Tag Archives: ΣΟΦΙΑ ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΦΙΛΟΥ

ΣΟΦΙΑ ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΦΙΛΟΥ

Σοφια

 

 

 

Η Σοφία Παπαχριστοφίλου γεννήθηκε στην Καλαμάτα. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών στο τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας. Εργάζεται ως φιλόλογος στη μέση εκπαίδευση. Ποιήματά της και δοκίμια για έργα ομότεχνών της έχουν δημοσιευτεί στα λογοτεχνικά περιοδικά ’Εμβόλιμον, Η Παρέμβαση, Το Κοράλλι, Ο Σίσυφος και Πνευματική Ζωή.
Από το 2010 μέχρι και το 2015 συμμετείχε ως κριτής στο Πολιτιστικό Πρόγραμμα: Λογοτεχνικό εργαστήριο της Δ/νσης Β΄ θμιας εκπαίδευσης Ανατολικής Αττικής, με τίτλο «Οι μαθητές γράφουν» και έχει διοργανώσει πολλές φορές το λογοτεχνικό διαγωνισμό στο σχολείο της.
Από το 2017 είναι βοηθός σύνταξης στο λογοτεχνικό περιοδικό ο Σίσυφος.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Νοσταλγός κατά συρροήν, (2018) Γαβριηλίδης
Από φεγγίτη μικρό, (2016) Γαβριηλίδης

 

 

ΝΟΣΤΑΛΓΟΣ ΚΑΤΑ ΣΥΡΡΟΗΝ (2018)

 

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΤΩΝ ΧΑΜΕΝΩΝ ΠΑΤΡΙΔΩΝ

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΟΥΖΙΝΑ

Κανέλα και μπαχαρικά
μαγεύουν τη ζωή μας,
γλυκό ταξίδι θύμησης
στη μακρινή Ανατολή
στην κοντινή μας Πόλη,
γλυκιά Κωνσταντινούπολη
του πόθου της καρδιάς μας.
Της γεύσης τέλειες διαδρομές,
αναδρομές στο παρελθόν,
στα παραμύθια της γιαγιάς
και στις γλυκές κι ονειρικές
παραμυθένιες λιχουδιές.

 

ΜΠΛΕ ΘΑΛΑΣΣΙ

Βαθύ το μπλε της θάλασσας
όμορφα συνταιριάζει
με το γαλάζιο τ’ ουρανού.
Η Λέρος μ’ αρχοντιά ξαπλώνει στο Αιγαίο.
Μα και του κάστρου η Παναγιά
σε βάρκα μέσα φτάνοντας
με τρόπο θαυματουργικό
από πατρίδα μακρινή,
χαμένη μες στο χρόνο,
Κυρά ακριβοθώρητη
το κάστρο διαφεντεύει.

 

ΣΑΡΑΝΤΑ ΚΙ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΣΕΝΑ

ΝΟΣΤΑΛΓΟΣ ΚΑΤΑ ΣΥΡΡΟΗΝ

Κατά συρροήν νοσταλγός
της δικής σου μορφής,
στα χνάρια βαδίζω
του πόθου μου για σένα.
Μα γκρεμίζομαι απότομα
στο απαγορευτικό της καρδιάς σου.

 

ΑΠΩΛΕΙΑ

Ήλιος, βροχή, ίδιος καιρός για μένα.
Τοπίο γκρίζο, σκοτεινό σαν την ψυχή.
Καρδιά μου έμεινες λειψή.
Μαύρες τουλίπες, ακριβές
δεν ευωδιάζουν.
Ο χρόνος φεύγει, έρχεται, περνά,
μόνος του τέλος τρέχει.
Φωνάζουν γύρω μου, γελούν
είναι ευχαριστημένοι
εύκολα πέτυχαν χαιρέκακα
να διώξουν ό,τι αγαπούσα.
Κι ο χρόνος τρέχει.
Περνούν οι μέρες,
απελπισμένη εγώ
να βαδίσω αντίστροφα
πασχίζω.

 

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΟΝΕΙΡΟΥ

Στ’ όνειρό μου ήρθες σήμερα.
Με άγγιξες στο μάγουλο
που έκαιγε
μα όπως ξύπνησα
είχες χαθεί.
Και όμως σε αισθάνθηκα
κοντά μου
τόσο που νόμισα

αλήθεια πως ήτανε.

 

ΚΥΡΙΑΚΕΣ

Ήταν κι αυτές οι Κυριακές
που μ’ αδημονία περίμενα
το πρωινό να ξημερώσει.
Ήταν οι Κυριακές αυτές
που όταν πίσω έφευγαν
με τι λαχτάρα σε αντίκριζα
το επόμενο πρωί.
Και τώρα
οι Κυριακές μου γκρίζες,
ανούσιες, μουντές,
χωρίς καν την ελπίδα.
Δευτέρα πάλι έρχεται.
Κι εγώ δεν θα σε δω,
αφού αλλού θα βρίσκεσαι
πολύ πια μακριά μου.

 

ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΣ ΟΔΥΣΣΕΑΣ

Ήσουνα μιλιά αμέτρητα
πολλά πολύ μακριά μου
σ’ ένα πανέμορφο νησί
μες στην αχλή του ονείρου.
Απείχες χρόνια αρκετά
Οδύσσειας τα έτη.
Μα σαν στην Ιθάκη πάτησες
καλά ένα πρωί,
τότε ένιωσα ξεκάθαρα
βαθιά μες στην καρδιά
πως για μια υπόλοιπη ζωή
το νόστο της μορφής σου
διαρκώς θ’ αποζητώ.

 

Η ΦΥΓΗ ΣΟΥ

Μου φεύγεις πάντα.
Πας εκεί που ανήκεις.
Δεν παραπονιέμαι γι’ αυτό.
Μονάχα την καρδιά μου
νεκρώνω, να μη νιώθει τον πόνο
της δικής σου φυγής.

 

ΑΠΟΓΝΩΣΗ

Σκάβω τον τοίχο με ορμή,
με χέρια πληγιασμένα,
αυτόν που ο χρόνος παγερά
χαιρέκακα ορθώνει.
Μα πιο πολύ αισθάνομαι
την πληγωμένη μου καρδιά
στον τοίχο να γκρεμίζεται
με θέα τη μορφή σου.

 

ΕΡΗΜΗΝ

Ερήμην σου σε θέλω,
ερήμην σου μου λείπεις,
σ’ αναζητώ παντού.
Δεν σε χορταίνω πλέον,
μέσα από σένα ζώντας,
ερήμην μου υπάρχω.

 

ΤΟ ΧΡΟΝΟ ΣΠΡΩΧΝΟΝΤΑΣ

Να με βλέπεις δε θέλεις,
δε σου λείπω καθόλου.
Κι εγώ καταγδέρνω τις μέρες
ξεμαλλιάζοντας τις νύχτες,
να εξαφανιστούν, να περάσουν
μήπως κι έρθει η στιγμή
να βρεθούμε για λίγο.

 

Η ΤΕΤΡΑΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ

ΣΕΛΗΝΗ ΑΠΑΣΤΡΑΠΤΟΥΣΑ

Πανσέληνος πάλι
η πιο λαμπρή του Αυγούστου.
Αντικρίζω μονάχη
το φεγγάρι π’ αστράφτει.
Μ’ απόγνωση ψάχνω
τη δική σου μορφή.
Σινιάλο σου στέλνω
πως μου λείπεις ακόμα
με βαθιά την ελπίδα
ν’ αγναντεύεις κι εσύ
την ίδια σελήνη.

 

ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΑΓΝΑΝΤΕΥΟΝΤΑΣ

Το φεγγάρι αγναντεύω
απ’ του μπαλκονιού τη θέα.
Σε λίγες μέρες ολόγιομο θα ’ναι.
Πανσέληνος πάλι,
πιστό στο ραντεβού το φεγγάρι,
ποτέ δεν με πρόδωσε.
Μ’ αγωνία το προσμένω
με σφιγμένη ψυχή
όπως όταν μου λείπεις.
Μα εσύ γιατί μ’ αποφεύγεις;

 

ΕΞΙ ΑΚΟΜΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

ΠΟΙΗΣΗ

Ποίηση,
αγκυροβόλι ύστερ’ από
μανίας καταιγίδα.
Του νου αποκούμπι της καρδιάς
πληγή σαν δεκανίκι.
Αέναη δίψα του πόθου ξεδιψάς,
για λίγο ανακουφίζεις
αμυδρή την ελπίδα προσπορίζοντας.
Κι όποιον σ’ εμπιστεύεται
μες στην απελπισία του
τέλος σού παραδίνεται.

 

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΥΠΑΝΘΡΩΠΟΙ

Λυπάμαι αυτούς που κλεμμένους στόχους
βάζουν στη ζωή τους,
εκείνους που, ανίκανοι όντες,
επιπλέουν, όπως τα απορρίμματα.
Μερικούς που με υποσχέσεις κίβδηλες
ξεγελούν τους αφελείς,
σαν χαμαιλέοντες μεταλλάσσονται
και διακρίνονται,
ενώ δεν αξίζουν
Και για να είμαι ακριβής:
δεν τους λυπάμαι,
απλώς τους σιχαίνομαι.

 

ΑΠΟ ΦΕΓΓΙΤΗ ΜΙΚΡΟ (2016)

 

Α’ Φεύγοντας τα καΐκια

ΠΑΡΑΜΟΝΗΣ ΑΔΗΜΟΝΙΑ

στον Αποστόλη Σεμένογλου,
που το έναυσμα της έμπνευσης μου έδωσε

Ο Βόσπορος λαμπύριζε
στραφτάλιζε στον ήλιο
που έβγαινε τολμηρός, αγέρωχος
αλλά και χειμωνιάτικος.
Κι εσύ μικρό παιδί, κρυμμένο στη σοφίτα
περίμενες καρτερικά τον Αι Βασίλη
που αργούσε να φανεί.
Απ’ το μικρό φεγγίτη αργά παρατηρούσες
τα καράβια που είχε στείλει ο εχθρός.
– Άραγε ο καινούριος χρόνος τι θα φέρει;

 

 

ΣΕΠΤΕΜΒΡΗΣ TOY 1922

Φεύγανε τα καΐκια γεμάτα
φορτωμένα όνειρα κι απαντοχές
ανθρώπινες σκιές με το μικρό τους βιος
μέσα σ’ ένα πουγκί.
Μα ο νους παρέμενε εκεί
αντάμα με το βλέμμα που είχε
πλέον αφεθεί να βλέπει τις φωτιές
μαζί και τους καπνούς…
Μέσα σε λίγες ώρες δεν είχε μείνει τίποτα
κι αμείλικτος διαφέντευε παντού ο Χάρος.

 

 

ΤΑ ΔΙΧΤΥΑ ΤΩΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ

Αράχνες, σ όλα
τα σπίτια φωλιάζουν αράχνες ζωύφια
του παρελθόντος κρυμμένα στις γωνίες
μάρτυρες των περασμένων βουβοί
που παντού σκορπούν ανατριχίλα.

 

 

ΑΡΩΜΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ

στους γονείς μου

Στα σοκάκια μέσα της μαγεμένης Πόλης
έτρεχαν τα μικρά παιδιά
αμέριμνα παίζανε βόλους και σκοινάκι
ενώ το νυχτολούλουδο
παρέα με το γιασεμί
κεντούσε ευωδιαστά το αεράκι
χανόταν στο γαλάζιο του ουρανού.
Στο βάθος γλάροι ασπάζονταν τα κύματα
της θάλασσας του Μαρμαρά
που μύρια είχε να αφηγηθεί
να κρύψει και ν’ αποκαλύψει.

 

 

ΣΚΙΑΜΑΧΩΝΤΑΣ ΤΗ ΦΥΓΗ

Σε ψάχνω στην ομίχλη σου·
απεγνωσμένα σε ζητώ
κι ο Βόσπορος στενάζει
κάτω απ’ το βάρος του χιονιού.
Πάγωσαν τα φτερά των γλάρων.
Οι σταλακτίτες σκίζουνε
του ήλιου τις ακτίνες.
Κι εσύ που κρύφτηκες καλά
επέλεξες να φύγεις.

 

 

Β Συλλέγοντας στιγμές

 

ΤΟΤΕ ΚΑΙ ΤΩΡΑ

Καλοκαίρι ήταν και τότε·
θυμάμαι ήμουν εδώ
στο ίδιο σημείο
κάτω από την κουκουναριά
στην αιώρα μέσα.
Ανακοινώθηκε επίσημα
το όνομά σου, ο ερχομός σου.
Δεν σε γνώριζα τότε
κι όμως σε ονειρεύτηκα.
Και τώρα πάλι κάτω
από το ίδιο δέντρο
σκέφτομαι ότι δεν θα είσαι πια
μαζί μας και αυτό κάνει
τις μέρες μου ανυπόφορες.

 

 

ΝΟΣΤΑΛΓΩΝΤΑΣ ΕΣΕΝΑ

Θα μου φτάσουν οι στιγμές μαζί σου
που έζησα
συντροφιά μου
από εδώ κι εμπρός
που θα φύγεις;
Ήδη νιώθω τη μοναξιά
δυνατή τη γροθιά
της απουσίας σου
στην καρδιά μου επάνω
που στο βάραθρο
με ρίχνει της απόγνωσης
ν’ αναρωτιέμαι
πώς θα συνεχίσω.

 

 

ΣΥΛΛΕΚΤΡΙΑ ΣΤΙΓΜΩΝ

Μικρά μα διαμάντια πολύτιμα
μαζί σου οι στιγμές.
Τις ψάχνω συνέχεια.

Περνούνε τις νιώθω ανεξέλεγκτα
στις φλέβες μου μέσα
ζωή με γεμίζουν.

Και όταν τελειώνουν
τις ζητώ και πάλι
καθώς εκείνες μού λείπουνε
πριν εξαφανιστούν.

Αδιάκοπο το κυνήγι
μαρτύριο ευτυχίας
οι στιγμές μου μ’ εσένα.

 

 

ΧΡΩΜΑΤΩΝ ΔΙΝΗ

Το μαύρο της ψυχής μου
όταν εσύ δεν είσαι πλάι
το κόκκινο που θα ’θελα να ζήσω
απεγνωσμένα
μα ούτε το επιτρέπεις μήτε το μπορώ
το γαλάζιο των ονείρων μου
μ’ εσένα
το μωβ της προσμονής σου
παλέτα ανεξίτηλη
μαύρη να με ρουφάει τρύπα
να εξαφανίζομαι
πάντα στην αναζήτησή σου.

 

 

Η ΔΙΚΗ ΣΟΥ ΤΡΙΚΥΜΙΑ

Κύματα βουνά
στο βυθό με τραβούν
με έλκει η δίνη η δική σου
παγιδεύομαι και μόνο
στη σκέψη της μορφής σου.
Αν με άφηνες
θα γινόμουν της ψυχής σου
εξερευνήτρια για πάντα.

 

 

ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΕΣ ΛΕΞΕΙΣ

Οι λέξεις που δεν τολμώ
να σου προφέρω
την ψυχή μου στοιχειώνουν
την καρδιά μου.
Στα όνειρά μου έρχονται συχνά
ζωντανεύουν και
με βασανίζουν.
Απόδραση αναζητούν
από τη φυλακή των χειλιών
μα ανάλγητη η λογική
για πάντα υπερισχύει.

 

 

ΣΤΟ ΒΑΡΑΘΡΟ ΜΟΥ

Έρχεσαι στα όνειρά μου
μα κρύβεσαι καλά.
Εκεί που πάω να σε αντικρίσω
αίφνης εξαφανίζεσαι.
Το πρόσωπό σου αναζητώ
με περισσήν απόγνωση.
Εσένα νιώθω δίπλα μου
αλλά σε κάθε νύχτα
σε κάθε μου χαμένο όνειρο
δεν σ’ έχω δει ποτέ.
Κι αυτό συμβαίνει πάντα.
Χάσμα κι απογοήτευση.
Δίχως ικανοποίηση η παγωνιά.
Στο βάραθρό μου μιας ψυχής
στυγνά τεμαχισμένης.

 

 

ΤΟ ΒΕΛΟΣ

Ευθύβολος ο Έρωτας σε τόξευσε
σε μια στιγμή χαμένη μες στο χρόνο·
σε βρήκε σ’ αιφνιδίασε σε πέτυχε γερά.
Το βέλος μυτερό καρφώθηκε
βαθιά στη ρίζα της καρδιάς σου
κι έκτοτε εκεί μένοντας αγκιστρωμένο
ενώ κινείσαι αυτό
αιμορραγεί φρικτά.
Και πια τη δύναμη δε βρίσκεις

να το τραβήξεις ν’ απαλλαγείς από αυτό
ή μην, να το αποχωριστείς δεν θες;

 

 

Κ Ρ Ι Τ Ι Κ Ε Σ

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΚΟΚΚΙΝΟΣ

Ο ΣΙΣΥΦΟΣ Τ. 14 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2017

«Φεύγανε τα καΐκια γεμάτα /φορτωμένα όνειρα κι απαντοχές» γράφει στο ποίημα «Σεπτέμβρης του 1922» η Σοφία Παπαχριστοφίλου. Ας αναζητήσουμε «Μέσα από φεγγίτη μικρό» τι αφήνουν πίσω τους «φεύγοντας τα καΐκια» και «συλλέγοντας τις στιγμές» που καταγράφονται στη ψυχή της ποιήτριας γιατί «…ο νους παρέμενε εκεί/ αντάμα με το βλέμμα που είχε/πλέον αφεθεί να βλέπει τις φωτιές/μαζί και τους καπνούς…» συνεχίζει στο ίδιο ποίημα. Τα βιώματα της ποιήτριας μας, είτε δικά της, είτε δικών της αγαπημένων ανθρώπων είναι αυτά που την εμπνέουν και μετουσιώνονται σε ποίηση.
Η συλλογή της Σοφίας «Από φεγγίτη μικρό» είναι η πρώτη της ποιητική παρουσία. Τα 45 ποιήματα της συλλογής χωρίζονται σε δυο μέρη. Το πρώτο μέρος της συλλογής με τίτλο «φεύγοντας τα καΐκια» τα 13 ποιήματα μιλάνε για τον έρωτα της με τη Κωνσταντινούπολη και της χαμένες πατρίδες. Στο δεύτερο μέρος με το τίτλο «συλλέγοντας τις στιγμές» στα 32 ποιήματα όπως μας λέει η ίδια σε μια αναφορά της «προσπάθησα να αποτυπώσω στο χαρτί συναισθήματα που βίωσα και συνεχίζω ακόμη να βιώνω για ανθρώπους και καταστάσεις που στιγμάτισαν τη ζωή μου.»
Τα ποιήματα και η αγάπη για τη Πόλη, γεννήθηκαν μέσα από τις αφηγήσεις αγαπημένου φίλου ο οποίος γεννήθηκε εκεί και έζησε τα παιδικά του χρόνια λίγο πριν από το 1964 που εκδιώχθηκαν από τη Πόλη. Μετά δε από την επίσκεψη της ποιήτριας στη Κωνσταντινούπολη η θαλασσινή αύρα του Βοσπόρου και των Πριγκιποννήσων, αυτός ο κόσμος ο γεμάτος ιστορία, μύθους, θρύλους, μυστήριο, μα και αρώματα, γεύσεις, εικόνες, μαγεία έγινε έρωτας και αστείρευτη πηγή έμπνευσης. Περπάτησε τις γειτονιές της Πόλης και μέσα από το άρωμα του γιασεμιού και της κανέλλας, ένοιωσε τον πόνο των ανθρώπων που διώχτηκαν από το τόπο τους με τη βία, κουβαλώντας το βιό τους σε μια βαλίτσα 20 κιλών. Λέει στο ποίημα «Ζήτημα Στιγμής»

Πώς να χωρέσεις μια ζωή
σε μια εικοσάκιλη βαλίτσα;
Σου είπανε μαζί να πάρεις
μόνο είκοσι κιλά.
Όμως τα όνειρα, οι ελπίδες και
οι αναμνήσεις βάρυναν περισσότερο
και δεν χωρούσαν μέσα.
Έμειναν πίσω να ελπίζουν
να επιβιώσουν να προσμένουνε…
Τη στιγμή να περιμένουν του δικού σου γυρισμού.

Η ποιήτρια περιγράφει με το καλύτερο τρόπο τις στιγμές των απελάσεων του 1964 στη Πόλη. Ίδιες στιγμές, να προσθέσω ζήσαμε και το 1974 στη Κύπρο και πάλι από τον ίδιο καταχτητή.
Και για τη Μικαριατική καταστροφή του 1922 μας λέει «Μέσα σε λίγες ώρες δεν είχε μείνει τίποτα/κι αμείλικτος διαφέντευε παντού ο Χάρος.»
Όμως η Κωνσταντινούπολη δεν είναι μόνο οι δυσάρεστες στιγμές των απελάσεων και του ξεριζωμού. Είναι μια Πόλη μαγική μας λέει στο ομότιτλο ποίημα

Και ξάφνου πρόβαλες
μες στην αχλή του πρωινού
σαν από παραμύθι αλλοτινό.
Μοναδική, εντυπωσιακή, πορφυρογέννητη
Πόλη εσύ, Κωνσταντινούπολη
ακτινοβολώντας Βυζάντιο και Πορφύρα.
Οι τόσες εκκλησιές αγέρωχα έστεκαν
πλάι στα τζαμιά,
κι ο Βόσπορος ένωνε δροσερά με παφλασμό
Ανατολή και Δύση
Μια Πόλη αξιολάτρευτη, γητεύτρα μου
της σκέψης και της καρδιάς μου.
Μια Πόλη όλη γεύσεις, σοκάκια θρύλους,
γλάρους, θάλασσα και ανθρώπους,
ανθρώπους διαφορετικούς αλλά και τόσο ίδιους.

Κανείς δεν σε κατέκτησε στ’ αλήθεια
αφού μόνη μπορείς και σαγηνεύεις όλους.

Ένα ποίημα ύμνος για τη Πόλη αλλά και τα Πριγκιπικά της διαμάντια, όπως ονομάζει τα Πριγκηπονήσια της. Ένας ύμνος για το ατέλειωτο μεγαλείο της Πόλης μέσα στους αιώνες και την ιστορία, με τον αυθεντικό και αυθόρμητο λόγο της Σοφίας.

Στο ποίημα Ίμβρος πολύ παραστατικά μας μιλά για το φιλί του Ιούδα που γεύτηκε το μαρτυρικό νησί απ’ αυτούς για τους οποίους αγωνίστηκε. Και δεν μπορώ να μη θυμίσω την επανάληψη της ιστορίας στη Κύπρο.

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου «Συλλέγοντας στιγμές» η ποιήτρια μοιράζεται με τον αναγνώστη συναισθήματα και στιγμές που βίωσε και βιώνει με ανθρώπους της ζωής της. Με λόγια-στίχους εξομολογητικούς μας μιλά για τον έρωτα, τις απογοητεύσεις, το πόνο, τον αποχωρισμό, την απουσία, την αγωνία να συλλέξει στιγμές με το αγαπημένο της πρόσωπο. «Μικρά μα διαμάντια πολύτιμα/μαζί σου οι στιγμές/Τις ψάχνω συνέχεια.»
Η απουσία όμως είναι «κοφτερό διαμάντι/την καρδιά κομματιάζει/την αφήνει σφαδάζουσα.» μας λέει στο ποίημα «Απουσίας διαμάντι»
Κι οι αντιθέσεις και εναλλαγές των στιγμών και των συναισθημάτων συνεχίζονται και σε άλλα ποιήματα. Μας λέει στο ποίημα «Για σένα»

Γράφω για σένα/νοιώθω ότι μου φεύγεις/απομακρύνεσαι σταθερά./Το αύριο σκέφτομαι/δεν θέλω να έρθει/χωρίς εσένα.

Κι όταν το συναίσθημα γίνεται βάρος από τον αποχωρισμό θέλοντας η ποιήτρια να αλαφρύνει τη ψυχή τα μας λέει

ΝΟΣΤΑΛΓΟΝΤΑΣ ΕΣΕΝΑ

Θα μου φτάσουν οι στιγμές μαζί σου
που έζησα
συντροφιά μου
από εδώ κι εμπρός
που θα φύγεις;
Ήδη νιώθω τη μοναξιά
δυνατή τη γροθιά
της απουσίας σου
στην καρδιά μου επάνω
που στο βάραθρο
με ρίχνει της απόγνωσης
ν’ αναρωτιέμαι
πώς θα συνεχίσω.

Οι στιγμές που μοιράζεται μαζί μας η ποιήτρια, ευχάριστες ή δυσάρεστες είναι κομμάτια της ζωής της και ξεκλειδώνοντας της ψυχή της μας εξομολογείται στο ποίημα «Φυλακισμένες λέξεις»
για ότι έχει μέσα της λέξεις-αλήθειες που δεν τόλμησε να ξεστομίσει, λέξεις που την στοιχειώνουν και τη βασανίζουν στα όνειρα.

Οι λέξεις που δεν τολμώ
να σου προφέρω
την ψυχή μου στοιχειώνουν
την καρδιά μου.
Στα όνειρά μου έρχονται συχνά
ζωντανεύουν και
με βασανίζουν.
Απόδραση αναζητούν
από τη φυλακή των χειλιών
μα ανάλγητη η λογική
για πάντα υπερισχύει.

Σ αυτή τη πρώτη της ποιητική συλλογή η Σοφία Παπαχριστοφύλου ανοίγει τα ποιητικά της φτερά με λόγο απλό, συναισθηματικό, εμπνευσμένο, αυθόρμητο, αληθινό και εξομολογητικό, στοιχεία τα οποία αγγίζουν το κάθε αναγνώστη και χαράζουν ένα προσωπικό ποιητικό λόγο.
Εύχομαι να συνεχίσει τη ποιητική της πορεία με την ίδια δύναμη
ψυχής και όπως είπε η ίδια να ζωντανεύει τα όνειρά της μέσα από τις λέξεις των ποιημάτων της.

 

ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ 

«Fractal», Απρίλιος 2016

Περί έρωτος

Ο έρωτας είναι θέμα κοινό στη λογοτεχνία. Είναι παρόν και στο δεύτερο μέρος του πρώτου βιβλίου της Σοφίας Παπαχριστοφίλου με γενικό τίτλο «Από Φεγγίτη Μικρό». Ο έρωτας διάχυτος, ανελέητος, βασανιστικός. Βάζει το ποιητικό υποκείμενο στη διαδικασία να συλλέγει στιγμές και να γεννά ποιήματα που αφορούν την υφή και την ποιότητά του. Ο αναγνώστης καλείται να γευτεί όλες τις εκφάνσεις του έρωτα: τον θαυμασμό που αυτός προκαλεί (ποίημα «Εσύ», σελ.28/ ποίημα «Ξημέρωμα γενεθλίων», σελ.30), την νοσταλγία, την μοναξιά, την απόγνωση που με σκληρότητα προσφέρει όταν είναι απών. Η απουσία είναι γροθιά δυνατή στο σώμα και στο πνεύμα αυτού που υφίσταται την έλλειψη.

Εσένα πάντα ατένιζα
κι ήσουν η Ιθάκη μου
προορισμός του νόστου της μορφής σου»

{Η δική μου Ιθάκη, σελ.32}

Η ουσία των πραγμάτων βρίσκεται όμως στο ποίημα «Ζωντανός», στη σελίδα 34. Ο μεγάλος έρωτας ίσως είναι προτιμότερο να μένει ανεκπλήρωτος, αλλιώς χάνει την δύναμη, την γοητεία και την αξία του. Η απόσταση φουντώνει τον έρωτα. Το ανέφικτο της ολοκλήρωσής του τον διατηρεί ζωντανό, ατόφιο και ακέραιο στις συνειδήσεις και στις καρδιές, δίνοντας παράλληλα ένα μοναδικό νόημα ζωής σε αυτούς που τον βιώνουν ως τέτοιο. Οι χίμαιρες, αν και μοιραίες, είναι λειτουργικές καμιά φορά. Αναζωογονητικές και ικανές στο να δοκιμάζουν αντοχές. Ο ανεκπλήρωτος έρωτας λοιπόν, ο γνώριμος πόνος, ο Γολγοθάς του ανικανοποίητου, η σφοδρή επιθυμία, η λαχτάρα για εξερεύνηση της ψυχής που ασκεί την έλξη, ο αρκετά μεγάλος βαθμός αυτογνωσίας σε ό,τι αφορά μια ψυχή «στυγνά τεμαχισμένη», σε ό,τι αφορά το «ρήμαγμα» που ο έρωτας παρέχει, όλα αυτά και άλλα συναφή, απαρτίζουν το ερωτικό σκηνικό που στήνει η Σοφία Παπαχριστοφίλου στην συλλογή της «Συλλέγοντας Στιγμές». Η σταθερή απεύθυνση στο «Εσύ» που έχει σαφώς εξιδανικεύσει, μικρές ερωτήσεις-αγωνίες, παράφοροι συσχετισμοί προσδίδουν δραματικότητα, ένταση και ζωντάνια στα μικρά ποιήματα που δημιουργεί.
Ιδιαίτερη σύνδεση με την συναισθηματική μνήμη παρατηρούμε στην πρώτη συλλογή του βιβλίου με τίτλο «Φεύγοντας τα καίκια», η οποία μας μεταφέρει σε έναν τόπο πολυσυζητημένο, που διαθέτει το δικό του ιστορικό βάρος και άρωμα, που παραπέμπει σε χιλιάδες εικόνες και άλλους τόσους συμβολισμούς. Λίγα ποιήματα, ολιγόστιχα, στοχευμένα, ισορροπημένα, μικρές ολότητες με εσωτερική συνοχή που ηχούν στ” αυτιά μας σαν παλιά νοσταλγικά τραγούδια. Γραμμένα σε ελεύθερο στίχο, αλλά χωρίς μοντέρνες γραμμές, επικίνδυνες ή ακραίες μεταφορές, βερμπαλισμούς και υπερβολές. Αντίθετα, με άρωμα παραδοσιακό, με μια γαλήνια κανονικότητα. Εδώ η ιστορική μνήμη τρυφερά συμπλέει με τον ποιητικό λόγο. Από μικρό φεγγίτη οι στιγμές του σήμερα ατενίζουν τις στιγμές ενός ιδιαίτερου παρελθόντος. Στίχοι «μάρτυρες των περασμένων». Ξεχωριστό το ποίημα με τίτλο «Σεπτέμβρης του ’22», που καθρεφτίζει κρίσιμες στιγμές, εικόνες χαλασμού πασπαλισμένες με στοχαστική διάθεση:
[…]
Mα o νους παρέμενε εκεί
αντάμα με το βλέμμα που είχε
πλέον αφεθεί να βλέπει τις φωτιές
μαζί με τους καπνούς…
Μέσα σε λίγε ώρες δεν είχε μείνει τίποτα
κι αμείλικτος διαφέντευε παντού ο Χάρος.

Για την Κωνσταντινούπολη ξεδιπλώνεται ένας ύμνος, ένας Άλλος έρωτας είναι στη συνείδηση της ποιήτριας αυτή η πόλη που έχει άπειρα πράγματα να αφηγηθεί και άλλα τόσα να κρύψει.
Γράφει:
[…]
Πόλη του ονείρου
και του στεναγμού
της ιστορίας και της θύμησης.

[ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ ΛΑΜΠΟΥΣΑ]

και αλλού:
Kανείς δεν σε κατέκτησε στ” αλήθεια
αφού μόνη μπορείς και σαγηνεύεις όλους.

[ΠΟΛΗ ΜΑΓΙΚΗ]

Άλλη λέξη κλειδί ο «Βόσπορος»: στολίδι, σημείο αναφοράς, τέλος, αλλά και αφετηρία.
Ακόμα: τα Πριγκηπονήσια, αλλά και η Ίμβρος το μαρτυρικό νησί, με την αγωνιστική διάθεση των κατοίκων, όλα αυτά ερεθίζουν την ποιήτρια, από αυτά εκκινεί η σκέψη της και συνεπώς οι λέξεις της. Συνθέσεις λιτές που διαθέτουν ήρεμη δύναμη, και προσπαθούν να εγκλωβίσουν αισθήματα, να σκιαγραφήσουν στιγμές, με συστολή και τρυφερότητα περισσότερο ,παρά με πυγμή και θράσος, προδίδοντας μια ευγένεια ψυχής και μια ειλικρίνεια από μέρους της δημιουργού, η οποία πατά σταθερά στις λέξεις και τη σημασία τους και δεν φοβάται να κυριολεκτεί ακόμα κι όταν το ζητούμενο είναι ένα τοπίο ποιητικό.

ΣΚΟΠΙΜΗ ΑΝΩΝΥΜΙΑ

Οι λέξεις δεν τολμούν
στην επιφάνεια να βγουν.
Φοβούνται μήπως διαλυθούν
όταν γνωστές γίνουν στους άλλους.

 

ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

Ο Σίσυφος τχ. 11, Ιανουάριος-Ιούνιος 2016

Η Σοφία Παπαχριστοφίλου εμφανίζεται για πρώτη φορά στο κοινό με μια μικρή ποιητική συλλογή, μικρή αλλά συναισθηματικά δυνατή, με
έντονο το βίωμα που την προκάλεσε, αλλά και εντονότερη την επιθυμία
να καταλάβει μια θέση στην ποιητική μας ενδοχώρα.
Η συλλογή απαρτίζεται από δύο μέρη- ενότητες, άνισα, ως προς
την έκταση, μεταξύ τους, εξίσου δυνατά και τα δύο, ωστόσο. Η πρώτη
ενότητα είναι το «Φεύγοντας τα Καΐκια» με δεκατρία ποιήματα και η
δεύτερη με τον τίτλο «Συλλέγοντας στιγμές» υπερδιπλάσια της πρώτης,
με τριάντα δύο ποιήματα.
Στην πρώτη. Ένα ταξίδι στη Βασιλεύουσα είναι το όνειρο του κάθε Έλληνα κι αν κάποιος δεν το έκανε ποτέ, πάντα έχει στο νου του ότι
έπρεπε να το είχε κάνει αλλά δεν ευνόησαν οι συνθήκες. Για μας τους
Έλληνες είναι κάτι σαν προσκύνημα όχι τόσο, νομίζω, στην έδρα της
Ορθοδοξίας, τουλάχιστον, όχι μόνο σ’ αυτήν, αλλά στην Ιστορία, στην,
επί χίλια χρόνια, Βασιλεύουσα. Στα πάθη του βυζαντινού Ελληνισμού,
τα οποία, αν και έχουν περάσει στην Ιστορία, παραμένουν υλικό μιας
παράδοσης ζωντανής συνυφασμένης με την εξέλιξή μας, των νεότερων
Ελλήνων. Όπως και να το κάνουμε η Κωνσταντινούπολη μπορεί στα χέρια των νέων κτητόρων της να άλλαξε όνομα, για μας όμως είναι πάντα
η δική μας Κωνσταντινούπολη και όσο κι αν σε έκταση μεγαλύνθηκε το
τωρινό της μεγαλείο, το βυζαντινό της είναι που την κάνει ακόμα πόλο
έλξης επισκεπτών και ας την ανταγωνίζεται το αντίπαλο πολιτισμικό
δέος με παλάτια και τζαμιά και μαντίλες.
Τίτλος της συλλογής η φράση Από φεγγίτη μικρό. Αυτό σημαίνει
ότι έχει περιορισμένη θέα ή ανάσα. Από την άλλη πάλι ισχύει και το
αντίθετο. Ένας φεγγίτης φέρνει φως, όπως και να ’ναι. «Η άνοιξη
περαστικά από το σπίτι άφησε μια χαρακιά στο φεγγίτη», λέει ο Τέλος
Άγρας κι αυτή η χαρακιά αλλάζει το τοπίο, γενικώς. Εξαρτάται τι βλέπει κανείς από τον φεγγίτη κι ας είναι μικρός.
Οι δύο ενότητες έχουν τίτλο του οποίου το βάρος πέφτει στη
μετοχή. Η μία «φεύγοντας» και η άλλη «συλλέγοντας». Και οι δύο μετοχές
σε χρόνο ενεστώτα, αδυνατίζοντας τη λειτουργία του ρήματος, του δίνουν έκταση και διάρκεια, σε αντάλλαγμα. Σαν να είναι το συναίσθημα
εν εκτάσει, εν εξελίξει. Σαν η διαδικασία τού «φεύγοντας» να μην
τελειώνει εύκολα ούτε και η διαδικασία τού «συλλέγοντας», δίνοντας
έτσι την εντύπωση ότι κρατάει πολύ και η πράξη και το συναίσθημα
που γεννά στον αναγνώστη, σαν να αφήνει ανοιχτό στο διηνεκές αυτό
που ενεργεί το ρήμα. Η ποιήτρια βλέπει τα καΐκια να φεύγουν και συλλέγει στιγμές. Όμως αυτές οι δυο μετοχές αφήνουν σε εκκρεμότητα το
τελικό αποτέλεσμα. Και αυτή η επιβράδυνση φορτώνει το συναίσθημα.
Και πολύ σωστά, το «φεύγοντας» διαιωνίζει το ταξίδι και αυτό
σημαίνει ζωή και εξέλιξη. Κυρίαρχος και αξιομνημόνευτος φυσικά ο
Βόσπορος που «λαμπύριζε/ στραφτάλιζε στον ήλιο». 0 χρόνος των ποιημάτων, όπως προκύπτει, είτε από το στίχο, είτε από το μότο είτε από
τον τίτλο, παίζει σε ένα μεγάλο διάνυσμα. Είναι η αρχή στο 1453 «Απ’
το μικρό φεγγίτη αργά παρατηρούσες! τα καράβια που είχε στείλει ο
εχθρός». Σε νεότερη εκδοχή ο «Σεπτέμβρης του 1922» μας φέρνει στη
μνήμη τη συμφορά της μεγάλης Καταστροφής, ενώ η «16 Μαρτίου 1964»
έρχεται πιο κοντά για να μας ξαναθυμίσει άλλον ένα εκπατρισμό. Όμως
ανεξάρτητα από το χρόνο, το πότε, εκείνο που φαίνεται είναι η αναγκαστική φυγή, το δύσκολο είναι ότι η ζωή όλη πρέπει να χωρέσει σε μια βαλίτσα.
Και η βαλίτσα χωράει τα απολύτως απαραίτητα και πρακτικά.
Τι γίνεται όμως με τα όνειρα, τις ελπίδες και τις αναμνήσεις, που αν
και άυλα βαραίνουν περισσότερο από τα άλλα; «Τα φριχτά σηκώνει η
γης και η ψυχή τα φριχτότερα» λέει ο Οδυσσέας Ελύτης στο Άξιον Εστί.
Και τα καΐκια φεύγανε γεμάτα. Και, όσο πιο γεμάτα τόσο πιο μεγάλη η
φυγή, τόσο πιο βαρύς ο πόνος. Και πίσω μένουν οι φωτιές, οι καπνοί, ο
θάνατος. Θυμάμαι εδώ το τραγούδι «0 Χάρος βγήκε παγανιά», με τον
Δημήτρη Μητροπάνο σε στίχο του Μάνου Ελευθερίου και μουσική Δήμου
Μούτση, όπου μέσα στα τρία λεπτά της διάρκειάς του έδινε την τραγωδία της Μικράς Ασίας. «0 Χάρος βγήκε παγανιά και θέρισε τη γειτονιά».
Η ματιά της νέας ποιήτριας μπαίνει στις λεπτομέρειες, κοιτάζει και
τα μικρά και τα ασήμαντα, με τα οποία ο χρόνος επιδαψιλέυσε αυτές
τις εποχές:

«Αράχνες, σ’ όλα/ τα σπίτια φωλιάζουν αράχνες ζωύφια! του παρελθόντος κρυμμένα στις γωνίες! μάρτυρες των περασμένων βουβοί/που παντού σκορπούν ανατριχίλα». Δεν είναι πολύ μακριά η αίσθηση του χώρου που έγινε πλέον μνήμη οδυνηρή και δεν μας διαφεύγει μια άλλη φωνή μακρινή, ωστόσο, ζωντανή, η φωνή του Γιάννη Ρίτσου που σταματούσε πάνω στα έπιπλα και σε όλα τα μικροπράγματα του σπιτιού για να δείξει την πληγή που η μνήμη τους άφησε. Έτσι κι εδώ, η ποιήτριά μας, με ανάλογο τρόπο και πικρό λόγο, διαπιστώνει πως «οι λέξεις δεν τολμούν/ στην επιφάνεια να βγουν. /Φοβούνται μήπως διαλυθούν! όταν γνωστές γίνουν στους άλλους». Είναι κι αυτή μια διάσταση της σκέψης και του αισθήματος της ποιήτριας να νιώθει
πως αυτό που το μυαλό και η ψυχή της επεξεργάζεται δεν μπορεί να
αποκτήσει ύλη και να φανερωθεί. Δεν μπορούν οι λέξεις να γίνουν
πράγματα, είναι δύσκολη η ψυχική και η διανοητική διαδικασία της
μετάπλασης. Και όμως μια ανάγκη εσωτερική θέλει να δώσει σώμα στη
σκέψη. Και αυτό το σώμα είναι το ποίημα.
0 ύμνος στην Κωνσταντινούπολη είναι σαφής: «Πολλοί σε λάτρεψαν… ο πόθος τους …πόλεμος σφοδρών καταχτητών». Πρόκειται για μια ερωτική εξομολόγηση στην πόλη θρύλο και πραγματικότητα μαζί, που κεντρίζει, προσελκύει, θέλγει τον κατακτητή. Σαν όμορφη και ερωτική γυναίκα η Πόλη είναι εκεί, είναι η Ωραία Ελένη των πόλεων. Και η όλη περιγραφή ακολουθώντας τον χάρτη της ψυχής της φιλοτεχνεί το πορτρέτο. Με όλα τα απαραίτητα μαγνάδια: τον φιδίσιο Βόσπορο, τα Πριγκηπόννησα, τα αρώματα των λουλουδιών, χωρίς να ξεχνά τις αθέατες ψηφίδες που συμπληρώνουν το ψηφιδωτό, εκείνο που πηγάζει από το όνειρο, το στεναγμό, την ιστορία. Όλα αυτά μαζί, σαν ένα, εκβάλλουν στην τρέχουσα πραγματικότητα, εκεί που παίζουν και τρέχουν τα παιδιά, εκεί που ο γλάροι ασπάζονται στα κύματα του
Μαρμαρά, εκεί που το νυχτολούλουδο και το γιασεμί επιδαψιλεύουν
τα αρώματά τους.
Το ποίημα «Ίμβρος» αποτελεί την απόπειρα σύνθεσης μιας συγγνώμης για ό,τι η Ελλάδα έκανε ή δεν έκανε και για ό,τι η Ιστορία προκάλεσε. 0 «Πύργος του Λέανδρου» έχει τουριστική, συναισθηματική και πολιτισμική σημασία, κάποτε και στρατηγική. Στο ποίημα γίνεται λόγος για ένα τραγικό συμβάν:

«Πύργος λευκός ψηλόλιγνος/ στη μέση του Βοσπόρου/ ορθός στέκει
αγέρωχος/ στον άνεμο στο κύμα/ κρύβει καλά το μυστικό /του τραγικού συμβάντος. / Μες στην αντάρα του χιονιά/ και το βουνίσιο κύμα/
μάταια η κόρη πρόσμενε/ να έρθει ο καλός της. / 0 φάρος μένοντας
σβηστός/ από την αμυαλιά/ ή και από το φύσημα του δυνατού βοριά.
/ Η αδηφάγος θάλασσα τον πήρε στο βυθό της/ κι η κόρη τον ακολουθεί/ αφού ήταν ριζικό της».

Κάτι λίγο από την αμυλιά των Εστιάδων του Γιάννη Γρυπάρη θυμίζει, που άφησαν και «Έσβησε η άσβηστη φωτιά» και του πύργου έσβησε ο φάρος από τον αέρα ή από την αμυαλιά της Κόρης. Κι έτσι ο Λέανδρος πνίγηκε και εκείνη έπεσε στα κύματα και πνίγηκε, επίσης.
Εδώ κάνω παρέκκλιση. Οι Ευρωπαίοι ονόμασαν το νησάκι του φάρου «Πύργο του Λέανδρου» για να τον συνδέσουν με τον μύθο της Ηρώς και του Λέανδρου. Στην ουσία πρόκειται για ένα βράχο μ’ ένα φάρο που έχτισε ο Αλκιβιάδης το 408 π. X. για να ελέγχει τα περσικά πλοία. Ο πύργος αξιοποιήθηκε και από τους Βυζαντινούς κήτους Οθωμανούς. Και εδώ, ο Λόρδος Μπάιρον, στο πρώτο του ταξίδι στην Ελλάδα και στη Μεσόγειο γενικώς, διέσχισε την απόσταση από τη Μικρασιατική στην Ευρωπαϊκή ακτή, από την Άβυδο στη Σηστό, κολυμπώντας, θέλοντας να επαναλάβει τον άθλο του Λέανδρου που, κολυμπώντας, πήγαινε να συναντήσει την αγαπημένη του. 0 Λόρδος Μπάιρον, δεινός κολυμβητής έκανε τη διαδρομή σε μία ώρα και δέκα λεπτά. Και καθώς ο στίχος του Κάλβου λέει «και ο μύθος κρύπτει νουν αλήθειας», εδώ η αλήθεια επιβεβαίωσε έναν μύθο. 0 Άγγλος λόρδος ήθελε
να ζωντανέψει τον αρχαίο μύθο και να δημιουργήσει τη νέα Ελλάδα.
Και τα καΐκια έφυγαν φορτωμένα βάσανα, απώλειες και μνήμες.
Ακολουθεί η ενότητα «Συλλέγοντας στιγμές».
Το τελευταίο ποίημα της πρώτης ενότητας, κατά έναν επιδέξιο τρόπο
ανοίγει την αυλαία στη δεύτερη ενότητα.

Πρώτο ποίημα «Τότε και τώρα». Τελείως κρυπτικό: «Καλοκαίρι ήταν και τότε·/ θυμάμαι ήμουν εδώ/ στο ίδιο σημείο/κάτω από την κουκουναριά/ στην αιώρα μέσα-/Ανακοινώθηκε επίσημα /το όνομά σου, ο ερχομός σου. / Δεν σε γνώριζα τότε/ κι όμως σε ονειρεύτηκα. /Και τώρα πάλι κάτω/ από το ίδιο δέντρο/ σκέφτομαι ότι δεν θα είσαι πια/ μαζί μας και αυτό κάνει/ τις μέρες μου ανυπόφορες».

Ποιο είναι το εδώ και το τώρα του ποιήματος, ήτοι ο χώρος και ο χρόνος;
Ποιο είναι το πρόσωπο που λείπει και κάνει τις μέρες «ανυπόφορες»;
0 στίχος δεν καταμαρτυρεί, κι όμως ό,τι θέλει να ξέρουμε το ξέρουμε.
Καμιά σημασία δεν έχουν για το ποίημα οι συμβάσεις του χώρου και
του χρόνου ή ποιος είναι ποιος. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι η
ποιήτρια θυμάται κάτι ευδαιμονικό από την παιδική ίσως ζωή της, το
οποίο τώρα στην ίδια θέση αναθυμάται με πίκρα, κάνοντας την διαπίστωση του τότε και του τώρα, του ερχόμενου που έφερνε και την αλλαγή στη στασιμότητα και την τραυματική έλλειψη στον παρόντα χρόνο.
Είπα, προηγουμένως, ότι ο «Πύργος του Λέανδρου» ανοίγει την
αυλαία στη νέα ενότητα, γιατί αυτά τα δύο ποιήματα είναι σχεδόν ίδια.
Δυο κοπέλες μια αρχαία -του μύθου- η Ηρώ- και μια σύγχρονη
-η ποιήτρια- περιμένουν ένα αγαπημένο πρόσωπο. Πλην ματαίως και
οι δύο. Η σύγχρονη αλήθεια και ο αρχαίος μύθος δεν είναι παρά η μία
και μοναδική εκδοχή της επανάληψης της ζωής και των προβλημάτων,
συναισθηματικών εμποδίων, που δεν έχουν ηλικία και τόπο. Πάντοτε
και παντού οι άνθρωποι είναι ίδιοι. Κάποια κόρη ή μάνα, περιμένει.
Κάποιος αγαπημένος ή σύζυγος ή γιος ή αδελφός δεν έρχεται· κι αυτό
γίνεται τραγούδι και ποίημα που δείχνει το μέγα τραύμα της ψυχής.
Η μνήμη λοιπόν μπαίνει και εδώ, όπως και στην Κωνσταντινούπολη, η μνήμη μεταφέρει το φορτίο των καλών και των κακών αναμνήσεων και
πάνω της χτίζεται η ζωή και τα έργα της. Η ποιήτρια στην ενότητα αυτή
γίνεται πιο προσωπική. Κάνει στροφή προς τα μέσα, κοιτάζει τον εαυτό της, κοιτάζει τον άνθρωπο απέναντι της, στην ουσία, με αφορμή τον καθένα γύρω και την όποια συμπεριφορά μιλάει για τις αντινομίες της ζωής. Για όλα εκείνα που μοιάζουν καλά και όλα εκείνα που ανατρεπονται. Και φυσικά δεν υπάρχει περίπτωση να λείπει ο έρωτας. Είναι ο Έρωτας μια στιγμή ορόσημο στη ζωή του ανθρώπου, αυτή που τον κάνει να είναι άνθρωπος. Και η στιγμή που εμφανίζεται είναι θαυμαστή και η στιγμή που χάνεται είναι τραγική. Αυτός είναι ο Παράδεισος και η Κόλαση. Τα ποιήματα «Εσύ», «Όνειρα που επιμένουν», «Ξημέρωμα γενεθλίων», «Ζωή μουντή», «Για σένα» είναι διαποτισμένα από την ερωτική θλίψη, από την αίσθηση του κενού που δημιουργεί η απουσία.
Και ιδού και η αντίφαση, όταν τα πράγματα ήταν και δεν είναι πια:

«Μικρά διαμάντια πολύτιμα/ μαζί σου οι στιγμές … Αδιάκοπο κυνήγι/ μαρτύριο ευτυχίας/ οι στιγμές μου μ’ εσένα». Αυτό πλέον είναι
το μοτίβο των ποιημάτων αυτής της ενότητας. Η ποιήτρια αφορμάται
από τα ιδιωτικά της, τα οποία την κατακλύζουν. Η επιθυμία να βγάλει
στο φως αυτό που την πονεί είναι κατάδηλη.

Από τεχνικής απόψεως η Σοφία Παπαχριστοφίλου (δείτε τη συγκυρία
των συμπτώσεων: και Σοφία και παπα- και Χρίστο- και φίλου) δεν
ενδιαφέρεται για μια ενιαία γραμμή. Αφήνεται στη ροή του στίχου
της. χωρίς να δεσμεύεται από συγκεκριμένη τεχνοτροπία. Ο ελεύθερος
στίχος δεν υποχρεούται σε καμιά δέσμευση, ενώ συχνά ο στίχος παίρνει
κάτι το πανηγυρικό, ενθουσιαστικό, όπου οι σπασμένοι δεκαπεντασύλλαβοι δίνουν ρυθμό στο βάδισμα του στίχου.
Η γλώσσα της η συναισθηματική και οι στίχοι εξόφθαλμα «πατριωτικοί» και οργισμένοι μερικές φορές, μοιάζουν κάποτε σαν παραμύθι,
όπως συμβαίνει στο ποίημα «Ίμβρος» ή «0 Πύργος του Λέανδρου» για
παράδειγμα. Τα ποιήματα όμως της δεύτερης ενότητας είναι προσωπικά, προσωπικότατα. Θα μπορούσε κανείς να πει πως θρηνεί. Κι επίσης
θα μπορούσε να την παραβάλει με την αρχαία ποιήτρια Σαπφώ για το
πικρό αίσθημα του βασανιστικού έρωτά της ή με την ερωτική Μαρία
Πολυδούρη, μόνο που η πρώτη έχει βάλει πολύ ψηλά τον πήχη και η
δεύτερη, για τα μέτρα των κοινών θνητών, επίσης πολύ ψηλά, τηρουμένων πάντα και των αναλογιών, χρόνων, εποχών, στιγμών και συνθηκών.
Το μέτρο σύγκρισης δεν μπορεί βέβαια, να είναι η μία ή η άλλη, αλλά
δυνάμει δίνουν και δείχνουν κάποιο δρόμο.
Η Παπαχριστοφίλου κάνει την πρώτη δοκιμή των ποιητικών φτερών
της. Η έμπνευση έχει την εμπειρία σκαλοπάτι. Το προσωπικό πάθος.
Ένα είναι πάντα το θέμα, λέει ο Σεφέρης: το φθαρτό μου σώμα. Εκεί
επάνω στήνεται η φιλοσοφία σαν σύστημα, ο στοχασμός, η ποίηση και
η τέχνη εν γένει.
Επόμενο ήταν ότι και της Σοφίας η αφόρμηση θα ήταν ο εαυτός της·
Τα ερωτικά της, η λαχτάρα της να τα δει τυπωμένα. Ο δρόμος της τέχνης
είναι μακρύς. Ο Σολωμός δοκίμαζε τον ίδιο στίχο δεκαεννέα φορές. λεει
ο Ελύτης (Ιδιωτική οδός, σ. 65). Ο ίδιος έκανε είκοσι χρόνια να ετοιμάσει το Άξιον Εστί. «Χρειάζεται συνεχώς ν’ απωθείς, ν’ αποποιείσαι, να επιλέγεις, να υιοθετείς», μας λέει επίσης. Το ταλέντο που υπάρχει καλλιεργείται και εξελίσσεται. Και αφού η Σοφία βγήκε στον πηγαιμό για την Ιθάκη ας της ευχηθούμε να απολαύσει το ταξίδι και «καλύτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει» όπως συμβουλεύει ο γέρων της Αλεξάνδρειας.

 

ΣΩΤΗΡΗΣ ΣΑΡΑΚΗΣ

Ο Σίσυφος τχ. 11, Ιανουάριος-Ιούνιος 2016

Οι δυσάρεστες εμπειρίες που σημαδεύουν τη ζωή των ανθρώπων είναι πολλές, όμως καμιά τους δεν είναι κοινή σε όλους τους ανθρώπους.
Ακόμη και ο θάνατος αγαπημένων προσώπων δεν μπορεί να χαρακτηριστεί κοινή εμπειρία για όλους τους θνητούς. Πράγματι, ο καθένας μας, μετά από κάποια ηλικία αρχίζει να βιώνει τον θάνατο αγαπημένων του προσώπων, όμως άλλο πράγμα είναι η απώλεια της μάνας σε παιδική ηλικία, άλλο η απώλεια του πιο αγαπημένου φίλου στην εφηβεία -ας μη συνεχίσω. Πολύ περισσότερο οι υπόλοιπες δυσάρεστες εμπειρίες χτυπάνε την πόρτα μας επιλεκτικά. Σε κάποιους θα «τυχει» αυτό ή εκείνο, σε άλλους όχι. Τον ένα θα τον βρει η μια ατυχία, τον άλλον η άλλη. Με αποτέλεσμα, πολλές από αυτές να μην «μιλάνε» με την πραγματική τους ένταση σε πολλούς από μας. Διότι αν δεν έχεις ζήσει ο ίδιος κάτι, όσο και να καταλαβαίνεις τον πόνο που κουβαλάει, δύσκολα, πολύ δύσκολα θα μπορέσεις κάπως να προσεγγίσεις τη θέση αυτού που το υφίσταται.
Ας πούμε, ο διωγμός. Η βίαιη απομάκρυνση ανθρώπων από τις
εστίες τους. Φανταζόμαστε αυτούς τους ανθρώπους να ζούνε ήρεμα
στον τόπο τους, εκεί που έχουν γεννηθεί, εκεί που έζησαν γενιές και γενιές προγόνων τους πριν από αυτούς. Ήρεμα, με τις χαρές τους και τις
λύπες τους, με τις δυσκολίες και τα καθημερινά προβλήματα, αλλά πάντως ήρεμα, μια κανονική ανθρώπινη ζωή. Και ξαφνικά, ξημερώνει μια καινούργια μέρα: Πρέπει να φύγουν, να φύγουν όπως όπως, να πάνε αλλού, και προπαντός να φύγουν τρέχοντας, πριν ο θάνατος τους κλείσει το δρόμο.
Μια λέξη έρχεται αυθόρμητα στον νου, η λέξη «αβάσταχτο».
Αβάσταχτο για τους ενήλικους, τους κάπως τέλος πάντων υποψιασμένους, αυτούς που έχουν προλάβει να μάθουν πως «αυτά συμβαίνουν». Τι να πούμε όμως για τα παιδιά, τι μπορεί να σημαίνει αυτό το
ξαφνικό για ένα παιδί; Ένα από αυτά τα παιδιά που μέχρι χτες Στα
σοκάκια μέσα της μαγεμένης Πόλης / έτρεχαν […] / αμέριμνα παίζανε
βόλους και σκοινάκι / […] ; Πώς βιώνει ένα από αυτά τα παιδιά τον
ξεριζωμό; Εδώ λοιπόν, ίσως μόνο η τέχνη μπορεί κάπως να αποδώσει
το δράμα. Η Σοφία Παπαχριστοφίλου το επιχειρεί με το πρώτο ποίημα
της πρώτης της ποιητικής συλλογής:

Παραμονής αδημονία

Ο Βόσπορος λαμπύριζε
στραφτάλιζε στον ήλιο
που έβγαινε τολμηρός, αγέρωχος
αλλά και χειμωνιάτικος.
Κι εσύ μικρό παιδί, κρυμμένο στη σοφίτα
περίμενες καρτερικά τον Άι Βασίλη
που αργούσε να φανεί.
Απ’ το μικρό φεγγίτη αργά παρατηρούσες
τα καράβια που είχε στείλει ο εχθρός.
– Άραγε ο καινούργιος χρόνος τι θα φέρει;

Να λοιπόν που ο καίριος ποιητικός λόγος καταφέρνει, αρθρωμένος
σ’ αυτούς τους ελάχιστους στίχους, να στήσει μπροστά στα μάτια μας
μια εικόνα συγκλονιστική. Η ποιήτρια, χωρίς να κραυγάζει, χωρίς καν
να υψώνει τον τόνο της φωνής της, με άκρα λιτότητα, περισσότερο με
αυτά που υπαινίσσεται, παρά με αυτά που καταγράφει, περισσότερο
με αυτά που αφήνει να αναδύονται μόνα τους στην επιφάνεια παρά με
αυτά που εικονίζει, καταφέρνει να μας κάνει συμμέτοχους στο βουβό
δράμα αυτού του μακρινού παιδιού.
Κάπως έτσι, και στα υπόλοιπα ποιήματα του πρώτου μέρους της
συλλογής ζωντανεύει το δράμα του διωγμού. Στα περισσότερα έχουμε
ευθεία ή εμφανή αναφορά στην Κωνσταντινούπολη, σε ένα συναντούμε
τα κοντινά της Πριγκιποννήσια, κάπου αλλού την Ίμβρο, ενώ με το
ΣΕΠΤΕΜΒΡΗΣ ΤΟΥ 1922 τα μάτια μας θαμπωμένα απ’ τους καπνούς
διακρίνουν τα αποκαΐδια της Σμύρνης: Φεύγανε τα καΐκια γεμάτα /
φορτωμένα όνειρα κι απαντοχές / ανθρώπινες σκιές με το μικρό τους
βιος / μέσα σ’ ένα πουγκί. […] . Με αυτά τα δεδομένα, η αίσθηση
που αφήνει στον αναγνώστη το πρώτο μέρος της συλλογής -αίσθηση
οφειλόμενη, κατά τα ανωτέρω, κυρίως σε λόγους «στατιστικούς»- είναι
αυτή μιας πολυπρισματικής ελεγείας επικεντρωμένης στον ξεριζωμό
από την Κωνσταντινούπολη, αυτή την Πόλη των πόλεων, την Πόλη του
ονείρου / και του στεναγμού / της ιστορίας και της θύμησης, που
όμως απλώνεται αγκαλιάζοντας με τους απέριττους στίχους της και
άλλες χαμένες πατρίδες, συντηρώντας τη μνήμη και άλλων μαρτυρικών τόπων, τόπων με ονόματα οικεία στον Έλληνα αναγνώστη. Πρέπει,
ακόμη, να επισημανθεί ότι δεν λείπουν και τα ποιήματα με γενική αναφορά σε διωγμούς, χωρίς μνεία συγκεκριμένου τόπου ή χρόνου, επειδή
με αυτά ακριβώς τα ποιήματα επιτελείται η κορυφαία λειτουργία της
ποιητικής τέχνης, αυτή που από το ατομικό και το μερικό οδηγεί στο
καθολικό, στο πανανθρώπινο. Έτσι, όταν, ας πούμε, διαβάζουμε ΤΑ
ΔΙΧΤΥΑ ΤΩΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ, μπορεί εμείς, επειδή τα διαβάζουμε μέσα
στο συγκεκριμένο πλαίσιο, να τα περιορίζουμε σ’ αυτό, όμως εκείνα
με τους πέντε στίχους τους στήνουν το σκηνικό της ξαφνικής εγκατάλειψης, αυτό που μένει πίσω ως βουβή -μα και σπαρακτική- μαρτυρία
μετά από τον όποιο ξεριζωμό, όπου γης:

Αράχνες, σ’ όλα
τα σπίτια φωλιάζουν αράχνες ζωύφια
του παρελθόντος κρυμμένα στις γωνίες
μάρτυρες των περασμένων βουβοί
που παντού σκορπούν ανατριχίλα.

Κατά παρόμοιο τρόπο και η αντικριστή τους ΣΚΟΠΙΜΗ ΑΝΩΝΥΜΙΑ, επιδέχεται πολλαπλές αναγνώσεις. Μπορεί, ενδεχομένως, να
εκληφθεί ως αδυναμία -ή και άρνηση- του θύματος της βαρβαρότητας
να «κοινωνήσει» στους άλλους τα πάθη του. Ή μπορεί, ακόμη, να διαβαστεί ως η κραυγή αγωνίας του ποιητή που, έχοντας επίγνωση των ορίων της τέχνης του, γνωρίζει πως αυτή η τέχνη ναι μεν μπορεί στις
κορυφαίες στιγμές της να προκαλέσει την ύψιστη αισθητική συγκίνηση,
όμως ποτέ δεν θα μπορέσει να ζωντανέψει πλήρως μέσα στην ψυχή
του αναγνώστη αυτό που, για να επιστρέψω στην αρχή της ομιλίας
μου, ορίζεται ως «αβάσταχτο». Προσωπικά ωστόσο, είδα μέσα από
τους τέσσερις στίχους του να προβάλει ενώπιον του ποιητή (πάλι, του
όποιου ποιητή, όπου γης) η στιγμή της σιωπής. Η κρίσιμη εκείνη στιγμή που ο ποιητής αισθάνεται ότι πρέπει να σταματήσει – το πέραν ανήκει στη σιωπή. Οι ίδιες οι λέξεις του τον ειδοποιούν: Αξιώθηκες, προσεγγίζοντας σημαδιακές στιγμές ή καταστάσεις, να βυθιστείς στα απύθμενα του ανθρωπίνου βίου -δικού σου ή άλλων, καμιά σημασία- ανέσυρες ό,τι μπόρεσες να ανασύρεις, μην επιχειρείς λοιπόν, πέρα από τούτο το σημείο, να μοιραστείς τίποτε, με κανέναν. Αν επιμείνεις να μας βγάλεις στην επιφάνεια ώς το τέλος μας, θα σβήσουμε, θα χαθούμε όλες μαζί. Άφησε τα υπόλοιπα στη σιωπή, δεν σου ανήκουν. Ανάλογα με τον βαθμό της σοφίας του και της άσκησής του ο ποιητής υπακούει ή όχι· το βέβαιο είναι πως η υπακοή ανταμείβεται αφού από αυτό ακριβώς το σημείο και πέρα η σιωπή τα καταφέρνει καλύτερα!
Αυτά για το πρώτο μέρος του βιβλίου που φέρει τον τίτλο «Φεύγοντας τα καΐκια». Η ζωή, ωστόσο, συνεχίζεται, αφού διαθέτει ανεξάντλητο πείσμα και ακαταμάχητα όπλα. Όπως -ας πούμε- τον έρωτα, αυτή την κορυφαία εκδήλωση της θέλησης για ζωή, η οποία και κατά παράδοση, ευλόγως αντιτάσσεται -πρώτη και καλύτερη- στον θάνατο και την καταστροφή. Έτσι, σοφά επιλέγει η ποιήτρια ν’ αφιερώσει σ’ αυτόν το δεύτερο μέρος του βιβλίου της, στο οποίο και θα αναφερθώ πολύ σύντομα στον λιγοστό χρόνο που απομένει.
Πρόκειται για καταγραφή μεμονωμένων στιγμών, που αποσπώνται
από τις -προφανώς αμέτρητες- οι οποίες και απαρτίζουν μιαν ολόκληρη ζωή, κοινή ζωή με τον ερωτικό σύντροφο, εξ ου και ο τίτλος: «Συλλέγοντας στιγμές». Τώρα γιατί επιλέγονται οι συγκεκριμένες στιγμές και όχι άλλες, αφού όλες τους είναι Μικρά διαμάντια πολύτιμα, όπως διαβάζουμε στο ποίημα με τον παρεμφερή τίτλο (ΣΥΛΛΕΚΤΡΙΑ ΣΤΙΓΜΩΝ);
Μα, αυτό είναι ένα από τα μικρά μυστήρια της ποίησης – αυθαίρετα
εντελώς γίνονται αυτές και όχι κάποιες άλλες ποιήματα, πράγμα που
δεν έχει, άλλωστε, την παραμικρή σημασία αφού το ζητούμενο είναι να
αποδοθεί η συνολική εμπειρία, να αποτυπωθεί αυτό το διαρκές μαρτύριο ευτυχίας όπως διαβάζουμε στο ίδιο ποίημα που μόλις αναφέρθηκε.
Κάτι σαν εύστοχος ορισμός του ίδιου του Έρωτα, όπως θαυμάσια μπορεί να μας το επιβεβαιώσει και το ποίημα ΤΟ ΒΕΛΟΣ: Ευθύβολος ο Έρωτας σε τόξευσε / […] Το βέλος μυτερό καρφώθηκε / […] κι έκτοτε εκεί μένοντας […] / αιμορραγεί φριχτά. / Και πια τη δύναμη δε βρίσκεις / να το τραβήξεις […] / ή μην, να το αποχωριστείς δεν θες;
Με τον ίδιο χαμηλό τόνο, με άκρα λιτότητα, απτή ευαισθησία και
αυθορμητισμό η ποιήτρια μοιράζεται με τον αναγνώστη πτυχές του
ψυχικού της κόσμου (που μπορεί, κάλλιστα, να συναντιέται -και ενίοτε να ταυτίζεται- με τον αντίστοιχο του αναγνώστη, και πρωτίστως της αναγνώστριας), πότε αναδεικνύοντας στιγμιότυπα του καθ’ ημέραν
βίου, πότε επιμένοντας στα παντός είδους ΡΗΓΜΑΤΑ (τίτλος ποιήματος), κάποτε εστιάζοντας στα ΟΝΕΙΡΑ ΠΟΤ ΕΠΙΜΕΝΟΥΝ (ομοίως, τίτλος ποιήματος), και οπωσδήποτε επιστρέφοντας, πάντα επιστρέφοντας στις λέξεις. Είτε πρόκειται για τις ΛΕΞΕΙΣ ΣΗΜΑΔΙΑ είτε για τις ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΕΣ ΛΕΞΕΙΣ – λέξεις, αυτές οι τελευταίες, που όπως
ομολογεί […] δεν τολμώ / να σου προφέρω […], οπότε εκείνες […]
Απόδραση αναζητούν / από τη φυλακή των χειλιών / μα ανάλγητη η
λογική / για πάντα υπερισχύει.
Στο σημείο ακριβώς αυτό, και έχοντας φτάσει στο τέλος της ομιλίας
μου, ας μου επιτραπεί να θυμίσω όσα είπα κλείνοντας την αναφορά
μου στο πρώτο μέρος του βιβλίου, για τον μυστικό διάλογο του ποιητή
με τις λέξεις. Ώστε να μπορώ να υποστηρίξω ότι ναι, συναντώνται τα
δύο -φαινομενικά τόσο απόμακρα μεταξύ τους- μέρη αυτού του βιβλίου,
πέρα από το ενιαίο ύφος, συναντώνται και κάπου εδώ, στις λέξεις,
για περισσότερη ακρίβεια στον απρόσιτο, υπόγειο χώρο συνάντησης
του ποιητή με τις λέξεις.

 

ΑΓΑΘΗ ΓΕΩΡΓΙΑΔΟΥ

Παρέμβαση τχ. 180, Απρίλιος-Αύγουστος

ΜΙΑ ΑΝΑΓΝΩΣΗ

Λαμπερή και τριζάτη, μέσα από ένα μεταφορικό μικρό φεγγίτη και τα αθώα μάτια ενός παιδιού προβάλλει η Βασιλεύουσα στην Α΄ ενότητα ποιημάτων της ποιητικής συλλογής της Σοφίας Παπαχριστοφίλου «Φεύγοντας τα καΐκια». Μάγισσα και πλανεύτρα, όπως την τραγούδησε κι ο Παλαμάς στη «Φλογέρα του Βασιλιά», ξεδιπλώνεται νωχελικά με τους επιδέξιους στίχους της Παπαχριστοφίλου, μέσα από την αχλύ του παραμυθιού, στο λαμπύρισμα του Βοσπόρου με τα σοκάκια, τους γλάρους και τους ανθρώπους της. Στίχοι που σαγηνεύουν, λέξεις που λάμπουν σαν τα Πριγκιποννήσια, η ποιήτρια μας παρασύρει στη δική της νοσταλγία και μελαγχολία για την απώλεια που στέρησε από τον ελληνισμό τόση ομορφιά… Εμβόλιμα στην πρώτη ενότητα και ποιήματα αντικριστά στον καθρέφτη: αυτά που αποτυπώνουν όχι τη δόξα και τη λάμψη αλλά τον πόνο και την προδοσία, τον καημό της Καταστροφής και του ξεριζωμού:

ΣΕΠΤΕΜΒΡΗΣ ΤΟΥ 1922
Φεύγανε τα καΐκια γεμάτα
φορτωμένα όνειρα κι απαντοχές
ανθρώπινες σκιές με το μικρό τους βιος
μέσα σ’ ένα πουγκί.
Μα ο νους παρέμενε εκεί
αντάμα με το βλέμμα που είχε
πλέον αφεθεί να βλέπει τις φωτιές
μαζί με τους καπνούς…
Μέσα σε λίγες ώρες δεν είχε μείνει τίποτα
κι αμείλικτος διαφέντευε παντού ο Χάρος.

Στη Β΄ ενότητα της ποιητικής συλλογής «Συλλέγοντας στιγμές», η ποιήτρια αναφέρεται σε καθαρά προσωπικές της στιγμές και συναισθήματα από το παρελθόν και το παρόν, κάποια από τα οποία έχουν την προβολή τους και στο μέλλον:

ΞΗΜΕΡΩΜΑ ΓΕΝΕΘΛΙΩΝ
Πολύχρονος να ’σαι
να ζεις να υπάρχεις
να δημιουργείς να ονειρεύεσαι.
Κι εγώ να σε σκέφτομαι
να σε νοιάζομαι πρώτη
να προσμένω
τη στιγμή που εσένα
θα συναντήσω ξανά.

Κατά κάποιο τρόπο και αυτή η ποιητική ενότητα είναι ιδωμένη από «φεγγίτη μικρό». Ο πομπός σε όλα το «εγώ» και ο δέκτης το αφηρημένο «εσύ», το οποίο ίσως έχει ένα, ίσως και ποικίλα πρόσωπα στον καθρέφτη της ζωής. Καθοδηγητικό νήμα στο παρελθόν η μνήμη και έδρα η καρδιά. Λυρικά ποιήματα, όχι όμως με τον τρόπο της Πολυδούρη. Έντονα μελαγχολικά, χωρίς όμως απότομες εξάρσεις προς τα πάνω ή προς τα κάτω. Βασανιστική νοσταλγία και πάθος που ελέγχεται από μια αφοπλιστική ειλικρίνεια, ένας ήρεμος συναισθηματισμός που καθαγιάζει στιγμές του παρελθόντος, τις οποίες βίωσε το ποιητικό υποκείμενο με πόνο, ερωτική αδημονία και ματαίωση. Η απουσία παρούσα σε όλα σχεδόν τα ποιήματα αυτής της ενότητας:

ΖΩΝΤΑΝΟΣ
Ο έρωτας ανεκπλήρωτος
ε και;
Καλύτερα για να ‘χεις κάτι
να κυνηγάς
έναν στόχο να παλεύεις
να επιμένεις, να υπάρχεις
να κρατιέσαι ζωντανός.

Στάλες πολύτιμες, σαν διαμαντάκια, οι όμορφες στιγμές που κάποτε υπήρξαν με το «εσύ», γι’ αυτό και η λαχτάρα της επανένωσης. Βεντάλια τα χρώματα των συναισθημάτων: από το μαύρο –το κενό, το κόκκινο της επιθυμίας για ζωή και το γαλάζιο των ονείρων στο μωβ της προσμονής και «κυκλοτερώς» ξανά στο μαύρο της αναζήτησης (ΧΡΩΜΑΤΩΝ ΔΙΝΗ).
Οι λέξεις παρήγορες έρχονται να απαλύνουν τη θλίψη του κενού, του χωρισμού, του ανικανοποίητου. Η ποίηση γραπώνει τις εικόνες για να μείνουν ζωντανές. Ο νους ταλανίζεται από ερωτήματα. Αδύναμη να συγκρατήσει τις σκέψεις που την βασανίζουν, η ποιήτρια στήνει δοκάρια και τις συλλαμβάνει για να τις ακινητοποιήσει κι αυτές στο χρόνο, έστω και παγωμένες, κι ας πονάνε περισσότερο.
Ο ποιητικός λόγος της Παπαχριστοφίλου χαρακτηρίζεται από απλότητα, αμεσότητα, αυθορμητισμό. Λαγαρός σκόπιμα, καθόλου συσκοτισμένος. Κύριο γνώρισμά του η εφηβική σεμνότητα. Οι λέξεις και οι στίχοι της καλοδουλεμένα. Ο έρωτας με την πανάρχαια ιστορία του σφραγίζει την ποιητική συλλογή είτε ως ιστορική μνήμη (Α’ ενότητα) είτε ως ερωτικές στιγμές συλλεγμένες στο πέρασμα του χρόνου σε μικρά, σύντομα και όμορφα ποιήματα.

 

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

τοβιβλιοnet 12/1/2017

Πόλη Λάμπουσα γεμάτη πόνους

Η πρώτη ποιητική συλλογή της Σοφίας Παπαχριστοφίλου «από φεγγίτη μικρό» (Γαβριηλίδης, 2016) έχει επίκεντρο τον έρωτα. Στον έρωτα της Παπαχριστοφίλου διακρίνονται όλα τα στάδια: ο ανολοκλήρωτος έρωτας, ο ρομαντικός, ο χωρισμός και η μοναξιά. Όλα όμως συντελούν σε έναν έρωτα εξιδανικευμένο.

Λυρικές αποχρώσεις σαν από οπτασίες φωτίζουν την ποίηση της. Συχνά οι συνθέσεις της θυμίζουν ερωτικά σημειώματα απευθύνονται σε κάποιο βουβό β’ ενικό. Εξάλλου, το σταθερά αυτοαναφορικό ποιητικό υποκείμενο ορίζει τον εκμυστηρευτικό χαρακτήρα της ποιητικής της. Η έκφρασή της αξιοποιεί μία γλώσσα οικία και καθημερινή. Ο στιχουργικός ρυθμός ορίζεται από την ελευθερόστιχη νοηματική απόδοση ελέγχοντας παράλληλα τη συναισθηματική ένταση.

Ωστόσο, στην πρώτη ενότητα της συλλογής κυριαρχεί η νοσταλγία και το ψυχικό άλγος για την Κωνσταντινούπολη. Με ήπιους τόνους που κρατούν σε απόσταση εθνικιστικές εξάρσεις η δημιουργός στρέφεται στην ομορφιά της παραθαλάσσιας ευρωπαϊκής Τουρκίας που έφερε τόσους πόνους και ξεριζωμούς (Κωνσταντινούπολη Λάμπουσα, Πόλη μαγική, άρωμα Κωνσταντινούπολης).

Είναι χαρακτηριστικό ότι η καταληκτική σύνθεση, με κέντρο τον Λέανδρο (ο πύργος του Λέανδρου),  αποσιωπά την Ηρώ και περιορίζει την ερωτική ιστορία σε ένα μέλος, εκείνο που ζουν στη βόρεια -ευρωπαϊκή- ακτή. Την ίδια στιγμή, στο ποίημα εντοπίζεται ένας πολικοϊστορικός συμβολισμός, μια και το κύμα που έπνιξε τον Λέανδρο το σήκωσαν οι θεοί (με τη μυθολογική ερμηνεία ότι ζήλεψαν τον άνδρα ή επειδή έπρεπε να διατηρήσει κόρη την παρθενιά της). Έτσι, σε μία τέτοια αλληγορική οπτική, το ρόλο των θεών τον αποκτούν οι Μεγάλες Δυνάμεις της κάθε εποχής. Παράλληλα, η σύνδεση με το διττό χαρακτήρα της (τόπος και θέμα) λειτουργεί μεταβατικά στην επόμενη -ερωτική- ενότητα.

Ο Βόσπορος (παραμονής αδημονία, πριγκιπικά διαμάντια), ο ξεριζωμός (ζήτημα στιγμής, Σεπτέμβρης του 1922, σκιαμαχώντας τη φυγή) και τα ερείπια (τα δίχτυα των μαρτύρων) με τον φόβο (σκόπιμη ανωνυμία) κυριαρχούν στην ενότητα που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ύμνος στην πόλη των πόνων. Τα όνειρα και ο ξεριζωμός συνυπάρχουν πλάι στην ομορφιά του Βοσπόρου και της πόλης μεγεθύνοντας τον πόνο με τα πλούσια χρώματα και αρώματά της.

 

ΚΑΛΛΙΟΠΗ ΕΞΑΡΧΟΥ

Περιοδικό «Ο Σίσυφος», τχ. 14, Δεκέμβριος 2017

Πώς η Απουσία μπορεί να συλληφθεί από τις λέξεις και να γίνει Ποίηση, όταν η ίδια η φύση της Ποίησης είναι το άλεκτον; Πώς να κοινωνήσεις το απόσταγμα του τέλους της παρουσίας, όταν η φύση της Ποίησης
είναι το α-τελές (με την έννοια του μη τέλους);
Η εκλεκτή χώρα όμως, που ονομάζεται Ποίηση, είναι ακάματη, με
μια μαχητική διάθεση για ανεξάντλητες προσεγγίσεις του διαφεύγοντος. Σαν αντίσταση κατάφασης στη φθορά του τελεσίδικου. Πράξη εγκαινίων είναι, αφού ο Ποιητής γεννά τον κόσμο κάθε φορά από την αρχή. Είναι έκρηξη ενεργειακή, αναπόφευκτη, ζωτική. Είναι τελετουργικό μύησης σε ένα χώρο και χρόνο, όπου δεν χρωστάς τίποτε σε κανέναν. Είναι η ύψιστη όραση που βλέπει με έκπληξη το σύνηθες, το αόρατο. Είναι ο λόγος της μοναξιάς, που δεν έχει ανάγκη από τη μοναξιά του άλλου. Του φτάνει η δική του. Είναι η εξορία του περιττού, το συμμάζεμα του λόγου, που πολλαπλασιάζει τον κόσμο. Είναι η εσωτερική, η μυστική μουσική, που την κατοικεί. Αυτή η μουσική που την αχούν μόνο η δύναμη της ψυχής και ο παλμός της καρδιάς. Η Ποίηση
δεν λέει τίποτε, δεν κρύβει τίποτε. Μόνο σημαίνει. Και γενναιόδωρη
καθώς είναι, προσφέρει νέα μάτια και στους αποδέκτες της.
Με αυτά τα νέα μάτια είδε η Σοφία Παπαχριστοφίλου την Απουσία. Την έβαλε απέναντι της, ανακαλώντας τόπους και συνάφειες του κόσμου της, με το πάσχον σώμα και την οδυνόμενη ψυχή να αφουγκράζονται την παραμικρή ανάκληση μνήμης.
Καταφεύγοντας στην ιερότητα της λέξης, δηλαδή το σημείο εκείνο
όπου το μυστήριο της δικής της εμπειρίας συναντά τον Άλλον, η Σ. Π.
γράφει μια χαμηλόφωνη ποίηση, χωρίς κορώνες και κραυγές. Αποδεσμεύει τη σιωπή της και μας καταθέτει την ένδον χώρα, ως προσωδία του μυστικού, ως προσευχή. Αποστάγματα αναστοχαστικά είναι οι ποιητικές καταθέσεις της
Σ. Π. Είναι κατασταλαγμένα συναισθήματα που πολιορκούν «κυκλοτερώς» την Απουσία, με απόλυτη συμμετοχή στην ηδονή και την οδύνη της αρετής του ποιείν. Αυτή ακριβώς η κίνηση είναι που χαρακτηρίζει την πολιορκία των λέξεων της ποιήτριας πανταχόθεν, ταυτόχρονα με μορφή διύλισης, για να σιγάσει η κραυγή και να αναδυθεί η μνήμη της συναισθηματικής κρύπτης. Συνδιαλέγεται με το εφήμερον του βίου μέσα από την Απουσία, καθιστώντας την αιώνια μέσα από την Ποίηση.
Ξεκινώντας από το πρώτο μέρος της συλλογής, η Απουσία της Πόλης, ως μήτρας χαίνουσας, εγκολπώνεται την Απουσία της Ύπαρξης,
που πλατύνεται στο δεύτερο μέρος και ενδύεται του έρωτα τα πάθη. Η
δική μου ανάγνωση βρήκε ένα σκηνικό μιας άλλης εποχής, ενός άλλου
,
πολιτισμού, που με έπιασε από το χέρι και με έκανε κάτοικό του. Με
άλλα λόγια, η Σ. Π. κατάφερε να χαρτογραφήσει την Απουσία, να της
δώσει υπόσταση και να την επιδώσει στους αποδέκτες της αντάξια της
θέσης που κατέχει στην καρδιά της.
Όσο καιρό επέστρεφα στην ανάγνωση των ποιημάτων, όλο και περισσότερο ένιωθα να βαθαίνει τούτη η χαμηλή φωνή, όλο και πιο πολύ
έπιανα το νήμα της εσωτερικότητας, που ανέσκαπτε τραύματα, από
εκείνα που βγάζουν ρίζες στο χώμα. Κάθε ποίημα είναι μια απόσπαση θαμμένων σωμάτων, μια ανασύσταση των απολεσθέντων, η έξοδος
του παλαιού τραύματος, μέσα από τον στοχασμό και τη σκέψη. Με τη
γλώσσα του μη-περιττού ως όχημα, η Σ. Π. κάνει να καρποφορήσει η
σιωπή της Απουσίας και να γίνει φωνή, για να βρει ανταπόκριση σε ένα
άλλο έσωθεν, ατομικό ή συλλογικό:

Είναι φορές
που νιώθω κατάμονη
πώς μόνη παλεύω
και πιστεύω σε σένα
μονάχα εγώ
εσύ όμως τις κάνεις;
Μου γυρίζεις την πλάτη
και απλά εξαφανίζεσαι
καπνός άυλος σαν
να μην υπήρξες ποτέ.

Στην ποίηση της Σ. Π. συντελείται η έκθεση του ιδιωτικού πόνου ως
επιδέξια στιγμή της κατάφασης στον εαυτό, τον κόσμο, τη γλώσσα. Πρόκειται για την κατάφαση έτσι όπως την είδαν τα μάτια της Σ. Π. από ένα
φεγγίτη μικρό, με πρόσβαση κατευθείαν στον ουρανό για να έχουν μεγαλύτερη συνείδηση του πόνου της Απουσίας, ως ανθρώπινης συνθήκης.
Κλείνοντας την «ανάγνωσή» μου, θα ήθελα να απαντήσω σε ένα ποίημα της συλλογής, που αποπνέει μια δημιουργική αγωνία:

Οι λέξεις δεν τολμούν
στην επιφάνεια να βγουν
Φοβούνται μήπως διαλυθούν
όταν γνωστές γίνουν στους άλλους

Εξάλλου, όταν οι λέξεις είναι αληθινές και εύκαρπες σαν της Σ. Π., αυξάνουν και πληθαίνουν με το μοίρασμα. διάγοντας σε κάθε ανάγνωση μια νέα ζωή. Γιατί είναι μια δημόσια ομολογία, την οποία αναλαμβάνει και την εκθέτει ολοκληρωτικά, με μόνο εφόδιο τα πάθη, τις παραλείψεις, τα λάθη, τις αισθήσεις, την ατέλεια και την τελειότητα του ανθρώπινου όντος, χωρίς να δεσμεύει ως άνθρωπος κανέναν άνθρωπο.
Εξάλλου, αυτή είναι η μέγιστη αποστολή της Ποίησης. Να ανοίγει
προφητικούς φεγγίτες προς όλους, φέροντας μια νέα ιερότητα, η οποία
δεν έχει καμιά σχέση με τον καθωσπρεπισμό και τους κανόνες. Είναι μια
ιερότητα βέβηλη, ανίερη, που δηλώνει την αδυναμία της να παρηγορήσει.

 

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

BOOK TOUR, 28/12/2016

Η ΦΥΓΗ

Στην ποιητική συλλογή της Σοφίας Παπαχριστοφίλου «Από φεγγίτη μικρό» το πρώτο μέρος, με τον τίτλο «Φεύγοντας τα καΐκια», αριθμεί δεκατρία ποιήματα που θεματικά μας φέρνουν στον νου τη φυγή, τη βίαιη απομάκρυνση από αγαπημένο τόπο. Ολιγόστιχα, όσο επιτρέπει μια ρεαλιστική αντιμετώπιση του δράματος μέσω του ποιητικού λόγου, και περιεκτικά σε νόημα και εικόνες.

Πώς να χωρέσει μια ζωή
σε μια εικοσάκιλη βαλίτσα;

Τα όνειρα, οι ελπίδες θα μείνουν πίσω, εκεί που χτίστηκαν, με άγνοια των έξωθεν επιλογών που αδιαφορούν για τις επιθυμίες των απλών ανθρώπων.

Μα ο νους παρέμενε εκεί
αντάμα με το βλέμμα που είχε
πλέον αφεθεί να βλέπει τις φωτιές
μαζί με τους καπνούς…

Σε μια σκόπιμη ανωνυμία οι λέξεις από τον φόβο μήπως τις διαλύσει η αναγνώριση. Σε υπόκωφη ουσία οι στίχοι, μήπως και με έναν ευρύτερο σχολιασμό απολεσθεί το κλίμα, η πνοή αυτής της απρόσμενης και βίαιης αποκοπής από γενέθλιο τόπο.

Οι λέξεις δεν τολμούν
στην επιφάνεια να βγουν.
Φοβούνται μήπως διαλυθούν
όταν γνωστές γίνουν στους άλλους.

Κωνσταντινούπολη, Ίμβρος, Πριγκηποννήσια. Η ιστορική μνήμη τους στοιχειώνει την ποιήτρια, που αποτολμά να καταθέσει μια δική της εκδοχή για τη φυγή των ανθρώπων.

Σκιαμαχώντας τη φυγή

Σε ψάχνω στην ομίχλη σου·
απεγνωσμένα σε ζητώ
κι ο Βόσπορος στενάζει
κάτω απ’ το βάρος του χιονιού.
Πάγωσαν τα φτερά των γλάρων.
Οι σταλακτίτες σκίζουνε
του ήλιου τις ακτίνες.
Κι εσύ που κρύφτηκες καλά
επέλεξες να φύγεις.

Είναι μερικές φορές που στα ποιητικά σχεδιάσματα η σημασία δίνεται στον τίτλο, και τότε το ποίημα καθεαυτό απλώς αφήνεται να σχολιάζει ή να προσθέτει λίγη ακόμα ουσία στο πλήρες (κατά μία έννοια) αυτού του τίτλου. Γιατί, είναι αλήθεια, δεν χρειάζονται πολλά λόγια για να πεις αυτό που αγγίζει τον πυρήνα των πραγμάτων. Αρκεί, βέβαια, να υπάρχει αυθεντικός λόγος που να συμπυκνώνει το νόημα. Όπως εδώ στα ποιήματα της Σοφίας Παπαχριστοφίλου.

Στο δεύτερο μέρος της συλλογής, με τον τίτλο «Συλλέγοντας στιγμές», η ποιήτρια οδηγεί, με τριάντα δύο ποιήματα, σε άλλο τοπίο, αυτό της συνομιλίας με ένα δεύτερο πρόσωπο, το οποίο στην περίπτωση αυτή δεν υποκρύπτει, ως είθισται, ένα άλλο προσωπείο του ποιητικού υποκειμένου, αλλά απευθείας αφορά το έτερο πρόσωπο, αποδέκτη του λόγου της ποιήτριας. Λόγος για τον έρωτα, για μια άλλη φυγή εδώ, για μια απουσία.

Κάποιες ώρες μαζί
ευτυχίας κομμάτια
ο προορισμός δεν αργεί.
Να σε βλέπω κι ας μην
σε έχω ποτέ
να σε βλέπω συνέχεια ποθώ.
Να παγώσω τον χρόνο
και να μείνουμε εκεί μακριά
απ’ τους άλλους
– αυτό μόνον αρκεί.

Περισσότερο πεζολογικό το ύφος σ’ αυτά τα ποιήματα, ίσως για να υπογραμμίσει ότι ο πόνος μιας φυγής (γιατί πάλι για φυγή πρόκειται, μόνο που είναι πιο προσωπική) δεν χρειάζεται πολλά στολίδια, μόνον εσωτερικό ρυθμό για να μιλήσει ειλικρινά.

Ωστόσο είναι και κάποιοι στίχοι που -αφημένοι περισσότερο σε πιο αυθόρμητο λόγο- αναδεικνύουν και μια άλλη πτυχή της στιχουργικής ικανότητας της ποιήτριας. Στο παρακάτω ποίημα (κατά τη γνώμη μου το καλύτερο της συλλογής) ο λόγος σαν να σπάει τα δεσμά μιας πεζολογίας και αφήνεται σε ρέοντα ρυθμό να αποδώσει ένα πλήρες συναίσθημα.

Η σκέψη ανυπότακτη
σε βαθύ την κλείνω πηγάδι
ξεπετάγεται αναβλύζοντας με ορμή
σε κλουβί σκοτεινό τη φυλακίζω
ξεγλιστρά με πάθος και αντίσταση
τρέχει πάντα ξεφεύγει
πηγαίνει όπου θέλει
την επιθυμία συναντά
βασανίζουν μαζί
αρραγές δίδυμο δυνατό
την ψυχή και το είναι μου.

Και με τον ένα αλλά και με τον άλλο τρόπο, η ποιήτρια προσφέρει την προνομιούχο θέα στον χώρο της φυγής και της απουσίας. Μια συλλογή μοιρασμένη σε δύο μέρη, με τα ποιήματα της απόστασης, με ένα ποιητικό υποκείμενο στον ρόλο του παρατηρητή προσώπων και τόπων που απομακρύνονται. Η οπτική μέσα από ένα μικρό φεγγίτη, ικανό όμως να αποτυπώσει την εσωτερική θέα του ελλειπτικού χώρου, τη θέα του κενού που αφήνει η απουσία. Μια ποίηση χαμηλόφωνη, ουσιαστική στις επισημάνσεις της, που συνταιριάζει απολύτως με την εικαστική παρέμβαση της Χριστίνας Καραντώνη (εξώφυλλο και εμβόλιμες φωτογραφίες). Αποκομίζεις διαβάζοντας τον πόνο, τη βιωμένη θλίψη, την ωριμότητα της ποιητικής καταγραφής.

 

ΦΩΤΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

«Fractal», Φεβρουάριος 2017

Μικρές αλήθειες και μεγάλη νοσταλγία

«Από φεγγίτη μικρό» παρατηρώντας τα θύραθεν της ψυχής της η Σοφία Παπαχριστοφίλου ανακαλύπτει τη βαθύτερη ουσία της θεωρητικής προσπέλασης εμπειριών και δράσεων καθημερινής ζωής και ταυτόχρονα από τον ίδιο “μικρό φεγγίτη” αποκαλύπτει λαχτάρες και συναισθήματα του άβατου ψυχισμού της σφυρηλατημένα με τη συγκινησιακή αξία του ποιητικού λόγου. Ένας ολόκληρος κόσμος αισθητικής θέασης και ιστορικής, ισχυρότατης μάλιστα, μνήμης (Κωνσταντινούπολη), και η διάχυση ενός εσαεί ανολοκλήρωτου έρωτα συναντώνται στο “μικρό φεγγίτη”, συγκλίνουν και κλείνονται σε μορφή οργανικά, ποιητικά δεμένη, και εναρμονίζονται με τις αισθητικές και πνευματικές μυστικές αναζητήσεις τις προερχόμενες από αναρίθμητους μικρούς φεγγίτες προσώπων κλειδωμένων «δια τον φόβον» των «πολιτικών ζώων». Ευτυχώς υπάρχει ακόμη το άλας της γης που εμπιστεύεται με υπομονή και επιμονή τα μελωδικά μοτίβα της ποίησης και γενικότερα της τέχνης εναποθέτοντας σ’ αυτήν τις ελπίδες όχι μόνον της ψυχικής ευφορίας της αισθητικής απόλαυσης αλλά και του επαναπροσδιορισμού της κοινωνικής αναγκαιότητας.

Και θα χρειαστούν, ίσως, αιώνες παιδείας και εκπαιδεύσεως, για να διερευνηθεί ο ‘’μικρός φεγγίτης’’, να γίνει απέραντη πύλη αμφίδρομης και ελεύθερης διάβασης επικοινωνίας και θέασης του ένδον και εκτός των τειχών της ψυχής μας. Και ακριβώς προς αυτόν τον σκοπό συνεισφέρει ‘’ο μικρός φεγγίτης’’. Μία δέσμη ακτίνων εισέρχεται και φωτίζει τα ψυχικά δώματα και μία λάβα συναισθημάτων εκρήγνυται και εξέρχεται απελεύθερη από τα δεσμά του φροϋδικού πύργου id-ego-superego. Aυτά τα δεσμά σπάζει η τέχνη και στην προκειμένη περίπτωση η ποίηση. Η Σοφία Παπαχριστοφίλου με τους στίχους της ντύνει το μικρό φεγγίτη με φως· με το φως του λόγου. Και χάρη στην ποίηση της δεν μένει απλός θεατής του δάσους των εικόνων της «Πόλης των πόλεων» αλλά οσφραίνεται και αρώματα , ακούει μυστικούς ήχους και ψηλαφεί πληγές. «Πόλη του ονείρου/ και του στεναγμού/ της ιστορίας και της θύμησης/… μοναδική, πορφυρογέννητη… που μύρια έχει να αφηγηθεί/ να κρύψει και να αποκαλύψει…» Και ταυτόχρονα από φεγγίτη μικρό ξεχύνεται και το κύμα των στιγμών που η ποιήτρια συνωθούσε και απωθούσε στις κρυφές σοφίτες του δικού της βασιλείου, της δικής της βασιλεύουσας. Με «λέξεις εύηχες, ευφάνταστες, μικρές, μακροσκελείς» σημαδεύει την ατέρμονη πορεία του Εγώ προς το Εσύ. Δυνατή η γροθιά της απουσίας του άλλου και νιώθει τη μοναξιά. «Ου καλόν είναι τον άνθρωπον μόνον…» διαβάζουμε άλλωστε και στους πρώτους στίχους της Βίβλου. Προσμένει και ονειρεύεται τον ερχομό των ανεξίτηλων χρωμάτων που θα γεμίσουν το κενό και αγωνίζεται να οικοδομήσει το αρραγές δίδυμο των ονείρων της. ‘’Και ωκοδόμησε ο θεός τήν πλευράν…’’ συνεχίζει η Βίβλος!

Γιατί και στο Α’ μέρος της συλλογής -’’Φεύγοντας τα καΐκια’’- και στο Β’ -’’Συλλέγοντας στιγμές’’- κυριαρχεί και οικοδομείται το ονειρικό της δίδυμο μ’ ένα βαθύτατο και οδυνηρό πάθος. Το πάθος του πόθου. Του πόθου, του ΕΡΩΤΑ, του υποκειμένου που έχει κατακτήσει αυτοσυνειδησία, δηλαδή της ποιήτριας, προς το αντικείμενο, προς το Εσύ που στο Α’ μέρος είναι η προσωποποιημένη ‘’μοναδική εντυπωσιακή γητεύτρα’’ Πόλη και στο Β’ μέρος Εκείνος που έρχεται στα όνειρά της, Ευθύβολος Έρωτας που διαρκώς αιμορραγεί φρικτά ανολοκλήρωτος μα ανεξίτηλος. Και στα δύο μέρη επιβεβαιώνει η Παπαχριστοφίλου το Εγώ της: με την πορεία εισόδου μιας πόλης προς τον έσω κόσμο ανακαλύπτει την Ιστορία με σάρκα και οστά και με την πορεία εξόδου προς τον έξω κόσμο αποκαλύπτει το μαγικό κλειδί της ψυχής της που σπαρταρά για τον Πλατωνικό Έρωτα -την όψη του μαγνήτη- τον πανταχού παρόντα. Και το χαρακτηρίζω Πλατωνικό με την κυριολεξία του όρου. Είναι τόσο δυνατός και κοσμογονικός ώστε η ποιήτρια παρ’ όλες τις οικείες σε όλους μας εικόνες του και εκφράσεις, τον παρουσιάζει ως γνώση από ανάμνηση ‘’Δεν σε γνώρισα κι όμως σε ονειρεύτηκα’’. Όχι μόνο ως προσμονή ή ενατένιση Ιθάκης ή ζωντανό πάθος πολλά υποσχόμενο που -φευ!- κάποτε τελειώνει αλλά και ως «νοσταλγία δυσβάστακτη ματωμένο παράπονο». Η προσμονή και νοσταλγία μάλιστα φανερώνουν ότι η ανακάλυψη του έξω κόσμου και η αποκάλυψη του εσώτερου ψυχισμού βρίσκονται σε μία διαρκή και ασταμάτητη ροή που πιστοποιείται από την ποιήτρια με τη σφραγίδα της αιωνιότητας όπως δείχνει το «ποιόν ενεργείας» των επιγραφών των δύο ενοτήτων διατυπωμένων σε χρόνο ενεστώτα: «φεύγοντας τα καΐκια» και «συλλέγοντας στιγμές». Δεν υπάρχει ημερομηνία λήξεως στο διαρκές παρόν.

Και το αέναον, το παντοτινό του παρόντος μπορεί να το ανακαλύψει σύμφωνα με την ποιήτρια το Εγώ του καθενός αρκεί το Εσύ, ο άλλος να βρει το ‘’κλειδί της ψυχής’’. Τότε θα μπορέσει όχι μόνο να αφηγηθεί «όσα μικρό παιδί κρυμμένο στη σοφίτα» περίμενε χρόνια ολόκληρα καρτερικά αλλά και να ζήσει τη ζωή εκείνη που σίγουρα δεν είναι δυνατό να χωρέσει ‘’σε μία εικοσάκιλη βαλίτσα’’. Κι όταν η Παπαχριστοφίλου ξεκλειδώνει τον ψυχισμό της και ανοίγει διάπλατο τον -έστω- μικρό φεγγίτη επαφής με το φως, δεν μένει απλώς στην αισθητική αντίληψη που γίνεται αισθητή μόνο με τη φωτεινή διαύγεια της διάνοιας ή της περιστασιακής εμπειρίας αυτής που της προσφέρει η βυζαντινή πριγκήπισσα και το ιστορικό σύμπαν που κυλάει σαν αίμα στις φλέβες της ή και το ‘’μαρτύριο ευτυχίας’’ σιωπής, απουσίας, απογοήτευσης που βασανίζουν το αρραγές δίδυμό της -«ψυχή και είναι»-· κυρίως προβάλλει, με την γλυκειά διαίσθηση του συναισθήματος, εσώψυχες τάσεις που ανάγουν σε πανανθρώπινα σύμβολα τα αισθητά και ψυχικά φαινόμενα και καταστάσεις που πηγάζουν από τις δικές της διαθέσεις ή ενέργειες. Ξεκλειδώνει η Παπαχριστοφίλου λαχτάρες, φιλοδοξίες, όνειρα, ιδέες, θησαυρούς ολόκληρους που κρατούσε μέχρι τώρα ζηλότυπα στη μυστική κρύπτη της ψυχής της. Ακόμα και ενοχές προσωπικές ή και συλλογικές. Και ιδιαίτερα για τις συλλογικές-εθνικές όταν μια νέα ποιήτρια ζητάει συγνώμη «ενώ εμείς κωφεύαμε μες στην ασφάλειά μας» (ποίημα ΙΜΒΡΟΣ) τότε «τη Ρωμηοσύνη μην την κλαίς…!»

 

Diastixo

H Σοφία Παπαχριστοφίλου σε α΄ πρόσωπο

Τρίτη, 13 Σεπτεμβρίου 2016

Η ποίηση με γοήτευε από μικρή και φυσικά μου άρεσε να τη διαβάζω και να ταξιδεύω στον φανταστικό κόσμο των λέξεων που με δεξιοτεχνία έπλεκαν οι δημιουργοί της.
Αργότερα, ως καθηγήτρια, ήθελα να μυήσω τους μαθητές μου στην παραπάνω διαδικασία, έτσι ώστε να βιώσουν τη λατρεία για τα λογοτεχνικά δημιουργήματα, πεζά και ποιητικά. Έτσι, πολλές φορές, στο πλαίσιο του μαθήματος αλλά και μέσα από πολιτιστικά προγράμματα δημιουργικής γραφής ,ένιωθα ικανοποίηση όταν άκουγα τις βαθύτερες σκέψεις των παιδιών μου να εξωτερικεύονται και να εκφράζονται στα τετράδιά τους.
Απαρχή της έμπνευσής μου υπήρξαν τα λόγια κάποιου καλού μου φίλου, ο οποίος μου αφηγήθηκε δύσκολες στιγμές που βίωσε όταν ήταν μικρό παιδάκι στην Κωνσταντινούπολη και ζούσε με την οικογένειά του στην Αντιγόνη (ένα από τα Πριγκηπόννησα), λίγο πριν από τις απελάσεις του 1964. Αυτές τις προσωπικές του στιγμές τις μετουσίωσα σε ποίημα και έκτοτε εισχώρησε μέσα μου το μικρόβιο της ποίησης. Ένιωθα πια επιτακτικά έντονη την ανάγκη να εκφράσω στο χαρτί τα συναισθήματα και τα βιώματά μου.
Έτσι προέκυψε η πρώτη μου ποιητική συλλογή με τίτλο Από φεγγίτη μικρό από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδης.
Είναι ο έρωτάς μου για την Κωνσταντινούπολη και τις χαμένες πατρίδες που εδραιώθηκε μέσα μου, ύστερα από την πρώτη μου επίσκεψη στη «Νέα Ρώμη» και της καρδιάς μου το σκίρτημα κάθε φορά που ακούω τη λέξη «Πόλη». Ένας ολόκληρος κόσμος γεμάτος μύθους, θρύλους, ιστορία, εικόνες, αρώματα, γεύσεις, ανατολίτικο μυστήριο, αξιόλογους ανθρώπους, με τη θαλασσινή αύρα του Βοσπόρου και των Πριγκηποννήσων που με σαγηνεύει διαρκώς, ενώ ταυτόχρονα αποτελεί για μένα ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης.
Τα παραπάνω αποδίδονται στο πρώτο μέρος της συλλογής μου, στην ενότητα «Φεύγοντας τα καΐκια», καθώς θέλησα να αποδώσω τον πόνο των ανθρώπων που αναγκάζονται να εγκαταλείψουν το βιος, τα όνειρα και την πατρίδα τους (καταστροφή της Σμύρνης το 1922, απελάσεις των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης το 1964), ενώ γνωρίζουν καλά ότι ένα κομμάτι του εαυτού τους έχει μείνει πίσω μαζί με αυτά που βίαια αναγκάστηκαν να χάσουν.
Η Κωνσταντινούπολη «της ιστορίας και της θύμησης», «η Πόλη του ονείρου και του στεναγμού», με την παντοτινή της αίγλη και το διαχρονικό της μεγαλείο, τα πευκόφυτα Πριγκιποννήσια, η Ίμβρος, οι γειτονιές της Πόλης με τα αρώματα του γιασεμιού και των μπαχαρικών καθώς και το ανέμελο παιχνίδι των παιδιών στα στενά σοκάκια, η Μικρασιατική Καταστροφή και οι απελάσεις του 1964 εμφανίζονται μέσα στα ποιήματα της πρώτης ενότητας, καθώς αποτελούν στοιχεία δυνατής και συγκινησιακής έμπνευσής μου.
Στο δεύτερο μέρος της συλλογής μου, που το ονόμασα «Συλλέγοντας στιγμές», προσπάθησα να αποτυπώσω στο χαρτί συναισθήματα που βίωσα και συνεχίζω ακόμη να βιώνω για ανθρώπους και καταστάσεις που στιγμάτισαν τη ζωή μου. Ήταν το βάρος τους αβάσταχτο και σκέφτηκα να ελαφρύνω την ψυχή και την καρδιά μου, γράφοντάς τα με την ελπίδα της ανακούφισης, αν τα μοιραζόμουν με τους αναγνώστες του βιβλίου μου. Ο έρωτας, η απογοήτευση, η διάψευση των ελπίδων, η ανιδιοτελής αγάπη, ο πόνος και η συντριβή για τον αποχωρισμό ενός σημαντικού για μένα προσώπου θεωρώ ότι διακρίνονται μέσα στα ποιήματα της δεύτερης ενότητας, καθώς και η αγωνία μου να συλλέξω πολύτιμες στιγμές με το αγαπημένο πρόσωπο.
Αυτά τα ποιήματα απαρτίζουν ό,τι με ενέπνευσε, με καθήλωσε , με πόνεσε, με συντάραξε ή με εξόργισε, μια έκθεση και μαζί κατάθεση της ψυχής μου, καθώς το να γράφω πια μου έγινε απαραίτητη και ζωτικής σημασίας, γλυκιά, εθιστική ανάγκη.

 

Σκέψεις για την ποίησή μου και την πρώτη ποιητική μου συλλογή «Από φεγγίτη μικρό»

«Από φεγγίτη μικρό» θέλησα να ατενίσω την Κωνσταντινούπολη και τις χαμένες πατρίδες, καθώς αποτελούν για μένα σημείο αναφοράς, παρ’ όλο που δεν έχω Πολίτικη καταγωγή, αλλά με έλκει αφάνταστα αυτή η Πόλη με την ιστορία της, τη γοητεία, τα θέλγητρα και τον κοσμοπολίτικο αέρα της που τον διατηρεί στο πέρασμα των αιώνων , από την ίδρυσή της, μέχρι και σήμερα.

Προσπάθησα να εκφράσω το θαυμασμό και την αγάπη μου για τους ανθρώπους που αναγκάστηκαν με τρόπο βίαιο και σκληρό ν’ αποχωριστούν το βιος, τη γενέτειρά τους, τη γειτονιά και τους φίλους τους και να ξαναχτίσουν τη ζωή τους από την αρχή.

Εμπνευσμένη από τις βιωματικές εμπειρίες ενός αγαπημένου φίλου (που έζησε τις απελάσεις του 1964) έγραψα το πρώτο μου ποίημα, όπως μου είχε διηγηθεί, ότι μικρό παιδάκι περίμενε κρυμμένος στη σοφίτα τον Άγιο Βασίλη, αφού οι γονείς του προσπαθούσαν να διαλύσουν μέσα από τη μαγεία του παραμυθιού και της προσμονής του λατρεμένου Αγίου των παιδιών, την αγωνία τους για την έκρυθμη κατάσταση που επικρατούσε τότε και για την τύχη τους, καθώς ήταν Έλληνες της Πόλης που αναγκάστηκαν να απελαθούν.

Η Πόλη με το μυστήριο και τη σαγήνη της, τα μεθυστικά αρώματα της κανέλας και των μπαχαρικών, τη θαλασσινή αύρα του Βοσπόρου και του Μαρμαρά, κατεύθυναν την πένα μου, και με οδήγησαν στο πρώτο μέρος του βιβλίου μου, όπου ταξίδεψα στη Σμύρνη της καταστροφής, στα καλντερίμια και τις γωνιές της Βασιλεύουσας, στα πευκόφυτα Πριγκηπόννησα, στον πύργο του Λεάνδρου, στη μαρτυρική Ίμβρο, σε όλα αυτά τα μέρη που θεωρώ πλέον κομμάτια της καρδιάς μου.

Στο δεύτερο μέρος προσπάθησα να αποδώσω μια συλλογή και παρουσίαση των πολύτιμων στιγμών που αναφέρονται σε αγαπημένο μου πρόσωπο, καθώς και καταστάσεις που σημάδεψαν τη ζωή μου.

Εδώ βρήκαν καταφύγιο οι αλήθειες μου, τα συναισθήματά μου, αυτά που απίθωσα στο χαρτί για να μπορέσω να τ’ αντέξω, για να μην τα ξεχάσω και για να συνεχίσω να υπάρχω και να γράφω πια, αφού ανακάλυψα ότι η ποίηση αποτελεί ευλογημένη διέξοδο, ελιξίριο ζωής και σηματοδότη της ζωντανής καρδιάς .

Τώρα ξέρω πως θα ήθελα στη ζωή μου να συνεχίσω γράφοντας, γιατί ποίηση για μένα πια σημαίνει αγάπη. Έχοντας στο νου μου κάποιους αγαπημένους στίχους από τα << Τρία αποσπάσματα>> του Ανδρέα Εμπειρίκου: <<Είναι τα βλέφαρά μου διάφανες αυλαίες./ Όταν τ ’ανοίγω βλέπω εμπρός μου ό,τι κι αν τύχει./ Όταν τα κλείνω βλέπω εμπρός μου ό,τι ποθώ.>>, σκέφτομαι ότι θα συνεχίσω να ονειρεύομαι και να ζωντανεύω τα όνειρά μου μέσα από τις λέξεις των ποιημάτων μου, αφού τα θεωρώ δομικό και αναπόσπαστο κομμάτι της ψυχής μου.

 

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ