Tag Archives: ΔΗΜΗΤΡΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ

ΔΗΜΗΤΡΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ

ΔΗΜΗΤΡΑ

 

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1953 και σπούδασε Νομικά και Φιλολογία. Εργάστηκε μέχρι τη συνταξιοδότησή της ως καθηγήτρια στη Δημόσια Μέση Εκπαίδευση. Εμφανίστηκε στα γράμματα το 1974 και έκτοτε έχει εκδώσει δώδεκα βιβλία ποίησης , ένα με πεζά κείμενα και ένα με μεταφράσεις. Η ποίησή της έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες, έχει δημοσιευτεί σε ελληνικά και ξένα περιοδικά λογοτεχνίας και έχει συμπεριληφθεί σε ανάλογες ανθολογίες. Γραμματολογικά έχει τοποθετηθεί στη λεγόμενη γενιά του ’70, αν και νεότερες κριτικές θεωρήσεις εκτιμούν ότι τα χαρακτηριστικά των τελευταίων της έργων τη συνδέουν περισσότερο με τη γενιά του ’80. Το βιβλίο της «Ελάχιστα Πριν» (Νεφέλη 2005) συμπεριελήφθη στον βραχύ κατάλογο υποψηφίων για το κρατικό βραβείο ποίησης του 2006, ενώ για το βιβλίο της «Λιμός» (Νεφέλη 2007) της απονεμήθηκε το κρατικό βραβείο ποίησης του 2008.Το 2015 της απονεμήθηκε το βραβείο ποίησης του ηλεκτρονικού περιοδικού «Αναγνώστης» για το βιβλίο της «Το Ελάχιστο Ψωμί της Συνείδησης». Το 2018 της απονεμήθηκε το βραβείο «Ζαν Μορεάς» από το Γραφείο Ποίησης για το βιβλίο της «Παράκτιος Οικισμός», «2017» . Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

(2017) Παράκτιος οικισμός, Μελάνι
(2014) Το ελάχιστο ψωμί της συνείδησης, Μελάνι
(2012) Ο τρόμος ως απλή μηχανή, Εκδόσεις Πατάκη
(2010) Πώς αυτοκτονούν οι Ασσύριοι, Εκδόσεις Πατάκη
(2007) Λιμός, Νεφέλη
(2005) Ελάχιστα πριν, Νεφέλη
(1999) Προς τα κάτω, Νεφέλη
(1997) Φορτίο, Εκδόσεις Καστανιώτη
(1996) Ακτή στο φως του χειμώνα, Εκδόσεις Καστανιώτη
(1995) Το κυπαρίσσι των εργατικών, Εκδόσεις Καστανιώτη
(1991) Η προσευχή του αναιδούς, Εκδόσεις Καστανιώτη
(1985) Χώμα, Κέδρος
(1979) Ηγησώ, Τυπογραφείο «Κείμενα»
(1974) Τα άλογα του μυροβλήτου, Ιδιωτική Έκδοση

 

Παράκτιος οικισμός (2017)

 

ΠΕΡΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

Στο τραπέζι είχε απομείνει ένα μαχαίρι.
Πρωτύτερα είχε κόψει ή τραυματίσει.
Τώρα η αχρησία το πάγωνε
Σαν πτώμα μικρού ζώου από ατσάλι.

Στο χαλί είχε απομείνει ένα πάτημα
Δεύτερο πόδι σαν να μην υπήρχε.
Εκτός κι αν αβαρές κι ανεμπόδιστο
Συμβάδισε χωρίς ν’ αφήσει ίχνη.

Μια φωνή απ’ την κοιλιά ως το λαρύγγι
Τραβούσε τα ξέφτια της μέσα μου.
Με τόση ορμή την είχε αρπάξει η νύχτα,
Που άφησε πίσω της ένα αυλάκι.

Αλλά δεν είδα ούτε τον φόνο ούτε τον δραπέτη.
Μόνο του φεγγαριού το κεφάλι.
Μπαινόβγαινε με πλήξη εδώ μέσα
Χωρίς να κλείνει τα παραθυρόφυλλα.

Έτσι, γευμάτισα με τον εαυτό μου
Κι έγειρα πια στο μαξιλάρι. 

 

ΦΙΛΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ

Ας δώσουμε όνομα στον λόφο εκείνο!
Ανασηκώνεται απ’ τη γη κατάπληκτος
Σαν κάποιος που ξυπνά στο φέρετρό του.
Ας ονομάσουμε την εγκατάλειψη έλξη.
Χρόνο τον χρόνο η θνητότητα απλώνεται
Πάνω στο πρόσωπο σαν ανήσυχο όνειρο
Κι ο ύπνος συνεχίζεται γύψινος
Πάνω από στρέμματα σκόνης.
Λοιπόν, ας πούμε και την έγερση θρύλο.
Όλο και κάποιος θα μας έχει αγαπήσει,
Ώστε να τον κρατήσει ζωντανό.

 

ΛΟΒΟΤΟΜΗ

Αύριο θα συναντηθούν δυο αγόρια.
Θ’ αποτελειώσουν τον καβγά
Σ’ ένα χαμόσπιτο από κόκκινη λάσπη.
Καθένας έχει κιόλας στα μάτια του
Τον αποκεφαλισμό μιας γάτας.
Μα απόψε σμίγουν και τα δυο κουλουριασμένα
Στην αγκαλιά της ακατάδεχτης Μαίρης.
Θαμπό φεγγάρι τη μελαγχολεί
Και, μ’ έναν στεναγμό, τους παραδίνεται.

Αν ζήσουν, το πολύ να γίνουν άντρες.
Με χρήματα ή χωρίς. Σχεδόν ζωόφιλοι.
Να γεύονται το πατροπαράδοτο γεύμα
Σε σπίτι όλο ανεξιχνίαστους θορύβους.
Με αιμορροΐδες και προσβεβλημένη σύζυγο.
Τόσο θ’ αστράφτει πάνω απ’ τα ποτήρια το φεγγάρι
Που ολόκληρη η ωμή εφηβεία θα ημερεύει
Όσο κι ένα τουφεκισμένο γεράκι
Που το βαλσάμωσαν με τα φτερά ανοιχτά.

 

ΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ

Με το κεφάλι μου βαρύ από φρόνηση,
Στόχους πετυχημένους, μπαγιάτικους,
Και την ανάμνηση μιας μουσικής από κείνες
Που ενθουσιάζουνε σε γαλανές βραδιές
Έγειρα έξω απ’ το παράθυρό μου,
Να δω την πάνδημη κηδεία μου.

Πάγκοι απλωμένοι σ’ όλη τη λεωφόρο.
Ζαχαρωμένα φρούτα, λιβάνι,
Παιχνίδια πλαστικά και μικροτάματα.
Πίσω τους πωλητές χαμογελάνε
Σαν να ‘χουν πόνο ξαφνικό στα πλευρά.
Με κάτι κέρματα ασήκωτα
Πασχίζουν οι αγοραστές να πληρώσουν.
Μικρά παιδιά τα κουβαλάνε, ιδρωμένα,
Κι ο άγγελός μου τα χαρτζιλικώνει αδρά.

Τέλος, να ‘μαι κι εγώ με τ’ αλογάκι μου!
Πώς μου πηγαίνει το αστρικό μου φόρεμα!
Ποτέ μου δεν υπήρξα ωραία κι όμως τώρα
Κι ένα φεγγάρι θα ήταν χλωμότερο.

Πλήθος θλιμμένοι πανηγυριστές
Ακολουθούν στο ρυθμό της μπάντας
Ως τη στιγμή που κλείνω το παράθυρο
Και μες στα ξέφτια του φωτός σκορπίζονται
Γλείφοντας καραμελωμένα μήλα.

Τώρα μπορώ να σκύψω στα χαρτιά μου,
Να γράψω στίχους σαν και τούτους: Μάταιους.

 

ΤΟ ΚΑΤΑΛΛΗΛΟ ΔΩΡΟ

Με κατάλοιπα βαριάς δυσθυμίας,
Ίσως και βαριάς τροφής στο στομάχι,
Σέρνω απόψε τα βήματά μου στον κήπο
Πάνω σε τούτες τις αυτοκρατορικές παντόφλες,
Δώρο ενός φίλου που δεν ζει πια.

Τα πλουμιστά τα πράγματα δεν τ’ αγαπάω.
Όμως δεν κάνει να ‘ναι δίχως ανταπόδοση
Και η πιο άστοχη χειρονομία αγάπης.
Λοιπόν, μια τέτοια νύχτα, ας συρθούνε
Και τα μεταξωτά στα χορτάρια.
Κάθε μου πόδι ένα μικρούλι φέρετρο
Ψηλαφεί την γη που τον έχει
Χτυπώντας του διακριτικά την πόρτα.
Όταν μου ανοίξει, θα ‘μαστε κι οι δυο
Ντυμένοι απέριττα το λάλημα του γκιόνη.

 

ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ

Μ’ έναν κόκκο σιταριού
Μοιάζει να ‘χει συντηρηθεί το κοπάδι.
Αρμαθιασμένα πάνω στο κλαδί
Άλλα επιζούν, άλλα ψόφησαν,
Άλλα στέκουν μαδημένα, μισότυφλα.
Πίσω τους χάσκει αποβλακωμένος ο χειμώνας
Και τίποτε άλλο δεν μπορεί να κουνηθεί.

 

ΠΑΡΑΚΤΙΟΣ ΟΙΚΙΣΜΟΣ

Η θάλασσα. Η αστρική της νύστα.
Η δόνηση της άπαυτης πνοής της.
Τ’ ακοίμητα μεγαλειώδη βράχια.
Ω, προσπαθώ να διώξω από τον νου μου
Τη μαύρη πόλη της καταγωγής μου.
Μα έχει το ύφος απαιτητικού ζητιάνου
Που κολλάει τη μύτη του στο τζάμι
Και κοιτάζει μέσα στο σπίτι σου,
Όταν του κλείσεις την πόρτα.

Πόσο να ζήσουμε ξεχνώντας
Το πράο φεγγάρι ποτισμένο αλάτι.
Πόσο να πούμε το ψωμί προορισμό μας
Χωρίς ντροπή.
Πώς την καρδιά ενός γιγάντιου κήτους
Να ρίξουμε σ’ ελεεινό τηγάνι,
Πώς, ύστερα, υπό τη θυμηδία των κυμάτων,
Να μπούμε στην ουρά με καραβάνα
Και πώς στο τέλος τέτοιαν αλητεία
Να ξαναπείς ψυχή.

 

ΤΩΝ ΘΕΩΝ

Ακουμπισμένη σε παχιά μαξιλάρα
Άσαρκη κεφαλή πατέρα
Που τον γηροκομούν βαρυγκωμώντας,
Μιλώντας του καθώς σε μωρό.
Έτσι στέκει ακόμη στην Πιερία
Το θρυλικό βουνό. Ως τον χειμώνα
Στον τόπο του θα ‘ναι μια απέραντη πεδιάδα,
Υποσέντονο ενός γέρου πεισματάρη
Που δεν πεθαίνει. Επιμένει να γερνά.

 

Η ΚΥΡΙΑ ΕΙΡΗΝΗ

Την πένθησαν ειλικρινά.
Μα με τα χρόνια
Παρηγορήθηκαν αυτοί που την αγάπησαν.
Μόνη της κάθεται πια στα σκαλοπάτια |
Και γευματίζει κίτρινα λουλούδια πελώρια
Τείνοντας στους περαστικούς τη βεντάλια:
«Προφυλαχτείτε! Με τον θερμόν αέρα
Λιώνουν τα πρόσωπα από παγωτό
Που τόσο λαίμαργα, τόσο απολαυστικά
Καταβροχθίζει ο έρωτας..»
Παιδάκια παίζουν μες στη βρόμικη ζάχαρη,
Αυτοκίνητα φρενάρουν στα φανάρια,
Κάποιος εντέλει θα ενοικιάσει
Αυτό το σπίτι με τα κίτρινα αποφάγια
Που έχουν μια τέτοια εγκάρδια μυρωδιά.

 

ΚΟΤΣΙΔΑΚΙΑ ΜΕ ΦΙΟΓΚΟ

Όταν τα δάχτυλα χτυπάνε ώρα στο τραπέζι
Και το κεφάλι μου ζυγίζει σίδερο,
Όταν το κινητό στέκει αχρείαστο στη θήκη,
Τσόφλι ενός τζίτζικα που ‘χει στεγνώσει,
Όταν η σκέψη μου είναι ρύζι με στάχτη,
Εξαίσιο έδεσμα για ψάρια,
Τότε αρχίζει να γελά από το κάδρο του
Ο πατέρας μου ο συχωρεμένος,
Ερασιτέχνης τενόρος και αντάρτης,
Που, αφού γέρασε στη ραπτική,
Έκαμε έξι χρόνια στο κρεβάτι,
Πριν παραδώσει την ψυχή.

Σκέφτομαι πόσο λίγο του ‘χω μοιάσει.
Και φάλτσα κι ούτε ένα κουμπί να ράψω.
Κι ούτε που σήκωσα ποτέ κεφάλι
Παρά μόνο για να φανταστώ τη φλόγα
Που κατακαίει τη σπηλιά του ουρανού.
Μέσα στ’ αποκαΐδια της βαδίζουν
Με πέδιλα από λευκές πεταλούδες
Οι πατεράδες με τα κοριτσάκια τους.
Εκείνοι σιωπούν κι αυτά ρωτάνε
Τραβώντας τους από το γύψινο μανίκι.

 

ΚΟΣΜΟΓΟΝΙΑ

Με κάτι σαν αρχόμενη άνοια
Ή ίσως επειδή τα δάχτυλά της
Τα είχε η αρθρίτιδα παραμορφώσει
Τσαλάκωσε το ένταλμα πληρωμής
Και τραύλισε: «Δεν οφείλω».

Ω, αν ήμουν κάτω από αστρική βροχή
Κι είχα το θάνατο ξεχάσει,
Θ’ άκουγα κάθε σταγόνας το σφύριγμα
Σαν σήμα από τη θεϊκή φλυαρία.
Μα μπήκα απλώς στην ουρά με παλιόκαιρο.
Τρέχουνε σαν ν’ ανοίξανε τα νεφρά τους
Οι στοιβαγμένες οι ομπρέλες πλάι στην πόρτα.
Και το χαρτί που τσαλακώνουν φριχτά δάχτυλα
Ο μόνος κρότος από την καύση των άστρων.
Να δεις που οι νέοι πλανήτες θα είναι
Υπερήλικες σε δημόσιο ταμείο.

 

ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ

Αυτός ο αδελφός, αυτή η αδελφή μού γεννήθηκαν
Με πρόσωπο από πηλό σε σώμα δέντρου,
Με ρίζες που γραπώνουν την καρδιά μου,
Φουσκωμένη από ένα έρημο φως.

Δεν έχω πώς να θρέψω αυτά τ’ αδέλφια.
Ψίχουλα για πουλιά έμειναν στο ερμάρι.
Όλο μου το ψωμί φαγώθηκε, όλο το λάδι.
Το Αλλόκοτο θα μείνει πάλι νηστικό
Μέσα στη βουλιμία του Γελοίου.

Λάμπουν όμως οι παλμοί μες στο στήθος μου
Τρέφοντας τη συγγένειά μου με τη λάσπη.
Με δάχτυλα επιτήδεια την πλάθω
Σε βλέμμα αγάπης, σε αδελφικό παιχνίδι
Ανάμεσα σε κορμούς που χρόνια υψώνονται
Για να συναντηθούν κάτω απ’ το χώμα.

 

ΚΑΛΗ ΒΔΟΜΑΔΑ

Ξυπνά το έθνος και ανακλαδίζεται,
Προσδοκά να του χαμογελάσουν οι θεοί
Με αστραφτερή οδοντοστοιχία.
Πέφτει, όπως πάντα, σιγανή βροχή
Και κάποιες βόμβες σε νοσοκομεία.
Χώνει το χέρι του στην τσέπη και μετρά
Κάνα δυο τελευταία τσιγάρα.
Ανάβει ένα και κοιτάει την κάφτρα του
Μέχρι ν’ αποφοιτήσουν τα παιδιά…

 

Η ΣΠΙΘΑ

Είμαι ένα ρεύμα θερμό, ρόδινο,
Όπου κυλάνε τα πεσμένα φύλλα.
Και είμαι εκείνη που τραβάει τα δίχτυα
Και φέρνει πάνω τα θνητά.
Τ’ άλλα πηδούν και πάλι στο ποτάμι
Προς την απέραντη χαρά.
Είμαι τα ανέσπερα καντήλια
Που κρέμασε ο αέρας σ’ άδεια κάμαρα.
Και είμαι ο σκύλος που κλεισμένος μέσα
Κουνάει την ουρά σ’ ένα φάντασμα.

Με χίλια δυο μπουκέτα αστραποβόλα
Τραντάζει ο ήλιος τα μισόκλειστα παράθυρα.
Και είμαι εκείνη που κλαίει χαρούμενη,
Πώς ξέσπασε μια τόσο όμορφη μέρα;
Είμαι ο τυφλός με τη λάσπη στα βλέφαρα
Που νιώθει τα θαυματουργά τα δάχτυλα.
Πώς τη ζωή μου τόσο φως κάνει στάχτη;

 

Το ελάχιστο ψωμί της συνείδησης (2014)

 

ΜΕΤΑ ΤΗ ΝΥΧΤΑ

Αν αυτή είναι η πρώτη ώρα της ημέρας,
Ας μείνει εκεί με τη δειλία της.
Ας σφιχτεί στο παλτό της ανήσυχη.
Κανείς δεν είναι τόσο ξεκούραστος
Που να μπορεί να την περιμαζέψει.
Αν πάλι είναι μήνας ολόκληρος
Κι έχουνε τόσο αραιώσει τα μαλλιά του,
Αφού μ’ έφερε ως εδώ ολομόναχος,
Ας μείνει στην αρρενωπή του θλίψη.
Ό,τι κι αν είναι αυτή η μουρμούρα της ομίχλης,
Ο ουρανός τραντάζεται κόκκινος
Σαν φούρνος που θα ψήσει τον χρόνο μου
Μέσα στ’ αδιάκοπα σφυρίγματα της μπόρας.

 

ΑΡΤΟΚΛΑΣΙΑ

Ταχτοποιώντας τα χαρτιά καίω τα ξερόχορτα.
Καθαρίζοντας το ποτήρι μου εγκαταλείπω το στόμα.
Λησμονώντας
Εδώ τα ψίχουλα, εκεί τα κοράκια,
Μια ολόκληρη γενναία μέρα
Πενθώ.

Η θεία Ειρήνη επιστρέφει με το τσάι.
Μιλά για την επικράτεια των μηνυμάτων
Που θα ’πρεπε να τυλιχτούν σε ιώδιο.
«Τα τραύματα μιας κούπας», επιμένει
Ρουφώντας μια γουλιά, «τιμούνε
Την κούπα ως φέρετρο του γιασεμιού».

Στέκομαι όρθια σαν μαθήτρια
Επάνω στα ξεκοιλιασμένα μου μποτάκια.
Προνόμιο δεν υπάρχει στα πρόσωπα.
Είναι όλα ακριβή σαν το χάος.
Το ελάχιστο ψωμί της συνείδησης
Προσεύχομαι να κόβουμε στα δυο.

 

Η ΑΝΤΟΧΗ ΤΗΣ ΠΑΝΔΩΡΑΣ

Γέλια σαν άτακτα κρίνα
Απ’ το θαμπό το τζάμι στα χαρτιά μου
Στάζουν μια μυρωδιά αναχώρησης
Που δεν καταφέρνω να δέσω.
Σκόρπια τ’ αφήνω στο μελάνι
Αυτών των αβέβαιων στίχων.

0 κόσμος χαμογελά μουδιασμένα
Μπροστά στο θέαμα της πληγής.
Φαντάζεται πως θα υπάρξει χρόνος
Ή δεν φαντάζεται τίποτε,
Αγάπησε τ’ άνθη του τάφου του.
Κι όλο κάτι απομένει γαμήλιο,
Κάποιο χάχανο, μια βροχή από ρύζι,
Μια γυναίκα σε χηρεία παμπάλαια
Που φρεσκάρει το νερό στο ανθοδοχείο.

Μ’ έναν καγχασμό σαν βηχάκι
Χτυπούν δώδεκα. Στολίσου, Μάη…
Από τα πρώτα δευτερόλεπτα της γύρης
Όλη η πόλη κατάμονη.

 

ΣΥΣΣΙΤΙΑ

Εκεί αφημένο, πάνω στην καρέκλα,
Το σακάκι που κουβάλησε τη μέρα μου
Το ένα μανίκι ρίχνει προς το πάτωμα
Σαν σκύλος μακριά παρατημένος
Που σκάβει με το πόδι του να κρύψει
Το φρέσκο κόκαλο της εξορίας.
Αλλά δεν άφησα στις τσέπες παρά κέρματα.
Αύριο θα ’χω να πληρώσω τα δάχτυλα
Που δίνουνε τα εισιτήρια στο ποτάμι
Με τέτοιους φλύαρους κορυδαλλούς απ’ το δάσος,
Απ’ όπου πέρασε το ένστικτο της ομίχλης
Αναβοσβήνοντας το φως.
Με το σκοτάδι το βαθύ του κυνηγού
Θα βγει η αλεπού απ’ τις παντόφλες.
Ύπνο κακό, σώμα με σώμα,
Οσφραίνεται ανάμεσα στα παπλώματα.
Περνάνε, λέει, πάνω απ’ τ’ απάτητα φύλλα
Κάποιοι που πάνε για συσσίτιο
Με το μυαλό στα χαρτοκούτια της στρωμνής τους,
Μήπως κλαπούν, μήπως τ’ αναστατώσει
Αέρας από κρύα πανωφόρια,
Καθώς γυρνάνε σε σπίτι χρεωμένο
Να κοιμηθούνε μέσα στα κλαριά… 

 

ΑΡΙΘΜΟΣ ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΟΣ ΙΙ

Έχει μιαν όψη που μπορείς να τυπώσεις
Σε γραμματόσημο.
Θα έδειχνε το ίδιο σπουδαίος
Σε μικροσκοπική εκδοχή.
Αβίαστα θα του απέδιδαν
Ιστορικά υπουργήματα
Και όχι μόνο το περιστρεφόμενο κάθισμα
Πίσω από το τζάμι του γκισέ.

Καημένος άνθρωπος… Ο καθένας
Χρειάζεται ένα ακλόνητο βασίλειο,
Αν είναι να διασχίσει σχολώντας
Πλατεία σκεπασμένη με χιόνι
Και το τρίξιμο της πόρτας του να ενθουσιάσει
Μόνο τον πεινασμένο γάτο του.

 

Ο ΚΑΘ’ ΥΛΗΝ ΑΡΜΟΔΙΟΣ

Δεν ξέρω αν βγαίνει από ταραγμένο ύπνο
Ή αν πράγματι ξεσπάει κάτι μες στο νου του,
Όμως σηκώνει τα μάτια του πάνω μου
Δικάζοντας τη φυσική μου παρουσία:
Θα έπρεπε να λείπω απ’ εδώ!

Καλώς. Θα ζήσω μια συναλλαγή
Μέσα σ’ ανατιναγμένα τζάμια.
Χαρτιά σφραγίζονται μ’ ένα φτυάρι,
Που ρίχνει τα συντρίμμια πιο κάτω,
Σ’ ένα πηγάδι ξερό.
Καίει η άμμος που σκεπάζει τα χρήματα.
Του χώνουν ένα μαντίλι στο στόμα,
Και υπογράφει σχεδόν με σουγιά.

 

ΚΟΥΙΝΤΕΣ

Σβήνει ο ήλιος παραμένοντας
Ο ήρωας του δράματός του.
Παίρνει μαζί του στα βαθιά
Το ρημαγμένο ηθικό του.
Αύριο πάλι θα κρατήσω
Τα παγωμένα χέρια σου.
Θ’ ανάβουν πάνω στα βουνά
Σε συστοιχίες οι φλόγες.
Σκηνοθετεί η φύση ως όπερα
Ό,τι εγώ θα σου ψιθύριζα στ’ αυτί σου.
Αλλά δεν είναι ο σπαραγμός των φαινομένων
Λόγος να μη μαζεύω ένα ένα
Τα ψίχουλα από αυτό που ακόμη είσαι.

 

Η ΠPOTOMH

Φούσκωσε κι έπεσε το πρώτο άστρο
Σαν κεφαλή του Βαπτιστή στο χώμα.
Με κρύα δάχτυλα η δασκάλα
Βάζει στο πιάτο το ροδάκινο.

Λάβετε, φάγετε, δεν έχει άλλο.
Μασάτε, αποφοιτάτε, φτύνετε.
Μέσα στην τρίχινη νυχτικιά της
Έχει γεράσει σερβίροντας.

Αλλά με τα γυαλιά ταρταρούγας,
Τα δυο κρινάκια στο ανθοδοχείο,
Το ασήμι που παγώνει στα πόδια της,
Μένει σοφή σαν ένα μαχαίρι.
Ένας σεπτός αποκεφαλισμός.

 

ΜΑΡΙΕΣ ΜΕ ΠΑΧΝΗ

Στη Σμαράγδα

Ευλογημένη υπακοή, που η σκέψη μου
Δεν ξέρει να αναγνωρίζει…
Τζάμια υγρά, λίγο κόκκινο,
Κάποια ψελλίσματα επιστροφής
Σε πράγματα πολύ λυπημένα.
Σάρκα ανθισμένη σε μελάνι
Μ’ ένα δυο τριαντάφυλλα ακόμη
Από χαμένη επιστολή.
Μια Μαρία, σοβαρή μαθήτρια,
Που κρύβει τις βρεγμένες της κάλτσες
Βηματίζοντας διακεκομμένα
Από τον ύπνο της στο δικό μου.
Κάθε μάθημα της είναι αρεστό.
Και μια άλλη, που τα φαγωμένα μου νύχια
Αποθέτει στα μακριά της δάχτυλα,
Περιποιείται το δειλό νερό
Που αράχνιασε στα κυπαρίσσια.
Εξαίσιες εργασίες χωρίς άγγιγμα
Για το κρυμμένο νοικοκυριό των ριζών.
Ε, πρέπει να φυλαχτείτε, κορίτσια!
Είναι ένα αρπαχτικό η μελαγχολία μου
Με το ράμφος καρφωμένο στο χιόνι
Κι ανυπολόγιστο άνοιγμα φτερών…

 

ΤΟ ΠΑΓΚΑΚΙ

Ήρθε και κάθισε δίπλα μου
Με μια ζακέτα από λέπια
Κι ένα ζευγάρι ασημένια γόνατα.
Η θάλασσα μετρούσε στα πόδια του
Χαρτονομίσματα,
Επέμενε να τον εξαγοράσει
Αυτόν τον ανυπόφορο Ύπνο.

 

ΒΙΒΛΙΟ ΜΕ ΖΩΑ

Κρότος σαν δάχτυλο παιδιού στο τζάμι
Κι όμως δεν πέρασε άλλος απ’ τη λύπη μου
Κι αυτή δεν έμοιαζε μικρή μα σεβάσμια,
Μια λέαινα μετά το χάδι.
Ήθελα να προσηλωθώ, ν’ ακούσω
Αλλά μου έπεφταν τα γυαλικά,
Άλλαζε ο άνεμος συνέχεια βήμα,
Κάτι έψαχνε σ’ αυτές τις σπηλιές.

Όταν το σπίτι ησύχασε, την είδα
Τη δαχτυλιά στον ουρανό της ζούγκλας.
Καμπουριασμένος πάνω απ’ τ’ αγρίμια του
Άκουγε τα πολλά τους παράπονα.

Και μένα κάποιος μ’ άκουσε λοιπόν.

 

ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΕΣ

Αν μου δοθεί ο πρώτος στίχος,
Η κυρία η ηλικιωμένη στον δεύτερο
Θα ξαναγίνει η μητέρα μου.
Ουδέποτε γνωστή κι όμως τι θλίψη
Αυτά τα βαριά της γεράματα…

Κάποτε προσηνής και σβέλτη
Μπαινόβγαινε σ’ αλλεπάλληλα οχτάωρα
Υπακοή, παραγωγή, αποταμίευση
Κι ένα μαύρο κουρτινάκι ανάμεσα
Σε πρώτη και δεύτερη κόρη.

Τώρα απλωμένη σε στρωσίδια δύσκαμπτα
Θερμαίνει με μια σόμπα χαλαζία
Ένα άδικα μεγάλο δωμάτιο.
Υπολογίζοντας με γουλιές αναπνοής
Πόσα μερόνυχτα υγείας
Εξασφαλίζει με αβέβαιη σύνταξη.

Κι ενώ η αρρώστια προχωρεί κατά το νόμο,
Ανάμεσα από τις θορυβημένες θυγατέρες
Παράνομα τρυπώνει η απλή φροντίδα
Ενός μεσημεριού με χρυσόσκονη.
Πλούσια πασπαλίζει το πάπλωμα
Σαν να είναι η πρησμένη γερόντισσα
Μια Αικατερίνη της μακράς δυναστείας
Που έφερε ένα έθνος ως τη θάλασσα,
Προτού φέρει με οικονομία το γιατρό.

 

ΤΡΕΙΣ ΝΟΥΒΕΛΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΝΑΟ

(Διαβάζονται τραγουδιστά ή παραδίδονται
στη συγκατάβαση των πεζογράφων)

Ι Η ΑΠΟΙΚΙΑ ΤΩΝ ΒΑΤΡΑΧΩΝ

Δέντρο του βάλτου ο κύριος Τιμόθεος,
Όταν η κόρη του πουδραριστεί
Και η γυναίκα του παχύνει,
Θα ψάξει για κλεμμένο χρυσό
Και μες στην οδοντοστοιχία του θα ’βρει.
Μα τώρα είναι τόσο χαρούμενος.
Βγαίνει ολοταχώς απ’ το φλοιό του.
Σκαρφαλώνει
Στα πάνω κλαριά του θανάτου του.
Θέλει να κελαηδήσει γλυκά
Τα τέσσερα ευαγγέλια των προγόνων.
Φλοπ! Φλοπ! Πηδάνε οι βάτραχοι
Όλο και πιο κοντά στη ρίζα…

Έχει το σπίτι του έξω απ’ την πόλη,
Τον φτωχό του έξω απ’ την πόρτα του,
Τον δικηγόρο του κατά του θεού,
Αν βγει μπροστά του λιμασμένος.
«Α, τι ανόητοι όσοι δεν προνόησαν
Και τους γαυγίζει απ’ τη μια η εκκλησία
Κι από την άλλη το καμπαναριό…»

 

ΙΙ Η ΑΠΟΙΚΙΑ ΤΩΝ ΜΙΚΡΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ

Απέναντι απ’ την παλιά εκκλησία
Στέκει ένα φόρτωμα κάρβουνο.
Και κάμποσοι μαρμαρωμένοι ανθρακωρύχοι
Που πέθαναν από την προσευχή.
0 ιερέας μ’ έναν πετεινό στον ώμο
Στην πίσω αυλή φυτεύει πιπερίτσες.
Κάθε τόσο του περνάν υποψίες.
Αγριοκοιτάζει προς το υπερπέραν
Και πάλι φταρνίζεται υπάκουα.

Το βράδυ, γεμάτο αγριοκέρασα
Μπαίνει μες στο χωριό όπου να ’ναι.
Μυξοκλαίνε του ήλιου τα χάλκινα.
«Τίποτε δεν μπορεί να γεννηθεί», μουρμουρίζουν,
«Κάτω απ’ τα κεραμίδια αυτά».
Δεν ακούν, τα φαντασμένα, δεν ακούνε
Το κλάμα του μωρού, τη χήρα,
Τη μαία την έμπιστη που κλείνει
Το παράθυρο αυτού του ποιήματος.

 

III Η ΑΠΟΙΚΙΑ ΤΩΝ ΣΟΦΩΝ ΠΟΥΛΙΩΝ

«Τους πιο πολλούς τους μάντρωσαν στο κάτεργο.
Δυο τρεις τρυπώσανε στην εκκλησία»,
Ψιθύρισε στον παπαγάλο του,
Μόνο σύντροφο και αδελφό στην παράνοια,
0 Αδικημένος με το τρίτο χέρι.
Ανάμεσα στα χοντρά βιβλία του
Φτερούγιζε μια τόση δα προσδοκία,
Αγγελική, φουριόζα, οξύθυμη
Σαν το κρασί στην κανάτα.

«Στα χωράφια τα κουκουλωμένα με λάσπη
Αποτραβιούνται τα νερά»,
Απάντησε ο παπαγάλος.
«Βγαίνουνε από σπίτια οι Άλλοι.
Είναι εργατικοί. Κακομούτσουνοι
Από τη θλίψη και την άγρια νύχτα.
Κι όχι δυο τρεις. Παραπάνω.
Αλίμονο σου, ξαναχτίζουνε
Τον ουρανό στεγνό
Με κόκκινα, μεγάλα μάρμαρα».

 

ΤΟ ΣΟΦΟ ΔΕΙΠΝΟ

Είχε το ράμφος μιας ασήμαντης στιγμής
Καρφωμένο πάνω στην αγάπη του.
Τη σιγότρωγε χωρίς να την πιστεύει,
Ώσπου ξημέρωσε απρόθυμα
Με μια μικρή λιποθυμία.

Αναπνοή από την καφετιέρα
Κι ένας δυο άγγελοι απ’ τη μνήμη του
Κατοίκησαν κάτω απ’ το ταβάνι.
Με το φτερούγισμά τους το αργό
Πάλι βάφτηκαν με αίμα τα μάγουλα.

Ω, πώς μοιράζονται τα ελάχιστα
Πολλαπλασιασμένα από τον φόβο…
Σαν εκείνους τους πέντε άρτους
Η ερημιά γεμίζει τα ερμάρια
Για χιλιάδες ώρες μαζί…

 

Ο ΕΠΟΜΕΝΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ

Καημένε αέρα, τρύπησε η σόλα σου
Πάνω από τη σαββατιάτικη Λάρισα
Και πάτησες το καρφί της βλαστήμιας
Που τίναζε στον ουρανό…
Όταν θα μπεις σε άλλη πόλη πληγωμένος,
Βγάλε τα αυτά τα παλιοπάπουτσα.
Και όχι επάνω απ’ τις ταράτσες τρεκλίζοντας
Αλλά ξυπόλητος μέσα απ’ τους δρόμους να περάσεις
Σαν χορευτής από λεπτή μεμβράνη
Που αφήνει πίσω του ελαφρύ αναστεναγμό,
Όχι πάνω στα ξαφνιασμένα κεφάλια,
Κυριακάτικα, τα χνάρια της πληγής σου.

 

ΔΙΑΣΤΡΩΜΑΤΩΣΗ

Άσιτη, κουβαλώντας την οργή της,
Βαρώντας με τα τσόκαρά της το θώρακα
Πόλης θαμμένης βιαστικά και για πάντα,
Περνά η πομπή των συλληφθέντων
Πίσω της με τη γλώσσα έξω
Αγέλη βακτηρίων και ιών.

Εμείς, οι ελεύθεροι, στο οστεοφυλάκιο,
Μωρά με αφέψημα παπαρούνας
Στην κούνια ενός αργού δευτερόλεπτου
-Βρέχει μελάνι… – καταγράφουμε
Την επιστήμη της δολιοφθοράς.

Καθένας μας ένα πηγάδι βατράχια.

 

ΧΑΡΤΗΣ ΑΤΑΦΩΝ

Τι είναι ακριβώς αυτό το πένθος,
Ένα φουστάνι κατακόκκινο
Φορεμένο από ένα σκυλί;

Το ίδιο το μούτρο τού αφέντη του
Πουδραρισμένο με χόρτα;

Να κάθεται η καλόγρια μ’ ανοιγμένα
Τα ράσα της στα νερόφιδα
Και ν’ αφανίζει το σκουλήκι μήλα
Με την τρομπέτα του σάλιου του;

Τι είναι αυτό το καρναβάλι του θρήνου,
Γιατί αργοπορεί και ξεφτιλίζεται
Ανάμεσα σε τόσους μπεκρήδες;

Χωρίς κωδωνοστάσιο χυμένος
Όλος ο μούστος απ’ τα κρασοβάρελα
Μες στο μελάνι της σταματημένης καρδιάς;
Και να ρίχνει ο ουρανός την κοιλιά του
Έξω απ’ το βρώμικο πουκάμισο;

Τι χωριά είναι αυτά όπου ο θάνατος
Δεν έχει αρχοντιά κι έχει πάχος;
Σπίτια που βάζουνε το φέρετρο στο αλάτι
Και γνέφουν με το δάχτυλο «σώπασε!»
Στο άστρο που γρούζει πλάι στα γέρικα γατιά;

Τι πόλεις σε κηδεία ξεμανίκωτες
Σαν να τις κέρωσε μ’ ένα χαστούκι η ρεκλάμα
Και το σώμα διατιμημένο τυλίγει
Την ακαμψία μ’ ένα ρούχο τού συρμού;

Πώς σέρνεται η ακολουθία η νεκρώσιμη
Σαν πληθυσμός που σφουγγαρίζει στα γόνατα
Το χιονόνερο της άλλης ζωής του;

Και προς τα πού; Και γιατί; Κι ως πότε;
Και με ποιον κρότο τα μεγάλα πουλιά;

 

Η ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΟΣ

Κάτι έχει αυτός ο άντρας, κάτι έχει.
Κάτι έχει κρεμασμένο στον λαιμό του,
Ένα βραχνά, μια ποινή, μια πεποίθηση,
Κάτι που δένει τα νεύρα του
Με το λουρί του σκύλου απ’ την καρέκλα,
Όπου το ομοίωμά του κάθεται
Μ’ ολόκληρο το χοντροκόκαλο σώμα.
Και μέσα από τις μπογιές τις χυμένες
Απ’ άκρη σ’ άκρη στον ουρανό της βεράντας
Μπαίνει στο πλάνο φέρνοντάς του τον καφέ
Μια γυναίκα που δεν έχει ξαναδεί
Με τρίδιπλα σκεπασμένα χέρια.

Κι αν σιγήσει τούτη η πένθιμη άρια,
Πάλι θ’ ακούω με τα μάτια.
Πάλι με τα μαλλιά θα οσφραίνομαι.
Και θα ’μαι τόσο περιττή όσο η ζάχαρη
Μες στο ηχείο μιας μεγάλης καμπάνας.

 

ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑΤΑ

Από τα μέρη όπου οι σιδεράδες
Κάποτε φτιάχνανε με το φεγγάρι τα πέταλα
Κι όπου γινότανε το καλντερίμι μούσκεμα
Από τον κρότο φοβερών σφυριών,
Όπου άφαντοι, με την αναπνοή πιωμένη,
Κρυφοκοιτάζανε οι μικροί με τα καρφιά,
Από κει πέρασα με την προσήλωση πιστού.
Μέσα στο νου μου μοσκοβόλαγαν τα κίτρα
Σαν άστρα αυλής μοναστηριού.
Αν έφτανα στη χάρη Του θ’ άναβε
Λέξη προς λέξη τα καμπαναριά του στους βράχους…

Χαμογελώ… Ποιος ποτέ μετανιώνει,
Αν απατήθηκε αρκετά, ώστε να διασχίσει
Άφοβα τέτοιον ουρανό…

 

Ο ΚΟΥΑΣΙΜΟΔΟΣ ΩΣ ΦΥΣΙΟΛΑΤΡΗΣ ΛΟΓΙΟΣ

Πέταξα το τετράδιο απ’ τα χέρια μου
Σαν να βρήκα στις σελίδες του ένα φίδι.
Μα ήταν μόνο το κουμπί μιας τελείας
Που κούμπωνε ως το λαιμό την παράγραφο.
Την έπνιξε ο γιακάς την ηρωίδα μου
Κι ο χρόνος της έπαθε λόξυγκα.

Έτσι περνώ τις χιονισμένες νύχτες,
Καμπούρης με κεφάλι καιόμενο.
Στη ράχη μου οι φιδοφωλιές φορτωμένες
Σφυρίζουν όλες γύρω από τ’ αυτιά μου.
«Κάθε εξιστόρηση δαγκώνει», σκέφτομαι,
«Γράψεις δεν γράψεις, φαρμακώνεσαι»,
Και δωσ’ του τα χαρτιά μου γεμάτα
Από τις άτσαλες πατημασιές ενός δύσμορφου.
«Ίχνη ορειβάτου», η κριτική αποφαίνεται.
Μπα, η μοίρα μου είναι. Ράβει τα κουμπιά της…

 

ΤΟ ΕΛΑΧΙΣΤΟ ΠΟΥ ΜΠΟΡΕΣΑ ΝΑ ΕΙΜΑΙ

Πενικιλίνη και θνητότητα
Και κάτι παλαιό και παράλογο
Καταγράφουν τα βιβλία μπροστά μου.
Τα μολύβια μου σαν βελόνη πυξίδας
Στρέφονται τρέμοντας προς το βορρά
Κάθε φορά που το γραφείο μου διατρέχει
Ο χλευασμός μιας καλής ιδέας.
Θα έγραφα ανεπανάληπτο έπος,
Αν δεν είχα αρχίσει να γερνώ.

Πόσο τις άφησα τις λέξεις μου να σέρνονται
Ανάμεσα στον χρόνο και τη δύναμη
Σαν να ’χα το δικαίωμα να ελπίζω
Σ’ έναν καταυγασμό της συνείδησης
Από άλλον κι όχι αυτόν που ζούσα βίο,
Σαν μου όφειλε το άστρο αλάτι
Για το ψωμί των ηρώων μου,
Την ώρα που μπαγιάτευε δίπλα μου
Το μυστήριο της έρημης νύχτας…

Πόσο αργά, πόσο λίγο κατάλαβα
Οποιονδήποτε στίχο…
Καθένας μόνος του αξιώνει
Μια κλονισμένη υγεία και κυρίως
Την ηλικία που έχει απόψε ο ουρανός…

 

 

Ο τρόμος ως απλή μηχανή (2012)

 

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Τρύπωσε θυμωμένος στη γωνιά του
Της ημέρας ο κάματος:
Να έχεις επί ώρες εκθέσει
Ψυχή και σώμα στη δημοσιότητα,
Να έχεις διαφημίσει το πνεύμα σου
—Πλην, με ελεγχόμενη προθυμία
Για κάθε πιθανό συμβιβασμό—
Και να πετάς απλώς τα παπούτσια σου
Προτού χωθείς στην πολυθρόνα…

Μια παλάμη σαρώνει τον αέρα
Με τον κόλαφο ενός πονοκέφαλου.
Τρέχουν με τα μποτάκια τους στον τοίχο
Τα τρένα από τις μυρμηγκοφωλιές.
Δεν θα σε πάρουν. Τι μεγάλος που είσαι,
Πλατύς και θλιβερός σαν πεταλούδα
Με μαύρα, φτερωτά επιφωνήματα…
Είσαι ένα στόμα που βυζαίνει το δάχτυλο,
Ένα κακό μωρό κουκουλωμένο.
Ποιος να σε θέλει μες στο χιόνι
Εκτός από το σουρωτήρι όπου κάθεσαι
Κι απ’ όπου τρέχουν και λεκιάζουν το χαλί
Τα εξαιρετικά σου προσόντα. 

 

ΕΠΑΙΤΗΣ

Δες τον. Με πτυχία και πέτρινο μουστάκι.
Σέρνει δυο τρία πεινασμένα κουτσούβελα
Και νιώθει παντελώς αγράμματος
Μπρος στον Παλαιό των Ημερών. Τον Πιστωτή του.

Σπρώχνει ένα κουτάβι στην κοιλιά του.
Μισεί και ντρέπεται και φοβάται.
Χάσκει το στόμα του από δύσπνοια.
Δεν προσδοκά καθαρό αέρα.

Όλη του η σκέψη μια μουντζούρα με το δάχτυλο
Πάνω στο όνομα, στην καταγωγή, στα κιλά του.
Σκιαγραφούμενος σ’ ένα γραμμάτιο
Περνά κατευθείαν στον Χάρο.

Ούτε κι εκεί δεκτός. Πρέπει πρώτα
Να ζητιανέψει τα ναύλα.

 

ΕΠΙΜΟΡΦΩΣΗ

Κάθε φορά που ανοίγω το βιβλίο
Δραπετεύουν σαν τις κατσαρίδες τα γράμματα.
Μελετώ αχόρταγα λευκές σελίδες:
Ο λόγος, ο αντίλογος και ο θρήνος
Καταγράφονται με τ’ ανεπαίσθητα νεύματα
Ενός τυφλού που αισθάνεται να τον βλέπουν
Εκείνοι που έφυγαν απ’ το δωμάτιο.

Κάθε φορά που μετρώ με τα δάχτυλα
Ποτέ δεν μου χρειάζονται όλα.
Υπάρχουν λίγα ή λείπουν πολλά
Αυτό θα το αποφασίσει ο αέρας
Που ανοιγοκλείνει τα παράθυρα.

Κινώ τον μικροσκοπικό μου θεό
Από τη μικροσκοπική του κλωστίτσα.
Τον συντηρώ με γλυκίσματα
Στο μέγεθος του κεφαλιού της καρφίτσας.
Χρήσιμος, αβαρής και ιπτάμενος
Στη σμίκρυνση του σύμπαντος πλεονάζει.

Ω λίμνη με το καθαρό ασήμι.
Ω ουρανέ με τα γιγάντια φτερά.

 

ΤΟ ΕΠΙΤΟΚΙΟ

Σκέφτεται, προσμετρά, σταθμίζει
(Ρυτίδα κάθετη στο κούτελο),
Το αποφασίζει τελικά και μου δίνει
Ο τοκογλύφος το ελιξίριο νεότητας.
Γυαλίζει το εύσαρκο πρόσωπό του
Ως ένδειξη των καλών του προθέσεων
Και με υγρή παλάμη σφίγγει
Το χέρι μου, σχεδόν αδελφός.

Και να, η τούρτα γενεθλίων!
Η νύχτα με την αστρική κουρελαρία της,
Ο κρότος των μπαστουνιών των γερόντων.
Να, οι πνιχτές βλαστήμιες των γιατρών,
Οι ουρές μπροστά στα φαρμακεία,
Τα μάτια που καίνε σε βυθό μελανιού.
Να, ο συνωστισμός, τα σπρωξίματα, η ντροπή,
Τα δαγκωμένα τρόφιμα, η σκόνη,
Να, το απορριμματοφόρο του Δήμου
Που μαζεύει το πρωτογενές πλεόνασμα…

 

ΕΘΝΗ

I.

Άνθρωποι με χαρτιά καθαρά
Κι άλλοι με κάποιο ποινικό μητρώο,
Τελειόφοιτοι με πιστοποιητικό σπουδών
Και πιο πολλοί με δίπλωμα οδήγησης,
Χαπακωμένοι και νηφάλιοι,
Χρόνια μαζί και διαζευγμένοι,
Όλα τα έθνη στην ουρά ν’ απολαύσουνε
Τον Παρθενώνα με φεγγάρι.
Μέσα τους σαν από θαύμα
0 κολικός καταπραΰνεται.
Ώσπου να ξημερώσει θα ’ναι
Οι κληρονόμοι.
Θα μοιραστούν το γαλαξιακό υγρό.

II.

Τα έγγραφα και τα μητρώα,
Πτυχία και προγνωστικά,
Αρχές και θραύσματα αισθημάτων,
Τα εξιτήρια και οι διαγνώσεις,
Όλα τα έθνη στην ουρά να εισπράξουνε
Το επίδομα της ανεργίας.
Γύρω τους τα νερά δεν τραβήχτηκαν.
Ώσπου η πόλη να στεγνώσει θα ’ναι
Όρθιοι.
Σε κανέναν
Δεν θα παραχωρήσουν τη σειρά.

 

ΟΙ ΚΟΥΚΛΕΣ

Δεν είναι νεκρές! Δεν είναι νεκρές!
Είναι οι τσακισμένες κούκλες.
Ψυχές από ξύλο και πίτουρα.
Βλέπουνε με ζωγραφιστά ματάκια στο σκοτάδι.
Ανήμπορες να μετακινηθούν ψηλώνουν
Μέσα σε ρούχο από γυαλί.
Όταν θα κλείσουνε τα δώδεκα, θα σπάσει.

Κάθε τους βήμα
Τραβάει από τη γη το γρασίδι.
Είναι ο λαός των γάτων με τ’ άρβυλα.
Είναι ο Πινάκιο με τα χίλια αδέλφια.
Με αίμα πριονίζουν τη μύτη τους.
Αλείφουν το ψωμί τους με σάλιο.
Κόβουν τη φέτα στα δυο.
Σπάζουν τη θλιβερή εφηβεία τους.
Ίσως και να μιλούν ακόμη
Στη λησμονημένη γλώσσα των ανθρώπων.

 

ΕΜΠΡΑΚΤΩΣ

Αν ο χρόνος μου είναι η σκέψη,
Ο τόπος μου είναι το νόημα.
Τα μέσα μου είναι τα φτερά
Και ασαφής ο σκοπός μου.

Αν ο σκοπός είναι ο χρόνος μου,
Η σκέψη μου είναι τα φτερά.
Το νόημα είναι τα μέσα μου
Και ακαθόριστος ο τόπος.

Αν τρέμει το νερό στην πηγή του,
Το κλάμα εκείνου που διψά δεν ακούγεται.
Κάποιος πέταξε και του ‘φερε να πιει,
Για να ‘χει η σκέψη του νόημα.

 

ΝΑ ΞΕΡΩ

Χαράματα … τι όμορφη λέξη …
Αισθάνεσαι και τη ρωγμή και τον κρότο.
Κι ας τα διακρίνεις μετά βίας σε μια πόλη
Που κρύβει σαν ντροπή τα σκοτάδια της.
Ρίχνει η μέρα μέσα από το τζάμι
Τα πρώτα ντροπαλά αιμοπετάλια
Κι η αρρώστια σε καταλλαγή και επιφύλαξη
Στρώνει επάνω της τη νυχτικιά της
Περιμένοντας με ευπρέπεια το φως.

Να ‘μουν σ’ έν’ άλλο πρωινό με τα κλαδιά του
Καθώς τρέχουν να κρυφτούν τα ξωτικά.
Να κρέμονταν από τα φύλλα
Τα δακρυσμένα μου ψέματα.
Και με βλέμμα γηραιών γιατρών οι σπίνοι
Να μου φανέρωναν όλη την αλήθεια.

 

ΘΡΑΚΗ

Χτυπώ το χέρι στο κούτελο.
Πώς σκάβει την πληγή το φιλότιμο…
Αυτά τα λόγια είναι πένθιμα.
Σκύψε προς το μέρος μου, ιερέα.
Άσε το φτυάρι σου στα κυκλάμινα.
Μόνος σφυρίζω το αλληλούια.

Ακούω το νήμα που καίγεται.
Ό,τι θυμάμαι, με βλάπτει.
Ό,τι συμβαίνει, συμβαίνει εδώ.
Κρατάει την ψαλτική το ποτάμι.
Θυμιάζουν τα φτερά του στις όχθες
Και αγκαλιάζουν το σώμα μου.

Θα ήθελα μια Τρίτη του μύθου
Να σπάσουν τα ράμματα της χλόης.
0 Νέστος ν’ ανασηκωθεί στην αφθονία του.
Κανένα μάτι να μην καταφέρει να βρει
Το μέρος όπου θ’ αφήσει τ’ αυγά του
Κι όλος ο κάμπος να σταθεί ζεστός.

 

ΤΟ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑ

A, κατεστάλη η εργάσιμη εξέγερση!
Το άστρο της νύχτας ενθρονίζεται.
Βηματίζω κατά το τύμπανό του.

θα κρύψει η λάμπα το άτριχο κεφάλι της
Μέσα στο πλήθος των παρατηρητών.
0 ύμνος των ροχαλητών θ’ αρχίσει.

0’ ανασυρθούν με τα παράσημά τους
Και φύκια στα λαμπρά υποδήματα
Δικαστικοί και τροπαιούχοι.

Και αυτό τι είναι; Η τήβεννος;
Το σάβανο; Το πάπλωμά μου;
Ακούω τον κρότο των κλωστών.

Μπα, ξεκινάει ρυθμικά η πνοή μου.
Δίνει το σύμπαν τον καθορισμένο χρόνο
Στον ατμό που βγαίνει απ’ το στόμα μου.

 

ΤΟ ΔΙΠΛΟΤΥΠΟ

Όλοι αυτοί οι γηραιοί Τιτάνες,
Όλες αυτές οι Μούσες οι ανδρόγυνες,
Όλη αυτή η συνοχή και η κομψότης
Περιλαμβάνονται στο ψηφοδέλτιό μας.
Έχουν τη δύναμη των πόθων μας,
Το φύλο των μυστικών μας,
Το γούστο που θα επιβραβευτεί.

Είναι ο τυφλός που με διαύγεια κρυστάλλου
Μεταφράζει το κορμί σε γεράματα.
Το νου σε σφηκοφωλιά φωνηέντων.
Τον σύντροφο σε σκόνη στο πέτο.
Το ίδιο το στόμα σε τροφή.

Κάθε τους κόκαλο σαπίζει στην τσέπη μας.
Κάθε τους νεύμα καταγράφεται
Ως η μία όψη του νομίσματος μας.
Η άλλη ο κρόκος του Συμπαντικού Αυγού.

 

Η ΚΑΝΤΑΔΑ

«Αυτό που βρέθηκε, αυτό που αποθηκεύτηκε,
Αυτό θα χαθεί.
Αυτό που ήχησε, αυτό που σήμανε,
Αυτό θα σωπάσει».
Πες το, πες το, το χαζό τραγουδάκι σου
Με μάτια κόκκινα και με πρησμένη γλώσσα.
Εσύ είσαι ο τροβαδούρος της κάνουλας.
0 ψάλτης από το κελάρι.

«Ό,τι χτίστηκε, στα κλαριά χτίστηκε.
Σε ράχη σκύλου».
Δεν θα σε πάρουνε στα σοβαρά, τραγούδα.
Είσαι ο άχρηστος και ο χαριτωμένος.
Μέσα στην κόλαση παραπατάς.

Λέγε το εσύ: «Είμαστε μόνοι.
Ό,τι σπάρθηκε, φυτρώνει σε κρανίο.
Βήχει ο χρόνος μας, το μαξιλάρι ιδρώνει».
Ε, μέθυσες, μέθυσες κάτω από την επιφάνεια.
Ωραία πάντα ταξιδεύει η ήπειρος
Πάνω στο γάλα των ωκεανών της.

 

ΤΟ ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ

Ησύχασε. Πιες λίγο νερό και ησύχασε.
Πράγματι, είναι ο ήλιος των δώδεκα,
Αυτός που εξαφανίζει τους ίσκιους.
Γύρω σου είναι οι Λευκές Κυρίες,
Η Προγιαγιά, η Αναπνοή και η Λήθη.
Ναι, πιες λίγο νερό ακόμη.

Είναι απλώς ένας χορός. Όταν εργάζονται οι άλλοι.
Το δάπεδο με σατινένια λάμψη.
Ήρθανε να κρατήσουν το χέρι σου.
Να δοκιμάσουνε τα πέλματά τους.
Δεν σε λησμόνησαν ανάμεσα σ’ αυτούς.

Κι εσύ για όλο το γιγαντιαίο λεπτό
Που οι δυο δείχτες ακουμπούν στο μεσημέρι
Χτύπα τα δάχτυλα και γείρε το κεφάλι.
Άσε τη μουσική ν’ αναστατώσει
Τ’ άσπρα μαλλιά τους, τ’ άσπρα τους πουκάμισα.
Κι ας σε φθονούν οι λυπημένοι συνάδελφοι
Που έχεις φαμίλια, που ανασαίνεις, που ξεχνάς…

 

ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΠΕΤΑΝΙΟ

Στην αδελφή μου

Όταν τ’ άστρα ξεκουμπώνουν τα παράθυρα
Και μου δείχνουνε το δρόμο προς το πάρκο,
Βλέπω στο βάθος το πρόσωπο.
Τα άγρια μάτια, τα υγρά του μάγουλα.
Οσμή καπνού και μακρινά τριζόνια.

Στρίβω στην πόρτα το κλειδί: Νοστάλγησε…
Έφυγε νέος. Ως τις πρώτες λεύκες
Διστάζει ακόμη. Μένει πίσω μου.
Μωρουδιακά στο γρασίδι.

Τολμώ να του μιλώ με τ’ όνομά του:
«Απόστολε,
Χτες που ξεσκόνιζα την ωραία σου εικόνα,
Το τοπίο τού σερβάν σ’ αναγνώρισε».
Φλοίσβος στο ρούμι, αλάτι στο κερί.

Σβήνει ο θυμός κι οι δισταγμοί. Χαίρεται
Που είναι ανάμεσα σε τέτοια πλατάνια.
Για όλους μας ρωτά, έναν έναν.
«Αχ», λέει, τέλος, και κουνά
Σ’ αποχαιρετισμό το ναυτικό κασκέτο.
Χρυσός στα νύχια, ρόδινο γυαλί.

 

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΩΝ ΔΥΟ ΑΝΕΡΓΩΝ

Γνωρίζουν άριστα την τέχνη τους,
Εκείνος με το πράο μέτωπο εκ πείρας,
Ο άλλος, με τα φευγαλέα τικ, δια των σπουδών.
Και οι δύο την ασκούσαν αρτίως,
Εκείνος με το πράο μέτωπο συχνά,
Ο άλλος, με τα φευγαλέα τικ, δια βίου.

Και οι δύο δεν θα την ασκούνε στο εξής.
Τους φόρεσαν το σιδερένιο γάντι.
Πρέπει σε μέση ηλικία
Να πιστωθούνε στα νήπια.
Κάποιος αφανής κερματοδέκτης
(Εάν απλώνουν σταθερό το χέρι)
Θα τους προσπορίζει τα κόμιστρα
Από τον κεραυνό ως το χώμα.

Επ’ ελάχιστον, βέβαια. Ως την ώρα
Που τ’ άστρα, τα παιδιά και οι σύζυγοι
Θα τους κοιτάξουν με τη δυσπιστία του πένθους,
Με τα πελώρια μάτια της ποινής.

Α, τότε ποιος θα τους ακούσει να κλοτσάνε
Κάτω απ’ τα πόδια τους το ίδιο αυτό σκαμνί
Που κατασκεύασε ο ένας εκ πείρας
Κι ο άλλος, με τα φευγαλέα τικ, δια των σπουδών.

 

Η ΦΩΤΙΑ

Υπάρχουν κηπουροί που απεχθάνονται
Όλους τους κήπους που καλούνται να φροντίσουν
Πλην μίας γλάστρας με κοινά γαρύφαλλα
Που κάποτε είχαν δει ζωγραφισμένη.
Υπάρχει μία πρίμα μπαλαρίνα
Που έχει απολαύσει την πολυετή λατρεία
Αλλά είναι βέβαιη πως δεν την αγαπά
Το βραδινό της μαξιλάρι.

Α, θα ήταν μακρύς ο κατάλογος
Των κεραυνών που θρυμματίζονται αόρατοι,
Των πρώτων ή των τελευταίων τριγμών
Μιας πυρκαγιάς που κατακαίει τα δάση.
Θέλει ο δρυμός μια ακόμη αιωνιότητα,
Για να ομολογήσει την απληστία της θλίψης.

 

Η ΣΥΝΑΔΕΛΦΟΣ

Η μονιμότητα της σκιάς πάνω στο πρόσωπο,
0 ανεξίτηλος λεκές του φουστανιού της,
Η τελευταία χάρη που είχε κάνει
Σε φίλο ή εχθρό με ανιδιοτέλεια,
Όλα εγγράφονταν στο φάκελό της,
Δεμένο με μαύρα βλέμματα.

Η κερασιά; Το θαλασσί γοβάκι;
Η μητέρα συνεχώς κουρασμένη;
Κι αυτά, κι αυτά! Και το λεωφορείο
Προσπερνώντας τους τάφους να παίρνει
Στροφή για σπουδές στην πρωτεύουσα.

Εμείς την ξέρουμε; Την ξέρετε.
Προσθέστε κάθε δυνατή εξέλιξη
Ως τη στιγμή που έκλεισε πίσω της
Οριστικά η πόρτα του γραφείου.
Και μόλις τελειώσει το ποίημα
Γράψτε από κάτω το όνομά της. 

 

Η ΚΑΛΟΣΥΝΗ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ

Κλείνει τα πέταλά της η σονάτα.
Νυστάζει η ευωδιά της φυγής.
Μία μία παραιτούνται οι νότες,
Νοστάλγησαν την επιστροφή στον Θεό.
Μα έχω σωθεί. Ούτε χώμα στα χέρια
Ούτε πια βρόμικο πουκάμισο.
Σοφός, καθαρός, βαθιά θλιμμένος
Κατοικώ στον λιγοστό ουρανό
Που μου άξιζε από καταβολής κόσμου.

 

ΤΙ ΑΚΡΙΒΩΣ ΜΑΣ ΖΗΤΑΤΕ

Περίπλοκο ρητό. Τι σημαίνει,;
Το αγκάθι ενός χειροφιλήματος; Πληγή από τούλι;
«Να έχετε με τους αγοραστές λεπτούς τρόπους».

Πώς, δηλαδή, να τους φερθούμε; Φιλόξενα;
Σύμφωνα με το Σύνταγμα και τους Νόμους;
Μέσα σε πνεύμα Μουσικής και Δημοκρατίας;
Ή, αφού ο πελάτης έχει πάντα δίκιο,
Να βγάλουμε απλώς το σκασμό;

 

Η ΧΡΗΣΙΜΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΑΣ

Για τον μεγάλο ποιητή Καβάφη
Λένε : «Απόσταση, ειρωνεία, έρωτας».
Για τον μεγάλο ποιητή Ελύτη
«Ο ήλιος, ο Θεός, ο τόπος».
Άσε πια για τον Σολωμό ή τον Κάλβο.
Όσο πιο πίσω, τόσο πιο εύκολο.

Γι’ αυτό και οι ποιητές δεν πεθαίνουν.
Τους πνίγει η αγανάκτηση και αποφασίζουν
Να ζουν αιώνια και να υπερασπίζονται οι ίδιοι
Την τιμή τους από τα κουτσομπολιά του κόσμου.

 

Η ΣΥΝΟΔΟΣ

Τι γάμος! Ήρθε σύσσωμη η αδελφότητα
Των γαμπρών με τη νυχτερίδα στο πέτο!
Ποτήρια σαν αστερισμοί στην τροχιά τους,
Δάκρυα βροχή επί βουνού εδεσμάτων
Και στα ψυγεία, σε τρυφερή επαγρύπνηση
Κάτω απ’ το πέπλο, τα τεμάχια της νύφης.

 

ΟΙ ΠΡΕΣΒΕΙΡΕΣ

Δυο δυο περνούν οι Δεσποινίδες Έλεος.
Γέρνουν γλυκά την κεφαλή στο γαλάζιο.
Τη διαδρομή σχεδίασαν με χαμόγελο.
Το κρύβουν πίσω από τα μαύρα γυαλιά τους.

Κι αν λιώσουν απ’ τον πόθο τα τακούνια τους,
Πιρουέτες με υποδήματα Κίροφ.
Κι αν η καλή τους η καρδιά πρηστεί,
Λίμπιντο γιασεμιού, αβρή μνηστεία.

Να τις προσβάλουμε με τον εκνευρισμό μας; Όχι!
Να τις θολώσουμε πλησιάζοντας στο τζάμι; Ποτέ!
Καθώς πέφτουνε δυο δυο απ’ το Ζάλογγο, επιβάλλεται
Να χειροκροτήσουμε το θεαματικό φινάλε.

 

ΤΟ ΓΕΝΟΣ

Με μια πλερέζα ως το πιγούνι το βουνό
Κρύβει τα δάκρυα της χηρείας του όλη μέρα.
Το βλέπω, ως αύριο θα ξεσπάσει ο θρήνος.
Είναι πια προχωρημένο φθινόπωρο.

Πρέπει κανείς να βγει πολύ έξω απ’ την πόλη,
Για να τους βρει, πάππου προς πάππου,
Όλους τους τεθλιμμένους συγγενείς του.
Τα φύλλα, τα χορτάρια, τα νερά,
Τα μεγάλα τα χτυπήματα της μοίρας
Που προσέλαβαν θεία ταυτότητα.

Μέσα στην πόλη μόνο εμείς, εμείς.
Καθένας όλο του το σόι.

 

Ο ΠΡΟΑΙΩΝΙΟΣ ΦΤΑΙΧΤΗΣ

Ποιον έχουμε προδώσει και γιατί;
Γιατί φοβόμαστε ένα τέλος στην αγχόνη;
Γιατί ρίχνουμε το πρόσωπο στα χέρια μας
Όπως στην κατσαρόλα το αλάτι;
Σσστ! Έρχονται καταιγιστικές εξελίξεις.
Το φως θα κάνει τις κάμαρες στάχτη.
Θα βαδίζουμε προσεχτικά. Ένα ένα
Θα πατικώνουμε τα λουλουδάκια του τάφου
Στην καταισχύνη των γραφών και των τόκων.
Εδώ μια πίστωση, εκεί μια ομολογία,
Πιο πέρα μια επενδυτική στρατηγική.
Είμαστε ανθεκτικοί και αναλώσιμοι
Όσο και τα στατιστικά μας στοιχεία.
Ε, το ψωμί που γεύεται ο Ιούδας
Τα δάχτυλα του θείου προσώπου το ‘χουν κάψει
Με δυο Διαθήκες, υπογραφές και σφραγίδα.

 

Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Εάν κατέρρεε ο Πύργος του Κάφκα,
Θα καταλύαμε στου Καρυωτάκη την Πρέβεζα
Στριμωγμένοι αλλά όχι άστεγοι.
Αν έπιαναν οι χωροφύλακες τη Φόνισσα,
Θα την έριχναν σε υγρό κρατητήριο,
Ώσπου να τελειώσει η ανάκριση
Του φοιτητή του Ντοστογιέφσκι.

Κι εμείς μ’ αυτούς κι αυτοί μαζί μας
Και μεταξύ τους με θλιμμένα μάτια
Όλοι γνωστοί. Φυλή διωγμένων.
Κάποιοι στο δρόμο από χάνι σε χάνι
Βγάζουν φτερά. Αλλά δεν φτάνουν πρώτοι.
Κοντά τους τρέχει η πεινασμένη μας καρδιά.

 

ΕΡΓΑΤΡΙΑ ΜΕ ΝΕΚΡΗ ΦΥΣΗ

I.

Θυμάμαι ακριβώς το πρόσωπό της:
Μάτια έως θανάτου κατάπληκτα.
Μπρος σ’ ένα χάδι θ’ απόμενε άπραγη
Και η λιγοστή του πνεύματός της ευφράδεια.

Κρατούσε ένα καλό κομμάτι κρέας.
Μέσα στην πούδρα από τ’ ασπρόμαλλα δάση
Σπίτια φτιαγμένα με τις χούφτες
Και γύρω νηστικά σκυλιά.

Προτού πηδήξει μέσα, στράφηκε
Και με τη χάρη έκπτωτης βασίλισσας
Επέδειξε το βιβλιάριο ενσήμων.

 

II.

Η μυρωδιά στρέφει το βλέμμα δεξιά,
Σ’ ένα πανέρι μυριστικά φρεσκοκομμένα
Και μέσα το κεφάλι του θύματος
Σαν υλικά μαγειρικής ή θυσίας.

Τα αποστρέφεσαι. Ο ανθρωπισμός επιβάλλει
Να στρέψεις το βλέμμα απέναντι,
Εκεί που ένας μικρός καταρράκτης
Πλένει τα πόδια της νεαρής.

Αλλά ο κορμός της άφαντος.
Τόσα ημερομίσθια, τόσες κρατήσεις
Δεν έπεισαν τον λαμπρό καλιτέχνη
Να ξαναβάλει το σώμα της στο πλάνο.

 

ΑΠΟΛΟΓΙΑ

Κοιτάζω το άγραφο ποίημα
Όπως κοιτάζετε τα τελευταία ψιλά σας.
Πώς θα τη βγάλουμε ως το τέλος του μήνα
Και να τρέχουν οι λογαριασμοί της ψυχής …
Άλλοτε, πάλι, χαμηλώνω το βλέμμα.
Καλώς. Δεν μπορεί να γραφεί.
Άλλος, αξιότερος, θα αφήσει για μένα
Τα έξοδα ενός μωρού
Με ζιπουνάκι του θανάτου.

 

ΣΤΟ ΜΙΣΟΣΚΟΤΑΔΟ

Αντίο, προς το παρόν, Εριφύλη.
Αντίο, Ρεβέκκα, Μιχαήλ, Χριστόφορε.
Αν τώρα αποσιωπώ το σώμα σας,
Στο λίγο φως, διαψεύδονται οι προσδοκίες
Να βρω για σας τον αρμόδιο στίχο.

 

 

Πώς αυτοκτονούν οι Ασσύριοι (2010)

 

Ι ΠΩΣ ΣΩΘΗΚΕ Ο ΝΑΡΚΙΣΣΟΣ

 

ΤΟ ΚΟΥΤΙ

Όταν ανοίγω τον ουρανό, το βρίσκω
Το κρύο ρόδο που μ’ έσπειρε.
Μα όταν τον κλείνω, τίποτε.
Ούτε άνθισα ούτε έχω γεννηθεί.

 

ΟΙ ΒΕΤΕΡΑΝΟΙ

Θυμάμαι εκείνους τους Λάρητες του Καβάφη,
Ανίσχυρους οικιακούς θεούς.
Θυμάμαι εκείνη την κλίση των ώμων μου
Μπροστά σε κάθε νέα δυσκολία.

Υπάρχει πάντα μια προσωπική αθεΐα
Που εκφράζεται με τη στάση του σώματος.
Πιο άκαμπτη, πιο ευθυτενής
Όσο το εικονοστάσιο αδειάζει.
Όταν πλέον συνοψιστείς σε μια κάθετο
Γερά μπηγμένη επί των πελμάτων,
Τότε επανέρχεται η καβαφική παρεούλα,
Φτωχοί αλλά περήφανοι συγγενείς.
Στασίδι βέβαια δεν τολμούν να ζητήσουν.
Στέκουν εκεί, γερμένοι πάνω στα μπαστούνια τους,
Και κάτι λένε ανάμεσα απ’ τα δόντια τους
Με το βλέμμα προς το κέντρο της γης.

 

ΟΛΟΙ ΞΕΡΕΤΕ ΠΟΥ

Το βρίσκει προφανώς γραφικό,
Μια τρυφερότης που επιδοκιμάζεται,
Να ταΐζει τα υπερτροφικά περιστέρια,
Να συνωθούνται αυτά προς τα σπόρια
Ανίκανα να μεταχειριστούν τα φτερά τους.
Εκπεπτωκότες δεινόσαυροι
Που μασουλάνε ψυχαναγκαστικά τζάμπα κόλλυβα
Από τον Άγνωστο εκείνο Στρατιώτη,
Άβολα ξαπλωμένου στο μνήμα του.
Τι οσφυαλγία, ο δυστυχής, στους αιώνες,
Με τι αγανάκτηση θ’ ανασταινόταν,
Για να γλιτώσει από τον Αφανή Πρωθυπουργό,
Που τροφοδοτεί των πουλιών τις δαγκάνες…

 

Ο ΙΣΟΛΟΓΙΣΜΟΣ

Ας δούμε πώς μουντζουρώνεται,
Πώς πάει δαρμένος ως τον προσωπάρχη
Να καταγγείλει τη βία της άνοιξης
Ο θυμωμένος ουρανός.
Αυτή η μπόρα πρέπει να ξεσπάσει,
Αν θέλουμε να λειτουργούνε απρόσκοπτα
Οι φυσικοί μηχανισμοί
Και τις προσλήψεις του να συνεχίζει ασκόπως
Το σύμπαν.

Στους λογαριασμούς μου στάχτες.
Στις αναμνήσεις μου σκώμματα.
Και στα ελάχιστα τα μεγαλοπρεπή μου
0 τελευταίος πυρετός.

 

ΟΙ ΡΙΖΕΣ

Όλα όσα διδαχτήκαμε συγκλίνουν:
Εχθροί του νερού και του χώματος.
Αμαθείς, εμπαθείς, πληγωμένοι.
Βγαλμένοι από ένα κόκκινο πανί
Που ποιος ξέρει τι τύλιξαν μέσα.

 

ΑΚΑΔΗΜΙΑ

Αυτός ο υπερήφανος λαός μας
Με τέτοια πείρα στα οικιακά του
Κι όλο ξαφνιάζεται και όλο βάζει τις φωνές
Σαν νιόπαντρη νοικοκυρά που εντοπίζει
Μυρωδιά καμένου άστρου στο τηγάνι της.

 

Ο ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΣ

Ήρεμος. Σαν παπάς στην επαρχία.
Δυνατός. Σαν διεθνής τραπεζίτης.
Αστραφτερός. Σαν γαμήλιο πάρτι.
Κακός. Αλλά όχι άθλιος.
Ραδιούργος αλλά όχι ατάλαντος.
Θα είναι ως και συμπαθής σε κάποιους
Πρόθυμους πάντοτε να ευεργετηθούν.

 

ΠΩΣ ΑΥΤΟΚΤΟΝΟΥΝ ΟΙ ΑΣΣΥΡΙΟΙ

Ας φανταστούμε ένα λαό πανάρχαιο, γεννήτορα επιστημών, αιώνιων
θεσμών και εξαίσιας τέχνης, να κάθεται, σεβάσμιος γέροντας, πάνω
σε μια μεγάλη πέτρα και να ποιμαίνει βιβλικό κοπάδι μέσα σε
αμφίσημους συλλογισμούς: Μαλλί ή γάλα; Τροχός ή αθάνατος θεός;
Στη θάλασσα που ανοίγεται μπροστά του πλέει σχεδία μ’ ένα ναυαγό.
Το πεισματάρικο σκαρί τον θέλγει. Προσηλώνει το βλέμμα στον
πλου και, παρ’ όλα τα κουδούνια και τα βελάσματα, ξεχωρίζει τον
ναύτη που σιγοσφυρίζει την ακατανόητη λεξούλα «άτη». Διακρίνει
τη σκιά του επερχόμενου κυκλώνα να βαδίζει με θλιμμένη κομψότητα
κατά μήκος της σκελετωμένης ακτής. Ρήμα ή θάνατος; Πνιγμός
ή πτήση;
Τώρα την κίτρινη ομίχλη ας φέρει η νύχτα. Είμαι μόνος σαν τα
φαντάσματα, ένα άροτρο στον ουρανό. Στην πίσω πλευρά τον κρανίου
μου κρυώνει η σκέψη τον καλύτερον εαυτού μου. Ασσύριος ή Ναβαταίος; Έλληνας ή φανατικός; Α, τίποτα, στουπί και λινάρι, ένα
σημάδι στον κρόταφο, μια χώρα που θα γίνει νερό.

 

ΔΕΥΤΕΡΑ

Με πιπέρι και κρόκο
Και με μάτια ανυπόφορα
Μαγειρεύει ο θάνατος.
Την κεφαλή, το στομάχι μου
Με το βρασμό αναλίσκει
Και τη λύπη μου ωμή
Την αφήνει στο μάρμαρο.
Με τα δάχτυλα γεύομαι
Τον εαυτό μου.

 

ΤΡΙΤΗ

Γηραιά, με τις δερματικές κηλίδες
Σκεπασμένες πού και πού με λίγη πούδρα,
Αποφασισμένη να περάσει στο άγαλμά της
Ως -τάχατες- πνοή του καλλιτέχνη
Και έτσι κάποιον ακόμη θαυμασμό να αποσπάσει
Ολοκληρώνεται η Σταδιοδρομία μου ως δασκάλας 

 

ΤΕΤΑΡΤΗ

Τα ψίχουλα, το κερί, το ιμάτιο,
Το δέντρο που αισθάνεται μια Παρουσία,
Αυτά να τα κρατήσω στον εφιάλτη μου
Ή να τα παραδώσω στην αστυνομία;

 

ΠΕΜΠΤΗ

Πέμπτη με το μελάνωμα και τον ιβίσκο.
Ο κηπουρός μού το μαρτύρησε: Θα βρέξει.

 

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

Με τυραννούσαν τα νερά
Μετακινώντας απλώς τις βλεφαρίδες τους.

 

ΣΑΒΒΑΤΟ

Τηλεφώνησέ μου, βουή των κοχυλιών.
Γράψε μου κάτι στο μέτωπο.

 

Η ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΟΥ ΜΑΣ ΕΛΕΙΠΕ

Το πρόβατο το απολωλός. Η Τραβιάτα.
Η Κυριακή με τις καμέλιες.
Για τον Κύριο σταθερή μέρα ακροάσεων.
Για τον Απόλλωνα των ρεμπετών Συννεφιασμένη.
Για μένα δυο πακέτα εφημερίδες
Με προφητείες για πνιγμένους και κουφούς.

 

ΤΟ ΑΠΟΤΥΠΩΜΑ

Γράφουν με το αίμα τους αλλά και μ’ ένα πινέλο
Στους τοίχους οι αδικημένοι άνθρωποι.
Έχουν και εργαλείο και αλφάβητο
Αλλά ποτέ αρκετό αίμα.

Πώς μένουν αποσβολωμένοι, συντρίμμια,
Όταν τους περισσεύουν τα λόγια
Ενώ αδειάζει ο κουβάς
Μέχρι σταγόνα…

Του δίνουν μια και τον πετάνε τότε
Τον άχρηστο κουβά, το τομάρι τους.
Τι να κηδέψεις τώρα;
Τα πινέλα;

Και μένουν άθαφτα αυτά και συσσωρεύονται
Ένα βουνό, ένας τύμβος από βούρτσες.
Το μνήμα της ξεραμένης βαφής.

 

ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΒΛΕΠΩ

Ποιος ξέρει πού γυρίζει, τέτοια νύχτα,
Του πατέρα μου η παιδική ηλικία.
Χωρίς φωνή και χωρίς βάδιση κι όμως,
Αν κρίνω από τα δάκρυα του, ο θεός
Του επιτρέπει να τη θυμάται,
Ο στυγερός, αφού τον κρέμασε πρώτα
Μ’ ένα καρφί από το πίσω τού κρανίου του. 

 

ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΣΗ

Εάν βαλθείς να επιλέξεις Νομάρχη,
Το αίμα, η ουρά και τα κέρατα
Δεν πρέπει να περιέχουν χρυσό!

 

ΕΞΩΣΗ

Την πόρτα μου άνοιξα και ήταν εκεί:
Πανύψηλος, με την καμπούρα ενός κύματος
Και στηριγμένος σε χοντρό ραβδί.

Με όλους συγκατοικεί κανείς, θλίψη, στέρηση,
Ακόμη και ο θάνατος μπορεί ν’ αφήσει
Χώρο για τους ζωντανούς μες στο σπίτι.
Μόνον ο πόνος του σώματος
Μετράει, ντούκου ντούκου, κάθε πόντο
Από την οροφή ως το πάτωμα
Και τέλος σε πετάει στο δρόμο
Ως νόμιμος ιδιοκτήτης. 

 

ΠΩΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ

Θυμός τα ορατά διατρέχει..
Είδαν που πέρασε από τα δωμάτια
Κακόπιστος οφειλέτης.

Δεν θα επιστρέφει όσα πήρε.
Και δεν γιατρεύει, όπως διατείνονται,
Ο Χρόνος.

Αλλά από κάποιο άλλο χέρι υφαρπάσσονται
Τα απολεσθέντα
Και σαν να μην είχαν ποτέ υπάρξει
Αγνοούνται.

Ας του ζητούν. Δεν έχει τι να δώσει.
Μόνο επιστρέφει το χρεόγραφο
Κατάστικτο από διαδρομές εντόμων.
Αυτό πιστοποιεί νομίμως ότι

Εξόφλησες.

 

ΣΕ ΕΝΑ ΚΟΜΜΑΤΙ ΧΑΡΤΙ

Με άνθος στην κομβιοδόχη
(Τέτοια φιγούρα ποιος θυμάται…)
Και με θλιμμένη συμπεριφορά
Μπροστά σ’ ένα ποτήρι μπίρα.
Κάπως δανδής, παλαιάς κοπής, δικής μας,
Κάπως περιπλανώμενος πότης.
Μ ένα συγκεχυμένο ιπποτισμό
Και μια ακόμη πιο θολή αυτοκατάκριση.

Δώστε του ένα όνομα, κάτι,
Η δική μου η πενιχρότητα των μέσων
Να μην τον σύρει στον αφανισμό.
Καθένας κατά βάθος ονειρεύεται
Μια τόσο απλή Δευτέρα Παρουσία. 

 

ΤΟ ΘΑΥΜΑ

(ή πώς παίρνονται οι αληθινές αποφάσεις)

Σαν τους ιχθύς και τους άρτους
Λίγος θάνατος πολλούς χορταίνει
Αποκαλύπτοντας τη θεία παρέμβαση
Με ακρίβεια διαιτολόγου.

Σπάνιο έδεσμα, ποιος το ’χει κάθε μέρα
Εν επιγνώσει… Όλοι ανίδεοι
Μεταβολίζουν τις φριχτές ουσίες.

Μια έκλαμψη όμως, ένα σκίσιμο στομάχου,
Κάνει συχνά τον πεινασμένο όχλο ομήγυρη,
Συντρόφους που μοιράζονται το τίποτε
Με αδελφική δικαιοσύνη.

Τότε κι η λίμνη λάμπει ολόκληρη απ’ τα ψάρια.
Τότε κι η αφθονία του κακού φαντάζει
Ωραιότης…

 

ΕIΣ TO ΕΠΑΝΙΔΕΙΝ, ΠΑΤΕΡΑ

Με βλέμμα εξεταστικό Τον ατένιζες
Σαν να σκεφτόσουν: «Εσύ είσαι;
Πράγματι εσύ; Χμ… Βεβαίως».
Κι ούτε αγωνία ούτε πανικός: Αναγνώριση
Ενός αγγέλου αυτοκρατορικού από έναν άλλο,
Φτωχό, με τα φτερά του πάνω στο κρεβάτι.

Κι αν κατάπινες με γρήγορες γουλιές
Το τελευταίο σου μερίδιο αέρα,
Και αν, τέλος, έμεινε ορθάνοιχτο το στόμα,
Δεν ήταν βουλιμία ζωής ούτε τρόμος.
Μόνο φροντίδα να υποδείξεις το σπήλαιο
Απ’ όπου αρχίζει η οδός του μέλλοντος μου. 

 

 ΙΙ Η ΥΠΕΡΗΦΑΝΕΙΑ ΤΩΝ ΚΛΗΡΟΔΟΤΩΝ

ΤΟ ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΤΟΥ ΚΑΝΙΒΑΛΙΣΜΟΥ

«Μπορούμε να συμβαίνουμε μόνοι μας πάνω σ’ έναν τιποτένιο πλανήτη!
Ένα κεφάλι κουβαλά ό,τι και μια κοιλιά, τίποτε άλλο. Μπροστά
μας τα βουνά των εδεσμάτων αναδίνουν τις ερεθιστικές τους
οσμές ως βαναυσότητα προς την πείνα αλλά και ως κόλαφο στον
κορεσμό. Δικαιοσύνη. Η πρώτη όψη της θειότητάς μας. Η άλλη
είναι η τροφή. Μόνοι μας πλάθουμε την τροφή που τρώμε, από το
οικείο χώμα και το νερό, εμφυσώντας τους τη θρεπτική αξία με μία
και μοναδική εκπνοή. Αλλά ως μελαγχολικά υποκείμενα τούτο το
λέμε βλασφημία. Γενικά το αποτιμούμε ως πνεύμα, ενώ είναι παραγωγή.
Ντροπαλά ανασαίνει ενίοτε ένα κλωνάκι βασιλικός. Τότε
ξυπνάει μέσα μας η τέλεια αδιαφορία. Αν η αφή μας μπορούσε να
συλλάβει τις ποιότητες όλων των αγγιγμάτων, όλα θα μας εγκατέλειπαν
άτρωτους. Διασχίζουμε το νερό με αγνότητα. Άλλοι μετά θα
το φορέσουν, ένα υγρό βεστιάριο, που φιλοξένησε την απομάκρυνσή
μας. Για λίγο ελεύθεροι, δεν νοσταλγούμε! Όσο να μαραθεί ο κλώνος
τα δάκρυα μόνο διαιρούν το πρόσωπο, άπαυτα και απαλά σαν
ποτάμι, αλλά αυτό δεν είναι υποδούλωση. Είναι η πληρότης των
ωρών. Ύστερα μας ειδοποιούν οι Μοίρες. Αρπάζουν σφιχτά το στομάχι
μας, η καρδιά μας χτυπά ακατάστατα, γινόμαστε επινοητικοί
και λαίμαργοι, καθένας κι ένας πίδακας ιδεών. Παραγεμίζουμε το
στήθος με χόρτα, με λουλούδια και χρυσαφικά του αγρού, με κάθε
μανιτάρι τον κρύου. Λάμπουμε από το θυμό και τον πλούτο, σαν να
είμαστε αληθινά νοήματα, σαν να είμαστε αποδεικτικοί συλλογισμοί.
Άλλοι παχύσαρκοι από βεβαιότητα κι άλλοι σκελετωμένοι από πείσμα
καταστρώνουμε ωραιότατους βίους ή τους πενθούμε με αλαζονική
διάρκεια, ενώ συμβαίνει μόνο το εξής: Θα εκραγεί το ηφαίστειο
της Θήρας και θα αφανίσει το Μινωικό πολιτισμό αύριο το πρωί,
εννιά και δέκα. Αλλά δεν έχουμε τον αναγκαίο χρόνο, για να κατανοήσουμε
τη γη. Απ’ το παράπονο ως την ωμοφαγία η έκρηξη των
γεννητριών, μια διανοητική φαντασμαγορία, τα λαμπιόνια της πιο
κομψής Πομπηίας, ο θόρυβος της αγοράς. Κανένα καταχθόνιο ρεύμα.
Αύριο, γύρω στις εννιά, τα ουράνια θα είναι στη θέση τους,
λεπτοδείχτες σε πλήξη, θα ζυμώνουμε την τροφή του εγκεφάλου μας
μέσα σε παραδείσια αύρα. Καμία ενοχή. Καθόλου δάκρυα. Κανένα
αρωματικό κλωνάρι». Κάπου θα υπάρχει ένα στιλό. Προσυπογράψτε
αυτό το μανιφέστο τώρα. Ποιος θα προλάβει ν’ αρνηθεί συγκατάθεση
στα δέκα τελευταία λεπτά…

 

Η ΥΠΕΡΗΦΑΝΕΙΑ ΤΩΝ ΚΛΗΡΟΔΟΤΩΝ

«Έλα, σκοτάδι, τίναξε το αλεύρι σου, κι εσείς, παιδιά, σπρώξτε τον
χοντρό παρακάτω! Πέθανε, δεν θα φέρει αντίρρηση» μας φώναξε
σβήνοντας με τις λιωμένες παντόφλες τον τις πατημασιές του
πεθαμένου. «Οι ηλικιωμένοι να καλυφθούν με χαρτί! Οι γυναίκες και
τα παιδιά με τα φύλλα! Η ζάχαρη και οι σταφίδες εδώ, θα φουρνίσουμε
τις συλλογικές αποφάσεις!» συνέχισε στεντορεία τη φωνή και
χτυπώντας το μπαστούνι τον στο τούβλο, που τον είχαν βάλει για να
στέκεται.
Σκύψαμε το κεφάλι υπάκουα κι αρχίσαμε να σκάβουμε για λίρες.
Θα πιάναμε τα φτυάρια και χωρίς την παρότρυνση, όμως η τόση
ένταση της φωνής υπεδείκνυε κίνδυνο θανάτου. Το φεγγάρι ρουθούνιζε
πάνω μας σαν το γουρουνάκι στο στάβλο και οι καλαμιές, καμένες,
τρυπώνανε απ’ τα δοκάρια της σκεπής ως τη γούρνα, όπου
κυλιότανε το φως. Εκεί μονάχα ο παπάς του χωριού τολμούσε, που
λες, να πλησιάσει, γιατί τα ζώα είχανε δαιμονιστεί και απαντούσαν
με πνιχτές βρισιές στα πνεύματα! Σκάβαμε χωρίς την παραμικρή
διακοπή, χωρίς νερό, τροφή ή ανάπαυλα, κι όποιον τον πρόδιδε η
αρρώστια του ή το πάχος τού σβήνανε τα χνάρια με τις παντόφλες,
για να μη γίνει η απογραφή, που θα επέβαλλε την επιδότηση του
ρόγχου ή χρονοδιάγραμμα επί των ιών.
Με τέτοια, λοιπόν, οργανωμένη εργασία, με τέτοιο συντονισμό
των φτυαριών, βρήκε η γενιά μας τις χιλιάδες λίρες, αυτές που τώρα
βρίσκετε εσείς μες στα δόντια μας, καθώς, σε ύπτια κολύμβηση,
ταξιδεύουμε ένας ένας γαλήνια προς τις αγέρωχες Ηράκλειες Στήλες
εκεί που χύνεται όλη η θάλασσα κάτω και αρχίζει η Νέα Σχολική
σας Χρονιά!

 

Η ΙΕΡΟΤΕΛΕΣΤΙΑ ΤΗΣ ΣΤΑΘΕΡΗΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ

Ήσυχα έπεφτε το βράδυ, σαν το κακό να μην υπήρχε στον κόσμο. Η
Θέληση, παγιδευμένη στ’ όνομά της, έσφιγγε γύρω από τους ώμους
την εσάρπα της, για να κρύψει κάτω από το θάλπος μια ράθυμη κι
αδύναμη καρδιά. Μπροστά της άκμαζαν κομμένα χρυσάνθεμα, που
έπρεπε να μπούνε στο νερό. Πήρε, λοιπόν, ένα μεγάλο βάζο και, πριν
τακτοποιήσει τα άνθη, έριξε μια ματιά στο εσωτερικό του, όπου ένα
δαχτυλάκι υγρό χνούδι περιέτρεχε βυθό και τοιχώματα. Το όμορφο
πήλινο σκεύος έμοιαζε ανεστραμμένη κατοικία. Η πύλη ορθάνοιχτη
προς τον ουρανό, όπου είχαν κιόλας ανατείλει τ’ άστρα. Ο αόρατος
ιδιοκτήτης της είχε επιστρώσει τους τοίχους με μια στρώση θαλάσσιο
βελούδο, αν όχι με τα άλατα της εκπνοής. Έτσι, η Θέληση άνοιξε
τη βρύση και άφησε να συμβεί εκεί μέσα, σ’ αυτήν τη χειροποίητη
κοιλότητα, ό,τι συνέβη πριν εκατομμύρια χρόνια, όταν, τη θεία βουλήσει,
λένε, τα αιφνιδίως βυθισμένα φαράγγια δέχτηκαν χιλιάδες
τόνους νερού. Στα διάσπαρτα, τρομοκρατημένα βουνά τους θα σκάλωναν
κάποτε τα καράβια του ιερού κατακλυσμού. Εκείνη τώρα,

θεός του ανθοδοχείου της, είδε τη μικροσκοπική του θάλασσα να
ισορροπεί λίγο κάτω από το στόμιο σε εμφατική αναμονή. Σήκωσε
τότε την ανθοδέσμη μα, πριν την εμβαπτίσει εκεί, πρόλαβε να
παρατηρήσει κατάπληκτη, σαν να το έβλεπε για πρώτη φορά, πόσο
βομβούσαν λαμπερά τα χρυσάνθεμα, τα μόλις προ ολίγου θανατωθέντα.
Σαν να μην ήταν ο ακρωτηριασμός τους παρά ένα τίμημα για
τον παράδεισο και τώρα, μες στο δροσερό καθαρτήριο, να περιμένουν
πάνω στο τραπέζι τη μετάλλαξή τους σε ιδέες, που η πρώτη πρώτη
ευλογία του κόσμου θα φιλοξενήσει εγκάρδια.
Όταν εν τελεί έγιναν όλα σωστά και όλο το δωμάτιο διακοσμήθηκε
με τον κλασικό αυτόν τρόπο, η Θέληση ένιωσε πως δεν κρύωνε
πλέον, μπορούσε να χαλαρώσει την εσάρπα της και να επιτρέψει στο
χτύπο της καρδιάς της να υπακούσει στον κρυφό τον ρυθμό. Στερέωσε
τα μαλλιά ψηλά μ’ ένα μολύβι, φτιάχνοντας μια καινούρια εικόνα
της μπροστά στον απορημένο καθρέφτη. Εκείνος πάλι δεν μπορούσε
να συμμεριστεί την ψευδαίσθηση μιας τόσο τετριμμένης αλληλουχίας:
Ώμοι που τρέμουν, δυνατές αρτηρίες, ένα μπουκέτο προγραμμένο
στο νερό! Με άκρα λεπτότητα επομένως έστρεψε τον υδράργυρο
του προς τα μέσα. Παρατηρούσε εντατικά το βυθό. Έτσι απέδωσε το
νέο της είδωλο μόλις στο ασαφές περίγραμμά του. Η Θέληση δεν
θύμωσε γι’ αυτό. Στο κάτω κάτω η σαφήνεια ενός προσώπου… ω,
θεέ μου, ύλη από υποθέσεις, σύνθεση από μικροτραύματα. Ας δει ο
καθρέφτης ένα σκίτσο. Ας δει και η Θέληση στον καθρέφτη μια
κόμμωση αρχαϊκή κατορθωμένη μ’ ένα μέσο γραφής. Κι οι δυο
απεικονίζουν εκείνο που υποθέτουν πως μπορούν να δουν.
Κι ενώ επήλθε συμφιλίωση ανάμεσα σε δυο τρυφερά και δυο
ατσάλινα μάτια και τα εκατέρωθεν βλέμματα διέσχισαν τα αντίπαλα
προσωπεία ανεκτικά, ακούστηκαν τα πρώτα βήματα της νύχτας. Σε
λίγο μπήκε και η ίδια στο δωμάτιο σαν το κακό να μην υπήρχε στον
κόσμο. Άπλωσε τη δροσιά, επέβαλε τάξη, εξαφάνισε κάθε διακόσμηση
και απορρόφησε την ακάματη Θέληση σε ύπνο αναγεννητικό μες
στην καρδιά της.

 

 

Λιμός (2007)

Κρατικό Βραβείο Ποίησης 2008

 

ΑΝΙΚΑΝΟΤΗΣ

Των φυσικών των χαρισμάτων μαρασμός.
Των επίκτητων αποθερισμός,
Της υστερίας οργιώδης βλάστηση:
Αυτά με συγκροτούν ως μητέρα.

Αλλά ως ουρανός διαφέρω.

Διαθέτω όλα όσα κανείς δεν χρειάζεται:
Ασύνορη έκταση, βυθό αχανή, καρτερία,

Ως και το πάμφωτο φεγγάρι.

 

ΕΚΔΟΧΗ

Συνετός άνθρωπος και να ‘ναι εκτός εαυτού;
Μέρες που είναι, θα το δούμε κι αυτό.
Να βγάζει και να πετά το σακάκι του,
Ν’ αδειάζει μες στο δρόμο τις τσέπες
Και να εξατμίζεται εντός δευτερολέπτων
Σαν να ήταν από πτητική μελάνη.

Κι αυτό θα δούμε κι άλλα.
Τη βροχή να μένει ακίνητη πάνω απ’ τη χώρα,
Τα υδάτινα καρφιά της μετέωρα
πάνω από τον βρυχηθμό της πνοής μας.

Τα κρύα προβατάκια των άστρων
να βόσκουνε μια τέτοια βροχή
Και ο μονόφθαλμος ο παρατηρητής των πάντων
Να κλείνει πια το τερατώδες του βλέφαρο.

Έτσι μπορεί να τελειώσουν όλα.
Και ν’ απομείνουμε εκεί που ήμασταν πάντα:
Βλάκες γλυκά αποσβολωμένοι
Μες στο Χάος.

 

Η ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Τους στίχους που δεν έθρεψε η αγρύπνια μου,
Τους ατυχείς ή τους ουδέποτε γεννηθέντες,
Θα τους φορέσω απόψε έναν-έναν,
Πουκάμισο, πουλόβερ και παλτό,
Και θα βγω έξω, να ψαρεύω το φεγγάρι.
Με τέτοιο κρύο και να φιλοξενούνε οι καλαμιές
Ένα αηδόνι!
Οι λάμες της αστροφεγγιάς δεν το σκοτώνουν
Μα λέει, θεέ μου, κάτι τραγούδια στη γλώσσα του
Που όλο μου το σώμα μεταφράζει
Τρέμοντας κάτω απ’ τα βαριά μου ρούχα.

 

Ο ΛΙΠΟΤΑΚΤΗΣ

Η Εύνοια έχει ορθώσει μέγα τείχος.
Άπαρτο από κάτι στίφη ακραίων σαν κι εμάς
Με αγνότητα βαρβαρική
Και τα μονόξυλα της στιχουργίας.
Πίσω του οι λαοί οι πολιτισμένοι
Λατρεύουνε τον αυστηρό θεό τους, εμπορεύονται
Και με εξαίσιους ύμνους μάς χλευάζουν,
Τους αδαείς, με την αβυσσαλέα πείνα.

Μη φαντάζεστε ότι θα συναινέσει η Εύνοια
Να μας εξαποστείλουν οι ιερείς τους μ’ ανταλλάγματα.
Το θέαμα και μόνον τέτοιου τείχους
Τα τρώει τα κόκαλα των βαρβάρων.

Αν και τη νιώθω τη λύσσα σας, αδέλφια,
-Πράγματι αξίζει να ’σαι και πιστός και πλούσιος-
Δεν είναι τάχα γελοίο αυτό το πετροβόλημα;
Δεν είναι αξιοδάκρυτο τέτοιο πείσμα;
Και τι είναι η Εύνοια μπροστά στο σκοτάδι;

Α, εγώ θα πάρω έναν υπνάκο εν ώρα μάχης…

 

ΕΙΔΙΚΗ ΑΓΩΓΗ, I.

Ο κόσμος χαμηλώνει τα φώτα.
Περνάει μέσα στον ατμό της η άνοιξη.
Μ’ ένα ουρλιαχτό μισοσφαγμένου
Σέρνει πίσω της το καλοκαίρι.

Κάποιος μαζεύει μέσα τα παιδιά.
Κάποιος άλλος τα δέρνει αλύπητα.
Τι θέλουνε στο δρόμο τέτοια ώρα;
Από παντού φυτρώνουν βρωμολούλουδα.
Άμα τα πιάσεις, θρυμματίζεσαι
Ή μένεις μόνο με την κοιλιά.

Κι εκείνα πίσω απ’ της γιαγιάς το φουστάνι
Ρουφάνε περίλυπα τη μύξα τους
Που δεν θα φτιάξουνε ξανά με το δεκανίκι τους
Ωραία κάστρα στην άμμο.

 

ΑΠΟΤΥΠΩΜΑΤΑ

Κάποιος κατέβηκε από τη σκάλα.

Κάποιος άγγιξε το ποτήρι,

Κάποιος είδε τον ουρανό και τρέκλισε.

Κάποιος μου πρόσφερε μια ασπιρίνη.

Ένας κουβάς με απόνερα αδειάστηκε
Πάνω στις θεριεμένες τσουκνίδες.

Θα έχουμε ένα ήσυχο βράδυ.
Τα άστρα θα σκονιστούν απ’ την ανάσα μας.
Θα πούμε με του παπουτσιού τη μύτη
Ερωτόλογα στο χώμα της κάμαρας.

Κι ύστερα θα σε ντύσω με βιαστικές δαχτυλιές.
Θα σε ντύσω με το μάγουλο μου πάνω σου.
Θα σε ντύσω με σανίδες, με τίποτα.

Κάτι απ’ όσα έχω θα σου κάνει,
Καθώς θ’ ακούμε να πετά για πάντα η στέγη
Προς το δικό της τον προορισμό.

 

ΥΠΕΡΗΦΑΝΕΙΑ ΘΕΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ

Σπίτια από λάσπη μες στον ουρανό χωμένα
Κατοικημένα από γενναία σώματα
Που άφησαν την ψυχή τους στα χέρια μου
Και την μεγάλωσα σαν δικό μου παιδί.

Όλοι οι χωρισμοί μ’ εμπιστεύτηκαν.
Και τα λουλούδια μ’ ένα τράνταγμα απ’ τη ρίζα
Τραβηγμένα απ’ το στήθος μου τα πήραν μαζί τους.
Αλλά μου είπαν : Σκέπασε τη γούβα.

Να κρατάς σε χαμηλή φωτιά τα αρώματα.
Και τα γέλια, τις πεταλούδες, τα ξαφνιάσματα
Σ’ ένα μικρό ποτηράκι.
Όταν γυρίσουμε θα πιούμε.

Έχω την κατοικία μου εδώ κάτω πλήρη
Με φυσαλίδες από φως παιχνιδιάρικο,
Τέτοιες ασώματες φωνές καλοαναθρεμμένες,
Που στάζουνε χυμό οι γυμνοί τοίχοι
Στο βιολετί και ιερό τους ασβέστωμα.

Και καμιά τους δεν αφήνω εγώ να κλάψει
Όταν κοιτά τον ουρανό.

 

ΠΕΡΣΕΑΣ ΕΝ ΘΛΙΨΕΙ

Και τώρα; Τι ακριβώς να το κάνεις
Το κομμένο κεφάλι της Μέδουσας;

Δεν νιώθεις θριαμβευτής που το έκοψες.
Δεν σε λυτρώνει που δεν έχεις μαρμαρώσει.
Δεν σου είναι καν αποτρόπαιο, όπως κοιμούνται
Ήσυχα ήσυχα τα νικημένα φιδάκια.

Κοιτάς δεξιά – αριστερά, κανένας
Που να μην σε κοιτάζει εμβρόντητος.
Πρόσεχε, πρόσεχε, μη βάλεις τα κλάματα
Μπρος στις ζητωκραυγές του πλήθους.

Βρήκες το θάρρος, και οι θεοί συνέργησαν,
Είχες δεν είχες, το σκότωσες το τέρας.
Γιατί κοιτιέσαι τώρα μες στο καθρεφτάκι σου
Σαν να είχες εκκενωθεί από σπλάχνα;

Παράδωσέ το πια. Πάρε το έπαθλο.
Δεν είπα «πρόδωσε». Είπα «παράδωσέ το».
Εγώ δεν είμαι αυστηρή με τους ήρωες.
Θα τους κοίμιζα και μες στην αγκαλιά μου.
Μόνοι ακούν αυτό που θέλουνε ν’ ακούσουν.

Έλα, προχώρα προς την αποθέωση. Έτσι είναι.
Ήρωας ή όχι, πού να ξέρει ο άνθρωπος
Τι πάει κάθε φορά και σκοτώνει…

 

ÉGALITE

Έχω δει σ’ έναν μέτριο πίνακα
Μια λεπτομέρεια αριστουργηματική : ένα δέντρο
Φτιαγμένο από αληθινή σοφία και άνεμο.
Και σ’ ένα υποδειγματικής τέχνης τοπίο
Έναν πρόχειρο, αδικαίωτο λοφίσκο.

Πόσο αδελφικά συνυπάρχουν
Τις δυνατότητες και τα όρια μας σημαδεύοντας
Μέσα σ’ αυτή τη σκοτεινή δημοκρατία
Όπου θεία πνοή
Ή θεία κλωτσιά
Μας έχει ρίξει ….

 

ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΑ

Με τα δόντια του να στάζουν αίμα, αθώος,
Βουτάει όλος στα νερά.
Ως τα πέρατα το μουγκρητό του.
Σπίθες παντού πανικόβλητες,
Κυνηγημένες νυχτερίδες.
Τρελαμένος, ανυπεράσπιστος
Κουτρουβαλούσε την πλαγιά με τ’ αγκάθια του
Παμμέγιστος σκαντζόχοιρος πυρπολημένος.
Για να γλιτώσει τέτοιον απερίγραπτο πόνο
Ποιος δεν θα δάγκωνε ό,τι βρει μπροστά του;

Έτσι που έγινε, μια σφαίρα από εγκαύματα,
Έτσι που μαρτύρησε ανάμεσα μας,
Θα δώσει μια και θα μας τραβήξει μαζί του

Εκεί που τώρα χώνεται μ’ απόγνωση.

 

ΤΟ ΠΑΓΩΝΙ

Αν είναι δυνατό να μη γκρινιάζει,
Να μην είναι αστραφτερός και πανέξυπνος,
Να βλέπει τα πόδια του και να ντρέπεται,
Τότε και μόνο ίσως, τώρα πια,
Θα πρέπει να τον γράψω αυτόν τον στίχο.

 

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

Ο πατέρας μου χτυπάει τα χέρια στον αέρα:
Ένα κακό πουλί τον τυραννά.
Η μητέρα μου τυλίγεται με στάχτη:
Θέλει να μην την γνωρίσουν οι Άλλες,
Αυτές με τα κουρέλια στα μάτια.
Η αδελφή μου έχει τόσο ψηλώσει,
Που δεν την χωράει το δέρμα της.
Σφίγγει τα σωθικά της επάνω της.
Ο αδελφός μου κρύβει τη γυναίκα του
Μέσα σ’ ένα βρεγμένο σεντόνι.
«Σουτ!», γνέφει με το δάχτυλο, «σουτ!
Θα ξυπνήσετε το μωρό-εαυτό της.»
Ο άντρας μου φυτεύει καγχάζοντας
Τα μανιτάρια στο κρασί.
Θανάσιμος οικοδεσπότης.
Ο γιος μου χτυπάει το πόδι στο πάτωμα.
«Έξω», φωνάζει, «έξω όλοι!
Θ’ ανάψω τις οχτάχρονες φράουλες!»
Μια εδώ, μια εκεί περιφέρομαι
Σερβίροντας κακοψημένους στίχους.
Όλοι αποστρέφουν το πρόσωπο.

Στρέφω κρυφά ένα βλέμμα γάτας στο παράθυρο
Κι αρχίζει η βροχή που φαντάζομαι.
Τίποτε άλλο, μόνο αυτήν ακούω
Που με πλένει από την αρχή τού κόσμου.

 

Η ΤΡΟΧΙΑ

Κάποιος με το σεισμό των κραυγών του
Περνάει ξυστά από τον ύπνο μου.

Προς μια οδύνη τόσο οριακή
Έλκεται η ύπαρξη ντροπιασμένη

Την κλίση της τη φυσική προς τον νόμο
Και κάθε θαλπωρή αποτρέποντας.

Αλλά κλείνω τα μάτια ανέτοιμη:
Σκισμένος απ’ την κεφαλή ως τα νύχια.

Όταν τ’ ανοίγω, είναι πάλι εκεί.
Θα λάβει την ηλικία της Γαίας,

Ώσπου να σπάσουνε των αυτιών μου τα τύμπανα
Και να ξυπνήσω μες στο ίδιο τούτο σπίτι.

Κουφή και στο νερό και στο γάλα.

 

ΤΟ ΖΕΪΜΠΕΚΙΚΟ ΤΩΝ ΜΥΡΩΝ

Πατρίδα μου είναι η αρχαία πόλη Τίσις.
Από τα ρόδα της το φημισμένο άρωμα παράγεται
Που φορούν κατά τη μετενσάρκωση οι πότες,
Όταν περνούν από το αλκοόλ στη συγγνώμη.

Ασκώ το επάγγελμα του σκλάβου.
Α, ναι. Προσδίδεται αξιοπρέπεια στη Μοίρα,
Όταν κανείς την υπακούει αδιαμαρτύρητα
Καταφρονώντας την από τα βάθη της καρδιάς του.

Από τους κόπους μου ένα κομπόδεμα έχω:
Διαμάντια που ομοιοκαταληκτούν με τη νύχτα,
Μια καλλιεργημένη – αοιδού – φωνή
Κι ένα συκώτι που δεν το ‘καψα τελείως.

Έζησα και δεν έζησα. Όπως όλοι.
Κάμποσο η γέννησή μου τιμωρήθηκε
Και κανέναν δεν θα ωφελήσει ο θάνατός μου.
Άρα, καιρός να παρφουμαριστώ και να βγω έξω,

Να πάω να πιω, να γίνω λιώμα.

 

Ο ΚΟΡΜΟΣ ΤΗΣ ΣΤΙΧΟΥΡΓΙΚΗΣ

Ένας κορμός κυριολεκτικός.
Με τραχύ φλοιό, ρίζες και κλώνους.
Το φύλλωμα είναι μεταφορικό.
Άλλοτε εννοούμε αυτό, άλλοτε το άλλο
Και δώσ’ του μια εικόνα να αξίζει χίλιες λέξεις…

Μα ο κορμός κυριολεκτεί.
Έχει τα δαχτυλίδια, τις κουφάλες, τους ρόζους του
Ως και κάμποσων κεραυνών τα κούρβουλα
Ενσωματωμένα
Στα άλλα τα αποτυπώματα του χρόνου.
Και ασφαλώς αντιστέκεται παλικαρίσια στον άνεμο
Ως την ημέρα που θα πέσει.

Έτσι αγαπώ εγώ μα ποιος ξέρει
Αν θα ’ναι τόση η γενναιοδωρία των άστρων
Ώστε να στιχουργήσω κάποτε έτσι.

 

ΚΑΝΟΝΤΑΣ Ο,ΤΙ ΚΑΝΟΥΝ ΟΛΟΙ

Θα τα τακτοποιήσω όλα ένα-ένα
Στο ράφι του ή στο σωστό συρτάρι.
Κι εκεί θα μείνουν σαν θαμμένα στο χώμα.
Ενώ μπορώ ασφαλώς να κάνω πλούσιο
Εκείνον που η θεία πλευρά μου επιθυμεί.

Τι θλιβερό να διευθετεί η θνητότητά μας
Με πνεύμα σύνεσης και οικιακής οικονομίας
Όσα θα έπρεπε να σπαταληθούν ως το θαύμα
Και να μην έχουμε, οι σκιές οι τιποτένιες,
Το θάρρος του έμφυτου πλούτου μας.

(Κι εσύ, που ήσουν στα μέτρα της ψυχής μου,
Κι εσύ να ψεύδεσαι σαν κάθε τίμιο άνθρωπο…)

 

Ο ΛΙΜΟΣ

Το θυμό της καταιγίδας να φοβάσαι, λένε,
Ολόκληρα νοικοκυριά στη λάσπη.
Ή το θυμό της σκόνης της ερήμου
Που θάβει τα χωριά των πεινασμένων.
Ή το θυμό μιας άδικης τύχης
(Λες κι είναι τίποτε εδώ κάτω δίκαιο).

Μα όταν θυμώνουνε, όταν θεριεύουν τα τριαντάφυλλα,
Όταν παλεύουνε να τιναχτούν απ’ το σκοτάδι,
Όταν χυμάνε παντού τα αρώματα
Και η μαύρη σκέψη τους όλον τον κήπο σαρκάζει,

Τότε ποιος μπορεί να κοιμάται ήσυχος
Πως αγαπήθηκε ως και την τελευταία του γεύση,
Πως δεν θα τον θερίσει πείνα αγάπης …

 

…ΚΑΙ ΚΑΒΑΛΙΕΡΟΣ ΓΙΑ ΜΕΤΑ

Να με συνοδεύσετε; Χαριτωμένο.
Πρώτα να κάνετε θυσίες για μένα.
Κι όποιον κάνει τις πιο πολλές θα διαλέξω,
Μικρά μου αστραποβόλα πελαργόπουλα.

Θ’ ανέβω μ’ ένα σάλτο στα φτερά του.
Το βάρος μου εξαφανίζει η αγάπη.
Θα είμαι ελαφρύτερη κι από το πιο μικρό του σμήνους
Καθώς θα αποδημώ προς τα μέρη σας.

Κι όπως το ράμφος του θα σημαδεύει τον ορίζοντα,
Κι όπως τα σύννεφα θα υποχωρούν ένα-ένα,
Στους ώμους μου θα συντελείται το θαύμα:
Λίγο πριν μπούμε, θα πετώ με τα φτερά μου.

Μπρος απ’ την πύλη, πριν γυρίσει στα Έργα του,
Ας μου δώσει το φιλί της καληνύχτας.

 

Η ΑΝΤΟΧΗ ΤΩΝ ΜΑΤΑΙΩΝ

Ρόδινη πόλη σε πανί βαμβακερό
Εδώ κι εκεί σταγμένο από μελάνι.
Οι στέγες από μαύρη ζάχαρη
Κι οι δρόμοι από λυπημένο αλάτι.

Πουλιά, αν περάσουν, θα ‘ναι από χαρτί.
Το πρόσωπο ενός γάτου για φεγγάρι.
Αλλά, αν περάσει ένα μωρό κουδουνίζοντας,
Πετρέλαιο φωτιστικό και κανέλλα
Θα το οδηγήσουν προς το στέκι του κινδύνου.
Εκεί θεοί, αντίπαλοι στα ζάρια,
Τα βρίσκουνε στη μοιρασιά και ρίχνουν πάλι.
Φουσκώνουνε τα χρυσαφένια παράθυρα
Από τους στεναγμούς της θείας ρουτίνας.
Τέλος, διπλώνουνε του μαντιλιού τις άκρες
Κάτι φιλότιμοι με τρίδιπλα παπούτσια
Κι η πόλη χώνεται όλη μες στο σάβανο
Εκτός από μια ροζ κηλίδα που σου μοιάζει.

Αυτή Η Κηλίδα Δεν Μπορεί Να Σβήσει.

 

ΤΟ ΑΙΤΙΟ

Στέκω αμήχανη κι ακούω και με ξαφνιάζει
Πώς πέφτει αιώνες στη σκεπή μου το χαλάζι.

Μα ούτε προφήτης ούτε υμνωδός:
Ένας που υπήρξε κι ένας άλλος εαυτός.

Ν’ αποκαλύψω, να εφεύρω, να εκφράσω;
Εγώ απλώς τα ιμάτιά μου να μοιράσω.

Κι αυτό ντροπή… καμώματα στημένα.
Ε, δεν σταυρώθηκα πιο πάνω απ’ τον καθένα…

Μα είτε καρφιά το πεις είτε χαλάζι είτε τριγμό,
Στέκω αμήχανη κι ακούω το ρυθμό.

 

ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΣ

ΙΙΙ. (Πρόπλασμα για τη μάσκα της)

Απλώνεις απαλά τη μαρμαρόσκονη
Με το δέρμα το ζεστό να δέσει,
Και με την κίνηση που αλλάζουμε σελίδα
Την αφαιρείς, για να δεις την αλήθεια:
Βλέφαρα που ανοίγουν στο βυθό.

V. (Προσφιλή εδέσματα)

Καθώς σέρνουνε τα δίχτυα οι ψαράδες
Και τα σπλάγχνα του βυθού αποκαλύπτονται
Και η ψαριά μετράει το χρόνο σπαρταρώντας
Κι όλοι εκδικούνται και μελαγχολούν και αγοράζουν,

Καθώς κι αυτό το σύνηθες άθλημα
Από θανατηφόρα κέρδη επιστέφεται
Και εργασία και χαρά και γραφικότης
Στάζουν μικρούς μεταλλικούς νεκρούς μ’ ανοιχτό στόμα,

Αρχίζουν οι χαρές των διακοπών.
Τα όστρακα, οι χαρόντειες βαρκάδες
Με το πανάκι στο μελτέμι και τη γεύση στα κάρβουνα
Από τα κόκκινα τα βράγχια υψηλής τιμής
Ολόφρεσκα από το μαρτυρικό τους τέλος.

 

Η ΦΩΤΟΣΥΝΘΕΣΗ ΣΕ ΠΑΛΑΜΕΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

I.

Ένας άνθρωπος, κτήμα του εαυτού του και άθυρμα, καθώς βάδιζε
γύρω-γύρω απ’ το φως του, το είδε ξάφνου να πυκνώνει σε ύλη και
να πλάθει από εξουθενωμένα φωτόνια το ακόλουθο ηρωικό τοπίο:

Ποτέ πια σε χιόνι οπάλινο.
Ποτέ πια σε φλογερές αχτίνες.
Χαρτί, κιμωλία, κονίαμα.
Και το πιο μελαγχολικό λουλούδι
Είναι το τελικό μου πρόσωπο
Δευτερόλεπτα πριν από την εξέγερση του,
Όταν με πολεμοχαρή αξιοπρέπεια
Το πνεύμα στον εχθρό παραδίδει
Και ο βρυχηθμός της οργής της ανίσχυρης
Του γίνεται ο απαράμιλλος στίχος.

II.

Άλλος άνθρωπος μπρος στη σωρό των παθών του μέχρι καυτών δα-
κρύων καγχάζει επαιρόμενος ότι των γερόντων το ανάθεμα την τάξη
του φωτός δεν διασαλεύει:

Όπως το φως ως πεμπτουσία διατρέχει
Χώρο και χρόνο και ύλη και ενέργεια
Έτσι ο χρόνος μου δαγκώνει τα χείλη
Και χώρος μου η κοιλιά στο χώμα.
Ύλη μου οι στυγεροί μασητήρες
Που ύλη και ενέργεια άλεσαν
Σ’ απαρασάλευτο, κατάφωτο κενό.

ΙΙΙ

Άλλος άνθρωπος, ταραχών συνονθύλευμα, με απροσποίητη οικειότητα
θανάτου, γνωρίζοντας ότι οι νεφροί στάζουν αίμα, θέλγεται να απαντά
προς τους δαίμονες με κοσμικότητα επιχειρηματία:

Παρακαλώ, σπαρασσόμενα πνεύματα,
Μπορείτε σαν σε ουρανό να σιτίζεστε
Στου εγκεφάλου μου το ελάχιστο.
Τη διαχείριση των ακατάπαυστων δηγμάτων
Κάμποσο φως θ’ απαλύνει.
Ώστε με το υπόλοιπο να φαίνομαι
Σαν να μη λέρωσα με σας τα δυο μου χέρια.

IV.

Άνθρωποι που γεννούν τα γεγονότα και άνθρωποι που τα αποδέχονται
συνωστίζονται κάτω από το δέρμα ενός τυμπανιαίου ανθρώπου,
που τέτοιους προαιώνιους ομίλους καρτερικά κοιλοπονά και μ’ ένα
σπασμό του πλακούντα ή απλώς μια σύγκρουση πλακών και οι μεν
και οι δε ανέρχονται στο φως, εξίσου νεαροί και οι δύο για κάθε
πιθανή αγριότητα:

Μπορεί επομένως να σκίζεται,
Μπορεί να σπάζει στον αυχένα,
Να φέρει κακώσεις και μώλωπες,
Να όζει αιθυλικής αλκοόλης,
Την ώρα που το αναγγέλλει ο ορίζοντας,
Αυτό το φως που κυματίζει.

VII.

Άλλος άνθρωπος με ψευδαισθήσεις, που τροφοδότησε η ερμηνεία του
κόσμου και η αυταρέσκεια της κβαντικής φυσικής, συνοψίζει μια
ανεξάντλητη ποικιλία τρόμων σ’ ένα θριαμβευτικά μικρό αριθμό
δυνατοτήτων να ηγηθεί ο νους των πλασμάτων του:

Δεν θα είμαστε αιμοσταγείς μα δημοκράτες.
Θα κατανείμουμε τον πλούτο σαν τα όνειρα.
Όλοι θα έχουν και τροφή και εφιάλτες.
Δεν θα καταπονούμε το θώρακα:
Θα έρχεται η αναπνοή και θα φεύγει
Με την άνεση παλαιού αισθήματος
Που η μνήμη το κρατάει ζωντανό.
Και ποτέ, ποτέ δεν θα πεθάνουμε
Τινάζοντας τα πόδια στον αέρα.

VIII.

Ένας άνθρωπος δια βίου μαχόμενος με τον ένοικο του σφιγμένου του
στήθους (όχι δαίμονα ούτε ψυχή μα έναν κανονικό μικρό άνθρωπο,
σχεδόν παιδί) επιλέγει τη μοίρα του αυτόχειρα, με σκοπό να τον πάρει
μαζί του, δειλιάζοντας όμως μπροστά στο σκοτάδι κάνει μια ύστατη
προσπάθεια να συνδιαλλαγεί:

Θα ήθελες, μικρέ μου Πινόκιο,
Αν κατάφερνα ν’ ανοίξω τα σαγόνια μου
Και με δύναμη να πιέσω τους πνεύμονες
Σ’ όλη την έκταση της κραυγής μου,
Να βγεις κολυμπώντας στο φως;
Και ν’ αφήσεις να ενηλικιωθεί ακατοίκητο
Το περίλυπο κήτος;
Κι εγώ σαν άυπνος που εν τέλει αποκοιμήθηκε
Να σύρω πάνω μου τον ωκεανό κουρασμένο;

 

ΔΟΚΙΜΙΟ ΠΕΡΙ ΠΡΟΒΟΚΑΤΣΙΑΣ

Ο άνδρας εκείνος θέλγεται απ’ την αδιάλλακτη εικόνα του μέσα στους
στίχους μου και εκτιμά ότι η βάση τους είναι οι νόμοι του αληθούς
και όχι του ωραίου. Η γυναίκα του, λιμναία και ευθύβολη, διαγράφει
αποφασιστικά τέτοιους στίχους απατώμενη ότι έτσι διαγράφεται και
η συντριβή της μαχητικής της προαίρεσης. Ένα παιδί συμπληρώνει
ασφαλώς αυτήν την πυρηνική οικογένεια. Αυτό το αποκαλούν
«παιδί- θαύμα» για την πρώιμη μαθηματική του δεινότητα, την οποία η
στιχουργική μου παραφράζει σε απερίγραπτη κατάθλιψη ή, πάντως,
σε στέρηση των λύσεων που, αντί της άλγεβρας, η ποίηση παρέχει.
Και οι τρεις επιβιβάζονται τώρα με πλήρη θερινή εξάρτυση σε πλοίο
που πηγαίνει στα νησιά και το οποίο παρακάτω εξαφανίζω. Τι μοίρα
θα τους δίνατε, φίλοι μου; Τα κύματα τους ωθούν σε μια μοίρα που
δεν θα ήθελα να συμπληρώσω μόνη, αφού δεν μου ανήκουν περισσότερο
απ’ όσο σε σας οι δικοί σας, οι σύζυγοι, εννοώ, και τα τέκνα
μέσα στην οργιώδη τους βλάστηση. Καθώς η γη δια της περιστροφής
της φθείρεται, θα μπορούσε να ελαττώνεται η θάλασσα και το
πλοίο να προσαράξει σε μη δηλούμενο στο χάρτη ύφαλο, πλασμένο
από ακαταμάχητες ρίμες. Εκεί ο άνδρας θα αποδείκνυε ότι δικαίως
τις εμπνέει καταβάλλοντας άοκνες προσπάθειες να συνδράμει το
κατάπληκτο πλήρωμα. Η γυναίκα του θα συγκρατεί την οργή της,
γιατί ποτέ δεν είχε συγκατατεθεί στην ιδέα ενός κοινού προορισμού.
Υποχώρησε για μια φορά και ιδού που επήλθε προσάραξη. Και ποιος
κατανοεί τέτοιες ρίμες, ερμητικές και τάχα παιγνιώδεις, και στην
ουσία χρήσιμες απλώς για να ταλαιπωρήσουν το πλοίο; Ο μικρός
μπορεί να λογαριάζει και, λίγο πριν τετραγωνίσει τον κύκλο, να τον
πλημμυρίζουν τα δάκρυα και να μουσκεύει ανεπανόρθωτα πλέον τις
-δυνητικά- ιστορικές σημειώσεις. Αλλά δεν επιδιώκω, πιστέψτε με,
τη χειραγώγηση της συλλογιστικής σας, δίνω απλώς ένα κοινότοπο
παράδειγμα, μέχρι κεραίας προβλέψιμο από τα δεδομένα των στίχων.
Καθένας το αντιλαμβάνεται ότι δεν είναι παρά αθώα παρακίνηση,
και ας μην το καταλογίσει με το πρώτο στα μέσα τα πενιχρά της
φαντασίας μου.
Ενώ λοιπόν εκείνος μάχεται και συνεργάζεται με κάθε μέσον, ενώ
εκείνη σιωπά και μαίνεται, ενώ το παιδί φυσάει με θόρυβο τη μύτη
του σ’ ένα χαρτομάντιλο μουντζουρωμένο από τους μόνους άβροχους
λογαριασμούς του, αποσύρομαι από κάθε συνέχεια και σβήνω, όπως
προανήγγειλα, και το πλοίο και αφήνω να εικάσετε ελεύθερα το πώς
οι γυάλινες τούτες φιγούρες θα μπορούσαν να ενσαρκώσουν την πείρα
σας απ’ τη ζωή και τις εκπεφρασμένες ή άδηλες θέσεις σας για τον
οικογενειακό θεσμό. Θα καταλάβετε ότι η ποιητική τέχνη είναι κοινό
ταμείο του θείου ή, απλούστερα, η μόνη ελπίδα μας να κατοικήσου-
με τον ουρανό, αφού πολύ επιδέξια μας απαλλάσσει από το βάρος
το απελπιστικό της συσσώρευσης. Από την απέραντη αθλιότητα της
διαδικασίας συγκρατεί τη ματαιότητα του στόχου και της προσδίδει
ηθική και ιερότητα, γιατί αυτή είναι το ίδιον του ανθρώπου και όχι
-όπως η βιολογία διατείνεται- ο νους και η ορθία στάση.
Βέβαιη πως θα συνεχίσετε με αποτελέσματα απείρως λαμπρότερα
από τα δικά μου και υπερήφανη που απελευθέρωσα από τους δισταγ-
μούς τους εκατοντάδες επίδοξους ποιητές συνεισφέρω στο κοινό ταμείο
που λέγαμε τους παρακάτω αξεπέραστους στίχους:

«…φύκια ’ναι τα στεφάνια της,
κοχύλια τα προικιά της…»

 

 

Ελάχιστα πριν (2005)

 

ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

Εδώ είμαι, στο σπιτάκι του σκύλου.
Τρώω χώμα, πίνω φόβο,
Καμιά φορά κοιτάζω τ’ άστρα.
Ποτέ δεν έχασα το σεβασμό μου προς αυτά.
Κι αν τα γαυγίζω, δεν μου μένει πλέον
Άλλος τρόπος να γράψω στίχους

 

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ

Ψηλάφησα τον τοίχο.
Έκανα τόμους θεϊκών γραπτών
Ένα πτώμα.
Και κάτι ραψωδίες αναπνοής
Για το ακροατήριο των χοίρων.

 

ΦΑΓΙΟΥΜ

Αυτός ο κύριος με το μελιτζανί κουστούμι
Δεν είναι, βέβαια, το πνεύμα του λαχανόκηπου.
Με τόσο αιματώδη μάγουλα
Μάλλον, θα έλεγα, κρεατοφάγος.
Και η κυρία με το ακριβό περιλαίμιο
Δεν γέρνει έτσι το κεφάλι
Επειδή είναι σκύλος αλλ’ απλούστατα
Από το βάρος της κοκεταρίας.
Ο σατανάς που τους περιποιείται
Δεν είναι σατανάς αλλά ένα γκαρσόνι
Που βάλθηκε με υπερβάλλοντα ζήλο
Να αποσπάσει πουρμπουάρ.
Κι αυτό το θαλασσί φεγγαράκι
Που ανεβοκατεβαίνει σαν γιο-γιο στη δύση
Είναι η ματαιωμένη προσδοκία τους
Για ένα παιδί.

Όσο κι αν αυτοδιασυρθούν, δεν κρύβουν
Την αγιότητα των ονείρων τους.
Τόση απόγευση της ζωής, τόση αποστράγγιση
Τους κάνει άτρωτους στο γελοίο
Σαν ξόανα λησμονημένα σε τέμενος
Αποκλεισμένο από την άγρια βλάστηση
Με πρόσωπα μαύρα από τα κεριά
Προσκυνητών που έχουν όλοι πεθάνει.

 

ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΗ ΒΕΝΕΤΙΑ

Τέτοια βροχή…
Δεν ξέρω αν έχει πράγματι
Κάτι να πει ο ουρανός
Μ’ αυτό το παραληρηματικό ξέσπασμα του.
Κάποτε ήταν μια ιδέα της ομορφιάς
Αυτή η μεταφυσική της φύσης.
Τώρα σκέτη βροχή.
Ούτε ωφέλιμη ούτε ανώφελη
Η προβολή συναισθημάτων.
Μου αρκεί να βλέπω αυτόν τον παχουλό, εκεί, στη στάση.
Έχει φορέσει μια σακούλα να προφυλαχθεί.
Τόσο απροετοίμαστο σε βρίσκει πάντα η ασφυξία.
Τόσο γεμάτο ελπίδες στο τυχαίο.
Με τόση εμπιστοσύνη σε πράγματα
Άσχημα και ευτελή.
Προσεύχομαι να με βρει ο θάνατος
Κάτω από μια κομψότατη ομπρέλα
Συνδυασμένη άριστα με το ταγιέρ.
Και να μην παίρνει ο φακός τις γαλότσες.

 

ΠΑΛΑΙΕΣ ΦΙΛΕΣ

Κυρίες ηλικιωμένες, θελκτικές.
Μαλλιά προς το ανεπαίσθητα γαλάζιο,
Λίγα κοσμήματα, άρωμα ακριβό,
Αν και βαρύ για τέτοιαν ώρα,
Τόσο πρωί, τόσο κοντά στη θάλασσα.

Το κύμα σκάει σχεδόν μπροστά στο τραπεζάκι τους
Κι αν λύσουνε με μια ευχή τα παλαμάρια,
Θα ταξιδέψουνε μ’ αυτό στ’ ανοιχτά
Η Σμαραγδή κι η Δομινίκη.

 

FAMILY SHOW

Κάθομαι μες στον εαυτό μου
Όπως μέσα στο βυθό.
Και αν η φύση μπορούσε να το αντέξει,
Θα έλουζε με φως την εγκατοίκηση,
Θα έλαμπε η ιερή σπηλιά,
Θα κρέμονταν μες στα νερά
Τα πόδια των αρχαίων πλασμάτων.

Βάναυσες άλλες αξιώσεις
Με ανασύρουν. Με πετάνε εδώ.
Κι αρχίζει η επιδρομή των ανθρώπων.

Όχι, δεν χρειάζεται να εξομολογηθώ.
Δεν χρειάζεται να μεταλάβω.
Θα έμενα και με λίγη υγρασία.
Δεν έχω πια δική μου θέληση.

Δεν πείθονται. Υποχωρώ.
Είναι όλοι τόσο ευτυχισμένοι.
Χτυπούν την πλάτη μου, με ενθαρρύνουν,
Με δείχνουν μ’ ενθουσιασμό μεταξύ τους,
Μου δίνουν χάπια, χάπια, χάπια.

Υποκριτές, που σας ταράζει το Τίποτα.
Κολυμβητές με τα κρανία στο χέρι.
Επιχειρηματίες του Τρόμου… 

 

ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ ΑΣΤΕΓΟΥ

Αν είχα ένα σπίτι το χειμώνα,
Μέσα η φωτιά παντοδύναμη,
Έξω η θάλασσα να δέρνεται,
Θα πέθαινα χαμογελώντας.
Όχι ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι μου.
Αυτά είναι της ζωής, τα εναγώνια.
Χρειάζεσαι έναν ωραίο χώρο να πεθάνεις.
Κήπο μ’ ερωτιδείς στα σιντριβάνια,
Κούνιες στο δάσος με τις μηλιές,
Λησμονημένους περιπατητές
Ανάμεσα στα κουρεμένα παρτέρια.
Πρέπει να σε περιστοιχίζουν πράγματα όμορφα,
Πορσελάνη, κρύσταλλο, συνθέσεις με άνθη,
Παμπάλαιες επιστολές δεμένες, αρχειοφύλακας
(Αυτός με στολή και με γάντια)
Κι ένα άγνωστο στην οικογένεια χαμίνι
Σκαρφαλωμένο στη βελανιδιά.
Αφού τα δεις όλα αυτά και τόσα άλλα,
Έτσι σκόρπια κι αστραφτερά, χωρίς έγνοια
Να τα δέσεις σ’ ένα έλλογο σύνολο
– Είναι ώρα χαράς, όχι τάξης – ,
Μπορείς να πεις χωρίς μελαγχολία:
Για δες, υπάρχει, επιτέλους, υπάρχει,
Υπάρχει ένα ντεκόρ παραδείσου!
Απλώς, με το φωτισμό τον επόμενο
Δεν με περιλαμβάνει πλέον.

 

ΣΤΟ ΣΠΟΥΔΑΣΤΗΡΙΟ

Εδώ, ο τόμος των προβάτων.
Λήμμα «σφαγή»,
Διαβάζουμε:
Σφαγή.

Κι εδώ ο τόμος των Κρεοπωλών.
Διαβάζουμε το φριχτό πρόσωπο τους.
Τα κατακόκκινα αυτιά, τον επίδεσμο.
Τα χέρια αλειμμένα με κερί,
Τις ποδιές τις τριμμένες με στάχτη.
Και τη στάχτη.

Λεπτομερής περιγραφή και όμως
Κανείς
Ποτέ
Δεν έμαθε κάτι.

 

ΟΙ ΝΟΜΟΙ

Υπήρξαν και βασιλείς και βασίλεια.
Υπήρξε εποχή που η νεότητα
Επέτρεπε ένα βίο αφιλοσόφητο.
Τώρα η απόλυτη δημοκρατία.
Όλοι μετριοπαθείς, όλοι πένητες,
Όλοι στην εποπτεία των πραγμάτων.
Λες και τα πράγματα, καθώς κυλούν και σπάζουν,
Δίνουν δεκάρα τσακιστή.

 

ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ

Γεννήθηκε από γονείς αναμενόμενους. Παρά τα όνειρα του,
Δεν θα αξίωνε από αστάθμητους παράγοντες
Μία λαμπρότερη καταγωγή.
Έκανε τις αναμενόμενες σπουδές. Παρά την επίπονη προσπάθεια,
Έλαβε αναμενόμενο βαθμό πτυχίου.
Παρά τη φυσική του ενδοτικότητα,
Ευτύχησε σε ρόλο Ροβεσπιέρου,
Πράγμα εντελώς αναμενόμενο
Απ’ όσους γνώριζαν την προσήλωσή του
Στις θεσμικές αξίες του έρωτα.
Συνταξιοδοτήθηκε, παρά τη βεβαιότητά του
Ότι είχε πολλά να δώσει ακόμη στο λειτούργημα.
Και, πράγμα ασφαλώς αναμενόμενο,
Αποσύρθηκε στην όμορφη Πρέβεζα.
Εκεί, στην παραλία, στη βόλτα,
Διασταυρώθηκε με τη σκιά του Καρυωτάκη
Και του φίλησε με δάκρυα τα χέρια,
Κάτι ελάχιστα αναμενόμενο.

 

ΦΩΤΑ ΠΟΡΕΙΑΣ

Επέζησα. Μα δεν θυμάμαι πια από τι.
Η μνήμη καταφέρνει να εντοπίσει μόνο
Βαριές συνέπειες από αίτια χαμένα.

Κάτι ξεσπούσε και τα σάρωνε όλα.
Άρχιζα απ’ το μηδέν. Ξεσπούσε άλλο.
Όχι αναπάντεχο. Το άκουγα να καγχάζει
Από μακριά. Δεν το ‘βαζα στα πόδια.
Πεισμάτωνα αφελώς. Οχυρωνόμουν.

Τώρα προσέρχομαι στο πεδίο της μάχης
Με το περιβραχιόνιο του νοσοκόμου.
Με προσοχή περισυλλέγω τους νεκρούς.
Κόσμια τους ενταφιάζω.
Μα δεν μπορώ να θυμηθώ κανέναν.
Τόσα όμορφα παιδιά σκοτωμένα
Θα άξιζαν κάτι περισσότερο
Από αυτήν εδώ την χούφτα χώμα.
Θα ‘πρεπε να μπορώ ν’ αναγνωρίσω
Την υπερήφανη Μητέρα – Επιθυμία
Που τα ‘στείλε στο μακελειό.
Να μπορώ να χτυπήσω μια πόρτα
Να παραδώσω τα λιγοστά τους κειμήλια.

Ας είναι… Κι αν προσκαλώ στο θρήνο το φεγγάρι,
«…Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά…».
Οι επιζώντες με το πορτατίφ του γραφείου.

 

ΨΗΦΟΣ ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗΣ

Πραγματικά, εξαίρετη ομιλία,
Σαν κοιμητήριο όπου κοσμούνται τα μνήματα
Με τα έργα περιωνύμων καλλιτεχνών

 

ΕΥΡΥΔΙΚΗ

Σέρνεται σαν χαμένη ευκαιρία
Η τελευταία ώρα του απογεύματος.

Τέλος, το παίρνει απόφαση. Φεύγει.

Τρέμω μη στραφεί να δει πίσω της
Και μείνω εδώ για πάντα
Με φανερή ακόμη την ταπείνωση
Και χωρίς την προστασία της νύχτας.

 

ΠΑΡΕΕΣ

Ένα χαρούμενο πρωινό μέσα στον τάφο;
Γιατί όχι; Και η θρησκεία το επιτρέπει
Και οι ποιητικές μας αξιώσεις.
Καλείς τους νέους φίλους, μαζεύεστε
Σαν τα πουλιά πάνω απ’ το στάρι
Και τιτιβίζετε και σιγανοπετάτε
Κι ανακαλύπτετε πως μια φιλία
Ως και την αιωνιότητα μπορεί να κάνει υποφερτή.

 

Η ΡΟΗ TOΥ ΧΡΟΝΟΥ

Φως πρωινού χωρίς πολλή υγρασία.
Χαρτιά, καφές, κάποια τηλεφωνήματα.
0 κόσμος σε ειρηνική προχειρότητα.

Έπειτα, τα χιλιόμετρα εργασίας.
Τάξη και μόχθος. Έχει κάποιο αποτέλεσμα:
Γυμνάζεσαι σ’ ένα πηγάδι.

Τέλος, ένας λεκές τεράστιος.
Πέφτεις ολόκληρος επάνω, τρίβεις, τρίβεις.
Τα παρατάς, σβήνεις το φως και κοιμάσαι.

 

ΤΕΛΕΤΗ

Τα σκέφτομαι. Όλα μακριά…
Τα διαμάντια δεμένα με λευκόχρυσο,
Εκείνο το πένθιμο τσάι,
Η αναίδεια μιας ριπής του αέρα,
Το αιφνιδιασμένο παράθυρο,
Η βιαστική αποκατάσταση της θερμοκρασίας
Σ’ ένα δωμάτιο απ’ όπου
Η ζεστασιά είχε φύγει.

Όλα τόσο μακριά.
Η ευπρέπεια του αποχαιρετισμού,
Τα ψίχουλα από τα μπισκότα,
Το χάος.

Ύστερα η ζωή μέρα νύχτα,
Τούβλο πάνω στο τούβλο, ώσπου να χτίσεις

Αυτό το ρούχο που φοράς.

 

ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΜΑΤΙΑ

Πότε λάμπουν, πότε σωπαίνουν.
Πότε φτύνουν την ψυχή τους.
Αλλά ποτέ δεν σε κοιτούν με τρόπο
Που να επιτρέπει κάποια προσδοκία,
Μια διάθεση συναλληλίας, κάτι…
Τόση επιφύλαξη δεν είναι αλαζονεία.
Είναι η ξεκούραση της ερημιάς,
Είναι της μοναξιάς το ραχάτι,
Παραίτηση από κάθε κόπο
Νέο.

Θέλω να τα κοιτώ αυτά τα μάτια
Ξέρω να κρύβομαι κι εγώ μέχρι θανάτου.
Ξέρω ν’ αφήνω να θεριεύουν και να φθίνουν
Τ’ ανέκφραστα.
Πάντα αποθηκεύει το μισόφωτο
Όσα ποτέ δεν ζητήθηκαν.
Και τρέφεται απ’ αυτά με οικονομία,
Ώσπου να μείνουν κάτω από το κούτελο
Δύο τελευταίες κουταλιές σκοτάδι

 

ΑΤΙΤΛΟ

«Αγαπημένο μου παιδί,
Πρέπει να αντέχεις το Τέλος.
Δεν θα ’ναι ανάρμοστο, στο βεβαιώνω.
Θα ’ναι μια νύχτα χωρίς εφιάλτες.
Ο καιρός θα ’ναι δροσερός, η τροφή όση πρέπει
Ίσως και να μην έχει καν φανεί στη γωνία
Ο νυχτερινός αστυνόμος.
Η ψυχή θερμή ακόμη από το σώμα
Θα συμφωνεί με κάθε εγκατάλειψη.
Και ευγνωμόνως προς την μακρά φιλοξενία
Θ’ αφήνει άθιχτη την ομορφιά σου.
Ποια ομορφιά; Μα τα πελώρια μάτια
Με τη λύπη, με την εξέγερση,
Την καταβύθιση σε τυραννική ευφυΐα.
Τώρα κλειστά, σκεπασμένα
Σαν δίδυμα μωρά στην κούνια
Θα βλέπουν σε αθωότατο όνειρο
Άγραφους στίχους από ατόφιο χρυσάφι»

 

ΑΧΘΟΣ ΑΡΟΥΡΗΣ

«Αν έχει η θλίψη θάνατο; Έχει.
Όταν γεννιέται μία άλλη.
Και τι θα πει πώς τη γνωρίζεις τότε;
Τό σήμα δεν είναι ό,τι λέτε εσείς χαρά
(Αν πούμε πως υπάρχει κάποια
Που δεν μπορεί ένα κύμα να σαρώσει).
Είναι ο σφυγμός σου, όταν η γη βογγάει
Κάτω από τόσα χοντροπάπουτσα».

 

Η ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑΣ

Ο νόμος είναι σαφής: Χωρίς εξαίρεση
Όσοι ανήκουμε στην εποχή τον λίθου
Θα εγκαταλείψουμε απόψε τα σπήλαια
Και εντός των προσεχών ωρών θα εμφανιστούμε
Ενώπιον των Αρχών.
Ενώπιον; Πώς «ενώπιον»;
Αυτοί ποτέ δεν βγαίνουν απ’ το Διοικητήριο.
Θα συρθούμε με τις προβιές και τα τόξα μας
Ενώπιον του πλήθους των συγχρόνων.
Θ’ αστράψουνε τα φλας των φωτογράφων.
Θα μαγνητοσκοπηθεί κάθε μας κίνηση,
Κάθε μας γραφική χειρονομία.
Θα εκθέσουνε τα τριχωτά μας γυναικόπαιδα
Στον γελοίο φόβο των παιδιών τους,
Στη συγκατάβαση των ειδικών επιστημόνων.
Αυτοί διαβλέπουν στο σφραγισμένο μας στόμα
Προάγγελο γραφής.
Θα τη διαβάσουν για τους εκπροσώπους του τύπου.
Ύστερα τσούρμο θα οδηγηθούμε
Σε κάποιο από τα μεταγενέστερα οικήματα.
Θα μας κλειδώσουν και θ’ αφήσουν πια στο χρόνο
Την προσδοκώμενη εξέλιξη.
Και μόνον όποιος επιμένει
Ν’ αποτυπώνει τις παλάμες του στον τοίχο,
Ν’ ανάβει μέσα ‘κει τη φωτιά του,
Μόνον αυτός θα δει, εν τέλει, τις Αρχές,
Αλίμονο, ενώπιος ενωπίω.

 

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

«Αίμα της δύναμης, νερό του φόνου,
Οργή της ομορφιάς, αταξία:
Αυτά τα τέσσερα πώς θα συντάξεις, βασιλιά μου,
Δεν το γνωρίζω.
Διαβάζω, όπως όλοι οι σοφοί,
Τα προφανή. Τα υπάρχοντα.
Όσα θροούν στα μελαγχολικά σου χείλη,
Όταν κοιμάσαι μοναχός,
Ενώ σκεπάζεται η βασίλισσα
Με τα φιλιά του κάθε κατεργάρη.
Έχεις μια ζωή πίσω σου
Κι άλλη μια, ακόμη παραπίσω,
Εκεί που δυο ποτάμια συγκλίνουνε
Προς το Στερέωμα της ύπαρξής σου.
Κι άλλες πιο πίσω και πιο πίσω,
Μέχρι το χέρι του Θεού, αν είναι.
Με ποιες ζαριές ρίχτηκαν τόσα άστρα
Κανείς δεν ξέρει, βασιλιά – Γαλαξία.
Σκέπασε το περιδινούμενό σου φως
Κάτω απ’ το πάπλωμα με πούπουλα χήνας.
Και σαν να είχες κάποιο βάρος
Κάνε τη γούβα σου στο μαξιλάρι.
Πρωί πρωί θα λάβεις αποφάσεις ειλημμένες.
Θα κάνεις κάμποσο από το καλό που φαντάζεσαι
Και όλο το κακό που μπορείς»

 

ΣΥΝΤΡΟΦΟΙ

Πέρα απ’ τη γη, ίσως.
Κάτω απ’ τη γη, οπωσδήποτε.
Μιλώ για τη ζωή που υπάρχει .
Μικρό μου, φοβισμένο δευτερόλεπτο.

Το στήθος μας δεν χωρά τον αέρα.
Ούτε και ο αέρας μάς ανέχεται.
Είμαστε τα πουλιά του Άδη,
Μικρό μου, φοβισμένο δευτερόλεπτο.

Ε, και; Δεν μου λείπουν οι άλλοι.
Δεν έχουν χρόνο να μας αναστήσουνε.
Μόνο ο δικός μας χωρισμός με θλίβει,
Μικρό μου, φοβισμένο δευτερόλεπτο.

Είσαι η πεταλούδα που τρέμει
Στα δάχτυλα μου: Σ’ αφήνω.
Θυμήσου με όπου πας. Σου δίνω ζάχαρη,
Για ν’ απαλύνω τη θνητότητα σου.

Ακόμη λίγο απ’ το φτερό σου θα βλέπω. 

 

 

Προς τα κάτω (1999)

 

(Απόσπασμα 1 σ.11)

(Δωμάτιο υποδειγματικά καθαρό λίγες ώρες πριν ξημερώσει. Το κρεβάτι, το κομοδίνο, ένα ποτήρι νερό. Η γυναίκα στηριγμένη στα μαξιλάρια καταστρώνει το σχέδιο αποχαιρετιστήριας επιστολής. Όσο της επιτρέπει η ημικρανία. Γράφει υπερβολικά αργά. Αλλά με ασφάλεια. Κατευθύνεται από την προσδοκία ότι η γη κάποια στιγμή θα σταματήσει να γυρίζει: επ’ ελάχιστον. Τόσο μόνο όσο χρειάζεται ένας άνθρωπος για να πηδήξει σε μια Άλλη. Αυτή η διανοητική προσπάθεια καταγράφεται σ’ έναν καθρέφτη.)

– Πολύ λίγο φυσάει- όμως δεν θέλω ανοιχτό το παράθυρο. Ο κήπος έξω είναι τόσο υπαρκτός, φύλλα, κλαδιά, έντομα… μια
συμπαγής φυτική παρουσία. Πρωτόγονο, δεν είναι για μένα. Ελάχιστος αέρας μού φτάνει, μια σύνοψη εισπνοής-εκπνοής.
Ανασαίνω πολύ διακριτικά. Όπως ταιριάζει σε κληρονόμο που αποποιείται την κληρονομιά. Έβρισκα πάντοτε φτωχόν εκείνον που χαιρόταν υπερβολικά με τη βλάστηση.
Δεν θέλω ανοιχτό το παράθυρο. Λίγα πράγματα εξαπατούνε τόσο. Μπορώ ακόμη να αισθανθώ οργή, αν είναι για την ησυχία μου. Εκεί έξω ματαιοπονούν, αν και αθόρυβα. Μ’ ενοχλεί που πιστεύουν πως έτσι θα με σύρουνε στην εκκλησία της φύσης. Θέλω τη φύση όπως τη φαντάστηκα: άσιτη, ωχρή από αγάπη.
Η ακινησία μού θυμίζει κάτι. Ίσως γιατί δεν είναι αληθινή. Όταν ήμουν παιδί, ζούσα μέσα σ’ ένα μπουκάλι στη θάλασσα και κατά την αδιάκοπη περιφορά χαιρόμουνα, καθώς οι όγκοι του νερού μετακινούνταν και τα πανάρχαια τοπία άλλαζαν, ενώ εγώ παρέμενα εκεί μέσα, ένα θαυμάσια βολεμένο τζίνι. «Ας κρατούμε», επαναλάμβανα, «σιωπή». Στο σπίτι που γεννήθηκα αργότερα, η σιωπή ήταν, εξάλλου, νόμος και μόνο η λίμνη που σχημάτιζαν τα πρόσωπα —οι συγγενείς μου είχαν ρευστές φυσιογνωμίες— έκανε έναν υποδόριο θόρυβο όχι ικανό να με ταράξει. Αγνοούσα, με συνείδηση αθωότητας, ακόμη και ένα σκύψιμο κεφαλιού προς το μέρος μου, όταν αυτό φορτωνόταν αγγέλματα, όταν έβριθε από σημασίες. Στάθηκα απίστευτα προνομιούχα: κανείς ποτέ δεν μ’ εντόπισε. 

 

(Απόσπασμα 2 σ.26)

— Φίλοι διασχίζουνε το δάσος προς το μέρος μου. Η σκέψη τους μου φέρνει απέραντη θλίψη. Τόσο ριγμένοι στις αισθήσεις τους σαν να χουν μπει μες στο σάκο κι ό,τι απέμεινε από την ενσάρκωσή τους είναι εκείνο που τους κουβαλά. Τι πιστεύουν ότι μπορούν να βρουν; Βαδίζουν θαυμάσια όπως μια μύγα ανεβοκατεβαίνει στο μπουκάλι με την επίμονη και τις συνήθειες μύγας. Το πώμα αργεί πολύ να επηρεάσει τη φυσική της κατάσταση. Σε άλλες εποχές θα περνούσα τα δάχτυλά μου από τα μαλλιά τους. Αλλά η πίστη στην τρυφερότητα προϋποθέτει το χρόνο, ώρες, ημέρες, νύχτες, χρόνια που θα μπορούσαν να λικνιστούν απαλά, σαν τις βαρκούλες στη θάλασσα. Μια βεβαιότητα ήρεμης εναλλαγής της εργασίας με την ανάπαυση. Σε ποιο φύλλο θα μπορούσα να διαβάσω μια τόσο φυσική ιστορία χωρίς να δω πίσω απ’ τα δέντρα τα βλέμματα, ασώματα, κάρβουνα οργής, κλεφτές ματιές επιφύλαξης προς κάθε πρόσχημα αγάπης; Πώς να στηρίξω ένα χάδι, μια τόσο εμπράγματη απόλαυση, στην αυθυποβολή πως ο θάνατος δεν είναι παρά η διάρκεια, τα όρια αντοχής μιας φιλίας; Ο θάνατος είναι τίποτε, αν δεν ήταν, θα τον είχα γλιτώσει, ο καθένας θα μπορούσε να γλιτώσει αν συναντούσε κάπου το θάνατο. Μα πρέπει να βαλθείς να τον πιάσεις, να τον καρφιτσώσεις σαν έντομο, και να μπορείς να τον παρατηρείς κάπου κάπου. Εγώ δεν τις προσέχω πια τις λεπτομέρειες της φύσης. Ακούω τον βόμβο των εντόμων, ένα βρασμό από σταθερά ζουζουνίσματα και οι σκέψεις μου δεν μπορούν να διασώσουν ούτε τη μνήμη ούτε τη θέληση. Με το παράθυρο κλειστό θα μπορούσα να μεταφράσω αυτόν το θόρυβο σε λαλήματα, κελαηδισμούς, πεταρίσματα… Μια συνωμοσία σημάτων που αποζητούν την πρωτοβουλία μου. Πρέπει να μάθω αν χωρίς το χρόνο κάποια ελευθερία είναι δυνατή. Αν η θάλασσα μετεωρίζεται μέσα στο δίχτυ που την έχει ολόκληρη ψαρέψει. Θα είναι τόσο ειδυλλιακά να εγκαταλείπεις τον εαυτό σου; Αναμφίβολα οι άλλοι υπάρχουν. Μια ιδέα αλάτι μένει πάντα στο δέρμα μετά από έναν περίπατο. Εξάλλου είναι τόσο ασαφείς, κάθονται πάνω στα βράχια και περιμένουν υπομονετικά τη σειρά τους με τα πόδια κρεμασμένα στο κενό: χρειάζονται πράγματα που δεν είναι δικά μου και πρέπει να ζω για να τα βρίσκω. Πρέπει πολύ προσεχτικά να μετακινώ τον ορίζοντα, ώστε η αχανής θέα να περιορίζεται σ’ ελάχιστα τετράγωνα. Ανεπαίσθητα, όπως την ώρα που ο ήλιος γίνεται κάθετος. Τέτοια ώρα τους νανουρίζω σε μια κούνια κρεμασμένη από τις μασχάλες μου. Τα μωρά μου, τα καλά μου τα μωρά, θα βρω εγώ τη μητερούλα σας, θα σας περιθάλψω από μένα, αυτήν εδώ θα την θάψουμε, νάνι, ο…ο…ο, θα την θάψουμε εκεί που κατοικούν οι ρίζες. Νάνι… το λένε ύπνο αυτό… ύπνος είναι, με
το μίσχο του ως πάνω πάνω, μια συλλαβή συρτή από σύμφωνα, δεμένα σαν ουρά από το φεγγάρι. Νάνι, σας φρόντισα, σας έχω
φροντίσει, δεν πρέπει να ντραπώ τώρα στο τέλος, δεν το αντέχω να ντρέπομαι, όλη μου η ψυχή κοκκινίζει. Θέλω να φύγω χωρίς σεμνότητα, με όλη την αδιαντροπιά μου, να σας προσβάλω αποσύροντας τον εαυτό μου από την τάξη. Τι πείσμα
είν’ αυτό, τι παράνοια, ε, ναι, η συγκατάβαση εξέλιπε — πώς θα μπορούσα να επιβιώσω με αδιάλειπτη ημικρανία;

(Δεύτερο χαμόγελο. Σπηλαίου. Ο καθρέφτης το ανταποδίδει σκίζοντας το πρόσωπό της στα δυο.)
— Το αύριο, αγέρωχη προοπτική, μου διαλύει στο νερό ασπιρίνες.

 

(Απόσπασμα 3 σ.47)

(Κάνει βήματα μες στο δωμάτιο. Κάτι φορά. Ανακαλύπτει μες στη τσέπη ένα
απίστευτα μικρό, απίστευτο παραπονεμένο πράγμα. Το περιτρέχει αναγνωριστικά με τα δάχτυλα.)

Έρχεται ένας νέος αιώνας. Το άκουσα, το έχω διαβάσει. Τον φαντάζομαι; Τυμπανιαίο πάνω στα γυάλινα γοβάκια του. Μια λεπίδα προχωρεί μπροστά, κόβει τα χόρτα κι εκείνος πατάει, πολύ πολύ προσεχτικά, με μικρά βογγητά δυσφορίας. Όπως ένας σνομπ αυλικός που επισκέπτεται για λόγους πολίτικης τα εργαστήρια των ανακτόρων. «Γιατί θα έπρεπε να είμαι εγώ το θύμα αυτής της δοκιμασίας;»: αλλά οι σκέψεις του δεν διατρυπούν το κέλυφος ενός αυγού που κρεμασμένο από μια κλωστή ταλαντεύεται μες στο κρανίο του με τη συνέπεια εκκρεμούς που επωάζει τη στιγμή της αλήθειας. Είναι πατρικός και επιεικής, σφίγγει τα χέρια, παραγγέλλει στους γραμματείς σημειώσεις. Εκείνοι πάλι δεν γνωρίζουν γράμματα, άξεστοι που εξαγόρασαν τίτλους. Καμιά αμηχανία εντούτοις· η εθιμοτυπία δίνει μόνη της τα σήματα το ίδιο αποτελεσματικά και πρωτόγονα με το ταμ ταμ σ’ έναν άλλο πλανήτη, όπου η Μουσική και η Ζούγκλα καταγράφονταν σε βιβλία βαριά. Παρατηρώ τους τεχνίτες στους πάγκους τους, αναρωτιέμαι αν αυτός εκεί κάτω είναι νεκρός ή ζωντανός. Όπως όλοι οι προκάτοχοί του, διαθέτει την αξιοπρέπεια να υποκρίνεται, εμφανίζει ως σεμνότητα, ως ήρεμη αποδοχή της ιεραρχίας, την πιθανότητα να μην υπάρχει. Το βλέμμα του δεν μαρτυρά. Γαλακτώδες και διάτρητο από επαγγελματικές φιλοδοξίες κρατά τα μυστικά της συντεχνίας. Αν και καθόλου δεν θυμάται πια τους λόγους που αυτός κι οι σύντροφοί του οδηγήθηκαν σ’ αυτήν την ποινή, κάτι απ’ τη θλίψη της ανθίζει μέσα του με μεγάλα άσπρα λουλούδια. Μια γεύση από ζαχαρωτά επιμνημόσυνα, μια ζήλεια (αναπάντεχης έντασης!) για τους προγόνους του που, μετά τη βάρδια, έσβηναν τη δίψα τους στα μπαρ. Πόση εργασία, τι χιονόπτωση! Κι όμως χωριά δεν αποκλείστηκαν, δεν διεκόπησαν οι συγκοινωνίες. Ο αιώνας μπορεί να συνεχιστεί, μπορεί, αν θέλει, και να προελάσει, δεν θα διασπάσω γι’ αυτό την αλληλουχία των σκέψεων μου. Η μια δεν πηγάζει από την άλλη, η μια επικαλύπτει την άλλη, στρώσεις διαδοχικές, από σκέψεις, που προσπαθούν να πείσουν πως ο μηχανισμός που λειτουργεί υπάρχει. Εγώ ασφαλώς τη λειτουργία τη βλέπω, δεν βλέπω όμως το μηχανισμό. Δεν είναι σόφισμα αυτό, και η Αλίκη έβλεπε το χαμόγελο μόνο του, το πρόσωπο απουσιάζει πάντα, αν κι εγώ τώρα βλέπω μορφασμό. Σκέφτομαι πως δεν θα ’μαι εκεί όταν αποκρυσταλλωθεί η φιγούρα και αυτό με ανακουφίζει τόσο, που ο πονοκέφαλος υποχωρεί. Αέρας διατρέχει το στήθος μου, οι πνεύμονές μου δουλεύουν εμψυχωμένοι, αισθάνομαι το πέρασμα της ευεξίας σε πλήρη φιλική διαδρομή. Έζησα αρκετά αυτό που οι φίλοι μού περιγράφουν ως τον
τρυφερότερο εαυτό τους. Το ότι δεν συμφιλιώθηκα δεν φαίνεται να είναι μόνο πρόβλημα γηραιάς εποχής. Θυμάμαι, κάποτε, φορτωμένη χρυσάνθεμα, στάθηκα κάτω από έναν φανοστάτη. Ηρωίδα μιας φιλόδοξης αφήγησης διεκδικούσα χώρο στη σελίδα. Τρόμαξα όταν είδα ότι κρατούσα το γιο μου εκεί, μέσα σε ξαφνική κακοκαιρία, με μόνη του κουβέρτα εκείνο το δημόσιο φως. Αν είχα υπάρξει παιδί, θα ήξερα ίσως τι να κάνω, το βασικό μητρικό χρέος, πώς σώζει κανείς μια ψυχή από ένα γερό κρυολόγημα. Υπάρχει, μου είχαν πει, ένας κήπος των υπερβάσεων ολάνθιστος από λουλούδια του Οκτωβρίου, που τον διασχίζουν ζαλισμένες εκατοντάδες άλλες εποχές. Εκεί βαδίζεις σ’ απαλά δευτερόλεπτα που κάνουν την περιστροφή ενός έτους να διαρκεί πολύ περισσότερο. Διαθέτεις αναρίθμητους μήνες, ώσπου να τελειώσει η άνοιξη. Δεκάδες Μάρτιοι συνεχίζονται, αν και κυλούνε ήδη οι Αύγουστοι και αυτοί πολλαπλασιάζονται άπαυτα, παρόλο που οι πρώτοι Σεπτέμβρηδες έχουν αρχίσει να τους προσπερνούν. Και μόνον, έλεγαν, ο Οκτώβριος είναι Ένας: τριάντα αδιατάραχτες μέρες που δεν θα επανέλθουν ποτέ. Τέτοια αγαλμάτινα εικοσιτετράωρα έχουν τη μυρωδιά των βρεφών που η γένεση των νέων κυττάρων κάνει το σώμα τους εύοσμο. Τότε ακριβώς με μια κίνηση τρόμου πρέπει να διώξεις μακριά τους τις μέλισσες. Έμοιαζε πειστικό, καμιά επίσκεψη στο ιατρείο, καμιά υποψία αθεράπευτης μητρότητας. Με μέσα πρόχειρα προστάτεψα το δέρμα μου απ’ τον οξύτατο πόνο της επαφής με το φως, με κάποια, ας πούμε εξουθενωμένη ψιχάλα ανασυρμένη βιαστικά από το μπαούλο και σφιγμένη γύρω από τους ώμους μου ώστε αβίαστα να αποδίδεται η πλαστοπροσωπία της ομορφιάς. Το βέλο χαμηλά χαμηλά, μία κυρία αγέραστη, ένα προϊόν τεμαχισμού, ένα πορτοκάλι στα δύο: «Εσύ είσαι, μαμά; Εσύ είσαι;» Τραυλός ομιλητής μπροστά σε μια εκκεντρική φιγούρα. Το φως είχε εξαλείψει το περίγραμμα, όμως εκείνος άκουγε τους κρότους: «Θλίψη, να τι σε συμβουλεύω εγώ». «Μαμά; Θλίψη;» Ω, ομορφιά των αγρών των καλλιεργημένων αιώνες… Ω, τεχνικές των αρδεύσεων… φιλάνθρωπα μαθηματικά των σωλήνων… Αυτό το αγόρι είχε ίσκιο μες στο σπίτι του, θα ’πρεπε να χει φυγαδευτεί από εδώ, στις εξοχές με τους ανθρώπους που στέκουν με τα πόδια ανοιχτά και κοιτάζουν ακατάδεχτα προς τις πόλεις. Πώς θα με δει όταν βεβαιωθεί ότι η μόνη μητρική αρετή είναι ν απαρνηθείς τη θλίψη; Αν το είχε πάρει κάποιος ως εκεί… αν το είχε απασχολήσει κάποιος… θα άφηνα τώρα το κεφάλι στο βάρος του, αυτή η σακούλα με τον πονοκέφαλο θα μπορούσε να πεταχτεί κάπου. Κάτω απ’ το δέρμα μου διακρίνονται οι προαναγγελίες μία μία, αυτές που αλήθεψαν και οι άλλες, στοχασμοί μ’ εξωφρενικό αντικείμενο, την πιθανότητα, ας πούμε, ο άνθρωπος να μπορεί να ζήσει για έναν άλλο. Κάτω απ’ το δέρμα μου κολυμπάω και ακέφαλη, το εγκάρδιο, έντιμο πρόσωπο μπορεί να παραμένει στο μαξιλάρι. Εκείνος ο κολυμβητής διατηρεί όραση, θυμάται τον πολιτισμό του εγκεφάλου, τίποτε, τίποτε αποτρόπαιο στις απλωτές μου εκεί κάτω. Όμως εδώ πώς μπορώ να εξασφαλίσω τις πεποιθήσεις της διάρκειας, μια πιθανότητα αστραποβόλα, μια πλήρη νύχτα Χριστουγέννων; Θα πρέπει κάτι να έχω να του πω, το πόσο σεβασμό κατακτούμε με την πολυσχιδή
δραστηριότητα, ότι συχνά υπάρχουν κίνητρα ευγενή που θερμαίνουν δυνατά την έμπνευσή μας… Ότι ειλικρινά ταυτιζόμαστε με αισθήματα που μοιάζουν δικά μας… ότι η άγνοια μπορεί και να είναι ένα ελαφρυντικό για τους γελοίους. Εξάλλου είμαστε εργατικοί, ενθουσιάζουμε το κοινό μας. Το προτρέπουμε σε σταυροφορική αφοσίωση προς Ομορφιές που τρελαίνουν. Τις υποψιαζόμαστε, τις διανοούμαστε, τις οσμιζόμαστε. Αυτή η οσμή μας συντρίβει, ένα άρωμα οργασμικό, μία ευωδιά δηλητηριώδης. Δεν έχουμε άλλη εξιλέωση από το να παρακινούμε τους άλλους, να διαδίδουμε με φλόγα αποστόλου την πίστη. Είναι σαν να έχουμε αντικρίσει τον Άγιο στο δευτερόλεπτο του εξαγιασμού του: χνώτο θερμό, διπλό πεπρωμένο, μισό θνητού, μισό αθανάτου, και μια θαυματουργή παρέμβαση τα ενώνει σε καρπό θεοφιλίας. Ένα αιφνίδια ανεστραμμένο πηγάδι που εκχέει κρουνούς θυμιάματος. Μέσα τους η Σάρκα λάμπει. Α, πρέπει να μπορώ να το πω αυτό, πως θέλουμε να πέσουμε στα πόδια Του, να φιλήσουμε την άκρη του ρούχου Του, να υποσχεθούμε μ’ όλα μας τα δάκρυα αιώνια τύψη για τον εαυτό μας. Υπηρετούμε αυτόν τον ενθουσιασμό υποδυόμενοι με ειλικρίνεια τους μύστες. Ίσως κι αυτό να είναι ένα ελαφρυντικό αν κάποιος κάποτε μας κρίνει. Αν δει στα χρωμοσώματά μας τα ελάχιστα ψήγματα χρυσού. Αλλά οι ίδιοι πώς να επιτρέψουμε τέτοιες ανέσεις στη Βιολογία; Υποψιαζόμαστε, διανοούμαστε, οσμιζόμαστε. Δεν είναι αυτά βιολογικές λειτουργίες; Η υποψία δεν σκίζει τα ρούχα, δεν αποκαλύπτει τα όμορφα σώματα; Η σκέψη δεν επινοεί το τοπίο, δεν επιπλώνει το διαμέρισμα, δεν οργανώνει τις ιδανικές συναντήσεις; Η όσφρηση δεν ξεσηκώνει τον πόθο, δεν απλουστεύει τον προσανατολισμό; Ποια Ιατρική μπορεί να συγχωρέσει την απουσία της ψυχής; Δεν έχει εκεί αρμοδιότητα. Αυτός ο πόνος δεν την αφορά. Είναι τυφλή και ανίδεη μπροστά σε μια πληγή από γνώση. Εγώ συχνά παρηγορούμαι με την ελπίδα πως ένας πειστικός θάνατος επί σκηνής εμπνέει την ελπίδα της Ανάστασης. Πως θα υπέβαλλα
κάποιες τέτοιες ελπίδες. Θα πρέπει να το κρύψω αυτό; Δεν θέλω. Δεν θέλω να συρθώ στην καταξίωση. Θέλω να κάψω το συκώτι μου. Είναι ένας πλούτος να περιφρονείς τον εαυτό σου, είναι μια δύναμη να φτύνεις τα μούτρα σου. Η περιφρόνησή μου με τιμά, έχει την ηλικία της αφροσύνης μου, τη φρεσκάδα της αίρεσής μου. Αν ο κόσμος δεν μπορεί να είναι το έργο ενός νεαρού χειρώνακτα, γιατί θα έπρεπε να τον δικαιολογήσω;

 

(Απόσπασμα 4 σ.82)

Κατεβαίνω. Πολύ προσεχτικά και αργά. Η σκάλα εντελώς κατακόρυφη κι αυτές οι ψηλοτάκουνες γόβες… Όμως θέλω να είμαι ωραία. Το πέρασμα από τέτοια πασαρέλα πρέπει να είναι πραγματικά μεγαλόπρεπο. Πίσω μου η λίμνη θροεί παιχνιδιάρικα, ένα κάπως μελαγχολικό κουτσομπολιό. Το μονόξυλο αραγμένο στα καλάμια απορροφά την κλίση του τοπίου. Μπορώ να παρακολουθώ το διαβήτη να διευρύνει συνεχώς τους κύκλους του χωρίς να σκύβω πάνω απ’ το νερό. Κρατώ τη μία άκρη του σπάγκου, στην άλλη είναι το πρόσωπο ενός φίλου που είναι αδύνατο να θυμηθώ. Τον αγαπώ; Α, ναι, πάντα. Κάτι εντοπίζω κάτω από το στήθος μου… συγχέεται με το χτύπο της γόβας κάθε φορά που αλλάζω σκαλί. Προσπαθώ να το μεταφέρω… κατεβαίνοντας λικνιστικά. Ένας κοασμός με τρομάζει… ύστερα βλέπω την αθώα ύπαρξη να επαναλαμβάνει το σάλτο της… μια χούφτα σκούρα πράσινη σάρκα που την ξαφνιάζει η επίσκεψή μου. Και τ’ άλλα πνεύματα μοιάζουν ανήσυχα, ακούγεται το κλάμα του λύκου. Έχω την αίσθηση πως οι άκρες των δαχτύλων μου μου κρύβουν μια πληροφορία… πως έχουν ψηλαφίσει πόντο πόντο το μέτωπο, τα ζυγωματικά, το πιγούνι… πως, αν μπορούσα να τα βουτήξω στο νερό, το πρόσωπο εμβαπτισμένο στο διάλυμα, θα εμφανιζότανε σιγά σιγά, όπως στο θάλαμο του φωτογράφου. Αλλά δεν θέλω να το σπαταλήσω έτσι… το μόνο, που διατηρώ, αποτύπωμα. Κατεβαίνω ακόμη πιο βαθιά… με μια ακόμη πιο έξοχη κίνηση. Από το κέντρο της γης βλέπω τους προβολείς αναμμένους.

 

 

Φορτίο (1997)

 

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΤΕΛΟΣ

ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΟΔΟΙΠΟΡΟΥ

Κουβάλησε στη ράχη του ως εδώ
Τέτοιες πέτρες.
Το νερό, την άμμο, το φτυάρι.
Χάραξε στη γη το σκαρίφημα.
Λογάριασε τα εργατικά.

0 καημένος… Τώρα, που έκλεισε τα μάτια του, ας του πλέξω
Εγώ ένα γελεκάκι από λουλούδια,
Μαργαρίτες, σπάρτα, κυκλάμινα.
Ύστερα θα βαδίσω πάλι.
Μπορεί ένας λύκος με το βόλι στο πόδι του
Να ’ρθει εδώ πάνω, να τελειώσει κάποτε
Το σπίτι του.
Μα κι έτσι, ο σωρός των υλικών
Κάποια κατοικία τού γίνονται,
Ένα καλό, στον άνεμο, μνημείο.

 

ΕΠΑΡΧΙΑΚΗ ΖΩΗ

Μπορώ να τον εξαπατήσω αυτόν, συλλογίστηκε.
Είναι καινούριος στα μέρη μας.
Κρύβεται από τους ανθρώπους.

Αλλά του γύρισε ο καθρέφτης ένα πρόσωπο
Ντόπιο, με γένια άγρια, πρησμένα μάτια.
Δεν ήταν μέσα ‘κεί χωροφυλάκοι.
Είχαν ξεμείνει στον καφενέ.
Για έναν σαν κι αυτόν δεν θ’ άφηναν
Χωρίς κρασί την κρύα νύχτα.

Λοιπόν, περίμενε στο πατρικό του σπίτι
Μονάχα τη φωτιά εξαπατώντας
Ως το πρωί.
Κάνα δυο ξύλα και της έδινε ζωή.
Και τη ζωή του, που ποτέ δεν ήρθε,
Λησμονούσε.
Κι άκουγε που γαβγίζανε δεμένα
Των μεθυσμένων τα σκυλιά.

 

ΥΙΟΘΕΣΙΑ

Η θάλασσα είχε δυο παιδιά.
Το ένα το βρήκε με το πρόσωπο στο βούρκο.
Τριγύρω τα κατάπληκτα ψάρια.
Το γύρισε, το ακούμπησε στην πέτρα
Και το μεγάλωσε.
Το άλλο, ξυπόλυτο, γυρνούσε στο γιαλό
Και φώναζε τον αδελφό του.

Όποιος νομίζει ότι δεν μπορεί η θάλασσα
Να γίνει μάνα
Έχει σφαίρα ξεχασμένη στο θώρακα,
Σε στρώμα δεν μπορεί να γείρει,
Πάει καιρός που χέρι δεν μετράει
Τον πυρετό του στο κούτελο.

Γι ’ αυτόν απόψε οι σπηλιές οι υποθαλάσσιες
Θ’ ανάψουν όλα τα καντήλια.
Θ’ ανεβαίνουνε με την ανάσα του
Οι φυσαλίδες της μητρικής προσευχής.
Ώσπου το βόλι το προδοτικό να σκουριάσει
Και να σκεπάσει χούφτα αλάτι
Το τρυπημένο μέρος της καρδιάς.

 

ΟΙ ΜΕΤΡΗΣΕΙΣ

Ακολουθώντας το κυνηγημένο ζώο
Βρήκαν το σπήλαιο με τους σταλακτίτες
Α, πόσο άδικο είν’ αυτό…

Εκείνου τ’ άνοα μάτια ήξεραν
Να μετρούν σταγόνα σταγόνα
Το πέτρωμα του νερού.
Πώς όλοι αυτοί με τα γυαλιά
Διώχνουν το Χρόνο από την τρύπα του;

Ανήμεροι, με την ψυχή όλο νύχια,
Φωτίζουν, μετρούν, ερμηνεύουνε.
Ούτε τα δάκρυα του Κυρίου ακούνε
Που κατέρχονται
Ούτε απ ’ τη γη τις κρύες στήλες
Των αρχαίων των ψυχών που τα υποδέχονται.

Μόνο αν περάσει πάνω απ’ τα κεφάλια τους
Καμιά φορά νυχτερίδα περίτρομη,
Πέφτει ο φακός από το χέρι τους
Κι απελπισμένοι βλέπουνε το φως του
Να το ρουφάει αθόρυβα ως τον πάτο
Πλωτό, μεγάλο, προαιώνιο σκοτάδι.

 

ΤΟ ΛΑΓΟΥΜΙ

Κάτω απ’ τη γη περνούσε το μήνυμα.
Μα πάνω τίποτα δεν ακουγόταν.
Οι τυφλοπόντικες το πήγαιναν έντρομοι
Ο ένας στον άλλο.

Πάνω δεν ακουγότανε τίποτα.
Αιθρία. Είχαν οι γυναίκες βγει
Κι άπλωναν ρούχα.
Άλλες, μικρότερες, με τη φρεσκάδα του ύπνου,
Γερνάν επάνω απ’ τ’ ανοιχτά παράθυρα,
Πράσινα, καταπράσινα θεριεύανε
Κλαριά και φύλλα.

Πέρα, μια ταχτική καμπάνα
Ξαναπερνούσε από τον ουρανό.
Κι έσκιζε με την ουρά το χελιδόνι
Την πουπουλένια την πρωτομηνιά

Αχ, κρυφέ μου πόνε, αχ, θλίψη μου,
Άσ’ την να ταξιδεύει ασύλληπτη
Η χαρωπή οικουμένη.
Άσε τα πανιά να φουσκώνουν
Του άσαρκου καλοκαιριού.
Εμείς εδώ, κρυφακούοντας
Το θαμμένο τον τηλέγραφο
Του κρύου.

 

Η ΕΚΤΕΛΕΣΗ

Η βία είναι το χέρι μου
Όπως υπάρχει:
Το στόμα σου σφραγίζω και μετά
Σε παραδίνω.
Εγώ, εγώ σε παραδίνω,
Που ήρθες και μου τ’ ομολόγησες
Πώς τίποτα δεν είδες άλλο
Παρά τη γέννηση σου στον ύπνο σου
Σαν μια και μόνη μαχαιριά.

Όχι, δεν θέλω πάρε-δώσε μαζί σου:
Σ’ αυτούς να πας με τα στιβάλια
Τα φορτωμένα λασπουριά.
Σε κρίνουν φτύνοντας κουκούτσια,
Κλοτσώντας το σκυλί του ταβερνιάρη.
Το ματωμένο μάτι σκύβουν στο λαρδί
Κι αποφασίζουν.

Πάψε λοιπόν να γυρεύεις για λόγου σου
Καλή ζωή,
Εγώ και να σε σκότωνα θα μπορούσα,
Για να μην ακούω το κλάμα σου.
Πάψε να κρέμεσαι από πάνω μου ρωτώντας
Πού σε τραβάνε οι μεθύστακες.
Κρεμασμένο στο καρφί το σακάκι σου
Ποτίζεται καπνό.
Σαν κι εκείνους θα βρωμοκοπάς
Αν βγεις ποτέ από ’δώ μέσα.

Δεν έχω το κουράγιο, δεν μπορώ
Εγώ να ζήσω.
Έζησα κάποτε κουβαλώντας σε
Κάτω απ’ το ρούχο μου σαν σκύμνο.
Μασούσα τη τροφή και σου ’δινα,
Έδιωχνα με φωτιές τα πνεύματα.
Το σώμα μου γέμισε νυχιές.
Για δες πού μ ’ έσυραν με το φορτίο μου:
Με μια λερή ποδιά μέρα νύχτα
Να γεμίζω τις κούπες τους.

Λοιπόν, ας έρθει ο θάνατος να μας δικάσει
Και σένανε και μένα, αγαπημένε μου.
Από την μπόχα που δεν σ’ έσωσα
Εκείνος μπορεί να σε σώσει
Και την αβάσταχτη απορία σου
Να σβήσει μ’ ένα στεναγμό.
Και, όπως ταιριάζει σ’ έναν που σε πρόδωσε,
Σε μένα να ορίσει ζωή αιώνια
Εδώ, μες στα σκαμνιά τα τσακισμένα,
Μες στα βαρέλια και στις κάνουλες,
Μες στις γροθιές που κοπανάνε τα τραπέζια
Κι όλο ζητούν να ζω, να ζω.

 

ΗΜΕΡΕΣ ΔΟΞΑΣ

Πώς πρέπει λοιπόν να ζήσουμε,
Αναρωτήθηκε ο Αυτοκράτορας
Ρίχνοντας το πρόσωπο στα χέρια του.
Ούτε ο καμπούρης του απάντησε, ούτε ο Επίσκοπος
Ούτε η βαριά από το μαργαριτάρι
Νύφη.

Μέσα τον μια λιμνούλα έλαμπε στον ήλιο,
Αν και ο ήλιος δεν περνούσε από κει
Παρά μόνο σαν το κομμένο κεφάλι
Που είχε κυλιστεί στις σκάλες.

Έλαμπε, έλαμπε και γύρω στα καλάμια
Ξυπόλυτα μπαινόβγαιναν
Παιδιά του λαού.
Κάτι όμορφες είχαν απλώσει μπουγάδα.
Άχνιζε λουλάκι και νάρκισσος.

Φτωχέ… Γιατί δεν ρίχνεις στη φωτιά
Την Αυτοκρατορία…
Γιατί δεν ρίχνεις στάχτες στα μαλλιά σου…
Βαθιά, στον πάτο του νερού, κοιμάσαι
Όπως σε γέννησε η μάνα σου,
Ένα μωρό ανθρώπου, ένα γιο
Σπαργανωμένο με φύκια.

 

ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ

Δες πώς συσσωρεύεται η κτίση
Κάτω απ’ το βλέμμα του ανθρώπου.
Τι απομένει… Έν’ απέραντο σεντόνι.
Τις άκρες του θα σηκώσει μονάχος.
Τον μπόγο θα φτιάξει της κατοικημένης γης,
Ακόμη και της στέπας και της θάλασσας.
Στον ώμο του θα τον φορτώσει
Και θα φύγει.

 

ΤΟ ΗΧΕΙΟ

Κι όπως πήρε το χώμα και το φύσηξε,
Ζωή δεν ήρθε. Μα ένα σφύριγμα
Όπως μέσα από κούφιο καλάμι.

Αλλά ένας ταπεινός επενόησε
Τον αυλό.
Κι ένας άλλος
Το στρόβιλο του αέρα μέσα από ένα
Χρόνια παρατημένο χωριό
Και πώς, περνώντας ο ταξιδιώτης
Κάτω από τα κρεμασμένα παράθυρα,
Σφίγγεται, σφίγγεται στο σακάκι του
Κι όλο σφυρίζει ένα σκοπό
Που ο κουρνιαχτός κουκουλώνει.

 

ΔΥΟ ΚΥΡΙΕΣ

Δεν έχω να βαδίσω αλλού
Παρά μόνο πάνω στα βήματά μου.
Έχουν από ώρα γυρίσει πίσω.
Άλλα -τώρα δα- ξεκινάνε.
Πάντα βαδίζει γύρω μου
Ο εαυτός μου.

Αλλά εσύ, μουσική, φοράς πούπουλα.
Δεν γράφεις χνάρι στον αέρα.
Κανείς ποτέ δεν θα μάθει
Τους περιπάτους μας.

 

ΤΟ ΦΟΡΤΙΟ

Πεθαίνοντας το γιγάντιο πεύκο
Μου έγνεψε να πάω κοντά του
Και, πριν να σωριαστεί, μου παρέδωσε
Αυτό που κρατώ.

Στα χέρια μου λοιπόν δεν θα σπάσει.
Πάω σε τόπο που βλαστάνουν μόνο θάμνοι,
Σε σπίτια χτισμένα στον καπνό.
Εκεί, κανείς δεν σε ρωτάει.
Μόνο δουλεύουν όλοι, μέρα νύχτα,
Τσεκούρια, πλήκτρα, τρύπανα, σφυριά.
Μ’ όλο που δεν μπορώ να πιάσω ελεύθερα
Ούτε τα εργαλεία της δουλειάς μου,
Συχνά ούτε κι αυτό το ψωμί,
Αυτό δεν θα σπάσει στα χόρια μου.

Βάρος ασήκωτο στην καρδιά μου
Ν’ αφήσω τ’ ασήκωτο βάρος του.
Μ’ όλο που σπρώχνει ο κόσμος βιαστικά
(Ούτε και που το βλέπουνε, νομίζω),
Μόνο στον τάφο μου θα τ’ ακουμπήσω, κι εκεί πάλι
Θα το κρατώ με το σωρό της γης που θα ’μαι.

Ω, ταπεινή και φιλότιμη
Αιωνιότητα των ανθρώπων
Που τίποτε δεν αξιώθηκαν,
Που δεν τους δόθηκε καμιά δωρεά,
Μια μέρα θα το πάρεις στα χόρια σου
Με δάχτυλα τρυφερά και έμπειρα.
Και με ξόρκια στα πουλιά, μ’ ελπίδα,
Το βλέμμα θα ρίξεις τριγύρω.
Ας είναι τότε να περνά απ’ τον κόσμο πάλι
Η κουρασμένη μου ψυχή.

 

Η ΠΑΡΕΑ

Κάθισαν γύρω γύρω οι φίλοι
Κι ανάμεσα τους πέρασε ο κισσός
Και λίγος θόρυβος του δρόμου.
Όταν καλά τους έδεσαν οι έλικες
Και σκόρπισε η τελευταία σκόνη,
Σήκωσε ο πρώτος το ποτήρι του
Κι ευχήθηκε με δάκρυα στα μάτια
Να τους σκεπάζει πάντα ο ουρανός
Με τη μεγάλη σοδειά του.

Δεν τους γνωρίζω. Τους φαντάστηκα
Σαν μια φυλή πεζοπόρων
Που πότε πότε σταματούν και μοιράζονται
Τα λιγοστά υπάρχοντά τους.
Συγκατανεύουν ο ένας στου άλλου την εξήγηση
Κι ύστερα, με του καπνού τα δαχτυλίδια,
Στέλνει ο καθένας στεναγμό στο πρόσωπο
Που τον κοιτάζει πάνω απ’ τ’ άστρα.

Δεν έχουν βέβαια όψη ανδρών σοφών.
Μοιάζουνε πιο πολύ συστάδα δέντρων
Γύρω από μια, ριγμένη από ψηλά,
Γιγάντια πέτρα.
Αυτήν την πέτρα ψηλαφώντας με τα δάχτυλα,
Διαβάζουν του Θεού το ζάρι.

Έτσι θα ’ταν καλά. Κι αν ακόμη
Δεν είναι η ζαριά παρά ένας
Και τελειωτικός πυροβολισμός.
Κι αν, αντί για το πέτρινο ιερό της,
Ανοίγει μοναχά μια τρύπα.
Κι αν όλοι οι φίλοι δεν είναι παρά ένας
Χτυπημένος άνθρωπος,
Έτσι θα ’ναι καλά. Μπορεί κανείς ν’ ακουμπήσει.
Μπορεί να βαδίσει χιλιόμετρα
Δανείζοντας τα δάκρυά του
Σε κάθε ίσκιο που τον προσπερνά.

 

Η ΠΡΟΣΩΠΙΔΑ

Ο νεκρός με το γαλήνιο πρόσωπο
Μαθαίνω ότι είναι ο Ήλιος.
Ο άλλος, που ένας μορφασμός τον σφίγγει,
Είναι ο βράχος κάτω από τον ήλιο
Με μια και μόνη στην κορυφή
Ανθρώπινη κατοικία.

Μέσα κεί ζουν οι κατώτερες φυλές.
Με τα ζώα τους μαζί, σαν σε στάβλο.
Ανίδεοι αν γύρω απ’ την πέτρα
Σπάει το κύμα.

Όσες φορές ανοίγουν το παράθυρο
Ή βγάζουν για βοσκή τα πρόβατά τους,
Όλο ψηλά κοιτούν και θλίβονται.
Χώνονται πάλι μέσα βιαστικά
Και τρώνε τη ζωή τους στα δάκρυα.

Αλαζονεία ή σοφία δεν το ξέρω,
Αυτοκτονία ή ευπρέπεια.
Μα τόση φωτεινή παγερότατα,
Τόση διαφάνεια της φλεγόμενης μάζας,
Που καθησύχασε τα εκρηκτικά υλικά
Και φόρεσε αδαμάντινο καύκαλο
Πάνω στο πρόσωπο της αγάπης,
Δεν θα γίνε χωρίς τη θέληση μας.
Για να τελειώσουν όλα όπως τελείωσαν,
Πολύ θα έχουμε εργαστεί.

Όσοι με τρόμο κρύψαμε απ’ τα μάτια μας
Το τερατώδες φύλο της καρδιάς μας,
Όσοι χωρίς περιουσία δανείσαμε
Χρυσό απ’ των άλλων τα έσχατα όνειρα,
Εδώ τώρα, με τα ζωντανά και με τ’ άχερα,
Συνωστιζόμαστε.
Όσο και να μορφάζει η στέγη,
Όσο και η πέτρα να συρρικνώνεται,
Τα βροντώδη τα βλέφαρα έκλεισε.
Δεν μας βλέπει, δεν μπορεί να μας δει
Ο νεκρός εκεί πάνω.
Τις φλόγες του αργά αργά
Σαν πόνο που κανείς δεν εννόησε
Καταπίνει.
Την ξοδεμένη άπειρη ζέστα
Αφήνει στα περαστικά βουνά.

 

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΤΕΛΟΣ

 

2

(… όπου ο ποιητής μένει
ακατοίκητος )

Η θεία έμπνευση σ’ εγκατέλειψε, φίλε μου.
Τι σου μένουν πια; Οι επιθυμίες…
Μ’ αυτές δεν πας μακριά.
Το πολύ
Ως την εκπλήρωσή η τη διάψευση τους.

Αλλιώς, αλλιώς είναι
Όταν έρχεται να κατοικήσει μέσα σου
Των δαιμόνων το σόι.
Σέρνουν μαζί τους σαν δεμένο με φωτιά
Τον αργό θάνατό σου.

Είναι χαρούμενοι μες στα σπλάχνα σου.
Κάτω απ’ το στήθος σου είναι ζεστά.
Τρώνε από σένα και σκεπάζονται.
Έξω χειμώνας βαρύς.

Δεν είναι ότι θέλουνε να σ’ αφανίσουν.
Μα, όπως γίνεται ένας σεισμός
Κι αλλάζει ο θαμμένος πλευρό
Για να βολέψει τις αλυσίδες του,
Έτσι κουνάν και σπάνε τη σκέψη σου
Κι ερείπια κάνουν τα καλά σου έργα.

Λένε οι φίλοι: «Δέστε ένα πουλί!»
Λένε οι εχθροί: «Δέστε το κλουβί του».
Μα σένανε σε τρώνε οι δαίμονες
Και στον εαυτό σου, μοναχά σ’ αυτόν,
Σε μεταμορφώνουν.

Και τι είσαι τάχα χωρίς θεία έμπνευση;
Κάποιος που θ’ αγαπηθεί από τους ανθρώπους.
Κάποιος που όλα τα δώρα της νιότης του
Θα τα ξοδέψει.
Ή, αν είσαι απ’ τους πολύ λυπημένους.
Κάποιος που έκρυψε από το φως του ήλιου
Των δακρύων του τα μαργαριτάρια.

Με την έμπνευση διώκεσαι.
Δεν κυνηγούν το φόνο μα το πένθος.
Θέλει σπηλιές να βρίσκεις και ρουμάνια.
Θέλει να μη μοιραστείς ποτέ
Το ψωμί σου.

Έλα τώρα, μη σκαλίζεις τα χαρτιά σου.
Άλλο μην ταπεινώνεσαι.
Το βράδυ κλείνει τα παράθυρά του.
Κλάψε.

 

5

(… όποιος αγαπά την αλήθεια
εμένα δεν μ’ αγαπά )

Ω, καμιά πραγματικότητα
Εκτός από τούτη τη λίμνη
Μες στο χλομό αντιφέγγισμα
Του φθινοπώρου.

Η αστραπή ενσαρκώνεται.
Το κίτρινο φύλλο μουσκεύει.
Κατάκοπος απ’ την ανάστασή του
Ο πνιγμένος.

Το άνθος πάνω στο νερό, μες στον κύκλο του,
Είναι το πραγματικό πρόσωπό του.
Για να αναστηθεί, το εγκατέλειψε.
Μα τώρα, όπως περίλυπο επιπλέει,
Στρέφει σ’ αυτό με συμπάθεια
Το νέο του βλέμμα.

Καμιά, καμιά πραγματικότητα
Εκτός από τη σιγανή βροχή.
Αυτή λιχνίζει πάνω απ’ το γυαλί τα τιτιβίσματα.
Ψιθύρους ασαφών υποθέσεων
Πως τάχα φως θανάτου υπάρχει
Και έγερση από θλίψη απέραντη.

Ήχους αμφιβολίας, βήματα,
Κρύα σκόνη στον αέρα.
Ώσπου η οσμή των σταφυλιών
Πάλι το φόβο κάνει μέθη.
Γεύση από δεμένα στον ήλιο
Κι αραδιασμένα, μιλιά μακριά, σ’ ένα πιάτο,
Μαύρα, καλοπλυμένα τσαμπιά.

Τίποτε πιο αναληθές, πιο ταπεινό
Απ’ την αλήθεια.
Αν είναι ο ουρανός γεμάτος σύννεφα,
Τα σύννεφα είναι γεμάτα σπίτια.
Εκεί οι μέρες των μηνών κατοικούνε
Πριν κατεβούνε να ταφούν εδώ,
Καθώς, αιώνες πριν ξενιτευτούν,
Έχουν τάξει.
Ποτέ, ποτέ είκοσι τέσσερις ώρες
Δεν ερμηνεύουν τόσο βάρος στο στήθος μας.
Ω, από πόσο μακριά
Τις αποσκευές κουβαλάνε…

Κι αν έχουμε αγαπηθεί, αυτό δεν είναι
Πραγματικότητα.
Κι αν έχουμε αγαπήσει, αυτό δεν είναι
Όλη η αλήθεια.
Πρόσωπο νούφαρο και πρόσωπο στους ώμους
Ένας καθρέφτης από ασήμι τα διαιρεί
Και το πνεύμα επινοεί το τοπίο:
Εδώ τα φύκια, εκεί ο βυθός,
Πιο κάτω ο οικισμός που πλημμύρισε.
Παντού το ρύζι του ψιλόβροχου.
Πουθενά το ψωμί της αλήθειας.

Ακύμαντη από όχθη σε όχθη
Αντανακλά το εκτυφλωτικό ενδεχόμενο.
Ένας συλλογισμός την εμψυχώνει.
Οι κλωστές του ψαλιδίζονται στον αέρα
Κι ακούω το μέταλλο στο μέταλλο
Σαν προσευχή που επαίρεται
Βουίζοντας από υδρόβια δράση.
Ποιος γνωρίζει αν είναι μονάχος
Ή αν συνεχίζει τους περιπάτους του
Ο Άλλος πάνω στο νερό…

 

7

(… όπου τελειώνουνε κι αυτές
οι ιστορίες)

Ω, μέριμνα, ω, ερημιά…
Ας μαζέψω τα κουρέλια
Των πρώτων μου σκέψεων.
Ας δώσω περιθώρια να στρωθεί
Χαλί από χλόη.
Την αίθουσα του σύμπαντος διασχίζει
Κατήφεια και υπομονή.

Έφυγαν από τα σπίτια τους
Οι όψεις των πραγμάτων
Εδώ σκορπώντας μοναχά
Το φεγγοβόλημα,
Όλα εκείνα τα παμπάλαια σήματα
Που ξέρω ότι έχουν σωπάσει,
Τ’ ακούω όμως σαν φασματική
Οικουμένη των φίλων.

Ο θόλος κάτοπτρο απ’ όπου
Βρίσκει ο καπνός τα περάσματα.
Δρόμους ηχηρούς και απόκρημνους
Προς τη Χάρη.
Τέλματα στον αέρα, όπου βυθίζονται
Σε στρώματα διαδοχικά τα βλέμματά Του.
Μα εδώ μονάχα η Μουσική, κάποιοι τόνοι
Απ’ τις τροχιές των παρασίτων
Επάνω στα στεκούμενα νερά.

Ω, φροντίδα για το τίποτα.
Των καθημερινών συνήθειων
Διωκόμενα έθνη,
Ας ησύχαζε αυτός ο αέρας.
Τα βήματα των ενδυμάτων αφουγκράζομαι
Καθώς, φευγάτα από βαριές ντουλάπες,
Πάνε κατά το βάλτο.
Οικοδομήματα που αποκαλύπτουν άλλα
Κι αυτά άλλα και άλλα οικοδομήματα
Διαλύουν σαν από αχνό
Τέτοιοι φθόγγοι.
Κι εγώ είμαι ακόμη εδώ κι αδειάζουνε
Από κάθε σημασία τ’ αυτιά μου.

Δεν μπορώ, δεν μπορώ να καταλάβω.
Το κρουστό από τόσους ψιθύρους
Κάνει την αντοχή μου να σαλεύει.
Θα ’πρεπε να ’μουν αθάνατη
Πριν δω τις κορυφές τις χιονισμένες
Σαν σώματα που σκέπασαν για πάντα
Κάθε τους άγγιγμα…
Σαν τόσους αγαπημένους που θέλησαν
Να μου στρέψουν τη ράχη.

Σε μια κηλίδα κρότου που απλώνει
Τα βουνά θεμελιώνουν τους θρόνους τους.
Και κάτω τουρτουρίζουνε τα φώτα
Των βιομηχανιών.
Πυκνές διασχίζουνε τη στέπα
Συγκοινωνίες.
Πάνε κι έρχονται οι συρμοί.
Πτήσεις ανάβουν και χάνονται
Στο χαλάζι.
Τι θα ’πρέπε να ξέρω εγώ
Από μια τέτοια κακεντρέχεια,
Από μια τόσο υπεροπτική
Θεομηνία;

Κάποτε ζούσαν τα πρόσωπα
Όσο χρόνο ζει το φεγγάρι.
Η μπάλα ξέφευγε στα κύματα
Σαν μέσα από θεοσκότεινη κάμαρα
Και γύριζα να δω γιατί
Το πέλαγος σήκωνε το σπίτι.
Άκουγα το παφλασμό από το ηχείο,
Γέλιο ενός Τρίτωνα που απόμεινε εκεί κάτω,
Μες στα γκρεμίσματα των ανακτόρων του,
Μες στα σαβανωμένα κοριτσάκια
Που τίναζαν το τόπι πίσω στη στεριά.
Σήμαινε αυτό: θα χάσω έναν άνθρωπο.
Τη θέση του θα πάρω στο τραπέζι.
Ω, δεν θα τον αφήσω ποτέ
Να δειπνήσει ολομόναχος.

Τι σημαίνει, λοιπόν, τι σημαίνει
Αυτή η άηχη αναρρόφηση…
Χοάνη που σέρνει στο κέντρο της
Οικοσκευή και βιβλία.
Τέτοιο τραπεζομάντιλο, τόσα άνθη,
Με μια και μόνη κίνηση
Σηκώνει ο αέρας.
Μαγνητισμένα, με το σημάδι στο κούτελο,
Ακολουθούν στο ανάστροφο ποτάμι
Όσα σώθηκαν άδολα ζώα,
Λαγοί και πέρδικες κι ένας θλιμμένος
Ύπνος χειμερινός της αρκούδας.
Τα χνάρια τους, τα βαριά πέλματά τους
Το ρεύμα θάβει τραβώντας το δίχτυ του.
Τίποτα εδώ εκτός από τη σκέψη μου
Πλυμένη από την ψυχή μου.

Τι είναι; Τι είναι αυτό; Δεν έχει νόημα.
Αυτό δεν μιλά και δεν βλέπει.
Σαν μέσα σ’ ένα μπουκάλι
Το βόμβο κλείνει του κόσμου.
Νιάτα του σώματος, πόνος μυαλού,
Θνητή κι αθάνατη φιλονικία
Ούτε γνωρίζονται ούτε απαντούν.
Ένα σφυρί μονάχα το καρφί του
Μπήγει στο βουνό
Αλλάζοντας χρονολογίες.
Και κάθομαι κι ακούω και μετρώ
Τυχαία πάνω κάτω στο άπειρο.
Ώσπου κι αυτή η αντίσταση να γίνει
Μια μηχανική φλυαρία
Κάποιου που έχασε από χρόνια
Κάθε ακοή

 

 

Το κυπαρίσσι των εργατικών (1995)

 

ΒΟΤΑΝΙΚΗ ΕΝΟΣ ΧΑΡΟΥΜΕΝΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Φως μικρό από μια παλάμη.
Χλόη στα σκεπάσματα.
Ταξιδεύει, αλλά δεν είναι νεκρός.
Τα θρύψαλα από τα γυαλιά του,
Η σκόνη από το σακάκι του,
Οι άσπροι αστράγαλοι, το πουπουλένιο στρώμα,
Όλα είναι ακόμη εδώ.

Ταξιδεύει, αλλά δεν είναι νεκρός.
Άκου που έρχεται το απόγευμα.
Κι ο θόρυβος από κηπουρικές φροντίδες
Και τα ψίχουλα τ’ αραδιασμένα στα πουλιά
Κι η μυρωδιά άδειας φωλιάς, το ποτιστήρι,
Συνήθειες ευλάβειας, τύποι ιδεών,
Το απερχόμενο νόημα
Ενός μικρού κιβώτιου μ’ εργαλεία,
Όλα είναι πάντα εδώ κι ακόμη
Η βουή μιας ύπαρξης που σήκωσε
Χέρια σαν δέντρο, ανάστημα καπνού.

«Αν οι πράξεις μας γυρεύουνε άφεση,
Αυτό είν’ όνομα καλό για την αγάπη.
Όσοι δεν είναι γύρω μου είναι μέσα μου.
Κι εγώ έχω το κουράγιο να τους βρω».
Έτσι γράφει το χαρτί που μας άφησε.
Βέβαια, δεν πήρε το πενάκι του.
Τα λυπημένα του ορθογραφικά.
Μα ό,τι είναι ορθό έναν ολόκληρο χειμώνα
Ζωή και θάνατος μεταμορφώνουν
Σαν τα μάτια που πετάει μια κλάρα,
Σαν το μπόλι, που μόλις πάει να δέσει
Επάνω στη σωστή χαρακιά.

Αλλά και πάλι θα μας γράφει. Θα μας γράφει…
Τις νέες ποικιλίες υακίνθων,
Μια πιο εγκάρδια βλάστηση αρωμάτων,
Τα υβρίδια των πηγών, τα πέτρινα πέταλα
Μιας εξαιρετικής διπτέρου ανεμώνης
Και πώς, με άπραγα τα χέρια πια,
Μόνος ο νους καλλιεργεί και συλλέγει,
Άκαρπο μόχθο, τρυφερότατο βλαστό,
Την απορία, τη θλίψη, την ευθύνη.

 

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΗΣ ΘΕΡΜΗΣ ΑΦΟΣΙΩΣΗΣ

Ο στρατιώτης πήγαινε μπροστά.
Σφύριζε με χάλκινους πνεύμονες
Πως είναι η ανελέητη εκδίκηση
Η πιο σοφή, η πιο παρθένα Δικαιοσύνη.
Τον ουρανό μαστίγωνε η παντιέρα του
Και χιόνι έπεφτε καινούριο.
Τη γούβα που άνοιγε το πάτημά του
Χιόνι δεν τόλμαγε να τη σκεπάσει.

Η Μοίρα του βάδιζε πίσω του.
Δούλα, που έχουν αχρηστέψει τα γεράματα.
Τα ρούχα της κουρέλια, κεφαλή σκυφτή.
Στη θέλησή του τέλεια υποταγμένη.

Όλη τη μέρα ανέβαινε, ώσπου
Κατάμαυρο, κρουστό μεταξωτό,
Τεντωμένο απ’ άκρη σ’ άκρη του ορίζοντα,
Σκίστηκε ξάφνου από εκατομμύρια άστρα.
Χέρια πατέρα τού άπλωσαν τα γέρικα έλατα.
Με σεμνό πόθο τον ετύλιξε η σελήνη.

Όχι, δεν βρήκε το θάνατο.
Όχι, δεν τον χτύπησαν κατάστηθα.
Ούτε χωσιά, ούτε ενέδρα, ούτε ατύχημα,
Ποντικοί, κάτι χοντροί αρουραίοι,
Είχαν εχθρούς και φίλους αφανίσει,
Είχαν ρημάξει τα σπαρτά.
Τύφλα, στουπί, κάθε βράδυ τον μαζεύει
Η δούλα του από τα σοκάκια.
Τρίζουν τα γέρικά της κόκαλα
Ως να τον βάλει στο κρεβάτι.
Σαν αποκοιμηθεί, του βρέχει το κεφάλι.
Κούτσα κούτσα τού φέρνει γιατρικά.

«Βαρύ είναι, γιε μου, το κεφάλι σου στα πόδια μου.
Βαρύτερο είν’ έξω το φεγγάρι.
Τρεκλίζει πάνω στην ταράτσα.
Τρομάζει το γάτο και τα πουλιά.
Γείρε. Ησύχασε. Καλά το ξέρω
Τρεις μέρες μόνο μένεις κάτω, στα σκοτάδια.
Τρεις μέρες.
Θα περάσουν πια».

 

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΒΑΡΚΑΡΗ

Η βάρκα του περίμενε δεμένη.
Μύριζε κερί και σάπια φύλλα
Και μια πανάρχαιη λακκούβα φως.

Μετά τόση οδοιπορία κουρασμένος,
Κάθισε λίγο, έβαλε τα πόδια του
Στο υποταγμένο ποτάμι.
Αναρίθμητες φυλές ψυχών ακολουθούσαμε.
Οσμή σπηλαίου μούσκευε τα ρούχα μας.
Μα άναβε ακόμη ο φώσφορος των ματιών
Γι’ αυτά που δεν θα ξαναβλέπαμε,
Μια πάπια αδιάφορη, που αγρυπνούσε,
Εκατομμύρια αεικίνητα έντομα,
Μια κλωστή από ασήμι
Γύρω από το παρατημένο ψαροκάλυβο.

Ύστερα, όλοι μπήκαμε στη βάρκα.
Σαν να μη χτύπαγε τον ποταμό κουπί…
Σαν να κυλούσε μαύρο μέλι…
Τις μακρινές πατημασιές μας στην όχθη
Μια μια τις άσπριζε το φεγγάρι.
Με το στήθος βαρύ από αγάπη
Μόνο ο βαρκάρης τραγουδούσε
Τόσο παρήγορα, τόσο γλυκά,
Που πια δεν κοιτάζαμε πίσω. 

Τώρα δεν θέλω να ταράξω άλλο τον ύπνο σου
Μόνο, όταν έρχεσαι εκεί που κοιμάμαι,
Δεν θέλω πια τ’ αγαπημένα σου δάκρυα
Μα το τραγούδι αυτό του βαρκάρη.
Σκύβω στ’ αυτί να σου το μάθω.
Μυρίζω πάλι τα μαύρα σου μαλλιά.

 

ΜΟΝΑΣΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ

Τα πρώτα φύκια της αυγής.
Το πρώτο λυχνάρι ενός χαμόγελου.
Τα πρώτα θρύψαλα ενός κύκνου.

Αλλά όχι. Είναι τα βήματα
Της χτεσινής βροχής.
Η επιφύλαξη
Ενός φίλου που άλλαξε.
Μια υγρή κορδέλα, κλεισμένο στο φάκελο.
Η απορία
Μιας χούφτας γεμάτης νερό.

Μα πιο πολύ
Είναι αυτός ο κρόταφος
Αυτή η κλίση του λαιμού
Αυτά τα πλήκτρα.
Είναι το δίχτυ από βλέμματα ομίχλης
Στο τέλος μιας μεγάλης ημέρας
Μπροστά σε φρούτα φρεσκοκομμένα,
Σε μια μικρή κούπα γάλα.
Είν’ ο κρυφός περίπατος της σκέψης,
Η φλαμουριά, το κιγκλίδωμα,

Η αθεράπευτη χηρεία της καρδιάς.

 

ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ

«Έζησα χρόνους στη στεριά.
Καιρός να γυρίσω στη θάλασσα
Κι ούτε έχω πια να φοβηθώ
Μια γριά φουρτούνα σαν τη μάνα μου».

Αλλά η μάνα σου ήταν έλατο
Σ’ ένα βουνό επάνω στ’ άλλο.
Το φορτίο του χιονιού ανασήκωνε.
Έκρυβε το ζεστό χυλό στα κόκαλά της
Κι όταν ξεσπούσαν στον καιρό τους τα νερά
Με ρίζες άσειστες κρατούσε στεγνά
Σπίτι λαγού, φαμίλια της χελώνας.

Όπου και να γυρίσεις, όπου και να πας,
Η μάνα σου δεν είναι φουρτούνα
Μα η στεριανή, γεμάτη χνούδι υγρό, ζεστή σελήνη,
Που σ’ έχει στην αθανασία ταμένο
Και ξενυχτάει και σε μελετά. 

 

ΟΙ ΓΕΙΤΟΝΕΣ

Κλείνουν στο κιόσκι τα φανάρια τα βιβλία τους.
Καθώς το σπίτι κατεβαίνει στα βαθιά
Σαν μυρωδιά ψωμιού που σβήνει
Απλώνεται το γεναριάτικο φεγγάρι.

Άραγε ακόμη ο κρεμασμένος είναι μόνος του…
Ν’ ακούστηκε το σπρώξιμο του σκαμνιού…
Να έλειψε η βραδινή του καληνύχτα…

 

ΟΙ ΝΙΚΗΤΕΣ

Αθόρυβα, με πόδι πελεκάνου,
Πάνω στην άμμο που μισοκοιμάται
Φτάνει το πλήρωμα των ημερών.

Περνούν τα ψαροκάικα γεμάτα.

Δεν ζούνε πια αλλά κρίνουν
Ο ουρανός και η γη.

 

ΠΑΡΑΛΛΑΓΕΣ Σ’ ΕΝΑ ΝΥΧΤΕΡΙ

II

Βροχή ερχόταν: ο άπαυτος μουγγός της βρυχηθμός
μαζευότανε πίσω απ’ τα κοπάδια. Αφήσαμε το
άρρωστο κορίτσι καταγής κι ύστερα κάτσαμε κατάκοποι
στο χώμα. Καθώς τα ζώα σκορπίζονταν τριγύρω
μας, τ’ απορημένα τους μουγκανητά διώχναν τις σαύρες,
που έπλεναν στην αστραπή την ουρά τους: καθώς
χωνόντουσαν στις πέτρες, στάζανε πίσω τους τα ξέφτια
μιας ακατανόητης οργής. Βραδυκίνητο σαν αρκούδα
στο χιόνι πατούσε λόφο λόφο το φεγγάρι κι η
φουσκωμένη του κοιλιά, που κοπανιότανε εδώ κι εκεί
στα ερημοκλήσια, έσκασε τέλος σε δριμύ αγιάζι, λίγο
πριν έρθει το πολύ νερό και δέματα, κιβώτια, σάκοι
συρθούνε μες στη λασπουριά. Άχρηστοι από τον
πυρετό και την ανία ακούγαμε να πλατσουρίζει εκεί
πάνω κάτι που αναίτια είχε επινοηθεί και υπάρξει,
δέντρο ή άνθρωπος ή ερπετό. Η αρκούδα του χιονιού
μετάλλαζε σιγά σιγά σε μέγα πρόσωπο γυναίκας, που
όλο έσφιγγε στο στόμα το μαντίλι της κι όλο κουνούσε
το κεφάλι. Τέλος σκύβει και με μπράτσα γερά σηκώνει
το κορίτσι από το χώμα, διώχνει τις μύγες από
το πρόσωπό του και μπαίνει στο καμένο σπίτι, εκεί,
περνώντας με γαλήνια προσοχή πάνω από τα
γκρεμισμένα ντουβάρια.

 

ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΞΑΝΑΓΚΑΣΜΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΩΜΑ

Το σώμα αρφανό από νου,
Άκαμπτο πάνω στ τραπέζι,
Γι λίγες ώρες ακόμη φυλάσσει
Σεβάσμια σκεπασμένο με σεντόνι
Την ευπρέπεια το απόρρητου βίου του.
Ώσπου και η τελευταία αυτή σεμνότητα αποσπάται
Και σταθερό ανασύρει το νυστέρι
Του κάθε πόνου το απολίθωμα στο φως.

Μα ἡ ψυχή, που γύρω εκεί πετάει,
Κλαίει τον άλλον εξευτελισμό, όταν σύρθηκε
Να πρωτοκατοικήσει μες στο σώμα
Και γύρω κλάματα χαράς και θεία πρόσωπα,
Που έπρεπε ν’ αγαπηθούν προτού πεθάνουν.
Τον εξευτελισμό ν’ ανοίγεις το παράθυρο
Σ’ ένα ακατοίκητο πια σπίτι.

Κι ύστερα, όταν σύρθηκε από το σακάκι
Μπρος στον ανακριτή και το δακτυλογράφο.
Κι όταν, με το καπέλο χαμηλά στα μάτια,
Σύρθηκε στις ουρές για το επίδομα.

Αχ, αδύναμο, αδύναμο σώμα,
Επάνω στο βουνό φυτρωμένο,
Χτύπα τον με τις ματωμένες σου γροθιές, σπρώξ’ τον πέρα
Αυτόν τον άθλιο ουρανό.

 

Ο ΟΙΚΟΔΕΣΠΟΤΗΣ

Μες στα βαρύτιμα του ρούχα, ισχνός. Υπέργηρος
Τα δάχτυλά του, φορτωμένα δαχτυλίδια,
Στην πολυθρόνα του ακουμπούν.
Ανοίγει η πόρτα. Μπαίνει τ’ αγριοπούλι
Σκοντάφτοντας στα λαβωμένα του φτερά,
Ώσπου δύο χούφτες μουσκεμένα πούπουλα
Να σκεπάσουν
Κούφια, μικρά, λεπτοκέλυφα κόκαλα.

Πες μου, τώρα, εσύ, κεφαλάκι του κρόκου,
Καρδιά της βιολέτας, χέρια και πόδια του άνηθου
Φουντωμένα μαλλιά του ανθισμένου αγκαθιού,
Πες μου εσύ, καρπερή οικογένεια
Του αραπόσιτου και του ρυζιού,
Την ύπαρξή μου ακολουθώ ή το Νόμο,
Το στήθος μου ή τον κρύο βοριά…

 

ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΠΟΥ ΚΟΙΜΑΤΑΙ

Νύχτα. Η κίνηση αραιή στη λεωφόρο.
Μες στο κλειστό, το φωτισμένο εργοστάσιο,
Οι μηχανές, αποσταμένες μα άγρυπνες,
Επιβλέπουν σαν άκακοι γίγαντες
Τον ύπνο του μικρού. Στριμωγμένος
Κοντά στη σκάρα του ατμού,
Με του αδελφού του το παλτό σκεπασμένος
Ξεκουράζεται.
Όλη τη μέρα δουλεύει στα φανάρια,
Σκουπίζει τζάμια βιαστικά με το κόκκινο.
Εισπράττει κέρματα ή την εύλογη αγανάκτηση.
Περιμένει το επόμενο φανάρι.
Τίμια κερδίζει έτσι και ψωμί
Και το μερίδιο του νυχτοφύλακα,
Που τον αφήνει να κοιμάται εκεί μέσα.

Τα χιονισμένα βουνά της πατρίδας του,
Τα χέρια της μάνας του που τύλιγαν γύρω του
Γυναικείο μαντίλι για το κρύο,
Το δάσκαλο που πληρωνότανε με γάλα
Μόλις θυμάται.
Θυμάται κάτι ελληνικά από το στόμα του,
Που τώρα εδώ ακούγονται αλλιώτικα.
Όχι σαν βότσαλα γυαλιστερά μεγάλης θάλασσας,
Όχι σαν ποδοβολητό του αλόγου
Ενός ανίκητου στρατηλάτη,
Αλλά να, σαν τα κέρματα στην τσέπη,
Σαν το φτύσιμο στο βλέμμα του πελάτη.
Καμία φορά πιο εγκάρδια
Σαν τούτο δω το βουητό της σκάρας,
Που όλο ανεβάζει το θερμό ατμό.

 

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΣΙΤΙΑ

Την τροφή σου, την τροφή σου πού τη σέρνεις;

Εσύ μπορείς να ταφείς εδώ,
Με τις ανόητες τιμές των οικείων σου,
Σαν να ’σουν σ’ οτιδήποτε χρήσιμος.

Μα η τροφή σου, α, η τροφή θα μείνει άταφη.
Για τόση τροφή χώρος δεν υπάρχει.
Άρτων βουνά, εξωτικοί καρποί, γλυκίσματα.
Θα μείνουν στα σκυλιά και στα ποντίκια.

Να δούμε τώρα πώς θ’ αντέξει η ψυχή σου,
Ατροφική και αποστεωμένη,
Εξόριστου μακρά οδοιπορία,
Κάτεργο πείνας, βούρδουλα λιμού,
Πού θα ’βρεις, να γλυκάνεις τα χείλη σου,
Ψίχουλο που ούτε το πουλί χορταίνει.

 

ΣΤΗ ΣΚΙΑ

I

Κατέβαινε πέτρα την πέτρα απ’ το ποτάμι.
Λίγο στεκότανε ν’ αναπαυτεί στις όχθες
Και πάλι έπαιρνε το υγρό του μονοπάτι.

Όσο κι αν θες να θυμηθείς, δεν θα φτάσει
Ποτέ ως εδώ. Όσο κι αν σκύψεις στα χαρτιά σου.
Κι αν σε τυλίξει μυρωδιά από ρούχο γνώριμο,
Τα βήματά του δεν θ’ ακούσεις πια.

Αλλού περνά. Πλάι στα φλύαρα καλάμια.
Ανάμεσα απ’ τις ξαφνιασμένες πέστροφες.
Κάτω απ’ τα βλέμματα των πουλιών
Που πάνε κι έρχονται για τα μικρά τους.

Εδώ μια μόλις τραβηγμένη κουρτίνα,
Τα σπίρτα, το κερί, το κηροπήγιο.
Όλα όσα τίποτε δεν υποδέχονται
Κι όμως πανέτοιμα περιμένουν. 

 

ΣΤΗ ΣΚΙΑ

II

Μια πολυθρόνα σκεπασμένη με κουβέρτα.
Σταχτοδοχεία γεμάτα, άπλυτα ποτήρια.

Έζησε εδώ; Είδε το κεφαλάκι μιας κυρίας
Γερμένο με χάρη στον ώμο του;
Συνομίλησε με τη γαλάζια ψυχή της;

Φυσάει. Τα δέντρα δέρνονται.
Κάτω στο μόλο δεμένα τα καράβια.

Ποιον είδανε, λοιπόν, οι τοίχοι;
Ποιος σήκωσε τους ώμους μπρος απ’ το παράθυρο
Και στάθηκε να δει την προκυμαία;

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Μ’ αδέξιο βλέμμα και θνητό χαμόγελο
Και τα βρεγμένα ρούχα του στο χέρι
Στέκει εκεί, στο βάθος, ώρες,
Σαν να ’ρχεται πρώτη φορά στη ζωή.

Κι όμως πολλές φορές
Τέτοιο κορμί ξανάχτισε απ’ το τίποτα.
Φέγγει τώρα απτό και θελημένο
Σαν διπλή αγκαλιά τριαντάφυλλα.

Μα εγώ δεν μπορώ πια να πεθάνω.
Σκέπασαν τα μαλλιά τους ώμους μου.
Σκέπασε ο πάγος τα νερά.
Και κάτω ο χρυσός των ρευμάτων
Σπρώχνει τα ξύλα απ’ τα καράβια
Βαθιά, στην αδιατάρακτη νεότητα,
Όπου και η χαρά και η θλίψη οδηγούνε.

 

ΠΕΡΣΕΦΟΝΗ

Όλη τούτη την ατέλειωτη άνοιξη
Θ’ ακούς τη βοή της χλόης,
Που όλο κυλάει στην πλαγιά και ξετυλίγει
Τα ρείκια, τα νερά, τα βελάσματα.
Λεία και δροσερή περνά σαν φόρεμα
Πάνω απ’ το σώμα μιας μικρής κοπέλας,
Την ώρα που τραβάει ο κατάδικος
Τη μαχαιριά στο λαιμό της.
Το αίμα κυλάει ως το καλοκαίρι.
Ψοφάνε από το θειάφι του τα χόρτα
Και σέρνει εδώ κι εκεί ξέφτια απ’ το ρούχο της
Ένας απαρηγόρητος ήλιος.

Μα όταν οι πρώτες βροχές
Θ’ αρχίσουνε το σάρωμα των φύλλων,
Όταν δέσουν σταφύλια και κάστανα
Κι όταν, φτυαριές φτυαριές, ο χειμώνας
Σκεπάσει ως και στη φωλιά τους τ’ αετόπουλα,
Κουκουλωμένη κάτω από το χιόνι
Πάλι βαριά θ’ αναστενάζει η χλόη.
Για ένα πέρασμα με πόνο θερμό
Πάνω από τ’ απαλά της στήθη,
Για ένα τύλιγμα γύρω απ’ τη μέση της,
Για μια λιγόζωη χλιδή.

 

ΚΟΡΙΝΘΙΑ

Ι

Απλώθηκε το μεσημέρι του Νοέμβρη
Επάνω στα φρεσκοπλυμένα λεμονόδεντρα
Κι ο γάτος, δεινά μουσκεμένος,
Τινάχτηκε με ρίγος και βάλθηκε
Να λιάζεται σε μια προσήλια πέτρα.

Άμεμπτα είναι τα έργα του Θεού,
Σιγοτραγούδαγε ο καπνός από τις στέγες.

 

ΛΙΓΟ, ΤΟΣΟ ΛΙΓΟ ΦΩΣ

Στα κράσπεδα μιας γυάλινης εκκλησίας
Σκόρπιο λιβάνι της λύπης.
Φλόγα τρέμουσα της χαράς.
Ψωμάκι με το σταυρό του θανάτου μου,
Βαθιά ρυτίδα μιας λίμνης από σμάλτο.
Όταν απ’ το καμπαναριό κυλάνε τ’ άγρια ρόδα
Ως τη χελιδονοφωλιά του αντικρινού του μπαλκονιού,
Με κουρασμένα βήματα παίρνει το δρόμο
0 γέρικος ψαλμός κι ο ψυχογιός του,
Ένα λυπητερό τραγουδάκι,
Για τα μεγάλα μαύρα μάτια του Χριστού.

 

Ω, ΠΟΛΗ…

Μια αρχαιότατη έκδοση του Ομήρου,
Το χάδι ενός Σλάβου πρίγκιπα,
Ένα ασημένιο κουταλάκι άπραγο
Πλάι σε φίνα πορσελάνη
Κι αυτός ο αργός ρυθμός να σέρνει
Τα βήματά της
Από το υπνοδωμάτιο στο γραφείο.

Αυτά έχουν μείνει από εκείνη,
Τη διδασκάλισσα, την κόρη διδασκάλων,
Εκ Κωνσταντινουπόλεως. Και βεβαίως
Η εύνοια των θλιμμένων, που τη νύχτα
Γλιστρούν στο ταπεινό της κατάλυμα
Με τη θερμή, ψιθυριστή διαβεβαίωση
Ότι μπορεί, απ’ το μετέωρο παλάτι τους,
Να βλέπει, ως να σβήσουν τ’ άστρα,
Ανατολή και δειλινό στον Κεράτιο.

 

ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΙΜΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ Τ’ ΑΣΤΡΑ

Ο τίμιος άνθρωπος πεθαίνει στο χώμα.
Το μάγουλό του πάνω στα λουλούδια,
Μια χούφτα χιόνι μες στις τσέπες του.

Είδες ποτέ πώς ανοίγει τα βλέφαρα
Έν’ αστροφώτιστο μεσονύχτι
Στο μαξιλάρι επάνω ενός βουνού
Σπαρμένου ως την κορυφή του;
Είδες πώς ανηφορίζει στις βραγιές
Ο μαύρος όγκος της σοδειάς που ετοιμάζεται;
Πώς ζουν στα σκοτεινά χαμόκλαδα
Τα μάτια του πετρίτη;

Έτσι πορεύεται όσο ζει ο τίμιος άνθρωπος
Και βρίσκεις σπίτι του ένα σπίτι,
Στο κασελάκι του κοπίδι και σφυρί.
Πρωί αλλάζει με υπομονή τον επίδεσμο
Και νύχτα βγάζει με προφύλαξη
Απ’ το υπόγειο το βαρυποινίτη.
Την αγελάδα ξεγεννά, κηδεύει
Τον γκρίζο γάτο, μόνο του συγκάτοικο.

Όσο γερνάει, τόσο πιο σκληρά εργάζεται.
Καθώς τσουγκρίζει το ποτήρι στην καράφα
Στο βροχερό, κυριακάτικο τραπέζι του,
Ανησυχεί, που πίσω του θ’ αφήσει
Κόπους που κανείς δεν θ’ αναλάβει.
Ξέρει τι θάνατος τον περιμένει.
Όταν ανάβουνε τα φώτα του δρόμου,
Τον βλέπει πάντα εκεί, στην κολόνα,
Χωμένον στο πηλήκιο και τη χλαίνη του.

Αλλ’ όταν του χτυπά την πόρτα, δεν ανοίγει.
Θροΐζοντας σαν τον αυλό της κρύας χλόης
Σηκώνεται από τη γη ο τίμιος άνθρωπος,
Δίχως βιάση καθετί συγυρίζει
Και μ’ ένα σήκωμα των ώμων φεύγει μόνος
Για τ’ οργωμένο, το κατάφυτο βουνό.

Ύστερα μπαίνει η χωροφυλακή στο σπίτι
Και, τι παράξενο, και δίχως νοικοκύρη
Γεμίζει μόνο του με κρασί το ποτήρι,
Ένα φανάρι κάτω στο υπόγειο
Στο ζώο που κοιλοπονά παραστέκεται
Κι ασύλληπτο ανηφορίζει στις βραγιές
Το μεσονύχτι.

 

 

Η προσευχή του αναιδούς (1991)

 

Ι ΟΡΥΧΕΙΟ

ΟΙ ΦΙΛΟΙ

Εδώ αρχίζει το ταξίδι.
Από τούτες τις πλαγιές που ανασαίνουν
Χωρίς ψυχή. Απ’ αυτά τα δέντρα
Που μου τα χουν όλα από καιρό συγχωρέσει
Κι άλλο δεν ακούνε παρά
Το πέρασμα του νερού στο φαράγγι.

Θα πάω. Έχω τη μάταιη χάρη
Πως άκουσα το λόγο του Θεού:
Περπατούσε ακόμη στα κύματα.
Έκλαιγε, ώσπου τα νερά ανεβήκαν.
Όταν τραβήχτηκαν, δε βρήκα
Παρά τα πούπουλα από τα φτερά.

Εδώ αρχίζει η φιλική αιωνιότητα
Όπου κάθε στεναγμός εκπληρώνεται
Όπου το αίμα χαμογελά πικραμένο
Και κάθε στέρηση σωπαίνει
Και το πουλί στο κλουβί θυμάται
Μια καστανιά με ρίζες στο ποτάμι
Μέχρι τις πρώτες μακρινές τουφεκιές.

Κι αν αγάπησα, κι αν δεν είχα
Πού ν’ ακουμπήσω δίκαια τη ζωή μου,
Η φυλή μου έχει ευγένεια.
Έχει η καταγωγή μου χρυσό.
Θ’ ακούσω τώρα από κοντά το φεγγάρι
Τους οκνηρούς καπνούς των πλοίων
Που εκεί αράζουν.
Φοβάται
Αυτός που έχει λουλούδια στο στήθος
Εκείνος με τ’ άσπρα μάγουλα.

Αλλά εσείς, ακριβοί μου φίλοι,
Κόμποι του χορταριού, μαργαριταρένιοι,
Που θέλησα σώμα σας και ψυχή σας
Και στη δούλεψή σας έκλαψα,
Πού θα ’στε σεις σ’ αυτήν την τιμωρία
Σ’ αυτήν τη γαλήνια βία
Όπου δεν έχουν φίλους τα βουνά…

 

ΣΤΗΝ ΑΜΜΟΥΔΙΑ

Κάτω απ’ τη ροδακινιά καθόταν ένας
Που ήθελε ν’ αγαπήσει ξανά.

Να του πάμε ένα πανέρι με κλωσόπουλα.
Να του πάμε το πληγωμένο κουνέλι.
Και με το χέρι μας μέσα στα μαλλιά του
Να του πούμε τις συμβουλές της αγάπης.

Τη νύχτα να ’σαι ανήσυχος για κείνη.
Να κρατάς στο προσκέφαλό της
Την κουδουνίστρα των στεναγμών.
Κάθε μέρα να λιώνεις για χάρη της
Τρία ζευγάρια σιδεροπάπουτσα.
Ό,τι θέλει να μην της δώσεις
—Εσύ δεν είσαι φτωχός, μα πλούσιος—
Παρά, όσα δε βάζει ο νους της.
Και πάλι εσύ να χρωστάς
Ως το θάνατο.

Κι αν ποτέ δεν έρθει,
Τότε να βάλεις τα καλά σου.
Τότε ρίξε στραβά το καπέλο σου
Κι έλα εδώ, στην αμμουδιά, το βραδάκι,
Να βλέπουμε όλη νύχτα από πάνω μας
Το βασιλικό φεγγάρι.

 

Ο ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ

Ακούγονται τα βήματά μου.
Φάνηκε η μαύρη μου βαλίτσα.
Δυνάμωσε η οσμή της γης.
Στη λάσπη πάω μ’ ένα στεφάνι στα μαλλιά
Από τα ωραία λουλούδια της χώρας μας.

Ποιος δε με γνώρισε, συμπατριώτες;
Ποιος κρύβεται πίσω απ’ τα παραθυρόφυλλα;
Ποιος πιάνει τάχα βιαστική δουλειά;
Εγώ είμαι. Χειμώνιασε κι έρχομαι.

Ωραία, θα περπατήσω μόνος.
Αν είχε η αγάπη φως, δε θα τρέματε
Που ζείτε μέσα στην ντροπή.
Αν ξέρατε ο ένας τον άλλον,
Θα ’χαν οι πόθοι μας αξίωση.
Κάθε καλό μάς είναι ξένο,
Χωμένοι ως τ’ άστρα μες στα γηρατειά.

Κάθομαι σκεφτικός στην πλατεία.
Βλέπω το παρατημένο ποδήλατο.
Εδώ έπρεπε να ’χει ένα δέντρο
Και γύρω άλλα, μικρότερα.
Το πόδι μου μισό στα νερά.
Το πανωφόρι μου κουδουνίζει.
Μα εσείς φοβάστε το Θεό
Και σέβεστε τους υπουργούς του. 

Έλα, καρδιά μου, να προσευχηθούμε.
Πού; Στο ζεστό μας κορμί.
Δεν κουράστηκε, δεν είπε φτάνει.
Έρχεται μπόρα. Τα πουλιά ταράζονται.
Οι κρωξιές τους μυρίζουν νερό.
Να ’χα μια θέση μες στο σπίτι σας.
Τα μάτια μου κλαίνε για σας.

Περνάν τα φύλλα, τα τρελά κοπάδια τους.
Πίσω μένουν τα κλαριά.
Το κάθε ορατό σιγοφέγγει
Μες στην κρυφή του χρήση ακέραιο,
Μες στον προορισμό του φιλικό.
Ποια πόρτα θα μ’ αφήσει απ’ έξω,
Ποιο παιδί δε θα τρέξει στα πόδια μου…
Εγώ θα πω: αυτά είναι τα βουνά.
Αυτά τα σπίτια.
Εκεί κάτω φουσκώνει η. θάλασσα.
Ποιος φθονεί το θερμό αεράκι
Που μέσα μας μπαινοβγαίνει για να μιλούμε;

Ήρθα να μείνω. Σφίγγομαι στο ρούχο μου.
Λοιπόν, ας με δεξιωθεί το χιόνι.

 

ΓΙΑ ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΠΟΥ ΑΓΑΠΟΥΝ ΤΗ ΝΙΚΗ

Για τα κορίτσια που αγαπούν τη νίκη
Ασώπαστο κωδωνοστάσιο.
Βιολέτες ναι, βιολέτες όχι.

Έχουν μαύρα μαλλιά, μεγάλα μάτια,
Θαρρείς πως έχουν, μα δεν έχουν, σώμα,
Οι πυργοδέσποινες των απορρήτων.

Έλα γι’ αυτές να πούμε, τριζόνι
Κι εσύ σοφή γιαγιά κουκουβάγια,
Κι εσύ τριφύλλι κι εσύ ασπραγκάθι
Κι εσύ απαρηγόρητο εκκλησάκι.

Ανάμεσά μας αλλά πιο ψηλά.
Μόλις που αγγίζουμε το φόρεμά τους.
«Νιώθω μια δύναμη να φεύγει από μένα»,
Λέει μαζί τους η βελανιδιά.
Τρομάζει η πηγαδίσια αράχνη.

Και κείνες πάντα για τη νίκη,
Πολύ νεαρές, πολύ θλιμμένες,
Ενάρετες ποτέ.
Αγνές.

Τι ποδαράκι στο γυαλί… 

Τι μακρινή βρυσομάνα…

Ψύχρα ιερού μεσονυκτίου.

Υπερουράνια χλαλοή.

 

ΣΤΑ ΞΕΝΑ

Εκεί, στο δάσος με τα κυπαρίσσια,
Είν’ ένα μυστικό βενζινάδικο
Όπου άγρυπνά ο χοντρός με το σκύλο.
Δεν περνούν από κει μεγάλοι δρόμοι.
Μονάχα λύκοι νηστικοί
Και μερικοί νυχτερινοί φορτηγατζήδες
Με τα σπασμένα τζάμια στο κούτελο.

Πέρα, στην έρημη λεωφόρο,
Γυρνούν οι ρόδες στον αέρα
Βαρύ τραγούδι των τροχών
Για κείνον που αδιάφορος κοιμάται
Με μάτια ορθάνοιχτα στο κρύο
Για τη βροχή που ξέσπασε κουφός.

Ω, μακρινά βουνά του πόνου,
Όπου γεννήθηκαν και ζήσαν οι οδηγοί
Και κάτι απόχτησαν
Άλλοτε σαν εργατικά μυρμήγκια
Κι άλλοτε με την μπίρα και τα χαρτιά,
Ένας λιγότερος απόψε.
Πέφτει η δροσιά της νύχτας
Σαν μοναχής γυναίκας νυχτικιά.
Ένας λιγότερος. Κανείς ως το πρωί δε θα το μάθει
Εξόν από το νυσταλέο σκύλο,
Που υποδέχεται τον αθόρυβο ίσκιο τους.
Τ’ αθάνατά τους φορτηγά τ’ αφήνουν
Πρώτη φορά για μια μικρή πεταλούδα.
Και μες στη μυρωδιά της βενζίνας
Αχούνε που γλιστρούν κυπαρισσόμηλα.
Ο γέρος δεν κουνιέται από τη θέση του.
Ξέχειλος μες στην πέτρινή του πολυθρόνα
Εισπράττει.

Απόψε να κουρνιάσει η χελώνα.
Έντομο μην ανάψει κάτω απ’ τ’ άστρα.
Γιατί είναι κάτι σπίτια που περιμένουνε
Στου φεγγαριού το αραιό λιβάνι
Κι εκείνος που μετρούσε την αϋπνία τους
Δε θα ξανάρθει πια από το πρατήριο.
Τώρα χαϊδεύει μια γριά αλεπού.
Μιλάει τη γλώσσα του γκιώνη.

Πλένε το δρόμο, βροχή.
Κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει.

 

ΓΙΑ ΤΟ ΔΟΥΛΕΥΤΗ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟ ΔΟΥΛΟ

Ο ηγέτης δε φορεί τα καλά του.
Τα καλά φορούν τον ηγέτη τους.

Ο δούλος φορεί τα καλά του.
Και τα καλά τον δείχνουνε πιο δούλο.

Ο ηγέτης είν’ αφεντικό και δούλος.
Δούλος του Αφεντικού κι αφεντικό των δούλων.

Ο δούλος είναι πάντα δούλος.
Και μόνο τύραννος στον άλλο δούλο.

Μια μέρα ο δούλος βάδιζε σ’ ένα χωράφι.
Είδε στο βάθος ένα σπίτι.
Τα παράθυρά του λάμπαν σαν νερό.
Έφεγγε η στέγη.
Ένα πουλί τού είπε: Μην πας.
Έν’ άλλο: Πήγαινε, τρέχα.
Το τρίτο έπαιζε με τα μικρά του
Στα χαμηλά κλαριά, στα λουλούδια.
Κι είπε ο δούλος: «Θα ’χουμε άνοιξη.
Θα ’χει γεμίσει το ποτάμι.
Δουλειές που θα ’χουνε σ’ αυτό το σπίτι…
Μετέωρο αυλάκι η σκόνη του ήλιου
Θα μπαίνει από δωμάτιο σε δωμάτιο
Και μια κοπέλα με τα πόδια γυμνά
Θ’ ανεβοκατεβαίνει συνεχώς τις σκάλες».
Κοίταξε τότε κι είδε τα ρούχα του.
Ποιος δουλευτής φοράει τέτοια ρούχα;
Η κερασιά φοράει τα κεράσια της.
Η πλαγιά τα μυστικά της.
Ένα σύννεφο το υγρό του χνούδι.
«Ούτε το δέρμα σου δε φοράς, φουκαρά μου.
Ούτε ενός πουλιού το φτέρωμα.
Ούτε μιας ακρογιαλιάς τις άσπρες πέτρες.
Ρούχα φοράς. Τα καλά σου.
Και φυσάει το μαρτιάτικο αεράκι.
Εδώ κι εκεί
Σιγοπετάει η τελευταία υγρασία.
Τα ξύλα, που ’ναι για να μαζευτούνε πια, στεγνώνουν.
Κουδουνίζουνε στη μέση της κοπέλας
Πλήθος τα κλειδιά της αποθήκης,
Κυδώνια, μήλα, καπνιστά.
Ποιος δουλευτής φοράει τέτοια ρούχα;
Άλλο δέντρο δεν υπάρχει στο χωράφι.
Άλλο δε θα μου μιλήσει πουλί».

Σπίτι, που λάμπουν τα παράθυρά σου,
Φέγγε του δουλευτή να βαδίζει,
Φέγγε του δέντρου να μην κοιμηθεί.

 

ΤΟ ΦΩΣ

Έχασε εκείνον που αγαπούσε
Ή δεν τον γνώρισε ποτέ.
Κι όμως. Τι λαμπερή γυναίκα.
Μες στο κλειστό το φόρεμά της
Σαν μες στη χλόη κολυμπά
Κι όταν σερβίρει τσάι με κανέλα
Όλους μάς δένει μια βουβή αναπνοή
Από χαρούμενο κρεβάτι.
Παιδιά δεν της άφησε ο χρόνος
Ή δεν απόχτησε ποτέ.
Κι όμως. Τι τρυφερή μητέρα.
Σαν φεύγουμε, διορθώνει το κασκόλ μας.
Δεν περιμένει να γυρίσουμε.
Αν αργήσουμε, δε μας μαλώνει.
Πόνους συχνά ζητούμε ξεχασμένους
Για να γείρουμε λίγο στα πόδια της.
Παρότι φύγαμε και μίλια μακριά της,
Δε χάσαμε ποτέ τα χνάρια της.
Με το αργό, λυπημένο της βάδισμα,
Περπατάει με διάκριση μέσα μας
Σαν μια σκιά πάνω στον τοίχο.
Άλλοι ανταμώνουν νευρικά κορίτσια
Και δείχνουνε υπομονή,
Γιατί θυμούνται που Εκείνη κάποτε
Τους είχε προσεχτικά σκουπίσει
Το λίγο αίμα μιας ιδιοτροπίας.
Άλλοι γερνούν στο τραπουλόχαρτο.
Κι αίφνης, τους πνίγει τ’ άρωμά της και σηκώνονται-
Πέρα τραβούν, στο βραδινόν αέρα,
Και μόνοι ως το πρωί σ’ ένα παγκάκι
Ψάχνουν να βρουν αν θα τους έδινε συγχώρεση,
Ποια, μέσα απ’ τα φιλιά της, συμβουλή.
Τι τρυφερή, τι λαμπερή γυναίκα.
Μονάχα, να, δε μας κοιτούν πάντα τα μάτια της.
Μας βλέπουν, ναι. Και, πιο συχνά, προβλέπουν.
Όμως επίμονα τα βρέχει μια υγρασία
Άλλου θεάματος, φριχτού ή ωραίου.
Ύστερα, πότε πότε σηκώνεται
Δίχως καν μια ευγενική καληνύχτα
Και κάπου κρύβεται, ποιος ξέρει,
Σαν άγριο πουλί μες στα φτερά του.
Να είναι τάχα αυτά μηνύματα
Κάποιου οριστικού χωρισμού
(Πώς θα μπορούσε ποτέ να μας αφήσει;)
Ή κάποια λογική φειδώ στην καλοσύνη…
Όπως και να ναι, όταν έρχεται η άνοιξη
Κι οι αόρατες ανθίζουν κερασιές
Κι όλα χαρούμενα επιστρέφουνε
Χωρίς λόγο και χωρίς τέλος,
Εκείνη είναι πάντα εδώ, κοντά μας,
Βουνό μεγάλο που άγρυπνά κατάφυτο
Απ’ τις πηγές του ως κάτω πια, τη θάλασσα,
Όπου αποθέτει κάθε του κλαράκι
Και σμίγει με τ’ αρχαία νερά.

 

Ο ΑΠΟΙΚΟΣ

Εκείνος ο δύσμοιρος άνθρωπος,
Που βαδίζει με τον μπόγο στην πλάτη
Χρόνια τώρα,
Έχει ακόμα δύναμη. Το λέει η καρδιά του.
Οι ώμοι, βέβαια, έχουν πια κυρτώσει.
Πέσαν, αραίωσαν τα μαλλιά.
Τραυλίζει αντί να μιλά.
Τα ρούχα του άλλαξαν πολλές φορές επάνω του
Όπως το δέρμα του φιδιού.
Περνάει από χωριά.
Ψυχές ντυμένες τ’ αλλοκαιρινά τους
Τριγυρνούν εκεί εργαζόμενες
Έναν άκαρπο μόχθο.
Περνά από πόλεις. Μες στο βρώμικο θόρυβο
Μόλις που οσφραίνονται τη φτώχεια του,
Μόλις που ακούν το πέρασμά του
Σαν νόμισμα παλιό που ζυγίζεται
Κι όλο ζυγίζεται απ’ το χρυσοχόο.
Σαν ένα μικρό ξάφνιασμα (αυτό φτάνει)
Από γεροντική, ενός πατέρα ίσως, κατάρα.
Άδικη. Που είχαν φοβηθεί. Κι είχαν ξεχάσει.
Πολλές φορές έχει σταθεί μπρος στη θάλασσα.
Λέγοντας: «Θα περάσω
Πατώντας πάνω. Με φτερά».
Κι ύστερα μένει στους ίσκιους μέσα.
Δένει το ξεσκισμένο του φλάμπουρο
Στο καλάμι του για δισάκι.
Δύσμοιρος, δύσμοιρος άνθρωπος.
Χωρίς φίλους, χωρίς απογόνους.
Μες στο ξεπατωμένο του καπέλο
Συχνά φωλιάζει —τι άλλο— η ξιπασιά.
Την άπατη γεμίζοντας κοιλιά του εδώ κι εκεί,
Ούτε υπόληψη θυμάται πια, ούτε αισχύνη.
Σώμα και νου παραδίνει
Στην κούραση, στην οργή, στο χρήμα.
Αυτά του σκάβουνε το πρόσωπο.
Τόσο νωθρό τον κάνουν, τόσο γέρο,
Που κι οι άσαρκες πνοές των ξωτικών
Να παρασέρνουνε τη θέλησή του,
Να του σκορπούν τα λίγα υπάρχοντα,
Γελοία να τον κάνουνε να τρέχει
Πίσω από κείνο το καπέλο.
Κι αλίμονο. Στη μαύρη νύχτα μέσα
Θυμάται που ήτανε συμπατριώτης
Ενός γερακιού.
Μ’ ενός αγγέλου το παιδί στην αγκαλιά
Πως βάδισε από τη Σμύρνη στην Αθήνα.
Πως χώθηκε ως τη μέση στο χιόνι
Μετά.
Πως κρύφτηκε στα ρουμάνια.
Πως σκότωσε με το μαχαίρι.
Και πως σπιτώθηκε όπως όπως
Μετά. Αυτός. Ένα γεράκι.
Τώρα βαδίζει με τον κουρελομπόγο του
Σχεδόν τυφλός. Σχεδόν χορτάτος.
Στ’ αντικρινά βουνά
Μια τόση δα γραμμούλα φως, νομίζει,
Ή, μοναχά, ένα κοινό ξημέρωμα
Που κανείς δεν μπορεί ν’ αποφύγει.
Όπως και να ’ναι, έχει ακόμη δύναμη.
Το λέει, το λέει η καρδιά του.

 

ΣΟΝΑΤΙΝΑ ΓΙΑ ΤΗ ΒΙΟΠΑΛΗ

Σ’ ένα μαγαζί κλειστό, φωτισμένο άτονα πίσω από
τα βαριά ρολά του, το πανωφόρι μιας μικρής υπαλλήλου.
Μέσα στην τσέπη της το πορτοφόλι και κει η
φωτογραφία της στα χιόνια με το χοντρό σκουφί της
εκδρομής.
Έλα τώρα, νύχτα εσύ, και σύρε
Τα γκρίζα σύννεφα στο ταβάνι.
Ψιλό ψιλό το χιόνι, αφράτο ύστερα,
Άρχισε να το στρώνεις στα υφάσματα,
Να κουκουλώνεις ένα ένα τα τόπια,
Ν’ απλώνεις σε πάγκους και βιτρίνες
Τις κρύες τούφες της αδιάκοπης σιωπής.
Ναι, θα κατέβουμε ως το θάνατο,
Πώς σκύβεις πάνω απ’ το πηγάδι.
Θ’ ακούσουμε το νυχτοπούλι
Να κράζει, αραιά και πού, αμετάπειστο,
Το ταίρι του μες στα βουνά.
Κι ύστερα, μες στο γενναριάτικο φεγγάρι,
Κάτω απ’ αυτόν το χιονισμένο λόφο,
Θα ’ρθει η κοπέλα για το μεροκάματο
Τρέμοντας σαν από το φως μιας πορσελάνης
Που ονειρεύτηκε. Σαν από το φλοιό ενός
Ανεκτίμητου βλέμματος αγάπης.

 

ΗΧΟΣ ΜΙΚΡΟΣ ΠΛΑΓΙΟΣ

Ονειρεύτηκα μια βαρκούλα.
Πίσω της έτρεχε ο σκύλος.
Έξω τα δίχτυα μπάλωνε
Το φεγγάρι.

Μέσα στο φάρο κατοικούσε
Μονάχη της η ψυχή του φύλακα.
Κουβάλαγε ένα βαζάκι μέλι
Ψάχνοντας πού να τ’ απιθώσει, χωρίς
Να ταράξει τον ύπνο μου.

Έλα, καλέ μου φίλε, να το πούμε
Αυτό το σονέτο για νυχτοπούλια
Πάνω στο ίδιο μαξιλάρι.
Ξημερώνει.
Ο κόσμος που θέλησε ο Θεός
Θα δει ξανά το φως χωρίς λόγο.
Όσο κρύωνα, να μην κρυώνω
Είναι τάχα ασυγχώρητη έπαρση;

 

ΙΙ Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΑΝΑΙΔΟΥΣ

(Απόσπασμα)

Άνθρωποι του Θεού, ψίχουλα του Διαβόλου.
Μετά το χιόνι κατεβαίνουν τα σπουργίτια
Και χορταίνουνε.

Στην πλαγιά ενός ψηλού βουνού, πάντα πνιγμένου
στις ομίχλες, ανέβαινε σιγά σιγά ένας γεροντάκος κι
ο σκύλος του μαζί, μια μπρος, μια πίσω.
Στη σκάλα ενός παλιού σπιτιού ανέβαινε σιγά σιγά
μια πλύστρα με τους μπόγους της δεξιά κι αριστερά
και στον καθένα πάνω το σαπούνι.
Στο μπαλκονάκι της Ιουλιέτας ανέβαινε σιγά σιγά
ένας φαντάρος με τα κορδόνια στ’ άρβυλα λυτά και
φυλλαράκια στο γιακά του.
Κύριε, αν ήταν να προσευχηθώ,
Θ’ ανέβαινα ως την αυλή σου
Κρατώντας τον στην αγκαλιά μου ακόμη
Εκείνον που είχα αγαπήσει.
Βάρος δε θα ’τανε τ’ ωραίο σώμα
Αλλά ο σωπασμένος νους, ύπνος μιας βρύσης.
Κύριε, αν ήταν να προσευχηθώ,
Θα ζήταγα να μην ξεχάσω.
Τι κλίση που έχουν στην αθανασία
Ο κρύος αέρας, τα πατήματα στην άμμο…
Φρέσκα, θαρρείς, τα πάντα ξεκινούν
Για το σκοτάδι
Και μοναχά το χέρι ενός Εχθρού
Με γερνά και τη μνήμη μου παίρνει.
Ω, Κύριε,
Δε θα σου έλεγα τα μυστικά μου.
Δε θ’ άφηνα να μπεις μες στην κάμαρα.
Πίσω απ’ την πόρτα θα στοίβαζα τα έπιπλα
Κι ας ξέρω πως μονάχα η επιθυμία σου
Αρκεί να σπρώξει και να τα σωριάσει.
Πόσο αδύναμοι οι δικοί μου οι πόθοι, τι είμ’ εγώ
Που έτσι σπρώχνεις, που ζητάς να πάρεις…
Ω, Κύριε, δεν έχεις μεγαλείο,
Μα ένα μακρύ μακρύ χέρι.
Τόσο φτωχό σε κάνει η απληστία σου,
Που φθόνος, λέω, θα ’ταν κι η ενσάρκωσή σου
Κι όχι αγάπη.
Εξόν κι αν ήταν έρωτας. Γιατί λένε
Πως είσαι καλός
Κι η χάρη σου τα τελευταία δέντρα μεγαλώνει.
Γιατρεύεις τα πουλιά και τα κρατάς
Στη χούφτα σου όταν πετούνε.
Μήπως, λοιπόν, είσαι αθώος; Μήπως θέλεις να χαρείς;
Μήπως έχεις
Πολύ μεγάλη φαντασία για μένα;
Όμως, γιατί να σ’ το χαρίσω και τούτο
Το τελευταίο κουρέλι, την αλαζονεία μου,
Εσένα, που χωρίς ζέστη και κρύο
Αιώνια ζεις;
Κύριε, αν δε με ήθελες έτσι,
Γιατί ακούω απόψε το τριζόνι,
Επίμονο παρά ποτέ, να ψάλλει
Το Θόρυβο της ύπαρξής του;
Λέει πως είναι κάτω εκεί ένα σπιτάκι
Μονάχο κι όμως πλούσιο σαν μια πόλη.
Όσο σε χίλιους δρόμους περπατάς
Μες στους διαδρόμους του.
Τόσος είναι ο συνωστισμός της απουσίας,
Που ο αέρας γίνεται υφάδι και τον σέρνεις
Εδώ κι εκεί.
Λέει, δε γίνεται αυτή τη γάζα να τραβήξεις
Χωρίς γυμνός να μείνει ο διπλανός σου.
Αν κι είναι μίλια μακριά, ανασαίνει
Σαν τριαντάφυλλο.
Γιατί η αναπνοή του ακούραστη εκεί μένει
Που έζησε.
Αν ήταν, Κύριε, να προσευχηθώ,
Θα ’σκιζα εκείνο το πανί, κείνη τη γάζα,
Να ξαναδώ όχι το ρόδο, μα το πρόσωπο,
Τα χείλη, τα μάτια, τη φωνή.
Μια μια θα ξήλωνα τις κλωστές
Από τα μάγουλα, το λαιμό, το στήθος,
Όπως ο κηπουρός που ανοίγει αυλάκια
Και σωστά μοιράζει το νερό.
Αχ, Κύριε, δεν έχεις δίκιο
Που την ψυχή κυνηγάς, έναν αέρα.
Εύθυμη, μυρωδάτη είν’ η ψυχή
Σαν τη φτερνούλα ενός μωρού, που του κάνουν
Χαρές τα μεγαλύτερά του αδέλφια.

 

 

Χώμα (1985)

 

ΜΙΚΡΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΑΠΟ ΤΗ ΖΩΗ ΤΗΣ

Αν ζούσε ο θεός θα μετρούσε το χρόνο με τη μουσική, τη
βλάστηση με το γάλα του σύκου, το θάνατο με το μοναχογιό του.
Ο γέρος θα γελούσε ακράτητος θρυμματίζοντας τα ίδια
του τα δόντια.
Και τα βουνά, τρελά, θα κουτουλούσαν με πείσμα την
ουράνια πλάκα.

Φυσούσε λίγο κι οι μνηστήρες εκοιτούσαν το αίθριο
μελαγχολικοί να γεμίζει από περαστικά κίτρινα φύλλα.
Πέρα, στα βασιλικά βοσκοτόπια, τα ζωντανά θα είχανε πλαγιάσει.
Δούλοι σαρώνανε χωρίς μιλιά τα ψίχουλα από τα τραπέζια.
Έσβηνε ή χαμηλή φωτιά κι έπινε ή νύστα την πρώτην
ελαφριά ψυχρούλα. Ο αργαλειός της δεν ακουγόταν.
Από ώρα, είχε αρχίσει πια να ξηλώνει.

Δεν εφοβότανε τα μαύρα χόρτα ακόμη. Την έγλειφε θερμός
αφρός και την εμάλασσε ένα λαίμαργο σφουγγάρι,
ατμός της εβύζαινε τα μικρά στήθη. Στο βάθος μόνο, στον
ιδρωμένο καθρέφτη, ένα λιβάδι μ’ ένα δίπατο σπίτι και
μπρος μια αυλή όπου κυμάτισε ξάφνου παχύ παχύ
κατάμαυρο χορτάρι.

 

ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΜΕΛΛΟΝΥΜΦΟΥΣ

(σε δίστιχα για σφυρίχτρα οδοιπόρου)

Ξεκινήσαμε με τη μικρή Ανδριανή
και κάτι σκουριασμένα βουναλάκια.

Ο γάτος της τής έγλειψε τους αστραγάλους,
το φίδι την έκλαιγε στα δοκάρια.

Ο διάβολος πολύ χαριτωμένος
με τ’ οργανέτο ακολουθούσε στη σκιά:

«Ανδριανή, έλεος των κάκτων,
καλοσύνη του ακάθαρτου νερού

η σηκωμένη σου μυτούλα στο βάλτο
το καλαμένιο πόδι στον πηλό.»

Παράθυρα ανοιγοκλείνουν δίχως κρότο,
Γειτόνισσες και χωρικές μάς κοιτούν:

«Ποιος παίρνει με κορμί διψασμένο
δρόμο που δεν τον πάει στον ουρανό;

Οσμή από πουλί σκοτωμένο
φτερό από χαμένο καιρό.»

Άρχισε να φυσά στο νυφικό της
στις λεμονιές μια σιγανή βροχή.

Τέφρα της μέλισσας αδάκρυτη
την πάει στην υποψία του ρυθμού.

Θυμάται να μετρά ένα ένα
τα πηγάδια που μας άνοιγε η ηχώ.

Τέλος τινάζεται σαν από ύπνο
και οι φτέρνες της αγγίζουν το νερό.

Εκεί την έχασα και πάω μονάχος
με τ’ οργανέτο μου να παίζει τυφλό.

(σε τετράστιχα για τον ανήφορο)

Μην κλαίτε πια, ψιθύρισα απ’ τη φυλακή μου,
στην άλαλη οικουμένη των παθών
μόνο οι ξαφνικές καταιγίδες
κλαίνε τα κόκαλα των δυνατών.

Προσκεκλημένη σε φιλική πανδαισία
μ’ ένα πολλαπλασιασμένο κορμί
θα βρω τη φίλη του τρελού, τη δική μου
κι από τις έντιμες κοπέλες τη μικρή.

Ως εκείνη την ανεκπλήρωτη άνοιξη,
ταπεινές μελωδίες, ντροπαλή μιμική.

Η θάλασσα χωρίς ορίζοντα ανασαίνει
όπως η μνήμη μετά τη βροχή.
Την άγονη πατρίδα μου θ’ αφήσω
προς μιαν ανέσπερη δροσερή διαμονή.

Εκεί, οι υπερήφανοι βασιλεύουν
το φως ανάβει ερημική μεταλαμπή
κι ό,τι επέζησε, θριαμβεύει
ό,τι αντέχει, θα στεφανωθεί.

 

Ο ΣΤΟΧΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΓΡΑΦΟΥ

Στη Στυλιανή

Σκεφτόταν η μητέρα του Χριστού τα ρημαγμένα της νιάτα
και πώς η θεϊκή σπορά κατάκαψε τα σωθικά της. Από το
ανοιχτό της πορτόφυλλο το ποτάμι της βουνοπλαγιάς
έμπαινε σπίτι και μια καρδιά προφήτη στα εικονίσματα
χτυπούσε ακριβώς την ώρα.
Σκεφτόμουνα κι εγώ τί βιάζει την πασχαλίτσα πάνω στη
μολόχα την ώρα που οκνός γλιστράει στον ύπνο του ο
ουρανός του Μαΐου.
Αν έχει, ας πει ο αέρας κάτι.

 

ΑΡΓΑ

στην Ειρήνη

Το σπίτι ζούσε κει αιώνες
και μόνο το παράθυρό του κυμάτιζε
σαν την παλάμη του Θεού όταν διώχνει
τη θλίψη από τα βλέφαρά του.

Το ’βλεπε με το κιάλι ο καπετάνιος
κι όσο το πλοίο γλιστρούσε στο βυθό
τόσο καλύτερα άκουε τη μουσική του.

Θάλασσα, θάλασσα,
καρένα του καραβιού, μουσκεμένο πηδάλιο,
ρεύμα τρεμάμενο της ράθυμης άμμου.

Μικρός σαν πάντα λιμνάζει
όσος απάνω απ’ το κεφάλι μου ουρανός.

 

ΣΥΜΒΙΑ

Ονομάζομαι ’Ιωάννα
ήμουν σύζυγος του ποιμένος
που βόσκει τις αγέλες των προβάτων του
ανά τα όρη και τις πεδιάδες,
Εκείνος έκαμε το σώμα μου
ένα θαλάσσιο ψάρι
που η θάλασσα το γλείφει πάνω κάτω.
Τόσο λευκό όσο κι ο ουρανός
τις μέρες που χάνει το χρώμα του.
Μια τέτοια μέρα είπε θα ’ρθει να με βρει
κι ακόμα…

 

ΜΕ ΤΑΞΗ

Στρατιώτη με τον κατάφορτο σάκο
έχεις ένα νόμισμα ανάμεσα στα δόντια.

Ο βοριάς τσακίζει τις ψαρόβαρκες,
γεμίζει ξύλα τα νερά, μουσκεύει
το αγριεμένο σκυλί στην προκυμαία.

Δε θα με δεις λοιπόν, δε θα μ’ ακούσεις;
Έχεις μια κόκκινη επιστολή στο αμπέχονο.

Ο σκύλος μπορεί να τη διαβάσει.
Μπορεί με τη λαχανιασμένη του γλώσσα
να σπρώξει το κεφάλι σου κάτω από τη λάμπα.

Δίνεις καλό σημάδι εκεί, στρατιώτη.
Ακόμη και ο άνεμος της πατρίδας
θα σ’ αναγνώριζε απ’ τα χρυσά κουμπιά.

 

ΑΜΜΟΣ

Ω ανήμερη Βαβυλώνα,
τη νυφούλα αυτή να τη δεχτείς
σ’ ένα καπηλειό φωτισμένο
αλλά χωρίς τον κάπελα τον τυχοδιώκτη
και με την κάνουλα του βαρελιού κλειστή.

Οι άκακοι εραστές ακόμη
μέσα στη σκόνη τη ζητούν.
Ποιος με δαδί και ποιος με πυροφάνι.
Αλλά κανένας με τη μουσική.

Κι όταν αναπαυτεί απ’ το δρόμο
μια λέαινα ας σπρώξει την πόρτα
ή ακόμα κι ένας μικρός σκόρπιός.
Κι ας της το πει: ξεθεμελιώθηκε η πόλη.
Κάθεσαι κάτω από ’να δέντρο.

Κάθομαι κάτω από ’να δέντρο
Γράφω στο σκύλο μου να ’ρθει:
Σημάδι ο καπνός· θα τον βλέπεις
στ’ αριστερά σου πίσω απ’ τα βουνά.

 

ΕΠΤΑ ΤΟΥ ΠΑΙΧΝΙΔΙΟΥ

I

Είν’ ο τρελός μελισσοκόμος;
Είναι το καμίνι των αριθμών;
Είναι ο στυλοβάτης του άλσους;
Είναι ο τύραννος της κυψέλης;
Είναι ο σταθερός χαλασμός;
Ή ένας κύριος με ντέφι;

II

Κατεβαίνεις από το αυτοκίνητό σου
με το τιμόνι στην κοιλιά.
Ακόμη συνεπής και χρήσιμος
μόνο λιγάκι ξαφνιασμένος.

IΙΙ

Η θρυαλλίδα, η επιμελής, η σύντομη.
Άλλες θυμίζουν την ισχνή Βερονίκη
και άλλες την τρελή Βασιλική.
Μπορώ να κάτσω στη σκιά σου κλαμένη
με τα κορίτσια μου σιωπηλά.
Αρκεί να μου έρχεσαι πότε πότε
και να μου γνέφεις φιλικά.

IV

Όποιος ξοδεύει το άστρο του πού θα κατοικήσει;
Μαρμαρωμένοι πυροβολισμοί σημαίνουν τις στροφές προς
τη Δύση.

V

Η μητερούλα θαρρεί πως μεγάλωσα
Μου θυμίζει τα καθήκοντά μου.

Ω δούκα των σιντριβανιών!
Ω εξοχότητες των άστρων!

VI

Παρακαλώ να μη σ’ αγαπήσουν
παρά μόνο με θερμή αφοσίωση.
Επειδή εγώ σ’ αγαπούσα
με τη ρομφαία μου.

VII

Ο στρατηγός μες στο κάρο
η χήρα στην παρέλαση
και ο φαντάρος που τραυλίζοντας συγχωρεί.

 

ΧΕΛΙΔΟΝΑ

Τί παγωμένη άνοιξη ήταν εκείνη.
Μ’ ένα φύσημα του άνεμου
το σώμα σου έγινε νερό.
Χώνευε ο ουρανός τη θράκα του
για σένα κλαίγοντας, χαρούμενέ μου,
που κρυώνεις μέσα στο βουνό.

Τί παγωμένη άνοιξη ήταν εκείνη.
Όλη μέρα περπατούσα και δε σ’ έβρισκα.
Έχασα τα μαλλιά και τα ρούχα μου.
Σφύριζα σαν ένα καλάμι, γοερά.
Ξύπνησε ο βάτραχος και με κοιτούσε
όπως κοιτούνε μες στα σωθικά των
όσοι ακούσαν το χτύπο του Βορρά.

Τι παγωμένη άνοιξη, τι αέρας…
Η θάλασσα γέμισε φύλλα
ένα που κολυμπούσε με τ’ άνθος του
κι εν’ άλλο, χλωρό, με την κλάρα
σαν να σ’ άκουγε μες στον αφρό.

Ξημερώνοντας φάνηκαν τα πρώτα σπίτια.
Η στέγη τους ακόμη στα νερά, μα ολοένα
φαινόταν το παράθυρό των.
Ήθελαν κάτι να μου πουν; Δε θα μάθω.
Όταν θα φτάσω
χαμομήλια θα κυνηγιούνται τριγύρω στην καρδιά σου.
Τακ τακ! Το χρυσό της σκαθάρι
θα ξεδιπλώνει τα φτερά.

 

ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

στην ‘Ελένη

Ήθελα να ’μουν αδελφή σου
Να ’χα τα μαλλιά και τα μάτια σου
Το κεφάλι σου στον ώμο μου το χειμώνα
κι εξουσία στις επιστολές σου.

Έρχεται η μυρωδιά του τσαγιού
Κατιτί σαν κουτάλι στο φλιτζάνι,
Εκεί δίπλα μια μοναχοκόρη
αρχίζει το απόγευμά της.

 

ΗΓΕΜΟΝΙΑ

Η συντριβή είν’ η αρχή του ονείρου
η μέρα που γεννάται το βουνό
και πάνω στην ψηλή κορυφή του
κάθεται μια κατοπινή μητέρα
με τη φτερούγα της στο ανεμοβρόχι.

Εσύ, αγάπη μου, να με θυμάσαι
Να με κοιτάζεις απ’ τα σκοτεινά
Κι όταν βουίζει ο αέρας, κι όταν πέφτει.
Κι όταν χωρίς αιτία
χτυπάνε τα παράθυρά σου.

Να με καλείς με τ’ όνομά μου
εδώ ψηλά που μεγαλώνω
σαν το δέντρο.

 

ΚΤΙΣΜΑ

Φθινόπωρο, αρχή αρχή, τις μέρες που οι βροχές εξελίσσονται
σε ξαφνικές καταιγίδες, η αδελφή μου Θεοδώρα
φέρνει συνήθως στον κόσμο το καινούριο παιδί της. Η
αδελφή μου είναι γερή και ωραία κι οι δυνατές βροχές την
καρπίζουν αντί να πνίγουν τις μυριάδες των σπόρων, τα
πλήθη των ριζών και των βολβών της. Αυτή η εξαιρετική
ωραιότητα μεγαλώνει τη νύχτα της γέννας, όταν το αίμα
της, γεμάτο, ξεκινά τη χαρωπή τελετή. Με το πρόσωπο
κολλημένο στο τζάμι η Θεοδώρα βλέπει ώρες και ώρες το
νερό να κατεβαίνει κρουνηδόν. Πράγματα απέξω ελάχιστα
διακρίνει, λίγο το δρόμο, τις κατοικίες κάπως, όσες ακόμη
διατηρούν το φώς. Ορυμαγδός από σύννεφα πού
συγκρούονται την κρατάει σε πλούσια ταραχή. Θυμάται… Το
φθινόπωρο στην πόλη μας έχει την ορμή του θέρους στο
χωριό της. Όπως εδώ η βροχή, εκεί το φώς ξεσπά σε
δέσμες πλατιές, ανάμεσα από ελιές και κυπαρίσσια κι οι
κότες φτερακίζουν μακριά του ξαφνιασμένες. Μπαίνει ο
λίβας από τα ρουθούνια, τα τζιτζίκια σταματούν τα μεσάνυχτα
και κλαίνε τα σκυλιά από τη δίψα. Η ρίζα της ελιάς
τρελαίνεται, χτυπά σε λίγες ώρες φλέβα κι όταν τα
ξημερώματα, φυσάει – φρύγανα και σιγοκαμένα κλαράκια – οι
ετοιμόγεννες που έχουνε κακονυχτήσει ξυπνούν με μάτια
υγρά, στεφανωτά και καλόκαρδα, μάτια σκυλιού που
κλαίει από δίψα. Μα ούτε το θέρος έπληξε ποτέ τη
Θεοδώρα. Δροσιά που έρχεται ολόισια από τους αστραφτερούς
της ώμους, της ανεβάζει ως τ’ όμορφο πρόσωπο
υγρήν αχλή από τελειωμένα χάδια, που την κρατούνε
δροσερή και ωραία. Όταν ο ήλιος καίει το χόρτο, γι’ αυτήν
γλυκαίνει τα σταφύλια, που τα κρουστά και ζουμερά
τσαμπιά των αρμέγουν δίχως χορτασμό από το κούρβουλο
όλα τα υλικά της ζωής των. Μα το κούρβουλο και χωρίς το
τσαμπί του, μες’ από κάμποσα κρυφά δαχτυλίδια δουλεύει
ώστε να σαλεύουν ολόγερες οι ζωντανές, γαλακτερές κλωστές
του. Έτσι, όταν πιάνει παιδί η Θεοδώρα, κάθεται το
μεσημεράκι στην αυλή της, το φώς της κάνει διάφανη την
κοιλιά της και το παιδί, καλά βολεμένο, χουζουρεύει στην
ξαφνική ζεστασιά ρουφώντας απ’ τον ομφαλό τις τροφές
της μάνας και τινάζοντας πότε πότε το πόδι του από
χτυποκάρδι περαστικό. Παχύς και μαλακός νότιος άνεμος
φουσκώνει τη σιωπή της αγροικίας και τρυπώνουνε τα
ζούδια ζαλισμένα κάτω από τ’ αναμμένα λιθαράκια. Σέρνουν
με τα ψιλούτσικα πόδια των σώσματα από λασπερή
δροσιά μες’ απ’ τα φύλλα και τότε παίρνουν να φουσκώνουν
τα στήθη της, να γίνονται κατάφυτα, να υψώνουν το
μοναδικό καμπαναριό των κι αφήνουν να κυλήσει απ’ τα
φυλλώματα θερμή οσμή της ερημίας. Πέφτει το κυπαρισσόμηλο
απ’ την κλάρα και φέρνει ξαφνικό χαμό στο μυρμήγκι
και τότε αρχίζουνε οι ρώγες της να στάζουν, σταυρώνει
τ’ αφράτα χέρια πάνω στην κοιλιά της κι η σιγανή
αναπνοή του μωρού της τυλίγει τα χωματερά βουνά σε
νεφελάκια: ακούει αμίλητη να περνούνε μες’ απ’ τα σωθικά
της κοιτάσματα νερού που σιγοθρέφουν βολβούς, χορτάρι
κι αφανέρωτες ρίζες. Ο τοκετός έρχεται τέλος με την
ορμή της βλάστησης: σύντομοι, δυνατοί σπασμοί και σε λίγο
κλαίει το παιδί ξαφνιασμένο ανάμεσα στα παχιά της
πόδια. Η Θεοδώρα απλώνει το χέρι, βρίσκει το φύλο του
μωρού με τη χούφτα και ήρεμα μας ψιθυρίζει: «άλλος
ένας…».

 

 

Ηγησώ (1979)

 

ΠΡΩΤΟΒΡΟΧΙΑ

Υπό τα κόκκινα νερά το φεγγάρι
Αφαιρεί το πτίλωμα των νεκρών.

 

ΑΓΚΑΛΙΑΣΜΑ

Χώματα το στόμα σου. Μυρωδιά από χώμα.
Θρύμματα κόκκινου ήλιου και ξερά μαλλιά.
Ό,τι πιάνω είναι στεγνό. Δεν πονάει.

 

ΕΙΠΕ Ο ΓΕΡΟΣ

Πέθανε χρεωμένος, ναι, στην αγάπη της.
Τα στρογγυλά της στήθη βουερά τραγουδούσαν
Σαν θηρία κύματα που τα καράβια
Με το φορτίο του καφέ και της μπανάνας
Τσακίζουν πρώτα σε κατάκορφα βράχια
Και τα ρουφούν μετά ξύλο – ξύλο.

 

ΧΛΩΡΙΔΑ

«Ω σπάνια, σπάνια πράσινα κορίτσια
Με φούστες κόκκινες και χρυσά δαχτυλίδια.
Μυρίζουν πράσινο σαπούνι και μελάνι.
Πρωί τα πάνε για περιτομή οι μαμάδες
Μέσα απ’ αυτά τα σκονισμένα μονοπάτια»

Έλεγαν κλαίγοντας τα κυπαρίσσια.

 

ΣΑΥΡΑ

Πλίθινα ανάκτορα. Κουφά υπερώα.
Έκαιε ο ήλιος. Πλίθινοι κολλήγοι.
Το νήπιο τότε
Μ’ ένα τυφλό αναφιλητό μπουσουλάει
Από την εποχή του Χαλκού
Στην εποχή του Σιδήρου. 

 

ΙΩ

Μεγάλη γαλάζια θάλασσα. Ουρανός των αιώνων
Γαλάζιοι λόφοι άσπροι λόφοι.

Μακριά μακριά τ’ άσπρα χαλίκια
Που τα σαρώνω με την μαύρη μου φτερούγα.

 

ΕΠΑΡΧΙΑ

Απόβροχο υφαίνοντας την πνοή των βάλτων
Αέναος περιοδεία της Αυγούστας
Και στο μαντρί να λευκαίνονται
Τα οστά των προβάτων. 

 

ΜΑΝΙΑΤΙΚΟ

Βρήκε τον θάνατο και την παραμυθία
Ο ήρως το ευλογημένο αγόρι
Που θα ‘φερνε τα λάφυρα των αρετών.
Μου γράφουν το φεγγάρι τον ταράζει
Μ’ ένα στρόβιλο θαλασσινών αριθμών.
Και καθ’ ομοίωση των ταπεινών λυπάται.
Έλα εσύ γυναίκα με τα στήθη
Κανάκεψε το το εριφάκι του χάρου. 

 

ΟΙ ΔΥΟ ΜΟΡΦΕΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΤΥΜΒΙΑ ΣΤΗΛΗ

— Σε κλαίω κοπέλα μου.
— Όχι έμενα.
Τις κόκκινες πλεξούδες μου.

— Τα σπουργίτια ψάχνουν για ψίχουλα.
— Όχι εκείνα.
Ο πέτρινος, ο νηστικός χειμώνας. 

 

ΓΥΝΑΙΚΑ

Γλυκιά μου άνοιξη σε λέω. Γιατί εσύ θα δεις
Τον ουρανό να σιγοκαίει πάνω απ’ τα δουλεμένα χωράφια.
Και τα φυτά ν’ αλλάζουν φτέρωμα.
Ορθώνεις θυμωμένο το κεφάλι
Ένα δέντρο γεμάτο πουλιά
Κι από το μαύρο φύλλωμα αναθρώσκουν
Οι καπνοί και τα βούκινα της φυλής σου
Κι η άχνα η γαλακτερή της πρωίας.

 

ΣΦΗΚΑ

Ράβει ένα κουμπί. Στο δάχτυλο αίφνης
Παχιά στρογγυλή σταγόνα αίμα
Κι η βελόνα προχωρεί στον ουρανό
Με μια μπαμπακερή κλωστή απ’ το καλάθι. 

 

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ

«Μα κύριέ μου, κύριέ μου ο καιρός
Σακάτεψε την ξυλεία μας. Γι’ αυτό
Βρυχάται η ανύπαντρη Μαρία».

Παραπονιόταν ο μικρός Χριστός
Που τον εράβδιζεν ο άπληστος πατριός του.

 

ΑΠΛΟΙΑ

Σαν ήτανε κορίτσι η Ιφιγένεια
Λέρωσε το φαντό της μεσοφόρι
Με μια σταγόνα αίμα. Από τότε
Καραβιές για την Αυλίδα τα κορίτσια.

 

ΕΠΟΧΕΣ

Πάνω στο χιόνι, λένε. Στις κρύες πέτρες.
Κι ύστερα με το ματωμένο του στόμα
Την έκαμε και την ξανάκαμε γυναίκα.

 

ΕΛΛΗΝΑΣ

Με τον θάνατο του πατέρα έχασε το φως του
Λένε, με τον δικό του θάνατο το ξαναβρίσκει.
Αλλά, χρόνια στο σκοτάδι, αλλιώς
Σχημάτισε όρη πρόσωπα και σκεύη
Κι ανάμεσα στα πράγματα και τη σκιά τους
Συχνά έρχεται η σκιά τον σκοτωμένου
Και ζητιανεύει σε κατάφωτους δρόμους.

 

ΕΠΙ ΚΟΛΩΝΩ

Ζω μακριά απ’ τον Άρειο Πάγο, τα σχολεία.
Έκπτωτος αρχιτέκτων των ουρανών.
Ιδές παιδί, δεν βρέχει στην πατρίδα.
Δεν ακούει η ψυχή σύρσιμο χυμών.
Ιδρωμένα πρόβατα με μάτι σφαγμένου
Ελιά που τηνε χτύπησε δάκος
Κι από βαθιά ανάκτορα
Τα στήθη που θηλάσαμε κι έχω φιλήσει.

 

ΘΕΜΙΣ

Νυχθημερόν κατέγραφεν ο συμβολαιογράφος
Έπιπλα, σκευή των κεκοιμημένων.
Τώρα άνεμος υγρός καταγράφει
Το επανωφόρι και το επίχρυσο στυλό του. 

 

ΕΙΔΥΛΛΙΟ

Θέλησε να της κάμει δώρα. Αλλ’ εκείνη
Εσκέπαζε με τα μεγάλα της φτερά
Το εφηβαίο.

 

ΕΝΑ ΠΟΥΛΙ

Επιμένοντας να μάθει την φωνή του
Τιτίβισε σιγανά στον αιώνα.

Η πόλη ζει και μεγαλώνει τα παιδιά της.

 

 

Τα άλογα του μυροβλήτου (1974)

Τη Βερενίκη προσεύχομαι

Η παρρησία των εποχών
ανθοφορία των βρύων
πάνω στο βράχο που κοιμούνται
τα άλογα τού Μυροβλήτου•
όπως κειμήλια πενθίμων ενιαυτών
όπως Δευτερονόμιο ερήμων ήχων.

Απεδήμησαν. Δεν περπατούν απόγευμα στην πλατεία
οι νεαρές εκείνες κυρίες.
Μόνο κάτω από τη γαλάζια μου ομπρέλα
αγαπούν κάποτε να μειδιούν.
Πώς θα κρατήσω τα ωραία των όμικρον;
Τί φτερά τα παίρνουν… Βαδίζω.
Το βαθύ μου φόρεμα
πάνω από παλαιές εκκλησίες
όπως τα στέφανα του υμεναίου στα χόρτα.
Τα στέφανα του υμεναίου
στο σκοτεινό νερό.

Το Δεσποτάτο.
Ψηφίδες.
Αίμα θα ρεύση. Μαύρο άλογο
δρασκέλισε το ιερό.
Αίμα θα ρεύση.

Ω δεν μπορώ. Θα πεθάνω στο σώμα μου; Θα πεθάνω μακριά
από το σώμα μου σ’ έναν αγρό όπου οι γεννήτορες μου φθάσουνε
με κάνιστρα αυλούς και σμύρνα -ωραίοι όπως νεόνυμφοι
στο ενθύμιό των- και θα ακολουθεί η καλή μου μάμμη με τις
πευκοβελόνες και το κουκούλι της μουριάς• και εγώ ακόμη δεν
θάχω τελειώσει να ξεφυλλίζω το αραποσίτι και θα χαμογελάσουν
και θα μου πουν, το όνομά σου σημαίνει γη μητέρα, και
θα αγαπήσω όλα τα ομοιώματα που εσχεδίαζα νυχθημερόν
ένα κομμάτι κεραμίδι και θα ακολουθήσω και θα πω λ ά μ ν ω
Λάμνω στον έμορφο πόντο.

Ενώ αναπαύονταν οι θεριστές για δείπνο και άπλωναν ήδη το
πολύχρωμο ύφασμά των ούριος άνεμος διέδωσε το νέο με τον
απόκτυπο σημάντρων και εφρικίασε η τρυγόνα η πορφυρά πώς
θάπινε νερό σαράντα μύρων.
Ένα γυμνό παιδί και η γυμνή του μητέρα.

Τ’ ανάλεκτα τ’ αρίφνητα τ’ ανομολόγητα.
Τί αχλή λαδιού η αναπνοή των ελαιώνων…
Ω Ρουθ αγάπη μου, σαν θέαινα,
στην κλίνη των μικρών λατόμων, σαν σπαθί της Δαμασκού.
(Ανοίγονται και το πέλαγος τρέχει
στον βαθύ ομφαλό του κήτους, πώς
σμίγεις σαν πέρδικα με τα φιλήματά σου;)
Εδώ κοιμούνται οι κάλυκες των ποταμών. Το άγος.

Μην απατάσθε σκανδαλίζεται ο Κύριλλος μ’ εκείνους τους
ωραίους άνδρες. Με τους κοχλίες των καλούν όχι το ζεύγος
νεογνά ορτύκια που ετίναξαν τα ράμφη των προς τους μαστούς
της Παρθένου. Αλλά καλούν το όψιμο φως που ήδη διέρρηξε
τα ιμάτιά του τινάζοντας και στον τέταρτο άνεμο το καπέλο
των με τα παρόχθια άνθη. Στον Τροπικό των αστερισμών
διανοίγουν τώρα τούς πλόες των όπου οι γυναίκες της οπώρας
και των τόσων φύλλων πλέον δεν σεμνύνονται για το σώμα
των, πλέον δεν πετούν βαθύχροες στα έκπαγλα στηθαία όπου
οι κισσοί των ερώτων μας αναρριχώνται, αλλά ορθούνται με
τους ώμους των οι θόλοι των θαλασσινών σπηλαίων, καθώς
αναγεννούν οι αστερίες τα άκρα των και διανοίγονται τα όστρακα
σε στίλβοντες γόνους. Την ώρα εκείνη λάβετε τα δρέπανα
και θερίσατε τον ξανθό θησαυρό των ώστε οι λόγοι μας να
ρεύσουν όπως πρώτα ηλιοφάνεια του χειμώνος, όταν τα βρέφη
θα έχουν λευκανθή υπέρ χιόνα θηλάζοντας τον οδυρμό. Και
τα πένθη.

Τόσο νέοι. Κτερίσματα για την νεότητά των.

Κάτω από τις κερασιές ερημικού νυμφώνος
ψυχή του ποθητού αδελφού μου
θρύμματα του μεσονυκτίου από
το μυθικό τρικάταρτο Νικηφόρος
και μητέρα μου στο Βόσπορο
με το κύμα με το ερύθημα
της ταπεινής Υπερμάχου
γυναίκα δίχως μυστικά
στα νηπενθή της ηλικίας των φύλλων,
τα αρσενικά παιδιά της ελάφου
αιφνιδιάζουν τις πηγές χωρίς αιδημοσύνη.

Περιώνυμος άνεμος
σχήμα της χελιδόνας, σκεύος
μικρό χαλκούν
και η μητέρα μου στο κοιμητήριο,
ιδού η εικόνα μαχομένων αγγέλων
ιδού ακόμη το πλατύτερο κύμα
των ουρανών και οι αρραβώνες με τα ξίφη
Μαχητική εποχή ζεύγη των ήχων
που θρυλούνται

Λεξιτόκος η ρωγμή των οραμάτων.

Η ψυχή μου ερημική και πολύφθογγη• ευδόκιμη πολυανθής
νεοτάτη. Η ψυχή μου ανηλεής η ψυχή μου αέτωμα περίγλυπτο
Κυκλαδικό όπου ακούονται οι  φτερουγισμοι των αχτίδων
και έπειτα χάνονται ανεπίληπτοι προς τους βαθείς ευκαλύπτους.
Η ψυχή μου αρτιγέννητο άλογο, στους χαλινούς του
τα λεπτότατα άνθη και τα ηδυπαθή παρωνύμια των βορεινών
οροπεδίων, που δύο σπάνιοι ποταμοί περιρρέουν, ενώ οι κατοικίες
με τις γκρίζες στέγες αραιές περιίπτανται στην αχλή των.
Η ψυχή μου ο βαπτιστής με την θεία ένδεια που αναχωρεί επί
τα ίχνη των οραμάτων των νεκρών Εμμανουήλ και ήδη παλινωδεί
με τους θυσάνους των από την υγρασία μιας νεκρής πολίχνης.
Πλέον δεν πενθώ εσαεί θα λευκαίνονται
τα οστά ωραιότατης ελευθερίας.
Με τα χείλη της σπεύδω στην αιδώ
προσευχόμενων νηπίων.
Τα συλλογίζομαι. Τί εξαιρετική ώρα χιονιού
και όχι άνεμων. Ένας επαινετός θάνατος
βαθαίνει αυτό το μεγαλοπρεπές βελούδο. Άνθη και μικροί
θησαυροί.
Γνωρίζω ακόμη την ιστορία του νέου
και της χρυσής άμμου που τον εσκέπασε. θα ήταν άνοιξη
Αλλά φοβάστε πλέον τις εποχές; Πώς σάς νέμονται
Με τα ρίγη των; Με το σπαθί των.

Όπως τα πετεινά του χειμώνος όπως οι αυτόχειρες με τους
αμαράντους οι νεκροί μας συλλέγουν μεθυστικά ιστορήματα
σημειούμενα επί κυλίνδρων διφθέρας περί την λόχμη ενός άνυδρου
τόπου, οπού οι πόες των επιτύμβιων γαλακτώνουν το εφηβαίο
των γονιμικών θεοτήτων. Βαθειά στην κρυπτή των εγκωμίων
εγκυμονούν οι αλησμόνητες πέρδικες πίνοντας το αναφιλητό
των τεθνεώτων με τα κοσμήματα της υπερμάχου μέθης.
Οι νεκροί μένουν ένα δίφυλλο γέρμα πάνω από τον κλαυθμό
των εφήβων και, όταν βαπτίζωνται, αλγεινοί αστέρες περιφέρουν
τις λυχνίες των καίουσες είτε χαράσσουν σκαριφήματα
πάθους ανά τα ερείπια ανεξήγητων κτισμάτων, όπου κατέλυσαν
οι απανταχού κωπηλάτες με τα φληναφήματα και τους
νυγμούς των μυστικών των.

Οι χάριτες των συλλαβών δεν ανατρέπουν
την αλγεινή μυθολογία των.

 

ΑΝΕΚΔΟΤΑ

 

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΩΝ ΕΓΓΟΝΩΝ

Αφιερωμένο στην αδελφή μου

«Με τα μαλλιά βαριά από χώμα
Κι ένα χαμόγελο χτιστό
Γέρνει το πρόσωπό της πάνω μου,
Να με φιλήσει μια για πάντα.
Είναι η φυσική μου Θλίψη
( Ο θησαυρός του καθενός).
Μα σ’ ένα μάρμαρο γαλάζιο
Αφήνει αυτόν τον ασπασμό.
Εγώ, με κάμποσα άγρια κρίνα
( Ήδη χλωμά απ’ το βίαιο κόψιμο ),
Και του πατέρα μου τις φαρδιές πλάτες
Χρόνια απλωμένες καταγής,
Κρεμώ επάνω στα κλαδιά μια κούνια
Πλεγμένη απ’ τ’ άσπρα μου μαλλιά.
Για του παιδιού μου το παιδί και το παιδί του,
Όταν θα τα καλέσει η θάλασσα
Κοπανώντας τις γιγάντιες φούστες της
Στις πόρτες της δικής τους Θλίψης.
Για χάρη τους με τα ζεστά μου χείλη
Σιγοσφυρίζω στο Θεό:
Κύριε, αν και το χαλινάρι Σου
Μου σκίζει το σαγόνι στα δυο,
Στα παιδιά δεν κουνάω το δάχτυλο,
Κουνώ το μυρωδάτο λίκνο».

 

ΠΑΤΡΙΚΟ ΟΙΚΟΣΥΣΤΗΜΑ

Είναι οι ώρες του απογεύματος
Που ο ήλιος κάθεται μες στη ζεστή του στάχτη
Τόσο παχύς και τόσο απελπισμένος
Όσο ο καθένας μες στην πολυθρόνα του,
Όταν βλέπει μόνος το ματς
Κι ανοίγει τη δεύτερη μπίρα του.
Απλώνεται μια λαδιά στον ουρανό
Από μικροχαρές, μικροβλαστήμιες
Και τα μισόλογα των νυσταγμένων περιστεριών
Που τα μπουκώνουν σπόρια οι τουρίστες,
Προτού κι αυτοί και ο Άγνωστος Στρατιώτης
Φωτογραφηθούν με τον χάρο.

Κάτω απο τον υμένα ενός απόβροχου
Ένας μικροβυθός. Ατλαντίδα τσέπης.
Σπίτια, αρνιά προκατακλυσμιαία,
Πνιγμένα ανάμεσα σε κριάρια Τελωνείων.
Αόρατα έντομα της Πυροσβεστικής
Τρίζουνε στον αρχαίο ρυθμό τα έλυτρά τους
Και το γέρικο μαμούθ σαστισμένο
Σαρώνεται από το βαρύ νερό.
Έχει ένα πρόσωπο γιγάντιου μωρού που αντικρίζει
Πρώτη φορά ηλιοβασίλεμα
Και δεν μπορεί, στην υδαρή του κουνουπιέρα,
Να φανταστεί Ανατολή.

 

ΑΣΤΙΚΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ

Λένε,τον Πύργο Τηλεπικοινωνιών
Καίτοι νεόδμητο, τον τύλιξαν οι φλόγες.
Λαμπάδιασε ως τον έκτο, λένε,
Με μια ριπή Δρακόμορφου Θεού!
Ανοησίες. Αν καίγεται, δεν θα ‘ναι από κατάρα
Αλλά από κάποιο ταπεινό βραχυκύκλωμα.
Γιατί θα πρέπει να διαφεντεύει τον κόσμο
Κάτι χειρότερο από τη λάσπη του;
Ποιος σε γεννά και δεν σε καταπίνει…

Και πράγματι, εκατέρωθεν τέτοιας λαμπάδας
( Φαντάσου, από κράσπεδα ως κεραία!),
Τόνοι βροχής, λασποκαταρράχτες,
Σαν να υγροποιούνται τα καημένα τ’ άστρα
Και μέσα σε υγρές από το κρύο νυχτικιές
Αλλάζουν οι άνθρωποι πλευρό προς το φεγγάρι,
Λιωμένο πια, ένας λεκές στη μαξιλάρα.
(Φωτιά, σου λέει, και ριπές τεράτων…)

Πώς να σωθούμε, απελπισμένη καρδιά μου,
Πού να τρυπώσει αυτό το μούτρο,αυτό το τρέμουλο;
Μου τρίβεται σαν το παλιό χαρτί
Κάθε που ρίχνω το πρόσωπο στα χέρια.
Πού είναι άλλα σπλάχνα σε μια κούπα στάχτη;
Άλλο στόμα σαστισμένο απ’ την πείνα του;
Άλλη σφυρίχτρα αέρα από ψηλά;

 

ΒΙΒΛΙΟ ΣΤΟ ΚΥΜΑ

Εργάζομαι,ψυχαγωγούμαι, μελετώ
Σαν να δειπνώ πλάι σε κομμένο κεφάλι.
Την κάθε ταραχή αποκρύπτω
Υψώνοντας τακτικά το ποτήρι
Στην πρόποση που μου ‘μαθε ο θεός:
“Ας υγιαίνουν οι πενθούντες”, γιατί αυτοί
Θα παρηγορηθούνε κάποιο βράδυ, λέει,
Θα τους διατρέξει από τα πόδια ως το κεφάλι
Ένα ανήμερο πουλί και στο τέλος
Θα στέψει με τα ολάνοιχτα φτερά του
Τον ακέφαλο συμπότη της ζωής.

Πού είναι τώρα ένας ποταμός δακρύων,
Την ώρα αυτή που κάποιος θα μετράει
Τα τελευταία του λεφτά ή τηλεφωνήματα,
Που ένα χωριό το μαρμαρώνει το χιόνι;
Κανένα τοσοδούλι πλάσμα, ασβός ή μέλισσα,
Δεν έχει χώρο πια για τη φυλή του,
Τα κοπάδια τους πηδάνε στο κενό.

Ω, ανήσυχη, δειλή μου προσευχή,
Πότε τελειώνει αυτός ο δείπνος
Να σηκωθώ από ‘δω, να πάω στη θάλασσα
Μ’ όλα των στίχων μου τ’ αναμμένα καντήλια,
Μήπως και πράγματι, καθώς τα σπρώξω στο νερό,
Παρηγορήσουν οι μικρές φλογίτσες…

 

ΠΑΥΣΗ

Είχε αράξει στην πολυθρόνα του
Με κάμποσα νωθρά σκυλιά τριγύρω
Μόνος σαν γέρικο έθνος
Λησμονημένο μέσα στα βουνά.

Κάτι σύννεφα που μύριζαν τσάι
Περνούσαν πάνω απ’ το σπίτι του.
Τακτοποιούσε την μπερδεμένη του σκέψη
Αυτή η ευωδιαστή μεταμφίεση.

Από τις άγριες βιολέτες ανάμεσα
Στα καλαμπόκια και τις ντοματιές του
Αναγνώριζε πως είχε πεθάνει.
Αλλά θερμή, γεμάτη κουδουνίσματα
Από των άλλων τα κοπάδια η μέρα
Ξημέρωνε σε μακρινή επικράτεια.
Το γάλα ήταν ακόμη ποθητό.

Τότε θυμήθηκε που επάνω στο ρούχο του
Η προσευχή του αποκοιμήθηκε σαν μέλισσα
Και με το χέρι ακόμη πρόθυμο
Δοκίμασε να την ξυπνήσει.
Η ζωή δεν μπορεί να ‘ναι εγκατάλειψη,
Η τροφή δεν θα ‘ναι πλεκτάνη.
Ίσως αρχίσει να ξαναγυρίζει η γη λίγο λίγο,
Αν σηκωθεί και πάει να βάλει
Νερό στους σκύλους και τσαγιέρα στη φωτιά.

 

ΕΠΕΙΓΟΝ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΟ

Ο πόνος κάθισε στο στήθος μου
Σαν θεός με πρόσωπο λύκου.
Έστρεψε το κεφάλι και γρύλλισε
Τάχα σε κάποιο βιαστικό φεγγάρι.
Μα ήταν μόνον ο γαλάζιος προβολέας
Του ασθενοφόρου που περνούσε απ’ τα στενά.

Ω, μη σέρνεσαι, βρωμοσαλίγκαρο της καρδιάς!
Η άσπρη κλωστή σου με τραβάει απ’ τα πόδια.
Βλέπω το ράγισμα, ακούω τον κρότο,
Κάποιος μου ρίχνει για σεντόνι τη θάλασσα,
Χτυπά το σώμα μου κι ανεβαίνει
Ένα νησί φορτωμένο φύκια.
Γρυλλίζουν και ο οδηγός και ο νοσοκόμος
Καθώς τυλίγουνε με γάζα τόσο βάρος.
Αντί στους γιατρούς, στους γλάρους
Προλαβαίνουν ν’ αποδώσουν την ψυχή.

Μπροστά, σιωπηλό μαύρο μετάξι,
Η άσφαλτος λειαίνεται εγκάρδια.
Πατούνε οι τροχοί – ω, μη φοβάσαι! –
Σε παρατεταμένες δαχτυλιές ενός αγγέλου.
Τινάζει τα φτερά και σημαδεύει
Πορεία πάνω στο πολύτιμο ύφασμα.
Να δεις που θα ‘ναι η ιαχή της σειρήνας
Το καλωσόρισμα στην ανθισμένη γη.

 

ΦΛΕΓΟΜΕΝΑ ΛΑΒΑΡΑ

Πρώτα πέσανε τα τείχη δυτικά.
Φάνηκε η θάλασσα με μια λεπίδα.
Το πλοίο είχε αράξει μες στη νύστα του.
Κι από τη χαρακιά του ονείρου του το σκάγανε
Καραβάνια φοβισμένα ποντίκια.
Σ’ όλο το μήκος της ακτογραμμής διασταυρώνονταν
Φαντάροι με μπανταρισμένα κεφάλια.
Κρώζανε πότε πότε βραχνά
Αιρέσεις, πεποιθήσεις, τραγουδάκια,
Τυφλά παιδιά με τη φωνή του γλάρου.

Σιγά σιγά δεν έμεινε πέτρα.
Μπορώ πια να σ’ αγαπάω, πατρίδα,
Σαν στομαχόπονο που με κόβει στα δυο.
Σαν φεγγάρι από μισοσβησμένη στάχτη
Που πλέει πάνω από τον αεροδιάδρομο.
Εκεί φουσκώνει σαν ζυμάρι ο τάφος μου.
Κι ο ναύτης ο χλομός βαλσαμωμένος
Με τον γαλαζωπό καπνό του φουγάρου του
Μου γνέφει από τ’ αντικρινά νερά.
Μείναμε εμείς και τα θαλασσοπούλια.
Αυτά τραβούν από τ’ αμπέχονο και θάβουν
Τους νεαρούς της πατρίδος φρουρούς.

Φλοπ! Φλοπ! Αραιές αστραπές
Ξεδιπλώνουν τις μεγάλες παντιέρες.

 

Η ΠΑΡΤΙΤΟΥΡΑ ΤΩΝ ΚΕΛΑΗΔΙΣΜΩΝ

Καθώς περνούσαν της Ησυχίας τ’ απόνερα
Έριξα τη βαλίτσα μου μέσα.
Έβλεπα να την παίρνει το ρεύμα
Μ’ όλα τ’ αηδόνια του ρουχισμού πεθαμένα.
Κι όμως. Λαλώ με τα κόκαλα
Εκείνον τον αιωνόβιο ψίθυρο
Που μου έχει αναθέσει η φαντασία.
Λέω, γυμνός είναι ο βουβός, όχι ο πένης.

Γύρω η πεδιάδα. Τα διάσπαρτα
Σπίτια από σάρκα πελιδνή στο απόβραδο.
Ο σκελετός του πάρκου μαυρισμένος,
Τον πλένει με υπομονή το χιόνι.
Το γέρικο αεροδρόμιο
Στην επαρχιακή του καρτερία.
Κοτσύφια, κάργιες, δρυοκολάπτες,
Η γλώσσα πέτρινη, το ράμφος ανοιχτό.

Με κάθε περαστικό παζαρεύω
Τον λυγμό, τον βήχα, το μούγκρισμα,
Σαν να ήταν ο θρήνος το νόμισμα
Που, όταν κυλά, αγοράζει.
Αλλά όταν κλωτσάει ο άνεμος
Σαν άρρωστο σκυλί την καρδιά μου,
Με το ουρλιαχτό που γεννήθηκα
Μ’ αυτό απαντάω στα μουγκά πουλιά.

 

ΑΕΝΑΗ ΠΡΕΜΙΕΡΑ

Έφτασα νύχτα στην καμένη πόλη
Μ’ άλλους πολλούς που ακολουθούσαν το σήμα της:
Μια τρίλια διαπεραστικής κραυγής
Σαν τραύλισμα σακατεμένου σκύλου.
Στους δρόμους βούιζε ανειρήνευτο πλιάτσικο.
Μιλιούνια τρέχαν στα χαλάσματα που κάπνιζαν.
Λεηλατήθηκαν ναοί και υπουργεία.
Λάφυρο ως και του πρωθυπουργού
Οι λινομέταξες παντόφλες.
Γάτοι με τις ουρές αναμμένες
Χώνονταν έξαλλοι στην Εθνική Βιβλιοθήκη.
Φυτίλια οι τόμοι της Παλιγγενεσίας μας.

Ως και το Θέατρο καιγόταν ακόμη.
Ωστόσο απ’ τα παράθυρά του κυμάτιζε
Με μια γιγάντια χειρονομία ένα ποτάμι.
Εκεί πετούσαν απ’ το μαυρισμένο βεστιάριο
Κουστούμια άκαυτα, βαριά βελούδα,
Μεταξωτά σαν τα φτερά των αγγέλων.
Και τα γοβάκια, οι πουέντ, οι κόθορνοι
Χόρευαν με αυστηρή κομψότητα
Κατά τις εντολές αρχαίων στίχων.
Τέλος, με την περούκα του άθιχτη,
Πουδραρισμένος με σοφία, βάδισε
Επάνω στα νερά ο Πρώτος Ρόλος.

 

Η ΓΥΑΛΙΝΗ

Ξημερώνει κουρασμένος Γενάρης.
Με τον πρώτο καφέ ξεσπά η μπόρα.
Φτιάχνει η βροχή γυναίκα από γυαλί
Στημένη πάνω από ένα κενοτάφιο.
Έξω η πόλη επιμεταλλώνεται.
Τ’ αστέρια εγγράφονται στον ουρανό
Μ’ ευκρίνεια αλουμινίου.
Σπάζει τότε η γυναίκα και ενσαρκώνεται
Μαζεύοντας μ’ ένα φαράσι τα γυαλιά της.

«Να αντέχουμε. Να ασκούμε την τέχνη μας
Μ’ ένα χαμόγελο που μοιράζει
Πρώιμα μήλα με την γεύση του ουρανού.
Κάθε μας θλίψη να ταφεί μ’ επιμέλεια
Αφού σάρωσε ό,τι ήταν να σαρώσει,
Και το σώμα βαρύ από την ύλη του
Να κάνει το επόμενο βήμα».

Αμμοβολή από αναρίθμητα τζάμια
Τον ψίθυρό της αποκρυσταλλώνει.
Σαύρες τρέχουνε μακριά απ’ τα θραύσματα,
Το μνήμα τις πανικοβάλλει.
Έτσι, τα τραύματα ηρεμούν κατά τη φύση τους.
Και μέσα από την αναπάντεχη διαφάνεια
Φέρνει το σάρωθρο την τάξη των δακρύων,
Που λάμπουν όσο προχωράει το φως.

 

Ο ΝΟΜΟΣ ΤΟΥ ΣΤΕΜΜΑΤΟΣ

Πάλεψα, πάλεψα να την σηκώσω
Αυτήν την νύχτα, πεσμένη κατάχαμα.
Την έσυρα από τις μασχάλες, της έπλυνα
Το πρόσωπο με τα ίδια μου τα χέρια.
Ώσπου άρχισε πάλι το χαμόγελό της να πλανιέται
Στη θλίψη, στη βιασύνη, στα χρήματα
Όπως ένα πουλί πλανιέται ανάμεσα
Σε πέτρινους σταυρούς νεκροταφείου.

Σήκω, καλή μου, σήκω, σκοτεινή μου!
Όρθια δες των εγκοσμίων το θέαμα:
Σπίτια που τα χαστούκισε η φλόγα.
Από ψηλά το ρολόι της Μητρόπολης
Κοιτάζει σαν μάτι με γλαύκωμα
Τ’ απομεινάρια της ρυμοτομίας
Και μες στ’ αποκαϊδια ψάχνουν
Οι υπουργοί τα βραβεία τους.

Να ορθώσεις μέτωπο και ανάστημα
Σαν βασιλιάς που τον θρυμμάτισε η μοίρα του.
Ό,τι αγαπήθηκε ν’ αγαπιέται για πάντα.
Όπως εκείνες οι ριπές χελιδονιών
Που διατρυπούν την ουράνια πλάκα
Προς τ’ ανοιγμένα στόματα των μικρών τους
Και μες στο πρωινό αντιφέγγισμα
Στήνουν θρηνητικό πανηγύρι.

 

ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ

Κοιμάται η πατρίς πάνω στον χάρτη της
Σαν παχύσαρκη γριά που ξεχειλίζει απ’ το φέρετρο.

Κρεμάει ο νεωκόρος πάνω της
Του φεγγαριού την κερένια μάζα
Κι εκείνο στάζει, στάζει ως τη χάση του
Με τη βελούδινη ματιά του σκλάβου
Που υπηρετεί χωρίς να δίνει συγχώρεση.

Κι αυτό θ’ αποσυρθεί, αφού λιώσει,
Στο πρώτο σκοτάδι της Γένεσης.

Δες πώς φέγγουν σκαρφαλωμένα στη νύχτα
Τα κουφάρια των οικισμών και των θερέτρων.
Κρεμασμένος από τη δοκό του δημαρχείου
Ταλαντεύεται μετρώντας δευτερόλεπτα
Ο αιρετός κοινοτάρχης.
Περιμένουμε να σημάνει χαράματα
Μ’ ένα τίναγμα των λουστρινιών του.

Κι όπως στη μούχλα που γλείφει τους τοίχους
Οι σιλουέτες των αγγέλων εμφανίζονται,
Παρατημένα τα άμφιά τους στα στασίδια
Σαν ν’ άλλαξαν πουκάμισο τα φίδια
Σήπονται αργά κατά τους νόμους της αλήθειας
Όταν κανείς αλήθεια δεν χρειάζεται.
Όταν κάνει η απάτη ακατανόητο
Τον θάνατο ενός υπέρβαρου θεού.

 

ΠΕΖΑ

Ακτή στο φως του χειμώνα (1996)

Ι
ΑΚΤΗ ΣΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ

Μια φωτεινή παραβολή
Για συμπολίτες, εραστές και φίλους

(Τρία αποσπάσματα)

Το κορίτσι

Πιστέψτε με, έφτασε χθες βράδυ, άκουσα καθαρά —εσείς κοιμόσασταν ήδη, εγώ τελείωνα για λογαριασμό μου το βιβλίο που σας διαβάζω— άκουσα καθαρά τον κραδασμό από το αγκυροβόλημα της πλατείας, κατέβηκα μάλιστα στο υπόγειο να δω μην έμπασε νερά. Όταν ανέβηκα, πήρα την πολυθρόνα μου από πλάι σας και τη μετέφερα σιγά σιγά στο παράθυρο. Δεν μου κόλλαγε ύπνος. Κι ύστερα ξέρετε πια πόσο αγαπώ το χειμώνα, τίποτε δεν μου κάνει συντροφιά γλυκύτερη από τις αστραπές και το κρύο. Τράβηξα λοιπόν την κουρτίνα, εσείς είχατε κουκουλωθεί ως τ’ αυτιά. Και τότε τον είδα. Ανέβαινε φανερά κουρασμένος προς την ΑΚΤΗ, θα γνώριζα το βήμα του, το σουλούπι του, ακόμη και μετά από άλλα τόσα χρόνια, ακόμη και στο πιο πηχτό σκοτάδι. Τώρα όμως οι λάμπες του δρόμου έκαναν ακόμη αρκετή δουλειά. Έσερνε κάποιο δέμα ή κιβώτιο, κάθε τόσο τ’ ακουμπούσε και το εξέταζε. Δεν ήθελα ούτ’ εγώ να το πιστέψω, μ’ έπιασε τρέμουλο, δείτε, και τώρα ακόμη τρέμω. Όμως στ’ αλήθεια πήγε στην ΑΚΤΗ, έσπρωξε την πόρτα και μπήκε.
   Η πρώτη σκέψη μου, τ’ ομολογώ, ήταν να τρέξω κοντά του. Σας πονάω τώρα, μα δεν πρέπει να φαντάζεστε ότι σκέφτηκα να σας εγκαταλείψω. Θα γύριζα, θα σας ξυπνούσα, ξέρω γω; Αλλά δοκίμασα να σηκωθώ από την πολυθρόνα κι ήταν αδύνατο. Είχα βαρύνει σαν να μ’ είχαν δέσει με βαρίδια. Τα πόδια, τα χέρια, τη μέση μου, τα ’νιωθα εντελώς αγκυλωμένα. Το μόνο που δούλευε εντατικά ήταν ο νους μου: τον έβλεπα να προχωρεί στη ρεσεψιόν, να συναντά τον κύριο Ισίδωρο —αυτός τον αγαπούσε, κυρία, ποτέ δεν συμμερίστηκε την αποστροφή σας— ο κύριος Ισίδωρος θα τον θυμόταν, θα τον αναγνώριζε οπωσδήποτε, θα έβγαινε από τον πάγκο του σίγουρα, θα του άνοιγε τη γέρικη αγκαλιά του και δεν θα τον οδηγούσε στο δωμάτιο πριν από ένα ποτήρι ζεστό γάλα. Τώρα θ’ ανέβαινε με το κουτί του στην κάμαρα, θα ήτανε ζεστά εκεί μέσα, και λίγο πριν να κλείσει τα μάτια του θα περνούσα ξανά από το μυαλό του. Γιατί δεν αμφιβάλλετε βέβαια, όσο κι αν αυτό σας τρομάζει, ότι για μένα γύρισε, για μένα.
   Καθώς τα φανταζόμουν όλ’ αυτά βιδωμένη στην πολυθρόνα μου, άρχισε ξαφνικά να χιονίζει. Α, τι καλό σημάδι αυτό! Θα πέσουν οι αέρηδες, θα ησυχάσουμε, θα ομορφύνει όλος ο τόπος. Αν δεν φοβόμουνα μη σας ξυπνήσω, θα άρχιζα να σιγοτραγουδώ. Το ’κανα βέβαια από μέσα μου, ένα γλυκό, χαρούμενο τραγούδι που σκάρωνα εκείνη τη στιγμή και που μιλούσε —τι παράξενο!— για ένα φτερό πουλιού που ξέκοψε, λέει, από το σώμα του μονάχο κι άρχισε να στριφογυρίζει στον αέρα. Ξέρω, ήταν το χιόνι που έβλεπα, οι εμπνεύσεις μου είναι πάντα τόσο φτωχές, ποτέ δεν κατάφερα να φτιάξω τραγούδια σαν εκείνα που γράφουν τα βιβλία σας, εκείνα με τα οποία μ’ έχετε αναθρέψει, όμως έχω πάντα καλή φωνή και δεν καταδέχτηκα ποτέ να τη δανείσου στα μεγαλεία των άλλων. «Τραγούδα μου ό,τι λέει η ψυχή σου», αυτό δεν μου λέγατε πάντα; Γιατί όμως, γιατί, Θεέ μου, όταν τραγουδούσα γι’ αυτόν, κλείνατε τα παράθυρά μας; Καλά, καλά, μην ταράζεστε, όμως ποτέ δεν έχει ακούσει τη φωνή μου, κανέναν δεν αφήνατε να μ’ ακούσει, και για τους άλλους ποιος σκοτιζότανε, όμως αυτός δεν έπρεπε να ξέρει αυτό το μεγάλο μου χάρισμα; Ω, δεν αγανακτώ, μην ταράζεστε, ποτέ δεν λησμονώ τι σας χρωστάω, δεν είναι μόνο ευγνωμοσύνη, σύμφωνοι, είν’ αγάπη. Νομίζετε ότι θα ξεχάσω ποτέ τη στιγμή που σας πρωτοείδα στην πόρτα του σπιτιού μας εκείνο το απόγευμα… Ο πατέρας μου είχε μόλις πεθάνει, ο σκύλος του τον παράστεκε εμβρόντητος με το μουσούδι πάνω απ’ το προσκέφαλό του. Εγώ καθόμουν έξω, στο σκαλί, μασουλούσα το ψωμί μου κι έφτυνα πότε πότε τα ψίχουλα για να τραγουδήσω κάτι. Σας βλέπω τότε με το μπλε σας φόρεμα και τα μαλλιά σας σηκωμένα ψηλά σαν μια φωλιά πάνω σε δέντρο. Με το λευκό σας μπαστουνάκι, αντί να βρίσκετε το δρόμο σας, κρατούσατε το ρυθμό του τραγουδιού μου. Πήρατε λίγο χώμα, μπήκατε, ρίξατε ήσυχα επάνω του κι ύστερα στραφήκατε σ’ εμένα. «Εσύ θα ’ρθεις μαζί μου. Πάμε». Καθόλου δεν με τρόμαζαν τα μάτια σας, ολότελα λευκά σχεδόν κι όμως με κάποιο ιδιαίτερο βλέμμα. Τα προτιμούσα από τ’ άγρια μάτια του πατέρα μου, ύστερα κατακόκκινα απ’ τον πυρετό, τέλος σβησμένα. Τα δικά σας ήταν δυο σταλαξιές πηγμένο γάλα. Ακολούθησα. Θυμάμαι κάθε λουλουδάκι και κάθε αγκάθι που πάτησα κατεβαίνοντας από το βουνό. «Τα πόδια σου θα ξαναγίνουν τρυφερά», μου είπατε, «θα φορέσεις παπούτσια». Δεν ξέρω γιατί, αυτό με φόβισε, μ’ άρεσε να σκουπίζω την πατούσα μου με την παλάμη πριν να κοιμηθώ, πρασινισμένη από τα χορτάρια, ήξερα άλλωστε πια να αποφεύγω τις κακοτοπιές. Όμως κατέβαινα στην πόλη πίσω από ένα τεράστιο μπλε φόρεμα κι έβρισκα το βήμα μου στο ρυθμό του μπαστουνιού σας και σε λίγο θα ήμουν εκεί που λένε πως κουνιούνται οι δρόμοι και πως περνάνε μεγάλα νερά κάτω ακριβώς από τα σπίτια, πως έχει μήλα στα καφάσια αντί στα δέντρα και πως οι άνθρωποι φτιάχνουν με τα χέρια τους πράγματα που πουλάνε αντί να τρώνε. Δεν θα ξανάβλεπα ποτέ, ποτέ, το μεγάλο τριχωτό χέρι του πατέρα μου να σπρώχνει μπρος μου το πιάτο μου κι ύστερα να γυρίζει τη ράχη του βουλιάζοντας μπροστά στη φωτιά.
Α, ποιος ξέρει πώς θα ήταν να πατήσω εκεί που υπάρχουνε μάρμαρα.
   Ήταν κρύα. Πολύ κρύα. Γι’ αυτό και όχι, εδώ που τα λέμε, επειδή εσείς επιμένατε, δέχτηκα και φόρεσα παπούτσια. Ω, δεν σημαίνει βέβαια αυτό ότι μπορούσε να σας αρνηθώ και κάτι. Και ποιος μπορεί; Όλοι αυτοί οι λογιστές κι οι δικηγόροι με τα γυαλιά και τα γκρίζα μουστάκια, όλοι αυτοί οι προμηθευτές της ΑΚΤΗΣ, που, σφίγγοντας τις τεράστιες κοιλιές τους μέσα στα σκούρα κοστούμια τους, περνούνε χρόνια τώρα από το σπίτι μας, δεν σας αρνήθηκαν ποτέ τους τίποτε, λένε όλο ναι και δίνουν εξηγήσεις και ούτε τολμούν να σηκώσουν τα μάτια τους προς το πηγμένο σας βλέμμα.
Κι έτσι δεν 
έχουν δει ποτέ καλά κι εμένα, από παιδί με κρατούσατε όρθια πίσω σας, μπορούσανε να βλέπουν μόνο τα κουμπιά της μπλούζας μου κι ωστόσο κάμποσοι τα κοίταζαν και αυτά κι έτσι σιγά σιγά με βάλατε καθιστή να σκύβω πάνω από το εργόχειρό μου. Αλλά πάλι μου τρέμαν τα δάχτυλα, τα χάρτινα λουλούδια σκίζονταν ή γίνονταν κακότεχνα τότε, κι αυτό μπορούσε να σημάνει για σας το λόγο μιας ολονύχτιας θλίψης. Δεν τολμούσα να τρυπώσω στην αγρύπνια σας, λυπόμουν να σας φαντάζομαι όρθια μέσα στο δωμάτιό σας όλη νύχτα, πότε μπροστά στον καθρέφτη σας, πότε μπροστά στο τζάμι. Ωστόσο δεν τολμούσα να μπω, ήξερα ότι βλέπατε καλά το πρόσωπό σας τη νύχτα, ότι μελετούσατε μία μία τις ρυτίδες του, ότι περνούσατε και σκουπίζατε συνέχεια ένα κραγιόν πάνω στα χείλη. Κανείς καλύτερα από σας δεν θα μπορούσε να διακρίνει την κίνηση της νύχτας στο δρόμο, ποιος έμπαινε, ποιος έβγαινε στην ΑΚΤΗ, ποιος περπατούσε στους δρόμους. Εσείς, κρατώντας με τρυφερά από τους ώμους, με πήρατε μια νύχτα στο κρεβάτι σας και αραδιάζοντας πάνω στα σεντόνια μεταξωτά χαρτιά, πέρλες και κρέμες, βαζάκια με τονωτικά κι αρώματα, με μυήσατε στην τρομερή δύναμή σας. Μην κλαίτε, ξέρω, το ’χω χάσει πια το χάρισμα, εσείς πιστεύετε ότι εκείνος μου το πήρε, ίσως και να ’ναι αλήθεια αυτό, μα πώς αλλιώς θα τον έβλεπα αν δεν σήκωνα λιγάκι το κεφάλι μου μέσα στο φως της ημέρας, την ώρα, αχ Θεέ μου, την ώρα που ακουμπούσα τις τσάντες μπρος από τον πάγκο του κυρίου Ισίδωρου κι εκείνος, βιαστικός όπως πάντα, ετοιμαζότανε να βγει
προς τα εμπορικά;

 

Το αγόρι

Κάθε φορά που χάνω το σώμα μου, ξέρω πως το ’χει πάρει αυτός. Ποτέ δεν θα σταματήσει λοιπόν να με κλείνει μες στη βαλίτσα του; Τι λογής πατέρας είν’ αυτός, που ποτέ δεν λογάριασε τη θέλησή μου; Ένα οποιοδήποτε πρωινό σηκώνεται, ετοιμάζεται, φεύγει. Πού πας; Δουλειές. Τι δουλειές; Τ’ άλλα παιδιά ξέρουνε όλα τι δουλειά κάνει ο πατέρας τους, πολλά τον έχουν κιόλας δει να δουλεύει. Εγώ απομένω εδώ όσο λείπει και δεν ξέρω. Νιώθω μονάχα συνεχώς το κούνημα καθώς με κουβαλάει εδώ κι εκεί, με τον καιρό ξεχωρίζω πια κι αν μπαίνουμε σε τρένο ή σε πλοίο. Το πιο πολύ σε πλοίο μπαίνουμε, ακούω τη βουή της θάλασσας, είναι κάτι τεράστιο, κι αυτό κλεισμένο σε μια μεγαλύτερη βαλίτσα, στο μαντίλι μάλλον ενός γίγαντα που τύλιξε εκεί μέσα τα πάντα, να βγει μια βόλτα στην εξοχή. Όπως μου τύλιγε κάποτε τα σταφιδόψωμα η κυρία Θεώνη. Η κυρία Ήβη δεν ξέρει από τέτοια, τίποτε δεν ξέρει αυτή, ούτε να στρώσει σωστά ένα τραπέζι, μ’ αφήνει και τα κάνω όλα μόνος μου, κανένας δεν το ξέρει αυτό, πως τα κάνω όλα μοναχός μου. Όλο παράπονα είναι το μάτι τους, πως τα κάνω όλα λάθος, πως δεν βγάζω το ψωμί που μου δίνουνε, πως μ’ έχουνε μαζέψει από τους δρόμους και να μην είμαι τεμπέλης κι αχάριστος. Δεν είμαι. Δεν είμαι! Εγώ τα κάνω όλα σωστά, όπως μου τα ’μάθε η κυρία Θεώνη, προσέχω εγώ, η κυρία Ήβη όμως ποτέ της δεν ευχαριστιέται, θέλει να μ’ έχει δεμένο στη φούστα της, να δίνει όλο διαταγές, όλο θυμώνει η κυρία Ήβη. Δεν θέλει να της μιλάω λέει, εντάξει, δεν θέλει να της μιλάω, όμως σε ποιον να μιλάω εγώ; Χθες το ’σκασα, πήγα στα σπιτάκια που έχουνε βάλει τους φίλους μου, κάθισα απ’ έξω, στο πεζούλι, και τους μίλησα. Σήμερα όμως χιονίζει, πού να πάω. Αν βάλω το παλτό και το σκούφο μου, θα τα λεκιάσει το χιόνι, και να στεγνώσουν, μένει ο λεκές. Κανείς δεν καθαρίζει τα ρούχα μου, δεν μπορώ να τα φοράω λερωμένα, γίνονται πιο βαριά και δεν μπορώ πια να τα σηκώσω, θα με σκεπάσουν όλο καμιά μέρα. Πώς πετάμε τα άπλυτα το ένα πάνω στο άλλο, ποιος θυμάται ποιο είναι κάτω κάτω… Πώς θα με βρει ποτέ ο πατέρας μου; Εκείνος ήθελε να είμαι καθαρός, με χτένιζε, έστρωνε προσεχτικά τη χωρίστρα, «Είσαι ένα όμορφο, καλό παιδί», μου ’λεγε, μ’ έπαιρνε από το χέρι και βγαίναμε μεγάλη βόλτα μέσα στην πόλη. Τι όμορφα που ήτανε τότε, τα μαγαζιά ήταν το πιο όμορφο απ’ όλα, τόσα μαγαζιά φωτισμένα, με ψεύτικους ανθρώπους πίσω από τα τζάμια να φοράνε καπέλα και γραβάτες, αληθινά καπέλα και γραβάτες. Άλλα με ψεύτικα πουλιά και δέντρα, στις μύτες τους κρατούσαν δαχτυλίδια, δύο μάλιστα κρατούσαν απ’ τις άκρες του ένα αληθινό περιδέραιο. Πιο κάτω ήταν ένα με παιχνίδια, ακατανόητα παιχνίδια από πηλό, σπάζανε αμέσως, όλοι το ’ξέραν, κανείς δεν τ’ αγόραζε, -πήλινα αλογάκια ή κάρα, κάτι μεγάλες πήλινες μέλισσες, ο πατέρας τις έλεγε σκαραβαίους. Κανένας δεν τα αγόραζε, τους έσπαζαν, του πατέρα δεν του σπάσανε ποτέ, τα ’παίρνε τυλιγμένα στο χαρτί, μου τα ξετύλιγε, «Παίξε», μου έλεγε, «είναι για να παίζουμε. Παίξε». Πώς να παίξω μέσα στο δρόμο, τουλάχιστον αν ήταν κι οι φίλοι μου, μ’ έπιανε μια ντροπή, τι να κάνω, κατέβαζα τα μάτια στη γη, ντρεπόμουνα να παίζω ολομόναχος εκεί, καταμεσής του δρόμου. Όταν ξανασήκωνα τα μάτια, δεν ήταν πια εκεί τα πήλινα έντομα, ούτε το χέρι του πατέρα μου ένιωθα, με κρατούσε ακόμη κι ωστόσο ήταν σαν να το είχε χώσει μες στην τσέπη. Συνεχίζαμε τον περίπατό μας, τώρα στεκόμασταν μπροστά στα υφασματάδικα, χιλιάδες τόπια αραδιασμένα στα ράφια, μπαίναμε μέσα να αναζητήσουμε ύφασμα για μια φορεσιά για μένα. Δεκάδες γυναίκες εκεί, όλο γυναίκες συνωστίζονταν εκεί μέσα, νέες με τούλι στα καπέλα τους, άλλες ώριμες, μ’ ένα βαρύ γουναρικό γύρω από τους ώμους, άλλες σχεδόν αφανισμένες από τα γεράματα κι όμως στημένες πάνω στα μαύρα τους μποτίνια, ψάχναν με δάχτυλα γεμάτα δαχτυλίδια την ποιότητα ενός υφάσματος. Υπάλληλοι μικροσκοπικοί και γρήγοροι τους κατέβαζαν πότε το ’να, πότε τ’ άλλο, χαμογελούσανε ζωγραφιστά, όπως οι πήλινοι σκαραβαίοι, ψαλίδιζαν, μετρούσαν, διπλώνανε. Όταν εμείς μπαίναμε μέσα, στην αρχή δεν άλλαζε τίποτε, λίγα λεπτά μετά όμως, η μία μετά την άλλη, όλες κοιτούσανε κλεφτά τον πατέρα, πάλι γύριζαν στη δουλειά τους, πάλι τον κοιτάζανε, οι υπάλληλοι αργοπορούσαν. Έσβηνε σιγά σιγά το μπογιατισμένο τους χαμόγελο, εγώ καλά καλά δεν τους έβλεπα πίσω από μια τέτοια μουντζούρα, όλοι κοιτούσανε κλεφτά τον πατέρα. Το ήξερα πως ήτανε όμορφος, εγώ όμως δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί, κι εγώ είχα ίδια μαλλιά, ίδια μάτια, κανείς δεν με κοιτούσε εμένα, με σπρώχνανε, τάχα αθέλητα, για να βρεθούνε λίγο πιο κοντά του. Μπορεί στ’ αλήθεια και να μη με βλέπανε, τόσο στένευε γύρω μας ο κύκλος που δεν τους έβλεπα κι εγώ, μόνο φούστες μεταξωτές ή βελούδινες, μαύρα λεία παλτά, παπούτσια και παπούτσια με κουμπώματα χρυσά και με φιόγκους. Τραβούσα τότε το σακάκι του, ήθελα να με πάρει αγκαλιά, δεν μπορούσα να ανασάνω εκεί κάτω. Ποτέ δεν με πήρε. Σερνόμουν όπως όπως στα πόδια του, τραβούσα το σακάκι του, άκουγα να ’ρχεται από ψηλά η φωνή του: «Θέλω κάτι πολύ απαλό
για το 
παιδί, κάτι πολύ ελαφρύ, κάτι που να μη λερώνει». Ποτέ δεν φόρεσα εγώ καινούριο ρούχο. Πάντα μ’ αυτά περπατούσαμε, μ’ αυτά που φοράω και τώρα, μένουνε πάντα καθαρά γιατί ποτέ δεν βγαίνω έξω όταν χιονίζει ή όταν βρέχει, δεν κάθομαι να παίζω καταγής. Από το δήμαρχο δεν ζήτησα άλλα, με βάλαν στη δουλειά και δεν μου φτιάξανε μια φορεσιά για τη δουλειά μου, η κυρία Ήβη φορά, φορά την κάτασπρη ποδιά της κυρίας Θεώνης. Η δύστυχη η κυρία Θεώνη… «Πρέπει ν’ αφήσεις το παιδί ήσυχο», του έλεγε, «ή παρ’ το πια μαζί σου για πάντα. Κοίτα τα μάτια του, αυτό κλαίει, κρυφά από σένα κλαίει, δεν καταλαβαίνεις;» Έσκυβε αυτός το κεφάλι και δεν μίλαγε, ποτέ του δεν της απαντούσε, καθόταν εκεί, πλάι στον πάγκο της, με το κεφάλι σκυμμένο. Άνοιγε τότε το ντουλάπι και του ’δίνε κάτι που μύριζε γλυκύτατα, του ’σπρώχνε μπρος του ένα ποτήρι κρασί, εκείνος σήκωνε τα μάτια του —δεν ξέρω, νόμιζα πως τη φιλούσε τότε— και τα χαμήλωνε χωρίς ν’ απαντήσει. «Άφησε το παιδί ή παρ’ το», του ’λεγε πάλι εκείνη σιγανά, «θες δε θες, ο καιρός θα περάσει. Δες, εγώ απόκτησα κόρη κι η κόρη μου άλλη,
να τη εκεί, 
αυτό το παχουλό κουτό κορίτσι». Τότε καθότανε κι εκείνη, φαινότανε κουρασμένη ξαφνικά, με τράβαγε γλυκά πάνω στα πόδια της κι άρχιζε αργά αργά να με χορεύει μουρμουρίζοντας κάτι θολό. Ο πατέρας μου έριχνε το κεφάλι πάνω στον πάγκο της, έβλεπε μοναχά τα μαλλιά του, πυκνά κατάμαυρα μαλλιά, κανένας άλλος άντρας μες στην πόλη δεν είχε τα μαλλιά του πατέρα μου. Οι μυρωδιές κι οι άχνες της κουζίνας σταματούσανε στον αέρα και τους τρεις μας, μονάχα τους τρεις μας, μας κούναγε γλυκά κάτι τεράστιο, κάτω απ’ το πάτωμα περνούσε, το άκουγα, κάτι κλεισμένο στο μαντίλι ενός γίγαντα, που ’χε τυλίξει μέσα κει τα πάντα και πήγαινε μια βόλτα στην εξοχή.

 

Ο κύριος Ισίδωρος

Κοιμηθείτε. Ύπνο γλυκό, χρυσά μου, ύπνο γλυκό. Εγώ είμ’ εδώ, κοιμηθείτε. Τώρα γυρίζει πίσω στη μάνα του, Αύριο πάλι. Άλλη δεν έχει αυτός στον κόσμο από την Ήβη, ας τον μαλώνει, κάνει η Ήβη για μάνα του, με το
καιρό θ’ αγαπηθούνε οι δυο, θα δείτε. Αυτή γι’ αυτόν, εγώ για σας. Ύπνο γλυκό, εγώ είμ’ εδώ, κοιμηθείτε, Αύριο πάλι, αύριο πάλι, χαζοπούλια μου. Κοιμηθείτε. Το μέτωπο στη γη, όοολοι, έτσι…

 

 

ΙΙ
ΦΩΝΕΣ ΑΠΟ ΚΑΤΩ

Δέκα σκοτεινά παραμύθια
Για ζώα, για πουλιά και για κτίσματα

ΟΙ ΦΙΛΟΙ

Οταν ψόφησε το άλογό μας, πήγε η ψυχή του στο Θεό και του ’πε: «Πού είναι το δικό μου παχνί;» Ο Θεός χαΐδεψε τα μακριά του γένια ντροπιασμένος: ολόκληρος κήπος και δεν είχε ούτε μια γωνιά για το άλογο. «Σύρε», του λέει, «κι όπου βρεις, να μείνεις». Βάδιζε, βάδιζε το άλογο, βρήκε ανάμεσα σε δύο σύννεφα μια βρύση. Γύρω δεν έβλεπε ψυχή. «Όχι εδώ», λέει τότε, «δεν θα με βρει εδώ ο αφέντης μου». Πίνει και φεύγει. Βάδιζε, βάδιζε, φτάνει στη μέση τ’ ουρανού, βρίσκει ανάμεσα σε δύο σύννεφα τα χάμουρά του πεταμένα. Σκύβει θλιμμένο να τα οσμιστεί, γλιστρούν εκείνα, πέφτουν, πέφτουν, φτάνουνε πάλι στη γη. Να τα, μπροστά μου εδώ, τα παίρνω και τα κρατώ και τα κοιτώ και το ξέρω: το άλογό μου είναι πάντα πάνω κει.

 

Ο ΚΥΝΗΓΗΜΕΝΟΣ

Μόλις που είχαμε προλάβει να κλείσουμε την καταπακτή και να τραβήξουμε από πάνω της το χαλί και το κρεβάτι του αρρώστου, όταν μπήκαν οι στρατιώτες στο σπίτι. Χτύπησαν πρώτα βροντερά την πόρτα κι όσο να πω να ξεκλειδώσω, είχανε ήδη ορμήσει μέσα με τα όπλα τους καταπάνω μας. «Πού είναι;» φώναζε ο επικεφαλής. «Πού είναι;» «Δεν ξέρω», ψιθύρισε η μητέρα, ενώ τα δύο μικρά κρύβονταν κιόλας με κλάματα στις φούστες της. Ο επικεφαλής ήρθε με μια δρασκελιά κοντά μου, μ’ άρπαξε από τα μαλλιά, κόλλησε το κεφάλι μου στον τοίχο. «Πού είναι;» Η μάνα σκέπασε με τις παλάμες της τα μάτια των μικρών και στύλωσε πάνω μου τα δικά της. «Δεν ξέρω», ψιθύρισα. Βρέθηκα μ’ έναν μπάτσο καταγής, σηκώθηκα, ακούμπησα ξανά στον τοίχο. Ο επικεφαλής πλησίασε στο κρεβάτι. «Είναι άρρωστος», του είπε καθαρά η μάνα. Αυτός του σήκωσε απότομα τα μαξιλάρια, τον έφερε κάτω από το πρόσωπό του. Καθώς τα χέρια του αρρώστου κρεμάστηκαν και ο ρόγχος του δυνάμωσε αμέσως, τον άφησε να πέσει πάλι με μια έκφραση βαθιάς αποστροφής. «Πού είναι;» ούρλιαξε ξανά. «Όλοι τον είδαν που τριγύρναγε εδώ, ήτανε πληγωμένος γερά, δεν μπορεί να ’χει πετάξει». Και μ’
ένα νεύμα διέταξε τους στρατιώτες του ν’ αρχίσουν.
   Το καθετί μέσα στο σπίτι ρημάχτηκε. Πετάχτηκε έξω ως κι ο ρουχισμός απ’ τις ντουλάπες, τα κάδρα από τους τοίχους ξεκρεμάστηκαν, ψηλάφησαν, έψαξαν ρημάζοντας κουζίνα, υπνοδωμάτια, δώμα. Ύστερα βγήκαν στην αυλή, ξήλωσαν την αποθήκη σε σανίδες, πέταξαν σπίρτο κι άναψαν φωτιά. Άρχισαν να πετούν εκεί μέσα τα πράγματα που δεν είχαν σπάσει, έπιπλα, αγαλματίδια, βιβλία, ως και πιατικά. «Πού είναι;» ούρλιαζαν. «Πού είναι; Τον βρήκατε, τον περιποιηθήκατε, εδώ είναι. Ζωντανός στο βουνό δεν θα γυρίσει». Η μάνα έσφιγγε κοντά της τα μικρά και τα χε καταφέρει να
σωπάσουν, όταν άρχισαν να πετούν στη φωτιά ένα ένα τα ζώα της αυλής μας, όσα δεν πρόλαβαν να το σκάσουν. Κάηκαν ζωντανά τα κλωσόπουλα, που έπαιζε ο Απόστολος, και το κουνέλι της Μαρίας, ενώ το άλογο το πυροβόλησαν πρώτα.
   Θα είχε έρθει κι η σειρά μας, όταν έσβησε στο προσκέφαλό του ο άρρωστος. Οι στρατιώτες ειδοποίησαν το διοικητή κι εκείνος έδωσε την εντολή: «Πάρτε από δω το κουφάρι!» Τον σήκωσαν με το κρεβάτι του μαζί, θέλοντας, ποιος ξέρει πώς, να τον προσβάλουν, το χαλί μπλέχτηκε στα πόδια τους και φάνηκε η καταπακτή. Μ’ απίστευτα ουρλιαχτά και χάχανα στριμώχτηκαν επάνω απ’ το κρικέλι. Με δύο πυροβολισμούς στον αέρα ο διοικητής επέβαλε την τάξη. Ύστερα αστράφτοντας από οργή και ευτυχία το τράβηξε δυνατά. Στο άνοιγμα της καταπακτής —Θεέ μου, Θεέ μου, αν έφτιαξες τους αγγέλους για μας…— ο αετός μας ήταν κιόλας εκεί, γραπωμένος με τ’ αγκίστρια των νυχιών του από τη δοκό, με τις τεράστιες φτερούγες του ορθάνοιχτες, με μάτι ζωηρό, ολόλαμπρο, με το βασιλικό λοφίο του ανάτριχο, με το γάντζο του ράμφους του ανοιχτό. Άστραφτε μες στο μισοσκόταδο πάνω στα ολόφτερα, παντοδύναμα πόδια, σάμπως να ήτανε μόλις λουσμένος σε όλη τη δροσιά των αστραπών, σάμπως μόλις να ’χε τινάξει από το σκοτεινόξανθό του φτέρωμα το φρέσκο γεναριάτικο χιόνι. Τινάχτηκαν όλοι τους πίσω. Ο αετός μας —Θεέ μου, Θεέ μου, δεν ακούς πια, δεν βλέπεις, δεν νοιάζεσαι…— όρμησε, γιατρεμένος πια, προς το άνοιγμα, πλαταγίζοντας τις σπάθες των φτερών του πάνω από τους πεσμένους διώκτες του. Διέσχισε το δωμάτιο, χύθηκε έξω. Χτυπώντας πάντα τα φτερά σαν φοινικόκλαδα, υψώθηκε στον αέρα και χάθηκε προς το βουνό το φορτωμένο πάγους, προς το δάσος. Τρέξανε πίσω του εκείνοι τουφεκώντας με απόγνωση, ώσπου έγιναν κάτι κουκίδες που τις ξεχώριζες μονάχα από τους κρότους και τη λάμψη των πυκνών τους πυροβολισμών.
   Το σπίτι μας γίνηκε στάχτη. Εμείς, αφού θάψαμε τον πεθαμένο, πήραμε ένα μπιτόνι νερό και ξεκινήσαμε πεζή για το δάσος.

 

ΜΥΡΩΔΑΤΟ ΠΟΥΚΑΜΙΣΟ

Μόλις γύρισε από τη δουλειά ο θείος Ισίδωρος, πέταξε παλτό και παπούτσια, έπλυνε πρόσωπο και χέρια με θόρυβο κι ύστερα στάθηκε στη μέση της κουζίνας και είπε: «Θα τον στείλουμε πίσω, στ’ αδέλφια του». Η θεία πήγε να σβήσει. «Τι λες;» ψέλλισε. «Τι λες τώρα;» «Είπα, θα πάει με τους άλλους». «Και θ’ αφήσουμε το σπίτι ορφανό;» «Το σπίτι είναι ορφανό», ύψωσε τη φωνή ο θείος Ισίδωρος και σωριάστηκε σε μια καρέκλα.
   Η θεία κάθισε κι εκείνη. Για λίγη ώρα δεν μίλησε κανείς. «Βάλε να φάμε», μουρμούρισε τέλος ο θείος. Η θεία, σαν σε ομίχλη, υπάκουσε. Κανένας τους δεν άγγιζε το πιάτο. «Είναι μήνας τώρα που τον έχουμε εδώ. Θα συνηθίσει. Θα γυρεύει να μείνει». «Ας μείνει. Τόπο δεν πιάνει». «Οι άλλοι τον γυρεύουνε, το ξέρεις. Κλαίνε και τον γυρεύουνε. Δεν μπορούμε να χωρίσουμε τα παιδιά». «Δεν τα χωρίσαμε εμείς, Ισίδωρε». Χτύπησε το χέρι, του στο τραπέζι: «Μη μιλάς πια γι’ αυτό σου είπα. Τώρα είναι όλοι πάλι μαζί. Και μόνο τούτος είναι χώρια». Η θεία έσκυψε το κεφάλι. Πέρασε ώρα. Τέλος η σιωπή μύρισε από το πουκάμισό μου. «Το πουκάμισό του μοσκοβολάει», τόλμησε πάλι η θεία. Ο θείος έριξε το πρόσωπο στα χέρια του. «Άννα», είπε σιγανά τώρα, «δεν είναι εδώ μέρος για παιδιά. Είμαστε γέροι πια, δεν το βλέπεις;» «Όχι και τόσο γέροι, Ισίδωρε. Σε πήραν στη δουλειά, το είδες». «Δεν έχουν άλλους τώρα». «Εμένα η μάνα μου έζησε πολύ». «Κι εμένα». «Βλέπεις; Άσ’ το παιδί στο σπίτι, Ισίδωρε». «Το παιδί το γυρεύουν τ’ αδέλφια του σου είπα». «Η μάνα κι ο πατέρας του όμως όχι». «Δεν έχω μήνυμά τους, είν’ αλήθεια. Μα για να το γυρεύουν τ’ αδέλφια του…» «Η αδελφή σου θέλει που είναι εδώ, το νιώθω. Κι αυτό το θέλει. Μύρισε! Μύρισε!» Του άρπαξε το χέρι και το ’σφίξε. Τα μάτια της έλαμπαν από χαρά. Το πουκάμισό μου μοσκοβολούσε πάλι δυνατά. Ο θείος Ισίδωρος έσπρωξε το πιάτο του. Έκανε την καρέκλα του πίσω. Η θεία τα μάζεψε όλα και τα γύρισε ξανά μες στην κατσαρόλα. Άρχισε να του φτιάχνει τον καφέ του. Του τον έφερε και μαζί τα τσιγάρα του. «Καλό παιδί», ψιθύρισε ο θείος Ισίδωρος τραβώντας την πρώτη ρουφηξιά. Άναψε αργά το τσιγάρο. «Καλό παιδί», είπε κι εκείνη μ’ ελπίδα. «Μας νοιάζεται, μας τιμά. Μας έχει καλύτερα από μάνα και πατέρα». Ο καπνός γυρόφερε λίγο την καράφα κι άρχισε ν’ ανεβαίνει ψηλά. Τα φρύδια του θείου έσμιξαν σε σκέψη που δεν κατάφερνε να ξεμπλεχτεί. «Πάψε. Σε τύφλωσε ο εγωισμός. Το παιδί θέλει τ’ αδέλφια του». Έσβησε το τσιγάρο του μισό και ήπιε με θόρυβο το νερό του. «Να του ετοιμάσεις το στάρι του». Έλυσε τότε την ποδιά η θεία Άννα και την απίθωσε στη ράχη της καρέκλας. Ύστερα κρέμασε το κεφάλι της στο στήθος κι άρχισε ένα κλάμα μουγγό, χτυπώντας μόνο πότε πότε τα χέρια της πάνω στα γόνατα. Ο θείος Ισίδωρος ξανάναψε τσιγάρο και στύλωσε το βλέμμα του στο μάρμαρο του νεροχύτη. Σε μια ραγισματιά μαζευότανε σκουριά και αλάτι. Πέρασε τα χοντρά του δάχτυλα μέσα από τα μαλλιά του, στέναξε κι έσβησε πάλι το τσιγάρο του μισό. Ύστερα σηκώθηκε δύσκολα κι άνοιξε το μικρό παράθυρο, ακόμη νοτισμένο από την κατσαρόλα. Μπήκε αγιάζι τσουχτερό. Η θεία Άννα σφίχτηκε στο σάλι της. Εκείνος ξανακάθισε βουβός. Βάλθηκε να σουρώνει με τα δάχτυλα μια γωνιά της ξεχασμένης του πετσέτας. «Να του ετοιμάσεις το στάρι του», ξανάπε τέλος.
   Εισπνέοντας τότε άπληστα τον καθαρό γεναριάτικο αέρα, φούσκωσε το πουκάμισό μου, μοσκοβόλησε και, οδηγημένο από τη λαχτάρα του γυρισμού, μα πιο πολύ από συμπόνια κι αγάπη, άπλωσε τα μανίκια και άρχισε να πετά προς το ανοιχτό παραθύρι.
Τους αποχαιρετούσα περνώντας πάνω από τα γκρίζα κεφάλια τους, που ανάγειραν να μ’ αντικρίσουν μια τελευταία φορά, κι ανακατώνοντας μια ιδέα τα μαλλιά τους. Ύστερα βγήκα απ’ το παράθυρο, διέσχισα τη μισοκαμένη πόλη κι αφού ταξίδεψα ώρες και ώρες, έφτασα κάποτε στο λόφο όπου βρισκόμουνα κι εγώ κι η μάνα κι ο πατέρας και τ’ αδέλφια μου και δώδεκα συχωριανοί μου που δεν άντεξαν ημερών πορεία στο χιόνι,
όπως μας 
σήκωσαν απ’ τα κρεβάτια μας, μόνο με τα πουκάμισά μας. Βρήκα και σκάλωσα στο θάμνο, απ’ όπου μ’ έσυρε στην ξενιτιά η θεία Άννα. Παράξενο, ήταν ακόμη γεμάτος με τα μικρά μικρά θαλασσιά λουλουδάκια του.

 

Ο ΦΟΥΡΝΟΣ

Μετά τις πρώτες βροχές ακολούθησε μεγάλη κατολίσθηση κι όλος ο οικισμός καταπλακώθηκε μαζί με τους λιγοστούς του κατοίκους. Τα συνεργεία διάσωσης μόχθησαν δυο τρεις μέρες, ύστερα οι νέες βροχές ματαίωσαν κάθε άλλη προσπάθεια και μόνο μήνες αργότερα, όταν ο τόπος στέγνωσε και καθαρίστηκε, ο ιερέας του γειτονικού χωριού φρόντισε για την ταφή των οστών των θυμάτων. Ο οικισμός εγκαταλείφθηκε στα ερείπιά του και ο τόπος παραδόθηκε στη βοσκή.
Το χειμώνα, που έφευγαν τα κοπάδια, νερά και χιόνια ανανέωσαν το χόρτο και σύντομα ούτε τα ερείπια δεν διακρίνονταν, το καθετί καταχώθηκε κι ο αέρας ακουμπούσε θάμνους. Μόνος που σώθηκε ένας φούρνος. Χτισμένος πάνω σε μικρό βράχο που ξεφύτρωνε, φαίνεται, μέσα στην ίδια την αυλή του πλακωμένου σπιτιού, δεν απειλήθηκε από τα χόρτα. Κι όταν ο τόπος όλος έγινε μια χορταριασμένη μαγούλα, ο φούρνος απόμεινε έξω, παράταιρος, με σκουριασμένη πια την πόρτα του αλλά το μάνταλό της στη θέση του. Βέβαια, αν το άγγιζε απρόσεχτο δάχτυλο, θα γινότανε κι εκείνο σκόνη.
Όταν το φούρνο τον σκεπάζανε τα χιόνια, όπως το καθετί τριγύρω, η πόρτα αυτή θαρρούσες ότι έφραζε λαγούμι προς την καρδιά του βουνού, όπου, αν χωνόσουν, έφτανες σε τόπο μαύρο και πυρακτωμένο. Το καλοκαίρι όμως έμοιαζε φιλόξενος, καθώς τον σκαρφαλώναν τα κατσίκια και στέκονταν για λίγο στην καμπούρα του σαν σε καλό παρατηρητήριο, απ’ όπου μπορούσανε να μετρήσουνε ένα ένα τα ραδίκια μες στα σπάρτα. Η φυσική του πέτρινη βάση, κάποτε ασπρισμένη κι αυτή, ξανάχε πάρει με τα χρόνια τα χρώματα των πετρωμάτων της. Κουβάλαγε μ’ απέραντη εγκαρτέρηση το άχρηστο χτίσμα, σαν να ήξερε πως δεν θα το σκεπάσουν παρά οι αράχνες που θα βγουν από μέσα του όταν ολόκληρο κατοικηθεί.
   Χειμώνα καλοκαίρι, χειμώνα καλοκαίρι αυτό, ένα πρωί η σκουριασμένη πόρτα έπεσε. Μια γραμμή από αραιή κόκκινη σκόνη μονάχα έφραζε τώρα το στόμιο. Κι όπως φυσούσε ένα βοριαδάκι, καθόλου ασυνήθιστο τις τελευταίες ημέρες του Μάρτη, γρήγορα σκόρπισε εδώ κι εκεί τη σκόνη, εκτός από κάτι μικρά κομμάτια από το άγκιστρο του σύρτη. Αυτά είχανε κάμποση ύλη ακόμη μέσα τους για ένα κουδούνισμα πάνω στο βράχο. Παράξενο, δεν είχε αράχνες. Το φως, τρυπώνοντας ανυπόμονα μέσα στο σκοτεινό του κουβούκλιο, το ’δείχνε καθαρό καθαρό, σχεδόν σαν μόλις σκουπισμένο, εκτός από μια δυο χούφτες στάχτη, κι αυτή όμως καλά σαρωμένη σ’ ένα μικρούλη σωρό. Νοικοκυρεμένα πυρότουβλα, όπως έπρεπε αρμοσμένα, μαύρα βέβαια από την παλιά τους χρήση, κλείνανε γύρω γύρω κι από πάνω ένα πρώτης τάξεως σπίτι, τουλάχιστον για τα τεμπέλικα ζώα, και η φουσκωμένη, στρεβλή μα όχι σάπια ακόμη πινακωτή, που είχε αποτεθεί στην άκρη, μπορούσε να ’ναι μια χαρά το κρεβάτι τους.
   Όταν ο φούρνος κατοικήθηκε πάλι, όλος ο οικισμός πέρασε πλέον σε νέα φάση της ιστορίας του. Μόνο που δεν την ξέρουμε ακόμη, γιατί όταν τρώμε το ψωμί, μόνο την πείνα μας χορταίνουμε.

 

 Κ Ρ Ι Τ Ι Κ Ε Σ

 

ΠΑΡΑΚΤΙΟΣ ΟΙΚΙΣΜΟΣ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΑΡΒΑΡΗΓΟΣ

FRACTAL 07/02/2018

«Μ’ ένα χαμόγελο θνητό και δίβουλο μπήκε στη σκέψη μου το φεγγάρι»

Η ιδιαίτερη η γραφή της ΔΧ αποτυπωμένη με ένα καθ’ όλα προσωπικό ύφος που μπορεί να ανιχνεύει μέσα από τις λέξεις έννοιες που αξιολογούν τις αιτίες και τα αιτιατά της ανθρώπινης ψυχής.
Ευαίσθητος δέκτης της πραγματικότητας δεν μπορεί να μην καταγράψει από την εξωτερική όψη των πραγμάτων την εσωτερική τους διάσταση.
Με επίγνωση του μάταιου επικοινωνεί συνειρμικά με τις λέξεις που παρά τη συμβολική τους λειτουργία, το σύνολο του κάθε ποιήματος παραμένει ευθύ, θερμό και ανοιχτό ανασύροντας μέσα από τις επείγουσες βουλές του -που χαρακτηρίζονται από διαύγεια, δραματική ένταση και αισθητική ποιότητα- την προσέγγιση κάποιων αισθήσεων που ασφυκτιούν μέσα στις συμβατικότητες της καθημερινότητας.
Γλώσσα που ταιριάζει απόλυτα στο ύφος των πολλαπλών αποχρώντων εννοιών με τόνο που γίνεται ολοένα και πιο επιβλητικά καταιγιστικός ο ρυθμός δυναμώνοντας τις εντυπώσεις που δημιουργούν εικόνες να τρέχουν με κινηματογραφική ταχύτητα και ν’ αφήνουν την εντύπωση ότι η δυναμική αυτή στο σύνολο των ποιημάτων εμπεριέχει μια κραυγή αγωνίας.
Σε ετούτο αναμφίβολα συμβάλει που κάθε στίχος ξεκινάει με κεφαλαίο γράμμα ακόμα κι όταν λείπει κάποιο σημείο στίξης δίνοντας την έμφαση μιας αυτόνομης δυναμικής μέσα στο σύνολο του ποιήματος

Από το ποίημα: Το τσίμπημα

Μακριά στη γραμμή του ορίζοντα,/ Είναι το σπίτι μου. Βαδίζω, φεύγει./Στα παράθυρα του ο ήλιος/ Μοιάζει θλιμμένο παχουλό μωρό/ Που του ανεβαίνει ο πυρετός του.

Κι άλλο ένα παράδειγμα από το ποίημα: Περί το τέλος της ημέρας

Στο τραπέζι είχε απομείνει ένα μαχαίρι/ Πρωτύτερα είχε κόψει ή τραυματίσει./ Τώρα η αχρησία το πάγωνε/ Σαν πτώμα μικρού ζώου από ατσάλι.

Η δραματική ένταση των ποιημάτων αποδίδουν επ’ ακριβώς τη συγκινησιακή φόρτιση ως να πρόκειται η ποιήτρια να έχει αποκτήσει τη συνείδηση του μάταιου και εφήμερου των ανθρώπινων πραγμάτων και να προσπαθεί, χωρίς όμως να αφήνεται, ούτε για μια στιγμή, να παρασυρθεί από την απογοήτευση μέσα στα αδιέξοδα τους. Αντίθετα, με λόγο καθαρά υπολογιστικό και υπολογίσιμο δίνει το προσωπικό της στίγμα στο εφιαλτικό παρόν ενός κόσμου που βρίσκεται εγκλωβισμένος στην εσωτερική του απομόνωση και, με πένα σαν καταφύγιο καταφέρνει να προφυλάσσει το όνειρο μέσα στην ποίηση της, με Το κατάλληλο δώρο

Με κατάλοιπα βαριάς δυσθυμίας,/ Ίσως και βαριάς τροφής στο στομάχι,/ Σέρνω απόψε τα βήματα μου στον κήπο/ Πάνω σε τούτες τις αυτοκρατορικές παντόφλες,/ Δώρο ενός φίλου που δεν ζει πια.

Στην ποικιλότροπη γραφή της, η ποιήτρια, κατορθώνει να δώσει νόημα και πνοή στη μοναδικότητα των στιγμών. Με λεκτική ευχέρεια καταγράφει ότι σαν σκέψη, βίωμα ή ιδέα περνάει απ’ το μυαλό της.
Οι στίχοι της εμπεριέχουν όλα τα νοήματα που μπορούν να υπάρξουν γιατί παρουσιάζονται αυτούσια και δυνατά σύμφωνα πάντα με τις ανάγκες των ανθρώπων, ακόμη και σ’ ένα παράκτιο οικισμό με κυματίζουσα θάλασσα.

 

ΚΟΥΛΑ ΑΔΑΛΟΓΛΟΥ

ΦΡΕΑΡ 24/12/2017

Μακριά, στη γραμμή του ορίζοντα

Ο Παράκτιος οικισμός, όταν τελείωσα την πρώτη ανάγνωση, μου άφησε στον νου αυτή την εικόνα:

Ένα πορτοκαλί φως, όπως όταν βραδιάζει κι ανάβουν τα πρώτα φώτα. Θάλασσα σκούρη γκρίζα που συναντά έναν βαρύ ουρανό. Σπίτια άσπρα, κάπως σκυφτά, κολλημένα μεταξύ τους, και σαν σκεφτικά. Λεπτομέρεια: το φως να διαχέεται μέσα από τα στενά παράθυρα αλλά και στην ατμόσφαιρα.

O Παράκτιος οικισμός της Δήμητρας Χριστοδούλου δεν έχει τουριστικό χαρακτήρα ούτε χαρούμενα χρώματα και life style ατμόσφαιρα. Θα αναλύσουμε τα στοιχεία του στη συνέχεια.
Το ομώνυμο ποίημα της συλλογής ανοίγει με μια εικόνα: τη θάλασσα με την «αστρική της νύστα», τη δόνηση από την άπαυτη πνοή της, τα «ακοίμητα μεγαλειώδη βράχια». Το ποιητικό υποκείμενο αναφέρεται στην πόλη της καταγωγής που θέλει να ξεχάσει, αλλά η μνήμη επιμένει.
Θα πρότεινα το ποίημα αυτό να διαβαστεί παράλληλα με το ποίημα «Ανεπιστρεπτί». Το ποιητικό υποκείμενο μεταφέρεται βίαια στον γενέθλιο τόπο από έναν άγριο άνεμο που χαστουκίζει. Εικόνες γεμάτες αλάτι και αλμύρα και στα δυο ποιήματα. Εικόνες- μεταφορές που έχουν κέντρο κάτι οικείο και αποκτούν στη συνέχεια εξωπραγματικές διαστάσεις, κρατώντας κάτι από την αρχική οικειότητα. Όπως το ελεεινό τηγάνι στο οποίο ρίχνουμε την καρδιά ενός τεράστιου κήτους, και μπαίνουμε ύστερα στη σειρά με καραβάνα («Παράκτιος οικισμός», σ. 27) Ή η αίσθηση πως παστώνει μια κομπρέσα αρμύρα τον τρόμο σου, / Κειμήλιο βρώσιμο δακρύων/ Όπου μουσκεύεις φουρνιστό ψωμί («Ανεπιστρεπτί», σ. 19).
Ας είναι οι παραπάνω αναφορές παραδείγματα για τον τρόπο που δουλεύονται οι εικόνες-μεταφορές από την ποιήτρια –θα επανέλθω ωστόσο.
Από εκεί και πέρα μια βροχή θαμπώνει τα τζάμια, μουσκεύει μνήμες και παλιές φωτογραφίες, γίνεται γλιστερό το βάδισμα κατά μήκος του χρόνου και πώς να κρατηθεί το ποιητικό υποκείμενο. Όμως, ευτυχώς, μικρή η ζημιά, μόνο το λούκι κάπου θα μάτωσε, / Ακούω που κλαψουρίζει απ’ έξω/ Κατεβάζοντας νερά απ’ την ταράτσα. («Η καλή παρέα», σ. 35)
Να ορίσουμε, λοιπόν, κεντρικό άξονα της συλλογής τον χρόνο. Η παράμετρος «χρόνος» σπάει σε τρεις διακλαδώσεις: «μοναξιά», «συνομιλία με τους απόντες», «κοινωνική έγνοια», που φυσικά τέμνονται και μπλέκονται μεταξύ τους. Προϋπόθεση πάντα η μνήμη.
Φυσάει ένας αέρας μυστήριος, φέρνει το ποιητικό υποκείμενο στην άκρη της μοναξιάς. Τη μοναξιά που είτε τη διαπιστώνει σε άλλους και την περιγράφει ως ευαίσθητος παρατηρητής είτε τη βιώνει το ίδιο. Παραδείγματα:
Και οι μαργαρίτες σε θρήνο έξαλλο στον λόφο/ Που έτσι καταντάει κανείς μες στο κρύο/ Περιμένοντας ένα τηλεφώνημα. («Το Πάσχα των άλλων», σ. 32)
Ή Πόσα χρόνια έχουν περάσει από τότε/ Που ενθουσίαζαν οικογενειακά στιγμιότυπα/ Και παρατάσσονταν οι συγγενείς σε δείπνο […] Είμαι τόσο υπέροχα μόνη! («Συναπτά έτη», σ. 36)

Έτσι φθάνει εκεί που συνομιλεί με απόντες αγαπημένους.
[…] Σέρνω απόψε τα βήματά μου στον κήπο/ Πάνω σε τούτες τις αυτοκρατορικές παντόφλες/ Δώρο ενός φίλου που δεν ζει πια./ Τα πλουμιστά πράγματα δεν τ’ αγαπάω./ Αλλά δεν κάνει να ’ναι χωρίς ανταπόδοση/ Και η πιο άστοχη χειρονομία αγάπης. («Το κατάλληλο δώρο», σ. 21)
Ταυτόχρονα, η αίσθηση ενός τέλους αρχίζει να φαίνεται απέναντι. Απειλή; Στοχασμός, ψύχραιμη αντιμετώπιση και σαρκασμός, μαύρο χιούμορ. «Μετά το σινεμά μια μπύρα» λέγεται το ποίημα, και το ποιητικό υποκείμενο συμπληρώνει Ίσως και δεύτερη. Μα ως εκεί/ Επιστροφή στο σπίτι. Ένα βιβλίο,/ Η τηλεόραση χωρίς τον ήχο, ανοιχτή. […]
Στο δωμάτιο όμως υπάρχει ένας περίεργος επισκέπτης, «Αυτός», με «τα μαλαματένια ρούχα». Ένας καπνός, άφαντος, από σιγοκαμμένα γράμματα Τον κάνει πράο. Σχεδόν βρέχει/ Το κρύο σακάκι του με κάποιο δάκρυ,/ Ο Υποκριτής! Όσο να γελαστείς/ Πως σκύβει πάνω σου απλώς/ Για να του διηγηθείς την ταινία (σ.17)
Σε έναν περίγυρο λαϊκού πανηγυριού, των παλαιότερων χρόνων, το ποιητικό υποκείμενο βλέπει, σαν σε ονειροφαντασιά, την πάνδημη κηδεία του. Ανάμεσα σε μικροπωλητές, ζαχαρωτά, πλαστικά παιχνίδια, μικροτάματα, παιδάκια και τον απαραίτητο άγγελο, εμφανίζεται με ένα φόρεμα αστρικό, ιδιαίτερα χλωμή ωστόσο. Πλήθος θλιμμένοι πανηγυριστές/ Ακολουθούν στον ρυθμό της μπάντας/ Ως τη στιγμή που κλείνω το παράθυρο/ Και μες στα ξέφτια του φωτός σκορπίζονται/ Γλείφοντας καραμελωμένα μήλα./ Τώρα μπορώ να σκύψω στα χαρτιά μου, Να γράψω στίχους σαν και τούτους. Μάταιους. («Το πανηγύρι», σ. 18)
Ο τελευταίος στίχος να διαβαστεί μέσα στο πλαίσιο του σαρκασμού, για το αναπόφευκτο της ζωής τέλος. Ταυτόχρονα, να προσεχθεί ο ρυθμός και η επιλογή των λέξεων, ως εξαιρετικό δείγμα για το πώς η ποίηση αντιμάχεται αυτή τη ματαιότητα.
Στα σημεία που ο χρόνος συναντά τους απόντες και η μνήμη ορίζει τη δική της οπτική, αναδύονται οι τρυφερές λεπτομέρειες.
«Κοτσιδάκια με φιόγκο» επιγράφεται το ποίημα που αναφέρεται στον πατέρα, σαφέστατος υπαινιγμός στην τρυφερή σχέση, μόλο που τώρα οι πατεράδες με τα κοριτσάκια τους βαδίζουν πάνω στ’ αποκαΐδια της φλόγας του ουρανού, συντελεσμένος ο θάνατος του πατέρα. Μέσα στ’ αποκαΐδια της βαδίζουν/ Με πέδιλα από λευκές πεταλούδες/ Οι πατεράδες με τα κοριτσάκια τους./Εκείνοι σιωπούν κι αυτά ρωτάνε/ Τραβώντας τους από το γύψινο μανίκι. (σ.37)
Η κοινωνική έγνοια της ποιήτριας εκφράζεται παραστατικά με μια ματιά στην πόλη που ξεπέφτει, σαν υπέργηρη με άνοια, την Αθήνα («Καρτ ποστάλ, σ.16). Υπερήλικας και ίσως με αρχόμενη άνοια, πραγματικά και όχι μεταφορικά, και η γυναίκα που τσαλακώνει το ένταλμα πληρωμής. Να δεις που οι νέοι πλανήτες θα είναι/ Υπερήλικες σε δημόσιο ταμείο («Κοσμογονία», σ.40)

Κι αφού το ταπεινό ανάγεται στο σύμπαν –προσέχουμε και τον τίτλο «Κοσμογονία», φοβερός σαρκασμός για έναν θεό που νίπτει τας χείρας του στις συμφορές των υπηκόων του στο ποίημα «Μοιρασμένα καθήκοντα»:
Μα αφού ευθύνονται για τη δεινή παιδεία τους,/ Για τους θανάτους των κοπαδιών και των παιδιών τους,/ Αντιπαρέρχεται την οχληρή μουρμούρα τους/ Το έργο του είναι ν’ απλωθεί σοφά η νύχτα,/ Ας κάνει κι η αστυνομία τη δουλειά της. (σ. 41)
Μια εικόνα από την καθημερινότητα έρχεται να συμπληρώσει τον προβληματισμό: Μπρος από το μηχάνημα της τράπεζας/ Κυλάει ένας ασώματος ιδρώτας («Δώδεκα», σ. 45)
Οπότε το σύντομο εξαιρετικό ποίημα-εικόνα που εστιάζει σε έναν άνδρα που καπνίζει, μαζί με τους σαρκαστικούς στοχασμούς του ποιητικού υποκειμένου για τη σύγχρονη θλίψη, δίνουν μια φέτα ζοφερότητας ενός κόσμου σε κρίση, της δυστυχίας που αυξάνεται, της ανήμπορης αντίδρασης.
Ξυπνά το έθνος και ανακλαδίζεται,/ Προσδοκά να του χαμογελάσουν οι θεοί/ Με αστραφτερή οδοντοστοιχία. […] Χώνει το χέρι του στην τσέπη και μετρά/ Κάνα δυο τελευταία τσιγάρα./ Ανάβει ένα και κοιτάει την κάφτρα του/ Μέχρι ν’ αποφοιτήσουν τα παιδιά… («Καλή εβδομάδα», σ.47)
Χαμηλόφωνα και διακριτικά, χωρίς ηχηρές φωνές και διατυπώσεις, η Χριστοδούλου μπλέκει τον ατομικό με τον συλλογικό πόνο, καθώς το άτομο και τα πάθη του είναι το παράδειγμα που λειτουργεί πολλαπλασιαστικά στη σκέψη.
Ωστόσο, θεματικοί άξονες, υπερώνυμα και υπώνυμα δεν θα είχαν τη σημασία που παίρνουν στα ποιήματα της συλλογής, αν δεν υπήρχε η συγκεκριμένη γλώσσα που τα εκφράζει. Ποιητική γλώσσα δυνατή, που τα εκφραστικά μέσα την υπηρετούν και την αναδεικνύουν, χωρίς να την οδηγούν στην εκζήτηση. Λέξεις από διαφορετικά επίπεδα λόγου: καθημερινές ή πιο σπάνιες, τρυφερές, μεταξένιες ή σκληρές, πάντα διαλεγμένες προσεχτικά, τοποθετημένες στον στίχο με τρόπο που τίποτα να μην περισσεύει. Έτσι, το ατομικό ενώνεται με το σύμπαν. Το μικρό και καθημερινό ντύνεται με την αστρική σκόνη. Ο εσωτερικός ρυθμός πάντοτε παρών. Θέλω να δώσω ένα δώσω ακόμη ένα παράδειγμα, δυο στίχους που δείχνουν τη δύναμη των εικόνων, των εκφραστικών μέσων, των λέξεων: Μια φωνή απ’ την κοιλιά ως το λαρύγγι/ Τραβούσε τα ξέφτια της μέσα μου («Περί το τέλος της ημέρας», σ. 9)
Συγκεφαλαιώνοντας: Όλα μοιάζουν να κινούνται στο μεταίχμιο: η αθωότητα και η ενοχή, το φως και το σκοτάδι, η κοινωνική έγνοια και η υπαρξιακή αναζήτηση – πασπαλισμένες με ειρωνεία, για να φύγει το μεγάλο βάρος. Μικρές τρυφερές λεπτομέρειες και μνήμες γίνονται εικόνες και κρατούν από το χέρι την οδύνη της πραγματικότητας.

Ποίηση σμιλεμένη στο έπακρο
Ο Παράκτιος οικισμός, χτισμένος σε ένα όριο με το άγνωστο απέναντι, είναι ο στοχασμός του ποιητικού υποκειμένου για το όριο αυτό, με το βλέμμα στο παρελθόν, στο παρόν αλλά και στο μέλλον, στοχασμός καθόλου πεισιθάνατος, μελαγχολικός ωστόσο, με επίγνωση, σαρκασμό του χρόνου και των συνεπειών του αλλά και με φως γι’ αυτό που ακόμα υπάρχει. Το ποιητικό υποκείμενο, μολονότι αντιλαμβάνεται το απέναντι, εντούτοις εμμένει στο εδώ, με όλες του τις αντιξοότητες.
Την ίδια στιγμή, η συγγραφέας αγγίζει ένα συγγραφικό όριο. Ο παράκτιος οικισμός της γραφής της είναι ένας σταθμός στην, επώδυνη πάντα, πορεία των κειμένων, αποτελεί όμως και το πέρασμα σε μια γραφή ωριμότητας, είναι ένα γύρισμα σελίδας με ποίηση που περιμένουμε.
Χαμηλώνουν τα φώτα. Το πορτοκαλί του δειλινού χάνεται, γίνεται σκούρο γκρίζο. Ο αέρας εξακολουθεί να φυσάει, δυνατά. Αγριεύει η θάλασσα. Ένας δρόμος φιδοσέρνεται ως τη μεγάλη πόλη. Ένα ταμιακό μηχάνημα λήψεως χρημάτων αγρυπνά μόνο. Η σκόνη αιωρείται τριγύρω. Στο δωμάτιο, ένα κοριτσάκι ντυμένο αστρική σκόνη, έχει ανοιχτό μπροστά του ένα τετράδιο, και γράφει, στίχους, ποιήματα. Ένα κόκκινο καραμελωμένο μήλο στερεωμένο στο ποτήρι, δίπλα της.
[Το κείμενο παρουσιάστηκε σε μια πρώτη μορφή στην εκδήλωση για το βιβλίο που έγινε στη Θεσσαλονίκη, στη Στέγη της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης, στις 10 Νοεμβρίου 2017. Ο στίχος του τίτλου προέρχεται από το ποίημα της συλλογής «Το τσίμπημα», σ. 16.

 

ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ

ΦΡΕΑΡ 14/5/2017

Τα θαυματουργά δάχτυλα που αναπλάθουν

Ο οικισμός είναι παράκτιος. Η θάλασσα του Γκέρχαρντ Ριχτερ διατρέχει το εξώφυλλο και ξεβράζει γυρίνους τους στίχους μέσα στο βιβλίο. Μέσα στην συλλογή υπάρχει ένα μαχαίρι σαν πτώμα μικρού ζώου από ατσάλι, γιατί οι στίχοι της Δήμητρας Χριστοδούλου αφήνουν μικρές επιδέξιες χαρακιές τόσο στο μυαλό όσο και στην καρδιά. Στην κοσμογονία του σύμπαντος της συλλογής υπάρχουν άλλοτε ένα μισοφέγγαρο στον γάντζο του, άλλοτε ένας ήλιος, θλιμμένο, παχουλό μωρό και μερικές φορές ένα μαύρο άστρο από το οποίο χύνεται καρβουνόσκονη. Έντεχνα και με μεγάλη δεξιοτεχνία η ποιήτρια κτίζει το σκηνικό μέσα στο οποίο θα εξελιχθούν τα σαράντα ποιήματα της δέκατης τέταρτης ποιητικής συλλογής της.

Ποιος είναι λοιπόν αυτός ο παράκτιος οικισμός του τρόμου, που τις νύχτες θάβεται κάτω από την θάλασσα; Ένα είναι σίγουρο γράφει η Δήμητρα Χριστοδούλου. Δεν είναι πια ο τόπος μας. Ερημιά. Η εφηβεία στραγγαλίζεται, οι νέοι υφίστανται την λοβοτομή των ελπίδων και των προσδοκιών τους. Αυτό το ατέλειωτο πανηγύρι εκποίησης που μοιάζει με κηδεία, που είναι η κηδεία, στην οποία τα όνειρα θάβονται με την συνοδεία της μπάντας είναι πια ξένη γη. Οι αξιοπρεπείς αστοί πηγαίνουν στην όπερα, ενώ ζητιάνοι κατακλύζουν τους δρόμους. Ένας καθεδρικός ναός ξεκοιλιάζεται. Μπροστά σε έναν αδιάφορο θεό-Πόντιο Πιλάτο τα κοπάδια και τα παιδιά θανατώνονται. Νέοι πλανήτες θα συνωστίζονται υπερήλικες στα δημόσια ταμεία. Όσο για την αστυνομία, αυτή θα κάνει πάλι όπως πάντα την δουλειά της. Η ίδια η ποίηση γραμμένη σε δυσανάγνωστες πινακίδες, προορισμένη μόνο για τα νυχτοπούλια.

Και από την άλλη η εσωτερική μοναξιά. Ένα ζευγάρι πλουμιστές παντόφλες, το δώρο ενός φίλου που έφυγε. Ένα τηλεφώνημα που δεν έγινε ποτέ. Ένας μαλαματένιος άντρας που σε περιμένει όταν γυρνάς από το σινεμά και σκύβει πάνω σου υποκριτικά για να του διηγηθείς τάχα την ταινία, ενώ στα χέρια του κρατάει την θηλιά.

Υπάρχουν νεκροί στο βιβλίο, φέρετρα, φαντάσματα παιδιών, η δασκάλα με το ασημί ταγιέρ σαν φιδόδερμα, ο πατέρας που γελά από το κάδρο του, κοριτσάκια κρεμασμένα από το γύψινο μανίκι των πατεράδων που επιζητούν μία απάντηση στην επίμονη ερώτησή τους. Κινούνται αργά όπως μέσα σε υδράργυρο και μας γνέφουν. Υπάρχουν παρουσίες που πάλλονται μέσα στα χαρτόδετα βιβλία τους και κατακλύζουν την κάμαρα με σπλάχνα από το αλκοόλ καμένα. Αυτή η αδελφοσύνη των ποιητών που υπήρξαν και αυτών που θα υπάρξουν, των ανθρώπων που είναι μάρτυρες, που καταγράφουν με τον δικό τους τρόπο τις εποχές.

Η Δήμητρα Χριστοδούλου σαρκάζει και αυτοσαρκάζεται. Η ειρωνεία της είναι λεπτή, αλλά σκληρή. Να δεις που θα έχω ένα εύθυμο τέλος/Ως κάποιος που του τραβάνε την καρέκλα του/ Και σωριάζεται φαρδύς πλατύς στο χώμα. Μιλάει για τα ανείπωτα, για τον Ιερό Τρόμο, για το Μεγάλο Τελικό Ανέκδοτο. Για την έρημη χώρα, για την απονέκρωση, για την μοναξιά. Για την ματαιότητα. Και ταυτόχρονα για την αλληλεγγύη του πηλού, την μαγεία της δημιουργίας, την αδελφότητα των ευαίσθητων ανθρώπων. Μιλάει για το πώς όλα περνούν και χάνονται. Αλλά και για το πώς μπορούν να διασωθούν.

Η Δήμητρα Χριστοδούλου είναι μία ποιήτρια που παρατηρεί γύρω της, δεν ομφαλοσκοπεί, δεν περιεργάζεται από μέσα τα τοιχώματα του μικρόκοσμου της. Οι κεραίες της είναι ευαισθητοποιημένες, μεταφέρει στιγμιότυπα της ασφυκτικής και απάνθρωπης καθημερινότητας διαθλασμένα όμως από την καλειδοσκοπική ματιά της ποίησης. Τα φουσκωμένα λεωφορεία, η γραφειοκρατία, η απελπισία, η φτώχια, η ανεργία περνούν από τον εύκαμπτο σωλήνα της ποίησης και μετασχηματίζονται σε κοχλάζουσες εικόνες, που ζωντανεύουν πάνω στο χαρτί. Ο φακός της δεν καταγράφει, αλλά μεταμορφώνει την πραγματικότητα, χωρίς να την ωραιοποιεί, την μετουσιώνει σε τέχνη. Και αυτή ακριβώς είναι η ελπίδα που προτάσσει η ποιήτρια.

Τον επαναπροσδιορισμό της πραγματικότητας μέσα από την τέχνη. Καινούργια όρια, καινούργια γη.

 

ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΠΑΠΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΥ

ΠΕΡΙ ΟΥ13 Νοεμβρίου 2017

Μια ανάγνωση
Στα μέρη μας, με τόση άγρια βλάστηση,
Έτσι απλά ενσαρκώνεται όποιος λείπει.
Φοράει την πέτσινη ποδιά, τις γαλότσες,
Τις αποσιωπήσεις, τη θαμμένη οργή, τη θλίψη,
Κλωτσάει τα σαπισμένα ξύλα προς το μέρος μας,
Παραμερίζει τις τσουκνίδες και το βλέμμα του
Μας σημαδεύει ανάμεσα στα φρύδια».

(Ο ξεναγός).

Όλη η ποίηση της Δήμητρας Χριστοδούλου “μας σημαδεύει ανάμεσα στα φρύδια”. Ο Ξεναγός μας στον “Παράκτιο οικισμό” της, είναι η ίδια, και πως αλλιώς θα μπορούσε να γίνει. Είναι ένας κουρασμένος έως απαυδισμένος κηπουρός-ξεναγός, συνεχώς μου θύμιζε τον Κάρολο Μπωντλαίρ, που αρκετά γνωρίζω, μιας και το περιβόλι της αρδεύουν επίσης τέσσερα πέντε Spleen, η βαθύτατη μελαγχολία της ποιήτριας, σπαρακτική και σχεδόν κατασπαράσσουσα το υποκείμενο “ποιήτρια”, αφού αφορά σχεδόν τα πάντα και μοιάζει με αποχαιρετισμό. Θαρρείς πως αισθάνθηκε στη στροφή ετούτη της ζωής και της τέχνης της το απόλυτο “μάταιον” του κόσμου, και κατόρθωσε να βρει και τις λέξεις για να το πει.

Άρχισε η μέρα κοιτάζοντας πίσω της
Με το ανάστροφο βλέμμα του αρρώστου
Που κοιτάζει σ’ ένα μαύρο χωνί.

…………………………………………..

Το καναρίνι ακουγόταν ακούραστο
Με τον ενθουσιασμό του σκλάβου που πείστηκε
Πως είναι εδώ το σίγουρο τέλος.

(Διασπορά)

Ή στο “Κατά κανόνα”:

Βγήκα λοιπόν να δω το μαύρο άστρο
Που είχε κρεμαστεί ψηλά. Τα ρουθούνια του
Πάλλονταν μ’ ανυπόφορη θλίψη.

Με τέτοια τελεσιδικία απόγνωσης και συμπερασμάτων οφείλεις να τα βγάλεις πέρα διαβάζοντας την καινούρια της δουλειά στον “Παράκτιο Οικισμό”. Αυτό που σε κρατά είναι μονάχα η ομορφιά των στίχων της. Αληθινή ‘πηγή λαλέουσα’ η Δ.Χ., θα εξορύξει την λέξη και θα την ενθέσει εκεί που είναι χρειαζούμενη και μόνο. Χαρά της ανάγνωσης λοιπόν, σπάνιο αίσθημα στις μέρες μας, που θάλλει μέσα στην απόλυτη, σχεδόν ασυμβίβαστη, θλίψη των ημερών και των στίχων ήδη από το εισαγωγικό ποίημα:

Μια φωνή απ την κοιλιά ως το λαρύγγι
Τραβούσε τα ξέφτια της μέσα μου.
Με τόση ορμή την είχε αρπάξει η νύχτα,
Που άφησε πίσω της ένα αυλάκι.

( Περί το τέλος της ημέρας)

Στα δυο αστικά ποιήματα, “Καρτ Ποστάλ” και “Μετά το σινεμά μια μπύρα”, ο σπαραγμός για την “ακατοίκητη πατρίδα” ανεβαίνει περισσότερο, “τρέμει ξεδοντιασμένο το χτενάκι της Ακρόπολης” και “η Αθήνα με το βλέμμα της άνοιας”….

παιδιά κι εγγόνια δεν γνωρίζει πια
μόνο τον υδαρή πολτό θορύβων
που παρατείνει τον βίο της…

ώσπου η ποιήτρια θα τολμήσει πλέον “Το πανηγύρι”, μ’ ένα εγώ που οικτείρει ειρωνικά την ιδιότητά του:

Να δω την πάνδημη κηδεία μου
…………………………………..
Τώρα μπορώ να σκύψω στα χαρτιά μου,
Να γράψω στίχους σαν και τούτους: Μάταιους.

Κι αν εδώ κυριαρχεί ο αυτοσαρκασμός, όσο και η καρυωτακική μνήμη της διασκέδασης στην κηδεία του ποιητή, πλην ανεστραμμένη και πανηγυριώτικη, μέχρι και των μικρών παιδιών ασχολία με “Ζαχαρωμένα φρούτα, λιβάνι,” “Κι ο άγγελός μου τα χαρτζιλικώνει αδρά”, στο επόμενο ποίημα “Ανεπιστρεπτί”,

Ακούς τη θάλασσα να χτυπάει
Κι ο κάτω κόσμος ανεβαίνει ανοιχτός
…………………………………………..
Παστώνει μια κομπρέσσα αρμύρα τον τρόμο σου
Κειμήλιο βρώσιμο δακρύων

Η μεταφορά και η μετωνυμία, η πρωτοτυπία της εικόνας που αιφνιδιάζει τον αναγνώστη της, είναι τα όπλα της Δήμητρας στον “μάταιο”, όπως τον λέει, αγώνα της για αφύπνιση, πηγή τους όμως είναι η βαθύτατη απόγνωση ενός ανθρώπου που αρνείται να παραμυθιαστεί και να παραμυθιάσει, επειδή δεν αντέχει πια την βαριά αλυσίδα της αυταπάτης. “Ντυμένη απέριττα το λάλημα του γκιώνη” (Το κατάλληλο δώρο), γίνεται η Κασσάνδρα μας,

Έτσι κι αλλιώς, πίσω από κάθε ταυτότητα
Κρύβεται μια πικρή ιστορία χλεύης

Κι όμως, κι όμως, στο ποίημα που τιτλοφορεί την συλλογή, το “Παράκτιος οικισμός”, αποκαλύπτεται με απόλυτη σαφήνεια το «γιατί» αυτής της απόγνωσης. Είναι η απώλεια “της ψυχής” αυτή “η αλητεία” που την σπρώχνει, αυτή η υλική προσήλωση “στο ψωμί προορισμό μας/ χωρίς ντροπή”, “στην καραβάνα”, που την εξοργίζει, αυτή η αδηφαγία, κι εκείνη η λήθη “Πόσο να ζήσουμε ξεχνώντας το πράο φεγγάρι ποτισμένο αλάτι”. Κι εκεί βρήκα, εγώ τουλάχιστον, τον όμοιό μου, την αδερφική της φωνή να υψώνεται ρωμαλέα, όσο και πικρή, για όσα χάνονται και κινδυνεύουν σαν οριστικά από τα πολύτιμα. Κι εδώ η καρδιά του μικρού αλλά σημαντικού αυτού βιβλίου.
Ώσπου φτάνουμε στο εξαιρετικό “Συλλείτουργο”, όπου όλα θα κορυφωθούν για να αθωωθούν,

Μ’ ένα χαστούκι του παλιού θεού
Κυλάει απ’ το καμπαναριό η καμπάνα
Στη σκοτεινή μου κάμαρα

όπου ο σκληρός άγιος και ο υπότροπος μέθυσος θα οδηγηθούν μέσα από τα κλάματά τους, και την ποίησή της, σε μια συμφιλίωση σε αυτό το «… μέταλλο βαριά ταπεινωμένο” με έναν “ανεπαίσθητο παλμό εγκαρδίωσης” “Νταν Νταν, άλλος δεν έμεινε στη γη”.

Και, Αφήνει στο κομό τον Ντοστογιέφσκι στο “Συμβαίνουν αυτά”.
Ακολουθεί η “Καλή Παρέα” όπου «μικρούληδες άνθρωποι σαν εμένα, αθροιζόμαστε σαν τα σπουργίτια πίσω από το τζάμι «, Τα κοτσιδάκια με φιόγκο”, και το καταπληκτικό “Το τελετουργικό”:

Ήθελε να σημάνει κάτι αλλά
Μέσα στην υπνηλία της αλήθειας
Χανόταν του ονείρου η εγρήγορση.

Δεν θέλω να πω άλλα, η πολλή ανάλυση βλάπτει την καλή ποίηση, ελπίζω να σας κέντρισα τόσο που να την διαβάσετε.

 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΝ. ΛΥΜΠΕΡΗ

ΑΥΓΗ ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ 24/9/17

Μ’ όλη τη θνητότητα, ένας λόγος

Με το τελευταίο της ποιητικό πόνημα, η ποιήτρια Δήμητρα Χριστοδούλου, στην οποία έχει αποδοθεί ήδη μια ιδιαίτερη θέση μέσα στη γυναικεία ελληνική γραμματεία, εκθέτει για μια ακόμα φορά τις σταθερές ορίζουσές της που εμπεριέχουν μια υπαρξιακή και μια κοινωνική συνιστώσα, σε σφιχτοδεμένους πάντα πλοχμούς.
Με το πρώτο κιόλας ποίημα “Περί το τέλος της ημέρας” που διαλέγει να παρουσιάσει και που, με τον τίτλο του, δεν αποτελεί μόνο αρχή, αλλά συμπέρασμα και τελείωμα, καταδηλώνεται η απουσία και η μοναξιά. Κανένα ίχνος προσώπου που πέρασε από το δωμάτιο δεν υπάρχει και μόνη συντροφιά το αδιάφορο φεγγάρι. Πρωτύτερα το μαχαίρι που κείται στο τραπέζι σαν πτώμα, έχει κόψει ή τραυματίσει. Μια σπαρακτική φωνή του ποιητικού υποκειμένου αυλακώνει τη νύχτα. Σε αυτό το πρώτο, αλλά και στα περισσότερα επόμενα ποιήματα της συλλογής, μια δραματική σκηνοθεσία καθιστά φανερή την οδύνη της ύπαρξης, τη μόνωση του ανθρώπινου όντος που παλεύει με σχέσεις αδιέξοδες και με τον εαυτό του, ο οποίος όμως είναι τελικά η μόνη αξιόπιστη συντροφιά, κάτι που φυσικά στο πρόσωπο της ποιήτριας μας αφορά όλους. Οι άνθρωποι μακρινοί και ξένοι, “δυο χωριστά μνημεία από αλάτι” ακόμα και την θεωρητικά πιο ευτυχισμένη τους στιγμή (όπως απεικονίζονται π.χ. στις φωτογραφίες του γάμου τους), αλλού ένας άνθρωπος μιλάει στο τηλέφωνο μόνος του, ή το κινητό κάποτε “στέκει αχρείαστο στη θήκη”, η ποιήτρια γευματίζει με τον εαυτό της, ακόμα και οι χειρονομίες αγάπης μεταξύ προσώπων, κάποτε είναι δυνατόν να αποβούν άστοχες. Τα όντα ανταλλάσσουν μόνο το ακίνητο βλέμμα τους σε μια βουβή προσπάθεια επικοινωνίας. Οι μέρες μοιάζουν άρρωστες. Η έλευση και της ίδιας της άνοιξης μοιάζει σαν απλό αστείο, όταν δεν μπορεί να είναι εικόνα της καρδιάς, ο ήλιος “θλιμμένο μωρό που του ανεβαίνει ο πυρετός του”, οι “μαργαρίτες σε θρήνο έξαλλο”, ελάχιστες οι ενδείξεις αρμονίας και ευεξίας. Το σκηνικό είναι κυριολεκτικά πεισιθάνατο.

Πάρα πολλές, στα σαράντα ποιήματα της συλλογής οι εκφράσεις που υπενθυμίζουν διαρκώς το αναπότρεπτο, το κραταιό γεγονός. “Δαχτυλίδι σε λειψανοθήκη”, “θάφτηκε στη μορφίνη της γύρης”, “ο λόφος σηκώνεται…σαν κάποιος που ξυπνά στο φέρετρό του”, “η θνητότητα απλώνεται”, “σαπισμένα ξύλα”, “ο κάτω κόσμος ανεβαίνει ανοιχτός”, “κάθε μου πόδι ένα μικρούλι φέρετρο”, “προσκυνητές θαμμένοι σε χοντρά βιβλία”, το βουνό που στέκεται “σαβανώνοντας” τις γενιές, η σκέψη “ρύζι με στάχτη”. “Αν είχα το θάνατο ξεχάσει” λέει κάπου η ποιήτρια, προφανώς στην περίπτωσή της αυτό δεν είναι δυνατό, η ματαιότητα είναι το σαράκι του πνεύματος, που δεν ανακουφίζεται ούτε με την Τέχνη. Διότι τι είναι η Τέχνη -εκτός των άλλων- από μια λήστευση αθανασίας; Αλλά εδώ, φαίνεται ότι η Τέχνη στιγμές-στιγμές πιο πολύ υπενθυμίζει αυτή την οδύνη, παρά την αποσιωπά και την ημερεύει. Το κεντρί της μέλισσας που αισθάνεται να έχει κάτω από το δέρμα η δημιουργός, αποτελεί έκφραση που καταδεικνύει την διαρκή ανησυχία και αγωνία της.
Παρόντα επίσης το γήρας και η φθορά, με αναφορές πχ στην αρθρίτιδα και στην άνοια. Σε άσκηση μιας φιλοσοφικής μελέτης θανάτου, θα δοκιμάσει να φανταστεί τη μέρα της κηδείας της, σαν να κοίταζε από ψηλά την αναχώρηση ενός τρίτου. Τότε πάλι η τραγική διαπίστωση για τη ματαιότητα ακόμα και των στίχων. Των στίχων που “και ο θάνατος και η αθανασία θα χλευάσουν”. Ύστερα, σε άλλο σημείο όμως, μοιραία η αντιστροφή, επειδή :“Μ’ όλη του τη θνητότητα ένας λόγος/ Τη φλόγα του ψελλίζει ανάμεσά μας”. Ναι λοιπόν: η Τέχνη μας είναι ακριβή. Η επίγνωση της συγγένειας με το χώμα, οδηγεί σε εξομοίωση των ανθρωπίνων υπάρξεων και στην τεταμένη ενσυναίσθηση. Τη συμπόνοια προς όλα τα ομοιοπαθή όντα, την αδελφοποίηση. “Να πατώ με συμπόνοια/ Ανάμεσα από τις κεφαλές/ Τόσων σωμάτων βυθισμένων στο χώμα.” διαβάζομε κάπου, ή “με ρίζες που γραπώνουν την καρδιά μου”, όταν μιλάει για τα θεωρούμενα αδέλφια της. Ακόμα και τα ζώα που υφίστανται κάποτε το αποτέλεσμα της ανθρώπινης διαστροφής (ο κρεμασμένος σκύλος, η αποκεφαλισμένη γάτα, το τουφεκισμένο γεράκι), υπεισέρχονται στον κόσμο του οίκτου της ποιήτριας. Γι’ αυτά, όπως και για τον άνθρωπο όμως, η σωτηρία είναι προσωρινή. Όπως άλλωστε προσωρινή και η ζωή.
Στο πλαίσιο της κοινωνικής συνιστώσας συναντάμε εμβόλιμα στίχους για ουρές με καραβάνες (ο σχετικός συνειρμός οδηγεί στη χώρα της οικονομικής κρίσης), την εξ ανάγκης ονομασία του ψωμιού σαν προορισμό (ενώ προφανώς δεν θα έπρεπε να είναι ο μόνος), για πατέρες που τους γηροκομούν βαρυγκωμώντας, παρούσα επομένως θεωρώ και η αξιακή κρίση (διότι δεν φαίνεται εδώ να ομιλεί απλώς για ένα βουνό), πουλιά που συντηρούνται με ένα κόκκο σιταριού (προτείνοντας θεωρώ και εδώ εικόνες αλληγορικές), τοπία με καμμένα σπίτια και ξεχασμένα φονικά, υπερήλικες που συνωστίζονται στα δημόσια ταμία, μηχανήματα τράπεζας που συμμετέχουν στην ταλαιπωρία των ανθρώπων, ένα έθνος άπραγο που περιμένει τη βοήθεια των θεών, μετρά τα τελευταία του τσιγάρα (τις τελευταίες δυνατότητες ή πόρους που διαθέτει), ενώ τα παιδιά του γερνούν χωρίς ελπίδα. Διαπιστώνει την περιρρέουσα μιζέρια, εντοπίζει τα προβλήματα, συμπάσχει. Εκφράζοντας έτσι με μέσα καθαρά ποιητικά -και χωρίς ποτέ αυτό να το απεμπολεί προς χάριν των σημαινομένων- τη μεγάλη μερίδα του κόσμου που υποφέρει. Ίσως λοιπόν ο τίτλος του βιβλίου, εκτός από τον τόπο του ομώνυμου ποιήματος, να αφορά ολόκληρη την με άφθονες ακτογραμμές χώρα μας που αυτή τη χρονική στιγμή βρίσκεται σε δυσκολία και στέρηση. Θα έλεγε κανείς ότι και η αναφορά στον Πλάτωνα σε κάποιο σημείο του κειμένου -υπό την σκιά του ανδριάντα του οποίου τελούνται τα τεκταινόμενα- αποτελεί μια διερώτηση εάν ο κόσμος των ιδεών έχει χρεοκοπήσει. Ή πάλι -και όπως τα moto που επιλέγει για την αρχή του βιβλίου αφήνουν να εννοηθεί- ίσως ο τίτλος να αφορά την αγωνιώδη προοδευτική προσέγγιση ενός αναπόφευκτου τέλους που ήδη το κατοικούμε, ή μας κατοικεί.
Η ποιήτρια -με τον καθιερωμένο ήδη από ετών ιδιαίτερο τρόπο γραφής της- πλέκει τους στίχους της χρησιμοποιώντας πολλαπλές εναλλαγές εικόνων και σκέψεων, μη διστάζοντας να στολίζει κατά περίσταση τα ουσιαστικά της με καίρια επίθετα, που θα αναδείξουν τις σημασίες της. Αναμειγνύει σε αξεδιάλυτο σώμα εικόνες της καθημερινής πραγματικότητας της εποχής με άλλες κατασκευασμένες στη φαντασία και με τολμηρές μεταφορές και αφηγηματικούς ελιγμούς προχωρεί στις επισημάνσεις της αποφεύγοντας να γίνεται άμεσα διδακτική. Μάλιστα οι εναλλαγές αυτές συχνά οικοδομούν μια κρυπτικότητα των επί μέρους θεμάτων της προς όφελος όμως της ποιητικότητας του κειμένου. Αλλά καμία ευφορία δεν αποδίδει σε αυτή τη συλλογή η ποιητική γραφίδα. Ελάχιστες οι στιγμές της χαράς και διακόπτονται σχεδόν πάντα από το αντίθετό τους. Ένα “γλυκό φως φεγγαριού” συνοδεύεται από “χρήσιμες ενοχές”, κάποιος “κλαίει χαρούμενος” την πιο όμορφη μέρα, η άνθηση συμπορεύεται με τη δυσμορφία και μόνο κάπου κάπου μια τρυφερή εικόνα γλυκαίνει την καρδιά, πχ. η θύμηση της ηλικιωμένης δασκάλας, ή του πατέρα με το κοριτσάκι του που βαδίζουν παρέα “με πέδιλα από λευκές πεταλούδες”. Εν μέσω ενός δυστοπικού ρεαλιστικού περίγυρου, μόνο στον ύπνο, δηλαδή στα όνειρα, επιτρέπεται η πολυτέλεια “μιας πηγής με κυκλάμινα”, η πολυτέλεια δηλ. της ακέραιας ομορφιάς.
Σημειώνω επίσης (σε αυτήν μα και σε προγενέστερες συλλογές της) τη χρήση συχνά λέξεων όπως πάπλωμα, παντόφλες, νυχτικό, ρόμπα, μαξιλάρια, σεντόνια (αλλά όχι αυτά του έρωτα), και πίσω της να κλειδώνονται οι πόρτες, που παραπέμπουν σε οικείο περιβάλλον και επιτρέπουν ίσως την κειμενική δόμηση ενός ασφαλούς εσωτερικού χώρου κατάλληλου για την περίσκεψη που το ποιητικό υποκείμενο απαιτεί από τον εαυτό του, ή θέλοντας έτσι να υπονοήσει και εν συνεχεία να εξορκίσει έναν εφησυχασμένο εαυτό, που ωστόσο καθόλου στα δικά μας μάτια δεν είναι τέτοιος. Μετρώντας τις ώρες της, νοιώθει αδύναμο ανδρείκελο και βαριά τη σκιά της ευθύνης, “φοβάται όλα αυτά που αντέχει”, επειδή μάλλον θεωρεί ότι η αντοχή τελικά την αδρανοποιεί, ενώ η στάση της προς το ανώτατο ον -που, αν και αόρατο και φάντασμα, κατά συνεπαγωγή όντως υπάρχει- μοιάζει να είναι η γνωστή μιας θεοδικίας, αφού τα πλάσματα φαίνονται αφημένα στη δυσκολία και το θάνατο. Αλλού όμως και μόνο το φως του ήλιου φέρνει δάκρυα χαράς.
Καθώς, με τον τρόπο της ποίησης και “υπέροχα μόνη” συνεχίζει να αγωνίζεται -και σε αυτό το βιβλίο- η Δ. Χριστοδούλου στον επίπονο στοχαστικό της στίβο, ανακαλούνται στη μνήμη μας τα λόγια του συναδέλφου της, παλαιότερου ποιητή Γιώργου Σαραντάρη- ότι “Η ποίηση είναι εκείνος ο εαυτός μας που δεν κοιμάται ποτέ”.

 

ΚΩΣΤΑΣ ΛΟΓΑΡΑΣ

BOOKPRESS 18/8/2017

«Μ’ ένα χαμόγελο θνητό και δίβουλο»

«Ξυπνώ απ’ το γάβγισμα. Μετά/ Διακρίνω αμυδρά ένα πρόσωπο./ Θερμαίνεται με εξωανθρώπινο χρώμα./ Μοιάζει αργόσχολο και περιττό/ Σαν φως πάνω σε πατημένο χιόνι…» (Η κυρία με το σκυλάκι, σελ. 10).

«Άρχισε η μέρα κοιτάζοντας πίσω της/ Με το ανάστροφο βλέμμα τού αρρώστου/ Που κοιτάζει σ’ ένα μαύρο χαρτί…» (Διασπορά, σελ. 11)

«Ξυπνά το έθνος και ανακλαδίζεται,/ Προσδοκά να του χαμογελάσουν οι θεοί/ Με αστραφτερή οδοντοστοιχία…» (Καλή εβδομάδα, σελ. 47)

Κάνοντας τη μικρή αυτή αναφορά στην ποίηση της Δήμητρας Χριστοδούλου, ξεκινώ από τρία χαρακτηριστικά δείγματα ποιημάτων της στα οποία στήνει εξαρχής ένα δυνατό σκηνικό και μπάζει μέσα σ’ αυτό τον αναγνώστη. Απ’ όπου στη συνέχεια τον ξεναγεί πότε σ’ έναν κόσμο απόντων (Η κυρία με το σκυλάκι), πότε στα μυστήρια του χρόνου (Περί το τέλος της ημέρας), άλλοτεσε καταστάσεις καθημερινές (Μετά το σινεμά μια μπίρα), στη ματαιότητα της γραφής (Το πανηγύρι) και στο χώρο και την ιστορία (Παράκτιος Οικισμός). Ενίοτε με αυτοσαρκασμό (Κοτσιδάκια με φιόγκο) . Πάντως όχι με νοσταλγία ούτε με τη θλίψη του επερχόμενου τέλους, ούτε καν με την αίσθηση μιας ματαιότητας. Αλλά με τη βεβαιότητα ότι «πάντα ρει». π.χ.: «Μ’ ένα χαμόγελο θνητό και δίβουλο / Μπήκε στη σκέψη μου το φεγγάρι. /Θα το ’χε σκάσει από καμένα σπίτια/ Ή από κάποιο ξεχασμένο φονικό/ Και τάχα ήθελε μια πρόσκαιρη ανακούφιση,/ Να παραστήσει μιαν επιτραπέζια λάμπα,/ ένα κουτό, παλιό φωτιστικό/ Που γέρασε ήσυχα σε τίμιο σπίτι. Τα χαρτιά μου αναρρίπισε ο ερχομός του/ Με την αναπνοή της Τέχνης./ Με τόσο γλυκό φως, τόσο γνώριμο/ Να σβήνει την αιωνιότητά του/ Και κάθε ενοχή να κάνει χρήσιμη / Σιγολάμποντας πάνω απ’ το πιάτο/ Όπου απόμειναν μικρές μπουκιές!/ Α, φαίνεται, αυτό θα λένε εκεί ψηλά/ Αθανασία.» (Ένας ρόλος, σελ. 31)
«Οι λέξεις της –μία και μία– συγκροτούν μια γλώσσα κρουστή, δυνατή. Σαν τη φυσική πνοή. Γι’ αυτό έχει κανείς την εντύπωση ότι παρακολουθεί έναν αγώνα αντοχής όπου το ποιητικό υποκείμενο κρατάει τον δυναμικό του ρυθμό αδιάπτωτο, ώσπου να φτάσει στο τέλος της ποιητικής του αφήγησης και να μπει η τελεία.» (Στην επόμενη ποιητική σύνθεση, το ίδιο).

Η ποίηση της Δήμητρας Χριστοδούλου είναι χαμηλόφωνη αλλά με εσωτερική ένταση που οφείλεται, πιστεύω, σε δύο χαρακτηριστικά της γνωρίσματα: Πρώτον στην καθαρότητα των εικόνων της και δεύτερον στην ικανότητα να αφηγείται μια ιστορία με αρχή-μέση-τέλος με τη μέγιστη δυνατή ελλειπτικότητα, αλλά τόσο όσο να φτάνει ο ποιητικός λόγος στον αναγνώστη της και να τον κερδίζει.
Μιλώντας γενικά, έχω την εντύπωση ότι κάθε ποιητική συλλογή είναι ένα πέρασμα μέσα σε δάσος. Σε άγνωστους, σκοτεινούς χώρους. Μπορεί να βγεις στο ξέφωτο αλλά μπορεί και να χαθείς. Και προκειμένου να τριγυρνάς άσκοπα έως βασανιστικά, πολλές φορές διακόπτεις τη δοκιμασία και σταματάς στη μέση την πορεία. Το ταξίδι σ’ ένα άλλον κόσμο έχει αποτύχει και ξαναγυρνάς στις γνώριμές σου βεβαιότητες. Στον ποιητικό κόσμο της Δήμητρας Χριστοδούλου μπαίνω πάντα με ενδιαφέρον και ευχαρίστηση.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ

ΤΑ ΝΕΑ 10/06/2017

Λυρική καταγγελία, σφυροκόπημα ενοχής

«Παράκτιος οικισμός», η δέκατη τρίτη συλλογή της πολυβραβευμένης ποιήτριας, είναι το πλέον μαχητικό, ευφυώς στρατευμένο βιβλίο της

Η ταυτότητα του ευκίνητου, εξομολογητικού υποκειμένου, το οποίο μεταβαίνει όντως με ιδιαίτερη άνεση από το ένα γένος στο άλλο, συμπεριλαμβανομένου του ουδετέρου, παρέχεται με υποδειγματική σαφήνεια στο επιλογικό κομμάτι της συλλογής. Η ομολογία επιβεβαιώνει, μεταξύ άλλων, το ποιητικό ήθος, το οποίο συνέχει το κείμενο από την υποβλητική του έναρξη ώς το εγκαυστικό τέλος του. Ασφαλώς το κύκνειο άσμα θα μπορούσε να διαβαστεί και στη θέση του προλόγου, αποδεικνύοντας αμέσως στην πράξη την αυστηρή κυκλική συνέπεια, η οποία διέπει το όλο έργο. Παραθέτω επί λέξει τα εξής χαρακτηριστικά αποσπάσματα για τις ανάγκες της εποπτικής στιγμής: «Είμαι ένα ρεύμα θερμό, ρόδινο, / Οπου κυλάνε τα πεσμένα φύλλα. / Και είμαι εκείνη που τραβάει τα δίχτυα / Και φέρνει πάνω τα θνητά […] Είμαι τα ανέσπερα καντήλια / Πού κρέμασε ο αέρας σ’ άδεια κάμαρα. / Κι είμαι ο σκύλος που κλεισμένος μέσα / Κουνάει την ουρά σ’ ένα φάντασμα […] Και είμαι εκείνη που κλαίει χαρούμενη, / Πώς ξέσπασε μια τόσο όμορφη μέρα; / Είμαι ο τυφλός με τη λάσπη στα βλέφαρα / που νιώθει τα θαυματουργά τα δάχτυλα». Η επαγγελματική φιλολογική κατάρτιση της Δήμητρας Χ. Χριστοδούλου έχει ήδη τεθεί ασμένως προ πολλού στην υπηρεσία του εξειδικευμένου ποιητικού τολμήματος: η καθ’ όλα παραγωγική αυτή ώσμωση διαφαίνεται από την πρώτη κιόλας, επιμελή προσέγγιση και του παρόντος εγχειρήματος. Ο λόγος, φρονώ, ακούγεται με τη φυσικότητα, φέρ’ ειπείν, του φλοίσβου. Η επαναφορά ιδρύει ακουστική ηδύτητα. Η δε επαφή με την πραγματικότητα προβλέπει, μεταξύ άλλων, την επαναδιαπραγμάτευση του προσώπου με ό,τι το ίδιο πιστεύει ότι είναι χρόνος. Εξού και η έντονη αίσθηση της ροής, η οποία σπεύδει την κατάλληλη στιγμή να επιστρέψει στην πηγή της. Ο ρυθμός αποτελεί το πρώτο μέλημα της σύνθεσης. Είναι το σφυροκόπημα μιας συλλογικής ενοχής. Αντιλαμβάνομαι ότι η διαρκής υπόμνηση του χρέους απέναντι στον Εαυτό προκαλεί τη διέγερση του ρήματος. Το κάθε ποίημα προοικονομεί εμμέσως πλην σαφώς το άλλο. Το επόμενο σχεδόν τεκμαίρεται, ενώ το προηγηθέν αφορά κατά κανόνα το κοντινό ή και απώτερο μέλλον.
Οι τρεις τρόποι
Με τρεις τρόπους φρονώ ότι μπορούμε να μελετήσουμε το σημερινό πολλαπλό μήνυμα της δικαίως πολυβραβευμένης αυτής δημιουργού, χαρακτηριστικής εκπροσώπου της πολυφωνικής γενιάς του ’70, όπως κατατίθεται στην πρόσφατη αυτή, δέκατη τρίτη κατά σειρά, συλλογή της των σαράντα ποιημάτων. Πρώτον, ως λυρική καταγγελία για τα όσα θλιβερά συμβαίνουν στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Δεύτερον, ως εκ βαθέων εξομολόγηση μιας αναστοχαζόμενης ύπαρξης για τα όσα την αφορούν κατ’ αποκλειστικότητα. Δηλαδή, άμεσα και διαχρονικά. Και τρίτον, ως μονόπρακτο δράμα του ανθρώπου εν γένει, ο οποίος πασχίζει να αποδείξει ότι όντως είναι ο ζωτικός φορέας πολιτισμικών αξιών. Πολλές μάσκες ακυρώνονται από τη δράση της εμπνευσμένης αποδόμησης, εδώ και τώρα. Από την άποψη αυτή, η εν λόγω συλλογή είναι το πλέον μαχητικό, ευφυώς στρατευμένο βιβλίο της Δήμητρας Χ. Χριστοδούλου. Τα ποιήματα συνοψίζουν, κατά τα άλλα, τα κυριότερα κεφάλαια της βιοτής, όπως τη σπουδάζει ένας ομολογουμένως βαθύνους παρατηρητής. Συγκρατώ ότι η κατασταλαγμένη πείρα των αλλεπάλληλων σαρωτικών βλεμμάτων του συγκεκριμένου δημιουργικού λόγου εξακολουθεί να διοχετεύεται στις οδούς και στις παρόδους του ποιήματος με τάξη. Η προσήλωση στις προδιαγραφές της επιδέξιας συνύπαρξης χαρακτηριστικών δεδομένων της εξ αντικειμένου πραγματικότητας και των προϊόντων αμιγώς φαντασιακής υφής αποδίδει και πάλι καρπούς. Το τελικό αισθητικό προϊόν δεν αντανακλά, όπως θα περίμενε ο βιαστικός αναγνώστης, τη θλίψη ενός ισοπεδωτικού αφανισμού τού εγώ, αλλά την προοπτική της επανεμφάνισής του, μέσα από τα παρ’ ολίγον ερείπιά του, ως του δικαιότερου κριτή των όσων δοκίμασαν να το παγιδεύσουν. Πρόκειται για την πνευματική αλκή, η οποία παραμένει αλώβητη και άφθιτη παρά τα όσα ενάντια έχουν κατά καιρούς υψωθεί. Εξού και η πτήση στην κατακλείδα του ποιήματος που τιτλοφορείται «Δώδεκα». Ητοι: «Κατακόκκινα σαν ρόδα σε κόλλυβα / Χώνονται στον αέρα δευτερόλεπτα. / Αν ήμασταν πουλιά, αν πετούσαμε, / Με ράμφη πεινασμένα καταπάνω τους / Πόσες ψυχές θα είχαμε σώσει». Ανάλογα ισχύουν για την ανάκτηση του πολυτιμότερου υλικού που διαθέτει εξ ορισμού η ύπαρξη, δηλαδή: «Πώς την καρδιά ενός γιγάντιου κήτους / Να ρίξουμε σ’ ελεεινό τηγάνι, / Πώς, ύστερα, υπό τη θυμηδία των κυμάτων, / Να μπούμε στην ουρά με καραβάνα / Και πώς στο τέλος τέτοιαν αλητεία / να ξαναπείς ψυχή».
Η αίσθηση της διαστολής
Επισημαίνω ότι η «ακατοίκητη πατρίδα» και η «κατάκοιτη χώρα», όπως ακριβώς προκύπτουν στο τρίτο και ενδέκατο κατά σειρά ποίημα, με τίτλους αντιστοίχως «Διασπορά» και «Ανεπιστρεπτί», εντοπίζονται ασφαλώς σε κάθε σημείο του πλανήτη μας, όπου η αλλοτρίωση, ο ατελεύτητος εξανδραποδισμός του ατόμου, προσπαθεί να αντικαταστήσει τη γνώση του όντος. Δεν ξεχνώ βέβαια ότι η ποιήτρια διακρίνεται τόσο για τις ευρύτερες υφολογικές της μέριμνες στο πεδίο των προωθημένων κειμενικών εμπεδώσεων όσο και για τη χρόνια τριβή της με θέματα της γενικής λογοτεχνίας. Εξού και η επιμονή μου να διαβάζω τον «Παράκτιο οικισμό» σαν να ήταν γραμμένος και για μια χώρα της Εγγύς Ανατολής, του Ειρηνικού Ωκεανού ή ακόμα και της Νότιας Αμερικής. Υφίσταται άλλωστε έντονη σε πλείστα σημεία και η αίσθηση της διαστολής της σκηνής, της διεύρυνσης των δεικτών σε ασυνήθη πέρατα, σε μια χωροταξία έξω από τα κατά κανόνα ισχύοντα στον χώρο της τρέχουσας παραγωγής στίχων. Εννοώ: «Μακρυά, στη γραμμή του ορίζοντα, / Ανοιγοκλείνει ένα στόμα. / Βλέπω την κόκκινη γλώσσα / Που πλαταγίζει στον φάρυγγα / Μιαν άυλη μπουκιά από κρότους». Το δε «μαύρο άστρο από το οποίο χύνεται καρβουνόσκονη», το οποίο απαντά σε κρίσιμο σημείο της συλλογής, θα μπορούσε να φανεί με την ίδια ευκολία και στο οπτικό πεδίο ενός κατοίκου των Αντιπόδων. Η εμβέλεια του ποιητικού ρήματος συνιστά αδιαμφισβήτητο κεκτημένο, κοντολογίς, η ταχύτητα πρόσληψης της ουσίας των σχέσεων που μας συνδέουν με τα πρόσωπα αλλά και με τα πράγματα ασφαλώς και αυξάνεται, όταν αξιοποιείται στο έπακρο το δίδαγμα από ποιητικές αποκρυσταλλώσεις, όπως αυτές τις οποίες παρέχει η ποιότητα των εκφάνσεων του «Παράκτιου οικισμού».

 

ΤΟ ΕΛΑΧΙΣΤΟ ΨΩΜΙ ΤΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ

Η ΑΥΓΗ 8/11/2015

Σαν να υπήρχε λόγος

Διακρίνω για τις ανάγκες της εποπτικής στιγμής τους εξής ενδεικτικούς αφορισμούς από το «Συνεκτικό υλικό», το εξηκοστό πέμπτο ποίημα του βιβλίου: « …ένα σύμπαν αναίτιο. / Ένα ανομολόγητο σφάλμα. / Να ζήσουμε σαν να υπήρχε λόγος. / Να πεθάνουμε σαν ν΄ αξίζει τον κόπο. / Να πειθαναγκαστεί η αιωνιότητα / Να ριχτεί για τα καλά στη βιοπάλη». Με τρεις τρόπους φρονώ ότι μπορούμε να διαβάσουμε την ειδική πρόταση της πολυβραβευμένης Δήμητρας Χ. Χριστοδούλου, όπως κατατίθεται στην ως άνω, πλέον πρόσφατη, συλλογή της. Πρώτον ως διερμηνεία ενός φαινομένου ατομικής και συλλογικής πτώσης, με εμφανείς όμως αναλαμπές ηθικής ανόρθωσης, η οποία ακυρώνει προσώρας την ολική ματαίωση του υποκειμένου. Δεύτερον ως εμπέδωση της παραγωγικής, απρόσκοπτης συνάρθρωσης του αβαρούς, ενίοτε διφορούμενου γράμματος με την ad hoc βαρύνουσα ποιητική έννοια. Και τρίτον ως ευθεία αναγωγή του τρέχοντος κρίσιμου ή δήθεν ασήμαντου συμβάντος σ΄ ένα σταθερό δείκτη νοσταλγίας των πρωτογενών κοιτασμάτων του εγώ.
Στο θέατρο της γλώσσας, η δυναμική του σωματικού ρήματος της Δήμητρας Χ. Χριστοδούλου παραμένει το υπογραμμίζω αυτό, αμείωτη. Με ιδιαίτερη συνέπεια τηρεί τις υφολογικές δεσμεύσεις, τις οποίες η ίδια θεωρεί ικανές και αναγκαίες εκ προοιμίου. Μόνιμος στόχος παραμένει η γόνιμη διαχείριση ακόμη και του ελάχιστου υλικού, ώστε μέσω αυτού να προκύψει το μέγα ποθούμενο, ήτοι το εννοιολογικά μείζον. Ο στίχος διατηρεί φανατικά τα του εαυτού, αρνούμενος ν΄ απεμπολήσει το παραμικρό από όσα δικαιωματικά του ανήκουν. Εξ ου και η ασφάλεια των εκφορών του καθοριστικού, καλώς συγκερασμένου λόγου. Ο τελευταίος γνωρίζει πώς να συνέχει το παρόν έργο σε όλη του την έκταση. Η οιονεί επιγραμματική, αποφθεγματική έκφανση εμπεριέχει, βάσει συγκεκριμένου προγράμματος της λεκτικής δράσης, τόσο την πανθομολογούμενη όσο και την άλλη, την απόκρυφη βάσανο ενός εξόφθαλμα ανορθολογικού βίου. Το ποίημα συνιστά κατά συνέπεια σκεύος οδύνης. Το δε απόθεμα των συναφών μαρτυριών κατανέμεται με γραμματική και συντακτική προσοχή. Άλλωστε η επαγγελματική φιλολογική κατάρτιση της Δήμητρας Χ. Χριστοδούλου έχει ήδη τεθεί ασμένως προ πολλού στην υπηρεσία του ποιητικού τολμήματος. Παραθέτω ένα χαρακτηριστικό χωρίο από την κομβική «Διαθέσιμη ύλη»: «Πόνος μού κάθεται στο στήθος / Όπως αρνί μες στο χιόνι / Μου ανοίγει μια ρίζα φαγώσιμη / Κι ανάμεσα στα χάλκινα φύλλα / Αστράφτει θρεπτικό φθινόπωρο. / Λάμπουνε οι πάγοι σ΄ ένα θέρετρο / Kάτω από μαλακή βραχνάδα /Και βλέπω στην άμμο το χνάρι μου. / Εκεί παραθερίζω με μπαστούνι,/ Δυο πατημασιές και μια τρύπα». Τα ισόβαρα φορτία επιβεβαιώνουν στην πράξη την επιμέλεια που έχει ασκηθεί σε μακροχρόνια, είναι φανερό, βάση. Σκαρί επιτήδειο, εξειδικευμένο σε μεταφορές σημαινόντων, το ποίημα αποτελεί διακριτή ετεροτοπία.
Η κατασταλαγμένη πείρα των αλλεπάλληλων σαρωτικών βλεμμάτων του πρόσφατου και απώτερου παρελθόντος διοχετεύεται στις οδούς και στις παρόδους του ποιήματος με εργαλειακό μέτρο, με προσήλωση δηλαδή στις προδιαγραφές αρμονικών συσχετισμών. Κι εδώ ακριβώς η πολιτική της σύνθεσης στο Ελάχιστο ψωμί της συνείδησης συναντά ένα μέρος του συντάγματος των παλαμικών κανόνων, όπως διατυπώθηκαν το 1925. Εστιάζομαι στα εξής: «την ποίηση αδυνατώ να τη συλλάβω έξω από το στίχο. Και με την αντίληψη αυτήν, τα ζητήματα της μετρικής τέχνης είναι στην προοπτική μου ισομέγεθα και ισοδύναμα με τα προβλήματα της ποιητικής πνοής, είναι ομοούσια ή ομοιοούσια». Όπως έχει διαμορφωθεί στο πλαίσιο των δημιουργικών αποστάξεων των λογοτεχνών της γενιάς του εβδομήντα, η διεξοδική γραφή της Δ.Χ. Χριστοδούλου, στους αντίποδες των προσπαθειών πολλών ετέρων, οι οποίοι έμειναν οργανικά μάλλον ανεξέλικτοι, προβάλλει δεόντως την προσέγγιση μιας διαφορετικής πτυχής του προσώπου του κόσμου, ο οποίος κατ΄ ανάγκη μας περιβάλλει. Επιστρατεύεται βεβαίως, μεταξύ άλλων: οι αθέλητες μνήμες, οι εποικοδομητικοί συγκερασμοί ποικίλων αντιφάσεών μας, οι απαραίτητοι υπαινιγμοί, οι αποκρυπτογραφήσεις αρκετών μηνυμάτων από τον χώρο του υπέρλογου, οι επανακτήσεις αρκετών από όσα νοούνται ως αγαθά, οι άκρως φιλελεύθερες χρήσεις των συνειρμών, οι επινοήσεις φιλίων συντεταγμένων ονείρου, οι αποδελτιώσεις στιγμών έκστασης ενός χρόνου που δεν σπαταλήθηκε πλήρως. Η αλήθεια, η απόδοση της ταυτότητας, η οριοθέτηση της ατομικότητας συνιστούν εν τέλει εδώ υποθέσεις μουσικής.

Από τον ένα τίτλο στον άλλο εξελίσσονται, επαναδιαμορφώνονται, ακινητοποιούνται προφανώς για να αυτοσυγκεντρωθούν, επανακάμπτουν, τυποποιούνται και αλληλοϋποστηρίζονται διαδοχικώς τα διαβήματα εκείνα της ύπαρξης, τα οποία θέλουν να την αναβαθμίσουν, παρά τις όποιες δεδηλωμένες, εγγενείς αδυναμίες, σε όντως Πρόσωπο. Στο μεταξύ, η γραφή στην προκειμένη περίπτωση συνεχίζει να υποστηρίζει ακράδαντα ότι οι όποιες αξίες, οι όποιες παράμετροι των ποιοτήτων του βίου διερμηνεύονται, αποκαθίστανται και κατοχυρώνονται πάντα στο πρόσφορο έδαφος της εξ υποκειμένου θέασης του περιρρέοντος είναι. Διακρίνω τα εξής από τη «Διαστρωμάτωση», το κατά σειρά εξηκοστό έκτο ποίημα της συλλογής: «Εμείς οι ελεύθεροι, στο οστεοφυλάκιο, / Μωρά με αφέψημα παπαρούνας / Στην κούνια ενός αργού δευτερόλεπτου / – Βρέχει μελάνι…- καταγράφουμε / Την επιστήμη της δολιοφθοράς. / Καθένας μας ένα πηγάδι βατράχια». Όσο κι αν οι αισθήσεις μάς παγιδεύουν σε καθημερινή βάση, θα υφίσταται πάντα η δυνατότητα της απεμπλοκής του ένδον ψεύδους και της ακόλουθης προαγωγής της βιωμένης αλήθειας σε βάθρο αντοχής. Ό,τι δηλαδή καταδηλώνει σε μια προσέγγιση δεύτερου βαθμού το Ελάχιστο ψωμί της συνείδησης.

 

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ

Oanagnostis 23/4/2015

Πριν κοπάσει ο απόηχος της συζήτησης για τον Τρόμο ως απλή μηχανή (Πατάκης 2012) η Δήμητρα Χριστοδούλου (ΔΧ) επανέρχεται με Το ελάχιστο ψωμί της συνείδησης από τις εκδόσεις Μελάνι. Από τα πρώτα ποιήματα της συλλογής γίνεται φανερό πως η σκέψη της ποιήτριας εξακολουθεί να βρίσκεται σε μια δημιουργική εμπλοκή με την υπαρξιακή αγωνία, τη μοναχικότητα, το περιθώριο της ζωής, τον κοινωνικό αποκλεισμό. Δηλαδή με θέματα καθόλου νεόκοπα, που κατά τεκμήριο απασχολούν την ποίηση διαχρονικά, και μάλιστα σε εξαιρετικά υψηλά ποσοστά την έντεχνη γενικώς παραγωγή της εποχής μας. Άρα, θα μπορούσε να υποθέσει κανείς, η ΔΧ από την άποψη του περιεχομένου κινείται σε χώρο γνώριμο και χιλιοδουλεμένο από πολλούς συμπορευόμενους εργάτες του λόγου. Γι’ αυτό θα ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρον να διερευνηθεί το κατά πόσο με την παρούσα προσθήκη της βελτιώνονται τα ζητήματα ποίησης ή κατατίθεται κάποια ανατρεπτική πρόταση. Μάλλον όμως είναι νωρίς για να εκτιμηθεί κάτι τέτοιο. Άλλωστε, η ίδια η ποιήτρια μας καθοδηγεί, αφού δεν αποφεύγει να εμπλέξει την άκρως ευαισθητοποιημένη σκέψη της με τους άστεγους, τους πρόσφυγες, τους πεινασμένους, τους φτωχούς, τους ανίσχυρους ταλαιπωρημένους της τρίτης ηλικίας, τους εγκλωβισμένους στο θλιβερό διαμέρισμα κάποιας πολυκατοικίας, τους λυπημένους, για να στραφεί σε κάτι επαναστατικό που πιθανόν δεν θα αντιπροσωπεύει τα παραπάνω στοιχεία, τα οποία σχετίζονται τόσο στενά με τις αγωνίες της, που δε λένε να κοπάσουν: Κι αν σιγήσει τούτη η πένθιμη άρια, / Πάλι θ’ ακούω με τα μάτια. / Πάλι με τα μαλλιά θα οσφραίνομαι. / Και θα ’μαι τόσο περιττή όσο η ζάχαρη / Μες στο ηχείο μιας μεγάλης καμπάνας. (σ. 83) Ωστόσο, από τους πρώτους στίχους των ποιημάτων μάς κατακλύζει μια διαφορετική αίσθηση, που καθιστά διακριτά τα ποιήματα της συλλογής: είναι η μοναδικότητα με την οποία εκφράζονται οι αναφορές της για πράξεις ασήμαντες και γεγονότα επουσιώδη που κατά συρροή εξελίσσονται δίπλα μας καθημερινά χωρίς να έλκουν την προσοχή μας. Παρατηρούμε δηλαδή με αμείωτο ενδιαφέρον τη ΔΧ να χρησιμοποιεί ως προσφιλές μέσο διατύπωσης την αποσταθεροποίηση της φυσικής κατάστασης των πραγμάτων, στα οποία αποδομεί την κλασική λειτουργία και με ευρηματικότητα να εκθέτει τα νοήματα ή να δημιουργεί την κατάλληλη ατμόσφαιρα με βάση την αντιστροφή της συμβατικότητας του λόγου: Ένα ζευγάρι βολικά παπούτσια / Βόσκουν ανάστροφα το νήμα στο χαλί / μηρυκάζοντας την πανίδα του σκώρου. (σ. 12) Ή Ολόκληρο οικοδομικό τετράγωνο / Ο Ύπνος το απίθωσε στη χλόη / Μέσα σ’ ένα απόβροχο κίτρινο / που δεν μπορούσαν να φθείρουν τα φώτα. (σ. 65) Φαίνεται ότι για τη ΔΧ ποίηση δεν είναι μόνο «η άλλη γλώσσα», είναι μια διαρκής ανατροπή των συμβάσεων και ορισμένες φορές μια σκόπιμη νέφωση των νοημάτων για να αποκαλυφθεί το άλγος και ο ζόφος που καταλαμβάνουν τον ατομικό και κοινωνικό μας βίο: Αυτό είναι χαρτόνι. Αυτό γύψος. / Αυτό ποτήρι που αναποδογύρισε. / Έχει γεύση συντηρημένου συμβάντος, / Σχήμα διαλυτό στο κρύο, / Φωνή πουλιού που επαναλαμβάνει / Κάποιο παράγγελμα: / Κάποιος πρέπει να εργαστεί με άγρια χέρια // Πόνος μου κάθεται στο στήθος / όπως αρνί στο χιόνι. / Μου ανοίγει μια ρίζα φαγώσιμη / Κι ανάμεσα στα χάλκινα φύλλα / Αστράφτει θρεπτικό φθινόπωρο. / Λάμπουνε οι πάγοι σ’ ένα θέρετρο / Κάτω από μαλακή βραχνάδα / Και βλέπω στην άμμο το χνάρι μου. / Εκεί παραθερίζω με μπαστούνι, // Δυο πατημασιές και μια τρύπα. («Διαθέσιμη ύλη», σ. 33)

Η ΔΧ σε πλείστες περιπτώσεις επιδιώκει να πραγματοποιήσει ένα μοναχικό ταξίδι στο χρόνο, θεωρώντας ότι η ταύτισή της με τα πρόσωπα και τις καταστάσεις που περιγράφει εμπλουτίζει τη μελαγχολική εικόνα της ποίησής της: Ήμουνα πάντα ένα άχαρο παιδί / Με μια βαλίτσα στο χέρι. / Άφηνα πίσω μου ένα απόγευμα / Χλωμό σαν γάλα στο πιατάκι της γάτας / Και μετακόμιζα σ’ ενηλικίωση / πιο ακατοίκητη απ’ τον ουρανό. Ακόμη και την ιδιότητα της ανθρώπινης φύσης, να αντιμετωπίζει με στωικότητα τους κινδύνους, τη φθορά, το απευκταίο, την κατατάσσει σε μια ψευδεπίγραφη γενναιότητα, που προκύπτει από φρούδες ελπίδες για κατάκτηση του Παραδείσου: Πόσο αργά γερνούν, πόσα λίγα μαθαίνουν, / Οι άνθρωποι ενώ σιγοπεθαίνουνε. / […] / Ακούνε των διαβόλων το τραύλισμα, Κάθε πρωί σκύβει στ’ αυτί τους η Κόλαση. / Κι αυτοί εκεί, με τα παιχνίδια, τα βιβλία τους, / Τόσο γενναία, τόσο πένθιμα νέοι… (σ. 71)

Ο ρόλος της στην εξέλιξη της αφήγησης είναι μαρτυρικός. Ενώ ως πρόσωπο βιώνει τη θλίψη και την απομόνωση από το γκρίζο περιβάλλον της πόλης και της, εν πολλοίς, πληγωμένης φύσης που την περιβάλλει, έστω κι αν την αναπολεί από το περίκλειστο διαμέρισμα που διαμένει, ταυτόχρονα διατηρεί το βλέμμα της στραμμένο με τη μέγιστη συμπάθεια στην περιπέτεια των ανίσχυρων συνανθρώπων της, όχι μόνο οικείων, όπως η υπέργηρη μητέρα της, αλλά και όσων τα πάθη προβάλλονται στην κονίστρα της καθημερινότητας και στηλιτεύει τους συμπολίτες για την αδιαφορία τους: Άσιτη, κουβαλώντας την οργή της, / βαρώντας με τα τσόκαρά της το θώρακα / πόλης θαμμένης βιαστικά και για πάντα, / περνά η πομπή των συλληφθέντων […] // Εμείς οι ελεύθεροι στο οστεοφυλάκιο / [ …] // Καθένας μας ένα πηγάδι βατράχια. (σ. 77) Υποφέρει για τις ιδιαιτερότητές της στον ίδιο βαθμό που υποφέρει για τους άλλους. Ίσως υποφέρει περισσότερο επειδή υποφέρουν οι άλλοι. Όπως και να ’χει το πράγμα η πληγή βρίσκεται στο δικό της σώμα όπως και στο σώμα της πάσχουσας κοινωνίας. Ενώ η ματιά της είναι στραμμένη ενδοσκοπικά στον εαυτό της, στον κόσμο της, παρατηρεί τα κατάβαθα της ψυχής της και ανακαλύπτει πως εκεί συγκατοικούν μαζί της όλοι οι πάσχοντες, οι αδύναμοι, οι αποκλεισμένοι. Είναι ένα κομμάτι από εκείνους κι εκείνοι είναι κομμάτι από αυτήν. Η ποίηση που παράγει αφορά όλους, κι εκείνη και τους άλλους. Αφορά και τον τόπο, την πόλη, η οποία άλλοτε είναι προέκταση και άλλοτε αντικατοπτρισμός των δυστυχισμένων κατοίκων της: Μια ολόκληρη μουντζουρωμένη πόλη / που αργά διαλύει με το κουταλάκι της η φτώχεια… Η καταβύθισή της σε μια αποπνικτική σκοτοδίνη έχει μοναδική διέξοδο τον ποιητικό λόγο όπως αναβλύζει σύντομος, δραματικός, συχνά άκρως αλληγορικός, έμμεσα εξομολογητικός, μια απλοϊκή μεταφορά σχεδιασμένη / Αδέξια στα χαρτιά ενός εγκλείστου.

Η ποίηση της ΔΧ λάμπει από ανεπιτήδευτη καθαρότητα ζώντας σε μια εσωτερική μοναξιά. Εξαιτίας της ομολογεί ότι Γράφω για να ιδρύσω χειμώνα. (σ. 84) και λίγο μετά συμπληρώνει «Κάθε εξιστόρηση δαγκώνει», σκέφτομαι / «Γράψεις δε γράψεις, φαρμακώνεσαι» (σ. 88) Και μόνο γι’ αυτή τη συμπληρωματική στις προηγούμενες αναφορές στάση προς τη γραφή-ζωή αξίζει την προσοχή μας.

 

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΣΙΑΦΑΚΑ

BOOKPRESS 22 /3/2015

Ποιητικά τοπία εν κινήσει

Το ελάχιστο ψωμί της συνείδησης, η 12η ποιητική κατάθεση της Δήμητρας Χριστοδούλου, ύστερα από «σαράντα χρoνάκια ρίσκου», όπως εκείνη επιμένει να δηλώνει, θα μπορούσε κάλλιστα να λειτουργήσει ως υπόδειγμα ποιητικής συμπύκνωσης και αισθητικής. Ήδη η λέξη ελάχιστο στον τίτλο και η δυνατή μεταφορά ενός λιμασμένου και πάσχοντος υπαρξισμού σε κοινωνικό πλαίσιο δίνουν το στίγμα. Ο ποιητικός λόγος, γέννημα ή απόηχος της εποχής του, είναι δυνατόν να «κοινωνικοποιηθεί» και να κοινωνηθεί με τη δυναμική και ανατρεπτική του παρουσία, ως σχόλιο θέασης του κόσμου, χωρίς να εξαρτάται απαραίτητα από μία κραυγαλέα θεματική «καταγραφής της καθημερινότητας», για να τοποθετηθεί απέναντι στην εποχή του.

H θεματική της ποιήτριας, υπαρξιακή και κοινωνική, έβρισκε και συνεχίζει να βρίσκει έμμεσες διόδους και διακριτικούς διαύλους, για να υπηρετήσει τους στόχους της. Η παρατήρηση αυτή ενισχύει την πεποίθηση, που συνάδει και με μία προσωπική άποψη για την Αισθητική, ότι δεν είναι η ιδέα της «στρατευμένης» ή έντονα πολιτικοποιημένης, με την έννοια ενός μανιφέστου, ποίησης, που ανατρέπει, αλλά ο τρόπος της ποίησης που ανατρέπει την ιδέα, εισάγοντάς την σε έναν ιδεατό χώρο, που αντιτίθεται σε αυτόν από τον οποίο προέρχεται.

Και ακριβώς σε αυτήν την κλίμακα τοποθετείται η ποιητική γραφή της Χριστοδούλου. Πώς άλλωστε θα μπορούσε να ανατραπεί η ιδέα, όταν ο τρόπος παρουσίασής της είναι στερεοτυπικός; Είναι σαν να πολεμούμε, ζωγραφίζοντας όπλα στο τετράδιο! Από τι είδους ποίηση, λοιπόν, έχουμε ανάγκη σήμερα όσοι αγαπούμε την ποιητική γραφή και ποια θέση καταλαμβάνει, άραγε, ο λόγος της Δήμητρας Χριστοδούλου; Έχουμε ανάγκη από τη στρατευμένη ποίηση, από την καθαρά κοινωνική ποίηση, από την ποίηση που διαμαρτύρεται προτάσσοντας ένα οργισμένο θυμικό και δημιουργώντας «στυλ», από την απέλπιδα ποίηση που κλείνεται στον εαυτό της θρηνώντας την απώλεια του υποκειμένου με διαφορετικούς κάθε φορά τρόπους, από εύθραυστους έως καθαρά παραληρηματικούς; Καθένας, ασφαλώς, μπορεί να δώσει την απάντησή του αναλόγως με τον τρόπο που ο ίδιος καθρεφτίζεται στην ποίηση που επιλέγει για να «αναμετρηθεί» μαζί της. Η όποια, ωστόσο, προσωπική προτίμηση δεν μας εμποδίζει να εντοπίσουμε χαρακτηριστικά που δίνουν, άλλωστε, και τον πολύ ιδιαίτερο τόνο στην ποίηση της Δήμητρας Χριστοδούλου, καθιστώντας την μία από τις σημαντικότερες εν ζωή ελληνίδες ποιήτριες.

Η συλλογή Το ελάχιστο ψωμί της συνείδησης (πολυσχιδής τόσο στη σύλληψή της όσο και στις επιλογές των τρόπων της, ώστε να μην μετατρέπεται σε απλοϊκή, πεζόμορφη, εγκεφαλική, στεγνή, επιθετική, απολογητικά αφηγηματική ή αφηγηματικά απολογητική, χλιαρή ή υπερβολικά συναισθηματική) λειτουργεί στον άξονα μιας ιδιαίτερης και αξιοσημείωτης προσωπικής διαλεκτικής. Σε αυτόν του λιτού-ανοίκειου.

Στην παρούσα συλλογή, η ποιήτρια επιλέγει να αφηγηθεί με δύο τρόπους: είτε παρουσιάζει μία ανοίκεια ιστορία με λιτό τρόπο, ή μία λιτή, με την έννοια του οικείου, ιστορία, με ανοίκειο τρόπο. Ας δούμε δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα. Στο ποίημα Ένοικοι βυθού, αν και το συμβάν για το οποίο μας προδιαθέτει ο τίτλος είναι υπερρεαλιστικό, οι περιγραφές είναι απλές, μεστές, δανεισμένες από εικόνες της καθημερινότητας. Σε 23 στίχους οι γλωσσικές ανατροπές είναι ελάχιστες, αν εξαιρέσουμε τον πρώτο στίχο, που δημιουργεί μία ιδιαίτερα εικόνα (Ήρθε η γυναίκα, με κλωστές στα δόντια) και την ψυχολογική ανατροπή των στίχων: Ξεκαρδισμένοι σε κάτι γέλια/ Ματώνανε όσοι φτύνανε νερό. Αντιθέτως στη Διαστρωμάτωση, ποίημα με τίτλο, θα λέγαμε, άκρως τεχνοκρατικό και με τραχύ επίσης ήχο, ίσως και «αντιποιητικό», παρατηρείται ένας καταιγισμός από μαγικές εικόνες και ανατροπές, που καταφέρνουν να περάσουν τις γλωσσικές αποφάνσεις από το υλικό στο άυλο, από το πραγματικό στο φαντασιακό, από την εξωτερική πραγματικότητα στο συναίσθημα και εν τέλει στη συνείδηση. Κι όλα αυτά ισορροπημένα με λεπτότητα και ακρίβεια. Στη Διαστρωμάτωση, επιπλέον, διαφαίνονται καθαρά και με ποικίλους τρόπους τόσο η μαεστρία όσο και οι διαφορετικές τεχνικές της ποιήτριας. Ακολουθούν ενδεικτικά 3 στίχοι: Eμείς, οι ελεύθεροι, στο οστεοφυλάκιο, /Μωρά με αφέψημα παπαρούνας / Στην κούνια ενός αργού δευτερολέπτου.

Κύρια είναι η χρήση απλών αλλά δυνατών ρημάτων, που δημιουργούν κίνηση και ήχο, ενεργοποιώντας τις αισθήσεις και δίνοντας ώθηση στη δράση. Κατ’ αυτόν τον τρόπο τα ποιήματα της συλλογής στίχο με στίχο μετατρέπονται εντέλει στο σύνολό τους σε πίνακες, φωτογραφίες ή σκηνικά θεάτρου. Η Χριστοδούλου εν ολίγοις δημιουργεί και, εν συνεχεία, σκηνοθετεί ποιητικά τοπία εν κινήσει. Ο τόπος της ποίησης αποκτά χρόνο, διά μέσου των μεταβλητών στοιχείων του, ενώ ο χρόνος της δράσης του ποιητικού υποκειμένου ορίζεται σε έναν τόπο, διά μέσου μιας εμπράγματης οροθέτησής του με πολύ απλά και καθημερινά υλικά.

Εκ παραλλήλου δημιουργούνται ατμόσφαιρες, ακούγονται φωνές, βήματα, λόγια, σταλαγματιές, φτυσιές∙ τα φώτα χαμηλώνουν, ανάβουν κεριά, ήλιοι, φακοί, ζωγραφίζονται γαλάζιοι ουρανοί, σκούρες βροχές… με την τεχνική της εισαγωγής σε κάθε στίχο του υλικού εκείνου που μας ανοίγει με ένταση την πόρτα για την ιστορία/σκηνικό ήδη από τον πρώτο στίχο. Ας δούμε κάποια παραδείγματα έναρξης της δράσης:

Ταχτοποιώντας τα χαρτιά καίω τα ξερόχορτα.
Κάθε μέρα επισκέπτομαι τον τάφο σου
Άρχισε πάλι να σκουραίνει η βροχή
Φούσκωσε κι έπεσε το πρώτο άστρο
Aντί να μιλάς, φταρνίζεσαι
Πέταξα το τετράδιο από τα χέρια μου
Λεκιάζει η Έμιλυ το Φόρεμά της
Μουσκεύει τα χαρτιά του στη θάλασσα
alt

Αυτή ακριβώς η ποιητική επιλογή συνιστά και μία θέση ανατροπής: Το λιτό προσυπογράφει μια γεμάτη και τρισδιάστατη θέαση της Αισθητικής. Θα ήταν άστοχο να προσπαθήσουμε να ονοματίσουμε την ποιητική εικόνα που παράγεται ως ιμπρεσσιονιστική, ρομαντική, ρεαλιστική ή υπερρεαλιστική, για τον απλό λόγο ότι ο αναγνώστης βρίσκεται κάθε φορά απέναντι σε διαφορετικά σύμπαντα, που δημιουργούνται περισσότερο από την επιλεκτική μείξη υλικών που ανήκουν σε διαφορετικές συλλήψεις, οπτικές και κατ’ επέκτασιν απεικονίσεις της πραγματικότητας. Για παράδειγμα, μια ρεαλιστική εικόνα μπορεί να αναμιχθεί κάλλιστα με μία υπερρεαλιστική θέαση, η οποία πολύ συνειδητά κουβαλά ένα καλά προστατευμένο –από άποψη ποιητικής δόμησης– συναίσθημα και ταυτόχρονα το αναποδογύρισμα που προκαλεί την έκπληξη, και μας γαντζώνει αδύναμους στη δυνατότητα της γλώσσας:

Οι άνθρωποι με τρύπα στο γάντι τους/ Κάνουν ανθοκομία στο χιόνι
Και τα κοκόρια μεθυσμένα τραβούν / Από τις νυχτικιές τα φαντάσματα…
Έτσι μου ’ρχεται να το σκάσω απ’ τον Θάνατο / Κουκουλώνοντας τη γειτονιά μ’ ένα σκούφο
Ξεκαρδισμένοι σε κάτι γέλια/ Ματώνανε όσοι φτύνανε νερό
Δεν απουσιάζουν οι νεολογισμοί που εξυπηρετούν τη δημιουργία κυρίως της εικόνας:

Πείτε μου αν ζει ο φεγγαρόσκυλος του πόθου (…)
Είναι ακόμη εκεί ο αραχνοκέφαλος/ Με τα μαυρόφυλλα της τράπουλας στο χέρι;(…)
Η ποιήτρια δεν διστάζει, επίσης, να δημιουργήσει με τη μεταφορά και τους εκρηκτικούς συνδυασμούς ένα καινούργιο σύμπαν χρησιμοποιώντας απλά υλικά, υλικά, όμως, που από μόνα τους είναι κοινότοπα.

Oλόκληρο οικοδομικό τετράγωνο/ Ο ύπνος το απίθωσε στη χλόη/ Μέσα σ’ ένα απόβροχο κίτρινο/ Που δεν μπορούσαν να φθείρουν τα φώτα (…)

Εκείνο που ωστόσο είναι σημαντικό, στην προσπάθεια δημιουργίας ανατρεπτικής εικόνας, και που τοποθετεί την ποίηση της Χριστοδούλου σε υψηλά επίπεδα Αισθητικής, είναι η επανανοηματοδότηση του υλικού μέσα στο ποίημα.

Το φεγγάρι με άγρια κολόνια/ Τρίβει τις δακρυσμένες μουντζούρες/ Και φτερουγίζει μ’ όλα της τ’ αρώματα/ Απ’ άκρη σ’ άκρη η αστροφεγγιά (…)

Είναι οι άξονες όπου το υπερρεαλιστικό στοιχείο αποκτά νόημα και διανοίγεται για ερμηνεία στον αναγνώστη. Πρόκειται για μία μεγάλη αρετή της ποίησης της Δήμητρας Χριστοδούλου, καθώς κατορθώνει να βρίσκει το μέτρο και την ισορροπία ανάμεσα στο νόημα, που είναι αντιμέτωπο με τη λογική, και στην Αισθητική, η οποία σχετίζεται με τη φαντασία. Ελάχιστοι ενασχολούμενοι με την ποίηση κατορθώνουν να συνδυάσουν με επιτυχία και τις δύο παραμέτρους, δίνοντας από τη μία έναν φρέσκο και πρωτότυπο αέρα στην ποίηση και έχοντας τη δυνατότητα, από την άλλη, να διαφυλάξουν στο ακέραιο τεχνικά το οικοδόμημα. Είτε βρισκόμαστε, κατά κύριο λόγο, ενώπιον κοινότοπων και άνοστων αποφάνσεων είτε παραληρηματικών. Είναι, βεβαίως, εμφανής η κοπιαστική εργασία της κατασκευής των ποιημάτων και η έμφαση στη λεπτομέρεια, διότι πρόκειται πραγματικά περί ποιητικής κατασκευής και όχι περί «προσωπικής εκτονωτικής διαδικασίας».

Είναι γνωστό ότι η ποίηση γράφεται κυρίως με ρήμα και ουσιαστικό, ενώ υποδέχεται φειδωλά, χωρίς να τα απορρίπτει, τα υπόλοιπα μέρη του λόγου. Το ελάχιστο ψωμί της συνείδησης αποτελεί, κατά την άποψή μου, μία ποιητική συλλογή, η οποία, με τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια, δίνει τη δυνατότητα στον αναγνώστη να έρθει σε επαφή με ξεχασμένα χαρακτηριστικά της ποίησης, λόγω εκείνης της ιδιαιτερότητας του δημιουργού, ο οποίος μετασχηματίζει με δύναμη τον κόσμο διά μέσου μίας αυστηρά προσωπικής, και γι’ αυτό αναγνωρίσιμης, σφραγίδας. Βασικές αρχές του ποιητικού λόγου, που συνιστούν εν τέλει και ζητούμενο, είναι αυτές της αμεσότητας, της μεστότητας και του καίριου, που οδηγούν στην πολυπόθητη, πολυσυζητημένη και παρεξηγημένη, σε πλείστες περιπτώσεις, έννοια της «σαφήνειας». Πού μπορούμε, άραγε, να τοποθετήσουμε την παρούσα συλλογή σε σχέση με τα προαναφερόμενα και για ποιου είδους «σαφήνεια» μπορούμε να συζητάμε, όταν αγγίζουμε το πεδίο της Αισθητικής; Είναι αυτός ο ίδιος τύπος της σαφήνειας που αγγίζει ένα δοκίμιο, μια ομιλία, ένα άρθρο, ένα διαφημιστικό φυλλάδιο, έναν κατάλογο εστιατορίου; Eίναι, άραγε, η απόρριψη του ερμητικού και η αποδοχή ενός λόγου καθημερινού· η απόρριψη μιας ανατρεπτικής μεταφοράς και χρήσης μιας ιδιότυπης λέξης προς χάριν μιας κοινότοπης; Η απόρριψη μιας φιλοσοφικής ιδέας προς χάριν μιας εκλαϊκευμένης ιδεολογικής γενίκευσης; Η απόρριψη ενός συναισθήματος που παγιώνεται σε εξπρεσιονιστικές ή υπερρεαλιστικές εικόνες προς χάριν μιας «απλής» και «λιτής» ονομαστικής του παράθεσης;

Θα έλεγα ότι αυτά συνιστούν ψευτοδιλήμματα και αμήχανες, εν ολίγοις, θέσεις όταν προσπερνάμε αβασάνιστα το χώρο της Αισθητικής, αποδίδοντας μέγιστη σημασία στο «νόημα», σαν να εφηύραμε την ποίηση για να νοηματοδοτήσουμε τον κόσμο μέσα στην ασχήμια του! «Η τυφλή θέληση να περισωθεί το γόητρο της προσωπικής ύπαρξης μάλλον, παρά ν’ απελευθερωθεί τουλάχιστον από το φόντο της γενικής τύφλωσης με μιαν απερίφραστη καταδίκη της αδυναμίας και της εμπλοκής της, επιβάλλεται σχεδόν παντού. Γι’ αυτό κυκλοφορούν στον αέρα τόσες απόψεις για τη ζωή και κοσμοθεωρίες, και γι’ αυτό προβάλλουν εδώ τόσες αξιώσεις, επειδή τελικά σχεδόν πάντα στοχεύουν στην επικύρωση μιας εντελώς ασήμαντης ιδιωτικής κατάστασης», αναφέρει ο Walter Benjamin. Και, κατά τον ίδιο τρόπο, για να περάσουμε στο χώρο της λογοτεχνίας –ειδικά ύστερα από τη μεταμοντέρνα αποδόμηση–, και για την άμεση εξυπηρέτηση κάποτε «αδύναμων» προσωπικών επιλογών, δημιουργήσαμε μία καινούργια «θεωρία περί απλότητας», παρερμηνεύοντας κάποτε τα λόγια ταλαντούχων δημιουργών, που θέλουν την ποίηση «απλή», δηλαδή απαλλαγμένη από βερμπαλισμούς και ρητορείες κούφιες, όχι όμως και απαλλαγμένη από υψηλή και ραφιναρισμένη γλώσσα, όχημα υψηλών ταυτόχρονα νοημάτων· όχι όμως απαλλαγμένη από ήχους, συνδυασμούς, εικόνες, που σηματοδοτούν πολλαπλά το συγκείμενο, απαιτώντας αυξημένη ευαισθησία, φαντασία, ανατρεπτικό πνεύμα, συναισθηματική και πνευματική ωριμότητα.

Χαρακτηριστικός επίσης είναι ο τρόπος διαπλοκής των εξωτερικών με τα εσωτερικά τοπία, καθώς δανείζουν το ένα στο άλλο την ετερότητά τους, η οποία στην ουσία συνιστά την διαφορετική όψη του ίδιου νομίσματος, τη στάμπα του κόσμου στο εγώ και του εγώ στον κόσμο, ιδωμένα όμως μέσα από το κάτοπτρο της Αισθητικής, που μόνον η ευαισθησία και η τολμηρή παρατήρηση του κόσμου μπορούν να εγγυηθούν. Στην παρούσα συλλογή, άλλωστε, διαφορετικές όψεις αναπτύσσονται σε ομάδες ποιημάτων, που είτε συνομιλούν μεταξύ τους είτε εξερευνούν μία διαφορετική οπτική ή λεπτομέρεια του ίδιου θέματος.

Σε μεγάλες σταγόνες η βροχή διαιρέθηκε. / Κάθε μια την κρεμάει με τάξη/Στην ορφάνια του το δέντρο του κήπου. / Η γυναίκα που θα είχε την όψη μου, / Αν τα νερά δεν μου έριχναν παπλώματα, / Περνάει μ’ έναν πόνο στα πλευρά / Αφήνοντας πατημασιές από ζυμάρι. / Πάντα μια κλίνη για μια βάδιση, / Ιδού η συνοπτική μου βιογραφία…. (Απόσπασμα από το ποίημα Ήταν πάντοτε έτσι)

Tέλος, δεν είναι σπάνιες οι στιγμές υποδόριας ειρωνείας και αυτοσαρκασμού του ποιητικού υποκειμένου, που προσπαθεί να «εγγραφεί» στο χώρο διά μέσου του λόγου, απομυθοποιώντας μεν τη ρομαντική πλευρά της ποιητικής πράξης, αναδεικνύοντας δε την ίδια ακριβώς στιγμή το μεγαλείο της μέσα από τη δημιουργία ενός μακάβριου πίνακα εξαιρετικής ομορφιάς όπως, για παράδειγμα, στο ποίημα Ο Κουασιμόδος ως φυσιολάτρης λόγιος, απ’ όπου και ο στίχος: «Ίχνη ορειβάτου», η κριτική αποφαίνεται.

 

ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

«Η Αυγή», 1.3.2015

Υπαρξιακή και κοινωνική αγωνία

Αναφερόμενος στην αμέσως προηγούμενη συλλογή της Δήμητρας Χ. Χριστοδούλου (Ο τρόμος ως απλή μηχανή, 2012), μιλούσα για έναν περίτεχνο διακριτικό συγκερασμό που επιχειρούσε -και επιτυχώς πραγματοποιούσε- δύο στοιχείων ή, αλλιώς, δύο στάσεων ζωής εκ πρώτης όψεως αντίθετων μεταξύ τους και ασύμπτωτων, όπως είναι η υπαρξιακή αγωνία και ο εναγώνιος κοινωνικός προβληματισμός. Κι επισήμαινα ότι η αναμφισβήτητη ιδιοτυπία και η υψηλής στάθμης δραματικότητα που χαρακτηρίζει την ποίησή της οφείλεται, κατά ένα μεγάλο ποσοστό, στο γεγονός ότι οι συνεχείς καταβυθίσεις που πραγματοποιεί στα έγκατα της ύπαρξης -κάποτε και της ανυπαρξίας, αν σκεφτεί κανείς τη συλλογή της με τον δηλωτικό τίτλο Προς τα κάτω, 1999- δεν της περιορίζουν τη «θέα» προς τον κόσμο που την περιβάλλει και μέσα στον οποίο ζει και βιώνει την ατομικότητα και την κοινωνικότητά της, την υπαρξιακή μοναξιά της και την, δι’ αυτής, συμμετοχικότητα στα δρώμενα της εποχής της.

Όπως τότε, έτσι και τώρα, τα δύο αυτά στοιχεία, η αγωνία της ύπαρξης και ο κοινωνικός προβληματισμός αποτελούν δύο ομόκεντρα, ακατάπαυστα αλληλοκαλυπτόμενα πεδία, στις μεταβαλλόμενες διαστάσεις των οποίων η ποιήτρια εναποθέτει το προσωπικό της πάθος, επιδέξια και πειστικά ενσαρκωμένο, παρά το επίφοβο και επίβουλο υλικό που είναι οι λέξεις. Μόνο που τώρα δεν πλαγιοσκοπείται απλώς, με λέξεις σύμβολα και λέξεις-οδοδείκτες, η νοσηρή πραγματικότητα, αλλά διεμβολίζεται κάποτε άμεσα και επιθετικά, με σαφή την πρόθεση να καταδειχτούν τα αίτια αλλά, κυρίως, οι δυσβάσταχτες, λανθάνουσες ή προφανείς, συνέπειες μιας κοινωνικής ασχημίας ή ενός σκοτεινού μηχανισμού που αδιαλείπτως παράγει και στοιβάζει στο κέντρο και στις παρυφές της πόλης τα κοινωνικά του απόβλητα: επαίτες, λαθρομετανάστες, άστεγους, που «πάνε για συσσίτιο / Με το μυαλό στα χαρτοκούτια της στρωμνής τους», άνεργους, υποσιτισμένους ή νηστικούς, εγκαταλελειμμένους συνταξιούχους, ρακένδυτες ψυχές και άλλους αναξιοπαθούντες, θύματα της εποχής, που αναγκάζονται να εφευρίσκουν νέους τρόπους για την αντιμετώπιση παλιών, πάγιων αναγκών τους, με το ενεχυροδανειστήριο να προηγείται του αρτοποιείου και του θεραπευτήριου.

Σε ένα της ποίημα μάλιστα δηλώνει ευθέως, απερίσπαστα, την αλλαγή, τη ρήξη μάλλον που αισθάνεται να έχει συντελεστεί μέσα της, με τη βίαιη εισβολή στη ζωή της εικόνων και ήχων μιας πραγματικότητας που σίγουρα γνώριζε την ύπαρξή της, της ήταν δύσκολο, ωστόσο, να τη φανταστεί τόσο κοντά της, τόσο στενά συνυφασμένη με την καθημερινότητά της και ως αιτία εσωτερικών ρωγμών και ανατροπών, που θα την οδηγούσαν σε υπαρξιακής βαρύτητας αναθεωρήσεις της σχέσης της με τον εαυτό της και με τους άλλους. Λέει: «Είχα κάποτε καταγωγή θηρίου, / Ορμούσα στην αθανασία ασυλλόγιστα, […] / Τώρα σηκώνω τον ξένο πόνο / Όσο και τον δικό μου. Έκανα / Ξανά θνητό το ηλιοβασίλεμα». Κατόπιν αυτού στρέφεται προς τις μικρές, ασήμαντες αιωνιότητες της κάθε μέρας αφήνεται στους ακατάπαυστους, ρυθμικούς ήχους των πράξεων και των πικρών σκέψεων των ανώνυμων ηρώων της «μουτζουρωμένης πόλης», «που αργά διαλύει με το κουταλάκι της η φτώχεια», καταγράφοντας συμβάντα και καταστάσεις της ζωής τους, πλην όμως όχι όπως ακριβώς συμβαίνουν, αλλά παρατηρώντας τες από την πίσω μεριά της οθόνης της πραγματικότητας, αναπλασμένες κατά τις επιταγές της συνείδησης και της δεσπόζουσα υπαρξιακής της αγωνίας.

Κάθε ποίημα, τουλάχιστον κάθε ποίημα απ’ αυτά που ανταποκρίνονται στο κυρίαρχο πνεύμα της συλλογής, δημιουργώντας το κιόλας, είναι και μια λυπημένη μπαλάντα γραμμένη για ανθρώπους ηττημένους, χαμένους στον βυθό της πόλης, που είναι σαν «κυβάκια της ζάχαρης / Μέσα σε μια τεράστια κούπα από τσιμέντο». Ακόμα και όταν γίνεται απολύτως προσωπική, ακόμα και όταν βυθοσκοπεί -όπως πολύ καλά ξέρει και κάνει- ακόμα και τότε αισθάνεται κανείς να παρεμβάλονται, φανερά ή υποδορίως, σκηνές, ήχοι ή απόηχοι της καθημερινότητας φοβισμένων απλών ανθρώπων, που εναγωνίως επιζητούν να αυτοεπιβεβαιωθούν ως υπάρξεις μέσα από τα μάτια των άλλων. Και δεν σταματάει να επιχειρεί αφηγηματικές προσεγγίσεις πτυχών της αιωνιότητας, όπως και όπου διαισθητικά την εντοπίζει στην καρδιά και των πιο ασήμαντων εκδοχών της κάθε μέρας, στον «σπαραγμό των φαινομένων», στα «λόγια ανθρώπων που κρύβουν το πρόσωπο». Τη στέργει σ’ αυτό η ενδιάθετη μελαγχολία της, που η ίδια χαρακτηρίζει «αρπακτικό» «Με το ράμφος καρφωμένο στο χιόνι / Κι ανυπολόγιστο άνοιγμα φτερών», για να μπορεί να σκεπάζει και να θάλπει τον πόνο των άλλων.

Τα ποιήματα της συλλογής, όπως επισήμανα ήδη, δημιουργούν έναν πολύ γοητευτικό, συχνά και ιδιαιτέρως συγκινητικό, συνδυασμό προσωπικής οδύνης, υπαρξιακής και κοινωνικής αγωνίας. Και ο αναγνώστης τους δεν μπορεί να μην εντυπωσιαστεί με την καθαρότητα με την οποία αποδίδεται, μάλλον δημιουργείται μία ατμόσφαιρα ζόφου, καθώς η απελπισία τείνει να γίνει μία αρραγής και συμπαγής ουσία που όμως, παρά το συμπαγές της ουσίας της, μοιάζει να γίνεται ευπρόσβλητη σε κάποιες αιφνίδιες ριπές νοσταλγίας για κάποιαν άλλη εποχή, για μιαν εποχή αθωότητας, όπου τα πρόσωπα, τα πράγματα και οι καταστάσεις περιβάλλονταν προστατευτικά από το ακόμη ανόθευτο όνομά τους. Επίσης, δεν μπορεί να μην εντυπωσιαστεί από το πόσο περίτεχνα και με πόση νηφαλιότητα η ποιήτρια χειρίζεται, αντιμετωπίζει ένα πραγματικά επικίνδυνο υλικό, στην καρδιά του οποίου συναντώνται και συνυπάρχουν αρμονικά διαφορετικής προέλευσης αγωνίες, διαφορετικές ηλικίες και διαφορετικά πάθη διαφορετικών ανθρώπων. Κυρίως όμως δεν μπορεί να μην εντυπωσιαστεί από τη σπάνια καθαρότητα της έκφρασής της, από το πόσο αδιαμαρτύρητα οι λέξεις προσαρμόζονται στο κειμενικό τους περιβάλλον, σαν οικειοθελώς υποταγμένες στις προθέσεις της, με απώτερη συνέπεια να μη φαίνεται μόνο το μέσον απόλυτα κατακτημένο, αλλά και ο εκάστοτε στόχος να είναι ευκρινής στο κέντρο ακριβώς του πεδίου στόχευσης.

 

ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΤΣΟΥΠΡΟΥ

diastixo.gr, 18.2.2015

Το ελάχιστο ψωμί της συνείδησης,

Είναι ένα αρπαχτικό η μελαγχολία μου
Με το ράμφος καρφωμένο στο χιόνι
Κι ανυπολόγιστο άνοιγμα φτερών…

Νοσηλεία, τροφή, ποίηση και η εξάντληση… θάνατος. Αυτή η θεματική πύκνωση, κατά τη γνώμη μου, ταιριάζει (δεν τολμώ να πω αντιπροσωπεύει) στην τελευταία, προσώρας, ποιητική συλλογή τής, βραβευμένης με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή Λιμός, το 2008, Δήμητρας Χ. Χριστοδούλου, επίμονης φιλολόγου αλλά και εμπνευσμένης σκηνοθέτιδος επαγγελματικά ερασιτεχνικών παραστάσεων, επιβραβευμένων, με τη σειρά τους, τόσο με την πάντα ενθουσιώδη υποδοχή του κοινού όσο και με την άκρως επαινετική κριτική συναδέλφων επαγγελματιών του θεατρικού χώρου. Η Χριστοδούλου, βέβαια, δεν επαναπαύεται σε οποιουδήποτε είδους δάφνες. Όχι μόνον διότι είναι περισσότερο σεμνή ή μετριόφρων από όσο συνηθίζεται, αλλά διότι ο λόγος για τον οποίο ασχολείται με τη γραφή δεν συνιστά μια στοχευμένη διαδικασία αλλά συνιστά ανάγκη υπαρξιακή, ανάγκη επικοινωνίας με τους λίγους ευτυχισμένους δυστυχείς που απολαμβάνουν το ίδιο το γεγονός της συν-εννόησης, μέσα στην τύρβη ενός κόσμου ελλιπούς νοήματος· με εκείνους, δηλαδή, με τους οποίους η Χριστοδούλου προσεύχεται να κόβει «το ελάχιστο ψωμί της συνείδησης στα δυο».
Επιτρέψτε μου, λοιπόν, να επιχειρήσω να σας εισαγάγω, έστω επί τροχάδην (ή μήπως είναι καλύτερα έτσι;), σε μία ποίηση η οποία, αν και φαίνεται συχνά κλεισμένη στον εαυτό της, διψά να παραδοθεί και, τελικά, παραδίδεται σε εκείνον και εκείνην που θα θελήσουν αληθινά να την πάρουν στα χέρια τους σαν ψωμί ζεστό, παρηγοριάς και αντοχής σημάδι.

Το ψωμί «που μας καίγεται στην πόρτα του φούρνου», στο, αντλημένο από την ποιητική συλλογή Οι μαύροι μαντατοφόροι του Σέσαρ Βαγιέχο, μότο, στέκεται επικεφαλής, ως έναυσμα, μιας σειράς αναφορών στην τροφή, υλική, πνευματική, ψυχική, και την έλλειψή της (ένα ανάλογο εγχείρημα, με τις δικές του συντεταγμένες, ήταν ο προαναφερθείς Λιμός), είτε αυτά σημαίνονται ήδη από τον τίτλο («Συσσίτια») είτε υπάρχουν στο σώμα του ποιήματος: «Μ’ αυτά προσφέρω ένα έδεσμα/ Από μέλι και ζύμη κατάκοπη./ Δεν είναι λίγα, πίστεψέ με,/ Τα πουλιά που μαζεύονται γύρω μου». Ταυτόχρονα, τέτοιες αναφορές είναι φανερό πως λειτουργούν και ως δείκτες ποιητικής, με την έννοια της άμεσης εξομολόγησης της ποιήτριας σχετικά με τα εργαλεία της και τα «προϊόντα» τους, προϊόντα τα οποία, κάποτε, κοιτά με σαρκασμό και, άρα, βαθιά περίσκεψη: «Να τι απομένει απ’ τις βαρύτιμες εκδόσεις,/ Μόχθος, γεμάτες αποθήκες, θάνατος». Ο θεματικός άξονας της Χριστοδούλου, ωστόσο, δεν εγκαθιδρύεται ποτέ μόνον στο ποιητικό υποκείμενο (κάτι το οποίο, εξάλλου, είναι αναπόφευκτο – όπως αναπόφευκτο είναι, αν όχι και επιθυμητό, να αποτίσει η ποιήτρια φόρο τιμής, ονομαστικά ή τεχνοτροπικά, στους ομοτέχνους που έβαλαν τη σφραγίδα τους στο έργο της), αλλά εξακτινώνεται με καθαρή, και γι’ αυτό άφοβη, σατιρική ματιά στο ανθρώπινο περιβάλλον του, καταγράφοντας παρελάσεις αστέγων και αποικίες μικρών ανθρώπων.

Είναι όμως, πλέον, κοινός τόπος ότι τέτοιες εξακτινώσεις γίνονται ακόμα πιο ουσιαστικές, όταν περνούν μέσα από την προσωπική εμπειρία. Και η περί ης ο λόγος εδώ εμπειρία περιλαμβάνει, βέβαια, τι άλλο, την οδύνη της απώλειας και την, εξίσου μεγάλη, οδύνη της νοσηλείας ενός αγαπημένου προσώπου. Αναρωτιέμαι: ποιος θα είχε το κουράγιο να επιλέξει για τη γιορτή της μητέρας ένα ποίημα σαν το «Αυτοκρατορίες» ή το «Μέρα με τη μέρα». Και η οδύνη, βέβαια, γνωρίζει καλά πώς να ανανεώνεται, παρόμοια με το ρολόι: «Ταΐζει την αναμονή το ρολόι,/ Εξαντλείται και πάλι ακέραιο/ Επιπλέει». Στον χρόνο του καθενός μας, φυσικά, η προαναφερθείσα «εξάντληση» σημαίνει θάνατο, από τον οποίο μόνο για αστείο μπορεί κανείς να σκεφτεί «να το σκάσει».

Με αυτήν τη συλλογή, αν όχι ήδη από νωρίτερα, η Χριστοδούλου εμφανίζεται αποστομωτικά σίγουρη για τα καλλιτεχνικά μέσα τα οποία διαθέτει, χάρη, αφενός, στην προίκα που της έδωσε η φύση και, αφετέρου, στην επιμέλεια με την οποία η ίδια εργάστηκε για να αξιοποιήσει το τάλαντο. Αυτή η κατακτημένη, πλέον, τέχνη δεν αποδεικνύεται μόνον μέσω των συμβόλων, ταυτόχρονα διάφανων και προσωπικών, που στίζουν, συγκροτώντας και συγχρόνως αναλύοντας, το έργο της, όπως το φίδι, τα γόνατα, τα βατράχια, οι κύβοι της ζάχαρης, το πουδραρισμένο πρόσωπο, τα κουμπιά των ρούχων, τα δόντια, το ποτάμι· ούτε μόνον μέσω μιας, συντελεσμένης εδώ, αποφθεγματικότητας, που προσφέρει στίχους όπως οι ακόλουθοι: «Πόσο αργά γερνούν, πόσα λίγα μαθαίνουν/ Οι άνθρωποι ενώ σιγοπεθαίνουνε./ Με μάτια διάπλατα και υγρές βλεφαρίδες/ Ακούνε των διαβόλων το τραύλισμα,/ Κάθε πρωί σκύβει στ’ αυτί τους η Κόλαση./ Κι αυτοί εκεί, με τα παιχνίδια, τα βιβλία τους,/ Τόσο γενναία, τόσο πένθιμα νέοι…». Αποδεικνύεται και μέσω του χιούμορ, το οποίο η ποιήτρια χειρίζεται τόσο επιδέξια, ώστε αυτό να ανάβει και να σβήνει σαν διακόπτης φωτός (δείτε, επί παραδείγματι, τη συνομιλία των τριών τελευταίων στίχων από τα ποιήματα «Προσκυνήματα» και «Κατασκευαστής σε εξορία / Προσκυνήματα ΙΙ»). Και, βέβαια, αποδεικνύεται μέσω της, πραγματικά θαυμαστής, συνεκτικότητας της συλλογής της, η οποία μοιάζει να μην κάνει άλλο παρά να επεξηγεί τον τίτλο της, αλιευμένον εκ των υστέρων, όπως διαβάζουμε, από φίλη πολύτιμη. Έτσι, ο τίτλος εμπλουτίζεται ακατάπαυστα, με σχεδόν κάθε ποίημα που προστίθεται καθώς περνούν οι σελίδες και με κάθε καινούργια ανάγνωση των ήδη διαβασμένων. Το ελάχιστο ψωμί της συνείδησης φωτίζεται από το «Το ελάχιστο που μπόρεσα να είμαι», αλλά και, κομίζοντας διαφορετικές αποχρώσεις, ή και χρώματα, κάθε φορά, από τα «Μετά τη νύχτα», «Αρτοκλασία», «Χώμα και νερό», «Λαίμαργη φλόγα», «Διαθέσιμη ύλη», «Κουίντες», «Η τροφός», «Η προτομή», «Το σοφό δείπνο», «Ένα σώμα δεν ήθελε να κουβαλήσει την ψυχή του». Στο συνοπτικά περιγεγραμμένο από τα προαναφερθέντα ποιήματα νοηματικό δέντρο, τα έτερα της συλλογής συμπληρώνουν τα κλαδιά, τα παρακλάδια και τα φύλλα.

Και επειδή η αληθινή ποίηση φωλιάζει βαθιά μέσα μας, και στους αναγνώστες και στους δημιουργούς, και τα σήματά της είναι ό,τι συγκεχυμένα προβάλλεται στην αμάθητη φαντασία μας (εμάς των αναγνωστών), το δέντρο που σας προανέφερα φανταστείτε το και κάπως έτσι: «Σε μεγάλες σταγόνες η βροχή διαιρέθηκε./ Κάθε μια την κρεμάει με τάξη/ Στην ορφάνια του το δέντρο του κήπου./ Η γυναίκα που θα είχε την όψη μου,/ Αν τα νερά δεν μου έριχναν παπλώματα,/ Περνάει μ’ έναν πόνο στα πλευρά/ Αφήνοντας πατημασιές από ζυμάρι./ Πάντα μια κλίνη για μια βάδιση,/ Ιδού η συνοπτική μου βιογραφία…» Το έξοχο «Δέντρο του χειμώνα» του Μανώλη Αναστασάκου στο εξώφυλλο θα έλεγε κανείς πως εικονογραφεί, ιδανικά σχεδόν, την ως άνω, ποιητικά μεταγεγραμμένη, υπαρξιακή συνθήκη.

 

2012 Ο ΤΡΟΜΟΣ ΩΣ ΑΠΛΗ ΜΗΧΑΝΗ

 

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

«Το Βήμα»/ «Βιβλία», 10.3.2013

Από τον γαλλικό Μάη ως την ελληνική κρίση

Η Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου προέρχεται από τους νεότερους κλώνους της γενιάς του 1970 και το ποιητικό της κλίμα θα πιάσει ευθύς εξαρχής το νήμα της εσωτερικής αναζήτησης για να καταλήξει πολλές φορές (ιδίως με τις συλλογές της Λιμός και Πώς αυτοκτονούν οι Ασσύριοι, που δημοσιεύθηκαν μεταξύ 2007-2010) σε συνθέσεις υψηλού δραματικού σπαραγμού.

Με το Ο τρόμος ως απλή μηχανή η Χριστοδούλου θα δοκιμάσει ένα τολμηρό βήμα προς τον εξωτερικό κόσμο προσπαθώντας να συμπυκνώσει σε ορισμένες καίριες ποιητικές στιγμές τα συμπτώματα των καταστάσεων που ζούμε στην Ελλάδα τα τελευταία τρία χρόνια. Παρακάμπτοντας οποιαδήποτε διάθεση στιγματισμού και καταγγελίας και βασισμένη σε μιαν απογυμνωμένη εικονοποιία που μετατρέπει τις ανθρώπινες φιγούρες της σε σιωπηλά συμβολικά ράκη, η ποιήτρια θα μιλήσει με στίχους τους οποίους θα αρδεύσει ένα απρόσμενο και ταυτοχρόνως παραλυτικό ρίγος: «Ο ήλιος βάζει το δάχτυλό του στο τζάμι/ Και κάνεις τη βουτιά. Αυτό ήταν. Θα δεις τώρα/ Σε όλη την απλότητά του τον τρόμο».

Η κρίση έχει χάσει εν προκειμένω την πολιτική της επικαιρότητα, αλλά όχι και το βάθος με το οποίο αποτυπώνεται στην καθημερινή μας συνείδηση. Δουλειά του ποιητή δεν είναι να στηλιτεύσει τους οποιουσδήποτε υπεύθυνους, αλλά να υποδείξει τον τρόπο με τον οποίο θα γεννηθεί το τέρας στην καρδιά των αθώων.

 

ΒΑΣΙΛΗΣ ΑΜΑΝΑΤΙΔΗΣ

«Εφημερίδα των Συντακτών», 2.3.2013

Εμείς και ο τρόμος

Η ενδέκατη ποιητική συλλογή της Δήμητρας Χ. Χριστοδούλου έρχεται πέντε χρόνια μετά τον τιμημένο με Κρατικό Βραβείο Ποίησης «Λιμό» και μόλις δύο μετά την προηγούμενη συλλογή της «Πώς αυτοκτονούν οι Ασσύριοι». Θαρρώ πως τα τρία αυτά βιβλία –μαζί με το «Ελάχιστα πριν» του 2005– αποτελούν την επισφράγιση βαθιάς ωρίμανσης μιας από τις σπουδαιότερες ποιήτριες που ξεκίνησαν τη δεκαετία του 1970 αλλά και μία σαφή –θα έλεγα οριστική– αλλαγή τόνου από τον κομψό, εγκεφαλικό λυρισμό των πρώτων της έργων προς την τολμηρή μέθοδο ενός σαρκαστικού ελέους.
Αν στους «Ασσύριους», η Χριστοδούλου επικεντρώθηκε στην απαξίωση της ύπαρξης μέσα από το πρόσχημα της εξαφάνισης πολιτισμών, στη νέα συλλογή εστιάζει στο επαχθές εδώ και τώρα της ελληνικής (και παγκόσμιας) κατάστασης, διατηρώντας και πάλι ως θέμα της την πτώση. Η οικονομική παράμετρος της κρίσης χρησιμοποιείται ως εύκαιρος κοινωνικός και πολιτικός διαθλαστικός φακός, που διανοίγει και πάλι το δράμα της ύπαρξης προς την οντολογία του πάντοτε («Πώς θα ισοσκελίσω τις δαπάνες / Με τόσο χώμα στις τσέπες μου;»). Το ανεπίδοτο του ανθρώπου έρχεται πια και φωλιάζει μες στη στυγνή επικαιρότητα, η οποία γίνεται έτσι –σαν κατά τύχη– μοχλός ανάδειξής του. Η οικονομική θεομηνία επιτείνει τον αβίωτο βίο και τον άδικο μόχθο, για τα οποία η Χριστοδούλου έχει ξαναμιλήσει στο παρελθόν. Αλλά είναι η συντριβή της ατομικής ηθικής συνείδησης και η εξοικείωσή μας με τον τρόμο (να η δόλια ιδιότητα του τρόμου ως απλής μηχανής) που οδηγεί μια χώρα στην απονέκρωση. Η Χριστοδούλου μοιάζει να προτείνει πως δεν είναι πια το άτομο που πεθαίνει σαν χώρα, αλλά η χώρα που πεθαίνει σαν άτομο. («Μέσα στην πόλη μόνο εμείς, εμείς. / Καθένας όλο του το σόι».)
Ετσι, στα 94 ποιήματα της συλλογής ακτινογραφείται η άστεγη και απαρηγόρητη φύση του ανθρώπου στην άθρησκη ξηρότητα του 21ου αιώνα. Μέσα στον βιό-τοπο αυτόν –όπου το προσωπικό και το πολιτικό βρίσκονται σε αλληλοεγκόλπωση–, ο καθημερινός άνθρωπος και οι αφανείς του βίοι κατέρχονται έναν Αδη, γελοίοι και γελασμένοι («Τι κωμωδία των περιστάσεων… / Ποιος είναι ποιος; Τι εννοεί το ποίημα; Ποια γλώσσα ονομάζει τι; Ποιο καθεστώς και ποια αθανασία;»). Εδώ, ο άνεργος στέκει οντολογικά άεργος και αμήχανος απέναντι στον έσω-έξω τρόμο μιας αιωνίως νέας κατάστασης πραγμάτων.
Στα ποιήματα αυτά –μέσω εναλλαγής περιστατικών, εξομολογήσεων, σπαραγμάτων αφήγησης, μονολόγων θεατρικής εκφοράς– θριαμβεύει η πολυεστιακή οπτική γωνία: όχι μόνο το πρώτο, αλλά και το τρίτο ενικό και πληθυντικό πρόσωπο της ποίησης. («Πάνω απ’ όλα μ’ ενδιαφέρει / Αυτός που δεν είμαι εγώ».) Ομως τώρα η Χριστοδούλου τείνει και προς το δεύτερο πληθυντικό πρόσωπο του «εσείς»: η συλλογή κατέχεται από το ήθος μιας πολυφωνικής μαρτυρίας, η οποία καταλήγει σχεδόν σ’ ένα σπασμένο χορικό, χτισμένο για να μας εμπεριέχει.
Παρά τη δυσκολία της θεματικής, που θα μπορούσε να εκτραπεί προς τη μεμψιμοιρία και τη συναισθηματολογία, και αν εξαιρέσει κανείς μια υποψία περίσσειας στο δεύτερο μέρος της συλλογής, η ματιά της Χριστοδούλου παραμένει θαυμαστά ακριβής, κυνικά ψύχραιμη και μαζί συμπάσχουσα. Το ειρωνικό, (αυτο)σαρκαστικό –σε περιπτώσεις ακόμη και σατιρικό–, απόθεμα αυτού του βλέμματος παράγει ποιήματα για τη συντριπτική θλίψη, που δεν θρηνωδούν ούτε γογγύζουν. Πυκνότητα ύφους, κυμαινόμενος ρυθμός, αναζήτηση της δραστικής μεταφοράς, μετωνυμική εκτίναξη των λέξεων, καβαφικού τύπου ειρωνεία και οικονομία, καθώς και μια κομψή αποφθεγματικότητα που πλησιάζει μάλλον την Ντίκινσον παρά τη Δημουλά. Ενδιαμέσως, η Χριστοδούλου επιτρέπει σοφά στο βιβλίο της μεμονωμένα ιντερμέδια κάλλους: λυρικές ή κρυπτικές εκτροπές που κατατείνουν προς την ομορφιά. Μια ομορφιά, ωστόσο, που τρομάζει και αυτή να εδραιωθεί ή να επιμείνει στη λυρική της βεβαιότητα.
Προς το κλείσιμο της συλλογής επικρατεί αποκλιμάκωση, ένα coitus interruptus θαυμάσια ταυτισμένο με το θέμα της. Η Χριστοδούλου, με αυτοσπαρασσόμενο σαρκασμό, δηλώνει ανήμπορη να παράσχει για μιας τον τελικό αρμόδιο στίχο. Εχει όμως προλάβει να φτάσει στον επίφοβο στόχο. Λογαριάζω αυτή την εθελούσια ομολογία «αδυναμίας» ως ένα είδος ουσιαστικής φιλευσπλαχνίας προς όλους, αλλά και ως δυνάμει επαναστατική πράξη: Αποσυρόμενη, μας βοηθά να μείνουμε μόνοι και να καθρεφτιστούμε στον καθρέφτη μας, ώστε να αντέξουμε το άγριο είδωλό μας ανάμεσα στο φάρμακο και στο φαρμάκι.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΡΩΝΙΤΗΣ

«Το Βήμα», 11.11.2012

Το άλυτο πρόβλημα

Το προκείμενο συντάχθηκε το περασμένο Σαββατοκύριακο (3-4 τρέχοντος μηνός), απηχεί επομένως συνθήκες ενός διημέρου τόσης και τέτοιας πολιτικής ασυναρτησίας, που δύσκολα αντέχεται, αν δεν έχεις ατσάλινα νεύρα. Συνέπεσε εξάλλου και το κατακούτελο σοκ της διεθνικής Οδύσσειας στο Εθνικό Θέατρο, επιδεινώνοντας την γενική παραζάλη, που εμποδίζει ν’ ακουστούν εγκαίρως κάποια μετωπικά σχόλια. Αντ’ αυτού προκρίνεται ένα γενναίο ποίημα, που μπορεί, καθυστερημένα έστω, να τα εκμαιεύσει. Επιγράφεται «Η απλότητα του τρόμου»:
«Είναι απλό: Δεν σε πεθαίνει ο τρόμος. / Ο τρόμος μόνο σε ξεγεννάει. / Βγάζει το φίδι απ’ την κοιλιά σου. / Ο μαιευτήρας σού χαμογελά, / που ζεις μια τέτοια αιθέρια νύχτα.
Είναι απλό. Ο τρόμος δεν σε ταπεινώνει. / Σε αίρει στο ύψος των περιστάσεων. / Απλώς πατάς πάνω στον εαυτό σου. / Ο τρόμος δεν επείγεται. Σε περιμένει. / Μπορείς σκεπτόμενος να διαφύγεις. / Απλώς δεν μπορείς να σκεφτείς. / Στον τρόμο ένα κι ένα κάνουν δύο. / Απλώς δεν βρίσκεις το πρώτο και το δεύτερο: / τη στιγμή αυτή ο ένας σε ψάχνει / κι ο δεύτερος του φανερώνει τη θέση σου. / Ο τρόμος προνοεί. Ο τρόμος είναι ψύχραιμος. / Εξάλλου ξέρετε κι οι δυο τί θ’ αξιώσει. / Πίνει ακόμη μια γουλιά απ’ τον καφέ του / κι απλώς σηκώνει τα μάτια του πάνω σου.
Είναι απλό. Η φωνή του αέρα, / οι ψίθυροι οι σοφοί των ερειπίων, / το κουρέλι από την υγρασία που απομένει / σε κάποια σκιερή γωνιά του πυρετού, / όλα γλιστράνε μέσα στο φρεάτιο. / Ο ήλιος βάζει το δάχτυλό του στο τζάμι / και κάνεις τη βουτιά. / Αυτό ήταν. Θα δεις τώρα / σε όλη την απλότητά του τον τρόμο».
Επεται ένα πεζό (ομόλογο όμως) παράθεμα, από την άλλη όχθη, με τίτλο ερωτηματικό: «Πιστεύεις στα θαύματα;» Το παραθέτω: «Αν από θαύμα, δηλαδή, η κρίση γινόταν αύριο το πρωί πικρή ανάμνηση, τι θα είχε αλλάξει στη χώρα από εκείνα που θα έπρεπε αλλάξουν, από εκείνα που μας οδήγησαν στη σημερινή δεινή θέση; Η σύντομη απάντηση είναι: τίποτε».
Το ποίημα είναι της Δήμητρας Χ. Χριστοδούλου, και λειτουργεί ως πρόγραμμα της τελευταίας αποκαλυπτικής συλλογής της, που επιγράφεται Ο τρόμος ως απλή μηχανή. Αυτοσυστήνεται εξάλλου απερίφραστα στο συνημμένο δελτίο Τύπου: «Οταν ο τρόμος φαντάζει οικείος, καθημερινός ή και μοιραίος, όταν το αποτρόπαιο επιβάλλεται με την απλότητα φυσικού νόμου, τότε μπορεί κάποιος να μιλά για «κρίση» ή, ακόμη πιο στενοκέφαλα, για «οικονομική κρίση». Η ποίηση όμως έχει το δικαίωμα, αναζητώντας τη δραστική μεταφορά, να προσπεράσει κάθε μίζερη κυριολεξία προς την κατεύθυνση της πιο καθολικής αποτύπωσης του θανάτου μιας χώρας, μέσα από τη φοβική συντριβή των συνειδήσεων».
Το δεύτερο παράθεμα ανήκει σε άρθρο του Παύλου Τσίμα, δημοσιευμένο στο Σαββατοκύριακο 3-4 Νοεμβρίου των «Νέων», και επαναλαμβάνεται στο τέλος οξύτερα: «Αν αύριο το πρωί, λοιπόν, από θαύμα, η κρίση τέλειωνε, τι στ’ αλήθεια θα είχε αλλάξει στη χώρα; Πόσα βήματα θα είχε κάνει προς την κατεύθυνση του πραγματικού, του πολιτικού δηλαδή προβλήματός της;».
Προφανώς για άλυτο πολιτικό πρόβλημα τελικώς μιλούν και τα δύο παραθέματα, καθένα με τον τρόπο του. Σχολιάζοντας κι εγώ τις προάλλες προφορικά την περί απλού τρόμου συλλογή της Χριστοδούλου, βαθύτατα πολιτική, αναγνώρισα την τολμηρή πρωτοτυπία της και σ’ αυτό το κρίσιμο κεφάλαιο: αντιστέκεται σθεναρώς σε κάποιες βολικές διχοτομίες της πλήθουσας ποιητικής μας παραγωγής, όπου εφαρμόζεται, ως υποχρεωτική, η διαφορά ανάμεσα στον ποιητικό λόγο και στον πολιτικό βίο, μήπως και χάσει την αυταξία και την ακεραιότητά της η ποίηση. Κάτι ανάλογο φαίνεται να συμβαίνει στις μέρες μας και με την παραπαίουσα πολιτική μας πρακτική, όπου ο πολιτικός λόγος φαίνεται να έχει πάρει διαζύγιο από τον πολιτικό βίο, ο οποίος βαίνει μάλλον προς κατάργηση. Αποτέλεσμα: έχουμε έλλειμμα πολιτικού βίου, αλλά πλεόνασμα παραπολιτικού λόγου, έντυπου και ηλεκτρονικού. Αυτή ωστόσο η σκόπιμη διάζευξη των δύο όρων οδηγεί εντέλει στην παραποίηση, τόσο στην περιοχή του λόγου όσο και στην περιοχή του βίου (ποιητικού και πολιτικού). Αποτέλεσμα: ο πολιτικός λόγος ολισθαίνει στον λαθραίο παραλογισμό, ενώ ο πολιτικός βίος καταλήγει αβίωτος.
Το δυστύχημα είναι ότι η διπλή αυτή παραποίηση ασκείται και στο απόκομμα της Δημοκρατικής Αριστεράς, παρότι φάνηκε πως είχε υποχωρήσει στο μεταξύ, ύστερα από την απερίσκεπτη εφαρμογή της στις κοινοβουλευτικές εκλογές του Μαΐου, με τα γνωστά (μοιραία μάλλον) αποτελέσματα. Τώρα δυστυχώς επαναλαμβάνεται, με την απόφασή της να μην ψηφίσει στο σύνολό τους τα (δυσβάστακτα πράγματι αλλά αναπόφευκτα πλέον) προτεινόμενα μέτρα, παραμένοντας όμως συνάμα σύμμαχο μέλος της τρικομματικής κυβέρνησης.
Πρόκειται για πραγματο-λογική αντίφαση, που δικαιώνει όσους πιστεύουν ότι ο πολιτικός μας βίος χρειάζεται γενικώς και επειγόντως βιοψία.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΡΩΝΙΤΗΣ

«Το Βήμα», 26.8.2012

Άτυπη στάση,

Από όλους τους όρους που έχουν τα τελευταία χρόνια πολιτογραφηθεί για να επονομάσουν όψεις, κατόψεις και προσόψεις της οικονομικής μας εξαθλίωσης (κατά σειρά εμφανίσεως: κρίση, μνημόνιο, τρόικα, λιτότητα, χρεοκοπία, κούρεμα, επί-ανά-διά-πραγμάτευση, επιμήκυνση) κόλλησε στο μυαλό μου περισσότερο η άγνωστή μου ως χτες ακόμη έκφραση «άτυπη στάση». Απωθώντας γρήγορα τη συνημμένη γενική «πληρωμών» και το παυσίπονο ματζούνι ότι δεν σταματούν ακόμη οι μισθοί και οι συντάξεις, έστω κι αν πετσοκόβονται, πήρα να αναρωτιέμαι τι μπορεί άραγε να σημαίνει μόνη της η δίλεξη αυτή διατύπωση, ψάχνοντας πιθανές και απίθανες εκδοχές και εφαρμογές της.
Στην αρχή φαντάστηκα πως πρόκειται για κόλπο της Τροχαίας: να κόβει πρόστιμο σε όποιον παρκάρει πάνω σε διάβαση. Μετά πήρα φωτιά και φόρα: άτυπη στάση, είπα, είναι να κοιμάσαι όρθιος, να στέκεσαι στο ένα πόδι, να κυκλοφορείς γυμνός, να γράφεις «απολίτιστα μονοτονικά». Εντέλει προσγειώθηκα, παίρνοντας το λεξικό στο χέρι, να δω τι πάει να πει η καθεμιά από τις δύο λέξεις.
Πρώτα το «άτυπη», ως διαφυγή από το δίλημμα ανάμεσα στο «παράτυπη» και στο «τυπική». Υστερα η «στάση», ως ανάπαυλα μετά από υποχρεωτική ή προαιρετική κούρσα. Καταλήγοντας στα νερά μου, μουρμούρησα εντέλει μέσα μου: υπάρχει εντούτοις ένας τύπος άτυπης συμπεριφοράς (έκφρασης, ομιλίας, γραφής) πλάι στον τυπικό και τον συνηθισμένο. Σ’ αυτόν ανήκουν πολλά άλλα παράδοξα, αλλά και η παραβατική λογοτεχνία• η γνήσια ποίηση κατεξοχήν.
Οπότε έσκυψα στην τελευταία ποιητική συλλογή της Δήμητρας Χριστοδούλου, που επιγράφεται «Ο τρόμος ως απλή μηχανή», αποκαλύπτοντας την άτυπη όψη-κόψη τόσο του τρόμου όσο και της μηχανής του. Οδηγός πρώτης ανάγνωσης το επόμενο ποίημα, υπό τον τίτλο «Νέα Πίστη»:
«Αφού δεν είναι βέβαιο το φύλο μας, / Ας είναι τότε η φυλή μας. / Ας ανήκουμε στο δυνατό συνδικάτο / Που χορηγεί στα χρωμοσώματα οικόσημο, / Που πλένει το νερό με το κάρβουνο / Και σβήνει τη δίψα της τιμής… // Αφού δεν είναι ασφαλής η αίρεση, / ας είναι τότε η πυρά της αλήθειας. / Ας σφίξουμε το λαιμό του με τα χέρια μας / Εκείνου που μας εγκαταλείπει. / Που τολμά με τα πεταγμένα του μάτια / να βλέπει στα έγκατα της μοναξιάς».
Χρειάστηκε στο μεταξύ ένα ακόμη ποίημα, από την ίδια συλλογή: τυπωμένο και στο οπισθόφυλλο, σαν διαμαρτυρία ή μανιφέστο. Τίτλος του κεφαλαιογράμματος: ΕΠΑΙΤΗΣ.
«Δες τον. Με πτυχία και πέτρινο μουστάκι. / Σέρνει δυο τρία πεινασμένα κουτσούβελα / Και νιώθει παντελώς αγράμματος / Μπρος στον Παλαιό των Ημερών. Τον Πιστωτή του. // Σπρώχνει ένα κουτάβι στην κοιλιά του. / Μισεί και ντρέπεται και φοβάται./ Χάσκει το στόμα του από δύσπνοια. / Δεν προσδοκά καθαρό αέρα. // Ολη του η σκέψη μια μουντζούρα με το δάχτυλο / Πάνω στο όνομα, στην καταγωγή, στα κιλά του. / Σκιαγραφούμενος σ’ ένα γραμμάτιο / Περνά κατευθείαν στον Χάρο. // Ούτε κι εκεί δεκτός. Πρέπει πρώτα / Να ζητιανέψει τα ναύλα».
Αυτό είναι σίγουρα άτυπη ποίηση, σπάνια και γενναία. Που θα μπορούσε να την πει κανείς και «άτυπη αντίσταση». Υπό τον όρο πως αντιστέκεται καταρχήν στον εαυτό της. Μια στάση-αντίσταση δηλαδή, που βγαίνει θεληματικά έξω από τον οχυρωμένο χώρο, ο οποίος θα μπορούσε να την στεγάσει και να την προστατέψει. Εισβάλλοντας σε μια περιοχή που δεν ανήκει σε κανέναν, παραπέμποντας σ’ ένα περίεργο κενό, όπου αράζει ο τρόμος της απλής μηχανής, που λέγεται αλλιώς και χρόνος.
Είπα «κενό» κι ο νους μου πήγε αυτόματα στο πιο σημαντικό ίσως ποίημα του Σεφέρη, που πολύ τον παίδεψε, ώσπου να βρει το σχήμα της υποδοχής του. Ο λόγος για τον «Βασιλιά της Ασίνης», όπου η λέξη «κενό» ακούγεται δύο φορές. Την πρώτη στον πρώιμο στίχο 20: «Ο βασιλιάς της Ασίνης ένα κενό κάτω απ’ την προσωπίδα». Τη δεύτερη, λίγο πριν φτάσει το ποίημα στην έξοδό του. Αντιγράφω επακριβώς τις ερωτήσεις που καταλήγουν, χωρίς ενδιάμεση στίξη, στην κρίσιμη λέξη:
«υπάρχουν άραγε / εδώ που συναντιέται το πέρασμα της βροχής του αγέρα και της φθοράς / υπάρχουν η κίνηση του προσώπου το σχήμα της στοργής / εκείνων που λιγόστεψαν τόσο παράξενα μες στη ζωή μας / αυτών που απόμειναν σκιές κυμάτων και στοχασμοί με την απεραντοσύνη του πελάγου / ή μήπως όχι δεν απομένει τίποτε παρά μόνο το βάρος / η νοσταλγία του βάρους μιας ύπαρξης ζωντανής / εκεί που μένουμε τώρα ανυπόστατοι λυγίζοντας / σαν τα κλωνάρια της φριχτής ιτιάς σωριασμένα μέσα στη διάρκεια της απελπισίας / ενώ το ρέμα κίτρινο κατεβάζει αργά βούρλα ξεριζωμένα μες στον βούρκο / εικόνα μορφής που μαρμάρωσε με την απόφαση μιας πίκρας παντοτινής. / Ο ποιητής ένα κενό».
Στο μεταξύ γεμίζει ο Αύγουστος το δεύτερο φεγγάρι του, αδειάζοντας ένα δύστροπο, άτυπο καλοκαίρι, πνιγμένο στους καύσωνες.

 

 

ΠΩΣ ΑΥΤΟΚΤΟΝΟΥΝ ΟΙ ΑΣΣΥΡΙΟΙ

 

ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Ελευθεροτυπία»/ «Βιβλιοθήκη», τχ. 632, 4.12.2010

Με τα εύρετρα της ποιητικής τέχνης για κτερίσματα από άλλες εποχές, «

Ουράνια σώματα που λειτουργούν ως προκλήσεις ή προσκλήσεις της θνητής φύσης της ποιήτριας για/σε παράδοξες υπερβάσεις, κατά τη διάρκεια των οποίων της παρέχεται η δυνατότητα να ψαύσει ή να διαισθανθεί σκοτεινές πτυχές της πνευματικής της υπόστασης (κι αν τις χαρακτήρισα παράδοξες, είναι επειδή, ενώ ώς τώρα θεωρούσα την υπέρβαση συνώνυμο της αναβάσεως, διαβάζοντας τα ποιήματα της Δήμητρας Χ. Χριστοδούλου, συχνά την αισθάνθηκα -την υπέρβαση- να πραγματοποιείται διά της καταβάσεως). Συμπαντική αντίληψη της ζωής και του κόσμου (η οποία δημιουργείται από την κατόπτευση επιμέρους στοιχείων της μιας και του άλλου), με όλα να τελούν υπό την εποπτεία ενός επίβουλου και επίφοβου Αγνώστου. Μπεκετικές εκδοχές γύρω από το ζήτημα της ύπαρξης και της ανυπαρξίας, με τις δύο αυτές να εναλλάσσονται, όχι αντιμαχόμενες, αλλά σαν συναποφασισμένες να διασαλεύουν και να θέτουν σε δοκιμασία την εσωτερική τάξη τού μονίμως εν απορία διατελούντος ανίσχυρου υποκειμένου. Διασάλευση των, ούτως ή άλλως, συγκεχυμένων διαχωριστικών ορίων ανάμεσα στο ύψος και το βάθος -ή μήπως θα ήταν καλύτερα να πω ανάμεσα στο ύψος και στον βυθό του;-, ανάμεσα στο εν μέρει γνωστό και ανοίκειο εδώ και στο διαισθητικά συλλαμβανόμενο, άγνωστο, κι όμως περισσότερο οικείο, εκεί.

Αυτές είναι μερικές μόνον από τις σκέψεις που έκανα διαβάζοντας τα ποιήματα της πρόσφατης ποιητικής συλλογής της Χριστοδούλου, ενώ, παράλληλα, ένιωσα να επιβεβαιώνονται όσα είχα σημειώσει για την υφολογική της ιδιαιτερότητα, αναφερόμενος στην αμέσως προηγούμενη συλλογή της, Λιμός (2007): «Πρόκειται για έναν λόγο εντελώς ιδιαίτερο και αναγνωρίσιμο -παρατηρούσα-, έτσι καθώς διατυπώνεται-εκδιπλώνεται σαν προστατευτικός του δονούμενου σώματος και της ακατάπαυστα ταλανιζόμενης σκέψης του ποιητικού υποκειμένου. Χωρίς να είναι χαμηλόφωνος, ελάχιστα απέχει από τη σιωπή· σχεδόν την αγγίζει, ενστερνίζεται την αμφισημία της και είναι φορές που, θερμαινόμενος απ’ αυτήν, αποκτά κάτι από την υφή του ονείρου. Είναι σταθερός, χωρίς, ωστόσο, η σταθερότητά του να τον εμποδίζει να διαχέεται μουσικά· μοιάζει αβέβαιος, αλλά δεν είναι, δεν κλυδωνίζεται μέσα στην αβεβαιότητα· απλώς διατηρεί το λίκνισμα κάποιων λυγμικών συναισθημάτων, αβίαστα και διακριτικά υποταγμένων στη νόηση, ενώ στις κλειδώσεις των αρμών που τον συνέχουν διακρίνονται ζωηρές ανταύγειες ενός υπερκόσμιου φόβου, αλλά ενός φόβου αποφασισμένου να μην παραδοθεί, ούτε να αφεθεί να παρασυρθεί στα/από τα αίτια που τον προκάλεσαν».

Το πράγμα, ωστόσο, δεν σταματάει εδώ. Υπάρχουν και πολλά πρωτοφανέρωτα -στα νέα ποιήματα της Χριστοδούλου- στοιχεία, τα περισσότερα από τα οποία σχετίζονται με τη βιολογική και, κατ’ επέκταση πνευματική της ωρίμανση, η οποία την ωθεί σε ιλιγγιώδεις μετεωρισμούς, ανάμεσα σε αντιθετικά μεταξύ τους δίπολα σχήματα, όπως ζωή-θάνατος, ύπαρξη-ανυπαρξία, φως-σκοτάδι, πραγματικότητα-κόσμος του ονείρου και της φαντασίας, εδώ- επέκεινα κ.λπ., καθώς και με μιαν έντονη διάθεση να επαναπροσδιορίσει πρόσωπα, πράγματα και καταστάσεις που διαδραμάτισαν ή που εξακολουθούν να διαδραματίζουν ρόλο στη ζωή της και να επαναπροσδιοριστεί σε σχέση με αυτά. Υπάρχουν επίσης νέα στοιχεία που οφείλονται στην πρόθεσή της να επανεκτιμήσει ρόλους και θυσίες που επέλεξε και δέχτηκε να κάνει, ενεχυριάζοντας τον εαυτό της στην υπόθεση της ποίησης, παρακινημένη από τη σαγηνευτική ψευδαίσθηση ότι ίσως έτσι θα της δινόταν η δυνατότητα να επικοινωνήσει με το «υπέρτερο»· για να καταλήξει στην επώδυνη απομυθοποίηση των τροφοδοτικών της ποιητικής της διάθεσης ψευδαισθήσεων· ψευδαισθήσεων απολύτως συνυφασμένων με μία ομολογημένη ή τεκμαιρόμενη αίσθηση ανωτερότητας και με έναν αμετάκλητα ματαιωμένο πνευματικό ναρκισσισμό. Και άλλα, ακόμα, ενδεικτικά της προσπάθειάς της να ακινητοποιήσει και να συγκεκριμενοποιήσει στιγμιότυπα-φάσεις της υπαρξιακής αγωνίας που τη διακατέχει μπροστά στα επικείμενα· αγωνίας που την καθηλώνει στη μετέωρη στάση του αποχωρισμού ή του αποχαιρετισμού, που τη στερεί από κάθε κατακτημένη ή νομιζόμενη βεβαιότητα και την ωθεί σε συνεχείς επαναδιαπραγματεύσεις των όρων της ζωής. Βέβαια, θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο πρωτεργάτης της αποκαθηλωτικής διαδικασίας των βεβαιοτήτων, η διαίσθηση, όσο κι αν συμβάλλει στη διάβρωση του στερεώματος του ορθού λόγου, δεν κατορθώνει να τον κατακρημνίσει, με συνέπεια ο ίσκιος του, τα έστω συγκεχυμένα και διαρκώς μετακινούμενα όρια του ίσκιου του, να διαδραματίζουν ρόλο προστατευτικό και συγκρατητικό των αισθημάτων και των ενίοτε απειλητικών συγκινησιακών φορτίσεων.

Εχει κανείς την αίσθηση ότι η ποιήτρια, κινούμενη με μοναδικό εφόδιο τις βεβαιωμένες της αβεβαιότητες, κινείται και συμπεριφέρεται ως καλόπιστη, πλην όμως αναποφάσιστη και διχασμένη, οφειλέτρια, που δεν ξέρει πού οφείλει τα περισσότερα και τα ουσιωδέστερα: στη ζωή ή στον θάνατο· στον λόγο ή στη σιωπή. Σε αντίθεση με τον χρόνο, ο οποίος είναι ένας πιστοποιημένα κακόπιστος οφειλέτης, που ποτέ δεν επιστρέφει τα οφειλόμενα, κι αν, καμιά φορά, τα επιστρέψει (ένα «χρεόγραφο κατάστικτο από διαδρομές εντόμων»), είναι τόσο αλλοιωμένα που ο δανειστής αδυνατεί να τα αναγνωρίσει. Η ίδια, ωστόσο, φροντίζει να είναι απολύτως συνεπής απέναντι στον χρόνο· περιβάλλεται υποτακτικά τα δέρματα όλων των ηλικιών που διάνυσε, χωρίς ποτέ καμιά να απαρνηθεί και να εγκαταλείψει απόδειξη ότι η παρούσα, η διανυόμενη ηλικία της, είναι το αξεδιάλυτο -κι ωστόσο με αναγνωρίσιμα τα επιμέρους γνωρίσματα της καθεμιάς- άθροισμά τους. Ευφρόσυνα την αποδέχεται, μολονότι το ξέρει και το διαισθάνεται, ότι σ’ αυτήν είναι που ο πόνος θα εγκαθιδρύσει την οριστική δυναστεία του, θα γίνει μόνιμος εγκάτοικος του σώματός της και, σιγά σιγά, ο μοναδικός ιδιοκτήτης του.

Ο χρόνος, ο πόνος και, βέβαια, η φθορά και ο θάνατος -αυτός ο αμείλικτος και αδέκαστος ρυθμιστής των πάντων, που ερευνά, εντοπίζει και ψαύει τις πλέον ευπρόσβλητες πλευρές του καθενός για να εναποθέσει τις προϋποθέσεις του-, μπορεί να τείνουν στην κατάργηση της ζωής, παράλληλα όμως την πιστοποιούν και τη μεγαλύνουν και, το παράδοξο: παρά την παντοδυναμία τους, όχι μόνο δεν μπορούν να στερήσουν τον φθαρτό και καθημερινό άνθρωπο από την ασίγαστη, κάποτε παράλογη, πίστη στο ενδεχόμενο ενός προσωπικού θαύματος, αλλά τον ωθούν προς αυτήν και του την ενισχύουν. Μάλιστα ο ονομαστικός θάνατος, θέλω να πω ο θάνατος ως συντελεσθείσα απώλεια ενός συγκεκριμένου ανθρώπου, επιτελεί και έναν ακόμα, επιπρόσθετο, σημαντικότατο προορισμό: κινητοποιεί τους επιζώντες, γεννώντας, με τον φόβο του, πρόσκαιρα συναισθήματα τρυφερότητας και αλληλεγγύης και ενισχύοντάς τους την, έστω φευγαλέα, βεβαιότητα ότι υπάρχουν. Ο συγκεκριμενοποιημένος θάνατος του ενός στερεώνει τη ζωή των επιζώντων και ξυπνά μέσα τους το ένστικτο ή την αίσθηση του χορτασμένου ζώου.

Τελειώνοντας, θα ήθελα να επισημάνω ότι τα ποιήματα της τελευταίας συλλογής της Δήμητρας Χ. Χριστοδούλου είναι, στην πλειονότητά τους, ποιήματα λυπημένα («και πότε -άλλωστε- δεν ήσαν;»), χωρίς, ωστόσο, να χάνουν την εγκαρδιότητά τους και χωρίς να βυθίζονται στο πένθος και στην ασάφεια των, όχι πάντα προσδιορίσιμων αισθημάτων που τα προκάλεσαν. Ισως γιατί μονίμως ηνιοχούνται από την πρόθεση της ποιήτριας να αποδείξει και να καταδείξει τα βαθύτερα, υπαρξιακής υφής, αίτια που την υποκινούν και την κινητοποιούν ποιητικά. Οι στίχοι της μπορεί να είναι μελαγχολικοί, ο ήχος τους ωστόσο δεν είναι μονοδιάστατα μελαγχολικός· διαπερνάται, εμπλουτίζεται και απαλύνεται από κάτι εντελώς ιδιότυπους, προσωπικούς ιριδισμούς, συναισθηματικούς και της νόησης. Δεν θα ήταν υπερβολή, αν έλεγα ότι ο τρόπος με τον οποίο στέκεται και εκφράζεται μπροστά στο αχανές των κατακερματισμένων βεβαιοτήτων της, είναι ένας τρόπος καταργητικός του μαύρου· διασταλτικός της συμπαγούς και της αρραγούς ουσίας του, όσο χρειάζεται για τη δημιουργία ρωγμών, από τις οποίες διαπερνούν ακατάπαυστα χρώματα που, ίσως για λόγους σεμνότητας, υποδύονται το γκρίζο, κρύβοντας, αλλά όχι αποβάλλοντας τη χρωματική τους ένταση. Η ποίηση της Χριστοδούλου είναι μια ποίηση ποικίλων χρωματικών αποχρώσεων -της σκέψης και των συναισθημάτων της-, υποσκαπτικών του, νομιζόμενου αμετακίνητου και δεσπόζοντος, μαύρου.

 

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

«Ελευθεροτυπία»/ «Βιβλιοθήκη», τχ. 614, 31.7.2010

Με δέκα ποιητικές συλλογές στο ενεργητικό της, που σηματοδοτούν μια τριακονταπενταετή παρουσία στα γράμματα, η Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου προχωρεί από καιρό σταθερά προς την ωριμότητά της, έχοντας δοκιμάσει ήδη κάποιες κρίσιμες (αν και τελείως αφανείς ή αθόρυβες) τροποποιήσεις στην οπτική και στη σύνθεση της στιχουργικής της. Αν, επί παραδείγματι, για ένα μεγάλο διάστημα κατά την εξέλιξη της πορείας της, το οποίο ξεκινάει με τα «Αλογα του Μυροβλήτου» (1974), σταθμεύει στην «Ηγησώ» (1979) και στο «Χώμα» (1985) και φτάνει μέχρι το «Κυπαρίσσι των εργατικών» (1995), το «Προς τα κάτω» (1999) και το «Ελάχιστα πριν» (2005), η ποιήτρια δουλεύει τα κομμάτια της με βάση ένα σκηνικό χέρσας γης, όπου κάθε ελπίδα και απαντοχή έχουν στραφεί προς έναν στεγνό ουρανό (η ελπίδα τρέφεται για να χάσει τα φτερά της προτού προλάβει να πάρει σάρκα και οστά), στον «Λιμό», που δημοσιεύεται το 2007, εκπροσωπώντας την προτελευταία δουλειά της, ο κόσμος της παύει να ιεραρχείται από πάνω προς τα κάτω (το κάτω μηδενίζει το πάνω και το πάνω συντρίβει έως στραγγαλισμού το κάτω), ενώ ο θρήνος για την απώλεια της ύπαρξης τείνει να παραχωρήσει τη θέση του στη σμίλευση ενός σαφώς αποδραματοποιημένου κλίματος, διαποτισμένου από μιαν έντονη απροσδιοριστία και ρευστότητα. Το τοπίο του «Λιμού» κυριαρχείται από αμφίρροπες και μονίμως εκκρεμείς εικόνες ή καταστάσεις, οι οποίες βαθμιαία σχηματίζουν ένα υπαινικτικό (ακόμη και κρυπτικό) τοπίο, όπου η ποίηση της Χριστοδούλου ανακαλύπτει έναν καινούργιο τρόπο αναπνοής και λειτουργίας: την ειρωνεία και τον αυτοσαρκασμό.

Η ειρωνεία, ο αυτοσαρκασμός και η ατμόσφαιρα της αιώρησης και της αμφισημίας, σε συνδυασμό με τη διακίνηση μιας σειράς διφυών υποστάσεων, που άλλοτε εμφανίζονται με έναν καθαρώς συμβολικό ρόλο και άλλοτε υπέχουν αποφασιστική θέση στην ανέλιξη της πλοκής, αποτελούν τα απαραγνώριστα χαρακτηριστικά της καινούριας συλλογής τής Χριστοδούλου, η οποία τιτλοφορείται «Πώς αυτοκτονούν οι Ασσύριοι». Το βιβλίο πιάνει κατά τόπους επαφή, όπως φροντίζει να μας προειδοποιήσει ο τίτλος, και με δύο σαφώς καινούρια στοιχεία σε ό,τι αφορά την προγενέστερη αγωγή της ποιήτριας: το άλογο και το παράλογο.

Απαγορευμένη διαφυγή

Υπάρχει εκ νέου στο «Πώς αυτοκτονούν οι Ασσύριοι» ο εγκλωβισμός τού εγώ σ’ έναν περίκλειστο και αδιέξοδο χώρο, από τον οποίο η οποιαδήποτε διαφυγή έχει απαγορευτεί ως παραπλανητική προσδοκία. Το υποκείμενο συνθλίβεται για μία ακόμη φορά από τις μυλόπετρες της εξωτερικής του απομόνωσης (της απομάκρυνσης από τους άλλους) και της εσωτερικής του αφυδάτωσης (του καταναγκαστικού περιορισμού στην ιδιωτική του περίμετρο), σε μια τροχιά η οποία δεν καταφέρνει να εγγυηθεί το παραμικρό για την πραγματική του επιβίωση. Κι αν τα πράγματα μοιάζει να πονούν και πάλι λιγότερο επειδή τείνουν να χάσουν το σχήμα τους μέσα στην ομίχλη, η οποία τα περιβάλλει, αλλά και εξαιτίας του ειρωνικού τονισμού τους, που σπεύδει να αποκαθηλώσει το αίσθημα ελευθερίας, το οποίο τυχόν τα συνέχει, ο τελικός τους ορίζοντας δεν παύει να παραμένει βαρύς και αποπνιχτικός. Οσο για τις διφυείς υποστάσεις, τις οποίες συναντούμε κυρίως στο δεύτερο, αφηγηματικό μέρος της συλλογής (τιτλοφορημένο «Η υπερηφάνεια των κληροδοτών»), συναιρούν κάποια στιγμή τη συμβολική και τη σκηνική τους δράση σε μια παγωμένη επιφάνεια, κάτω από την κρούστα της οποίας σαλεύει ένα εξαιρετικά ανησυχαστικό ρίγος.

Ενάντια στην έξαρση

Οσο πολεμά η Χριστοδούλου, από συλλογή σε συλλογή και από στίχο σε στίχο, την αισθηματική και την εκφραστική έξαρση του λόγου της τόσο μεγαλώνει το πεδίο της υπαρξιακής της δυσφορίας. Η ανάγκη για περιστολή της διάτασης σε βαθμό εκμηδενισμού οδηγεί στο «Πώς αυτοκτονούν οι Ασσύριοι» σ’ έναν διακριτικό εναγκαλισμό με το άλογο και το παράλογο. Οπως το έλεγα πρωτύτερα, πρόκειται για έναν καινούριο προσανατολισμό, με τις ποιητικές παραστάσεις να διασπούν κατ’ επανάληψη τη συνέχεια και τη συνοχή τους, διαλύοντας οριστικά τους δεσμούς του ποιητικού εγώ με τον περίγυρό του. Αν στο σημείο αυτό συνυπολογίσουμε τη διαρκή εναλλαγή αλόγου και παραλόγου σ’ ένα τόξο το οποίο αποφεύγει εσκεμμένα τον αιφνιδιασμό και την έκπληξη (η καταστρατήγηση της λογικής έχει εν προκειμένω μπεκετική και όχι υπερρεαλιστική ή λετριστική καταγωγή), το συμπέρασμα προκύπτει μάλλον αβίαστα. Το άλογο και το παράλογο υπερβαίνουν, παραποιούν ή διαστρέφουν την πραγματικότητα, όχι για να αποκαλύψουν και να στιγματίσουν τη βασανιστική μορφή της, αλλά για να εξοικειωθούν με τα βαθύτερα, οργανικά γνωρίσματά της, που ηθελημένα ή αθέλητα έχουν πλέον ενσωματωθεί στον καθημερινό ψυχισμό του υποκειμένου, γεννώντας ένα είδος δεύτερης φύσης. Οπως το θέλει ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής στο ποίημα «Ο απόστολος» (από το πρώτο μέρος της συλλογής υπό τον τίτλο «Πώς σώθηκε ο Νάρκισσος»):

Απ’ το παράθυρο που βλέπει στον ακάλυπτο

Κι απ’ το φαράγγι που βλέπει στο Γενάρη

Πέρασε μισοσκόταδο κι αέρας.

Γύρω από τη μούχλα της πηγής

Ακούστηκαν ταραγμένα ποτήρια.

Θα έλθω στον ύπνο σου και θα’μαι βρόμικος.

Θα έχω στα νύχια μου χώμα.

Θα αστράφτουν σαν θρυμματισμένος πάγος τα σεντόνια σου.

Κι ο κρότος της σπονδυλικής σου στήλης θα αλλάξει.

Σε μια σειρά δαχτυλιδάκια του καπνού.

Θες δεν θες, θα ξυπνήσεις και θα δεις.

Με λέξεις που έχουν καταλήξει σε ατόφιο κρύσταλλο ή σε κοφτερό γυαλί, με εικόνες που συνταιριάζουν τα ετερογενή και τα ανόμοια ψηφία τους δίχως να διαταράσσουν τη βαθύτερη ενότητά τους (γεγονός το οποίο ενισχύει την αίσθηση του παραλογισμού), με πρόσωπα που κινούνται ανάμεσα στην ψευδαίσθηση, το όνειρο και το παραμύθι, με ποιητικές ιστορίες που φτάνουν στο τέρμα έχοντας τινάξει στο αέρα την αφετηρία τους, όπως και με μιαν υποβλητική εκφορά δωματίου (η ποίηση ως ακουστικό κτήμα μιας μικρής συντροφιάς), η Χριστοδούλου κατορθώνει να φτιάξει ένα άκρως σημαντικό ποιητικό βιβλίο (καλύτερο και από τον σημαδιακό «Λιμό»): ένα βιβλίο το οποίο την αναδεικνύει σε μιαν από τις πιο αξιοπρόσεκτες φωνές όχι μόνο της γενιάς της, αλλά και της νεότερης ελληνικής ποίησης.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ

«Ελευθεροτυπία»/ «Βιβλιοθήκη», τχ. 614, 31.7.2010

«Τη ζέστη, που την έλεγα πείνα, / Την τρέφω τώρα και μ’ έναν καφέ…». Διαβάζω από το παραπάνω βιβλίο το δίστιχο ποίημα με τίτλο «Τα μεσάνυχτα». Η Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου συγκαταλέγεται στους αντιπροσωπευτικότερους δημιουργούς της γενιάς του ’70. Το 2008, το αμέσως προηγούμενο ποιητικό της έργο, με τίτλο Λιμός, που εξέδωσε η Νεφέλη, απέσπασε, ως γνωστόν, το Κρατικό Βραβείο Ποίησης. Η γραφή της διακρίνεται για την προωθημένη λεκτική της ευθύτητα και την εμμονή της στη διερεύνηση των ειδοποιών ποσοτήτων και των κρισίμων ποιοτήτων τής εξ αντικειμένου πραγματικότητας. Μάλιστα έχει διατυπωθεί δικαίως η άποψη ότι «θα μπορούσε, αν δεχτούμε ότι υπάρχουν σχέσεις που επιβιώνουν μέσω άλλων, να είναι η εγγονή της Ζωής Καρέλλη, η θυγατέρα της Ελένης Βακαλό και η μικρή αδελφή της Κικής Δημουλά, ωστόσο, επιμένοντας περισσότερο στο ζήτημα των κληρονομικών αποταμιεύσεων, θα έλεγα ότι εμφανέστερες είναι οι συγγένειες του λόγου, της ρητορικής και της τεχνικής της με τις πρωτοπόρες Αμερικανίδες, την παλαιότερη Εμιλι Ντίκινσον και τη νεότερη Σίλβια Πλαθ» (ιδέτε Αλέξης Ζήρας, περιοδικό Διαβάζω, τ. 507, Μάιος 2010). Και σ’ αυτή, τη δέκατη ποιητική της συλλογή είναι ευδιάκριτος ο ανατρεπτικός σαρκασμός, ο οποίος απαντά στα τελευταία έργα της. Δείγμα: «Κάποια εγκάρδια ερείπια, / Μια θάλασσα χωρίς το χρήμα, / Πέτρες και χόρτα, κάνα δυο κηλίδες φως. / Το μέλλον του παιδιού να με τρομάζει, / Η γη που τρίβεται σαν το τυρί στο πιάτο, / Ποιο πιάτο, του γαλαξία το φέρετρο…/ Πρέπει με τα ορύγματα των σπλάχνων / Να πίνει πια κανείς το ουζάκι του…». Οι διαδοχικές αισθητικές συναιρέσεις, οι οποίες χαρακτηρίζουν εν γένει την προσέγγιση των διακεκριμένων ινδαλμάτων της ποιήτριας, επιτρέπουν στις αλληγορικές αποτυπώσεις, αλλά και στις αναπόφευκτες παρωδίες να βρίσκουν πρόσφορο έδαφος για την περαιτέρω ιδιαίτερα εποικοδομητική τους ανάπτυξη. Ο στίχος τείνει να ανταποκριθεί στο όνειρο της δημιουργού του, να δώσει δηλαδή κάποια ευτυχή στιγμή την εντύπωση ότι μπορεί να ορθωθεί ενδεχομένως τρισδιάστατος. Σε συνδυασμό μάλιστα μ’ ένα είδος συναινετικής κριτικής, η οποία ασκείται διακριτικά, αλλά σταθερά στα δρώμενα στο εσωτερικό της κοινωνικής κυψέλης, ο καλώς συγκερασμένος σαρκασμός λειτουργεί ως ιδεώδης Δάσκαλος ήθους. Τα δε πεζόμορφα ποιήματα, που καλύπτουν το δεύτερο μέρος της σύνθεσης, με τίτλο «Η υπερηφάνεια των κληροδοτών», σπεύδουν να υλοποιήσουν την κυρίαρχη ποιητική πρόθεση. Ετσι, ο συγκεκριμένος μικρόκοσμος, δηλαδή ό,τι απαρτίζει τα καθέκαστα του συγκινησιακού δρώντος που κατά σύμπτωση γράφει και ο μακρόκοσμος, ό,τι πιθανότατα εκλαμβάνεται ως όλον, επικοινωνούν μέσω της λεκτικής μουσικής. Η εν λόγω πρόθεση φρονώ ότι δικαιώνεται πλήρως: η δόκιμη επινοητικότητα του υποκειμένου αναδιανέμει τις καλειδοσκοπικές πτυχές των διακριτών κόσμων του κατά τρόπο χαρίεντα, αβίαστα αμφίσημο, αλλά και ανατρεπτικό ταυτοχρόνως. Αν το πρώτο μέρος του βιβλίου, με τίτλο «Πώς σώθηκε ο Νάρκισσος», συνιστά επαρκέστατη επιτομή της δεξιοτεχνίας της Δ. Χ. Χριστοδούλου να αποφαίνεται επιγραμματικά για τη φύση των εμμονών-ειδώλων της, τότε το προαναφερθέν δεύτερο μέρος συνιστά υβριδικό επίτευγμα συνθετικής αβρότητας. Αποφεύγοντας σιωπηρώς πλην σαφώς τις μιμήσεις πράξεων, οι οποίες τελέστηκαν πανηγυρικά στα προηγούμενα βιβλία της, η ποιήτρια διερευνά με τακτ την ενδοχώρα νέων αλληλουχιών, ωσμώσεων και ισορροπιών.

 

ΜΙΣΕΛ ΦΑΪΣ

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 23/4/ 2010

Ένα μουσικό στοίχημα

Τα βιβλία αυτοσυστήνονται; Ο συγγραφέας είναι ο επαρκέστερος πληρεξούσιος ανάμεσα στο έργο του και στον αναγνώστη; Οι λέξεις και τα πράγματα του συγγραφέα πώς συναντούν τις λέξεις και τα πράγματα του ήρωα ή του αφηγητή;

Η στήλη «Τυπωθήτω» προκαλεί και απαντά σε τέτοιας υφής ερωτήματα. Βιβλία όλου του φάσματος, πριν φτάσουν στις προθήκες των βιβλιοπωλείων, εξομολογούνται λεπτομέρειες της γραφής τους. Πεζογράφοι, ποιητές, δοκιμιογράφοι, μεταφραστές, ανθολόγοι, σε πρώτο πρόσωπο, πριν παραδοθούν στον συστηματικό και στον απλό αναγνώστη – βιβλία πριν αρχίσουμε να τα φυλλομετράμε.

 

ΔΗΜΗΤΡΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ

Μπορούν αρχαίοι λαοί να επιβιώνουν ως ψυχικές διαδρομές; Είναι αρχοντιά ή παραφροσύνη; Επιλογή ή ψυχαναγκασμός; Κλίση ή τυφλότητα; Μπορούν οι ψυχικές διαδρομές να αισθητοποιούνται …ως έπος; Το έπος της μιζέριας; Ή το έπος της επίμονης ανάνηψης; Πώς βιώνεται και πώς -το κυριότερο…- εκφράζονται η ντροπή, ο πόνος, η οργή, η αγωνία για την παρακμή και τον θάνατο ενός βαριά άρρωστου τόπου, ενός βαριά άρρωστου λαού, ενός βαριά άρρωστου πατέρα; Πόσο πολιτική είναι η πιο προσωπική μας θλίψη, πόσο προσωπική είναι η πιο πολιτική δυσπλασία; Αλλά το κυριότερο -πάντα το κυριότερο…- ποια μέσα, ποιοι φυσικοί μηχανισμοί, που να μην εκβιάζονται, αλλά να προκύπτουν και να λειτουργούν πηγαία ως συνεπής εξέλιξη μιας πορείας κάπου τριάντα έξι χρόνων πια, θα επιτρέψουν να μορφοποιηθεί αυτό το πλαίσιο ζωής σε ποίηση που να πείθει ως τέτοια;
Γράφοντας το Πώς αυτοκτονούν οι Ασσύριοι είχα να αναμετρηθώ με όλα αυτά τα ερωτήματα, που, όπως είναι φυσικό, ξεπηδούσαν κάθε λεπτό αυτής της διαδικασίας αναπόσπαστα δεμένα, σάρκα με κόκαλο, με κάθε φάση της, από τη βιωματική της αφόρμηση ώς τη στιγμή που αφήνει κάποιος το στυλό στο χαρτί και λέει «δεν πάει άλλο για τώρα» ή «δεν πάει άλλο για μένα». Είναι επίσης αυτονόητο ότι είχα να αναμετρηθώ και με την εύλογη (φαντάζομαι…) φιλοδοξία να μην ξαναμασήσω το Λιμό ή το Ελάχιστα πριν ή το Προς τα κάτω, για να αναφέρω μόνο τα τρία τελευταία βιβλία μου, που εγώ τουλάχιστον αισθάνομαι ότι σημειώνουν μιαν άλλη φάση, έναν νέο προσανατολισμό στη δουλειά μου. Η ανάγκη βέβαια της σαφήνειας του θέματος και η αναζήτηση της μεγαλύτερης δυνατής πυκνότητας, από τη μια, και από την άλλη, η παράλληλη αγάπη -ακριβώς όπως λέμε «παράλληλη σχέση» ή «διπλή ζωή»- προς το πεζόμορφο ποίημα παραμένουν. Ομως στο Πώς αυτοκτονούν οι Ασσύριοι πιστεύω πως και τα δύο αυτά στοιχεία διαφοροποιούνται αισθητά ως προς την αυστηρότητά τους. Τα μεν ολιγόστιχα ποιήματα γίνονται πεισματικά πιο ολιγόστιχα, τόσο που συχνά ο τίτλος στέκει ως άλλος Κέρβερος πάνω από τα κεφάλια τους, μπας και ξεφύγουν από το θέμα τους, από τον αρχικό παλμό που τα γέννησε, και το ρίξουνε στις λυρικές εξομολογήσεις, προς τις οποίες τόση κλίση είχα στα νιάτα μου. Τα δε πεζόμορφα ποιήματα συγκροτούνται γύρω από έναν ευδιάκριτο μύθο, μια μικρή περιπέτεια με αρχή, μέση και τέλος, με πρόσωπα που δρουν (;) σε χώρο και χρόνο, αλλά με ένα μουσικό στοίχημα, που, είτε κερδηθεί είτε χαθεί, πάντως τα τοποθετεί ευθέως στην περιοχή της ποιητικής πρόθεσης. Και, για να είναι ακόμη πιο στρατιωτική η πειθαρχία, το βιβλίο χωρίζεται σε δύο μέρη, τα ολιγόστιχα μόνα τους και τα πεζόμορφα μετά. Χώρια, δηλαδή, το ιππικό, χώρια η πυροβολαρχία, και οι καλές μούσες να βάλουν το χέρι τους, να μην εξελιχθεί το όλο πράγμα σε εμφύλιο πόλεμο ή συμμαχία και των δύο για ανταρσία κατά της ποιήτριας. Αλλά κι αν έτσι συμβεί -έχω όλη την έπαρση να αμφιβάλλω- θα είναι μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να διαπιστώσω αν ο σαρκασμός, που λίγο ώς πολύ, φανερά ή υπόγεια, διατρέχει τα τελευταία βιβλία μου, μπορεί να μου σταθεί και στην τέχνη τόσο αποτελεσματικός μηχανισμός άμυνας όσο μου έχει σταθεί ώς τώρα στη ζωή. Να δούμε…

 

ΛΙΜΟΣ

ΑΛΕΞΗΣ ΖΗΡΑΣ

Από τις πιο ολοκληρωμένες γυναικείες νέες ποιητικές φωνές , η Δήμητρα
Χριστοδούλου (1953) δημιούργησε ιδιαίτερη αίσθηση ακόμα και με την
πρώτη (της συλλογή, δημοσιευμένη το 1974. Ένας πυκνός λόγος που
υποδηλώνει την ένταση του γυναικείου πάθους, χωρίς ωστόσο να παίρνει
αυτό το πάθος τη μορφή του μελοδράματος. Και τούτο οφείλεται κυρίως
στο αστραφτερό χιούμορ και στην ενίοτε σαρδόνια ειρωνεία, με την οποία
ακόμα και το συναρπαστικότερο ερωτικό συναίσθημα περιγράφεται ως
κάτι τελειωμένο και δοσμένο ολοκληρωτικά στην περίσκεψη και στον
στοχασμό. Στον Λιμό (2007) η Χριστοδούλου συγκέντρωσε μερικά από τα
πιο καλοδουλεμένα ποιήματά της, όπου παριστάνει τις διάφορες μορφές
της σωματικής και της συναισθηματικής έλλειψης, συνεπώς την βαθύτερη
ανάγκη του ανθρώπου να αγγίξει το ουσιώδες της ζωής που παραμένει
ωστόσο φευγαλέο και ασύλληπτο. Πρόκειται για ποιήματα γραμμένα με
το πάθος της διαύγειας και ταυτόχρονα με την προσδοκία να συναντήσει
η ζωή την πιο ονειρεμένη φαντασία.

 

ΕΛΑΧΙΣΤΑ ΠΡΙΝ

ΒΑΣΙΛΗΣ K. ΚΑΛΑΜΑΡΑΣ

Ξεφυλλίζοντας 12/8/2005

Δαιμονόπληκτη και δαιμονιακή, η όγδοη ποιητική συλλογή μιας γνήσιας εκπροσώπου του 70, που επί τριάντα και ένα έτη κερδίζει την προσοχή μας. Οι επιλογές της δικαιώνονται από το αποτέλεσμα, που δίνει σάρκα στον άυλο λόγο και με τον λόγο πάλι ως πέρασμα στην πράξη την ποιητική, η οποία εντεύθεν της πραγματικότητας συντελείται. Η μεταφυσική της προέρχεται από τη χριστιανική θεολογία, μόνον που ο φύλακας άγγελός της είναι ο εκπεπτωκώς διάβολος και στήνει τη σκηνοθεσία της στην προνομιακή σκηνή του, στο νεκροταφείο: «Ένα χαρούμενο πρωινό μέσα στον τάφο;/Γιατί όχι; Και η θρησκεία το επιτρέπει/ Και οι ποιητικές μας αξιώσεις./ Καλείς τους νέους φίλους, μαζεύεστε/ Σαν τα πουλιά πάνω απ’ το στάρι/ Και τιτιβίζετε και σιγοπετάτε/ Κι ανακαλύπτετε πως μια φιλία/ Ως και την αιωνιότητα μπορεί να κάνει υποφερτή». 0 άνθρωπος της Δήμητρας X. Χριστοδούλου είναι ο όμηρος των νέων τεχνολογικών αιώνων, που αποθεώνουν την κίνηση των μηχανών ψηφιακής επινόησης, μα αυτή η ομηρεία του τον έχει οδηγήσει σε παραίτηση. Ναι, βεβαίως και ο ορθολογισμός του Διαφωτισμού κατέλυσε τα σύμβολα της θρησκείας, όμως, καθόλου παράξενα αυτά επανέρχονται σαν απαξίωση της λογικής: «Όλους μάς φτάνει η ματιά του θεού./ Σαν μια στυγερή τηλεόραση». Έτσι, το νέο ποιητικό της βιβλίο ακούγεται σαν ανώμαλη
προσγείωση στην καθημερινότητα της θνητότητας.

 

ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ

Metro 13/2/2006

«Εδώ είμαι, στο σπιτάκι του σκύλου / Τρώω χώμα, πίνω φόβο / Καμιά φορά κοιτάζω τα άστρα / Ποτέ δεν έχασα το σεβασμό μου προς αυτά / Κι αν τα
γαυγίζω, δεν μου μένει πλέον / Άλλος τρόπος να γράψω στίχους». Η ποίηση της Δήμητρας Χριστοδούλου, μιας απ’ τις σημαντικότερες φωνές της γενιάς του ’70, κουβαλάει λάσπη για μια επανάσταση που δεν φάνηκε ούτε καν
στην πόρτα, μια επανάσταση του παρελθόντος και του μέλλοντος που θάλλει και μελωδεί σαν «ραψωδίες αναπνοής για το ακροατήριο των χοίρων» Το όγδοο ποιητικό της βήμα αποδελτιώνει όνειρα και επιθυμίες που δεν συνέβησαν, παρά ελάχιστα πριν χαθούν, αφήνοντάς μας έναν κενό χρόνο, όλως διόλου περιττό. Απελπιστικά ειλικρινές και οικείο.

 

ΠΡΟΣ ΤΑ ΚΑΤΩ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ

ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ Τ.57 4-6/2002

Ίμεροι, αποκαθηλώσεις, αγωνίες

Ό νεκρός μέ το γαλήνιο πρόσωπο
Μαθαίνω άτι είναι ό «Ηλιος.

Δήμητρα X. Χριστοδούλου,
«Ή προσωπίδα», [Φορτίο, 1997]

Με τη λεκτική ευθύτητα και την υφολογική αυτάρκεια που διέκριναν ανέκαθεν τις ποιητικές της εκδοχές, η Δήμητρα Χριστοδούλου επανεξετάζει εδώ
ορισμένα εμφανή συστατικά μέρη του ηρακλείτειου σάρματος της εποχής μας,
ό,τι δηλαδή συνιστά κατά βάθος τα σημασιολογικά διφορούμενα, τις δήθεν αμελητέες ποιότητες του καθ’ ημέραν βίου και τις ευκαταφρόνητες για τους πολλούς εσωτερικές εμπειρίες.
Η ανέλιξη του κόσμου των αισθήσεων από ένα σύνολο τυχαίων, ατάκτων περιστατικών σε πολύπτυχη εννοιολογική τάξη, η επίκληση, συστηματικά και απροκάλυπτα, ενός ευέλικτου, βελτιωμένου ανθρωπισμού και η ανάδειξη τού πνευματικού στοιχείου που συνέχει έναν αναθεωρημένο υλοζωισμό αποτελούν τους εμφανέστερους πόλους της κειμενικής δράσης. Η αναβαθμισμένη ποιητική ηθική είναι στην προκειμένη περίπτωση υπόθεση συνοχής μερικών κατά τα φαινόμενα αλόγων ή αδιανόητων ποσοτήτων. Απομονώνω ενδεικτικά: Η θεία φύση ενός ποταμού, το πνεύμα στην κουφάλα ενός δέντρου, η πολυσημία του κεραυνού, η έλλογη δράση των άνεμων…
πράγματα απίστευτα ευγενικά σε σύγκριση με το αγέρωχο ομοίωμα που ιπτάμενο πάνω από το βίο μάς συνάπτει τις ηθικές συμμαχίες. Ένα σκόρπισμα, μια απεριόριστη διασπορά της θεότητας σ’ αναρίθμητες σπίθες, μια κοινοκτημοσύνη της φωτιάς, φαντασμαγορική δημοκρατία, [σελ. 60.]
Ο απόηχος της αγωνίας του Ιμάνουελ Καντ, ο όποιος μεταξύ των άλλων θέλησε να μελετήσει τα ποικίλα φυσικά φαινόμενα κατά τρόπο μάλλον διαισθητικό, ακούγεται καθαρά: Ο καιρός εξελίσσεται υπάκουος. Φαίνεται
αναπτύσσω επικοινωνία με τα μετεωρολογικά φαινόμενα ή διαισθάνομαι
τη νοήμονα φύση τους με τη δύναμη της φαντασίας, [δ.π.]. Κι εδώ όπως και
στο πέμπτο έργο της ποιήτριας, Το κυπαρίσσι των εργατικών (1995), ή στο
Φορτίο, πού ακολούθησε δύο χρόνια μετά, τόσο ή αποδελτίωση των ενδοψυχικών ανακατατάξεων, που σημειώνονται στην όχθη τού ονειρικού, όσο και η απρόοπτη προβολή μυθολογικών ενίοτε χαρακτήρων ή και ταπεινών μελών τού ζωικού βασιλείου λειτουργούν παραπληρωματικά, προσδίδοντας ευρύτερες διαστάσεις στα σημαινόμενα που κομίζουν οι παράγραφοι.
Γειώνοντας προσεκτικά τα διαδοχικά ευρήματα στο έδαφος ενός εύληπτου νοήματος, η εξομολογητική περσόνα υποβάλλει πολύ συχνά ερωτήματα, που αν και τις περισσότερες φορές παραμένουν αναπάντητα, στηρίζουν ικανοποιητικά την όλη ανάπτυξη των επιμέρους συλλογισμών. Παραδείγματα: Πώς γίνεται η καρτερία αρετή, αυτή η ιδιοτελής γενναίοτης, κι ολόκληρος ο ουρανός περιφέρεται σε ιδιωτική προετοιμασία; [σελ. 21]· Σε ποιό φύλλο θα μπορούσα να διαβάσω μια τόσο φυσική ιστορία χωρίς να δω πίσω απ’ τα δέντρα τα βλέμματα, ασώματα, κάρβουνα οργής, κλεφτές ματιές επιφύλαξης προς κάθε πρόσχημα αγάπης; Πώς να στηρίξω ένα χάδι, μια τόσο
εμπράγματη απόλαυση. στην αυθυποβολή πως ο θάνατος δεν είναι παρά η
διάρκεια, τα όρια αντοχής μιας φιλίας; [σελ. 27]· Αν ο κόσμος δεν μπορεί να
είναι το έργο ενός νεαρού χειρώνακτα, γιατί θα έπρεπε να τον δικαιολογήσω;
[σελ. 58 έπ.]· Όμως μπορεί ο νέος αιώνας να μην πατά τις μυρμηγκοφωλιές;
[σελ. 63]’ και Αυτό να είναι άραγε οΤόπος; […] Ένα αρχείο φυσικών απολαύσεων; Ένα μουσείο παραδείσου; [σελ 87], Η στρατηγική του πολύτροπου αυτού εγώ, που έχει μάθει να στοχάζεται με την ευκολία που οι άλλοι τρώνε ή κοιμούνται, είναι έκδηλη: το αναπτυγμένο, πολυεπίπεδο κείμενο επιδιώκει και κατορθώνει τη συμμετοχή μας. Ο μονόλογος διαρρηγνύεται τελικά: ο διάλογος με την ετερότητα είναι όχι μόνο αναγκαίος αλλά εφικτός, διατείνεται με όλη την αλκή της ευθυκρισίας της η ποιήτρια.
Χωρίς να υπακούει στους ρυθμούς μιας καταναγκαστικής επικαιρότητας ή στις επιταγές του χυδαίου ντετερμινισμού των θλιβερών καιρών μας, το Προς τα κάτω αναδεικνύει και αξιολογεί τη σημασία του ενοφθαλμισμού στις ενδότερες πτυχές μιας διαρκώς αναστοχαζόμενης ύπαρξης. Προσβλέποντας πάντα σε έναν ουρανό που ακόμη /Δεν έχει φθαρεί μες στο χαρτί, όπως τονίζεται εμφατικά στο «Τραγούδι για κουβάρι και φωνή» της τέταρτης ποιητικής συλλογής της Δ. Χριστοδούλου, Η προσευχή του αναιδούς, η γραφή θέλει να δει από κοντά την απαραβίαστη αθωότητα του Φανταστικού. Έτσι τουλάχιστον αντιλαμβάνομαι τον συσχετισμό: Ίσως και αυτό να μην ήταν αβίωτο, αν υπάκουε σε κάποια Ανάγκη, αν όλα τα κείμενα του ουρανού εμπεριείχαν τον ουρανό τον ίδιο και όχι την εφεύρεσή του στιχουργημένη προσωδιακά, [σελ. 40 έπ.].
Η ρηματική συνέπεια, η ακριβολογία, που αγγίζει συχνά τα όρια της απόλυτης πιστότητας, και ο συναινετικός διακριτικός πάντα ποιητικός λόγος ενισχύουν το έργο της δημιουργικής αυτής κατάθεσης: η υποβλητική
χωροταξία που αναπτύσσεται από ενότητα σε ενότητα είναι αποτέλεσμα
αυτών ακριβώς των μορφολογικών επιλογών της Δ. Χριστοδούλου: Πώς γίνεται να έχουμε υπομείνει δύο τόσο πληκτικές χιλιετίες, χωρίς να έχουμε
αποχτήσει δεξιότητα σ’ αυτήν την πρακτική αρετή; Δικαιοσύνη είναι ή αλληγορία […] Με τα αλληγορικά μας σημάδια κι έναν τεράστιο ρεαλιστικό λεκέ ας ηγηθούμε λιλιπούτειων σταυροφοριών που μάς ελευθερώνουν από τις
τύψεις. […] Θα εγκαταλείψουμε τις αποσκευές και της πιο αθώας απαίτησης. Ένα οργανωμένο πια χωράφι το οροπέδιο του εγώ. [σελ. 100 έπ.]
Η αντιστικτική χρήση τού λόγου επαληθεύει τις δυνατότητές της: το κείμενο συναιρεί τα ετερόκλητα δεδομένα του κόσμου για να τον ανανεώσει. Χωρίς έπαρση ακούγεται ένας θρύλος των γνωστικών: Άλλοι άνοια, άλλοι ανία, κανείς δεν έχει το θάρρος να το ονομάσει ντροπή. Δεν είναι δυνατό να είμαστε το έργο μιας αξιοθαύμαστης εξέλιξης. Θα ’πρεπε τότε να υπάρχει το Νόημα που έχει για τον αρουραίο η φωλιά του. Αλλά ο κόσμος δεν χρειάζεται
[σελ. 79], Μετριάζοντας αισθητά το μένος του ανεπανάληπτα αλκοολικού
αποδομητή Τζόφρεϋ Φέρμιν, που δεν θα διστάσει κάποια στιγμή να φωνάξει
«Κάψε τον κόσμο!», σε μία από τις σκληρότερες σελίδες του Κάτω από το
ηφαίστειο του Μάλκολμ Λόορυ (1945), η Δήμητρα Χριστοδούλου επιχειρεί μία
επιεικέστερη επαναπροσέγγιση του πραγματικού.
Το Προς τα κάτω, με το εσωτερικό μήνυμά του, που δεν αποκλείει μία
απώτερη οικολογική έμφαση, συνδιαλέγεται στο σύνολό του με ουσίες και
αλήθειες που επιμένουμε συχνά να προσπερνάμε βιαστικά ή να αγνοούμε
συνειδητά. Απ’ αυτήν την άποψη, υπαινίσσεται μία εκλεκτική συγγένεια με την άρτια οργανωμένη προβληματική που απασχόλησε επί δεκαετίες τον Γουάλας Στήβενς: μπορούν άραγε όλοι οι άνθρωποι μαζί να πάρουν εκδίκηση για ένα φύλλο που έπεσε το φθινόπωρο; (από τις Ιδέες τάξης, 1935).

 

ΑΚΤΗ ΣΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ

Διηγήματα

ΤΑΚΗΣ ΜΕΝΔΡΑΚΟΣ

ΜΗΠΩΣ, τελικά, θα πρέπει να δεχθούμε ότι η ποίηση είναι η πιο ζηλότυπη απ’ όλες τις τέχνες του λόγου; Μήπως όσοι τη διακονούν, δεν κατορθώνουν
να εξαφανίσουν τα στοιχεία της ποιητικής τους ταυτότητας, όταν τολμήσουν να εκφραστούν με διαφορετικά μέσα;
Είναι η αλήθεια ότι η δύσβατη και επίπονη διαδρομή ενός άξιου λυρικού βίου υποβάλλει το δημιουργό σε μια σειρά από δοκιμασίες: κυριότερες, ίσως, η πύκνωση και η εξαντλητική διύλιση της συγκίνησης. Η πρόσμειξη του αρχικού εξωτερικού ερεθίσματος με ό,τι πιο βαθύ και προσωπικό κρύβει μέσα του ο ποιητής και ακόμα, η οριοθέτηση της εκφραστικής του ανάγκης σ’ ένα χώρο αυστηρά περιορισμένο, με αποτέλεσμα – σε κάποιες περιπτώσεις -να μην υπερβαίνει τις δέκα επτά συλλαβές. Αυτά και πολλά άλλα, εξίσου σημαντικά, διαμορφώνουν ένα τρόπο γραφής που, τις περισσότερες φορές, επιδρά ανασταλτικά στη μεταπήδηση σε άλλο είδος λόγου, χωρίς αυτό να αποκλείει κάποιες εξαιρέσεις, που αφαιρούν από την άποψη το δογματικό της χαρακτήρα.
Μ’ αυτά τα δεδομένα, η αιφνίδια είσοδος της ποιήτριας Δήμητρας X. Χριστοδούλου (Αθήνα, 1953) στην πεζογραφία απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή,
τόσο για μια χωρίς προκαταλήψεις προσέγγιση, όσο και για μια – όσο γίνεται – πιο λογική αποτίμηση του εγχειρήματος της.
Ύστερα από πέντε ποιητικά βιβλία, που καταθέτει σε διάστημα μιας εικοσαετίας, βιβλία που έτυχαν θερμής υποδοχής από την κριτική, η συγγραφέας παρουσιάζει την πρώτη της συλλογή διηγημάτων. Την αποτελούν έντεκα αφηγηματικά κείμενα, έκτασης μιας έως πενήντα επτά σελίδων το καθένα, στεγασμένα κάτω από τον εικαστικής υφής τίτλο «Ακτή στο φως του χειμώνα».
Θα μπορούσε να πει κανείς χωρίς δισταγμό, ότι στα μικρά και μεγάλα αυτά διηγήματα υπάρχει σχεδόν πάντοτε ένα πλέγμα μύθου, όπου ρεαλιστικά στοιχεία έρχονται να ενδυναμώσουν τους αφηγηματικούς ιστούς των. Η αποστολή τους είναι αποκλειστικά και μόνον αυτή, γιατί από κει και πέρα, η
συγγραφέας θα αφεθεί στο επικίνδυνο, αλλά θελκτικό παιχνίδι των αντιθέσεων. Πρώτα απ’ όλα θα χρησιμοποιήσει τη ρεαλιστική αυτή βάση ως-εφαλτήριο, για να εκτινάσσεται σε χώρους του φανταστικού και σε συνέχεια με ένα δεξιοτεχνικό συγκερασμό αυτών των δύο, να περνάει στη σφαίρα του
συμβόλου, με αποτέλεσμα να φθάνει στον αναγνώστη η αίσθηση καταστάσεων και όχι αυτών καθαυτών των γεγονότων που τις προκάλεσαν. Γι’ αυτό επιμένει συχνά περισσότερο στην ανάλυση μιας κίνησης ή μιας χειρονομίας, παρά μιας ολοκληρωμένης πράξης.
Μια δεύτερη αντίθεση επισημαίνεται στο ότι, ενώ χαράζει με την παραμικρή λεπτομέρεια τους χώρους που περιγράφει, δεν κάνει το ίδιο και με τα πρόσωπα που κινεί. Αυτά, τυλιγμένα σε μιαν αχλή, χωρίς σχεδόν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, συντηρούν και τονώνουν την έννοια του συμβόλου.
Αν επιμείνει κανείς στα αίτια μεταπήδησης της συγγραφέως από τον ποιητικό στον πεζό λόγο, θα μπορούσε, ίσως να τα εντοπίσει σε μια προσπάθεια προέκτασης και ανάπτυξης των αφηγηματικών στοιχείων της ποίησής της. Αν η άποψη θεωρείται ανεπαρκής, τότε θα πρέπει να καταφύγει στην κάπως μεταφυσική αντίληψη του Ε. Παπανούτσου: «… Στην ψυχή του αληθινού καλλιτέχνη δεν αποσαφηνίζεται πρώτα το νόημα και ύστερα αρχίζει η αναζήτηση της μορφής, αλλά το αρχικό νεφέλωμα της έμπνευσης περιέχει θολά ακόμη και όμως ενωμένα: ένα «σχεδίασμα» νοήματος μέσα σε ένα
«σχεδίασμα» μορφής. Σύλληψη και εκτέλεση συνανήκουν στην ίδια ψυχική ενέργεια…» (Αισθητική, σελ. 71).
Τέλος, αν δεχθούμε ότι το τελευταίο βιβλίο της Δήμητρας X. Χριστοδούλου δεν ανήκει κατά κανένα τρόπο στην πεζόμορφη ποίηση ή έστω στη λυρική πεζογραφία, θα πρέπει να καταλήξουμε στο ότι αποτελεί ένα άξιο δείγμα – ιδιαίτερα στα λιγοσέλιδα διηγήματα – ποίησης του πεζού λόγου.

 

ΤΟ ΚΥΠΑΡΙΣΣΙ ΤΩΝ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΧΑΤΖΗ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 13/49/1995

Τα θέματα με τα οποία καταπιάνεται στη Πέμπτη κατά συλλογή της η Δήμητρα Χριστοδούλου ξεκίνησαν ουσιαστικό πριν από μια δεκαετία, όταν κυκλοφόρησε το τρίτο τότε Βιβλίο της, υπό τον τίτλο «Χώμα». Εκεί ήταν προφανές ένα τουλάχιστον στοιχείο: η σκηνοθεσία της φύσης από μια πολύ «χαμηλή» οπτική γωνία, από το ύψος μιας σφηνωμένης στο έδαφος θέσης, όπου ο παρατηρητής- αφηγητής ταυτιζόταν με ένα είδος ζωντανού-νεκρού, ο οποίος προέβαλλε τα ερωτήματά του για την ύπαρξη και το θάνατο στο περιβάλλον, μιλώντας μέσα από τις φωνές των οργανικών συστατικών που ένδεια και άβια έστηναν στο Χώμα έναν αρμονικό χορό με τις αναλυτικές έννοιες και το στοχαστικό λόγο, για να καταλήξουν σ’ ένα πένθιμο αλλά υποβλητικό μουσικό σύνολο, που στερέωνε τους στίχους του σε μια καλά χτισμένη σύνθεση και σε μια γερά δουλεμένη γλώσσα. Με ανάλογο τρόπο συνέχισε η Χριστοδούλου και στην Προσευχή του Αναιδούς (1991), συνδέοντας -εύλογο- το θέμα του θανάτου με την αναζήτηση του Θεού, σε μια προοπτική μετριοπαθούς πλην περίπλοκου και εν τέλει διαπεραστικού μηδενισμού.
Με μια τέτοια προϊστορία, το τωρινό Κυπαρίσσι των εργατικών δεν θα πρέπει να μας εκπλήξει, αλλά ούτε και να μας απογοητεύσει. Η Χριστοδούλου χρησιμοποιεί για άλλη μια φορά το οικείο εικονοπλαστικό και συμβολικό- αλληγορικό της υλικό, για να το ανανεώσει εσωτερικά και να οδηγηθεί μέσω αυτής της ανανέωσης σε μια καινούργια θεματική περιοχή, που αναχωνεύει λειτουργικά τα δύο προηγούμενα Βιβλία, αξιοποιώντας τις πιο γόνιμες κατακτήσεις τους. Ο τίτλος θα μας δώσει αμέσως το μέτρο και τον τύπο της σύμπηξης ποιητικού παρελθόντος και παρόντος: το Κυπαρίσσι παραπέμπει στην ακινησία και τον υπαρξιακό εγκλωβισμό του Χώματος- οι εργατικοί αντιπροσωπεύουν το νέο αίμα -μια σαφώς ανθρωπολογική ή κοινωνική διάσταση, που χωρίς να βγαίνει στην πρώτη γραμμή της δραματικής σκηνής των ποιημάτων, είναι πάντοτε παρούσα κατά την εξέλιξή τους, καθορίζοντας τόσο τον τόνο όσο και την κατεύθυνσή τους.
Όλες οι παλαιότερες αναφορές (η θεϊκή έκπτωση, ο ρημαγμένος ατομικός χώρος, η οξεία επίγνωση της φθοράς, ο ανεκπλήρωτος πόθος για μια βαθιά και ελεύθερη αναπνοή ή η μελαγχολική εξοικείωση με την έλλειψη οιουδήποτε ζωτικού πόρου) έρχονται ξανά στην επιφάνεια, για να τοποθετηθούν σ’ ένα πλαίσιο το οποίο μας δείχνει ότι τίποτε ως τώρα δεν έγινε αδιάφορα ή τυχαία. Η συνθήκη του ψυχικού εξανδραποδισμού που προσδιόρισε το Χώμα και την Προσευχή του Αναιδούς αποκτά εν προκειμένω μια σχεδόν αντικειμενική υπόσταση, αφού μεταφέρεται (και εγκαθίσταται) σ’ ένα συλλογικό σώμα,
που παραδίδεται αδύναμο και ανυπεράσπιστο σ’ ένα θανατηφόρο πεδίο
βολής, έχοντας χάσει εκ των προτέρων κάθε παιχνίδι. Παιχνίδι που θα
ανασταλεί όχι ανάμεσα σε εκκωφαντικές κραυγές και μεγαλόστομες
διαμαρτυρίες, αλλά στην κόψη μιας απατηλής (οιονεί προδοτικής) ανθοφορίας: Όλη τούτη την ατέλειωτη άνοιξη/ Θ’ ακούς τη Βοή της χλόης/Που όλο κυλάει στην πλαγιά και ξετυλίγει/ Τα ρείκια, τα νερά, τα Βελάσματα./ Λεία και δροσερή περνά σαν φόρεμα/ Πάνω από το σώμα μιας μικρής κοπέλας/ Την ώρα που τραβάει ο κατάδικος/ Τη μαχαιριά στο λαιμό της./Το αίμα κυλάει ως το καλοκαίρι./ Ψοφάνε από το θειάφι του τα χόρτα/ Και σέρνει εδώ κι εκεί ξέφτια απ’ το ρούχο της/ Ένας απαρηγόρητος ήλιος./Μα όταν οι πρώτες Βροχές/ Θ’ αρχίσουνε το σάρωμα των φύλλων/ Όταν δέσουν σταφύλια και κάστανα/ Κι όταν, φτυαριές φτυαριές, ο χειμώνας/ Σκεπάσει ως και στη φωλιά τους τ’ αετόπουλα/ Κουκουλωμένη κάτω από το χιόνι/ Πάλι βαριά θ’ αναστενάζει η χλόη/Για ένα πέρασμα με πόνο θερμό/ Πάνω από τ’ απαλά της στήθη/ Για ένα τύλιγμα γύρω από τη μέση της/ Για μια λιγόζωη χλιδή.
Η συλλογή μοιράζεται, σχεδόν εξίσου, σε στιχόμορφα και αφηγηματικά
μέρη (σύντομα σύνολα με στοιχειώδη πλοκή και δράση), τα οποία δένουν
σωστά μεταξύ τους, χωρίς να δυσκολεύουν ποτέ τον αναγνώστη στα «περάσματα». Η δύναμη, πάντως, της Χριστοδούλου αναβρύζει κυρίως από
το στίχο, όπου στις καλύτερες ώρες της μας προσφέρει κυριολεκτικώς
κομψοτεχνήματα.

 

ΤΑΚΗΣ ΜΕΝΔΡΑΚΟΣ

Σε άλλους χώρους μας ξεναγεί η Δήμητρα Χριστοδούλου με την πέμπτη συλλογή της «Το κυπαρίσσι των εργατικών». Τα σαράντα τέσσερα ποιήματα που τη συνθέτουν – κάποια από αυτά πεζόμορφα – δικαιώνουν ακόμα μια φορά τις αισιόδοξες προσδοκίες του αναγνωστικού της κοινού. Παρόλο που ο θεματικός κύκλος της ποιήτριας δεν παρουσίασε έως σήμερα ίχνος στατικότητας, κάποια αόρατα νήματα συνδέουν διακριτικά τους τελευταίους σταθμούς της πορείας της. Το γήινο στοιχείο επικρατεί κυριαρχικά πάνω στους υπαρξιακούς προβληματισμούς της, με αποτέλεσμα η κάθε εικόνα του άμεσου ή έμμεσου περίγυρου της να μην περιορίζεται στο σκηνογραφικό της ρόλο, αλλά να συμπράττει και να δίνει ένταση στους κραδασμούς της ανθρώπινης αγωνίας.
Έτσι, η ανθρωποκεντρική αυτή ποίηση κατορθώνει να αποκτήσει μια πολυεπίπεδη μορφή, αποκαλύπτοντας ταυτόχρονα την ιδιαίτερη υφή των
οραματισμών της δημιουργού. Αλλά η μεγαλύτερη ίσως αρετή της ποιήτριας εδράζεται στην ικανότητα, να μην αφήνει ανεξέλεγκτη τη συγκινησιακή της
φόρτιση. Θέματα όπως η φθορά ο θάνατος, οι καθημερινές ή και οι μεταφυσικές ακόμα αγωνίες, διυλίζονται εξαντλητικά, έτσι ώστε μόνο η υποψία της οσμής των να φθάνει στην αντίληψή μας.
Η Δήμητρα Χριστοδούλου με «Το κυπαρίσσι των εργατικών» έρχεται να αποδείξει πάλι πόσο γόνιμα μπορεί να χρησιμοποιεί το παιχνίδι των αντιθέσεων: τον πλούτο των λέξεων απαλλαγμένο από λεξιθηρίες, την αρμονική σύζευξη παραδοσιακών στοιχείων με τον μοντερνισμό, τη λειτουργία
των συμβόλων που δεν μετατρέπονται σε αυτοσκοπό, την επίμονη επεξεργασία της μορφής του, όμως, δεν αφαιρεί τη δροσιά και τη ζωντάνια του αρχικού πηγαίου ερεθίσματος. Τέλος είναι βέβαιο πια ότι η ποιήτρια
σε κάθε καινούργιο βήμα χρησιμοποιεί την πείρα των έως τώρα κατακτήσεών της και ίσως εκεί να οφείλεται η σταθερά ανοδική της πορεία.

 

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΙΔΕΕΣ

Η Λογοτεχνία μας με μικρές διακυμάνσεις

Η καμπύλη την οποία διέγραψε η λογοτεχνία μας από τον Οκτώβριο του ’94 μέχρι και τον περασμένο Αύγουστο δεν παρουσιάζει σημαντικές ή έστω ευδιάκριτες διακυμάνσεις. Αν, πάντως, πρέπει να την αποδώσουμε οπωσδήποτε με μια συνοπτική εικόνα, τότε στις ανοδικές της γραμμές θα βρούμε ορισμένα καλά μυθιστορήματα ή διηγήματα, ενώ στην καθοδική της διαδρομή θα δούμε τον τρόπο με τον οποίο απέτυχαν να αναζωογονηθούν κάποιοι από τους νεότερους ποιητές.

Από τους ποιητές της μεσαίας γενιάς αισθητά ξεχώρισε η Δήμητρα Χριστοδούλου με το Κυπαρίσσι των εργατικών, όπου ανανέωσε εύρυθμα την πένθιμη μουσική της, προσθέτοντας στη δουλειά της κι ένα κοινωνικό ή συλλογικό στοιχείο, που φώτισε εκ των ένδον τις προηγούμενες υπαρξιακές αναζητήσεις της και έδωσε στη γλώσσα της δραματικό βάθος και ουσία.

 

Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΑΝΑΙΔΟΥΣ

ΤΑΚΗΣ ΜΕΝΔΡΑΚΟΣ

ΓΡΑΜΜΑΤΑ-ΙΔΕΕΣ 1995

Ο γυναικείος λυρικός λόγος

Με τη Δήμητρα Χριστοδούλου κλείνει ο κύκλος των ποιητριών, που παρουσιάζουν το έργο τους στη δεκαετία του 70. Εμφανίζεται στα γράμματα το 1974 με τη συλλογή «Τα άλογα του Μυροβλήτου» και έως σήμερα
έχει δώσει άλλα τέσσερα ποιητικά βιβλία, όπου στο καθένα γίνεται όλο και πιο φανερή η ανέλιξή της και η βελτίωση των εκφραστικών της μέσων. Ακόμα, φαίνεται να εγκαταλείπει τη χαρακτηριστική για τη δεκαετία
«αμφισβήτηση» και να στρέφεται σε άλλα θέματα. Χρησιμοποιεί τα βιώματά της και τον γήινο και σκληρό κόσμο που την περιβάλλει σαν βάση, για να απογειωθεί προς το ονειρικό κι εκεί, χαμένη μέσα στην αχλύ του,
ανακαλεί την πραγματικότητα. Στην τέταρτη συλλογή της «Η προσευχή του αναιδούς», που αναδεικνύει ακόμα περισσότερο τις ποιητικές της αρετές, αντιδρά στην υπαρξιακή αγωνία, όχι με την κατάρριψη των συμβόλων, αλλά καλώντας με τρυφερότητα και με ιδιαίτερα λεπτυσμένη ευαισθησία τη θεία παρουσία να εγκαταλείψει την υπεροψία της, να δει από κοντά την ανθρώπινη περιπέτεια και να σηκώσει κι εκείνη ένα μέρος από το βάρος της οδύνης. Ακόμα πιο γήινη στο τελευταίο βιβλίο της, που μόλις κυκλοφόρησε με τίτλο
«Το κυπαρίσσι των εργατικών» (εκδ. Καστανιώτη, 1995) αφιερώνει τα σαράντα τέσσερα ποικιλόμορφα ποιήματά της στον ανθρώπινο μόχθο, αποδεικνύοντας πώς ένα τόσο σοβαρό αλλά κοινό θέμα μπορεί, βαπτισμένο στα νάματα μιας γνήσιας ποίησης, να δώσει ένα πραγματικά αξιοζήλευτο αισθητικό αποτέλεσμα.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ

το σταθερό αίτημα της αποκατάστασης των πάντων

Η «Προσευχή του Αναιδούς» είναι η τέταρτη συλλογή της ολιγογράφου αλλά ουσιαστικής ποιήτριας Δήμητρας X. Χριστοδούλου. Προηγήθηκαν «Τα Άλογα του Μυροβλήτου» το 1974, η «Ηγησώ» το 1979 και το «Χώμα» το 1985.
Η «Προσευχή του αναιδούς» απαρτίζεται από δύο μέρη. Το πρώτο, που επιγράφεται «Ορυχείο», περιέχει είκοσι έξι ποιήματα, ενώ το δεύτερο, που έδωσε τον τίτλο του στη συλλογή, περιλαμβάνει μόνο ένα εκτενές ποίημα
472 στίχων.
Η υπερρεαλιστική καταγωγή του βιβλίου είναι εμφανής: τα πράγματα είτε εξισώνονται με τα πρόσωπα είτε επιβάλλονται σ’ αυτά, η μετονομασία του χώρου είναι συστηματική και ασίγαστη. 0 λόγος, υποβλητικός και παρηγορητικός ταυτόχρονα, είναι ο ξανακερδισμένος παράδεισος του εγώ.
Τα διαυγή τοπία που ανοίγονται διακριτικά μπροστά μας, από τους πρώτους κιόλας στίχους της συλλογής, προέρχονται από ένα σαφώς δικαιότερο κόσμο, αισθητικά ανώτερο, που θέλει να τον περιηγηθούμε – και να τον κατοικήσουμε χωρίς φόβο. Το ποιητικό πρόσωπο ξέρει πώς να δικαιώνει, χωρίς αναστολές, μέσα από τις περιπέτειες και τα πάθη του την αληθινή του φύση:

«Κάτω από τα τιποτένια τούτα ρούχα/Το κορμί γυρεύει το κορμί/
Οι φίλοι ψάχνουνε τους φίλους/Τα σπίτια γίνονται τιμημένα./Ακόμη
κι ένας νεκρός μπορεί ν’ αγαπήσει/Και να πάρει το πουκάμισό του
φωτιά./Αυτή η μαύρη άθλια σάρκα/Ψέματα πως είναι δική μας./
Δικό μας είναι αυτό που αξίζουμε./Όχι αυτά τα βρώμικα νομίσματα./
Όχι το φάντασμα του κυβερνήτη./Θα ‘ρθει απ’ τ’ ορυχείο ένα ποτάμι/
Και μέσα θα κυλάει η μολυβόσκονη/Και θα φτάσει σ’ ένα σπίτι από ξύλο/
Και μέσα κει θα ‘χει αναμμένη φωτιά./Πάνω απ’ τη στέγη θα πηγαινοέρχονται τ’ άστρα. /Το ντέφι τους θ’ ακούγεται καθαρά./Ποιος ξέχασε την παγερή τους φρεσκάδα;/Ποιος τα είπε τάφο του νερού; […] Πιο ταπεινός απ’ τη χαρά είν’ ο θάνατος./Λίγο κρατάει, ενώ εκείνη αιώνια».
(απόσπασμα από το ποίημα «Ορυχείο», σελ. 12 επ.)

Η ενότητα «Ορυχείο» προεκτείνει, μεταξύ των άλλων, την προσωπική μυθολογία της ποιήτριας, αναπλάθοντας ή σχολιάζοντας μερικά συγγενικά ποιήματα από το «Χώμα», όπως είναι φερ» ειπείν οι «Κύβοι», η «Βάπτιση» και η «Άμμος». Η καθαρότητα των περιγραφών, η πηγαία ευγένεια των μεταφορών, οι ισόρροπες αναπτύξεις του κυρίου θέματος και των παραλλαγών του και η αμεσότητα γενικότερα των ποιητικών αποδόσεων χαρακτηρίζουν την ποίηση αυτή που γνωρίζει πώς να ανανεώνεται χωρίς να
χάνει τα πρωταρχικά της συστατικά, εκείνα ακριβώς που την έκαναν να ξεχωρίσει γρήγορα μέσα απ’ ό,τι γραφόταν στις αρχές της δεκαετίας του ’70.
Το πνευματικό φορτίο δεν επιβαρύνει δυσανάλογα τις εκφορές
του λόγου. Ιδίως στην πολύστιχη «Προσευχή του αναιδούς», που
αποτελεί μία κατά πολύ διευρυμένη μορφή των «θεολογικών» ποιημάτων
του «Χώματος» – όπως για παράδειγμα είναι ο διπλός «Στοχασμός του Αγιογράφου» – η αυτοελεγχόμενη τεχνική της Δήμητρας X. Χριστοδούλου επιτελεί υποδειγματικά το έργο της. Γι’ αυτό κι ένα τόσο απαιτητικό θέμα όπως είναι η αμφισβήτηση των ηθικών εξαναγκασμών και των υποχρεώσεων που επιβάλλει το ανελαστικό δόγμα στον πιστό, χωρίς όμως και να εκθειάζεται η απόρριψη της σχέσης με το θείο, δεν κινδυνεύει στα χέρια της
ποιήτριας να γίνει μία ακόμη φιλόδοξη μπαρόκ σύνθεση που αστοχεί συνεχώς. Ο «ασεβής» που είναι τελικά ο ευσεβής, που αφήνει τη φύση να μιλήσει ανοιχτά στο Θεό, έχει με το μέρος του τα εκφραστικά μέσα της Δήμητρας X. Χριστοδούλου: το θεολογικό σταυρόλεξο λύνεται με μουσική που υπερβαίνει τις εγγενείς δυσκολίες του εγχειρήματος.
Εκεί όπου μπορούν να συνυπάρξουν τα αίτια και τα αιτιατά της
αναλυτικής μας σκέψης με τις παρορμητικές εκδηλώσεις ενός ανυπότακτου θυμικού, εκεί όπου συμφιλιώνονται οριστικά οι φόβοι με τις ελπίδες μας, η απογοήτευση με το θάρρος, εκεί παράγεται η συναινετική ποίηση της Δήμητρας X. Χριστοδούλου:

«Έλα, καρδιά μου, να προσευχηθούμε./Πού; Στο ζεστό μας κορμί./
Δεν κουράστηκε, δεν είπε φτάνει./Έρχεται μπάρα. Τα πουλιά ταράζονται./
Οι κρωξιές τους μυρίζουν νερό./Να ’χα μια θέση μες στο σπίτι σας./
Τα μάτια μου κλαίνε για σας./Περνάν τα φύλλα, τα τρελά κοπάδια τους./
Πίσω μένουν τα κλαριά./Το κάθε ορατό σιγοφέγγει/Μες στην κρυφή του
χρήση ακέραιο,/Μες στον προορισμό του φιλικό./Ποια πόρτα θα μ ’ αφήσει απ’ έξω,/Ποιο παιδί δε θα τρέξει στα πόδια μου…/Εγώ θα του πω: αυτά είναι
τα βουνά./Αυτά τα σπίτια./Εκεί κάτω φουσκώνει η θάλασσα./Ποιος φθονεί το θερμό αεράκι/Που μέσα μας μπαινοβγαίνει για να μιλούμε;/Ήρθα να μείνω. Σφίγγομαι στο ρούχο μου./Λοιπόν, ας με δεξιωθεί το χιόνι».
(από τον «Επισκέπτη», σελ. 21)

Αφαιρώντας με προσοχή από τα τοπία που μας περιβάλλουν τα χρόνια ιζήματα και τη σκουριά τους, η ποιήτρια φωτίζει σταθερά μερικές άσημες πλευρές τους για να ανακαλύψει εκεί, τελικά, τις αληθινές εικόνες. Η παραμυθία των εύστοχων επιθέτων της Δήμητρας X. Χριστοδούλου, οι ανεπιτήδευτοι λεκτικοί σχηματισμοί, τα πράα ουσιαστικά της, τα νυχτοπούλια, οι κύκνοι, οι σπίνοι, οι καλογιάννοι, οι γλάροι, οι κορυδαλλοί, τ’ αγριοπερίστερα που φωλιάζουν στους στίχους της, θέλουν να μας βεβαιώσουν ότι ο κατακερματισμός αυτής της ζωής δεν μπορεί να είναι τελεσίδικος, ότι είναι στο χέρι μας να μαζέψουμε ξανά τα σπαταλημένα αποθέματα του βίου μας και να δούμε τα πράγματα από την αρχή.
Η «Προσευχή του αναιδούς» είναι η τόλμη και η εγκαρτέρηση που
μας αρμόζει.

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΤΙΛΗΣ

ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ

ΜΕ ΤΗΝ Προσευχή του αναιδούς, το τέταρτο ποιητικό της βιβλίο, η Δ.Χ.
κατορθώνει να συγκεράσει και να προαγάγει σε μεστή ποιητική μορφή
μια σειρά χαρακτηριστικών στοιχείων που διέκριναν — άλλοτε με μεγαλύτερη
και άλλοτε με μικρότερη επιτυχία — τις προηγούμενες συλλογές της. Είναι αλήθεια η ποιήτρια απέχει τώρα πολύ από την πρώτη της ποιητική συλλογή, Τα άλογα του μυροβλήτου (1974), με τον ανεπιτυχή — κατά την γνώμη μου —
υπερρεαλιστικό προσανατολισμό της. Ήδη, όμως, διαπιστώνουμε εκεί μια
χαρακτηριστική μουσική διάθεση και έντονη κλίση προς την έκφραση χοϊκών
και γενικότερα φυσικών στοιχείων που έκτοτε δεν εγκατέλειψε την ποιήτρια
ποτέ. Η Ηγησώ (1979), το δεύτερό της βιβλίο, μοιάζει σαν άσκηση συνειδητής αντιστροφής η αποκήρυξης των μειονεκτημάτων της πρώτης. Το ανεξέλεγκτο ροϊκό κύμα των υπερρεαλιστικών μεταφορών, την λεξική —- σε καθαρεύουσα γλωσσική απόχρωση — λαγνεία έρχεται να αντικαταστήσει γλώσσα μεγαλύτερης ακρίβειας. όπου σε σφιχτή ολιγόστιχη φόρμα κατορθώνεται συχνά η εξισορρόπηση νοήματος, μουσικής και συγκίνησης. ’Εδώ, πιστεύω, εντοπίζεται και η γέννηση αυτού του ιδιαίτερου ποιητικού τόνου, μια στάση της φωνής στην εκφορά του λόγου που είναι συνάμα και στάση ψυχική, από τον όποιο κυριαρχείται πλέον το τελευταίο της βιβλίο. Τον ακούμε με ευκρίνεια από τον πρώτο κιόλας στίχο του τέταρτου ποιήματος της Ηγησούς: Πέθανε χρεωμένος, ναι, στην αγάπη της/Τα στρογγυλά της στήθη βουερά τραγουδούσαν / Σαν θηρία κύματα που τα καράβια / Με το φορτίο του καφέ και της μπανάνας / Τσακίζουν πρώτα σε κατάκορφα βράχια / Και τα ρουφούν μετά ξύλο-ξύλο. («Είπε ο Γέρος»),
Στο Χώμα (1984), την τρίτη της ποιητική συλλογή, όπου μικρότερες φόρμες εναλλάσσονται με μεγαλύτερες, ποιήματα σε στίχο με ποιήματα σε πρόζα, θα δούμε, υπό τον τίτλο «Μπαλάντα για τους μελλόνυμφους», την πρώτη από εκείνες τις συνθέσεις που στο τελευταίο βιβλίο της Δ.Χ. μας έδωσαν εξαιρετικούς καρπούς και που η ποιήτρια τιτλοφορεί — με εσωτερικά πρωτίστως κριτήρια — «Μπαλάντες». Θα δούμε, επίσης, εντονότερη και πιο οργανωμένη την παρουσία ενός αγροτικού παραμυθικού χώρου, πραγματικά πρωτόφαντου (όσο και απρόσμενου) σε εργασίες ποιητών της γενιάς της.
Όμως κι εδώ το ποιητικό αποτέλεσμα μοιάζει να υπολείπεται από τις ποιητικές δυνατότητες. Σαν να κατασκευάστηκε το όργανο, να εντοπίστηκε ο
σωστός τόνος αλλ’ όχι ακόμη το σωστό τραγούδι.
Η προσευχή του αναιδούς είναι η ώριμη συγχώνευση όλων αυτών των
ποιητικών υποσχέσεων και μιας λυρικής ιδιοσυγκρασίας (με ιδιαίτερη έφεση στην εκστατική επίκληση) γύρω από ένα συγκεκριμένο θέμα: το πρόβλημα
της θεοδικίας, δηλαδή του ζητήματος της δικαίωσης του κακού στον κόσμο.
Η λέξη «θέμα» ωστόσο αδικεί την ποιήτρια, καθώς δεν έχουμε μπροστά
μας μια φιλοσοφική πραγματεία αλλά μια εκ βαθέων ποιητική υπεράσπιση
ενός υπέροχου αισθήματος για τη ζωή μπροστά στην απουσία ενός προφανούς μεταφυσικού θεμελίου η ενός υπέρτερου θεϊκού νοήματος:
Πάμε ψυχή μου και χωρίς ψυχή. / Χωρίς νόημα περνάει ο ουρανός [)
η άλλου: (] Και κλαίω. Δάκρυα φέρνει το μεθύσι. / Λένε πως κάνει το σφυγμό να δίνει / Επίμονο σήμα προς το ελάχιστο / Κι από το πέτρινο αυτό πεζούλι να κινάνε / Σιγά σιγά, σαν πρόβατα, τα σπίτια / Πίσω) από, ποιος ξέρει ποιανού, την άδεια κάπα. []
Εντούτοις, η ποίηση αυτή δεν έχει τίποτα το εωσφορικό. Ο «άσεβής»,
όπως ορθά επισημαίνει ο Γιώργος Βέης1 , είναι «τελικά ο ευσεβής, που
αφήνει τη φύση να μιλήσει ανοιχτά στο Θεό».
Η φύση αυτή εμφανίζεται διαρκώς σαν ένα θαύμα. Τα ζώα, τα ψάρια, τα πουλιά, τα δέντρα, τα νερά, τα σύννεφα, οι άνθρωποι – όλα παρουσιάζονται
εμψυχωμένα να μιλούν εκστατικά μέσα σ’ ένα μεγάλο κυκλικό παραμύθι (κι
είναι γεμάτη η ποίηση αυτή από τα παραδοσιακά στοιχεία του παραμυθιού: τον μύθο, τον διάλογο, την επανάληψη, την εμψύχωση, την επίκληση).
Όλη η δημιουργία εμφανίζεται ανώτερη του τεμπέλη δημιουργού της. Το
θαύμα ενός ανάξιου Θεού:
[ ] Δοκίμασες, λεν οι παραβολές, έναν πατέρα / Ζητώντας το παλικαράκι του. / Κι εκείνος πήγε με φτερά στο βουνό /Κι εσύ του κράτησες το χέρι. / Ούτε μια τρίχα από τον ‘Ισαάκ δε θα σου ‘δινα. /Το σκύλο μου θ’ αμόλαγα / Πίσω απ’ το φοβερό άγγελό σου. / θα ‘κρυβα του παιδιού το πρόσωπο, μη δει [].
Το κακό μένει ανεκδίκητο στον κόσμο, και μόνο τα θερμά δάκρυα των
ανυπεράσπιστων πλασμάτων φαίνονται ικανά να το ξορκίσουν:
|] Αχ, πλατεία… πλατεία… / Ένα κουμπί απ ’ το σακάκι / Ανθρώπου που
τον σύραν και τον ξέσκισαν. / Και πια το σπίτι του δεν τον ξανάδε. / Εσύ.
Κύριε, δεν ήσουν εκεί. Το ένα το παπούτσι του παιδιού / Που έτρεξε μα
δε γλίτωσε. / Και τώρα θέλει όλα να τα πει / Και κλαίει δε σε νιώθει με το
μέρος του [].
Το ποιητικό τάλαντο της Δ.Χ. βρίσκει σ’ αυτό το βιβλίο μια ανώτερη
κλήση, έναν βαθύτερο προορισμό. Με εικόνες όπως αυτή: «Στέκεται ο χωρικός με το τσεκούρι/Κι ακούει το κλάμα ενός γιγάντιου ψαριού. / Όμοια κι ο χρόνος / Ανοίγει με τη λυπημένη του ούρα γούβα / Και πάλι του τηνε σκεπάζει το νερό», κάνει κατανυκτική προσευχή τον ποιητικό λόγο που έρχεται θαυματουργικά αυτόκλητος, χωρίς γνωστή θρησκεία ευλαβικός, να «σώσει τα φαινόμενα», να δεηθεί και να παρηγορήσει τον κουρασμένο, τον δίχως αγάπη. τον ματαιωμένο, τον ασήμαντο λογιστή, τον νεαρό βοηθό του γραφείου και την μικρή υπάλληλο του υφασματάδικου, να αντιστρέψει — τέλος — με την ευγένεια του αισθήματος την μοιραία κλεψύδρα: Κι ο σκύλος, άκρη
άκρη στο λιμάνι, / τον αφέντη του θα ξαναδεί και θα ζήσει [].
Στην «Μπαλάντα του καταδικασμένου», η Δ.Χ. ξαναπιάνει το μοτίβο του νεαρού φυλακισμένου’ που είχε πρωτοδοκιμάσει, με άλλα ποιητικά μέσα,
στην ποιητική πρόζα «Σταθερά επί τα ίχνη» της προηγούμενης συλλογής. Μια απλή αντιπαραβολή των δύο κειμένων μπορεί να μας πείσει αμέσως για τον δρόμο που έχει εντωμεταξύ κερδηθεί. Πρόκειται για ένα πολύ όμορφο ποίημα που ως προς τη γνησιότητα του αισθήματος και την μεγάλη συμπαθητική δύναμη που αναπτύσσει προς την παράλογη συντριβή μιας ζωής στο άνθισμα της, θα άξιζε να υπομνηματίσει την υπέροχη «Μπαλάντα της φυλακής του Ρήτινγκ» του Ούάιλντ.
Όμως το ποιητικό κατόρθωμα είναι της Δ.Χ. Η παραμυθητική δύναμη των
στίχων της στηρίζεται γενικότερα σε μια ρηματική απλότητα που στοιχεί
απολύτως σε μια ψυχική άφεση και ταπείνωση του εγώ (συμπεριλαμβανομένου και του ποιητικού) για την όποια τα φιλολογικά άλλοθι δεν είναι ποτέ αρκετά: Έτσι ακούμε στο « Τραγούδι για κουβάρι και φωνή»:
[] Και που δε βρήκαμε πολλά, αυτός δεν είναι /Λόγος να ζούμε με τα λίγα. /
Κάτω απ’ τον άπληστο ουρανό / Γιατί να ντρέπομαι και να φοβάμαι; / Με τα
πολλά που τόλμησα να φανταστώ /Πηγαίνω /Και που είναι /— Σαν να τα
έχω αξιωθεί — Μεγάλα. []
Θα πρέπει να σημειωθεί, ωστόσο, πως η συλλογή κατορθώνεται χεδόν
αποκλειστικά στην πρώτη και μεγαλύτερη ενότητά της (από είκοσι έξι ποιήματα) που τιτλοφορείται «’Ορυχείο». Η δεύτερη ενότητα, «Η προσευχή του αναιδούς», που δίνει και το όνομα στη συλλογή και αποτελεί μονάχη της μια πολύστιχη σύνθεση δεκαεφτά σελίδων υστερεί σημαντικά. Αν εξαιρέσει κανείς την υποενότητα «Κύριε, θα σου πω μιαν ιστορία…», ο ρυθμός χαλαρώνει εντυπωσιακά, ο λόγος γίνεται περισσά αφηγηματικός, και κοντά
σ’ αυτό οι εικόνες ωχραίνουν, ενώ η φωνή χάνει σε μεγάλο βαθμό την τόσο χαρακτηριστική στο πρώτο μέρος παραμυθητική της πειθώ. Όμως το ποιητικό όφελος από το πρώτο μέρος, αυτή τη δεύτερη ενότητα την υπερβαίνει αποφασιστικά.
ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ της Δ.Χ. συνιστά ένα παράδοξο. Το απαρηγόρητο αίσθημα
του ανεκδίκητου κακού που χλευάζει την ανυπεράσπιστη αγνότητα και ομορφιά δεν οδηγεί το ποίημα στη μηδενιστική βλασφημία ή στην αρνητική μεταφυσική – κατά τα μεγάλα ευρωπαϊκά πρότυπα του περιώνυμου μαρκησίου ή του Νίτσε. ’Αντίθετα στρέφεται προς έναν κατανυκτικό γεμάτο ηδύτητα και ταπείνωση λόγο, εκστατικό μπροστά στο μυστηριακό και ανεπανάληπτο θαύμα της ζωής. Έτσι η ποίηση αυτή εκβάλλει από ένα δικό της, απάτητο μέχρι στιγμής μονοπάτι, σ’ αυτό το σπάνιο είδος καταφατικής (δηλαδή βαθύτερα παραμυθητικής και υπεραναπληρωτικής) ποίησης στον τόπο μας, όπως αυτό ορίζεται από λίγους αυθεντικούς ποιητές. (Και για να μην πάρεξηγηθώ, τονίζω τα ρήματα: εκβάλλει, δεν την ορίζει). Ειδικότερα, κατά την
εντύπωση μου, το βιβλίο αυτό μοιάζει να υπαινίσσεται ως είδος μια περίεργη
σύνθεση του ύστερου Λειβαδίτη με τον Παπατσώνη.
Χωρίς φόβο, μήπως διαπράξω — κι εγώ — «κριτική βλασφημία», θα πω πως αν αυτή η βολεμένη και μάλλον μέτρια στο σύνολό της γενιά, η «γενιά
του ’70», έδωσε μερικά καλά βιβλία, το βιβλίο της Δ.Χ., για την αίσθησή μου,
δικαιούται να είναι ένα από αυτά. Ίσως ένα από τα καλύτερα Δεν θα πω,
όπως συνηθίζεται στις μέρες μας, ότι είναι το καλύτερο βιβλίο… εβδομήντα-
πέντε σελίδων των τελευταίων πενήντα χρόνων. Ούτε ότι θα ήταν το ένα από
τα τρία βιβλία που θα έπαιρνα μαζί μου στην… κόλαση. Ούτε, επίσης, πιάνοντας αγκαζέ τον Χρόνο, πως θα διαβάζεται ακόμη μετά από δέκα η
έστω και πέντε χρόνια. ’Αρκεί ότι το διαβάζω σήμερα με συγκίνηση και κατάνυξη που νικά τον έλεγχο μου.

1 «Το σταθερό αίτημα της αποκατάστασης των πάντων», περ. Διαβάζω,
αρ. 285, 15/4/92, σελ. 128.

 

ΤΑΚΗΣ ΜΕΝΔΡΑΚΟΣ

Μια προσευχή αλλοιώτικη

ΜΕΣΑ σε μια υπεραφθονία συλλογών, στις οποίες εντελώς ετερόκλητα στοιχεία επιχειρούν μάταια να προσκολληθούν σε ό,τι άξιο τείνει να διαμορφώσει το ποιητικό σώμα των τελευταίων χρόνων, στις οποίες οι (ήκιστα ποιητικοί) παφλασμοί έρχονται να υποκαταστήσουν τον ποιητικό λόγο, «Η προσευχή του αναιδούς» της Δήμητρας X. Χριστοδούλου αποτελεί μια πραγματική όαση.
Κλείνοντας, μαζί με τρεις – τέσσερις άλλους – σχεδόν συνομήλικούς της – ποιητές, τον κύκλο της λεγάμενης γενιάς του ’70, η Δήμητρα Χριστοδούλου (γεννήθηκε στην Αθήνα το 1953) πρωτοεμφανίζεται το 1974 με την ιδιωτικής έκδοσης συλλογή «Τα άλογα του Μυροβλήτου» και το 1979 καταθέτει μια δεύτερη, την «Ηγησώ». Από τα πρώτα της ακόμα βήματα η
ποιήτρια αφήνει να διαφανεί ότι τόσο η θεματική της όσο και τα εκφραστικά
μέσα που χρησιμοποιεί για να την επενδύσει τη διαφοροποιούν από τους
υπόλοιπους – κυρίως τους πρώτους – ποιητές της δεκαετίας, κάτι που γίνεται πιο φανερό στο τρίτο βιβλίο της, που κάτω από τον τίτλο «Χώμα» κυκλοφορείτο 1985. Παράδειγμα: παρόλο που ο θάνατος είναι θέμα ιδιαίτερα
προσφιλές ακόμα και στους πολύ νέους ποιητές στη Χριστοδούλου παίρνει άλλες διαστάσεις και κρατάει μια ιδιαιτερότητα. Κοντά στο φάσμα του, που διακριτικά υποδηλώνεται, υπάρχει ένας καταιγισμός εικόνων, που τονίζει μια χυμώδη γονιμότητα. Αλλά και οι μορφολογικές δοκιμές, μέσα στην ποικιλία τους, δείχνουν την ανησυχία της ποιήτριας που, τις περισσότερες φορές, την οδηγεί σε ένα ευτυχισμένο αποτέλεσμα.
Έξι χρόνια μετά την τρίτη συλλογή, με την «Προσευχή του αναιδούς»
έρχεται να δικαιώσει τις προσδοκίες του αναγνωστικού της κοινού. Έχοντας επιτύχει σημαντικές κατακτήσεις στο χώρο της τεχνικής και διευρύνοντας την εποπτική της ενόραση, δεν ανεβαίνει αλλά διασκελίζει αναβαθμούς αξιοσημείωτης ποιότητας.
Η Δ. Χριστοδούλου χωρίζει τη συλλογή της σε δύο μέρη: Είκοσι έξι ποιήματα, τα περισσότερα πολύστιχα και όχι της ίδιας στάθμης, συνθέτουν την
πρώτη ενότητα, ενώ τη δεύτερη αποτελεί μια μεγαλύτερη σύνθεση, που δίνει όχι μόνον τον τίτλο αλλά και το βάρος σε ολόκληρο το βιβλίο. Φλέβες
λεπτότατες και σχεδόν αδιόρατες από την ποιητική μας παράδοση διακλαδίζονται, συμπλέκονται και αφομοιώνονται γόνιμα μέσα σε στοιχεία συμβολισμού και υπερρεαλισμού, για να δώσουν τελικά στο ποιητικό αυτό κείμενο………..

δεν υπάρχει η πληθώρα των εικόνων, αλλά η επιλεγμένη εικόνα και λέξη, με
το ειδικό τους βάρος, πασχίζουν – και συχνά πετυχαίνουν – να φέρουν με
λιτά μέσα το αισθητικό και συγκινησιακό αποτέλεσμα.
Αλλά ο μετασχηματισμός γίνεται ορατός και στο βιωματικό και ιδεολογικό υπόβαθρο αυτής της ποίησης. Παρόλο που με τον τίτλο «Χώμα» της προηγούμενης συλλογής της η ποιήτρια προϊδεάζει τον αναγνώστη για το
γήινο στοιχείο που κυριαρχεί στο κείμενο, στην «Προσευχή του αναιδούς»
στρέφεται σε ακόμα πιο γήινους και υπαρξιακούς προβληματισμούς. Εδώ,
ακόμα και η θεία παρουσία καλείται……

ουράνιας εξουσίας και να μοιραστεί το ανθρώπινο άλγος. Σε αντιδιαστολή με
την «Προσευχή του ταπεινού», μια διαμαρτυρία υψώνεται, μεστή από
κούραση και πικρία, αλλά απαλλαγμένη από τις μεγαλοστομίες και τις
κραυγές της κοινωνικής κριτικής μια διαμαρτυρία έντονα χαραγμένη, που
όμως δεν απαρνιέται τίποτα από την ποιητική της ταυτότητα:
«…Δε θέλω, Κύριε, μπροστά σου
Σαν μέθυσος να ‘ρθω, μα σαν πουλάκι
Που οι τρίλιες του τον ύπνο σου ενοχλούν
Κι έχει το φάλτσο του εμποδίσει
Πίσω να γείρει
Η λευκή σου κεφαλή.

 

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 6/5/1992

Ο φθόνος των θεών

ΤΙ ΑΠΟΜΕΝΕΙ άραγε από το εν μέρει οργίλο και εν μέρει αμήχανο
πνεύμα, το οποίο έθρεψε κάποιες νέες καλλιτεχνικές παρουσίες στις αρχές του ’70 και δημιούργησε έναν κριτικό λόγο που κόντεψε να γίνει μύθος δέκα περίπου χρόνια αργότερα; Νομίζω ότι κανείς πια σήμερα δεν θα τολμούσε να μιλήσει για «αμφισβήτηση», μορφής ή περιεχομένου, τουλάχιστον σε ό,τι
αφορά τους ποιητές που εμφανίστηκαν κατά το εν λόγω διάστημα.
Η πρώτη νεανική ορμή – με τις υψηλότονες έως φωνασκούντες κοινωνικές καταγγελίες, τη σκόπιμη πεζολογία και τη διατήρηση, γενικότερα, της φόρμας- έχει εδώ και καιρό δώσει τη θέση της στην ιδιοτυπία της προσωπικής φωνής, στην επίμονη μέριμνα για την τεχνική αρτιότητα του στίχου και στην ατομική, συστηματικά κατεργασμένη και κάθε άλλο παρά ευκαιριακή θεματογραφία. Εννοείται ότι αναφέρομαι στις καλές περιπτώσεις
σε όσους, δηλαδή, κατόρθωσαν μέσα σε δύο πάνω-κάτω δεκαετίες να διαμορφώσουν καινούργια χαρακτηριστικά, ορίζοντας σταθερά το στίγμα τους και αποδεικνύοντας ανοδική σχετικά πορεία. Τέτοια είναι και η περίπτωση της Δήμητρας Χριστοδούλου, η οποία με την τελευταία – τέταρτη κατά σειρά –
συλλογή της επιβεβαιώνει όχι μόνον το ταλέντο, αλλά και την ικανότητά της να κινείται στην ίδια πάντοτε γραμμή, χωρίς να πέφτει στην παλιλλογία και, το κυριότερο. χωρίς να επαναπαύεται στα κόποις κεκτημένα.
«Η προσευχή του αναιδούς» είναι αυτό που κατονομάζει ο τίτλος της: η εξέγερση ενός πιστού κατά των ιερών και των οσίων που βάρυναν υπέρμετρα στη συνείδησή του και δεν τον άφησαν να δει την αλήθεια, απαλλαγμένη από τις πλάνες των ιδεών και τη νάρκωση της προγραμματισμένης σωτηρίας. Προσοχή, όμως, διότι ήδη διαγράφεται κίνδυνος σοβαρών παρεξηγήσεων: το βιβλίο δεν αντικατοπτρίζει μιαν αρνητική-χριστιανική ή άλλη θεολογία, ούτε αναλώνεται σε θρήνους της ένδοθεν απώλειας. Ο θεός αποτελεί για τη Χριστοδούλου ένα είδος συμβολικής πρόφασης: την πηγή – αν μπορώ να το πω έτσι – που προσφέρει το υλικό για την εικονογράφηση μιας απολύτως γήινης περιπέτειας. Ο έρωτας που δεν θα ανεβάσει ποτέ το σώμα στον έναστρο ουρανό, οι επιθυμίες που έχασαν τόσο την ένταση όσο και τον προσανατολισμό τους, τα όνειρα που εξατμίστηκαν εν μια νυκτί και οι αξίες που κατέρρευσαν προτού καν αποκρυσταλλωθούν σε ορισμένο σχήμα διαγράφουν ένα στεγνό υπαρξιακό τοπίο, το οποίο εξισώνεται μεταφορικά με το θάνατο των θεών, αντλώντας από τη γλώσσα της θεοφαγίας τις λέξεις και τις εικόνες της μεγάλης ύβρεως: «Ω, Κύριε, / Δε θα σου έλεγα τα μυστικά μου. / Δε θ’ άφηνα να μπεις μέσα στην κάμαρα. / Πίσω απ’ την πόρτα θα στοίβαζα τα έπιπλα / Κι ας ξέρω πως μονάχα η επιθυμία σου / Αρκεί να σπρώξει και να τα σωριάσει./Πόσο αδύναμοι οι δικοί μου οι πόθοι, τι είμ’ γώ/ Που έτσι σπρώχνεις, που ζητάς να πάρεις… / Ω, Κύριε, δεν έχεις μεγαλείο, / Μα ένα μακρύ μακρύ χέρι. / Τόσο φτωχό σε κάνει η απληστία σου, / Που φθόνος, λέω, θα ’ταν κι η ενσάρκωσή σου /.Κι όχι αγάπη».
Η Χριστοδούλου δεν φοβάται την αφηγηματική ποίηση: ολόκληρο το δεύτερο μέρος της συλλογής είναι ένα και μοναδικό ποίημα, με τοπικές ενότητες πλοκής στενά δεμένες μεταξύ τους, αλλά και ανεξάρτητες ως προς την εικονοποιία και τις υπερβάσεις τους. Από σκηνική άποψη στην «Προσευχή του αναιδούς» κυριαρχούν τα φυσικά στοιχεία, που συνδέονται λειτουργικά με έννοιες φιλοσοφικής ή οντολογικής ενατένισης. Εκείνο, όμως, που δίνει συγκινησιακή υπόσταση σε αυτό το κατά βάσιν μη ανθρωποκεντρικό ποιητικό περιβάλλον είναι τα τρυφερά υποκοριστικά και οι ανάερες επικλήσεις, οι οποίες διατηρώντας το σεβαστικό ένδυμα του προσευχηταρίου, κάνουν δραστικότερη και πιο υποβλητική την ατμόσφαιρα της θεοδικίας:
«Δε θέλω, Κύριε, μπροστά σου / Σαν μέθυσος να ‘ρθω, μα σαν πουλάκι / Που οι τρίλιες του τον ύπνο σου ενοχλούνε/Κι έχει το φάλτσο του εμποδίσει /Πίσω να γείρει/Η λευκή σου κεφαλή».
Ακόμη και όταν κάποτε οδηγείται στην κατάχρηση, η Χριστοδούλου δεν υπολείπεται ποτέ σε ουσία: στο φυτώριό της υπάρχουν λεπτές καλλιέργειες που αποδίδουν ακριβά άνθη.

 

ΧΩΜΑ

ΕΡΡΙΚΟΣ ΜΠΕΛΙΕΣ

Εκδήλωση στo Γαλλικό Ινστιτούτο, 21/1/89

Η πρώτη διαπίστωση που κάνει κανείς μετά την ανάγνωση
των ποιητικών συλλογών της Δήμητρας Χριστοδούλου » ‘Ηγησσώ»
και » Χώμα», είναι ;oτι έντονα χρωματίζονται από το ερωτικό
στοιχείο, την ερωτική σχέση με τα πράγματα, μια σχέση που
λειτουργεί ως υποψία και υπαινιγμός, ποτέ ως βεβαιότητα.
Γιατί αυτά τα ίδια τα πράγματα έχουν τη δυνατότητα ν’ αποκτούν
πάλι την παρθενικότητά τους:

Και με τον άνεμο και με την ανεμώνη
η Άννα την ανέμη της γυρνά.

‘Η καθαρότητα των λέξεων αντιστοιχεί και σε μια καθαρότητα
εννοιών: ο κόσμος της ποιήτριας είναι συνήθως μικρόκοσμος,
ή έστω το πραγματικό σύμπαν ιδωμένο με τα μάτια ενός μικρού
παιδιού. Ενδεικτική, άλλωστε, σ’ αυτό είναι η χρήση υποκοριστικών:

Ξεκινήσαμε με τη μικρή Ανδριανή
και κάτι σκουριασμένα βουναλάκια

ή

Ω ανήμερη Βαβυλώνα
τη νυφούλα αυτή να δεχτείς.

Σκηνοθετικός χώρος των ποιημάτων της είναι συνήθως το ύπαιθρο, ενώ η γραφή είναι υποψιασμένα αστική. Κι εδώ θα μπορούσε κανείς να θυμηθεί, μέσα από την τοπιογραφία της, το αίτημα του Ζαν Ζακ Ρσυσσώ για «επιστροφή στη Φύση». Αυτή η φύση όμως δεν αποτελεί ουσιαστικά αισθητικό αίτημα της
Χριστοδούλου – όπως επιφανειακά φαίνεται – αλλά αίτημα καθαρά
ηθικό.
Θα φανταζόμουν ως στίγμα επιρροής της ένα κράμα Πώλ Βαλερύ
κι ’Ανδρέα Εμπειρίκου σε ελάσσονα τόνο. Αυτός ο ελάσσων τόνος, συνδυασμένος με την πολύ διακριτική χρήση τύπων της
καθαρεύουσας, δημιουργεί ένα είδος αποστασιοποίησης του αναγνώστη από το ποιητικό υποκείμενο, γεγονός στο οποίο και οφείλεται η άκρα υποβλητικότητα του κλίματος της Χριστοδούλου.

Νεόνυμφη
Φαλλέ, φαλλέ
επιτέλους κερδίζω
την αξιοπρέπεια και το ψωμί μου.

Μέσα από ένα κλίμα αδιόρατης μελαγχολίας, που επικαλύπτει ως επενδύτης όλο του υλικό του ποιητικού σώματος, φαίνεται το νόμισμα και οι δύο όψεις του: το καταλυτικό όνειρο κι ο σαγηνευτικός βυθός. Ή, μ’ άλλα λόγια, ο άνω
κόσμος, ο γαλήνιος, άλλα με πλούσιες εντάσεις, κι ο κάτω κόσμος, ο καταλυτικός, αλλά μ’ ερεβώδεις αλλοιώσεις, Κι ανάμεσα: Χώμα. 0 τίτλος της τελευταίας ποιητικής προσφοράς της Δήμητρας Χριστοδούλου.
Ποίηση σημαντικότατη, διαποτισμένη όχι μόνο από κοινωνικό προβληματισμό, αλλά κι από συνειδητές προσωπικές επιλογές.

 

ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Στη των αισθήσεων ζώνη μια χούφτα ποίηση – χώμα

Η τέλεια γεύση της επικοινωνίας που παράγεται μέσα απ’ τα είδωλα του καθρέφτη της ποίησης, το οξύτατα προετοιμασμένο και διαμορφωμένο γλωσσικό όργανο που αγγίζει τα όρια της τελειότητας, η επιστροφή σε τρόπους έκφρασης που άνθισαν στο παρελθόν με μια καινούρια όμως αντίληψη για την κατασκευή του θεματολογικού υλικού και τέλος οι πειραματικές διέξοδοι της πεζοποίησης και των νεο-υπερρεαλιστικών διαδρόμων, δείχνουν πόσο σίγουρο είναι το χέρι που προσπαθεί να αναδιπλώσει στο χαρτί τα αναμφισβήτητα σοβαρά του κίνητρα και, επιπλέον, προσδιορίζουν το αισθητικό ύψος της συγκεκριμένης ενότητας, μέσα απ’ το
οποίο θα λειτουργήσει η διαχρονική μέθεξη εκπομπής και πρόσληψης ερεθισμάτων..

Απ’ την αρχή λοιπόν και χωρίς επιφυλάξεις οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε το «Χώμα» της Δήμητρας X. Χριστοδούλου σαν ένα άρτιο τεχνικά και αριστουργηματικά τεκμηριωμένο επίτευγμα, ώστε πάνω απ’ όλα να πλησιάσουμε και να διαισθανθούμε τις λεπτότατες εκφάνσεις του και τις δαιδαλώδεις του αποκλίσεις.
Το χώμα, μια απ’ τις λιγότερο χρησιμοποιημένες λέξεις στην ελληνική ποίηση, που καταφατικά ορίζει τη ζωή και το θάνατο, που καθημερινά γεννάει μέσα στην υγρασία του νέα «κύτταρα» έτοιμα να δηλώσουν την αρχή της ζωής και που, ταυτόχρονα, σχεδόν χωρίς αντίδραση, φιλοξενεί κάθε αιμάτινο όγκο που έχει τελειώσει ή μισοτελειώσει τον κύκλο του, που γίνεται συμβολικά αιτία κυοφορίας «εμβρύων» προορισμένα για τη νίκη απέναντι στη στέρηση ως την ολοκλήρωση ανώτερων πνευματικών και ψυχικών αναγκών, που αποτελεί την πρώτη φροντίδα εκατομμυρίων ανθρώπων και δέχεται με τη
μεγαλύτερη ευχαρίστηση να ανταποδώσει το χρέος του σ’ αυτούς που το «καλλιεργούν», αποτελεί για τον ποιητικό κόσμο της ποιήτριας, φερμένο απ’ την «Ηγησώ» κι ίσως ακόμα νωρίτερα, το κυριότερο όπλο για να οξυνθούν μέχρι την έκσταση, πλασματικά, εικόνες και συναισθήματα σχεδόν μεταβολισμένα. Το «Χώμα» θα περάσει από τις ρίζες των δέντρων, το βυθό της θάλασσας και των ποταμών, απ’ τις ψηλές κορυφές των βουνών, τις
πλαγιές και τις πεδιάδες, τα σκονισμένα σοκάκια βρώμικων κωμοπόλεων, στις καρδιές μοναχικών ανθρώπων, σε νοτισμένα μάτια κοριτσιών, σε άσκοπα παιδικά χρόνια, σε ατομικές εξάρσεις υψηλών επιπέδων, με τη μοναδικότητα που το διακρίνει και τις ιδιότητες που το διέπουν. Λέει τόσα όσα ολόκληροι
ζώντες οργανισμοί· και συνάμα γίνεται χρεώστης μιας μορίρας καθώς δείχνει να στηρίζει τη μοναδική αλήθεια της ζωής που είναι εκτός από το θάνατο, η βιολογική και πνευματική σήψη.
Το «Χώμα» λοιπόν, με βαθιά ριζωμένη στις φλέβες της ποιήτριας ολόκληρη τη διαδικασία της γέννησης, της ανάπτυξης, της αναπαραγωγής, ακόμα και της καταβολής του ανθρώπινου, ζωικού και φυτικού σύμπαντος, θα προσπαθήσει να δαμάσει για χάρη της, με επιμέλεια γλωσσική και ύφος διεσπαρμένο, με φόρμες διαφορετικές και μορφές ως μοντέρνες, κινήσεις ντυμένες το ρούχο του φύλου, εκδηλώσεις φορτισμένες με τρυφερή ανταπόκριση, επαφές μεταβλητές, επεισόδια που δεν επιδέχονται ανθρώπινη αντίδραση, γεγονότα που αξίζουν και επιζητούν την κριτική παρέμβαση. Και πέρα απ’ όλα αυτά, θα προσπαθήσει να απελευθερώσει, πάλι για χάρη της, όλο το υλικό της ψυχικής της υπόστασης, την έντονη θεωρητική και φιλοσοφική σχέση της με την ποίηση και την αταλάντευτη διάθεσή της για συνεχείς προβληματισμούς στον οικείο της χώρο. Στο «Χώμα», η ποιήτρια
θα διασκεδάσει μια σειρά από ερωτηματικά που δεν πρόκειται ποτέ να εκφραστούν από κανέναν και ταυτόχρονα δεν πρόκειται ποτέ ν’ απαντηθούν, θα διαλέξει όλα τα είδη της ποίησης για να εκτοπίσει το απόθεμά της, το οποίο δεν επιθυμεί να το εναποθέσει σαν βάρος πουθενά. Θα δοκιμάσει με την άριστη τεχνική της να μεταδώσει μια αισθητική μεγάλων απαιτήσεων
και τέλος θα μείνει αδιάφορη σε ό,τι ο μέσος άνθρωπος δέχεται ως
συναισθηματική λειτουργία. Η ποιήτρια και το «Χώμα», θα αναπλάσουν για μια τραγικά περιορισμένη τροχιά, αφενός βιώματα κοινά και καθοριστικά, αφετέρου επεξεργασίες άλλων σφαιρών, για να μην εκφυλιστεί η ποίηση αλλά αντίθετα μέσα από τις διαρκείς αναζητήσεις να προχωρήσει προς μιαν
ιδανική επανατοποθέτηση.
Και πράγματι με την τελευταία προσθήκη της Δήμητρας X. Χριστοδούλου μοιάζει η ποίηση να αναπαλαιώνει τους ρυθμούς της, να ανακατασκευάζει τα μηνύματά της, να αντιδρά κάτω απ’ τον ίσκιο περασμένων εποχών, να αναδημιουργεί παλιότερες εκφραστικές μέθοδες και προπάντων να συγκρίνει, να συγκρούεται και να ενσωματώνει κάθε νέα προοπτική που
πάει να διαφανεί, κάθε καινούρια διάσταση προς όφελος της. Η συμβολή της ποιήτριας σ’ αυτόν τον έξοχο παροξυσμό που παρασύρει θετικά μέρος των σύγχρονων ποιητών και που σίγουρα θα τονώσει τις αισθητικές και συγκινησιακές τομές στο φάσμα της προβληματικής, έγκειται στο γεγονός ότι αφήνει να διαφανεί η κατακτημένη πια περιοχή, ο πλήρης έλεγχος στο αντικείμενο που χειρίζεται και το ποιοτικό αποτέλεσμα.
Δεν θα ήταν ίσως υπερβολικό να πούμε ότι η βαθύτατη γνώση και η
ανιδιοτελής άσκηση της ποιήτριας Δήμητρας X. Χριστοδούλου, φάνηκαν με το τρίτο της κιόλας βιβλίο, όταν άλλοι ποιητές χρειάστηκαν πολύ περισσότερες απόπειρες και πολλές φορές περιπλανήθηκαν άσκοπα με κατάληξη το ξαναμάσημα ήδη λεχθέντων πραγμάτων με ήδη γνωστό τρόπο και συνεπώς την επανάληψη. Έτσι η αξία του έργου της γίνεται αδιαφιλονίκητη. Τόσο
για τα πρωτόγνωρα στοιχεία που περιέχουν τα πέντε τελευταία χρόνια της ποίησής μας όσο και για κάποια μη αφομοιώσιμα πάλι στοιχεία που ενίοτε γίνονται στόχος μιας όχι και τόσο άδικης παρέμβασης, μιλάνε καλύτερα απ’ τον καθένα τα ίδια τα έργα. Εκείνο που αξίζει αληθινά να προσεχτεί, έστω
κι αν δεν γίνεται πλήρως αποδεκτό, είναι το φαινόμενο της μεγάλης διαφοροποίησης των νεότερων ποιητών από τις πρώτες τους καταθέσεις και εκτιμήσεις. Εξέλιξη σαφώς θετική που δείχνει ότι κι αν μερικές φορές οι πειραματισμοί πέφτουν στο κενό πρέπει κανείς να τους επιχειρεί.

 

ΗΓΗΣΩ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΡΑΒΑΣΙΛΗΣ

Ποιήτρια αυτόνομη στο χώρο της νεότατης ποίησής μας η Δήμητρα Χριστοδούλου , και χαρακτηριστικά ολιγογράφος με τη συλλογή της «Τα άλογα
του Μυροβλήτου», που είχε κυκλοφορήσει στα 1974 εμφανίζεται για δεύτερη, φορά μόλις τώρα με την «Ηγησώ». Στα καινούργια ποιήματα της όπως και στα παλιά η Χριστοδούλου λειτουργώντας, με αφαιρετικό
κι απέριττο λόγο, με μια γλώσσα,’ που την κατέχει και την κατευθύνει, παίρνει μια απόσταση από τα πράγματα, τα απομονώνει χωρίς ποτέ να κόβει ένα μόλις διαφαινόμενο ομφάλιο λώρο, ανθεκτικότατο όμως που την ενώνει μαζί τούς. Η ποιήτρια αυτή κατορθώνει και τα τόσο απλά πράγματα, τα τόσο δύσκολα να μετουσιωθούν σε ποίηση να μας τα παρουσιάζει μ’ ένα τέλεια προσωπικό τόνο, να ψαύει τον πυρήνα τους σε σημεία, που μόνο μια εκλεκτική φύση σαν και τη δική της μπορεί να το επιχειρήσει, πράγμα που συμβαίνει
δειγματολογικά στους παρακάτω στίχους:

H ευχή της μάνας. Η αρθρίτις της.
Βγάζει στα σκοτεινά aπ’ το δάχτυλό της
Και μου φορά τον πατρικό μας σπόνδυλο

ή

Ράβει ένα κουμπί. Στο δάχτυλο αίφνης
Παχιά στρογγυλή σταγόνα αίμα
Κι η βελόνα προχωρεί στον ουρανό
Με μια μπαμπακερή κλωστή απ’ το καλάθι. 

ή

Νυχθημερόν κατέγραφεν ο συμβολαιογράφος
Έπιπλα, σκευή των κεκοιμημένων.
Τώρα άνεμος υγρός καταγράφει
Το επανωφόρι και το επίχρυσο στυλό του. 

Η Χριστοδούλου ξεπερνώντας ορισμένες εκζητήσεις του ύφους της θα πρέπει να προχωρήσει σε πιο συνθετικές προσπάθειες σε μια σφαιρική θέαση του κόσμου της για να πει όλα εκείνα, που κρύβει η παλλόμενη ευαισθησία της. Κι αυτά φαίνονται πώς είναι πολλά.

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

500 λέξεις με τη Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ/ΒΙΒΛΙΟ 30.08.2015

Η Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1953. Σπούδασε Νομικά και Φιλολογία και εργάστηκε, μέχρι τη συνταξιοδότησή της, ως καθηγήτρια στη δημόσια μέση εκπαίδευση. Εχει εκδώσει δώδεκα βιβλία ποίησης, ένα με πεζά κείμενα και ένα ανθολόγιο μεταφρασμένης αρχαίας ελληνικής λυρικής ποίησης. Ποίησή της έχει μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες. Της έχει απονεμηθεί το Κρατικό Βραβείο Ποίησης (2008). Τελευταίο της βιβλίο ποίησης «Το ελάχιστο ψωμί της συνείδησης», Μελάνι 2014 (Βραβείο Ποίησης του Αναγνώστη για το 2015).

Ποια βιβλία έχετε αυτόν τον καιρό πλάι στο κρεβάτι σας;

Δεν τα έχω πλάι. Τα έχω πάνω στο κρεβάτι μου. Το μοιραζόμαστε. Στο κομοδίνο ακουμπώ όσα μου στέλνουν, μέχρι να τα διαβάσω.Το κρεβάτι μου, όμως, το μοιράζομαι μ’ αυτά που επιλέγω. Και κάνα δυο που δεν αποχωρίζομαι. Είναι αρκετά.

Ποιος ήρωας/ηρωίδα λογοτεχνίας θα θέλατε να είστε και γιατί;

Μακάρι να ήμουν ακόμη τόσο νέα, ώστε να παθιάζομαι με λογοτεχνικές ηρωίδες… Εξέλιπε αυτή η αθωότητα. Πάντως, και παιδί που ήμουν, πιο πολύ θαύμαζα τους συγγραφείς παρά τους ήρωές τους. Ως τα δεκατέσσερα, π.χ., ήθελα τρελά να είμαι… η Πολυδούρη. Αργότερα αγάπησα –και διά βίου ζηλεύω– το λευκό φορεματάκι της Ντίκινσον.

Με ποιον συγγραφέα θα θέλατε να δειπνήσετε;

Με την ποιήτρια Παυλίνα Παμπούδη. Διαθέτει ιδιότυπο χιούμορ και μια σοφή παιδικότητα. Και δεν μου είναι μακρινή. Δεν τα αντέχω τα επίσημα δείπνα! Εξάλλου είμαι πολύ δειλή απέναντι σε αγνώστους και φοβάμαι πως τελικά θα έμενα νηστική.

Ποιο ήταν το τελευταίο βιβλίο που σας έκανε να θυμώσετε;

Δεν θυμώνω με τα άτυχα βιβλία. Απογοητεύομαι. Τα παρατώ έπειτα από μερικές σελίδες. Η καλλιτεχνική αποτυχία έχει πάντα ένα μεγαλείο, είναι κάτι από Μοίρα. Κάποιοι θυμώνουν με τα κακά βιβλία, μα αυτά δεν αφορούν στην τέχνη, γιατί να τα βάζει κανείς με τους «μπεστ-σελερίστες»; Θα μπορούσε να τα βάλει και με τους υδραυλικούς.

Και το τελευταίο που σας συγκίνησε;

«Η σπηλιά με τα βεγγαλικά», της ποιήτριας Ζέφης Δαράκη. Τι εξαίσια ποιήτρια! Πόσο λίγο την έχουμε ανακαλύψει.

Ποιο κλασικό βιβλίο δεν έχετε διαβάσει και ντρέπεστε γι’ αυτό;

Τους «Αθλίους» του Βίκτωρος Ουγκώ. Το είχα διαβάσει στη μαγική εκείνη σειρά «Κλασικά Εικονογραφημένα», που κυκλοφορούσε όταν ήμουν παιδί. Οταν ο πατέρας μου έφερε το κανονικό βιβλίο στο σπίτι, τρόμαξα, δεν ήθελα να μου χαλάσει την ωραία μου εικόνα! Αργότερα συμπλήρωσα τις γνώσεις μου από τον κινηματογράφο…

Δυο λόγια για το τελευταίο σας ποιητικό βιβλίο;

Με «Το ελάχιστο ψωμί της συνείδησης» συμπληρώνονται πια σαράντα χρόνια από τότε που εξέδωσα το πρώτο μου βιβλίο ποίησης. Μου φαίνεται πως είναι αυτό που λέει ο τίτλος του: Ποίηση ως ελάχιστη θεραπεία της πείνας για νόημα. Μέσα μας και γύρω μας. Εχω την ελπίδα ότι είναι επίσης ποίηση οικονομική, «ελάχιστη», ως προς τα μέσα της. Δεν μπορώ πια τις μακρές εξομολογήσεις, τις περιγραφές, την ευφυΐα εργαστηρίου. Υποτάχτηκα στη συγκίνηση. Και θα δείξει…

Αγαπημένος ποιητής ή αγαπημένο ποίημα;

Ο Βαγιέχο, για την παντοδύναμη φαντασία, η Ντίκινσον, για την απίστευτη σκηνοθεσία. Ο Καβάφης για τη βαθύτατα πολιτική ματιά. Και τόσοι άλλοι.

 

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ