Tag Archives: ΝΙΚΟΣ ΜΥΛΟΠΟΥΛΟΣ

ΝΙΚΟΣ ΜΥΛΟΠΟΥΛΟΣ

ΝΙΚΟΣ

 

Ο Νίκος Μυλόπουλος γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη το 1951 στην οποία σπούδασε, ζει και εργάζεται ως Χειρουργός Οφθαλμίατρος. Είναι Διδάκτωρ της Ιατρικής Σχολής του Α.Π.Θ. Έχει εκδώσει οκτώ ποιητικές συλλογές. Ποιήματα του έχουν δημοσιευθεί στα περισσότερα ελληνικά λογοτεχνικά περιοδικά και στο Διαδίκτυο. Το περιοδικό Πάροδος το 2008 τον συμπεριέλαβε στην μόνιμη στήλη του «ΠΡΟΣΩΠΑ» και το περιοδικό Ο Σίσυφος τχ. 7 στην στήλη «ΣΕΛΙΔΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ». Είναι
μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης και ποιήματά του συμπεριλαμβάνονται στην πρόσφατη (Φεβρουάριος 2016) ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ της.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ:

1. Παράκτιος πια ο έρωτας, Πλέθρον, 2002
2. Ένα παράθυρο με κιμωλία, Μεταίχμιο, 2005
3. Οι εραστές πάντα σιωπούν, Μεταίχμιο, 2007
4. Ξημερώνει στο γέλιο σου, Οι Εκδόσεις των Φίλων, 2011
5. Όνειρα σε συνέχειες, Σαιξπηρικόν, 2012
6. Τέλος της περιπλάνησης, Γαβριηλίδης, 2015
7. Οι εφτά καινούργιες μέρες, ΕΝΕΚΕΝ, 2015.
8. Όπως η θάλασσα με το αύριο, Γαβριηλίδης, 2016
9. Εγχείρημα φωτός (2018) Κουκκίδα

 

ΕΓΧΕΙΡΗΜΑ ΦΩΤΟΣ (2018)

 

Α. ΣΤΟ ΜΩΒ ΤΟΥ ΧΑΡΤΗ

ΧΑΡΤΙΝΕΣ ΠΟΛΕΙΣ

Στις χάρτινες πόλεις που καιγόμασταν
Με ρώτησες (κάπως συνεσταλμένα) αν σε ήθελα.
Ακολούθησαν διάλογοι χαρτοπαικτών χωρίς σιγαστήρα
Πιστεύοντας πως με μία ντάμα καρό θα σώζαμε την παρτίδα.
Αγνοώντας την συρμάτινη Άνοιξη που στο λαιμό κρεμάσαμε
Εκπέμπαμε την άγρια ομορφιά των αχνών ηλιαχτίδων.
Καθώς το άρωμα ξεθύμανε αργότερα στην κλεψύδρα του χρόνου
Δραπετεύσαμε απ’ της σιωπής τα τρύπια δίχτυα
Στην ανοιχτόχρωμη πηγαίνοντας συναυλία των υπόπτων.

Λιθόστρωτο και λιθοξόοι τώρα πια
Πνιγμένα υλικά του τίποτα στη σκόνη.

 

ΑΣΠΙΔΑ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΚΜΗ

Χαίνον τραύμα τα χείλη μου απ’ το δικό σου φιλί
Αιμορραγούν έκτοτε ασταμάτητα σαν ασπίδα στην παρακμή.
Ύστερα βήχουμε χάδια ή λόγια ανείπωτα
Σε στεναγμών απαρηγόρητους κρυψώνες
Μιας και κανείς ποτέ δεν κατάλαβε
Ότι τα κίτρινα φύλλα σημάδι είναι και συναγερμός
Για τον βελούδινο ομαδικό βιασμό
Που εν αγνοία μας, ετοιμάζουν.

 

ΚΛΗΡΩΤΟΙ ΤΗΣ ΗΔΟΝΗΣ

Τα ψέματα έτρεχαν συνεχώς από στόμα σε στόμα
Και μόνο οι αλήθειες κι οι παρένθετες μέλισσες
Αμφισβητούσαν τα γεγονότα και την επίπλαστη ουσία
Κι όταν το πλήρωμα άγγιξε την έσχατη πύλην εξόδου
Οι κληρωτοί της ηδονής και των χαμένων οργασμών
Κείνης της πρώτης νιότης
Τους ευτελείς ακολουθούσαν κώδικες
Του ανεπίτρεπτου και του χυδαίου.

 

ΗΡΩΕΣ ΤΗΣ ΕΠΙΒΙΩΣΗΣ

Ο αέρας γλιστρούσε απ’ τα πρόσωπα στη σκουριά
Η βροχή γλύκιζε τα χείλη στη φαντασία
Αρχίζαμε τότε τελευταίο ίσως ταξίδι στον έρωτα
Εμπειρίες αξόδευτες και ρίγη ηδονικά στο μυαλό στοιβαγμένα
Με λαιμό μακρύ απ’ την προσπάθεια σταγόνες πίναμε ζωής
Και με χέρια από άχυρο κυνηγούσαμε όνειρα.
Ώσπου αρπάζοντας τα φτυάρια ξεθάβαμε στιγμές
Και βγάζοντας βόλτα στην παραλία τον θάνατο
Του πλέναμε επίμονα τα μάτια
Καλύτερα να βλέπει τα ολέθρια λάθη του
Έναν ακόμη ολοκληρώνοντας γύρο ματαιότητας.

 

ΕΑΡΙΝΕΣ ΔΙΑΘΗΚΕΣ

Όμηροι, εκ γενετής άλλωστε, στο πεπρωμένο
Την ανυπόδητη ξύναμε σκουριά
Αιώνια ν’ αποκτήσει μνήμη η στιγμή.
Κληρονόμοι κραυγαλέων φιλιών
Στις αδιάγνωστες καταφεύγαμε στοές της σιωπής και του βάθους.
Στοχαστικός τότε δισταγμός χάιδευε τα λαγόνια
Καθώς εφήμερα νεύματα μοιραίες
δρομολογούσαμε συναντήσεις.
Σκαριά αβοήθητα βγαίναμε τις νύχτες έξω απ’ τα ρούχα μας
Ολοκληρώνοντας με χρώματα γυμνά
Εαρινές διαθήκες σε ξεροπήγαδα.

 

ΣΥΝΤΟΜΗ ΣΧΕΣΗ

Δεν ήταν λυγμός ούτε γιορτή
Της παιδικής μας στέρησης
Η αναμέτρηση αυτή.
Ήταν αντάμωμα δυο φύλων
Υγρών χωρίς καθόλου μέλλον.
Μα αν στερέψει απότομα της θύμησης η κρήνη
Ποιος θα σκεπάζει αμνήμονας
Τα αχτένιστα όνειρα νυχτιάτικα;

 

ΖΩΗ

Τώρα η ζωή δεν είναι, παρά μια ρόδα που κυλάει αργά
Απτά αφήνοντας σημάδια μιας ολοκλήρωσης χαμένης
Ελάχιστο επιζητώντας στήριγμα ερωτικής κοσμογονίας.
Καθώς τα πουλιά τρεμοσβήνουν στο μάτι του ορίζοντα
Μη αντέχοντας τέτοιας πραγματικότητας άλλη μια δόση
Ακατανόητη πορεία ακολουθούν οι χορτοφάγες φλέβες
Και η άλγεβρα αξημέρωτη στων κορμιών την κοινή συμμετρία.

 

Β. ΧΕΡΟΥΛΙ ΕΞΟΔΟΥ

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ

Σε κρυψώνες της νύχτας χωμένοι
Κορμί πουλούσαμε καλοπιάνοντας αυταπάτες
Αγοράζαμε αναμνήσεις σε ταξίδι προς το άγνωστο
Τρεφόμασταν μόνο με φως
Επιβραδύνοντας τον χρόνο αμετάκλητα.
Για όπλο έχοντας τις αλυσίδες των ματιών
Στη χώρα βαδίσαμε των αποφασισμένων
Με τα κορμιά παλλόμενα σε άοκνο εγχείρημα λατρείας
Αχόρταγα θωπεύοντας το θέρος
Σε σχέση εξαρτημένης πια εγκράτειας.

 

ΩΔΙΚΑ ΔΕΙΛΙΝΑ

Έχοντας αφαιρέσει από παλιά τη φορεσιά του πρέπει
Στη βιομηχανική εκπνέαμε ντροπή του αέρα
Αλήθειες αγεφύρωτες στον γραμμικό χρόνο
Ζητούσαμε συγγνώμη από τα όνειρα
Τόσες φορές που τα ’χαμε πληγώσει
Σκοτώναμε το φως με πυροβολισμούς χελιδονιού
Επιχειρώντας διαδρομές στ’ άφιλτρα μονοπάτια.
Άλλωστε, αφού κανείς ποτέ το παρελθόν δεν έσβησε
Διαλογιζόμασταν με τη σάρκα προσβάλλοντας την αθωότητα.

Τώρα ο καθρέφτης ευωδίαζε επίγευση ωριμότητας.

 

ΕΚΛΕΙΨΕΙΣ ΗΔΟΝΗΣ

Σε μια ξύλινη μέσα καθόμαστε σκάφη
Τα κρίματα να καθαρίσουμε από το βάρος των καιρών
Περιμένοντας ν’ ανέβουμε τα σκαλιά
Μιας ανατέλλουσας κλίμακας του σολ.
Ύστερα κλείνουμ’ ένα-ένα τα παράθυρα της παιδικότητας
Κι αμέτρητα πίνοντας ποτήρια από λέξεις
Αξόδευτες πληκτρολογούμε εκλείψεις ηδονής
Και αφιλοκερδείς συσπάσεις επιτόπιες.
Αν είναι λοιπόν να κολυμπήσουμε
Στα βαθυκόκκινα του έρωτα νερά
Και στις υπέρυθρες λίμνες των χειλιών
0 καθένας με τον δικό του τρόπο μέσα
Στα πάθη του ας πνιγεί.

 

ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ ΧΟΡΟΣ

Μυρίζαμε σαν τους φυλακισμένους τα λουλούδια στον αυλόγυρο
Τα κύματα χάριζαν στο νερό μιαν αιωνιότητα
Ανήσυχος ο αέρας άσπριζε τα περιθώρια της θάλασσας
Τα πουλιά μοσχοβολούσαν Άνοιξη, τ’ αστέρια θειάφι
Και μόνο οι λέξεις χόρευαν στο μυαλό
Χωρίς ποτέ κανείς να αισθανθεί τον εμπαιγμό τους.
Φιλήδονο σύμπλεγμα οι χορδές και τα σώματα
Ανέδυαν στην ατμόσφαιρα μουσική δωματίου.
Αργότερα στην πρύμνη ναυαγισμένου πλοίου καθισμένοι
Την πραγματικότητα νιώθαμε και τον ορίζοντα συνεχώς να ενδίδουν.

 

ΘΥΜΩΜΕΝΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

Άλλαζαν οι ανάγκες στις στοές των κορμιών
Οι ορμές στο σώμα των ανθρώπων
Θυμωμένη θάλασσα η μέρα ξέβραζε δανεικές προσδοκίες
Τα μάτια της αναιρούσαν το βάθος
Ενώ η νύχτα σύμμαχος των θηρευτών
Που έσκαβαν γυμνοί ως την ανώνυμη βρύση
Προστατεύοντας απ’ τον καιρό τις ανάγκες τους.

Πιο πέρα οι πέννες ύφαιναν ζωή
Κι οι μέλισσες πάλι την τραγουδούσαν.

 

 

ΟΠΩΣ Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΜΕ ΤΟ ΑΥΡΙΟ (2016)

 

Πίσω απ’ αυτό το μπλε

 

ΣΥΝΤΟΜΗ ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ

Ήταν μια σύντομη συνομιλία έμοιαζε φλόγα ετοιμοθάνατη
Όπως η ζωή κι ο έρωτας, το φιλί και το φως
Απ’ έξω περνούσαν απειλητικά τα τραμ σφυρίζοντας πως θα σ’ αρπάξουν
0 ουρανός ορφανός από βροχή χάριζε χαμόγελο ουράνιου τόξου
Υπήρχε τόση ομορφιά γύρω μας
Μα εμείς κοιτάζαμε περίλυποι τα μαραμένα φυλλαράκια
Ώσπου μαζέψαμε τα υπάρχοντά μας βιαστικά
Κι αναχωρήσαμε για χερσονήσους και στεριές ανεξερεύνητες
Για συγκυρίες κι επαφές σπαραχτικές
Καλοκαίρι ντυμένο Φθινόπωρο, καταπίεση ντυμένη ζωγραφιά.
Ύστερα ακουγόταν όλο και πιο καθαρά κάποιο σφύριγμα
Χωρίς κανείς να γνωρίζει αν αυτό σήμαινε επιστροφή ή αναχώρηση
Και κρατώντας στα ροζιασμένα χέρια μας δύο χρώματα κόκκινο κι ερυθρό
Αναπαλαίωση της αγάπης αρχινήσαμε, σε μια υπέρβαση δικαιοσύνης.

 

ΣΤΕΦΑΝΩΜΕΝΟΙ ΜΕ ΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ

0 δρόμος ψέμα μακρύ με όλα τα φώτα του σβησμένα
Προκαλούσε ρίγος σαν ξυραφιά στην πλάτη της μνήμης
Η μέρα έπαιζε κουτσό στο πλακόστρωτο
Στεφανωμένοι με τα σύννεφα
Καλωσορίζαμε την ανάποδη νίκη
Σε χέρσο θάβοντας χωράφι τους φόβους μας
Ποτέ ξανά να μη φυτρώσουν.
Ύστερα οριοθετώντας το άγνωστο
Ξηλώναμε τις νάρκες και το παρελθόν που δεν γνωρίσαμε
Καθώς η λεπτή καμπύλη στο λαιμό σου
Λυπημένη θύμιζε νεροποντή
Κάθετη πλώρη καραβιού να μας πληγώνει.

 

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΚΔΟΧΗ

Αναζητούσαμε ίσως πολλά πίσω από μια σφραγισμένη πόρτα
Στιχομυθία εικονική χωρίς χαρτιά και παροράματα
Εκκωφαντικό το άγνωστο πλησίαζε έρποντας
Ώσπου κάποιο πρωινό χωρίς ιδιαίτερη ταυτότητα καμία
Τούτος ο υπέροχος κόσμος, το απόλυτο τίποτα
Θα εξακολουθεί βαριεστημένα να γυρίζει
Παρά την αθόρυβη απουσία μας.
Τότε στα σώματα που άλλοτε φώλιαζαν πουλιά και ηλιαχτίδες
Μόνο η παλίρροια κι ο συριγμός θα τα πλευρίζουν
Πέρα από κάθε ασάφεια που χάριζε ως τώρα
Το αναμφίβολα ερωτικό μας πλεονέκτημα.
Καθώς η ζωή, κουβαρίστρα συρμάτινη, φυλακίζει τη σιωπή
Τα δάχτυλά μας τρέχουνε σαν άτια αφηνιασμένα
Την τελευταία να προλάβουν εκδοχή της θέλοντας.

 

ΕΝΘΥΜΙΟ ΠΟΛΥΤΑΡΑΧΗΣ ΖΩΗΣ

Γεννηθήκαμε από την συνουσία της βροχής
Απ’ την απαρηγόρητη παρήχηση άσκοπων λέξεων
ΣΤΟ τελευταίο σκαλοπάτι του πνιγμού
Στην έσχατη συναστρία της σελήνης.
Πίνοντας τεμάχια έρωτα και πήγματα πάθους μεγαλώσαμε.
Και τώρα που η ζωή τρέχει με επιτάχυνση
Αμετανόητα δακρύζουμε σε διάφανες κλεψύδρες
Έχοντας ένα γαρύφαλλο ανοιχτό στο γερασμένο πέτο
Ενθύμιο ακριβό και απαράλλακτο μιας πολυτάραχης ζωής.

 

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΠΑ

Σε κελάρια υγρά με αλαβάστρινα έλυτρα
Ήλιος βίωνε τ’ απογεύματα ερωτικά συμπλέγματα με τα σύννεφα
Εμείς δραπετεύοντας από τη λεγεώνα των σκιών
Μελίσσια που ξεπόρτισαν απ’ τη μυρσίνη
Συμφιλιωνόμασταν με τις άδειες στιγμές
Με το βλέμμα κυπαρίσσι στητό
Σαν μαγιάτικα μοσχοβολώντας αγριολούλουδα
Μπλέκαμε μπροστά στο στήθος τα δάχτυλα σαν φυλαχτό
Να συγκρατήσουμε ζωή που ετοιμαζόταν γι’ απογείωση.
Ύστερα ανεβαίναμε σε μια μακρόστενη ξύλινη σκάλα
Ν’ αντικρίσουμε τι υπάρχει στην άλλη όχθη τ’ ουρανού
Αφού χιλιάδες ιστορίες και πρόσωπα
Πίσω απ’ αυτό το μπλε έχουν τρυπώσει.

 

Οπλίζοντας όνειρα

 

ΑΝΑΦΛΕΞΗ

Σφίξε λοιπόν με τα πελώρια μάτια σου
Πριν αυτά καταντήσουν δυο ελιές μαραμένες
Δυο περόνες τα πόδια σου, γραμμική ζυγαριά
Και εκείνα τα υπέροχα δάχτυλα ξεραμένα λιθάρια
Σαν ανθός βαμβακιού σε κατάμεστο από λάθη χωράφι
Τύλιξε με τώρα με φωτιά πριν το ευάερο φύλο σου
θυμίζει μόνο εφηβαίου αχλή
Με τα χείλη σκοτεινά τριαντάφυλλα σε θλιμμένο ροδώνα
Και γεμίζοντας με ακρίβεια ρολογιού
Το κενό μου ποτήρι της ύπαρξης
Ας λουστούμε μαζί στα κολλώδη νερά της πυρίτιδας
Σιωπηλά ναρκοπέδια λίγο πριν εκραγούμε.

 

Η ΗΔΟΝΗ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΑΣΗΣ

Οι ώρες έτρεχαν λαγήνια τρύπια στην άσφαλτο
Γράφαμ’ εμείς στις πλάκες αριθμούς και κόκκινα γράμματα
Άδειος ο δρόμος για ό,τι μακρινό ονειρευθήκαμε
Πολλές πατημασιές κι αποτυπώματα γύρω από τον βωμό της αγάπης
Αποχρώσες μόνον ενδείξεις για το φύλο των εραστών
Ένα σωρό παιχνίδια παντομίμας κι αμφισβήτησης
Το ουρλιαχτό των παιδιών καταρράχτης, οι άνθρωποι στάσιμο νερό
Αγώνας ισόπαλος στο άσπρο ανάμεσα και το μουντό
Παραβάτες συναισθημάτων γυάλινα κλέβαμε ψέματα
Μετέωροι στο τελευταίο σύννεφο συλλογιζόμασταν
Την πρωινή περιμένοντας βροχή, να γνωριστούμε.
Σώματα παραδομένα στην ηδονή της απόστασης
Σμιλεύαμε λέξεις να πονάμε λιγότερο.

 

ΓΑΛΑΖΙΟ ΠΟΔΗΛΑΤΟ

Όλοι είχαμε μια φανταστική να διηγηθούμε ιστορία στον εαυτό μας
Για ένα ερχομό που αργούσε αφόρητα
Ή για κάποια κακή στιγμή που οι δικοί μας
Μας αποκλήρωσαν άδικα χωρίς ποτέ να καταλάβουμε τον λόγο.
Άλλοτε πάλι βλέποντας τα μυρμήγκια να ιδρώνουν
Μέχρι τον έσχατο να φτάσουν προορισμό τους
Αισθανόμαστε τυχεροί που το κέρδος μας στη ζωή
Ήταν ένα γαλάζιο ποδήλατο για να τελειώνουμε ταχύτερα
Την επώδυνη ξενάγησή μας στη γκαλερί της μοναξιάς
Και λαμβάνοντας οριστικά την απόφαση
Η υγρασία να διαβρώσει τους τοίχους των παλαιών ημερών
Ζήσαμε αθόρυβα σ’ έναν ήσυχο κήπο
Γραμμωμένοι απ’ την αρμύρα τού έρωτα
Λαμπάδες μοιάζοντας λαχταριστές
Ετοιμοπόλεμες νυχτιάτικα.

 

ΚΑΤΑΚΑΛΟΚΑΙΡΟ

Ήταν κατακαλόκαιρο και τα κορμιά φλογισμένα
Θύμιζαν προπατορικό αμάρτημα
Τ’ αντρόγυνα ίδρωναν για ένα πιάτο φαγητό
Οι άντρες ονειρεύονταν μια νεαρή γυναίκα
Και τα κορίτσια ένα γέρικο χέρι αντρικό κρυφά να τ’ ασημώσει.
Οι λέξεις είχαν χάσει το νόημα και οι χαρές πάντα λίγες
Όλοι ζούσαμε για το χθες που τ’ ονομάζαμε αύριο
Οι τρελοί αυτοεξόριστοι στον μήνα της άδειός τους
Κυκλοφορούσαν επιτέλους ελεύθεροι
Ενώ οι γιατροί κι οι δεσμοφύλακες πίσω απ’ τα σίδερα
Καφέ πίνοντας ελληνικό πυροβολούσαν.
Άφωνοι μπροστά στο χάος της σοφιστείας
Δεν μιλούσαμε πια ούτε στα όνειρά μας
Μικρές μερίδες θερισμού ψάχνοντας λίγο ακόμα.
Ύστερα ο χρόνος σκέπαζε τις κουβέντες των φτωχών
Όπως το χιόνι την αυλή
Όπως η θάλασσα τ’ αφηρημένα κοχυλάκια.

 

ΕΦΑΨΙΕΣ ΖΩΗΣ

Με ανώφελα άλματα σε κυλιόμενες μέρες
Στην αποθέωση χανόμασταν του απόλυτου
Η γλάστρα μας τότε άνθιζε μάτια και άγνοια
Κι η μοναξιά βάζο δίλαιμο με μνήμη κοντή
Έφιππη άναβε επιθυμία κάθε ξημέρωμα
Η χαρά εφήμερο έντομο σαν παλιό εκκρεμές
Λαβωμένοι αντίχειρες σ’ ένα σώμα που γέρνει
Ώσπου γίναμε οι ίδιοι σταγόνες βροχής, αριθμοί στο κενό
Στον αέρα ριπή κραταιού στοχασμού
Να σκορπίσει στα σύννεφα την σκιά που ανεβαίνει.

 

ΓΥΝΑΙΚΕΙΟ ΚΟΡΜΙ

Οδεύουμε με κουρασμένα βήματα προς τα χρόνια της ατυχίας
Τις σκοτεινές κατακόμβες της Αλεξάνδρειας
Με τη ζωή ανελκυστήρα να κυλά
Στους αφανείς ορόφους που δεν γνωρίσαμε ακόμη
Κορυδαλλοί στη μέση μιας κλίμακας απόγνωσης
Μετέωροι καταπίναμε το μεδούλι της νύχτας
Στη γυαλισμένη φόδρα των μηρών, στις αγχόνες του βλέμματος
Χτενίζαμε τις γέφυρες με βροντερή φωνή
Κονδυλοφόροι με διάφανο φτερό
Βουτούσαμε στου μυαλού το μελάνι
Ιστορίες πρωτόγνωρες.
Τύλιξε με λοιπόν καθώς σημαία τον ιστό της
Όπως η αράχνη το αρχέγονό σου πόδι
Προτού στον κήπο μας θρηνήσουν κι άλλοι πελαργοί
Κι εν’ άσπρο σύννεφο ντροπής
Διώξει τον ήλιο και τη μέρα από μπροστά μας.
Υπέροχο γυναικείο κορμί κρύβεις
Εσύ μόνη σου μια ολόκληρη άσχημη πόλη.

 

Γενικευμένη επίθεση

 

ΜΙΚΡΟ ΠΑΝΔΟΧΕΙΟ

Κοιτάζοντας τη ματαιότητα με μάτια γυάλινα
Καταπίναμε ατάραχοι την πρωινή παλίρροια
Ενώ τα βράδια στον πλάγιο φωτισμό της σελήνης
Μεγάλες ανοίγαμε τρύπες στη φαντασία
Ταΐζομε με λάθη την ερωτική μας υπόσταση
Χωρίς υπεροψία φυγής και αντιπαραθέσεις φαντασμάτων
Κλυδωνιζόμαστε μόνο σε παθιασμένους εγκλεισμούς
Με λύσσα και μοσχοβολιά, απρέπειες και πάθος.
Αλήθεια με πόσα όνειρα ακόμη μπορείς να στολίσεις
Το μικρό πανδοχείο εκείνης της νύχτας.

 

ΓΥΜΝΑ ΦΕΓΓΑΡΙΑ

Στις γυάλινες παραλίες της ζωής και στους λαχνούς της νύχτας
Αναίτια βρίσκαμε αυτό που ποτέ δεν ζητήσαμε
Η μουσική που ακουγόταν στους δρόμους
Δεν ήταν άλλο παρά ο θρήνος όσων απέτυχαν
Στην Τρίτη διάσταση να τολμήσουν.
Πλάθαμε τότε κίτρινα φτερά
Ζυμωμένα για χρόνια από τα ηλιοτρόπια της έλλειψης
Σαν γυμνά φωτίζαμε φεγγάρια τις θάλασσες της σιωπής
Ξεκλειδώνοντας όπως η έρημος το άγνωστο που ελλοχεύει.

 

Ο ΤΟΚΕΤΟΣ ΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ

Γράφαμε πάνω σε πανιά να γράψουμε λόγια που πονούσαν
Κουρασμένοι απ’ τη συγκομιδή των ραγισμένων αστεριών
Αγγίγματα θερίζαμε και ζουμερά φιλιά με χέρια πες λαγνείας
Ναυαγοί αποκλεισμένοι στο ακρωτήρι του εφηβαίου
Έξω απ’ τα περιθώρια του χρόνου αγαπιόμασταν από ένστιχτο
Υποδυόμασταν τις χορδές ενός άθραυστου τόξου
Και τεντώνοντας βέλη καρδιάς στοχεύαμε ο ένας τον άλλον
Επώδυνες επιλέγοντας εμπειρίες αναζήτησης
Καθώς κάθε στιγμή μια απρόσμενη έκρηξη είναι
Φωτογραφίες κι ενοχές, φορώντας άσεμνα κοστούμια.
Ύστερα στο μπρούτζινο βαφόμασταν χρώμα των παλαιών ημερών
Την καχύποπτη απολαμβάνοντας σιωπή που τριγυρνά στις αποβάθρες
Ανέτοιμοι ως συνήθως για το επερχόμενο
Μιας και κανείς ποτέ δεν έζησε το αύριο
Μ’ ένα μαχαίρι καρφωμένο στο λαιμό πυροβολούσαμε το τώρα.

Δύσκολος ο τοκετός του φεγγαριού
Κι η νύχτα αιμόφυρτη γεμάτη θραύσματα από γεράνια.

 

ΑΠΩΛΕΙΕΣ

Ανήσυχοι συλλέκτες φιλιών εθισμένοι στην αναζήτηση
Ακροβατούσαμε συνεχώς σε κύκλους εύθραυστους
Πορευόμασταν σαν εκκρεμές σ’ ένα αδιάβλητο νομίζαμε αύριο
Μα τώρα ανεξαργύρωτες αναπολώντας στιγμές
Σέρνουμε αγόγγυστα με χέρια τέσσερα
Της διαδρομής τις κουρασμένες αλυσίδες
Τον απόηχο θαυμάζοντας μιας πέτρας
Τη στιγμή που άθελά της βυθίζεται
Στα ταραγμένα νερά της ηλικίας.
Και βλέποντας ολοκάθαρα να χάνουμε ύψος
Χαμηλώνουμε τα φτερά της ουτοπίας και συνεχίζουμε.

 

ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΑΛΙΑΣ ΕΠΟΧΗΣ

Χτισμένοι ο ένας στη μορφή του άλλου
Με ενιαίο κυκλοφορούσαμε πρόσωπο
Για να περνάμε απαρατήρητοι μέσα στο αδηφάγο πλήθος.
Είχαν αλλάξει πολλά απ’ τη στιγμή που αντικρίσαμε τον ήλιο
Παρατηρούσαμε πάντως από ψηλά τους ανθρώπους να μικραίνουν
Χαμένους ανάμεσα σε ιδέες σαθρές και μια νεκρή αλληλεγγύη.
Δάκρυζαν τότε οι πιστοί υπηρέτες
Και ία φιλιά ακέφαλα αλυχτούσαν.
Τις τελευταίες βιώνοντας ώρες της παλιάς εποχής
Με κολλημένα χορεύαμε φύλα και στόματα στο δικό μας κρησφύγετο
Και φορώντας ρούχα τριμμένα όπως κι οι μέλισσες
Την καινούργια χτίζαμε ζωή
Κρατώντας πάντα ανοιχτή λευκή ομπρέλα.

 

 

ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΗΣ (2015)

 

ΟΙ ΡΥΘΜΙΣΤΕΣ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

Τριγύρω ελιές, αμπέλια και αποφάγια φεγγαριών
Ανάπηροι αργαλειοί κι ακατέργαστα νήματα
Η χώρα ανύπαρκτη έπινε νερό με κόκκινα κύπελλα
Τα πουλιά καθισμένα στο φως μα η πόλη θλιμμένη
Οι φίλοι χρησιμοποιούσαν εκφράσεις αφαιρετικές
Εμείς ανάβαμε χωρίς αντίκρισμα πυρσούς και λάμπες θυέλλης
Κι ο έρωτας όπως πάντα λάφυρο μουσκεμένων φιλιών.
Ύστερα χαιρετούσαμε τον ορίζοντα ρυθμίζοντας τα χρονόμετρα
Έμποροι της στιγμής ψάχναμε στο άγνωστο για συγκινήσεις
Διαφορετικά βλέποντας πρόσωπα στον ίδιο καθρέφτη
Και ξεκινούσαμε μαζί να κερδίσουμε το επόμενο
Τ’ άλογα τότε έτρεχαν μόνα τους χωρίς αναβάτη
Γιατί μόνο έτσι από παλιά κερδίζονται οι πόλεμοι
Μ’ ένα σπαθί κι ένα βέλος καρφωμένα στον ήλιο
Και φορώντας κατάσαρκα γάντια πέτρινα και πόρτες κλειδωμένες
Πυροβολούσαμε εξ επαφής τη ντροπή
Στο σκοτεινό θάλαμο που είχαμε ανακτήσει.

Είχε νυχτώσει πια για τα καλά και η πληγή μύριζε.

 

ΑΝΑΠΟΔΑ ΦΤΕΡΑ

Δεν είχαμε ανάγκη από λόγια που λιώνουν στο στόμα σαν ζάχαρη
Δυο κουπιά μονάχα λαχταρούσαμε κι ένα σκαρί γερό
Να τ’ οδηγήσουμε κρυφά στην ανύπαρκτη έξοδο
Πιο εύθραυστοι κι απ’ την ντροπή την ίδια
Περιμέναμε στάλες βροχής τα πέτρινα να μαλακώσει πρόσωπα
Στης διώροφης αγκαλιάς μας τη θράκα μαζευόμασταν
Απ’ τα φιλιά μας ανάβλυζαν μυρωμένες φωτιές.
Δεν κρύβαμε τίποτα πίσω απ’ τα λεκιασμένα φύλλα του πρωινού
Περπατούσαμε με τα φτερά ανάποδα απλωμένα
Προσπερνώντας με τον τρόπο αυτόν τον ίδιο τον θάνατο.
Ο καθένας μας ζούσε αυτό που του έλειπε
Αδικαίωτοι στο έντονο φως συνεχίζαμε απτόητοι στην απεραντοσύνη
Διάφανα μαύρα κύματα τα μάτια
Τρυπούσαν σαν καρφιά τον ουρανό
Κι όλο το άυλο γαλάζιο του σκορπούσαν.
Ξάφνιαζε τότε η εμπιστοσύνη της σάρκας
Τα δικά μας μόνο να εμπιστεύεται χέρια
Περιμένοντας μια χειραψία με το αύριο
Τη σκουριασμένη κλειδωνιά του να διαρρήξει.
Ύστερα πλενόμασταν με νερό από τριαντάφυλλα
Και δεν φοβόμασταν ούτε αρχή ούτε τέλος.

 

ΓΥΜΝΗ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

Για ν’ αποφύγω την πραγματικότητα πότιζα λέξεις
Όμως τώρα εξομολογούμαι τις νύχτες γυμνός
Στο σταυρό που ορίζουν στον ουρανό τ’ αστέρια
Αργότερα ένα τεράστιο πλάθω χελιδόνι από πηλό
Εξακοντίζοντάς το ανάμεσα στα μαρμάρινα σκέλια σου
Αναβλύζει μύρο τότε εωθινό και ξεχασμένη Άνοιξη
Μελετώ προσεχτικά τα τεύχη του σώματός σου
Μπαίνοντας ως τα γόνατα σε ορθάνοιχτες κόχες.

Ακριβοθώρητοι κι οι δυο σαν ανταρσία
Επιχειρούμε παιχνίδια αμοιβαίας αποπλάνησης.

 

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΜΙΑΣ ΑΛΛΗΣ ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΗΣ

Δεν πέταξα λιθάρια κόκκινα στον ουρανό λερώνοντας το μέλλον
Έψαχνα μόνο σε πορφυρή αγκαλιά μια εκδρομή στο φως
Και πρόσωπα αόρατα έντιμων δολοφόνων
Μέσ’ απ’ τον ρόχθο των νερών και των νεκρών το κελάηδημα
Καθώς η μνήμη άχνιζε ζωή και υποδόριες φωτιές είχαν ανάψει.
Πιασμένος σε ανέπαφο ιστό αράχνης στις καθημερινές μου ενοχές
Βαδίζω με βήματα αθόρυβα σε εσωτερικούς μονολόγους
Οι σκέψεις παράθυρα κλειστά όμως η αλήθεια πέρα απ’ τα τείχη
Οξυγόνο οι αποδράσεις στιγμής κι οι αυτοσχέδιοι έρωτες
Θαύμαζα πάντως εκείνους που από παιδιά κοροΐδευαν τον χρόνο
Όπως οι ναύτες που άφηναν πίσω τους ακίνητες αποβάθρες
Κομμένα όνειρα στα δυο και πέλαγα σκισμένα.
Τέλος κι ενώ οι άνθρωποι κατέρρεαν με αταξινόμητα φιλιά και αντικλείδια
Κάποιοι βρέθηκαν χτισμένοι στην οδύνη
Ακυρώνοντας μόνοι τους την επανάσταση των φόβων.

 

ΣΤΙΓΜΕΣ ΠΡΙΝ Ν’ ΑΝΘΙΣΕΙ
ή   ΔΕΚΑΛΟΓΟΣ

I

Αχτένιστα τα σύννεφα απεικόνιζαν στον ουρανό
Τους κυματιστούς λόφους της προσωπικής μας ευφορίας
Εμείς φορώντας το χοντρό ρούχο της αμφισβήτησης
Αξιολογούσαμε κάθε στιγμή σχολαστικά
Τ’ αέρινα αρπάζαμε όνειρα για να σωθούμε
Και με βαμμένα τα πρόσωπα με χρώματα αλήθειας
Τρέμαμε τη βροχή των ανιαρών ανθρώπων που πλησίαζε.

II

Οι άνθρωποι κατώτεροι όπως πάντα των περιστάσεων
Υπέροχες κατέστρεφαν σχέσεις πυρπολώντας τις θάλασσες
Αυτοκτονούσαν στα νεκρά των γυναικών μάτια
Πολύχρωμη η νύχτα μοίραζε αφειδώς αμαρτήματα
Ενώ η σκέψη θολωτή σε περιγράμματα χανόταν
Προσφέροντας ανθοδέσμες με σπασμένα φτερά
Κι αφήνοντας τις καρδιές μας αρόδο.

III

Παίζαμε το παιχνίδι της μνήμης κερδίζοντας πόντους στην ματαιότητα
Ο χρόνος μάς έβλεπε απ’ τη γωνιά υποτιμητικά γελώντας
Αμήχανοι μπροστά στο φάσμα της υποτιθέμενης νίκης ή και ήττας
Σφυρίζαμε αγνοώντας πότε επιτέλους αρχίζει ή τελειώνει η ιστορία
Κανένας άλλος δεν μπορούσε εκτός απ’ τον ταχυδρόμο να βοηθήσει
Όμως κι αυτός είχε χαθεί
Της λησμονιάς αναζητώντας το κρασί για λίγα ψίχουλα ελπίδας.

IV

Ανέκαθεν αναρωτιόμασταν αν μας είχε κουράσει τόσο φως
Αν επιθυμούσαμε παροδική μετάβαση στο σκοτάδι
Κι όταν η λεπίδα των ταπεινών αισθημάτων
Έκοψε όλους τους ενδοιασμούς και τα κρατήματα
Σε αφόρητο γκρεμιστήκαμε κενό όμως δεν σκοτωθήκαμε
Τραυματισμένοι μα πιο δυνατοί προχωρήσαμε
Σε διαφορετική κατεύθυνση κι ο καθένας μας μόνος.
Παρακάτω ο δρόμος έστριβε πάλι.

V

Σκεφτόμασταν πόσο λάθος μάς δίδαξαν από μικρούς τα γράμματα
Ιδιαίτερα τα μαθηματικά όπου δύο ισούνται πάντα με ένα
Μιας και στις ανάσες έστω τις πιο ερωτικές
Ο καθένας βλέπει στο πρόσωπο ή στο κορμί του άλλου
Αυτόν τον εαυτό που ο ίδιος ήθελε να δει, δηλαδή τον δικό του.
Ύστερα αβίαστα κύλησαν δάκρυα παρασύροντας το αχρείαστο μακιγιάζ.

VI

Ο ήλιος γυάλιζε περίεργα χρυσάφια στα μάτια σου
Αδύναμη η φαντασία θόλωνε τα αισθήματα
Με δάχτυλα εξαπτέρυγα εικονικά χαϊδεύαμε ολογράμματα
Χρόνο δεν είχαμε ν’ αποφασίσουμε για απομάκρυνση ή αποδοχή
Κονιορτός μάς τριγύριζε δακρύων κι εκρήξεις δίχως χειραγώγηση
Δεν περιμέναμε θαύματα τραβώντας την βελούδινη κουρτίνα
Μόν’ έναν κήπο μαγικό που κάποτε αγαπήσαμε
Φωτοβολίδες άσκαστες σε χέρια τρομοκράτη
Του δρόμου τα τελευταία μέτρα νανουρίζαμε.
Καθώς το αύριο χλωμιάζει σαν του πουλιού το χαμόγελο
Στα χείλη επίγευση κρατώ την κορυφή του λάμδα των μηρών σου.

VII

Μεθυστικά αφόρητο το ερωτικό σου άγγιγμα
Υποσχέσεις γεμάτο ταξίδι στην ουτοπία
Ώσπου ξυπνάς ένα πρωί κι αναρωτιέσαι
Αν όλο αυτό το έζησες ή ένα όνειρο ήταν.
Ύστερα βγαίνεις στον κήπο
Κι οι αισθήσεις καθαρίζουν
Της μανόλιας το άνθος υπέροχο
Λίγες μόνο στιγμές πριν ν’ ανθίσει.

VIII

Οι αρθρώσεις είχαν προοδευτικά ακυρωθεί
Το δέρμα γέμισε πτυχές αηδιασμένο
Το ημερολόγιο είχε λεπτυνθεί από φιλιά και φύλλα
Φουσκωμένες οι τσέπες λυγμούς κι άλλα κρίματα
Και τότε ακούστηκε ρητά η σταθερή φωνή του:
«Θα προχωρήσω. Είμαι σίγουρος πως κάπου υπάρχεις!»

IX

Έχεις ανάγκη ν’ αγαπηθείς πολύ σ’ αυτήν τη ζωή
Κολυμπάς ασταμάτητα μέχρι ν’ αδράξεις τον άλλον
Νερό πίνοντας αλμυρό κάποτε πνίγεσαι λιγάκι
Και συνεχίζεις, όμως αρχίζεις πια να κουράζεσαι
Και τότε το μυαλό θολώνει, βλέπεις τη θάλασσα
Χέρια τεράστια ν’ αποχτά και να στ’ απλώνει
Χαμογελάς, νομίζεις πως μπορείς να κρατηθείς
Δεν συμβιβάζεσαι με την πικρή γεύση της ήττας
Ώσπου σύντομα αρχίζεις να βουλιάζεις και πνίγεσαι.
Στον υγρό τάφο σου οι άγγελοι ευλαβικά τοποθετούν
Αντί σταυρό βατραχοπέδιλα.

X

Και η ζωή μια συνεχής προσπάθεια
Ν’ ανάψεις το κερί που κρατάς απ’ τη στιγμή που γεννήθηκες
Της επανάληψης την πηχτή να φωτίσεις μαυρίλα
Αλήθεια, πόσα σπίρτα έχεις ακόμη στο κουτάκι σου;

 

ΓΥΝΑΙΚΑ ΥΠΟ ΑΠΟΡΡΙΨΗ

Τα βράδια κοιμόμασταν από αμέλεια πάνω στις ράγες
Αγνοώντας βέβαια πότε θα περάσει το τρένο
Επιβεβαιώνοντας με τον τρόπο αυτόν τη σκοτεινή πλευρά των ονείρων
Οι πιο αποφασιστικές μας πάντως στιγμές ήσαν σίγουρα τυχαίες
Εσύ βρισκόσουν συνέχεια δίπλα μου γιατί ήσουν πάντα μακριά μου
Με τη ματιά σου τόσο διαπεραστική να τρομάζει τον ίδιο τον θάνατο
Εγώ καταπίνοντας μαζί με τα δάκρυα αζήτητα κομμάτια ουρανού
Είχα γίνει γαλάζιος κι οι άνθρωποι με φοβότανε τόσο
Που περνούσα αλώβητος απ’ τα αρπακτικά βλέμματά τους
Κι αισθανόμουν γυναίκα υπό απόρριψη
Με την σύντροφό μου σαν άντρας μέσα στη νύχτα
Ξυρισμένη να αποχωρεί.

Τρύπιο το λαγήνι του χρόνου κι οι ώρες χυμένες αλλού
Ξεδίπλωναν τρυφερά τη γαλανόλευκη της μοναξιάς αλληγορία.

 

ΑΙΜΟΡΡΑΓΩΝΤΑΣ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ

Με τους καρπούς αστήριχτους στο νεφελώδες παρελθόν
Πληκτρολογούσαμε τον θρίαμβο του κενού στου ρολογιού τους δείχτες
Την επερχόμενη στιγμή την τόσο απελπιστικά άγνωστη
Συνομιλώντας συνεχώς με τους πρωτόγονους λαούς της κάθε μέρας
Αραδιάζαμε τα κορμιά στο απαράμιλλο θυσιαστήριο του μέλλοντος
Χωρίς καμιάν εγγύηση ότι οι χρυσοθήρες της σκιάς θα επιστρέφουν.
Ύστερα υπέρυθρο ρίχνοντας χρώμα στο αίθριο που μας κοροΐδευε
Αιμορραγούσαμε μπροστά στον καθρέφτη προαιώνιο κερδίζοντας φως
Με την έφιππη πορευόμασταν γλώσσα των λέξεων
Μαχαίρι ασύστολα πικρό η μοναξιά του πλήθους
Προτιμούσαμε πάντως του έρωτα τ’ αβύθιστα θωρηκτά συναισθήματα
Και δεν φοβόμασταν πια ούτε καιρό, ούτε θάνατο.

Προκαλώντας τη μοίρα να μας παρηγορεί
Ακίνητοι περιστρεφόμασταν λαχνοί σε κληρωτίδα.

 

ΗΧΩ ΤΟΥ ΒΛΕΜΜΑΤΟΣ

Απαγορεύεται το κυνήγι των αναμνήσεων
Μια λευκή έγραφε επιγραφή στην άκρη του δρόμου.
Οι μέρες μύριζαν γυαλί, οι νύχτες θύμιζαν θυμάρι
Ο χρόνος γύριζε έφιππος πάνω σε ξύλινο γαλάζιο αλογάκι
Μιας και το αύριο δεν έρχεται από μόνο του ποτέ
Αν με πάθος περίσσιο εσύ δεν το αναζητήσεις
Και κάθε λεπτό τώρα πια την δική του έχει βαρύτητα.
Έλα να βάλουμε την αγάπη πάνω απ’ τις πράξεις
Να αναμετρηθούμε με τ’ αστέρια
Μόνο για σήμερα να αισθανθούμε νικητές
Και μες στου κόσμου την απέραντη σιωπή
Το τρέμουλο ν’ ακούσουμε της ξεχασμένης ομορφιάς μας
Και την ηχώ του βλέμματος δυο σταγόνων
Μόλις βροχής που ξεστράτισαν.

 

ΚΑΛΕΣΜΑ

Έλα να γείρουμε αγκαλιά μες στα πυρόξανθα μαλλιά της νύχτας
Οι αντηρίδες είναι ύπουλες και εχθρικές
Και το βαρούλκο ατίθασο στα χέρια της συνήθειας
Έλα τώρα πριν οι επιθυμίες μας θυμίσουν μνήμες μακρινές
Και μπήξουμε τα γόνατα γερά στο χώμα που γουργουρίζει
Έλα να χαθούμε στα μαραμένα μέσα φύλλα των δέντρων
Στο γοερό κλάμα των κρεμασμένων αστεριών
Στους θολούς ορίζοντες που από παλιά μάς ξεδιψούν
Έλα ν’ ανιχνεύσουμε αμεταχείριστους όρκους και αστρολάβους
Δαγκώνοντας μέχρις αιμορραγίας τα χείλη και τα κορμιά
Να ανεμίσουν θησαυροί που άθελα αγνοήσαμε
Έλα να τραβήξουμε στην έρημο και στις επιτραπέζιες πόλεις
Ώσπου η άμμος και η θάλασσα να ενωθούν να γίνουν ένα
Έλα τώρα που δεν έχουμε πια δάχτυλα πίσω τους να κρυφτούμε
Τώρα που η καινούργια μονάδα του χρόνου είναι ο έρωτας.

 

ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΙ ΑΓΑΠΗ

Οι αλήθειες γλιστρούσαν πιο εύκολα μέσ’ απ’ τ’ αναφιλητά
Ο χρόνος δοκίμαζε τ’ άγρια κάστανα στο κρύο
Στα ρολόγια οι ώρες κυλούσαν πιο αργά στις γιορτές
Ολόκληρη η χώρα πιο κάτω κι απ’ την αξιοπρέπεια των δρόμων
Και τα πουλιά να μας θυμίζουν συνεχώς
Πως κι’ απ’ τον πόλεμο φορές
Πιο δύσκολα αντέχεται το άδικο της ειρήνης.
Καθισμένοι σε λεπτή φέτα φεγγαριού
Παρατηρούσαμε τη βροχή να ξεπλένει ανθρώπους απ’ την αφάνεια
Μιας κι αυτοί μες στους καπνούς και στις φοβίες τυλιγμένοι
Είχαν χάσει το δικαίωμα στην προοπτική και την ελπίδα
Άκαρδοι όσο ποτέ άλλοτε περίμεναν τους πυροτεχνουργούς
Να τους οπλίσουν τα χείλη με φιλί
Και δυναμίτες να τινάξουν τη σκλαβιά τους.

Στο σταυροδρόμι των χαμένων αστεριών τα λόγια όλα είχαν καεί
Το άρωμα της στάχτης τους μοσχοβολούσε εξέγερση.

 

ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΙ ΕΡΩΤΑΣ

Έξω σωρός από καμένες πόλεις, υποσχέσεις και στολές.
Εμείς κάναμε πρόβες χαμόγελου στους καθρέφτες που κάποτε άστραφταν
Άνθρωποι μικροί τριγύρω της ντροπής φορούσαν την μάσκα την μεγάλη
Ο άνεμος νηφάλια απομάκρυνε από πάνω μας τη σκόνη του χρόνου
Η κίνηση των ματιών έδινε στα λόγια μας μιαν εντιμότητα
Αναζητούσαμε τότε έναν καλύτερο κόσμο από την λεγεώνα των νεκρών
Από την ανολοκλήρωτη επαλήθευση των πλανόδιων κύκλων
Κι ένα κίνητρο ανώτερο στον φόβο του θανάτου.
Το ανεκτίμητο λατρεύοντας άρωμα που η κάθε μέρα απέπνεε
Αφήναμε τους άλλους στην τυραννική τους πια αυτολύπηση
Να αισθάνονται ανώτεροι χωρίς ποτέ να το ’χουν αποδείξει.
Ερασιτέχνες σκαπανείς της γης των θαυμάτων
Σκαλίζαμε με πάθος τα κορμιά που τώρα πια άχνιζαν έρωτα.

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΗΣ

Τα βράδια το δοξάρι του πόθου ανέμιζε σαν γαλανόλευκη
Στις ανηφοριές των μηρών σφυροκοπούσαν τα λαγόνια θυμωμένα
Άλλοτε μέσ’ από κόκκινα άνθη και τσιγαρόχαρτα ροζ
Αφρισμένη αναδυόταν ευπρέπεια και χειρονομίες αθόρυβες
Συμπληρώματα μιας ζορισμένης ζωής σκορπισμένης στο αύριο.
Ένα αδιάβατο κόβοντας δάσος από γυναίκες
Και διαγράφοντας οριστικά το αμφίσημο του ορίζοντα
Έφτασα κατάκοπος να μυρίσω λουλούδι.

Το άλλο πρωί ανέτειλε πριν απ’ το τέλος του κόσμου
Το τέλος της περιπλάνησης.

 

ΥΠΟΓΛΩΣΣΙΟΣ ΕΡΩΤΙΣΜΟΣ

Σε πρωτότυπη σε προσκάλεσα χορογραφία με παράφορα σκηνικά.
Στροβιλιζόμασταν τώρα ελεύθεροι
Στα πρόθυμα χρώματα του νερού και του χρόνου
Σε μύρτιλλα ανάμεσα και αφράτο θυμάρι υπογλώσσιος έρρεε ερωτισμός
Ανυπάκουα αστέρια στ’ ακέφαλα ριγμένα πηγάδια της θάλασσας
Κολυμπούσαμε στην υγρή μας φρεσκάδα κι η ζωή μας ανύποπτο λάθος
Αδιαπέραστα σφιγμένοι οι μηροί σε ανακόλουθα φλύαρο χάδι
Τελευταία σκηνή, δύο ήλιοι γερμένοι σαν λευκή χειραψία.
Αργότερα κλαίγοντας άνοιξε ο ουρανός να ζητήσει συγνώμη
Μα εμείς απαντήσαμε με φιλί ρουφηχτό, πυροτέχνημα σκασμένο στα χείλη.

 

ΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

Εραστές αμετανόητοι στης κιμωλίας περιφερόμασταν την πόλη
Παραβιάζοντας συνεχώς τα πιο ακραία όρια ελευθερίας
Τις βελούδινες μετρούσαμε ώρες αυτές που κρύβουν τα πρόσωπα
Την στιγμή που οι ασύστολες καμπύλες των κορμιών
Των αστεριών αντέγραφαν τις παραβολικές τροχιές τρυπώντας τα σκεπάσματα.
Κλειδωμένοι στη σιωπή των διαδρόμων
Στο συμπαντικό πλενόμασταν πέπλο των πάλλευκων κήπων
Το αιώνιο ακούγοντας φως, καθώς ζωντάνευε τα ψηφιδωτά της μνήμης
Ενώ μέσ’ από τα καταρρακτικά μας φινιστρίνια
Βλέπαμε στιγμές πυροτεχνήματα αστραφτερά να σκάν’ στον ουρανό
Κι ύστερα πάλι πηχτό σκοτάδι κι ακατέργαστο.

 

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΟ ΑΥΘΕΝΤΙΚΟ

Μια σειρά από συμπτώσεις κι ένα πεπρωμένο αδίστακτο
Μας επέλεξαν στην ύστατη να πορευθούμε μαζί σταυροφορία αγάπης.
Ναυαγοί εξαντλημένοι απ’ της μνήμης τ’ αλλεπάλληλα κύματα
Τις σκουριασμένες αποφεύγαμε πόλεις, τα διάτρητα μυαλά
Χαμογελώντας στους βράχους με τα γερασμένα πρόσωπα
Σιωπηλοί σε δυο φεγγάρια ανάμεσα κάτω στην αποβάθρα
Χαϊδεύαμε τρυφερά τους μικρούς αμφορείς και τα ραγισμένα ρόπτρα
Κι αναζητώντας το αυθεντικό πέρα από κάθε απομίμηση
Βλέπαμε ολοκάθαρα πια κλείνοντας τα μάτια.

 

ΖΩΗ ΚΡΕΜΑΣΜΕΝΗ ΑΠ’ ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΣΟΥ

Κι αν τινάξαμε με χέρια υγρά της μνήμης τα κίτρινα φύλλα
Καινούργια θ’ ανθίσουνε πάλι μπροστά στο φεγγάρι
Κι αυτή η φευγαλέα γυαλάδα στα μάτια των τρένων
Η αόρατη ραφή στην πληγή της ελπίδας
Σαν φλόγα ζεσταίνει την γη τη στιγμή που χιονίζει
Με κλωστές γεμίζοντας χρωματιστές το άδειο ξημέρωμα.
Κι όταν αργότερα κάποιοι έκλεισαν τα πέτρινα φώτα
Ολοκάθαρα βλέπαμε ακόμη ο ένας το βλέμμα του άλλου
Την πρώτη ξεπερνώντας προδοσία τυφλά
Βαδίζοντας οριστικά προς την δεύτερη.

Σ’ ένα κόσμο αδιάφορο μέσα σε χώματα ανώνυμα θαμμένο
Κρύβαμε την αγάπη σε χαρτί περιτυλίγματος αδιάβροχο
Αν και αχαρτογράφητοι προχωρούσαμε.

 

ΣΙΩΠΗΛΗ ΣΕΛΙΔΑ

Κράτα τις μέρες μου έλεγες κάποτε
Αφηνιασμένα άλογα στην κατηφόρα
Χιόνι που λιώνει στη φωτιά
Φωτάκια εφήμερα που σβήνουν στις φουσκωμένες φλέβες των βράχων.
Αστρικοί ταξιδιώτες περιπολούσαμε τη γη
Παρακάμπτοντας το δίπολο χαρά λύπη
Μη γνωρίζοντας τους κανόνες του μετά παρά μόνο του τώρα
Και τραβώντας μια καμπύλη στο χρόνο
Μια υπαίθρια ονειρευόμαστε ζωή
Ζωγραφίζοντας στα ευχολόγια το ανέλπιστο
Αγιογραφίες παλιές στα τελευταία περάσματα της σελήνης
Πιο σιωπηλοί απ’ τη βροχή
Πιο αρχαίοι κι απ’ την ίδια την τύφλωση.

 

ΟΠΩΣ Τ’ ΑΣΤΕΡΙΑ ΑΓΑΠΟΥΝ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ

Συνένοχοι στον ομαδικό βιασμό του ωραίου
Σκαλίζαμε της ζωής το αδίστακτο μάρμαρο
Εργάτες ανειδίκευτοι σ’ ένα έργο αθεράπευτο
Καλύπταμε με μαντήλες πολύχρωμες τα φώτα της πόλης
Που τελευταία είχαν αναίτια σιγήσει.
Ύστερα στη σχισμή βρεθήκαμε τ’ ονείρου ιδρωμένοι
Αδύναμοι απ’ την αφόρητη πίεση του κενού
Άθλια φύλλα ξεραμένα φτερουγίζαμε ενάντια στου ποταμού το ρεύμα
Σε ατέρμονη επαιτεία αγάπης
Σε απαγορευτικής αισθητικής καλλιγραφία.

Μαύρα σύννεφα οι σκέψεις όταν αρχίζει ο γυρισμός
Κι η βρεγμένη γη το αναπόφευκτο.

 

0Ι ΕΦΤΑ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΕΣ ΜΕΡΕΣ (2015)

 

ΔΕΥΤΕΡΑ

ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ

Παρόντες στην κατασκευή, ουδέποτε στην καθέλκυση των ονείρων
Ενώναμε τα χέρια σαν προσευχή
Τρέμοντας μη ραγίσει το κενό που πάντα ανάμεσα υπήρχε.
Και με το δάχτυλο πότε σε σημεία ευαίσθητα κι άλλοτε στη σκανδάλη
Πυροβολούσαμε αδιακρίτως σε ζωή και θάνατο.
Ύστερα με ολόφρεσκα πλενόμασταν φιλιά
Και πηγαίνοντας στης γειτονιάς το βενζινάδικο
Γεμίζαμε ως τη μέση, αφόρετες εμπειρίες και οράματα.

 

ΤΡΙΤΗ

ΤΟ ΕΝΤΥΠΩΜΑ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ ΣΟΥ

Μισοβαμμένα τα χείλη στο χρώμα του νερού
Τα μάτια σου φωτιά φωτίζουνε τη νύχτα
Καρφιά να κρεμάσω την ανάσα μου.
Κι ο έρωτας το άναμμα των αστεριών μ’ ένα φιλί
Ρούχο γεμάτο εικασίες
Όταν γυμνοί χαϊδευόμαστε από απόσταση.

 

ΤΕΤΑΡΤΗ

ΛΙΓΟ ΚΡΑΓΙΟΝ

Λίγο κραγιόν στάζουν τα χείλη από φιλιά αγχόνες των παλιών μας ημερών.
Έχοντας από καιρό κερδίσει το προνόμιο της απώλειας
Τον αλαβάστρινο σκαλίζαμε χρόνο αγκαλιά
Μιας κι η παράσταση δεν είχε ακόμη ξεκινήσει
Και λυπόμασταν τους μοιραίους που δεν πρόσφεραν ποτέ ένα λουλούδι
Ή όσους δεν κράτησαν ένα σπίρτο ή ένα νόμισμα τρύπιο
Που έκαναν τη διαφορά στη ζωή ανάμεσα και το θάνατο.
Ένα όνειρο όλα τυλιγμένα σε μια στιγμή
Κι οι μνήμες πολυβολεία διάτρητα απ’ τις μέρες μας.

 

ΠΕΜΠΤΗ

ΠΑΝΤΑ ΑΥΡΙΑΝΟΙ

Για αντιπερισπασμό στη μοναξιά ριψοκίνδυνα σκαλίζαμε το σκοτάδι
Μαθήματα επιβίωσης σε κόκκινους ανάμεσα κι ερεθισμένους καρχαρίες
Ένα γράμμα περιμένοντας ή ένα πουλί
Ή μια ρυτίδα έστω ν’ αναρριγήσει στ’ ανέκφραστα πια πρόσωπά μας
Και ολόισιες τραβούσαμε μαύρες γραμμές
Θέλοντας να φυλακίσουμε για πάντα τα φιλιά που μας σημάδεψαν.
Ύστερα ξαπλωμένοι στο απόλυτο βάθος μιας κρυμμένης πληγής
Αναρωτιόμασταν αν χωρά τόση ευτυχία σ’ ένα δάκρυ
Και το περιβραχιόνιο φορώντας της αμαρτίας
Σκορπίζαμε μ’ ένα χαμόγελο την ασήκωτη σκόνη του χρόνου.

 

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ ΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ

Ταΐζαμε με υπομονή τα ξεχασμένα κεραμίδια
Τα πουλιά βλέπεις είχαν φύγει από καιρό
Χαϊδεύαμε τα βουρκωμένα κυπαρίσσια της καρδιάς μας
Βαφτίζοντας τα κατάρτια στα πλοία της αναζήτησης.
Αλκοολικοί εκ γενετής σ’ έναν κόσμο σκοτεινό και αφόρητο
Μεθούσαμε ασταμάτητα περιμένοντας να χαρούμε μια σταγόνα φωτός
Κωπηλατώντας περιχαρείς στο τελευταίο τέταρτο της σελήνης
Καθώς μέσα από κυματισμούς ματιών και νευμάτων
Καταστρέφαμε εκμαγεία παλιά και χάλκινα πρόσωπα
Που ανενόχλητα από καιρό βίαζαν τα όνειρά μας.

Ύστερα σε φυλακές μάς έκλεισαν υψίστης ασφαλείας
Με την κατηγορία ότι κλέψαμε λιγάκι απ’ τον ορίζοντα.

 

ΣΑΒΒΑΤΟ

ΤΟ ΒΑΨΙΜΟ ΤΟΥ ΑΠΕΙΡΟΥ

Τα σύννεφα ανοιγόκλειναν το στόμα τους καταπίνοντας λίγο λίγο τον ήλιο
Διατηρώντας μια στάση ερωτική και μια ικμάδα αξιοπρέπειας
Εμείς αυτοεξόριστοι στις ερήμους της σκέψης και στα παιχνίδια του μυαλού
Με τα φτερά φορτωμένα τις προσωπικές μας εμπειρίες
Με χαμόγελο δραπετεύαμε πλατύ απ’ τα βασανιστήρια της σάρκας
Καινούργιους υπογράφοντας ρόλους για την υπόλοιπη διαδρομή μας.
Ερωτευμένοι απ’ της ζωής τα αναπάντητα ερωτήματα
Αφήναμε πάντα στη μέση το βάψιμο του απείρου.

 

ΚΥΡΙΑΚΗ

ΑΦΥΠΝΙΣΗ ΤΩΝ ΑΙΣΘΗΣΕΩΝ

Κάθε ταξίδι μύριζε μελαγχολία επιστροφής και φιλί της ανάγκης
Η πόλη έκρυβε πίσω από δαιδαλώδη φώτα τη ντροπή της
Η ζωή έβρεχε διάφορα χρώματα, βαθυκόκκινη προσμονή
Μα εμείς βρεγμένοι ως το κόκκαλο άλλοτε νικητές κάποτε ηττημένοι
Σκοπεύαμε χωρίς σταματημό προσπαθώντας να πετύχουμε το αδιανόητο.
Μαγεμένοι απ’ την ανάγκη της ατομικής μετουσίωσης
Χειροκροτούσαμε δυνατά στο σκοτάδι
Κερδίζοντας χρόνο και παράγοντας φως
Με μάτια γελαστά και χέρια δακρυσμένα.
Έχοντας εξοστρακίσει στην άβυσσο τα άνθη του παρελθόντος
Ξυπνούσαμε σε μια θυμέλη άγνωστη ως τώρα
Όλες τις μουδιασμένες μας αισθήσεις.

 

 

ΟΝΕΙΡΑ ΣΕ ΣΥΝΕΧΕΙΕΣ (2012)

 

ΟΝΕΙΡΑ ΣΕ ΣΥΝΕΧΕΙΕΣ

Σε κάθε αγώνα προγραμματισμένου αφανισμού
Οι συνεχείς ανατροπές πυροδοτούν το ενδιαφέρον
Σε μάχες όμως άνισες αξίζουν μόνον οι απόπειρες
Με νικητές όσους αφήνουν μια σχισμή ανάμεσα στα χείλη.
Μια πύρινη απαιτώντας αγκαλιά ή ίσως μία τυχαία συνάντηση
Ονειρευόμασταν κρινοδάχτυλα, ρήγματα κι ενοχές
Κρινόμασταν από την ιδιοτροπία της τύχης σε μια στροφή της ζωής
Την πραγματικότητα κυνηγώντας ή -έστω- ένα τρύπιο κοχύλι
Που από μέσα του περνώντας η θάλασσα άλλαζε ήλιους και χρώματα
Αιωρούμενοι στης αγάπης την κινούμενη άμμο
Στα τοξωτά γεφύρια και τους αμμόλοφους
Τις τελευταίες ακούγαμε εμμονές των δέντρων
0 ουρανός πουκάμισο ανοιχτό μόνος κι αυτός χαμογελούσε
Με εμπνευσμένη βλέποντας ματιά
Την αληθινή πλευρά των πραγμάτων
Ανάλαφρα αναπαυόμασταν στη σκιά
Της απελπισίας των άλλων.

Μονόλογος πικρός το χόρδισμα του έρωτα-
Μεταξένια φτερά και όνειρα σε συνέχειες.

 

Η ΠΟΛΗ ΜΕΓΑΛΩΝΕ

Η πόλη μεγάλωνε μαζί και τα παιδιά
Κι οι ανθισμένες γειτονιές δώσαν τη θέση τους σε τσίρκα…
Η σχέση βρισκόταν σε πορεία ανάδρομη
Οραματιστές ονείρων δεν κοιμόμασταν πια μαζί
Με τις καμπύλες του πάθους λειωμένες στην επανάληψη
Εξαγνισμένοι μετά από την πρόσφατη επίθεση
Με απόλυτη προσήλωση στην κατανόηση της αλήθειας
Κρύβαμε με προσοχή τον φόβο πίσω απ’ τα σώματα
Στο τελευταίο αδειάζοντας πηγάδι σιωπής
Τα αβέβαια συναισθήματα που είχαν απομείνει.
Τ’ άσχημα σπίτια έκρυβαν όμορφες στιγμές
Την καθημερινότητα μετατρέποντας σε χαμόγελο
Η μοναξιά μάς ένωνε πέρα απ’ τις ράγες
Τα τρένα όμως πουθενά κι η χώρα μια οφθαλμαπάτη
Ο χρόνος μάς κυνηγούσε αμείλικτος μα δεν μας έφτανε ποτέ
Έτσι φαινόμασταν πάντα πιο νέοι
Κι απλώνοντας κάπως αυθαίρετα το χέρι
Άγουρους κλέβαμε καρπούς και σήμαντρα
Να ξεσηκώνουν το κορμί σε κάθε τους χάδι.

Μικρές πολύχρωμες πόρτες η ζωή σαν σκευωρία
Προδοσία μιας σφαίρας που λοξοδρόμησε.

 

ΔΙΚΡΟΥΝΑ ΑΓΑΠΗΣ

Έζησα πλουσιοπάροχα στο αρχοντικό του ονείρου
Με σκελετωμένη συνείδηση κι ετοιμόρροπη ψυχή
Καθρεφτίζοντας την κάθε στιγμή στων κορμιών το χρυσάφι
Χαρές ανείδωτες σε κόσμους νοητούς
Με τη μνήμη σταυρόλεξο να μου κλείνει το μάτι.
Ολική κάνοντας επαναφορά στις αδιαπραγμάτευτες απαιτήσεις μου
Με κάθε τρόπο διεκδικούσα περισσότερο ουρανό
Ίσως γιατί πίστευα με πάθος στο ακατόρθωτο
Ερωτικός μετανάστης στων ποδιών σου το ξέφωτο
Και με τα στήθια σου να στέκουν αμείλικτα σαν δίκρουνα αγάπης
Συνέχιζα να μιλώ τη γλώσσα των φαντασμάτων
Πονώντας αφόρητα κάθε φορά που με καταργούσες.
Κι ενώ τα σώματα έτριζαν από επιθυμία και οικειότητα
Το ημερολόγιο αδυνάτιζε από φύλλα, η ζωή από φωνές
Κι αναπτύσσοντας ταχύτητα ιδανική για προσπέραση
Μακαρίζαμε τα ραγισμένα φεγγάρια, τους τυχερούς, τους αγέννητους.

 

ΚΑΤΑΡΓΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ

Απρόσκλητο έστεργε τα πρόσωπα το βραδινό αεράκι
Άλλωστε στις συνειδήσεις των ανθρώπων κρινόταν τελικά η ιστορία
Χωρίζοντας τους συνηθισμένους απ’ τους ήρωες
Ντυμένοι στα κόκκινα φέρναμε πιο κοντά την αγάπη μας
Όπως τα κεραμίδια στις σκεπές που προκαλούν τον ουρανό
Την κρύβαμε με προσοχή στη στέρνα μη μας μαραθεί
Στων περιστεριών τις ληγμένες φτερούγες
Στων ονείρων τα ασπρόμαυρα οροπέδια
Νοερά απαντώντας στα άγραφα μάτια μας
Ξανοιγόμασταν στ’ ουρανού το σβησμένο γαλάζιο
Αλλάζοντας ρότα στη ζωή και στον άνεμο
Τα σώματα πάλλονταν κάθετα καταργώντας τον χρόνο
Με μια φέτα καρπούζι στα σκέλια ανάμεσα τον κήπο να δροσίζει.
Άναβε τότε η ελπίδα στα κρεμασμένα μας πρόσωπα
Κι η σάρκα γινόταν κρουστή και απέραντη σαν τη θάλασσα.
Ένα καράβι περήφανο που εκείνη τη στιγμή αναχωρούσε
Έγραφε στο φουγάρο του με κεφαλαία τ’ όνομά μας.

 

ΑΠΟ ΘΕΜΑΤΑ ΑΓΑΠΗΣ

Με βραχνιασμένα τα φτερά του ουρανού
Με χείλη και με γόνατα σχισμένα
Με διχασμένα τα κορμιά στα εύφορα νεκροταφεία φύλων
Με τη σχισμή σου χίλιους κεραυνούς τη σκέψη να πληγώνουν
Γύριζα μες στο σώμα σου σαν βίδα χαλασμένη
Ομίχλη γύρω από το φως και από-θέματα αγάπης.

Στην έκσταση έβλεπα γιορτές και άγρια τριαντάφυλλα
Στον ύπνο μου κλεψύδρες με την άμμο της μορφής σου.
Ώς κι η πανσέληνος χλωμή στα δύο χωρισμένη
Κι επάνω της ριγμένα άσπρα μάρμαρα και μενεξέδες.
Ανακεφαλαιώνοντας τα μικρά μας εγκλήματα
Με άδεια αποχαιρετούσαμε φιλιά το ταξίδι μας.

Βγαίνοντας μαύρα φόρεσα γυαλιά αν και ήταν βράδυ
Ανυπόφορο τριγύρω άπλωνε σκοτάδι η θηλιά της μοναξιάς
Και σφίγγοντας τις γροθιές σε σχήμα πένθους
Προχώρησα στα κοφτερά συντρίμμια της απόλυσης.

Γοργόνες έξω απ’ το νερό, φλερτάραμε με υδρορροές για επιβίωση.

 

Η ΓΙΟΡΤΗ ΤΩΝ ΑΝΑΜΝΗΣΕΩΝ

Με τους καθρέφτες στραμμένους στης ήβης τ’ ανεκπλήρωτο κενό
Σκουριασμένα ανοιχτήρια σε γιορτή αναμνήσεων
Ακούγαμε κάθε βράδυ σιωπηλοί τις φωνές των χρωμάτων
Η ζωή μας γυάλιζε μόνο στις στάσεις του μεγάλου ταξιδιού
Με τ’ αγρίμια αγκαλιά και αλήθειες εφήμερες σε υπόγεια ύποπτα
Ενώ τα μεσημέρια οι αισθήσεις ξελόγιαζαν τα κορμιά
Ίσως γιατί υπήρχε τόσο φως που έκρυβε όλες τις ατέλειες.
Καθώς η επόμενη νύχτα απλώνει όπως ο μαύρος κύκνος τα φτερά
Σε ξένες τρυπώνουμε αγκαλιές για ανακύκλωση.

 

ΜΟΙΡΑΙΑ ΑΠΟΦΑΣΗ

Με υποδόριους πλησίαζε τριγμούς η τρικυμία
Έξω τα σκυλιά κυνηγούσαν την άνοιξη, τα πουλιά τον αέρα
Εμείς σε σπίτι κενό αλλάζαμε αγκαλιές κι αστραφτερά περιδέραια
Με χέρια από φρέσκο ζυμάρι πλάθαμε όνειρα ο ένας στον άλλο
Ζωγραφίζαμε με λουλούδια τραγουδούσαμε με γουλιές
Της καθημερινότητας την αγγαρεία αντιστρέφαμε με νοτιάδες
Ώσπου αποφασίσαμε να γειτονέψουμε όπως παλιά
Με υλικά τις δομικές μας διαφορές, τις κορυφαίες αντιθέσεις
Γραμμές τραβώντας τεθλασμένες κι ανισόπεδες.
Αργότερα σαν σπαθιά διασταυρώνοντας λέξεις κι αιμορραγώντας ακατάσχετα
Βιώναμε την ταπείνωση στην αγορά μιας ξεχασμένης γοητείας
Τις παρακαταθήκες διπλώνοντας σε μακρινούς και ξεχασμένους ορίζοντες.
Στο τέλος με μια απλή μεταβολή νοιώσαμε πάλι τον χειμώνα να γυρίζει
Βρίσκοντάς μας γυμνούς με γυαλισμένα μάτια και αδιόρθωτους.

Το φιλί πιο αργό κι απ’ τον ίδιο τον θάνατο
Θρυμματίζει δειλινά και χαλασμένες υποσχέσεις.

 

ΑΦΕΤΗΡΙΑ ΑΝΑΠΗΡΩΝ

Παγιδεύαμε μέσα στα μάτια μας του χρόνου τις φωτιές
Τις κραυγές φυγαδεύαμε σε καταστάσεις αφωνίας
Έπαιρνε ο αέρας τις καμπύλες των κορμιών και τις χάιδευε
Αλλάζαμε τότε μορφές και πρόσωπα γινόμασταν κάποτε αόρατοι
Της νύχτας αλέθοντας το φόρεμα με ζώνες αντιπυρικές
Δυσκολεύοντας την απόδραση ή την προσγείωση του ονείρου
Με το λυκόφως ν’ απειλεί την απόλαυση ανήμερα του έρωτα.
Ύστερα πάλι φανταστική συνομιλία του ενός
Στην εναέρια φυλακή των ανύπαρκτων ήχων
Στ’ ανεξερεύνητα πηγάδια που άλλοτε συμβόλιζαν ζωή
Μα τώρα στέρεψαν κι αυτά από ανυπακοή και απώλεια
Ώσπου αναμμένοι και κάθιδροι μετά από κύκλους χωρίς νικητή
Στριμωχνόμαστε κι οι δυο μονόχειρες σε αφετηρία αναπήρων
Για καινούργια εκκίνηση, σε μαραθώνιο επιλογής μας.

 

 

ΞΗΜΕΡΩΝΕΙ ΤΟ ΓΕΛΙΟ ΣΟΥ (2011)

 

ΑΛΛΑΓΗ ΠΛΕΥΣΗΣ

I
Ασίγαστη πεταλούδα ό χρόνος
Αργοσαλεύει πολύχρωμα φτερά
Με πύρινο ρουφώντας στόμα τη μοναξιά μας
Στεφάνι τάζοντας στο παντοτινό.
Όποιο αστέρι κι αν σηκώσω
0ά κυλήσεις επάνω μου.

II
Στα σώματα σαλεύουν ταξιανθίες ηδονής
Λιωμένα κάρβουνα μες στο παράπονο της δύσης
Πνιγμένοι στην πηχτή βουβαμάρα μας
Λίγο πριν απ’ τ’ απόβραδο
Λίγο μετά τη ζωή μας
Απλώνουμε εικόνες στο ανάδρομο παρόν
Με τα φτερά αναμμένα σε στάση αναχώρησης.

III
Τώρα πού έλιωνε σιγά-σιγά ή απόσταση
Μετά από τόση σιωπή πού επιβάλλαμε στον εαυτό μας
Επιστρέφαμε στις ανέφελες θάλασσες που αφήσαμε κάποτε
Αδίστακτοι κλέφτες των δικών μας δικαιωμάτων
Ακατάλυτα ενωμένοι σε ρεύματα υπόγεια
Τεντώνοντας άβαφες μέρες με χάρτινα στόματα
Αλλάζοντας μια καμένη πανσέληνο για μια νέα σελήνη.
Ξεριζώνοντας τα καρφιά απ’ τον παράδεισο
Διά γυμνού χαράζαμε οφθαλμού
Αλλαγή πλεύσης.

 

ΑΠΟΤΥΠΩΜΑΤΑ ΜΙΑΣ ΟΥΤΟΠΙΑΣ

I
Ζήσαμε κάτω απ’ το πλατύ φύλλωμα του φεγγαριού
Κοιτάζοντας λάμψεις ερωτευμένων αστεριών
Να τις ρουφά ή κοιλιά τ’ ουρανού και να γίνονται άβυσσος
Ακυρώσαμε το χρόνο στο ναό της αβεβαιότητας
Βιώνοντας σε κάθε άλμα και μια επανάληψη
Έξω φυσούσε μια πλημμύρα ξυπόλητη ανάμεσα στ’ ακροδάχτυλα
Γυμνοί και ανώνυμοι αγγίξαμε τους καρπούς της σελήνης
Τα βράδια που έγερνε βουβή στην παγωμένη θάλασσα
Υπήρχε όμως μια αλληγορία αργόσυρτη μέχρι την κάθαρση
Δυο ήλιοι μικροί καρφωμένοι στο στήθος σου.

II
Ακάλυπτοι συρθήκαμε πάνω στην άμμο εραστές
Σκαλώνοντας αρχέγονα αγγίγματα στις διχοτόμους
Μιλήσαμε πολύ χωρίς να ξεκαθαρίσουμε τίποτα
Κι ο χρόνος πικρό παραλήρημα
Για ν’ αποθέτουν οι ελπίδες κοχύλια κι αβγά
Σπάνια γέλια τα παιδάκια
Και οι τυφλοί τις εικόνες του μέλλοντος.

III
Αυτοεξόριστοι πορευθήκαμε σε ώρες έκστασης
Μοσχοβολώντας σε κήπους άοσμους στιγμές.

Δεν υπήρχε ακριβότερο άρωμα απ’ το εφήμερο.

 

ΕΡΩΤΙΚΗ ΙΣΗΜΕΡΙΑ

I
Με τις αναζητήσεις αλληλέγγυες σε μια αόρατη απειλή
Να διαδέχονται μάταια η μια την άλλη
Με τα παλιά τραγούδια να λιώνουν με λυγμούς στην αγορά
Και τα χαμόγελα των σπάνιων στιγμών τυπωμένα στα παροράματα
’Απολαμβάναμε την ειρωνεία των κίτρινων φύλλων
Προτιμώντας την απόσταση απ’ τη σιωπή
Την αμφισβήτηση απ’ τη γαλήνη
Με ριζωμένα γερά στις πλάτες μας
Τ’ ακίνητα τοπία της αγάπης.

II
Κρατούσαμε ίσες αποστάσεις ανάμεσα στην πραγματικότητα και την ανάγκη
Συχνά μάς κυρίευε η επιθυμία για λεπτότερο άρωμα
Ή θάλασσα όμως σεντόνι τεράστιο θρυμμάτιζε την ανάσα
Κι ο ίμερος λιγωμένος άχνιζε πάνω στις λέξεις
Ωθώντας τα υπόγεια ρεύματα σε χείμαρρους ευθύνης.
Αγεωγράφητοι χρυσοθήρες στη χώρα του ανέφικτου
Χαράζαμε πότε στα κουρέλια πότε στα μάρμαρα
Άνυδρα στίγματα ερωτικής ισημερίας.

III
Αγιάτρευτοι στου έρωτα την ερημιά
Ακούγαμε ανέκφραστοι ασπρόμαυρους θορύβους
Να χορεύουν δίπλα μας ζωή
Στην άλλη όχθη του χρόνου.
Πορεία επαναφοράς
Με προαιρετικούς ελιγμούς και προσπεράσεις.

IV
Ρουφούσαμε το διάφανο απ’ το λαιμό των ποτηριών
Αφήνοντας επάνω τους κόκκινο από τη λύτρωσή μας
Κι ήταν τόση η ανάγκη να ξαναπούμε τα χρόνια της αθωότητας
Που είχαμε γίνει αλκοολικοί από συνήθεια
Οι ελπίδες εύθραυστα κουπιά στην προκαθορισμένη εκδρομή μας.
Και το αύριο εν’ άγριο χέρι που μας σέρνει μακριά
Τραβώντας μας απ’ τα μαλλιά μόλις γελάσουμε.

 

ΞΗΜΕΡΩΝΕΙ ΤΟ ΓΕΛΙΟ ΣΟΥ

Ι
Άμετρη γοητεία η κίνηση του λαιμού των πουλιών
Μα εγώ κορφολογώ τούς καρπούς στον κορμό της γυναίκας
Περιφέρομαι σε χρωστήρες ν’ ανταμώσω προσχήματα
Βουρκωμένες νύχτες με πλησιάζουν με δώρα
Επιθυμίες σε χαρτί οφθαλμαπάτης τυλιγμένες
Ξεγυμνωμένες με τα δάχτυλα και τα μάτια
Μιας και τίποτα πού γράφει ο χρόνος δε διαβάζεται
Εκτός απ’ τη διαρκή επιθυμία ενός βιασμού
Μιας διάφανης μοναξιάς ή έστω μιας αποξένωσης
Που είναι πιστές κι ανθεκτικές στα τρισύλλαβα όνειρα.

ΙΙ
Προβλέψιμοι σαν την παλιά σκισμένη πολυθρόνα
Που αφού τη γυαλίσαμε με επικίνδυνα κύμβαλα
Τη βρήκαμε πεταμένη πλάι στην παρόρμηση
Πλάι στο θόρυβο που σκουλήκιαζε μέσα στη μνήμη
’Ή στα πλοία πού φλέγονταν μέσα στον ίλιγγο.
Ξημερώνει το γέλιο σου.
Τυλιγμένος στη σιωπή των σκορπισμένων δρόμων
Τρέχω να συμπληρώσω το κενό μιας απέραντης θάλασσας
Μη ξέροντας πια ποιό ρούχο να πρωτοφορέσει
Με τη θύμηση καρφωμένη στη νοητή γραμμή της αυγής
Σε περίμενα σαν θησαυρό που άντεξε στη σκόνη
Τότε κατάλαβα πως δεν θα ’ρθεις γιατί ήσουνα φώς
Ένα μικρό κομμάτι μπλε στο βάθος του Αιγαίου
Και ξετύλιξα αργά το ανέφικτο
Μιας κι η ανάπλαση μοιάζει πνοή σε αδιέξοδη δημιουργία
Κι οι κουρασμένες αγάπες είναι πάντοτε λίγο δειλές
Σαν τρύπιο ρούχο που φορώντας το κρυώνεις
Με δύο ανεξήγητα στεφάνια να κοσμούν
Τούς άδειους κήπους των ματιών τους.

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΚΔΟΧΗ

I
Προκαλώντας το χρόνο να μας ακολουθεί
Ξαναφορέσαμε την έκφραση εποχών που είχαν λήξει
Οι μέρες έκλαιγαν στη γωνιά
Ώσπου έρχονταν οι νύχτες και τις παρηγορούσαν
Τα σύννεφα χάριζαν στον ουρανό μιαν αφοσίωση
Κοίταζα συνέχεια στον καθρέφτη κι έβλεπα στο βάθος εσένα
Ενώ στους δρόμους που κάποτε έτρεχαν παιδιά
Είχαν ανθίσει άξαφνα λίγα λουλούδια
Που με αβάσταχτη την θλίψη τους
Έκαναν ακόμη και τους τυφλούς να συγκινούνται.
Κρατήσαμε το όνειρο με χίλια βάσανα ζεστό
Ώσπου βγήκε ο ήλιος και μας πήρε τα χέρια

II
Μ’ ένα ασίγαστο τρέμουλο που άφηνε άφωνες όλες τις ώρες
Ευωδιάζαμε σε χοντρό χαρτί περιτυλίγματος
Εξαργυρώναμε πάθος σε ολονύκτιες παραφορές
Κάναμε στάσεις σε μαγευτικά ταξίδια, λιποθυμούσαμε
Υστέρα ο ύπνος ζωγράφιζε στα χάδια μας ένα χαμόγελο
Μια τελευταία ίσως εκδοχή στην αναχώρηση
Ενός πλοίου που χαμηλώνει μπαίνοντας στον ουρανό
Ή ενός αγάλματος που κλαίει καθώς το στήνουν στην πλατεία
Κι ή ζωή ένα βιβλίο άγραφο που κάποτε μας δωρίσανε
Εμείς κάθε νύχτα το γεμίζουμε με καινούργιες σελίδες
Κι απεγνωσμένα αναρωτιόμαστε ποιος άραγε θα μας διαβάσει.

III
Κανείς δεν ξέρει τελικά τα όρια της χαράς και της λύπης
Αφοί σε κάθε χωρισμό αντιστοιχεί μια συμφιλίωση
Ώσπου κάποια στιγμή μετά από τόση προσπάθεια

 

ΤΟ ΧΡΩΜΑ ΤΗΣ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗΣ

I
Κρυμμένοι σε μια άμαξα με δυο τροχούς
Σύραμε παράπονα τις αλύτρωτες προσδοκίες
Ξύσαμε τη φλούδα από την επιφάνεια των πραγμάτων
Έτσι που αυτά αιμορραγούσαν αργά κι απεγνωσμένα
Χαμένα στις βρώμικες πλαγιές της όποιας καταξίωσης.
Καθώς η άλμη της γιορτής προκαλούσε τα σώματα
Χορεύαμε στους εύθραυστους δρόμους
Τρυγώντας τρυφερά φιλιά στα αιθέρια χείλη
Κι αποπλανώντας το εφήμερο
Την έντονη κάποτε αβεβαιότητα του τώρα
Την υπέροχη ειρωνεία των αισθήσεων κερδίσαμε
Απ’ την πικρή σιγουριά του τελειωμένου.

II
Τα σύννεφα άλλαζαν συνέχεια ροή και χρώματα
0 παράδεισος ήταν μπροστά μας κομμένος στα δύο
Στη θέση της σιωπής ένα ώριμο ρόδι
Με κορμιά ανοιγμένα στην πύλη της αιωνιότητας
Ονειρευόμασταν κήπους με μυρωδιές και ροδοπέταλα
Προσμένοντας στο σεληνόφως το γυρισμό των λουλουδιών
Αφού μόνο στα όνειρα αντέχεται ή αλήθεια.
Φτιαγμένοι από αέρα συμβολίζαμε τον καιρό
Εμπρηστές μαζί και παρανάλωμα
Ενός καλοκαιριού που ποτέ δεν κρατούσε τη θέση του.

III
Περιστρεφόμαστε πάνω στον αφρό των κυμάτων
Ποτέ από παλιά δεν μετρήσαμε την παραλία
Η αγάπη μας έπαιρνε μακριά και μάς έριχνε ύστερα πίσω
Βρισκόμασταν ήδη στο χείλος των ημερών που επιλέξαμε
Ζητώντας μέσα τους όχι το χρόνο αλλά τον πόθο
Η θάλασσα ρυτιδωμένη κοφτά απ’ τις ανάγκες της
Χωρίς τα ρούχα της αρμύρας παραληρούσε όμορφα
Ανατριχιάζοντας τους εραστές που προσπερνούσαν αδιάφορα
Πνίγοντας ακούραστα τη λύπη τους μες στη συνήθεια
Ενώ στους νυχτερινούς περιπάτους απ’ το λαιμό αρπάζαμε το φεγγάρι
Προσπαθώντας να κρατήσουμε άφθαρτο το νήμα της αξιοπρέπειας.

IV
Πυρακτωμένοι μέσα στον ίδιο στεναγμό
Μες στην αόρατη αισχρότητα της νύχτας
Τις ανήσυχες πυρπολούμε χαρές
Μ’ όλη την περιπάθεια που αυτές γεννούν
Φωτίζοντας άλλα όνειρα μήπως δούμε λευκό τον ορίζοντα
Ανασαίνοντας το άρωμα ενός αυθόρμητου έρωτα
Καθώς μ’ ένα βάρος περικύκλωνε η ελπίδα ένα ενθύμιο
Αγγίξαμε τα είδωλα αλλά μας έμεινε το χρύσωμα στο χέρι.
Αμίλητο το βλέμμα των ρόδων
Ξεδίπλωνε στα μάτια το χρώμα της αναζήτησης.

 

ΜΙΚΡΑ ΜΥΡΟΔΟΧΕΙΑ

Περνούσαμε σταδιακά στον κύκλο της αναδάσωσης
Κουβαλώντας από ένα πεδίο βολής μέσα του ο καθένας
Τα φύλλα θύμιζαν θλιβερές περιπέτειες
Ή αισθήματα που βάδιζαν γοητευμένα
Σ’ έναν δρόμο που δεν είχε ποτέ γυρισμό
Αφού μονάχα το παρόν είναι ολόκληρο μέλλον.
Εγκλωβισμένοι στην ελευθερία μας σκουριάζαμε ανενόχλητοι.

II
Τα θαύματα είχαν από καιρό τελειώσει
Όλα ήσαν γραμμένα κάπου μα δεν έβρισκα το χαρτί
Πλήρωνα όσο-όσο για μία συνάντηση αξιώσεων
Κρατώντας πάντα στην τσέπη μου ένα απόκομμα
Ακούγοντας μόνο αλήθειες μέσα απ’ τα ψέματα.

III
…Κι είχε αντί για πρόσωπο κορνίζα
Όπου ο καθένας έβλεπε ό,τι ορέγονταν
Κι ένα ξύλινο στήθος αναίρεσης
Για να σκαλώνουν τα πουλιά τις προσταγές τους.

Καιρός ν’ ανοίξουμε πια διθέσιους τάφους.

 

ΜΙΚΡΟΙ ΘΕΟΙ

Ανολοκλήρωτη η ηδονή των μακρυσμένων εραστών
Που κάνουν την ζωή τους τέχνη
Αμετάκλητα άχρωμοι μιας και πάντα στραφτάλιζαν
Μοναχά στην λάμψη των κορμιών
Συνωμότες καιρού σε αγάπες συγχωρητικές
Διαχειριστές της διασποράς σε παραλήρημα
Αιμορραγούν το γυρισμό σ’ έναν άγνωστο κόσμο.

Κι ότι απέμεινε απ’ τους μικρούς θεούς
Που δε συμβαδίζουν ποτέ στις προσδοκίες
Πικρά κι αμοίραστα φιλιά και ελιγμοί
Κι η απεραντοσύνη απ’ τη μηδαμινότητά τους.
Στιγμές απ’ την προσωπική μας αποκάλυψη
Τόσες πολλές που φτιάξαν μιαν αιωνιότητα
Με την ελπίδα ένα τεράστιο κλειδί
Να τρεμουλιάζει ανάμεσα σε χαλασμένες πόρτες.

 

ΑΘΕΡΙΣΤΟΙ ΕΡΩΤΕΣ

I
Οι πιο τολμηροί ζωγράφιζαν παράνομα ζευγάρια
Προσπαθώντας να κρύψουν πίσω απ’ τους τοίχους
Το ακατόρθωτο μιας υπόσχεσης στον εαυτό τους
Ή μιας έκτρωσης στη θέση αναμμένου κεριού
Κι ενώ ό κόσμος βούιζε άδειες κουβέντες
Κάποιοι χάραζαν ακόμα όνειρα πάνω στην άμμο.

II
’Αγνοώντας τα στάχια που σκορπούσαν στο άπειρο
Με το πρόσχημα πως κάτι θα πουν στον αέρα
Στεκόμαστε ακίνητοι σαν την αλήθεια
Κάποιοι μόνο πετούσαν βιαστικά τριαντάφυλλα
Τόση είχαμε ανάγκη απ’ το ελάχιστο
Που ακούγαμε εναλλάξ στη σιωπή τη φωνή μας
’Ανώνυμες θάλασσες στέγνωναν
Πλάι σε αυτόν τον παραλογισμό
Τα ψάρια είχαν πεθάνει, νωρίτερα.

III
Ύστερα έγινε τόση ησυχία
Πού δεν υπήρχε κανένας λόγος
Να εκδικούμαι τον εαυτό μου
Κι ώσπου να ξαναρχίσουν οι θόρυβοι
Με πρόσωπο χτισμένο στην αναζήτηση
Και την ψυχή θερινό ηλιοστάσιο
Συνέχισα αμίλητος ν’ αναδεύω τα χρώματα
Πολύ μεγάλος πια για να σκέφτομαι
Πολύ μικρός ακόμη να ελπίζω.

 

ΜΩΒ ΩΡΕΣ

I
Με τη διαίσθηση να σκίζει σα σουγιάς το παρελθόν
Παγιδευτήκαμε σ’ ακρογιαλιές ακατοίκητες
Πυρπολήσαμε επιμελώς τα πικρά γράμματα
Πλάθοντας από καπνό τις πιο ονειρεμένες εκδοχές τους.
Χαμογελάσαμε τότε στις δυτικές ακτές αγνώστων αριθμών
Στις αχανείς οροσειρές ερωτικών τριγώνων φιληθήκαμε
Χρεωμένοι πάντοτε το αμάρτημα της καθυστέρησης.
Θραύσματα μνήμης και πολύχρωμα πουλιά
Στην άμπωτη χόρευαν της ειμαρμένης μας.

II
Προσπερνώντας με τη βροχή τους τόπους του εγκλήματος
Υφαίνουμε την αμύθητη προίκα του τίποτα
Με βήματα ανοιχτά σαν σκόρπια ροδοπέταλα
Ξεμείναμε νωρίς από χρησμούς και στολίδια
Με την αλληγορία του ολοκαυτώματος
Στα λινά να συνωστίζεται όνειρά μας.
Αχθοφόροι χαμένων παθών
Αναβάλλουμε με φευγαλέα πάντα εκτόνωση
Τον τρόμο της καθημερινής αυτολύπησης.
Το ημερολόγιο έδειχνε καρδιές και χρώματα.

III
Βουλιαγμένοι στις μωβ ώρες των ημερών που γκρεμίστηκαν
’Αγκαλιασμένοι ακόμα πιο σφιχτά κι απ’ τα καράβια
Επιδιώκαμε την αναίρεση των καπνισμένων αστεριών
Αποθαυμάζοντας τ’ απρόοπτα μιας συνηθισμένης μέρας.
Πάνω σε ανείπωτες βαδίζοντας μαρτυρίες
Η σιωπή έπαιρνε τη γεύση του εφικτού.

 

ΕΡΩΤΙΚΕΣ ΠΕΡΙΠΟΛΙΕΣ

I
Οι αισθήσεις θύμιζαν τέσσερις εποχές
Το νερό ξέπλενε ακούραστα τα λάθη
Εμείς φορτώναμε τις νύχτες σε μια άμαξα
Νύχτες πού ευωδίαζαν ολόφρεσκο θυμάρι
Πολιορκούσαμε τη συμφιλίωση μέσ’ απ’ τις ρήξεις
Με κοφτερά στη λησμοσύνη ξανοιγόμασταν φτερά
Και καλοπιάναμε τις μέρες μ’ ερωτήματα
Ποτίζοντάς τες οίκτο μα κι ενοχές συνάμα.

II
Με τα κορμιά ενωμένα στη συναρπαστική τους ερημιά
Σαν πλοία που ξεπρόβαλλαν στα ανοιχτά του κόσμου
Γυρίζαμε άσκοπα μέσα σε κλειδαριές
’Αγνοώντας τη δύναμη της κάθε μας κίνησης.

III
Ευτυχισμένοι από μι’ αβάσταχτη αβεβαιότητα
Με πάθος ξύναμε τη μνήμη του πεπρωμένου
Για κάποια αγάπη μιας ουτοπίας φυλακή
Ν’ ακουμπούν οι τολμηροί τα όνειρά τους.

 

ΑΠΟ ΑΔΥΝΑΜΙΑ

I
Στις αδιέξοδες μαρτυρίες των δρόμων
Καλά κρυμμένοι σε λέξεις μας δίκοπες
Ξεμείναμε νωρίς από γιορτή κι από ανάστημα
Αργότερα βουτηγμένοι σε πύρινα στόματα
Αφουγκρασθήκαμε τον ίδιο παφλασμό
Σε μια ρανίδα έρωτα ξαποστάσαμε
Διπλή σταγόνα εμείς μέσα στης θάλασσας το πλήθος.
Επίφοβη ακροβασία το νερό
Χαιρόμαστε όμως το στροβίλισμα.

II
Κοιτάξαμε τότε ο ένας τον άλλον
Κοιταχτήκαμε μέσα μας
Κι ο κόσμος ήρθε πιο κοντά
Καθώς οργώναμε με τη σκέψη το κορμί
Και το χέρι μας θέριζε έρωτα.
Ήμασταν πια με τον άνεμο.

III
Τα μάτια σου είχαν στόμα είχαν μιλιά
Χώνευαν αθόρυβα το φέρσιμο της νύχτας
Το πρωί φορώντας άσπρα υποκρίνονταν.
Ζωή κρεμασμένη σε σπιρτόξυλο
Κι εσύ κερί αναμμένο να πλησιάζεις.

 

ΜΑΤΑΙΗ ΟΜΟΡΦΙΑ

I
Χαλασμένο πίνουμε νερό κι άγουρα κελαηδήματα
Φτιαγμένοι από καθρέφτη λάμπουμε ακόμα στο φως
Αποτυπώνοντας την εύθραυστη οδύνη των αγγιγμάτων
Ετοιμαζόμαστε αδιάκοπα γι’ ακρωτηριασμό
Σχηματίζοντας αγκαλιά πέλαγο διπλής όψης.

II
Το ρολόι κολλημένο σε ώρες κορεσμού
Στο πιάνο η έξαψη χαμένων ονείρων
Τα ρούχα όπως πάντα από χαρτί και κονιορτό
Για νι καθαρογράφουμε τα πανάκριβα λάθη
Κι η σκέψη μια θητεία αδιανόητη
Να χαράζει σωματικά σημάδια ταπείνωσης
Στων αντιποίνων τη θολή αλληλεγγύη.

III
Με τα πουλιά της τύχης κρεμασμένα στον ήλιο
Δεν χορεύουμε τα σκεπασμένα
Μιας και το αύριο δεν είναι τίποτα καινούργιο
Αλλά η μηχανή του χτες που ξαναρχίζει.

IV
Παγώνει ο κόσμος…
Ασφυκτικό τοπίο η απουσία σου
Τρώει τις λέξεις σε διάλογο σιωπής.

 

ΑΣΥΝΗΘΙΣΤΗ ΑΓΑΠΗ

I
Φτερουγίζοντας μαζί με τα πουλιά ανολοκλήρωτες ευχές
Σκορπίζαμε με φρέσκα όνειρα τη ματαιότητα
Στο τέλος της μέρας μοιράσαμε τη διαφάνεια
Πιασμένοι σε ομόκεντρους κύκλους μιας ασυνήθιστης αγάπης.
Λαβωμένα τα χείλη απ’ αγγίγματα σάπια
Κι οι δρόμοι γεμάτοι μαχαιριές να μη φτάνουν πια γράμματα.

II
Γυμνοί απ’ τον ήλιο και κάτω
Ριψοκίνδυνα σκύβαμε ν’ αφουγκραστούμε επιταγές
Αφήναμε ελεύθερη την πνοή να γίνει αέρας
Για να χαϊδεύει δίχως ενοχές χέρια και χάσματα.
Φλογισμένα ασφυκτικά τα βλέφαρα
’Αναβοσβήνουν τις αισθήσεις.

III
Ξημερώνοντας τρυφερά στην αγκαλιά των λουλουδιών
’Αναδύονται γλάροι τα σκόρπια χαμόγελα
Κι οι πικραμένοι τυλίγουν πάλι το λυγμό τους.
Αντικρίζοντας φάρους με το πρώτο φιλί
Η θάλασσά μας ξαναρχίζει.

 

ΟΙ ΕΡΑΣΤΕΣ ΠΑΝΤΑ ΣΙΩΠΟΥΝ (2007)

ΚΥΚΛΑΜΙΝΑ ΛΗΘΗΣ

IΙΙ

Λυτά ανέμελα μαλλιά
Τα χέρια άδεια
Το σώμα γάργαρο λευκό
Ντυμένο στα κρίνα της επιείκειας.

Δεν βλέπω όνειρα μήπως σε δω
Μαζεύω κυκλάμινα λήθης.

Η ΝΕΚΡΗ ΣΤΡΑΤΙΑ ΤΩΝ ΠΥΓΟΛΑΜΠΙΔΩΝ

I

Το λεωφορείο έβγαζε μαύρο καπνό
Τα περιστέρια άσπρα δάκρυα
Όμως ο δρόμος έστεκε πάντοτε ίδιος
Είχε άλλωστε τόσα στόματα να ταΐσει
Που πίκραινε και τα σύννεφα που έμειναν άκληρα
Η μόνη αλήθεια που αντέχαμε
Ήταν να ξεχάσουμε ότι υπάρχει
Πίνοντας ψέματα στις δύο άκρες της υφηλίου
Ψάχνοντας με επιμονή αυτό που ήτανε μπροστά μας
Ώσπου πέσαμε και οι δύο νεκροί απ’ την προσπάθεια.
Ύστερα ακούσαμε το θόρυβο μιας πόρτας που κλείνει
Κοιταχτήκαμε έκπληκτοι χωρίς να ξέρουμε αν είμαστε μέσα
Βαρύ στ’ αλήθεια να έχεις το χάρισμα
Αν κι ήμουν τυφλός, περιδιάβαινα από κόχη σε κόχη
Σκοντάφτοντας συνέχεια πάνω στις σκέψεις μου
Έτσι κάθε βράδυ καληνυχτούσα σχολαστικά
Ένα ένα τα άδεια δωμάτια
Γιατί δεν ήθελα κάποιο πρωί μάτια άγνωστα
Να τ’ αντίκριζαν λυπημένα.

Πώς να φωτίσει μια νύχτα ολόκληρη
Η νεκρή στρατιά των πυγολαμπίδων;

Ο ΤΕΛΕΙΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ

II

Ύστερα με καταδίκασαν ν’ ακολουθώ τη σκιά μου
Για όσο διάστημα θα ξεσκόνιζα λησμονημένες υποσχέσεις
Απ’ τα μάτια μου έσταζαν αδιάκοπα σκηνές
Η φωνή μου σκόρπιζε «είμαι αθώος»
Βράδιαζε και μ’ ένα κουρεμένο βλέμμα
Κοίταζα επίμονα τ’ ανυπεράσπιστα αστέρια
Που βλέποντάς με να μιλάω με τ’ αγάλματα
Γελούσαν αμέριμνα μέσα στον ύπνο τους
Άξιζε πάντως έστω και ως δικαιολογία
Μια φορά στη ζωή το ζεστό χειροκρότημα
Και χαλούσα το χρόνο γεμάτος τύψεις
Για όσα δεν έκανα
Γι’ αυτά που ποτέ δεν πρόλαβα
Να πω στον εαυτό μου.

Η ΜΙΚΡΗ ΚΑΙ Η ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΜΠΟΡΕΥΣΗ

II

Σου έστελνα συνέχεια γράμματα
Επέστρεφαν με την ένδειξη «άγνωστος παραλήπτης»
Όμως σε πείσμα της βροχής με το έκπληκτο πρόσωπο
OL μέλισσες πετούσαν ακόμη γύρω απ’ το πτώμα της αγάπης
Κι ήταν η πρώτη φορά έπειτα από τόσο πόνο
Που κερδίζαμε κάποιο στοίχημα
Κι οι μέρες θρυμματισμένα κρύσταλλα
Μας σκίζαν τη σάρκα
Όταν τις σφίγγαμε στα χέρια μας κάπως λιγότερο
Κι ο χρόνος αμήχανος πάχαινε
Αφού δεν μπορούσε να ξεφύγει ποτέ απ’ το πάθος του
Να καταβροχθίζει ασταμάτητα τους ανθρώπους.

 

ΑΠΟΗΧΟΣ

IV

Περιεργάζομαι την καινούργια μας περιπλάνηση
Φυλλομετρώντας πάλι τα ελαττώματά μου
Ο δρόμος ανοίγεται σαν απειλή
Αυτό που θάψαμε με ευλάβεια είναι ό,τι επέζησε
Μια και κανείς δεν αντέχει τους ζωντανούς του
Στην άκρη λες πως ψάχνεις το φως
Να έβλεπε πιο καθαρά το αδύναμο μάτι
Το χρώμα των ωρολογίων βαθύ
Η αφύπνιση υπαινιγμός που πικρίζει
Με προσποιητή διαύγεια τρέχουμε λυσσασμένα στην έξοδο
Ανάμεσα σε ξέπλεκα σύννεφα ξανανοιγόμαστε
Τι κοστίζει στο άπειρο
Να ετοιμάσει και για μας μιαν απογείωση;

V
Μ ε σώμα βαμμένο στα κόκκινα
Τριαντάφυλλο που μόλις φαινόταν
Λιγόστευα…
Κανείς χωρισμός δεν πονούσε
Σαν το ξημέρωμα.

 

ΝΟΕΡΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

IV

Με χέρια λαβωμένα σίδερα
Μαζεύαμε αμίλητοι φωτογραφίες
Αφήνοντας τους τοίχους γυμνούς
Με τα σύρματα που απέμειναν
Αυτόπτες μάρτυρες της φυλακής μας
Κι αυτό πονούσε όσο η ανάμνηση
Κατόπιν βγάζοντας και τα καρφιά
Τι εύκολα γλίστρησε ο νεκρός ακροβάτης
Τρύπωναν μέσα μας παγωμένες οι τύψεις
Και τότε αισθανόμασταν δικαιωμένοι
Καθώς είχαμε επιτέλους, ίσως αυθαίρετα,
Κάτι δικό μας
Κι όλη αυτή η ταλάντωση μπρος πίσω
Εξασφάλιζε στη ζωή και στα όνειρα
Πολύ περισσότερα απ’ ό,τι βιώναμε.

ΟΙ ΕΡΑΣΤΕΣ ΠΑΝΤΑ ΣΙΩΠΟΥΝ

I

Ήταν τότε που ο ήλιος είχε αρχίσει
Να δουλεύει τα βράδια σε βενζινάδικο
Κι οι φίλοι που παλιά ήταν πονετικοί
Όσο τουλάχιστον για να ρίξουν μια ματιά στα χρυσάνθεμα
Ή να προσφέρουν ένα άδειο πιάτο αλληλεγγύης
Τώρα η απληστία τούς μικραίνει τα πρόσωπα
θαρρείς και θέλει τεράστια προσπάθεια
Για να κερδίσεις ελάχιστο χώμα
Να το ρίχνεις επάνω σου όταν ξεβάψεις.

IV
Ορκισμένοι αόμματοι σε πείσμα των άλλων
Περιμένουμε ένα θαύμα αβέβαιο
Όχι από εικόνες θολές και σπασμένα κειμήλια
Αλλ’ απ’ το ίδιο μας το πεπρωμένο
Αφού αντέξαμε με τόση μοναξιά
Με τόσα λάθη…

ΜΕΤΑ ΟΛΑ ΚΑΛΑ ΘΑ ΠΑΝΕ

IV

Τώρα η σχέση μας διαβρώθηκε γλυκά
Κανένα άγαλμα δεν άντεξε στο χρόνο
Σύντομα να την απομακρύνουμε απ’ τους γιατρούς
Σ’ αυτούς πηγαίνουν μοναχά όσοι ελπίζουν σε κάτι
Όμως η ελπίδα σε μια νύχτα παγερή
Είναι το αντίδοτο της άσπιλης αλήθειας
Φτιάξαμε δρόμους αβέβαιους
Ποιος αντέχει συμφωνίες μέσα στους έρωτες
Τοίχοι γυμνοί και τα κορμιά
Στάζουν ακόμη προδοσία
Πόσο μεγάλα παράθυρα μπορεί να διαθέτουν οι τάφοι
Να ξεκουράζουν τα μάτια
Απ’ τις μικρές αστραπές που ονειρευτήκαμε;

 

ΑΠΕΡΑΝΤΗΣ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ ΣΤΙΓΜΕΣ

IΙΙ

Δεν έχει πια καμία σημασία
Το ποιος αθέτησε τα αυτονόητα
Κοστίζει ακριβά η κακοποίηση των χρωμάτων
Η παρείσακτη νότα στις πέντε γραμμές
Η χαρτογράφηση του πυθμένα του παραλήπτη
Η ασυνέχεια της περιπέτειας
Η ερήμωση.

Η ομορφιά ξετυλίγεται απαρατήρητη
Στα νερά της φορές ξεδιψούν τα πουλιά
Μα εμείς ξεχάσαμε να κολυμπάμε.

 

ΜΑ ΔΕΝ ΕΙΧΑΜΕ ΛΗΣΜΟΝΙΑ

I

Ανταλλάσσουμε χείλια,
Κουρασμένη ανάμνηση,
Ν’ αγκαλιάσου με το τίποτα
Ξενιτευόμαστε αργά
Προς τη ρίζα της γης
Λυγμοί ξεβάφουν το πράσινο
Ανυπεράσπιστη γη
Ανυπεράσπιστα σύννεφα
Σπασμένοι διακόπτες στο σώμα
Κι η αγάπη
Σαν να μη χάραξε ποτέ
Αχτένιστη, θαρρείς να απειλείται.

Αρχίζει να βρέχει μοναξιά.
Μετέωρος ξεντύνομαι
Πίνοντας άμμο.

V

Το ένα πορτόφυλλο κλειστό
Το άλλο
Το μισό σφιχτό σου σώμα
Τα μάτια εγερτήριο
Μια χούφτα λίμνες μεταξιού
Βουίζουν βασανιστικά
Καπνούς κι ομίχλες.

Αψηφώντας του κορμιού την παραίτηση
Τα φευγαλέα αγγίγματα, τη σπουδή
Κατακτούμε σε πνιγμένα νερά επιθυμίες.

Παγωμένος ο ήλιος στο βασίλεμα,
Στροβιλίζεται άταφος
Στα κρεμασμένα όνειρά μας.

 

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΡΕΛΩΝ ΟΝΕΙΡΟΠΟΛΩΝ

IV

Το χαμόγελο γινόταν χλεύη
Στα χείλια των μικρών θεών
Που νόμιζαν πως εύκολα μπορούν να στήνουν παγίδες
Έκλεινα τότε τα μάτια κι έβλεπα το παρελθόν
Τα άνοιγα και δεν έβλεπα τίποτα
Άκουγα συνέχεια βήματα αλλά δεν έφερναν κανέναν
Τα άρρωστα όνειρα δεν έπαιρναν ποτέ γιατρικό
Άκουγαν μόνο συνταγές κάποιων τρελών ονειροπόλων
Έτσι τη μέρα καθένας τραβούσε το δρόμο του
Το βράδυ όμως μοιράζαμε την απόσταση με τ’ αστέρια
Ανοίγοντας άλλο ένα παράθυρο στην ψευδαίσθηση
Κι από κείνα τα ψίχουλα ανέτειλε κάθε αυγή
Ένας ολόφρεσκος ήλιος μέσ’ απ’ τη θάλασσα.

 

Ο ΜΙΚΡΟΣ ΝΑΥΣΤΑΘΜΟΣ

IΙΙ

.Ανακουφισμένος βαθιά απ’ την απόσταση
Το απαραίτητο κίνητρο για ν’ ανταμώσεις
Ψηλαφώ ένα φιλί στα πεταχτά
Βυζαίνοντας χρώματα στο εφήμερο
Βουλιάζω στο απερίσκεπτο σκοτάδι
Οι ανάσες ορμητήριο δυσδιάκριτο
Όσο η επιθυμία απ’ την ανάγκη
Κι η φαντασία απ’ την απώλεια.
Καθώς η νύχτα απαλλάσσεται
Από βραχύβιες δεσμεύσεις
Ο μικρός ναύσταθμος γεμίζει σαπιοκάραβα.

 

ΤΑ ΠΟΛΥΤΙΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟΛΕΠΤΑ

II

Κάποιος διατάζει να ρίξουν τις λέμβους
Ποτέ δεν πιστέψαμε σε κοινές σωτήριες
Πατάμε στο νερό να σώσουμε τις ανάσες μας
Μπερδεύουμε το όνειρο με τον εφιάλτη
Στο βάθος κάτι κουνιέται κι ασπρίζει
Τρύπησαν ήδη οι ημικύκλιοι κώδικες
Ελπίζουμε πάντως στα πολύτιμα δευτερόλεπτα.

IΙΙ

Σχεδόν ψιθυριστά μου λες να ζωγραφίσω μια θάλασσα
Όμως αγκυλωμένος στη γωνιά της κάθε μέρας
Κρύβομαι γεμάτος φωτιές και σπαράγματα
Αργότερα χάνομαι από συνήθεια
KL όταν στο τέλος άφοβα φανερώνομαι
Δυσπιστείς κι ένα σμήνος φιλιά με πληγώνει.
Αρχίζω να κλαίω λέξεις και γράμματα.

 

ΔΥΟ ΠΑΡΑΘΥΡΑ ΜΕ ΚΙΜΩΛΙΑ (2005)

 

ΑΝΑΣΥΝΘΕΣΗ

Ύστερα, καθίσαμε όλοι μαζί
Δηλαδή οι δυο μας
Δυο κομμάτια μισά ο καθένας
Και απλώνοντας θάρρος
Στα μαλλιά και στο μέτωπο
Καθαρογράψαμε τα προβλήματα
Στις γραμμές που απέμειναν.

Έξω τα σκυλιά
Ανιχνεύοντας τον ερχομό σου
Έβαφαν ασταμάτητα.

 

ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ

Ψάχνεις ακόμα για την υπόσχεση εκείνη
Που έτριζε σαν παράπονο στο μέλλον,
Που κιτρίνισε γυμνή μέσα στο υπογάστριο
Τα χείλια και τις ευωδιές μακράς διάρκειας
Τους αόρατους ήρωες της ηδονής
Τα κέρινα ομοιώματα του έρωτα
Διαμαρτυρημένα γραμμάτια ελπίδας
Ανάμεσα σε σκόρπια μονογράμματα
Την ομορφιά ημίγυμνη στις ατέλειωτες παύσεις
Να πηγαινοέρχεται έξω από το παράθυρο
Ψαρεύοντας τις αναμνήσεις που ποτέ δεν απαρνήθηκες.

Αρχίζει το κρύο να μυρίζει πασχαλιές
Σέρνεσαι ασθμαίνοντας στο σιδεράδικο
Παραγγέλνεις καινούργια ανοξείδωτα
Ταχυδρομώντας τη βροχή
Προκλητικά στη διεύθυνσή σου.

 

ΠΡΟΘΕΣΗ

Φορώντας μισοτελειωμένα λόγια
Κι αναπνοές ολοκαυτώματα
Ανέτειλε ο ιστός των λύχνων.

Τα χείλια μίλαγαν άφωνα
Τα πόδια κόλλαγαν μέλι
Σκαρφαλώναμε σε πυρσούς
Στις γέφυρες των παύσεων.

Τα κορμιά, ροδιές στην άσφαλτο
Μυρίζουν τώρα φρέσκια ελπίδα.

 

ΤΡΑΓΩΔΙΑ

Στις πέτρες τα κρυμμένα μυστικά
Και συ με πάθος να τις καταπίνεις
Τυλιγμένη στις ατομικές σου ανάγκες
Να παίζεις κρυφτό με το τίποτα.
Μη θεωρείς δεδομένα τα κίτρινα φύλλα
Παραμέρισε της φωνής το εξόγκωμα
Και πριν λιχνίσεις χιονισμένα φιλιά
Φευγαλέα και απρόσωπα πάνω μου
Αποστήθισε το άσπρο σκοτάδι
Στο μαγικό κήπο των ψευδαισθήσεων.

 

ΗΡΘΕΣ ΚΑΙ ΣΥ

Ψέματα ρίχνανε οι φίλοι στη φωτιά
Στα ξύλα κάποιοι χαράζαν τ’όνομά σου
Κι άλλοι σκαλίζαν κάρβουνα
Που κατακόκκινα από θυμό
Αυτοκτονούσαν.

Αργότερα ήρθες και συ
Κρατώντας ανύποπτη λίγα λουλούδια
Παλιά σου ποιήματα
Δρόμους και λέξεις.

Σφίξαμε τότε τα χέρια
Και πετάξαμε μακριά
Να ιδρώσουμε αλλού
Τον έρωτά μας.

 

ΒΡΑΧΥΒΙΑ ΔΙΑΔΡΟΜΗ

Βραχύβια διαδρομή
Η ακτίνα της σκέψης
Σημαδεύει ελάχιστα
Μακρινούς κλειδάριθμους.

Σε παιχνίδι μονόκλινο
Το φως μαραίνεται
Ανοιγμένα κοχύλια φιλιά
Λίγα βήματα ακόμα.

 

ΔΥΟ ΠΑΡΑΘΥΡΑ ΜΕ ΚΙΜΩΛΙΑ

Άλειψα τη γυαλάδα σου στη φέτα
Ήρθαν και τη ράμφισαν στιγμές.
Έριξες τότε βιαστικά επάνω σου
Δύο παράθυρα με κιμωλία
Και χαμογέλαγες
Μέχρι που τα ‘σβησαν οι υποψίες.

Με τις ελπίδες να στροβιλίζονται
Στην αδειανή σου επιδερμίδα
Βάφτηκες με άγουρους λωτούς
Φόρεσες τακούνια σιδερένια
Και υπαινίχτηκες πράσινο
Στο μαγνητικό μου πεδίο.

ΜΠΡΟΣΤΑ ΑΠ ΤΑ ΕΡΕΙΠΙΑ

Έβγαινες από μια θάλασσα
Γεμάτη λάθη
Με το κεφάλι μοχλό
Σε κιβωτό μοχλό
Και χωρίς να σου ξεφύγει
Ούτ’ ένα γέλιο για δοκιμή
Μου ζήταγες να σε φωτογραφίσω.

Και γω που πάντα σε κρυφοκοίταζα
Κι άδειαζα σαν τρύπιο λαγήνι
Πρόσεχα πως πόζαρες πάντα
Μπροστά απ τα ερείπια.

Μες απ’ τα κάστρα των ματιών μου
Άρχισαν ήδη ν’ απλώνουν ξερόχορτα.

 

ΟΥΤΕ ΚΙ ΑΠΟΨΕ

Ούτε κι απόψε φύσηξε φως.
Η θάλασσα βαδίζει μόνη
Στο δρόμο της επιστροφής
Μαχαιρωμένη.

 

ΣΤΗΝ ΑΜΜΟΥΔΙΑ

Βγάζοντας τελευταία και τη φωνή σου
Φτάνεις ολόγυμνη στην αμμουδιά
Τυλιγμένη στην τριμμένη πετσέτα του χρόνου.

Σε καρτερώ με τα ναυάγια
Παράσημα καρφωμένα στο στήθος.

Με φλέβες μαστίγια
Χτυπάω αλύπητα το παρελθόν.

 

ΟΙ ΦΟΒΟΙ

Κάθε καλοκαίρι στα μέρη μας
Φυτρώνουν κάτι βράχια πανέμορφα.
Ανεβαίνω πάντοτε στο πιο ψηλό
Και ρίχνω έναν έναν στη θάλασσα
Όλους τους φόβους μου.

Ύστερα βυθίζομαι
Σ’ έναν ύπνο γεμάτο περίεργα όνειρα
Ώσπου κάποια στιγμή πετάγομαι όρθιος
Και διαπιστώνοντας έντρομος
Πως δε μου μείνε πια κανένας
Αρχίζω βιαστικά να μαζεύω καινούργιους.

Είναι ντροπή στα μέρη μας
Σα θα ‘ρθει τ’ άλλο καλοκαίρι
Να μην έχεις να ρίξεις
Φόβους στη θάλασσα.

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ

Τ αποτυπώματα σου παντού
Πάνω στη νύχτα.

Μισάνοιχτη η ζωή
Ποτίζει βασανιστικά
Την απουσία σου.

Κι οι λέξεις…
Αμέτρητες μικρές ερωμένες
Που σκοτώνουν αλύπητα
Σαν τις χαϊδέψεις.

 

ΠΗΓΑΣΟΣ

Κράταγες στα δάχτυλα πουλιά
Πουλιά που έγνεφαν
Στο δικό σου Πήγασο να τρέξει
Να προλάβει τον ήχο που έσβηνε
Στ’ αυτιά της καταπακτής
Χωρίς καμιά προειδοποίηση.

Οχτάρι ακρωτηριασμένο
Αναπολώ απείθαρχους αριθμούς
Της στιγμής παλιά πρωτοσέλιδα
Ανάκλιντρο ανοχής
Γοητεύω ακόμη
Δαιμόνια και αντικλείδια.

Χαμένα προνόμια ουρλιαχτά
Τις αισθήσεις
Προσπαθούν να μιλήσουν…

 

ΚΥΝΗΓΗΤΟ

Θηλιά του κλειδιού η σκιά
Γυναίκα λαιμητόμος
Ξεβιδώνεις την ηδυπάθεια.

Ερεθίζω μιαν αγχόνη
Από πεινασμένα μάτια
Να με τυλίξει.

Κυνηγημένη
Απ’ τον αντίλαλο της πράξης
Αιμορραγείς.

Πυρακτωμένοι
Από περάσματα άσβηστα
Τεντώνουμε ολοένα τη ζωή.

Έξω βρέχει θάνατο.
Αργείς.

 

Η ΜΕΤΑΚΟΜΙΣΗ

Βάσταγε χρόνια η μετακόμιση.
Άλλαζα ύψος, βάρος, γειτονιές
Ρούχα, κλειδιά, γυναίκες
Κρατούσα την ίδια περίπου ταυτότητα
Τα ίδια δάχτυλα
Χωρίς δαχτυλίδια.

Τα σώματα θύμιζαν σκάλες.

 

ΔΡΟΜΟΙ

Όλo φεύγω
Φορτωμένος χαλασμένες θάλασσες
Κεραμίδια σπασμένα
Βροχή μέσα στα αίματα.

Όλο έρχεσαι
Ανασαίνοντας ακρογιαλιές
Στήνεις φωλιά μες στ’ απόβραδα
Ανοίγεσαι.

Όλο έρχεσαι κι όλο φεύγω.

Περιμένοντας καινούργια εποχή
Τρίζουμε σαν βίδες σκουριασμένες
Στα ευχολόγια.

 

 

 

ΠΑΡΑΚΤΙΟΣ ΠΙΑ Ο ΕΡΩΤΑΣ (2002)

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Μέσα στην άχνη της άμμου
Έκρυβα τη σκόνη μου
Και περίμενα τ’ απόβραδα
Να ’ρθουν οι θάλασσές σου
Να τη σκορπίσουν.

 

Η ΜΑΧΗ

Τελειώνει η νύχτα των παρωπίδων.
Κουλουριασμένοι στην πολύχρωμη ματαιοδοξία
Πιαστήκαμε.
Ανοίγουμε τώρα τη σπονδυλική μας στήλη.
Ξαρματωνόμαστε το ψεύτικο χρυσό.
Μένουμε με την πένα.
Και τα σκόρπια μας κόκαλα.
Δεν έμεινε άλλο
Απ’ την τρύπια αξιοπρέπεια μας.
Το χαμόγελο σπρώχνει αργά
Το λαβωμένο μόνιππο της ελπίδας.

Ξημερώνει.
Η μάχη, όπου να ’ναι, ξεκινάει.

 

ΤΑ ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΑ

Σ’ αποχαιρετούσα άδειος
Καθώς ξεκίναγε το λεωφορείο
Για την επαρχιακή πόλη.
Έπαιρνες μαζί σου την ψυχή μου
Κι άφηνες ξοπίσω σου ένα φάντασμα
Να τρίζει φρικτά μες στο κορμί μου.
Για λίγες ώρες έβλεπα
Με τα μάτια των παιδιών.
Άλειφα τ’ άρωμά τους
Μύρο στο κουφάρι μου.
Αργά κατέβαινα στην παραλία
Και κοίταζα μακριά,
Πολύ μακριά στη θάλασσα
Μήπως και δω κάνα ναυάγιο
Μήπως κανείς μ’ αναγνωρίσει
Ανάμεσα στους πνιγμένους.

 

ΔΙΨΑ

Μη πίνεις άλλο κρασί
Απ’ το κορμί μου, ψιθύρισες.
Έφτασες ήδη στη μέση.
Και κατέβασα μονορούφι το υπόλοιπο
Πριν προλάβει το πεπρωμένο
Να σε κλέψει.

 

ΠΑΡΑΚΤΙΟΣ ΠΙΑ Ο ΕΡΩΤΑΣ

Ρίχνω για στερνή φορά δίχτυα
Στων ματιών σου τις θάλασσες.
Κλείνω προσεχτικά τα διάφανα βλέφαρα.
Κοχύλια με κάτασπρα φτερά
Χορταριασμένα ρολόγια της ελπίδας
Λόγια αλμυρά, πνιγμένα στο βυθό
Κύματα άδηλα πού σέρνουν τ’ άρωμά σου.
Ξεφυλλίζοντας τώρα τις τελευταίες οργιές
Του κορμιού σου που τρέμει
Τραβάμε μαζί δυο σταυρούς σκουριασμένους
Που κάποτε ήταν άγκυρες.

Παράκτιος πια ό έρωτας
Κι ο ανεμοδείκτης συνέχεια
Στραμμένος πάνω σου.

 

ΕΚ ΤΟΝ ΥΣΤΕΡΩΝ

Επινοώ τον εαυτό μου
Σε μια απανθρακωμένη ωριμότητα
Που αναπνέει ακόμα.
Βαδίζω αργά στο φθαρμένο διάδρομο.
Καθώς στο βάθος ξημερώνει
Δε θέλω να πληγώσω κανέναν πια.

Τριαντάφυλλο σε ολόγραμμα
Τσακισμένο απ’ την αρχή
Που δεν άνθισε ποτέ
Πάρα μόνο στη φαντασία.

 

ΔΡΑΠΕΤΗΣ

Τα μάτια σου είναι γλυκά σαν τ’ απόβραδο
Κι η ζωή μου καρτερεί να σημάνουν μεσάνυχτα
Για να τα χρωματίσει και να χρωματιστεί.
Την αυγή ανάβουν πράσινα φωτάκια στο δέντρο σου
Και εγώ κολυμπώ στα διάφανα νερά σου αργά
Για να φτάσω ευτυχισμένος απέναντι.

Πόσο μαράζωσε ο χάρος αυτό το φθινόπωρο.

 

ΣΑΝ ΤΟΥΣ ΥΠΑΙΘΡΙΟΥΣ ΜΟΥΣΙΚΟΥΣ

θαυμάζαμε αυτούς που παίρνανε τα φτυάρια
Για να βρούνε το φως
Αυτούς που καλλιεργούσανε φτερά
Για να πετάξουν
Αυτούς που κράταγαν στη μύτη τους
Τ’ άρωμα που μύρισαν κάπου αλλού.
Ύστερα μαζευόμασταν κάτω απ’ τή σκάλα
Για να μη μας δει ο φονιάς του εαυτού μας.

Μαγεμένοι από μελωδίες ανύπαρκτες
Σαν τους υπαίθριους μουσικούς
Δε παίζαμε πια
Πάρα κοιτάγαμε βουβοί
Τον ήλιο να χάνεται στα βάθη του χρόνου.

ΡΟΗ

Το πρόσωπο, τώρα στολίζεται με φρούτα
Μιας και τα άνθη μαραίνονται σύντομα.
Είν’ ο καιρός των φυλλοβόλων ερώτων.
Μέσα στο χάος των μυριάδων γραμμών
Σ’ ένα μόνο σημείο τέμνεσαι
Σ’ ένα ρυάκι
Που το φωτίζουν τα ξερά μυστικά
Και το πικρό χαμόγελο της αυτοαναγνώρισης.

 

ΑΥΤΟΧΕΙΡΕΣ

Τις νύχτες χαϊδεύαμε τις αδυναμίες μας
Ώσπου πετάγονταν από μέσα τους άγρια πουλιά.
Τρυπούσαν ανελέητα τα σύννεφα
Ξεθώριαζε η θάλασσα
Ανάμεσα στ’ αφρισμένα κύματα
Το δάκρυ κρύωνε στις άδειες κόχες
Χανόταν ήσυχα με τους χειμώνες.
Καθώς το μυαλό έσπαζε τα κουπιά
Το μέλι ζαχάρωνε.
Μετέφερε το χαμόγελο
Στ’ αγιοκλήματα και στις φλόγες
Το άρωμα έγλειφε δειλά τις μορφές
Μα δε κατάφερνε να μας γιατρέψει.
Κρυμμένοι τώρα στ’ αετώματα
Πριονίζουμε ευλαβικά το σώμα τού ήλιου
Να μπολιαστούμε απ’ το αίμα του
Ν’ αντέξουμε λίγο ακόμα.

 

ΑΠΟΓΝΩΣΗ

Κατάσπαρτη κι απόψε ή μελαγχολία
Ξαπλώνεται αθόρυβα μπροστά μου.
Ανοίγω τυχαία ένα παράθυρο
Για να δροσιστούν οι σκέψεις.

Ράθυμα γυρνάν οι ώρες
Μάταιη ή αναζήτηση.
Και σφραγίζω απαρηγόρητος
Την κλειδαριά του έξω κόσμου.

Όμως εσύ στέκεις πλάι μου
Πλέκοντας ήδη τα σημάδια της έλλειψης.
Λιώνεις τούς λυγμούς της απόγνωσης
Να κολλήσουν οριστικά
Οι κυβόλιθοι του χρόνου
Που απέμεινε.

 

ΕΝΑ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

Ένα παράθυρο ανοιχτό.
Στην κάτω αριστερή γωνιά
Τ’ απομεινάρια μιας αγάπης
Στις άλλες τρεις
Άσπρο κενό
Από τους έρωτες
Που δεν ήρθανε ακόμα.
Ένα παράθυρο ανοιχτό
Να μπαινοβγαίνει η ζωή
Να σε τρελαίνει.

 

ΘΗΛΥΚΟΤΗΤΑ

Δυο ρόμβοι αγέρα
Χωρίζουν τα χέρια
Απ’ τη μέση σου.
Μα ο πιο αιθέριος
Χαϊδεύει πάντα τους μηρούς σου.

 

ΜΕΧΡΙ ΝΑ ΠΙΩ

Μέχρι να πιω
Το χαμόγελο απ’ την τσέπη σου
Αυτή σκίστηκε
Και χάθηκα στο βάθος
Μιας μαύρης γραμμής.
Με τη βοήθεια μιας κλωστής ανέγγιχτης
Ξαναβρήκα την έξοδο.
Έσφιξα τότε το χαμόγελό σου
Σ’ ό,τι απέμεινε απ’ τη γροθιά μου
Κι ευτυχισμένος έγειρα
Πάνω στην έγνοια σου.

Ο ΑΥΡΙΑΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

Έβγαλα ανέμελα το πόδι μου στον ήλιο
Μέχρι να φτάσω απέναντι, κάηκα.
Άρχισα τότε να σε φιλάω με πάθος
Και τα μάτια μας γυαλίσανε,
Όπως του μελλοθάνατου.
Σαν έφτασε το πλήρωμα του χρόνου
Σε σκότωσα δίχως δισταγμό.
Ύστερα με τη φωνή μου γαλακτωμένη
Τραγουδούσα στους αγγέλους
Μελετώντας βαθυστόχαστα την ιστορία
Για να φτιάξω τον αυριανό,
Ολόιδιο με τον παλιό κόσμο.

 

ΤΟ ΦΩΣ

Ανεβαίνοντας το φως μια στενόμακρη σκάλα
Για να γυαλίσει το χλωμό λαιμό των αστεριών
Σκόνταψε.
Πέφτοντας έσπασε στα δυο
Και σαν αντίλαλος κρύφτηκε μέσα στα μάτια σου.

Όταν οι ακρωτηριασμένες μνήμες
Μάς ρίξανε τη νύχτα στο λιμάνι
Η φωνή σου αρυτίδωτη
Τίναξε τη σκόνη απ’ τα βλέφαρα.
Τα δάχτυλά σου όργωσαν μια σάρκα χέρσα
Κι αμέσως άνθισαν γαρύφαλλα σαν άγκυρες.

Ώρες θαμπές
Και συ μου ’πλενες τις πληγές με τα τραγούδια σου.
Και τα πλοία της γραμμής
Γεμάτα μελλοθάνατες θάλασσες
Σου κάνανε σινιάλα με τους προβολείς
Γιατί εσύ ήσουν το φως
Όμως το αγνοούσαν.

ΦΟΝΙΑΣ

Σ’ όλη μου τη ζωή
Σκότωσα ένα ποντίκι
Δυο σπουργίτια
Τρεις πεταλούδες
Και κάμποσα κουνούπια.
Φωνάζω τώρα με υποκρισία
«Συγχωρήστε με»
Εγώ που σκότωσα
Τόσες αγάπες.

ΑΠΟΡΙΕΣ

Έβλεπε κάθε που χάραζε
Τα ρούχα κρεμασμένα στο καθαριστήριο
Κι αναρωτιόταν:
Γιατί κάποιοι θα μπουν σε λίγο μέσα τους
Αφού γεννήθηκαν γυμνοί;
Ποτέ δε ξεκαθάριζε
Αν ήταν μ’ αυτούς
Με τα πρησμένα χέρια
Ή με τους άλλους
Με τα πρησμένα χείλια.

Μάταια προσπαθούσε
Να ξεκολλήσει
Τις μάσκες των ανθρώπων
Γιατί ήταν τα ίδια τους τα πρόσωπα
Που άλλαζαν συνέχεια τη μορφή τους.
Κύλαγαν τότε
Δυο δάκρυα θολά
Σαν αδύναμο σπέρμα
Κι’ έσβηναν πάλι
Τ’ αποτσίγαρα της σκέψης του.

Ο ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ TOT ΤΥΦΛΟΥ

Τα καλύτερα όνειρα
Τα έκανα πριν κοιμηθώ
Τα καλύτερα ποιήματα
Μόλις ξυπνούσα.
Έτρεχα τότε να τα γράψου
Μα στο μεταξύ τα ξέχναγα.
Ο ενδιάμεσος ύπνος
Μου ήταν άχρηστος
Κι η υπόλοιπη ζωή μου
Ήτανε χαμένη.
Πώς να σκεπαστώ ο άμοιρος
Με μια κουβέρτα τρύπια
Αν δε μπορώ να τη μοιραστώ μαζί σου;
Πώς ν’ ανοίξω τα μάτια μου
Αν ξέρω πως δε θα σε δω;
Και με τις σκέψεις μου τσαμπιά
Ετοιμαζόμουν να ξαπλώσου.

Ήταν Αύγουστος.

 

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ

 

Εγχείρημα φωτός (2018)

 

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

tvxs.gr/22/10/2018

Η αλληγορική γλώσσα ως μέσο δραπέτευσης στην ποίηση του Μυλόπουλου

Ο υπερρεαλισμός γεννημένος στα ορύγματα των δύο παγκοσμίων πολέμων, λειτούργησε απελευθερωτικά τόσο για τον ποιητή όσο και για τη γλώσσα. Και αυτή η έκφραση γκρεμίζοντας στερεότυπα έδωσε μία νέα προσέγγιση στην αισθητική λειτουργώντας ως αντίδοτο στην απολυτότητα του ρεαλισμού∙ μετατράπηκε σε όπλο ενάντια στη δεσποτεία του ορθού λόγου.
Στη σύγχρονη ποίηση η υπερρεαλιστική έκφραση λειτουργεί ως μία μεταγλώσσα που εκφράζει την εξέγερση του ασυνείδητου και του συναισθήματος κόντρα στον ρασιοναλισμό της εποχής. Εξελιγμένη πια φτάνει σε μία μετωνυμική υπέρβαση της ίδιας της γλώσσας ως δομικό στοιχείο της ποίησης. Παράταιροι γλωσσικά συνδυασμοί διαμορφώνουν ένα λόγο απεικονιστικό, επενδύοντας στο θυμικό με τη συνειρμική δύναμη των φθογγικών συμπλεγμάτων. Αναδεικνύει όχι μόνο την οπτική απεικόνιση μιας λέξης ή την ηχητική της διάσταση, αλλά ταυτόχρονα τη διασπά μέχρι να βρει εκείνο το συναισθηματικό υπόβαθρο που εξυπηρετεί το μήνυμα και τον ψυχισμό του ποιητή.
Σε ένα τέτοιο δρόμο κινείται και η νέα ποιητική συλλογή του Νίκου Μυλόπουλου, «εγχείρημα φωτός» (κουκίδα 2018), ακολουθώντας την πορεία που χάραξε από την αρχή σχεδόν της παρουσίας του στα ελληνικά γράμματα.

Ο Μυλόπουλος αξιοποιεί την ανοικείωση και ξαφνιάζει με τον μετωνυμικό του λόγο. Σε αυτόν θεμελιώνεται και η εικαστική του (ξημέρωνε λιακάδα, δημοπρασίες της μνήμης, άπιαστη χαρά, η εξόρυξη, αισθήματα επιούσια). Η στιχουργική του οικοδομείται σε μεταφορές και προσωποποιήσεις. Γοητεύει η σύμμειξη διαφορετικών νοημάτων, καθώς σχηματίζουν πρωτότυπα ονοματικά ή ρηματικά σύνολα (μοιραίο ν’ ακουστεί, ισόβια, το κόστος της μετανάστευσης, η διάμετρος της συνείδησης, στα χρόνια της κερασιάς, ωδικά δειλινά, χρώματα στέρησης) με υπερρεαλιστική καταγωγή (ταξική φυγή συναισθημάτων, φωτιάς ουρλιαχτό, ηρωικώς πεσόντων, ζωή, νυχτερινή διάλογοι). Την ανοικείωση ενίοτε υπηρετεί και η σειρά των λέξεων, με ονοματικά σύνολα που «χωρίζουν» (ξημέρωνε λιακάδα).

Ο αλληγορικός του λόγος με τη σουρεαλιστική προέλευση είναι βαθιά επηρεασμένος από την ελύτικη ποιητική παράδοση. Η οικοδόμηση των μεταφορών με την εικονοποιητική τους δύναμη έχουν σαφείς αναφορές στον νομπελίστα ποιητή. Ο Μυλόπουλος όμως εγκαταλείπει τον γαλανό και φωτεινό χώρο του Ελύτη και αφουγκράζεται τα συναισθήματα της πόλης.

Η ποίησή του, εξάλλου, είναι αστική και σκοτεινή –μεταφορικά και κυριολεκτικά. Εμφανής σε όλη τη συλλογή είναι η ανάγκη δραπέτευσης (χάρτινες πόλεις, ταξική φυγή συναισθημάτων, φίλιος φόβος, πύλες σκυφτές, οι ευθύνες των σκιών, ηρωικώς πεσόντων, νυχτερινοί διάλογοι) από το αποπνικτικό άστυ (η διάμετρος της συνείδησης, ράμφισμα στα χείλη). Το φυσικό στοιχείο με τη συχνή παρουσία του εντείνει την ανάγκη αυτή της διαφυγής. Διατηρεί έναν χαρακτήρα εξωτικής εικόνας και αγνότητας που έρχεται σε αντίθεση με τον συναισθηματικό κόσμο της σύνθεσης (αγριοκέρασα, τάγμα ασωμάτων, το κόστος της μετανάστευσης, ζωή, φύλλα δυόσμου, στα χρόνια της κερασιάς).
Η ποιητική του ισορροπεί σε μία πρισματική πολυθεματικότητα. Η αδηφάγα πόλη και η μοναξιά/απομόνωση (αγριοκέρασα, φωτιάς ουρλιαχτό, μαγεία έλλειψης) συνδέονται με την κοινωνική αγωνία, τον έρωτα, τον χρόνο και τη σιωπή. Με τη γλώσσα των ήπιων υπαινιγμών ο ποιητής σχολιάζει την κοινωνία και την πολιτική (κληρωτοί της ηδονής, οδός σιγής, χρονολόγιο, ωδικά δειλινά) με ένα αίσθημα απογοήτευσης. Τη λογική των νύξεων υιοθετεί, άλλωστε, σε όλη την ποιητική του (ηρωικώς πεσόντων, εαρινές διαθήκες). Συχνή είναι η παρουσία του χρόνου στις συνθέσεις του (φίλιος φόβος, νυχτερινοί διάλογοι, αισθήματα επιούσια, στα χρόνια της κερασιάς, εσπερινή φαντασίωση, δημοπρασίες της μνήμης, το αιώνιο βήμα, το κόστος της μετανάστευσης, ισόβια) και της μνήμης/νοσταλγίας (η διάμετρος της συνείδησης, σύντομη σχέση, δημοπρασίες της μνήμης, άχρονη εφηβεία).
Οι επιμήκεις στίχοι «σπάνε» τυπογραφικά σε δύο σειρές (αποφεύγουμε να μιλήσουμε για ημιστίχια, επειδή ο διαχωρισμός δεν γίνεται βάσει του ρυθμού απαγγελίας/εκφώνησης ή του ολοκληρωμένου νοήματος κατά την μοντερνιστική παράδοση). Ο στιχουργικός ρυθμός ακολουθεί την κίνηση των εικόνων μέσα στο ποίημα, καθώς κάθε -μακροσκελής- στίχος αποτελεί στην ουσία μία διαφορετική εικόνα. Και τούτη η κίνηση των εικόνων διαμορφώνει μία αίσθηση κινηματογραφική. Η ένταξή τους ως λειτουργικό τμήμα της ποιητικής αφήγησης, επιτρέπουν στον ποιητή να αποφύγει τον πληθωρισμό ασύνδετων στιγμιότυπων, αλλά, αντίθετα, υποστηρίζουν τον έλεγχο του στιχουργικού ρυθμού.
Οι ήπιοι τόνοι της στιχουργικής του Μυλόπουλου βρίσκουν σύμμαχο την κυριαρχία της σιωπής, που σκιαγραφεί ακριβώς το συναίσθημα απογοήτευσης και αγωνίας για το μέλλον. Και η σιωπή, άλλοτε εκφρασμένη άμεσα (πύλες σκυφτές, ταξική φυγή συναισθημάτων) και άλλες φορές ως αίσθηση που διαμορφώνει άηχες εικόνες, ορίζει το βουβό του κάδρο.
Ο ποιητής σε ακόμα μία συλλογή υιοθετεί το α’ πληθυντικό γραμματικό πρόσωπο ως κύριο φορέα της δράσης. Παρά όμως το πρωτοπληθυντικό υποκείμενο, το κάδρο του δεν είναι πολυάνθρωπο. Και τούτο όχι μόνο ισχύει το συναίσθημα απομόνωσης, αλλά ολοκληρώνει την εικόνα μιας άνυδρης ζωής/πόλεις που αποζητά τη συλλογικότητα. Είναι μία αγωνιώδης αναζήτηση απομάκρυνσης από το ιδιωτικό όραμα που καταρρέει. Τούτο φαίνεται και από τις περιορισμένες εικόνες κλειστών χώρων. Ο χώρος της ποιητικής δράσης είναι συνήθως εξωτερικός∙ οι ανοιχτοί χώροι κυριαρχούν -ακόμα κι αν δεν δηλώνεται άμεσα- ισορροπώντας με την απομόνωση του ποιητικού εγώ (ως μέρος του εμείς).
Με κυρίαρχο, άλλωστε, υποκείμενο το συλλογικό και το ερωτικό εμείς, ο Μυλόπουλος αποτυπώνει την ευρύτερη απογοήτευση του κοινωνικού χώρου, όπως τούτος σφραγίζει τη δική του συναισθηματική εμπειρία. Μας παραδίδει μία συλλογή που βιογραφεί το κοινό γοητεύοντας με την εκφραστική του αλληγορία, αναζητώντας λύτρωση από τον αστικό χώρο που τον πνίγει και τον κάνει να αισθάνεται μόνος.

 

ΟΠΩΣ Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΜΕ ΤΟ ΑΥΡΙΟ 

 

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

tvxs/ Το βιβλίο/20/9/2017

Από μία φιλοσοφική άποψη η Λογοτεχνία και η Ιατρική αποτελούν ανθρωπιστικές τέχνες και συνδέονται άρρηκτα, με κοινό αντικείμενο τον άνθρωπο. Άλλωστε και οι δύο τομείς διερευνούν την ανθρώπινη (ή γενικότερα έμβια) φύση και αναζητούν – με μια διευρυμένη ματιά – ερμηνείες και θεραπείες για τον Άνθρωπο. Έτσι εύκολα αποκτά κι άλλο νόημα η θέση του Αντόν Παύλοβιτς Τσέχοφ ότι η ενασχόληση με την Ιατρική είχε επηρεάσει σοβαρά τη λογοτεχνική του δραστηριότητα διευρύνοντας σημαντικά το πεδίο των παρατηρήσεών του.
Εξάλλου, πρόσφατα ακόμα ο Richard M. Berlin έγραφε ότι «οι γιατροί χρειάζονται την ποίηση γιατί τους φέρνει πιο κοντά στους ασθενείς τους», ενώ αναφερόμενος στον ποιητή – γιατρό Rafael Campo σημείωνε πως «η ποίηση εμπεριέχει τους ρυθμούς του σώματος μας, τον καρδιακό χτύπο, τον ρυθμό της αναπνοής, ρυθμούς τόσο βαθείς και αρχαίους όπως η ίδια η ζωή. Στην προϊστορική εποχή, πριν εμφανιστεί ο γραπτός λόγος, ο πολιτισμός μεταδίδονταν με την γλώσσα της, και η ποίηση ήταν η γλώσσα των θεών…».
Ο Νίκος Μυλόπουλος συνεχίζει την παράδοση της Θεσσαλονίκης σε ποιητές γιατρούς, όπως ο Μανόλης Αναγνωστάκης (1925-2005), ο Ανδρέας Λίτος (1934), ο Βασίλης Ιωαννίδης (1948), η Δέσποινα Καϊτατζή – Χουλιούμη (1952), ο Τάσος Κουράκης (1948), πλάι στις βιολόγους Μαρία Λατσάρη (1972) και Ευτέρπη Κωσταρέλη (1981). Με τη νέα του ποιητική συλλογή, «όπως η θάλασσα με το αύριο» (Γαβριηλίδης, 2016), ο Νίκος Μυλόπουλος στοχάζεται για τον ανθρώπινο βίο με έναν υπαρξιακό χαρακτήρα.

Ωστόσο, η οπτική του δεν είναι ατομοκεντρική. Το α’ πληθυντικό μεταδίδει μία συλλογική διάσταση στο ποιητικό υποκείμενο αποκαλύπτοντας μία κοινωνική αναζήτηση που λανθάνει πίσω από την υπαρξιακής φύσης μελαγχολία (ηρωική επιλογή, άδειο κρεβάτι, τελευταία εκδοχή, ιστορίες και πρόσωπα).

Μέσα στο αφηγηματικό και εκμυστηρευτικό ύφος ήπιες μεταφορές με υπερρεαλιστική καταγωγή (υγρό πυρ, η ηδονή της απόστασης, εφαψίες ζωής, απροσανατόλιστοι, αφύπνιση επιτέλους, ο τοκετός του φεγγαριού) και μια λεπτή μετωνυμική χρήση του λόγου εμπλουτίζουν τη φιλοσοφίζουσα στιχουργία (ταμείο ζωής, παγίδες των χειλιών, απόλυτο τίποτα, σύντομη συνομιλία, ανάφλεξη) με ήπιες αλληγορίες (απροσκύνητα βλέμματα, κατακαλόκαιρο).

Την ίδια στιγμή, μέσα στην ελεγχόμενη συνειρμική ροή, ένας ήπιος ερωτισμός δροσίζει την ποιητική έκφραση (απόλυτο τίποτα, άπτερος έρως, λευκό ποινολόγιο ανασκαφή ουτοπίας, παγίδες των χειλιών, εθνική οδός), συνδέοντας το ερωτικό με το κοινωνικό, το ατομικό με το συλλογικό (γυναικείο κορμί, γαλάζιο ποδήλατο, μικρό πανδοχείο). Μοιάζει σαν ο έρωτας να δίνει εκείνες τις αναγκαίες δυνάμεις ώστε να προχωρήσουν οι άνθρωποι στη ζωή.

Άλλωστε, μπροστά σε αυτήν την ανάγκη αντίστασης στις δυσκολίες του βίου, η ποίηση και ο έρωτας συνοδοιπόρουν με τον δημιουργό στο στοχαστικό πλέγμα της ποιητικής του (κύκλος). Άλλοτε, πάλι, το ερωτικό στοιχείο γίνεται εντονότερο αναδύοντας έναν ιδιαίτερο ρομαντισμό (σαν ζεστό ψωμί, ερωτευμένοι διαγώνια, ανάφλεξη, άνοιξη, απάνθρωπη λογική, απροσανατόλιστοι) που αντιστέκεται στο πέρασμα του χρόνου ως μία εσωτερική πηγή άντλησης δύναμης.

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΡΟΥΜΠΑΣ

ΘΕΥΘ 12/2017

ΠΑΡΤΙΔΑ ΑΒΕΒΑΙΗΣ ΕΚΒΑΣΗΣ

Θέτοντας ως εναρκτήριο μότο τον στίχο του Τάσου Λειβαδίτη «Ο κόσμος μόνο όταν τον μοιράζεσαι υπάρχει», ο Νίκος Μυλόπουλος, στην ποιητική του συλλογή Όπως η θάλασσα με το αύριο, διεκδικεί τη συγκεκριμένη συλλογικότητα σε μια συντροφική ανθρώπινη πορεία. Η ομαδική πορεία του ποιητικού υποκειμένου και των προσώπων του κύκλου του τονίζεται μέσα από τη χρήση ρηματικών τύπων στο α’ πληθυντικό πρόσωπο, οι οποίοι κυριαρχούν στο σύνολο της συλλογής. Οι σκόπελοι, ωστόσο, που απειλούν τη συντροφική ροή εμφανίζονται σε κάθε περίσταση και εμβολίζουν την απρόσκοπτη συνέχισή της.
Σ’ ένα τοπίο συννεφιασμένο, η φόδρα του ουρανού είναι ξηλωμένη. Το χαμόγελο απουσιάζει. Το «απόλυτο τίποτα» απειλεί κι ορθώνεται σαν τοίχος. Ο τοίχος όμως για τον Μυλόπουλο δεν είναι αδιαπέραστος. Είναι χάρτινος και δυνατότητα παραμερισμού του υπάρχει. Υπάρχει ωστόσο και μια εντελώς προβληματική απόπειρα υπέρβασης των εμποδίων: «γινόμαστε πύρινες σφαίρες/ Χάρτινους να τρυπήσουμε τοίχους», σχολιάζει το ποιητικό υποκείμενο, περιγράφοντας την καταβολή προσπάθειας δυσανάλογης για την άρση προβλήματος πολύ ευκολότερα αντιμετωπίσιμου. Η καταδειχθείσα από τον ποιητή στάση δεν υποδηλώνει ενθουσιώδη ζήλο αλλά αδυναμία ορθής στάθμισης των θεμάτων που ανακύπτουν. Η αβάσιμη διόγκωση των προβλημάτων μπορεί να λειτουργήσει εντέλει ανασταλτικά ως προς την επίλυσή τους, εφόσον καταλήγει να τα υποδηλώνει ανυπέρβλητα, γεγονός που συντείνει στην εγκατάλειψη της απόπειρας εξάλειψής τους. Η απουσία αποφασιστικότητας φαίνεται να σχολιάζεται από τον ποιητή ως το αιχμηρότερο αγκάθι.
Αναποφασιστικότητα, αδιαφορία κι απανθρωπιά στοιχειώνουν τις ανθρώπινες πράξεις. Η έλλειψη έρματος οδηγεί στη σιωπή και τη διάψευση: «Ξυπόλητοι θηρευτές στα πρόθυρα της χίμαιρας» σπαταλούν τον χρόνο αφήνοντάς τον να κυλά άσκοπα. Η διεκδίκηση της ουτοπίας συντελείται με ταξίδια ονειρικά, αλλά στο τέρμα τους καραδοκεί κάτι το αρρωστημένο, το μη συγκροτημένο, το επιφανειακά κινούμενο, που οδηγεί σε αδιέξοδα, στο σκόρπισμα, στη σπατάλη της ζωής, κυρίως λόγω της αδυναμίας κατανόησης. «Κι άφωνοι αναρωτιόμαστε μέσα αν είμαστε ή έξω απ’ τον παράδεισο»- η απόπειρα για
τη διεκδίκηση νέας εποχής και νέου τόπου δράσης από το ύψος του Παράδεισου ή μιας αετοφωλιάς συχνά πνίγεται μέσα στην ανεπάρκεια και τις ενοχές της ομάδας με την οποία το ποιητικό υποκείμενο επιχειρεί να αποκολληθεί από το βαλτωμένο περιβάλλον. Η πορεία τούτη αφήνει διαρκώς τραύματα από τα διάφορα ραγίσματα. Η ηδονή είναι «θρυμματισμένη», ο δρόμος «ραγισμένος», η λάμπα επίσης «ραγισμένη».
Ακόμη και ο έρωτας, βασικός παράγοντας ισορροπημένης ζωής και διαιώνισής της, πλήττεται από «σκηνοθετημένα φιλιά» και βαλτώνει σε κύκλο που ’χει «διάμετρο τη στυτική μας λειτουργία». Η πυρίτιδα του έρωτα τροφοδοτεί μεν φωτιά ολόθερμη και ζωογόνα, αλλά το ναρκοπέδιο στο οποίο οδηγεί δεν είναι βέβαιο ότι θα πυροδοτήσει τον πόθο κι ότι δεν θα οδηγήσει στον θανατηφόρο διαμελισμό τον οποίο θα επιφέρει μια ανεξέλεγκτη ανατίναξη. Ο έρωτας, ακόμη και σαν «Ενθύμιο πολυτάραχης ζωής», δεν αρκεί για τη δικαίωση της ζωής, που κυλά επιφέροντας δάκρυα.
Η συλλογή του Μυλόπουλου δομείται γύρω από ένα «πριν» κι ένα «ύστερα», τα οποία διαρκώς αναμετριούνται μεταξύ τους. Κι ενώ το παρελθόν δεν ανακαλείται για τις καλύτερες αναμνήσεις που θα μπορούσε να παρέχει, το μέλλον επίσης δεν κατορθώνει να ανταποκριθεί στις προσδοκίες. «Πορευόμασταν σαν εκκρεμές σ’ ένα αδιάβλητο νομίζαμε αύριο», με το προσδοκώμενο αυτό «αύριο» να υπολείπεται των απαιτήσεων. Αποτέλεσμα να «χάνουμε ύψος» και να «χαμηλώνουμε τα φτερά της ουτοπίας». Βέβαια, ταυτόχρονα «συνεχίζουμε», μα η συνέχεια πλέον χαρακτηρίζεται από «απώλειες», διαψεύσεις, και μάλλον παύει πια να συνιστά φορέα ελπίδας.
Το αύριο, συνεπώς, δεν χαρίζεται σε κανέναν απαιτεί αγώνες. Το ίδιο ακριβώς ισχύει με τη θάλασσα: η θάλασσα συνιστά πεδίο αισιοδοξίας, όμως η αναζήτηση της χαράς στα βάθη της επιφυλάσσει συχνά σαν είσπραξη «τη χλεύη των πεταλίδων». Το αύριο και η θάλασσα λοιπόν συναντιούνται ακριβώς στο ίδιο πλαίσιο αγώνων, εξού κι ο τίτλος της συλλογής «Όπως η θάλασσα με το αύριο». Η «κοφτερή» παραλία καλείται να συμμετέχει στην ίδια πάλη: «Έλα τώρα λοιπόν κοφτερή παραλία μου/ Ν’ αντιπαλέψουμε μαζί λίγα κύματα ακόμη.» Τίποτα, επομένως, δεν χαρίζεται σε κανέναν και οι προσδοκώμενες χαρές δεν δωρίζονται άνευ όρων.
Μεταχειριζόμενος δραστικές εικόνες και πλούσια εκφραστικά σχήματα ο Μυλόπουλος διαγιγνώσκει τις παθογένειες. Περιθώρια παρανοήσεων και αυταπατών δεν υπάρχουν. Τα ψέματα πάντα θα χαρακώνουν την πλάτη της μνήμης σαν ξυραφιές, ενώ ζυμωτό ψωμί θα μυρίσουν τα χέρια μόνο όταν με ειλικρίνεια προσπεράσουν τους εγωισμούς και παραμείνουν ενωμένα. Ακόμη
και οι διαψεύσεις μπορούν να μοσχοβολίσουν, αν χρησιμοποιηθούν για ενδοσκόπηση κι αυτογνωσία. Όμως η θετική έκβαση είναι αβέβαιη: «Έπαιξα άλλη μια παρτίδα σκάκι με τη ζωή/ χωρίς ποτέ κανείς να μάθει ποιος κέρδισε και ποιος έχασε.» Και η αβεβαιότητα επικυρώνεται από την αμφιταλάντευση που εκκρεμεί στο σύνολο της συλλογής.

 

ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΗΣ

 

ΣΟΦΙΑ ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΦΙΛΟΥ

Ο ΣΙΣΥΦΟΣ Τ. 11 ΙΑΝ.-ΙΟΥΝ. 2016

Η συλλογή «Τέλος της περιπλάνησης» του Νίκου Μυλόπουλου περιλαμβάνει πεζόμορφα ποιήματα με πρωτότυπη έκφραση και μια υπόνοια υπερρεαλισμού, που όμως περικλείουν ιδέες και νοήματα βαθιά και τρυφερά που εκφράζονται με τολμηρό μεταφορικό λόγο.
Αυτές οι τολμηρές μεταφορές ξαφνιάζουν ευχάριστα τον αναγνώστη
και προκαλούν ιδιαίτερη αίσθηση καθώς, παρόλο που πλεονάζουν, καθώς όλο σχεδόν το κείμενο είναι γραμμένο σε συνυποδηλωτική γλώσσα, δεν κουράζουν, αντιθέτως προκαλούν γλυκό εθισμό στον αναγνώστη, ο οποίος περιμένει τη συνέχεια αυτών των μεταφορικών εικόνων: «Κι ο έρωτας όπως πάντα λάφυρο μουσκεμένων φιλιών», «πυροβολούσαμε εξ επαφής τη ντροπή» αναφέρει ο ποιητής στους Ρυθμιστές του χρόνου, και στο Σαν ποτάμι λέει: «αμέτρητες εξαργυρώνοντας επιταγές αγάπης». Έτσι έχουμε τη χρήση απλών λέξεων που συνδυάζονται με περίτεχνο μεταφορικό τρόπο και αποδίδουν συναρπαστικό αισθητικό αποτέλεσμα: «Γέλιο πικρό θέλει η ζωή και τέχνη να τη ζήσεις», αναφέρει επίσης στο Γέλιο πικρό.
Το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο χρησιμοποιείται αρκετά από τον
ποιητή, το οποίο μας παραπέμπει στη σχέση και τη συνύπαρξη δύο
ανθρώπων και προσδίδει ζεστασιά και αμεσότητα στο κείμενο. Είναι
το γραμματικό πρόσωπο που στοχευμένα χρησιμοποιείται για να εκφράσει τη μέθεξη, τη συμμετοχή τη συμπόρευση, τη συνύπαρξη στην ευτυχία στην απόπειρα και στη δυστυχία. Έτσι ο ποιητής αναφέρει: «Βασανιστήριο φριχτό η σκέψη πως αργήσαμε τόσο/Μα τώρα/Οι δυο μας, παρανάλωμα φωτός, στον τόπο των παλιών οδοφραγμάτων.» στο Παρανάλωμα φωτός.
Βασικό θέμα των ποιητικών δημιουργιών του είναι η αγάπη και ο
έρωτας. Η αγάπη αμείλικτη συνυπάρχει με τον κυνικό χρόνο: «Πονούσε
το σώμα μου απ’ τα σκαλίσματα της αγάπης», λέει στο ποίημα Οι κλέφτες τα χρόνια και συνεχίζει στο ίδιο κείμενο «Λες και τους τύλιξαν με σκόνες οι κλέφτες τα χρόνια».
Στα ποιήματα του Νίκου Μυλόπουλου συναντάμε εικόνες ζωντανές
που προβάλλουν μέσα από συμπλέγματα περίτεχνων, ανέλπιστων και πρωτότυπων λέξεων. Ο χρόνος εξ άλλου αποτελεί σημείο αναφοράς στην ποίησή του, ενώ εμφανίζεται άλλοτε απειλητικός, άλλοτε δημιουργικός και κάποιες φορές απρόβλεπτος: «Αγνοούσαμε αν είναι νωρίς ή ίσως πολύ αργά/Αν τελείωνε ή αν άρχιζε ο χρόνος» αναφέρει στο Μυστικό μακροζωίας.
Έτσι στην Αγάπη χωρίς προηγούμενο υπάρχει αλληγορική και σουρεαλιστική προσέγγιση του έρωτα, η οποία επιτυγχάνεται με τρόπο
σταδιακά κλιμακωτό. Αλλού γίνεται προσπάθεια ανακωχής και συμβιβασμού, αλλά και αναβίωσης των στιγμών που πέρασαν μέσα σε μία σχέση με καινούρια οπτική.
«Πλάθαμε κάτι από σενάριο ζωής και αύριο» αναφέρει στο ποίημα
Ακυβέρνητοι όπως οι σκέψεις. Με έξυπνο τρόπο ο ποιητής σε άλλη του
δημιουργία υιοθετεί τη γυναικεία ψυχολογία και προσπαθεί να εισχωρήσει στις μύχιες πτυχές της αντιστρέφοντας τους ρόλους και αποπειράται να αισθανθεί και να εκφράσει το πώς νιώθει μια «γυναίκα υπό απόρριψη». Τα ποιήματά του καθίστανται ακόμη αιμάτινο απόσταγμα του παρελθόντος του, αβίαστο ξεγύμνωμα της ψυχής που πολλές φορές μπορεί να εκφράσει την απειλή του θανάτου.
Στη Στάχτη στο στόμα γίνεται λόγος για μια ζωή χωρίς νόημα,
εμπλουτισμένη με μικρά ψήγματα ευτυχίας. Η φυγή του αγαπημένου
προσώπου και η συναισθηματική απουσία δημιούργησε τραύμα επώδυνο. Μια αγάπη που μετασχηματίστηκε σε επικίνδυνο έλος και έλκος λογισμένη από τα χτυπήματα του αδυσώπητου χρόνου.
Η απογοήτευση εκφράζεται και στην Ηχώ του βλέμματος όπου οι
συνοδοιπόροι της αγάπης παρουσιάζονται σαν δύο σταγόνες βροχής που αποχωρίστηκαν στην πορεία, καθώς δεν άντεξαν το βάρος της συνύπαρξης.
Στις Μικρές κρυστάλλινες λίμνες γίνεται λόγος για μια αγάπη χαμένη, η οποία όμως άφησε γερό το στίγμα της και ανεξίτηλο επιτυγχάνοντας ανεπανόρθωτο πλήγμα στον ποιητή. «Η θύμηση της χαμένης αγάπης ανυπόφορα το μέσα μου κεντά/καθώς απεγνωσμένα ζητώ ραντεβού με την κοπέλα του νεκρού εαυτού μου».
Αλλού μιλά για μια αγάπη που απώλεσε την ουσία της ευτυχίας
και το χαμόγελο της χαράς: «Δεν σε θυμάμαι να γελάς … Μόνο ένα
χαμόγελο πικρό κρεμούσες κάθε χρόνο/Στης μοναξιάς το Χριστουγεννιάτικο δέντρο μας.», αναφέρει στο ποίημά του με τίτλο Αγγίζοντας το τέλειο. Σε άλλη του δημιουργία εκφράζει την αγωνία του να μην μετατραπεί η επιθυμία των δύο πρωταγωνιστών της αγάπης σε μακρινή ανάμνηση με επόμενη εξέλιξη τον άδοξο αφανισμό αυτής της επιθυμίας. Στον Ερωτικό μετανάστη, με πόνο αναφέρεται σε μια αγάπη που δεν κατάφερε να επιβιώσει, λύγισε και υποχώρησε κάτω από τις αντιξοότητες που υπαγόρευσαν ο χρόνος και η συνήθεια.
Αλλού η αγάπη εμφανίζεται διατακτική ωθώντας τα φιλιά να φυλακίζονται στο προστόμιο, φιλιά που δεν τολμούν να εκδηλωθούν, καθώς
απειλούν «με απεργία διάρκειας». Στα Κοστούμια αγάπης αναζητά
ένδυμα στοργής και ζεστασιά, χωρίς να το ανακαλύπτει. Συνεχίζει να
αισθάνεται απειλητικό το ψύχος να του διαπερνά την καρδιά, μέχρι την
εμφάνιση μιας ύπαρξης που είναι έτοιμη να αποκαταστήσει τις πληγές
στο τραυματισμένο και ταλαιπωρημένο ένδυμα της καρδιάς του και να
συμπορευτούν στο μέλλον.
Στο ποίημά του: Στο Χρώμα της Λεβάντας η συνύπαρξη αυτή
ξεκινώντας από ένα σημείο αναφοράς με ισχυρό αντίπαλο το χρόνο
ξεθωριάζει με απόρροια τη φυγή του ενός πρωταγωνιστή.
Ο ποιητής επιτυγχάνει να εκφράσει μέσα από τα ποιήματα της συγκεκριμένης συλλογής έντονα και αληθινά συναισθήματα, αλλά και καταστάσεις που βίωσε και τις αποδίδει με δεξιοτεχνικό τρόπο στο χαρτί.
Γεμάτα αλήθεια, ζωντάνια, ένταση, πρωτότυπη μεταφορική έκφραση, τα ποιήματα του Νίκου Μυλόπουλου βρίσκουν ευθύβολα το στόχο τους καθώς διεγείρουν την καρδιά του αναγνώστη και τη συγκινούν.

 

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΟΥΣΟΥΛΑ

ΤΟ ΚΟΡΑΛΛΙ Τ.9 ΑΠΡ.-ΙΟΥΝ. 2016

ΕΜΠΕΙΡΙΚΗ ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΩΣ ΤΗΝ ΣΥΝΤΡΟΦΙΚΟΤΗΤΑ – ΕΩΣ ΤΟ ΕΝΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙ

Στην έκτη του ποιητική συλλογή, ο Νίκος Μυλόπουλος παραμένει με
συνέπεια προσανατολισμένος στην επιλεγμένη περιοχή εσωτερικής
του ενδοσκόπησης: τον έρωτα. Με σοφία και ωριμότητα, αφού περιπλανήθηκε σε αγκαθερά τοπία παλινωδιών και διαψεύσεων, δείχνει πως έμαθε να δέχεται και να ανταποδίδει, τα φονικά (για την καθημερινή ισοπέδωση)
βέλη του φτερωτού θεού. Μότο του βιβλίου συνιστά η σοφή συμβουλή που
κατευθύνει την αιώνια εφηβική ψυχή μας, όταν αυτή θαλασσοδέρνεται στις αντινομίες και τις αντιφάσεις, βασικά συστατικά του πιο όμορφου
ανθρώπινου συναισθήματος: το να αγαπιέσαι πολύ από κάποιον σου δίνει
δύναμη. Ενώ το να αγαπάς πολύ κάποιον σου δίνει θάρρος.
Σε ένα μελετημένο βιβλίο τίποτα δεν είναι τυχαίο και όλα κατευθύνουν ευγενικά αλλά καίρια τον αναγνώστη στην βέλτιστη προσέγγισή του.
Κατά κάποιον τρόπο σκηνοθετούν το κλίμα τού βιβλίου. Ξεκινώντας, λοιπόν, από τη μορφή της νέας συλλογής, ας σταθούμε στα εικαστικά που την κοσμούν, το εξώφυλλο τού Σταμάτη Κωνσταντάρα και τη φωτογραφία
στη σελίδα 6 της Μαργαρίτας Χαϊδή. Είναι ό έρωτας γένους θηλυκού; Φαίνεται πως ναι, αφού στόχος είναι ο κόσμος του άνδρα, ο άνδρας περιπλανώμενος πάνω στον κόσμο, ο άνδρας σταθερός στόχος, ο άνδρας
πρόθυμος να στοχευθεί. Είναι το φεγγάρι γένους θηλυκού; Φαίνεται πως
ναι, αμφίβολο κατά την αυγή, το προσεγγίζει το ελεύθερο ανδρικό πνεύμα όπως πετάει, έχοντας την πλάνη πως μπορεί και να το φτάσει. Είναι πλάνη, φυσικά, το φεγγάρι ζει λίγο τη μέρα, αποσύρεται και λάμπει τη νύχτα στον φυσικό του χωροχρόνο, οπότε το πουλί δεν θα μπορεί πια να πετά. Αμφίσημος κι ο έρωτας, δεν προσεγγίζεται ποτέ, μα μόνον μέσω αυτού βιώνεται κάθε φορά η αίσθηση του καινούργιου- της νέας ημέρας.
Η εξαίρετη, ως συνήθως, επιμέλεια του Κώστα Θ. Ριζάκη, σε συνέργεια
με την προσεγμένη έκδοση των υπεύθυνων του εκδοτικού οίκου Γαβριηλίδης, καθιστούν την ποιητική αυτή συλλογή, συμβολή για κάθε ενημερωμένη, σύγχρονη ποιητική βιβλιοθήκη. Η γραφή του Νίκου Μυλόπουλου σε αυτά τα ποιήματα λαγαρίζει, κινούμενη ασφαλώς στις, και από την άλλη του ποιητική δουλειά, γνωστές συντεταγμένες. Ο λόγος είναι πυκνός και όσο πρέπει ξομπλιασμένος, στίχο το στίχο δομημένος, με ευφάνταστους συσχετισμούς
και ξαφνιάσματα, ιδιαίτερα στους καταληκτικούς στίχους.

Αμέσως στιγμές ερινύες μας σπρώχνουν στην έξοδο/
Για προπατορικό κατηγορώντας μας εκ νέου αμάρτημα

Στον υδάτινο αναπνέοντας κόσμο της θλίψης/
γνωρίζαμε πολλούς όμως δεν μάς περίμενε κανένας.

Πώς χωρέσαμε σε δύο βαλίτσες μικρές και άσημες/
την τόσο αστραφτερή ακινησία της αγάπης μας

Οι δύο μας, παρανάλωμα φωτός, στον τόπο των παλιών οδοφραγμάτων

Μέρος των ποιημάτων και οι τίτλοι τους, ενίοτε περίληψη στίχου ή και
στίχοι ολόκληροι: ζωή απ’ το ίδιο ποτήρι, ηχώ του βλέμματος, φιλιά φυλακισμένα στο προστόμιο, άσπρες λέξεις σιωπής, κοστούμια αγάπης,
όπως τ’ αστέρια αγαπούν τον ουρανό.
Κάθε ποίημα ανοίγει και κλείνει σαν μια μικρή ολότητα, χτίζοντας έτσι
ένα στέρεο σπίτι αισθημάτων, που αυτά πρώτα και έπειτα οι λογισμοί,
αποτελούν την σάρκα του. Για άλλη μια φορά, διαβάζοντας το χρονικό ενός
έρωτα, αποθαυμάζει κανείς την ικανότητα, το ζήλο και την εκστατική ματιά που επινοεί ο κάθε νέος επήλυδάς του για να τον περιγράφει. Και, παραδόξως, αυτό το πολυφορεμένο συναίσθημα, κάποτε τόσο αναγνωρίσιμο στα συμπτώματά του όσο μια αρρώστια, κάθε φορά αναδεικνύεται φρέσκο και ατσαλάκωτο, περνώντας μέσα από την κολυμβήθρα του Σιλωάμ: καρδιά του κάθε ανθρώπου.

ΚΑΛΕΣΜΑ

Έλα να γείρουμε αγκαλιά μες στα πυρόξανθα μαλλιά της νύχτας
Οι αντηρίδες είναι ύπουλες και εχθρικές
Και το βαρούλκο ατίθασο στα χέρια της συνήθειας
Έλα τώρα πριν οι επιθυμίες μας θυμίσουν μνήμες μακρινές
Και μπήξουμε τα γόνατα γερά στο χώμα που γουργουρίζει
Έλα να χαθούμε στα μαραμένα μέσα φύλλα των δέντρων
Στο γοερό κλάμα των κρεμασμένων αστεριών
Στους θολούς ορίζοντες που από παλιά μάς ξεδιψούν
Έλα ν’ ανιχνεύσουμε αμεταχείριστους όρκους και αστρολάβους
Δαγκώνοντας μέχρις αιμορραγίας τα χείλη και τα κορμιά
Να ανεμίσουν θησαυροί που άθελα αγνοήσαμε
Έλα να τραβήξουμε στην έρημο και στις επιτραπέζιες πόλεις
Ώσπου η άμμος και η θάλασσα να ενωθούν να γίνουν ένα
Έλα τώρα που δεν έχουμε πια δάχτυλα πίσω τους να κρυφτούμε
Τώρα που η καινούργια μονάδα του χρόνου είναι ο έρωτας.

ο ποιητής διακρίνει την σαρκική ηδονή χωρίς έρωτα, ως μια περιπλάνηση σε μια φευγαλέα απαγωγή, ένα συνταίριασμα ιδρώτων/με το φιλί
στάχτη στο στόμα να πικρίζει, από τον έρωτα που εκφράζεται μέσα από
τα σώματα, όταν γυμνοί από παράσημα φόβου κι ακροβασίες άχρηστες/
χαράζαμε με σμίλη αιχμηρή το κουρασμένο πια μάρμαρο των αισθήσεων.
Ο έρωτας μοιάζει πολύ με πληγή, αιμορραγία μπροστά σε καθενός τον
καθρέφτη, εφόσον προτιμήσει του έρωτα τ’ αβύθιστα θωρηκτά συναισθήματα, ή την αδιέξοδη πλευρά της εικασίας.
Ο Νίκος Μυλόπουλος χρησιμοποιεί μια υποδόρια ειρωνεία για να ανασκευάσει το τραγικό στοιχείο, να του δώσει ίσως ανθρώπινη χροιά, να
παρουσιάσει εν μέρει διαχειρίσιμα τα σαρκοφάγο συναισθήματα: τη
λύπη, την απώλεια, την ταπείνωση. Ο λόγος του, όταν μέσω αυτού ανατέμνει την ψυχή του, παραμένει ελεγχόμενος, νυστέρι ακριβείας για το φίλιο θύμα.
Ισχύς της γυναίκας είναι η απόρριψη. Η άλλη όψη της σελήνης σκληρή,
παραμένει ανοικτή σε πάνω από μια αναγνώσεις, ξεδιπλώνεται στο ιδιαίτερο ποίημα «Γυναίκα υπό απόρριψη». Το ερωτικό παιχνίδι της σχέσης του
αρσενικού με το θηλυκό γίνεται παιχνίδι ρόλων, διακινδύνευση χωρίς αντίκρυσμα και για τους δυο, από όπου ο άνδρας, κατά τη μαρτυρία του ευάλωτος, θα παραδεχτεί πως η ευαισθησία είναι γένους θηλυκού.

ΓΥΝΑΙΚΑ ΥΠΟ ΑΠΟΡΡΙΨΗ

Τα βράδια κοιμόμασταν από αμέλεια πάνω στις ράγες
Αγνοώντας βέβαια πότε θα περάσει το τρένο
Επιβεβαιώνοντας με τον τρόπο αυτόν τη σκοτεινή πλευρά των ονείρων
Οι πιο αποφασιστικές μας πάντως στιγμές ήσαν σίγουρα τυχαίες
Εσύ βρισκόσουν συνέχεια δίπλα μου γιατί ήσουν πάντα μακριά μου
Με τη ματιά σου τόσο διαπεραστική να τρομάζει τον ίδιο τον θάνατο
Εγώ καταπίνοντας μαζί με τα δάκρυα αζήτητα κομμάτια ουρανού
Είχα γίνει γαλάζιος κι οι άνθρωποι με φοβότανε τόσο
Που περνούσα αλώβητος απ’ τα αρπακτικά βλέμματά τους
Κι αισθανόμουν γυναίκα υπό απόρριψη
Με την σύντροφό μου σαν άντρας μέσα στη νύχτα
Ξυρισμένη να αποχωρεί.

Τρύπιο το λαγήνι του χρόνου κι οι ώρες χυμένες αλλού
Ξεδίπλωναν τρυφερά τη γαλανόλευκη της μοναξιάς αλληγορία.

Κι ο έρωτας να είναι το πρώτο διακύβευμα, κατά βάθος ο στόχος είναι
η αγάπη. Ένα βήμα παραπάνω είναι η αγάπη. Βήμα που αν δεν πραγματοποιηθεί ενώ ο χρόνος περνά, γίνεται στο τέλος το ναυάγιο της ύπαρξης.

IX

Έχεις ανάγκη ν’ αγαπηθείς πολύ σ’ αυτήν τη ζωή
Κολυμπάς ασταμάτητα μέχρι ν’ αδράξεις τον άλλον
Νερό πίνοντας αλμυρό κάποτε πνίγεσαι λιγάκι
Και συνεχίζεις, όμως αρχίζεις πια να κουράζεσαι
Και τότε το μυαλό θολώνει, βλέπεις τη θάλασσα
Χέρια τεράστια ν’ αποχτά και να στ’ απλώνει
Χαμογελάς, νομίζεις πως μπορείς να κρατηθείς
Δεν συμβιβάζεσαι με την πικρή γεύση της ήττας
Ώσπου σύντομα αρχίζεις να βουλιάζεις και πνίγεσαι.
Στον υγρό τάφο σου οι άγγελοι ευλαβικά τοποθετούν
Αντί σταυρό βατραχοπέδιλα.

Ο έρωτας δένεται με κάθε έκφανση της ζωής του ποιητή. Πάντα επιδιωκόμενος, δεν αποτελεί ωστόσο το μόνο ζητούμενο. Ο Δεκάλογος, ποίημα δέκα ενοτήτων με τίτλο Στιγμές πριν ν’ ανθίσει ή Δεκάλογος, είναι θα
λέγαμε στην ουσία του, ένας αυτοβιογραφικός απολογητικές μονόλογος
όπου κρύβονται αναδρομές, επιμέρους εκτιμήσεις, παραδοχές και αυτοσαρκασμοί. Σκεφτόμασταν πόσο λάθος μας δίδαξαν από μικρούς τα γράμματα/ ιδιαίτερα τα μαθηματικά όπου δύο ισούνται πάντα με ένα
Την σύντομη περιήγησή μας στην ποίηση τού Νίκου Μυλόπουλου, ας
ολοκληρώσουμε σταματώντας στο ομώνυμο της συλλογής ποίημα. Σταθμό
που προκρίνει ο ίδιος ο ποιητής για να σηματοδοτήσει και να επικυρώσει
την κατάληξη πέραν πάσης αμφιβολίας της οδύσσειας προς την ερωτική
του Ιθάκη: ένα αδιάβατο κόβοντας δάσος από γυναίκες/και διαγράφον-
τας οριστικά το αμφίσημο τού ορίζοντα/ έφτασα κατάκοπος να μυρίσω
λουλούδι.

 

ΒΑΛΕΝΤIΝΗ ΧΡ. ΚΑΜΠΑΤΖΑ

Περιοδικό «Ο Σίσυφος», τχ. 14, Δεκέμβριος 2017

Η ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ TOT ΠΟΙΗΤΗ ΝΙΚΟΥ ΜYΛΟΠΟYΛΟY ΣΤΗ ΜΑΓΕΥΤΙΚΗ ΚΑΙ -ΣΥΓΧΡΟΝΩΣ- ΒΑΣΑΝΙΣΤΙΚΗ ΕΡΩΤΙΚΗ ΣΦΑΙΡΑ, ΟΠΩΣ ΑΠΟΤΥΠΩΝΕΤΑΙ ΣΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΟΥ ΕΡΓΟ ΜΕ ΤΙΤΛΟ: ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΗΣ

(Στη μνήμη της πολυαγαπημένης μου μητέρας Κλυταιμνήστρας)

Ο Νίκος Μυλόπουλος, γεννημένος στη Θεσσαλονίκη, διανύει μία πολύχρονη γόνιμη πορεία στα γράμματα, έχοντας ως σταθμό-αφετηρία το έτος 2002. Μετά την έκδοση έξι συνολικά ποιητικών συλλογών, χαρίζει στο κοινό του το τελευταίο πόνημα με τίτλο Τέλος της περιπλάνησης.
0 σκεπτόμενος αναγνώστης -εύλογα- θα αναρωτηθεί εάν ο τίτλος, το
σχέδιο του εξωφύλλου και η φωτογραφία του εσώφυλλου είναι αντιπροσωπευτικά του περιεχομένου της συλλογής. Σε ένα λογοτεχνικό
έργο, τίποτε δεν είναι τυχαίο.
Η ποίηση του Νίκου Μυλόπουλου είναι κατά βάση ερωτική, συμβολιστική, με έντονες υπαρξιακές αλλά και κοινωνικοπολιτικές ανησυχίες· γεγονός που την καθιστά και πιο ενδιαφέρουσα. Σύμφωνα με τον ποιητή (που παραθέτει αυτούσιες φράσεις του Λάο Τσε), η αγάπη εμπεριέχει το στοιχείο της ανατροφοδότησης, καθώς προσδίδει δύναμη και θάρρος στους βασικούς συντελεστές μιας ερωτικής σχέσης. Σε κάθε ποίημα, η θεά Φύση κυριαρχεί σαγηνευτικά, πλαισιώνοντας αρμονικά το ερωτικό ζευγάρι. Η ατμόσφαιρα των ποιημάτων είναι ρομαντική, αισθησιακή. Ωστόσο, συχνά σκιάζεται -έντονα- από το εφιαλτικό πέρασμα του διαβρωτικού Χρόνου και μετατρέπεται σε καταθλιπτική, μελαγχολική, μυστικιστική, βασανιστική, επιβλητική· ο δαιμόνιος αυτός άρχοντας κατορθώνει να ανατρέψει το όλο σκηνικό και να προσδώσει μια αίσθηση μοναξιάς, βαθειάς θλίψης, υπαρξιακής ανησυχίας,
ακύρωσης-τραγικής διάψευσης κάθε ελπιδοφόρου μελλοντικού σχεδίου του ζευγαριού. Η διαβίωση στη σύγχρονη συμβατική δυτική κοινωνία, χωρίς το θετικό αντιστάθμισμα της ερωτικής σχέσης (κτισμένης σε γερά θεμέλια δεσμών αφοσίωσης), κρίνεται πραγματικά ανούσια, ενοχλητική, ανυπόφορη. Σύμφωνα με τον δημιουργό, μόνον η δύναμη της αγάπης και η δημιουργική γραφή είναι ικανές να διαταράξουν τα παγωμένα νερά των παράδοξων κοινωνικών συμβάσεων. Ακόμη και ο Θάνατος (που συνιστά το επισφράγισμα του απόλυτου παραλόγου) καταδεικνύεται ανίσχυρος απέναντι στη δύναμη μιας ειλικρινούς, ονειρικής αγάπης με θετική προοπτική. Η Μοίρα, πιστή αρωγός αυτού του καταχθόνιου Άρχοντα, συμπληρώνει περίτεχνα το πάζλ της κενότητας της επίγειας ζωής· μιας διαδρομής, που στιγματίζεται από έναν φαύλο κύκλο μονοτονίας, μοναξιάς, διάψευσης ελπίδων και σχεδίων, αφήνοντας μια πικρή επίγευση αμέτρητης θλίψης: «Στις καθιερωμένες δίπλα
διαδρομές ανύπαρκτους πλάθα-/ με τόπους/ Με ασύλληπτα σβήναμε όνειρα την καταχνιά/ Ανατρέποντας όλα τα ερωτηματικά / […]/ Οι άνθρωποι έτρωγαν λέξεις κι ονόματα να ξεγελάσουν/ την μοίρα τους /[…]». Μόνον η αγάπη, σε μια τροχιά «αληθινής περιπλάνησης», είναι ικανή να ανατρέψει τις καταστροφικές συνέπειες του χρόνου (φθορά, γηρατειά, θάνατος), μεταφέροντας ένα κλίμα αισιοδοξίας. Με δεδομένο τον παράδοξο χαρακτήρα δόμησης της ανθρώπινης ύπαρξης, που κινείται σε έναν κόσμο διεφθαρμένο, κατεστραμμένο, ο έρωτας συνιστά μία πράξη δυναμικής αντίστασης και αληθινής διεξόδου κατά του θανάτου και της κενότητας της ζωής. Το ερωτικό ζευγάρι, έχοντας πλήρη επίγνωση των λαθών του κατά το παρελθόν, επιθυμεί να χαράξει μια νέα πορεία· πιο ανθρώπινη, πιο βιώσιμη, πιο ελπιδοφόρα: «Ξαναρχίζοντας τη σπορά μιας ατέλειωτης θάλασσας/ […]/ Έτσι κρατιόμασταν νέοι σ’ έναν κόσμο ερείπιο/ Μικροί σπινθήρες πυρκαγιάς/ Μες στα σβησμένα από χρόνια κάρβουνά του». 0 ίδιος ο ποιητής, μολονότι διαψεύδεται συνεχώς, θεωρεί ως ζωτικό σημείο -για την ίδια του την
ύπαρξη- την αναζήτηση της τέλειας ερωτικής σχέσης. Ξεκινώντας (με
τη σύντροφό του) αυτό το ουτοπικό ταξίδι (που καταλήγει σε αυτοσκοπό), συναντά εμπόδια, ραγδαίες ανατροπές και τότε, μοιραία βυθίζεται σε πλήρη δυστυχία: «Πατούσαμε αμίλητοι σταφύλια και χαμένες μέρες/ Μήπως τρυγήσουμε μια στάλα ζωής/ […]/ Συνεχίζουμε την αναζήτηση με χέρια κομμένα σε γωνία/ ορθή/ […]/ Και τώρα που τα όνειρα αθόρυβα βούλιαξαν / Ας θρηνήσουμε μαζί την απώλεια σε δείπνο φαντασμάτων». Άλλοτε πάλι, οι ερωτικοί σύντροφοι παραμένουν αδύναμοι, έρμαια στα χέρια μιας άλογης μοίρας, που προκαθορίζει τη ζωή και την ευτυχία τους. Έτσι, «προκαλώντας τη μοίρα να μας [τους] παρηγορεί/ Ακίνητοι περιστρεφόμασταν [περιστρέφονταν] λαχνοί σε κληρωτίδα». Ωστόσο, με βασικό όπλο την αγάπη, αντιστέκονται σθεναρά, αγνοώντας τις δύο βασικές υπερδυνάμεις (τον χρόνο και τον θάνατο). Όταν δε ο δημιουργός συναντά μία γυναικεία παρουσία που
τον σαγηνεύει, τότε και πάλι επιβιβάζεται στο καλοτάξιδο πλοίο της
ονειροπόλησης και η ελπίδα αναζωπυρώνεται. Πολλές φορές μάλιστα,
δεν διστάζει να θεοποιήσει την αγαπημένη σύντροφο, προσδίδοντάς της πολύτιμα χαρακτηριστικά (Γυναίκα από χρυσό). Ακόμη, σύμφωνα με αυτόν, η γυναίκα φέρει από τη φύση της το πνεύμα της ανατροπής, της επανάστασης, έχοντας ως βασικό όπλο αντίστασης (και πηγή αναζωογόνησης του ποιητή) το γέλιο της: «Ύστερα η γυναίκα από χρυσό έβγαινε από το γυάλινο/ κουτί της/ Ραντίζοντας με ποτιστήρια δάχτυλα το σπόρο της επανά-/ στάσης». Τα μάτια της είναι το εξωτερικό όργανο-πυξίδα που έρχεται σε επαφή με τον δημιουργό και τον προσελκύει· ταυτόχρονα, είναι και ο διαυγής καθρέφτης της ψυχής της γυναίκας, ένας ιδιαίτερος κώδικας επικοινωνίας και ένα σημαντικό όπλο, που αφοπλίζει ακόμη και τον θάνατο. Αυτή η ερωτική σύντροφος υπόσχεται μακροχρόνια αφοσίωση και πλήρη σύμπλευση· στόχος του ζευγαριού η αναζήτηση της επίγειας ευτυχίας, μακριά από ευθυγραμμίσεις με ανούσιες κοινωνικές συμβάσεις και στερεότυπους ρόλους των σύγχρονων δυτικών πολιτών (που χαρακτηρίζονται από έλλειψη ευαισθησίας) και από αναμοχλεύσεις μιας στείρας μοιρολατρίας. Ακόμη, τα μάτια των ερωτικών συντρόφων διαθέτουν και το χάρισμα της υπέρβασης του κοινότυπου χαρακτήρα ζωής και της φαντασίωσης ενός κόσμου ανώτερου, μαγευτικού: «Ενώ μέσ’ από τα καταρρακτικά μας φινιστρίνια/ Βλέπαμε στιγμές πυροτεχνήματα αστραφτερά να σκάν ’/στον ουρανό/ Κι ύστερα πάλι πηχτό σκοτάδι κι ακατέργαστο».
Σε αυτό το ερωτικό παιχνίδι, που εμπεριέχει «σπόρους» επανάστασης και έντονου υπαρξιακού προβληματισμού, η Φύση πρωταγωνιστεί και συμμετέχει ενεργά με ανταλλαγή συναισθημάτων με το ζευγάρι, διαμορφώνοντας ανάλογα το σκηνικό. Υπάρχει πλήρης προσωποποίηση των φυσικών στοιχείων, με απόδοση ιδιαίτερων χαρακτηριστικών σε αυτά. Έτσι για παράδειγμα, ο άνεμος είναι άλλοτε «φλύαρος» ή απειλητικός, «τα εξαίσια δείχνοντας δόντια του». Η νύχτα, ως πανέμορφη νεαρή γυναίκα, έχει «πυρόξανθα μαλλιά» ή έναν ελκυστικό ερωτικά «μακρύ λαιμό». Τα δέντρα διαθέτουν την αίσθηση της ακοής και παρακολουθούν τις ανθρώπινες συνομιλίες: «[…]/ Αμίλητοι άνθρωποι κάπνιζαν σοβαροί τη ζωή τους/ […]/ Ενώ τα δέντρα άνοιγαν στο σύθαμπο τα φύλλα τους ν’ /ακούσουν/ […]». Τα κύματα είναι έμψυχα και φορούν «σανδάλια λευκά». Οι εποχές του έτους (όπως το καλοκαίρι) ακολουθούν τις διαθέσεις και προσδοκίες του ζευγαριού.
Άλλα στοιχεία (θετικά συνήθως σύμβολα) είναι ο ουρανός, τ’ αστέρια, η
θάλασσα, η βροχή, τα πουλιά, το πλοίο (ως μέσον διαφυγής, διεξόδου),
τα φτερά = ελπίδα, φυγή, το ταξίδι = διέξοδος κ.ά. Τα χρώματα, επίσης, αναλαμβάνουν έναν συμβολιστικό ρόλο (κόκκινο = ερωτικό πάθος,
λευκό = παιδική αθωότητα, μαύρο = δυστυχία, μοναξιά, μελαγχολία,
γηρατειά, θάνατος).
Σε ό,τι αφορά στον λόγο που υιοθετεί ο ποιητής, αυτός εκτός από
τη συμβολιστική του νότα, βασίζεται στο συναίσθημα. Ακόμη, είναι αρκετά ιδιαίτερος, δεδομένου ότι ο δημιουργός προτάσσει το επίθετο (που απομακρύνεται από το ουσιαστικό που χαρακτηρίζει) αντί του ρήματος για λόγους έμφασης: «Τ’ αέρινα αρπάζαμε όνειρα για να σωθούμε». Η στίξη είναι αρκετά ελλιπής, για λόγους ρυθμού, κορύφωσης ενδιαφέροντος και ελεύθερης πρόσληψης του δέκτη. 0 τίτλος των ποιημάτων, συνήθως, αναφέρεται στο κυρίως σώμα τους και είναι ενδεικτικός του περιεχομένου. Η δε υιοθέτηση του α πληθυντικού των ρημάτων σηματοδοτεί και τη μεταστροφή του ποιητή στο επιδιωκόμενο πνεύμα συλλογικότητας του ζευγαριού.
Η εικόνα του εξωφύλλου μινιμαλιστική, απεικονίζει ένα γυμνό γυναικείο άγαλμα, ακρωτηριασμένο στο δεξί του χέρι, με ένα ακόντιο στο
αριστερό, να κοιτάζει τρυφερά μια ανδρική μορφή (που βρίσκεται σε
άλλο επίπεδο, επάνω στην υδρόγειο σφαίρα και έχει μία ελαφριά κλίση προς άλλη κατεύθυνση). Αυτό, ίσως, σηματοδοτεί και υπαινίσσεται τη διάσταση απόψεων του ζευγαριού και το τέλος της δαιδαλώδους περιπλάνησής του, υπό την έννοια της ώριμης, ρεαλιστικής προσγείωσης στην πραγματικότητα και της αποδοχής της σχέσης με ορισμένες αδυναμίες.
Τελικά, η ερωτική σχέση συνιστά για τον ποιητή μία άκρως επικίνδυνη διαδρομή γεμάτη εμπόδια και παγίδες· μοιάζει δε κατά πολύ με μία πίστα πατινάζ, όπου οι εραστές επιχειρούν επιδέξια να ισορροπήσουν, παρά τα βασικά εμπόδια μερικής έλλειψης συνεννόησης. Ωστόσο, αυτό μετριάζεται από ορισμένα ευτυχή ενσταντανέ έντονου ερωτικού πάθους, που επιφέρουν τη λήθη παλαιών ατυχών στιγμών του ζευγαριού. Η ονειροπόληση των συντρόφων (που κινούνται στην ουράνια σφαίρα), με σκοπό την ανεύρεση της απόλυτης ευτυχίας και σύμπνοιας, συνεχίζεται, παρά το γεγονός ότι αυτό δεν είναι, τελικά, ποτέ εφικτό.

 

ΟΝΕΙΡΑ ΣΕ ΣΥΝΕΧΕΙΕΣ

 

ΔΩΡΑ ΚΑΣΚΑΛΗ

ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΩΣ ΟΝΕΙΡΟ. ΝΙΚΟΣ ΜΥΛΟΠΟΥΛΟΣ,

0 Νίκος Μυλόπουλος από το 2002 με τη συλλογή Παράκτιος ο έρωτας (εκδόσεις Πλέθρον) διακονεί την ποιητική τέχνη με συνέπεια και εντιμότητα.
Ανά τακτά χρονικά διαστήματα εκδίδει ποιήματα, τα οποία αφήνουν στον
αναγνώστη τους την εντύπωση ότι ο δημιουργός τους βασανίζει τη λέξη,
ψωνίζεται και προσπαθεί να εξελίξει το προσωπικό του ύφος. Με τη συλλογή Δυο παράθυρα με κιμωλία από τις εκδόσεις Μεταίχμιο το 2005 έδειξε
ποιητική ετοιμότητα και ωριμότητα: τα ποιήματα είναι δραστικά, ενίοτε
ακαριαία και αποτελούν σχετικά ολιγόστιχες συνθέσεις που διατηρούν έτσι
συμπυκνωμένη τη σκέψη και την εξακτινώνουν στις τελευταίες στροφές.
Στις επόμενες δύο συλλογές (Οι εραστές πάντα σιωπούν., Μεταίχμιο 2007
και Ξημερώνει στο γέλιο σου. Εκδόσεις των Φίλων 2011) πειραματίστηκε
με σπονδυλωτές συνθέσεις, οι οποίες κάτω από τη σκέπη ενός τίτλου, που
είναι ο μυχός τους, αναπτύσσουν τις διαφορετικές εκδοχές, το ποικίλο ποιητικό βλέμμα πάνω σε ένα θέμα.
Με τη συλλογή Όνειρα σε συνέχειες επιστρέφει σε πιο συμπαγή ποιήματα, λιγότερο σύντομα, με λόγο μακροπερίοδο, ο οποίος όμως διατηρεί τη μουσικότητα και τη φροντισμένη τονικότητά του. Όπως παρατήρησε ο Κώστας Ριζάκης, με τον οποίον διατηρεί φιλία ο ποιητής, οι τίτλοι των ποιημάτων αποτελούν από μόνοι τους ένα ποιητικό σχόλιο, διαθέτουν μια αυταξία «Όνειρα σε συνέχειες», «Ανώριμοι για τόση χαρά», «Δανεική ομορφιά ή Ανθρώπινη ανακύκλωση», «Αγγίγματα από δεύτερο χέρι» είναι κάποια παραδείγματα. Η μετωνυμία, το ανοίκειο επίθετο, ο πλούσιος λόγος, η τολμηρή εικονοπλασία, οι υψηλής έντασης καταληκτικοί στίχοι είναι μερικά
από τα ήδη κατακτημένα εργαλεία με τα οποία συναρθρώνει τη σκέψη του,
όπως πάντα με τρόπο συνειρμικό.
0 Μυλόπουλος για πολλούς έχει καταχωριστεί στην εντελώς αυθαίρετη κατηγορία των «ερωτικών» ποιητών, εν μέρει και λόγω των τίτλων κάποιων συλλογών του. Η ποίησή του, ωστόσο, είναι πρωτίστως υπαρξιακή, της οποίας ένας άξονας, όπως άλλωστε συμβαίνει και με την ίδια την ανθρώπινη κατάσταση, είναι ο έρωτας. Αυτά που τον ταλανίζουν ως δημιουργό και αποτελούν την πρώτη ύλη του είναι ο θάνατος (το συνώνυμο και ετίθετο συγχρόνως του έρωτα), η φθορά, η προσωρινότητα των σχέσεων
και των αισθημάτων, ο κερδισμένος χρόνος μέσω της δημιουργίας, ο χλωρός
παράδεισος της νιότης, μοτίβα τα οποία συμπλέκονται με το κομβικό ερωτικό θέμα, δίνοντάς του ένα πιο δραματικό βάθος. Ακόμη και στη σαρκική του διάσταση ο έρωτας παρουσιάζεται φιλτραρισμένος μέσα από μια ιδεαλιστική οπτική.
Στην τελευταία συλλογή του Μυλόπουλου το όνειρο ως ένα σταθερό
leitmotiv άλλοτε εμφανίζεται στο ποιητικό σώμα ή στον τίτλο και άλλοτε
υπονοείται σε ποικίλα, ωστόσο, συμφραζόμενα. Το εναρκτήριο ποίημα «Όνειρα σε συνέχειες», δίνει τον νοσταλγικό τόνο που διαπνέει την ομώνυμη
συλλογή. Το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο που έχει καθιερώσει ο Μυλόπουλος στα τελευταία βιβλία του, λειτουργεί σε ένα επίπεδο συλλογικής μνήμης, την οποία με κάποιον τρόπο συλλαμβάνει και καταγράφει ο δημιουργός· ενδεχομένως, και μιλώντας περί ερωτικής ποίησης, θα μπορούσε να
ταυτίζεται και με τον ανευρετο πλέον δυικό αριθμό που αφορά το ζευγάρι
των εραστών. Ο έρωτας ή ακόμη και η ίδια η ζωή παρουσιάζεται ως ένας
συνεχής αγώνας προγραμματισμένου αφανισμού: η νεαρή και αθώα ματιά
του παρελθόντος που θαμπωνόταν από έναν κόσμο το ίδιο νεαρό, γεμάτο
υποσχέσεις (μην παρατηρώντας το επικίνδυνο έδαφος πάνω στο οποίο χτίζεται το επίφοβο οικοδόμημα του έρωτα), ανάλαφρο για την απελπισία των
άλλων, στο καταληκτικό δίστιχο, με την παροντική γνώση, συντρίβεται στην
ακατάβλητη πραγματικότητα: «Μονόλογος πικρός το χόρδισμα του έρωτα». Μεταξένια, ακριβά και εύθραυστα τα φτερά του, ίδια ενύπνια σε συνέχειες, διαλείμματα σε έναν βίο ηττημένο: «Σε μάχες άνισες αξίζουν μόνο
οι απόπειρες».
Στο ίδιο κλίμα της νοσταλγίας μιας χαμένης και πολλά υποσχόμενης
νεότητας και το επόμενο ποίημα, «Οι μέρες είχαν γίνει παρελθόν», προσπαθεί να συλλάβει ποιητικά τον χρόνο, τη ρευστότητά του, την παντοτινή
παροντικότητά του: «Έτσι αισθανόμασταν τυχεροί που μας δώρισε η μοίρα
ένα πριόνι / Για να τρυπήσουμε το χτες, ένα καρφί για να κρεμάσουμε το
αύριο / Και μια ολόκληρη ζωή για ν’ απολαύσουμε το τώρα». Η συνειδητοποίηση του χαμένου χρόνου στους τρεις τελευταίους στίχους, παρουσιάζεται ως ξύπνημα του αποπροσανατολισμένου ποιητικού υποκειμένου (που μιλάει σε πρώτο πληθυντικό αριθμό) σε έναν κόσμο πιο σκοτεινό: «Έντρομοι γιατί πάλι το δρόμο είχαμε χάσει / Και τώρα πια σκοτείνιαζε νωρίς και φοβόμασταν». Αυτός ο χαμένος χρόνος φαίνεται να ξανακερδίζεται με την αγάπη στο ποίημα «Καταργώντας το χρόνο»: «τα σώματα πάλλονταν καταργώντας το χρόνο». Και σ’ αυτό το ποίημα το ποιητικό υποκείμενο αναφέρεται σε ένα ιδανικό παρελθόν, όπου όλα φαίνονταν δυνατά: «Άναβε τότε η ελπίδα στα κρεμασμένα μας πρόσωπα / Κι η σάρκα γινόταν κρουστή και απέραντη σαν τη θάλασσα».
Τη ραχοκοκαλιά της συλλογής διατρέχει μια πικρία για τη λεηλατημένη ζωή, τα αρνημένα όνειρα και τις φιλοδοξίες. Στο ποίημα «Η πόλη μεγάλωνε» το αισθαντικό κομμάτι είναι το ίδιο ισχυρό με το υπαρκτικό και θα τολμήσω να πω και το κοινωνικοπολιτικό: «Η μοναξιά μάς ένωνε πέρα απ’ τις ράγες / Τα τρένα όμως πουθενά κι η χώρα μια οφθαλμαπάτη». Η πορεία μιας ερωτικής σχέσης προς την παρακμή βιώνεται παράλληλα με την περιρρέουσα παρακμή στο ακαριαίο καταληκτικό δίστιχο: «Μικρές πολύχρωμες πόρτες η ζωή σαν σκευωρία / προδοσία μιας σφαίρας που λοξοδρόμησε». Ανάλογης προβληματικής είναι και το ποίημα «Ερωτικό σιωπητήριο» με μια καταληκτική απόφανση υπαρξιακής υφής: «Κι αυτοί που φώναζαν στη ζωή τόσο άγρια / Έφυγαν ήσυχα όπως και οι άλλοι…».
Η νοσταλγία για ένα παρελθόν που χάθηκε ανεπιστρεπτί, επανέρχεται
στα «Αγγίγματα από δεύτερο χέρι». Ο πυρήνας της συλλογής δεν είναι απλώς ποιητικά όνειρα σε συνέχειες, όσο η αναπόληση μιας ζωής που ξεκίνησε ως όνειρο, αλλά γυμνώθηκε από τη μαγεία της κατά τη σκληρή ενηλικίωση. Η ζωική ορμή της νεότητας («Με πάθος φιλούσαμε το παντού που
μας έλειπε»), μια «Χαρά κλειδωμένη σε καθρέφτη αρχέγονο», κατά τον
απολογισμό της ωριμότητας αφήνει πίσω της αχνό και αμφίβολο σημάδι:
«Οι σκέψεις σπίτια σε σχέδιο πόλης παλιό, ακόμη αχνίζουν».
Πιο σωματικό και προσωπικό, το ποίημα «Δίκρουνα αγάπης» (μετωνυμία για το γυναικείο στήθος), περιγράφει τη φθίνουσα ερωτική σχέση του ποιητικού υποκειμένου, το οποίο έχει εγκαταλείψει το πρώτο πληθυντικό,
εφόσον το ερωτικό «εσύ», στο οποίο απευθύνεται, διαχωρίζεται, αποστασιοποιείται: «Με κάθε τρόπο διεκδικούσα περισσότερο ουρανό / Ίσως γιατί πίστευα με πάθος στο ακατόρθωτο». Στα «Μόρια σκόνης» οι αποσκευές
του ερωτικού αποχωρισμού είναι δυο «περήφανα ακίνητα φιλιά», ενώ η
ερωτική σχέση κονιορτοποιείται, συνθλίβεται από το βάρος της ετυμηγορίας
των εραστών και η διάλυσή της εξεικονίζεται στο δίστιχο του τέλους: «Παραχώσαμε το δικαίωμα της κάθε μικρής στιγμής / Στα ακόμη μικρότερα
μόρια σκόνης που υπερίπτανται». Αισθησιακότερο το ποίημα «Τ’ αναλφάβητα όνειρα», αξιοποιεί το δίπολο έρωτας-θάνατος: «Ξόρκιζα έτσι το κακό
καταργώντας το θάνατο», παίζει δε ένα λεκτικό παιχνίδι με το σώμα και
τα γράμματα, τα οποία το περιγράφουν, το εμπεριέχουν ή το περικλείουν,
μεταποιώντας την ηδονή σε πνευματική διέγερση.
Ανολοκλήρωτος ο έρωτας, ασύμπτωτα τα κορμιά και τα αισθήματα στο
ποίημα «Ανώριμοι για τόση χαρά»: «Δεν βρισκόμασταν ποτέ μαζί μες στην
ασύλληπτη απόδραση του χρόνου […] Ένας ατέλειωτος λήθαργος από ανόμοιες στιγμές». 0 έρωτας ως πόλεμος, ως ένας διαρκής αγώνας κατίσχυσης στον άλλο, είναι ένας κοινός τόπος, ωστόσο στην ποίηση του Νίκου Μυλόπουλου δίνεται με έναν ιδεαλισμό και μια αίσθηση παραδοχής, που εμποτίζεται από την κομψή του έκφραση: «Με μάτια υποφέραμε μισόκλειστα την πραγματικότητα / Μην βιώνοντας άλλον πόλεμο πέρα απ’ τον έρωτα». Ίδιου «πολεμικού» κλίματος και η «Μοιραία απόφαση» («Αργότερα σαν σπαθιά διασταυρώνοντας τις λέξεις κι αιμορραγώντας ακατάπαυστα») περιγράφει το χρονικό ενός ναυαγισμένου έρωτα, με αναπόφευκτη και νομοτελειακή την αποφαντική διαπίστωση: «Το φιλί πιο αργό κι απ’ τον ίδιο τον θάνατο /Θρυμματίζει δειλινά και χαλασμένες υποσχέσεις». Μπορεί το θέμα να είναι εν μέρει επαναλαμβανόμενο, ωστόσο η διαφορετική κάθε φορά ανάδειξή του δεν κάνει μονοθεματική τη συλλογή, αντίθετα, μάλιστα, ερεθίζει την αναγνωστική φαντασία με τις γλωσσικές επιλογές και την εικονοπλαστική ικανότητα του ποιητή.
Στις «Ανέφελες ματιές» περιγράφεται σε πρώτο ενικό πρόσωπο (αλλά
με υφιστάμενο ένα δεύτερο πρόσωπο, αυτό της ερωμένης που αποκτά φωνή στο καταληκτικό δίστιχο) με έναν τολμηρό, σουρεαλιστικό και ηδονικό
τρόπο ένα ενύπνιο: η γέννηση της αγαπημένης μέσα απ’ τα νερά της παλίρροιας, η οποία θα απολέσει τα κόκκινα φτερά της, χάνοντας την αισθησιακή της φύση και κερδίζοντας ουρανό: «Το άλλο πρωί μια αμέτρητη ουρά από αγγέλους / Ασελγούσε ασύστολα στα ραγισμένα πλην κάτασπρα
φτερά σου».
Ένα ποίημα που και πάλι ακροβατεί ανάμεσα στο κοινωνικοπολιτικό σχόλιο και τον υπαρξιακό απολογισμό, αποτιμώντας την αξία «κατά μήκος των ορίων μιας χαμένης ζωής», είναι αυτό με τον τίτλο «Αστικές συνήθειες», όπου η αφήγηση διατηρεί το πρώτο ενικό πρόσωπο. Το ποιητικό υποκείμενο αναφέρεται πάντα σε ένα παρελθόν, αυτή τη φορά μιας νιότης ηδονοθηρικής («[…] στεκόμουν πεινασμένος στη σειρά για συσσίτιο έρωτα», «Όρκους θυσίαζα κι ελπίδες στων φιλιών την τριμμένη θυμέλη»), που αναλώθηκε στα υλικά αγαθά («Κρατώντας όλο μου το βιος μέσα στην άδεια αγκαλιά μου / […] / Ως κι οι φίλοι μου, τ’ άψυχα είχαν από καιρό αποσυρθεί»), και μετά από μια μακρά απουσία «στο παντού και στο πουθενά», καταλήγει σε ένα κοντινό παρελθόν, σχεδόν παρόν, στην απόλαυση των απλών πραγμάτων: «Και μόνο ένα τριαντάφυλλο έστεκε στην είσοδο φρουρός / Στην ίδια πάντοτε στάση αμέριμνο όπως το είχα κάποτε αφήσει».
Ένα από τα αγαπημένα σύμβολα του Νίκου Μυλόπουλου είναι το τρένο -και συνακόλουθα ο σιδηροδρομικός σταθμός-, το οποίο αξιοποιεί ποιητικά σε όλες τις συλλογές του. Ένα τέτοιο σύμβολο υπαινίσσεται στο ποίημα «Δανεική ομορφιά ή Ανθρώπινη ανακύκλωση», το οποίο περιγράφει με
ένα συρμό εικόνων υψηλής αισθητικής τις ανθρώπινες σχέσεις, τις εναλλαγές συντρόφων στη διάρκεια του βίου, καθώς προσπαθούμε «Με χαλασμένα […] δάχτυλα από τη ζωή να πιαστούμε», όχι χωρίς μια διάθεση ειρωνικά
στοχαστική και συγχρόνως πικρή. Παρήγορο είναι ότι «[…] σε κάθε προγραμματισμένη αναχώρηση αντιστοιχεί καινούργια γνωριμία / Μια αναμέτρηση με την απώτερη υπόσταση του χρόνου». Η ιδέα της ανακύκλωσης» μαζί με την κυρίαρχη αίσθηση της νοσταλγίας που εμπλουτίζει το ποιητικό υλικό αυτής της συλλογής, απαντάται και στο ποίημα «Η γιορτή των αναμνήσεων». 0 πρότερος ηδονικός βίος («[…] τα μεσημέρια οι αισθήσεις ξελόγιαζαν τα κορμιά», «Με τους καθρέφτες στραμμένους στης ήβης τ’ ανεκπλήρωτο κενό») παρουσιάζεται ως ένα γαϊτανάκι, μια γιορτή αισθήσεων. Στο φωτεινό «τότε» («[…] υπήρχε τόσο φως που έκρυβε όλες τις ατέλειες») αντιπαρατίθεται το σκοτεινό «τώρα» με τη χρήση του ενεστώτα που σπανίζει στα υπόλοιπα ποιήματα. Η αντιποιητική αίσθηση της ανακύκλωσης των σωμάτων, του αγοραίου, του προσωρινού και ευτελούς επιτονίζεται με την υποδόρια δραματικότητα του επιλογικού στίχου: «Σε ξένες τρυπώνουμε αγκαλιές για ανακύκλωση». Ενώ στην «Αφετηρία αναπήρων» τα αποχωρισμένα ποιητικά υποκείμενα, τσακισμένα, ανάπηρα, συνεχίζουν
σε νέους αγώνες δρόμου, ως ένα άλλο είδος ανακύκλωσης ή αναζήτησης
του άλλου που θα γίνει δικός (εν είδει σκυταλοδρομίας).
Στο αισθησιακό «Από-θέματα αγάπης» που μπορεί να διαβαστεί ως
μία λέξη ή ξεχωριστά, το ποιητικό υποκείμενο σε πρώτο ενικό περιγράφει
με τον εμπεδωμένο τρόπο του Μυλόπουλου την ερωτική πράξη και τον
σπασμό, που ωστόσο δεν φυλακίζεται στο σώμα αλλά συμπαρασύρει μια
χορεία ηδονικών εικόνων και εξεικονισμένων αισθήσεων. Η βραδινή ερωτική
συνεύρεση, πιθανότατα ένας εφήμερος έρωτας, αφήνει σαν απόηχο τα σημάδια του αποχωρισμού και όχι της ηδονής: «Ανυπόφορο τριγύρω άπλωνε
σκοτάδι η θηλιά της μοναξιάς». Η απόλαυση του ελάχιστου (αποθέματος
αγάπης θα συμπλήρωνα, αξιοποιώντας τον παιγνιώδη τίτλο) δηλώνεται
εύστοχα στο τέλος του ποιήματος: «Γοργόνες έξω απ’ το νερό, φλερτάραμε
με υδρορροές για επιβίωση».
Σε κάποια από τα ποιήματα της συλλογής είναι εμφανές το παιχνίδι
της απεύθυνσης στο ερωτικό «εσύ»: το ποιητικό υποκείμενο «εμείς» γίνεται το δίκλωνο εγώ κι εσύ. Στις «Βαθμίδες ελευθερίας» η ερωτική απώλεια
οδηγεί σε μια οριστική σχάση που εικονοποιείται στο διάκενο μεταξύ της
βασικής πρώτης στροφής και της δίστιχης δεύτερης. Το «εμείς» μετατρέπεται σε ένα μοναχικό ποιητικό «εγώ»: «Ζαρκάδια τρέχανε τα χρόνια από μπροστά αλαφιασμένα / Μα εγώ μονόφθαλμος και κουρασμένος κυνηγός
συνέχεια αστοχούσα». Στο βασικό ποιητικό σώμα μια σειρά δυνατών εικόνων καταφέρνει να αναπαραστήσει το κοινότοπο γεγονός της διάλυσης μιας
ερωτικής σχέσης με σεκάνς εικαστικής και λεκτικής ομορφιάς. Στο προσφιλές μοτίβο της μετατροπής του «εμείς» σε «εσύ» και η «Μελαγχολία των
πυροτεχνημάτων»: το θεϊκό ζευγάρι των εραστών («Τους ομογάλακτους
από μικροί υποδυόμασταν θεούς, τις πεταλούδες») προσωρινά αλώβητο
εντός ενός μικροσύμπαντος που τους κρατά προστατευμένους, χωρίζει σε
ένα κλίμα μελαγχολίας και αποδοχής: «Επέστρεψες τότε τα πανιά στη
βάρκα μας και πέταξες σαν γλάρος / Κι εγώ τραβώντας λίγο την κουρτίνα
απαλά σε κρυφοκοίταξα που τραγουδούσες».
Στο ίδιο κλίμα και με τον ίδιο τρόπο (ποίημα «Τίποτα το σπουδαίο»)
το ποιητικό «εμείς» καταλήγει σε έναν πρώτο ενικό που αποφαίνεται σε
ευθύ και βλάσφημο λόγο: «Τίποτα το σπουδαίο, ούτε το σοβαρό», παρά
την ανάγκη του ποιητικού «εμείς» (του κρυφού «εγώ») να ζήσουν έναν
εξαιρετικό έρωτα: «Σημαίες του έρωτα ανεμίζαμε αντίθετα με τις κοινές τη
νύχτα μόνο / Ασυμβίβαστοι με την απώλεια του χρόνου και των ανθρώπων»). Ωστόσο, κανένα από τα ποιήματα του Μυλόπουλου δεν είναι μονόχορδο. Η οντολογία του έρωτα είναι μόνος ένας από τους πυλώνες της προβληματικής του, του διανοητικού καμβά, όπου υφαίνεται με τα πιο ετερόκλητα χρώματα και υλικά η σπαρασσόμενη ύπαρξη.
Επιλογικά, θα ήθελα να αναφερθώ στο ποίημα «Από τη γη στη σελήνη»: εδώ υπάρχει ένα ξεκάθαρο «εμείς» που έζησε αυθεντικά, όσο μπορούσε πιο ανθρώπινα, όταν «οι φίλοι με όπλα τηλεσκόπια / Σαν ελεύθεροι μας σημάδευαν σκοπευτές, μα αστοχούσαν». Με σηματωρό την αγάπη πορεύτηκε κόντρα στην αχαριστία: «Εμείς τρέχαμε γυμνοί ανάμεσα στο όνειρο και στις φτέρες / […] / Την κοίτη γεμίζοντας των κρατήρων μας με τεράστια κοιτάσματα αγάπης». Κι αυτό το ποιητικό «εμείς» μπορεί να επιβιώσει στο «τώρα», να ζήσει εν ειρήνη με το παρελθόν, όταν οι αναμνήσεις των «φίλων» -ως ένα είδος δικαιοσύνης- γίνονται «κεφάλια λιονταριών στον τοίχο καρφωμένα [που] ακόμη γρυλίζουν».
Τα «Όνειρα σε συνέχειες» είναι ένα είδος νοσταλγικής απογραφής του
πρότερου βίου, τόσο του νεανικού όσο και του ερωτικού. Το αίσθημα της
ήττας συναντά κάποτε την αμυδρή ελπίδα της συνέχειας. Η ερωτική διάψευση βρίσκει θεραπεία στο ερωτικό γαϊτανάκι σωμάτων και αισθημάτων.
0 θάνατος ηττάται από την αιωνιότητα της αγάπης. Η τελευταία αυτή συλλογή του Νίκου Μυλόπουλου επιβεβαιώνει την κατάκτηση ενός προσωπικού
ύφους: αποτελεί μια sui generis περίπτωση στη γραμματολογία της πόλης,
που δημιούργησε τη δική της σχολή κι έβγαλε παραδειγματικές και υποδειγματικές ποιητικές φωνές. Νομίζω ότι θα συνεχίσει να διακονεί την ποίηση με το ίδιο πάθος, με την ίδια αφοσίωση, με όλο του το αίμα. Και τα αποτελέσματα θα είναι ανάλογα.

 

ΔΗΜΗΤΡΑ ΜΗΤΤΑ

«ΣΥΣΣΙΤΙΟ ΕΡΩΤΑ»

Όνειρα σε συνέχειες είναι ο τίτλος της νέας ποιητικής συλλογής του Νίκου
Μυλόπουλου και πολύ ταιριαστά στον τίτλο βλέπουμε στο εσώφυλλο του
βιβλίου ένα φιλμ φωτογραφικό ή κινηματογραφικό ασπρόμαυρης ταινίας,
δύο μόνο καρέ, όπου αποτυπώθηκε μέρος γυναικείου σώματος, στο θετικό
και το αρνητικό, με μια κόκκινη σταγόνα και μια κόκκινη πινελιά, που περισσότερο από αίμα θυμίζει πινελιά από σύνθημα σε τοίχο.
Στην προηγούμενη ποιητική συλλογή του Ν.Μ. (Ξημερώνει στο γέλιο σου,
Αθήνα, Εκδόσεις των Φίλων, 2011) είχα επισημάνει τον ρόλο του ονείρου στην αντιμετώπιση της πραγματικότητας ή σαν αντίβαρο σε μια πραγματικότητα που σχεδόν αναπότρεπτα μόνο πρόσκαιρα μπορεί να το συμπεριλάβει και να το εμπεριέχει. Εδώ, η λέξη συμπεριλαμβάνεται στον τίτλο, Όνειρα σε συνέχειες.; και από τα εικοσιένα ποιήματα της συλλογής στα έντεκα υπάρχει η λέξη όνειρο (σ. 7, 8, 9, 10, 11, 12, 14, 15, 25, 26, 28), με το πρώτο να κρατά ή να δίνει τον τίτλο της συλλογής. Όνειρα σε συνέχειες, όπως τα σήριαλ στην τηλεόραση, ή παλιά τα φωτορομάντζα στα περιοδικά, τίποτε συνεχές, μόνο διακοπτόμενα -«συνεχίζεται στο επόμενο».
Για τη συλλογή Ξημερώνει στο γέλιο σου έγραφα: «Οι στίχοι του Μυλόπουλου κινητοποιούν τις αισθήσεις, φέρνουν στη μύτη μυρωδιές, στα μάτια χρώματα, το πράσινο, το γαλάζιο, το μπλε και το μωβ, στα αφτιά ήχους, κυρίως θαλασσινούς, και σιωπές, διεγείρουν συναισθήματα, κυρίως του έρωτα, ευμετάβολος αυτός όπως ένας αμμόλοφος, με δεδομένη την κατάληξη της ματαίωσης και της μοναξιάς». Και εδώ υπάρχουν όλα αυτά, όμως αυτή τη φορά οι μυρωδιές και τα χρώματα μοιάζουν να μην είναι φρέσκα, να μην είναι τόσο ζωντανά. Όπως όταν ανοίγεις ένα μπαούλο και βρίσκεις παλιά ρούχα και πέταλα από λουλούδια που τα είχες βάλει για να μυρίζουν όμορφα. Τότε. Γιατί τώρα, μαζί με τις μνήμες που φέρνει το κάθε ρούχο στο μπαούλο, έρχεται και η μυρωδιά του παλιού αποξηραμένου, του λησμονημένου. 0 ανοιχτός χώρος της φύσης, φόντο σε όλα τα ποιήματα του Μ., κάνει ακόμη πιο έντονη την αίσθηση αυτή. Η ανοιχτωσιά όμως, όσο κάνει τον ερωτευμένο άνθρωπο να ψηλώνει και να συμπεριλαμβάνει στη ματιά του το βάθος του ορίζοντα και το ύψος του ουρανού, η ίδια αυτή ανοιχτωσιά πληγώνει την κλειστή ψυχή, την τραυματισμένη, την αποκομμένη και πάλι από το σύμπαν όπου την είχε εκτινάξει ο έρως, μικραίνει τον άνθρωπο, όχι στις πραγματικές του διαστάσεις -αν υπάρχουν τέτοιες- αλλά σε μιαν ασημαντότητα που εξουθενώνει. Όπως ζωγράφιζαν τον άνθρωπο οι πρώτοι γερμανοί ρομαντικοί ζωγράφοι, ο Κάσπαρ Ντάβιντ Φρίντριχ και ο Κάσπαρ Βολφ, ως μια μικρή κουκίδα, δύσκολα ανιχνεύσιμη μέσα στην απεραντοσύνη μιας φύσης που τον καταπίνει.
Όνειρα, έρωτας, χρόνος είναι οι τρεις άξονες των ποιημάτων αυτής της συλλογής. Ή μάλλον είναι δυο, ο έρωτας και ο χρόνος, ή μάλλον ένας, ο
χρόνος που αδειάζει τις ζωές από τον έρωτα. Και την προσδοκία του έρωτα. Ο χρόνος που, όσο περνά, γεμίζει με φόβο τον άνθρωπο για τους δρόμους που χάθηκαν και επειδή τώρα πια σκοτεινιάζει νωρίς. Πόσο διαφορετική είναι αυτή η αίσθηση του απόλυτα μετρήσιμου χρόνου από τον χρόνο όπως βιώνεται στον έρωτα… Εκεί, τότε, ο χρόνος καταργείται, ο ερωτευμένος άνθρωπος βιώνει την αίσθηση μιας παντοδυναμίας ότι μπορεί να αλλάξει ρότα στη ζωή και στον άνεμο (σ. 15). Όταν είναι ερωτευμένος… Και τότε είναι διατεθειμένος να γίνει ερωτικός μετανάστης στων ποδιών σου το ξέφωτο (σ. 10), να βγει από τον εαυτό του και να συναντήσει τον Έρωτα με έψιλον κεφαλαίο στο πρόσωπο του ερωτικού συντρόφου.
Τα στήθια σου δίκρουνα αγάπης (σ. 10), γράφει ο Μυλόπουλος και περιγράφει σώματα που προσεγγίζουν το ένα το άλλο, μετά απομακρύνονται,
αλλά κρατούν τη μνήμη της προσέγγισης και η μνήμη αυτή πληγώνει και
καθορίζει το μέλλον με τη βεβαιότητα από τις προηγούμενες εμπειρίες του
τέλους. Ο άνθρωπος καταλήγει με την πάροδο του χρόνου ζητιάνος ενός
έρωτα και μιας επιθυμίας -Οι αναμνήσεις σκυλιά [που] σκίζουν χυδαία τη
σάρκα (σ. 26), είχε γράψει στην προηγούμενη συλλογή.
Σε αυτή τη συλλογή του Μυλόπουλου κυριαρχεί το ασύμπτωτο, η απουσία έκπληξης και απρόοπτου, που στοιχειοθετούν τον έρωτα και προκαλούν τον ενθουσιασμό· κυριαρχεί ο φόβος για το πέρας που έρχεται, η δυσκολία στην έκφραση του πολύτιμου και της εσωτερικής αλήθειας, μια διαθήκη μονάκριβη (σ. 11), η βεβαιότητα ότι εκείνο που θα έλθει θα είναι ένα ερωτικό σιωπητήριο (ό.π.) ή ένας Μονόλογος πικρός -αυτό μένει να είναι το χόρδισμα του έρωτα (σ. 7)-, μια επικοινωνία που μένει στο επίπεδο της πληροφορίας και το πέρας του χρόνου που αναλογεί στον καθένα -Το ημερολόγιο αδυνάτιζε από φύλλα, η ζωή από φωνές (σ. 10). Μόνο σαν προσδοκία ο χρόνος κυνηγά τον άνθρωπο και δεν τον φτάνει ποτέ -μόνο που αυτό είναι μόνο μια ουτοπική διαρκής νιότη.
Στα εικοσιένα ποιήματα της συλλογής υπάρχουν και αυτοαναφορικά
για την τέχνη της ποίησης στοιχεία. Για τον Μυλόπουλο η ποίηση είναι
πριόνι και καρφί, αντικείμενα αιχμηρά που σχίζουν και τρυπούν. Κι όταν η
βροχή ξελόγιαζε ολόφρεσκα φύλλα ελπίδας / Εμείς κρατούσαμε ακόμη των
αστεριών τα νήματα (σ. 11), στίχοι που θυμίζουν τον Ελεγκτή του Μίλτου
Σαχτούρη, ποίημα του 1958. Ένας μπαξές γεμάτος αίμα / είν’ ο ουρανός/
και λίγο χιόνι / έσφιξα τα σκοινιά μου / πρέπει και πάλι να ελέγξω / τ’
αστέρια/εγώ/κληρονόμος πουλιών/πρέπει/έστω και με σπασμένα φτερά / να πετάω. Ο Μυλόπουλος μιλά για τα βραχνιασμένα φτερά του ουρανού (σ. 19).
Ως αυτός που κρατά των αστεριών τα νήματα ο Ν.Μ., όπως κρατά το
σκοινί ο Σαχτούρης, εντάσσεται στη μακριά σειρά των ποιητών διαμεσολαβητών ανάμεσα στον ουρανό και τη γη, αυτών που κρατούν τον ρόλο του συνδετικού κρίκου ανάμεσα στη γη και τον ουρανό με ό,τι λανθάνει πίσω
τους: από τη μια το αίμα και η ελπίδα, το ιδεατό και το επιδιωκόμενο, η ψυχική ανάταση και η αφύπνιση, η αίσθηση και η φαντασία, η ελπίδα, η ουτοπία, οι ιδέες που αποτελούν την κινητήρια δύναμη για τη δράση, ο θάνατος (ο νεκρός λέμε ότι πάει στον ουρανό)· από την άλλη το πραγματικό και βιωμένο, ο ρεαλισμός και ο κυνισμός των ανθρώπων, η θνητότητα και η περατότητα. 0 Μυλόπουλος ανήκει στη μακριά σειρά των ποιητών
που αιωρούνται ανάμεσα στις αντιθέσεις της ζωής, που θέλουν να οραματίζονται, αλλά δεν βρίσκουν όραμα.
Η απουσία επικοινωνίας, η δυσκολία στην επικοινωνία βασανίζει τον
ποιητή, η γλώσσα μοιάζει ανεπαρκής· γι’ αυτό ίσως ζητιανεύει τον έρωτα,
όπου καμιά λεκτική επικοινωνία δεν είναι αναγκαία. Ακατανόητες έτρεχαν
συλλαβές από το στόμα των μικρών βοριάδων (σ. 18). Βουτούσαμε λέξεις
στο στόμα χωρίς να τις πιάνουμε (σ. 20). Σταχυολογώ λέξεις από τα ποιήματά του που δείχνουν τη μη κοινωνία: αφωνία, συνομιλία του ενός, ανύπαρκτοι ήχοι, μονόχειρες, μονόφθαλμος, τυφλοί, η αναχώρηση και η εγκατάλειψη -Επέστρεψες τότε τα πανιά στη βάρκα μας και πάταξες σαν γλάρος- (σ. 27), σπίτι κενό, αναίσθητοι.
Και για έναν ακόμη λόγο ίσως διψά τόσο για τον έρωτα ο Μυλόπουλος,
γιατί ο έρωτας καταλύει την αγωνία του θανάτου που αναπόφευκτα έρχεται για όλους, όπως και να ζήοουν τη ζωή τους: Κι αυτοί που φώναζαν στη ζωή τόσο άγρια I Έφυγαν ήσυχα όπως και οι άλλοι (σ. 11).
Και σε αυτή τη συλλογή, όπως και στην προηγούμενη, η φύση είναι παρούσα, το αστικό/πολιτικό περιβάλλον απουσιάζει ή λανθάνει εκκωφαντικά. Αναρωτιέμαι μήπως ο Μυλόπουλος αναζητάει καταφύγιο στην επίμονη λατρεία του σώματος, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει την απαραίτητη για την επιβίωσή του βεβαιότητα στην αμόλυντη από την πολιτική ερωτική ζωή. Αλλά η ματαιότητα και του έρωτα προκαλεί το αίσθημα της λύπης, διάχυτο σε όλα τα ποιήματα, και μια ηθική τοποθέτηση απελπισίας για το ανέφικτο της προσπάθειας.
Με όργανο τη φύση και τα φαινόμενά της ο Ν.Μ. χρησιμοποιεί γόνιμα
τον υπερρεαλισμό στη διάπλαση μιας ποίησης που, καταργώντας τη λογική
αλληλουχία, είναι ικανή να εκφράζει πιο άμεσα τις ζωτικές ορμές που μέ-
νουν στη ζωή ανέκφραστες.

 

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΤΑΣΙΟΠΟΥΛΟΣ

-Ο έρωτας ως μετάβαση και βιωμένη αντανάκλαση της εικόνας του-

Σε κάθε αγώνα προγραμματισμένου αφανισμού
Οι συνεχείς ανατροπές πυροδοτούν το ενδιαφέρον
Σε μάχες όμως άνισες αξίζουν μόνον οι απόπειρες
Με νικητές όσους αφήνουν μια σχισμή ανάμεσα στα χείλη.
(«Όνειρα σε συνέχειες»)

Ο Νίκος Μυλόπουλος έχοντας ένα αξιοσημείωτο παρελθόν στην ποίηση,
καθώς είναι ιδιαίτερα παραγωγικός, όπως μαρτυρούν οι πέντε ποιητικές
συλλογές μέσα σε μια δεκαετία, έρχεται σήμερα να μας παρουσιάσει μια
εξαίρετη συλλογή ποιημάτων που αφορούν στον έρωτα. Τα Όνειρα σε συνέχειες είναι μια εκτεταμένη ποιητική αφήγηση (εγώ ως τέτοια την προσέγγισα), στην οποία ο έρωτας λειτουργεί ενσωματώνοντας όλα τα χαρακτηριστικά της μετάβασης και εκφράζεται από τον ποιητή ως βιωμένη αντανάκλαση της εικόνας του.
Ο ιστορικός χρόνος του έρωτα που εκδηλώνεται στα πρώτα εφηβικά
σκιρτήματα ενδεδυμένος με την ανάλογη ρομαντική διάθεση, για τον Νίκο
Μυλόπουλο αποτελεί ένα σταθερό μοτίβο της ποίησής του, ένας νοσταλγικός περίπατος στην εφηβεία που επιμένει:

Ονειρευόμασταν κρινοδάχτυλα, ρήγματα κι ενοχές
Κρινόμασταν από την ιδιοτροπία της τύχης σε μια
στροφή της ζωής
Την πραγματικότητα κυνηγώντας ή -έστω- ένα τρύπιο
κοχύλι
Που από μέσα του περνώντας η θάλασσα άλλαζε ήλιους
και χρώματα.
(«Όνειρα σε συνέχειες»)

Η διαδοχή των ημερών και η υστεροβουλία του χρόνου που υφαρπάζει τα μερίσματα της ευτυχίας δεν είναι τίποτε περισσότερο από την αποτρόπαια μοίρα του ανθρώπου να παραμένει ελεύθερος μονάχα στα όνειρά του:

Και μια ολόκληρη ζωή για να απολαύσουμε το τώρα

γράφει ο ποιητής στο ποίημα «Οι μέρες είχαν γίνει παρελθόν», θέλοντας να
κατευνάσει και να παρηγορήσει κυρίως.
Το παρελθόν, λοιπόν, που συνιστά το μέλλον, δεν αντικαθίσταται με τις
νοσταλγικές αναπολήσεις, αλλά με τις ρεαλιστικές αποτυπώσεις της πραγματικότητας και μια συνεπή τρυφερότητα που μεταδίδεται ακαριαία σχεδόν στον αναγνώστη. Με όλες τις προοπτικές και τα σημεία μιας ζωής απλής που μετεωρίζεται ανάμεσα στην Ελλάδα, η οποία προσπαθεί να επουλώσει τις μετεμφυλιακές της πληγές και την αστικοποίηση που ραγδαία
εξελίσσεται:

Η πόλη μεγάλωνε μαζί με τα παιδιά
[…]
Τ’ άσχημα σπίτια έκρυβαν όμορφες στιγμές
Την καθημερινότητα μετατρέποντας σε χαμόγελο
Η μοναξιά μας ένωνε πέρα απ’ τις ράγες
[.··]
Έτσι φαινόμασταν πιο νέοι
[..·]
Μικρές πολύχρωμες πόρτες η ζωή σαν σκευωρία
(«Η πόλη μεγάλωνε»)

Η ωρίμαση του ποιητή είναι μια πολύτροπη διαδικασία κατά την οποία
δεν αγνοείται το παραμικρό. 0 σεβασμός στον μέλλοντα χρόνο, οι μεταφυσικές ανησυχίες και η συγκεκαλυμμένη θλίψη, απότοκος των κοινωνικών
αναζητήσεων, καταλήγουν στο όνειρο.
Η μυστηριακή σχέση του Μυλόπουλου με το όνειρο είναι, νομίζω, το
λεπτό σημείο της ποιητικής του, όχι μόνο επειδή ευθαρσώς το δηλώνει, αλλά επειδή μέσα του εμφιλοχωρεί η αμηχανία μπροστά στον έρωτα. Η επιθυμία που γίνεται οδηγός και διεκδικεί απευθυνόμενος σε πρώτο πρόσωπο
το υποκείμενο του πόθου του. 0 έρωτας ως ευτυχία, αλλά και ως πόνος,
οργανώνει το σύμπαν του, δημιουργεί τις προϋποθέσεις και παίρνει μορφή.
Περνά στη φάση της εμπειρίας.
Θα γράψει σε άκρως εξομολογητικό τόνο στο ποίημα «Δίκρουνα αγάπης»:

Με κάθε τρόπο διεκδικούσα περισσότερο ουρανό
Ίσως γιατί πίστευα με πάθος στο ακατόρθωτο
Ερωτικός μετανάστης στων ποδιών σου το ξέφωτο
Και με τα στήθια σου να στέκουν αμείλικτα σαν δίκρουνα αγάπης
[..·]
Πονώντας αφόρητα κάθε φορά που με καταργούσες.
Κι ενώ τα σώματα έτριζαν από επιθυμία και οικειότητα

0 έρωτας, λοιπόν, αποκτά υλική υπόσταση με το κορμί να τροφοδοτεί
το όνειρο και το όνειρο την ερωτική διάθεση. Κάποτε όμως σε τούτο το
διαρκές παιχνίδι της ζωής οι νίκες και οι ήττες διαδέχονται η μια την άλλη.
Τίποτε δεν μένει σταθερό. Η ακρίβεια και η σταθερότητα δοκιμάζονται
στον έρωτα: ψυχές και σώματα ανατέμνουν τον κόσμο και αποδίδουν τα
μερίσματα, άλλοτε διευρύνοντας το κενό κι άλλοτε στήνοντας τις γέφυρες
της συνέχειας. Ένας πόλεμος, λοιπόν, ο έρωτας. Δημιουργός και καταλύτης
των πάντων. Έτσι,

Η ζωή δίπολη μοιρασμένη μπροστά και πίσω σαν επιφώνημα
[…]
Χάναμε αήττητοι ανάμεσα στα επινίκια και τον καημό
[.·.]
Μη βιώνοντας άλλον πόλεμο πέρα απ’ τον έρωτα.
(«Ανώριμοι για τόση χαρά»)

0 ερωτικός λόγος του Νίκου Μυλόπουλου όμως δεν προσπερνά τη μοναξιά και την απογοήτευση, αναπόσπαστα κομμάτια του έρωτα. Διαβρώνει
τον μύθο, μοιράζεται τον πόνο και παίρνει τη θέση του άλλου. Γίνεται μάρτυρας και μέτοχος της εξαίσιας δοκιμασίας του έρωτα, ενεργώντας και
πάσχοντας:

[·..]
Δάκρυσα, χαλασμένο πίνοντας κρασί
Αποφασισμένος να μη ξαναστείλω ποτέ γράμματα στην αγάπη.
[…]
Κλείσε το φως, μου ψιθύρισες
Δραπετεύεις πάλι γυμνός μέσ’ από τη ζωή μου.
(«Ανέφελες ματιές»)

Το ενδιαφέρον είναι πως αφαιρεί από κάθε αποτυχημένο, ή θνησιγενή,
έστω, έρωτα την επικυριαρχία του ως ασφάλεια για τη συνέχεια της ζωής:

[…] φιλιά
Τιμαλφή αντικριστά που μάταια περίμεναν την ετυμηγορία
Πόσες βολές χαμένες στο συναρπαστικό παιχνίδι των λυγμών
Σε μια πολύχρονη σχέση συνεχών από χαιρετισμών και απώλειας
(«Μόρια σκόνης»)

Κι αλλού, στη «Γιορτή των αναμνήσεων», θα μιλήσει για την πολυπόθητη συνέχεια:

Σε ξένες τρυπώνουμε αγκαλιές για ανακύκλωση.

Όπως και στο ακροτελεύτιο μέρος του τελευταίου ποιήματος της συλ-
λογής με τον τίτλο «Αφετηρία αναπήρων»;

Στριμωχνόμαστε κι οι δυο μονόχειρες σε αφετηρία αναπήρων
Για καινούργια εκκίνηση, σε μαραθώνιο επιλογής μας.

Επιστρέφοντας στην αρχή, ή καταλήγοντας, θα ήθελα να επισημάνω
πως ο Νίκος Μυλόπουλος μας καλεί να αφουγκραστούμε την αέναη σύγκρουση, να συγκινηθούμε στο όριο, αφηγούμενος το δικό του παραμύθι,
διότι

Μονόλογος πικρός το χόρδισμα του έρωτα-
Μεταξένια φτερά και όνειρα σε συνέχειες.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ

ΕΠΙΘΥΜΙΑΣ ΟΜΟΙΩΜΑ

Και η αξία του ονείρου για τη γνώση του μέλλοντος; Γι ’ αυτό φυσικά δεν
μπορεί να γίνει λόγος. Αντ’ αυτού θα θέλαμε να πούμε: για τη γνώση του
παρελθόντος. Διότι από κάθε άποψη το όνειρο προέρχεται από το παρελθόν. Βέβαια και η παλαιά δοξασία, ότι το όνειρο μας δείχνει το μέλλον, μπορεί να έχει μια δόση αλήθειας· καθώς το όνειρο παρουσιάζει μια επιθυμία ως εκπληρωμένη, μας οδηγεί οπωσδήποτε στο μέλλον αλλά και αυτό το μέλλον, που ο ονειρευόμενος το εκλαμβάνει ως παρόν, είναι διαμορφωμένο από την ακατάλυτη επιθυμία ως ομοίωμα του παρελθόντος}*
Όνειρα σε συνέχειες είναι ο τίτλος της 5ης ποιητικής συλλογής του Νίκου Μυλόπουλου και η συγκεκριμένη αναφορά στο ψυχικό φαινόμενο του ονείρου είναι δηλωτική των προθέσεων του ποιητή να διερευνήσει μέσα από
τον ποιητικό λόγο την επικράτεια του ψυχικού φαινομένου. Ούτως ή άλλως
ο ποιητικός λόγος συνδέεται άμεσα με το όνειρο, αφού στην ποίηση ο λόγος
τείνει να σπάσει τα δεσμά της σύμβασης και να δηλώσει με τρόπο διαφορετικό τα πράγματα. Αυτή η δυναμική της ποίησης, που ταυτόχρονα είναι ένα ισοδύναμο ελευθερίας, απαντάται πίσω από κάθε λογοτεχνικό εγχείρημα και είναι το «δώρο» της ποιητικής εμπειρίας στον αναγνώστη. Στη συλλογή του ο Μυλόπουλος βαδίζει στα χνάρια αυτής της στάσης και με υλικό το βίωμα επιχειρεί να ανασυνθέσει το νόημα μέσα από τη διαρκή φθορά
που επιφέρει στα υποκείμενα η ίδια τους η συνθήκη. «Κατά μήκος των
ορίων μιας χαμένης ζωής», λοιπόν, ο ποιητής έρχεται να συγχωρέσει τα
πάθη, την αλαζονεία της εφηβείας, την πλήξη του μικροαστισμού, τους ψυχολογικούς διχασμούς και τα διλήμματα, τη βουλιμία της ερωτικής επιθυμίας. Υπάρχει πάντα μια δεύτερη ευκαιρία να «ξαναζήσουμε» απαλλαγμένοι από τα πάθη, ίσως, και η γραφή είναι ένα τέτοιο πεδίο λύτρωσης καθώς η αναπαράσταση του βιώματος ενέχει μια εν δυνάμει εμπειρία κάθαρσης, σύμφυτη με τον λυτρωτικό χαρακτήρα της τέχνης.
Αυτή η αναζήτηση μιας δεύτερης ευκαιρίας για νόημα, μιας κατάστασης που θα μας συμφιλιώνει με το τραύμα της απώλειας διατρέχει σαν
κόκκινο νήμα τη συλλογή του Μυλόπουλου. Απέναντι στα σκληρά παιχνίδια
της μοίρας, στους συνεχείς αποχαιρετισμούς της απώλειας, στα πικρά χαμόγελα, και τα φιλιά πιο αργά κι απ’ τον ίδιο τον θάνατο, η ποίηση δανείζεται από την εμπειρία του ονείρου. Έτσι μοιάζει σα μια δυνατότητα για
μια κάποια απόδραση ίσως πάλι για την αφετηρία μιας οριστικά χαμένης
ακεραιότητας. Μένει λοιπόν αυτό το ομοίωμα του ψυχισμού μας αποτυπωμένο να δηλώνει το δραματικό ανάγλυφο της ύπαρξής μας, τη σφοδρότητα και το έρεβος της επιθυμίας μας, την αγωνία και τον μόχθο μας για την ζωή και ίσως την αγάπη.
Χάναμε αήττητοι ανάμεσα στα επινίκια και τον καημό (Ανώριμοι για
τόση χαρά).

*Σίγκμουντ Φρόιντ, Η ερμηνεία των ονείρων, μτφρ. Λεύτερης Αναγνώστου, εκδ. Επίκουρος, Αθήνα 2013.

 

ΞΗΜΕΡΩΝΕΙ ΣΤΟ ΓΕΛΙΟ ΣΟΥ

 

ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ

Περιοδικό «Ένεκεν», τχ. 21, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2011

Για τα πάθη του λόγου και του έρωτα

Ξημερώνει ξανά στον ποιητικό κόσμο του Νίκου Μυλόπουλου για τέταρτη φορά με την τελευταία του αυτή ποιητική συλλογή. Παύουν λοιπόν σ’ αυτήν οι εραστές να σιωπούν; Οι εραστές πάντα σιωπούν ήταν ο τίτλος της προηγούμενης τρίτης του συλλογής. Αντίθετα θα έλεγα ότι εδώ η σιωπή βαθαίνει, ο κόσμος της ποίησης έρχεται σε μεγαλύτερη σύγκρουση με αυτόν της πεζής πραγματικότητας. «Ένας κόσμος υπαινιγμός μέσα στον
κόσμο τους».
Είναι ο Νίκος Μυλόπουλος ερωτικός ποιητής; Ναι αν έρωτας σημαίνει το να χαϊδεύει κανείς το εφήμερο στοχεύοντας στο άπειρο ή επιστροφή σε μία εποχή ανατρεπτικής αθωότητας και ελπίδας όπου όλα είναι εφικτά και δεν υπάρχει η παραίτηση και η παγίδα των καθημερινών συμβιβασμών. Αν έρωτας σημαίνει η απόδραση μέσα από ένα άλλο σώμα: «Κυκλοφορώ ελεύθερος χτισμένος μέσα σου/ Κι αναπόδραστα ελπίζω». Αν έρωτας είναι το όνειρο
που ανασκευάζει τη ζωή. «Φορέας ονείρου ανασκευάζω ζωή». Πιο πικρή και πιο σκληρή αυτή η ποιητική συλλογή του Μυλόπουλου, αυστηρός ο ποιητής στον εσωτερικό διάλογο με τον μικρό εαυτό που κρύβουμε όλοι μέσα μας. Η ασημαντότητα της μη ζωής μας, οι στάχτες που αφήνουν οι καμένοι χάρτες, η μη πραγμάτωση, τα σβηστά πια φώτα ομίχλης και οι φίλοι «ενθύμια από χρονολογίες περασμένες». Και όμως που και που ανοίγει ένα παράθυρο και μέσα από αυτό κανείς νιώθει τον λυρισμό, «στους χορευτές της φωτιάς», στον «κουρνιαχτό από αστέρια και κύματα», «στους νεκρούς μενεξέδες που χαμογέλασαν
Όμως σ’ αυτή την ποιητική συλλογή νιώθει κανείς την ασφυκτική
μοναξιά να προσπαθεί να δραπετεύσει από τους τοίχους των ποιημάτων ενώ ανελέητα ο ποιητής σαρκάζει και γκρεμίζει το ψεύτικο οικοδόμημα της τάχα ύπαρξής μας. Ο χρόνος «ασίγαστη πεταλούδα» βαμπίρ ρουφάει και ακυρώνει τα πάντα, ενώ οι «άβαφες μέρες» περιφέρονται άσκοπα με «χάρτινα τα στόματά τους». Πιο ώριμη λοιπόν η γραφή του ποιητή σ’ αυτή του την τέταρτη ποιητική συλλογή, χωρίς ψευδαισθήσεις και αυταπάτες και με μεγαλύτερη συνειδητότητα, «Ίσως γιατί δεν υπάρχουν ποτέ εποχές/ Παρά μόνο συναπαντήματα». Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε δύο ενότητες. Η πρώτη έχει τον τίτλο «ξημερώνει στο γέλιο σου» που είναι και ο τίτλος ολόκληρης της ποιητικής συλλογής. Η δεύτερη έχει τον τίτλο «Ο διεσταλμένος χρόνος»,
Στη δεύτερη ενότητα είναι πιο έντονη ακόμα η υπαρξιακή και φιλοσοφική διάσταση της αναζήτησης του ποιητή. «Οι καθρέφτες χλωμοί μα μέσα τους έλαμπε/ Το τίποτα που λαχταρούσαμε». Κάποιοι από τους τίτλους ποιημάτων αυτής της ενότητας αφηγούνται την ουσία από μόνοι τους.
«Το χρώμα της αναζήτησης», «καινούργιο ταξίδι», «ασύμμετρη αρμονία», «πρεμιέρα στην αιωνιότητα», «αθέριστοι έρωτες», «διάφανη χίμαιρα», «στις γειτονιές των ονείρων», «ξυπόλητοι πάνω στα τρένα», «ελάχιστο νόημα», «στη μέση του μέλλοντος», «χωρίς παραλήπτη», «συμβόλαιο λήθης», «η αδώρητη πλευρά της ειμαρμένης».
«Καιρός να ανοίξουμε πια διθέσιους τάφους», μας συμβουλεύει ο ποιητής Νίκος Μυλόπουλος και οι λέξεις του ταράζουν τα στάσιμα νερά της συλλογικής μας γαλήνης. Δυνατή σαν χαστούκι η ποίηση του Νίκου Μυλόπουλου απομυθοποιεί και αναιρεί, σαρκάζει και περιγελά με έντονες εικόνες και λέξεις μικρές βόμβες στην φαντασία μας.
«Γιατί η ζωή ταιριάζει με οργασμό/Που πεθαίνει πάντοτε στην ολοκλήρωση».

 

Σύγχρονη Σκέψη τ.36 Ιαν.- Φεβρ. 2012

Διάχυτο το πνεύμα στην ανίχνευση του ερωτικού ιδανικού που συναντιέται μέσα στις πραγματικές εικόνες της ζωής. Ο κ. Ν. Μυλόπουλος είναι ορμητικότατος και βαθυστόχαστος.
Ο ποιητής αναζητά τη σχέση του έρωτα, της συνύπαρξης και της διάρκειας μέσα στο χρόνο του ερωτικού πάθους.
Μ’ αυτό το ξεδίπλωμα των αισθήσεών του, φτάνει σε κείνα τα τοπία της ανάμνησης που αναζητά η ψυχή. Τα ‘χει καταγράψει, τα ‘χει τοποθετήσει στην κιβωτό της ανάγκης της ύπαρξης απ’ όπου η ανανέωση οδηγεί στην
αναγέννηση. Ζεστή ποιητική ιδιοσυγκρασία μια σωστή και δυνατή φωνή του σήμερα, χωρίς στάχτες του χθες αλλά φλόγα υπαρκτή.
Είναι σημαντική αυτή όλη η διαδρομή της ανίχνευσης, γιατί οι όποιες αισθητικές ιδέες του είναι σωριασμένες άλλοτε σε κάποιους πύργους της αγάπης κι άλλοτε σε κάποια ερείπια που κι αυτά τραγουδούν χαμηλόφωνα
τη ζωή. Ζωική ορμή που αναδύει τα μυστικά της στιγμής. Διαβλέπει και το εκφράζει ποιητικά το πόσο μπορούν ν’ αντέξουν τα ιδανικά κάθε ανθρώπου που ωστόσο αλλάζουν και μεταβάλλονται από εποχή σε εποχή. Βλέπω ότι ακόμη και τα ηττοπαθή ιδανικά του και η μοναξιά του γίνονται οδηγοί και σύμβουλοι σε μια συνθετική ανησυχία.
Σε μερικούς στίχους υπάρχει μια δύναμη τρομερή που σε εκπλήσσει και έγκειται στο ότι τον έχει διαπεράσει η οξύτητα του πόνου, τόσο βαθιά που τον προβλημάτισε γι’ αυτό και τα βυθομέτρησε. Ευτυχώς που διατηρήθηκε η κριτική ματιά του καθαρή και βλέπει την αλήθεια. Κι αυτή είναι η ουσία της ποίησής του, δηλ. η πιστοποίηση όλων εκείνων των στιγμών που πήραν τη
μορφή τους με γνώμονα την αλήθεια. Έχει πολλά να μας προσφέρει, ρέει το ταλέντο του.

 

Πανδώρα: Κριτική-Επιλογές –
Κείμενα για Θέατρο /Κινηματογράφο

Η παραπάνω ποιητική συλλογή αποτελείται από δύο μέρη, Ξημερώνει στο γέλιο σου (12 ποιήματα) και Ο διεσταλμένος χρόνος (26 ποιήματα). Οκτώ ποιήματα του πρώτου μέρους και δέκα του δεύτερου έχουν δημοσιευτεί στα περιοδικά Η παρέμβαση, ΕΝΕΚΕΝ, ΠΑΡΟΔΟΣ, Προκυμαία, [δε]κατά, Πανδώρα, Εμβόλιμον.
Ο λόγος αρθρώνεται κυρίως σε πρώτο πληθυντικό πρόσωπο και αφορά δύο
εραστές. Αφηγητής είναι ο άντρας, που φορές μιλάει σε πρώτο πρόσωπο, για τον εαυτό του, και σε δεύτερο, για τη γυναίκα.,
Το κεντρικό θέμα είναι η περιπέτεια αυτών των δύο αρχετύπων-εραστών, που προσπαθούν να ζήσουν και να διασώσουν τον αυθεντικό, βαθύ Έρωτα, ενάντια στον Χρόνο. Οι δύο πρώτες στροφές του πρώτου ποιήματος, με τίτλο Αλλαγή πλεύσης, σηματοδοτούν το κυρίαρχο δίπολο: «Ασίγαστη πεταλούδα ο χρόνος / Αργοσαλεύει πολύχρωμα φτερά / Με πύρινο ρουφώντας στόμα τη μοναξιά μας / Στεφάνι τάζοντας στο παντοτινό» και «Όποιο αστέρι κι αν σηκώσω / Θα κυλήσεις απάνω μου.»
Το πρώτο μέρος της συλλογής είναι ένα ταξίδι επίγνωσης. Τι έγινε στο παρελθόν; Ποια ζωτικά εφόδια χάθηκαν, είτε από υπαιτιότητα των δύο όντων που υποστασιοποιούνται στο «εμείς» του αφηγητή είτε εξαιτίας της συμπεριφοράς των άλλων, όσων τους περιβάλλουν, στη μάχη του έρωτα με τον χρόνο; Και πώς διαχειρίζονται οι δύο εραστές αυτές τις απώλειες, στο παρόν; Με ποιον τρόπο αντιδρούν στη φθορά;
«Αποδειχθήκαμε ακούραστοι στην αναζήτηση της αλλαγής / Με τη μνήμη μοχλό να σηκώνει τα κύματα / […] Αντλώντας απ’ το βυθό σκόρπιες σταγόνες παιδικότητας / Κι αυτή η αιωνιότητα της στιγμής μας έκανε άτρωτους / Στην ατέρμονη φθορά τόσων χαμένων ονείρων», και παρακάτω: «[…] ανοίγαμε μεγάλα παράθυρα σε πόλεις μικρές/Για να θροΐζει το κενό στις ψυχές των ανθρώπων. / […]Ενώ οι φίλοι ενθύμια από χρονολογίες περασμένες / Δολοφονούσαν μ’ ένα χαμόγελο τρίγωνο / Το ανήμπορο βλέμμα των πληγωμένων. / Ήμασταν πια πλούσιοι γιατί είχαμε να θυμηθούμε πολλά / Έναν κόσμο υπαινιγμό μέσα στον κόσμο τους.» (Ανύπαρκτη ευρυμάθεια).
Στα ποιήματα Βαρόμετρο ελευθερίας, Ηλιοφάνεια σ’ όλο το σώμα, και Η τελευταία εκδοχή, το ταξίδι επίγνωσης ολοκληρώνεται, ο χρόνος που φθείρει και καταστρέφει μπορεί πλέον να εκληφθεί διαφορετικά, να μετατραπεί σε αέναο ερωτικό παρόν, μια που τα δεσμά, με τα οποία οι δύο εραστές επέλεξαν να δεθούν μεταξύ τους, μυρίζουν ελευθερία, και ο θάνατος των εποχών δίνει τη θέση του στη διάρκεια της συντροφικότητας: «[…] Αλλάζει η ζωή και πια δεν μοιράζεται / Αλλάζει η ζωή και πια δεν υπάρχει. / Όμως ποιος πίστεψε ότι μπορεί εμείς οι δυο να χωριστούμε; /Δεμένοι μ’ αλυσίδες βαριές, σχεδόν ασήκωτες / Με τόσες ατέλειες ώστε να μοιάζουμε ιδανικοί / Ευωδιάζουμε ελευθερία / Γιατί η ζωή ταιριάζει με οργασμό /Που πεθαίνει πάντοτε στην ολοκλήρωση / Ίσως γιατί δεν υπάρχουν ποτέ εποχές /Παρά μόνο συναπαντήματα»
Στη συνέχεια, προετοιμάζεται το καινούργιο ταξίδι, με μια απορία: «[…] η
λαχτάρα για το ακατόρθωτο / Μας έκανε ν’ ανταμώσουμε και να τα χάσουμε όλα /Προς τα πού λοιπόν θα βαδίσουμε / Αφού κάψαμε μόνοι μας όλους τους χάρτες;».
Το δεύτερο μέρος είναι το ταξίδι της αναζήτησης. Ο χρόνος πλέον δεν υπάρχει, ως αλλότρια, εχθρική οντότητα Υποστασιοποιείται στους ίδιους τους δύο εραστές: «[…] Φτιαγμένοι από αέρα συμβολίζαμε τον καιρό / […] Βρισκόμασταν ήδη στο χείλος των ημερών που επιλέξαμε / Ζητώντας μέσα τους όχι το χρόνο αλλά τον πόθο[…]» (Το χρώμα της αναζήτησης).
Έτσι, με το διεσταλμένο, ερωτικό παρόν σύμμαχό τους, το επίπονο και τολμηρό ταξίδι πραγματώνεται από θέση ισχύος, ένα ταξίδι μόνο για δύο, επικίνδυνα μοναχικό αλλά τελεσφόρο στην κατάκτηση της ονειρικής ουτοπίας, έστω κι αν ορισμένες φορές, το «χτες» δείχνει ξανά τα δόντια του.
«Με φώτα γραμμής σκοτώναμε τη νύχτα / […] Οι καθρέφτες χλωμοί μα μέσα τους έλαμπε / Το τίποτα που λαχταρούσαμε.» (Καινούργιο ταξίδι)
«Στιγμές απ’ την προσωπική μας αποκάλυψη / Τόσες πολλές που φτιάξαν μιαν αιωνιότητα / Με την ελπίδα ένα τεράστιο κλειδί / Να τρεμουλιάζει ανάμεσα σε χαλασμένες πόρτες.» (Μικροί θεοί)
«Στις γειτονιές των ονείρων / Ο χρόνος πια ξαποσταίνει ξυπόλητος.» (Στις
ί γειτονιές των ονείρων).
Κάθε ποίημα της συλλογής χωρίζεται συνήθως σε τρία ή τέσσερα μέρη, είναι μια μικρή ιστορία-μέλος ή συμπληρωματική εκδοχή — παραλλαγή της συνολικής αφήγησης. Ο ρυθμός είναι στιβαρός ελεγχόμενος. Τολμηρές και εκτενείς μεταφορές, που αισθητοποιούν το ποιητικό αφηγηματικό νόημα. Η γλώσσα σημαίνει, χρησιμοποιώντας προσεγμένες λεκτικές ακολουθίες, παρηχήσεις, εικόνες που ί υποστασιοποιούν τον ονειρικό-συμβολικό χώρο, στον οποίο ταξιδεύουν οι δύο πρωταγωνιστές, μετατρέποντάς τον σε πραγματικό πεδίο δράσης του εξεγερμένου έρωτα. Άλλωστε, οι δύο εραστές είναι ιδεατά αλλά ταυτόχρονα, σαρκωμένα, ποιητικά όντα
Πρόκειται για ένα έργο, που διερευνά στο σήμερα, τις δυνατότητες ενός, θα
έλεγα, δραματοποιημένου-λυρικού υπερρεαλισμού, απομακρυσμένου -προς άρση παρεξηγήσεων- από κάθε ερμητισμό. Τελικά ο Νίκος Μυλόπουλος μας προσφέρει ένα, από πολλές απόψεις, ενδιαφέρον, νεωτερικής έμπνευσης, έργο.

 

Χρίστος Παπαγεωργίου

INDEX Τ.45
Ποίηση συναρπαστική· η οποία αφομοιώνοντας το «εγώ» και μετατρέποντάς το σε «εμείς», είτε παιχνιδίζοντας ερωτικά, είτε ανιχνεύοντας υπαρξιακά, είτε καταγγέλλοντας κοινωνικά, είτε διεκδικώντας συλλογικά, βρίσκει τον τρόπο να επαληθεύσει παλαιότερες και νέες δημιουργικές εκδοχές.

 

ΔΥΟ ΠΑΡΑΘΥΡΑ ΜΕ ΚΙΜΩΛΙΑ

 

Αγγελιοφόρος 19/11/2005

Η ποίηση είναι ανακούφιση»
Τη δεύτερη ποιητική συλλογή του Νίκου Μυλόπουλου με τίτλο «Δυο παράθυρα με κιμωλία» παρουσίασαν οι εκδόσεις «Μεταίχμιο». Με γραφή λιτή ο ποιητής αγγίζει ό,τι πιο ουσιαστικό και δυνατό συμβαίνει στους ανθρώπους, τον έρωτα. «Είναι ένα συναίσθημα ταυτόσημο με τη ζωή και ταυτόχρονα μια παρεξηγημένη έννοια», δήλωσε στον «Α» ο Νίκος Μυλόπουλος, χειρουργός οφθαλμίατρος στο επάγγελμα.
Ο ίδιος πιστεύει πως το βιβλίο του είναι «ένα οδοιπορικό προς τον έρωτα με πυξίδα αυτό που βρίσκεται στην ψυχή». Για τον Ν. Μυλόπουλο το λειτούργημα του γιατρού όχι μόνο δεν τον εμποδίζει, αλλά τον βοηθά στο να
στραφεί στο χαρτί και να καταγράψει τις σκέψεις του.
«Η ποίηση είναι ανακούφιση και χαλάρωση από το στρες. Απελευθερώνει και
ξεκουράζει», σημειώνει με νόημα και τονίζει: «Γράφω αυτό που αισθάνομαι χωρίς να σκεφτώ τι θα ήθελε να διαβάσει ο κόσμος. Αν υπάρχει κάποιος που να μπορεί να με καταλάβει τότε έχει καλώς».
Η πρώτη εκδοτική απόπειρα του Νίκου Μυλόπουλου έχει τίτλο «Παράκτιος πια ο έρωτας» και κυκλοφόρησε πριν από τρία χρόνια

 

ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ

Υποδεχόμενοι τα πρώτα κρύα της άνοιξης με ποιήματα ρόδα κι αφάνταστα
τρυφερή και καλογραμμένη ποίηση από το Νίκο Μυλόπουλο που είχε με τα γραπτά του νωρίς παρεισφρήσει στη ζωή μας υπενθυμίζοντας μας ότι όλο και κάπου εκεί μας αναμένει μιαν άνοιξη, ακόμη κι όταν την ιστορία μας δεν
κάναμε αφίσα…
Στη δεύτερη ποιητική του συλλογή με τίτλο «Δυο παράθυρα με κιμωλία» ο Νίκος Μυλόπουλος μεταφέρει με διάθεση ερωτική, μέσα από τα χρώματα
και τις εικόνες του ποιητικού του κόσμου, ό,τι του διεγείρει τις αισθήσεις και τον καθιστά μάρτυρα παθών, εντάσεων, προκλήσεων, γνωρισμάτων και
χαρακτηριστικών. Μια περιπλάνηση στην ηλικία των ονείρων, κατά την οποία ο ποιητής δεν σταματά ούτε στιγμή ν’ αναζητά τον απλό κι αληθινό έρωτα, την
αγκαλιά, τη ματιά και τη σιωπή της αγάπης.

 

ΠΑΡΑΚΤΙΟΣ ΠΙΑ Ο ΕΡΩΤΑΣ

 

Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πλέθρον η ποιητική συλλογή του Νίκου
Μυλόπουλου με τίτλο Παράκτιος πια ο έρωτας.
Ο Νίκος Μυλόπουλος γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη το 1951. Σπούδασε στην
Ιατρική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσσαλονίκης όπου και
εκπόνησε την διδακτορική του διατριβή. Ειδικεύτηκε στην Οφθαλμολογία και
εργάστηκε σαν επιμελητής στο Ε.Σ.Υ. για 15 χρόνια στη Θεσσαλονίκη.
Ξεκίνησε να γράφει πριν μερικά χρόνια και η συλλογή αυτή είναι η πρώτη που
βλέπει το φως της δημοσιότητας.
Για τα ποιήματα του Νίκου Μυλόπουλου έγραψαν:

 

Διονύσης Καρατζάς
…Η ποίηση σου απλή, γυμνασμένη στο όνειρο και στον έρωτα, κατορθώνει να
πυκνώσει συναισθήματα και σκέψεις σε εικόνες και παραμύθια, αληθινά ποιητικά.
Μπράβο σου….

Δημήτρης Μίγγας
… .Πολύ καλή δουλειά…

Τάκης Βαρβιτσιώτης
…Τα ποιήματά σας λάμπουν από ειλικρίνεια, από γόνιμη σιωπή και κάποτε από μια
δραματική ένταση. Μπορείτε να αφοσιωθείτε στη δημιουργική σας προσπάθεια με τη
βεβαιότητα ότι υπηρετείτε ανόθευτα την ποίηση….

Μάρκος Μέσκος
… Θέλει πορείες και υπομονή η γραφή της ποίησης. Θα έλεγα : βαθύτερα, βαθύτερα,
ένδον σκάβετε. Εκεί τα θαύματα και οι ουσίες και οι συνθέσεις. Καλό κατευόδιο!

Αλμπέρτος Ναρ
..Τα ποιήματά σας μου άρεσαν. Έχετε όλες τις προϋποθέσεις για να πάτε μπροστά και
να συνεχίσετε την παράδοση των καλών ποιητών που ανάδειξε η πόλη μας.

Περικλής Σφυρίδης
…Ο «Παράκτιος Έρωτας» είναι μια καλή αρχή για να συνεχίσετε και να θυμάστε
ότι η ποίηση – η τέχνη γενικά – στοχεύει περισσότερο στην καρδιά και λιγότερο στο
νου μας…

Τόλης Νικηφόρου
…Τα ποιήματά σας έχουν γραφτεί με αγάπη για τη γυναίκα, για την αθωότητα, για
μια αληθινή ζωή. Αυτές είναι ανεξάντλητες πηγές με πεντακάθαρο νερό. Η ματιά σας
στον κόσμο έχει εκείνο το αιρετικό στοιχείο που χαρακτηρίζει τους ποιητές..

Πρόδρομος Μάρκογλου
…Νομίζω πως για όλους μας το πρόβλημα είναι πως η σκέψη θα γίνει γλώσσα… Να είσαι καλά…

Ντίνος Χριστιανόπουλος
Διάβασα τα ποιήματά σας. Τα βρήκα κάπως αδύνατα αν και καλογραμμένα.
Ξεχώρισα τη «Δίψα». Αξίζει να επιμείνετε.

Νάσα Παταπίου
Η ποίησή σας είναι ενδιαφέρουσα, οι στίχοι σας μαρτυρούν ευαισθησία και
στοχασμό.

Σάκης Σερέφας
Ασφαλώς γνωρίζετε πώς να «στήνετε» και να ξετυλίγετε ένα ποίημα κι αυτό είναι μία
ουσιαστική επάρκεια για τη συνέχεια. Τα ποιήματά σας φανερώνουν μια συνθετική
και αφηγηματική ικανότητα η οποία αποζητά μία χθόνια γείωση.

Χρίστος Παπαγεωργίου
Ο Νίκος Μυλόπουλος, σχεδόν κάτω απ’ την πίεση του χρόνου, πάντα όμως με θετική προσαρμογή σε εμπειρίες ζωής, καταθέτει με ερωτική διάθεση, λυρισμό και ισορροπημένη κοινωνικότητα, ό,τι του διήγειρε τις αισθήσεις και τον κατέστησε μάρτυρα παθών, εντάσεων, προκλήσεων, γνωρισμάτων και χαρακτηριστικών, που επιμελώς βίωσε. Άρα μιλάμε για ολοκληρωμένη ποίηση, η οποία εντελώς διαφανής και απλή μέσα στην ομίχλη των προσωπικών παραμέτρων, δομείται με γλώσσα, που χωρίς να κρύβει το πρωτογενές, επιχειρεί και τα καταφέρνει να εξυψώσει, αυτό που έρχεται ως αποτέλεσμα των ατομικών διεργασιών, στο πνεύμα, στο χώρο και στη σκοτεινή αίθουσα, μέσα απ’ την οποία η Τέχνη αποστέλλει τα μυνήματά της.

Πανσέληνος 9/3/2003
Ποιητική συλλογή από τον Θεσσαλονικιό Νίκο Μυλόπουλο. Το έργο του
χαρακτηρίζεται από έντονο λυρισμό, χωρίς να λείπει το στοιχείο του υπαρξιακού και
κοινωνικού προβληματισμού.

Αγγελιοφόρος 11/1/2003
Ο Νίκος Μυλόπουλος, όμως, βλέπει περισσότερο με τα μάτια της ψυχής
μετατρέποντας τις εικόνες σε ποίηση.

ΤΑ ΝΕΑ 22-23/3/2003
Μια ποιητική συλλογή με 54 ποιήματα αφιερωμένα σε μια αγάπη που ξεκίνησε, σε
μια αγάπη που τελείως, σε μια αγάπη που θα έρθει.
ΠΡΟΘΗΚΗ Φεβρουάριος 2003
Η ποιητική συλλογή του Νίκου Μυλόπουλου «Παράκτιος πια ο έρωτας» που
κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις ΠΛΕΘΡΟΝ αποτελείται από πενήντα περίπου
ποιήματα, εμπνευσμένα από εκείνα τα βαθιά και έντονα συναισθήματα που κάνουν τη ζωή ξεχωριστή. Ο λυρισμός και η γλαφυρή αναπαράσταση των εικόνων προσδίδουν στα ποιήματα μια αδιόρατη τραγικότητα που προκύπτει από την σχεδόν θεατρική δόμηση των στίχων. Ο απόλυτα εναρμονισμένος συγκερασμός της απόγνωσης και της ελπίδας, αν και προκαλεί στον αναγνώστη αντιφατικά συναισθήματα, τελικά τον οδηγεί στην ψυχική και πνευματική ηρεμία.

ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ 13/5/2003
Η γραφή εναντίον της προδοσίας, η ενοχή και η προσμέτρηση των ευθυνών για την απώλεια της αθωότητας, η συχνότητα της ανάγκης για καταφυγή σε τοπία ονείρων, το ξόρκισμα της παραίτησης διά της αναγνωρίσεώς της, θέματα όλα αυτά που απασχολούν το Νίκο Μυλόπουλο στο πρώτο ποιητικό
βιβλίο του. Ο αναγνώστης θα αναγνωρίσει τη γνησιότητα των προθέσεων,
συχνά δε θα επιδοκιμάσει την οικονομία του λόγου: «Ητανε τόσο στριμωγμένες / Οι ψυχές εκεί πέρα / Ωστε σηκώθηκε μια /να πάρει αέρα. / Σπάσανε τότε τα νερά / Και τρέχανε βραδιάτικα /τη μάνα μου στο Μαιευτήριο

ΠΡΟΘΗΚΗ Τ.3 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2003
Η ποιητική συλλογή του Νίκου Μυλόπουλου «Παράκτιος πια ο έρωτας», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΠΛΕΘΡΩΝ, αποτελείται από πενήντα περίπου ποιήματα, εμπνευσμένα από εκείνα τα Βαθιά και έντονα συναισθήματα που κάνουν τη ζωή ξεχωριστή. 0 λυρισμός και η γλαφυρή αναπαράσταση των εικόνων προσδίδουν στα ποιήματα μια αδιόρατη τραγικότητα που προκύπτει από τη σχεδόν θεατρική δόμηση των στίχων. 0 απόλυτα εναρμονισμένος συγκερασμός της απόγνωσης και της ελπίδας, αν και προκαλεί στον αναγνώστη αντιφατικά συναισθήματα, τελικά τον οδηγεί στην ψυχική και πνευματική ηρεμία.

Ι.Μ. ΚΟΛΙΟΠΟΥΛΟΣ

Κασταλία τ.140

Σιωπηλός, ακίνητος ο αγαπητός ομότεχνος Νίκος Μυλόπουλος…. Καρτερούσε «καρτερικά» για χρόνια τη στιγμή! Τώρα που «σπάζει» – θρυμματίζει τη σιωπή του (εννοώ τη λογοτεχνική!)… η «ποιητική» ακινησία του γίνεται τρέμουλο στη Λύρα της Ποίησης…. Εμείς σωπαίνουμε και ακίνητοι, ασάλευτοι και αφουγκραζόμαστε τη φωνή του. Γνήσια, αυθεντική… γέννημα της προσμονής, χαρμόσυνο προϊόν της πλησμονής…, Όπως το εκφράζει ο αγαπημένος μου Ποιητής (και του φίλου μας του Λέανδρου Βατάκη που τόσο τον αγάπησε και τον απέδωσε στη γλώσσα μας) T.S. Eliot: «Έτσι το σκοτάδι θα ‘ναι φως και η ακινησία ο χορός (East Coker III).
Ο φίλος συνάδελφος Ν.Μ. Με την πρόσφατη συλλογή του «Παράκτιος πια έρωτας» μας από-καλύπτει όχι μόνο την ποιητική του διάθεση και
ικανότητα αλλά τη «φλέβα» που πάλλει… μας από-καλύπτει τη διονυσιακή μέθη. Σε μια συλλογή γεμάτη πάθος, κίνηση, φλογερό λόγο που
διαρρηγνύει την εύγλωττη σιωπή του! Που έκρινε «μέσα στην άχνη της άμμου» (σ. 11) τώρα εκεί στον «παράκτιο…. Έρωτα» τραγουδάει…
Οι εικόνες του είναι μια λάμψη!, ή λάμψεις μέσα στη νύχτα της καθημερινότητας, της ρουτίνας, του σκοταδισμού… Παρ’ ότι πολύ «ποιητικά»! Μας προειδοποιεί, (στο «όσο χιόνι απέμεινε» σ. 24) «Μη χαϊδεύεις τη λάμψη… θα μας δουν…»
Η ποίησή του βαθύ ανατρίχιασμα ψυχής. Βαθειά, απέραντη ανοίγεται μπροστά
μας η διάθεση… η λογοτεχνική ως «ελεγεία της αμμουδιάς» (σ. 26).
Εικονολάτρης, Εικονοπλάστης όπως κάθε γνήσιος Δημιουργός! Ας θυμηθούμε
μερικές εικόνες τους. «Μου προσφέρει την πλάτη γυμνή. Να ζωγραφίσω επάνω της. Λίγες λέξεις ακόμα» (σ. 16) «Διάρρηξε την αποθήκη των
αναμνήσεων» (σ. 34). Ψάχνω στα σκουπίδια να βρω Την παιδική αθωότητα
Που την είχα μόλις κατέβηκα Το φεγγίτη της σκέψης…» («Ρήγματα»)
Πολλές όμορφες, ζωντανές, εκφραστικές εικόνες, ποιες να πρωτοαναφέρω;
«Κρεμασμένος στων γλάρων τις φτερούγες» (σ. 39). Αλλά και ο ίδιος, ο Ν.Μ. νοιώθει… «Οι φτερούγες στη μασχάλη μου»
Ετσι μεταμορφώνεται σε «Ίκαρο Ποιητή» που πετάει και μας παίρνει, μας συμπαρασύρει μαζί του στο πέταγμά του. Προσοχή, φίλε μου εκλεκτέ:!, μην πας πολύ κοντά στον Ήλιο! Και «καούν» τα φτερά σου… γίνουν αποκαΐδια… Είναι επικίνδυνα τα πετάγματα! Οι εικόνες του, αποκτούν όμως, μεγαλύτερη ένταση (ίσως και βάθος) μέσα στις αντιθέσεις τους! Το ολοπόρφυρο αίμα με το κάτασπρο, λευκό χιόνι (σ. 14). Η «Σταύρωση» – «Ανάσταση» (σ. 17). Κ.α.
Ο Ν.Μ. είναι γιατρός των ματιών ή γιατρός για τα μάτια του… κόσμου! (όπως
και εγώ), πετυχημένος ασχολούμενος ιδιαίτερα με το γλαύκωμα, εκεί στην όμορφη Νύμφη του Θερμαϊκού!
Γι’ αυτό προβάλλει σ’ αρκετά ποιήματά του και τα μάτια…
«Αιρετικοί στα φουγάρα των ματιών σου»! (Ίσως για μας, όχι τόσο πετυχημένο όσο το….) «Οι υδρορροές των ματιών μπουκώνουν»
(Κάτι ξέρει για το ενοχλητικό σύμπτωμα της δακρύρροιας αλλά και το επίσης – ίσως πιο βασανιστικό – της ξηρόφθαλμίας! Σαν την «ανυδρη γη» του Ελιοτ)
«Το δάκρυ κρύωνε στις άδειες κόχες» «Και σαν αντίλαλος κρύφτηκε μέσα στα μάτια σου» (σ.57) και λίγο πιο κάτω: «Τίναξε τη σκόνη απ’ τα βλέφαρα» (Το φως)
Πολλές αναφορές όπως, η σπαρακτική κραυγή στο «Δώσε μου»! «Δώσε μου τα μάτια σου Να γεμίσω τις πληγές Που άφησε η ανάσα σου». Η πολύ όμορφη εικόνα: «Ακολουθώντας όμως τα μονοπάτια των ματιών σου»
Ο Ν.Μ. Βαθειά ελληνολάτρης, ελπίζει να φτιάξει τον κόσμο τον αυριανό (σ. 540 ολόιδιο με τον παλιό κόσμο…
Σε μια κριτική προσέγγιση (και το δηλώνω ευθαρσώς δεν είμαι κριτικός!) θα αναρωτηθεί ο απαιτητικός αναγνώστης μας, τόσο τυφλωμένος είσαι και δεν βλέπεις, δεν ξεκραίνεις κανένα ψεγάδι;!
Θα απαντήσω ειλικρινέστατα – Ποιος μπορεί αβασάνιστα και υπεύθυνα όχι επιπόλαια ή επιπολής! Να βρειψεγάδια σε κάτι που πηγάζει ως «αρτεσιανό φρέαρ», όπου τα όνειρα γίνονται μορφές – εικόνες, ιδέες, οράματα!
Πιστεύω κανείς! Αν επίμονα όμως αναζητούσα κάτι, ίσως θα ‘λεγα – Καλό
ν’ αποφεύγουμε λέξεις κοινότυπες ή λίγο αηδιαστικές (πολλές γυναίκες θα διαφωνήσουν!) όπως το «σπέρμα!» (σελ. 13), ενώ σ’ άλλη θέση (σελ. 62), είναι πιο καλοδεχούμενη η λέξη! Ίσως πάλι, προσωπική πολύ προσωπική θέση!
Στη σελ. 19 «Δε χωράνε μαζί Ποτέ δύο άνθρωποι» Ισως αγαπητέ μου Νίκο, ναι, εκτός αν γίνουν ένα! Σαρκικά ή ψυχικά (και σίγουρα το γνωρίζεις καλά!).
Ίσως ακόμη στερείται ή απουσιάζει ο φιλοσοφικός διαλογισμός!, η υπαρξιακή
αγωνία, η υψηλή θεώρηση της ζωής και του κόσμου…. Διάβολε, ποίηση γράφει, δεν ασχολείται με φιλοσοφικά δοκίμια!
Όταν γράφουμε… ποίηση εκφράζουμε τη δική μας σκέψη και τα προσωπικά μας αισθήματα, το ίδιο και όταν την…. Διαβάζουμε ή την κρίνουμε! Εγώ (δικαιολογείστε το πρώτο πρόσωπο, αναφέρεται μόνο, για να αναλάβω
πλέρια την ευθύνη όσων καταθέτω εδώ!) χάρηκα το ειρωνικό, συγκλονιστικό
«Φονιά» που ενώ σκότωσε τόσα άκακα…. Ζωάκια και ζητάει, εκλιπαρεί «Συγνώμη»! δεν λυπάται που σκότωσε τόσες… αγάπες! Επίσης μου άρεσε ο δραματικός «Μονόλογος του τυφλού» που κλείνει η συλλογή! Ίσως για ν” ανοίξει σύντομα με μια νέα – συλλογή που την περιμένουμε:!

 

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗ ΠΑΡΟΔΟ

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΝΙΚΟΣ ΜΥΛΟΠΟΥΛΟΣ ΓΡΑΦΕΙ:

ΑΠΟΤΥΠΩΜΑΤΑ ΜΙΑΣ ΟΥΤΟΠΙΑΣ

Ξεκίνησα να γράφω αφού είχα ολοκληρώσει τρείς κύκλους στη ζωή μου, έχοντας πλάι μου σ’ όλη αυτή τη διαδρομή το φάντασμα της συνείδησης να με καταδιώκει αμείλικτα όχι για ό,τι έκανα αλλά κυρίως για ό, τι δεν είχα κάνει. Έτσι προέκυψε, δεν το επέλεξα συνειδητά, η ανάγκη να καταγράψω την πορεία και την αναζήτηση μου και μέσα από τον στίχο να προσπαθήσω να συμφιλιωθώ με το μέσα μου. Πιστεύοντας πώς ή καταγραφή και η οινοποίηση της περιπλάνησης αυτής θα αποτελούσε το καλύτερο εργαλείο για την καταπολέμηση της εσωστρέφειας άρχισα να ζωγραφίζω λέξεις κι εικόνες να πληκτρολογώ σε μία προσπάθεια αυτογνωσίας με σκοπό καταρχήν να απελευθερώσω των ψυχή μου και κατά δεύτερο λόγο να κατορθώσω αποπλανώντας το εφήμερο και την έντονη αβεβαιότητα του τώρα να κερδίσω την ειρωνεία των αισθήσεων από την πικρή σιγουριά τού τελειωμένου.
Αυτό που με απασχολούσε και με κέντριζε από τα χρόνια τα παλιά ήταν η έννοια του έρωτα με όλη τη σημασία της. Θεωρώντας λοιπόν ότι ό έρωτας είναι ταυτόσημος με την ίδια την ζωή, η με άλλα λόγια ή ζωή δεν έχει την παραμικρή αξία δίχως τον έρωτα, αποφάσισα μέσα από τον στίχο να τον προκαλέσω, να ξεγυμνωθώ μπροστά του, να σκάψω όσο πιο βαθειά γίνεται περιγράφοντας με βιωματική τόλμη όλες εκείνες τις εικόνες που θα μπορούσαν να συνεισφέρουν έστω στο ελάχιστο στη στιγμιαία απόλαυση της ουτοπίας αφού η αλήθεια είναι σκληρή κι αντέχεται μόνο στην εύφορη περίοδο των ονείρων.
Μέσα απ’ την ενεργό ενασχόληση όλα αυτά τα χρόνια κατέληξα στη θέση ότι ο έρωτας είναι θείο δώρο, είναι ανάσα και δροσιά που τόσο σπάνια μάς χαρίζεται η μάς επιλέγει και που τόσο άδικα χάνεται μέσα στις επιταγές της σύγχρονης σκέψης, της συμβατικότητας πού πνίγει στα πλοκάμια της τούς εραστές και της συνήθειας πού είναι το δηλητήριο των εφησυχασμένων.
Ο έρωτας είναι ένα μεγάλο και πολλές φορές απρόβλεπτο παράθυρο που μας επιτρέπει να αναπνέουμε στον καθημερινό μας λαβύρινθο. Είναι στάση ζωής, είναι συναίσθημα, ακούσματα κι εικόνες, προσπάθεια κι αγωνία, χαρά και ευτυχία, πάθη κι εντάσεις, είναι όλεθρος. Είναι δόσιμο χωρίς υπολογισμούς μέσα στην ομίχλη των προσωπικών παραμέτρων, είναι κάλεσμα για συντροφικότητα μέσα στην έρημο των συν-ανθρώπων σε μία εποχή ισοπεδωτική με μνήμη απρόσωπη. Είναι φιλί, είναι αγκαλιά, είναι το άρωμα τού άλλου, είναι η μεγαλειώδης διαδρομή, η υπέρβαση που επιδιώκει ο άνθρωπος στο έξ ορισμού σύντομο ταξίδι του.
Το κάθε βιβλίο μου είναι ένα οδοιπορικό προς τον έρωτα με πυξίδα την ψυχή και ταυτόχρονα ένα αγκάλιασμα, ένα σφίξιμο, ένα χάδι, μια γροθιά στην κοινωνία ή οποία περιέρχεται μέρα με τη μέρα σε σκοτάδι πηκτό παρά τούς τεχνητούς φωτισμούς πού αφθονούν και της προσδίδουν μια φθηνή, εφήμερη και ψεύτικη λάμψη.
Γράφω αυτό που αισθάνομαι, που σκέφτομαι, που με προβληματίζει χωρίς εκ των προτέρων να σκεφτώ τί θα ήθελε να διαβάσει ο αναγνώστης.
Συγκινούμαι και τρέμω στην ιδέα όμως πως κάποιοι θα συμφωνήσουν μαζί μου ή ακόμα καλύτερα πώς κάποιοι άλλοι θα διαφωνήσουν καταθέτοντας μέσα από ανάλυση τη θέση τους γιατί νομίζω πώς όλη αυτή η ζύμωση και η ανατροπή είναι πού χρειαζόμαστε και που προέχει.
Διακηρύσσω μέσα στα ποιήματά μου λοιπόν την αδιάκοπη πίστη στον έρωτα και την ρήξη με τη συμβατικότητα κι αυτή η διαδρομή είναι ότι αξίζει καταγράφοντας αληθινές στιγμές μέσα στον ιστορικό χρόνο.
Ακόμα προσπαθώ να παροτρύνω τούς αναγνώστες να σκύψουν λίγο στον εαυτό τους, να μιλήσουν μαζί του από το να συζητούν-κριτικάρουν μόνο τις πράξεις των άλλων, μη αντέχοντας άρα σκοτώνοντας οτιδήποτε οι ίδιοι δεν τολμούν να πράξουν.
Αν εξετάσει ο καθένας από εμάς τον μικρόκοσμο μέσα στον όποιο ζει, λειτουργεί και αναπνέει θα δει ότι η πραγματικότητά μας είναι μία πραγματικότητα πνιγηρή, κατασκευασμένη από κάποιους οι όποιοι προσπαθούν να μάς επιβάλλουν να πιστέψουμε ότι ή πραγματικότητα είναι αυτή και μόνον αυτή και μέσα σ’ αυτήν θα πρέπει όλοι εμείς να ενεργούμε.
Ακόμα αυτοί οι κάποιοι προσπαθούν να επιβάλλουν τους όρους και τους κανόνες των ανθρωπίνων σχέσεων σε μία κατά τα δικά τους πρότυπα «ευνομούμενη» κοινωνία και το πιο ανατριχιαστικό ίσως είναι ότι παρουσιάζουν κάποιους «άλλους» σε όλους τούς ευαίσθητους χώρους συμπεριλαμβανόμενος και της Τέχνης οι όποιοι υποτίθεται ότι είναι οι «επαναστάτες» που θα προκαλέσουν προκαθορισμένα ρήγματα στοάς πρώτους.
Κι εδώ τίθεται η μεγάλη ευθύνη της Τέχνης. Η Τέχνη στο σύνολό της και ειδικά η Ποίηση είναι μια διαδικασία δημιουργική που οφείλει να λειτουργήσει σαν ξυπνητήρι προκαλώντας μια παρατεταμένη αφύπνιση που θα σημάνει την ώρα της ανησυχίας και της αμφισβήτησης των καθιερωμένων και την αποτίναξη και ρήξη αυτού τού πλέγματος που ο καθένας επιτρέπει για τους δικούς του λόγους να τον περιβάλλει και να τον πνίγει.
Τελειώνοντας θα έλεγα πώς όλοι εμείς πού γεννηθήκαμε περίπου στα μισά του προηγουμένου αιώνα υπήρξαμε αποδέκτες μιας τεράστιας πολιτιστικής κληρονομιάς από πολύ σημαντικούς ανθρώπους της Τέχνης. Το καίριο ερώτημα είναι εάν κι εμείς κληροδοτούμε στους νεότερους κάτι ανάλογο ή βολεμένοι στους επίγειους στενόχωρους αλλά γυαλιστερούς τάφους μας κριτικάρουμε μόνο στην νέα γενιά πιστεύοντας πώς μπορεί να εκπληρώσει το καθήκον της μέσα από παρθενογένεση;

 

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΑΡΙΖΩΝΗ

Τον Νίκο Μυλόπουλο τον γνώρισα από τη συλλογή του «παράκτιος πια ο έρωτας». Θυμάμαι πως τον διέκρινε μια διστακτικότητα αλλά και ένα είδος σκεπτικισμού γύρω από τα ποιήματά του. Μού είχε χαρίσει τότε την πρώτη εκείνη συλλογή με την παράκληση να του πω την γνώμη μου. Πραγματικά διαβάζοντας τα ποιήματά του διαισθάνθηκα ότι ο Νίκος Μυλόπουλος διέθετε ένα σοβαρό απόθεμα ευαισθησίας μέσα του που αν το χειριζόταν σωστά θα του απέδιδε αξιόλογους καλλιτεχνικούς καρπούς. Και βέβαια δεν έπεσα έξω. Μετά από λίγο καιρό ακλούθησε μια δεύτερη και στη συνέχεια μια τρίτη ποιητική συλλογή, όπου ήταν ευδιάκριτα πλέον τα ποιητικά του χαρίσματα αλλά και η σταθερή ανοδική πορεία του στην έντεχνη γραφή. ’Οφείλω βέβαια να πω ότι ο τομέας που διάλεξε για να εκφράσει τις ευαισθησίες του είναι ο πιο μικρόψυχος και άχαρος γιατί η ποίηση όπως όλοι γνωρίζουμε δεν σού παραχωρεί ποτέ τίποτα ούτε αναγνώριση ούτε δόξα ούτε υλικά αγαθά πέραν της ευφορίας που σου προκαλεί κατά την διάρκεια της γραφής της και όχι πάντα. Η ποίηση όχι μόνο δεν χαρίζεται σε κανέναν, αλλά απαιτεί διαρκή μόχθο και επαγρύπνηση, συνεχή δοκιμασία όχι μόνο στο χαρτί αλλά και στον πραγματικό βίο, θυσίες, σπατάλη ψυχής, χρόνου κι αισθημάτων για να σου παραχωρήσει στο τέλος λίγους καλούς στίχους. ’Επειδή κι εγώ είμαι ποιήτρια και καταπιάνομαι με την ψυχοφθόρα αυτή τέχνη δεν θα προέτρεπα ποτέ κανέναν να ασχοληθεί μαζί της αν δεν διέθετε ταλέντο πολλών βολτ και ταυτόχρονα μεγάλες δόσεις υπομονής και ανιδιοτέλειας. Αντίθετα η πεζογραφία ήταν και είναι πολύ πιο γενναιόδωρη με όσους την υπηρετούν ακόμα κι αν οι τελευταίοι διαθέτουν μικρό ανάστημα. Γι’ αυτό όταν μιλάμε για την ποίηση λαμβάνουμε απ’ την αρχή υπόψη μας ότι ο δημιουργός, ο ποιητής κινείται πέρα απ’ το προσωπικό του συμφέρον, υπακούοντας σε μια εσωτερική παρόρμηση, σε κάποιο μυστικό πάθος που τον καθοδηγεί και του υπαγορεύει τα ποιητικά κείμενα. Με άλλα λόγια ή ποίηση είναι σαν τον έρωτα. Τα δίνεις όλα και δεν περιμένεις τίποτα. Και φαίνεται πως ο Νίκος Μυλόπουλος διακατέχεται από αυτόν τον έρωτα και δεν το κρύβει. Έτσι έχουμε μια πλούσια παραγωγή ποιητικών συνθέσεων τον τελευταίο καιρό και μια συνεχή βελτίωση στον ποιητικό του λόγο που είναι πολύ πιο ευδιάκριτη στο πρόσφατο βιβλίο του. Στην τελευταία λοιπόν ποιητική συλλογή περιλαμβάνει 57 ποιήματα τα όποια τα χωρίζει σε ενότητες με ιδιαίτερους τίτλους: Κυκλάμινα λήθης, ή νεκρή στρατιά των πυγολαμπίδων, ο τέλειος θάνατος, η μικρή και μεγάλη συμπόρευση, απόηχος, νοερός κόσμος, οι εραστές πάντα σιωπούν, μετά όλα καλά θα πάνε, απέραντης διάρκειας στιγμές, μα δεν είχαμε λησμονιά, ιστορίες τρελών ονειροπόλων, ό μικρός ναύσταθμος, τα πολύτιμα δευτερόλεπτα. Τα υπαρξιακά προβλήματα απ’ ό,τι φαίνεται αποτελούν τους θεματικούς άξονες της ποίησης τού Νίκου Μυλόπουλου. Ο θάνατος, ο έρωτας, η μνήμη, το όνειρο και η ονειροπόληση, ο χρόνος όλα αυτά συνιστούν το υλικό των ποιημάτων, ενώ ευδιάκριτη είναι και μια καυστική αλλά ταυτόχρονα και φιλοσοφική διάθεση στην αντιμετώπιση των καθημερινών και συχνά μάταιων για τον ποιητή πραγμάτων:

Έτσι η σκόνη έρχεται, φεύγει
τα δευτερόλεπτα χαραμίζονται γαλήνια
κι αυτή η προετοιμασία για τον αφανισμό
είναι που προέχει.

γράφει χαρακτηριστικά στο τελευταίο ποίημα της συλλογής του.
Ίσως η ποίηση να σε οπλίζει με μεγαλύτερη διορατικότητα στα ζητήματα πού
έχουν να κάνουν με την ανθρώπινη ύπαρξη γιατί παρέχει τα αισθητικά της κριτήρια και μέτρα πού βρίσκονται πέρα από τη συμβατική λογική και την κοινή γλώσσα. Για αυτό και ή ποίηση μπορεί να εκφράσει πολύ πιο καίρια τα προβλήματα πού συνδέονται με την τραγικότητα τού ανθρώπινου προσώπου του και της μοίρας του. Βέβαια ό Νίκος Μυλόπουλος δεν ατενίζει μόνο την τραγική πλευρά των πραγμάτων αλλά και τις όμορφες πλευρές τους όπως για παράδειγμα τον έρωτα Είδη από τον τίτλο «Οι εραστές πάντα σιωπούν» δίνει το στίγμα του, αλλά και στη συνέχεια το θέμα έρωτας επανέρχεται σταθερά, επαναπροσδιορίζεται με βάση πότε τις καλές και πότε τις οδυνηρές του όψεις. Θα σας διαβάσω ένα ποίημα πού για μένα ίσως να είναι το πιο ωραίο της συλλογής, αλλά και αποδίδει με τον καλύτερο τρόπο το κλίμα που επικρατεί στην ποίηση τού Νίκου Μυλόπουλου.

Τα πιο σοβαρά πράγματα
Τα ακούς συχνά από το στόμα των παπαγάλων
Πού είναι άλλωστε οι μόνοι που επέζησαν
’Από κείνη την φοβερή έκρηξη αλληγορίας
Γι’ αυτό και οι εραστές πάντα σιωπούν
Αποφεύγοντας έτσι τους κοινότυπους ρόλους
Κι είναι αυτή η ατέλειωτη οικονομία δυνάμεων
Πού εμπνέει όσους αγάπησαν πολύ στη ζωή τους
Ν’ ατενίζουν συνέχεια πανσέληνο
Όταν οι άλλοι δεν είδανε ούτε φεγγάρι.

Ο μεγάλος έρωτας λοιπόν, η συναρπαστική περιπέτεια της άγάπης συνδέεται με την σιωπή με την οικονομία δυνάμεων απέναντι στην απεραντολογία που περιβάλλει το τίποτα, το μεγάλο κενό στις ανθρώπινες σχέσεις και στα άγονα συναισθήματά τους.
Πράγματι η Αγάπη δεν χρειάζεται πολλά λόγια και επεξηγήσεις, δεν έχει ανάγκη από τις συμβατικές σημασίες, δεν συνάδει με τον αργό λόγο, όπως λένε και οι μοναχοί. Γι’ αυτό κι οι εραστές πάντα σιωπούν, σιωπούν ατενίζοντας όμως την πανσέληνο εκεί που οι άλλοι δεν ανακράζουν ούτε το φεγγάρι. Πολύ πρωτότυπος ό συλλογισμός τού Νίκου Μυλόπουλου και εξαιρετικά πετυχημένη η αλληγορία του.
Ωστόσο την οικονομία του λόγου δεν την επισημαίνει μόνο στον έρωτα ο ποιητής αλλά την εφαρμόζει και στην ίδια την ποίησή του. Τα ποιήματά του είναι χτισμένα προσεκτικά με ζυγισμένο λόγο. Δεν φλυαρεί, δεν πλατειάζει, επιλέγει με σύνεση το υλικό του, διαλέγει τις λέξεις μία και τις μετουσιώνει. «Δεν είχα επιλογή άλλη από τη μετουσίωση», ομολογεί σ’ ένα του στίχο και νομίζω ότι αυτή είναι η καλύτερη επιλογή για έναν ποιητή όχι μόνο στην γραφή αλλά και στην πραγματική ζωή του. Να κάνει ποίηση την ιδία την ζωή. Ή ποίηση άλλωστε δεν είναι μόνο τέχνη αλλά και στάση ζωής. 0ι εραστές λοιπόν και οι ποιητές που είναι αιώνια ερωτευμένοι ατενίζουν πάντα την πανσέληνο κι αυτό είναι ίσως το μοναδικό τους προνόμιο αλλά και το δώρο που τους δίνεται από τη μούσα της τέχνης.
Άλλα θεματικά μοτίβα που επανέρχονται στον Νίκο Μυλόπουλο όπως ανέφερα και στην αρχή είναι το όνειρο, ο χρόνος, η μνήμη και βέβαια ό θάνατος. Άλλωστε έρωτας θάνατος συνιστούν το γνωστό διπολικό σχήμα γύρω απ’ το όποιο περιστρέφεται όλη ή λογοτεχνία. Ίσως και όλη μας η ζωή

Δεν βλέπω όνειρα μη σε δω
Μαζεύω κυκλάμινα λήθης, γράφει κάπου.

Απ’ ό,τι φαίνεται το όνειρο, ο χρόνος αλλά και η μνήμη κι εδώ ανήκουν στο ερωτικό συναίσθημα και μόνο σ’ αυτό.
Θέλω να κάνω μια παρατήρηση πάνω στην ποίηση τού Νίκου Μυλόπουλου: Όταν ό ποιητής μιλάει με εικόνες η ποίησή του γίνεται πολύ πιο δυνατή. ’Επειδή ακριβώς η χρήση της εικόνας προσδίδει μεγαλύτερη δύναμη στον λόγο και κυρίως δημιουργεί ισχυρούς συμβολισμούς. Οι σκέψεις και τα συμπεράσματα δεν είναι απαραίτητο να αποτυπώνονται στους στίχους, αλλά μπορούν να προκύπτουν από την συμβολική χρήση της εικόνας, ή από την υπαινικτική χρήση της λέξης. Βέβαια στην ποίηση του Νίκου Μυλόπουλου υπάρχει μια διάχυτη φιλοσοφική διάθεση, όπως συμβαίνει και σε άλλους ποιητές. ’Άλλωστε όλοι λίγο πολύ φιλοσοφούμε
όταν γράφουμε. Νομίζω όμως ότι αν αρχίσει να χρησιμοποιεί πιο συστηματικά την εικόνα ως εκφραστικό μέσο στην ποίησή του θα φτάσει σε υψηλότερα αισθητικά αποτελέσματα.
Τέλος άθελα να μιλήσω για την καλαίσθητη πάντα έκδοση των ποιημάτων του
από τις εκδόσεις Μεταίχμιο που προϊδεάζουν θετικά από την αρχή τόσο από το εξώφυλλο όσο και από το συνολικό στήσιμο του βιβλίου τον αναγνώστη και
κάνουν ακόμα πιο ευχάριστη την ανάγνωση των ποιημάτων. Το μότο του Τάσου Λειβαδίτη στις πρώτες σελίδες «Γιατί πριν μπεις ακόμα στη ζωή μου είχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρά μου αγαπημένη» σου δίνει την πυξίδα πλεύσης στο μικρό πέλαγος της ποίησης του Νίκου Μυλόπουλου. Μικρό μεν αλλά με απότομα και σκοτεινά βάθη που σε παρασέρνουν ξαφνικά, με κυκλώνες και ισχυρούς ανέμους που σηκώνουν «τα καράβια και τα κάνουν να κατρακυλούν στις σκάλες του σπιτιού» για να παραφράσω έναν δικό του στίχο, που σε ταξιδεύει τελικά ανάμεσα από τα παράξενα νησιά της ποίησης αλλά και τους πολυδαίδαλους και μαγικούς της ορίζοντες. Το ταξίδι της ποίησης του Νίκου Μυλόπουλου αυτή τη φορά είναι για τους εραστές που σιωπούν παραδομένοι στο δικό τους κρυφό ταξίδι μέσα στον εαυτό τους, μέσα στον έρωτα που αποτελεί και το πιο μοιραίο ταξίδι της ζωής για όλους μας.

 

ΛΕΑΝΔΡΟΣ ΒΑΤΑΚΑΣ

ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΑΙΟΥ «ΟΙ ΕΡΑΣΤΕΣ ΠΑΝΤΑ ΣΙΩΠΟΥΝ»
(στις 5.12.07 στο βιβλιοπωλείο bustart στη Θεσσαλονίκη)

Αγαπητοί μου φίλοι,
Κάθε ποιητής είναι από μονός του ένα αίνιγμα. ένα αίνιγμα που, σχεδόν όλες τις φόρες, ούτε ο ’ίδιος δεν μπορεί να επιλύσει. από την άλλη μεριά ο μοντέρνος ποιητικός λόγος είναι μια απόπειρα κρυστάλλωσης αισθημάτων, συναισθημάτων, λογικών συνειρμών, επαναστατημένων σκέψεων και ενδόμυχων κωδικών σε ένα περιβάλλον όπου οι ερμηνείες ιριδίζουν και
παραλλάσσουν έτσι ώστε ο λόγος να καθίσταται, γι’ αυτούς που τον προσέχουν, ένα σοβαρό εργαλείο κατανόησης του μύχιου εαυτού τους και γι’ αυτό και του κόσμου εν γένει.
Ο ποιητικός, λοιπόν, λόγος της εποχής μας καθίσταται, κατά κάποιο τρόπο, αποκαλυπτικός αλλά και εξαγνιστικός τόσο των προθέσεων όσο και των αισθημάτων μας.
Μια περιδιάβαση στην τελευταία συλλογή του φίλου Νίκου Μυλόπουλου με γέμισε αισθήματα και σκέψεις που θα επιχειρήσω να μοιραστώ μαζί σας:
Ο Ηolderlin αναρωτιέται «τι γυρεύει ο ποιητής σ’ έναν μικρόψυχο καιρό» ωστόσο, η ανάγνωση του λυρικού, συνάμα ρωμαλέου, συχνά αυτοσαρκαστικού αλλά πάντοτε βαθύτατα ερωτικού ποιητικού λόγου του Νίκου, μας υποβάλλει τη σκέψη μήπως τελικά ο ποιητής, είναι αυτός ακριβώς που σε τούτους τους μικρόψυχους καιρούς, κι αν ακόμη δεν υπήρχε, θα όφειλε να εφευρεθώ.
Οι εραστές, λοιπόν, φίλε Νίκο, οφείλουν πράγματι πάντοτε να σιωπούν. Είναι στη σιωπή όπου ο έρωτας σμιλεύεται και είναι τότε που τα λόγια παρέλκουν. Είναι τότε η στιγμή όπου «το δάκρυ στολίζει τα ασήμαντα», όπου «δεν μαζεύεις ποτέ απαντήσεις», «όπου τα λόγια μένουν άβαφα» και που «ανάμεσα σε δροσάτα φίλια προσφέρουν στα οράματα νερό κι ελπίδα».
Ο ερωτικός σύντροφος στην ποίηση του Νίκου Μυλόπουλου έχει «σώμα γαργάρα λευκό» που ωστόσο είναι «ντυμένο στα κρίνα της επιεικείας» κι αλλοίμονο αν δεν ήταν έτσι. Γνωρίζει επίσης πολύ καλά πως όταν η πόρτα χτυπήσει δυνατά τότε «ο καθρέφτης γεμάτος περιέργεια θα τους καλωσορίσει» όμως τα ματιά θα πρέπει να ’ναι αδειανά αφού ο εραστής, στο άνομα μιας από χρονιά νεκρής ερωμένης, θα πρέπει εις ανύμνησαν η προς τιμήν της να γελάσει στο φως και γι’ αυτήν.
Ο κόσμος του Νίκου με ότι αυτό συνεπάγεται για τον ποιητή, μάς αιφνιδιάζει.
Είναι ένας κόσμος όπου όταν ακούμε την πόρτα να κλείνει δεν ξέρουμε αν είμαστε μέσα ή έξω, ένας κόσμος όπου συνεχώς σκοντάφτουμε στις σκέψεις μας, μ’ άλλα λόγια ένας κόσμος απόλυτα υπαρκτός και γι’ αυτό αβέβαιος κι ανίατε αβάσταχτος.
Μέσα σ’ όλα αυτά αρθρώνει πρόταση ελπίδας κι επιβίωσης γιατί ακόμη κι αν τον κυνηγούν, πάλι γλυτώνει τελευταία στιγμή και μισάνοιχτος μες στων έχθρων τα δίχτυα έχει τη λύση: «Καιρός -λέει- να πάμε στη γριά που στα νιάτα της τη φωνάζανε Κίρκη, εσύ καρίνα, εγώ κουπί, θάλασσα είναι θα περάσει» ή σε κάποιο άλλο σημείο: «Κι απ’ εκείνα τα ψίχουλα ανέτειλε κάθε αυγή ένας ολόφρεσκος ήλιος μέσ’ απ’ τη θάλασσα». Οι ένοχές ωστόσο έντονες και παρούσες. Παρά την απόπειρα συγκάλυψης «Να σβήσουμε όλα τα ίχνη μας» η ειλικρίνεια του ποιητή τις καταδικάζει να παραμείνουν στο προσκήνιο: «Το μόνο που φοβάμαι απ’ τον βηματισμό είναι πώς το σκοτάδι που αφήσαμε ήταν ψεύτικο, μέρα κοινή βαμμένη νύχτα κι ίσως κάποτε ανακαλύψουν πως για αιώνες τους κοροϊδεύαμε».
Δεν θα έπρεπε να διαφύγουν κάποιες στιγμές τρυφερού ναρκισσισμού «έπαιρνα τον εαυτό μου απ’ το χέρι κι ελπίζοντας σε στιγμές παράφορης μέθης…», σε άλλο σημείο «με καταδίκασαν ν’ ακολουθώ τη σκιά μου» και σ’ ένα άλλο «»ήπια τόσες στιγμές που έγινα θάλασσα».
Θα ήθελα άδω λίγο να σταθώ σε στιγμές εμμέσου φιλοσοφικού στοχασμού. Στιχουργεί πως «κι ο χρόνος αμήχανος πάχαινε αφού δεν μπορούσε να ξεφύγει απ’ το πάθος του να καταβροχθίζει ασταμάτητα ανθρώπους», και παρακάτω «’ελπίζοντας ματαία να βρούμε όλα εκείνα τα χνάρια που κάποτε νομίσαμε πως είχαμε χαράξει, όμως το χώμα τύπωνε αδιάφορο τα καινούργια» η πάλι «όποιος την ελευθερία του γρήγορα κερδίζει είναι χαμένος για πάντα» και βεβαία μας λέει πως «αβίαστα η χρυσαλλίδα φτερουγίζει με την ανακούφιση από τη γνώση, να σβήνει το τίμημα της ανασφάλειας» καταλήγοντας «γνωρίζει η χρυσαλλίδα.. Γνωρίζει! Της ζωής της το νήμα φαντάζει αμέτρητο». Όλη αυτή η καταγραφή του υπέρτερου, πέρα από τη θρησκευτικότητα που υπαινίσσεται, δίνει στον αναγνώστη και τη γεύση μιας ήρεμης υποταγής του ποιητή που αυτοπροσδιοριζεται λέγοντας «»ας κρυφτούμε ξανά μέσα στα λόγια».
Κι έπειτα, όπως σε κάθε ανθρωπινή πράξη, η αγωνιά: «περιφρουρώ μην τυχόν και γλιστρήσει η νύχτα, φοβάμαι προκαθορισμένα, ότι πήρα κι ότι άφησα, τρωτό» αλλά αγωνιά ακόμα και την απέλπιδα στιγμή της ηδονής: «ξοδεύομαι, διακλαδίζομαι στη σάρκα παγίδα», «προσποιούμαι σκιρτήματα γαλήνης», αλλά κι η αναπόφευκτη ενδοσκόπηση «φυλλομετρώντας πάλι τα ελαττώματα μου» η «μια και κανείς δεν αντέχει τους ζωντανούς του» η πάλι «με προσποιητή διαύγεια τρέχουμε λυσσασμένα στην έξοδο».
Εκεί που ίσως θα πρέπει να σταθώ είναι στις υπερρεαλιστικές εκείνες εικόνες όπου η απουσία λογικού ειρμού αναγάγει, εκ του μη όντος εις το είναι, σημεία αναφοράς πλήρη νοήματος: «στης σκιάς μας το ανυπέρβλητο φως» η «αναζητώντας με κοκαλωμένο δάχτυλο το μοιραίο που μας θέλει αόρατους» η, λίγο πιο κάτω «ακίνητη όσο οι γέφυρες έσταζαν φτηνές εξηγήσεις» για να καταλήξει στην μοιραία ερώτηση «πως κατρακυλάτε έτσι στις σκάλες το καράβι μας;».
Δεν θα πρέπει να αφήσουμε ασχολίαστη μια υφέρπουνε μελαγχολική ειρωνεία: «κι οι φίλοι που παλιά ήταν πονετικοί, όσο τουλάχιστον για να ρίξουν μια ματιά στα χρυσάνθεμα η να προσφέρουν ένα άδειο πιάτο αλληλεγγύης» η στο επόμενο ποίημα της σειράς που δίνει και τον τίτλο της συλλογής: «τα πιο σοβαρά πράγματα τ’ ακούς συχνά από τους παπαγάλους που είναι άλλωστε και οι μονοί που επέζησαν από καινή τη φοβερή έκρηξη αλληγορίας». Αυτή η ειρωνική διάθεση παραμένει αναρτημένη διακριτικά πάνω από τα περισσότερα ποιήματα ασχέτως αν τελικά δεν κρατιούνται.
Καθώς η ανάγνωση περιπέτεια συνεχίζεται στέκομαι πάνω στην συνειδητοποιημένη αισιοδοξία που διαπερνά κάποια ποιήματα είναι μια αισιοδοξία που ακουμπά πάνω σε μια αίσθηση, θα τολμούσα να πω, μεταφυσικής δικαιοσύνης: «τυλίχτηκα, αν και μονοχείρας, σε χρώμα κόκκινο γιατί είχα αμέτρητα κεριά και πεπρωμένα να φωτίσω ακόμη» η και παρακάτω: «κι αυτή η εικόνα είναι τόσο μάταιη που, αν και επαναλαμβάνεται βασανιστικά κάθε νύχτα, βγαίνω έξαλλος στους δρόμους και τους ψάχνω».
Δεν θα σταθώ, αν και θα όφειλα, στο λυρισμό της ποίησης του Νίκου Μυλόπουλου. Το μόνο που θα πω είναι πως οι σκηνές και τα όσα διαδραματίζονται μέσα σ’ αυτή την ποιητική συλλογή έχουν βαθιά τρυφερότητα και μη θέλοντας να σας κουράσω αναφέρω δυο μόνο παραδείγματα το πρώτο λέει: «το μετρό αντοχής στην παιδική αθωότητα, η χλομάδα της θάλασσας από ένα σύννεφο μικρό που τόλμησε να την τρομάξει» το δεύτερο πιο προσωπικό: «’Αρχίζω να κλαίω λέξεις και γράμματα».
Τελειώνει η ποιητική συλλογή με ένα ποίημα επίγραμμα: «Έτσι η σκόνη έρχεται και φεύγει, τα δευτερόλεπτα χαραμίζονται γαλήνια κι αυτή ή προετοιμασία για τον αφανισμό είναι που προέχει».
Νίκο, να ’σαι καλά, τόλμησες τελικά να ρωτήσεις «Ποιος αντέχει συμφωνίες μέσα στους έρωτες;»

 

ΛΕΝΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΕΛΛΟΥ

ΕΝΑΣ ΕΡΩΤΙΚΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ

Ο Νίκος Μυλόπουλος δεν είναι καθαρόαιμος λυρικός ποιητής. ’Αφού και στις πιο έντονες στιγμές ο νους του καταγράφει, παρατηρεί, εξηγεί τα ανεξήγητα Σίγουρα όμως είναι ερωτικός ποιητής. Είναι ένας ποιητής πού δίχως το ερωτικό πάθος αυτοκαταργείται. ‘Ο διάπυρος ψυχισμός πού εκφράζεται στις τρεις ποιητικές του συλλογές: «Παράκτιος πια ό έρωτας», «Δύο παράθυρα με κιμωλία», «Οι εραστές πάντα σιωπούν». Δεν ξέρεις κι ίσως αυτό ελάχιστα σημαίνει αν αναφέρονται στο ίδιο ερωμένο πρόσωπο, αν αναλύουν τις διακυμάνσεις μιας ερωτικής σχέσης ή κάποιων ερωτικών σχέσεων.
Ο έρωτας τροφοδοτεί τις μπαταρίες του, χρωματίζει τη ζωή του, τον ενεργοποιεί για μακρινά υπερπόντια ταξίδια, τον απογειώνει. Χωρίς το
πάθος η ζωή του γίνεται επίπεδη, ατονεί, χάνεται: «Κι’ η υπόλοιπη ζωή μου
ήτανε/Χαμένη/Πώς να σκεπαστώ ο άμοιρος/Με μια κουβέρτα τρύπια/Αν δεν
μπορώ να τη μοιραστώ μαζί σου/Πώς ν’ ανοίξω τα μάτια μου/Αν ξέρω πως δεν θα σε δε» («Ο μονόλογος του Τυφλού», από το Παράκτιος πια ο έρωτας). Η ερωτική απώλεια σημαίνει για τον εραστή θάνατο. Καταργεί την έμπνευση, τα πετάγματα της ψυχής. Όσο μεγαλύτερο το υπαρξιακό βάθος αλλά καί οι δεσμοί με την υλική πραγματικότητα τόσο το πάθος εντονότερο. Τα τρία βιβλία του Ν.Μ. με τρεις αντίστοιχα πίνακες τού Τσόκλη στο εξώφυλλο συνηγορούν σ’ αυτή μου τη σκέψη. Η γήινη αλλά και βαθιά υπαρξιακή γραφή του ζωγράφου ταιριάζει γάντι στην έμπνευση τού ποιητή. Είναι μέσα στον έρωτα που το γήινο και το πνευματικό συναιρούνται. Ο εραστής βρίσκει στο αντικείμενο τού έρωτά του τον εαυτό του και γεμίζει από τον άλλο τη στιγμή ακριβώς πού χάνει το είναι του. Είναι η ώρα πού πέφτουν τα τείχη του εγωισμού, ο άνθρωπος ενώνεται με το σύμπαν ενώ βαθαίνει απύθμενα
Ο έρωτας είναι για τους νέους, ότι η θρησκεία για τους ώριμους.
Στο τελευταίο του βιβλίο «Οι εραστές πάντα σιωπούν» -που ακολουθεί δύο ήδη ποιητικά ώριμα βιβλία -από το πρώτο του βιβλίο ό Ν.Μ. είναι ποιητής- εξελίσσεται σε υπαρξιακό ποιητή γίνεται ένας μεταφυσικός τού έρωτα.
Μ’ αυτή την σύνθεσή του βουτάει στα βαθιά νερά, απλώνεται σε πλάτος και σε βάθος σε όλες τις ψυχολογικές αποχρώσεις που οριοθετούν την απώλεια από την στιγμή της συνειδητοποίησης ως την απόλυτη αποξένωση και την τελική ψυχική ερημιά. Αρνείται κατηγορηματικά να επιστρέφει στην στατική άνυδρη καθημερινότητα χωρίς την ομπρέλα του έρωτα να τον προστατεύει από τ’ αρπακτικά αυτού του κόσμου και την ταφόπλακα των τυπικών ανούσιων συναναστροφών. ‘Ο Ν.Μ. είναι ένας ποιητής που άργησε να καταθέσει ποιητικά τα βιώματά του όπως ομολογεί ο ίδιος. Ίσως προτίμησε να ζήσει αντί να γράψει όπως και ο μεγάλος Ρεμπώ σε μια αντίστροφη πορεία. Αρνούμαι να πιστέψω ότι όλ’ αυτά που κουβαλάει μέσα του θ’ αδρανήσουν όταν με το προχώρημα της ηλικίας ο φτερωτός θεός θα πάψει να
τον επισκέπτεται τόσο συχνά. ’Αρκεί να μην φοβάται να αναμετρηθεί με το βάθος τού εαυτού του και να επωμιστεί πλέρια την ευθύνη του.
Ένας το ίδιο ονειρικός κόσμος θ’ ανοιχτεί μπροστά του.

 

ΜΙΧΑΛΗΣ Π. ΔΕΛΗΣΑΒΒΑΣ

Αντιφατικός και χαώδης, αλλά άλλο τόσο ευδιάκριτος και αναγνωρίσιμος ο
ποιητής Νίκος Μυλόπουλος στην πρόσφατη ποιητική συλλογή του «Οι εραστές πάντα σιωπούν» 2007, την τρίτη κατά σειράν της ποιητικής του παραγωγής, καταθέτει τη δική του μαρτυρία στη συλλογική αντιφατικότητα και τα πολλαπλά αδιέξοδα της εποχής μας σαν έσχατο μέσο και σαν τον μόνο τρόπο ύπαρξης και Ελευθερίας που του απέμεινε.
Καθαρά υπαρξιακός ποιητής με συνέπεια και αυθεντικότητα στο λόγο του, αλλά και σε πλήρη συστοιχία με την εποχή του, πρέπει και από αυτή την πλευρά να αντιμετωπιστεί και να εκτιμηθεί στο μέτρο και με τον σεβασμό που του αξίζει.
Κι αυτά κατ’ αρχήν γιατί φαίνεται ότι ο Νίκος Μυλόπουλος σαν ποιητής μπορεί να έχει επωμιστεί όλη την ευθύνη που συνεπάγεται κάτι τέτοιο, να είναι ή να γίνει δηλ. αυτό που εν τέλει τον προσδιορίζει «(ό) διανομέας του λόγου της εποχής (μας)/της αβέβαιης ταύτισης, της εικασίας»… να… «χαμηλώνει στις ξεχασμένες ένοχές/και να)… ξορκίζει τους αγιάτρευτους γρίφους» όπου ο κάθε δρόμος… «κρύβει και μια θλιβερή αναζήτηση/αν και όλοι καταλήγουν στο ’ίδιο πάντα σημείο», (σελ. 40-41, από την ενότητα «’Απόηχος»).
Με τον ίδιο τρόπο έμμεσα πλην σαφώς ο ποιητής Ν.Μ. με αλλεπάλληλες
εικόνες και πολλές φορές ασύνδετους συνειρμούς θα ξετυλίξει μπροστά στα μάτια μας τις θλιμμένες διαπιστώσεις του, που αν και αναφέρονται σε προσωπικό επίπεδο, χωρίς καμιά αμφιβολία αφορούν τους πολλούς, ίσως όλους, και πού εκφέρονται τόσον ήπια, που φαίνονται σαν συντελεσμένα και οριστικά, και χωρίς πάθος κανένα, που γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο είναι σπαρακτικά.
Ο τρόπος γραφής που επιλέγει είναι ο ά-συνεχής και διακεκομμένος, ο Τρι-
πώς που υπαινίσσεται και παραπέμπει, αφήνοντας το νόημα να αιωρείται ίσως αποβλέποντας στο να κινήσει το συναίσθημα πιο πολύ. Κι άλλου οι σκέψεις και τα συναισθήματα που κινούν τούς στίχους του μοιάζουν με παφλασμό που χωνεύεται μέσα σε άλλους και δεν ολοκληρώνεται πετυχαίνοντας αυτό ακριβώς: να γίνονται ερέθισμα για τη συμμετοχή του αναγνώστη- όπως στους στίχους: «Με χέρια λαβωμένα σίδερα/μαζεύαμε αμίλητοι φωτογραφίες/αφήνοντας τους τοίχους γυμνούς/με τα σύρματα που απέμειναν/αυτόπτες μάρτυρες της φυλακής μας» (σελ. 50) όπου βέβαια κυριαρχεί το αρνητικό νόημα του κόσμου, κι όπως στους στίχους:
«Αξόδευτα πάθη ορίζουν κι αυτόν το βηματισμό/…πότε στον αφρό που η απουσία επιπλέει/πότε στον πάτο που οι σκέψεις σαπίζουν/»… (σελ. 13) ή στους στίχους: «Παγωμένος ο ήλιος στο βασίλεμα/στροβιλίζεται άταφος/στα κρεμασμένα όνειρά μας» (σελ. 79) κα. Όμως στην ποίηση της συλλογής «Οι εραστές πάντα σιωπούν» υπάρχει και η άλλη πλευρά της κάποιας αισιοδοξίας, όπως συμβαίνει μ’ εκείνους τούς νέους πού βρίσκουν να ζήσουν ακόμα και στο πιο μεγάλο βάθος και δεν το βάζουν κάτω, όπως: «Έτσι τη μέρα καθένας τραβάει το δρόμο του/το βράδυ όμως μοιράζουμε την απόσταση με τ’ αστέρια/ανοίγοντας άλλο ένα παράθυρο στην ψευδαίσθηση/κι από κείνα τα ψίχουλα ανέτειλε κάθε αυγή/ένας ολόφρεσκος ήλιος μέσα απ’ τη θάλασσα» (σελ. 86 από την ενότητα «’Ιστορίες τρελών ονειροπόλων»).
Ο ποιητής Νίκος Μυλόπουλος, ένας ποιητής που βιώνει και εκφράζει την εποχή μας ατόφυα, με τρόπο υπαρξιακό και προσωπικό και δημιουργεί το δικό του προσωπικό ύφος χωρίς να υποκρίνεται και να μιμείται- δηλ. ένας ποιητής που λέει αλήθειες και προπαντός τη δική του αλήθεια και πού δεν βολεύεται.

 

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ