Tag Archives: ΜΑΡΙΑ ΚΟΥΓΙΟΥΜΤΖΗ

ΜΑΡΙΑ ΚΟΥΓΙΟΥΜΤΖΗ

maria_kougioumtzi

Η Μαρία Κουγιουμτζή γεννήθηκε το 1945 στη Θεσσαλονίκη, όπου και ζει. Διηγήματά της έχουν δημοσιευτεί στα λογοτεχνικά περιοδικά «Η λέξη», «Εντευκτήριο», «Πάροδος», «Πανδώρα», «Παρέμβαση» και «Ένεκεν». Ποίησή της έχει δημοσιευτεί στα περιοδικά «Εντευκτήριο» και «Πάροδος».
Το βιβλίο της, «Άγριο βελούδο», τιμήθηκε με τα βραβεία διηγήματος του περιοδικού «Διαβάζω» (2009) και του Ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών (2010).

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Όλα μπορούν να συμβούν μ’ ένα άγγιγμα, Εκδόσεις Καστανιώτη (2016)
Κι αν δεν ξημερώσει;, Εκδόσεις Καστανιώτη (2013)
Γιατί κάνει τόσο κρύο στο δωμάτιό σου;, Εκδόσεις Καστανιώτη (2011)
Άγριο βελούδο, Εκδόσεις Καστανιώτη (2008)

 

 

 

Η Μαρία Κουγιουμτζή έγραψε και ποιήματα τα οποία δημοσίευσε σε λογοτεχνικά περιοδικά και τα οποία μεταφέρω εδώ από το translatum.gr (https://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=14293.0)

 

Ο ΑΓΓΕΛΟΣ

Μες στο καζάνι ο άγγελος ψηνότανε
με πράσινες πιπεριές, κόκκινο μπούκοβο
πασπαλισμένος με κρασί μαδέρας
και λίγη χρυσαφιά μουστάρδα
στα φτερά του.
Καθώς μιλιά ανθρώπινη δεν γνώριζε
νόμιζε πως αν τραγουδούσε
θα ημέρευε το αγριεμένο πλήθος.
Και πράγματι, πιάνοντας το χορό
τρώγαν τα καφτερά
ζεστά κομμάτια του
γλείφοντας τα φτερά του
με τις λάγνες γλώσσες τους
και φτύνανε τα τρυφερά του
κόκαλα στο χώμα.

Δημοσιευμένο στο περιοδικό Πάροδος, τεύχος 23-24 (Δεκέμβριος 2008)

 

ΣΕΙΡΗΝΑ

Μην την ακούς
έχει πανσέληνο η Σειρήνα μες στα μάτια της
θα βυθιστείς στην τρικυμία της φωνής της
Τα δίχτυα των χεριών της θα σ’ αρπάξουνε

κι ως να πεις χάνομαι
θα σ’ έχουν βάλει στο τηγάνι

Δημοσιευμένο στο περιοδικό Πάροδος, τεύχος 23-24 (Δεκέμβριος 2008)

 

ΜΗ ΒΛΕΠΕΙΣ

Μη βλέπεις
πώς μοιράζει τα χαρτιά
πώς κόβει τον βαλέ και πώς τη ντάμα
πώς ρίχνει τα σπαθιά μες στις καρδιές
κι απλώνεται το αίμα
στο μονό του στρώμα.

Εσύ να βλέπεις
τους δυο λύκους μες στα μάτια του
καθώς ρουφάνε το κελαρυστό μεδούλι
απ’ τα δικά σου.

(Ανέκδοτο ποίημα)

 

ΤΟ ΓΑΛΑΖΙΟ ΑΛΟΓΟ

Πες σ’ αυτό το γαλάζιο άλογο πως δεν υπάρχει.
Πως πρέπει να προσαρμοστεί στον σκούρο κόσμο.
Πάει ο καιρός που έπλεε στη θάλασσα
κοιμότανε στο πράσινο του χορταριού αιδοίο.
Πες του να σκύψει το κεφάλι για σφαγή
να φύγει από το πάρτι με τις αλεπούδες.
Έχει στεφάνι αγκαθωτό από συρμάτινη κραυγή
κολάρο να φορέσει
και με τα ξύλινα παπούτσια του
τον θάνατό του να κλοτσήσει.

Αργά αργά να ξεφλουδιστεί
απ’ τον γαλάζιο εαυτό του
και μ’ ένα χρώμα χωματί να γονατίσει.

(Ανέκδοτο ποίημα)

 

ΑΝΘΟΔΕΣΜΗ

Σε μια μεταξωτή θηλιά κορδέλα
τα κίτρινα τριαντάφυλλα σπαράζουν
Τα δάχτυλα των φύλλων τους
βοήθεια ζητάνε μες στο θολό νερό,
για να σωθούν
γαντζώνονται στ’ αγκάθια
ξεσκίζοντας την πράσινή τους σάρκα.

(Ανέκδοτο ποίημα)

 

ΚΑΛΙΝΤΡΕΗ

Την Καλιντρέη περιμένω εγώ, την Καλιντρέη,
την πιο σκληρή κι από τους μπάτσους
που φυλάγανε στην πόρτα.
Πιο αψιά, πιο σκύλα,
που σε δάγκωνε στο άψε σβήσε.
Όμως είχε δυο αστέρια
στον αριστερό της κόρφο
και μια χρυσή καδένα
στον γαλάζιο αφαλό της.
Όλα τα θέλω σου αμέσως τα αράδιαζε
σαν πιόνια και με χρυσό καρφί
μαγνήτιζε την ξυραφένια ακμή τους.

Θα δεις
ίχνη πάνινων φτερών
από ιπτάμενα πλοία,
άσπρη γαζέλα μες στο
κόκκινο παλτό της.

Θα πάρεις
το μαλαματένιο τόξο της
καθώς σφυρίζει στον αέρα
σχίζοντας τον αφρό από τα όνειρα
πριν καρφωθεί
στο σάρκινο ηχείο της καρδιάς σου.

Δημοσιευμένο στο περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχος 77 (Ιούνιος 2007)

 

ΣΕ ΠΡΟΔΩΣΑΝ

Δυο καστανές και δυο χρυσές
ουρίτσες απ’ τη φράντζα σου
γελούσαν
πάνω από τα μοβ γυαλιά σου
Αν ήτανε ζαχαρωτά
ή δηλητήριο
από δόντι οχιάς
τα μάτια σου,
δεν έβλεπα.

Οι κοφτεροί καρχαρίες των δοντιών σου
σε προδώσαν.

Δημοσιευμένο στο περιοδικό Πάροδος, τεύχος 14 (Ιούνιος 2007)

 

ΝΑ ΤΟΝ ΦΟΒΑΣΑΙ

Να τον φοβάσαι
τον θυμό του Μένανδρου
κρατάει Καλάσνικοφ η οργή του.
Έχει ομήρους
μυστικά και λάθη σου
δεν θα διστάσει να τα εκτελέσει.

Γι’ αυτό στριπτίζ μην κάνουν
οι ανάγκες σου
το αλεξίσφαιρο γιλέκο
του εγώ τους να φορέσουν
πριγκίπισσες σιωπηλές κι αδιάφορες
από κοντά σου να περάσουν.

Δημοσιευμένο στο περιοδικό Πάροδος, τεύχος 14 (Ιούνιος 2007)

 

ΧΟΡΔΗ

Τυφλή χορδή
σφυγμός
στα μαύρα πλήκτρα των δακτύλων σου
που απορροφούσαν λέξεις
μέσα σε πράσινη σκιά
αιώρα φωνηέντων
σταγόνες θαλασσιάς βροχής
χειροκροτάει ο τσίγκος
από το άηχο τύμπανο
το δέρμα της φωνής σου
πλένει
τα κίτρινα γάντια μου
που σφίγγουν τον λαιμό σου.

Δημοσιευμένο στο περιοδικό Πάροδος, τεύχος 14 (Ιούνιος 2007)

 

ΑΛΚΙΝΟΟΣ

Μη
τον μικρό μου φίλο τον Αλκίνοο
που τρώει με το δάχτυλο το μέλι,
βουίζουνε στον ουρανίσκο του οι μέλισσες,
το φιλντισένιο όστρακο
των κυανών ματιών του
ουρά χελιδονιού ψαλίδισε
περνώντας η σκιά της.
Μη,
έτσι ολόγυμνος π’ αποκοιμήθηκε
κάτω από της μουριάς τα φύλλα
και στάζουν οι χυμοί από τα μούρα της
σαν κοκκινάδια άσεμνα
στο τρυφερό του σώμα,
μην τον ξυπνάτε.

Δημοσιευμένο στο περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχος 77 (Ιούνιος 2007)

 

Η ΕΡΗΜΟΣ

Είναι η έρημος παράδεισος,
ανθίζουν σπάνια λουλούδια.
Άσπρα ελάφια
παίζουν μ’ άσπρους λύκους.
Μονόκεροι μ’ αμέθυστους φτερά πετάνε.
Ολόξανθες πεταλούδες ιππείς
στη ράχη κόκκινων πουλιών αλόγων.

Γελάς, και πέφτουν μαργαρίτες απ’ το γέλιο σου
κάνουν τα φύλλα τους βαρκούλες τα μυρμήγκια
κι οι μέλισσες τις σέρνουν με τ’ αγκίστρι τους
στο ζαλισμένο αέρα τσαϊράδα.
Μες στις αιώρες της δροσιάς
λικνίζονται της αχλαδιάς τα φύλλα,
κοιμάται πάνω τους η βελουδένια κάμπια,
ένα μαμούθ έσκυψε και τη φίλησε
κι έμεινε το μεταξωτό της χνούδι
σκουλαρίκι στο μεγάλο αυτί του.

Ο ήλιος που μήτε έδυε, μήτε ανέτειλε,
με τις χρυσές χορδές έπαιζε της κιθάρας του
και χόρευαν μεθυστικά τα πράσινα φιλιά της χλόης.

Έρχονται οι έρωτες σε διάφανα έλκηθρα
κρούουν με τύμπανα τ’ ατλάζι της ψυχής σου,
δεν σχίζεται, ηχεί.

Είναι επόμενο
να βλέπεις τόσα οράματα
αφού εξόριστη στην έρημο βαδίζεις.

Δημοσιευμένο στο περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχος 77 (Ιούνιος 2007)

 

ΠΑΥΣΙΛΑΟΣ

Είναι αγρίμι ο Παυσίλαος
να τον φοβάσαι
σαν τσακμακόπετρες ανάβουν τα σπιρούνια του
πάνω στη γραφομηχανή όταν καλπάζει.
Το λάσο του πετάει
κι αιχμαλωτίζει απ’ το λαιμό
τα ρήματα και τις προθέσεις σου
και με τη μια τις παίρνει το κεφάλι.

(Ανέκδοτο ποίημα)

 

Η ΕΡΩΤΗΣΗ ΠΟΥ ΔΕΝ Μ’ ΑΓΑΠΟΥΣΕ

Κανένα νέο; Ρώτησες.
Εξαρτάται πώς εννοεί κανείς το νέο.
Νέο μπορεί να είναι ότι επιτέλους τηλεφώνησες.
Μπορεί να είναι μια καινούρια σκέψη που έκανα για σένα
ή μια παλιά που την έκανα εκ νέου.
Μπορεί να είναι νέα η διάθεσή μου
ν’ ακούσω τη φωνή σου
ή η δική σου διάθεση που ρωτά: έχεις κάνα νέο;

Η ερώτησή σου απαντούσε
σ’ αυτό που μας ενώνει καθώς μας χωρίζει.
Είναι σα να με γύρευε εκεί που δεν ήμουν
κι εκεί που ήμουν δε με βρήκε.
Ίσως γιατί ερχόταν από κει που δεν ήσουν
ενώ, εκεί που ήσουν, η ερώτηση δεν υπήρχε.

Δημοσιευμένο στο περιοδικό Πάροδος, τεύχος 14 (Ιούνιος 2007)

 

ΟΝΕΙΡΟ

Μες στη φωτογραφία του
κοιμάται ο νέος ναύτης
η άσπρη φορεσιά τού αφαιρεί το βάρος
θαρρείς λευκό και θαλασσί
μπαλόνι που υψώνεται
χαράζοντας μια φωτεινή γραμμή
στα μάτια της γυναίκας
π’ αγρυπνάει.

Δημοσιευμένο στο περιοδικό Πάροδος, τεύχος 14 (Ιούνιος 2007)

 

ΗΜΟΥΝ ΕΝΑ ΣΙΩΠΗΛΟ ΚΟΡΙΤΣΙ

Εγώ μαχαίρωσα τον Κλύτη.
Τις γαλανές λίμνες των ματιών του
εγώ τις πάγωσα
να πατινάρετε άνετα μπορείτε.
Μη φοβάστε.
Είναι αμετάκλητα σκληρός ο πάγος
δε θα βυθιστείτε.

Όσα είδατε σ’ αυτόν,
κίτρινα φίδια τα φιλιά του,
φλογοβόλα όπλα,
τα χέρια πυρωμένες ξιφολόγχες,
τα πόδια να κλοτσούν
σαν άγρια άλογα,
όμως κυρίως η μιλιά του,
οξύ που τρέλαινε τις φρένες σας,
δεν θα τα ξαναδείτε.
Εγώ τ’ αφάνισα.

Ήμουν ένα σιωπηλό κορίτσι
και δεν πρόσεξε.
Είχε ξεχάσει
πως εγώ μεγάλωσα στους δρόμους.

Δημοσιευμένο στο περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχος 77 (Ιούνιος 2007)

 

ΑΘΩΝΕΣ

Εσύ να μην κοιτάς τους Άθωνες
που τρώνε ζωντανά τα ψάρια
Αυτοί σ’ εχθρούς και φίλους
με το ίδιο μένος φέρονται
τους κόβουν χέρια και πόδια
άμα τους προδώσουν

Εσύ που μες στο μέλι ψάρευες τα μύδια
και με τις φτερωτές γοργόνες
ξενυχτούσες κάθε βράδυ
Πρέπει να είσαι μαλακός
με τους εχθρούς σου.

Δημοσιευμένο στο περιοδικό Πάροδος, τεύχος 14 (Ιούνιος 2007)

 

Η ΚΑΡΕΚΛΑ

Είναι πολύ κρύα αυτή η καρέκλα
Μου επιτίθεται με ριπές πάγου.
Είναι γιατί καθόσουν πάνω της όταν…
Της λείπουν τα ζεστά σου χέρια στο ξύλινο κορμί της.

Η γραφή σου, ο καπνός του τσιγάρου σου
Τα μυστικά σου
Ήσουνα το μαντείο της.

Όταν κάθομαι εγώ
ορμάει πάνω μου η άρνησή της.
και μου πετάει κατάμουτρα το χιόνι της.

Είναι μια συνηθισμένη καρέκλα
Με την ανάσα των πεύκων στα χέρια της
ξύλινα μπράτσα που αγκαλιάζουν

Ξεθωριασμένο το κάλυμμα
κρύβει την ευωδιά της αφής σου
στα τρεμάμενα νήματα της ύφανσής της.

Οι άγγελοί σου
λικνίζονται πάνω της
βυθίζοντας τα άηχα πέλματά τους
στο άδειο.

Είναι μια ερωτευμένη καρέκλα
Που επιμένει να κλείνει μέσα της
τον ίσκιο σου ζεστό.

Με τους λύκους του δάσους
να παραμονεύουν.

Όμως εσύ
Γονατίζοντας έγραφες
στα πράσινα φύλλα της

Έγλειφε ο κρόκος του πρωινού
Την άδεια πλάτη
κι ένα μεθυσμένο αηδόνι
κοιμόταν πάνω στο μπράτσο της.

Τραγούδα
Κανείς μας δεν σ’ αφήνει να φύγεις

Τι καλά που δεν είδες τον κόσμο μας
Πιασμένο στο δίχτυ του τρόμου.

Ανέκδοτο ποίημα, δημοσιευμένο στον ιστότοπο bibliotheque (2014)

 

Η ΟΥΡΑ ΤΗΣ

Ήταν από τα πιο καφτά μοντέλα η Τζέϊνα
φεύγαν πουλιά απ’ το μαύρο τρυπητό καλσόν της,
είχαν δυο ρίγες πράσινες και δυο πορτοκαλιές
τα κίτρινα ποτάμια των μαλλιών της
που φτάναν και χαϊδεύανε την άκρη της ουράς της
το χνουδωτό μαστίγιο που μαστίγωνε
τους εραστές που πλέαν στα νερά της.

2006

 

ΑΧΕΡΟΝΤΑΣ

Για δες
πως φούσκωσε ο Αχέροντας
απ’ ώρα σ’ ώρα θα ‘χει πλημμυρίσει
ανώφελα τα φράγματα
λαφρείς οι σάκοι με τα υπάρχοντά μας
αντίσταση δε φέρνουνε τα θέλω μας
οι ανάγκες μας υποταγή έχουν δηλώσει

Σιωπηρά κι ανώνυμα το αίμα μας
συνθήκη έχει κάνει, ένωση,
με τα νερά
που απ’ ώρα σ’ ώρα θα μας πνίξουν.

 

ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΟΙ ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΟΙ ΣΚΥΛΟΙ

Είδα μια ταινία του Τζάρμους
για έναν νέο ποιητή
που δίσταζε να εκδώσει
τα ποιήματά του.

Υπήρχε κι ένας σκύλος
Που ήταν ερωτευμένος
με την γυναίκα του ποιητή.

Ο σκύλος όταν βρήκε ευκαιρία
Ξέσκισε με τα δόντια του
το μπλοκ με τα προχειρογραμμένα ποιήματα.

Ο ποιητής για βδομάδες
Δεν κοιμόταν
δεν έτρωγε

Κυκλοφορούσε σαν νεκρός
Με το πένθος
Του χαμένου του εαυτού

Κι ενώ όλα φαίνονταν τετελεσμένα
Ένα πρωί ο σκύλος
Άνοιξε την πόρτα της ποίησης
Κι ο ποιητής έγραψε ένα ποίημα
Για τους ερωτευμένους σκύλους
Που ακόμα κι αυτοί
κατατρέχουν την ποίηση.

 

ΤΖΙΝΟ

Δες πώς χορεύει ο Τζίνο
πώς λικνίζεται,
σαν ολοστρόγγυλο αυγό κυλάει
πιο θαλασσιά απ’ το μπλού τζίν τα μάτια του
πιο δροσερή απ’ το καμπάρι η πνοή του
Μ’ απ’ όλα πιο γλυκιά η λεκάνη του
καθώς στριφογυρίζει γύρω γύρω
πλένει όλα τα γινάτια και τις πίκρες μου
και με μαλακτικό φιλί τις μαλακώνει.

Από την ενότητα «Άγγελοι με κραγιόν»
περιοδ. Εντευκτήριο 2007

 

 

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

 

ΑΓΡΙΟ ΒΕΛΟΥΔΟ (2008)

«Άγριο βελούδο» είναι το αγκάλιασμα της τρυφερότητας με τη σκληρότητα. Η συνύπαρξη του απαλού με το τραχύ· του τολμηρού με το αθώο. Είναι η δίψα της ψυχής να ζήσει μέσα στο σώμα αλλά και πέρα από αυτό. Η ιεροτελεστία του εγκλήματος. Eίναι ο έρωτας, η τρέλα και η εκδίκηση. Η μέθη της παραβατικότητας. H αμαρτία ως εφαλτήριο έντονων συγκινήσεων και εξάρσεων, που συντρίβει τα όρια του κατεστημένου και του φυσικού. Tα πρόσωπα που θυσιάζουν την ύπαρξή τους για να υπάρξουν, οι αντάρτες αλλά και εραστές της καθημερινότητας. Eίναι η παράλογη αντιλογία που ανοίγει τις πύλες ενός κόσμου όπου τα πάντα είναι ανοιχτά και ενδεχόμενα.

Στα διηγήματα της Μαρίας Κουγιουμτζή αποκαλύπτεται η ερωτική και άφθαρτη όψη της ζωής. Ένα σύμπαν αγίων και δαιμόνων, όπου οι άνθρωποι αποτινάσσουν τη δυστυχία και κινούνται υπερήφανα προς την αταξία και το χάος, αναζητώντας στην ανατροπή την πολυπόθητη λύτρωση.

 

ΓΙΑΤΙ ΚΑΝΕΙ ΤΟΣΟ ΚΡΥΟ ΣΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΣΟΥ; (2011)

Η ηδονή του πόνου. Η βεβήλωση του σώματος. Η παραφορά και το πάθος. Η επαφή με το ενδότερο «είναι» μας. Η απώλεια. Η είσοδος στη μοναξιά. Ο έρωτας προς ένα βιαστή και δολοφόνο. Η επιστροφή από τον πόλεμο. Η ανυπαρξία. Η κατάργηση της ατομικότητας. Η εγκατάλειψη. Η έλξη και η απώθηση για τον ίδιο άντρα. Το διαζύγιο. Η προδοσία. Η φθορά του σώματος. Η δειλία. Τα αγκάθια της ψυχικής αναλγησίας. Ο έρωτας που χάνεται και μέσω της τέχνης ανακτάται. Το φάντασμα μιας αδικοχαμένης δασκάλας. Ο δραπέτης ενός γηροκομείου. Ο άντρας που γοητεύει και μετά το θάνατό του. Η δολοφονία μιας γλύπτριας. Ο μπαμπάς που δεν πετάει.

Το «Γιατί κάνει τόσο κρύο στο δωμάτιό σου;» διεισδύει στο λαβύρινθο του ενστίκτου, που, άλλοτε ζωώδες και άλλοτε αθώο κι ανυπεράσπιστο, κυριεύει τον άνθρωπο και τις κινήσεις του, στιγματίζοντας τις σχέσεις του και τη ζωή του.

Από τη συγγραφέα του βιβλίου «Άγριο βελούδο» (Βραβεία διηγήματος του περιοδικού «Διαβάζω» και του Ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών).

ΚΙ ΑΝ ΔΕΝ ΞΗΜΕΡΩΣΕΙ; (2013)

Εν μέσω κρίσης που διαλύει τη χώρα και ταπεινώνει τους πολίτες, τρεις άνδρες που υπηρετούν στην Ακαδημία Πολέμου έρχονται στην κοινή πατρίδα τους με αδιευκρίνιστη αποστολή. Ο πρώτος είναι σκληρός, ευνουχισμένος από αγάπη νέος. Ο δεύτερος, αμέτοχος και αδρανής, κυκλοφορεί στους δρόμους σαν χαμένος. Ο τρίτος αφυπνίζεται και δρα με σκοπό την ανατροπή της εξουσίας. Και τους τρεις τούς χωρίζουν πολλά, αλλά τους ενώνουν περισσότερα: μυστικά από το παρελθόν, αμαρτίες των παιδικών χρόνων, στοιχειωμένοι έρωτες, μικρά και μεγάλα ατιμώρητα εγκλήματα. Σε μια πόλη που ανασαίνει βαριά από τα δακρυγόνα, που τη νύχτα μετατρέπεται σε υπαίθριο κρεβάτι αστέγων, μόνοι και κατατρεγμένοι περιπλανώνται χωρίς να ξέρουν αν προτιμούν να ξεκουραστούν, να ακουμπήσουν στον έρωτα, να αποδράσουν ή να περιμένουν απλώς τις εντολές. Μέχρι που αυτές γίνονται γνωστές, και τότε τα περιθώρια στενεύουν. Τα προαιώνια πάθη ορίζουν πλέον και τα κρίσιμα διλήμματα: Μίσος ή τρυφερότητα; Σιωπή ή εξέγερση; Ζωή ή θάνατος; Δυνατοί σαν θηρία ή αδύναμοι σαν άνθρωποι;

 

ΟΛΑ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΣΥΜΒΟΥΝ Μ’ ΕΝΑ ΑΓΓΙΓΜΑ (2016)

Βάλτοι μες στην ομίχλη, σπίτια τιμωρίας ορθωμένα στο χιόνι, δωμάτια κλειδωμένα, μυστικά, κοριτσάκια που γαληνεύουν τσακισμένους άντρες, νεαρά αγόρια που μοιάζουν στη νεκρή τους μητέρα και οικειοποιούνται την εμφάνισή της, γυναίκες άστεγες που υποκύπτουν ή εξουσιάζουν τους ευεργέτες τους, άντρες παράφορα ερωτευμένοι, διαφθορείς, δυναμικές γιαγιάδες, ήρωες που παλεύουν με το βαρύ τους αίμα, με το ένστικτο της ζωής και του θανάτου, με τον θηριώδη έρωτα για τον άλλον.

Στο βιβλίο της Μαρίας Κουγιουμτζή οι άνθρωποι ανταμώνουν ή χωρίζονται, με ανάλαφρα ή βίαια αγγίγματα. Αγγίγματα όλων των ειδών, ερωτικά, σεξουαλικά, κοινωνικά, πολιτικά, μυστήρια. Σχέσεις τρυφερές, άγριες, παθιασμένες, σε καιρό ειρήνης και σε καιρό πολέμου. Ανάγκες ανθρώπινες και ανάγκες απάνθρωπες. Ένα κοίταγμα που μέσα από την αγριάδα του απλώνει το χέρι και χαϊδεύει τους αδύναμους και τους γονατισμένους, αλλά και αυτούς που ίπτανται στον αέρα, τους ασυμβίβαστους, τους φτερωτούς με τα κρυμμένα φτερά.

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Άγριο βελούδο

 

Βαγγέλης Προβιάς

http://www.protagon.gr, 9.8.2012

(Απόσπασμα)

Οι ήρωες της Κουγιουμτζή είναι ακραίοι άνθρωποι. Με έναν βρώμικο τρόπο, τολμώ να χρησιμοποιήσω την λέξη σιχαμένο: μισούν τον κόσμο, τον εαυτό τους, τους άλλους, αδιαφορούν για το οραματικό και το μαγικό της ζωής, υπακούουν μόνο στα πιο άγρια από τα ένστικτά τους. Εξάλλου από λάσπη δεν είναι φτιαγμένος ο άνθρωπος; Επιτίθενται, αμύνονται, χτυπάνε απροσδόκητα, ανελέητα, καμία φορά χωρίς αιτία – μόνο και μόνο επειδή έχουν μέσα τους μαζεμένη κάμποση από την ανεξάντλητη αδικία του κόσμου μας.

Καθώς διαβάζεις την μία ιστορία μετά την άλλη, θέλεις να τους γνωρίσεις με μία διάθεση αρπακτική, για να ικανοποιήσεις και εσύ το «ερπετό» μέσα σου. Εκείνο το κομμάτι σου που γουστάρει με τρέλα να διαβάζει για μπάσταρδους, για καθίκια της ζωής, για όσους διέπραξαν φόνο από φθόνο και μόνο, για την σκληρότητα των παιδιών, για μαζοχιστικά ζευγάρια, για τις ηδονές της άσκησης εξουσία προς κάποιον αδύναμο, για αιμομιξία… ναι, έχει την καύλα του να μην υπάρχει λύτρωση! Αυτό μας ψιθυρίζει ύπουλα η Κουγιουμτζή. Ύπουλα και με έναν τρόπο τόσο κεντημένο και γεμάτο ψυχή που σε αφήνει άβουλο, χωρίς περιθώριο, ικανότητα ή επιθυμία αντίδρασης, όπως κάποια θύματα στις ιστορίες της. Αυτή η σχεδόν 70χρονη γυναίκα με την γραφή της σε κάνει ό, τι γουστάρει. Και σου αρέσει.

 

Κωστής Παπαγιώργης

«Lifo», τχ. 255, 30.6.2011

(Απόσπασμα)

Παρότι η ηθογραφία απέβη πια αξιομίσητη στα ντόπια ήθη, ό,τι κι αν σκαρώσουμε παραμένει ιστορία ηθών. Μόνο που στην εκλεκτή περίπτωση της Κουγιουμτζή έχουμε μια σειρά καινοτομίες που δίνουν αέρα στα διηγήματά της και πεποίθηση ότι γράφει κάτι που δεν έχει βρει την άξια καταγραφή του. Όταν γυρνάμε το μέσα έξω αρχίζουμε να σκεφτόμαστε διαφορετικά, ν’ αντιδρούμε με άλλη καρδιά και ν’ ανακαλύπτουμε έναν εαυτό που δεν γνωρίζουμε. Ενώ, λοιπόν, από το πρώτο ήδη διήγημα -πιθανώς το καλύτερο της συλλογής- αισθανόμαστε ότι το θέμα εμπνέει το ύφος, προχωρώντας και φυλλολογώντας από ιστορία σε ιστορία, συμπεραίνουμε ότι το ύφος δημιουργεί τα μικρά ή εκτενέστερα αφηγήματα. Αρκεί να σπάσει η χολή ενός συγγραφέα για να του δοθούν τα σπάνια υλικά με τα οποία θα φτιάξει έναν κόσμο; Η αφηγήτρια φαίνεται να έχει βρει το θέμα της στην κλίμακα των κάθε λογής «σχέσεων», ερωτικών, οικογενειακών, μαθητικών, εξευτελιστικών, όπου έχει το ελεύθερο να σπουδάζει τη σκληρότητα και κάθε λογής ψυχική μόλυνση με ακρίβεια παθολόγου κι επίσης φανατισμένου θύματος. Πρόκειται για μια μικρή ανθρωπότητα που έχει χάσει το γέλιο της, αλλά διόλου τα τεχνάσματα, τις επιθυμίες και την ανθρωπομανία. Ωστόσο, δεν έχουμε να κάνουμε με πετρωμένα πρόσωπα, με αδιαπέραστες ψυχές· απεναντίας, στην ατμόσφαιρα συχνά διανεύει κάτι το αγιωτικό που θυμίζει μετανοημένο αμαρτωλό ή τσακισμένη καρδιά που δεν αντέχει τον εαυτό της. Πηγή: http://www.lifo.gr

 

Κωνσταντίνος Μπούρας

«Ελευθεροτυπία»/ «Βιβλιοθήκη», τχ. 643, 19.2.2011

Παραβατικές συμπεριφορές και εκστασιακός πανερωτισμός, κόντρα σε όλα τα ταμπού και τις προκαταλήψεις. Η θεσσαλονικιά συγγραφέας επιχειρεί να προκαλέσει τους απανταχού ηθικολογούντες, τραγουδώντας ένα άγριο άσμα ελευθερίας και αποδέσμευσης από κάθε λογής πνευματική και σωματική σκλαβιά. «Αγριο βελούδο είναι το αγκάλιασμα της τρυφερότητας με τη σκληρότητα. Η συνύπαρξη του απαλού με το τραχύ· του τολμηρού με το αθώο. Είναι η δίψα της ψυχής να ζήσει μέσα στο σώμα αλλά και πέρα από αυτό», γράφει στο οπισθόφυλλο του βιβλίου.

 

Ευριπίδης Γαραντούδης

«Τα Νέα»/ «Βιβλιοδρόμιο», 25.4.2009

(Απόσπασμα)

Το Άγριο βελούδο , το πρώτο βιβλίο της Μαρίας Κουγιουμτζή περιλαμβάνει είκοσι επτά σύντομα διηγήματα. Αρκούν οι παραπάνω πληροφορίες, ώστε οι περισσότεροι απ΄ όσους παροικούν την Ιερουσαλήμ της λογοτεχνικής συντεχνίας να κάνουν τους σχεδόν αυτόματους συνειρμούς: πρώτο βιβλίο σε ηλικία ύστερα από το μεσοστράτι της ζωής· τι μπορεί κανείς να περιμένει; Όσοι, όμως, εξακολουθούν να διαβάζουν λογοτεχνία χωρίς τις παρωπίδες του συντεχνιακού δημοσιοϋπαλληλισμού και το στερεότυπο της ηλικιακής επετηρίδας, που ορίζει ότι στη λογοτεχνική αγορά εντάσσεσαι γύρω στα είκοσί σου χρόνια ώστε κοντά στα εβδομήντα σου να φωτογραφίζεσαι, επιτυχημένος πλέον, δίπλα σε μία στοίβα πεζογραφημάτων, γνωρίζουν ότι στο σώμα της λογοτεχνίας εγγράφεσαι ή και αποτυπώνεις το στίγμα σου ακόμη και με το ένα βιβλίο, το ένα διήγημα, ενίοτε και με το ένα ποίημα. Αυτή είναι η ασυνήθης περίπτωση της Κουγιουμτζή: ο άξιος καρπός της λογοτεχνικής προσφοράς της, αυτά τα είκοσι επτά μικρά διηγήματα, ωρίμασαν με φυσικό τρόπο μέσα στο κύλισμα του χρόνου. Πριν από αυτό το βιβλίο, στα χρόνια που πέρασαν, η Κουγιουμτζή αρκέστηκε να δημοσιεύσει σε λογοτεχνικά περιοδικά επτά από τα διηγήματα της συλλογής της και μερικά ακόμη, καθώς και λιγοστά ποιήματά της. Ίσως, λοιπόν, η εγκράτεια της δημοσιότητας και η όψιμη εμφάνιση αποφέρουν το όφελος της τελικής συγκομιδής: αντί της ποσότητας η ποιότητα.

 

Λώρη Κέζα

«Το Βήμα», 30.10.2008

(Απόσπασμα)

Τα διηγήματα της Μαρίας Κουγιουμτζή έχουν ενδιαφέρον για δύο λόγους: Αφενός υπάρχει μια μυθοπλαστική άνεση, μια φαντασία που περιφέρεται σε πολλές και διαφορετικές καταστάσεις, με μια εμμονή ίσως στο περιθώριο, στην παράβαση, στο εσφαλμένο. Αφετέρου υπάρχει μια διεισδυτική ματιά που επιτρέπει τη σκιαγράφηση των χαρακτήρων μέσα από τις λίγες λέξεις. Ισως να είναι η εμπειρία της ζωής, ίσως κάποιο ιδιαίτερο χάρισμα, πάντως η Κουγιουμτζή ξέρει και μπαίνει στο πετσί των ηρώων της, όσο διαφορετικοί κι αν είναι μεταξύ τους. Ο πλούτος των κειμένων, αριθμητικά και ποιοτικά, μας κάνει να υποψιαζόμαστε ότι το συρτάρι της συγγραφέως είναι γεμάτο χειρόγραφα που θα παρουσιαστούν σιγά σιγά στο κοινό. Σίγουρα τέτοια διηγήματα δεν είναι αποτέλεσμα λογοτεχνικού πυροτεχνήματος.

 

Γιατί κάνει τόσο κρύο στο δωμάτιό σου;

 

Δημοσθένης Κούρτοβικ

«Τα Νέα»/ «Βιβλιοδρόμιο», 11.6.201

(Απόσπασμα)
Αιρετικές προσεγγίσεις στα μυστικά της ψυχής και των ανθρώπινων σχέσεων από µια συγγραφέα που φλερτάρει µε τον θάνατο
Όχι µόνο δεν κάνει κρύο στα δωμάτια και γενικά στους χώρους που κατοικούνται (που στοιχειώνονται, θα ήταν σωστότερο να πούμε) από τα πρόσωπα των διηγημάτων της Μαρίας Κουγιουμτζή αλλά και τα τυλίγει µια πυρακτωμένη ατμόσφαιρα, µια καυτή λάβα από την έκρηξη υπόγειων συναισθημάτων και παθών, που οδηγούν στον θάνατο. Έναν θάνατο ζεστό και αυτόν, που έρχεται όμως σαν κύμα θαλπωρής, σαν ανακουφιστική αγκαλιά ή ακόμα και σαν ερωτική κορύφωση.

Η Μαρία Κουγιουμτζή βραβεύτηκε δις για το προηγούμενο και πρώτο βιβλίο της, το «Άγριο βελούδο», συλλογή διηγημάτων κι εκείνο. Αν υπήρχε όμως βραβείο για το πιο θανατόληπτο βιβλίο, θα το κέρδιζε σίγουρα µε αυτό το δεύτερο. Σχεδόν όλα τα διηγήματα του τόμου, που δεν είναι λιγότερα από τριάντα πέντε, μιλούν για θάνατο: φόνους, αυτοκτονίες, εκτελέσεις, θανάσιμα δυστυχήματα, σπανιότερα φυσικούς θανάτους. Και οι λίγες εξαιρέσεις που ευθύνονται γι’ αυτό το «σχεδόν» είναι εξίσου, αν όχι περισσότερο ζοφερές: πρωταγωνιστούν εκεί σώματα ακρωτηριασμένα, παραμορφωμένα ή οικτρά φθαρμένα, ενώ έχουμε και µια περίπτωση σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκου, σύμφωνα µε την περιγραφή της πράξης από τον Ποινικό Κώδικα, αν και, όπως θα δούμε, η προσέγγιση της συγγραφέως μάς αφήνει µια άβολα διαφοροποιημένη αίσθηση.

 

Μάρη Θεοδοσοπούλου

«Ελευθεροτυπία»/ «Βιβλιοθήκη», τχ. 665, 23.7.2011

(Απόσπασμα)

Το μεγάλο ατού της Κουγιουμτζή στα διηγήματα της πρώτης συλλογής της είναι ο μεταφορικός λόγος, ο οποίος στα καινούρια διηγήματα εμπλουτίζεται περαιτέρω. Ωστόσο, κάποια από τα σχήματα λόγου, όταν επαναλαμβάνονται, χάνουν την έντασή τους καθώς ατονεί το στοιχείο της έκπληξης. Σε όλα τα καινούρια διηγήματα η αφήγηση γίνεται σε πρώτο πρόσωπο. Οπως φαίνεται, πρόκειται απλώς για έναν βολικό αφηγηματικό τρόπο καθώς το πρόσωπο του αφηγητή αλλάζει, παρουσιάζοντας αντίστοιχη ποικιλία με τα θέματα των διηγημάτων. Πιστεύουμε, πάντως, ότι η Κουγιουμτζή βρίσκει τον καλύτερο συγγραφικό εαυτό της όταν την αφήγηση αναλαμβάνει μια θηλυκή ύπαρξη, ανεξαρτήτως ηλικίας. Με αφηγήτρια ένα κοριτσάκι, δίνει ένα ερωτικό διήγημα εμπειρίκειας πνοής ανάμεσα στα λίγα του είδους που έχουν γραφτεί. Με αφηγήτρια μια κοπέλα, αποκαλύπτει την αγριάδα του θανάτου. Παρ’ όλο που αυτός έρχεται ως προδιαγεγραμμένος στις συνθήκες ενός νοσοκομείου, προβάλλει περισσότερο παγερός από τους θανάτους άλλων διηγημάτων, με φονικά, εκτελέσεις, ατυχήματα και αυτοχειριασμούς. Τέλος, με αφηγήτρια μια ηλικιωμένη, σκιαγραφεί το τόξο που διαγράφει ο ερωτισμός μιας γυναίκας, από τη μητρική αγκαλιά μέχρι την κλίνη του γηροκομείου.

 

Γιώργος Αράγης

Περιοδικό «Πλανόδιον», τχ. 51, Δεκέμβριος 2011

(Απόσπασμα)

Εκφραστικά ο λόγος που μεταχειρίζεται η πεζογράφος είναι αρκετά μεταφορικός. Παρουσιάζει δηλαδή απόκλιση προς τον ποιητικό λόγο, παραμένοντας ωστόσο μέσα στα όρια της αφηγηματικής συνθήκης. Αυτή η απόκλιση είναι πιο αισθητή στα τρία διηγήματα ποιητικής ευαισθησίας, που προανάφερα, καθώς και σ’ εκείνο της ονειροφαντασίας. Όμως δεν πρόκειται μόνο γι᾿ αυτά. Μεταφορικό λόγο έχουμε γενικά, σε όλο το φάσμα των κειμένων. Με ιδιαίτερο γνώρισμα τούς συχνά τολμηρούς διασκελισμούς. Ο κύριος ωστόσο εκφραστικός τρόπος της πεζογράφου είναι η ενορατική ή, αλλιώς, η κατ’ αίσθηση αναφορά στα πράγματα. Αναφορά που κι αυτή δεν παύει να συνιστά μια μορφή ποιητικής απόκλισης. Ούτε κι εδώ λείπουν οι τολμηροί διασκελισμοί. Π.χ.: «Δεν με κοίταξες και σίγουρα δεν με άκουσες. Είχες στραφεί ολότελα προς τα μέσα σου, έτσι που έβλεπα τα κόκκαλα του στήθους σου ν’ ανοιγοκλείνουν σαν ακορντεόν καθώς ανάσαινες κι ένιωθα πως δεν έπαιρνες αλλά έδινες αέρα» (σ. 70). Ἤ, «Κι άλλοτε πάλι το δωμάτιο είναι γεμάτο από ανθρώπους που περνούν πάνω μου, μέσα μου, ακούω να με διασχίζουν, να με σχίζουν σαν χαρτί, δεν αντιλαμβάνονται την παρουσία μου» (σ. 212). Τέτοιες εκφράσεις, σε πιο ακραία εκδοχή, φτάνουν κάποτε να δυσκολεύουν την αναγνωστική επαφή του αναγνώστη. Από τ‘ άλλο μέρος έχουμε ενορατικές στιγμές άκρας ευαισθησίας: «Η Δάφνη τον κοίταζε [πρόκειται για προσωπογραφία] και ήξερε πως ποτέ δεν θα μπορούσε να ξεντυθεί κάτω απ’ το βλέμμα του» (σ. 156). Ἤ, «Ήταν τόσο κοκαλωμένη, που τα μαλλιά της είχανε ισιώσει. Τόσο μικρή, θαρρείς απείχε μόλις έναν πόντο από το χώμα.160).
Θα έλεγα λοιπόν ότι τα κείμενα της Κουγιουμτζή, από τη μεριά του εκφραστικού οργάνου της, παρουσιάζουν λειτουργική αμεσότητα. Τέτοια που, αν και καθαρά πεζά γραφτά, να έχουν ως ένα βαθμό συντελεστή ποιητικής αμεσότητας. Τούτο αποτελεί γνώρισμα όλης της διηγηματογραφίας της, του πρώτου και του δεύτερου βιβλίου της. Γεγονός που δε βάζει βέβαια όλα τα γραφτά της στην ίδια μοίρα. Οι ποιοτικοί δείχτες διαφέρουν, τόσο ανάμεσα στα κείμενα του κάθε τόμου, όσο και γενικά ανάμεσα στα δυο βιβλία. Και πάνω σ’ αυτό, κρίνοντας χοντρικά, θα έλεγα, πως για την ώρα, το καλύτερο βιβλίο της πεζογράφου παραμένει το Άγριο βελούδο.

 

Λάμπρος Σκουζάκης

«Πανδοχείο», 29.2.2012

(Απόσπασμα)

Οι τρεις σελίδες του «Πρέπει» συμπυκνώνουν δυο διαφορετικές στάσεις ζωής (εκδίκηση – συγχώρεση) απέναντι σ’ έναν ανελέητο πατέρα – δυνάστη, ανήμπορο πλέον στα χέρια των δυο του κορών. Στις «Ενοχές» το ελάττωμα του μικρού κοριτσιού της σκληρότατης δεύτερης μητέρας του μετενσαρκώνεται ως νέμεση στο δικό της παιδί της. «Η ομορφιά που μορφάζει», «Το κοριτσάκι» και «Η άτυχη» συμπυκνώνουν στις λιγότερες δυνατές σελίδες την πλέον ανείπωτη βία.

«Τα κλειδιά» ηχούν τις αναπότρεπτες συνέπειες μιας τραγικής επιλογής. Ένας πατέρας λυγίζει από την κακομεταχείριση και προδίδει τους συντρόφους του και προδίδει κλείνεται στο σπίτι συντετριμμένος και μετανιωμένος, με τα μάτια του γυρισμένα προς τα μέσα πηγάδια του. Όταν αποφασίζει να βγει κανείς δε στέκεται μπροστά του, παρά μόνο κοιτάζεται μ’ εκτροχιασμένα μάτια πίσω από τις παραμερισμένες κουρτίνες. Ακόμα κι όταν δεν ζητά συγχώρεση αλλά τιμωρία, κι εκεί παραμένουν οι κουρτίνες κλειστές κι η ψυχή του άδεια.

Ένα ξένο μπαλκόνι αποτελεί τον πιο κατάλληλο τόπο αυτοχειρίας, όπως συμβαίνει με τον απρόσκλητο επισκέπτη που έρχεται από την απέναντι κλινική ηλικιωμένων σαν να κάνει το φυσικότερο πράγμα του κόσμου, για να υπενθυμίσει στην εμβρόντητη οικοδέσποινα την θλιβερή θέα του οικήματός τους, να της μιλήσει για την συμβίωση με την σάπια σάρκα και να της μεταφέρει τον απροκάλυπτα ωμό διάλογό του με τον διευθυντή: Τι θα κάνω μ’ εσένα, μου κουνάει το δάχτυλο ο διευθυντής. Αναστατώνετε και τους υπόλοιπους. Είναι πολύ απλό, του είπα, σκοτώστε μας όλους. Θα πάρει κακή φήμη η κλινική, είπε σκεφτικός, θα πάψουν να φέρνουν τροφίμους. Κάνετε λάθος, του είπα, το αντίθετο, θα τρέχουν σωρηδόν σ’ εσάς. Θα λύσετε ένα σοβαρό κοινωνικό πρόβλημα. Τι του μένει; Ούτε ο Θεός – Κι απ’ την άλλη…έχω την εντύπωση πως μεγαλώνει κι ο Θεός μαζί μας κι αλλάζει κι αυτός. Τρελαίνεται σαν κι εμάς. Ωριμάζει, ίσως να σαπίζει… – ούτε ο ορθολογισμός – Όλοι μας κουβαλάμε έναν Εβραίο κι έναν ναζί μέσα μας….ούτε τα όνειρα – ακόμα και στην ονειρική της επίσκεψη η νεκρή του κόρης του μεταφέρει την θλίψη της νέας της «κατοικίας» («Το μπαλκόνι»).

 

Κι αν δεν ξημερώσει;

 

Μισέλ Φάις

«Εφημερίδα των Συντακτών», 3.3.2013

Εν μέσω κρίσης που διαλύει τη χώρα και ταπεινώνει τους πολίτες, τρεις άντρες έρχονται από την Ακαδημία Πολέμου στην οποία υπηρετούν με σκοτεινές εντολές που ώς μια ορισμένη μέρα αγνοούν. Οταν ο σκοπός τους γίνεται φανερός, έχουν να παλέψουν με τις ενοχές και τις τύψεις τους, να πάρουν τη μεγάλη απόφαση που θα στιγματίσει τη ζωή τους. Ταυτόχρονα, κινούνται μέσα στην πόλη και την αντιμετωπίζουν με ποικίλα συναισθήματα, μόνοι και ταραγμένοι, αναποφάσιστοι, ακουμπούν στον έρωτα για να ξεκουραστούν ή να πεθάνουν.
Παράλληλα, τα ΜΑΤ, οι διαδηλώσεις, οι νέοι και οι νέες, οι πυρκαγιές, τα κλομπ και οι μολότοφ, οι αυτοκτονίες και τα συσσίτια, μια πόλη που ανασαίνει βαριά μέσα απ’ τα χημικά, μια πόλη που τη νύχτα μετατρέπεται σε υπαίθριο κρεβάτι αστέγων, μετανάστες και παιδιά των φαναριών, όμως κυρίως ο ανθρώπινος πόνος ριγμένος στον δρόμο, άπλυτος, επιθετικός, φιλάνθρωπος, ερωτικός.
Αφήγηση σε πρώτο και τρίτο πρόσωπο με εσωτερικούς μονολόγους.

 

Γιώργος Περαντωνάκης

«Εφημερίδα των Συντακτών», 8.6.2013

…η Μαρία Κουγιουμτζή μεταβαίνει από τα απηνή διηγήματά της («Αγριο βελούδο», Καστανιώτης 2008, και «Γιατί κάνει τόσο κρύο στο δωμάτιό σου;», Καστανιώτης 2011) σ’ ένα έργο αιχμηρής ομορφιάς. Στην Κημέρια τρεις αξιωματικοί της Στρατιωτικής Ακαδημίας επιστρέφουν, για διαφορετικούς λόγους ο καθένας, στην πόλη τους, που δεν είναι άλλη από μια ημι-ρεαλιστική Θεσσαλονίκη, ο Σιωπηλός με αναρρωτική άδεια, ο Λαιμός με μια ειδική αποστολή και ο στρατηγός Βέλλας, για να διαπομπευθεί πριν εκτελεστεί. Οι τρεις τους είναι εντελώς διαφορετικοί: ο πρώτος νοσταλγεί ένα χαμένο παρελθόν που το θυμάται με αγάπη, ο δεύτερος τρέφεται από το μίσος που του γέννησαν οι προγονικές του καταβολές, και ο τελευταίος μεταστρέφεται σε επαναστάτη απέναντι στο καθεστώς που γίνεται όλο και πιο σκληρό.
Η Μ. Κουγιουμτζή προσπαθεί να καλύψει υφολογικά τα επίπεδα της αφήγησης, άλλοτε με οξείες ποιητικές σελίδες γεμάτες αγανάκτηση, άλλοτε με λυρισμό που αγγίζει τα όρια της πίκρας και της ματαιότητας κι άλλοτε με οξύθυμο ύφος που ξεχειλίζει από οργή και εκδίκηση. Ετσι, η δράση δεν προχωρά γρήγορα, αλλά τα γεγονότα εξισορροπούνται από τις εσκεμμένες επιβραδύνσεις του σχολιασμού, της περιγραφής της κοινωνίας και της κρίσης που αυτή διέρχεται, και των μύχιων σκέψεων των πρωταγωνιστών, οι οποίοι κινούνται μεταξύ του ολοκληρωτισμού της δημόσιας ζωής και των τραυμάτων της ιδιωτικής.
Κι αν ακόμη με τη λογική βλέπει κανείς κενά στην ώσμωση του δυστοπικού με το ρεαλιστικό, του αφηγηματικού με το λυρικό, τα συναισθήματα που εγείρονται είναι τόσο ισχυρά που οδηγούν τον αναγνώστη σε συνεχείς αναρριγήσεις. Κάθε σχεδόν σελίδα της Μ. Κουγιουμτζή ξεχειλίζει από άγρια ποιητικότητα κι από τις φωτιές του λόγου που ανακινούν αισθήματα και αποκαλύπτουν το σκοτεινό πρόσωπο της κοινωνίας μας.

 

Βασιλική Χρίστη

http://www.diavasame.gr, Ιούλιος 2013

(Απόσπασμα)

Το πραγματικό συνυφαίνεται με το φανταστικό, η δράση με το στοχασμό (ή, απλώς, τη σκέψη), η υπόμνηση της πραγματικότητας με αυτήν του ονείρου και την ανάμνηση. Οι χαρακτήρες διαγράφονται καθώς η δράση εξελίσσεται. «Ο στρατηγός βγήκε απ’ το ξενοδοχείο με βαριά βήματα, αλλά μόλις έστριψε το τετράγωνο, τέντωσε το κορμί του και εισέπνευσε βαθιά. Πέρασε μέσα από μια πορεία φοιτητών που φώναζαν συνθήματα κατά των μέτρων και χτύπησε μερικούς χαϊδευτικά στην πλάτη. Οι νεαροί τον κοίταξαν απορημένοι, ήξεραν καλά από πού ερχόταν και πως ήταν μελλοθάνατος, το λαμπερό αλλά πικραμένο του βλέμμα τους είπε αυτό που δεν είχε καταλάβει ο Σιωπηλός. Ότι δεν ήρθε για να πεθάνει ταπεινωμένος και να δείξει την υπακοή του στην Ακαδημία αλλά για το ακριβώς αντίθετο. Ήθελε να δείξει πως ήταν εκτός Ακαδημίας. Πως δεν συμμετείχε πλέον στα σχέδιά της. Πως δεν υπάκουε σ’ αυτήν. Πως ήταν προτιμότερο να πεθάνει παρά να είναι όργανό της» (ο Βέλλας, σελ. 108). «Το μυαλό του έβραζε σαν ατμομηχανή, οι σκέψεις τον έκαιγαν. Άραγε, αν ήταν αδερφή του, θα διέταζαν κι αυτόν να κανονίσει τη δολοφονία της ή να υπογράψει το θάνατό της; Κι αυτός, τι θα έκανε αυτός; Ίσως θα ήταν ευκολότερο να αντάλλασσε τη ζωή της με το θάνατό του, όμως ποτέ δεν γινόταν έτσι, η ανταλλαγή δεν είχε ισχύ. Ακόμα κι αν αρνιόταν να υπογράψει, θα πέθαιναν και οι δυο. Εκείνη έτσι κι αλλιώς ήταν χαμένη, αυτός με την υπογραφή του μπορούσε να σωθεί. Αν αποδεχόταν το αίτημα της ηθικής θα ήταν τελειωμένος. Το νόημα που θα είχε η αναποτελεσματική θυσία του θα ήταν ενός άλλου κόσμου. Του κόσμου μιας Ιδέας. Αναρωτιόταν αν ήθελε να είναι κάτοικος αυτού του κόσμου» (ο Σιωπηλός, σελ. 170). «Το σπίτι άδειασε ξαφνικά. Τα έπιπλα, οι φωτογραφίες, οι κουρτίνες, όλα, το εγκατέλειψαν. Ακόμα και κείνη πάνω στο κρεβάτι, με τα μάτια ανοιχτά, φαίνεται ολομόναχη. Πιο μόνη κι απ’ αυτόν. Μόνη, βυθισμένη σε μια πλήρη, ολόισια ερημιά, χωρίς αμμόλοφους, χωρίς οάσεις. Αυτή η έρημος που τη ρουφά, κάνει να τον αγγίξει, αλλά λοξοδρομεί καθώς σκοντάφτει στον πόνο του. Ένας άνθρωπος που πονάει δεν είναι μόνος» (ο Λαιμός, σελ. 168). Το νήμα της ιστορίας μεταφέρεται (και εναλλάσσεται) από την ξαδέλφη του Σιωπηλού (και το θάνατό της σε σκηνοθετημένο τροχαίο), στην αγαπημένη του Βέλλα και στη θεία του Λαιμού. Υπάρχουν σημεία καμπής και κάθαρση.

Το «Κι αν δεν ξημερώσει;» είναι ένα βιβλίο που μιλάει για το σήμερα χωρίς να κραυγάζει, με συμπυκνωμένα νοήματα για όποιον επιθυμεί να τα ανακαλύψει.

 

«Η Αυγή», 2.7.2013

(Απόσπασμα)

Η προικισμένη αφήγηση τοποθετείται στο εγγύς μέλλον. Μήπως όμως αυτό δεν είναι το δυσβάσταχτο παρόν; Οι βασικοί ήρωες του βιβλίου είναι τρεις άνδρες. Τρεις ξένες αναμεταξύ τους ψυχές, τρεις εργαλειοποιημένοι αναχωρητές που παίζουν ζάρια με τον θάνατο. Υπηρετούν στην πανίσχυρη Ακαδημία Πολέμου. Ένα ίδρυμα που έχει αντικαταστήσει το σύστημα διακυβέρνησης. Ο πρώτος είναι ένας ευνουχισμένος από αγάπη νέος. Γι’ αυτό επιδεικνύει πρωτόφαντη σκληρότητα σε κάθε του κίνηση. Ο δεύτερος, αμέτοχος και αδρανής, κυκλοφορεί στους δρόμους σαν χαμένος. Κάθε βήμα τον οδηγεί στην αποξένωση από τον εαυτό του. Ο τρίτος αφυπνίζεται απότομα και δρα με στόχο την ανατροπή της εξουσίας. Η χώρα σε αναβρασμό. Άνθρωποι-σκιές πηδούν από τα μπαλκόνια, άλλοι τριγυρίζουν στα σκουπίδια, άλλοι μετατρέπονται σε απορρίμματα. Απορριφθέντες μιας κοινωνικής δομής που ράγισε. Άποροι, έτοιμοι να τα βάλουν με τον οποιονδήποτε τους χαλάσει το τραγικό τους μοιρολόι.
Πρόσωπα με αδρά χαρακτηριστικά, που κατεργάζονται σε μια αέναη πάλη με τον αφανισμό. Ένας φορέας που μαγνητίζει τους εξουσιαστές. Ο λόγος της Κουγιουμτζή ποτέ δεν ξεπέφτει στην ευκολία του μελό ή του φτηνιάρικου συνθήματος. Ένας λόγος αριστερής πνοής και οικουμενικού διαμετρήματος. Η συγγραφέας γεννήθηκε το 1945 στη Θεσσαλονίκη, όπου και διαμένει μέχρι σήμερα. Η φρεσκάδα της αφήγησής της, όμως, βάζει κάτω πολλούς νεότερους. Ένα κοφτερό σαν ακονισμένο μαχαίρι πεζογράφημα, που δεν χαρίζεται σε κανέναν και σε τίποτε. Μόνο στο πεπρωμένο μιας χώρας, που αναζητά έναν μπούσουλα για να αναστηθεί.

Μια λογοτεχνική φωνή που δεν είναι συγκυριακή. Είναι επίκαιρη, διότι αναμετριέται με τη Λερναία Ύδρα του ολοκληρωτισμού. Κρύβει εντός της τον αέρα της ανατροπής, προσδοκώντας μια ευρύτερη συνειδητοποίηση του τι ζούμε. Η Μαρία Κουγιουμτζή σκαλίζει τον ιερό βράχο της αξιοσύνης των αγώνων όλων μας, με σκοπό να μη χαραμιστούν και να αποτελέσουν την κινητήριο δύναμη για το αύριο όπως κι αν έρθει. Ακροβατεί στις συμπληγάδες των ψυχικών κενών και των φονικών ενστίκτων, αναστυλώνοντας στο ακέραιο έναν σμπαραλιασμένο μύθο της Ιστορίας, που «ζητά» από τα υποκείμενα να μη λυγίσουν κάτω από το βάρος των αδηφάγων μαστροπών τους.

 

Τάσος Καλούτσας

diastixo.gr, 24.7.2013

(Απόσπασμα)

Στο μυθιστόρημα συνυφαίνονται σκηνές καφκικού κλίματος (κάποιες που αφορούν τη γνωριμία του Σιωπηλού στο ξενοδοχείο με την Κατερίνα, η συνάντησή του με τον Ανώτατο Εξεταστή), στιγμιότυπα φονικής ωμότητας και ακραίας βίας σε αντιπαράθεση με εικόνες ευδαιμονικής γαλήνης και οικογενειακής σύμπνοιας, πράξεις υψηλής ανθρωπιστικής αλληλεγγύης, αλλά και εκρήξεις παθών και συναισθημάτων (έρωτα ή ερωτικού δέους, ενοχής, αφοσίωσης, θυμού, πείσματος, περιφρόνησης, απόγνωσης) που εκφράζονται με λυρισμό και ποιητική ευρηματικότητα. Στις ατομικές διαπλοκές των σχέσεων των ηρώων παρεμβάλλονται και οι αναφορές στο συλλογικό δράμα που βιώνουν οι απλοί και αδύναμοι άνθρωποι όχι μόνο σε τοπικό, αλλά και σε ευρύτερα παγκόσμιο επίπεδο. Γίνεται λόγος για την παγκόσμια κρίση και διαφθορά, εκτοξεύονται κατηγορίες προς τις «αγορές», προς τις Τράπεζες, στηλιτεύεται η πρακτική των δυνατών αυτού του κόσμου. Σε τοπικό επίπεδο, η συγγραφέας ενοφθαλμίζει στην αφήγησή της γεγονότα πραγματικά που συντάραξαν την ελληνική κοινωνία τα τελευταία χρόνια, χωρίς να τα κατονομάζει (όπως ο φόνος του 15χρονου Αλ. Γρηγορόπουλου από τον ειδικό φρουρό Κορκονέα, στις 6/12/2008). Ή, πάλι, καυτηριάζει μέσα από τα λόγια των ηρώων (π.χ. του πατέρα της Σουζάνας) τον διαβρωτικό και ψυχοφθόρο ρόλο κάποιων στελεχών της κυβέρνησης: «Μας ταΐζετε ιδέες, παχιά λόγια, μας δηλητηριάζετε. Μας έχετε εξαθλιώσει, μας οδηγείτε στην εξόντωση, κι ύστερα, αφού ερημώσετε τη χώρα, θα μεταφερθείτε στο εξωτερικό σε υψηλόμισθες θέσεις, για τη διευκόλυνση της καταστροφής που προσφέρατε… Η κρίση είναι προϊόν της απληστίας σας. Δεν σέβεστε τον άνθρωπο, τη ζωή, δεν σέβεστε τίποτα».

Όλα τα δεινά του κόσμου γεννιούνται από την έλλειψη αγάπης, έγραφε ο Γκαίτε. Η Μ.Κ. καταφέρνει να σκιαγραφεί χαραχτήρες που πράττουν το κακό, επειδή στερήθηκαν την αγάπη. Με αποτέλεσμα να μη λογαριάζουν ούτε τους ανθρώπους, ούτε τη ζωή. Καταδικαστέα ασφαλώς η πρακτική τους, αλλά εξίσου καταδικαστέα –όπως υπονοεί– η στάση όσων παραμένουν παθητικοί παρατηρητές των φρικιαστικών πράξεών τους. Απ’ αυτή την άποψη, η εναντίωση του στρατηγού Βέλλα (του οποίου το τέλος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί μάταιο, παράλογο, αφού παράλογη εν πολλοίς είναι και η ζωή), αποκτά βαρύνουσα σημασία και σηματοδοτεί έναν υψηλό δείκτη του κώδικα ηθικής συμπεριφοράς. Κυρίως γιατί ξεσπάει εκ των ένδον, από το άδυτο του συστημικού Κακού που είναι υπαίτιο για όλες τις εκτροπές και τα εγκλήματα και άρα καταδικασμένο σε «πτώση».

 

Κυριακή Αδαλόγλου

http://www.oanagnostis.gr, 8.8.2013

(Απόσπασμα)

Η γλώσσα είναι το δυνατό όπλο στα χέρια της Κουγιουμτζή. Μια γλώσσα που μπορεί να εκφράσει όσα παραπάνω αναφέρθηκαν, όλες τις βιαιότητες, τις ασχήμιες, αλλά και την πιο λεπτή ευαισθησία, και την πιο απροσδιόριστη ομορφιά. Μια γλώσσα, λοιπόν, που κινείται από το ένα άκρο, του πιο σκληρού και αποτρόπαιου, στο άλλο, του πιο τρυφερού και ανθρώπινου, με δύναμη καταπληκτική, σοκάροντας, αλλά χωρίς να προσβάλει την αισθητική του αναγνώστη. Επιπλέον, με το ύφος που διαμορφώνεται, καταφέρνει να εκφράσει, μέσα από τα πιο αντισυμβατικά, τα μη επιτρεπτά και τα άνομα, μια βαθιά κοινωνική ηθική, χωρίς ηθικολογίες και κηρύγματα. Μια γλώσσα παντοδύναμη, που λέει τα πράγματα με τόσες λέξεις, όσες πρέπει, με λέξεις καίριες, που προβάλλουν μία μία αυτοδύναμες αλλά και δένονται σε ένα πλέγμα που σου υποβάλλει και ταυτόχρονα σου επιβάλλει τις εικόνες του.

Θεωρώ ότι, ως αυτή τη στιγμή, η αφηγηματική γλώσσα και συνακόλουθα το αφηγηματικό ύφος της Μαρίας Κουγιουμτζή διαμορφώνουν μια από τις πιο δυνατές φωνές στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία.

 

Ελένη Κοφτερού

http://bibliotheque.gr, 22.11.2013

(Απόσπασμα)

Δίνει μεγάλη έμφαση η συγγραφέας στην παιδική ηλικία των ηρώων και αυτό νομίζω είναι προς μεγάλο όφελος της πλοκής αλλά και της «απόλαυσης του κειμένου». Είναι «θεραπευτικές» για τον αναγνώστη οι περιγραφές της ζωής των ηρώων πριν αναγκαστούν να την απαρνηθούν για την Ακαδημία. Τα χρόνια της αγάπης – όπου η δυνατότητα της στοργής υψωνόταν σαν το καμπαναριό του χωριού, του χαδιού η τρυφερή κραυγή ακουγόταν κάθε μέρα και ο καταλυτικός εφηβικός έρωτας, αυτός που παραλύει τα μέλη- είναι ο κρυμμένος θησαυρός τους, το φυλαχτό στο μέρος της καρδιάς. Ακόμη και η ακρωτηριασμένη παιδικότητα του «Λαιμού» γαντζώνεται πάνω του με τα δόντια αφού της έλειπαν εντελώς τα άκρα, τα τρυφερά φίδια της αγάπης. Κρατιέται εκεί στο σκοτάδι, κάτω από τη σκιά της «ελιάς» το σημάδι της βίας, της ανεξόφλητης κληρονομημένης αμαρτίας. Αυτό δεν μπορεί με τίποτε να το αρπάξει καμιά Ακαδημία πολέμου, καμιά εξουσία του τρόμου, δεν μπορεί να υπολογίσει τη ριγηλή συγκίνηση που νιώθει ένα παιδί μπροστά στο ξετύλιγμα ενός λουκουμιού που προσφέρεται από καθαρή αγάπη. Χωρίς καμιά συναλλαγή. «Οι συναλλαγές είναι απάνθρωπες και γελοίες» αναφέρει η συγγραφέας κι είναι οδυνηρά αληθινό αυτό. Οι συναλλαγές γεννούν τέρατα σ’ έναν κόσμο όπου «οι άνθρωποι κολυμπούν σαν ψάρια. Το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό»
Η καθηλωτική, ρέουσα γραφή της Κουγιουμτζή δεν θα αστραποβολούσε τόσο πολύ στα μάτια μου, αν δεν είχε τον σωστό ιδεολογικό προσανατολισμό. Η ξεκάθαρη οπτική του μυθιστορήματος, χωρίς ήξεις αφίξεις, χωρίς πισωγυρίσματα, απέναντι στην παγκοσμιοποιημένη πολιτική της ταπείνωσης των λαών στο βωμό τους κέρδους, στην εξουσία των τραπεζών, οδηγεί τη συγγραφέα, στην καθόλου τυχαία επιλογή των ηρώων «μέσα από την Ακαδημία» Ούτε τα ονόματά τους είναι τυχαία. Ο «Σιωπηλός» είναι αμέτοχος και αδρανής , «Ο Λαιμός» είναι αδίστακτος σαν τους πληρωμένους δολοφόνους της Μαφίας που κινούνται με ψευδώνυμα, ενώ ο Βέλλας είναι αυτός που έχει αφυπνιστεί, που είδε καθαρά και επέλεξε την διαμαρτυρία με τίμημα τη ζωή του. Και οι τρεις ήρωες κουβαλούν τη «ναυτία στην ψυχή τους» από τα παγωμένα μάτια των βασανιστών, τις ξεριζωμένες σάρκες των βασανισμένων, τα λεπρά χέρια της βίας, την ισοπέδωση της ελεύθερης σκέψης, τη σφαγή της λαχτάρας. Η ενοχή τους είναι καταλυτική για την εξέλιξη της πλοκής.

Η αφήγηση είναι άρτια δομημένη και εναλλάσσεται σε δυο επίπεδα, -πράγμα το οποίο ξεχωρίζει κι από την διαφορετική γραμματοσειρά, κάτι που μου άρεσε ιδιαίτερα- Την σκληρή βουτιά στη θολή μολυσμένη θάλασσα της πραγματικότητας- όπου ακούγονται εκκωφαντικές οι σειρήνες της βίας, καίνε τα δακρυγόνα στα θαμπά μάτια των εξαθλιωμένων που δύουν απ’ την πείνα, μονόδρομος δείχνει να είναι η υποταγή- ακολουθεί η ανάδυση, στους σπαραχτικά όμορφους λόφους των συναισθημάτων. Η τρυφερότητα της γραφής της Κουγιουμτζή εκεί, στις παρυφές της ψυχής, είναι σχεδόν τυραννική. Σκάβει βαθιά στο εσωτερικό των ηρώων και φτάνει στο κυανό της φλέβας, στην ωχρή λευκότητα των οστών. Στήνει σημαίες στα απάτητα νησιά της αλήθειας τους και χαράζει στο δέρμα τους απ’ την αρχή τον γενετικό κώδικα της αγάπης. Ανείπωτα χειροπιαστή, ανάγλυφη, ευωδιαστή, προκαλεί δάκρυα η εγγύτητα της προσέγγισής της στα άρρητα. Σ’ αυτά που όπως λέει ο Φλωμπέρ, «δεν γράφονται ποτέ, όπως βιώνονται χάνουν πολλά καράτια λάμψης στη διαδρομή από τη σκέψη στο χαρτί».

 

Αργυρώ Μποζώνη

http://www.thetoc.gr, 29.1.2017

Το μυθιστόρημα της Μαρίας Κουγιουμτζή ξεκινά με μια βίαιη και γνώριμη σκηνή διαδήλωσης στο κέντρο της Αθήνας, με ΜΑΤ, δακρυγόνα και μολότοφ. Σε μια περίοδο μεγάλης αβεβαιότητας, μεγάλων κινδύνων αλλά και μεγάλων αλλαγών και μέσα σε αυθαίρετο χρόνο, η συγγραφέας επινοεί μια χώρα την Καμέρια, την οποία δεν έχει δει κανένας εκτός από αυτούς που υπηρετούν εκεί, στην Ακαδημία Πολέμου και Εκδημοκρατισμού με νοοτροπίες να μυρίζουν γερμανικό φασισμό του προηγούμενου αιώνα. Με την κρίση να διαλύει τη χώρα και τσακίζει την αξιοπρέπεια των πολιτών, τρεις αξιωματικοί αυτής της ακραίας στρατιωτικής Ακαδημίας επιστρέφουν για διαφορετικούς λόγους ο καθένας στην κοινή τους πόλη που δεν είναι άλλη από τη Θεσσαλονίκη. Ο πρώτος είναι σκληρός, ευνουχισμένος από αγάπη νέος. Ο δεύτερος, αμέτοχος και αδρανής, κυκλοφορεί στους δρόμους σαν χαμένος. Ο τρίτος αφυπνίζεται και δρα με σκοπό την ανατροπή της εξουσίας.
Μυστικά από το παρελθόν, ατιμώρητα εγκλήματα, προαιώνια μίση και στοιχειωμένοι έρωτες ενώνουν τους τρεις άντρες που σε πρώτο πλάνο τους χωρίζουν πολλά. Κι όλα αυτά μέσα σε μια πόλη που σείεται από οργισμένους διαδηλωτές και ανασαίνει βαριά από τα δακρυγόνα, ενώ τη νύχτα μετατρέπεται σε υπαίθριο κρεβάτι για αστέγους.
«Τη νύχτα ο δρόμος είναι ένα βρώμικο στρώμα. Κοιμάται εκεί η απόγνωση. Η πόλη ξενύχτησε και τώρα κοιμάται. Κοιμάται ο δήμαρχος, κοιμάται ο πρωθυπουργός, κοιμάται ο τραπεζίτης. Ο εργάτης ξυπνάει να πάει στη δουλειά. Ξυπνάει κοιμισμένος. Ονειρεύεται πως είναι δήμαρχος, πρωθυπουργός, τραπεζίτης. Είναι ένας φτωχός που θέλει να γίνει πλούσιος. Ένας φτωχός που θέλει να γίνει πλούσιος, δεν μπορεί να γίνει ποτέ ευτυχισμένος. Το στόμα της τηλεόρασης μυρίζει. Χάμπουργκερ, πίτσες παρελαύνουν, ακούς το ρέψιμο της κόλα κόλα. Τα δόντια της οθόνης, μικρά κοφτερά, σε δαγκώνουν. Τα χέρια της χτυπούν το κεφάλι στου στον τοίχο, όπως τα νεογέννητα γατάκια που δεν τα θέλει κανείς. Κάποιος λέει: αυτός ο πολιτισμός είναι απολίτιστος» γράφει η Κουγιουμτζή.

 

ΟΛΑ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΣΥΜΒΟΥΝ Μ’ ΕΝΑ ΑΓΓΙΓΜΑ

 

Χλόη Κουτσουμπέλη

frear.gr, 16.12.2017

(Απόσπασμα)

Τρυφερά σχεδόν και άγρια σκύβει πάνω από την ανθρώπινη αδυναμία η συγγραφέας και στο εργαστήριο της την ανατέμνει. Στοχάζεται. Φιλοσοφεί. Όχι εν ψυχρώ. Ποτέ εν ψυχρώ. Πάντα εν θερμώ. Εμπλέκεται, ξεσκίζεται, υποφέρει, συμπάσχει με τους περίεργους χαρακτήρες που ψιθυρίζουν και βαδίζουν μονολογώντας μέσα στα διηγήματα της, γιατί στην πραγματικότητα τους αγαπάει. Τους φροντίζει, τους περιθάλπει, τους κατανοεί. Ακόμα και όταν τους ξεγυμνώνει, ακόμα και όταν φαίνεται στιλπνό το ερπετό μέσα τους, η Κουγιουμτζή τους δικαιολογεί.

Ποιοι είναι οι χαρακτήρες που διατρέχουν τα διηγήματα;

Γιαγιάδες που κουβαλούν στην ποδιά τους κόλλυβα, ρόδια, παραμύθια και μύθους, που ξέρουν και αναμιγνύουν βότανα σοφίας και πόνου, μαυροφορεμένες ισορροπούν ανάμεσα σε αναμμένα και σβηστά κανδήλια, ανάμεσα σε δύο κόσμους, άλλες με έντονα δαιμονικά περιγράμματα, άλλες σκιαγραφημένες με μονοκονδηλιά ίσα ίσα να αχνοφαίνονται ντελικάτες, άλλες θεατρίνες με χρυσά βραχιόλια και φουσκωμένα με λακ μαλλιά και ένοχο παρελθόν. Γυναίκες παθιασμένες που σπαν λαιμούς ζώων και δολοφονούν τους εραστές που τις προδίδουν, ερωτικά συμπλέγματα και ιψενικά τρίγωνα, γυναίκες βαμπίρ, γυναίκες αδύναμες παγιδευμένες ανάμεσα στην έλξη και στην απώθηση, κοριτσάκια ήδη σοφά, άντρες σαδιστές, άντρες που εξουσιάζουν, άντρες που υποτάσσονται, αθώες νεαρές κοπέλες που λαχταρούν να διακορευτούν και να εξερευνήσουν την σκοτεινή τους πλευρά, άνθρωποι που ζουν τον έρωτα ως θεατές και παντού το ερωτικό πάθος, γυμνωμένο, βασανιστικό, εκμαυλιστικό, η τρέλα, η ακραία επιθυμία, η άσκηση εξουσίας, η υποταγή. Σκληρότητα και τρυφερότητα συνυπάρχουν στην υπερβολή τους. Άνθρωποι ανάπηροι, άνθρωποι ευνουχισμένοι, σχέσεις μάνας κόρης, σχέσεις ανάμεσα σε αδελφές. Κανιβαλισμός και εξάρτηση.

Και όμως μέσα στο μαύρο υπάρχουν σχισμές. Είναι η αφή, η δύναμη του αγγίγματος. Η έκπληξη που ξεπροβάλλει δώρο, μία ξαφνική πράξη απίστευτης μεγαλοψυχίας που επαναφέρει την αισιοδοξία. Δεν είμαστε μόνο χώμα. Είμαστε και μία καραμέλα που προσφέρει το ένα κατατρεγμένο πλάσμα στο άλλο μέσα στην νύχτα. Είμαστε και το καταφύγιο που προσφέρει ένας πατέρας σε έναν Εβραίο. Ο άγγελος που ανοιγοκλείνει τα φτερά του. Η κοπέλα που χορεύει και απογειώνεται.

Η Μαρία Κουγιουμτζή είναι μεταφράστρια. Μιλάει άπταιστα την γλώσσα της ψυχής και μας την μεταφράζει σε λογοτεχνία.

 

Βασιλική Χρίστη

http://www.diavasame.gr, Ιούλιος 2017
Τρία χρόνια μετά το δυστοπικό μυθιστόρημα «Κι αν δεν ξημερώσει;» η πεζογράφος Μαρία Κουγιουμτζή επανέρχεται με μια συλλογή διηγημάτων, ένα μεγάλο μέρος των οποίων έχει ήδη δημοσιευτεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά, αν και έχουν υποστεί επεξεργασία για την παρούσα έκδοση. Ένα μπουκέτο λουλούδια μοιάζουν αυτά τα διηγήματα, καθώς τα περισσότερα είναι αφιερωμένα σε κάποιον φίλο ή φίλη, μερικές φορές και σε περισσότερα από ένα πρόσωπα. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται γνωστοί λογοτέχνες, ενώ ολόκληρο το βιβλίο είναι αφιερωμένο στην ποιήτρια Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου. Έτσι, οι ιστορίες μοιάζουν να είναι μια προσφορά, μια κατάθεση για τα ανθρώπινα, με απώτερο σκοπό ένα άγγιγμα, όπως δηλώνει και ο τίτλος της συλλογής.
Κάποια διηγήματα απηχούν γεγονότα μιας περασμένης εποχής, συνήθως της περιόδου του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και εκείνης που ακολούθησε, και φθάνουν μέχρι τους σύγχρονους πολέμους, όπως το «Ένα εμφύλιο επεισόδιο», «Οι ναυαγισμένοι» ή ακόμα το εναρκτήριο διήγημα «Ο Βάλτος», που αντανακλά τοπικούς ανταγωνισμούς σε μια ομιχλώδη ατμόσφαιρα. Άλλα διαδραματίζονται στο παρόν και αποτυπώνουν κοινωνικά προβλήματα που είναι πιο έντονα σήμερα, όπως τα «Περνώντας πλάι τους» και «Ακόμα ένα βράδυ στο δρόμο». Μια δεσμίδα διηγημάτων σκιαγραφούν την εικόνα μιας γιαγιάς που δεν είναι η συνήθης καλοκάγαθη γριούλα των παιδικών χρόνων («Οι ψυχές της γιαγιάς μου», «Με τη γιαγιά», «Η διαθήκη»). Ορισμένα διηγήματα ιστορούν απιστία («Με τη φωνή του») ή αιώνιο έρωτα («Νίνα»), ερωτικές ιστορίες, πάθη και αδιέξοδα, οικογενειακές ιστορίες («Χορεύοντας»), κρυμμένα μυστικά («Το κλειδωμένο δωμάτιο»). Στο δεύτερο μισό της συλλογής, δύο ξεχωριστά διηγήματα, «Ο φωτογράφος» και το φιλοσοφικό «Οι παίχτες», διαδέχονται το ένα το άλλο, ενώ το καταληκτήριο, διακειμενικό, υπέροχο «Υπόγειο», είναι αφιερωμένο στην Κική Δημουλά.
Η Μαρία Κουγιουμτζή δεν χρειάζεται συστάσεις. Τα διηγήματά της που περιλαμβάνονται σε αυτή τη συλλογή θα τα επισκεπτόμαστε ξανά και ξανά για να αντλήσουμε από το βάθος τους, την ευθυβολία τους, την τρυφερότητά τους.

 

Λάμπρος Σκουζάκης

«Πανδοχείο», 6.6.2017

(Απόσπασμα)

Όπως πάντα, οι φράσεις της Μαρίας Κουγιουμτζή σμιλεύουν την σκληρή πέτρα των μύθων της αλλά και την μπολιάζουν με μια κρυφή ποιητικότητα όπου κάθε λέξη διατηρεί ένα ειδικό βάρος. Είναι η πρόζα της όμως που λειτουργεί σαν κάθαρση. Ο αναγνώστης αναδύεται από την ανελέητη σκληρότητα των ιστοριών της με μια αίσθηση ανακούφισης, ίσως επειδή όλες αυτές οι βασανισμένες ηρωίδες κι όλοι αυτοί οι ταλαιπωρημένοι χαρακτήρες της μνημειωμένοι σε κείμενο και αναγεννημένοι σε λέξεις βρίσκουν μια δικαίωση. Μπορεί να έχουν περάσει τα πάνδεινα όμως τώρα κάποιος τους ακούει και τους προσέχει. Κι ίσως κάτι αφαιρείται από το βάρος τους, ίσως πάλι να τους παρηγορεί η σκέψη πως αφήνουν το πικρό απόσταγμα της εμπειρίας τους σαν μια απόκρυφη γνώση.

 

Γιάννης Παπαγιάννης

«Fractal», Ιούνιος 2017

Η αδυναμία του ανθρώπου,

Κάθε φορά που διαβάζω καλά ελληνικά διηγήματα, σκέφτομαι κι αναρωτιέμαι πόσο σημαντική είναι η παράδοση μιας εθνικής λογοτεχνίας και πόσο δυνατά αν κι αόρατα σημεία κομίζει. Αν και η προσπάθεια των περισσοτέρων πεζογράφων στρέφεται προς το μυθιστόρημα, όχι μόνο για λόγους εμπορικότητας, αλλά και γιατί αντιμετωπίζεται ως μια πρόκληση, δεν είναι εύκολο να φέρει κανείς στο μυαλό του σύγχρονα σπουδαία μυθιστορήματα. Αντιθέτως, είναι πολύ εύκολο να απαριθμήσεις πολλούς σημαντικούς διηγηματογράφους και, ακόμα, μερικά αριστουργήματα. Η Μαρία Κουγιουμτζή αναδεικνύεται, τουλάχιστον σε αυτό το βιβλίο, σε αριστοτέχνη της μικρής φόρμας και με γλώσσα ακριβόλογη και λιτή, με κρυμμένη και συχνά υπονοούμενη συγκινησιακή φόρτιση, καταφέρνει να οδηγήσει τον αναγνώστη σε δικούς του δρόμους και επιλογές. Η θεματολογία της συχνά τραβηγμένη, ανάμεσα στο ρεαλισμό και στην εφιαλτική φαντασίωση, κατορθώνει να μη γίνεται σε καμία στιγμή ψεύτικη, αλλά να αναδεικνύει μια βαθύτερη κάθε φορά αλήθεια. Τα γηρατειά, η φθορά κι η παρακμή είναι ένα από τα αγαπημένα θέματα της συλλογής, αλλά και η αδυναμία του ανθρώπου απέναντι στις δυνάμεις που κατευθύνουν την ύπαρξή του, μια αγωνία που έρχεται κοντά στην σκέψη του Σοπενχάουερ. Οι άνθρωποι στα διηγήματα της Μαρίας Κουγιουμτζή είναι τυλιγμένα ελατήρια, που ξεκινούν με ορμή κι αισιοδοξία για να ανακαλύψουν όσο περνούν τα χρόνια ότι η ζωή τους δεν είναι παρά μια επανάληψη δισεκατομμυρίων ζωών χωρίς μεγαλύτερο ή άλλο νόημα. Η συγγραφέας πετυχαίνει τους ήρωές της σε διαφορετικές φάσεις της ζωής τους, στην παιδική, την μέση, την γεροντική ηλικία και κάθε ένας κουβαλά το στίγμα της εμπειρίας που τον βαραίνει ή δεν τον βαραίνει.

 

Γρηγόρης Μπέκος

«Το Βήμα»/ «Βιβλία», 15.4.2017

(Απόσπασμα)

Στις ιστορίες της περνάει το ζήτημα, αντιστικτικά, με κακά αλλά και καλά παραδείγματα, υπήρξαν και αυτά. Και με αφορμή τον χαρακτήρα ενός άντρα στη «Μικρή Εβραία», ενός βιαστή, μίλησε ευρύτερα για τους ήρωές της.
«Εμένα οι χαρακτήρες μου είναι «διπλοί». Δηλαδή κάνουνε την αμαρτία αλλά υποφέρουνε που την κάνουνε. Δεν ησυχάζουν. Μετανιώνουν. Οι αμοραλιστές άνθρωποι δεν μ’ ενδιαφέρουν καθόλου. Με ενδιαφέρουν αυτοί που παλεύουν, άσχετα αν στο τέλος τα ένστικτα νικάνε. Αυτό το πιστεύω» τόνισε η Μαρία Κουγιουμτζή.

Μάλιστα γράφει ότι μόνο στις υπερβάσεις μαθαίνουμε και, πράγματι, τα κείμενά της περιγράφουν οριακές καταστάσεις. «Θέλω να δείξω πού φτάνουν τα όρια του ανθρώπου. Και στο καλό και στο κακό. Θέλω να διερευνήσω όλες τις κατευθύνσεις, όλες τις δυνατότητες, όλες τις πιθανότητες. Γι’ αυτό γράφω άγρια και τρυφερά. Δεν με νοιάζει να πω απλώς μια ιστορία καλά. Ούτε να κάνω τη δασκάλα σε κανέναν. Και τους χαρακτήρες μου δεν τους κρίνω. Τους αγαπάω και τους πονάω. Είμαι στραμμένη προς τους ανθρώπους που υποφέρουνε. Σε αυτούς που η μοίρα τους είναι τέτοια που δεν έχουν τα μέσα, κατά κάποιον τρόπο, να αντιδράσουνε. Είτε γιατί γεννήθηκαν μ’ ένα κουσούρι, είτε γιατί είναι φτωχοί κ.τ.λ. Στο διήγημα «Μαμά άφησέ με ν’ ανασάνω», η ηρωίδα έχει σχεδόν γεράσει νταντεύοντας τη μητέρα της. Είναι ένας άνθρωπος διψασμένος για ζωή», βρίσκει διέξοδο στις σκοτεινές αίθουσες, πάει στα πονηρά σινεμά, «κι όταν διψάς, δεν κοιτάς αν το νερό είναι θολό ή βρώμικο, θα πιεις».

Να το δούμε λίγο και πάλι ευρύτερα. Μήπως όσοι διαβάζουμε ακριβώς, γινόμαστε κάπως υπερβολικά «ελαστικοί» ως προς την ηθική ή ως προς τα αποδεκτά όρια εν γένει; Μήπως φτάνουμε στο σημείο να δικαιολογούμε τα πάντα; «Γινόμαστε πιο ανεκτικοί, πιστεύω. Δίνουμε χώρο στους ανθρώπους. Το δίκαιο είναι ο νόμος. Είναι ο Ιαβέρης που κυνηγά μια ζωή τον Γιάννη Αγιάννη, ενώ η Δικαιοσύνη είναι ο επίσκοπος που του

 

Έλσα Κορνέτη

«Η Αυγή», 12.3.2017

(Απόσπασμα)

Το νέο βιβλίο της Μαρίας Κουγιουμτζή «σείεται» από τον θόρυβο των ανθρώπων, από τον θόρυβο των ψυχών των ανθρώπων, των καταδικασμένων σε μια μοιρολατρία και σ’ έναν κόσμο ντεφάκτο ακάθαρτο όπου κανείς δεν γλιτώνει από τη «ρύπανση» του άλλου, αλλά όλοι μαζί αναδεύονται μέσα στις εκκρίσεις τους: στο κρυμμένο, στο μυστικό, στο εγκληματικό, στο ανήθικο, στο αιμομικτικό, στο αδερφοκτόνο, στο έκφυλο, στο χυδαίο, αλλά και στον εγκλεισμό, στην ασφυξία, στον εγκιβωτισμό, στη μοναξιά, στην αγριότητα, στο διαμελισμό, στη σήψη, στη μνησικακία, στο γήρας, κυρίως αυτό.
Τα όρια του καλού και του κακού συντάσσονται με τη μαεστρία που ορίζει η μπαγκέτα της δημιουργού σε μια ανατροπή βεβαιοτήτων όπου συναντιούνται ακόμα και τα πιο αντιθετικά ζεύγη πραγμάτων, το αληθινό κακό και το υποκριτικό καλό ή το υποκριτικά κακό με το αληθινά καλό και δεν είναι λίγες οι στιγμές όπου ο Έρωτας ο ιερός συναντά τον βέβηλο εαυτό του, «η νίκη και η ήττα σημαίνουν πόλεμο», «καμία επανάσταση δεν ωφελεί και καμία υποταγή», «όλα τα παραμύθια έχουν κακό τέλος» και όλα αυτά για να μάθεις κι αυτό: «τι θα πει γερνώντας ο κόσμος σου όλος να κρέμεται από την αγάπη ενός σκύλου».
Το κακό δεν είναι επινοημένο αλλά συνθέτει τη φυσική μας κατάσταση αναπόσπαστο κομμάτι της ανθρώπινης φύσης και αυτό όχι για τους καλούς και τους κακούς αλλά για τους αδύναμους και τους φθαρτούς. Το Καλό και το Κακό ζουν καθημερινά σκηνές ερωτικής αντιζηλίας και μάλιστα μέσα σε σπίτια κοντινά ανάμεσα σε ανθρώπους της διπλανής πόρτας, όπου όλα μπορούν να συμβούν στους ταπεινωμένους κι όλα με μια μοναδικά κακόψυχη ακρίβεια δραματικά συμβαίνουν.
Η εντυπωσιακή εικονοπλαστική αφηγηματική δεινότητα της Μαρίας Κουγιουμτζή είναι τόσο γάργαρη και διαυγής, ώστε έχει την ικανότητα ν’ «αρπάζει» την προσοχή του αναγνώστη (πράγμα σπάνιο στην εποχή της διάσπασης) και να τη διατηρεί στη σωστή «θερμοκρασία» συγκέντρωσης, αλλά και αγωνίας με την πρέπουσα «ταχύτητα» ροής χωρίς να πλατειάζει με άσκοπες φλυαρίες, δυσλειτουργικούς πειραματισμούς, διανοητικά τερτίπια και πλαδαρές περιγραφές.

 

Μαρία Στασινοπούλου

«Εφημερίδα των Συντακτών», 28.1.2017

(Απόσπασμα)

Διηγήματα με έμπνευση και βάθος όπως «Ο γέρος του σκύλου»∙ με το σκληρό κουκούτσι της τραγωδίας και τη μαγγανεία του παραμυθιού. Σ’ ένα παιχνίδι ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό, στην πράξη και τη σκέψη. Αστεγοι που «οι τσέπες τους δεν έχουν κανένα κλειδί. Παντού κλεισμένες πόρτες».

Ιστορίες για μισότρελους και παραλογισμένους. Ενα βιβλίο με διάχυτο ερωτισμό, χειροπιαστό, ολοζώντανο. Ο έρωτας στην ουσία της ύπαρξης και όχι του κορμιού. Κορυφαία στιγμή το «Ερωτικό αδιέξοδο». Ο χρόνος που κουρσεύει τους ανθρώπους όλους, ανερώτητα.

Λόγος σπαρακτικός, για σπαραγμένους και σπαρασσόμενους ανθρώπους, σε σχέσεις ανθρωποφαγικές. Κι όμως ανιχνεύεται τρυφερότητα ακόμη και ανάμεσα στους πονεμένους του δρόμου. Μοναδική σωτηρία, φανερή ή κρυμμένη στα βάθη, η αγάπη. «Ναι, τελικά υπάρχει ένα είδος αγάπης που σώζει»∙ υπάρχει «το διαμάντι της ανθρωπιάς που μας ενώνει όλους εμάς τους ανθρώπους».

Το χάδι και το άγγιγμα ως παράγοντας ρυθμιστικός της ζωής έχει εξαγγελθεί ήδη από τον τίτλο: Ολα μπορούν να συμβούν μ’ ένα άγγιγμα. Χάδια ακόμη και στον εαυτό μας, μέσα από την ονειροπόληση. Αφή μέσα από τη φωνή του τηλεφώνου. «φτάνουμε ο ένας στον άλλο προσπαθώντας να τον χαϊδέψουμε». Χάδι σ’ ένα πεταμένο τσαλακωμένο βιβλίο «κάποιος είχε πεθάνει κι οι συγγενείς του τα ξεφορτώθηκαν στο δρόμο. Ενιωσα πεταμένο τον άνθρωπο, ένας σωρός από κόκαλα, γι’ αυτό το μάζεψα, μάζεψα ένα κοκαλάκι του.

 

Τάσος Καλούτσας

frear.gr, 23.1.2017

Στην τρίτη κατά σειρά συλλογή της Μαρίας Κουγιουμτζή Όλα μπορούν να συμβούν μ’ ένα άγγιγμα (εκδ. Καστανιώτη) τριάντα δύο σύντομες εξιστορήσεις κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον μας, εφόσον εξασφαλίζουν την ιδιαίτερη διεγερσιμότητα που επιβάλλει στον αναγνώστη η αυθεντική λογοτεχνία. Εκκινώντας από την περιγραφή απλών καθημερινών περιστατικών (πραγματικών ή επινοημένων) ή μέσα από τις δαιδαλώδεις (συχνά εφιαλτικές) ατραπούς της ευρηματικής της φαντασίας, σε οδηγούν στα έγκατα της ανθρώπινης ψυχής και σε κάνουν να νιώσεις με ξεχωριστή ένταση τη συγκίνηση που προκαλούν τα βαθιά ανθρώπινα συναισθήματα: Πόνος και αγανάκτηση απ’ την ανάλγητη επιβολή κάθε μορφής (εξουσιαστικής) βίας, συμπόνια προς τα κάθε λογής αδύναμα ή ανυπεράσπιστα θύματά της ‒τους αδικημένους ή τους «ναυαγισμένους»‒ διάχυτος αισθησιασμός που σπαράσσεται από τη μοναξιά, παράφορα πάθη που συνορεύουν με την απόγνωση και την τρέλα, εκρηκτικά ξεσπάσματα φιμωμένων ενστίκτων που, μέσα από μια καλοστημένη σκηνοθεσία οικογενειακών συμβάντων ή συγκρούσεων, αντιπαραθέτουν την αγριότητα με την τρυφεράδα, την ανθρώπινη θηριωδία με την δίχως όρια αφοσίωση και, περιέργως, σε γαληνεύουν, επιδαψιλεύοντας τη γλυκιά παραμυθία που προσφέρει η τέχνη στην ύπαρξη. Αγάπη προπάντων για τη Ζωή (στο σύνολό της), αυτήν που φιλόστοργα αγκαλιάζει η λογοτεχνία (υπερνικώντας και το φόβο του θανάτου): «Στα βιβλία μπορείς να ζεις και νεκρός, δεν σ’ το απαγορεύει κανείς». Εν συντομία, ένας κόσμος (επίγειος και υπόγειος) δυνατών συγκινήσεων, εγκαρτέρησης και αγωνίας, τρόμου κι ελπίδας.

 

Βαγγέλης Χατζηβασιλείου

«Το Βήμα»/ «Βιβλία», 22.1.2017

(Απόσπασμα)

Στο καινούργιο βιβλίο της Κουγιουμτζή το Κακό ανοίγει μια δίοδο προς τις τερατογενέσεις που μπορεί να επινοήσει η φαντασία, είτε μιλάμε για το σκηνικό δράσης το οποίο φιλοτεχνεί η πλοκή είτε για τις φαντασιώσεις οι οποίες κατατρύχουν τον βίο των πρωταγωνιστών. Θα πρέπει παρ’ όλα αυτά να διευκρινίσω πως ο λόγος εν προκειμένω δεν είναι για μια καθαρή λογοτεχνική φαντασία (πρόθυμη να περιηγηθεί σε άγνωστα και ανοίκεια τοπία) ούτε για ξεκάθαρες φαντασιώσεις (ικανές να διαχωριστούν με σαφήνεια, έστω και σε ένα υστερότερο αφηγηματικό στάδιο, από την πραγματικότητα την οποία βιώνουν οι ήρωες). Οι μορφές, οι σκιές και τα σχήματα που κινούνται στα διηγήματα του βιβλίου βρίσκονται μονίμως σε έναν ενδιάμεσο χώρο, σε ένα εσκεμμένα αδιευκρίνιστο και αμφίσημο αναμεταξύ όπου τα πάντα τελούν υπό διαρκή ανασυσχετισμό.

Σε ένα τέτοιο πλαίσιο οι φαντασιακές προβολές του Κακού μπορεί να αποκτήσουν ποικίλες όψεις: δύσμορφες φιγούρες που σέρνονται στη γη ή βγάζουν στην κοινή θέα το τυμπανιαίο πρήξιμο των ποδιών τους, μανάδες και κόρες που αγωνίζονται να ενωθούν με βδελυρούς όγκους, νεκροί που μιλούν με μια απόκοσμη λαλιά ή κυνηγούν δυναστικά (σαν να είναι ακόμη ζωντανοί) τη μνήμη των δικών τους. Το Κακό όμως θα εμφανιστεί και ως απολύτως πραγματική – και άκρως ανατριχιαστική – οντότητα: παιδιά που σκοτώνουν εν ψυχρώ τους γονιούς τους, αγόρια που πεθαίνουν φορώντας τα ρούχα της μάνας τους, γυναίκες που υποτάσσονται στη γοητεία ανελέητων εραστών, απελπισμένοι που εξαφανίζουν από προσώπου γης τα οικόσιτά τους για να ξορκίσουν τη μοναξιά τους, καθώς και βιαστές, σαδιστές και δηλητηριαστές που φέρνουν με τα καλύτερα αποτελέσματα εις πέρας το αποτρόπαιο έργο τους.

 

Ζωή Σαμαρά

diastixo.gr, 27.12.2016

(Απόσπασμα)

Οι ανθρώπινες σχέσεις, με όλη τους την ομορφιά και όλη τους την αγριότητα, ξεκινούν από ένα άγγιγμα και χάνονται μέσα σε ένα τοπίο μεταφυσικών αποχρώσεων, σε ένα «σπίτι αιχμαλωσίας», που εξαφανίζεται και επανεμφανίζεται μυστηριωδώς μπροστά στα μάτια μας. Στην αγωνιώδη ερώτηση πότε άρχισε ο εγκλεισμός μας, υπάρχει μόνο μια απάντηση: από την πρώτη στιγμή της ύπαρξής μας.

Η καταξιωμένη πεζογράφος Μαρία Κουγιουμτζή ανοίγει τη νέα συλλογή διηγημάτων της με μια αλληγορία του βάλτου –ύπουλη αιχμαλωσία του βάθους, του βυθού–, που μας κρατά σε εγρήγορση καθ’ όλη τη διάρκεια των αφηγήσεών της, καθώς ο βάλτος μεταμορφώνεται σε σπίτι, σε κλουβί, σε κλειδωμένο δωμάτιο με το κλειδί άφαντο, ή ακόμη σε ανθρώπινο κορμί, με τα μάτια να γίνονται «άφωτες χαραμάδες». Στο πρώτο διήγημα, ο γιατρός που επισκέπτεται ασθενή μέσα στη νύχτα νιώθει μια αόρατη απειλή να αναδύεται από τα βάθη της γης. Όταν φτάσει στον προορισμό του, αντιλαμβάνεται ότι μόνο άνθρωποι χωρίς ηθικές αναστολές, θεόρατοι άνδρες και πανύψηλες γυναίκες, επιζούν στη χέρσα γη, βολεμένοι πάνω στην απειλή του βάλτου.

Μέσα ή έξω από κλειστούς χώρους δεν υπάρχει ελπίδα για ελευθερία ή έστω για μια στιγμιαία ανάσα. Βάλτος ή άνυδρη γη αποδεικνύεται και η ζωή των ηρώων: αποξηραμένη η ψυχή της γυναίκας που περιμένει μάταια τον άνδρα της, του φωτογράφου που τριγυρνά ολομόναχος στα έρημα μονοπάτια της επαρχίας. Η θεματική του βάλτου ή του σπιτιού μπορεί να μην επαναλαμβάνεται, αλλά κυκλοφορεί υπογείως –βάλτος η ίδια– και δίνει στα διηγήματα της συλλογής υπόσταση ενιαίας αφήγησης. Το βιβλίο αρχίζει με το χωριό-βάλτο και τελειώνει με ταξίδι στα υπόγεια της ψυχής, στα ανεξερεύνητα μυστήρια του ασυνειδήτου. Ο εγκλωβισμός έχει ολοκληρωθεί, μοιάζει να είναι τελεσίδικος, απόφαση ενός υπερφυσικού δικαστηρίου. Είναι όμως;

 

Γιώργος Περαντωνάκης

http://www.bookpress.gr, 16.12.2016

(Απόσπασμα)

Η συγγραφέας βλέπει τη ζωή σαν αγώνα, όπου μόνο η επαναστατικότητα, η αγριάδα, η ορμή, η σαρωτική επίθεση του έρωτα υπάρχει· οι άνθρωποί της είναι οι περισσότεροι πειρατές, μαχητές που φτάνουν ακόμα και στον φόνο, αντιμετωπίζουν τον θάνατο με θάνατο, δείχνουν φιλήσυχοι αλλά κατά βάθος είναι τυφώνες χωρίς έλεος. Από τη «λογική» εκδίκηση ώς την άλογη παρόρμηση του έρωτα, μια ψυχαναλυτικά ιδωμένη εσωτερική ορμή συμπαρασύρει τα πάντα. Κι αφού ο θάνατος είναι η φυσική βία, ο άνθρωπος πρέπει να αντιτάξει μια ανάλογη σφοδρότητα.

Όλα αυτά τα συνοψίζει η ίδια η διηγηματογράφος στο τελευταίο της κείμενο με τίτλο «Το υπόγειο». Εκεί επισημαίνει ότι τα στεγανά ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό μάλλον είναι περατά, αφού «το πραγματικό έχει όρια και αυτά τα όρια εισχωρούν και χάνονται μέσα στο φανταστικό». Έτσι, ο φόβος της ζωής, του θανάτου, της βίας που κυριαρχεί κ.λπ. κάνει τον άνθρωπο να αφήνεται στο φανταστικό, το οποίο επιτρέπει στο ένστικτό του να διασκεδάζει αυθόρμητα τις ανασφάλειες και τις ενοχές του καθενός. Άλλη μια σειρά διηγημάτων στην αλυσίδα της Μαρίας Κουγιουμτζή, που σοκάρουν ευεργετικά τον αναγνώστη.

 

Λίνα Πανταλέων

«Η Καθημερινή»/ «Τέχνες και Γράμματα», 4.12.2016

(Απόσπασμα)

Το πρώτο πεζό του βιβλίου, ένα αφήγημα αριστοτεχνικό, σκηνογραφεί με φρικώδεις φωτοσκιάσεις την γκραν-γκινιόλ σκοτεινιά στα πεζά της Μαρίας Κουγιουμτζή. Σε έναν βάλτο, όπου χωνεύονται τα κόκαλα κάθε λογής πεσόντων, ανθρώπινες ζωές παραδίδονται στην αποσύνθεση της απανθρωποποίησης. Αυτό το τέναγος, σκιασμένο από μια τεφρώδη καταχνιά και πηχτό από το αίμα ενός ασύλληπτου μακελειού, σερνόταν πάνω στα πρόσωπα των επιζώντων σαν «μαύρη γλώσσα», που «έγλειφε τα άσπρα δόντια μιας προσευχής που ωρυόταν. Αυτή η μαύρη γλώσσα τα δοκίμαζε όλα κι ύστερα τα έφτυνε με αποστροφή. Κάτι το ανώνυμο, το ανορθόγραφο, χωρίς φως, σάλευε μέσα σ’ αυτό το βούρκο· το μυαλό σου».

Οι εφιάλτες που αναχαράζουν οι άσωτες φρένες των ηρώων, αποκαλύπτουν την ασχήμια της εξαχρείωσης και την ίδια στιγμή την οδύνη μιας αμετάκλητης ταπείνωσης. Οι μορφές τους αναδύονται μέσα στο μισόφωτο απόκοσμων, σχεδόν ταφικών, χώρων, κατασπαραγμένες από την αποτυχία της συνείδησης. Παρακολουθώντας το άγριο σακάτεμά τους, η συγγραφέας διερωτάται για το «υπέρμετρα ανήθικο», για την κατατρόπωση της ανθρωπιάς από την εγγενή της κακότητα. Οι αφηγητές εγκαταβιώνουν σε τοπία εγκατεσπαρμένα με μνήματα, σκεπασμένα από τη σκόνη της λήθης. Ωστόσο, οι νεκροί συνυπάρχουν μαζί τους, συνεχίζουν να ατενίζουν πάνω από τον ώμο τους τον παροξυσμό του αίματος. Οπως λέει ο πατέρας στον «Βάλτο», δεν είχε σημασία που η κόρη του είχε πεθάνει. Εκείνη διαρκώς περπατούσε μέσα στις κάμαρες. «Μυρίζω το χώμα στα μαλλιά της. Κι όμως, την είχα πελεκήσει με τα ίδια μου τα χέρια την κάσα που την είχα βάλει. Εχει σταυρό το μνήμα της, τι θέλει εδώ μέσα και τριγυρνάει;».

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

 

Συνέντευξη στο Μπέκο Γρηγόρη

tovima.gr 15/04/2017

«Όλα μπορούν να συμβούν μ’ ένα άγγιγμα» (Εκδόσεις Καστανιώτη, 2016)

Μαρία Κουγιουμτζή: «Φοβούνται τη φαντασία όσοι φοβούνται τον εαυτό τους»

Ο γοτθικός Βορράς. Η θεσσαλονικιά συγγραφέας, μια ξεχωριστή διηγηματογράφος, μιλάει στο «Βήμα» για το τελευταίο της βιβλίο, για τη φρικτή γοητεία της ζωής και την απροσδιοριστία των πραγμάτων, για τα ένστικτα που νικάνε και τη φαντασία που χορταίνει

Μετά το γυμνάσιο, ρίχτηκε κατ’ ευθείαν στα βαθιά, στην πραγματική ζωή, στη βιοπάλη. Άρχισε ως «βοηθός λογιστού» δίπλα σ’ έναν ηλικιωμένο κύριο. Τα χρήματα ήταν λιγοστά. Αργότερα εργάστηκε «σ’ ένα τενεκετζίδικο στο Ωραιόκαστρο». Στις πέντε τα χαράματα σηκωνόταν για το μεροκάματο. Η εποχή ήταν δύσκολη, οι άνθρωποι σκληροί. «Πάνω στη φλόγα του οξυγονοκολλητή βγάζαμε και ζεσταίναμε το φαΐ μας. Μια φορά, είπα να εκμεταλλευτώ τη σύντομη απουσία του άντρα που είχε το μηχάνημα. Είπα, θα προλάβω. Όμως εκείνος γύρισε και μου πέταξε κάτω το φαΐ. Δηλαδή με άφησε νηστική ενώ ήμουν ήδη κουρασμένη και άυπνη. Αυτή την ιστορία, αν την έγραφα, δεν θα την έγραφα καλά» είπε υπαινικτικά στο «Βήμα» η Μαρία Κουγιουμτζή. «Μετά έγινα εισπράκτωρ στα λεωφορεία, είδα κόσμο πολύ, πολλές συμπεριφορές. Αλλά μάλωσα μ’ έναν σταθμάρχη και τότε πήγα στη «Λύρα» του Αλ. Πατσιφά, στο υποκατάστημα της Θεσσαλονίκης. Κουβαλούσα δίσκους, σκούπιζα, τα πάντα έκανα».

Εν τω μεταξύ, σταμάτησε για να γράψει αλλά και πάλι αναγκάστηκε να δουλέψει, για τελευταία φορά, και πάλι σε λογιστήριο, «ενός εξαιρετικού λαδά». Ολες αυτές οι εμπειρίες «περάσανε μέσα μου, γίνανε βιώματα. Χρειάζεται το βίωμα αλλά η λογοτεχνία είναι που το μετασχηματίζει. Αλλο πράγμα το βίωμα κι άλλο η βιογραφία» υπογράμμισε η 72χρονη θεσσαλονικιά συγγραφέας μιλώντας προς «Το Βήμα». Πριν από λίγες ημέρες κατέβηκε για πρώτη φορά – επισήμως – στην Αθήνα για να παρουσιάσει το τελευταίο της έργο με τίτλο Όλα μπορούν να συμβούν μ’ ένα άγγιγμα. Το κοινό ήταν, κατά το πλείστον, ομότεχνο και επώνυμο στο βιβλιοπωλείο «Επί λέξει». Κική Δημουλά, Ζυράννα Ζατέλη, Μάνος Ελευθερίου, Ανδρέας Μήτσου, Δημήτρης Δασκαλόπουλος, μεταξύ άλλων.

Η εκτίμηση αυτή μόνο τυχαία δεν είναι. Η Μαρία Κουγιουμτζή είναι ίσως η πλέον ενδιαφέρουσα γυναίκα διηγηματογράφος στην Ελλάδα, τη στιγμή που μιλάμε. Αρκεί να διαβάσει κανείς λ.χ. το αριστουργηματικό κείμενο «Ο βάλτος» στην πρόσφατη – μία ακόμη εξαιρετική – συλλογή διηγημάτων της. Μέσα σε περίπου μία δεκαετία, η Μαρία Κουγιουμτζή έχει εκδώσει τέσσερα βιβλία που ξεχωρίζουν για τη σιβυλλική ατμόσφαιρα και την τραχιά τεχνοτροπία τους. Η παρουσία της δε στα λογοτεχνικά περιοδικά είναι συνεχής. Μπορούμε να πούμε ότι η ίδια καλλιεργεί συστηματικά ένας είδος γοτθικών ιστοριών του Βορρά, με τον τρόπο – για να χρησιμοποιήσουμε μια απολύτως βάσιμη αναλογία – που το έκαναν οι συγγραφείς του αμερικανικού Νότου.

Στο επίκεντρο είναι πάντοτε οι απόκληροι και οι παρίες, οι φτωχοί και οι αδύναμοι, οι απεγνωσμένοι και οι ηττημένοι. Βέβαια, για να γίνει κανείς συγγραφέας δεν αρκούν τα βιώματα. «Διάβαζα πολύ, είχα πάθος, είχα μανία. Ο αδελφός μου ο Σταύρος, ο λατρεμένος, είχε τα βιβλία κι εγώ τα σκάλιζα. Οταν ήμουνα επτά χρονών διάβασα ένα πολύ σκληρό βιβλίο, «Τα καπνοτόπια» του Ερσκιν Κάλντγουελ. Μ’ άρπαξε, τρελάθηκα. Τι είχε προηγηθεί όμως; Η μητέρα μου, θρακιώτισσα πρόσφυγας, μας μεγάλωνε εμένα και τον αδερφό μου, χήρα, ξενοπλένοντας, όταν σταματούσε από τα καπνά. Ξεθεωμένη απ’ τη δουλειά, με τη γλυκιά μυρωδιά του καπνού στο δέρμα και τη σκοτεινιά της στάχτης στα νύχια, με τάιζε άγρια παραμύθια και δημοτικά τραγούδια. Το «Τραγούδι του νεκρού αδερφού» λ.χ. με στιγμάτισε. Μετά ακολούθησαν οι αρχαίες τραγωδίες, ο Ντοστογέφσκι, ο Παπαδιαμάντης και ο Βιζυηνός. Οσο ο αδελφός μου έβλεπε ότι διάβαζα τόσο με τροφοδοτούσε με βιβλία. Με πήγε πρώτα στον ποιητή Γιώργο Θέμελη. Και εκείνος μου είπε ότι έχω πολύ ζωηρή φαντασία, ότι εκεί έπρεπε να επιμείνω. Δεκατεσσάρων χρονών ήμουνα τότε» θυμήθηκε η Μαρία Κουγιουμτζή και η φωνή της γλύκανε, το πρόσωπό της έλαμψε από νοσταλγία.

Γκρίζα παιδικά χρόνια

Από την άλλη, τα παιδικά χρόνια ήταν γκρίζα. «Εζησα διάφορες καταστάσεις αλλά ήμουν ονειροπόλα. Για τον ονειροπόλο ο Ντοστογέφσκι λέει ότι δεν είναι άνθρωπος αλλά ένα πλάσμα ουδέτερο που κατασκευάζει έναν κόσμο δικό του και είναι ευτυχής εκεί μέσα, κι αυτό δεν είναι λίγο. Με χόρταινε η φαντασία μου. Φοβούνται τη φαντασία όσοι φοβούνται να αντικρίσουν κατάματα τον εαυτό τους». Τη δεκαετία του 1950 η Θεσσαλονίκη «ένα φτωχοκομείο ήτανε, ιδίως οι δικές μας οι γειτονιές, οι δυτικές, εκεί υπήρχε η μεγαλύτερη ανέχεια, σε μια περιοχή που υπέφερε συνολικά μετά την Κατοχή και τον Εμφύλιο. Τίποτα δεν είχαμε. Εμείς μέναμε σε ένα σπίτι που ήταν εβραίικο. Ετσι μας λέγανε, δεν ξέρω αν ήτανε. Παιδί ήμουνα. Τότε όχι μόνο δεν συζητιόταν το ζήτημα αλλά υπήρχε επιφύλαξη μεγάλη. Λίγοι, βέβαια, καταλαβαίνανε τι συνέβαινε. Σε μας τα μικρά λέγανε ότι οι Εβραίοι παίρνουν τα παιδάκια, τα βάζουν σ’ ένα βαρέλι με καρφιά και πίνουν το αίμα τους που στάζει». Τρόμος δηλαδή, έντονος αντισημιτισμός. «Τα άκουγα αυτά απ’ τα άλλα παιδιά, τους τα λέγανε οι γονείς τους. Εμένα η μάνα μου δεν μου ‘πε ποτέ τέτοια πράγματα. Είχε μια φίλη η οποία τελικά σώθηκε, επειδή είχε παντρευτεί χριστιανό».

Τα ανθρώπινα όρια

Στις ιστορίες της περνάει το ζήτημα, αντιστικτικά, με κακά αλλά και καλά παραδείγματα, υπήρξαν και αυτά. Και με αφορμή τον χαρακτήρα ενός άντρα στη «Μικρή Εβραία», ενός βιαστή, μίλησε ευρύτερα για τους ήρωές της.
«Εμένα οι χαρακτήρες μου είναι «διπλοί». Δηλαδή κάνουνε την αμαρτία αλλά υποφέρουνε που την κάνουνε. Δεν ησυχάζουν. Μετανιώνουν. Οι αμοραλιστές άνθρωποι δεν μ’ ενδιαφέρουν καθόλου. Με ενδιαφέρουν αυτοί που παλεύουν, άσχετα αν στο τέλος τα ένστικτα νικάνε. Αυτό το πιστεύω» τόνισε η Μαρία Κουγιουμτζή.

Μάλιστα γράφει ότι μόνο στις υπερβάσεις μαθαίνουμε και, πράγματι, τα κείμενά της περιγράφουν οριακές καταστάσεις. «Θέλω να δείξω πού φτάνουν τα όρια του ανθρώπου. Και στο καλό και στο κακό. Θέλω να διερευνήσω όλες τις κατευθύνσεις, όλες τις δυνατότητες, όλες τις πιθανότητες. Γι’ αυτό γράφω άγρια και τρυφερά. Δεν με νοιάζει να πω απλώς μια ιστορία καλά. Ούτε να κάνω τη δασκάλα σε κανέναν. Και τους χαρακτήρες μου δεν τους κρίνω. Τους αγαπάω και τους πονάω. Είμαι στραμμένη προς τους ανθρώπους που υποφέρουνε. Σε αυτούς που η μοίρα τους είναι τέτοια που δεν έχουν τα μέσα, κατά κάποιον τρόπο, να αντιδράσουνε. Είτε γιατί γεννήθηκαν μ’ ένα κουσούρι, είτε γιατί είναι φτωχοί κ.τ.λ. Στο διήγημα «Μαμά άφησέ με ν’ ανασάνω», η ηρωίδα έχει σχεδόν γεράσει νταντεύοντας τη μητέρα της. Είναι ένας άνθρωπος διψασμένος για ζωή», βρίσκει διέξοδο στις σκοτεινές αίθουσες, πάει στα πονηρά σινεμά, «κι όταν διψάς, δεν κοιτάς αν το νερό είναι θολό ή βρώμικο, θα πιεις».

Να το δούμε λίγο και πάλι ευρύτερα. Μήπως όσοι διαβάζουμε ακριβώς, γινόμαστε κάπως υπερβολικά «ελαστικοί» ως προς την ηθική ή ως προς τα αποδεκτά όρια εν γένει; Μήπως φτάνουμε στο σημείο να δικαιολογούμε τα πάντα; «Γινόμαστε πιο ανεκτικοί, πιστεύω. Δίνουμε χώρο στους ανθρώπους. Το δίκαιο είναι ο νόμος. Είναι ο Ιαβέρης που κυνηγά μια ζωή τον Γιάννη Αγιάννη, ενώ η Δικαιοσύνη είναι ο επίσκοπος που του χαρίζει τα κλεμμένα κηροπήγια αφήνοντάς του περιθώριο για να καταλάβει, να αλλάξει».

Οι αλληλεπιδράσεις

Η ίδια πιστεύει στη σημασία της συγχώρεσης. Και είναι μια γυναίκα που θαυμάζει τους προσωκρατικούς, τα μαθηματικά, την αστροφυσική, την πολυπλοκότητα του (εξωτερικού) Σύμπαντος. «Οι φυσικοί νόμοι, ενώ είναι νόμοι, δεν σε δεσμεύουν, σε ελευθερώνουν. Οχι μέσω του τυχαίου αλλά μέσω της απροσδιοριστίας. Της πληθώρας των κινήσεων, όχι της επιλογής αλλά των αλληλεπιδράσεων. Αυτό συμβαίνει και με τις ανθρώπινες σχέσεις. Από την αλληλεπίδραση με τους άλλους δημιουργούμαστε και τους δημιουργούμε».

Κάθε άνθρωπος όμως είναι και ένα διαφορετικό (εσωτερικό) σύμπαν. «Τους δέχομαι τους αμαρτωλούς, αρκεί να υπάρχει η πάλη, όπως προείπα. Πιστεύω ότι ακόμα κι αυτός που κάνει κάτι φρικτό δεν θέλει να το κάνει. Αλλά τα ένστικτα, που να πάρει ο διάολος, έχουν τέτοια γοητεία, όταν το φρικτό συμβαίνει σε κυριεύει και δεν μπορείς να σταματήσεις. Υστερα αυτός που το κάνει απεχθάνεται τον εαυτό του που το έκανε. Ποια θα ήταν η λύση; Να αυτοκτονήσει για να μην το ξανακάνει. Δεν μπορεί όμως, η ανάμνηση αυτής της φρικτής γοητείας τον κρατάει στη ζωή. Σκεφτείτε το, ευρύτερα. Η ζωή είναι φρικτή τις πιο πολλές φορές. Αλλά εμείς όλοι, εκεί. Εχει μια γοητεία. Τι είναι αυτό; Η ζωή η ίδια το πλάθει αυτό για να μας κρατήσει ζωντανούς. Αλλιώς στην πρώτη αναποδιά θα τα τινάζαμε όλα στον αέρα. Αφού έτσι κι αλλιώς ξέρουμε πως θα πεθάνουμε. Η ζωή όμως δημιουργεί μύθους, κι εγώ πιστεύω πολύ στον μύθο».

Τότε ανακάλεσε τον Ν. Γ. Πεντζίκη που «πίστευε στο φανταστικό, δεν ήθελε το πραγματικό», είχε μια σύντομη θητεία μαζί του. «Ο ίδιος ρώτησε κάποτε έναν μικρό, τι θέλεις, μικρέ, ένα πραγματικό αυτοκινητάκι για ένα φανταστικό; Το παιδί ήθελε το πραγματικό. Το πραγματικό τού είπε ο Πεντζίκης θα παλιώσει και θα το πετάξεις, το φανταστικό δεν θα το χάσεις ποτέ, θα το ‘χεις μια ζωή».

«Εχω εκπλαγεί αλλά δεν έχω τρομάξει»

Εχει ποτέ εκπλαγεί η ίδια από κάτι που έχει γράψει; Εχει ίσως τρομάξει; «Πιστεύω στην έμπνευση. Ερχεται από μια λέξη, μια εικόνα, μια ιδέα, είναι όπως το σωματίδιο του Χιγκς, που, ενώ δεν έχει μάζα, καθώς συγκρούεται μ’ ένα άλλο σωματίδιο τού δίνει μάζα και αποκτά και το ίδιο. Ετσι προκύπτει ένα ποίημα, ένα διήγημα, ένα μυθιστόρημα. Τουλάχιστον έτσι λειτουργώ εγώ. Εχω εκπλαγεί αλλά δεν έχω τρομάξει, κι αν έχω τρομάξει ο τρόμος αυτός είναι γλυκός. Δεν τα προσχεδιάζω αυτά που γράφω. Iσως και να μην τα ξέρω. Διότι αν τα ξέρω θα πάω με τη λογική να τα πω και δεν θα τα πω καλά. Οπου με πάει το κείμενο. Οι ανατροπές συντελούνται την ώρα της γραφής».

Η Μαρία Κουγιουμτζή για χρόνια ολόκληρα όχι μόνο δεν δημοσίευε «αλλά έσκιζα και δεν κρατούσα τίποτα, κι αυτό μου έκανε καλό». Για ένα διάστημα πήγαινε «καθημερινές ασκήσεις» στον ποιητή Ντίνο Χριστιανόπουλο, όπως ο ίδιος της είχε προτείνει. «Τις έβρισκε ενδιαφέρουσες αλλά ατελείς. Μου έλεγε να τις διορθώσω και να ξαναπάω αλλά ντρεπόμουν και δεν επανερχόμουν στο θέμα». Αλλά, ευτυχώς, δεν τον υπάκουσε. «Τον άκουγα με προσοχή αλλά δεν τον υπάκουσα». Δυο-τρία από αυτά τα κείμενα τα περιέλαβε στο «Αγριο βελούδο», το πρώτο της βιβλίο που κυκλοφόρησε το 2008 και απέσπασε κατόπιν το Βραβείο Διηγήματος του Ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών. Πρόκειται για τις «Γριές», «Το κοντάρι» και «Το βλέμμα», που είχε δημοσιευτεί πριν από 40 χρόνια στη «Λέξη». Η πρώτη της ιστορία δημοσιεύθηκε το 1972 στον «Κάλβο», σε διαγωνισμό υπό τον τίτλο «Διήγημα ’71». Η Μαρία Κουγιουμτζή μιλάει με ευγνωμοσύνη για τους φίλους της, για όσους τη στήριξαν και την παρότρυναν να συνεχίσει. Στη συνομιλία μας αναφέρθηκε ονομαστικά και αναλυτικά σε όλους.

 

«Ο αδερφός μου Σταύρος Κουγιουμτζής»

diastixo.gr 12/4/2017

Ο αδερφός μου ήταν ένας άνθρωπος ονειροπόλος. Ονειρευόταν έναν Κόσμο καλύτερο, ηθικότερο και αισθητικότερο. Πίστευε πολύ στην Τέχνη και στο πνεύμα, σ’ αυτό που είπε ο Ντοστογιέφσκι πως «η ομορφιά θα σώσει τον Κόσμο». Η ονειροπόλησή του δεν ήταν παθητική, ήταν ενεργητική. Δούλευε και πάλευε με πάθος γι’ αυτό που πίστευε και είχε ολόψυχα αφοσιωθεί στην Τέχνη.

Όταν στα 15 του ερωτεύτηκε την κλασική μουσική απλώς από ένα άκουσμα πιάνου –το αφηγείται θαυμάσια στο βιβλίο του Ανοιχτά παράθυρα με κλειστά παντζούρια– πήγε αμέσως και γράφτηκε στο Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης, που ήταν ένα ωραίο νεοκλασικό οίκημα στην Ευζώνων, και μέσα σε δυόμισι χρόνια ήταν έτοιμος για το πτυχίο του. Χωρίς να έχει πιάνο στο σπίτι για να μελετάει, μελετούσε στο Ωδείο και σε σπίτια φίλων, κάποιο χρονικό διάστημα ο καθηγητής του ο Τώνης Γεωργίου, ενθουσιασμένος από το ταλέντο του, έπεισε κάποιους και του νοίκιασαν ένα πιάνο στο σπίτι μας όπου μελετούσε από το πρωί ως το βράδυ. Αυτό ήταν η αιτία να πάθει υπερκόπωση και μια μη αναστρέψιμη βλάβη στα χέρια. Χρειάστηκε να εγκαταλείψει τα σχέδιά του για μεγάλος σολίστ. Όμως, όπως λέει και η παράδοση, εκεί που κλείνει μια πόρτα ανοίγει μια άλλη, έτσι στράφηκε προς τη σύνθεση όπου έγινε αυτός ο συνθέτης που ξέρετε. Εν τω μεταξύ, συνέχισε στο Ωδείο και τελείωσε όλα τα θεωρητικά, σύνθεση, ενορχήστρωση, ενοργάνωση, φούγκα, αντίστιξη κι όλα με άριστα, μέσα σε δύσκολες συνθήκες, αναγκαζόταν να παίζει σε νυχτερινά κέντρα, και όταν έκανε τις πρώτες του επιτυχίες πήγε στην Αθήνα, με την Αιμιλία, η οποία δέχτηκε και πούλησαν το σπίτι της/τους, όπου παράλληλα με τη σύνθεση, την εργασία του ως πιανίστα σε νυχτερινό κέντρο, έκανε και μαθήματα δωδεκάφθογγης μουσικής με τον γνωστό καθηγητή Γιάννη Ανδρέου Παπαϊωάννου. Όταν πια έγινε γνωστός κι έβγαζε από τα τραγούδια του τα προς το ζην, σταμάτησε τη φθοροποιό δουλειά του στα νυχτερινά κέντρα κι αφοσιώθηκε αποκλειστικά στη σύνθεση.

Εκείνο που συνέτριψε τα όνειρά του και συνέβαλε στην απογοήτευσή του ότι ο κόσμος θα γίνει καλύτερος, ήταν η συνάφειά του, αόρατη σχεδόν, με την εμπορευματοποίηση της Τέχνης, την αναξιοκρατία, την εισβολή και την επιβολή της μετριότητας και της γκλαμουριάς, η βιομηχανία της πέτσας που θέριευε, όχι μόνο της Τέχνης αλλά και ολόκληρης της ζωής.

Με τους τραγουδιστές δεν είχε ιδιαίτερες επαφές παρά μόνο επαγγελματικές – εκτός από τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, με τον εκρηκτικό και φιλόσοφο χαρακτήρα του, και τον Γιάννη Καλαντζή, ένα ευαίσθητο και σεμνό πλάσμα με ασυνήθιστη καλοσύνη και γενναιοδωρία. Δεν συμμετείχε ποτέ στη ζωή της νύχτας, δεν έκανε εμφανίσεις, δεν ήταν φίλος τους. Με τον Νταλάρα είχαν επίγνωση ο ένας της αξίας του άλλου, κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους υπήρχε ζεστασιά, ενθουσιασμός, αλλά από κει και πέρα έλειπε η οικειότητα της συχνής σχέσης. Ο Νταλάρας εργασιομανής, άψογος και συνεπής στις πρόβες, ρουφούσε το μεδούλι των τραγουδιών και τα απέδιδε με άφταστη τελειότητα. Είναι ένας τραγουδιστής που πρόσφερε τα μέγιστα στο τραγούδι και οφείλουμε να τον σεβόμαστε.

Αντίθετα, έκανε πολλή παρέα και ήταν φίλος με τους στιχουργούς που συνεργαζόταν. Στο σπίτι έρχονταν ο Μάνος ο Ελευθερίου, ο Μιχάλης ο Μπουρμπούλης, η Τσώτου τα πρώτα χρόνια, ο Λευτέρης ο Παπαδόπουλος, έξοχη ψυχή, δίκαιη –μ’ αυτόν τα έλεγε πιο πολύ τηλεφωνικά–, ο Άκος ο Δασκαλόπουλος που έφερνε και τον ποιητή Νίκο Καρούζο, ο οποίος λάτρευε το «Μη μου θυμώνεις μάτια μου», ο Κώστας Κινδύνης, όπου κλείνονταν στο σαλόνι και μιλούσαν ώρες για ποίηση και μουσική.

Ιδίως το δαιμόνιο πνεύμα του Μάνου Ελευθερίου που σε καθήλωνε απολαυστικά, η φιλικότητά του καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του αδερφού μου, καθώς και η οξύνοια, οι γνώσεις του Μ. Μπουρμπούλη με τη γοητεία του γλωσσικού του πλούτου, τη μουσικότητα της καταγωγής του και κυρίως την ευγένειά του, καθώς και η ιδιαίτερη αισθαντικότητα και το χιούμορ του γραφίστα και συγγραφέα Μιχάλη Ιερωνυμίδη και της οικογένειάς του, η κομψότητα, η απλότητα, και η φιλοξενία του Κώστα Κινδύνη και της γυναίκας του Ελένης, ο κουμπάρος του Ευγένιος Σπαθάρης με τη Φανή, η κυρία Ελένη με τη λαϊκή σοφία της και τα έξυπνα και ικανότατα παιδιά της, ζέσταιναν την ψυχή του Σταύρου. Με την Αιμιλία πάντα στο πλευρό του, αφοσιωμένη ψυχή και σώμα, να έχει αναλάβει όλα τα πρακτικά προβλήματα μιας οικογένειας, ικανότατη και με σπάνια ευαισθησία ερμηνεύτρια των τραγουδιών του, με μια θηριώδη μνήμη ακόμα και της πιο μοναχικής του νότας.

Η τριβή με τις εταιρείες δίσκων και τα πρακτικά τον κούραζαν και τον απογοήτευαν. Η Αθήνα με τις μεγάλες αποστάσεις τον έκανε να νοσταλγεί τη Θεσσαλονίκη και τους δρόμους της, τους φίλους του και τη μυρωδιά της. Ήταν σπουδαίος πεζοπόρος της πόλης, περιπατητής του άστεως γενικά. Η Θεσσαλονίκη ήταν η μητέρα του, την ήξερε καλά, είχε περπατήσει κάθε δρομάκι της. Ακόμα και στην Αθήνα, απ’ το Μαρούσι απ’ όπου έμεναν, κάναμε οι δυο μας καθημερινούς περιπάτους με τα πόδια ως την Κηφισιά και το Κεφαλάρι συζητώντας. Το μυαλό του δεν έμενε ποτέ αργό, αντίθετα ήταν σε μια διαρκή εγρήγορση και πάντοτε για την Τέχνη.

Ήταν σεμνός χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν ήξερε την αξία του. Αλλά μπροστά στις διαχρονικές αξίες και τα μεγέθη της Μουσικής, αισθανόταν τον σεβασμό που όφειλε στους Προ, στους Νυν και στους Μετά. Πίστευε στις αξίες. Και οι αξίες, πέρα από το ότι είναι το Άλας της Γης, είναι εκείνο το βήμα που στερεώνει την ουτοπία για έναν πιο ανθρώπινο και δίκαιο Κόσμο.

Παράλληλα δεν του έλειπε το χιούμορ, ήταν ως επί το πλείστον η καρδιά της παρέας με τη σπιρτάδα του πνεύματός του και τη γλύκα της ψυχής του. Όμως η ψυχή του κόσμου, που μετά τη δικτατορία είχε αρχίσει να παίρνει ανάσες, άρχισε σιγά σιγά να ξεχνάει τα όνειρά της, φιμώθηκε η ανάτασή της από τη φθορά των αξιών, το κυνήγι του πλουτισμού και τον χαβαλέ, ιδίως οι πολιτικοί και η πολιτική που τη φθορά της είχε αντιληφθεί πλήρως από τότε, τον έθλιβαν και τον οδήγησαν στην απομόνωση. Και κείνη η απομόνωση της μελαγχολίας του ήταν η ουσιαστική και ανέλπιδη διαμαρτυρία του για τον παραλογισμό της ζωής.

Όλα αυτά τραυμάτισαν την ευαίσθητη καρδιά του και ποιος ξέρει πόσα άλλα μυστικά κι απόκρυφα, και έφυγε νωρίς.

Αυτός ήταν στην ουσία ο αδερφός μου, ένας εραστής της Τέχνης και της Ανθρωπιάς. Για μένα υπήρξε τρυφερός αδερφός και εξαίρετος παιδαγωγός. Η σχέση μας ήταν πάντοτε σχέση θαυμασμού και αγάπης.

Σχολιάστε

Filed under ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ, ΠΟΙΗΣΗ