ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ

.

Η Χλόη Κουτσουμπέλη γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1962. Σπούδασε Νομικά στο Α.Π.Θ. Εργάστηκε για δέκα οκτώ χρόνια σε Τράπεζα.
Έχει εκδώσει μέχρι στιγμής δέκα ποιητικές συλλογές, δύο μυθιστορήματα, δύο θεατρικά έργα και δυο Ηλεκτρονικά βιβλία. Η ποιητική της συλλογή Οι ομοτράπεζοι της άλλης γης (Γαβριηλίδης 2016) τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης.
Είναι μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης, του Κύκλου Ποιητών και της Εταιρείας Συγγραφέων.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Α. Ποίηση

1. Σχέσεις σιωπής (Εγνατία 1985)
2. Η νύχτα είναι μια φάλαινα (Βιβλιοπωλείο Λοξίας 1990)
3. Η αποχώρηση της Λαίδης Κάπα (Νέα Πορεία 2004)
4. Η λίμνη, ο κήπος και η απώλεια (Νέα Πορεία 2006)
5. Η αλεπού και ο κόκκινος χορός (Γαβριηλίδης 2009)
6. Στον αρχαίο κόσμο βραδιάζει πια νωρίς (Γαβριηλίδης 2012)
7. Κλινικά απών (Γαβριηλίδης 2014)
8. Οι ομοτράπεζοι της άλλης γης (Γαβριηλίδης 2016) 
9. Το σημείωμα της οδού Ντεσπερέ  (Πόλις 2018)
10. 
Η γυμνή μοναξιά του ποιητή Όμικρον  (Πόλις 2021)

Β. Μυθιστόρημα

1. Ψιθυριστά Παρατηρητής 2002
2. Ο βοηθός του κυρίου Κλάϊν 2017

Γ. Θεατρικά

1. Ορφέας στο μπαρ Πάροδος 2005
2. Το ιερό δοχείο Θίνες 2015

Δ. Ηλεκτρονικά βιβλία

1. Απαγόρευση κυκλοφορίας, 2013
2. Η μυστική ζωή των ποιημάτων, 2014
(Ποιήματα της ιδίας με φωτογραφίες του Παναγιώτη Παπαθεοδωρόπουλου

.

.

Η ΓΥΜΝΗ ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΟΜΙΚΡΟΝ (2021)

ΚΑΤΑΡΡΑΚΤΗΣ

Ονομάζομαι Άννι Έντσον Tέιλορ.
Το 1901 έκλεισα τα εξήντα τρία.
Επέζησα από έναν καταρράκτη,
έναν γάμο, δύο κηδείες, τρεις εραστές.
Η ζωή μου βαρέλι που κατρακυλά.
Ο άντρας μου παρέμεινε για μένα ένας ξένος.
Φορούσε μακριά σώβρακα
κι έσβηνε το κερί το βράδυ.
Όσο για μένα τις νύχτες ταξίδευα πολύ.
Το πρωί η νυχτικιά μου πάντα λασπωμένη.
Ένα βράδυ ξύπνησα σ’ άλλο κρεβάτι.
Μέσα στον ύπνο, βλέπετε,
μπερδεύει κανείς τις διευθύνσεις.
Ποια είμαι δεν έμαθα ποτέ.
Στο τάφο μου ας γράψουν:
Άννι Έντσον Τέιλορ
Η μόνη πραγματική συγκίνηση
που ένιωσε ποτέ
ήταν όταν έπεσε στους Καταρράκτες.
Κι όταν έγραψε το πρώτο της ποίημα.

Η ΜΗΤΕΡΑ-ΣΑΒΑΝΟ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΣΟΛΩΜΟΥ

Η μήτρα της μάνας μου κυοφορούσε αδέρφια.
Ο Κόντε τη βίαζε τα βράδια.
Εγώ υπήρξα καρπός σκεβρωμένου δέντρου χωρίς φύλλα.
Όταν ο υποτιθέμενος πατέρας πέθανε,
η μάνα παντρεύτηκε ξανά,
ο νέος γιος τη βύζαινε πιο άπληστα από μένα.
Κάθε μέρα έτρωγε ένα κομμάτι απ’ το κορμί της
Κι αυτή του πρόσφερε το στήθος της με απόλαυση.
Τώρα εδώ στην Κέρκυρα δεν έχω συγγενείς.
Χιονίζει διαρκώς.
Ρίχνω κόκκινο κρασί στον πάγο για να λιώσει.
Τα καλντερίμια ολοένα και στενεύουν.
Οι άνθρωποι όταν με συναντούν
κρύβονται πίσω απ’ το καπέλο.
Η πένα σπάει πάνω στο χαρτί.
Έχω αφήσει τα μάτια της ψυχής μου ανοιχτά
και μπαίνουν μέσα πλάσματα αλλόκοτα
σβήνουν το καντηλέρι
μουρμουρίζουν
τις νύχτες σέρνονται στο δέρμα μου.
Δικόγραφα φτάνουν νυχθημερόν
δικάζομαι και ξαναδικάζομαι συνέχεια
γιατί πολύ λατρεύω μια μητέρα-σάβανο
που η σάρκα της μυρίζει μούχλα.
Το θηλυκό κορμί έχει δαγκάνες
κρύβει ολέθριες παγίδες
κι έναν λαβύρινθο στο κέντρο
κι έτσι μόνος μου
χαράζω με σουγιά
το βράδυ τους καρπούς μου
και αίμα συλλέγω σε δοχείο
για να μπορώ μ’ αυτό να γράφω
εγώ, ο Ιερομόναχος Διονύσιος,
παιδί άπιστης μάνας
αδελφός ξένων παιδιών
εραστής άυλων γυναικών .
Ποιητής.

ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΨΕΜΑΤΑ ΤΗΣ ΕΜΙΛΙ ΝΤΙΚΙΝΣΟΝ

Σου, γλυκιά μου Σου,
ένα ω! φτερωτό, υπέροχο ψέμα
πως πιο πολύ από τον αδελφό μου
εμένα αγάπησες.
Ένας ψίθυρος χθες στο δάσος
ένας λαγός στους θάμνους
θρόισμα στιγμής
λασπωμένα λευκά φουστάνια
ένα μυστικό
όλα τα αδημοσίευτα ποιήματα
κλειδωμένα στο σεντούκι φέρετρο·
ποιος έχει το κλειδί, ποιος θα τα εκδώσει κάποτε,
ποτέ,
Λαβίνια, εσύ;
Άραγε, πατέρα, πώς είναι
να ράβεις τα βλέφαρα
να σιδερώνεις το στόμα
να σφίγγεις σ’ έναν κορσέ
έναν στίχο
τόσο που ω, σαν λιβελούλα
ή μέλισσα με χρυσές πούλιες κεντημένος
ανεβαίνει ατμός στον ουρανό;

Το πάθος είναι η άλλη όψη του ασκητή.

ΟΙ ΠΕΝΤΕ ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ

Προπαντός όχι με πνιγμό. Ο θάνατος. Ίσως με μήλο
στο κεφάλι, ενώ ο γηραιός Γουλιέλμος σάς σημαδεύει
με το βέλος. Ή με πιστόλι. Αν ξέρετε σε ποιο μέρος
ακριβώς βρίσκεται η καρδιά. Αν έχετε καρδιά.

Αγαπήστε πολλά κορμιά. Μπορεί ποτέ να μην εμφανιστούν
στην ποίηση ανάγλυφα, θα θυμάστε πάντα όμως τον ήχο
που έκαναν τα ελατήρια των στίχων στο σκοτάδι.

Μη φοβηθείτε την αρρώστια. Να τρέχετε πάντα
πιο γρήγορα από αυτήν. Έστω και αν αυτό σημαίνει
να κολυμπήσετε σε κρύα νερά για δέκα λεπτά
προσπαθώντας μάταια να πνιγείτε.

Αποφύγετε τις επιστολές και όλα τα γραπτά τεκμήρια που
θα υπονοήσουν μία ρομαντική αγάπη που το ύψος και
το βάθος της δεν θα φτάσετε ποτέ.

Μη διστάσετε ποτέ να δηλώσετε αυτό που είστε.
Παραδεχτείτε τη φτώχια, την πνευματική σας ένδεια,
τη σύφιλη· ποτέ όμως ότι είστε ποιητής.
Θα υποφέρετε αιώνια.

ΜΑΘΗΜΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ

Όταν ο κύριος Μπρουκς επινόησε την κυρία Μπρουκς
χάρηκε πολύ.
Θα γέμιζε επιτέλους τα διάκενα των στίχων του.
Θα έπιναν μαζί το τσάι κάθε βράδυ.
Η κυρία Μπρουκς θα άπλωνε το μετάξι της φούστας της
στη γραμματοσειρά Tahoma 12
και θα έβρεχε το μαντηλάκι της στο μελάνι του εκτυπωτή.
Σε μια άλλη γωνιά της σφαίρας χιόνιζε απ’ το πρωί.
Η κυρία Μπρουκς έπινε ζεστή σοκολάτα και χαμογελούσε.
Είχε μόλις επινοήσει τον κύριο Μπρουκς,
που ήταν συγγραφέας, υπέφερε από αϋπνία,
κολλούσε γραμματόσημα στον ουρανό,
φορούσε λευκό κουστούμι με κόκκινα κουμπιά,
κι είχε το ένα χέρι βουτηγμένο σε γλυκό κεράσι.
Ίσως όμως η αυταρέσκεια της να μετριαζόταν
αν γνώριζε
πως την ίδια ώρα κάποιος καθισμένος σε γραφείο,
την πρώτη μέρα του φθινόπωρου,
ενώ έξω στάλαζε αργά ο χρόνος,
είχε μόλις επινοήσει και τους δυο
κι ακόμα ένιωθε μισός.

Η ΛΗΔΑ ΚΑΙ Ο ΚΥΚΝΟΣ

Όταν με ένα φουρφούρισμα
ο Θεός μεταμορφώθηκε σε Κύκνο
πούπουλα
χυμένο μελάνι
τσαλακωμένα σεντόνια,
η πράξη της γραφής.
Πολλή φασαρία για το τίποτε.
Μόνο μετά την ωοτοκία κατάλαβα:
Το Ποίημα είναι το Θεϊκό Αυγό.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Κάτι πήγε θανάσιμα στραβά.
Ο πατέρας ιδιαίτερα χλωμός στον νεκρικό του θάλαμο
δεν φορούσε παπιγιόν.
Η μητέρα κυκλοφορούσε πάνω κάτω με κοθόρνους
και μάλωνε τις υπηρέτριες.
Αντί για κόλλυβα σε μεγάλους δίσκους σέρβιραν φουά γκρα.
Ο Ορέστης έψαχνε να βρει την Ιφιγένεια
σε κάθε ελάφι που έτρεχε στο δάσος.
Μόνη λοιπόν θα διεκπεραίωνα την πράξη.
Φόρεσα το κόκκινο κραγιόν
και τις ψηλές της γόβες.
Κοιτάχτηκα μες στον καθρέφτη.
Τώρα που τόσο πολύ της έμοιαζα
μπορούσα να τη σκοτώσω.

Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΙΟΥΔΑ

Ούτε ζηλωτής ούτε ζηλιάρης.
Πόσοι αλήθεια διακήρυξαν την αγάπη τους για σένα.
Όμως ο ένας βάφτηκε στο αίμα ενός κόκορα
κι ύστερα λαλούσε τρεις φορές
με γλώσσα ματωμένη.
Άλλος στον δρόμο για τη Δαμασκό
εκ των υστέρων θυμήθηκε την πίστη του.
Άλλοι έπλεκαν αμέριμνοι τα δίχτυα
ενώ οι στρατιώτες σού έμπηγαν καρφιά
κι οι γυναίκες έκλαιγαν με αναφιλητά
αλλά μετά τις απορρόφησε η ζωή,
το σπίτι, οι φροντίδες, τα παιδιά.
Κανείς όμως
τόσο μαύρα, τόσο βελούδινα, τόσο βαθιά,
τόσο παράφορα κρυφά
σαν εμένα δεν σ’ αγάπησε,
ώστε να γίνει πιόνι στο προαποφασισμένο σχέδιο
να υποστεί την πύρινη σφραγίδα στο μέτωπο
να κρεμαστεί ψόφιο κούτσουρο στο δέντρο.

Ναι, Κύριε, σε πρόδωσα,
μα μόνο γιατί η προδοσία
ήταν η ουσία της αγάπης μου.

Η ΓΥΜΝΗ ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΟΜΙΚΡΟΝ

Πόσο γυμνός ένιωσε ο ποιητής Όμικρον
όταν όλα είχαν τελειώσει στο χαρτί,
η πένα αναπαύτηκε οριζόντια
και το μελάνι στέρεψε.
Τα ποιήματα διαλύθηκαν στην κοσμική νύχτα.
Ψιλή βροχή ξέβγαλε τα γράμματα στους αιώνες των αιώνων.
Ξάφνου ορφανός ο ποιητής Όμικρον
όπως κάθε ποιητής πριν και μετά
χωρίς συγγενείς εξ’ αίματος, εξ αγχιστείας ή γραφής,
Αδάμ που η Φωνή διώχνει από τον Κήπο,
όρθιος στο απέραντο σύμπαν που συνέχεια διαστέλλεται
έκλεισε τον πάπυρο, την περγαμηνή, τον υπολογιστή
τάισε το οικόσιτο κοράκι στο μπαλκόνι
και ξάπλωσε να κοιμηθεί.

Την ώρα που αυτός κλείνει τα μάτια και κοιμάται
κάπου αλλού κάποιος άλλος απότομα ξυπνά
κάθεται στο γραφείο του και γράφει.

.

ΤΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΝΤΕΣΠΕΡΕ (2018)


ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Με λένε Τζέιν. Τζέιν Μποντ.
Από τότε που τυφλώθηκε ο εργοδότης
παίρνω επίδομα ανεργίας
για παραστρατημένες γκουβερνάντες.
Στους άγριους βάλτους του Θόρνφιλντ
αποκαΐδια,
παραμορφωμένες πεταλούδες
στα δέντρα.
Κρατώ ομπρέλα.
Γεννήθηκα το 1846.
Γράφω ακόμα.

ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ ΜΙΑΣ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΗΣ ΜΕΡΑΣ
ΧΩΡΙΣ ΕΣΕΝΑ

Τα πρωινά
νησιά Αιγαίου,
νιφάδες καλαμποκιού σε γάλα.
Τα μεσημέρια
Αφρική,
μπάρμπεκιου με μπιφτέκια από καμήλα.
Φορώ το φόρεμα με τις πιτσιλιές,
επάνω του τα ίχνη των χεριών
που υπήρξες.
Τα απογεύματα
αραιοκατοικημένη Αυστραλία,
ώρες που διαμένουν σε μεγάλη απόσταση
η μία από την άλλη,
εκτάσεις που δεν διανύονται
όσο και να καλπάζει μια μνήμη που ασθμαίνει.
Τα βράδια όμως
Θεσσαλονίκη πάλι,
ομίχλη-ατμός απ’ τα παράθυρα,
ένας Βαρδάρης ανακατεύει τα μαλλιά μου,
κόκκοι καφέ ξεχύνονται από πελώρια τσουβάλια
στο Καπάνι,
κι εκεί κάπου στην Ασία
ένα κοριτσάκι
αφήνει το ρύζι να γλιστρήσει
ανάμεσα στα δάχτυλά του.

ΓΥΝΑΙΚΑ ΛΑΖΑΡΟΣ

Ανάστησέ με, του φωνάζει.
Τυφλό μάτι το φεγγάρι,
μαύρο τηγάνι η νύχτα καίγεται.
Έλα και ανάστησέ με, του φωνάζει.
Αυτός κάτω από το χώμα ακούει ήρεμα,
με τα χέρια στο στήθος σταυρωμένα.
Τόσο εξοικειωμένοι πια
οι νεκροί με το παράλογο,
καθόλου δεν απόρησε
που αν και ζωντανή
απεγνωσμένα του ζητά
συμβόλαιο αναστήλωσης
για ένα κορμί
που έχασε το σώμα του.

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΕΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΙΣ

Το τρένο εκτροχιάστηκε μεσάνυχτα.
Ενάμιση σχεδόν αιώνα πριν.
0 κόμης Βρόντσκι δεν έφτασε ποτέ.
Ένα σώμα γυναίκας έπεσε στις ρόγες.
Ελάφι, ψιθύρισε ο μηχανοδηγός.
Φορούσε πολύχρωμες κάλτσες,
παράταιρες η μία με την άλλη.
Κάπνιζε ένα πούρο και γελούσε στραβά.
Με λένε Λέων! φώναξε,
καθώς το τρένο φιδογύριζε ανάμεσα στις σημύδες.
Λίγο πριν τον σταθμό Λαρίσης
ανέπτυξε ταχύτητα.
Ξαφνικά σκόνταψε σε μία πελώρια φάλαινα-σκοτάδι.
Αυτό ονομάζεται σύγκρουση συμφερόντων,
σχολίασε ένας επιβάτης κριτικός
που καθόταν δίπλα σ’ έναν κύριο που ροχάλιζε.
Συμφωνείς, Μέλβιλ; τον ρώτησε,
πριν όλα εξαφανιστούν μες στον λεπτό καπνό.
Τότε αυτή άνοιξε ξαφνικά τα μάτια,
στερέωσε τα γυαλιά στη μύτη
και άρχισε να γράφει.
Αγαπητέ κόμη, από τότε που, δεν είμαι πια εδώ.

ΤΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΝΤΕΣΠΕΡΕ

Αγαπημένε,
όταν διαβάσεις το σημείωμα αυτό
το μελάνι θα ’χει πια στεγνώσει,
η ζάχαρη θα ’χει μουχλιάσει,
ένα σύκο θα σαπίζει
στο κρεβάτι.
Σε μια γαβάθα θα βρεις υπολείμματα τροφής.

Στην πραγματικότητα δεν ξέρω
αν θα το έχω γράψει εγώ
ή κάποια άλλη
με όνομα παράξενο όπως
Αδελαίδα, Εριφύλη ή Περσεφόνη.

Αγαπημένε,
ήσουν απελπιστικά αθώος,
ανυπεράσπιστα ένοχος,
τις νύχτες ζωγράφιζες ελάφια,
έκλαιγες μετά καθώς τα σκότωνες,
γέμιζαν σκάγια τα σεντόνια.
Μια μέρα ενώ σου ετοίμαζα καφέ
είδα μες στο φλιτζάνι ένα δέντρο.
Τότε κατάλαβα πως έπρεπε να χαθώ στο δάσος.

Αγαπημένε,
όταν διαβάσεις το σημείωμα αυτό,
τι άραγε θα έχει απομείνει από μας σ’ αυτήν τη γη;
Σκόνη στα δάχτυλα κάποιου θεού που θα φυσήξει.

Ξένε, όταν διαβάσεις το σημείωμα αυτό,
θα γίνεις λαθραναγνώστης.
Κανίβαλος θα τραφείς από τη σάρκα μιας αγάπης.
Θα σου θυμίσει μια δική σου.
Καμία σχέση.

Ποτέ μην εμπιστεύεσαι αυτούς
που αφήνουν σημειώματα.
Εννιά στις δέκα φορές επινοούν.

ΠΟΙΗΜΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ

Εκ των υστέρων σκέφτομαι
το τελευταίο βράδυ στην ταράτσα,
που μια παρέα αγγέλων
πλαταγίζαμε δαιμονικά φτερά
και ξεπλέναμε τις πληγές με ουίσκι,
τα ντραμς των αστεριών
ηχούσαν ασταμάτητα
και γυμνό σαλιγκάρι
άφηνε κλωστές στον ουρανό,
ενώ την ίδια ώρα σ’ άλλη πόλη,
σε κρεβάτι νοσοκομείου,
μια ποιήτρια ετοίμαζε την τελευταία της πτήση.
Και θυμήθηκα πως ξαφνικά
το ποτήρι έσπασε μισοφέγγαρο
χωρίς να χυθεί το αλκοόλ.
Και νιώσαμε όλοι τη γεύση του αίματος στα χείλη.
Και κάποιος είπε
έναν μόνο στίχο να προλάβουμε ν’ αρθρώσουμε
πριν μας καταπιεί σκοτάδι.
Και σιδερώσαμε κολλαριστή όλοι μαζί τη νύχτα.
Έτσι, φίλοι μου, γράφονται τα ποιήματα
τις σκοτεινές νύχτες του καλοκαιριού στο Πήλιο.

Η ΚΥΡΙΑ ΓΟΥΟΤΕΡΜΠΡΙΤΖ ΔΙΑΣΧΙΖΕΙ ΤΗΝ ΑΒΥΣΣΟ

Η κυρία Γουότερμπριτζ ήτο αριστοκρατικής καταγωγής.
Απόδειξη τα πορτρέτα των προγόνων στο σαλόνι,
που ίδρωναν κάτω από τις περούκες,
κανένα όμως δεν διανοήθηκε
να ξύσει δημόσια το κεφάλι.
Η κυρία Γουότερμπριτζ είχε πάντα καλούς τρόπους
και έδινε μεγάλο φιλοδώρημα στον ταχυδρόμο.
Όταν διάβασε το τηλεγράφημα,
έσπασε όλα τα βάζα στο σαλόνι.
Οι πρόγονοι άνοιξαν όλοι μαζί
σε όμικρον το στόμα τους,
ενώ η γαμψή τους μύτη γύπας
ετοιμάστηκε να επιτεθεί.
Σσσς, ούτε λέξη! τους φώναξε αυστηρά.
Σοκαρισμένοι απ’ την αυθάδεια άρχισαν
να πέφτουν ένας ένας με το κάδρο του.
Καρφιά εκσφενδονίζονταν,
έχασκαν τρύπες
τυφλά μάτια στο ντουβάρι.
Όταν έμεινε μόνο ο υπαινιγμός στους τοίχους,
η κυρία Γουότερμπριτζ
διέσχισε την άβυσσο του δωματίου
και μόνη σέρβιρε τσάι για έναν στο σαλόνι.

ΤΟ ΡΑΝΤΕΒΟΥ ΣΤΗΝ ΚΑΜΑΡΑ

Είχαμε δώσει ραντεβού.
[Η σχέση εξαιρετικά βραχύβια.
Στα δεκαοχτώ χρόνια ρώτησες πώς με λένε.
Σου απάντησα ειλικρινά «δεν ξέρω»,
αφού ποιος στ’ αλήθεια γνωρίζει ποτέ τ’ όνομα. ]
Βρεθήκαμε Καμάρα.
Εκείνη την ημέρα
ο Λευκός Πύργος έμοιαζε καμηλοπάρδαλη,
καπνοί έζωναν την πόλη,
κάπου μακριά μύριζε πυρκαγιά,
στα εβραϊκά νεκροταφεία έκλεβαν τις πλάκες,
φορούσες ένα κίτρινο αστέρι
κι εγώ μια στολή παλιού ιππότη.
Η χιλιετηρίδα είχε ήδη λήξει.
Η Αριστοτέλους άχνιζε περιστέρια.
Τα κάστρα συνοφρυώνονταν δασιά.
Μια ταβέρνα στην Άνω Πόλη
παρέμεινε ακόμη ανοιχτή για μας.
Είναι το τέλος του κόσμου, είπες.
Στον γυρισμό με φίλησες στο στόμα.
Στο ραντεβού που δώσαμε Καμάρα,
εσύ ποτέ δεν ήρθες,
κι εγώ ποτέ δεν έφθασα ολόκληρη.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Και τώρα; τον ρώτησε.
Αυτός καθόταν σε μια καρέκλα σκηνοθέτη
με την πλάτη γυρισμένη στα ερείπια.
Φορούσε μαύρα γυαλιά.
Τώρα, της είπε με βραχνή φωνή,
είσαι απλώς μία συλλογή ποιημάτων που τελειώνει.

.

ΟΙ ΟΜΟΤΡΑΠΕΖΟΙ ΤΗΣ ΑΛΛΗΣ ΓΗΣ (2016)

ΚΡΑΤΙΚΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΠΟΙΗΣΗΣ

ΤΑ ΓΥΑΛΙΝΑ ΣΠΙΤΙΑ

ΑΝ ΚΑΠΟΤΕ ΒΡΕΘΕΙΣ

Αν κάποτε βρεθείς σε ξένη γη
χειμώνα με ομίχλη
και την υγρασία ψόφιο όρνεο
κάτω απ’ το σακάκι
διασχίζεις έρημα χωράφια
και συναντάς μόνο σκιάχτρα
που ριγούνε στο σκοτάδι
και δεν υπάρχει δρόμος
ούτε κορμί
ούτε ένα γερό κονιάκ παρηγοριάς
να τονώσει τα κόκαλα που τρίζουν
θυμήσου πως σε θυμάμαι
πως πλέκω τις ίνες μεταξύ τους
τα νήματα δένω του χρόνου
υφαίνω το κόκκινο χαλί
στην ζεστή κουζίνα
με την χύτρα να κοχλάζει
το ξύλινο τραπέζι
την σούπα, το τυρί και το ψωμί
και κάθισε ξανά απέναντι
αφού το μόνο σπίτι
που μοιράζονται δυο άνθρωποι ποτέ
είναι η μνήμη.

ΟΙ ΟΜΟΤΡΑΠΕΖΟΙ ΤΗΣ ΑΛΛΗΣ ΓΗΣ

I

Ο άντρας στην φαντασίωσή της γέρασε.
Πέταξε το μαστίγιο και τα γάντια
κάθεται κουλουριασμένος στην φωτιά
ενώ ο χρόνος
του γλείφει πιστά τα πόδια.

II

Η γυναίκα μεγαλώνει.
Τα ποιήματα μικραίνουν.
Θα πρέπει να παραγγείλει
άλλο μέγεθος πόνου.

III

Τελευταία χτυπούν την πόρτα της
παράξενοι άνθρωποι χελώνες
κουβαλούν λεν
το σπίτι τους στην πλάτη
περπατούν αιώνες
κάποιοι από αυτούς στάζουν νερά
τα σανίδια σαπίζουν
από την υγρασία
Δώσε μας, λένε, ένα κεραμίδι
να βάλουμε από κάτω το κεφάλι
τους δίνω μόνο ένα βελανίδι
τόσο είναι το αντίτιμο
των στίχων.
Κάποιοι ζητούν ένα φτυάρι.
Να θάψουμε λένε την ντροπή.
Στην αυλή μετά βρίσκει παιδικά παιχνίδια
ξεσκισμένα αρκουδάκια
πνιγμένα λαγουδάκια με μάτια χάντρες
κι ένα μουσικό κουτί
μ’ ένα ξεκούρντιστο νανούρισμα.

III

Μερικές φορές έξω από το παράθυρο
περνάει ένας νεαρός
με μία ζώνη δεμένη σφιχτά γύρω απ’ τον λαιμό.
Στο οικοτροφείο περνούσα καλά, της γνέφει
αν εξαιρέσεις τους αλλεπάλληλους βιασμούς,
ένας άλλος σωριάζεται στην τριανταφυλλιά,
την βάφει κόκκινη
στην πλάτη σφηνωμένο ένα μαχαίρι
τραγουδάει για λύκους και μαύρες κουκούλες
και μία σβάστικα που απλώνεται παντού.

IV

Πού και πού χτυπάει την πόρτα ένα κοριτσάκι.
Έχει ένα καλαθάκι με φράουλες
δεν είναι η Κοκκινοσκουφίτσα.
Φάε, μου λέει, είναι ματωμένες
και πασαλείβεται με αίμα.

V

Μην έρχεστε σε μένα, τους φωνάζω.
Διαβάστε την πινακίδα,
είμαι από την γενιά του ιδιωτικού οράματος
που ομφαλοσκοπεί.
Μα συνέχεια έρχονται κι άλλοι
χώνονται στους στίχους
μπλέκονται στο αμπάρι
πλημμυρίζουν το κατάστρωμα.

VI

Προχθές ήρθαν χαρούμενοι εκδρομείς.
Κουβαλούσαν μαζί τους σπιτική αρκούδα.
Είχαν καλαθάκια με φαγητό,
στρώσαν καρό τραπεζομάντηλο
τα σώματά τους διάτρητα από σφαίρες.
Ένας από αυτούς ανοίγει ένα κρασί
και της προσφέρει ένα ποτήρι
Πάρε της λέει το νομίζεις για αρχή
αλλά είναι στην πραγματικότητα το τέλος.

VII

Δεν ξέρει πώς να τελειώσει ένα ποίημα.
Ίσως γιατί ποτέ ένα ποίημα δεν τελειώνει
πάπυρος ξεδιπλώνεται στον χρόνο
βούβαλοι χαραγμένοι στις σπηλιές.
Μόνον οι άνθρωποι τελειώνουν.
Ύστερα η γάζα της νύχτας στο οστεοφυλάκιο
μούμιες αναμνήσεις τούς τυλίγει.

VIII

Πούπουλα,
Πούπουλα στο χιόνι.
Και μόνο η ανάσα σου ζωή.

Ο ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Θα φορώ το καινούργιο μου παλτό.
Θα φοράς το γαλάζιο σου πουκάμισο.
Θα παίζει την Καζαμπλάνκα
ή το Χιροσίμα αγάπη μου
θα το έχουμε ζήσει αυτό ξανά
στην Βιέννη αρχές του αιώνα
στην Κων/πολη σε έναν τεκέ
στην Βαρκελώνη μέσα στον εμφύλιο.
Το χέρι σου δεν θα αγγίζει το κορμί μου
θα είναι απλώς ένα κομμάτι του
όπως ο ομφαλός
ή μία μοίρα.
Κι έτσι οι δυο μας
στην πηχτή σταγόνα της στιγμής
θα κολυμπήσουμε ο ένας μες στον άλλο.
Και όταν η μαύρη φάλαινα τελικά μας καταπιεί,
κοίτα θα πούμε
εκείνη την μέρα πήγαμε κινηματογράφο.

ΤΑ ΓΥΑΛΙΝΑ ΣΠΙΤΙΑ

Αυτοί που ζουν σε γυάλινα σπίτια
πεθαίνουν σε τάφους μαυσωλεία.
Στο σπίτι του κρεμασμένου
υπάρχει πάντα άφθονο σκοινί.
Αν τρεις μέρες κοσκινίσεις
τρως μουχλιασμένο πάντα το ψωμί.
Ο αδελφός ρίχνει μπύρα στο φρεσκοσκαμμένο χώμα
και αφήνει πάνω ένα πακέτο με τσιγάρα,
μήπως κρυφά πάλι ο πατέρας
τώρα πια που καθόλου δεν πειράζει,
θελήσει να καπνίσει.
Τελικά αποδείχτηκε ότι ο μπαμπάς μου είχε δύο ζωές,
μία δική του, μια δική μας
μόνο που η δική μας έλειπε πάντα σε ταξίδι για δουλειές
ένα άγνωστο κορίτσι κλαίει πάνω στο φέρετρο
άγρυπνες οι νύχτες με τεράστια νύχια
σκίζουν την επιφάνεια του γυαλιού
θα πάμε στην Ζάκυνθο υπόσχεται ο μπαμπάς στην νέα σύζυγο
την ώρα που τον παίρνουν στο φορείο για εγχείρηση
ύστερα κάπως ξεχνάει να αποχαιρετήσει
τους κατιόντες που υποθέτουν συγγενείς.
Αυτοί που ζουν σε γυάλινα σπίτια
δεν είχαν ποτέ καλοστρωμένο κυριακάτικο τραπέζι
κανείς δεν τους πέρασε ποτέ το αλάτι
όσο για το βούτυρο απλώς έλιωνε επάνω στις πληγές
αυτοί που ζουν σε γυάλινα σπίτια
διακριτικά ας αδειάζουν τα σταχτοδοχεία
και ας προσφέρουν πηχτό καφέ παρηγοριάς
σε σεμνά φλιτζανάκια ενός δακρύου.

IN MEMORIAM

III

Ο μπαμπάς μου υπήρξε ένας παλαιάς κοπής γιατρός, από αυτούς που ψηλαφούν το ανθρώπινο σώμα και νιώθουν κάτω από τα δάχτυλά τους το πρόβλημα, από αυτούς που τις περισσότερες φορές πληρωνόταν με αυγά ή φρούτα, από αυτούς που εκτός από παθολόγοι και καρδιολόγοι ήταν ταυτόχρονα και ψυχοθεραπευτές. Από αυτούς που άγγιζαν, από αυτούς που συμπονούσαν. Δεν υπήρξε ποτέ ούτε πλούσιος, ούτε διάσημος, όμως όταν έλεγα το επίθετό μου, πέντε στους δέκα ανθρώπους με ρωτούσαν, αν ήμουν κόρη του και είχαν να μου αναφέρουν ένα καλό, που τους είχε κάνει. Την περίοδο που είχαμε μείνει μόνοι, τον θυμάμαι να μαγειρεύει μία ντοματόσουπα δικής του επινόησης. Έκοβε ντομάτες και μέσα έριχνε λαχανικά, ρύζι και ό,τι άλλο ήταν διαθέσιμο στο ψυγείο. Το μείγμα πάντα έκρυβε μία έκπληξη, τις περισσότερες φορές όχι και τόσο ευχάριστη. Έτρωγα πάντα όμως την σούπα που μου μαγείρευε. Ίσως αυτό που θα μου λείψει περισσότερο είναι η ντοματόσουπα αυτή.

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Ι

Την λένε Αντιγόνη και ήρθε να θάψει τον αδελφό της.
Και από πού και ώς πού ακούει σ’ αυτό το όνομα;
Έβαλε το σώμα της ασπίδα απέναντι στα βέλη και στα ακόντια του εχθρού;
Έγινε η μάνα και ο πατέρας του, όταν αυτοί τον εγκατέλειψαν;
Ή έφυγε από το σπίτι στα δεκαοκτώ και τον άφησε κι αυτή;
Καλύτερα να την ονομάσετε Άννα ή Μαρία.
Και ετοιμάστε τις πρέπουσες τιμές για τον νεκρό.

ΠΟΙΟΣ ΕΚΛΕΨΕ ΤΟΝ ΜΙΚΡΟ ΧΑΝΣ;

Ο ΑΞΙΟΣΕΒΑΣΤΟΣ ΚΥΡΙΟΣ ΟΟΥΕΝ

Κυκλοφορεί πάντοτε με φράκο
κι ένα παράσημο στο πέτο
μ’ έναν σκαντζόχοιρο που σκούζει.
Εναντιώνεται στο κυνήγι της φώκιας
και είναι υπέρ των δικαιωμάτων
που έχουν οι ποντικοί στις φάκες.
Η σοβαρότητα λιώνει πάνω του,
μπέικον σε καυτό τηγάνι.
Τόσο ευαίσθητος ο κύριος Όουεν,
βουρκώνει την στιγμή που εγκαταλείπει
σκουπίζει αμήχανα το σβέρκο
με καθαρό μαντήλι,
ενώ ήδη καταγράφει στο καρνέ
το επόμενό του νούμερο.
Γιατί όλα βέβαια τα επινοεί ο κύριος Όουεν
Το ριγέ παντελόνι που φοράει
το πλατύγυρο καπέλο
τον άλλο άντρα να κοιτάει απ’ τις γρίλιες
μία κλωστή αράχνης στο ταβάνι.
Στο τέλος τον ίδιο του τον εαυτό.
Ένα τέλειο όμικρον με διαβήτη.
Εμπρός λοιπόν κύριε Όουεν,
εισχωρήστε στο ταπεινό μας σώμα
πλημμυρίστε με χώμα
τα μάτια μας, τα χείλη, την καρδιά
ώσπου να γίνουμε κι εμείς
ένα ακόμα χρυσό δόντι
στην οδοντοστοιχία που αστράφτει.

Η ΜΟΝΑΧΟΚΟΡΗ ΚΟΝΣΤΑΝΣ

Τον τελευταίο καιρό
οι αδελφές μου δεν σιωπούν.
Μιλούν τα βράδια μεταξύ τους
ακούω τα μουρμουρητά
βλέπω τα χλωμά τους χέρια
που αχνοφέγγουν στο σκοτάδι.
Πάχυνες μου λεν
κατοικείς σε ένα βαρέλι
(Οι αδελφές μου μ’ αγαπούν
τρώμε πάντα χοιρομέρι στο πρωινό)
Πρέπει να αδυνατίσεις λεν.
Να λιώσει η εμμονή
που γρατζουνάει
το μυαλό σου.
Ν’ αδυνατίσεις απ’ αυτόν.
Και εννοούν
να αποφασίσω πια να σ’ αποχωριστώ.
Οι αδελφές μου είναι στοργικές.
Κάθονται πάντα δεξιά και αριστερά μου.
Έχουν τα μαλλιά τους σε κότσο σφιχτό
απαγορεύουν την αιμομιξία.

Μα μια στιγμή,
δεν είχα ποτέ αδελφές.
Αφού από πάντα μου υπήρξα
μοναχοκόρη των δακρύων.

Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΚΥΡΙΟΣ ΜΠΑΡΥ

Απ’ όλη την μητέρα του,
κράτησε μόνο το χέρι.
Είχε δάχτυλα διατακτικά
με μαξιλαράκια στις αρθρώσεις
νύχια μικρά φεγγάρια
κι ένα στόμα κατακόκκινο
που τον έκανε πάντα να ντρέπεται,
σαν η μητέρα να εξέθετε κάτι πολύτιμο δημόσια,
ή να υπήρξε μία φτηνή αγοραπωλησία
για την οποία αυτός δεν είχε γνώση.
Τον έλεγε μικρό της θησαυρό.
Όταν έγινε έξι χρόνων,
η μητέρα πήδησε σε ένα αστραφτερό τρένο
ή κάτω από ένα παράθυρο.
Μία από τις πολλές γκουβερνάντες
που θα τον μεγαλώσουν
μίλησε ψιθυριστά για ένα άντρα,
είχε μάντρα με μεταχειρισμένα αυτοκίνητα,
η μητέρα έφυγε μαζί του σε άλλη πόλη.
Το χέρι της όμως έμεινε μαζί του.
Κοιμάται με αυτό τις νύχτες.
Τον χαϊδεύει στοργικά.
Μ’ αυτό το χέρι γράφει.

Η ΑΠΙΣΤΙΑ ΤΗΣ ΔΕΣΠΟΙΝΙΔΟΣ ΚΟΟΥΤΣ

Θα σε κάνω ηρωίδα
σ’ ένα μου διήγημα
υπόσχεται αυτός.
Στην μέση ενός σαλονιού
με στρογγυλούς καθρέφτες.

Θα είμαι ολόγυμνη,
διακόπτει πειρακτικά αυτή
και κάθεται στην αγκαλιά του.

Όχι, διορθώνει ενοχλημένα αυτός,
σηκώνεται επάνω
και βηματίζει
μπροστά στο τζάκι
που έχει ήδη εγκαταστήσει
μες στο διήγημα.

Θα φοράς ένα ταγιέρ
σε χρώμα υπαινιγμού
που είναι πιο ερωτικός ακόμα
κι απ’ την πράξη.

Κι εσύ θα είσαι εκεί μαζί μου,
χαίρεται αυτή,
όμως αυτός ήδη έχει βουτήξει
στο μελάνι για να γράψει.

Θα είναι ένας αντίζηλος
μονολογεί αυτός.
Θα σου φιλάει το χέρι.
Μπορώ να τον μυρίσω,
τα χείλη του βυθίζονται
στο κουκούτσι της πληγής σου.

Η δεσποινίς Κόουτς πήγε να διαμαρτυρηθεί,
αλλά ήταν σφηνωμένη εκεί
που την είχε αυτός τοποθετήσει,
ένας άντρας την πλησίαζε
και αυτή ήθελε,
πόσο πολύ αλήθεια ήθελε
κάποιος,
ο ξένος αυτός,
να την φιλήσει.

Η ΜΗΤΕΡΑ ΚΥΡΙΑ ΑΛΙΣΟΝ

Κάποτε είχα δυο παιδιά.
Δεν βγήκαν απ’ την μήτρα μου.
Ξύπνησα μία μέρα
και τα είδα στο σαλόνι.
Αθώα πρόσωπα, νύχια καθαρά.
Έπιναν γάλα σε γυάλινα ποτήρια,
ύστερα ένα άσπρο στεφάνι
τους κύκλωνε το στόμα.
Στο χαμόγελο έλειπαν δυο δόντια μπροστινά.
Το αγόρι ήταν πάντα λυπημένο.
Το κοριτσάκι έλπιζε.
Έψαχνε για γονείς.
Την νύχτα έμπαινε σε άγνωστα αυτοκίνητα
και γυρνούσε το πρωί.
Στην αρχή δεν τα ήθελα.
Ήταν συνέχεια πεινασμένα.
Τι θα φάμε τώρα μαμά,
συνέχεια με ρωτούσαν.
Το πρωί έβλεπα σημάδια
απ’ τα δόντια τους στα μπράτσα.
Όσο αυτά γίνονταν ροδαλά,
τόσο μου λιγόστευε το αίμα.
Δεν μεγάλωσαν ποτέ.
Ζουν ακόμα στο καθιστικό.
Το κοριτσάκι πίνει βότκα και γελάει.
Το αγοράκι καταπιάνεται με κατασκευές,
παιδικά τρενάκια με βαγόνια
που γράφουν επάνω πότε,
τότε και γιατί.
Με έχουν κλειδωμένη στην αποθήκη.

Εγώ γράφω και κάτω από τη πόρτα
τους γλιστράω τα χειρόγραφα.
Το αγόρι τα δένει με δέρμα και αριθμεί.
Είναι τα ημερολόγια της ζωής που δεν έζησα.

ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΡΟΟΥΝΤ

Ι

Εκείνο το απόγευμα
στις πέντε και σαράντα δύο
οι γυναίκες της οδού Ρόουντ
βγήκαν από το σπίτι
ανέβηκαν στον λόφο
έπλεξαν τα χέρια
κι άρχισαν να στροβιλίζονται
αντίθετα απ’ τους δείκτες
ενός χρόνου που δεν όριζαν,
δακτυλοδεικτούμενες κι αθώες,
ώσπου τα φορέματά τους ξεκουμπώθηκαν
οι κολλαριστές ποδιές ξελύθηκαν
τα μεσοφόρια φούσκωσαν στον αέρα,
γυμνές τότε και ελεύθερες,
συνέχισαν να περιστρέφονται
ώσπου το έδαφος έλιωσε κάτω από τα πόδια τους
κι οι ίδιες έγιναν μία σταγόνα ζυμάρι
στο ξύλινο τραπέζι.

II

Μα τι περιμένουν οι γυναίκες
με τα λευκά σκουφάκια
τα μαύρα φουστάνια, τις άσπρες ποδιές,
ποια άφιξη, ποια επιστροφή;
Μόνο το θρόισμα θα μείνει απ’ τον ποδόγυρο τους
ίσως και ένα όνειρο βαμβακερό
που να σκαλώσει πρόλαβε στο ράμφος πελαργού.

Η ΕΥΘΥΜΗ ΔΕΣΠΟΙΝΙΣ ΙΟΛΗ

Πόσο μου αρέσει να χορεύω Τσάρλεστον
με τις ψηλές μου γόβες
κι αυτή την τιάρα στα μαλλιά
και πόσο ευγενικοί και ευφυείς
οι κύριοι που μου προσφέρουνε το μπράτσο
που μου ανοίγουνε την πόρτα
που μου κρατούν την γούνα να φορέσω.
Ρίχνω το κεχριμπαρένιο ποτό
στο κρυστάλλινο ποτήρι.
Προσοχή όμως.
Δύο δάχτυλα είναι η κατάλληλη δόση.
Το πιο πολύ είναι έρωτας,
πιο λίγο είναι ανία.

.

ΚΛΙΝΙΚΑ ΑΠΩΝ (2014)

ΤΕΛΟΣ

Ποτέ δεν διάβασα σωστά
την πινακίδα.
Παγιδευόμουν στο έλος
ή κατέρρεε η βακτηρία του ταυ
βρισκόμουν σε ορφανοτροφείο
φορούσα γκρι φουστάνι κι άσπρες κάλτσες
έψαχνα μία κούκλα χωρίς χέρια
στα κρεβάτια ενός απρόσωπου θαλάμου.
Γενικά ήμουν άτυχη.
Δεν έβρισκα το σωστό νούμερο ανθρώπου
η πλέξη ήταν χαλαρή
ή οι τεράστιες βελόνες μπήγονταν στο στέρνο.
Ακόμα και οι αυταπάτες ήταν τρύπιες.
Θαρρείς και ήμουν ξενιστής μίας αμφισβήτησης
που κοιμόταν στο σκουρόχρωμο αυγό της
έτοιμη να πολλαπλασιαστεί
στην ντουλάπα του μυαλού μου.
Ποτέ μου δεν κατάλαβα αυτό
πως οι πιο ευδιάκριτοι τίτλοι τέλους
εμφανίζονται πάντα στην αρχή.

ΕΚ ΤΩΝ ΥΣΤΕΡΩΝ

Το πρόβλημα είναι
πως δεν άκουσα τις κούκλες.
Aνοιγόκλειναν
τα γυάλινά τους μάτια
λέρωναν τα λευκά φορέματα
έχαναν τα νάυλον μαλλιά.
Πρόσεχε τα Σάββατα
μου έγνεφαν,
είναι πάντα ξεκούρδιστα
ο μηχανισμός κλάματος δεν λειτουργεί
το κεφάλι δεν είναι κολλημένο
κυλάει σε μία μόνη Κυριακή.

Αν ήμουν πιο προσεκτική
θα είχα από τότε αποσυνδέσει την ελπίδα.
Επίσημα θα ήσουν τώρα.
Κλινικά απών.

Η ΠΟΛΥΘΡΟΝΑ

Παρακαλώ καθίστε.
Το φόρεμά μου είναι χάρτινο.
Λήγω σε περιορισμένο χρόνο.
Δεν θα υπάρξουν δράματα.
Μόνη μου απαίτηση να ταΐζετε τις χήνες.
Τρων μικρά δάκρυα σε κονσέρβα.
Βέβαια ίσως μία θάλασσα
δεν συμπεριλαμβάνεται στα σχέδια
μία λίμνη ασφαλώς θα επαρκούσε
αλλά συγχωρείστε μου μία τελευταία υπερβολή.
Σηκώνω το λευκό μου μεσοφόρι.
Η επέμβαση ολοκληρώθηκε ταχύτατα.
Τρέφω μόνο φιλικά αισθήματα για σας.
Η πολυθρόνα περιμένει τον επόμενο πελάτη.

ΕΚΛΕΚΤΙΚΕΣ ΣΥΓΓΕΝΕΙΕΣ

Όλοι εμείς οι συγγενείς
είχαμε φέρει ντόρτια
στο παιχνίδι με τα πούλια
παγώνει σε μονά φλιτζάνια όμως ο καφές
στο καφενείο χωρίς όνομα
στην οδό Αρίστου Τέλους.
Εκλεκτική συγγένεια λοιπόν σημαίνει
κρύβω άσσους σε μανίκι δίχως χέρι
ενώ σε ειδική αίθουσα υποδοχής
σερβίρεται κονιάκ και κουλουράκι.
Στον προθάλαμο κάποιος χτυπάει νούμερα
στο μπράτσο εραστών που γίναν δήθεν φίλοι.

Γιατί άραγε λαχανιάζουμε άδικα μέσα στους αιώνες
εμείς οι εκλεκτοί εκλεκτικοί
χωρίς γένος χωρίς φύλο
που τρέχουμε γυμνοί μέσα σε γυάλα
που σμίγουμε κρυφά φθηνά και με ντροπή
σε παχιά μαξιλάρια από πούπουλα
κύκνων που ραμφίζουν
για λίγο στην σιωπή
για πάντα στο κενό.

Όλοι εμείς οι συγγενείς
που στο λήμμα αγάπη
διαβάζουμε πάντα λάθος
το συνώνυμο.

ΛΙΛΙΘ

Τρεις αγγέλους της έστειλε ο Θεός
Τον Σανβί, τον Σανσαβί
και τον τρίτο τον αλαφροΐσκιωτο
τον Σαμεγκελάφ
που τα φτερά του θρόιζαν στον ήλιο.
Πήγαν με βαριά καρδιά στην θεϊκή γυναίκα.
Ο Θεός και ο Αδάμ την συγχωρούν,
της μήνυσαν και την ζητούνε πίσω.
«Τι θέλετε άβουλα έντομα του Παραδείσου»
έφτυσε τότε αυτή
«και με ενοχλείτε;
Εκάτη, Κάλι, Λίλιθ, Αντιγόνη το όνομά μου.
Λιλλάκε, Μπελίλι, Μπααλάτ.
Κάποιοι με αποκαλούν Αρχόντισσα του Σκότους
ή ηγέτιδα των Θηλυκών Βαμπίρ.
Με συγχωρούν είπατε; Γιατί;
Που γεννήθηκα ισότιμη;
Που έκανα έρωτα με πάθος;
Που πρόφερα την ιερή λέξη
που ο Αδάμ δεν άντεχε να ακούσει;
Που ανέτρεψα την γαλήνια πλήξη
του Κήπου με τα πολλά σκουλήκια
και την μυρωδιά της ήδη σήψης;
Ή που δεν χώρεσα στο καλούπι του πηλού
εκείνο με το λειψό πλευρό
που είχε ετοιμάσει ο αφέντης σας για μένα;»
Έπεσε σιωπή που κράτησε αιώνες.
Ύστερα μίλησε ο πιο σοφός ο Σανσαβί.
«Μα γράφεις ποιήματα Αρχόντισσα,
υπάρχει τίποτε πιο δαιμονικό από αυτό;»

ΧΡΗΣΙΜΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΝΘΟΣ

Να το κρατάτε εξημερωμένο στην αυλή.
Κάποιες νύχτες να αφήνετε την πόρτα ανοιχτή.
Θα ανεβαίνει στο κρεβάτι,
πηχτές κηλίδες στα σεντόνια
δαγκωματιές στο στήθος, στον λαιμό.
Θα το ακούτε να αλυχτάει.
Δεν θα το αλυσοδέσετε ποτέ.
Σας γνωρίζει.
Πολύ πιο βαθιά από ότι ποτέ θα καταλάβετε.
Το γνωρίζετε.
Είναι ο ομφάλιος λώρος που σας δένει με την μνήμη.
Κοιμόταν κάτω από την κουνουπιέρα.
Έκοβε κομμάτια τις σάρκες της κούκλας
όταν μαλώναν οι γονείς
ξέσκιζε τα μαξιλάρια
όταν αποχωρούσαν οι αγαπημένοι.
Με μία και μόνο κίνηση σας τρώει την καρδιά.
Ποτέ μην παλέψετε μαζί του,
ούτε να κοιμηθείτε με ευγενικούς αγνώστους σε φτηνά ξενοδοχεία
μόνο και μόνο γιατί δεν αντέχετε το λυσσασμένο γάβγισμα.
Χαϊδεύετε το τρυφερά, να το εκθέτετε δημόσια.
Μία βόλτα στο πάρκο με την ανοιχτή ρωγμή,
τον οριζόντιο κρατήρα που κοχλάζει, βοηθάει.
Και κυρίως μην γράφετε ποιήματα.
Το εξαγριώνουν.
Ύστερα κυλιέται σε μαύρα τριαντάφυλλα.
Γενικά να είστε ψύχραιμοι και ευγνώμονες.
Μην ξεχνάτε.
Το πένθος υπάρχει για να καλύπτει το απόλυτο κενό.

ΟΙ ΣΤΟΙΧΕΙΩΜΕΝΟΙ ΕΡΩΤΕΣ

Για να ξορκίσεις στοιχειωμένο έρωτα
δεν αρκεί να ξαραχνιάσεις το δωμάτιο
να δεθείς γυμνός με ωτοασπίδες
σε κατάρτι σπιτιού που επιπλέει
να υιοθετήσεις κοράκι υπηρέτη
με μαύρη ρεντιγκότα και στιλπνά παπούτσια
για να επιμεληθεί της νεκρικής πομπής.
Οι στοιχειωμένοι έρωτες
κοιμούνται σε σεντούκια
με το ένα μάτι μισόκλειστο
σε αργή αναμονή.
Δεν βιάζονται ποτέ.
Ξέρουν πως το παιχνίδι τους ανήκει.
Πως σε κάθε αναμέτρηση
είναι αυτοί οι βέβαιοι νικητές.

Την κατάλληλη στιγμή ξυπνούν
και μπήγουν τα λευκά τους δόντια
στην καινούργια σου ζωή.

ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ ΓΙΑ ΥΓΕΙΑ ΚΑΙ ΜΑΚΡΟΗΜΕΡΕΥΣΗ

Προπάντων να αποφεύγετε τις σκάλες
σε σπίτια που κατοικήσατε παλιά
ποτέ το βελούδινο χαλί
δεν κρύβει καλωσόρισμα,
κάθε σκαλοπάτι χαλασμένο δόντι
έτοιμο να υποχωρήσει
στην άβυσσο από κάτω.
Κυρίως όμως πρέπει να γνωρίζετε.
Πως για κάθε σκαλοπάτι που ανεβαίνετε
πάντα δύο πίσω θα γλιστράτε.

ΣΥΜΠΤΩΣΕΙΣ

Σύμπτωση πρώτη ότι βρεθήκαμε
στην ίδια φέτα του τόπου και του χρόνου
είχαμε χάσει και οι δύο Γενέθλια Γη
ο καθένας είχε κάνει ένα ταξίδι
οι πρόγονοί μας σκυφτοί και μαλλιαροί
έτρεχαν μες στον χρόνο.
Σύμπτωση δεύτερη
Σώματα που επιπλέουν στο ποτάμι
μία γυναίκα με μαύρο κότσο
ζωγραφίζει έναν άντρα που προδίδει,
ταυτόχρονα κάποιος κόβει το αυτί
και το στέλνει δώρο σε μια πόρνη
μία ποιήτρια γράφει σε έναν Κώστα
ένας Κώστας σε μία Μαρία που βήχει
σύμπτωση τρίτη ασύμπτωτες ιστορίες
ανθρώπων που αγαπήσαν μέσα σε έναν καμβά
γιατί οι λέξεις ήταν πιο αναπαυτικές από τις πράξεις
γιατί πάντα μέσα από ένα παράθυρο
το δάσος μοιάζει πιο γοητευτικό
καθώς βυθίζεται στην θάλασσα.

ΤΑΞΙΔΙΩΤΙΚΟΣ ΟΔΗΓΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΛΗΘΗ

Στα σύνορα κατάσχονται οι αποσκευές.
Πρώτος σταθμός Απολυμαντήριο.
Κάτω από το καυτό νερό
το σώμα ξαναγίνεται
χωρίς ουλές και κόκκινα σημάδια
χωρίς το αιμάτωμα του οργασμού
χωρίς το χωρίς του.
Η μετακίνηση γίνεται με παγοπέδιλα.
Μοιράζονται φυλλάδια με οδηγίες.
Γιατί καιροφυλακτούν τόσοι πίδακες θερμού αέρα
κάτω από τα στρώματα του πάγου
η Μνήμη μπορεί να εκτιναχτεί
με ένα μόνο τηλεφώνημα
και όλη η Λήθη να καταποντιστεί
στον ζεστό κόλπο της Αλήθειας

ΑΔΥΝΑΜΙΑ

Αν δεν μπορείς να έρθεις με ένα τρένο
ούτε να ξεφλουδίσεις το πορτοκάλι του ουρανού
σούρουπο με ένα αεροπλάνο,
αφού το πλοίο εντείνει την αστάθεια
και σου δημιουργεί όπως λες ναυτία
δέσε ένα ποδήλατο
πίσω από ένα σμάρι πουλιά
και πέταξε να ‘ρθεις κοντά μου.

Εσύ που ισχυρίζεσαι ανίσχυρος.

ΜΙΑ ΟΧΙ ΛΥΠΗΜΕΝΗ ΑΝΟΙΞΗ

Από το πρωί καίω τα μαύρα ρούχα στην αυλή.
Έβγαλα τα πανιά απ’ τους καθρέφτες.
επέδωσα το χαρτί της έξωσης στον άντρα
που μένει στο δενδρόσπιτο του κήπου.
Δεν υπάρχει γι αυτόν καθόλου χώρος
στο καινούργιο ποίημα που θα γράψω
για την μουχλιασμένη Άνοιξη
που απλώνω για να αεριστεί.
Πρέπει να αλλάξεις ρούχα πια, του λέω
οι στίχοι μου σου φάρδυναν
πλέουν πάνω από το όργανο που λείπει
στο αριστερό σου στήθος.
Ενώ όμως γίνονται αυτά
και ένα ίσως μπουμπούκι
σκάει βασανιστικά
μες στον οργασμό του
ακούω τα σκυλιά που αλυχτούν δεμένα
καθώς άγρια τραντάζουν τις αλυσίδες.
Ξαναγυρνώ στο σπίτι.
Κλείνομαι στο δωμάτιο.
Και με μία ψαλιδιά
κόβω σύριζα πέρα ως πέρα τα μαλλιά.

ΤΟ ΔΕΙΠΝΟ

Φόρεσα το πιο γυαλιστερό φουστάνι
(κόκκινο για να μην φαίνεται το αίμα)
και τα σκουλαρίκια μισοφέγγαρα
δώρα της Θεάς.
Σου πρόσφερα δύο ποτήρια.
Στο ένα του νερού έριξα φίλτρο της Λήθης
στο άλλο του κρασιού, της Μνημοσύνης.
Μαύρα ποτάμια η νύχτα
κυλούσε ολόγυρά μας.
Το πρώτο πιάτο περιείχε
τρυφερά ακέφαλα ορτύκια
από αυτά που ως χθες γέμιζαν το μαξιλάρι μου
το δεύτερο ήταν το ελάφι
που έσφαξα το μεσημέρι στην αυλή
αφού πρώτα το φίλησα στο στόμα.
Για επιδόρπιο σου έφερα κάτι κόκκινο
που σπαρταρούσε ακόμα,
το καταβρόχθισες λαίμαργα
και σκούπισες τα χείλη.
“Γιατί είσαι τόσο χλωμή απόψε;” ρώτησες.

ΤΟ ΨΑΛΙΔΙ

Κόβω με ένα ψαλίδι την παιδική μου ηλικία,
δύο μαυρόασπρα κοριτσάκια
που επιπλέουν θολά
θρυμματίζονται στο πάτωμα.
Είχα ποτέ δίδυμη αδελφή
ή ήμουν αυτή που δεν γεννήθηκε ποτέ;
Μία φωτογραφία σπαρταράει
ασημένια και στιλπνή μέσα στην γυάλα της.
Είναι παράξενο πως κάθε φορά
τα λέπια που αφαιρώ
τα εντόσθια τις μνήμες τα πτερύγια
όταν βάζω στο φούρνο το κεφάλι
και μετά κόβω προσεκτικά φέτες τις φλέβες
θυμάμαι πιο βαθιά.

Κόβω με ένα ψαλίδι το μαλακό κουνουπίδι του εγκεφάλου
αυτό που γεμίζει συνέχεια θάλασσα
Μη έλεγε η μαμά
Μη βάζεις το χέρι κάτω από το λευκό φουστάνι
το κλειδί γυρνάει μία πόρτα
ένα σπίτι περιστρέφεται
κράτα στο χέρι τα κόκκινα παπούτσια.

Η μαμά και ο μπαμπάς χαμογελούν
ο αδελφός από πίσω μου σφίγγει το χέρι
εσύ με προδίδεις ξανά και ξανά
κι εγώ σε ένα δωμάτιο με εγκαταλείπω πάλι.

Κόβω με ένα ψαλίδι αυτό το ποίημα.
Κορμί είναι μπορεί δικό σου,
μπορεί κάποιου ξένου
από αυτούς που κοιμάσαι και χάνονται.

.

ΣΤΟΝ ΑΡΧΑΙΟ ΚΟΣΜΟ ΒΡΑΔΙΑΖΕΙ ΠΙΑ ΝΩΡΙΣ (2012)

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΓΕΡΝΟΥΝ

Όσο μεγαλώνουμε, τόσο τα ποιήματα γερνούν.
Η σάρκα πλαδαρή
οι περούκες και η πούδρα
δεν μπορούν να κρύψουν τις ρυτίδες
μία μαύρη γάτα αίλουρος
κοιμάται ανάμεσα στις λέξεις

Έρημοι πύργοι είναι τα ποιήματα
στην άκρη πάντα ενός γκρεμού
Κανείς μέσα τους δεν φοράει κόκκινο φουστάνι
δεν χαϊδεύει
δεν εκσπερματώνει
δεν καίει
δεν περικλείει.
Όπως πίνακας ζωγράφου
που αυτός ζωγράφισε με αίμα
μπήγοντας το πινέλο μες την σάρκα του
και τώρα παγώνει σε μουσείο.

Γι αυτό όσο μεγαλώνω
διαλέγω πιο αιχμηρούς κονδυλοφόρους

ΙΕΡΗ ΠΕΤΡΑ

«Κι αν τώρα πέθαινα» είπε αυτός
δεν θα ’νιωθα ποτέ πιο ζωντανός»
Τα πόδια τους βαθιά στο Λιβυκό
αρχές χειμώνα καλοκαίρι
ήλιος με ξανθές βεντάλιες βλεφαρίδες
τους δρόσιζε στον ουρανό
μια γριούλα τούς φίλεψε ρακή
η δική της είχε μέσα ροδόνερο και μέλι
«για να γλυκαθείς» της είπε
και γέλασε ένα γέλιο χωρίς δόντια

Γιατί το τέλος είναι πάντοτε κρυμμένο
στην ίδια του την τελειότητα

Η ΘΥΣΙΑ

Στο βωμό τυφλός ιερέας θυσίαζε ελάφι
τα τύμπανα χτυπούσαν ρυθμικά
οι καλεσμένοι ετοιμάζονταν να φάνε
ανθρώπινα κόκαλα και σάρκα
καλυμμένα περίτεχνα από ρίζες
ένα φίδι ξεπήδησε από παλιά βιβλία
η γυναίκα φοβισμένη σκέπασε το φύλο της
ένα ξύλινο φέρετρο με ζώα και πουλιά
διασχίζει την βροχή
ο άντρας τρέχει σε έναν βάλτο
η γυναίκα πονάει, γεννάει ένοχα παιδιά
μια μέρα ανακαλύπτουν ένα μισοσβησμένο αστέρι
ψήνουν πάνω του το κρέας και το τρώνε
στέκονται οι δυο τους μπροστά σε ένα βωμό
ξέρουν πως αυτοί είναι το ελάφι
πως ο ιερέας ποτέ του δεν λαθεύει
πως την δική τους σάρκα
θα φαν οι καλεσμένοι στο τραπέζι.
Και τότε ο άντρας προφέρει σιγανά μια λέξη
και είναι το όνομα του Κύριου
του Άρχοντα του Χορού και των Κυμάτων
και ξεπροβάλλει ατόφιος, ακέραιος, τρομερός
ο Έρωτας των πάντων
με την Σελήνη αγκαλιά
και πλάθεται ξανά ο Κόσμος.

Η ΣΦΙΓΓΑ

Ο χρησμός δεν ήταν ευκρινής ή εγώ δεν τον κατάλαβα.
Ήλπισα τότε, ήλπισα και πάλι.
Χωρίς μάτια ξεκίνησα με πρησμένα πόδια
η Σφίγγα ήταν στον σταθμό και με περίμενε
απεγνωσμένα έκανα την ίδια ερώτηση,
ενώ ρωτούσα αυτή πέτρωνε
στο τέλος διαλύθηκε σε σκόνη.

Ούτε κι αυτή άντεξε πάλι να μ’ αρνηθεί.

ΠΑΡΑΙΤΗΣΗ

Βρήκε βεβηλωμένους τους ναούς
Μικρές μαϊμούδες πηδούσαν στα ερείπια
Μέσα στα καπηλειά οι σύντροφοι
με καπέλο Ναπολέοντα
μάλωναν μπροστά σε χάρτες εκστρατείας
Στους δρόμους τρέκλιζαν μεθυσμένοι οι μνηστήρες
είχαν ήδη ξεπουλήσει όλα τα άνθη λεμονιάς
Η Πηνελόπη στολιζόταν κάθε βράδυ
κάπνιζε βαριά τσιγάρα
και κυκλοφορούσε με ακριβά αυτοκίνητα
μερικές φορές έγραφε στίχους
Η Ευρύκλεια τον αναγνώρισε βαργεστημένα
και βγήκε να ζητιανέψει φαγητό
Ένα σκυλί γάβγισε παράταιρα
Έφυγε αθόρυβα πατώντας στην πρωινή ομίχλη
«Είμαι ο Κανένας» φώναξε πίσω του
κι ακούστηκε μόνο η ηχώ απ’ τη φωνή του

Η ΔΙΚΗ

«Είναι μια παράνομη γυναίκα»,
Και πρώτα πρώτα δεν φοράει βέρα»
«Δεν έχει τίτλο ιδιοκτησίας,
«Ούτε σφραγίδα στον μηρό».
«Διαθέτει το κορμί όπως και την ψυχή ελεύθερα»
«Και το χειρότερο: ποιήτρια»
«ξέρετε από εκείνες που προφητεύουν τα δεινά,
ή χώνουν το κεφάλι μες τον φούρνο
ή ταξιδεύουν με το Όριεντ Εξπρές
πίνοντας τσάι σε ανύπαρκτα φλιτζάνια».
Αυτή τους άκουγε διαβάζοντας τα χείλη
γιατί η συχνότητα των λόγων τους δεν έφτανε στ’ αυτιά της,
Ύστερα έκοψε ήρεμα με το μαχαίρι το ένα στήθος
και πορτοκάλι το πρόσφερε στους δικαστές.
«Το όνομά μου είναι Αντιγόνη»
φώναξε θαρραλέα,
«κι αυτός είναι ο δικός μου τρόπος ν’ αγαπώ.»

Η ΠΡΩΤΗ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

Φορούσα κουρέλια κι έτρεχα στα τέσσερα
είχα τυλίξει τα πληγιασμένα πόδια σε φύλλα δέντρων
πατούσα σε θραύσματα από παλιά ρολόγια
ένας κούκος χτυπούσε διαρκώς μεσάνυχτα
είχα μόλις αντέξει την εποχή των παγετώνων
και το καλοκαίρι έσταζε καυτό ιδρώτα
δεν είχα γονείς ούτε ιστορία
θυμόμουν μόνο το αυγό που έσκασε
και τον κόκκινο κρόκο που ήλιος ξεπήδησε από μέσα.
Σε είδα ξαφνικά ψηλό και ακίνητο
στην μέση εκεί του πουθενά
να μου ανοίγεις διάπλατα τα χέρια.
Τυφλά χώθηκα στην αγκαλιά σου.
Κάτι παλιό κατέρρευσε με θόρυβο
και η πρώτη πανσέληνος γεννήθηκε στον κόσμο.

TOY ΑΝΤΡΕΑ
(Μόρφου, Κύπρος)

Στο πατρικό μου σπίτι
γύρισα πάλι χθες
η πόρτα έχασκε ορθάνοιχτη
γάβγιζε συνέχεια ένα ανύπαρκτο σκυλί
δυο γυναίκες στα μαύρα
έπλεκαν καθισμένες
«Αντρέα, εσύ είσαι;»
ψέλλισε ένοχα η πρώτη
Οι ρυτίδες στο πρόσωπο της
άνοιξαν ρήγματα σε όλο το νησί
«Το σπίτι πάλιωσε» μου είπε
«βατράχια κοάζουν όλη μέρα
τις νύχτες γεμίζει νυφίτσες και ασβούς
τα έπιπλα τρίζουν και πονούν»
Στο τραπέζι στρωμένο
το τραπεζομάντιλο της μάνας
από τη νύχτα ακόμα του χαμού
«Δώσε λίγο χρυσάφι»
πετάχτηκε η δεύτερη
«να φτιάξουμε το σπίτι
να το βρείτε καινούργιο
όταν θα ρθείτε πίσω»
Άπληστα τα μάτια της
γαντζώθηκαν στα χέρια μου
Κινήθηκα αυθόρμητα μπροστά
και υστέρα πάλι πίσω

Χθες βράδυ με τους φίλους μου
επέστρεψα στο πατρικό μου

ΤΟ ΚΙΤΡΙΝΟ ΤΑΞΙ

Όχι κύριε με μπερδεύετε με κάποια άλλη.
Δεν ήμουνα εγώ αυτή
στο κίτρινο ταξί
ούτε καθόμουνα ποτέ στο πίσω κάθισμα μαζί σας.
Ούτε χιόνιζε, είμαι βέβαιη για αυτό
και όχι δεν έπεφταν νιφάδες στα μαλλιά μου.
Δεν έχω άλλωστε μαλλιά.
Δεν με φιλήσατε ποτέ, αλλιώς θα το θυμόμουν.
Και αν με φιλήσατε, εγώ δεν ήμουνα εκεί.
Ούτε ο οδηγός γύρισε καμιά φορά πίσω το κεφάλι.
Σιωπηλά διέσχισε την λίμνη ως το τέλος
και που και που βύθιζε το κουπί
στα μαύρα ολόγυρα νερά

ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ

Έναν μήνα πριν τον θάνατο
είχες ήδη προετοιμάσει την κηδεία.
Ύστερα πήγαμε στο εξοχικό
να θάψουμε τον παππού που ζούσε ακόμα.
Στην αυλή τα περιττώματα του σκύλου κέρβερου
σάπια ξεκοιλιασμένα πορτοκάλια
ξανθές κατσαρίδες κήπου
που έβγαιναν τούφες απ’ τις υδρορροές
και στο δωμάτιο σκνίπες από σκόνη.
Έπρεπε να το είχα φανταστεί.
Το μαύρο μου φουστάνι, το βέλος,
τα γάντια που μου φόρεσες με ζόρι,
ο επικήδειος που επέμεινες να μάθω απέξω
όση ώρα εσύ κοιμόσουν θυμωμένος
ενώ έκλαιγα μόνη και γυμνή
σε μία μοναδική καρέκλα σκηνοθέτη.
Έπρεπε λέω τώρα,
να το είχα τότε φανταστεί.

Η ΑΛΙΚΗ ΚΕΡΔΙΖΕΙ

Αφού έχασε το Α η αλίκη
για μέρες ένιωθε λειψή
έχασε τις χώρες και τα θαύματα
τους πλουμιστούς λαγούς με τα ρολόγια
τα μανιτάρια που άλλοτε γίνονταν ομπρέλες
κι άλλοτε μικρές λακκούβες στην βροχή
Τώρα ποιος άντρας θα την προσφωνήσει
ποιος θα την χρησιμοποιήσει ηρωίδα
σε ιστορίες με κουνέλια
και τραπουλόχαρτα στρατιώτες
αθόρυβη ανύπαρκτη θα μείνει η ζωή της
αυτά σκεφτόταν η αλίκη
με το μικρό ανυπεράσπιστο της α
ώσπου έξαφνα μια άγρια λυτρωτική χαρά
φούσκωσε μες στο λάμδα της
και για πρώτη φορά
κυλίστηκε στη γνώση της ελευθερίας της

ΟΔΟΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ

Θα μπορούσε να είναι
μία φλέβα στον καρπό μου
ή ένα αιλουροειδές
Μία πινακίδα οδοσήμανσης
Ή σήματα μορς για τυφλές κουκουβάγιες
Στην πλατεία με πήγαινε παλιά ο παππούς
Του ζητούσα να με συστήσει στα παιδάκια
Τα περιστέρια ήταν όλα ύπουλα και παχουλά
Ράμφιζαν τα χέρια και το πρόσωπο
Η οδός Αριστοτέλους θα μπορούσε να είναι
Χθες ή αύριο
Σήμερα δεν είναι παρά ένας δρόμος ταχείας αδιαφορίας
ανθρώπων την ώρα της αιχμής

ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΙΙΙ

Γνωρίζει πια η Πηνελόπη
πως δεν είναι οι υπερφίαλες Σειρήνες
που τον καθυστερούν
ούτε η γερασμένη Κίρκη
με τον καταχωνιασμένο πόθο
ούτε κάποια κακό μαθημένη Ναυσικά
εγκλωβισμένη σε λάθος ηλικία
με άσπρες κάλτσες και φουστάνια παιδικά
Δεν είναι οι Λαιστρυγόνες και οι λωτοί
που τον κρατούν μακριά της
ούτε οι συντεχνιακοί μικροθυμοί του τάχα Ποσειδώνα
και τα μπλεξίματα με τους παλιούς συντρόφους

Είναι που στον αρχαίο κόσμο
βραδιάζει πια νωρίς
η γη δεν είναι επίπεδη
και οι άνθρωποι κάποτε χάνονται

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ

Ενώ είμαστε μαζί αγκαλιασμένοι
(απόδειξη το χέρι σου στην πλάτη μου)
φυσάει αγέρας, φορώ ένα γκρι παλτό,
φύλλα στροβιλίζονται και πέφτουν
«Για πάντα δικός σου», ψιθυρίζεις
ενώ στο φόντο πίσω φαίνονται τα κάρβουνα
τα λευκά άλογα
ο λάκκος με τους νεκρούς
το δέντρο με τα κεφάλια στα κλαδιά
η σιωπηλή διαδήλωση στους τάφους
οι άνθρωποι με τα κεριά
που πενθούν βουβά
ενώ βρέχει σκοτάδι
κι ενώ όλα αυτά συμβαίνουν
από την φωτογραφία
χάνεται το πρόσωπό σου
κι αυτή η απώλεια,
τόσο μικρή μέσα στο νεκρικό Σύμπαν
που μας τυλίγει,
αυτή ακριβώς η ασήμαντη απώλεια
είναι που δίνει στην φωτογραφία
την ανεκτίμητη αξία
του οριστικά χαμένου.

ΟΙ ΑΔΕΙΕΣ ΜΕΡΕΣ

Πάνω σε τσιγκέλια
κρεμασμένες
ωμές και ψόφιες
οι μέρες της ζωής μας
Ο κρεοπώλης χρόνος
τρίβει τα χέρια με χαρά

ΟΝΕΙΡΟΚΡΙΤΗΣ

Αν μυρίσετε στον ύπνο σας κανέλα
κάποιος θα σας φιλήσει στο σκοτάδι
αν δείτε σαύρα να λιάζεται στις πέτρες
αποφύγετε τους ξένους με τα ψηλά καπέλα
αν ονειρευτείτε ασπρόμαυρο καράβι
και ανθρώπους να σας γνέφουν με μαντήλια
αγοράστε ένα λαχείο,
δεν έχετε πια τίποτε να χάσετε.
Έτσι κι αλλιώς
τα όνειρα δεν έχουν γραμματόσημο
ο αποστολέας είναι άγνωστος
κι ο παραλήπτης λάθος.
Αν κάποιο βράδυ δείτε το δικό μου όνειρο
σημαίνει απλώς πως περπατάτε σε θυμάρι
ή κυνηγάτε μικρά χελιδονόψαρα
ή πως είστε ένας τρελός που ακόμα ελπίζει.
Κρύψτε το άφοβα κάτω απ’ το κρεβάτι.
Τα ποιήματα των άλλων σπάνια είναι επικίνδυνα
για μας.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΙV

Τώρα γνωρίζει
Ήρεμη γνώση, πάγος
Δεν ήταν ο Κρέοντας ο εχθρός
Ήταν εκείνο το ελάφι μέσα της
που λαχταρούσε υποταγή
Μ’ αυτό αναμετρήθηκε στη σκοτεινή σπηλιά

.

Η ΑΛΕΠΟΥ ΚΑΙ Ο ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΧΟΡΟΣ (2009)

ΠΑΡΤΙΔΑ ΣΚΑΚΙ

Καθίσαμε απέναντι.
Τα δικά μου πιόνια ήταν σύννεφα.
Τα δικά του σίδερο και χώμα.
Αυτός είχε τα μαύρα.
Σκληροί, γυαλιστεροί οι πύργοι του
επιτέθηκαν με ορμή
ενώ η βασίλισσά μου
ξεντυνόταν στο σκοτάδι.
Ήταν καλός αντίπαλος,
προέβλεπε κάθε μου κίνηση
πριν καλά καλά ακόμα την σκεφτώ,
κι εγώ παρ’ όλα αυτά την έκανα,
με την ήρεμη εγκατάλειψη αυτού
που βαδίζει στον χαμό του.
Στο τέλος τέλος ίσως με γοήτευε
το πόσο γρήγορα εξόντωσε τους στρατιώτες,
τους αξιωματικούς, τους πύργους, τα οχυρά,
τις γέφυρες, τον βασιλιά τον ίδιο
πόσο εύκολα διαπέρασε, εισχώρησε και άλωσε
βασίλεια ολόκληρα αρχαίας σιωπής
και πώς τελικά αιχμαλώτισε εκείνη την μικρή βασίλισσα
από νεραϊδοκλωστή
που τόσο της άρεσε να διαφεύγει
με πειρατικά καράβια
στις χώρες τού ποτέ.
Ναι, ομολογώ ότι γνώριζα από πριν πως θα νικήσει.
Άλλωστε γι’ αυτό έπαιξα μαζί του.

Γιατί, έστω και μία φορά, στη ζωή
αξίζει κανείς να παίξει για να χάσει.

ΠΟΙΗΣΗ

Είναι, εκείνο το πρώτο αυγό στρουθοκαμήλου
που κάποτε στην έρημο
γέμισες με νερό
κι έθαψες κάτω από την άμμο.
Επτά εκατομμύρια χρόνια
άλλοτε στα τέσσερα, μετά στα δύο,
με άκρα κοντά, με άκρα μακριά
με τρίχες και χωρίς
έτρεχες, ζευγάρωνες, έτρωγες, πάλευες,
κρύωνες, ζεσταινόσουν, πέθαινες.
Και ύστερα αιφνίδια ένα άδειο κέλυφος αυγού
με νερό κάτω απ’ την άμμο.
Προνόησες ότι θα ξαναπεράσεις διψασμένος από κει.
Επτά εκατομμύρια χρόνια μέχρι να φανταστείς.
Τώρα χαράζεις στις σπηλιές τον φόβο σου
στέκεσαι όρθιος πια στα πόδια σου
και το κεφάλι σου ατενίζει το φεγγάρι,
τα βράδια αγκαλιά μού ψιθυρίζεις λόγια
κι όταν με χάνεις πάλι με λέξεις κλαις.
Επτά εκατομμύρια χρόνια για να μου πεις το «σ’ αγαπώ».
Έχει αρχίσει πια το παραμύθι της ζωής.

Ο ΛΥΚΟΣ

Τρώγαμε ήσυχα την σούπα μας
αυτός κι εγώ,
οι δυο μας, μόνοι.
Έξω χιόνι, μέσα σιωπή.
Ένα ρολόι ρυθμικά θάβει τον χρόνο.
Ξάφνου ακούγεται ουρλιαχτό
και έξω από το τζάμι
βλέπω να χάσκει
το στόμα ενός λύκου
σάλια και αίμα.
Πίσω από το γυαλί
ακούω την ανάσα να κοχλάζει
μυρίζω την λαχτάρα του.
Πριν ο άντρας προλάβει να αντιδράσει,
ένα προς ένα πετάω όλα μου τα ρούχα
την πόρτα ανοίγω
και αφήνομαι γυμνή
να με ξεσκίσει.

ΙΕΡΟΤΕΛΕΣΤΙΑ Ι

Πρώτα βγάζει το πουκάμισο
μετά το αστραφτερό χαμόγελο,
έχει σειρά η φούστα
ύστερα το μεσοφόρι από δαντέλα.
Ντύνεται ολόκληρη το κόκκινο κραγιόν.
Έξω η νύχτα βάφει με πινέλο μαύρο το σκοτάδι της.

ΙΕΡΟΤΕΛΕΣΤΙΑ ΙΙ

Γυναίκα σε καθρέφτη.
Φοράει, μαύρες κάλτσες,
νυχτερίδες στο χιόνι του κορμιού της.
Ένας άντρας στέκεται κοντά της.
Δεν φαίνεται η αντανάκλασή του στο γυαλί.
Τα μάτια του έχουν ήδη φύγει.
Δεν μπορεί να δει
το τρίγωνο του φόβου της
τα ελάφια των ματιών της
τα σπαρταριστά περιστέρια των δαχτύλων της.

Όπως κάθε βράδυ
τελευταία αποχωρούν τα χέρια του.

IT TAKES TWO TO TANGO

Τις νύχτες χορεύω ταγκό.
Μικροί πιγκουΐνοι χειροκροτούν θερμά
και σερβίρουν παγωμένη σαμπάνια
στα φαντάσματα του κήπου.
Ο καβαλιέρος μου εξατμίζεται,
σηκώνω την πολύχρωμή μου φούστα
και πηδάω στο κενό.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΙΙ

Γάζες από χαμόγελα στο στόμα
έθαψες πια τους νεκρούς,
τον Κρέοντα τον κουβαλάς μαζί σου,
τον ψάχνεις στους άντρες που αγαπάς.
Γνώρισες τους κανόνες της απώλειας
την πνιγηρή υγρασία της σπηλιάς.
Τώρα πια γυαλίζεις τα ασημένια σου σερβίτσια
ενώ οι γύπες κάθε μέρα αφαιρούν
παράθυρα, σκεπή, αύριο την πόρτα
κι εσύ κάτι πρέπει να θυμηθείς
που όμως συνέχεια διαφεύγει.
Κι έτσι ολότελα γλιστράς
το αλλού γίνεται άλλοθι
και όλα τα ποιήματα νερό.

ΠΑΛΙΕΣ ΣΥΜΜΑΘΗΤΡΙΕΣ

Με ξεσκισμένες σάρκες και γυμνά φτερά
μικροί καθρέφτες των ρυτίδων μου
πόσο ακόμα ως το τέλος;

ΕΥΑ

Με παρέσυρε.
Πυκνά φυλλώματα, υγρά.
Δεν φορούσε πρόσωπο.
Άγγιξα τότε ένα φίδι, την καρδιά του.
Κι ευθύς κατρακύλησα στο χώμα.
Ούτε θεός ούτε διάβολος.
Στον Κήπο τον αποκαλούσαν «άντρα».
Στο στόμα άφηνε γεύση μήλου σε αποσύνθεση.

ΤΑ ΜΑΤΙΑ

Δεν είναι τα μάτια παράθυρα
ούτε καθρέφτες της ψυχής.
Είναι άγρια σκυλιά που αλυχτούν.
Η αγάπη δεν είναι ροζ ζάχαρη
ούτε ο έρωτας αρρώστια
που βήχει διακριτικά
κι αφήνει αιμάτινες κηλίδες
στο δαντελένιο μαντίλι της Κυρίας
που ύφαινε Καμέλιες.
Δεν έψαχνε η Έμμα Μποβαρύ
άντρες για να αγαπήσει,
κυνηγούσε μόνο την χαμένη της ψυχή.
Κι όταν τελειώνει μια ιστορία
οι άνθρωποι θάβουν τα κομμάτια τους στον κήπο
και κάθονται στα αραχνιασμένα τους τραπέζια
ενώ η Μις Χάβισαμ τους υποδέχεται
φορώντας το μουχλιασμένο νυφικό
ενός γάμου που δεν μπόρεσε ποτέ.

Ο ΦΟΒΟΣ ΝΑ Σ’ ΑΓΑΠΩ

Ποιος είναι αυτός ο Φόβος
που ουρλιάζει με τα δυο του όμικρον
να χάσκουν στο σκοτάδι;
Ποιο είναι το βουβό βήτα
που βηματίζει βαρύγδουπα
σέρνοντας το παραμορφωμένο του ποδάρι;
Ποια φυγή ονειρεύεται το φι
και γιατί το σίγμα
σπαράζει σιωπηλά στο τέλος
αλλά και μπροστά
από το άλλο ρήμα
που τόσο πολύ φοβάμαι να προφέρω;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ

Φοράει πάντοτε μια μάσκα.
Το πρόσωπο αδιάκοπα αλλάζει
μισό φως μισό σκοτάδι
μισή γέννα μισή θάνατος
άλλοτε νυχτερίδα
άλλοτε νερό των αστεριών
χύνεται βουρκωμένη
αέναα γλιστράει,
στην αδιάκοπη ροή
κρύβεται η αλήθεια της,
στους ύπερους στους στήμονες
στην γύρη
στα κοχύλια
στις εσοχές που φωλιάζουνε τα φίδια
η φύση είναι η δύναμή της
το ίδιο το κορμί της.
Μιλάει γλώσσες ακατάληπτες
στον αριστερό λοβό της
στριφογυρίζουνε πλανήτες
από τα στήθη της
ρέουν άγρια ποτάμια.

Μητέρα Θεά.
Μάγισσα.
Γυναίκα.

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ

Τα πορτρέτα των προγονών
ροχαλίζουν άοκνα στους τοίχους
αράχνες γνέθουν παγωμένους σταλακτίτες
μια μητέρα ντυμένη στα λευκά
νανουρίζει στην κούνια ένα ανύπαρκτο μωρό
ένα κορίτσι με κόκκινα μαλλιά μαχαιρώνει βίαια τον αέρα
ένας άντρας με λασπωμένες μπότες
ξεκοιλιάζει πουπουλένια μαξιλάρια
άσπρα σκυλιά με μαύρες βούλες
παίζουν τρίλιζα στα μάρμαρα
κάποιος κάπου παίζει ένα βιολί
στην σοφίτα γεννιέται ένα αυγό
γαλάζιοι δρυοκολάπτες πετούνε στην κουζίνα.
Κι εσύ,
ξαπλωμένος στην κρυστάλλινη μπανιέρα
φορώντας όλα σου τα ρούχα,
πίνεις σαμπάνια μέσα στην καρδιά μου,
όχι επισκέπτης ούτε φίλος
αλλά μοναδικός ένοικος
που αυτονόητα κατέχει τα κλειδιά.

ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

Ένα κρεβάτι διπλό και μια λεκάνη.
Πρώτα με πλένεις.
Δέκα δάχτυλα
μαύρα άλογα
αφηνιασμένα ιδρωμένα λαχανιάζουν
κοράκια φτερουγίζουν τρελαμένα
κόκκινοι λύκοι με μυρίζουν.
Με χαϊδεύεις.
Ύστερα έρχεσαι.
Όπως ποτέ.
Όπως ξανά.
Στο πιο
κρυφό δωμάτιο του κορμιού μου.

ΤΟ ΑΓΓΙΓΜΑ

Μια γυναίκα κι ένας άντρας στη
σκοτεινή σπηλιά
με τα κόκαλα των νεκρών αδελφών
και τις χαραγμένες με πέτρα κοφτερή
σκηνές από κυνήγι άγριων ζώων.
Η νύχτα βαθαίνει ολοένα
τα ουρλιαχτά απέξω δυναμώνουν
η σπηλιά-στόμα μεγαλώνει
η γυναίκα παγώνει στους χειμώνες
τότε ο άντρας απλώνει το χέρι
ένα άγγιγμα στο μάγουλο,
χάδι από μικρές νεφέλες.
Ύστερα σκοτάδι.
Σε έναν ουρανοξύστη, σε μια πόλη ξένη,
Σάββατο, ώρα δώδεκα το βράδυ,
μία γυναίκα, ένας άντρας,
αυτός άπλωσε το χέρι,
ένα άγγιγμα στο μάγουλο,
τόσο απλό τόσο πολύπλοκο
τόσο ανεπανάληπτα παλιό.

Το χέρι σου στο πρόσωπό μου.

ΤΟ ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ

Έβγαλα εισιτήριο με το τρένο
για νά ’ρθω να σε βρω.
Τόσο απλό λοιπόν να ανέβω σε ένα τρένο
αστραφτερό, γυαλιστερό
με οδηγό, εισπράκτορα, συνεπιβάτες
ράγες που εφάπτονται στο έδαφος
και προαναγγελθέντες όλους τους σταθμούς.
Ξέχασα πόσο μαύρο είναι το τρένο της αγάπης
πως καίει κάρβουνα κι ελπίδες
με ένα μάτι τυφλό κι ένα στόμα που χάσκει
και μηχανή ορχιδέα
που αιώνια πεινάει
πόσο ρυθμικά βογκά
καθώς φίδι θεριεμένο
ανεβοκατεβαίνει τις σήραγγες του τρόμου.
Λησμόνησα πόσο μοναχικό είναι το τρένο της αγάπης
με τον ελεγκτή κάθε λίγο
να ακυρώνει
και έναν εισπράκτορα
κέρινο ομοίωμα
να περιμένει πάντα στον σταθμό.
Έβγαλα εισιτήριο με το τρένο
για νά ’ρθω να σε βρω.
Σαν να μην γνώριζα ποιο είναι πάντα το ταξίδι
και ποιον αλήθεια ψάχνουμε
στον έρημο σταθμό.

.

Η ΛΙΜΝΗ, Ο ΚΗΠΟΣ ΚΑΙ Η ΑΠΩΛΕΙΑ (2006)

Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΜΟΥ

Ο μπαμπάς μου φορούσε πάντα αδιάβροχο
και κρατούσε μια γκρίζα ομπρέλα για τον ήλιο,
αγαπούσε γυναίκες κι όλο έφευγε,
κι έπαιζε σε ταινίες κατασκόπων
τον ρόλο της κλειδαριάς στην πόρτα
ή του ανοιχτού παράθυρου
στη μέση μιας ερήμου.
Πολύ του άρεσαν πάντα τα καπέλα.
Η μαμά μου φορούσε όμορφα καπέλα
με ζωντανά ακέφαλα παγόνια να μαλώνουν.
Ο αδελφός μου ήταν κύκνος,
κρυστάλλινος και διάφανος,
σε χίλιες δυο μεριές του ραγισμένος
και τόσο, μα τόσο ανυπεράσπιστος,
που πάντα έμπαινα στον πειρασμό
να τον ρίξω κάτω, για να σπάσει.
Κι εγώ ήμουν αξιολάτρευτη,
στα άσπρα πάντοτε ντυμένη,
έτρωγα κέικ από μοναξιά,
σ’ ένα ετοιμόρροπο, καθόμουνα μπαλκόνι.
Ύστερα η μαμά χάθηκε μες στον καθρέφτη,
ο μπαμπάς αγάπησε ένα πουλί και πέταξε,
ο αδελφός μου παντρεύτηκε τη Νύχτα
και το μπαλκόνι μου κατέρρευσε στη θάλασσα.
Κι από όλη την οικογένεια μου,
απόμεινε μόνο ένα άλμπουμ με σκιές
να κυνηγούν ατέρμονα η μια την άλλη μες στη νύχτα.

ΟΤΑΝ ΜΠΑΙΝΕΙΣ ΜΕΣΑ ΜΟΥ

Όταν μπαίνεις μέσα μου,
το πάπλωμα μυρίζει ρύζι και γαλάζια αυγά.
Μα την ίδια στιγμή,
μια πόρτα με θόρυβο ανοίγει,
σε κρύο διάδρομο,
σε άδειο σπίτι.

Στην οδό Αγίου Δημητρίου,
ένα κοριτσάκι μου γνέφει λυπημένα.

ΡΟΤΟΝΤΑ

Ροτόντα
Μεσημέρι προς βράδυ.
Ψιχαλίζει μικρά πουλιά.
Δεν με αγγίζεις.

Είσαι ολόκληρος μέσα μου.

ΜΟΝΑΧΑ ΣΤΑ ΟΝΕΙΡΑ

I.

Στην αρχή συνέβαινε μονάχα στα όνειρα.
Κάποιος άνοιγε την πόρτα του κορμιού της
και γλιστρούσε μέσα του.
Ποτέ δεν του παραχωρούσε από μόνη της
το κλειδί της μυστικής της κρύπτης.
Όμως αυτός το ανακάλυπτε,
μια ελιά στον αριστερό της ώμο
ή ένα μικρό δελφίνι κάτω από τον ομφαλό.

II.

Στην αρχή συνέβαινε μόνο στα όνειρα.
Ύστερα συνέβαινε γενικά.
Αυτός την συναντούσε,
κάτω από τα δέντρα το σούρουπο,
ή όταν κεντούσε στο μπαλκόνι της.
Δεν πάλευε ποτέ, δεν του αντιστεκόταν.
Τη γοήτευε πού γνώριζε τόσο το κορμί της.
‘Αναρωτιόταν πόσο παλιά ήταν η γνώση του.
‘Αναρωτιόταν αν την αγαπούσε.

VII.

Ποτέ της δεν κατάφερε το τέλος του.
Το έλος του την κράτησε δικό του.
Ύστερα από καιρό είπαν πώς χάθηκε,
πώς τριγυρνούσε σε παλιές φωτογραφίες
με άσπρα φορέματα χόρευε στους βάλτους
και κάποιοι την είδαν συντροφιά με μιαν αρκούδα
να χάνεται σε δρόμο δίχως τέλος.

VIII.

Κι ο άντρας; Υπήρξε;
Ή ήταν μόνο μια αφορμή,
Μικρού θανάτου πρόβα
σε θίασο επαρχίας;

ΓΥΝΑΙΚΑ-ΨΑΡΙ

Στιλπνή είμαι, ασημένια,
ψάρι είμαι, ξεγλιστρώ.
Χάνομαι, χύνομαι,
ρέω, διαφεύγω.
Μόνο γυναίκα αν ήμουν,
αρχέγονη, μυστική,
πήλινη,
διονυσιακή,
κογχύλι,
γονιμότητα,
αγγείο και ηχείο,
αν ήμουν.
Όμως ούτε γυναίκα είμαι, ούτε ψάρι
μα και τα δύο μαζί.
Και δεν είναι μόνο δική μου αυτή η ιστορία.
Είναι κι η ιστορία της γυναίκας-σταγόνα και
της γυναίκας-χιόνι
της γυναίκας-σαύρα και της γυναίκας-αετός
μα και της Μαίρης, της Άννας,
της Ελένης, της Φρίντας,
της Σύλβιας, της Ιωάννας,
και όλων των άλλων γυναικών
αθόρυβα αφήνουν πίσω τους τα χνάρια
από μικρά παπούτσια,
που γρήγορα εξαερώνονται στον χρόνο.
Είμαι γυναίκα-ψάρι.
Όταν πεθάνω, θα γίνω μόνο ψάρι.
Θα κολυμπώ στ’ αστέρια.

ΠΗΝΕΛΟΠΗ

Όλοι οι μνηστήρες φορούν την ίδια μάσκα,
τραγόμορφοι σκύβουν πάνω μου
και με χαϊδεύουν
με δάχτυλα γεμάτα δαχτυλίδια.
Πού να ‘ναι τώρα ο Οδυσσέας,
πόσοι μικροί σταλακτίτες
παγώνουν σ’ ένα δάκρυ,
γιατί ο ουρανός κοιμάται πάντα
με τα μάτια ανοιχτά,
γιατί ο Οδυσσέας είναι ξένος
και το όνομά μου Πηνελόπη
και δεν έχω δική μου ούτε στεριά, ούτε νησί,
ούτε πόλεμο να πολεμήσω,
ούτε Δούρειο Ίππο να κρυφτώ
γιατί το φεγγάρι έχει πάντα ένα πρόσωπο κρυμμένο
σ’ ένα πηγάδι χωρίς βυθό;
Γιατί, τέλος, ό,τι ποίημα και να υφάνω
έχει για κλωστές βελούδινες γυναίκες
που λάμπουν για λίγο στο σκοτάδι
πριν σβήσουν για πάντα στην σιωπή;

ΠΕΡΣΕΦΟΝΗ

Έξι μήνες σε νυμφεύομαι,
κορμί από πορτοκάλι,
τσακάλια βδέλλες
κολλούν στη σάρκα μου,
σε τρώω κι ύστερα με τρως,
στολίζομαι με λάσπη
και το νυφικό
ξεσκίζουν δέκα τυφλοπόντικες.
Ύστερα επιστρέφω,
παρθενική και μόνη,
να μυηθώ στην ποίηση.
Έτσι από τον πηλό
πλάστηκε η ζωή.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ

Σωπαίνεις.
Σε λευκό μανδύα τυλιγμένος
μου διδάσκεις πόνο και ηδονή.
Τεράστιος ορθώνεται, πατέρα,
ο ίσκιος σου επάνω απ’ το βωμό.
Εραστής και ξένος
ο αγαπημένος δήμιος.
Βλέπεις, οι σκοπιμότητες.
Το διαζύγιο, ο ούριος άνεμος,
τα πλοία πού δεν έφυγαν ποτέ
για την χαμένη Τροία,
ο χρόνος πού σταμάτησε,
ο θάνατος πού με νυμφεύεται
αντί του ‘Αχιλλέα.
Κόκκινος ο μανδύας σου από αίμα.
Κι εσύ φοράς το μαύρο σου καπέλο
στρίβεις ατάραχος το πόμολο της πόρτας.

Το μόνο πού χρειαζότανε ήτανε μία θυσία.

ΤΟ ΗΦΑΙΣΤΕΙΟ ΚΑΙ Ο ΚΑΠΝΟΣ

«Σχεδόν» απάντησε αυτός.
«Μπορεί, άσε να δούμε,
είναι ρευστά τα πράγματα,
μα δεν το αποκλείω.»
«Καίγομαι», είπε αυτό.
«Σου στέλνω κάθε μέρα αχνιστά φιλιά,
κόκκινα περιστέρια από λάβα,
μου λείπεις.»
«Είμαι απλώς πιο πρακτικός,
είναι στη μέση κι η δουλειά,
στο τέλος θα βρεθούμε,
αν όχι τώρα, ίσως μετά.»
«Καλά», είπε τότε το ηφαίστειο
κι εξερράγη
κι όλα γύρω του πλημμύρισαν
δάκρυα καυτά κι ελπίδες
ενώ δ γκρίζος καπνός αδιάφορα
διαλύονταν ψυχρά μες στον αέρα.

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ

Ναι, κύριε,
μόνο για μια νύχτα.
Θα είναι το μικρό μας μυστικό.
Ένα ποτό ακόμη ;
Ευχαρίστως.
Βλέπετε, τις νύχτες
φορώ ξένα κορμιά
και ταξιδεύω
τούς καθρέφτες.
Γνωρίζετε τον Γουλιέλμο Τέλλο;
Ένα κόκκινο μήλο ή ζωή μου,
νήμα από άχνη ζάχαρη
εμποτισμένο σε ουίσκι.
Αν έχω αδυναμία στο ποτό;
Μετά την ποίηση,
όλες οι άλλες έξεις ξεπερνιούνται.
Αν φοβάμαι τον θάνατο;
Όχι περισσότερο από εσάς.
Άλλωστε και σεις, ο Θάνατος δεν είστε;
Δεν με κοιτάτε πίσω από μια μάσκα;
Δεν με αγγίζετε με γάντια;
Πέστε μου, κύριε,
μπορείτε να γράψετε;
Μπορείτε να βρείτε την ανοιχτή πληγή
και εκεί μέσα στον πυρήνα,
ανάμεσα στο αίμα,
μπορείτε κύριε, να αιμορραγείτε
και να γράφετε ταυτόχρονα;
Ναι, συγγνώμη, παρασύρθηκα.
Όμως πριν φύγετε,
μία ακόμα ερώτηση για σας.
Πόσα μωρά τίποτε
πεθαίνουν σε μια νύχτα
μέσα σε μια παλάμη
που δεν αγγίχτηκε;
Καλή σας νύχτα.

Ο ΑΝΤΡΑΣ

Καφτός, σκληρός,
οικείος, ξένος,
ο άντρας στο δωμάτιο,
στη σπηλιά
στο ανάκλιντρο,
ο άντρας στις φοινικιές του Νείλου.

Ο άντρας φοβάται, κρυώνει, είναι μόνος.
Δεν είναι ποιητής, έξω βρέχει,
ο άντρας είναι ποιητής,
σκαλίζει στις σπηλιές ζωάκια
και δάκρυα στιλπνά, γυαλιστερά.

Ο άντρας γεννιέται ξανά,
μικρός, μαλακός,
ταξιδεύει στις πτυχές του μεταξιού,
στον Κήπο δεν γνώριζε,
ύστερα πάλι όλο έβρεχε,
η καινούργια Χώρα ήταν υγρή
κι αφιλόξενη,
κοπάδια από ζέμπρες χρωμάτιζαν το σύμπαν.

Ο άντρας στο δωμάτιο,
μια γυναίκα μαζί του,
καπνός από τσιγάρο
μικρά μαξιλάρια στο πάτωμα,
σαύρες και ερπετά σέρνονται στα δέντρα,
είναι ή ώρα που oι ύαινες ουρλιάζουν,
ο άντρας φοβάται, η γυναίκα φοβάται,
είναι μόνοι,
έξω από τη σπηλιά κάτι μαύρο
κάτι άγνωστο
δεν έχει πόδια, όμως κινείται,
κάποια στιγμή θα τους ρουφήξει.

ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΓΑΠΗΣ

Τον συνάντησε στο δάσος.
Γυμνός ήταν, κυνηγός.
Κυνηγούσε λέξεις.
Τις αιχμαλώτιζε με απόχη,
τις βαλσάμωνε δικές του.
Δεν του μιλούσε.
Καθόταν δίπλα του αθόρυβα.
Φορούσε μενεξεδένια κι άσπρα
φορέματα και κρινολίνα
από άχνη και κανέλα.
Αυτός την κοίταζε κρυφά,
ενώ συγχρόνως κυνηγούσε
τη λέξη «απέχω» ή τη λέξη «νοσταλγώ».
Αυτή είχε μικρούς καθρέφτες νάρκισσους
πάνω της κεντημένους,
παγίδευαν το βλέμμα προς τα έξω
ή ίσως δεν τολμούσε να κοιτάξει
την άλλη γυναίκα
που δίπλα της πνιγόταν σε πηγάδι.
Ύστερα αγαπήθηκαν.
Ο κυνηγός αγάπησε τη λέξη «αγάπη»
κι αυτή τον κυνηγό μες στους καθρέφτες της.

ΤΕΛΟΣ

Της είπαν να θέσει ένα τέλος.
Το επιβάλλει λεν ο Νόμος και το Δίκαιο.
Και πώς, ρωτάει τότε αυτή,
πώς τελειώνει, κύριοι, ο βουρκωμένος ουρανός,
η γυμνή βροχή,
ή ένα άγγιγμα στο στόμα;
Πώς άραγε τελειώνει το τέλος και ό καιρός;
Και ποιός απ’ όλους σας εβίωσε
το τέλος ως το τέλος;

Ένα πουλί χτυπάει με δύναμη το τζάμι.
Κόκκινες μικρές σταγόνες
το περιδέραιο τού χιονιού.

.

Η ΑΠΟΧΩΡΗΣΗ ΤΗΣ ΛΑΙΔΗΣ ΚΑΠΑ (2004)

ΠΟΥ ΠΑΝΕ ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΤΙΣ ΝΥΧΤΕΣ;

I.

Κατά τα μεσάνυχτα,
μία βάρκα αποχωρεί.
Ένας γέρος καλόγερος
ανάβει χάρτινα φανάρια
που σιωπηλά επιπλέουν στο νερό.
Οι ποιητές επιβιβάζονται αργά,
σκιές που φωσφορίζουν στο σκοτάδι.
Είναι συνήθως ντυμένοι ελαφρά,
(πόσο αναμενόμενο και πόσο απρόσμενο
είναι πάντα το ταξίδι),
άλλοι φορούν τριμμένα πανωφόρια
και άλλοι από μετάξι κάπες,
άλλοι τζίν μπουφάν και λιωμένα παντελόνια,
κάποιες γυναίκες φορούν δαντελένιες νυχτικιές,
άλλες μακριά φορέματα και κρινολίνα,
κι άλλες ντυμένες είναι με κοστούμι και γραβάτα.
Ή βάρκα γλυστράει αθόρυβα στο αλλόκοτο τοπίο,
τό δάσος μισοπνιγμένο μες στη λίμνη,
μπλέκουν στα κλαδιά των δέντρων
τα μακριά μαλλιά των ποιητών,
κι ή βάρκα μετεωρίζεται στους κορμούς των δέντρων,
ανάμεσα στις φυλλωσιές και στους καρπούς τους.
Τα νερά της λίμνης είναι ζεστά,
γεμάτα μικροοργανισμούς, θολά,
η λίμνη γουργουρίζει,
κάτι ζωντανό κοχλάζει στον βυθό της.

ΙΙ

0ι ποιητές δεν μένουν ποτέ οί ίδιοι.
Στην διάρκεια του ταξιδιού μεταμορφώνονται,
σε γυπαετούς ή κάργες
ή σε κατακόκκινα πουλιά στο χρώμα της φωτιάς
Κάποιοι μεταμορφώνονται σε λύκους
πού με τα ουρλιαχτά τους αλλάζουν τό σκοτάδι,
άλλοι γίνονται ορχιδέες
ή ανεμώνες,
ή ασημένια χέλια,
κουκούλια σκάν
μικρές σαύρες σέρνονται στις όχθες,
τα νερά στη λίμνη παγώνουν,
η λίμνη ποτέ δεν μένει ίδια.
Η βάρκα γλυστράει αθόρυβα
σαν έλκηθρο,
που το σέρνουν τάρανδοι
και μικρά βατράχια.

III.

Κάποια στιγμή η βάρκα σταματά.
Οι ποιητές αποβιβάζονται στον πάγο,
κάποιοι αριστερόστροφα γυρνούν,
βυθίζονται σε έκσταση.
Σε λεπτές φέτες πάγου
που σκίζονται με θόρυβο
σαν φύλλα από χαρτί,
στροβιλίζονται οι ποιητές
με κόκκινα πατίνια.
Μία ποιήτρια κύκνος,
δαγκώνει με το ράμφος τον λαιμό της,
με αίμα χαράζει στρογγυλό νησί
γύρω της στον πάγο.
Δύο ερωτευμένοι ποιητές
κρατούν στη χούφτα τους
κρύσταλλους χιονιού πού λαμπυρίζουν,
καθρεφτίζονται στο σκληρό χιόνι πού αστράφτει
και τυφλώνονται.

VII.

Μην εμπιστεύεσαι τους ποιητές.
Γερνούνε με τα χρόνια.
Χωρίς τα χρόνια, γερνούνε πιο πολύ.
Πεθαίνουν νωρίς
πεθαίνουν νέοι,
ή ζούνε ατέλειωτα χρόνια σιωπής.
Φοβούνται τη σιωπή οι ποιητές.
Μα όταν γράφουν, μυούνται στη σιωπή.
Με τη σιωπή τους αλλάζουνε τον κόσμο.

VIII

Τα πιο όμορφα ποιήματα γράφτηκαν στη σιωπή.

IX.

Πού πάνε οι ποιητές τις νύχτες;
Γιατί κυκλοφορούν με χέρια ματωμένα;
Γιατί ουρλιάζουν οι ποιητές στις στέγες;
Γιατί έχουν έναν επίδεσμο στη θέση της καρδιάς;
Γιατί τα γράμματα που σκαλίζουν με κόπο σ
το χαρτί
με πένα, με κονδυλοφόρο, με μολύβι,
αφήνουν μικρά κόκκινα χνάρια από αίμα;

X.

Γιατί σπαράζει ο κύκνος
καθώς λευκός, παρθενικός
τινάζει τα φτερά του
και γράφει τον τελευταίο του στίχο;

ΜΙΚΡΗ ΓΟΡΓΟΝΑ

Συνέβη τότε
που ακόμα πίστευα στους πρίγκιπες.
Δεν μου το ζήτησε αυτός,
μόνη μου προσφέρθηκα.
Για χάρη του το έκανα.
Ή ουρά μου φεγγοβολούσε ολόκληρη
και μύριζε λεμονανθούς.
Τα βράδια την άπλωνα στ’ αστέρια να στεγνώσει,
και μερικές νύχτες μου μουρμούριζε τραγούδια.
Ποτέ του δεν του άρεσε η ουρά μου.
Την έβρισκε απωθητική.
Για χάρη του το έκανα.
Ήπια το φίλτρο.
Ύστερα πονούσα.
Πόνοι με ξέσκιζαν στα δύο,
κοβόμουνα στη μέση
σπαρτάριζα σαν ψάρι στη στεριά.
Προκρούστες μου κόβαν τα κομμάτια
που περίσσευαν,
ταπεινωμένη ένοιωθα μετά.
Μα τα καινούργια πόδια μου άξιζαν τον κόπο.
Αυτός πολύ χαιρόταν με τα θαυμαστά
καινούργια πόδια μου.
Εύκαμπτα ήταν, καλογραμμένα,
γάμπες, αστράγαλοι, μηροί, γοφοί
όλα στην εντέλεια πλασμένα.
Γυναικεία.
Μόνο που κούτσαινα, σαν περπατούσα.
Μόνο που σαν έτρεχα, πονούσα.
Μόνο που δεν τα ‘νοιωθα δικά μου.
Μόνο που λαχταρούσα την άγρια,
τη θαλασσινή μου ουρά,
τον μοναχικό μου βράχο,
τις τρικυμίες,
την αλλοτινή μου νύχτα.
Ύστερα ο πρίγκιπας παντρεύτηκε μία άλλη.
Πριγκίπισσα αληθινή όπως επιβεβαίωσαν
τα δώδεκα μπιζέλια.
Και εγώ γοργόνα για πάντα στην ψυχή,
επέστρεψα στη θάλασσα για πάντα.

Η ΑΠΟΧΩΡΗΣΗ ΤΗΣ ΛΑΙΔΗΣ ΚΑΠΑ

Η Λαίδη Κ. δεν παραδίδεται,
δεν παραδίδει,
μόνο αποχωρεί,
την κατάλληλη εκείνη στιγμή,
που το ρολόι της σάλας
χτυπάει το τέλος.

Τότε η Λαίδη Κ. κατεβαίνει
τη δρύινη σκάλα,
το βαρύ της φόρεμα κυλάει στα σκαλοπάτια,
ή Λαίδη Κ. φοράει πάντα
μαύρο βελούδο και μαργαριτάρια στο λαιμό,
οποιοσδήποτε μπορεί να την αγγίξει
έτσι καθώς ανάλαφρα γλυστράει μες στη σάλα,
κανείς ποτέ δεν την αγγίζει,
μαύρο βελούδο φοράει ή Λαίδη Κ.
μαύρα βελούδινα τα μάτια της
αστράφτουν στο σκοτάδι.
Ποτέ δεν φωνάζει ή Λαίδη Κ.,
ποτέ δεν κλαίει,
τα δάκρυα είναι στολίδια,
που τα φοράει γυμνή
στον καθρέφτη της τα βράδια.

Καθώς ή Λαίδη Κ. γλυστράει μες στον χρόνο,
αφήνει πίσω ένα άρωμα πικραμύγδαλου και μέντας,
το κολιέ της χαλαρώνει και της πέφτει,
τα μαργαριτάρια πέταλα από άγρια τριαντάφυλλα,
σκορπίζονται στη σκάλα,
η Λαίδη Κ. είναι μόνη,
κανείς δεν την ακούει να ουρλιάζει
το βράδυ στο σκοτάδι.

Η Λαίδη Κ. δεν παραδίδεται.
Δεν θα παραδοθεί.
Μόνο την κατάλληλη στιγμή.
Θα λύσει τα μακριά φλογισμένα της μαλλιά
θα πετάξει κρινολίνα και βελούδα,
και ανέγγιχτη έξαφνα
θα γίνει μια μικρή κόκκινη αλεπού
πού σαν σπίθα θα χαθεί
για πάντα μες στο δάσος.

ΓΥΜΝΟ

Ένα κορμί κάτω από λευκό σεντόνι.
Μόνο ένα κορμί.
Κάτω από λευκό σεντόνι.
Κι όμως.
Κανείς φαντάζεται.
Τα ρείκια να ανασαίνουν στις μασχάλες,
τα πράσινα βρύα να αναδεύονται στο στήθος,
τη μαύρη τρύπα του ομφαλοί ν’ ανοιγοκλείνει,
την καρδιά να πάλλεται ολοκόκκινη,
το φίδι λείο και στιλπνό,
να τεντώνεται για να επιτεθεί,
στο σεντόνι ανάγλυφη
η γεωγραφία του κορμιού σου,
οι καταρράκτες των μηρών
οι χαράδρες των γονάτων σου,
οι μικρές πικρολίμνες στις πατούσες σου.
Ή άμμος πέφτει με κοφτές ανάσες στην κλεψύδρα,
βουτώ στη σκληρή σάρκα του καρπού,
η παλάμη μου αγγίζει
τον καυτό πυρήνα.
Κόκκινοι κόσμοι εκτοξεύονται στο σύμπαν.
Ένα κορμί δεν είναι.
Μόνο ένα κορμί.
Το φίλντισι στα μάτια σου
δεν είναι.
Μόνο ένα δάκρυ.
Το κορμί σου δίπλα μου.
Χωρίς σεντόνι.

ΠΟΙΗΣΗ

Όταν η πλατεία της σιωπής
γεμίζει περιστέρια,
εκείνα τα πουλιά της νύχτας,
τα γυμνά, τα κοραλένια,
το χρυσάνθεμο γόνδολα
κυλάει στα βαθυσκότεινα νερά.

Κάποιο βράδυ θα αφεθώ.
Εκεί.

Σε μία πόλη βυθισμένη στο νερό,
όπου η απουσία δεν είναι απώλεια,
όπου τα μάτια σου δεν έχουν
χρώμα ξεχασμένης βροχής
και οι σταγόνες στο πρόσωπό σου
είναι αφρισμένα κύματα δαμάσκηνου.
Εκεί.

Στον πυρήνα της σιωπής
τα εξωτικά πουλιά θα κελαηδούν,
καρύδες θα πέφτουν ρυθμικά,
οι κοκοφοίνικες θα πανηγυρίζουν
το τέλος του χειμώνα,
οι παπαγάλοι θα βρέχουν τα φτερά τους
με χρώματα,
και εγώ γυμνή
θα εκτίθεμαι και θα εκθέτω,
κρατώντας πάντα
την ουσία μου κρυφή.

ΤΑ ΦΙΛΙΑ ΣΟΥ

’Άλλοτε.
Την εποχή των γυπαετών.

Ένα, ένα,
ανεκτίμητα, αιχμηρά,
καυστική ποτάσα,
διάφανες μέδουσες,
γεύση από ζελέ λεμόνι.
Ρακόμελο σε ποτηράκι του ούζου.
Παράνομα και απόλυτα νόμιμα.

’Άλλοτε.
Τα φιλιά σου.

Τώρα σαν με δεις,
με φιλάς στο μάγουλο.

Τυχαία.

Και οι λεμονανθοί αδιάκοπα φλυαρούν
στην ακατανόητη γλώσσα τους.

ΧΡΟΝΟΣ

Και η στιγμή ένα γοργοπόδαρο ελάφι
που αφήνει πίσω του
μια βουρκωμένη, βελούδινη ματιά
πριν βουτήξει για πάντα στο κενό.

ΔΑΚΡΥ

Μικρή λίμνη είσαι δάκρυ;
Μικρή; Λίμνη; Είσαι;
Και αν όχι, τότε;
Τί; Γιατί;
Ναι, μικρή, λίμνη, ωκεανός, θάλασσα, δάκρυ
είμαι. Εσύ.

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ TON ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΩΝ

ΗΜΕΡΑ ΠΡΩΤΗ: Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

ΤΟΥΡΑΝΤΟΥ: Ποιος είσαι ξένε;
Πούθε έρχεσαι και πού πηγαίνεις;
Ποιο ξωτικό του δάσους
σ’ έστειλε μπροστά μου,
τούτη την ώρα που αχνίζει ή αυγή
Τα ρούχα σου είναι φτωχικά
μα αρχοντικά ραμμένα,
τα πρόσωπό σου απόκοσμο
μα τόσο οικείο μοιάζει,
τα μάτια σου άγρια καστανά,
τί άραγε να ελπίζουν;

ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ: Με ξάφνιασες σαν πρόβαλες
αθόρυβα απ’ την πάχνη,
πριγκίπισσα των πάγων,
Τουραντού.
Γνωρίζω τ’ όνομά σου
από αρχαίους κόσμους,
σε φωτεινά αστέρια,
στη μέση τού πελάγους,
σ’ έχω ξαναδεί.

ΤΟΥΡΑΝΤΟΥ: Ποιος είσαι; Με φοβίζεις,
τα λόγια σου παράξενα αντηχούν.
Αν ήσουν χιόνι, θα έκαιγες,
δάκρυ αν ήσουν, θα έλιωνα.
Άγγιγμα αν ήσουν, θα μ’ έχανα.

ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ: Με λένε ’Όναρ,
με το λευκό μου άλογο
τον χρόνο διασχίζω.
Το ξύλινο σπαθί μου μυρίζει βελανίδια,
τα ρούχα μου πευκοβελόνες,
στρατιώτης είμαι, πρίγκιπας, επαίτης.
Ένας άντρας είμαι και ψάχνω.
Ένας άντρας είμαι και ελπίζω.
Ποθώ και ονειρεύομαι.
Αύριο την ίδια ώρα
θα σε προσμένω εδώ.

ΗΜΕΡΑ ΤΕΤΑΡΤΗ: ΕΝΤΑΣΗ

ΤΟΥΡΑΝΤΟΥ: Όναρ, αδελφέ και σύντροφε,
τα φωτεινά σου αχνάρια ακολούθησα
χθες βράδυ,
στου φεγγαριού την κούπα,
ξεχείλισε η ψυχή μου από χαρά.
Όμως σήμερα δεν φάνηκες,
τρείς ώρες με το άλογο καλπάζω,
και με αγωνία ψάχνω να σε βρω.
Και τώρα πού σε βρίσκω να κοιμάσαι
αμέριμνος κάτω από τον πλάτανο αυτό,
φλογισμένα βέλη θέλω να πετάξω,
και να κόψω τον ένα μου μαστό,
τον κόκκινο μανδύα μου να κάψω,
μαινάδα οργισμένη να γενώ.
Τα βραχιόλια μου ένα ‘ένα σου πετάω,
ολάκερη θέλω να καώ.

ΟΝΑΡ: Περίεργος ο πόλεμος αυτός
που όποιος νικήσει, χάνει.
Ξίφος με ξίφος
και φωτιά με τη φωτιά.
Φωτιά και αγέρας, νερό και γη.
Το ένα τρέφει το άλλο,
ενωμένα όλα και αντίθετα,
υπάρχουν μες στον κόσμο.
Έτσι και εμείς πριγκίπισσα,
από φωτιά, αέρα, νερό και γη
είμαστε πλασμένοι,
κι άλλοτε η φωτιά υπερτερεί
άλλοτε το νερό,
άλλοτε πάλι η σάρκα η γήινη
και άλλοτε ο αέρας.
Ωστόσο χωρίς βραχιόλια σε προτιμώ.
Έτσι με τα μαλλιά να πάλλονται
σαν μαγεμένο δάσος.
Σαν πεταλούδα έλκομαι
από την κόκκινη φωτιά σου,
μέσα της θέλω να καώ.
Μα αντί γι’ αυτό,
σε αποχαιρετώ,
την ίδια ώρα αύριο, εδώ θα να σε βρω.

ΗΜΕΡΑ ΕΒΔΟΜΗ: Ο ΑΠΟΧΩΡΙΣΜΟΣ

ΤΟΥΡΑΝΤΟΥ: Γιατί πρέπει όλα να τελειώνουν;
Είναι το τέλος το πιο πολύτιμο πετράδι
ή ένας σβώλος χώμα από χώμα;
Πρίγκιπα πιο οικείος
απ’ τούς οικείους έγινες,
γι’ αυτό τώρα, πιο ξένος
από τούς ξένους.
ΠΡΙΣΚΙΠΑΣ: Αγαπημένη, μόνο την καρδιά μου.
Ολάκερη δική σου.
Μαζί σου πάντα εδώ θα κατοικεί.
Σ’ αυτή τη μικρή στιγμή
πού πάλλεται στο χρόνο.
Τίποτε ποτέ του δεν τελειώνει,
σ’ ένα μπλε δωμάτιο
κρυμμένα όλα ζουν.
Τα μάτια σου λάμπουν από δάκρυα
που σαν χαμόγελα γνέφουν και γελούν.
Ο πιο βαθύς σου πόνος,
το πιο πολύτιμο διαμάντι,
να σου φέγγει
το δρόμο τού γυρισμού.
Έχε γεια.

ΤΟΥΡΑΝΤΟΥ: Μείνε.

ΟΝΑΡ: Κράτα με μέσα σου.
Το πιο δύσκολο αυτό είναι.
Θησαυρός είναι ό πόνος.
Τώρα είσαι αλλιώτικη από πριν.

ΤΟΥΡΑΝΤΟΥ: Είμαι γήινη, γυναίκα.
Μου ζητάς πολλά.
Πώς να σ’ αποχωριστώ,
χωρίς καν να σε φιλήσω;
Χωρίς μια αγκαλιά,
ένα χάδι να θυμάμαι;

ΟΝΑΡ: Αν σ’ αγγίξω θα χαθώ.
Οι ψυχές μας αγγίχτηκαν.
Χόρεψαν μαζί τον πιο αρχέγονο χορό.
Κράτα με.

ΤΟΥΡΑΝΤΟΥ: Αν ήσουν χιόνι, θα μ’ έκαιγες.
Κρύσταλλος αν ήσουν, θα μ’ έσπαγες.
Μαχαίρι αν ήσουν, θα μ’ έκοβες.
Με ματώνεις,
το χιόνι κοκκινίζει.
Οι σκίουροι του δάσους φεύγουν μακριά.
Σε κρατώ.
Μόνο την καρδιά σου.
Αυτή τη μικρή στιγμή πού πάλλεται
στο φλογισμένο δάσος.
‘Όμως έχε γεια. Αγαπημένε.

.

Η ΝΥΧΤΑ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΦΑΑΑΙΝΑ (1990)

ΦΑΛΑΙΝΑ

Κάθομαι πάνω σ’ ένα τρίγωνο από χρώματα,
τα πόδια μου αιωρούνται στο άπειρο, μια
μωβ μπανάνα κρέμεται από το ταβάνι, έξω
μικρές μπάλες χιονιού φωσφορίζουν στο
σκοτάδι, χιονίζει παιδιά, ανέφελα μικρά,
στρογγυλά παιδιά, μαλακά ακουμπούν πάνω
στο χώμα και αναλύονται σε μικρούς γαλαζόασπρους
κύκνους στο μέγεθος του δάκτυλου, έγκυες
γυναίκες με ξέπλεκα μαλλιά, γυμνές και
δακρυσμένες αγκαλιάζουν μια διάφανη μέδουσα,
μια γαλάζια φάλαινα κυλάει στην κουζίνα μου,
μια φυσαλίδα κίτρινη, κοιτιέται στον καθρέπτη
και σκάει σε εκατομμύρια ξεκαρδισμένους υδρατμούς,
είναι Τετάρτη βράδυ, ανάμεσα στο πριν και στο μετά,
στο κάπου και στο πουθενά, σ’ έναν πλανήτη,
σε μια χώρα, σ’ ένα σπίτι.

ΓΗ ΤΗΣ ΕΠΑΓΓΕΛΙΑΣ

I

Το ελάχιστο σου άγγιγμα εκεί κοντά στο στόμα
ανεπαίσθητο, ολότελα αισθητό, η μυρωδιά του
μαζί μου όλο το βράδυ, βροχή από γιασεμί.

II

Ολάκερη η νύχτα είναι κομμένη σε μεταξωτές,
ευέλικτες κορδέλες γύρω από το πρόσωπό σου,
ήχοι σκιάς, βελούδινο πηγάδι
πάτημα πεταλούδας, η μέρα με τρομάζει.

ΙΙΙ

Δε με φοβίζει
που τούτο το μολύβι
δεν αφήνει μελάνι
αλλά ίχνη από λιωμένο ουρανό
ούτε με φοβίζει
πως αντί για χαρτί
γράφω πάνω στο κορμί σου,
ζεστή αμοιβάδα από μυρωμένο χαμομήλι,
ολόγυρα, παντού.
Με φοβίζει μόνο
που κάποια μέρα,
Θα γράφω πάλι σε χαρτί
ποιήματα με μελάνι.

IV

Τότε ακούστηκαν οι σάλπιγγες της Ιεριχούς,
και ένα μετά το άλλο γκρεμίστηκαν
τα τελευταία προπύργιά μου στο κορμί σου,
το τελευταίο άγγιγμα, το τελευταίο τέλος,
χαμένες πατρίδες
νεκρικοί αλαλαγμοί στο σκοτάδι,
μεταναστεύω,
κουλουριάζομαι στο γυαλιστερό καταφύγιο
των μαύρων ματιών σου,
με αποδιώχνεις, αποδιώχνομαι,
και αλλάζω χώρες και χρώματα
και μυστικά και αέρα,
ξέροντας πως η γη της επαγγελίας
έχει για μένα οριστικά χαθεί.

V

Αποβάθρα στο πουθενά
περιμένοντας το κάτι
χάνοντας το τώρα
στα μάτια το τότε,
διαλύομαι στον καπνό τον πλοίου
που ξέρω πως δε θα ‘ρθει

Αναδεύω το χρόνο
σε μια πελώρια χύτρα,
φυσώ την καλαμένια μου φλογέρα,
Έτσι,

σα να μη σ’ είχα ποτέ μου αγαπήσει

ΦΑΣΕΙΣ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ

I

Ταξιδεύω πάνω στη νύχτα,
κατάσπαρτο το γυμνό κορμί της
από πολύχρωμα φωτάκια διαθλασμένων θυμήσεων,
μπαράκια με έντονη την οσμή της σήψης,
φαντάσματα χαμένης τρυφερότητας
ανοίγουν βουβές τρύπες μέσα στό σκοτάδι,
κρύο και κενό,
τρομαγμένες αντιλόπες ο φόβος στα δυό σου μάτια,
όταν πάω να σ’ αγκαλιάσω
γίνεσαι αχνή βροχή,
χάνεσαι μέσα στο τούνελ ενός σαξόφωνου,
διαλύεσαι μέσα σ’ ένα μπλουζ,
γίνεσαι μέγεθος απόστασης,
βεβήλωση και εξαγνισμός,
ένας φραγμός, μια απιστία,
ένα ποτέ, ένα γιατί,
ένας δρόμος,
μια νύχτα.

ΙΙ

Πλανήθηκα στις κατηφόρες
των αποστεωμένων προσώπων,
γλίστρησα σε μωβ παράλληλες
απέφυγα τους σκόπελονς
των μαύρων δελεαστικών μαξιλαριών,
ξεκουράστηκα στους άσπρους τοίχους
των κυλινδρικών σπιτιών,
δεν μ’ άγγιξε κανείς
μα ούτε εγώ πλησίασα κανένα,
πού και πού
μερικοί τολμηροί
βούλιαζαν τα δάχτυλά τους
στο πρόσωπο μου
και σαν πείθονταν
πως δεν έχω πρόσωπο,
τότε ανακουφισμένοι
με χτυπούσαν φιλικά στη πλάτη,
ενώ εγώ ταξίδευα
όλο το βράδυ,
ακροβατώντας
πάνω στα ζαχαρωμένα χείλη ενός ποτηριού
γεμάτου από ουίσκι.

ΙΙΙ

Ήταν μια πανσέληνος κόκκινη.
Ένα συναρπαστικό ολοστρόγγυλο στόμα
κρεμασμένο στον ουρανό,
ήταν μια πανσέληνος κόκκινη,
πυρπολούσε τους δρόμους και τα όνειρα,
κάτω από τα βήματά μου
σιγά, σιγά έλιωνε το πλακόστρωτο του δρόμου.
Ήταν μια πανσέληνος πόνος,
μια πρόφαση,
μια άγραφη μοίρα,
άνθρωποι περνούσαν
άνθρωποι έρχονταν
σαν φάσεις του ίδιου φεγγαριού,
το ποτό αργοσάλευε
παλίρροια από υγρό μεθύσι στο ποτήρι μου,
άνθρωποι έφευγαν,
άνθρωποι χάνονταν.
Κι ήταν η καρδιά μου μια κόκκινη πανσέληνος.
Για όσο διαρκεί μια νύχτα.

ΙV

Είμαι και εγώ μια νύχτα.
Χωρίς χρώμα, χωρίς όνομα
χωρίς απελπισία, χωρίς έκσταση,
χωρίς μυρωδιά, χωρίς ταυτότητα,
χύνομαι και χάνομαι,
κανείς δεν με αιχμαλωτίζει,
και δεν ανήκω κανενός
μα ούτε στον εαυτό μου.
Μόνο πού και πού,
όταν στα δύο με ξεσκίζει η αυγή,
κλαίω μεθυσμένη
σε μια γωνιά του δρόμου.

ΕΛΕΝΗ

Ψάχνεις αδιάκοπα για την ωραία Ελένη,
χαμένη στην ομίχλη του παλιού,
χλωμή και όμορφη,
με ξέπλεκα μαλλιά,
δάχτυλα κρίνα,
και ψηλή κορμοστασιά,
γεμάτη πάθος να κλέβεται με τον ωραίο Πάρη,
να δίνεται, να χαίρεται,
κάθε φορά η Ελένη σου,
άλλο πρόσωπο αποκτά, άλλο κορμί, άλλη χάρη,
μα εσύ ζεις μοναχά γι’ αυτήν
ερωτευμένος για πάντα, με το ποτέ του χρόνου,
και όμως πίσω, αιώνες μακρινούς,
πίσω από τον ίδιο τον καιρό
και πέρα από τους ανθρώπους,
σε μια Τροία μακρινή
με τείχη γκρεμισμένα
και αιμόφυρτα κορμιά παλικαριών
μια κοπέλα κλαίει σε μια μοναχική αμμουδιά,
δεν είναι ωραία, δεν είναι άσχημη,
είναι μόνο η Ελένη,
που κλαίει μόνη
για τους άντρες που αγάπησε και έχασε

ΤΑ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ ΕΙΝΑΙ ΠΕΡΙΕΡΓΗ ΩΡΑ

A ‘

Τα μεσάνυχτα είναι περίεργη ώρα.
Είναι η ώρα που αποχαιρετάς τους φίλους,
το τελικό τους χαμόγελο σε καταδιώκει στο δρόμο,
πλαδαρή σκιά πάνω στους τοίχους,
είναι η ώρα που, θυμάσαι τους εραστές
όχι αυτούς που απόκτησες.
Ανάμεσα σε ανάστατα κρεβάτια και σκληρά
πατώματα,
μα αυτούς που αγνάντεψες
κάποιες νύχτες κιτρινισμένες από όξινο φεγγάρι
με τρίμματα λεμονιού στη παλάμη
και ματωμένες πληγές ανοιχτού πόθου
να αιμορραγούν τώρα τα μεσάνυχτα
Τα μεσάνυχτα είναι περίεργη ώρα.
Ξάφνου μετράς και συλλογιέσαι
όχι αυτά που έκανες ως τώρα,
μα εκείνα τα ανεκπλήρωτα,
τα όνειρα, τις πεθυμιές, τα ανέλπιστα, τα
α ελπιδοφόρα απελπισμένα,
η μισή νύχτα γίνεται μισή ζωή.
Και η άλλη μισή χάνεται
σκαλωμένη στους δείχτες του ρολογιού
και ο χρόνος μασκοφόρος δολοφόνος
αμείλιχτα πλανιέται μες στη νύχτα.

Β’

Τα μεσάνυχτα είναι περίεργη ώρα.
Στη γλώσσα νιώθεις την αλμυρή τραχύτητα
της νύχτας που περνά
και στα χείλη την υπόγλυκη προσμονή της μέρας
που έρχεται,
παραπαίεις
ανάμεσα στο τότε και στο τώρα, στο ποτέ και στο ξανά,
στην ψευδαίσθηση και στην απελπισία, στην τόλμη και στη δειλία.
Τα μεσάνυκτα είναι η ώρα του έρωτα,
αυτού που ζεις ή αυτού που χάνεις,
η εκσπερμάτωση της νύχτας
στα λευκά σεντόνια του πρωινού,
ή ένα μισοτελειωμένο άγγιγμα στο μάγουλο,
από το χέρι του ψυχρού εκτελεστή
με τα χρωματιστά εσώρουχα.
Τα μεσάνυχτα είναι η ώρα που πουλάς ή αγοράζεις,
που παραδίνεσαι ή αποχωρείς.
Είναι καιρός τώρα που κάθε μεσάνυκτα,
βάφω μαύρο το κορμί μου
και διαλύομαι στη νύχτα,
ως τα άλλα μεσάνυχτα,

ΤΟ ΛΕΝΕ «ΧΩΡΙΣ ΛΟΓΙΑ»

Είναι σταχτί, γρήγορο, μικρό
το λένε “φόβο”,
είναι κοφτό, στενό, τριγωνικό
το λένε “χωρίς λόγια”,
είναι μαύρο, στενό, προκλητικό,
δαντελωτό, πρόστυχο, φτηνό
είναι η ζωή μας,
είναι ένα τηλεφώνημα
από ένα τηλέφωνο-χοάνη
ξεβρασμένο κοχύλι,
το βάζω στο αντί μου και δεν ακούω
το βάζω στο στόμα μου,
μα δεν ακούγεται η φωνή μου,
είναι ένα τραγούδι
αφιερωμένο σε κάποια Μαρία
ξεχασμένη σ’ ένα δωμάτιο με ιστούς,
που ξέρει ή δεν ξέρει
και τα δύο εξίσου τραγικά,
και εγώ δεν έχω πια τι να αφιερώσω,
ακόμα και αν ήξερα σε ποιόν.

ΜΟΝΑΧΑ AN

Αν υπήρχες,
έστω σαν αποσπασματικό φως
ταριχευμένου φεγγαριού σε Μαυσωλείο,
χωρίς οστά και σάρκα,
χωρίς τέλος, χωρίς σύνορα,
τότε και τότε μόνο
ίσως μπορούσα να σ’ αγαπώ
και τα βράδια να σε κλειδώνω
στο μικρό φιλντισένιο μου κουτί,
με ηρεμία δεσμοφύλακα
γιατί τότε Θα ‘ξέρα,
πως κι αν ακόμα με πλημμυρίσεις
και έξω ξεχυθείς,
Θα ξέρα πως δεν θα μπορούσα να πνιγώ
στο λιωμένο, ορειχάλκινο κορμί σου,
γιατί μέσα μου
Θα σ’ είχα εξημερώσει,
κι έτσι αργά Θα σε σκότωνα,
αγαπώντας σε τόσο.

ΑΡΧΑΙΟ ΚΟΣΜΗΜΑ

Δυο μέλισσες
ηλιοστάλακτες
ενωμένες
ακατάλυτα, τελεσίδικα, διαχρονικά
προαιώνια ιεροτελεστία
να μεταφέρουν μια σταγόνα μέλι στην κυψέλη.

Και κάθε άλλο ποίημα για αγάπη ξεθωριάζει

.

ΣΧΕΣΕΙΣ ΣΙΩΠΗΣ (1985)

ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΔΙΑΣΩΣΗΣ

Η μέρα που τρεκλίζει
σέρνοντας το ξυλωμένο της ποδόγυρο,
οι άνθρωποι που σε χαιρετούν,
οι άνθρωποι που χαιρετάς,
η αγωνία να χαιρετάς
αυτούς που σε χαιρετούν,
οι λέξεις που λέγονται
και οι λέξεις που δε λέγονται,
η αγωνία των λέξεων
που δε λέγονται,
όλη η ζωή μας,
η μη ζωή μας,
με κάνουν ντυμένη λέξεις,
να γίνομαι ποίημα,
τελευταία προσπάθεια διάσωσης
για κάτι που ίσως
και νάχει πάψει να υπάρχει.

ΛΕΞΕΙΣ

Τώρα πια με πληγώνουν οι λέξεις,
όχι οι νεκρές λέξεις στο άσπρο χαρτί,
ούτε οι φλύαρες λέξεις στα στόματα των φίλων,
γιατί αυτές δεν το μπορούν.
Μα με πληγώνουν οι άλλες,
αυτές που σωπαίνουν,
πριν γίνουν θάλασσα, τραγούδι, προσφορά,
μια και η καρδιά έγινε όργανο με αρτηρίες,
μια και φόρεσα τα κόκκινα χαμόγελα στις εύθυμες παρέες,
μια και το μολύβι κοιμάται άψυχο στη φούχτα.
Και από όλες τις λέξεις πιο πολύ,
με πληγώνει αυτή,
που δεν μπορώ πια να πω,
γιατί δεν το τολμώ,

η λέξη «σ’ αγαπώ».

ΣΤΟ ΦΡΙΞΟ

Δε θέλω να σπάσω τη συνοχή
του χρυσάνθεμου με τον ήλιο,
του ανεκπλήρωτου πόθου
με τη γλυκειά προσμονή,
των ματιών σου
με τις ανοιξιάτικες καταιγίδες,
της ευτυχίας
με τους κόκκους της κλεψύδρας.
Δε θέλω να σπάσω τη συνοχή των χεριών μας.
Δε θέλω να φύγεις μακριά.

ΕΚΤΟΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟ
ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΙ Η ΜΟΝΑΞΙΑ

Θάθελα να μιλήσω
για το πόσο άδεια
είναι ία ασφυκτικά γεμάτα δωμάτια,
για το πόσο εκκωφαντικός
είναι ο ήχος της σιωπής σου,
για το πόσο ψηλά
είναι τα μπαλκόνια των σπιτιών,
για το πόσο κρύα
είναι η αγκαλιά του σούρουπου,
για το πόσο στεγνά
είναι τα μάτια του φίλου,
για το πόσο ακριβό
είναι το χάδι στα μαλλιά.

θάθελα να μιλήσω
και για το πόσο μόνο
είναι το ένα φλυτζανάκι του καφέ
παρατημένο στο τραπέζι.

ΕΡΩΤΙΚΟ

Τώρα το βράδυ
που τα δέντρα ερωτοτροπούν
με τις λικνιστές βεντάλιες τους,
θα ‘θελα να ‘βλεπα εδώ μπροστά
το σώμα σου,
βροχή, βρεμένο χώμα,
βουλιάζω και γλιστρώ
στα υγρά χαντάκια του κορμιού σου
και το χαμόγελό σου
ποτάμι στα μαλλιά.
Έτσι θα σε ήθελα.
Όλον μια προσφορά,
ένα ποίημα που ζωντάνεψε
παράλογα και ανέλπιστα
μια νύχτα που
στη φαντασία όλα επιτρέπονται.

ΦΙΛΟΙ

Όταν και οι τελευταίοι φίλοι
σαν σε βλέπουν
ρουφούν με καλαμάκι τηλεόραση,
ή προσφέρουν ξερά χαμόγελα
σε μεγάλα ποτήρια ουίσκυ,
όταν η ανάγκη να δώσεις θάλασσα,
ορμάει να σε πνίξει,
και μέσα στη φούχτα σου
ιδρώνει η στάχτη των καμένων λουλουδιών,
τότε όλο και πιο πολύ,
νιώθεις τη σιωπή
να σου γλύφει τα χέρια
σαν αρρωστημένο, υπάκουο σκυλί.

ΝΥΚΤΕΡΙΝΟ

Τούτη την ώρα που το σκοτάδι
το τρυπούν μικροί σταλακτίτες από φως,
κάτω από το μπαλκόνι,
δύο πουκάμισα λευκά,
δειλός υπαινιγμός ανθρώπινης σάρκας,
μοναδική ανθρώπινη επαφή,
τούτη την ώρα
που τα σπίτια σιωπούν
με συνοφρυωμένα τα κλειστά πατζούρια,
νιώθω τον ύπνο λεκέ στα ματόκλαδα,
ρίχνω νερό να τον ξεπλύνω,
γιατί θέλω να ζήσω
όσο πιο πολύ μπορώ αυτή την ώρα,
που η μοναξιά
γίνεται αβάστακτη,
τόσο πολύ αβάστακτη,
όσο πολύ γλυκιά.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

Χαράμισες τα νιάτα σου
μαζεύοντας κοχύλια,
πλέκοντας σύννεφα
κεντώντας όνειρα
στα δυο βαθιά σου μάτια.

Πέθανες ενώ τα χελιδόνια
έκοβαν φέτες τον ουρανό
με τα φτερά τους.

ΜΕΘΥΣΙ

Στην αρχή κεντούσαμε λουλούδια.
Ύστερα ζωγραφίσαμε πρόσωπα.
Τότε κάποιος τραγούδησε τον Έρωτα,
και εμείς βρέξαμε τις ποδιές μας
με όνειρα πλασμένα από κρασί,
και έτσι μεθυσμένοι από Αγάπη,
απολαύσαμε το κρασί
σε όλη του την έκσταση.

ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΕΙΡΗΝΗΣ

Γυναίκα της Χιροσίμα,
εγώ, παιδί μιας άλλης χώρας,
μιας άλλης γενιάς,
μιας άλλης εποχής,
σε συνάντησα χθες στην πλατεία,
το φαλακρό κεφάλι,
το “διαμελισμένο κορμί,
τα κοκκάλινα άσπρα χέρια,
τις τσακισμένες λέξεις,
ναι, τα είδα και τα άκουσα όλα,
και όταν τραγούδησες στη γλώσσα σου
το τραγούδι της ειρήνης
όλοι στην πλατεία,
παιδιά πολλών γενεών, πολλών εποχών
τραγούδησαν μαζί σου,
και κάποτε γυναίκα,
θα φυτρώσουν λουλούδια στο κομματιασμένο σου κορμί,
και από τη μήτρα σου
θα γεννηθούν ροδομάγουλα παιδιά,
και θα κάνεις έρωτα
χωρίς την αγωνία
του μωρού με τα σπέρματα της βόμβας.
Ναι γυναίκα της Χιροσίμα,
κάποτε όλοι θα μιλήσουν τη γλώσσα σου
και τότε
όλοι οι λαοί θα τραγουδήσουν το τραγούδι σου.

ΣΤΗ ΜΑΡΙΑ

Ένα χαμόγελο
στρογγυλό βαζάκι με ανεμώνες,
αγκαλιά
γεμάτη αχνιστό ήλιο,
δυο μάτια
στο χρώμα καστανής καλωσύνης,
όλη μια ελπίδα,
όλη μια υπόσχεση
πως υπάρχουν άνθρωποι…

ΕΡΩΤΑΣ Ι

Το δάκρυ σου μοιάζει με θάλασσα
και το χαμόγελό σου με ηλιαχτίδα,
θάθελα να βρέξω την καρδιά μου σε μια θάλασσα
και να τη στεγνώσω σε μια ηλιαχτίδα.

ΕΡΩΤΑΣ ΙΙ

Το φεγγάρι έλιωσε στον ουρανό.
Τα αστέρια σταμάτησαν το χορό τους.
Πάνω στο τζάμι δυο σταγόνες
ξεχώρισαν και κύλισαν στο έδαφος.

ΚΟΣΜΙΚΗ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ

Τα στόματα φορούν τα νάιλον χαμόγελα,
διπλώνουν και ξεδιπλώνουν σταυρωτά
τις γάμπες των χειλιών τους,
στο κατακάθι του καφέ
βουλιάζω τα δυο πόδια μου,
και το κραγιόν αφήνει στο τσιγάρο
τα ίχνη του χαμένου μου εαυτού.

Η ΩΡΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

Ο δρόμος,
τρίτη γωνία,
ίσια επάνω,
στροφή, Καμάρα,
λαχάνιασμα, ελπίδα,
η πόρτα,
κλειδί πάνω κάτω
εσύ,
στο δωμάτιο
το βαθουλωτό κρεβάτι,
το χαλασμένο κασετόφωνο,
οι θόρυβοι του δρόμου,
το χάδι στα μαλλιά,
υγρό άγγιγμα στο στόμα,
γεύση από μέλι,
μικρός ψίθυρος,
το πράσινο βλέμμα,
μαλακές λακουβίτσες,
σκιές από βλεφαρίδες,
φιλί στο μάγουλο,
η επιστροφή,
λαχάνιασμα,
σκοτάδι.
Ανάγκη.

Θάθελα να ήσουν κοντά μου.

ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗ

Μια νότα μουσικής
γλίστρησε στα ματόκλαδα,
μπλέχτηκε στις βλεφαρίδες,
κύλησε στο ρόδινο μήλο του προσώπου,
άγγιξε την πεταλούδα της ψυχής,
σπαρτάρισε στα δάχτυλα
και έπεσε μεστωμένη
στο άσπρο χαρτί μπροστά της.
Ανάσαινε με ευτυχία.
Συμπλήρωσε πια την κυκλική τροχιά της.
Τώρα μπορούσε να ξαποστάσει,
ακόμη και να πεθάνει ήρεμη.

Είχε γίνει ποίηση.

ΦΥΛΑΚΗ

Ζωή ήρεμη, απλή.
Το παιχνίδι ήταν με τα χρώματα.
Μικρός, τα σίδερα μοιάζαν με φύλλα.
Ύστερα γίναν γαλάζια,
χαρά, εργασία,
«πατρίς, θρησκεία, οικογένεια».
Ώσπου μεγάλωσε.
Τα σίδερα βάφτηκαν χρυσά.
Τα δάχτυλα σέρνονται,
ρόδινα ερπετά πάνω στο
χρυσάφι τους.
Ηδονή και ελευθερία.
Μα μια μέρα,
το νύχι ξύνει τη χρυσή μπογιά..
Και νάσου τα σίδερα,
γυμνά, πρόστυχα γυμνά μπροστά του.
Τα τραντάζει με μανία.
Όμως αυτά ήταν γερά,
και αυτός ως τώρα
ήρεμος, απλός, ευτυχισμένος.
Τυφλά περιστέρια τα δάχτυλά του
σκοτώνονται στα σίδερα.
Το άλλο πρωί
τα σίδερα ήταν βαμμένα πάλι,
μα ήταν τούτη τη φορά
το κόκκινο του αίματος,
το κόκκινο του χείμαρρου,

το κόκκινο της λευτεριάς.

ΤΡΑΠΕΖΑ

Σχέσεις σιωπής,
η καρδιά σε γυάλα βιολογίας,
νιώθω πως τα πνευμόνια μου
απέκτησαν βράγχια,
χρειάζομαι τη θάλασσα
όμως ίσως πιο πολύ
τελικά κουρνιάζω
στην ψεύτικη μήτρα
που εγώ κατασκεύασα

ΣΟΥΡΟΥΠΟ

Σούρουπο,
αέρας,
τα λουλούδια που σωπαίνουν στις γλάστρες,
το κόκκινο αυτοκίνητο που φεύγει,
ο αυτόματος τηλεφωνητής στο τηλέφωνο,
το υδάτινο πέπλο της αναπνοής στο τζάμι,
ο ουρανός πληκτικά γαλάζιος
σαν ατέλειωτη θάλασσα.
Πότε απόμεινε μόνο ένα νησί,
και γύρω απόηχοι,
άχρωμα χρώματα,
άπιαστα χέρια,
πότε απόμεινε έτσι ένα νησί,
η καρδιά μου.

.

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Ο ΒΟΗΘΟΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΛΑΪΝ (2017)

ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

Ποιος είναι ο Κύριος Κλάιν; Γιατί προσλαμβάνει τον Στέφαν, πρώην δικηγόρο, νυν άνεργο, ως βοηθό του, θυρωρό και συντηρητή για σαράντα εικοσιτετράωρα; Ποια μπορεί να είναι η λύτρωση για ένα εγωκεντρικό άτομο που δεν ενδιαφέρεται και δεν σχετίζεται ουσιαστικά με τους άλλους ανθρώπους; Μπορεί ένας άνθρωπος να επηρεάσει το περιβάλλον του και να γίνει καταλύτης στη ζωή των άλλων; Τοποθετημένο σε κάποια γωνιά του πλανήτη Γη, αρχές εικοστού πρώτου αιώνα, μέσα σε μία παγκόσμια κρίση, το μυθιστόρημα της Χλόης Κουτσουμπέλη με τρόπο αλληγορικό και συμβολικό εξετάζει τις ανθρώπινες σχέσεις, αλλά και την υποχρέωση του ατόμου προς το κοινωνικό σύνολο, του οποίου αποτελεί αναπόσπαστο μέλος.
Ένα πολυεπίπεδο μυθιστόρημα για την απώλεια, την κάθαρση και κυρίως για την αγάπη, μια και αυτή είναι, σύμφωνα με τη συγγραφέα, η συγκολλητική ουσία του σύμπαντος.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

0 κύριος Κλάιν έβγαλε μια μεγάλη αρμαθιά κλειδιά από τη βαθιά του τσέπη, έβαλε το μεγαλύτερο από αυτά στην κλειδαριά, η εξώπορτα της πολυκατοικίας υποχώρησε με θόρυβο κι από μέσα ξεπρόβαλε το σκοτεινό της υπογάστριο. 0 Στέφαν τον ακολούθησε κι ένιωσε σαν να κατέβαιναν επίπεδα κάτω από την επιφάνεια της γης. Στη δεξιά πλευρά της εισόδου υπήρχε μόνον ένα θυρωρείο με έναν ξύλινο πάγκο και μία καρέκλα. Ο πάγκος ήταν σκεπασμένος με έντυπα, ενώ στον αριστερό τοίχο ένας θολός καθρέφτης έστειλε πίσω την αντανάκλαση των μορφών τους. Ήταν άραγε πάλι η φαντασία του Στέφαν ή ο κύριος Κλάιν εμφανίστηκε ξαφνικά θεόρατος στη μισοσκότεινη είσοδο; Ίσως όμως να τον κάνει τόσο επιβλητικό ο τρόπος που ρουφάει τον αέρα γύρω του, η μεγαλοπρέπεια ενός άρχοντα που επιθεωρεί την επικράτειά του, και γιατί όχι άλλωστε, αφού η πολυκατοικία αυτή με τα πέντε διαμερίσματα, ένα σε κάθε όροφο, ανήκε ολοκληρωτικά σ’ αυτόν και σήμερα θα την έλεγχε με τη συγκατάθεση βέβαια των ενοίκων και τη βοήθεια του Στέφαν.
Από μια εσωτερική τσέπη του σακακιού του, ο κύριος Κλάιν εμφάνισε μια κατάσταση με ονόματα και ο Στέφαν πρόλαβε να δει μουτζουρωμένα γράμματα, που καβαλίκευαν το ένα το άλλο.
«Διαμέρισμα 102 στον πρώτο όροφο. Τυπική τετραμελής οικογένεια, ο κύριος και η κυρία Μουρν, αυτός δικηγόρος, αυτή ασφαλίστρια, δύο παιδιά, κόρη δεκαεπτά, γιος είκοσι, θα τους πετύχουμε στο πρωινό. Είστε έτοιμος;» ρώτησε και κοίταξε με σημασία το μπλοκάκι και το στιλό που κρατούσε
ο Στέφαν στα χέρια του. Οι οδηγίες που είχε λάβει την προηγούμενη μέρα στο τηλέφωνο από τον κύριο Κλάιν ήταν πολύ συγκεκριμένες. Όχι τάμπλετ ή ηλεκτρονικό σημειωματάριο, ένα μπλοκάκι μόνο και μάλιστα συγκεκριμένων διαστάσεων και μια πένα. «Τι σημασία έχει;» είχε πει η Κρίστυ σκληρά. «Ακόμα και αν σου ζητούσε να κρατάς κατσαβίδι και κλεφτοφάναρο, θα έπρεπε να τον υπακούσεις, έτσι ζορισμένοι που είμαστε».
Η πόρτα του διαμερίσματος ήταν υπερσύγχρονη και προφανώς είχε αντικατασταθεί πρόσφατα. Τόνοι από ατσάλι που άστραφτε. Ο κύριος Κλάιν χτύπησε το κουδούνι. Η κυρία Μουρν τούς άνοιξε σχεδόν αμέσως.
«Σας περίμενα», είπε και ένα χαμόγελο έσπασε το πρόσωπό της σε ρυτίδες. Ύστερα πάλι το πανί του δέρματος τεντώθηκε. Είχε ξανθά μαλλιά πιασμένα σε κότσο και φορούσε ένα κομψό κλασικό ταγέρ. Λικνιζόταν επιδέξια πάνω στις ψηλές της γόβες, όμως ο Στέφαν είχε την αίσθηση ότι
από στιγμή σε στιγμή θα σωριαζόταν στο πάτωμα. Τα γαλανά της μάτια ήταν ψυχρά σαν δυο στρογγυλά κομμάτια καθρέφτη.
Παραμέρισε για να περάσει πρώτος ο κύριος Κλάιν και ύστερα τον ακολούθησε σε ένα μεγάλο σαλόνι ενωμένο με την κουζίνα, με μεταλλικές πολυθρόνες, γυάλινο τραπέζι, μεγάλους πίνακες με αφαιρετική ζωγραφική στους τοίχους και ένα χαλί σκακιέρα με μαύρα και άσπρα τετράγωνα στο
πάτωμα. Όλα τακτικά, οργανωμένα, καθαρά. Πάνω στο γυάλινο τραπέζι υπήρχε το πρωινό. Μπολ δημητριακών, φρούτα, γιαούρτι και γάλα. Ο κύριος Μουρν, ένας γοητευτικός άντρας με γκρίζους κροτάφους, ντυμένος με ένα ακριβό κοστούμι και καλογυαλισμένα παπούτσια που έτριζαν καθώς περπατούσε, σηκώθηκε και τους χαιρέτισε με χειραψία. Το χέρι του ήταν κρύο και άτονο. Στο τραπέζι είχε απομείνει η κόρη της οικογένειας να τρώει δημητριακά που μούλιαζε σε λίγο γάλα και τα κατάπινε αθόρυβα για να μην ταράξει τη σιωπή.
Η κυρία Μουρν τούς έδειξε τους αναπαυτικούς καναπέ-
δες με τα αφράτα μαξιλάρια και κάθισαν όλοι εκεί.
«Ο γιος σας κοιμάται ακόμα;» ρώτησε ο κύριος Κλάιν, αφού τα μάτια του, σταχτιά ποντίκια, διέτρεξαν το διαμέρισμα.
«Ναι, κοιμάται πάντα ως αργά», ράγισε η φωνή της κυρίας Μουρν.
«Όχι, ξυπνάει νωρίς και πάει για περπάτημα», απάντησε ο κύριος Μουρν ταυτόχρονα.
Μια αμήχανη σιωπή διαδέχτηκε τα λόγια τους.
Τότε η κόρη σταμάτησε να τρώει και γύρισε το κεφάλι προς την κατεύθυνσή τους. Η ματιά της διασταυρώθηκε με του Στέφαν για μια στιγμή. Είχε τα γαλάζια μάτια της μαμάς της, μόνο που αυτής ήταν βαθιά και υγρά. Μάτια ζωντανά που πάλλονταν. Φορούσε τη στολή του σχολείου της, γκρίζα φούστα και μπλε πουλόβερ από το οποίο ξεπρόβαλλε νούφαρο ένα άσπρο πουκάμισο. Ήταν υπερβολικά αδύνατη, στη βάση του λαιμού της πρόβαλλαν ανάγλυφα τα κόκαλά της. Ωστόσο ο Στέφαν τη βρήκε ελκυστική.
«Ο αδελφός μου δεν μένει πια εδώ», είπε με καθαρή φωνή που έσπασε την κρυστάλλινη ατμόσφαιρα.
«Εντελώς προσωρινά, φυσικά!» επενέβη βιαστικά η κυρία Μουρν. «Ξέρετε πώς είναι τα σημερινά παιδιά. Λατρεύουν την ανεξαρτησία τους. Σύντομα θα είναι πάλι μαζί μας».
Ο Στέφαν κοίταξε το τραπέζι και παρατήρησε ότι υπήρχαν πάνω του τέσσερα σερβίτσια φαγητού.
Η κυρία Μουρν ακολούθησε το βλέμμα του.

«Για εμάς είναι ακόμα εδώ». Όταν χαμογελούσε, η κυρία Μουρν άλλαζε ηλικία, το πρόσωπό της τσαλάκωνε και έβλεπες πώς θα ήταν σε είκοσι χρόνια.
«Ναι», είπε ο κύριος Μουρν με καλλιεργημένη φωνή που μάλλον θα χρησιμοποιούσε για να κατευνάσει τους πελάτες του. «Ο Μπίλλυ είναι ακόμα εδώ. Η μητέρα του επιμένει να καθαρίζει το δωμάτιό του, να πλένει τα πουλόβερ, να τακτοποιεί τα ντουλάπια του. Και βάζει πάντα ένα επιπλέον
σερβίτσιο στο τραπέζι για το πρωινό στις οκτώ, το μεσημεριανό στις πέντε και το δείπνο στις οκτώ. Η σύζυγός μου, βλέπετε, κύριοι, είναι η προσωποποίηση της τάξης».
Ο κύριος Κλάιν και ο Στέφαν προσποιήθηκαν ότι δεν πρόσεξαν την καλυμμένη μομφή και χαμογέλασαν τυπικά.
«Και γι’ αυτό ακριβώς με επέλεξες, αγάπη μου, για να οργανώσω το χάος στο οποίο είχες συνηθίσει να ζεις». Το χαμόγελο της κυρίας Μουρν είχε αρχίσει να ξεχειλώνει και να κρέμεται πλαδαρό. Ο Στέφαν είχε την εντύπωση ότι από στιγμή σε στιγμή η γυναίκα θα αναλυόταν σε λυγμούς.
Και τότε πρόσεξε ξαφνικά κάτι παράξενο. Ενώ μιλούσαν, η κόρη είχε τελειώσει το πρωινό της, αλλά συνέχιζε να κάθεται στο τραπέζι. Είχε πάρει ένα κοφτερό μαχαίρι και ανασηκώνοντας το μανίκι της, έμπηγε απορροφημένη την άκρη του κοφτερού μαχαιριού στο λευκό ζυμάρι του μπράτσου της μέχρι να ματώσει. Μικρές σταγόνες αίμα λέκιαζαν το λευκό τραπεζομάντιλο. Το χέρι ήταν γεμάτο περίτεχνα μπλαβά λουλούδια, που κάποια είχαν επάνω τους ξεραμένο αίμα, πράγμα που σήμαινε ότι αυτό ήταν κάτι που η δεσποινίς Μουρν έκανε πολύ τακτικά. Για μια ακόμα φορά οι ματιές τους διασταυρώθηκαν, το μανίκι αμέσως της κατάπιε το χέρι, φόρεσε τη σχολική της σάκα στους ώμους, χαιρέτησε τυπικά και έφυγε.

.

ΨΙΘΥΡΙΣΤΑ (2002)

ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

Ένα μυθιστόρημα που εμπεριέχει ένα δεύτερο, μία ιστορία έρωτα, φιλίας και προδοσίας που εκτυλίσσεται στη Θεσσαλονίκη τού σήμερα και μία άλλη ιστορία που ξεπηδάει μέσα από την πρώτη, αντίστοιχη με την πρώτη, που εκτυλίσσεται σε κάποια αγγλοσαξονική χώρα του δέκατου ένατου αιώνα.
Πόσο ο έρωτας και η φιλία επηρεάζονται από την εποχή, τον αιώνα και τον κοινωνικό περίγυρο; Και η προδοσία είχε την ίδια γεύση παλιά, όπως και
τώρα; Πόσα πράγματα τελικά αλλάζουν στις σχέσεις των ανθρώπων, καθώς διασχίζουμε τις εποχές, και πόσα παραμένουν αναλλοίωτα;
Ψιθυριστοί πόθοι και ελπίδες, λαχτάρα και διάψευση, κρυφές συνομιλίες, υπαινικτικά αγγίγματα ψυχών και σωμάτων, μηνύματα στον τηλεφωνητή και επιστολές, άλλες με παραλήπτη και άλλες ανεπίδοτες, τέσσερα πρόσωπα, δύο άντρες και δύο γυναίκες, που ακροβατούν επικίνδυνα στις μεταξύ τους σχέσεις, που τολμούν, που ψάχνουν αυτό, που όλοι μας τελικά ψάχνουμε. Τη χαρά της αληθινής επαφής με ένα άλλο ανθρώπινο πλάσμα

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

Πέμπτη

Θεία μου,
Δεν ξέρω γιατί, τον τελευταίο καιρό, σκέφτομαι συνέχεια το θίασο. Την κοκκινομάλλα Μόλλυ, που βυθιζόμουν στο πληθωρικό της στήθος για παρηγοριά, κάθε φορά που η μαμά γινόταν πολύ αυστηρή μαζί μου. Την Μόλλυ που πάντα την ταλαιπωρούσαν και συχνά την έδερναν οι κατά πολύ νεώτεροι της εραστές. Παντρεύτηκε τελικά έναν από αυτούς και μένουν μαζί τώρα στη Σ. Είναι και αυτός ηθοποιός και περιστασιακά παίζουν μαζί σε κάποιο τοπικό θέατρο. Η Μόλλυ που πάντα με κάλυπτε, όταν κοιμόμουν με το Ροβέρτο.
Ο Ροβέρτος. Όταν αποχαιρετιστήκαμε, έκλαιγα ασταμάτητα.
Η μαμά δεν ήθελε να κλαίω. Έλεγε περιφρονητικά πως τα δάκρυα δεν είναι τίποτε άλλο από αλατόνερο και πως μία πραγματική κυρία πρέπει πάνω απ ’ όλα να είναι θαρραλέα.
Της χρωστώ πολλά. Μου έμαθε να αγαπώ την ποίηση, το φλάουτο, το χορό και το θέατρο. Θυμάμαι που κάποια βράδια μου διάβαζε μεταφρασμένα τα έργα του Ομήρου και κοιμόμουν με τις εικόνες του ωραίου Πάρη και του πολυμήχανου Οδυσσέα στο μυαλό. Άλλες φορές διάβαζε τις ελεγείες του Προπέρτιου στα Λατινικά και μου τις μετάφραζε.
Το μόνο που πήρε φεύγοντας από το σπίτι του παππού ήταν τα
βιβλία της. Αυτά που έχω μεταφέρει και εγώ στη βιβλιοθήκη του Κάρολου. Τα κοιτάει με περιέργεια, σαν να μην πιστεύει ότι μπορεί να τα έχω διαβάσει.
Ξέρεις θεία, ότι ο Προπέρτιος ήταν ερωτευμένος με μια γυναίκα που την έλεγαν Κυνθία, αλλά αυτή ήταν παντρεμένη με άλλον. Γιατί άραγε η μαμά γοητεύτηκε τόσο πολύ από τις ελεγείες του Προπέρτιου, ώστε να μου δώσει το όνομα Κύνθια. Ήταν πολύ παράξενη γυναίκα η μαμά. Ωστόσο δε θα την άλλαζα με καμία άλλη.
Πολλές φορές μέσα στη νύχτα ξυπνώ και ακούω το Ροβέρτο
να μου ψιθυρίζει «Όπου και να πας, θα είμαι κοντά σου, θα σε βρω ξανά».
Τότε η μυρωδιά του πλημμυρίζει το δωμάτιο, αναπνέω την ανάσα του, κοιτάζω το γυμνό μου κορμί και βλέπω πάνω του τα
χνάρια των χεριών του.
Είναι κάποιες νύχτες που γίνομαι πάλι δεκατριών χρόνων, έχω μόλις παίξει την Οφηλία και φορώ ένα δαντελένιο, λευκό φόρεμα, η μυρωδιά των πυρσών και των ξύλινων παραπηγμάτων, η γεύση των χειλιών του, το φόρεμα μου να ξεσκίζεται, ο Ροβέρτος μέσα μου, τα χείλη μου ματώνουν καθώς με δαγκώνει, απόλυτη νύχτα, όλοι κοιμισμένοι.
Ο Ροβέρτος της εφηβείας, πάντα παρών, όταν το στήθος μου άρχισε να ξεπροβάλλει αυτός ήταν που το πρωτογεύτηκε, πάντα μέσα στο σκοτάδι, στα κρύα δωμάτια των πανδοχείων όταν η μαμά και ο υπόλοιπος θίασος διασκέδαζαν με θόρυβο στην κάτω σάλα, κάτω από τις κουβέρτες η αχνιστή τρυφερότητα και το πρώτο πάθος, όλα μαζί του. Θεία, αυτό το γράμμα δεν πρέπει να το διαβάσεις. Φοβάμαι ότι θα ανησυχήσεις. Όμως μου κάνει καλό έτσι να γράφω. Αλλιώς…

.

ΘΕΑΤΡΙΚΑ

ΤΟ ΙΕΡΟ ΔΟΧΕΙΟ (2015)

ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

Τι θα γινόταν άραγε, αν ο Νώε δεν έπαιρνε μαζί του στην Κιβωτό, την Εμζάρα, την νόμιμη σύζυγό του, αλλά μία νεαρή κοπέλα, την Σιγκάλ, κατάλληλη για τεκνοποίηση, για να κυοφορήσει στα σπλάχνα της τον γιο του στον Καινούργιο Κόσμο; Και αν με κάποιο τρόπο διασώζονταν τα γράμματα που έστελνε αυτή η νεαρή γυναίκα στην Εμζάρα, ως γυναίκα προς γυναίκα; Σ’ αυτό τον επιστολικό μονόλογο της Σιγκάλ, παρακολουθούμε την βαθμιαία συνειδητοποίηση της γυναίκας που γίνεται αντικείμενο της ανδρικής εξουσίας,
που το κορμί της χρησιμοποιείται ως δοχείο μέσα στις δομές μιας
πατριαρχικής κοινωνίας, που χαρακτηριστικά της νοοτροπίας της
επιβιώνουν μέχρι σήμερα.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

ΑΛΛΗ ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΚΙΒΩΤΟ

Έπαψα πια ακόμα και να προσπαθώ να μετρώ τις ημέρες, εδώ μέσα ο χρόνος είναι άχρονος. Περνάμε τώρα ώρες στο κατάστρωμα να αγναντεύουμε μακριά.
Σήμερα προσθέσαμε μία ελιά κομμένη σε οκτώ κομμάτια στον χυλό μας. Την έφερε το περιστέρι. Κρίθηκε καλός οιωνός. Τα νερά έχουν υποχωρήσει, λέει ο Νώε, σε λίγο θα προσαράξουμε. Εγώ δεν μιλώ. Κάτι μέσα μου σαλεύει, είναι το ιερό μωρό, δεν το λέω πουθενά, η Νέλε όμως το έχει καταλάβει και μερικές φορές μου χαμογελάει, ενώ κρυφά μου δίνει να τρώω περισσότερο.
Νομίζω ότι και η Αντατανέσε το ξέρει, κάποια στιγμή μού έδωσε να πιω ένα ζεστό ρόφημα, το οποίο όμως ήταν πολύ πικρό, έκανα ψέματα ότι το πίνω και μετά το έχυσα σε ένα φυτό, που την άλλη μέρα μαράθηκε.
Η Σέντε δεν ενδιαφέρεται για τίποτε. Πολλές φορές περνάει όλη την μέρα στο κρεβάτι, έχει περίεργα ρίγη, έχει αδυνατίσει πολύ, τώρα όλοι βλέπουμε μία γριά γυναίκα, που έχει παραιτηθεί από όλα. Έτσι αναγκαζόμαστε να δουλεύουμε περισσότερο, για να τα βγάλουμε πέρα. Όμως σε λίγο, όλα θα αλλάξουν. Θα φθάσουμε στην στεριά.

.

ΟΡΦΕΑΣ ΣΤΟ ΜΠΑΡ (2005)

ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ (ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ)

(Σ’ ένα μπαρ. Δύο άτομα, ένας άντρας και μία γυναίκα βυθισμένοι στις σκέψεις τους. Ο άντρας είναι γύρω στα τριάντα πέντε, φοράει Τζην, έχει νεανικό στυλ, ή γυναίκα σαραντάρα, κοκκινομάλλα, με μαύρο φόρεμα κοντό με τιράντες, έντονα βαμμένη, κουρασμένη. Στρέφονται και κοιτούν ό ένας τον άλλο. Μιλούν ταυτόχρονα)

Γυναίκα: Έρχεστε συχνά εδώ;

Άντρας: Είστε μόνη εδώ;

(Γελούν αμήχανα.)

Άντρας: (’Επαναλαμβάνει). Λοιπόν, ήρθατε μόνη, εδώ;

Γυναίκα: Είμαι μόνη εδώ και παντού.

Άντρας: Στοιχηματίζω ότι έχετε το όνομα ενός λουλουδιού, τα μάτια σας μοιάζουν με λυπημένες ανεμώνες, μήπως σάς λεν Μαργαρίτα;

Γυναίκα: Με λένε Άννα

Άντρας: Όπως ’Ανεμώνη. Επιτρέψτε μου νά σας συστηθώ. Ορέστης. Θα μπορούσα να σάς κεράσω ένα ακόμη ποτό;

Γυναίκα: Όχι, ευχαριστώ. Βγήκα για λίγο να ξεσκάσω, αλλά θα πρέπει σύντομα να φύγω. Με περιμένουν.

Άντρας: Ω, μα νόμισα..

Γυναίκα: Είμαι παντρεμένη. Έχω δύο μικρά παιδιά.

Άντρας: Σίγουρα, θα έχουν κοιμηθεί τώρα. Ο άντρας σας ξέρει πού είστε;

Γυναίκα: Τού είπα ότι βγαίνω λίγο να ξεσκάσω. Το συνηθίζουμε αυτό. Συχνά,
βγαίνουμε εναλλάξ, ο ένας κρατάει τα παιδιά και ο άλλος βγαίνει. Εγώ συνήθως πάω σινεμά Σήμερα όμως δεν πρόλαβα την προβολή των εννέα. Γι’ αυτό ήρθα εδώ.

Άντρας: Εγώ δεν έχω παντρευτεί. Είμαι μόνος. Όπως εσείς. Μόνο που εσείς
είστε παντρεμένη.
Γυναίκα: Ναι.

Άντρας: Μην με παρεξηγήσετε. Θέλω να σάς κάνω μία προσωπική ερώτηση.

Γυναίκα: Μπορώ πάντα να μην απαντήσω.

Άντρας: Μπορείτε. ’Αλλά θα ‘θελα να μου απαντήσετε. Είναι σημαντικό για μένα. ’Αλήθεια, να σάς παραγγείλω ένα ακόμα ποτό; Είναι νωρίς ακόμα. Τί πίνετε;

Γυναίκα: Σκέτη βότκα. Ευχαριστώ.

Άντρας: (Στον μπάρμαν). Ένα ποτό για την κυρία.

(Το παίρνει και της το προσφέρει. Την κοιτάει). Πέστε μου, ονειρεύεστε ποτέ ξύπνια; ’Ακόμα και με ανοιχτά τα μάτια;

Γυναίκα: Μερικές φορές, στην διάρκεια της μέρας, κλείνω τα μάτια και βλέπω ότι πετώ πάνω από τη θάλασσα.

Άντρας: Κλαίτε συχνά;

Γυναίκα: Κλαίω τα πρωινά. ’Ανοίγω τον απορροφητήρα της κουζίνας και κλαίω. Μερικές φορές κλαίω τόσο δυνατά, που το κλάμα μου σκεπάζει τον ήχο τού απορροφητήρα. Τότε αναγκάζομαι να λειτουργήσω και το πλυντήριο πιάτων μαζί.

Άντρας: Και τις Κυριακές;

Γυναίκα: ‘Ορίστε;

Άντρας: Λέω, κλαίτε και τις Κυριακές;

Γυναίκα: Ναι, τότε όμως αρχίζω από το απόγευμα. Πάντα έκλαιγα τα απογεύματα της Κυριακής. Από τότε που δούλευα ακόμη. Τίποτε δεν είναι τόσο καταθλιπτικό όσο το απόγευμα μιας Κυριακής.

Άντρας: Είστε πολλά χρόνια παντρεμένη;

Γυναίκα: Μόλις πέντε…

Άντρας: Τον άντρα σας τον αγαπάτε;

Γυναίκα: ’Εσείς συχνάζετε εδώ;

Άντρας: Ναι, έρχομαι μία με δύο φορές την εβδομάδα Μ’ αρέσει γιατί έχει
ησυχία.

Γυναίκα: Ίσως υπερβολική.

Άντρας: Ίσως. Σας αρέσει η φασαρία;

Γυναίκα: Είναι φορές που θέλω να βρίσκομαι με κόσμο.

Άντρας: Τώρα;

Γυναίκα: Τώρα έτσι κι αλλιώς θα φύγω.

Άντρας: Μου θυμίζετε κάποια.

Γυναίκα: Ποιά;

Άντρας: Μία γυναίκα που έχω δει μόνο μία φορά στη ζωή μου. Πριν από δύο χρόνια. Μια γυναίκα που από τότε δεν σταμάτησα να ψάχνω παντού για να την βρω.

Γυναίκα: Γιατί θέλετε να βρείτε αυτή την γυναίκα;

Άντρας: Γιατί την ερωτεύτηκα Γιατί το πρόσωπό της δεν φεύγει ποτέ από το μυαλό μου. Γιατί μπήκε στο λεωφορείο και χάθηκε σαν να την κατάπιε η γη. Γιατί την έχασα, μόλις την βρήκα

Γυναίκα: Είστε πάντα τόσο απλοϊκά ρομαντικός;

‘Άντρας: Δεν μπορείτε να καταλάβετε.

Γυναίκα: Δοκιμάστε με.

Άντρας: Δεν καταλαβαίνετε. Δεν έχω μιλήσει ποτέ σε κανέναν γι’ αυτό. Συνεχίζω την ζωή μου σαν να μην έγινε ποτέ. Κι όμως από τότε συνέχεια ψάχνω, ανάμεσα στον κόσμο, στα μπαρ, στα καφενεία, στις ουρές των Τραπεζών, στα αεροδρόμια, στους σταθμούς, όπου υπάρχει κόσμος. Ψάχνω αυτήν την γυναίκα.

Γυναίκα: Θα αστειεύεστε.

Άντρας: Ίσως νομίζετε ότι είμαι τρελός.

Γυναίκα: Παίρνετε φάρμακα; Πηγαίνετε σε ψυχίατρο;

Άντρας: Δεν είδα καλά όλο το πρόσωπό της. Η βροχή έπεφτε καταρρακτώδης. Όλος ό κόσμος είχε καταφύγει κάτω από ομπρέλες και υπόστεγα Μόνο αυτή…

Γυναίκα: Αυτή τί;

Άντρας: Μόνο αυτή. Είχε σηκώσει το πρόσωπό της και άφηνε την βροχή να την διαπερνά. Χαμογελούσε. Τα ρούχα της ήταν τόσο βρεγμένα, που το κορμί της φαινόταν ανάγλυφο. Και οι ουρανοί είχαν θαρρείς ξεσκιστεί στα δύο και έβρεχε σαν τις μέρες τού κατακλυσμού, νόμιζες πώς δεν θα σταματούσε ποτέ να βρέχει, λες και ένα παραπέτασμα βροχής κάλυπτε τα πάντα, και αυτή γελούσε και στροβιλιζόταν κάτω από την βροχή. Τα μαλλιά της έμοιαζαν με άγρια φύκια, υπήρχε κάτι αγγελικό και δαιμονικό ταυτόχρονα στο πρόσωπό της πού γυάλιζε, στα μάτια της που έλαμπαν σαν φώτα, στο άγριο χαμόγελό της. Σαν νάχε μόλις ανακαλύψει κάτι θεϊκό μέσα της, κάτι αρχαίο, χόρευε έναν χορό αφιερωμένο στην βροχή. Όλος ο κόσμος την κοιτούσε έκθαμβος.

Γυναίκα: Αυτό συνέβη σε κάποια στάση λεωφορείου;

Άντρας: Ναι, στην στάση Ευζώνων, μπροστά από το ζαχαροπλαστείο Αβέρωφ. Τα λεωφορεία έρχονταν και έφευγαν, κόσμος ανέβαινε και κατέβαινε, όλοι κρατούσαν ομπρέλες και έτρεχαν και αυτή χόρευε μέσα στην βροχή. Πριν δύο χρόνια. Θυμάμαι ακόμα και τί μέρα ήταν. Γιόρταζε ή μητέρα μου θυμάμαι. Κρατούσα ένα κουτί γλυκά και πήγαινα να της ευχηθώ
.
Γυναίκα: Είναι συνονόματή μου λοιπόν η μητέρα σας;

Άντρας: Πώς το ξέρετε; Ναι, την λένε Άννα, είμαι όμως εκατό τοις εκατό σίγουρος, ότι δεν το ανέφερα καθόλου αυτό. Πώς λοιπόν; ’Εκτός αν ξέρατε για ποια μέρα μιλώ, έκτος…

Γυναίκα: Εκτός αν ήμουν κι εγώ εκείνη την μέρα, σ’ εκείνη την στάση μαζί σας.

Άντρας: Πιστεύετε στην μοίρα στο κισμέτ, στο πεπρωμένο;

Γυναίκα: Όχι.

……..

ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΑ ΒΙΒΛΙΑ

Η ΜΥΣΤΙΚΗ ΖΩΗ ΤΩΝ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ (2014)

Ψ1

1

Ι

Όλα τα ποιήματα είναι ορφανά.
Ζουν σε κάποιο ίδρυμα.
Άλλοτε παιδιά άλλοτε γέροι.
Τις νύχτες μαζεύονται στη σάλα.
Και διαβάζει το ένα το άλλο.

2

ΙΙ

Όλα τα ποιήματα είναι ένοχα.
Ποτέ δεν θα απολογηθούν.
Μερικά καταδικάζονται στην λήθη.
Όμως η μνήμη είναι ο πιο ανελέητος κριτής.

3

ΙΙΙ

Όλα τα ποιήματα κρύβουν ένα μυστικό.
Σε κάποιο στίχο υπάρχει μια καταπακτή
μια κρύπτη απόκρυφη
ένα χαλαρό πλακάκι ή μία σάπια σανίδα
για να γλιστρήσει ο αναγνώστης στην τσουλήθρα

4

ΙV

Τα περισσότερα ποιήματα φοβούνται να πεθάνουν
γι αυτό και ερωτεύονται συνέχεια
μα ο θάνατος δεν έρχεται ποτέ ακαριαία
στην πραγματικότητα
τον προετοιμάζει πάντα η αρχή τους.

5

V

Όταν ένα ποίημα ερωτεύεται γίνεται επίμονο συχνά.
Επαναλαμβάνει συνέχεια τους ίδιους στίχους
την ίδια κίνηση το ίδιο χάδι
σαν παλίρροια ή μικρή ακροβάτισσα στο χιόνι.

6

VI

Τα ποιήματα είναι αστέρια.
Στέλνουν το φως τους ακόμα
κι όταν τα ίδια είναι νεκρά.

7

VII

Αν δεις στον δρόμο σου ποίημα γνωστό
μην το χαιρετήσεις.
Προσποιήσου ανωνυμία, κάνε πως δεν το ξέρεις.
Σε κανένα ποίημα δεν αρέσει η οικειότητα.
Δίνουν το κορμί τους σε όλους
δεν φιλούν όμως κανέναν.

8

VΙΙΙ

Ποίημα από ποίημα διαφέρει.
Κανένα ποίημα δεν είναι ποτέ το ίδιο με το άλλο.
Όλα όμως προέρχονται από την ίδια αρχαία κοίτη.

9

IX

Όλα τα ποιήματα είναι αλκοολικά.
γέρνουν επικίνδυνα,
βυθίζονται στο οινόπνευμα.
Κυκλοφορούν στο αίμα.
Κι ύστερα εκσφενδονίζονται στο άπειρο.

10

Χ

Κάθε ποίημα είναι ένας άντρας.
Πλαγιάζεις μαζί του στο σκοτάδι.
Το πρωί μένει μόνο η μυρωδιά
άγνωστης σάρκας στο χαρτί.

11

.

Κ Ρ Ι Τ Ι Κ Ε Σ 

Η γυμνή μοναξιά του ποιητή Όμικρον

ΑΘΗΝΑ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ

Η ποίηση της Χλόης Κουτσουμπέλη στην τελευταία της συλλογή, “Η γυμνή μοναξιά του ποιητή Όμικρον” εκδ.ΠΟΛΙΣ, ήρθε να με συναντήσει σε μια εποχή που οι ζώσες συνομιλίες σχεδόν εξαφανίσθηκαν κι η ποίηση έγινε ο κοινός τόπος όπου ανταμώνω με τον Άλλον.
Η ποίηση βέβαια ήταν πάντα ο μόνος τόπος που συναντιούνταν οι ψυχές χωρίς αποκλεισμούς, χωρίς σύνορα, χωρίς απαγορεύσεις, χωρίς συρματοπλέγματα και διαχωρισμούς. Γράφει η ποιήτρια:
« Σε όλες τις εποχές δεν βρέθηκε ποτέ χώρος για μας
Μα ποιοι άνθρωποι άραγε ποτέ τους συναντιούνται;
Άλλωστε κάπως πρέπει να δικαιολογεί την ύπαρξή της και
η ποίηση.
Η μόνη γη που οι ψυχές συμπίπτουν» (Η ΜΟΝΗ ΓΗ)
Η Χλόη είναι καταξιωμένη ποιήτρια, δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις. Θα μπορούσα με ευκολία να επαναλάβω τις κοινοτοπίες: Πόσο καλά χειρίζεται τις λέξεις, τι εμπνευσμένη που είναι, με πόση μαστοριά στήνει το υλικό της. Γνωστά όλα και πολύ φοβούμαι πως θα αδικήσουν την πρόσφατη συλλογή που έχει μια πρωτοτυπία:
Είναι προσωπική εξομολόγηση και ταυτόχρονα πολιτική ποίηση με την έννοια πως σε κάθε ποίημα, ειδικά με την κατακλείδα, η ποιήτρια παίρνει ξεκάθαρη θέση απέναντι στους λογοτέχνες, ποιητές, πεζογράφους, θεατρικούς συγγραφείς που διαμόρφωσαν το αναγνωστικό της κόσμο αλλά και στα μυθιστορηματικά πρόσωπα των έργων τους, παίρνει όμως και θέση απέναντι στην Ποίηση και τον ρόλο της δίνοντας τον ευθύ λόγο και τον πρωταγωνιστικό ρόλο στους ίδιους τους λογοτέχνες που έχουν ήδη περάσει στην αιωνιότητα.
Εκείνο που διακρίνει την Κουτσουμπέλη είναι πως πάντα τοποθετείται δημόσια με ευθύτητα και κριτικό λόγο στα κοινωνικοπολιτικά συμβάντα της εποχής της. Η ποίηση της είναι η εσωτερική προέκταση αυτών των δημόσιων καταθέσεων της κι αυτή η συλλογή είναι μια τέτοια θέση και κατάθεση.
Κάθε ποίημα είναι η συνομιλία της ποιήτριας με ομοτέχνους της,Έλληνες και ξένους, είναι ένας εσωτερικός μονόλογος κι ένα θεατρικό αναλόγιο που προέκυψε από την προσεκτική προσέγγιση βίου κι έργων, τις προσωπικές προσλαμβάνουσες κυρίως από τη ζωή τους, ζωές ταραγμένες που διοχέτευσαν την αγωνία και τις αναζητήσεις τους στη συγγραφή. Κάθε ποίημα ένα μονόπρακτο έργο με δυνατές εικόνες και ψυχαναλυτικές προεκτάσεις, με απρόσμενες ανατροπές που απομυθοποιούν την κατεστημένο αφήγημα.
Ο τρόπος που στήνει το υλικό της, οι λέξεις που επιλέγει κι η ατμόσφαιρα που δημιουργεί, διαμορφώνουν τη διαχωριστική γραμμή που ξεχωρίζει το ποίημα από την φιλολογική μελέτη, από ένα στεγνό δοκίμιο βιογραφίας η μιας θεατρικής κριτικής.
Πιθανόν να αναρωτηθεί ο/η αναγνώστης/ τρια τι είναι τελικά αυτή η συλλογή;
Είναι μια στεγνή άσκηση ποιητικής, μια ποίηση για την ποίηση, μια τέχνη για την τέχνη, μια εγκεφαλική δημιουργία της καλής τεχνίτριας που μετατρέπει σε στίχους τα ερεθίσματα που κατά καιρούς έχει δεχτεί στην περιδιάβαση της στη λογοτεχνία, το θέατρο, τον μύθο, το παραμύθι, στα εμβληματικά πρόσωπα της θρησκείας, στην τραγωδία, στη ζωγραφική, στην ίδια τη ζωή της; Το αντίθετο συμβαίνει.
Είναι καθαρή ποίηση.
Κοινός τόπος όλων η μοναξιά, κοινός τόπος η βάσανος της ζωής που γεννά κάθε Τέχνη, κοινός τόπος η ποίηση μεταμορφωμένη σε σανίδι θεατρικής σκηνής, όπου ένας ένας μπαίνουν οι ήρωες του έργου κι απευθύνονται στο κοινό με σπαρακτικούς μονολόγους.
Τα ποιήματα της Χλόης Κουτσουμπέλη συγκροτούν μια ιδιότυπη «επιστολογραφία» βαθέως συναισθήματος, έναν διάλογο με τα γραπτά που διάβασε κι έγιναν οι φανοί της πορείας της, που έσκυψε με αγάπη και προσοχή στις προσωπικότητες που μελέτησε, μιας «σκηνοθέτριας» που έστησε τις λέξεις της πάνω στην αφόρητη μοναξιά του λευκού χαρτιού, ακριβώς σαν τον ποιητή του τελευταίου ποιήματος, τον ποιητή Όμικρον όταν στο τέλος της διαδρομής συνειδητοποιεί με την τελευταία λέξη την απογύμνωση της ψυχής του.
Πικρό, δηκτικό αλλά ειλικρινές σχόλιο για την λειτουργία της τέχνης της: «Πόσο γυμνός ένιωσε ο ποιητής Όμικρον όταν όλα είχαν τελειώσει στο χαρτί» Ο ποιητής Όμικρον είναι όλοι οι ποιητές κι οι ποιήτριες, είναι η ίδια η ποιήτρια που έχει επίγνωση της βασανιστικής διαδικασίας της γραφής και των ορίων της.
Κάθε γραφή κι ένα ρούχο που βγαίνει από το σώμα, μέχρι λέξη τη λέξη να φτάσει στην πλήρη μοναξιά, μέχρι να παραδώσει τον πάπυρο, την πένα, το πλήκτρο του υπολογιστή σα σκυτάλη στα χέρια του επόμενου δημιουργού: «Την ώρα που αυτός κλείνει τα μάτια και κοιμάται κάπου αλλού κάποιος άλλος απότομα ξυπνά κάθεται στο γραφείο του και γράφει.» Ποτέ δεν θα σταματήσει αυτή η διαδικασία, αιώνες κρατάει η πορεία της. Πολλές και διαφορετικές οι πηγές της έμπνευσης της νέας συλλογής όπως αποδεικνύουν κι οι τίτλοι που ενδεικτικά καταγράφω: Τα κουλουράκια της Σύλβια Πλαθ, Το αυγό του Κώστα Κρυστάλλη, Ο Τζακ κι η φασολιά, Ηλέκτρα, Η Λήδα κι ο κύκνος)
Μια διαφορετική δημιουργία η ποιητική της Χλόης Κουτσουμπέλη Χλόη Κουτσουμπέλη ερεθίζει τη σκέψη και τα συναισθήματα, συνεπαίρνει, προκαλεί δεύτερη και τρίτη ανάγνωση καθώς είναι πολυεπίπεδη, απαιτεί υψωμένες αντένες, όπως είχε γράψει κι ο Καρυωτάκης, στον οποίον αφιερώνεται κι ένα από τα ποιήματά της, και ετοιμότητα για γενναία ενδοσκόπηση. Κάποια όμως από τα ποιήματα της συλλογής εκλύουν από την πρώτη ανάγνωση γνήσια συγκίνηση. Ξεχώρισα τα ΤΟ ΑΥΓΟ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΚΡΥΣΤΑΛΛΗ, ΜΥΣΤΙΚΟ ΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΚΑΒΒΑΔΙΑ, Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΙΟΥΔΑ, Η ΜΟΝΗ ΓΗ.

.

Το σημείωμα της οδού Ντεσπερέ

ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΒΙΣΤΩΝΙΤΗΣ

ΤΟ ΒΗΜΑ 21.10.2018

Ευρηματικότητα, εξαιρετική τεχνική και ξεκάθαρος τόνος φωνής χαρακτηρίζουν το Σημείωμα της οδού Ντεσπερέ, τη νέα ποιητική συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη. Ας προσθέσω και τη λοξή ματιά, το αυτοαναφορικό παιχνίδι, που συχνά καταλήγει στην έκπληξη διά της αντιστροφής, όπως και τη χρήση της συναισθησίας που θυμίζει την Κική Δημουλά. Πρόκειται ωστόσο για αφομοιωμένη επίδραση, αφού το ύφος της Δημουλά είναι τόσο προσωπικό που κανείς δεν μπορεί να το μιμηθεί. Κι αυτό, όπως ξέρουμε, στη λογοτεχνία είναι εξαιρετικά δύσκολο.
Οι θεματολογικές αναφορές στον Δαρβίνο και στην Καταγωγή των ειδών, στον Ιούλιο Βερν, πλαγίως στη Σύλβια Πλαθ και στο ποίημά της Λαίδη Λάζαρος (που στη σελίδα 20 τις κάνει τρεις) και κατ’ εξοχήν στην Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων του Λιούις Κάρολ δεν είναι, όπως θα υπέθετε κανείς, εγκεφαλικά σχόλια σε στιχουργημένη μορφή, αλλά δημιουργικές αναγνώσεις και βιωματικές μεταφορές: η λογοτεχνία μεταβάλλεται σε κοίτασμα ζωής.

Διακειμενικότητα και ποίηση

Η Κουτσουμπέλη προϋποθέτει αναγνώστες εξοικειωμένους με σημαντικά έργα της λογοτεχνίας, ώστε να αντιληφθούν πώς η διακειμενικότητα διά της ανατροπής μεταβάλλεται σε ποίηση. Στο ποίημα Λογοτεχνικές συγκρούσεις της σελίδας 25 λ.χ. (ο τίτλος είναι ειρωνικός και πικρός ταυτοχρόνως) έχουμε μεταφορά και αντιστροφή του θέματος της Αννας Καρένινα, όπου το τρένο που μεταφέρει την ηρωίδα του Τολστόι από τη Μόσχα στην Πετρούπολη η Κουτσουμπέλη το βάζει να αναπτύσσει ταχύτητα λίγο πριν από τον σταθμό Λαρίσης, ενώ ένας από τους επιβάτες του, που τον ονομάζει Μέλβιλ, είναι βέβαια ο Χέρμαν Μέλβιλ, ο συγγραφέας του Μόμπι Ντικ (της λευκής φάλαινας). Γι’ αυτό και πιο πριν το τρένο «Ξαφνικά σκόνταψε σε μια πελώρια φάλαινα-σκοτάδι». Ή στο ποίημα Φραντς Κάφκα της σελίδας 24, όπου αφηγήτρια είναι η Μίλενα, μια από τις σημαντικές γυναίκες στη ζωή του Κάφκα. «Ηταν συνέχεια υπόδικος, / διάδικος και δικαστής ταυτόχρονα / σε μια δίκη με κατηγορούμενο / πάντα τον εαυτό του» γράφει (αναφερόμενη στη Δίκη), ενώ «οι ένορκοι τον καταδίκαζαν / σε κατ’ οίκον περιορισμό, / σ’ έναν πύργο χωρίς ασανσέρ» όπου ο πύργος είναι φυσικά ο Πύργος, το μυθιστόρημα του Κάφκα. Για να καταλήξει σε δύο θαυμάσιους στίχους: «Κάποτε σε μια επιστολή εσώκλεισε σκαθάρι. / Αγάπησέ το. Είναι η ζωή μου, μου έγραψε». (Το σκαθάρι είναι φυσικά ο πρωταγωνιστής Γκρέγκορ Σάμσα στη νουβέλα Μεταμόρφωση του κορυφαίου τσέχου συγγραφέα). Υπάρχουν και αρκετά ακόμη, συναφή παραδείγματα.

Η τοπογραφία της Θεσσαλονίκης

Η τοπογραφία της Θεσσαλονίκης είναι εμφανέστατη σε άλλα ποιήματα, όπως στο Ραντεβού στην Καμάρα (σελ. 54), που καταλήγει με τους στίχους: «Στο ραντεβού που δώσαμε Καμάρα, / εσύ ποτέ δεν ήρθες, / κι εγώ ποτέ δεν έφθασα ολόκληρη».
Η παραβολική χρήση του καθημερινού ιδιώματος εδώ μας δίνει την ποιητική διάσταση, το «άλλο» όπως έλεγαν οι ρομαντικοί – μολονότι η Κουτσουμπέλη μόνο ρομαντική ποιήτρια δεν είναι. Ή αυτοί επίσης οι στίχοι από το πικρό Σημείωμα της οδού Ντεσπερέ (σελ. 28 ): «Ποτέ μην εμπιστεύεσαι αυτούς / που αφήνουν σημειώματα. / Εννιά στις δέκα φορές επινοούν».
Η Χλόη Κουτσουμπέλη έχει μακρά θητεία στην ποίηση, στην πεζογραφία και στο θέατρο. Το Σημείωμα της οδού Ντεσπερέ είναι βιβλίο μιας αξιόλογης ποιήτριας.

.

ΠΟΛΥ ΧΑΤΖΗΜΑΝΩΛΑΚΗ

Η Αυγή 30/10/2018

Η ποιητική της Χλόης Κουτσουμπέλη μπορεί να πει κανείς ότι εμπνέεται από το τραύμα. Υφαίνει έναν θεραπευτικό δημιουργικό ιστό όπως το μαργαριτάρι βλασταίνει γύρω από την πληγή του κόκκου άμμου στη σάρκα του στρειδιού.

Συνέχεται από το πένθος. Καταδύσεις και διαδρομές σε βάθος, προσωπικές Οδύσσειες στο σκοτάδι για να συγκολληθεί η ίδια μετά την απώλεια. Διαπραγματεύεται με την άλλη πλευρά (την «άλλη Γη») για να καταστήσει «ομοτράπεζους» τους οριστικά απόντες. Βιώνει πάθη σε μια ποιητική διαδρομή με παράξενα άνθη, ελάφια, λαγούς, κλεψύδρες, έναν αρχαίο κόσμο που σαν πίνακας του Νταλί φιλοξενεί τις λογοτεχνικές υπάρξεις και τα θαυμαστά γεγονότα που τη στοιχειώνουν.

Το κοριτσάκι και η εγκατάλειψη, η Αλίκη και η Κάμπια, η Αλεπού, ο λαγός που τον συναντά στο Πήλιο στην Εθνική οδό τη νύχτα (γιατί αυτό δεν είναι το Πήλιο), η Πηνελόπη από χρόνο σε χρόνο αποκτά ρυτίδες αλλά μεγαλύτερη αυτονομία, γυναίκες της Βίβλου της κρατούν κάτοπτρα για να καθρεφτιστεί. Μια δοκιμασία ζωής η ποίηση, μέσα και έξω από το Αλλού για τη Χλόη Κουτσουμπέλη, μια διαδρομή προς την αυτοσυνειδησία και την ωριμότητα.

Στην τελευταία της ποιητική συλλογή, «Το σημείωμα της οδού Ντεσπερέ», επιχειρεί, θαρρώ, μια αριστουργηματική έξοδο από το Αλλού -τον αρχαίο της κόσμο- και περπατά στη Θεσσαλονίκη, ή μήπως όλη η Θεσσαλονίκη αρμενίζει μαγικά μέσα στην ομίχλη για το Αλλού; Βρίσκει το πέρασμα ανάμεσα στους δύο κόσμους. Υπάρχει στη Θεσσαλονίκη ένας δρόμος φοιτητικός, πασίγνωστος στις αναμνήσεις των ανθρώπων που την αγάπησαν, εμβληματικός για τη μνήμη της Χλόης, την προσωπική της μυθολογία.

Κάτι συνέβη εκεί και η Χλόη τον σημειώνει στον χάρτη -η γεωγραφία γίνεται καταγραφή συναισθημάτων, θυμηθείτε τον «Χάρτη της τρυφερότητας» της Μαντάμ Ντε Σκιντερί (1660). Ο Γάλλος στρατηγός Ντ’ Εσπερέ (τα ονόματα των δρόμων) υποκλίνεται στην ποιήτρια ιπποτικά και της δίνει την πέννα του για να γράψει το απελπισμένο της σημείωμα σηματοδοτώντας το θαύμα: μια πύλη ανάμεσα στους δύο κόσμους. Το πέρασμα: Ντ’ Εσπερέ – Ντεσπερέ – Ντεζεσπερέ ή Ντέσπερετ -και η Θεσσαλονίκη, η ομίχλη, η Καμάρα, ο Βαρδάρης, η Τσιμισκή, η Αριστοτέλους γεμίζουν ελάφια, φιλοξενούν την Άννα Καρένινα ινκόγνιτο και μια κάμπια καπνίζει την πίπα της στο Χαμάμ Μπέη…

Η πρόσφατη ποιητική συλλογή της Χλόης μιλάει για το ίδιο αλλιώς. Για μια πορεία του πένθους όπου τα πρόσωπα γίνονται ίχνη, γίνονται κεντήματα σε τραπεζομάντηλο. Ένα πένθος πιο μόνιμο, ανεξιλέωτο. Η οικογένεια ως τραύμα, η μητέρα ως εγκατάλειψη, ο πατέρας ως θάνατος και ως μυστήριο, ο σκοτεινός εραστής μόνιμος κάτοικος του Αλλού, αυτή τη φορά παρών / απών σε ραντεβού στην Καμάρα, όπου εκείνη ποτέ δεν έρχεται (ολόκληρη).

Η αίσθηση είναι αυτή της ωριμότητας, της συνοχής -παρά το ότι μιλάει για τις τρύπες του τυριού-, φεγγάρι, μια φοβερή μεταφορά για τις πληγές, τα τραύματα, το κενό, η συλλογή είναι πυκνή ώστε να είναι αόρατες, τα κενά είναι ποιητική συνθήκη και έκπληξη. Μια από τις καλύτερες ποιητικές δουλειές της Χλόης, με μαστοριά και αίσθημα, μα κυρίως με αυθεντικό ψυχικό υλικό από την ποιητική δωρεά που διαθέτει.

ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ ΜΙΑΣ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΗΣ ΜΕΡΑΣ ΧΩΡΙΣ ΕΣΕΝΑ

Τα πρωινά / νησιά Αιγαίου, / νιφάδες καλαμποκιού σε γάλα. / Τα μεσημέρια / Αφρική, / μπάρμπεκιου με μπιφτέκια από καμήλα. / Φορώ το φόρεμα με τις πιτσιλιές, / επάνω του τα ίχνη των χεριών / που υπήρξες. Τα απογεύματα / αραιοκατοικημένη Αυστραλία, / ώρες που διαμένουν σε μεγάλη απόσταση / η μια από την άλλη, / εκτάσεις που δεν διανύονται / όσο και να καλπάζει μια μνήμη που ασθμαίνει. / Τα βράδια όμως / Θεσσαλονίκη πάλι, / ομίχλη – ατμός απ’ τα παράθυρα, / ένας Βαρδάρης ανακατεύει τα μαλλιά μου, / κόκκοι καφέ ξεχύνονται από πελώρια τσουβάλια / στο Καπάνι, / κι εκεί κάπου στην Ασία / ένα κοριτσάκι / αφήνει το ρύζι να γλιστρήσει / ανάμεσα στα δάχτυλά του.

.

ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΣΤΟΥΦΗΣ

Φρεαρ – frear.gr 19/11/2018

Με αφορμή την κυκλοφορία της τελευταίας συλλογής της Το Σημείωμα της Οδού Ντεσπερέ, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2018. Από την πρώτη κιόλας ανάγνωση των ποιημάτων της Χλόης Κουτσουμπέλη, βρέθηκα μπροστά σε μία αποκάλυψη που δεν είχα νιώσει μέχρι τότε από την ποίηση. Κανένας ποιητής ή ποιήτρια μέχρι τότε δεν μου είχε προκαλέσει τέτοιο συναίσθημα… Σας μιλώ για ένα συναίσθημα που δεν μπορώ να σας περιγράψω με δόκιμους ή φιλολογικούς όρους και σας μιλώ για ένα συναίσθημα που με έφερε σε μια θέση δύσκολη και με ανάγκασε να ερευνήσω για ακόμα μία φορά τον εαυτό μου και να παραδεχτώ την ανθρώπινη μικρότητά μου. Θα προσπαθήσω με μια παρομοίωση να σας περιγράψω το πώς ένιωσα όταν για πρώτη φορά μέσα στην ποίηση της Χλόης Κουτσουμπέλη αντίκρισα μια γυναικεία ψυχή εντελώς γυμνή. Τρόμαξα! Και την λέξη «τρόμος» δεν την απευθύνω στις κυρίες, αλλά στους κυρίους, γιατί η ποίηση της Χλόης, δείχνει καθαρά το ψυχικό χάσμα των δυο φύλων. Όμως και η παρομοίωση που σας υποσχέθηκα, πάλι στους κυρίους απευθύνεται. Θυμάστε τα ημερολόγια και τις διαφημιστικές αφίσες με τα ημίγυμνα φωτομοντέλα στα ξυλουργεία και τα σιδηρουργεία των παιδικών μας χρόνων; Θυμάστε όταν ήσασταν 5-7 χρονών, που ερχόσασταν σε επαφή με αυτήν την soft πορνογραφία, το έντονο και πρωτόγνωρο συναίσθημα που σας κυρίευε στην θέα του γυμνού γυναικείου σώματος; Θυμάστε την πρόγευση της ηδονής και πολλές φορές την λανθάνουσα αντίληψη που σας δημιουργούσε για τις πλέον οικίες προς εσάς γυναίκες, όπως η μητέρα ή η αδελφή; Ακριβώς αυτά τα συναισθήματα ένιωσα όταν πρωτοδιάβασα την ποίηση της Χλόης Κουτσουμπέλη (μα και τώρα που την ξαναδιαβάζω τα ίδια συναισθήματα νιώθω). Τρέμω σχεδόν στη θέα της ολόγυμνης γυναικείας ψυχής και δεν ντρέπομαι να το παραδεχτώ, η ποίηση της Χλόης με βοήθησε να αντιλαμβάνομαι αρκετά συχνά τις γυναίκες και πιο σπάνια να τις κατανοώ. Είναι λοιπόν αναγκαία στην καθημερινότητά μας η γυναικεία αντίληψη και αισθητική, απέναντι σε έναν μονόχνοτο αντρικό κόσμο. Η ποίηση της Χλόης Κουτσουμπέλη είναι απλά η αλήθεια γυμνή, από την ποιήτρια που ζωγράφισε τη γύμνια με μοντέλο την ίδια της τη ψυχή. Μονάχα ο πόνος γυμνός που όμως δεν είναι άσκημος ούτε επικίνδυνος, απλά γίνεται το δέρμα του ήρωα που σαν ποιητής που είναι, δεν θα μπορέσει ποτέ να είναι τραγικός ήρωας ο ίδιος παρά μόνο μέσα στα ποιήματά του. Λέω πως δεν μπορεί να είναι τραγικός ήρωας ο ποιητής επειδή έχει συνείδηση της κατάστασης την οποία βιώνει, ενώ ο τραγικός ήρωας – τουλάχιστον όπως τον όρισαν οι αρχαίοι τραγικοί συγγραφείς- δεν μπορεί να έχει επίγνωση της ίδιας του της τραγικότητας. Η διευκρίνιση αυτή γίνεται επειδή θα επικεντρωθώ στο τραγικό στοιχείο της ποίησης της Χλόης Κουτσουμπέλη και μάλιστα δεν θα εστιάσω πάνω στην συνθετική της ικανότητα την οποία θεωρώ άψογη, αλλά θα προσπαθήσω να αναδείξω τα κλειδιά του τραγικού στοιχείου της ποίησής της όπου κατά την γνώμη μου είναι τα κλειδιά όλου του ποιητικού της έργου. Τρία είναι τα σταθερά αντικείμενα που χρησιμοποιεί η ποιήτριά μας ως σταθερό συστατικό της ποιητικής ζωής της: ένα κραγιόν, ένα φουστάνι κι ένα μπαλκόνι. Αυτά τα τρία αντικείμενα τελικά μόνο αντικείμενα δεν είναι, πρόκειται για τα πιο δυνατά σύμβολα που μπορούν να εκπροσωπήσουν τη σύγχρονη γυναίκα. Καταρχήν ας δούμε πως τα χρησιμοποιεί. Τα στοιχεία σύμβολα που έχουν αναδειχτεί σε στοιχειά, πρωτοκάνουν την εμφάνισή τους στη συλλογή «Η λίμνη, ο κήπος και η απώλεια» το 2006. Έκτοτε πληθαίνουν οι αναφορές των σταθερών πλέον συμβόλων μέχρι την και την τελευταία της συλλογή. Με ασφάλεια μπορεί ο κάθε κριτικός να της τα χρεώσει… Κάποιος προσεκτικός αναγνώστης της Χλόης θα μπορούσε να παρατηρήσει πως δεν συμπεριλαμβάνω στα σταθερά σύμβολα της ποίησής της το αντικείμενο «καθρέπτη», που παρουσιάζεται σε ίδιες δόσεις και εξυπηρετεί τους ίδιους σκοπούς. Και απαντώ: μα ο καθρέπτης είναι η συνείδηση που στην περίπτωση της ποίησης δεν είναι παρά η συνείδηση της ίδιας της συνείδησης, εξάλλου το κραγιόν, το φουστάνι και το μπαλκόνι, συνείδηση είναι και αυτά. Ας σταθούμε όμως πάνω στην βαρύτητα την οποία φέρουν. Το κραγιόν, και συγκεκριμένα το κόκκινο κραγιόν, όπως πληροφορούμαστε από την ιστορία της τέχνης, συμβολίζει το ερεθισμένο αιδοίο. Από τους πανάρχαιους πολιτισμούς, οι γυναίκες χρησιμοποιούν κόκκινες μπογιές για τα χείλη και τις χρησιμοποιούν για να συμβολίσουν την ετοιμότητα τους και τη διαθεσιμότητα τους για αναπαραγωγή. Βέβαια σήμερα οι αποχρώσεις των κραγιόν είναι πολλές και οι επιταγές της μόδας ακόμα περισσότερες, ωστόσο η κάθε γυναίκα ξέρει πολύ καλά ποιο είναι το κραγιόν που ταιριάζει στη δική της προσωπικότητα και που θα την συνοδέψει για μια ζωή. Σε κάθε περίπτωση όμως, είναι ένα εξάρτημα θυσιαστηρίου του έρωτα. Τόσο εύστοχες και εκφραστικές οι αναφορές στην ποίηση της Χλόης Κουτσουμπέλη, που είναι νομίζω ικανές να της χρεώσουν το κόκκινο κραγιόν ως ποιητικό της σύμβολο. Όσο για το φουστάνι, το άλλο σύμβολο που συνεργάζεται άψογα με το κραγιόν, που εκτός των άλλων δύο χρωμάτων που παρουσιάζεται στην ποίησή της, είναι και κόκκινο. Το κόκκινο του αίματος, το κόκκινο του πάθους, ένα κόκκινο σαν κραγιόν. Τα άλλα δυο χρώματα στα οποία εμφανίζεται το φουστάνι είναι το άσπρο και το μαύρο. Το άσπρο το ονομάζει ανάλογα με την περίσταση, φουστάνι, φόρεμα, νυφικό, ακόμα και νυχτικό. Καμιά φορά γεμάτο λάσπες και αίματα. Το μαύρο το ονομάζει μονάχα φουστάνι και φόρεμα. Το άσπρο συμβολίζει ξεκάθαρα την αγνότητα, την καθαρότητα, ή αν θέλετε, τη στιγμή πριν βαφτούν όλα κόκκινα, όπως το χρώμα που έχει το κραγιόν. Το μαύρο συμβολίζει το πένθος που θα ’ρθει μα και το πένθος που τελειώνει. Όταν γράφει «βάζω το μαύρο φουστάνι» πένθος επέρχεται. Ενώ στο «βγάζω το μαύρο φουστάνι» υπακούει στον αρχέγονο πόνο του σώματος. Το τρίτο στοιχείο είναι το μπαλκόνι, το μπαλκόνι στις μέρες μας είναι μια εναέρια αυλή για κάθε διαμέρισμα των σύγχρονων πολυκατοικιών, όμως για τις γυναίκες και πολύ πιο μάλλον για τις ποιήτριες, το μπαλκόνι είναι ό,τι ήταν ο φεγγίτης στους μεσαιωνικούς καστρόπυργους. Είναι, δηλαδή, το σημείο από το οποίο η γυναίκα μπορεί να παρατηρεί, οπότε, και να αντιλαμβάνεται τον κόσμο. Η πρώτη επαφή με τον έξω κόσμο, ή αν θέλετε η άμεση επαφή με αυτόν, σε μια εποχή που η γυναίκα είναι στον κόσμο και ως εργαζόμενη, τα κοσμικά της όρια είναι πάλι το μπαλκόνι. Η γυναίκα για να «βγει» πρέπει να ντυθεί, πρέπει να κάνει την τελετουργία της ετοιμασίας πριν τη δημόσια εμφάνιση, ακόμα και αν πρόκειται να πάει στο ψιλικατζίδικο της γωνίας, μια ματιά στον καθρέπτη είναι υποχρεωτική. (Πάντως, συναναστρεφόμενος με γυναίκες, βλέπω πλέον καθαρά ότι το κραγιόν και το φουστάνι δεν συνεργάζονται άψογα όλες τις ώρες με το γυναικείο σώμα). Η γυναίκα ακόμα και όταν είναι ποιήτρια, υπακούει στην αρχέγονη εντολή του ρόλου της που, μεταξύ άλλων, είναι και η αδιάκοπη περιφρούρηση της εστίας. Όμως το μπαλκόνι της ποιήτριάς μας έχει ακόμα έναν πιο σπουδαίο και πιο ιερό σκοπό. Γίνεται ο βατήρας της αυτοκτονίας της «φοράω το μαύρο φουστάνι και πηδάω στο κενό». Το σάλτο για μια γυναίκα από το μπαλκόνι του σπιτιού είναι ίσως ο πιο ηθικός τρόπος αυτοκτονίας, αφού κατά την μετάβασή της στον θάνατο, δεν εγκαταλείπει την εστία της, ούτε για μια στιγμή. Είναι σίγουρο ότι αυτά τα τρία στοιχεία-σύμβολα που προσέγγισα στην ποίηση της Χλόης Κουτσουμπέλη θα σήκωναν και άλλη ανάλυση σε κοινωνιολογικό, ψυχολογικό και φιλολογικό επίπεδο, μιας και τα τρία έχουν μια αξιοσέβαστη σημειολογία στην παγκόσμια λογοτεχνία. Όμως θα σταματήσω εδώ την ανάλυση για να επιστρέψω κλείνοντας –μα όχι συμπερασματικά- στην αρχική κουβέντα που έχει να κάνει με την ποίηση που γράφεται από γυναίκες και την ποίηση που γράφεται από ά-ντρες. Είδαμε πώς λειτουργεί στον ψυχισμό της γυναίκας ποιήτριας το κραγιόν, το φουστάνι και το μπαλκόνι. Στους άντρες αλήθεια, πώς λειτουργούν αυτά τα τρία αντικείμενα; Οι άντρες δεν είναι «άμεσοι» χρήστες αυτών των συμβολικών αντικειμένων, είναι όμως έμμεση η χρήση που τους κάνουν. Για παράδειγμα οι άντρες δεν φοράνε κραγιόν, φυλάνε όμως τις γυναίκες και τρώνε το κραγιόν τους. Οι άντρες δεν φοράνε φουστάνια, όμως είναι αυτοί που βλέπουν τις γυναίκες ερωτικά μέσα στο φουστάνι τους (άσε δε που πρέπει να είναι και εκπαιδευμένοι να βοηθάνε στο κούμπωμά του ή και στο ξεκούμπωμά του αν χρειαστεί, χωρίς να το καταστρέφουν). Όσο για το μπαλκόνι που για τις γυναίκες είναι το παράθυρο στον κόσμο, για τους άντρες δεν είναι παρά μια μικρή προέκταση του καθιστικού κατά τους θερινούς μήνες. Με αφορμή αυτά τα τρία αντικείμενα, καλό θα ήταν να σκεφτούμε ότι σχεδόν όλα τα αντικείμενα, έχουν μια διαφορετική χρηστότητα και λειτουργία για τις γυναίκες και για αυτόν τον λόγο, οι άντρες θα πρέπει να διαβάζουν την ποίηση που γράφεται από γυναίκες με ιδιαίτερη προσοχή, γιατί μια κατάσταση ή ένα αντικείμενο που για τους άντρες μπορεί να συνδέεται με τη χαρά και την απόλαυση, για τη γυναίκα μπορεί να αποτελεί βασανισμό, ακόμα και πηγή δυστυχίας. Θα ήθελα λοιπόν, να προτρέψω τους άντρες να διαβάσουν την γυναικεία ψυχογραφία έτσι όπως τη δίνουν οι ποιήτριές μας και εκεί να δουν τις μανάδες τους, τις γυναίκες τους, τις αδελφές τους και τις κόρες τους. Δεν θα ζητούσα από κανέναν να καταλάβει τη γυναικεία ψυχή, αυτό που ζητώ είναι να τη δείτε και να τη δείτε καταρχήν γυμνή και μετά αρχίζετε την όποια εξερεύνηση. Η ποίηση που γράφεται από γυναίκες δεν ξέρω αν είναι πάντα η σωστή αρχή για αυτήν τη διαδικασία, είναι όμως μια αναμφισβήτητα έξυπνη αρχή. Προσωπικά εγώ, ξεκίνησα με την ποίηση της Χλόης Κουτσουμπέλη, γι’ αυτό και σας την συστήνω ανεπιφύλακτα.

.

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

FRACTAL 07/11/2018

Από το τέλος στην αρχή

Και τώρα; τον ρώτησε.

Αυτός καθόταν σε μια καρέκλα σκηνοθέτη

με την πλάτη γυρισμένη στα ερείπια.

Φορούσε μαύρα γυαλιά.

Τώρα, της είπε με βραχνή φωνή,

είσαι απλώς μία συλλογή ποιημάτων που τελειώνει.

(Επίλογος)

Μια ποιητική συλλογή διαβάζεται από το τέλος στην αρχή ή μήπως εντελώς αδόκιμο πρέπει να θεωρείται κάτι τέτοιο; Αν, όμως, στην ποίηση (πιο πολύ από όλα τα λογοτεχνικά) μπορούμε να αυθαιρετούμε στην ανάγνωσή μας, νιώθω πως ετούτα τα ποιήματα επικοινωνούν όλα με αυτό που τελευταίο κλείνει την πόρτα της ανάγνωσης, με τον εύστοχο τίτλο Επίλογος. Με μια, έτσι αντίστροφη, ανάγνωση υπαρκτή η πιθανότητα να πάρει η έννοια του τέλους όσες ερμηνείες θα ήταν δυνατόν να σηκώσει η λέξη μέσα στο μικρό της σώμα. Κινδυνεύει, λοιπόν, η ποίηση να χαθεί μέσα στον στρόβιλο των πολλών αναγνώσεων; Καθόλου, θα έλεγα. Ίσα ίσα ο πλούτος της ίσως εκεί ακριβώς εντοπίζεται.

Το τέλος ως αρχικός σκοπός (με την αριστοτελική ερμηνεία) είναι και η πρωταρχική λέξη/έννοια που δηλώνει το ξεκίνημα της ζωής. Ωστόσο η βίωση του τέλους, είτε ως προσωπική ενατένιση είτε ως συμμετοχή σε οδυνηρή απώλεια, δίνει τη δική της εκδοχή ενός πένθους που αργά συνειδητοποιείται και με ακόμη πιο αργή πορεία αναιρείται – αν φυσικά συμβεί η αναίρεση. Στο ποίημα Επίλογος, που παρατίθεται πιο πάνω, το τέλος δηλώνεται ως μια ολοκλήρωση τα ποιητικής συλλογής, με ιδιαίτερα τονισμένη τη λέξη απλώς, δηλαδή μόνον. Κι αν η ποιήτρια που γράφει θεώρησε έστω και για λίγο πως ιαματικός ήταν ο δρόμος της γραφής της – μια οικείωση με το πένθος ή μια πρόσκαιρη μετάθεση του πόνου από την ψυχή στους στίχους που κοινοποιούνται – έρχεται αυτή η απλή λέξη για να καταρρεύσει όλο το ιαματικό φορτίο. Ας μη θεωρηθεί, ωστόσο, πως η καταγραφή του πόνου είναι μια απλή υπόθεση· καθόλου μάλιστα. Η Χλόη Κουτσουμπέλη παλεύει ποιητικά με το πένθος. Αυτό που γράφει πίσω από τις λέξεις της, μέσα από τις μεταφορικές εικόνες της, παρέα με τη διττή σημασία των ονομάτων που χρησιμοποιεί, σε αγαστή συμφωνία με τις λογοτεχνικές περσόνες που επιλέγει να συνοδεύουν τα δικά της λόγια. Γνωστό αυτό σε όποιον έχει αναμετρηθεί με τις αντοχές του και λύγισε και ύστερα άρχισε να ψάχνει τους τρόπους που ξέρουν να μιλούν με μεγαλύτερη διαύγεια από τη ρεαλιστική, μα αφόρητη στο βάρος της, κυριολεξία: κάθε που η ποίηση ανοίγεται σε εικόνες που ξεπερνούν τη ρεαλιστική αποτύπωση των γεγονότων, το άχθος της απώλειας των προσώπων έχει χτυπήσει κόκκινο· δεν αντέχεται άλλο. Έτσι, στην ποίηση της Χλόης, η Αλίκη από τη χώρα των θαυμάτων μεταπηδά στη χώρα των απόντων. Είκοσι χιλιάδες λεύγες κάτω από την πραγματικότητα διαβιούν οι αλήθειες μιας αναπάντεχης φυγής. Ο βιβλικός Λάζαρος επανέρχεται με τη μοναδικότητα του θαύματός του – όχι, μην περιμένεις άλλα θαύματα· ακόμη και αυτά έχουν το τέλος τους (πάλι το τέλος επανέρχεται σε μια ακόμη εκδοχή του). Όσο για τον Κάφκα αυτός παντού παρών είτε με τις δικές του λογοτεχνικές φιγούρες είτε με το ζοφερό τοπίο μιας παράλογης συνύπαρξης του ανθρώπου με το σύμπαν που σταδιακά τον καταργεί. Ο Οδυσσέας δεν θα επιστρέψει, η Πηνελόπη ας μάθει να τον σβήνει στη  συνείδησή της, όπως έμαθε να τον νιώθει να λιγοστεύει στην καθημερινότητά της. Αυτή η καθημερινή απουσία είναι που πονά πιο πολύ από όποια συνειδητοποίηση έρχεται με την αρωγή της λογικής. Ας μείνει μόνον η Αντιγόνη, με την αδελφική της αγάπη και την αίσθηση του χρέους για μια ταφή νοητή όσο και προσωπική, για μια απαθανάτιση όχι της μορφής του απόντος αδελφού αλλά του ιδιωτικού της πένθους – ας μην έχουμε αυταπάτες, η μνήμη φθίνει, τα πρόσωπα εξαχνώνονται στον χρόνο, μόνο η ανάμνηση του δικού μας πένθους διασώζεται. Αλλά και αυτή δεν πονά λιγότερο. Απλώς, λοιπόν, μία συλλογή ποιημάτων που τελειώνει;

Οι Ομοτράπεζοι της άλλης γης, η προηγούμενη ποιητική συλλογή της Χλόης, επικοινωνεί τραγικά με τη νεότερη εκδοχή του πένθους, όπως αυτό εκδηλώνεται στο Σημείωμα της οδού Ντεσπερέ, που μια συλλαβή μόνον λείπει από τη λέξη για να αποδώσει ως désespéré όλο  το βάρος του απελπισμένου ανθρώπου μπροστά στο αναπόφευκτα τετελεσμένο.

Αγαπημένε,
όταν διαβάσεις το σημείωμα αυτό,
τι άραγε θα έχει απομείνει από μας σ’ αυτήν τη γη;
Σκόνη στα δάχτυλα κάποιου θεού που θα φυσήξει.
Και οι αναγνώστες αποδεικνύονται ξένοι, λαθραναγνώστες και κανίβαλοι:
Ξένε, όταν διαβάσεις το σημείωμα αυτό,
θα γίνεις λαθραναγνώστης.
Κανίβαλος θα τραφείς από τη σάρκα μιας αγάπης.

Όχι. Η ποίηση ήταν πάντα μια μοναχική πορεία. Κι αν νομίζεις πως κατάλαβες, ας συμβιβαστείς με την ιδέα πως μόνο το δικό σου πένθος άγγιξες. Το αλλότριο των ποιημάτων θα παραμείνει ξένο για σένα. Ήταν μια προσωπική οδός, ιδιωτική και μοναχική όσο και μοναδική, αυτή της ποιήτριας.

Πηγαίνοντας από το τέλος στην αρχή διαβάζω την επιγραφή στην εξώπορτα των ποιημάτων: Στη μνήμη του Βασίλη.

.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ

Φρεαρ – frear.gr  06/11/2018

Η Χλόη Κουτσουμπέλη αρχίζει τη νέα της ποιητική συλλογή Το σημείωμα της οδού Ντεσπερέ με μια πασίγνωστη ατάκα, «Με λένε Τζέιν, Τζέιν Μποντ» (ΠΡΟΛΟΓΟΣ) προετοιμάζοντας και προειδοποιώντας μας για τη συνέχεια. Τζέιν, αντί Τζέιμς. Ποια είναι η Τζέιν μας λέει έμμεσα πιο κάτω, «από τότε που τυφλώθηκε ο εργοδότης μου» και «στους άγριους βάλτους του Θόρφιλντ, αποκαΐδια». Αναφέρεται στην Τζέιν Έιρ, την κεντρική ηρωίδα του ομώνυμου δημοφιλούς μυθιστορήματος της Σάρλοτ Μπροντέ.

«Γεννήθηκα το 1846». Η Σάρλοτ Μπροντέ που γεννήθηκε το 1816. Η Τζέιν Έιρ εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1847, άρα μάλλον δεν εννοεί ούτε αυτήν. Το 1846, όμως, κυκλοφόρησε μια ποιητική συλλογή των τριών αδελφών Μπροντέ, με τα ψευδώνυμα Κάρερ, Έλλις και Άκτον Μπελ. Πιστεύω ότι σε αυτό αναφέρεται η Κουτσουμπέλη. Τότε γεννήθηκε η Ποιήτρια. Το επιβεβαιώνει ο τελευταίος στίχος του ΠΡΟΛΟΓΟΥ «Γράφω ακόμα».

Ποιήτρια και κατάσκοπος ταυτόχρονα. Ποιήτρια έξω και πέρα από τον χρόνο. Αλλά και Ποίηση διαχρονική, «και, κάπως έτσι,/ κάποιος, κάπου, κάποτε,/ έγραψε τον πρώτο στίχο» (Οι φήμες και άλλα άγνωστα ιπτάμενα αντικείμενα). Κατάσκοπος που κυκλοφορεί ανάμεσά μας, υπονομεύει τις βεβαιότητές μας «Αφού η ίδια η ύπαρξή μας εμπεριέχει την παγίδα», «Η ζωή μας προετοιμάζει για πουτίγκα/ και μας σερβίρει χελωνόσουπα», «κανείς θνητός/ δεν πέθανε ποτέ/ από θνησιγενές φιλί» (Όλη η αλήθεια σχετικά με την προδοσία). Μας προσγειώνει στην πραγματικότητα, «έχουν και τα θαύματα τα όριά τους, απαντάει αυτός» και μάλιστα μέσα από ένα ποίημα που παραπέμπει ευθέως στο φανταστικό και το παράδοξο (Η Αλίκη ανακάμπτει). Μας υπενθυμίζει τον παράλογο αγώνα του ανθρώπου για την αθανασία, «Έλα κι ανάστησέ με, του φωνάζει./ Αυτός κάτω από το χώμα ακούει ήρεμα,/ με τα χέρια στο στήθος σταυρωμένα./ Τόσο εξοικειωμένοι πια οι νεκροί με το παράλογο,» (Γυναίκα Λάζαρος). Μας αφυπνίζει για την εμπιστοσύνη στις σχέσεις «Ποτέ μην εμπιστεύεσαι αυτούς/ που αφήνουν σημειώματα./ Εννιά στις δέκα φορές επινοούν.» (Το Σημείωμα της οδού Ντεσπερέ)

Κινείται απαρατήρητη, σκιά. Καταγράφει, ενσωματώνει, ενδοβάλλει. Πρόσωπα, πράγματα, καταστάσεις. Και λογοτεχνία. Πολλή λογοτεχνία. Ο Λιούς Κάρολ (Η Αλίκη Ανακάμπτει), η Σύλβια Πλαθ (Η Γυναίκα Λάζαρος), ο Ιούλιος Βερν – ο Φιλέας Φογκ επανέρχεται – και πάλι ο Λιούις Κάρολ και ο Φραντς Κάφκα (Οι Τρεις Εραστές), ο Λέων Τολστόι και ο Χέρμαν Μέλβιλ (Λογοτεχνικές Συγκρούσεις. Νομίζω ότι η φάλαινα και η νύχτα, δεν παραπέμπουν μόνο στον Μέλβιλ και τον Μόμπι Ντικ, αλλά και στην ποιητική συλλογή της ίδιας «Η Νύχτα είναι μια Φάλαινα»), ο Κονσταντίν Σιμόνοφ (Κονσταντίν Σιμόνοφ), Τζον Μάθιου Μπάρι (Ο Κύριος Χόθορν Παραβιάζει την Εναέρια Κυκλοφορία) υπάρχουν στη συλλογή , όχι ως απλές αναφορές, αλλά ενταγμένοι στα ποιήματα με τρόπο ευφυή και δημιουργικό.

Ο κόσμος της Κουτσουμπέλη, είναι γεμάτος καταστροφές, τραύματα, υποκρισία, εγκατάλειψη, απώλειες, πόνο, προδοσία. Που χρειάζεται κουράγιο για να πορεύεσαι στα μονοπάτια του. Να ανατρέπεις, να συγκολλάς, να λειαίνεις, να σκάβεις, να επουλώνεις, να ερωτεύεσαι και μετά την απόρριψη και την προδοσία, να συνέρχεσαι από τις απώλειες και να συνεχίζεις. Με οδηγό την Αλήθεια. Τη δική σου και των άλλων. Γνωρίζοντας ότι η μάχη που δίνεις είναι εκ των προτέρων χαμένη. Και σημασία έχει να τη δίνεις με στυλ. Το δικό σου προσωπικό στυλ.

ΑΛΚΗΣΤΙΣ

Είπε αυτός μπορεί να τα ρυθμίσει.

Να διασωθεί ο Άδμητος.

Μία μικρή μίζα στον βαρκάρη,

ένα ασημένιο νόμισμα στο στόμα.

Ο Κέρβερος θα αναισθητοποιηθεί με βαρβιτουρικά.

Η απόδραση θα γίνει τη νύχτα στο σκοτάδι.

Αρνήθηκα.

Οι νεκροί έρωτες δεν ανασταίνονται ποτέ.

Η Χλόη Κουτσουμπέλη μεγαλώνει και ωριμάζει μαζί με την Πηνελόπη και την Αντιγόνη της. Η τεχνική της είναι άψογη και η ματιά της καθαρή και διεισδυτική, τόσο προς τα έσω, όσο και προς τα έξω. Η τελευταία της ποιητική συλλογή είναι από τις ωριμότερες, πιο άρτιες και καλύτερές της.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Και τώρα; Τον ρώτησε.

Αυτός καθόταν σε μια καρέκλα σκηνοθέτη

με την πλάτη γυρισμένη στα ερείπια.

Φορούσε μαύρα γυαλιά.

Τώρα, της είπε με βραχνή φωνή,

είσαι απλώς μία συλλογή ποιημάτων που τελειώνει.

.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ ΛΥΜΠΕΡΗ

www.poeticanet.gr Τ.36 Ιανουάριος 2020

Το βιβλίο της Χλόης Κουτσουμπέλη (κρατικό βραβείο, 2018), κινείται προς την επιτυχημένη κατεύθυνση του έργου της «Ομοτράπεζοι μιας άλλης γης». Με πυκνό στακάτο λόγο, μικρές προτάσεις και σύντομες αφηγήσεις, όπου η ματαίωση αναβλύζει από ένα σκοτεινό κέντρο, η ποιήτρια κρατά ως βασικό καμβά το οικογενειακό μοντέλο και την ανάπτυξή του σε παράλληλες συναισθηματικές αντιστοιχίες. Η γνωστή εξομολογητική τακτική της αμερικανικής Σχολής τροφοδοτεί κι εδώ πολλά μοτίβα. Ποίηση ανθρωποκεντρική, πολυπρόσωπη, η οποία σπαρταρά και οιμώζει, σχεδιάζοντας το περίγραμμα του τραυματισμένου γυναικείου προσώπου. Το Σημείωμα της οδού Ντεσπερέ («ντεσπερέ» σημαίνει απελπισία) μας οδηγεί σε έναν κόσμο γεμάτο παγίδες και αδιέξοδα, όπου πρωταγωνιστούν η τραγικότητά της ύπαρξης, οι προδοσίες και τα πένθη, η απειλή του θανάτου. Εντούτοις όλα αυτά δεν δίνονται με τρόπο που ταράζει τον αναγνώστη, γιατί έχουν ως ισοζύγιο μια αθώα παιδικότητα.

Το πρόσθετο χαρακτηριστικό αυτής της ποίησης είναι η αναφορά στην ίδια τη λογοτεχνία, με τη συμπερίληψη μύθων, κλασσικών έργων και τη συνομιλία με ξένους λογοτεχνικούς ήρωες και συγγραφείς (τον Κάφκα, την Πλαθ, τον Μέλβιλ, τον Τολστόι, τον Ιούλιο Βερν, τον Λιούις Κάρολ), σε ένα διακειμενικό παιχνίδι που παίζεται με ευφάνταστες αντιστροφές και νέες αφηγηματικές εκδοχές. Η ποιήτρια μεταμφιέζεται σε Αντιγόνη, σε Άλκηστη, σε Γυναίκα του Λωτ, σε Άννα Καρένινα, σε Βαλεντίνα (επιστολογράφο του ποιητή Σιμόνοφ), σε Μίλενα (του Κάφκα) για να βιώσει την απώλεια ως κοινή μοίρα των γυναικών, αλλά και τη διαδρομή που οδηγεί στην αγάπη: Το μίσος είναι κόσμος άκοσμος./ Μισός./ Η αγάπη όμως./ Δεν γερνά ποτέ… Με καθαρά εξπρεσιονιστική γλώσσα, η Χλόη Κουτσουμπέλη καταφέρνει να συγκροτήσει ένα ιδιόμορφο ποιητικό στίγμα που τη χρήζει συνεχιστή της γραμμής του Σαχτούρη και του Καρυωτάκη, χωρίς να γίνεται μιμητής τους.

.

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΤΑΣΙΟΠΟΥΛΟΣ

frear.gr 25/10/2019

Η γυναικεία γραφή της ποίησης. Μια δημιουργική αναγνωστική συνεισφορά στην ποίηση της Χλόης Κουτσουμπέλη

Ο όρος γυναικεία γραφή όπως προέκυψε τη δεκαετία του ’80, οπότε και εμφανίζεται στα γράμματα η Χλόη Κουτσουμπέλη, αφορούσε την επικοινωνία της εμπειρίας ή τις ποικίλες σηματοδοτήσεις του να είσαι/γίνεσαι γυναίκα, διαδικασίες που παραπέμπουν στην υλικοποίηση του φύλου, και αναδεικνύει την αναγκαιότητα μιας συζήτησης που συνεχίζεται στη βάση της εξέτασης του γυναικείου υποκειμένου μέσα στο ασφυκτικό καθεστώς του πατριαρχικού λόγου (Τορναρίτη Ελενα, 2016).

H επίδραση της Anne Sexton και της Sylvia Plath είναι εμφανής στις ποιήτριες της γενιάς του ’70, αλλά και της γενιάς του ’80. Στο πλαίσιο της συγκρουσιακής ανάγκης και της ακύρωσης των στερεοτύπων, το πρόταγμα είναι η δημιουργία ενός διακριτού λόγου, όπου η έμφυλη ταυτότητα θα λειτουργεί ως τρόπος επαναπροσδιορισμού του φύλου και διατύπωσης του νέου φεμινιστικού αιτήματος μέσα στις νέες πολιτικές, κοινωνικοοικονομικές και πολιτισμικές συνθήκες.

Όμως, όπως μας λέει η Άντεια Φραντζή, «Ποίηση γραφεί κανείς με το σώμα του — γιατί δεν υπάρχει πνεύμα, νους, ψυχή ή όπως αλλιώς να το ονομάσουμε, που να είναι αποχωρισμένο από το σώμα. Δυσκολεύομαι, όμως, πλέον να ξεχωρίσω το θηλυκό από το αρσενικό γένος, το γυναικείο από το ανδρικό γνώρισμα. Δεν γνωρίζω, δηλαδή, με ποιο τρόπο μπορούμε να ξεχωρίσουμε τις λειτουργίες τους. Δε θα μάθω ποτέ πώς νιώθει ένας άντρας, ούτε ένας άντρας θα μάθει ποτέ πώς νιώθει μια γυναίκα. Είμαστε καταδικασμένες στην άγνοια των αισθημάτων και οι δυο πλευρές. Αυτό που γνωρίζουμε μόνο είναι το κυρίαρχο συναίσθημα πως διαφέρουμε από τους άντρες και αυτοί αντιστοίχως το ίδιο ακριβώς γνωρίζουν. Στο σημείο, όμως, αυτής της συνειδητοποίησης συμπίπτουμε, και ακριβώς εκεί πιστεύω πως αρχίζει μια διαδικασία σύγκλισης. Και δεν αναφέρομαι εδώ αποκλειστικά στην όλο και συστηματικότερη κοινωνική σύγκλιση ανδρών και γυναικών αλλά και στη συναισθηματική/υπαρξιακή».

Αυτή ακριβώς η σύγκληση νομίζω πως αποτελεί το πιο ενδιαφέρον κομμάτι της πλούσιας ποιητικής παραγωγής της Χλόης Κουτσουμπέλη, η οποία εξ αρχής δόθηκε με πείσμα και συνέπεια στις μεγάλες της αγαπημένες. Διδάχτηκε τις εκφραστικές τεχνικές και το τιθασευμένο συναίσθημα, καταφέρνοντας να δημιουργήσει τον δικό της ποιητικό κόσμο με άξονα τις γυναίκες της. Οι γυναίκες της είναι συναυτουργοί και σύμβολα, όπως πρόσωπα και προσωπεία για τις ανάγκες της δράσης και του κύρους της έκφρασης. Στην ποίηση της Χλόης Κουτσουμπέλη τίποτε δεν αφήνεται στην τύχη. Αναφερόμενη στο έργο της ποιήτριας Το σημείωμα της οδού Ντεσπερέ, η Ζωή Σαμαρά θα επισημάνει πως στην πατριαρχική κοινωνία, η γυναίκα ποιήτρια επαναστατεί, για να αποδεχτεί τελικά τη θέση του άνδρα. Το μάταιο του αγώνα οδηγεί σε εκλεπτυσμένες μεταμορφώσεις και συνειρμούς ούτως ώστε διατηρώντας χαρακτηριστικά να γίνονται σύμβολα επιτρέποντας τη συνέχεια, έως την απάρνηση του εγώ και του προσωπικού βιώματος και αποδίδοντάς το στα πρόσωπα ώστε ευκολότερα να ενταχθεί στο κοινωνικό πλαίσιο. Άλλωστε από το 2004 στην ποιητική συλλογή, Η αποχώρηση της Λαίδης Κάπα το είχε σημειώσει εμφατικά:

Οι ποιητές δεν μένουν ποτέ οι ίδιοι./ Στην διάρκεια του ταξιδιού μεταμορφώνονται/ σε γυπαετούς ή κάργες/ ή σε κατακόκκινα πουλιά στο χρώμα της φωτιάς…/ Κάποιοι μεταμορφώνονται σε λύκους/ που με τα ουρλιαχτά τους αλλάζουν το σκοτάδι, / άλλοι γίνονται ορχιδέες/ ή ανεμώνες, / ή ασημένια χέλια,/ κουκούλια σκαν/ μικρές σαύρες σέρνονται στις όχθες,/ τα νερά στη λίμνη παγώνουν, η λίμνη ποτέ δεν μένει ίδια./ (σ.10) Προς επίρρωση των παραπάνω θα προσθέσω τα λόγια της Τουραντότ από το συνθετικό διαλογικό ποίημα της ίδιας συλλογής Το τραγούδι των επτά ημερών: Είμαι γήινη, γυναίκα. […]/ Πώς να σ’ αποχωριστώ,/ χωρίς καν να σε φιλήσω;/ Χωρίς μια αγκαλιά,/ ένα χάδι να θυμάμαι; (σ.48)

Η Χλόη Κουτσουμπέλη με θαυμαστή μαεστρία μας εντάσσει στο ποιητικό της σύμπαν και μας προσφέρει μια μοναδική ευκαιρία να συνομιλήσουμε με τις γυναίκες της δημιουργώντας στην πραγματικότητα τις κατάλληλες συνθήκες για να επικοινωνήσει ποιητικά, να συστηθεί και να επικαιροποιήσει την κεκαλυμμένη μα τόσο εμφανή παρουσία της. Γιατί είναι μόνο μια γυναίκα/ γυμνή πάνω σε ένα σαλιγκάρι/ η πιο μικρή σου κόρη/ η πιο απόμακρη οικεία/ (Η αλεπού και ο κόκκινος χορός, σ. 33)

Έτσι λοιπόν έχουμε και λέμε, εκκινώντας από το σύμβολο του αγώνα, της αντίστασης ενάντια στην τάξη και τον νόμο, σ’ ό,τι έχει οριστεί ως νομιμότητα, την Αντιγόνη. Η οικεία Αντιγόνη είναι πέρα από σύμβολο, η εγγυήτρια της ποιητικής ισημερίας, αλλά και η ασύμμετρη απειλή του φαλλοκρατικού καθεστώτος. Εξασφαλίζει την εύνοια, αλλά και την επιείκεια της ποιήτριας, αφού αφήνει τα ελαφρυντικά που απορρέουν από τη γυναικεία φύση κάτι σαν υπόλοιπα μνήμης τα οποία θα επιστρέψουν για να αναστηλώσουν το μνημονικό της σε άλλους χρόνους: «Πάντα κάτι ξεχνάει η Αντιγόνη, όταν φεύγει./ Γι’ αυτό και πάντα φεύγει./ Μόνο κάποιες νύχτες, αρχίζει κάτι να θυμάται,/ τότε φοράει την νεκρική της μάσκα, ρίχνει στάχτη στα μαλλιά της,/ θαμμένη στη σπηλιά της,/ θρηνεί τους άταφους νεκρούς της.» (σ. 14) Η Αντιγόνη συνοδεύει την ποιήτρια στη μακρά ποιητική της διαδρομή. Η Αντιγόνη που ξεχνά σε μια αυθαίρετη ερμηνεία των γεγονότων θα μπορούσε να αποδοθεί στην δημιουργική ικανότητα της Χλόη Κουτσουμπέλη να ομογενοποιεί το ποιητικό υλικό μέσα στα προσωπικά της βιώματα και να τροφοδοτεί την αναγνωστική εμπειρία με το συγκινησιακό υπόστρωμα που αρμόζει. Την ξαναβρίσκουμε στον «Αποχαιρετισμό», στους Ομοτράπεζους της άλλης γης (σ. 34), όπου η ποιήτρια τής αποδίδει το μάταιο της ηρωικής της πράξης και την ήττα. Στον διάλογο που ακολουθεί το σκοπό της Αντιγόνης που «… ήρθε να θάψει τον αδελφό της», σχολιάζεται η βαρβαρότητα της εξουσίας: «… / – Άρχοντα είναι πολύ νέος./ -Ναι, θα ζήσουν να τον θυμούνται πολλά χρόνια» (σ. 35), η απάντηση. Η Αντιγόνη στη διαδρομή των χρόνων γερνά. Μεταμορφώνεται σε πρόσωπο γνώριμο πια, απόλυτα συμβατό με την παρακμή. Γίνεται η οικεία Αντιγόνη όλων μας, όχι όμως ως σπάραγμα της θλίψης, αλλά ως βεβαιότητα του πεπρωμένου. Εκείνο το κάτι που ξεχνούσε ως παρακαταθήκη, είναι πια η συντελεσμένη φθορά. Έτσι λοιπόν «[…] Τα πρωινά τρώει αυγά χήνας/ και περιμένει το εκτελεστικό απόσπασμα/ χωρίς να γνωρίζει ότι ο Κρέων/ πεθαίνει από άνοια σε γηροκομείο./ Το χαρακτηρίζει υγιεινή διατροφή. Τις νύχτες θάβει κτερίσματα στο χώμα,/ που δεν θυμάται πια σε ποιον ανήκουν.[…]» (σ. 43)

Η Χλόη Κουτσουμπέλη με τη γυναικεία οπτική γωνία σπουδάζει την έμφυλη ταυτότητα. Χρησιμοποιεί τα πρόσωπα όχι ως θεατής της δράσης ή αξιολογητής των ιδιοτήτων τους, αλλά συμπράττει και συμπάσχει. Η λέξη κλειδί με τα πρόσωπά της είναι η οικειότητα. Απεχθάνεται την περιήγηση και την περιγραφή γι’ αυτό μετέχει ακόμη και στα συμφραζόμενα και τους υπαινιγμούς που η ίδια, άλλοτε καθοδηγούμενη από το ποιητικό διακύβευμα, κι άλλοτε ως συνειδητή επιλογή της καλλιτεχνικής πράξης, οργανώνει. Γράφει: «Θέλω να μάθω/ Αν οι γυναίκες είναι κόρες της Χίμαιρας/ με ένα καράβι να πλέει στα μακρινά τους μάτια/ Ή της Έχιδνας που κουλουριάζεται/ για να επιτεθεί.» (Οι ομοτράπεζοι της άλλης γης, σ. 23).

Η Χλόη Κουτσουμπέλη, είναι ίσως η μοναδική ποιήτρια της γενιάς του 1980 η οποία με θαυμαστή συνέπεια και συγκρότηση, εμμονικά σχεδόν, επιμελείται το ιδιωτικό της παρελθόν με ποιητικές μαρτυρίες για την εμπειρία του φύλου μέσω αλληλέγγυων γυναικών. Φίλες παλιές αγαπημένες της ποιήτριας μετατρέπονται σε φορείς του δικού της βιώματος. Γίνονται απαστράπτουσες εταίρες και διαχέονται στο παρόν με ασπίδα την τριτοπρόσωπη αφήγηση εννοώντας και σημαίνοντας την ποιήτρια. Το παιχνίδι της ζωής εκφράζεται ως παρηγορητικός ποιητικός λόγος με όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά του πεπερασμένου της ανθρώπινης ύπαρξης και της αβεβαιότητας με την οποία κινείται ανθοφορώντας και πεθαίνοντας κατά το δοκούν: «Ναι, ομολογώ ότι γνώριζα από πριν πως θα νικήσει./ Άλλωστε γι’ αυτό έπαιξα μαζί του.// Γιατί έστω και μια φορά, στη ζωή/ αξίζει κανείς να παίξει για να χάσει.», γράφει (Η αλεπού και ο κόκκινος χορός, σ. 9).

Έχει πολύ ενδιαφέρον ο μακρύς κατάλογος των γυναικών που συμμετέχουν στο έως τώρα ποιητικό corpus, αφού περιλαμβάνει τα πρόσωπα εκείνα που συνιστούν, όπως νωρίτερα σημείωσα, τις επιρροές και τις εκλεκτικές συγγένειες της ποιήτριας. Δεν υπάρχει νομίζω καμιά αμφιβολία ότι καλύπτει απόλυτα τις απαιτήσεις και τα χαρακτηριστικά αυτού που ορίζεται ως γυναικεία ποιητική γραφή. Αλλά ας περιηγηθούμε στο ποιητικό σύμπαν της Χλόης Κουτσουμπέλη, μη μένοντας στην αναφορά μονάχα στην Αντιγόνη που τη συναντούμε σε διάφορες φάσεις της διαδρομής της.

Η Λαίδη Κ., μας λέει, αποχωρεί θεατρικά, περήφανη, δεν παραδίδεται, όμως η Σαλώμη παραδίδεται ως σφάγιο στον Ηρώδη. Η ξακουστή για την ομορφιά της κινέζα πριγκίπισσα Τουραντότ, εκλιπαρεί τον αγαπημένο της να μείνει για να λάβει την απάντηση, «Κράτα με μέσα σου». Η εύπιστη Εύα συναντιέται στην άλλη Εδέμ με τη φιλόζωη Λαίδη Ήταν. Και στη συνέχεια η Κυρία που ύφαινε Καμέλιες, η Έμμα Μποβαρύ που κυνηγούσε τη χαμένη της ψυχή και η Μις Χάβισαμ με το μουχλιασμένο νυφικό. Η κόκκινη λυπημένη Φρίντα Κάλο και η μικρή Άννα Ο. η αδελφή, η ξαδέλφη στο χωριό, η Αδελαΐδα, η Ελισάβετ, η Μαίρη Σμιθ και η αξιοζήλευτη δεσποινίς Εντελβάις Φλέτσερ έχουν μια θλίψη για ό,τι πρόκειται να συμβεί. Οι δεσποινίδες Μπερντ, ανέγγιχτες. Η δυστυχισμένη κυρία Νίκολσον. Η Ίρις, ξαπλωμένη στο ανάκλινδρο. Η κυρία Φέργκ που έκανε το καθήκον της, αλλά και η δεσποινίδα Κόουτς εσκεμμένα δεν αντιστάθηκε, το ίδιο έκανε προκλητικά κι η δεσποινίς Φλο. Η μητέρα κυρία Άλισον γράφει στα ημερολόγια τη ζωή που δεν έζησε. Οι γυναίκες της οδού Ρόουντ αναζητούν τον έρωτα και η ποιήτρια με το κακό τέλος, συστήνεται ως Τζέιν Μποντ. Η Αλίκη, μας λέει πως τα θαύματα έχουν τα όριά τους και η γυναίκα Λάζαρος δεν αναστήθηκε ποτέ. Η γυναίκα του Λοτ, οι αδελφές Μέντοουζ, η αριστοκράτισσα κυρία Γουότερμπρίτζ και η κυρία Ύψιλον που αντάλλαξε το σώμα της μ’ ένα ζευγάρι κόκκινες γαλότσες για να γράφει ζεστά ποιήματα. Η Άλκιστις κι η Πηνελόπη του έρωτα και η γιαγιά από κοντά κι εκείνη για τον έρωτα που φτιάχνει όμως τέλεια κουλουράκια.

Η Χλόη Κουτσουμπέλη είναι όλες οι γυναίκες της. Ως αληθινή ποιήτρια επιστρέφει πάντοτε στο θαύμα ως γυναίκα, αφού στη ζωή και την ποίηση πάντοτε μέσω κάποιας γυναίκας επιστρέφουμε.

.

ΕΛΙΑ ΒΑΡΔΑΚΗ

“Fractal” Οκτώβριος 2019

Πάντα με μάγευε η ποίηση, είναι ρευστή, με πολλαπλές αναγνώσεις και προσλήψεις, έχει λέξεις συνδυασμένες ασυνήθιστα και ταιριασμένες πέρα από κάθε λογική, λέξεις που αποτυπώνουν με συμβολικό τρόπο την έμπνευση και τα συναισθήματα του ποιητή. Άρχισα να κατανοώ τον κόσμο της ποίησης ανορθόδοξα, όταν άρχισα να συγκροτώ την δική μου ανθρωπολογική ματιά αναλύοντας και ερμηνεύοντας τον συμβολικό τρόπο που επικοινωνούμε, συναισθανόμαστε και ενεργούμε.

Η Κοινωνική Ανθρωπολογία από την άλλη, είναι σπουδή πάνω στον πολλαπλό και πολυποίκιλο τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος συγκροτεί την δική του ματιά και ταυτότητα, αντλεί στοιχεία από την καθημερινότητα για να διαμορφώσει μέσα σε συγκεκριμένα πολιτισμικά πλαίσια κι όρια την δική του πραγματικότητα, πάντα σε συνάφεια με τις ευρύτερες συνθήκες συγκρότησης της ομάδας του. Θα έλεγα ότι η Ανθρωπολογία επικεντρώνεται στη “ποιητική της καθημερινότητας”, στον τρόπο που οι άυλες σχέσεις μετατρέπονται σε υλικές συνθήκες διαβίωσης. Με τον ίδιο αντίστροφο τρόπο κατά την γνώμη μου, το υλικό της πραγματικότητας εξαϋλώνεται μέσα από την ποιητική ματιά, γίνεται σύμβολο για να εκφράσει τα συναισθήματα του ποιητή, την ρευστότητα του ποιητικού λόγου που γίνεται πανανθρώπινος.

Μέσα από την ανθρωπολογική οπτική, λοιπόν, θα επιχειρήσω να αναλύσω την ποιητική συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη. Το σημείωμα της οδού Ντεσπερέ είναι μια σπουδή πάνω στον χρόνο, στη μνήμη και στις εμπειρίες που διαμορφώνουν τη ζωή και τον χαρακτήρα του ανθρώπου. Μια σπουδή πάνω στον χρόνο που περνά, για τις ευκαιρίες που χάνονται, για το σώμα που γερνά και μόνο θυμάται πια, για το “πάσχον” σώμα που αναζητά ξανά τις ευκαιρίες που χάθηκαν. Άλλοτε πάλι είναι ο χρόνος που αλλοιώνει την αλήθεια και γίνεται η αλήθεια εύπλαστη, μαλακιά όπως το τυρί που αναφέρει χαρακτηριστικά το ποίημα Φεγγάρι.

Άλλες φορές πάλι δεν αντιλαμβανόμαστε τον χρόνο που έχει περάσει, κι όπως στα όνειρα έτσι και στην ζωή χάνεται το μέτρο και η αλήθεια του χρόνου, αν υπάρχει βέβαια αλήθεια. Ο χρόνος άλλωστε δεν είναι γραμμικός, μονάχα η δική μας αντίληψη για τον χρόνο είναι γραμμική. Η αντίληψη για τον χρόνο, την ώρα, το ρολόι, είναι πολιτισμικά προσδιορισμένη, δημιουργήμα του ανθρώπου, που για χάρη της παραγωγικότητας ενοποιήθηκαν πολλές αποσπασματικές και διαφορετικές αντιλήψεις για τον χρόνο που προϋπήρχαν και όριζαν την μοίρα της κάθε πόλης και του κάθε ανθρώπου. Με την εκβιομηχάνιση η ώρα έγινε ενιαία, αδιαίρετη και παγκόσμια για να μπορεί ο άνθρωπος και τα προϊόντα να ταξιδεύουν συντονισμένα. Στο ποίημα φαίνεται πόσο σημαντικός για τις ανθρώπινες σχέσεις είναι ο χρόνος κι ο σωστός συντονισμός, προκειμένου μια σχέση να τελεσφορήσει, διαφορετικά “ώρα να γίνω καπνός”, υπονοώντας το κατά βούληση μέτρο εκκίνησης και τερματισμού του χρόνου, όπως επισημαίνει η ποιήτρια στο ποίημα Τρεις Εραστές. Ι. Ιούλιος Βέρν. “Οταν για να συντονίσουμε ρολόγια “τι ώρα είναι; κάποτε με ρώτησε”” (σελ.22).

Άλλωστε ο χρόνος δεν ορίζει την τύχη μας, εμείς καθορίζουμε τον τρόπο που θα χρησιμοποιήσουμε τον χρόνο για να διαμορφώσουμε τη μοίρα μας. “Εσείς ορίζετε την μοίρα, για καλό και για κακό όμως μην πετάτε τις νύχτες γύρω από το φεγγάρι”, μια υπενθύμιση για το τυχαίο που τόσο αποφασιστικό ρόλο παίζει στη ζωή μας. Άλλωστε το τυχαίο δημιουργεί νέα όρια, νέες συνθήκες και διαμορφώνει νέες εμπειρίες που με την σειρά τους διαμορφώνουν και μεγεθύνουν την ένταση των συναισθημάτων του πόνου, της χαράς ή της λησμονιάς.

΄Ενα άλλο στοιχείο της ποιητικής συλλογής που τονίζεται ιδιαίτερα είναι η μνήμη. Η ποιήτρια έχει φτάσει σε ένα σημείο της ζωής της πλούσιο σε εμπειρίες κι αναστοχάζεται το ρόλο που έχουν παίξει στη ζωή της οι άνθρωποι ή τα γεγονότα που την σημάδεψαν. Ακόμα και τα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας αποτελούν πηγή έμπνευσης της συλλογής Το σημείωμα της οδού Ντεσπερέ. Ο τρόπος που η ποιήτρια χρησιμοποιεί την διακειμενικότητα δίνει την εντύπωση ότι γίνεται μέσα από την διαδικασία της αυτόματης γραφής ανασύροντας στην επιφάνεια από το λογοτεχνικό υποσυνείδητό της ήρωες και συγγραφείς της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Μάλιστα με έναν ενδιαφέροντα τρόπο εισάγει στοιχεία και ήρωες από λογοτεχνικά κείμενα και τους αφομοιώνει μέσα στη δική της ποιητική ματιά, δίνοντας νέα πνοή και ίσως κι ένα νέο τέλος στις κλασικές ιστορίες όπως τις γνωρίζαμε.

Ιδιαίτερη μνεία κάνει στο έργο Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων, που το συναντάμε δύο φορές μέσα στην συλλογή. Πρόκειται για ένα έργο όπου η αλληγορία του χρόνου και του τόπου κυριαρχούν. Ο χρόνος και ο τόπος στην ιστορία του Λιούις Κάρολ, διαπλέκονται, δεν γνωρίζουμε πότε είναι όνειρο και πότε πραγματικότητα. Με ανάλογο τρόπο η ποιήτρια υπογραμμίζει με εμφατικό τρόπο ότι η πραγματικότητα που έχουμε δημιουργήσει γύρω μας πολλές φορές μάς παγιδεύει μέσα σε ένα είδωλο του εαυτού μας κι αυτό καθορίζει την συμπεριφορά μας, χωρίς όμως να εκφράζει πια τις προσδοκίες και τα όνειρα που είχαμε για τη ζωή μας. Γι’αυτό υπογραμμίζει, “Μια μέρα κατάλαβα ότι για να ενηλικιωθώ έπρεπε να σπάσω τον καθρέφτη του” από το ποίημα Οι Τρείς Εραστές ΙΙ: Κάρολ Λίουις (σελ.23).

Η Χλόη Κουτσουμπέλη στο ποίημα το Φεγγάρι αναδεικνύει και τον τρόπο που λειτουργούν οι κανονιστικές φόρμες μιας κοινωνίας. Οι επιταγές και οι αντιλήψεις που έχουμε διαφορφώσει δημιουργούν ένα πλέγμα δομών που ορίζουν τον τρόπο που τα μέλη της ομάδας θα πρέπει να επικοινωνούν, να εκφράζουν τα συναισθήματά τους και οποιαδήποτε άλλη μορφή επικοινωνίας δηλώνεται ως παρα φύση κι ότι θα πρέπει να ελεγχθεί. ‘Ετσι, μήπως μέσα από αυτό το ποίημα η ποιήτρια εκφράζει την αμφισβήτησή της στην υπερβολική διείσδυση της ψυχαναλυτικής θεώρησης που δημιουργεί ψευδείς αναμνήσεις και μπερδεύει τα όρια μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας; ΄Η μήπως υπονοεί ότι πολλές φορές οι ίδιοι οι άνθρωποι πλάθουν με την φαντασία τους ιστορίες και συναισθήματα εκεί που δεν υπάρχουν;

Αλλά ποιο είναι το όριο που θέτουμε εμείς στις σχέσεις μας και ποιο είναι αυτό που μας ορίζουν οι άλλοι, ποιο είναι το επιτρεπτό όριο των συναισθημάτων και ποιος είναι ο επιτρεπτός τρόπος για να αγγίξουμε ο ένας τον άλλο. Αυτά τα ερωτήματα είναι ζητήματα που έχουν απασχολήσει την Κοινωνική Ανθρωπολογία καθώς ψηλαφεί τα όρια της σχέσης συλλογικής και ατομικής ευθύνης στην διαμόρφωση ταυτοτήτων. Με ποιο τρόπο δηλαδή καθορίζονται ή/και μετασχηματίζονται οι κοινωνικές δομές, οι ηθικές δεσμεύσεις και οι ιδεολογικές κατευθύνσεις μιας πολιτισμικής ομάδας στον χώρο και στον χρόνο. Η εξέλιξη και ο μετασχηματισμός στις κοινωνικές δομές απορρέουν από την ίδια την ανθρώπινη δράση που αλλάζει, διαμορφώνει νέες εμπειρίες και μετασχηματίζει τις παραδόσεις, άλλωστε κι οι παραδόσεις είναι το αποτύπωμα του χρόνου μέσα στον χώρο.

Η ποιητική συλλογή με την έντονη ενασχόλησή της με τον χρόνο και τον αναστοχασμό της ανθρώπινης εμπειρίας αποτελεί μια πράξη διερεύνησης αυτών των ορίων, της ατομικής και της συλλογικής ταυτότητας, ποιες είναι οι συνθήκες που διαμορφώνουν τις πράξεις μας, πόσο μεγάλη είναι η ευθύνη που φέρουμε για την τροπή που δίνουμε στην ζωή μας για τα λάθη και τις παραλείψεις μας. Άλλωστε οι λέξεις που χρησιμοποιεί στα ποιήματα η Χλόη Κουτσουμπέλη, όπως πεταλούδες, κάμπια, σκαθάρι παραπέμπουν στην γονιμοποιείο δύναμη της αλλαγής και στην μεταμόρφωση.

Η μορφοποιητική αυτή δύναμη του χρόνου απασχολεί την ποιήτρια, όπως φαίνεται απ’ το ποίημα που ασχολείται με το γυναικείο σώμα, που γηράσκει και θυμάται αλλά και λησμονεί τις χαρές που ήθελε και δεν τόλμησε, για τα όνειρα που δεν κυνήγησε ή για την λοξή ματιά που έριξε στη ζωή. Για το σώμα που το κατάπιε ο χρόνος και που μονάχα η εμπειρία μπορεί να μας οδηγήσει να στοχαστούμε την ζωή μας διαφορετικά (σελ.38). Άλλωστε το απατηλό ορίζει και την ανθρώπινη μοίρα “σα κόκκους ρυζιού που γλυστρά από τα χέρια του κοριτσιού” (σελ.11), ενώ η μόνη σταθερά στον χρόνο είναι η γέννηση κι ο θάνατος.

Με αυτή την κυκλική θεώρηση του χρόνου, ανοίγει και κλείνει η ποιητική συλλογή με μια γέννηση κι ένα θάνατο. Η γέννηση συμβολικά παρουσιάζεται με το ποιήμα Πρόλογος με λένε Τζέιν Μπόντ με αναφορές στο έργο “Τζέιν ‘Ευρ”και της Σαρλότ Μπροντέ που γεννήθηκε λογοτεχνικά στην εποχή της βιομηχανικής επανάστασης και της νεοτερικότητας. Εκείνη η εποχή διαμόρφωσε την αισιοδοξία της παντοδυναμίας της επιστήμης με την απαγκίστρωση από τον ανθρώπινο κόπο. Ωστόσο, η οδυνηρή ματαίωση της ευφορίας ήρθε με την διάψευση των προσδοκιών και την καθυπόταξή τους στην ολοκληρωτική ιδεολογία που συνέστησε τον θάνατο και το τέλος. Έτσι, το βιβλίο ολοκληρώνει τον κύκλο της αισιοδοξίας αλλά και της αμφισβήτησης με τον πιο δραματικό κι απρόσμενο τρόπο. Με το ποίημα και την θλιβερή ιστορία ανθρώπων και τόπων που διαπλέκονται και στιγματίζονται από την καταστροφική μανία του φασισμού: Το Ραντεβού στην Καμάρα (σελ. 54). “φορούσες ένα κίτρινο αστέρι” είναι το τέλος του κόσμου, είπες. Στον γυρισμό με φίλησες στο στόμα. Στο ραντεβού που δώσαμε στην Καμάρα, εσύ ποτέ δεν ήρθες, κι εγώ ποτέ δεν έφθασα ολόκληρη”.

.

ΚΟΥΛΑ ΑΔΑΛΟΓΛΟΥ

“Fractal” Ιούνιος 2019

Η υπονόμευση της βεβαιότητας

Δεν θα ισχυριστώ ότι η συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη «Το σημείωμα της οδού Ντεσπερέ» είναι συνέχεια των δύο προηγούμενων συλλογών της.

Φυσικά, κουβαλάει τον προηγούμενο κόσμο της, πώς αλλιώς; Αλλά στη συλλογή αυτή η φωνή της ακούγεται καθαρά και δυνατά. Η Κουτσουμπέλη, αποστασιοποιημένη από την οδύνη, αλλά όχι λυτρωμένη, κατορθώνει να μετατρέψει την οδύνη σε χιούμορ πικρό και κάποτε υποδόριο. Και σε στοχασμό, που δίνει καθαρότητα στην έκφρασή της. Και αυτά γίνονται λόγος γεμάτος φαντασία, εικόνες, εκπλήξεις.

Μιλώντας αναλυτικότερα:

Χωρίς να έχουν ονομαστεί με σαφήνεια, υπάρχουν ενότητες διακριτές στο βιβλίο. Αρχικά μια ενότητα που μιλά για κάποια συγκεκριμένη μέρα, για κάποιο σήμερα. Ακολουθούν επώνυμα πρόσωπα ως τίτλοι ποιημάτων και αναφορές σε αυτά, λογοτεχνικοί ήρωες και συγγραφείς. Παρεμβάλλεται το μοναδικό πεζό ποίημα της συλλογής «Το φεγγάρι», αναφορά στην οικογένεια. Το ομότιτλο ποίημα της συλλογής «Το σημείωμα της οδού Ντεσπερέ», ένα ποίημα με στοιχεία επιστημονικά – επίφαση η έμφαση αυτή, αφού ο ορνιθόρυγχος χρειάζεται μια στοργική αγκαλιά – και το «Ποίημα ποιητικής». Για να ξαναγυρίσουμε σε ποιήματα επινοημένα ή πραγματικά. Με αναφορές σε ηρωίδες του αρχαίου κόσμου και των μύθων. Και γλιστρά, μέσα από το πέρασμα του χρόνου και μέσα από αντικρουόμενα συναισθήματα, στην οικειότητα, στην οικογένεια. Και ξαφνικά πετιέται το «Ραντεβού στην Καμάρα», τόσο κοντά στο «Σημείωμα της οδού Ντεσπερέ». Και μετά, ο «Επίλογος». Οπότε, δεν έχουν στεγανά οι ενότητες. Η συγγραφέας επινοεί, ακόμα και αυτή τη δομή, και την υπομονεύει.

Η υπονόμευση της βεβαιότητας: Από τον Πρόλογο», το ποιητικό υποκείμενο με το όνομα Τζέιν Μποντ κλείνει το ποίημα με την πληροφορία: Γεννήθηκα το 1846./ Γράφω ακόμα. («Πρόλογος», σ. 9)

Στο «Σημείωμα της οδού Ντεσπερέ», στο οποίο το ποιητικό υποκείμενο αναφέρεται στον Αγαπημένο, με διαφορετικό τρόπο και ύφος σε κάθε στροφή, στην προτελευταία στροφή μεταβάλλει την απεύθυνση σε Ξένε. Κάποιος ξένος που θα διαβάσει το σημείωμα ως λαθραναγνώστης, και πιθανότατα θα θυμηθεί κάποια δική του σχέση, άσχετα αν ο συνειρμός θα είναι άστοχος.

Κανίβαλος θα τραφείς από τη σάρκα μιας αγάπης./ Θα σου θυμίσει μια δική σου. Καμία σχέση.

Και έρχεται η τελευταία στροφή, για να υπονομεύσει συνολικά το περιεχόμενο του σημειώματος, τον αποστολέα και το παραλήπτη, ενδεχομένως και τη μορφή και τη λειτουργία του ίδιου του σημειώματος:

Ποτέ μην εμπιστεύεσαι αυτούς/ που αφήνουν σημειώματα./ Εννιά στις δέκα φορές επινοούν. «Το σημείωμα της οδού Ντεσπερέ», σ.29)

Είναι στους τελευταίους στίχους των ποιημάτων που επιχειρείται η υπονόμευση της κάθε βεβαιότητας. Ένα κλείσιμο υπονομευτικό ως προς τους προηγούμενους στίχους, κλείσιμο και άνοιγμα ταυτόχρονα προς μια νέα οπτική – θα επανέλθω στο θέμα αυτό.

Το τελευταίο ποίημα της συλλογής που έχει τον τίτλο «Επίλογος» κλείνει τη συλλογή με τον τρόπο της υπονόμευσης, καθώς το ποιητικό υποκείμενο, ο υποθετικός συνομιλητής που πιθανότατα είναι περσόνα του συγγραφέα και η ίδια η συγγραφέας μπλέκουν σε μια αξεχώριστη πραγματικότητα. Η αληθοφάνεια αναιρείται, μια αφ’ υψηλού ματιά δείχνει επίπεδο το συναίσθημα, ταυτόχρονα ωστόσο η γραφή, η ποιητική γραφή υψώνεται σαν η σημαντική λειτουργία πίσω και πάνω απ’ όλα. Εκπληκτική απόπειρα απομάγευσης του περιεχομένου, με την ταυτόχρονη επαναμάγευση της γραφής.

Και τώρα; Τον ρώτησε./ αυτός καθόταν σε μια καρέκλα σκηνοθέτη/ με την πλάτη γυρισμένη στα ερείπια./ Φορούσε μαύρα γυαλιά. / Τώρα, της είπε με βραχνή φωνή,/ είσαι απλώς μια συλλογή ποιημάτων που τελειώνει. (σ. 55)

Παρόλο που κυριαρχούν υπερρεαλιστικά μοτίβα, η δομή των ποιημάτων είναι διακριτή και στιβαρή. Συχνά με τον τρόπο των συνειρμών. Άλλοτε με ένα σιντριβάνι από εικόνες που ξεπηδούν και καταλαμβάνουν έναν χώρο κι έναν χρόνο σε βάθος. Στην ποίηση της Κουτσουμπέλη υπάρχει συνοχή, όλο το ποίημα οδηγεί με σιγουριά κάπου, σε μια συγκεκριμένη απόληξη.

Στους τελευταίους ή στον τελευταίο στίχο υπάρχει η απόληξη αυτή, που είναι συχνά η ανατροπή, όπως επισημάνθηκε και πιο πάνω. Ή η ανασκευή ή η απόφανση, κάτι σαν απόφθεγμα. Με τρόπο που δίνεται κάποια λύση, με την οποία δεν έρχεται πάντα η κάθαρση. Μάλλον περιπλέκονται τα πράγματα με έναν τρόπο ποιητικά αλλόκοτο αλλά ταυτόχρονα περίεργα αληθοφανή, καθώς η διατύπωση γίνεται με τη μορφή κατηγορηματικής διατύπωσης. Είναι αξιοσημείωτο ότι στις περισσότερες περιπτώσεις που διαφαίνεται η λύση-κάθαρση αυτή είναι η ποίηση, η έμπνευση, το ποίημα. Σαφής η σύνδεση του ποιητικού υποκειμένου με τη μοίρα της γραφής στη ζωή του.

Ναι, πάντα την ντροπή μας κουβαλάμε./ Ένα κλεισμένο βλέφαρο σαν όστρακο στην πλάτη./ Όμως με τα χρόνια ανοίγει./ Οι βλεφαρίδες ξεκολλούν με δυσκολία./ Και ξαφνικά ανοίγει το τεράστιο μάτι./ Που κάποιοι αποκαλούνε έμπνευση.

(«Η ντροπή», σ. 48)

Στέκομαι αναλυτικότερα στο ποίημα «Το ραντεβού στην Καμάρα», εξαιρετικά δομημένο, το οποίο θεωρώ ότι στηρίζει όσα παραπάνω ανέφερα, και επιπλέον οι αναφορές σε τόπους και χρόνους είναι συγκεκριμένες: Ο χρόνος, από την πυρκαγιά της Θεσσαλονίκης το 1917, σε παλιότερες εποχές και σε ιππότες, στις διώξεις των Εβραίων, στο κίτρινο άστρο και στα νεκροταφεία τους, ως τη χιλιετηρίδα και τον εορτασμό της. Ταυτόχρονα, η τοπογεωγραφία της πόλης, με τα θέματα που προαναφέρθηκαν, ο Λευκός Πύργος αλλά και η Αριστοτέλους, κέντρο των λογής εορτασμών και τόπος των περιστεριών, τα Κάστρα και η Άνω πόλη και, φυσικά, η Καμάρα, όπου δίνεται το ιδιόρρυθμο ραντεβού. Με τα γεγονότα να διατρέχουν τις εποχές και να μπλέκονται, όπως στη σύληση των εβραϊκών νεκροταφείων από ακροδεξιούς στις μέρες μας.

Εκείνη την ημέρα/ ο Λευκός Πύργος έμοιαζε καμηλοπάρδαλη,/ καπνοί έζωναν την πόλη/ κάπου μακριά μύριζε πυρκαγιά,/ στα εβραϊκά νεκροταφεία έκλεβαν τις πλάκες/ φορούσες ένα κίτρινο αστέρι/ κι εγώ μια στολή παλιού ιππότη.

(σ. 54)

Με τη σχέση να υπονομεύεται από τον δεύτερο στίχο:

Η σχέση εξαιρετικά βραχύβια./ Στα δεκαοχτώ χρόνια με ρώτησες πώς με λένε.

Μέσα από αλλεπάλληλες απροσδόκητες εικόνες, το ποιητικό υποκείμενο αποφαίνεται στο τελευταίο τρίστιχο

Στο ραντεβού που δώσαμε Καμάρα,/ εσύ ποτέ δεν ήρθες/ κι εγώ ποτέ δεν έφθασα ολόκληρη (σ.54)

Η ανατροπή του τέλους δείχνει το κενό, την απουσία του άλλου, το σπάσιμο, τη διάψευση, την απόγνωση, ίσως ακόμη και τη μερική λήθη, του ποιητικού υποκειμένου.

Η δύναμη της γλώσσας, λοιπόν, με τις εικόνες που υποβάλλουν συγκεκριμένες καταστάσεις συναισθηματικές, μολονότι σχεδόν πάντα είναι εικόνες μη ρεαλιστικές- υπερρεαλιστικές. Στην ποίηση της Κουτσουμπέλη, ακόμη και αν τα επιμέρους έχουν τα δική τους αυτόνομη λειτουργία, τον δικό τους αντίκτυπο, τα δικά τους χρώματα, ο αναγνώστης διακρίνει καθαρά το κλίμα, τον πόνο, το τραύμα, την αγωνία. Και αυτό είναι μεγάλο πλεονέκτημα και επίτευγμα.

Θα ζητήσει ένα ποτήρι γάλα./ Λευκό στεφάνι γύρω από το στόμα./ Θα μας κοιτάξει παράξενα./ Θα μας φωτογραφίσει./ Από τη φωτογραφία θα λείπουμε κι οι τρεις/ – αφού δεν θα μεγαλώσουμε ποτέ. («Οι τρεις αδερφές Μέντοουζ», σ. 35, 36)

Και

Η μεγάλη Πολική νύχτα απλώνεται στον κόσμο./ Το χιόνι λευκή αρκούδα θα καταπιεί τη γη./ Όλα γύρω μας γερνούν./ Παγόβουνα ρυτίδες στην επιφάνεια του προσώπου. («Η Αντιγόνη γερνά», ΙΧ, σ. 45)

Παναγιώτης Σ. Χατζημωυσιάδης Το σημείωμα της οδού Ντεσπερέ Περιοδικό “Θράκα” 30/4/2019

Η δύναμη των εκφραστικών μέσων, προσθέτω, με τις συναφείς μεταφορές-παρομοιώσεις. Εκφραστικές εκρήξεις που οδηγούν σε ένα ιδιαίτερο αισθητικό αποτέλεσμα: να μπορείς να διακρίνεις το στίγμα της ποιητικής φωνής, την απόγνωση του ποιητικού υποκειμένου μέσα από τους παράξενους και ασυνήθιστους δρόμους από τους οποίους αυτό σε οδηγεί. Να κοινωνείς την οδύνη και τον σπαραγμό του μέσα από τα εκφραστικά ντύματα που σου προσφέρει.

.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Σ. ΧΑΤΖΗΜΩΥΣΙΑΔΗΣ

Περιοδικό “Θράκα” 30/4/2019

Είναι κάποια βιβλία που σε βουβαίνουν. Όσο κι αν νιώθεις την ανάγκη να επικοινωνήσεις βαθύτερα μαζί τους, λέγοντας δυο-τρία λόγια ή γράφοντας δυο-τρεις αράδες, νιώθεις ότι δεν είσαι ακόμη έτοιμος. Η ανάγνωση της ποίησης, πολύ δε περισσότερο ο σχολιασμός της ποίησης, για να μην πω
η κριτική της ποίησης, θέλει τους χρόνους της ωρίμανσης και της συνομιλίας – πολύ δε περισσότερο όταν έχεις να κάνεις με κάτι τόσο απαιτητικό, όπως η τελευταία συλλογή της Κουτσουμπέλη. Οπότε τέσσερις ολόκληροι μήνες, όσοι ακριβώς διαρκεί η δική μου η επώαση, μπορεί και να μην είναι αρκετοί. Αλλά νομίζω ότι ήρθε επιτέλους η ώρα.

Εδώ λοιπόν έχουμε να κάνουμε με μια ποίηση πυκνή σε νοήματα αλλά κοφτή σε γλώσσα. Ερμητική στον εαυτό της αλλά ανοιχτή στον αναγνώστη. Που εκφέρεται από το περίσσεμα του νοήματος, ισορροπώντας διαρκώς μεταξύ μορφής και περιεχομένου.
Όπου το ένα υπάρχει όχι για να αντιμάχεται ή να επιβάλλεται, αλλά για να βοηθάεικαι να προάγει το άλλο.

Στέκομαι στο πρώτο ποίημα. Δεν έχω ξαναβρεί καλύτερη ομολογία προθέσεων ή δημιουργία κλίματος σε εναρκτήριο ποιητικό νεύμα: Ο εντολοδόχος έχει πεθάνει. Τα πάντα γύρω καταρρέουν. Ο χρόνος περνάει, οι αιώνες φεύγουν. Το ποιητικό υποκείμενο κρατάει μια ομπρέλα. Είναι η δική του αντίσταση μπροστά στη βιασύνη του χρόνου και στην αντιξοότητα
των συνθηκών.

Το σημείωμα της Οδού Ντεσπερέ είναι λέξη τη λέξη, ποίημα το ποίημα έκφραση αυτής της αντίστασης. Η απουσία του εσύ, η υπαρξιακή αγωνία, η έλλειψη νοήματος, η απώλεια της επαφής γίνονται ποιητικά σημειώματα. Πίσω τους υπάρχει πάντα ένα ορισμένο βιωματικό φορτίο που προφυλάσσει
την επικοινωνιακή πράξη από τον κίνδυνο των εγκεφαλικών κατασκευών και των λεκτικών παιχνιδιών. Το ποιητικό υποκείμενο ξορκίζοντας δια της γραφής τις οδύνες του και επουλώνοντας δια του λόγου τις πληγές του απευθύνει στον αναγνώστη τα σημειώματά του σαν αισθητική επεξεργασία μιας κοινής εμπειρίας.

Ό,τι εμένα με έλκει πιο πολύ σε αυτή την επεξεργασία είναι το κλίμα στοχαστικής αποστασιοποίησης κάτω από το οποίο διαμείβεται η επικοινωνία. Ο φορέας του λόγου σαν να κρατά μια απόσταση απ’ ό,τι εξιστορεί ή εκφράζει, λες και δεν κινείται, σχεδόν δεν αναπνέει. Η παρουσία του γίνεται αντιληπτή μόνο διά της εκφοράς του λόγου και από τη διακριτική υπόμνηση του γραμματικού υποκειμένου του ή κάποιων μνημονικών ανακλήσεών του. Αλλά όσο ήρεμο, όσο αποστασιοποιημένο κι αν είναι αυτό το κλίμα, όσο διακριτική
κι αν είναι η παρουσία του ποιητικού υποκειμένου μπορεί κανείς να αντιληφθεί ότι πίσω από τις συνεκδοχές, πίσω από τις αποσιωπήσεις και πίσω από τους υπαινιγμούς υπάρχουν κάποια καζάνια που ζεσταίνονται και βράζουν, βράζουν και ζεματάνε.

Εδώ ακριβώς, εννοώ στην έκφραση και στον έλεγχο της συναισθητικής έντασης, αναγνωρίζω την αρμονία της αισθητικής κατασκευής. Αφενός μέσα από μια επινοητική γλώσσα υψηλών εντάσεων και συνεχών εκρήξεων, που ταιριάζει τα λεκτικά αταίριαστα χωρίς να χάνει την αίσθηση του φυσικού και οικείου. Αφετέρου μέσα από τη συνεχή διασπορά και προβολή του προσωπικού βιώματος έξω από τον φορέα του, έτσι που τα κοάλα, οι ασπιρίνες, τα νησιά του Αιγαίου, η Αλίκη, η βαλβίδα της χύτρας, τα ποτήρια του κονιάκ να μιλάνε εξ ονόματος της ποιήτριας για να πούνε ό,τι θα ήταν είτε δύσκολο είτε υπερβολικό να εκφράσει απευθείας η ίδια.

Σκέφτομαι ότι θα ήθελα να γράψω για τα σπασμένα ποτήρια του Ποιήματος
Ποιητικής, για το ανέγγιχτο Σώμα της γυναίκας ύψιλον, για τη γροθιά
που δέχτηκα διαβάζοντας την Άσκηση, για τον βουβό σπαραγμό του Οδηγού
Μαγειρικής, για την αποστομωτική απλότητα του Επιλόγου, αλλά δεν πρέπει να αδικώ τα υπόλοιπα. Δεν είναι άλλωστε ρόλος ενός κριτικού σημειώματος
μια τέτοια απαιτητική ανάλυση. Η συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη προσφέρεται από δω και πέρα στους φιλολόγους για τέτοιες αναλύσεις. Προηγουμένως όμως προσφέρεται για εξαιρετικές αναγνωστικές απολαύσεις.

.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΠΑΚΟΝΙΚΑ

PERIOU.GR 17/3/2019

Χαρακτηριστικό κι αξιοπρόσεκτο στοιχείο στην ποίηση της Χλόης Κουτσουμπέλη, που επαληθεύεται και στο καινούργιο της βιβλίο «Το σημείωμα της οδού Ντεσπερέ», είναι η αίσθηση ότι η λαχτάρα για τη χαρά της ζωής πάντα ενυπάρχει κι αφήνει το καταστάλαγμά της στο πιο βαθύ στρώμα των στίχων της. Μια λαχτάρα που δεν σβήνει ακόμα κι όταν τα πιο δύσκολα κι οδυνηρά συμβαίνουν. Αυτό οφείλεται στις πλούσιες σε χρώματα και σχήματα εικόνες που εισβάλλουν στα ποιήματα, στο περιπαικτικό χιούμορ, την ειρωνεία, τον αυτοσαρκασμό. Το δραματικό περιεχόμενο ξαφνικά με την εισβολή μιας αναπάντεχης εικόνας, κατά βάση αισθησιακής, ή άλλοτε με μια ανατρεπτική φράση, χάνει κάτι από τον απελπισμένο ζόφο, τη στέγνια του αδιέξοδου. Η ποιήτρια εξομολογείται όσα βασανιστικά την κατέχουν και συγχρόνως πολλές φορές αναδύεται η άσβεστη φλόγα της ότι έχει το δικαίωμα να διεκδικήσει το μερτικό της στην ψυχική ευφορία εκπληρώνοντας τις επιθυμίες της.

Η λίμπιντο στην ποίηση της Κουτσουμπέλη, φανερά ή και υπόγεια, έχει ένταση και συνεχή παρουσία. Λιγότερο σε πρώτο ή τρίτο πρόσωπο και περισσότερο χρησιμοποιώντας προσωπεία ηρώων και ηρωίδων, κυρίως από τη μυθολογία, τη Βίβλο και τη λογοτεχνία, ξεδιπλώνει μύχια αισθήματα που πηγή τους έχουν τον έρωτα Ως Αντιγόνη η ποιήτρια δηλώνει «ότι ήρθε στον κόσμο για να πάρει μέρος στην αγάπη», η ύλη της είναι από αέρα και φωτιά κι έχε «δυο μάτια αναμμένα». Με ερωτικό σφρίγος που δεν πτοείται, γιατί μέσα της η έννοια της αγάπης «δεν γερνάει ποτέ», δεν διστάζει να κάνει έναν απολογισμό των ερωτικών παθών της. Αναμφίβολα το ερωτικό πεδίο είναι γεμάτο εκπλήξεις, κρύβει αναπάντεχους κινδύνους και οδυνηρά απρόοπτα, παρομοιάζεται με άγνωστο σκοτάδι (44): «Ήρθαμε άραγε ταγμένοι/Ή είμαστε μονάχα/νυχτόβια τυφλά όντα/που τρυπάμε μάταια το σκοτάδι,/απέλπιδες ανθρακωρύχοι,/σκαπανείς;», (σελ. 43) «Ίσκιοι παραμένουμε ως το τέλος/Ενωνόμαστε, χωρίζουμε, για πόσο;»

Διαβάζοντας τα ποιήματα της συλλογής θυμόμαστε τον στίχο του Ντίνου Χριστιανόπουλου «εκείνοι που μας παίδεψαν βαραίνουν μέσα μας πιο πολύ».
Κι όταν συμβαίνει να ερωτευθούμε σφοδρά, τότε ο πόνος από τον παιδεμό της απόρριψης και προδοσίας αγγίζει τις πιο ευαίσθητες χορδές. Είναι επίμονη η νοσταλγία της ποιήτριας για την όμορφη περίοδο που έζησε με τον αγαπημένο της, που όμως στη συνέχεια χάθηκε από ένα «όχι» εκ μέρους του άνδρα με επακόλουθο
τη διάλυση της σχέσης . Η νοσταλγία της μεταβάλλεται σε αποχρώσεις πολλών συναισθημάτων. Ανάλογα με τη στιγμή αισθάνεται αυτολύπηση, μοναξιά, θλίψη, μάταιη εγκαρτέρηση και ίσως ελπίδα για επανασύνδεση. Αν κάτι περισσότερο τη συγκλονίζει, είναι η αγωνία να καταλάβει αν μια μέρα , μια στιγμή ο εραστής την αγάπησε. Ένα τόσο προσωπικό της θέμα μεγαλώνει με τόση ανεξέλεγκτη ένταση, ώστε την παρασύρει «να το φωνάξει σε χωνί/στο μέσον της πλατείας/και, κάπως έτσι,/κάποιος, κάπου, κάποτε,/ έγραψε ένα στίχο».

Η προδοσία από τον αγαπημένο την συντρίβει και μάλιστα σε τέτοιο σημείο, ώστε στο ποίημα “Ξέρω τι κάνατε πέρσι το καλοκαίρι” να την παρομοιάζει με συγκαλυμμένο έγκλημα. Ιδίως σε αυτό το ποίημα η τέχνη της Κουτσουμπέλη στην λεπτή ειρωνεία και τον σαρκασμό λειτουργεί με θαυμάσιο τρόπο (σελ. 40): «Βλέπετε, εγώ ήμουν το πτώμα./Υποθετικά πάντα φυσικά,/Λογοτεχνία είπαμε κάνουμε,/ποτέ δεν ερωτευόμαστε στ’ αλήθεια./Που φυσικά σημαίνει/πως, όχι, δεν υπήρξε κουφάρι από σάρκα./Αν υπήρξε έγκλημα/δεν είμαι αυτός που θ’ αποφανθεί./Υπήρξε όμως συγκάλυψη».

Στη συλλογή προβάλλουν πορτρέτα εραστών που τονίζουν το ερωτικό στοιχείο της συλλογής. Υπάρχουν εραστές που έμπλεοι φλογερού πάθους εκλιπαρούν για ερωτική ανταπόκριση( σελ. 26): «Έβαζε το σαμοβάρι στη φωτιά./Η πυροστιά έκαιγε σάρκα./Είναι η σκέψη σου, της έγραφε,/που με κρατάει ακόμα στον αφρό.», (σελ. 23)
«Φάε με, πιες με, φώναζε απεγνωσμένα». Όμως, σε αντίθεση υπάρχουν και οι άτολμοι, οι περιχαρακωμένοι στην βολεμένη, μικροαστική τους ζωή που διστάζουν ή φοβούνται να αφεθούν στο καμίνι του πάθους. Τρέμουν τις ανατροπές και τους κινδύνους που ενδέχεται να προκύψουν, εν γνώσει τους ότι ποτέ δεν θα διαπράξουν τον φόνο της ανίας τους (σελ. 55) : «Και τώρα; τον ρώτησε,/Αυτός καθόταν σε μια καρέκλα σκηνοθέτη/ με την πλάτη γυρισμένη στα ερείπια./Φορούσε μαύρα γυαλιά./ Τώρα, της είπε με βραχνή φωνή,/είσαι απλώς μια συλλογή ποιημάτων
που τελειώνει».

Ως κυρία Γουότερμπριτζ, η ποιήτρια εκφράζει μέσα από τους στίχους του ομότιτλου ποιήματος την εκρηκτική ψυχοσύνθεσή της. Στον έρωτα δίνεται παράτολμα, αυθαδιάζει, συγκρούεται με καθωσπρεπισμούς και κοινωνικές συμβάσεις. Η ίδια η υπόστασή της κλονίζεται ανεπανόρθωτα, νιώθει ότι ούτε καν όνομα δεν έχει, κι ο κόσμος τελειώνει όταν ο έρωτας διαλύεται και ματαιώνεται. Σε ένα από τα ωραιότερα ποιήματα της συλλογής “Μύριαμ η θαλασσινή-γυναίκα του Λοτ”, βαθιά μας θέλγει και μας αγγίζει η αισθησιακή παρουσίαση του σώματος. Όταν η ηρωίδα αναπολεί την εμπειρία του έντονου έρωτα που έχει ήδη χαθεί, πετάει τα ρούχα της και μένει ολόγυμνη. Θρηνεί τη μοναξιά του σώματος που μένει ανέγγιχτο κι αφίλητο, το νιώθει ξένο στη μέση της ερήμου να αναβλύζει στήλη από δάκρυα. Γιατί το σώμα είμαι η καταγωγή μας ( σελ. 21) : «Όμως οι μηροί, το υπογάστριο, οι αστράγαλοι/όλα γη προγονική./Από άμμο πλασμένο το κορμί./ Πώς ν’ αρνηθεί καταγωγή». Πάντως αδιάκοπα το σώμα διεκδικεί την πραγματοποίηση των αισθησιακών επιθυμιών του, κρύβεται τις νύχτες «κάτω από τα χρυσάνθεμα», «γρυλίζει μες στα νούφαρα», κι όταν φοβάται τη φθορά από την επέλαση του χρόνου καταφεύγει στην παρηγοριά της ποίησης.

Η Κουτσουμπέλη με το δικό της ξεχωριστό, προσωπικό ύφος, μας προσκαλεί να εντρυφήσουμε και με αυτή τη συλλογή της στην περιπέτεια της αγάπης.

.

ΣΠΥΡΟΣ ΚΙΟΣΣΕΣ

www.bookpress.gr 15/3/2019

«Επίδομα ανεργίας για παραστρατημένες γκουβερνάντες»

Πώς να προσεγγίσει κανείς το έργο της Χλόης Κουτσουμπέλη; Όχι μόνο τι να γράψει που να μην έχει ήδη γραφεί, διακατεχόμενος από την αγωνία της (κριτικής) επίδρασης. Απλώς, πώς να μιλήσεις για την ποίησή της; Την ποίηση, γενικά. Την ποίηση την προφέρεις. Την ακούς. Τη βιώνεις. Το ποιητικό κείμενο επιτελεί και επιτελείται. Στην ουσία του ο ποιητικός λόγος αντιστέκεται στη σύνοψη, στην περιγραφή, στην περίληψη, στη «μεταγλώττισή» του. Με ποιον τρόπο, λοιπόν, μπορεί κάποιος να μιλήσει για το περιεχόμενο, για τον πυρήνα της ποιητικής ενέργειας, αξιώνοντας μάλιστα να «παρουσιάσει» τον λόγο του στους άλλους, κι ανάμεσά τους στην ίδια την ποιήτρια, ως πειστικό – για να αποφύγω τον όρο «έγκυρο»; Ως έντιμος τρόπος προκρίνεται να παρουσιάσεις κάποιες όψεις της δικής σου ανάγνωσης (ή μιας δικής σου ανάγνωσης), χωρίς ερμηνευτικές γενικεύσεις ή φιλοδοξίες. Να διαβάσεις Το Σημείωμα της οδού Ντεσπερέ σαν να ήσουν εσύ ο παραλήπτης. Να γίνεις συν-δημιουργός του λόγου, καθώς στην ποίηση μπορείς κατεξοχήν να συνευρεθείς με «εγγράψιμα», κατά Barthes, κείμενα. Αυτό που μπορείς να κάνεις, λοιπόν, είναι να αναστοχαστείς τη δική σου συνεύρεση με τα ποιήματα της Κουτσουμπέλη. Να καταγράψεις πώς πατάς στις λέξεις της κουβαλώντας στις πλάτες το δικό σου φορτίο, βιωματικό, συναισθηματικό και αναγνωστικό.

Ξεκινάς από το πρώτο ποίημα με τίτλο «ΠΡΟΛΟΓΟΣ». Ασυναίσθητα γυρνάς στο τελευταίο. Σχεδόν περίμενες να λέγεται «ΕΠΙΛΟΓΟΣ». Μια ιστορία ξεκινάς να διαβάζεις. Μια ταινία, ένα θεατρικό έργο να παρακολουθείς. Ή μάλλον, το στήνεις μπροστά σου, με τις κειμενικές οδηγίες της Κουτσουμπέλη. Τα ποιήματα αυτά, αρκτικό και καταληκτικό, συνιστούν μιαν αφηγηματική πλαισίωση της ανάγνωσης και, εικάζεις, της συγγραφής. «Με λένε Τζέιν. Τζέιν Μποντ», αυτοσυστήνεται η πρώτη ηρωίδα, μια ηρωίδα γράφουσα: «Κρατώ ομπρέλα. Γεννήθηκα το 1846. Γράφω ακόμα». Ήδη η πρώτη αυτή φωνή ηχεί πολυφωνική, σα να ενσαρκώνει ταυτόχρονα πολλαπλούς ρόλους: πρώτα, μια θηλυκή εκδοχή του γνωστού κατασκόπου ταινιών δράσης· έπειτα, η Jane Eyre της Charlotte Brontë (έργο δημοσιευμένο το 1847, του οποίου η συγγραφή όμως ξεκίνησε όπως γνωρίζουμε το 1846)· κι ίσως, ακόμη, η Μαίρη Πόπινς, η γνωστή γκουβερνάντα με την ομπρέλα, όπως τη διέγραψε η συγγραφέας της γνωστής σειράς παιδικών βιβλίων Pamela Lyndon Travers. Μια τρισυπόστατη μυθοπλαστική ηρωίδα-αφηγήτρια, μια ηρωίδα διακείμενο, αντικείμενο και υποκείμενο ταυτόχρονα γραφής.

Ψάχνεις να εντοπίσεις στα ποιήματα της συλλογής και άλλες τέτοιες ηρωίδες που οφείλουν τη δημιουργία τους στη γραφή. Δεν αργείς να βρεις την Αλίκη, που συστήνεται επίσης με το «Χάμπτι Ντάμπτι» ως άλλο όνομά της, σε μια ιδιαίτερη χώρα των θαυμάτων. Μια Αλίκη που συνομιλεί με τον δημιουργό της Λιούις Κάρολ, που όμως ταυτόχρονα φέρει αναγνωρίσιμα στοιχεία της πραγματικής μικρούλας Alice Liddell, που θεωρείται ότι ενέπνευσε τον συγγραφέα, αλλά και της αδερφής της, Lorina Liddell, που φαίνεται ότι φωτογράφισε με άσεμνο τρόπο ο Κάρολ. Λίγο παρακάτω σκοντάφτεις πάνω στην όμορφη πριγκίπισσα Αούντα, που είχε ερωτευτεί με τον Φιλέα Φογκ, τον γνωστό ήρωα του Ιούλιου Βερν στο έργο του Ο γύρος του κόσμου σε 80 ημέρες. Κι ακόμη, λίγα ποιήματα μετά, συναντάς τη Μίλενα, την αγαπημένη του Φραντς Κάφκα. Η Μίλενα, αν και πραγματικό πρόσωπο, ουσιαστικά ανασυντίθεται για τον σημερινό αναγνώστη μέσα από τις επιστολές του γνωστού συγγραφέα προς αυτήν, τα Γράμματα στη Μίλενα, όπως μας έχουν σωθεί. Τη γνωρίζεις, λοιπόν, κι αυτήν, όπως τις υπόλοιπες, κατασκευασμένη μέσα από/χάρη στη γραφή. Το ίδιο και τη Βαλεντίνα του Κονσταντίν Σιμόνοφ, που βρίσκεις μετά στη συλλογή, τη διάσημη ηθοποιό που ερωτεύτηκε ο ποιητής και της έγραψε το περίφημο ποίημα «Περίμενέ με». Συναντάς, επίσης, τη γυναίκα του Λοτ, ανώνυμη στη Βίβλο, που όμως στον τίτλο του ποιήματος της Κουτσουμπέλη ονοματίζεται, βαπτίζεται Μύριαμ η θαλασσινή, με το εβραϊκό όνομα, δηλαδή, της Θεοτόκου. Βρίσκεις, ακόμη, στη «Γυναίκα Λάζαρο» της Κουτσουμπέλη την περίφημη «Λαίδη Λάζαρο» της Sylvia Plath, ενώ λίγο, πιο κάτω, σε περιμένουν η Άννα Καρένινα του Τολστόι, η μικρή Γουέντυ από τον Πήτερ Παν του James Matthew Barrie, αλλά και οι κινηματογραφικές (;) «αδελφές Μέντοουζ». Δεν λείπουν από τον γυναικείο αυτό χορό και οι αρχαίες-αρχετυπικές «δικές μας»: η Άλκηστη, η Αντιγόνη, η Πηνελόπη.

Γυναίκες από λέξεις όλες τους. Ξεπηδούν από τις σελίδες τους, φορτισμένες αναγνωστικά από τα έργα από τα οποία προέρχονται, για να συνυπάρξουν στις σελίδες της συλλογής της Κουτσουμπέλη. Η ποιήτρια τις συν-λέγει διττά – τις συγκεντρώνει και ταυτόχρονα τις εκφέρει με τον λόγο της. Στο καινούργιο όμως κειμενικό περιβάλλον τους οι παραπάνω γυναικείοι χαρακτήρες δεν είναι ακριβώς οι ίδιοι. Μεταβάλλονται. Αλλάζουν χωροχρόνο και κυρίως αλλάζουν ιδιότητες. Συμφύρονται με άλλα πρόσωπα, ιδιοποιούμενες αλλότρια χαρακτηριστικά. Συνομιλούν με τους δημιουργούς τους, σχολιάζουν το έργο τους, τους εμπλέκουν στον κειμενικό τους κόσμο, κάποτε διακωμωδούν τη διαδικασία της γραφής τους. Αποκαλύπτουν, ακόμη, μιαν άλλη οπτική, διεκδικώντας κάποιου είδους ανεξάρτητη υπόσταση από τα πρώτα συμφραζόμενά τους. Επιφέρουν αλλαγές στην πλοκή τους, μεταβάλλουν την ιστορία τους, πλέκουν για τον εαυτό τους μιαν εντελώς νέα υπόσταση. Μέσα από την αποδόμηση αυτή του αρχικού λόγου άρθρωσής τους αρθρώνουν, εν τέλει, λόγο αυτόνομο.

Επιπλέον, οι παραπάνω γυναίκες μοιράζονται το νέο κειμενικό σύμπαν με χαρακτήρες ανώνυμους, με αφηρημένα ανθρώπινα καλούπια, που όμως γεμίζουν με σάρκα και οστά, κατά τρόπο πολύ συγκεκριμένο για τον κάθε αναγνώστη, και, θεωρείς εύλογο, για την ποιήτρια: «η μητέρα», «ο μπαμπάς», «η γιαγιά», «ο αδελφός», «ο αγαπημένος», «εσύ», «εγώ». Η ανάγνωσή σου, έτσι, ανασυνθέτει σταδιακά ένα ολόκληρο σύμπαν από γυναίκες ή μάλλον από γυναικείες εμπειρίες, μεγάλες ή μικρές, εξαιρετικές ή ασήμαντες, λογοτεχνικές ή πεζές, επιφανείς ή ανεπαίσθητες στην απλότητά τους. Ένα σύμπαν από τόπους κειμενικούς και τόπους πραγματικούς, από «κοινούς τόπους», αλλά και από δυστοπίες κι ουτοπίες. Αναγνωρίζεις τη Θεσσαλονίκη, την πόλη όπου ζει η Κουτσουμπέλη, με τοπικούς ενδείκτες όπως ο Βαρδάρης, η Καμάρα, ο Λευκός Πύργος, κ.ά. Αλλά και η «οδός Ντεσπερέ» ή «Δεσπεραί», η γνωστή οδός της Θεσσαλονίκης που ονομάστηκε έτσι προς τιμήν του γάλλου στρατηγού d’ Esperey. Εικάζεις περιστάσεις και βιώματα που συνδέονται με την ποιήτρια, το εμπειρικό, αναγνωστικό και φαντασιακό της απόθεμα. Κυρίως όμως αναγνωρίζεις τη «λογοτεχνική» πόλη της, που κατοικείται από όλες αυτές τις γυναικείες φιγούρες. Οι γυναίκες αυτές δεν είναι ακριβώς σύμβολα, καθώς το σημαινόμενό τους παρουσιάζεται κλονισμένο, ειρωνικά κατά κύριο λόγο, στον ποιητικό μικρόκοσμο της συλλογής. Καθίστανται σε σημαίνοντα που, μέσω της γραφής της Κουτσουμπέλη κλονίζονται, ευρισκόμενα, θαρρείς, σε μια διαχρονική αναζήτηση της σημασίας τους στο πλαίσιο της έμφυλης σχέσης τους με τον Άλλο: τον άντρα-εραστή-αγαπημένο-πατέρα-συγγραφέα. «Αυτόν» που αξιώνει να σκηνοθετεί τη ζωή τους, να την χειραγωγεί, ορίζοντάς την με αφορισμούς του τύπου: «Είσαι σκέτη λογοτεχνία».

Συνειδητοποιώ, πλησιάζοντας προς το τέλος της ανάγνωσης, ότι όλα τα παραπάνω γυναικεία προσωπεία που αναγνώρισα δεν είναι παρά πρωτεϊκές εκφάνσεις κάποιας δυσπρόσιτης στη ρευστότητά της γυναικείας ουσίας, ίδιας και αλλότριας, αληθινής και λογοτεχνικά κατασκευασμένης, ενικής και πληθυντικής, η οποία βιώνει ξανά και ξανά τον έρωτα, τον φόβο, την απώλεια, το τραύμα, τον θάνατο. Κι η Κουτσουμπέλη, γράφοντας ή ξαναγράφοντάς τες, συνομιλεί με τις κατασκευασμένες αυτές ηρωίδες, και γενικά με την προσπάθεια της λογοτεχνίας να μορφοποιήσει την ουσία τους· καταχωρίζει ανάμεσά τους τις δικές της εμπειρίες στον χάρτη των συγγραφικών και αναγνωστικών πλεύσεων, εγγράφοντας τελικά τον εαυτό της ως ηρωίδα του έργου της, «αληθινή» και αυτή όσο και κατασκευασμένη από την ίδια τη γραφή της.

Και το Σημείωμα της οδού Ντεσπερέ του τίτλου; Σημείωμα αυτοκτονίας, εξάλειψης, δηλαδή, του εαυτού στον ρόλο της «γυναίκας» πάνω σε μια αθέατη σκηνή, όπου παίζεται, χιλιάδες χρόνια τώρα, το δράμα της αγάπης; Σημείωμα, αντικείμενο, δηλαδή, μιας σημειωτικής διαδικασίας, ανοιχτό σε κάθε είδους ανάγνωση ή «λαθρανάγνωση», προς κανιβαλισμό στα μάτια των ξένων; Μήπως σημείωμα απελπισίας, μέσα σ’ ένα μπουκάλι στη θάλασσα του Λόγου, χωρίς να γνωρίζει η συντάκτριά του αν θα βρεθεί ποτέ τελικά παραλήπτης;

Στο τελευταίο ποίημα της συλλογής, με τον τίτλο «ΕΠΙΛΟΓΟΣ», διαβάζεις:

Και τώρα; τον ρώτησε.
Αυτός καθόταν σε μια καρέκλα σκηνοθέτη
με την πλάτη γυρισμένη στα ερείπια.
Φορούσε μαύρα γυαλιά.
Τώρα, της είπε με βραχνή φωνή,
είσαι απλώς μία συλλογή ποιημάτων που τελειώνει.
«Εσύ», ως αναγνώστης, σε αντίθεση με «αυτόν», νιώθεις βαθιά μέσα σου ότι η γυναίκα που ρωτά είναι κάτι πολύ περισσότερο από το σύνολο των στοιχείων/ρόλων/προσωπείων που την απαρτίζουν. Κι ότι μια «συλλογή ποιημάτων» δεν τελειώνει ποτέ, όσο τουλάχιστον ξαναρχίζει κάποιος να τη διαβάζει. Αλλά, αυτή δεν είναι παρά μια δική σου ανάγνωση.

.

ΛΙΛΙΑ ΤΣΟΥΒΑ

FRACTAL 13/3/2019

«Το Σημείωμα της Οδού Ντεσπερέ» και οι συγκλίσεις με το έργο του ποιητή Μίλτου Σαχτούρη

Η Χλόη Κουτσουμπέλη μάς είναι γνωστή για την συμβολή της στην σύγχρονη ελληνική ποίηση και πεζογραφία με τον χαρακτηριστικό ανατρεπτικό της λόγο και την ανεξάντλητη ευρηματικότητά της στο λογοτεχνικό γίγνεσθαι. Στην τελευταία της ποιητική συλλογή, «Το σημείωμα της οδού Ντεσπερέ», από τις εκδόσεις «Πόλις», καταδύεται στα βάθη του ανθρώπινου ψυχισμού. Τολμά να «κοιτάξει το πρόσωπο της Μέδουσας μέσα στον καθρέφτη» και πλάθει ένα έργο μεστό, καθηλωτικό και σαχτουρικό. Μια απόπειρα να αναγνωρίσουμε και να στοιχειοθετήσουμε τις συγκλίσεις της ποίησής της με την ποίηση του Σαχτούρη αποτελεί το παρόν κείμενο.

Ο Μίλτος Σαχτούρης (1919 – 2005) εκπροσωπεί την πιο εξπρεσιονιστική ποιητική συνείδηση στη λογοτεχνία μας. Καλλιτέχνης cult στα γεράματά του, αγαπήθηκε από νεαρούς κυρίως αναγνώστες που δεν βίωσαν τους εφιάλτες και τις αγωνίες του, ωστόσο λάτρεψαν το ζόφο και το παράλογο στα έργα του. Οι κριτικοί μίλησαν για «μυθολογία του άγχους». Στην ποίησή του το παρελθόν αναδύεται διαρκώς στο παρόν. Η παιδική φαντασία συμπλέκεται με τις ανεξίτηλες μνήμες του πολέμου. Οι εικόνες είναι εφιαλτικές, ενώ παρεμβάλλονται στοιχεία από τα παραμύθια (το θηρίο, ο δράκος, ο άρχοντας, κλπ.).

Το ίδιο αγωνιώδες κλίμα παρατηρούμε και στο «Σημείωμα της Οδού Ντεσπερέ», της Χλόης Κουτσουμπέλη. Το τερατώδες είδωλο του παρελθόντος διαθλάται ακατάπαυστα στο παρόν, η παιδική μνήμη είναι διαρκώς παρούσα, ενώ η θύμηση λειτουργεί αφυπνιστικά και η οδύνη ιχνογραφείται με ποιητικές, αλληγορικές εικόνες. Οι κριτικοί μίλησαν για «λογοτεχνία του τραύματος». Ο τίτλος της συλλογής ενδεικτικός («Ντεσπερέ», «απελπισία»). Στην περίπτωση βέβαια του Σαχτούρη τα εφιαλτικά σχήματα συνδέονται με τραυματικά βιώματα της κατοχής και του εμφυλίου πολέμου. Στην ποίηση της Κουτσουμπέλη συνδέονται με βιωμένα γεγονότα, με στοιχεία δηλαδή της πραγματικότητας, τα οποία φορτισμένα με στάση στοχαστική επιλέγονται ώστε να επαληθευτεί ένα συμπέρασμα για τη ζωή.

ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

Το ήξερα πως ήταν από τυρί. Μαλακό τυρί με τρύπες.
Βέβαια εγώ δεν ήμουν ποντίκι, αλλά όπως έλεγε η μητέρα,
φανατική τυροφάγος, έτσι σιγά σιγά θα ροκάνιζα όλο το
παρελθόν μου. Το πείραμα ήταν το εξής. Έπαιρναν μία
παιδική φωτογραφία για παράδειγμα μ΄ εμένα στην
αγκαλιά του μπαμπά μου και την τοποθετούσαν με
photoshop πάνω στο φεγγάρι, στη συνέχεια σου την
έδειχναν κι εσύ υπέθετες πρώτον ότι είχες έναν μπαμπά
που δεν φοβόταν τη σωματική επαφή, δεύτερον ότι είχες
έναν μπαμπά και τρίτον ότι εσύ με τον μπαμπά σου
αγκαλιά είχατε βρεθεί κάποτε στο φεγγάρι. Εγώ όπως
πάντα ανταποκρίθηκα θετικά στο πείραμα των ψυχολόγων,
ίσως γιατί είμαι ένα μαλακό τυρί με τρύπες από τότε που
μας εγκατέλειψε η μητέρα. Η μνήμη, όπως και το τυρί,
αλλοιώνεται εύκολα, λένε οι ψυχολόγοι. Μπορείς να
παραποιήσεις τις αναμνήσεις, να ξαναγράψεις από την
αρχή τον ουρανό. Έτσι θυμήθηκα με κάθε λεπτομέρεια.
Εμένα και τον μπαμπά μου στο φεγγάρι. Αγκαλιά.
Ο μπαμπάς μου μύριζε στρατιωτική στολή. Βουλιάζαμε
συνέχεια και το σεληνιακό έδαφος μας απορροφούσε.
Τα δυο μας σώματά μας αγκαλιά σχημάτιζαν ένα ολοστρόγγυλο
φεγγάρι. Είπαμε να παραποιήσεις τις αναμνήσεις,
είπε ο ψυχολόγος, όχι όμως και τόσο πολύ.
Εσύ προσποιείσαι αγάπη.

Οπαδός της μετάπλασης του πραγματικού στην τέχνη (και όχι της παθητικής του αναπαράστασης) η Χλόη Κουτσουμπέλη, συνθέτει εικόνες ενός άλογου κόσμου μέσα τον οποίο δεσπόζει το αίσθημα του αλλόκοτου. Ένας κόσμος φαινομενικά παράλογος που αναδύεται και κατακλύζει τη συμβατική πραγματικότητα. Στο σημείο τούτο τέμνεται με το έργο του Σαχτούρη που συγχωνεύει το παράδοξο στην ποίησή του.

ΟΔΗΓΟΣ ΜΑΓΕΙΡΙΚΗΣ

Είχα κι εγώ μια μητέρα.
Όλοι δικαιούνται από μία.
Δεν ήξερε να μαγειρεύει.
Στο τραπεζομάντηλο κεντούσε φαγητά.
Ο αδελφός μου όλο πεινούσε.
Εγώ πάχαινα συνέχεια.
Όταν τελικά μας εγκατέλειψε,
αγοράσαμε μια χύτρα ταχύτητας
Η βαλβίδα σφύριζε.
Το σπίτι κυλούσε ανεξέλεγκτο στις ράγες.
Ένας σταθμάρχης με πινέλο έβαψε μαύρο
πρώτα τον πατέρα κι ύστερα τον αδελφό.
Αυτό δημιούργησε μουντζούρες στο χαρτί.
Στη φωτογραφία υπήρχαν τα κορμιά
με μία τρύπα μηδενικό στη θέση των προσώπων.
Μου απέμεινε η μητέρα.
Απέκτησε μάλιστα οδηγό μαγειρικής.
Μαγειρεύει πια θεσπέσια δείπνα για έναν στην κουζίνα.

Ο Σαχτούρης χαρακτηρίστηκε υπερρεαλιστής ποιητής. Το έργο του βέβαια δεν παρουσιάζει την επαναστατικότητα των υπερρεαλιστών. Εκείνοι με τη στάση τους προσπαθούσαν να αλλάξουν τον κόσμο («το ποιητικώς ζην»). Οι εικόνες του όμως, που πηγάζουν από το υποσυνείδητο, προσεγγίζουν την τεχνοτροπία του υπερρεαλισμού.
Την ίδια ανατρεπτική εικονοποιία διακρίνουμε και στην ποίηση της Χλόης Κουτσουμπέλη. Κύριο γνώρισμά της η αποδέσμευση από τις συμβατικές παραστάσεις της καθημερινότητας. Οι εικόνες συναρτώνται με την αίσθηση αγωνίας, φόβου και μελαγχολίας μέσα από την οποία προσλαμβάνει τον κόσμο. Με δυναμικές και τολμηρές εικόνες που ηλεκτρίζουν το ποίημα, πλάθει έναν κόσμο ολότελα ξεχωριστό, έξω από κάθε συμβατικό κοινωνικό όριο και λογοτεχνικό κλισέ. Και με αυτό τον τρόπο προσεγγίζει τον υπερρεαλισμό.

ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ ΜΙΑΣ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΗΣ ΜΕΡΑΣ ΧΩΡΙΣ ΕΣΕΝΑ

Τα πρωινά
νησιά Αιγαίου,
νιφάδες καλαμποκιού σε γάλα.
Τα μεσημέρια
Αφρική,

μπάρμπεκιου με μπιφτέκια από καμήλα.
Φορώ το φόρεμα με τις πιτσιλιές,
επάνω του τα ίχνη των χεριών
που υπήρξες
Τα απογεύματα

αραιοκατοικημένη Αυστραλία,
ώρες που διαμένουν σε μεγάλη απόσταση
η μία από την άλλη,
εκτάσεις που δεν διανύονται
όσο και να καλπάζει μία μνήμη που ασθμαίνει.
Τα βράδια όμως

Θεσσαλονίκη πάλι,
ομίχλη- ατμός απ’ τα παράθυρα,
ένας Bαρδάρης ανακατεύει τα μαλλιά μου,
κόκκοι καφέ ξεχύνονται από πελώρια τσουβάλια
στο Καπάνι,
κι εκεί κάπου στην Ασία
ένα κοριτσάκι
αφήνει το ρύζι να γλιστρήσει
ανάμεσα στα δάχτυλά του.

Συγκλίσεις ωστόσο του λόγου της Κουτσουμπέλη με το λόγο του Σαχτούρη διακρίνουμε και όσον αφορά την οικονομία του λόγου, την παρουσία των ζώων, αλλά και τα αρχετυπικά σύμβολα.

Ο στίχος της Χλόης Κουτσουμπέλη διακρίνεται από ιδεατή λεκτική λιτότητα και αυστηρότητα. Στην κλειστή ποιητική της μονάδα παρατηρούμε αφαιρετικές και ευσύνοπτες διατυπώσεις. Η συνειρμική παράθεση των εκρηκτικών της εικόνων καταλήγει σε έναν ποιητικό ιστό πυκνοϋφασμένο πάνω στον οποίο συγγραφείς και λογοτεχνικοί ήρωες επικοινωνούν άλλοτε υπόγεια και άλλοτε φανερά, πάντοτε όμως γόνιμα, προς όφελος του ποιήματος. Στη διαχρονική αυτή και υπεριστορική φαντασμαγορία συγγραφέων και λογοτεχνικών ηρώων πρωτοστατεί η ξένη λογοτεχνία, αλλά και η αρχαιοελληνική μυθολογία και τέχνη.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Με λένε Τζέιν. Τζέιν Μποντ.
Από τότε που τυφλώθηκε ο εργοδότης
παίρνω επίδομα ανεργίας
για παραστρατημένες γκουβερνάντες.
Στους άγριους βάλτους του Θόρνφιλντ
αποκαΐδια,
παραμορφωμένες πεταλούδες
στα δέντρα.
Κρατώ ομπρέλα.
Γεννήθηκα το 1846.
Γράφω ακόμα.

Κοινό στοιχείο επίσης της ποίησης της Κουτσουμπέλη και του Μίλτου Σαχτούρη είναι η σκηνική διάρθρωση του λόγου.«Το σημείωμα της οδού Ντεσπερέ» διαθέτει πρόλογο, επίλογο, καθώς και εμβόλιμες μικρές ιστορίες, δίκην ολοκληρωμένου θεατρικού έργου, με τα λογοτεχνικά αναγνώσματα και τις καλλιτεχνικές επιρροές της ποιήτριας να παίζουν βασικό ρόλο στην πλοκή. Η εκφορά του λόγου είναι σκηνική. Η ιδεοπλαστική εικόνα χτίζεται από τις αισθήσεις υπηρετώντας ένα μήνυμα εν παραστάσει.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Και τώρα; τον ρώτησε.
Αυτός καθόταν σε μια καρέκλα σκηνοθέτη
με την πλάτη γυρισμένη στα ερείπια.
Φορούσε μαύρα γυαλιά.
Τώρα, της είπε με βραχνή φωνή,
είσαι απλώς μία συλλογή ποιημάτων που τελειώνει.

Η χρωματουργία – βασική στο έργο του Σαχτούρη – στην ποίηση της Κουτσουμπέλη εμφανίζεται ως μονοκρατορία του μαύρου και του κόκκινου. Όμως τα ζώα κατακλύζουν τους στίχους της, όπως και στον Σαχτούρη. Τα ζώα φασματοποιούν τον πραγματικό κόσμο. Αυτά ελέγχουν τη βαθύτερη σύσταση και αντινομία του. Με υλικά μυθοπλασίας τα ζώα η ποιήτρια εξωτερικεύει την ψυχοσυναισθηματική οδύνη του ποιητικού υποκειμένου.

ΟΙ ΦΗΜΕΣ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΑΓΝΩΣΤΑ ΙΠΤΑΜΕΝΑ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΑ

Κάποιος είπε σε κάποιον
που είπε σε κάποιον άλλο
ότι οι κάργες τρελαίνονται το βράδυ
-γι’ αυτό πρέπει
να τους δένεις τα μάτια
με τυφλό μαντίλι-,
ένα όχι τρέχει πιο αργά
από ένα σαλιγκάρι,
για ν’ αγαπήσεις πεταλούδα
πρέπει πρώτα ν’ αποδεχθείς την κάμπια.
Κάποιος είπε σε κάποιον
και αυτός συναίνεσε με ζέση
πως τα κοάλα είναι υπερτιμημένα
και το καλύτερο κατοικίδιο είναι
η αυτολύπηση,
με την προϋπόθεση
να τη γυρνάς ανάποδα
όταν βήχει.
Κάποιος είπε σε κάποιον
κι αυτός στο φίλο του
πως μια μέρα,
μια στιγμή,
κάποτε μ’ αγάπησες.

Μα ξέρεις τώρα
πόσο μοιάζει η φήμη με τη σκόνη
ή τους υδρογονάνθρακες.
Κάποιος είπε κάποτε σε κάποιον
ότι ο καλύτερος τρόπος
να ψιθυρίσεις
κάτι αυστηρά προσωπικό
είναι να φωνάξεις σε χωνί
στο μέσον της πλατείας
και, κάπως έτσι,
κάποιος, κάπου, κάποτε,
έγραψε τον πρώτο στίχο.

Κοινό χαρακτηριστικό των δύο ποιητών είναι επίσης η χρήση αρχετυπικών στοιχείων. Η εργογραφία του Σαχτούρη συνδέεται με σύμβολα, όπως ο ουρανός, το φεγγάρι, ο κήπος, ο δρόμος. Στην ποίηση της Κουτσουμπέλη διακρίνουμε το σύμβολο του καθρέφτη, (λακανική επίσης επιρροή),το φεγγάρι, τη νύχτα, τον ουρανό, αλλά και συμβολισμούς από τη Βίβλο, τους αρχαιοελληνικούς μύθους ή τους λογοτεχνικούς ήρωες συγγραφέων που την καθόρισαν (για παράδειγμα, η Τζέιν Έιρ, η Αλίκη – η ηρωίδα του Κάρολ Λιούις, η Αντιγόνη του Σοφοκλή, η Άλκηστις, η γυναίκα του Λωτ, ο Ούτις). Οι δανεισμένοι ήρωες λειτουργούν αλληγορικά, επικαιροποιώντας τους μύθους.

ΜΥΡΙΑΜ Η ΘΑΛΑΣΣΙΝΗ – Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΛΟΤ

Όταν ο Άγγελος μήνυσε του Λοτ να φύγουν,
αυτή φόρεσε το ΄να πάνω στ΄ άλλο τα φορέματα,
δεν ήξερε τι να πρωτοσώσει,
άφησε ανοιχτή την πόρτα,
ο μεσημεριανός χυλός άχνιζε στο τραπέζι.
Έναν μπρούτζινο καθρέφτη άρπαξε μόνο,
χάρτη στις ίδιες τις ρυτίδες της.
Όμως οι μηροί, το υπογάστριο, οι αστράγαλοι
όλα γη προγονική.
Από άμμο πλασμένο το κορμί.
Πώς ν΄ αρνηθεί καταγωγή;
Πέταξε τα φορέματα.
Ολόγυμνη στη μέση της ερήμου.
Τ΄ όνομά της ανάβλυσε νερό,
στήλη από δάκρυα,
μόνη, πιο μόνη κι από ξένο,
νοστάλγησε.
Αργότερα οι μελετητές θα διαλέξουν πτώση γενική.
Ή μήπως κτητική.
Γυναίκα του Λοτ.
Νεκρή Θάλασσα οι αναμνήσεις.

Η ποίηση όμως της Χλόης Κουτσουμπέλη συγκλίνει με την ποίηση του Σαχτούρη και όσον αφορά το κλίμα της υπαρξιακής αγωνίας και της διάψευσης. Αναμφίβολα, η ποιητική της ταυτότητα διαμορφώνεται μέσα από το τραύμα και τη ματαίωση. Η αίσθηση της μοναξιάς, του θανάτου και ο συγκρατημένα ελεγειακός τόνος που διαπερνά το ποιητικό της έργο αποτελεί έναυσμα προς τον αναγνώστη για συνεχή και ανατροφοδοτούμενο στοχασμό όσον αφορά τη φθορά, την ποίηση, τον έρωτα, την ακατάβλητη βεβαιότητα του θανάτου.

Ωστόσο η απέκδυση του ποιητικού υποκειμένου στο «Σημείωμα της οδού Ντεσπερέ» δεν είναι θλιβερή. Μια τάση αποστασιοποίησης και ελάφρυνσης, μια τάση αποδόμησης της φθοράς κυριαρχεί. Με θεματική την απώλεια τραγουδά στο τελευταίο της έργο μια ελεγεία ελαφρά ειρωνική και αυτοσαρκαστική.

ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΥΨΙΛΟΝ

Το σώμα της είχε πολλά μάτια
ένα μισόκλειστο κάτω απ΄ τη μασχάλη
και δυο ορθάνοικτα χωρίς βλεφαρίδες στις πατούσες-
κι ελάχιστα χείλη,
που σημαίνει ότι κατασκόπευε συνέχεια
και φιλούσε με το σταγονόμετρο.
Παρ΄ όλα αυτά, θα ήταν φυσιολογικό,
αν δεν είχε μνήμη προβοσκίδα.
[Ως γνωστόν κάθε σώμα έχει μνήμη.]
Το δικό της θυμόταν το ανέγγιχτο.
Τις ημερομηνίες θανάτου, ενώ ξεχνούσε τα γενέθλια.
Τους φίλους που έχασε,
και όχι τους εραστές που κέρδισε.
Αναμφίβολα είχε ύπουλο σώμα.
Κρυβόταν τις νύχτες
κάτω από τα χρυσάνθεμα,
κυνηγούσε βατράχους με κορώνα στη λιμνούλα,
γρύλιζε μες στα νούφαρα.
Το κλείδωνε συνέχεια στην ντουλάπα
τόσο που ξεθώριασε απελπιστικά.
Στο τέλος το φορούσε μόνο τις Κυριακές.
Μια μέρα το είδε να γεμίζει στόματα.
Έτρωγαν με βουλιμία τον χρόνο.
Ασύμφορο, γιατί θα τον κατάπιναν ολόκληρο.
Όταν έγινε πενήντα εφτά το αντάλλαξε.
Μ΄ ένα ζευγάρι κόκκινες γαλότσες.
Για να γράφει ζεστά ποιήματα.

Η Χλόη Κουτσουμπέλη αγαπά τον Κάφκα και τον Σαγκάλ, όπως και ο Σαχτούρης, πλάθει τον ίδιο εσωστρεφή και ελλειπτικό κόσμο με τον Σαχτούρη και ρέπει, όπως και εκείνος, προς τα αρχετυπικά σύμβολα της ουσίας της ψυχής και του πολιτισμού.

Όταν κάποτε ρώτησαν το Μίλτο Σαχτούρη «τι είναι ένα ποίημα», εκείνος απάντησε πως «το ποίημα είναι ένα όνειρο κακό που όμως ντύθηκε τα καλά του».

Σε συνέντευξή της η Χλόη Κουτσουμπέλη είπε πως η ποίηση, «είναι μία απόδραση από τα περιοριστικά καθημερινά δεσμά της ανθρώπινης ύπαρξης». «Η ποίηση είναι μία επαναστατική διαδικασία. Σπάει τον φλοιό, την τάξη, την ευνομία των πραγμάτων και επανασυστήνει τον κόσμο και εμάς τους ίδιους».
.

ΧΡΥΣΑΝΘΗ ΙΑΚΩΒΟΥ

VAKXIKON.GR Τ.45 Φεβρουάριος 2019

Η ποιητική συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη “Το σημείωμα της Οδού Ντεσπερέ” (Εκδόσεις ΠΟΛΙΣ, Οκτώβριος 2018) είναι ένας ατελείωτος μαγευτικός κόσμος, γεμάτος σουρεαλιστικές εικόνες, λογοτεχνικούς ήρωες και συγγραφείς, που στέκονται σαν βιτρίνα μπροστά από το συναίσθημα της απώλειας και της εγκατάλειψης για το οποίο προσπαθεί να μιλήσει η ποιήτρια.

Η Χλόη Κουτσουμπέλη είναι ιδιαίτερα τολμηρή στη γραφή της, καθώς βουτάει στον κόσμο του υπερβατικού και του φανταστικού και δίνει φωνή σε δεκάδες λογοτεχνικά και μη πρόσωπα με έναν ευφάνταστο τρόπο. Από τους στίχους της παρελαύνουν συγγραφείς, βιβλικά και μυθολογικά πρόσωπα, ήρωες μυθιστορημάτων, που καταθέτουν την ιστορία τους, όπως αυτή διασταυρώνεται με την αλήθεια της ποιήτριας.

Η ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΓΕΡΝΑ

Ι
Κάθε μέρα η Αντιγόνη ποτίζει λάχανα
μήπως κι από μέσα ξεπηδήσουν
τα έμβρυα που δεν κυοφόρησε ποτέ.
Το αποκαλεί γραφή.
Στήνει παγίδες σε ασβούς
που μένουν πάντα άδειες.
Το ονομάζει μνήμη.
Τα πρωινά τρώει αυγά χήνας
και περιμένει το εκτελεστικό απόσπασμα
χωρίς να γνωρίζει ότι ο Κρέων
πεθαίνει από άνοια σε γηροκομείο.
Το χαρακτηρίζει υγιεινή διατροφή.
Τις νύχτες θάβει κτερίσματα στο χώμα,
που δεν θυμάται πια σε ποιον ανήκουν.
Το λέει ενοχή.

Οι ήρωες της ποιητικής συλλογής -που ζωντανεύουν τόσο έντονα, με τρόπο σχεδόν κινηματογραφικό- λειτουργούν ως σύμβολα για να μπορέσει η Χλόη Κουτσουμπέλη να πραγματευτεί τα ζητήματα της εγκατάλειψης, της έλλειψης, του πένθους, της ματαίωσης, του θανάτου. Μεγάλο ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι επιλέγει μια σουρεαλιστική και χιουμοριστική πολλές φορές γραφή για να αποκαλύψει, σε δεύτερο επίπεδο, έναν κόσμο κατακερματισμένο, στιγματισμένο από την διάψευση και την απώλεια.

Ο ΚΥΡΙΟΣ ΧΟΘΟΡΝ ΠΑΡΑΒΙΑΖΕΙ ΤΗΝ ΕΝΑΕΡΙΑ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ

Ο κύριος Χόθορν
μια μέρα που έψαλλε στην εκκλησία,
άρχισε ξαφνικά να αιωρείται
και πέταξε απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο.
Μπαμπά, μη φεύγεις!
φώναξε η μικρή Γουέντυ,
αυτός όμως μετεωριζόταν
ψάρι με πτερύγια στο ποτάμι.
Μικρή Γουέντυ, φάε την μπουκιά,
αλλιώς θα’ σαι τόσο ελαφριά,
μια μέρα θ’ αγοράσεις μπαλόνι
θα σε παρασύρει μακριά
απ’ αυτούς π’ αγαπάς.
Μπαμπά, γιατί δεν μου μιλάς;
Ο κύριος Χόθορν λικνιζόταν επικίνδυνα
και συγκρουόταν με πουλιά.
Υπάρχει ζωή μετά θάνατο;
ρώτησε η κυρία Στίβενς τον Τροχονόμο.
Υπάρχει σίγουρα μεγάλη κίνηση
στην εναέρια κυκλοφορία,
απάντησε αυτός
κι έβγαλε το κεφάλι με το κράνος του.
Στο μεταξύ η μικρή Γουέντυ
έτρωγε, έτρωγε ασταμάτητα.
Για να μην μπορεί
να την παρασύρει κάποιο μπαλόνι.
Μακριά απ’ αυτούς που αγαπάει.

Η ποιητική συλλογή αποτελεί παράλληλα και έναν διάλογο με την ίδια την ποίηση, καθώς η Χλόη Κουτσουμπέλη αρέσκεται στο να παρουσιάζει μέσω των ποιημάτων της τους τρόπους με τους οποίους έρχεται η έμπνευση, να εξετάζει την έννοια της ίδιας της γραφής και να κλείνει τελικά τη συλλογή με τους στίχους “Τώρα, της είπε με βραχνή φωνή, /
είσαι απλώς μία συλλογή ποιημάτων που τελειώνει”.

Στο “Σημείωμα της Οδού Ντεσπερέ” η Χλόη Κουτσουμπέλη μοιάζει να προσπαθεί να χτίσει έναν ολόκληρο κόσμο, με την επίγνωση πως είναι εύθραυστος και διαλυμένος εξαρχής, και βρίσκεται σε μια συνεχή αλληλεπίδραση με τους ήρωες της, καθώς άλλοτε φαίνεται σαν να προσπαθεί να κρυφτεί πίσω από αυτούς και άλλοτε σαν να μιλάει μέσω αυτών. Το σίγουρο είναι ότι καθ’ όλη τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας δε φοβάται ούτε στιγμή.

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΑΔΕΛΦΕΣ ΜΕΝΤΟΟΥΖ

Κοιτάμε και οι τρεις μας τον φακό.
Ο ανεμοστρόβιλος αργεί.
Τα κόκκινα γοβάκια γυαλισμένα.
Η μαμά με μία ρόμπα
και σταγόνες ιδρώτα
στο πανωχείλι της,
έφυγε μ’ έναν πλασιέ,
μια ζεστή μέρα του καλοκαιριού
που αναστέναζαν βαριά τα στάχυα.
Δεν αγόρασε ποτέ ηλεκτρική σκούπα
γι’ αυτό σφουγγαρίζουμε το πάτωμα.
Σε λίγο το σκοτάδι θα πέσει,
τα ρακούν θα μας περικυκλώσουν,
τα σκυλιά θ’ αρχίσουν να αλυχτούν,
μαύρη σκιά θα βάψει
τα σφραγισμένα βλέφαρα της νύχτας.
Κάπου κοντά στο βενζινάδικο
ένα ξανθό αγόρι χωρίς μάτια
σ’ ένα φτηνό μοτέλ.
θα γυαλίζει ένα πιστόλι.
Αύριο το πρωί ο δρόμος θα τον φέρει
απ’ το σπίτι μας.
Θα ζητήσει ένα ποτήρι γάλα.
Λευκό στεφάνι γύρω από το στόμα.
Θα μας κοιτάξει παράξενα.
Θα μας φωτογραφίσει.
Από τη φωτογραφία θα λείπουμε κι οι τρεις
-αφού δεν θα μεγαλώσουμε ποτέ.

.

ΠΑΥΛΙΝΑ ΠΑΜΠΟΥΔΗ

PERIOU.GR 19/1/2019

Καλησπέρα. Επιτρέψτε μου να αρχίσω κάπως ανορθόδοξα. Πριν σας παρουσιάσω την Χλόη και το Σημείωμα της οδού Ντεσπερέ, θα ήθελα να σας διαβάσω ένα από τα ποιήματα της συλλογής. Κι αυτό, γιατί – το δηλώνω – δεν έχω συναντήσει πιο επιτυχή περιγραφή, πιο ακριβή ορισμό του ποιητή, της ποιητικής διεργασίας – και του καρπού της:

Ακούστε το «Μάθημα Ζωολογίας»:

Ο ορνιθόρυγχος, αυτό το εξελικτικό ατύχημα. / Μυθιστόρημα με πλατυποδία / που κατεβαίνει σκάλες που ανεβαίνουν / με τα στενά λουστρίνια / μιας πλοκής που δεν προχώρησε ποτέ. / Ένα ποίημα / που απερίσκεπτα γεννά αυγά / με σταχτιά χηνόπουλα / χωρίς την ελπίδα κύκνου που θα γίνει. / Αδέξιο δοκίμιο / που θηλάζει τα μικρά του / άλλο με ράμφος πάπιας / άλλο με σώμα κάστορα / έχιδνας ή σκαντζόχοιρου / που θα ενωθούν σε ένα τελικά / με ευδιάκριτες όμως τις ραφές / στη γούνα κάτω από τις τρίχες. / Θα σας το τοποθετήσω αλλιώς :/ οι νηκτικές μεμβράνες ανάμεσα στα δάχτυλα / δεν τον βοηθούνε καθόλου να πετάει. /

Γι αυτό, αν κάποιο βράδυ/ εμπρός στη συνηθισμένη άβυσσο πολτού / από κομμένα δέντρα / συναντήσετε τον ορνιθόρυγχο / αγκαλιάστε τον, όσο πιο στοργικά μπορείτε. / Όπως θα διαβεβαίωνε ο Δαρβίνος / εκατοντάδες ορνιθόρυγχοι πρέπει να παρεμβληθούν / πριν η ιδέα επιτέλους γίνει πράξη.

Πρόκειται για μια ασύλληπτη σύλληψη… Η Χλόη απευθύνεται σε όλους εμάς τους εκτροφείς ορνιθόρυγχων – έχει συνειδητοποιήσει πλήρως τι συμβαίνει και το περιγράφει με ενάργεια.

Κι αυτό γιατί κι εκείνη είναι ένα παράδοξο της φύσης, μια δημιουργός: μισή σάρκινη, μισή χάρτινη. Ευάλωτη και ευαίσθητη αλλά και μαχητική, πεισματάρα και αδάμαστη. Βρίσκεται με το κεφάλι στα σύννεφα αλλά και πατάει γερά στην γη. Είναι ένα υβρίδιο βικτωριανής παραστρατημένης κόρης, με γονίδια πασιονάριας. Και, φυσικά, αρχαία ψυχή.

Γεννήθηκα το 1846, λέει, /Γράφω ακόμα.

Ορίστε, άρχισα επιτέλους την παρουσίαση της!

Λοιπόν, την Χλόη Κουτσουμπέλη την είχα καταλάβει από τότε που διάβασα το (πρώτο για μένα, πέμπτο για εκείνη) βιβλίο της, το Η αλεπού και ο κόκκινος χορός.

Και είχα πει τότε, Ναι, είναι μια Αλεπού. Όμορφη, άγρια, πανέξυπνη: ελίσσεται με γρηγοράδα στο σκοτεινό δάσος της Ποίησης, φωτίζοντάς το τόπους-τόπους με τον κόκκινο χορό της, ξεφεύγει από τις παγίδες, καταφέρνει να βρει τροφή σε πιθανά και απίθανα συμβάντα και μη συμβάντα.

Λοιπόν, αυτή η αλεπού είχε σπουδάσει νομικά. Κάτι που την έκανε να στρεψοδικεί με ευκολία, να υπερασπίζεται τα αθώα και τους έρωτες, να αντικρούει αλλότρια επιχειρήματα, να μεταστρέφει την ετυμηγορία των ενόρκων ενοχών της.

Γιατί, ως ποιήτρια, είναι συνέχεια υπόδικος, διάδικος και δικαστής ταυτόχρονα, σε μια ισόβια δίκη με κατηγορούμενο τον άλλο της εαυτό που τον έχει υπό επιτήρηση.

Αν υπήρξε έγκλημα, λέει, / δεν είμαι εγώ αυτός που θα αποφανθεί / Υπήρξε όμως συγκάλυψη, λέει, /σαν να μην έγινε. / Σαν να μην –

Και φυσικά, μιλάει για την Ποίηση…

Η Ποίηση όμως δεν συγκαλύπτει, απλώς καλύπτει με ένα θαυματουργό ιαματικό υμένιο τα τραύματα του βίου.

Επίσης, αυτή η αλεπού είχε και μια μακρά θητεία στον τραπεζικό τομέα. Εκεί, πιθανόν έμαθε να αποταμιεύει αισθήματα και να επενδύει με ρίσκο τα κεφάλαιά τους σε σταθερές αξίες – τις ιδιωτικές, τις δημόσιες αλλά και τις ενδοκειμενικές της σχέσεις:

Τώρα, στην πλοκή της χάρτινης ζωής της παίζει ρόλους κόρης, αδελφής, ορφανού, ερωμένης, συζύγου, μητέρας (πολλές φορές όλους μαζί, αξεδιάλυτα).

Παίζει κι εδώ, στο τελευταίο της βιβλίο, στο Σημείωμα της οδού Ντεσπερέ, κι όπως το συνηθίζει φορά συχνά συγγενείς της περσόνες: μπορεί να είναι ταυτόχρονα η γυναίκα του Λωτ, η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων, η λαίδη Λάζαρος της Πλαθ, η Μίλενα, η Βαλεντίνα, η Αδελαίδα, η Εριφύλη, η Περσεφόνη, η μικρή Γουέντυ, η κ. Στήβενς, οι τρεις δεσποινίδες Μέντοουζ, η κ. Γουότερμπριτζ, η γυναίκα ύψιλον, η Άλκηστις, η Πηνελόπη, η Αντιγόνη (όλες, ύλη αραιή από αέρα και φωτιά). Όλες διαφορετικές εκδοχές του πένθους ή της διεκδίκησης.

Αυτό το κάνει απολύτως νόμιμα – γιατί ο μαύρος μίτος της γραφής οφείλει να περνά μέσα από τα κενά όλων των θηλυκών κηδεμονικών της φαντασμάτων, κομπάρσων ή πρωταγωνιστριών, στις παράλληλες ζωές της.

Ναι, η Χλόη, έχοντας και την αγάπη του θεάτρου, σκηνοθετεί πολλές παράλληλες και επάλληλες ζωές, που τα κενά της μιας ακυρώνουν τα κενά της άλλης.

Οι άξονες στο στήσιμο των σκηνών τους, όλοι λοξοί και έκκεντροι, είναι η απώλεια, το πένθος, η αγάπη, η προδοσία –

Στα διαλείμματα αυτών των οιονεί παραστάσεων, η Χλόη κυκλοφορεί αμερόληπτη σε ασύμβατους χρόνους ταξιδεύει ως λαθρεπιβάτης, κάνει πλαστοπροσωπίες, μπαινοβγαίνει σε σελίδες ξένες, σε ένδοξους οίκους, σε ανύπαρκτα δωμάτια, αναστατώνει την κουζίνα, βρίσκεται ταυτόχρονα και στο εδώ και στο αλλού.

Και, βεβαίως, συνομιλεί ισότιμα με συγγραφείς και με ήρωες.

Τους κάνει δικούς της, χτίζει ολόγυρα τα ποιήματα της, και τους κατοικεί. Για όσο τους χρειάζεται χρησιμοποιεί με άνεση σύμβολα και συμβολισμούς ως καθημερινά σκεύη, εργαλεία και όπλα. Η ποίηση της διαποτίζεται από έναν σουρεαλισμό, ήμερο, κατοικίδιο, κολυμπά μέσα του νωχελικά, σαν σε αμνιακό υγρό.

Εκ παραλλήλου, καθώς γράφει η Χλόη, χαρτογραφεί μια έρημο πυκνοκατοικημένη (από τους ανθρώπους της, ζωντανούς και νεκρούς), έρημο που εκτείνεται από τα γήινα πόδια της ως τους φανταστικούς Αντίποδες, καλύπτοντας γνώριμους αλλά και μυθικούς, ονειρικούς ή μυθιστορηματικούς τόπους. Και δεν σταματά να την εξερευνά. Στις νοερές διαδρομές της σαρώνει τα πάντα.

Η γη επίπεδη, η Άνοιξη σφαιρική, λέει. Ο χρόνος λαγός, Νεκρή θάλασσα οι αναμνήσεις. Το φεγγάρι είναι από τυρί, αλλοιώνεται εύκολα. Τα πιατάκια του γλυκού χαμογελάνε ραγισμένα. Τέλος, τα λουλούδια μπλα μπλα – λέει. Δηλαδή παντού, η ελαφρότητα των λέξεων αποφορτίζει τα νοήματα από το βάρος τους και τα κάνει προσιτά, όπως τα λουλούδια την χαράδρα.

Ανάμεσα σε όλα αυτά τα παρακείμενα καλπάζει μια μνήμη που ασθμαίνει σ’ όλο τον κόσμο αναζητώντας μιαν αλήθεια – την αλήθεια για την προδοσία, που «σπάνια έχει αντικείμενο και σχεδόν ποτέ της υποκείμενο». Προδοσία από τη ζωή ή από εραστή; Το ίδιο μετράνε.

Οι τρεις εραστές που αναφέρει στο βιβλίο ήταν ο Ιούλιος Βερν, ο Λιούις Κάρολλ και ο Φραντς Κάφκα. Αυτοί την γονιμοποίησαν

Από τότε γράφτηκαν πολλά ποιήματα, λέει.

Η Χλόη είναι εύκρατη και γόνιμη. Τα ποιήματά της είναι γεμάτα σποράκια με φύτρο, τα σπέρνει με χάρη, λίγο απρόσεχτα: κάποια θα κατορθώσουν αυτό που ποθούν. Λαχταρούν τα μισά να πεθάνουν, να γίνουν κόκκοι αλατιού, τ’ άλλα μισά να πολλαπλασιαστούν ανεξέλεγκτα και να κατακυριεύσουν τη λογική της. Δεν θέλει να μεγαλώσει , την πονά πάντως συχνά το ράγισμα ανάμεσα στα δυο ημισφαίρια του κρανίου, δεν μπορεί να τα συναρμολογήσει εύκολα, αγωνίζεται, αυξομειώνει το μέγεθός της. Ο κόσμος είναι ένα φαρμακωμένο γλυκό, φάε με, πιες με, την προκαλεί συνέχεια. Εκείνη όμως, που βλέπει κι από την άλλη μεριά του γυαλιού την πραγματικότητα να διαθλάται σε μια σειρά παραμορφωτικών καθρεφτών, ξέρει πως πρέπει να σπάσει για να βγει.

Χαρακτηριστικό όλων των βιβλίων της Χλόης και ιδιαίτερα αυτού του τελευταίου, είναι η τεχνική της για την πρόσληψη και οικείωση του παράδοξου και του αλλόκοτου: άρρυθμες αλλά τακτικές ορθολογικές, στέρεες παρεμβολές, ως συνεκτική ύλη των φλούο, ρευστών εικόνων της.

Το σημείωμα της οδού Ντεσπερέ (σημείωμα αυτοχειρίας; Σημείωμα εγκατάλειψης;), το σε χαρτί ήδη κιτρινισμένο, πού το απευθύνει; Σε έναν αγαπημένο; Σε ένα ξένο; Σε έναν αγαπημένο και σε έναν ξένο. Σε έναν αγαπημένο ξένο. Στον αναγνώστη.

Τι μήνυμα μεταφέρει; Γιατί απολογείται; Τι εξηγεί;

Απλώς, το ανεξήγητο. Επειδή δεν είναι σημείωμα, είναι ποίημα…

Και το υπονομεύει η ίδια γράφοντας:

Ποτέ μην εμπιστεύεσαι αυτούς που αφήνουν ποιήματα, εννιά φορές στις δέκα τα επινοούν. (Εντάξει, παραφράζω λίγο τον στίχο της.)

Κλείνοντας, δηλώνω πως η Χλόη Κουτσουμπέλη είναι ολόκληρη μια συλλογή ποιημάτων που συνεχίζει να γράφεται…

(ομιλία στο «Επί λέξει», 16/1/19)

.

ΣΩΤΗΡΗΣ ΠΑΣΤΑΚΑΣ

FREAR.GR 3/12/2018

Η Χλόη Κουτσουμπέλη στην οδό Διδασκαλίας

Με τη Χλόη Κουτσουμπέλη φέρουμε εις πέρας κάθε καλοκαίρι, τα τρία τελευταία χρόνια, το Εργαστήρι Βιωματικής Γραφής στο Πήλιο. Η γνωριμία μας ωστόσο χρονολογείται μια δεκαετία πίσω, μοιραστήκαμε πολλά μυστικά, περισσότερα ποιήματα, κι απ’ το 2016 μας ενώνει και η πίστη πως η ποίηση, η γραφή στηρίζεται πάνω στο βίωμα. Στην κοινή θεωρητική μας άποψη, οφείλεται ως ένα βαθμό και η μαγεία που περιβάλει όλους όσους συμμετέχουν στο θερινό μας Εργαστήρι. Είναι κάτι μαγικό που κανένας από τους συμμετέχοντες δεν μπορεί να μεταδώσει στους «τρίτους», παρότι δεν υπάρχει κάποια απαγορευτική δέσμευση εκ μέρους μας, χάρη στη δύναμη του βιώματος. Όταν το βίωμα είναι αληθινό μεταβάλλεται σε μαγεία.

Η μαγεία της γραφής. Η μαγεία που αποπνέει η τελευταία ποιητική συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη. Σε σχέση με τα προηγούμενα βιβλία της, και μετά την κορύφωση του δραματικού βιώματος στους Ομοτράπεζους της άλλης γης του 2016, η νέα της συλλογή φαίνεται να βάζει σε κίνηση και να αποθησαυρίζει με τον καλύτερο τρόπο, ακριβώς τα μαθήματα στο Πήλιο: το παιγνίδι, τη διακειμενικότητα, την αντικειμενότροπη στοίχιση των εννοιών, την έκπληξη και την ανατροπή. Είναι πολύ νωρίς ακόμη να διαπιστώσουμε σε όλη της την έκταση, την επιρροή που δεχτήκαμε εμείς ως δάσκαλοι από τους μαθητές μας, πως διαχειριστήκαμε τα συναισθήματα που τα παιδιά μας προκαλούσαν. Μην ξεχνάμε πως για μια υγιή ψυχοθεραπευτική σχέση δεν χρειάζεται μόνο την μεταβίβαση (τα αισθήματα που αισθάνεται ο θεραπευόμενος προς τον θεραπευτή), αλλά και την αντι-μεταβίβαση (όλα όσα αισθάνεται ο θεραπευτής ως προς αυτόν που θέλει να θεραπεύσει).

«H ποίηση δεν μπορεί παρά να είναι βιωματική (επομένως και εν πολλοίς αυτοβιογραφική)», γράφει ο Μιχάλης Πιερής. « Όχι μόνο το κάθε ποίημα ως σύνολο, αλλά και κάθε μεμονωμένη ποιητική φράση ή και κάθε λέξη μέσα στο ποίημα, οφείλει να προϋποθέτει μιαν ισχυρή συγκίνηση (διαφορετικά θα είναι, ως υλικό στοιχείο του κειμένου, ανενεργή). Συγκίνηση σωματική, εμπειρική, αναγνωστική, διανοητική, αισθησιακή, πνευματική, ατομική, συλλογική. Είναι αυτονόητο, βέβαια, ότι όλα αυτά τα βιώματα δεν μπορούν να μεταφέρονται αυτούσια και μηχανικά στο έργο τέχνης…Εννοώ, ότι το ποίημα πρέπει να έχει, ως κείμενο, την αυτάρκειά του, όσο καταλυτικό και αν ήταν το βίωμα που το προκάλεσε. Όσο έντονα βιωματικός και αν είναι ένας ποιητής, αν είναι συνειδητός τεχνίτης του λόγου, τότε θεωρεί απαραίτητη συνθήκη την κατοχύρωση της κειμενικής αυτονομίας των ποιημάτων του». Θα ήταν λοιπόν, πολύ σημαντικό για μας μια εργασία που θα έψαχνε τις επιρροές των μαθητών στο προσωπικό μας έργο, τους κραδασμούς και τα ψήγματα μιας αέναης ανατροφοδότησης (feed back). Μέχρι εκείνη την ώρα ας επιλέξουμε ένα ποίημα από το Σημείωμα της Οδού Ντεσπερέ, που υποστηρίζει απόλυτα, τα θεωρητικά στοιχεία που αναπτύξαμε. Το βράδυ γιορτάζαμε την αποφοίτηση, το πρωί μας έφτασε η δυσάρεστη είδηση για το θάνατο της Γιώτας Αργυροπούλου:

Εκ των υστέρων σκέφτομαι
το τελευταίο βράδυ στην ταράτσα
που μια παρέα αγγέλων
πλαταγίζαμε δαιμονικά φτερά
και ξεπλέναμε τις πληγές με ουίσκι
τα ντραμς των αστεριών
ηχούσαν ασταμάτητα
και γυμνό σαλιγκάρι
άφηνε κλωστές στον ουρανό,
ενώ την ίδια ώρα σ’ άλλη πόλη
σε κρεβάτι νοσοκομείου
μια ποιήτρια ετοίμαζε την τελευταία της πτήση.
Και θυμήθηκα πως ξαφνικά
το ποτήρι έσπασε μισοφέγγαρο
χωρίς να χυθεί το αλκοόλ.
Και νιώσαμε όλοι την γεύση του αίματος στα χείλη.
Και κάποιος είπε
έναν μόνο στίχο να προλάβουμε ν’ αρθρώσουμε
πριν μας καταπιεί σκοτάδι.
Και σιδερώσαμε κολλαριστή όλοι μαζί την νύχτα.
Έτσι φίλοι μου γράφονται τα ποιήματα
τις σκοτεινές νύχτες του καλοκαιριού στο Πήλιο.

.

Ο ΒΟΗΘΟΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΛΑΙΝ

ΠΟΛΥ ΧΑΤΖΗΜΑΝΩΛΑΚΗ

“Η Αυγή”, 11.7.2017

Στέφαν όπως Τσβάιχ, η Μαγική Πολυκατοικία στον Αρχαίο Κόσμο της Χλόης Κουτσουμπέλη

Γίνεται λόγος πολλές φορές για τον αρχικό «πόνο» ή το «τραύμα» στη λογοτεχνία, αυτό που δίνει το ερέθισμα στον λογοτέχνη να αναπτύξει γύρω του, όπως η μαλακή πληγωμένη σάρκα του στρειδιού αντιδρά σε έναν παρείσακτο κόκκο άμμου, για παράδειγμα, και δημιουργεί το πολύτιμο μαργαριτάρι. Με τον ίδιο τρόπο θα μπορούσαμε να φανταστούμε κάποτε και την καλλιτεχνική δημιουργία, ως αντίδραση στο τραύμα: ο πάσχων λογοτέχνης επιστρατεύει αποθέματα, ψυχικές και πνευματικές εφεδρείες για να μπορέσει να πετύχει για τον ίδιο ίσως την επούλωση και την αυτογνωσία, με αποτέλεσμα το έργο του, τη δημιουργία του.
Η δικαίωση ωστόσο αυτής της διαδικασίας πάντα διακυβεύεται. Δεν δικαιώνεται ο λογοτέχνης όταν έχει θεραπευτεί ο ίδιος, παρά μόνο όταν έχει δώσει ένα άξιο λογοτεχνικό έργο. Η δικαίωση δηλαδή συμβαίνει, αν συμβαίνει αλλού, και όχι στο επίπεδο της θεραπείας του τραύματος, όσο τραγικό και επώδυνο να είναι αυτό. Να θυμίσουμε περιπτώσεις όπως το τραύμα του πολέμου στην «Κυρία Νταλογουέη» της Βιρτζίνια Γουλφ, ή το Ολοκαύτωμα και την εξορία στον «Άουστερλιτς» του Ζέμπαλντ. Η δικαίωση συμβαίνει με λογοτεχνικά και αναγνωστικά κριτήρια και όχι με αυτά της θεραπείας.
Θεωρώ απαραίτητη αυτή την εισαγωγή για το πρόσφατο μυθιστόρημα της Χλόης Κουτσουμπέλη «Ο βοηθός του κυρίου Κλάιν». Η συγγραφέας έχει ξαναασχοληθεί με την πεζογραφία – μυθιστόρημα και θεατρικό έργο. Είναι γνωστή όμως για την ποιητική της παρουσία -οκτώ ποιητικές συλλογές- όπου μεταφέρει την εμπειρία της από τα ταξίδια στο Αλλού.
Είχα την ευκαιρία στο παρελθόν να αναφερθώ στους «Χάρτες του Αλλού στην ποίηση της Χλόης Κουτσουμπέλη» στην παρουσίαση της ποιητικής της συλλογής «Στον Αρχαίο Κόσμο βραδιάζει νωρίς» (το κείμενο αναρτημένο στις Πινακίδες από κερί, το ιστολόγιό μου), χαρτογραφώντας και ορίζοντας ανθρωπολογικές παραμέτρους ενός κόσμου όπου πηγαινοέρχεται η ποιήτρια. Ένας κόσμος αλλιώς, σαν τους πίνακες του Νταλί, σαν την ταινία «Μάτριξ». Αργότερα, με αφορμή τη συλλογή «Κλινικά απών», μίλησα για την Οδύσσεια του πένθους, τη συγκρότηση της θεραπείας της ποιήτριας. Στην ίδια κατεύθυνση ένιωσα πως θα μιλούσα και για την επόμενη συλλογή, «Οι ομοτράπεζοι της άλλης Γης» -αφιερωμένο σε τρεις προσφιλείς νεκρούς της, όπου ποιητικά είχαν μετοικήσει στον Αρχαίο Κόσμο της- αυτή ήταν η Άλλη Γη, με τους άλλους ρυθμούς του χρόνου, τα αλλόκοτα ποτάμια και τις άγριες μορφές του πένθους, προσωποποιημένο ως τέρας.
Ένας τέτοιος πόνος όμως, εξευγενισμένος ή άγριος, εξημερώνεται αλλά δεν εξαντλείται και έπρεπε να το υποψιαστώ αρχίζοντας την ανάγνωση του μυθιστορήματος «Ο βοηθός του κυρίου Κλάιν». Μια ιστορία δομημένη στο στυλ ταινίας τους Γουές Άντερσον, όπως το «Grand Budapest Hotel» ή η «Οικογένεια Τένεμπάουμ», με χαρακτήρες σε χωριστά κουτιά, ορατά και χαρτογραφημένα σε τρεις διαστάσεις. Η ιστορία εκτυλίσσεται σε μια πολυκατοικία όπου ο παράξενος βοηθός του κυρίου Κλάιν, όπως ο θυρωρός στο Γκραν Μπούνταπεστ, που βασίζεται σε μια νουβέλα του Στέφαν Τσβάιχ, εξυπηρετεί και σχετίζεται συναισθηματικά με τους ενοίκους. Στέφαν και το όνομα του ήρωα – πνευματική οφειλή στον Τσβάιχ, υποθέτω. Όλα τα ονόματα παραπέμπουν κάπου: στο πένθος – Οικογένεια Μουρν, στη θεραπεία – κύριος και κυρία Χιλ και δεν λείπει η αναφορά διά του συμβολικού ονόματος στο σύμπλεγμα το μυθικό, κύριος και κυρία Ίντιπους. Ο Μπίλλυ που λείπει – τρυφερή αναφορά στον «Βασίλη μας», τον αδελφό της που στη μνήμη του είναι αφιερωμένο το βιβλίο.
Ένα μυθιστόρημα καλογραμμένο, συναρπαστικό, χωρίς αντιφάσεις, ένα μυθιστόρημα που ο πόνος έχει εξαφανιστεί στη δομή, τόσο σοφά μελετημένο, «άτρωτο από οποιασδήποτε κλίμακας σεισμικές δονήσεις του λογικού και των αιτημάτων του ρεαλισμού» όπως σημειώνει εύστοχα για τη λογοτεχνική συνθήκη του μυθιστορήματος ο Αχιλλέας Κυριακίδης. Ο ρεαλισμός παρών σε έναν κόσμο μαγικό, με το περιθώριο, τους μετανάστες, τους άστεγους, την ανεργία, τη δυστυχία, την έλλειψη επικοινωνίας του. Διαβάζεται απνευστί. Επιμένω στις λεπτομέρειες της δομής και της αφήγησης γιατί όσον αφορά την ευαισθησία και το βάθος της γραφής, η Χλόη Κουτσουμπέλη δεν εγκαταλείπει ούτε λεπτό την ποίηση και τα στοιχειά του κόσμου του Αλλού όταν γράφει.

Κάτι να χάσκει
κάτι να λείπει
κάτι να διαβρώνει την τελειότητα.

Η χώρα της ποίησης είναι μια άλλη χώρα. Ο ποιητής ένα αμφίβιο που ζει και στους δύο κόσμους. Ο κόσμος της τέχνης είναι κόσμος σκιών, δεν δίνει απαντήσεις. Σ’ αυτόν πηγαίνουν οι προορισμένοι, όσοι σφραγίστηκαν μικροί με κείνο το μισό πέταλο στον ώμο που σημαίνει πως τίποτε ποτέ δεν θα ’ναι ολόκληρο. Εκτός από ένα μελανοδοχείο που αδειάζει.
Στο ποίημα ΤΟ ΚΕΝΟ υπάρχει η εξής ενδεικτική περιγραφή:

Τυλίγεις το ανδρικό κορμί
Σε μία κόλλα από χαρτί
Αφού το φιμώσεις με μελάνι
Κοιμάσαι μαζί του μία δύο τρεις φορές
σε ένα φτηνό ξενοδοχείο
το κρεβάτι τρίζει αφόρητα
η βρύση στάζει
η μούχλα τρώει τους τοίχους.
Κι εκεί γύρω στις πέντε το πρωί
Μες στο αμνιακό υγρό της ποίησης
Όλα θα ζωντανέψουν ξαφνικά
….
Τότε και μόνο τότε, καταλήγει το ποίημα,
Μπορείς να γράψεις για το τίποτα.
Το τέλος του ποιήματος, δεν ξέρω γιατί, μου φέρνει στο νου μια φράση από το ποίημα ΕΚΛΕΚΤΙΚΕΣ ΣΥΓΓΕΝΕΙΕΣ, Κρύβω άσσους σε μανίκι δίχως χέρι.
Ο κόσμος της ποιητικής συλλογής ΚΛΙΝΙΚΑ ΑΠΩΝ είναι θλιμμένος, μοιάζει αδιέξοδος. Υπάρχουν όμως και σημεία φυγής. Στο ποίημα ΧΩΡΙΖΟΥΝ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΟΤΕ φαίνεται ξεκάθαρα ότι η ελπίδα βρίσκεται πάλι στην αγάπη, γιατί συνέχεια χ«ο χωρισμός είναι απόφαση, η αγάπη χωρίς διακοπή». Και στο ποίημα Η ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΗΣ ΒΕΒΑΙΗΣ ΗΤΤΑΣ, και κλείνω με αυτό το απόσπασμα, διαβάζουμε:

Κι όμως υπήρξαν άνθρωποι μέσα στους αιώνες
Παράλογα και ανόητα γενναίοι
Που αψήφησαν την βέβαιη ήττα
Άγγιξαν ξένο κορμί, δικό τους
Άλλη ψυχή, οικεία
Και με ένα φιλί
Σταγόνα βουλοκέρι
Σφράγισαν τον Χρόνο

 .

ΑΡΧΟΝΤΟΥΛΑ ΔΙΑΒΑΤΗ

FREAR 13/7/2017

ΕΝΩ ΕΣΥ ΚΟΙΜΟΣΟΥΝ
Μια ανάγνωση του βιβλίου της Χλόης Κουτσουμπέλη

Σε μια στέρεη δομή, ο ήρωας της αφήγησης, ο Στέφαν, έχει αναλάβει εργασίες βοηθού συντηρητή στην πολυκατοικία του παρόντος, υπογράφοντας ένα συμβόλαιο με έναν μυστηριώδη εργοδότη. Επιδιορθώνει, βοηθεί και βοηθιέται, ξεκλειδώνει πόρτες και μυστικά, που τον εμπλέκουν και με πρόσωπα από το μακρινό του παρελθόν και την παλιά πόλη, και αποτελούν μια σπαρακτική αναψηλάφηση των σημαντικών περιόδων της στοιχειωμένης του ζωής. Πού, πότε; Ανοικείωση κατ’ αρχάς του αναγνώστη από την αμφισημία του χωρόχρονου. Ένας βιωματικός χορός μεταμφιεσμένων προσώπων, που θα μπορούσαν να ζοyν οπουδήποτε στον κόσμο αλλά οπωσδήποτε εν μέσω κρίσης και παραλυτικής ανεργίας. Και ο Στέφαν, σε κάποιον δαντικό κύκλο της κολάσεως, σε ένα μεσοδιάστημα ή σε μια Νέκυια οφείλει να ξαναζήσει με τη μνήμη του τα πάθη του, «τα συμπιεσμένα συναισθήματα», όλα εκείνα που θέλει να ξεχάσει ‒δύσκολα παιδικά χρόνια και απώλειες‒, να καταλάβει τη ζωή του, τον εαυτό του, με υπομονή και ταπεινοφροσύνη, την αυτοκαταστροφικότητα και τη δειλία του ακόμα και μπροστά στο δώρο του έρωτα, που του χαρίστηκε. Οφείλει να συμφιλιωθεί με τους δαίμονές του, να πονέσει και να λυπηθεί, αγκαλιάζοντας τον άλλο άνθρωπο και τώρα, έγκαιρα να κάνει την υπέρβασή του, βοηθώντας τους άλλους να σωθούν, αγαπώντας με την ψυχή του τους άλλους, μια και ήμαστε όλοι «μια ψυχή σε ένα περίβλημα». Από Μίδας, το χρυσό αγόρι με τη σημαδεμένη τράπουλα, ο νάρκισσος και κακομαθημένος, να φτάσει στην αγάπη, γιατί «μόνον η αγάπη είναι η συγκολλητική ουσία… αυτό που μπορεί να δώσει κάποιο νόημα στο χάος της ζωής μας». Να μη νιώθει μόνος, να βγει στο φως.
Ο παντογνώστης αφηγητής με μια εξαιρετικά ποιητική γραφή, εγκαθιστά τον Στέφαν στον άλλο κόσμο της πολυκατοικίας. «Τότε είδε μπροστά του μια τεράστια φάλαινα, ένα κήτος που ανέπνεε, με το εσωτερικό να πάλλεται, τα μπαλκόνια να σείονται, τα τούβλα, τα μπετόν, τους αρμούς να σαλεύουν. Ύστερα ένα σύννεφο κατάπιε πάλι τον ήλιο και η αίσθηση χάθηκε». Ή «Ο Στέφαν άκουσε νοερά τα κάγκελα του κελιού του να κατεβαίνουν και την κλειδαριά να κλειδώνει αυτόματα. Ο πάνθηρας μέσα του άρχισε να βηματίζει ανυπόμονα». Ή «Ο Στέφαν χαμογέλασε μόνος του, καθώς σκέφτηκε τον κύριο Κλάιν να φοράει ένα λευκό νυχτικό, να τον κυνηγάει στο διάδρομο με ένα κερί στο χέρι και να διεκδικεί μερίδιο της σάρκας του». Επιδιορθώνει εξαρτήματα και σχέσεις και ξεκλειδώνει μυστικά, διατρέχοντας την παιδική του ηλικία και την εφηβεία του, ως την κάθαρση.
Αναγνωστική απόλαυση από ένα μοντέρνο, πληθωρικό, πρωτότυπο και ζωντανό φιλοσοφικό, μη ρεαλιστικό μυθιστόρημα που εξελίσσεται ως αστυνομικό.

.

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

Στον παράξενο κόσμο του κυρίου Κλάιν
BOOKPRESS 21/6/ 2017

Το γρήγορα και το αργά είναι έννοιες σχετικές, αγαπητέ μου.
Ανάλογες με τη σφοδρότητα της επιθυμίας.
Με το πάθος ή το πένθος. Με την ενοχή και τη μετάνοια.
Με τον αποχαιρετισμό. Με το τέλος του τέλους.

Τα παραπάνω λόγια του μυστηριώδους κυρίου Κλάιν συμπυκνώνουν το νόημα της παράξενης αυτής ιστορίας. Ο χρόνος είναι μια υποκειμενική υπόθεση, έτσι όπως την αντιλαμβανόμαστε με τη συμβατική ανθρωποκεντρική θεώρηση του κόσμου. Βιώνεται από τη συνείδησή μας (αποκτώντας έτσι την απαραίτητη υλική υπόσταση) η οποία όμως αγνοεί την πραγματική του διάσταση, καθώς αυτή βρίσκεται πέρα πολύ από τα όρια της λογικής μας ικανότητας, και έτσι ζώντας μέσα του αδυνατούμε να συλλάβουμε την ουσία του. Ο χρόνος μετριέται με τα σημάδια του πάνω μας, με τις απώλειες και τη φθορά που γράφει στο σώμα και στη μνήμη. Παραμένει ασύλληπτος όμως. Και αυτή τη σχετικότητα της έννοιας του χρόνου φαίνεται να τη γνωρίζει ο κύριος Κλάιν, όπως και τα όρια της ανθρώπινης εκδοχής του: το τέλος του τέλους.
Αυτό το τέλος για τον ήρωα της ιστορίας, τον Στέφαν, θα έρχεται αργά, σε μια απροσδιοριστία του αληθινού και του φανταστικού. Η ιστορία ξεκινά με ένα ατύχημα, καθώς ο Στέφαν παρασύρεται από ένα μαύρο αυτοκίνητο στην προσπάθειά του να διασχίσει τον δρόμο για να προφτάσει το ραντεβού του με τον κύριο Κλάιν, ο οποίος του έχει υποσχεθεί θέση εργασίας. Σώζεται (αλήθεια σώζεται;) όμως και αναλαμβάνει τη δουλειά που του προσφέρει ο ιδιόρρυθμος εργοδότης του παραδίδοντας ταυτόχρονα την υπόστασή του στην ανυπαρξία, τουλάχιστον για τα ανθρώπινα μέτρα. Η συμφωνία προβλέπει την εγκατάστασή του στην πολυκατοικία του κυρίου Κλάιν για σαράντα μέρες έναντι υψηλής αμοιβής, που παρουσιάζεται σωτήρια για τον Στέφαν, με την υποχρέωση να επιδιορθώνει τα προβλήματα που θα προκύπτουν στα διαμερίσματα. Ό,τι θα ακολουθήσει θα ακροβατεί ανάμεσα στο ρεαλιστικό και στο αιφνίδια ανατρεπτικό τοπίο, ίδιον της γραφής της Χλόης Κουτσουμπέλη ακόμα και στον ποιητικό της λόγο και όχι μόνον στα πεζά της. Χωρίζει την αφήγησή της σε κεφάλαια των οποίων οι προμετωπίδες, που εισαγωγικά προετοιμάζουν τον αναγνώστη, θα μπορούσαν να αποτελούν και μια τρόπον τινά περίληψη όλης της ιστορίας, φυσικά με την ανάλογη μεταφορικότητα και με υπόρρητες συνδέσεις. Έτσι, η άποψη του Μπέρναρντ Σω, που μας εισάγει στο πρώτο κεφάλαιο, προϊδεάζει για το ξετύλιγμα της ζωής του Στέφαν που θα παρακολουθήσουμε και μας προβληματίζει για τη σημασία μιας ζωής που αναλώθηκε σε λάθη παραμένοντας όμως αξιέπαινη. Και παρακάτω το ζύγισμα της ψυχής από τον θεό Άνουβι, στο απόσπασμα από την Αιγυπτιακή Βίβλο των Νεκρών, θα μας υποψιάσει για το τι πραγματικά συμβαίνει στη ζωή του Στέφαν, που νιώθει να τον ξεπερνά ο χρόνος και βλέπει το σώμα του να μεταμορφώνεται, να φθίνει, να φθείρεται. Η αναφορά σε άλλη προμετωπίδα κεφαλαίου (και όταν η πλοκή πλέον έχει αφήσει να διαφανεί η αλήθεια των πραγμάτων) στην εμβληματική Έβδομη σφραγίδα του Μπέργκμαν, αποτελεί μια από τις ισχυρότερες συνδέσεις/οδηγούς της ανάγνωσης.
Δίπλα στον κεντρικό ήρωα, οι υπόλοιποι χαρακτήρες, όλοι με κάποια σχέση μαζί του που αναδύεται από τα βάθη της μνήμης συνδέοντάς τον με ένα παρελθόν που θα προτιμούσε να μη θυμάται. Έχει πολύ ενδιαφέρον αυτό το λογοτεχνικό τοπίο που δημιουργεί η Χλόη Κουτσουμπέλη. Σαν ο ήρωας να βυθίζεται σε μια δίνη, η οποία συμπαρασύρει με τους κύκλους της τα υπόλοιπα πρόσωπα, ώσπου να εξαφανιστούν τα ορατά σημάδια της παρουσίας τους. Η πέτρα που πέφτει σε μια ήρεμη λίμνη και δημιουργεί ομόκεντρους κύκλους που όσο απομακρύνονται από το κέντρο τόσο φθίνουν, μέχρι να εξαφανιστούν. Ο Στέφαν θα επηρεαστεί από την παρουσία τους, ταυτόχρονα θα αποβεί καταλύτης στα δικά τους αδιέξοδα. Και όλα αυτά μέσα σε μια πόλη σύγχρονη, να βιώνει την κατάντια της κοινωνικής και οικονομική κρίσης και να «κρύβει κάτω από το χαλί» την ύπαρξη της Παλιάς πόλης των αποσυνάγωγων και περιθωριακών, των απορριμμάτων της ζωής. Από τη μια η ηθική και από την άλλη η ανηθικότητα, λες και η μία δεν είναι απότοκο της άλλης, σε μια συμβατικά δομημένη θεώρηση του σωστού και του λαθεμένου.
Η Κουτσουμπέλη παράλληλα με την πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία της, που οδηγεί τον αναγνώστη να αποκωδικοποιεί τις ευρηματικές εικόνες, παράλληλα και με μια φιλοσοφικών προεκτάσεων συμβολιστική, κατορθώνει να μιλήσει με γλώσσα απολύτως σημερινή δίνοντας το αντικαθρέφτισμα μιας κοινωνίας που μοιάζει απελπιστικά με τη δική μας. Η επιλογή μιας απροσδιόριστης πόλης ως προς την ταυτότητά της, καθώς και τα ξένα ονόματα των ηρώων της, αποθαρρύνουν την απόλυτη ταύτιση με το ελληνικό τοπίο και καθιστούν το μυθιστόρημα οικουμενικό ως προς τις αναφορές του, σε απόλυτη αρμονία με τα θέματα που θίγει. Ο άνθρωπος και η κοινωνία, τα αναπάντητα ερωτήματα γύρω από τη ζωή και τον θάνατο, την καταξίωση και την απαξίωση, τη συμπόρευση με τους άλλους, τη συμφιλίωση με τη διαφορετικότητά τους, τη διάθεση της προσφοράς με το μοίρασμα του εαυτού. Όλα σε μία δυναμική σύμπλευση, αλληλοσυμπληρούμενα και αλληλοαναιρούμενα. Ένα μυθιστόρημα που κινείται στο μεταίχμιο, στο ενδιάμεσο μεταβατικό στάδιο, όπου όλα πιθανολογούνται για αληθινά και όλα απειλούνται με μια διάψευση. Σημαντική η αναφορά στον θιβετιανό Βουδισμό και στην κατάσταση μπάρντο, με το σώμα να είναι νεκρό και τη συνείδηση να εξακολουθεί να ζει βιώνοντας νέες εμπειρίες. Άλλωστε ζης και είσαι νεκρός θα δούμε και στην Αποκάλυψη του Ιωάννη, που ως προμετωπίδα θα μας οδηγήσει σε ένα από τα κεφάλαια του βιβλίου.
Η ιστορία αυτή θυμίζει το περιβάλλον που επιλέγει ο Κάφκα στις δικές του απεικονίσεις του κόσμου μέσα στον οποίο ζουν οι ήρωες. Την κατάλληλη στιγμή που έχεις νιώσει να πλανάται η εφιαλτική αυτή ομοιότητα πάνω από τα πρόσωπα της ιστορίας, θα έρθει και η κατευθείαν αναφορά: Ο Κάφκα λέει σε ένα από τα γράμματά του στη Μίλενα ότι η τιμωρία της κόλασης συνίσταται στο να αναγκάζεται κάποιος να διεξέλθει μια φορά τη ζωή του με τη ματιά της γνώσης και το χειρότερο δεν είναι να αναθεωρεί τις προφανώς κακές του πράξεις, αλλά τις πράξεις που νόμιζε άλλοτε καλές.
Η Χλόη Κουτσουμπέλη μάς οδηγεί με το βιβλίο αυτό σε μια καταβύθιση εσώτερη και οδυνηρή, στον βαθμό που η λογοτεχνία ξεπερνά τα στενά όρια των σελίδων και εγκαθίσταται στο μυαλό του αναγνώστη για να δημιουργήσει εκεί τις δικές της συνδέσεις. Ωστόσο έχει και μια πρόταση/θέση, που αφήνει μια κάποια αισιοδοξία μέσα σ’ αυτό το χάος και την περιδίνηση: […] ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι, ανάμεσα στους άπειρους κόσμους, κάποιος μας φυσά κι εμείς ξεκολλάμε και ταξιδεύουμε στα Σύμπαντα. Του εδώ και του Αλλού. Και μόνον η αγάπη είναι η συγκολλητική ουσία, η επιλογή μας, αυτό που μπορεί να δώσει κάποιο νόημα στην παράξενη περιπέτεια, στο Χάος της ζωής μας.
Αν λοιπόν οι υπάρξεις μας είναι εκλάμψεις του τυχαίου, τότε η επιλογή η δική μας έγκειται στη διαχείριση αυτής της συνθήκης που ονομάζουμε ζωή, χωρίς φυσικά να γνωρίζουμε τα όριά της αλλά και την αληθινή φύση της. Στη βάση της αγάπης, της αλληλοϋποστήριξης και της συνδρομής στις ανάγκες του άλλου, ωστόσο, θα μπορούσε αυτή η ζωή να γίνει ανεκτή.
Διαφαίνεται πίσω από το εγχείρημα της συγγραφής αυτής της ξεχωριστής ιστορίας η προσπάθεια της Κουτσουμπέλη να κατανοήσει τη διάκριση ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο. Γιατί όλο αυτό το πολύπλευρο και πολυσήμαντο θέμα προσεγγίστηκε με την αγωνία μιας επαλήθευσης του βαθύτερου πόθου για μια επαρκή ερμηνεία του ταξιδιού της ζωής και της σύνδεσής του με το πέρασμα σε μια άλλη κατάσταση. Ποιος μπορεί να συμφιλιωθεί με το τελεσίδικο κενό μετά το τέλος του τέλους;
Και επειδή οι συνειρμοί που κάνει ο αναγνώστης είναι αποδεκτοί στη λογοτεχνική περιπέτεια, διαβάζοντας τον Βοηθό του κυρίου Κλάιν σκέφτομαι από τη μία εκείνη την ταινία του Joseph Losey, το Monsieur Klein, σκοτεινή και εφιαλτική, με την ομοιότητα να εντοπίζεται όχι μόνον στο όνομα αλλά και στον παράδοξο κόσμο (καφκικό επίσης) της ιστορίας (βλ. κεντρική εικόνα). Από την άλλη το όνομα έχει και την ερμηνεία του, Klein, δηλαδή μικρός, με όποια σύνδεση μπορεί να γίνει ανάμεσα στον άνθρωπο/Στέφαν και στον θάνατο/μοίρα/κύριο Κλάιν. Πολύ περισσότερο, αν πρόκειται για έναν απλό μεσάζοντα, που τώρα φαίνεται τόσο μικρός μπροστά στον πάσχοντα και αγωνιούντα κατακρημνισμένο άνθρωπο. Ένα μυθιστόρημα με πολλές αναγνώσεις/ερμηνείες, γι’ αυτό και άξιο προσοχής.

.

ΛΙΛΙΑ ΤΣΟΥΒΑ

FRACTAL 24/05/2017,

Ο ατυχής βίος της ανθρωπότητας

Καφκικό περιβάλλον, ανατριχίλα αστυνομικού μυθιστορήματος, διαρκές σασπένς και φιλοσοφική διάθεση. Το μυθιστόρημα της Χλόης Κουτσουμπέλη «Ο βοηθός του κυρίου Κλάιν» αποδεικνύεται μυθιστόρημα υψηλών προδιαγραφών και αξιώσεων. Ο αναγνώστης βυθίζεται απόλυτα στο έργο, έργο που πλέκεται με δεξιοτεχνία, σα λεπτή δαντέλα, και συνεπαίρνεται από αυτό. Η ζωή και ο θάνατος, η τάξη και το χάος. Ο κ. Γκούντμαν, φορέας της ηθικής και ο Στέφαν. Οι άνθρωποι της Παλιάς πόλης, που κινούνται στο περιθώριο της ζωής, ο κόσμος των απόκληρων, των κολασμένων. Κι ανάμεσά τους η Λούσυ, η προσωποποίηση της καλοσύνης και της αγνότητας.
Σε μορφή θεατρική, με ιστορίες που εναλλάσσονται σαν θεατρικές σκηνές και πρόσωπα τους ενοίκους μιας πολυκατοικίας, ξεδιπλώνεται το κουβάρι του κόσμου του εικοστού πρώτου αιώνα, ενός κόσμου αποτυχημένου, «που γονατίζει αφήνοντας όλο και περισσότερο το χιμπατζή να κυριαρχεί στον εγκέφαλό του». Πόλεμοι μαίνονται, μια τεράστια οικονομική κρίση. Άνθρωποι που κουβαλούν το σπίτι τους στην πλάτη, παιδιά που πνίγονται στη θάλασσα. Μέσα από την εξιστόρηση της ζωής του Στέφαν, του πρωταγωνιστή, περιγράφεται ο ατυχής βίος ολόκληρης της ανθρωπότητας.
Με συνεχείς μεταβάσεις στο παρελθόν και το παρόν της ζωής του ήρωα, καταγράφεται η ανήκεστος βλάβη της κοινωνίας μας και του ανθρώπου που συνεχώς βρίσκει δικαιολογίες για την κακότητα που τον χαρακτηρίζει. Εθισμένος στο τζόγο και την ηδονή, ξεχνά πως δεν είναι παρά «μια ψυχή σε ένα περίβλημα», ένα ρολόι που κάποτε θα σταματήσει. Ο καθρέφτης θα θολώσει κι αυτός τότε θα εισέλθει σ’ ένα σκοτεινό υπογάστριο, σ΄ ένα κήτος που θα τον κατεβάσει επίπεδα κάτω από την επιφάνεια της γης. Ένας κόσμος μούχλας και λαθών η ζωή, κι ο άνθρωπος με μια Αποστολή, που είναι το δώρο του. Με αυτό έρχεται στη ζωή, δέσμιος μιας μοίρας που δεν ελέγχει.
Το Σώμα Σύμπαν, η Μητέρα Γη, η Θεότητα, η γνώση, η παράδοση, οι εντολές του Ευαγγελίου. «Ιστός αράχνης είμαστε, ανάμεσα στους άπειρους κόσμους. Κάποιος μας φυσά και ξεκολλάμε και ταξιδεύουμε στα σύμπαντα του εδώ και του Αλλού. Και μόνον η αγάπη είναι η συγκολλητική ουσία, αυτό που μπορεί να δώσει νόημα στην παράξενη περιπέτεια, στο χάος της ζωής μας». Με εικονοπλασία εκπληκτικής δεινότητας, με παρομοιώσεις μοναδικής εφευρετικότητας και κάλλους, καταγράφεται στο βιβλίο η ιστορία της εφηβείας και της ενηλικίωσης του ανθρώπου, ο οποίος μόνον όταν έρχεται κ. Κλάιν, ευθυτενής και αγέρωχος, με τη γκρίζα καμπαρντίνα και το καπέλο του, φορώντας τα μαύρα του γάντια, κάνει τον απολογισμό της ζωής του. Τότε όμως οι αναμνήσεις γίνονται κοφτερά δόντια που τον ξεσκίζουν.
Το παραμύθι και η πραγματικότητα, το καλό και το κακό, τα ανθρώπινα πάθη. Κάποια στιγμή πιάνεις κι εσύ στα χέρια σου το μαύρο βότσαλο. Ο Στέφαν, μια μέρα σκοτεινή και συννεφιασμένη, κατεβαίνοντας από το λεωφορείο και προσπαθώντας να περάσει το δρόμο, παρασύρεται από μια μαύρη λιμουζίνα. Θα σωθεί την τελευταία στιγμή. Το ρολόι του θα σταματήσει και θα εισέλθει στη ζωή του ο αινιγματικός κ. Κλάιν που θα του τάξει χρήματα -που τα έχει μεγάλη ανάγκη- για την εργασία του επιδιορθωτή των προβλημάτων της ιδιόκτητης πολυκατοικίας του. Στην προσπάθειά του να καθαρίσει την πολυκατοικία, να σφουγγαρίσει τη ζωή τη δική του και των άλλων, θα πέσει σε έναν ύπνο χωρίς όνειρα. Θα εγκλωβιστεί σ’ έναν κύκλο ατέλειωτων αναμνήσεων και καταγραφής λαθών που θα τον εξουθενώσει, καθώς πεθαίνει σιγά σιγά. Μεταβαίνει στην κατάσταση Μπάρντο, σύμφωνα με τη Θιβετιανή Βίβλο των Νεκρών. Σε μια ενδιάμεση ζωή, ανάμεσα στο θάνατο και τη ζωή, σε μια καινούργια γέννηση.
Με τριτοπρόσωπη γραφή, με τη ματιά ενός παντογνώστη αφηγητή, χωρίς ούτε μια λέξη περιττή, με τη μορφή ανάμνησης, ακόμη και αναμνηστικής επιστολής, σαν ανάλυση ενός φροϋδικού ονείρου, με αλλεπάλληλες συνειρμικές μεταβάσεις, περνάει μπροστά από τα μάτια του αναγνώστη το παρελθόν του ήρωα. Η Βίβλος, η Αποκάλυψη, το ζήτημα του τυχαίου, η ρευστότητα της ζωής, το προσφυγικό ως η ιστορία ολόκληρης της ανθρωπότητας, όλα εξετάζονται και συγκλονίζουν με τη διεισδυτική ματιά μιας ποιητικής γραφής υψηλού επιπέδου. Ιδιαίτερη μνεία αξίζουν τα φιλοσοφημένα παραθέματα που τοποθετούνται ως μότο πριν από κάθε κεφάλαιο, καθώς και οι υπέροχες λογοτεχνικές αναφορές που κοσμούν την αφήγηση, μια αφήγηση ρέουσα και φυσική. Δεσπόζοντα ρόλο στο κείμενο αποκτούν η θεωρία των συμπτώσεων και της συγχρονικότητας του Γιούγκ, μέσα από τα λόγια του συγγραφέα Σεμπάστιαν Χήλ, προσωποποίηση της γνώσης και της σοφίας στο βιβλίο.
«Ο ιππότης προσκαλεί το Θάνατο σε μια παρτίδα σκάκι. Αν ο ιππότης κερδίσει, ο Θάνατος θα του επιτρέψει να ζήσει». Ο Στέφαν θα παίξει τη ζωή του στα ζάρια. Θα ζήσει κινούμενος στο χείλος του γκρεμού. Τελικά θα χάσει την παρτίδα από το Θάνατο. Στο μεταξύ θα καταφέρει να μας προβληματίσει για τα καλά με τη ζωή του.
Το έργο είναι συγκλονιστικό. Η Χλόη Κουτσουμπέλη δημιουργεί μια ατμόσφαιρα ποιητικής πρόζας ιδιαίτερα καλαίσθητη και θα λέγαμε διδακτική. Αν αποστολή της λογοτεχνίας είναι να διδάξει ευχαριστώντας (docere delictedo), όπως πίστευε ο Οβίδιος, η Χλόη Κουτσουμπέλη το πετυχαίνει στο ακέραιο με το νέο της βιβλίο «Ο βοηθός του κ.Κλάιν», αφιερωμένο στη μνήμη του αδελφού της. Κι αν ο σκοπός της λογοτεχνίας είναι η κάθαρση μέσα από τη διέγερση συναισθημάτων και την ταύτιση του αναγνώστη με τον πρωταγωνιστή («ο έλεος και ο φόβος», σύμφωνα με τον Αριστοτέλη), το μυθιστόρημα της Χλόης Κουτσουμπέλη βρίσκεται εκεί. Ένα μυθιστόρημα που συναρπάζει με τη δύναμη της γραφής και του περιεχομένου του.

.

ΑΝΝΑ ΚΟΥΣΤΙΝΟΥΔΗ

ΦΡΕΑΡ 15/11/2017

Στην πολυκατοικία-καθαρτήριο ψυχών του κυρίου Γκάμπριελ Κλάιν, που ως ζωντανή τεράστια φάλαινα αναπνέει, πάλλεται, σείεται και σαλεύει (σελ. 12), κυριαρχεί o υπαινιγμός, η ασάφεια και η αμφισημία του χωροχρόνου, όπως επίσης και ένα είδος συναισθηματικής διαστρωμάτωσης των ενοίκων-ψυχών της κατά το Δαντικό πρότυπο της Θείας Κωμωδίας. Ο χώρος, η πολυκατοικία, ο χρόνος και ο μικρόκοσμός της λειτουργούν με τρόπο ιδιάζοντα ανορθόδοξο, γεγονός που μας παραπέμπει σ΄ αυτό που θα αποκαλούσαμε μεταφυσική ετεροτοπία, μια και στο μυθιστόρημα της Κουτσουμπέλη κυριαρχεί το στοιχείο του μαγικού ρεαλισμού. Παράλληλα, ένα ευρύτερο σύγχρονο, εξαιρετικά οικείο δυστοπικό περικείμενο, η Παλιά Πόλη, συνυπάρχει, αλλά αυτή ανακαλείται ως τραυματική μνήμη και περικλείει τα συμβάντα, τα πρόσωπα και τις πρότερες εμπειρίες τους στην πολυκατοικία του κυρίου Κλάιν. Στο μικρόκοσμο της πολυκατοικίας το στοιχείο της δραματικής και καταστασιακής ειρωνείας είναι διάχυτο και ο χρόνος είτε σταματά, είτε κινείται ανάστροφα, ενώ διάφορα ασύγχρονα γεγονότα φαίνεται να συμβαίνουν ταυτόχρονα, αλλά σαν σε μία άλλη υπόγεια διάσταση, αφού σύμφωνα με τον ήρωα μας Στέφαν, ο χώρος του επιβλητικού αυτού κτιρίου μοιάζει να βρίσκεται τοποθετημένος «επίπεδα κάτω από την επιφάνεια της γης» (σελ. 13). Οι αφηγηματικές και μυθοπλαστικές συμβάσεις του μαγικού ρεαλισμού, όπως στην περίπτωση του μυθιστορήματος της Κουτσουμπέλη, κοινωνούν στον αναγνώστη και στην αναγνώστρια έναν κόσμο ρευστότητας στον οποίο τίποτα δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένο, ενώ τα πάντα μπορούν να συμβούν, ή και μη συμβούν, γεγονός που σύντομα αντιλαμβανόμαστε καθώς ξεδιπλώνεται η πλοκή.

Θα ξεκινήσω την ανάγνωσή μου του μυθιστορήματος in mediα res, παραθέτοντας το έντυπο με τον τίτλο «Υποχρεώσεις Θυρωρού» (σελ. 48) που ο βοηθός του κυρίου Κλάιν και κεντρικός ήρωας μας, Στέφαν Χήροου, ανακαλύπτει καρφιτσωμένο στον πίνακα ανακοινώσεων του μικροσκοπικού, αλλά άριστα εξοπλισμένου διαμερίσματος του. Το εν λόγω διαμέρισμα, διόλου τυχαία, βρίσκεται στον ημιόροφο της πολυκατοικίας, όπου για 40 μέρες ο Στέφαν, σε ένα υπαρξιακά μεταβατικό περιβάλλον χωροχρονικής ρευστότητας, έχει αναλάβει χρέη συντηρητή και θυρωρού, κάτω από την επίβλεψη του αινιγματικά βλοσυρού, αλλά και γενναιόδωρου εργοδότη του, του κυρίου Γκάμπριελ Κλάιν. Στην απροσδιόριστα αβέβαιη πραγματικότητα της πολυκατοικίας οι καθρέφτες παραμένουν θολοί και αρνούνται να γυαλίσουν παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες του Στέφαν και όλα τα φαγητά, εκτός από τη μυρωδάτη μηλόπιτα της Ηβ Ερθ και τα ζυμωτά τυρόψωμα-πρόσφορα της Μπόνυ Μεντράνο είναι άνοστα, τα ρολόγια λειτουργούν σε εντελώς δικό τους, ιδιόμορφο χρόνο, ενώ η επικοινωνία με τον έξω κόσμο είναι προβληματική και γεμάτη παράσιτα. Η λίστα καθηκόντων του Στέφαν Χήροου έχει ως εξής.

1. Οι 40 μέρες που καλύπτονται από τη συμφωνία είναι ένα μεταβατικό διάστημα. Η συμπεριφορά σου αυτήν τη χρονική περίοδο θα είναι καθοριστική για το μέλλον.

2. Θέτεις τον εαυτό σου στη διάθεση των ενοίκων. Μπορούν να έρθουν σε επαφή μαζί σου είτε στο θυρωρείο κατά τις ώρες 10 με 12 το πρωί, είτε οποιαδήποτε άλλη ώρα της μέρας και της νύχτας μέσω της συσκευής ενδοεπικοινωνίας.

3. Φροντίζεις για την καθαριότητα του διαμερίσματος όπου διαμένεις προσωρινά και όλων των κοινόχρηστων χώρων της οικοδομής…οποιαδήποτε βλάβη πρέπει να επιδιορθώνεται άμεσα.

4. Τα κλειδιά της αποθήκης [συστατικά μετάνοιας] είναι μέσα στο συρτάρι. Μέσα στην αποθήκη υπάρχουν όλα τα απαραίτητα για την καθαριότητα και τις επιδιορθώσεις.

5. Σε περίπτωση εκτάκτου ανάγκης και μόνον, επικοινωνείς με τον ιδιοκτήτη της πολυκατοικίας στο εξής τηλέφωνο. Στο σημείο αυτό ο αριθμός ήταν μουτζουρωμένος και δυσδιάκριτος… (σελ. 48)

Επιχειρώντας μια δομική εν μέρει προσέγγιση, θα ισχυριζόμουνα ότι στο σημείο αυτό του κειμένου και μέσα από τούτη τη λίστα καθηκόντων αναδύεται αυτό που στη ζωγραφική ορολογία/σημειολογία ονομάζουμε σημείο φυγής, δηλαδή οι νοητές συγκλίνουσες γραμμές (της αφήγησης στην προκειμένη περίπτωση) που δημιουργούν το βάθος ή την τρίτη διάσταση στο αφηγηματικό τελάρο των δύο διαστάσεων (κάθετο και οριζόντιο), έτσι ώστε να αποδοθεί πιο ρεαλιστικά η ζωγραφική μας, η αφήγηση εν προκειμένω. Ωστόσο, στην περίπτωση του θεατρικά, τρόπον τινά, δομημένου μυθιστορήματος της Κουτσουμπέλη, η όποια οικεία ρεαλιστική πραγματικότητα τίθεται υπό αίρεση συστηματικά και κατ’ επανάληψη, αφού από πολύ νωρίς προ-οικονομείται τούτη η ενδιάμεση κατάσταση μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, μεταξύ πραγματικής και μεταφυσικής εμπειρίας και είναι κάπου στο ενδιάμεσο όπου ξεδιπλώνεται η πλοκή. Σε εντελώς οικείο τόνο γραμμένη η λίστα καθηκόντων του επικείμενου συντηρητού θυρωρού της πολυκατοικίας, του Στέφαν, εκτός από μία εκκωφαντικά υπαινικτική λεπτομέρεια που κάνει όλη τη διαφορά, εκείνη των σαράντα ημερών «που καλύπτονται από τη συμφωνία». Το κρίσιμο για το όποιο μέλλον του ήρωα μας 40 ήμερο φανερά μας παραπέμπει σε μια αλληγορία, στην μεταβατική περίοδο εκείνη των 40 ημερών που ακολουθεί τον βιολογικό θάνατο του σώματος, περίοδο κατά την οποία σύμφωνα με τα διάφορα Χριστιανικά δόγματα η ψυχή, η οποία βιαίως αποχωρίζεται από το σώμα, περιπλανάται, πειράζεται, δοκιμάζεται, αναστοχάζεται και λογοδοτεί σε σχέση με τα πεπραγμένα της, μετανοεί ή όχι για κάποια εξ’ αυτών, πριν λάβει την τελική της θέση και κατάταξη σε κάποια άλλη τάξη πραγμάτων, αν κάτι τέτοιο τελικά υφίσταται. Ο για 40 ημέρες συντηρητής-θυρωρός της τελευταίας του (πολυ)κατοικίας, Στέφαν, οφείλει να θέσει – και θέτει – εαυτόν στη διάθεση των ενοίκων του πολυκατοικοιμένoυ από φιγούρες του πρόσφατου (εν ζωή) παρελθόντος του, οι οποίοι πράγματι έρχονται συστηματικά σε επαφή μαζί του σε ένα παιχνίδι διαπροσωπικών σχέσεων, μετά-τραυματικών εμπειριών και επιδιορθωτικών επεμβάσεων. Οποιαδήποτε βλάβη πρέπει να επιδιορθώνεται άμεσα και για το σκοπό αυτό η πολυκατοικία του κυρίου Κλάιν παρέχει όλες τα απαραίτητες διευκολύνσεις, αρκεί να γίνουν αντιληπτές και αποδεκτές, έτσι ώστε ο εκάστοτε, υπό θεραπεία διατελών συντηρητής, να αφεθεί στην επιδιορθωτικές-θεραπευτικές τους ιδιότητες. Έχουμε την οικογένεια πένθους με το όνομα Μουρν, στον 1ο όροφο (1ο στάδιο το πένθος και ο θρήνος), την γήινη φιγούρα-απάγκιο Ηβ Ερθ στο 2ο όροφο, με τον απόντα κι άφαντο κύριο Χου. Όμως κάνουμε το συνειρμό: «Χους ει και εις χουν απελεύσει»…). Στον 3ο όροφο ένα Οιδιπόδειο τραύμα προς θεραπεία που ακούει στα ονόματα κύριος και κυρία Ίντιπους, μαζί τους και η γεμάτη απώλειες μετανάστρια οικιακή βοηθός Λαρίσα, και τέλος, στον 5ο όροφο, ο ακτιβιστής-θεραπευτής κύριος Χηλ που είναι εκεί για να κλείσει κάποιους ανοιχτούς λογαριασμούς με το Στέφαν και όχι μόνο. Στο 2ο όροφο η Μπόνυ Μεντράνο, (συν)ιδιοκτήτρια και όχι απλή ένοικος της πολυκατοικίας συνεπικουρεί τον κύριο Γκάμπριελ Κλάιν στο έργο της θεραπείας /διάσωσης του τωρινού βοηθού-συντηρητή.

Μέσα από ένα πλέγμα αισθήσεων (η απόλαυση του φαγητού και του έρωτα διατηρούν κάτι από τη σαγήνη τους έστω και ψευδαισθητικά) παραισθήσεων και ψευδαισθήσεων, αλλά και εν μέσω στιγμών πλήρους πνευματικής διαύγειας ο Στέφαν Χήροου, αν και αντιλαμβάνεται το σώμα του να φθίνει μέρα με τη μέρα, αναβιώνει, αναπλάθει και εν μέρει κατανοεί τα πεπραγμένα του, δείχνει σημάδια μετάνοιας, αποκολλάται από το σύνδρομο του Εγώ, δίνει και δίνεται, όπως δεν δόθηκε όταν έπρεπε, επιλέγει να βοηθήσει και εντέλει βοηθιέται. Κι ύστερα όλα γίνονται φως. Οι 100 χρυσές λίρες, η αμοιβή των 40 ημερών εργασίας του, πιστώνονται στο λογαριασμό του, οι όποιες οφειλές του διαγράφονται και η θέση του αδειάζει για να καταληφθεί από το νέο συντηρητή θυρωρό, που δείχνει να μοιράζεται πολλά κοινά με τον προκάτοχό του. Η 40/ήμερη θητεία του στο καθαρτήριο ψυχών, τραυμάτων και (Ιερών πληγών λήγει αισίως, αφού τελικά ακούει τη μητρική φωνή, με τη μορφή της Μπόνυ να του ψιθυρίζει ότι επειδή ακριβώς είμαστε φτιαγμένοι από την ύλη που είναι πλασμένα τα όνειρα κι ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι, ανάμεσα στους άπειρους κόσμους όπου κάποιος μας φυσά κι εμείς ξεκολλάμε και ταξιδεύουμε στα σύμπαντα του εδώ και του αλλού, η μόνη συγκολλητική ουσία στο Χάος της ζωής μας είναι η αγάπη.

Τέλος, το μυθιστόρημα της Χλόης Κουτσουμπέλη, θα μπορούσε να διαβαστεί ταυτόχρονα και ως δείγμα αυτού που στις μέρες μας είναι γνωστό με τον όρο λογοτεχνία της κρίσης, αφού εκτός από την μεταφυσική ετεροτοπία της πολυκατοικίας, στο αφηγηματικό περικείμενο του μυθιστορήματος ενυπάρχει έντονο και το δυστοπικό στοιχείο των οικείων μας, σύγχρονων καιρών της κρίσης που διάγουμε, με την ανάμνηση (και τις συνέπειες) του οποίου κινούνται οι χαρακτήρες της πραγματικά πολυφωνικής αφήγησης: Ήταν σίγουρα παράξενοι καιροί, αρχές του εικοστού πρώτου αιώνα κι ο άνθρωπος στην αλυσίδα της εξέλιξης, αντί να ορθώνεται, γονάτιζε και άφηνε όλο και περισσότερο τον χιμπατζή να κυριαρχεί στον εγκέφαλό του. Πόλεμοι μαίνονταν, μια τεράστια οικονομική κρίση μάστιζε τον κόσμο, όλο και περισσότεροι άνθρωποι κουβαλούσαν το σπίτι τους στην πλάτη, παιδιά πνίγονταν στη θάλασσα.» (σελ. 11)

Με τον όρο δυστοπία αναφερόμαστε στην κοινότητα εκείνη ή την κοινωνία που είναι ανεπιθύμητη ή τρομακτική και που είναι το αντίθετο της ουτοπίας, η οποία αποτελεί το υπόδειγμα για μία ιδανική κοινωνία χωρίς πόνο, εγκληματικότητα ή φτώχεια. Οι δυστοπικές κοινωνίες, όπως αυτή της Παλιάς πόλης που κυριαρχεί στο Βοηθό του Κυρίου Κλάιν, χαρακτηρίζονται από τον απάνθρωπο χαρακτήρα τους, τα ολοκληρωτικά καθεστώτα, την περιβαλλοντική καταστροφή και άλλα χαρακτηριστικά που σχετίζονται με την κατακόρυφη πτώση του κοινωνικού ιστού των ανθρώπινων κοινοτήτων, σε καιρούς όπου το περιβάλλον, η πολιτική, η οικονομία, η ηθική, η επιστήμη και η τεχνολογία, χειραγωγούμενα από το οικονομικό κατεστημένο και την ακόρεστη δίψα των ανθρώπων για εξουσία, χάνουν την κατεύθυνσή τους, οδηγώντας, ενδεχομένως, σε ακραία δυσάρεστες καταστάσεις. Οι δυστοπίες, που συχνά εμφανίζονται με τη μορφή ολοκληρωτικών καθεστώτων που τα χαρακτηρίζει το χάος, η αναρχία, και η έλλειψη ηθικών, οικονομικών και κοινωνικών φραγμών βρίσκονται στον αντίποδα των ουτοπιών. Κι αν οι ου-τοπίες συνδέονται με έννοιες όπως η εξιδανίκευση, η απουσία συγκρούσεων, η πληρότητα και η έλλειψη οδύνης, τα ζοφερά, δυσοίωνα τοπία των δυστοποιών προκαλούν αβεβαιότητα, ανασφάλεια, τρόμο και πανικό. Όπως κι αν έχει, οι ουτοπίες και οι δυστοπίες συχνά επικοινωνούν μέσω σημείων φυγής και η λεπτή διαχωριστική γραμμή ανάμεσά τους παραμένει οριακή, αφού μπορεί να ανατραπεί ανά πάσα στιγμή, όπως ακριβώς συμβαίνει και στο μυθιστόρημα της Κουτσουμπέλη, όπου η μεταβατική ετεροτοπία της πολυκατοικίας του πραγματικού πορτιέρη-φύλακα Γκάμπριελ Κλάιν λειτουργεί ως συνδετικός κρίκος ενός δυστοπικού παρόντος και ενός ουτοπικού επέκεινα. Με την ανάμνηση, και κυρίως με τις συνέπειες μιας τέτοιου είδους δυστοπικής αστικής τοιχογραφίας, κινούνται, σκέφτονται, πράττουν αναστοχάζονται, θρηνούν και αγωνίζονται να διαχειριστούν τα τραύματά και τις απώλειές τους τους οι ήρωες και οι ηρωίδες του βιβλίου που φανερά βρίσκονται σε απόλυτη ρήξη με το περιβάλλον τους σε περιόδους κρίσης και όχι μόνο. Η μεταφυσική ετεροτοπία του Κυρίου Κλάιν με τους κλειστοφοβικούς παροξυσμούς των ενοίκων της λειτουργεί ως ένα σύστημα ανοίγματος και κλεισίματος («Πόρτες που ξεκλειδώνουν» μας λέει η αφηγηματική φωνή) και απαιτείται για την είσοδο σε αυτό είτε εξαναγκασμός (βίαιος θάνατος στην περίπτωση του εκάστοτε Στέφαν ή Πωλ κλπ.) είτε ειδική άδεια, είτε ιεροτελεστία εισδοχής ή τελετή μύησης, που στο εν λόγω μυθιστόρημα αναδύονται με τρόπο ευφάνταστο και γλαφυρό, αποτελώντας, παράλληλα με το κύριο αφηγηματικό σύμπαν της πολυκατοικίας, κομβικά σημεία αναφοράς, αλλά πολύ περισσότερο, αφορμές διερώτησης και αναστοχασμού.

.

ΚΟΥΛΑ ΑΔΑΛΟΓΛΟΥ

DIASTIXO 13/11/2017

Ότι ο χρόνος δεν ήταν συμβατικός το αντιλήφθηκα στη σ. 44 του βιβλίου. Ο Στέφαν, ο βοηθός του κυρίου Κλάιν, ο θυρωρός, ας πούμε, της πολυκατοικίας, εντοπίζει κάποιες περίεργες λεπτομέρειες στην πρώτη επικοινωνία που προσπαθεί να έχει με τη γυναίκα του. Απουσιάζει, ασυνήθιστο για την ώρα εκείνη, του απαντούν πρόσωπα που δεν γνωρίζει καν την ύπαρξή τους και, το κυριότερο, δεν μπορεί να είναι βέβαιος για το πόσες ώρες έχει να μιλήσει με την Κρίστυ ούτε και τι ώρα είναι ακριβώς. Σύντομα ο αναγνώστης βεβαιώνεται ότι είναι συμβολικό μυθιστόρημα μέσα από στοιχεία που θα αναλύσουμε στη συνέχεια. Οπότε, μπορεί να απολαύσει όλες τις παρεκκλίσεις από το λογικό, το κανονικό/συμβατικό. Μια Αλληγορία. Αλλά και σαν αλληγορικό παραμύθι.
Θα ήθελα να σταθώ σε κάποια σύμβολα.
Τα πρόσωπα, πρώτα πρώτα, πρέπει να υπηρετήσουν κάποιους ρόλους στο συγκεκριμένο πλαίσιο της αφήγησης, ώστε να οδηγηθεί η πλοκή στη λύση και στην κάθαρση. Δεν είναι όμως μονοδιάστατα, ούτε απόλυτα καλά ούτε απόλυτα διεφθαρμένα, και προπαντός πολλά από αυτά μεταβάλλονται.

Τα ονόματα: Η Χλόη Κουτσουμπέλη έχει παράδοση στα ονόματα των ηρώων που σημαίνουν κάτι. Να αναφέρω ενδεικτικά από τους Ομοτράπεζους της άλλης γης τα ποιήματα «Οι καθαρές δεσποινίδες Μπερντ», που βγάζουν φτερά γύρω στα δέκα τους χρόνια και πετούν κάποιες φορές. οι «Οι γυναίκες της οδού Ρόουντ», που ανεβαίνουν στον λόφο ή περιπλανώνται στα καλντερίμια, ενώ ταυτόχρονα ετοιμάζουν το δείπνο ή γίνονται κομματάκι ζυμάρι στο τραπέζι. «Η απιστία της δεσποινίδος Κόουτς» που προσπαθεί, μάλλον μάταια, να παρέμβει στην έμπνευση του συγγραφέα και να τη στρέψει ευνοϊκότερα προς αυτήν.

Στο μυθιστόρημα ο Στέφαν Χήροου είναι ο ήρωας. Ο συγγραφέας Χήλυ σχετίζεται με το θεραπεύω. Ο κύριος και η κυρία Ίντιπους εύκολα παραπέμπουν στον Οιδίποδα. Και είναι η Ηβ Έρθ, η γήινη Εύα που του γλυκαίνει κάποιες στιγμές. Θέλω να περάσω γρήγορα τον συσχετισμό της αφιέρωσης, «στη μνήμη του Βασίλη μας», με τον Μπίλυ που χάνεται στην Παλιά πόλη. Να αναφέρω εδώ ότι η κάρτα που δίνει ο Κλάιν στον Πωλ, πρόσωπο που συναντούμε στο τελευταίο κεφάλαιο γράφει «Γκάμπριελ Κλάιν». Γκάμπριελ, Γαβριήλ. Θα επανέλθουμε.

Ο χρόνος: Ο χρόνος γίνεται ελαστικός ερήμην της επίγνωσης του Στέφαν Χήροου, δηλαδή εκείνος μπορεί να αισθάνεται πως πέρασαν ώρες και να έχουν περάσει μέρες ή εβδομάδες. Παραδείγματα: Τι εννοείς πέντε μέρες; Ένα εικοσιτετράωρο λείπω, απορεί ο Στέφαν στον διάλογό του με τον Κάσπαρ, καθώς αναζητά την Κρίστυ (σ. 59). Ο ίδιος συνειδητοποιεί ότι δεν ξέρει πόσες μέρες έχουν περάσει και πόσες έχουν απομείνει από τις σαράντα μέρες που όρισε ο κύριος Κλάιν. Ότι ο χρόνος του εδώ μέσα είτε κοντεύει να τελειώσει είτε αρχίζει μόλις τώρα (σ. 147) και Βάζει το παντελόνι του, αλλά αυτό πια του πέφτει τόσο πολύ, παρά τη σφιχτή ζώνη που προσπαθεί να το συγκρατήσει. Αναγκάζεται να το βγάλει και να φορέσει φόρμα. Συνειδητοποιεί ότι παρά τους πόνους, κινείται στο χώρο πιο ανάλαφρα, σχεδόν σαν να κυλάει, ότι καταλαμβάνει όλο και λιγότερο όγκο. (σ. 143)

Να προσεχθεί, ωστόσο, ότι ο χρόνος της σύμβασης με τον Κλάιν ορίζεται σε σαράντα μέρες, ένας χρόνος συμβολικός, όπως γνωρίζουμε, μετά τον θάνατο.
Ο τόπος: Το σκηνικό της πλοκής είναι μια πολυκατοικία με τους ενοίκους της. Τώρα ή ίσως και κάποια χρόνια μετά. Εκείνο που είναι βέβαιο είναι πως στοιχεί σε μια περίοδο οξείας οικονομικής κρίσης, όπως αυτή που ζούμε σήμερα. Ο τόπος δεν ορίζεται με ακρίβεια, κάπου, σε μια χώρα στον πλανήτη. Τα ονόματα, ξένα κυρίως αλλά και κάποια ελληνικά, στηρίζουν αυτή την ασάφεια. Από εκεί και πέρα, για την πολυκατοικία αποκτά μια σαφή εικόνα ο αναγνώστης, με τα διαμερίσματα και τις λεπτομέρειές τους, για τους ενοίκους και τον χαρακτήρα τους. Αλλά και έξω από το «κουκούλι» της δράσης, η εικόνα για την ψαραγορά όπου δουλεύει η Ηβ, το μπαρ όπου σύχναζε ο Στέφαν και γενικά για την Παλιά πόλη είναι πολύ σαφής – η σκοτεινή αυτή γειτονιά λειτουργεί σαν απειλητικό soundtrack στην αφήγηση, ενώ ταυτόχρονα φωτίζει το παρόν με γενναίες φέτες από το παρελθόν. Μια δυστοπία που, σε περιορισμένη κλίμακα, τείνει στην ουτοπία, με τη συμπεριφορά του Στέφαν και την τελική του απόφαση.

Στο σημείο αυτό ας αντιπαραβληθεί η χρήση της πολυκατοικίας ως σκηνικού στο αστικό τοπίο της μεταπολεμικής Ελλάδας, μέσα από ταινίες του κινηματογράφου αλλά και από τηλεοπτικές σειρές, όπου συχνότατα τονίζεται ο ρόλος του θυρωρού και οι σχέσεις με τους ενοίκους. Η οπτική στις περισσότερες περιπτώσεις είναι ρεαλιστική και χιουμοριστική, όμως διακρίνονται και οι νύξεις για τα προβλήματα μιας τέτοιας συμβίωσης αλλά και για τη μοναξιά.

Στοιχεία του παραμυθιού: Μέσα στο πλαίσιο της αλληγορίας και με την προϋπόθεση ότι υπάρχουν κοινά στοιχεία με τον κόσμο του παραμυθιού, θέλω να υπογραμμίσω τη μοναξιά του Στέφαν Χήροου. Συνήθως σε ένα τέτοιο πλαίσιο υπάρχει ο φίλος-βοηθός του κεντρικού ήρωα – αναφέρομαι στις λειτουργίες για τη μορφολογική ανάλυση των μαγικών παραμυθιών του Vladimir Propp. Εδώ δεν υπάρχει ούτε φίλος να του συμπαρασταθεί ούτε το μαγικό στοιχείο που θα τον βοηθήσει στη λύση. Ο πιο κοντινός στον ρόλο αυτό είναι ο συγγραφέας Χηλ, που τον επηρεάζει σε μια πορεία αυτογνωσίας. Επίσης, δεν πρέπει να αγνοήσουμε την καλλιτέχνιδα Μπόνυ Μεντράνο, πότε μητρικά τρυφερή αλλά προς το τέλος αυστηρή κριτής, που του μιλά για την ευλογία και την κατάρα μαζί, για το τραύμα που μπορεί, και πρέπει να γίνει ευαισθητοποίηση. Και τέλος τέλος, τραγικό και οξύμωρο, ο κύριος Κλάιν, αφού αυτός είναι το «όχημα» για να μετατρέψει ο Στέφαν την πραγμάτωση της εσωτερικής του αλλαγής σε πράξη.

Οι συμπτώσεις: Όπως εξελίσσεται η πλοκή, ο αναγνώστης ανακαλύπτει πως ο Στέφαν σχετίζεται με κάποιο από τα πρόσωπα του κάθε ορόφου, από το παρελθόν. Καθώς επισκευάζει διάφορες ζημιές σε κάθε όροφο, ταυτόχρονα επηρεάζει τις αποφάσεις των ενοίκων, προσπαθεί να τους παρηγορήσει για τις απώλειες αγαπημένων, στρέφει τη σκέψη τους σε διαφορετικούς δρόμους μαθαίνοντάς τους την αλληλεγγύη και την αγάπη – στοιχεία που δεν υπήρχαν παλιότερα στον χαρακτήρα του. Γιατί την ίδια στιγμή έχει αρχίσει η δική του επώδυνη πορεία προς την αυτογνωσία.
Παράλληλα με την αλληγορική γραφή, στο κείμενο υπάρχει πλήθος από ρεαλιστικές καθημερινές λεπτομέρειες, όπως εκείνες των ρούχων, των επίπλων, των χώρων, αλλά και της προετοιμασίας ενός γεύματος, της γεύσης. Έκοψε σκόρδο και κρεμμύδι για τη σάλτσα και όταν τα έριξε στη μικρή κατσαρόλα με ντομάτα, βάλθηκε να στρώνει το τραπέζι με δύο σερβίτσια. Στο βάθος ενός συρταριού βρήκε δυο κεριά που άναψε και στερέωσε σε ένα γυάλινο ποτήρι. (σ. 99)

Επίσης: Το σπίτι μύριζε πίτα που μόλις είχε βγει από τον φούρνο και συνόδευε το κρασί τους. Όμως ο Στέφαν δεν πεινούσε πια καθόλου. Γεύτηκε λίγο το κρασί, αλλά η γεύση του θύμιζε μούχλα. (σ. 132)

Έχοντας προχωρήσει αρκετά στο βιβλίο, εντοπίζει ο αναγνώστης τη Θιβετιανή Βίβλο των νεκρών, σ.151-152, και το μεσοδιάστημα θανάτου και νέας ζωής, το Μπάρντο: […] για να βρει η ψυχή τον δρόμο της προς το φως και να γλιτώσει τον κύκλο των αιώνιων μετενσαρκώσεων. Η ενδιάμεση ζωή ανάμεσα στον θάνατο και στην καινούρια γέννηση λέγεται Μπάρντο.

Και, ξαφνικά, παίρνει στροφές το μυαλό, εκείνη η ξαφνική αναλαμπή, και επιστρέφει ο αναγνώστης στην αρχή του δεύτερου κεφαλαίου, με το όνομα «Στέφαν». Διαβάζει στο μότο: Ότι το όνομα έχεις ότι ζης και είσαι νεκρός, Αποκάλυψη του Ιωάννου, 3-1
Οπότε, συνειδητοποιεί ότι η λύση βρίσκεται στη δεύτερη σελίδα της αφήγησης, τουλάχιστον ένας σημαντικός υπαινιγμός για την πλοκή, ότι ο Στέφαν θα μπορούσε παρά τρίχα να είναι νεκρός, σώθηκε χάρη σε μια διαβολική σύμπτωση – ή μήπως όχι;

Συνεχίζει αρκετά υποψιασμένος για την κατάσταση του Στέφαν, αλλά με πολλή αγωνία για την τελική λύση. Ποιος είναι ο Κλάιν; Πώς θα κλείσει όλη αυτή η σχέση με τους ενοίκους; Ναι, ίσως ο κύριος Κλάιν ξέρει καλύτερα. Ο παντογνώστης, σοφός κύριος Κλάιν. Ο άνθρωπος με τα πολλά μάτια. (σ. 147)

Θέλω να επισημάνω τη σκηνοθεσία στο κεφάλαιο με τον τίτλο «Ο κύριος Κλάιν» (σ. 188 κ.ε.). Παραπέμπει στην ταινία Η έβδομη σφραγίδα του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν – η παρτίδα σκακιού ανάμεσα στον ιππότη και στον Θάνατο. Το παιχνίδι με τα ζάρια ανάμεσα στον Κλάιν και τον Στέφαν, και ταυτόχρονα, σε δεύτερο επίπεδο, η αναδρομή του Στέφαν στην πιο τρομερή ίσως, στην πιο ανήθικη σίγουρα, πράξη της ζωής του. Τότε που έπαιξε, και έχασε, την αγαπημένη του Λούσυ στα ζάρια. Η πράξη του σχολιάζεται από τον Κλάιν με έναν περίεργο οργισμένο τρόπο, σαν καταδίκη και σαν τιμωρία. Είναι σαν να παρακολουθούμε σκηνή θεατρικού έργου ή κινηματογραφικής ταινίας (αλλά και όλο το μυθιστόρημα σου δίνει συχνά την αίσθηση θεατρικής ή κινηματογραφικής γραφής).

Το καθοριστικό και συγκλονιστικό κεφάλαιο «Σβεν», με τον μονόλογο του νεκρού ήδη μικρού μετανάστη, γιου της Λαρίσα, οδηγεί στο κεφάλαιο «Καρδιά», με την απόφαση του Στέφαν και την τελική λύση. Είναι η στιγμή που κορυφώνεται η αλληγορία αλλά και η στιγμή που το γήινο και ανθρώπινο περνά στο πανανθρώπινο και συμπαντικό.

Το τελευταίο κεφάλαιο απλώς λειτουργεί σαν ένα ύφασμα που παίρνει τη θαμπάδα από το τζάμι: ένα ατύχημα-αυτοκινητιστικό δυστύχημα, ανάλογο με του Στέφαν και τον άντρα ρητά νεκρό, φωτίζει την αλήθεια της ιστορίας. Και ο κύριος Κλάιν είναι παρών, για να ορίσει τον νέο βοηθό του. Είναι το σημείο που του δίνει την κάρτα του, με το όνομα «Γκάμπριελ Κλάιν». Ξαναγυρνώντας στα ονόματα-σύμβολα, θεωρώ τον κύριο Κλάιν άγγελο του θανάτου. Εκείνη η υποψία για τη μεταιχμιακή κατάσταση του Στέφαν, από τις πρώτες σελίδες της αφήγησης, μοιάζει να επιβεβαιώνεται.

Οι παραπάνω παρατηρήσεις βοηθούν να ξεδιπλωθεί η δομή του μυθιστορήματος. Πολυπρόσωπο μυθιστόρημα, με πολλούς και διαφορετικούς χαρακτήρες, προχωράει συχνά με αναδρομές στο παρελθόν-flash back, με συνειρμούς, με έμφαση στα παιδικά χρόνια. Είναι απαιτητική αυτή η δομή, θέλει πολύ προσεκτικό χειρισμό, καθώς το παρόν μπλέκεται με το παρελθόν και κάποτε προεξαγγέλλεται το μέλλον. Η Χλόη Κουτσουμπέλη καταφέρνει να αντεπεξέλθει με μαεστρία αφηγηματική στον χειρισμό. Να αποκαλύψει κάθε φορά τόσο όσο η ίδια επιθυμεί στον αναγνώστη για τις σχέσεις των προσώπων και την πλοκή. Ο αναγνώστης ενδιαφέρεται ή/και αγωνιά, αλλά δεν χάνεται ούτε στιγμή στους δρόμους και στα μονοπάτια, στο πηγαινέλα της πλοκής και της αφήγησης.

Στην αρχή του βιβλίου υπάρχει μια κατάσταση με τα πρόσωπα, τον όροφο που μένουν και, κάποτε, ορισμένες πληροφορίες σχετικά με τις σχέσεις τους με τον Στέφαν – η κατάσταση που υποτίθεται πως έδωσε ο Κλάιν στον Στέφαν με την ανάληψη των καθηκόντων του. Η κατάσταση αυτή μπορεί να βοηθήσει τον αναγνώστη σε οποιοδήποτε σημείο της ανάγνωσής του, αν και δεν τη χρειάζεται, νομίζω, με το προσεχτικό χτίσιμο της πλοκής. Σίγουρα πάντως θυμίζει εισαγωγή σε θεατρικό έργο, με τα πρόσωπα της παράστασης.

Η εσωτερική πορεία ενός ανθρώπου –δεν έχει σημασία ακριβώς σε ποια διαχωριστική γραμμή συντελείται– συνεπάγεται ένα βαθύ κοίταγμα στις απώλειες κάθε είδους. Μέσα από το πένθος μπορεί να προκύψει, ως η άλλη όψη του νομίσματος, η επανάκτηση της ανθρωπιάς.

Το μυθιστόρημα μπορεί να διαβαστεί παράλληλα –εννοώ ότι συνδέονται στον πυρήνα τους τα δύο βιβλία– με την ποιητική συλλογή Οι ομοτράπεζοι της άλλης γης. Αρκετά ποιήματα της συλλογής θα μπορούσαν να αποτελούν κεφάλαια του βιβλίου, με άλλα λόγια τα πρόσωπα των ποιημάτων να αποτελούν μυθιστορηματικούς ήρωες.
Παραδείγματα: «Ο συγγραφέας κύριος Μπάρυ», «Η μητέρα κυρία Άλισον», «Ο αξιοσέβαστος κύριος Όουεν», «Η αξιοζήλευτη δεσποινίς Εντελβάις Φλέτσερ», «Ο αξιότιμος κύριος Πόμπους».

Τα κείμενα καλό είναι να κρίνονται ως κείμενα. Για την ποιητική συλλογή υπάρχει βέβαια η κατατεθειμένη ομολογία της συγγραφέως για το πένθος στην αφετηρία της έμπνευσης. Ενδεχομένως, μπορεί ο αναγνώστης να διακρίνει τη σκιά της ίδιας αφετηρίας και στο μυθιστόρημα, αλλά θα ήθελα να δούμε μια άλλη οπτική: Σε δύσκολες στιγμές της ζωής, ιδιαίτερα όταν ο συγγραφέας έρχεται σε επαφή με το τέλος, με οποιονδήποτε τρόπο, επιθυμεί μέσα από το κείμενο που γράφει να δώσει, συνειδητά ή ασυνείδητα, το απόσταγμα της εμπειρίας του ως στάση ζωής. Τι είναι δηλαδή αυτό το πιο σημαντικό στη ζωή, πέρα από χρήματα, δόξα, ακόμη και βιβλία.

Και η Χλόη Κουτσουμπέλη είναι απόλυτα σαφής με αυτό το μυθιστόρημά της. Το σημαντικότερο πράγμα είναι η δικαιοσύνη, η κατανόηση, η αγάπη, η αλληλεγγύη. Μέσα από την πιθανότητα μιας δεύτερης ευκαιρίας, για να γίνει πράξη η συνειδητοποίηση αυτή, λίγο πριν είναι αργά.

Πέρα από τις συγγραφικές αρετές του μυθιστορήματος, στις οποίες προαναφέρθηκα, θεωρώ πολύ σημαντικό το μυθιστόρημα αυτό για τούτη την παρακαταθήκη.

Να τονιστεί ότι οι συγγραφείς, στις περιπτώσεις αυτές, απευθύνουν το απόσταγμα όχι μόνο στους αναγνώστες αλλά και στον ίδιο τους τον εαυτό, ίσως κυρίως σε αυτόν.

.

ΧΑΡΑ ΝΙΚΟΛΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

FRACTAL 01/11/2017

Η κατάβαση και η υπέρβαση στον παράξενο κόσμο του κ. Κλάιν

Στην ομηρική Νέκυια, (ραψωδία λ της Οδύσσειας) ο Οδυσσέας αρμενίζοντας με βόρειο άνεμο φτάνει στη χώρα τη σκεπασμένη από τα νέφη και την καταχνιά, πέρα από τον Ωκεανό. Νύχτα παγερή κρέμεται πάνω από τους δύστυχους ανθρώπους και δεν τους αγγίζει το φως του ήλιου. Κατεβαίνει ζωντανός στο βασίλειο του Άδη. Από τα βάθη του ερέβους συνάζονται γύρω του οι ψυχές των πεθαμένων σηκώνοντας ανήκουστη βοή. Ο Οδυσσέας δεν πήγε εκεί για να κουβεντιάσει απλώς με τους νεκρούς ούτε μόνον για να μάθει το μέλλον. Ουσιαστικά πήγε για να μάθει τι ακριβώς έπρεπε να κάνει. Βίωσε ακραίες συναισθηματικές καταστάσεις και συνειδητοποίησε ότι σημασία έχει η ζωή στο τώρα όχι στο μετά. Κατανόησε ότι μετά δεν μπορεί ν’ αλλάξει κάτι, πολλά όμως μπορούν ν’ αλλάξουν τώρα.

Διερχόμενος την προσωπική του Νέκυια, ο πρωταγωνιστής Στέφαν θα βαδίσει σε μονοπάτια εφιαλτικά, θα έχει οδυνηρές συναντήσεις με αγαπημένα πρόσωπα χαμένα από καιρό, θα κληθεί να αντικρίσει κατάματα φόβους και τρομακτικές ενοχές και τέλος θα αντιμετωπίσει την πρόκληση της καθολικής υπέρβασης, προκειμένου να επιτύχει τη λύτρωση και την κάθαρση.

Είναι δύσκολο να κατατάξει κανείς το πολυδιάστατο βιβλίο της Χλόης Κουτσουμπέλη σε ένα συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος. Ψυχολογικό θρίλερ; Αλληγορία πάνω στη ζωή και στον θάνατο; Ένα εφιαλτικό παραμύθι κάτω από τη σκιά της έβδομης σφραγίδας, όπως τη γνωρίσαμε από τον Μπέργκμαν; Μια μεταφυσική ιστορία φαντασίας;

Η ιστορία μας ξεκινάει μια παράξενη μέρα με σημάδια δυσοίωνα στον ουρανό ‘κάπου σε μια πόλη, σε μια χώρα, σε μια ήπειρο, στον πλανήτη Γη’, μια μέρα που ‘ τα σύννεφα θεριεύουν και γιγαντώνονται’. Το εύρημα της απροσδιοριστίας τοπικών και χρονικών προσδιορισμών χαρίζει στην ιστορία οικουμενική διάσταση. Ο Στέφαν προσλαμβάνεται από τον αινιγματικό κ. Κλάιν ως θυρωρός/επιστάτης μιας πολυκατοικίας. Θα πρέπει να παραμείνει για σαράντα ημέρες έγκλειστος στον πολυκατοικία ώστε να φροντίζει τον χώρο και τους ενοίκους, είναι επίσης υποχρεωμένος να αναλαμβάνει κάθε είδους μερεμέτια και επισκευές που χρειάζονται τα διαμερίσματα.

Ο Στέφαν είναι πρώην δικηγόρος και νυν άνεργος, έχει απεγνωσμένα ανάγκη αυτή τη δουλειά που είναι η σανίδα σωτηρίας του, καθώς είναι χρεωκοπημένος, ο δε εργοδότης του, κ. Κλάιν, είναι αρκετά γενναιόδωρος.

Ο Στέφαν αντικρίζει με δέος και φόβο την τεράστια πολυκατοικία η οποία του θυμίζει κήτος που τον ρουφάει στα ενδότερά της. Η επαφή του και η γνωριμία του με τους ενοίκους επιφυλάσσει δυσάρεστες εκπλήξεις γι’ αυτόν. Συναντά εκεί παλιούς του γνώριμους, όπως τον διάσημο συγγραφέα Σεμπάστιαν Χηλ, οι οποίοι ανασύρουν νήματα μνήμης που τον οδηγούν πίσω σε ένα οδυνηρό παρελθόν.

Ποια είναι η μυστηριώδης, γλυκύτατη αλλά και αυτοκαταστροφική Λούσυ που στοιχειώνει τα όνειρά του και έχει σημαδέψει την ζωή του; Η σταδιακή γνωριμία του και με τους υπόλοιπους ενοίκους θα φέρει στο φως κι άλλες πτυχές της ζωής του που τον πονάνε.

Και ποια σχέση έχουν οι ‘επιδιορθώσεις’, που καλείται να αναλάβει ο Στέφαν στα διαμερίσματα των ενοίκων, με τα τραύματα μιας ζωής που κυριαρχείται από την εγωπάθεια, τη δειλία και την αδυναμία του να συνάψει ουσιαστικές σχέσεις και να αγαπήσει; Μήπως ολόκληρη η ζωή, η δική του ζωή, παρουσιάζει ‘διαρροές’ και χρήζει επειγόντως επισκευής; Κι ακόμα: υπάρχει χρόνος γι’ αυτό ή είναι ήδη πολύ αργά;

Ο Στέφαν ανακαλύπτει με τρόμο πως ο χρόνος έχει χάσει τις γνωστές του διαστάσεις και είναι απολύτως σχετικός μέσα στην πολυκατοικία. Οι μέρες και οι ώρες κυλάνε σε χρόνο ονειρικό και αδιευκρίνιστο. Μεγάλη ταραχή τού προκαλεί επίσης το γεγονός πως οι δαίμονες από το παρελθόν ξυπνάνε από τον παρήγορο λήθαργό τους και αναδύονται ζωντανοί και απειλητικοί.

«Από την ώρα που μπήκα στην πολυκατοικία, διαπιστώνει ο Στέφαν, μου συμβαίνει κάτι πολύ παράξενο. Το πρόσφατο παρελθόν, η Κρίστυ, ο Κάσπαρ, το σπίτι στα περίχωρα, ξεθωριάζουν, σαν κάποιος με επιμέλεια να ρουφάει το μελάνι τους, ενώ, αντίθετα, οι εικόνες της Λούσυ και της ζωής μου πριν από δέκα χρόνια στην Παλιά Πόλη μοιάζουν με φωτογραφίες υψηλής ανάλυσης τυπωμένες σε ιλουστρασιόν χαρτί΄ αποκτούν όλο και περισσότερη λάμψη και ζωντάνια. Ακόμα και η διαύγεια αυτής της διαπίστωσης τον τρόμαξε.»

Οι ενοχές του για αγαπημένα πρόσωπα που εγκατέλειψε, παραμέλησε, αδίκησε, ορθώνονται αμείλικτες. Η μόνη του επιλογή πια είναι να τις αντιμετωπίσει κατά πρόσωπο και να αφήσει οριστικά στην άκρη τις υπεκφυγές και τις αναβολές.

Κι όσο ανασκαλεύει τις πρίζες, τα καζανάκια και τα φλοτέρ, τόσο ξεπετάγονται από παντού φαντάσματα και σκιές μιας ζωής γεμάτης εγωισμό και αδιαφορία: της δικής του ζωής.

Ποιος είναι τελικά ο μυστηριώδης κ. Κλάιν και γιατί τον επέλεξε γι΄ αυτή τη δουλειά;

Με υποδειγματική δομή, γραφή υψηλών προδιαγραφών και άρτια δομημένους χαρακτήρες η Χλόη Κουτσουμπέλη μάς παραδίδει ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα που κινείται στο κλίμα του ψυχολογικού θρίλερ.

Ο φόβος εδώ δεν προκύπτει από τη δράση ενός ψυχωτικού δολοφόνου αλλά αναδύεται από τα κατάβαθα του εαυτού , γι’ αυτό και είναι πιο οδυνηρός. Αδύνατον να του διαφύγει ο Στέφαν.

Παραθέματα από συγγραφείς όπως ο Μπέρναρντ Σω, ο Σαίξπηρ (Τρικυμία και ΄Αμλετ), η ΄Εμιλυ Ντίκινσον, ο Άγιος Ιωάννης του Σταυρού και από βιβλία όπως η αποκάλυψη του Ιωάννη, η αιγυπτιακή βίβλος των νεκρών αλλά και από την εμβληματική ταινία Η έβδομη σφραγίδα του Μπέργκμαν, λειτουργούν σαν προβολείς που φωτίζουν ένα κομματάκι αυτής της σκοτεινής υπόθεσης, την εσώτερη μοναξιά και την απόγνωση του κεντρικού ήρωα, και μας προϊδεάζουν για το τι επίκειται στη ζωή των προσώπων.

Η συγγραφέας μάς παραδίδει ένα μυθιστόρημα συγγραφικής ωριμότητας ακροβατώντας με επιδεξιότητα ανάμεσα σε πραγματικότητα και φαντασία, ανάμεσα σε ρεαλιστική απεικόνιση και ποιητικές αναφορές. Πρόκειται για ένα πολύ ενδιαφέρον λογοτεχνικό κράμα το οποίο έχει αφομοιώσει και μεταπλάσει δημιουργικά αναφορές από την ομηρική Νέκυια, την καφκική πνιγηρή ατμόσφαιρα, την δαντική κόλαση, τη βίβλο των νεκρών, και φροϋδικές νύξεις.

Εξαιρετική δύναμη στην εικονοπλασία, σχήματα λόγου εντυπωσιακά στην πρωτοτυπία τους: ΄κατά διαστήματα όλα σκοτείνιαζαν ξαφνικά, θαρρείς και μια τεράστια σουπιά εκσφενδόνιζε το μελάνι της.’ η πολυκατοικία παρομοιάζεται με ‘μια τεράστια φάλαινα, ένα κήτος που ανέπνεε’ , ΄και από μέσα ξεπρόβαλε το σκοτεινό της υπογάστριο.’ ‘ αρχοντικά με ξεχυμένα τα έντερά τους στα πεζοδρόμια΄ , ΄μαλακό χνούδι και σπασμένες φτερούγες πουλιού, η Λούσυ του’ ΄ η φράση που ξεπήδησε από το στόμα του Στέφαν, ένα πλήρως διαμορφωμένο έμβρυο από λέξεις’ , ‘ η ταριχευμένη λύπη’, ‘όταν ξυπνά ο Στέφαν είναι η ώρα που έχει σπάσει το αυγό της αυγής και ο κρόκος του έχει χυθεί παντού στον κόσμο.’

Και λίγα λόγια για τη σημειολογία των ονομάτων όπως τα αποκρυπτογράφησε η Πόλυ Χατζημανωλάκη: «Μια ιστορία δομημένη στο στυλ ταινίας τους Γουές Άντερσον, όπως το «Grand Budapest Hotel» ή η «Οικογένεια Τένεμπάουμ», με χαρακτήρες σε χωριστά κουτιά, ορατά και χαρτογραφημένα σε τρεις διαστάσεις. Η ιστορία εκτυλίσσεται σε μια πολυκατοικία όπου ο παράξενος βοηθός του κυρίου Κλάιν, όπως ο θυρωρός στο Γκραν Μπούνταπεστ, που βασίζεται σε μια νουβέλα του Στέφαν Τσβάιχ, εξυπηρετεί και σχετίζεται συναισθηματικά με τους ενοίκους. Στέφαν και το όνομα του ήρωα – πνευματική οφειλή στον Τσβάιχ, υποθέτω. Όλα τα ονόματα παραπέμπουν κάπου: στο πένθος – Οικογένεια Μουρν, στη θεραπεία – κύριος και κυρία Χιλ και δεν λείπει η αναφορά διά του συμβολικού ονόματος στο σύμπλεγμα το μυθικό, κύριος και κυρία Ίντιπους. Ο Μπίλλυ που λείπει – τρυφερή αναφορά στον «Βασίλη μας», τον αδελφό της που στη μνήμη του είναι αφιερωμένο το βιβλίο.» (Στέφαν όπως Τσβάιχ, η Μαγική Πολυκατοικία στον Αρχαίο Κόσμο της Χλόης Κουτσουμπέλη , Εφ. Αυγή 11 Ιουλίου 2017)

Μυστήριο και σκοτεινή ατμόσφαιρα σε μια πρώτη ανάγνωση, αλλά η προσέγγιση της ιστορίας ξεδιπλώνεται σε πολλαπλά επίπεδα. Συγκλονιστική η ψυχογράφηση όλων των ηρώων, η ζωή και ο θάνατος σε μόνιμη αντιπαραβολή, το ταξίδι στα κατάβαθα του εαυτού, ο κόσμος του περιθωρίου, οι απόκληροι της ζωής, το τραύμα της απώλειας, η ορφάνια των ανθρώπων σε έναν κόσμο κατακερματισμένο, γεμάτο πολέμους, κρίση και προσφυγιά, όλα τα στοιχεία υφαίνουν επιδέξια τον καμβά της ανθρώπινης περιπέτειας, τον πόνο του ανθρώπου επί γης. Σε μια γη όπου το κακό βασιλεύει καθώς ο άνθρωπος αφήνει όλο και περισσότερο τον ‘χιμπατζή να κυριαρχεί στον εγκέφαλο του.’

Ένα εφιαλτικό παραμύθι όπου δεσπόζει η αγέρωχη φιγούρα του κ. Κλάιν ο οποίος έχει αναλάβει να βάλει τάξη στο χάος και κάτω από τις εντολές του οποίου όλοι κινούνται σπασμωδικά σαν υπάκουες μαριονέτες. Αν κυριαρχεί μία αίσθηση σε όλο το βιβλίο, είναι εκείνη του εγκλωβισμού. Ο Στέφαν είναι υποχρεωμένος να παραμείνει στην πολυκατοικία για 40 ημέρες, αλλά και σε ένα άλλο επίπεδο οι ήρωες βρίσκονται εγκλωβισμένοι στα πάθη και στα τραύματα , σε ένα παρελθόν οδυνηρό, στον δίχως όνειρα ύπνο, σε μια μεταβατική κατάσταση ανάμεσα σε ζωή και θάνατο.

Αποτύχαμε ως ανθρωπότητα, μοιάζει να διαπιστώνει η συγγραφέας, αλλά μήπως υπάρχει ακόμα μία αχτίδα φωτός;

Κι ακόμα αναρωτιέται: «Ποια μπορεί να είναι η λύτρωση για ένα εγωκεντρικό άτομο που δεν ενδιαφέρεται και δεν σχετίζεται ουσιαστικά με τους άλλους ανθρώπους;» Η ερώτηση από το οπισθόφυλλο αποτελεί και τον κεντρικό πυρήνα του βιβλίου.

Πώς λοιπόν θα επέλθει η κάθαρση; Με ποιον τρόπο θα μυηθεί ο κεντρικός ήρωας, στη δαντική παραίνεση «Εδώ πρέπει ν ‘αφήσεις κάθε φόβο, εδώ κάθε ατολμιά πρέπει να σβήσει!» Δάντης, Θεία κωμωδία (Γ 14-24)

Γράφει η Αρχοντούλα Διαβάτη: «Οφείλει να συμφιλιωθεί με τους δαίμονές του, να πονέσει και να λυπηθεί, αγκαλιάζοντας τον άλλο άνθρωπο και τώρα, έγκαιρα να κάνει την υπέρβασή του, βοηθώντας τους άλλους να σωθούν, αγαπώντας με την ψυχή του τους άλλους, μια και είμαστε όλοι «μια ψυχή σε ένα περίβλημα». Από Μίδας, το χρυσό αγόρι με τη σημαδεμένη τράπουλα, ο νάρκισσος και κακομαθημένος, να φτάσει στην αγάπη, γιατί «μόνον η αγάπη είναι η συγκολλητική ουσία… αυτό που μπορεί να δώσει κάποιο νόημα στο χάος της ζωής μας.» (ΕΝΩ ΕΣΥ ΚΟΙΜΟΣΟΥΝ Μια ανάγνωση του βιβλίου της Χλόης Κουτσουμπέλη Ο ΒΟΗΘΟΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΛΑΙΝ, ηλεκτρονικό περιοδικό Φρέαρ, 13 Ιουλίου 2017)

.

ΑΤΑΛΑΝΤΗ ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ

Εξαιρετικό μυθιστόρημα που ακροβατεί ανάμεσα στον μαγικό ρεαλισμό και στο fantasy (για να αποκαλυφθεί ξεκάθαρα fantasy στο τέλος), με βαθείς, περίπλοκους και έξυπνους συμβολισμούς, με το κάθε τι υπολογισμένο και να έχει σημασία – από τα άσπρα και τα μαύρα βότσαλα, μέχρι τα ονόματα των χαρακτήρων, τις αναφορές σε άλλα έργα κτλ. Υπάρχει μια θεατρικότητα στο μυθιστόρημα που μου φάνηκε ιδιαίτερα ταιριαστή. Ομολογουμένως, μπορούσα να φανταστώ τα διαμερίσματα της πολυκατοικίας σε μια σκηνή θεάτρου και το δράμα να ξεδιπλώνεται μπροστά μου. Οι χαρακτήρες μου άρεσαν, η πλοκή μου άρεσε, δεν τη μάντεψα εξαρχής, αλλά την καταλάβαινα ολοένα και περισσότερο σταδιακά, μαζί με τον πρωταγωνιστή. Γενικά, ένα βιβλίο που απόλαυσα πολύ και που θα πρότεινα ανεπιφύλακτα.

.

ΕΛΕΝΗ ΚΟΦΤΕΡΟΥ

FRACTAL  14/02/2018

Ο γοητευτικά παράδοξος κόσμος του κ. Κλάιν

«Την ημέρα του ελέγχου ένα ασθενικό φως γάζωνε τον ποδόγυρο του ουρανού. Κάπου σε μια πόλη, σε μια χώρα, σε μια ήπειρο, στον πλανήτη Γη, ο Στέφαν κοίταξε ανήσυχος από το τζάμι του λεωφορείου τα μαύρα σύννεφα να θεριεύουν και να γιγαντώνονται. Κατά διαστήματα όλα σκοτείνιαζαν ξαφνικά, θαρρείς και μια τεράστια σουπιά εκσφενδόνιζε το μελάνι της. Ήρθε άραγε το τέλος του τέλους; αναρωτήθηκε.

Δεν θα μπορούσα να φανταστώ καταλληλότερη αρχή απ’ αυτήν τη δυσοίωνη εικόνα που σκοτεινιάζει βαθμιαία αλλά όχι εντελώς (αφού ένα ασθενικό φως γαζώνει το σκούρο φόρεμα τ’ ουρανού, χαρίζοντας φως -έστω αμυδρό- κίνηση και αρμονία στην εικόνα) με την οποία η συγγραφέας εισάγει τον αναγνώστη στον ονειρικό και συνάμα γοητευτικά παράδοξο κόσμο του μυθιστορήματός της, που απ’ ότι φαίνεται τον έλεγχο έχει ο κ. Κλάιν. Πώς ορίζεται όμως αυτός ο κόσμος; Είναι σταθερός ή μεταβαλλόμενος; Δεν γίνεται αντιληπτό από την αρχή της αφήγησης, με αποτέλεσμα αυτό που αυθαίρετα θα ονόμαζα «άδολη άγνοια του αναγνώστη» – που γεννά ερωτηματικά και εικασίες, υποθέσεις και προφητείες – να αποτελεί ένα από τα πιο σαγηνευτικά χαρακτηριστικά του μυθιστορήματος.

Η πρώτη παράγραφος όμως συνεχίζεται: Ήταν σίγουρα παράξενοι καιροί, αρχές του εικοστού πρώτου αιώνα κι ο άνθρωπος στην αλυσίδα της εξέλιξης, αντί να ορθώνεται, γονάτιζε και άφηνε όλο και περισσότερο τον χιμπατζή να κυριαρχεί στον εγκέφαλό του. Πόλεμοι μαίνονταν, μια τεράστια οικονομική κρίση μάστιζε τον κόσμο, όλο και περισσότεροι άνθρωποι κουβαλούσαν το σπίτι τους στην πλάτη, παιδιά πνίγονταν στη θάλασσα.» για να τοποθετηθεί χρονικά η πλοκή και η αλληλεπίδραση των ηρώων στη σύγχρονη εποχή. Μα, αν το καλοσκεφτούμε, η σημερινή εποχή δεν διαφέρει και πολύ από παλαιότερες, τουλάχιστον όσον αφορά την αδυναμία των ανθρώπινου είδους να εδραιώσει την ειρήνη, να σεβαστεί την ομορφιά στον πλανήτη που του δόθηκε. Επομένως, ο κόσμος του κ. Κλάιν αντιπροσωπεύει την ιστορία της ανθρωπότητας, ή μάλλον της φάρσας της ανθρωπότητας που επαναλαμβάνεται αιώνες τώρα. Παρά την εξέλιξη της επιστήμης, τη θεαματική άνοδο της τεχνολογίας και την προβολή της τέχνης, σε παρά πολλά μέρη της γης επικρατεί η βαρβαρότητα και η βία.

Η συγγραφέας τοποθετεί τον κεντρικό ήρωά της, τον Στέφαν, με τρόπο εντελώς φυσικό στο πολυσχιδές μυθοπλαστικό σύμπαν που συντίθενται από ψευδαισθησιακό καθεστώς, καφκικό άρωμα, επιρροές από τη Νέκυια της Οδύσσειας, τη δραματουργία του Σαίξπηρ, την Αποκάλυψη του Ιωάννη. Εκεί βυθίζεται ολοκληρωτικά ο Στέφαν, καθώς ένα παράλληλο σύμπαν εξυφαίνεται χάρη στην ανάδρομη και εγκιβωτισμένη αφήγηση, τους παραστατικούς διαλόγους και το εύρημα των επιστολών. Με την ίδια φυσικότητα, ο αναγνώστης καλείται να βηματίσει στα υψίπεδα των ονείρων, να διασχίσει χαράδρες συναισθημάτων, να εξερευνήσει σκοτεινά δάση ενοχών, να ανοίξει μονοπάτια και στοές συνομιλώντας με τους ήρωες και τη δημιουργό τους. Ο Στέφαν μεταβαίνει σ’ έναν κόσμο ρευστό και τρεμάμενο όπου ο χρόνος διαχέεται, άλλοτε ρευστοποιείται, καυτή λάβα που αφανίζει ό,τι αγγίξει κι άλλοτε παγώνει, αναπλάθοντας σαν θεόσταλτη χάρη τη γλυκύτητα της στιγμής, μα αλλοίμονο γρήγορα μετατρέπεται σε κατάψυξη που συντηρεί αναλλοίωτη την άφατη οδύνη.

Η Κουτσουμπέλη χτίζει το συγγραφικό της οικοδόμημα – κυριολεκτικά στη συγκεκριμένη περίπτωση- πάνω στα σχέδια μιας πολυκατοικίας – φάλαινας που έχει καταπιεί τα παιδιά της. Ο αναγνώστης από την άλλη εξερευνά ψηλαφώντας λέξεις και διαδρομές, εικόνες και διαλόγους, την οριζόντια και κάθετη διάσταση της πολυκατοικίας που εκτός των άλλων εμπεριέχει και την ταξική στρωματοποίηση. (Ενδεικτικά θα αναφέρω ότι στα πάνω πατώματα κατοικεί ο αστός γιατρός ντυμένος με ακριβά ρούχα κάτω από τον σφιχτό μανδύα του καθωσπρεπισμού με την αυταρχική μητέρα και την αφανισμένη από τον πόνο οικιακή βοηθό- μετανάστρια ενώ πιο κάτω κατοικεί η μοναχική εμμονική γυναίκα που δουλεύει στην ψαραγορά). Παράλληλα όμως αντικρίζει και τα μέσα δωμάτια των ηρώων, τους διαδρόμους και τα πλακάκια που βηματίζουν τα προσωπικά τους φαντάσματα, προσκρούει στις μάντρες των φόβων τους που υψώνονται χωρίς προειδοποίηση κι άλλοτε κρυφοκοιτάζει μέσα από τα συρματοπλέγματα του φράχτη της αλήθειας που έφτιαξαν μόνοι τους.

Χωρίς καμιά επιφύλαξη, θα χαρακτήριζα υποδειγματική την αρτιότητα της σκιαγράφησης των ηρώων. Ο αναγνώστης αφήνεται στο βάθος και την ένταση του ψυχισμού τους καθώς η συγγραφέας με άκρατη ευαισθησία προσεγγίζει τη μύχια ζωή τους, αναδεικνύει τα κρίματά τους (λέξη που έλκει την καταγωγή της από αρχαίες τραγωδίες και λησμονημένα μοιρολόγια), σπάει σε λέξεις τις ενοχές τους, αποδομεί την εξουσία που τους παρείχαν οι απώλειες και οι ανεπάρκειές τους.

Στον χωροχρόνο του μυθιστορήματος οι ισορροπίες διαταράσσονται, τα συναισθηματικά και ενοχικά φορτία αναδύονται με σταθερή συχνότητα όπως οι μικροβλάβες στα διαμερίσματα της πολυκατοικίας. Οι σκέψεις, οι αντιδράσεις, οι πράξεις, τα νεύματα και οι χειρονομίες των ηρώων αποσυνδέονται από την πραγματικότητα και ακολουθούν τις σκάλες, τους διαδρόμους, το ασανσέρ, τα παράθυρα και τις ερμητικές πόρτες, αποκτούν είδωλα σε παραμορφωτικούς καθρέφτες, γεννούν πιθανότητες και μικρόκοσμους καθώς η συγγραφέας οδηγεί τους αναγνώστες στον πυρήνα των πραγμάτων. Οι όροφοι δομούνται σαν ένα οικοσύστημα που, μετά από διαταράξεις, αλληλεπιδράσεις, εσωτερικό ταξίδι και γόνιμες ανασκαφές στη μνήμη, οδηγείται στην ισορροπία. Η πάλη δεν γίνεται πια μεταξύ του καλού και του κακού αλλά μεταξύ των νέων δυνατοτήτων και ευκαιριών που δεν δίνονται στην πραγματική ζωή ή μήπως στον πραγματικό θάνατο; Η δεξιοτεχνία με την οποία η Κουτσουμπέλη προσδίδει τα χαρακτηριστικά μιας δυνατής εξίσωσης στη δομή του μυθιστορήματος, αφού τόσο ο κεντρικός όσο και οι υπόλοιποι ήρωες αγκομαχούν να βρουν τις μεταβλητές, τις άγνωστες παρταμέτρους προς την τελική λύση-λύτρωση, είναι μοναδική.

Επίσης καθηλωτικός είναι ο τρόπος με τον οποίο μετέχει ο θάνατος στο μυθιστόρημα, ως αφανής ήρωας στην αρχή, που εδραιώνει σταδιακά την κυριαρχία του οδηγώντας στο ανεξάντλητο φως. Ο θάνατος σ’ αυτό το μυθιστόρημα δεν είναι αποκρουστικός και τρομαχτικός. Μέσω της γραφής μετουσιώνεται σε κάτι που μοιάζει με φροντίδα, πιάνει τους ήρωες από το χέρι- σαν παραμάνα που δεν αφήνει στιγμή τα παιδιά της να ξεφύγουν από την ενδελεχή κι αδιάλειπτη φροντίδα της- τους σκεπάζει όταν κρυώνουν, παρηγορεί τη σκέψη τους, καθοδηγεί τη μνήμη τους για να φωτίσει την πιο άβατη γωνιά της πολυκατοικίας που δεν είναι άλλη από τον ακάλυπτο του εσώτερου εαυτού τους. Την ίδια στιγμή ο αναγνώστης βιώνει την παλλόμενη αγωνία τις συγκρούσεις, την ελικοειδή θλίψη των ανθρώπων που μεγάλωσαν με βία, τραύματα κι απώλειες. Ο ίδιος όμως αξιώνεται να αγγίξει μέσω της ανάγνωσης το ασύγκριτο θαύμα της άδολης αγάπης. Σ’ αυτή την παράξενη πολυκατοικία οι ήρωες θα αγγίξουν και θα αγαπήσουν το ανομολόγητο τραύμα τους. Κι ο αναγνώστης θα αναρωτηθεί ξανά: τι γίνεται άραγε μετά την παύση των σφυγμών; Έπειτα από τον ύστερο χτύπο της καρδιάς; Την έσχατη κοπιώδη ανάσα; Υπάρχει άραγε ένα μεσοδιάστημα – καθώς κυριαρχεί η ακαμψία, και σταματά για πάντα η ροή του αίματος, καθώς κρυώνει το φθαρτό σώμα – που δεν μετριέται με τον ρεαλιστικό χρόνο, μια άχρονη περίοδος που χρειάζεται η ψυχή να βγει στο φως ενώ το φθαρτό σώμα οδεύει στο χωμάτινο σκοτάδι; Κανείς δεν ξέρει την απάντηση, κι είναι αυτή η μεγαλειώδης άγνοια που δίνει τη δυνατότητα στις λέξεις και την τέχνη να την περιγράψουν. Δεν υπάρχει πρόβα στη ζωή ούτε περιθώρια για να διορθώσουμε τα λάθη μας. Μα αν σε επιλέξει ο κ. Κλάιν για βοηθό του, ίσως μπορέσεις να λυτρωθείς κάνοντας δώρο την καρδιά σου σ’ ένα παιδί που κινδυνεύει.
Η συγγραφέας διαχειρίζεται με ταλέντο και επιδεξιότητα την ανάδρομη αφήγηση, εγκιβωτίζει όνειρα και αναμνήσεις των ηρώων καθώς οδηγεί τον αναγνώστη και τους ήρωες προς το φως. Γλυκαίνει με λυρικές μπουκιές τη σκληρή ρεαλιστική γραφή. Μέσα από τον απαλό -σαν παρηγορητικό λίκνισμα – κυματισμό της γραφής της αναδύονται και εδραιώνονται φιλοσοφικές και θρησκευτικές ανησυχίες, βρίσκουν έρεισμα οι λογοτεχνικές επιρροές και αγάπες της ποιήτριας και φυσικά εκλύεται σαν αγωνιώδες φως ενός ξεχασμένου φάρου ο έντονος κοινωνικός προβληματισμός, η προσωπική υπαρξιακή αγωνία, οι μεταφυσικές και μυστικιστικές αναζητήσεις. Συναντάμε ένα γοητευτικό μίγμα υλικών από τα οποία είναι εξυφασμένος ο ρευστός θαυμαστός κόσμος του μυθιστορήματος. Οι εικόνες είναι πλαστικές και ανάγλυφες. Ο αναγνώστης κάποιες στιγμές έχει την (ψευδ)αίσθηση ότι αγγίζει την τραχιά επιφάνεια της θλίψης του Στέφαν, τα πνευμόνια του φράζουν από τα μαύρα λιθάρια της οδύνης της μητέρας του Σβεν.

«Ο βοηθός του κυρίου Κλάιν» είναι ένα μυθιστόρημα που εξυψώνει τις πληγές. Οι πληγές, εν προκειμένω όπως οι βολβοί μέσα σε αφράτο χώμα, πετάνε βλαστάρια κι ανθίζουν εκεί που δεν το περιμένεις, μαραίνονται όποτε θέλουν, για να ξανανθίσουν πάλι ανάμεσα σε λέξεις και μελωδίες.
Η Χλόη Κουτσουμπέλη μάς χαρίζει ένα ρηξικέλευθο μυθιστόρημα που μιλά για τη ζωή και τον θάνατο – μερικές φορές δεν διαφέρουν και πολύ αυτές οι δυο καταστάσεις, επικαλύπτονται, όταν κυριαρχεί η βαρβαρότητα, η βία, η εξοργιστική κοινωνική αδικία- για την εσωτερική επεξεργασία του θανάτου που οδηγεί στην αναζήτηση του νοήματος, για τις σχέσεις με τον εαυτό μας και τον κόσμο. Με γοητευτικά για τον αναγνώστη εκφραστικά μέσα, με ευαισθησία και χειρουργική ακρίβεια αγγίζει τις αρχέγονες πληγές της ύπαρξης, αυτές που κληροδοτούνται στα ανθρώπινα πλάσματα μαζί με το προπατορικό αμάρτημα, μα και τις άλλες, τις επίκτητες πληγές, τα τραύματα που προκαλούν οι (δήθεν) πολιτισμένες κοινωνίες της ταχύτητας και της αποξένωσης.
Μετά την εξαιρετική ποιητική συλλογή της «Οι ομοτράπεζοι της άλλης γης» η Κουτσουμπέλη προσθέτει στο τραπέζι των ηρώων της κι άλλους καλεσμένους να μοιραστούν τη λάμψη των πληγών τους, μα κυρίως να επιδείξουν την επουλωτική γάζα της αγάπης.

.

ΔΩΡΑ ΜΠΑΓΑΝΑ

FRACTAL 22/10/2019

Ένας άλλος Παράδεισος μέσα στην Κόλαση για τον Καθένα

«Ο βοηθός του κυρίου Κλάιν» της Χλόης Κουτσουμπέλη είναι ένα μυθιστόρημα 200 σελίδων μικρού μεγέθους, σε έκδοση του 2017 από τις εκδόσεις Μελάνι. Πρόκειται για το δεύτερο μυθιστόρημα της Κουτσουμπέλη, με πρώτο το «Ψιθυριστά» του 2002.

Το καλαίσθητο και υποβλητικό εξώφυλλο, σε επιμέλεια της Πόπης Γκανά, με τα δύο μήλα, άσπρο και μαύρο, μισοφωτισμένα, που στιγμιαία ισορροπούν σε κενό χώρου, ταιριάζει απόλυτα με το σκοτάδι του ημιυπόγειου διαμερίσματος, όπου ζει ο ήρωας, και το ημίφως της εισόδου της πολυκατοικίας, όπου ξεκινά να δουλεύει ο ίδιος ως θυρωρός. Τα μήλα μας παραπέμπουν στο βιβλικό δέντρο της γνώσης, το άσπρο και το μαύρο εμφανίζονται και μέσα στο κείμενο ως σύμβολα συμφωνίας, το σκοτεινό πλαίσιο μπορεί να συμβολίζει και την καταβύθιση στα σκοτεινά σημεία της συνείδησής μας.

Το όνομα του πρωταγωνιστή δεν αναφέρεται στον τίτλο παρά μόνο η ιδιότητά του, ως βοηθού, που όμως καθορίζεται από το αφεντικό του, τον κύριο Κλάιν. Το όνομα Κλάιν παραπέμπει στην ξενόγλωσση, την ευρωπαϊκή λογοτεχνία, είναι γερμανικής προέλευσης και σημαίνει «μικρός». Ωστόσο ο κύριος Κλάιν μόνο μικρός ή αδύναμος δεν είναι, αφού καθορίζει ακόμα και τον χρόνο και τη ροή του. Η επίδραση δε αυτής της κίνησης φαίνεται πάνω στο σώμα και στην πνευματική υπόσταση του ήρωα.

Ταυτόχρονα, ο τίτλος είναι από μόνος του ένα αίνιγμα: ποιος είναι ο βοηθός; Ποιος ο κύριος Κλάιν; Παραπέμπει σε μυθιστορήματα αστυνομικά, μυστηρίου, και αυτή η αρχική εντύπωση δεν διαψεύδεται, αφού ένα φονικό σταδιακά αποκαλύπτεται με όλες τις σκοτεινές πτυχές του και εκθέτει στο φως τα κρυμμένα μυστικά των ενοίκων και του πρωταγωνιστή.

Αυτοί, οι ένοικοι, παρουσιάζονται ήδη από την εισαγωγή του βιβλίου. Θυμίζει ξεκάθαρα σενάριο δράματος η αναφορά του ξενικού, ας σημειωθεί, ονόματος και της βασικής ιδιότητάς τους καθώς και η τοποθέτησή τους σε καθορισμένο σκηνικό χώρο, που στην περίπτωσή μας είναι τα διαμερίσματα. Η θεατρικότητα αυτή υποστηρίζει τη δεύτερη γραμμή σύνθεσης του έργου πέρα από τον χρόνο, που είναι ο χώρος. Κάθε διαμέρισμα συνιστά ένα πεδίο όπου λαμβάνει χώρα το επιμέρους δράμα. Όλες οι εξελίξεις συντελούνται μέσα στον περιορισμένο χώρο της πολυκατοικίας, όπου συναντώνται και συγκρούονται οι ένοικοι. Ένας χώρος τόσο κοινός για τις αστικές μας εμπειρίες, που τώρα όμως μοιάζει με κύκλους, με βαθμίδες τιμωρίας σε μια δαντικού τύπου χωρική εκδοχή της κόλασης.

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΕΣ ΠΟΥ ΖΟΥΝ ΣΤΗΝ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑ

Από την κατάσταση που έδωσε ο Κύριος Κλάιν στον Στέφαν:
Πρώτος όροφος: Οικογένεια Μουρν (Κύριος και Κυρία Μουρν, Ελίζαμπεθ και Μπίλλυ) διαμερ.102.

Και ο κατάλογος συνεχίζει με τα πρόσωπα από το μακρινό παρελθόν του πρωταγωνιστή, κλπ. Το σύνολο των χώρων αυτών συνθέτει ένα δυστοπικό περιβάλλον: η απουσία φωτός, ο ανεξίτηλα θολός καθρέφτης, ο στενός διάδρομος, το υπόγειο διαμέρισμα, όλα σε συνδυασμό με έναν χρόνο που απροσδιόριστα αυξομειώνεται, δίνουν από την αρχή την εντύπωση του παράξενα οικείου και αναγκάζουν τον αναγνώστη να είναι ιδιαίτερα προσεχτικός με τις λεπτομέρειες για να συμπληρώσει τα ερωτήματα που άμεσα γεννιούνται, ξεκινώντας από την περιγραφή του κυρίου Κλάιν μέσα από την οπτική του φαντασιόπληκτου και καταθλιπτικού πρωταγωνιστή, του Στέφαν.

Ο Στέφαν τον ακολούθησε κι ένοιωσε σαν να κατέβαιναν επίπεδα κάτω από την επιφάνεια της γης.
[….] Ήταν άραγε πάλι η φαντασία του Στέφαν ή ο κύριος Κλάιν εμφανίστηκε ξαφνικά θεόρατος στη μισοσκότεινη είσοδο; Ίσως όμως να τον κάνει τόσο επιβλητικό ό τρόπος που ρουφάει τον αέρα γύρω του… (σελ.13)

Πίσω από αυτήν την εντυπωσιακή φιγούρα ακολουθεί άνισα ο νεαρός θυρωρός, που αναλαμβάνει να υπηρετήσει τους ενοίκους για 40 εικοσιτετράωρα με μια εκπληκτικά γενναία αμοιβή, που θα λυτρώσει από τα χρέη και την ανυποληψία αυτόν τον μανιακό χαρτοπαίχτη.

Η υποψία ότι πρόκειται για μια μεταφορική εικόνα ενισχύεται από την περιγραφή της παλιάς πόλης, ενός κόσμου παρακμασμένου, σαν μια νεκρωμένη συνείδηση της νέας πόλης, που μας θυμίζει έντονα κινηματογραφικές εκδοχές μελλοντικών κοινωνιών, στο περιθώριο των οποίων επιβιώνουν παρασιτώντας υπολείμματα των παρελθόντων ανθρώπων. Απόλυτα ταιριαστή η μυρωδιά των ψαριών που την χαρακτηρίζει. Όλοι οι ένοικοι και ο κύριος Κλάιν σχετίζονται με αυτόν τον κόσμο και κουβαλούν τη νοσηρότητά του, με κάποιο τρόπο, μέσα στη ζωή τους.

…θυμήθηκε τα κατεστραμμένα αρχοντικά με ξεχυμένα τα έντερά τους στα πεζοδρόμια, τις ξεκοιλιασμένες πολυθρόνες και τα μουχλιασμένα έπιπλα που σάπιζαν μέσα σε ακαθαρσίες […] τα γεμάτα σταχτοδοχεία και τις τρύπες από τσιγάρα στην πράσινη τσόχα, το νερωμένο ουίσκι στα καταγώγια, τα διάφορα αποβράσματα που οπλοφορούσαν… (σελ.18)

Το απόσπασμα δείχνει πόσα ανεπαίσθητα, και γι αυτό περίτεχνα, η συγγραφέας περνά από το πραγματικό στο φανταστικό, διαστέλλοντας τα όρια του εδώ-και-τώρα. Έτσι ενώ η αφήγηση εντοπίζεται στο σύγχρονο παρόν, των κινητών, των ουσιών, των κυρίαρχων ΜΜΕ, η εισβολή του φανταστικού οξύνει την αναγνωστική ματιά, χωρίς μάλιστα καθόλου να ενοχλεί.

Ταυτόχρονα με τις επιδιορθώσεις των υλικών βλαβών από τον καινούριο θυρωρό, ξετυλίγεται η αποκάλυψη των ψυχικών βλαβών, πολλές φορές ανήκεστων. Οι άνθρωποι ωστόσο αναζητούν διέξοδο, ανοίγουν τις πόρτες μαζί με τις ψυχές τους σ αυτόν τον θυρωρό, που έχοντας νεκρωμένη από τύψεις και πόνο συνείδηση, αναλαμβάνει να ξαναζήσει μέσα από τις ζωές του 102, του 202, του 302, κλπ. Ποικιλία ανθρώπινων ζωών, προσώπων, κορμιών, ιστοριών, ηλικιών μπαινοβγαίνουν στα διαμερίσματα αυτά, συνθέτοντας μια ρεαλιστική μικρογραφία κόσμου και αποδίδοντας ως εικόνα αυτό που η συγγραφέας προβάλλει περιγράφοντας στο κεφάλαιο «Οι πόρτες που ξεκλειδώνουν».

«Τι συμβαίνει, αγαπητέ Στέφαν, δεν είσαι καλά;»
«Πολύ πόνος σ’ αυτή την πολυκατοικία». Η φωνή του ακούγεται βραχνή και κουρασμένη.
«Πολύς πόνος παντού, αγαπητέ Τι θα ᾿λεγες να έρθεις να φάμε μαζί το βράδυ για να τον ξορκίσουμε;» (σελ.126)

Η αφηγηματική φωνή είναι τριτοπρόσωπη. Ο αφηγητής ωστόσο επιλέγει να κρύβεται πίσω από την αντίληψη και τη μνήμη του Στέφαν. Έτσι παρακολουθούμε εκ των έσω τον αγώνα του ήρωα να κάνει μια νέα αρχή, να φανεί πρόθυμος και εργατικός αλλά και τη σταδιακή ενεργοποίηση της μνήμης του, την πάλη και τη συντριβή του μπροστά στη γνώση του εαυτού του.

Κάθε κεφάλαιο μάλιστα ξεκινά με τον πρωταγωνιστή να ξυπνά. Εφτά ξυπνήματα, εφτά μέρες: άλλη μια φορά ένα βιβλικός αριθμός με σημασία. Μόνο ένα κεφάλαιο διαφοροποιείται: είναι η αφιέρωση της συγγραφέως στο νεκρό προσφυγόπουλο, στο νεκρό παιδί όλου του κόσμου, το οποίο και μιλά. Πώς γίνεται αυτό; Για τη Λογοτεχνία δεν έχει σημασία.

Πρώτα, κομμάτι από το μότο, στη γλώσσα της ιατρικής:

ΠΩΣ ΠΡΟΚΑΛΕΙΤΑΙ Ο ΠΝΙΓΜΟΣ:
… Ο λαρυγγοσπασμός διαρκεί δύο με τρία λεπτά και μετά προκύπτει χαλάρωση μυών σώματος, άνοιγμα της επιγλωττίδας […] με επακόλουθο την είσοδο του νερού…(σελ.159)

Θυμάμαι να χτυπώ απεγνωσμένα τα χέρια και τα πόδια και να παλεύω για να πάρω αέρα […] και ύστερα εκείνο το διαυγές φως που σκέπασε τα πάντα. (σελ.168)

Ο χρόνος φαίνεται να κυλά γραμμικά, ξεκινώντας από την πρώτη από τις σαράντα μέρες για τις οποίες προσλαμβάνεται ο βοηθός. Ωστόσο η ροή του μοιάζει να μην ανταποκρίνεται στη συμβατικότητα του ανθρώπινου χρόνου, σαν να αλλοιώνεται μέσα στο χωροχρόνο του κλειστού σύμπαντος, που ορίζει η πολυκατοικία. Επίσης, οι αναδρομές στο τραυματικό παρελθόν τόσο της παιδικής όσο και της ενήλικης ζωής του πρωταγωνιστή, διαστέλλουν όχι μόνο τον χρόνο αλλά και το ψυχικό εύρος των προσώπων, καθιστώντας τα ήρωες – πρωταγωνιστές ατομικών δραμάτων.

Ακόμα και τώρα δεν μετανιώνει γι’ αυτό που έκανε. Όσο κι αν θυμάται τη Λούσυ να σπαράζει μετά για την απώλεια. Ευτυχώς είχε πιστέψει με την πρώτη το παραμύθι που της σέρβιρε, ότι δηλαδή η εξώπορτα τάχα δεν είχε κλείσει καλά κι η Εσμεράλδα γλίστρησε έξω χωρίς να την καταλάβουν [….] μέσα στο σακούλι που την έκλεισε για να την μεταφέρει στη συνέχεια με το αυτοκίνητο στο τέλος της Παλιάς Πόλης, όπου την απελευθέρωσε και την άφησε στη μέση του δρόμου να γλείφεται απορημένη, σαν να μην περίμενε ότι θα ήταν δυνατό κάποιος να της φερθεί τόσο άνανδρα. (σελ.137)

Δίπλα ωστόσο στο δράμα και στον κρυφό ή ομολογημένο πόνο, υπάρχει μια φωτεινή γραμμή που ο αναγνώστης αναγνωρίζει από τα πρώτα κεφάλαια του μυθιστορήματος. Ενδεικτικός είναι ο διάλογος μιας ιδιαίτερης ενοίκου με τον Στέφαν:

«Ο καημένος ο Στέφαν… “Δεν είμαι σαν τα άλλα τα παιδιά. Μπουχουχού. Η μητριά μου κλειδώνει το ψυγείο. Μας δέρνει.” Ω τον καημενούλη τον μικρό Στέφαν. Αυτό το αγοράκι … που υποφέρει. Όλα θα του τα συγχωρήσουμε, όλα. Αφού έχει υποφέρει τόσο».…

«Ποιος διάολος είσαι; Φύγε αποδώ μέσα. Διεστραμμένη»….

«Η ορφάνια. Η ιερή πληγή. Η δικαιολογία. Η πρόφαση για όλα. Η αφετηρία. Η επιστροφή.

Η κοίτη. Σκέφτηκες ποτέ, Στέφαν, ότι ήταν το δώρο σου;»…

«Τι εννοείς; Να πάρει ο διάολος, δεν καταλαβαίνω τι εννοείς!».

«Ναι, καταλαβαίνεις. Εδώ μέσα τώρα πια καταλαβαίνεις».

Ο Στέφαν σιώπησε. Γιατί πραγματικά καταλάβαινε.

«Εδώ μέσα όμως βοήθησα. Για πρώτη φορά στη ζωή μου βοήθησα».

«Αυτό είναι αλήθεια. Βοήθησες και, βοηθώντας, βοηθήθηκες». (σελ.177)

Υπάρχει τελικά μια διέξοδος στη γνώση που λυτρώνει; Η απάντηση είναι θετική, αρκεί ο άνθρωπος να υποστεί τη δοκιμασία. Ποια είναι αυτή; Διαφέρει για τον καθένα. Για τον πρωταγωνιστή, αυτόν τον άνεργο δικηγόρο, τον παθιασμένο χαρτοπαίκτη, τον βεβαρυμμένο με ανομολόγητα λάθη, η δοκιμασία είναι απουσία του «εγώ» και η προσφορά της μέρας του, του χρόνου του, των σκέψεών του, της προσπάθειάς του στους άλλους. Οδηγείται στο τελευταίο σκαλί του υπογείου ή της κοινωνικής θέσης: υπάρχει μόνο για τους άλλους, για να υπηρετεί ως θυρωρός τους άλλους. Μέσα από την ταπείνωση αυτή του «εγώ» ξεπροβάλλει ο δρόμος της μεταμέλειας για αυτόν, τον γιο του ιερέα.

Για τους αναγνώστες αναδύεται σιγά-σιγά το συγκρατημένα αισιόδοξο μήνυμα της Κουτσουμπέλη: η σωτηρία βρίσκεται στην κοινωνική προσφορά, στην ανάληψη της κοινωνικής μας ευθύνης απέναντι όχι απλά στον άγνωστο, ανώνυμο συνάνθρωπο αλλά στον οικείο, στον διπλανό, στον γείτονα. Ή όπως κλείνει, με ποίημα της Emily Dickinson, το τελευταίο κεφάλαιο με τίτλο «Η καρδιά» (σελ.204):

Αν σταματήσω μια Καρδιά που πάει να σπάσει Δεν ήρθα μάταια στη ζωή

Ή αν βοηθήσω τον μισολιπόθυμο Κοκκινολαίμη
Να μπει ξανά μες στη Φωλιά
Δεν ήρθα μάταια στη ζωή

.

ΝΙΚΟΣ ΤΑΚΟΛΑΣ

PERIOU.GR 26/5/2019

O άνθρωπος έρχεται στη γη με την τελεολογία ενός τοκετού και φεύγει με την αναπότρεπτη έλευση του θανάτου, σαν κάποιος να τον φυσάει και να ξεκολλάει από την ύλη, έκπτωτος θεός, για να ταξιδέψει στα θλιβερά και απέλπιδα Σύμπαντα. Το βιβλίο «Ο βοηθός του κυρίου Κλάιν» της Χλόης Κουτσουμπέλη, διακεκριμένης ποιήτριας και πεζογράφου διαπραγματεύεται αυτό τούτο το μυστήριο του θανάτου με την ανάσα της κόλασης, σε συνδυασμό με τις σχέσεις των ανθρώπων. Είναι μια διατμητική ματιά στη ζωή και στην πένθιμη περιπέτεια της ψυχής στους λειμώνες του επέκεινα. Η δυστοπία, το παράλογο, ο συμβολισμός και η αλληγορία δίνουν το στίγμα τους από τις πρώτες σελίδες του συναρπαστικού και ιδιαίτερου αυτού μυθιστορήματος, που το διατρέχει η Ποίηση.

Ο κεντρικός ήρωας της Χ.Κ, Στέφαν Χήροου, αποτυχημένος δικηγόρος, μετά από ένα παρ’ ολίγο θανατηφόρο ατύχημα, που σταματά τον προσωπικό του χρόνο, συναντά τον κ. Κλάιν, που τον προσλαμβάνει να εργασθεί ως θυρωρός και επιστάτης για 40 μέρες, στην ιδιόκτητη πολυκατοικία του. Αμοιβή 100 χρυσές λίρες, ένα ποσό σεβαστό. O Πύργος του Στέφαν είναι μια παράξενη πενταόροφη οικοδομή, με τους ενοίκους της, που στιγμιαία στην αρχή εμφανίζεται οραματικά σαν φάλαινα, με τρεμάμενα μπαλκόνια, μια πρόδρομη απειλή. Ο εργοδότης κ. Γκάμπριελ Κλάιν του γνωρίζει τους ενοίκους της πολυκατοικίας, σε αλλεπάλληλες κοινές επισκέψεις τους στα διαμερίσματα των πέντε ορόφων και ο Στέφαν τους βρίσκει όλους παράξενους και αφύσικους. Από την αρχική συνάφεια μαζί τους, όμως, αρχίζουν να ξετυλίγονται ανάκατα κουβάρια ιστοριών που αφορούν και τον ίδιο. Οι ένοικοι ζουν βυθισμένοι σε αφανείς αναγκαιότητες, υποταγμένοι σε ένα δύστηνο βίο και κινούνται σαν υπνωτισμένοι. Ο Στέφαν δρα δαιμονισμένος, λες, άγγελος του θανάτου (που ίσως εκπροσωπεί ο κύριος Κλάιν), όταν ανακαλύπτει πως υπηρετεί παράξενους ενοίκους, που μόνο άγνωστοι δεν του είναι. Είναι αρχετυπικές Personas κατά C.G. Jung, πολύπλευρες και απρόβλεπτες, σφιχτά δεμένες μαζί του με δυσμενή γεγονότα.

Ο εργοδότης κ. Κλάιν εντέλει τον επιστάτη Στέφαν να μεριμνά για κάθε βλάβη στην ιδιοκτησία του, πριν γίνει ανεπανόρθωτη, δηλαδή ανήκεστη. Μα ενώ φαίνεται να αναφέρεται στα υδραυλικά και συναφείς εγκαταστάσεις η ρήση αφορά τη ζωή των ανθρώπων και τις οριστικές παρεκτροπές της. Και δω επανατίθενται τα άλυτα προβλήματα της ζήσης, η ελευθερία και τα όρια του ατόμου, το έννομο και το παράνομο, οι κοινωνικές εντολές, η ασυδοσία και ποιος την ορίζει, οι θρησκείες,οι κοινωνίες ή τα άτομα;

«Όπου συναντώ στράτες χαραγμένες, χάνω το δρόμο μου. Μόνο τη θάλασσα και το γαλανό ουρανό δεν έχουν ακόμα χαράξει», ψάλει ο Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ για τους περιορισμούς της ζωής[1]. Έτσι η ζωή του Στέφαν, κάποιων ενοίκων της πολυκατοικίας, αλλά και πλήθους ανθρώπων, δεν ακολουθεί τους συνήθεις δρόμους. Η καθημερινή ζωή, μα και η λογοτεχνία συχνά, είναι γεμάτες από κοινωνικά εξεγερμένους ανθρώπους ενάντια στις συμβάσεις, καταραμένους ποιητές, ηδονοθήρες και διαφορετικούς κάθε είδους. Οι κόσμοι τους είναι έγχρωμοι και γοητευτικοί, γεμάτοι εθιστικές ουσίες, μοιραίες έξεις, δύστροπους έρωτες, βίαιες συμπεριφορές, κίνδυνο, παραβατικότητα και έγκλημα ενίοτε, σαν της κακόφημης Παλιάς Πόλης στο βιβλίο, όπου διέτριψαν σχεδόν όλοι οι ένοικοι της πολυκατοικίας και ο ίδιος ο Στέφαν. Πρόκειται για μια ζώνη ηδονών χωρίς κανόνες και ηθικές αρχές. Η ζωή εδώμοιάζει μεθυστική, ένας ψεύτικος Παράδεισος φρενίτιδας και διονυσιασμού για γλεντοκόπους, που ψάλλουν ρίμες άγλωττες, χώρος όπου όλα επιτρέπονται,χωρίς όρια και συναίσθηση. Μια νησίδα αχαλίνωτης ατομικής ευδαιμονίας, ατόμων που θα προτιμούσαν ακόμα και το θάνατό τους, παρά τη ζήση σε κοινωνίες σύμβασης. Παράλληλα η μοίρα και η συγκυρία παίζουν τα δικά τους παιγνίδια και το αποτέλεσμα είναι καταστροφικό. Ποιος οδηγεί τελικά όλο αυτό το αδυσώπητο χάος;

Το πιο συνταρακτικό στοιχείο στο βιβλίο, όπως και στην πραγματικότητα, είναι η απώλεια, ο ίδιος ο Θάνατος. Σε οάσεις και ερήμους, σε παγωμένα βουνά, σε στοές και σε βράχια οι άνθρωποι καλούν από καταβολής κόσμου τους προσφάτως μεταστάντες, με μαγγανείες, θυσίες και οιμωγές, να μη φύγουν από κοντά τους ή να επιστρέψουν στο άχρονο κάποτε. Κάθε θρησκεία έχει τη δική της προσέγγιση για το επέκεινα, που συνδιαμορφώνεται με άλλες δοξασίες, εγχάρακτες πια στο συλλογικό ασυνείδητο, όπως οι πρόσκαιροι τόποι για την πρόσφατη απώλεια, τα μυθικά περάσματα για τη συνάντηση με τους νεκρούς από τη Νέκυια των αρχαίων προγόνων μας, ως την Καμαλόκο[2] των σοφών Μαχάτμα και τελετουργικά όπως το Βουντού για το σεβασμό των νεκρών της Καραϊβικής, το Χριστιανικό σαρανταήμερο και η Θιβετιανή Βίβλος των νεκρών. Παντού η οδύνη οδηγεί στη δοξασία-ευχή πως οι νεκροί δεν εγκαταλείπουν αμέσως τον κόσμο, αλλά ζουν κάπου κοντά μας και ο καθένας επιχειρεί την παγίωση αυτής της κατάστασης.

Τη συγγραφέα Χλόη Κουτσουμπέλη διακρίνει έντονη φιλοσοφική διάθεση, πώς αλλιώς να διαχειριστείκανείς τα αναπάντητα της ζωής;Το πνεύμα, άλλωστε, είναι η μόνη πραγματικότητα, λέει ο Χιουμ. Η ΧΚ διεισδύει στη σφαίρα της οδύνης με καλλιτεχνική ευαισθησία, συναισθηματική φόρτιση αλλά και μαεστρία σκαπανέα.Προσπαθώντας να εξερευνήσει τα τεράστια ζητήματα της ύπαρξης ανάγεται στα αρχέγονα ερωτήματα, με τις ελλείπουσες εξηγήσεις. Κάθε τέτοιο εγχείρημα είναι μια μανιασμένη προσπάθεια του ανθρώπου, να καταλάβει τα μυστήρια της φύσης και της ζήσης,θωρώντας μόνο από τον φεγγίτη τηςπεπερασμένης ζωής, που κοιτάζει τον άπειρο χωρόχρονο. Η πλοκή του βιβλίου είναι εντυπωσιακή και συνεκτική. Η γραφή της είναι καθαρά υπερρεαλιστική ή ποιητική πρόζα, χωρίς καμιά διάθεση να λογοδοτήσει στο σαφές και στο συγκεκριμένο. Ωστόσο υποστασιώνονται καθαρά οι απόψεις της για τη ζωή και το θάνατο, όταν προτείνει την αυτογνωσία, την Αγάπη και το δέσιμο των ανθρώπων σε έναν ενεργό κοινωνικό ιστό, σαν απάντηση στον όλεθρο και το χάος.

Ο Στέφαν στέλνει 50 χρυσές λίρες στη σύζυγό του Κρίστυ, μα εκείνη αναστατώνεται για την έλλειψη επικοινωνίας τους. Η εμπλοκή του τελικά με την πολυκατοικία και τον κύριο Κλάιν, είναι κάτι απ’ το οποίο δεν μπορεί να ξεφύγει, αιχμάλωτος λαθρεπιβάτης στο Καράβι των Κολασμένων.O Στέφαν, όταν αντιλαμβάνεται τι ακριβώς συμβαίνει γύρω του και την αδυναμία πλήρους αναστροφής των λαθών του, αποφασίζει να διαλευκάνει όλα τα μελανά σημεία της σχέσης με τους ενοίκους, ακόμα και να τους βοηθήσει στα ψυχικά τους προβλήματα, ενώ μέσα απ’ αυτή τη συνάφεια τελικά φαίνεται να εξιλεώνεται μερικά και ο ίδιος από τα άνομα πάθη του, που τον έκαναν ένα χαρακτήρα κακό, άδικο και διεφθαρμένο. Σημαντικό ρόλο για την κάθαρση και την προσδοκία ἵλεω παίζουν η ανάμνηση και οι ενοχές του για τη γλυκιά μα αδικοχαμένη αγάπη του τη Λούσυ, κάτοικο της Παλιάς Πόλης, προσωποποίηση της καλοσύνης και της αγνότητας. Κι ας είναι αργά. Μα πώς επιστρέφει κανείς στο βασίλειο της αγάπης και της χαράς ύστερα από μια επίμονη περιδιάβαση στο ανοίκειο και στο σκοτεινό;

Ακόμα και ο αναγνώστης αδημονεί να γλιτώσει από τη μέγγενη του παράλογουκόσμου στην ανάγνωση, αλλά αυτό δεν μπορεί να γίνει πριν εκπνεύσουν αφηγηματικά οι 40 μέρες του αλλόκοτου συμβολαίου με την παράκρουση, δηλαδή ως το τέλος περίπου του βιβλίου. Εκεί η συγγραφέας δεξιοτεχνικά αναστρέφει το κλίμα, με μερική επαναφορά. Σε μια αναφορά στο επάγγελμα του Στέφαν να εισπράξει τοκογλυφικές οφειλές με μαφιόζικους εκβιασμούς, το βιβλίο θα μπορούσε να «συνομιλεί» ίσως με ταινίες σαν την εμβληματική «Πιετά» του Νοτιοκορεάτη Κιμ Κι Ντουκ ή ανάλογες, με αναφορές και στο Οιδιπόδειο. Παραπέρα η γραφή στο συγκεκριμένο βιβλίο, κατά τη γνώμη μου, διεισδύει και στο χώρο του Ελληνικού Φανταστικού, που υπηρετήθηκε μερικά ή ολικά, από συγγραφείς σαν τον Α. Παπαδιαμάντη, τον Γ. Τερτσέτη,τον Φ. Κόντογλου, τον Μάκη Πανώριο και τόσους άλλους.

Η γραφή απέριττη και τριτοπρόσωπη συνδέει το φανταστικό της μυθοπλασίας με αληθινά γεγονότα στην Ιστορία των ανθρώπων, από το παρελθόν έως το σημερινό προσφυγικό ζήτημα. Τα εισαγωγικά ρητά των κεφαλαίων αποκαλύπτουν τη φιλομαθή στάση της συγγραφέως και τη μακρά διαδρομή της στη γνώση.

Όσο για το θάνατο, μου φαίνεται κοιτώντας τους φευγάτους, πως δεν υπάρχουμε πραγματικά παρά σαν κομισάριοι αστρικών μηνυμάτων (σκέψεων), που τα επιδίδουμε σε κάποια θέση του κόσμου, μέχρι να ‘ρθει η ώρα ν’ αποχωρήσουμε και μεις .Ίσως μια τελευταία ελπίδα νίκης κατά του θανάτου, είναι να τον θεωρήσουμε μια βιολογική ατέλεια, ένα πρόσκαιρο «λάθος θεού» που θα διορθωθεί στους αιώνες από την επιστήμη. Θα είναι αυτό και το τέλος της Ποίησης, όπως ισχυρίζονται κάποιοι;

ΔΗΜΟΣ Α. ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

TVXS.GR 24/4/2019

Το αχρονικό σύμπαν της συνείδησης στο καθαρτήριο της Κουτσουμπέλη

λογοτεχνία του φανταστικού είναι μία ιδιαίτερη τάση των γραμμάτων, που συχνά ψέγεται ως παραλογοτεχνία∙ περιλαμβάνει μία σειρά υποομάδων, όπως τη δυστοπική λογοτεχνία, την επιστημονική φαντασία κλπ. Μολονότι συνδέεται ιστορικά με τον ρομαντισμό, η γοητεία της απλώνεται μέχρι τις μέρες μας.

Μπροστά στον παραλογισμό της ζωής ως ρεαλιστική αντίληψη, το παράλογο του φανταστικού κόσμου λειτουργεί ως σύμβολο της κριτικής του συγγραφέα, ως διέξοδος που αναδημιουργεί τον δικό του κόσμου. Χαρακτηριστικά είναι τα έργα με ήρωες-τέρατα (Δράκουλας, Φρανκεστάιν, ο κόσμος της τολκικής Μέσα Γης κ.ά.τ) που βασίζονται σε ένα μείγμα λαϊκών θρύλων και μύθων. Πολλοί, άλλωστε, είναι ιστορικά οι διάσημοι λογοτέχνες που δοκιμάστηκαν στη λογοτεχνία του φανταστικού (Μπάιρον, Πόε, Σέλεϊ κ.ά).

Στη ζώνη αυτή εισήλθε και η Χλόη Κουτσουμπέλη με το νέο της μυθιστόρημα «ο βοηθός του κυρίου Κλάιν» (μελάνι, 2017) ξεχωρίζει με την παρωδία του καθολικού καθαρτηρίου και του ορθόδοξου τελωνισμού μέσα σε σαράντα μέρες πάνω σε μία μυθιστορία του φανταστικού, αφήνοντας μέχρι το τέλος, γεμάτο αμφιβολίες και τον ήρωα και τον αναγνώστη. Η συγγραφέας μάς παραδίδει ένα πολυεπίπεδο έργο με επίκεντρο τον θάνατο και τις δοκιμασίες της ψυχής μέχρι την αυτοολοκλήρωση και την αποδοχή όσων τη βασανίζουν. Η ρεαλιστική ροή της πλοκής με τις πολλές κορυφώσεις, ως ημιανεξάρτητες υποπλοκές, και οι αυτοαναγνωρίσεις του ήρωα περιπλέκουν τη δράση.

Οι συμβολισμοί και η κίνηση των χαρακτήρων προκαλούν το κριτικό ενδιαφέρον. Η παρωδία σε συνδυασμό με την κοινωνική κριτική σε ευαίσθητα ζητήματα (παιδεραστία, τζόγος, αλκοολισμός, μοιχεία, προσφυγιά και θάνατος) διαμορφώνουν την πρισματική πλοκή του δέρματος, ώστε εύκολα να χαρακτηριστεί εξπρεσιονιστικό. Μέσα από την απόκρυψη πληροφοριών και τη σταδιακή αποκάλυψη στοιχείων, αναγκαία στη λογοτεχνία του φανταστικού, ο αφηγητής αφήνει τον αναγνώστη με να οδηγηθεί μόνος του στο συμπέρασμα και την αμφιβολία, επίσης αναγκαίο στοιχείο της λογοτεχνίας του φανταστικού. Τίποτα δε δίνεται ως σχετική πληροφορία με το καθαρτήριο/τελωνισμό του νεκρού. Μόνο μικρές πληροφορίες και προιασμοί οδηγούν διαρκώς προς αυτό το συμπέρασμα. Και τέτοια στοιχεία εντοπίζονται πολλά: η χρονική ρευστότητα, η διαρκής εμφάνιση της μνήμης με μία δαιμονική ανάσα, τα μότο σε κάθε κεφάλαιο με επίκεντρο τον θάνατο, η Νέκυια κ.ά.τ. Τούτο, βέβαια, καθιστά δυσχερή την κατανόηση της πλοκής από τον μη μυημένο αναγνώστη. Στο αστυνομικό μυθιστόρημα, άλλωστε, κάθε ιστορία ξεκινά με έναν φόνο και έτσι έχει έναν εμφανή για τον αναγνώστη στόχο η δράση.

Αξιοσημείωτος είναι και ο τρόπος με τον οποίο χτίζονται οι χαρακτήρες του μυθιστορήματος. Ο κεντρικός χαρακτήρας, που δε γνωρίζει ότι κρίνεται επί σαράντα μέρες από τον αρχάγγελο Γαβριήλ στο καθαριστήριο, σταδιακά αποκαλύπτει πτυχές της ζωής του, των “αμαρτιών” και των βασάνων που ακόμα τον ταλαιπωρούν. Μέσα στις σαράντα μέρες που εργάζεται εικονικά ως θυρωρός-συντηρητής ψυχών, ανακαλύπτει τον εαυτό του βοηθώντας άλλες ψυχές ή αρνούμενους τους πειρασμούς των “τελωνίων”. Μα δεν ξέρει ότι πέθανε, όπως δεν το γνωρίζει και ο αναγνώστης.

Δευτερεύοντες χαρακτήρες άλλοτε λειτουργούν ως ανταγωνιστές, κατά την προππική ταξινόμηση, σαν τα ορθόδοξα τελώνια που βάζουν πειρασμούς στις ψυχές των νεκρών, κι άλλοτε ως συμπαραστάτες ήρωες ή καταλύτες που οδηγούν τον πρωταγωνιστή στην αυτοαποκάλυψη. Εξίσου όμως ενδιαφέρουσα είναι και η εφαρμογή των αρχετυπικών χαρακτήρων του μοντέλου του Jung, με την υποσημείωση του Vogler «ως ευέλικτες λειτουργίες» και «σαν μάσκες που φοριούνται από τους χαρακτήρες για να εξελίξουν την ιστορία, δίχως να είναι αμετάβλητα χαρακτηρολογικά στοιχεία, καθώς ένας χαρακτήρας μπορεί να χρησιμοποιήσει συμπεριφορές περισσότερων του ενός αρχετύπων». Έτσι, απαντώνται δίπλα στον ήρωα ο μέντορας (Νηλ), ο φύλακας της εισόδου (Κλάιν), ο αγγελιοφόρος (Ελίζαμπεθ, Λαρίσα), ο διπρόσωπος (Μποννυ, δόκτωρ Ιντιπους), η σκιά (πολυκατοικία), ο φαρσέρ/απατεώνας (Σβεν), ο σύμμαχος (κα Ερθ, Φίλιπ, Λούσυ).

Μολονότι η Κουτσουμπέλη έχει μία σταθερότητα σε αγγλοσαξονικά ονόματα με συμβολισμούς, είτε στα αγγλικά είτε ως μετάφραση, η επιλογή τούτη αφήνει ερωτηματικά, μια και το έργο γράφεται στα ελληνικά, αλλά και επειδή δεν ανοίγεται πλήρως στο αναγνωστικό κοινό που δεν αντιλαμβάνεται τον συμβολισμό. Βέβαια –και έχει σημασία να ειπωθεί– η ονοματοδοσία δεν οδηγεί σε κάποιο ερμητισμό. Αν οι συμβολισμοί δε γίνουν αντιληπτοί, ο αναγνώστης δε θα χάσει την εξέλιξη της πλοκής. Αν όμως τους αντιληφθεί, τότε θα νιώσει το βάθος του έργου. Και αυτό είναι ένα στοιχείο της ευρηματικότητας της γλώσσας της και της σοβαρότητας με την οποία βλέπει η Κουτσουμπέλη τη λογοτεχνία.

Ενδιαφέρον έχει και ο τρόπος με τον οποίο εκφράζονται οι λειτουργίες δράσης του Greimas με τα αντιθετικά του σχήματα. Η ανάλυση του Greimas στις έννοιες της ελευθερίας, της επικοινωνίας και της βοήθειας στην ανθρώπινη πράξη, στηριζόμενος στο μοντέλο του Propp, με τη δυαδική οργάνωση των λειτουργιών, αποτελεί μία ιδιαίτερη ευκαιρία ανάλυσης του εν λόγω βιβλίου. Με έμφαση στην επιθυμία και επίκεντρο την διερεύνηση/εκμαίευση πληροφορίας (vs) εκχώρηση πληροφορίας, η Κουτσουμπέλη οικοδομεί μία μεταφυσική δράση με όρους εξαπατητικού –για τον πρωταγωνιστή και αναγνώστη– ρεαλισμού. Τα διπολικά ζεύγη εξαπάτηση (vs) (ασυνείδητη) συνενοχή, αδίκημα (vs) στέρηση, πληροφόρηση (vs) ανάληψη δράσης από τον ήρωα και η διαρκής υποβολή σε δοκιμασία (vs) επιτυχής αντιμετώπιση δοκιμασίας μέχρι τον τελικό γάμο και το ξεμασκάρεμα του σφετεριστή (vs) αποκάλυψη ήρωα, αποτυπώνονται σε όλη την πλοκή.

Ο μικροπερίοδος λόγος σε συνδυασμό με την ψυχρή αφήγηση εντείνουν την αγωνία και επικεντρώνουν το ενδιαφέρον του αναγνώστη στον ήρωα και τα “ρεαλιστικά” πάθη του, αποπροσανατολίζοντας από το “φανταστικό” και το “μεταφυσικό”. Αφήνουν την αίσθηση ενός κοινωνικού μυθιστορήματος ως την καταληκτική ανατροπή κι έμμεση αποκάλυψη. Οι συνεχείς αναδρομές και οι εγκιβωτισμοί επιβραδύνουν τη δράση και δημιουργούν υποπλοκές με τις δικές τους κορυφώσεις για να επανέλθει ο πανόπτης αφηγητής στη ροή της δράσης των σαρανταήμερων δοκιμασιών του κεντρικού ήρωα. Έτσι όμως διατηρούν αμείωτη την αγωνία του αναγνώστη για την επιτυχή δοκιμασία του Στεφάν.
Η ξαφνική αλλαγή σκηνών διαταράσσει τον αφηγηματικό χρόνο∙ τον διαστέλλει και τον συστέλλει –ανάλογα με την πορεία της πλοκής. Μα το ίδιο αισθάνεται και ο ήρωας μέσα σε έναν μη-τόπο και έναν μη-χρόνο που διαρκώς του το θυμίζει το ρολόι του –ως σύμβολο– που σταματά. Ας σημειώσουμε ότι σε όλο το βιβλίο ο αφηγητής είναι παντογνώστης ενδοδιηγητικός. Πουθενά δεν αφήνει κάποιο στίγμα για το μέλλον της δράσης και των ηρώων. Με τη μηδενική του εστίαση επικεντρώνεται στον κεντρικό χαρακτήρα δίχως να αδιαφορεί για τους άλλους. Εκτός από το κεφάλαιο του “Σβεν”∙ εκεί εμφανίζεται ένας άλλος πρωτοπρόσωπος αφηγητής με εσωτερική εστίαση.

Καθώς όμως ο Σβεν είναι ένα προσφυγόπουλο που πνίγηκε στο ταξίδι, η επιλογή του πρωταγωνιστή αφηγητή δείχνει την ευαισθησία με την οποία η Κουτσουμπέλη αγγίζει τους προσφυγικούς θανάτους και τον παραλογισμό της ζωής με την αποκτήνωση του πολέμου. Και την ίδια στιγμή δείχνει την εκφραστική ωριμότητα της συγγραφέως, καθώς μεταχειρίζεται με μαεστρία μία γλώσσα παιδική, με όλη την νεανική αφέλεια, πάνω σε ένα τόσο σοβαρό ζήτημα, με ήδη γνωστό στον αναγνώστη το μακάβριο τέλος του αφηγητή.

Τούτο όμως το κεφάλαιο λειτουργεί και ως ένα πρώτο πλατύσκαλο, ώστε ο αναγνώστης μέσα από την πρωτοενική διήγηση ενός νεκρού παιδιού να αρχίσει να συνειδητοποιεί ότι η δράση εξελίσσεται σε μία μετά θάνατον ιστορία., πλάι στα άλλα στοιχεία που αφήνει ο αφηγητής (μότο, υποονούμενα κλπ). Ο λυρικός δε λόγος με τις πλούσιες μεταφορές και προσωποποιήσεις, από τη θητεία της Κουτσουμπέλη στην ποίηση, μαγεύει τον αναγνώστη. Πρωτότυπες εκφράσεις που θυμίζουν την ποιητική γραφή της Κουτσουμπέλη γοητεύουν κι ενισχύουν το μεταφυσικό κλίμα.

Και σε μία χωροκεντρική αφήγηση η περιγραφή κατέχει πρωταγωνιστικό ρόλο. Η σκηνογραφία είναι λιτή και υπακούει στις ανάγκες της δράσης με μία σεναριογραφική αφαιρετικότητα και αναγκαιότητα τοποθέτησης των χαρακτήρων σε τρισδιάστατη κάτοψη γύρω από το μάτι του αναγνώστη. Όλα τα αντικείμενα των σκηνών δράσης κατέχουν λειτουργικό ρόλο τηρώντας τη διδαχή του Τσέχωφ πως όταν εμφανίζεται ένα όπλο πρέπει να έχει εκπυρσοκροτήσει ως το τέλος του έργου.

Και ας μη λησμονούμε πως η συγγραφέας αφήνει ένα έργο με φιλοσοφικές προεκτάσεις και κοινωνική αγωνία. Μα τούτη δεν αφορά τη μεταφυσική αγωνία του θανάτου, αλλά την εσωτερική διαδρομή του ανθρώπου με μία εξπρεσιονιστική διάθεση –στη συμβολική υπερρεαλιστική πνοή που είδαμε κι άλλοτε– προς την αυτοανακάλυψη και αυτοαναγνώριση. Είναι η οδύσσεια των ανθρώπινων παθών πριν ο ήρωας αναγνωρίσει το αληθινό εγώ του. Ο άνθρωπος οφείλει να αντιμετωπίζει τους δαίμονές του, τις ερινύες για κάθε αδικία που έκανε ή αδιαφορία που επέδειξε. Η απροσδιοριστία του χρόνου και του χώρου, σε μία ανώνυμη πόλη, σε μία ανώνυμη χώρα, σε συνδυασμό με τα ξενικά ονόματα και τη θολή τοποθέτηση της επικαιρότητας, αφήνουν ένα έργο βαθιά ανθρωποκεντρικό.

Το πολυδιάστατο σύμπαν της Κουτσουμπέλη με τη χωροχρονική ρευστότητά του και το δίπολο συνείδηση-μνήμη/ασυνείδητη σκέψη δε γνωρίζει το σχηματικό δυαδικό σχήμα καλό-κακό. Οι ερμηνείες υπάγονται σε μία κβαντικότητα. Μόνο με όλα τα στοιχεία και την αντιμετώπιση των δαιμόνων, πλησιάζουμε στην αλήθεια και την αυτοαναγνώριση. Και για τούτο πρέπει να άνθρωπος να παλέψει και να έρθει κοντά σε φίλους και εχθρούς.

(αναδημοσίευση από το περιοδικό Φευθ- Οι δύο όψεις της γραφής, τχ. 8, Δεκέμβριος 2018)

.

ΤΖΕΝΗ ΜΑΝΑΚΗ

FRACTAL Μάρτιος 2019

Ταξιδεύοντας στα Σύμπαντα

«… ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι, ανάμεσα στους άπειρους κόσμους, κάποιος μας φυσά κι εμείς ξεκολλάμε και ταξιδεύουμε στα Σύμπαντα. Του εδώ και του Αλλού. Και μόνον η αγάπη είναι η συγκολλητική ουσία, η επιλογή μας, αυτό που μπορεί να δώσει κάποιο νόημα στην παράξενη περιπέτεια, στο Χάος της ζωής μας»

Η δυστοπία, ο συμβολισμός και το αλληγορικό στοιχείο δίνουν το στίγμα τους από τις δύο πρώτες σελίδες του συναρπαστικού αυτού μυθιστορήματος της Χλόης Κουτσουμπέλη.

Ο κεντρικός ήρωας της, ο Στέφαν Χήροου (σημειώστε τη μεταφορική έννοια του επιθέτου, herow ) μετά από ένα παρά λίγο θανατηφόρο ( ; ) ατύχημα βλέπει μπροστά του τον κ. Κλάιν (ειρωνική ονοματοδοσία: Κλάιν = μικρός) με τον οποίο είχε ραντεβού για να εργασθεί ως επιστάτης κατά κάποιο τρόπο, στην ιδιόκτητη πολυκατοικία του. Καθώς προσπαθεί να προλάβει τον εργοδότη, που προπορεύεται, η πολυκατοικία προβάλλει μπροστά του λουσμένη από ένα εκτυφλωτικό φως που φόβισε τον Στέφαν. «Τότε είδε μπροστά του μια τεράστια φάλαινα, ένα κήτος που ανέπνεε, με το εσωτερικό να πάλλεται, τα μπαλκόνια να σείονται, τα τούβλα, τα μπετόν, τους αρμούς να σαλεύουν. Ύστερα ένα σύννεφο κατάπιε πάλι τον ήλιο και η αίσθηση χάθηκε».

Ο Στέφαν είχε την αίσθηση μπαίνοντας στην πολυκατοικία ότι κατέβαινε επίπεδα κάτω από την επιφάνεια της γης.

Η ”ιστορία” εκτυλίσσεται τον 21ο αιώνα, σε χρόνο μετά το σήμερα. Το μη συμβατικό στοιχείο είναι προφανές. Ο Στέφαν είναι υπόρρητα νεκρός και ο κ. Κλάιν είναι ο ίδιος ο θάνατος ή ο Άγγελος Θανάτου (Γκάμπριελ Κλάιν), όπως συστήνεται προς το τέλος της αφήγησης. Ο κ. Κλάιν του δίνει τα κλειδιά και του γνωρίζει τους ενοίκους της πολυκατοικίας με αλλεπάλληλες κοινές επισκέψεις τους στα διαμερίσματά (για έλεγχο χρήσης). Οι επισκέψεις παραπέμπουν σε θεατρικές σκηνές – καπιαμέντο. Ο κ. Κλάιν συνιστά την αυστηρή τήρηση προγράμματος και κανόνων θυρωρού, που θα πρέπει ο Στέφαν να ακολουθήσει πιστά για Σαράντα ημέρες (ο γνωστός χρόνος πένθους κατά τη χριστιανική θρησκεία, όπου υποτίθεται, σύμφωνα και με παραδόσεις, η ψυχή πλανάται). Η όλη εργασία του Στέφαν θα αμειφθεί με 100 χρυσές λίρες, ποσό σημαντικό- συμβολικό της ”επώδυνης πάλης” με τον παλιό εαυτό.

Η επίσκεψη στον πρώτο όροφο, στην οικογένεια Μουρν, (mourn = θλίψη μετά την απώλεια – πενθώ) σε ώρα γεύματος, με τέσσερα σερβίτσια στο τραπέζι, ενώ είναι παρόντες μόνο το ζεύγος και η κόρη τους Ελίζαμπεθ. Ο γιος τους Μπίλλυ, απουσιάζει από μακρού. Το όνομα, όπως εξομολογείται η συγγραφέας, παραπέμπει στον αδελφό της Βασίλη, στον οποίο έχει αφιερώσει το βιβλίο.

Το πένθος της για εκείνον αποτέλεσε την έμπνευση για το μυθιστόρημά της.

Στον δεύτερο όροφο μένει η αινιγματική Μπόνυ Μεντράνο, αρτίστα, η πιο ρευστή και ίσως πιο συναρπαστική ύπαρξη της ιστορίας, που ενδιαφέρεται για τον Στέφαν και την ”απώλειά” του, που ίσως υπήρξε ”…μια ρωγμή στην τελειότητα του σύμπαντος …μια μαύρη τρύπα”.

Ο Στέφαν έχασε στην παιδική ηλικία τη μητέρα του και στη συνέχεια τη μοναδική του αγάπη την Λούσυ, δικηγόρο που υπερασπιζόταν τους αδικημένους – κάτοικο της ‘‘Παλιάς Πόλης”.
…………………………………………..

Και τώρα; τον ρώτησε.
Αυτός καθόταν σε μια καρέκλα σκηνοθέτη
με την πλάτη γυρισμένη στα ερείπια.
Φορούσε μαύρα γυαλιά.
Τώρα, της είπε με βραχνή φωνή,
είσαι απλώς μία συλλογή ποιημάτων που τελειώνει.

Από την ποιητική συλλογή της ”Το σημείωμα της οδού Ντεσπερέ -2018)

Ο κ. Κλάιν ζητά να επιδιορθωθούν τα ”υδραυλικά” πριν η βλάβη γίνει ανεπανόρθωτη. Η Μπόνυ αρνείται να ανοίξει ένα κλειστό δωμάτιο όπου κοιμάται η ”Μπέμπα”, το υποτιθέμενο εξώγαμο παιδί που απέκτησε ( ; ). Στον τρίτο όροφο κατοικεί η κ.Ήβ΄Ερθ (γήινη Εύα) μαζί, υποτίθεται, με τον Χου (Who), που έχει να φανεί από καιρό στην πολυκατοικία.

Στον τέταρτο ο κ. Ίντιπους (παραπομπή στον Οιδίποδα) μαζί με την παράξενη μητέρα του και τη βοηθό τους Λαρίσα, μία μετανάστρια που έχασε το παιδί της (Σβεν) στη θάλασσα.

Στον πέμπτο όροφο κατοικεί ο κ. Χηλ (Heal – θεραπεύω) συγγραφέας, που συνδεόταν με τον Στέφαν με μία ιδιαίτερη σχέση. Ο κ. Χηλ συγκατοικεί με τη νεαρή Τζέην.

Ο Στέφαν θα μείνει στον ειδικά προετοιμασμένο γι’ αυτόν, ημιώροφο, έναν τακτοποιημένο χώρο με όλα όσα χρειάζεται. Σκέφτεται τη γυναίκα του Κρίστυ, χωρίς να έρθει σε επαφή μαζί της, της στέλνει μόνο την αμοιβή του, ως μια πράξη επανόρθωσης. Η Κρίστυ ανησυχεί, τον έχει χάσει.

………………………………………………………

«Ύστερα κάποιος μετατόπισε τους δείκτες
στο κουρδιστό ρολόι τοίχου στο σαλόνι
κι άργησα είκοσι χρόνια.
Θα σε ειδοποιούσα σίγουρα
αλλά τα ταχυδρομικά περιστέρια
καθηλώθηκαν υπέρβαρα στα σύρματα.»

(από την ποιητική της συλλογή «Κλινικά απών» (2014)

Με την πάροδο του χρόνου, που διαφαίνεται ρευστός καθώς προχωρεί η αφήγηση, ο Στέφαν, άνθρωπος με ανεξέλεγκτα πάθη, έρχεται σε επαφή με τους ενοίκους, που αποδεικνύονται όλοι πρόσωπα που σχετίζονται με το παρελθόν του. Γίνεται κοινωνός των μυστικών και των βαθύτερων αισθημάτων τους, τους παρηγορεί για τις απώλειες αγαπημένων τους, καθώς σταθερά επαναπροσδιορίζεται και ο ίδιος, ανακαλύπτει τη χαμένη ανθρωπιά, την αλληλεγγύη, τη συμπόνια, την ενσυναίσθηση, την αγάπη που είναι η συγκολλητική ουσία που δίνει νόημα στο χάος της ζωής. Σταδιακά απαλλάσσεται από τα πάθη, τις εξαρτήσεις του, όπως τη χαρτοπαιξία, τον αλκοολισμό, τη συνάφεια – συναλλαγή με ύποπτα πρόσωπα της

”Παλιάς Πόλης” (κακόφημη συνοικία). Στο μεταξύ νιώθει ότι χάνει διαρκώς από τη φυσική του υπόσταση, τα ρούχα του πέφτουν από το σώμα του, ένα άλλο ακόμη στοιχείο που παραπέμπει στη μεταθανάτια φθορά.

Μέσα στο κείμενο το υπερβατικό αναμειγνύεται με πολλά ρεαλιστικά στοιχεία, όπως οι καθημερινές εργασίες τις οποίες πρέπει να κάνει ο Στέφαν και οι λοιποί ήρωες, η διάταξη- διακόσμηση χώρων, η προετοιμασία ενός γεύματος, το άναμμα κεριών. Ωστόσο ενώ η μυρωδιά ενός φαγητού εγείρει την όρεξη, ο Στέφαν δεν πεινάει πια και η γεύση του κρασιού μυρίζει μούχλα. Η συγγραφέας παίζει με τον ρεαλισμό και την αλληγορία συγχρόνως, με έμφαση στη δεύτερη, ενώ ”συνομιλεί” με το ποιητικό της έργο.

Σταδιακά, οι επιμέρους σκηνές παύουν να φωτίζονται, ορισμένοι ένοικοι της πολυκατοικίας αποχωρούν ενώ ο Στέφαν ”αισθάνεται πολύ ανάλαφρος, σαν να αιωρείται κάποια εκατοστά πάνω από τον καναπέ” όταν συναντά και πάλι, τρεμάμενος, τον πανεπόπτη κ. Γκάμπριελ Κλάιν.

Ενώ το θέμα του βιβλίου προοιωνίζεται θλιβερό, η συγγραφέας με μαεστρία εντάσσει στο λόγο της ειρωνεία, υποδόριο χιούμορ, σκηνές που παρασύρουν τον αναγνώστη έξω από το δυστοπικό περιβάλλον, και άλλες που αναδεικνύουν την ψυχική ανάταση από τη συνύπαρξη με τον άλλο, τον διαφορετικό, τον ξένο, τον μετανάστη. Εξαίρει μέσα από την πορεία της αφήγησης τη δοτικότητα, το μοίρασμα, με συνέπεια την απάλυνση της θλίψης από την απώλεια. Χαρίζει τη δυνατότητα μιας δεύτερης ευκαιρίας για αναγνώριση των καλών στοιχείων του εαυτού, για την αυτογνωσία. Θέτει ερωτήματα, όπως τι είναι πιο σημαντικό στη ζωή εκτός από τη δόξα, το χρήμα, ακόμη και τα βιβλία. Η αφηγηματική ροή ανακόπτεται με συχνά flash back, στις ζωές των ηρώων με έμφαση στα παιδικά χρόνια, ιδίως όταν αυτά είναι τραυματικά. ”Η ορφάνια. Η Ιερή Πληγή. Η δικαιολογία. Η πρόφαση για όλα. Η αφετηρία. Η επιστροφή. Η κοίτη. Σκέφτηκες ποτέ Στέφαν ότι ήταν το δώρο σου; ‘‘. Ωστόσο, η Κουτσουμπέλη ελέγχει πλήρως τη δομή του κειμένου της, παρά ακόμη και τα πετάγματα στο μέλλον. Το βιβλίο είναι σημαντικό πέρα από την πολύ καλή γραφή του (συχνά ποιητική), γιατί δίνει διεξόδους σκέψης, για τη ζωή και τον θάνατο, για τη θλίψη του πένθους, θίγει τρέχοντα ζητήματα, πέραν των προαναφερθέντων, όπως το μεταναστευτικό. Συγκινητική η πρωτοπρόσωπη αφήγηση στο κεφάλαιο ”Σβεν” – μονόλογο του μικρού μετανάστη που πνίγηκε (γιος της Λαρίσα),

Το χέρι της όμως έμεινε μαζί του.
Κοιμάται με αυτό τις νύχτες.
Τον χαϊδεύει στοργικά.
Μ’ αυτό το χέρι γράφει.

(από την ποιητική συλλογή της «Οι ομοτράπεζοι της άλλης γης» 2016 )

Στο κεφάλαιο ”Η καρδιά”, με προμετωπίδα ένα ποίημα της Έμιλυ Ντίκινσον, θίγει το ζήτημα της δωρεάς οργάνων σώματος. Είναι το κεφάλαιο εκείνο, όπου συντελείται το θαύμα της αγάπης, μέσα από την ενσυναίσθηση και τη συναίσθηση του τέλους του τέλους.

Αν σταματήσω μια Καρδιά που πάει να σπάσει

δεν ήρθα μάταια στη ζωή

…………………………………… EMILY DICKINSON

.

ΦΩΤΕΙΝΗ ΧΡΗΣΤΙΔΟΥ

FRACTAL Φεβρουάριος 2019

Γνωρίζοντας τον εαυτό μας και τον κόσμο

«Μια ζωή που αναλώθηκε σε λάθη είναι πολύ πιο αξιέπαινη και πολύ πιο χρήσιμη από μια ζωή που αναλώθηκε μην κάνοντας τίποτε». Η ρήση αυτή του Μπέρναρντ Σω μας εισάγει στο μυθιστόρημα της Χλόης Κουτσουμπέλη, με ήρωα τον Στέφαν, ορφανό σε νεαρή ηλικία από μητέρα, γιο ιερέα, πρώην δικηγόρο, νυν άνεργο, εθισμένο στον τζόγο, το σεξ, το αλκοόλ. Ο κος Κλάιν προσφέρει στον Στέφαν δουλειά θυρωρού στην ιδιόκτητη πολυκατοικία του. Υποτίθεται πως ο Στέφαν λίγο πριν ξεκινήσει να εργάζεται για τον κ. Κλάιν διασώζεται ως εκ θαύματος από ένα δυστύχημα. Η είσοδος στην πολυκατοικία του κ. Κλάιν μοιάζει με χάος που οδηγεί σταδιακά στα έγκατα της γης. Ο θολός της καθρέφτης καθιστά δυσδιάκριτα τα πράγματα. Η γνωριμία του Στέφαν με τους ενοίκους των ορόφων γίνεται άμεσα, κατά τη διάρκεια ελέγχου των διαμερισμάτων για τυχόν ζημιές από τον κ. Κλάιν. Ο Στέφαν πληροφορείται πως η δουλειά που του προσφέρθηκε είναι για διάστημα σαράντα ημερών και η αμοιβή γενναία. Αντιμετωπίζει ωστόσο γρήγορα πρόβλημα με το χρόνο, καθώς αντιλαμβάνεται πως δεν μπορεί να υπολογίσει το διάστημα που έχει περάσει αφότου δρασκέλισε το κατώφλι της πολυκατοικίας μιας και το ρολόι του παύει να λειτουργεί. Ωστόσο ο Στέφαν είναι πολύ απασχολημένος με τις δουλειές που του έχουν ανατεθεί, αλλά και με τους ενοίκους που ανακαλύπτει ότι τους είχε συναντήσει και είχε συνδεθεί μαζί τους σε διάφορες φάσεις της ζωής του, όπως με τον δημοσιογράφο και συγγραφέα Σεμπάστιαν Χηλ, τον γιατρό Ίντιπους, την Ερθ, την Μπόνυ Μεντράνο. Οι ένοικοι τού αποκαλύπτουν μυστικά της ζωή τους, τον κάνουν κοινωνό των προβλημάτων τους, ζητούν τη βοήθειά του κι εκείνος προσπαθεί με κάθε τρόπο να τους συνδράμει, ν’ απαλύνει τον πόνο τους, να τους συμβουλέψει. Η πορεία αυτή όμως προς τους άλλους εξελίσσεται αμφίδρομα, καθώς ο Στέφαν στο χρόνο που βρίσκεται μόνος στο κατάλυμά του καταδύεται στον εσώτερο εαυτό του. Μέσω συνειρμών πυροδοτούνται μνήμες από την παιδική του ηλικία ακόμη, περιστατικά, πράξεις, παραλείψεις που τον πονάνε, τον πληγώνουν, τον βαραίνουν, όπως η σχέση του με την αδελφή του, με τον πατέρα του, με την Λούσυ. Ο Στέφαν γίνεται καταλύτης για τις ζωές των άλλων, αλλά και κριτής της δικής του ζωής. Μετανοεί, συγχωρεί και συγχωρείται βιώνοντας τη διαδικασία μιας οδυνηρής κάθαρσης ενώ καθημερινά χάνει ένα μέρος της υλικής του υπόστασης. Ώσπου το διάστημα των σαράντα ημερών ολοκληρώνεται, όπως τον ενημερώνει ο κ. Κλάιν, κι ο Στέφαν είναι πλέον έτοιμος από το μπάρντο, το καθαρτήριο της ψυχής του, να μεταβεί στον κόσμο των νεκρών τη στιγμή που ο κ. Κλάιν βρίσκει τον νέο του θυρωρό .

Το μυθιστόρημα τοποθετείται στον 21ο αιώνα, ο τόπος όμως είναι σκόπιμα αδιευκρίνιστος, ‘’κάπου στον πλανήτη γη’’, προφανώς για ν’ αποκτήσει καθολικότητα εφόσον πραγματεύεται οικουμενικά θέματα. Πρόκειται για ένα κείμενο δυστοπικό, ρεαλιστικό αλλά και αλληγορικό, μεταφυσικό. Η δυστοπία γίνεται αντιληπτή ήδη από την πρώτη σελίδα του μυθιστορήματος, όταν περιγράφεται η πτώση του ανθρώπου και των κοινωνιών του καθώς ’’ο χιμπατζής κυριαρχεί όλο και περισσότερο στον ανθρώπινο εγκέφαλο’’, αλλά και παρακάτω στις σελίδες που διαγράφουν τη φρίκη που κυριαρχεί στην παλιά πόλη με την περιβαλλοντική υποβάθμιση, την εγκληματικότητα, τη βία, τις εξαρτήσεις, την εμπορία ανθρώπων, τα ξεκαθαρίσματα λογαριασμών, το θάνατο. Η αλληγορία αποτυπώνεται κυρίως στο πρόσωπο του κ. Κλάιν, Γκάμπριελ Κλάιν, όπως διευκρινίζεται στο τέλος, όπου Γκάμπριελ, εβραϊστί, ο δυνατός άνθρωπος του Θεού, ένας σύγχρονος ψυχοπομπός, ένας μεσολαβητής για το πέρασμα του νεκρού στην άλλη όχθη. Είναι ο αυστηρός, καλοντυμένος, επιβλητικός κύριος που γνωρίζει και ελέγχει τα πάντα. Ο μεταφυσικός χαρακτήρας του βιβλίου προκύπτει τόσο από τη λειτουργία της πολυκατοικίας ως καθαρτήριο, όσο και από τον παγωμένο χρόνο, την εξαϋλωση μέρα τη μέρα του Στέφαν και τελικά την κρίση που τον περιμένει. Επίσης η αναφορά στην αιγυπτιακή και τη θιβετιανή βίβλο των νεκρών ενισχύει τη μεταφυσική χροιά του κειμένου.

Το θεατρικό στοιχείο κάνει αισθητή την παρουσία του εξαρχής με την παρουσίαση των προσώπων, εν είδει θεατρικού προγράμματος, πριν την αφήγηση. Εμφανής είναι όμως η θεατρική σκηνοθεσία και στα επί μέρους κεφάλαια που δίνουν την εντύπωση θεατρικών πράξεων.
Η ονοματοδοσία των ηρώων είναι προσεκτικά επιλεγμένη. Πρόκειται για ξενικά ονόματα, αγγλικής προέλευσης τα περισσότερα, με συγκεκριμένη σημασία. Ο Στέφαν για παράδειγμα ονομάζεται Χήροου, δηλαδή ήρωας, ο δημοσιογράφος-συγγραφέας ονομάζεται Χηλ, που σημαίνει θεραπεία, η Ηβ ονομάζεται Ερθ, δηλαδή γήινη κλπ.

Τα θέματα που θίγει η συγγραφέας είναι πολλά. Η αναγκαιότητα ενσυναίσθησης, η οικοδόμηση ουσιαστικών σχέσεων και η προσφορά στο σύνολο είναι, κατά την άποψή μου, τα αξιολογότερα. Ο Στέφαν αγαπήθηκε στη ζωή του και νόμιζε πως αγάπησε κι ο ίδιος, χωρίς όμως ποτέ να καταφέρει να ξεφύγει από τα στενά πλαίσια της ατομικότητας και των αναγκών του. Χρησιμοποίησε τους ανθρώπους γύρω του, τους ξεπούλησε κάποτε ανενδοίαστα και του δόθηκε η ευκαιρία να το συνειδητοποιήσει αυτό κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην πολυκατοικία-καθαρτήριο του κ. Κλάιν. Εκεί του αποκαλύφθηκε ο εαυτός του κι εκεί έκανε την υπέρβαση και εγκαινίασε την πορεία προς τους άλλους. Εκεί αντιλήφθηκε την έννοια και τη σημασία της αγάπης. Στο προτελευταίο κεφάλαιο με τίτλο Καρδιά, ο Στέφαν έχει τη δυνατότητα να ξεφύγει από τη φρικτή μοναξιά της κόλασης προσφέροντας την καρδιά του σ ένα παιδί, θύμα της θηριωδίας του πολέμου, που την έχει ανάγκη. Είναι το αισιόδοξο τέλος του βιβλίου, λίγο πριν την κυκλική ολοκλήρωσή του με την πρόσληψη ενός νέου θυρωρού στη δούλεψη του κ. Κλάιν!

Το μήνυμα αυτό αποτυπώνεται στους στίχους της Έμιλι Ντίκινσον που η συγγραφέας προτάσσει ως μότο στο κεφάλαιο Καρδιά:

Αν σταματήσω μια Καρδιά που πάει να σπάσει

Δεν ήρθα μάταια στη ζωή

Αν απαλύνω κάποιου την Οδύνη

Ή ηρεμήσω άλλου τον Πόνο

Ή βοηθήσω τον μισολιπόθυμο Κοκκινολαίμη

Να μπει ξανά μες στη Φωλιά

Δεν ήρθα μάταια στη ζωή.

Ο βοηθός του κυρίου Κλάιν είναι ένα γοητευτικό, ποιητικό μυθιστόρημα, σκληρό και ευαίσθητο μαζί που προσφέρει στον αναγνώστη την απόλαυση ενός γνωστού άγνωστου ταξιδιού στον εαυτό μας και τον κόσμο.

.

ΟΙ ΟΜΟΤΡΑΠΕΖΟΙ ΤΗΣ ΑΛΛΗΣ ΓΗΣ

ΚΟΥΛΑ ΑΔΑΛΟΓΛΟΥ

Τα Ποιητικά Τεύχος28 12/2017

Η συλλογή Κλινικά απών της Χλόης Κουτσουμπέλη (2014) αποτελεί ένα σημαντικό σταθμό στην ποιητική της πορεία. Δύο χρόνια μετά, οι Ομοτράπεζοι της άλλης γης δίνουν ένα ιδιαίτερο δείγμα έκφρασης.
Ο τίτλος Κλινικά απών παραπέμπει έμμεσα στην απώλεια – κάθε είδους – και στην απουσία. Ο τίτλος Οι ομοτράπεζοι της άλλης γης δηλώνει άμεσα ότι η κυρίαρχη απώλεια είναι ο θάνατος.
Κοινός παρονομαστής στις δύο συλλογές: έρωτας, τραύμα, απώλεια, θάνατος, πένθος γίνονται ποιητικός λόγος.
Ειδοποιός διαφορά: Η ένταση. Στους Ομοτράπεζους ανεβαίνει στη διαπασών, για συναισθήματα, περιγραφές, εικόνες.
[…]
Στους Ομοτράπεζους της άλλη γης ο αναγνώστης-θεατής διαβάζει-παρακολουθεί σκηνές σαν από ένα ιδιότυπο θέατρο ή κινηματογράφο. Εννοώ τις εικόνες που υποβάλλουν τα ποιήματα.
Χωρισμένη σε δύο μέρη η συλλογή. Τίτλοι των ενοτήτων Γυάλινα σπίτια και Ποιος έκλεψε τον μικρό Χανς. Το ύφος των τίτλων δημιουργεί στον αναγνώστη την αίσθηση της συνάφειας. Συγκοινωνούντα δοχεία οι ενότητες. […]
Η συλλογή, με τα δεδομένα αυτά και με τη διάκριση στις δύο ενότητες, καλόν είναι να ιδωθεί ως όλον χωρίς να διχοτομηθεί, με κορύφωση τη συγκεκριμένη ομάδα των ποιημάτων του πένθους, στο συνεχές των απωλειών.
Και στην αντιμετώπιση του πόνου. Γιατί αυτό που αγωνιωδώς ψάχνει το ποιητικό υποκείμενο στα ποιήματα της συλλογής αυτής είναι κάποιος τρόπος να αντιμετωπιστεί ο πόνος, η οδύνη, η αίσθηση της ματαιότητας. Στην άποψη αυτή συνηγορεί το ότι κάποια ποιήματα της πρώτης ενότητας θα μπορούσαν να ενταχθούν στη δεύτερη, όπως το ποίημα «Τα κοριτσάκια», καθώς και τμήματα από το συνθετικό ποίημα «Οι ομοτράπεζοι της άλλη γης», συγκεκριμένα το IV και το V. Από την άλλη μεριά, αρκετά ποιήματα της δεύτερης ενότητας κατάγονται από εκείνα της πρώτης. Σαν να μεταμφιέζονται. Σαν να διευρύνεται η λειτουργία τους έξω από τον κύκλο της οικογένειας, μολονότι από εκεί αναφύονται. Παράδειγμα «Ο συγγραφέας κύριος Μπάρυ» ή «Η μητέρα κυρία Άλισον».
Απ’ όλη την μητέρα του, /κράτησε μόνο το χέρι./ […] Μία από τις πολλές γκουβερνάντες/ που θα τον μεγαλώσουν/ μίλησε ψιθυριστά για ένα άντρα,/ είχε μάντρα με μεταχειρισμένα αυτοκίνητα,/ η μητέρα έφυγε μαζί του σε άλλη πόλη./ Το χέρι της όμως έμεινε μαζί του./ Κοιμάται με αυτό τις νύχτες./ Τον χαϊδεύει στοργικά./ Μ’ αυτό το χέρι γράφει.
(«Ο συγγραφέας κύριος Μπάρυ», σ. 51)

.

ΕΛΕΝΗ ΚΟΦΤΕΡΟΥ

ΦΡΕΑΡ/3/11/2017 Στης έμπνευσης τον στροβιλισμό

ΤΟΠΟΙ ΚΑΙ ΝΟΡΜΕΣ ΜΙΑΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΤΑΠΕΛΤΗ

Το πένθος, τόπος σκοτεινός και άδηλος, ακαθόριστος ως προς τα σύνορα ή την τοπιογραφία του, συχνά γίνεται της ποίησης τόπος καθώς η απόπειρα περιγραφής του δεν υπακούει σε γλωσσικές νόρμες. Το πένθος δεν περιστέλλεται με τη γραφή, μα θρυμματίζεται σε λέξεις για να αναδομηθεί με την ποίηση. Εκεί, θα διατηρηθεί αν όχι ανέπαφο, τουλάχιστον επισκέψιμο.
Η συλλογή χωρίζεται σε δυο μέρη. Κοσμείται από τις λιτές εκφραστικές φωτογραφίες της Μαρίας Κοσσυφίδου, όπου το άλγος του θανάτου και της ζωής αποτυπώνεται σε ασπρόμαυρα στιγμιότυπα και φτάνει στον αναγνώστη με ευγένεια και τρυφερότητα.
Στο πρώτο μέρος της συλλογής με τίτλο «Τα γυάλινα σπίτια» η ποιήτρια ενορχηστρώνει το πένθος και τις ποικίλες εκφάνσεις του σε δημιουργία. «Οι ομοτράπεζοι» νεκροί της, ξαποσταίνοντας στο ποίημα απολαμβάνουν το αγαθό της μη-λήθης. Μα το πένθος δεν αφορά μόνον τους δικούς της νεκρούς και το καταθέτει ξεκάθαρα η ποιήτρια στο ομότιτλο της συλλογής σπονδυλωτό ποίημα που απαρτίζει μιαν από τις ενότητες του πρώτου μέρους. Παιδιά -πρόσφυγες πνιγμένα στην παγωμένη κόλαση του βυθού, θύματα παλιά και νέα της ωμής βίας των βομβαρδισμών, απέθαντες σκιές των στρατοπέδων συγκέντρωσης, αλλά και της σύγχρονης κοινωνικής βίας περνούν συχνά απ’ τα παράθυρα του ποιήματος: «Μερικές φορές έξω από το παράθυρο / περνάει ένας νεαρός / με μία ζώνη δεμένη σφιχτά γύρω απ’ τον λαιμό. / Στο οικοτροφείο περνούσα καλά, της γνέφει / αν εξαιρέσεις τους αλλεπάλληλους βιασμούς, / ένας άλλος σωριάζεται στην τριανταφυλλιά, / την βάφει κόκκινη / στην πλάτη σφηνωμένο ένα μαχαίρι / τραγουδάει για λύκους και μαύρες κουκούλες / και μια σβάστικα που απλώνεται παντού».
Η διαχείριση του πένθους ακολουθεί θαρρείς ένα τελετουργικό που απαιτεί οπωσδήποτε τη θυσία της σιωπής. Εδώ πρέπει να σαλπάρει ο σπαραγμός, η οδύνη οφείλει να σπάσει το νήμα της ιδιωτικότητας και οι λέξεις να βαφτούν με όλες τις αποχρώσεις του μαύρου, για ν’ αποκτήσει υπόσταση η πρόθεση του ποιήματος. Ο λόγος της σπαραχτικός, αποκαλυπτικός, καταγγελτικός. Τα ποιήματα γίνονται σπίτια γυάλινα, διάφανα, διαπερατά στο βλέμμα του αναγνώστη. Συχνά καταρρέουν κι όλα τα θραύσματα καρφώνονται στο ποίημα: «Αυτοί που ζουν σε γυάλινα σπίτια / δεν είχαν ποτέ καλοστρωμένο κυριακάτικο τραπέζι /κανείς δεν τους πέρασε ποτέ το αλάτι / όσο για το βούτυρο απλώς έλιωνε επάνω στις πληγές / αυτοί που ζουν σε γυάλινα σπίτια / διακριτικά ας αδειάζουν τα σταχτοδοχεία / και ας προσφέρουν πηχτό καφέ παρηγοριάς /σε σεμνά φλιτζανάκια ενός δακρύου».
Σ’ αυτή τη συλλογή δεν λειτουργεί ο υπαινιγμός. Το υπόστρωμα της θλίψης, οι ψυχολογικές διακυμάνσεις, η ενσάρκωση και η επέκταση των τραγικών μύθων στο σήμερα (Θέλω να μάθω/ πώς ο αγαπημένος / μπορεί να είναι γιός και εραστής / πατέρας, βασιλιάς / τυφλός χρησμός / πρησμένη θηλιά/ βήματα με μπαστούνι / ξένος που ξέχασε το αίνιγμα), η οργή και η διαμαρτυρία για τις σύγχρονες και τις παλαιές σφαγές , δεσπόζουν τόσο στο πρώτο όσο και στο δεύτερο μέρος της συλλογής. Το ύφος της διακρίνεται για την πυκνότητά του, ωστόσο διατηρεί πάντα το ουσιώδες. Υποθάλπτοντας τον λυρισμό και μια ιδιάζουσα μουσικότητα, το ύφος γίνεται έρεισμα για το περιεχόμενο που άλλοτε ξεσπά συναισθηματική καταιγίδα κι άλλοτε εκλεπτυσμένος σαρκασμός: «Βγαίνοντας, κλείσε το καλοκαίρι / πίσω σου ανώδυνα. / Έτσι και αλλιώς ο πόνος / θα σε περιμένει στην αποθήκη / μαζί με τα βατραχοπέδιλα / για να τον φουσκώσεις πάλι / το άλλο καλοκαίρι».
Η δεινότητα με την οποία η ποιήτρια χειρίζεται το ισοζύγιο των λέξεων, του ρυθμού και του συγκινησιακού φορτίου, οδηγεί σε ποιήματα όπου η υπέρβαση του αισθητού κόσμου εξωτερικεύει περίτεχνα τις διεργασίες του υποσυνείδητου, πράγμα που συναντάμε και σε προηγούμενες συλλογές της. Άλλοτε ξορκίζει την οδύνη αφήνοντας τις καθημαγμένες λέξεις της στις έρημες εκτάσεις του πόνου κι άλλοτε σηκώνει ανάστημα, σαρκάζει με τόλμη και παρρησία την σήψη και την απάθεια της εφησυχασμένης κοινωνίας. Μερικές φορές, ένα ποίημα μάς βοηθά να κατανοήσουμε κάτι που μέχρι πριν ήταν μακρινό κι ακατανόητο, κάτι που κρύβαμε ακόμη (κυρίως) από τον εαυτό, μα η ποιήτρια το αποκαλύπτει, το εξομολογείται στους αναγνώστες: «Μην έρχεστε σε μένα τους φωνάζω / Διαβάστε την πινακίδα, / είμαι από τη γενιά του ιδιωτικού οράματος / που ομφαλοσκοπεί. / Μα συνέχεια έρχονται κι άλλοι / χώνονται στους στίχους / μπλέκονται στο αμπάρι / πλημμυρίζουν το κατάστρωμα.»
Το πρώτο μέρος κλείνει με το συγκλονιστικό ποίημα –που παραπέμπει σε διάλογο αρχαίας τραγωδίας– με τον τίτλο «Αποχαιρετισμός», μία από χέρι χαμένη αναμέτρηση με τον θάνατο που οδηγεί όμως στον θρίαμβο του ποιήματος.
Ωστόσο, δεν εξαντλείται στο πένθος. Ο έρωτας, σημαντικό θεματικό κέντρο στην ποίηση της Χλόης Κουτσουμπέλη κάνει την εμφάνισή του με τα εξαιρετικά ποιήματα «Μαραθώνιος» και «Κινηματογράφος», ακατάλυτος και εμμένων. Δείχνει κατάκοπος, με σπασμούς και τρεμάμενα χέρια κουλουριασμένος λουφάζει μέσα στην κοιλιά της μαύρης φάλαινας. Όμως, χάρη στην ιδιαίτερη ποίηση της Χ. Κουτσουμπέλη, ακόμη κι ο ματαιωμένος έρωτας αντιπροσωπεύει πάντα τις αντιφάσεις και την πολυμορφία των χειρονομιών της αγάπης, τον πλούτο των ενστίκτων και των αισθημάτων που αντιπαλεύουν την άβυσσο του θανάτου.
Το δεύτερο μέρος της συλλογής με τίτλο «Ποιος έκλεψε τον μικρό Χανς;» εμφανίζει πολύ ιδιαίτερη δομή. Η ποιήτρια σμιλεύει με στίχους έναν μικρόκοσμο, μια συνοικία θα τολμούσα να πω με ποιήματα-κτίσματα πάνω στα σαθρά θεμέλια του δήθεν καλύτερου κόσμου. Ο αναγνώστης προετοιμάζεται κιόλας από το πρώτο ποίημα της δεύτερης ενότητας γι αυτή τη μετάβαση σ’ ένα άλλου είδους πένθος που έχει απωλέσει την αθωότητα και την ενάργεια του, αφού δεν πρόκειται για το πένθος του θανάτου, αλλά για το άνευρο, αργόσυρτο και βλοσυρό πένθος της ζωής. Δημιουργεί με τους στίχους της ένα αντιπαραμύθι όπου οι ήρωες, το περιβάλλον και τα αντικείμενα που τους περιστοιχίζουν, όλα, εξυπηρετούν τον ίδιο σκοπό: διαφυλάττουν τον καθωσπρεπισμό (το πιο «χαϊδεμένο» απ’ όλα τα παιδιά της πολιτισμένης κοινωνίας). Με γνήσια και πρωτότυπη δημιουργική πνοή δίνει ανάσα σε πρόσωπα και προσωπεία που κατοικούν στο ποίημα. Προσδίδει σε αυτά, όχι τυχαία, ονόματα αγγλοσαξονικής προέλευσης και επίθετα-οικόσημα του αδιάβρωτου, εδώ και αιώνες, συντηρητισμού: αξιοσέβαστος, αξιοζήλευτη, αξιότιμος, μοναχοκόρη, καθαρές, εύθυμη. Με τα ουσιαστικά-αντικείμενα φετίχ της αριστοκρατικής κληρονομιάς, όπως οικογενειακά πορτρέτα, κομοδίνα, κορνίζες, πιάνο, μελανοδοχεία και πένες, μπαστούνια και μπουτουνιέρες, νυφικά με ουρά, φραμαπλάδες, δαντέλες, πορσελάνες, κουνιστές πολυθρόνες, γκουβερνάντες και σφιχτές γραβάτες, η ποιήτρια στήνει το σκηνικό για να ερμηνεύσει ο θίασός της την «πολιτισμένη πολιτεία». Οι κάτοικοι αυτής της πολιτείας κοιμούνται και ξυπνούν, συνδιαλέγονται, διαπλέκονται, προσποιούνται (κυρίως προσποιούνται), καιροφυλακτούν, βασανίζουν τους αδύναμους, κομπάζουν, θάβουν τις επιθυμίες τους, ταΐζουν την αλαζονεία, υποκύπτοντας έως θανάτου στα στεγανά της κοινωνικής ευπρέπειας. Οι σχέσεις τους ποικίλουν: οικογενειακές –αδέρφια, σύζυγοι (με οχτώ γάμους και βάλε), εραστές αληθινοί και φαντασιακοί– ταυτοπροσωπίες, μα κυρίως είναι σχέσεις εξουσίας, οι κατ’ εξοχήν σχέσεις του σύγχρονου κόσμου. Όλοι, ομοτράπεζοι στα γεύματα της σιωπής και της υποκρισίας. Οι περσόνες που δημιουργεί η Χλόη Κουτσουμπέλη με τολμηρή εικονοποιία και πρωτοποριακή μορφή, βυθίζονται εκούσια στο ποίημα και αναδύονται ξανά για ν’ αντιμετωπίσουν επιτέλους τον εαυτό τους, να μιλήσουν στον αναγνώστη για τους μύχιους πόθους, την οδύνη και το τραύμα, την ανάγκη για αγάπη, το πάθος της γραφής, μα κυρίως λαχταρούν να μιλήσουν για το ανέκφραστο καθημερινό τους πένθος, για τη φενάκη της ζωής τους, σ’ ένα περιβάλλον στεγνό και στυγνό, όπου σχεδόν ολόκληρος ο κόσμος επινοείται. Ειδικά ο αξιοσέβαστος αστός κ. ΄Οουεν όλα τα επινοεί: «Στο τέλος τον ίδιο του τον εαυτό. / Ένα τέλειο όμικρον με διαβήτη. / Εμπρός λοιπόν κύριε ΄Οουεν,/ εισχωρήστε στο ταπεινό μας σώμα / πλημμυρίστε με χώμα /τα μάτια μας, τα χείλη, την καρδιά / ώσπου να γίνουμε κι εμείς /ένα ακόμη χρυσό δόντι /στην οδοντοστοιχία που αστράφτει.», ενώ η μοναχοκόρη Κόνστανς επινοεί τις αδερφές της για την επιτακτική ανάγκη της επιβίωσης, της δικής της και του ποιήματος. «Οι αδερφές μου είναι στοργικές. / Κάθονται πάντα δεξιά και αριστερά μου./ Έχουν τα μαλλιά του σε κότσο σφιχτό / απαγορεύουν την αιμομιξία. // Μα μια στιγμή, / δεν είχα ποτέ αδερφές. / Αφού από πάντα μου υπήρξα / μοναχοκόρη των δακρύων.» Σάμπως η αξιοζήλευτη δεσποινίς Εντελβάϊς Φλέτσερ έκανε διαφορετικά; «μ’ ένα πινέλο ζωγράφιζε τα δάκρυα. / Ω πόσο λυπημένη ήταν η Εντελβάις. /Ύστερα πάλι τα έσβηνε / και χρωμάτιζε χαμόγελα./ Ω πόσο χαρούμενη ήταν η Εντελβάις.» για ν’ αντέξει την κακοποίηση για την οποία η ίδια σιωπά, μα η ποιήτρια δεν διστάζει να γράψει γι’ αυτήν και τους σκοτεινούς βυθούς όπου καταποντίζει τα θύματά της.
Επίσης, ο φασισμός που δεν έχει εξαλειφθεί, οι επώδυνες παιδικές μνήμες, ο τρόμος των ενοχών, ο πανικός της μητρότητας, η αδηφάγα της θηλυκής υπόστασης μητρική φύση, η βία στην οικογένεια, ο φόβος που εκφράζεται ακόμη και με διατροφικές διαταραχές, αποτελούν τους κυριότερους θεματικούς άξονες. Ο χωροχρόνος των ποιημάτων αυτών είναι απροσδιόριστος και ρευστός. Οι καθαρές δεσποινίδες θα μπορούσαν να κοιμούνται αγκαλιά με τη μεταξένια καθαριότητα των φραμπαλάδων τους στις αρχές του 19ου αιώνα και να ξυπνούν σ’ ένα μοναχικό τριάρι της σημερινής Αθήνας. Γυναίκες που αδυνατούν να ξεπεράσουν τον καταδικασμένο εαυτό τους, μα οι σκιές τους το καταφέρνουν, αφού όλα στροβιλίζονται γύρω απ’ το ποίημα που όπως αναφέρθηκε νωρίτερα αποτελεί την κατοικία τους. Δημιουργεί ποιήματα που δεν επιδέχονται ανάλυση γιατί από μόνα τους υπερθεματίζουν την ανάγκη της έκφρασης και αποτελούν μανιφέστο. Τέτοιο είναι το ποίημα «Ο αξιότιμος κύριος Πόμπους» που μόνο με τα αντιφασιστικά ποιήματα του Μπρεχτ μπορώ να το παραλληλίσω. Τέλος, με μαεστρία και χάρη φέρνει τον Σέρλοκ Χολμς στη συνοικία του μικρού Χανς για να μας θυμίσει ότι συνήθως μπερδεύουμε τον Έρωτα με τον Θάνατο. Αυτή η σύγχυση δεν είναι άλλωστε από πάντα χαραγμένη στα σπλάχνα της ποίησης;
Καθώς διάβαζα και ξαναδιάβαζα τη συλλογή, αναρωτήθηκα πολλές φορές για τις επιρροές της. Τελικά δεν κατέληξα σε ασφαλές συμπέρασμα γιατί ενώ ορισμένα ποιήματα μου θύμισαν τους λυγμικούς στίχους της Ανν Σέξτον, άλλα οδήγησαν συνειρμικά στη φεμινιστική, διαπεραστική ποίηση της Αντριάν Ρίτς και κάποια, σα να συνομιλούσαν με την συγκινησιακή ποίηση της Ντενίς Λέβερτοφ, τελικά συνειδητοποίησα ότι δεν μοιάζει με καμιά ποίηση που έχω διαβάσει. Η Χλόη Κουτσουμπέλη κομίζει κάτι νέο σ’ αυτή την συλλογή που ίσως δεν είμαι αρμόδια να περιγράψω, ωστόσο μπορώ να το αισθανθώ και να το θαυμάσω. Η καινοτομία που εκφράζεται με όλη της τη δύναμη, επικυρώνει την παραπάνω από ερωτική σχέση της με την ποίηση. Η ρίζα της και το σπίτι της, η ποίηση.
Αξιοσημείωτος ο τρόπος με τον οποίο η ποιήτρια εμπλέκει τα πρόσωπα και τα σπίτια-ποιήματά τους, όπως στο ποίημα με τον τίτλο: Ο μικρός Φρανκ με το ξύλινο πόδι «Πού να είναι άραγε το τυφλό πόδι /του μικρού Φρανκ; / Μήπως το έφαγε ο λυσσασμένος σκύλος / του κυρίου Πόμπους; // Μήπως το καταβρόχθισε η κερένια κούκλα / της κυρίας Σμιθ;». Ο αναγνώστης οδηγείται στην πεποίθηση ότι ο ένας χαρακτήρας γέννησε τον άλλον στης έμπνευσης τον στροβιλισμό.
Με πάθος, θεατρικότητα, εσωτερικό μονόλογο που ενίοτε εκφράζεται και με διάλογο μέσα στο ποίημα, λογοτεχνικές αναφορές και φεμινιστικές προσεγγίσεις, χωρίς ποτέ να καταλήγουν σε κήρυγμα, η Χλόη Κουτσουμπέλη επιχειρεί και καταφέρνει μια νεκροψία των επί χρόνια ψυχορραγούντων κοινωνικών θεσμών, ρόλων και κανόνων. Το πόρισμά της, ποιήματα καταπέλτες ενάντια σε κάθε φανερή ή κρυμμένη εκδοχή φασισμού και βίας, καταγγέλλοντας συγχρόνως την απάθεια και τον συμβιβασμό που κυριαρχεί στα καθαρά λευκά κελιά της δήθεν ευπρέπειας: «“Αυτοί ήταν τότε γάμοι” ξεφυσάς/ και χτυπάς κάτω το μπαστούνι σου. /Διαρκείας από ξύλο ανθεκτικό, /οι άνθρωποι σαπίζουν μαζί με το κρεβάτι / και τα κομοδίνα με σκαλίσματα /δεξιά κι αριστερά. //Γίνομαι κολλαριστή για να με αγαπήσεις ./ Ένας αιώνας πέρασε / και ακόμα δεν με κοιτάς / όταν γδύνομαι μπροστά σου.»

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]
http://frear.gr/?p=19793

.

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

FRACTAL 21/09/2016

Ο αλλόκοτος αλλά παραδόξως προσιτός κόσμος της Χλόης Κουτσουμπέλη

[…] είχα ήδη μεγαλώσει και εγκατασταθεί στο τωρινό μου σπίτι, το πιο αλλόκοτο, το πιο αφύσικο, το πιο απρόβλεπτο από όλα, την ποίηση.

Είναι η ποίηση απρόβλεπτη, αλλόκοτη, αφύσικη; Αν αυτές οι λέξεις ακούγονται προκλητικές, ας σκεφθούμε αν θα συμβιβαζόμαστε με τις αντίθετές τους: προβλέψιμη, κοινότοπη και φυσιολογική. Μα, σ’ αυτήν την περίπτωση μάλλον το ποιητικό αποτέλεσμα δεν θα μας αφορούσε.

Η ποίηση της Χλόης Κουτσουμπέλη ξέρει να αιφνιδιάζει. Ξέρει να προκαλεί με την εικονοπλασία της. Πάνω απ’ όλα ξέρει να προσεγγίζει τον εσώτερο κόσμο του αναγνώστη της και να τον παίρνει μαζί της στη δική της αισθητική και ηθική της ποιητικής της άποψης.

Το βιβλίο της Χλόης, αν και ποιητικό, διαβάζεται σαν ένα αφήγημα με την απόλυτη συνέχεια που απαιτεί ο πεζός λόγος. Με την απαίτηση της μέθεξης όμως προς τον αναγνώστη της. Η ποίηση αυτή δεν είναι για εύκολες αναγνώσεις. Και για όποιον θελήσει να εισχωρήσει στα δικά της μονοπάτια, η επιστροφή σε ανώδυνες γραφές δεν υπάρχει.

[…]
Αυτό είναι το νυχτερινό τρένο.
Κανείς δεν είδε ποτέ τον οδηγό του.
Όμως εδώ και χρόνια μάτια μου
Δεν υπάρχει άλλο όχημα για μας.

Ανάμεσα στις δύο συλλογές που συναποτελούν τους «ομοτράπεζους της άλλης γης», τα «Γυάλινα σπίτια» και το «Ποιος έκλεψε τον μικρό Χανς;», υπάρχει μυστική δίοδος, για όποιον πατήσει σωστά πάνω στα σημάδια τους. Η απώλεια με το βάρος της χαράσσει βαθιά τους στίχους της πρώτης συλλογής και δεν αφήνει καμιά αμφιβολία για το βιωματικό τους περιεχόμενο. Έχει τον τρόπο να πει τα πράγματα ακριβώς όπως είναι, με μια πιστότητα εικόνων και αισθήσεων, κι όμως τη βλέπουμε καθαρά τη μεταμφίεσή τους, απαραίτητη στον ποιητικό λόγο, που έτσι λειτουργεί η κατάθεσή του διαχρονικά.

Την λένε Αντιγόνη και ήρθε να θάψει τον αδελφό της.
Και από πού και ως πού ακούει σ’ αυτό το όνομα;
Έβαλε το σώμα της ασπίδα απέναντι στα βέλη και στα ακόντια του εχθρού;
Έγινε η μάνα και ο πατέρας του, όταν αυτοί τον εγκατέλειψαν;
Ή έφυγε από το σπίτι στα δεκαοκτώ και τον άφησε κι αυτή;
Καλύτερα να την ονομάσετε Άννα ή Μαρία.
Και ετοιμάστε τις πρέπουσες τιμές για τον νεκρό.

Ντύνει τον κόσμο με τη δική της αισθητική αλλά και ηθική κατορθώνοντας έτσι να μας προσκαλεί μέσα στο φαινομενικά παράδοξο τοπίο. Να μπούμε και να το θεωρήσουμε οικείο. Σαν να μπήκαμε στο σπίτι μας. Τα λόγια της είναι αυτά που (κι αν ποτέ δεν τα αρθρώσαμε) θα θέλαμε να τα έχουμε πει. Τα πρόσωπα που φέρνει μπροστά μας είναι τα δικά μας πρόσωπα, οι δικές μας απώλειες.
Η φωνή της, αναγνωρίσιμη, μοιάζει να συναντά άλλους ποιητές, σαν να αποτελεί τον κρίκο σ’ αυτή την αλυσίδα που επιμένει να μιλά για όλα τα δυσερμήνευτα του κόσμου τούτου, κι ας μην μπορεί να δώσει τελικές απαντήσεις.
[…]
Τι σφίγγεις λοιπόν;
Τι είναι αυτό που μόνον εσύ κατέχεις;
Ποιο αρχαίο μυστικό εκτυλίσσεται
μέσα στο κορμί;
Σε ποιο μυστήριο οδηγούμαι
χωρίς μάτια;
Σφίγγα το ξέρω τώρα.
Αυτό που εσύ ζητάς
είναι το μόνο που έχω.

θα δούμε στην ποίηση της Χλόης, κι εδώ, κοντά δέκα χρόνια πριν, μια τελευταία στροφή από το ποίημα του Τάσου Γαλάτη «Τα γερατειά» (Συλλογή «Ο σημειωμένος», εκδόσεις «τυπωθήτω») σαν να ανοίγει διάλογο μαζί της:

[…]
Δεν είναι λίγο να συναντήσεις το μυστικό της φύτρας σου
κι εγώ το άγγιξα το μυστικό
το άκουσα να πάλλεται στο αίμα μου
κι ίσως μόνο γι’ αυτό
αξίζει να με συντροφέψουν στο στερνό ταξίδι μου
του Κολωνού τ’ αηδόνια.

Τα μυστικά περάσματα από την άγνοια στη γνώση, η σοφία συντροφευμένη πια με την οδύνη, αλλά και η συναίσθηση ότι αυτή η απόλυτη πλέον προσέγγιση, του ασαφούς μέχρι πρότινος, αξίζει περισσότερο από όλη την ήρεμη και βολεμένη απόσταση από την αλήθεια. Κυρίως αν έχει όλη αυτή η πορεία αγγίξει τα όρια της αισθητικής απόλαυσης. Σκληρό; Οπωσδήποτε. Αλλά πώς αλλιώς να μιλήσεις για μεγέθη που υπερβαίνουν το ανθρώπινο ύψος;

Εμένα ούτε οι νεκροί μου δεν είναι όπως των άλλων.
Δεν αφήνουν κενές μποτίλιες έξω από την πόρτα
ούτε εφημερίδες με αγγελία θανάτου
δεν δίνουν παραγγελιά σε ξενυχτάδικα
δεν φορούν μυτερά λουστρίνια
ούτε λευκά πουκάμισα ανοιχτά στο στήθος
δεν εμφανίζονται ξαφνικά στην πολυθρόνα στο σαλόνι μου
ούτε σε όνειρα με ταχυδακτυλουργούς και χαρτορίχτρες.

Οι δικοί μου νεκροί κάθονται
μπροστά σ’ ένα τεράστιο πληκτρολόγιο
και στέλνουν μηνύματα στο σύμπαν.
Κάποια στιγμή μια μαύρη γάτα
βουτάει τα πέλματα της στο σκοτάδι.
Ανασηκώνονται τότε τα γυαλιά στην μύτη.
Θροΐζει ο αέρας στις βελανιδιές.
Φύλλα πέφτουν επάνω μου καθώς
τρέχω μόνη μες στο πάρκο.

Όχι, ούτε οι νεκροί μου εμένα δεν είναι όπως των άλλων.
Στρόβιλος είναι,
φύλλα ξερά
κάτω από το άδειο παπούτσι της νύχτας.

Και σκέφτομαι αν ήταν χρώμα αυτό το ποίημα τι θα ήταν; Θα είχε κάτι από το σκούρο πράσινο των φύλλων, εκεί κοντά στο μούχρωμα, να σκιάζει πάνω στο χώμα τον βαθύ του ήχο, να αντιφέγγει πάνω του όλο το μαύρο και το γκρίζο που σέρνουνε τα σύννεφα λίγο προτού να αποσυρθούν. Έτσι θα το ζωγραφίζαμε αφήνοντας στην άκρη τις λέξεις και τον πόνο τους. Γιατί τα χρώματα τη βάφουνε καλύτερα τη βιωμένη θλίψη. Κι έπειτα θα αφουγκραζόμασταν τα ηχοσήματα που στέλνουν εκείνοι που σχολαστικά πληκτρολογούν μηνύματα από έναν κόσμο σιωπηλό, μήπως πιο πολύ (κι από τις λέξεις και τα χρώματα ακόμη) φανεί μια αλήθεια ασήμαντη, μα απόλυτη, λυτρωτική: καθένας μας με τους δικούς του που αναχώρησαν κάνει παιχνίδι, γιατί με τη φυγή τους άλλαξαν μορφή, και πια μας μοιάζουν τόσο.
Στη δεύτερη συλλογή, «Ποιος έκλεψε τον μικρό Χανς», έχουμε ανοίξει την αυλαία κι έχουμε εισχωρήσει στον ιδιαίτερο κόσμο της Χλόης Κουτσουμπέλη. Νιώθεις να συμμετέχεις σ’ αυτό το σκηνικό που φτιάχτηκε θαρρείς από ταινίες του Φελλίνι ή από σελίδες μυθιστορημάτων ή και τα δύο απολύτως συνταιριασμένα μεταξύ τους. Κι εσύ; Έχεις ήδη μπει μαζί με τα πρόσωπα στον μέσα χώρο αυτής της ποίησης και δεν παρακολουθείς μόνο αλλά και συμμετέχεις. Κι όμως, τα ίχνη δείχνουν πως ομαλά πέρασες από τα πρώτα ποιήματα των «Γυάλινων σπιτιών» σ’ αυτά τα θεατρικά στημένα με περισσή τέχνη.
Είχαμε παγιδευτεί σ’ εκείνο το παλιό καράβι, που όλο έπλεε προς τα πίσω κι όταν τελικά φθάσαμε στην καινούργια γη, ανάλαφρος αέρας ανασήκωσε τα κολλαριστά μας φορέματα, τι είναι εδώ ρώτησε η Αδελαΐδα, χωρίς μνήμη φουρφούρισε η Ελισάβετ, μήπως χρειάζεστε μία ομπρέλα, ψιθύρισε η Μαίρη Σμιθ και ύστερα όλα τελείωσαν, γιατί κάποιος έκλεψε τον μικρό Χανς, ξέρετε αυτόν που ο φούρναρης έπλασε από ζυμάρι κι όλοι ξέρουμε πως ήταν η αθωότητά μας, όπως τα φτερά πεταλούδας ή ένα αλογάκι της θάλασσας και ένας ναύτης είπε είναι η αγάπη κι ένας άλλος είπε όχι, μπαίνουμε απλώς σε άλλο αιώνα.
Διαβάζω και σταματώ εδώ αδυνατώντας να πάω παραπέρα. Γιατί εδώ δεν είναι η αθωότητα του ζυμαρένιου Χανς αλλά η αυθεντική και ανομολόγητη αθωότητα του ποιήματος, ικανή να ξεχρεώσει αναρίθμητες εικόνες σφάλματος προσωπικού μα και συλλογικού. Και λέω πως, αν αυτό μπορεί να το κάνει η ποίηση, έστω με αυτό το ελάχιστο εδώ, δεν είμαστε εντελώς χαμένοι.

Στην οικογένεια μου είμαστε όλοι πορτρέτα.
Ζούμε γαντζωμένοι από καρφιά.
Με πρόσωπα χλωμά και μάτια μαύρα
μαλλιά σε κότσο και παλαιομοδίτικα φουστάνια
σακάκια που μυρίζουν πράσινο σαπούνι.
Καθώς είμαστε κρεμασμένοι σε τοίχους
που χρειάζονται σοβάτισμα,
έξαφνα κάποιος ερωτεύεται
η κορνίζα του ραγίζει
και κυλάει στο πάτωμα.
Στον τοίχο εμφανίζεται τετράγωνος
ο λεκές της απουσίας.
Ύστερα από λίγο κάποιοι τον ανασύρουν
τον αποκαθιστούν στην αρχική του θέση.
Μόνο τα μάτια του για λίγο αλλάζουν χρώμα.
Μπορεί όμως να ’ναι κι απ’ την υγρασία

Ίσως για τη βίωση της απώλειας τα σκηνικά να είναι απαραίτητα, όπως στο θέατρο ή στον κινηματογράφο, που ξέρεις ότι όλο αυτό είναι στημένο και ψεύτικο, και όμως κλαις. Τη θλίψη την υποδυόμαστε, κατάσαρκα ντυνόμαστε το ρούχο της και με την αμφίεση αυτή πορευόμαστε. Κι εδώ, στην ποίηση, όλα τα βλέπεις, αρκεί να ανασηκώσεις λίγο την κουρτίνα που επιμελώς τα σκεπάζει.
Γι’ αυτό πιστεύω πως η ποίηση της Χλόης Κουτσουμπέλη είναι απολύτως προσιτή παρά τις μεταμφιέσεις της. Κάτω από κάθε μάσκα που βάζει στα πρόσωπα και στα πράγματα ανακαλύπτεις τον εαυτό σου. Όχι τις ιδέες σου, όπως σε άλλους ποιητές, μα το ίδιο σου το πρόσωπο. Και αυτό δεν είναι σύνηθες στον κόσμο της ποίησης. Τελικά αυτή η ποιήτρια είναι δική μας.
Μια μνεία να γίνει και για την εικονογράφηση του βιβλίου. Το εξώφυλλο και δύο φωτογραφίες στην είσοδο της κάθε μιας από τις συλλογές (όλες της Μαρίας Κοσσυφίδου), με το ασπρόμαυρο λιτό τους σώμα. Υπέροχη υπογράμμιση του ποιητικού κόσμου των σκιών, των απόντων, του κενού χώρου που αφήνουν οι αναχωρήσεις. Του κόσμου δηλαδή της εκλεκτής ποιήτριας, που μοιάζει η εναλλαγή του άσπρου με το μαύρο να τον χρωματίζει ιδανικά.

.

ΜΑΡΙΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ

bookpress 24/1/2017

«Είχαμε παγιδευτεί σ’ εκείνο το παλιό καράβι που όλο έπλεε προς τα πίσω»

Όσοι τυχαίνει να παρακολουθούν την πορεία της Χλόης Κουτσουμπέλη εύκολα αναγνωρίζουν ότι η ποιήτρια βρίσκεται ήδη στο μεταίχμιο μιας επίμοχθης και πεισματικής προσπάθειας που άρχισε πολύ νωρίς να αφήνει ολοκάθαρες αποτυπώσεις ποιητικής σοβαρότητας και ευθύνης. Το πρόσφατο ποιητικό έργο της Οι ομοτράπεζοι της άλλης γης επιβεβαιώνει την ορατή πλέον σε πολλούς ανοδική πορεία που ακολουθεί. Πρόκειται για ώριμους και ολοκληρωμένους ποιητικούς καρπούς.
Το έργο Οι ομοτράπεζοι της άλλης γης διεκδικεί πολλά εύσημα. Και τα δύο μέρη που το συνιστούν -Τα γυάλινα σπίτια και το Ποιος έκλεψε τον μικρό Χανς;- συνθέτουν δύο ευδιάκριτες, εν μέρει και εν συνόλω, ποιητικές αφηγήσεις που μεταξύ τους συνδέονται οργανικά. Στην πρώτη, κεντρικός άξονας είναι η μνήμη. Η πικρή και αδυσώπητη μνήμη που δεν ησυχάζει, καθώς ανακαλεί διαρκώς την παρουσία-απουσία προσφιλών κυρίως ατόμων που πέρασαν στην αντίπερα όχθη, αλλά και ατόμων που επέλεξαν να αλλαξοδρομήσουν και να υπερβούν τα όρια του κοινού, μεταξύ αυτών και της φθεγγόμενης φωνής, συναισθηματικού χώρου. Κάποτε, το βασανιστικό κενό των παρόντων-απόντων προσλαμβάνει τη μορφή μιας βασάνου που τροφοδοτείται από το βάρος ενός διαρκώς διογκούμενου πένθους. Όμως, ο ποιητικός λόγος δεν αφήνεται να εκπέσει. Αυτοελέγχεται με τη συνέργεια μιας μεστής γλώσσας, με συνέπεια να παραμένει στις παρυφές του μαύρου και της καταχνιάς, χωρίς όμως ποτέ να αφήνεται σε σπαρακτικές επικλήσεις και άλλα μέσα που υπονομεύουν και συνθλίβουν ακόμη και τις πιο αγνές ποιητικές προθέσεις. Αντίθετα, κι αυτό πιστώνεται στις αρετές της ποιήτριας, μεταβάλλεται σε μια χαμηλόφωνη πένθιμη ποιητική που εκφέρεται με ένα σύνολο υπέροχων εικόνων: Πού και πού χτυπάει την πόρτα ένα κοριτσάκι./Έχει ένα καλαθάκι φράουλες/δεν είναι η Κοκκινοσκουφίτσα./Φάε, μου λέει, είναι ματωμένες/και πασαλείβεται με αίμα. (ΙV, σ. 14). Μην έρχεστε σε μένα φωνάζω./Διαβάστε την πινακίδα,/είμαι από τη γενιά του ιδιωτικού οράματος/που ομφαλοσκοπεί./Μα συνέχεια έρχονται κι άλλοι/χώνονται στους στίχους/μπλέκονται στο αμπάρι/πλημμυρίζουν το κατάστρωμα. (ΙV, σ. 14/15)
Εκείνο όμως που κυριαρχεί στις παρουσίες-απουσίες είναι η απώλεια των οικείων και κυρίως του πατέρα. Ένα βίωμα που αναπόφευκτα στιγματίζει τη ζωή ευαίσθητων ατόμων. Οι δεσμοί αίματος, κάτω από φυσιολογικές συνθήκες, ισοδυναμούν με σωσίβια γι’ αυτούς που μένουν και που «απρόσμενα» καλούνται να υπομένουν. Γιατί, ποιος είναι εκείνος που, ενώ ξέρει την αλήθεια για τη μοίρα που δυναστεύει τα ανθρώπινα, δεν αποδιώχνει την ιδέα του θανάτου ακόμη και την ώρα που αυτός κουρταλεί την εξώθυρα του δικού του σπιτιού; Τότε είναι που η ποίηση, σαν αντίστιξη του έσω κόσμου, ντύνεται κατάσαρκα το χρώμα του πένθους. Τότε είναι, που με τη χάρη της ποίησης, το ιδιωτικό μεταβάλλεται σε κοινό δώρημα, καθώς η ομιλούσα φωνή δεν ανασύρει μόνο το δικό της πένθος, αλλά, ανασκαλεύοντας την ψυχή αυτών που γεύονται το δικό της πάθος, ενεργοποιεί, με την τεχνική του ποιητικού αυτοματισμού, τη δική τους ανενεργό ή και υπνώττουσα μνήμη. Και μοιάζει σαν ενορχηστρωτής που στέκεται απέναντί τους και τους καλεί στο όνομα της μνημοσύνης: τους νεκρούς… αυτούς μην τους ξεχνάτε… Θα με προστατεύεις τώρα που πέθανε ο μπαμπάς;/(…)και η σιωπή είναι βάραθρο/με κροκόδειλους λέξεις που δεν ειπώθηκαν ποτέ/και μας κατασπαράζουν/(…) Μετά το τρισάγιο φεύγουν όλοι μαζί/με ένα μαύρο τρένο που χάνεται στην ομίχλη./Από πίσω τους ακούω ψαλμωδίες από μελλοντικές κηδείες./Τελικά/θάβει κανείς πολλά περισσότερα από έναν πατέρα. (Οι συγγενείς, σ. 26-27)
Από αυτή την αίσθηση του πένθους και της πληγωμένης μνήμης, δεν απουσιάζει ο προδομένος έρωτας, μια μορφή «απώλειας» που συνδαυλίζεται με τη «χάρη» ενός ηδονικού αναστοχασμού και που αιώνες τώρα μεταποιεί τον πόνο σε ευφάνταστο άκουσμα. Θα τρέχω επτά μέρες και επτά νύχτες/ώσπου κάθε μικρή θάλασσα/να νεκρώσει απ’ τ’ αλάτι της/απ’ την Σαχάρα ως την Ιορδανία,/απ’ την Κόκκινη Έρημο ως την Τακλαμακάν/(…) θα τρέχω (…) μέχρι αύριο/που γέροι/σε ριγέ πολυθρόνες/θα βουλιάζουμε/σε κάποια Βενετία/(…) μέχρι που να μην πονάω πια για σένα. (Μαραθώνιος, σ. 16)
Μετά τα Γυάλινα σπίτια, ακολουθεί το δεύτερο μέρος του ποιητικού βιβλίου της Χλόης Κουτσουμπέλη με τον τίτλο Ποιος έκλεψε τον μικρό Χανς; Όπως στο πρώτο μέρος η ζωή αποδείχτηκε πολύ εύθραυστη, γεγονός που έλαβε την έκτυπη μορφή ενός πόνου απερίγραπτου, έτσι και εδώ τα πάντα τρεκλίζουν, υπονομεύονται και καταρρέουν. Η Χλόη Κουτσουμπέλη ακολουθεί την ίδια τεχνική, αυτήν της πρωτότυπης ποιητικής αφήγησης. Μόνο που εδώ μετατοπίζει το λεκτικό και αφηγηματικό βάρος σε μια ιδιότυπη σύνθεση ονομάτων και ελλειπτικών μύθων που μεταξύ τους ανταγωνίζονται σε θεατρική επινοητικότητα. Κοινός τόπος όλων αυτών η απώλεια που συνέχει και προωθεί τα επιμέρους.
Εξαρχής δηλώνεται, μέσω της ακουόμενης φωνής, ότι η απόπειρα επιστροφής στην παιδική ηλικία της αθωότητας δεν μπορεί να γίνει ανέξοδα. Πίσω από τις προθέσεις που ωραιοποιούν το χθες, καιροφυλακτεί η γόνιμη αμφιβολία: Είχαμε παγιδευτεί σ’ εκείνο το παλιό καράβι που όλο έπλεε προς τα πίσω και όταν τελικά φθάσαμε στην καινούργια γη, (…) τι είναι εδώ ρώτησε η Αδελαΐδα, χωρίς μνήμη φουρφούρισε η Ελισάβετ, μήπως χρειάζεστε μία ομπρέλα, ψιθύρισε η Μαίρη Σμιθ και ύστερα όλα τελείωσαν, γιατί κάποιος έκλεψε τον μικρό Χανς, ξέρετε αυτόν που ο φούρναρης έπλασε από ζυμάρι κι όλοι ξέρουμε πως ήταν η αθωότητά μας,(…) κι ένας άλλος είπε όχι, μπαίνουμε σε άλλο αιώνα. (Το παλιό καράβι του καινούργιου κόσμου, σ. 39)
Η αμφιβολία δεν αργεί να μεταβληθεί σε παράφορο σαρκασμό μπροστά στην απάτη και την προσποίηση που κάνει αισθητή την παρουσία της με τα φτιασίδια της ταξικής υπεροχής: Κυκλοφορεί πάντοτε με φράκο/κι ένα παράσημο στο πέτο/μ’ έναν σκαντζόχοιρο που σκούζει./Εναντιώνεται στο κυνήγι της φώκιας/ και είναι υπέρ των δικαιωμάτων/ που έχουν οι ποντικοί στις φάκες(…) (Ο αξιοσέβαστος κύριος Όουεν, σ. 40)
Είναι ολοφάνερη η πρόθεση της Χλόης Κουτσουμπέλη να προκαλέσει τον αναγνώστη να σκεφτεί μήπως η περίοδος της αθωότητας είναι μύθος και αυταπάτη, αφού πολύ νωρίς διεμβόλιζεται από το τραγικό που καραδοκεί και λεηλατεί τη ζωή πολλών ανθρώπων. Ο μύθος αυτός συρρικνώνεται και ξεφτίζει από τις κινήσεις της αξιοζήλευτης δεσποινίδος Εντελβάις Φλέτσερ στο ομώνυμο ποίημα, (σ. 41): Μέσα στο δωμάτιο έβραζε καρούλια/και τύλιγε τις μπούκλες η Εντελβάις,/ έβαφε το πρόσωπο με ασβέστη/χάραζε τα χείλη που δεν είχε,/μ’ ένα πινέλο ζωγράφιζε τα δάκρυα. Ω πόσο χαρούμενη ήταν η Εντελβάις.(…) Όπως οι πεταλούδες που καίγονταν γύρω απ’ το κερί/και με τις στάχτες τους πασάλειβε το πρόσωπό της.
Οι σκηνοθετικές επινοήσεις του δεύτερου μέρους μεταβάλλουν τα ποιήματα σε ένα ξεχωριστό σύνολο νουάρ μικροαφηγήσεων, όπου το δραματικό στοιχείο συνυπάρχει με έκδηλη τη διάθεση σαρκασμού και ειρωνείας: Τακ τικ τακ/ ο μικρός Φρανκ με το ξύλινο πόδι/διασχίζει έναν χωματόδρομο/ το ξυλοπόδαρο μπήγεται στον βούρκο/ η κινητή άμμος τον καταπίνει ολόκληρο./(…) (Ο μικρός Φρανκ με το ξύλινο ποδάρι, σ.43). Ο κύριος Πόμπιους κυκλοφορεί ανάμεσα σε κρέατα/λουκάνικα κρέμονται από τον χοντρό λαιμό του(…)Τα βράδια αγοράζει με το κιλό γυναίκες/παρθένες γάλακτος κατά προτίμηση./(…)Στον πόλεμο στραγγάλιζε ανθρώπους./(…)Μετά έπνιγε στο λάδι/τους αυτόπτες μάρτυρες/απόδειξη ότι κάποια μέρα εξελέγη Δήμαρχος./(…) (Ο αξιότιμος κύριος Πόμπους, σ.45).
Κοινός εκθέτης όλων των ποιημάτων της συλλογής είναι το μοτίβο της απώλειας που, όπως εξαρχής ειπώθηκε, συνδέει οργανικά τα δύο μέρη. Εκείνο που ξαφνιάζει ευχάριστα, εκτός όλων των άλλων, είναι ο ποιητικός λόγος της Χλόης Κουτσουμπέλη. Τα ζεύγματα, κυρίως, των αναφορικών και των προσδιοριστικών λέξεων, τα σημαινόμενα και τα σημαίνοντα, χαρακτηρίζονται από ευφυέστατες και όλως απροσδόκητες συλλήψεις, που καθόλου δεν εμποδίζουν αλλά ευκολύνουν την πρόσληψη. Σ’ αυτό συνεισφέρουν το εξαίρετο μίγμα ποίησης και αφήγησης, τα πρόσωπα, τα σκηνικά και οι «ανατροπές» που προκαλούν την αίσθηση εσωτερικών λειτουργικών αναδιπλώσεων.

.

ΕΛΕΝΗ ΧΩΡΕΑΝΘΗ

FRACTAL 01/02/2017

«Στην ραφή μιας δαντέλας»

Όταν ήρθε στα χέρια μου η ποιητική συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη με ξάφνιασε ο εντυπωσιακός τίτλος. Παραπέμπει σε μεταφυσικό χώρο, σε «άλλη γη», παραπέμπει στην άλλη διάσταση, στον χώρο του «αμίλητου», στους προσφιλείς νεκρούς της, όπου όλοι είναι ομοτράπεζοι, συνδαιτυμόνες! Στην πραγματικότητα, και οι ζωντανοί «ομοτράπεζοι σε άλλη γη», στα κοιμητήρια είμαστε, στα «μνημόσυνα» και τις χοές, με τα κόλλυβα, το λάδι, το κρασί και τα κεριά…
Με τη Χλόη Κουτσουμπέλη συναντηθήκαμε πρώτη φορά στο «Ιερό δοχείο» της, ένα βιβλίο διαφορετικό, όμορφο, χαριτωμένο εξωτερικά, καλογραμμένο, ευφυέστατο, ευανάγνωστο, απολαυστικό, ένα ποιητικό εν πολλοίς κείμενο, που η ποιήτρια το κατατάσσει στα θεατρικά. Προσφέρεται.
Στο πρόσφατα εκδομένο ποιητικό βιβλίο της με τον χαρακτηριστικό τίτλο: Οι ομοτράπεζοι της άλλης γης», αφιερωμένο σε τρεις απόντες πολύ αγαπημένους της, σε γενικές γραμμές ακολουθεί την ίδια περίπου οδό προκειμένου να φτάσει στο σημείο από όπου μπορεί να μιλήσει για το πρόβλημα που την απασχολεί. Χρησιμοποιεί πρόσωπα και ονόματα είτε γνωστά είτα άγνωστα και με πρόσχημα τη συμπεριφορά τους, εκθέτει τις απόψεις της και δημιουργεί κάθε φορά και σε κάθε περίπτωση το κλίμα και την ένταση που χρειάζεται για να λειτουργήσει ποιητικά και να γίνει πειστική.
Ο λόγος της είναι απλός, καθαρός, χωρίς εξάρσεις, ρέει ποιητικά με απαλούς ρυθμούς και εσωτερικούς διαλόγους ακολουθώντας την εξέλιξη της δράσης. Είναι χαρακτηριστικό το πρώτο ποίημα της συλλογής με τίτλο: «Αν κάποτε βρεθείς», που μιλάει σε κάποιον απόντα και με εύσχημο τρόπο τον διαβεβαιώνει ότι δεν τον ξέχασε:

«Αν κάποτε βρεθείς σε ξένη γη
χειμώνα με ομίχλη
(…)και δεν υπάρχει δρόμος
ούτε κορμί
ούτε ένα γερό κονιάκ παρηγοριάς
να τονώσει τα κόκαλα που τρίζουν
θυμήσου πως σε θυμάμαι
πως πλέκω τις ίνες μεταξύ τους
τα νήματα δένω του χρόνου
υφαίνω το κόκκινο χαλί
(…) το ξύλινο τραπέζι
τη σούπα, το τυρί και το ψωμί
και κάθισε ξανά απέναντι
αφού το μόνο σπίτι
που μοιράζονται δυο άνθρωποι
είναι η μνήμη.

Δεν είναι τυχαίο που χρησιμοποιεί το «ξύλινο τραπέζι, το τυρί και το ψωμί», στοιχεία λαϊκά, ολοκάθαρα ελληνικά με φόρτιση αιώνων, που αντιπροσωπεύουν βασικά υλικά καθημερινής χρήσης και υπαινικτικά παραπέμπουν σε ό, τι παίρνει μαζί του ο εκλιπών στην «ξένη γη», στην άλλη ζωή. Με πολλούς τρόπους εικονογραφεί την απώλεια, τη μοναξιά, την ερημιά, την εγκατάλειψη που ακολουθεί όταν φεύγουν από τη ζωή αναντικατάστατοι προσφιλείς, ενώ οι συγγενείς είναι τυπικά παρόντες:

«και η σιωπή είναι βάραθρο
με κροκόδειλους λέξεις που δεν ειπώθηκαν ποτέ
και μας κατασπαράζουν.
Μετά το τρισάγιο φεύγουν όλοι μαζί
με ένα μαύρο τρένο και χάνονται μες στην ομίχλη.
(…) Τελικά
θάβει κανείς πολλά περισσότερα από έναν πατέρα».

Η ποιήτρια ζει το παρόν της κάθε μέρας, παρατηρεί τα δρώμενα στο φυσικό και στο ανθρώπινο κυρίως τοπίο, σε κάθε ήρωα καρφιτσώνει στο πέτο του το παράσημο που αποκομίζει από την εκμετάλλευση. Ο «Αξιοσέβαστος κύριος Όουεν» π. χ., ο μη ων, ο ανύπαρκτος, στην πραγματικότητα, ένα ολοστρόγγυλο μηδενικό για να πάρει μαζί του στην άλλη ζωή αποκτά:

Ένα τέλειο όμικρον με διαβήτη.
(…)ένα ακόμα χρυσό δόντι
στην οδοντοστοιχία που αστράφτει»

για να μασάει καλύτερα τις σάρκες των άλλων. Αλλού μια άλλη μοναξιά, «Η μοναχοκόρη των δακρύων Κονστάνς» θα προστεθεί ψηφίδα στο μωσαϊκό της μοναξιάς. «Ο συγγραφέας κύριος Μπάρυ», από τη μητέρα του που αυτοκτόνησε:

«κράτησε μόνο το χέρι.
(…)Κοιμάται με αυτό τις νύχτες.
Τον χαϊδεύει στοργικά.
Μ’ αυτό το χέρι γράφει».

Όλα σ’ αυτή τη γη τα βλέπει πάντα από την ίδια σκοπιά η ποιήτρια. Όχι πως δεν υπήρξε, πως δεν υπάρχει και πως δεν θα υπάρχει διαχρονικά αυτή η πραγματικότητα, που η στέρηση δημιουργεί προσδοκίες από εκεί που δεν πρόκειται να έρθουν, πως για τα μικρά πεινασμένα παιδιά!

«…η πιο όμορφη στιγμή είναι
όταν περιμένουμε τον άγγελο να έρθει».
Αλλά κι αυτός με άδεια χέρια. Νηστικός θα έρθει. Γι’ αυτό:
«Του φυλάμε πάντα λίγο γάλα και ψωμί
γιατί σ’’ αυτή τη γη
οι άγγελοι των μικρών παιδιών
πάντα είναι κουρασμένοι».

Πολύς πόνος και ερημιά υποβόσκει στη σάρκα της ποιήτριας πίσω από τον ήρεμο, απαλό, εκφραστικό, απλό ίσαμε την ειλικρίνεια που αγγίζει τη γυμνότητα που αφήνει πίσω του μια τελεσίδικη απώλεια ποιητικό της τρόπο και τον σιγανό, διακριτικό θρήνο που διαρρέει τους καλοστημένους στίχους της και διαβρώνει την ύπαρξή της περνώντας μέσα από τις σάρκες όλων των ηρώων που τους φορτώνει τα αμαρτήματα όλου του ανθρώπινου γένους.

Στην «Ταυτοπροσωπία της Άννας Ο και της Άννας Κ….»,

«…Η Άννα ζει στην ραφή μιας δαντέλας.
(…)Σχεδόν ποτέ της δεν υπήρξε.
Αφού ποτέ δεν αγαπήθηκε».

«Οι καλεσμένοι της Ελεονόρ Ρόμπιν», βρήκαν πολύ διασκεδαστική την ιστορία που μιλούσε για τον «παππού με την καπνιστή ρέγγα στο χέρι… τη γιαγιά με το δαντελένιο μαντηλάκι στη μύτη… με τη γκουβερνάντα που τρέκλιζε με μια άδεια μπουκάλα στο ένα χέρι, ενώ με το άλλο έσερνε ένα καρότσι με δυο αδιαμόρφωτα έμβρυα πάνω σε μια ροζ κουβερτούλα… Οι καλεσμένοι έπιναν το τσάι τους» αμέτοχοι, αδιάφοροι, ως μη παρόντες και «διασκέδασαν πολύ», χωρίς καν να νιώσουν την απουσία της Ελεονόρ, απλούστατα γιατί «λατρεύουν τις ιστορίες με φαντάσματα.
Κλείνω τους όποιους λογαριασμούς μου με την ποίηση της Χλόης, ύστερα από μια σύντομη, αδρομερή συνομιλία μαζί της. Επισήμανα επιλεκτικά ελάχιστα σημεία στο πλούσιο και πολυεπίπεδο ετούτο έργο που πλουτίζεται και διευρύνεται με αναφορές σε πολλαπλά γεγονότα, σε εμβληματικά πρόσωπα, συνεκτικό, πολύπλοκο, πολυπρόσωπο, ανατριχιαστικά συγκλονιστικό εν πολλοίς στη φαινομενική αφέλεια, την ειλικρίνεια και στιλπνότητα με μια αναφορά στο τελευταίο ποιητικό κείμενο:

«Ο μπαμπάς μου είχε κακό γούστο στα σπίτια, στα αυτοκίνητα και στις γυναίκες…» Όλες οι επιλογές του στραβά κι ανάποδα του έβγαιναν, σπίτια κι αυτοκίνητα και οι γυναίκες του «έτρωγαν μόνο ένα παξιμάδι βουτηγμένο στο νερό», αλλά χειρότερη ήταν η τελευταία που έζησαν ευτυχισμένοι χωρίς παιδιά «ως τη στιγμή που κάποιος έκοψε με ένα ψαλίδι το νυφικό και όλα της τα φορέματα στην ντουλάπα…Δεν ξέρω λεπτομέρειες γιατί είχα ήδη μεγαλώσει και εγκατασταθεί στο τωρινό μου σπίτι, το πιο αλλόκοτο, το πιο αφύσικο, το πιο απρόβλεπτο από όλα, την ποίηση».
Η άποψή μου είναι πως μένει αδιευκρίνιστο ποιος κατοικεί ποιον! Έχω διαβάσει κι έχω ασχοληθεί με αρκετά και ενδιαφέροντα, ποιοτικά ποιητικά βιβλία Ελληνίδων ποιητριών τον τελευταίο καιρό. Στο σύνολό τους αναφέρονται σε σύγχρονα κοινωνικά θέματα, σε προβλήματα που αντιμετωπίζει ο σύγχρονος άνθρωπος. Η Χλόη Κουτσουμπέλη, αποτελεί εξαίρεση. Τα θέματα που την απασχολούν και ο τρόπος που τα διαχειρίζεται είναι εντελώς προσωπικός, έχει έντονη φόρτιση. Έχει κάτι από «Αρσενικό και παλιά δαντέλα», από ταινίες τρόμου, από Αγκάθα Κρίστι και Έντγκαρ Άλαν Πόε.

.

ΠΕΤΡΟΣ ΓΚΟΛΙΤΣΗΣ

“Εφημερίδα των Συντακτών”, 24.3.2017

Αν η Σέξτον, περνώντας στη ποιήτρια Χλόη Κουτσουμπέλη (Θεσσαλονίκη, 1962), διεκδικεί το δικαίωμα στο ουρλιαχτό, αποκαλύπτει «οικογενειακά μυστικά», κάνει χρήση «αντιποιητικών» λεπτομερειών του γυναικείου σώματος, παραμένοντας ώς τέλους ένα κορίτσι πληγωμένο που ζητά την προσοχή και την αγάπη όσων την περιτριγυρίζουν, η Θεσσαλονικιά ποιήτρια, στο νέο της ποιητικό βιβλίο «Οι ομοτράπεζοι της άλλης γης», κινείται ακριβώς αντίστροφα, δίνοντας αγάπη και χώρο στον άλλον, στην πραγματική και στην παραμυθητική του έκφανση.
Ως είσοδο στο παραμυθο-ποιητικό σύμπαν παραθέτουμε δύο σύντομα ποιήματά της. Τις «Αδειες Μέρες»: «Οι άδειες μέρες / Πάνω σε τσιγκέλια / κρεμασμένες / ωμές και ψόφιες / οι μέρες της ζωής μας / ενώ ο κρεοπώλης χρόνος / τρίβει χαρούμενα τα χέρια» («Στον αρχαίο κόσμο βραδιάζει πια νωρίς», Γαβριηλίδης, 2012) και το «Οταν μπαίνεις μέσα μου»: «Οταν μπαίνεις μέσα μου, / το πάπλωμα γεμίζει ρύζι και γαλάζια αυγά. / Μα την ίδια στιγμή, / μια πόρτα με θόρυβο ανοίγει, / σε κρύο διάδρομο, / σε άδειο σπίτι. / Στην οδό Αγίου Δημητρίου, / ένα κοριτσάκι μού γνέφει λυπημένα» («Η Λίμνη, ο Κήπος και η Απώλεια», εκδ. Νέα Πορεία, 2006).
Ποιήματα που μας ανοίγουν σε μια θηλυκή εκδοχή, ας μας επιτραπεί, του Σαχτούρη. Που πέρα από μια σκοτεινή, ασαφή θα λέγαμε ανατριχίλα, που παραπέμπει σε αμερικανικά κινηματογραφικά θρίλερ που πραγματεύονται αμβλώσεις, έρωτες χωρίς ανταπόκριση και μεταφυσικές εν γένει παρεμβάσεις, μας ανοίγουν σε μια εικονοποιία που εικαστικά θα την τοποθετούσαμε μεταξύ του Francis Bacon και του Marc Chagall με «πινελιές» του Edward Hopper και μια πατίνα ρετρό επίσης παρούσα.
Η Κουτσουμπέλη στο νέο της βιβλίο, επαναπροσδιορίζοντας εκ νέου τις προτεραιότητές της και τη σχέση της με το υπαρκτό και με την απώλεια, τοποθετεί στη θέση της απουσίας του «άλλου» το ίδιο το ποίημα και κυρίως την αφήγηση-εκφώνησή του. Ενα ποίημα που όχι μόνο φέρει το παράπονο και ίσως τη γλύκα του βλέμματος ενός ζωντανού ανθρώπου, αλλά κινούμενο πέρα από τη νοσταλγία, με τρόπο αιχμηρό και ευθύβολο, στοχεύει στο δόξα πατρί του κόσμου.
Συμπληρώνοντας επαναληπτικά το κενό με την ανάδυση της φωνής, με τα ηχοχρώματα, τη θέρμη της και την αμεσότητα της συγκεκριμένης απεύθυνσής της. Χωρίς να πετυχαίνει πάντοτε τον στόχο στο κέντρο, θα λέγαμε πως τον πλευρίζει με τρόπο γνήσιο και απέριττο, συμπυκνώνοντας και ξετυλίγοντας τα αλλόκοτα και απρόβλεπτα παραμυθο-ποιήματά της σαν ένα κουβάρι πλάι στο τζάκι.
Ποιήματα που καρφώνονται μέσα μας και μεταφέρουν ατόφιο τον σπαραγμό, αφήνοντας τα ερωτήματα της παρουσίας-απουσίας να λειτουργούν και ως μουσικές παύσεις.

ΚΛΙΝΙΚΑ ΑΠΩΝ

ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΚΑΠΛΑΝΗ

Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ 23/5/2014

Η τελευταία συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη αποτελείται από 35 ποιήματα, όπου η ποιήτρια δείχνει ότι εξελίσσει και ελέγχει τα εκφραστικά της μέσα, ώστε σήμερα, μετά από έξι ποιητικές συλλογές, είναι φανερό ότι έχει πλέον διαμορφώσει το δικό της ύφος. Θα έλεγα ότι είναι η πλέον εικαστική ποιητική συλλογή της, μια και τα ποιήματα αυτά διαβάζονται, κατά τη γνώμη μου, και ως αυτόνομοι νέο- υπερρεαλιστικοί ζωγραφικοί πίνακες. Είτε σε πρώτο είτε σε τρίτο πρόσωπο, αλλά και όταν σκηνοθετούν ένα διάλογο με λέξεις καθημερινές αλλά ωστόσο απρόβλεπτες, τα ποιήματα αυτά δημιουργούν εικόνες παράδοξες, που ενέχουν το στοιχείο της έκπληξης, προκαλούν την περιέργεια, ξεβολεύουν, άλλοτε τρομάζουν, άλλοτε γοητεύουν, με τα σύμβολά τους στέλνουν σήματα στο ασυνείδητο, μιλούν τη γλώσσα του, σε κυκλώνουν, σε παγιδεύουν και δημιουργούν μιαν ατμόσφαιρα, ένα κλίμα το οποίο έχει τη δύναμη να αιχμαλωτίζει τις αισθήσεις. Γενικότερα η ποίηση της Κουτσουμπέλη επιθυμεί να είναι λόγος μαγικός και η δημιουργός του μοιάζει να ποθεί για τον εαυτό της το αρχέτυπο της γυναίκας –μάγισσας, που με την ενέργεια της θηλυκότητάς της μπορεί να μεταμορφώνεται, να θέλγει, αλλά και να δημιουργεί. Η θηλυκή ενέργεια τρόμαζε και τρομάζει. Υφίσταται επομένως βασανιστήρια, ακρωτηριασμούς και κάθε λογής απάνθρωπες τιμωρίες, ρίψη στην πυρά, απόρριψη, άρνηση της αγάπης, εξορία από τον παράδεισο του έρωτα, αμφισβήτηση και ευνουχισμό της δημιουργικότητας. Ο ορθός λόγος εξορίζει τα πλάσματα αυτά ως μάγισσες, νεράιδες, σειρήνες, ξωτικά στο χώρο του παραμυθιού, νομίζοντας πως έτσι τα αποδυναμώνει. Η συμβολική δύναμη όμως που έχουν αποκτήσει στο πέρασμα του χρόνου κινεί τη σκέψη και τη φαντασία των απογόνων τους, μέσω της γλώσσας. Η Κουτσουμπέλη γνωρίζει καλά τη γλώσσα του παραμυθιού και του μύθου, κινείται άνετα στα πεδία αυτά, δεν την τρομάζουν τα τέρατα που συναντά εκεί μέσα, ξέρει πια να τα αντιμετωπίζει και να τα χρησιμοποιεί επ’ ωφελεία της ποιητικής της γραφής.
Διαβάζοντας την ποίησή της, βρίσκουμε να υπάρχει στη φωνή του ποιητικού υποκειμένου ένα παιδί που υπαγορεύει διαθέσεις, ανάγκες και συμπεριφορές και αυτό το παιδί είναι εξοικειωμένο με τη γλώσσα των παραμυθιών και με τα παιδικά παιχνίδια. Αυτά αναπαριστούν τον κόσμο, σ’ αυτά το παιδί εκτονώνει τα βίαια συναισθήματά του, σ’ αυτά γυρεύει την παρηγοριά και την ελπίδα του. Αυτά του δίνουν τα γλωσσικά και συμβολικά εργαλεία, μέσω προσωποποιήσεων, αλληγοριών και μεταφορών να μεταφράσει τους φόβους του, να αποφορτιστεί από τη βία που έχει υποστεί, να αγγίξει με προσοχή τα τραύματά του, με το αίσθημα ότι μέσα στο ποίημα, μέσα στη γραφή είναι ασφαλές.
Υπάρχει ακόμη στη φωνή του ποιητικού υποκειμένου και ένας αναγνώστης των μύθων του πολιτισμένου κόσμου που αιώνες τώρα επιχειρεί να λύσει τον ανερμήνευτο γρίφο της δημιουργίας των δύο φύλων, το πώς και το γιατί, ποιο ήταν το μήλο, ποια η γνώση, ποιος ο παράδεισος, ποιος ο κλήρος της Εύας αλλά και η θέση και ο ρόλος της Λίλιθ σ’ αυτό το κατασκευασμένο σύμπαν, θέματα που εμφανίζονται και σε προηγούμενα βιβλία της Κουτσουμπέλη. Μόνο που εδώ η δική της Λίλιθ είναι ποιήτρια κι αυτό φοβούνται οι άρρενες ένοικοι του παραδείσου. Περισσότερο από τις πράξεις της, τη φυγή της από την Εδέμ φοβούνται τη δαιμονική δύναμη της γραφής της. Οι πρώτες γυναίκες του Παραδείσου κατάλαβαν πια πώς παίζεται το παιχνίδι και πήραν τη ζωή στα χέρια τους. Η γυναίκα κι η μοίρα της, οι ρόλοι της, η δημιουργικότητά της έχουν απασχολήσει την Κουτσουμπέλη από τα πρώτα της ποιήματα. Τα κείμενά της συνομιλούν με τη σύγχρονη φεμινιστική γραφή και η ποιήτρια έχει πειραματιστεί επαρκώς στο να αξιοποιεί και να μεταπλάθει τη μυθολογία του φεμινιστικού λόγου. Έχει υποδυθεί τους ρόλους μυθικών γυναικείων μορφών, έδωσε στα πλάσματα αυτά του μύθου το δικό της σύγχρονο λόγο, παίρνοντας για τις ανάγκες του εκάστοτε ποιήματος τη δική τους μορφή, το δικό τους σχήμα. Στο βιβλίο αυτό καλά πλέον αφομοιωμένες αυτές οι αναζητήσεις υποστηρίζουνε με σιγουριά και αυτονομία το λόγο της Κουτσουμπέλη, χωρίς πλέον να διεκδικούν επιτακτικά από τον αναγνώστη να αναγνωρίσει και να αποδεχτεί το αυτονόητο: τη γυναικεία οπτική της ποιήτριας.
Στην ποίηση της Κουτσουμπέλη υπάρχουν δύο κυρίαρχα θέματα που επανέρχονται με διάφορες παραλλαγές και μετεξελίξεις από συλλογή σε συλλογή. Ο έρωτας και η ποίηση. Τα θέματα αυτά συχνά συμπλέκονται και αλληλοτροφοδοτούνται. Ο έρωτας ως παρουσία και κυρίως ως απουσία και απώλεια τροφοδοτεί και γεννά το ποίημα και το ποίημα αναζητά τον έρωτα, τον παθιασμένο χορό, τη μονομαχία, τη θανάσιμη πάλη δύο σωμάτων για να τραφεί. Άλλοτε πάλι το ποίημα γεννά τον έρωτα ανάμεσα σε δύο ανθρώπους, εκλεκτικές συγγένειες μέσα από ασύμπτωτες ιστορίες, άνθρωποι αγαπήθηκαν πιο αναπαυτικά, πιο παρηγορητικά μέσα από τις λέξεις, συμβολικές εκεί οι ανθρωποθυσίες του έρωτα. Τα δύο αυτά θέματα αναδεικνύονται ξεκάθαρα στην παρούσα συλλογή, γεμίζουν τον καμβά του κάθε ποιήματος με τα φαινομενικά ετερόκλητα μοτίβα τους, που ωστόσο συνέχονται με ένα αόρατο νήμα.
Ξεκινάμε με τον τίτλο «κλινικά απών», ο οποίος συνειρμικά μας παραπέμπει στη δυσοίωνη ιατρική γνωμάτευση κλινικά νεκρός. Ποιος είναι ιατρικά ο κλινικά νεκρός; Είναι αυτός που η αναπνευστική και καρδιακή λειτουργία του υποστηρίζονται μηχανικά, ενώ ο μεταβολισμός ακόμη αντιστέκεται. Ο τίτλος του βιβλίου είναι ο τελευταίος στίχος του ποιήματος Εκ των υστέρων .

Αν ήμουν πιο προσεκτική
Θα είχα από τότε αποσυνθέσει την ελπίδα
Επίσημα θα ήσουν τώρα
Κλινικά απών.

Το ποιητικό υποκείμενο, κάνοντας τον απολογισμό του, μετά το τέλος ενός έρωτα, καταφεύγει σε ένα υποθετικό λόγο του μη πραγματικού ( αν ήμουν…τότε θα…) και συνειδητοποιεί ότι τόσον καιρό ο έρωτας αυτός ζούσε και ανέπνεε από τη δική του ελπίδα. Αυτή ήταν η μηχανική υποστήριξη ενός κλινικά νεκρού έρωτα. Αξίζει να επισημάνουμε ότι η ποιήτρια χρησιμοποιεί στο βιβλίο αυτό συχνά λέξεις που παραπέμπουν στο ιατρικό λεξιλόγιο και στη δομή του ιατρικού λόγου ( οδηγίες, συστάσεις, συμβουλές), στοιχεία ενισχυτικά της άποψης ότι ο τίτλος πέρα από το συγκεκριμένο ποίημα ανταποκρίνεται στο γενικότερο κλίμα και την ατμόσφαιρα αυτής της συλλογής. Ο έρωτας, λοιπόν, είναι ο κλινικά απών.
Η απουσία που διατρέχει όλο το βιβλίο εξετάζεται ως μία ανίατη ασθένεια, η οποία μας επιτρέπει μόνο μία επιλογή: να την αποδεχτούμε. Η Κουτσουμπέλη με ωριμότητα επιχειρεί, την κατανόηση και αποδοχή αυτού του επικείμενου αλλά αναπόφευκτου θανάτου. Αποδέχεται πως ο θάνατος του έρωτα ξεκινά από τη γέννησή του, αφού θνησιγενή είναι τα ασυνείδητα κριτήρια με τα οποία επιλέγουμε το συμπρωταγωνιστή μας σ’ αυτή την επανάληψη της αρχέγονης ένωσης. Το σενάριο ζωής που έχουμε προαποφασίσει, αυτό εντέλει θα παιχτεί και με μικρές παραλλαγές θα φτάσουμε στο οικείο αποτέλεσμα. Αυτό το σενάριο θα επιμείνει να επιβεβαιώσει τις πεποιθήσεις μας, όποιες κι αν είναι αυτές και οι οποίες έχουν διαμορφωθεί στα τρυφερά παιδικά μας χρόνια. Χωρίς να το γνωρίζουμε έχουν χαραχτεί μέσα μας στα σκοτεινά και έχουν κρυφτεί τώρα στη σκιά μας, με την οποία πάντα έτσι κι αλλιώς πλαγιάζουμε τη νύχτα. Αν, λοιπόν, στο παιδικό μας σύμπαν η ένωση του αρσενικού και του θηλυκού είναι μια ανελέητη μονομαχία που τελειώνει με θανάσιμους τραυματισμούς, τότε θα μπαίνουμε σε μονομαχίες και θα επιλέγουμε πάντα τον ίδιο ιππότη για παρτενέρ. Αυτή η συνειδητοποίηση και η αποδοχή της είναι μια πράξη ενηλικίωσης και ωριμότητας η οποία καθρεφτίζεται στους στίχους της Κουτσουμπέλη, που διακρίνονται για την οικονομία και την ισορροπία στη χρήση του λόγου.
Το τέλος του έρωτα ωστόσο δε γίνεται εύκολα αποδεκτό. Επιστρατεύεται η άμυνα της απώθησης. Η όποια υποψία του τέλους μεταφράζεται ως επιστροφή στην απώλεια των βασικών προσώπων υποστήριξης, στη μνήμη της παιδικής εγκατάλειψης. Γι’ αυτό το τέλος, έστω και με αυταπάτες, είναι ανάγκη να αμφισβητηθεί. Η άρνηση της αποφυγής του πόνου, η άρνηση της λύσης και της συνεπαγόμενης μοναξιάς που θα επιφέρει συναινούν στη διατήρηση του κλινικά απόντος έρωτος. Για αυτούς τους λόγους κάποιοι έρωτες στοιχειώνουν και συντηρούνται με κάθε υπερσύγχρονο μέσο συντήρησης.
Ο θάνατος του έρωτα επιφέρει αναπότρεπτα μία περίοδο πένθους, επώδυνη αλλά αναγκαία για να συνεχιστεί η ζωή. Η Κουτσουμπέλη διαχειρίζεται με ψυχραιμία τη φάση αυτή του πένθους, έχοντας ένα σταθερό και πιστό σύμμαχο: τις λέξεις, την πράξη της γραφής. Όλα τα στάδια του πένθους, ο θυμός, η άρνηση, η επεξεργασία, η αποδοχή περνούν μέσα από την ποίηση. Τα ποιήματα δε μας απαλλάσσουν από το πένθος, αντιθέτως το ενισχύουν. Μας συντρέχουν ωστόσο να το ημερώσουμε. Το πένθος είναι ο ομφάλιος λώρος που μας δένει με τη μνήμη. Η τέχνη τροφοδοτείται από την απώλεια και το πένθος, αλλά λειτουργεί και ως ο ασφαλέστερος οδηγός για την έξοδο. Άλλωστε, κατά την Κουτσουμπέλη, οι ποιητές ορίζονται κι από μια μοίρα, μια σφραγίδα δωρεάς στον ώμο, που ορίζει πως τίποτα στη ζωή τους δε θα’ ναι ακέραιο κι ολοκληρωμένο, θα αναλώνουν τη ζωή τους, κυνηγώντας την πληρότητα και την ολοκλήρωση, θ’ αδειάζουν τα μελανοδοχεία, θα γεμίζουν τα λευκά χαρτιά, μια και η τέχνη στην έλλειψη ελλοχεύει, στο ερειπωμένο και το ατελές.
Οι τολμηρές μεταφορές και οι αντιθέσεις συνθέτουν τις εικόνες του ποιητικού κόσμου της Κουτσουμπέλη, ζωγραφίζουν τον πόθο αλλά και τη ματαίωσή του. Η ροή του λόγου, οι αναπνοές και οι παύσεις σκηνοθετούν τις κινήσεις των προσώπων σε ένα ελεύθερο αφαιρετικό σκηνικό. Τα χρώματα που κυριαρχούν είναι το κόκκινο και το μαύρο με τους συμβολισμούς του πόθου, του πάθους του πένθους και του μυστηρίου που τα περιβάλλει. Η γλώσσα κάποιες στιγμές τρυφερή, άλλοτε ειρωνική και σαρκαστική, εκφράζει την εσωτερική αντίσταση του ατόμου στην αποδοχή του τετελεσμένου. Το ποίημα γίνεται το κορμί του απόντος αγαπημένου, πράξη εγχείρησης, επέμβασης με οδύνη και χωρίς αναισθητικό. Κόβω για να διασώσω, κόβω για να δημιουργήσω, η γραφή μια χειρουργική επέμβαση στη μνήμη, μια ανατομική επέμβαση στην παιδική ηλικία, τη σκέψη και τα αισθήματα.

.

ΠΟΛΥ ΧΑΤΖΗΜΑΝΩΛΑΚΗ

“Η Αυγή”, 13.5.2014

Η ποιητική οδύσσεια μιας ερωτικής ματαίωσης

Είχε γράψει κάποτε ο Ρενέ Ζιράρ, ο σπουδαίος ανθρωπολόγος και θεωρητικός της λογοτεχνίας, επαναλαμβάνοντας ίσως απόψεις άλλων πριν από αυτόν, ότι ένας συγγραφέας αυτοδημιουργείται μέσω της δημιουργίας του έργου του… Ο Ζιράρ αναφερόταν στο έργο του Ντοστογιέφσκι και στον νέο εαυτό που δημιούργησε, τον νέο άνθρωπο με τους άλλους ψυχολογικούς και αισθητικούς ορίζοντες που αναδύθηκε μέσα από τα μυθιστορήματά του. Ένα ανάλογο σχήμα, η δημιουργία δηλαδή ενός νέου εαυτού στο πλαίσιο μιας -ερωτικής- απώλειας, η αποδοχή και αποδέσμευση από το πένθος, εκφράζει και νοηματοδοτεί την ανάγνωσή μου της πρόσφατης ποιητικής συλλογής της Χλόης Κουτσουμπέλη “Κλινικά Απών” που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης.
Η ποιητική αυτή συλλογή είναι ή έβδομη κατά σειρά που εκδίδει η Χλόη Κουτσουμπέλη μετά την εμφάνισή της στα γράμματα το 1984 με την ποιητική συλλογή Σχέσεις Σιωπής από τις εκδόσεις Εγνατία.
Είχα αναφερθεί και παλαιότερα σε κείμενό μου στην «Αυγή» στο γοητευτικό ποιητικό σύμπαν της Χλόης Κουτσουμπέλη, που κατοικείται από όντα της λογοτεχνίας, της αρχαίας τραγωδίας, των μύθων που ζουν ανάμεσα στο Αλλού και την πραγματικότητα. Η ποιητική της περιλαμβάνει σκηνές από όνειρα, αρχετυπικές εικόνες, αλληγορίες. Η θεματική της περιστρέφεται γύρω από το εφήμερο των ανθρώπινων σχέσεων, την απώλεια, τις πολύπλοκες και εύθραυστες ισορροπίες του έρωτα, την ανατρεπτική δύναμη της θηλυκής αρχής.
Στο ίδιο πλαίσιο, λοιπόν, αλλά με την ωριμότητα και τη γενναιότητα που προκύπτει από μια χωρίς συμβιβασμούς προσωπική ποιητική Οδύσσεια, στο μεταίχμιο της πραγματικότητας και της ψευδαίσθησης, η Χλόη εστιάζει στο θέμα του πένθους, του ματαιωμένου έρωτα, της απουσίας του Άλλου, όπως αναγγέλεται προγραμματικά στον τίτλο. Με αυτή τη διαδικασία, στην οποία η ποιήτρια εισέρχεται με θάρρος και απροειδοποίητα, πραγματοποιεί μια κατάδυση στη σκοτεινή πλευρά του πένθους, μια συνάντηση με μια φαντασμαγορία εικόνων από τον κόσμο της σκιάς, λυτρωτική για την ίδια και για τον αναγνώστη που παρακολουθεί το ταξίδι, κατόπιν μια ανάδυση, έναν μετασχηματισμό, μια δημιουργία εαυτού.
Ο ματαιωμένος έρωτας ο χωρισμός, η απουσία και πώς ο ποιητής επιχειρεί με τους στίχους του την ψηλάφηση του κενού, της θλίψης. «Χρήσιμες οδηγίες για το πένθος – να το κρατάτε εξημερωμένο στην αυλή […] θα το ακούτε να αλυχτάει/δεν θα το αλυσοδέσετε ποτέ». Επιχειρεί να εμπεδώσει τη μορφή του πόνου και της απουσίας. Κατά την αναμέτρηση με τον κόσμο των σκιών, το ταξίδι στην επανάληψη ενός ερωτικού εφιάλτη, στην παιδική ηλικία, στα τραύματα από τους γονείς, τους εραστές, τα ζευγαρώματα, τη ματαίωση, την αναζήτηση του καθρέφτη, καταφέρνει στο τέλος να αποκολληθεί από το πένθος και να κατασκευάσει ένα δικό της ομοιότυπο πάνω σε άλλα πρότυπα. «Δεν χώρεσα στο καλούπι», αναφωνεί και αναγνωρίζει ότι ο απών είναι πλευρό του εαυτού της και όχι εκείνη δικό του πλευρό. Το επόμενο στάδιο είναι και η εσωτερική αποδοχή «δεν πειράζει/ έτσι κι αλλιώς/ πάντα με τη σκιά μας/ πλαγιάζουμε τις νύχτες» και εν κατακλείδι η αναζήτηση και η απελευθέρωση του δικού της εσωτερικού διπλού, του καθρεφτίσματος. «Κόβω με ψαλίδι την παιδική μου ηλικία/ δυο μαυρόασπρα κοριτσάκια […] είχα ποτέ δίδυμη αδελφή/ ή ήμουν αυτή που δεν γεννήθηκε ποτέ».
Ο έρωτας είναι καθρέφτης, προβολές, έχει ειπωθεί και ξαναειπωθεί. Η κατάδυση στον Άδη είναι αφηγημένη πρώτα από τον Όμηρο. Η κατάδυση της Χλόης όμως είναι από την πλευρά του δικού της φύλου, την αρνητική. Όχι την Εύα, αλλά το αρνητικό της τη Λιλίθ – πάλι μια εικόνα διπλού – που αντιμετωπίζει το ανεξημέρωτο ζώο – το τέρας της θλίψης – σπάει το καλούπι που δεν την δημιουργεί και δημιουργεί – ψαλιδίζει – εν κατακλείδι έναν εαυτό απελευθερωμένο… «Κόβω με ψαλίδι αυτό το ποίημα».

.

Βασίλης Δασκαλάκης

“Παρέμβαση”, τχ. 172, Καλοκαίρι 2014

Έχοντας την ωριμότητα και την εμπειρία τριάντα ετών, στην έβδομη ποιητική συλλογή της, η Χλόη Κουτσουμπέλη ξεδιπλώνει αρετές, αποστάγματα σοφίας και μια ποιητική στόφα που οδηγεί σε βαθιά νερά και αναζητήσεις που κατατρώγουν τις ψυχές και τις σάρκες των ίδιων των λέξεων. Λέξεις που σωματοποιούνται και εξαϋλώνονται, χαράζουν το δέρμα και το επουλώνουν. (ΠΡΟΣ ΕΑΥΤΟΝ), (ΤΕΛΟΣ), (ΕΚ ΤΩΝ ΥΣΤΕΡΩΝ)
Θα μπορούσαμε να δούμε τριανταπέντε σπαραχτικά κείμενα δομημένα στη λογική της απώλειας, του διαρκούς πένθους, του ανικανοποίητου έρωτα, της σκηνοθεσία του φόβου της μοναξιάς, του φόβου εν γένει. (ΤΟ ΚΕΝΟ), (ΟΙ ΣΤΟΙΧΕΙΩΜΕΝΟΙ ΕΡΩΤΕΣ)
Μας παραπέμπει στον Ingmar Bergman και το αριστούργημά του “Έβδομη Σφραγίδα” καθώς το κάθε ποίημα μετατρέπεται σε ιππότη που δίνει την μάχη με το θάνατο, η περιρρέουσα ατμόσφαιρα μυρίζει θειάφι. Κάθε τελείωμα κειμένου μια εξόδιος ακολουθία, αλλά επιμένει να στέκεται όρθια , να πορεύεται μοναχικά το δύσβατο μονοπάτι στην υψηλή τέχνη της ποίησης. (ΤΟ ΑΓΩΝΙΣΜΑ ΤΗΣ ΜΟΝΟΜΑΧΙΑΣ), (ΣΤΕΠΑ), (ΠΑΡΑΝΟΜΟ ΠΑΡΚΑΡΙΣΜΑ), (ΛΙΛΙΘ), (ΤΕΧΝΗ), (Η ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΗΣ ΒΕΒΑΙΗΣ ΗΤΤΑΣ), (ΘΑΝΑΣΙΜΟ ΤΑΓΚΟ)
Η Χλόη Κουτσουμπέλη χαράζει ένα προσωπικό όραμα, σε πρώτο και δεύτερο πρόσωπο που μοιάζει σε πρώτη ανάγνωση να αποδυναμώνει τα κείμενα, όμως σε δεύτερη και τρίτη προσέγγιση ως δια μαγείας αποκαλύπτεται ως νέα Σαλώμη με πέπλα που πέφτουν μαζί με τις αμφιβολίες για την αγάπη στην ποίηση και τον λόγο που κάποιος γράφει επειδή είναι προσηλωμένος και με περισσή πίστη. (Η ΚΟΝΣΕΡΒΑ), (ΑΓΑΠΩ ΝΕΚΡΑ ΓΙΑΤΡΕ), (ΧΡΗΣΙΜΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΝΘΟΣ)
Αν υπήρχε ένα «Σχολείο Ποίησης» με τη Χλόη θα ήμουν συμμαθητής, ο άχαρος ρόλος της απουσιολόγου θα έπαιρνε μια άλλη διάσταση στο μικρό μεθοδικό κορίτσι που παλεύει με την μνήμη, μας κλείνει το μάτι, σβήνει τις απουσίες εξωραΐζει τα κακώς κείμενα και μας επαναφέρει στην τάξη. (Η ΠΟΛΥΘΡΟΝΑ), (ΕΚΛΕΚΤΙΚΕΣ ΣΥΓΓΕΝΕΙΕΣ), (ΜΑΤΑΙΩΣΗ), (ΤΟ ΠΡΟΣΤΙΜΟ), (ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ ΓΙΑ ΜΑΚΡΟΗΜΕΡΕΥΣΗ), (ΜΕΛΑΝΟΔΟΧΕΙΟ), (ΤΟ ΨΑΛΙΔΙ)
Ο τίτλος της συλλογής (ΚΛΙΝΙΚΑ ΑΠΩΝ) εσκεμμένως μας παραπλανεί, γιατί όπως όφειλε να είναι ΝΕΚΡΟΣ, ουσιαστικά είναι Παρών ή μάλλον ΠΑΡΟΥΣΑ στην πρώτη γραμμή, άλλωστε ο χρόνος και ο πόνος είναι η κοινή συνισταμένη της λήθης, ενός φαρμάκου που όλες τις εποχές λειτουργούσε στην πραγματική τέχνη.

.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΟΥΤΑΣ

bookpress 10/9/2014

Στοιχειωμένοι έρωτες ξυπνούν

Συνεπής στον δρόμο που έχει χαράξει με τα προηγούμενα ποιητικά της βιβλία και με ευκρινέστερο πλέον τον ποιητικό της στόχο, η Χλόη Κουτσουμπέλη καταθέτει την έβδομη κατά σειρά συλλογή της με τον χαρακτηριστικό και απόλυτα συμβατό με τη θεματολογία των ποιημάτων της τίτλο Κλινικά απών. Κλινικά απών, όχι μόνο ένα ευφυές λογοπαίγνιο, μια λεκτική παραδοξότητα, αλλά μια φράση με ποικίλες αναγνώσεις. Εν μέρει παραπέμπει στον ιατρικό όρο Κλινικά νεκρός, ίσως όμως να είναι δραστικότερος και πιο επώδυνος από αυτόν, αφού υποδηλώνει τους μικρούς καθημερινούς θανάτους στους οποίους ο καθένας από εμάς θα μπορούσε να οδηγηθεί, στο ανελέητο αγώνισμα μιας μονομαχίας, σώμα με σώμα, στον ερωτικό στίβο.
«Το σώμα στη μάχη» είναι ένας στίχος-τίτλος ποιήματος του Πιερ Πάολο Παζολίνι, με νοηματική αμφισημία και πολλαπλές αναγνώσεις, που λατρεύει, κατά δήλωσή του, ο ποιητής και εκδότης Γιώργος Χρονάς. «Τα σώματα πριν από τη μάχη» θα τον παράλλαζα, κάπως αυθαίρετα, για να εκφράσω ή να αποτυπώσω την ουσία των περισσότερων ερωτικών ποιημάτων της παρουσιαζόμενης ποιήτριας. Φανερό λοιπόν πως ο έρωτας σκέπει ξανά τους στίχους της Κουτσουμπέλη, ένας έρωτας όμως όχι ηδονιστικός ή αντικείμενο αναπόλησης για να θυμηθούμε την ποίηση του Μεγάλου Αλεξανδρινού που προσφάτως γιορτάσαμε τα εκατό πενήντα χρόνια από τη γέννησή του, ούτε ένας έρωτας που συνοψίζεται στη στέρηση, την αγωνία ή την εξιδανίκευση του αγαπημένου προσώπου, όπως αυτός εκφράζεται στην ποίηση του Ντίνου Χριστιανόπουλου ή του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου αντίστοιχα, αλλά ένας έρωτας ακυρωμένος εξ αρχής λόγω προκαθορισμένων διαφορών, αρχέγονων και σκοτεινών μυστικών και ενοχών, και εντέλει λόγω της ασυμβατότητας της ουσίας του αρσενικού με το θηλυκό, που στους στίχους της ποιήτριας μάχονται απεγνωσμένα να συναντηθούν, δίχως, όμως, ουσιαστικό αποτέλεσμα. Απόρροια αυτής της κατάστασης που διαιωνίζεται, η ερωτική ματαίωση, η ερωτική απόγνωση, η προσωπική φθορά, η στυφή εκείνη γεύση που μένει στο στόμα των πρόσκαιρων εραστών και υποψήφιων αιώνιων αγαπημένων, όταν ανακαλύψουν ξαφνικά το χάσμα που τους χωρίζει. Έτσι, το θηλυκό, συχνά στην απόληξη του ερωτικού παιχνιδιού διαπιστώνει πως το έτερο ήμισυ είναι κλινικά απών, απών από την κλίνη του ζευγαρώματος, από την ψυχή του, τη ζωή του, τις ανάγκες του, τις προσδοκίες του και τις προβλέψεις του, δεχόμενο αυτήν την κατάσταση ως αναπόφευκτη μοίρα, που απαλύνεται κάπως με την ιαματική δράση του ποιητικού παιχνιδιού στο οποίο καταφεύγει, και της τέχνης γενικότερα. Αναφέρω χαρακτηριστικούς στίχους της Κουτσουμπέλη που φανερώνουν αυτήν τη ματαίωση, πολλοί από τους οποίους αποτελούν επιμύθια των ποιημάτων της:

Και όταν ερχόμουν θα σ’ αγκάλιαζα / αν δεν υπήρχε το σιδερένιο τραπεζάκι ανάμεσα, Το πένθος υπάρχει για να καλύπτει το απόλυτο κενό, (Οι στοιχειωμένοι έρωτες) την κατάλληλη στιγμή ξυπνούν / και μπήγουν τα λευκά τους δόντια / στην καινούρια τους ζωή, Από τον θάνατο του έρωτα προτιμώ τη μοναξιά, Το τέλος γράφεται από μόνο του / και είναι πάντα σαρκοβόρο, Διαλέγω πάντα άντρες που το νούμερό τους τελειώνει σε μηδέν κ.ά.

Οι λέξεις που επανέρχονται

Λέξεις όπως: κενό, τέλος, σιωπή, λάθος, νύχτα, απών, ματαίωση, πένθος, ήττα, επαναλαμβάνονται συνεχώς στο βιβλίο, αποκαλύπτοντάς μας την ψυχική διάθεση της ποιήτριας αλλά και την απόληξη του ερωτικού παιχνιδιού που διαδραματίζεται μέσα της, πάντα σε ακαθόριστο, μη προσδιορισμένο τόπο και χρόνο, όπως μας έχει συνηθίσει και από τις προηγούμενες συλλογές της. Ωστόσο, στην παρούσα συλλογή, υπάρχει πια μια πιο κατασταλαγμένη γνώση, μια βαθύτερη συνείδηση των κανόνων του ερωτικού παιχνιδιού, που θωρακίζει την ποιήτρια, βοηθώντας την να ξεπερνά τη μελαγχολία της ή τουλάχιστον να μην παραδίνεται σ’ αυτήν αμαχητί. Αυτό, αν μη τι άλλο, φανερώνει, πέρα από συναισθηματική, και ποιητική ωριμότητα.
Η Κουτσουμπέλη συνθέτει ποιήματα με σκηνοθετικό τρόπο γραφής. Σε προηγούμενες συλλογές της αυτό συνέβαινε με το ονειρικό στοιχείο που πρόσθετε ή καλύτερα με το οποίο έντυνε τους στίχους της – ένα μονίμως παραμυθένιο, υπερβατικό, σουρεάλ σκηνικό, με το οποίο αφ’ ενός υπονομευόταν ο ρεαλισμός των ποιημάτων της, αφ’ ετέρου πετύχαινε να μας μεταφέρει σκληρά προσωπικά της βιώματα με λιγότερο επώδυνο, κυρίως για την ίδια, τρόπο. Στο Κλινικά απών το στοιχείο αυτό έχει κάπως αμβλυνθεί, έχει περιοριστεί, δίχως πάντως να εκλείπει. Η στόχευση του μηνύματος γίνεται πιο συγκεκριμένη και ευθύβολη, η σκηνοθεσία είναι λιγότερο ομιχλώδης και παραπλανητική, ο αλληγορικός λόγος όμως πάλι κυριαρχεί, ενώ συχνά η εικονοποιία παραμένει τολμηρή και ασυνήθιστη. Γράφει στο ποίημά της Αδυναμία: Αν δεν μπορείς να έρθεις με ένα τρένο / ούτε να ξεφλουδίσεις το πορτοκάλι του ουρανού / σο