ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΡΩΑΔΙΤΗΣ

troaditis

.

Ο Δημήτρης Τρωαδίτης γεννήθηκε στην Αθήνα και από το 1992 διαμένει και εργάζεται στη Μελβούρνη της Αυστραλίας. Ποιήματα του έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και blogs στην Ελλάδα και την Αυστραλία, στα ελληνικά και τα αγγλικά. Ασχολείται, επίσης, με την ποιητική μετάφραση και την κοινωνική ιστορία.
Διαχειρίζεται το blog «Το Κόσκινο» στη διεύθυνση http://tokoskino.me

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ:

Η οργή, το όνειρο και η ζωή (ιδιωτική έκδοση)
Χωρίς προοπτική (εκδ. Ένεκεν,ένθετο)
Tightrope Walking/Ακροβασίες (Owl Publishing – δίγλωσσο).
Ωδή στο ανικανοποίητο (εκδ. Παλινωδίαι)
Η μοναξιά του χρόνον (εκδ. Οδός Πανός) (2016)
Με μια κόκκινη ανάταση (εκδ. Στοχαστής) (2016)
Δίοδος Διαφυγής (εκδ. Κύμα) (2018)
Λοξές ματιές, Στοχαστής (2019)

ΛΟΞΕΣ ΜΑΤΙΕΣ (2019)

ΕΔΩ ΣΤΙΣ ΝΟΤΙΕΣ ΕΣΧΑΤΙΕΣ

Εδώ στις νότιες
εσχατιές
οι άνεμοι κρυφακούν
τις ανάσες μας

εδώ στις απέραντες
εκτάσεις
του λείου
το καλοκαίρι
παίζει κρυφτούλι
με τα σύννεφα

εδώ στις μονότονες
ιαχές του γκρίζου
η τρέλα μας
ανέρχεται
σε ανώτατο στάδιο. 

ΠΡΟΣ ΛΟΞΟΜΑΝΕΙΣ…

Ο ανικανοποίητος ερωτισμός σας
φαντάζει σαν εκτυφλωτικό ηχόχρωμα,
μ’ ένα τεράστιο τσεκούρι
και μ’ αμέτρητες κάμες
πάνω απ’ τα κεφάλια μας,
επιχειρώντας αξεπέραστες τομές
στα πονεμένα κορμιά μας…
Ποιος θ’ απεικονίσει με πιστότητα
τις πραγματικές διαστάσεις
του τραγικού μας χρόνου;
Ακόμα κι οι τυφλοί ζωγράφοι
κρέμασαν τις παλέτες τους…
αφού κάποιοι άλλοι
απαίτησαν τα χρώματά τους επί πίνακι.

ΟΛΟΙ ΑΠΟΣΤΡΕΦΟΤΝ ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ

Όλοι αποστρέφουν το βλέμμα
απ’ τα μελλούμενα
τότε που η θεά οπτασία
θα έρχεται θριαμβεύουσα
και τα κεφάλια μας θα σέρνονται
στα βρόμικα πεζοδρόμια
που οι γυναίκες θα ντύνονται στα μαύρα
που οι ώρες θα πέφτουν με έπαρση
στα πλακόστρωτα τα πεπαλαιωμένα
που σονέτα θα κοιτάζουν
να γλιτώσουν ασύνδετα
εν μέσω διασταυρούμενων πυρών
που δευτερόλεπτα θα σφυρίζουν
πέτρινα χρόνια στους κροτάφους μας
σφυρηλατώντας αιώνιες λατρείες
με χιτώνες μισητούς
κι έριδες φωτιάς
που ξέμπλεα σωθικά θ’ απλώνονται
παραβγαίνοντας σ’ αγώνες δρόμου
ανάμεσα σ’ ανοιγμένους τάφους…

ΤΡΟΠΑΡΙΟ ΓΙΑ ΗΔΟΝΟΒΛΕΨΙΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥΣ

Οι αγωνίες μας
εξακοντίζονται
χιλιάδες μίλια μακριά
μαύρα φωτάκια
περασμένων πολιτισμών
που συνθλίφτηκαν αέναα
στη μέγγενη
των αρχουσών τάξεων
οι έξωθεν φύλαρχοι
υπερθεματίζουν
την αφομοίωση
παντίοις τρόποις
πυρακτωμένοι πόθοι
ανακατεμένοι με επιδόρπια
επίδοξων δολοφόνων
τροπάρια υστερικά
για ηδονοβλεψίες πολιτικούς
και μάγιστρους
των επερχόμενων δεινών
πυρακτωμένα λαμπάκια
μιας ζωής ανάστροφης
που αναζητεί πάντα
τη δικαίωση των παθών.

ΛΟΞΕΣ ΜΑΤΙΕΣ

Λοξές ματιές
στα κιτρινισμένα δάχτυλα
φοβισμένες
αινιγματικές
σαν λυχναράκι του λαδιού
που αργοσβήνει
σαν τον οριστικό χαμό
που έρχεται στα χείλη
σαν τη μαύρη νύχτα
την αφώτιστη
που αλώνετε
στο απέραντο της σιγαλιάς
σκιές μεσίστιες σημαίες
αρώματα φυτών
που ξεστρατίζουν
ρωγμές σε φόντο καταχνιάς
μέσα τους κουρνιάζουν
ερπετά
πτηνά
όνειρα
αχτίδες σεληνόφωτος
κραυγές που παρακαλούν
λυγμοί που οικτίρουν
παράταιρα κεραμίδια
σε τριμμένες σκεπές
σκούρα χαμόγελα
σε υποτιθέμενες
θωπευτικές δονήσεις.

ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΦΩΣ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ

Στον αγωνιζόμενο λαό της Συρίας

Δεν υπάρχει φως στα μάτια
τρέμουλο στα δάχτυλα
τα πουλιά δεν φτερουγίζουν
όλα πυρακτωμένα
αίμα της καρδιάς
λάβα σε ρίζες δέντρων
πληγές από πύρινα βέλη
πυρκαγιές σε ατέρμονα σχήματα
ψυχές ξεριζώνονται
σ’ ανασκαλεμένη γη
με σύνεργα καλοφτιαγμένα
για θάνατο και φρίκη

ποιους νεκρούς ν’ αναστήσεις
και σε ποια ιδέα να μυηθείς
ποια μορφή να τραγουδήσεις
και ποια φωνή να βγάλεις
σε εκτάσεις αλλόφρονες
που το λιοπύρι στέγνωσε
που τα δάκρυα και οι βρύσες
γίνονται ηφαίστεια
που τα νάματα της ζήσης
στοιχειώνονται
τα άλλοτε ανένδοτα τοπία ενέδωσαν
στα ρουμάνια τους τα νυχτοπούλια
λικνίζονται σ’ αγέρηδες
κεραυνούς που τα κυνηγούν.

ΤΟ ΑΝΥΔΡΟ

Οι κερασιές των ονείρων μας
δεν άνθισαν φέτος
υπέκυψαν στην ξεραΐλα
των άγονων γραμμών
στο κέντρο των μεγαλουπόλεων

οι ανθοφορίες αναβλήθηκαν
στο άνυδρο πεδίο
οι σχέσεις μίσχοι κομμένοι
στη διαλεκτική των στενών δωματίων
των αιθουσών βασανιστηρίων

κάποια πουλιά είπαν θα έρθουν
μα δεν φαίνεται σημάδι τους

όλες οι αμαρτίες ξεπέζεψαν
κατέλαβαν αμαχητί
τους τροχιοδρόμους του μυαλού μας

παρ’ όλα αυτά
η ελπίδα πεθαίνει τελευταία.

ΜΕΡΕΣ

Μέρες με μηνύματα
που τα περιμένουμε
όπως ο φτωχός μια βοήθεια
μέρες που γέρνουν ανάποδα
με τραύματα στο σώμα τους
με πληγωμένες ηδονές

μέρες που περνούν ολόγιομες
σαν πανσέληνοι στις στέγες
νοσταλγίες που στολίζονται

μέρες που ξαστερώνουν
σαν αρχοντικά με φωταψίες
ανταύγειες λησμονιάς

μέρες που λειώνουν
αναμνήσεις που χαροπαλεύουν
ψιχάλες που εξαερίζονται

μέρες που όλα επιστρέφουν
σκόρπια εδώ κι εκεί
με θριάμβους απροσδιόριστους.

ΟΤΑΝ ΘΑ ΜΑΣ ΣΚΕΠΑΣΟΥΝ ΟΙ ΠΕΤΡΕΣ

Όταν θα μας σκεπάσουν οι πέτρες
θα είναι αργά για έρωτες
και γλυκόλογα

θα διαδεχθούμε τις πέτρες
όλων των προηγούμενων πολιτισμών
και δεν θα έχουμε τον καιρό
ούτε να αναφωνήσουμε
«ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω»

όταν θα μας σκεπάσουν τα κυκλάμινα
της λησμοσύνης
άλλοι θα υποκλέπτουν την υστεροφημία μας
φτιάχνοντας χείμαρρους από λέξεις
και ουρές από νοήματα
που θα τρέχουν αλαφιασμένα να προλάβουν
τον εσμό κάθε επίπλαστης ανάγκης

όταν το μεγάλο χιόνι σκεπάσει τα μαλλιά μας
θα επέλθει ψύχος στις συνειδήσεις
παγετός θα είναι η σκέψη μας
και θα κοιτάξει πώς και πώς να ζεσταθεί
από το κυνήγι μιας τόσο δα λεξούλας
να απαλύνει το είναι μας.

ΚΑΘΗΚΟΝ

Να ξαναγεννηθούμε απ’ το χώμα
Να προσπεράσουμε τις μοιραίες συναντήσεις
Να διαλύσουμε ψεύτικες ευχές και διλήμματα
Να εκμυστηρευτούμε τα μυστικά μας
Ν’ αρχίσουμε τις μεγάλες ανατροπές
Να αποτινάξουμε το ταραγμένο φόντο των ημερών.

ΜΙΑ ΚΟΚΚΙΝΗ ΑΝΑΤΑΣΗ (2016)

ΟΙ ΤΟΠΟΙ ΜΟΥ

Ι

Οι τόποι μου
βρίσκουν καταφύγιο
σε ρημαγμένα κτήρια
σε αποπνικτικές ατμόσφαιρες
σε φωτιές που θεριεύουν

II

οι τόποι μου
κυλιούνται πρηνηδόν
σε μάτια χαμένα
βλέμματα κατακερματισμένα
σε κοινούς κατατρεγμούς
και ακρωτηριασμούς σωμάτων

III

οι τόποι μου
λυγίζουν απ’ την απόγνωση
σε βομβαρδισμένες γειτονιές
μορφές με βαθουλωμένα μάτια
από την πείνα
και τις αγρύπνιες

XIV

οι τόποι μου
λικνίζονται έντρομοι
μπροστά σε ελάχιστα φεγγάρια
χαμένοι σε ερείπια
με θειάφι απομόνωσης
σε σωρούς σκουπιδιών
όπου ανεμίζουν πύρρειες
αιματοβαμμένες σημαίες

XV

οι τόποι μου
μετέωροι μέσα
στην ολική κατάρρευση
του χρόνου
μουλιασμένοι μέσα
στην κίτρινη βροχή
που τους σκέπασε
ως άλλο νεκροσάβανο
κι οι κάτοικοί τους
έμειναν
χωρίς μνήμη.

ΞΕΜΑΚΡΥΝΕ Η ΦΥΣΗ

Ξεμάκρυνε η φύση αρκετά
σταμάτησε να ρέει στη ματιά μας
απέδρασε από τις αρτηρίες μας
μετοίκησε σε άλλα καταγώγια
έγινε στρώμα καπνού

έχει όμως προοπτική αναγέννησης
από τις στάχτες της
μ’ εμπορικές ρήτρες
ν’ αναρτηθούν δάση σε απομίμηση

σαν να προσπαθείς να αποσπάσεις
την προσοχή αχρηστευμένων βλεμμάτων
με κουδουνίστρες
και άλλα ευτελή παιχνιδάκια.

ΤΑ ΜΟΥΝΤΑ ΠΡΩΙΝΑ ΤΗΣ ΜΕΛΒΟΥΡΝΗΣ

Ξεφυλλίζει την εφημερίδα
οι υπάλληλοι προσέρχονται ράθυμοι
στα αφημένα απ’ την αχλή της νύχτας γραφεία
ο ήλιος δεν λέει να ξεμυτίσει

ένα ακόμα απ’ αυτά τα μουντά πρωινά
της Μελβούρνης, της πόλης του Νότου
με τα μεγάλα πάρκα και τα στενά καταστήματα

κάθε πρωί
ανάμεσα στην κίνηση
κι ένα περιορισμένο καυσαέριο
κατεβαίνει στην ίδια στάση του τραμ

ο ταχυδρόμος δεν φέρνει τίποτα σημαντικό
μόνο τραπεζικά χρεόγραφα
λογαριασμούς
και άχρηστη αλληλογραφία
από αποστολείς που ποτέ δεν γνώρισε
κι από γραφεία
που ποτέ δεν μπήκε

ασήμαντη χαρτική ύλη
ανίκανη να ανατινάξει
την επαναστατική του φαντασία
καθώς προσπαθεί να εξάψει τα πνεύματα
ενάντια στα τέρατα που διεκδικούν
τον άκρατο πολιτισμό μας.

ME MIA ΚΟΚΚΙΝΗ ΑΝΑΤΑΣΗ

Αυτή η μακρά πορεία
προς το θάνατο
πρέπει ν’ ανακοπεί
τα μαβιά κατάμαυρα σημάδια της σκοτοδίνης
πρέπει ν’ αλλάξουν χρώμα

αυτή η απαρασάλευτη οδύνη
πάνω απ’ τις στέγες
των καρδιών μας
πρέπει να μεταλλαχτεί
σε εκρηκτική σκέψη
έμμονη και φλογερή
πυρωμένη
στο αμόνι της ταξικής πάλης
αναμενόμενη σαν ανατολή
καυτή σαν το δάκρυ
στο μάγουλό μας
μετά το μεροκάματο
του τρόμου

αυτή η άγρια πορεία
προς το θάνατο
πρέπει να ανακοπεί
με μια θεσπέσια χαραυγή
των απόκληρων με την κόκκινη ανάταση
της ψυχής
που δεν θα επιτρέψει
στα προοίμια της αδικίας
να γίνουν τόμοι αναλγησίας.

ΕΞΑΡΧΕΙΑ ’80

Σαντέ σκέτα χωμένα
στο στρατιωτικό αμπέχονο
κι οι ευαισθησίες παντιέρες
σε τσιφτετέλι και ρέγγε
στην πλατεία των ολόφωτων
γυμνασμάτων του μέλλοντος
τα μαλλιά κι οι γενειάδες
σημαίες χωρίς κατάρτια
ξομπλιαστές στ’ αστραποβρόχια
της εκάστοτε κρατικής καταστολής
κι οι νυχτερινές κεραίες
να λικνίζονται σε ουζερί
και ταβέρνες ανά το χώρο
με τον μαύρο ποιητή απ’ το Σουδάν
στην πρωτεύουσα της αναλγησίας
όλοι υποψιασμένοι
για τούτο και για τ’ άλλο
τα περασμένα και τα παρόντα
και τα μελλούμενα να ’ρθούν
προφητικά παρελαύνοντας
απ’ της καρδιάς το πύρωμα
και τις βεβαιότητες της ιδεολογίας
σαν την ανατολή και τη δύση
που είναι σίγουρες
σε όποιο τόπο και χρόνο…

Η ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΤΩΝ ΑΙΣΘΗΣΕΩΝ

Το κατεστημένο θα κάψω όντας πυρομανής
κι οι λάμψεις του θα διασχίσουν
τις μίζερες αχτίδες αυτού του κόσμου
την αγωνία της ζωής θα ζωγραφίσω
κι η σκέψη μου θ’ ακονιστεί
με μια δόση ευρύτερης προοπτικής
τα κενά της συνείδησης θα φωτίσω
αυτά που μένουν ανεξερεύνητα
η αναπνοή μου και μόνον αυτή
θα είναι καθοριστική γροθιά
στα παγερά κάτεργα, στα κελιά
εξεγερμένες οι αισθήσεις μου
θα διαλύσουν τις εξαγοράσιμες ανάγκες
και θα σκορπίσουν τα κομμάτια
των στεναγμών τους
στο άπειρο της λήθης.

ΑΓΩΝΑΣ

Αγωνιζόμαστε να προσπεράσουμε
τις άφατες μεταμορφώσεις μας
καθώς τα πρωινά μας
ξεκινούν βουρκωμένα
και δεν είναι σίγουρο
κατά πόσο μια ηλιαχτίδα φωτός
θα μας επισκεφθεί
έστω και προσωρινά.

ΟΤΑΝ ΓΡΑΦΟΥΜΕ ΠΟΙΗΣΗ

Όταν γράφουμε ποίηση
απόμακρο το βλέμμα ταξιδεύει ως πέρα
πλανιέται στους σκουπιδότοπους
της σύγχρονης κομπορρημοσύνης
και μένουν ξωπίσω εκείνα τα ταξίδια
στο κατάξερο αίμα της νύχτας

όταν γράφουμε ποίηση
τ’ αποκαμωμένα βήματά μας
σεργιανούν στο άπειρο
η αγάπη είναι στο μεταίχμιο
ορφανή, πεντάρφανη στους πέντε αγέρηδες
στα συνωστισμένα λεωφορεία
των πληβείων της εργασίας

όταν γράφουμε ποίηση
ξερνάμε με κλάματα και κατάρες
μ’ επικλήσεις στον αγύριστο
που κατακρημνίζονται με πάταγο
στο κανναβάτσο της κοινωνικής αδικίας
ζεστά χέρια, ροζιασμένα
ζωγραφίζουν πολιτισμό κι οικοδομήματα

όταν γράφουμε ποίηση
επέρχεται η θαμπάδα στα μάτια
αλλά και το σίγουρο κοίταγμα
η σίγουρη σκέψη σαν ατσάλι
σκυρόδεμα έτοιμο να δέσει
την κοινωνική επανάσταση
όταν γράφουμε ποίηση
τ’ απογεύματα είναι ασπρόμαυρα
πιο σκούρα τα βράδια
ορειχάλκινες οπτασίες
με αποχρώσεις θανάτου
πριν ξεψυχήσουν κι οι οιμωγές
ξομπλιαστές στη λάβα
του σύγχρονου δράματος

όταν γράφουμε ποίηση
οι σκάλες δεν οδηγούν πουθενά
κυματίζουν τα μεσημέρια
στην αχλή της ζέστης
σαν τρικυμισμένα μαλλιά
στα πέπλα τα γκρεμισμένα
τα κατακρεουργημένα από θύελλες άλγους
και κυλώνεια άγη
έρμαια στα χτυπήματα των μπράβων
της κρατικής εξουσίας

όταν γράφουμε ποίηση
το κάνουμε για να ξορκίσουμε
τους πρότερους εφιάλτες μας.

ΣΑΝ ΕΜΜΟΝΗ ΑΙΜΟΡΡΑΓΟΥΣΑ

Οι ερημιές κυριαρχούν παντού
στα πολύβουα εμπορικά κέντρα
στις λαϊκές αγορές
στις μεγάλες λεωφόρους
στις γιορτές των πολιούχων αγίων
στις ατραπούς της λησμοσύνης
στις αφύλακτες διαβάσεις

εκεί γλοιώδεις έμποροι
καρφώνουν το κεφάλι σου
τεμαχίζουν τις ανάσες σου
παζαρεύουν ακόμα κι αυτά τα ξέφτια σου
με εμπορικές ρήτρες
αλλά και μουσειακή έπαρση

εκεί σηκώνεις για λίγο το βλέμμα
μα κι αποστρέφεις τη θωριά σου
σαν εμμονή αιμορραγούσα

εκεί αφήνεις το αίμα σου
σε πασσάλους
σε βωμούς
για την απόλυτη δόξα
των ιεροεξεταστών…

Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ (2016)

Α. Η μοναξιά του χρόνου

     1

Οι νεκροί στις κοιλάδες
δεν ξεχνιούνται
ούτε η λάσπη της δημιουργίας
που πέφτει στο κενό

ο περιπλανώμενος αέρας
δεν ξεχνιέται κι αυτός
ο κόκκινος ήλιος
που δεν θέλει να δύσει
οι επιμένοντες να σπάσουν
το φράγμα του ήχου…

τα κατάλευκα πρόσωπα
δεν φεύγουν εύκολα από τη μνήμη
σαν δυο κομμάτια πάγου
εξαφανίζονται στα νερά που τρίζουν

Τα τραγούδια της αναμονής
δεν είναι ανώφελα
καθώς το λάδι
στη μηχανή του κόσμου
δρασκελάει τους αιώνες
ως άλλη κοπιάζουσα αγωνία
να αναδυθεί η ανατολή της σκέψης

     2

Οι άνεμοι μας οδηγούν
τα κουπιά σπασμένα
γδαρμένα τα παλαμάρια
κωπηλατούμε στ’ άβαθα ποτάμια

το γκρίζο φως
εισχωρεί σ’ άσπρους κροτάφους
χέρια γαντζωμένα στην καρδιά
σαν τα χάδια που κοχλάζουν
τις κρύες νύχτες

σκύβουμε πάνω από οστά
λέπια και πτερύγια
μακρόστενα φυλλώματα

αποκοιμόμαστε
και κανείς δεν μας σκέφτεται
μέσα σε θροίσματα
πριν το μεγάλο χιόνι
σκεπάσει τα μαλλιά μας

τ’ άγρια πουλιά
το βάζουν στα πόδια
και το λευκό απέραντο
δραπετεύει χωρίς πνοή…

     5

Οι πόλεμοι δεν κηρύσσονται
σιγοβράζουν μέσα μας

οι ήρωες δεν εμφανίζονται
υπάρχουν ως αναμνήσεις

τα γεγονότα ρέουν
αλλά είναι τα ίδια
με άλλους πρωταγωνιστές

κι οι ελπίδες είναι ίδιες
κι η κατάδοση μυστικών
κι η λιποταξία από τ’ όποιο χρέος

όταν ανασαίνουμε στον ύπνο
όταν φεύγουμε
αφήνοντας σκόνη

     8

Η νύχτα καμένη από φωτιές
από μίλια μακριά

ανασαίνουν βαρυγκώμιες
οι καπνοδόχοι

νιάτα αλυσοδεμένα
με μια χούφτα πασατέμπο
κι επαναστατικά τσιτάτα

να θερίσουν με το δρεπάνι
τους ουρανούς

βγάζοντας τη γλώσσα
στις κατάμαυρες φτερούγες.

     9

Το άγραφο κρυπτογραφεί
τ’ όνομά σου

στο φως πλέεις
με δάχτυλα από κερί

το κρανίο ξεθάβεται στο τσιμέντο
καθένας αγαπάει πιο πολύ τον εαυτό του

τα χέρια σπασμένα εμπόδια στην πόρτα
κρατητήρια κάπου με μάτια πληγές
ωχρά φεγγάρια στην αγάπη που πεθαίνει

άδεια όλα
μίσος απροσμέτρητο

οι καιροί πιο γκρίζοι

όσοι ήσαν χθες επαναστάτες
σίγουρα είναι δυο φορές γεροντότεροι

     10

Το κόκκινο δεν πληγώνει
συνταιριάζει με τόσα πράγματα

τη φύση και την ανατολή
τη δύση και τον αγώνα
την ανθρωπότητα που αντιστέκεται

κάνει παρέα με το μαύρο
της θλίψης και της οργής
κάνοντας τα σκοτάδια να λάμπουν

ευνοεί ακατονόμαστες πράξεις
εξεγέρσεις στα σάπια βάθρα
και γκρεμίσματα θρόνων

     13

Τ’ αγκάλιασμα όαση των χεριών
οι κόκκινες λέξεις την αυγή
ψίχουλα ευημερίας
αλλά ποτέ ολόκληρο καρβέλι

το τραγούδι θα ηχεί
ανοίγοντας ρωγμές στον ήλιο

η σκιά του φθινοπώρου θα χάνεται
στην ακυμάτιστη θάλασσα
σπάζοντας τα στεγανά
της χάρτινης αντανάκλασης
της ελευθερίας

η ανυποψίαστη πόλη
θα έχει ένα φως λιγοστό
ασάλευτες κραυγές
ν’ ανατριχιάζουν
στο τριζοβόλημα της φωτιάς

     15

Σκοτεινοί τόποι οι δικοί μας
με πινελιές αυτοσαρκασμού
αίσθηση ασυνέχειας χειροπιαστή
λόγια που φτεροκοπούν
σωσίβιο στη γλώσσα
άλματα σε σταθερές εμμονές
πλάνητα βίο διάγοντας

τα μακρινά ταξίδια των ονείρων
μοιάζουν με υλικά παραμυθιών
η ρήξη με τους θεσμούς
η ελευθέρωση απ’ τους μύθους
σαν την αράχνη με ιστό
στην εντέλεια πλεγμένο
με συμμετρία να λοξοδρομεί
στις ατέλειες του κόσμου
σαν τέσσερεις διαστάσεις
να στροβιλίζονται
στο άπειρο του χάους,
στις αδιόρατες δυνάμεις
που συνθέτουν μεστές ιστορίες
παρηγορώντας κι αγκαλιάζοντας

ήρωες οι ψυχές
των μαγικών πλασμάτων
με σκιρτήματα πλανεύουν τις αισθήσεις
ελευθερώνουν αιχμαλωτίζοντας
πάθη σε καταιγίδες
μοιάζουν με ύμνους
αφηγήσεις άξονες ιστοριών
περνάνε και πληθαίνουν
από γενιά σε γενιά
όπως οι θητείες στο αέναο…

Β. Δώδεκα και μία στιγμές υπόληψης

ΣΤΙΓΜΗ ΠΡΩΤΗ

ξεσκισμένες ταινίες
κνόδαλα της ζωής
σαν να μαζεύεις τα ξέφτια
του απομεσήμερου
στα γυμνά σου πόδια
σπουργίτια που κροταλίζουν
τα ψίχουλα της αδράνειας

ΣΤΙΓΜΗ ΔΕΥΤΕΡΗ

ήχοι διαθλώνται σε παράταξη
με τύμπανα από τότε
σαν φύλλα που πέφτουν
από τον αγέρα χτυπημένα
σαν παιδιά που ξεκλέβουν τις ώρες

ΣΤΙΓΜΗ ΤΡΙΤΗ

η πάχνη της νύχτας
το μουντό χρώμα
του πρωινού σημάδι
στην επερχόμενη μέρα
με ρυθμούς από ράμφη πουλιών
και χαλασμένες μηχανές

ΣΤΙΓΜΗ ΠΕΜΠΤΗ

πότε ακίνητοι
πότε τρεμάμενοι
σε μέρη που λέγονται
χώροι εργασίας
κραυγές αργόσυρτες
φωνές τσαλαπατημένες
έρμαια άνωθεν αποφάσεων
σε προκρούστεια κρεβάτια

ΣΤΙΓΜΗ ΟΓΔΟΗ

πετάμε λίγη θάλασσα
στον ουρανό
να γίνει ένα ο κόσμος
μια μικρή σταγόνα βροχής
είναι μια μικρή σπίθα
ανταρσίας
κάτι σαν ένα μικρό λάθος
που περικλείει
όλα τα πεντάχρονα πλάνα
της μελλοντικής μας
δημιουργίας

ΣΤΙΓΜΗ ΔΩΔΕΚΑΤΗ

να πιαστούμε από αλήτες
συννεφιασμένους
πασχίζουμε
που τα παίζουν όλα για όλα
με άδεια μπουκάλια
βλέμματα στον ουρανό
να κατεβάσει το όποιο μάννα
να διαβούμε σε ρυάκια
με βάρκα βομβαρδισμένη
αίμα ξερό και χαλασμένο

ΣΤΙΓΜΗ ΔΕΚΑΤΗ ΤΡΙΤΗ

η σιγανή φωνή μας
τιτίβισμα σπουργιτιού
που δεν ήρθε με χέρια
ολόλευκα κλαίει τη νύχτα
πίσω από καθρέφτες
ή συνωστίζεται
σε χοροπηδάδικα ευκαιρίας
για μια στιγμή υπόληψης

Γ. Απόπειρες ονείρων

ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΠΡΩΤΗ

κάθε απόπειρα σκέψης
περιέχει όλες τις απόπειρες μαζί
κάθε κίνηση στο άπειρο
περιέχει όλες τις κινήσεις μαζί
κάθε έμπνευση στα κενά διαστήματα
περιέχει όλες τις γητειές του κόσμου

ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΔΕΥΤΕΡΗ

η ξηρασία μας αποτελείωσε
σε αλυσίδες σκόνης
η ζέστη μεσουρανεί
ο καύσωνας κυβερνά
με απομιμήσεις βροχοπτώσεων
προχωρούν οι προνοητικοί
σε λιτανείες
θρησκευτικές ή μη
στις ράχες μας
η ξηρασία που εκτοπίζει
τους πάντες
σε τόπους εξορίας
που ξερνούν
περιβαλλοντικές καταστροφές
αγκομαχώντας

ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΤΡΙΤΗ

έτσι έγκλειστοι
σε ηλεκτρονικές κάμαρες
αποκολλούνται τα κομμάτια μας
μένουμε με τα υπολείμματα
του εαυτού μας
η ψυχή μας έρμαιο
σε σχήματα κι απομιμήσεις
με τ’ άντερα έξω
σε κοινή θέα
εκτεθειμένα στα βρόχια
της καθημερινότητας
δεμένοι χειροπόδαρα
από αόρατους σπάγκους
κάποιος τραβά το χαλί
κάτω απ’ τα πόδια μας

ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΕΚΤΗ

τα παίζουμε όλα για όλα
με θεατρικές ατάκες
σαν κόμπους στο λαιμό
που κρημνίζονται
σε χαώδη βάραθρα
και δίνες
αιώνιων χαιρετισμών

ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΕΒΔΟΜΗ

όλα συνεχίζονται…
αλλά μυρίζουν θειάφι
και σπέρμα
εκκωφαντική απομόνωση
η ζωή του καθένα
ανοιχτός κάδος
με απόλυτη ησυχία
ούτε θρόισμα φύλλου
ούτε ισορροπίες
στους λεπτοδείκτες
μόνο γεννήσεις
στα σκοτάδια
στους πίσω δρόμους
με τους ξεγελασμένους
εραστές των φαντασμάτων

ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΔΩΔΕΚΑΤΗ

στις καταποντισμένες
αυτές στιγμές
η κάθε ευχή μοιάζει
επαναστατικό μανιφέστο
η κάθε αύρα
ανοίγει το δρόμο…
άλλωστε δεν πεθαίνει κανείς
από ασάφεια
αλλά από κρύο
και μοναξιά

ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΔΕΚΑΤΗ ΤΡΙΤΗ

το γκρίζο χάραμα
χωρίς ίχνος ρόδινου
στις ανοιχτές αυλόπορτες
στο παράθυρο της σκέψης
με ευχές και φόβους
γιατί ζεις
κι άλλα δράματα
με πρόσωπα
που δεν γνωρίζεις

ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΔΕΚΑΤΗ ΤΕΤΑΡΤΗ

το πολύ βαθύ κόκκινο
με τρελαίνει
γιατί είναι το χρώμα
της ανάτασης
φέρνει στο σχεδόν μαύρο
το χρώμα της ανάδυσης
μ’ αυτό αλλάζεις
πλεύσεις
και σχέδια
σαν τα πλάσματα
της πυρκαγιάς
που παλεύουν ολόρθα
κι εξαγριωμένα

ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΕΙΚΟΣΤΗ

φοβάσαι να χαράξεις ελπίδες
για να μη συρθείς στη δύση
των ερώτων σου
τ’ αντικριστά παραπετάσματα
δεν σε επηρεάζουν πια
το λιγοστό φως δεν σου στέλνει
σκληρές λάμψεις
παρά μόνο ανταύγειες
χωρίς πτυχές
για να υπονομεύσει το βλέμμα σου

ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΕΙΚΟΣΤΗ ΠΡΩΤΗ

στέκεις ακίνητος
κοιτώντας τα τρένα
που τρέχουν παράλληλα
με τους κόκκους της σκόνης
στα πνευμόνια σου
αλλόκοτη κι αυτή η τάση
να ξεγράφεις τα πάντα
και μετά
να καταβυθίζεσαι
σ’ ατέλειωτο ύπνο
έτσι που να
μην προφταίνεις
τα καυτά διαμάντια
της επόμενης μέρας

ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΕΙΚΟΣΤΗ ΔΕΥΤΕΡΗ

ο ήλιος βασανιστικός
η γραφή θραυσματική
σκοτώνει η πρώτη ανάγνωση
η τρυφερότητα είναι απόγνωση
η χαρά λύπη
ο πόνος λύτρωση
κι η συνύπαρξη
είδος πολυτελείας
συνηθισμένο βότσαλο
στις αμμουδιές της μνήμης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΑ ΣΤΟ BLOG «ΤΟ ΚΟΣΚΙΝΟ»

ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΕ ΜΙΑ ΑΓΑΠΗ (2012)

ΚΟΥΒΕΝΤΕΣ ΣΑΝ ΕΥΦΛΕΚΤΟ ΥΛΙΚΟ

Κάλπικος αγέρας η ζωή μου και με μπερδεύει,
περπατώ και μ’ ακολουθεί,
στέκομαι και μαρμαρώνει,
ξυπνώ και με τριγυρίζει…
Τα βήματά μου είναι τα δικά της.
Της μιλώ και μ’ απαντά
με κουβέντες σαν εύφλεκτο υλικό
που προμηνύει θύελλες.
Όταν φωτίζεται το σκοτάδι της ψυχής μου
μοιάζει περισσότερο με διασπορά από ράκη και θρύψαλα
παρά μ’ αδιάκοπη αλλαγή διαθέσεων.

ΧΙΛΙΕΣ ΥΠΟΨΙΕΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ

Το ανοιχτό πέλαγος ξεδιπλώνει
τις ορμητικές φτερούγες του
έτσι όπως ένα παιδί απλώνει την αφέλειά του
όταν οι μεγάλοι του αφαιρούν την τόλμη.
Ο ήλιος έτσι όπως δύει
μοιάζει με παρθενικό υμένα ηδονής,
σαν τα ροδοκόκκινα μάγουλα
μιας ντροπαλής κόρης.
Ο ήλιος και το πέλαγος
μεγαλοπρεπές αμάλγαμα απέραντο
προκλητικό και υπέρτατο
πρωτόγονο και μεγαλειώδες
σαν χίλιες υποψίες ευτυχίας
σαν ανελέητος καταιγισμός
των χρωμάτων της ίριδας.

ΘΑ ΕΙΜΑΙ ΕΚΕΙ…

Πλάι στο κύμα,
πλάι στον ήλιο,
πλάι στην καυτή άμμο
έμαθα να φτιάχνω όνειρα.
Πλάι στα γάργαρα ποτάμια,
στη σερενάτα των πουλιών
έμαθα να βιώνω τη μοναξιά μου.
Ωστόσο, μέσα απ’ όλα αυτά
έμαθα και να βλέπω τη μορφή της
Κι αν ακόμα η φύση στερέψει
θα είμαι εκεί και θα την αγαπώ.

ΠΟΣΑ ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΑΤΑ…

Πόσα ηλιοβασιλέματα πρέπει να μετρήσω
για να σ’ έχω κοντά μου;
Πόσα αγναντέματα απέραντων πελάγων
πρέπει να μετρήσω
για να χαϊδέψω ξανά τα μαλλιά σου;
Πόσα βλέμματα σ’ όλους τους ορίζοντες
πρέπει να μετρήσω
για να φτιάξω και πάλι εικόνες
στα ρόδινα χείλη σου,
για να ζητήσω και πάλι τον αέναο
χρυσοπόρφυρο έρωτα
στις χίλιες υποστάσεις του;

ΧΟΑΝΕΣ ΠΑΡΑΛΙΩΝ ΠΟΡΝΕΙΩΝ

Μέσα σε χοάνες παράλιων πορνείων
το σώμα μου να καλύψω
με χώμα και γαζίες δεν μπορώ,
αστραπές καθώς με διασχίζουν…
Όχι, δεν ανήκω στην κατηγορία
των ζωντανών νεκρών.

ΚΑΛΠΙΚΗ ΕΠΑΡΣΗ

Η λάμψη στα μαλλιά των κοριτσιών
χορηγείται με υπερωρίες,
σαν προφίλ στο φως που τρέμει
στα κεριά στις μπυραρίες.
Κορίτσια δανεικά στους οίκους ανοχής
με χείλη μεθυσμένα μεσ’ την αγκαλιά μας,
σε μια διαρκή μετάγγιση σπέρματος,
σαν ταπεινά κυπαρίσσια με κάλπικη έπαρση.

Ο ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΧΡΟΝΟΣ

Γελούν οι φίλοι και προσπαθούν
να κρύψουν τους καημούς τους.
Τις νύχτες μαζεύουν δόξα κι αποτσίγαρα
ταξιδεύοντας σε άφωτα λιμάνια
σαν σκαριά που ξεβράζονται
σε θολές κι άναστρες αυγές.
Σκέφτονται, συζητούν και αναθεωρούν,
Φονικά στοιχειά τους βασανίζουν
και δαγκώνουν τα χείλη.
Ο δικός μου χρόνος μετριέται με πόνο
κομίζοντας μηνύματα και κρυφούς κώδικες
για δύο μάτια, για μια θάλασσα γαλάζια.

ΚΑΘΕ ΝΥΧΤΑ

Κάθε νύχτα εγώ ματώνω
όταν σε συλλογιέμαι περιμένοντάς σε
στο παράθυρο με θεοσκότεινες κόγχες,
όταν περιμένω το αύριο
αυτό με τα δικά μας αστέρια.
Κάθε νύχτα εγώ ματώνω
όταν προσπαθώ να ξεφύγω
από τις σειρήνες των δρόμων
που με κάνουν και ξεσπάω σε λυγμούς,
όταν θέλω να χορέψω στα κύματα,
όταν περιμένω ν’ αλλάξω
το δρόμο του φεγγαριού μας
ξεπερνώντας τις συνισταμένες που το τεμαχίζουν.
Κάθε νύχτα εγώ ματώνω
όταν συντελώ στη μεταμόρφωσή μου,
όταν κινούμαι χωρίς ίχνη,
όταν αγωνιώ να μην κλείνομαι στα γεγονότα.
Κάθε νύχτα εγώ ματώνω
όταν αφήνω ουρλιαχτά
κοφτερά και μακρόσυρτα
σαν γυαλιά κομματιασμένα με βία.
Αλλά η αγάπη μας αναγγέλλεται με σαλπιγκτές
κι οι ήχοι τους μας έχουν κυκλώσει.

ΑΦΑΝΙΣΜΟΣ

Κυκλικές μεταστροφές
από κομμάτια διάχυτου πόνου
με διαπερνούν με ρίγη
σα κύμβαλα ανάστροφα.
Αμείλικτα με κομματιάζουν ρίχνοντάς με τροφή
σε σαρκοφάγους δεινόσαυρους.
Ακινητοποιημένα τα όργανά μου,
η όρασή μου αλλήθωρη.
Απέναντι σε τούτο τον αφανισμό
είμαι αδύναμο ον,
προσπαθώντας ν’ αναρριχηθώ
από παραπετάσματα
θλιβερά και μετέωρα.

ΑΡΝΟΥΜΑΙ

Αρνούμαι τις άδειες νύχτες στη ράχη σαν πληγές,
τα ρολόγια να δείχνουν τις ίδιες ώρες,
τον έρωτα να κάνει πιάτσα σ’ έρημους σταθμούς,
σημάδια σφραγίδων να βαραίνουν τα κορμιά μας,
άγρια και τρελά στίγματα στο βάθος του χρόνου,
τον κρύο ιδρώτα να νοτίζει τη σκλαβιά μας,
τα όνειρα να χάνονται αποστομωμένα,
τους λιπόθυμους ουρανούς με τα νεκρά φεγγάρια,
τον αντίλαλο της απολίθωσης αυτού του κόσμου,
το άψυχο υποτονικό φάντασμα της κοινωνίας,
τα παγωμένα σπέρματα ανάγκης,
τις αδύναμες ημερομηνίες,
τις αλυσιδωτές πικρές αρρώστιες,
τις φιγούρες των ζητιάνων στα πεζοδρόμια,
το σκάψιμο του χρόνου ν’ ανοίγει ουλές στο πρόσωπο,
την άσπρη παγερή σκόνη τη γεμάτη εφιάλτες,
τα παραπετάσματα των ψυχρών θαλάμων,
τις σειρές άγχους στα σημεία αναμονής,
τη μοναξιά που είναι σα φυλακή στενή και κρύα,
τις απελπισμένες λάμψεις στα σκοτάδια,
τον ήλιο που σέρνεται στοιχειωμένος,
την κοφτερή όψη μιας αναμαλλιασμένης ομίχλης.
Αρνούμαι ακόμα και να πνίξω αυτές τις αρνήσεις μου.

ΙΧΝΗΛΑΤΩ ΤΗΝ ΠΟΡΕΙΑ ΜΟΥ

Ιχνηλατώ την πορεία μου
κι η ζωή μου
βρίσκεται στις παλάμες σου,
αναδεικνύοντας την υπέρτατη θυσία
όχι μέσα από ψυχρές ηδονές
μα στη μεγάλη αγάπη,
που τη διάλεξα όμορφη,
πέρα από κάθε όνειρο,
όταν σε βρήκα σε εποχές
και πορείες αρχέγονες,
σε αινίγματα ημερών
και σε κραυγές άναρχες,
όπως το φως που αγαπά τα δέντρα
και το χώμα που χρειάζεται
έναν σπόρο ευαισθησίας.
Μπορεί η ελευθερία ν’ ανήκε στα όνειρα,
μα ήρθε η ώρα να την κάνουμε αληθινή.
Έλα να εναντιωθούμε στους κύκλους
των επιλογών που λιγοστεύουν,
στην τραγική ομοιότητα των γεγονότων,
στην πολιορκία της συμβατικότητας των ημερών.
Επειδή η ευγενική μας οργή
είναι και επαναστατική.

ΑΦΗΝΩ ΠΙΣΩ…

Αφήνω πίσω μου φίλους και νύχτες,
γιατί αυτή η ζωή είναι που με πλήγωσε,
γιατί δεν ήξερα πού κατέληγε ο κάθε δρόμος,
γιατί επιθανάτιες κραυγές με σκέπαζαν
και μια δίψα με πυρπολούσε,
γιατί τρίκλιζα σε βρώμικες πλατείες,
εκεί που τα πληγωμένα μου χέρια
έψαχναν να βρουν πόρτες ανοιχτές,
γιατί ήθελα μια τόση δα φλόγα
να φωτίσω αυτά τα σκοτάδια,
γιατί ήθελα να είμαι γυμνός στις βροχές,
γιατί μια τόσο διάφανη αγάπη ήθελα.
Αφήνω πίσω μου φίλους και νύχτες,
γιατί όλα τα γνωστά τοπία κάποτε τελειώνουν
και μαζί τους οι γνωστές ηδονές
και μένουμε απλοί θεατές των πειρασμών
στο μισό μέρος ενός ονείρου
που φυλακίζεται στα δημόσια αποχωρητήρια,
εκεί που όλα είναι απελπιστικά άσπρα,
γιατί αφρισμένες υγρασίες μούσκεψαν τα ρούχα μου
και πήρα να βυθίζομαι στο κενό
και ν’ απογειώνομαι μ’ ανώμαλες πτήσεις της σκέψης,
γιατί με τύφλωναν οι αστραπές τ’ ουρανού
και λευκοί αρουραίοι μ’ επιβουλεύονταν.
Αφήνω πίσω μου φίλους και νύχτες,
γιατί ήθελα με δύναμη να σπάσω τα τζάμια
που η λάμψη τους με χτυπούσε στα μάτια,
γιατί ήθελα ν’ ακούω τις σταγόνες της βροχής,
γιατί ήθελα αυτή η βροχή να μπαίνει στο σώμα μου
και να πλημμυρίζει τους ονειρικούς μου χώρους.
Αφήνω πίσω μου φίλους και νύχτες.
αφήνω πίσω.
αφήνω.

ΧΝΑΡΙΑ ΟΡΓΗΣ (2011)

     Πίσω από τις άδειες νύχτες

ΕΝΑ ΦΩΣ ΑΓΝΑΝΤΕΥΩ

Ένα φως αγναντεύω
σε λαξεμένους βράχους
κι ένα απαλό χέρι να χαϊδέψει
παρθενικά πρόσωπα.
Τους τοίχους αγναντεύω
που γράφουν το μέλλον.
Ένα φως αγναντεύω πάντα,
ένα ξερό λουλούδι να τ’ αγγίξω
να του μιλήσω στη νυχτερινή βροχή.

ΓΕΜΙΣΑ ΔΑΚΡΥΑ

Δεν μ’ έσφιξε μάνας αγκαλιά
κι η ματιά μου μαρτυρούσε
την αλήθεια.
Κι έτσι γέμισα δάκρυα
όταν τα πουλιά
έπαψαν να κελαηδούν.

ΤΟ ΞΑΣΤΕΡΩΜΑ ΜΟΥ

Δεν θ’ αφήσω να χαθούν τα όνειρα
σαν υγρές καταχνιές από δάκρυα
σαν σκιές από κόκαλα.
Δεν θ’ αφήσω το αίμα του ήλιου
να ξεστρατίσει άψυχο.
Δεν θ’ αφήσω τη νύχτα
να γίνει κομμάτια
και τα φεγγάρια να γείρουν λιπόθυμα.
Θ’ αλαφρώσω στο αντάμωμα του ήλιου,
το κορμί μου θ’ απαλύνει στο χρόνο,
αριθμοί απ’ το μυαλό μου θα εξαφανιστούν.
Αυγερινός θα γίνω ορμώντας
σ’ ουρανούς που δεν λυπούνται
και θάλασσες που δεν στερεύουν.
Οι κραυγές μου θα ζεστάνουν
τα κρύα σίδερα.
Θα ξαστερώσω στους παράξενους
κι αέναους δρόμους.

Η ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΤΩΝ ΑΙΣΘΗΣΕΩΝ

Το κατεστημένο θα κάψω όντας πυρομανής
κι οι λάμψεις του θα διασχίσουν
τις μίζερες αχτίδες αυτού του κόσμου.
Την αγωνία της ζωής θα ζωγραφίσω
κι η σκέψη μου θ’ ακονιστεί
με μια δόση ευρύτερης προοπτικής.
Τα κενά της συνείδησης θα φωτίσω
αυτά που μένουν ανεξερεύνητα.
Η αναπνοή μου και μόνο αυτή
θα είναι καθοριστική γροθιά
στα παγερά κάτεργα, στα κελιά.
Εξεγερμένες οι αισθήσεις μου
θα διαλύσουν τις εξαγοράσιμες ανάγκες
και θα σκορπίσουν τα κομμάτια
των στεναγμών τους
στο άπειρο της λήθης.

ΝΤΡΕΠΟΜΑΙ…

Ντρέπομαι μπροστά στον κάθε θάνατο
όταν τα βλέμματα κολλούν πάνω μου
στους δρόμους και τα σινεμά
στα μπαρ και τα λεωφορεία.
Όταν με ματώνουν
τα θρυμματισμένα τζάμια
τα άσπρα κράνη και τα κλομπ
τα εφήμερα ποτά
και οι πόρνες συνειδήσεις.
Στίχοι σε μαύρο φόντο
αργοί
και με πένθος.

ΧΑΣΑΜΕ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΜΑΣ

Χάσαμε την καρδιά μας σύντροφοι,
οι αορτές της έγιναν ηλεκτρονικές συσκευές,
οι αισθήσεις της προγράμματα κομπιούτερ.
Μείναμε ψάχνοντας για παρηγοριά
στις νέες αστραφτερές φυλακές μας.
Οι φωνές των νεκρών μας
μόλις που φτάνουν στην ψυχή μας
Οι λογικές κι οι ανασφάλειες έγιναν ένα,
το παρελθόν ίδιο με το μέλλον,
η πρώτη μέρα ίδια με την τελευταία.
Η ιστορία είναι εγκληματική,
ένας κατάλογος δολοφονιών
από ισχυρούς αφέντες των στιγμών
και μηχανορράφους εφευρέτες επιθυμιών.
Ο φόβος της στέρησης είναι ο μπούσουλας.
Αργά ή γρήγορα θα ξεχαστούμε.

ΣΕ ΚΟΚΚΙΝΟΥΣ ΟΥΡΑΝΟΥΣ

Ζητώ τον βαθύ αντίλαλο
του εσπερινού.
Οι σταλακτίτες να λάμψουν
σαν αστέρια.
Οι αγέρηδες να ξεστρατίσουν
σε κόκκινους ουρανούς.
Σαν ίχνος της γαλήνης
ν’ αναδυθώ.
Σαν μυστική νεράιδα
να πορευτώ στις ατόφιες μορφές
στη σάρκα και το αίμα.
Επιζητώ να ξεφύγω απ’ την ομίχλη,
να μην είμαι κορμί άψυχο
τυλιγμένο με οίστρους
μιας άρρυθμης καρδιάς.

     Σκόρπια ποίηση

ΒΡΑΧΟΣ ΑΞΕΠΕΡΑΣΤΟΣ

Βράχος αξεπέραστος αυτή η πόλη.
Τ’ αέρια βουίζουν
σε καπνισμένους θαλάμους.
Πολλές μάχες, πολλές ιστορίες
που τις χάσαμε,
χαρακώνοντας τις σάρκες μας,
μόνοι μέσ’ σε ζωντανούς τάφους,
χωρίς παράθυρο στο ξάγναντο,
χωρίς πόρτες στα δάκρυα
των λουλουδιών,
χωρίς άνεμο στη λησμονιά της μέρας.

ΣΤΗΝ ΟΡΘΑΝΟΙΧΤΗ ΠΟΡΤΑ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΤΗΣ

Στην ορθάνοιχτη πόρτα
της καρδιάς της
τα μαύρα μαλλιά της
με την απλότητα των χεριών της
σχημάτιζαν την αγάπη
στις τρεις υποστάσεις της.
Ένας μικρός ήλιος στην ψυχή της.
Καβαλάρισσα στις σκέψεις
και τις αγωνίες
Φορτωμένη μιαν αγκαλιά
φεγγαρόφωτο.

ΤΟ ΦΩΣ ΠΝΙΓΕΤΑΙ

Το φως πνίγεται στη σαπίλα και το κρατητήριο.
Άσπροι τοίχοι με χωρίζουν απ’ την όμορφη νύχτα.
Οι σκέψεις καυτός αγέρας
στο θειάφι της απομόνωσης.
Οδοφράγματα στις ψυχές μας.
Μα θα χτυπήσω το πνεύμα της φθαρμένης προστασίας.
Θα ξεσκίσω την προδοσία στον μακρύ μου δρόμο.
Την καταραμένη διαλεκτική του κατεστημένου
θα μετατρέψω σε συντρίμμια.
Ας πλημμυρίσει η πορεία της ζωής μας
μ’ ανέσπερο φως.
Ας πέσουν οι μάσκες απ’ τα παλιά μας προσωπεία.
Ας εκλείψει ο φόβος του ξεσηκωμού.
Ας ωριμάσει μέσα μας μεγάλο το δέντρο
κι έχουμε πολλούς καρπούς να δρέψουμε…

ΥΠΟΤΙΘΕΜΕΝΑ ΧΑΔΙΑ

Άχρωμες σκέψεις περιφέρονται αδιάφορα.
Πληγωμένα σώματα λικνίζονται ράθυμα
σε πίστες εφησυχασμού.
Είδωλα φιγουράρουν
σε καθρέπτες απατηλών ονείρων.
Τρέμουμε σύγκορμοι στις άχαρες ροές μας,
στο ίδιο μας τ’ αντίκρισμα.
Φωνές εκτοξεύονται σαν ριπές από μοιρολόγια
τραγουδισμένα σε τόνους
δίψας και φυματίωσης.
Φουνταρισμένα μεθύσια
σε πέλαγα ψευτοηθικών.
Παίζουμε κρυφτούλι με τον εαυτό μας.
Ο αδυσώπητος πληθωρισμός
μιας υποκριτικής αγάπης
μας παίζει άσχημο παιχνίδι.
Λόγια που πνίγονται σε φωταγωγούς ειρωνείας.
Βλέμματα τραγικά σ’ ένα στυγνό αφύσικο.
Άψυχοι μέσα σε σωρούς ακαθόριστους
κι ευνουχισμένους ίσκιους παραμυθιών.
Σχοινοβασία σε σάπιο νήμα
καμουφλαρισμένης σιγουριάς.
Ισχνοί σαν κιτρινισμένες αποτυπώσεις.
Στήθια με πληγές μολυσμένες κι απροσδιόριστες.
Στόχοι φθαρμένοι και νωχελικοί.
Υποτιθέμενα χάδια
σε γκρίζες υποκριτικές μέρες.

Η ΣΙΩΠΗ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ

Ώρες έρχονται και φεύγουν
σαν απόηχοι ξεψυχισμένων ηδονών.
Οι βρώμικες γωνιές αυτής της πόλης
μυρίζουν απωθημένα σπέρματα αναγκών.
Νύχτες που δείχνουν τη γύμνια τους,
παραδέρνοντας στα κενά τους,
τρεχάτες πίσω από σχήματα πένθους,
ξεθωριασμένα χρώματα της ζήσης,
κηλίδες αγάπης που χορεύουν μόνες
με μια συνηθισμένη έπαρση
και στο τέλος πνίγονται
κάτω απ’ το βάρος της λάσπης.
Κάποιες κιθάρες ηχούν παράφωνα
με κλίμακες ραγισμένες.
Η σιωπή των άστρων είναι παγωμένοι κρύσταλλοι
στον νωχελικό ορίζοντα μιας ματιάς.

ΑΙΣΘΗΣΕΙΣ ΥΠΟ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΝ

Μας θέλουν σημαδάκια σε ταξινομήσεις.

Κωδικούς αριθμούς σε μητρώα διαχωρισμών.
Πειραματόζωα σε πυρηνικά εργαστήρια.
Λαδωμένες μηχανές σε χρηματιστικά πορνεία.
Πουλητάρια σ’ αγορές σε τιμές ευκαιρίες.
Γκρίζους τόνους σε κρατικά έγγραφα.
Σκόνες σε διαφάνειες.
Αλυσοδεμένους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης.
Κι εμείς μένουμε άναυδοι.
Βυζαίνοντας το δάχτυλό μας.
Σαν μια ανάγκη τόσο κοινότοπη.
Με τις αισθήσεις μας υπό περιορισμόν.
Μαρτυρικά απομεινάρια ηδονών.
Σε παγερά σφαγεία συνειδήσεων.
Όταν μας κομματιάζουν.
Όταν μας ευνουχίζουν.
Όταν μας σκοτώνουν.

ΝΑ ΓΚΡΕΜΙΣΟΥΜΕ ΤΩΡΑ ΤΑ ΕΙΔΩΛΑ

Να γκρεμίσουμε τώρα τα είδωλα.
Ν’ αναιρέσουμε τ’ απόλυτα σκοτάδια.
Να ηχήσουν τεράστιοι αυλοί.
Ν’ αναδειχτεί ο οργασμός μας
σ’ ένα πανδαιμόνιο φωτός.
Να κολυμπήσουμε σε νερά απύθμενα,
έξω από δίνες κι αφρισμένα κύματα.
Η πανσέληνος να μας στέλνει μουσική από ψηλά.

ΗΡΘΕ Η ΩΡΑ ΤΗΣ ΑΝΑΤΡΟΠΗΣ

Ήρθε η ώρα της ανατροπής
με μια εκρηκτική αναθέρμανση ανθρωπιάς.
Ήρθε η ώρα να τραγουδήσουμε
με τονισμούς εξέγερσης.
Δυνατούς σαν καταιγίδα.
Σίγουρους σαν ανατολή.
Μακρινούς σαν άστρα.
Ήρθε η ώρα ν’ αναδείξουμε την ορμή μας
στις πύλες του χρόνου. 

ΓΙΑ ΤΗ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΡΩΑΔΙΤΗ ΕΓΡΑΨΑΝ:

Τζούλια Φορτούνη

(μια μικρή αυθαίρετη αναφορά στο πρώτο μέρος της ποιητικής συλλογής του Δημήτρη Τρωαδίτη «υπολήψεις-απόπειρες»)

Υπάρχουν πολλών ειδών φίλοι. Φίλοι παιδικοί, φίλοι καρδιακοί, «φίλοι» που σου την έχουν στημένη, φίλοι αληθινοί, φίλοι διαδικτυακοί, φίλοι μακρινοί… Ένας τέτοιος μακρινός φίλος είναι ο Δημήτρης Τρωαδίτης αν και αναρωτιέμαι πολλές φορές το πόσο κοντά μας είναι το μακριά και το αντίστροφο.

Ζει στη μακρινή Αυστραλία, δεν τον έχω συναντήσει ποτέ και είναι η πρώτη φορά που γράφω για τα ποιήματα κάποιου που δεν τον έχω «γνωρίσει». Γιατί για μένα η ποίηση είναι πρωτίστως η αλήθεια του δημιουργού κι όλα τα συγκινησιακά φορτία κατεδαφίζονται αν διαισθανθώ την επιτήδευση ή το λογοτεχνικό κατασκεύασμα εις βάρος της.

Προσέγγισα τα ποιήματα του Δημήτρη Τρωαδίτη λοιπόν, με την υπέρβαση μιας μικρής εσωτερικής συμφωνίας, γιατί τον παρακολουθώ ένα χρόνο τώρα, να συλλέγει άκοπα ποιήματα και κραυγές. Να παρατηρεί με εκπληκτική προσήλωση όχι μόνο τα ποιητικά δρώμενα της πατρίδας του, αλλά να συμμετέχει σ΄ αυτά μ΄ έναν δυναμικό και αμερόληπτο τρόπο. Να πάσχει –όχι εξ΄ αποστάσεως- αλλά δια ζώσης εξαιτίας της πολιτικής και κοινωνικής κατάστασης της χώρας μας.

Όταν λοιπόν πρωτοδιάβασα τις «Δώδεκα και μία στιγμές υπόληψης» ήταν για μένα σαν να έδινα μια εγκάρδια χειραψία μαζί του. Σαν να καθόμασταν απέναντι σ΄ ένα μικρό καφέ και να τα λέγαμε, σαν από πάντα φίλοι.

Η στιγμή είναι η φυσική μονάδα του χρόνου. Η οποία εξ΄ ορισμού τον ανατρέπει. Γιατί πώς ορίζεται και πώς μετριέται μια στιγμή; Και πώς ο Δημήτρης διαμελίζεται σε δεκατρείς στιγμές; Να θέλει να εξορκίσει άραγε το δαιμόνιο «δεκατρία», ή να προσθέσει μια δική του προσωπική στιγμή στην ιερότητα του «δώδεκα»; Όπως και να έχει για μένα η λέξη και το σύμβολο «στιγμή» έχει τη δική του αρχετυπική αξία.

Κι έτσι περιπλανήθηκα και χάθηκα μέσα σ’ αυτές τις δεκατρείς στιγμές. Αναρωτήθηκα πώς μαζεύει κανείς «τα ξέφτια ενός απομεσήμερου». Αισθάνθηκα τον τρόμο «της επερχόμενης μέρας», ξάπλωσα πολλές φορές σ΄ ένα από εκείνα τα «προκρούστεια κρεβάτια» των εργατικών δικαιωμάτων, περισσότερο τσαλακωμένα τα ρούχα μου, περισσότερο ακρωτηριασμένη η ελπίδα μου κάθε φορά. Σαν να ήταν η τελευταία φορά μιας αέναης επανάληψης. Κι όμως ανάμεσα στην τέφρα αυτών των στιγμών «μια μικρή σταγόνα βροχής» κρατιέται αναμμένη» «μια μικρή σπίθα ανταρσίας».

Δεν μου αρέσουν οι τζάμπα μάγκες, οι επαναστάτες χωρίς αιτία, θέλω, απαιτώ, ψυχή και σώμα στην αντίδραση. Κι αυτά τα βλέπω στην ποίηση και κατ΄ επέκταση στην προσωπικότητα του Δημήτρη. Χωρίς να συμφωνώ στα σημεία, αποδέχομαι το ολόγραμμά του. Στο τέλος μιας διαδήλωσης, ανάμεσα σε «σπασμένες κούκλες των βιτρινών, μετά τη λεηλασία». Και καμιά χειρότερη λεηλασία από εκείνη των στιγμών.

Δεν ξέρω στ΄ αλήθεια αν κάποτε «θα συναθροίσουμε τα δάκρυά μας», οι ευυπόληπτοι πολίτες και οι «αλήτες» με τις μολότοφ… Αν «θα συσπειρωθούν οι οιμωγές μας» σε μια κοινή πανανθρώπινη διεκδίκηση. Θα πρέπει πρώτα να κλαίμε με τον ίδιο σπαραγμό, να συντονίσουμε τον πόνο στην τραγικότητά μας. Στην κοινή μας μοίρα. Δεν ξέρω επίσης αν εμείς θα ξεφύγουμε από τα λιοντάρια «που μας παίρνουν στο κατόπι» αν κατ΄ επέκταση εμείς γίνουμε λιοντάρια που θα πάρουμε στο κατόπι κάποιους άλλους, αλλά «η σταγόνα βροχής» πολλαπλασιάζεται μέσα μου όταν νιώθω πως «ακολουθούμε τα χνάρια μας απ΄ τις ατέλειωτες μνήμες». Ακόμα κι όταν «ξεστρατίζουμε σαν λωρίδες φωτός από τις χαραμάδες του χρόνου».

Κι όμως κάποιος πρέπει τελικά να τα παίξει όλα για όλα. Αλλιώς πώς; «Αίμα ξερό, χαλασμένο» αλλά συγκλονιστικά αθώο. Ευτυχώς που πάντα θα υπάρχουν τέτοιοι. Ευτυχώς που πάντα θα υπάρχουν «παιδιά που θα ξεκλέβουν ώρες».

Τώρα το κατάλαβα. Οι στιγμές μετριούνται μόνο με το στιγμόμετρο. Είναι εκείνο το ναυτικό όργανο ακριβείας που καθορίζει τη συχνότητα και τη διάρκεια ανάμεσα στις αναλαμπές ενός φάρου. Εδώ σταματάω να συνομιλώ με το μακρινό μου φίλο που κάθεται απέναντί μου με «μια μικρή σπίθα ανταρσίας» στα μάτια του. Μετρώ έκθαμβη τις παύσεις και τη διάρκειά της. Κι αφουγκράζομαι τη μέσα του φωνή, αυτή που δεν διαδηλώνει. «Τη στιγμή της υπόληψης».

 

Θεοχάρης Παπαδόπουλος

Στις μέρες μας, όλο και περισσότεροι λογοτέχνες καταφεύγουν στην έκδοση των έργων τους σε e-book. Με αυτό τον τρόπο και οι ίδιοι αποφεύγουν το δυσανάλογο κόστος έκδοσης και ο αναγνώστης μπορεί να διαβάσει το βιβλίο δωρεάν ή καταβάλλοντας πολύ μικρότερο αντίτιμο απ’ όσο κοστίζει μια έντυπη έκδοση. Τα υπέρ και τα κατά μιας ηλεκτρονικής έκδοσης είναι αρκετά, κάτι τέτοιο, όμως, ξεφεύγει από τον σκοπό του παρόντος κειμένου.

Έχουμε, λοιπόν, την ευκαιρία να έχουμε στα χέρια μας το καινούργιο e-book του Δημήτρη Τρωαδίτη: «Υπολήψεις – απόπειρες». Πρόκειται για μια ποιητική συλλογή, που έχει εκδοθεί από τις εκδόσεις «Κόσκινο» και μπορεί όποιος θέλει να τη διαβάσει ελεύθερα από τη διεύθυνση:

http://www.apostaktirio.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=2738%3Atest&catid=57%3Ae-books&Itemid=66

Ξεκινώντας, θα θέλαμε να τονίσουμε, ότι η συγκεκριμένη ποιητική συλλογή περιλαμβάνει, κυρίως, ολιγόστιχα ποιήματα στα οποία εκφράζεται μια κοινωνική διαμαρτυρία και μια φωνή αντίστασης στις σύγχρονες κοινωνικές αδικίες. Ποίηση, που ενώ φλερτάρει με τον συμβολισμό και τον υπερρεαλισμό καταφέρνει να τονίσει την κοινωνική της υπόσταση, να κεντρίσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη και να γίνει απόλυτα κατανοητή και προσιτή.

Η ποιητική συλλογή του Δημήτρη Τρωαδίτη «Υπολήψεις – απόπειρες» χωρίζεται σε δύο μέρη:

Το πρώτο μέρος, φέρει τον τίτλο: «Δώδεκα και μία στιγμές υπόληψης» και περιλαμβάνει ολιγόστιχα ποιήματα – στιγμές, που ξαφνιάζουν ευχάριστα, όχι μόνο με το ρυθμικό τους στίχο, αλλά και το νόημα, που περικλείεται σε λίγες σειρές: «Πότε ακίνητοι / πότε τρεμάμενοι / σε μέρη που λέγονται / χώροι εργασίας / κραυγές αργόσυρτες / φωνές τσαλαπατημένες / έρμαια άνωθεν αποφάσεων / σε προκρούστεια κρεβάτια». Όπως, παρατηρούμε, τα σημεία στίξης απουσιάζουν εντελώς, δείγμα, που συνηθίζεται συχνά στη μοντέρνα ποίηση.

Το δεύτερο μέρος φέρει τον τίτλο: «Απόπειρες ονείρων» και περιλαμβάνει τα περισσότερα και τα μεγαλύτερα ποιήματα της συλλογής. Εδώ, τα νοήματα γίνονται λίγο πιο σύνθετα χωρίς, όμως, να χάνεται ο αναγνώστης σε ατέρμονες αναζητήσεις του τι θέλει να πει ο ποιητής, ενώ οι στίχοι διατηρούν τη μουσικότητά τους: «Δεν υπάρχουν ψηλά βουνά / εδώ στην περιοχή μας / όλα είναι επίπεδα / λεία / και ψυχορραγούν / ανυπεράσπιστα / δεν υπάρχει άνθρωπος / να τα χαϊδέψει / για να επιβιώσουν».

Στην ποιητική συλλογή του Δημήτρη Τρωαδίτη «Υπολήψεις – απόπειρες» θα συναντήσουμε τη λέξη ανταρσία, όχι, όμως, με τον κραυγαλέο τρόπο, που συνηθίζεται σε αρκετούς λογοτέχνες, που γράφουν θούριους και εμβατήρια, αλλά σε μια πιο εξευγενισμένη μορφή, που εκφράζει τη ρομαντική διάθεση του ποιητή: «μια μικρή σταγόνα βροχής / είναι μια μικρή σπίθα / ανταρσίας».

Θα κλείσουμε εδώ, τη μικρή μας αυτή περιπλάνηση στην ποιητική συλλογή του Δημήτρη Τρωαδίτη «Υπολήψεις – απόπειρες», έχοντας συμπεράνει πως διαβάσαμε το έργο ενός εμπνευσμένου καλλιτέχνη και αφεθήκαμε στη μαγεία αυτής της έμπνευσης, καθώς, όπως, χαρακτηριστικά αναφέρει ο ίδιος σε ένα ποίημα του: «κάθε έμπνευση στα κενά διαστήματα / περιέχει όλες τις γητειές του κόσμου».