Tag Archives: ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

ΓΙΩΡΓΟΣ

 

Ο Γιώργος Φράγκος γεννήθηκε στη Λεμεσό το 1962. Έκδωσε δύο ποιητικές συλλογές στα μαθητικά του χρόνια. Την περίοδο 1982-1988 σπούδασε δημοσιογραφία στο Πανεπιστήμιο Φιλίας των Λαών της Μόσχας. Το 1989 παρακολούθησε στο ίδιο Πανεπιστήμιο μεταπτυχιακά μαθήματα
στην έδρα της λογοτεχνίας.
Από το 1990 εργάζεται στη Λευκωσία ως δημοσιογράφος στον ημερήσιο Τύπο. Διατηρεί τη στήλη της κριτικής ποίησης στην εφημερίδα «Ο Φιλελεύθερος».
Υπήρξε μέλος του Δ.Σ. της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου για δυο δεκαετίες, ενώ την περίοδο 2013-2017 διετέλεσε Γενικός Γραμματέας. Ήταν,
επίσης, μέλος της Συμβουλευτικής Επιτροπής Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας. Πλέον, είναι Πρόεδρος της Ένωσης Συντακτών Κύπρου.
Από το 1978 μέχρι σήμερα, έχει εκδώσει πέντε ποιητικές συλλογές. Ποιήματά του δημοσιεύονται κατά καιρούς, ως επί το πλείστον, στα
λογοτεχνικά περιοδικά «Νέα Εποχή» και «Ανευ», ενώ έχει συμμετοχή και σε ορισμένες ποιητικές ανθολογίες. Εκτός από την ποίηση, ασχολείται και με την κριτική λογοτεχνίας, έχοντας δημοσιεύσει εκατοντάδες βιβλιοπαρουσιάσεις και άλλα συναφή κριτικά σημειώματα και μελετήματα, κυρίως στον ημερήσιο και περιοδικό Τύπο της Κύπρου.
Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, τουρκικά, ισπανικά, ιταλικά, βουλγάρικα και ρωσικά.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Παλαιοπωλείο ασμάτων, Φαρφουλάς 2013
Φλοίσβος συννέφων Βακχικόν 2018

(ιδιωτικές εκδόσεις, εξαντλημένες και εκτός εμπορίου)

Τα πρώτα φτερουγίσματά μου, Κύπρος 1978
Κι όλοι μαζί να θρύψουμε τ’ άσπρο το περιστέρι,
Κύπρος 1979
Ιαχές, Κύπρος 1984
Ιστορία αγάπης σε πέντε πράξεις, Κύπρος 1986

 

 

ΦΛΟΙΣΒΟΣ ΣΥΝΝΕΦΩΝ (2018)

ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ

ΚΥΜΑΤΑ ΚΑΙ ΣΥΝΝΕΦΑ

Τα κύματα με τα σύννεφα
πιάνουν συχνά ψιλή κουβέντα.
Ξασπρίζουν τα πρώτα αγριεμένα
μαυρίζουν τα δεύτερα συνοφρυωμένα.
Κι όταν τα κύματα γαληνεύουν
τα σύννεφα μοιάζουν
με βαμβακοφυτείες στον ουρανό.

Τα κύματα με τα σύννεφα
έχουν ισότιμη και αμοιβαία σχέση.
Τα πρώτα τροφοδοτούν τα δεύτερα
κι αυτά, με τη σειρά τους,
καθορίζουν τη συμπεριφορά των πρώτων.
Ουδείς ποδηγετεί, ουδείς καθυποτάσσεται.

Είναι, βεβαίως, και μια σχέση ερωτική.
Κι ας φέρνει καταιγίδες και τραμουντάνες.
Καθώς ανεβαίνουν τα κύματα
χαμηλώνουν τα σύννεφα
κι αλληλοθωπεύονται
μ’ αγριεμένο πάθος.
Και δεν ξέρεις πότε εισχωρεί
το σύννεφο στο κύμα
και πότε το ανάποδο.

Και η βροχή;
Ψιλή, ραγδαία ή βροχοθύελλα,
είναι καρπός του έρωτα
κυμάτων και συννέφων.
Τα κύματα υιοθετούν συχνά
στοιχεία από τη συμπεριφορά
των συννέφων και αντιστρόφως.
Έτσι δεν ξενίζει κανένα
που αντικρίζουμε
σύννεφα κυματιστά
ή συννεφιασμένα κύματα.

Κι ο ποιητής;
Μια ζωή ποδαρόδρομο
σε κακοτράχαλα μονοπάτια.
Πώς θα ’θελε να βρεθεί
καβάλα σ’ ένα σύννεφο
ή και σ’ ένα κύμα ακόμη!
Έτσι να περιδιαβεί
ουρανούς κι ωκεανούς
μακριά και πάνω
από λογής – λογής
μικρότητες, ασημαντότητες
και άλλα συναφή.

 

ΠΟΙΗΤΙΚΑ ΒΙΒΛΙΑ I

Αρσακειάδες αλλοτινών εποχών
σε πάρτι ξέφρενα
με ημίγυμνες κορασίδες.
Φτωχοί συγγενείς
σε γαμήλια δεξίωση
νεόπλουτων νεονύμφων.
Τα βιβλία της ποίησης
στα κυπριακά βιβλιοπωλεία.
Στριμωγμένα, σφηνωμένα
ανάμεσα σε λογής – λογής
ευπώλητα και φανταχτερά χαρτικά
ασφυκτιούν, υποφέρουν, πονούν.

Μα σαν σβήσουν τα φώτα
και γυρίσει αντίστροφα η καρτέλα
από το “open” στο “closed”
οι στίχοι ξεγλιστρούν απ’ τις σελίδες
ψιθυριστά – ψιθυριστά μα παθιασμένα
και στροβιλίζονται συναμεταξύ τους
στους ρυθμούς ενός κελαριστού βαλς
εκβάλλοντας συνάμα ο καθένας
τη δίκιά του μελωδία.

Το πρωί οι πωλήτριες
ταχτοποιούν από ’ξαρχής
τα στραβοβαλμένα βιβλία
και νιώθουν στ’ ακροδάχτυλα
το ελαφρύ λαχάνιασμά τους.

 

ΤΗΣ ΖΩΗΣ

ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΑΝΑΜΟΝΗ *

Απαγορεύεται η αναμονή
Έτσι που ανοίγει τα επίμονα, καρτερικά φτερά της
κόβει τον αέρα της διαρροής,
της εισροής ή και της όποιας ροής.

Απαγορεύεται η αναμονή
Έτσι σφιχτά που σταυρώνει τα χέρια της
στο προσηλωμένο στήθος
παρακωλύει τη διέλευση νέων ανέμων,
νέων ιδεών, νέων ταλαιπωριών, έστω.

Απαγορεύεται η αναμονή
Έτσι φορτικά καρφωμένα π’ αφήνει τα μάτια της
στο αέναο κενό της μίας ελπίδας
διεμβολίζει εκατοντάδες άλλα φτερακίσματα,
αναπτερώσεις, αναπετάσματα,
ακόμη και ανεμοσκορπίσματα.

Απαγορεύεται η αναμονή
αναγορεύεται σε προσμονή
υπαγορεύεται σε πλησμονή, έστω.
Φτάνει ν’ αποκτήσει τάση και διάσταση
κλίση, επίκληση ή ανάκληση.
Οι επίπεδες στατικές αναμονές
είναι αδιέξοδες και άδοξες συνάμα.

*Επιγραφή μπροστά από την πύλη των αφίξεων
στο διεθνές αεροδρόμιο της Λάρνακας.

 

ΣΤΗΝ ΚΗΔΕΙΑ ΤΟΥ ΝΕΑΡΧΟΥ*

Τρεις οι παπάδες κι ένας ο ψάλτης τέσσερις
παρέπεμπαν στη γνωστή πειραιώτικη τετράδα
του Βαμβακάρη, του Παγιουμτζή, του Δελιά και του Μπάτη.
Κι όταν αρχίνισαν τα θυμιάματα και τα «Κύριε ελέησον»
νόμιζα πως άκουγα να κελαηδούν μπαγλαμαδάκια.
Το «έτι δεόμεθα υπέρ αναπαύσεως της ψυχής
του κεκοιμημένου δούλου του Θεού»
σε ρυθμό …απτάλικο μού ακούστηκε
εννέα όγδοα ολοκάθαρα!

Εκλάμβανα τις βυζαντινές ψαλμωδίες
για σμυρναίικους αμανέδες.
Τα ευλογητάρια και τις δεήσεις για «άλα»
και «γυάλα» και «όπα» και «γεια σου Νέαρχε»!
Καθώς, φαντάζομαι, ο νεκρός δεδικαίωται
ο μεταστάς άλλο που δεν θα ήθελε
εξόν από το να ηχήσουν τέλια στη θανή του.
Όσο για το «Μακαρία η οδός, η πορεύει σήμερον»
σωστό χασαποσέρβικο, με μπρίο και ρυθμό.

Από το θόλο του τρούλου έφταναν στ’ αυτιά μου
μελωδίες από βιολιά και νταούλια, ντέφια
ζουρνάδες, τζουράδες και μπουζούκια.
Κι ένα μπαγλαμάδακι – σωστό ζουζούνι ατελεύτητο –
κράταγε το ίσο στον βραχνόφωνο παπά.

Μα σαν είπε ο ιερέας: «ένθα άπέδρα πάσα οδύνη
λύπη και στεναγμός», σκέφτηκα πως
ο αποθανών σίγουρα «εν τόπω άναψύξεως»
θα θεωρούσε .. .των αγγέλων τα μπουζούκια!

Και γέλασα πικρά, φέρνοντας στο νου
το σαρδόνιο χαμόγελο του μεταστάντος
καθώς ο παπάς είπε: «η ζωή και η άνάπαυσις
του κεκοιμημένου δούλου σου», καθότι
ο μεταστάς άλλα θεωρούσε ζωή και άλλα ανάπαυση
άλλα, πολύ διαφορετικά από αυτά που εννοούσε
το παπαδομάνι μπροστά από την Ωραία Πύλη
ή μήπως δεν ήταν Ωραία Πύλη αλλά .. .παλκοσένικο;

 

0 Νέαρχος Γεωργιάδης, σημαντικός πεζογράφος αλλά και σπουδαίος
μελετητής της ιστορίας του ρεμπέτικου και λαϊκού τραγουδιού, με
πανελλήνια αναγνώριση, πέθανε στις 31 Ιουλίου και κηδεύτηκε στις 2
Αύγουστου του 2013 στη Λευκωσία. Το ποίημα γράφτηκε αυθημερόν.
(Να προσθέσω πως ήταν από τη Μόρφου)

 

ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΜΜΕΝΟ ΒΡΕΦΟΣ

Εγκαταλειμμένο βρέφος το αύριο,
με βρώμικες φασκιές,
μπουσουλάει στα λασπόνερα
της αβεβαιότητας και της ασυδοσίας,
μυξοκλαίει ατενίζοντας
θολά τοπία και γκρίζους ουρανούς,
τρίβει τα κατακόκκινα ματάκια του
λες κι άγγιξε καυτό πιπέρι ανευθυνότητας.

Εγκαταλειμμένο βρέφος το αύριο,
με λερωμένο προσωπάκι,
σπαράζει αφημένο
στα σκαλοπάτια της ασυνειδησίας,
πλαντάζει γοερά
στο πεζοδρόμιο της διαφθοράς,
εκβάλλει βαθύς, διακεκομμένους λυγμούς,
διασπώντας το νιρβάνα αφελούς μακαριότητας.

Το αύριο όμως,
όπως και κάθε αύριο άλλωστε,
θα μεγαλώσει,
θ’ ανατραφεί σε ορφανοτροφεία και ιδρύματα,
θ’ ανδρωθεί σε πλατείες, συγκεντρώσεις, διαδηλώσεις,
θα γαλουχηθεί σε νάματα και ιδανικά,
θα προδοθεί σε γραφεία και καταγώγια
και θα ταφεί με δόξες και τιμές
βραχείας ημερομηνίας λήξεως.

Ώσπου ν’ ακουστεί και πάλι το κλάμα ενός μωρού,
κι ένα καινούργιο αύριο,
έκθετο και εγκαταλελειμμένο,
να τραβήξει ξανά την ίδια ανηφόρα.

 

ΧΑΜΟΓΕΛΑ

Το κρατικό θέατρο σημαιοστολισμένο για την πρεμιέρα
Στο φουαγιέ τα μέλη του Δ.Σ.
να υποδέχονται με σαρδόνια χαμόγελα τους επίσημους προσκεκλημένους
Χαμόγελο – φρεγάδα, της κλίμακας άλφα δεκαέξι,
για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας
Χαμόγελο – ταχύπλοο σκάφος, της κλίμακας άλφα δώδεκα,
για τους βουλευτές
Φευγαλέο χαμόγελο – σκουτεράκι, στη βάση της κλίμακας,
για τον ρεπορταράκο που μπήκε τελευταίος στον προθάλαμο.

Και πικροχαμόγελο – υπερωκεάνιο
εκ μέρους του μεταστάντος δραματουργού
που εξ ουρανού αντελήφθη
το δράμα της κλίμακας των αξιών μας.

 

ΝΕΚΡΑ ΠΡΟΣΦΥΓΟΠΟΥΛΑ

Δαντελένιος αφρός
σάβανο μικρών παιδιών
μες στη Μεσόγειο.

Φλοίσβος κυμάτων
μοιρολόι αντί νανούρισμα.

Κι η φουσκοθαλασσιά
νεκρώσιμος ακολουθία.

Ο Μαΐστρος, ο Λεβάντες
ο Γαρμπής και ο Πουνέντες
βαστάζοι φέρετρων.

Ο Γραίγος κι ο Σιρόκος
σταυρούς καρφώνουν
σ’ ανώνυμα μνήματα
στην ακροθαλασσιά.

Και το φεγγάρι
ανάβει σαν καντήλι
σε παραλίες – κοιμητήρια.

Τα χαμόγελα που δεν άνθισαν
τα γελάκια που δεν ακούστηκαν
τα χαδάκια που δεν δόθηκαν
πορφυρόχρυσα κοχύλια στο βυθό.

 

ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

ΚΟΥΤΑΒΙ

Καχεκτικό κουτάβι ο έρωτας,
ζαρωμένο στον καναπέ του σαλονιού μας.
Μάλλινη κουβέρτα, ο παρατατικός που το σκεπάζει.
Γαβάθα με γάλα, ο αόριστος στα πόδια του.
Κι ένα κόκαλο βρασμένο, ο υπερσυντέλικος στο πλάι του.

Όμως αυτό ποθεί
του ενεστώτα τα παιγνιδίσματα,
ο παρακείμενος έστω,
να του ρίξει τη μπάλα
κι αυτό λαχανιάζοντας
να τρέξει να τη φέρει.

Όμως αυτό λαχταρά
του στιγμιαίου μέλλοντος τους κραδασμούς,
του συντελεσμένου μέλλοντος τις αυτάρεσκες ανάσες,
πόσο μάλλον του μέλλοντος διαρκείας
τα γλυκά γουργουρητά.

 

ΜΟΝΑΞΙΕΣ

Εκατομμύρια μοναξιές
συνωθούνται σε λεωφόρους, μετρό, σταθμούς.
Χιλιάδες μοναξιές
συμβαδίζουν εκ παραλλήλου,
σε πορείες, συναυλίες, διαδηλώσεις.
Εκατοντάδες μοναξιές,
παρίστανται σε τελετές, δεξιώσεις, εκδηλώσεις.
Δεκάδες μοναξιές,
μετέχουν σε γεύματα, δείπνα, γιορτές.

Μα οι χειρότερες,
οι πιο φρικτές, οι πιο δυσβάσταχτες,
είναι οι δυο μοναξιές.
Οι δυο μοναξιές
δίπλα στον πάγκο της κουζίνας,
μπροστά στην τηλεόραση,
στο υπνοδωμάτιο.

 

 

ΠΑΛΑΙΟΠΩΛΕΙΟ ΑΣΜΑΤΩΝ (2013)

Τραγούδια για πράγματα κι αισθήματα παλιά

 

ΠΑΛΑΙΟΠΩΛΕΙΟ

Πέρασα βερνίκι όλες μου τις μνήμες
κόλλησα με γόμα όλες τις ρωγμές
πήρα τα σκαρπέλα, πήρα και τις λίμες
κι έχω αφήσ’ απ’ έξω όλες τις πομπές.

Παλαιοπωλείο είν’ οι μνήμες μας
καλογυαλισμένες μέσα στη ψυχή
έχουν μέσα φόδρα απ’ τις λύπες μας
μα και για σφραγίδα άλλην εποχή.

Έχω συντηρήσει τόσες αναμνήσεις
έχω βάλει λάδια κι άλλα υλικά
έχω αποβάλει τόσες αντιρρήσεις
έβγαλα τη σκόνη κι άλλα περιττά.

Έβαψα μ’ ασβέστη θύμησες ποικίλες
έβγαλα τα χόρτα τα πειρατικά
άνοιξα με φόρα της καρδιάς τις πύλες
κι άφησα να φέγγουν τα θαυμαστικά.

 

ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΠΟΔΗΛΑΤΟ

Στη μνήμη του πατέρα

Το παλιό ποδήλατο
στην καρδιά σου φύλα το
στα πετάλια του στηρίζεις
παιδικές σου αναμνήσεις.

Μαύρο και θεόρατο
με τεράστια σέλα
και με πόν’ αόρατο
έλα και ξαναέλα.

Το παλιό ποδήλατο
να ξεχνάς αδύνατο
έτριζε η καδένα του
και μάγκωναν τα φρένα του.

Κρέμονταν τα πόδια μου
στον πισινό τροχό του
τώρα με τα ζόρια μου
πετώ με το φτερό του.

Το παλιό ποδήλατο
στ’ όνειρό μου είδα το
το φανάρι νικελένο
έμαθα να περιμένω.

Ακούω το κουδούνι
στο έμπα της αυλής μας
μ’ αξύριστο πηγούνι
χαμογελάς μαζί μας.

Το παλιό ποδήλατο
αν μπορείς κυνήγα το
γυάλιζαν οι ακτίνες του
στου ήλιου τις αχτίδες του.

Έβαζα το πρόσωπο
πια’ από την πλάτη σου
σ’ ένα κόσμο απρόσωπο
φυλαχτό η αγάπη σου.

Το παλιό ποδήλατο
στην αυλή αφύλαχτο
πού να το καβαλικέψεις
πού ’ν’ τα κότσια να πιστέψεις.

Απ’ τη μέση σε κρατώ
και τ’ αέρι χαίρομαι
αχ μπαμπά πώς σ’ αγαπώ
τώρα π’ ερωτεύομαι.

 

ΠΑΛΙΑ ΚΑΦΕΝΕΙΑ

Στα παλιά τα καφενεία
ψήνουν τον καφέ στην άμμο
για την παλιοκοινωνία
λένε λόγια παραπάνω.

Έχουν άποψη και μπέσα
εμπειρίες κι ενοχές
και γνωρίζουν από μέσα
της ζωής τις διδαχές.

Στα παλιά τα καφενεία
κουδουνίζουνε τα ζάρια
και σκοτώνουν την ανία
στης ψυχής τους τα αμπάρια.

Έχουν μνήμες, έχουν πόνο
και πολλά παθήματα
θέλουν να θυμούνται μόνο
τα γλυκιά μαθήματα.

Στα παλιά τα καφενεία
ζωγραφιά μια Γενοβέφα
σαν παλιά χαρτομανία
πα’ στο τάβλι και την πρέφα.

Έχουν στρογγυλά τραπέζια
λιγδιασμένες τράπουλες
και γλυκά σαν πετιμέζια
είν’ τα λόγια που μου λες.

 

ΟΙ ΠΑΛΙΟΦΙΛΟΙ

Οι παλιόφιλοι γερνάνε
σωρηδόν και ομαδόν
μα ποτέ του δεν στενεύει
της καρδιάς το εμβαδόν.

Οι παλιόφιλοι γυρνάνε
εν ριπεί του οφθαλμού
στη στιγμή της ευτυχίας
και στην ώρα του λυγμού.

Έχεις πού να αρπαχτείς
έχεις πού να ακουμπήσεις
σε πελάη αν ριχτείς
θα τους βρεις να επιζήσεις.

Οι παλιόφιλοι ξεχνάνε
ποτέ έχουν ειδωθεί
μα η σχέση τους γρανάζι
που δεν έχει φαγωθεί.

Οι παλιόφιλοι μιλάνε
από μιλιά μακριά
αφανίζει αποστάσεις
της ψυχής η γιατρειά.

Οι παλιόφιλοι γελάνε
με τις θύμησες του νου
έχουνε ματιά καθάρια
καταγάλαν’ ουρανού.

 

ΟΙ ΠΑΛΙΟΙ ΣΥΜΜΑΘΗΤΕΣ

Γινωμένοι, σιτεμένοι οι παλιοί συμμαθητές
ψάχνουνε την εφηβεία σε προγούλια κι ενοχές.
Έχουν γάργαρο το γέλιο και το βλέμμα φωτεινό
και το νου απαλλαγμένο από κάθε τι πικρό.

Νικητές ή νικημένοι οι παλιοί συμμαθητές
νιώθουν πάντοτε ωραία για το μακρινό το χθες.
Όταν θα συναντηθούνε βάζουνε τα γιορτινά
της ψυχής τους τα παντζούρια τα κρατούνε ανοικτά.

Ξεχειλίζουν απ’ αγάπη οι παλιοί συμμαθητές
δεν χρωστάνε, δεν πονάνε κι ανταλλάσουνε ευχές.
Νοσταλγούν την ηλικία που ’χαν όνειρα ζεστά
τώρα έχουν αγκωνάρια που τα θεωρούν μεστά.

Δυστυχείς κι ευτυχισμένοι οι παλιοί συμμαθητές
ατελέσφορων ερώτων παραμένουν εραστές.
Σαν βρεθούν και σαν μιλήσουν νιώθουν πάντοτε καλά
που τα χρόνια τους τ’ αθώα τούς χαδεύουν απαλά.

 

ΠΑΛΙΕΣ ΠΟΥΤΑΝΕΣ

Οι παλιάς κοπής πουτάνες
έχουν μείνει μοναχές
χαθήκαν και οι αλάνες
χάθηκαν κι οι ενοχές.

Τα χαμόσπιτα που ζούνε
μένουν πάντα ανοιχτά
λίγο φως απομυζούνε
και αυτό στα πεταχτά.

Οι παλιάς κοπής πουτάνες
ζούνε μέσα στη βρωμιά
στα ξωπόρτια τους ροχάλες
κάτουρου αναθυμιά.

Το κατώφλι τους διαβαίνουν
γέροι και αλλοδαποί
κι ούτε που βαριανασαίνουν
στο κορμί τους το γιαπί.

Οι παλιάς κοπής πουτάνες
μένουν ξύπνιες ως αργά
έχουν πεθαμένες μάνες
και τα στήθια τους βαριά.

 

ΠΑΛΙΕΣ ΑΓΑΠΕΣ

Οι παλιές αγάπες μένουν στη σοφίτα του μυαλού
σκεπασμένες, σκονισμένες και με γεύση του πηλού.

Δεν έχουν ποτέ γεράσει, δεν έχουν ποτέ χαθεί
κι όσο έχουνε πικράνει, τόσο έχουν πικραθεί.

Οι παλιές αγάπες πάντα γαληνεύουν τη ψυχή
δεν εξάπτουνε τα πάθη, δεν ανοίγουνε πληγή.

Κουβαλούνε αναμνήσεις σαν μυρμήγκια την τροφή
και γνωρίζουν ως που φτάνουν, ξέρουνε την οροφή.

Οι παλιές αγάπες έχουν κάτι απροσπέλαστο
μοιάζουν με τον ουρανό μας, το γλυκό και έναστρο.

Αγαπώ τη νοσταλγία, αγαπώ πολύ κι αυτές
δεν κομπάζω, μα ρεμβάζω και τις πεθυμώ σαν χθες.

 

ΠΑΛΙΑ ΚΙΘΑΡΑ

Μνήμη Αλεξάντερ Σαχνόφ

Παλιά κιθάρα
που σαν καμάρα
άνοιγε στους ορίζοντες
κι έτερπε τους γνωρίζοντες.

Παλιά κιθάρα
σαν μια κανάρα
έβγαζε φθόγγους μαγικούς
και ήχους υπεραστικούς.

Στο γρατσούνισμά σου
έβγαινε σπινθήρας
και στο άγγιγμά σου
άνοιγε κρατήρας.
Άναβαν τα μάτια
με μια συγχορδία
βούλιαζαν γινάτια
στη μυσταγωγία.

Παλιά κιθάρα
χωρίς φανφάρα
που είχε τέλια για χορδές
στων αισθημάτων τις ορδές.

Παλιά κιθάρα
γερή αμπάρα
που έφραζε τις έγνοιες μας
και στήριζε τις μέρες μας.

 

Η ΠΑΛΙΑ ΓΕΙΤΟΝΙΑ

Η παλιά γειτονιά
σφίγγει σαν πετονιά
γρατσουνάει τις μνήμες
του μυαλού μας τις κνήμες.

Για καφέ στη βεράντα
να μυρίζουν λεβάντα
οι αυλές όπως πάντα,
γιασεμιά σα γιρλάντα.

Η παλιά γειτονιά
σβήνει μ’ απονιά
κάθε πίκρας πετράδι
κάθε πόνου σημάδι.

Η παλιά γειτονιά
και το χρόνο – φονιά
τον ξαπλώνει στο χώμα
στης αλάνας το σώμα.

Η παλιά γειτονιά
μας ανοίγει πανιά
και γινόμαστ’ έφηβοι
και εκλείπουν οι φόβοι.

Στην παλιά γειτονιά
με τα χέρια χωνιά
οι μητέρες καλούνε
τα παιδιά τους να ’ρθούνε.

Στην παλιά γειτονιά
ούτε μια θημωνιά
ξεφυτρώσαν παλάτια
και χαθήκαν γινάτια.

 

ΣΤΕΚΙΑ ΠΑΛΙΑ

Στέκια παλιά ερημωμένα
με τα γκαρσόνια γερασμένα
μόνο που δεν παλιώσανε
οι μνήμες που μας δώσανε.

Στέκια παλιά μαραζωμένα
με τα τελάρα στοιβαγμένα
μόνο που δεν παλιώσανε
οι φίλοι που μας δώσανε.

Τα στέκια μένουν μέσα μας
κεντρίζουνε τη μπέσα μας
κι έχουνε ζεστό μαγκάλι
ν’ ανταμώσουμε και πάλι.

Στέκια παλιά και ξεβαμμένα
με τα τραπέζια τους φθαρμένα
μόνο που δεν στοιχειώσανε
κι αγάπες μάς ενώσανε.

Στέκια παλιά και ξεχασμένα
με τα ποτήρια ραγισμένα
μόνο που δεν στοιχειώσανε
και δώσανε και σώσανε.

 

ΠΑΛΙΟ ΖΕΪΜΠΕΚΙΚΟ

Μ’ ένα παλιό ζεϊμπέκικο
περνώ την ανηφόρα
και με χαρμάνι σέρτικο
στεγνώνω απ’ την μπόρα.

Μ’ ένα παλιό ζεϊμπέκικο
σωστό αρσιβαρίστα
ξαλάφρωσε ο πόνος μου
και τα μαράζια σβηστά.

Μ’ ένα παλιό ζεϊμπέκικο
δυνάμεις συγκεντρώνω
τον πόνο μου τον άτιμο
στο καναβάτσο στρώνω.

Μ’ ένα παλιό ζεϊμπέκικο
κοκτέιλ βιταμινών
και το ντουνιά τον ψεύτικο
νικάω επιμείνων.

 

ΠΕΝΤΑΔΡΟΜΟΣ

Μνήμη Μάριου Τόκα

Πού ’ναι τα παλιά τα καφενεία
με τα τζάμια τα θαμπά
δεν υπάρχει χρόνος για ανία
και η μνήμη ακουμπά
κάπου μες στης Γλάδστωνος τα μέρη
με καρέκλες τόνενες
τενεκέδες φούλια στο παρτέρι
και αφράτες γκόμενες.

Πεντάδρομε, πεντάμορφε
μ ένα πεντασέλινο στο χέρι
πεντανόστιμα σουβλάκια αγοράζω.
Πεντάδρομε, πεντάστερε
σ’ ένα πεντακάθαρο πανέρι
πέντε κύφυλα, κουλούρια να κοιτάζω.
Πεντάδρομε, πεντάκλωνε
μιας πεντάρας νιάτα το ασκέρι
πεντοζαλισμένος θέλω ν’ αγαλλιάζω.

Πού ’ν’ τα σχολικά λεωφορεία
με γκριζοπαντέλονα
τα αγόρια κάνουν φασαρία
όνειρα να σέλωνα.
Καβαλάρης στη Θεσσαλονίκης
άπειρες κλεφτές ματιές
τα κορίτσια ξέρουν που ανήκεις
άσε τις αποκοτιές.

Ορθοπεταλιές στην Άγια Ζώνη
και σούζες στα φανάρια
δίχως χέρια πάνω στο τιμόνι
και τρέλα δυο καντάρια.
Στην Ανεξαρτησίας στη γωνιά
κορίτσια κόβουν βόλτες
συνεννοούνται με μιαν αγκωνιά
σα βλέπουνε δυο μόρτες.

 

ΛΕΜΕΣΟΣ

Στ’ ακροθαλάσσι σου υφαίνουν
γιρλάντες τ’ αφροκύματα.
Και στην καρδιά μας ανασταίνουν
γυμν’ αλαφροπατήματα.

Σεργιανάνε ανεράδες,
τραγουδάνε μαχαλάδες,
στ’ ακροθαλάσσι σου.
Όλ’ η πλάση ταρσανάδες,
αγαλλιάζουνε μανάδες,
στ ’ακροθαλάσσι σου.

Στ’ ακροθαλάσσι σου διαβαίνουν
όνειρ’ ελπίδες και ευχές.
Και στο γιαλό σου όλοι ξεπλένουν
βάσανα, πίκρες κι ενοχές.

Στ’ ακροθαλάσσι σου αγναντεύουν
καράβια, πλοία, φορτηγά.
Κι οι παφλασμοί βρε πως νταντεύουν
γυναίκες, γέρους και παιδιά.

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΑ

ΤΟ ΣΥΝΑΠΑΝΤΗΜΑ ΤΗΣ ΛΕΥΤΕΡΙΑΣ

«Ανταμώσανε,
κατ’ απ’ τον ίσκιο μιας προδομένης ιστορίας
κατ’ απ’ το πέπλο του ακρωτηριασμένου παρελθόντος
δώσαν τα χέρια και ένωσαν τις καρδιές
τις αγκάλες άνοιξαν
και λουλούδια φύτρωσαν
κόκκινο τριαντάφυλλο ξεφύτρωσε απ’ του κανονιού την μπούκα
η ξιφολόγχη βλάστησε και γίνηκε γαρουφαλιά».

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΝΙΚΟΣ ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΗΛ

Κάποτε ένας δάσκαλός μου, έλεγε ότι τα καλά βιβλία πάντοτε είναι και καλές εκδόσεις, χωρίς ωστόσο να ισχύει η αντίθετη προϋπόθεση. Δηλαδή αν μια έκδοση είναι καλή δεν σημαίνει ότι και το περιεχόμενο είναι καλό. Σήμερα παρουσιάζω ένα ζεστό, πολύ καλό βιβλίο, μια πολύ καλή έκδοση: το Παλαιοπωλείο Ασμάτων του δημοσιογράφου Γιώργου Φράγκου.

Το βιβλίο εκδόθηκε από τις εκδόσεις Φαρφουλάς τον Σεπτέμβριο του 2013 και παρουσιάστηκε στο κοινό έξη μήνες αργότερα, στις 4 Μαρτίου 2014 (στο διάστημα αυτό είχε μεσολαβήσει ένα ξαφνικό πρόβλημα υγείας και αυτό ήταν ένας ακόμα λόγος για να μη χάσω την παρουσίαση: ευτυχώς ο φίλος Γιώργος Φράγκος ήταν πολύ καλά στην υγεία του). Στάθηκα τυχερός γιατί στην παρουσίαση ακούστηκαν και τέσσερα υπέροχα τραγούδια από τη συλλογή, που μελοποίησε και τραγούδησε ο συνθέτης Λάρκος Λάρκου.

Μνήμες, μνήμες, μνήμες: ένας ολόκληρος κόσμος που δεν υπάρχει πια. Στην οθόνη της ψυχής μας οι μορφές και τα σχήματα γίνονται αχνά, και τα χρώματα έχουν ξεθωριάσει, έχουν γίνει γκρίζα. Έρχεται όμως ο ποιητής και τους ξαναδίνει τη χαμένη τους ζωντάνια και αίγλη. Μαζί όμως, απλώνει παντού και μια γάζα τρυφερότητας, θλίψης και νοσταλγίας.

 

Συνέντευξη στον Νέστορα Πουλάκο

vakxikon.gr

Συνομιλήσαμε με τον δημοσιογράφο και ποιητή Γιώργο Φράγκο με αφορμή την κυκλοφορία του τελευταίου του βιβλίου «Φλοίσβος συννέφων» (εκδόσεις Βακχικόν 2018).

Σε α’ πρόσωπο για τον «Φλοίσβο συννέφων»

Κυοφορούσα μέσα μου για καιρό τον «Φλοίσβο», ως εσωτερική διεργασία ποιητικής εγρήγορσης και ενατένισης πραγμάτων, καταστάσεων και προσώπων. Γιατί «Φλοίσβος»; Διότι είναι μια διεργασία αέναη, συνεχής, αδιάκοπη και διαχρονική. Διότι συνάμα εμπεριέχει και κάτι μαγευτικό σε ήχο, χρώμα και γεύση. Παρότι είμαι ποιητής τα σαββατοκύριακα, τις αργίες και τα βράδια, η ποίησή μου αναφέρεται κυρίως στις εργάσιμες ώρες των ανθρώπων. Με ενδιαφέρουν πολύ οι άνθρωποι της μισθωτής εργασίας. Και με ενδιαφέρουν συλλογικά, σωρευτικά, επί συνόλου και όχι εξατομικευμένα. Στην καθημερινή μου ενασχόληση είμαι δημοσιογράφος και συνδικαλιστής. Έτσι, μοιραία, εκείνο που επιχειρώ διακαώς να προσδώσω στην ποίησή μου είναι κοινωνικός χαρακτήρας, ευαισθησία και αλληλεγγύη. Εάν το επιτυγχάνω ή όχι θα το κρίνουν άλλοι.

Η επιρροή της οικονομικής και κυπριακής κρίσης

Η οικονομική κρίση στην Κύπρο, όπως και στα πλείστα ευρωπαϊκά κράτη του νότου και των Βαλκανίων – μάλλον προεξαρχούσης της Ελλάδας – εξακολουθεί ακόμη να σοβεί. Είναι λοιπόν μια ζώσα πραγματικότητα που δεν μπορεί να μην απασχολεί την ποίηση, στην προκειμένη περίπτωση τη δική μου ποίηση. Στο βιβλίο υπάρχουν αρκετά ποιήματα που θίγουν ζητήματα όπως η οικονομική μετανάστευση, η ανεργία, η οικονομική δυσπραγία κλπ. Η επικαιρότητα ως πηγή έμπνευσης εμπεριέχει βέβαια κινδύνους. Ελπίζω η κρίση να παρέλθει σύντομα, αλλά τα ποιήματά μου, αν και …ανεπίκαιρα, να έχουν ακόμα διάρκεια ζωής. Τώρα για το κυπριακό πρόβλημα και πως αυτό βρίσκει την έκφρασή του στην ποίησή μου, θα ήθελα να πω ότι, κατά τη γνώμη μου, το θέμα του προβλήματος και των γενεσιουργών αιτιών που το προκάλεσαν μάλλον έχει κορεσθεί. Εκείνο που σήμερα προέχει πιστεύω πως είναι να ασχοληθούμε και λογοτεχνικά με την αναζήτηση διόδων που να οδηγούν στην επίλυση του προβλήματος. Έχει και η ποίηση χρέος να σταθεί ενώπιον του συνόλου του κυπριακού λαού και να δώσει οράματα και εμπνεύσεις, να υποδείξει δρόμους και τρόπους που να στοχεύουν στην ειρήνη και την επανένωση της μικρής μοιρασμένης μας πατρίδας. Γι’ αυτό και έχω κάμει πηγή της έμπνευσής μου ό,τι μπορεί να φέρει πιο κοντά Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους, ό,τι μπορεί στη συμφιλίωση και την επανασυμβίωση των δύο κοινοτήτων του νησιού.

Η σχέση με τη λογοτεχνία

Αγαπούσα πολύ την ανάγνωση και την απαγγελία, από τα πολύ παιδικά μου χρόνια. Έχω αμυδρές αναμνήσεις του εαυτού μου να απαγγέλνει ανεβασμένος σε καρέκλα, με κοντό παντελόνι και κουρεμένος γουλί. Αυτό επιβεβαιώνουν και μεγαλύτεροι. Τα πρώτα ποιήματα γράφτηκαν στο δημοτικό σχολείο και τα πρώτα δύο βιβλία εκδόθηκαν ενόσω ήμουν ακόμα έφηβος μαθητής. Ακολούθησαν ακόμα δύο βιβλία όταν ήμουν φοιτητής. Όμως πρώτα υπήρξα βιβλιοφάγος, βιβλιολάτρης, …παμφάγος αναγνώστης και ύστερα συγγραφέας. Το ένα έφερε το άλλο. Από την …υπερκατανάλωση πέρασα στην …παραγωγή! Δεν υπάρχει δημιουργία που να μην συνδέεται με την αγάπη. Λατρεύω τη λογοτεχνία, γι’ αυτό και προσπαθώ, με όλη μου τη ψυχή και όλες μου τις δυνάμεις, να την υπηρετήσω.

Επόμενα συγγραφικά σχέδια

Αν και λόγω φόρτου επαγγελματικής εργασίας και φυσικής ροπής προς τον ρεμβασμό – μπορεί κανείς να το πει και έφεση προς το χουζούρι – είμαι βασικά ολιγογράφος, έχω ήδη στο μυαλό και εν μέρει στα σκαριά άλλα τρία βιβλία. Ένα ποιητικό, ένα κριτικό και ένα πεζογραφικό. Φιλοδοξία μου είναι να συγγράψω μια ποιητική συλλογή εξολοκλήρου για τον έρωτα, τους κραδασμούς, τους σπαραγμούς αλλά και τις ανατάσεις του. Θέλω ακόμη να εκδώσω ένα ανθολόγιο από τις κριτικές μου κυρίως για ποιητικά βιβλία της τελευταίας δεκαετίας. Τέλος, το πεζογραφικό μου εγχείρημα θα αφορά ευσύνοπτα διηγήματα από τις εμπειρίες που αποκόμισα για 26 συναπτά έτη στην ενεργό δημοσιογραφία.

https://www.vakxikon.gr/g-fragos-synentefksh/

 

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ