Tag Archives: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΠΟΛΥΜΟΥ

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΠΟΛΥΜΟΥ

1-ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΠΟΛΥΜΟΥ ΦΩΤΟ

 

H Ευαγγελία Πολύμου σπούδασε Νεοελληνική και Ιταλική Φιλολογία στα Πανεπιστήμια της Θεσσαλονίκης, των Αθηνών και της Perugia και διδάσκει στα σχολεία της Μέσης Εκπαίδευσης.
Ερευνητικά την ενδιαφέρουν οι δύο σύγχρονες λογοτεχνίες της Ελλάδας και της Ιταλίας· οι δημοσιεύσεις της περιλαμβάνουν διδακτικά εγχειρίδια, κριτικές παρουσιάσεις και μεταφράσεις στα ελληνικά μοντερνιστών ποιητών και πεζογράφων όπως των Eugenio Montale, Giuseppe Ungaretti, Vittorio Sereni, Alberto Moravia, κ. α..

 

ΙΤΑΛΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ
ΣΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑΣ ΠΟΛΥΜΟΥ 

 

LUIGI DI RUSCIO

1-LUIGI DI RUSCIO

 

ΗΜΟΥΝ ΠΕΝΤΕ ΧΡΟΝΩΝ

Ήμουν πέντε χρονών
μια γριά μού έδωσε να καταλάβω
γιατί κανείς δεν με κράτησε στα γόνατά του
η γιαγιά μου που με κρατούσε απ’ το χέρι δεν με προστάτεψε
ούτε για παρηγοριά δεν μου έσφιξε το χέρι
γι’ αυτό τράβηξα μόνος κατά τους ποταμούς
ανάγκη δεν το ’χα το νερό για να καθρεφτιστώ
στο σπίτι επέστρεφα για να μην κοιμηθώ πάνω στα χαλίκια
στην ηλικία εκείνη, η πείνα σε τρελαίνει
σε κάνει να γίνεις πριν της ώρας σου ενήλικας
και κάθε χορτάρι που ’χουν οι κατσίκες βοσκήσει
έμαθα να το μαζεύω
η γεύση της πικράδας άρχισε να μ’ αρέσει
αυτό ήταν το γάλα μου
κι επειδή έκλεβα με τρόπο
είχα τους πιο όμορφους καρπούς
πήγαινα μόνος για να μην με τσακώσουν
στη μυρουδιά μου τα σκυλιά δεν γάβγισαν
και κανείς δεν μπορεί να με κατακρίνει
αν το Θεό από νωρίς πάσχισα ν’ απαρνηθώ
πάνω στα τείχη που τα φούσκωνε το νερό
μόνο εικόνες χάρτινες είχα αντικρύσει
τα βιβλία τ’ ανακάλυψα στο σωρό από παλιόχαρτα
ακόμα και σήμερα μαγεύομαι να τα κοιτώ
ανάμεσα στα χαρτιά έψαχνα για τη γραμμένη σελίδα
φώναξα και με κοίταζαν σαν να ’μουν ζωντανός
σαν κάτι περισσότερο από ένας ταξιδιώτης
ξαμολήθηκα στους δρόμους
ποιο αγόρι δεν ονειρεύεται άντρας να ντυθεί
εγώ αντρώθηκα νωρίς
όντας ακόμη με τα κοντά παντελονάκια
βρήκα μια γυναίκα που ήταν ευτυχής
κι επειδή οι άνθρωποι πληγώνουνε τις σκέψεις
πέταξα πάνω τους
κάνοντας όνειρα για κάθε φύλλο που είδα να πέφτει
ήταν οι ώρες χωρίς σταματημό
οι εκκλησιές χρησιμεύανε για να δροσιστώ
γυρνοβολούσα διψασμένος για γυναίκες
που σύντομα τις πλήρωνα με χρήματα κλεμμένα.
Τώρα νιώθω τον έρωτα των γυναικών να μου ακουμπά
το πρόσωπο με την ανάσα
σφίγγω τα λιπαρά μαλλιά
και τύχη μου φέρνουν τα σαν νέγρου χείλη μου
τα μάτια που δεν έχουν αναπαμό.

 

ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΝ ΠΕΡΝΟΥΜΕ ΧΟΡΕΥΟΝΤΑΣ

Την Κυριακή την περνούμε χορεύοντας
ή στον κινηματογράφο
ή όταν η ομάδα πάει καλά
παρακολουθώντας τον αγώνα
κουβεντιάζοντας στο καφενείο ολοβραδύς
για ένα πέναλτι που δεν έπρεπε να δώσουν
για ένα φάουλ
για μια άστοχη βολή
και γεννημένοι ανάμεσα σ’ εκείνα τα τείχη
μαζί κάναμε τα πάντα
το σχολείο την πρώτη Κοινωνία
τα ίδια όνειρα φυγής
και μαζί περάσαμε τον πόλεμο
τρώγοντας εκατόν πενήντα γραμμάρια ψωμί
που δεν αρκεί για να γεμίσει το στόμα μια φορά
και τον φασισμό τον γνωρίσαμε
και το να συλλαμβάνεται ολοένα και κάποιος
επειδή το να δουλεύεις στη χάση και στη φέξη
είναι ιστορία όλων των εποχών
όπως το κουβεντολόι να σαλπάρουμε για Αυστραλία
ή να πάμε εθελοντές
για να μην υποφέρουμε άλλο τη μιζέρια
και κάθε μέρα μας πιάνει τρελό κέφι
και γελάμε με πράγματα κοινότοπα
που μιλούν περί πατρίδας και Θεού
για να μας πείσουν να πεθάνουμε όπως γεννηθήκαμε.

 

ΑΠΑΝΩ ΣΤΙΣ ΣΤΕΓΕΣ ΑΛΩΝΙΖΟΥΝ ΟΙ ΓΑΤΕΣ

Απάνω στις στέγες αλωνίζουν οι γάτες
και τα νιαουρίσματα θρήνοι ερωτικοί
οδηγούνε στον τρόμο τα μυαλά.
Και τα μπουκάλια πεταμένα απ’ το φόβο.
Λένε πως ανάμεσα στις σκιές στριφογυρνούν οι μάγισσες
και οι νεκροί σηκώνονται ολόρθοι.
Εγώ ποτέ δεν είδα τίποτα
είναι μόνο μια δική μου σκληρή ειρωνεία
που με φέρνει στα φαντάσματα
φαντάζομαι κουκουβάγιες με πράσινα μάτια
να πλανώνται στη σκιά
βλέπω τ’ αμέτρητα τ’ αστέρια
και δεν φοβάμαι.

 

 

ANTONIO PORTA

1-ANTONIO PORTA

 

ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ

«Για τη ζωή μου, μιας κάποιας μέρας,
δεν ήξερα τίποτ’ άλλο, παρά μόνο όσα
αποκάλυψε ο κουρέας ρωτώντας
για τα παιδιά μου και συνειδητοποίησα ότι
ποτέ δεν ήξερα, κοιτώντας με καλά στα μάτια
πάνω απ’ τον αφρό και του ξυραφιού τις αντανακλάσεις.
Βγήκα έξω και σκόνισα τα παπούτσια ανάμεσα στις
πέτρες, κι εξακολούθησα,
τα κορδόνια λυτά, τον δρόμο για το σπίτι,
το στάξιμο του ιδρώτα: μπαίνοντας κάτι συνέβη,
δεν θυμάμαι τι· πίσω από την εξώπορτα,
ασάλευτη ανάμεσα στα κρύσταλλα, η έχθρα τής
γυναίκας μου κι αναρωτήθηκα ποια ήταν.
Για να βγάλω τη σκόνη, σκυμμένος,
τα κορδόνια κόβονταν, αιμορραγούσε το μέτωπο, ανάμεσα στα
σπασμένα κρύσταλλα, τα κορδόνια ανάμεσα στα μαλλιά,
και πίεζα, ψηλαφώντας στα θραύσματα, γράφοντας
στη σκόνη, η γλώσσα τεμαχίζοντας,
γλείφοντας, το αίμα κυλούσε απ’ τα μάτια, πάνω στους κροτάφους,
οι γιοί μας δεν έχουν ιδέα… »

 

ΤΑ ΑΠΟΣΙΩΠΗΤΙΚΑ

Βλέπει κανείς μόνο αυτό που θέλει να δει
μια φωτογραφία ξασπρίζει λίγο λίγο
κι ένα πρόσωπο, έπειτα παν το εικονιζόμενο εξαφανίζονται.
Εκεί που υπήρχαν ίχνη ευτυχίας, στιγμές
τώρα ξεθωριάζει ένα γκρίζο κι αν κάτι
αντιστέκεται, ένα χαμόγελο πολύ βεβιασμένο,
σαστίζει εκείνον που το παρατηρεί
και η μνήμη αρνείται να προσπεράσει το εμπόδιο.
Αλλά για να καταλάβεις σε βάθος
τι σημαίνει διαγραφή πρέπει
να νιώσεις διαγραμμένος, όταν μια σκιά
δεν είναι παρά μια σκιά, μια ανάσα, μια πνοή,
μέσα στον θρίαμβο των αποσιωπητικών…

(από τη συλλογή “Yellow”)

 

ΤΥΧΑΙΑ ΚΑΘΩΣ ΚΟΙΜΑΣΑΙ

τυχαία καθώς κοιμάσαι
από των δαχτύλων μια ακούσια κίνηση
σε γαργαλάω κι εσύ γελάς
γελάς δίχως να ξυπνάς
κι έτσι ικανοποιημένη με το κορμί σου γελάς
τη ζωή επικροτείς ακόμα και στον ύπνο σου
όπως τη μέρα εκείνη που μου είπες:
άσε με να κοιμηθώ, πρέπει να τελειώσω ένα όνειρο

 

 

GIANMARIO LUCINI

1-GIANMARIO LUCINI

 

ΑΝ ΔΕΝ ΜΕ ΠΙΣΤΕΥΕΙΣ, ΜΕΤΡΑ Τ’ ΑΣΤΕΡΙΑ

Αν δεν με πιστεύεις, μέτρα τ’ αστέρια
που χωρούν σ’ ένα δάκρυ,
μέτρα τα μαλλιά
της αγαπημένης καθώς τα χαϊδεύεις
μέτρα τις ρυτίδες του κορμιού της,
τις μυστικές επιστροφές του πάθους
που έρχεται και σε διαποτίζει
όπως το αλάτι το ψωμί
και σκέψου το άπειρο που θα μπορούσες να ζήσεις
με ένα μόνο σάλτο της καρδιάς.

(σ’ εκείνους που πάνε στον πόλεμο και το ξέρουν)

(από τη συλλογή «Επιτομή»)

 

ΘΑ ’ΘΕΛΑ ΝΑ ΣΟΥ ΑΦΙΕΡΩΣΩ ΣΤΙΧΟΥΣ ΑΓΑΠΗΣ

Θα ’θελα να σου αφιερώσω στίχους αγάπης
σύμφωνα και φωνήεντα που κλίνουν το πρόσωπό σου
και να σ’ αποκαλύψω στην παλάμη του ανοιχτού μου χεριού
εποποιίες χωρίς σημαίες
σαν ψωμί στον πεινασμένο, αίμα
στο πάθος το πιο αληθινό.

Κοιμάται
ένας αρχαίος δαίμονας στα ονόματα και στα ρήματα
και τρέμει το φώνημα
προφέροντάς σε μέσα στο χυδαίο
της πεθαμένης τούτης γης.

 

ΟΤΑΝ Μ’ ΑΓΑΠΟΥΣΕΣ

Όταν μ’ αγαπούσες, κοιτούσες με τα μάτια
ενός μεγάλου ποταμού όπου βάρκες αμέριμνες
ανέβαιναν από τη θάλασσα,
συμφωνίες φώτων ήταν οι νύχτες
η ανάσα σου μια αποθαλασσιά
και τραγουδούσε στο άπειρο
δίχως χρόνο, δίχως λόγο
τραγουδούσε στο άπειρο
παραδομένη στο όλον
εκείνου του τίποτα χωρίς ιστορία
που είναι η αγάπη. Πόσο σ’ αγαπούσα
ήμουν σαν Θεός όταν ξυπνά
ένα ηλιόλουστο πρωί και χαμογελά.

(στους εραστές που δεν το ξέρουν)

 

 

FEDERICO TAVAN

1-FEDERICO TAVAN

 

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΩΝ ΑΡΟΥΡΑΙΩΝ
(τραγούδι αγάπης)

Είμαι ο ποιητής των αρουραίων
που μου λασπώνουν τα χέρια.
Ο υπόνομος μ’ αρέσει
γιατί είναι χαμηλά
όπως η κόλαση.
Τους φωνάζω όλους γύρω μου
με τις ιστορίες τους που δεν φτιάχνουν ιστορία,
γι’ αυτούς παίζω το πίφερο
δίχως να τους παρασέρνω στον πνιγμό.
«Βιτορίνο!» «Παρών!»
Στα σαράντα τρία του
με την όψη ενός εικοσάχρονου
που υπέστη
όλα τα δεινά αυτού του κόσμου
(ανέμους που λευτέρωσε ο Αίολος)
ξύλινο πρόσωπο σαρακοφαγωμένο από τους δοθιήνες,
που μουρμουρίζει ψιθυριστά
για να μην μπορεί ν’ ακούσει
ούτε και ο ίδιος,
άγια μάτια καθηλωμένα
πάνω σε παλιές εικόνες ψυχιατρείου.
Και μετά ο αδελφός του «Λουίτζι!» «Παρών!»
Εκδηλώθηκε στα τριάντα του
έξυπνος κι ενεργητικός
και τώρα «πηγμένο σπέρμα
που παίρνοντας φωτιά γίνεται κόλαση»,
παλιοί παπάδες παλιοί κομμουνιστές,
η μυρουδιά της μάνας του,
η μόνη γυναίκα που γνώρισε.
Αρουραίοι με ελεύθερη έξοδο
στους δρόμους του Αντρέις.
«Θείε Μάριε!» «Παρών!»
Έχει την ηλικία μου
κι όμως είναι γέρος σαν το Ράουτ,
σέρνεται εμπρός
με τη θλίψη του
παριστάνοντας πως χαμογελά·
«χωρίς πνευμόνια χωρίς καρδιά»
χωρίς παραμύθια για τα παιδιά,
παίζοντας από μικρός
μες στον χτισμένο τούβλο-τούβλο κόσμο του.
Και μετά ο αδελφός του «Πάολο!» «Παρών!»
που δεν ξεμυτά ποτέ από το σπίτι
για να περιμένει ανετότερα.
Αρουραίοι σε πομπή.
«Γιάκου ντε Προυπιέρε!» «Παρών!»
«Τόνε ντε Τσίνκιου!» «Παρών!»
«Πετρούλα!» «Παρούσα!»
«Γκίντια!» «Παρούσα!»
«Κιέλ ντ’ Ιζόρτζ!» «Παρών!»
«Φιορίνο!» «Παρών!»
«Βίγκι ντε Πετίκ!» «Παρών!»
«Μπερτ λ’ Eσπέρτ!» «Παρών!»
με τα μεγάλα μυστικά του
που έρχονται από την Ισπανία,
νέος γέρος κυρτός,
τα γυαλιά για να κρύβει τις εκφράσεις του,
που υποφέρει από την πείνα
που υποφέρει από το κρύο
που υποφέρει από τη βρόμα
που υποφέρει από κείνο που ’χει
ανάμεσα στα σκέλια.
Αρουραίοι ιταλικοί
που καταστρέφουν το τοπίο,
μικροί Χριστοί
χωρίς σταυρό
χωρίς Γολγοθά
χωρίς παράδεισο.
«Τίνα ντε λι Ρίμπες!» «Παρούσα!»
Κάτω στο Κολονιάν
τρομάζει όλα τα παιδιά, φωνάζει
τα ποιήματά της, σκουπίζει
ένα σπίτι που δεν υπάρχει
τσαπίζει ένα χωράφι που δεν υπάρχει.
Αρουραίοι φωτογραφημένοι
πολλά χρόνια πριν
που παρεμβαίνουν
στα πράγματα του σήμερα.
Για κείνους τραγουδώ
την παγωνιά των χεριών,
τον πυρετό του μυαλού,
τη σιγή της φωνής,
την κούραση των ποδιών,
τα πεθαμένα δάκρυα,
τη χειμωνιά των όρχεων.
Αρουραίοι που ξετρύπωσαν
από κάθε εκκλησιά
από κάθε σπίτι
από κάθε ταβέρνα
για να κλέψουν ένα σάπιο μήλο
απ’ τα σκουπίδια.

 

ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΗ ΕΚΕΙΝΗ Η ΜΕΡΑ

Καταραμένη εκείνη η μέρα
που άρχισα να γράφω
όχι γιατί
είναι κακό να γράφεις
αλλά γιατί
ήταν καταραμένη εκείνη η μέρα
που ήμουν μόνος
κι έκλαιγα
και γι’ αυτό
έγραφα.

 

 

FRANCESCO TOMADA

 

1-FRANCESCO TOMADA

 

Η ΡΟΔΙΑ

Η Ιταλία (είναι μια ροδιά)

Στη ζωή μου αγόρασα και φύτεψα μόνο ένα δέντρο
μια ροδιά
διάλεξα του κήπου μια γωνιά
απ’ όπου αγναντεύεις τον οδοντωτό κλοιό των βουνών
από τον Άγιο Γαβριήλ μέχρι το Νάνος
εκείνη η ακρώρεια ήταν Ιταλία και Γιουγκοσλαβία και μετά Σλοβενία
γη σπαραγμού και μίσους

τα σύνορα θα ’πρεπε να ’ναι σαν τους ορίζοντες
όταν κινείσαι να κινούνται κι αυτοί
αν σταματάς, να σταματούν μαζί σου
να σε κάνουν πάντα να νιώθεις στο κέντρο του κόσμου

και πατρίδα είναι όπου
ένας άνθρωπος φυτεύει μια ροδιά
και μπορεί να προσδοκά να δρέψει τους καρπούς της

 

ΤΟ ΑΡΝΗΤΙΚΟ ΚΑΙ Η ΕΙΚΟΝΑ

Όταν τα παιδιά μας εδώ παίζουν πόλεμο
φτάνουν τέσσερα μαξιλάρια στο κρεβάτι για να φτιαχτεί μια βάση
όλα τους έχουνε πιστόλια ή τουφέκια με κόκκινη χρωματιστή τάπα
κάποια έχουνε και βόμβες από αφρολέξ

τότε αναρωτιέμαι αν τα παιδιά της Βηρυτού παίζουν ειρήνη
και πώς τα καταφέρνουν
γιατί δεν υπάρχουν σπίτια κήποι
γονείς από πλαστικό
κι εύκολο είναι στα ψέματα να πεθαίνεις
μα είναι αδύνατον στα ψέματα να ζεις.

 

ΤΡΙΑ ΔΙΑ ΔΥΟ

Θυμάμαι που μια μέρα αστειευόμασταν
αν θα χωρίζαμε τι θα γινόταν με τα τρία μας παιδιά
ενάμισι κατά κεφαλή;
θα τα κόβαμε στη μέση;

ήταν ένα ανόητο παιχνίδι, ακόμα πιο ανόητο
τώρα που δείχνει να επαληθεύεται
υπάρχει μια πραγματικότητα όπου όλοι χάνουν
και τρία διά του δύο ίσον μηδέν

 

 

ALDA MERINI

alda merinia

 

Δεν έχω ανάγκη από χρήματα.
Έχω ανάγκη από αισθήματα,
από λέξεις, από λέξεις σοφά διαλεγμένες,
από λουλούδια που τα λένε σκέψεις,
από ρόδα που τα λένε παρουσίες,
από όνειρα που κατοικούν τα δέντρα,
από τραγούδια που κάνουν τ’ αγάλματα να χορεύουν,
από άστρα που ψιθυρίζουν στ’ αυτί των εραστών.
Έχω ανάγκη από ποίηση,
εκείνη τη μαγεία που καίει το βάρος των λέξεων,
που ξυπνά τις συγκινήσεις και φέρνει καινούργια χρώματα.

 

 

ANTONIA POZZI

Antonia Pozzi

 

ΚΡΑΥΓΗ 

Να μην έχεις ένα Θεό
να μην έχεις ένα μνήμα
να μην έχεις τίποτα στέρεο
παρά μονάχα πράγματα έμψυχα που δραπετεύουν
να υπάρχεις δίχως χθες
να υπάρχεις δίχως αύριο
και να τυφλώνεσαι μέσα στο τίποτα
-βοήθεια-
για τη μιζέρια
που δεν έχει τέλος.

 

 

DANIELE PIETRINI

Daniele Pietrini

 

 

ΖΑΛΟΓΓΟ  1803

Το ύστατο πράγμα που θα δείτε από μένα
θα ’ναι ολόιδιο με το πρώτο,
απαράλλαχτα η πλάτη και το στήθος,
ανάμεσα στο κεφάλι και τα πόδια
το ίδιο βάρος. Πεθαίνω χορεύοντας
για να μην απομείνω πίσω, διχασμένη,
σαν κείνους που ζουν σε δυο τόπους διαφορετικούς.
Κανείς περνώντας από εδώ να μη με θυμάται,
να μην πιάσει να με μιμηθεί κι ο ίδιος χαθεί.
Θαρρείτε αλήθεια ότι οι σφαίρες
με διαπερνούν, το καβούκι μου βγάζουν;
Κοιτάξτε πως όλα ήδη από μένα απορρέουν:
αυτό το πράσινο, το μπλε σταχτί. Τίποτα
όμως δεν μπορεί να αθροιστεί.
Θα μεταχειριστώ ακόμα και το θάνατο
για να μεγαλώσω τη ζωή μου.

 

 

EUGENIO MONTALE

montale-eugenio

 

MΟTTETTI 

Το ξέρεις, να σε ξαναχάσω πρέπει και δεν μπορώ.
Σαν σημάδι διορθωμένο με δελεάζει
κάθε έργο, κάθε κραυγή ως και η αλμυρή
πνοή που απ’ τους μόλους ξεχειλίζει
και κάνει ζοφερή την Άνοιξη
στη Σοττορίπα.
Τόπος από σιδερικά κι από δενδροφυτείες
σε δάσος μες στου εσπερινού τη σκόνη.
Έν’ ασταμάτητο βούισμα έρχεται απέξω,
σα νύχι σπαράζει τα τζάμια. Γυρεύω το
χαμένο
σημάδι, το μόνο ενθύμιο που είχα σαν χάρη
από σένα.
Κι η κόλαση είναι σίγουρη.

 

 

FRANCESCO MAROTTA

francesco-marotta

 

ΑΠΟΤΥΠΩΜΑΤΑ ΣΤΟ ΝΕΡΟ

είναι ο νους που
αριθμεί τη σιωπή
των νεκρών, και το μέτρημα
είναι ένας πόνος που ζει και
διακλαδώνεται σε κηλίδες
σύννεφων πάνω στο δέρμα,
μερικές φορές
είναι άμμος,
ένα ηλιοβασίλεμα
ένα λουλούδι του χιονιού
ν’ απλώνεται μέχρι
τις ίριδες, να
γεμίζει το στόμα
με τη γλώσσα του ξέχειλη
από θύμησες,
με τα περιφερόμενα
αποκαΐδια μιας
πυρκαγιάς, με το
περίβλημά του από ίχνη, φωνές
μαλλιά, με τη
σβολιασμένη, ακάθαρτη
αλήθεια του πάγου

Από τη συλλογή: «Αποτυπώματα στο νερό»

 

 

GIORGIO CAPRONI

caproni_giorgio

 

Φύλλα
Πόσοι έχουν φύγει…
Πόσοι.
Τι απομένει…
Ούτε καν
η πνοή.
Ούτε καν
της πίκρας η αμυχή ή
της παρουσίας η κεντιά.
Όλοι
έχουν φύγει δίχως
ν’ αφήσουν ίχνος.
Όπως
δεν αφήνει ίχνος ο άνεμος
στο μάρμαρο καθώς περνά.
Όπως
δεν αφήνει πατημασιά
στο πεζοδρόμιο η σκιά.
Όλοι
άφαντοι σ’ έναν κονιορτό
ανάκατο από μάτια.
Ένα θρόισμα
άναρθρων φωνών, σαν
φύλλα κόντρα στην ανασαιμιά
πίσω απ’ τα τζάμια.
Φύλλα
που μόνο η καρδιά μπορεί να δει
κι ο νους δεν δίνει πίστη.

(από τη συλλογή «Ο ελεύθερος σκοπευτής»)

Α΄ Παρουσίαση στα ελληνικά

 

 

GIULIANO MESA

GIULIANO MESA

 

ΑΥΤΗ Η ΣΙΩΠΗ ΠΟΥ ΑΚΟΥΜΕ ΜΑΖΙ 

σε αφήνω εδώ
με τα σύννεφα τούτα φορτωμένα βροχή
αυλακωμένα από μια αχτίδα
που θα σε ξυπνήσει,
αύριο κιόλας,
όταν θα ’χεις πια αναμνήσεις
να σκεφτείς.
πηγαίνω
στην παρασκιά που απομένει,
εκεί που επιστρέφω, τώρα,
τώρα που μπορεί να ξαναρχίσω,
που θα μπορούσα,
υπάρχει τώρα μονάχα μια αποθυμιά:
ν’ αφήσω, ν’ αφήσω ανέγγιχτη
τη στιγμή εκείνη πριν από τη θλίψη
όταν η θλίψη
γίνηκε μοιρολόι παρηγοριάς
και μετά σιωπή
αυτή η σιωπή που ακούμε μαζί,
τώρα – είναι τώρα που ξέρουμε,
σ’ ετούτη τη στιγμή που διαιρεί
σε αφήνω εδώ

 

 

GIUSEPPE UNGARETTI

GIUSEPPE UNGARETTI

 

LA PIETA

Ο άνθρωπος, μονότονο σύμπαν,
θαρρεί πως αβγατίζει το βιος του
μα απ’ τα πυρετικά τα χέρια του
περνούν διαρκώς αγαθά πεπερασμένα
Στον αραχνένιο του ιστό
γαντζωμένος στο κενό,
δε φοβάται και δεν πλανεύεται
παρά απ’ την ίδια τη κραυγή του.
Γιατρεύει τη φθορά ορθώνοντας τάφους
και για να σε σκεφτεί, Αιώνιε,
άλλο δεν έχει απ’ τις βλαστήμιες.

 

 

MARIA LUISA SPAZIANI

maria-luisa-spaziani

 

ΜΕ ΚΑΤΕΒΑΣΜΕΝΗ ΑΥΛΑΙΑ

Όταν σε αγαπούσα ονειρευόμουν τα όνειρά σου.
Κοιτούσα τα υπνωμένα βλέφαρα,
τις βλεφαρίδες μ’ ένα ελαφρύ πετάρισμα.
Καμιά φορά
είναι με κατεβασμένη αυλαία που ξετυλίγεται
με ηθοποιούς πρωτάκουστους και φωταψίες
– το θάμα.

 

 

MASSIMILIANO DAMAGGIO

MASSIMILIANO DAMAGGIO

 

 CELEBRATION TOWN 

Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχε ένας τόπος
που οι γείτονες χαιρετούσαν τους γείτονες
στο ήσυχο φως του σούρουπου,
τα παιδιά κυνηγούσανε πυγολαμπίδες,
στο σινεμά παίζανε καρτούν
κι ο μπακάλης έκανε διανομές κατ’ οίκον
Ένας τόπος με καραμελωμένα μήλα,
μαλλί της γριάς και μυστικά φρούρια,
το κουτσαντήρι στο δρόμο,
πανηγύρια στις γειτονιές, παρελάσεις της 4ης Ιουλίου,
δείπνα με μακαρόνια, πωλήσεις τουρτών στα σχολεία,
γλειφιτζούρια, πυγολαμπίδες φυλακισμένες μέσα σ’ ένα βάζο
Κι αν δεν μπορούμε να γυρίσουμε
σε εκείνους τους καιρούς, μπορούμε
να φτάσουμε σ’ έναν τόπο, που ν’ αγκαλιάζει
όλα τούτα, και μια μέρα
θα είναι η Celebration Town
το σπίτι μας, σπιτάκι μας

[από τη συλλογή «Τα κτίρια τα επισφαλή»]

 

1 σχόλιο

Filed under ΠΟΙΗΣΗ