Tag Archives: ΓΚΙΟΥΡΚΕΝΤΣ ΚΟΡΚΜΑΖΕΛ

ΓΚΙΟΥΡΚΕΝΤΣ ΚΟΡΚΜΑΖΕΛ

1-korkmazel-1-1024x768

 

Ο Γκιουργκέντς Κορκμάζελ (Giirgenq Korkmazel) γεννήθηκε το 1969 στο χωριό Σταυροκόννου της Πάφου. Μετά το 1974 και τη διαίρεση της Κύπρου, το χωριό εκκενώθηκε και ο Γκιουργκέντς μαζί με την οικογένειά του εγκαταστάθηκαν στην κωμόπολη Λύση, στην πεδιάδα της Μεσαορίας, στο κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου.
Φοίτησε σε δύο πανεπιστήμια αλλά δεν αποφοίτησε από κανένα. Το
1992 κυκλοφόρησε η πρώτη του ποιητική συλλογή Η ιδιότητα του μισού
(Yarimhk). Αργότερα, έφυγε από την Κύπρο για να ζήσει στην Τουρκία, στη
Φετίγιε (Fethiye). Το 1996 μετακόμισε στην Αγγλία (Λονδίνο και Μάντσεστερ).
Το 2003 επιστρέφει στην Κύπρο και επί του παρόντος ζει στο Μπογάζι, ανάμεσα στην Κερύνεια και τη Λευκωσία, και εργάζεται ως συγγραφέας και μεταφραστής. Έχει εκδώσει έξι ποιητικές συλλογές και δύο συλλογές διηγημάτων. Έχει μεταφράσει τον Τανέρ Μπαϊμπάρς και τον Τζον Κλαρ στα τουρκικά. Επιπλέον έχει επιμεληθεί τις Σύντομες Ιστορίες Τουρκοκυπριακής Λογοτεχνίας και την Ανθολογία Ελληνοκυπριακής Ποίησης.
Είναι μέλος του Δ.Σ. της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου.

 

2-1-Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΜΕΡΑ

ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ

(Μετάφραση: Αγγελική Δημουλή)

 

Η ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΜΙΣΟΥΣ (1992)

 

ΠΡΟΓΕΥΜΑ

Αυτό το πρωί
Μητέρα
Θέλω μονάχα λίγα ψίχουλα
Για να συνάξω τα μικρά πουλιά
Στο ποίημά μου
Αυτά με τα κίτρινα φτερά
Που εμφανίζονται πάντοτε μετά τη βροχή

Στο υπόσχομαι πως
Δε θα πετάξω μακριά μαζί τους

 

ΕΤΩΝ ΤΡΙΑ

Ετών τρία και ήμουν ένας πέτρινος χωριάτικος δρόμος
Εκεί που έπεσα ξανά και ξανά ματώνοντας τα γόνατά μου

Ένα ζευγάρι στρατιωτικές μπότες
Πάντα πολύ μεγάλες για τα παιδικά μου πόδια

Μια αμυγδαλιά στολισμένη την Άνοιξη με άνθια
Εκεί που έθαψα κλαίγοντας το νεκρό μου σπουργίτι

Ετών τρία και οι πυροβολισμοί ήταν η ηλικία μου
Όταν η μάνα με πίεσε κλαίγοντας στο στήθος της σφιχτά

Ήταν μια γυναίκα που τράβαγε τα μαλλιά της
Το μικρό κορίτσι που κατουριόταν από το φόβο του

Ετών τρία και ήμουν τα πρησμένα ματωμένα κορμιά
Ξέρεις όταν νόμιζα ότι οι νεκροί προσποιούνταν το θάνατο

 

ΔΑΓΚΩΣΕ ΤΟ…ΜΟΥ (1994)

ΕΙΜΑΙ ΕΔΩ

Είμαι έδω-
σαν μπουκάλι από κρασί με το φελλό του
πεσμένο μέσα- αν κάποιος με σπρώξει
θα ανατραπώ και θα χυθώ

Εσύ και εκείνοι (ακόμα κι εκείνη) με αφήσατε
παγιδευμένο εδώ
εδώ, σ’ αυτό το στενό νησί
δίχως ειρήνη και αγάπη

Σήμερα, βρήκα ένα κέρμα στα σκατά μου
(ένα που είχα καταπιεί παιδί)
κι έφερα ένα ματσάκι βιολέτες·
ξόδεψέ το… είμαι τελειωμένος… σακάτης

Γάτες και σκυλιά μαζεύονται γύρω από τη θέρμη του κορμιού μου
χοντροί αρουραίοι, μύγες και στρατιώτες ζητάνε το μερτικό τους

 

ΑΣΠΑΣΟΥ ΤΟ ΝΕΚΡΟ ΜΟΥ ΣΩΜΑ

Ασπάσου το νεκρό μου σώμα και θ’ ανθίσουν αζαλέες στα χείλια σου απάνω
Μια κιθάρα θα παίζει θλιβερά
Μια μητέρα θα τρελαθεί
Στα γόνατα θα πέσει ένας πατέρας
Σου αφήνω μια ζωή με τη μυρωδιά ενός πουδραρισμένου βρέφους
Σου αφήνω μια ζωή που στάζει αίμα
Από το σπασμένο μπουκάλι που έκοψε τις φλέβες μου

Ασπάσου το νεκρό μου σώμα και ανάμεσα στο λίκνο και τον τάφο
Μια τρελή γιορτή θα ξεκινήσει
Με την ικανοποίηση της μνήμης η σάρκα μου αλλάζει χρώμα
Και συρρικνώνεται
Γιατί κατέγραψα με τη δική μου κάμερα το θάνατό μου
Και γυμνός μπορώ να σου το δείξω σε αργή κίνηση
Με φήμη ενδεή
Με φήμη αισχρός να γίνομαι

Ασπάσου το νεκρό μου σώμα κι η ηχώ του αίματος θα σε διαπεράσει
Λάβε την ειρήνη καθώς η ιερή επανάσταση καταλαγιάζει
Έλα, φίλησέ το και μάθε
Γιατί οι τσακισμένοι ποιητές πάντα πρώτοι τρέχουν στο θάνατό τους

 

ΚΑΤΑΒΡΟΧΘΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΣΦΑΛΤΟ (2000)

ΟΧΙ ΠΟΙΗΣΗ… ΝΕΡΟ

Στους Κύπριους ποιητές

Απ’ τον καιρό της Αφροδίτης έγινε τούτο το νησί
του έρωτα χωματερή.
Τα πόδια μας να μπλέκονται στις ρίζες των κατακτητών
οστά να θραύονται απ’ το βάρος
σε κάθε μας βήμα.

Το χώμα τόσο κορεσμένο με του θανάτου δηλητήριο
και η μόνη διαφυγή
δεν είναι η ποίηση μα…
το νερό!

Από τη ζέστη την πολλή κι οι πέτρες έχουν λιώσει
και χύνονται σε ρεύματα στη θάλασσα
Γλώσσες αλλότριες σε εισβολή ερωτική έκαψαν
τ’ ανοιχτά μας στόματα σαν λιωμένος χαλκός

Τόση ποίηση για ένα τόσο μικρό νησί
μη γράφετε άλλο πια
φυτέψτε δέντρα
ή νερό!

 

ΤΟ ΣΠΙΤΙ

Δύσκολοι καιροί, γυρίζω και κοιτάζω το ρολόι
«είναι ώρα να γυρίσω σπίτι»;
Ποια είναι λοιπόν η προσφορά του σπιτιού
και ποια η δύναμη της γλώσσας
αν κλειδωμένη βρίσκεται στη μνήμη;

Όταν κραυγάζω στο κενό: «είσαι άδειο»
το σπίτι δεν είναι δυνατό αρκετά για να με προστατέψει
από την ηχώ που επιστρέφει…
Και όμως κρατώντας τη σμίλη
συνεχίζω να προσπαθώ.
Υποθέτω πως θα μπορούσα να σκαλίσω ένα σπίτι
από της πέτρας τη σκληρότητα.

 

ΣΤΑΥΡΟΚΟΝΝΟΥ

Εδώ δεν έχει βασιλιά μόνο τις καταγεγραμμένες λεπτομέρειες
από επτά γλώσσες
Ακόμα κι αν η ιστορία μπορούσε να μυρίσει
Τόσο φρέσκα όσο το μόλις γδαρμένο τομάρι από ελάφι
Οι γεροντότεροι έχουν θαφτεί και οι πιο νέοι
Πήραν τα πλοία για νησιά πιο βροχερά

Αμπέλια και οπωρώνες απλώθηκαν σ’ αυτούς τους αφημένους τόπους
Χήνες με μέγεθος κότας ξύνουν το έδαφος
ξεθάβοντας τα σκουριασμένα εργαλεία της μνήμης

Στο μικρό παρεκκλήσι ο Άγιος κάτω από τον σταυρό
να κοιτάζει καθώς οι θησαυροί των Λουζινιάν χάνονται για πάντα
καθώς κείτονται στην ίδια πεδιάδα
Από τότε που το χωριό το άφησαν
τρελές κατσίκες περιφέρονται στις στέγες με τα τεράστια χόρτα

 

ΟΙΩΝΟΣΚΟΠΟΣ (2005)

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΜΕΡΑ ΤΟΥ ΑΡΘΟΥΡΟΥ ΡΕΜΠΩ
ΣΤΟ ΝΗΣΙ

Κορεσμένος, σχεδόν τύφλα από πικρό βουνίσιο κρασί, στάθηκε δίπλα
σ’ έναν κέδρο μεγάλο σαν τον ουρανό και κατέβασε το φερμουάρ του.
Κατέλαβε το ύψος και την απόσταση!
Από την καλοπληρωμένη του θέση ατένισε τις ασήμαντες κοιλάδες, τα
δάση που δεν είδαν ποτέ τη θάλασσα και τις γεμάτες βαρεμάρα πεδιάδες.
Δεν έχει τίποτα καινούριο να γράψει!
Με τη βαριεστημένη μελωδία συνοδεία αρχαίου μουσικού οργάνου,
κατούρησε κάτω στο «χάος των χιονισμένων βουνών», πάνω από την
εκκολαπτόμενη δημοκρατία μιας αγέννητης γενιάς…

 

ΧΩΡΙΣ ΣΗΜΑΙΑ

Στον Χρήστο

Ένας σκουριασμένος ιστός χωρίς σημαία
είναι η σημαία μας που χωλοί ρινόκεροι
έρχονται για να ξεκουραστούν
Ίσιος δεν είναι ούτε μπορεί να υψωθεί
αν δεν τον αγγίξεις

Για μας είναι αρκετός ένας μεγάλος χώρος σαν πετσέτα για να ξαπλωθείς
Με ή δίχως καπνό μαστουρώνουμε με κάθε τρόπο
και μαζί μ’ αυτόν τον παλιό πνευματικό δρόμο
ρουφάμε και φτύνουμε το δηλητήριο του εθνικισμού
μέσα από σγουρούς αφαλούς
πρόσφατα χωρισμένων γυναικών

 

ΜΕΣΑΟΡΙΑ

Ξαναβρέθηκα στο σπίτι με τις σιταρήθρες

Από τις σπίθες της μνήμης το κατάξερο χορτάρι πιάνει φωτιά
πιτσιλάει ο συριγμός το υδάτινο όνειρο των βότσαλων
Στον πάτο του ρέματος;

Κάθε σκιάδα δέντρων κι ένας θησαυρός
Κληρονομιά από βασιλείς
Αγκαθωτό φυτό της σιωπής στριφογυρίζει
Και με τσιμπάει

Η πλάτη από το φτυάρι στεγνώνεται στον ήλιο
ξεραίνοντας τη σκουριά του
Και ανάμεσα στις ώριμες φύτρες του σιταριού
Σμήνη από πέρδικες θερίζουν το φως

Δίχως βροχή εδώ και καιρό
Όλη η πεδιάδα να κρέμεται από τις εγκοπές της ουράς της σαύρας
Πιο ηλικιωμένης απ’ το κοντινότερο χωριό
Να ψάχνει νερό
Σε άσκαφτο πηγάδι

 

Η ΔΙΚΗ ΣΟΥ ΛΥΣΗ*

Στον Γιώργο Μολέσκη

Κοιτάζω το χάρτη που από τις αναμνήσεις σου σχεδίασες
Ψάχνοντας για το σπίτι σου-
(το μυστήριο διαλευκάνεται, λύνεται ο γόρδιος δεσμός;)

Υπό το βάρος του μπρούτζινου Κερασφόρου Θεού
ή με διαταγή του δήμου τα περισσότερα πλίθινα σπίτια γκρεμίστηκαν
Τουλάχιστον οι εκκλησίες στέκονται ακόμα
(οι δύο είναι εντάξει, στη μια λείπει η οροφή)
και τα κυπαρίσσια, ακόμα πιο εξαίσια από τότε που τ’ άφησες

Αυτό πρέπει να είναι το σπίτι που περιγράφεις -ναι!
Χτυπάω: μια οικογένεια εποίκων
που προσθέτει στη θλίψη εκείνων που άφησαν
τα δικά τους, ανοίγει την πόρτα

Ρωτάω για τις παιδικές σου φωτογραφίες:
Καμιά! Αλλά βρήκαν δύο μαύρους σκελετούς κρεβατιού, τρία χάλκινα κατσαρολάκια δύο πήλινα βάζα, ένα με χεράκι κι ένα χωρίς και εγκυκλοπαίδειες στα ελληνικά
σ’ αυτό το σπίτι που μετακόμισαν πριν τριάντα χρόνια…

*Λύση (τουρκ. Akdogan): Κατεχόμενη κωμόπολη της Κύπρου και ανεξάρτητος δήμος στην Επαρχία Αμμόχωστου. (Σ.τ.Μ.)

 

ΚΛΩΤΣΩΝΤΑΣ ΠΕΤΑΛΟΥΔΕΣ (2011)

ΚΛΩΤΣΩΝΤΑΣ ΠΕΤΑΛΟΥΔΕΣ

Κλωτσάει πεταλούδες
φέροντας αφροδίσια φεγγάρια στο δέρμα της

Καθώς έρχεται όλο και πιο κοντά, το αριστερό μου γόνατο
Γίνεται καθάριο και ξέρω ότι είναι αυτή
Καταρρέω γιατί δεν μπορώ πια να της ξεφύγω,.

Τα σιντριβάνια στρέφονται προς τη λάθος μεριά
τους θόλους και το κεφάλι μου

Καθώς έρχεται όλο και πιο κοντά, στη θέρμη.
Φαίνεται ξανθότερη, να Τη…
οι πεταλούδες πάνε και γυρίζει προς εμένα

 

ΛΕΥΚΩΣΙΑ

Λευκωσία με ξεγέλασες στη μια πλευρά να μείνω
Από τις χωρισμένες σου αυλές
Καθήμενος στις ιερές χουρμαδιές από κάτω
Μαζί μ’ αυτούς που άσχημα μιλούν και
Που μ’ εθίσανε στο χασίσι
Αντί στο σπίτι κοιμήθηκα στο αρμένικο νεκροταφείο
Και ονειρεύτηκα την ίδια την Ισαβέλλα του Ιμπελέν·
Μ’ ένα ανοιξιάτικο στρώμα πεταμένο απ’ το εγκαταλελειμμένο πορνείο
Κι έναν 28ιντσο σκελετό ποδηλάτου μεταχειρισμένο,
αντάλλαξα την περηφάνεια μου
Μπορεί οι γεροντότεροι ακόμα να μυρίζουν γιασεμί
Μα εγώ αισθάνομαι μονάχα τη στρατιωτική μυρωδιά του ιδρώτα
Και τις πληγές στους δρόμους σου
Στα σαπισμένα σου ποτάμια
Κι αν προσπαθούσα δε θα κατάφερνα να κατεβάσω στη γη έναν
ερωδιό με λαιμόκοψη,
πιο λευκό κι απ’ τις γεροντοκόρες σου
Λευκωσία, κράτησες για πολύ καιρό το όνομά μου στο στόμα σοι»
Καιρός να το φτύσεις..

 

ΣΤΑΥΡΟΚΟΝΝΟΥ 29 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ

Στη μητέρα και τον πατέρα μου

I
Το πρώτο σου σπίτι ακόμα στη θέση του
αδιάφορο σ’ αυτούς που μπαίνουν
Η εκκλησία έγινε σχολείο
και ο παπάς
καλλιεργεί κολοκύθες στην αυλή
Παρόλο που ξεράθηκαν οι κήποι
οι τριάντα πηγές ρέουν ακόμα

 

II
Το νεκροταφείο άδειο
ακόμα και οι νεκροί σηκώθηκαν
πήραν τους επιτάφιούς τους
και ακολούθησαν τους πρόσφυγες
Το χωριό αφέθηκε να κρέμεται στον γκρεμό
έτοιμο να πηδήξει
αν δε γυρίσουν όσοι έφυγαν
IΙΙ
Η γη αμερόληπτη και φιλόξενη
Για τον ουρανό δεν είμαστε πρόσφυγες
Με το γύρισμα της εποχής,
δέντρα ανθίζουν
και φρούτα καρπίζουν ακόμα
γυρίζουν και μας γελάνε
εκείνοι που φύγανε…

 

ΤΟ ΣΑΜΙΑΜΙΔΙ (2015)

Η ΚΑΤΑΡΑ ΤΗΣ ΛΕΗΛΑΣΙΑΣ

Διαγουμίσαμε τα μαγαζιά τους.
Τ’ αγάλματα τους καταστρέψαμε.
Λογχίσαμε τα γουρούνια τους και τα κάψαμε
μαζί με τις παιδικές τους φωτογραφίες.
Καλύψαμε τα χαντάκια τους. Με μπουλντόζες ισοπεδώσαμε
και πάνω στα μνήματά τους χτίσαμε γήπεδα ποδοσφαίρου.
Γκρεμίσαμε πλίθινους τοίχους μες τις αναμνήσεις τους.
Κόψαμε τα δέντρα τους. Σκοτώσαμε και τη σκιά τους ακόμα.

Νομίσαμε πως ποτέ δε θα γυρίσουν
αλλά ήρθαν. Με τα κλειδιά της πόρτας μας στα χέρια τους…

 

ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟΙ I

Κήποι όσοι πριν την ώρα τους πεθάναν
Εκείνοι που σκοτώθηκαν και κρυφά

Τα νεκρά μάτια τους λευκά
γίνανε μαργαρίτες στο λιβάδι

Οι αγνοούμενοι είναι δέντρα που
θρηνούν στον άνεμο μ’ άλλη φωνή
για τον καθέναν

 

ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟΣ

Πεθαίνουν οι δολοφόνοι ένας ένας
Με φυσικό θάνατο
Δε μιλάνε, δε μαρτυρούνε
Πού είναι το θύμα, πού είναι θαμμένο;

Όχι όταν υπογράφεται συμφωνία ειρήνης,
Αλλά όταν και ο τελευταίος δολοφόνος έχει πεθάνει
Και έχουν ξεθαφτεί τα κόκκαλα του
ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΥ ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟΥ
Μόνο τότε θα ενωθεί ξανά ετούτο το νησί…

 

Η ΓΛΩΣΣΑ ΜΟΥ

Είμαι αιχμάλωτος των λέξεων
Εκείνες είναι που διατάζουν
Ενώ εγώ

Δεν υπομένω πια
Τα όσα λέει,
ετούτη η γλώσσα, πρέπει να κοπεί

 

Η ΚΑΛΟΣΥΝΗ ΤΟΥ ΜΑΚΡΙΝΟΥ ΒΟΡΡΑ (1997-2002)
(ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΡΑΜΜΕΝΑ ΣΤΑ ΑΓΓΛΙΚΑ)

ΠΟΙΗΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΑΙΘΡΙΟ

Αρχικά ήταν το δέντρο της Συγκαρπίας
Μετά είδα
Πως σε πουλί μεταμορφώνεται ο βάτραχος
Και χάνεται από τα μάτια μου πετώντας

Κάτω απ’ του Απρίλη τον φιλόξενο ουρανό
Όσα βρισκόταν μακριά, βρεθήκαν σχεδόν εκεί
Τόσο κοντά που με την άκρη της γλώσσας μου
Θα μπορούσα να τ’ αγγίξω

 

ΧΩΡΙΣ ΑΓΑΠΗ

Τώρα που είμαι τελείως έξω
Από το αίμα σου
(Δεν υπάρχει εκτυφλωτική ζέστη
ούτε σπασμένα γυαλιά ή σιδηρόσκονη)
Βλέπω καθαρά
Τα πουλιά και τα δέντρα
Να είναι με το μέρος μου…

 

 

Απόσπασμα από την εισαγωγή του βιβλίου

 

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΛΕΟΝΤΙΟΥ

ΔΥΟ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ ΓΚΙΟΥΡΓΚΕΝΤΣ ΚΟΡΚΜΑΖΕΛ

Ο Γκιουργκέντς Κορκμάζελ μπορεί να θεωρηθεί μια από τις πιο αντιπροσωπευτικές, τις πιο δυνατές ποιητικές φωνές ανάμεσα στους σύγχρονους τουρκοκύπριους ποιητές· θα ήταν πιο σωστό να πούμε: ανάμεσα στους κύπριους ποιητές των τελευταίων δεκαετιών. Διαβάζοντας τα ποιήματά του, ιδίως τις πιο πρόσφατες συλλογές του, δεν είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς στοιχεία εντοπιότητας, που συγκλίνουν στην αναζήτηση μιας κυπριακής ταυτότητας. Παράλληλα ο Γκιουργκέντς (που υπογράφει τα ποιήματά του ως Γκιουρ Γκεντς) προσεγγίζει με τον δικό του τρόπο, μέσα από μια οικουμενική, πανανθρώπινη ματιά, τον γενέθλιο χώρο της Κύπρου, την ιστορία, την ανθρωπογεωγραφία και τις σύγχρονες πληγές της. Ο ίδιος εντάσσει το έργο του στην κυπριακή λογοτεχνία, όχι στην τουρκική, έστω και αν γράφει κατά κανόνα τα ποιήματα ή τα πεζά του στην τουρκική γλώσσα. Το στοιχείο της εντοπιότητας σηματοδοτείται και με τη χρήση σποραδικών
κυπριακών ιδιωματισμών σε κάθε βιβλίο του.
Ο Γκιουργκέντς Κορκμάζελ γεννήθηκε το 1969 σε ένα μικρό χωριό της Πάφου, τη Σταυροκόννου. Το 1974, εξαιτίας των τραγικών γεγονότων που σημάδεψαν τη σύγχρονη ιστορία της Κύπρου (χουντικό πραξικόπημα κατά της κυβέρνησης Μακαρίου και τουρκική στρατιωτική εισβολή), μετακινήθηκε με την οικογένειά του στο κατεχόμενο τμήμα του νησιού και εγκαταστάθηκε στην κωμόπολη Λύση, τη γενέτειρα του Παύλου Λιασίδη και του Γιώργου Μολέσκη, στην πεδιάδα της Μεσαορίας. Όπως και οι περισσότεροι Τουρκοκύπριοι, βίωσε και αυτός τις αρνητικές συνέπειες των θλιβερών ιστορικών γεγονότων (και της τουρκικής κατοχής). Τέτοιες εμπειρίες αποτυπώνονται αφαιρετικά στο αξιόλογο διήγημά του «Οι μελισσοφάγοι» αλλά και σε ποιήματά του. Στη συνέχεια έζησε προσωρινά στην Τουρκία και ακολούθως εγκαταστάθηκε για εφτά χρόνια στη Μ. Βρετανία (στο Λονδίνο και στο Μάντσεστερ), όπου ήρθε σε επαφή με άλλους πολιτισμούς, ενώ έγραφε ποιήματα απευθείας στα αγγλικά. Εξέδωσε έξι συλλογές ποιημάτων και δύο τόμους με διηγήματα. Τελευταία προτιμά να εκδίδει τα βιβλία του στη Λευκωσία παρά στην Κωνσταντινούπολη (όπου εξέδωσε τρία από αυτά). Παράλληλα ασχολείται με τη μετάφραση και την επιμέλεια εκδόσεων. Ανάμεσα σ’ άλλα, μετέφρασε στα τουρκικά ποιήματα του Taner Baybars (2007) και επιμελήθηκε μια Ανθολογία ποιημάτων ελληνοκυπρίων στα τουρκικά (2010).
Ο Γκιουργκέντς δηλώνει ότι δεν είναι πολιτικός ποιητής, έστω και αν σε ορισμένα πιο πρόσφατα ποιήματα του ασχολείται και με το πολιτικό πρόβλημα της Κύπρου και δείχνει τις ανοιχτές πληγές της. Βέβαια, από νωρίς αποστασιοποιείται αρκετά από τη μονότονη θεματική και τη ρητορική της κυπριακής Γενιάς του 1974. Ο ίδιος δηλώνει αναρχικός ποιητής. Δεν υποτάσσεται σε θρησκευτικές, πολιτικές ή άλλες νόρμες. Για παράδειγμα, αδιαφορεί για την περιτομή στην οποία υποβάλλονται τα παιδιά των μουσουλμάνων, δηλώνοντας ότι δεν πρόκειται να επιβάλει στον γιο του τέτοια δοκιμασία («Ατελές»). Πάνω από όλα αρθρώνει έναν αντικομφορμιστικό ποιητικό λόγο, που συνδυάζει στοιχεία από την αιρετική γραφή της «Γενιάς Beat» και της «Undeground» λογοτεχνίας. Ανάμεσα στους ξένους ποιητές που θεωρεί ως δασκάλους του συγκαταλέγονται και οι Paul Celan, Rene Char και Octavio Paz.

…/…

Συνοψίζοντας θα λέγαμε ότι ο Γκιουργκέντς Κορκμάζελ είναι
μια αυθεντική ποιητική φωνή της Κύπρου. Αφουγκράζεται τον παλμό της πληγωμένης πατρίδας του αλλά και πανανθρώπινα θέματα και προβλήματα, γεφυρώνοντας στο έργο του στοιχεία εντοπιότητας και οικουμενικότητας. Πάνω απ’ όλα, προσεγγίζει τα θέματά του με καθαρό βλέμμα, απροκατάληπτα, χωρίς να εγκλωβίζεται σε εθνικά ή άλλα στερεότυπα. Υμνεί τον έρωτα και τη φυσική ζωή και προβάλλει πτυχές από τον παραδοσιακό κόσμο της Κύπρου. Από την άλλη, χλευάζει το τείχος της ντροπής, που κρατά διαμελισμένο το νησί. Σε αρκετές περιπτώσεις οι αιχμές που αφήνει για τα πολιτικά πράγματα είναι μάλλον καλυμμένες ή έμμεσες, ίσως γιατί δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά.

 

Απόσπασμα από το επίμετρο

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΗ

 

ΓΚΙΟΥΡΚΕΝΤΣ ΚΟΡΚΜΑΖΕΛ Η ΑΓΕΛΑΣΤΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ


Στην παρούσα έκδοση που αποτελείται από οκτώ μέρη, ανθολογούνται οι έξι ποιητικές συλλογές του Γκιουργκέντς και παρουσιάζονται για πρώτη φορά καινούρια, ανέκδοτα ποιήματά του. Επίσης περιέχονται και ποιήματα που έχουν γραφεί απευθείας στ’ αγγλικά.
Οι προβληματισμοί του Κορκμάζελ άπτονται της θεματικής φύση – αγάπη — θάνατος — πατρίδα, καθώς παρατηρούμε την προσπάθεια ισορροπίας ανάμεσα σε ό,τι θεωρεί δικό του και στο ξένο. Στην Κύπρο και στην Αγγλία. Στα τουρκικά και στα αγγλικά. Η «ξενότητα» τίθεται σε υπαρξιακό επίπεδο όχι μόνο στην προέλευσή του, δηλαδή στο γεγονός ότι αλλού γεννήθηκε και αλλού μεγάλωσε αλλά την κουβαλάει και στην ενήλικη επιλογή του: αλλού μεγάλωσε αλλού επέλεξε να ζήσει. Ωστόσο, παρατηρούμε στα ποιήματα του ένα είδος αφαιρετικής εντοπιότητας, δηλαδή ενώ αφορμάται από τον τόπο καταγωγής ή άλλοτε από τον τόπο διαμονής, κατορθώνει να
μιλήσει για έννοιες αφηρημένες, για θέματα κοινωνικά και όλα τούτα διυλισμένα μέσα από μια οντολογική θεώρηση της πραγματικότητας στης οποίας το κέντρο βρίσκεται εν τέλει, η ανθρώπινη εμπειρία.
Η ποίηση του Κορκμάζελ δεν φοβάται να δείξει την αβεβαιότητα και την ανασφάλεια του ποιητή για τον κόσμο, μια αβεβαιότητα που δημιουργείται αναπόφευκτα από την περιπλοκότητα των κοινωνικοπολιτικών εξελίξεων και που καλούν το υποκείμενο-ποιητή να βρει στηρίγματα στα μικρά και καθημερινά όπως για παράδειγμα σε μια βόλτα ή στη σεξουαλική εμπειρία, χωρίς ωστόσο να κατορθώνει να βρει την ευτυχία ή την πληρότητα.

…/…

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΑ ΣΩΤΗΡΙΟΥ

fractal/31/5/2017

«Τόση ποίηση για ένα τόπο τόσο μικρό, παρακαλώ μη γράφετε άλλο, φυτέψτε ένα δέντρο, φυτέψτε νερό»

Γράφει στο «Όχι ποιήματα, νερό», ένα από τα ποιήματα της πρώτης του περιόδου:

«Σκουπιδότοπος του έρωτα έγινε αυτό το νησί
απ’ τον καιρό της Αφροδίτης.
Τα πόδια μας περιπλέκονται σε σπασμένες ρίζες
κι απομεινάρια από πολιτισμούς κατακτητών
Όταν προσπαθούμε να κινηθούμε
ερείπια και σπασμένα κόκαλα τρίζουν κάτω απ’ τα πόδια μας.

Το χώμα εδώ είναι βαρυφορτωμένο με θάνατο
κι η λύτρωση δεν είναι η ποίηση,
είναι το νερό.
[…]
Τόση ποίηση για ένα τόπο τόσο μικρό
παρακαλώ μη γράφετε άλλο
φυτέψτε ένα δέντρο
φυτέψτε νερό.»

Στο ποίημα «Η τελευταία μέρα του Αρθούρου Ρεμπό στο νησί», σημειώνει:

«Μεθυσμένος από πικρό κρασί βουνίσιο, στάθηκε πλάι
σ’ ένα πεύκο πλατύ σαν τον ουρανό
και ξεκούμπωσε το παντελόνι του.
Την απόσταση είχε κατακτήσει και το ύψος!
Κοίταξε από την κερδισμένη θέση του πάνω από τις αδιάφορες
κοιλάδες, τα δάση που ποτέ δεν βλέπουνε τη θάλασσα,
τις πληκτικές πεδιάδες.
Δεν υπάρχει τίποτε καινούριο να γράψεις!
Συνοδευόμενος από την τεμπέλικη μελωδία ενός αρχαίου
μουσικού οργάνου, κατούρησε κάτω, προς το
χάος των χιονισμένων βουνών, πάνω από
τη μέλλουσα να γεννηθεί δημοκρατία
μιας αγέννητης ακόμη γενιάς.»

1998 Απόδοση (μέσω αγγλικών μεταφράσεων της Oya Akin): Λευτέρης Παπαλεοντίου

Ο ίδιος παραδέχεται πως η εντοπιότητα είναι κυρίαρχο στοιχείο στα έργα του. Πως θα μπορούσε άλλωστε να είναι διαφορετικά αφού το πολιτικό ζήτημα κυριαρχεί στο νησί τα τελευταία εξήντα χρόνια; «Αυτό είναι κατάρα και ευλογία, λέει» τονίζοντας ωστόσο πως τα ποιήματα του δεν αφορούν μόνο τον μικρόκοσμο του νησιού αλλά ελπίζει να αγγίζουν ανθρώπους και από άλλες χώρες αφού αγγίζουν τα πανανθρώπινα ζητήματα της αγάπης, του φόβου, του θανάτου, της φύσης, της ζωής.

Γράφει σε ένα από τα επίσης παλαιότερα του ποιήματα την «Προφητεία»:

Αρχίζω τη μέρα μου μαζεύοντας τα κουφάρια τους
Αράχνες έχουν συνθλιβεί μέχρι θανάτου στο πρόσωπό σου
Υφαίνοντας ανήμπορους ιστούς
Και ζυμώνοντας νιφάδες από τη λίμα των νυχιών σου
Μαζί με τις υποψίες σου
Όλα μέρος των καθημερινών ασχολιών μου

Στον γαλήνιο πυρήνα της ιλιγγιώδους ηρεμίας
Ο χρόνος συσσωρεύεται για την έκρηξη
Αν χτυπά η πόρτα, αρπάζω μια σπίθα
Από την τριβή του πυρόλιθου μακρινών ηπείρων
Και ο αγκώνας χτυπά
Πρώην εραστές που θα έπρεπε να έχουν ξεχαστεί

Είμαι εδώ, μιλώντας σου με στίχους
Για χάρη της διακόσμησης
Έστω κι αν μετατρέπεις τις μπότες μου σε γλάστρες
Και φυτεύεις σ’ αυτές ωραία άνθη,
Θα έρθει η μέρα που θα εκτιναχθώ
Αθόρυβα σαν φτερό, με κινητήρια δύναμη
Συσσωρευμένη στη ροή του αίματός μου.

1998 Απόδοση (μέσω αγγλικών μεταφράσεων της Oya Akin): Λευτέρης Παπαλεοντίου

Ο Γκιουρκγκέντζ Κορκμαζέλ γράφει στα Τούρκικα. Ανήκει σε μία κοινότητα με χαρακτηριστικά Τουρκικά, με επιρροές από το Ελληνικό κομμάτι της Κύπρου, σε αναγκαστική απομόνωση εξαιτίας της πολιτικής κατάστασης και με έντονες επιρροές της Τουρκίας. Ποια είναι η λογοτεχνική του ταυτότητα; Όλα αυτά που γράφει, σε μια άλλη γλώσσα, στην Τουρκική, κατατάσσονται σε αυτό που αποκαλούμε Κυπριακή λογοτεχνία; Ή μήπως ανήκουν στην Τουρκική λογοτεχνία; Τι είναι αυτό που καθορίζει την λογοτεχνική του ταυτότητα; Η γλώσσα; Η χώρα; Η καταγωγή;

«Έχω εκδώσει βιβλία στην Κωνσταντινούπολη αλλά η Τουρκία δεν είναι το κέντρο μου. Εκδίδω τα βιβλία μου στην Λευκωσία, η Λευκωσία είναι ο κόσμος μου. Και δεν βλέπω την δουλειά μου ως κομμάτι της Τουρκικής λογοτεχνίας, είμαι Κύπριος και η δουλειά μου είναι κομμάτι της τέχνης της Κύπρου», δηλώνει κατηγορηματικά και συμπληρώνει πως το μισό του σώμα ανήκει στην Δύση και το υπόλοιπο στη Μέση Ανατολή και στοιχεία από αυτά τα σημάδια εντοπίζονται σε κάθε πτυχή του έργου του. «Και αν δεν καταλαβαίνω Ελληνικά, τα ελληνικά είναι μιας από τις γλώσσες μου και η παράδοση της Ελληνοκυπριακής ποίησης είναι κομμάτι της δικής μου παράδοσης επίσης».

Η πολιτική διάσταση της δήλωσης αυτή του Τουρκοκύπριου ποιητή, ο οποίος τονίζει σε κάθε ευκαιρία την Κυπριακή του ταυτότητα και την ελπίδα του να υπάρξει μια μέρα στο νησί ειρήνη, είναι πολύ πιο έντονες στα πιο πρόσφατα του ποιήματα. Ειδικότερα σε θέματα που έχουν πληγώσει και σημαδέψει και τις δύο κοινότητες του νησιού, όπως είναι αυτό των αγνοουμένων.

Αγνοούμενοι ΙΙ (Kayıplar II)
Περισσότερα από αυτά που νομίζουμε ότι χάσαμε
Χάνουμε κάθε φορά (οι αγνοούμενοι κρατάνε
Περισσότερο χώρο από ό,τι η ίδια τους η παρουσία)
Στα γόνατά μας παιδικά χρόνια με κομμένο τον λαιμό
Περιμένουμε να βρεθούν.

Ή στο ποίημα «Η τελευταία δήλωση του συστήματος» :

Ούτε Τούρκοι ούτε Κυπραίοι ούτε Άγγλοι
Όλοι μπάσταρδοι είμαστε
(Να κοπούν οι ρίζες μας, να μείνουν μέσα)
Τόση φασαρία
Για έναν τόπο μια σταλιά
Η ειρήνη δεν βρίσκεται πάνω απ’ το νησί
Είναι από κάτω
Ελάτε, ελάτε τζ’ εσείς
Το χώμαν έν’ πολλύν δαμαί
Κάτω από το χώμα
Εκεί υπάρχει χώρος για όλους

Ένα από τα πιο ανατριχιαστικά του ποιήματα είναι «Η κατάρα της λεηλασίας» στο οποίο πραγματεύεται την επίσκεψη των Ελληνοκυπρίων στα σπίτια τους, μετά το άνοιγμα των οδοφραγμάτων το 2003. Αν η ευαισθησία είναι γνώρισμα ενός ποιητή, η ενσυναίσθηση χρίζει ίσως κάποιον σημαντικό λογοτέχνη.

Αυτό ως επίλογος για την πένα ενός σημαντικού λογοτέχνη της Κύπρου.

«Λεηλατήσαμε τα καταστήματά τους
Χαλάσαμε τ’ αγάλματά τους
Λογχίσαμε τα γουρούνια τους και τα κάψαμε
μαζί με τις φωτογραφίες των παιδικών τους χρόνων.
Γεμίσαμε τα χαντάκια τους
Ισοπεδώσαμε με μπουλντόζες τους τάφους τους
και χτίσαμε απάνω τους γήπεδα ποδοσφαίρου
Κατεδαφίσαμε πλίθινους τοίχους που κουβαλούσαν τις μνήμες τους.

Νομίσαμε πως δεν θα επιστρέψουν ποτέ.
Και γύρισαν κρατώντας στα χέρια τους
το κλειδί της πόρτας μας…

http://fractalart.gr/korkmazel/

 

 ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΛΙΝΑΡΔΑΚΗ

στίγμαΛόγου/17/2017

Συνέντευξη με τον Τουρκοκύπριο ποιητή Γκιουργκέντς Κορκμάζελ (Gürgenç Korkmazel)

Μετά από διάφορους Ελληνοκύπριους ποιητές που έχουμε παρουσιάσει και τις συνεντεύξεις με τους Κύπριους εκδότες Βάσο Πτωχόπουλο και Κατερίνα Βοσκαρίδου, θελήσαμε να ρίξουμε μια ματιά και στην τουρκοκυπριακή πλευρά και γι΄αυτό πήραμε συνέντευξη από τον Μεχμέτ Γιασίν. Αυτή τη φορά είναι ένας άλλος Τουρκοκύπριος ποιητής, ο Γκιουργκέντς Κορκμάζελ, που μας έδωσε μια πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη στα αγγλικά με ελληνοκυπριακή προφορά (!). Ο Κορκμάζελ, ο οποίος θεωρείται ένας από τους καλύτερους ποιητές του νησιού, έχει μεταφραστεί στα ελληνικά στο παρελθόν, όμως ήρθε στην Αθήνα εξαιτίας μιας νέας μετάφρασης των ποιημάτων του, από την Αγγελική Δημουλή αυτή τη φορά, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Βακχικόν. Η παρουσίασή της αναμένεται μέσα στους επόμενους μήνες.

Επί τη ευκαιρία, σας υπενθυμίζουμε την ανθολογία τουρκικής ποίησης που είχαμε δημοσιεύσει στο πλαίσιο του μεγάλου αφιερώματός μας «Η ποίηση των γειτόνων».

Χριστίνα Λιναρδάκη: Θεωρείτε τον εαυτό σας Τουρκοκύπριο ποιητή; Ποια πιστεύετε πως είναι η λογοτεχνική σας ταυτότητα; Είναι ίδια με την πολιτική;

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Στην πραγματικότητα, παρουσιάζω τον εαυτό μου σαν Κύπριο ποιητή που γράφει στα τουρκικά και μερικές φορές στα αγγλικά. Η γλώσσα είναι που καθορίζει την ταυτότητα, ιδίως στην Κύπρο. Ωστόσο, στην καθημερινή μου ζωή έχω τρεις γλώσσες: τουρκικά, ελληνικά και αγγλικά. Τα ελληνικά μου είναι λιγοστά, όμως εξακολουθούν να υπάρχουν στην καθημερινότητά μου και είναι μία από τις γλώσσες μου παρότι δεν τη μιλάω καλά.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Ώστε, όταν σας ρωτήσει κάποιος, λέτε ότι είστε Κύπριος και δεν προσδιορίζετε περαιτέρω.

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Ναι. Ξέρετε, έχουμε το κυπριακό πρόβλημα και ο μόνος τρόπος να το ξεπεράσουμε είναι να προτάσσουμε την «Κυπριοσύνη» μας. Γιατί όταν κάποιος λέει είμαι Τούρκος ή είμαι Έλληνας, διαιρεί, δεν θέλει να είμαστε ενωμένοι και να φτάσουμε την ειρήνη που όλοι επιθυμούμε.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Ξέρετε, πολλοί άνθρωποι της γενιάς μου ή νεότεροι δεν γνωρίζουν ότι πριν από την εισβολή ζούσαν στο νησί Τούρκοι που συνυπήρχαν ειρηνικά με τους Έλληνες. Και ότι με την εισβολή αναγκαστήκατε κι εσείς να εγκαταλείψετε τα σπίτια σας.

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Ω, μπορούμε να μιλάμε γι’ αυτό όλη μέρα. Τι μας συνέβη μετά… αλλά με την εισβολή και την κατοχή άλλαξε κάτι. Καταλάβαμε ότι είμαστε Κύπριοι και ότι η ταυτότητά μας, όταν γράφουμε, είναι κυπριακή. Πριν λέγαμε ότι είμαστε διαφορετικοί, αλλά μετά την εισβολή ανακαλύψαμε πως είμαστε Κύπριοι: αυτή είναι η ταυτότητά μας. Νωρίτερα, ήταν κάτι διαφορετικό.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Είναι συγκινητικό που το λέτε… Διάβασα ότι περιγράφετε τον εαυτό σας ως αναρχικό ποιητή. Γιατί;

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Για μένα, η ίδια η φύση της ποίησης είναι αναρχική. Είναι σαν να επαναστατείς ενάντια σε κάποιον, όταν είσαι ποιητής. Αλλά είχα μεγάλη ανάμειξη στην πολιτική και όταν διαβάζει κάποιος τα βιβλία και γνωρίζει τις ιδέες προσπαθεί να τοποθετήσει τον εαυτό του στον συγκεκριμένο τόπο και χρόνο. Έτσι κι εγώ κατάλαβα ότι η φιλοσοφία της αναρχίας μου είναι πιο κοντινή. Γι’ αυτό και σκόπιμα λέω πως είμαι αναρχικός. Είμαι άθεος, αλλά δεν πιστεύω στη βία. Και πρέπει να είναι άθεος κάποιος, για να είναι αναρχικός. Αλλά πριν από αυτό ακόμα, η ίδια η ποίηση είναι αναρχική ή έχει αναρχικές τάσεις ή πρέπει να τις έχει. Τουλάχιστον η ποίηση που αρέσει σε μένα.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Μα νόμιζα ότι είστε συστημικός ποιητής της Κύπρου, ένας από τους καλύτερους του νησιού. Πώς μπορείτε να είστε αναρχικός όταν είστε μέρος του συστήματος;

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Έτσι λένε, ναι. Κοιτάξτε, δεν συνεργάζομαι με τις κυβερνήσεις. Δεν κάνω τίποτα με τις κυβερνήσεις. Είμαι εναντίον τους, τους ασκώ κριτική. Αλλά άλλοι άνθρωποι με αποκαλούν κάτι άλλο. Δεν έχει σημασία εντέλει τι αποκαλείς τον εαυτό σου: άλλοι, ομάδες ή μεμονωμένα άτομα, σου κολλάνε ταμπέλες, ιδίως εάν είσαι ποιητής. Για παράδειγμα, ο πρόεδρος της τουρκικής πλευράς, ο Ντενκτάς, με αποκαλούσε ερωτικό ποιητή, επειδή έγραψα κάποια ερωτικά ποιήματα. Γι’ αυτόν δεν είμαι αναρχικός, είμαι ερωτικός ποιητής. Καθένας μπορεί να σε αποκαλέσει αλλιώς.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Εάν ο Ντενκτάς δεν σας αποκαλούσε ερωτικό ποιητή, δεν θα μπορούσε να σας αποδεχθεί. Γιατί είναι ακροδεξιός, σωστά; Δεν μπορούσε να σας αποκαλέσει αναρχικό, γιατί μετά θα έπρεπε να σας πολεμήσει. Έπρεπε να βρει μια ταμπέλα που θα παρείχε κάποιο κοινό έδαφος.

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Πιθανώς…

Χριστίνα Λιναρδάκη: Είστε ιδιαίτερα ευθύς στην ποίησή σας. Γράφετε αυτό που σκέφτεστε, δεν έχετε αναστολές και είστε πολύ ειλικρινής.

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Πιστεύω πως όχι μόνο στην ποίηση, στη λογοτεχνία γενικότερα, πρέπει κάποιος να είναι ειλικρινής. Μερικές φορές με ρωτούν: «Λες ψέματα όταν γράφεις;». Και τους απαντώ: «Δεν λέω ποτέ ψέματα, πλάθω λογοτεχνία». Αλλά ακόμη κι όταν πλάθεις λογοτεχνία, πρέπει να είσαι ειλικρινής. Έτσι είμαι. Όχι μόνο στη λογοτεχνία, αλλά και στην καθημερινότητά μου. Μου αρέσει να προκαλώ έκπληξη ή να ταράζω τους ανθρώπους. Γιατί η τέχνη πρέπει μάλλον να ασκεί κριτική, παρά να επαινεί, τη σύγχρονη κοινωνία. Αυτό κάνω. Ακόμη κι όταν γράφω για σεξ, γράφω την αλήθεια για μένα. Νομίζουμε πως έχουμε μυστικά που κανείς άλλος δεν μοιράζεται μαζί μας. Όταν όμως αποκαλύπτουμε τα μυστικά μας, κι άλλοι λένε «κάτι παρόμοιο συνέβη και σε μένα». Για παράδειγμα, όταν ήμουν 5 ετών, κακοποιήθηκα σεξουαλικά από έναν στρατιώτη στην Κύπρο. Το κράτησα μέσα μου, δεν είπα τίποτα σε κανέναν, ούτε στη μητέρα ή τον πατέρα μου. Κι όταν έγινα 20, έγραψα ένα διήγημα γι’ αυτό και το δημοσίευσα σε μια εφημερίδα. Πολλοί άνθρωποι τότε επικοινώνησαν μαζί μου και μου είπαν ότι το ίδιο είχε συμβεί και σε αυτούς, όταν ήταν παιδιά. Μέχρι τότε πίστευα πως ήμουν ο μοναδικός στον κόσμο που του είχε συμβεί κάτι τέτοιο, αλλά όχι. Είχε συμβεί και σε άλλους. Όταν λοιπόν αποκαλύπτεις το μυστικό σου, συναντάς άλλους ανθρώπους. Αυτό είναι ειλικρινής επικοινωνία.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Διάβασα ότι ανήκετε σε μια λογοτεχνική γενιά που δεν πιστεύει στην πολιτική, που πιστεύει ότι η πολιτική δεν αξίζει και πολλά…

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Στην πραγματικότητα, η πολιτική είναι παρούσα στην καθημερινή μας ζωή, είτε μας αρέσει είτε όχι. Αυτούς που δεν πιστεύω είναι οι πολιτικοί. Φυσικά, σε μια χώρα σαν την Κύπρο, όταν δίνεις πολιτικά μηνύματα μέσα από την ποίησή σου, έχεις απήχηση σε μεγαλύτερο κοινό. Ενώ όταν γράφεις ερωτικά ποιήματα, δεν σε διαβάζουν πολλοί. Δεν τους ενδιαφέρει να μάθουν τι κάνεις ή έκανες με την προηγούμενη ή την τωρινή σου κοπέλα. Όμως τους αρέσει η πολιτική.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Ας ελπίσουμε ότι θα βρεθεί μια πολιτική λύση για την Κύπρο, κάποτε…

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Δεν έχω καμία αμφιβολία γι΄ αυτό. Το προσπαθούμε, αλλά θα πάρει αρκετό καιρό. Μπορώ να σας πω με βεβαιότητα ότι θα συμβεί, δεν μπορώ όμως να σας πω πότε. Αυτό είναι το όνειρό μου: να έχουμε μία, ενωμένη, Κύπρο. Και δεν με νοιάζει αν θα συμβεί μετά τον θάνατό μου, αρκεί να συμβεί. Θα το δουν τα παιδιά μου. Εργάζομαι και γι’ αυτά, για την επόμενη γενιά. Γνωρίζω και τις δύο πλευρές της Κύπρου, γνωρίζω τις κοινωνίες εκεί και ξέρω ότι τα πράγματα συμβαίνουν αργά. Μπορεί λοιπόν να πάρει λίγο χρόνο, αλλά θα το καταφέρουμε.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Γνωρίζετε από ελληνική ποίηση;

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Της Ελλάδας;

Χριστίνα Λιναρδάκη: Ναι, της Ελλάδας. Γνωρίζετε Έλληνες ποιητές;

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Γνωρίζω παγκόσμια ποίηση. Γνωρίζω έναν ποιητή από κάθε χώρα: από την Ισλανδία ως την Ελλάδα, από τον Λίβανο ως την Κόστα Ρίκα. Και βέβαια ξέρω μερικούς Έλληνες ποιητές.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Σύγχρονους;

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Ναι, εννοώ από τον Καβάφη και μετά. Σεφέρη, Ελύτη, Ρίτσο… Αν και δεν ξέρω πολλούς μετά την Ελένη Βακαλό. Αλλά όσους ξέρω τους διαβάζω ξανά και ξανά στα αγγλικά ή τα τουρκικά, γιατί είναι μέρος της κουλτούρας μου. Η ευχαρίστησή μου είναι μεγάλη, όταν διαβάζω ελληνική ποίηση και μου αρέσουν πολλοί Ελληνοκύπριοι ποιητές. Αριστεροί και δεξιοί. Δεξιοί ποιητές όπως ο Κώστας Μόντης, για παράδειγμα, παρότι πολιτικά απέχουμε πολύ.Δεν με ενδιαφέρει ο πολιτικός τους προσανατολισμός, αρκεί να γράφουν καλή ποίηση. Κρίνω το άτομο όχι με βάση την ιδεολογία του αλλά με βάση την ποίησή του.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Χαίρεστε που έχετε μεταφραστεί στα ελληνικά;

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Ασφαλώς. Γιατί τα ελληνικά είναι μία από τις γλώσσες μου. Τρέχει κι άλλο ένα πρότζεκτ, η μετάφραση των ποιημάτων μου στα αγγλικά, όμως χαίρομαι που βγήκε πρώτη η ελληνική μετάφραση γιατί, για μένα, μετά τα τουρκικά είναι τα ελληνικά.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Γι΄αυτό και μια από τις συλλογές σας έχει τίτλο «Ψε…» με ελληνικά γράμματα;

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Ναι.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Εκπληκτικό! Πιστεύετε ότι η ποίηση ή η λογοτεχνία γενικότερα μπορεί να αλλάξει τον κόσμο;

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Όχι. Όμως πιστεύω ότι μπορεί να αλλάξει το μυαλό μερικών ανθρώπων, τη ζωή κάποιου ή ορισμένων κοινωνιών. Στην εποχή μας, ξέρετε, οι νεότερες γενιές θέλουν αυτό που είναι γρήγορο και εύκολο και η ποίηση δεν το δίνει αυτό. Η ζωή είναι τόσο γρήγορη. Χρειάζομαι την ποίηση κάθε μέρα, όχι να γράφω, να διαβάζω. Επειδή επιβραδύνει τους ρυθμούς της ζωής. Στην πραγματικότητα, όλοι χρειαζόμαστε ποίηση την ποίηση, γιατί όλοι έχουμε ανάγκη να επιβραδύνουμε, πηγαίνουμε πολύ γρήγορα. Ιδιαίτερα οι πόλεις, η ζωή στις πόλεις.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Ακόμη και στην ποίηση υπάρχουν γρήγοροι τρόποι στις μέρες μας. Γνωρίζετε τον όρο «Instapoet»; Περιγράφει ανθρώπους με πολλούς followers στο Instagram που γράφουν διάφορα, τα εκδίδουν σε βιβλίο και μετά το βιβλίο πουλάει σαν τρελό. Ένα καλό παράδειγμα είναι η Rupi Kaur. Το «Milk and honey» της πούλησε 1,5 εκατ. αντίτυπα.

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Διάφορα με τη μορφή ποίησης;

Χριστίνα Λιναρδάκη: Ακριβώς. Με τη μορφή ποίησης. Όχι ποίηση.

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Πάντοτε έλεγα πως, αν θέλει κάποιος να βρει απήχηση σε μεγαλύτερο κοινό, πρέπει να γράφει κλισέ. Αν δεν γράφει κλισέ, θα περιοριστεί σε λίγους αναγνώστες. Όταν γράφω ποιήματα, προσπαθώ να ενοχλήσω τους ανθρώπους, να τους κρατήσω σε αφύπνιση. Απευθύνομαι στους ανοιχτόμυαλους. Αν κάποιος δεν είναι ανοιχτόμυαλος, καλύτερα να μη με διαβάσει γιατί θα θυμώσει και θα απογοητευτεί.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Μου θυμίζετε έναν Έλληνα ποιητή, τον Αργύρη Χιόνη, που έγραψε ότι η ποίηση είναι σαν ζαχαρωμένο βότσαλο. Πάνω που γλυκαίνεσαι, σπας τα δόντια σου.

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Πρέπει να μου γράψετε το όνομά του, να τον ψάξω. Όπως σας είπα, δεν γνωρίζω πολλούς ποιητές μετά τη Βακαλό. Αλλά από ό,τι διαπιστώνω σε παγκόσμιο επίπεδο, οι γυναικείες φωνές αρχίζουν να γίνονται πιο δυνατές όσον αφορά την ποίηση. Οι γυναίκες θα γράψουν την ποίηση του μέλλοντος, γιατί στο παρελθόν η πλειονότητα των ποιητών ήταν άνδρες. Συμβαίνει και στην Κύπρο: σήμερα τα πιο δυνατά ποιήματα τα γράφουν γυναίκες. Το ίδιο συμβαίνει και στην Αγγλία. Και στην Ισλανδία. Επειδή, όταν οι γυναίκες είναι ελεύθερες, γράφουν καλύτερα από τους άνδρες.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Ώστε πιστεύετε στην ελευθερία των γυναικών; Σωστά, μου είπατε ότι είστε άθεος… Επομένως δεν είστε μουσουλμάνος. Ώστε, δεν θέλετε τις γυναίκες περιορισμένες;

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Τι;! Ελάτε τώρα… Πιστεύω στην ισότητα και την ελευθερία. Στην κοινωνία που ζω στην Κύπρο, έχω δει πώς ήταν καταπιεσμένες οι γυναίκες όλα αυτά τα χρόνια, χωρίς να μπορούν να εκφραστούν. Όταν μια ποιήτρια γράφει, κομίζει κάτι νέο στην ποίηση. Εμείς, οι άνδρες, πρέπει να μάθουμε από αυτήν. Οι γυναίκες έχουν διαφορετική οπτική. Κομίζουν τη νέα ποίηση και ειλικρινά το παρακολουθώ αυτό και το υποστηρίζω.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Έχετε ζήσει στην Κύπρο, την Τουρκία και την Αγγλία. Και τώρα είστε πίσω στην Κύπρο. Νιώθετε ποτέ άπατρις ή εκτοπισμένος;

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Ένιωθα έτσι πολύ καιρό πριν, γιατί δεν μπορούσα να επισκεφθώ το σπίτι ή το χωριό που γεννήθηκα, δεν μπορούσα να περάσω τα σύνορα. Και όλοι γύρω μου μιλούσαν γι’ αυτό: ο πατέρας μου, η μητέρα μου, ο παππούς μου, όλοι. Μετά, έφυγα από την Κύπρο και έζησα σε πολλά σπίτια, πολλά μέρη. Οι Κύπριοι είναι φανατικοί με το σπίτι τους: το σπίτι που ζούσαν και αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν. Όμως εγώ δεν είμαι φανατικός γιατί έχω πολλά σπίτια, πολλά σπιτικά. Και το σπίτι που γεννήθηκα είναι απλώς ένα από αυτά. Νομίζω ότι στην Κύπρο πρέπει να αλλάξουμε τη στάση μας για το τι σημαίνει σπίτι. Η Κύπρος είναι η πατρίδα μου. Δεν έχω άλλη πατρίδα, όμως έχω πολλά σπίτια. Μου λείπουν μερικές φορές, σίγουρα, αλλά είναι εντάξει.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Ο θάνατος είναι ένα επαναλαμβανόμενο θέμα στην ποίησή σας. Σας φοβίζει;

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Πιστεύω ότι η ποίηση υπάρχει εξαιτίας του θανάτου. Η τέχνη υπάρχει εξαιτίας του θανάτου. Ο θάνατος για μένα δεν είναι το τέλος της ζωής, είναι ένα κομμάτι της.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Ωστόσο δεν πιστεύετε στη μετά θάνατον ζωή.

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Όχι, πιστεύω ότι ο θάνατος είναι το τέλος. Τελεία. Όμως δεν έχω πρόβλημα με αυτό. Ξέρω πώς λειτουργεί η φύση. Ο φόβος του θανάτου μας κατέλαβε μετά τον μοντερνισμό: φοβηθήκαμε επειδή νομίζουμε πως γίναμε αθάνατοι ή επειδή ζούμε σαν να είμαστε αθάνατοι. Αλλά δεν είμαστε. Όσο με αφορά, ο θάνατος με κάνει να εστιάζω περισσότερο στη ζωή. Ο θάνατος είναι ταμπού, όμως μου αρέσει να γράφω για τα ταμπού. Σας είπα ότι επιζητώ να εκπλήσσω τους ανθρώπους και να τους ταράζω: την περασμένη βδομάδα μιλούσα με έναν φίλο μου βιβλιοπώλη και του είπα: «Στην κηδεία σου, ξέρεις, θα γίνει κοσμοσυρροή». Και έπαθε σοκ: «Γιατί μου το λες αυτό;». Του απάντησα: «Επειδή είσαι πολύ κοινωνικός και μιλάς με τόσο πολλούς ανθρώπους». Πάντοτε θέλω να υπενθυμίζω στους ανθρώπους ότι υπάρχει θάνατος, οπότε ό,τι είναι να κάνεις, κάν’το τώρα. Μην το αναβάλλεις. Οπότε, είναι πολύ σημαντικό για μένα να γράφω για τον θάνατο και τη σχέση μου μαζί του. Όταν κάποιος φθάνει σε μεγάλη ηλικία και πεθαίνει, είναι φυσιολογικό, ακόμη κι αν είναι η μητέρα μας ή ο πατέρας μας, οι οποίοι θα μας λείψουν. Είναι η συμφωνία μας με τη ζωή.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Μια τελευταία ερώτηση: Πιστεύετε ότι η ευτυχία είναι εφικτή;

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Μα, ξέρετε, έχουμε πολλά συναισθήματα. Η ευτυχία είναι μόνο ένα από αυτά. Δεν είναι σκοπός μου να είμαι ευτυχισμένος. Ο Φίλιπ Λάρκιν, ένας Άγγλος ποιητής, έχει πει ότι η καλή ποίηση προέρχεται από τη δυστυχία. Δεν τον πιστεύω, γιατί μερικές φορές είμαι ευτυχισμένος και γράφω ποιήματα και οι άλλοι τα βρίσκουν εξίσου καλά. Σ’ αυτή τη ζωή, είμαστε ευτυχισμένοι τη μία στιγμή, δυστυχισμένοι την επόμενη, επειδή ακούσαμε κάτι στο μεταξύ ή επειδή συνέβη κάτι. Αλλάζει συνεχώς, δεν μένει το ίδιο. Και δεν καταλαβαίνω τους ανθρώπους που κυνηγούν την ευτυχία όλη την ώρα. Γιατί όταν την κυνηγάς, τη διώχνεις.

Αυτό όμως που είναι σκοπός μου, είναι η ειρήνη. Ειρήνη στον νου και τριγύρω μου. Η ειρήνη είναι πιο σημαντική για μένα από την ευτυχία. Αυτή με κάνει ευτυχισμένο τις περισσότερες φορές, άλλωστε.

https://stigmalogou.blogspot.gr/2017/12/gurgenc-korkmazel.html?spref=fb

 

 

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ