ΝΙΚΗ ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ

Η Νίκη Ροδοπούλου γεννήθηκε το 1974 στη Θεσσαλονίκη. Είναι απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ. με κατεύθυνση Φιλοσοφία και κάτοχος MSc in Psychology & Counseling από το University of sheffield.
Επίσης ασχολείται με την ζωγραφική την μουσική και την φωτογραφία.
Ζει στη Θεσσαλονίκη και έχει ένα γιο, τον Νικόλα.
Το Χα! είναι η πρώτη της ποιητική συλλογή.

ΧΑ! (2019)

ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ

Αεροπλάνα πήρα
αντί για πινέζες
καρφίτσωσα στον ουρανό
τις επιθυμίες

Λουλούδια πήρα
αντί για χρώματα
ζωγράφισα στους τοίχους
τη ζωή

Ανθρώπους πήρα
αντί για σπίρτα
έβαλα φωτιά στους φόβους

Κι όλα αυτά
γιατί ήθελα απλά
ο ουρανός να υποκλίνεται μπροστά μου
και η γη να παραδίνεται στα χέρια μου
όταν εγώ την περπατώ

Η ΠΡΟΣΘΕΣΗ

Μια φορά ακόμη
να κυλήσω την ξεγνοιασιά μου στο γρασίδι
να εκπνεύσω τα διλήμματα

Μια φορά ακόμη
να χορέψω με τα χρώματα
με άλλα αγκαλιά με άλλα από μακριά
σε χορό γρήγορο ρυθμικό
να εισπνεύσω εκπλήξεις

Μια φορά ακόμη
ν’ ανέβω στις στέγες
των συναισθημάτων
να μου κοπεί η ανάσα από τη θέα

Μια φορά ακόμη
να προσθέσω στις φορές
και να βγει ένα άθροισμα για πάντα

Μόνο στων μαθηματικών τον κόσμο
αποδεκτό αποτέλεσμα

ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ

Είδα δρόμους που
κρύφτηκαν ο ένας από τον άλλον
και πεζοδρόμια που πούλησαν μετρητοίς
τη θέση τους στους χάρτες

Είδα ανθρώπους που
π ανάσα τους έχτισε ολόκληρες πολιτείες
και άλλους το βλέμμα τους ωκεανούς
για να υπάρχει ο βυθός
αν θέλεις κάπου να χαθείς

Είδα βροχές που
πότισαν το νου μου
και φύτρωσαν παραμύθια
να λέω στις σταγόνες καθώς
πέφτουν από τον ουρανό
στη γη για ύπνο

Καληνύχτα

ΕΣΥ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ

Οι σκέψεις μου
πέταξαν στον ουρανό ψηλά
τότε που με ρώτησες αν
τ’ αστέρια είναι πουλιά

θέλησα να κρατήσω εκείνη τη στιγμή
όπως κράτησα στα χέρια μου
την καρδιά σου να σκεπάσω
κι ένα φιλί

Το σ’ αγαπώ είναι λίγο τόσο λίγο
όταν είσαι διψασμένος
εσύ αγάπη μου

ξάστερος ουρανός
με πουλιά αστέρια στολισμένος

Και οι σκέψεις μου
πέταξαν ψηλά

τότε που με ρώτησες αν
τ’ αστέρια είναι πουλιά

ΣΤΟ ΠΑΡΤΥ TOY JEAN COCTEAU

Οι ταπετσαρίες στους τοίχους
έχουν πιάσει συζήτηση
με τις λάμπες

οι καναπέδες χορεύουν
με τις κουρτίνες
η βιβλιοθήκη αλλάζει
δίσκους στο πικάπ

εγώ στο μπαλκόνι

απλώνω ψηλά το χέρι
τα νέφη παίρνω

τα ρίχνω στο ποτό μου
και τα πίνω μονομιάς

CL0SER

Κάθε μέρα λίγο πιο κοντά
κάνω ζουμ με τη μηχανή μου
επεξεργάζομαι την αίσθηση της απόστασης

Κάθε μέρα λίγο πιο κοντά
με τις χειρονομίες που θέλω να γνωρίσω
και να τις πάρω βόλτα από το χέρι
ένα κυριακάτικο πρωινό

Έτσι έρχομαι λίγο πιο κοντά
κάνοντας κουτσό πηδώντας
μερικά πλακάκια

και βρήκα αυτό το τέχνασμα
έτσι για να νομίζω για λίγο
ότι δεν πατώ στη γη

ή ότι ίσως έτσι
θα έρθω πιο γρήγορα
κοντά σου

Η ΠΑΣΧΑΛΙΤΣΑ

Η πασχαλίτσα που κρατούσαμε
στην παλάμη όταν ήμασταν παιδιά
ήρθε και με επισκέφθηκε

περπάτησε στο χέρι μου για λίγο
σαν και τότε και μετά άνοιξε
τα φτερά και έφυγε

μόνο που αυτή τη φορά
μου άφησε τις μαύρες βούλες της

κατάλαβε ότι έχω γεράσει πλέον
η όρασή μου δεν είναι όπως παλιά

μου τις άφησε για κόρες
των ματιών μου

ΧΑ!

Απ’ τις σκεπές θα βγω και θα φωνάξω
από το στόμα μου θα γεννηθούν πατρίδες
χωρίς σύνορα και φυλακές

Τα δέντρα θα μας πότιζαν
τα ζώα θα μας έδιναν τροφή

Εγώ αυτήν την πρόταση
ήρθα να κάνω

γιατί είμαι
ένας εξωγήινος και σας ξεγέλασα

Χα!

Και σας έχω γραμμένους στο παλιό μου το βρακί!
(όπως λέτε εσείς οι γήινοι…)

ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Ένα παιχνίδι ξεκίνησα να παίζω
παιδί ακόμη όταν ήμουν
να βρω το άνοιγμα

στο ξέφωτο του χρόνου

Ήρθα αντιμέτωπος με καταστάσεις
που διαρκώς άλλαζαν
απαιτούσαν απόφαση επιλογή

Και μέσα σε αυτήν την εναντιοδρομία
συνάντησα το ερώτημα που
ρωτούσε και ερωτάτο

Ενήλικας όντας τώρα
αναρωτιέμαι εγώ παίζω ακόμη
ή είμαι εγώ το ίδιο το παιχνίδι

αναρωτιέμαι

καθώς πλησιάζω
σε μια στιγμή
σε ένα άνοιγμα

το παιχνίδι του κόσμου

ΚΡΙΤΙΚΕΣ 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΚΟΚΚΙΝΟΣ

FRACTAL 8/1/2020

«ΕΝΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΣΤΟ ΞΕΦΩΤΟ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ»

 

Πρώτη παρουσία της Νίκης Ροδοπούλου στο χώρο της ποίησης με το βιβλίο της Χα! που μέσα από τα 45 ποιήματα της συλλογής μας μεταφέρει τις σκέψεις και τα συναισθήματα της όπως αυτά γεννιούνται μέσα στη σημερινή καθημερινότητα της κοινωνίας που όλοι μας ζούμε. Σκέψεις, συναισθήματα και ευαισθησίες της ποιήτριας μας που γίνονται ποίηση πότε ειρωνική και πότε αυτοσαρκαστική. Είναι όμως ευαίσθητη και τρυφερή ιδιαίτερα όταν μιλά για μια αγάπη της ζωής της, το γιο της Νικόλα που του αφιερώνει όπως δηλώνει στην αρχή, τρία από τα ποιήματα της συλλογής.
Η γραφή της είναι πηγαία, αληθινή, γεμάτη εικόνες και σε πολλά ποιήματα είναι αλληγορική, με διακριτό το φιλολογικό-φιλοσοφικό της βάθος. Ο ποιητικός της λόγος είναι μια συνομιλία, όχι μόνο με τον εαυτό της αλλά και με το κάθε αναγνώστη, με το κάθε άνθρωπο μέσα στο ταξίδι της ζωής στον αιώνα μας. Ένα ταξίδι που για τη ποιήτρια μας είναι «Το παιγνίδι του κόσμου» όπως και ο τίτλος του τελευταίου ποιήματος της συλλογής. Γράφει:

«Ένα παιχνίδι ξεκίνησα να παίζω/παιδί ακόμη όταν ήμουν/
να βρω το άνοιγμα/στο ξέφωτο του χρόνου»

για να κλείσει λέγοντας μας:

«Ενήλικας όντας τώρα/αναρωτιέμαι εγώ παίζω ακόμη/
ή είμαι εγώ το ίδιο το παιχνίδι»

Ξεκινώντας λοιπόν αυτό το ταξίδι-παιγνίδι με τη ποιητική ματιά και λόγο της ποιήτριας, μας λέει μεταξύ άλλων στις «Αντικαταστάσεις», ένα από τα πρώτα ποιήματα της συλλογής:

Αεροπλάνα πήρα/αντί για πινέζες
Λουλούδια πήρα/αντί για χρώματα
Ανθρώπους πήρα/αντί για σπίρτα
έβαλα φωτιά στους φόβους/Κι όλα αυτά/γιατί ήθελα απλά
ο ουρανός να υποκλίνεται μπροστά μου/
και η γη να παραδίνεται στα χέρια μου/
όταν εγώ την περπατώ

Τι ζητά η ποιήτρια, τι ζητάμε όλοι μας σ΄ αυτό το ταξίδι της ζωής; Ποια είναι αυτά τα απλά πράγματα που την ομορφαίνουν και που όταν τα γευτούμε τα αναζητάμε για μια ακόμα φορά; Η απάντηση της ποιήτριας στο ποίημα «Η πρόσθεση» είναι πιστεύω, κοιτάζοντας τη ψυχή μας, η ίδια στο κάθε άνθρωπο.

«Μια φορά ακόμα/ να κυλήσω την ξεγνοιασιά μου στο γρασίδι/
να εκπνεύσω τα διλήμματα/να χορέψω με τα χρώματα/
με άλλα αγκαλιά με άλλα από μακριά/να εισπνεύσω εκπλήξεις/
ν’ ανέβω στις στέγες των συναισθημάτων/
να μου κοπεί η ανάσα από τη θέα/
να προσθέσω στις φορές/και να βγει ένα άθροισμα για πάντα.»

Αυτό το άθροισμα είναι που θα δώσει υπόσταση στη ζωή που μας δόθηκε.
Όπως έγραψε και ο Γιώργος Σεφέρης «Το σπουδαίο δεν είναι ν’ αλλάξουμε τη ζωή μας, ονειροπολώντας μιαν «άλλη», αλλά να κάνουμε να λαλήσει τούτη η ζωή, όπως μας δόθηκε, την καθημερινή, την ταπεινή, την ανθρώπινη, όπου το καθετί που μπορούσε να γυρέψουμε πρέπει να υπάρχει.»

Και στο ποίημα «Γραμμές» με μια δόση αυτοσαρκασμού και ειρωνείας μιλώντας για αυτά που θέλει να γράψει σε λίγες γραμμές και σαν από άλλο πλανήτη προερχόμενη, μας λέει:

« Και σκεφτόμουν τις γραμμές εκείνες τις άδειες του τετραδίου/που περιμένουν ένα χέρι να στηρίξει επάνω τους ένα νόημα/και οι γραμμές γίνονται οντότητες αντικρίζοντας/για πρώτη φορά αυτό που λέτε εσείς οι γήινοι ζωή»

Και σκέφτεται ακόμα «τις γραμμές που αφήνουν τα αεροπλάνα», «τις γραμμές στους δείκτες του ρολογιού/που μας δείχνουν κατακερματισμένη τη ζωή μας» και τις γραμμές που έγιναν κουκίδες «περνώντας από κλειδαρότρυπες όπως/η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων.»

Και καταλήγει λέγοντας:

«Και τότε θυμήθηκα τις γραμμές που χάραξα στον τοίχο/για να μετράω τις ημέρες εκείνες τις ανέλπιδες/και σκεφτόμουν πως μετά από χιλιετίες/ίσως ερχόταν ένας αρχαιολόγος και/ίσως προσπαθούσε να εξηγήσει/την δυσνόητη τοιχογραφία/και σαν τον Δίσκο της Φαιστού το νόημα/των γραμμών μου θα έμενε/για πάντα ακατάληπτο»

Εκτός από την Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων, η ποιήτρια κάνει χρήση και άλλων προσώπων μέσα από μύθους και παραμύθια για να μας πει τις σκέψεις της. Σε ένα εξαιρετικό ποίημα, το «Νανούρισμα», γράφει: «Είδα βροχές που/πότισαν το νου μου/και φύτρωσαν παραμύθια/να λέω στις σταγόνες καθώς/πέφτουν από τον ουρανό/στη γη για ύπνο» και συνεχίζει σε άλλα ποιήματα όπως ο μάγος Μέρλιν που την έμαθε ένα κόλπο να εξαφανίζει τις απαιτητικές φιγούρες στο ποίημα «Μαγικά!, ο «Ξυλοπόδαρος» που ξεγελά τα δέντρα και «H Χιονάτη και oi επτά νάνοi» όπου φορώντας μια κουκούλα θα εξαφανίζεται μέσα στους νάνους.

Όπως ανάφερα στην αρχή τρία ποιήματα είναι αφιερωμένα στο γιο της Νικόλα. Στο ποίημα «Εσύ αγάπη μου» γράφει μεταξύ άλλων:

«Το σ’ αγαπώ είναι λίγο τόσο λίγο/όταν είσαι διψασμένος/
εσύ αγάπη μου/ξάστερος ουρανός
με πουλιά αστέρια στολισμένος

Και στο ποίημα Άμστερνταμ δηλώνει:

«όλα τα πλάσματα από κάθε γωνιά της γης
και όλους τους πολιτισμούς/ξεκίνησαν να ‘ρθουν
να δουν από κοντά/τι πάει να πει/αγάπη»

Και τα συναισθήματα της ποιήτριας- μητέρας, στο τρίτο ποίημα για το γιο της απογειώνονται πολύ πιο πάνω από τα σύννεφα λέγοντας μας στο ποίημα «Αστροναύτης»:

«Έτσι βαδίζω χαρούμενη/ στους δρόμους, /
σαν τον Armstrong/που πάτησε πρώτος στη σελήνη,/
ντυμένη αστροναύτης»

Το λεξιλόγιο στη ποίηση της Νίκης Ροδοπούλου ενώ είναι απλό και καθημερινό, ακολουθεί μια δικιά της φόρμα μετατρέποντας το σε ποιητικό και χτίζει τη ποίηση της πάνω σε μεταφορές και αλληγορίες που κάνει τον αναγνώστη να αναζητήσει τη βαθύτερη σκέψη της.
Αναφέρω μερικούς στίχους:

«Σε δείπνο κάλεσα/το Άλφα και το Ωμέγα/ αρχή και τέλος/
να κάνουν μια ανακωχή» [«Το δείπνο»]

«Τα χέρια μου ήταν κλαδιά/που κάθισαν πουλιά να ξαποστάσουν/
τα πόδια μου βολβοί με ρίζες/που διέσχισαν βαθιά τη γη»
[«Ταυτότητα»]

«Ψάχνω έναν εθελοντή/να στείλω πίσω στον χρόνο/εγώ φοβάμαι/
να πάει να βρει/εκείνες τις υποχθόνιες ώρες» [«Εθελοντής»]

«Ακούω τις σκέψεις/ανεβαίνουν τα σκαλοπάτια/οι ερωτήσεις ετοιμάζονται/να χτυπήσουν το κουδούνι/τους υποδέχτηκα»
[«Ομόφωνη απόφαση»]

Ένα άλλο ξεχωριστό χαρακτηριστικό της ποίησης της Ροδοπούλου είναι ότι οι στίχοι είναι γεμάτοι εικόνες, και ο ρυθμός του ποιήματος ακολουθεί τη κίνηση των εικόνων, κάνοντας έτσι τη ποιητική αφήγηση, κινηματογραφική.
Ενδεικτικό παράδειγμα το εμβληματικό κατά την άποψη μου ποίημα «Στο πάρτυ του Jean Cocteau»

«Οι ταπετσαρίες στους τοίχους/έχουν πιάσει συζήτηση
με τις λάμπες/οι καναπέδες χορεύουν/με τις κουρτίνες
η βιβλιοθήκη αλλάζει/δίσκους στο πικάπ
εγώ στο μπαλκόνι/απλώνω ψηλά το χέρι
τα νέφη παίρνω/τα ρίχνω στο ποτό μου
και τα πίνω μονομιάς»

Οι εικόνες μέσα στο ποιητικό της λόγο είναι τρυφερές όπως στο ποίημα CL0SER

Κάθε μέρα λίγο πιο κοντά/με τις χειρονομίες που θέλω να γνωρίσω/
-και να τις πάρω βόλτα από το χέρι/ένα κυριακάτικο πρωινό/Έτσι έρχομαι λίγο πιο κοντά/κάνοντας κουτσό πηδώντας/μερικά πλακάκια

το ίδιο τρυφερές και στο ποίημα Η ΠΑΣΧΑΛΙΤΣΑ

«Η πασχαλίτσα που κρατούσαμε/στην παλάμη όταν ήμασταν παιδιά/
ήρθε και με επισκέφθηκε/περπάτησε στο χέρι μου για λίγο/σαν και τότε και μετά άνοιξε/τα φτερά και έφυγε/»

Αλλού οι στίχοι δείχνουν το θυμό της ποιήτριας όπως στο ποίημα
«DESTINATION FINALE»

«Να σκοτώσω με μαχαίρι τέτοιο/που να μην φαίνεται στη λάμα/
ο αντικατοπτρισμός»

Και αλλού ο στίχος είναι ερωτικός όπως στο ποίημα SEX

«μια γνωστή φωνή ακούγεται/από το δωμάτιο «come on baby light my fire»/αριστερά να τραγουδά»

Όλες αυτές οι εικόνες ξεπετάγονται στη γραφή της ποιήτριας μας όχι μονάχα από την ευαισθησία της αλλά και από το στοχασμό της για την ζωή.
Γράφει στο ποίημα «Οι ώρες»

«Το πρωί το χάραμα όταν ξυπνάω/και βγαίνω μόνη στο μπαλκόνι/
αυτές οι ώρες/είναι οι δικές μου»

Και όταν οι ώρες γίνονται χρόνια τότε όπως μας λέει στο «Μόνο για σήμερα»

«Δεκαπέντε χρόνια/κοντεύουν να περάσουν/
και τρόμαξα μόλις κατάλαβα/την απόσταση που άφησα/
πίσω μου να με κυνηγά/Μνήμες ξαφνικά εμφανίζονται/
επιδειξίες στο κεφάλι μου»

Και αναλογίζεται τη ζωή του χτες, του σήμερα, του αύριο

«Σαν εκείνη την ελπίδα/που φέρνει κάθε νέο ξημέρωμα/
με καινούργιες ιστορίες εικόνες και ανθρώπους/
που θες και δεν θες να γνωρίσεις/
Σαν εκείνη την ευτυχία που ένιωσες κάποιες στιγμές/
και φώναξες δυνατά ναι! Η ζωή είναι ωραία!»

Και μιλά σε πρώτο πρόσωπο γιατί τα λόγια της, οι στίχοι της είναι ένα κομμάτι από το κάθε άνθρωπο, βλέπει με τα μάτια όλων μας τα δεινά της ανθρωπότητας και όπως μας λέει χαμογελώντας στο ποίημα Χα μια και αυτή είναι μια εξωγήινη που ήρθε να πει σε μας τους γήινους ότι

« θα φωνάξω/από το στόμα μου θα γεννηθούν πατρίδες/
χωρίς σύνορα και φυλακές»

Αν κοιτάξουμε όλοι μας το κόσμο από ανατολή σε δύση , από βορρά και νότο
ο άνθρωπος ανάβει παντού φωτιές, με πολέμους, με πρόσφυγες που αναζητούν καινούργια πατρίδα, με καταστροφές του περιβάλλοντος που μοιραία μας οδηγούν στην αυτοκαταστροφή γιατί αυτό το παιγνίδι έχουν επιβάλει. Και η ποιήτρια μας να αναρωτιέται στο τελευταίο ποίημα της συλλογής «Το παιγνίδι του κόσμου»

«αναρωτιέμαι/καθώς πλησιάζω/σε μια στιγμή/
σε ένα άνοιγμα/το παιχνίδι του κόσμου»

Η Νίκη Ροδοπούλου κάνει τη πρώτη της εμφάνιση στα ποιητικά δρώμενα με ξεχωριστή γραφή, και μια ευαίσθητη ματιά , με μια ποίηση που υπόσχεται μια δυναμική συνέχεια.

 

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Συνέντευξη στη Λία Κατσανά

praximag.gr/12/12/2019

Στην πρώτη της ποιητική συλλογή με τίτλο «Χα!», η δημιουργός Νίκη Ροδοπούλου πλάθει ένα ανατρεπτικό σύμπαν λέξεων και εικόνων και μας προσκαλεί να το γνωρίσουμε από κοντά. Συνδυάζοντας μοντέρνα σκέψη, μεταϊστορική αφήγηση και υψηλό γλωσσικό επίπεδο, η αντισυμβατική αυτή ποιήτρια επιδιώκει να σπείρει την αμφιβολία στο μυαλό των αναγνωστών της και να μοιραστεί μαζί τους το διαχρονικό της ενδιαφέρον για τον ίδιο τον άνθρωπο.

Το «Χα!» είναι η πρώτη σας συλλογή και περιλαμβάνει 45 ποιητικές δημιουργίες. Ποιο ήταν το κριτήριο με βάση το οποίο επιλέξατε να τις εντάξετε σε αυτή την ανθολογία;

Η αλήθεια είναι ότι υπήρχε αρκετό υλικό, η επιλογή ωστόσο δεν θα έλεγα ότι ήταν μία δύσκολη αλλά περισσότερο μία ενδιαφέρουσα διαδικασία καθώς έβαλα τον εαυτό μου να ξαναδεί τα ποιήματα από διαφορετικές οπτικές. Τα βασικά κριτήρια ήταν δύο. Επέλεξα αυτά που κατ’ αρχήν θα ήθελα να μοιραστώ με τους αναγνώστες καθώς υπάρχουν κι άλλα που προς το παρόν επιλέγω να κρατήσω για τον εαυτό μου και μόνο. Το δεύτερο κριτήριο ήταν να μιλούν λίγο πολύ για έναν «ίδιο κόσμο» μέσα στον οποίο κινείται και αναζητά απαντήσεις ο άνθρωπος για τον οποίο μιλώ στα ποιήματα μου. Σ’ αυτό το σημείο θα ήθελα να προσθέσω ότι δεν είναι τυχαία και η σειρά που έχουν μπει τα ποιήματα και ότι θα πρότεινα στους αναγνώστες να τα διαβάσουν με τη σειρά που είναι στο βιβλίο. Φανταστείτε ότι ακούτε μία μουσική δημιουργία. Πόσο διαφορετική θα είναι αν ακούσετε πρώτα τη μέση, μετά την αρχή και μετά το τέλος και πόσο διαφορετική αν την ακούσετε από την αρχή μέχρι την ολοκλήρωσή της.

Ποιο θα λέγατε ότι είναι το ποιητικό στιλ που χαρακτηρίζει τη συλλογή;

Θα προτιμούσα να μην κατηγοριοποιήσω την ποίησή μου σε ένα στιλ, όπως γενικά δεν μου αρέσει να βάζω τα πράγματα σε κατηγορίες. Σίγουρα δεν είναι η παραδοσιακή ποίηση με την ομοιοκαταληξία, τον έντονο λυρισμό κ.ο.κ. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι εντάσσεται σε ένα πιο μοντέρνο πλαίσιο ή σ’ ένα εξωγήινο στιλ, αν θέλετε, καθώς ως «εξωγήινη» πλέον συνηθίζουν να με αποκαλούν αστειευόμενοι αρκετοί φίλοι που διάβασαν το βιβλίο.

Ο τίτλος «Χα!» από πού προέκυψε;

Το «Χα!» είναι ο τίτλος ενός ποιήματος του βιβλίου. Αυτό το «Χα!» είναι το επιφώνημα του γέλιου, ενός γέλιου περιπαικτικού, λίγο ειρωνικού, θα μπορούσαμε να πούμε. Όπως λέω και στο ποίημα μου, το οποίο το έχω σκοπίμως και προς το τέλος του βιβλίου «…Εγώ αυτήν την πρόταση ήρθα να κάνω γιατί είμαι ένας εξωγήινος και σας ξεγέλασα, Χα!….» σαν να λέω στους αναγνώστες κατά κάποιον τρόπο όλα αυτά που σας είπα μέχρι τώρα, μην είστε και σίγουροι ότι είναι αλήθεια… αναρωτηθείτε! Κατά κάποιον τρόπο επιδιώκω να πυροδοτήσω την κριτική τους σκέψη, να μην είναι απλοί παρατηρητές, αλλά ερευνητές, να τους παροτρύνω να αμφιβάλλουν και να αναζητούν…

Η έννοια του ανθρώπου πώς υπάρχει στην ποιητική σας σκέψη;

Η έννοια του ανθρώπου κατέχει κεντρικό ρόλο στην ποίηση μου σκέψη. Και ακριβώς με αυτήν την στάση που περιέγραψα στο προηγούμενο ερώτημά σας στέκεται απέναντι στον κόσμο. Είναι ο άνθρωπος που θέτει όλα τα φιλοσοφικά και υπαρξιακά ερωτήματα, έρχεται αντιμέτωπος με ανατροπές βεβαιοτήτων, άλλες φορές επαναστατεί, άλλες φορές παρασύρεται στο σκοτάδι αλλά πάντα αναζητά και είναι συνέχεια εν κινήσει (όπως τα πάντα άλλωστε). Στο τελευταίο ποίημα του βιβλίου το «Παιχνίδι του Κόσμου» μιλάω ξεκάθαρα γι’ αυτόν τον άνθρωπο που είναι ταυτόχρονα παίκτης, παίγνιο και εμπαιγμένος στο παιχνίδι του κόσμου.

Γεννηθήκατε και ζείτε στη Θεσσαλονίκη. Ποια ήταν η επιρροή που άσκησε η πόλη στα ποιήματά σας;

Η αλήθεια είναι ότι υπάρχει αυτή η επιρροή σε κάποια από τα ποιήματά μου. Η Θεσσαλονίκη έχει πολλά πράγματα που αγαπώ αλλά και πολλά πράγματα που με ενοχλούν. Ωστόσο, όσον αφορά σε αυτά που με αγανακτούν δεν θα έλεγα ότι είναι συγκεκριμένα πράγματα που συμβαίνουν μόνο στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Με αφορμή όμως αυτά που ζω εδώ προσπαθώ να μιλήσω (κυρίως σε κάποια ανέκδοτα ποιήματα) για πράγματα που συμβαίνουν σε όλη την Ελλάδα. Παρ’ όλα αυτά υπερτερούν αυτά που αγαπώ σε αυτήν την πόλη. Σε αρκετά ποιήματά μου υπάρχουν αναφορές σε όμορφες στιγμές και εικόνες που μου έχει δώσει η Θεσσαλονίκη. Κάποιες εικόνες έντονες που έγιναν και αφορμή για την συγγραφή κάποιων ποιημάτων.