ΠΟΥΠΕΡΜΙΝΑ

ΠΟΥΠΕΡΜΙΝΑ

Έργο της bloggerΠουπερμίνα – αυτοαπεικόνιση σε κλίμακα 1:3 σε πηλό

Η Πουπερμίνα (blogger) γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε στο Πολυτεχνείο του Μονάχου και ασκεί μάχιμα την αρχιτεκτονική στην Ελλάδα.
Από μικρή παίζει γράφοντας και σκιτσάροντας με μαύρα και χρωματιστά μολύβια, μέχρι που ανακάλυψε το μηχανικό και συνέχισε μ’ αυτό.
Είναι συντάκτρια του ιστολογίου «Μηχανικό Μολύβι (αμήχανες ιστορίες διά δικτύου)», όπου αναρτά αποκλειστικά δικά της κείμενα και στίχους, γραμμένα τη δεκαετία 2010- 2020. Συμμετοχές της έχουν δημοσιευθεί σε ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά και ιστολόγια, μεταξύ των οποίων τα: τοβιβλίο.net, Φρέαρ, Με ανοιχτά βιβλία, Diastixo και Bibliothèque.

ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΣΙΩΠΗΣ

(εγώ θα σου μιλώ με τα τραγούδια)

Καλά λοιπόν
αφού το θες
ας παίξουμε τους πεθαμένους
και πιθανά εσύ
το παίρνεις και
τοις μετρητοίς,
όσο για μένα – εγώ
θα το τηρώ μόνο όσο
φέγγει η μέρα
τις νύχτες θα γλιστρώ
με τα ψηλά τακούνια
στα στιλπνά αργεντίνικα
πατώματα,
στεντόρεια πάλι
ξεσηκώνοντας
τα μαύρα χελιδόνια
απ’ το πεντάγραμμο
θα μένω ζωντανή

Αντί να εφεύρουμε
καινούργια γλώσσα
φρέσκια ειδικά για
την περίσταση
καταδικιά μας
κορακίστικη
– σαν τα παιδιά -,
ελόγου σου
έσπευσες να μου
σαλπίσεις
της αφωνίας το
πρόσταγμα με μιας
Ξέρω η σιωπή
από κοινού με την
απόσταση
ανυπαρξία
υπόσχεται
σ’ όποια συνδήλωση
αφόρητων
κείθε σινιάλων
πεθυμιάς

Δεν θα ξαναμιλήσουμε
οκ
θα παίζουμε τους πεθαμένους
σ’ άυλα για την ώρα
μνήματα βουβοί – εδώ -,
ωστόσο κοίτα
κάτι πλάι πρασινίζει
σα να φυτρώνει μία
μαργαρίτα της συγχώρεσης
να τη μαδώ

ΤΟΛΜΩ

Να κόβω τα μαλλιά μου
να κάνω δεμάτια που θα
σκορπίζω στους αγρούς
να ‘χουν τα που στέλνεις
να βοσκήσουν τα σύννεφα
Να κουβαλώ μπαούλο
αφοδράριστο να χώνεσαι κάθε
που κρύβεσαι απ’ το φως
με μαύρα τα φτερά και ζουληγμένα
να σε φυγαδεύω
Να ‘μαι κουκέτα σε αρχιπέλαγος
χωρίς διεύθυνση
να απαντάς μόνον αν θες∙ ποτέ
να μη το φέρνει η ώρα να θελήσεις
να μου απευθύνεσαι -να μην υπάρχω-
Ανίερο ν’ αντέχω προσκύνημα
απόλαυση ανάλεκτη κι ανέκκλητη
μεταξωτού υπογάστριου μιας
αναχώρησης λαθραίας
Να πλέω

Η ΚΑΛΛΙΓΡΑΦΟΣ

Ξέφραγη
ευεπίφορη σε
αποικίσεις ξενιστών
υπό συνθήκες
αθόρυβης λεηλασίας
εκκωφαντικής συνάμα
παραμέλησης
-μα εργώδους οίστρου-
από ένστικτο
μπλόκαρε τους τροχούς
ο
Σε τελετές τσαγιού
μάθαινε έκτοτε να επικεντρώνεται
σε ουρές μπονσάι αλόγων που
ανάλαφρες όπως αγγίζουν
το χειροποίητο χαρτί
με ευγενή στροβιλισμό
ανασηκώνονται
και αμέσως με
βίαιη θεληματικότητα
αποτυπώνουν
ο
Κείνη την ώρα ωστόσο αποσύρονταν
απαλά κλείνοντας τα ημιδιάφανα πανό
έχοντας οδηγούς τις τέλειες εντορμίες
και τα μόρσα του φέροντος κυπαρισσόξυλου
με καλά ξυσμένο ένα καλάμι
έντεχνα χαρακώνονταν
κι αυτό χρόνια πολλά
πριν απ’ την εποχή
της υπερπόντιας εμπόρευσης
της στυπτηρίας

ΦΘΟΓΓΟΣ ΗΛΙΟΥ

Επιμένω
κοιτάζοντας κατάματα
το ηλιοβασίλεμα
αποτραβώ το βλέμμα
ήλιοι λικνίζονται παντού
μελανοί στην ώχρα
του σκαμμένου αγρού
ρόδινοι στο φόντο
χλωρού καλαμιώνα
χρυσοί με το που
σμίγω τα βλέφαρα
αναπηδούν
αναγεννώνται
αντιστέκονται
στην έλξη μιας
φλεγματικής
κορυφογραμμής
απέναντι στην Πάρο
καθένας τους και
μια μόνο στιγμή
μια ανάμνηση
μια αποτζιατούρα
πριν από την επόμενη
κίνηση της νύχτας
που φτάνει

«Μιμείται κανείς,
όταν αποτυγχάνει!»

ΑΤΑΚΤΟ ΡΩ

Απ’ τη στιγμή που
έσπασε σαν γυαλί ο χρόνος
πελαγοδρομώ στα ανοιχτά
του λιμανιού με μαγκωμένη
άγκυρα σε ακατάδεχτης μιας
λησμονιάς γρανάζι
Με χίλιους κόπους
πελαργοδομώ
μέσα στα σύννεφα
βουβή φωλιά
Κύμα το κύμα από τον κάβο
απομακρύνομαι
άχυρο τ’ άχυρο το βλέμμα
ανασηκώνω στον ορίζοντα
μπας και φανείς

Πριν λίγο σε ανακάλυψα
τυχαία στο συκώτι μου
αργά – αργά
να το ξεσκίζεις
την προαιώνια πείνα
να χορταίνεις
να γελάς

ΓΛΩΣΣΕΣΞΕΝΕΣ

Θα ‘θελα να μιλώ
τις γλώσσες όλες
όχι για επικοινωνία
ή συνεννόηση, καθώς ετούτες
πιότερο από τη γλώσσα
χρειάζονται το σώμα –
χώρο και χρόνο

Θα ‘θελα να μιλώ
τις γλώσσες όλες
για τη στοχαστικότητα,
τις έννοιες, που συνέλαβαν
οι ποιητές σε λαλιές άλλες
κι εκφέρουν έκτοτε για
χώρο ή χρόνο

Θα ‘θελα να μιλώ
τις γλώσσες όλες
και για την μαρτυρία
της κάθε μιας στο ερώτημα
τί είναι άνθρωπος
τί ‘ναι να ζει σε
χωροχρόνο

Θα ‘θελα να μιλώ
τις γλώσσες όλες
για να διαλέγω
απ’ αυτές την πιο κατάλληλη
μ’ αυτή να εκφράζω
γραπτά, πώς μάομαι
χώρο το χρόνο

ΟΦΕΙΛΗ

Σου οφείλω τις λέξεις
Όταν σ’ είδα που μου άρπαξες
Και μ’ άφησες άλαλη

Κι εκείνες τις άλλες
Κραυγές μας κι ανάσες
Σα μ’ έστελνες άυλη

Τις αναντάριασες
Μετά με μάτωσες
Τις κέρδισα πίσω

Κι ως βγήκα απ’ το λόγο μου
Πια γράφω τα λόγια μου
Έγινα άλλη

ΓΥΜΝΟΙ ΒΑΣΙΛΙΑΔΕΣ

Στον κλειστό αλλ’ αχανή
του διαδικτύου το μικρόκοσμο
τους συναντάς να περιφέρουν
σφραγισμένα,
με πείσμα, μα και με μόχθο, θα πεις, κάποτε
ύψιστα μυστικά της τέχνης τους
– τη ρηχότητα του λόγου τους
τη γύμνια του ναρκισσισμού τους -,
με έπαρση προσποιούμενοι
– τόσο που το πιστεύουν –
πως κάποιος προσωπικά
τους έχει εμπιστευθεί
ένα «Κλεμμένο Γράμμα»

Κορδώνονται
πως κουβαλούν
παρέα με ταγμένο άγημα
– φίλους στο fb τάχα μπιστικούς –
ένα «Κιβώτιο»
Δε συσκευάζεται ωστόσο εύκολα
το άϋλο,
το ανυπόστατο
δε μορφώνεται σε αξία,
εξόν κι αν χρειάστηκε
να δώσεις θυσία πρώτα εσύ
τη σάρκα σου,
αν αίμα έχει χυθεί στο δρόμο,
όσων πλησιάζουν
προς το ελεύθερο άπλωμα
του βλέμματος
στην κορυφή

ΕΠΑΓΡΥΠΝΗΣΗ

Πώς το ‘θελε να βυθιστεί στη θολή λίμνη
να κολυμπήσει με τα μάτια ανοιχτά
να μην ακούει
να ψάχνει χωρίς να ξέρει τί
σε νερά ανοίκεια
γνώριμα νερά
νερά πράσινα
της αθωότητας
όπου ανέκαθεν
το συναντά
στιγμιαίο
απροσδιόριστο
το τίποτα
μιας νοσταλγίας
το μακρινό λυκόφως
μιας αναπόλησης
εκεί που κάθε φορά βουλιάζει
από την αρχή
κι έπειτα ξυπνά
πάνω σε υγρά βότσαλα
για να ξαναγυρίσει στη στεριά
όπου αντίκρισε
ορίων ταπείνωση
όπου
πνίγηκε
κι ενώ έχει τον τρόπο
να ξεχνά
τα τραγούδια
δεν το επιτρέπουν ∙

ήθελε να βυθιστεί
αλλά
τα φλάουτα
το ειδοποίησαν
της επαγρύπνησης
το ξωτικό

ΜΟΙΡΑΙΩΣ

Προσωρινά εκεί
κατοίκησα
τα αιώνια
χρόνια της νιότης
φωτεινά
μια καινούργια βέσπα
-του ωραίου-
στο κατώφλι
ζηλιάρα η απέναντι
-για τον ωραίο-
τραβεστί
Ταχτσής Σικάγο
πίσω στην αυλή
μίστερσελοφέν
θέλω να με λεν
με θυμάμαι όρθια
-στη μπανιέρα-
κεκλιμένα
τρίγωνο και ταυ
το σερβίτσιο
από χρόνια
σπασμένο
τίποτα
δεν μελέτησα
για τον Φωτήλα
ανηλεώς
καστανόξανθος
με μελετούσε∙

ωραίος

ΟΡΜΗΝΕΙΑ

Σα βροντήξεις σε κάποιον την πόρτα κατάμουτρα
και τον πάρουν τα αίματα
και κυλιστεί,
μη κι αρκεστείς αργότερα
να του την ξεκλειδώσεις

Άνοιξέ τηνε διάπλατα –
βγες αχάραγα να φέρεις γύρα,
πού παραδέρνει να τον βρεις

Άμα το φέρει η τύχη και ξαναμπεί και ζεσταθεί,
του μιλάς για σε,
σαν τί ζόρι τράβηξες
και ξέσπασες στην πόρτα –
αν το γνωρίζεις.

INDOOR ΟΠΩΣ INBOX

Την παρατηρεί
– έντομο εξωτικό –
και πλανιέται,
πως ξέρει, νομίζει,
τί σκέφτεται,
ποια είναι πως ξέρει ,
θαρρεί,
πως τάχα μπορεί
να την πιστέψει προβλέψιμη,
καθώς την παρακολουθεί
– με κράνος – στην πόλη
να γκαζώνεται,
καθώς τη διαβάζει
να καμώνεται,
καθώς τη βλέπει
στους ρυθμούς – Kosmos –
να λικνίζεται,
ανεξήγητα κι αδιάντροπα
να χαίρεται
κι έπειτα την ακούει
να φλυαρεί – γράφοντας –
Στη φαντασία του πλάθει
μιαν ανύπαρκτη άλλη
κι ούτε καν ψυχανεμίζεται
την πηχτή, τη σκοτεινή της
βουβαμάρα

Θυμώνει, τινάζεται,
απ’ αυτό το βλέμμα
που επιμένοντας ταξινομεί,
να ξεφύγει –
μετά πάλι στην πλάνη του
εναλλάξ, τρυφερά,
η Μάγια
τον συγχωρεί

ΑΥΤΑΠΑΤΟΧΩΡΑΦΟ

Καιρό τώρα φυτεύει
κάπου επιμελώς
ένα χωράφι
με τις καλύτερες
ποικιλίες αυταπάτες∙
Νάξου
της αρμονίας
διαπροσωπικές
Κύπρου
του επαναπατρισμού
σε κατεχόμενους
όπου γης τόπους
κι από το Νευροκόπ(ο)ι
σκέτο ένα δράμα
γραπτής συγκομιδής
στιγμών

Για χρόνια
δε ριζώνει
από δαύτες
τίποτα
ούτε φυτρώνει
δίκιο
μήτε ξανά
αρραγές
βλασταίνει
ό,τι πισώπλατα
ετρώθη∙
όλο και πιο συχνά
προδίδεται
– από μια στιγμιαία
ήλιου αντανάκλαση –
ν’ αδημονεί
απέναντι
στη ράχη
το δρεπάνι

ΜΗ ΚΡΑΤΗΘΕΙΣ

Βαδίζοντας στην όχθη
Τα φύλλα έτριξαν ∙
Σβήσου έχει πει ο ποιητής
– με γενναιοδωρία –
Ρυάκια δίπλα σου κυλούν
Κλωνάρια σπάζουν
Πέφτει η νύχτα απαλά
Χωρίς αρχή
Όλο αποκάμουν οι σκιές
Σε ύπνο βυθίζονται οι πόνοι
Ένα αεράκι μόνο ρυτιδώνει τα νερά
Γκρίζα κι αυτά
Κλειστά
Ανοίγονται καινούργια μνήματα
Χαράξου κάπου και μετά

Ο στίχος μένει

[«Χαράξου κάπου με οποιονδήποτε τρόπο και μετά πάλι σβήσου με γενναιοδωρία», Οδυσσέας Ελύτης, Μαρία Νεφέλη]

ΑΝΑΣΚΑΦΗ

Ήταν κι εκείνο το
Σκουριασμένο συναίσθημα
Με την τρύπα να χάσκει στο
Δόξα Πατρί
Έτοιμο να πάρει ξανά
Να τριβουλιάζει
Χάμω -ρινίσματα-
Στα σκασμένα χώματα∙
Αμελούσε συστηματικά
Τη συσταθείσα αγωγή
Πόσο επίπονη
Μια ραδιοχρονολόγηση
Ξεκάθαρα
Προτιμούσε την ατιμία
Μιας ακόμη
Κατά απρόσωπον εξέμεσης
Κρυμμένο σε πτυχώσεις
Καλοδιπλωμένων
Στίχων
Σε αφηγήσεις όλο και πιότερο
Επισφαλείς – μόνο
Προσωρινά κι αυτές μια ιδέα
Αποτελεσματικές

Η ΓΟΡΓΟΝΑ

[Μνήμη Ε.Τ.*]

Το καμένο σουτιέν
μιας Cécile
έναν Μάη
νίκησε την εντροπία
της στάχτης του
ανασύστησε την
σομόν δαντέλα
πέταξε ψηλά και
κρεμάστηκε σε γυμνό κλαδί
-Γι’ αυτό, απόρησε,
καήκαμε εμείς;
Για τούτες τις ειδήσεις
σπάσαμε με τις ντουντούκες
της επιθυμίας τα δεσμά;
Με μιας τότε σηκώθηκαν
ανταριασμένες
η Έμιλυ
η Βιρτζίνια
η Καλλιρρόη
μα και η ίδια η καμία
η Cécile
πήγαν μαζί να βρουν
την πληγωμένη
στα νερά της Ρόδου
της δώσανε φιλί γλυκό
την αγκαλιάσαν
κι εκείνη λευκή
απ’ τον αφρό ξεπρόβαλε
και μίλησε
Κορίτσια,
Μη φοβάστε!

(*Ελένης Τοπαλούδη)

ΔΕΛΤΙΟ ΚΑΙΡΟΥ

(βαρομετρικό χαμηλό – ψιχαλιστοί οφθαλμοί)

Πες πως αγάπησες τρελά ένα σύννεφο
και τ’ ακολούθησες
κει στων βουνών ψηλά τις κορυφές
τα θες και τα παθαίνεις
κι ίσως ακόμα να είχες τον καιρό να φυλαχτείς
αν όμως το ‘φερε η τύχη και σε αγάπησε
για μια στιγμή μονάχα και εκείνο
άμα με την ακτίνα ενός χαμόγελου σε δώρισε
τότε είν’ που συννεφιάζουνε
για σε τα πράγματα
στα σοβαρά ∙
να εξηγηθώ
μακριά απ’ το βλέμμα πριν χαθεί
προτού μιας κι είν’ στη φύση του αραιώσει
αν μέσα σου έχει μπει ένα άσπρο σύννεφο
δύο τινά συμβαίνουν σου συγχρόνως
από τη μια οριστικά ελαφραίνεις
και στων νεφών
χωρίς καν έρμα
βρίσκεσαι να πετάς τις εσχατιές
και είν’ πια αδύνατον
– εξόν και αλυσοδεθείς –
το βάρος σου ξανά
στ’ ανοδικά τα ρεύματα
να αντιτάξεις
– τα πόδια σου να γειωθούν –
κι από την άλλη
λεπτά λεπτότατα υγροσταγονίδια
συνέχεια να που πλημμυράν
τα ικετικά ανασηκωμένα
προς τα ύψη
μάτια σου

[πρόγνωση]
Αιθρία
μιας κι έτσι έμαθες
πώς θαρρετά πλέον μέσα
να κοιτάζεις κι
υψηλά
το σύννεφο άλλωστε τον τράβηξε το δρόμο του