ΤΕΥΚΡΟΣ ΑΝΘΙΑΣ

τευκροσ ανθιασ 32

 

Τεύκρος Ανθίας (1904-1968)

Τα σφυρίγματα του αλήτη (1929)

ΑΛΗΤΙΣΜΟΣ

«Τι τρομερός, τι τρομερός,
πούναι κι αυτός ο αλητισμός!»

Τέτοια μιλώ, παραμιλώ,
την κάθε μέρα και γελώ
με τον ανόητο εαυτό μου,
πόχει πιστέψει στη ζωή και την ερμιά του κόσμου.

«Σήμερις έχουμε ψωμί,
κι αν δεν υπάρχει, θα βρεθεί!»

Με τέτοια σκέψη τριγυρνώ
εδώ κι εκεί κι όλο περνώ
πάντα μες τ΄ όνειρο, στην πλάνη,
και το κουφάρι μου γερνά, κοντεύει να πεθάνει.

«Κάποιαν αγάπη καρτερώ
και θάρθει σύντομα, θαρρώ».

Φτωχή καρδιά, καρδιά τρελή,
πόχεις πεποίθηση πολλή
στα μαδημένα τα φτερά σου,
είν΄ ο αγέρας δυνατός κι ανάλαφρη η χαρά σου.

«Δεν ήρθε απόψε. Τι μ΄ αυτό;
Στη μοναξιά θ΄ αναπαυτώ».

Ίσως και νάρθει την αυγή,
εδώ στον πάγκο να με βρει,
μ΄ ένα φιλί να με ξυπνήσει.
Τάχα γιατί ν΄ απελπιστώ κι αν λίγο ακόμη αργήσει;

«Ω τι γλυκός, ω τι γλυκός,
πούναι κι αυτός ο αλητισμός!»

Τέτοιον επίλογο θα πω,
σα μια νυχτιά θα κοιμηθώ
στον ουρανό από κάτου
και θ΄ απλωθεί τριγύρω μου το σκότος του θανάτου.-

ΚΑΤΡΑΚΥΛΗΜΑ

Όλο ξεπέφτεις – και ξεπέφτεις δίχως τέλος –
για τιποτένια πραγματάκια της ζωής.
(Είσαι παλιάτσος κι όμως δείχνεσαι για Οθέλος,
με τις αστείες προσωπίδες που φορείς).

Το ποιο φινάλε θα ‘χει τέτοια μια ιστορία,
το κατρακύλημά σου αυτό πού σε οδηγεί,
πάντα το σκέφτεσαι με πόνο και πικρία,
μα δε γιατρεύεις τέτοια επίφοβη πληγή.

Πάντοτε λες : «Θα ρθεί μια μέρα να ξεφύγω,
απ΄ των πραγμάτων το μηδέν να λυτρωθώ,
και με το πέρασμα του χρόνου, λίγο-λίγο,
κάπως ψηλά με περηφάνια να υψωθώ».

Κι όμως το χάος σα μαγνήτης σε τραβάει
και απειθάρχητος, στη σκέψη, πάντα ζεις,
το κατρακύλημα ποτές δε σταματάει,
για τιποτένια πραγματάκια της ζωής.-

OPTIMISME

Πώς πέρασαν τα νιάτα μας, δίχως απόδοση καμμιά,
στις λεωφόρους τις πλατιές και στα σοκάκια τα στενά,
πώς σβήστηκε απ΄ τα στήθια μας η πρώτη αποθυμιά
για σερενάτες βραδινές και λυγμοτράγουδα ορθρινά.

Κι όμως ακόμη απόμεινε κάτω απ΄ τη στάχτην η φωτιά,
πυρώνοντας μερονυχτίς τη βουβαμένη μας καρδιά,
κ΄ έστω μιαν ώρα, μια στιγμή, στα φτωχικά μας γηρατειά,
θα μας κυκλώσει ο λυτρωμός, μιαν ανοιξιάτικη βραδιά.-

ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ

Είναι μιαν ώρα, μια στιγμή, που με κυκλώνουνε οι λυγμοί,
και πάω να κλάψω δυνατά, να λυτρωθώ απ΄ τα βάσανα,
σ΄ αυτή την όμορφη βραδιά, να κλάψω για όλα τα παιδιά
που μες τους δρόμους τριγυρνούν, απόκληρα, πεντάρφανα.

Ιδού! ο μικρός μας Θοδωρής κι ο πιο μεγάλος ο Ριρής,
στο πεζοδρόμι κάθουνται, χαζεύουν και καπνίζουνε,
πιο πέρα ο Φάνης κι ο Τοτός, που τους παιδεύει ο πυρετός,
βρωμολογούν και βλαστημούν, γελούνε και δακρύζουνε.

Και κάποιος μορφινομανής, γιος της μαντάμας της Φανής,
– σκιάχτρο και φάντασμα χλωμό, σαράβαλο κ΄ ερείπιο –
περνάει μπροστά τους σιωπηλά, τους αντικρύζει και γελά,
με τ΄ άθλιο παντελόνι του και το πουκάμισο το τρύπιο.

Και μες τη σάλαν η κυρά, πλημμυρισμένη από χαρά,
παίζει Μπετόβεν και Σοπέν, πιανίσσιμο και φόρτε,
μερακλωμένη τραγουδά κ΄ έχει στο πλάι το λαδά,
που προσπαθεί πολύ κουτά να της σερβίρει κόρτε.-

ΟΙ ΚΑΤΑΦΡΟΝΕΜΕΝΟΙ

Τ’ άσπρα φτερά σας να είχα,
τρελά της θάλασσας πουλιά,
τη λυγμική σας τη λαλιά,
που όλο αναλύεται σ΄ εξάηχα,
τρελά της θάλασσας πουλιά!

Να παίζω με τα κύματα,
που μέρα – νύχτα σας φιλούν
και σάμπως σκόρπια νήματα
πάνω στη θάλασσα κυλούν,
να παίζω με τα κύματα,
που μέρα – νύχτα σας φιλούν.

Νάν’ η ζωή μου κάποια χίμαιρα
και σα σκοπός εαρινός,
νάν’ η ζωή μου εσπερινός
σε φώτα αβέβαια κ΄ εφήμερα,
νάν’ η ζωή μου κάποια χίμαιρα
και σα σκοπός εαρινός.

Μην πείτε τάχα πως κουράστηκα
το κάθε νέο να λαχταρώ,
τόσο φριχτά κι ας δοκιμάστηκα
μέσα στης Μοίρας το χορό,
μην πείτε τάχα πως κουράστηκα
το κάθε νέο να λαχταρώ.-

ΕΚΕΙΝΗ ΔΕΝ ΑΠΗΝΤΗΣΕΝ…

Αλήτικη ζωή! δε σε βαρέθηκα,
μ΄ όλο που μ΄ έκανες ερείπιο.
(Γελώ και καμαρώνω, εδώ που βρέθηκα,
το παντελόνι μου το τρύπιο).

Κοιτάζω το σακάκι μου το νόστιμο,
και το θρηνώ, χωρίς αιτία.
(Το κλάημα μου προσφέρεται σαν πρόστιμο
για την αθλία μου αλητεία).

Κρατώ ένα μικρουλάκι ξεροκόμματο,
και μες στο δρόμο το σπαράζω.
Κινούμαι βλακωδώς, καθώς αυτόματο,
και με τον κόσμο διασκεδάζω.

Ιδού! κάποια μαντάμ κρατάει τη τσάντα της
κι ενώ με βλέπει, χαχανίζει.
Και γνέφει στον ηλίθιο τον άντρα της,
που κάπου εκεί κάτι ψωνίζει.

Γιατί, παρακαλώ, μαντάμ, γελάσατε;
Πως είμαι αλήτης σιωπηλός;
Αχ! φαίνεται ποτέ σας δεν πεινάσατε…
…Με συγχωρείται… είμαι τρελός…

«Εκείνη δεν απήντησεν…», ως έγραψε
μια συγγραφεύς ρομαντική.
Γελούσε, ναι, γελούσε και δεν έπαψε,
-ν- ώσπου τραβήχτηκα από κει.

Αλήτικη ζωή! δε σε βαρέθηκα,
μ΄ όλο μου μ΄ έκανες ερείπιο.
(Γελώ και καμαρώνω, εδώ που βρέθηκα,
το παντελόνι μου το τρύπιο).-

BAKΧΙΚΟ

Ήθελ’ απόψε να σου πω για τη λατέρνα
μα πού μ’ αφήνουνε τα ντέρτια να σκεφτώ!
Αν θέλεις όμως, έλα, κέρνα, ξανακέρνα,
ίσως μπορέσω στο πιοτό να ξεχαστώ.

A! μπράβο. Αδειάζουνε οι μισές, τα κανατάκια,
κι εκεί στον πάγκον επιστρέφουν γιομιστά:
με της ζωής μας τα λαθρόβια φαρμάκια,
που τις στιγμές μας συντροφεύουνε πιστά.

Σε ποιο ντεπόζιτο τα βάνεις, ταβερνιάρη;
Πώς τα κρατάς όλα κλεισμένα μέσα εκεί;
Μήπως…τα δίνεις στον φτωχό τον λατερνιάρη
και τα σερβίρει στο κοινό για Μουσική;

Σαν κάτι τέτοιο θα μας κάνεις υποθέτω
γιατί το χέρι της λατέρνας, σα γυρνά,
της δυστυχίας και της πλήξης το ντουέτο
μες τα κανάτια τα γιομάτα μας κερνά.

Ήθελα απόψε να σου πω για τη λατέρνα…
Μα πού μ’ αφήνουνε τα ντέρτια να σκεφτώ!
Γιατί κι αν πίνω, κι αν μεθώ μες την ταβέρνα
δε θα μπορέσω στο πιοτό να ξεχαστώ.

Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΑΛΗΤΗ

Άγιος, άγιος, άγιος,
Κύριος Σαβαώθ,
πλήρης ο ουρανός
και η γη της δόξης σου.
Ωσαννά! ο εν τοις υψιστοις.

Χώνω τα χέρια μου στις τσέπες και κοιτώ
τον ουρανό, που συγνεφιάζει, ο αλιτήριος!
Θα ‘χει θυμώσει ο Θεός, ο άγιος Κύριος,
με κάποιον άγγελο, ασφαλώς λίγο κουτό.

Θα ΄ν΄ ο βοριάς καλός γιατρός, ω ναι, ασφαλώς·
και κάνει ενέσεις «θανατίνης» στο κορμί μου.
Το κόκκαλά μου ροκανίζουνται κι οι αρμοί μου…
– «Θεέ τρισάγιε! μην είμαι αμαρτωλός;

«Εγώ δεν έκλεψα ποτές –μ΄ όλο που θα΄ πρεπε–
δεν εγκλημάτησα, μαθές –καθώς ποιείται
υπό τα σήμερον κρατούντα ήθη και έθιμα. –
Γιατί, λοιπόν, αγαπητέ, με τιμωρείτε;

«Χα χα! Γελάω, ναι, γελάω σατανικά,
γιατί δεν πας ν΄ αυτοχτονήσεις, αν υφίστασαι.
Αφού, φιλάνθρωπε δυνάστη, δεν εξίστασαι,
από του ύψους σου ορών… τόσα κακά».

Τρέμουν ακόμα δυο αλήτες στη γωνιά.
με μιαν ευλάβεια και πόνο τους σιμώνω.
Ω! μας κυκλώνει και τους τρεις η παγωνιά…
Θέλω να σφίξω τις γροθιές μου… αλλά… κρυώνω…-

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Αλήτη! Απόψε είν’ η βραδιά τόσο καλή, τόσο καλή.
Μπορείς να πας να κοιμηθείς σ’ ένα παγκάκι, Αλήτη!
Πλάτυνε η Σκέψη τη ζωή τόσο πολύ, τόσο πολύ,
που ’κανε ο άνθρωπος τη Γη κι όλο το Σύμπαν: σπίτι.

Δεν έχεις δάκρυα να θρηνείς, ούτε κουράγιο να πονείς,
ούτε κραυγές υστερικές να βγάνεις πέρα ως πέρα.
Είσ’ ένα κύμα σιωπηλό μιας τρικυμίας παντοτινής,
που γαληνεύει ανήσυχα στην ήσυχην εσπέρα.

Κι όταν θα βρεις το λυτρωμό σ’ ένα παγκάκι ξαπλωμένος,
και θα σιγήσει ο σίφουνας κι η θύελλα της ζωής σου,
Αλήτη! δεν θα πεις ποτέ πως ήσουν κουρασμένος
απ’ τον αγώνα τον σκληρό της άρρυθμης ψυχής σου.

Αλήτη! Απόψε είν’ η βραδιά τόσο καλή, τόσο καλή.
Μπορείς να πας να κοιμηθείς σ’ ένα παγκάκι, Αλήτη!
Πλάτυνε η Σκέψη τη ζωή τόσο πολύ, τόσο πολύ,
που ’κανε ο άνθρωπος τη Γη κι όλο το Σύμπαν: σπίτι.

Άγιε Σατάν ελέησόν με (1930)

ΠΡΟΣΕΥΧΗ

Ελέησόν με, άγιε Σατάν, το βράδι αυτό,
κι άκουσε, αν θέλεις, της κοιλιάς μου το γουργουρητό.
Κλαρίνα, πίπιζες, ταμπούρλα, τα έντερά μου,
μια χλαλοή, ένα πανηγύρι διοργανώνουν.
Σαν εφιάλτες οι αναμνήσεις με κυκλώνουν,
γελούν, σα μέγαιρες, τριγύρω τα όνειρά μου…

Άνθρωπος ήμουνα κ΄ εγώ κάποια φορά
κ΄ έγινα ζώο, απ’ των πραγμάτων τη φορά.
Ναι, κάποιο χτήνος, με τα πόδια του δεμένα,
που δε μπορεί μες το λιβάδι να βοσκήσει,
δεν ημπορεί τ΄ αφεντικό του να κλωτσήσει,
γιατί το σφίγγουν οι αλυσίδες του, ωιμένα!

Κόλαση γύρω μου η ζωή με τυραννεί,
πνίγοντας κάθε βογγητό μου και φωνή.
Μα, ως τόσο, κάτι περιμένω, που όταν φτάσει,
μέσα στο φως, μες τη χαρά θα ξεχυθώ,
μια νέα αυγή, μια μέρα ολόφωτη θα ιδώ.

Κάθε μου δάκρυ, που απ’ τα μάτια μου έχει στάξει,
φωτιά θα γίνει, που ό,τι με σφίγγει θα ρημάξει.
Γαλάζια η νύχτα θα χορεύει ολόγυρά μου,
λαμπρά τ΄ αστέρια θα οργιάζουν μες το φως.
Άγιε Σατάν, τώρα που γέρασε ο Θεός,
οδήγει, Εσύ, οδήγει, Εσύ, τα βήματά μου.-

ΔΙΣΤΗΛΟ

Τα φρύδια σου : δυο τίτλοι στη σειρά,
με κεφαλαία αρχαϊκά στοιχεία·
υπότιτλοι με γράμματα μικρά :
Τα βλέφαρά σου.

Κι ακολουθούνε δυο προτάσεις,
που αρχινάνε και τελειώνουν με στιγμές.
Στο μέσο κάθε μιας και μια τελεία.
Κείμενο με των 12 ελζεβίρ :
Τα μπιρμπιλά τα δυο σου μάτια.

Λίγο πιο κάτω δυο προτάσεις άλλες,
με κόκκινο μελάνι τυπωμένες –
– ρητορικές, μακρόσυρτες προτάσεις καθαρευουσάνου :
Τα μάγουλά σου.

Κ΄ η μύτη, σα λεπτότατη γραμμή, χωρίζει
τις δύο στήλες.
Υπογραφή : Σατάν και Σαβαώθ :
Τα σκανδαλιστικά τα δυο σου χείλη.

Την ώρ΄ αυτή, που ξενυχτώ στη συλλοή σου
κι έχω μπροστά μου την υπέροχη μορφή σου,
οι στοχασμοί μου με ενοχλούν.
Δίχως ελπίδα
γιατί μέσα στον πόνο σου να ρέβω;
– Αφήστε να διαβάσω εφημερίδα!
…Κι αγριεύω.-

Ο ΠΙΝΑΚΑΣ

Ο δάσκαλος στον πίνακα «τα ρήματα
εις –μι» και τα «υγρόληκτα» αραδιάζει.
Οι μαθητές, σα γηρασμένοι, γράφουνε,
και κάθε τόσο : «Προσοχή!» τους κράζει.

Τελειώνει. Τα «φυτά της Ινδοκίνας»
και τ’ άνθη των θερμών χωρών» διδάσκει.
Κάθε παιδί περίφοβο ακροάζεται
και νυσταγμένο, αφηρημένο, χάσκει.

Αρχίζει να διδάσκει περί «Πρόγονοι!»,
περί «Θεός!», και «τάφοι των αγίων!».
Κ΄ οι ψύλλοι, τα κουνούπια, οι σκυλόμυγες,
οι ψείρες πλημμυρίζουν το σχολείον.

Ο πίνακας τα βλέπει σα φιλόσοφος,
τρομάζει και, μορφάζοντας, φωνάζει :
«Τον κακομοίρη! τον εφάγαν τα ζωΰφια
κι ακόμη τα υγρόληχτα αραδιάζει;»

ΤΟ ΙΣΤΙΟΦΟΡΟ

Σαν πελαγοδρομήσαμε, τότε, στον πόνο μας πιστοί,
– ξένοι, που νοσταλγήσανε πατρίδα όλη τη γη –
κάποια αγωνία μάς έδερνεν από το βράδι ως την αυγή,
πως το κουράγιο μας γοργά σαν κύμα θα σβηστεί,
σαν πελαγοδρομήσαμε, τότε, στον πόνο μας πιστοί.

Νύχτα ήταν τρισκότεινη, δίχως μια λάμψη έστω μικρή,
κ΄ είχε η ζωή μας αιστανθεί μεγάλο απαυδημό·
κ΄ είχε η καρδιά μας σφαλιχτό, σα φυλαχτό της τον καημό
και λέγαμε στενάζοντας : «Πότε θα φτάσουμε αντικρύ;»
Νύχτα ήταν τρισκότεινη, δίχως μια λάμψη έστω μικρή.

Μα, ως τόσο, κι αν γινήκανε κουρέλια τ΄ άσπρα μας πανιά,
και το ιστιοφόρο μας επνίγη στο βυθό,
-ν- η τρικυμία εδιάβηκε –γιατί να λυπηθώ;–
και να! που φτάσαμε γεροί σε φως κι απανεμιά,
κι ας μείνανε στο πέλαγο κουρέλια τ΄ άσπρα μας πανιά.

Δω πέρα θα ησυχάσουμε, συντρόφοι, τώρα μια στιγμή,
κ΄ ύστερα πια θα φτιάξουμε καράβι πιο γερό,
να μην τρομάζει κύματα βαριά κ΄ ενάντιο καιρό,
γιατί η ψυχή μας το ποθεί πάντα να πελαγοδρομεί,
προς νέες χαρές, νέους καημούς, προς νέους ωκεανούς.

Από διάφορες συλλογές

ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΗΣ

Τον είδα στ’ άλογό του κωμικά να προκαλεί
το Σύμπαν, το Υπερπέραν και τα Χάη.
Κάποτε να σφυρίζει και παντού να διαλαλεί
τ’ Άπειρο πως στα χέρια του βαστάει.

Άκουσαν τη φωνή του, όθε περνούσεν, οι τυφλοί
και γίγαντα μεγάλο τον θαρρούσαν.
Σκύβοντας μέχρι κάτω τη φτωχή τους κεφαλή
τα βήματα του αλόγου του φιλούσαν.

Και γέλασα ανοιχτά, κι ήταν το γέλιο εκρηκτικό,
τόσο που ’χε θυμώσει ο Δον Κιχώτης,
ο νάνος ο γελοίος με το κορμάκι το σκυφτό,
που φάνταζε στον κόσμο σαν ιππότης.

Ήτανε κωμικός κι ο κουρασμένος του θυμός,
γιατ’ είχε απ’ το ταξίδι του απαυδήσει
κι άδικα προσπαθούσε, σκυθρωπός και πελιδνός,
το λίγο του κουράγιο να κρατήσει.

Και νάνος στο άλογό του ο δυστυχής
αρχίζει να γελάει με τ’ όνειρό του.
Θαρρώ πιο πιθανόν, από τους δυο, κατακτητής
του Σύμπαντος να γίνει τ’ άλογό του!

ΕΠΑΡΧΙΑ

Εδώ στην Επαρχία, δεν είναι λόγος
ν’ αυτοχτονήσουμε, «δόξα τω Θεώ»!
Γελούμε πλούσια, κλαίμε όσο μπορούμε,
και τίποτα δεν βλέπουμε στραβό.

Όλα στη θέση τους, κι αν τα θωρούνε
ανάποδα –ως συνήθως– μερικοί,
δεν έχει σημασία· τα πάντα δείχνουν
πως ζούμε μια ζωήν αρμονική.

Περνά ο βαθύς στη σκέψη γείτονάς μου,
τον χαιρετώ, με γλυκοχαιρετά.
Λέμε κι οι δυο «τι βλάκας!», κι ο καθένας
το δρόμο του σαν τραίνο περπατά.

Πεθαίνει! Του σκαρώνω ένα λογύδριο,
που δάκρυα προκαλεί, κι εγώ γελώ.
Γιατί να μη γελάσω; Για ένα βλάκα…
γνωρίζω πως σε ηλίθιους μιλώ.

Άλλος προβάλλει αντίκρυ μου –ένας νάνος–
και (τερψικάρδιο!) παίζουμε γροθιές.
Γελάει το πόπολο*, σκάζω από τα γέλια,
και γύρω «συγκλονίζονται» οι καρδιές.

Ρόλο παλιάτσου παίζουμε, και κλόουν
ολόγυρά μας χάχανα σκορπούν.
Τι θα κοιτάξεις; Τα δράματα, που πίσω
στα παρασκήνια «κάθαρση» ζητούν;

Ας τη ζητούν! Μας φτάνει που γελούμε
–έστω πικρά– στη μικρή μας Επαρχία.
Το καθετί στη θέση του, κι ανάποδα!
Αυτό είν’ η πιο μεγάλη ανησυχία

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΓΡΑΜΜΑ

Ι

(15 του Δεκέβρη, 1955, ώρα 2 μετά τα μεσάνυχτα)

Αναστασία.

Απόψε η νύχτα είναι σαν την καλοσύνη σου.

Έβρεξε. Κι ήτανε τα δάκρυα όλων των αγαπημένων μας.
Η πρώτη μπόρα –του πρώτου και στερνού τους θρήνου.
Ύστερα, μόνο μερικές σταλαγματιές 5
πέφτανε σα ντιμινουέντο*
του ραγδαίου εμβατηρίου της βροχής.
Κι ήτανε κάτι δάκρυα,
που αργοκυλούσανε και σβήνανε
στα δικά σας μάγουλα 10
–αγαπημένες γυναίκες,
θεία παιδιά της τρυφερής, αιχμάλωτης στοργής μας.

Κι ήτανε κάτι σα δροσοσταλιές,
που κρεμαστήκανε σαν κρούσταλλα
απάνω στα ματόκλαδα 15
της άγρυπνης αγάπης μας, για σας, για όλο τον κόσμο.

ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ

Κι ίχνη καρδιάς να ζούνε μέσα μου,
θα τραγουδώ και θ’ αλαλάζω
για Σένα ατίμητη ζωή,
για Σε γαλανομάτα Λευτεριά.

Δεν είναι σφαίρα η γη,
δεν στροβιλίζεται στο Άπειρο.
Χτυπάει σα μια καρδιά μέσα στα στήθια μου
κι είναι οι παλμοί της θούρια κι εμβατήρια.
Λυγμοί από τόξο τσιγγάνικου βιολιού
για τον ανθρώπινο πόνο, για τη Λύτρωση.
Χαιρετισμοί στον ήλιο Στρατηλάτη.

Τι κι αν μισή η καρδιά βαθιά μου υφαίνει
το νήμα της ζωής στον αργαλειό των οραμάτων;
Μύριες ζωές υφαίνουνται μαζί και την κρατάνε
πλατύτερη απ’ τη γη –μια πυραμίδα
θεμελιωμένη στον Άνθρωπο,
με την κορφή στον ίλιγγο του αιθέρα σφηνωμένη.

Κι ίχνη καρδιάς να ζούνε μέσα μου,
θα τραγουδώ και θ’ αλαλάζω
για Σένα ατίμητη ζωή,
για Σε γαλανομάτα Λευτεριά!
ω Λευτεριά!

2 του Γενάρη, 1956
(Νοσοκομείο Λάρνακος)

Ο ΠΑΛΙΑΤΣΟΣ

Φτωχέ παλιάτσε κι έρημε, που μες στο θέατρο της ζωής
τούμπες εδώ κάνεις φριχτές και τούμπες παραπέρα,
σάμπως σκουπίδι ανώφελο σε κάποιο δρόμο θα βρεθείς,
μια χειμωνιάτικη βραδιά, μια παγερήν εσπέρα.

Το φώς της μέρας το θαμπό, θα ‘χει σβηστεί, θα ‘χει σβηστεί.
Και δε θ ‘ανάψουνε για σε λαμπάδες κι αγιοκέρια.
Μόνο οι παλιάτσοι φίλοι σου, με μια φωνή τρεμοσβηστή,
θα ψέλνουν: «Άμωμοι εν οδώ…» με σταυρωμένα χέρια.

Και τι μ ‘αυτό; Τους ρόλους σου τους έχεις παίξει μια χαρά,
και σε χειροκροτήσανε στ’ αλήθεια ή και στ’ αστεία
και, «δόξα-δόξα σοι ο θεός», έχεις γελάσει τρομερά
με θεωρεία επίσημα, μ’ εξώστες και πλατεία.

ΣΕ ΠΗΡΕ Η ΝΥΧΤΑ (ΙΙΙ)

Σε πήρε η νύχτα κι έφυγε, πριν η Αυγή ξυπνήσει
Πάνε μαζί σου κι άλλοι τρεις, που θέρισε η μανία
του μίσους και του σπαραγμού την ίδια εκείνην ώρα.
Κι άλλοι, χιλιάδες μάρτυρες, σε ακολουθούν ολόρθοι.

Πορεία νεκρών, που ζωντανοί στη μνήμη μας οδεύουν.
Στο φωτεινό της θάλαμο της Ιστορίας η σμίλη
σε μάρμαρο πεντελικό σκαλίζει τη μορφή σου,
σα σύμβολο των χθεσινών, των αυριανών μαρτύρων.

Κι εγώ, απ’ τη Μούσα του λαού το στίχο παίρνω απόψε
και σου σκαλίζω μιαν ωδή στην πέτρα της Ειρήνης.

ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΣΑΝ ΕΡΩΤΑ (II)

Την Αγάπη σα φως, ποιος μπορεί να σκοτώσει;
Ή στιλέτο ή λόγχη δεν τρυπούν τις αχτίδες
-και γυρίζ’ η αιχμή στ’ άνομο το χέρι
που χτυπά ένα νόμο
άτρωτο κι αδάμαστο.

Δε μπορείς να πνίξεις με συρτοθηλιά
μήτε κι έναν ίσκιο.
Πώς θ’ απαγχονίσεις του φωτός την αίγλη,
που τον ίσκιο αυτόματα ιχνογραφεί;

Δε μπορούν οι σφαίρες
και τη θρυαλλίδα του κεριού να ρίξουν.
Πώς μπορούν να θίξουν του φωτός το θαύμα
πού σκορπά ένας ήλιος;

Είν’ η αγάπη φως,
-άμυνα κι αντίσταση στης ζωής τη μάχη.
Φως, που το κρατούνε φύλακες οι αιώνες
στην καρδιά του κόσμου.
κι όλο εγρηγορούν.
Φως αναλυμένο
μέσα στον πολύπτυχο πάπυρο της Γνώσης.
Ένα φώς πολύμορφο
στην υπηρεσία της Ζωής, του Ανθρώπου.

(Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Πολιτιστική, τ. 14-15, σελ. 164-165)

Σ’ ΑΓΑΠΩ

XXVI

Σα θα φύγω μια μέρα
Και θα μείνεις εσύ, νικηφόρα στην έπαλξη του Χρόνου
δε θα κλάψεις-δεν πρέπει να κλαις
τη φυγή τη μοιραία
(να θρηνείς τους μοιραίους της φυγής).
Να μου κλείσεις τα μάτια
μ΄ ένα χάδι στοργής
και να πεις: «σου σφαλώ τα ματόκλαδα
που ριγούσανε πάντα στο φως
δύο τελείες να γίνουν τα μάτια
π΄ αγαπούσαν περίπαθα το φως».
Θαμαι πια το κλεισμένο βιβλίο μιας ζωής.
Μα θ ΄ αφήσω ανοικτά τα γραφτά μου.
Να τα στρώνεις στο δρόμο των ανθρώπων
σα σελίδες με δείχτες στην άνοδο,
-να τα βλέπουν κι ομπρός να τραβάνε
νικηφόροι στην έπαλξη του χρέους.
Μόνη μνήμη για Σένα: η Αγάπη
π ‘αναδίνουν πολύφωνα τα βουβά μου χειρόγραφα.
Η ματιά σου σ΄ αυτά μ’ ένα τόξο βιολιού θα πλανιέται
και θα λες το τραγούδι: « Είν’ εκείνος
που τον κόσμο αγάπησε πολύ».

Από τη συλλογή Σ’ΑΓΑΠΩ, Λονδίνο 1966.

ΑΝ EIN’ ΑΛΗΘΕΙΑ…

Αν είν’ αλήθεια πως η ζωή είν’ όνειρο και ψέμα
και η Αγάπη ανέγγιχτη, μυστήριο ιερό,
κι η νιότη γοργοδιάβατο αγριεμένο ρέμα,
που θάβει κόσμους φωτεινούς στον τάφο το ψυχρό.

Αν είν αλήθεια πως περνούν και χάνουνται οι αιώνες
κατρακυλώντας σα βαριά λιθάρια απ’ το βουνό,
ο πόνος διαφεντεύει μας κι είναι απλές εικόνες
η Ευτυχία κι η Χαρά σε άντρο σκοτεινό.

Αν είν αλήθεια πως κι εμείς καραβοτσακισμένοι,
αμίλητοι, βαριόμοιροι λιώνουμε σαν κεριά
στ ανέμου το τρικύμισμα, σα λύχνοι ραγισμένοι,

και λαχταρούμε απ’ το βουνό να βγούμε σε στεριά,
είμαστε ίσκιοι, σύγνεφα, και σιγοφτερουγούμε
στ’ αγνώστου τα αιθέρια αστέρια ν’ αναβούμε…

(Από τα σονέτα)

ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ

Κατατρεγμένο, δύστυχο πουλάκι τριγυρνώ
μες στης Ζωής την ερημιά με τα φτερά κομμένα
από ίου πόνου τα σπαθιά. Με μάτωσε – ωιμένα! –
κάποιος ζηλιάρης κυνηγός και τώρα, δες, πονώ…

Γοργοκυλά ο καημός βαθιά μου σαν ποτάμι
και συναρπάζει ό,τι βρει, λουλούδια της Χαράς,
σε χάη αβύσσων να τα πα, κομμάτια να τα κάμει
και να ερημώσει άσπλαχνα το σπίτι της καρδιάς.

Αχ! ψέμα είναι η χαρά• όνειρο που διαβαίνει
σα σύγνεφο ορμητικό, σα λιβανιού καπνός.
Είναι της νύχτας ξωτικό και μόνο πόθους σπέρνει.

Για δες! Βαθιά μου σβήστηκε σαν του κεριού το φως
σι’ ανέμου το τρικύμισμα. Πικρή μελαγχολία
δέρνει την μαύρη μου ζωή σαν άγρια τρικυμία…

ΩΡΕΣ

Ώρες βαριές, που δεν περνάτε
χωρίς ν’ αφήσετε βαθιά μας
μια πλήξην άγονη, θανατική,
έτσι μοιραία μας τυραγνάτε
και παραλύετε την καρδιά μας
με ιην πνοή σας τη σατανική.

Κι όμως… εγώ θα σας ξεφύγω
αυτό τ’ αρωστημένο βράδυ,
ιη δύναμή σας θα χτυπήσω
και θα παλέψω – έστω για λίγο –
μέσα σί αβέβαιο το σκοτάδι
οα μια ψυχή να φτερουγήσω.

Σε κάποιο δέντρο ακουμπισμένος
– έρμος αλήτης, στοχαστικός –
μ όλα τ αστέρια θα μιλήσω.
Κι έτσι, θαυμάσια ξεχασμένος
μέσα στην πλάνη, και σκεφτικός,
παλιά μου ονείρατα θα ζήσω!

ΑΝΑΠΟΛΟΓΗΤΟΙ

Αναρωτιέμαι μια στιγμή και μεταγνιώνω πάλι:
πού θα μας βγάλει ο καημός κι η πλήξη αυτό το βράδυ, \
καθώς χαθήκαμε άσκοπα μες στης ζωής την πάλη,
λαμπάδες που δακρυρροούν μες στο βαθύ σκοτάδι.

Ω! πώς μας ξεγελάσανε «τα ήθη κι οι καιροί»!
Με ιη λαχιάρα της χαράς, της δυστυχίας την έννοια,
κρατάμε σία παράλυτά μας χέρια ένα κερί
και ψάχνουμε για πράγματα γελοία και τιποτένια.

Σα στρίγγλα μέγαιρα η ζωή γελάει και μας φιλεί,
εμείς της λέμε: «Ευχαριστώ!» και τη γλυκό κοιτάμε,
μας τυραγνάει μεσονυχτίς του Ιούδα το φιλί,
μα, ωστόσο, αναπολόγητοι στο Γολγοθά τραβάμε.

Αμποτε η στέγη να βρεθεί και να χτιστεί η φωλιά,
να ‘ρθεις και συ, νύχτα γλαυκή, εκεί δα να σταματήσεις,
κι αφού διπλώσεις τα φτερά με μια λυγμώδικη λαλιά,
τις συμφωνίες των Ουρανών να γλυκοτραγουδήσεις. 

ΑΣ ΗΤΑΝ

Ας ήταν να ‘ρθει ως σίφουνας μες στη ζωήν η ορμή,
την ερημιά και ιη νεκρή σιωπή ν αναστατώσει•
τη ναρκωμένη μας ψυχή απ’ το τέλμα να λυτρώσει
σαν πυρετός δημιουργικός να ζώσει το κορμί.

Κι ας ήταν: το μονότονο εμβατήριο, που κινεί
τα νυσταλέα μας βήματα στη στράτα αυτή την άγονη,
μια θύελλα ζωηρών ρυθμών και φτόγγων να γενεί
κι ας ούρλιαζε τριγύρω μας μια Συμφωνία παράφωνη.

Κι ας ήταν: το φαρμακερό λυτρωτικό μας δάκρυ,
που σχεδιάζεται διαρκώς στα ερέβη της ψυχής,
σα δροσοστάλα των ματιών να καρφωθεί στην άκρη
κι απέ… να στάξει ως μπάλσαμο μιας θλιβερής ζωής.

ΑΝΑΛΑΜΠΗ

Με τον πηλό του ονείρου και της σκέψης
έκτισα τόσα χρόνια τη ζωή.
Όπως θα πρέπει νάναι και ως την είδα
με της ψυχής τα μάτια αναζητώντας
τ’ ωραίο και το Καλό στο κάθε τί.

Τι κι αν στη χλόη σέρνονται ερπετά;
Τι κι αν χορεύουν στα κύματα ναυάγια;
Tι κι αν η κάμπια στο δέντρο τ’ ανθισμένο
φαντάζει σαν αντίθεση σκληρή;
Στη χλόη, στο κύμα και στο δέντρο
λαμποκοπά κυρίαρχη, η Ομορφιά.

Πέρασα με το μέτωπο ψηλά
μπροστά από την ασκήμια και δε λύγισα.
Την Καλοσύνη είχα στο στήθος μου γι’ ασπίδα
και βέλη την οργή μου και το Μίσος.
(Μια πανοπλία παράξενη, με κέντρο
τον κρίκο της Αγάπης προς τον Άνθρωπο
και τη χρυσή αλυσίδα της λατρείας
στο δίδυμο Ίνδαλμα: τ’ Ωραίο και το Καλό).

Κι όσο την εποχή μου ανασκαλίζω,
όσο αναπνέω την αύρα και τη φλόγα της,
τόσο πιστεύω πιο πολύ στην Ώρα
που την ασκήμια θα διώξει άπ’ τη ζωή.

Χαίρομαι τον Τεχνίτη που σκαλίζει
ψηλά στ’ αέτωμα της Αιωνιότητας
σύμβολο και σκοπό την Ομορφιά.

Χαίρομαι τον Σοφό που ξαναχτίζει
τον κόσμο με της Γνώσης την πνοή.

Χαίρομαι την Ψυχή και το Μυαλό
στ’ αρμονικό τους βάδισμα που οδεύει
στο τέλειο, τη Δικαίωση και την Κάθαρση.

Χαίρομαι, πάνω απ’ όλα, την αμείλικτη
πορεία της Ιστορίας και τ’ άγγελμά της:
-Η ιδέα δεν πεθαίνει. Ορμά κι αιμόφυρτη.
Τον κόσμο ανασυνθέτει κι’ όλο κτίζει
πάνω σ’ ερείπια τ’ ωραίο και το καλό.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Να φύγω. Με τον ίσκιο μου στο πλάι,
συνοδοιπόρο, φίλο και αδερφό.
Δεν το ρωτώ η ψυχή μου πού θα πάει,
κι αν από τη φυγή θα λυτρωθώ.

Στενός ο τόπος. Αίμα και σκοτάδι.
Γερμένοι οι τοίχοι, θολοί και θλιβεροί.
Σπασμένα τόξα. Κι έρχεται το βράδυ
με τη μορφή στυγνή και παγερή.

Τρέμουν τα χείλη. Στήθη που βογγούνε.
Κραυγή και πάθος: Κύματα κι αφροί,
τη βάρκα μου οδηγάτε όπου και να ναι,
τη χίμαιρα και τ’ όνειρο να βρει.

Μια σερενάτα βαθιά μου αναπηδάει
και στα παλιά με καλεί να ξανοιχτώ.
Να φύγω με τον ίσκιο μου στο πλάι,
συνοδοιπόρο, φίλο και αδερφό. 

0 ΕΡΗΜΙΤΗΣ

… Κι έμεινα μόνος στο Κενό, κάτω απ’ τον μπλάβο ουρανό,
με μάτια ογρά απ’ το δάκρυ,
ενώ τριγύρω μου οι Σιμουν από μιαν έρημο εξορμούν
κι ενώ ένα φως αναζητώ στα φευγαλέα τα μάκρη.

Πόθος κοινός. Τόσο μικρός. Μα κατρακύλησε ο καιρός
– πόσος καιρός εχάθη! –
δίχως μια λάμψη να φανεί, μήτε ν ανθίσει μια φωνή
σα ρόδον ανοιξιάτικο στης προσδοκίας τα βάθη.

Χρόνια γελοίας υπομονής, άπειροι χρόνοι προσμονής,
σε μια στιγμή κλεισμένοι.
Τ’ ανθρώπου χρόνιος παιδεμός. Αργός μα βέβαιος συντριμμός.
Ύπουλο πλήγμα στη ψυχή, που οργά φυλακισμένη.

Δράμα βουβό. Πληγή ανοιχτή. Ζητά η καρδιά να ξανοιχτεί
με τα φτερά του Αλήτη,
που ζει στου βάθους τη γωνιά, μα σκλαβωμένος αγωνιά,
σφυρίζοντας τη μυστική μπαλάντα του Ερημίτη.

ΧΑΟΣ

Χίμηξε η νύχτα μέσα μου – γαλάζιο ένα πουλί
με μύρια στίγματα ασημιά στ ανάλαφρα φτερά του.
Τις «συμφωνίες» των ουρανών, σα φτερουγάει γλυκολαλεί,
κι εδώ μια στέγη αποζητά να χτίσει τη φωλιά του.

Νύχτα γλαυκή, ασημόθωρη, του Χάους η αδερφή,
που όλο τον κόσμο ξεγελάς με τα τρελά όνειρά σου,
δεν το ‘λπιζα να γελαστείς, κι από τ Απείρου την κορφή
στο Χάος που κλείνω μέσα μου να ρίξεις τα φτερά σου.

Στέγη εδώ μέσα δε θα βρεις, μηδέ μιαν άτεχνη φωλιά.
Όλα χα ρήμαξε ο βοριάς κι η ανίλεη καταιγίδα.
Μόνο χαλάσματα θα ιδείς – κι αυτά από χτίσματα παλιά –
και μια ψυχή που κυνηγά τη φευγαλέαν ελπίδα.

Πώς ήρθε η μπόρα ορμητική κι ευθύς ξοπίσω η Συμφορά,
μην το ρωτάς. Δε θέλω πια ν ανιστορώ το Δράμα,
που χε σκηνές φρικιαστικές, πολλά ιντερμέδια θλιβερά,
και για σφραγίδα το βουβό κι ανεξιλέωτο κλάμα.

Περιπλανώμενη η ψυχή σ’ αυτό το χάος στριφογυρνά
και κουρασμένη από ψηλά τα ερείπια κατοπτεύει…
Για μια φωλιά, μια φτωχική μα σίγουρη γωνιά,
ανάβει ο πόθος μέσα της κι η νοσταλγία θεριεύει.

ΚΗΔΕΙΑ

Χτυπούσανε οι καμπάνες δυνατά, λυπητερά,
πιο δυνατά παρά σε πανηγύρι.
Συνάνθρωπος, αλλά με μια χρυσή μεγάλη ουρά,
στης Μοίρας την κοινή στρωμνή έχει γύρει.

Κανείς, αληθινά, δε θα μπορούσε ν αρνηθεί
πως ήταν μεγαλόπρεπη κηδεία.
Μα n θλίψη που τριγύρω στο Κενό είχε ξαπλωθεί,
έμοιαζε με μια περίεργη θυμηδία.

Τα κλάματα, κι αυτά συμβατικά και τυπικά,
με ψίθυρους εσμίγαν και ειρωνείες.
Και γλέντησε ο λαός στα σοβαρά «Κοινωνικά»,
την άλλη μέρα, τις νεκρολογίες.

Δε μπόρεσε η χρυσή του συνανθρώπου μας ουρά
της μοίρας τη γροθιά να εξαγοράσει.
Επέτυχε μονάχα μια κηδεία πολύ φαιδρά,
και τη μονοτονία μας να χαλάσει.

ΤΕΥΚΡΟΣ ΑΝΘΙΑΣ ταφος

 

Η ποιητική «λαλιά» της Κύπρου και των αγώνων της

Της Φλόρας ΑΝΘΙΑ

Ο «Ρ» θεωρεί χρέος του να τιμήσει τους αγώνες, τα οράματα, το έργο που πρόσφεραν στον κυπριακό και ελληνικό λαό κατά τον 20ό αιώνα, δυο κορυφαίοι Κύπριοι ποιητές, ο Τεύκρος Ανθίας και ο Θοδόσης Πιερίδης, δημοσιεύοντας δύο αφιερώματα. Σήμερα δημοσιεύουμε το αφιέρωμα στον Τεύκρο Ανθία, το οποίο αντλούμε παραθέτοντας (μερικές περικοπές ήταν αναγκαίες λόγω περιορισμένου χώρου) το μεγαλύτερο μέρος ενός κειμένου που έγραψε η μία από τις δύο κόρες του ποιητή, η Φλόρα Ανθία, η οποία ζει στο Λονδίνο και έχει μελετήσει το έργο του πατέρα της.

«Θυμούμαι από μικρό παιδί, τρία πράγματα για τον πατέρα μου. Πρώτο, σπάνια τον είδα στο σπίτι δίχως την πένα στο χέρι, δίχως ένα χειρόγραφο, δίχως απασχόληση με κάποια ιδέα. Δεύτερο, ήταν τρυφερός πατέρας και σύζυγος. Σαν πατέρας ήταν γεμάτος από ιστοριούλες, σκίτσα και ζωγραφιές που σχεδίαζε όταν μας έλεγε τις ιστορίες του. Τρίτο, η ζωή του ήταν γεμάτη από ανθρώπους, συνεδριάσεις, φίλους, επισκέπτες. Κι όμως όσο διανοούμενος κι αν ήταν παρέμεινε λαϊκός, φίλος όλων και ειδικά της εργατικής τάξης (αφού κι αυτός ήταν γέννημα φτωχής αγροτικής οικογένειας). Πίστευε στο ρόλο της εκπαίδευσης ως εκπαιδευτικός. Δεν παρέμενε πίσω από το γραφείο, ανέβαζε θεατρικά έργα, του άρεσε η διασκέδαση.

Τον παρουσιάζω όπως τον είδα σε διάφορα στάδια της ζωής του, αλλά με στοιχεία από τη μητέρα μου, Αναστασία Ανθία, για τη ζωή του πριν μεταναστεύσει στην Αγγλία, το 1948, και από το έργο του, ένα από τα πιο σημαντικά στην κυπριακή και στην ελληνική λογοτεχνία. Τον Ανθία τον βλέπανε στην Κύπρο και στην Ελλάδα σαν τον ποιητή της Αριστεράς, μ’ όλο που η ποίησή του είχε πλατιά εκτίμηση. Στην Κύπρο, παντού κάποιος – συνήθως άνω των 40 ετών – μπορούσε να απαγγείλει τουλάχιστον ένα ποίημά του. Από μικρό μαγαζάτορα, ως καφετζή, ως μουχτάρη μέχρι βουλευτές, διανοούμενους, ηθοποιούς και κυβερνητικούς εργάτες. Ο Ανθίας έχει αναγνωριστεί όχι μόνο ως ο ποιητής της Αριστεράς, αλλά της πονεμένης Κύπρου. Πρόσφατα συγκρίθηκε με τον Καζαντζάκη, τον Σαρτρ και άλλους ως ποιητής της υπαρξιακής ανησυχίας.

Δεν παρέμεινε, ωστόσο, στον υπαρξισμό. Πολιτικοποιήθηκε και χρησιμοποίησε την ποίησή του σαν καταδίκη των πολιτικών και οικονομικών συνθηκών που απανθρωπίζουνε και αλλοτριώνουνε την ανθρώπινη ζωή. Τα κύρια θέματα ήταν η ζωή, η αγάπη, η αντίσταση – ήρωές του, οι φτωχοί και καταπιεσμένοι.
Ο ποιητής – όπως όλοι οι άνθρωποι- εξαρτούνται για την εξέλιξή τους από την κοινωνία και το στάδιο εξέλιξης της οικονομικής, κοινωνικής και πνευματικής ζωής της εποχής τους. Ο ποιητής, κάθε καλλιτέχνης, ξεχωρίζει από τους ανθρώπους με δύο τρόπους. Πρώτα, χρησιμοποιεί τα στοιχεία της εποχής του με τρόπο ανατρεπτικό – δηλαδή τα διαμορφώνει προς καινούριες κατευθύνσεις – και ξεπερνά τα όρια της εποχής δείχνοντας ξεκάθαρα το χαρακτήρα τους και συνειδητοποιώντας τα με δημιουργικό τρόπο. Ο καλλιτέχνης μιλά με τρόπους και μορφές που έχουν νόημα και για μελλούμενες γενιές. Δεύτερο δεν αντανακλά μονάχα την εποχή του, αλλά συνεισφέρει και στη διάπλαση και την αλλαγή της.

Συνδέω το έργο του πατέρα μου με τη βιογραφία του, δείχνοντας πως και ο ίδιος, κάτω από ειδικές κοινωνικές καταστάσεις της οικονομικής και πολιτικής ζωής της χώρας του, της Κύπρου, και μετά σαν μετανάστης στην Αγγλία, όπως και στην προσωπική του ζωή, δημιούργησε ένα έργο που έσπασε τα όρια της εποχής του και χάραξε μια καινούρια δημιουργική περίοδο.

ΟΑνθίας, γεννήθηκε ως Ανδρέας Παύλου στις 3 Απρίλη του 1903, στο χωριό Κοντέα της επαρχίας Αμμοχώστου. Ο πατέρας του ήταν γεωργός. Ο Ανθίας ήταν «ποιηταρούδιν νηστικό, παιδί της αλητείας», όπως λέει. Εγύριζε χωριά και πόλεις, τυπώνοντας και τραγουδώντας τα ποιητάρικά του για να συντηρήσει την οικογένεια. Ο πατέρας του, που είχε χάσει την περιουσία του, ήταν ντυμένος τη μαύρη βράκα με μάλλινη ζώνη στη μέση, με φουστανέλα κτλ. τραγουδούσε γεγονότα ή καταστάσεις που τον ενδιέφεραν και πρόσωπα σαν τον Βενιζέλο και τον βασιλιά Κωνσταντίνο. Λέει σ’ ένα ποιητάρικό του: «Σύναξα όλα αυτά τα χρήματα/για να πιάσω/να πάω στο γυμνάσιον σχολήν/για να σπουδάσω».
Μαθητεύει στο Εμπορικό Λύκειο της Λάρνακας το 1916-17, όπου τυπώνει και μεταδίδει ποιήματα σαν το «Ξύπνα λαέ», τα πιο πολλά δεκαπεντασύλλαβα, περιγράφοντας σκηνές πείνας, δυστυχίας, ορφάνιας κτλ. και έπειτα (1917-22) στο ιεροδιδασκαλείο Λάρνακας, όπου δημοσιεύει ποιήματα σε περιοδικά και εκδίδει την πρώτη ποιητική του συλλογή, τα «Λουλούδια της αγάπης».

Δουλεύει σαν δάσκαλος στη Χοιροκοιτία (1922-23) και μετά φεύγει για την Ελλάδα για να σπουδάσει φιλολογία. Λόγω οικονομικών δυσκολιών εργάζεται ως δάσκαλος στη Σπάρτη και μετά στο Σκλαβοχώρι (1924-1926). Στη Σπάρτη πρωτοβγάζει τα περιοδικά «Φλόγα» και «Σπίθα». Επιστρέφει στην Αθήνα (1926), όπου αρχίζει η «αλήτικη» ζωή. Γυρίζει τις ταβέρνες με την παρέα του Βάρναλη, του Βουρνά και άλλους. «Αλήτης» άστεγος, μπήκε γρήγορα στον κύκλο της νέας δημιουργικής κατεύθυνσης της Αθήνας. Αυτή η εμπειρία του καταγράφεται στα «Σφυρίγματα του Αλήτη» ( 1928). Μια συλλογή με καινούρια φωνή, που τράνταξε την εποχή της, που παραμένει σημαντικός σταθμός στη νεοελληνική ποίηση και είναι γραμμένη στα πλαίσια ενός φιλολογικού υπαρξισμού – ο «αλήτης» αναζητεί τον αληθινό εαυτό του, ένα σύμπαν έξω από την αλλοτρίωση, τη μιζέρια. «Ηρωας» δεν είναι ο παραδοσιακός λεβέντης, αλλά ένας «αλήτης», καταθλιμμένος, περίγελο δεσποινίδων και κυριών, που επισκέπτεται και πόρνες, βλέποντάς τις σαν θύματα. Υπάρχει πολύ κοινωνικό περιεχόμενο σ’ αυτή τη συλλογή – κάτι που πολλοί κριτικοί περιφρόνησαν, όπως στο ποίημα»Οι καταφρονεμένοι»:Φέρε μας, κάπελα, κρασί/κ’ έλα με μας να πιεις και συ./Ηρθαμε τώρ’ απ’ τη δουλειά,/μάδειο μυαλό κι άδεια κοιλιά,/μες το πιοτό να ξεχαστούμε/(Ζωή που κάνουμε και μεις, μαρτύρια που τραβούμε!)(…)».

Υπάρχουν όμως και ποιήματα ερωτικά και πιο φιλοσοφικά, ενώ η μορφή των ποιημάτων είναι παραδοσιακή, πολύ λυρική. Ο «Αλήτης» δεν μπόρεσε ακόμη να ορίσει τον εχθρό του. Λέει μόνο εκείνα που υποφέρει σαν στο «Βάκχικο «: «Ηθελα απόψε να σου πως για τη λατέρνα/μα πού μ’ αφήνουνε τα ντέρτια να σκεφτώ./Αν θέλεις όμως, έλα κέρνα ξανακέρνα/ίσως μπορέσω στο πιοτό να ξεχαστώ».

Θα το καταλάβουμε αυτό καλύτερα, αν προσέξουμε πως δεν υπήρχε εργατικό κίνημα στην Κύπρο πριν φύγει ο Ανθίας για την Ελλάδα. Η περίοδος 1920-1930 είχε φτώχεια. Εξαιτίας και της αποικιοκρατίας, αυτή την περίοδο νέοι εργάτες εμφανίζονται στις πόλεις αναζητώντας διέξοδο απ’ τη μιζέρια της αγροτικής ζωής. Είναι στο δεύτερο εξάμηνο του 1920 που αναπτύσσεται η εργατική τάξη και οργανώνεται σε συντεχνίες – το ΚΚΚ ιδρύεται στη Λεμεσό το 1926.

ΟΑνθίας γυρίζει στην Κύπρο το 1930. Μπαίνει στο ΚΚΚ. Αφοσιώνεται στον αγώνα, χρησιμοποιώντας την πένα του σαν θαυμάσιο όπλο και αρχίζει να δημοσιογραφεί. Συμμετέχει στα Οχτωβριανά γεγονότα του 1931. Είναι ο πρώτος που συνέλαβαν (πυροβολήθηκε μάλιστα στο αριστερό χέρι και μας το έδειχνε ιστορώντας τα γεγονότα). Γράφει, από το 1930-1948, σε διάφορες εφημερίδες – συντάκτης της «Ελευθερίας» και μετά της «Πρωίας». Το 1930 εκδίδει το «Αγιε Σατάν, ελέησον με» -καταδίκη μιας εποχής όπου κυριαρχεί το κέρδος, ο πόλεμος, η εκμετάλλευση, η κοινωνική ανισότητα και η υποκρισία.
Το 1931 εκδίδει τη «Δευτέρα Παρουσία», που έγινε αφορμή να αφοριστεί από την Εκκλησία. «Ηρωές» του είναι άνθρωποι εκμεταλλευόμενοι, οργισμένοι, επαναστατημένοι – και μέσω αυτών κατηγορεί ο ποιητής το Θεό ως προσωποποίηση του κακού, της καταπίεσης και αδικίας. Ενα έργο κοινωνικό και φιλοσοφικό, που παρουσιάζει όλους τους καταπιεσμένους της Γης. Το 1931 εκδίδει το «Πουργατόριο» και το 1934 το «Διψασμένοι στην Αβυσσο».Στο «Χάος» (1936) ασχολείται με ανισότητες και τη νοοτροπία της σύγχρονης κοινωνίας. Στην «Εξοδο» (1937) καταδικάζει τις ψευδαισθήσεις της εποχής: «Μη μας μιλάτε για τη φρίκη των δραμάτων/που παίζονται στου κόσμου τη σκηνή».Στην «Ανοδο» (1939) εκφράζει παγκόσμια προβλήματα, αλλά και προσωπικά. Το 1939 και το 1940 εκδίδει το «Ιντερμέδιο» και το «Β Ιντερμέδιο» – το δεύτερο περιλαμβάνει ποιήματα γραμμένα και σε ελεύθερο στίχο – εκφράζοντας και την προσωπική του ζωή. Είναι η εποχή του πρώτου του γάμου που τον κάνει δυστυχισμένο. Το 1940 και ’41 εκδίδει το «Βομβύκιο» και τη «Σερενάτα», από τα λυρικά ποιήματά του. Από το 1937 δουλεύει στην » Πρωϊνή», διδάσκει στο Μελκονάν (Αρμένικο Κολέγιο), κάνει ραδιοφωνικές εκπομπές, προγράμματα στο «Μαγικό Παλάτι» και εκδίδει τον «Πεννοφόρο» (εβδομαδιαίο σατιρικό περιοδικό). το 1942 διαλύεται ο γάμος του και το 1943 παντρεύεται τη μητέρα μου, Αναστασία Ανθία, σύντροφό του ως το θάνατό του.

Το 1941 εκλέγεται στην ΚΕ του ΑΚΕΛ. Το 1945 εκδίδει τα περιοδικά » Φλόγα» και » Σπίθα» και δουλεύει στο » Δημοκράτη» του κόμματος. Με την «Ηρωική Συμφωνία» (1942) υμνεί την ανατροπή των κοινωνικών θεσμών – είναι η εποχή της Εθνικής Αντίστασης και της ελπίδας για μια σοσιαλιστική Ελλάδα – τάσσεται υπέρ της απελευθέρωση της γυναίκας – κάτι πρωτοποριακό για την κυπριακή ποίηση – εκφράζει επαναστατικές ιδέες, εμπνευσμένος από τη Ρωσική Επανάσταση.
Τα «Σφυρίγματα του Αλήτη» (1943) αισιοδοξούν, αλλά με μια μελαγχολία και πολλή λυρικότητα. Εκδίδει το «Εκ βαθέων» (1944), υμνώντας την απελευθέρωση. Στο «Ανθρώπινο έπος» (1945) υμνεί την ανθρώπινη ζωή. Είναι ένα επικολυρικό ποίημα, το πιο ώριμο ιδεολογικά. Λέγει: «αξίζουνε οι θυσίες για τα μεγάλα» και «ρίξε μέσα στον τάφο ό,τι πεθαίνει». Τώρα εκφράζεται σε ελεύθερο στίχο, θέλοντας να απαλλαγεί από τα δεσμά του παραδοσιακού.

Από το 1945 η ποίηση του Ανθία καταγράφει σύγχρονα γεγονότα, ειδικά την αντίσταση της Ελλάδας και Κύπρου, την ελπίδα για κοινωνική αλλαγή, την πάλη εναντίον της ξένης κυριαρχίας, για δικαίωση και ελευθερία. Στην «Κυπριακή Ραψωδία» (1946) λέει: «Μια πέτρα μέσ’ στο πέλαγο είν’ η γη μου» και «Ξένε, πατάς την πέτρα που δε σάλεψαν, τι φωνές θύελλες και τρικυμίες».

Από το 1930-1948 έγραψε πεζά, νουβέλες, θεατρικά έργα, διηγήματα, λαογραφικά κείμενα: «Μπλακ Μαρία» (1934), «Ο γιόκας μας» (1936), «Το ταξίδι στον ήλιο» (1940), «Ζωντανή Κύπρος» (1941). Εκδίδει το δίτομο » Μουσικό Εγκόλπιο» – Λαϊκά και επαναστατικά τραγούδια στη βυζαντινή και ευρωπαϊκή μουσική. Το 1948 πηγαίνει στο Λονδίνο με την οικογένειά του – εκδίδει τη » Φλόγα» και » Σπίθα», κάνει εκπομπές στην Ελληνική Υπηρεσία του BBC με τον Μιχάλη Κακογιάννη και δουλεύει σαν ανταποκριτής του » Ταχυδρόμου» Αλεξανδρείας και συντάκτης στο «Βήμα» της παροικίας. Το 1953 είναι κύριος ιδρυτής της Ελληνικής Σχολής Λονδίνου, όπου δουλεύει τα βράδια σαν δάσκαλος.

Με το «Τραγούδι της Γης» (1951)και το «SOS» (1952) εκφράζει την ανησυχία του για το μέλλον της ανθρωπότητας. Το 1955 γυρίζει στην Κύπρο σαν συντάκτης στο » Νέο Δημοκράτη».Συλλαμβάνεται στις 14 Δεκεμβρίου με 134 άλλα στελέχη του ΑΚΕΛ και μπαίνει στα κρατητήρια της Δεκέλειας. Γράφει το «Ημερολόγιο του CDP» (αυτό βάλαμε στον τάφο του στην Κοντέα). Λόγω καρδιακής προσβολής απελευθερώνεται και ξαναδουλεύει στη » Χαραυγή». Το 1957 γυρίζει στο Λονδίνο και δουλεύει στο » Βήμα». Το «Ορατόριο» (1961), που αφιερώνεται στον αγώνα της Κύπρου για απελευθέρωση και σε ήρωες λέει: «Μια χούφτα χώμα είν’ το νησί μου στην απέραντη τη γη».
Το 1962 εκδίδει τα Απαντά του και παρότι υποφέρει από την καρδιά του συνεχίζει την πολιτική και ποιητική του δραστηριότητα. Η «Κυπριακή Τραγωδία» (1965) είναι εμπνευσμένη από την Τηλλυρία και το διαχωρισμό Τουρκοκυπρίων και Ελληνοκυπρίων. Το 1966 εκδίδει την «Λαμπρακιάδα» για το Γρηγόρη Λαμπράκη, στενό φίλο του, που η δολοφονία του ήταν μια προσωπική πληγή για τον Ανθία. Το είχε καημό να του γράψει ένα τραγούδι, αλλά δεν έζησε να το χαρεί. Τον είχε συνοδέψει στο » Μαραθώνα της Ειρήνης» και του τραγουδά σαν υστερόγραφο, στους δίσκους που βγάζει στη μνήμη του: «Η δάφνη ως γίγαντας θα ζει/και θα φουντάρει η Νέα Ζωή/με το δικό σου το αίμα».

Οι τελευταίες του συλλογές είναι το «Σ’ αγαπώ» (1966) και «Αγρυπνώ για Σένα Ελλάδα» (1967). Το «Σ’ αγαπώ» ήταν εμπνευσμένο από την Αναστασία, μεγάλη συντρόφισσα της ζωής του, αλλά συμβολίζει και την αγάπη του για τη ζωή. Το «Αγρυπνώ…» καταδικάζει τη Χούντα. Η υγεία του χειροτερεύει. Πεθαίνει από καρδιακή προσβολή στις 8 Νοεμβρίου 1968 και κηδεύεται στο χωριό του Κοντέα, όπως επιθυμούσε.

Νομίζω πως ο Ανθίας κατατάσσεται με ποιητές σαν τον Μπρεχτ, που βλέπουν τη δημιουργία τους σαν «όπλο» – προσφορά στον αγώνα και τη μορφή της εξαρτημένη από το θέμα και το στόχο της. Ο Ανθίας ήταν πρωτοπόρος στη μορφή που διάλεξε. Ηταν πρωτοπόρο πνεύμα – και πνευματικά και επαναστατικά. Δε φοβόταν την πάλη με τα καθιερωμένα, δε φοβόταν τη φτώχεια. Ηταν αφοσιωμένος πάντοτε στο καλύτερο αύριο. Αγαπούσε την οικογένειά του, τους φίλους του, την τέχνη, τον αγώνα. Ηταν διανοούμενος, αλλά πάντα άνθρωπος του λαού. Γι’ αυτό και η ποίησή του μιλά και στον απλό αγρότη και στον διανοούμενο. Τελειώνω, με την ανάμνηση όλων εκείνων που τακτικά μου απαγγέλλουν ποιήματά του – από τα κρασοχώρια ως τη Μεσαορία».

ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ «Η ΔΕΥΤΕΡΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑ» ΚΑΙ Ο ΑΦΟΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ

Το 1931 εκδίδει το έργο του Η Δευτέρα παρουσία, Ιλαροτραγικό έπος , Κύπρος 1931. με σατιρικό περιεχόμενο σατιρικό κατά της χριστιανικής θρησκείας. Σε αυτό περιγράφει εφημερίδες με πρωτοσέλιδα όπως «ΑΙΦΝΙΔΙΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ ΘΕΟΥ» και μανιασμένο πλήθος να Τον κυνηγά γύρω από την Αγία τράπεζα. Στο τέλος, η φτωχολογία συλλαμβάνει τον Θεό και τον υποχρεώνει να καθήσει στο σκαμνί για να περάσει από δίκη για τα δεινά του κόσμου:

«Εμείς, που από τις σάρκες μας τη σάρκα σου έχεις πάρει
Κι απ’ τη δική μας την πλευρά τα κόκαλά σου τα γερά
Το βράδυ αυτό σε ορίζουμε, όπως ορίζουμε τη γης.
Ήρθ’ η στιγμή απ’ τον άνθρωπο να δικαστείς»

Τον δικάζει αρχικά ένας στρατιώτης ο οποίος συμβολίζει την φρίκη του πολέμου. Λέει «ανθρώπινα κορμιά ταϊζουν το φούρνο ‘της πατρίδας και της πίστεως», και «Κύριε Θεέ, εσύ γελούσες βλέποντας το ανθρώπινο κοπάδι να σέρνεται στης μάχης το λειβάδι». Σειρά στο κατηγορητήριο πέρνει μια γυναίκα η οποία γεννήθηκε φτωχή, πουλήθηκε σε ένα πλούσιο σύζυγο ο οποίος αργότερα την εγκατέλειψε και αναγκάστηκε να εκπορνευτεί. Λέει χαρακτηριστικά «Δυο νύχτες του χειμώνα αγριεμένες, κοιμήθηκα, θυμάμαι νηστική. Το εικόνισμα με κοίταζε και γέλαγε με μάσκα πονηρή, σαρκαστική… Το πέταξα και σ’ έβρισα ω Θεέ. Βλασφήμησα, θυμάμαι, όσο ποτέ». Σειρά πήρε ένας εργάτης ο οποίος προσωποποιούσε την ξεσηκωμένη εργατική τάξη: «Τα χέρια αυτά που χτίσανε τα μέγαρά σας, ξέρουν και δύνανται να σκάψουν βαθιά-βαθιά τα μνήματά σας» Το έργο θα κλείσει με την καταδίκη του Θεού.

Η Ιερά Σύνοδος της Κυπριακής Εκκλησίας την 1η Μαΐου 1931 εξέδωσε «Πράξη αφορισμού» σε βάρος του για «απ’ αρχής μέχρι τέλους άρνησις της χριστιανικής θρησκείας, των δογμάτων αυτής και των ηθικών παραγγελμάτων ως και της εννοίας περί Θεού κατά τρόπον ανευλαβή και ασεβή». Αργότερα ζήτησε με επιστολή του συγγνώμη προς την Ιερά Σύνοδο και στις 16 Απριλίου 1935 έγινε άρση του αφορισμού του.

Το έργο συμπεριλήφθηκε σε μια λίστα απαγορευμένων βιβλίων που έκδοσε η αποικιακή κυβέρνηση. Για να μην κατασχεθούν τα αντίτυπα, ο εκδότης της ποιητικής συλλογής, Ποτάπιος, τα έθαψε στα θεμέλια της νεόδμητης οικία του, στην Καρπασία.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Ι.Ποίηση

• Λουλούδια της αγάπης. Σκάλα, 1922.
• Τα σφυρίγματα του αλήτη. Αθήνα, 1929.
• Άγιε Σατάν, ελέησόν με. Αθήνα, 1930.
• Η Δευτέρα παρουσία. Λευκωσία, 1931.
• Το Πουργατόριο. Κύπρος, 1931.
• Διψασμένοι στην άβυσσο. Κύπρος, 1936.
• Το χάος. Κύπρος, 1936.
• Η Έξοδος. Κύπρος, 1937.
• Η Άνοδος. Κύπρος, 1939.
• Ιντερμέδιο. Κύπρος, 1939.
• Το Β’ Ιντερμέδιο. Κύπρος, 1940.
• Βομβύκιο. Κύπρος, 1940.
• Σερενάτα. Κύπρος, 1941.
• Ηρωική Συμφωνία. Κύπρος, 1942.
• Σφυρίγματα του ερημίτη. Κύπρος, 1943.
• Εκ βαθέων. Κύπρος, 1945.
• Μουσικό εγκόλπιοΑ΄ – Β΄. Κύπρος, 1945.
• Ελλάδα· Επικολυρικό ποίημα εμπνευσμένο από την ελληνική αντίσταση. Λευκωσία, έκδοση Φλόγας, 1946.
• Το Ανθρώπινο Έπος. 1946.
• Κυπριακή ραψωδία. Κύπρος, 1947.
• Το τραγούδι της γης. Λονδίνο, 1951.
• SOS. Λονδίνο, 1952.
• Το ημερολόγιο του CDP. Κύπρος, 1956.
• Ορατόριο. Λονδίνο, 1961.
• Ποιητικά Άπαντα 1928-1962. Λονδίνο, 1962.
• Κυπριακή τραγωδία (1964-1965). Αθήνα, Κέδρος, [1965].
• Λαμπρακιάδα. Λονδίνο, Anthias Publications, 1966.
• Σ’ Αγαπώ· Συμφωνικό ποίημα. Λονδίνο, Anthias Publications, 1966.

ΙΙ.Πεζογραφία

• Μπλακ Μαρία νο 1. Κύπρος, 1934.
• Καλότυχ’ οι νεκροί. Αθήνα, χ.χ.

ΙΙΙ.Θέατρο

• Σαράβαλο. 1932 (με το ψευδώνυμο Πέτρος Λιμπέρης).
• Η δημοπρασία. Λευκωσία, 1935.
• Ο Γιόκας μας. Λευκωσία, 1936.
• Ταξίδι στον ήλιο. Κύπρος, 1940.
• Ηρωικό εμβατήριο. Κύπρος, 1941.
• Το παλληκάρι της φακής. Κύπρος, 1942.
• Στάλινγκραντ. Κύπρος, 1942.
• Άμωμοι εν οδώ αλληλούια. 1943.
• Αρματωλοί και κλέφτες. Κύπρος, 1943.

ΙV. Μελέτες

• Η ζωντανή Κύπρος. Κύπρος, 1941.
• Η πολιτεία της νύχτας. 1943.
V. Συγκεντρωτικές εκδόσεις
• Ποιητικά Άπαντα 1928-1962. Λονδίνο, 1962.

ΠΗΓΕΣ

ΓΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ: ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑΣΥΜΒΟΛΙΣΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ (Λευτέρη Παπαλεοντίου- Έλλη Φιλοκύπρου)

ΓΙΑ ΚΕΙΜΕΝΟ ΦΛΟΡΑΣ ΑΝΘΙΑ https://www.rizospastis.gr/story.do?id=381137

Η φωτογραφία του τάφου από την Ιωάννα Ξενίδη