Tag Archives: ΜΑΙΡΗ ΜΠΡΙΛΗ

ΜΑΙΡΗ ΜΠΡΙΛΗ

1-ΜΑΙΡΗ

 

Η Μαίρη Μπριλή γεννήθηκε και ζει στον Πειραιά. Σπούδασε Λογιστική και
έχει παρακολουθήσει πολλά σεμινάρια: Γραφιστικής, Νοσηλευτικής, Περίθαλψης Ηλικιωμένων και Μακροοικονομίας.
Εργάστηκε σε Ασφαλιστικό Γραφείο. Ασχολείται με τη Μουσική
και συμμετέχει σαν σοπράνο σε χορωδία.
Είναι γενική γραμματέας της Εταιρείας Τεχνών Επιστήμης και Πολιτισμού Κερατσινίου (Ε.Τ.Ε.Π.Κ.).
Έχει δημοσιεύσει ποιήματα σε ανθολόγια και στο διαδίκτυο.
«Άνθρωποι στη θάλασσα» (2017) Είναι η πρώτη της ποιητική συλλογή.

 

1-ΒΙΒΛΙΟ - 0002

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ (2017)

 

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ

Αποκαμωμένο
από την έναστρη περιπολία του,
ξαρμάτωσε τ’ αστραφτερά σπαθιά του
και χτύπησε νυχτιάτικα την πόρτα μου.
Το όνειρο!

Στο φέγγος της σκέψης μου
να μην του ανοίξω
και να φανεί ότι λείπω
έσβησα τα φώτα.

Προφανώς,
κατέστρωσε της ασάφειάς του τα σχέδια.
Γιατί πως αλλιώς να εξηγήσω
των αντιστάσεών μου τη χαλαρότητα
-ώστε να του κάνουν τη χάρη-
και να ολισθήσουν στης στημένης
ονειροπαγίδας του τη θέση;

Πιάστηκα στα δίχτυα της γοητείας του!
Και με το φέγγος μόνο των ημερών μου
να φωτίζει τα σκοτάδια μας,
με τράβηξε στην αγκαλιά του
και κοιμήθηκα μαζί του,
Εγώ,
ένας αδύναμος Άνθρωπος!

 

Η ΚΥΠΡΗ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ, Η ΘΕΑ ΑΦΡΟΔΙΤΗ

Στάθηκα απέναντι από της λευκότητάς σου
τον ακέραιο κορμό
κι από το άνθος της κεφαλής σου
ν’ αφουγκραστώ
της άηχης φωνής σου το μεγαλείο
Θεά του έρωτα.
Όταν με τη δύναμη της σκέψης
«Πού βρίσκονται τα πάνω
και τα κάτω άκρα σου;»
ρώτησα.
Και ένοιωσα…
σαν από την απεραντοσύνη
των σωμάτων του Σύμπαντος
πως με κατάλαβες,
αλλά δεν σε ένοιαζε,
Θεά της ομορφιάς.
Γιατί ποιος θα ’θελε να μάθει
τη ρίζα των σκορπισμένων φύλλων
που βρίσκονται στην αξίνα
ενός γεωργού,
όταν σαν μοναδικό «χρυσοπράσινο φύλλο
ριγμένο στο πέλαγος»
θαυμάζεται ο τόπος του στη Γη
ενώ το όνομά του λάμπει στον Ουρανό
σαν Άστρο;

Α ΒΡΑΒΕΙΟ στον 6° Παγκόσμιο Λογοτεχνικό διαγωνισμό
από τον Ελληνικό Πολιτιστικό Όμιλο Κυπρίων (Ε.Π.Ο.Κ)
του 2016.

 

ΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΟΥ ΚΥΡ ΑΝΔΡΕΑ

0 κυρ Ανδρέας έμοιαζε
σαν ψάρι έξω απ’ το νερό
– αφού θαλασσινοί ήταν οι άλλοι-
που στο καφενείο του σύχναζαν.
Ξεχώριζε δε από όλους
σαν είδος διαλάμπον σε σπηλιά
και ίσως να είχε τον λόγο του,
γιατί ποτέ μαζί τους δεν έπινε.
Έτσι πρόσεχε,
αφού κύματα χτυπημένα με ανέμους
έτοιμα να πέσουν
στης ομοιομορφίας τους το δίχτυ,
τη ζωή του δεν άφηνε.
Τόσο που ήξερε να προσέχει
ώστε να κρατά γερά
τα κλειδιά του χώρου του
που, αν και καφετζής,
πάνω στον αστραφτερό του δίσκο
ο κυρ Ανδρέας
σαν αρχηγός τους
φάνταζε.

 

ΑΔΕΙΟ ΣΠΙΤΙ

Από τότε που η ηλικία
της πήρε το σώμα
κοιμάται επάνω
στο δωμάτιο των αγγέλων

Όσο κι αν χτυπάει ο χρόνος
το ξεβαμμένο παράθυρο
δεν ανοίγει.

Είναι που δεν μπορεί να φιλέψει δροσιά,
είναι που χύθηκε το άρωμα απ’ τα χέρια της
κι αφίλευτος μαραίνεται ο χρόνος.

Ονειρεύεται η νοσταλγία
μέσα απ’ τους θόλους
των μοναχικών βλεφάρων της
σαν Θεία Ευχαριστία
που πέρασε
μια αθάνατη ώρα
μέσα στο άδειο.

Κι εκεί έχτισε το σπιτικό της.

 

ΕΝΑ ΚΟΜΜΕΝΟ ΔΕΝΔΡΟ

Ένα μικρό αγόρι
που μεταφέρει χυμούς
και ανθόνερο
σε ξύλινο δίσκο
είναι ο κορμός
ενός κομμένου δένδρου

Σοφό
κι ας μην έγινε
βιβλίο ή μολύβι.

Ούτε
ένα ψηλό αστέρι
που κρεμάστηκε
με στολίδια
στα μπράτσα
και μια φάτνη
στα πόδια
που άφησε
ένα κορίτσι
κάποια Χριστούγεννα

Αυτό είναι,
ένα κομμένο δένδρο.

 

ΜΠΛΕ ΚΑΝΑΠΕΣ

Είναι ένας μπλε καναπές
γεμάτος επισκέψιμα γέλια

Την μέρα πιάνεται στα πλευρά
ξηρός καρπός επιδέξιου χεριού
ιδρώτας κουρασμένης πλάτης
σκόνη γυμνού πέλματος

Το βράδυ δεν έχει σώμα να κοιμηθεί
δραπετεύει με το νήμα του μπλε
στο κάδρο με το καράβι,

σανίδα σωτηρίας του τεχνίτη γίνεται
που με μεράκι σκάλισε
τον γυρτό σκελετό του.

Ταξιδεύει με την ψυχή του
ως την επόμενη ζωή που ριζώνει

Είναι ένας μπλε καναπές
γεμάτος βήχα
γεμάτος επισκέψιμα γέλια.

 

ΤΟ ΚΑΤΟΙΚΙΔΙΟ

Εγώ το κατοικίδιό μου
το πάω κάθε μέρα βόλτα
στο θαλάσσιο πάρκο.

Το δένω στο πτερύγιο
ενός δελφινιού και πίνω
την ανησυχία μου άφοβα

στην ανοιχτή θάλασσα…

Μετά το γυρίζω σπίτι
του λύνω το λουρί
και το αφήνω ελεύθερο

στην περιστροφική του γυάλα.

Είναι τότε που φοβάμαι
Μήπως… στην ησυχία του,

βρεθεί κάποιο αχαλίνωτο κύμα
και το βυθίσει στην μοναξιά του

 

Η ΘΑΛΑΣΣΑ Ι

Η θάλασσα έμοιαζε
να μας κοιτά απ’ το μπαλκόνι
σαν μικρό κορίτσι
με τα γαλάζια μάτια της

Απλώναμε τα χέρια
στα κυματιστά μαλλιά της
και τότε αυτή γινότανε γυναίκα

Φανέρωνε με ψιθύρους
τις καμπύλες της
πλάι στα δάκτυλά μας

Τότε εμείς μέναμε να την κοιτούμε
ακίνητοι με δύο μάτια
ένα δικό σου κι ένα δικό μου

Φύτρωναν κοράλλια
στον κύκλο του λαιμού της
με στάχτες στα μαλλιά
γινότανε γριά

βυθιζόταν στις ρυτίδες της
στα ρίγη της συγκίνησης
που σήκωσε το σώμα της
στον κόλπο της ψυχής μας.

Μείναμε ν’ απορούμε, πόσο απέραντο υπάρχει
που να μπορεί να μηρυκάζει τόσο γρήγορα
ένα πλάσμα πάνω στη γη.

 

ΑΛΜΥΡΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Αγνάντευε τη θάλασσα,
ανυπότακτος πάντα.

Μύριζε τη θάλασσα
κουρνιασμένος στο πέλαγο.

Με φτερό γλάρου
μήνυσε στη θάλασσα.

ονομάζομαι Βράχος

αγκάλιασε με

Θέλω πάλι
να γίνω Πρίγκιπας.

 

ΣΤΟΥΣ ΣΠΟΡΟΥΣ ΤΩΝ ΝΕΡΩΝ

Εκεί που τα νερά άφηναν τους σπόρους τους
φύτρωναν κάτι λευκά μικρά άνθη
οι γεωπόνοι ν’ απορούν
μετά έβγαλαν φτερά και πέταξαν
άφηναν γλάρους στα κύματα
και ασημωμένες χορεύτριες
στον ρευστό κήπο της θάλασσας

Κι εγώ στο μπαλκόνι μου
να θαυμάζω ό,τι φυτρώνει..

 

ΣΤΑ ΝΕΟΓΕΝΝΗΤΑ ΚΥΜΑΤΑ

Στον αφρώδη διάδρομο
του γαλανού μαιευτηρίου
έπλεαν ασπροντυμένες νύμφες.

Με τα μυροφόρα πέπλα τους
φρόντιζαν νεογέννητα κύματα
μυώντας τα στον υγρό χορό τους.

Εκεί, στη συνουσία των νερών
Θάλασσα και Ποταμός

πάντρευαν τα παιδιά τους.

 

ΚΙ ΕΣΥ..

Κι οι γλάροι
μόνο την αίσθηση έχουν
απ’ το αλάτι
που τους έχεις βαφτίσει.
Ποτέ δεν θα τους ελευθερώσει.

Ω! Μη θυμώνεις
ακόμα κι εσύ,
Θάλασσα σοφή
σκοντάφτεις σε στεριές.

 

ΤΟ ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ ΦΩΣ

Πρόβαλε ροδαλό και πρόσχαρο.
Τσαλαπατούσε στα νερά
και κυλώντας μια τεράστια μπάλα
μάς μούσκευε χρώματα.
Εμείς το προσέχαμε
τοποθετώντας με τάξη
πάνω από τ’ αυτιά
τους βραχίονες
των γυαλιών
του ηλίου μας
μη μας ξεφύγει στο διάλειμμα,
σκαρφαλώνοντας στον ευκάλυπτο
απ’ την αυλή του σχολείου του.

Ζωηρό μαθητούδι
το θαλασσινό φως.

 

ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ…ΣΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ

Φορούσες του πελάγου
το απρόσμενο βλέμμα.
Ήθελες να γυρίσεις
τα ποτάμια πίσω.
«Πράγμα αδύνατον»
σου λέω.
Στάθηκες μ’ ένα βήμα
μετέωρο.
Στόχευσες με το πιο κοντινό σου
κύμα
και
πέτυχες την πιο μακρινή μου
στεριά.

Σε ρώτησα :
«Ποιος είσαι;»
και …
δεν μου απάντησες
Ποιητή.

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 

ΑΓΙΟΣ ΒΑΣΙΛΗΣ ΕΡΧΕΤΑΙ

Μανία του..
ο εμπρόθετος
να προσδιορίζει
πάντα
Από που έρχεται..
”Από την Καισαρεία ”
-τρέχα γύρευε-
Λες και νοιάζει
ποτέ
ένα παιδί
από που έρχεται.
Που μένει το νοιάζει..
κι ένα επιθυμητό
δώρο.

BIBLIOTHEQUE 28/12/2013

 

ΑΓΝΟΙΑ

ό,τι αγνοείς, σε νοιάζεται
ένας Προορισμός
ταξιδεύει πρώτη θέση
στα βλέφαρά σου
μια Γνώση φτεροκοπά ανυπόμονα
στον φάκελό τους
Ταχυδρόμος
σε χάδι που γλίστρησε
αγκαλιά που σε ψάχνει
ότι αγνοείς, σε νοιάζεται
Μην ξυπνάς ακόμα, ονειρέψου.

΄

ΝΑΥΣΙΚΑ

Τω καιρώ εκείνω η Ναυσικά

δεν ξήλωσε τους δύο χρυσούς κύνες
από το παλάτι του Αλκίνοου
ούτε το αστεράκι που κοσμούσε
τον μηχανισμό των Αντικυθήρων

για αυτό σου λέω
όταν σου χαρίζω ένα συναίσθημα
κάνε το όποιο δήποτε παιχνίδι.

Θες, κουρελή παλιάτσο να διασκεδάζεις;
Θες, πορσελάνινη κούκλα σε ράφι;

Ακόμα και στρατιωτάκι με κομμένο πόδι.

Τόπι σου όμως, Ποτέ μην το κάνεις
γιατί θα κυλίσει από μέσα του όλη
η ρευστή ανταλλακτική παιδικότητα

κι εσύ που το είχες του χεριού σου

Θα το χάσεις.

 

ΠΡΟΣ ΟΝΕΙΡΟΠΟΛΟΥΣ

Τις νύχτες, τα βράδια,
είναι ο νους που αδειάζει το σάκο του
ανάλαφρος να κοιμηθεί,
μα κάτι περίεργα αστέρια
να δοκιμάσουν θέλουν
την γήινη τους διά-σταση.

Χορεύουν μέσα σου
ρούχο στενάχωρο
θρυμματίζουν πολύτιμα σμαράγδια
και γίνονται
ενός λεπτού όνειρα.

Τα πρωινά, τις μέρες,
είναι ο νους που βάζει στο σάκο του
τα παράλογα σχέδια
που βρήκαμε βράδυ στην τσέπη μας
και προσπαθούμε να τα στηρίξουμε
στον γιακά του διπλανού μας αστεριού.

Ανόητοι ή ονειροπόλοι;

Αλήθεια ,τι ν’ ακούει ο ουρανός;

(την πρέσα ή το χουζούρεμα
της γήινης μας υπό-στασης;)

 

ΤΑ ΦΩΤΑ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ

Δεν βλέπω που οδηγεί αυτός ο δρόμος
ανάβω τα φώτα της αλήθειας
και τους ανθρώπους ρωτώ μήπως ξέρουν
(μήπως κι έχουν χάρτες μυστικούς)
μα ένα πράγμα μοναδικό καταφέρνω

Τα μάτια μου να ερεθίσω

 

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΗ ΩΡΑ

Τώρα που…το καλοκαίρι
η Γη γυρίζει λίγο πιο γρήγορα
η ώρα κυλά γύρω από τον ΄Ηλιο
χωρίς να κοιτάζεται στο ρολόι.
Λιώνει γλυκά το πρωί
με τα παγάκια του καφέ
στο σκληρό ποτήρι
για να σαλέψει αργά το μεσημέρι
στην κοσμική παραλία
με τα κύματα της θάλασσας
Το απόγευμα βυθίζεται τρυφερά
στον ρόδινο ορίζοντα
με το κουρασμένο ηλιοβασίλεμα
για ν’ αναδυθεί νωρίς το βράδυ
με το μεθυστικό άρωμα
στις αντικριστές γλάστρες
Την ώρα που…η γυναίκα
ποτίζει ενδιάμεσα από το ασβεστομένο σκαλί
λίγο μετά τον βασιλικό
λίγο πριν το νυχτολούλουδο.

 

ΣΤΟ ΚΥΜΑ

Εδώ κι εκεί
Άσκοπα
σαν κι εσένα, κύμα μου
δακρύζοντας Δεν τριγυρίζω
Άσκοπα
σαν κι εσένα, αποκρίθηκε
αφρίζοντας

και έριξε μια αξόδευτη παιδική λευκότητα πάνω της

»Καταλαγιάζω το θολό
γιατί μόνο έτσι γίνεται διάφανο»

και έλαμψε στα μάτια της ο Λόγος του..

 

ΜΠΑΛΟΝΙ

Κόκκινο περήφανο μπαλόνι
σε πανηγύρι αγορασμένο

Το φούσκωσε η χαρά
στο σχήμα της καρδιάς μου

Πάνω του το »σ’ αγαπώ»
γραμμένο
Μ’ αυτό το μπλέ της θάλασσας
που δε γνωρίζει λύπη

Σε μαύρο στόμα
μήλο που σάπισε
προτού η λαχτάρα μιας δαγκωματιάς
ευοδωθεί σε δόντια αγαπημένου
η χαρά μου

Φτηνό μπαλόνι που ξεφούσκωσε

 

ΕΤΣΙ ΜΑΓΙΚΑ..

H Νεράιδα
χτενίζει τα μαλλιά της
καθρεφτίζεται
βάζει μπλε κύμματα στα μάτια της
κοκκινίζει τα χείλη της

M’ ένα ρουφηχτό φιλί στον εαυτό της
εξαφανίζεται
έτσι μαγικά όπως ήρθε
σαν Ζωή…

 

ΠΕΡΑΣ..ΜΑΤΑ.

Λίγο πριν το μεσημέρι
κατέβηκα τα γκρίζα σκαλοπάτια
πέρασα την υπόγεια διάβαση
Αισθάνθηκα την λεπτή παρουσία σου
τη συντροφιά της φωνής σου
Ζεστή προστασία

Το βράδυ
Πέρασα τη διάφανη λίμνη των σπλάχνων σου
με τα λεπτά πούπουλα του κύκνου της
γέμισα το μαξιλάρι μου
και κοιμήθηκα

Το άλλο πρωί
με βρήκε στην αντίπερα όχθη της λίμνης
στην άλλη μεριά της διάβασης

Σε τούτα τα περάσματα
άλλαξε η ζωή μου

http://homouniversalisgr.blogspot.gr/2013/06/blog-post_2714.html

 

ΓΙΑ ΤΗ ΜΑΙΡΗ ΜΠΡΙΛΗ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΟΥΣΟΣ

Η ποίηση της εποχής μας, αντικατοπτρίζει-εξαιρετικά πιστά-και εκ των πραγμάτων, όλη την αντιθετικότητα, τα απροσδόκητα και τα εφήμερα της καθημερινότητας. Παρήγορο και αισιόδοξο στοιχείο είναι η ενασχόληση με την ποίηση, ακόμα πιο αισιόδοξο και ευεργετικό, όταν κοινωνεί τα θετικά στοιχεία του δημιουργού, κι’ αυτά παίρνουν σάρκα και οστά με εκδοτικό-παρουσιαστικό-με αναγνωστικό κοινό και τρόπο. Η Μαίρη Μπριλή-εκφραζόμενη διαδικτυακά -διαπίστωσε-την αποδοχή και την φιλική προσέγγιση, στα σύντομα ποιητικά της κείμενα. Έτσι με την ευπροσηγορία και την εγκαρτέρηση που την διακρίνει, μας έφερε ως εδώ, με δυναμικά στοιχεία της ποίησής της, ευελπιστώντας, για μια πιο προσεγμένη προσέγγιση της δουλειάς της.
Γράφει στο «Αντί προλόγου » ποιητικό της

«Εμείς που βαδίσαμε // στον υγρότοπο της ψυχής μας // την θάλασσά της // δεν την φοβηθήκαμε // Μάθαμε να την υπολογίζουμε //με της φουρτούνας της το μέτρο «

Είναι ψυχικό κατευόδιο, ταυτόχρονα το βιβλίο της και το πρωταρχικό ξεπροβόδισμα των δικών της δυνάμεων συνάμα, μα και το πρωτοειδωμένο στοιχείο αισιοδοξίας και σιγουριάς, γι’ αυτό το ποιητικό και κοινωνικό-όπως θα δούμε στη πορεία- ταξίδι της. «Σαν φρεσκολουσμένο παιδί // ξεπήδησε σήμερα // από την υγρασία της μνήμης «-όπως γράφει-το ποιητικό της οδοιπορικό. Μια, πιο προσεγμένη ανάγνωση, εύκολα ο καλόγνωμος αναγνώστης, διαπιστώνει πολλά και ενδιαφέροντα στοιχεία ευαισθησίας-καλοσύνης-νοσταλγίας και στοχασμού, που δημιουργούν ένα εύλογο κλίμα διερώτησης και απορίας. Γιατί, αυτή η σπουδή-με κοινωνικές αιχμές και εύτολμες-λυρικές εξακτινώσεις, εμφανίστηκε μεταχρονικά; Συνδετικός κρίκος της εργασίας της, είναι φυσικά ο χρόνος και το βίωμα της δημιουργού. Όταν ακούς και διαβάζεις στίχους, με έντονη λυρικότητα και την πολλαπλή νοηματικότητα όπως ..

«Εσύ είχες οικειοποιηθεί // την βροχή «

ή [ στον χιονάνθρωπο ]

«Άκουσε- που με τους χτύπους // της καρδιάς μου, στη πόρτα // του Νου σου, τη μυστική σύσταση του φέγγους της ζητώ //…να μη χαθεί ποτέ στη λησμονιά // το εύθραυστο του Νου //και το ευαίσθητο της καρδιά» ΄ σελ.12

Με τον τελευταίο στίχο, είναι δηλωτικό και άμεσο πλέον στοιχείο η περιφορά και η αμεσότητα αυτής της σχέσης -Νου και Καρδιάς-που εδώ καθορίζουν απόλυτα και την διάθεση και την ανάγκη ισορροπίας στην ύπαρξη και στη συνέχεια της ζωής. Η ποιήτρια, εξωτερικεύει τα μύχια της ψυχής και τις εμπνευστικές της συλλήψεις, με κυρίαρχο στόχο να αποδώσει πιστά και στο ακέραιο-άλλες φορές φωτογραφικά την εικόνα και το εικαστικό αποτέλεσμα του στίχου. γράφει..

«Στάθηκα απέναντι από την λευκότητά σου //… κι’ από το άνθος της κεφαλής σου // ν’ αφουγκραστώ // της άηχης φωνής το μεγαλείο » σελ.15

και πιο κάτω σελ 25 «Από τότε που η ηλικία // της πήρε το σώμα // κοιμάται επάνω στο δωμάτιο των αγγέλων // όσο κι’ αν χτυπάει ο χρόνος-το ξεχαρβαλωμένο παραθύρι δεν ανοίγει… κι’ αφίλευτος μαραίνεται ο χρόνος «
Μ΄ ένα συναίσθημα κατακερματισμένο, στην αδειοσύνη του σπιτιού, να αιωρείται συχνά-πυκνά και στο σύνολο του βιβλίου της -εκτιμώ-με το στοιχείο μια νοσταλγικής- αγαπητικής περίπτυξης και ψυχικής αναγόμωσης για το επόμενο βήμα στη ζωή. Εδώ φαίνεται- η δημιουργός-ως να ‘ναι το διαμπερές πρόσωπο της μνήμης που δεν μπόρεσε-προσέξτε- «να φιλέψει το χρόνο » !! Το εξαίσιο στοιχείο της όποιας επικοινωνίας με το χρόνο-και στην απώλεια και στην ελπίδα-η δημιουργός αποτίει φόρο ψυχικής ευγνωμοσύνης, γιατί αυτό της προσέδωσε την ωφελιμότητα του βιώματος. Όταν ο ποιητής-εκλεκτοί φίλοι-φτάνει να αποψιλαφίζει συχνά τα μυστικά κρόσσια του χρόνου-για να τα αποδώσει ποιητικά-είναι ίσως το ωραιότερο ανοιγόκλειμα των ματιών της ψυχής, ν’ αγγίξει, ν’ αφουγκραστεί, να χρωματίσει, να κρίνει, να αισθητοποιήσει και να νοηματίσει την ποιητική του κατάθεση.
Αυτό το πλαστουργό στοιχείο του οίστρου και της αυτοδίκαιης κρίσης ,για το έργο της δημιουργού-μ’ ένα πάζλ ρημάτων και έμμεσων χαρακτηρισμών-αποδίδεται στο ποίημα «Οι Ρομαντικοί » σελ 20

«Ναι είμαστε οι μεσσίες της Αγάπης // χαλαρωμένοι από το ποτήριον της ευλογίας // αφυπνισμένοι για τα’ αγκάθι του μυστηρίου // φωτοστεφανωμένοι // τ’ άνθη του κήπου της Γεσθημανής // καταδικασμένοι-είμαστε // στα πάθη του κόσμου της Γης. // Μη νίπτετε τας χείρας σας // Δεχτείτε την κατηγορία μας // Ναι είμαστε οι μεσσίες της Αγάπης // Όλοι εμείς -Οι Ρομαντικοί «

Προφανώς-εδώ-η δημιουργός-είναι συμμέτοχο άτομο της ζωής, που κοινωνεί τα πάθη και την αγάπη. Η ποιήτρια -του προσδίδει [ και τον τίτλο και την έκταση του νοήματος ] με την ευχετήρια πράξη [ ταυτόχρονα ]για την κοινωνικότητα, για την αμετακίνητη στάση, και για την συμμετοχική λειτουργικότητα του έργου και του ατόμου στο κοινωνικό μας γίγνεσθαι. Ήδη διαφαίνεται-εξ αρχής- ο ενστερνισμένος στόχος της, να προσδώσει και να φανεί το εύρος μιας αντιθετικής πραγματικότητας και ο σπουδαίος και επικαιροποιημένος ρόλος του δημιουργού. Συγκινητικό πεδίο σπουδής -στο βιβλίο της-που έμμεσα ή άμεσα σπονδυλώνει όλο το νοηματοφόρο- κοινωνικό και συναισθηματικό χώρο της προσωπικής της οδοιπορίας είναι το ερωτικό, στο οποίο, περιπλανάται καρποφόρα και μαγευτικά και το εκφραστικό της ενδιαφέρον με πολλές όψεις και παραστατικές απεικονίσεις. Γράφει σελ.30

«Οι εραστές είναι μαστιγωμένοι κωπηλάτες // …σαν άρπες που τρίζουν μυστικά σύμφωνα // θεραπεύουν με οργασμικά σύμφωνα // τα σημάδια των κρίνων και τις αμυχές της πλάτης // σε βαθουλώματα κλεινών αλυκών «

..ή στίχοι της, σε άλλο επίπεδο σελ.20

«στον θολό καθρέφτη // δύο πορσελάνες κούκλες // είχαν μία ήπια μελαγχολία «

.. ή στίχοι με καθολικότητα σχέσης-παρουσίας- ψυχικής αναγκαιότητας, με ταυτότητα εικόνας και διάθεσης, όπως σελ.42

» έχοντας καταπιεί μια θάλασσα σιωπή//τις μετρημένες φέτες των αναγκών του «

και σελ. 40 «Οι ομπρέλες της παραλίας …χαριεντίζονται // με αντηλιακό εξωτικής καρύδας «

ή πιο κάτω στίχοι που κρύβουν μια συμπαντική και σημαντική ταυτότητα απεραντοσύνης, που δεν έχουν πάντα προσδοκώμενο αποτέλεσμα σελ.45

«Η θάλασσα είναι πιότερο μυσταγωγική κι’ απ’ τον έρωτα …ποτέ δεν σ’ έχει ξεδιψάσει η θάλασσα // Άνθρωπε «

Μέσα από το ευέλικτο χρωμάτισμα του συναισθήματος και την εικαστική απόδοση της στιγμής-η ποιήτρια-γεύεται, μ’ ένα μυστικό-θα ‘λεγα- δεσμό. ό,τι έχει σχέση με το φως, με την θάλασσα, με το χρώμα, με το πολύ προσωπικό στοιχείο της παρατήρησης, της εικαστικής σχέσης και ομοιότητας γεγονότων και καταστάσεων της ζωής, με ιδιότυπη ψυχική φόρμα και απόδοση. Η διακύμανση του συναισθήματος έρχεται σαν ώριμη-πλέον-πρόσληψη και ποιητική σύλληψη. Χωρίς βεβαίως να χάνει τίποτε από την ουσιαστική μυσταγωγία που η ποίηση μας χαρίζει και -φυσικά-μας αποζημιώνει. Εδώ η ποιήτρια γεύεται καλές στιγμές έξαρσης -εκφραστικής δύναμης-και εικονοπλαστικής αμεσότητας-που αποτελούν όμως και αντίγραφα προσωπικής αυτοβιογραφίας και βιωμένης πραγματικότητας.
Γράφει σε στίχους διαφορετικών ποιημάτων

σελ.54″Στα νεογέννητα κύματα//στον αφρώδη διάδρομο//του γαλανού μαιευτηρίου// έπλεαν ασπροντυμένες νύμφες «

…σελ. 57 » Φορτωμένη μ’ ένα δεμάτι καυσόξυλα στη πλάτη // ανηφόριζε για το σπίτι της // η θάλασσα «… ή, πιο κάτω στίχοι, μιας εκρηκτικής και προσωπικής αυτοσκιτσογράφισης της δημιουργού, με βαθύνοο άγγιγμα -κοινωνικής αιχμής» σελ. 31″ Ο καπετάνιος έρχεται σιωπηλός //…ανασυρμένο ναυάγιο… Ώ !! βαθύπιοτη θάλασσα // μεταλλαγμένης ευσπλαχνίας «

Εντυπωσιάζει -πράγματι η ποιήτρια Μαίρη Μπριλή- και προσωπικά μου δημιούργησε πολλαπλή ευχαρίστηση και έκπληξη αυτός ο τρόπος γραφής και απόδοσης. Το φως της Ποίησης και της Ψυχής, όποτε και να πορευτεί τον μεγάλο δρόμο της συνεπικοινωνίας …πάντα θα γονιμοποιεί και θα εντυπωσιάζει τα μέλλοντα. Η στοχαστική ποιήτρια δεν παραμένει μόνο στην αξιακή ποιότητα του στίχου ή της δυναμικής του ανέλιξης ή στις ακραίες αιχμές του συναισθήματος, ούτε αν κάποτε είναι » αφανής, στους ανεύρετους ναυαγισμένους » γιατί -μέγιστο αγαθό-διαχρονικό επιστέγασμα της έκφρασης- γενεσιουργό φως της έμπνευσης και της δημιουργίας όπως και ατελεύτητος παράγοντας ύπαρξης και ζωής [ και για την ίδια φυσικά ] είναι η ποίηση.
Πριν αποδώσουμε -μέρος-του λαλίστατου επίλογου του βιβλίου της, ας γευτούμε τους παρακάτω στίχους της σελ. 38.

» Είναι ένας μπλε καναπές // γεμάτος επισκέψιμα γέλια // το βράδυ δεν έχει σώμα να κοιμηθεί // δραπετεύει με το νήμα του μπλε // στο κάδρο με το καράβι «

Είναι- εκλεκτοί φίλοι-άμεση ανάγκη -κάποτε να γίνουμε δραπέτες ή » άνθρωποι που γίνονται άγιοι » όπως γράφει, σε μια πορεία ζωής και αυτοελεγχόμενης παρουσίας. Ας δούμε όμως τον επίλογό της ,ως σταθμό-ως επιστέγασμα ποιητικής ευαισθησίας-ως ένα καλότυχο χαιρέτισμα της ζωής που ξεκλειδώνει πάμπολλες δυνάμεις ψυχής .
γράφει σελ. 75

» Φορούσες του πέλαγου // το απρόσμενο βλέμμα // Ήθελες να γυρίσεις // τα ποτάμια πίσω // «Πράγμα αδύνατον» σου λέω // Στάθηκες μ ένα βλέμμα // μετέωρο // Στόχευσες, με το πιο κοντινό σου κύμα // και // πέτυχες την πιο μακρινή μου στεριά // Σε ρώτησα // «Ποιος είσαι » και …δεν μου απάντησες Ποιητή !! «

Εκλεκτοί φίλοι-ες- η ποιήτρια Μαίρη Μπριλή,μας κατέθεσε -σε μαι συλλογή μια πολύχρονη-κοπιαστική-εξομολογητική-έντονα λυρική-με κοινωνικό υπόβαθρο. με επισκέψιμη ανησυχία και στοχαστικό προβληματισμό ποίηση… Της ευχόμαστε από καρδιάς-υγεία-δημιουργία και κάθε καλό στη ζωή της.

( Ομιλία κατά την παρουσίαση του βιβλίου )

 

ΣΠΥΡΟΣ ΠΑΠΟΥΤΣΗΣ

ΕΝΑ ΠΟΛΥ ΕΛΚΥΣΤΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΕ ΠΟΙΗΜΑΤΑ!!!

[[ Η Μαίρη Μπριλή σε μια εντυπωσιακή ποιητική έξαρση. ]]

— Σ’ ένα καλαίσθητο κι επιμελημένο βιβλίο είναι τα ποιήματα της Μαίρης Μπριλή που τα διαβάζεις ευχάριστα, νιώθοντας πάντα πως κάπου σε οδηγούν. Με μια ιδιαίτερη διεισδυτική ματιά, μας μεταφέρουν σε ξεχωριστά τοπία εσωτερικών αναζητήσεων και πάντα προβληματιζόμαστε και διερευνούμε το χώρο. Μας φαίνεται ιδιαίτερος και άγνωστος… Μα με μια δεύτερη και πιο επισταμένη ματιά, σαν να μας βολεύει… Διαπιστώνουμε πως κι εμείς αισθανόμαστε παρόμοια, και τέτοιες σκέψεις, στοχασμούς και συναισθήματα έχουμε νιώσει και μάλιστα κάποιες φορές έντονα και επίμονα.
Ίσως δεν μπορούσαμε να προσδιορίσουμε τις καταστάσεις εξετάζοντας τη γραφή της με πνεύμα συνηθισμένο και πεζό.
Η Μαίρη έχει μια άλλη σχέση με την ποιητική τέχνη που διατυπώνεται με μια ρομαντική αντίληψη και με μνήμη νοσταλγική, ανατρέχει σε περασμένες εποχές, καταγράφοντας στιγμές που έχουμε ζήσει. Μ’ έναν τρόπο απλό, κινείται σε πολλές συμβολικές προεκτάσεις, ενώ ένας διακριτικός ρυθμός σε παρασέρνει στους δικούς της στόχους και ζεις κι εσύ μαζί της εικόνες από τα περασμένα.
Σαν να σιγοτραγουδάς, με ιεροτελεστία, κάποιο αγαπημένο σου τραγούδι και ήρεμα ακολουθείς μια γνωστή πορεία. Γαληνεμένος, έχεις τελειώσει το θέμα και μια αύρα πνεύματος και συναισθήματος, ανεπαίσθητα και γλυκά, νιώθεις πως σ’ έχει περιλούσει. Δεν πιστεύω πως μας παγιδεύει… Είναι η ποιητική της χάρη, το ταλέντο της, που με ελαφρά μέθη σε συναρπάζει. Και ύστερα, αντιλαμβάνεσαι πως διάβασες κάτι σπουδαίο!!!

Μια αισθητική παρουσίαση των όσων υποστηρίζω θα διαπιστώσετε στο ποίημά της «Μια Πλύστρα Μέρα». Ολοζώντανα, με ενάργεια και σαφήνεια!!!
— Φαίνεται πολύ συνηθισμένη υπόθεση και ιστορία μιας εποχής. Γι’ αυτό, από την αρχή συμμετέχεις κι αν δεν έχεις παρόμοιες εμπειρίες, παγιδεύεσαι στην αφήγηση και αναμένεις την … εξέλιξη. Πρωταγωνιστούν άνθρωποι καθημερινοί, σαν κι εμάς, γι’ αυτό και το θέμα σε γοητεύει. Μα δεν είναι καθόλου πεζό… Ανέλπιστα και ξαφνικά ενσαρκώνονται τα … ρούχα, οι προσωπικές ενδυμασίες, με τις οποίες είχαν αφομοιωθεί της νιότης όνειρα και στεναγμοί. Κι όλα μαζί, μια και τα κατάλευκα σεντόνια προστατεύουν τα κρυφά μας όνειρα, αναπαράστησαν στιγμές τρυφερές, χωρίς να μας … εκθέσουν!!! Και ύστερα το σιδέρωμα… Το επιστέγασμα της ιστορίας μας. Είναι η λύτρωση, ύστερα από μύχιες σκέψεις και ανεκδήλωτες επιθυμίες. Και η συμβολική «πλύστρα μέρα» στο πρόσωπο μιας αθώας ύπαρξης που δεν έχει σημασία από … πού μας έχει έρθει!!!
Δεν είναι, λοιπόν, ιεροτελεστία; Δεν είναι μια σκηνή αναπόσπαστη με τη ζωή μας; Μήπως καταλάβαμε στο ξεκίνηνα πώς έτσι θα κατέληγε; Τόσο περίτεχνα και απλά και με ακούσια και τη δική μας συμμετοχή!!!
— Έχει ποιητικό άστρο η Μαίρη Μπριλή!!! Έχει μια ανεκτίμητη προίκα και την παρουσιάζει, λες και παίζει με τις λέξεις…

Μια Πλύστρα Μέρα
Από μικρή μας είπε ότι εργάζεται
με φυσιογνωμία και συστάσεις εξαιρετικές,
έτσι με τυπικές διαδικασίες την προσλάβαμε
για Πλύστρα,
μια Μέρα,
έτσι την ονομάσαμε.
Έπλενε τα φορεμένα ρούχα μας
κι εκείνα γλιστρούσαν μαζί με το λερωμένο
και το παράφορο των γυμνών κορμιών μας ,
καθώς ακούγαμε τις παιδικές φωνές μας
-με τσούξιμο στα μάτια-
ν’ ακολουθούν τις φυσαλίδες
του πράσινου σαπουνιού της,
ενώ εκείνη έτριβε άπονα
στη σκάφη της λήθης.
Ξέπλενε τα σεντόνια των ονείρων μας,
αφού είχαν μουλιάσει στο λουλάκι
των παραπόνων,
για να στεγνώσουν κατάλευκα
στον ήλιο.
Και κάποια φορά,
καθώς περιμέναμε
να σιδερώσει τα τσαλακωμένα από το μέλλον
με περίτεχνες πτυχές από το παρελθόν μας,
τη ρωτήσαμε:
» Από πού ήρθες; «
Καθαρά δεν μας απάντησε.
Έτσι προς χάριν τυπικότητας γράψαμε:
» Αδιευκρίνιστο Άστρο «,
η Καταγωγή της.

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ