιήματά μου με λόγο ευθύβολο, απέριττο, σαν κουβεντιαστή αφήγηση και βαθιά εξομολόγηση, που έχει τον δικό της εσωτερικό ρυθμό. Ο έρωτας παρουσιάζεται αχαλίνωτος, οργιαστικά ηδονικός, υπέρλαμπρα τρυφερός, υπερπλήρης αγάπης και αφοσίωσης»
Αυτά εκφράζει και η Σοφία Πόταρη με τη δικιά της φωνή στη πρώτη της ποιητική συλλογή.

Το κείμενο διαβάστηκε στη παρουσίαση του βιβλίου.

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΝΙΚΗ ΜΑΡΑΓΚΟΥ

2

Η Νίκη Μαραγκού γεννήθηκε στις 23 Μαίου 1948 στη Λεμεσό. Η Κύπρια λογοτέχνης και ζωγράφος έχασε τη ζωή της σε τροχαίο, στις 7 Φεβρουαρίου 2013 κοντά στη πόλη Φαγιούν της Αιγύπτου (100 χλμ από το Κάιρο).

Ποια ήταν η Νίκη Μαραγκού? Στο τελευταίο βιβλίο που εξέδωσε το 2012 «Δεκαοκτώ αφηγήσεις» και στη τελευταία σελίδα γράφει η ίδια το βιογραφικό της.

«Γεννήθηκα στη Λεμεσό το 1948. Ό πατέρας μου ήταν από την Αμμόχωστο και η μάνα μου από την Κοζάνη. Αυτό με βοήθησε να διατηρήσω μια πλατιά εικόνα του ελληνικού ορίζοντα μεγαλώνοντας στο ανατολικότερο σημείο του. Υπήρξαμε μια τυχερή γενιά πού βίωσε ακραίες καταστάσεις. Από τη γιαγιά μου στον αργαλειό, από τους γύφτους με αρκούδες πού χόρευαν, στους σημερινούς υπολογιστές. Σπούδασα στο Βερολίνο κι έπειτα χρειάστηκα τα αποχαυνωτικά μεσημέρια της Λευκωσίας για να θυμηθώ ποια είμαι. Έκανα διάφορες δουλειές, δίδαξα κεραμική σε τυφλούς, εργάστηκα δέκα χρόνια στο θέατρο, έκανα εκθέσεις ζωγραφικής και χαρακτικής. Το κεντρικό σημείο όμως στη ζωή μου ήταν πάντα η σχέση μου με τη γλώσσα, την αρχαία, τη βυζαντινή, τη νέα. Έτσι, έγινα βιβλιοπώλης για 27 χρόνια, για να έχω όλα τα βιβλία πού θέλω και γι’ αυτό ξαναπήγα στο Πανεπιστήμιο ψάχνοντας λέξεις για τα νέα παιγνίδια μου.»

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

ΤΑ ΑΠΟ ΚΗΠΩΝ, ποίηση, εκδόσεις ΑΓΡΑ, 1980.( Κρατικός έπαινος ποίησης 1981)

ΑΡΧΗ IΝΔIΚΤΟΥ, ποίηση, Λευκωσία, 1987. (Κρατικό βραβείο ποίησης 1988)

ΜIΑ ΣΤΡΩΣΗ ΑΜΜΟΥ, διηγήματα, Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝIΩΤΗ, 1990.(Κρατικό βραβείο πεζογραφίας 1991)

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ, Εκδόσεις ΑΡΜΟΣ 1994.

ΕΙΝΑΙ Ο ΠΑΝΘΗΡΑΣ ΖΩΝΤΑΝΟΣ, μυθιστόρημα, Εκδόσεις Καστανιώτη, 1998 (κρατικό βραβείο πεζογραφίας)

ΓΙΑΤΡΟΣ ΑΠΟ ΤΗ ΒΙΕΝΝΗ, μυθιστόρημα, Εκδόσεις Το Ροδακιό, Αθήνα 2003

ΣΥΝΤΑΓΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΕΡΙΝΑ, 2000 Λευκωσία.

DIVAN, ποιήματα 1967-2000, Ροδακιό, Αθήνα 2005, βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών

ΤΟ ΠΑΛΙΚΑΡΙ ΜΕ ΤΟ ΤΑΣΙ, Αθήνα 2005, Εκδ. Ταξιδευτής

Ο ΤΣΑΓΓΑΡΗΣ ΚΑΙ Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ. Αθήνα 2005, Εκδ. Ταξιδευτής

ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΜΕ ΤΟΝ ΑΛΕΞΗ (φωτογραφίες και κείμενο για τον ζωγράφο Αλέξη Ακριθάκη), Αθήνα 2007

Ο ΔΑΙΜΩΝ ΤΗΣ ΠΟΡΝΕΙΑΣ, διηγήματα, εκδ. Μελάνι, Αθήνα 2007

ΓΕΖΟΥΛ, Εκδόσεις Εστία, Αθήνα 2010

ΔΕΚΑΟΧΤΩ ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ Το Ροδακιό 2012

ΠΡΟΣ ΑΜΥΔΡΑΝ ΙΔΕΑΝ, Το Ροδακιό 2013

Μεταφράσεις

(1999) Sartorius, Joachim, Αλεξάνδρεια, Το Ροδακιό

(1992) Esteban, Claude, Αϋπνία, ημερολόγιο. Ζωγραφιστές εικόνες., Ερατώ

(1992) Longley, Michael, 1939-, Ποιήματα, Ερατώ

(1992) Deluy, Henri, 1931-, Πρώτες σουίτες, Ερατώ

Προς Αμυδράν ιδέα (2013)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΣΤΟ ΒΟΡΡΑ

Επειδή μιλώ για τριαντάφυλλα,

για τη διάχυση του φωτός,

την ανημποριά της αγάπης,

και την παροδική ζωή μας,

μη νομίζετε, φίλοι από τον βορρά,

ότι αυτό που συνέβηκε το 74

δεν απλώνει σαν κηλίδα στη ζωή μου,

κάθε μέρα.

Το φεγγάρι ξεπροβάλλει σα μια φέτα καρπουζιού

από τη θάλασσα

και η πεθαμένη μητέρα μου στη βεράντα του

σπιτιού μας στην παραλία της Αμμοχώστου να μας

φωνάζει να βγούμε από το νερό.

Είδα έναν πίνακα που ζωγράφισε τις προάλλες

στον τοίχο μιας ταβέρνας στο Καρπάσι.

Μιας ταβέρνας που την αποτελούσαν κλεμμένες

καρέκλες, κλεμμένα τραπεζομάντηλα, κλεμμένες

πόρτες, κλεμμένα χερούλια.

-Είναι της μάνας μου, είπα στον ταβερνάρη, εδώ

είναι γραμμένο το όνομα της.

-Τώρα όμως είναι δικό μου, είπε ο άντρας που ήρθε

από το μέρος που ανατέλλει ο ήλιος,

(έτσι μου τον περιέγραψε η γυναίκα του).

-Είναι δικό μου τώρα, είπε, ganimet,*

έτσι το λένε στα τουρκικά.

ganimet λάφυρο πολέμου

  

Ο ΦΙΛΗΣΥΧΟΣ ΕΡΩΣ

Τα σημεία των καιρών έδειχναν

πως πλησίαζε το τέλος του κόσμου

κι έτσι ο Ιωάννης ο Κύπριος

ο καλύτερος μαθητής του Jacopo

βιαζόταν να τελειώσει τη μέλλουσα κρίση στον

τρούλο

δεν το παρενοχλούσε πια νυχθημερόν ο φιλήσυχος

έρως

έβαζε τα χρώματα στη σειρά,

το χονδροκόκκινο, την όχρα,

και απλά ξεκινούσε κάθε πρωί

τη δουλειά.

  

ΥΠΟΛΕΙΜΜΑΤΑ ΦΩΤΙΑΣ

Αργεί το μνημόσυνο

και κοιτάζω τις τοιχογραφίες.

Κάτω από τη σκηνή της ανάστασης

σε μαύρο φόντο

κλειδιά, καρφιά, αλυσίδες,

υλικά του Άδη,

όπως αυτά που έβρισκα

στο χώρο στάθμευσης του κοιμητηρίου

απομεινάρια από τη φωτιά του

Μεγάλου Σαββάτου.

Τα μάζευα για να της φτιάξω ένα έργο.

Ιούνιος 2008

  

ΑΓΙΟΙ ΣΑΡΑΝΤΑ KIRKLAR TEKKE

Στον Τεκκέ

υπήρχε μια σκιερή αυλή

ένα περιβόλι με αμυγδαλιά

ροδιά και συκιά

για να τρώνε οι πιστοί

κι ένα αρχαίο πηγάδι

με νερό.

Οι δερβίσηδες ήταν σαράντα

38 Τούρκοι και 2 Έλληνες.

Εκεί ήταν θαμμένοι και οι τεσσαράκοντες

μάρτυρες της Σεβάστειας, αλαμάνοι. Άγιοι,

που ήρθαν από την Παλαιστίνη.

Στο πανηγύρι στις 9 Μαρτίου

μαζεύονταν χριστιανοί και Οθωμανοί

και γιόρταζαν μαζί.

  

ΤΡΟΟΔΟΣ

Είδα στο βουνό

το ύδωρ των αετών*

την θαυμαστήν μπαμπακόπετραν

μα πιο πολύ ατένισα

τις πτυχώσεις,

τα λαμπρά ενδύματα,

τα πορφυρά,

το στόλισμα του ξύλου,

με το χονδροκόκκινο, την ώχρα, τα χρυσά,

τους μαίανδρους, τα φύλλα και τους πάνθηρες

που τα έτρωγε όλα σιγά-σιγά

το σαράκι.

  

Η ΧΑΡΟΥΠΙΑ ΣΤΟ GOOGLE

Στον Νίκο Νικολάου

Το δωμάτιο που είχε χωματένιο πάτωμα

ήταν το πιο ζεστό,

έφερνε στη θεία νερό

να το ραντίζει και να το σκουπίζει.

Κάθε βράδυ

περιδιάβαζε το σπίτι και τον κήπο,

θυμόταν ακόμα και τις τρύπες από τα καρφιά στον τοίχο.

Έμπαινε σ’ όλα τα σπίτια στο Βασίλι,

μετρούσε τα βήματα μέχρι την Κανακαριά

τριγύριζε στα γύρω χωριά.

Όταν είδε στο Google Earth την χαρουπιά

όπου άφηνε το τράκτορ δωδεκάχρονος

και έτρεχε

πρώτα στο θάμνο με τα σκίνα

και μετά στη θάλασσα

για να μην κάψει τα πόδια του

έκλαψε πικρά.

  

ΧΩΡΙΣ ΨΩΜΙ

Ο Αλύπιος που κατασκεύαζε σέλες

και ο γείτονάς του σκαλιστής σεντουκιών,

ο Πέτρος που μάζευε αυγά της ακρίδας

και ο Γιώργος Μηνάς που πουλούσε παστέλι

μαζεύτηκαν στην Κάτω Πλατεία

την Piazza di Basso,

να διαμαρτυρηθούν για την έλλειψη ψωμιού

γιατί ο Ρήγας έστελνε με τα πλοία

όλο το σιτάρι στη Βενετία

και έμενε η Λευκωσία χωρίς ψωμί

  

ΤΟ ΑΓΑΛΜΑ

Όλοι αυτοί που παίρνουν το λεωφορείο

από το «άγαλμα»

ή δίνουν εκεί ραντεβού

πάνω στα τείχη της Λευκωσίας

ξέρουν άραγε πως το «άγαλμα» αυτό

με την μπέρτα και το όρθιο ανάστημα

είναι ο Διονύσιος Σολωμός

που κοιτάζει απορημένος πάνω από την τάφρο

προς το “nandos flame grilled chicken”

γιατί η λέξη φλόγα κάτι του θυμίζει.

  

ΡΑΜΑΖΑΝΙ ΣΤΟ ΚΑΪΡΟ

Πήγαμε με την Αν στα εγκαίνια

μετά το βράδυ στο παζάρι στο Φιασιάουι

κόσμος παντού, γυναίκες να καπνίζουν ναργιλέ,

ήπια σαλέπι με καβουρδισμένα αμύγδαλα

φουντούκια, σταφίδες.

Εκείνη ήπιε χυμό από ρόδι και μάγκο

με τους κόκκους του ροδιού να επιπλέουν.

— Ο κροκόδειλος που κρεμόταν στο ταβάνι,

είπε η Αν είναι ο ίδιος με αυτόν που κρεμόταν παλιά

στο τζαμί Μπαρκούκ.

Γυρνώντας στο ξενοδοχείο μεσάνυχτα, αγόρασα

μια ζακέτα με λουλούδια.

Αδύνατον να κοιμηθώ.

  

ΓΑΛΑΝΑ ΜΑΤΙΑ

Η Αγγελική έλεγε

καθώς καθόμασταν στο Φίλοιστρον

και τρώγαμε μεζέδες

ότι η μάνα της

πρόσεξε πόσο γαλανά

ήταν τα μάτια του άντρα της

όταν του τα έκλεισε

για τελευταία φορά.

  

ΚΗΠΟΙ ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΙ

Να σε αφήνουν τα άλογα στην Πύλη

να περνάς από σιντριβάνια,

κήπους νυχτερινούς,

νούφαρα, υάκινθους,

μήλα των Εσπερίδων.

Το φως τα ανατρέπει όλα,

αλλά εσύ επιμένεις να διασχίζεις τα άδυτα,

τα σκοτεινά, τα αμίλητα

  

ΕΠΙΣΤΡΕΦΟΝΤΑΣ

Επιστρέφοντας

βήμα βήμα

στο καλτερίμι του παλιού χειρογράφου

περιμένω το σύνηθες θαύμα

που είναι κρυμμένο με επιμέλεια

στην 25η σελίδα.

Οι φαγωμένες πλάκες λάμπουν στη βροχή,

οι βάρκες ανεβοκατεβαίνουν τον Βόσπορο

και ο έρωτας μου φαίνεται

υπόθεση πια μακρινή.

Συνεχίζω λοιπόν την ανάγνωση.

  

ΑΥΡΙΟ

Αύριο

θα ανατείλει ο ήλιος στην ώρα του

γιατί ο κόσμος τούτος

έχει κανόνες απαράβατους

και περιγράμματα αμετακίνητα

που δεν είμαι σε θέση να κατανοήσω

κρατώ λοιπόν την ψευδαίσθηση

της ελευθερίας

και ευφραίνομαι

στην θέα των καραβιών με φώτα

στην παραλία της Λεμεσού

διαβάζοντας για την Άννα Λουζινιάν

που κυκλοφορούσε με τον παπαγάλο της

ενώ στον γάμο της ένα γιγάντιος αετός περπατούσε μέσα στο πλήθος

κινώντας μηχανικά τις φτερούγες

  

ΠΕΡΑΣΜΕΝΑ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ

Περασμένα μεσάνυχτα

βροχή, άνεμος δυνατός

μόνη στο σπίτι

η αίσθηση της μοναξιάς σχεδόν ηδονική

όπως το απόγευμα

που έκοβα φρούτα στην κουζίνα

ήρεμα

και τα ρούχα που άπλωσα

έσταζαν τιπ, τιπ, τιπ

  

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ ΣΤΟ ΒΕΡΟΛΙΝΟ

Οι οδοκαθαριστές μάζεψαν τα φύλλα

όμως μέχρι το άλλο πρωί

είχαν ξαναγεμίσει οι δρόμοι

και μια ψιλή βροχή

τα μαλάκωσε

έτσι που πατούσα μαλακά

και προσεκτικά

προχωρώντας στα μονοπάτια της μνήμης

σε σταθμούς υπογείου που άλλαξαν

μαλλιά λευκά

μέλη βαριά

νέα παιδιά,

η γυναίκα μπήκε στην κουζίνα

κι αυτός έκλεισε την πόρτα

πέρασαν σαράντα χρόνια.

  

ΣΤΟ ΚΑΙΡΟΥΑΝ

Στο Καϊρουάν άκουσα τους αργαλειούς της Αμμοχώστου

όπως τους περιγράφουν παλιοί χρονικογράφοι

ήπια από το νερό του πηγαδιού

που ενώνεται υπόγεια με τη Μέκκα.

Το νερό ξεπήδησε όταν ο Όκμπα σκόνταψε

σε χρυσό κύπελλο στην άμμο και έκτισε εκεί την πόλη.

Ο σιδεράς Αμόρ Αμπάντα,

που είχε το χάρισμα της προφητείας

κατασκεύασε τεράστιες άγκυρες

για να κρατούν την πόλη

αγκυροβολημένη στη στεριά.

Έτσι περπάτησα με ασφάλεια στα παζάρια

είδα τις γυναίκες με τα ενδύματα

που τα συγκρατούσαν

χρυσές πόρπες

και τον γεροντάκο

που περνούσε σε φοινικοβελόνες

ένα ένα τα γιασεμιά.

Τα πουλιά έπιναν νερό από τις παλάμες των νεκρών.

  

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Είναι στιγμές που μένω έκθαμβη

μπροστά σ’ αυτό το μυστήριο,

μπροστά σ’ αυτό το θαύμα του κόσμου

το θαύμα που είναι μια γλώσσα,

το θαύμα που είναι μια θρησκεία,

το θαύμα που είναι μια ορχήστρα,

όλα αυτά που έφτιαξε ο άνθρωπος με υπομονή και γνώση

αλλά πιο πολύ μένω έκθαμβη μπροστά στο θαύμα

του μεταξοσκώληκα που μπλέκει το κουκούλι του

που θα το υφάνουν νεαρά παιδιά σε σκοτεινά δωμάτια

στη Μπενάρες και θα το μεταφέρουν στις αγορές

πάνω σε καμήλες

που απλώνουν το πόδι για να μη βουλιάζουν στην άμμο.

  

ΚΑΘΕ ΧΡΟΝΟ ΣΤΙΣ 13 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

Κάθε χρόνο στις 13 Αυγούστου

τη μέρα που ο τουρκικός στρατός

μπήκε στην Αμμόχωστο

και ο Κωνσταντής οκτάχρονος

έφυγε με την οικογένεια του,

πάει και καθαρίζει την παραλία

από τα αποτσίγαρα, τα πλαστικά,

τα τενεκεδάκια, τα κουκούτσια τα γυαλιά.

  

ΝΕΚΡΗ ΖΩΝΗ

Αυτό που λένε «νεκρή ζώνη» δεν υπάρχει

γιατί πάντα ανήκε σε κάποιους ζωντανούς.

Στο σκοινί με τα ρούχα της μνήμης

μικρές φανέλες σκάζουν στον ήλιο

ένα αγόρι πέφτει κάτω

και πληγώνει το γόνατο του

Μια γυναίκα κλαίει.

Ευτυχώς η γη δε γνωρίζει τίποτα γι’ όλα αυτά

και διακοσμεί τους πεσμένους τοίχους με κισσό

τις πληγές με παπαρούνες

τους τάφους με θυμάρι

 

ΤΟ ΠΡΟΖΥΜΙ

Σκέφτομαι τις γυναίκες που ξυπνούσαν

με το άστρο της πορνής για να ζυμώσουν

Τις Χριστιανές με προζύμι που είχαν φτιάξει

από τον αγιασμό της ημέρας του Σταυρού

και τις Τουρκάλες με νερό από τα πρωτοβρόχια.

Και οι δυο κουβαλούσαν τα βρέφη στη ράχη τους

και τη γνώση τους για την ιερότητα της ζωής.

Οι άντρες τους καμιά φορά το ξεχνούσαν.

  

ΔΕΝ ΤΗΣ ΠΗΡΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ

Για την επέτειο του θανάτου της μητέρας μου

Δεν της πήρα λουλούδια αλλά σηκώθηκα νωρίς

να βρω ψάρι καλό στην αγορά

βρήκα και μήλα καθιστά για τάρτα

έτσι όπως τα έφτιαχνε αυτή,

μες τις καλές της μέρες.

Στρούντελ και σνίτσελ απ’ τη Βιέννη

και σβίγγους όπως η θεία Ματίνα.

Δεν της πήρα λουλούδια

αλλά έσβησα στην ώρα του τον φούρνο

για να προλάβω την συνάντηση στο μαγαζί

πήρα τον Γιώργο από το σχολείο

κάναμε μαζί μπάνιο το σκυλί

κι ύστερα ήθελε να του διαβάσω εφτά βιβλία

Δεν της πήρα λουλούδια,

κατάφερα όμως να δουλέψω δυο ώρες

στον υπολογιστή.

Πήγα να δω και την κυρία Δήμητρα,

με κατάλαβε από τη φωνή μου

Είχα καιρό να πάω να την δω, της πήρα γλύκισμα

νηστίσιμο

και κάθισα κοντά της και μου έλεγε.

Δεν της πήρα λουλούδια

κλάδεψα όμως τη λουίζα και έβαλα λίπασμα

στα δέντρα. Μετακίνησα τις γαρδένιες έτσι που να

πιάνουν ήλιο το πρωί

και φύλαξα τα ρούχα τα χειμερινά,

με προσοχή να μην τα φάει ο σκόρος

Με προσοχή αντιγράφω τις κινήσεις της

πως έπλαθε ζυμάρι, έβαζε λάδι στα κιχιά,

ανέβαινε, κατέβαινε, και όλους τους εφρόντιζε.

Δεν της πήρα λουλούδια

μα προσπαθώ ισάξια τ

ούτο το σπίτι να φροντίζω,

τούτο το σπίτι και τους ένοικους του

όπως με έμαθε αυτή σωστά και μετρημένα.

Με προσοχή αντιγράφω στις κινήσεις της

με προσοχή να μην τις φάει ο σκόρος.

  

ΜΗ ΔΩΣΕΙΣ ΣΑΠΟΥΝΙ

Μη δώσεις σαπούνι

γιατί μπορεί να ξεπλύνει την αγάπη

μπορεί να ξεπλύνει τα δάκρυα

μπορεί να ξεπλύνει το νεκρό

μπορεί να ξεπλύνει τα σημάδια

από τον ιδρώτα, από το σπέρμα σου

μη δώσεις σαπούνι

μπορεί να γλιστρήσεις πάνω στα μάρμαρα του χαμάμ

και να μην είμαι εκεί για να σε αρπάξω.

  

Η ΤΡΟΜΕΡΗ ΣΤΙΓΜΗ

Την τρομερή στιγμή που

η Αριάδνη είδε το πλοίο του Θησέα

να χάνεται στον ορίζοντα

δεν την ξέχασε ποτέ.

Και δεν την παρηγόρησε

ούτε το χρυσό στεφάνι του Διόνυσου

ούτε η corona borealis

που έλαμπε κάθε βράδυ στον ουρανό.

  

 

DIVAN (2005) 1967-2000

  

Αρχή Ινδίκτου (1987)

  

ΟΝΕΙΡΕΤΗΣΙΑ

Καθώς προσπαθείς να ισορροπήσεις

στο σπίτι με τους εξαίσιους ανεμοδείκτες

ανάμεσα στην ενήδονη και την ασκητική ζωή

όπως λέει ο Άραβας ποιητής

είναι μια γέφυρα λεπτότερη απ’ την τρίχα

που τη διαβαίνεις πάνω στο άτι του έρωτα

ένας αέρας από τη δύση σε τυλίγει

ούτε ηδύς ούτε αλγεινός

και η εγγύτητα των ανατολικών συνόρων

την ώρα που ο ήλιος βασιλεύει πίσω από τα κεραμεία

και ο ελληνικής καταγωγής ερμηνευτής του κορανίου

ανάβει τη λάμπα του

μνήμην ποιείς

της άμμινης κύτης

άλλα και του φενόλου και του χιτώνος

ιδιόχρωμου, λευκού,

γράψον το όνομα εις χαρτάριον

ή εις φύλλον

ονειρετησία.

  

ΑΡΧΗ ΙΝΔΙΚΤΟΥ

Αρχή Ινδίκτου

που μπορεί να είναι και Μάρτης

όταν πάλι σε αλώνει ο έρωτας

δεν αντιστέκεσαι

φτιάχνεις ένα άγαλμα

και το κοσμείς με τιμές και όργια

που εφάπτονται της μνήμης

μαράθων, θριδάκων, λέκτρων,

το πράσινο του παγονιού

στις φτερούγες του Αρχάγγελου

οι μέρες με τους ένθεους φίλους

πριν απ’ την Καθαρά Δευτέρα

ομόπτερου έρωτος χάριν

και οι άλλες στο Rajastan

η ακινησία που τις ακολουθεί

ενός ανθρώπου διαβασμένου που αγωνίζεται

να βρει την εσωτερική φωτιά

την αναχώρηση από την ηδονή

πού πρόβλεψαν οι αστρολόγοι

όταν στις υπαίθριες κουζίνες

στο έμπα του νέου χρόνου

οι οδηγοί των ρίκσο κοιμόντουσαν ο ένας πλάι στον άλλο

περπάτησες ως το ξενοδοχείο

ενώ γίνονταν ερωτικές οι αόρατες πόλεις

οι δρόμοι, τα φύλλα.

  

ΥΠΕΡ ΑΥΤΩΝ

Το σταχτόχρωμο πέτρωμα — σάρδιο,

με τις ερυθρές αποχρώσεις

φανερώνει το μυστικό τοπίο της ψυχής

αιθάλεια, ανεμόεσσα,

τώρα που τελειώνουν τα ταξίδια

σε πόλεις που οι τοίχοι τους

είναι ζωγραφισμένοι με πλοία

Ραβέννα, Βουκουρέστι, Κωνσταντινούπολη,

Οδησσό, Σμύρνη, Πέργαμο, Αλεξάνδρεια,

η θάλασσα σκουριάζει το σίδερο

και ξεφυλλίζει τη μπογιά

καιρός να μαζευτείς στο σπίτι σου

να αξιωθείς να γράψεις

υπέρ αυτών

γράμματα μη ειδότων.

Λήμνος – Λευκωσία, φθινόπωρο 1987

  

ΜΕΣΗΜΕΡΙ ΣΤΟ ΝΑΥΠΛΙΟ

Το κρεβάτι γλίστραγε από δύση σ’ ανατολή

άντίθετα άπό τή φαινομενική κίνηση των άστρων.

Μ. Γϊουρσενάρ, ’Άβυσσος

Το μεσημέρι στο Ναύπλιο

Ο χρόνος μαζεύεται σε αμμωτό

οι καφέδες ακινητοποιούνται στα φλιτζάνια

τα νερά αντανακλούν μες στα ποτήρια

τον Τίβερη

περίεργα πουλιά

κι αυλές όπου εξάγουν ίασεμόλαδο

το βουητό της μύγας

τετραγωνίζει τα μωσαϊκά

ένας κύκλος, ένας ρόμβος, δύο ψαθάκια,

τρία συμβολαιογραφεία, τέσσερα μπαστούνια,

πέντε γλόμποι

παίζοντας μ’ ένα νόμισμα του Ιουστινιανού

αραδιάζω τα λόγια σου πάνω στα φύλλα

πού ανεπαίσθητα κινεί

ένας ξαφνικός μεσημεριάτικος άνεμος

  

ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟ ΔΙΟΝΥΣΗ

Ουκ αν έχομεν ειπείν βεβαίως

ούτ’ αλκυόνων περί ούτ’ άηδόνων

Λουκιανός

Γιατί ρε Διονύση,

δεν είναι εύκολο να μίλα κανείς σήμερα

με βεβαιότητα ούτε για αλκυόνες ούτε για αηδόνια

όταν κατοικεί σε σπίτι

που δε θυσιάστηκε πετεινός στα θεμέλιά του

κι ούτε έχει κοιμηθεί σε στρώμα

με σταυρούς ραμμένους στις τέσσερις γωνιές του

όπου πέφταν τα νομίσματα

χρυσά και αργυρά

κι οι σπόροι από βαμβάκι και σησάμι

ή έχει χυθεί μαζί με τους άλλους στους δρόμους

ως βαθιά μέσα στη νύχτα

στα λαμπρά φωτισμένα σπίτια

με τούς Λάζαρους ντυμένους με κίτρινα λουλούδια

και γύρω απ’ τα γεμάτα άνθη στρώματά τους

στέφανα και δημητριακά

πουλιά ερπετά πέταλα

αλεύρι μάραθο κεριά και μέλι

πιο μαλακά απ’ τον ύπνο

Έτσι Διονύση,

μέσα στο γενικό θαλάσσωμα

της ανακρίβειας

των αισθημάτων

πίνοντας καφέ, Παρασκευή πρωί,

δεν έχω παρά να σου πω

πως σε πεθύμησα πολύ.

  

ΟΠΟΙΟΣ ΠΕΡΑΣΕΙ ΣΤΗΝ ΑΛΛΗ ΟΧΘΗ

Όποιος περάσει στην άλλη όχθη

δε γυρίζει πίσω ποτέ

με το καράβι που μια ζωή συναρμολογούσε

με σκοινί γέρο και ξύλο αρωματικό

θα ταξιδέψει τις δώδεκα ώρες της νύχτας

και το πρωί θα τριγυρνά

σε συνοικίες αράπικες

μικρομάγαζα στολισμένα

με χρωματιστά λαμπιόνια

γλυκά αμύγδαλα ποτά

θα μπαίνει μες στα σπίτια τα κτισμένα με πλιθάρι

θα βάζει στα μαλλιά του λάσπη

και θα πενθεί όπως κι αυτοί τον Άδωνη.

Ανάμεσα στους κίονες

με τ άνθη του λωτού και του παπύρου

θα βλέπει κάποτε αργά το απόγευμα

κάποια ρωμαϊκή επιγραφή

κάποιον άγιο χριστιανό ζωγραφισμένο

ή ένα άλογο ή μια ρομφαία

και θα ξαναθυμάται

μόνον σαν μια σκιά σαν αστραπή

την περασμένη του ζωή

το γενεαί πάσαι τούς ευκάλυπτους στο κυβερνείο

τον τοίχο τον ψηλό με τα γυαλιά

κάποτε ακόμα και τη θάλασσα

αύτη αλήθεια πια σαν όνειρο τη θάλασσα.

Έτσι θα εντρυφείς μες στη σιωπή σου

θα κουβαλείς μια μουσική που πέτρωσε

θ’ ακούς τα κρόταλα το φίδι το αιγυπτιακό

μόνη εσύ θα τα ακούς

μόνη εσύ θα τα διηγείσαι.

  

Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΛΕΜΕΣΙΑΝΟΣ

Στη γυναίκα έφτανε η μέρα

και η υπακοή στα σήματα των ζώων

Εκείνος, μόνο ο ύπνος και ο έρωτας του θύμιζαν

πως ήταν θνητός

μηχανικός στο φτωχό συνεργείο

με τα ωραία τα βλέφαρα τα δυνατά του χέρια

τα χείλη της Χαρούλας ’Αλεξίου στην αφίσα

ΖΗΤΩ Η ΕΛΛΑΔΑ στην καρφωμένη πόρτα του λουτρού

πλάι στα ναυτιλιακά γραφεία της πόλης

που δεν ταξιδεύει πια

που δεν χασομερεί δεν παίζει

που της αρνήθηκαν τα γηρατειά της

γέμισε πράκτορες μεσίτες μερσεντές

γυναίκες έντρομες

που μόνο να ψωνίζουν ξέρουν

να θυμάται την καμπύλη της ράχης της

ενώ χαλαρώνει τις βίδες

τα άσπρα τα στήθη την κοιλιά

καρποί και κολοκύθες που στεγνώνουν πάνω στα δώματα

με τον αχό της μάχης

μόνος αητός και παντοδύναμος, τουρκομεγαλωμένος

εγκλωβισμένος και αγνοούμενος μες στη δική του πόλη

Λεμεσιανός μηχανικός από τον Άη Αντώνη

και η μέρα με αέρα φωτεινή

τα ήμερα δέντρα οι σκιές

η κρήνη του ήλιου

η θάλασσα της Λεμεσού στο βάθος.

  

 

Divan (2000)

  

ΟΙ ΑΝΕΜΟΙ TOΥ ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ

Οι άνεμοι, του Σεπτέμβρη

φέρνουν τα πέταλα της βουκεμβίλιας

στο μαγαζί

κοσμούν το πάτωμα

ακούω τα ψιθυρίσματα των φύλλων

κάτι σαν

«αμφιπότατε», «πότε»

«πάντα»

κάτι μου έρχεται να πω

μα τρέμω μην ταράξω την ευτυχία.

Σεπτ. 1988

  

ΒΡΟΧΗ ΣΤΗ ΦΙΚΑΡΔΟΥ

Η Μαρία πέρασε τα δάχτυλά της

πάνω από το πανί

το υφαντό που σκέπαζε το τραπέζι

ήχησε το ξύλινο κουτάλι

στην πήλινη κούπα

ανακαλώντας ήχους

παλιότερους από μάς

έτσι όπως η μυρωδιά

που έβγαινε από το λινό

και οι πρώτες σταγόνες της βροχής

στις σκληρές γωνιές της πέτρας

φέρναν μαζί τους

μέσα από ένα λουτρό φωτός

αφηγήσεις της Χαλιμάς

σε κάμαρες χαμηλοτάβανες κλειστές

στρωμένες με κιλίμια

διηγήσεις του Πρωτομάστορα

Μιχαήλ Χριστόφορου Γούναρη έκ Φαρμακά

που ήταν κεραμιδάς, παρπέρης, κοφινάς,

χτίστης, μαχαλεπάρης.

Το μολυβί χρώμα της πέτρας

είναι συνέχεια του ουρανού

Όκτ. 1988

  

Η ΛΕΥΚΩΣΙΑ ΤΟΝ ΙΟΥΛΙΟ

Ανήμερα του Προφήτη Ηλία

στη Φανερωμένη, άπλωνε ο διάκος

τη σημαία για το μνημόσυνο των πεσόντων,

«Η εις ουρανόν πυρφόρος ανάβασις»

άναψα κερί και κοίταξα τις φαγωμένες ζωγραφιές του θόλου

«θα τον έπιανε σίγουρα ίλιγγος πάνω στις σκαλωσιές»,

σκέφτηκα.

  

ΟΙ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΕΣ

Παρέα με το γεωμέτρη και τον κηροπλάστη

φύτεψα φέτος τριανταφυλλιές στον κήπο

αντί να γράφω ποιήματα

την εκατόφυλλη από το σπίτι με το πένθος στον Άγιο Θωμά

την εξηντάφυλλη που έφερε ό Μίδας από τη Φρυγία

την Μπαγκσιανή που ήρθε από την Κίνα

μοσχεύματα από τη μοναδική μουσσιέττα που επέζησε

μες στην παλιά την πόλη

άλλα προπαντός τη Rosa Gallica πού έφεραν οι σταυροφόροι

που αλλιώς τη λέμε και δαμασκηνή

με το εξαίσιο άρωμά της.

Παρέα με το γεωμέτρη και τον κηροπλάστη

άλλα και τον τετράνυχο, τον τίγρη, το φυλλοδέτη

τη μηλολόνθη, τη χρυσόμυγα

το αλογάκι της Παναγίας πού τα τρώει όλα

θα μοιραστούμε φύλλα, πέταλα, ουρανό στον αφάνταστο αυτό κήπο

κι αυτοί κι εγώ περαστικοί.

Γενάρης 1993

  

ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ

Τα σύμφωνα, τα φωνήεντα,

από τον λάρυγγα, τα χείλη, τα δόντια

σχηματίζουν την κοινή Αλεξανδρινή

δε με βοηθάει όμως για να σου πω

αυτό ποy νιώθω

μένω αναγκαστικά στη ρευστότητα

του κειμένου

στο σχολιασμό του επιμελητή

και την αδυναμία του έρωτα

όλα τούτα τα πρωινά με βροχή.

1993

  

ΣΤΗΝ ΑΥΛΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ

Κι όμως το γέλιο αντηχούσε

στην αυλή του Άγιου Λαζάρου

καθώς περπατούσαμε στον άδειο δρόμο

πριν από το δείπνο.

Μιλούσες για την αίθουσα

Όπου πρωτακούστηκαν οι θρήνοι

για τον Αλέξανδρο

σου ‘λεγα για τη ματιά που έριξα

στον άλλο κόσμο

πίσω από τα κλουβιά με τα γεράκια

και τις κουκουβάγιες

όπου το ένα ψαθί άγγιζε τ άλλο,

ευτελή κλουβιά

καμωμένα με καλάμια από τα έλη του νότου

δεμένα πρόχειρα με νήμα

νήμα όπως αυτό που ενώνει τις ζωές μας.

Οι ψυχές ετοιμάζονταν για το μεγάλο ταξίδι

στις ακτές της Συρίας, στην Πέτρα, την Ιεριχώ,

δρόμοι του Στράβωνα, του Πτολεμαίου,

για να φτάσουν σούρουπο

στην Πύλη των Λεόντων.

Τη θυμάσαι την κουκουβάγια πού έκλαιγε, εκεί

πάντα το βράδυ, ιδία ώρα?

Οκτ. 1993

  

ΠΑΡΑΛΟΓΗ

Κουνάει ακόμα το καράβι

μια δεξιά, μια αριστερά,

ή και βουλιάζει

σε ταραγμένο ύπνο

μαύρα νερά

περάσματα

φτερουγίσματα πουλιού

ρηχό βουβό

σαν κλάμα \

που δεν φαίνεται

που δεν το βλέπει άλλος

αχνό τρεμούλιασμα χειλιών

παίξιμο των βλεφάρων

βάραθρο ανοίγει στην καρδιά

και πέφτω όλη μέσα

ψάχνω ένα λόγο να πιαστώ

κλαδάκι να πατήσω

μα όλο πέφτω σε βαθύ

και πιο πυκνό σκοτάδι

μη δεις μην ακούσεις μάτια μου

τί λένε τα πουλάκια.

Δεκ. 1994

  

ΜΑΓNAYPA

Ακόμα κι αν έχεις περάσει από τη Μαγναύρα

και έμαθες ν’ αμφισβητείς την εγκυρότητα

του γραπτού λόγου

δε μπορείς καθόλου να εξηγήσεις

πως κάποτε χωρίζει το σώμα και η ψυχή

πως παίρνει καθένα άλλο δρόμο

το σώμα αναζητά το οικείο χάδι

ενώ η ψυχή το άγνωστο

ευφραίνεται στις σιωπές

στην αβέβαιη κίνηση του νέου άντρα

που κάθεται στη μέση της ομήγυρης

και μέ τα μάτια ελαφρά κλεισμένα

παρακολουθεί.

Ποιήματα μιας άλλης εποχής

  

ΣΕ ΜΥΣΤΙΚΕΣ ΟΜΑΔΕΣ

Σε μυστικές ομάδες ετοιμάζω την αναχώρηση μου

σε μια γωνιά το πανέρι με τα νήματα

και τις χρωματιστές κλωστές

στην άκρη του τραπεζίου τα τετράδια και οι μπογιές

στο ντουλάπι το μπλε παντελόνι

και η μεταξωτή μπλούζα με τους αγγέλους

Οκτώ το πρωί

το ροζ δωμάτιο σχεδόν όμορφο

σε μια γωνιά ένας πόθος πού ξεραίνεται

δίπλα ο περδικοδέτης του και το κερένιο τάμα

στο πάτωμα γυάλες γεμάτες λάζαρους

σήμερα πρέπει να φύγω.

Γιαλούσα 1974

  

ΣΥΝΟΜΙΛΙΕΣ

—Κάθε φορά πού περνούσα από δω, είπε η γυναίκα του Θωμά,

με πονούσε το στομάχι,

τώρα θέλω να μείνω εδώ,

από την ταράτσα φαίνεται το χωριό,

—Δε μπορώ να ησυχάσω εδώ, είπε ο Αντώνης

είχα πορτοκάλια στο χωρίο,

—Δε θα πάρω δάνειο από την κυβέρνηση, είπε ο Αντρέας,

το μωρό της Χρυστάλλας έκλαιγε,

ο άντρας της δεν είχε στείλει ακόμα τις προσκλήσεις

για την Αυστραλία,

ο κάμπος απλωνόταν κίτρινος και αποπνικτικά ζεστός,

και η κυρία Ελένη είχε πάει με τα εφτά παιδιά της

στη θάλασσα

με το λεωφορείο του καταυλισμού

  

ΤΡΙΤΟ ΓΡΑΜΜΑ

Ούτε που το φαντάστηκα πως μου ’μελλε

η ώριμη γνώση

η κατάφαση του πάθους

και η αβεβαιότητα του έρωτα

μια Κυριακή με Μάλερ πάνω από τη θάλασσα

με τα τζάμια να λάμπουν στο απογευματινό φως

και τις μικρές ακροπόλεις

πάνω στις ταράτσες

για τούς ουράνιους και τους θαλασσινούς θεούς

χωρίς πουθενά για να πιαστώ

Να φεύγουν με το φως τα σμαραγδένια τα νερά

πάνω από την πλατεία που σκοτείνιαζε

τις ομπρέλες που αραίωναν

αφήνοντας πίσω χώμα, λάσπη, πέτρες και κλαράκια

σελίδες τετραδίων, καράβια μέ φώτα

πράξεις ανώφελες αλλά αναγκαίες,

κύβους, κολόνες, τριγωνάκια.

Τα από κήπων (1980)

  

ΑΚΟΜΑ ΕΝΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

Ακόμα ένα καλοκαίρι

μέσα στα σχήματα και τα χρώματα

της νεκρής του θάλασσας

πίσω απ’ την πόρτα με τα καφασωτά

άλλο πού να βουλιάζεις μέσα μου

άλλο που να βουλιάζεις μέσα μου

τότε που τα ‘χα όλα μα δεν ήξερα

την ένταση τη διάρκεια την ομογένεια του σώματος μου

την περιστέφανη τις κοιλάδες την ελεούσα

στην άκρη των χειλιών στο βάθος της παλάμης

αποικία της θάλασσας

αύριο θα ‘ρθω να σε βρω

αργά το απόγευμα

θα στάζω από παντού νερό κι αλάτι

πλάι στο θαλασσινό κρεβάτι

εσύ θα στέκεσαι ακίνητος

στη διχάλα των αισθητών πραγμάτων

με φύκια φύλλα φτέρη να ορίζουν τη θέση της ψυχής σου

τώρα πού θα υποστείς σ’ όλα σου τα μέλη την καταστροφή

φυγάς θεόθεν κι αλήτης

οχι προφήτης οδηγός θεραπευτής

εγώ πού κινούμουν στο ρυθμό σου σ’ αποχαιρετώ

έχουν έρθει οι ονειροτόκες μέρες

τα θαλασσοκτόνα λόγια

ο ανεμοπλάστης απέραντος ουρανός

  

ΝΑ ΜΗΝ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙΣ ΜΕ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ

Να μην τελειώνεις με το παρελθόν

να το πλησιάζεις τόσο

που να φαίνονται από μακριά οι φωτιές

κι ύστερα πάλι ν’ απομακρύνεσαι

μετά απ’ τον βαθύ τον ύπνο

πλάι στην ακίνητη λίμνη

το μεσημέρι

με την αραιή φιλτραρισμένη της ζωή

τη σμίκρυνση του φόβου

και τον homo ludens

και τη συκιά την άκαρπη

όπου πρωτάκουσες απόγευμα το θρόισμα του φιδιού

και μάζεψες ύλες ταις αμαρτίες ενώπιον σου

η μια να σου χαϊδεύει τα μαλλιά

η άλλη νι σου φτιάχνει τα ρούχα

η τρίτη να κάθεται στα πόδια σου και νι σου τραγουδάει

μην κλαις μικρή Ερμιόνη

πλάι στον αρχαίο ερειπιώνα

κοίτα τι λαμπερά φτερά άκου τραγούδια

ξέχασε τα σύντομα διαστήματα του θανάτου

τα πεύκα στον ανήφορο

πριν απ’ τις τουρκικές γραμμές

τις σκοτεινές τις τρύπες τ’ ουρανού

θα ’ρθει πάλι η μαμά σου

θα δεις, θα ’ρθει πάλι η μαμά σου

Αγλαντζιά, καλοκαίρι 1977

 

ΜΕ ΤΗΝ ΥΓΡΗ ΖΩΗ ΣΟΥ

Με την υγρή ζωή σου

νι σου κολλά ανάμεσα στά πόδια

και να μη σ’ αφήνει

να ετοιμαστείς για τη συνηγορία

την εσωτερική σου αναχώρηση για το νότο

ο άντρας πού κάθεται κάτω απ’ το γυμνό δέντρο

για τρία χρόνια και δεν βλέπει τίποτα

ούτε το ξύλο που σπρώχνει το χώμα προς τα πάνω

ούτε τους πολλούς τους οικτιρμούς σου

μέχρι πού έγινες μικρή και ασήμαντη

κουρασμένη διψασμένη

μόνη

να πλανιέσαι μες στους ανθισμένους κάμπους

και τους μικρούς βυζαντινούς σου ουρανούς

με κίτρινα σχεδιασμένα συννεφάκια

Γιαλούσα, άνοιξη 1974

  

ΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ

Εσύ που με το αλφαβητάρι της θάλασσας στο χέρι

μου ’μαθές γραφή κι ανάγνωση

τη γεύση τού αχινού

το φιλί της αχιβάδας

το κυμάτισμα των φυκιών

και τα μικρά τα πράσινα τα ξέφωτα

απ’ όπου έμπαινε ορμητικά το πέλαγος

πού χάθηκες και ποιός

πρωτοστατεί τώρα στα κύματα

πώς μ’ άφησες κι έφυγα

συλημένη κι ελεύθερη μες στους νεκρούς

σφίγγοντας τα δικά σου λόγια τ’ απογεύματα

τού Αη Μέμνιου στην ατέλειωτη σειρά με τ’ αυτοκίνητα

πού κάθε τόσο σταματούσαν οι εθνοφρουροί

«Προσδοκώ ανάσταση των αμμουδιών» είπες

στην ’Αμμόχωστο στο έμπα του Σεπτέμβρη

τραβιέται πίσω η θάλασσα και σχηματίζονται μικρές λίμνες

Μη μου μιλάς για το βαθύ κρεβάτι

το σπίτι με τις αγριοσυκιές

τις πέτρες τις αστραφτερές

και τις επαναληπτικές φωνές

σε λίγο θα ’ρθουν οι βροχές

κι ή παραλία θα ’ναι έρημη χωρίς σκιές

  

ΣΤΗ ΠΑΡΑΛΙΑ ΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

Στη Λεμεσό μια θάλασσα θολή

κι αδιόρατη

σα να ’πεσε γκρίζο χιόνι

στους κυματοθραύστες και στην προκυμαία

και στο παλιό το σπίτι

με την πλαϊνή τη σκάλα και τα εμπορικά

κοιμισμένο στα φύλλα τού υμενόκαλου

Όμως είναι άλλο πράγμα η θάλασσα

έτσι που σου αφήνεται

έτσι που σε σέρνει

έτσι που σου απλώνεται πέρα από τους ευκάλυπτους

φορτωμένη αροδάφνες σάπιο ξύλο θαλασσινά λουτρά

άλλο πράγμα η θάλασσα

έτσι που εισχωρεί στην πόλη καλπάζοντας στις γωνιές

σκαρφαλώνει στις ταράτσες

μπλέκεται στα φαρμακεία

φτάνει στα δικαστήρια

σέρνοντας μαζί της καρίνες και χαρταετούς

μια μυρωδιά από χαρούπια

σκουριά φιλιά ναυάγια

για να με ξαναφέρνει κάθε πρωί

στον αληθινό μου προορισμό

  

ΕΝΑ ΦΕΓΓΑΡΙ ΣΑΝ ΚΛΩΣΤΗ

Τη νύχτα μας επήραν στο Σεράι.

Από κείνη τη νύχτα δεν ξαναείδα

τον πατέρα μου.

Κατάθεση Χριστάκη Μαύρη

Ένα φεγγάρι σαν κλωστή

πάνω απ’ τη Λευκωσία

20 του ’Ιούλη 1979,

πάνω από τη γη όλο ξεχνάς

το κοφτερό μαχαίρι

  

ΘΑ ΞΑΝΑΒΡΕΙΣ ΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΣΟΥ

Θα ξαναβρείς τα βήματά σον

Τάκης Σινόπουλος

Θα ξαναβρείς τα βήματά σου

Θα σκαρφαλώσεις σε βουνά περήφανα

Δίπλα σε ρίζες καλαμιού μες στο νερό θα ξαναβρείς

τα βήματά σου

θα κοιμηθείς στο ’Άβατο

θα πιεις νερό απ’ το βαθύ πηγάδι

θα μπεις στο ιερό το μυρωμένο με λιβάνι

με τις μετόπες και τους ρόδακες

και τα περίτεχνα φατνώματα της οροφής

θα βρεις τον Ύπνο και τον ’Όνειρο την Ηπιόνη

και την Ιασώ κι απ’ το βαθύ λήθαργο θ’ ανασύρεις

δεντροστοιχίες καστρόπορτες δρόμους με πέτρες

απογεύματα στο Ναύπλιο

χωρίς σύντροφο πια εξόν για το κρεβάτι σου

με μια ευτυχία πλατάνου ή βαθυπράσινου νερού

μια Κυριακή να αιωρείται μες στα δέντρα

ένα κελάηδισμα πουλιού να μπαίνει μες στις λέξεις σου

ένα αχνό πορτοκαλί στην άκρη των νησιών

Παλιά ’Επίδαυρος

  

ΠΡΟΣΦΥΓΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΡΠΑΣΙΑ

«Ελείφκαν μου οι ώρες τζει πάνω», είπε,

«ώσπου να ρίξω τα δίχτυα μου

να πάω στου Μελισσάκρου

ετέλειωνεν η μέρα

και εξύπνουν που τα χαράματα

μεν χάσω ούτε λεπτόν»

Τώρα γυμναστής σ’ ένα απογευματινό Γυμνάσιο

γυρίζει τα καφενεία

τα κέντρα της Λευκωσίας

τις χαρτοπαικτικές λέσχες τον ιππόδρομο

προσπαθώντας μάταια να σκοτώσει

τ’ ατέλειωτα μεσημέρια

τα πρωινά

«τουλάχιστον να ’ταν η θάλασσα κοντά»

  

ΑΡΧΕΣ TOT ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ

Αρχές του Σεπτέμβρη στην Αγία Νάπα

γαλήνεψαν οι σορκοί

κάτω από την επιφάνεια του νερού

νιώθω παντού την παρουσία σου

Φθινόπωρο 1976

   

18 Αφηγήσεις  (2012)

Η ΑΦΗΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ

Όταν έστραφήκαν οι αιχμάλωτοι, τζιαί έπέρασεν καιρός, τζιαί δεν ηρτεν κανένα μήνυμα, εκατάλαβα ότι ό άντρας μου ήταν χαμένος. Είπα στον εαυτό μου: «Μαρία, είσαι πέντε μηνών έγκυος, έχεις δυο μωρά, με τον άντρα μου θα εζούσαν τούτα τα μωρά μια χαρούμενη τζιαί καλή ζωή, έτσι πρέπει να ζήσουν, κάμε την καρδιά σου πέτρα, ούτε κλάματα ούτε τίποτε, έχεις μωρά νά άναγιώσεις.» Έτσι έκαμα, εστάθηκα τζιαι εμεγάλωσα τα μωρά μου, σε ένα σπίτι που δεν ήταν σπίτι με πένθος, σε ένα σπίτι κανονικό. Επαρασταθήκαν μου τα αδέρφια μου, ή μάνα μου, ας έν’ καλά. Βέβαια ήταν δύσκολο να γεννήσω, να μεν έσιει παπά το μωρό, ερωτούσαν με τα μωρά: «Πότε έν’ να ‘ρτει ό παπάς μας;» έλεά τους: «Έτο μια νύχτα έν’ να χτυπήσει ή πόρτα, τζιαί έν’ να ‘ρτει ο παπάς σας.» Τι εμπορούσα να απαντήσω, εν ήξερα ούτε εγώ, αφού ό γιος μου πού αρραβωνιάστηκε άκουσα τον που έλεε της νύφης μου ότι έγινεν δεκαοκτώ χρονών τζιαί ακόμα κάθε φορά που εκτύπαν η πόρτα ενόμιζεν ότι έν’ να ‘ν’ ό τζιύρης του. Τον πρώτον καιρόν εθώρουν τον Αντρέα στον ύπνο μου, κάθε νύχτα, ότι είχα να συζητήσω μαζί του, έλεά του τα στον ύπνο, είχα παράπονο, έλεα γιατί να μείνει, γιατί να μεν φύει όπως οι άλλοι. Μια νύχτα είδα τον εστέκετουν στο χωράφι, κοντά στη μάντρα, είπα του: «Γιατί, γιατί εν έστράφηκες κοντά μας;» «Μαρία», άπάν- τησέν μου, «ήθελα αλλά εν εμπορούσα». Που τότε εν τον εξαναεΐδα στον ύπνο μου.

  

Η ΑΦΗΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΙΚΚΑΣ

Ό άντρας μου είχε δύο σκυλιά κυνηγετικά. Τη Λάσσυ τζιαί τον Πέτρο, δυο σκυλιά πανέμορφα. Τα είχαμε στο περβόλι στο Κάτω Βαρώσι. Τους είχαμε δικό τους κλουβί μεγάλο. Μια εβδομάδα πριν την εισβολή έσκαψαν το χώμα τζιαί βγήκαν. Φοβηθήκαμε μην τα χάσουμε τζιαί κάναμε τσιμέντο τό πάτωμα. Για να μην μπορούν να φύγουν. Είκοσι οκτώ χρόνια ακόμα τα βλέπω στον ύπνο μου

Η ΑΦΗΓΗΣΗ ΤΗΣ ΕΜΙΝΕ

Ετο, κόρη μου, το ’63 έγιναν κάτι φασαρίες στον Άι-Σωζόμενο, το διπλανό χωρκό τζιαί ειδοποίησαν μας να φύουμεν, έφοηθήκαμεν τζιόλας. Είχα τέσσερα μωρά, ο μιτσής έπαιζε μέσα στην αύλή, είχα αυλή με τοίχο γυρόν-γυρόν τζιαί έπιασα τα δκυό μωρά μου, που κάθε χέρι έναν, τζιαί έφυα, επήα στη Λουρουτζίνα, που ήταν χωρκό τούρκικο. Μες στη βιάση μου εν είδα ότι το μιτσίν το μωρό εν είσιεν παπούτσια τζιαί επήρα το ανυπόλυτο. Κλάμα τα μωρά, θέλουμε τον παπά μας, που έν’ ο παπάς μας, ήρτεν ο άντρας μου, εβοήθησέ μας ο αρφός μου τζιαί ηύραμεν σπίτι στη Λευκωσία, άμμα ήμαστεν δκυό οικογένειες μέσα στο σπίτι, εμαλλώναν τα μωρά, ήταν δύσκολα, είπα του αρφού μου που ήταν ζαπτιές να μου εύρει άλλο σπίτι ας έν’ τζιαί μιτσίν. Ηύρεν μου έναν άλλον δκυό κάμαρες ίσια που μας εχώρεν. Επήαν τα μωρά σχολείο. Επεράσαν λλία χρόνια, σαν να εσάσαν τα πράματα, λαλεί μου ό άντρας μου: «Θέλω να πάω πίσω στο χωρκό μου.» Εν’ αλήθκεια στην Ποταμιά επερνούσαμεν πολλά καλά, είχαμεν τζιαί χωράφκια τζιαί κτηνά. Έπαίρναμεν το γάλα στον τζιύρη του Συλλούρη πού έκαμνεν χαλλούμια τζιαί έδίαν μας πάντα, είχαν έτσι ύπόγειο τζιαί εβάλαν τα τυρκά τζιαί κάθε μέρα άλατίζαν τα για να γίνουν, καλά πλάσματα. Ήθελα τζιαί εγώ να πάω στο χωρκό μου, αλλά για τα μωρά εν είσιεν σχολείο τούρκικο. Είπεν μου ό τζιύρης μου: «Άφησ’ μου τά μωρά κοντά μου νά πηαίνουν σχολείο, τζιαί πάτε εσείς πίσω.» Έπήαμεν. Άλλα πάλε το ’74 έξεσπιτωθήκαμεν. Εγυρίσαμεν τρία σπίθκια ώσπου τζιαί έδώκάν μας ένα σπίτι στο Άκάκι. Πριν πού μας ήταν μέσα ο στρατός τζιαί έν άφησαν τίποτε, να τα φυλάξουμε των πλασμάτων πού ήταν δικό τους το σπίτι. Το σπίτι που κάθουμαι έν’ του ανιψιού του γιατρού του Πίπη, αν τούς ήξέρεις. Πάω στην Ποταμιά, στες γειτόνισσές μου, κάμνουν χαρά άμα με δουν, τηλεφωνούν μου να πάω. ‘Αμαν μπορώ, πηαίνω, ίντα νά κάμουμε, κόρη μου, εγεράσαμεν. Οι τωρινοί ούτε μπορούν νά καταλάβουν τι βάσανα επεράσαμε, έν πειράζει, να με γίνει όμως πόλεμος, να μέ ξαναγίνει έτσι κακόν, τζι’ έν πειράζει, να τα ξηχάσουμεν.

  

Ο δαίμων της πορνείας  (2007)

  

NICOSSIESES (απόσπασμα)

…Η διαχωριστική γραμμή έκοβε την πόλη στη μέση ακριβώς, στην οδό Ερμού. Ήταν η περιοχή που περνούσαμε σχεδόν καθημερινά με τη μητέρα μου. Ατέλειωτα μακρόστενα μαγαζιά με γυαλικά, πιάτα, ποτήρια, παιγνίδια, ένας καταρράκτης χρωμάτων, τα πρώτα τότε πλαστικά που με εντυπωσίαζαν με τα χρώματά τους, εμαγιέ κούπες κινέζικες με ψάρια ζωγραφισμένα. Η περιοχή ερήμωσε, τα μαγαζιά μεταφέρθηκαν αλλού, σκόρπισαν, στο καφενείο SPITFIRE μόλις που διαβάζεις πια την επιγραφή, μια παλιά βέσπα σε μια χορταριασμένη βιτρίνα, σάκοι με άμμο, χαρακώματα. Έφυγα το 1965 από τη Λευκωσία. Πήγα στο Βερολίνο για σπουδές, εκεί βίωσα μιαν άλλη Λευκωσία, τη νοσταλγία της. Γύρισα πίσω το 1970. Βρήκα μια πόλη αρκετά αλλαγμένη, είχα αλλάξει όμως και εγώ, είχα χάσει τα νερά μου και δεν μπορούσα πια ούτε να γράψω, ούτε να ζωγραφίσω. Έγραφα άρθρα σε εφημερίδες «για τις νέες τάσεις του ευρωπαϊκού σοσιαλισμού» για τα οποία έπαιρνα πολύ καλά σχόλια, αλλά είχα μπολιαστεί από τη βορειοευρωπαϊκή θλίψη. Είχα χάσει τα μολύβια μου. Μόνον τα αποχαυνωτικά μεσημέρια της Λευκωσίας με βοήθησαν να ξαναθυμηθώ ποια είμαι. Η απραξία και οι φοινικιές στον ορίζοντα. Και η θάλασσα. Πριν από την εισβολή του 1974 η Λευκωσία ήταν σχεδόν μια παραθαλάσσια πόλη. Σε είκοσι λεπτά βρισκόσουν στη θάλασσα, ανέβαινε το αυτοκίνητο στο βουνό κι ο δρόμος κατέβαινε κα¬τακόρυφα προς την Κερύνεια, προς τη θάλασσα, μια μαγεμένη θάλασσα. Συχνά κλείνω τα μάτια και κάνω νοερά το ταξίδι αυτό προς τη θάλασσα. Πάνε πια 26 χρόνια. Για να πας πια σε αντάξια θάλασσα θέλεις δυόμισι ώρες ταξίδι. Η θάλασσα χάθηκε από την καθημερινότητα της πόλης. Κοιτάζοντας προς το βορρά το βουνό του Πενταδάκτυλου, που κρύβει τη θάλασσα, βλέπω μια τεράστια τουρκική σημαία σχηματισμένη πάνω στο βουνό. Αποφεύγω να κοιτάζω το βορρά…

  

ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 23/5/2013

 

 

1-ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΝΙΚΗΣ2

Στις 23 Μαΐου 2013 σε εκδήλωση στη Κεντρική Βιβλιοθήκη του Δήμου Θεσσαλονίκης κάναμε μια εκδήλωση προς τιμή της όπου μίλησαν για τη ζωή και το έργο της οι Βικτωρία Καπλάνη, Αρχοντούλα Διαβάτη,ο Βασίλης Καραγιάννης και ο Ανδρέας Καρακόκκινος .

  

Η Βικτωρία Καπλάνη 

Διαβάζοντας τη Νίκη Μαραγκού

Η Νίκη Μαραγκού έρχεται στα γράμματα από το δρόμο του Καβάφη. Δρόμος με ευρύτατους ορίζοντες, μας οδηγεί σε μια πλατιά αντίληψη του ελληνισμού στο χώρο και στο χρόνο μέσα από τη γλώσσα, τη δομή της αίσθησης, το συγκερασμό και τη δημιουργική αφομοίωση ιδεών και εκφραστικών μέσων για την αναπαράσταση και την κατανόηση του κόσμου. Το φιλοπερίεργον πνεύμα της την ωθεί να παρατηρεί, να διαβάζει, να ερευνά. Αναγνώστρια φανατική μελετά με πάθος ιστορία, ενδιαφέρεται για την αρχαιολογία, τη ζωγραφική, την αγιογραφία, τη φωτογραφία και τη λογοτεχνία. Λατρεύει τα παραμύθια, τις λαϊκές αφηγήσεις, τη μαγειρική και τις λαϊκές τέχνες. Το ποιητικό και πεζογραφικό της έργο είναι ενιαίο. Η Μαραγκού είναι συγγραφέας και κάθε φορά επιλέγει το είδος του λόγου που ταιριάζει στο υλικό που έχει να εκφράσει. Γι’ αυτό άλλοτε επιλέγει τον ποιητικό λόγο, άλλοτε την προσωπική αφήγηση ή το διήγημα και σε άλλες στιγμές το μυθιστόρημα, κάποιες φορές γραμμένο με πιο παραδοσιακό τρόπο (Γιατρός απ’ τη Βιέννη) και άλλοτε πάλι εφαρμόζοντας σ’ αυτό πιο μοντέρνες τεχνικές στην αφήγηση (Γεζούλ).

Ο λόγος της μεστός και περιεκτικός ξέρει να εστιάζει στο καίριο και ουσιαστικό και χαρακτηρίζεται από την απουσία συναισθηματικών εξάρσεων και εκρήξεων. Δεν εκφωνείται ποτέ εν βρασμώ ψυχής, παρά αφού η ένταση έχει καταλαγιάσει. Η αφήγηση, η περιγραφή και το λιτό εύστοχο σχόλιο πάνω σε μια λεπτομέρεια χαρακτηρίζουν την τεχνική των περισσοτέρων ποιημάτων της. Το πρώτο πρόσωπο έχει πολύ διακριτική παρουσία στον ποιητικό της λόγο και δεν επιτρέπει στον αναγνώστη να σχηματίσει με ακρίβεια το πορτρέτο ούτε να υποθέσει τη βιογραφία του ποιητικού υποκειμένου, παρά μόνο να διασταυρωθεί μ’ έναν άνθρωπο που νοιάζεται βαθιά για την ανθρώπινη κατάσταση. Έναν άνθρωπο που έχει αποδεχτεί τη θνητότητα και το φθαρτό των πάντων, που είναι συμφιλιωμένος με την παραδοχή ότι όλα χάνονται, όλα ενέχουν το στοιχείο της απώλειας. Οι έρωτες, οι άνθρωποι, οι πόλεις. Η εμμονή στην αναζήτηση των λέξεων από όλες τις περιόδους της ιστορίας της γλώσσας είναι φανερή στα ποιήματά της καθώς και η συνομιλία με άλλους ποιητές και συγγραφείς από την αρχαιότητα μέχρι τη σύγχρονη εποχή.

Τα ποιήματά της μπορούμε να τα χωρίσουμε αρκετά αυθαίρετα και σχηματικά, χάριν περιγραφής, σε τρεις μεγάλες ομάδες, που σε μεγάλο βαθμό αλληλοσυμπληρώνονται και αλληλοεπικαλύπτονται. Τα ποιήματα της Κύπρου είναι μια ομάδα, εκείνα των ταξιδιών η δεύτερη και η τρίτη εκείνα που λειτουργούν περισσότερο ως σχόλια ή αυτοσχόλια με ένα πνεύμα αναστοχασμού και μια πιο ευδιάκριτη φιλοσοφική διάθεση. Στα περισσότερα ποιήματα το ποιητικό υποκείμενο παίρνει αποστάσεις από το βιωματικό υλικό, καθώς αυτό μεταπλάθεται σε τέχνη. Είναι φανερό ότι αντιλαμβάνεται πρωτίστως νοητικά τον κόσμο και ελέγχει τα έντονα και βαθιά συναισθήματά του. Αυτή η συναισθηματική απόσταση καθιστά τον ποιητικό της λόγο πιο δραστικό, καθώς ο πόνος δεν εκδραματίζεται, αλλά παραμένει στο υπόστρωμα του ποιήματος και προκαλεί τις δονήσεις στη γλώσσα.

Ο γενέθλιος τόπος, η Κύπρος, τροφοδοτεί τη γραφή της με εικόνες, μνήμες και λέξεις. Τα ιστορικά δραματικά γεγονότα του νησιού και τα συλλογικά τραύματα που αυτά προκάλεσαν, υπογείως διατρέχουν όλο το έργο της. Στο βάθος το πρόβλημα της Κύπρου μοιάζει να κινεί τα νήματα της γραφής της με διακριτικότητα και ποιητική αφαίρεση. Η διαμαρτυρία, η καταγγελία για το κακό δηλώνονται άλλοτε πιο φανερά κι άλλοτε υπαινικτικά μέσα από στιγμιότυπα του καθημερινού βίου, μέσα από τις έγνοιες των ανθρώπων, χωρίς κραυγές και συνθήματα. Η Μαραγκού συνομιλεί με τον τόπο, την ιστορία και τον πολιτισμό του, όχι με έναν στενά εννοούμενο και μίζερο πατριωτισμό, αλλά με αληθινή αγάπη και σεβασμό προς όλους τους κατοίκους αυτού του τόπου, με κατανόηση και στη μοίρα του αντιπάλου. Δεν προκρίνει σε καμιά περίπτωση την έχθρα, το μίσος και το φανατισμό αλλά την ειρήνη και το δικαίωμα στην αξιοπρέπεια και τη ζωή. Όποιος, άλλωστε, αγαπά πραγματικά το γενέθλιο τόπο του, σέβεται και το γενέθλιο τόπο των άλλων.

Άνθρωπος με δυτική παιδεία, ενστερνίζεται πολλές αρχές της δυτικής σκέψης, αλλά βρίσκει το κέντρο της στον κόσμο της Ανατολής. Η φιλοσοφία της Ανατολής αντιλαμβάνεται το συντονισμό του ανθρώπου με τη ροή της ζωής, τη δύναμη του να αλληλεπιδρά ενεργειακά με το σύμπαν και την ενότητα του χρόνου. Αυτές οι βασικές αρχές γοητεύουν τη Μαραγκού και τις ενσωματώνει στο καλλιτεχνικό της σύμπαν. Η ευρυμάθεια και η ανοιχτή ματιά της αφήνουν τα περιθώρια για να συνυπάρχουν στο έργο της η Ανατολή και η Δύση.

Αν κοιτάξουμε και το αφηγηματικό της έργο, θα παρατηρήσουμε ανάλογες τάσεις και συμπεριφορές. Το έπος της καθημερινότητας κι οι ανθρώπινες σχέσεις μέσα στο χρόνο είναι στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος της Μαραγκού. Οι ήρωές της πρόσωπα ιστορικά, προερχόμενα από το οικογενειακό ή το ευρύτερο κοινωνικό της περιβάλλον και δίπλα σ’ αυτά πρόσωπα που επιμελώς πλάθει η φαντασία για να μπολιάσει την πραγματικότητα με διαφορετικές αντιλήψεις, στάσεις κι οπτικές, προκειμένου εκείνη να αναπαρασταθεί και να αποκαλυφθεί με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη πληρότητα. Μέσα από τα πρόσωπα και τη δράση τους αναβιώνουν κι ανασταίνονται δημιουργικά διάφορες εποχές.

Η Μαραγκού παίρνει σελίδες της ιστορίας του 19ου και 20 αιώνα και μέσα σ’ αυτές ενσωματώνει πολλά γεγονότα της ζωής της και της οικογενειακής της ιστορίας. Βαδίζει παράλληλα, ανακαλύπτει τα σημεία επαφής και εκλεκτικής συγγένειας με πρόσωπα αλλοτινών εποχών που μέσω της συναισθηματικής ταύτισης τής γίνονται οικεία και κατορθώνει να τα ψυχογραφήσει ουσιαστικά και αποτελεσματικά. Αν εξαιρέσουμε μερικές αφηγήσεις, όπου δηλώνονται κάποια πραγματολογικά στοιχεία του βίου της, τα αυστηρά προσωπικά της βιώματα μεταπλάθονται και καθρεφτίζονται στο σώμα των φανταστικών ηρώων ή ακόμη και κάποιων ιστορικών προσώπων. Αξίζει να επισημανθεί ότι η συγγραφέας δεν ψυχαναλύει τους ήρωες της. Δεν αναλώνεται καν σε ψυχολογικές αναλύσεις και αφήνει μέσα από σκηνές του καθημερινού βίου να φαίνονται οι περίπλοκες διαδρομές των αισθημάτων.

Κοσμοπολίτες πολλοί ήρωες της Μ. κοσμοπολίτισσα κι η ίδια. Το ταξίδι, η περιήγηση, προσφιλής της ενασχόληση, επιδρά στη διαμόρφωση του ψυχικού της πεδίου και τροφοδοτεί το αφηγηματικό της έργο με εμπειρίες, εικόνες και γνώσεις. Περιπλάνηση σε χώρες της Δύσης και κυρίως της Ανατολής, μελέτη με ενσυναίσθηση της ζωής σε άλλους τόπους, άλλες εποχές και διαφορετικές συνθήκες της δίνουν τη δυνατότητα με λογισμό και όνειρο, με φαντασία και γνώση να συλλάβει την αίσθηση, την αντίληψη, την ανάσα και το βηματισμό της ζωής που είχαν οι άνθρωποι που έζησαν άλλοτε και αλλού. Ανήσυχη περιηγήτρια η Μαραγκού αναζητά να κατανοήσει την αλληλεπίδραση ανθρώπου και τόπου. Οι πόλεις, οι τόποι με τη στρωματογραφία αιώνων που κουβαλούν κεντρίζουν διαρκώς το ενδιαφέρον της, όπως και οι ποικίλοι τρόποι , οι παραλλαγές με τις οποίες οι άνθρωποι υποδέχονται τη ζωή, τη μοίρα, το θεό και το θάνατο. Όλη αυτή η αναζήτηση της επιτρέπει να αντιλαμβάνεται τη ζωή με περισσότερη ανοιχτοσύνη και να συμπεριφέρεται με την ευρύτητα πνεύματος που διαθέτει ένας πολίτης του κόσμου.

Το ταξίδι υπάρχει πάντα στις αφηγήσεις της. Επιστρέφει σε μέρη αγαπημένα μέσω του λόγου και κοινωνεί τη γνώση και την εμπειρία που της χάρισαν. Κάθε χορταριασμένος τόπος έχει μνήμη κι αυτή τη μνήμη η συγγραφέας θέλει να την αποκαλύψει, γιατί κρύβει ακριβά μυστικά, πολύτιμα δώρα. Υπάρχει ένα εσωτερικό νήμα που δίνει ενότητα στο αφηγηματικό της έργο. Τάσεις και διαθέσεις, παρόμοια ερωτήματα και προβληματισμοί, τόποι και ιστορικά γεγονότα επανέρχονται, ήρωες και περιστατικά ξαναγυρίζουν πολλές φορές αθόρυβα και διακριτικά για να προστεθεί κάθε φορά μια καινούρια λεπτομέρεια.

Η Μαραγκού αναβιώνει έναν κόσμο που συχνά ερχόταν αντιμέτωπος με οριακές καταστάσεις, που θεωρούσε δεδομένο τον αγώνα για την επιβίωση και δεχόταν την περιπέτεια, τη μεταβολή της τύχης με μαχητικότητα, αλλά και όταν οι περιστάσεις το απαιτούσαν με αποδοχή και καρτερικότητα. Έναν κόσμο που ως συλλογική μνήμη τον κουβαλάμε μέσα μας, έναν κόσμο που αναγνωρίζει την αξία της ζωής και παλεύει γι’ αυτήν, έναν κόσμο που για τους νεότερους είναι πιο κοντά στο παραμύθι και το θαύμα. Οι ήρωες της Μαραγκού σε όποια κοινωνική τάξη κι αν ανήκουν είναι άνθρωποι με βίο πολυτάραχο και περιπετειώδη και τα γεγονότα τα ιστορικά αλληλοεπιδρούν με τις εσωτερικές τρικυμίες της ψυχής τους. Κάπως έτσι όμως είναι και η ζωή, ένα αξεδιάλυτο μίγμα αυτού που βιώνουμε

και στο βάθος σκεφτόμαστε για αυτήν και αυτού που οι συνθήκες οι ιστορικές δημιουργούν.

Η απλότητα και η αμεσότητα χαρακτηρίζουν τις αφηγήσεις της Νίκης Μαραγκού. Μοιάζει η τέχνη της με κείνη των παραμυθάδων που όσο επώδυνα και τρομερά πράγματα κι αν αφηγούνται, αυτό που μένει στο τέλος είναι η γλύκα και η ομορφιά της ζωής. Απουσιάζει η υπερβολή, η επιτήδευση, απουσιάζει ο ναρκισσισμός και η νοσηρότητα. Στην πάλη του φωτός με το σκοτάδι, το φως κερδίζει τις μάχες και παραμένει στόχος κι αυτοσκοπός. Από τα βιβλία της μένει η κατάφαση στη ζωή, η αποδοχή της ζωής όσο δύσκολη, σκληρή και τραγική κι αν είναι.

Τα γυναικεία πρόσωπα στο έργο της Μαραγκού παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλομορφία. Γυναίκες αρχόντισσες, αστές, διανοούμενες, λαϊκές κι αγράμματες που μεταφέρουν τη σοφία της φύσης, το πνεύμα διάκρισης που έχουν κατακτήσει μέσα στις δυσκολίες και τους κόπους, που προτάσσουν την αξία της ζωής, της αγάπης, της ειρήνης και της εστίας. Γυναίκες που δημιουργούν, που αναζητούν το δικό τους δρόμο στην τέχνη και τη ζωή. Γυναίκες γήινες σε επαφή με το συγκεκριμένο που γνωρίζουν την ενέργεια της γης και της φύσης, συμφιλιωμένες και με το άλογο στοιχείο της ύπαρξης το μαγικό και παραμυθένιο. Γυναίκες που γνωρίζουν την αξία της προσφοράς, της φροντίδας, γυναίκες που δημιουργούν νόστιμα φαγητά, ανοίγουν φύλλο με τέχνη, υφαίνουν αριστουργήματα στους αργαλειούς, νοικοκυρές με τα προσεγμένα σπίτια τους αρχοντικά ή φτωχόσπιτα, σπίτια με τη φτερούγα της στοργής και της αγάπης.

Αξίζει να σταθούμε στο τελευταίο της βιβλίο με τον τίτλο «18 αφηγήσεις». Εδώ η Μαραγκού καταγράφει αφηγήσεις γυναικών Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων που δέχτηκαν να της μιλήσουν για τις ανατροπές που η ζωή τους έχει υποστεί, εξαιτίας των παιχνιδιών της ιστορίας, τόσο στη δεκαετία του 60, όσο και μετά την εισβολή. Από τις αφηγήσεις τους προκύπτει μια ιστορία της Κύπρου, έτσι όπως δεν θα την έγραφε κανένας ιστορικός, ιδωμένη από τη ματιά των ηττημένων. Και ηττημένοι σ’ αυτή την ιστορία είναι κυρίως αυτοί που δε ρωτήθηκαν και μόνο κλήθηκαν, θέλοντας και μη, να υποστούν τις συνέπειες του ανελέητου πολιτικού παιχνιδιού. Μια ιστορία γραμμένη από τις γυναίκες, βιωμένη από την οπτική του φύλου τους, αφηγημένη στη δική τους ντοπιολαλιά. Η μόνη παρέμβαση της συγγραφέως είναι να διαγράφει τα περιττά λόγια, τις επαναλήψεις, να επεξηγεί ό,τι δεν είναι κατανοητό, ώστε να προκύπτει ένα κείμενο μεστό και αναγνώσιμο.

Η Νίκη Μαραγκού, όπως ισχυρίζονται οι άνθρωποι που τη γνώρισαν, κυκλοφορούσε πάντα με ένα μπλοκ. Όχι μόνο για να γράφει, αλλά και για να ζωγραφίζει. Δεν πρέπει να παραγνωρίσουμε τη σημασία που έχει η ζωγραφική στη συνολική πολιτισμική παρουσία της Νίκης Μαραγκού. Ζωγράφιζε ακουαρέλες, έκανε κολάζ, χαρακτικά, αγιογραφίες. Στα περισσότερα έργα της απουσιάζει η προοπτική, μια ένδειξη ότι η τέχνη της έχει επιρροές από τη βυζαντινή ζωγραφική. Το ενδιαφέρον της για τους ανθρώπους, τα τοπία και για τα απλά καθημερινά πράγματα φαίνεται και στη ζωγραφική της, όπου σχεδιάζει προσόψεις κτιρίων, αντικείμενα του σπιτιού, νεκρές φύσεις, διακοσμητικά σχέδια με έντονα χρώματα, αλλά και προσωπογραφίες. Τα υδατοχρώματα ευνοούν τη διαφάνεια και το λυρισμό στις εικόνες της.

Στις μέρες μας, όπου η μόνη βεβαιότητα είναι η αβεβαιότητα, τώρα που η Ελλάδα κι η Κύπρος δοκιμάζονται σκληρά μέσα στο απάνθρωπο παιχνίδι του σύγχρονου οικονομικού πολέμου και που έχουν αρχίσει φανερά και απροκάλυπτα πάλι να χτίζονται τείχη, να χαράζονται με βία οι διαχωριστικές γραμμές και να ακούγεται η ρητορεία του μίσους, τέτοιες φωνές, όπως αυτή της Νίκη Μαραγκού μας υπενθυμίζουν ότι η ζωή πάντα παλεύει για να υπάρχει, μας δίνουν το κουράγιο, όποιες κι αν είναι οι συνθήκες, να πατάμε στη γη και προπαντός να μην χάνουμε την ανθρωπιά μας.

 

 Αρχοντούλα Διαβάτη:

Δεν της πήρα λουλούδια

Γνωριστήκαμε στην Διεθνή έκθεση βιβλίου, εδώ, στη Θεσσαλονίκη, μπρος στο σταντ του Ροδακιού όπου είχες εκδώσει τότε το Γιατρό από τη Βιέννη κι εγώ Στη μάνα του νερού. Ανταλλάξαμε τα βιβλία μας με αφιέρωση, εγώ γεμάτη προσδοκίες για την τύχη του πρώτου βιβλίου κι εσύ συγκρατημένη – είχες πίσω σου δρόμο μακρύ στην ποίηση και στη ζωγραφική, στη δραματουργία και στο παραμύθι, στα διηγήματα, στις μεταφράσεις και στο μυθιστόρημα. Πολυβραβευμένη, καταξιωμένη, μια τυχερή γυναίκα.

Επικοινωνούσαμε με μηνύματα ηλεκτρονικά που γεφυρώνονταν με επισκέψεις ανάμεσα στα άλλα ταξίδια σου ξανά και ξανά στη Θεσσαλονίκη, καλεσμένη κάθε τόσο από συλλόγους και σε συνέδρια ή σταθερά καλεσμένη στη Διεθνή Έκθεση βιβλίου. Και μια δική μου επίσκεψη υπήρξε μια φορά, στη Λευκωσία, μαζί και μια παρουσίαση του βιβλίου μου στον ΚΟΧΛΙΑ, στο δικό σου βιβλιοπωλείο, από σένα βέβαια με τη γνωστή σου γενναιοδωρία, και αυτή την παράξενη ακτινοβολία ενός πνευματικού ανθρώπου με γνώση και ήρεμη καλοσύνη.

Και τα μηνύματα συνεχίστηκαν – ευχές και ποιήματα και φωτογραφίες ταξιδιών και μικρά κείμενα ή ανήσυχες αιτιάσεις κάποτε- από μένα κυρίως για τη δύσκολη δημιουργικότητα τη δική μου ή τον αρνητισμό των εκδοτών. Μου έστειλες ζωγραφισμένες χειροποίητες -όπως τις έλεγες- ευχές για το νέον έτος 2013, και σου έστειλα τον Ιούνιο την κριτική στα Νέα -δεν την είχες δει;- για τις Δεκαοκτώ Αφηγήσεις, από το ΡΟΔΑΚΙΟ και πάλι. Στη μέρα της γυναίκας μου έστειλες φέτος Το προζύμι, ενώ πέρυσι την ίδια μέρα μου είχες στείλει το ποίημα για την επέτειο του θανάτου της μητέρας – Δεν της πήρα λουλούδια.

Και μετά ήρθε κεραυνός η είδηση του θανάτου σου από τροχαίο στο Φαγιούμ, στην Αίγυπτο που αγαπούσες να μελετάς κι όλο εκεί ήθελες να γυρνάς πάλι και πάλι, στην Αίγυπτο του αγαπημένου αλεξανδρινού που αυτός ήταν το πρώτο σου ηδονικό διάβασμα όταν ήσουνα παιδί και σου άρεσε να αντιγράφεις τους ποιητές. Μια Πέμπτη, στις 7 Φεβρουαρίου 2013 – κι ας έμοιαζες άτρωτη έτσι ήρεμη, ευλογημένη θαρρείς, μητέρα και γιαγιά και κοσμοπολίτισσα και καταξιωμένη συγγραφέας και ανήσυχη και δημιουργική: μια πανοπλία αγάπης απέναντι στη συνηθισμένη κακοτυχία και φθορά. Μια πανοπλία που, τελικά, δεν τη φόρεσες πολύ. Αλίμονο.

Τι μεγάλη λύπη, τι μεγάλη απώλεια για τους δικούς σου ανθρώπους και για την Κύπρο, έναν τόπο όπου το θαύμα λειτουργεί ακόμη, για τους φίλους σου στον κόσμο όλο. Τώρα είσαι ακόμα στα κοινωνικά δίκτυα με τις φωτογραφίες και τα λόγια σου, ένα ανοιχτό βήμα να ερχόμαστε και να ανταλλάσσουμε λύπη και ποιήματα. Xτες μάλιστα, στις αναγγελθείσες μέλλουσες εκδηλώσεις στο facebook ήταν καρφιτσωμένα τα γενέθλιά σου, σαν να μην έφυγες ποτέ, στις 23 Μαΐου.

Ξεφυλλίζω τα ποιήματά σου – Προς αμυδράν ιδέαν, Ποιήματα 2003-2013.

Μια πρώτη εκτύπωση από το ΡΟΔΑΚΙΟ, παλιά μήτρα των ποιημάτων σου και σήμερα πάλι της νέας υπό έκδοσιν συλλογής. Είναι μια δίγλωσση έκδοση -αγγλικά, ελληνικά–, η μετάφραση από τα ελληνικά της Ξένιας Ανδρέου. Τα της Κύπρου, Τα Αλεξανδρινά, Περίπλους, Τα Αμετάφραστα, οι επιμέρους ενότητες. Ταξιδιώτης, flaneur, αναζητάς αδιάκοπα την ταυτότητά σου στις χώρες της Ευρώπης, στην Αίγυπτο ή στην Τουρκία ,στον μυστηριακό κόσμο της Ανατολής ή σταθερά στις κοινότητες της Κύπρου, συνομιλώντας με τους λαϊκούς ανθρώπους, κερδίζοντας ολοένα σε ωριμότητα, ήρεμη καλοσύνη και σοφία. Ωστόσο, «μη νομίζετε, φίλοι από το βορρά,/ ότι αυτό που συνέβηκε το’ 74 / δεν απλώνει σαν κηλίδα στη ζωή μου/, κάθε μέρα.».

Φτιάχνεις τα ποιήματά σου με απλά χωμάτινα υλικά της καθημερινότητας, της ιστορίας και της μνήμης με έναν ήρεμο στοχασμό στο τέλος, κερδίζοντας έμπνευση από τις ασταμάτητες διαδρομές σου στο χώρο και στο χρόνο. Τα σκηνοθετείς μετά αφήνοντας για το τέλος πάντοτε μια συγκινημένη σκέψη σαν κατακλείδα.

«…Όταν είδε στο Google Earth τη χαρουπιά / όπου άφηνε το τράκτορ δωδεκάχρονος / κι έτρεχε / πρώτα στο θάμνο με τα σκίνα / και μετά στη θάλασσα /Για να μην κάψει τα πόδια του / έκλαψε πικρά.».

Δεν ενδίδεις στην παραγραφή της μνήμης και την αλλοτρίωση, «αυτό που λένε νεκρή ζώνη δεν υπάρχει», γιατί « Στο σκοινί με τα ρούχα της μνήμης / μικρές φανέλες σκάζουν στον ήλιο.». Εσύ ανένδοτη κοιτάζεις νοσταλγικά μέσα σου «τον αιωρούμενο κήπο / που ήταν η Κερύνεια…»

Γιατί οι γυναίκες ξέρουν οι Χριστιανές και οι Τουρκάλες «αυτό που οι άντρες τους καμιά φορά το ξεχνούσαν» – « και οι δυο κουβαλούσαν τα βρέφη στη ράχη τους / και τη γνώση τους για την ιερότητα της ζωής».

Υπάρχει το αύριο. «Αύριο / θα ανατείλει ο ήλιος στην ώρα του…», παρόλο που στον ΠΕΔΟΥΛΑ, «Στριφογυρίζουν τα κλήματα / στις έρημες αυλές / φυτεμένα από άλλες γενιές / σκαρφαλώνουν στις σιδεριές / σε μια άναρχη διάταξη, / ένα χάος από κλαδιά, ξερά τσαμπιά,/ χωρίς πουλιά /, ανεβαίνουν προς τον ουρανό, / κατεβαίνουν προς το πλακόστρωτο / με τα σάπια κίτρινα φύλλα / μάρτυρες μιας ζωής που τέλειωσε./»

Στα ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΝΑ η γυναίκα περιδιαβαίνει στις ημέρες του ταξιδιού με τις αισθήσεις ζωντανές ζωγραφίζοντας εικόνες μιλώντας μας εμπιστευτικά σε πρώτο πρόσωπο «…τα καροτσάκια πουλούν / φούλια , γλυκοπατάτες, αχιβάδες με λεμόνι, σπόρια /. Νοικιάζουν πατίνια για τα παιδιά.» Ή σε άλλο ποίημα, «ήπια σαλέπι με καβουρδισμένα αμύγδαλα / φουντούκία, σταφίδες.»

Στον ΠΕΡΙΠΛΟΥ, τα μπλε παπούτσια ενός άντρα, προφανώς ενός αγαπημένου άντρα, είναι ένα ποίημα που παραπέμπει σε ένα τότε που φέρνει δάκρυα ασταμάτητα και ίσως συνδέεται με το ποίημα επιστρέφοντας, όπου «και ο έρωτας μου φαίνεται / υπόθεση πια μακρινή / Συνεχίζω λοιπόν την ανάγνωση» και λιγότερο με το ποίημα Περασμένα μεσάνυχτα, όπου «…η αίσθηση της μοναξιάς σχεδόν ηδονική…».

Εδώ διαβάζω και το ποίημα Δεν της πήρα λουλούδια, αποθέωση της αγαπημένης μητέρας, γυναίκας αεικίνητης «μες τις καλές τις μέρες», «με προσοχή αντιγράφω τις κινήσεις της», κι αυτό είναι αρκετό. Εξάλλου οι γυναίκες και στο Βουκουρέστι «…φροντίζουν να ανατέλλει ο ήλιος στη σωστή ώρα / κάθε μέρα.»

Περιδιαβάζοντας ζωγραφίζει εικόνες, όπως ΣΤΟ ΚΑΙΡΟΥΑΝ, «και το γεροντάκο (είδα)/ που περνούσε σε φοινικοβελόνες / ένα-ένα τα γιασεμιά. /Τα πουλιά έπιναν νερό από τις παλάμες των νεκρών» ή μένεις έκθαμβη μπροστά στο μυστήριο του κόσμου, στη Μπενάρες.

Κάποτε σταματά την αγχωμένη περιδιάβαση: ΚΑΝΕΝΑ ΑΛΜΑ ΠΡΟΣ ΤΑ ΕΜΠΡΟΣ, μεγαλύτερο απ’ τη φθορά,λέω εγώ, «μόνο βήματα αργά/ που μου επιτρέπουν να παρατηρώ / τον κάλυκα του άνθους / πώς τεντώνεται/ τις τελευταίες ακτίνες/ να αγγίξει/ του φωτός…». Να μη μας αιφνιδιάσει το αναπότρεπτο τέλος.

Με τα Συρόμενα φύλλα φαίνεται η ανάγκη για μια νέα ταξινόμηση /καθώς προχωρούμε προσεκτικά / στην αρχή διστακτικά / σε μια καινούρια διάταξη, μέχρι το ποίημα, Σαν λιμπελούλα, όπου διακηρύσσεται δοξαστικά η πίστη σε έναν ευτυχισμένο έρωτα επιτέλους, μια συνεχή ευτυχία / που πεταλίζει γύρω μου / σαν λιμπελούλα. Αλλά «…καθώς το μαλακό φως του φθινοπώρου / άναβε τους φοίνικες στο παράθυρο» – ακριβή μεταφορά για την δειλινή εκείνη μεταιχμιακή ώρα – μια εμπνευσμένη παρομοίωση μετά για μια ερωτική σχέση βραδυφλεγή και δύσκολη της παρακμής των ημερών μας, που δυσκολεύεται να μεταδώσει τη φλόγα και την έκρηξη, «που (όμως) ξαφνικά ανάβει και φωτίζεται / όπως οι φοίνικες στο παράθυρο, / αφήνοντας όλα τ’ άλλα στο σκοτάδι», ξημερώνει.

Αντίο ή Γεζούλ( =όλα χάνονται ) και πάλι αντίο.

 

 

Από δυο  Κύπριους ποιητές που ζουν στη Κύπρο, ήταν φίλοι της και η ίδια τους εκτιμούσε όπως μου είχε πει, ζήτησα δυό λόγια για την αποψινή βραδιά.

Ο Βάκης Λοιζίδης μου έστειλε ένα ποίημα που έγραψε:

Σήμερα δε θα φυλάξω στο συρτάρι το ποίημα

Στη Νίκη

Σήμερα δε θα φυλάξω στο συρτάρι το ποίημα

Θα σε ρωτήσω αν ένιωσες ποτέ

τις ακουαρέλες σαν τις λέξεις στο ποίημα

Αν εκεί που νιώθεις το ζόφο

κερδίζεις τελικά στο χαρτί την διαύγεια Τ

ι σημαίνουν τα κοφρέ χαρτιά για σένα

Κατά πόσον οι νέες τεχνικές χαρακτικής

στερούν την μαγεία από την πράξη της δημιουργίας

Κάθε φορά που φτάνει ζεστό φαγητό στο τραπέζι

μαγειρεμένο με φροντίδα λες και πρόκειται για ποίημα

θα σε θυμόμαστε, Θα σε θυμόμαστε

κι όταν πίσω από παράθυρα καφασωτά στεκόμαστε

Κι αν κανείς την ζωή σου ζηλέψει

ας δανιστεί από την Κατερίνα ένα μπλοκάκι

με σκίτσα, τόπους , ημερομηνίες κι ανθρώπους

καθώς εσύ θα ταξιδεύεις αιώνια

Κι ο Πάμπος Κουζάλης μου έγραψε.

Αγαπητέ Ανδρέα. Επειδή είναι πολύ δύσκολο να αποδεχτώ ότι η φωνή της Νίκης σίγησε για πάντα κι ότι δεν θα την ξανασυναντήσω σε κάποια από τις ποιητικές συναντήσεις μας εντός ή εκτός Κύπρου, θέλω να πιστεύω ότι λείπει σε ένα από τα πολλά κι αγαπημένα ταξίδια της. Μόνο που αυτή τη φορά δεν θα λάβω σε ένα email της λίγα από τα χρώματα, τις γεύσεις, τι ομορφιές, τις εικόνες που αντίκριζε κι ήθελε να μοιραστεί μαζί μας. Το μόνο που κατάφερα να αρθρώσω για τη Νίκη τη μέρα που την αποχαιρετήσαμε ήταν οι εξής στίχοι:

Στο πένθος το γλυκύτατο

του μακρινού Φαγιούμ

τόσο κοντά γιατί επήγες, Νίκη;

Ενύσταξεν η ψυχή σου;

  

 

Μαρία Παναγιώτου

Ο Φιλελεύθερος Παρασκευή, 21 Ιουνίου 2013

Κατερίνα Ατταλίδου: Η εικαστικός μιλά για τη μητέρα της Νίκη Μαραγκού

Η Νίκη με έμαθε να έχω ενθουσιασμό για τα μικρά και τα μεγάλα θαύματα

Η Νίκη Μαραγκού έφυγε σε μια πολύ δημιουργική περίοδο της ζωής της, προτού προλάβει να δει τυπωμένες δυο σημαντικές εκδόσεις που είχε στα σκαριά. Την ποιητική συλλογή «Προς αμυδράν ιδέαν», ποιήματα 2003-2013, εκδόσεις Ροδακιό, και ένα άλλο βιβλιαράκι, με τον τίτλο «Θάλασσα», εκδόσεις Rimal, με ένα κείμενο της ίδιας και φωτογραφίες της Μεξικανής μεταφράστριας και φίλης της Σέλμα Ανσίρα. Τα δυο αυτά βιβλία παρουσιάστηκαν πρόσφατα στην Αθήνα, στο Βερολίνο και στη Λευκωσία. Την έκδοσή τους προώθησε η κόρη της, εικαστικός Κατερίνα Ατταλίδου, η οποία μας μίλησε για τη μητέρα της και για όσα έμαθε να αγαπά μαζί της… Κλείσαμε ραντεβού στο σπίτι της Νίκης Μαραγκού στον Άγιο Δομέτιο. Ένα όμορφο αστικό σπίτι τις δεκαετίας του ’60 γεμάτο με έργα της ίδιας, αναμνηστικά από ταξίδια της και πολλά βιβλία. «Εδώ έρχομαι κάθε μέρα τα πρωινά, καταγράφω τα βιβλία της και φροντίζω το σπίτι», θα μου πει η Κατερίνα.

Ήταν ολοκληρωμένα τα τελευταία βιβλία της Νίκης προτού φύγει;

Η ποιητική συλλογή ήταν σχεδόν έτοιμη και η παρουσίαση είχε οριστεί για τον Μάρτιο. Συγκεντρώνει τα ποιήματά της των 10 τελευταίων χρόνων. Μέρος των ποιημάτων τα εξέδιδε σε χειροποίητα βιβλιαράκια που τύπωνε μόνη στον υπολογιστή, τα έδενε με μια κορδέλα και τα χάριζε σε φίλους. Μετά από το ξαφνικό συμβάν του Φεβράρη ένιωσα την επείγουσα ανάγκη να ζητήσω από την εκδότριά της Τζούλια Τσιακίρη να προχωρήσει με την έκδοση. «Η Θάλασσα» ήταν ένα κοινό όνειρο της Νίκης και της Σέλμας και βοήθησαν στην ολοκλήρωσή της και οι δύο αδελφές της Νίκης, η Άννα και η Μαρίνα καθώς και η εκδότριά της Νόρα Σιάουα.

Απ’ ό,τι ξέρω ετοίμαζε μια σειρά ζωγραφικά έργα για τα Καβάφεια, εμπνευσμένα από την πόλη Φαγιούμ. Τι έγινε με αυτά τα έργα;

Ναι, υπάρχει μια σειρά από μονοτυπίες που έγιναν για τα Καβάφεια, η οποία πιθανόν να εκτεθεί το φθινόπωρο στο σπίτι του Καβάφη στην Αλεξάνδρεια. Επίσης, βρήκα στο γραφείο της κάποια κείμενα για την Αλεξάνδρεια, με τα οποία έφτιαξα με τη βοήθεια του φίλου της Νίκου Νικολάου ένα βιβλιαράκι σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων, το οποίο έχει ήδη σταλεί στην Αλεξάνδρεια.

Στον πρόλογο του «Προς αμυδράν ιδέαν» γράφεις ότι η Νίκη έφυγε σε μια στιγμή της ζωής της πολύ δημιουργική και ευτυχισμένη. Αυτό το στοιχείο σού έδωσε δύναμη να αντιμετωπίσεις τον θάνατό της;

Η είδηση με βρήκε ανέτοιμη και αδύναμη. Χάρη σε ένα ένστικτο πρωταρχικό, αλλά και χάρη στη σοφία και συμπαράσταση του γιου μου, και γενικότερα όλης της οικογένειας και των φίλων μας, μπόρεσαν να γίνουν όλα όπως έπρεπε. Το ταξίδι στην Αίγυπτο, ο αποχαιρετισμός του σώματος, το πέρασμα από το σπίτι, η επιστροφή στη γη, η φροντίδα του τάφου. Το τελετουργικό υπήρξε πολύ πηγαίο, βαθύ και σημαντικό.

Σε έκανε να δεις τη ζωή αλλιώς ο θάνατός της;

Συνειδητοποίησα πόσο εύθραυστοι και ευάλωτοι είμαστε. Πώς μια στιγμή μπορεί να ανατρέψει τα πάντα. Πως είναι καλά να χαιρόμαστε κάθε στιγμή που είμαστε ζωντανοί. Η Νίκη έφυγε σε μια στιγμή όπου ήταν ευτυχισμένη και αυτό με οδηγεί σαν φάρος. Νιώθω πως ο καλύτερος τρόπος να τιμήσω τη μνήμη της είναι να αγαπώ τη ζωή και τους ανθρώπους με την ίδια χαρά και δημιουργικότητα με την οποία η ίδια διέσχισε τη ζωή.

Τι την έλκυε στην Αίγυπτο;

Διάβασα σε ένα κείμενο της ιδίας πως στην Αλεξάνδρεια έβρισκε τα κομμάτια ενός παζλ που είχε την ανάγκη να συμπληρώσει. Πιστεύω πως την έλκυαν τα επίπεδα της ιστορίας που είναι εμφανή σ’ αυτή την πόλη, οι άνθρωποι και οι ρυθμοί. Επίσης, όταν βλέπω φωτογραφίες της παραθαλάσσιας αυτής πόλης σκέφτομαι πως ίσως να έβρισκε εκεί κάτι από τις μνήμες της Αμμοχώστου. Συνήθιζε να πηγαίνει συχνά με τον φίλο της ζωγράφο Αντρέα Καραγιάν και να περνά μέρες φτιάχνοντας ακουαρέλες σε διάφορα σημεία της πόλης.

Πώς οδηγήθηκε στη ζωγραφική;

Η γιαγιά μου η Καίτη ζωγράφιζε και έφτιαχνε ξυλόγλυπτα. Ήταν μια δυναμική γυναίκα από την Κοζάνη, μαία στο επάγγελμα. Κρατούσε την κλινική του παππού, μεγάλωνε τις κόρες της και στον ελεύθερο της χρόνο είχε φτιάξει μια απίστευτη σειρά από λάδια με ελαιοχρώματα, εξαιρετικά προχωρημένα για την εποχή της. Εκτός από τις αντίκες, το σπίτι του παππού ήταν γεμάτο με τα έργα της. Ίσως αυτός να ήταν ένας από τους λόγους…

Οπόταν θα ‘λεγες ότι η ζωγραφική ήταν στο DNA σας;

Ίσως. Η Νίκη είχε την ανάγκη να δημιουργεί από πολύ νωρίς. Τα ημερολόγιά της ήταν πάντα διακοσμημένα, ζωγραφισμένα. Αργότερα, στο Βερολίνο εμφάνιζε μόνη της τις ασπόμαυρες φωτογραφίες που τραβούσε. Δούλεψε για χρόνια τον πηλό, τη χαρακτική, μάζευε πάντα αντικείμενα με τα οποία δημιουργούσε μικρές κατασκευές, και είχε πάντα στην τσάντα της το κουτί με τις ακουαρέλες και το μπλοκ ζωγραφικής. Θεωρούσε ότι η δημιουργικότητα είναι το πιο μεγάλο δώρο για τον άνθρωπο.

Οι αδερφές Μαραγκού, η Νίκη και η Άννα, θεωρούνταν αντισυμβατικές και προοδευτικές για την εποχή τους. Τι καθόρισε τον χαρακτήρα τους;

Είχαν καλή μόρφωση και ταξίδεψαν πολύ νέες. Είχαν ανοίγματα προς τη ζωή. Πιθανόν να έπαιξε ρόλο και το Βαρώσι που ήταν ένα κέντρο για τις νέες ιδέες και τάσεις. Η Νίκη περνούσε τα καλοκαίρια ατελείωτες ώρες στη βιβλιοθήκη του θείου της Μήτσου Μαραγκού με τις πολύτιμες και σπάνιες εκδόσεις. Μετά πήγε στο Βερολίνο, όπου έζησε τον Μάη του ’68, μια πολύ ιδιαίτερη εποχή. Έκανε παρέα με καλλιτέχνες όπως τον Αλέξη τον Ακριθάκη. Η Νίκη ήταν ανοιχτή και απενοχοποιημένη, περισσότερο κι από τις γυναίκες του σήμερα.

Η αγάπη

της θάλασσας

Στα βιβλία και στους πίνακές της πρωταγωνιστεί η θάλασσα. Πώς εξηγείς αυτή την αγάπη;

Η αγάπη της για τη θάλασσα είναι συνδεδεμένη με το Βαρώσι. Κάθε φορά που υποψιαζόταν ότι ίσως να υπήρχε μια πιθανότητα να επιστρέψουμε, έλαμπε ολόκληρη. Την πρώτη φορά που πήγαμε μαζί, παρόλο που η εικόνα της πόλης ήταν τόσο σκληρή, η Νίκη ήταν σαν μαγεμένη με τη θάλασσα. Μου έλεγε: «Δες την άμμο, έχεις δει πιο ωραία άμμο στη ζωή σου; Δες την πέτρα την «καμήλα» όπου κολυμπούσαμε… έλα να κολυμπήσουμε ώς εκεί».

Πηγαίνατε ταχτικά στην Αμμόχωστο;

Πιο συχνά πηγαίναμε μαζί στο Ριζοκάρπασο, όπου κάναμε με τον Στέφανο Καράμπαμπα, τον σύντροφό μου, μαθήματα τέχνης στα παιδιά. Πήγαινε συχνά στην Κερύνεια με τον στενό της φίλο Πέτρο Αντωνίου και κολυμπούσε. Της άρεσε να πηγαίνει στα βαθιά και γυρνώντας προς τη στεριά να παρακολουθεί την κορυφογραμμή του Πενταδάκτυλου.

Σ’ έναν στίχο γράφει «μην νομίζετε φίλοι στον βορρά ότι αυτό που έγινε το ’74 δεν απλώνει σαν λεκές στη ζωή μου κάθε μέρα».

Την πονούσε η κατάσταση και την άγγιζε βαθύτατα. Αλλά δεν αναλωνόταν σε οποιουδήποτε είδους παράπονο. Στη ζωή της δεν στεκόταν να μακρηγορήσει για τα δυσάρεστα. Ο μεγάλος πόνος και η αγάπη της για την Κύπρο υπάρχει βαθύς μέσα στο συγγραφικό της έργο.

Είχε φίλους στα κατεχόμενα;

Είχε πάρα πολλούς φίλους Τουρκοκύπριους που ήρθαν στην κηδεία της και στην παρουσίαση του βιβλίου στην Πύλη Αμμοχώστου. Ήταν ιδιαίτερα αγαπητή και υπήρξε η πρώτη Κύπρια που βιβλίο της μεταφράστηκε στα τουρκικά.

Πώς ήταν στις φιλίες της;

Ήταν πολύ καλή φίλη, αγαπούσε τους φίλους της, τους φρόντιζε. Όποτε πήγαινε ένα ταξίδι είχε το συνήθειο να γράφει ένα κείμενο που το έστελλε στους φίλους της και ήταν σαν να πήγαιναν και αυτοί στο ταξίδι. Χάριζε τα βιβλία της, άνοιγε το σπίτι της και φιλοξενούσε συχνά κόσμο. Ήταν ένας άνθρωπος που δεν ήξερε τι σήμαινε φθόνος, κακία.

Τα βιβλία

και ο Κοχλίας

Γιατί άνοιξε τον Κοχλία;

Για να έχει τα βιβλία που ήθελε και δεν έβρισκε και για να συμβάλει στην κίνηση ιδεών στον κυπριακό χώρο. Ο Κοχλίας ήταν κάτι περισσότερο από ένα απλό βιβλιοπωλείο. Ήταν ένα κέντρο πολιτισμού.

Τι βιβλία διάβαζε;

Τα πιο σημαντικά βιβλία στη ζωή της ήταν τα ιστορικά μυθιστορήματα και γενικότερα τα ιστορικά βιβλία. Όποτε δούλευε σ’ ένα νέο μυθιστόρημα μπορούσε να περάσει κάποια χρόνια να μελετά την περίοδο για την οποία έγραφε, σε βιβλία και σε βιβλιοθήκες ανά τον κόσμο.

Εσύ τι μνήμες έχεις από τον Κοχλία;

Το ’80, όταν άνοιξε το βιβλιοπωλείο, ήμουν εφτά χρονών. Περνούσα όλα μου τα απογεύματα ανάμεσα στα βιβλία. Μου άρεσε πολύ να τα συγυρίζω και να τα ταξινομώ.

Τι οδήγησε στο κλείσιμο του βιβλιοπωλείου;

Όταν άνοιξαν τα μεγάλα βιβλιοπωλεία στη Λευκωσία επηρεάστηκε πολύ η δουλειά. Όταν της έγινε η προσφορά από τον Κυριάκου να το αγοράσει, ήταν έτοιμη να αφιερωθεί σε άλλα πράγματα. Και η Νίκη είχε αυτή την απίστευτη ικανότητα, όσο πολύτιμο και να ήταν κάτι, να μπορεί να το αφήνει όταν πια δεν είχε τη χρησιμότητά του. Μετά τον Κοχλία ξεκίνησε να γράφει, να ζωγραφίζει και να ταξιδεύει με απίστευτο ρυθμό.

Ποιο θεωρείς το πιο σημαντικό της έργο;

Η ίδια θεωρούσε τις «Δεκαοκτώ αφηγήσεις» ως το πιο σημαντικό. Αγαπούσε πολύ αυτό τον τόπο και με τις «Δεκαοκτώ αφηγήσεις» ήθελε να δώσει φωνή στις γυναίκες της Κύπρου. Είναι ένα έργο ζωής. Δημιούργησε σχέσεις με τις γυναίκες, πήγαινε ξανά και ξανά και τις άκουγε, περνούσε χρόνο μαζί τους έτσι ώστε να αφομοιώσει τον λόγο τους. Εγώ αγαπώ όλα της τα βιβλία και βρίσκω ιδιαίτερα σπουδαία τη νέα της ποιητική συλλογή. Τα ποιήματά της έχουν μια αμεσότητα και με αγγίζουν βαθειά.

Έχεις βρει στο σπίτι της υλικό που δεν είναι γνωστό;

Υπάρχουν τα τετράδια ταξιδιών της. Όποτε ταξίδευε είχε ένα τετράδιο όπου σχεδίαζε. Επίσης υπάρχουν ταξιδιωτικά διηγήματα, όλη η αλληλογραφία της. Ακόμη δεν έχω ψάξει όλο το υλικό. Η Μεξικανή φίλη της Σέλμα Ανσίρα, μου εισηγήθηκε να γίνει ο χώρος ένα μουσείο λογοτεχνίας. Κάθε αντικείμενο εδώ έχει μια ολόκληρη ιστορία. Έχει ένα έπιπλο γεμάτο με βιβλία από τη βιβλιοθήκη του Μήτσου του Μαραγκού, τα οποία αγόρασε από παλαιοπώλες στο εξωτερικό.

Πιστεύεις ότι το έργο της μπορεί να αξιοποιηθεί από την πολιτεία;

Το πλούσιο συγγραφικό της έργο αναφέρεται στον τόπο με μια σύγχρονη ματιά. Θα ήταν πιστεύω πολύ σημαντικό κάποιο από τα βιβλία της να διδάσκεται στα σχολεία. Επίσης οι «Δεκαοκτώ αφηγήσεις» είναι ένα έργο που θα χαιρότανε να έβλεπε να ανεβεί σε θεατρική παράσταση ιδιαίτερα από τον ΘΟΚ με τον οποίο είχε μακροχρόνια σχέση. Επίσης είναι σημαντικό κάποια στιγμή να γίνει μια αναδρομική έκθεση με όλο το ζωγραφικό της έργο.

Σε σένα τι έμαθε η Νίκη;

Η Νίκη ήταν ένας πολύ ιδιαίτερος και χαρισματικός άνθρωπος. Μου έμαθε να έχω ενθουσιασμό και περιέργεια για τα μικρά και τα μεγάλα θαύματα της ζωής. Χάρη στη Νίκη έχω μια επείγουσα αίσθηση ότι είναι πολύ σημαντικό να λέω ευχαριστώ για το θαύμα της ύπαρξης, για ό,τι έχω, και μετά να ξεκινώ τη μέρα μου. Η αγάπη της για τη ζωή, η δημιουργικότητά της, η χαρά της, η δεκτικότητά της, η τρυφερότητά της, η διακριτικότητά της και η αμεσότητα και η ειλικρίνεια με την οποία προσέγγιζε τα πάντα είναι τα μαθήματα που έχω να εμπεδώσω!

  

Κέντημα με φθαρμένες κλωστές

Νίκη Μαραγκού, Γεζούλ

μυθιστόρημα, εκδόσεις Εστία

Το βιβλίο αυτό ξεκίνησα να το γράφω κομμάτι κομμάτι, σαν ένα πάτσγουερκ, καμωμένο με παλιά υλικά, ένα κέντημα με φθαρμένες κλωστές. Ξεκίνησα από τη γειτονιά τού Ψυρρή, όπου με έφερε μια περίεργη σύμπτωση, έψαξα εκεί τ’ αχνάρια μιας άλλης εποχής, και άρχισα να αφηγούμαι μια παλιά ιστορία, βασικά για να μιλήσω για το σήμερα.

Κεντρικό πρόσωπο του βιβλίου είναι η Τερέζα Μακρή (Λούλα), που ενέπνευσε τον Βύρωνα, χωρίς το όνομα του να αναφέρεται πουθενά στο βιβλίο. Παρακολουθούμε την ανάδυση της γυναίκας αυτής πέρα από την εποχή της. Ξεκίνησα στα τυφλά, μέσα από μια περίεργη παρόρμηση, και άρχισα να διαβάζω για την περιοχή και την εποχή. Για την Αθήνα δηλαδή στις αρχές του 19ου αιώνα. Περπατούσα με τις ώρες στους δρόμους τού Ψυρρή, στην περιοχή γύρω από την Ακρόπολη, ανέβαινα στο Αστεροσκοπείο, στα δρομάκια πίσω από την Πνύκα, στους βράχους απ’ όπου φαίνονταν η Αίγινα και τ’ άλλα νησιά. Πήγαινα στη Γεννάδειο, στην Εθνική Βιβλιοθήκη και διάβαζα τις αφηγήσεις των περιηγητών. Και κομμάτι κομμάτι άρχισε να κτίζεται η ιστορία.

Ξεκίνησε μια περιπέτεια που με πήρε στην Αθήνα του 19ου αιώνα, στην Αίγινα, την Κέρκυρα, το Μεσολόγγι, την Κωνσταντινούπολη, αλλά και την Αμμόχωστο του Μεσοπολέμου, και στο σήμερα των Bodyshop και Starbucks. Ταξίδεψα στα διάφορα μέρη όπου συγκεντρώνεται η δράση.

Ιστορικές λεπτομέρειες φώτιζαν ξαφνικά μια ολόκληρη εποχή και έτσι γίνεται το μυθιστόρημα αυτό κι ένας οδηγός της Αθήνας, χωρίς να είχα μια τέτοια πρόθεση από την αρχή και συγχρόνως μια σπουδή για το πώς γράφεται ένα μυθιστόρημα, μια και ανοίγω στον αναγνώστη τα χαρτιά μου. Αυτή είναι και για μένα η γοητεία της γραφής, βουτιά σε βαθιά νερά, χωρίς καθόλου να ξέρω πού θα με βγάλει αυτή η περιπλάνηση. Δεν έχω ποτέ πρόγραμμα ή πλάνο όταν γράφω, ξεκινώ και όπου με βγάλει η τύχη, η τέχνη και η τόλμη, που έλεγε και ο Ελύτης, τα τρία Τ. Ψάχνοντας λοιπόν βρέθηκα με ανθρώπους που μου είπαν ιστορίες, έμαθα πράγματα και θάματα, πήγα στην Κωνσταντινούπολη, που την ήξερα καλά, αλλά που αυτή την φορά έπρεπε να τη δω με άλλο μάτι, όπως θα την έβλεπε μια Αθηναία που θα βρισκόταν εκεί την εποχή του Κριμαϊκού πολέμου, έψαξα τους στρατώνες, τα παλιά τζαμιά, τις διαδρομές με τα βαποράκια. Πήγα στη Σαλαμίνα, όπου κατέφευγαν οι Αθηναίοι όταν τα πράγματα γίνονταν δύσκολα στην Αθήνα, πήγα στην Αίγινα του Καποδίστρια στα δύσκολα εκείνα χρόνια που κτιζόταν το νέο ελληνικό κράτος, στην Αγία Πετρούπολη των Τσάρων, αλλά και στην Αμμόχωστο, τη δική μου Αμμόχωστο των παιδικών μου χρόνων, που βρίσκει πάντα τρόπο να μπαίνει από το παράθυρο ακόμα και σ’ ένα βιβλίο η δράση του οποίου συγκεντρώνεται κυρίως στην Αθήνα του 19ου αιώνα.

Ο περίεργος τίτλος του βιβλίου Γεζούλ είναι από ένα παλιό πλακάκι που αγόρασα κάποτε στο Κάιρο, η λέξη αυτή στα αραβικά σημαίνει «όλα περνούν, όλα χάνονται». Είχα πάντα δυσκολία να βάζω τίτλους στα βιβλία, είναι το σημείο που μπλοκάρω και δεν μπορώ πια να σκεφτώ. «Γεζούλ» λοιπόν, όλα περνούν και χάνονται, ή μήπως όχι;

«Ξεκίναγα από Ασωμάτων και έφτανα στον Κεραμεικό κοιτάζοντας τα σπίτια, τους δρόμους, τους Αέρηδες από την Αιόλου, να δω με τα δικά της μάτια, να αποκλείσω τα μαγαζιά, τους νέγρους με τις τσάντες, τα Benneton, τα Bodyshop, να δω τη θέα της Ακρόπολης όπως θα την έβλεπε εκείνη από τα διάφορα σημεία του δρόμου. Και καμιά φορά στεκόμουν έκθαμβη μπροστά σε κάποιο κτήριο, κάποια εσοχή του δρόμου, κάποιο ετοιμόρροπο μπαλκόνι, με μια αίσθηση λες και ήθελαν κάτι να μου πουν σε μια γλώσσα που όμως δεν γνώριζα, που δεν ήμουν σε θέση να αποκρυπτογραφήσω. Περπάταγα λες και ήμουν τυφλή για όλα τα σημερινά, και τα μάτια έψαχναν να βρουν αυτά που δεν διακρίνονται εύκολα, τα κρυμμένα και παλιά».

«Ελευθεροτυπία»/ «Βιβλιοθήκη», τχ. 627, 30.10.2010

Επιμέλεια Μισέλ Φάις

 

 Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου | ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 22/01/2011

«Γεζούλ» σημαίνει στα αραβικά «όλα χάνονται». Για την Κύπρια Νίκη Μαραγκού, η λέξη αυτή ως τίτλος στο καινούργιο μυθιστόρημά της αποκτά συμβολική σημασία, καθώς ολόκληρο το βιβλίο είναι ένας αγώνας να μη χαθούν κάποια πράγματα, εκ πρώτης όψεως ασήμαντα

Στα παλιότερα μυθιστορήματα και διηγήματά της, αρχίζοντας από το 1991(«Μια στρώση άμμου» , «Είναι ο πάνθηρας ζωντανός» , «Γιατρός από τη Βιέννη»και «O Δαίμων της πορνείας»), η Νίκη Μαραγκού αναστήλωνε με χαρισματική τέχνη και διέσωζε πρόσωπα και στιγμές της πρόσφατης ελληνικής και κυπριακής ζωής, συχνά στηριγμένη σε αυτοβιογραφικό υλικό. Σήμερα χτίζει μια σύνθεση με παράλληλες αφηγήσεις για πρόσωπα από διαφορετικές εποχές.

Τα δυο κεντρικά γυναικεία πρόσωπα έχουν κοινό σημείο εκκίνησης τη γειτονιά του Ψυρή στην Αθήνα. Η πρώτη από τις δυο, η Λούλα, γεννήθηκε και μεγάλωσε εκεί στις αρχές του 19ου αιώνα. Στο πατρικό της, το σπίτι του προξένου της Αγγλίας Προκόπιου Μακρή, φιλοξενήθηκε το 1809 ο λόρδος Βύρων. Η Λούλα δεν είναι άλλη από τη Θηρεσία ή Τερέζα Μακρή, την περίφημη «κόρη των Αθηνών», την παιδούλα που ερωτεύτηκε ο ποιητής τουChild Ηarold. Τα πλήρη στοιχεία ταυτότητας των προσώπων και οι συνθήκες διαβίωσής τους αποδίδονται ελλειπτικά- ο Βύρων αναφέρεται στο βιβλίο ως ο «Εγγλέζος» και το όνομά του αναγράφεται μόνο στο οπισθόφυλλο. Η αφήγηση της ιστορίας της Λούλας, του γάμου της με έναν άλλο Εγγλέζο, των ταξιδιών της και των περιπετειών της εκτυλίσσεται παράλληλα με την αφήγηση μιας άλλης γυναίκας, που βρέθηκε έπειτα από τις δικές της περιπλανήσεις και αναζητήσεις στη γειτονιά του Ψυρή της σύγχρονης Αθήνας, και ξεδιπλώνει αποσπασματικά, σε λόγο πρωτοπρόσωπο και συχνά εξομολογητικό, θραύσματα μνήμης από ιστορίες ζωής, της δικής της και άλλων.

Κριμαία και Κύπρος

Οι ιστορίες των δυο γυναικών μοιάζουν να απλώνονται σε έναν κοινό χάρτη μετακινήσεων σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας, της Ευρώπης και της Μεσογείου, από τα κέντρα και τις υπό κατασκευή πρωτεύουσες των νέων κρατών στις εξίσου σκονισμένες επαρχιακές πόλεις και αντιστρόφως- στοιχειοθετώντας έναν τρόπο ζωής τόσο οικείο για τον μείζονα ελληνισμό του 19ου αιώνα, «αυτόχθονα» και «ετερόχθονα», που οι περιπέτειές του συνεχίστηκαν και σε όλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα: Αθήνα, Αίγινα, Αλεξάνδρεια, Κάιρο, Κέρκυρα, Πειραιάς, Μάλτα, Κωνσταντινούπολη, Αγία Πετρούπολη, Μεσολόγγι, Αμμόχωστος.

Οι παράλληλες αφηγήσεις των δυο γυναικών πλαισιώνουν η μια την άλλη σε ένα ιστορικό φόντο από σημαντικά γεγονότα, την Ελληνική Επανάσταση, τον Κριμαϊκό Πόλεμο, διεθνείς συρράξεις και διπλωματικά επεισόδια στην Ελλάδα και αλλού, όπως τα «Πατσιφικά» στην Αθήνα του 1849-50, που είχαν ως συνέπεια τον αποκλεισμό του Πειραιά. Οι ιστορικές αναφορές φτάνουν μέχρι την τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974. Το βιβλίο, κεντημένο με το υλικό της ιστορίας, διαφοροποιείται ωστόσο ριζικά από άλλα σύγχρονα μυθιστορήματα με ιστορικό θέμα- μία από τις κυρίαρχες τάσεις της πεζογραφίας μας. Η συγγραφέας, αν και γράφει, όπως και άλλοι ομότεχνοί της, ύστερα από προσεκτική τεκμηρίωση και μελέτη ιστορικών ντοκουμέντων, καθώς γίνεται αντιληπτό στον έμπειρο αναγνώστη, ωστόσο υπονομεύει ό,τι θα μπορούσε να υπηρετήσει μια κυρίαρχη ιστορική αφήγηση, την τελεολογία της και τα όποια μηνύματά της: δεν έχουμε μια ιστορία, αλλά ιστορίες ζωής, που μένουν ανοιχτές, ακόμη κι όταν κλείνουν βιολογικά με τον θάνατο, καθώς συνεχίζονται και αναδιπλασιάζονται στη φαντασία άλλων ανθρώπων, μέσα από τα σκόρπια τεκμήρια που άφησαν με τις ιστορίες τους και τα υλικά ίχνη τους, τα χαμένα σπίτια της αναγκαστικής προσφυγιάς τους, και τα αντικείμενά τους.

Κοινωνικοί ρόλοι

Η συγγραφέας, δουλεύοντας με το υλικό της καθημερινότητας των ανθρώπων, τους παρουσιάζει κυρίως μέσα από τις απλές δραστηριότητές τους, τις χειρονομίες τους, τις προσωπικές στιγμές τους, καθώς εργάζονται, χτίζουν, ράβουν, μαγειρεύουν, ντύνονται, παίζουν, διασκεδάζουν, κι ενώ ουσιαστικά παράγουν και εδραιώνουν έθιμα, κινήσεις, συμπεριφορές, θεσμούς, με τους οποίους προσπαθούν να αντιμετωπίσουν τις στοιχειώδεις, οριακές τραυματικές καταστάσεις της ζωής, που κορυφώνονται στον έρωτα και τον θάνατο. Αυτές οι οριακές καταστάσεις αποτυπώνονται στα πρόσωπα του βιβλίου με μεγάλη τέχνη, ως χαρακτηριστικά και μυστικά των διαφορετικών επαγγελμάτων και κοινωνικών ρόλων μιας παρελθούσας εποχής: γιατρός, νοσοκόμα, πολεμιστής, αρχιτέκτονας, παλαιοπώλης, μοδίστρα, ζωγράφος, πρόξενος, νοικοκυρά.

Η Λούλα και η χήρα μητέρα της βιώνουν τις δύσκολες στιγμές της ίδρυσης του νεοελληνικού κράτους και παλεύουν με την ένδεια, που τροφοδοτεί και συνδαυλίζει τη δημιουργικότητά τους: επινοούν και εξοικονομούν, μαγειρεύουν, ράβουν, εγκαινιάζουν νέα επαγγέλματα. Παράλληλα, η σύγχρονη αφηγήτρια ιχνηλατεί με τα μάτια, ψαύει με τα χέρια τα υλικά ίχνη αυτού του παρελθόντος που καλύπτει και μακρινότερα σημεία της Μεσογείου, στις συχνές επισκέψεις της σε ένα παλαιοπωλείο στου Ψυρή, όπου μέσα από τα αντικείμενα οδηγείται σε παράξενους συσχετισμούς που αγγίζουν τα όρια της μαγείας, όπως σε αντίστοιχες επισκέψεις των ηρώων του Μπαλζάκ στον θαυμαστό και παράξενο κόσμο των παρισινών παλαιοπωλείων.

Τα αντικείμενα αυτά, ένα κεραμικό, μια ζωγραφιά, ένα κέντημα, αλλάζουν χέρια, όπως αλλάζουν οι τύχες των ανθρώπων, συμβολίζοντας μια πρόταση για την ανθρώπινη συνύπαρξη σε τόπους με μακραίωνο πολυεθνικό παρελθόν, σφραγισμένους από τη βάσανο των διακοινοτικών συγκρούσεων.

  

Βασιλική Χρίστη

ΔΕΚΑΟΧΤΩ ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ

20.07.2012/diavasame.gr

Ιστορίες γυναικών

Η Νίκη Μαραγκού συγκέντρωσε στο καινούριο βιβλίο της, που κυκλοφόρησε εν μέσω μιας κρίσης που απλώνεται και βαθαίνει συνεχώς, δεκαοκτώ αφηγήσεις γυναικών από την Κύπρο.

Οι αφηγήσεις αυτές διατρέχουν διάφορες εποχές μέχρι να φθάσουν στο παρόν ή, αντίθετα, ξεκινούν από το παρόν γυρνώντας πίσω, όπως στα παραμύθια: αποικιοκρατία, ΕΟΚΑ, διακοινοτικές ταραχές, τουρκική εισβολή. Η Ελισάβετ θυμάται το σπίτι της με την αυλή και τα δέντρα στο κατεχόμενο σήμερα Καρπάσι – οι πουζαλίνες (=τα μούρα) που μάζευε ανεβασμένη στο δέντρο γίνονται το σύμβολο μιας ζωής όχι ακριβώς ανέφελης, σίγουρα όμως ευτυχισμένης. Όλες οι γυναίκες προέρχονται από αγροτικές οικογένειες και είναι συνηθισμένες στις γεωργικές εργασίες, ακόμη και τις βαριές. Δουλεύουν σκληρά, είναι ανθεκτικές στις δυσκολίες, καρτερικές και αφοσιωμένες στην οικογένειά τους. Όπως η Σουσάννα, που ο αυστηρός πατέρας της τής στέρησε μια εκδρομή με τον αρραβωνιαστικό της – και που είχε καημό ένα καινούριο ζευγάρι παπούτσια για να φορέσει στο γάμο της. Εκτός από τις γεωργικές εργασίες, οι γυναίκες ασχολούνται με όλων των ειδών τις οικιακές εργασίες, με τη φροντίδα των παιδιών και βεβαίως των συζύγων τους. Υπομένουν μια μοίρα που διάλεξαν οι ίδιες ή (συνήθως) που διάλεξαν άλλοι γι΄ αυτές, με εγκαρτέρηση και αυταπάρνηση. Όπως η Ασπασία, που στάθηκε στον άντρα της σε όλα τα σκαμπανεβάσματα της επαγγελματικής του ζωής χωρίς να βαρυγκωμήσει ποτέ. Κάποιες παρακολούθησαν μόνο μερικές τάξεις του δημοτικού, άλλες πήγαν γυμνάσιο και άλλες, πιο τυχερές, μορφώθηκαν λίγο παραπάνω. Όπως η Δήμητρα που ήταν δασκάλα, μα σταμάτησε να δουλεύει όταν παντρεύτηκε. Με τα αγγλικά που γνώριζε μεσολαβούσε στους βρετανούς αξιωματούχους για να βοηθήσει τους χωρικούς. Η Κούλα, πάλι, βοηθούσε όλο τον κόσμο και με τις ενέργειές της πέτυχε να κτιστεί ένα γηροκομείο σε κρατική γη.

Οι δεκαοκτώ γυναίκες, Ελληνοκύπριες και Τουρκοκύπριες, αφηγούνται στην κυπριακή διάλεκτο και η συγγραφέας, που έχει ακούσει τις ιστορίες τους πολλές φορές, τις κατέγραψε σε ένα μαγνητόφωνο ή σε ένα σημειωματάριο αφαιρώντας αυτά που δεν είχαν ενδιαφέρον, τις επαναλήψεις, επεξηγώντας κάτι που θα ήταν ακατανόητο, έτσι ώστε να βγαίνει ένα σφιχτό κείμενο που να έχει κάτι να πει, όπως αναφέρει στη σύντομη εισαγωγή της. (Σε υποσελίδιες σημειώσεις επεξηγούνται οι λέξεις που πιθανόν να μην γνωρίζει ο αναγνώστης.) Αν και οι αφηγήσεις είναι αυθεντικές, το κοινό σημείο που τις ενώνει είναι ακριβώς αυτή η παρέμβαση της συγγραφέως (ή επιμελήτριας) που τις επέλεξε. Κάτω από τις γραμμές διακρίνεται ο ένας και μοναδικός αφηγητής που ενδύεται τα πρόσωπα αυτών των γυναικών και αφήνει να τον/την οδηγήσουν στα μονοπάτια της γραφής. Οι λέξεις μεταπλάθονται και φτιάχνουν εικόνες κι από κει γεννιούνται οι προσωπικές ιστορίες της καθεμιάς, τα μικρά και τα μεγάλα επεισόδια της ζωής τους, ο πόνος, η νοσταλγία, η προσμονή, η αγάπη.

  

Μαρίνα Σχίζα

Έφυγε ταξιδιάρισσα και ελεύθερη

Ο Φιλελεύθερος 10 Φεβρουαρίου 2013

Τα ταξίδια ήταν η ζωή της, όπως πολύ όμορφα διατύπωσε σε μια από τις συνεντεύξεις της στον «Φ»: «Υπήρξα μεγάλη ταξιδιώτισσα ιδιαίτερα στα νεανικά μου χρόνια. Στο τέλος του πρώτου χρόνου στο πανεπιστήμιο αγόρασα για 30 λίρες ένα αυτοκίνητο. Και γύρισα με αυτό την Ευρώπη, την Τουρκία, τα Βαλκάνια. Θυμούμαι μια φορά οδηγούσα έξω από την Πράγα ανάμεσα σε τανκς. Είχε γίνει εισβολή και δεν το είχα πάρει μυρωδία. Ήμουν ατρόμητη τότε. Μια άλλη φορά μου κτύπησε το αυτοκίνητο ένα λεωφορείο έξω από τη Σμύρνη. Τότε στην Τουρκία τα λεωφορεία δεν είχαν ασφάλεια. Μου έφτιαξαν το αυτοκίνητο σε ένα συνεργείο στη Σμύρνη. Εμαθα πολλά σ’ αυτά τα ταξίδια».

Η Νίκη ήταν περίεργη, όπως χαρακτήριζε πολλές φορές τον εαυτό της. Με την έννοια ότι την ενδιέφερε να παρατηρεί αυτό που γίνεται γύρω της. «Μπορείς να γράψεις μόνο όταν είσαι σε θέση να παρατηρήσεις. Να σιωπήσεις και να ακούσεις».

Τα τελευταία δύο μηνύματα που πήρα από τη Νίκη παραμένουν ακόμα στο Inbox του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Το πρώτο στις 10 Δεκεμβρίου 2012 με το οποίο με πληροφορούσε ότι «στις 12.12.12 (ημέρα της συντέλειας του κόσμου κατά τους Μάγια) θα προβληθεί το βίντεο της Βουβούλας Σκούρα «Νίκη Μαραγκού Επιφάνειες νερού» στο Λουτρό των Αέρηδων στην Πλάκα στα πλαίσια της έκθεσης Αφροδρίτη 2012 ιεροί και βέβηλοι καθαρμοί». Το δεύτερο μήνυμα, ήρθε λίγες μέρες αργότερα, στις 18 Δεκεμβρίου με μια ηλεκτρονική ευχετήρια κάρτα και τον χαιρετισμό «Μέσα στα πλαίσια της γενικής οικονομικής περισυλλογής, αντί να ταχυδρομήσω τις χειροποίητες κάρτες μου, σας στέλνω τις ευχές μου για τα Χριστούγεννα και τον Καινούργιο Χρόνο ηλεκτρονικά!»

Η Νίκη λες και το ήθελε η τύχη, έφυγε την περασμένη Πέμπτη σε ένα από τα ταξίδια της στην Αίγυπτο, την οποία αγαπούσε ιδιαίτερα. Ταξίδεψε για το Κάιρο την περασμένη Παρασκευή 1η Φεβρουαρίου, όπου είχε διευθετήσει να κάνει εκδρομή στην πόλη Φαγιούμ, με μια ομάδα που αποτελείτο από ταξιδιώτες, ερευνητές, καλλιτέχνες από διάφορες χώρες του κόσμου. Μαζί θα πήγαινε και ο στενός της φίλος Ανδρέας Κάραγιαν, ο οποίος μετάνιωσε την τελευταία στιγμή. Η Νίκη επέμενε να πάει. Δύο μέρες μετά την άφιξή της στο Κάιρο, επικοινώνησε με τον Ανδρέα για να του πει ότι σκεφτόταν να επιστρέψει καθώς τα πράγματα ήταν δύσκολα εκεί. Καθώς άρχισαν να φτάνουν στο Κάιρο και τα άλλα μέλη της ομάδας «πολύ ενδιαφέροντες προσωπικότητες», όπως είπε στον Ανδρέα, άλλαξε γνώμη. Ένας άλλος λόγος που ήθελε να παραμείνει ήταν γιατί είχε αρχίσει να κάνει μια σειρά από μονοτυπίες εμπνευσμένες από το έργο του Αλεξανδρινού ποιητή, τις οποίες θα παρουσίαζε στα Καβάφεια στην Αλεξάνδρεια τον ερχόμενο Μάρτιο.

Η Νίκη είχε μια ιδιαίτερη αγάπη για την Ανατολή. Το διατύπωσε πολύ εύστοχα ο Αλέξης Ζήρας (Ελευθεροτυπία, Ιανουάριος 2004): «Στον κόσμο της Νίκης Μαραγκού συνυπάρχει η ανατολική ραθυμία, η ηδυπάθεια και η αστραφτερή πνευματικότητα της δυτικής παράδοσης».

Η σχέση της Κύπρου με την Ανατολή, και η ιστορία πάντα με απασχολούσαν, είχε πει σε μια της συνέντευξη. «Κάπως με βοήθησε και η οικογενειακή μου ιστορία σ’ αυτό. Ο πατέρας μου ήταν από την Αμμόχωστο και η μάνα μου από τη Μακεδονία. Αυτό με βοήθησε να διατηρήσω μια πλατειά εικόνα του ελληνικού ορίζοντα μεγαλώνοντας στο ανατολικότερό του σημείο.

Αισθάνομαι επίσης ότι υπήρξαμε μια τυχερή γενιά που βίωσε ακραίες καταστάσεις. Από τη γιαγιά μου στον αργαλειό, τους γύφτους με αρκούδες να χορεύουν όταν ήμουν μικρή στη Μακεδονία, στους σημερινούς υπολογιστές, την παγκοσμιοποίηση. Είναι λες και σε μια γενιά πέρασα όλη την ιστορία της ανθρωπότητας. Θυμάμαι το μαγείρεμα με ξύλα, το ζύμωμα του ψωμιού, όπως αυτά γίνονταν για χιλιάδες χρόνια. Στις επόμενες γενιές αυτά θα είναι ιστορία. Νιώθω πολύ τυχερή για αυτά τα βιώματα. Και νομίζω με βοήθησαν πολύ στο γράψιμο. Με έκαναν να καταλάβω πράγματα.

Μέσα από αυτή τη ζεστή παρατηρητικότητά της και αγάπη για τον άνθρωπο και τον τόπο, η Νίκη έγραψε ποίηση, πεζογραφικό έργο, δημιούργησε ζωγραφικό έργο. Αρχικά ξεκίνησε να γράφει ποίηση. Ποιήματά της κυκλοφόρησαν για πρώτη φορά στην Ελλάδα το 1980 (Τα από κήπων, εκδ. Άγρα), ενώ για τη συλλογή «Divan» βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών.

Κάποια στιγμή πέρασε στην πεζογραφία. Σχεδόν χωρίς να το καταλάβει. Για χρόνια πήγαινε συχνά και έβλεπε τον Ευάγγελο Λουίζο που ζούσε σε μια πολυκατοικία στη Λευκωσία. Της διηγιόταν τις ιστορίες του, τις ιστορίες της Αμμοχώστου. Όταν πέθανε σκέφτηκε να γράψει κάπου αυτές τις ιστορίες. Όταν ξεκίνησε μπλέχτηκαν με τις δικές της μνήμες της Αμμοχώστου και έτσι γράφτηκε το πρώτο μυθιστόρημα το «Είναι ο πάνθηρας ζωντανός». Όταν το έγραφε ζούσα νοερά για 2-3 χρόνια στην Αμμόχωστο του ‘60. «Ήταν κάτι μαγικό». Το δεύτερο μυθιστόρημα «Γιατρός από τη Βιέννη» της πήρε πολλά χρόνια. Είχε υλικό από τις ζωές των γονιών της.

Το παιγνίδι με τις λέξεις ήταν μαγικό για την ίδια. «Από πολύ μικρή ηλικία θυμάμαι ότι έπαιζα με τις λέξεις. Οι παραμονές μου στο σπίτι του θείου μου Μήτσου Μαραγκού στην Αμμόχωστο έπαιξαν ένα ρόλο. Ήταν ένα σπίτι πάνω στη θάλασσα γεμάτο πίνακες του Πολ Γεωργίου, όπου περνούσα ώρες στη βιβλιοθήκη του. Εκεί αναπτύχθηκε η σχέση μου με τα βιβλία. Εκεί πρωτοδιάβασα Καβάφη στα φυλλάδια που κυκλοφορούσε ο ίδιος στην Αλεξάνδρεια. Εκεί μετροφύλλησα τα βιβλία του Τσεσνόλα, άρχισα να καταλαβαίνω τι θα πει ιστορία. Εκεί έμαθα τη μυρωδιά του παλιού βιβλίου. Κι ο πατέρας μου ήταν ξεχωριστός άνθρωπος. Χειρουργούσε καθημερινά από τα χαράματα, αλλά αυτό δεν τον εμπόδιζε να διαβάζει κάθε μέρα τρεις αθηναϊκές εφημερίδες. Η μητέρα μου είχε αυτό που θα ονομάζαμε «ελληνικό δαιμόνιο», έκανε στην κλινική τη δουλειά πέντε υπαλλήλων. Από αυτήν έμαθα να χαίρουμαι αυτό που κάνω, είτε είναι να μελετώ, είτε να μαγειρεύω, είτε να παίρνω τους σκύλους περίπατο. Και είχα εμπνευσμένους δασκάλους στο Γυμνάσιο. Από ‘κει και πέρα η γραφή είναι κάτι μυστήριο. Είναι κάτι σαν την αναπνοή. Έρχεται από μόνη της.»

Με το μάτι στραμμένο πάντα στην αγαπημένη της Αμμόχωστο, από το 2004 και μετά την επισκεπτόταν συχνά. Μάζευε μνήμες και εικόνες. Το τελευταίο της βιβλίο «Δεκαοκτώ αφηγήσεις» (Το Ροδακιό, Μάιος 2012) είναι αφιερωμένο στις γυναίκες της Κύπρου με ρίζα ελληνική ή τούρκικη, γυναίκες που συνάντησε στις ελεύθερες περιοχές, αλλά και στα κατεχόμενα. Ελισάβετ, Κοραλλία, Ασπασία, Σουσάννα, Δήμητρα, Μαρία, Μουσεϊντέ Χανούμ, Μαρίκκα, Φροσούλα, Ναζίφ, Χαρίκλεια, Γιαννούλα, Ευαγγελία, Κούλα, Μαρίτσα, Εμινέ, Άννα, Μαρούλα. Γυναίκες που αφηγούνται ό,τι έβλεπαν τα μάτια τους κι ό,τι έζησαν πριν τις χωρίσει η τραγωδία του 1974 στην Κύπρο. Η Νίκη Μαραγκού συγκράτησε από τα λεγόμενα τον ανθό, πυκνώνοντας, δένοντας ή συναρτώντας λεπτομέρειες και αρμούς: «Σ’ αυτούς τους δύσκολους καιρούς που περνάμε, όπου κανείς δεν είναι πια σίγουρος για τίποτα, οι γυναίκες αυτές είχαν μια δωρική, αρχέγονη γνώση του σωστού και του δικαίου, που με άφηνε άναυδη και με βοηθούσε να ζήσω με διάκριση. Από τις αφηγήσεις τους περνά η αποικιοκρατία, ο αγώνας της ΕΟΚΑ, η εισβολή αλλά προπαντός η καθημερινότητά τους. Και βγαίνει τελικά μια εικόνα της Κύπρου, που δύσκολα θα μπορούσε να αποδοθεί από έναν ιστορικό ή έναν κοινωνιολόγο.»

Ζωγραφική

Μεγάλη αγάπη της Νίκης εκτός από το γράψιμο ήταν η ζωγραφική. Την πρώτη ατομική της έκθεση την έκανε το 1975. Τα εγκαίνια έκανε τότε ο Αδαμάντιος Διαμαντής. Ακολούθησαν άλλες έξι ατομικές εκθέσεις με τελευταία το 1996 στην Γκαλερί Γκλόρια στη Λευκωσία. Τοπία της Κύπρου και άλλων τόπων που επισκεπτόταν. Φωτεινά χρώματα που αποκάλυπταν την αγαπησιάρικη σχέση που είχε με τη φύση, τους ανθρώπους και όλα τα ζωντανά.

Το 1987 είχε εκθέσει μαζί με τον Αντρέα Κάραγιαν με τον οποίο ζωγράφιζε συστηματικά στη φύση. Πήρες μέρος στην Μπιενάλε Λουμπλιάνας (1993) και Καΐρου (1996), ενώ συμμετείχε σε πολλές εκθέσεις στην Κύπρο και το εξωτερικό. Από το 1996 και μετά παρ’ όλο που συνέχισε σποραδικά να ζωγραφίζει συγκεντρώθηκε στη συγγραφή. Έκανε όμως ακουαρέλες, χαρακτικά, κολλάζ και ακρυλικά. Και τις παρουσίασε σε έκθεση που έκανε τον περασμένο Μάιο στον χώρο τέχνης πολλαπλών χρήσεων «Αισχύλου 83», στην ομώνυμη οδό, στην Παλιά Λευκωσία. Τίτλος της «τι είναι η πατρίδα μας, μην είναι οι κάμποι;» παρμένο από το ποίημα του Κώστα Ουράνη.

Αυτή την πατρίδα αναζητούσε η Νίκη, μέσα στους τόπους που επισκεπτόταν και τους ανθρώπους που γνώριζε. Έφυγε ταξιδιάρισσα και ελεύθερη, με ένα μπλοκ ζωγραφικής και ένα τετράδιο στο χέρι, στον δρόμο προς την πόλη Φαγιούμ για να εμπνευστεί, να γράψει, να ζωγραφίσει. Ήθελε να δει από κοντά τα περίφημα νεκρικά πορτρέτα των ρωμαϊκών χρόνων, προορισμένα για ταφική χρήση συνοδεύοντας τον νεκρό στον άλλο κόσμο… Δεν πρόλαβε.

   

Η ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ ΤΗΣ ΝΙΚΗΣ ΜΑΡΑΓΚΟΥ

154514_457799727569872_2107620442_n

536096_455151071168071_91073531_n

Alexandrian-coffe-shop

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

etching-window-with-chair

fish-2

fish-1

fish-3

fish-etch-1

Forsters-Hotel-Alex

karpouzi

kipos

mansia

niki1491

niki9499

niki3493

niki5495

niki7497

niki9499

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Rue-de-Crete

Rue-Sala-El-Din

shoes

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

ΑΡΧΟΝΤΟΥΛΑ ΔΙΑΒΑΤΗ

αρχοντουλα

.

Η Αρχοντούλα Διαβάτη γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη, όπου ζει και εργάζεται. Σπούδασε νομικά και νεοελληνική φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και εργάστηκε ως καθηγήτρια στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Κείμενά της έχουν δημοσιευθεί στα περιοδικά «Αντί», «Εντευκτήριο», «Μανδραγόρας», «Ακτή», «Παρέμβαση», «Ένεκεν» και στις ιστοσελίδες για το βιβλίο bookpress.gr και diapolitismos.gr..

.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

ΠΟΙΗΣΗ
Όπως η Μπερλίνα, Νησίδες (2017)

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
Κινητή γιορτή, Νησίδες (2018)
Σκουλαρίκι στη μύτη, Νησίδες (2015)
Φεύγω αλλά θα ξανάρθω, Νησίδες (2014)
Το αλογάκι της Παναγίας, Νησίδες (2012)
Στη μάνα του νερού, Το Ροδακιό (2004)

.

.


.

.

.

ΠΟΙΗΣΗ

.

ΟΠΩΣ Η ΜΠΕΡΛΙΝΑ (2017)

«ΑΙ ΣΥΝΕΠΕΙΑΙ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ»

Στο στρατιωτικό σου αμπέχωνο εσύ
φιγούρα στην Καμάρα
μαγική,
αντίκρυ της.
Μες στα μάτια σου
γλυκά καστανά
καθρεφτίστηκε ο κόσμος.

Πέρασε απέναντι
ήρθε
και σε συνάντησε.

.

«ΔΥΣΚΟΛΕΣ ΝΥΧΤΕΣ»

Ξαπλώνω στη δική σου μεριά στο κρεβάτι
Να δω πώς είναι από κει ο κόσμος –
Κοπαδιαστά οι μαύρες σκέψεις
Φτεροκοπούν μακριά…

Γυρνώ στη δική μου πλευρά
Συλλογισμένη

Κι η νύχτα κρέμεται ακόμα
Στις κουρτίνες
Στάζοντας ανάλγητη.

.

ΑΓΑΠΗ

.

Κλείνω τα μάτια
για να σε δω
τέτοιος που ήσουνα
βράχος πουλί καράβι
και πάλι εδώ
τότε και τώρα
ένα τατού πάνω στο δέρμα μου
μικρό
που δεν παλιώνει

.

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ

Μετά τη μάχη
καταμετρούμε τους νεκρούς: άνθρωποι, ίπποι…
Μετά την αγκαθωτή νύχτα
καχεκτικό το ξημέρωμα.
Μετά τα λυπημένα σημειώματα
ελεύθερα τα δάκρυα αφήνονται
της συγχώρεσης
να τρέξουνε καυτά.
Κι εγώ λυπάμαι, ο θύτης και το θύμα.

.

ΕΦΙΑΛΤΗΣ, 2

Εκείνος γίνεται χλωμός και γκρίζος
Μέρα τη μέρα
Αλλά το κρύβω
απ’ όλους
κι απ’ τον εαυτό μου.
Τρέμει η καρδιά μου
και η λύπη
δεν είναι πια η επική
και φαντασμένη λύπη
των πρώτων ημερών.

Είναι μια στέρεη πέτρα πικρή
που πονάει βαθιά,
εκεί!
έκπληκτη σκέφτομαι.

.

ΠΟΙΗΤΡΙΑ

Τα ποιήματα, παιδιά της νύχτας.
Όλο το βράδυ
πριονίζουν τον κορμό της γης
κάτω από τα πόδια της

κι όταν αυτή ξυπνά
μένει μετέωρη –
μια νοσταλγεί το τώρα
μια το αύριο
κι όλο κοιτάει πίσω της

.

ΠΟΙΗΤΙΚΗ

Ώρα τώρα το αυτοκίνητο
μαρσάρει
κάτω απ’ το παράθυρό μας.
Είναι η ώρα!
Παίρνω την τσάντα μου
τρέχω στο σχολικό.

Όνειρα,
απόνερα του ύπνου.
Τα σημειώνω πρόχειρα
γυρνάω από τ’ άλλο μου πλευρό
Πρωί με το ξημέρωμα θα μελετήσω
της περιπλάνησης το δρομολόγιο.

.

ΚΛΑΜΑ

Σαν κάπου να ‘χω ξεχασμένο
Κάτι δικό μου
Που με καλεί
Και κλαίει δυνατά μέσα στη νύχτα
Ποίημα, παιδί, αγάπη
Ή είναι η ζωή μου αμεταχείριστη
Αυτή που ήθελα να ζήσω.

.

ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΞΕΝΟΔΟΧΟ

Αν αυτές είναι φιλίες ζωής
Φιλίες αναλώσιμες ποιες είναι.
Στο τέλος θα κάνεις το λογαριασμό –
Αν σου έχει μείνει σπίθα μυαλό.
(Αλλά το τέλος πότε είναι.]
θα λογαριάσεις τότε τα συν
Το καθρέφτισμα του εαυτού σου
Στην εγκαρδιότητα του «εμείς»
Που έμοιαζε αιώνιο
Να που λογάριαζες χωρίς τον ξενοδόχο

.

ΩΡΕΣ

Τότε νύχτωσε περισσότερο
Κι αυτή ξάπλωσε στο κρεβάτι της
Σαν σε ποτάμι
Και περίμενε να την πάρει
0 ύπνος
Όπως το ‘χε κάνει κι άλλη φορά
Μόνο που τώρα
το παλιό σχέδιο δε λειτούργησε
παρ’ όλο που οι ώρες χτυπούσαν
κανονικά:
δύο, τρεις, τέσσερις
πυροβολισμοί.

.

ΠΡΩΤΟΛΕΙΑ

Έκανε την κίνηση να βγάλει τα γυαλιά της
Την εμποδίζανε
Μα τα γυαλιά της λείπανε
Δεν τα φορούσε καν
Κι όμως η ενόχληση, vaL
Αυτή υπήρχε
Κι η αμηχανία της
στο ακροατήριο
Πρωτόλεια ποιήματα
Να πρέπει να διαβάσει
Έτσι μεγάλη

.

.

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

.

ΚΙΝΗΤΗ ΓΙΟΡΤΗ (2018)

ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

.

ΝΕΑ ΗΘΗ

«Παραχωρήστε τη θέση σας στα άτομα που την έχουν περισσότερο ανάγκη.» Ριγμένη η μαγνητοφωνημένη υπόδειξη στο πρώτο πρωινό λεωφορείο της γραμμής, αδειανό λίγο πολύ, πώς ακούγεται άσκοπη κι αστεία, αξημέρωτα ακόμα, και πώς σε ώρα αιχμής με όλο τον θίασο επί σκηνής, εφαψίες, πορτοφολάδες ή άνετους που κατεβαίνουν στο κέντρο για καφέ, παιδιά για το σχολείο τους ή το φροντιστήριο, μαμάδες, υπαλλήλους, εργάτες, Βαλκάνιες γυναίκες που ανεβαίνουν να πιάσουν δουλειά στο Πανόραμα ή ηλικιωμένους που πηγαίνουν στον γιατρό ή στην αγορά. Καθισμένος, μου αρέσει να παρατηρώ καμιά φορά τον κόσμο που μπαίνει και προχωρεί στον διάδρομο. Τις κοπέλες, για παράδειγμα, σακίδιο, τζην και αθλητικά παπούτσια οι περισσότερες, που παίρνουν στα χέρια τους μόλις βρουν θέση, καθιστές ή
όρθιες, το κινητό τους, σαν το μωρό τους που πρέπει να το φροντίσουν, να το θηλάσουν, όταν δεν δίνουν καλωδιωμένες αναφορά, φωναχτά για το πού πήγαν, πού θα πάνε και τι σκέφτονται, στους φίλους, στην άλλη γραμμή.
Κοπέλες και νέες γυναίκες αλλά και αγόρια και νέοι άντρες με τα κινητά τους, πληκτρολογούν γκρίκλις απαντήσεις, φυλλομετρούν με το δάχτυλο τις σύγχρονες οθόνες, και μόνον οι μεγαλύτεροι, όχι, αυτοί έχουν έτοιμη βολική την εκλογίκευση, δεν τους ενδιαφέρει η τεχνολογία, δεν αγαπούν τα κοινωνικά δίκτυα, προτιμούν σχέσεις πρόσωπο με πρόσωπο. Είναι που έχουν χάσει το τρένο της τεχνολογίας, δεν θέλουν να προσπαθήσουν, δεν θέλουν δύσκολες προσαρμογές. Και οι άνθρωποι στο λεωφορείο δεν μιλούν πια δυνατά ως επιβάτες από τη μια άκρη στην άλλη, σαν συνειδητή
συλλογικότητα. Όχι όπως παλιά. Χτες, πάντως, έτυχε εκείνος σε μια κουβέντα που ξεκίνησε εκεί μπροστά του και έφτασε σχοινί κορδόνι ως τα τελευταία καθίσματα, με σχόλια και ενστάσεις, τοποθετήσεις και ειρωνικά βλέμματα, γέλια και θυμωμένες φωνές, μέχρι που κόπασαν όλα, όταν κι ο πιο ζωηρός από τους σχολιαστές κατέβηκε στη στάση του. «Όλα τα ‘χαμέ, αυτοί οι άνεργοι μας λείπανε, που δεν πληρώνουν στο λεωφορείο», σχολίασε στυφά, στα καλά καθούμενα, μια ισχνή γυναίκα με αυστηρό κότσο στη βάση του λαιμού.

.

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΜΙΚΡΗΣ ΜΑΣ ΠΟΛΗΣ

.

«Και πια δε θα ‘χει μείνει τίποτ’ από μένα… ούτε το πιο δικό μου,
η γλώσσα μου…»
Ρένα Χατζηδάκη, Κατάσταση Πολιορκίας

.

Στον τόμο με τα πεζογραφήματα, εικόνα μαγική -βερίκοκα, καίσια, σύκα, ροδάκινα, σταφύλια, αρώματα και δέντρα και «ρόδια και νερά», «κι απ’ όλα τα ανθισμένα δέντρα, η κερασιά»- και τα παιδιά να παίζουν ελεύθερα ένα γύρω στις αλάνες, στους μαχαλάδες του γενέθλιου τόπου: μαυρόασπρη καρτ ποστάλ εποχής, επιχρωματισμένη όμως από μνήμης, καθώς ο ποιητής Μάρκος Μέσκος, βαρύς και αποφασισμένος, επιστρέφει στον παράδεισο της παιδικής ηλικίας, αναψηλαφώντας μνήμες, εις αναζήτησιν του χαμένου χρόνου και της χαμένης γλώσσας. Όλα εκεί, όσα ανακαλεί, αφημένα στον καιρό τους, θα ειπωθούν με το προνόμιο μιας γλώσσας ποικίλης και πλούσιας. Γιατί προνόμιο ήταν, κι ας «βγήκε μετά διαταγή, όσοι μιλάνε τη γλώσσα των γονιών τους,
ρετσινόλαδο και ρέγγα», όπως διαβάζουμε στην εμβληματική συλλογή διηγημάτων του, Μουχαρέμ. Όλο εκείνο το τραύμα και η ντροπή από την άσκηση θεσμικής βίας, όλος ο φόβος μετουσιώθηκε άλλωστε σε ποίηση σπαρακτική και πεζογραφία αξιοσημείωτη, μπήκε σε λέξεις, Με κομμένη γλώσσα.
Επιστρέφει ο Μάρκος Μέσκος στον γενέθλιο τόπο, να ανασάνει το άρωμα της ελευθερίας και να καταγράψει όλα εκείνα τα αγορίστικα παιχνίδια λίγο πολύ τα ίδια στις γειτονιές της Ελλάδας. Γιατί τα παιδιά, με τα παρατσούκλια τους –που απολαμβάνει να τα κατονομάζει, χρωματιστά στην ποικιλία των ήχων τους ο συγγραφέας- μπορούν και παίζουν όλες τις
εποχές, σ’ όλους τους καιρούς και στη δεκαετία ’35-’45, είτε είναι Κατοχή, δικτατορία, είτε πόλεμος, και στο πεζογράφημα Παιχνίδια στον Παράδεισο.
Από τα δεκαπέντε παιχνίδια, προσωπικά λίγα θυμάμαι να παίζαμε κι εμείς από κοινού αγόρια κορίτσια στη δική μου γειτονιά, τα επόμενα χρόνια. Το παιχνίδι «Κράτη», κατά περιόδους -«αμέσως μετά την απελευθέρωση»- δημοφιλέστερο, κρυφτό, τζαμί, τσιλίκα τσομάκα. Τα περισσότερα ήταν
αμιγώς αγορίστικα -μακριά γαϊδούρα, σφεντόνες, κατρακύλια και χαρταετοί-, ενώ τα υπόλοιπα, με τα δύσκολα ονόματα, άγνωστα κι ανήκουστα για μας. Τα κορίτσια στον Παράδεισο του Μ.Μ. έπαιζαν μόνο κουτσό, με εξαίρεση την Ελισάβετ, εξαίρεση για την οποία προσποιείται τον ενοχλημένο ο συγγραφέας, ανήκουστο «να πεις στα κορίτσια τα μυστικά των παιχνιδιών». Παιχνίδια μέχρι τελικής πτώσεως, «ώσπου σκοτείνιαζε, και η φωνή της μάνας απ’ το παραθύρι μάς καλούσε», αυτό, φαίνεται, ήταν το ίδιο στις γειτονιές των Βοδενών-Έδεσσας και στη δίκιά μας γειτονιά, στη Θεσσαλονίκη.
Παιχνίδια στον Παράδεισο, ένα χρονικό των παιχνιδιών – που γίνεται ευκαιρία για μια εμπράγματη διήγηση για τους καθημερινούς «αόρατους» ανθρώπους του τόπου του και για παιδικές συμπεριφορές, ανακινώντας κάποτε μνήμες λυπητερές παλιών συμβάντων με ήρωες παιδιά. Περιλαμβάνει απαραιτήτως περιγραφή του μηχανισμού του παιχνιδιού και των νόμων που τα διέπουν μέχρι την τελική κρίση και τη βασανιστική κάθαρση κάποτε. Όλα διηγημένα «στη γλώσσα των γονιών», «μικρές προφορικές ιστορίες, στα μετόπισθεν της καθημερινής ζωής», όπου η ποίηση και η ποιητικότητα είναι παρούσες, σφήνες μέσα σε έναν προφορικό γρήγορο και κοφτό λόγο «βουνά που γαλάνιζαν», «Λιβάδι, δάσος, χωράφια, αμπέλια» και «οι ροζ κανδήλες της ροδακινιάς ευωδίαζαν αλύπητα» – είναι προπάντων ένας ποιητής που
ζωγράφιζες κι όλο μας συμφιλιώνει με τη λέξη πατρίδα (δεν την χρησιμοποιούσαν εύκολα τη λέξη για χρόνια στην Αριστερά), παρ’ όλο που πατρίδα είναι η γλώσσα. Ελευθερία και γλώσσα, μόνο σ’ αυτά δεν ομνύει κι ο Σολωμός που αγαπά;
Πόλεμος, Κατοχή, Εμφύλιος. Στα ποιήματα και στην πεζογραφία του Μ.Μ. θεματοποιούνται μονότονα κάποτε και σταθερά ο γενέθλιος χώρος του βιώματος, η μακεδονική ταυτότητα και η ιστορική μνήμη. Στην ανοιχτωσιά των ποιημάτων μια μυθολογία του γενέθλιου τόπου εξυφαίνεται σιγά σιγά από ποίημα σε ποίημα, της Έδεσσας και του Γραμματικού, και ένα πλήθος τοπωνύμια «σημαίνουν» και πρωταγωνιστούν, ειπωμένα με τα πολλά τους ονόματα. Ένας λυρισμός χωρίς φυσιολατρία, όπου ο ποιητής σε διάλογο με τη
φύση καταγγέλλει όλα τα δράματα του τόπου και των συντρόφων του, παγιδευμένων στη συγκυρία της Ιστορίας: πόλεμο, Κατοχή, Εμφύλιο. Μιλάει στα δέντρα, στα πουλιά και στα βουνά, όπως γίνεται στο δημοτικό τραγούδι. Για να γιατρευτεί το γενέθλιο τραύμα, η μετεμφυλιακή ήττα, η κομμένη γλώσσα από τη βία της εξουσίας, ο θάνατος των συντρόφων και η μοναξιά, χτίζονται ποιήματα παραμυθητικά και πεζογραφήματα, γιατί «το εγώ τίποτα δεν είναι / υπάρχουμε μόνον όταν υπάρχουμε μαζί.».
Θυμάμαι τον Μάρκο Μέσκο μακρινή γιγάντια φιγούρα στο αντιρατσιστικό φεστιβάλ του Σεπτεμβρίου, στην παραλία της Θεσσαλονίκης, αρκετά χρόνια πριν, ανάμεσα στους νεότερους φίλους του. Τον συνάντησα αργότερα, στην παρουσίαση της Κατάθεσης, του βιβλίου της Κατερίνας Μάντη, ενώ συναπαντήματα υπήρξαν στο Κεντρί, στον Μπαράκα ή στο
Ζουρνάλ, τα πρωινά, όπου έπινε τον καφέ του με τις καλές του φίλες, τις Μαρίες, Αγαθοπούλου και Κουγιουμτζή, και την παρέα τους. Ένας λιγόλογος γίγαντας, με μισό χαμόγελο τρυφερότητας κι αμηχανίας. Πολύ αργότερα βρήκα το μονοπάτι για το Μαύρο δάσος της ποίησής του και για τα πεζογραφήματά του, και ήρθαν και ευθυγραμμίστηκαν ένα σωρό αγάπες κάτω κι από τις συγκινημένες του αναγνώσεις για τον Θεόκλητο Καρυπίδη ή και τις εξομολογήσεις του για τη Μέλπω Αξιώτη, ακόμα και η φιλία μου για έναν συντοπίτη του από την Έδεσσα, που δεν ζει πια, τον Γιώργο Σταμάτη, καθηγητή, δεν συναντήθηκαν ίσως ποτέ, έναν αδιάλλακτο άνθρωπο που έζησε με πάθος στις γραμμές της ιδεολογίας του -συνείδηση και πράξη- και στρατεύτηκε στην αγάπη των βουνών και της φύσης: Καϊμακτσαλάν, Έδεσσα, Γραμματικό.

.

ΚΙΝΗΤΗ ΓΙΟΡΤΗ

.

Λέγαμε τα κάλαντα, και τώρα μας τα λένε. Σήμερα ο μικρός μας γείτονας στο απέναντι μπαλκόνι, που όλη τη χρονιά του ζητούσαμε να έρθει να μας τα πει Χριστούγεννα ή Πρωτοχρονιά, τα πρώτα του κάλαντα – μας ξύπνησε με δυνατά κλάμα- τα πρωί πρωί. Ήταν στην πόρτα μας καθ’ όλα έτοιμος με το
τρίγωνό του και την ωραία του μαμά, μόνο που καθώς έρχονταν με το ασανσέρ τούς είχε πέσει -στο φρεάτιο, αλίμονο-το σιδερένιο σήμαντρο του τριγώνου. Χάδια και παρηγοριές δεν ωφελούσαν, και δεν πειθόταν να αρχίσει να τα λέει, έτσι, χωρίς τρίγωνο κανονικό. Έστω, ας ερχόταν μέσα, να το
συζητούσαμε, να δει και τον Αλέξαντρο που κοιμάται ακόμα, όπως εκείνος όταν αργεί να σηκωθεί καμιά φορά για το σχολικό. Ένα μικρό κατσαβίδι που τρέξαμε να βρούμε αντικατέστησε την απώλεια, σε συνδυασμό με τις μεγάλες στρατηγικές. «Πέρνα μέσα να μας τα πεις. Νά, αυτός είναι το δικό μου το παιδάκι, που κοιμάται ακόμα – ξενύχτησε χτες.» Και νά, «Τρίγωνά-κάλαντά-μές-στη-γειτονιά….», ακούστηκε σε λίγο παρηγορημένος με τα μάγουλα ακόμα μουντζουρωμένα από τα μαύρα δάκρυα ο μικρός καλαντιστής.

«…Eponine et Azelma…», τα κοριτσάκια του Θερναδιέρου ντύνουν με κουρελάκια τις κούκλες τους μπροστά στο σβηστό τζάκι… Οι Άθλιοι, κι εμείς στο μάθημα της μετάφρασης, ήλιος που στραφταλίζει και παίζει στα τζάμια μπρος απ’ τη Λεωφόρο Στρατού, κι όταν βγαίνουμε απ’ την τάξη η αυλή είναι κατάλοιπη και η αίσθηση της χαράς τσουχτερή. Από τότε μοσχοβολούν στη μνήμη τα Χριστούγεννα με χιόνι, ήλιο και ένα βιβλίο.
Η ρόδα του χρόνου γυρνάει πάνω κάτω φέρνοντας αγάπη ανάμεσα σε λύπες, ματαιώσεις κι απώλειες. Κατορθώματα και φίλους κι αγαπημένους και παιδιά -μια οικογένεια νέα- και αναμνήσεις κερδισμένες χρόνο τον χρόνο και
τέλος φτάνουμε εδώ, και η σημερινή ρουτίνα που ευχόμαστε να ανανεωθεί και πάλι είναι η αγκαλιά των φιλενάδων φορτωμένη δώρα και ιδέες, το ημερολόγιο των Ζαπατίστας, πράγματα και βιβλία αφιερωμένα εξαιρετικά, και σχέδια σπουδαία ή καθημερινά, στη συμφωνημένη συνάντηση στο καφέ στο κέντρο. Μια παλίρροια οι φίλοι έρχονται τώρα τις γιορτές με αστεία και ιστορίες και τη μικρή τους φιλοσοφία για τα προβλήματα, ένας παρηγορητικός ανθρώπινος αέρας. Η Αγγελική, η Λένα ή η Ευδοκία, η Δωροθέα, η Ξακουστή, η Χρύσα. Κύκλοι οι φιλίες, είναι αυτοί τα Χριστούγεννα, και εύχεσαι η ευλογημένη ρουτίνα, που πάει να εδραιωθεί χρόνο τον χρόνο, να επαναληφθεί και φέτος. Απερισκεψία η νεανική μας απέχθεια για την επανάληψη και τους κύκλους της ζωής, που είναι η γιορτή.
Καλωσορίζοντας νέους ανθρώπους και νέες προκλήσεις με μόνο ανάχωμα τον εαυτό μας, όπως λένε οι φιλενάδες μου που όλο και εγκαταλείπουν τις συλλογικότητες που απορροφούσαν όλο τους τον χρόνο παλιότερα, να καρφιτσώνουμε σημαιάκια αγάπης και συμμετοχής, καθώς προχωράμε, όσο κρατάει η γιορτή της ζωής.

.

ΣΚΟΥΛΑΡΙΚΙ ΣΤΗ ΜΥΤΗ (2015)

.

Στο νησί, στα ενοικιαζόμενα αραχτοί -πόσα χρόνια πριν;- κι από το διπλανό δωμάτιο είχαν ακούσει για πρώτη φορά εκείνο το γέλιο να πιάνει όλο τον χώρο, να εξαπλώνεται -καλοκαιράκι απόγευμα και τα παράθυρα ανοιχτά- παραδεισένιο. Ερχόταν απ’ αλλού, αισθησιακό, ναρκισσευόμενο και κυκλογύριζε και ξεσπούσε ασυγκράτητο όλο εκρήξεις κι όλο δυνάμωνε σα να διηγιόταν μια ιστορία που κάποτε όλοι γνωρίζανε και με τον καιρό την είχανε ξεχάσει, κι ήταν γι’ αυτό έτσι βουτηγμένοι στην κατήφεια. Γέλιο νέας γυναίκας που αγκάλιαζε όλο το απόγευμα, το τετράγωνο, την πόλη. Ποια ήταν; Ήταν ευτυχισμένη με τόσο λίγα ή μήπως με πολλά; Της έδιναν πολλά αυτηνής, έναν απόλυτο έρωτα ίσως, μια τέτοια τελειότητα που αυτοί από καιρό είχαν πάψει να ονειρεύονται. Ήταν μήπως μια ξένη γυναίκα, μια μετανάστρια, μαθημένη με δυσκολία να κερδίζει τη ζωή και γι’ αυτό έτοιμη να αναγνωρίσει τη χαρά και να την υποδεχτεί όπως της πρέπει; Ήταν ένα νεαρό σαχλό κορίτσι που είχε δεχτεί το πρώτο ερωτικό φιλί και χαίρεται φιλάρεσκη με τον νεαρό εραστή πρωτόγνωρα αγκαλιάσματα και χάδια, θέλει να του αρέσει, δεν τον χορταίνει, κάτι τέτοιο; Ή μήπως πάλι είχαν βρεθεί ξανά -χαμένοι για χρόνια- κλεισμένοι σ’ ένα δωμάτιο οι παλιοί εραστές να διηγούνται ο ένας στον άλλο τη ζωή που έζησε ο καθένας χωρίς τον άλλο, τι άδικες, χαμένες, μάταιες ώρες προσπαθώντας να ταιριάξουν με το λάθος ταίρι, χωρίς κατανόηση ή διορατικότητα, χωρίς διαίσθηση ή πάθος, χωρίς να μπορούν ή να θέλουν να δώσουν και να πάρουν ικανοποίηση όπως αυτοί ήξεραν κάποτε.

.

ΦΕΥΓΩ ΑΛΛΑ ΘΑ ΞΑΝΑΡΘΩ (2014)

.

Τ0 ΜΕΡΤΙΚΟ ΜΟΥ ΑΠ’ ΤΗ ΧΑΡΑ

Κάθονταν στα ψηλά σκαμπό στη στοά με τα μπουφάν τους φορεμένα.

Μπροστά τους στη λαδόκολλα – όλα τα καλά του Θεού: μπιφτέκια, παντσέτες, λουκάνικα, πατάτες, καυτερές, φέτα λαδορίγανη, πικάντικη, κρεμμύδια με μικρά ίχνη μαϊντανού και από ένα τσίπουρο και κρασί στο καρτούτσο και σιγοέπιναν κάτω από τους ήχους ενός άκαιρου λάτιν, επετειακού ωστόσο, που χτυπούσε δυνατά κι αψυχολόγητα το στενό, τους ανθρώπους και τα πράγματα και γυρνούσε πίσω άπρακτο, κέφι δεν υπήρχε πουθενά, απουσίαζε εντελώς, κι ας ήταν κρεμασμένες μάσκες παντού, πιερότοι, σερπαντίνες, και οι σερβιτόροι ας φορούσαν κι αυτοί αστραφτερά καπέλα γουέστερν, ή κόκκινα σατανικά κέρατα ο ψήστης που έβγαινε κάθε τόσο και παρέδινε την καινούργια παραγγελία για τα γύρω τραπέζια. Κάθε τόσο έμπαιναν οι μελαχρινοί άνθρωποι ή μικρά παιδιά με ζουρνάδες, κλαρίνα και νταούλια, έπαιζαν για λίγο έναν παραδοσιακό σκοπό και τους άφηναν πάλι λεία στους δυνατούς ήχους του λάτιν να τους ξεκουφαίνουν, υπογραμμίζοντας την παγωνιά ένα γύρω. Λίγος κόσμος περνούσε. Κάτι συνταξιούχοι κοίταζαν έξω απ’ το υπαίθριο ρετσινάδικο, μπροστά, τις τιμές με τα κρεατικά στον πίνακα, ένα γύρω δυο τρεις τους θαμώνες, και συνέχιζαν τον δρόμο τους στη στοά. Λαχειοπώλες έμπαιναν, έλεγαν μονότονα το μάθημά τους κι έφευγαν πάλι γι’ αλλού. Κι έτσι, όταν πέρασε ο άνθρωπος με το ακορντεόν γεμίζοντας τον χώρο ένα γύρω με τους αισθαντικούς ήχους του, «το μερτικό μου απ’ τη χαρά μού το ’χουν πάρει άλλοι..,», προετοίμασε σχεδόν την είσοδό της. Μια όμορφη Αφρικανή ήταν, που πέρασε αργά από μπροστά τους με το θεσπέσιο χαμόγελό της, κρατώντας στα χέρια της για πώληση προφανώς κι επιδεικνύοντας τρία τέσσερα καρό κασκόλ μαϊμούδες, στο άλλο μπράτσο

περασμένα ρολόγια χειρός κάθε λογής, μαϊμούδες μάλλον κι αυτά, χαμογελώντας πέρασε από μπροστά τους, κι όπως στράφηκε να φύγει, είδαν το μωρό της που της ζέσταινε μακάριο την πλάτη φασκιωμένο σ’ έναν αυτοσχέδιο μάλλινο μάρσιπο.

Πλήρωσαν και βγήκαν. Προς την έξοδο της στοάς, απ’ το «Μπαζαγιάζι» ακουγόταν στη διαπασών ένας ξετρελαμένος Βαμβακάρης κράχτης, σχολιάζοντας την άδεια μας καρδιά.

20.2.2012

.

ΤΟ ΑΛΟΓΑΚΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ (2012)

.

Χαράζω τις φλέβες μου…

Με τον πατέρα, μαθήτρια, το καλοκαίρι του ’66 πρέπει να ’τανε, στο γήπεδο του Άρεως για τη μυθική συναυλία του Θεοδωράκη, με μια νέα κι άγνωστη μελαχρινή τραγουδίστρια. Θάμβος και περηφάνια. Για ανάταση μιλούσαν οι εφημερίδες της εποχής. «Δακρυσμένα μάτια νυσταγμένοι κήποι» – «Δραπετσώνα» – «Τι να την κάνω τη χαρά» – «Κράτησα τη ζωή μου» – «Χαράζω τις φλέβες μου και κοκκινίζουν τα όνειρα» – «Χρυσοπράσινο φύλλο» (μόνο πρόσφατα έμαθε ότι είναι κάποιου άγνωστού της ώς σήμερα ποιητή, του Λεωνίδα Μαλένη). «Λιποτάκτες» – «Πολιτεία» – «Μαγική πόλη»

– «Επιφάνεια» – «Άξιον εστί», μαγικοί αστερισμοί που της έστελναν κυματιστό χαιρετισμό από κάπου μακριά, στοίχειωναν τη φαντασία της και μεθούσαν την καρδιά της. Στα εμβληματικά τραγούδια εκείνης της εποχής ήρθαν να προστεθούν στα «αγαπημένα της» η «Αυλή», «Τα τραγούδια του Αγώνα», η «Ωδή εις Σάμον», «Κάποτε θα ’ρθουν…» και οι Μπαλάντες του Αναγνωστάκη και τα Λυρικά του Τάσου Λειβαδίτη, η προίκα της, η προίκα μας. Τι διάβολο, είμαστε από καλή γενιά.

(Στο ίδιο γήπεδο είδαν κι άκουσαν και τη Σωτηρία Μπέλλου, απλή, σοβαρή και μετρημένη, στην εμφάνιση τουλάχιστον, σαν μια γυναίκα του λαού, που ήτανε άλλωστε.)

Η ζωή από κει και πέρα με προοπτική τη Χούντα και την ανυδρία, τη φίμωση και τη σιωπή που συνεπαγότανε. Στις συζητήσεις με τον πατέρα πόσο επαναστατούσε στην ιδέα της επιβεβλημένης σιωπής, ίσα-ίσα τώρα που άρχισαν να καταλαβαίνουν και ν’ αγαπούν τους συνθέτες, τους ποιητές, τα βιβλία, το θέατρο, την έκρηξη εκείνη που συνέπιπτε ακριβώς με το δικό τους μπουμπούκιασμα…

Η Ζωή του παιδιού και η πορεία τους Προς την Νίκη είχαν επιτέλους τελειώσει, και η ζωή ριγούσε τώρα προς κάτι δρόμους αλλιώτικους, θαυμαστούς. Διάβαζε τον Ταχυδρόμο του Σαββίδη και ήταν ένα παλλόμενο έλασμα από ανεκπλήρωτους πόθους, χαρά, περηφάνια, προσδοκία. Όταν πήγαν με την Άρτεμι στη Νομική για τις εγγραφές, πρωτοετείς, ντροπαλές και περήφανες συγχρόνως, ο εγκάθετος είχε πει καλοπιάνοντάς τες: «Αυτά είναι δικά μας παιδιά». Παχυλή αηδία. Δεν ήταν παιδιά κανενός τους. Ανακάλυπταν με περηφάνια τη φοιτητική ζωή και κανείς δεν μπορούσε να τις βάλει στο τσεπάκι του. Και δεν το ’κάνε.

Η ωραία ταμίας στο «Ναυαρίνο» χαμογέλασε με συγκατάβαση. Στα δεκατέσσερα εμείς, αλλά μας έβαλε στο ακατάλληλο έργο, Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, όταν είχαμε καταπλεύσει μ’ ένα σωρό προσδοκίες και πάλι.

Ο μπαμπάς ένα βραδάκι ζεύτηκε μόνος του το κάρο και γύρισε σπίτι, τι είχε πάθει το άλογο; Βίοι παράλληλοι με τον Κλέοβι και τον Βίτωνα;

Στην πρώτη επέτειο της δολοφονίας του Γρηγόρη Λαμπράκη, στη μεταπολίτευση, κυνηγητό στα λουλουδάδικα με τους χωροφύλακες στη Βασιλέως Ηρακλείου. Θυμάμαι τη μυρωδιά απ’ το χοιρόδερμα στην τσάντα της Όλγας, κολλητά στο πρόσωπό μου, κούρκουδα κρυμμένες καθώς είμαστε σε μια γωνιά. Η Όλγα κι ο Μιχάλης συμφοιτητές άλλοτε.

.

ΣΤΗ ΜΑΝΑ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ (2004)

.

ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΗ ΜΑΡΙΑ

Με τα μάτια κλαμένα, ξεχτένιστη, δραπετεύεις απ’ τους άσπρους τοίχους, σα στεναγμός.

Κι εκείνος, σφίγγοντας το ένα μέ το άλλο τα χοντρά άπραγα χέρια του, κάτω απ’ την μπλε εργατική φόρμα τα πλευρά του μπορείς να τα μετρήσεις — ρουφηγμένο το πρόσωπο με τη γκριμάτσα σα γέλιο, το κλάμα του. Περιμένει.

Μυρωδιά νοσοκομείου, άσπρες μπλούζες, σπουδή, πυρετός 42,

ορός, αποκάλυψη φλέβας, «πατέρα βοήθεια», φωνή βραχνή, που τον κρατάει απ’ τον ύπνο, τον παιδεύει. Δωμάτιο 336.

Ό μπαμπάς συνέχισε να περνάει απ’ την Εισαγγελία τα μεσημέρια. Ήταν ο δρόμος του. Δεν τον περίμενες πια κι ήταν αδυνατισμένος. Στην αγανάχτηση του, όταν μιλούσε για το άδικο ή για το Θεό — που είναι το ίδιο — ο εφιάλτης.

Η μαμά πηγαινοερχόταν για χρόνια σαν αυτόματο, ταχτοποιώντας το σπιτικό σου σκεφτική και απούσα, σα να άγγιζε τα δάκρυα των πραγμάτων που αγαπούσες. Στις μηχανικές της κινήσεις ο εφιάλτης πληροφορούσε το θάνατό σου.

Ανάγκαζα τον εαυτό μου να κοιτάξει τδ κενό. Ν’ ακούσει την απουσία σου. Το παράλογο με καταβρόχθιζε. Η γεύση του «ποτέ πια». Ό κλήρος μας να δεχτούμε ένα μέλλον απ’ οπού εσύ απουσίαζες. Να πρέπει να μιλάμε για σένα στον παρατατικό, αγαπούσε, ήθελε, φοβόταν.

Υπερευαίσθητη, με στόχο σου το απόλυτο. «Δε βγαίνουν έτσι στη ζωή, Μαρία, πιο λίγο πάθος», συμβούλευαν οι φρόνιμοι.

Ακολούθησες την καρδιά σου ως την άκρη της λύπης, της κούρασης, της στοργής, του φόβου.

Μαρία, τριαντάφυλλό μου, όπως θα ’λεγε κι ο μικρός πρίγκιπας, τόσο δίκιά μου. ’Αδύνατο να ξεμπλέξεις τις δυο ζωές μας, πλούσιες σε περιστατικά βιωμένα, φυλαγμένα στη μνήμη.

Ανεκπλήρωτη, με τάσεις κι αγάπες κι ιδέες χωρίς αντίκρισμα, με μόνη πολυτέλεια τη φιλία της Ηλέκτρας και της Δήμητρας, θερισμένη, χωρίς μέλλον.

Δεν είχα καταφέρει να ξορκίσω τους φόβους σου, την ανασφάλεια σου. Θησαύρισα τις λέξεις σου, τις τρομαγμένες σου μέρες στο νοσοκομείο. Ανάπλασα εικόνες, εντυπώσεις, όνειρα. Σ’ έχασα και σε ξαναβρήκα σε ανύποπτα όνειρα. Το πρωινό, αγγελτήριο τού θανάτου σου, άσπρο και μαύρο με πρόδινε. Κρύφτηκα. ’Έζησα. ’Επιβίωσα.

Στο γιό σου δεν μπορώ να μιλήσω για σένα. Του χαρίζω βιβλία, πουκάμισα παλιότερα, τού χαϊδεύω τρυφερά το κεφάλι. Είμαστε ντροπαλοί για να αγγίξουμε αυτή τη μνήμη που πονάει. Σου ’χα ορκιστεί κάποτε να ζήσω και για τις δυο μας, με πάθος και λαιμαργία. Δεν είναι πάντα εύκολο.

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

.

Όπως η Μπερλίνα

.

.

ΠΟΛΥ ΧΑΤΖΗΜΑΝΩΛΑΚΗ

Η ΑΥΓΗ 17/4/2018

Ξεφυλλίζοντας τον εαυτό της σαν λεύκωμα

Από το 2004 που κυκλοφόρησε το πρώτο της βιβλίο, κάνοντας μια μεγάλη παύση -οχτώ χρόνια-, αλλά μετά ανά δύο ή τρία χρόνια η Αρχοντούλα Διαβάτη γράφει, διαβάζει και δημοσιεύει μικρά στοχαστικά πεζά μικρά δοκίμια και διηγήματα που δίνουν αξία και αίσθημα στην καθημερινότητα, στην αυτοπαρατήρηση, στις αναγνώσεις της. Μια γραφή που έχω αγαπήσει πολύ, που διαβάζοντάς την έχω πάντα την αίσθηση ότι γίνομαι καλύτερη αφού με κάνει να αντιλαμβάνομαι τη σημασία των ελαχίστων, τα μικρά «τιποτάκια», τις λεπτομέρειες και τα συμβάντα που εντάσσονται στις συγγραφικές συνθέσεις της. Το βλέμμα και το βίωμα ενός υποψιασμένου ανθρώπου, ενός λόγιου γραφιά που αξίζει να τον παρακολουθείς γιατί αποκαλύπτει με τη γραφή της, την ειλικρίνειά της, την αισθαντικότητα και την ευαισθησία της την αθέατη και ουσιαστική όψη των πραγμάτων.

Είχα συνηθίσει τον τρόπο της Αρχοντούλας, τον σφιχτοδεμένο και πυκνό λόγο της – ειλικρινή, αυθόρμητο, διεισδυτικό, πάντα πρόσφορο για μελλοντικές επαναγνώσεις. Ένα χρονικό της εσωτερικής ζωής μιας γυναίκας της γενιάς μου στην αγαπημένη Θεσσαλονίκη. Περιμένω κάθε καινούργιο βιβλίο κάθε φορά με υψηλές αναγνωστικές προσδοκίες πιο πλούσιο και γεμάτο από εμπειρίες στην ίδια συχνότητα που την θεωρούσα σχεδόν δεδομένη. Ωστόσο, η Αρχοντούλα αποφάσισε να δοκιμάσει και άλλους τρόπους για να εκφράσει «το ίδιο και το άλλο». Με τον ανεξέλεγκτο τρόπο της ποίησης -τον τρόπο (της γραφής) που προσομοιάζει ίσως με το κλάμα ή την ασυδοσία ενός παιδιού- εξέδωσε μια ποιητική συλλογή με τίτλο «Όπως η Μπερλίνα», ανακαλώντας μνήμες μακρινές από το ομαδικό παιχνίδι της παιδικής μας ηλικίας, με τους χαρακτηρισμούς, τον παιχνιώδη τρόπο της διαπόμπευσης, που με τη συγκίνηση και τον σαρκασμό επιχειρεί μια νέα, πιο τολμηρή κατάδυση στο προσωπικό βίωμα, στην καθημερινότητα, στον έρωτα, τη νοσταλγία τη θλίψη.

Χαμηλόφωνα και αισθαντικά, με λιτότητα και τόλμη «ξεφυλλίζει τον εαυτό της σαν λεύκωμα», ξεφυλλίζει τις μνήμες της παιδικής ηλικίας, έρχεται αντιμέτωπη με την απώλεια, το πένθος, την κανονικότητα, τη μοναξιά, την τέχνη της γραφής, την ποιητική και τόσες μικρές λεπτές αποχρώσεις της ατομικότητας, της ύπαρξης, του βάρους της ζωής.

Παρά το ότι ο χώρος της ποίησης έχει τους δικούς τους ρυθμούς, τους δικούς του χρόνους και τα κριτήρια, το δικό του ιδιαίτερο φως, τον έχουν υπηρετήσει άνθρωποι με ιδιαίτερες ευαισθησίες και θα έλεγα πως εκφράζει έναν άλλο τρόπο αντίληψης του κόσμου, έναν άλλο βηματισμό στη ζωή, η ανεπαίσθητη προσχώρηση της Αρχοντούλας Διαβάτη δεν ξενίζει, δεν εκπλήσσει, αλλά ανακουφίζει και αναπαύει. Η αμεσότητα στην έκφραση και την διαπραγμάτευση των θεμάτων που την έχουν απασχολήσει και στο πεζογραφικό της έργο με πιο οξύ και λοξό τρόπο, στο επίπεδο σχεδόν του λυγμού κάποιες φορές, εκτιθέμενη αλλά αυτοσυγκρατούμενη με τέχνη πάντα, δίνει ένα αποτέλεσμα που πλουτίζει και την ποίηση αλλά και δικαιώνει και το πεζογραφικό της έργο.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ο ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ προς τα βιβλία της:

Γεια σας βιβλία μου, χαίρετε. / Θέλησα να σας χαιρετήσω σήμερα, / αφημένα καθώς είστε στο γραφείο / ή στη βιβλιοθήκη των φίλων και γνωστών, / στον κίτρινο φάκελό σας ακόμα, / και με την αφιέρωση, / κύριον… κυρίαν…, με εκτίμηση, / φιλικά, με αγάπη, πολλή αγάπη, / να περιμένετε ντροπαλά με μετριοφροσύνη / -εδώ ο Καρυωτάκης περίμενε χρόνια με τις άκοπες σελίδες του / στο σπίτι του Καβάφη, / καμία σύγκριση παρόμοια εξάλλου δεν χωρεί.//

Ανεπίδοτα γράμματα τα βιβλία μας περιμένουν, / χωρισμένα με προσδοκίες ευφρόσυνες, / ένα ραντεβού όπου εκείνος ή εκείνη αργούν τόσο: / Η ζωή είναι μπροστά μας εξ άλλου αύριο είναι μια άλλη μέρα, / hypocrite lecteur, mon semblable, mon frère!

.

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

FRACTAL 09/05/2018

Ο συγκερασμός του ιδιωτικού και του συλλογικού
στην ποιητική της Αρχοντούλας Διαβάτη

Σύμφωνα με τον Honoré de Balzac[1], όταν ο νεαρός ποιητής Λυσιέν ντε Ρυμπαμπρέ εκθέτει αδρομερώς την υπόθεση του παρθενικού του μυθιστορήματος στον εκδότη Ντογκερό, αυτός συναινεί με ευμένεια σε μία πιθανή έκδοση. Μα μόλις ο νέος δημιουργός είχε την ιδέα να του παρουσιάσει και μια ανέκδοτη ποιητική συλλογή ο Ντογκερό ξαφνιάστηκε και απότομα του είπε: «Ώστε είστε ποιητής· δεν το θέλω πια το μυθιστόρημά σας. Οι ριμαδόροι την πατάνε όταν καταπιάνονται με την πρόζα. Στην πρόζα, δεν έχει φιοριτούρες, πρέπει οπωσδήποτε να πεις κάτι». Στην περίπτωσή της Διαβάτη ο Ντογκερό θα έλεγε το αντίθετο… «Μα είστε μία συγγραφέας[2], τι καταπιάνεστε με την ποίηση; Τι σχέση έχει ο πεζός λόγος με τον ποιητικό;»

Κι όμως η Αρχοντούλα Διαβάτη με την πρώτη της συλλογή, «όπως η μπερλίνα» (νησίδες, 2017), πέρασε τις σκοπέλους και με έναν άλλον λόγο, ποιητικό αυτή τη φορά, συνεχίζει τη διαδρομή του ασπρόμαυρου αναζητώντας απαντήσεις στο παλιό, όπως τούτο εμφανίζεται στην ομίχλη των αναμνήσεων. Άλλωστε, μοιάζουν με μαυρόασπρες φωτογραφίες που έπεσαν στα χέρια της και γέννησαν φθόγγους και συναισθήματα, τα βασικά υλικά της ποίησης. Και η ποίηση της Διαβάτη κινείται μεταξύ μνήμης και κοινωνικών παραστάσεων.

Αν επιχειρήσουμε μία περιοδολόγηση της Διαβάτη θα δυσκολευτούμε. Βιολογικά ανήκει βεβαίως στη γενιά του ’70. Μα λογοτεχνικά δεν ανήκει, επειδή άρχισε να γράφει μόλις στη δεύτερη δεκαετία του ΚΑ’ αιώνα. Και ως ύφος και προβληματισμούς δεν έχει καμία σχέση με τους συνομηλίκους της ποιητές. Άλλωστε, κάποιος εντάσσεται σε μια γενιά όχι μόνο βάσει βιολογικής ηλικίας, αλλά και πρώτης εμφάνισης στα γράμματα.

Μία γρήγορη ματιά στην ποιητική της την φέρνει κοντύτερα σε αυτό που ο Ηλίας Κεφάλας αποκάλεσε «ποίηση του ιδιωτικού οράματος», της γενιάς δηλαδή του ’80, παρά το ότι βέβαια -ξαναλέω- δημιουργεί στον ΚΑ’ αιώνα. Χωρίς έντονες κοινωνικές παραστάσεις στην εικαστική της και με χαρακτηριστικά «ποίησης κλειστού χώρου» προσανατολίζεται σε μία ανθρωποκεντρική οπτική με έμφαση στις διαπροσωπικές σχέσεις (ο πόλεμος των φίλων, εις εαυτόν, χωρίς τον ξενοδόχο) με ευαισθησία για το διαφορετικό (κανονικότητα). Ακόμα κι όταν ο ποιητικός χώρος είναι εκτός «δωματίου», πάλι παραμένει κλειστοφοβικός (μούσαις χάρισι θύε, αιωνιότητα, αστυφιλία) είτε μέσω άρνησης και αντίθεσης περιορίζεται χωρικά (δεν τη χωράει ο τόπος, ιδρυματισμός).

Είναι όμως αναγκαίο να τονίσουμε ότι η ποιητική της Αρχοντούλας δεν είναι ατομοκεντρική. Με οξύνοια παρακολουθεί από το υποθετικό παράθυρο του κλειστού χώρου την κοινωνία (Πάσχα ελληνικό κανονικά, δεν τη χωράει ο τόπος, πρωτόλεια). Μολονότι δεν απαντώνται εικόνες κρίσης ή συγκρούσεων κοινωνικών, η ποιήτρια δεν παίρνει το μάτι της από τον κοινωνικό χώρο. Την ίδια, άλλωστε, εστίαση είχαμε δει στο «σκουλαρίκι στη μύτη», όπου η συγγραφέας επιμένει σε μία η διαχείριση του παρελθόντος (και του παρόντος).

Η συλλογή κινείται μεταξύ κοινωνικής και «ιδιωτικής» ποίησης. Οι συνθέσεις της συλλογής ξεκινώντας από την αυτοβιογραφία της ποιήτριας, καταλήγουν στην αυτοβιογραφία του κοινού. Χαρακτηριστικό είναι ότι αποφεύγει τη χρήση του α΄ πληθυντικού γραμματικού προσώπου, ενισχύοντας την ατομική προσέγγιση. Με έναν υβριδισμό μεταξύ συλλογικού κι ατομικού βρίσκεται στην αντίπερα όχθη του «ιδιωτικού οράματος», εκφράζοντας μία διάθεση αποκαρδίωσης για την ακοινωνησία των σύγχρονων ανθρώπων.

Μία οσμή, παράλληλα, λεπτής ειρωνείας αναδύεται από τα επιμύθια, συνδεδεμένη με μία αίσθηση πικρής απογοήτευσης για την αστική ζωή –κι όχι μόνο. Ενώ η τεχνολογική ανάπτυξη έχει μπει σχεδόν σε κάθε σπίτι και η ηλεκτρονική πρόοδος είναι ραγδαία, οι άνθρωποι απομονώνονται όλο και περισσότερο, η πόλη γίνεται όλο και πιο εχθρική προς τη φύση του ανθρώπου.

Σε αυτόν τον κλειστό χώρο δε μας προξενεί, λοιπόν, εντύπωση το γεγονός ότι η νύχτα –καταγεγραμμένη (δεν τη χωράει ο τόπος, ώρες, δύσκολες νύχτες, ξένος) ή συνυποδηλωτικά δοσμένη– είναι διαρκής (ερωτική νύχτα, το ταξίδι, το τέλος του παιχνιδιού).

Το ζήτημα της ηλικίας μπαίνει συχνά με μία νοσταλγική πνοή συνδυασμένο με τη μνήμη (ξένος, μπερλίνα, το τέλος του παιχνιδιού, καρουζέλ, ποιητική), όπως και ο φόβος του θανάτου (το ταξίδι), ενώ ο έρωτας στην ποιητική της διατηρεί μία νοσταλγική διάθεση (αιωνιότητα, λύπη, μούσαις χαρίσι θύε, ιδρυματισμός). Αγαπημένα πρόσωπα που χάθηκαν εμφανίζονται συχνά σε συνθέσεις της συλλογής (φιλόλογος, μπερλίνα, αι συνέπειαι της παλιάς ιστορίας, απουσία). Παράλληλα, δε, εισέρχονται και προβληματισμοί για την ίδια την ποιητική τέχνη και τα βιβλία (13 14 28 29 39 33).

Αν δούμε τα υλικά της ποιητικής της Αρχοντούλας Διαβάτη, θα παρατηρήσουμε ότι κινείται στον άξονα της λιτής προφορικότητας. Λίγα στολίδια ενίοτε σπάνε τη μονοτονία του εντελώς απέριττου. Κάποιες λίγες παρομοιώσεις, λίγες μεταφορές και διάσπαρτες λυρικές εικόνες φωτός ή φύσης εμποτίζουν το σκοτεινό ποιητικό της κάδρο. Έτσι όταν εντοπίζεται φως, το καναβάτσο διαχέει δόσεις αισιοδοξίας (ποιητική, παρών, Μάρτης τρελομάρτης). Η κύρια βέβαια εικονοποιία σταθερά είναι σε έναν κλειστό χώρο -συχνότατα σκοτεινό συνειρμικά- που γεμίζει με πρόσωπα σκυμμένα σε έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή ή ένα κινητό τηλέφωνο ή έναν χώρο που γεμίζει με μνήμες αγαπημένων και αναμνήσεις εποχών αθωότητας και παιδικότητας.

Κύριο συστατικό της έκφρασής της είναι το ουσιαστικό και το ρήμα. Η συχνή ύπαρξη δευτερευουσών προτάσεων επιμηκύνει τον ποιητικό λόγο γεννώντας επαυξημένες προτάσεις μέσα στον θρυμματισμένο στίχο. Και τούτο ενισχύει την αίσθηση της αγωνίας και «απλώνει» τον χρόνο της ανάμνησης. Το ίδιο και το ασύνδετο σχήμα που συχνά υιοθετεί η δημιουργός (εις εαυτόν, μπερλίνα, κανονικότητα, ξένος, Πάσχα ελληνικό κανονικά) ή άλλοτε ονοματικά σύνολα θρυμματίζουν τη μνήμη σε σπαράγματα.

Η προφορικότητα της εκφραστικής της διαχέει μία ανεπιτήδευτη –φαινομενικά– απλότητα. Οι πλήρεις προτάσεις ισορροπούν με τον διασπασμένο στίχο ορίζοντας έναν εσωτερικό ρυθμό που θεμελιώνεται στα επιμέρους συντακτικά σύνολα. Η αφηγηματική ροή κινείται με φυσικότητα, αποκαλύπτοντας τις πτυχές του συλλογικού κι ατομικού βίου που κάνουν την ποιήτρια να αγωνιά για το μέλλον της κοινωνίας.

Και αξίζει να σημειώσουμε ότι δεν είναι λίγες οι ποιητικές αναφορές της Διαβάτη στην ηλεκτρονική τεχνολογία. Και αυτό αφήνει ένα ενδιαφέρον στίγμα στον ποιητικό χάρτη, επειδή η σύγχρονη η ποίηση δε φάνηκε να αγκαλιάζει τα τεχνολογικά επιτεύγματα. Μολονότι ενίοτε τα πλησιάζει, σπάνια βλέπουμε καταγραφές σε ποιήματα. Βέβαια όπως η περίπτωση της Αρχοντούλας, όταν το έχουμε, διατηρεί μία διάσταση σαρκασμού και κοινωνικής κριτικής που εκθέτει μία κοινωνική αγωνία (έργα και ημέρες, αύριο, κόλλημα, όνειρο). Για παράδειγμα, η λέξη «κινητό (τηλέφωνο)» δεν απαντάται σε συλλογές, όπως επίσης ο ομιλών δεν έχει δει σε πολλές συλλογές τις λέξεις «facebook» ή «twitter«. Και σε τούτη την έκφραση κοινωνικής αγωνίας παρωδεί ακόμη και παραμύθια (Πάσχα ελληνικό κανονικά, δημιουργικότητα ή ο Η/Υ ξέρει).

Ένα αίσθημα απομόνωσης των ανθρώπων διαποτίζει τη στιχουργική της. Είναι η αστική μοναχικότητα –ακόμα κι όταν ο χώρος είναι κατάμεστος ανθρώπων– των απομονωμένων ανθρώπων μέσα στον αλλοτριωμένο αστικό χώρο που κατακερματίζεται από τη χρήση των ηλεκτρονικών συσκευών. Η δημιουργός ασφυκτιά στο άστυ. Την πληγώνει ο απομονωτισμός των κατοίκων και βλέπει τη φύση σαν εξωτικό στοιχείο. Η δε απουσία φυσιολατρικών εικόνων συνδέεται με την αστική στειρότητα ως Άλλο –κατά Jeffrey Alexander– «πολιτισμικό τραύμα».

Επιλογικά, η πρώτη αυτή ποιητική συλλογή της Αρχοντούλας Διαβάτη αφήνει καλές εντυπώσεις. Με οδηγό το ατομικό βίωμα η ποιητική της αναζητά διέξοδο στον κοινωνικό χώρο προτείνοντας την εγκατάλειψη της αστικής και της ηλεκτρονικής απομόνωσης. Με οδηγό την καθημερινή γλώσσα και σε ένα αφηγηματικό ύφος η ποιήτρια ταξιδεύει τον ακροατή/αναγνώστη στις στοχαστικές διαδρομές της ποιητικής της αναζήτησης.

.

ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ

ΦΡΕΑΡ 07/05/2018

ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ;

Όπως η Μπερλίνα. Όπως η Αρχοντούλα Διαβάτη. Πού πάει να πει αληθινά, με χιούμορ και με αυτογνωσία. Που πάει να πει ειλικρινής κατάθεση ψυχής. Που πάει να πει ποιήματα απλά, συγκινητικά, χωρίς μεγάλους κραδασμούς, χωρίς υψιπετείς και μελοδραματικούς τόνους, χωρίς εξάρσεις και φαμφάρες. Με τον τρόπο των διηγημάτων και των αφηγημάτων της πεζογράφου Αρχοντούλας Διαβάτη. Που αποπειράται εδώ να χειριστεί τον ποιητικό λόγο. Κρατώντας τις αρετές του πεζογραφικού. Ευκρίνεια, δομή, σύλληψη, ανθρώπινες καθημερινές ιστορίες, νοσταλγία, ομορφιά. Κινηματογραφικές σεκάνς που εναλλάσσονται. Μία εξομολόγηση προσωπική που γίνεται καθολική καθώς οι εικόνες της ποιήτριας, οι φέτες δικής της ζωής που μας παραχωρεί με γενναιοψυχία γίνονται και δική μας ζωή, αφού τελικά όλες οι ζωές των ανθρώπων μοιάζουν απελπιστικά μεταξύ τους.

Ταυτόχρονα όμως με τις πεζογραφικές αρετές, διακρίνουμε και τις ποιητικές. Ρυθμός που αρχίζει από το πρώτο ποίημα και τελειώνει στο τελευταίο. Εσωτερική ενότητα ανάμεσα στα ποιήματα που αφηγούνται τελικά μία και μόνο ιστορία, την ανθρώπινη ζωή με το πάθος, τον πόθο, την αρρώστια, την φθοροποιά καθημερινότητα, την γραφή, τις σχέσεις μας με τους άλλους, την σχέση με τον εαυτό, τον φόβο του θανάτου. Ανάμεσα στα πεζογραφικά στοιχεία των ποιημάτων της Αρχοντούλας παρεμβάλλονται και εικόνες μεγάλης ποιητικής δύναμης: όπως

Κι η νύχτα κρέμεται ακόμα/στις κουρτίνες/στάζοντας ανάλγητη
Στις απέραντες ερήμους του απογεύματος/
Καθώς πλέανε ανώνυμοι στον ύπνο

Τι είναι όμως η Μπερλίνα; Η ίδια η συγγραφέας με αστερίσκο στο ομώνυμο ποίημα μας παραπέμπει σε ένα παραδοσιακό παιδικό παιχνίδι. Στόχος του ήταν να μεγαλοποιήσει κάποια χαρακτηριστικά του παίκτη για να γελάσουν όλοι. Ένα παιδί επιλέγεται με κλήρο να είναι η Μπερλίνα και αυτό θα κάτσει στο κέντρο του κύκλου. Ένα άλλο παιδί θα είναι ο ταχυδρόμος. Τα υπόλοιπα παιδιά λεν στο αυτί του ταχυδρόμου ένα χαρακτηριστικό του χαρακτήρα ή της εμφάνισης της Μπερλίνας. Ο ταχυδρόμος πρέπει να της το μεταφέρει, χωρίς να της φανερώσει το όνομα του παιδιού που το είπε και η Μπερλίνα πρέπει να καταλάβει ποιο είναι το παιδί. Η στιχομυθία μεταξύ τους είναι η εξής:

Ταχυδρόμος: Πέρασα από την αγορά και έμαθα πολλά καλά και κακά για σένα.
Μπερλίνα: Τι άκουσες; Πες μου.

Ο 1ος μου είπε…., ο 2ος μου είπε… , ο 3ος μου είπε…, Ποιος είναι ποιος; Μάντεψε!». Στην διάρκεια του παιχνιδιού όλα τα παιδιά εναλλάξ θα περάσουν από την θέση της Μπερλίνας και θα ακούσουν τι έχουν να πουν τα άλλα παιδιά και γι αυτά τα ίδια. Ένα παιχνίδι που εξασκεί τα παιδιά στην τέχνη του γνήσιου κουτσομπολιού, της κουβέντας δηλαδή που, στην παραδοσιακή κοινότητα, έδενε την ομάδα και ισχυροποιούσε τους δεσμούς της, χωρίς να προσβάλλει.

Άλλωστε μια από τις επικρατέστερες ετυμολογικές ερμηνείες για το κουτσομπολιό είναι ότι προέρχεται από το «κόφτω» και «μπολιάζω». Ένα σοφό παιχνίδι όπως τα περισσότερα παιδικά παιχνίδια, σκληρό και αληθινό που θυμίζει μορφές σύγχρονων ψυχοθεραπευτικών ομάδων, όπου ο καθένας καλείται να εκφράσει τα αληθινά του αισθήματα προς τον άλλο. Ένα παιχνίδι όπου κάτω από το γέλιο και τα πειράγματα υπάρχει μεταμφιεσμένη η αλήθεια. Ένα παιχνίδι κοινωνικής κριτικής. Ένα δημόσιο παιχνίδι που συμβαίνει σε μία αγορά. Όπου η Μπερλίνα εκτίθεται στην γνώμη των υπολοίπων, όπου καλείται να φανταστεί και να μαντέψει και να αποτιμήσει. Όμως η δημόσια έκθεση, το κόφτω και μπολιάζω, η μαντική, η φαντασία, η απομόνωση συγκεκριμένων χαρακτηριστικών, η μεγιστοποίησή τους, η μεγέθυνση που θα προκαλέσει γέλιο αλλά και πόνο, η αλληλεπίδραση με τους άλλους, η αλήθεια, πόσο πραγματικά όλα αυτά τα στοιχεία μοιάζουν με την γραφή της Αρχοντούλας Διαβάτη; Ένα παιχνίδι Μπερλίνα είναι και όλη η γραφή. Εξομολόγησης και αλληλεπίδρασης, επινόησης και μπολιάσματος του προσωπικού βιώματος στο καθολικό. Η ποιήτρια και οι φίλες της, φανταστικοί και αληθινοί χαρακτήρες που στροβιλίζονται σε έναν κύκλο, η συγγραφέας με τους αναγνώστες της, hypocrite lecteur, mon semblable, mon frère, όλοι εναλλάσσονται σε ένα παιχνίδι αλήθειας και ψέματος, γέλιου και πόνου, όπου κάποτε στην θέση της Μπερλίνας είναι ο ίδιος ο θάνατος, η απουσία και η απώλεια. Από το ομώνυμο ποίημα Μπερλίνα διαβάζω:

Πέρασα από την αγορά και έμαθα πολλά καλά για σένα/Ιωσηφίνα, Παναγιώτα και Μαρία …και πιο κάτω: χωρίς αναγγελία/ο θάνατος της μιας τους φίλης/και πάλι τα συμβάντα μετά:/ένα αφήγημα χωρίς εξάρσεις./Φιλοσοφούν για τον καιρό, τα γηρατειά/για τους γονείς στα τελευταία τους/για τα παιδιά και για τα εγγόνια/μαυρόασπρες φωτογραφίες ξεφυλλίζοντας/κανονικά σαν λεύκωμα

Μέσα στην ποιητική αυτή συλλογή όπως και σε όλο το πεζογραφικό της έργο η Διαβάτη αποτυπώνει σπαράγματα από μία ξεχασμένη παιδική ηλικία με τα παραδοσιακά της παιχνίδια, με το κρυφτό ή το κυνηγητό, με κάλαντα και καλούδια, με γεύσεις και αρώματα και μνήμες ξεχασμένες που αναβιώνουν. Υπάρχουν οι σκιές των γονέων, υπάρχει ένα λούνα παρκ, υπάρχει αγάπη. Διάχυτη, έκδηλη, σε διαφορετικές μορφές. Υπάρχουν οι φίλες, που στιγμιαία γίνονται καθρέφτης και γεφυρώνουν την μοναξιά. Στιγμιαία όμως η εγκαρδιότητα του εμείς. Πικρή μοίρα της ανθρώπινης φύσης η μοναξιά σύμφωνα με την ποιήτρια.

Στην ποιητική συλλογή αυτή θα επισκεφτούμε ακόμα το παλιο παντοπωλείο του Καχριμάνη, ή το μαγαζί του Δημήτρη του Μπέρδε. Εκεί υπάρχει ακόμα εν εξελίξει μία συνάντηση από το παρελθόν η καλύτερα με το ίδιο το παρελθόν που εκκρεμεί. Υπάρχει όμως και κάτι, αυτό το ασχημάτιστο, αδιαμόρφωτο, ανερμήνευτο κάτι, πνοή ανοιξιάτικου αέρα, η ζωή που δεν ζήσαμε, το παρελθόν που δεν

ΚΛΑΜΑ/Σαν κάπου να’χω ξεχασμένο/Κάτι δικό μου/Που με καλεί/Και κλαίει δυνατά μέσα στη νύχτα/Ποίημα, παιδί, αγάπη

όμως και το παρόν που ’ναι:
Αντηλιά, παιδικές φωνές και ήλιος που χρυσίζει/βάζουν σε κάδρο το απόλυτο μυστήριο του παρόντος. Θέλεις να φωνάξεις «Παρών»/και ν’ ανοιχτείς στον κόσμο (Από το ποίημα «Παρών»)

Αυτή η γοητευτική αντίθεση της κατάφασης αυτής της ζωής με την νοσταλγία κάποιας άλλης, μίας διαφορετικής εκδοχής που φαντάζει ίσως πληρέστερη, συγχωνεύονται στα ποιήματα της Διαβάτη και θα έλεγα ότι αποτελούν και την κινητήρια δύναμη της γραφής της.

Ο έρωτας στην συλλογή αυτή είναι αθόρυβος, υπόκωφος, διαδραματίζεται σε έρημα απογεύματα, σε σιδερένια κρεβάτια, φοράει εσώρουχα μακριές σκιές μέχρι τα γόνατα, πλέει μέσα σε ύπνους, κατοικεί αλλού. Είναι κομμάτι μιας άλλης ζωής, ενός άλλου παιχνιδιού Μπερλίνας, όπου όλοι ήμασταν νεώτεροι, πιο αθώοι, πιο έτοιμοι, πιο ανοιχτοί.

Τώρα υπάρχει πια και ένας ξενοδόχος. Που τελειώνει, που ορίζει, που μας απομονώνει. Που παίρνει τους ανθρώπους μακριά.

Τι θα ψιθυρίσει τώρα πια ο ταχυδρόμος στο αυτί της Μπερλίνας;

Ότι αυτό είναι τελικά το παιχνίδι. Και καιρός να αντέξουμε να το παίξουμε. Μέσα από τη γραφή. Μέσα από την ποιητική συλλογή της Αρχοντούλας Διαβάτη.

Όπως η Μπερλίνα. Όπως η Αρχοντούλα.

.

ΖΩΗ ΣΑΜΑΡΑ

DIASTIXO 12/6/2018

Από το εξώφυλλο, η Αρχοντούλα Διαβάτη μάς προσκαλεί να παρακολουθήσουμε το μετέωρο βήμα της γραφής ανάμεσα στην πραγματικότητα και στο όνειρο. Στο εσώφυλλο το βιβλίο αποκαλείται «ποιήματα». Το εξώφυλλο, πολύσημο, με τίτλο Όπως η μπερλίνα, με τέλειο τροχαϊκό μέτρο, μας παραπέμπει σε παιδικό παιχνίδι, ενώ η ζωγραφιά απεικονίζει κοριτσίστικη φιγούρα, με μάτια καλυμμένα, με μάτια που δεν βλέπουν, έστω και για λίγο, την πεζή καθημερινότητα. Η ποιήτρια παίζει μαζί μας κρυφτό, παραμένει μικρό παιδί, όπως όλοι οι γνήσιοι ποιητές. Ένα παιδικό παιχνίδι η ποίηση, βιώνεται, γράφεται και, κατά κάποιον τρόπο, διαβάζεται με κλειστά μάτια: με το βλέμμα στραμμένο στον ενδότερο εαυτό. Η πεζογράφος συλλέγει εμπειρίες και η ποιήτρια τους δίνει ρυθμό και εικόνα, για να κατακτήσει τον κρυφό ψυχικό κόσμο των αναγνωστών της.

Όντως, η ποιητική συλλογή της σπουδαίας πεζογράφου χτίζεται πάνω σε πεζογραφικά στοιχεία που αλλάζουν λογοτεχνικό είδος, ενώ αρνούνται να προδώσουν το είδος τους: περιγράφουν διαρκώς και αφηγούνται, κρατούν αναλλοίωτη την ταυτότητά τους, περήφανα για την προέλευσή τους.

Διαβάζω το ποιητικό βιβλίο της Αρχοντούλας και θυμάμαι άθελά μου ένα παιχνίδι που έβαλα μια φοιτήτρια να παίξει με την ποίηση πριν από μερικές δεκαετίες. Καθόταν πάντα στην πρώτη σειρά, άκουγε προσεχτικά, αλλά δεν είχε πει ποτέ καμιά λέξη, να μου ζητήσει να εξηγήσω κάτι, να εκφράσει μια απορία. Μια μέρα τη ρώτησα, χαριτολογώντας, αν είχε δώσει όρκο σιωπής. Η απάντησή της άφησε άναυδη ολόκληρη την τάξη: «Λατρεύω το μάθημα, αλλά δεν καταλαβαίνω τίποτε». Συνειδητοποίησα ότι δεν καταλάβαινε την ποίηση γενικά και ότι περίμενε από εμένα να την ερμηνεύσω, αντί να τους κάνω να τη βλέπουν με τα δικά τους μάτια, κλειστά και ανοιχτά –όπως ακριβώς υπονοεί η Αρχοντούλα, αν τη διαβάζω σωστά–, και όχι με τα δικά μου.

Ζήτησα τότε από τους φοιτητές να ετοιμάσουν το επόμενο μάθημα οι ίδιοι, να διαλέξει ο καθένας το ποίημα που του αρέσει από τη συλλογή που χρησιμοποιούσαμε και να βρει στο ποίημα την αγαπημένη του λέξη, στη συνέχεια μια λέξη που ταιριάζει με την πρώτη, μία που αγκαλιάζει τις δύο πρώτες, μια άλλη που κάνει πόλεμο μαζί τους, ή οτιδήποτε σκεφτούν. Στο επόμενο μάθημα οι φοιτητές ξαναέγραφαν, με απίστευτη ικανότητα για δημιουργία, το ποίημα που είχαν επιλέξει. Μιλούσαν όλοι μαζί. Στο πανδαιμόνιο πρωτοστατούσε η σιωπηλή φοιτήτρια. Και τότε τους εξήγησα ότι o γνωστός ορισμός (του Mallarmé) «η ποίηση είναι λέξεις» δεν υπονοεί λέξεις χωρίς νοήματα, λέξεις χωρίς συναισθήματα, λέξεις που δεν προκαλούν, δεν μεταμορφώνουν τον αναγνώστη.

Αυτή ακριβώς την αίσθηση μου έδωσε η ποίηση της πεζογράφου Αρχοντούλας Διαβάτη, ποίηση που είχα ήδη διαβάσει, καθώς δημοσιεύει αδιαλείπτως στο περιοδικό Θευθ. Γράφει ποίηση αφηγηματική, λιτή, πυκνή, άμεση, με έντονο κοινωνικό προβληματισμό που ανατρέπει την υπαρξιακή αγωνία, με λέξεις που σε αγκαλιάζουν, σε ταρακουνούν, σε προκαλούν να γίνεις δημιουργικός αναγνώστης. Με άλλα λόγια, η ποίησή της δεν περιγράφει απλώς· δρα, κινητοποιεί, εμπνέει όσους ανοιγοκλείνουν τα μάτια, καθώς διαβάζουν την ποιητική συλλογή της.

Έκλεισα λοιπόν το βιβλίο και άρχισα να παίζω τη δική μου μπερλίνα, για να ανακαλύψω ακόμη μια φορά ότι, όσο απίστευτο και αν ακούγεται, η προσεχτική ανάγνωση οδηγεί στην ανακάλυψη της οπτικής γωνίας του ποιητή, φτάνει ο καθένας μας να το κατορθώσει μόνος του, με την παιδεία που έχει συσσωρεύσει. Έμεινα για λίγο αντιμέτωπη με το εξώφυλλο. Λέξη που επιλέγω ή, μάλλον, με επιλέγει: «μπερλίνα», επομένως παιδικό παιχνίδι. Γιατί όμως «όπως»; Τι συγκρίνεται με το συγκεκριμένο παιχνίδι; Η ζωή μας, η ποίηση; Όπως το παιχνίδι της ζωής και της τέχνης; Μήπως όπως το παιχνίδι του Σύμπαντος, που παίζεται για χάρη μας και εις βάρος μας; Στο ποίημα «Κανονικότητα» –μια έννοια που επανέρχεται στο βιβλίο, στο παράδειγμα που ακολουθεί συνυφασμένη με το παιχνίδι–, το ποιητικό υποκείμενο γράφει:

Και η ζωή τι είναι:
Βρέχει και βρέχομαι, χαμογελώ, χορεύω στη βροχή.
Τρέχω με τα πατίνια μου στην παραλία
ή αγοράζω παγωτό (σ. 25).

Στη συνέχεια κοιτάω την εικόνα, τη φιγούρα του κοριτσιού με τα μάτια καλυμμένα. Μάλλον αναπαριστά την ποιήτρια να παίζει μαζί μας κρυφτό. Τώρα όμως όλα ανατρέπονται. Κλείνω τα μάτια μπροστά σε ποιο πράγμα; Λέξη που επαναλαμβάνεται στη συλλογή και αλλάζει νοήματα, όπως οφείλουν να κάνουν οι λέξεις σε ποιητικό βιβλίο, είναι το αρχέτυπο «καθρέφτης». Ωστόσο, αν η ποιήτρια καλύπτει τα μάτια για να κοιτάξει τον εαυτό της στον καθρέφτη, βλέπει τον εαυτό της αλλά με τα μάτια της ψυχής της, ή ίσως και με τα μάτια κάποιου ιδεατού αναγνώστη. Χρησιμοποιεί τα βάθη της ψυχής της και μαζί τον περίγυρό της, για να γράψει ποίηση και να αναδημιουργήσει τον κόσμο της και τον κόσμο γενικότερα.

Τι συμβαίνει όμως όταν βγάζουμε τη μάσκα και οι ρόλοι ανατρέπονται, καθώς αφήνουμε τον κόσμο να καθρεφτίζεται στα μάτια μας; Στο πρώτο ποίημα της συλλογής υπάρχει μια πρόσκληση να περάσουμε απέναντι, στην Καμάρα, αλλά σύντομα αντιλαμβανόμαστε ότι απέναντι βρισκόμαστε εμείς· δεν πρόκειται για πέρασμα σε άλλη όχθη, αλλά σε ένα τοπίο από τη δική μας πλευρά. Μήπως όταν βλέπουμε τον κόσμο στον καθρέφτη μας, τον φέρνουμε κοντά μας, δεν τον απομακρύνουμε; Μήπως η λέξη «απέναντι» αναφέρεται σε μια κρυμμένη δική μας όχθη;

Μες στα μάτια σου
γλυκά καστανά
καθρεφτίστηκε ο κόσμος

Πέρασε απέναντι
ήρθε
και σε συνάντησε (σ. 7).

Ο υπολογιστής, η γραφή, το ποίημα, όπως ο καθρέφτης, μας οδηγούν σε μια νέα θέαση του εγώ και του κόσμου. Αρκεί να πάρει το ποιητικό εγώ τη θέση του συντρόφου της στο κρεβάτι, για να δει τον κόσμο με τα δικά του μάτια:

Ξαπλώνω στη δική σου πλευρά στο κρεβάτι
Να δω πώς είναι από κει ο κόσμος (σ. 11).

Και σε λίγο η εμπειρία εμπλουτίζει τις δημιουργικές της δυνάμεις:

γυρίζω στο κρεβάτι μου
τον εαυτό μου ξανά να επινοήσω (σ. 12).

Το κρεβάτι δεν είναι το μόνο σύμβολο που παραπέμπει στη γνώση και την αυτογνωσία, όπως στην Παλαιά Διαθήκη. Οποιοσδήποτε χώρος που ενώνει το εγώ με το εσύ θυμίζει ότι ο έρωτας είναι εφήμερος όσο και η ζωή. Στο ποίημα «Καρουζέλ», το σφιχτό αγκάλιασμα προετοιμάζει για τον Αχέροντα που μας χωρίζει:

Στο λούνα παρκ της αγάπης μας
Με κρατάς σφιχτά απ’ τη μέση
Στα συγκρουόμενα εγώ
Αστείες γκριμάτσες κάνοντας
Με φουσκωμένα μάγουλα – σοβαρή
Στους καθρέφτες εσύ
Λεζάντες βάζεις
Στις μέρες που έρχονται:
Έρωτας
Πολύς έρωτας
Τελειώσαμε.

Περνάμε τώρα απέναντι
Στον κήπο με τα φαντάσματα (σ. 35).

Ένα κέρμα που βρίσκει η ποιήτρια στο κρεβάτι της φέρνει στη σκέψη της τον γνωστό βαρκάρη, αλλά δεν σκέφτεται τον θάνατο. Ελπίζει ότι, καθώς δεν χρησιμοποιήθηκε ο οβολός, θα ξεγελάσει τον Χάρωνα, θα ακυρωθεί το ταξίδι (σ. 15). Προς το παρόν, τουλάχιστον, καθώς το αύριο πάντα καραδοκεί:

η ψυχή μου
απρόσμενα
Αύριο κάνει πανιά (σ. 16).

Η ποιήτρια ψάχνει διέξοδο στη γραφή, αλλά οι νέες τεχνολογίες δεν βοηθούν. Στο ποίημα «Κόλλημα» (σ. 24) θέλει να γράψει «πονάω, αγαπάω, κλαίω», αλλά ο υπολογιστής, όχι απλώς έχει κολλήσει, επεμβαίνει, διορθώνει, μπερδεύει τους φθόγγους με τα γράμματα και γράφει αυτόματα τα ρήματα με όμικρον, χτίζει μια φυλακή για την ποιήτρια, στρογγυλή όπως η γη, όπως το Σύμπαν, για να της δώσει χώρο να κρυφτεί. Και το επίθετο «μάταιο» που ακολουθεί τρεις φορές, γραμμένο σωστά, ενώ θα μπορούσαν να είχαν τελειώσει τα όμικρον, τονίζει τρεις φορές τον κύκλο και επιβεβαιώνει τη ματαιότητα κάθε προσπάθειας για ελευθερία. Το ποίημα κλείνει με τον στίχο «Τι να με συμβουλέψει άγλωσσο ένα μηχάνημα…» και ανάγει τη γλώσσα και την ελεύθερη έκφραση σε μόνη οδό προς την ελευθερία.

Αναζητεί τη λύση στην αιωνιότητα, στην οποία αποβλέπει ένα ποίημα ή ένα έντυπο βιβλίο, για να ανακαλύψει ότι, από την πλευρά της γραφής, το ποίημα είναι το «κενό ανάμεσα/ στην αστραπή και στη βροντή» (σ. 22), άρα είναι πολύ κοντά στο εφήμερο, ενώ, από την πλευρά της ανάγνωσης, τα βιβλία που χαρίζουμε είναι συχνά ανεπίδοτες επιστολές, σαν να είναι νεκρά, σαν να αναπαύονται στην άλλη όχθη:

Γεια σας, βιβλία μου, χαίρετε.
Θέλησα να σας χαιρετήσω σήμερα,
αφημένα καθώς είστε στο γραφείο
ή στη βιβλιοθήκη των φίλων και γνωστών,
στον κίτρινο φάκελό σας ακόμα […]
να περιμένετε ντροπαλά, με μετριοφροσύνη
– εδώ ο Καρυωτάκης περίμενε χρόνια με άκοπες τις σελίδες του στο σπίτι του Καβάφη,
καμία σύγκριση παρόμοια εξ άλλου δεν χωρεί (σ. 13).

Αυτή η μετριοφροσύνη που διαβάζουμε ρητά μέσα στα ποιήματά της είναι η γοητεία της ποιητικής γραφής της. Γράφει ποίηση όπως αφηγείται, όπως επικοινωνεί, όπως μιλά για τα πιο σημαντικά κομμάτια της καθημερινότητάς μας, ανάγοντάς τη σε ποιητικό λόγο, με αναμνήσεις, μελωδία και ρυθμό.

Διάβασα το καινούργιο βιβλίο της Αρχοντούλας Διαβάτη με τα δικά μου μάτια, με την ελπίδα ότι θα το διαβάσετε κι εσείς προσεχτικά και θα παίξετε μαζί του κρυφτό, για να βρείτε τον θησαυρό που έχει κρύψει για τον καθένα μας.

.

ΜΑΡΙΑ ΛΑΤΣΑΡΗ

BOOKPRESS 3/6/2018

Τα ποιήματα της πρώτης ποιητικής συλλογής της καταξιωμένης πεζογράφου Αρχοντούλας Διαβάτη θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως βιωματικά. Η αυτοαναφορικότητα, εξάλλου, αποτελεί ένα από τα βασικότερα χαρακτηριστικά της μέχρι τώρα πεζογραφίας της. Πίσω από το ποιητικό εγώ αχνοφαίνονται αυτοβιογραφικά σπαράγματα και ένα βιωματικό ίζημα της ποιήτριας και πεζογράφου. Στο πεδίο της γραφής, το υποκείμενο γίνεται ταυτόχρονα και αντικείμενο παρατήρησης, σχολιασμού και ενός ισολογισμού της ζωής με κέρδη και επώδυνες διαψεύσεις. Κάτω από την αφήγηση διακρίνεται η ποιήτρια παρά την όποια διστακτικότητα, την ευγένεια και τα ποικίλα μέσα που μετέρχεται.
Ένα δείγμα γραφής βλέπουμε ενδεικτικά στο ποίημα «Πρωτόλεια»:

Έκανε την κίνηση να βγάλει τα γυαλιά της / Την εμποδίζανε / Μα τα γυαλιά της λείπανε…
Stop
«ΟΠΩΣ Η ΜΠΕΡΛΙΝΑ», έτσι θα το κάνουμε!

Η «Μπερλίνα» είναι ένα παραδοσιακό παιχνίδι που εξασκεί τα παιδιά στην τέχνη του γνήσιου κουτσομπολιού, της κουβέντας δηλαδή που με πειράγματα και αστεία καλλιεργεί τη φαντασία τους και «δένει» την παρέα. Άλλωστε μία από τις επικρατέστερες ετυμολογικές ερμηνείες για το κουτσομπολιό είναι ότι προέρχεται από το «κόφτω» και «μπολιάζω». Το παιχνίδι παίζεται με τουλάχιστον τέσσερις παίκτες. Ένα παιδί είναι η Μπερλίνα και κάθεται στο κέντρο με δεμένα τα μάτια. Τα υπόλοιπα παιδιά σχηματίζουν έναν κύκλο γύρω της. Ένα από αυτά είναι ο αγγελιαφόρος. Πηγαίνει από παιδί σε παιδί και κάθε ένα του λέει κρυφά στο αυτί κάτι για την Μπερλίνα – κάτι καλό ή κάτι κακό. Αφού ακούσει όλα τα παιδιά στον κύκλο, ο αγγελιαφόρος λέει δυνατά στη Μπερλίνα τα μυστικά που άκουσε από τα άλλα παιδιά, χωρίς να αποκαλύπτει ποιος είπε τι. Η Μπερλίνα πρέπει να βρει ποιος είπε τι για εκείνη για να κερδίσει.

Έτοιμοι;

Μπερλίνα πέρασα από την αγορά και έμαθα πολλά καλά και κακά για σένα

Ο 1ος μου είπε: Κάθε άνθρωπος, ένας μικρός κόσμος. Κινείσαι μέσα στον χρόνο, δένεις το παρελθόν με το παρόν. Σε ένα ανοιγόκλεισμα ματιών ξεπερνάς τη χρονική αλληλουχία μιας ζωής, στριμώχνεις ένα απόγευμα πριν χρόνια που δεν θα ξεχάσεις ποτέ, ένα απόγευμα που καλείσαι να διαχειριστείς. «Γεύεσαι στιγμές διάρκειας», όπως πολύ όμορφα λέει η Νίκη Γωγοπούλου στην «Ευτοπία» [1]. Λείπετε από τον κόσμο κι από το απόγευμα αυτό. / Ο πατέρας, / αντιγράφοντας φορτωτικές στο τραπέζι της κουζίνας. Η μητέρα πλένοντας / τα πιάτα και σωπαίνοντας. / Κι εσύ, με το περιοδικό σου καινουργιοαγορασμένο / στο χέρι, / υπογραμμίζοντας / λόγια και εικόνες, συμπεριφορές – όχι, δεν μου το δανείζεις, / πρώτη εσύ θα το διαβάσεις, εντάξει.

Ο 2ος μου είπε: Οι παλμοί, ο ρυθμός αναπνοής και η θερμοκρασία σε έξαρση. Τότε: στο στρατιωτικό σου αμπέχωνο εσύ / φιγούρα στην Καμάρα / μαγική, / αντίκρυ της. / Μες στα μάτια σου / γλυκά καστανά / καθρεφτίστηκε ο κόσμος. Τώρα: Οι παλμοί, ο ρυθμός αναπνοής και η θερμοκρασία σε καταστολή. Ο έρωτας μια νοσταλγία περισσότερο / που γνέφει / απ’ τις ρωγμές / στις φωτογραφίες τους / και στις μουσικές / στα ανύποπτα λόγια των άλλων / στο δρόμο / ή στο σινεμά. Τότε και τώρα: Κλείνω τα μάτια / Για να σε δω / Τέτοιος που ήσουνα / Βράχος πουλί καράβι / Και πάλι εδώ / Τότε και τώρα / Ένα τατού πάνω στο δέρμα μου / Μικρό / Που δεν παλιώνει.
Ο 3ος μου είπε: Τι είναι όνειρο και τι πραγματικότητα; Υπάρχουν φορές που δεν τα ξεχωρίζεις. Είναι ο ορατός κόσμος απατηλές εικόνες των αισθήσεων, στην σπηλιά του Πλάτωνα σκιές, αναρωτιέσαι. Καταδύεσαι στα όνειρα, απόνερα του ύπνου. Όνειρα παιδιά με μαυρισμένα γόνατα / έτρεξαν να κρυφτούν. Αδύνατον να τα φωνάξεις πίσω, / Αδύνατον να μάθεις κάτι απ’ αυτά. Και τα ποιήματασαν τα όνειρα, παιδιά, Παιδιά της νύχτας. / Όλο το βράδυ / πριονίζουν τον κορμό της γης / κάτω από τα πόδια της.

Ο 4ος μου είπε: «Παιδί του βιβλίου και εγγόνι της γραφής», όπως λέει ο Γάλλος ακαδημαϊκός Μισέλ Σερ στην «Κοντορεβιθούλα» [2], ανοίγεις τον υπολογιστή σου, έναν εγκέφαλο ο οποίος αντικαθιστά τους δικούς σου νευρώνες, τις δικές σου συνάψεις με giga ηλεκτρονικής μνήμης και ασύρματων καλωδιακών ιστών που κροταλίζουν κάθε λεπτό, δευτερόλεπτο, κλάσμα δευτερολέπτου. Όταν το βράδυ –περασμένα μεσάνυχτα– / έπεσε νυσταγμένη μπρος στο κομπιούτερ / σκέφτηκε πως / ούτε το ηλιοβασίλεμα είχε δει / ούτε στους φίλους της είχε μιλήσει / δεν γέλασε / ούτε είπε «σ’ αγαπώ». / Πάντως / ο αριθμός των λάικ στο στάτους της / Ικανοποιητικός.

Ο 5ος μου είπε: Κυλάς, σε χρόνια, μήνες, βδομάδες, μέρες, ώρες, λεπτά, δευτερόλεπτα, κλάσματα δευτερολέπτων, καταδύεσαι και στροβιλίζεσαι, πλησιάζεις μια πραγματικότητα, τη δική σου πραγματικότητα, γρήγορα, όμως, στρέφοντας το κεφάλι ψηλά, προς τα πάνω, κοιτάς πώς αλλάζει η πραγματικότητα, αδιαχώριστη από την πραγματικότητα των άλλων, κοιτάς πώς αλλάζει μέσα από την εξέλιξη και την κίνηση, και αναδύεσαι, αυτή είναι η πραγματικότητα, το αληθινό που υπάρχει, το γράφημα της ζωής σου. Το παλιό σχέδιο δε λειτούργησε / παρ’ όλο που οι ώρες χτυπούσαν / κανονικά: / δύο, τρεις, τέσσερις / πυροβολισμοί, και τότε ξαπλώνω στη δική σου μεριά στο κρεβάτι / Να δω πώς είναι από ’κει ο κόσμος / Κοπαδιαστά οι μαύρες σκέψεις / Φτεροκοπούν μακριά…

Ο 6ος μου είπε: Η ζωή δεν είναι παιχνίδι. Είναι παιχνίδι η ζωή. Η ζωή είναι στον ενεστώτα. Κι εσύ θέλεις να φωνάξεις «Παρών» / και ν’ ανοιχτείς στον κόσμο. Είναι δώρο η ζωή. Κατακαίνουργιος ο νέος χρόνος / -απ’ τις βιτρίνες που τον θαυμάζαμε εδώ και μέρες- / Τώρα το δώρο μας / -τον αποκτήσαμε ή μας απόκτησε;- / κι είμαστε οι τυχεροί / Να ξετυλίγουμε βασιλικό, τέτοιο ένα δώρο.
44 ποιήματα με λόγο ζωντανό, σύγχρονο, οικείο. Όπως η Μπερλίνα κάθεται στο κέντρο του κύκλου, έτσι και το ποίημα «Μπερλίνα», τοποθετημένο, διόλου τυχαία, στο κέντρο της συλλογής, είναι το ποίημα-κλειδί που ασκεί κεντρομόλο δύναμη στα άλλα ποιήματα, κι αυτά περιστρέφονται γύρω απ’ αυτό.

– ΜΠΕΡΛΙΝΑ, πες μας τα νέα, τα καλά και τα κακά.
– Ιωσηφίνα, Παναγιώτα και Μαρία
Βλέπω τα κορίτσια / Φιλοσοφούν για τον καιρό, τα γηρατειά, / για τους γονείς στα τελευταία τους / για τα παιδιά και για τα εγγόνια, / μαυρόασπρες φωτογραφίες ξεφυλλίζοντας / τον εαυτό τους ξεφυλλίζοντας, κανονικά σαν λεύκωμα.

Το «παιδί», «παρών» σε πολλά από τα 44 αυτά ποιήματα, αναδεικνύεται ως η λέξη-κλειδί της συλλογής. Ένα παιδί που επιμένει να ονειρεύεται, να αισθάνεται, να μένει ανικανοποίητο και να υποφέρει γιατί ο κόσμος δεν είναι στα μέτρα του. Στη συλλογή Όπως η Μπερλίνα το ποιητικό υποκείμενο εμφανίζεται, με πρόσωπα και όχι προσωπεία: είναι το κοριτσάκι που λέει τα κάλαντα στο Χαριλάου, στη γειτονιά, είναι η επιστημόνισσα που ανοίγει φύλλο με καμάρι, είναι η ερωτευμένη που συναντά τον φίλο της στην Καμάρα, είναι η μάνα που ακούει τις υπερπόντιες φωνές τα παιδιών της στο skype, είναι η κόρη και η αδερφή που νοσταλγεί τους αγαπημένους που έφυγαν, είναι η λογοτέχνης που χαιρετάει τα βιβλία της τα οποία περιμένουν υπομονετικά να τα αγγίξει το βλέμμα φίλων και ομοτέχνων, είναι το «παιδί φανατικό για γράμματα», είναι η Αρχοντούλα Διαβάτη.

.

ΕΥΑ Μ. ΜΑΘΙΟΥΔΑΚΗ

FRACTAL 31/01/2018

Το παιχνίδι της ενσυναίσθησης

Με μεγάλη χαρά πήρα στα χέρια μου τη ποιητική συλλογή «Όπως η Μπερλίνα», Εκδόσεις Νησίδες, της πεζογράφου Αρχοντούλας Διαβάτη.

Η Μπερλίνα είναι ένα παλιό ξεχασμένο παιχνίδι, κάτι σαν το παιχνίδι της αλήθειας. Ένα παιχνίδι που με έμμεσο τρόπο καλλιεργούσε την ενσυναίσθηση των συμμετεχόντων και συμμετεχουσών και διακωμωδούσε τη ζωή με έναν ανάλαφρο τρόπο: γέλια, πειράγματα και μυστικά που τα παιδιά μετέφεραν στον «αγγελιοφόρο» κι αυτός με την σειρά του στην «Μπερλίνα».

Στην Μπερλίνα που με κλειστά τα μάτια θα έπρεπε να μαντέψει ποιος είπε τί για εκείνην, συνδυάζοντας λέξεις και εικόνες σε μια γκροτέσκο παράσταση παιγμένη σε κύκλο, στο γύρω γύρω όλοι της ζωής.

Η ποιότητα του ποιητή, έλεγε ο Άγγλος ρομαντικός Σάμιουελ Κόλεριτζ, είναι πανταχού παρούσα και πουθενά ορατή σαν μία ξεχωριστή συγκίνηση. Ναι συγκίνηση. Την ίδια συγκίνηση και ευαισθησία που διακατέχει και το υπόλοιπο λογοτεχνικό έργο της συγγραφέως που χωρίς να φωνασκεί δρα υποδόρια, περιθάλποντας τις μικρές και μεγάλες αγωνίες μας, τις αδιαφανείς ραγισματιές μας.

Ραγισματιές πολύτιμες που η Αρχοντούλα Διαβάτη τις συρράπτει με την ιαπωνική τεχνική Kintsugi, με καθαρό χρυσάφι για να στομώσει τη λύπη ή να ημερώσει τον εφιάλτη.

«ΔΥΣΚΟΛΕΣ ΝΥΧΤΕΣ», σελ.11

Ξαπλώνω στη δική σου μεριά στο κρεβάτι

Να δω πώς είναι από ’κει ο κόσμος-

Κοπαδιαστά οι μαύρες σκέψεις

Φτεροκοπούν μακριά…

Είναι εντυπωσιακό πώς στο σύνολο της ποιητικής συλλογής το σώμα, τα σώματα με την φθαρτότητα τους είναι παρόντα, αποτυπώνοντας συχνά την έλλειψη όχι κραυγαλέα αλλά ίσως και γι’ αυτό πιο σπαρακτική από την ίδια την σιωπή. Μια αίσθηση επείγοντος διατρέχει το βιβλίο, μια ενέργεια άκρως ερωτική αν και καμουφλαρισμένη διακριτικά. Όπως στο ποίημα με τον τίτλο ΚΛΑΜΑ, σελ. 39:

Σαν κάπου να ‘χω ξεχασμένο

Κάτι δικό μου

Που με καλεί

Και κλαίει δυνατά μέσα στη νύχτα

Ποίημα, παιδί, αγάπη

Ή είναι η ζωή μου αμεταχείριστη

Αυτή που ήθελα να ζήσω.

Μια συλλογή, άλλοτε με ποιήματα σαν αυτά που ονομάζουν οι Γάλλοι poèmes en prose, αυτά που εμείς ονομάζουμε κακόηχα, “πεζοποιήματα”, και άλλοτε με ποιήματα-μινιατούρες και αφορισμούς. Ποιήματα που κινούνται με ελεύθερο στίχο εκτός πλαισίου έμμετρου ή μη. Πόσες λέξεις να αφαιρέσεις για να το κάνεις αφορισμό ή τραγούδι; Πόσες να προσθέσεις για να μεταμορφωθεί σε σύγχρονο παραμύθι για μεγάλα και απαρηγόρητα παιδιά;

ΑΓΑΠΗ, σελ.19

Κλείνω τα μάτια

Για να σε δω

Τέτοιος που ήσουνα

Βράχος πουλί καράβι

Και πάλι εδώ

Τότε και τώρα

Ένα τατού πάνω στο δέρμα μου

Μικρό

Που δεν παλιώνει.

Το παραπάνω ποίημα το πιο μικρό και από τα μικρά, και την ΜΠΕΡΛΙΝΑ σελ 30, το πιο μεγάλο από τα μεγάλα με την νεαρή Σπυριδούλα «στο γειτονικό υφαντουργείο», να «καρικώνει τους κόμπους σε μιαν επιφάνεια μεγάλη μπρος της…».

Κόμποι!

Κάτι που με απασχολεί καιρό κάτι που συνεχώς μπροστά σε τέτοια κείμενα τριβελίζει την σκέψη μου, πού αρχίζει η ποίηση, πού τελειώνει το πεζό. Και μήπως όλο αυτό είναι ζωγραφιά και λόγος; Μήπως η πιο γλυκιά μουσική και τραγούδι;

Τραγούδια της καρδιάς μας λοιπόν τα ποιήματα της συλλογής και δεξαμενές για να αντλήσουμε άλλοτε ιστορίες σαγηνευτικές του βωβού κινηματογράφου και άλλοτε περιπαιχτικές και τσαχπίνικες μιας κάποιας μικρής Μπερλίνας της γειτονιάς.

Κλείνω με τον ίδιο τον χαιρετισμό της συγγραφέως και ποιήτριας Αρχοντούλας Διαβάτη:

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ, σελ.13

…Ανεπίδοτα γράμματα τα βιβλία μας περιμένουν,

Χαρισμένα με προσδοκίες ευφρόσυνες,

Ένα ραντεβού όπου εκείνος ή εκείνη αργούν τόσο:

Η ζωή είναι μπροστά μας εξάλλου, αύριο είναι μια άλλη μέρα,

hypocrite lecteur, mon semblable, mon frère.

.

.

ΚΙΝΗΤΗ ΓΙΟΡΤΗ

.

ΛΙΛΙΑ ΤΣΟΥΒΑ

ΦΡΕΑΡ 11/02/2019

Η αυθεντική ζωή και η γραφή από τη σκοπιά της Αρχοντούλας Διαβάτη

Βραδάκι Παρασκευής. Μόλις έχει σχολάσει μια ακόμη ποιητική βραδιά του Τόλη Νικηφόρου, από αυτές που διοργανώνει επιτυχημένα στην Εταιρία λογοτεχνών Θεσσαλονίκης.

Η πλατεία Αριστοτέλους σφύζει από κόσμο. Με την Αρχοντούλα Διαβάτη βρισκόμαστε πλέον στη στάση και περιμένουμε το λεωφορείο.

Τα μάτια μας τρώνε λαίμαργα την οθόνη δρομολογίων. Το εξάρι αργεί ακόμη· και το 58, γραμμή προς Πανόραμα-Χορτιάτη, δε φαίνεται να έρχεται γρήγορα.

«I feel good», ακούγεται η φωνή του Τζαίημς Μπράουν από το απέναντι πεζοδρόμιο.

-Και του χρόνου, και του χρόνου, φωνάζει μια κυρία στη φίλη της, καθώς ανεβαίνει στο λεωφορείο της δικής της γραμμής.

Στην κινούμενη οθόνη του απέναντι κτηρίου ένας πίνακας του Άντυ Γουώρχολ καθρεφτίζει την κατανάλωση των καιρών, ενώ δίπλα μας δυο νεαρά κορίτσια βγάζουν σέλφι.

«Κινητή γιορτή» η ζωή, σκέφτομαι και αναλογίζομαι το τελευταίο βιβλίο της Αρχοντούλας Διαβάτη που δε λέει να μου φύγει από το μυαλό. Το διάβασα πρόσφατα. Η άποψή του για τη ζωή με κέρδισε, όπως και ο κόσμος που περιγράφει, και είναι αυτός που ζούμε καθημερινά, στο δρόμο, στο λεωφορείο, στις διακοπές, στις σχέσεις.

«Με τις σέλφι οι άνθρωποι εξαργυρώνουν την ολιγόλεπτη διασημότητα που είχε διεκδικήσει για τους άσημους ο Άντυ Γουώρχολ», γράφει η Αρχοντούλα Διαβάτη και με την αφορμή έρχονται στο νου τα 37 αφηγήματα του βιβλίου, ευανάγνωστα και καίρια όσο δεν λέγεται. «Κανένας», «Σέλφι», «Christmas carol», «Συνθέτοντας τον φυλλοβόλο εαυτό μας», «Fractal ιστορίες», «Kalymnos by night», «Μικρές ιστορίες», «Αγάπης αγώνας άγονος», «Χριστουγεννιάτικος εφιάλτης», και άλλα.

Και αίφνης, καθώς τα πάντα γύρω μας κινούνται σαν σε γιορτή, ο χρόνος κόβεται στα δυο, και εμφανίζεται ο Γιώργος Ιωάννου.

– Γεια σας, ακούγεται να λέει χαμηλόφωνα. Έγραψα στη μεταπολεμική εποχή, κυρίως κείμενα μεταξύ διηγήματος, χρονογραφήματος και δοκιμίου. Το είδος αυτό το ονόμασα πεζογράφημα.

– Μα, η γραφή σας μού άρεσε πολύ, απάντησε η κ. Διαβάτη. «Μια συλλογή βιωματικών κειμένων μικρής φόρμας έγραψα και γω, που αυθαίρετα τα ονόμασα “διηγήματα”. Μ΄ αυτά χαρτογραφώ την καθημερινότητα. Τη μυθοποιώ μέσω της γλώσσας, για να αιχμαλωτίσω την συγκίνηση που αναδίδουν τα κοινότοπα, τα τετριμμένα και τα αόρατα και να νοηματοδοτήσω τον κόσμο».

– Χαίρομαι που σας έχω συνεχιστή μου, ακούστηκε η φωνή του Γιώργου Ιωάννου. Την ανθρωπογεωγραφία της Θεσσαλονίκης αποτύπωσα και γω, από την πλευρά ενός παρατηρητή. Με αφορμή ένα πρόσωπο, έναν χώρο, ένα αντικείμενο, ένα θέμα, παγίδεψα τις μικρές ασήμαντες και αθέατες όψεις της καθημερινής ζωής. Οι κριτικοί ονόμασαν τη γραφή μου «σωματική».

– Αυτό ακριβώς έκανα, απάντησε η κ. Αρχοντούλα Διαβάτη.

– Μα, και ο Χάκκας, τόλμησα να πω, την Καισαριανή δεν περιέγραψε στις δικές του συλλογές διηγημάτων; τα μικρά και καθημερινά δεν έχει ως θέμα του και εκείνος, και μάλιστα με την ίδια ακριβώς μέθοδο της «σωματικής γραφής»; Αλλά, μήπως και ο Χατζής στο «Τέλος της μικρής μας πόλης» κάτι ανάλογο δεν έπραξε; Ένα συλλογικό πορτρέτο των Ιωαννίνων στο μεταίχμιο μιας καινούργιας εποχής…

Η αυθεντική ζωή και η γραφή.

Μια καινοτομία στο διήγημα, την οποία ξεκίνησε ο Γιώργος Ιωάννου και συνεχίζει η Αρχοντούλα Διαβάτη με το βιβλίο της «Κινητή Γιορτή» που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις «Νησίδες». Μικρογραφίες της καθημερινότητας, που κάποιες φορές μυθοποιούν την παιδική ηλικία, αλλά που στην ολότητά τους καταγράφουν με ρεαλισμό και ηθογραφική χροιά τα όσα συμβαίνουν γύρω μας.

Επίκεντρο των αφηγημάτων, αλλά και συνδετικός τους ιστός, η πόλη της Θεσσαλονίκης, με τους δρόμους και τις πλατείες της, τα σπίτια, τα λεωφορεία της, τους ποιητές της. Με τη συγγραφέα ξεναγό πηγαίνουμε στον «Μπαράκα», όπου βρίσκουμε το Μάριο Μέσκο να πίνει τον καφέ του συζητώντας με τη Μαρία Κουγιουμτζή και τη Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, περνάμε από τη Μητρόπολη, το στέκι της νεολαίας, για να κατεβούμε στην παραλία και μετά στο σινεμά «Οντεόν», στην Αριστοτέλους και στην Αγίας Σοφίας. Μεταφερόμαστε όμως χρονικά και στην εποχή της δικτατορίας, ζούμε το σεισμό, ταξιδεύουμε για διακοπές στα νησιά, εμβαθύνουμε πάνω σε ένα βιβλίο, μια ταινία, μια συνέντευξη, μια λογοτεχνική κριτική.

Θυμάμαι τον Μάρκο Μέσκο μακρινή γιγάντια φιγούρα στο αντιρατσιστικό φεστιβάλ του Σεπτεμβρίου, στην παραλία της Θεσσαλονίκης, αρκετά χρόνια πριν, ανάμεσα στους νεότερους φίλους του. Τον συνάντησα αργότερα, στην παρουσίαση της «Κατάθεσης», του βιβλίου της Κατερίνας Μόντη, ενώ συναπαντήματα υπήρξαν στο «Κεντρί», στον «Μπαράκα» ή στο «Ζουρνάλ», τα πρωινά, όπου έπινε τον καφέ του με τις καλές του φίλες, τις Μαρίες, Αγαθοπούλου και Κουγιουμτζή, και την παρέα τους. Ένας λιγόλογος γίγαντας, με μισό χαμόγελο τρυφερότητας κι αμηχανίας. Πολύ αργότερα βρήκα το μονοπάτι για το «Μαύρο δάσος» της ποίησής του και για τα πεζογραφήματά του, και ήρθαν και ευθυγραμμίστηκαν ένα σωρό αγάπες κάτω κι από τις συγκινημένες του αναγνώσεις για τον Θεόκλητο Καρυπίδη ή και τις εξομολογήσεις του για τη Μέλπω Αξιώτη, ακόμα και η φιλία μου για έναν συντοπίτη του από την Έδεσσα, που δεν ζει πια, τον Γιώργο Σταμάτη, καθηγητή, δεν συναντήθηκαν ίσως ποτέ, έναν αδιάλλακτο άνθρωπο που έζησε με πάθος στις γραμμές της ιδεολογίας του –συνείδηση και πράξη– και στρατεύτηκε στην αγάπη των βουνών και της φύσης: Καϊμάκτσαλάν, Έδεσσα, Γραμματικό.

Ο αναγνώστης απολαμβάνει τις μικρές αυτές ξεναγήσεις στην ανθρωπογεωγραφία της πόλης και βγαίνει ωφελημένος από την πνευματικότητα και τη σοφία τους, γιατί αναλύονται με τρόπο αξιόλογο, από την πλευρά ενός πλατιά και βαθιά μορφωμένου ανθρώπου.

Τα κείμενα προσπερνούν τις αφηγηματικές συμβάσεις. Η συγγραφέας υιοθετεί την ιμπρεσσιονιστική απόδοση των γεγονότων και τις μοντερνιστικές τεχνικές: τη χρήση εσωτερικού μονολόγου, τη συνειρμική γραφή, την αφήγηση με διαφορετικούς αφηγητές και πολλαπλή εστίαση. Παρεμβάλλει επίσης σχολιασμούς και δοκιμιακό λόγο.

Όμως, με την εναλλαγή εσωτερικού μονολόγου και αφήγησης σε τρίτο πρόσωπο, με τις αλλεπάλληλες διολισθήσεις της οπτικής γωνίας του αφηγητή, αλλά και μέσα από το παιχνίδι με το χρόνο, οι ιστορίες κινούνται ανάμεσα στην εσωτερικότητα και την εξωτερική παρατήρηση. Το έργο έτσι γίνεται πολυπρόσωπο, αποκτά πολυφωνία.

Για παράδειγμα, κάνοντας χρήση πρώτου προσώπου, δίνει χροιά αυτοβιογραφίας στις αφηγήσεις. Χρησιμοποιώντας το τρίτο πρόσωπο, παρουσιάζεται ως αποστασιοποιημένος παρατηρητής που καταγράφει αντικειμενικά τα γεγονότα. Άλλες πάλι φορές εναλλάσσει το γ΄ με το α΄ πρόσωπο. Ο αφηγητής τότε εμφανίζεται ως αυτόπτης μάρτυρας, αλλά και ταυτόχρονα ως πρόσωπο μιας ιστορίας στην οποία μετέχει. Γι΄ αυτό και πολλά αφηγήματα θυμίζουν χρονογράφημα.

Κάνει όμως και χρήση δευτέρου προσώπου το οποίο συναντάμε σπάνια στην πεζογραφία και σε διηγήσεις αυτοβιογραφικού τύπου. Το βρίσκουμε κυρίως στον Ιωάννου και στον Τσίρκα.

Ωστόσο το βιβλίο της Αρχοντούλας Διαβάτη είναι αξιόλογο όχι μόνο γιατί συνεχίζει την παράδοση του Γιώργου Ιωάννου στη Θεσσαλονίκη ως προς είδος του σύντομου εξομολογητικού κειμένου ανάμεσα στο διήγημα, το χρονογράφημα και το δοκίμιο ή γιατί χρησιμοποιεί τις μοντερνιστικές τεχνικές που παραπέμπουν στη λεγόμενη «Σχολή της Θεσσαλονίκης», εισηγητή του μοντερνισμού στην Ελλάδα, αλλά και γιατί το διακρίνει υψηλή λογοτεχνικότητα.

Οι μυθοπλασίες διαθέτουν αληθοφάνεια. Οι σκηνές μέσα στο λεωφορείο είναι μοναδικές. Η ιστορία με την κωφάλαλη Αργυρώ από τις πιο ωραίες, με ανεξάρτητο πλάγιο λόγο, ρυθμό, ομοιοτέλευτα, ποιητικότητα. Στις αφηγήσεις, ούτε μια λέξη περιττή, ενώ ο απλός, καθημερινός λόγος που χρησιμοποιεί είναι ο βιωμένος λόγος με τις ιδιολέκτους των διαφόρων κοινωνικών ομάδων που ανασυνθέτουν με ακρίβεια την πραγματικότητα.

Η Κινητή γιορτή είναι ένα κολάζ από στιγμές στις οποίες όλοι μετέχουμε καθημερινά. Τα μικρά προσωπικά σπαράγματα της Αρχοντούλας Διαβάτη εγγράφονται στο συλλογικό γίγνεσθαι και διαμορφώνουν αυτό που ονομάζουμε επικαιρότητα. Η συγγραφέας, άλλοτε ως διηγηματογράφος, άλλοτε ως δοκιμιογράφος και άλλοτε ως χρονογράφος αποκωδικοποιεί τα τεκταινόμενα με τρόπο πρωτότυπο, πολυπρόσωπο και αυθεντικό, δημιουργώντας τη δική της αφηγηματική φωνή που είναι ξεχωριστή, μοναδική.

.

ΤΟΥΛΑ ΑΝΤΩΝAΚΟΥ

FRACTAL 16/01/2019

Η Ρόδα του Χρόνου πάλι

«ΚΙΝΗΤΗ ΓΙΟΡΤΗ», Αρχοντούλα Διαβάτη, εκδ. Νησίδες 2018

Με το γνώριμο πλέον στυλ των μικρών βιωματικών κειμένων και με τον γνωστό πυκνό της λόγο, το ύφος και τη δουλεμένη γλώσσα- λιτή, κοφτή, χωρίς επίθετα, χαρακτηριστικά που καθιστούν αναγνωρίσιμα τα κείμενα – στο καινούριο της βιβλίο η Αρχοντούλα Διαβάτη γράφει για την καθημερινότητα, τα μικρά και ασήμαντα γεγονότα που ομορφαίνουν και δίνουν νόημα στη ζωή μας. Γράφει για τους φίλους, τις παρέες, τις γιορτές, τις εκδρομές, για όλες εκείνες οι καταστάσεις όπου από μεμονωμένα άτομα γινόμαστε «εμείς» και η ζωή νοστιμεύει. «Το εγώ τίποτε δεν είναι τίποτε /υπάρχουμε μόνον όταν υπάρχουμε μαζί», δανείζεται από το Μάρκο Μέσκο.

Δεν είναι τυχαίο που ξεκινάει με το διήγημα ΚΑΝΕΝΑΣ, έναν άγριο σαρκασμό για τη μοναξιά και την ανάγκη για συντρόφιασμα και σχέσεις ενός νέου ανθρώπου και συνεχίζει με το ΣΕΛΦΙ, όπου παρατηρεί γλυκόπικρα τις δυσκολίες στις σχέσεις ακόμα και με τους παλιούς φίλους – ή μήπως κυρίως μ’ αυτούς.

Σε μια σειρά ιδιότυπων χρονογραφημάτων, όπου μια βόλτα, μια συνάντηση, μια συζήτηση, ένα γεγονός, τα βιβλία που διαβάζει, οι ταινίες που βλέπει, γίνονται αφετηρία για συνειρμούς και για μια παραγωγική σύνθεση αναμνήσεων και αναγνωσμάτων με πολιτικές, κοινωνικές και φιλοσοφικές αιχμές

Ιδιότυπες είναι και οι κριτικές αναγνώσεις της σε βιβλία, όπως η εξαιρετική ανάγνωση του Μάρκου Μέσκου στο ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΜΙΚΡΗΣ ΜΑΣ ΠΟΛΗΣ, όταν στέκεται στον παραγκωνισμό της μειονοτικής γλώσσας, ή στον πατριωτισμό της Αριστεράς. Με την παρατήρησή της για το πόσο οι νέες μεταφράσεις, που παρακολουθούν το σημερινό νεανικό ιδιόλεκτο, ανανεώνουν παλιά θρυλικά βιβλία, μας ξανασυστήνει τον ΦΥΛΑΚΑ ΣΤΗ ΣΙΚΑΛΗ. Απευθυνόμενη ποιητικά σε λογοτεχνικούς ήρωες , μέλη της Κομμούνας του Σικάγο, που θαύμασε στη ΣΙΔΕΡΕΝΙΑ ΦΤΕΡΝΑ, μας ενημερώνει για τις νέες εκδόσεις και επανεκδόσεις, καταλήγοντας ότι «η καλή λογοτεχνία είναι από μόνη της, σημαίνει, ένα κατόρθωμα της γλώσσας» – Η ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ ΚΑΙ Ο ΛΥΚΟΣ.

Παρατηρώντας την πορεία της (και πορεία όλων μας) ΠΟΤΕ ΣΤΟ ΜΑΥΡΟ ΠΟΤΕ ΣΤΟ ΛΕΥΚΟ, όπως ο ίππος στο σκάκι, καταθέτει βαθυστόχαστα μικρά διηγήματα, όπου εντοπίζονται ο φόβος του κενού, της μελαγχολίας, της ανίας, η προσδοκία της γιορτής, ο ρόλος του φέισμπουκ ως σχέσης, η αγάπη για το καλοκαίρι έναντι «του κοινωνικού δαρβινισμού του χειμώνα», ο θαυμασμός για τις γυναίκες της επαρχίας, η ιαματική δύναμη της τέχνης.

Στο διήγημα ΑΣΠΙΔΑ διεισδύει στην ψυχοσύνθεση των φιλόδοξων σύγχρονων γυναικών με τους πολλαπλούς εαυτούς που είναι και μητέρες.

Ποιητική αντίληψη της πολυπολιτισμικότητας και του μεταναστευτικού στο μικροδιήγημα ΚΙΒΩΤΟΣ , πίκρα για το αμετάκλητο της φευγάτης αγάπης – «δεν χωρούν ένδικα μέσα»- στο μικροδιήγημα ΚΩΔΙΚΕΣ. Εξαιρετική η περιγραφή μιας διαδρομής στο αστικό λεωφορείο στα ΝΕΑ ΗΘΗ.

Σασπένς αλλά και χιούμορ στο διήγημα ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟΣ ΕΦΙΑΛΤΗΣ (ποιος είναι ο ξένος τελικά;), ανάγλυφο το κλίμα της δικτατορίας στο διήγημα ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΠΟΛΙΟΡΚΙΑΣ, σαρκασμός και αυτοσαρκασμός στο ΔΕΛΤΙΟ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ, λογοτεχνική ανάδειξη της ανάγκης για επικοινωνία μιας κωφάλαλης γυναίκας στο διήγημα ΓΥΑΛΙΝΟΣ ΚΩΔΩΝ.

Θνησιγενής ο έρωτας και απαιτεί συχνό «πότισμα» στο διήγημα Η ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ ΤΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ καιαυτοψυχανάλυση στο SCRABBLE για την αποφυγή πολλής σκέψης και στρατηγικής στη ζωή , ως άλλοθι.

Στο ομώνυμο διήγημα ΚΙΝΗΤΗ ΓΙΟΡΤΗ, ευλογημένη ρουτίνα και γιορτές, καινούριοι φίλοι και παλιοί, συνθέτουν ένα κράμα πίκρας και αισιοδοξίας. « Η ρόδα του χρόνου γυρνάει πάνω κάτω φέρνοντας αγάπη ανάμεσα σε λύπες, ματαιώσεις και απώλειες…», αλλά η κορύφωσή του είναι μια ένεση αισιοδοξίας: « Καλωσορίζοντας νέους ανθρώπους και νέες προκλήσεις με μόνο ανάχωμα τον εαυτό μας …..να καρφιτσώνουμε σημαιάκια αγάπης και συμμετοχής, καθώς προχωράμε, όσο κρατάει η γιορτή της ζωής».

Όχι τυχαία κλείνει το βιβλίο με το διήγημα « ΘΕΡΜΗ ΣΙΩΠΗ», έναν στοχασμό για το «καλό», με αναφορές στη Σιμόν Βέιγ, στον εργάτη πατέρα της, στον Κρασναχορκάι και στον περίγυρο των θερινών διακοπών.

.

ΛΙΛΙΑ ΤΣΟΥΒΑ

FRACTAL 9/1/2019

Εάν επρόκειτο για αμιγή διηγηματογραφία, θα ισχυριζόμασταν πως η Αρχοντούλα Διαβάτη με το νέο της βιβλίο «Κινητή γιορτή», από τις εκδόσεις «Νησίδες», επιχειρεί το ασύνηθες είδος του κύκλου διηγημάτων. Σε παρόμοιες συλλογές, όπως παράδειγμα στο Τέλος της μικρής μας πόλης, του Δημήτρη Χατζή, τη συνοχή εξασφαλίζει ένας τόπος ή ένα πρόσωπο κοινό σε όλα τα διηγήματα, αλλά και το πρόσωπο του αφηγητή, που λειτουργεί ως ένα είδος ξεναγού σε αυτή.

Η Αρχοντούλα Διαβάτη, όμως, με κέντρο τα καθημερινά κυρίως θέματα, αλλά και σημαντικά ζητήματα της χώρας, ιδιαίτερα της Θεσσαλονίκης, της πόλης όπου γεννήθηκε και ζει, ξεφεύγει από το συγκεκριμένο «σχήμα» του διηγήματος. Συνενώνοντας κείμενα δημοσιευμένα κατά καιρούς σε διάφορα περιοδικά, δημιουργεί μια υβριδική και πολύτροπη συλλογή με έργα που, με μορφή δοκιμίου, αυτοβιογραφίας ή διηγήματος (short story), μας ξεναγούν στους φιλοσοφικούς και αισθητικούς της προβληματισμούς.

Πρόκειται για τριάντα τέσσερα κείμενα τα οποία με τις συνεχείς εναλλαγές της οπτικής γωνίας και του χρόνου αφήγησης αποκτούν το χαρακτήρα πολυεπίπεδης ανάλυσης και μετατρέπουν τη συγγραφέα σε ευαίσθητο παλμογράφο της κοινωνίας μας. Οι ιστορίες παρουσιάζουν αξιόλογες λογοτεχνικές αξιώσεις και αξιοποιούν νεωτερικούς αφηγηματικούς τρόπους.

Θεματοποιείται η καθημερινότητα κυρίως. Με τρόπο μικροσκοπικό διερευνάται η διαμόρφωση της ταυτότητας των υποκειμένων μέσα στις συγκυρίες που τα προσδιορίζουν. Ο προβληματισμός λαμβάνει υπόψη ιδιαιτερότητες κοινωνικές, κυρίως του γυναικείου φύλου, αλλά και των κωφαλάλων, των παιδιών, των ηλικιωμένων, των ανθρώπων της μέσης ηλικίας. Επιλέγεται ο ρεαλισμός που σε σπάνιες περιπτώσεις αγγίζει τα όρια της ηθογραφίας.

Η «αντιλογοτεχνική διάθεση» ορισμένων κειμένων τα φέρνει κοντύτερα στο είδος του χρονικού ή της μαρτυρίας. Το στοιχείο λειτουργεί ως τεκμήριο αυθεντικότητας και γίνεται όχημα για κριτική διάθεση απέναντι στα γεγονότα που περιγράφονται. Η «αντιλογοτεχνικότητα» όμως αυτή δεν αφορά το σύνολο του έργου. Αντιθέτως. Ο αναγνώστης απολαμβάνει ιδιαίτερα λυρικά και με υψηλή λογοτεχνικότητα κείμενα.

Η Αρχοντούλα Διαβάτη σκύβει στη ζωή όπως αυτή διαμορφώνεται στο παρασκήνιο. Τα έργα της συνιστούν σύγχρονη ανθρωπογεωγραφία, ιδιαίτερα της πόλης της Θεσσαλονίκης και από τη σκοπιά του σκεπτόμενου παρατηρητή. Λαμβάνει ως αφηγηματικό κέντρο μια κινηματογραφική ταινία, μια συνέντευξη, μια κριτική, ένα βιβλίο, ένα γεγονός, ένα ζήτημα, και εγκολπώνει μικρές περαστικές ασήμαντες ιστορίες που παγιδεύουν αθέατες όψεις της καθημερινής ζωής. Η ιδιαιτερότητα των πεζογραφημάτων της βρίσκεται στο γεγονός ότι διηθεί το συλλογικό μέσα στο προσωπικό αναδεικνύοντας από το ασήμαντο, το καθημερινό και το ακατάγραπτο, ένα πλήθος σημασιών με ευρύτερη εμβέλεια.

Μέσα από τον προσωπικό λόγο, τον καλά δουλεμένο και άρρηκτα δομημένο, αναδύεται η πραγματικότητα με τις οικογενειακές μέριμνες, τα αναγνώσματα, τους φίλους, τους θανάτους, τους συγγενείς. Κομμάτια βίου που ενορχηστρώνονται δημιουργώντας μια «κινητή γιορτή», τον κύκλο της ζωής με τις παλίρροιες, την «ευλογημένη ρουτίνα». Τον πρωτεύοντα ρόλο παίζει η αυθεντική ζωή με τις αντιηρωικές της όψεις και τα παραλειπόμενα των καθοριστικών γεγονότων της χώρας μας (π. χ. η επιβολή της δικτατορίας) και της πόλης της Θεσσαλονίκης (π. χ. ο σεισμός).

Το σκηνικό της Θεσσαλονίκης κάνει την πόλη διαρκώς παρούσα και προσδίδει ενότητα στα κείμενα. Οι δρόμ