Tag Archives: ΣΟΦΙΑ ΠΟΤΑΡΗ

ΣΟΦΙΑ ΠΟΤΑΡΗ

σοφια 2

Η Σοφία Πόταρη γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Καλαμάτα Μεσσηνίας. Είναι πτυχιούχος του Παιδαγωγικού Τμήματος και της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. Εργάστηκε στην ιδιωτική εκπαίδευση και κατοικεί μόνιμα στη Θεσσαλονίκη.

Εργογραφία

Δηλητήριο με μέλι (Νησίδες 2016)
Ασφόδελοι και Κυπάρισσοι (Όστρια 2017)

 

 

 

 

ΑΣΦΟΔΕΛΟΙ ΚΑΙ ΚΥΠΑΡΙΣΣΟΙ (2017)

 

Α’ ΜΕΡΟΣ Ποιήματα

Το πουλί

Όταν το σούρουπο γλυκά ψυχορραγεί
κι η νύχτα το βελούδο της απλώνει
ένα πουλί παράξενο σιμώνει
δεν ξέρω από πού έρχεται ή για πού κινεί

κομμάτι σίδερο τα μάτια του βαρύ
κι έτσι όπως ήσυχο κοντοζυγώνει
λύπη βαθιά το στήθος μου πληγώνει
μα κείνο μόνο με κοιτά και δεν μιλεί

ρούχο η σιωπή μου μαύρο, βολεμένη
στο γκρίζο δέντρο, με τρυπά σκληρή αγκαθιά
με πνίγει, αγκαλιά φαρμακωμένη

ένα παράξενο πουλί έχω συντροφιά
σαν από μένα κάτι να προσμένει
τώρα που τίποτα δεν περιμένω πια

 

Σώμα

Σώμα μου εσύ λατρευτό και δροσερό
πέτα με της χρυσής σου νιότης τα φτερά
το χέρι, το πόδι, το νύχι, το μυαλό
τροφή και τάμα στην αρχαία θεά
νύχτα ποθεί να σ’ αγκαλιάσει κρύα
και στη δροσούλα σου να θρέψει βρύα

χαίρου την ηδονή χυτό μου εσύ κορμί
στα σπλάχνα μέσα σπρώξε το μαχαίρι
άσε στις φλέβες σου ν΄αχνίσει το φιλί
του έρωτα να σ’ αφρατέψει το αγέρι
γοργά της άνοιξης τα ρόδα ξεφυλλούν
κι ο θάνατος δεν νιώθει που παρακαλούν

 

Έρωτας και θάνατος

Ετοιμοθάνατο θέλω εγώ του έρωτα το σώμα
φύλλο παραδαρμένο απ’ το μίσος του χειμώνα
να σπαρταράει ελάφι τρυπημένο από βέλος
πουλί να χάνεται που κρύο σκιάζεται το τέλος

ετοιμοθάνατο θέλω εγώ του έρωτα το σώμα
ξεγέννημα βασιλικό που σήπεται στο χώμα
ήλιο ωριοπλούμιστο σ’ άγριο βυθό που οδεύει
νερό που λίγο σώνεται και η ζωή αγριεύει

έτσι το λαχταράω εγώ του έρωτα το σώμα
στου χρόνου τ’ αργαστήρι καταχρεωμένο, σώσμα
ψυχή αποσταμένη που απ’το στόμα πριν να βγει
μεθοκοπάει μ’ έρωτα και ας φρικτά αιμορραγεί

 

Χειμώνας

Οι σπόροι της τριανταφυλλιάς νεκροί
στο παγωμένο χώμα
στα φύλλα η σιωπή βουρκώνει
και δίχτυα η ερημιά απλώνει

τα δένδρα, κοκκαλιάρικα κορμιά
μακριά στο σκούρο λόφο
μια καπνοδόχος ανασαίνει
ό,τι από ουρανό απομένει

χιμάει η νύχτα στην κληματαριά
το αίμα ξεθωριάζει
σκληρά το φως χτικιάζει τώρα
του θάνατου είναι η ώρα

 

Το ονειροπούλι

Κάθε αυγή και σούρουπο, ανατολή και δείλι
ο ήλιος ολομέταξος στο βράχο σκαρφαλώνει
με τρυφεράδα περισσή την πέτρα του μαλώνει
που πάνω της ματώσανε της Παναγιώς τα χείλη

αφού αρνήθη ο έρωτας χαρές να την κεράσει
πήρε το δρόμο που ξεβγάζει απάνω στη ραχούλα
με ξαναμμένη την καρδιά η άγουρη παιδούλα
από το βράχο ρίχτηκε κι αγκάλιασε την πλάση

λαφριά την είπαν στο χωριό τη δύστυχη Πανάγιω
και πως αυτά παθαίνουνε οι άμυαλες κοπέλες
που κρίματα πληρώνουνε στου έρωτα τις τρέλλες
ο έρωτας, πώς στον τρελλό δίνει τρελλό κουράγιο!

κανείς ποτέ δεν ένιωσε πως η φλογάτη κόρη
λαβώθηκε για να γενεί λευκό ονειροπούλι
που απλώνει τα φτεράκια του πιο έξω απ’το κουκούλι
ο βράχος μόνο σπλαχνικός και τα θλιμμένα όρη

 

Παράξενος κήπος

Μια εποχή, παράξενος ήτανε κήπος
γυμνός και άδενδρος, σώμα χωρίς αγκάλη
ψυχή καμιά, καρδιάς δεν ακουγόταν χτύπος
θάνατος ήταν; ή ζωή κλωθόταν άλλη;

ο κήπος, που σαν άνθρωπος με κρύο ύφος
στης ερημιάς στεκότανε τ’ άστοργα κάλλη
σκιά μοναχικιά γλιστρούσε μες στο βύθος
τ’ απόβραδου, ποθώντας τάχα ποιάν αγκάλη;

ξάφνου, σε απόμερη του κήπου περασιά
σε νερομάνας δροσερής βαθύσκια χρεία
σαν θάλασσα αναδεύεται δαιμονικιά

στοιχειό βγαλμένο απ’ του σκότους τη λατρεία
μια λάμια; ή καλομοίρα συμπονετικιά;
δεν είδα, αμέσως σκέπασαν τα μάτια βρύα

 

Η κόρη του ανέμου

Κόρη του ανέμου στέκεσαι
στου ποταμού την άκρη
το σύννεφο ασπροντύνεσαι
και του νερού το δάκρυ

κλαδιά είναι τα χεράκια σου
και ρίζες τα μαλλιά σου
και το κορμάκι σου το νιο
στολίδι στα προικιά σου

κόρη του ανέμου αυγινή
λάμπεις ασπροντυμένη
η κρουσταλλένια σου ομορφιά
στον ποταμό δοσμένη

 

Ηλιοβασίλεμα

Είναι κάτι παλιά ξεθωριασμένα κεραμίδια
που στέκονται σαρακοφαγωμένα θαλασσόξυλα
ψημένα απ΄ την αλμύρα, φαγωμένα απ΄τη βροχή
απ’ το λιοπύρι άγρια πυρπολημένα, σα δέρματα ξερά
το δειλινό ο ήλιος πάνω τους απλώνεται
τη σκόνη τους δειπνά και ξεψυχά ολόμαυρος
σαν αίμα ξεραμένο, πού έχει πια λιμνάσει
πέρα μακριά η θάλασσα βουλιάζει κατακόκκινη
κι ένας ίσκιος απρόσκλητος τρυπώνει σε ιστορίες
πλεγμένες κάτω απ’ τα μισοσπασμένα κεραμίδια

 

Β’ ΜΕΡΟΣ – Μοιρολόγια-Θρήνοι

 

Βασιλικός

-Βασιλικέ μου τρίκλωνε και μοσχομυρισμένε
γιατί μαράθηκες και κλαις βασιλικέ καϋμένε;
-Είχα κυρά πεντάμορφη που ’χε χρυσό μαντήλι
με πότιζε τη χρυσαυγή, με σκάλιζε το δείλι
μα ψες αργά το σούρουπο πού ’σκύψε στο πηγάδι
ο μαυροχάρος ζήλεψε τα δροσερά της κάλλη
στ’ άπατα τηνε τράβηξε και στα βαθειά την πήγε
ήλιος να μην την ματαϊδεί και τη χαρά μου πήρε
τα φύλλα μου ξεράθηκαν και δεν μπορώ να γιάνω
χεράκι κρινοδάχτυλο δε με μυρώνει άλλο

 

Της Λένης

Οι ουρανοί μαυρίζουνε, τα σύγνεφα στενάζουν
οι στέρνες ξεραθήκανε κι οι νερομάνες βράζουν
ο ήλιος εσκοτείνιασε και το φεγγάρι εκρύβη
τ’ άνθια εμαραθήκανε και το αηδόνι εθλίβη
η μαυρομάνα που θρηνεί και τα μαλλιά μαδάει
σαν ύφη την Ελένη της στην εκκλησιά την πάει
-Λένη μου, μαυρολένη μου και μαυροθυγατέρα
για πού πααίνεις κόρη μου ετούτη την εσπέρα;
-Γω πάω στον αρρεβώνα μου, γω πάω στον καλό μου
στο σπίτι το νυφιάτικο να στρώσω το προικιό μου
ν’ αλλάξω τ’ άσπρο νυφικό, να στολιστώ στα μαύρα
ψωμί να βγάλω και κρασί σ’ αραχνιασμένη τάβλα
τα πανεθύρια μου κλειστά κι η πόρτα αμπαρωμένη
ήλιος να μη με ματαϊδεί, στη μαύρη γης χωμένη

 

Της μάνας

Εσύ πουλί, μικρό πουλί, μαύρο μου κοτσυφάκι
που κελαηδείς τ’ απόβραδο για τους αποθαμένους
και βάνεις τέχνη ζηλευτή και τη γλυκειά λαλιά σου
και σαν τραγούδι αρχινάς για τον καϋμό της ζήσης
κλαίνε ραχούλες και βουνά, γκρεμνοί και κορφοβούνια
σύρε σιγά και ταπεινά, μαύρο μου κοτσυφάκι
να ροβολήσεις το στρατί που πάει στον κάτω κόσμο
και νάβρεις τη μανούλα μου μαυρομαντηλωμένη
δώστης κλωνί βασιλικό και χώμα απ’ το περβόλι
στον κόρφο της να το κρατεί κι εμένα να θυμάται

 

Του μικρού αγοριού

Κοιμήθηκες γλυκό μου ανθί κι ωραίο μου βλαστάρι
φέγγει το προσωπάκι σου σαν ήλιος, σα φεγγάρι
κοιμήθηκες κι η ομορφιά του κρίνου σε μυρώνει
κι άρωμα ρόδου αμάραντου τη νύχτα σου μερώνει

κοιμήθηκες χρυσέ μου αητέ, λευκό μου συννεφάκι
όλα τ’ αστέρια τ’ ουρανού να τά ΄χεις κρεβατάκι
τ’ αηδόνι να σου τραγουδά, να σε γλυκομαλώνει
και του Θεού ανασεμιά μέσα σου να ριζώνει

 

Της κόρης

Ζήλεψ’ ο Χάρος μάτια μου τ’ ολόγλυκό σου στόμα
όρμησ’ αντάρα και φωτιά και σ’ έριξε στο στρώμα
είκοσι μέρες πολεμάει το φως σου για να σβήσει
και μια λαμπρή Παρασκευή δέησε να σ’ αφήσει
ανθίσαν τα ματάκια σου και μύρωσ’ η πνοή σου
τ’ άστρα καθίσαν πλάι σου, τραγούδι και γιορτή σου
νυφούλα μας στολίστηκες σε κάτασπρη δαντέλα
κι έφεγγ’ η νύχτα πιότερο κι απ’ τη λαμπρή τη μέρα
μα ο Χάρος δεν σε ξέχασε πεντάμορφή μου κόρη
κι ήρθε καβάλα μιαν αυγή από τα πέρα όρη
δεν σ’ ελυπήθη μάτια μου, δεν σ’ εψυχοπονέσε
σίδερο μπήγει και καρφί και μ’ άλυσο σ’ εδέσε
σπαθιά τραβάει στο λαιμό και μαχαιριά στα στήθια
και μ’ αγκιστριά φαρμακερή γατζώνει σου τα βύθεια
στ’ άλογο σε καβάλησε, μαυροκουκουλωμένη
νύφη πανώρια και κυρά απάνω του δεμένη

 

 

ΔΗΛΗΤΗΡΙΟ ΣΕ ΜΕΛΙ (2016)

Ο Ορφέας στον Άδη

Στης Ευρυδίκης την αγαπημένη αγκαλιά ποθείς αναπαμό
Θεόμορφη η ματιά σου δόθηκε εκείνη πάλι ν’ αντικρύσει
Η λύρα η γλυκόλαλη τον τρομερό ημερώνει τώρα πηγαιμό
Πλανεύοντας γαλήνια τη λήθη που εσέ πασχίζει να τυλίξει

Πίνεις αργά, θρηνώντας, το αίμα της δικής σου της καρδιάς
Που σ’ επιστρέφει αγωνία φρικτή στης Περσεφόνης το βασίλειο
Ευρυδίκη, ω! Ευρυδίκη εσύ! στης μαγεμένης τ’ όνειρο ματιάς
Με τι ψυχή ν’ αντιπαλέψεις το φοβερό του Άδη το μυστήριο;

Θλιμμένα ηχεί στο σκότος του αηδονιού η γλυκύτατη επωδός
Τα δένδρα, πεθαμένα στέκουνε κορμιά, μαύρο ποθώντας αίμα
Ορφέα! Ορφέα! δύστυχε εσύ, στη φρίκη, πώς βαδίζεις μοναχός!

Ανατριχιούν τα ζοφερά να πουν και τ’ αφανέρωτα τα χείλη
Χλωμά τα μάτια και άδεια τώρα στέκονται βουβά να κλαίνε
Και η λύρα σου, Ορφέα δύσμοιρε! μάταια γοά στο μαύρο δείλι

 

Ηλιοβασίλεμα

Βασιλέας υπερήφανος κι ολοπόρφυρος ο ήλιος
ματωμένος χαμηλώνει και τη θάλασσα γλυκοφιλεί
πολεμιστής αράθυμος που πριν κινήσει στη μάχη για να πάει
Τη μοσχομυρισμένη αγκάλη της αγάπης του ποθεί

Κι εκείνη, Πηνελόπη του πιστή κι αρχαία ερωμένη
Γελαστή ανοίγεται για να δεχτεί το φλογερό του χάδι
Μα σαν φευγάτος έχει ξεμακρύνει πια ο σεβαστός της κύρης
Μαύρη κι απύθμενη κρεμιέται στο φριχτό σκοτάδι

 

Θλίψη

Η θάλασσα είναι τόσο ήσυχη τώρα
Γαλήνια τόσο
Σίγησε το γλυκό τραγούδι της για χάρη μου
Δεν παίζει ερωτεμένος πια ο σκοτεινός βυθός της
Δεν λιγώνουνται γλυκαμένα τ’ άσπρα κοχύλια της
Τώρα σέρνεται πίσω μου πικρή η θάλασσα
Ακολουθώντας τη θλίψη της καρδιάς μου
Θλίψη βαθιά και ανείπωτη
Θλίψη πιο κοφτερή κι απ’ το σπαθί
Θλίψη που μου ’σκίσε τα χείλη
Θλίψη που μου ’δώσε γι ’ αναπαμό
κλάμα γοερό
Κλάμα σπαρακτικό
Θλίψη που μ’ έριζε στα γόνατα
Ξαπλώνοντάς με άδειο κέλυφος
Στης υγρής αμμούδας το πικρό στρωσίδι

Τ άσπρα κοχύλια της θάλασσας
Δεν τραγουδάνε τώρα τη χαρά της
Η τρυφερή καρδιά τους
Ξανασαίνει το δικό μου μαύρο θρήνο

 

Νυχτερινό ταξίδι

Απόψε θέλω τ’ ωραίο πέλαο τ’ αψηλού ουρανού να σου χαρίσω
Μ’ όλα τα πεφταστέρια που κυλούνε φως στο βύθος της νυχτιάς
Το στρογγυλό φεγγάρι με τ’ ασημένιο δάκρυ γλυκά να το φιλήσω
Λαμπρό λουλούδι και φλουρί χρυσό να σ’ το περάσω στα μαλλιά

Γλυκό τραγούδι της καρδιάς μου ανθέ απόψε θέλω να σου ψάλω
Με της νυχτιάς το ηδύφωνο τ’ αηδόνι να μας γλυκαίνει τα φλιά
Άρμα ελαφρύ μ’ αερικά τρελά κι αγγέλους γελαστούς θα βάλω
Αστραφτερό να σεργιανά διαμάντι σε θάλασσες και διάφανα νερά

Κι όπως τα νέφη τα ζεστά θα μοσχοπλένουνε τον έκπαγλο κορμό
Και σαν η πόρπη από τον ώμο τον λευκό θα ξεγλιστράει απαλά
Ξέπλεκα ωραία θα ‘χεις αφημένα τα μακριά μαλλιά τα ζωντανά

Κι όταν στα χείλη τα μισάνοιχτα θα πλέω σαν φυλλαράκι στο νερό
Η σάρκα μας ρετσίνι θα σταλάζει ολοκόκκινο στης νύχτας τη φωτιά
Κι ο έρωτας μέλι ξανθό θα χύνεται πάνω στα στήθια μας τα τρυφερά

 

Το φεγγάρι

Το παραθύρι ήταν ανοιχτό εχθές αργά το δείλι
Και μια κουρτίνα αραχνοΰφαντη ανατρίχιαζε απαλά
Το αεράκι της σιωπής γλυκά φιλούσε το καντήλι
Και το κρεβάτι μας μια θάλασσα που μας ταξίδευε γλυκά…

Το φεγγάρι ήταν ωραίο εχθές αργά το βράδυ
Το φως του σιγοσεργιανούσε στη μικρή κάμαρη αχνά
Όλο το σύμπαν νιο αστεροκεντημένο υφάδι
Που ξεκίνησε να πλέκει του ουρανού του η γλαυκή θεά

Το φεγγάρι αχνοπατούσε πάνω στα γυμνά κορμιά μας
Και οι μορφές μας βάφονταν πανώρια ζωγραφιά
Μάγισσα νύχτα στόλιζε με αστέρια τα μαλλιά μας
Και ο έρωτας άστραφτε στου μπλε ουρανού την πινελιά

Ήταν ωραίο το φεγγάρι εχθές αργά το βράδυ
Βάφτιζε φως τον έρωτα σε κούπα με πεντάγλυκο κρασί
Γλιστρούσε αθόρυβα στης χαραμάδας το λαρό σκοτάδι
Και στο πάτωμα ζεστό χυνόταν κι ολοκόκκινο χαλί

 

Η άρπα

Ποθώ να κρούσω με τ’ ακροδάχτυλά μου
Την άρπα που έχεις ακουμπισμένη δίπλα στο παράθυρο
Τον πιο λεπτό της ήχο ίσα για ν’ ακούσω
Σαν ένα γλυκύτατο ψίθυρο στου δωματίου μέσα τη σιγή

Ίσα που να την αγγίξω, σχεδόν αέρινα να τη διατρέξω
Ποθώ να την ακούσω γλυκά να μελωδεί
Τις νότες που σου τραγουδά όταν την αγκαλιάζεις
Ερωτικά όταν χαϊδεύεις τις άνισες χορδές της

Στέκομαι ακίνητη και την κοιτάζω
Την άρπα που έχεις ακουμπισμένη δίπλα στο παράθυρο
Το πιο γλυκό της άρπισμα, το τραγούδι της ψυχής σου
Που αιχμαλωτίζεται στον ήχο των χορδών της

Το πιο γλυκό κονσέρτο της
Η μελωδία της αγάπης σου

 

Ιερά Συνουσία

Τα ματόκλαδά σου
Οι βολβοί σου
Οι κόρες σου
Η όρασή μου

Τα χείλη σου
Η γλώσσα σου
Τα σάλιο σου
Το φιλί μου

Τα μαλλιά σου
Ο λαιμός σου
Ο κόρφος σου
Η θέρμη μου

Τα χέρια σου
Τα δάχτυλά σου
Τα νύχια σου
Το χάδι μου

Το στήθος σου
Οι ρώγες σου
Το ρίγος σου
Η έκστασή μου

Η κοιλιά σου
Το εφήβαιο
Τα λαγόνια σου
Η πλήρωσή μου

Τα πόδια σου
Η ρίζα σου
Το περπάτημά σου
Το λίκνισμά μου

Οι φλέβες σου
Οι ιστοί σου
Το αίμα σου
Το πυρ μου

Ποθητή αγάπη
Η μυσταγωγία σου
Η ποίησή μου

 

Βάκχα

Στάζουν ρετσίνη μυρωδάτη τα πευκόδενδρα
Καθώς η Βάκχα γοργοπερνά ανάμεσο τους
Το πέπλο της του ανέμου λάφυρο ακριβό
Στης μυρτιάς σκαλώνει το χλωρό κλαδί
Πυρρόξανθο εχύθηκε της κεφαλής το φως
Ως κάτω στης ωραίας μέσης την καμπύλη
Τ’ αγκάθι της λυγιάς ερωτεύθη την εσθήτα της
Και χόρεψε τριγύρω της μέχρι να την αδράξει
Διαμιάς τ’ ωραίο στήθος ολόγιομο επετάχτη
Γλυκά βελάζει η ελαφίνα στην πηγή
Στου έρωτα το θάμπος αφημένη

 

Ξερολιθιά

Απάνω στην ξερολιθιά
Με κάρφωσε η χαρά σου
Λουλούδι με ξερίζωσε
Μ ’ απίθωσε στο βράχο

Χωρίς τροφή χωρίς νερό
Σ ’ ανήλεο φως να γδέρνομαι
Ξερό ανθί κι εσύ βροχή
Σε άλλη γη μυσταγωγείς

Απάνω στην ξερολιθιά
Με κάρφωσε η χαρά σου
Μαυρίσανε τα φύλλα μου
Και κάηκε η καρδιά μου

 

Έρωτας

Δεν είναι ο έρωτας αβρό φιλί
Μάτια μου
Δεν είναι χάδι τρυφερό
Μήτε κι αδιόρατο χαμόγελο
Δεν είναι χέρι που απλώνεται διατακτικά
Ειν’ αρπαγή και γδικιωμός ο έρωτας
Μάτια μου
Θάνατος κι αφανισμός μαυλιστικός
Και σκοτωμός με δίκοπο μαχαίρι
Μάτια είν ’ ο έρωτας τρελά
Μάτια μου
Και χείλη δολοφόνοι
Ξεσκίζονται ζυγιάζοντας το είναι τους
Κι ορμούν καταβροχθίζοντας καρδιές
Μασχάλες, στήθια κι ωραίους μηρούς
Ακέφαλο κορμί είν’ ο έρωτας
Μάτια μου
Χωρίς μυαλό και μάτια, με δίχως ακοή
Που σαν το πληγωμένο ζώο ορμάει στα τυφλά
Και πιτσιλάει το αίμα του τις άσπρες μαργαρίτες
Δεν είν’ ο έρωτας αγνός μήτε και τίμιος
Μάτια μου
Πόλεμος είναι και σφαγή μες στα τυφλά του θέλω
Και άγρια θηροσύνη

Αίμα που ρέει αχνίζοντας ο έρωτας
Μάτια μου
Κατάρα
Που κοχλάζει ευλογημένη

 

ΓΙΑ ΤΗ ΣΟΦΙΑ ΠΟΤΑΡΗ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

Δηλητήριο σε μέλι

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΚΟΚΚΙΝΟΣ

Περιοδικο ΘΕΥΘ 12/2017

Ερωτικό Τραγούδι

Με κάθε σου γλυκό φιλί
Ένα κόκκινο τριαντάφυλλο
Ανθίζει στον κήπο
Με κάθε σου χάδι τρυφερό
Ένα πουλί γλυκόλαλο
Στο περβάζι τραγουδεί
Κάθε σου βλέμμα ερωτικό
Ένα καινούργιο τραγούδι
Στου Θεού τα χείλη

Κάθε που βλέπω το πουλί
Να φιλεί το τριαντάφυλλο
Γίνεσαι συ αγάπη μου
Τραγούδι βαθυκόκκινο
Στα μάγουλά μου

Κόκκινα τριαντάφυλλα που ανθίζουν στο κήπο με κάθε γλυκό φιλί και κάθε χάδι είναι και τα ποιήματα της ποιητικής συλλογής «Δηλητήριο σε μέλι» της Σοφίας Πόταρη. Σ’ αυτά τα ποιήματα και μέσα στα κόκκινα τριαντάφυλλα θα αναζητήσουμε τη ψυχή της ποιήτριας και τα συναισθήματα που γίνονται λέξεις και στίχοι. Κινητήρια δύναμη στα συναισθήματα είναι ο έρωτας και η αγάπη που κυριαρχούν στα περισσότερα ποιήματα της συλλογής.
Αλλά και η θλίψη, ο πόνος όταν η αγάπη δεν έχει ανταπόκριση είναι κι αυτά συναισθήματα που υπάρχουν σε κάποια ποιήματα. Ακόμα η ποιήτρια υμνεί τη γυναίκα και κάνει αναφορές σε γυναικείες μορφές της μυθολογίας, την Ευρυδίκη, τη Περσεφόνη, τη Κίρκη.

Στο πνεύμα της αγάπης και του έρωτα η ποιήτρια ξεκινά τη ποιητική της συλλογή με ένα ποίημα για την αγάπη και κλείνει με ένα άλλο για τον έρωτα. Γράφει στο πρώτο ποίημα «Αγάπη»
«Πόσο δυνατή την έφτιασες Θε μου την αγάπη» και σε ένα άλλο ποίημα, «Η άρπα» μας δίνει σε δυο στίχους την ομορφιά της αγάπης λέγοντας μας «Το πιο γλυκό κονσέρτο της/Η μελωδία της αγάπης»
Τα ποιήματα για τον έρωτα τα βλέπουμε κατ’ αρχή στους τίτλους κάποιων ποιημάτων. Έρωτας, Ερωτικό, Ερωτικό τραγούδι, Ερωτευμένη μούσα.
Στο πρώτο ποίημα με τίτλο «Ερωτικό» γράφει:
«Ο πόθος στα μάτια της έκρωζε βαθύς/Και η επιθυμία πύρωνε τα χείλη της/…Κι αναψοκοκκινισμένη γλυκομάτωνε/κι άνοιγε σαν τριαντάφυλλο φλογάτο». Και σε ένα άλλο ομότιτλο μας λέει «Ο έρωτας δεν έχει λογική/Γλυκό τραγούδι των Σειρήνων/Ολοταχώς στα βράχια μ’ εξωθεί/Μα εγώ τα βλέπω φιλόξενο ακρογιάλι»

Στίχοι-εικόνες που μας δείχνουν όλη τη δύναμη του ερωτικού πόθου αλλά και το πού μπορεί να μας οδηγήσει. Γράφοντας για τις διάφορες εκφάνσεις και πτυχές του έρωτα, η ποιήτρια, αφήνει το συναίσθημα της να απλωθεί πάνω στο σώμα και τη σάρκα που γίνονται σε πολλά ποιήματα το κύριο αντικείμενο της ερωτικής συμπεριφοράς. Γράφει στο ποίημα «Το σώμα σου» «Το σώμα σου ποθώ γλυκέ μου έρωτα. /Το σώμα σου/ Έλα και μείνε εκεί/Ρανίδα σφαλισμένη επάνω μου/Χυμένη βαθιά μέσα στους πόρους μου.»
Και στο ποίημα «Εσένα θέλω» είναι απόλυτη στο ερωτικό θέλω λέγοντας μας «Τη δικιά σου υπερήφανη ματιά επάνω μου να πέφτει θέλω/Σε μένανε στραμμένη πάντα να ‘ναι/Να με ανατέμνει κρυφά και φανερά, εξονυχιστικά να μ’ αναλύει/Να με γυμνώνει.» Συνεχίζοντας το ερωτικό ποιητικό ταξίδι στο σώμα και στη σάρκα λέει στο ποίημα «Το άρωμα σου» «Τόσο πολύ που μύρισα το δέρμα σου/Ώστε τα αρώματα των λουλουδιών/Μοιάζουν φτωχή αντιγραφή/Της γλυκύτατης του θέλξης.»
Και σε μια ακραία έκφραση παράδοσης στην ομορφιά του έρωτα μας λέει στο ποίημα «Ο λαιμός σου» «Στον ακριβό σου το λαιμό το μυρωμένο κρέμασ’ εμέ στολίδι του/Καθρέφτης του περίκαλλος να λάμπω, όμορφη μες στην ομορφιά»
Η Πόταρη συνεχίζοντας να περιγράφει ποιητικά την ατμόσφαιρα της ερωτικής σχέσης δυο ανθρώπων όπως εκδηλώνεται σε κάθε σημείο του σώματος, στο ποίημα «Αίμα» μας λέει «Τα κύτταρα δεν φοβούνται, θεριεύουν ζωντανεμένα/Μέσα στης κοίτης το κατακόκκινο βυθό». Και στο ποίημα «Η πλάτη σου» λέει: «Θέλω να είσαι στραμμένος με τη πλάτη σου σε μένα/όταν στην αγκαλιά μου σε κρατώ και όταν σε φιλώ»
Η ποιήτρια τολμά να μιλά ξεκάθαρα και άμεσα αποτυπώνοντας τα συναισθήματα του έρωτα που όλοι νοιώθουμε.
Στο ποίημα «Τα χείλη σου» μας λέει: «Τι ωραία που είναι τα χείλη σου αγάπη μου/Κλέψανε το μέλι μου τα χείλη σου αγάπη μου.» και στο ποίημα «Νυχτερινό ταξίδι» γράφει. «Η σάρκα μας ρετσίνι θα σταλάζει ολοκόκκινο στης νύχτας τη φωτιά/Κι ο έρωτας μέλι ξανθό θα χύνεται πάνω στα στήθια μας τα τρυφερά»
Σε αντιδιαστολή όμως με τον ερωτικό πόθο έρχεται η ποιήτρια με το ποίημα «Δεν μ αγαπάς» να μας πει ότι η άρνηση της αγάπης είναι θάνατος. Γράφει η ποιήτρια «Πιο δυστυχισμένη κι απ’ τους κακότυχους νεκρούς/Που παίρνει ο θάνατος κόβοντας ανερώτητα το νήμα της ζωής τους.» Κι αυτή η αντίθεση του έρωτα από τη μια και της μη ανταπόκρισης από την άλλη είναι το δηλητήριο που κυλά στα χείλη αντί για μέλι, το δηλητήριο που φέρνει μια δυστυχία σα θάνατος γιατί για τη Πόταρη ο έρωτας είναι συνυφασμένος με όλες τις εκφάνσεις της ζωής. Ο έρωτας για τη ποιήτρια είναι παντού, είναι ζωή. Και μια και η ζωή δεν μας χαρίζει μονάχα ευχάριστα συναισθήματα, και το ξέρει αυτό η ποιήτρια, ανάμεσα στα ποιήματα του έρωτα και της αγάπης, υπάρχουν και κάποια λίγα που μας θυμίζουν ότι υπάρχει στη ζωή και θλίψη και πόνος.
Έτσι στο ποίημα «Θλίψη» λέει «Θλίψη που μ’ έριξε στα γόνατα/ξαπλώνοντας με άδειο κέλυφος»
Για τη ποιήτρια η αγάπη υπάρχει παντού. Η Άνοιξη, το ρόδο, ο βασιλικός, το φεγγάρι, το ταξίδι είναι ποιήματα της συλλογής που στάζουν τη γλύκα και την ομορφιά του έρωτα. Αναφέρω κάποιους στίχους:
Στο ποίημα «Άνοιξη» μας λέει. «Στο βλέμμα της ανοίγονται λαμπρές οι σκοτεινές σπηλιές/ κι αστράφτουνε τα όρη/Κι η νια ζωή λιγοθυμάει γλυκά,/βυζαίνοντας εκστατικά τα λατρευτά της στήθια»
Στο «Ρόδο» γράφει «Φλόγα η αγάπη και φως το αίμα που κυλά»
Στο «Βασιλικό» μας λέει «Μύρισα το κλωνί βασιλικό που το ‘κρυβες στα στήθια σου/Κι αχόρταγο θρεφότανε απ’ της αγκάλης σου το κρύφιο στεναγμό»
Στο «φεγγάρι» γράφει «Το φεγγάρι αχνοπατούσε πάνω στα γυμνά κορμιά μας/και οι μορφές μας βάφονταν πανώρια ζωγραφιά»
Και στο ποίημα «Το μόνον της ζωής μου ταξείδιον» μια αναφορά στο ομότιτλο διήγημα του Βιζυηνού γράφει: «Άφησε με να κατοικήσω κάτω από το δέρμα σου/Το θέλω για να ζήσω ανάμεσα στα αγγεία σου»
Κλείνει δε τη συλλογή με ένα ποίημα για τον Έρωτα για να μας πει
Αίμα που ρέει αχνίζοντας ο έρωτας/Μάτια μου/Κατάρα/Που κοχλάζει ευλογημένη.
Εκτός από τον έρωτα και την αγάπη η ποιήτρια υμνεί και τη γυναίκα μέσα από τους αρχαίους μύθους. Στο ποίημα-ύμνος «Γυναίκα» γράφει «Αρχαία μου, ροδόπεπλη γυναίκα/Σ αγαπώ έτσι όπως με κοιτάς με κείνη τη θολή ανάμνηση στο βλέμμα σου» Και στο ποίημα «Ο Ορφέας στον Άδη» «Ευριδίκη Ω Ευρυδίκη εσύ! στης μαγεμένης τα όνειρο ματιάς/Με τι ψυχή ν’ αντιπαλέψεις το φοβερό του Άδη το μυστήριο;»

Η γραφή της Πόταρη ξεκάθαρη και φωτεινή, είναι λυρική και συνάμα ρεαλιστική πάνω στον έρωτα. Καταφέρνει και εξυψώνει όλες τις εκφάνσεις του έρωτα στη ψυχή και στο σώμα και στο λόγο της περιέχονται πολλές κρυφές αλήθειες του καθενός μας. Αξιοσημείωτη είναι η χρήση της ομοιοκαταληξίας σε κάποια ποιήματα την οποία τη θεωρώ πετυχημένη. Ο λυρισμός κι η ομοιοκαταληξία με μια πρώτη ματιά μπορεί να φαίνεται ποίηση μιας άλλης εποχής, όμως στην δύσκολη και πεζή εποχή μας είναι νομίζω ένα τριαντάφυλλο που μας χαρίζει το άρωμα
Η Σοφία Πόταρη είναι μια καθαρά ερωτική ποιήτρια, που κατά την άποψη μου ακολουθεί τη πορεία που χάραξε στη ερωτική ποίηση η Αλεξάνδρα Μπακονίκα , η Σοφία βέβαια με τη δικιά της ξεχωριστή φωνή και γραφή. Η Μπακονίκα η πλέον πετυχημένη, πιστεύω, ερωτική ποιήτρια στις μέρες μας είπε σε μια συνέντευξη της «Ο έρωτας –οι αέναες, πολυποίκιλες εκφάνσεις και πτυχές του– κυρίως χαρακτηρίζει την ποίησή μου.
Αυτή την πληθώρα των ερωτικών συναισθημάτων, με τις πολυσύνθετες όψεις και αντιθέσεις τους, εκφράζω στα ποιήματά μου με λόγο ευθύβολο, απέριττο, σαν κουβεντιαστή αφήγηση και βαθιά εξομολόγηση, που έχει τον δικό της εσωτερικό ρυθμό. Ο έρωτας παρουσιάζεται αχαλίνωτος, οργιαστικά ηδονικός, υπέρλαμπρα τρυφερός, υπερπλήρης αγάπης και αφοσίωσης»
Αυτά εκφράζει και η Σοφία Πόταρη με τη δικιά της φωνή στη πρώτη της ποιητική συλλογή.

Το κείμενο διαβάστηκε στη παρουσίαση του βιβλίου.

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ