Tag Archives: ΔΗΜΗΤΡΗΣ Γ. ΠΑΠΑΣΤΕΡΓΙΟΥ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Γ. ΠΑΠΑΣΤΕΡΓΙΟΥ

1-ΔΗΜΗΤΡΗΣ

 

Ο Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου γεννήθηκε το 1968 στη Βέροια όπου ζει και εργάζεται. 

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Η τράπουλα του καλοκαιριού (2012)
Furor Scribendi (2013)
Ο άστεγος της οδού Χαμόγελων (2015)
Έλαβον (2017)

Συμμετοχή σε συλλογικά έργα
Ποιητικός πυρήνας: Ανθολογία, (2012)
Ποιητικός και Πεζός Λόγος των Μελών της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης (1980 – 2015)

 

 

 

 

 Εξώφυλλο Η τράπουλα του καλοκαιριού

 ΠΑΠΑΣΤΕΡΓΙΟΥ ΕΞΩΦΥΛΛΟ TEL

Εξώφυλλο - Ο άστεγος της οδού Χαμογέλων

Εξώφυλλο - Έλαβον

 

 

ΕΛΑΒΟΝ (2017)

 

ΕΠΙΒΑΤΕΣ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ

ΑΠΟΔΡΑΣΗ

Με κίτρινες φυλλάδες διπλωμένες για το κρύο
στα ρούχα μου και κόκκινες γραμμές,
με γκρίζες ζώνες στην ψυχή μου
μια νύχτα σαν τον Εμπειρικό θ’ αποδράσω’
αχάραγα
διαβαίνοντας από τα κούφια οράματα των ξένων
των πολλών,
όπως σκουλήκι που από κούφιο κόκαλο διαβαίνει.

Το λάβαρο ανεμίζοντας της ηδονής εξαίσια,
γαλάζια, πράσινα, ερυθρά φλάμπουρα
θα αντιχαιρετίσω
ζωηρά, καθώς να είναι ο οίστρος τον θανάτου.

Πρέπει σκληρά
να εξασκηθώ να ελκύω το Ωραίο.

 

TOΥ ΑΝΕΡΓΟΥ

Χτυπούν σαν ράμφη πελαργών, σαν μηχανές μαρσάρουν
Καθώς με νεύρο αντηχούν χαράματα τα στάρια
Δουλειά θα πιάσουν οι βαφείς στη Θήρα, στ’ Ακρωτήρι
Θ’ αναστατώσουν πάπυρους, πιθήκους, χελιδόνια

Αρνιά ο Εύμαιος ξεγεννά, βαρύς γαυγίζει ο Άργος
Κι επάνω του χαϊδεύονται οι νότες της φλογέρας
Στη Σαλονίκη, στον Πειραιά, βήχουνε τα φουγάρα
Και ξεφυσώντας ράθυμα τον Ήλιο κοσκινίζουν

Απάνω στη μοσχοβολιά που τα ψωμιά υφαίνουν
Γλιστρούν τις παντοφλίτσες τους νοικοκυρές παιδούλες
Ρίχνοντας μια κλεφτή ματιά στην τράτα που επιστρέφει

Λένε καλή ξεκούραση, στη βραδινή τη βάρδια
Σαν ράμφη κροταλίζοντας τριγύρω τα παντζούρια
Και ξεψυχούν τα όνειρα του δυστυχή ανέργου

 

 

ΕΔΩΔΙΜΑΤΟΠΩΛΕΙΟΝ

 

ΜΗΧΑΝΗ ΚΟΠΗΣ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ

Τη μηχανή κοπής ποιημάτων
Στο υπόγειο να την έχετε
Σαν πολύγραφο της Κατοχής

Ανάγκη να μην έχετε
Όταν ο θεός φυσάει
Και ο διάβολος σκορπάει

 

ΤΑΥΤΟΠΟΙΗΣΗ ΦΑΣΜΑΤΟΣ

Αυτός ο άνεμος που όλα τα παρασέρνει,
των ζωντανών τους πόθους,
τ’ άνθη των νεκρών,
είναι ο ίδιος που τα ποιήματα
αποθέτει σαν αποπαίδια
στα κατώφλια των σπιτιών.

 

 

ΑΠΟΙΚΙΑΚΑ

 

ΑΝΑΣΚΑΦΗ

Ζούμε σε μινωικά πιθάρια
όμορφα διακοσμημένα
δε βλέπουμε ουρανό,
ακούμε από πάνω
τους αρχαιολόγους.
Έχουν φτάσει στη βυζαντινή περίοδο.
Θέλουν πολύ ακόμη για μας εδώ κάτω.
Ασφυκτιούμε
τους φωνάζουμε απελπισμένοι
να κάνουν πιο γρήγορα
να μας βγάλουν στο φως
και χτυπάμε τα τοιχώματά μας.
Μια μέρα τα πιθάρια σπάνε
και γεμίζουμε χώματα.

Πεθαίνουμε με τη θλίψη
πως δε γίναμε κάτι
παραπάνω από χωμάτινοι αντίλαλοι.

 

ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΟ

Να πώς περνούν τα χρόνια:
Βαστάζος του ενός
Εμψυχωτής του άλλου
Ενισχυτής κάποιου τρίτου…

Οικοδόμος ξένων μύθων
χωρίς ένσημα και δώρα

Στο τέλος
μόνος
λίγος
ελαφρύς

 

 

ΜΑΝΑ

 

ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ ΚΑΠΟΙΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ

μνήμη Γιάννη Βαρβέρη

Tα σπίτια κάποιων ποιητών είν’ ακατάστατα
Το πάτωμα σκονισμένο
Αράχνες στο ταβάνι
Στοίβες πιάτα στον νεροχύτη

Είναι γιατί συνήθως λείπουνε
Σε σαφάρι λέξεων:
Στο Τότε και στο Τώρα

Στη Σμύρνη ή στον Μιστρά
Στην Κόλαση ή στον Παράδεισο
Στη Χαρά και στη Λύπη

Οπόταν επιστρέφουν δεν έχουν πολύ χρόνο
Συγυρίζοντας ακόμη, εμπνέονται κι εργάζονται
καταρρακωμένοι
Ξεπλένοντας ένα κουταλάκι λάμπει το σιρόπι της νεκρής
μητέρας
Ξεπλένοντας ένα πιάτο ανασταίνεται το δείπνο ενός
χωρισμού…

 

ΜΙΚΡΕΣ ΦΛΟΓΕΣ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ

Τέλος οι αναπτήρες.
Όλα με σπίρτο στο εξής:
τα καντήλια των νεκρών,
τα τσιγάρα των περαστικών.

Στο άναμμα, θα έρχονται συχνότερα στη μνήμη
φούρνοι, ευχές, γλέντια παλιά
έγνοιες της μάνας –
τι θα φάμε, πώς θα ζεσταθούμε.

Κέδρων και πεύκων μυρωδιές
κουβέντα θα μου πιάνουν.
Φωνές αγαπημένες
θα θυμούνται τ’ όνομά μου

μες στην αιθάλη του μυαλού
που μπουσουλώντας όλα τα σκεπάζει.

 

 

ΤΩ ΚΡΑΤΙΣΤΩ

 

Ο ΠΛΑΝΗΤΗΣ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ

Θα ’ρθει μια μέρα
που δε θα μας τρομάζει το παγωμένο πέλαγος
αλλά τα παγωμένα βλέμματα των ανθρώπων,

που δε θα μας τρομάζουν το κρύο και οι λάσπες
αλλά οι κρύες καρδιές και οι λάσπες στα λόγια τους.

Θα ’ρθει μια μέρα
που θα απλώνουμε τα χέρια μας
για να συλλέξουν αλητεία.

Μας φυλάει μια γωνιά ο χρόνος
όπου θα λέμε: είμαστε άνθρωποι,
σε μάτια που θα μας βλέπουν ως νεφρά,
γεννητικά όργανα
και ισχνά πορτοφόλια.

Κι ούτε μια μικρή γωνιά για μας
στον πλανήτη των προσφύγων.

Τι με κοιτάτε;
Πρόσφυγες είμαστε όλοι,
από τώρα δε με αναγνωρίζετε;

 

ΤΑ ΧΡΩΜΑΤΑ TOT ΤΕΛΟΥΣ

Χαράζω

Κόκκινες γραμμές που τέμνουν
Γκρίζες ζώνες
Μπέρτα μου μαύρη αντίδραση
Στον κίτρινο τον τύπο
Πράσινη ανάπτυξη
Ερυθρή
Γαλάζια νεολαία
Σας χαιρετώ
Με μια λευκή απεργία διάρκειας

Πρέπει σκληρά
Να εξασκηθώ να εκλύω το Ωραίο
Κι αυτό είναι ενός κυκλάμινου
Στερνή επιθυμία

 

 

 

Ο ΑΣΤΕΓΟΣ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΧΑΜΟΓΕΛΩΝ (2015)

 

Ι   ΟΔΟΣ ΤΟΥ ΚΑΘΕΝΟΣ

 

Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Ι. Αναδυομένη;

Πήρε δυο κύματα και τα ‘κανε μπλουτζίν
Ένα κομμάτι φουρτούνας το έκανε φουλάρι
Με τα ρετάλια στόλισε τα νύχια
Κρόσσια θυέλλης πάνω της να μοιάζει αμαζόνα

Μόλις τη συνάντησα πώς να μην θαυμάσω:
Απόψε εξοπλίστηκες όλη την ομορφιά

II. Γήινη

Ήλιος δε βγήκε σήμερα
Με την ύπαρξή της ασχολούμαι εγώ:

Φωτίζοντας μονοπάτια της
Ιριδίζοντας τα ρυάκια της
Σιγά σιγά της ζεσταίνω τον κόρφο
Ανοίγω τα λουλούδια της

Έπαθλο μου το χαμόγελο της
Ανάφλεξη 

ΙΙΙ Η βόλτα της φωτιάς

Συνάντηση σε μαυροκόκκινη σκακιέρα
Κινούμαι στα μαύρα κάρβουνα
Και με προσοχή
Στα πυρακτωμένα είμαι αμάθητος
Μαύρα έχει τα μαλλιά
Πύρινα τα χείλη της
Κάποια στιγμή μού λένε:
«Μη φοβάσαι
Δικά μας τα κάρβουνα φλόγα μου
Δικό μας ό,τι καίγεται
Δική μας και η λάμψη»

ΙV Πτήση

Κινείται σαν ερωδιός
Μιλάει με την ευφράδεια αηδονιού
Έχει την ευγένεια του κύκνου
Φλέγεται σα φοίνικας

Μετά τη συνάντησή μας
Κάποιος την είδε να πετάει 

 

ΜΙΑ ΝΤΟΥΖΙΝΑ ΧΑΜΟΓΕΛΑ

Οι μέρες που ζητιάνευα το χαμόγελο σου
τέλειωσαν.
Μαζί τους εξατμίστηκαν
νιάτα, λαχτάρες κι άνθρωποι
σαν βρόχινες λιμνούλες.

Ο καιρός που έβγαινα
για μια χούφτα χαμόγελα
σώθηκε.

Σιγά σιγά
έμαθα ν’ αλλάζω
τα ξέθωρα χαμόγελα
με τα λουλούδια που φυτρώνουν
στις λευκές βουνοπλαγιές της νύχτας. 

 

ΕΙΣ ΜΑΡΤΥΣ… ΟΥΔΕΙΣ ΜΑΡΤΥΣ

με τον τρόπο τον Γ. Β.

Πάει, πέθανε κι ο μπαρμπα-Βασίλης.
Ήταν αυτός που μου ‘χε πει:
«τι έγινε με το Λενιώ, ακόμα να τα βρείτε;»
τον καιρό που πίστευα
πως μόνον εγώ σε θυμόμουν.

Κατά μία έννοια, εχθές κηδεύτηκε
το τελευταίο λείψανο του έρωτά μας.

Βέροια, 21-8-2014 

 

ΙΙ ΠΑΡΑΠΛΕΥΡΕΣ ΑΠΩΛΕΙΕΣ

 

ΖΩΗ ΑΝΔΡΟΣ

Ι Σχολικές επιδόσεις

Αν με ξανασηκώσει η δασκάλα στον πίνακα
Θα της δείξω το σακούλι
Με τα δόντια του δράκοντα
Να αρχίσει έντρομη ν’ αναρωτιέται
Αν έρχομαι απ’ τον θερισμό
Ή πάω για να σπείρω

ΙΙ Τα χρόνια στο χωριό

Το χωριό μου θα γίνει γνωστό
Από μια μελλοντική μου εκστρατεία
Έστω με το πρόσημο πλην

ΙΙΙ Στρατιωτική θητεία

Σκοπιά φυλάμε ακόμα μες στις ερημιές
Προσμένοντας τον βάτο αντίκρυ να ανάψει
Μα αυτός μες στη σκιά του παίρνει άλλες μορφές
Γυναίκα γίνεται τη μια, αισχρή γυναίκα
Διάβολος μέχρι να μετρήσεις ως το δέκα
Κι άλογο που βροντάει στα βράχια τις οπλές

IV Μια μάγισσα μούσα

Ούτε δράκοντες
Ούτε χρυσόμαλλο δέρας
Μόνο μια Μήδεια
Για να σκοτώνουμε αργά αργά
Τα παιδιά μας

V Τα ώριμα χρόνια

Πρέπει να είμαστε γενναιόδωροι
Με όλους και με όλα
Λέω και λύνω τα πιτ μπουλ
Να βολοδέρνουν νηστικά
Στους κήπους της καρδιάς μου

 

ΠΕΙΣΜΑΤΑ

Από τότε που έβγαλα το γιασεμί στο μπαλκόνι
Η κληματαριά μού γύρισε την πλάτη
Λες κι αντίκρισε τα σάπια δόντια μιας ανασφάλειας
Ή το απαίσιο κορμί της μοναξιάς
Τώρα ψάχνει αλλού στηρίγματα

Εκείνη
Που μέχρι χθες απέκρουα τα ρεσάλτα της
Στην κουπαστή του μπαλκονιού 

 

 

ΙΙΙ ΑΠΟΠΕΙΡΕΣ ΜΕ ΘΕΑ

 

ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΕΚΛΟΓΙΚΕΥΣΗΣ

Μ’ ένα κορμί να ‘χει υποστεί
αγαλματένια απόρριψη
με δύο μάτια που ‘χουν δει
παράφορη άρνηση
ο καθένας θα πίστευε
ότι στον επόμενο τόνο
ή στην επόμενη στροφή
καραδοκεί το τέλος του κόσμου

σκουπίζοντας στα χείλη του
ψίχουλα αδιαφορίας

Βέροια, 11-11-2012

 

ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ

Βουλιάξαμε στη φωτιά
Χανόμαστε σα χνώτο σκύλου
Στο καφενείο ολοένα λιγοστεύουμε
Στη μέση η σόμπα καίει τις αναμνήσεις
Σε κάθε σπίτι κι από μια κατάκοιτη λαχτάρα
Τα μάτια αδειάζει απάνω μας – γιόκα μου, την ευχή μου –
Κοιτώντας τη φθορά ξεμάθαμε να πλάθουμε το αύριο
Τα όνειρά μας περπατούν ξυπόλυτα στο χιόνι
Απωθημένο μας ένα γλυκό σαν κέρασμα χαμόγελο
– Βρε πώς το λέγανε να δεις εκείνο το κορίτσι –
Χαρές ανείδωτες σε τοπία μνήμης ρημαγμένα

Τα χείλη μας πιο καφετιά κι από τα πικραμύγδαλα
Κανείς δεν πίνει σήμερα, κανείς δεν παίζει πρέφα
Και η οργή του καθενός στη σόμπα να στεγνώνει

 

ΠΑΖΛ

Πέντε κομμάτια λάμψη εσύ
πέντε κομμάτια μνήμη εγώ,
αν τα ενώναμε
μπορεί να πλάθαμε
μια πελώρια μορφή.

Αλλά όχι,
όχι.
Δεν είναι μέρος για τέτοια πλάσματα
ετούτο το απέραντο
βασίλειο του μίσους.

Βέροια, 10-9-2010

 

 

IV ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ ΤΟ ΔΙ’ ΕΥΧΩΝ

 

ΜΙΑ ΑΝΑΜΝΗΣΗ

II. Του πατέρα

Οι γονείς μας
είναι οι πρώτοι
παιδικοί μας φίλοι
πον λησμονάμε

Δ.Π.

Ο πατέρας μου, Θεός σχωρέσ’ τον,
χαμογελούσε εύκολα.
Κρεμούσε τα χαμόγελα στη ντουλάπα
δίπλα στις γραβάτες.
Είχε ένα για κάθε περίσταση.
Όταν ήταν θλιμμένος
φορούσε το πιο γοητευτικό.

Μα όταν πήγαινα να τον φροντίσω θέριευε.
Τι τσιρότο, τι χάπι να βρεις τότε
για έναν υπέρμετρο γίγαντα.
Σαράντα και βάλε χρόνια πλάι-πλάι…
τι κρίμα που δε γίναμε ποτέ φίλοι.

 

ΠΩΛΗΤΗΡΙΟ

Πωλείται ελπίς
Με το κιλό ή το τεμάχιο
Ή μάλλον ξεπωλείται
Να βάλεις στην προθήκη
Μου φαίνεται πιο δραματικό
Λιγάκι πιο χυδαίο
Και πιο νωρίς θα κλείναμε
Αγαπητέ συνέταιρε
Αυτό το μαγαζάκι
Που ροκάνισε στα ρολά του
Τα καλύτερά μας χρόνια
Μιαν ώρα αρχύτερα ν’ ανακαλύπταμε
Έναν καινούργιο βίο επιτέλους
Ένα καινούριο νόημα
Μια νέα χρυσοπηγή

 

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Μια σπονδή και μια παρασπονδία
η έναρξη και η πλήξη ενός συμποσίου
απαραίτητου
όσο η γούνα για μια πέστροφα
όλα αναγκαίου
όσο τα λέπια για μια γάτα.

Σε απευθείας μετάδοση
θηρευτών και θηραμάτων
ο αποχαιρετισμός
στο φουαγιέ της Κιβωτού.

 

 

FUROR SCRIBENDI (2013)

 

A’ ΕΝΑ ΣΜΗΝΟΣ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 

ΕΠΙΚΛΗΣΗ

Οι λέξεις
οι λέξεις
πότε θα ξαναρθούνε;
να πάρουνε τις θέσεις τους επάνω στο χαρτί
σαν τους συντρόφους του Οδυσσέα ενθουσιώδεις
στα κουπιά του καραβιού για το νόστο.

Κι όποτε ερχόντουσαν οι λέξεις, λαχτάρα
σαν του Οδυσσέα που ξανάβλεπε το τόξο του
ικανοποίηση
σαν του Οδυσσέα που ιδρωμένος του περνούσε τη χορδή
ανακούφιση
όπως του Οδυσσέα, όταν σκότωνε τον πρώτο μνηστήρα. 

 

ΠΟΘΟΣ

Ήθελε τόσο πολύ να γράφει όμορφα πράγματα
που αν ήταν δυνατόν
-για τις λέξεις που πρόσμενε
να βγουν από μέσα του
όπως το δάκρυ της χιώτικης μαστίχας
ή το σπέρμα του καουτσούκ-

θα χάραζε το σώμα του.

 

ΜΟΝΑΞΙΑ

Όλοι στο σπίτι είμαστε άρρωστοι.

Οι πατάτες έχουν γλαύκωμα
οι μπανάνες προστατίτιδα
τα μήλα καρκίνους
το λάχανο στηθάγχη

κι εγώ με τη βουκαμβίλια
κατάθλιψη χρόνια.

 

Ο ΤΑΞΙΔΙΩΤΗΣ

Ο άνθρωπος στάθηκε λίγο να ξαποστάσει.
Απόθεσε το σάκο της μοναξιάς,
το σακίδιο με τα βάσανα,
πήρε μια βαθιά ανάσα
και ξεφύσησε.

Ξαφνικά σηκώθηκε δυνατός βοριάς.
Χαμογέλασε.
Ξαναφορτώθηκε τα σακίδια
και συνέχισε το δρόμο του.
Δεν του φαίνονταν πια τόσο βαριά.

 

ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ

Σε όσους νωχελικούς κι ονειροπόλους
αναγκάστηκαν να δουλέψουν μαρτυρικά
αντί πινακίου φακής

σε όσους έμαθαν να δίνουν
ζώντας ανάμεσα σε άρπαγες

σε όσους λάτρεις του Έρωτα
δεν αξιώθηκαν να τους ερωτευτούν

τι να τους πει ο φόβος της κολάσεως;
για κόλαση θα μιλάμε τώρα;

 

ΕΚΡΗΞΗ

Όλα εντέλει είναι θέμα χειρισμών,
όχι προθέσεων κι ολόθερμων ευχών.
Αλλιώς, πώς θα μπορούσανε να δικαιολογήσουν
τη θέση μου τη δύσκολη οι αγαθές προθέσεις;

Και να τος, βγαίνει απ’ την οθόνη της Τ.V.
φαρδύς και διπλοσάγονος ο κύριος υπουργός
απλώνει τη χερούκλα του εν ψυχρώ
τα ποιήματα που έγραφα να κάνει κομματάκια.

Κι εγώ να τον κοιτάζω σαν παλίμψηστο σιωπών
μα εκείνα, απτόητα και προπαντός γενναία,
να σέρνονται στο πάτωμα γυρεύοντας τις λέξεις

καινούργια ποιήματα να γίνουνε: χαϊκού
και θραύσματα, μιας λογοτεχνικής χειροβομβίδας
που εκρήγνυται με κρότο και με λάμψη.

ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΜΑΣ ΔΙΑΡΚΩΣ

Φθινοπωριάζει.
0 ήλιος γραπώνεται, απ’ τα σεντόνια,
τα χαλιά, τα ράφια
απ’ όπου βρει.
Αβοήθητος
πάνω απ’ του χάους την Χάρυβδη,
του Χρόνου τα βαρούλκα,
που τον τραβάει απ’ τα μαλλιά
τα πόδια του μαγκώνει.
Του πέφτει το διάδημα, η πλάστιγγα, το σκήπτρο.

Κι εμείς στελέχη του χαμού
στην απονιά εθισμένοι
του κλείνουμε τα δάχτυλα στα πορτοπαραθύρια.
Ίσως γιατί στα χρόνια μας διαρκώς φθινοπωριάζει.

 

ΑΠΟΓΡΑΦΗ

Ανοίγω το πορτοφόλι να πληρώσω ένα ψωμί.

Απομένουν μέσα, η ταυτότητα μου
η φωτογραφία σου
το κλειδί του σπιτιού μας
ένας συνδετήρας
δυο κέρματα
ένα ποίημα
ένα χαρτονόμισμα
α, κι άλλο ένα ποίημα…

Δόξα τω Θεώ
είμαι και σήμερα
ο πλουσιότερος άνθρωπος στον κόσμο.

 

Β’ ΕΛΑΦΡΥ ΠΕΖΙΚΟ

 

ΑΝΤΙΚΑΤΟΠΤΡΙΣΜΟΙ

…greasy fingers smearing shabby clothes…
…spitting out pieces of his broken luck…
…Aqualung my friend…
Ian & Jennie Anderson «Aqualung»

Κάνοντας μια βόλτα στις βιτρίνες της πόλης, αναρωτήθηκα
πώς φαίνομαι στα μάτια των άλλων. Καθρεφτίστηκα λοιπόν
στη βιτρίνα ενός καταστήματος ένδυσης, τάχα πως βλέπω
ρούχα, ενώ παράλληλα προσπαθούσα αυτοσυγκεντρωμένος να
εκμαιεύσω την ποθητή απάντηση από την τζαμαρία.
Είδα τότε τον Οδυσσέα, να κατασκοπεύει τους μνηστήρες
μεταμφιεσμένος σε αποκρουστικό γεροζητιάνο. Α! ωραία,
σκέφτηκα, κανείς δε βλέπει τον πραγματικό βασιλιά της Ιθάκης
που θ’ αποκαλυφθεί εν πλήρη δόξα σε λίγες μέρες. Και τότε
ένας από δαύτους άρπαξε ένα σκαμνί και το πέταξε με δύναμη
στην καμπούρα μου. Ο πόνος ήταν τόσος που κόντεψα να
λιποθυμήσω.
Όταν συνήλθα, είδα πάλι το είδωλο του ζητιάνου -αλλά
χωρίς την αίγλη της Οδύσσειας-να αλαλάζει σα μισότρελος
χωριάτης: «Προυσουχή – προυσουχή. Έρχεται η Μήτσους η
Στεργιόπ’λος απ’του Κακοπλεύρ’μι δυο αρκούδες. Μαζωχτείτε
σπίτια σας, να μη σας ρουκανήσουν».
Οι μνηστήρες, αλίμονο, είχαν εξαφανιστεί.
Μαζί τους κι η Ιθάκη.

 

ΑΤΥΧΙΑ

Όταν ρωτούσαν τον Στρατή γιατί δεν είχε βρει ακόμη ταίρι,
να τακτοποιηθεί επιτέλους σαν τους άλλους, απαντούσε σ’ όλους
ότι ήταν άτυχος. (Έτσι ήταν και μάλιστα γι’ αυτό ευθύνονταν
κυρίως το αμάρτημα κάποιου προγόνου του). Επειδή όμως
έβλεπε ότι κανείς δεν τον πίστευε -σε πολλούς μάλιστα
διέκρινε το χαμόγελο που προκαλεί κάποιος τελείως αφελής –
και για να αποδείξει την ισχύ του λόγου του, σκαρφίστηκε κάτι
πραγματικά ασύλληπτο:
Πρώτα επινόησε ένα φανταστικό ταίρι -γνωριμία από
τις τελευταίες διακοπές του- Έπειτα διεκπεραίωσε με τη
σειρά όλες τις λεπτομέρειες της τυπικής οδού που απαιτείται
για την τέλεση ενός γάμου: Έκλεισε ημερομηνία σε ναό και
σε κοσμικό κέντρο για το γλέντι, συνεννοήθηκε με κάμεραμαν
και φωτογράφο, τύπωσε και μοίρασε προσκλητήρια* μέχρι και
αναγγελία σε τοπική εφημερίδα έβαλε ο αθεόφοβος.
Άφησε έπειτα να περάσει λίγος καιρός, όπου απόλαυσε
τις ανέξοδες ευχές των καλεσμένων του -φίλων, συγγενών
και γειτόνων- και τέλος μπήκε στον κόπο ν’ ακολουθήσει
θλιμμένος την τυπική διαδικασία της ακύρωσης ενός γάμου, με
αιτιολογίες προσεκτικά ειπωμένες.
Φυσικά, μετά απ’ όλα αυτά ο Στρατής δικαιώθηκε. Ζώντας
για λίγο με τη λογική της ζωής των άλλων, κατάφερε στο τέλος
να του μείνει ανενόχλητο το λίγο ή το πολύ της μοναχικής ζωής
που του είχε απομείνει (και που τόσο είχε συμφιλιωθεί μαζί της)
και μ’ ένα ψέμα να αποσπάσει από όλους εκείνο το ειλικρινές
και συμπονετικό:
«Καλός άνθρωπος. Κρίμα που είναι τόσο άτυχος».

 

 

Η ΤΡΑΠΟΥΛΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ (2012)

 

Ι   ΘΑΣΟΣ

Η ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΤΡΥΠΗΤΗΣ ΕΙΣ ΘΑΣΟΝ

Η Τρυπητή οφείλει πιθανώς το όνομα αυτής
εις μίαν τεραστίαν οπήν έσωθεν των βράχων1
δεξιόθεν της παρακειμένης παραλίας.
Πρόκειται δια μίαν λοξήν σήραγγα
εκ της οποίας η θάλασσα εισχωρεί εντός της ξηράς
σχηματίζουσα κολπίσκον τινά.
Το μήκος δε αυτής άγνωστόν μοι εστί,2 το ύψος αυτής ποικίλον,
το δε πλάτος είναι αρκετόν δια την εκ της θαλάσσης είσοδον
μίας λέμβου.3
Δια ταύτα εις την εκ της στεριάς είσοδον της σήραγγος
εδημιουργήθη μικρός τις λιμήν,
ος εστί ικανός δια την φιλοξενίαν έως οκτώ λεμβών.4
Εις δε το έτερον άκρον του σπηλαίου ευδιάκριτα εισίν:
το ανοικτόν πέλαγος, τα ασύλληπτα όνειρα εμού του ιδίου,5
όπως επίσης και οι γέλωτες των κυμάτων
δια την μωράν οδόν καθ’ ήν και δια ταύτης γάρ επέρασα
τον βίον μου.

Σημειώσεις:
1. Οία ομοιάζει διαμπερές εκ της Ποσειδωνίας τριαίνης τραύμα
2. Πλήν όμως ουχί άνω των τριάκοντα μέτρων
3. Δέον εστί το πλήρωμα αυτής έχον κλίνουσα την κεφαλήν είς
τινα σημεία
4. Βαρβαριστί: marina
5. Καλούντα ματαίως εις βοήθειαν λόγω του επικειμένου
πνιγμού των

 

…και ΤΡΕΙΣ ΚΡΥΦΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ

 

β΄ ΜΑΚΡΥΑΜΜΟΣ ΚΟΙΝΥΡΩΝ

Ω! πόσο καμαρώνω που είμαστε μαζί αυτό το καλοκαίρι
φοβισμένη μου αυτοκράτειρα
Τα μαλλιά σου κοπάδι άγριες ζέβρες
Βόσκουν στην ξανθή σαβάνα
διώχνοντας με τις ουρές μύγες απ’ τα καπούλια
Η αφή του μεστωμένου στήθους σου
υπόσχεση ότι τέλειωσαν οι δακρυγόνες μέρες
Όταν έλυσες τον ξέχειλο στηθόδεσμό σου
ξεχύθηκαν μπροστά μου
σαν παιδιά που σχόλασαν
τα στήθια σου
όλες οι μυρωδιές του Αυγούστου
φαγητά που θα χόρταιναν μια λεγεώνα
πιοτά δυνατά κάθε λογής
κι όλα τα φρούτα της Μεσογείου
Τα τρεμάμενα χείλη σου φεγγάρια στη χάση
που εφαρμόζουν τέλεια στα δικά μου φεγγάρια
Η περπατησιά σου λαφίνας
που βγήκε για ζευγάρωμα

Και πού να βολέψει ο νους κίνδυνο ή πείνα
όταν ο πόθος καίει τα μεριά;
Να, δες τα, τρανοί κισσοί
με σκαρφαλώνουν

Να ‘ξερες πόσο σε καμαρώνω
όταν θρονιάζεσαι πάνω μου βυζαντινή Αυγούστα
κρατώντας σκήπτρο
παραμερίζοντας
πορφυρά ενδύματα και πολύπτυχους μανδύες

Κοντά μου έμαθες να εκπορνεύεις
τις φοβίες και τις επιθυμίες σου
Ω! να ‘ξερες πόσο σε καμαρώνω…
Κοίτα!
Η θάλασσα για χάρη σου…

 

ΙΙ ΤΟ ΚΑΡΕ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ

 

ΤΡΙΤΗ ΠΡΩΙ ΣΤΗ ΝΑΟΥΣΑ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥ

Διαβάζοντας ποίηση κι ακούγοντας τη λειτουργία
του γειτονικού ναού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου
ο χρόνος χάνει τη σημασία του
Το καράβι μας αναπαύεται στο λιμάνι. Κι εμείς
μετά τη ναυμαχία της Σαλαμίνας χρειαζόμαστε ξεκούραση
στις ακλόνητα ιωνικές Κυκλάδες του μέλλοντος
Προχθές άλλωστε αποχαιρετούσαμε στη Ρήνεια
τον τελευταίο βαριά λαβωμένο σύντροφο
στο στερνό του ταξίδι

ΟΙ ΕΤΑΙΡΟΙ ΚΕΡΔΩΝΙ
ΚΕΡΔΩΝ
ΧΡΗΣΤΕ ΧΑΙΡΕ

Σε λίγες μέρες θα φορτώσουμε παριανό μάρμαρο
που εναγωνίως ο Πραξιτέλης κι ο Σκόπας περιμένουν
Κι αφού το παραδώσουμε, γυρνώντας στον χρόνο
θα ξαναλύσουμε κάβους
και θα γνωρίσουμε τον Αρχίλοχο σ’ όλον τον κόσμο

 

ΤΟ ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΤΟΥ ΜΕΝΙΠΠΟΥ

(ΙΕΡΗ ΠΛΕΥΣΗ)

Ξεγέλασα τον Χάροντα με δυο πλαστά τζιχάντια
και πήρα από τον Πλούτωνα στα ζάρια αληθινά.
Τρεις μέρες στ’ Αρχιπέλαγος έζησα στην κατάντια
και μία στην ανηφοριά, που λεν, του σατανά.

Εφτά από πάνω μου θεοί και ένα τάγμα Αγγέλων
–δεν απομένει τίποτα για να το φοβηθώ.
Σάλτα δελφίνι να μου πεις τι έρχεται απ’ το μέλλον
στα Κουφονήσια ανάμεσα να ξομολογηθώ.

Δεν πα να έχει εννιά μποφόρ, εγώ θα πάω στη Δήλο
να προσκυνήσω στου Φωτός τον θεϊκό οικισμό
κι αν θέλει η Τύχη η Αγαθή θα έβγω και στην Πύλο,
για τις επόμενες χρονιές να πάρω τον Χρησμό.

Μπρατσέρα μου κουρσάρικη βιάσου για να σαλπάρεις
–η πιο σοφή απ’ τις συντροφιές είναι η μοναξιά.
Σάλτα δελφίνι μου πιστό στη ράχη να με πάρεις
κι εγώ γι’ αντάλλαγμα καλό, θα φέρω απανεμιά.

Με τέρπουνε των καραβιών τα βου σαν χαιρετιούνται,
λες κι ο Νηρέας σ’ όστρακο φυσά και χαιρετά.
Γαλέρες βενετσιάνικες κρύβονται και φοβούνται,
φανήκαν πάλι δρόμωνες στης Νάξου τ’ ανοιχτά.

 

ΙΙΙ ΝΑΞΟΣ – ΘΑΛΑΤΤΙΝΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ

 

ΒΕΡΟΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΩΙ

στον Ιγνάτη Χουβαρδά

Διαβάζοντας ποίηση και ακούγοντας τη λειτουργία
του γειτονικού ναού της Υπαπαντής του Χριστού
απ’ το ανοιχτό παράθυρο
ο χώρος μου χάνει τη γεωστρατηγική του σημασία

Το δωμάτιό μου αυτή τη στιγμή θα μπορούσε
να είναι στην Πίνδο ή στο Μόλυβο
στο Διδυμότειχο ή στη Λέρο
Προσθέτοντας λίγες ακόμα πινελιές
στη Σμύρνη ή στο Μιστρά

Ή να είναι καμπίνα ενός ιστιοφόρου
στο λιμάνι της Νάξου

 

ΣΑΝ ΤΟΥΣ ΤΥΦΛΟΠΟΝΤΙΚΕΣ

Τα ποιήματα
και οι έρωτες όπως τους ξέραμε παλιά
δε φαίνονται πια στις παραλίες
κι όμως είναι εκεί
ζουν σε λαγούμια και κατακόμβες
κάτω απ’ την άμμο
σαν τους τυφλοπόντικες
και μόλις φύγει ο κόσμος
βγαίνουν και λατρεύουν τη θάλασσα

τα ποιήματα
και οι έρωτες όπως τους ξέραμε παλιά

 

IV ΤΟ ΚΑΡΕ ΤΗΣ ΝΤΑΜΑΣ

 

ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ

Το Λενιώ δεν έχει πια σκονισμένα γόνατα
τα μαλλάκια της δεν είναι αχτένιστα
στα χειλάκια της δεν υπάρχουν λεκέδες σοκολάτας
δεν μπλέκει ανεπιτήδευτα τα χεράκια της
δε χορεύει σα νεράιδα
δεν κλέβει πια το γλυκό της γιαγιάς
ούτε βλέπουμε τα λειψά της δοντάκια όπως τότε
που έκοβε και μας μοίραζε το θεϊκό χαμόγελο της

Το Λενιώ πήγε πανεπιστήμιο
έμαθε πολεμικές τέχνες και πάει γυμναστήριο
έχει σημαντικό πόστο σε μια σπουδαία επιχείρηση
οδηγεί κι αισχρολογεί
κι όποτε ανέβει στο χωριό
όλοι σταυροκοπιούνται και θαυμάζουν:
«Βρε, το Λενιώ είναι αυτό; πώς μεγάλωσε έτσι;
Σωστός άντρας έγινε»

 

ΦΟΥΛ ΤΗΣ ΝΤΑΜΑΣ

Τα κορίτσια στην Πάρο πηγαίνουν τρία-τρία
Σε μιαν απ’ αυτές τις τριάδες είδα τις Ώρες
σε μιαν άλλη τις Χάριτες
σε μια τρίτη τριάδα τις Μοίρες κ.ο.κ.
Τις Ερινύες μου δεν τις απάντησα ακόμη
από μέρα σε μέρα, από ώρα σε ώρα
θα γίνει κι αυτό
Όχι ότι τις φοβάμαι
αλλά για την περίσταση αυτή
είμαι παράξενα ντυμένος
Όταν τις συναντήσω, θα πετάξω
τα άμφια του ιερέα για την καστανή
την πανοπλία του πολεμιστή για την ξανθιά
και τον λινό χιτώνα του ποιητή για τη μελαχρινή
κι ολόγυμνος θα αλαλάξω:
«Σας εξόρκισα
σας πολέμησα
σας ύμνησα
Απόμεινε να σας λατρέψω
Ιδού λοιπόν το σώμα του Ορφέα. Είναι δικό σας
κάντε το ό,τι θέλετε»
Πού ξέρει κανείς;
μπορεί να έχουν ερωτικές διαθέσεις
και να μη μου κάνουνε κακό
μα τ’ άκρο αντίθετο
Άλλωστε, όλες οι γυναίκες του κόσμου
–ω! να ‘ξεραν–
κουβαλάνε τόσο έρωτα μέσα τους
που δεν τον σηκώνουν όλα τα πλεούμενα του κόσμου
Κι εγώ, είμαι τόσο γεμάτος έρωτα
που και να φταρνιστώ φοβάμαι ακόμα
Φουλ του έρωτα.

 

ΜΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΡΙΑ

Ω! Θε μου πόσο όμορφη ήταν εκείνη η ξένη
Άλλαζε παραστάσεις ήσυχη
σεργιανώντας ένα μικρό έρωτα
Το φιλί της άνεργο
Η αγκαλιά της μια απέραντη παραλία
Η όψη της ατραγούδιστη…

Κι εγώ
φειδωλός και παγερός σα ρακένδυτος Χειμώνας
τριγυρνούσα στο κατώφλι του Αυγούστου
μ’ έναν μπαλωμένο σάκο γεμάτο όνειρα
να μου βαραίνει τις πλάτες

Κρίμα
Ούτε ένα ανάγλυφο χαμόγελο δεν έβγαλα να δώσω

 

V ΣΗΜΕΙΑ ΚΑΙ ΤΕΡΑΤΑ
ή
ΔΙΠΛΟ ΚΑΡΕ ΤΟΥ ΦΟΒΟΥ

 

ΙΑΓΟΥΑΡΟΣ

Πριν νιώσεις τον φόβο και τη δύναμή μου
πριν αντικρύσεις την στιλπνότητα του ιδρωμένου μου κορμιού
άκου τον βρυχηθμό μου να ‘ρχεται από κάθε γωνιά γύρω σου:

“Στα μάτια σου βλέπω τον Ήλιο
ν’ ανατέλλει από τις Άνδεις
και στην ψυχή σου τον Αμαζόνιο
Είμαι ένας διψασμένος ιαγουάρος και με ξεδιψάει
Είμαι ένα άγονο χωράφι και με ποτίζει
Είμαι ένα νευρικό πιράνχα και με περιβάλλει
Είμαι ένα μικρό χορταράκι ή ένα τεράστιο δέντρο και μου δίνει νόημα

Σε βλέπω στη μορφή κάθε μελαχρινής καλλονής
κι όταν, μια στις χίλιες, συμβεί να είναι η δική σου
το άρωμα του κορμιού σου με μεθάει
Αναδύεται μέσα από τα ανοίγματα
και τις ίνες των ρούχων σου
και με ψεκάζει λυτρώνοντάς με
όπως η θεία δίκη έναν κατατρεγμένο
όπως η έμπνευση έναν ποιητή καταραμένο
όπως η θάλασσα ένα δελφίνι που ‘ξόκειλε
όπως ο Αμαζόνιος έναν ιαγουάρο διψασμένο…”

 

Ο ΑΝΤΑΙΟΣ

–Do you like a chair?
–No, I prefer lying on the sand
and taking power from earth.
Είπε ο Ανταίος
(στη γυναίκα που νοίκιαζε ξαπλώστρες)
και γύρισε πλευρό.

 

VI ΣΠΟΡΑΔΙΚΑ ΣΟΝΕΤΑ

 

ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΟ ΔΟΚΙΜΙΟ

Ο ποιητής δε γεννιέται ούτε γίνεται
Σε μια στράτα απερίγραπτης ομορφιάς
αναζητά την έμπνευση και τη βελτίωσή του
Μια στράτα που δεν είναι παντού πλατιά:
Σε κάποιο σημείο στενεύει
απ’ την οροσειρά της αλαζονείας
και το πέλαγο της ματαιοδοξίας…
Και νάτος μες στο πλήθος
Ανάμεσα σ’ έναν πολιτικάντη, έναν εργάτη
ένα ληστή, έναν έμπορο, ένα δάσκαλο,
δεν ξεχωρίζει. Ή ξεχωρίζει όταν σε κοιτάξει

Γίνεται τότε παραμυθάς υπέροχος
αλλού πτυσσόμενος αλλού συμπυκνωμένος
μοιράζοντας τα ποιήματα του αντίδωρα

 

ΜΕΣΗΜΕΡΙΑΝΟ

Χαλκιδική
σε κάποια παραλία, μεσημέρι.
«Να παίξουμε θείο;»
Γυρνώ και τι να δω:

Ένα ηλιοκαμένο τζιτζίκι
κι ένα χαμίνι τριζόνι
με τα κλαπατσίμπανά τους.
«Λαλάτε το ρε μάγκες.»

Και δως του γλέντια
και δως του νταλκάδες.
Η θάλασσα μες στο χορό.

«Τι έχουμε; μεράκια;
φουσκοθαλασσιές;
Αχ, μόνο εσύ μεθάς από το ίδιο σώμα.»

 

VII ΑΝΑΛΕΚΤΑ ΚΑΙ ΘΡΑΥΣΜΑΤΑ

 

ΤΑ ΠΕΦΤΑΣΤΕΡΙΑ

Αυτά
που όλοι
τα νομίζουν πεφταστέρια
είναι άγγελοι
που τα φτερά τους
τα έκαψε ο έρωτας

 

ΣΜΙΛΗ

Η ματιά σου σμίλη πάνω στο κορμί μου
Κρίμα που άφησε το δημιούργημά της ημιτελές και άσχημο

 

 

ΓΙΑ ΤΟ ΔΗΜΗΤΡΗ Γ. ΠΑΠΑΣΤΕΡΓΙΟΥ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

ΕΛΑΒΟΝ (2017)

 

ΕΛΣΑ ΚΟΡΝΕΤΗ

bookpress 22/8/2017

«Μια μέρα που δεν θα μας τρομάζει το παγωμένο πέλαγος»

«Η αιωνιότητα ζηλεύει τη στιγμή κι έπειτα η στιγμή έχει περάσει» είχε γράψει ο ποιητής Τσαρλς Σίμικ. Τη στιγμή του παρελθόντος ή του παρόντος επιχειρεί να παγιδεύσει η ποίηση. Να μην ξεφύγει και χαθεί και πνιγεί στη λήθη. Οι ποιητικές καταγραφές της συλλογής του Δημήτρη Παπαστεργίου, στην κομψή και προσεγμένη αισθητικά όπως πάντα έκδοση του Σαιξπηρικόν, χωρισμένες σε πέντε ενότητες σαν ακριβή σχεδιάσματα υπενθύμισης μοιάζουν να δημιουργήθηκαν για να φέρνουν στο νου μια προτροπή: «Θυμήσου ό,τι σε συνδέει με τη μνήμη είναι μια σχέση πνευματική».
Γιατί τι είναι αυτό που μένει τελικά; Επικολλήσεις στιγμών. Το παλίμψηστο της ζωής: Επικολλήσεις από χαμένες, περασμένες αιωνιότητες. Μνήμες της θάλασσας, παράφρονες άνεμοι, ρόδια που έσπειραν μούχλα και ατυχία/ και τ’ αποτρόπαια της πόλης μου σκουπίδια/ στοιχειώσανε το σπίτι μου και το εγκατέλειψα / ’Ό,τι έλαβες στο γήινο ταξίδι της ζωής, την αγάπη, τη φροντίδα, την ευαισθησία, την προστασία, την ενσυναίσθηση θα παραδώσεις παρακάτω μετασχηματισμένη σε προσφορά, μιας ποιητικής συνείδησης σε εγρήγορση σε μια σκυταλοδρομία προσώπων, συναισθημάτων, απωλειών, αναχωρήσεων, αποχωρήσεων, ταξιδιών του μυαλού και της καρδιάς, αλλά και της τρομακτικής παρατήρησης της ζωής των άλλων, των καταφρονεμένων, των αδικημένων, των στερημένων. Θα’ ρθει μια μέρα /που δεν θα μας τρομάζει το παγωμένο πέλαγος/ αλλά τα παγωμένα βλέμματα των ανθρώπων/.
Η επίκληση στην αθωότητα υπογραμμίζει τις παιδικές μνήμες και τα αγαπημένα πρόσωπα. Η ποιητική γλώσσα του κοινωνικά ευαίσθητου ποιητή λειτουργεί δυναμικά χωρίς να γίνεται στερεοτυπική ή πομπώδης στο ξεδίπλωμα κοινωνικών προβληματισμών που ενδεικτικά αφορούν στην ανεργία και στο προσφυγικό με διάχυτη την αίσθηση ότι είναι ο κόσμος που κοιτάζει τον ποιητή κι όχι ο ποιητής τον κόσμο. Με τη χρήση λεπτών αδιόρατων μεταφορών τα ποιήματα της συλλογής επιχειρούν να πουν κάτι περισσότερο από τη ζωή και την πραγματικότητά της. Παραφράζοντας από το «Όνειρο ενός γελοίου» το απόσπασμα του Φ. Ντοστογιέφσκι «η ζωή είναι ένα όνειρο με λεπτομέρειες» θα έλεγα ότι στην περίπτωση του Δημήτρη Παπαστεργίου είναι το όνειρο μια ζωή χωρίς λεπτομέρειες. Το όνειρο χρησμός βγαλμένος από της κάθε νύχτας τα σκοτεινά εντόσθια: εγώ ασπρόρουχο στης μάνας μου τα χέρια/ μια στον πάτο της χλωρίνης/ ν’ ασπρίζω σαν τα κόκαλα της μάνας μου/
Η εναλλαγή της ανάγκης ώστε το δίκαιο ν’ αποκαταστήσει το άδικο και η νίκη την ήττα, οι μνήμες που σαν τα παλιά αντικείμενα πεθαίνουν διαφορετικά και οι κοφτερές λέξεις που κόβουν γλώσσα και αυτιά θα συνθέτουν πάντα το κρυφό καρύκευμα της ζωής που «νοστιμίζει» την ύπαρξη σε μια επιτυχημένη υπέρβαση πραγματικότητας.
Στίχοι σαν στοιχειωμένες παρακλήσεις κι επικλήσεις επιτρέπουν στον αναγνώστη να μην βλέπει τον ποιητή, αλλά μέσα από τον ποιητή. «Η Ποίηση είναι ένα καταφύγιο ευθραυστότητας αν θεωρήσουμε ότι μεγαλώνοντας σκληραίνουμε». Η ποιητική γλώσσα λοιπόν μπορεί να μας επιστρέψει εκεί απ’ όπου ξεκινήσαμε στην ζεστή ασφάλεια της μήτρας όταν ακούγαμε κι αναγνωρίζαμε τη φωνή της μάνας στον ζεστό και στοργικό προστατευτικό της κόρφο, όταν μας βύθιζε σε βαθιές αγκαλιές, όταν μας νανούριζε, όταν μας σιγοτραγουδούσε, όταν μας παρηγορούσε. Τα ποιήματα της ενότητας «Μάνα το πρώτο φως» ξεχωρίζουν συγκινητικά σαν μια αιώνια επιστροφή στην αφετηρία της ζωής και σε ό,τι μας συνδέει νοσταλγικά με μια επίμονη ανάκληση και καταγραφή τρυφερής και νοσταλγικής μνήμης, αλλά και στο τραύμα της απώλειας, μιας πληγής ανοιχτής που επιμένει.

 

ΔΗΜΗΤΡΑ ΣΜΥΡΝΗ

Μετά από τρεις ποιητικές συλλογές και συμμετοχές σε συλλογικά έργα, ο Δημήτρης Παπαστεργίου, ιδρυτικό και ενεργό μέλος του «Ποιητικού Πυρήνα» της Βέροιας, φέρνει στο φως την τέταρτη συλλογή του με τίτλο «Έλαβον», εκδόσεις Σαιξπηρικόν.
Χωρισμένη η συλλογή σε πέντε ενότητες με τον αμφίσημο τίτλο «Έλαβον», που παραπέμπει από τη μια σε πρόσληψη ερεθισμάτων από τον έξω κόσμο που μετατρέπονται σε ποίηση κι από την άλλη σ’ έναν εκ βαθέων προσωπικό απολογισμό, αποτελεί μια σοβαρή ποιητική κατάθεση.
Ματιά άλλοτε τρυφερή και άλλοτε σκληρά αποκαλυπτική γίνεται ποιητικός λόγος που χρησιμοποιεί για όχημα τον ελεύθερο στίχο αλλά και το παραδοσιακό μέτρο με επιτυχία, χωρίς να το θεωρεί παρωχημένο.

Χαράζοντας έναν κύκλο μέσα στον οποίο κλείνει τα ποιήματα όλης της συλλογής, ξεκινά με την «Απόδραση», για να καταλήξει στα «Χρώματα του τέλους», όπου οι τελευταίοι στίχοι των δύο ποιημάτων παίζουν με το «ελκύω» και το «εκλύω», ρήματα ταυτισμένα με την ποιητική πράξη, ως έμπνευση και καταγραφή της.
………………………..
Πρέπει σκληρά
να εξασκηθώ να ελκύω το Ωραίο. («Απόδραση»)
……………………….
Πρέπει σκληρά
να εξασκηθώ να εκλύω το Ωραίο. («Τα χρώματα του τέλους»)

Πρόσληψη έμπνευσης από τα μηνύματα του έξω κόσμου με το «ελκύω», καταγραφή τους με το «εκλύω». Και βέβαια και τα δύο με σκληρή εξάσκηση. Άλλωστε αυτό δεν είναι η ποίηση; Ένας αγώνας σύλληψης του αόρατου και της εναγώνιας αποτύπωσής του. «Η ποίηση είναι αερικό» είπε η Κική Δημουλά και ποιος μπορεί εύκολα να φυλακίσει ένα αερικό στις λέξεις;
Αυτόν τον αγώνα του καταθέτει για τέταρτη φορά ο Δημήτρης Παπαστεργίου με την καινούργια του συλλογή, με ιδιαίτερη ευαισθησία και ευστοχία.
Αντιδιαστέλλοντας το ποιητικό εγώ με τον κόσμο των πολλών γράφει:

…………………………
μια νύχτα σαν τον Εμπειρίκο θ’ αποδράσω
αχάραγα
διαβαίνοντας από τα κούφια οράματα των ξένων
των πολλών,
όπως σκουλήκι που από κούφιο κόκκαλο διαβαίνει»
…………………… («Απόδραση)

Ο ποιητής λειτουργεί στη νέα του συλλογή ως αποδέκτης των σημάτων που εκπέμπει ο σημερινός κόσμος, κόσμος απρόσωπος, σκληρός και ισοπεδωτικός και στη συνέχεια μετατρέπεται σε πομπό σκληρής κριτικής και πικρού σαρκασμού.

Είμαστε στίχοι στο ποίημα της ανάγκης
Χωρίς πολλά σημεία στίξης μα με στίγματα
………………………
Είμαστε στίχοι στου αφεντικού το ποίημα («Του εργοδότη»)

Άλλοτε με προφητική ενόραση που τρομάζει:

Θα ‘ρθει μια μέρα
που δε θα μας τρομάζει το παγωμένο πέλαγος
αλλά τα παγωμένα βλέμματα των ανθρώπων
……………………………….
Τι με κοιτάτε;
Πρόσφυγες είμαστε όλοι,
από τώρα δε με αναγνωρίζετε; («Ο πλανήτης των προσφύγων»)

Κι άλλοτε φωτίζοντας την πολιτική αλλοτρίωση:

Ενθάδε κείται
ο εγγονός του αντάρτη καπτάν Φαλκίδα
γιος του μελανοχίτωνα Τάρταρου
ο χαμαιλέων της μεταπολίτευσης
Γιάγκος Τ.
…………………….. («Επιτύμβιο»)

Προχωρεί σε χώρους πιο προσωπικούς, όπως η μορφή της μάνας, που γι αυτόν είναι σημείο αναφοράς και σε προηγούμενες συλλογές του, με τόνους έξοχου λυρισμού.

Η μάνα του πότε του μιλά, κάνοντας τις επιθυμίες της ευχή:

…………………………………
-Να ‘σαι γερός, να ‘χεις δουλειά, να ‘χεις και μιαν αγάπη
Να βγεις σημαιοστόλιστο της Παναγιάς καράβι
Σ’ αυτά τα χρόνια δεν ποθώ ούτε ένα παραθύρι
………………………………… («Μητέρας φάσμα»)

Πότε η απουσία της γίνεται βασανιστική:
……………………..
Κανείς δεν είναι πια στο σπίτι σαν γυρίζω
λίγη χαρά ή στεναχώρια να μου πάρει
σαν το φαρμάκι του φιδιού από τη φλέβα

Πόσο σου μοιάζει το ολόγιομο φεγγάρι…
Μητέρα, που όλοι σε φωνάζαν Κατερίνα
κι εγώ από μέσα μου σε έλεγα Ζωή
…………………… («Ζωή»)

Από τις καλύτερες σελίδες της συλλογής τα ποιήματα που αναφέρονται στην ποίηση.
Η ποίηση ως σύμβολο ελευθερίας κρυμμένο καλά και πολύτιμο:

Τη μηχανή κοπής ποιημάτων
Στο υπόγειο να την έχετε
Σαν πολύγραφο της Κατοχής
………………………… («Μηχανή κοπής ποιημάτων»)

Η ποίηση και η γοητεία της για τον αιχμάλωτο ποιητή:

……………………………
Ό,τι θελήσει ο ποιητής γίνεται στο πλευρό σου:
Τρανός και δίκαιος βασιλιάς κι εσύ είσαι το ρηγάτο
……………………
Κι άμα ρωτάς του λόγου μου μαζί σου τι πασχίζω:
Χτίζω – πουλάκι λυρικό – με σφαίρες τη φωλιά μου
……………………… («Ωδή στην ποίηση»)

Το πορτρέτο των ίδιων των ποιητών δίνεται χαρακτηριστικά σ’ ένα από τα πιο ολοκληρωμένα ποιήματα της συλλογής:

Τα σπίτια κάποιων ποιητών είν’ ακατάστατα
Το πάτωμα σκονισμένο
Αράχνες στο ταβάνι
Στοίβες πιάτα στο νεροχύτη

Είναι γιατί συνήθως λείπουνε
Σε σαφάρι λέξεων:
Στο Τότε και στο Τώρα

Στη Σμύρνη ή στο Μιστρά
Στην Κόλαση ή στον Παράδεισο
Στη Χαρά και στη Λύπη

Οπόταν επιστρέφουν δεν έχουν πολύ καιρό
Συγυρίζοντας ακόμη, εμπνέονται κι εργάζονται
καταρρακωμένοι
Ξεπλένοντας ένα κουταλάκι λάμπει το σιρόπι της νεκρής
μητέρας
Ξεπλένοντας ένα πιάτο ανασταίνεται το δείπνο ενός
χωρισμού…

(«Τα σπίτια κάποιων ποιητών»)

Η τέταρτη συλλογή προχωρεί ακόμη περισσότερο σε σχέση με τις προηγούμενες και ως προς τη δυνατότητα εικονοπλασίας και ως προς την ωριμότερη χρήση εκφραστικών μέσων και ως προς τη μεγαλύτερη ποικιλία θεματικών κέντρων.

Εικόνες και σχήματα λόγου όπως:

Απάνω στη μοσχοβολιά που τα ψωμιά υφαίνουν
Γλιστρούν τις παντοφλίτσες τους νοικοκυρές παιδούλες
Ρίχνοντας μια κλεφτή ματιά στην τράτα που επιστρέφει

ή

Οικοδόμος ξένων μύθων
χωρίς ένσημα και δώρα

ή

Κι εμείς θα μεταλάβουμε ξανά την Αρετή μας

αποτελούν μικρές πινελιές που συμπληρώνουν χαρισματικά ένα χαμηλόφωνο ποιητικό σύμπαν, προσβάσιμο στον αναγνώστη, που αποπνέει, πέρα από την έμπνευση, σοβαρότητα και σεμνότητα, πράγματα που χαρακτηρίζουν και τον ίδιο τον ποιητή ως άνθρωπο.

 

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

FRACTAL 5/7/2017

Η ποίηση του Δημήτρη Γ. Παπαστεργίου έχει εσωτερικό ρυθμό, αυτό το μαγικό αόρατο νήμα που δένει τον στίχο και τον οδηγεί από την αρχή ως το τέλος, και που φανερώνεται όταν διαβάσεις με τη φωνή σου το ποίημα και το ακούσεις. Ας μη φανεί πλεοναστική ή εξεζητημένη η παρατήρηση. Δεν έχει πάντα ρυθμό η ποίηση που γράφεται, ίσως θα λέγαμε πως πολλοί ποιητές αγνοούν το πολύτιμο εσωτερικό άκουσμα. Ούτε να θεωρηθεί ότι η συγκεκριμένη ποίηση αυτό το χρωστά στον έξοχο δεκαπεντασύλλαβο, γιατί δεν τον ακολουθούν όλα τα ποιήματα.

Ο Δημήτρης Παπαστεργίου μοιράζει τα θέματά του ανάμεσα στο προσωπικό και στο κοινό βίωμα, άλλοτε μιλώντας για το πώς γράφει πάνω του η απουσία αγαπημένου προσώπου και άλλοτε καταγράφοντας το συλλογικό πάθος. Και διάσπαρτο μέσα στα ποιήματά του συναντάς έναν κοφτερό πολιτικό σχολιασμό, από τους καλύτερους της σύγχρονης ποίησης, και κοινωνικά σχόλια από τα πλέον εύστοχα, που σε κάνουν να ντρέπεσαι για την ανθρώπινη ιδιότητα που καταχρηστικά φέρεις. Μια οξεία παρατήρηση διαφαίνεται πίσω από κάθε λέξη του αλλά και πολλά σημεία ταύτισης βρίσκεις μαζί του. Αισιοδοξία σε διακατέχει για το ποιητικό μέλλον.

Σαν χθες, Σάββατο, μπάρκαρα
για πλούτη κι εμπειρίες.
Μαύρο σκαρί,
μάγων δουλειά.
Φτωχό παιδί φυλάξου.
Του ουρανού ο επίσκοποι
μοιράσανε τις βάρδιες.
Ο πιο στυγνός
με έστειλε στο βρομερό αμπάρι,
να καθαρίσω τρωκτικά,
σαβούρες εβδομάδες,
συσκευασίες ημερών,
θρύψαλα από μήνες

κι ώσπου να δω ξανά ουρανό
τέλειωσε το ταξίδι.

(Χαράματα στη θάλασσα)

[…]

Απάνω στη μοσχοβολιά που τα ψωμιά υφαίνουν
Γλιστρούν τις παντοφλίτσες τους νοικοκυρές παιδούλες
Ρίχνοντας μια κλεφτή ματιά στην τράτα που επιστρέφει

Λένε καλή ξεκούραση στη βραδινή τη βάρδια
Σαν ράμφη κροταλίζοντας τριγύρω τα παντζούρια
Και ξεψυχούν τα όνειρα του δυστυχή ανέργου

(Του ανέργου)

[…]

Μας φυλάει μια γωνιά ο χρόνος
όπου θα λέμε: είμαστε άνθρωποι,
σε μάτια που θα μας βλέπουν ως νεφρά,
γεννητικά όργανα
και ισχνά πορτοφόλια.

Κι ούτε μια μικρή γωνιά για μας
στον πλανήτη των προσφύγων.

Τι με κοιτάτε;
Πρόσφυγες είμαστε όλοι,
από τώρα δε με αναγνωρίζετε;

(Ο πλανήτης των προσφύγων)

[…]

Τα ποιήματα σου τα ’φερνα σαν πελαργού κλαδάκια
Να χτίσεις μια ψηλή φωλιά, τον κόσμο μας να χτίσεις
Και τώρα μοιάζει με σταθμό που καρτεράς το τραίνο
Σκοντάφτει βήχοντας το φως στα βρόμικα πλακάκια[…]

(Μητέρας φάσμα)

Στο σύνολό της μια ποιητική κατάθεση πλήρης (που μας επιτρέπει να δούμε αυθεντικές εικόνες από τον κόσμο του ποιητή) και με ιδιαίτερη προσοχή στη δομή του στίχου, στον εσωτερικό παλμό που τον δονεί.

 

Ο ΑΣΤΕΓΟΣ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΧΑΜΟΓΕΛΩΝ

 

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΑΡΙΖΩΝΗ

FRACTAL/ 27/4/2016

«Κάποτε ξέρεις και η νεότητα τελειώνει»

Σχολικές επιδόσεις

Αν με ξανασηκώσει η δασκάλα στον πίνακα
Θα της δείξω το σακούλι
Με τα δόντια του δράκοντα
Να αρχίσει έντρομη ν’ αναρωτιέται
Αν έρχομαι απ’ τον θερισμό
Ή πάω για να σπείρω……….

γράφει ο Δημήτρης Παπαστεργίου στο ποίημά του «σχολικές επιδόσεις». Ποιητής μάλλον ασκητικός στον βίο και στην τέχνη, όπως οι περισσότεροι δημιουργοί της περιφέρειας που δεν απολαμβάνουν τις ευκολίες των «εν Αθήναις» ομοτέχνων τους, έχει κατακτήσει ένα υψηλό επίπεδο ποιητικής μετουσίωσης και γραφής. Η μέχρι τώρα ποιητική του παραγωγή αριθμεί τρεις ποιητικές συλλογές: την Τράπουλα του Καλοκαιριού, 2012, την συλλογή Furor Scribendi, 2013 και μια ανθολογία του «Ποιητικού Πυρήνα», ενός μπλογκ που διατηρεί ο ίδιος στο διαδίκτυο, 2012.
Το πρόσφατο ποιητικό βιβλίο του που φέρει τον τίτλο «Ο ΑΣΤΕΓΟΣ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΧΑΜΟΓΕΛΩΝ», περιλαμβάνει μεταξύ των τελευταίων και κάποια αντιπροσωπευτικά δείγματα γραφής από προηγούμενες ποιητικές σοδειές. Διαβάζοντας λοιπόν, αυτά τα ποιήματα, έχω να παρατηρήσω τα εξής: Ο Δημήτρης Παπαστεργίου συνδυάζει την ποιητική παράδοση με μια εκλεκτική χρήση των στοιχείων της μοντέρνας ποίησης δημιουργώντας μια ιδιαίτερη κι αναγνωρίσιμη ποιητική ταυτότητα. Γράφει χαμηλόφωνα, αλλά αυθεντικά.

2
Αν κάποια στιγμή φαντάζει εγκεφαλικός, είναι γιατί χρησιμοποιεί με αυστηρότητα τη γλώσσα. Οι λέξεις του εμπεριέχουν πολλαπλές σημασίες και συμβολισμούς. Είναι μετρημένες με μαθηματική ακρίβεια. Ούτε μία δεν περισσεύει. Ούτε μία δεν λείπει απ’ το σώμα του ποιήματος. Έχουν πνοή κι έναν δικό τους ρυθμό και καταλήγουν σ’ ένα άρτιο αισθητικό αποτέλεσμα. Ο ποιητής αντλεί την έμπνευσή του από την λαϊκή παράδοση, χρησιμοποιεί μοτίβα από τα δημοτικά τραγούδια, από την Ιστορία, απ’ την Αρχαία Ελληνική Γραμματεία. Χρησιμοποιεί αλληγορίες και παραβολές, μύθους και ονειρικές εικόνες.

Εκείνο το ζευγάρι δεκαοχτούρες
Που βλέπω κάθε χαραυγή
Άραγε να ’ναι οι πεθαμένοι μου γονείς;
Δεν το έχω αποκλείσει ακόμα.
Όποτε τις κοιτάζω
Κάνουν πως τσιμπολογούν.

Ποίηση βιωματική και εικονοποιητική μας αποκαλύπτει μέσα από σπαράγματα παραμυθιών και ονείρων, τον μύθο του ίδιου του ποιητή, τις αθέατες, ίσως και σκοτεινές πλευρές του. Μιλάει για φαντάσματα της εφηβείας που σέρνουν τις αλυσίδες τους τις νύχτες, για όνειρα που περπατούν ξυπόλητα στο χιόνι, για ανεξερεύνητους έρωτες, για παραλείψεις που ακονίζουν τα τσεκούρια τους, για επιγράμματα που τον παιδεύουν, για κληματαριές που κάνουν ρεσάλτα στην κουπαστή του μπαλκονιού και τέλος μας δίνει ραντεβού στο φουαγιέ της Κιβωτού.

3

Νομίζω πως η Κιβωτός εδώ είναι η ίδια η Ποίηση, ή μάλλον τα υλικά της που θέλει να διασώσει ο Παπαστεργίου: οι λέξεις, τα αισθήματα, οι συμβολισμοί, οι ήχοι και οι σιωπές, τα ορατά και αόρατα της Τέχνης. Το ερωτικό στοιχείο είναι έντονο στην ποίησή του, σχεδόν κυρίαρχο ακόμα κι όταν δεν δηλώνεται σαφώς. Ο τίτλος «άστεγος της οδού των χαμογέλων» παραπέμπει άλλωστε στην περιπέτεια του χαμένου έρωτα, στην μοναξιά και την αναζήτηση του άλλου προσώπου, ενώ συχνά ο ποιητής αφήνει να φανεί καθαρά το βαθύτερο τραύμα κάτω απ’ τις λέξεις.

«Οι μέρες που ζητιάνευα το χαμόγελό σου
τέλειωσαν.
Μαζί τους εξατμίστηκαν
Νιάτα, λαχτάρες, κι άνθρωποι
Σαν βρόχινες λιμνούλες…

Στα ποιήματά του Δημήτρη Παπαστεργίου κυρίαρχη είναι επίσης και η σχέση με το πατρικό είδωλο, σχέση που φαίνεται να τον σημαδεύει και να τον ακολουθεί μες στα χρόνια. Ο Πατέρας –γίγαντας, όπως τον αποκαλεί, ο πατέρας- Υπερεγώ…. «Σαράντα και βάλε χρόνια πλάι- πλάι,… κρίμα που δεν γίναμε ποτέ φίλοι, καταλήγει ωστόσο με πικρία σε κάποιο στίχο του, επισημαίνοντας τις δυσκολίες προσέγγισης, ίσως και ταύτισης με το πρόσωπο του πατέρα. Σκωπτική είναι επίσης η διάθεσή του απέναντι στα πρότυπα ζωής της μικροαστικής οικογένειας , τα οποία στηλιτεύει ιδιαίτερα στο ποίημά του για το νησί της Σαντορίνης.

4

Θα έλεγα ότι το βιβλίο του Δημήτρη Παπαστεργίου φέρει μεγάλα αποθέματα ποιητικής ευαισθησίας, διαπνέεται από μια διάχυτη φιλοσοφική διάθεση απέναντι στα πράγματα, αλλά ταυτόχρονα αποτελεί και μια άσκηση πάνω στις τεχνικές της ποίησης. Υπάρχει μια συνεχής αναμέτρηση του ποιητή με την τέχνη της γραφής. Κρίνοντάς τον ως ποιήτρια μπορώ να τον φανταστώ να επιδίδεται με τις ώρες και τις μέρες στο «σαφάρι» των λέξεων και των ποιητικών εκφράσεων. Τίποτα δεν προκύπτει εύκολα, τίποτα δεν αποτυπώνεται χωρίς τον μόχθο και το άλγος του καλού τεχνίτη. Ο Παπαστεργίου γνωρίζει καλά ότι η ποίηση πέραν του ταλέντου είναι και μαστορική κι αυτό είναι το μεγαλύτερο πλεονέκτημά του. Και επειδή η ποίηση μιλάει καλύτερα για τον ποιητή, απ’ ό,τι οι όποιες αναλύσεις, θα παραθέσω ένα ποίημα που αποτυπώνει εύγλωττα αυτές τις αγωνίες του.

ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΟΜΟΙΟΚΑΤΑΛΗΞΙΑ

«Τι έχεις πάθει άραγε εσύ;
Δεν έρχεσαι άλλο στα ολονύχτια συμπόσια
Περιφρονείς τις όμορφες εταίρες
Βδομάδες έχεις να φανείς στην Αγορά
Και στον Ιππόδρομο που όλοι σε γνωρίζουν.

Κάποτε ξέρεις και η νεότητα τελειώνει»,
Μάλωσε τον Ευσέβιο ο φίλος του Ιουστίνος
Κι όπως απ’ το λιμάνι ξεγλιστρούσαν
Έστρεψε το λευκό πανί με τέχνη στο μαϊστράλι.

5

«Αλήθεια», είπε τότε κι ο Ευσέβιος,
«μήπως γνωρίζεις καμιά λέξη να ταιριάζει
Με την «Αγάπη» αρμονικά, μα να μη μοιάζει
Με εκείνες τις αλλότριες: «κιτάπι» και «ντουλάπι»
Και τις κακόηχες «αράπης» και «σατράπης».
Αυτό το επίγραμμα, τρεις μήνες με παιδεύει».

Η ποίηση είναι μια ατέλειωτη δοκιμασία, μια ατέλειωτη κούραση, το είπε σ’ ένα ποίημά του κι ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, η οποία όμως σε κρατάει σε μια αέναη πνευματική εγρήγορση. Ειδικά όταν είναι καλή ποίηση. Κι αυτή είναι η ανταμοιβή της.
Κλείνοντας θα ήθελα να προσθέσω ότι ο Δημήτρης Παπαστεργίου πέραν της ποιητικής δημιουργίας διατηρεί και μια δημοφιλή σελίδα στο διαδίκτυο με την επωνυμία «Ποιητικός Πυρήνας», όπου δίνει την ευκαιρία να αναδειχθούν νεώτερες ποιητικές φωνές, αλλά και αξιόλογα πεζογραφικά κείμενα. Έντονη είναι επίσης η πολιτιστική του δραστηριότητα στην ιδιαίτερη πατρίδα του την Βέροια, όπου και ζει.
Τέλος θα αναφερθώ στην εξαιρετική αισθητική και επιμέλεια του βιβλίου που έγιναν από τις εκδόσεις Σαιξπηρικόν, ένα σχετικά νέο εκδοτικό οίκο της Θεσσαλονίκης που μας έχει ήδη δώσει αξιοπρόσεκτες εκδόσεις.

 

ΦΩΤΗΣ ΚΟΥΤΣΑΜΠΑΡΗΣ

Εφημερ. Μακεδονία 12/6/2017

«Ο άστεγος της οδού χαμογέλων»… από τη Βέροια
Ποιητική περιπλάνηση σε στίχους Δημήτρη Παπαστεργίου

«Οι λέξεις πήραν τη θέση τους επάνω στο χαρτί» από τον Δημήτρη Παπαστεργίου και από εκεί ξεπηδούν και σεργιανούν στα στενά μονοπάτια της ποίησης, χρόνια τώρα, διαπερνούν το νου μας, αφήνοντας χαραγματιές σκέψης και προβληματισμού. Άλλοτε φωλιάζουν στην καρδιά μας, σκαλίζοντας συναισθήματα κι άλλοτε πεταρίζουν στον άνεμο, ευωδιάζοντας λογοτεχνική φρεσκάδα.

Ο ποιητής από τη Βέροια θαρρώ πως, όπως περιγράφει στο ποίημά του “Πόθος”, χαράσσει όχι μόνο το σώμα του για να γράψει όμορφα πράγματα, αλλά και την ψυχή του. Νομίζω ότι έχει μέσα του έναν ολόκληρο κόσμο, που συναντάται μερικές φορές με την καθημερινότητα του γείτονα και της γειτόνισσας και φωτογραφίζεται με φόντο την πραγματικότητα. Άλλες φορές στριφογυρνά στη μικρή χώρα του “εγώ”, αναζητώντας διέξοδο δημιουργίας και όταν ο προβολέας της ποίησης φωτίζει, οι λέξεις βάζουν τα χέρια μπροστά στα μάτια, να αντιμετωπίσουν το θάμπος του. Αυτού του “μέσα κόσμου” του Δημήτρη Παπαστεργίου. Βλέπω τις εικόνες του στα δωμάτια και συνεχώς ανοικτή μια μπαλκονόπορτα, απ’ έξω μια σακούλα απορριμμάτων, συνεχώς να νυχτώνει και συνεχώς να χαράσσει.

Οι γονείς κι οι έρωτες, οι εκλιπόντες σε συγκρουόμενες καταστάσεις, εκείνες οι στιγμές του παρελθόντος, ο πόνος, οι απογοητευτικές διαπιστώσεις, οι προσδοκίες του μέλλοντος. Στοιχεία λησμονημένων δημιουργών, διαπρεψάντων λογοτεχνών, αφανών μαχητών της συγγραφής. Πεζό, αφήγημα, λογοτέχνημα, διήγημα, ποίημα, κρυφές μελωδίες ραψωδίας. Πλούσια ποιήματα του Δημήτρη Παπαστεργίου, με την ταυτότητά του, με την μοναδικότητα που μετατρέπει τις προσωπικές περιπλανήσεις σε δημόσια υπόθεση. Αφού ο βεροιώτης ποιητής μετατρέπει τις περιστάσεις σε γεγονότα, τα γεγονότα σε χρονικά, τα χρονικά σε μικρές ιστορίες, σε τέσσερις στίχους, σ’ ένα ποίημα, σε μία συλλογή, σε ένα βιβλίο. Κατέχει την τέχνη να τρυπώνει το κεφάλι από ένα στενό παραθυράκι σε ξύλινη αποθήκη που φυλάσσονται τα μυστικά της ζωής, οι κρυφές λύπες, τα περαστικά χαμόγελα, οι πεθυμιές και οι προσδοκίες. Να κοιτά αριστερά, να κοιτά δεξιά, να περιεργάζεται κι ύστερα να στρέφει το βλέμμα του μέσα του, σε μία βασανιστική ενδοσκόπηση κι ύστερα όλα μαζί, σε μία μυστήρια ζύμωση να μας δίνουν την αλήθεια της γραφής του Δημήτρη Παπαστεργίου.

Εργάτης του “Ποιητικού Πυρήνα”, υπερασπίζεται την ποιότητα των διαδικτυακών εκθέσεων λόγου, την οποία προσφέρει στους αναγνώστες αφειδώς. Μεταδίδει τα νικηφόρα αποτελέσματα μίας πάλης αξιών με την αδιαφορία και την απάθεια, όπου ο γόνιμος προβληματισμός και η αισιοδοξία της καρποφόρας ποίησης στέφονται νικητές, φωτίζοντας το βαθύ γκρι των καιρών μας. Είναι μελετηρός μαθητής της έσω-γεωγραφίας των αισθημάτων, άριστος αθλητής στο στίβο της μακρινής ενατένησης και ενορχηστρωτής μελωδιών μοναξιάς, με εικόνες που παράγουν ήχους καθώς χτυπούν στους τοίχους ενός δωματίου μαιευτηρίου στίχων. Είναι ο Δημήτρης Παπαστεργίου, ο κοντινός – απόμακρος κι ο από μακριά – κοντινός μας γραφιάς, με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, που δεν μπορώ να προσδιορίσω με ακρίβεια και να τα περιγράψω σε τούτο το άρθρο. Ίσως γι’ αυτό, σχεδόν δύο χρόνια τώρα που έπιανα την πένα να γράψω για τον Παπαστεργίου, την άφηνα αμέσως. Μου ήταν δύσκολο να μιλήσω για αυτόν που μπήκε αιφνιδίως για τα καλά στην ποίηση και δίνει πρώιμα ώριμους καρπούς!

Ποιητική περιήγηση

Επιτρέψτε μου να περιηγηθώ στους στίχους του, στη συλλογή “Furor Scribendi” (εκδ. Ars Poetica, 2013), και να μοιραστώ τα συμπεράσματα. “Όλοι στο σπίτι είμαστε άρρωστοι./ Οι πατάτες έχουν γλαύκωμα/ οι μπανάνες προστατίτιδα/ τα μήλα καρκίνους/ το λάχανο στηθάγχη/ κι εγώ με τη βουκαμβίλια/ κατάθλιψη χρόνια”, γράφει, γνωματεύοντας τη σύνθεση της ζωής με την ασθένεια. Ο Δημήτρης Παπαστεργίου μάς ταξιδεύει αφού “η ποίηση/ είναι ένα γραφείο τουρισμού/ που μεριμνά για τα ταξίδια των φτωχών ονειροπόλων”, κι ο ίδιος ξεκινά το ταξίδι που γέννησε μία γοργόνα, όπως λέει, το ακρόπρωρο. Το ποίημα που έχει χαράξει στη μνήμη μου είναι “το μήνυμα”. “Το θυμάσαι το μήνυμα;/ ‘Κάνε με κομμάτια: πες μου ότι με ξέχασες./ Ένωσέ τα: Πες μου ότι θέλεις να βγούμε/ Θυμάσαι δε θυμάσαι, το κομμάτιασα συνεχίζεται”. Ο έρωτας με τα σημάδια του καταλαμβάνει σημαντικό χώρο στους στίχους, αλλά “Τελικά, στα μαθηματικά τα χαλάσαμε./ Πρόσθετα./ Αφαιρούσες./Πολλαπλασίαζα./Διαιρούσες.

Ας πάρω το δρόμο που οδηγεί στον “άστεγο της οδού χαμογέλων”, την τελευταία ποιητική συλλογή του. “Αν με ξανασηκώσει η δασκάλα/ στον πίνακα/ Θα της δείξω το σακούλι/ Με τα δόντια του δράκοντα/ Να αρχίσει έντρομη ν’ αναρωτιέται/ Αν έρχομαι απ’ τον θερισμό/ Ή πάω για να σπείρω”, γράφει στις “σχολικές επιδόσεις” και αριστεύει. Αναμεταδίδω το ποίημα “Η πόλη μου”, που έχει αφιερώσει ο ποιητής στον Γιώργο Λιόλιο. “Η πόλη μου/ Δόντια γριάς τα τείχη της/ Τα σπίτια της φαντάσματα/ Στα ιερά της μόνο οι θεοί τους και οι άγιοι/ Η θάλασσα την εγκατέλειψε/ Και στις πλατείες δεν ακούγονται φωνές./ Η πόλη μου/ Τις νύχτες σαν τον αρουραίο/ Τα γράμματα ροκανίζει των παιδιών της/ “Μάνα, καιρό έχεις να μου γράψεις”/ “Μάνα, πώς πάει η θεραπεία;”/. Αυτή η πόλη που σ’ ακολουθεί. Η πόλη του Δημήτρη Παπαστεργίου, την οποία συνάντησα μετά από τριάντα τρία χρόνια ποιητικών περιπλανήσεων.

 

ΜΙΑ ΤΡAΠΟΥΛΑ ΓΕΜAΤΗ ΠΕΙΡAΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΑΙΧΝIΔΙΑ

 

ΙΓΝΆΤΗΣ ΧΟΥΒΑΡΔΆΣ

«Πόρφυρας» τεύχος 146, Ιανουάριος-Μάρτιος 2013

Στην Ελλάδα το καλοκαίρι είναι μια θεότητα εκτυφλωτική και απόλυτη, που δημιουργεί ένα είδος αμηχανίας. Η περίφημη γενιά του ’30 ανέδειξε τους ορίζοντες του θέρους στις πραγματικές διαστάσεις, όχι σαν τουριστική ατραξιόν αλλά σα βαθύτερο μυστικιστικό τοπίο όπου φύση και ψυχή ταυτίζονται σ’ ένα μωσαϊκό ετεροπροσδιορισμών. Όμως θα έλεγα δεν υπήρξε συνέχεια σε αυτή τη σπουδή. Το αστικό περιβάλλον στις επόμενες δεκαετίες υπήρξε πιο δεσμευτικό, το θέρος αποτέλεσε κομμάτι της ζωής στην πόλη, το καλοκαίρι νοήθηκε πάλι σαν ένας κρίκος της αλυσίδας των τεσσάρων εποχών, εποχή ερωτική σίγουρα, σεξουαλική, ταξιδιάρικη, περιπετειώδης− αλλά έλειψε αυτή η δυναμική οπτική ενός κόσμου τόσο οξυμένου, σχεδόν τρομακτικού, εκεί που η αθωότητα κι η μαγεία συναιρούνται σε μια δυνητική περιδίνηση γύρω από την αληθινή ταυτότητα της ύπαρξης.
Έκανα αυτόν τον πρόλογο, για να μιλήσω για το βιβλίο Η τράπουλα του καλοκαιριού του Δημήτρη Παπαστεργίου, που ανήκει σε αυτή την κατηγορία των δημιουργών που είναι δέσμιοι της καλοκαιρινής θεότητας. Υπάρχει μια αίσθηση ανολοκλήρωτου σε αυτό το βιβλίο, που όμως συνυπάρχει με μια τάση φιλόδοξη να ανέβει ο πήχης κι η σύνθεση να αναμετρηθεί με το σύμπαν της καλοκαιρινής αιθρίας. Η δυναμική της σύνθεσης, το μεγάλο ποίημα, η μεγάλη φόρμα. Αλλά κι ο πειραματισμός με τη μικρότερη φόρμα. Η αναπνοή του κάθε ποιήματος αναζητά την κατάλληλη μορφή. Ένα ευρύ πεδίο μορφικών πειραματισμών. Ο Παπαστεργίου φλερτάρει με όλα τα είδη της μορφής, γιατί θεωρεί ότι έχει να αναμετρηθεί με ένα περιβάλλον τόσο άναρχα και χαοτικά δομημένο, κι από την άλλη τόσο παραστατικό και ερεθιστικό, που στρατολογεί άμεσα τον εαυτό του σε μια διαρκή άσκηση εναρμόνισης μορφής και περιεχομένου. Το όλο εγχείρημα είναι φιλόδοξο και αθώο παράλληλα. Αν γίνουμε αυστηροί κριτές, θα λέγαμε ότι η σύνθεση αναδεικνύει τις υπερβολικές της απαιτήσεις ενώ η πιο μικρή φόρμα βοηθά το ποίημα να διαχειριστεί πιο στέρεα τα υλικά του. Όμως είναι ξεκάθαρο ότι αιωρείται στην ατμόσφαιρα ο πειρασμός της μακριάς πνοής, της ευρύτερης σύνθεσης, της σταδιακής εξάπλωσης σε πιο περίπλοκους και απρόβλεπτους ατραπούς. Οι πειραματισμοί της φόρμας είναι παράλληλα ένα παιχνίδι κι ένας προβληματισμός για τον τρόπο εκφοράς του θέματος. Έτσι δημιουργείται ένα κλίμα ρευστότητας, το νόημα αναζητά διαρκώς τη μορφή, το τελικό αποτέλεσμα μοιάζει ατελές και αμήχανο.
Όμως υπάρχει κάτι που αφήνει από την όλη διαδικασία μια αίσθηση ευφορίας, μια πραγματική επιβράβευση της προσπάθειας κι αυτό νομίζω είναι η αθωότητα κι η παιδική αφέλεια (με την καλή έννοια) που αναδεικνύονται διάφανα στα ποιήματα. Έτσι, ο Παπαστεργίου, κατά κάποιο τρόπο, θεμελιώνει την όλη προσπάθεια στον πυρήνα της παιδικής παντοδυναμίας, κυρίαρχο στοιχείο της αληθινής λογοτεχνίας. Τι θέλω να πω ακριβώς; Πολλές φορές ο ποιητής είναι ένα παιδί που αισθάνεται παντοδύναμο ότι θα κυριαρχήσει στον κόσμο, θα τον ανακαλύψει, θα τον μετουσιώσει στα δικά του δεδομένα, θα πορευτεί και θα φτιάξει τη δική του πραγματικότητα. Τέτοια παιδιά αρέσκονται να την κοπανάν συχνά από το σπίτι, μόνα τους ή με λίγους φίλους να σκορπάν τις ώρες τους στη φύση, να απολαμβάνουν τη δροσιά της περιπέτειας, να σκαρφίζονται καινούρια παιχνίδια, καινούρια επεισόδια, νέες φάρσες, να φτιάχνουν πρόχειρες κατασκευές που τις θεωρούν μαγικές. Συνήθως τέτοιες κατασκευές την άλλη μέρα είναι διαλυμένες από τον άνεμο. Εδώ η «τράπουλα του καλοκαιριού» είναι ένα παιχνίδι, μια συρραφή τρυκ και κατασκευών, μια χαριτωμένη και αθώα επιχείρηση σύνθεσης μεγαλόπνοων αποστολών, με στόχο τον έρωτα και το καλοκαίρι. Οι διακοπές του θέρους αυτονομούνται, γίνονται ένα προσωπικό σύμπαν, μια σημειολογία ζωής.
Το βιβλίο κερδίζει από την αίσθηση της παιδικότητας, της αγνότητας, του ανολοκλήρωτου, του λάθους. Επειδή προσωπικά είμαι ταγμένος με τρόπο θρησκευτικό σε ποιητές όπως ο Ελύτης (παιδική παντοδυναμία), πεζογράφους όπως ο Παπαδιαμάντης (μεσογειακή φύση), ξένους συγγραφείς όπως ο Γκόμπροβιτς (το θέμα της ανωριμότητας), βρίσκω την ατέλεια αυτού του βιβλίου ως μεγάλο προτέρημα, ένα βιβλίο απολαυστικό. Υπάρχει κάτι μαγικό. Κι αυτό είναι το ζητούμενο. Υπάρχουν ποιήματα αρκετά μεστά και ολοκληρωμένα όπως το «Βέροια, Κυριακή πρωί» όπου ο χρόνος και ο χώρος ρευστοποιούνται, η «Μεταμόρφωση» με την ιστορία της ενηλικίωσης μιας κοπέλας που παράλληλα αποτελεί ένα σχόλιο γύρω από τη ρευστότητα της μορφής, το «Ερωτικό έργο αναρριχώμενο» με την ανανταπόδοτη ερωτική προσμονή, το «Χταπόδι» με θέμα την ηθική αποκατάσταση της αλήθειας της φύσης, − αλλά η τράπουλα, μαγική όπως είναι, αν την ξεφυλλίσεις διαθέτει και ποιήματα γεμάτα παιδική αγάπη για τη μάνα και τον παππού, νησιώτικα τοπία όπως η Θάσος, η Πάρος κι η Νάξος, δροσερά κορίτσια που γεμίζουν το πλάνο με τη θηλυκότητά τους. Η φύση ηγεμονεύει, ο ήλιος κι η ζέστη σε αγκαλιάζουν. Το γαϊτανάκι της σύνθεσης μπορεί να είναι ασταθές κι ατελές αλλά ξεπηδούν εικόνες που σε σαγηνεύουν. Όσο ξεφυλλίζεις την τράπουλα, μεθάς από ήχους-αισθήσεις-χρώματα. Τα τζιτζίκια βουίζουν, η θάλασσα χαμογελά.

1 σχόλιο

Filed under ΠΟΙΗΣΗ