ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

Ο Μίλτος Σαχτούρης γεννήθηκε στις 29/7/1919 στην Αθήνα. Ήταν γιος του δικαστικού και κρατικού νομικού συμβούλου Δημητρίου Σαχτούρη και δισέγγονος του ναυάρχου και αγωνιστή του ’21 Γεωργίου Σαχτούρη από την Ύδρα. Το 1937 γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, εγκατέλειψε όμως τις σπουδές του στο τέταρτο έτος και αφοσιώθηκε στη λογοτεχνία, ζώντας από την πατρική του περιουσία. Το 1944 δημοσίευσε ποιήματα στο περιοδικό Ελεύθερα Γράμματα και ένα χρόνο αργότερα εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Η λησμονημένη. Ακολούθησαν οχτώ ποιητικές συλλογές που εκδόθηκαν και στο συγκεντρωτικό τόμο Ποιήματα (1945-1971) του 1977, καθώς επίσης τα Χρωμοτραύματα (1980) και τα Εκτοπλάσματα (1986). Η τελευταία του ποιητική συλλογή με τίτλο Ανάποδα γυρίσαν τα ρολόγια κυκλοφόρησε από τον Κέδρο το 1998. Ασχολήθηκε επίσης με τη μετάφραση έργων του Μπέρτολντ Μπρεχτ και του Φραντς Κάφκα και συνεργάστηκε με περιοδικά όπως Τα Νέα Γράμματα, Το Τετράδιο, Τα Νέα Ελληνικά, Το τράμ, Η λέξη. Τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο σε διεθνή διαγωνισμό ποίησης της ιταλικής ραδιοφωνίας (1956), το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1962), τη χορηγεία του ιδρύματος Φορντ (1972), το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1987 για τη συλλογή Εκτοπλάσματα). Ο Μίλτος Σαχτούρης ξεκίνησε να γράφει ποιήματα κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, όταν ακόμη ήταν φοιτητής στη Νομική. Τότε γνωρίστηκε με το Νίκο Εγγονόπουλο και ήρθε σε επαφή με το καλλιτεχνικό ρεύμα του υπερρεαλισμού, τα μηνύματα του οποίου αφομοίωσε δημιουργικά στην πορεία του προσδιορισμού της προσωπικής του ποιητικής έκφρασης. Η ποίησή του κυριαρχείται από συμβολικά και αρχετυπικά στοιχεία και κινείται στα εφιαλτικά πλαίσια του κλειστού ποιητικού του κόσμου, παρουσιάζοντας χαρακτηριστικές θεματολογικές, γλωσσικές και εκφραστικές εμμονές, πάντα όμως με μια βαθύτερη, αν και έμμεση, πολιτική αγωνία.
Πέθανε στις 29 Μαρτίου 2005.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

«Η Μουσική των νησιών μου» (1941) (αποκηρυγμένη συλλογή δημοσιευμένη με το ψευδώνυμο Μίλτος Χρυσάνθης)
«Η Λησμονημένη» (1945)
«Παραλογαίς» (1948)
«Μέ τό πρόσωπο στον τοίχο» (1952)
«Όταν σας μιλώ» (1956)
«Τα φάσματα ή Ή χαρά στον άλλο δρόμο» (1958)
«Ο περίπατος» (1960)
«Τα στίγματα» (1962)
«Σφραγίδα ή Η όγδοη Σελήνη» (1964)
«Το Σκεύος» (1971)
«Ποιήματα» 1945-1971 (Εκδόσεις Κέδρος, 1977)
«Χρωμοτραύματα» (1980)
«Εκτοπλάσματα» (1986)
«Καταβύθιση» (1990)
«Έκτοτε» (1996)
«Ανάποδα γυρίσαν τα ρολόγια» (1998)
«Ποιήματα (1980-1998)» (Εκδόσεις Κέδρος, 2002)
«Ποιήματα (1945-1998)» (Εκδόσεις Κέδρος, 2014)

.

.

Η ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗ (1945)

Η ΔΥΣΚΟΛΗ ΚΥΡΙΑΚΗ

Απ’ το πρωί κοιτάζω προς τ’ απάνω ένα πουλί καλύτερο
απ’ το πρωί χαίρομαι ένα φίδι τυλιγμένο στο λαιμό μου

Σπασμένα φλιτζάνια στα χαλιά
πορφυρά λουλούδια τα μάγουλα της μάντισσας
όταν ανασηκώνει της μοίρας το φουστάνι
κάτι θα φυτρώσει απ’ αυτή τη χαρά
ένα νέο δέντρο χωρίς ανθούς
ή ένα αγνό νέο βλέφαρο
ή ένας λατρεμένος λόγος

που να μη φίλησε στο στόμα τη λησμονιά

Έξω αλαλάζουν οι καμπάνες
έξω με περιμένουν αφάνταστοι φίλοι
σηκώσανε ψηλά στριφογυρίζουνε μια χαραυγή
τί κούραση τί κούραση
κίτρινο φόρεμα —κεντημένος ένας αετός—
πράσινος παπαγάλος —κλείνω τα μάτια— κράζει
πάντα πάντα πάντα
η ορχήστρα παίζει κίβδηλους σκοπούς
τί μάτια παθιασμένα τί γυναίκες
τί έρωτες τί φωνές τί έρωτες
φίλε αγάπη αίμα φίλε
φίλε δώσ’ μου το χέρι σου τί κρύο

Ήτανε παγωνιά
δεν ξέρω πια την ώρα που πεθάναν όλοι
κι έμεινα μ’ έναν ακρωτηριασμένο φίλο
και μ’ ένα ματωμένο κλαδάκι συντροφιά

Ο ΠΥΡΕΤΟΣ ΤΗΣ ΧΑΡΑΣ

Ηλεχτρικές κουρτίνες σ’ άλλη εποχή
ηλεχτρικοί πολυέλαιοι
δυο πρωινά παράθυρα
δυο μάτια φωτισμένα
η σκιά τ’ ανθρώπου διαβαίνει
μέρα να ’ναι για νύχτα
κι η φωνή: Μην τρέχεις μη φεύγεις
σ’ αγαπώ
La voix du rêve

Ο ΣΩΤΗΡΑΣ

Μετρώ στα δάχτυλα των κομμένων χεριών μου
τις ώρες που πλανιέμαι στα δώματα αυτά τ’ ανέμου
δεν έχω άλλα χέρια αγάπη μου κι οι πόρτες
δε θέλουνε να κλείσουν κι οι σκύλοι είναι ανένδοτοι

Με τα γυμνά μου πόδια βουτηγμένα στα βρόμια αυτά νερά
με τη γυμνή καρδιά μου αναζητώ (όχι για μένα)
ένα γαλανό παράθυρο
πώς χτίσανε τόσα δωμάτια τόσα βιβλία τραγικά
δίχως μια χαραμάδα φως
δίχως μια αναπνοή οξυγόνου
για τον άρρωστο αναγνώστη

Αφού κάθε δωμάτιο είναι και μια ανοιχτή πληγή
πώς να κατέβω πάλι σκάλες που θρυμματίζονται
ανάμεσα απ’ το βούρκο πάλι και τ’ άγρια σκυλιά
να φέρω φάρμακα και ρόδινες γάζες
κι αν βρω το φαρμακείο κλειστό
κι αν βρω πεθαμένο το φαρμακοποιό
κι αν βρω τη γυμνή καρδιά μου στη βιτρίνα του φαρμακείου

Όχι όχι τέλειωσε δεν υπάρχει σωτηρία

Θα μείνουν τα δωμάτια όπως είναι
με τον άνεμο και τα καλάμια του
με τα συντρίμμια των γυάλινων προσώπων που βογκάνε
με την άχρωμη αιμορραγία τους
με χέρια πορσελάνης που απλώνονται σε μένα
με την ασυχώρετη λησμονιά

Ξέχασαν τα δικά μου σάρκινα χέρια που κοπήκαν
την ώρα που μετρούσα την αγωνία τους

Η ΝΥΧΤΑ ΤΗΣ ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗΣ

Αυτός ο άντρας
με τα δύσκολα λόγια
μέσα στη νύχτα
δίχως τη φωνή του
έρχεται σε φωνάζει
κόβεις το ένα χέρι σου
λησμονημένη
έρχεται σε φωνάζει
κόβεις το ένα στήθος σου
λησμονημένη
έρχεται σε φωνάζει
δεν έχεις πια μάτια
λησμονημένη
έρχεται σε φωνάζει
πηγαίνεις
λησμονημένη
ψηλαφητά
μες στα μαύρα πηγάδια
ούτε το φιλί σου
να κάψεις
ούτε στο πηγάδι
να πέσεις
ούτε το αίμα σου
να συνάξεις
όταν θα σκύβει
βαρύς επάνω σου
να πάρεις ένα
δάχτυλό του
να κάνεις δική σου
τη νύχτα
να ξημερώσεις
πάλι ολάκερη
πάλι ωραία
τη χαραυγή

Η ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗ

I

Δεν είναι αυτό το αυλάκι αυλάκι αίματος
δεν είναι αυτό το πλοίο πλοίο θύελλας
δεν είναι αυτός ο τοίχος τοίχος ηδονής
δεν είναι αυτό το ψίχουλο ψίχουλο γιορτής
δεν είναι αυτός ο σκύλος σκύλος λουλουδιών
δεν είναι αυτό το δέντρο δέντρο ηλεχτρικό
δεν είναι αυτό το σπίτι σπίτι δισταγμού

Δεν είναι η λευκή γριά γριά ετοιμοθάνατη

Είναι μια κουταλιά γλυκό κρασί δύναμη χαράς
για τη ζωή της λησμονημένης

IV

Η λησμονημένη μέσα στο βυθό του νικηφόρου ύπνου της
κρατώντας ένα μήλο στο δεξί της χέρι τ’ άλλο χαϊδεύοντας τη θάλασσα
ξεδιπλώνει ξάφνου τα ωραία μάτια της
είναι μονάχα μια πνοή ένας βρόντος κανονιού
είναι ο ποδηλατιστής η αγαπημένη του κι η ανθοδέσμη
είναι ο βόγκος της καρδιάς καπνός των ορυχείων
το μίσος τα κορμιά που σμίγουνε με λύσσα και βυθίζονται
είναι ένα τρομερό φιλί στα σύνορα της ηδονής
που βρίσκονται σπαρμένοι μες στις παπαρούνες πέντε θάνατοι
είναι η σκιά τ’ αγαπημένου της που πέρασε

V

Αυτά τα λόγια θα τα ξεριζώσει μετά σαράντα
χρόνια η λησμονημένη. Και σ’ αυτό το δρόμο
να πω πως γίνονται θαύματα; Όχι. Τα θαύματα
γίνονται μόνο στις στοιχειωμένες εκκλησιές
Να πω για τον άνθρωπο που έγινε δέντρο και για
το στόμα του που φύτρωσαν λουλούδια; ντρέπομαι
κι όμως πρέπει να μιλήσω κι ας μη με πιστέψουν
Ο μόνος που θα μπορούσε να με πιστέψει τον σκότωσαν
εκεί μπροστά στο βωμό κάτι γυμνά αγόρια
τον σκότωσαν με τις πέτρες. Ήθελαν να πληγώσουν
ένα λυκόσκυλο ήθελαν να πουν ένα τραγούδι ήθελαν
να φιλήσουν μια γυναίκα. Πάντως τον σκότωσαν
και τον κόψαν στα δυο μ’ ένα σπαθί. Από τη μέση
κι απάνω τον έστησαν άγαλμα σ’ ένα παράθυρο.
Από τη μέση και κάτω τον έμαθαν να περπατάει σαν
τα μικρά που αρχινάνε. Γι’ άγαλμα δε φάνηκε άξιος
γιατί δε μπόρεσαν να γίνουν άσπρα τα μάτια του.
Τα πόδια του πάλι κάνουνε ένα σωρό τρέλες και
τρομάζουν τις γυναίκες που νυχτώνονται στα παράθυρα.
Τώρα πλάι στα χείλια του έχουν φυτρώσει
δυο φυλλαράκια πικρά. Καταπράσινα. Είναι άνθος
ή άνθρωπος; Είναι άνθρωπος ή άγαλμα; Είναι
άγαλμα ή απόκρυφος θάνατος. Αυτά τα λόγια
θα τα ξεριζώσει μετά σαράντα χρόνια η λησμονημένη.

.

ΠΑΡΑΛΟΓΑΙΣ (1948)

Η ΠΛΗΓΩΜΕΝΗ ΑΝΟΙΞΗ

Η πληγωμένη Άνοιξη τεντώνει τα λουλούδια της
οι βραδινές καμπάνες την κραυγή τους
κι η κάτασπρη κοπέλα μέσα στα γαρίφαλα
συνάζει στάλα στάλα το αίμα
απ’ όλες τις σημαίες που πονέσανε
από τα κυπαρίσσια που σφαχτήκαν
για να χτιστεί ένα πύργος κατακόκκινος
μ’ ένα ρολόγι και δυο μαύρους δείχτες
κι οι δείχτες σα σταυρώνουν θα ’ρχεται ένα σύννεφο
κι οι δείχτες σα σταυρώνουν θα ’ρχεται ένα ξίφος
το σύννεφο θ’ ανάβει τα γαρίφαλα
το ξίφος θα θερίζει το κορμί της

ΑΣΤΕΡΟΣΚΟΠΕΙΟ

Διαρρήχτες του ήλιου
δεν είδαν ποτέ τους πράσινο κλωνάρι
δεν άγγιξαν φλογισμένο στόμα
δεν ξέρουν τί χρώμα έχει ο ουρανός

Σε σκοτεινά δωμάτια κλεισμένοι
δεν ξέρουν αν θα πεθάνουν
παραμονεύουν
με μαύρες μάσκες και βαριά τηλεσκόπια
με τ’ άστρα στην τσέπη τους βρομισμένα με ψίχουλα
με τις πέτρες των δειλών στα χέρια
παραμονεύουν σ’ άλλους πλανήτες το φως

Να πεθάνουν

Να κριθεί κάθε Άνοιξη από τη χαρά της
από το χρώμα του το κάθε λουλούδι
από το χάδι του το κάθε χέρι
απ’ τ’ ανατρίχιασμα του το κάθε φιλί

ΤΑ ΔΩΡΑ

Σήμερα φόρεσα ένα
ζεστό κόκκινο αίμα
σήμερα οι άνθρωποι μ’ αγαπούν
μια γυναίκα μού χαμογέλασε
ένα κορίτσι μού χάρισε ένα κοχύλι
ένα παιδί μού χάρισε ένα σφυρί

Σήμερα γονατίζω στο πεζοδρόμιο
καρφώνω πάνω στις πλάκες
τα γυμνά ποδάρια των περαστικών
είναι όλοι τους δακρυσμένοι
όμως κανείς δεν τρομάζει
όλοι μείναν στις θέσεις που πρόφτασα
είναι όλοι τους δακρυσμένοι
όμως κοιτάζουν τις ουράνιες ρεκλάμες
και μια ζητιάνα που πουλάει τσουρέκια
στον ουρανό

Δυο άνθρωποι ψιθυρίζουν
τί κάνει την καρδιά μας καρφώνει;
ναι την καρδιά μας καρφώνει
ώστε λοιπόν είναι ποιητής

ΕΞΙ ΣΤΙΓΜΕΣ

I
Ο μουγγός ξεκρεμάει παλιές
φωτογραφίες
κοιτάζει πτώματα τρομάζει ζηλεύει
στόματα κοριτσιών
κλαίει βγάζει ένα κόκκινο
σκαμνί στο πεζοδρόμιο

II
Ο άρρωστος μελετάει
τις καπνοδόχες
ξέρει πως από μέσα τους
φεύγουν τα όνειρα
και οι καπνοί
των πεθαμένων

III
Ο ζωγράφος έχει μέσα στην καρδιά του
μια ζωγραφιά
έχει μέσα στο κεφάλι του ένα μαχαίρι
θέλει να βγάλει τη ζωγραφιά
θέλει να βγάλει το μαχαίρι
να σκίσει τη ζωγραφιά

IV
Ο φίλος μου έχει ένα περίστροφο
εγώ έχω μια κιθάρα
όταν οπλίζω την κιθάρα
το περίστροφο παίζει μια εξαίσια
μουσική
όταν σκοτώνω με την κιθάρα

V
Οι πόρτες τ’ άλογα και τα κουδούνια
ανοιχτά φέρετρα κάτω απ’ τον ήλιο
ανοιχτά στόματα κάτω απ’ τον ήλιο
Θε μου να σφάξουμε το μαύρο κόκορα
Θε μου να σφάξουμε το μαύρο κόκορα
Θε μου να σφάξουμε το μαύρο κόκορα

VI
Ο βαρκάρης των κεραυνών
γυρίζει
από ακτή σε ακτή
δε θέλει ν’ αράξει πουθενά
τη βάρκα του ψιθυρίζει
φύγαν φύγαν τα νερά

ΤΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ

Στον Οδυσσέα Ελύτη

Δε δίνω αίμα στις φλέβες των πουλιών
και τα ποτάμια μου κρατήσαν τα νερά τους
επάνω στα ψηλά βουνά τρεις βίγλες έχω στήσει
μες στη σπηλιά μου φύλαξα τους αετούς

Ελάτε βγείτε στον κάμπο περιστέρια μου
με τις γαλάζιες κορδέλες στο λαιμό σας
ελάτε βγείτε με το φεγγάρι στην καρδιά
σα θα σηκώσω την ταφόπετρά μου

Αργοπεθαίνουν γύρω μου τ’ άλλα πουλιά
ελάτε βγείτε στον κάμπο περιστέρια μου
ελάτε βγείτε σφαγμένα περιστέρια μου

Ο ΑΕΤΟΣ

Την ώρα που κοιμάται
ένας αϊτός
πέφτει μες στο κρεβάτι της
νεκρός
την ώρα που κοιμάται
ένα περιστέρι
κουρνιάζει στο δεξί της
χέρι

Τον αετό
τα ματωμένα δάχτυλα της
ρίχνουν
στον γκρεμό
το περιστέρι
τα ματωμένα δάχτυλα της
σφίγγουν
ρίχνουν στο πανέρι

Την ώρα που ξυπνάει
ένας αϊτός
στέκεται στο κρεβάτι της
ορθός
την ώρα που ξυπνάει
ένα μαχαίρι
της κόβει το δεξί της
χέρι

ΤΟΥ ΠΥΡΓΟΥ

Η κόρη πήγαινε και τραγουδούσε
η κόρη με τα φίδια της
με τα ωραία λουλούδια της

Όμορφα που μυρίζαν τα λουλούδια

Τα χέρια του έδενε
ο ληστής
που μούγκριζε
στα πόδια της
το αίμα
το κεφάλι του
η γλώσσα
η ρίζα
το φιλί
γιομάτοι οι κήποι
αίμα
μη μιλάς

Κανένας δε μιλούσε

Η κόρη πήγαινε και τραγουδούσε
η κόρη με τα φίδια της
με τα ωραία λουλούδια της

.

ΜΕ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ (1952)

ΤΟ ΡΑΔΙΟΦΩΝΟ

Στον Γιώργο Μαυροΐδη

Χώρα
γιατί
ποιά χώρα

τα σπίτια γύρω γύρω
οι πόρτες
ποιά σπίτια
ποιές πόρτες

τα χέρια
και τα πόδια
και τα δάχτυλα

όχι τα σπίτια
οι πέτρες

ποιά χέρια
και ποιά πόδια
και ποιά δάχτυλα

οι πέτρες;

ποιές πέτρες
αυτές που είχα στα
χέρια μου
ή τα δάκρυα
που δε θα τρέξουν
από τα μάτια μου

Η ΣΚΗΝΗ

Απάνω στο τραπέζι είχανε στήσει
ένα κεφάλι από πηλό
τούς τοίχους τους είχαν στολίσει με λουλούδια
απάνω στο κρεβάτι είχανε κόψει από χαρτί
δυό σώματα ερωτικά
στο πάτωμα τριγύριζαν φίδια
και πεταλούδες
ένας μεγάλος σκύλος φύλαγε
στη γωνιά

Σπάγγοι διασχίζαν το δωμάτιο απ’ όλες
τις πλευρές
δε θα ‘ταν φρόνιμο κανείς
να τους τραβήξει
ένας από τούς σπάγγους έσπρωχνε τα σώματα
στον έρωτα

Η δυστυχία απ’ έξω έγδερνε τις πόρτες

ΤΑ ΠΟΤΑΜΙΑ

Δυστυχισμένα όνειρα
τα χρόνια μας περνούν μέσα στην αγωνία
οι εφημερίδες λησμονούν
όμως μες στην καρδιά μας
καίει μια κατακόκκινη πληγή
απ’ το παλιό χρυσάφι

Όλο μαζεύουμε τα πράγματά μας
τα κρύβουμε σε βαθιά υπόγεια
λύνουμε τις ντουλάπες μας
στήνουμε ανάποδα τις καρέκλες μας
κι ο απελπισμένος ήλιος μπαίνει
από μια χαραματιά και τις φωτίζει

Πρέπει να βγούμε στα ποτάμια
ακόμα λίγο και θα σπάσει το πουλί
μες στο κεφάλι μας
ακόμα λίγο και θα πήξει
το αίμα μέσα στην καρδιά μας
πρέπει να βγούμε σύρριζα
πρέπει να βγούμε μέσα απ’ τα ποτάμια

ΑΠΟΣΤΟΛΗ

Στον Νίκο Γκάτσο

Κανείς δε θάβει εδώ
τριαντάφυλλα
τουφέκια ρημαγμένα
δίχως φτερά
γυρίζουνε τις κάννες τους
απάνω μας
το βράδυ
όταν σημάνει προσκλητήριο
μαζεύονται
οι σημαίες
κι αυτά τ’ άλλα πουλιά
με τ’ ανθρώπινα στόματα
που είναι σαν καρδιές
και με το αίμα
και μας κοιτάζουν

Η ιστορία αυτή
γίνεται σε μια λίμνη
εδώ και δέκα χρόνια
απαράλλαχτη
κάθε νύχτα
χειμώνα
καλοκαίρι

Η ΑΠΟΚΡΙΑ

Μακριά σ’ έν’ άλλο κόσμο γίνηκε αυτή
η αποκριά
το γαϊδουράκι γύριζε μες στους έρημους δρόμους
όπου δεν ανάπνεε κανείς
πεθαμένα παιδιά ανέβαιναν ολοένα στον ουρανό
κατέβαιναν μια στιγμή να πάρουν τους αετούς τους

που τους είχαν ξεχάσει
έπεφτε χιόνι γυάλινος χαρτοπόλεμος
μάτωνε τις καρδιές
μια γυναίκα γονατισμένη
ανάστρεφε τα μάτια της σα νεκρή

μόνο περνούσαν φάλαγγες στρατιώτες εν-δυο
εν-δυο με παγωμένα δόντια
Το βράδυ βρήκε το φεγγάρι
αποκριάτικο
γεμάτο μίσος

το δέσαν και το πέταξαν στη θάλασσα
μαχαιρωμένο
Μακριά σ’ έν’ άλλο κόσμο γίνηκε αυτή
η αποκριά

.

ΟΤΑΝ ΣΑΣ ΜΙΛΩ (1956)

Η ΠΗΓΗ

Φεγγάρι πεθαμένο μου
γιά ξαναβγές και πάλι
θέλω να δω το αίμα σου
δεν έκαιγες λυχνάρι
φώτιζες
το φοβισμένο πρόσωπο
θέλω να δω
το φοβισμένο πρόσωπο
τώρα
πάλι και πάλι
τότε
όλο το σώμα μου ήταν
μια πληγή
φεγγάρι
μια πηγή
και φώτιζε
της νύχτας το σκοτάδι

Φεγγάρι πεθαμένο μου
θέλω να δω το αίμα σου
τώρα
πάλι και πάλι

Ο ΔΡΟΜΟΣ

Να πάρω έπρεπε άλλο δρόμο
ετούτος κρύβει το φεγγάρι
για χάρη της είχαν κρεμάσει
τριαντάφυλλα στον ουρανό

Να πάρω έπρεπε άλλο δρόμο
γεμίσανε σπυριά τα χέρια
γεμίσαν λάσπη κι οι καρδιές
είν’ ένας δρόμος πληγωμένος

Είν’ ένας δρόμος φλογισμένος
είν’ ένας δρόμος λυπημένος
μπρος το παιδί με την ουρά
κι ο δαίμονας με την παρθένα

Να πάρω έπρεπε άλλο δρόμο
άναψαν πράσινα κεριά
πρόβαλε ο σκύλος με τα πέπλα
βόγκηξε αργά και προχωρούσε

ΤΟ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙ

Αποδώ θα περνούσε το περιστέρι
είχαν ανάψει δαδιά γύρω στους δρόμους
άλλοι άνθρωποι φυλάγαν στις δενδροστοιχίες
παιδιά κρατούσαν στα χέρια σημαιούλες
περνούσαν οι ώρες κι άρχισε να βρέχει
έπειτα σκοτείνιασε όλος ο ουρανός
μια αστραπή ψιθύρισε κάτι φοβισμένα
και άνοιξε η κραυγή στο στόμα του ανθρώπου

τότε το άσπρο περιστέρι μ’ άγρια δόντια
σα σκύλος ούρλιαξε μέσα στη νύχτα

.

ΤΑ ΦΑΣΜΑΤΑ ή Η ΧΑΡΑ ΣΤΟΝ ΑΛΛΟ ΔΡΟΜΟ (1958)

ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ

Μοσχοβολούσε το φεγγάρι
σκύλοι μ’ άσπρα λουλούδια στο κεφάλι
περνούσανε στο δρόμο εκστατικοί
κι ο δρόμος κάτω έφεγγε από κρύσταλλο
και μέσα φαίνονταν
τα σφυριά και τα μαχαίρια

Μέσα στα χέρια μου έσπασα το κρύσταλλο

Και τότε είδα το κόκκινο το σύννεφο
να μεγαλώνει ν’ ανάβει την καρδιά μου
και τ’ άλλο το γκρίζο σαν καπνός
ν’ αδειάζει από μέσα μου
να φεύγει

Ο ΣΚΥΛΟΣ

Ο σκύλος αυτός πρόβαλε πρώτη φορά σε δρόμο
σκισμένο από κοφτερά γυαλιά
ύστερα φάνηκε στον ουρανό
μέσα σε ένα σκοτεινό πηγάδι τ’ ουρανού
έπινε ένα φως αστραφτερό σκυλίσιο
συνόδεψε ένα ραγισμένο χέρι λίγα βήματα
ύστερα γίνηκε φωτιά
έκλαιγε σαν κακό πουλί
έκαιγε σαν ελπίδα
ποιός ξέρει από πού ήρθε και πώς έφυγε

Μα εγώ ξέρω πως θα γίνει θάνατος
μια μέρα

18 Φεβρουαρίου 1956

Ο ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ ΠΟΙΗΤΗΣ

Δεν έχω γράψει ποιήματα
μέσα σε κρότους
μέσα σε κρότους
κύλησε η ζωή μου

Τη μιαν ημέρα έτρεμα
την άλλην ανατρίχιαζα
μέσα στο φόβο
μέσα στο φόβο
πέρασε η ζωή μου

Δεν έχω γράψει ποιήματα
δεν έχω γράψει ποιήματα
μόνο σταυρούς
σε μνήματα
καρφώνω

Ο ΕΛΕΓΚΤΗΣ

Ένας μπαξές γεμάτος αίμα
είν’ ο ουρανός
και λίγο χιόνι
έσφιξα τα σκοινιά μου
πρέπει και πάλι να ελέγξω
τ’ αστέρια
εγώ
κληρονόμος πουλιών
πρέπει
έστω και με σπασμένα φτερά
να πετάω

ΕΙΚΟΝΕΣ

—Η βροχή
έρχεται
μέσα στο μυαλό μου
πλένει τα όνειρα μου

—Ένα αυτοκίνητο
ξεκοιλιασμένο
στο δρόμο
περιμένει
το χασάπη
των Χριστουγέννων

—Ένα τσιγάρο
δυο τσιγάρα
στο μοναχικό
δωμάτιο
ο άντρας είναι πυγμάχος
η γυναίκα είναι καρφίτσα

—Φοβερή ιστορία
η μανία
του βοριά
πάνω στο παράθυρο
σταύρωσε
μια παιδούλα

—Ένα φύλλο έπεσε
από το δέντρο
το βράδυ
κι άρχισε
να πηδάει
πάνω στο χώμα
ουρλιάζοντας

ΟΠΩΣ ΤΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ

Δύσκολα χρόνια
τρομαγμένα παιδιά
σιάχνουν με χαρτί κοκοράκια
τα βάφουν μαύρα
σα σβησμένα κεριά
τα βάφουν κόκκινα
σα ματωμένα λουλούδια
κι απορούν οι μανάδες
που ύστερα έρχεται
ο μεγάλος φίλος
ο κατάμαυρος φίλος
με τα χρυσά χέρια

και τα παίρνει

.

Ο ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ (1960)

ΑΥΤΗ ΠΟΥ ΕΡΧΟΤΑΝΕ

Αυτή που ερχότανε
τη νύχτα
η γελαστή
κι η άλλη η γελαστή απ’ το λουλούδι
κι η άλλη η γελαστή απ’ τη γωνία
του φριχτού
συγκλίναν προς εμένα
όμως
το πρόσωπό μου ήταν
νεκρό
με δυο πελώριους σταυρούς
για μάτια
ενώ απ’ τη δική του
τη στιγμή
ο γλύπτης
χαμογελούσε

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΠΑΙΔΙΟΥ

Χρόνια
ο ουρανός
ήτανε ένα δύσκολο χαρτί
κρυμμένο
μες στην τσέπη μου
και μες στον κήπο μου φύτρωνε όλη τη μέρα
αίμα
γιατί βροχή
πέφταν οι πέτρες απ’ τον άλλο ουρανό
τσακίζοντας
κρέατα
και κόκαλα

Έτσι
σαν ήρθε η Ανάσταση
ντυμένος μαύρα
μ’ ένα κόκκινο κερί
βγήκα
τρελός
στους δρόμους

ήμουνα ένα κίτρινο
πουλί
σαν κι αυτά που ζωγράφιζε
ο Modigliani
ποτέ μου
ποτέ μου
δεν είχα γεννηθεί

ΠΕΝΤΑΓΡΑΜΜΟ

Ζωγραφισμένα στόματα
μπήκε η φωτιά
ο καπνός
σας έσπασε τα δόντια

ένα κορίτσι
έκαψε το φουστάνι του
γιατί πάγωσε
λέει: «Αγαπώ τα παγωμένα φορέματα
και σας κρατώ μόνο ένα λουλούδι
ευχαριστώ»

ένας ζητιάνος
λέει: «Το ξέρετε;
ένας πατέρας έγινε
περίστροφο
εγώ όμως
έχω ένα μεγάλο δωμάτιο
με κόκκινες κουρτίνες
φύγετε!
δεν είστε άνθρωποι
είστε φεγγάρια
δε θέλω να σας ξαναδώ!»

ένας άνθρωπος
ψάχνει
τους δρόμους
μαζεύει κομματάκια
από χαρτί
πακέτα από τσιγάρα
χαμογελάει
λέει: «Είμαι δολοφόνος
τί νομίζετε»

κι εγώ
με την καρδιά βαριά
μαζί μ’ αυτούς
σε δύσκολους καιρούς
μηδενισμένος
ξεσπάω σ’ έναν άσπρο
θάνατο
με αίμα

Ο ΣΤΑΘΜΟΣ

μνήμη Guillaume Apollinaire

Μέσα στον ύπνο μου όλο βρέχει
γεμίζει λάσπη τ’ όνειρό μου
είναι ένα σκοτεινό τοπίο
και περιμένω ένα τρένο
ο σταθμάρχης μαζεύει μαργαρίτες
που φύτρωσαν πάνω στις ράγες
γιατί έχει πολύν καιρό νά ’ρθει
τρένο σ’ ετούτον το σταθμό
και ξάφνου πέρασαν τα χρόνια
κάθομαι πίσω απ’ ένα τζάμι
μάκρυναν τα μαλλιά τα γένια
σα να ’μαι άρρωστος πολύ
κι όπως με παίρνει πάλι ο ύπνος
σιγά σιγά έρχεται εκείνη
κρατάει στο χέρι ένα μαχαίρι
με προσοχή με πλησιάζει
το μπήγει στο δεξί μου μάτι

ΤΟ ΡΟΛΟΓΙ

Μαύρος ο ήλιος
στον κήπο
της μητέρας μου
μ’ ένα ψηλό καπέλο
πράσινο
ο πατέρας μου
μάγευε τα πουλιά
κι εγώ
μ’ ένα κουφό
ρολόγι δύσπιστο
μετρώ τα χρόνια
και
τους περιμένω

.

ΤΑ ΣΤΙΓΜΑΤΑ (1962)

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ

Ο ήλιος είναι πράσινος
τα δέντρα καίνε
περιμένουνε τα χελιδόνια
οι σιδερένιες μας χελιδονοφωλιές
δε μας γελάνε πια με τα λουλούδια
μας στοίχισαν τα χέρια και τα πόδια μας
τώρα τα χέρια και τα πόδια μας
κρέμονται στα δέντρα

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ

Με το μπαμπάκι του θανάτου
αχόρταγο

Ανοίγει μια μεγάλη τρύπα
στο φεγγάρι

Ένα παιδί πεθαίνει

Σα μεγάλα μαύρα μυρμήγκια
μια πομπή-κηδεία στο φεγγάρι

Έν’ άλλο παιδί
ρίχνει μια πέτρα
και σπάζει το φεγγάρι

Ο ΗΛΙΟΣ ΜΙΑΝ ΟΜΟΡΦΗ ΜΕΡΑ

Ήταν μια όμορφη γωνιά
μια όμορφη μέρα
με υποχθόνιο κρότο έτριζε έκαιγε
βαθιά ο ήλιος έβγαινε
κι ύστερα χάνοταν παράξενα
ήταν μια όμορφη γωνιά
μια όμορφη μέρα
μέσα στο θάνατό μου
πετούσαν πεταλούδες
κι ο ήλιος ξάφνου έβγαινε
κι ύστερα
χάνοταν έσβηνε
παντοτινά

Ο ΜΑΥΡΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Στην Εύα Μυλωνά

Πάλεψα
πάλεψα πολύ

όμως
μονάχα αυτός ο μαύρος
άνθρωπος
έμεινε
στριφογυρίζει
δείχνοντας τα δόντια

πάλεψα
πάλεψα πολύ
ώσπου να γίνουν όλα
μαύρα

σκεπαστείτε

ΕΡΗΜΟΙ

Έρημοι άνθρωποι μέσα στο κρύο
μιλούν στην Παναγία

ανέκφραστο το δέντρο
δίχως φύλλα
τους κοιτάζει

κοράκια ντύθηκαν κόκκινα
σαν πόρνες

η εκκλησία έσπασε
απ’ την πολλή βροχή
οι άγιοι βρεθήκανε
να τρέχουνε στους δρόμο

Η ΚΟΛΑΣΗ

Έβγαινε
ένα ζεστό σκοτάδι
κι αυτός
είχε ξεχάσει το κεφάλι
που επίμονα
αρνιότανε
τα δόντια

τώρα
βασίλευε
ο τρελός

ένα μπαμπάκι
και η πίσσα

.

ΣΦΡΑΓΙΔΑ ή Η ΟΓΔΟΗ ΣΕΛΗΝΗ (1964)

ΓΥΡΙΖΩ

Γυρίζω γύρω γύρω ματωμένος
μες στο φεγγάρι του ύπνου μου

ασπρίζει μέσα μου η φωτιά

άγριο σπίτι της κούκλας
με τις πασχαλιές
το πόρφυρό σου μάτι υψώνοντας
μ’ εξουθενώνεις

δέντρα που καίτε τα πορτοκάλια
σαν κεριά
στην παγωμένη σας βροχή
θ’ αναπαυτώ

ασπρίζει μέσα μου η φωτιά
καυτό μες στην καρδιά μου
στάζει το κερί

και συ μαρμάρινο φεγγάρι

με ραγίζεις

ΘΡΗΝΟΣ

Σκισμένα τα κορίτσια σα χαρτόνι
με στίγματα από θειάφι μέσα στο κεφάλι
με χόρτο θυμωμένο μες στο στόμα
να σπάζουν το φλιτζάνι τ’ ουρανού
με δάκρυα τεντωμένα μες στα μάτια
σα μαύρες ολοκαίνουργιες καρφίτσες
πότε το χρώμα των πουλιών θα τραγουδήσει;
πότε οι πεταλούδες θα χτυπήσουν τα μαχαίρια;
όταν στους ήλιους θα φυτρώσουν άλλα χέρια
κι ο ύπνος θα τους αδειάζει απ’ το σκοτάδι

κι η νύχτα θα ’ναι όμορφη σα μέρα

ΣΗΜΑΔΙΑ

Τα σήματα που δώσαμε
δεν ήτανε δικά μας

σκύλοι τραγούδαγαν παράφωνα
κι από τη χλόη φύτρωναν αστέρια

στην άσφαλτο τρυπούσαν το λουλούδι
στην πληγή
κοπέλες του νεκρού αέρα

άνοιγαν ξαφνικά τα δόντια
του καιρού
να βγει ο νέος μαστός
ο αγαπημένος

κυνήγαγε ο αέρας το πουλί
με το κομμένο αίμα

έσταζε το αίμα πίσσα στο νερό
κάτουρο άδειαζε πάνω από τα
κεφάλια

με μορφασμούς θανάτου
τωρινούς
και ξεχασμένη την πληγή απ’ το
φεγγάρι

ΚΥΡΙΑΚΗ

Κύματα Κυριακής τα μάτια μου
κύματα μοναξιάς τα χέρια μου

τρίζουν από ύπνο αθώο
τα δόντια μέσα στην καρδιά μου

το πεθαμένο το παιδί

δεν ξενιτεύεται
πάει κρατώντας ένα
κόκκινο σκυλάκι
μέσα στο μαντίλι

τέρατα περπατούν
ανάποδα στα όνειρα
φυσάει ένας άγριος αέρας
πάνω απ’ τις λεμονάδες
πετάει μια νυχτερίδα
σαν πικραμένο ευαγγέλιο

μ’ ένα μαύρο πανί
μία γυναίκα
σκεπάζει το φεγγάρι

Η ΦΕΓΓΑΡΑΔΑ

Από αίμα πουλιών πλημμυρισμένο
κρυμμένο μένει το φεγγάρι
πότε πίσω από δέντρα
πότε πίσω από θηρία
πότε πίσω από σύννεφα
με θόρυβο που ξεκουφαίνει τα φτερά αγγέλων
κάτι θέλουν να πουν κάτι σημαίνει
είναι ακόμα καλοκαίρι
όμως μια μυρωδιά από θειάφι φράζει το χειμώνα
δεν έχει ούτε καρέκλα να καθίσεις
και οι καρέκλες έφυγαν στον ουρανό

ΤΟ ΚΑΝΑΡΙΝΙ

Τον έστησαν εκεί οπού φυσάει ο πιο
άγριος άνεμος
τον έταξαν στις παγωνιές
του δώσαν ένα φόρεμα μαύρο
και μια γραβάτα κόκκινη
έναν ήλιο τρυπημένο με καρφί να στάζει
μαύρα γυαλιά
αίμα πάνω στο δηλητήριο
ένα κοντάρι
κι ένα καναρίνι
τον έστησαν εκεί οπού τινάζεται ο πόνος
τον έδωσαν στο θάνατο
να λάμπει ασημένιος

.

ΤΟ ΣΚΕΥΟΣ (1971)

ΧΡΟΝΙΚΟ

Ο ήλιος χτυπάει ρυθμικά
και παγωμένος αέρας βγαίνει απ’ το φεγγάρι
το χέρι του τ’ αριστερό τσακίζει ο δαίμονας
σπάζει το μαύρο
σπάζει και το κόκκινο
ξάφνου ανθίζουν μυγδαλιές
ρίχνει τα ζάρια κλαίγοντας ο γέροντας
κι αναστενάζει η Παναγιά
κι όσους ξεγέλασε ο καιρός
κι όσους ξεχώρισε η σκιά
τώρα είναι καρφωμένοι

σαν πεινασμένοι έλικες γυρίζουνε
οι δείχτες των ωρολογιών

ατάραχος ο Θάνατος κάθεται
στην καρέκλα του

μενεξεδένια συνάρτηση
ο κόσμος

ΤΑ ΛΟΓΙΑ

—Δε μου αρέσεις
δε μου αρέσει –λέγαν η φωνή σου
—Δε μου αρέσουν τ’ άγρια ζώα που
μπαίνουν βγαίνουν και ουρλιάζουν
μες στο στόμα σου.
(Αυτό το είπε ένα λουλούδι
που έκαιγε απ’ το πυρετό
και που η μάνα του πριν απ’ αυτό
λίγο καιρό είχε πεθάνει

Ο ΠΝΙΓΜΕΝΟΣ

Άραγε ο πνιγμένος
με το ριγέ άσπρο κοστούμι στη γωνία
να είμαι εγώ;

άκουσα τη φωνή του μακρινού πατέρα μου
έσπασα το ρολόγι
έβγαλα από μέσα
πλήθος μικρές ροδίτσες κι ελατήρια

άπλωσα τις καραμέλες πάνω στο τραπέζι
πράσινες κίτρινες κόκκινες
βγάζουν μικρές αόρατες φωνές
σαν ζώα

μια γάτα κόκκινη ξάφνου αγρίεψε
όρμησε και μου σκίζει τα βιβλία

άπλωσα την καρδιά μου πάνω στο τραπέζι
την έκοψα στα δύο μ’ ένα ψωμομάχαιρο

ύστερα ξάπλωσα λουλούδια μέσα στη μπανιέρα

ύστερα έπεσα να κοιμηθώ

ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

Έκοψα το κεφάλι μου
το ’βαλα σ’ ένα πιάτο
και το πήγα στο γιατρό μου

—Δεν έχει τίποτε, μου είπε,
είναι απλώς πυρακτωμένο
ρίξε το μέσα στο ποτάμι και θα ιδούμε

το ’ριξα στο ποτάμι μαζί με τους βατράχους
τότε είναι που χάλασε τον κόσμο
άρχισε κάτι παράξενα τραγούδια
να τρίζει φοβερά και να ουρλιάζει

το πήρα και το φόρεσα πάλι στο λαιμό μου

γύριζα έξαλλος τους δρόμους

με πράσινο εξαγωνομετρικό κεφάλι ποιητή

ΤΟ ΠΡΑΣΙΝΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ

Εκείνο το πράσινο απόγεμα
ο θάνατος είχε βάλει στόχο την αυλή μου
απ’ το νεκρό μου το παράθυρο
με το βελούδινό μου μάτι
τον έβλεπα να τριγυρνάει
γύριζε και παράσταινε τον κουλουρτζή
γύριζε και παράσταινε τον λαχειοπώλη
και τα παιδιά τίποτα δεν υποπτεύονταν
έπαιζαν με πιστόλια και τσιρίζαν
αυτός πάλι γύριζε και πλησίαζε
και πάλι μάκραινε και έφευγε
ύστερα ξαναρχόταν
στο τέλος αγριεύτηκε
άρχισε να ουρλιάζει
έβαψε τα μάτια και τα νύχια του
φούσκωσε τα βυζιά του
άρχισε να μιλάει με ψιλή φωνή
έκανε σα γυναίκα…

τότε είναι που έφυγε οριστικά
ψιθυρίζοντας:

—Δεν είχα τύχη σήμερα
αύριο θα ξανάρθω

ΩΣ ΤΟ ΤΕΛΟΣ I

Ώς το τέλος λυπήθηκα που ήτανε παιδί
θα ’πρεπε να ’ταν σύννεφο
σαν κι αυτά που μέσα τους κρύβονται τα πουλιά
όταν φοβούνται

ΩΣ ΤΟ ΤΕΛΟΣ II

Πάνω στο στρώμα το σώμα του περνούσε από φάσεις
τρομαχτικές. Το ένα του πόδι λέπταινε σαν κλωστή,
ενώ το άλλο χόντραινε σαν κορμός δέντρου.
Ένιωθε όμως την πυγμή του τρομερή και καθώς το
κρεβάτι του ήταν πλάι στον τοίχο, θα ’θελε μ’ ένα
χτύπημα να τρυπήσει τον τοίχο και το χέρι του να
περάσει στο διαμέρισμα το διπλανό.
Πολλές φορές στο δρόμο, καθώς περπατούσε,
αισθανόταν ξαφνικά να πυρακτώνεται όλο του το κορμί
και στο τέλος θα τιναζότανε προς τ’ απάνω, σα βολίδα.
(Και το ’θελε πολύ αυτό)
Όμως στο καφενείο καθόταν ήσυχος παίζοντας
το κομπολόι του, έπινε τον καφέ του…
Νομίζω τον λέγαν Τζιάκο ή Τζακόπουλο ή κάτι
τέτοιο

.

ΧΡΩΜΟΤΡΑΥΜΑΤΑ (1980)

ΤΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ

Θα πάψω πια να γράφω ποιήματα
έριξες το χρυσό σου δαχτυλίδι μες στη
θάλασσα
στην αμμουδιά με το νεκρό κρανίο
κι όλα τα βουλιαγμένα καράβια βγήκαν
στον αφρό
κι ο καπετάνιος ζωντανός
κι οι ναύκληροι να χαμογελάνε

είπα θα πάψω πια να γράφω ποιήματα

και στο παράθυρο του σπιτιού μου του προγονικού
ο πατέρας μου και η μητέρα μου
κουνάνε τα μαντίλια τους και χαιρετάνε

τα ποιήματά μου όμως δε μπόρεσαν να
τα διαβάσουν
έχουν ξεχάσει να διαβάζουν
λένε το κάπα άλφα και το δέλτα έψιλον

και συ μου είπες ψέματα
στον τόπο αυτό του κόκκινου γελαστού
κρανίου με ξεγέλασες
γι’ αυτό κι εγώ σε γέλασα
και με πιστέψατε

κατάρα με τις εφτά σκιές

πάντα θα γράφω ποιήματα

ΣΗΜΑΔΙΑ ΚΙΤΡΙΝΑ

Κίτρινα αερόπλοια ξάφνου γέμισαν τον ουρανό
άλλα μικρά κι άλλα μεγάλα
κίτρινοι σκελετοί κούναγαν τα χέρια
και ουρλιάζαν
όπως και κίτρινες κανάρες μεγάλες
πεταλούδες με πόδια μικρών παιδιών που
κρέμονταν
μαζί μ’ αστέρια κίτρινα που δεν τα γνώριζαν
και τα μισούσαν

από τη γη κοίταζαν κίτρινοι
οι αστροναύτες

δεν το περίμεναν

ΤΟ ΓΡΑΜΜΑΤΟΣΗΜΟ

Κρύα βλαστάρια παράξενου
θανάτου
φύτρωσαν στον Ουρανό

ναι, δίχως ύπνο

κι ανοίγανε τα χέρια
και πέφταν και σκορπίζανε
χιλιάδες τα μαργαριτάρια

αντίκρυ στέκοταν ένα μανιτάρι
δηλητηριασμένο και τα κοίταζε

το πιο ωραίο γραμματόσημο

Ο ΑΓΓΛΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΚΑΙ ΠΟΙΗΤΗΣ DANTE GABRIEL ROSSETI
ΓΡΑΦΕΙ ΜΕ ΤΟ ΧΕΡΙ ΜΟΥ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ

Άκου!
Σου έλεγα τότε την αλήθεια
την ήξερα τότε την αλήθεια

– Όχι, μου έλεγες
τα πουλιά φυτρώνουν
τα γουρούνια πετάνε
τα λουλούδια περπατάνε
οι άνθρωποι, λένε πάντα ψέματα

σου έδειχνα ένα πουλί
έλεγες – Είναι λουλούδι
σου έδειχνα ένα λουλούδι
όχι, έλεγες – Είναι πουλί

κι οι άνθρωποι λένε πάντα ψέματα

τώρα εγώ βλέπω το φεγγάρι
αυτό το σπασμένο σπαστικό
παιδί
που ο Ιούλιος Βερν
έλεγε κάποτε:
– Οι άνθρωποι θα το κατοικήσουν
βλέπω
αυτό το μεγάλο χιονισμένο φέρετρο
που ρίχνουν κάθε μέρα με κρότο
πάνω του πρόκες
κι επιμένουνε
να τ’ ονομάζουν

ΓΗ
ίσως να είχες δίκιο τότε
γι’ αυτό μπόρεσες και έζησες
γι’ αυτό μπόρεσα και έζησα

ΑΥΓΗ

ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΕΡΩΤΗΣΗ 

Από τη σκοτεινή μου τη γωνιά
(τι το ’θελα στ’ αλήθεια, τότε,
εκείνο το ηλιακό ρολόγι;)
το χέρι στο διαβήτη
το σκύλο ξαπλωμένο ακίνητο
πλάι στα πόδια μου
και κάτι κατάμαυρα μαλλιά
που χτύπαγαν πάνω σ’ εναν κόκκινο ήλιο
καταπρόσωπο

ήταν σα να ρωτούσα το τωρινό κενό

-Είσαι στ’ αλήθεια μαζί μου ευτυχισμένη;
την ερώτησα.

-Μα, ναι, μ’ απάντησε
Αφού κάθε πρωί όταν ξυπνάω
τραγουδάω.

ΚΕΦΑΛΙΑ

Κεφάλια λάμποντα
βέλη αναστάσιμα
ωραίες
στρογγυλές ιδέες

σάπια κεφάλια
γεμάτα
χαρτονομίσματα

κεφάλια
γεμάτα ζώα
πονηρά μερμήγκια

κεφάλια
γεμάτα
πέμπτη σκιά
παραληρώντας
εκλιπαρώντας…

κι ο χρόνος
πάντοτε Κρόνος

Κανίβαλος τρόμος

ΟΙ ΑΠΟΜΕΙΝΑΝΤΕΣ

Όμως υπάρχουν ακόμα
λίγοι άνθρωποι
που δεν είναι κόλαση
η ζωή τους

υπάρχει το μικρό πουλί ο κιτρινολαίμης
η Fräulein Ramser
και πάντοτε του ήλιου οι απομείναντες
οι ερωτευμένοι με ήλιο ή με φεγγάρι

ψάξε καλά
βρες τους, Ποιητή!
κατάγραψέ τους προσεχτικά
γιατί όσο παν και λιγοστεύουν

λιγοστεύουν

Η ΛΑΜΨΗ

– Πετάς; τον ρώτησε αυτός που κρατούσε το μαχαίρι.
Ο άλλος σιγά σιγά δεν πάταγε πιά το χώμα, σιγά σιγά
είχε σηκωθεί κάπου μισό μέτρο πάνω από τη γη.
– Όμως – είπε ο πρώτος:
Εγώ μπορώ κι έτσι που ανεβαίνεις να σ’ το
καρφώσω το μαχαίρι.
Και τότε με μια λάμψη ο άλλος και μ’ ένα
σφύριγμα εκκωφαντικό σα σφαίρα πυροβόλου
χάθηκε, εξαφανίστηκε μέσα στο διάστημα.

Έκπληκτος κοίταζε ο απομείνας
το άχρηστο πιά χέρι του.

ΕΚΤΟΠΛΑΣΜΑΤΑ

Μέσα στον τάφο μου
περπατώ ταραγμένος
τ’ απάνω κάτω
τ’ απάνω κάτω

ακούω τα πράγματα τριγύρω
να ουρλιάζουν
ιδέες-αυτοκίνητα
αυτοκίνητα-ιδέες

ανθρώποι περνάνε
μιλούνε, γελάνε
για μένα

λένε αλήθειες
λένε ψευτιές
για μένα, για μένα!

—Μη, τους φωνάζω
μη μιλάτε
για τις νεκρές αγάπες μου

θα ξυπνήσουν
θα σας βγάλουν τα μάτια!

ΑΣΑΗ

Όταν ανέβαινες στο βουνό
εσύ κατέβαινες στην πεδιάδα
να κυνηγάς ψυχές
να κυνηγήσεις άσπρες πεταλούδες
και τις περνάς σε ασημένια ψιλά σύρματα
γιατί ο ίδιος είσαι συ αυτός που ανεβαίνει
κι αυτός που κατεβαίνει
δεν είναι λοιπόν η πεταλούδα, πεταλούδα
η πεθαμένη δεν είναι πεθαμένη
ούτε ο τάφος, τάφος της
—Ασάη! σου εφώναξα λοιπόν
όπως σου έλεγα εγώ τις σκάλες κατεβαίνοντας
εγώ ο ίδιος τις σκάλες ανεβαίνοντας
και λίγο έλειψε να τσακιστούμε
εγώ τραβώντας για τον Ουρανό
εγώ πέφτοντας κατακόρυφα
φωνάζοντας κι οι δυο μαζί:

—Ασάη Εσμέ Εσμέ Ασάη!

.

ΕΚΤΟΠΛΑΣΜΑΤΑ (1986)

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Μην το φοβάστε το φεγγάρι με το σίδερο
είπε το πορτοκάλι το σπασμένο μέσα μου
μην τον φοβάστε τον ήλιο τον σκοτεινιασμένο
τα ρημαγμένα φέρετρα
τη μάνα της βροχής με τα βγαλμένα μάτια
μην τις φοβάστε τις μαύρες τις φτερούγες
του πουλιού
μες στο κεφάλι σας
στον ύπνο
και ξάφνου αρχίζει
να τις τινάζει λυσσασμένα
και ξυπνάτε

Κοιτάξτε τον ’Ισίδωρο ψηλά πως λάμπει!
Πως κατεβαίνει με σκοινί από το άστρο

Μενέλαο άρρωστο, τόνε φωνάζουν κάτω.

ΟΙ ΓΕΝΝΑΙΟΙ

στη Γιάννα

Είναι γενναίοι, όμως κλαίνε
πιστεύουνε σαν τα μικρά παιδιά

φορούν κουρέλια
ακριβά κοστούμια

ζούνε μέσα σε κήπους ή επαύλεις
ή μέσα σ’ ένα δωμάτιο σκοτεινό

άλλοι μέσα σε δρόμους τρόμους τριγυρίζουν
άλλοι σε σύρματα πάνω κρεμασμένοι ανεμίζουν

άλλοι κλεισμένοι μες στις φυλακές

όλοι πασκίζουνε ιδρώνουν
χάνουνε, πετυχαίνουν ή
νομίζουν ότι χάνουνε ή
νομίζουν ότι πετυχαίνουν

πάντοτε ο δαίμονας τούς παραστέκει
σηκώνει την κάννη, το τουφέκι του

στο κέντρο της καρδιάς
τους σημαδεύει.

ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ

…στο πλαϊνό μου διαμέρισμα μεταφέραν συνεχώς
τους πληγωμένους
τυλιγμένοι με άσπρες γάζες απ’ την κορφή ως τα
νύχια, τραγουδούσαν.
Στ’ απέναντι δωμάτιο ένα πουλάκι τοσοδά, ήτανε,
λέει, ο Χάρος
και μπρος στο δικό μου το δωμάτιο το λιοντάρι
που είχε ανεβεί
από τις σκάλες, έγδερνε με λύσσα την πόρτα μου
να τήνε σπάσει.

ΤΑ ΜΑΛΛΙΑ

Σαν τα φυλλώματα των δέντρων
είναι τα μαλλιά
που τα αναμαλλιάζει ο αέρας
— στο καφενείο που πίνω τον πικρό καφέ μου
μαλλιά μαύρα μακριά που άσπρισαν
και χάθηκαν και πάνε

μαύρα μαλλιά
στις ξενιτιές
που χάθηκαν κι αυτά
στην υγρασία στο πηχτό σκοτάδι

κοιτάζω στον καθρέφτη
τα γένια μου είναι γκρίζα
όμως τα μαλλιά μου
είναι μακριά
και είναι μαύρα.

FRANZ KAFKA

Ο Φραντς Κάφκα ζούσε σ’ ένα μεγάλο υγρό δωμάτιο
στρωμένο μ’ ένα βρόμικο παλιό χαλί.
Πού και πού διάτρεχε το χαλί ένας μεγάλος
γκρίζος ποντικός.
Ο πόντικας αυτός, έλεγε συχνά ο Φραντς,
ο πόντικας αυτός, είναι η αγαπημένη μου κι εγώ.

Η ΜΙΚΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Το καφενείο που πίνω τον καφέ μου
είναι άδειο
μόνο εγώ υπάρχω
έτσι το καφενείο είναι τελείως άδειο
γιατί ούτε εγώ υπάρχω.

Η ΑΓΙΑ

X.

Ήταν εκείνο το φθινοπωρινό απόγεμα που
η ‘Αγία με πήρε απ’ το χέρι και με
στο μικρό σκοτεινό δρόμο, που στην πραγματικότητα
δεν υπήρχε καν.
Γιατί αν υπήρχε τότε τι ήταν αυτά τα αίματα
κι οι στρατιώτες που ξεπετάχτηκαν από τους γύρω
δρόμους και με δέσανε σ’ ένα ξύλινο κρεβάτι,
τέσσερις μήνες, κι όταν πιά με λύσανε ήτανε
χειμώνας, έβρεχε συνέχεια κι η ‘Αγία χάθηκε
κι ούτε που ξαναφάνηκε πιά.

Ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ ΣΤΟΝ ΠΟΡΟ

Και να που φάνηκε ο Ανδρέας Εμπειρίκος
στον Πόρο
τα δάχτυλά του κίτρινα καμένα απ’ τα τσιγάρα
τσιγάρα να καίνε σαν κεριά
γύρω γύρω στα τραπέζια
τσιγάρα πάνω στις καρέκλες
τσιγάρα παντού
κι άγρια κόκκινα ποδήλατα να περπατάνε.
Ωραίος σαν αετός ο Εμπειρίκος
τα μάτια του να καίνε.
—Πώς απ’ τον Πόρο, Αντρέα;
εσύ πάντα πήγαινες στην Άνδρο.
—Κι εσύ, Μίλτο, έπρεπε να ήσουνα
στην Ύδρα, γιατί στον Πόρο;
Και τότε έσκασε εκείνο το ωραίο
το φοβερό το γέλιο του·
πετάχτηκαν τρομαγμένα τα σπουργίτια
ένα σύννεφο σπουργίτια
πέρα απ’ το θάνατό του.

Ο ΝΕΚΡΟΣ ΤΙΣ ΓΙΟΡΤΕΣ

Εδώ και πολλά χρόνια
σαν πλησιάζουν τα Χριστούγεννα
(αυτός) ο νεκρός γεννιέται μέσα μου
δε θέλει δώρα
δε θέλει χρήματα
πάγο και χρόνια
χιόνια και πάγο
σκισμένα ρούχα
αχνά παπούτσια
ο χρυσός νεκρός
θα βγει έξω
δεν τον γνωρίζει κανένας
τον αλήτη νεκρό
θα κάτσει στο πικρό καφενείο
να πιει τον καφέ του
κι ύστερα πάλι
σε λίγες μέρες
ήσυχα θα πεθάνει
(ο νεκρός)

όταν έρθει ο χρόνος

κι όλες οι ρόδες
κόκκινες όπως πρώτα
θα γυρίζουν πάλι.

ΕΝΑΣ ΚΟΣΜΟΣ ΝΕΚΡΟΣ

Ένας κόσμος νεκρός
πίνει το παγωμένο γάλα του
βάρκες πηγαίνουν έρχονται
φέρνουν κι άλλους νεκρούς
μητέρες χάνουν τα παιδιά τους
παιδιά κλαίνε γιατί χάσαν τις μητέρες τους
τέρατα χαρτοπαίζουν:
— Ρίξε το πέντε! ουρλιάζει ο νεκρός δολοφόνος
ξάφνου πάλι μιλάει
η κυρία σκατό και καρπούζι
ώσπου να βγάλει η κόκκινη σελήνη
το μαχαίρι της
και ν’ αρχίσει να σφάζει.

.

ΚΑΤΑΒΥΘΙΣΗ (1990)

BATIR DES CHATEAUX EN ESPAGNE

στον Roger Milliex

Εδώ και σαράντα χρόνια
ο θάνατος στέκει πλάι μου
είναι μι’ ασπροντυμένη κοπέλα
κάθε μέρα μού ζυμώνει το ψωμί
μαντάρει τις κάλτσες
πού και πού ρίχνει μια κρυφή ματιά
και με κοιτάζει.

Κι εγώ γράφω κόκκινους στίχους
χτίζω γκρεμίζω πύργους
στην Ισπανία
και περνάνε χρόνια και χρόνια
ασπρίζουν τα μαλλιά της κοπέλας
ασπρίζουν τα μαλλιά του θανάτου
κάθε μέρα μού ζυμώνει το ψωμί
μαντάρει τις κάλτσες
κι όλο ρίχνει κλεφτές ματιές
ματιές απορημένες
σε μένα
που ατάραχος πάντα χτίζω
γκρεμίζω πύργους
στην Ισπανία.

ΗΣΥΧΑΣΤΕ

Πρωί πρωί καθώς έβγαινα από το σπίτι μου,
είδα το αγγελτήριο του θανάτου μου.
«Τον αγαπημένο μας φίλο…» έγραφε.
Ώστε λοιπόν δεν είχα συγγενείς.
Πήρα γρήγορα ένα ταξί κι ανέβηκα στην Κηφισιά.
Σ’ όλο τον δρόμο υπήρχαν τεράστια πανώ που
γράφαν:
«ΠΕΣΑΝ ΤΑ ΦΡΑΓΜΑΤΑ», «ΠΕΣΑΝ ΤΑ ΦΡΑΓΜΑΤΑ».
Στην Κηφισιά είχα ραντεβού με τον Διάβολο.
Καθόταν σ’ ένα καφενείο και με μια μαύρη βούρτσα
βούρτσιζε τα ρούχα του.
-Εντάξει, μου είπε, είναι όλα κανονισμένα.
-Σας εξασφαλίσαμε ακόμα και νερό.
-Ησυχάστε
-Ησυχάστε
-Ησυχάστε.

29 ΙΟΥΛΙΟΥ

29 Ιουλίου, αποφράδα ημέρα
της μη γεννήσεώς μου
βρίσκομαι βαθιά μες στα νερά
της θάλασσας του Πόρου
νεοφώτιστος
συντροφιά με τους φίλους μου
τα ψάρια.

ΑΚΟΜΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΦΚΑ

Ο Φράντς Κάφκα εξήντα τρία χρόνια
τώρα μες στον τάφο του
δεν λέει ακόμα να ησυχάσει.
Κάθε βράδυ βγαίνει
και δεν γνωρίζει πιά αυτή την Πράγα.
Ρωτάει για κάποιον Κάφκα
δεν τον γνωρίζουμε, λένε
για έναν Κάφκα-πουλί που έζησε εδώ
και πολλά χρόνια σ’ αυτή την πόλη, ρωτάει.
Όχι του λένε ο Choucas το πουλί
έχει χρόνια πολλά να φανεί σ’ αυτή
την πόλη και άι στο διάβολο, του λένε.

Kavka: Choucas, πουλί από το όποιο πήραν το όνομα οι Κάφκα.
Το είχε και έμβλημα το εμπορικό μαγαζί του πατέρα του Κάφκα.

ΤΟ ΤΡΑΝΖΙΣΤΟΡ

Το τρανζίστορ με παρηγορεί
ενώ ξαπλωμένος στο κρεβάτι μου
καθαρίζω τα γυαλιά μου
μετρώ τους αμέτρητους θανάτους μου
ακούω τραγούδια του χειμώνα
και τραγούδια για το καλοκαίρι
τραγούδια για τους ήλιους
και τραγούδια για τη βροχή
ενώ ξαπλωμένος στο κρεβάτι μου
μετρώ τους αμέτρητους θανάτους μου.

LYNNE

Θυμάστε τότε που έγραφα για τα δαιμονισμένα
πορτοκάλια;

στον Πόρο
βρέθηκε
η Lynne
ένα κορίτσι
από την γηραιά Αλβιόνα
όμως ξαφνικά έκλεισε το μπαρ
βλέπω όνειρα φριχτά
στον Πόρο
μπαρ και μπαράκια
και τα κουμπαράκια.
Αν δεν βρει άλλου δουλειά
η Lynne
θα γυρίσει πίσω
στα ζώα και τα θηρία της
και την αγαπώ
Lynne, Lynne,
πως έτσι αναποδογύρισε ο κόσμος
Πόρος, θερμοκρασία 43°
κάτι το πρωτοφανές!

και τότε καληνύχτα σας.

ΤΑ ΝΗΣΙΑ

Ο Έρωτας είναι ο θάνατος
καθώς περιμένω μέρες και μέρες
για να γυρίσεις
έτσι που τριγυρίζεις τα νησιά
νησιά θανάτου καθώς περιμένω
τόσες ημέρες κι ώρες θανάτου
για να γυρίσεις
γιατί έρωτας είναι ο θάνατος
απ’ του θανάτου τα νησιά
να ξαναρθείς.

ΤΑ ΛΥΠΗΜΕΝΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ

στην Ελένη Θ. Κωνσταντινίδη

Είναι τα λυπημένα Χριστούγεννα 1987
είναι τα χαρούμενα Χριστούγεννα 1987
ναι, τα χαρούμενα Χριστούγεννα 1987!
σκέπτομαι τόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα…
Α! ναι είναι πάρα πολλά.
Πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε
ο Διονύσιος Σολωμός
πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε
ο Νίκος Εγγονόπουλος
πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε
ο Μπουζιάνης
πόσα ο Σκλάβος
πόσα ο Καρυωτάκης
πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα
πέρασε ο Σκαλκώτας
πόσα
πόσα
Δυστυχισμένα Χριστούγεννα Ποιητών.

ΣΤΟ ΒΑΠΟΡΙ

Ο αδύνατος ευγενικός κύριος
με το βυσσινί πόδι
φαίνεται πολύ ευτυχισμένος
αντίθετα με το κοριτσάκι
που κλαίει διαρκώς
γιατί η μαμά του δεν του αγοράζει
το μικρό ανεμιστηράκι
κι εγώ πελιδνός ποιητής
«πράσινος ήλιος
τα δέντρα καίνε»
κάποτε θα περπατήσω
επί των υδάτων
όπως ο Ιησούς Χριστός.
Όμως επί του παρόντος
είμαι πολύ κουρασμένος
και σας Χαιρετώ
πέρα-για-πέρα
όπως ο Καραγκιόζης.

ΕΝΑΣΤΡΗ

Έναστρη
εσύ στη μίαν άκρη
εγώ στην άλλη
της αφιλόξενης
αυτής
γης
θυμάσαι
τρέχαμε
το φθινόπωρο
μες στη βροχή
στους υπαίθριους
συνοικιακούς
κινηματογράφους
ύστερα καθόμαστε
στα μαρμάρινα σκαλοπάτια
κάποιων σπιτιών
θυμάσαι
έναστρη
εκείνη τη βροχή
εγώ στη μία τώρα
εσύ στην άλλη άκρη
της αφιλόξενης
αυτής
γης.

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

Δεν είναι καλοκαίρι
δεν είναι άνοιξη
είναι χειμώνας
περνάν τα χρόνια
περνούν οι εποχές
κι αυτή η καρδιά
ώς πότε θ’ αντέξει;
σήμερα είδα έναν άνθρωπο
φώναζε
στριφογύριζε μ’ ορμή
το σακάκι του
και φώναζε
για το Διάβολο
και το Θεό
κι εγώ με το μπερέ
και το κόκκινο κασκόλ
ξεχνάω
ολοένα ξεχνάω
σε λίγο θα ξεχάσω
και ποιός είμαι
και τότε…

.

ΕΚΤΟΤΕ (1996)

Ο ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ

μνήμη Άρη Κωνσταντινίδη

Βάδιζα κατά μήκος της ακτής
μια βαριά συννεφιά σκέπαζε τον ουρανό
τα κύματα γκρίζα κι ανατριχιαστικά
κύματα γκρίζα σκάζαν στην παραλία
μια δύναμη μ’ έσπρωχνε να κάνω στροφή
ν’ αρχίσω να περπατάω πάνω στα κύματα
μαύρες γάτες περπατούσαν πάνω στα γκρίζα κύματα

και η ψυχή μου ήταν νεκρή.

Όμως ξαφνικά ένας ήλιος έσκισε τα σύννεφα.
η θάλασσα έγινε πάλι γαλάζια
ζωντάνεψε πάλι η ψυχή μου

κι εξακολούθησα τον περίπατό μου.

ΙΟΥΛΙΟΣ 1990

—Ε, Μάρκο Πόλο
μου φώναζε τότε ο «Χριστός»
άδεια η Φωκίωνος Νέγρη
μονάχα εμείς οι δύο
είχαμε μείνει
και τα σκυλιά.

ΠΟΝΟΣ ΚΑΙ ΤΡΟΜΟΣ

στον Αλέκο Φασιανό

Πόνος
και πάλι πόνος
τρόμος
και πάλι τρόμος
στο άδικο σώμα
στην άδικη ψυχή
από ένα έρημο ξενοδοχείο
έφυγε ξαφνικά
χάθηκε η μητέρα
σ’ ένα μακρύ τούνελ
χάθηκε ο πατέρας
κι έρημη
πλανιέται
από πόνο
σε πόνο
από τρόμο
σε τρόμο
η άδικη ψυχή.

Η ΜΗΤΕΡΑ

Έψαχνα να βρω το σπίτι μου. Οι δρόμοι ήταν
γεμάτοι ερείπια· μοναχά τοίχους πεσμένους και
πέτρες έβλεπες· κι ούτε ένας άνθρωπος δεν φαινόταν.
Και τότε φάνηκε η άρρωστη μητέρα.
Ποτέ δεν ήταν τόσο καλά, γεμάτη ενέργεια και δύναμη,
με πήρε απ’ το χέρι και βρεθήκαμε σ’ ένα
συμπαθητικό δωμάτιο, το σπίτι μας.
Εγώ έκλαιγα, έκλαιγα γοερά…
Κι αυτή: Μη κλαις, ο καθένας μας με τη σειρά του.

ΓΙΑ ΤΟΝ ΝΙΚΟ ΚΑΡΟΥΖΟ

Καημένε Νίκο
τί ζωή ήταν κι αυτή
κατατρεγμένος από τους Κατσιμπαλήδες
οι πλούσιοι φτύναν πάνω στη φτώχεια σου
όμως εσύ καλά έκανες
έπινες τα ουζάκια σου
κι όλους αυτούς τους μούντζωνες
και πριν να φύγεις
πρόφτασες κι αρπάχτηκες
από ένα κάτασπρο σύννεφο
από ψηλά τώρα από το σύννεφο αυτό
κοιτάζεις
την αθανασία σου.

ΣΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΜΕ ΤΙΣ ΛΙΡΕΣ

Στο καφενείο
έρχεται ο χοντρός νονός μου με τις λίρες
Ούτε μία δεν είναι για σένα, λέει
γιατί δεν έγινες ο βαφτιστικός μου που περίμενα.
Τότε λέω κι εγώ στο γκαρσόνι, πλάι μου
– Φέρε μου ένα φλιτζάνι με μελάνι.

ΔΑΙΜΟΝΟΛΟΓΙΟ

Δαίμονες και Δαιμόνισσες
δαιμονίζονται στην ακτή
χαριεντίζονται μεταξύ τους
ετοιμάζουν τα νέα δαιμονάκια
που θα βασιλέψουν
σ’ αυτή τη γη
που είναι πια δική τους

Μακριά στον ορίζοντα
σε μια κόκκινη θάλασσα
μέσα σε ψεύτικους καπνούς
βυθίζεται ένα καράβι.

ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

Στο σπίτι του πεθαμένου ποιητή
είναι κολλημένες φωτογραφίες
άλλων νεκρών ποιητών
που όταν ήταν ζωντανοί
αστειεύονταν
ή τσακωνόντουσαν
με τον πεθαμένο

Τώρα μένουν ακίνητοι
κολλημένοι στους τοίχους
και μόνο ο νεκρός ποιητής
στριφογυρίζει στο κρεβάτι του
απελπισμένος.

Η ΑΥΤΟΧΕΙΡ

μνήμη Λ. Ι.

Συνάντησα την αυτόχειρα σ’ ένα μικρό καφενεδάκι.
Ήταν ήρεμη, ούτε χαρούμενη, ούτε λυπημένη.
Κάτι φευγαλέα είπαμε για την πράξη της
κι αποχαιρετιστήκαμε

Καθώς έφευγα το γκαρσόνι πλησίαζε το τραπέζι της
φέρνοντας
ένα μεγάλο λουκούμι πάνω σε μιαν οδοντογλυφίδα.

ΚΑΠΝΟΣ Ή ΓΑΤΑ

Καπνός ήταν
ή γάτα;
όταν αυτός κατρακύλησε
τα σκαλοπάτια
βλέποντας
καπνό ή γάτα
κύλησε
στο τελευταίο σκαλί
κι ήτανε πιά νεκρός.

Η ΔΥΣΚΟΛΗ ΔΕΥΤΕΡΑ

Πέρασε κι αυτό το δύσκολο πρωινό
της Δευτέρας
σπάσανε τα γυαλιά μου
έσπασε το χέρι μου
— Σκέτη δυστυχία — είσαι!
(είπε κάποιος)
Εγώ όμως αγόρασα άσπρα
λουλούδια
κάθισα στην πολυθρόνα μου
κι άρχισα να γελάω σαν τρελός.

.

ΑΝΑΠΟΔΑ ΓΥΡΙΣΑΝ ΤΑ ΡΟΛΟΓΙΑ (1998)

ΤΑ ΝΑΥΑΓΙΑ

Μακριά στον ορίζοντα γίνεται
ένα ναυάγιο· είναι πολύ μακριά
και δεν γνωρίζουμε τους πνιγμένους,
τους φίλους και τους συγγενείς που
τους θρηνούν.
Αλλά κι εδώ κοντά γίνεται ένα άλλο
ναυάγιο, κι αλίμονο, ξέρουμε
τους πνιγμένους, καθώς και τους
φίλους και τους συγγενείς που τους θρηνούν.

Η ΕΙΣΒΟΛΗ ΤΗΣ ΜΑΥΡΗΣ ΠΕΤΑΛΟΥΔΑΣ ΤΟΥ ΠΟΡΟΥ

Κάθε χρόνο
κατά το μήνα Αύγουστο
εισβάλλει στο προαύλιο
του Μοναστηριού του Πόρου
η μαύρη πεταλούδα του Μοναστηριού
πετάει από πέτρα σε πέτρα
τα παιδιά προσπαθούν
να την πιάσουν
αλλά δεν το κατορθώνουν
είναι η Άγια-Πεταλούδα
του Μοναστηριού του Πόρου
πετάει από πέτρα σε πέτρα
μόνο για λίγες μέρες
κι ύστερα χάνεται
για να ξαναεμφανιστεί
πάλι τον άλλο Αύγουστο
η Άγια μαύρη-Πεταλούδα
του Μοναστηριού του Πόρου…

Η ΠΑΛΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ

Με ζητούν στο τηλέφωνο
μ’ έχουν τρελάνει απ’ το πρωί
θέλουν να μου μιλήσουν
για το καταραμένο απόγευμα.
—Μα αυτό είναι παλιά ιστορία,
τους λέω,
δεν εννοούν να σταματήσουν.
—Ναι, για την παλιά ιστορία
για το καταραμένο απόγευμα.
Έχουν τρελάνει τ’ αυτιά μου
πάλι χτυπάει το τηλέφωνο
θέλω να σταματήσουν

πάλι χτυπάει το τηλέφωνο
για το καταραμένο απόγευμα
για την παλιά ιστορία…

Ο ΜΑΥΡΟΣ ΚΟΚΚΟΡΑΣ

Γέλασε
ο μαύρος κόκορας
όταν του είπαν
πως θα τον σφάξουν
όταν όμως ήρθε η ώρα
η κακή του ώρα
έκλαψε ο μαύρος κόκορας
έκλαψε ο μαύρος κόκορας

Ο ΓΑΜΟΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΓΙΝΕ

Ο θλιβερός γάμος που δεν έγινε
αναποδογύρισαν τα βάζα
σπάσαν τα λουλούδια
τα στέφανα πήραν φωτιά
και τα πετροβολήσαν με κουφέτα.

Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Καθώς γύριζα σπίτι μου χτες τα μεσάνυχτα
συναντήθηκα με τον Διάβολο.
—Πώς από εδώ; τον ρώτησα.
—Έχω να πάρω δύο τρεις ψυχές
κάπου κοντά, μου απάντησε.
Και καθώς διάκρινε μιαν ακαθόριστη
έκφραση στο πρόσωπό μου…
—Μην ανησυχείς, δεν ήρθε ακόμα
η σειρά σου, έχεις ακόμα καιρό
για να ταλαιπωρηθείς πάνω
σ’ αυτή την απαίσια γη.
Και λέγοντας αυτά εξαφανίστηκε.

Τώρα, δεν ξέρω αν πρέπει να χαρώ
ή να λυπηθώ με τα λόγια του.

Τ’ ΑΠΕΛΠΙΣΜΕΝΑ ΡΟΛΟΓΙΑ

Δείχνουν 5 ή ώρα
δείχνουν 7 και μισή
δείχνουν 8
δείχνουν 10
δείχνουν 6 και μισή
δείχνουν 17
δείχνουν 4 και μισή
δείχνουν 17 και μισή
δείχνουν 3 τρεις
δείχνουν 1 μία
δείχνουν 6
δείχνουν ΘΑΝΑΤΟ.

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ

Έψαχνα να βρω το σπίτι μου… Γύρω
πέφταν μεγάλα αγκωνάρια από τους
τοίχους των άλλων σπιτιών που γκρεμίζονταν
και είναι θαύμα πώς δεν πέφταν πάνω μου.
Προχωρούσα λοιπόν μέσα στο βουητό και το κακό,
και να, ξαφνικά βρέθηκα
μπροστά στο σπίτι μου, που ήταν ακόμη
όρθιο.
Στάθηκα λοιπόν στην εξώπορτα και
καθώς προχώρησα προς τη μεγάλη
πόρτα του σαλονιού, είδα τον Χ ρ ι σ τα ό,
μ έ σ α σ ε λ ά μ ψ η, με τα χέρια απλωμένα
στα πλάγια να με κοιτάζει αυστηρά.
Ανατρίχιασα, κοπήκαν τα πόδια μου,
έγειρα και έπεσα κάτω λιπόθυμος.

ΤΟ ΑΣΠΡΟ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙ

στον Γιώργο Στενό

Σήμερα ήρθε και κάθισε στο περβάζι
του παραθύρου μου
ένα άσπρο περιστέρι.
Τι γυρεύεις εδώ, του είπα,
μήπως σου δώσαν λάθος διεύθυνση;
Καθόλου, μου απάντησε, τι νομίζεις
το περβάζι σου είναι μόνο
για μαύρα πουλιά;
Έκανε δύο τρεις βόλτες πάνω κάτω,
άφησε μια κουτσουλιά και πέταξε,
αφήνοντάς με έκπληκτο!

Η ΑΓΡΥΠΝΙΑ

Όλοι κοιμούνται
κι εγώ ξαγρυπνώ
περνώ σε χρυσή κλωστή
ασημένια φεγγάρια
και περιμένω να ξημερώσει
για να γεννηθεί
ένας νέος θεός
μες στην καρδιά μου
την παγωμένη
από άγρια φαντάσματα
και τη μαύρη πίκρα.

ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ «Η ΕΛΠΙΣ»

Λίγο μακριά από την Αθήνα είναι το
Ξενοδοχείο «Η Ελπίς». Κάθε βράδυ
σ’ αυτό το Ξενοδοχείο, τα μεσάνυχτα,
κλαίνε δύο φαντάσματα. Αυτή η κακοτυχία
απελπίζει τον ξενοδόχο, γιατί καταλαβαίνετε
ότι αυτό που συμβαίνει απομακρύνει
την πελατεία και είναι θαύμα πώς
μένει το Ξενοδοχείο ακόμη ανοιχτό.
Τί αγιασμούς αλλά και τί ξόρκια ακόμα
έχει κάνει ο ιδιοκτήτης,
αλλά ΤΙΠΟΤΕ.
Κάθε βράδυ στις 12 τα μεσάνυχτα
αρχίζει το σπαραχτικό κλάμα
των δύο φαντασμάτων.

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΑΝΘΟΥΛΑΣ ΔΑΝΙΗΛ

FREAR.GR 19/1/2015

Ποιήματα (1945-1998)

Η νέα έκδοση των ποιημάτων του Μίλτου Σαχτούρη, Ποιήματα (1945-1998), από τις εκδόσεις Κέδρος, είναι πλέον γεγονός. Πενήντα ετών δημιουργία συγκεντρωμένη όλη σε ένα σώμα. Η έκδοση δεν έχει κανένα συνοδευτικό προλογικό, εισαγωγικό ή άλλο σημείωμα. Είναι εύχρηστη με το σκληρό της εξώφυλλο, λιτή και διακοσμημένη με πουλιά, ζώα, ψάρια, φεγγάρια, κεραυνοφόρα, τεθλασμένα τόξα κατευθυνόμενα άλλα προς τα πάνω και άλλα προς τα κάτω, σαν να προειδοποιούν για τον κίνδυνο που ελλοχεύει σε στεριά, ουρανό και θάλασσα. Μια μικρή περίληψη της εικαστικής εκδοχής της ποίησής του, όπως ο ίδιος την εμπνεύστηκε, κάπως σαν αποχρωματισμένος ή αποκαρδιωμένος Χουάν Μιρό.

Ο Σαχτούρης (1919 –2005), γόνος επιφανούς υδραίικης οικογένειας, δισεγγονός του Γιώργη Σαχτούρη του αγωνιστή του ’21, γιος του δικαστικού και νομικού συμβούλου του κράτους Δημητρίου Σαχτούρη, γεννήθηκε στην Αθήνα και φοίτησε στη Νομική, χωρίς να αποπερατώσει τις σπουδές του. Το 1937 πέθανε ο πατέρας του, που όπως είναι φυσικό, τον είχε παροτρύνει να σπουδάσει Νομικά. Το 1939, όμως, σαν τον μπουρλοτιέρη προπάππο του, σε μια κρίση, ανάμεσα στο διάβασμα για το πτυχίο και τη συγγραφή της Λησμονημένης έβαλε φωτιά στα βιβλία και εγκατέλειψε τη Σχολή. Η μεγάλη επανάσταση του δισεγγονού ήταν να ασχοληθεί με μια άλλη επαναστατική πράξη, την Ποίηση. Το 1943 γνώρισε τον Οδυσσέα Ελύτη που και εκείνος είχε κάνει ακριβώς το ίδιο. Ο Ελύτης που στα Ανοιχτά Χαρτιά (σ. 300) τον κατατάσσει στους «πιο σημαντικούς» του «ανανεωμένου επιτελείου» των Νέων Γραμμάτων, συνδέθηκε φιλικά μαζί του, καθώς και ο Νίκος Εγγονόπουλος και ο Ανδρέας Εμπειρίκος. Ήταν ο υπερρεαλισμός που τους έδενε. Ο Ελύτης, μάλιστα, τον παρότρυνε να παρουσιάσει ποιήματά του στο περιοδικό Τα Νέα Γράμματα, πράγμα που έγινε το 1944. Ένα χρόνο μετά κυκλοφόρησε την πρώτη του συλλογή, τη Λησμονημένη, που ανοίγει και τον τόμο των σημερινών Απάντων του. Η «Λησμονημένη», σύμφωνα με τη δική του μαρτυρία, είναι μια γυναίκα, την οποία θα βρούμε σε όλα του τα ποιήματα μέχρι τα Εκτοπλάσματα. Ακολούθησαν άλλες συλλογές και το 1952 φτάνει η ώρα της καλύτερης απ’ όλες, Με το πρόσωπο στον τοίχο, η οποία, παραδόξως, δεν έτυχε καλής κριτικής. Αντιμετωπίστηκε με χλευασμό, τακτική που χρησιμοποιήθηκε και εναντίον του Εγγονόπουλου. Η συλλογή πούλησε μόνο πέντε αντίτυπα. Τα αρνητικά και χλευαστικά σχόλια υπέγραφαν γνωστοί κριτικοί, οι οποίοι ήταν τελείως ανενημέρωτοι και ανίκανοι να νιώσουν μια ποίηση τόσο έξω από το παραδοσιακό ποιητικό ρεύμα, τον υπερρεαλισμό, με το οποίο δεν ήταν καθόλου εξοικειωμένοι, ένα κίνημα τόσο επαναστατικό, στον οποίο είχαν προσχωρήσει και ο Σαχτούρης και ο Εγγονόπουλος (αν και ο Εγγονόπουλος έλεγε ότι δεν προσχώρησε ποτέ στον υπερρεαλισμό. Τον υπερρεαλισμό τον είχε μέσα του από πάντα), και από το οποίο απουσίαζε η πολυθρύλητη «νοηματική αλληλουχία» που ήταν συνηθισμένοι να ψάχνουν να την βρουν. Ό,τι δεν τους ταίριαζε ήταν απορριπτέο. Όπως χαρακτηριστικά γράφει για τον Καρούζο: «Καημένε Νίκο/ τι ζωή κι αυτή / κατατρεγμένος από τους Κατσιμπαλήδες». Όμως, όταν ωρίμασαν τα πράγματα και εμφανίστηκαν νέοι κριτικοί στο χώρο, το έργο του, όχι μόνο αναγνωρίστηκε αλλά και βραβεύτηκε με το Α΄ Βραβείο Νέοι Ευρωπαίοι Ποιητές από την ιταλική ραδιοφωνία και τηλεόραση για την συλλογή του Όταν σας μιλώ (1956), με το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή του Τα Στίγματα (1962) και με το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης για το έργο του Εκτοπλάσματα (1987). Τελευταία του εμφάνιση ήταν η συλλογή Ανάποδα γυρίσαν τα ρολόγια (1998).

Ο Σαχτούρης δεν εργάστηκε, όπως δεν εργάστηκε και ο Σολωμός και ο Ελύτης και άλλοι. Όμως αντιμετώπισε οικονομικά προβλήματα. Γι’ αυτό και αναγκάστηκε να ξεπουλήσει την οικογενειακή περιουσία, κρατώντας μόνο δυο απλά συναισθηματικής αξίας ενθύμια. Ο γνήσιος ποιητής πρέπει να βρει το «μηχανάκι» του, είχε πει σε μια συνέντευξή του στον Στάθη Τσαγκαρουσιάνο. Και πράγματι το «μηχανάκι» τού έδινε τη δύναμη να κάνει πτήσεις, να σφίγγει τα λουριά του, να καρφώνει σταυρούς, να βλέπει τα πράγματα να αιωρούνται, να μπορεί να κόβει το κεφάλι του, να το πετάει στο ποτάμι και να το ξαναβάζει, να κυκλοφορεί με «πράσινο εξαγωνομετρικό κεφάλι ποιητή». Με ένα τέτοιο κεφάλι φυσικό ήταν να βλέπει «ονείρατα γυρτός, ξυπνητός και κοιμιστός», όπως θα έλεγε και ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου. Και αυτό επιβεβαιώνεται από δύο περιστατικά. Το ένα που βλέπει ξυπνητός είναι η Λυν ή αλλιώς Lynne, σερβιτόρα στο μπαρ της παραλίας του Πόρου: ξαφνικά, «έκλεισε το μπαρ /βλέπω όνειρα φριχτά… Αν δεν βρει αλλού δουλειά/ η Lynne/ θα γυρίσει πίσω… Lynne, Lynne,/πώς έτσι αναποδογύρισε ο κόσμος/ Πόρος, θερρμοκρασία 43° κάτι το πρωτοφανές! /και τότε καληνύχτα σας».

Το άλλο είναι η «συνάντησή» του με τον Ανδρέα Εμπειρίκο, πάλι στον Πόρο:
«Και να που φάνηκε ο Ανδρέας Εμπειρίκος στον / στον Πόρο /τα δάχτυλά του κίτρινα καμένα απ’ τα τσιγάρα/ τσιγάρα να καίνε σαν κεριά/ γύρω γύρω στα τραπέζια / τσιγάρα πάνω στις καρέκλες / τσιγάρα παντού/ κι άγρια κόκκινα ποδήλατα να περπατάνε./ Ωραίος σαν αετός ο Εμπειρίκος / τα μάτια του να καίνε./ –Πώς από τον Πόρο, Ανδρέα;/ εσύ πάντα πήγαινες στην Άνδρο./ – Κι εσύ Μίλτο, έπρεπε να ήσουνα/ στην Ύδρα, γιατί στον Πόρο;/ Και τότε έσκασε εκείνο το ωραίο / το φοβερό γέλιο του· /πετάχτηκαν τρομαγμένα τα σπουργίτια / ένα σύννεφο σπουργίτια / πέρα απ’ το θάνατό του».

Και φυσικά η ιστορία είναι αληθινή. Ο Σαχτούρης βρέθηκε στον Πόρο. Μπήκε σε ένα κατάστημα να ψωνίσει κάτι και η πωλήτρια, μια σεβαστή κυρία, του είπε: «Γεια σας, κύριε Εμπειρίκο. Πώς από τον Πόρο;». Και ο Σαχτούρης αφηγείται: «Τα ’χασα και βγαίνοντας σ’ ένα πεζούλι ζαλισμένος κάθισα. Έγινε ή το φαντάστηκα; Κι όμως με είπε κυρ Αντρέα και Εμπειρίκο. Εκείνος από την Άνδρο κι εγώ από την Ύδρα, τι δουλειά έχουμε στον Πόρο; σκέφτηκα. Και ο Εμπειρίκος να ’ναι δέκα χρόνια πεθαμένος… Και την ώρα εκείνη πέρασε από μπροστά μου ένα σμάρι από σπουργίτια και ‘πολύχρωμα ποδήλατα να περπατάνε’. Έτσι πήγα κι έγραψα το ποίημα που φέρει τ’ όνομά του»1.

Όμως και στην Κυψέλη, όπου πέρασε όλη του τη ζωή, είχε μια πολύ σπουδαία συνάντηση, όταν στην καλοκαιρινή ερημιά της πολύβουης γειτονιάς συνάντησε Εκείνον : – Έ, Μάρκο Πόλο/ μου φώναξε τότε «ο Χριστός» /άδεια η Φωκίωνος Νέγρη /μονάχα εμείς οι δύο /είχαμε μείνει/ και τα σκυλιά («Ιούλιος 1990»). Σε μια τέτοια μοναξιά θα πρέπει να βίωσε σα φωτοστέφανο την αύρα που αποτύπωσε στους στίχους: είδα τον Ποιητή ολομόναχο/ και γύρω του να λάμπει το κενό(«το ποντίκι»).

Ωστόσο, «το κενό υπάρχει όσο δεν πέφτεις μέσα του», λέει ο Ελύτης. Και ο Σαχτούρης γέμισε το δικό του, με τον Χριστό και τους πεθαμένους φίλους, με τους αγαπημένους στα κάδρα, στον τοίχο, στους στίχους, στη σκέψη και στην καρδιά. Η νέα έκδοση, δέκα χρόνια μετά την εκδημία του, μας φέρνει το σώμα και το αίμα και το πνεύμα του στα χέρια μας, Μας φέρνει μήνυμα σαν το «άσπρο περιστέρι» που πήγε και κάθισε στο περβάζι του παραθύρου του. Μας κάνει νεύμα να τον ξαναδιαβάσουμε.

.

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

Το Βήμα/ Βιβλία 26/10/2014

Μίλτος Σαχτούρης: Ο υπερρεαλιστής του μεταπολέμου

Η συγκέντρωση για πρώτη φορά όλων των ποιημάτων του Μίλτου Σαχτούρη (1919-2005) σε έναν λιτά επιμελημένο τόμο επιβεβαιώνει την εικόνα του ως ενός από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς και όχι μόνον αυτής. Ξεφυλλίζοντας την καινούργια έκδοση, εύκολα διακρίνουμε τα στοιχεία που χωρίζουν τις συνθέσεις της ηλικιακής του ωριμότητας από το παλαιότερο έργο του, διαμορφωμένο κατά τη διάρκεια των τριών πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών: από τη Λησμονημένη (1945) ως και Το σκεύος (1971). Από τα 29 ως και τα 52 του χρόνια ο ποιητής θα κινηθεί ανάμεσα στις συμπληγάδες που επιφύλαξε η Ιστορία στην εποχή του, εγγράφοντας την αιματηρή της πραγματικότητα σε μιαν ευθύς εξαρχής τεθλασμένη γραμμή. Ως υπερρεαλιστής του μεταπολέμου, ο Σαχτούρης θα αποφύγει τα γλωσσικά παιχνίδια και τις μυστικιστικές τάσεις των προκατόχων του, πιάνοντας από πολύ νωρίς επαφή με τον δραματικό λόγο του εξπρεσιονισμού. Το χρώμα και οι καθαρές μεταφορές που χρησιμοποίησαν εν εκτάσει οι εξπρεσιονιστές, λίγο προτού αναλάβει δράση ο υπερρεαλισμός, σε συνδυασμό με το εικαστικό άνοιγμα το οποίο επιχείρησαν ζωγράφοι όπως ο Καντίνσκι, ο Κλέε, ο Βαν Γκογκ και ο Μουνκ, θα γίνουν το έδαφος επί του οποίου θα θεμελιώσει ο Σαχτούρης το δραματουργικό και το ηθικό ποιητικό του σύστημα.
Με τα χρώματα και τις ισχυρές μεταφορές (μεταφορές που θα σβήσουν αμέσως και το τελευταίο ρεαλιστικό τους ίχνος), ο ποιητής θα σκηνοθετήσει υποβλητικά τα πρόσωπά του, βυθίζοντάς τα στο παράλογο και στην παράνοια. Η ένταση των μεταφορών και η έξαρση των χρωμάτων, που θυμίζουν την αδιαφοροποίητη, συμπαγή πυκνότητα της μπογιάς, θα αποκαλύψουν έναν παρά φύσιν κόσμο: τον κόσμο που θα προέλθει από το μακελειό του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και του Εμφυλίου, έναν κόσμο για τον οποίο το μόνο που μπορεί να κάνει η ποίηση είναι να τον διορθώσει επί τα χείρω.
Φτάνοντας σε προχωρημένη ηλικία, ο Σαχτούρης θα απομακρυνθεί εμφανώς από το κλίμα της νιότης και της πρώτης του ωριμότητας. Τα βιβλία που θα κυκλοφορήσουν μετά την πτώση της δικτατορίας, από τα Χρωμοτραύματα (1980) μέχρι και το Ανάποδα γυρίσαν τα ρολόγια (1998), μοιάζουν με ένα είδος αποχαιρετισμού στο ποιητικό παρελθόν, με μιαν απότιση φόρου τιμής σε όσα προηγήθηκαν και δεν πρόκειται πλέον να επαναληφθούν. Ο Σαχτούρης θα παρακολουθήσει τώρα εξ αποστάσεως τον αλλοτινό εαυτό του, επιβάλλοντας στην αρχιτεκτονική του μια διπλή απογύμνωση: απογύμνωση τεχνοτροπίας, αλλά και απογύμνωση από κάθε έννοια του συλλογικού, που θα οδηγήσει έτσι σε μιαν αδρά εκπεφρασμένη ατομικότητα. Περιστέλλοντας δραστικά την εξπρεσιονιστική λειτουργία των εικόνων του, ο ποιητής θα αποσπάσει τους ήρωές του από το πλαίσιο του υπερβατικού και του παραλόγου, για να τους ρίξει σε ένα πολύ πιο χειροπιαστό περιβάλλον. Οι παράταιρες, αν όχι και εκτρωματικές, μορφές της ανατρεπτικής μυθολογίας των νεανικών του ποιημάτων, βασισμένες στη λειτουργία της αλληγορίας και του συμβόλου, θα αντικατασταθούν εδώ από ένα τοπίο ενθύμησης και εξομολόγησης. Οι κόκκινες ρόδες, τα άσπρα κορίτσια και τα μαύρα φαντάσματα, που θα κυριαρχήσουν ως το Σκεύος στην εικονοποιία του, θα μετατραπούν σε απτές, μετά βίας μεταφορικές οντότητες: μια σκοτεινή γωνιά που ατενίζει το κενό, ένα θανατερό φάσμα που ταυτίζεται με μιαν ασπροντυμένη κοπέλα, μια ομάδα από πιτσιρικάδες που φορούν τα κουρέλια τους σαν ακριβά κοστούμια, αλλά κι ένας όγκος από γκρίζα κύματα που καταπίνουν τις ανήμπορες και αβοήθητες ψυχές ή μια σειρά από καταραμένα απογεύματα που καταλήγουν σε συναντήσεις με τον Διάβολο.
Τοποθετημένο σε μια τέτοια τροχιά, το παρελθόν μπορεί να μην απορριφθεί και να μη διαγραφεί εξ ολοκλήρου (ενδεχομένως κατά τόπους να επανέλθει σε μιαν αποχρωματισμένη εκδοχή του), θα σπεύσει όμως να μετατραπεί σε αντικείμενο απολογισμού, ανακαλώντας ανθρώπινες φιγούρες οι οποίες στοίχειωσαν επί μεγάλο διάστημα την ποιητική συνείδηση: συνείδηση που τείνει σε αυτή τη φάση να συρρικνωθεί εν όψει ενός φανερά επερχόμενου τέλους. Ο Σαχτούρης της ώριμης ηλικίας θα μετατοπιστεί από τον πανικό τον οποίο προκάλεσε κάποτε στους πρωταγωνιστές του ο παραλογισμός της Ιστορίας σε ένα άλλο επίπεδο: στον τρόμο με τον οποίο θα τυλίξει τον ίδιο η αγωνία του βιολογικού θανάτου.
Και υπό αυτούς, όμως, τους όρους ο θάνατος δεν θα αποβάλει τη δύναμη και το δέος της επιβολής του, παραπέμποντας, έστω και διά της πλαγίου, στο σύμπαν του μεταπολεμικού Σαχτούρη. Εκεί όπου το θανατικό θα ενσκήψει με μορφή λαίλαπας στους αθηναϊκούς δρόμους. Εκεί όπου λουλούδια θα καταβροχθίσουν μέλισσες και γεράκια θα αφανίσουν σμήνη άλλων πουλιών. Εκεί όπου άνθρωποι, ζώα, φυτά και φυσικός ή κτιστός περίγυρος θα παραμορφωθούν και θα εξαρθρωθούν κατ’ επανάληψη, ανταλλάσσοντας με κινηματογραφική ταχύτητα ρόλους και ιδιότητες. Και όλα αυτά όχι για να κρύψουν την καθημερινή φρίκη, αλλά για να την ξεδιπλώσουν και να την αναπαραστήσουν με τον πιο ανατριχιαστικό τρόπο. Και ο ποιητής; Μα, εκείνος θα πεθάνει καγχάζοντας (κύριε, είσαστε νεκρός;) μαζί με όσα θα δει να χάνονται διαμιάς και διά παντός από μπροστά του, υποχρεωμένος καθώς θα είναι άλλοτε να ανέβει στους ουρανούς για να συναντήσει νεκρές γυναίκες και παιδιά, άλλοτε να ταξιδέψει σε πεθαμένα φεγγάρια και άλλοτε να ασπαστεί τα φαντάσματα των ποικιλοτρόπως αφανισμένων. Ο θάνατος των άλλων θα αποδειχθεί σίγουρα και δικός του θάνατος. Με μια διαφορά: ότι ο δικός του θάνατος θα γίνει το γλωσσικό όχημα για τον ηθικό έλεγχο του θανάτου των άλλων.
Ιστορία, μεταφορά, παράλογο: κανένα όριο δεν θα επιβάλει καμία προδιαγεγραμμένη τάξη και η μεταϋπερρεαλιστική φωνή του Σαχτούρη θα εξακοντιστεί χωρίς ούτε ένα ράγισμα ως τις ημέρες μας.

.

ΘΑΝΑΣΗΣ Θ. ΝΙΑΡΧΟΣ

Τα Νέα/Βιβλιοδρόμιο 4/10/2014

Ο ποιητής της οδού Μηθύμνης

Συγκεντρωτική έκδοση των τριακοσίων ποιημάτων τού δημιουργού του «Σκεύους» και των «Χρωμοτραυμάτων» κυκλοφόρησε ο Κέδρος. Ο εφιαλτικός κόσμος των ποιημάτων του μοιάζει, ίσως, με τον κόσμο του μέλλοντός μας.
Θα μπορούσε ποτέ ο Μίλτος Σαχτούρης να έχει πάρει το Νομπέλ; Αναμφισβήτητα ναι. Δεν υπολείπεται – κάθε άλλο – ποιητών που, όταν μάθαμε την απονομή σε αυτούς του βραβείου, αναρωτηθήκαμε ποιοι άραγε να είναι. Για να συμφωνήσουμε, μόλις διαβάσαμε τα ποιήματά τους, πόσο δίκαιη υπήρξε η απονομή και πόσο δίκαια γνωστοί και σεβαστοί ήταν στις πατρίδες τους, έστω κι αν εμείς τους αγνοούσαμε. Φαίνεται πως η Σουηδική Ακαδημία, εδώ και 114 χρόνια, έχει δημιουργήσει ένα επαρκέστατο δίκτυο πληροφοριοδοτών, ώστε φτάνει και περισσεύει ποιητές, πεζογράφοι και φιλόσοφοι που έχουν καταξιωθεί στην πατρίδα τους, έστω κι αν τους αγνοεί ο υπόλοιπος κόσμος, προκειμένου να τους εκλέξει για τη μεγάλη αυτή τιμή.

Με την προϋπόθεση βέβαια ότι κάποιες μεταφράσεις τους υπάρχουν. Διαφορετικά πώς θα γινόταν να απονεμηθεί το Νομπέλ στον τσεχοσλοβάκο ποιητή Γιαροσλάβ Σέιφερτ, στον Ισπανό Αλεχάιντρε Βιθέντε ή στον Ντέρεκ Ουόλκοτ που είχε γεννηθεί στη Σάντα Λουτσία, ένα νησιωτικό κράτος της Καραϊβικής; Το προβληματικό λοιπόν δεν θα ήταν να έχει απονεμηθεί το Νομπέλ στον Μίλτο Σαχτούρη, το προβληματικό θα ήταν τι θα γινόταν με τον ίδιο τον Σαχτούρη ενώ θα του είχε απονεμηθεί το Νομπέλ, αφού προϋπόθεση για την παραλαβή του είναι να ταξιδέψει ο τιμώμενος στη Σουηδία, να παραστεί στη σχετική εκδήλωση, να μιλήσει, να ευχαριστήσει τους βασιλείς κ.λπ.
Μια ελάχιστη διαδρομή χρειάστηκε να κάνει, όταν ζούσε, από το διαμέρισμά του που ήταν στην οδό Μηθύμνης στην Κυψέλη ώς την οδό Ιπποκράτους όπου βρίσκονταν τα γραφεία της εταιρείας που απένεμε το βραβείο Φίλιπ Μάθιους (το συνόδευε μάλιστα κι ένα σεβαστό χρηματικό ποσό, γεγονός κάθε άλλο παρά αμελητέο για τον δημιουργό τού «Με το πρόσωπο στον τοίχο») και χρειάστηκε να καταστρώσουμε ολόκληρο επιτελικό σχέδιο με τη φίλη Ολγα Σελλά προκειμένου να τον μεταφέρουμε στον χώρο της απονομής, όπου θα του καταβαλλόταν και η σχετική επιταγή. Τον ξεγελάσαμε κανονικότατα όσον αφορά τον χρόνο που θα έπρεπε να λείψει από το σπίτι του, σεβόμενοι όμως απολύτως την επιθυμία του να μην πει έστω και μια κουβέντα, είτε για να ευχαριστήσει είτε για να εξομολογηθεί.
Επανήλθαν ζωηρότατα όλες αυτές οι εικόνες αλλά και άλλες πολλές κρατώντας στα χέρια μας τη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του Μίλτου Σαχτούρη (όλα δηλαδή τα ποιητικά βιβλία – 14 τον αριθμό – που εξέδωσε από το 1945 έως το 1998), μια πραγματικά μνημειώδης έκδοση. Οχι μόνο γιατί μέσα σε 370 σελίδες, δίκην επισκεπτηρίου, έχουμε το «άπαν» ενός ποιητή. Ούτε γιατί ευκόλως υπολογίζουμε ότι του χρειάζονταν σχεδόν τέσσερα χρόνια για να γράψει ένα ποιητικό βιβλίο. Αν και γίνεται ακόμα πιο ανάγλυφος ο λογαριασμός σε περίπτωση που τον επιχειρήσουμε διαφορετικά: ο αριθμός των 300 ακριβώς ποιημάτων που περιλαμβάνονται στα δεκατέσσερα ποιητικά του βιβλία, που εξέδωσε μέσα σε πενήντα τρία χρόνια, σημαίνει ότι έγραφε έξι ποιήματα τον χρόνο. Ενα ποίημα κάθε δύο μήνες. Ενας ολιγογράφος δηλαδή ποιητής, με αποτέλεσμα να γίνεται ακόμα πιο εντυπωσιακή η θέση που έχει καταλάβει μέσα στο σώμα της νεοελληνικής ποίησης.
Κίτρινα αεροπλάνα
Μια θέση που θα ισχυροποιείται μέσα στο αναπόφευκτο πέρασμα του χρόνου, καθώς ο εφιαλτικός κόσμος που στοιχειώνει τα ποιήματά του, είτε γιατί είχε το χάρισμα της προφητείας είτε γιατί προβίωνε σε προσωπικό επίπεδο κάτι που επρόκειτο να συμβεί, φαίνεται πως θα είναι ο κόσμος του μέλλοντός μας. «Κίτρινα αερόπλοια ξάφνου γέμισαν τον ουρανό / άλλα μικρά κι άλλα μεγάλα / κίτρινοι σκελετοί κούναγαν τα χέρια / και ούρλιαζαν / όπως και κίτρινες κανάρες μεγάλες / πεταλούδες με πόδια μικρών παιδιών που / κρέμονταν / μαζί μ’ αστέρια κίτρινα που δεν τα γνώριζαν / και τα μισούσαν».
Αν η συγκεντρωτική έκδοση του Κέδρου μπορεί να θεωρηθεί υποδειγματική είναι και για έναν ακόμη λόγο: πρόκειται για μια έκδοση που περιλαμβάνει μόνο το σύνολο των ποιητικών βιβλίων του Μίλτου Σαχτούρη. Χωρίς προλόγους ή επιλόγους, παραπομπές ή ημερομηνίες και βιογραφικά στοιχεία, η έκδοση αυτή ορθώνεται ως μια σοβαρή, αυστηρή επιτύμβια στήλη που μεταβάλλει ακόμα και τις αναπόφευκτες ή απαραίτητες συμπληρωματικές πληροφορίες σε βάρος περιττό και άχρηστο. Σαν να υπογραμμίζει την ανάγκη ότι όποιος ενδιαφέρεται για τον Σαχτούρη επιβάλλεται να επικοινωνήσει κατευθείαν με το ίδιο του το έργο, χωρίς τα βοηθητικά δεκανίκια των ερμηνειών και των εξηγήσεων. Αν και είναι μια ποίηση που χρήζει τόσο ερμηνείας για τους ανευαίσθητους αναγνώστες, που υπάρχουν και αυτοί, όπως υπάρχουν και οι ευαίσθητοι. Οι οποίοι αναγνωρίζουν, μέσα στην κρυπτικότητα και την ασάφειά της, μια ποίηση λιτή, πεντακάθαρη, που εξηγεί η ίδια τον εαυτό της με έναν τρόπο συγκλονιστικό.
Οπως για παράδειγμα το ποίημα «Το ποντίκι», γραμμένο μέσα στη χούντα από τον «απολιτικό» Σαχτούρη: «Ο ένας να μιλάει για έναν Μάρτυρα / κι άλλος να απαντάει για έναν ποντικό / ο ένας να μιλάει για έναν Αγιο / κι ο άλλος να απαντάει για έναν σκύλο / και είναι τότε που μέσα στην μαυρίλα / είδα τον Ποιητή ολομόναχο / και γύρω του να λάμπει / το κενό».
Η αιμάτινη συνθήκη
Αν υπάρχει κάτι στην τέχνη, είτε πρόκειται για την ποίηση είτε για την πεζογραφία, τη ζωγραφική ή τη μουσική, το θέατρο ακόμη, που μετρά ιδιαίτερα είναι η ειλικρίνεια. Ολα μπορεί να συκοφαντηθούν ή να θεωρηθούν ύποπτα, να καταργηθούν ή να αντικατασταθούν ως αξίες αισθητικές, η ειλικρίνεια κάνει αισθητή την παρουσία της ακόμη κι αν γυρίσει ο κόσμος ανάποδα. Εχει σχέση με μια ιδιότυπη επιμονή, έτσι όπως μπορείς να αμφισβητήσεις σε έναν δημιουργό το βεληνεκές του ταλέντου του, σε καμιά όμως περίπτωση δεν μπορείς να αμφιβάλλεις για τον κόσμο του όταν συνεχίζει να τον καλλιεργεί, ενώ γύρω του όλα αλλάζουν. Εκφράζει θαυμάσια αυτή την αιμάτινη συνθήκη ο Μίλτος Σαχτούρης, καθώς για τις μονομανίες και τις ιδεοληψίες του κανείς δεν υπήρξε ποτέ που να τον κατηγορήσει ότι καλλιεργεί συνειδητά έναν «μύθο» γύρω από το άτομό του.
Ισως σε αμνημόνευτους για τον ίδιο καιρούς να είχε αναγνωρίσει πως, αφού το να γράφει ποιήματα ήταν το μόνο που τον ενδιέφερε, όφειλε να επιβάλει στον εαυτό του μια ισοβίως βασανιστική συνθήκη. Δεν είναι τυχαίος άλλωστε ο τίτλος ενός ποιητικού του βιβλίου που το είχε ονομάσει «Το σκεύος», χωρίς να μπορεί να διευκρινίσει κανείς αν εννοούσε τον εαυτό του ή οποιονδήποτε καλλιτέχνη αναγνωρίζει ως ύψιστη επιλογή τον περιορισμό του σε μια στενή λωρίδα γης. Ετσι ώστε αυθορμήτως να προκύψει το ιδιαίτερο, το ξεχωριστό που μπορεί να εκφράσει τους πάντες. Μια και στο βιβλίο αυτό υπάρχουν ποιήματα εμπνευσμένα ή αφιερωμένα στον Μότσαρτ, τον Ντίλαν Τόμας, τον Ισαάκ Μπράιτον.
Αν όμως ακόμα και η ποίηση δεν μπορεί να θεωρηθεί ένας αψευδής μάρτυρας, υπάρχει μια ακόμη πιο αδιάβλητη πηγή, όπως είναι το γράμμα που μπορεί να γράψει ένας καλλιτέχνης σε έναν φίλο του, επίσης καλλιτέχνη: 1962 και ο Σαχτούρης «επισημοποιεί» κατά κάποιον τρόπο τις εμμονές του στον ζωγράφο Αλέκο Φασιανό γράφοντάς του (το γράμμα μάς γίνεται σήμερα γνωστό για πρώτη φορά):
«Αθήνα, 26/2/62
Αγαπημένε μου Αλέξη, το γράμμα σου με βρήκε πάλι αδιάθετο, κρυωμένο μέσα σ’ έναν Φεβρουάριο συνεχώς γκρίζο, συννεφιασμένο και με κρύο που ασφαλώς ζηλεύει το Παρίσι, αλλά με βρήκε με χαρά να φτιάχνω τις σελίδες (σελιδοποίηση στα χειρόγραφα φυσικά) του νέου μου βιβλίου, που πολύ αμφέβαλλα γι’ αυτό, αλλά τώρα που το βλέπω συγκροτημένο αρχίζει να μου αρέσει. Πάντως δεν ξέρω πότε θα πάρω την απόφαση και πώς θα βρω τα λεφτά για να το βάλω μπρος. Πολύ με συγκίνησες με αυτά που μου γράφεις για τον κακής μοίρας ποιητή Robert Desnos. Τα του τέλους του τού τραγικού τα ήξερα με κάθε λεπτομέρεια, γιατί κατά κόρον τα γράψανε οι εφημερίδες και τα περιοδικά μετά την απελευθέρωση. Πολύ λυπημένα πράγματα, να σκίζεται η καρδιά σου. (Μόνο σε τέτοιες περιπτώσεις θυμούνται οι εφημερίδες). Κατά τα άλλα κι εγώ είμαι λυπημένος, πολύ αναλογίζομαι τα περασμένα τον τελευταίο καιρό και είναι κακό σημάδι αυτό το πράγμα, γεγονότα που γίναν πριν οκτώ ή δεκαπέντε χρόνια που μου φαίνονται τόσο κοντινά και σκέφτομαι πώς πέρασαν τόσο γρήγορα τα χρόνια και μόνη παρηγοριά μου είναι πάντα η ποίηση, η ποίηση… τίποτε άλλο! Κοίταξε, Αλέξη, να κερδίσεις ό,τι μπορείς περισσότερο, άγρυπνα βλέποντας τα πράγματα που σ’ ενδιαφέρουν στο Παρίσι. Εχω ένα προαίσθημα πως πολύ θα βοηθήσουν το έργο σου ό,τι κι αν γίνει, κι αν πρόκειται να μείνεις εκεί ή να γυρίσεις πίσω, που στο βάθος δεν έχει καμιά διαφορά γιατί εσύ είσαι από τους λίγους γνήσιους και σπάνιους που, όπως λέει ένας μεγάλος ποιητής, κι αν ακόμα ζούσες μέσα σε φυλακή πάλι θα ‘βρισκες χίλια θαυμαστά πράγματα να κάνεις. Αυτή την ώρα που σου γράφω, οι φίλοι μας είναι στα εγκαίνια εκθέσεως του Αργυράκη, στην Ελληνο-Αμερικανική Ενωση. Εγώ θα πάω αύριο το πρωί, γιατί καθώς του είπα, φοβάμαι μην αποτελέσω θέμα μελλοντικού του σκίτσου, επισκέπτου κοσμικού σε εγκαίνια εκθέσεως. Γεια σου Αλέξη μου, Μίλτος».
Εσπασε το ψυγείο!
Οταν πεθαίνει ένας ποιητής, αλλά και όσο ζει, δεν μας ενδιαφέρει αν σπούδασε ή αν ταξίδεψε, αν κέρδισε χρήματα δουλεύοντας ή αν τον βοηθήσανε οι άλλοι να επιβιώσει, αν ήταν αρσενοκοίτης ή γυναικάς, αν υπήρξε φτωχός ή πλούσιος. Τι σημαίνει για το έργο τους αν οι περισσότεροι δεν ξέρουν σήμερα πώς ζήσανε, αφού δεν δουλέψανε σχεδόν ποτέ τους, ο Νίκος Καρούζος, ο Μιχάλης Κατσαρός, ο Μίλτος Σαχτούρης; Αφού ήταν αδιάφορη για τους ίδιους η οποιαδήποτε απολαβή, γιατί εμείς σώνει και καλά να πρέπει να χρεώνουμε ως δυστυχία στον Μίλτο Σαχτούρη το πνιγηρό τους καλοκαιρινούς μήνες διαμέρισμά του που δεν το δρόσιζε καν ένας ανεμιστήρας κι έβλεπε στον ακάλυπτο της πολυκατοικίας ή το ξεφτισμένο πλαστικό τραπεζομάντιλο στο τραπεζάκι που χρησιμοποιούσε ως γραφείο; Ή το υπόγειο του Νίκου Καρούζου σε έναν θορυβωδέστατο δρόμο της Αθήνας, ενώ είχε καταστρέψει με τα ίδια του τα χέρια το ηλεκτρικό ψυγείο που του είχε χαρίσει μια θαυμάστριά του όταν τσακώθηκε μαζί της, γιατί όπως ο ίδιος απαντούσε σε όποιον τον ρωτούσε, τον εμπόδιζε το ψυγείο να βλέπει την πραγματικότητα της ζωής.
«Να τα λέμε λοιπόν κι αυτά», όπως επαναλαμβάνει μόνιμα ως επωδό η βασική ηρωίδα στο θαυμάσιο έργο του Μπεναβέντε «Δημιουργηθέντα συμφέροντα». Γιατί να μας γίνεται ίνδαλμα ο Χριστός όταν ακούγεται να λέει «Μαρία, Μαρία ενός εστί χρεία» και να μην μας είναι ο Κατσαρός, ο Καρούζος, ο Σαχτούρης, αλλά και τόσοι άλλοι, που το υλοποιήσανε με τον πιο συγκλονιστικό τρόπο;

.

ΑΛΚΗΣΤΙΣ ΣΟΥΛΟΓΙΑΝΝΗ

www.bookpress.gr 19/12/2014

Σαχτούρης συγκεντρωμένος

Ο Κέδρος, από τη σχεδόν μυθική εποχή της Νανάς Καλιανέση μέχρι τη σύγχρονη εποχή της Κάτιας Λεμπέση και του Βαγγέλη Παπαθανασόπουλου, ενισχύει σταθερά και με συνέπεια την αγορά του πολιτισμού με εκδόσεις σημαντικές και προσδιοριστικές για την εξέλιξη των λογοτεχνικών (και όχι μόνον) πραγμάτων. Στο πλαίσιο αυτό ανήκει και η εντυπωσιακή έκδοση των ποιημάτων του Μίλτου Σαχτούρη (1919-2005) που περιλαμβάνει τις συλλογές: Η λησμονημένη (1945), Παραλογαίς (1948), Με το πρόσωπο στον τοίχο (1952), Όταν σας μιλώ (1956), Τα φάσματα ή Η χαρά στον άλλο δρόμο (1958), Ο περίπατος (1960), Τα στίγματα (1962), Σφραγίδα ή Η όγδοη σελήνη (1964), Το σκεύος (1971), Χρωμοτραύματα (1980), Εκτοπλάσματα (1986), Καταβύθιση (1990), Έκτοτε (1996), Ανάποδα γυρίσαν τα ρολόγια (1998).

Η έκδοση αυτή χαρτογραφεί ποικίλες λεπτομέρειες που προσδιορίζουν την ανάπτυξη ενός πρωτότυπου υπο-/κειμενικού σύμπαντος και τεκμηριώνει τη διαχρονική σημασία της ποιητικής παραγωγής του Μ. Σαχτούρη (ανεξάρτητα από τη γραμματολογική ένταξή του στην Πρώτη Μεταπολεμική Γενιά), καθώς αυτή η παραγωγή είναι σαφές σε απόλυτη έννοια ότι ανταποκρίνεται σταθερά στους όρους της σύγχρονης δημιουργικής πρόσληψης κατά την εξέλιξη του αντικειμενικού και κυρίως του πολιτισμικού χρόνου.

Με αυτή την προϋπόθεση έρχεται στην πολιτισμική επικαιρότητα και στο οριστικοποιημένο πλέον σύνολό της μια έντονη, θυελλώδης, εξωλογική ή υπερλογική υποκειμενική πραγματικότητα που παραβιάζει, ανατρέπει, αναδιατάσσει, παραμορφώνει τον αντικειμενικό ή εξωτερικό κόσμο.

Κυριαρχία μιας εσωτερικής βίας

Εδώ κυριαρχούν βία και αίμα (ακρωτηριασμένα σώματα, πεθαμένα μωρά, σφαγμένα πουλιά και ζώα, σπίτια σακατεμένα), πόνος στην ψυχή και στο σώμα, τρόμος, φρίκη, αγωνία, πίκρα, νοσταλγία και ελπίδες, κενό και χάος, μίσος και ηδονή, μοναξιά, παγωνιά, στάχτες, χειμώνας, βροχή, χιόνι, σύννεφα, αέρας. Οι νεκροί ζουν δίπλα στους ζωντανούς χωρίς να είναι πάντοτε σαφές ποιός είναι ο νεκρός και ποιός ο ζωντανός, ο έρωτας συνομιλεί με τον θάνατο (όπου εντάσσεται και η μορφή της αυτοχειρίας), ενίοτε ο θάνατος είναι ο ίδιος ο έρωτας. Ομόλογο είναι και το περιεχόμενο του χρόνου, καθώς συχνά τα ρολόγια «δείχνουν θάνατο».

Στη φορτισμένη αυτή ατμόσφαιρα ο εσωτερικός άνθρωπος διαγράφει τις διαδρομές του με οδηγούς τα όνειρα και τη φαντασία, μέσα στη μόνιμη σύγκρουση εσωτερικών και εξωτερικών τοπίων (όπου και η απαραίτητη Φωκίωνος Νέγρη), αντιμέτωπος με δαίμονες και με αγγέλους, ενίοτε κάτω από το βάρος της ακυρωμένης ύπαρξης και του απολεσθέντος προσωπικού περιβάλλοντος, αλλά πάντοτε με την προσφυγή σε ανοιχτούς ορίζοντες («πάντα θά ’χουμε ανάγκη από ουρανό»).

Οι διαπροσωπικές σχέσεις μετρούν την ένταση της διελκυστίνδας ανάμεσα στη ζωή και στον «δίχως ανάσταση» θάνατο, όπου εντοπίζεται η ιδιαίτερη αναφορά στη μητέρα («η μητέρα μου ολοένα κλαίει», «Έψαχνα να βρω το σπίτι μου. Οι δρόμοι ήταν/ γεμάτοι ερείπια…/ Και τότε φάνηκε η άρρωστη μητέρα./ Ποτέ δεν ήταν τόσο καλά, γεμάτη ενέργεια και δύναμη,/ με πήρε απ’ το χέρι…/ Εγώ έκλαιγα, έκλαιγα γοερά…/ Κι αυτή: Μη κλαις, ο καθένας μας με τη σειρά του»).

Στο πλαίσιο αυτό, ο καθρέφτης λειτουργεί ως όχημα για την αυτογνωσία και για τη γνώση του Άλλου, για την ελεύθερη διάβαση των ορίων ανάμεσα στον υποκειμενικό και στον εξωτερικό κόσμο, για την πρόσβαση στο περιεχόμενο του προσωπικού χωρόχρονου, για την υποκειμενική πρόσληψη της προσπελάσιμης όψης του εξωτερικού περιβάλλοντος.

Όλα αυτά τα δεδομένα ανιχνεύονται μέσα σε εσωτερικά τοπία που διατηρούν μόνιμη σύγκρουση με τα εξωτερικά αντίστοιχά τους, και συνθέτουν μια εκτενέστατη πινακοθήκη ποικίλων θεμάτων και χρωμάτων, όπως: κίτρινο φόρεμα, κίτρινα βεγγαλικά, κίτρινοι σκελετοί, πράσινος παπαγάλος, πράσινοι τοίχοι, πράσινα κεριά, κόκκινα νερά, κορδέλα κόκκινη, πύργος κατακόκκινος, κόκκινο σκαμνί, κόκκινο σύννεφο, έκθαμβο σπίτι άσπρο και κόκκινο, γαλανό παράθυρο, φως θαλασσί, άγρια λουλούδια βυσσινιά και γαλάζια, πορτοκαλί μεσοφόρι, ροζ ξεσκονόπανο, χλομά αρνιά, χρώμα βροχής («είναι άσπρο;/ πράσινο;/ ή μήπως είν’ γαλάζιο;»), γκρίζο σύννεφο με μαύρο δάχτυλο, μαύρα πηγάδια, μαύρες μάσκες, άλογο κατάμαυρο, μαύροι αγέρηδες, μαύρος ουρανός, μαύρο άστρο, μαύρος ήλιος, μαύρη πεταλούδα, μαύρος κόκορας που κλαίει πριν από τη σφαγή.

Λόγος παραστατικός κι εξπρεσσιονιστικός

Με τον τρόπο αυτόν οδηγούμαστε στον παραστατικό, εξπρεσσιονιστικό λόγο («παγωμένος» εξπρεσσιονισμός) του Μ. Σαχτούρη, όπως αποτυπώνεται σε ιδιαίτερης έντασης γραμματικές εικόνες ως αποτέλεσμα πρωτότυπου συνδυασμού σημαινομένων, και ενισχύεται με το φαινόμενο της μεταφοράς, π.χ.: «απ’ το πρωί χαίρομαι ένα φίδι τυλιγμένο στο λαιμό μου», «σηκώσανε ψηλά στριφογυρίζουνε μια χαραυγή», «κρέμασαν στον ώμο τους ένα γκρίζο σύννεφο», «Οι γιορτινές μέρες πυκνοκατοικημένες», «η δυστυχία είχε δόντια σιδερένια» και «Η δυστυχία απ’ έξω/ έγδερνε τις πόρτες», «κοιτάζουν…/ μια ζητιάνα που πουλάει τσουρέκια/ στον ουρανό», «η απάντηση/ έρχεται…/ … από μακρυά/ σαν αλυσοδεμένο φάντασμα/ και σα βαρύ άδειο καράβι», «Η γάτα ήρθε σα φωνή από έναν ορίζοντα φο-/βισμένο», «Ένα φύλλο έπεσε/ από το δέντρο/ το βράδυ/ κι άρχισε/ να πηδάει/ πάνω στο χώμα/ ουρλιάζοντας», «Χιόνι που πέφτει…/ σαν παγοπώλης του θανάτου/ ο Θεός», «αύριο θα βγει στους δρόμους και η βροχή/ απελπισμένη», «τα μάτια ανοίξανε σαν τάφοι», «ένα λυσσασμένο/ κόκκινο φεγγάρι/ ούρλιαζε δεμένο/ σα σφαγμένο βόδι», «Κρυμμένος/ μές στο θάνατό μου/ τραγουδώ», «ο πόνος/ σκύλος με σπασμένο πόδι/ μένει», «ατάραχος ο Θάνατος κάθεται/ στην καρέκλα του», «το πένθος άφωνο κοκάλωσε τριγύρω», «Ένας κρύος αγέρας φύσηξε μέσ’ απ’ τα πρόσωπα του Μεγάλου Καθρέφτη μου», «Άλογα περήφανα/ οι επιθυμίες μου/ γονάτισαν κάθισαν κάτω», «η πόλη όλη βάφτηκε στο σκοτάδι».

Επιπλέον, πρόκειται για λόγο παραβολικό (με θεματικό διεκπεραιωτή π.χ. έναν μαύρο κόρακα ή έναν λαμπερό ποντικό), αφοριστικό (π.χ. «Οι μέρες περνούν/ το χιόνι μένει»), με νεολογισμούς (π.χ.: αιματοσυκλοποδηλατιστής, ματοκλαδοσκοπιστής, μοτοσυλλεκταποδοχοπωλητής), με ρυθμό ελεύθερων στίχων και παρηχήσεων (π.. «ο χρόνος/ πάντοτε Κρόνος/ Κανίβαλος τρόμος»), αφηγηματικής ροής αλλά και παραδοσιακού ήχου (π.χ. «Φεγγάρι πεθαμένο μου/ για ξαναβγές και πάλι/ θέλω να δω το αίμα σου/ δεν έκαιγες λυχνάρι»). Προς την παράδοση προσβλέπει και ο τίτλος της συλλογής Παραλογαίς (ποιητικά κείμενα με αφηγηματική ροή και έντονο φανταστικό στοιχείο).

Η ποίηση του Μ. Σαχτούρη με άμεσο τρόπο και με απλά υλικά αποδίδει την πλέον συμπυκνωμένη σημασιολογική ένταση, π.χ.: «Η Κυρα-Λένη όλη μέρα τραγουδάει/ δεν το καταλαβαίνει ότι κλαίει».

Διακειμενικές αναφορές

Παράλληλα, προσφέρει ποικίλα τεκμήρια μεταγλωσσικότητας, ως αυτοαναφορικότητα της ποιητικής γραφής, ως αυτοδιακειμενικότητα (πολλαπλή αναφορά του Μ. Σαχτούρη σε δικά του ποιήματα κατά την εξέλιξη της δημιουργικής παραγωγής του), ως χρήση γλωσσικών στοιχείων στο πλαίσιο της διαχείρισης του λογοτεχνικού υλικού, καθώς και ως συνάντηση με άλλους δημιουργούς λόγου χωρίς να πρόκειται ακριβώς για χρήση διακειμένων (π.χ.: Διονύσιος Σολωμός, Κώστας Καρυωτάκης, Μέλπω Αξιώτη, Άρης Αλεξάνδρου, Ανδρέας Εμπειρίκος, Νίκος Εγγονόπουλος, Νίκος Καχτίτσης, Γιώργος Ιωάννου, Νίκος Καρούζος, Αλέξης Τραϊανός, και ακόμα: Αρθούρος Ρεμπώ, Άουγκουστ Στρίντμπεργκ, Φρήντριχ Χαίλντερλιν, Φραντς Κάφκα, Έρνεστ Χέμινγουεϊ, Ντύλαν Τόμας, Τσέζαρε Παβέζε). Περαιτέρω, η θεματική του Μ. Σαχτούρη ενισχύεται αφενός με δεδομένα από την έκταση των εικαστικών τεχνών (π.χ. οι ζωγράφοι Αμεντέο Μοντιλιάνι, Ντάντε Γκάμπριελ Ροσσέττι, Γιώργος Μπουζιάνης, ο γλύπτης Γεράσιμος Σκλάβος) και της μουσικής (Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ, Νίκος Σκαλκώτας), και αφετέρου με γενικές αναφορές περί κινηματογράφου.

Όλο αυτό το υλικό, σε θεματικούς και υφολογικούς συσχετισμούς ποικίλους, ευρηματικούς, αποκλίνοντες από την κοινή χρήση, εξυπηρετεί τον υψηλό βαθμό εκφραστικής έντασης που χαρακτηρίζει το κειμενικό σύμπαν του Μ. Σαχτούρη στο σύνολό του κατά παραβίαση της αντικειμενικής λογικής.

Υπ’ αυτή την έννοια, είναι σαφές ότι αυτό το κειμενικό σύμπαν αποτελεί ένα ενδιαφέρον, πρωτότυπο πεδίο στην ευρεία και πολύμορφη περιοχή του εξπρεσσιονισμού. Και με αυτή την προϋπόθεση, η ποίηση του Μ. Σαχτούρη θα ήταν δυνατόν να αναγνωρισθεί ως ένας καλός συνομιλητής με την ποίηση του Γκέοργκ Τρακλ, με την πεζογραφία του Άλφρεντ Ντέμπλιν (το θρυλικό Berlin Alexanderplatz), με τον κινηματογράφο του Φριτς Λανγκ (το κλασικό Metropolis), με τη μουσική του Άρνολντ Σένμπεργκ, με τη ζωγραφική του Έμιλ Νόλντε, του Όσκαρ Κοκόσκα, του Τζάκσον Πόλοκ, ή ακόμα με τον χορό της Πίνα Μπάους. Άλλωστε προς αυτή την κατεύθυνση προσανατολίζει τη δημιουργική ανάγνωση ο ίδιος ο Μ. Σαχτούρης με την προβολή συγκεκριμένων στοιχείων κατά τη σύνθεση των κειμένων του.

Από αυτή την άποψη, ο συγκεντρωτικός τόμος των ποιητικών συλλογών του Μ. Σαχτούρη, όπως παρουσιάζονται σε ενιαίο και απόλυτο/αύταρκες σύνολο (δηλαδή χωρίς να συνοδεύονται από σχετικά θεωρητικά και πάντως ενδιαφέροντα κείμενα του Γιάννη Δάλλα, του Δ. Ν. Μαρωνίτη ή της Νόρας Αναγνωστάκη), λειτουργεί ως ένας μοναδικός δίαυλος επίσκεψης σε ποικίλα σημασιολογικά και αισθητικά πεδία εντός και εκτός του βιβλίου, τα οποία εξασφαλίζουν ποικίλες μορφές πρόσληψης σύμφωνα με το βιωματικό και το γνωστικό φορτίο των αποδεκτών.

.

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ

FRACTAL 12/11/2014

Ο Κράτυλος της αγωνίας και του παράλογου

Ερχόμενος από ένα σπάραγμα, από έναν αμετάθετο παραλογισμό, από ένα δίλημμα οντολογικής υφής, έτσι όπως αναδύθηκε μετά το πέρας του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Μίλτος Σαχτούρης είναι ο κατεξοχήν ποιητής που έντυσε τη μοναξιά, την οδύνη, την εσωτερική σύγκρουση διά της ενοχής, όσο κανείς άλλος στην ελληνική ποίηση. Το πρόταγμά του είναι πρωτίστως εξωλεκτικό, υφαρπάζει τη λέξη, τα ποιήματά του βρίσκονται προ των λέξεων σαν εικόνες αρχετυπικής μορφής. Όχι, όμως, με την κραταιά εικονοποιία του Ελύτη ή του Σεφέρη. Ούτε καν με τον μεταρσιωμένο συμβολισμό του Εγγονόπουλου και του Εμπειρίκου. Ο Σαχτούρης φέρει αυτή την ενσώματη οδύνη από τα αφετηριακά ποιήματά του έως τα έσχατα όπου αποτελούν ένα επιστέγασμα αγωνίας λίγο πριν κι εκείνος περιπέσει στο μέγα κενό. Είναι αυτή η γλώσσα που δεν περιμένει να κοινωνήσει το υλικό της μέσα στο ποίημα, βρίσκεται έξω από τα όριά του και ως άλλος Κράτυλος κραυγάζει «δεν μπορείς να μπεις ούτε μια φορά στο ρυάκι». Πόσο μάλλον δύο κατά τη σθεναρή διακήρυξη του Ηράκλειτου.

Η ποίηση του Σαχτούρη, από τη Λησμονημένη του 1945, έως τα «Ανάποδα γυρίσαν τα ρολόγια του 1998, είναι η τρομώδης διακύμανση της φωνής μιας Κασσάνδρας που προλέγει πρωτόγονους τρόμους, μεταβάσεις προς την άλλη… όχθη, καταρρεύσεις μύθων και προσφέρει την ερμηνεία μιας πολυσήμαντης αγωνίας και ενός παραλόγου τολμηρού, εξωλεκτικού, εξπρεσιονιστικού.

Η εικαστική ματιά της ποίησής του –απότοκη από τη γνωριμία του με τον Εγγονόπουλο- είναι τόσο έντονη που αίφνης ένας ολόκληρος χρωστήρας εμφανίζεται στο προσκήνιο της σελίδας. Ένας άδειος καμβάς ντύνεται με τα χρώματα του προ-εξπρεσιονιστή Μουνκ, του Όσκαρ Κοκόσκα, του Έγκον Σίλε, ενώ την ίδια στιγμή ο έντονα στακάτος ρυθμός των ποιημάτων του, ακολουθεί –ωσαύτως- τις μουσικές διαδρομές του Σένμπεργκ ή του Βέμπερν.

Από τον Χέντερλιν έως τον Απολλιναίρ και από τον Κάφκα έως τον Ντύλαν Τόμας, ο Σαχτούρης –κομμάτι της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς- έφτιαξε μια ποίηση ολότελα δική του, όπως είπε κάποτε ο Αλέκος Φασιανός. Μια ποίηση που δεν επιθυμεί να κινητοποιήσει τις μάζες, αλλά να ξορκίσει το κακό. Διά τούτο η συνεχής επίκληση του επέκεινα, του άλλου τόπου. Εξ ου και η αγωνιώδης κατάβαση στην επικράτεια του κάτω κόσμου. Όμως δεν είναι μια ποίηση φοβική, καθώς τα σημαίνοντα λαμβάνουν εκείνο το συμβολικό χαρακτήρα της οριακής παραίσθησης. Τα τοπία έχουν το χαρακτήρα συμβόλων και παίρνουν κυρίαρχη μορφή στην ποίηση του Σαχτούρη. Η αυτοαναφορικότητα καθίσταται ένα πέρασμα του ποιητή στη διάσταση του ποιήματος, σαν να στρέφει το πρόσωπο του προς το γραφόμενο. Η αλλότροπη ζεύξη εικόνων, λέξεων, νοημάτων, αυτομάτως, δίνει στον Σαχτούρη τη ευχέρεια να αναπλάσει την τραγικότητα της ζωής, του ποιητή, της βιωτής με έναν τρόπο που ξεπερνάει την κρυπτικότητα (καίτοι υπάρχει) και μέσω της λιτότητας και της εικονοποιίας να κάνει εύληπτο και απτό το παράλογο. Ο Σαχτούρης, υπερρεαλιστής το δίχως άλλο, εκκινεί πάντα από μια ρεαλιστική βάση. Λαμβάνει κομμάτια του καθημερινού βίου –ενός βίου περίκλειστου, γεμάτου διαψεύσεις- και τα μετατρέπει σε λιτά ποιήματα που φέρουν στον πυρήνα τους όλα εκείνα τα αντιθετικά σχήματα, τις αμφίδρομες κινήσεις και τους εικονιστικούς μετασχηματισμούς για να ξεφύγουν από την τυπική χαρτογράφηση της εποχής. Το εννοιολογικό πλαίσιο της ποίησης του Σαχτούρη είναι ολοφάνερο σχεδόν σε κάθε ποίημα από τη στιγμή που διαρθρώνεται σε μια ιστορία-μήνυμα, διαθέτει σκηνική διάρθρωση και ιδεοπλαστική θεατρικότητα. Ποτέ άλλοτε η αμφισημία της ζωής δεν δόθηκε με τόσο οραματικό τρόπο, όπως συμβαίνει στον Σαχτούρη. Μα, η ποίησή του στηρίζεται πάνω σε αυτό το δίπολο εσωτερικός κόσμος/εξωτερική πραγματικότητα. Δύο φύσεις που ποτέ δεν συμπλέουν, δεν συμφύρονται. Ο κόσμος του ποιητή κουβαλάει ονειρικά θρύμματα, είναι πνευματικός, έχει το βάρος του φανταστικού. Την ίδια στιγμή ο έξω κόσμος είναι ο… κάτω κόσμος του σκότους και της τραγωδίας. Ό,τι ο υλικός κόσμος αρνείται να προσφέρει, στην άλλη πραγματικότητα, την ποιητική, την επουράνια, δικαιώνεται. Εντέλει, είναι μια ποίηση κραυγής προς καθετί χθόνιο που κουβαλάει έναν ιστορικό τρόμο. Αυτός ο τρόμος στα χρόνια του Σαχτούρη (μήπως και στα δικά μας;) είναι μια ισχυρή αναδίπλωση από τον φαινομενικό κόσμο, καθιστώντας κάθε ανθρώπινη δημιουργία μια σκληρή καταδίκη. Αυτό το οντολογικό αδιέξοδο, το φθοροποιό στοιχείο της πραγματικής πραγματικότητας και τα τραύματα που φέρει ο ιστορικός χρόνος, στην ποίηση του Σαχτούρη μετατρέπονται σε χρέος και έμπνευση. Η αντιποιητικότητα των καιρών, τα φάσματα της καθημερινότητας, μετατρέπονται βαθμηδόν σε βατήρες όπου ο ποιητής θα πατήσει για να μεταφερθεί στον προσωπικό ποιητικό χώρο του. Ο εφιάλτης, όμως, είναι πάντα εκεί – αθεράπευτος, βιωματικός, καθολικός.

Η συγκεντρωτική έκδοση του Κέδρου με το συνολικό έργο του Μίλτου Σαχτούρη δίνει το ερέθισμα να διαβαστεί ξανά αυτή η καίρια ποίηση σε έναν κόσμο υπαρξιακής καταβύθισης. Τα Χρωμοτραύματα, τα Εκτοπλάσματα, τα Στίγματα είναι στοιχεία των αρχών του 21ου αιώνα. Ο Σαχτούρης συνομιλεί με το σήμερα διότι η ποίησή του, βαθύτατα ανθρώπινη, χαρτογραφεί τον κόσμο φτάνοντας έως τον πυρήνα της τραγωδίας του. Και αυτή η τραγωδία διατρυπάει τις εποχές, τις ιδεολογίες και τις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες με έναν τρόπο σπαραχτικό – με ένα δέος ανθρώπινο.

.

ΒΑΣΙΛΗΣ Κ. ΚΑΛΑΜΑΡΑΣ

Ελευθεροτυπία 21/10/2014

Τα άπαντα του Μίλτου Σαχτούρη

Οι περισσότεροι από τους στίχους του παραμένουν καυτοί και ακατέργαστοι, όπως αναδύθηκαν τη στιγμή που γράφτηκαν. Αυτοτραυματισμένος από την προσωπική του περιπέτεια, την περιπέτεια ενός παιδιού-γέροντα, στο οποίο περίσσευαν οι δεκτικότητες σαν αντένες που τα ελαμβανόμενα μηνύματα κατέτρωγαν σώμα και μυαλό.

Η εμπειρία της Κατοχής, του Εμφυλίου και του αβίωτου Μεταπολέμου σφράγισαν με καυτό σίδερο αυτογνωσίας το σύνολο του σαχτουρικού έργου. Αυτές τις ημέρες κυκλοφόρησε σ’ έναν τόμο, με τον τίτλο «Ποιήματα (1945-1998)» (εκδόσεις Κέδρος, σελίδες 386, τιμή: 27,50 ευρώ).

Περιλαμβάνονται οι ποιητικές συλλογές: «Η Λησμονημένη» (1945), «Παραλογαίς» (1948), «Με το πρόσωπο στον τοίχο» (1952), «Οταν σας μιλώ» (1956), «Τα φάσματα ή η χαρά στον άλλο δρόμο» (1958), «Ο περίπατος» (1960), «Τα στίγματα» (1962), «Σφραγίδα ή η όγδοη σελήνη» (1964), «Το σκεύος» (1971), «Χρωμοτραύματα» (1980), «Εκτοπλάσματα» (1986), «Καταβύθιση» (1990), «Εκτοτε» (1996), «Ανάποδα γυρίσαν τα ρολόγια» (1998).

Τα ποιήματά του διαβάζονται ως περίπατοι στη μεγάλη πόλη, που από αδυναμία της ανοργάνωτης πολιτείας δεν έγινε ποτέ μητρόπολη, αλλά παρέμεινε ένα θαύμα για την εσωτερική μετανάστευση. Αυτή την πτώση της πρωτεύουσας, μετά την απόσυρση των αστών και μετά την αποχώρηση των αστικοποιημένων εργαζομένων για τα βόρεια προάστια, αποτύπωσε στις ποιητικές του συλλογές ο Μίλτος Σαχτούρης.

Οσοι γεννήθηκαν στην Κυψέλη, όπου έζησε από παιδί ο ποιητής μέχρι τον θάνατό του, θα καταλάβουν ότι η αύρα και η μυρωδιά τους έχει κάτι από τα ξημερώματα της Πατησίων και από τα ηλιοβασιλέματα της Φωκίωνος Νέγρη. Ενδεικτικά, αυτές οι εικόνες για την κυψελιώτικη ανθρωπογεωγραφία, γιατί η καθεμία από τις αθηναϊκές γειτονιές έχει τα δικά της χρώματα, τα δικά της αρώματα, τις δικές της αισθήσεις, τα δικά της αισθήματα, το δικό της φως και το δικό της σκοτάδι.

Η ποιητική μέθοδος του Μίλτου Σαχτούρη είναι η μέθοδος του αυθορμητισμού, του ποιήματος που ηφαιστειακά αποτυπώνεται από τον δημιουργό, χωρίς διαμεσολαβήσεις, σχεδόν χωρίς σκέψη. Αυτό είναι το πρώτο υλικό, με το οποίο χτίζει το ιδιαίτερο σύμπαν του, αν κι όπως παραδεχόταν, ήταν φορές κατά τις οποίες -από το μαγματικό υλικό- το επεξεργαζόταν εκ των υστέρων.

Αλλωστε, μας επιβεβαιώνει μέσα από τα δικά του αυτοσχόλια, όπως έχουν αποτυπωθεί στη μελέτη του Γιάννη Δάλλα, «Ο ποιητής Μίλτος Σαχτούρης» (εκδόσεις Κέδρος):

«Τα ποιήματά μου εγώ δεν τα γράφω κομματιαστά. Ούτε τα ανακαλύπτω σιγά σιγά. Το είπα και άλλοτε, μου ξεπηδάνε από μέσα μου μονοκόμματα. Καμιά φορά δύσκολα, αλλά ολόκληρα. Αλλη ιστορία, αν μερικά τα παιδεύω και βδομάδες ολόκληρες, από δω και από κει.

Είχα ταξιδέψει, θυμάμαι, ένα καλοκαίρι εκδρομή με τη Γιάννα (σ.σ.: η σύντροφός του, η ζωγράφος Γιάννα Περσάκη, 1921-2008). Εγώ κλείστηκα και δούλευα τρία ποιήματα μαζί: το “Κύριε”, το “Πράσινο απόγευμα” και το “Καφενείο”. Και τα τρία ταυτόχρονα. Ούτε κατάλαβα αν πήγα και πού πήγα εκδρομή: Αίγινα; Πόρος;

Τον ποιητή τίποτε δεν εγγίζει, ούτε ο χρόνος. Γιατί έχει μέσα του το παιδικό, το γεροντικό και το δαιμονικό συγχρόνως».

Δισέγγονος του Υδραίου αγωνιστή του 1821 Γεωργίου Σαχτούρη, ο Μίλτος Σαχτούρης γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε νομικά χωρίς να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Προερχόμενος από εύπορη οικογένεια, αφιερώθηκε αποκλειστικά στην ποίηση, χωρίς να είναι αναγκασμένος να εργάζεται προς βιοπορισμό. Αρχισε να γράφει ποιήματα στη διάρκεια της Κατοχής, οπότε και γνώρισε τον Νίκο Εγγονόπουλο, ο οποίος τον έφερε σε επαφή με τον υπερρεαλισμό.

Το 1944 δημοσίευσε ποιήματα στο περιοδικό «Ελεύθερα Γράμματα» και ένα χρόνο αργότερα εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή «Η λησμονημένη». Είχε μεταφράσει Μπέρτολτ Μπρεχτ και Φραντς Κάφκα, μεταφράσεις που παραμένουν αθησαύριστες.

Τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο «Νέοι Ευρωπαίοι Ποιητές» της RAI για τη συλλογή του «Οταν σας μιλώ» (1956), με το Β’ Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή του «Τα στίγματα» (1962), με το Α’ Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή «Εκτοπλάσματα» (1987) και με το Μεγάλο Κρατικό Βραβείο για το σύνολο του έργου του (2003).

.

ΧΡΙΣΤΟΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

diastixo.gr 31/10/2014

Ποιήματα (1945-1998)

Μετά το καλοκαίρι και πριν οι εκδότες δημοσιεύσουν για τις γιορτές καλή σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία, ας κάνουμε ένα «διάλειμμα» και ας (ξανά)διαβάσουμε ολοκληρωμένο το έργο ενός μέγιστου υπερρεαλιστή ποιητή, του Μίλτου Σαχτούρη. Ενός ποιητή ο οποίος, καταγόμενος από τη γνωστή οικογένεια των οπλαρχηγών του ’21, εύπορος και οικονομικά ανεξάρτητος, δεν χρειάστηκε να εργαστεί ποτέ στη ζωή του, δίνοντας όλο το δημιουργικό του σθένος στην ποίηση και μόνο, γράφοντας δεκατέσσερις ποιητικές συλλογές, που είδαν αλλεπάλληλες επανεκδόσεις. Όταν το 1945 ο Σαχτούρης εμφανίζεται στα Γράμματα, σε ηλικία 26 ετών, ο Ελύτης, ο Εμπειρίκος, ο Γκάτσος, ο Εγγονόπουλος, ήταν ήδη καταξιωμένοι στον χώρο της ποιητικής τέχνης, έτσι εκεί πάτησε αρχικά στην προσπάθειά του να εκφραστεί υπερρεαλιστικά, στη συνέχεια όμως καταφέρνει να κατασκευάσει ένα εντελώς προσωπικό προφίλ, παράλληλα με ερεθίσματα που δέχεται και από άλλες πλευρές, ομοτέχνων του και της ίδιας ηλικίας. Ενώ κρατά αυτή την τεράστια ικανότητα στην τρέλα, στο παράλογο, στο παράδοξο, στο αντιφατικό, στο παράξενο, στο αλληγορικό, στο συμβολικό, στο υπερρεαλιστικό εντέλει, όπως θα δούμε παρακάτω, μέχρι τη συλλογή Εκτοπλάσματα (1986), καθώς στη συνέχεια χάνεται σταδιακά ο ποιητικός του χείμαρρος, από εικόνες και σχήματα, από ποιητικά «τερατουργήματα» και στιχουργικές αναφορές, και μέχρι το 1998 που δημοσιεύει την τελευταία του συλλογή, καθίσταται απλώς ένας καλός ποιητής, καταβεβλημένος από τα χρόνια που κουβαλάει.

Τίποτα το λογικό, το ρευστό, το αποδεκτό δεν παρεισφρέει στην τέχνη του, το αντίθετο, όλα συνηγορούν προς το ποιητικά αλλοπρόσαλλο. Η σύνταξη κυριολεκτικώς αναστενάζει, το εικονοκλαστικό στοιχείο παίρνει χαρακτήρα ερεβώδη.

Ο Σαχτούρης, λοιπόν, είναι ένας ακατανόητος ποιητής. Τίποτα το λογικό, το ρευστό, το αποδεκτό δεν παρεισφρέει στην τέχνη του, το αντίθετο, όλα συνηγορούν προς το ποιητικά αλλοπρόσαλλο. Η σύνταξη κυριολεκτικώς αναστενάζει, το εικονοκλαστικό στοιχείο παίρνει χαρακτήρα ερεβώδη. Ο Σαχτούρης δεν αφομοιώνεται ποτέ εντελώς, δεν ταυτίζεται ο αναγνώστης με αυτό που έχει μπροστά του, αυτή είναι η πρόθεση και η επιθυμία του. Ποιητές όπως ο Σαχτούρης έως το 1986, χαρίζουν στην ποιητική τέχνη το μέγεθός τους, το οποίο και δεν πρόκειται να ξεπεραστεί ποτέ και από κανέναν. Χωρίς δε ο ίδιος να πάσχει από κάποιας μορφής ψυχιατρική νόσο, ολοκληρωτικά παραθέτει τρέλες και ψυχιατρικά ελεγχόμενες παραλογές, έτσι που πολλές φορές να αναρωτιέται κανείς μήπως χρήζει, όχι ως άνθρωπος, αλλά ως ποιητής, τέτοιας αντιμετώπισης. Οτιδήποτε όμως το εκτός ορίων και πλαισίων ερέθισμα, που του κινεί το ενδιαφέρον να το κάνει ποίημα, πρέπει να πάρει παράλογες συνιστώσες, να μη γίνεται αντιληπτό από υγιείς ανθρώπους, να μην μπορεί κανείς να το εντάξει σε μια ολότητα, ακόμη και παρακμιακής ιδεολογίας, ακόμη και σε μια συνολικά παράταιρη ποιητική δημιουργία. Ο Σαχτούρης είναι ο μοναδικός ποιητής ο οποίος παίρνει στα χέρια του χώμα και βρίσκει χρυσάφι, παίρνει στον νου του λέξη και δημιουργεί ποίηση, παίρνει στο σώμα του διάθεση λειτουργική και την αποδομεί, μέχρι του σημείου της πλήρους διάλυσης. Ένας αντιήρωας, δηλαδή, που δεν σκοπεύει να ψαρέψει αναγνώστες, που δεν καίγεται για όσα ίσως του σούρουν αγράμματοι και απαίδευτοι κριτικοί, που δεν κόπτεται αν θα τον καταλάβουν λίγοι ή πολλοί, τέλος, που δεν κάνει πίσω από το όχημα που κυβερνά ούτε μέτρο. Ένας αντιφατικός δημιουργός, που πασχίζει πάντα να αποδώσει –με κόκκινο χιόνι ή πράσινο δωμάτιο– τη ζωή στη γενικότητά της, με τρόπο άκρως προκλητικό ως προς την ομαλότητά της, η οποία, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι μάλλον μύθος. Ενώ, αντιθέτως, η δική του εκδοχή, χωρίς την παραμικρή σεξιστική παράμετρο ή άλλης φύσης ερωτική παρεκτροπή, δίνει χαρακτηριστικά και παραστατικά το μεγαλείο αλλά και την ανωριμότητά της, το ύψος της αλλά και το βάθος, την ψυχρότητά της ή την πέρα από ορίζοντες ποιητική της αξιοπρέπεια.

Θεώρησα σκόπιμο να μην παραθέσω στίχους από ποιήματα του Σαχτούρη, γιατί αν πάρει κανείς κάποιους από αυτούς είναι σαν να ακρωτηριάζει ένα αρχαίο άγαλμα. Δεν μπορώ όμως να μην ανασύρω, για τις ανάγκες του παρόντος σημειώματος, τον «Τρελό λαγό», ίσως το κορυφαίο ποίημα υπερρεαλιστικό που γράφτηκε πότε στην Ελλάδα:

Ο ΤΡΕΛΟΣ ΛΑΓΟΣ
Γύριζε στους δρόμους ο τρελός λαγός
γύριζε στους δρόμους
ξέφευγε απ’ τα σύρματα ο τρελός λαγός
έπεφτε στις λάσπες

Φέγγαν τα χαράματα ο τρελός λαγός
άνοιγε η νύχτα
στάζαν αίμα οι καρδιές ο τρελός λαγός
έφεγγε ο κόσμος

Βούρκωναν τα μάτια του ο τρελός λαγός
πρήσκονταν η γλώσσα
βόγκαε μαύρο έντομο ο τρελός λαγός
θάνατος στο στόμα (σελ.129)

Διαβάζουμε με προσοχή το ποιητικό σύμπαν του υπερρεαλιστή ποιητή Μίλτου Σαχτούρη, χωρίς να απογοητευόμαστε αν κάτι δεν γίνεται απόλυτα δικό μας, αν κάτι διαφεύγει της λογικής μας, αν δεν αντιλαμβανόμαστε ολόκληρο το σώμα του, αν δεν μπορούμε στο εκατό τα εκατό να αποστηθίσουμε κάποιους στίχους του. Γιατί ακριβώς εκεί βρίσκεται το μεγαλείο του: στην όσο το δυνατόν μεγαλύτερη από πλευράς μας προσπάθεια αποκωδικοποίησης του έως πάνω από μισό αιώνα ποιητικού γρίφου, που άφησε ανεξίτηλο το στίγμα του, στην έτσι και αλλιώς θριαμβευτική ελληνική ποιητική παρακαταθήκη και δημιουργία.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *