ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΟΔΙΝΑΡΑΣ

.

.

Ο Γιάννης Ποδιναράς γεννήθηκε στη Μόρφου το 1951 όπου και έζησε μέχρι την τουρκική εισβολή. Σπούδασε Ελληνική φιλολογία στην Αθήνα, Αγγλική φιλολογία στη Θεσσαλονίκη και ακολούθως πήγε στη Βρετανία όπου έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στα παιδαγωγικά. Υπηρέτησε ως καθηγητής και ως υποδιευθυντής σε σχολεία Μέσης Παιδείας τόσο στον ιδιωτικό όσο και δημόσιο τομέα. 
Δημοσίευσε ποίηση, άρθρα και μελέτες σε εφημερίδες και λογοτεχνικά περιοδικά. Πήρε το πρώτο βραβείο σε ποιητικό διαγωνισμό με θέμα τη Μόρφου που προκήρυξε ο Πολιτιστικός Όμιλος Μόρφου το 2002.

.

ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΣΥΛΛΟΓΕΣ

«Ένα Πράσινο Θολό» (1996)
«Φαράγγια των Αγγέλων (2008)

.

.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΟΔΗΝΑΡΑΣ

.

 

 

Ένα Πράσινο Θολό (1996)

.

ΜΕΡΟΣ A

.

ΕΝΑ ΠΡΑΣΙΝΟ ΘΟΛΟ

Ο πατέρας γέρασε.
Πάνε χρόνια που ’φύγε
διωγμένος απ’ το περιβόλι του
να μετράει την καρδιά του σε παροικιακούς καφενέδες.
Στον καπνό του τσιγάρου
μορφές βιαστικές σαν πλοκάμια
τυλίγονται στο θαμπό τζάμι.
Το Λονδίνο μια ομίχλη.
Η Μόρφου ένα πράσινο θολό.
Και δε λέει να ταξιδέψει
να δει τ’ αγγόνια του στο νότο.
Λέει πως γέρασε πολύ και δε Θ’ αντέξει το ταξίδι.

Όμως εμείς ξέρουμε πως δε θ’ αντέξει
το σιδερένιο νήμα της λήθης και της φωτιάς.
Την έπαρση τον εφήμερου
Το χτίσμα το πεπερασμένο.
Τον τάφο των πουλιών
που αψήφησαν τις έγκλειστες πνοές
των ούριων ανέμων.

«Μη σας νοιάζει που δεν έρχομαι στ’ αγγόνια μου.
Σαν γυρίσει το σύννεφο
θα τρυγήσω το περιβόλι.»

.

ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΣΥΝΕΣΤΙΑΣΗ ΑΠΟΦΟΙΤΩΝ
ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ ΜΟΡΦΟΥ (Λευκωσία, 1990)

Όταν ήμασταν έφηβοί,
ξανοιγόμασταν στο περιβόλι
ή στο ακρογιάλι με τις πέτρες
και την κόκκινη θάλασσα.
Τ’ απογεύματα, με την αρμύρα στους γυμνούς ώμους,
ανεβαίναμε στο θέατρο των Σόλων
και χαϊδεύαμε από ψηλά τα κίτρινα στάχια
που ’σβηναν κύματα – κύματα
στην αποβάθρα του μεταλλείου.
Πέρα στον ορίζοντα, σαν σκιές, καράβια
ή οι ακτές της Τουρκίας…
Κι ολόγυρα μεθυστικά πολιορκούσαν
οι ανάσες των κοριτσιών.
Σαν βράδιαζε, με σκηνικό τα φώτα των πλοίων,
έβγαινε ο Ορέστης τρελός,
κυνηγημένος από τις Ερινύες
να αναγνωρίζει έξαφνα
την αδελφή του στην Ταυρίδα

Και να ’μαστέ τώρα μαζί.
Τούτη η νύχτα κρύβει τις σκιές.
Τ’ άγουρα στάχια.
Το πρώτο σκίρτημα που θέρισε το κακό.
Το πρόσωπο του καλοκαιριού που άλλαξε.
Αυτή τη νύχτα στις ματιές μας,
μαζί με τα σημάδια του καιρού,
ψηλαφίζουμε τη γεύση εκείνη την πρωτόγνωρη.
Τη μορφή που δρασκέλισε τα πιο βαθιά όνειρά μας.
Το ρίγος της άγνοιας
και τη διάτρητη κίνηση των λευκών σωμάτων.
Τη μεταμέλεια των αναβολών
και την οδύνη της ικεσίας των παθών μας.
Ένα παλιό σινιάλο.
Το καράβι που θα μας αφήσει
ναυαγούς στο πέτρινο ακρογιάλι

.

ΜΟΡΦΟΥ 1992

Φως πολύεδρο.
Άγουροι καρποί τον σφρίγους
σ’ εκτεθειμένα σώματα
στα χείλη της κλεμμένης γης.
Βλαστοί, σαν πληγές ανάλλαγες της νοτιάς,
σφράγισαν στην υγρασία των ίσκιων
τις πρώτες διαθέσεις…

Άνυδρα τώρα μέρη τρέφουν τους ίσκιους.
Μια μυρωδιά από ένα μανταρίνι
που δεν πρόλαβα να ξεφλουδίσω
αρμενίζει στις θολές γραμμές
των νοτισμένων κήπων…

Κτίσαμε καράβια
για να μας είναι πιο εύκολο
το ξερίζωμα.

.

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Ελευθερία – κρυμμένη πίσω απ’ τ’ όνομά σου.
Παιγνίδι στο χέρι του Δόλου
πώς μπορείς να ησυχάζεις στη νάρκη
που βύθισε τ’ όνειρο;
Στον φεγγαριού την ασπράδα,
γράφεις ανέμελους ύμνους
εσύ, η ξεριζωμένη ροδιά
που κουράστηκε να ψάχνει
για κοράλλια στο διάφανο δέρμα.
Ελευθερία, δανεισμένο όνομα.
Σου κλέψαν το κορμί
και στόλισαν το φάντασμά σου
μ ’ όλα τα πλούτη,
μ ’ όλες τις συλλαβές σου
και σε κρέμασαν έξω από τα παράθυρα των οπαδών σου.

Ένα σκιάχτρο γίνανε οι νύχτες
που διψούν το κλεμμένο σου σώμα.

.

Η ΑΓΑΠΗ

Νιώσαμε πως δε μαστορεύεται η αγάπη
κι ούτε ακολουθεί σαν πιστό σκυλί
τις τρομαγμένες ψυχές.
Κι ούτε υπόσχεται ανάπαυση
μήτε εξαγοράζεται
με ράβδους σοφίας ή χρυσού.
Είδαμε το πρόσωπό της
που δεν ήταν άσκαφτο
μα ούτε φαγωμένο.
Ο καρπός που δε βαστά πια στο δέντρο
αλλά και δε χαραμίζεται στο χώμα
μήτε στ’ άγουρα σπάργανα της άγνοιας.

Μια λαχτάρα κρέμεται
από τo δέντρο της Ζωής
έτοιμη ν’ αφήσει τη μήτρα,
έτοιμη για βρώση.

.

ΤΑΞΙΔΙΑ…

Περάσαμε τη ζωή μας ταξιδεύοντας
στους λερούς δρόμους του Μπρούκλιν.
Παίξαμε, εκ του ασφαλούς,
διασχίζοντας το Σέντραλ Παρκ,
ανατριχιάζοντας σε κάθε κίνηση σκιών των
απεγνωσμένων.

Χαζέψαμε την αγωνία
των βετεράνων του Βιετνάμ
που έκοβαν στα δυο,
με ειδικά μαχαίρια,
την ψυχή τους.

Κρατήσαμε συντροφιά
στους μοναχικούς καβαλάρηδες
και ψάλλαμε δυνατά
στις εκκλησίες των νέγρων.

Όταν άναβαν τα φώτα,
αναγνωρίζαμε τους ίδιους ίσκιους
στα πρόσωπα των ανθρώπων
που κάθε βράδυ παίρναν το ίδιο τραίνο,
την ίδια ώρα, κι από τον ίδιο πάντα σταθμό.
Το τραίνο που δεν ακολουθούσε
ποτέ το ίδιο δρομολόγιο
και δε γνώριζες
τους ενδιάμεσους σταθμούς,
ούτε το τέρμα.

Κι όταν ξανάσβηναν τα φώτα,
πάλι ταξίδια.
Ταξίδια που δεν έγιναν,
κι όμως υπήρξαν

.

ΤΕΣΣΑΡΩΝ ΧΡΟΝΩΝ

Κοιτάζει το φεγγάρι απ’ το παράθυρο.
Μάταια προσπαθεί να το αγκαλιάσει.
Κι όμως φαίνεται να ’ναι πλάι της.
Απλώνει το χέρι.
Σηκώνεται στις μύτες των ποδιών.
Βγαίνει έξω στην αυλή
προς το πηγάδι.
Το φεγγάρι έχει τώρα έναν αδελφό
που επιπλέει χορεύοντας
στο νερό του πηγαδιού.
Αρπάζει τον κουβά,
μαζεύει το φεγγάρι
και με λαχτάρα το σφαλίζει
καλύπτοντάς το
με τα δυο μικρά της χέρια.

.

ΧΩΡΙΣ ΝΟΗΜΑ

Το παιδί ρώτησε πάλι τους μεγάλους
αν εφέτος ο Αϊ-Βασίλης
θα του μιλήσει
σαν ακούσει το μεγάλο ευχαριστώ
για τα πλούσια δώρα τον.

Η απόκρισή μας
ένα μουρμουρητό χωρίς νόημα.
Το παιδί τεντώνει την ψυχή
να συλλάβει την αρμονία των ήχων…

Ορθά τα μάτια
μαχαιρώνουν το λόγο
κι επίμονα μας πολιορκούν:

«Ποιος σέρνει το έλκηθρο
μέσα στα χιόνια;»

.

ΧΩΡΙΣ ΠΑΡΕΚΛΙΣΗ

Κλείσανε το παράθυρο στο εργοστάσιο.
Ο ήλιος ζέσταινε τα κορμιά
ηδονικά ξεκουρδίζοντάς τα
σπάζοντας τη συντονισμένη,
επιδέξια κίνησή τους.
Η στερεή μορφή της μαριονέτας έλιωνε
κι οι μαλακές γραμμές
άλλαζαν με ποικιλία το περίγραμμα.

Στην παρείσακτη ηλιαχτίδα
τα μάτια παίρναν τα χρώματα της ίριδας
κι οι καρδιές συνταξίδευαν.
Κλείσανε το παράθυρο.
Διώξαν το φως.

Οι ζωγραφιές τους τυπώθηκαν τώρα
σε χιλιάδες πανομοιότυπα σχήματα.
Χωρίς σπασμένες γραμμές.
Χωρίς διαφάνεια.
Χωρίς χρώμα.
Προπάντων,
χωρίς παρέκκλιση.

.

ΑΠΟΣΤΑΣΗ

Δε γράφουμε πια γράμματα στους φίλους μας
και τις κρυφές μας σκέψεις τις κρατά με.
Δε συνομιλούμε. Κοιταζόμαστε.
Και η αγάπη σε χειμερία νάρκη.

Κι ίσως να ’ναι καλύτερα έτσι.
Τουλάχιστον μένουν κλειστές,
προστατευμένες από την αδιακρισία
η την άγνοια
οι πηγές της οδύνης.

.

ΠΡΟΣΔΟΚΙΑ

Τις Κυριακές
η πολυτραγουδημένη μελαγχολία
σαν πούσι ρίχνει
στις καρδιές τη γλίνα της.

Μου φαίνεται περίεργο
που η σκόλη,
η κερδισμένη με αίμα,
να μη ξαλαφρώνει.

Είναι φορές,
που οι ηλιαχτίδες
της πρώτης εργασίμου
σμίγουν με την ανατριχίλα του κορμιού
που δέχτηκε τη ζωογόνο αύρα της αυγής.
Πόσο απόθεμα ελπίδας κρύβουμε;
Υπάρχουμε στην προοπτική.
Στην προσδοκία της Κυριακής
που μεταγγίζει καθημερινό
φτερούγισμα απαντοχής.

.

ΑΝΑΠΟΤΡΕΠΤΑ

Στη μέση του χωραφιού
έπιασε κουβέντα
μ’ ένα παλιό σαράβαλο,
αφημένο στην αφή των πουλιών.
Χωρίς πόρτες,
τσακισμένο, παραμορφωμένο και σκουριασμένο.
Απόχρωση στέρεης τέφρας
που κάθε μέρα λιγόστευε τη σκιά της.
Το στοιχειωμένο σίδερο έθρεψε στα στίγματα της σκουριάς
το πλήθος που τ’ αγκάλιασε.
Την πρώτη παρουσία.
Μύριζε δέρμα και φρεσκομπογιά.
Μια ζάλη μεθούσε τα χέρια
που μανουβράραν το τιμόνι.

Το στοιχειό του χωραφιού
στη μοίρα του τώρα
– ίδια, η μοίρα –
μιλάει με τον αγέρα,
τη βροχή
και το χώμα.

.

ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΡΙΖΟΝΤΑ

Ο γέρος στο έρημο νησί
λάξεψε την αδρή μορφή του
στην πάχνη της αυγής.
Το πρώτο φως βλόγησε τη μοναξιά του
κι ο αγέρας γύρισε πίσω το τραγούδι της θάλασσας.

Η καρδιά τον άδραξε τους ήχους της γης.
«Δεν έχω πού ν’ ακουμπήσω την ευχή μου.»

Μια αστραπή στα μάτια
χύθηκε βαθιά,
πέρα από τον ορίζοντα. 

.

 

ΜΕΡΟΣ Β 

.

ΤΟ ΑΝΘΟΣ ΤΗΣ ΑΠΕΙΡΗΣ ΑΜΜΟΥ
 

I

Τις νύχτες του χιονιού
κύκλοι της φωτιάς
μουδιάσανε το αίμα στα πόδια μας.
Καθηλώσανε τ’ άγρια πνεύματα στη νάρκη.
Τις νύχτες τον χιονιού
πνίξαμε τη ζωή μας
σε μια νιφάδα.

.

ΙΙ

Τα λόγια μείνανε στο στήθος.
Θηρίο η σιωπή.
Έθρεψε φίδια στον κόρφο της.
Κομμένοι ήχοι.
Ο φόβος έπνιξε τη φωνή του κόσμου
κι έμεινε το σφύριγμα του πάθους
να ξενυχτάει στις φωλιές των δέντρων.
Ένας θρήνος μακρόσυρτος
να θυμίζει τον χαμένο στην άβυσσο λόγο.

.

IV

Πλαντάζει στις φλέβες ένας κόσμος.
Τα πρόσωπα της ζωής μας.
Το ριζικό που φάνηκε να ξεστρατίζει και να χάνεται
στα δέντρα που γύμνωσε η φωτιά.
Πλαντάζει…

Ένα σύννεφο στάθηκε
πάνω από το μισοκαμένο δάσος.

.

VΙΙ

Τ’ ανάβλεμμά σου το Θολό
έκρυψε μέσα στις γραμμές
τους αρμούς της αγάπης.

Σε γνώρισα.
Η φωνή σου ταξίδεψε μέσα στη νύχτα
καλώντας τη νύχτα.

Κι άφησα το χέρι μου,
χωρίς φόβο,
μ’ όλο το αίμα μου
στα δάχτυλα.

.

ΙΧ

Τα μικρά μας χρόνια
άνθος της σάρκας και του χιονιού
φωτότροπος αχός
των αιμάτων που έσμιξαν.
Σώματα που μίλησαν
στο σκότος και στο φως.
Ταξίδεψαν τ’ άγουρο δέρμα
με τη βεβαιότητα τον κενού
στο χείλος τον θανάτου
στο χείλος των ερώτων.

.

Χ

Ρούφηξα το χυμό
της βάτου στην έρημο.
Γέμισε σύννεφο ο ουρανός
και το νερό πήρε τη γεύση μου
στις ρίζες.
Την αυγή ένα ημικύκλιο
έστεφε το άνθος της άπειρης άμμου.

.

 

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΑ ΓΗΤΕΜΑΤΑ
 

 

I

Μέσα στη νάρκη του καλοκαιριού
αφέθηκε ο σωρευμένος μόχθος
στις διαθλάσεις του φωτός να λιώνει.
Η ομίχλη του θερινού πρωινού
διαπέρασε το σώμα
κόβοντας το τεντωμένο νήμα του χειμώνα.
Κάθε μόριο του κορμιού
ντύθηκε την υγρασία της ομίχλης
και ιδρωμένο χόρτασε αρμυρό νερό
-δρόσος στ’ ωραίο σμάλτο
δρόσος στ’  αφυπνισμένο πνεύμα
στάλες ως μέσα στο κύτταρο της ζωής.-

Μα η αρμύρα άφησε ήδη
τ’ άσπρα σημάδια της στην επιφάνεια.
Το χέρι απλώθηκε να γράφει τη ζωή
στο σώμα που φίλησε τη θάλασσα.
Ήπιαμε τη χαρά
κι αυτή μας πότισε τη δίψα της.

.

ΙΙ

Τα καλοκαίρια τα δικά μας
γητεύουν τους περαστικούς.
Πόσο λίγοι, ωστόσο, μπορούν να δουν
τους παγερούς χειμώνες,
όταν οι στέγες στάζουν στο κορμί
τη στυφή ψύχρα του ξάστερου στερεώματος
τις νύχτες που ακολουθούν την πορεία του ιερού αστερία.
Στάζει το κρύο στο κόκαλο
διαπερνώντας τα τεντωμένα από το φόβο νεύρα.
Πάντα αναρωτιόμουνα,
σαν τριγυρνούσα στις μικρές τις πόλεις.
Γιατί τα φώτα σβήνανε τόσο νωρίς
τα βράδια του χειμώνα;
Κι οι άνθρωποι που έβλεπα τα καλοκαίρια,
ν’ απλώνουνε γραμμή τις λύπες τους
στην καυτή άμμο;
Πόθοι χωμένοι στην άμμο.
Χαλαρωμένα σώματα
στη διάθεση αμείλικτου ήλιου
διαστέλλουν τα όνειρά τους
ν’ ακουμπήσουν τη φλόγα των ερώτων.
Βάτος ανίκητη στα ερέβη
που πυρπολεί του πόθου τους ιριδισμούς
των μελαψών, γυμνών σωμάτων.
Τώρα ζαρώσανε τα σώματα
να χωρέσουνε στη χούφτα μικρού παιδιού
την ψυχή που όλο μικραίνει στους χειμώνες.
Κι η απορία μου
φεγγάρι μισό
στην ξάστερη παγωνιά των ουρανών.

«Γιατί τα φώτα σβήνουνε τόσο νωρίς
τα βράδια τον χειμώνα;»

.

ΙΙΙ

Ράθυμο, βαρύ το πνεύμα
βούλιαξε μέσα στο καλοκαίρι.
Το σούρουπο έστειλε στάλες γυμνές
στο σώμα που άνοιξε
σαν ανθός να ποτιστεί.

Μόνο το βράδυ,
γύρω στα μεσάνυχτα,
στοιχειώνουν οι κάμαρες.
Αφυπνισμένα πνεύματα,
σαν φίδια αλλάζουν πουκάμισο
και σεργιανούν την απορία τους
στους άδειους δρόμους.

«Πώς μπορεί να γεννιόμαστε
χωρίς καλοκαίρια;»

.

IV

Γκρίζοι όγκοι άφησαν τη λευκάδα τους
πέρα,,, πιο πέρα από το χέρι
π’ ανάδευε τα σπλάχνα
του καλοκαιριού που έφυγε.
Ένα γκρίζο, σαν κατακάθι απόμεινε,
στα στραγγισμένα σώματα
που ‘χαν κρατήσει, για λίγο, στην παλάμη τους
το λευκό χέρι της θάλασσας.
Μια γκρίζα σκόνη που διαπέρασε το φως,
τα σώματα και τις ψυχές,
σκεπάζει αργά-αργά το σύμπλεγμα
πέφτοντας σαν από κλεψύδρα.
Γυρίζει ο κύκλος.
Χασμουριέται το γκρίζο στερέωμα.
Το λευκό πρόβαλε πάλι
μέσα από τις θολές γραμμές
τον αθέλητου ύπνου.
Ανασηκώθηκε ο Έρωτας
κρατώντας σφιχτά στην παλάμη τον
το λευκό χέρι της θάλασσας. 

.

 

 

ΦΑΡΑΓΓΙΑ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ (2008)

.

 

ΜΕΡΟΣ Α’
 

 

ΣΗΜΑΔΙΑ. . .

Ένα κρίνο ταράζει το αίμα.
Κρατήσαμε τη γεύση δυνατή.
Τα μάτια υγρά
στη δίνη της ομορφιάς
ραγίζουν τη μέρα.

.

ΚΡΑΥΓΗ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ

Αγγίζω τη φωνή
κι ο νους μου σαλεύει.
Λευκό του ρίγους,
των αθώων στεναγμών.
Λευκό της πέτρας που ακινητεί προσμένοντας.
Της αέναης αφής.
Της αμφίδρομης ροής.
Της πλήρους αποδοχής και άφεσης.
Λευκό των βέβαιων χρόνων.
Άτρωτη όχθη στων ημερών την οργή.
Γυμνό βύθισμα στο γενναίο φως
που χύνεται στο λευκό χέρι
και σε παίρνει πέρα
στην ανελέητη κραυγή
της Άνοιξης.

.

ΣΤΟΥΣ ΒΥΘΟΥΣ ΤΟΥ ΑΝΕΙΠΩΤΟΥ

Κόκκοι της άμμου
χαϊδεύουν τα μέλη.
Γράφουν μορφές στον κύκλο του αίματος.
Πόθοι – πόνοι βαθιοί της μοίρας –
στις κόρες των ματιών που συναντήθηκαν.

Ένα κύμα στα μέλη.
Ένα μαχαίρι από ήλιο
χάραξε το γυμνό σώμα
βυθίζοντας το φως
σ’ αμμουδερά πηγάδια.
Θαλασσινά νερά
στέγνωσαν τη δίψα μας.

.

ΩΡΑ ΚΑΛΗ

Έρχεται κάποτε η ώρα
που μιλά η αυγή
και καλπάζουμε στα λειβάδια
των τρελλών καιρών και του νοτιά.
Ανατριχίλα του κορμιού
σαν γνώση του θανάτου,
κοχλάζει το αίμα.
Ταράζει τ’ ακραίο κύτταρο.
Άνοιξε πανιά
κι έβαλε πλώρη
για ταξίδια – και την άγρα των πουλιών.
Ώρα καλή
στον ήλιο και το σκοτάδι των κοχυλιών.
Ώρα καλή
στους ανέμους που κρατάνε
της αγάπης τον λυγμό και το φανέρωμα.

.

 

ΜΕΡΟΣ Β’

.

ΘΑ ‘ΝΑΙ ΠΑΝΤΑ ΕΚΕΙ

Υπάρχουν εκείνοι που στο κάλεσμα σου
Πάντα θα λένε ναι
Χωρίς μετρήματα και μασημένα λόγια.
Μόνο ένα νεύμα αρκεί.
Μια ικεσία άναρθρη της μυστικής βουής
Της πιο βαθιάς λαχτάρας σου.
Θα ‘ναι πάντα εκεί
χωρίς αντίπραξη και μελωδίες γλυκερές.
Χωρίς ούτε ένα δάκρυ στη θολή ματιά
της κοινωνίας της πιο βαθιάς ουσίας σου.
Αυτήν που κάποτε την είπανε μοίρα ή θεά.
Αγέραστη, χωρίς λύπη ή ακραία χαρά.
Είναι εκεί σαν υγρή νοτιά καινούργιας μέρας.
Η βεβαιότητα αυτού που είσαι.
Η γαλήνια προσμονή αυτών
Που πάντοτε θα λένε ναι στο κάλεσμα σου
Για να μη χαθείς.
Να μη νοιώσεις ποτέ
το φόβο της φθοράς
μα ούτε και τη ψευδαίσθηση
των μάταιων ονείρων.
Αυτοί που πάντα θα ‘ναι εκεί.
Για να κοιτάξεις
μέσα στην ήρεμη κι απόλυτη αποδοχή τους
το πιο βαθύ σημάδι της ζωής σου
που τους χάραξε.

.

ΦΑΡΑΓΓΙΑ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ

Περαστικοί μαχόμαστε λαθραία
την παράταιρη ιαχή του συρφετού.
Γλιστράμε στα φαράγγια των αγγέλων
στο βαθύ ποτάμι που χάραξε το βάραθρο
έπνιξε τη φωνή πήρε πίσω το λευκό, γυμνό τους σώμα
και τους έριξε σε ξένα σκοτάδια.

Αγκυλώνουμε τους ώμους
μέχρι που τα σώματα πια
να μην ξεχωρίζουν απ’ τις λείες πέτρες
που σμίλεψε απαλύνοντας η τριβή των δειλινών
κι οι κορεσμένοι πόνοι.

Εμμένουμε στο χαλασμό του λευκού
Ανάβοντας κεριά
Στην αγρυπνία της θνητής στιγμής και της διάψευσης.
Και οι πέτρες στην τριβή της αέναης παρουσίας
Μέχρι το στίγμα της τέφρας
Μέχρι τους σπόρους της γης.

.

ΣΠΟΝΔΗ

Τους ποιητές μην τους αφήνουμε στο δρόμο.
Να τους ακολουθούμε
στην κόψη των ονείρων μας.
Καρφιά που σημαδεύουν
τα μυστικά λημέρια της καρδιάς μας.

Χωρίς πληγές
δε ζωγραφίζουνε τον κόσμο.

.

ΚΑΛΕΣΜΑ

Η χαμένη ευωδιά του Νάρκισσου
καθρέφτης της άρνησης.
Έξω βουίζει η μέλισσα
τη μέθη των αρωμάτων μετουσιώνοντας.
Κουβαλεί το προζύμι.
Πέφτει. Μια άλλη
παίρνει τη θέση της στη γη.

Κι ο στοιχειωμένος αχός της σελήνης
χορεύει στα δέντρα
και τις ανάσες της ζωής.
Στα τρύπια ρούχα του ερημίτη.
Στους τάφους
και την αχλή των ψυχών.

.

ΤΑΞΙΔΙΑ ΣΤΟ ΑΠΕΙΡΟ

Σκαρφάλωσες στ’ άδυτα βράχια.
Στις αητοφωλιές των ρωγμών
και των γόνιμων χρωμάτων.
Πυκνές φτερούγες έκρυψαν το λεπίδι
που έμελλε να βυθιστεί
στη χίμαιρα της πρώιμης ανθοφορίας.

Άνεμοι στη γέννησή τους
στέγνωσαν τ’ αραγμένα ξύλα
παίρνοντας τη νοτιά της εξορίας
– απόμακρη καταιγίδα –
πίσω στην πράσινη μήτρα.

Υπάρχεις στο σκοτεινό ποτάμι
της μύχιας ταραχής.
Στην τεντωμένη χορδή της πλήρωσης
και της λιγοθυμιάς του ονείρου.

Γύρισε ο καιρός.
Σήκωσε το τραγούδι μας
να οριοθετήσει ταξίδια στο άπειρο.

.

ΑΝΑΧΩΜΑ

Στάλες ακριβές
μιας ουσίας μυστικής
ποτίζουν το χώμα
ποτίζουν τις ρίζες
και σηκώνουν τη λήθη
να γυρίσει στα σπάργανα

.

ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΣΙΩΠΗΛΟ

Κανείς δεν ακούει
τους χτύπους της καρδιάς
όταν ξεχειλίζει να πετάξει
πέρα από τα ποτάμια
που οριοθετούν
το θνητό πέρασμα.

.

ΚΥΚΛΟΙ

Τώρα που άφησες τις μέρες
να τρέξουν γυμνές
στους καιρούς που σου δόθηκαν
τα χαμένα φεγγάρια
αδιάφορα κι αμέριμνα
για την απόσταση που κράτησες,
αθώα, δίχως φραγμούς και θνητές τύψεις,
γυρίζουν το πρόσωπο
να χύσουν φως
στα σκοτάδια των νέων καρπών.

.

ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ

Διάλεξες τη γαλήνη του κάστρου
στα κελιά της ερημιάς και του κενού.
Δίχως απόγνωση.
Χωρίς δεκανίκια τις καρδιές των άλλων.
Οι ασάλευτες πέτρες
φρουροί της καρδιάς
που δεν κουβαλεί την πίκρα της ματαιότητας.
Στίγμα ζωής η μνήμη των ανθρώπων
που έμειναν στα κράσπεδα της αγάπης
να μαρτυρούν τη λιτανεία της θυσίας.

Οι νύχτες της σιγής
έκρυψαν βαθιά στα σπλάχνα σου
το εξαγνισμένο αίμα
που κοινωνεί μυστικά
το ρίγος και τη δόξα της αθωότητας.

.

ΚΑΘΑΡΣΗ

Χαμένα μυρμήγκια
κυνηγούν τη λήξη των συμβολαίων.
Γερνούν τα σώματα.
Σταφιδιάζουν οι πνοές των ιερών ανέμων.
Κτίζουν οπές στη γη
και θερμοκήπια στους ουρανούς.
Τρέχουν τρελοί
να προλάβουν τη λήξη των ονείρων
στην άνυδρη χώρα.

Μα ο μικρός βροχοποιός
αψήφησε τους φύλακες.
Έβγαλε τη μάσκα
κι είδαμε γυμνό κι ελεύθερο
το πρόσωπό μας
να φέγγει αρυτίδωτο
στα σκοτάδια.

.

ΠΟΙΗΤΕΣ

Οι ποιητές πασκίζουν να υποτάξουν
σε μορφές μυστικές τους βυθούς του κόσμου
Σταλαγματιές αιμάτινες
αντιφεγγίζουν την τέχνη τους
σε στέρεα σχήματα
με χιλιάδες χρώματα και διαθέσεις
να σφραγίζουν τη μοίρα των ανθρώπων.
Πέφτει ο ήλιος
κι απλωμένοι στη γη
σκάβουν λαγούμια
να φυλάξουν τα όνειρα.

.

ΤΡΙΩΝ ΧΡΟΝΩΝ

«Έχεις τη χάρη της αγάπης
να φτερουγίσεις στη λιτανεία των πουλιών.»
Σου ψιθύρισα σαν προσευχή.
Και συ τριών χρονών μου φώναξες:
«Θέλω να γίνουμε θάλασσες.
Όπως τη θάλασσα να μου μιλάς.
Όπως το κύμα.»

.

Η ΣΟΔΕΙΑ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ

Στην οργή της ψυχής σου
βάλε ένα σύννεφο πυκνό της βροχής.
Στο ουράνιο τόξο που ακολουθεί
θα δεις όλα τα χρώματα
να σταλάζουν τη σοδειά των ονείρων.

.

 

ΜΕΡΟΣ Γ’

 

ΜΟΡΦΟΥ 1997

Δρόμοι στενοί
και πόρτες ανοιχτές.
Περνούσαμε γιασεμί τ’ απόγευμα
-χαϊμαλιά της πρώτης αγάπης –
Αλυσίδες απλώναμε
τις ευωδιές των παθών
στις διαδρομές των υγρών ονείρων
και χτίζαμε τα θεμέλιά μας
στα ριζωμένα στη γη
λευκά αγγίγματα
της πρώτης κι ανεξίτηλης γεύσης.

.

ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Στα πράσινα λιβάδια
το πρώτο τίναγμα της φτερούγας
μίλησε με το άστρο
που αγρυπνούσε και περίμενε
τη σοδειά της ριζωμένης στο χώμα καρδιάς.

Μαντατοφόρος η μοίρα των πουλιών
ζωγράφισε τ’ ονειρεμένο ταξίδι
απ’ τους ρόζους της γης
ως τις παρυφές του φεγγαριού.

Και το μήνυμα πήγε διάτρητο
απ’ τις πληγές των ανθρώπων
ν’ απαλύνει το λευκό των άστρων
και ν’ αφήσει το βάρος της λάσπης
μετέωρο στους γαλαξίες.

.

ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ ΤΟΥ ΞΕΡΟΥ

Σπίτια χαμηλοτάβανα σειρά
περίμεναν τη δειλινή σκιά μας
να χαμογελάσει στα οπλισμένα τόξα
της κρυφής χαράς των κοριτσιών.

Κι οι ματιές τους πιο πάνω από τη θάλασσα
πάντα αφρισμένες
να σημαδεύουν το χλωρό μας θόλο
πάντα σαΐτες βουτηγμένες στο μύχιο χρόνο
τον κομμένο στα δυο
τον κλεμμένο ιστό της αδέξιας ορμής μας.

Οι πινελιές που χάραξε το φως των χειλιών τους
αυλάκωσαν το μέτωπο μας
να ταξιδέψουν τα λιγνά τους σώματα
κι οι ψυχές που έμειναν πίσω
ξωτικά της πλανόδιας πεθυμιάς.
Στοιχειά των ανέμων
που γδέρνουν το μετέωρο τραγούδι μας.

Μα νιώσαμε τη θάλασσα στον τριγμό της ήβης
ν’ ανοίγει διάπλατα
τα πέταλα των απολιθωμένων πόθων

.

ΙΣΚΙΟΙ

Γυρνάμε στα χαλάσματα.
Αγγίζουμε τις ρωγμές των χτισμάτων
επιπλέοντας στα υγρά θεμέλια των έργων μας.
Ανηφορίζουμε το παλιό μονοπάτι
στοιχειωμένοι από πνεύματα παλιά που μας γητεύουν.

Στην κορφή άλικες γλώσσες
βάφουν τον ήλιο που βασιλεύει
τροπαιοφόρος
στη χώρα των αιμάτινων ίσκιων.

.

ΜΟΡΦΟΥ 2001

Φύλλα διάφανα
νερά της άμμου
πότισαν τη φυγή μας.
Βυθός του πράσινου κήπου
χάραξε την αφή της θάλασσας.
Πρώτο άγγιγμα
παλμοί της ζωής μας
στέρεψαν την κοίτη της λήθης.
Μόρφου, γεφύρι στην καρδιά
της ξένης γης.
Μόρφου, γεφύρι στο βαθύ πηγάδι
του νόστου.

.

ΜΟΡΦΟΥ 2005

Χριστούγεννα.
Λαμπροί δρόμοι σεργιανίζουν τους πόθους των παιδιών
και παλιά τραγούδια ταξιδεύουν το σφρίγος της νοσταλγίας.
Το γυμνό κορίτσι χάθηκε στο ρέμα της αφθονίας.
Στολισμένα πρόσωπα
αντιφεγγίζουν τη λήθη των διωγμένων ψυχών.
Κι ένα αστέρι στο βορρά ρίχνει το στιλπνό φως
στους καμένους ίσκιους των δέντρων της Στεφανιάς.

Πότε θα μαζέψουμε τα πινόλια που αφήσαμε
κάτω απ’ τους πεύκους της Έπαυλης στο Γεωργικό Γυμνάσιο;

Μη …, μου ψιθύρισες.
Μη θερμαίνεις το πεσμένο μου σώμα.
Μην ανοίγεις διάπλατα τον κλειστό δρόμο της ψυχής μου.
Μίλα μου μόνο σαν θα είσαι σίγουρος
πως τα όνειρα θα ορθώσουν επί τέλους το ανάστημά τους.
Θα περάσουν τις γραμμές και θα ενωθούν
με το μεγάλο διάφανο άστρο
σ’ ένα θρίαμβο απροσπέλαστο
που σαρώνει τους παλιούς καιρούς
και στεφανώνει την έγερση των καινούργιων ασμάτων.

.

 

ΕΛΕΓΕΙΑ

 

ΜΝΗΜΗ ΘΕΟΔΟΣΗ ΝΙΚΟΛΑΟΥ

Στην ταβέρνα, καθώς πίναμε κονιάκ,
μου είπες πως πρέπει να κλείνουμε καλά το μπουκάλι
για να μη χάνεται το άρωμα.
Φύλακας της πεμπτουσίας.
Ατάραχος, στοχαστικός
στο βυθό της δίνης των πραγμάτων.
Υποταγμένος στο νόημα της τέχνης
και την πυκνότητα των στιγμών.
Κοινωνούσες με Παπαδιαμάντη, Σολωμό και Καβάφη.
Η μορφή του στιλπνού σκεύους
ολοένα τους πλησίαζε.
Τους άγγιζε η φωνή
και δονούσε την ψυχή
ο βαθύς κραδασμός της μύησης
στους δρόμους της σιωπής.
Στην αναχώρηση, όπως την έκτισες εσύ.
Δωρικός, λευκός κίονας
στη σμίλη επιδέξιου τεχνίτη.

.

ΜΝΗΜΗ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ

Τελευταία Πέμπτη,
Βραδύτητα και Κούντερα.
Να τηλεφωνήσω . ..
Να πω πάλι πως τα κατάφερες να ρίξεις ακόμη ένα λιθάρι
στο τέλμα του αγκομαχητού.
Να πω πάλι πως έδωσες μορφή
στα βάθη της ήβης των ονείρων.

Δεν οδήγησες ποτέ.
Το λεωφορείο της γραμμής
σ’ έβγαζε στα Πάναγρα
«στ’ ασήμι που στραφτάλιζε τα δειλινά …»
Όλο το περιβόλι κι η θάλασσα
δικά σου χωρίς τίτλο ιδιοκτησίας.
Με το λεωφορείο της γραμμής
ταξίδεψες την έφηβη ματιά σου
ακουμπισμένη στο παράθυρο
να γράφει εκείνο το ήρεμο μειδίαμα
στο αιώνιο πρόσωπο της πλησμονής και καρτερίας.

Πάντα ξεχώριζες χωρίς να ασκητεύεις.
Δεν οδηγούσες.
Κι οδήγησες την ψυχή σου
πέρα από τα ξένα λημέρια της μαλαματένιας επιτήδευσης.
Πιο πλούσιος απ’ όλους χωρίς να το ξέρεις.
Αρνήθηκες τους ρόλους και την εναλλαγή των σκηνικών.

Το λεωφορείο της γραμμής,
το υπεραστικό ταξί και το τηλέφωνο
κουβάλησαν τα δώρα σου
Σεριάνισαν την αρχοντιά
των ταπεινών και των αθώων
στην άκρη της ανόθευτης ματιάς σου.
Στην άκρη της γαλήνης σου.

.

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

 

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ

ΦΑΡΑΓΓΙΑ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ

Από το βιβλίο του Παναγιώτη Νικολαΐδη, Η γενιά της κατοχής και της αφθονίας. 14 κριτικά κείμενα για τη σύγχρονη ποίηση στην Κύπρο μετά το ’90, Διόραμα, Κύπρος 2018.

Αγάπης λυγμός και φανέρωμα: σχόλια πάνω στην ποίηση του Γιάννη Ποδιναρά με αφορμή την ποιητική του συλλογή Φαράγγια των αγγέλων (Εν Τύποις, Κύπρος 2008)

Αν στην πρώτη ποιητική συλλογή του Ένα πράσινο θολό, ο Γιάννης Ποδιναράς, άνθρωπος με ουσιαστική παιδεία και καλλιέργεια, καθόρισε της τέχνης του την περιοχή, μετουσιώνοντας σε κατασταλαγμένη και αισθητικά άρτια ποίηση τους κύριους άξονες του ποιητικού του προβληματισμού, στην πρόσφατη, δεύτερη συλλογή του Φαράγγια των Αγγέλων, επεκτείνει και συμπληρώνει τους βασικούς άξονες της θεματικής του φτιάχνοντας ποίηση λειτουργική και ώριμη. Ποίηση με βάθος και ουσία σε ένα άρτιο και με μόχθο προετοιμασμένο έργο που δείχνει πόσο σημαντική παραμένει η ποιητική υπόθεση εν Κύπρω, ακόμη και σε καιρούς που πολύ λίγο ευνοούν τη δημοσιότητα και τη μετάδοσή της.
Πρέπει να επισημάνουμε μάλιστα ότι ο ποιητής δημοσιεύει την πρώτη του συλλογή στην ώριμη ηλικία των 45 ετών, ενώ παράλληλα η επόμενή του συλλογή δημοσιεύεται μετά από 12 ολόκληρα χρόνια. Το γεγονός αυτό καταδεικνύει ότι, ενώπιόν μας, έχουμε έναν ολιγογράφο ποιητή που αφενός είχε τη φρόνηση να παραμερίσει τις όποιες νεανικές παρορμήσεις γραφής και να προετοιμάσει προσεκτικά την παρθενική παρουσία του και αφετέρου αφέθηκε υπομονετικά και επώδυνα, με παραστάτη την εκτεταμένη του παιδεία και το ποιητικό του ένστικτο, να συγκεντρώνει καίρια βιώματα και εμπειρίες ζωής.
Η ανά χείρας συλλογή αποτελείται από σαράντα τέσσερα ποιήματα και χωρίζεται σε τέσσερεις ενότητες: («Μέρος Α΄», «Μέρος Β΄», «Μέρος Γ΄» και «Ελεγεία»). Η εισαγωγική ενότητα της παρούσας συλλογής «Μέρος Α΄» παραπέμπει τόσο υφολογικά όσο και θεματικά στη δεύτερη και τελευταία ενότητα της προηγούμενης συλλογής του ποιητή (Μέρος Β΄: «Το άνθος της άπειρης άμμου», «Καλοκαιρινά γητέματα»). To γεγονός αυτό υποδηλώνει ότι η τελευταία συλλογή αποτελεί φυσική συνέχεια της προηγούμενης και αποκαλύπτει, κατά την άποψή μας, την ποιητική πρόθεση της ταυτόχρονης συνανάγνωσης των δύο ποιητικών συλλογών. Η υπαρξιακή αναζήτηση με παρούσα την ποιητικά γόνιμη και αυτοαναφορικά συνδηλούμενη αγωνία του έρωτα, της μοναξιάς, της φθοράς και του χρόνου συνδυάζεται και πάλι υφολογικά με την αποδέσμευση μιας ορισμένης σκοτεινότητας του νοήματος, η οποία συνοδεύεται και συμπληρώνεται μοντερνιστικά με μιαν αυξημένη δραματικότητα.
Τα πιο πάνω στοιχεία είναι αποκαλυπτικά τόσο του πνευματικού πλούτου του συγγραφέα όσο και της ποιητικής του, αφού ρίχνουν φως στην πνευματική του διαδρομή και αναδεικνύουν τους λογοτεχνικούς και άλλους προγόνους και συνοδοιπόρους. Η ισχύς των σημαινόντων προσδιορίζει έναν αυστηρά προσδιορισμένο υπαρξιακό και καλλιτεχνικό χώρο στον οποίο οι ανθρώπινες σχέσεις εκλαμβάνονται ως μια διαδικασία διαρκούς και πολυδιάστατης επικοινωνίας, στην οποία συμμετέχει και η φύση ως μέρος του ανθρώπινου βιοτικού χώρου.
Σε διαλεκτική αντιπαράθεση «στο γυμνό βύθισμα στο γενναίο φως που χύνεται στο λευκό χέρι και σε παίρνει πέρα στην ανελέητη κραυγή της Άνοιξης» (σ. 12) και στην «αιώνια σπορά που σχίζει τη γη και λευκαίνει τα άστρα» (σ. 14), ορίζεται ο θάνατος: ο «κύκλος του αίματος» (σ. 15) «στο θολό νερό της ιστορίας» (σ. 14). Ο θάνατος, ωστόσο, δεν νοείται απλουστευτικά ως διακοπή της φυσικής επικοινωνίας, αλλά και ως συνέχιση και εξέλιξή της, ως δίαυλος αφενός για τη διήθηση και τον έλεγχο των ανθρώπινων σχέσεων και αφετέρου για τη διατήρηση του ερωτικού δεσμού με την απαρχή της ζωής. Τούτος ο ερωτικός δεσμός, ο πρωταρχικός ομφάλιος λώρος που ενώνει τη ζωή, τον θάνατο και την ποίηση καταδεικνύεται εμφατικά από τον τίτλο του ποιήματος «Ώρα καλή», καθώς παραπέμπει με σαφήνεια στον εναρκτήριο στίχο του επιθαλάμιου κυπριακού δημοτικού τραγουδιού «Του γάμου».
Ώρα καλή
Έρχεται κάποτε η ώρα
που μιλά η αυγή
και καλπάζουμε στα λιβάδια
των τρελών καιρών και του νοτιά
Ανατριχίλα του κορμιού
σαν γνώση θανάτου
κοχλάζει το αίμα.
Ταράζει τ’ ακραίο κύτταρο.
Άνοιξε πανιά
κι έβαλε πλώρη
για ταξίδια και την άγρα των πουλιών.
…..
Στα ποιήματα της δεύτερης ενότητας (Μέρος Β΄) πληθαίνουν οι εξομολογητικές στιγμές ενός εγώ που ασφυκτιά σε ένα άξενο, αντιποιητικό και εν τέλει απάνθρωπο κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον. Ο ποιητής παρατηρητής, αλλά και αναπόσπαστο μέρος της κοινωνίας, δεν μπορεί παρά να διακρίνει και τελικά να εκφράσει μιαν εξ ορισμού εχθρική και καταστροφική συνθήκη, ένα περιβάλλον στο οποίο η κυριαρχία μιας άτεγκτης και φύσει αποξενωμένης και αποξενωτικής πραγματικότητας οδηγεί τα πάντα στην απουσία και στον θάνατο, μεταφορικό ή αληθινό. Από την άλλη πλευρά η προσκόλληση του ποιητή σε ηθικές αξίες και αρχές, ο ανθρωπισμός του, η προσήλωσή του στην ομορφιά και κατ’ επέκταση στην αλήθεια τον βοηθούν να ισορροπήσει ψυχικά. Γι’ αυτό η ύπαρξή του μοιράζεται αδιάκοπα και επώδυνα ανάμεσα στην κοινωνική συμμετοχή, αλλά και στον κοινωνικό αποκλεισμό, στην καλλιτεχνική μοναξιά, την οποία και επωμίζεται συνειδητά, αφού αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση της καλλιτεχνικής δημιουργίας.

Αναχώρηση
Διάλεξες τη γαλήνη του κάστρου
στα κελιά της ερημίας και του κενού.
Δίχως απόγνωση.
Χωρίς δεκανίκια τις καρδιές των άλλων…..
Οι νύχτες της σιγής
έκρυψαν βαθιά στα σπλάχνα σου
το εξαγνισμένο αίμα
που κοινωνεί μυστικά
το ρίγος και τη δόξα της αθωότητας.

Παραστατική αποτύπωση του χωροχρόνου αποτελούν τα όνειρα – ποιήματα, ως πραγματικός τόπος σύγκλισης της αντικειμενικής και της υποκειμενικής πραγματικότητας. Συνεπώς, η είσοδος στο σκοτάδι της γλώσσας και η συνεπακόλουθη αποδοχή της απάτης, η αποδοχή του ότι ζούμε σε έναν κόσμο όπου οι ψευδαισθήσεις είναι ένα απροσδιόριστο μέρος της ρεαλιστικής απόδοσης των πραγμάτων και των σχέσεων, μια αποδοχή που είναι εξαιρετικά δύσκολη στην καθημερινή πρακτική μιας απρόσωπης και αποξενωμένης πόλης, όταν συμβαίνει σε στιγμές ακραίας ψυχικής έντασης, μεγιστοποιεί τις δυνατότητες να νιώσουμε, να δούμε, να ακούσουμε και να γευτούμε ποιητικά, πέρα από τις σχηματοποιήσεις που επιβάλλουν οι ακρωτηριασμοί των εκλογικεύσεων.

Σπονδή
Τους ποιητές μην τους αφήνουμε στο δρόμο.
Να τους ακολουθούμε
στην κόψη των ονείρων μας.
Καρφιά που σημαδεύουν
τα μυστικά λημέρια της καρδιάς μας.

Χωρίς πληγές
δε ζωγραφίζουνε τον κόσμο.

Κατ’ αυτό τον τρόπο συνθέτει τη δική του χρωματική ουσία, την προσωπική του ars poetica, στο πλαίσιο της οποίας ισορροπεί ανάμεσα στην εσωτερικότητα και την αντικειμενική θέαση. Με βαθιά αίσθηση της ιστορίας και των διεργασιών της σε επίπεδο μικροϊστορικό, αλλά και μακροϊστορικό, βρίσκεται συνεχώς σε ανοιχτό διάλογο με την εποχή του, παρεμβαίνει, σχολιάζει και συγκροτεί σταδιακά έναν προσωπικό λόγο μέσα από τον οποίο προβάλλει και μια αντίστοιχη ποιητική ηθική. Ο τρόπος που προσλαμβάνει τα γεγονότα αντανακλά την ψυχοσύνθεσή του και η έννοια της ιστορικότητας αποτελεί συνάρτηση της κριτικής του σκέψης, της ευαισθησίας, των γνώσεών του για το παρελθόν, αλλά και της υποκειμενικής του εμπειρίας.
Καθοριστικός παράγοντας στην ανάπτυξη της ποίησής του αποτελεί η βίωση του χρόνου και της φθοράς, η οποία προσεγγίζεται με φιλοσοφική διάθεση. Ξεκινά από τη νοσταλγία του παιδικού παραδείσου, περνά μέσα από τις συμπληγάδες της ενηλικίωσης, για να καταλήξει στη στωική στάση της αναπότρεπτης ωριμότητας. Σε αυτό το πλαίσιο η οντολογία συναιρείται με την ποιητική, σε μια προσπάθεια καθήλωσης του φευγαλέου και ασύλληπτου της ζωής και της αναπαράστασής της. Θα πρέπει, ωστόσο, να σημειώσουμε ότι, παρά τη συνειδητή ποιητική πρόθεση, η οποία αποτυπώνεται και θεματικά στη συλλογή, και εστιάζει στην αναζήτηση μιας έκφρασης απλής, σε μερικά ποιήματα των δύο πρώτων ενοτήτων της συλλογής παρατηρούμε τη διάσταση ανάμεσα σε θεωρητική πρόθεση και σε ποιητική πρακτική. Σε αυτές τις περιπτώσεις ποιημάτων οι αφηρημένες έννοιες και η σχεδόν εγγενής ροπή του στοχασμού προς τη γενικότητα, η προσφυγή σε δυσπρόσιτα ή αμφιβόλων παραπομπών σύμβολα στις καταστάσεις που περιγράφει, προκαλούν ενίοτε ρήγμα στην υλικότητα της ποιητικής εικόνας και, κατά συνέπεια, στην ικανότητα του στίχου να πυροδοτήσει τη συγκίνησή μας.
Σε αντίθεση με το αποξενωμένο και αλλοτριωμένο ποιητικό υποκείμενο στα γρανάζια μιας απρόσωπης πόλης της δεύτερης ενότητας της συλλογής, στην τρίτη ενότητα (Μέρος Γ΄) η μνήμη του ποιητή καταβυθίζεται στον χρόνο και ανασύρει θραύσματα εμπειριών, εικόνων, συναισθημάτων και βιωμάτων από τη γενέθλια πόλη του ποιητή∙ την κατεχόμενη τώρα Μόρφου. Όπως έχει ήδη επισημανθεί από την κριτική, «η εισβολή, χρόνος οριακός, τέμνει την ψυχική πορεία του ποιητή και αποτυπώνει ανεξίτηλη τη σφραγίδα στον ψυχισμό του». Το βίαιο ξερίζωμα από τον γενέθλιο χώρο και ο συνεπακόλουθος ακρωτηριασμός της εφηβείας του, η επώδυνη εμπειρία της προσφυγιάς και η παρατεταμένη αιτιολόγηση της αδικίας δεν αποτελούν μόνο θεματικούς άξονες της ποίησής του, αλλά κυρίως ποιητικό ανάβλυσμα μιας ανοιχτής πληγής. Μιας μνήμης που εξακολουθεί να αιμορροεί, που έχει χρέος να λειτουργεί, γιατί η παρακμή της, η οξείδωσή της, είναι ο δρόμος που οδηγεί στο σκοτάδι, στην αυτοκρατορία της φθοράς και της λήθης, στην αποδοχή του φαύλου.

Μόρφου 2001
…..
Μόρφου, γεφύρι στην καρδιά
της ξένης γης.
Μόρφου, γεφύρι στο βαθύ πηγάδι
του νόστου.

Το ποίημα «Παλιός επισκέπτης» αποτελεί μια ποιητική κατάθεση στο άνοιγμα των οδοφραγμάτων και στην εμπειρία επίσκεψης των προσφύγων στα Κατεχόμενα. Η συναισθηματική φόρτιση που προκαλείται από τη βίαιη αναχώρηση και την απάνθρωπη και πολύχρονη κατοχή, οι προσδοκίες μιας μνήμης πληγωμένης, αλλά και ταυτόχρονα ονειρικής, δεν ικανοποιούνται από τη βιαστική επίσκεψη στον γενέθλιο χώρο. Αντίθετα θρυμματίζουν και απομυθοποιούν τον πολυπόθητο νόστο του πρόσφυγα. Η σύντομη επίσκεψη οδηγεί αναπόφευκτα στην τραγική συνειδητοποίηση της αλλαγής που επέφερε ο χρόνος και προκαλεί την επώδυνη συνειδησιακή σύγκρουση ανάμεσα στην αλλαγμένη πραγματικότητα του παρόντος και στην ονειρική, πεισματική μνήμη του ξεριζωμένου. Μια μνήμη που επιμένει, έστω και με αυτή τη σύντομη επίσκεψη που αλλοιώνει τον νόστο, να αναιρεί τη φυγή.

Παλιός επισκέπτης (σ. 52)

Πήρα το δρόμο μετά από καιρό
περπατώντας στην ίδια άκρη….
Ίδιες εικόνες.
Ίδιοι δρόμοι , μ’ αλλαγμένα προσωπεία.
Ρόλοι άγνωστοι χωρίς το δικό μου ταξίδι.
Απλώνω το χέρι να ψηλαφίσω τα σημάδια στα πρόσωπα.
Παλιός επισκέπτης αμετανόητος
ν’ αναιρώ τη φυγή.

Η τελευταία ενότητα με τον τίτλο «Ελεγεία» αφιερώνεται στην κοίμηση προσφιλών ατόμων του ποιητή και αγγίζει τα θέματα, του χρόνου, του θανάτου και της ποίησης, δίνοντας απτά δείγματα της ευαισθησίας και της τρυφερότητας που χαρακτηρίζουν τη συγγραφική του ιδιοσυγκρασία. Η ιδιαίτερη τιτλοφόρηση του τελευταίου μέρους της συλλογής με τρόπο που το διακρίνει από τα υπόλοιπα, οφείλεται στην ειδολογική διαφοροποίηση που αναπόφευκτα προκύπτει από τη θεματική επιλογή, αλλά με κανέναν τρόπο δεν φιλοδοξεί να αποτελέσει αποκομμένο θεματικά και υφολογικά τμήμα της συνολικής ποιητικής πρότασης. Αντιθέτως, αυξάνει καθοριστικά την ένταση του ποιητικού λόγου, αφού επιχειρεί να πετύχει μια φωτισμένη, αλλά με κανέναν τρόπο, θεαματική έξοδο που να συναιρεί τους κύριους θεματικούς άξονες ολόκληρης της συλλογής.
Τα ποιήματα της «Ελεγείας» διακατέχονται από έναν μελαγχολικό στοχασμό γύρω από τη θνητή φύση του ανθρώπου, για την εφήμερη ύπαρξη τόσο των ποιητών όσο και των επίγειων υποκειμένων που περιγράφονται. Προοικονομώντας και αναπτύσσοντας πολύτροπα στα τρία πρώτα μέρη της συλλογής τον λυρισμό της καταγωγικής του ταυτότητας, εδώ στο τελευταίο μέρος, ο ποιητής αποκαλύπτει με διαύγεια τον πυρήνα του ποιητικού του στοχασμού∙ δηλαδή τη σχέση του με τη θνητότητα και με τη γλώσσα. Ιχνηλατώντας τις σκοτεινές πηγές της ζωής και του θανάτου και επιβεβαιώνοντας την επελθούσα και αναποφεύκτως επερχόμενη φθορά, όλη τούτη η επώδυνη και μοναχική οδοιπορία στους σκοτεινούς διαδρόμους της ζωής, στο ερεβώδες κενό, ενώ παρευρίσκονται άγγελοι, δεν ακυρώνει, αντίθετα πιστοποιεί ότι η ποιητική γλώσσα αποβαίνει για τον ποιητή ο μόνος τρόπος να γνωρίσει, να δώσει σχήμα και ύπαρξη στη δική του αλήθεια κοινωνώντας την στον αναγνώστη. Και με αυτό τον τρόπο να τη μνημειώσει ως τη μόνη σανίδα σωτηρίας μέσα στο έρεβος του θανάτου.

Μνήμη Θεοδόση Νικολάου

Στην ταβέρνα, καθώς πίναμε κονιάκ
μου είπες πως πρέπει να κλείνουμε καλά το μπουκάλι
για να μη χάνεται το άρωμα.
Φύλακας της πεμπτουσίας.
Ατάραχος, στοχαστικός
στο βυθό της δίνης των πραγμάτων.
Υποταγμένος στο νόημα της τέχνης
και την πυκνότητα των στιγμών.
Κοινωνούσες με Παπαδιαμάντη, Σολωμό και Καβάφη.
Η μορφή του στιλπνού σκεύους
ολοένα τους πλησίαζε.
Τους άγγιζε η φωνή
και δονούσε την ψυχή
ο βαθύς κραδασμός της μύησης
στους δρόμους της σιωπής.
Στην αναχώρηση, όπως την έκτισες εσύ.
Δωρικός, λευκός κίονας
στη σμίλη επιδέξιου τεχνίτη.

Η ποίηση του Γιάννη Ποδιναρά δεν είναι ποίηση άμοιρη στοχασμού, μήτε ζει έξω από τα αντανακλαστικά με τα οποία βιώνουμε την πραγματικότητα. Ακόμα κι όταν η αίσθηση αποτελεί τον πυρήνα του ποιήματος, είναι ο φιλοσοφικός στοχασμός που στο τέλος δίνει κατεύθυνση αναγκάζοντάς την να λειτουργήσει μυθικά. Τα ποιήματα της τελευταίας του συλλογής Φαράγγια των αγγέλων, αντανακλούν την περιπέτεια μιας ποιητικής συνείδησης που στρεφόμενη προς το ίδιο το παρελθόν της επιχειρεί να συναγάγει τις συνέπειες της διαδρομής της, να στοχαστεί το βάρος που της κληροδότησαν οι αισθητικές και υπαρξιακές της δεσμεύσεις, να τις διαχειριστεί στο παρόν και να μείνει πιστή στην κληρονομιά τους. Χαρτογραφούν το προσωπικό του ποιητικό τοπίο και το ανασυνθέτουν ψηφίδα τη ψηφίδα, εν είδει ανακεφαλαίωσης.

 

ΕΛΕΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

Περιοδικό «Νέα Εποχή», Τεύχος 1 (242)1997.

ΕΝΑ ΠΡΑΣΙΝΟ ΘΟΛΟ

Κυκλοφόρησε πρόσφατα σε μια καλαίσθητη έκδοση η συλλογή «Ένα Πράσινο Θολό». Η συλλογή αυτή αποτελεί την πρώτη επίσημη εμφάνιση του ποιητή Γιάννη Ποδιναρά στα ποιητικά πράγματα του τόπου μας. Αποτελείται από τριάντα οκτώ ποιήματα και αρθρώνεται σε τρεις ενότητες. Την πρώτη ενότητα αποτελούν είκοσι τέσσερα μεμονωμένα ποιήματα που γράφτηκαν στο διάστημα της τελευταίας δεκαετίας. Τις άλλες δύο ενότητες αποτελούν δύο ποιητικές συνθέσεις με τους αντίστοιχους τίτλους. «Το άνθος της άπειρης άμμου» και «Καλοκαιρινά Γητέματα».
Η συλλογή οφείλει τον τίτλο της στο ομώνυμο ποίημα που προτάσσεται σε αυτή. Και όχι τυχαία. Το ‘‘Πράσινο Θολό’’ είναι η έκτυπη σφραγίδα της Μόρφου, της γενέθλιας πόλης του ποιητή, στη μνήμη του. Η Μόρφου των πορτοκαλόδεντρων και των λεμονανθών είναι φυσικό άλλωστε να σεργιανά στη μνήμη του ως αντικατοπτρισμός του πράσινου. Το ποίημα «Ένα Πράσινο Θολό» είναι μια ποιητική κατάθεση στην εμπειρία της προσφυγιάς. Ο ήρωάς του, ο πρόσφυγας πατέρας, ‘‘διωγμένος από το περιβόλι του […] μετράει / την καρδιά του σε παροικιακούς καφενέδες’’. Αυθεντικό κομμάτι του κυπριακού κόσμου ο ήρωας, βυθομετρά την ψυχή του στο ομιχλώδες Λονδίνο και βλέπει τον κόσμο του σήμερα θολό μέσα από το πράσινο αντιφέγγισμα της Μόρφου. Με στωική εγκαρτέρηση υπομένει το σήμερα και είναι βέβαιος για το νόσο: ‘‘Μη σας νοιάζει που δεν έρχομαι στ’ αγγόνια μου. / Σαν γυρίσει το σύννεφο / θα τρυγήσω το περιβόλι’’.
Η εισβολή όμως δεν εγγράφεται στην ποίηση του Ποδιναρά μόνο ως η βίαιη αποκοπή του ατόμου από τον ομφάλιο λώρο που το δένει με τη μήτρα του, τη γη, αλλά και ως – εξίσου επώδυνη – εμπειρία ανολοκλήρωτης εφηβείας ή νιότης. Ο άνθρωπος ολοκληρώνεται μέσα στο φυσικό του χώρο και η εφηβεία τερματίστηκε βίαια στην κατεχόμενη πατρίδα. Το δέσιμο με τη γη που δεν ολοκληρώθηκε, η βίωση της ζωής που δεν έφτασε ως την πλησμονή, το αίσθημα γενικά μιας πορείας που έμεινε ανολοκλήρωτη είναι διάχυτο στο ποίημα «Μόρφου 1992»: ‘‘Μια μυρωδιά από ένα μανταρίνι που δεν πρόλαβα να ξεφλουδίσω / αρμενίζει στις θολές γραμμές / των νοτισμένων κήπων…’’. Και η μνήμη ανελέητη αναμοχλεύει εικόνες από αυτή την μετέωρη εφηβεία: ‘‘Όταν ήμασταν έφηβοι, / ξανοιγόμασταν στο περιβόλι / ή στο ακρογιάλι με τις πέτρες / και την κόκκινη θάλασσα. / Τ’ απογεύματα, με την αρμύρα στους γυμνούς ώμους, / ανεβαίναμε στο θέατρο των Σόλων / και χαϊδεύαμε από ψηλά τα κίτρινα στάχια / που ‘σβηναν κύματα-κύματα / στην αποβάθρα του μεταλλείου. / Πέρα στον ορίζοντα, σαν σκιές, καράβια / ή οι ακτές της Τουρκίας… / Κι ολόγυρα μεθυστικά πολιορκούσαν οι ανάσες των κοριτσιών’’ («Νυχτερινή συνεστίαση αποφοίτων γυμνασίου Μόρφου [Λευκωσία, 1990]»). Απέναντι σε αυτή την αεί παρούσα μολονότι απούσα, πατρίδα, ο ποιητής αντιδιαστέλλει ένα αδιέξοδο παρόν, που το συνθέτουν ‘το ‘‘σιδερένιο νήμα της λήθης και της φωτιάς’’, η ‘‘έπαρση του εφήμερου / Το κτίσμα το πεπερασμένο’’ (σελ. 9).
Εκτός από τα ποιήματα με θεματική την εισβολή, σημαντική κατηγορία ποιημάτων της συλλογής αποτελούν εκείνα που προσεγγίζουν προβλήματα οικουμενικά της εποχής μας μέσα από μια φιλοσοφική – στοχαστική διάθεση. Η μηχανοποίηση, η αλλοτρίωση και μαζικοποίηση του σύγχρονου ανθρώπου ως ενσυνείδητη απόπειρα απόκρυψης της οδύνης που τον κατατρύχει, ο εγκλεισμός στο ‘‘εγώ’’, είναι το θέμα του ποιήματος «Απόσταση»: ‘‘Δε γράφουμε πια γράμματα στους φίλους μας / και τις κρυφές μας σκέψεις τις κρατάμε. / Δε συνομιλούμε. Κοιταζόμαστε / και η αγάπη σε χειμερία νάρκη. / Και ίσως να ‘ναι καλύτερα έτσι. / Τουλάχιστον μένουν προστατευμένες από την αδιακρισία / ή την άγνοια / οι πηγές της οδύνης’’. Η ηθελημένη και συνειδητή τυποποίηση της ζωής μας η ανάλωση σε μια άγωνη καθημερινότητα που αποστραγγίζει κάθε δημιουργικό μας απόθεμα είναι το θέμα του ποιήματος «Απολογισμός»: ‘‘Διορθώσαμε τις στραβές γραμμές / και τακτοποιήσαμε τα περιθώρια συμμετρικά. / Ελέγξαμε κάθε λέξη από το κείμενο / καθαρογράφοντας τις παραγράφους […] / πέρασε ακόμα μια μέρα από την ζωή μας’’. Η μελαγχολία της Κυριακής, η Κυριακή που δεν λυτρώνει, βίωμα οικείο στον άνθρωπο της εποχής μας, είναι το θέμα του ποιήματος «Προσδοκία»: ‘‘Τις Κυριακές / η πολυτραγουδημένη μελαγχολία / σαν πούσι ρίχνει / στις καρδιές την γλίνα της. / Μου φαίνεται περίεργο / που η σκόλη / η κερδισμένη με αίμα / να μη ξαλαφρώνει’’. Και με στοχαστική διάθεση ο ποιητής παρατηρεί: ‘‘Υπάρχουμε στην προοπτική. / Στην προσδοκία της Κυριακής / που μεταγγίζει καθημερινό φτερούγισμα απαντοχής’’. Η απομάκρυνση του σύγχρονου ανθρώπου από τις ρίζες του, από τον ειδυλλιακό χώρο της πρώτης του νιότης, η απομάκρυνση από την γενέθλια γη, ο εξαστισμός και ο επώδυνος εγκλιματισμός στην απρόσωπη πολιτεία είναι η θεματική του ποιήματος «Τίμημα». Η κίνηση από τους στενούς ορίζοντες της μικρής κοινωνίας στους ανοικτούς ορίζοντες της πολιτείας μόνο ως ψευδεπίγραφη ελευθερία μπορεί να νοηθεί. Το τίμημα βαρύ. Ο ποιητής διαπιστώνει: ‘‘Το τίμημα της ελευθερίας σου / ο ανελέητος συρφετός των οραμάτων’’. Η μνήμη αγκιστρωμένη στο παρελθόν συντηρεί με ευλάβεια εικόνες από το χώρο της οικειότητας.
Καθαρά υπαρξιακής υφής είναι η προβληματική μιας σειράς άλλων ποιημάτων. Στην «Αναδίπλωση» ο συμβιβασμός είναι συνώνυμος της υποθήκευσης του μέλλοντος. Με αποφθεγματικό και γνωμολογικό ύφος ο ποιητής διαπιστώνει: ‘‘Μέσα σε κάθε συμβιβασμό / κτίζεται ο τάφος μιας στιγμής του μέλλοντος’’. Στο «Άτιτλο» και στις «Εικόνες» ο άνθρωπος παγιδεύεται μέσα στα βρόχια της γήινης πραγματικότητας και προσγειώνεται σε μια άγονη και αδιέξοδη καθημερινότητα. Ο ποιητής παρατηρεί: ‘‘Λίγες ήταν οι στιγμές που αφήσαμε την ψυχή μας να πετάξει στ’ άστρα’’. Η ‘‘πρόνοια του σαρκίου’’ σταθερά ανακόπτει την πορεία προς το όνειρο, την απογείωση, την ποίηση. Όμως και αυτές οι λίγες στιγμές της απογείωσης ‘’χρωματίζουν την πεζότητά μας με έναστρες εικόνες μαγικές’’. Το αναπότρεπτο της φθοράς η φθορά ως εντελέχεια της ανθρώπινης ύπαρξης είναι το θέμα του ποιήματος «Γαλήνη». Με το ποίημα όμως «Παλμοί», που υφαίνεται επίσης στη θεματική της φθοράς, ανατρέπεται το απαισιόδοξο μήνυμα της «Γαλήνης». Στους «Παλμούς» το σώμα γερνά, αλλά η καρδιά δεν συμπορεύεται.
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ποιήματα της συλλογής είναι το ποίημα «Ταξίδια». Πρόκειται για ταξίδια ιδιότυπα, ταξίδια νοερά που προκάλεσε η μαγεία του κόσμου της Έβδομης Τέχνης. Το ποίημα μπορεί αν εκληφθεί ως απόδοση οφειλόμενης τιμής σ’ ένα χώρο που διαμόρφωσε την ευαισθησία του ποιητή, την ευαισθησία όλων μας. Πρωτότυπο στη σύλληψή του το ποίημα, επιβεβαιώνει την διεπικοινωνιακή λειτουργία ανάμεσα στις διάφορες μορφές της τέχνης: ‘‘Περάσαμε την ζωή μας ταξιδεύοντας στους λερούς δρόμους του Μπρούκλιν. / Παίξαμε εκ του ασφαλούς διασχίζοντας το Σεντραλ Παρκ […] / Κρατήσαμε συντροφιά στους μοναχικούς καβαλάρηδες / και ψάλλαμε δυνατά στις εκκλησίες των νέγρων’’.
Θέμα της ποιητικής σύνθεση « Το άνθος της άπειρης άμμου» είναι ο έρωτας ως απόκριση στη έρημο των ανθρώπινων σχέσεων. Μέσα από τη λειψυδρία και την αφορία των ανθρώπινων σχέσεων, την άπειρη άμμο, αναδύεται το άνθος του έρωτα, ευοίωνο μήνυμα, μήνυμα πίστης στη ζωή και αισιοδοξίας. Ο εγκλεισμός του ανθρώπου στο ‘‘εγώ’’, η εκούσια αποξένωση από τον άνθρωπο, η αναζήτηση της προσωπικής βολής μακριά από το φορτίο των διαπροσωπικών σχέσεων οδηγεί στην οδυνηρή απουσία της επικοινωνίας: ‘‘Η σιωπή ψηλαφώντας στο σκοτάδι, / αράχνη αναρριχάται στις καρδιές / που γαληνεύουν στη νάρκη, / αλαφρωμένες από το φορτίο της έγνοιας των ανθρώπων’’. Η εσωστρέφεια όμως δεν είναι συνώνυμη της αυτάρκειας: ‘‘Τα λόγια μείνανε στο στήθος. / Θηρίο η σιωπή / Έθρεψε φίδια στον κόρφο της’’. Το ποίημα αποκτά ένα διθυραμβικό τόνο, καθώς μέσα στη νύχτα των ψυχών αναδύεται ο έρωτας: ‘‘Σε βρήκα και σε πήρα ένα πρωί / κομμάτι απ’ το βυθό / κι ήπια τη γεύση σου που ήταν δική μου όλα τα χρόνια’’. Η απογείωση του έρωτα μετουσιώνει τη ζωή και τερματίζει την μοναξιά και την ‘‘τυραννία του ασήμαντου’’. Ένα πανηγύρι φωτός αισθητοποιεί την έκρηξη της συγκίνησης: ‘‘Ατόφιο μάλαμα αστραφτερό, / χάραξε τη ζωή / και βγήκαν αράδα / ήλιοι μικροί χορεύοντας στο κύμα / γράφοντας με χρυσό τον κόσμο που ανασύραμε. / Το πρόσωπό μας / που άφησε τη νύχτα’’. Εικόνες γεμάτες ερωτική ένταση δίνουν την ώσμωση των ψυχών και των αισθήσεων: ‘‘Το πρώτο χάδι / τίναξε το αίμα στις φλέβες / κι έλιωσε το κορμί στην απόκριση’’. ‘‘Μαχαίρι γυμνό λιανίζει το κορμί’’. ‘‘Σώματα που μίλησαν / στο σκότος και στο φως / ταξίδεψαν τ’ άγουρο δέρμα με την βεβαιότητα του κενού / στο χείλος του θανάτου / στο χείλος των ερώτων’’. Το ερωτικό στοιχείο διαχέεται μέσα σε όλο το ποίημα, ως στοιχείο δικαίωσης της ύπαρξης, δύναμη αναζωογονητική της ζωής.
Η σύνθεση «Καλοκαιρινά Γητέματα» έχει θεματικό άξονα ένα άλλο στοιχείο επίσης ανανεωτικό της ύπαρξης και της ζωής, τα θέλγητρα του καλοκαιριού. Το καλοκαίρι, δύναμη ψυχικής απολύτρωσης, εκτονώνει την ύπαρξη από το σωματικό μόχθο και την ψυχική φόρτιση του χειμώνα και συντηρεί τη ζωή νέα μέσα στα κύτταρα. Εικόνες γεμάτες από τη χαρά της ζωής συνθέτουν ένα διθύραμβο για το καλοκαίρι. Η υγρασία, η δροσιά, το νερό, μέσο καθαρμού και στοιχείο συνώνυμο της νιότης, έχουν έντονη παρουσία μέσα στο ποίημα: ‘‘Μέσα στη νάρκη του καλοκαιριού / αφέθηκε ο σωρευμένος μόχθος / στις διαθλάσεις του φωτός να λιώνει. / Η ομίχλη του θερινού πρωινού / διαπέρασε το σώμα / κόβοντας το τεντωμένο νήμα του χειμώνα. / Κάθε μόριο του κορμιού / ντύθηκε στην υγρασία της ομίχλης και ιδρωμένο χόρτασε αρμυρό νερό / – δρόσος στ’ ωραίο σμάλτο / δρόσος στ’ αφυπνισμένο πνεύμα / στάλες ως μέσα στο κύτταρο της ζωής. […] / ‘‘Ήπιαμε την χαρά και αυτή μας πότισε τη δίψα της’’. Το παιχνίδι με τις λέξεις ‘‘ήπιαμε’’, ‘‘πότισε’’, ‘‘δίψα’’ αποδίδει με τρόπο μοναδικό την πλησμονή των αισθήσεων, την απόλαυση της χαράς της ζωής αλλά και την απύθμενη ταυτόχρονα δίψα της ψυχής για τη χαρά της ζωής, για άμεση και μοναδική εμβίωση της ζωής. Η γοητεία του καλοκαιριού κάνει τον ποιητή να αναρωτιέται: ‘‘Πως μπορεί να γεννιόμαστε / χωρίς καλοκαίρια;’’
Το οδοιπορικό στην ποιητική συλλογή του Γ. Ποδιναρά «Ένα Πράσινο Θολό», όπως το επιχειρήσαμε πιο πάνω, αποκαλύπτει έναν έντονο ποιητικό ανθρωπισμό. Όχι μόνο απαντάται ο άνθρωπος ως παρουσία στα περισσότερα ποιήματα του, αλλά και η όλη προβληματική του περιστρέφεται γύρω από την ανθρώπινη ύπαρξη. Ο άνθρωπος, ό κόσμος και η μοίρα του είναι στο επίκεντρο του προβληματισμού του. Τα υπαρξιακά, τα οικουμενικά προβλήματα του ανθρώπου της εποχής μας τον απασχολούν έντονα. Παρά τη ζοφερή εικόνα του σύγχρονου ανθρώπου, πουθενά δεν εμφιλοχωρεί η απαισιοδοξία στην ποίηση του Γ. Ποδιναρά. Τα υπαρξιακά προβλήματα του ανθρώπου της εποχής μας τα προσεγγίζει από μια θέση διαμαρτυρίας. Δεν παραμένει όμως στην απλή επισήμανση• έμμεσα, πλην σαφώς, υποδεικνύει την ανάγκη ανατροπής μιας αρνητικής πραγματικότητας. Γενικότερα, εμφανής είναι η αγωνία του ποιητή για την πορεία του σύγχρονου ανθρώπου.
Ιδιαίτερα ανεπτυγμένα είναι τα εκφραστικά του μέσα: γλώσσα ιδιαίτερα καλλιεργημένη και πλούσια, οικονομία στη χρήση των εκφραστικών μέσων, εξαιρετική εικονοποιΐα. Με τις εικόνες του πετυχαίνει και διευρύνει διαρκώς τους ορίζοντες της ποίησης του. Επίσης διεγείρει τις αισθήσεις και ξυπνά τα αισθήματα. Τα σύμβολα του και οι εικόνες του, οικεία και αμέσως αναγνωρίσιμα.
Γενικά, η ανάγνωση της ποιητικής συλλογής του Γ. Ποδιναρά «Ένα Πράσινο Θολό» είναι μια γοητευτική κατάδυση στον κόσμο της ευαισθησίας, όπου η συνείδηση έρχεται αντιμέτωπη με ένα ποιητικό προβληματισμό που αφορά τα σύγχρονα αλλά και τα διαχρονικά προβλήματα της ύπαρξης.

 

.

ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ 

Φαράγγια των Αγγέλων

Στο βιβλίο του «Ποιητές και Ποιήματα: Μια Εμπειρική Αισθητική»
Η επίμοχθη απόσταξη του Γιάννη Ποδιναρά

Ο Γιάννης Ποδιναράς πρωτοεμφανίστηκε εκδοτικά στην ποίηση το 1996, με την ποιητική συλλογή Ένα πράσινο Θολό. Απ’ ό,τι γνωρίζω κι από τις κριτικές που έχω υπόψη, η δουλειά του κρίθηκε ως σοβαρή και ποιοτική για πρώτη εμφάνιση.
Μια δωδεκαετία αργότερα, επανήλθε ο Ποδιναράς, όχι φυσικά δριμύτερος – όπως συνηθίζουμε να λέμε – αλλά πιο έμπειρος και αποσταγματικότερος. Το νέο ποιητικό του βιβλίο έχει τον τίτλο Φαράγγια των Αγγέλων, με ό,τι θα μπορούσε συνειρμικά να σημαίνει κάτι τέτοιο. Πάνω από τα συμβολικά αυτά φαράγγια των αγγέλων σηκώνει συχνά ο ποιητής με τους στίχους του την ψυχή μας, και τη μετεωρίζει σε μια άσκηση βάθους. Τον διαβάζουμε σ’
ένα απόσπασμα από τα «Ταξίδια στο άπειρο»:

Υπάρχεις στο σκοτεινό ποτάμι
της μύχιας ταραχής.
Στην τεντωμένη χορδή της πλήρωσης
και της λιγοθυμιάς του ονείρου.
Γύρισε ο καιρός.
Σήκωσε το τραγούδι μας
να οριοθετήσει ταξίδια στο άπειρο.

Το πρώτο μέρος της συλλογής, με οκτώ σχετικά σύντομα ποιήματα, μας πείθει χωρίς αμφιβολία για την τεχνική και καλλιτεχνική ωρίμανση του ποιητή. Με πρόδηλη την ερωτική θεματική, διαβάζουμε λιτούς και άρτιους στίχους, που διανοίγουν σχεδόν πάντοτε μια υπερβατική προοπτική:

Ένα κύμα στα μέλη.
Ένα μαχαίρι από ήλιο
χάραξε το γυμνό σώμα
βυθίζοντας το φως
σ’ αμμουδερά πηγάδια.
Θαλασσινά νερά
στέγνωσαν τη δίψα μας.

από το ποίημα «Στους βυθούς του ανείπωτου»

Στο δυνατής λυρικής έντασης ποίημα «Κραυγή της Άνοιξης», η κορύφωση επιτυγχάνεται με την κλιμακωτή επανάληψη της λέξης «λευκό», η οποία, επανερχόμενη κάθε φορά σε διαφορετικό σημασιολογικό επίπεδο, φορτίζει
το ποίημα με μια ιδιαίτερη δυναμική. Μια δυναμική που οδηγεί τελικά σε λυτρωτική διέξοδο. Κι έτσι φαίνεται να δημιουργείται η καλή τέχνη, ακολουθώντας συνειδητά ή ασυνείδητα αρχετυπικά πρότυπα ρυθμών και παραστάσεων, που εμφωλεύουν βαθιά μέσα μας. Καταγράφω το ποίημα, για να μπορέσω στη συνέχεια να συμπληρώσω τον σχολιασμό μου.

Αγγίζω τη φωνή
κι ο νους μου σαλεύει.
Λευκό του ρίγους,
των αθώων στεναγμών.
Λευκό της πέτρας που ακινητεί προσμένοντας.
Της αέναης αφής.
Της αμφίδρομης ροής.
Της πλήρους αποδοχής και άφεσης.
Λευκό των βέβαιων χρόνων.
Άτρωτη όχθη στων ημερών την οργή.
Γυμνό βύθισμα στο γενναίο φως
που χύνεται στο λευκό χέρι
και σε παίρνει πέρα
στην ανελέητη κραυγή
της Άνοιξης.

Αυτό το τελευταίο, το «βύθισμα στο γενναίο φως, / που χύνεται στο λευκό χέρι / και σε παίρνει πέρα στην ανελέητη κραυγή / της Άνοιξης», είναι η εκτόνωση και η «λύση» της υπαρξιακής αγωνίας που κορυφώθηκε στους
προηγούμενους στίχους, με το «λευκό» ως δυναμικό λάϊτ-μοτίβ στην ανάπτυξη του ποιήματος.
Δεν θα σταθώ αναλυτικά στα ολιγόστιχα, αλλά και τόσο πυκνά μικρότερα ποιήματα του πρώτου μέρους της συλλογής. Θέλω μόνο να γενικεύσω ότι αυτά αποτελούν συμπαγείς λυρικούς πυρήνες, με μορφική αρτιότητα και
υπαινικτικό βάθος. Διαβάζω τον ολιγόστιχο τίτλο «Σημάδια»:

Ένα κρίνο ταράζει το αίμα.
Κρατήσαμε τη γεύση δυνατή.
Τα μάτια υγρά
στη δίνη της ομορφιάς,
ραγίζουν τη μέρα.

Εδώ η επιγραμματικότητα και η λιτότητα ανεβάζουν με κάθε στίχο το επίπεδο διέγερσης του αισθητικού εκκρεμούς εντός μας, και το επαναφέρουν χωρίς απώλειες σε μια επόμενη ή μεθεπόμενη ανάγνωση. Το καλλιτεχνικό
αντικείμενο μπόρεσε, μέσω της κατορθωμένης μορφής, να παγώσει εσαεί σε μια άφθορη κατάσταση. «Ένα κρίνο ταράζει το αίμα», διαβάζουμε ξανά και ξανά, και ο στίχος αυτόνομος σχεδόν και αυτάρκης μάς γεμίζει ένα κενό,
σαν να περιμέναμε τον ερχομό του.
Υποκύπτω στον πειρασμό να πω λίγα λόγια και για το τελευταίο ποίημα της πρώτης ενότητας, ένα από τα καλύτερα αυτού του βιβλίου. Έχει τον τίτλο «Ώρα καλή», που μας προϊδεάζει για ένα ζεστότερο και νοσταλγικότερο
κλίμα, προκαλώντας ταυτόχρονα συνειρμικά κύματα βαθύτερου προβληματισμού για τα ανθρώπινα δρώμενα. Το καταθέτω αυτούσιο:

Έρχεται κάποτε η ώρα
που μιλά η αυγή
και καλπάζουμε στα λειβάδια
των τρελλών καιρών και του νοτιά.
Ανατριχίλα του κορμιού
σαν γνώση του θανάτου,
κοχλάζει το αίμα.
Ταράζει τ’ ακραίο κύτταρο.
Άνοιξε πανιά
κι έβαλε πλώρη
για ταξίδια – και την άγρα των πουλιών.
Ώρα καλή
στον ήλιο και το σκοτάδι των κοχυλιών.
Ώρα καλή
στους ανέμους που κρατάνε
της αγάπης τον λυγμό και το φανέρωμα.

Μια αύρα αγάπης και αισιοδοξίας αναδύεται μέσα απ’ τους πιο πάνω στίχους. Ένας μετρημένος θαυμασμός για το δώρο της ζωής και μια υπόγεια ανατριχίλα για τα πρόδηλα όρια και το πεπερασμένο της επίγειας ευτυχίας.
0 επίλογος, με το χαρακτηριστικά επαναλαμβανόμενο «Ώρα καλή», εκπέμπει μιαν ανάλαφρη τραγουδιστική αύρα, που συνεπαίρνει τον αναγνώστη με την πηγαιότητα της. Το αισθητικό αποτέλεσμα, και πιο συγκεκριμένα η αισθητική ηδονή, εκρέει απ’ το συνήθως απρόβλεπτο κυμάτισμα της μορφής, προσλαμβανόμενη σαν «πτερυγισμός και λαχτάρα στο στήθος».
Μπαίνω τώρα απευθείας στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, για να δώσω ένα σύντομο στίγμα του. Στα είκοσι έξι τόσα ποιήματα αυτής της ενότητας το αισθητικό αποτέλεσμα δεν είναι παντού το ίδιο. Αλλά κι εδώ, όταν κάτι
μας ικανοποιεί λιγότερο, οφείλεται προφανώς στον πειρασμό του διανοούμενου δημιουργού να διαλογιστεί καθαρότερα και να φιλοσοφήσει αμεσότερα. Πιο συγκεκριμένα -και σε συνάρτηση με τα πιο πάνω- μιλάμε για
τη χρήση ενίοτε ποιητικά αδρανών αφηρημένων εκφράσεων ή καθαρά λογικών προσδιορισμών, όπως για παράδειγμα:

Περαστικοί μαχόμαστε λαθραία
την παράταιρη ιαχή του συρφετού
ή
Πλανιέσαι σ’ ένα πέλαγος
αφροντισιάς και πλήρωσης.

Να μη μας διαφεύγει, ότι στην καλή ποίηση φτάνει κανείς μόνο όταν εκκινεί από το συγκεκριμένο και ρεαλιστικό, το οποίο εμποτίζει διακριτικά και ισορροπημένα με μια υπέρλογη αισθαντικότητα. Γενικότερα όμως βρίσκουμε και στη δεύτερη ενότητα καλά ποιήματα, ιδιαίτερα τα πιο σύντομα, στα οποία ο δημιουργός αισθητοποιεί ικανοποιητικά τις ιδέες και τα συναισθήματά του,
αποφεύγοντας τους πειρασμούς των άμεσα διανοητικών ρήσεων. Σας μεταφέρω ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το λυρικά νευρώδες ποίημα με τον τίτλο «Στα κατάρτια της άπνοιας»:
Νερό, νερό που σπάζει
στην άκρη της βαθιάς κουφάλας.
Νερό που αναβλύζει
τη λαχτάρα των εφησυχασμένων.
Νερό, καταφύγιο στα κατάρτια
Νερό, να ξεπλύνουμε τη ξαβαμμένη
σκόνη
της ακμής των αετών.
Νερό, νερό
να ξεπλύνουμε τη ψυχή μας.

Τέτοιοι στίχοι νιώθεις πως προϋπήρχαν, γιατί έτσι έπρεπε να είναι, χωρίς ορατά τα σημάδια επεξεργασίας από τον ποιητή, ο οποίος απλώς τους ανέσυρε στην επιφάνεια για να γίνουν αναγνωρίσιμοι και δραστικοί. Παρόμοια κατορθωμένα κομμάτια απαντούν καίρια και αφοπλιστικά στην αχρείαστη συζήτηση περί μορφής και περιεχομένου. Αφού επιβεβαιώνουν ότι η ίδια η μορφή είναι αξεχώριστη από το περιεχόμενο, το οποίο ενυπάρχει
σ’ αυτήν ως βαθύτερη εμπνοή, στη σπερματική ήδη σύλληψη του ποιήματος. Για να βγουν όμως με τέτοια παρθενικότητα και πληρότητα χρειάζεται μια επώαση μακρόχρονη και οδυνηρή. Κι ο Γιάννης Ποδιναράς είναι ένας δύστοκος δημιουργός. Ρίχνει στα βάθη της ψυχής του σκληρούς σπόρους. Η σπορά του, παίρνοντας χρόνο για να ριζώσει και να πετάξει ανθούς, δείχνει κάθε φορά να τον εξαντλεί. Τι πιο φυσιολογικό όμως, από το να νιώθει ο ποιητής, ύστερα από κάθε προσπάθεια, ότι τα έδωσε όλα;
Κλείνω και τη δεύτερη αυτή ενότητα της συλλογής, δίνοντας ακόμα ένα λυρικά υποβλητικό εξάστιχο:

Γυρεύουμε ένα δέντρο
να κρυφτούμε.
Να λυθούν οι πλάνες
στο οξύ αγιάζι των ίσκιων.
Στο θρόισμα της σιγανής φωτιάς.
Στην αρμυρή ηδονή της θάλασσας.

από το ποίημα «Εδέμ»

Οι στίχοι μιλούν από μόνοι τους, αφού εκφράζουν με επιγραμματική υποβλητικότητα το υποστασιακό δράμα του ανθρώπινου όντος, που αναζητεί ζεστασιά και ασφάλεια στον κόρφο της μάνας φύσης. Μιας φύσης, που μόνη αυτή με την αιωνιότητά της μπορεί να σκεπάσει – έστω για λίγο- το γυμνό κορμί της θνητότητάς μας. Τι μαγική στ’ αλήθεια παραμυθία; Η ποίηση μάς βοηθά να νιώθουμε πιο ελαφρύ το διαχρονικό οντολογικό μας άλγος. Και πέραν οποιασδήποτε άλλης εξαντλήσιμης και ρηχής ηδονής, έχει απ’ τη φύση της τη δυνατότητα να προκαλεί κάθε φορά μέσα μας τη φευγαλέα έστω αίσθηση της υπέρβασης της προσωρινότητάς μας.
Περνώ τώρα στην τρίτη ενότητα του βιβλίου, με τον παράξενα υποβλητικό τίτλο Φαράγγια των Αγγέλων. Τίτλος, που ανεβάζει ονειρικά τον αναγνώστη πάνω σε μια ιλιγγιώδη αιώρα, όπου η ανάγνωση κάθε ποιήματος είναι
και μια ριγηλή ώθηση σε μια εναλλασσόμενη ταλάντευση. Μια ταλάντευση, που έχοντας για αφετηρία το συγκεκριμένο κι επίγειο, εκτινάσσει συχνά την ψυχή και το πνεύμα σε χώρους μιας ουσιαστικότερης και βαθύτερης εμπειρίας. Καταθέτω το καταληκτικό μέρος από το ποίημα «Συνάντηση»:

Μαντατοφόρος η μοίρα των πουλιών
ζωγράφισε τ’ ονειρεμένο ταξίδι
απ’ τους ρόζους της γης
ως τις παρυφές του φεγγαριού.
Και το μήνυμα πήγε διάτρητο
aπ’ τις πληγές των ανθρώπων-
ν’ απαλύνει το λευκό των άστρων
και ν’ αφήσει το βάρος της λάσπης
μετέωρο στους γαλαξίες.

Τα περισσότερα φυσικά από τα ποιήματα της τρίτης ενότητας είναι μια ακόμα οφειλόμενη σπονδή στον χαμένο χρόνο και τον χαμένο γενέθλιο τόπο της κατεχόμενης Μόρφου. Ο Γιάννης Ποδιναράς δεν ξετυλίγει καμιά μακρόπνοη ή μεγαλόπνοη Ιερεμιάδα στη μνήμη των τόπων που κρατούν στα σπλάχνα τους την κιβωτό της παιδικής του ηλικίας. Ο λόγος του ακούγεται συγκρατημένος και αξιοπρεπής, και τα δάκρυά του έχουν πια αποκρυσταλλωθεί σε δωρικούς αγαλμάτινους στίχους, όπως οι ακόλουθοι:

Φύλλα διάφανα
νερά της άμμου
πότισαν τη φυγή μας.
Βυθός του πράσινου κήπου
χάραξε την αφή της θάλασσας.
Πρώτο άγγιγμα
παλμοί της ζωής μας
στέρεψαν την κοίτη της λήθης.
Μόρφου, γεφύρι στην καρδιά
της ξένης γης.
Μόρφου, γεφύρι στο βαθύ πηγάδι
του νόστου.

Σ’ ένα άλλο κάπως μεγαλύτερο ποίημα για τη Μόρφου, γραμμένο το 2005, με βαρύ και αποκαλυπτικό βηματισμό, ο οραματισμός για το πλήρωμα του χρόνου που θα φέρει την πανηγυρική λύτρωση δίνει στους στίχους μια ριγηλή και τελετουργική πνοή. Ας δούμε το μέρος τούτο:

Μη… μου ψιθύρισες.
Μη θερμαίνεις το πεσμένο μου σώμα.
Μην ανοίγεις διάπλατα τον κλειστό δρόμο της ψυχής μου.
Μίλα μου μόνο σαν θα είσαι σίγουρος
πως τα όνειρα θα ορθώσουν επί τέλους το ανάστημά τους.
Θα περάσουν τις γραμμές και θα ενωθούν
με το μεγάλο διάφανο άστρο
σ’ ένα θρίαμβο απροσπέλαστο
που σαρώνει τους παλιούς καιρούς
και στεφανώνει την έγερση των καινούργιων ασμάτων.

Ακούγεται η μακρινή καμπάνα μιας Ανάστασης σε τούτο το ποίημα. Κι αν η πραγματική ανάσταση ίσως αργεί να έλθει ακόμα, ο Γιάννης Ποδιναράς μπορεί με την τέχνη του να προκαλέσει μέσα μας τα αισθήματα τέτοιας γιορ-
τής και να μας γεμίσει κατάνυξη. Κι η καλλιτεχνικής προέλευσης κατάνυξη δεν είναι, καθώς προείπαμε, ποτέ εξαντλήσιμη, αλλά βιώνεται τελετουργικά σε κάθε ανάγνωση.
Τι έμεινε τώρα να σχολιάσω από το ποιητικό βιβλίο του Γιάννη Ποδιναρά; Μα φυσικά τα «Ελεγεία», και συγκεκριμένα εκείνα που αναφέρονται σε αγαπητούς λογοτέχνες, που έφυγαν αφήνοντας πίσω υποδειγματική ζωή και έργο. Τα ελεγεία αυτά μου αρέσουν, γιατί είναι συνθέσεις που αναπτύσσονται με πολλαπλές ψυχικές και πνευματικές κινήσεις, κάτι που απαιτεί ανάλογη μορφική αντιστοιχία. Δοκιμάζονται εν ολίγοις οι δυνατότητες του δημιουργού στη συνθετική δημιουργία, όπου το λυρικό διαπλέκεται με το αφηγηματικό και το δραματικό οδηγείται λυτρωτικά στη λύση του. Με τράβηξε ιδιαίτερα η
αρμονική κλασική συμμετρία και η διανοητική υπαινικτικότητα του αφιερώματος στον αξέχαστο Θεοδόση Νικολάου, προπάντων η λιτή κι ελλειπτική εισαγωγή, με το ακόλουθο επιγραμματικό τετράστιχο:

Στην ταβέρνα, καθώς πίναμε κονιάκ,
μου είπες πως πρέπει να κλείνουμε καλά το μπουκάλι
για να μη χάνεται το άρωμα.
Φύλακας της πεμπτουσίας.

Κι εδώ να σταματούσε το ποίημα, θα ήταν μια πολύ δυνατή επιγραμματική προσωπογραφία. Ό,τι παρακάτω με διανοητική διεισδυτικότητα ακολουθεί, πλεονέκτημα ή μειονέκτημα δεν με απασχολεί, αναλύει κι εδραιώνει μια δυνατή σύλληψη.
Το δεύτερο ελεγείο στο οποίο θ’ αναφερθώ μνημονεύει τον προώρως εκδημήσαντα, αξέχαστο λογοτέχνη Θεόδωρο Στυλιανού. Η αυθεντική του προσωπικότητα ζωντανεύει παραστατικά μέσα από την επιγραμματική και συγκινημένη πένα του Γιάννη Ποδιναρά:

Το λεωφορείο της γραμμής,
το υπεραστικό ταξί και το τηλέφωνο
κουβάλησαν τα δώρα σου
Σεριάνισαν την αρχοντιά
των ταπεινών και των αθώων
στην άκρη της ανόθευτης ματιάς σου.
Στην άκρη της γαλήνης σου.

(απόσπασμα)

Ένιωσα πραγματική συγκίνηση, όταν διάβασα πρώτη φορά αυτό το ποίημα. Σίγουρα όχι μόνο επειδή μου θύμισε το γεγονός της απουσίας ενός πολύ αγαπητού φίλου, αλλά εξίσου και για τον τρόπο που μου τον έφερε στη μνήμη η ποίηση. Τούτο σημαίνει ότι το καλλιτεχνικό γεγονός πραγματώθηκε με επιτυχία. Κι αυτό είναι ταυτόσημο με την αισθητική καταξίωση του δημιουργού.

 

.

ΣΟΦΙΑ ΣΤΡΕΖΟΥ 

Φαράγγια των Αγγέλων

Αισθητικές Αναλύσεις Ποιητών, Διαδίκτυο, Φεβρουάριος 2009.

Μια ποιητική συλλογή που ταξίδεψε από την Κύπρο κι έφθασε στα χέρια μου είναι αυτή του Γ.Π. Από τις “ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΝ ΤΥΠΟΙΣ” που εδρεύει στη Λευκωσία, κυκλοφόρησε το 2008 το ” Φαράγγια των Αγγέλων.

Ο ποιητής φτιάχνει, κατασκευάζει έναν δικό του κόσμο που όμως είναι αχώριστος από το παρελθόν. Νοσταλγεί και με βαθιά θλίψη στην καρδιά του, αναπολεί. Η μνήμη ατελεύτητη ζει πάντα εκεί, σπρωγμένη από ελπίδες ψεύτικες και διωγμένες ψυχές.

Φεύγει πριν δει ένα τέλος, μα κάθε νύχτα γυρίζει ξανά. Ντύνεται σκοτάδι κι όνειρο, στέκεται στα ίδια μέρη νοσταλγός των ίσκιων που τον ακολουθούν, σαν ταινία που προβάλλεται με φόντο τις σκιές, που είναι πάντα εδώ και τον κυκλώνουν.
Ο αέρας πνίγει τ’ αδέσποτα ερείπια, με τη σκόνη σεντόνι λευκό που αυλακώνει τις ρωγμές. Νιώθει τη σιωπή σαν μια αγάπη μεγάλη που κράτησε μια ζήση ολάκερη που όμως το τέλος της δεν θέλησε να δει.

Για τον ποιητή είναι μια πληγή που αιμορραγεί. Μια παγίδα που άλλοι ερήμην του έστησαν. Μ’ ένα μέλλον πικρό που γουλιά γουλιά πίνεται σε χείλη στυφά.

” Ένα κρίνο ταράζει το αίμα
κρατήσαμε τη γεύση δυνατή.
Τα μάτια υγρά
στη δίνη της ομορφιάς
ραγίζουν τη μέρα.”

Ο λυρισμός στη γραφή του είναι λευκός, διάφανος σε όλες τις εκφάνσεις του λόγου του. Η γραφή διαθλάται στον αθέατο και ταυτόχρονα θεατό μνημείο του νόστου.

“Λευκό του ρίγους.
Λευκό της πέτρας που ακινητεί προσμένοντας” («ΚΡΑΥΓΗ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ»)

“Το λευκό χέρι με τη γνώριμη γεύση
άγγιξε τους ήχους της ζωής μας” («ΔΙΧΤΥ ΑΠΟ ΜΕΤΑΞΙ»)

“Γλιστράμε στα φαράγγια των αγγέλων
στο βαθύ ποτάμι που χάραξε το βάραθρο
έπνιξε τη φωνή πήρε πίσω το λευκό, γυμνό τους σώμα
και τους έριξε σε ξένα σκοτάδια” («ΦΑΡΑΓΓΙΑ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ»)

Βυθομετρά κι αφουγκράζεται την ψυχή του με λαχτάρα πικρή που διασώζεται από την ελπίδα. Μαστιγώνει τον τόπο, τον χρόνο, το άπειρο και ζωγραφίζει τραγούδια με λέξεις αγνές, βελούδινες. Τις αγγίζει για να βρει τον λυτρωμό με μετέωρα βήματα. Ο έρωτας δεν βρίσκει χώρο κι αλλού είναι που προσδιορίζει την προοπτική του, στην αγάπη, στα ποιήματα και τους ποιητές.

«ΣΠΟΝΔΗ»

“Τους ποιητές μην τους αφήνουμε στο δρόμο.
Να τους ακολουθούμε
στην κόψη των ονείρων μας.
Καρφιά που σημαδεύουν
τα μυστικά λημέρια της καρδιάς μας.
Χωρίς πληγές
δε ζωγραφίζουνε τον κόσμο.”

Σαν χαρτοπόλεμο που πετάει ψηλά η μνήμη αδικαίωτη μένει. Οι συγκινήσεις φιλτράρονται μέσα από την αγάπη και ζεσταίνουν αισθήσεις. Η πίκρα φυλακισμένη καλά στον αέρα που τρυπά αποφάσεις ηρωικές πριν την έξοδο. Απόκληρα, έρημα τα σώματα σεργιανούν σε μέρη που κυνηγούνται από την αθέλητη φυγή. Ο πόνος, η πίκρα και η στυφή γεύση της απαντοχής συνοδεύουν το πόνημα.
Το τέλος τον οδηγεί σε μέθεξη μυστική.

«MΕΘΕΞΗ»

“Σπλάχνα μέσα στην ταραχή της ξένης ζωής
κι η ψυχή μια κούραση που ζωγράφισε
τα πρόσωπα με την ομορφιά της καρτερίας.
Πληγές που γνώρισαν τον κόσμο
πέρα από οράματα και κάθε προσδοκία.

Το σφύριγμα του βοριά έφερε τους παλιούς ήχους
απ’ τους ίσκιους που αγρυπνούν
για αμόλυντους κήπους.
Κι εμείς σφίξαμε στο στήθος τις φωνές σωπαίνοντας.
Γνωρίζοντας καλά το βάλσαμο
και τη βουβή, μυστική μ έ θ ε ξ η
που στάλαξε βαθιά μέσα μας
την αιώνια κυοφορία.”

Το νερό θα ξεπλύνει τη μνήμη στο λευκό των βέβαιων χρόνων. Μαζί του σεργιανάμε και κλείνουμε απαλά τα μάτια στις εικόνες που ξεπηδούν από τις σκέψεις και τις ανάσες του Γιάννη Ποδιναρά σε τούτο το ταξίδι προς τη νοσταλγία. Εκεί που η αγάπη χάθηκε στα μονοπάτια του γυρισμού και ντύθηκε από την ματιά του ποιητή.

 

,

ΓΙΟΛΑ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ-ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Palmografos 16/6/2011

Το συνολικό ποιητικό έργο του Γιάννη Ποδιναρά

Μια Εξέχουσα Ποιητική Παρουσία από την Κύπρο…

Όταν κόβεις κομμάτια
απ’ την ψυχή σου
μοιράζοντάς τα
σ’ έναν κόσμο παγωμένο
ζεσταίνεις τις καρδιές των ανθρώπων.
Κι η ψυχή σου
δεν τελειώνει.
Όσο δίνεις,
τόσο μεγαλώνει,
για να χωρέσει
όλο το χιόνι της γης.

(Τίτλος «Αντίδωρο» από τη Συλλογή «Ένα Πράσινο Θολό»).

Ο Γιάννης Ποδιναράς γεννήθηκε το 1951 στη Μόρφου της Κύπρου. Όταν έγινε η τουρκική εισβολή, είχε μόλις ολοκληρώσει το 2ο έτος της Αγγλικής Φιλολογίας, στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης, από το οποίο απεφοίτησε το 1976. Στη συνέχεια, σπούδασε Ελληνική Φιλολογία στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Έπειτα πήγε για ένα χρόνο στην Αγγλία, όπου πραγματοποίησε τις Μεταπτυχιακές Σπουδές του στα Παιδαγωγικά. Το 1980 επέστρεψε στην Κύπρο. Υπηρέτησε ως Βοηθός Διευθυντής και δίδαξε σε σχολεία της Μέσης Εκπαίδευσης. Αφυπηρέτησε πριν από δύο περίπου χρόνια.
Έχουν εκδοθεί δύο ποιητικές Συλλογές του: 1) «Ένα Πράσινο θολό» (1996) και 2) «Φαράγγια των Αγγέλων» (2008).
Ο Γιάννης Ποδιναράς έχει δημοσιεύσει ποιήματα, μελέτες και άρθρα σε εφημερίδες και λογοτεχνικά περιοδικά. Έχει μάλιστα τιμηθεί με το Πρώτο Βραβείο σε Ποιητικό Διαγωνισμό με θέμα τη Μόρφου, που προκήρυξε ο Πολιτιστικός Όμιλος Μόρφου, το 2002.
Η πρώτη εκδοθείσα ποιητική Συλλογή του Γιάννη Ποδιναρά («Ένα Πράσινο Θολό», 1996) αποτελεί την πρώτη επίσημη παρουσία του ποιητή στα ποιητικά δρώμενα της Μεγαλονήσου. Το έργο αποτελείται από 3 ενότητες: Η 1η ενότητα απαρτίζεται από 24 μεμονωμένα ποιήματα, η 2η – «Το άνθος της άπειρης άμμου» – από 10 άτιτλες συνθέσεις, και η 3η – «Καλοκαιρινά γητέματα» – από 4 συνθέσεις, επίσης άτιτλες.

Ο τίτλος της συλλογής οφείλεται στον ομώνυμο τίτλο του πρώτου ποιήματός της: Ένα πράσινο θολό

Ο πατέρας γέρασε.
Πάνε χρόνια που ’φυγε
διωγμένος απ’ το περιβόλι του
να μετράει την καρδιά του σε παροικιακούς καφενέδες.
Στον καπνό του τσιγάρου
μορφές βιαστικές σαν πλοκάμια
τυλίγονται στο θαμπό τζάμι.
Το Λονδίνο μια ομίχλη.
Η Μόρφου ένα πράσινο θολό.
Και δε λέει να ταξιδέψει
να δει τ’ αγγόνια του στο νότο.
Λέει πως γέρασε πολύ και δε θ’ αντέξει το ταξίδι.

Όμως εμείς ξέρουμε πως δε θ’ αντέξει
το σιδερένιο νήμα της λήθης και της φωτιάς.
Την έπαρση του εφήμερου.
Το κτίσμα το πεπερασμένο.
Τον τάφο των πουλιών
που αψήφησαν τις έγκλειστες πνοές
των ούριων ανέμων.

«Μη σας νοιάζει που δεν έρχομαι στ’ αγγόνια μου.
Σαν γυρίσει το σύννεφο
θα τρυγήσω το περιβόλι.»

«Το “πράσινο θολό” είναι η έκτυπη σφραγίδα της Μόρφου, της γενέθλιας πόλης του ποιητή, στη μνήμη του. Η Μόρφου των πορτοκαλόδεντρων και των λεμονανθών είναι φυσικό άλλωστε να σεργιανά στη μνήμη του ως αντικατοπτρισμός του πράσινου. Το ποίημα “Ένα πράσινο θολό” είναι μια ποιητική κατάθεση στην εμπειρία της προσφυγιάς. Ο ήρωάς του, ο πρόσφυγας πατέρας, διωγμένος απ’ το περιβόλι του / …μετράει την καρδιά του σε παροικιακούς καφενέδες. Αυθεντικό κομμάτι του κυπριακού κόσμου ο ήρωας, βυθομετρά την ψυχή στο ομιχλώδες Λονδίνο και βλέπει τον κόσμο του σήμερα θολό μέσα από το πράσινο αντιφέγγισμα της Μόρφου. Με στωική εγκαρτέρηση υπομένει το σήμερα και είναι βέβαιος για το νόστο: “Μη σας νοιάζει που δεν έρχομαι στ’ αγγόνια μου. / Σαν γυρίσει το σύννεφο / θα τρυγήσω το περιβόλι”» γράφει χαρακτηριστικά, μεταξύ άλλων, η φιλόλογος Ελένη Δημητρίου στην εξαιρετική ανάλυση της συγκεκριμένης ποιητικής Συλλογής («Νέα Εποχή», Βιβλιοεπιλογές, Τεύχος 242, 1997, σ.66).

Προσωπικά, πιστεύω ακράδαντα πως από αυτό και μόνο το ποίημα, ο Γιάννης Ποδιναράς είναι δυνατόν να χαρακτηρισθεί ως ένας ιδιαίτερα χαρισματικός ποιητής. Οι στίχοι: διωγμένος απ’ το περιβόλι του, …δεν ξέρουμε πως θ’ αντέξει / το σιδερένιο νήμα της λήθης και της φωτιάς, η εικόνα Στον καπνό του τσιγάρου / μορφές βιαστικές και η ακολουθούσα πρωτότυπη παρομοίωση σαν πλοκάμια / τυλίγονται στο θαμπό τζάμι, οι κοφτές, λιτές φράσεις, όπως: Το Λονδίνο μια ομίχλη. / Η Μόρφου ένα πράσινο θολό και τέλος το εκπληκτικό καταληκτικό τρίστιχο με την υπέροχη αμεσότητα και ζωντάνια του, καθώς τα λόγια του πατέρα εμφανίζονται στο α΄ πρόσωπο (… δεν έρχομαι στ’ αγγόνια μου, …θα τρυγήσω το περιβόλι), όλα αυτά τα στοιχεία – και όχι μόνο – σίγουρα υπογραμμίζουν την έξοχη ποιητική δεξιοτεχνία του Γιάννη Ποδιναρά.

Παλμοί

Τα πρωινά στον ξεχασμένο κάμπο
κοιτούσαμε με απορία
τις ρυτίδες, το κυρτωμένο κορμί του πατέρα,
και στ’ αυτιά μας έφταναν ήχοι
από τις παράξενες συνομιλίες του
με το νερό καθώς πότιζε το περιβόλι.
Χαμογελούσαμε με συγκατάβαση
όταν μουρμούριζε στο χώμα:

«Γιατί η καρδιά μας δε γερνάει;
Γιατί επιμένουμε;»

Το γήρασμα της καρδιάς
θεωρούσαμε φυσικό
ν’ ακολουθεί τις πληγές του σώματος.

Ήμασταν ακόμη παιδιά…
Η καρδιά μας τώρα
πάλλει με τον ίδιο ρυθμό,
με τη νεανική ένταση
να σπρώχνει το αίμα
στις κουρασμένες πια αρτηρίες.

Μεθυσμένη, ονειρώδης,
πάλλει η καρδιά
και γλιστρά η ζωή
σαν δροσερός αγέρας
μέσα από τις χαραμάδες
και τα ανοίγματα του χρόνου.

Κυριολεκτικά συναρπαστικός είναι ο λόγος του Γιάννη Ποδιναρά και στους «Παλμούς», όπου ο ποιητής εκφράζει μια πανθομολογούμενη αλήθεια, πως η καρδιά δεν συμπορεύεται με τη γήρανση του σώματος, αλλά παραμένει πάντα το ίδιο ακμαία και «πάλλουσα»! Το κυρίαρχο πρόσωπο του ποιήματος είναι κι εδώ ο «πατέρας» (…κοιτούσαμε με απορία / τις ρυτίδες, το κυρτωμένο κορμί του πατέρα). Το κάλλος του ποιητικού λόγου κλιμακώνεται με τη θαυμάσια οπτικοακουστική εικόνα που ακολουθεί (και στ’ αυτιά μας έφταναν ήχοι / από τις παράξενες συνομιλίες του / με το νερό καθώς πότιζε το περιβόλι). Η παρουσία του ρέοντος νερού, το οποίο άλλωστε συμβολίζει την ίδια τη ζωή, και μάλιστα η προσωποποίησή του, καθώς εμφανίζεται να «συνομιλεί» με τον πατέρα, όπως επίσης η χρήση του επιθέτου «παράξενες» (συνομιλίες) πιστεύω πως αποτελούν μερικά από τα ξεχωριστά εκείνα στοιχεία της σύνθεσης, που υπογραμμίζουν το ποιητικό «σθένος» του Γιάννη Ποδιναρά. Το κύριο θεματικό μοτίβο διατυπώνεται θαυμάσια με την ερώτηση που απευθύνει ο πατέρας στο χώμα που ποτίζει: “Γιατί η καρδιά μας δε γερνάει; / Γιατί επιμένουμε;”. (Ας μη ξεχνάμε ότι η συνομιλία ανθρώπων με προσωποποιημένα στοιχεία της φύσης [εδώ το νερό και το χώμα] ήταν κάτι σύνηθες και στην αρχαιοελληνική ποίηση και στο δημοτικό μας τραγούδι). Ο στίχος – στροφή Ήμασταν ακόμη παιδιά… (με αυτά τα καίριας σημασίας αποσιωπητικά) εμπεριέχει ένα μεγάλο νοηματικό βάρος, καθώς στη φράση αυτή συνοψίζεται η αδιάψευστη αλήθεια (οι νέοι δεν φαντάζονται πως η καρδιά τους δεν θα γεράσει ποτέ), που ο ποιητής διατυπώνει θαυμάσια με το αμέσως προηγούμενο τρίστιχο (Το γήρασμα της καρδιάς / θεωρούσαμε φυσικό / ν’ ακολουθεί τις πληγές του σώματος). Το κάλλος του ποιητικού λόγου κορυφώνεται με τις δύο εξαιρετικές στροφές που ακολουθούν, όπου ο ποιητής – με την απαράμιλλη εκφραστική του δύναμη – αναφέρεται στην ακατάπαυστη νεότητα της καρδιάς, στους αναλλοίωτους παλμούς της… Η επανάληψη του ρήματος πάλλει, η χρήση του επιθέτου νεανική (ένταση), το θαυμάσιο δίστιχο να σπρώχνει το αίμα / στις κουρασμένες πια αρτηρίες, τα δυο επίθετα (Μεθυσμένη, ονειρώδης) που συνθέτουν τον 1ο στίχο της τελευταίας στροφής, ο στίχος και γλιστρά η ζωή, και το καταληκτικό τρίστιχο, με την παρομοίωση της ζωής (σαν δροσερός αγέρας) και την εικόνα του χρόνου (μέσα από τις χαραμάδες / και τα ανοίγματα του χρόνου) κορυφώνουν τη συγκίνηση που νοιώθει ο κάθε αναγνώστης – λάτρης της ποίησης μπροστά σε μια τόσο ποιοτική ποιητική σύνθεση…
Το θεματικό μοτίβο που κυριαρχεί στην 2η ενότητα (Το άνθος της άπειρης άμμου) της Συλλογής είναι ο έρωτας, «…ο έρωτας ως απόκριση στην έρημο των ανθρώπινων σχέσεων», όπως γράφει η Ελένη Δημητρίου (σ. 68), η οποία μάλιστα, πολύ εύστοχα, παρατηρεί: «Μέσα από τη λειψυδρία και την αφορία των ανθρώπινων σχέσεων, την άπειρη άμμο, αναδύεται το άνθος του έρωτα, ευοίωνο μήνυμα, μήνυμα πίστης στη ζωή και αισιοδοξίας…».

Σε βρήκα και σε πήρα ένα πρωί
κομμάτι απ’ το βυθό
κι ήπια τη γεύση σου
που ήταν δική μου όλα τα χρόνια.
Ατόφιο μάλαμα αστραφτερό
χάραξε τη ζωή
και βγήκαν αράδα
ήλιοι μικροί χορεύοντας στο κύμα
γράφοντας με χρυσό
τον κόσμο που ανασύραμε.
Το πρόσωπό μας
που άφησε τη νύχτα.

Αντίστροφα ανάλογη η μικρή έκταση του ποιήματος με την εξαιρετικά μεγάλη δύναμη της γραφής του, της διατύπωσης του νοηματικού του βάρους. Η ανάδυση του έρωτα συνυφαίνεται με τον ήλιο, με τη λάμψη, με το φως. Παρόντα και εδώ τα στοιχεία της φύσης, που κατακλύζουν τη σύνθεση από θεσπέσιες εικόνες (ένα πρωί, κομμάτι απ’ το βυθό, ήλιοι μικροί χορεύοντας στο κύμα…). Έντονη η αμεσότητα και η ζωντάνια με την έξαρση του α΄ προσώπου στους 4 πρώτους στίχους (Σε βρήκα και σε πήρα…, ήπια τη γεύση σου / που ήταν δική μου όλα τα χρόνια). Ακολουθεί τριτοπρόσωπη σύνταξη, όταν ο ποιητής αναφέρεται στη ζωή, στη αλλαγή και μετουσίωση της ζωής, μετά την ανάδυση του έρωτα (Ατόφιο μάλαμα αστραφτερό / χάραξε τη ζωή / και βγήκαν αράδα / ήλιοι μικροί χορεύοντας στο κύμα / γράφοντας με χρυσό τον κόσμο…). Κι έπειτα ο «ένας» γίνεται «δύο», το α΄ ενικό μετατρέπεται σε α΄ πληθυντικό, το «εγώ» αλλάζει σε «εμείς» (…τον κόσμο που ανασύραμε, Το πρόσωπό μας…).
Βασική πηγή έμπνευσης του Γιάννη Ποδιναρά για τη σύνθεση της 3ης ενότητας (Καλοκαιρινά γητέματα) της Συλλογής είναι τα θέλγητρα του καλοκαιριού. «Το καλοκαίρι, δύναμη ψυχικής απολύτρωσης, εκτονώνει την ύπαρξη από τον σωματικό μόχθο και την ψυχική φόρτιση του χειμώνα και συντηρεί τη ζωή νέα μέσα στα κύτταρα. Εικόνες γεμάτες από τη χαρά της ζωής συνθέτουν ένα διθύραμβο για το καλοκαίρι…» σημειώνει με την ευαισθησία της κριτικής ματιάς της η Ελένη Δημητρίου (σ. 68).

Μέσα στη νάρκη του καλοκαιριού
αφέθηκε ο σωρευμένος μόχθος
στις διαθλάσεις του φωτός να λιώνει.
Η ομίχλη του θερινού πρωινού
διαπέρασε το σώμα
κόβοντας το τεντωμένο νήμα του χειμώνα.
Κάθε μόριο του κορμιού
ντύθηκε την υγρασία της ομίχλης
και ιδρωμένο χόρτασε αρμυρό νερό
– δρόσος στ’ ωραίο σμάλτο
δρόσος στ’ αφυπνισμένο πνεύμα
στάλες ως μέσα στο κύτταρο της ζωής. –

Μα η αρμύρα άφησε ήδη
τ’ άσπρα σημάδια της στην επιφάνεια.
Το χέρι απλώθηκε να γράφει τη ζωή
στο σώμα που φίλησε τη θάλασσα.
Ήπιαμε τη χαρά
κι αυτή μας πότισε τη δίψα της.

Ένα ακόμη δείγμα τής από κάθε άποψη άψογης ποιητικής γραφής του Γιάννη Ποδιναρά. Ο ολόφωτος «κόσμος» του καλοκαιριού ξετυλίγεται μπροστά μας – μ’ έναν τρόπο μαγικό – από τον πρώτο κιόλας στίχο (Μέσα στη νάρκη του καλοκαιριού). Εκφράσεις, όπως: …στη νάρκη του καλοκαιριού, …διαθλάσεις του φωτός, …ομίχλη του θερινού πρωινού, …κόβοντας το τεντωμένο νήμα του χειμώνα, …ντύθηκε την υγρασία της ομίχλης, …χόρτασε αρμυρό νερό, δρόσος…, στάλες…, αρμύρα…, …στο σώμα που φίλησε τη θάλασσα, οδηγούν τον αναγνώστη κατ’ ευθείαν στην «καρδιά» του καλοκαιριού, και κατ’ επέκταση στον ήλιο της ίδιας της ζωής. Λέξεις, φράσεις, στίχοι πάλλονται από μιαν απίστευτη δύναμη ποιητικής έκφρασης. Μιας δύναμης που γίνεται ιδιαίτερα αισθητή με τον κυριολεκτικά συναρπαστικό επίλογο της σύνθεσης: Ήπιαμε τη χαρά / κι αυτή μας πότισε τη δίψα της.
Το καταληκτικό τρίστιχο του τελευταίου ποιήματος της Συλλογής, στο οποίο κυριαρχεί ο Έρωτας, αφήνει άφωνο από συγκίνηση και έκσταση τον κάθε αναγνώστη:

Ανασηκώθηκε ο Έρωτας
κρατώντας σφιχτά στην παλάμη του
το λευκό χέρι της θάλασσας.

Η σοδειά των ονείρων

Στην οργή της ψυχής σου
βάλε ένα σύννεφο πυκνό της βροχής.
Στο ουράνιο τόξο που ακολουθεί
θα δεις όλα τα χρώματα
να σταλάζουν τη σοδειά των ονείρων.

(Από τη Συλλογή «Φαράγγια των Αγγέλων»)

Η Συλλογή του Γιάννη Ποδιναρά «Φαράγγια των Αγγέλων» (2008) αποτελείται από 4 Μέρη· το Α΄ απαρτίζεται από 6 ποιήματα, το Β΄ από 26, το Γ΄ από 8, το δε Δ΄ (με τίτλο «Ελεγεία») από 4.

«…Ύστερα από μια δωδεκαετία, επανήλθε ο Ποδιναράς, όχι φυσικά δριμύτερος – όπως συνηθίζουμε να λέγουμε – αλλά πιο έμπειρος και αποσταγματικότερος, με το νέο ποιητικό του βιβλίο που έχει τον τίτλο «Φαράγγια των Αγγέλων», με ό,τι συνειρμικά θα μπορούσε να σημαίνει κάτι τέτοιο. Πάνω από τα συμβολικά αυτά φαράγγια των αγγέλων, σηκώνει ο ποιητής με τους στίχους του την ψυχή μας, και τη μετεωρίζει σε μια άσκηση βάθους…» γράφει ο Ανδρέας Πετρίδης στην εισαγωγή της ανάλυσης της Συλλογής αυτής («Νέα Εποχή», Βιβλιοεπιλογές, Τεύχος 299, χειμώνας 2008 – 2009, σ.93).

Σημάδια…
Ένα κρίνο ταράζει το αίμα.
Κρατήσαμε τη γεύση δυνατή.
Τα μάτια υγρά
στη δίνη της ομορφιάς
ραγίζουν τη μέρα.
Πρόκειται για το πρώτο ποίημα της Συλλογής. Μία σύνθεση, της οποίας η μικρή έκταση, το νοηματικό βάρος και οι άψογα δουλεμένοι στίχοι ανακαλούν στη μνήμη μας εκείνα τα αθάνατα αριστουργήματα της αρχαιοελληνικής ποίησης, τα περίφημα Επιγράμματα της Ελληνιστικής Περιόδου.
Όλα τα ποιήματα της Συλλογής μαρτυρούν αφενός την λογιότητα ενός βαθυστόχαστου πνευματικού ανθρώπου και αφετέρου την τρυφερότητα μιας ιδιαίτερα ευαίσθητης ψυχής. Πραγματισμός και λυρισμός συνυφαίνονται με τον πιο αρμονικό τρόπο, με αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας αναμφισβήτητα αψεγάδιαστης ποιητικής σύνθεσης.

Καταφύγιο

Μόνο να βλέπω
δυο αδελφάκια
στα βλέφαρα του ύπνου.
Με μισάνοιχτο στόμα
να σταλάζουν
τη γαλήνη της βεβαιότητας.

Έξι μόνο στίχοι, που κατακλύζονται από μιαν απέραντη θάλασσα τρυφερότητας. Ένα θαυμάσιο ποίημα, που μπορεί κάλλιστα να χαρακτηρισθεί ως μία από τις σημαντικότερες συνθέσεις όχι μόνον της ελληνικής αλλά και της παγκόσμιας ποίησης.
Προσωπικά, διαβάζοντας ξανά και ξανά και μελετώντας εξονυχιστικά όλα τα ποιήματα της Συλλογής «Φαράγγια των Αγγέλων», ειλικρινά δυσκολεύτηκα πάρα πολύ να «ξεχωρίσω» κάποιο ποίημα. Όλες οι συνθέσεις, από την πρώτη μέχρι και την τελευταία, φέρουν τη σφραγίδα της τελειότητας και από αισθητικής και από νοηματικής άποψης. Κι όμως δεν μπορώ παρά να ομολογήσω πως το ποίημα που με εντυπωσίασε, που με συγκίνησε και με άγγιξε πιο πολύ ήταν το «Τριών χρονών».

«Έχεις τη χάρη της αγάπης
να φτερουγίσεις στη λιτανεία των πουλιών.»
Σου ψιθύρισα σαν προσευχή.
Και συ τριών χρονών μου φώναξες:
«Θέλω να γίνουμε θάλασσες.
Όπως τη θάλασσα να μου μιλάς.
Όπως το κύμα.»

Διάφορα ποιήματα του Γιάννη Ποδιναρά, ιδιαίτερα αυτά που γράφτηκαν, όταν ο ποιητής ήταν πολύ νέος, δεν έχουν εκδοθεί. Σε κάποια πρόσφατη επικοινωνία μας, ο ποιητής μού είπε το εξής: «Το σημαντικότερό μου ανέκδοτο ποίημα το έγραψα το 2003, πριν το άνοιγμα των οδοφραγμάτων στο Βορρά, και αφορά το σπίτι μου στη Μόρφου… Αρκετές φορές “επισκεπτόμουν” το σπίτι στα όνειρά μου… Μετά το άνοιγμα των οδοφραγμάτων, μπόρεσα να το επισκεφθώ μερικές φορές…»
Ο Γιάννης Ποδιναράς έχει δεχθεί έντονη επίδραση από τον Διονύσιο Σολωμό και τον Κωνσταντίνο Καβάφη. Ο ίδιος μάλιστα πιστεύει ότι «ο ποιητής πρέπει να ακολουθεί τον δρόμο που χάραξε ο Σολωμός και ο Καβάφης· να γράφει λίγα, να είναι πολύ προσεγμένη η μορφή και να υπάρχει βάθος νοήματος». Αυτή άλλωστε η άποψη του Γιάννη Ποδιναρά ως προς την ποιητική τέχνη σχετίζεται άμεσα με τα κύρια χαρακτηριστικά της Ελληνιστικής Ποίησης (μικρές σε έκταση συνθέσεις, τελειότητα της μορφής, αποφυγή κοινοτυπίας, υπαινικτικός τόνος και λογιότητα).
Εύχομαι ολόψυχα στον Γιάννη Ποδιναρά, τον «Πνευματικό Αδελφό» και Καλό μου Φίλο, Υγεία, Ευτυχία, Εμπνεύσεις, Δημιουργικότητα και ό,τι άλλο επιθυμεί… Ευχές που ξεκινούν από την ψυχή μου, ταξιδεύουν παρέα με τα θαλασσοπούλια στη Μεσόγειο και φθάνουν στο Λατρεμένο του Νησί, την «Κύπρο της Αγάπης και του Ονείρου», το «χρυσοπράσινο φύλλο, το ριγμένο στο πέλαγος»…

.

ΛΑΜΠΡΟΣ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ

ΤΡΕΙΣ ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΦΩΝΕΣ – Ο ΛΟΓΟΣ ΠΟΥ ΕΝΩΝΕΙ

Άρθρο του Λάμπρου Παπαγιάννη (φιλόλογου, BA, MA, PHd)
Περιοδικό «ΡΩΓΜΕΣ» ((v.7) p. 76-82, 2007)

Οι τελευταίες εξελίξεις στον Λίβανο έχουν συνταράξει την κοινή γνώμη. Τόσο που ο κόσμος σχεδόν τείνει να δικαιώσει τις –χωρίς αμφιβολία- βαρβαρότητες της Χεζμπολάχ, ταυτίζοντάς την με ένα είδος σωτήρα για τον καταπιεσμένο λαό της Μέσης Ανατολής. Θέλοντας στο παρόν άρθρο να αποφύγουμε γενικότητες και τετριμμένα που αφορούν τον πόλεμο-καθώς και κάθε πόλεμο- και με αφορμή αυτό το γεγονός θα επιχειρήσουμε να συγκρίνουμε τις περιπτώσεις τριών περιοχών του πλανήτη που λίγο έως πολύ έχουν υπομείνει τις ίδιες ανησυχίες, τις ίδιες αγωνίες και τα ίδια βάσανα. Θα προσπαθήσουμε να συγκρίνουμε τις παράλληλες –και ενδεχομένως τεμνόμενες- ιστορίες της Μ. Ανατολής, της Κύπρου και των αυτοχθόνων της Βόρειας Αμερικής, των ιθαγενών που από μια τυχαία συγκυρία λανθασμένα ονομάστηκαν Ινδιάνοι. Η σύγκριση αυτή αφορά την ποίηση και πιο συγκεκριμένα τον τρόπο με τον οποίον αποτυπώθηκε στο χαρτί ο φόβος, η αγωνία, η οργή και η ανάγκη για επιβίωση.
Πριν προχωρήσουμε μια παρατήρηση: Η Λιβανέζα ποιήτρια Ada Aharoni της οποίας τα ποιήματα βρήκαμε στο Διαδίκτυο γράφτηκαν κατά τη διάρκεια των πολεμικών επιχειρήσεων στον Λίβανο, ενώ ο Κύπριος ποιητής Γ. Ποδιναράς εξέδωσε τη συλλογή του μέσα στη δεκαετία του 1990, δηλαδή είκοσι και πλέον χρόνια από την εισβολή στη Μεγαλόνησο. Τα ποιήματα-θρησκευτικοί ύμνοι των Ινδιάνων γράφηκαν σε διαφορετικές εποχές ανάλογα με το πότε μεγαλούργησε η κάθε φυλή. Καθώς όμως ο πόλεμος αποτελεί τη βασική ιδέα του άρθρου και θεωρώντας ότι αυτός έχει πολύ δυνατή αντίδραση στον ψυχισμό του ανθρώπου και ότι τα συναισθήματα που προκαλεί χαράσσονται ανεξίτηλα στη μνήμη των ποιητών θα παραβλέψουμε αυτήν την ασυγχρονία.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΟΔΙΝΑΡΑΣ

ΕΝΑ ΠΡΑΣΙΝΟ ΘΟΛΟ
Ο πατέρας γέρασε.
Πάνε χρόνια που ’φυγε
διωγμένος απ’ το περιβόλι του
να μετράει την καρδιά του σε παροικιακούς καφενέδες.
Στο καπνό του τσιγάρου
μορφές βιαστικές σαν πλοκάμια
τυλίγονται στο θαμπό τζάμι.
Το Λονδίνο μια ομίχλη.
Η Μόρφου ένα πράσινο θολό.
Και δε λέει να ταξιδέψει
να δει τα’ αγγόνια του στο νότο.
Λέει πως γέρασε πολύ και δε θ’ αντέξει το ταξίδι.

Όμως εμείς ξέρουμε πως δε θ’ αντέξει
Το σιδερένιο νήμα της λήθης και της φωτιάς.
Την έπαρση του εφήμερου
Το κτίσμα το πεπερασμένο.
Τον τάφο των πουλιών
που αψήφησαν τις έγκλειστες πνοές
των ούριων ανέμων.

΄΄ Μη σας νοιάζει που δεν έρχομαι στ’ αγγόνια μου.
Σαν γυρίσει το σύννεφο
θα τρυγήσω το περιβόλι. ’’

ΜΟΡΦΟΥ 1992

Φως πολύεδρο.
Άγουροι καρποί του σφρίγους
σ΄ εκτεθειμένα σώματα
στα χείλη της κλεμμένης γης.
Βλαστοί, σαν πληγές ανάλλαγες της νοτιάς,
σφράγισαν στην υγρασία των ίσκιων
τις πρώτες διαθέσεις…

Άνυδρα τώρα μέρη τρέφουν τους ίσκιους.
Μια μυρωδιά από ένα μανταρίνι
που δεν πρόλαβα να ξεφλουδίσω
αρμενίζει στις θολές γραμμές
των νοτισμένων κήπων…

Κτίσαμε καράβια
για να ας είναι πιο εύκολο
το ξερίζωμα

Στο ποίημα αυτό ο γιος μιλάει για τον εξόριστο στο Λονδίνο πατέρα του. Ο πατέρας είναι διωγμένος από τον Αττίλα. Το περιβόλι παραπέμπει στην αγροτική ζωή και οικονομία ης Μόρφου. Οι καφενέδες και το τσιγάρο των επόμενων στίχων μοιάζουν να είναι η μόνη παρηγοριά, παρηγοριά που σύντομα φέρνει στον νου του πατέρα μορφές, οι μορφές φέρνουν την ανάμνηση και σύντομα καταλήγουμε σε μια ταύτιση Λονδίνου-Μόρφου. Η συνήθως ομιχλώδης, λονδρέζικη ατμόσφαιρα ξαφνικά μεταφέρεται σε μια παραδοσιακά ζεστή και ηλιόλουστη χώρα. Η ομίχλη του Λονδίνου γίνεται πράσινη και ταξιδεύει στην πολύπαθη Μόρφου. Ο πατέρας δεν ταξιδεύει γιατί δεν μπορεί. Δεν μπορεί άραγε ή δεν θέλει όπως μας πληροφορεί η δεύτερη στροφή; Δεν αντέχει το ταξίδι ή το πράσινο θολό, τη λήθη του 2ου στίχου, που στην πραγματικότητα είναι ο φόβος για τη λήθη. Οι φόβοι του πατέρα αποτυπώνονται καλύτερα με τη φράση ¨ Τον τάφο των πουλιών ¨.Τα πουλιά είναι ελεύθερα γιατί μπορούν και πετάνε ψηλά. Ο θάνατός τους συμβολίζει την απώλεια της ελπίδας. Τέλος, έχουμε μια δήλωση του πατέρα. Θα γυρίσει στο περιβόλι. Έτσι τελειώνει και το ποίημα, με μια υπόσχεση γεμάτη ελπίδα, αλλά και αγωνία.
Κατ’ αντιστοιχία με το πράσινο θολό στο ποίημα «Μόρφου 1992» έχουμε μια περιγραφή της τοποθεσίας αυτής. Τα σώματα είναι εκτεθειμένα, όπως μας πληροφορεί ο 3ος στίχος και η γη κλεμμένη 4ος. Κι εδώ κυριαρχεί το γιατί, το άνυδρο. Οργή για το μανταρίνι που δεν πρόλαβε ο ποιητής να ξεφλουδίσει, όταν ξαφνικά στην τρίτη στροφή όλα αλλάζουν ο ποιητής φαίνεται να κατηγορεί εμμέσως τον εαυτό του. Τα καράβια που οι ίδιοι έφτιαξαν τους ξερίζωσαν. Τι ειρωνεία! Καράβια που ήταν προορισμένα να μεταφέρουν τους καρπούς της πλούσιας κυπριακής γης αντ’αυτού μεταφέρουν τους κατοίκους της μακριά, στην εξορία, σε ένα ομιχλώδες, ίσως, Λονδίνο(;).
Συμπερασματικά ,οργή, αγανάκτηση, αλλά και νοσταλγία κι ένα αναπάντητο γιατί βασανίζει τον ποιητή.

 

ADA AHARONI, MAHMUD DARWISH

Αντιθέτως προς την αντιμετώπιση του γέρου πατέρα στα προηγούμενα ποιήματα η παλαιστινιακή εκδοχή είναι, θα λέγαμε, σκληρή και εκδικητική. Κατά μια έννοια η ποίηση του Darwish φαίνεται να εκ-λογικεύει τα αντίποινα ( όπως π.χ. τις επιθέσεις αυτοκτονίας ). Η προσμονή, πάντως, καθώς και η ενδόμυχη σιγουριά για τη λύση/επιστροφή είναι εμφανής και στους δύο ποιητές.
Κατά την περιήγησή μας στο Διαδίκτυο σε σελίδες που αφορούν στην ποίηση και στην κουλτούρα εν γένει της Μ. Ανατολής, βρήκαμε έντεκα ποιήματα της Λιβανέζας ποιήτριας Ada Aharoni που αξίζουν την προσοχή μας.

ADA AHARONI

The Lie That Exploded

That night that big lie exploded
in my heart and in my mind
Shattering all my limbs and all my values.

The big lie that violence can stop conflicts
Exploded in the very depth of my heart
Together with the bombs-

And that explosive night my dreams
Exploded
With the lie.

Bach In Beirut

A moment of harmony in Beirut-
We suddenly heard from one of the houses
Bach music beautifully played-
The whole stopped
To hear to the music.

The pianist played beautifully
And the whole company stopped and
Listened to the exquisite harmony.
The bombs did not succeed to stop us-
But a sixteen year old girl
Playing Bach music
Stopped us!
———————————————————————–

Το πρώτο ποίημα τιτλοφορείται «Το Ψέμα που Εξερράγη» και η αναφορά στους βομβαρδισμούς είναι κάτι παραπάνω από σαφής. Η ποιήτρια στον 4ο στίχο μας πληροφορεί ότι δεν είναι οπαδός του δόγματος ‘πολέμησε τη φωτιά με τη φωτιά’. Μιλάει για την καταστροφή αξιών και ονείρων και αφήνει να φανεί μια αντιθετική-αν και όχι εκδικητική-στάση προς τη Δύση και τους ισχυρούς. Δεν διευκρινίζει ποιος είπε το μεγάλο ψέμα, μας αφήνει να υποθέσουμε. Η έκρηξη των ονείρων της ποιήτριας στην τρίτη στροφή εκφράζει την απώλεια της ελπίδας ‘όπως και ο στίχος ΄΄τάφος των πουλιών΄΄ του Γ. Ποδιναρά, ενώ στον δεύτερο στίχο η ποιήτρια φαίνεται να θεωρεί υπεύθυνο τον εαυτό της που πίστεψε στο μεγάλο ψέμα κάτι που παραπέμπει στα καράβια του Γ. Ποδιναρά. Αντίστοιχα στον ίδιο στίχο η λέξη lie(ψέμα) θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως συμμετρική της κλεμμένης γης του Κύπριου ποιητή στο ποίημα ΜΟΡΦΟΥ 1992.
Η απουσία εκδικητικής στάσης κυριαρχεί και στα έντεκα ποιήματα της Aharoni. Αντίθετα προς τα τεκταινόμενα στον Λίβανο προτιμάει να μιλήσει για ειρήνη. Ο στόχος που δείχνει να θέτει είναι η ειρήνη και όχι τα αντίποινα. Ωστόσο, το ποίημα που ξεχωρίζει τόσο για η φιλειρηνική του έκφραση, όσο και για τη μελαγχολία που αποπνέει είναι το «Μπαχ στη Βηρυτό». Αυτό που μένει στο μυαλό του αναγνώστη είναι ο θρίαμβος της μουσικής εναντίον του πολέμου. Ένα κορίτσι με όπλο του ένα πιάνο κατάφερε αυτό που δεν κατάφεραν χιλιάδες ισραηλινά βλήματα: Να σταματήσει μια παρέα φίλων που περπατούσαν.
Το ποίημα Identity Card του Παλαιστίνιου M. Darwish έχει μεταφραστεί στα αγγλικά από τα αραβικά:

MAHMUD DARWISH

IDENTITY CARD ( 1964 )

Write down!
I am an Arab
And my identity card
Number is fifty
Thousand
I have eight children
And the ninth will
Come after one summer
Will you be angry?

Write down!
I am an Arab
Employed with fellow
Workers at a quarry
I have eight children
I get them bread
Garments and books
From the rocks..
I do not supplicate
Charity at your doors
Nor do I bellitle
Myself at the footsteps
Of your chamber
So will you be angry?

Write down!
I am an Arab
I have a name without
A title
Patient in a country
Where people are
Enraged
My roots
Were entrenched
Before the birth of
Time
And before the opening of the eras
Before the pines, and
The olive trees
And before the grass
Grew

My father.. descends
From the family of the
Plow
Not from privileged
Class
And my
Grandfather.. was a
Farmer
Neither well-bred, nor
Well-born!
Teaches me the pride
Of the sun
Before teaching me
How to read
And my house is like
A watchman’s hut
Made of branches and
Cane
Are you satisfied with ‘
My status?
I have a name without
A title!
Write down!
I am an Arab
You have stolen the
Orchards of my
Ancestors
And the land which I
Cultivated
Along with my
Children
And you left nothing
For us
Except for these
Rocks..
So will the State take
Them
As it has been said?!

Therefore!
Write down on the top
Of the first page:
I do not hate people
Nor do I encroach
But if I become
Hungry
The usurper’s flesh
Will be my food
Beware..
Beware..
Of my hunger
And my anger!
—————————————————————————

Από την αγγλική μετάφραση δεν γίνεται γνωστό αν ο ποιητής απευθύνεται σε έναν ή σε πολλούς.(Write down). Παραδίδει στοιχεία της ζωής του, καθώς επίσης και τον αριθμό ταυτότητας του. Το πενήντα χιλιάδες (50.000) ως στρογγυλό νούμερο μας αναγκάζει να υποθέσουμε ότι αναφέρεται στο πεντηκοστό χιλιοστό θύμα , σε κάποιον νεκρό πιθανώς από βομβαρδισμούς. Έπειτα πληροφορούμαστε ότι δουλεύει μαζί με άλλους σε ένα λατομείο. Η ειρωνεία που κρύβει αυτός ο στίχος έγκειται σε ένα λογοπαίγνιο το οποίο δεν μπορεί να αποδοθεί στα ελληνικά. Ο ποιητής χρησιμοποιεί τη λέξη quarry(=λατομείο) που όμως στα αγγλικά σημαίνει και θήραμα. Στην επόμενη παράγραφο ο ποιητής ψάχνει τα αναγκαία για τα οχτώ παιδιά του, δηλαδή ψωμί, ρούχα και βιβλία, χωρίς να ζητάει ελεημοσύνη. Εδώ φαίνεται και η υπερηφάνεια αυτού του λαού. Η επιλογή της λέξης ‘εξοργισμένοι’ παρακάτω μόνο τυχαία δεν είναι. Εκφράζει το σύνολο του παλαιστινιακού λαού. Έπειτα δηλώνει ότι γεννήθηκε από αγροτική, αλλά περήφανη οικογένεια, ενώ πρέπει να επισημανθεί και η χρήση της λέξης ‘ρίζα’ κάτι που συναντήσαμε και στα ποιήματα του Γ. Ποδιναρά (ξερίζωμα). Το πλέον χαρακτηριστικό σημείο του ποιήματος είναι η αναφορά στη Παλαιστίνη ως χώρα (country). Στο τελευταίο μέρος του εκτενούς αυτού ποιήματος στρέφεται φανερά κατά της Δύσης, την οποία και προειδοποιεί, σπεύδοντας να δηλώσει ότι η εκδίκηση θα είναι απόρροια της αγανάκτησης και όχι αυτοσκοπός.( I do not hate… And my anger!
‘δεν μισώ… οργή μου’).
Οργή, λοιπόν, το κοινό στοιχείο που στα ποιήματα που αναλύσαμε μέχρι τώρα. Εκφράζεται ήρεμα (όσο γίνεται) και συνοδεύεται από νοσταλγία στον Γ. Ποδιναρά, με μόνο σκοπό τη με κάθε μέσο ειρήνευση στην Aharoni, ενώ στον Darwish μετατρέπεται σε απειλή ερχόμενη σε πλήρη ισορροπία με τα γεγονότα.

 

ΙΝΔΙΑΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ

Πολεμικό τραγούδι
Sioux

Καθάρισε τον δρόμο
Με τρόπο ιερό
Έρχομαι
Η γη
Μου ανήκει

Όχι παντοτινά στη γη
Aztec

Τάχα ζούμε πραγματικά στη γη;
Όχι παντοτινά στη γη
Εδώ μόνο για λίγο.
Αν ήταν ζαντ πάλι θα έσπαγε
Αν ήταν χρυσάφι θα έλιωνε
Ακόμη μια τα φτερά του κετζάλ μαραίνονται.
Όχι παντοτινά στη γη
Εδώ μόνο για λίγο.

 

Προφητεία

Iroquois
Πριν πολλούς χειμώνες οι σοφοί μας πρόγονοι πρόβλεψαν πως ένα μεγάλο θηρίο με λευκά μάτια θα ερχόταν από την ανατολή και, καθώς προχωρούσε, θα καταβρόχθιζε τη χώρα. Αυτό το θηρίο είναι η λευκή φυλή και η πρόβλεψη κοντεύει να επαληθευτεί. Συμβούλεψαν τα παιδιά τους, όταν άρχισαν να αδυνατίζουν, να φυτέψουν ένα δέντρο με τέσσερις ρίζες που να διακλαδίζονται στον βορρά, στον νότο, στην ανατολή και στη δύση, και τότε να μαζευτούν κάτω από τη σκιά του και να κατοικήσουν ενωμένοι και μονιασμένοι. Αυτό το δέντρο προτείνω να είναι αυτό το σημείο. Εδώ να μαζευτούμε. Εδώ να ζήσουμε κι εδώ να πεθάνουμε.

 

Ήρθαν από την ανατολή
Maya

Ήρθαν από την ανατολή.
Τότε άρχισε και ο Χριστιανισμός.
Η προφητεία του εκπληρώθηκε στην ανατολή…
Τότε με τον αληθινό Θεό, τον αληθινό Dios
Άρχισε η δυστυχία μας.
Ήταν η αρχή των φόρων
Η αρχή των χρεών στην εκκλησία
Η αρχή της αρπαγής πορτοφολιών
Η αρχή του πολέμου με τουφέκια
Η αρχή στο ποδοπάτημα των ανθρώπων
Η αρχή των βίαιων κλοπών
Η αρχή τω βίαιων οφειλών
Η αρχή των οφειλών στηριγμένων στην ψευδομαρτυρία
Η αρχή της πάλης των ανθρώπων
Η αρχή της οργής.

Η συγκριτική ανάλυση θα τελειώσει με τη μελέτη κάποιων ινδιάνικων ποιημάτων από τη συλλογή «Στα Ίχνη Του Ανέμου».
Το πρώτο ποίημα ονομάζεται ‘Πολεμικό Τραγούδι’ και προέρχεται από τη φυλή Sioux. 1 Η ιερότητα παίζει προφανώς σημαντικό ρόλο στους Ινδιάνους. Ο επόμενος στίχος, όμως, τα λέει όλα: Έρχομαι, η γη μου ανήκει’. Οι Sioux δείχνουν ιδιαίτερα δεμένοι με τη γη τους. Άλλωστε για αυτούς δεν είναι απλά ο τόπος που πρέπει να υπερασπιστούν, αλλά και ο θεός τους.
Η ‘Προφητεία’ των Iroquois 2, είναι πιο κοντά στα της Μ. Ανατολής. Κατ’ αντιστοιχία με τους Παλαιστίνιους που εναντιώνονται στην πολιτική των Η.Π.Α., του Ισραήλ και της Ε.Ε. ο Ινδιάνος αυτός ποιητής στρέφεται εναντίον της λευκής φυλής, θεωρώντας την υπεύθυνη (και όχι άδικα) για τις διώξεις και τον αφανισμό τους. Το ποίημα, ωστόσο, μιλά για ειρήνη και για ομόνοια φέρνοντας μας στον νου την Ada Aharoni. Οι στίχοι, βέβαια, που συνοψίζουν μέσα σε λίγες γραμμές τα προβλήματα που προκλήθηκαν από τους εξ ανατολής (αφού οι Ινδιάνοι είναι η Δύση) τιτλοφορείται ‘Ήρθαν από την ανατολή’ και μας παρατίθεται από τους Maya 3. Αξίζει την προσοχή μας ο τελευταίος στίχος : η αρχή της οργής. Είναι σαν να διαβάζουμε τον τελευταίο στίχο του ποιήματος του Darwish (And my anger).Σύμπτωση; Τα κοινά σημεία ,βέβαια, με τα προηγούμενα ποιήματα είναι πολλά: Η απώλεια της ελπίδας εκφράζεται κι εδώ με τα μαραμένα φτερά του κετζάλ 4 κατ’ αντιστοιχία με τον τάφο των πουλιών στο ποίημα ΕΝΑ ΠΡΑΣΙΝΟ ΘΟΛΟ. Το μεγάλο θηρίο των Ινδιάνων μπορεί εύκολα να συσχετιστεί με τις βόμβες στη λιβανέζικη ποίηση αφού και τα δύο εκφράζουν τον πόλεμο και τον θάνατο, ενώ το δέντρο 5 στην ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ αποτελεί σύμβολο της αγροτικής ζωής, καθώς και της ελπίδας. Αντίστοιχα στον Ποδιναρά σύμβολο της ελπίδας αποτελεί το περιβόλι στο οποίο πρόκειται να γυρίσει ο πατέρας και τέλος στην Aharoni ελπίδα εκφράζει ο τελευταίος στίχος του Bach In Beirut. Υπάρχει ακόμα ελπίδα όταν ένα κοριτσάκι χάρη στο πιάνο του σταματάει το πλήθος που δεν κατάφεραν να σταματήσουν οι βόμβες.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Σε μια προσπάθεια να ‘απολογηθώ’ για αυτήν τη λογοτεχνική προσέγγιση του συγκεκριμένου θέματος πρέπει να επισημάνω ότι αποτελεί μια απόπειρα, απλώς, να ιδωθούν ορισμένα στερεότυπα από διαφορετική σκοπιά. Αυτό που έχει σημασία είναι να αντιληφθούμε ότι κάθε λαός ανάλογα με τη νοοτροπία του και τις εμπειρίες του αντιλαμβάνεται –και άρα εκφράζει- διαφορετικά ένα γεγονός. Παρατηρήθηκαν αρκετές διαφορές ως προς την προσέγγιση του φαινομένου όχι μόνο μεταξύ διαφορετικών εθνοτήτων, αλλά και ανάμεσα στους ποιητές που προέρχονται από τον ίδιο τόπο. Συνοπτικά ο Κύπριος ποιητής εκφράζει οργή, αλλά λανθάνουσα θα έλεγε κανείς, ελπίδα και παράπονο το ίδιο και η Λιβανέζα ποιήτρια, ενώ στον Παλαιστίνιο ποιητή η οργή και το παράπονο αν και υπάρχουν φαίνεται αν παίρνουν σιγά-σιγά τη θέση της εκδικητικής μανίας. Οι Ινδιάνοι, τέλος, δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στον ξεριζωμό τους και στο μεγάλο θηρίο της Ανατολής παρά στην εκδίκηση. Φυσικά αυτά αποτελούν κάποια προσωπικά συμπεράσματα και ο κάθε αναγνώστης θα μπορούσε κάλλιστα να εξαγάγει πολλά ακόμα.
Εντούτοις, γεγονός παραμένει ότι ο πόλεμος συνεχίζεται (κι αν έχει σταματήσει τη στιγμή που διαβάζετε, ίσως κάποια άλλη σύρραξη να είναι στο προσκήνιο). Ίσως τελικά αυτή να είναι η μοίρα του ανθρώπου. Ο Αριστοτέλης είχε πει κάποτε ότι ο σκοπός της γέννησης του ανθρώπου είναι η ευδαιμονία και το φυσικό του χαρακτηριστικό η πλεονεξία. Είναι ειρωνική, όσο και λυπηρή η επικράτηση της δεύτερης, γιατί αυτή αποτελεί και τον λόγο των πολέμων άλλωστε.
Κλείνοντας θα ήθελα να αναφερθώ στην προφανέστατη αδικία του πολέμου, αποφεύγοντας στερεότυπα όπως μέτωπο Ε.Ε.- Η.Π.Α.- Ισραήλ και άλλες τέτοιου είδους συνωμοσιολογίες τις οποίες δεν γίνεται να τις θεωρούμε δεδομένες, αλλά ούτε και να τις αποκλείουμε. Οι ισραηλινές βόμβες είναι το ίδιο καταστρεπτικές με τη ζωσμένη γύρω από το σώμα Παλαιστίνιων καμικάζι δυναμίτιδα και οι άμαχοι Λιβανέζοι και Παλαιστίνιοι θύματα όσο και οι Ισραηλινοί πολίτες. Το ποιος φταίει μικρή σημασία έχει, το ποιος θα βγει νικητής ακόμα μικρότερη. Η φρίκη του πολέμου μας κάνει να αναρωτηθούμε ποιοι έχουν δίκιο, ποιοι είναι πιο τυχεροί: αυτοί που έζησαν και έχασαν τους δικούς τους ή οι νεκροί; Ποιοι πρέπει να νικήσουν; Επιτρέψτε μου να δανειστώ μια φράση που είχε χρησιμοποιήσει κάποιος κριτικός κινηματογράφου για την ταινία «Τα όμορφα χωριά όμορφα καίγονται». Αφιερώνω το άρθρο αυτό σε αυτούς που ακόμα πιστεύουν ότι στον πόλεμο υπάρχουν νικητές!

 

……………………………………………………………………
1 SIOUX : Γενική ονομασία ινδιάνικων φυλών της βόρειας κοιλάδας του Μισσισιπή που ζουν σε μεγάλους καταυλισμούς της Ντακότας.
2 IROQUOIS : Γενική ονομασία ινδιάνικων φυλών της περιοχής της Νέας Υόρκης και του γειτονικού Καναδά.
3 MAYA : Αρχαίοι κάτοικοι του Γιουκατάν και της Γουατεμάλας, η γνωστή αυτοκρατορία των Μάγια.
4 κετζάλ : εξωτικό πουλί
5 δέντρο : Το δέντρο για τους Ινδιάνους γενικά αποτελεί και θεϊκό στοιχείο.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

I. ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΟΔΙΝΑΡΑΣ, «Ένα πράσινο θολό» (ποιήματα)………………………… ΚΥΠΡΟΣ 1996
II. Ινδιάνικη ποίηση, «Στα Ίχνη Του Ανέμου» Εισαγωγή-Μετάφραση-Σχόλια Ειρήνη Βρης …………..Οδός Πανός 2η έκδοση
III. (ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ)

 

.

 

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *