ΝΙΚΟΣ ΜΥΛΟΠΟΥΛΟΣ

.

Ο Νίκος Μυλόπουλος γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1951 στην οποία σπούδασε, ζει και εργάζεται ως Χειρουργός Οφθαλμίατρος. Διδάκτωρ της Ιατρικής Σχολής του Α.Π.Θ. έχει διατελέσει Πρόεδρος της Οφθαλμολογικής Εταιρείας Βορείου Ελλάδος, της Ελληνικής Ομοσπονδίας Οφθαλμολογικών Εταιρειών και της Ελληνικής Εταιρείας Γλαυκώματος.
Έχει εκδώσει έντεκα ποιητικές συλλογές και ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί στα περισσότερα ελληνικά λογοτεχνικά περιοδικά και στο διαδίκτυο.
Είναι μέλος της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ:
1. Παράκτιος πια ο έρωτας, Πλέθρον, 2002
2. Ένα παράθυρο με κιμωλία, Μεταίχμιο, 2005
3. Οι εραστές πάντα σιωπούν, Μεταίχμιο, 2007
4. Ξημερώνει στο γέλιο σου, Οι Εκδόσεις των Φίλων, 2011
5. Όνειρα σε συνέχειες, Σαιξπηρικόν, 2012
6. Τέλος της περιπλάνησης, Γαβριηλίδης, 2015
7. Οι εφτά καινούργιες μέρες, ΕΝΕΚΕΝ, 2015.
8. Όπως η θάλασσα με το αύριο, Γαβριηλίδης, 2016
9. Εγχείρημα φωτός (2018) Κουκκίδα
10. Ο κλήρος του ανεκπλήρωτου  (2019) Οι εκδόσεις των φίλων
11. Ερασιτέχνης σχοινοβάτης (2021) Κοράλλι

.

 

 

 

.

ΕΡΑΣΙΤΕΧΝΗΣ ΣΧΟΙΝΟΒΑΤΗΣ (2021)

 

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΛΟΧΜΕΣ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΥ

 

ΟΚΤΩ ΤΟ ΠΡΩΙ

Ήταν τόσες πολλές οι αναμνήσεις στο λαιμό
Που ακουστικά μας προκαλούσαν τραύματα
Και ακατάσχετη αιμορραγία στη μέση του αύριο.
Λεπτόκορμοι με τα σώματα γεμάτα στάχυα
Και μάτια που θηλυκά θύμιζαν κωνοφόρα
Τρυπούσαμε το παρθενικό της θλίψης υμένιο
-Ήδη από καιρό απειλούσε τη σιωπή μας.

Οκτώ το πρωί κι οι πεινασμένοι ανήλικοι θεοί
Με πρόσωπα ανάγλυφα καθώς κοχύλια φαγωμένα
Την αγιάτρευτη επικροτούν ακόμη ματαιότητα.

 

ΚΥΚΛΟΣ ΑΕΝΑΟΣ

Τα δέντρα φορούσαν κρίκους λυγερόκορμους
Τα πλοία φόρεμα σχιστό
Σπίρτα αρχάρια οι καπνοπώλες
-0 καπνός είχε ήδη από καιρό εξαντληθεί-
Οι περαστικοί τυχάρπαστοι και μοιραίοι
Ενώ τα βιβλία σαν δεσμίδες χαρτονομίσματα
Με τα τριμμένα εξώφυλλά τους
Παλιούς συμβόλιζαν συμμαθητές
Τα γραφεία γεμάτα υπολογιστές
Στα εργοστάσια μηχανές ακούραστες δίχως κρότο
Κι οι εργάτες άνεργοι να συζητούν στα χορτάρια χαμηλόφωνα
θέλοντας οριστικά ν’ απαλλαγούν απ’ τον εαυτό τους.
Μόνον οι ερωτευμένοι κατηφόριζαν επάνω σε άμαξες
Με τους τροχούς γυρισμένους προς το αύριο
Κι αυτή η σκηνοθέτη μένη διαδρομή
Το παγωμένο ραγίζοντας βουλοκέρι
Όπως στ’ αρχαία λούνα παρκ ξανάρχιζε
Αρχέγονο τον γύρο του θανάτου.

Κύκλος αέναος η ζωή, μελόδραμα επιούσιο.

 

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΛΟΧΜΕΣ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΥ

Ανεξέλεγκτες ώρες ανθίζουνε μέσα μας ποταμούς
Το πανάρχαιο βάφοντας όνειρο με ασημένιες κιμωλίες.
Ταξίδια του νου οι πλόες των μέθυσων σκέψεων
Άλλοθι και καταφύγιο μαζί η σιωπή των πνευστών
Κι η υγρασία στων εμπρηστών τα χείλη
Καημός ενδόμυχος χειροκρότημα λευκό
Ο επερχόμενος ναύλος φιλί αγίασμα δροσίζει τα χείλη
Πορτοκαλιού ανθός βροτός ανάμεσα σε λόχμες πανσέληνου.
Σκαρφαλωμένοι στο αέναο εκκρεμές του ανολοκλήρωτου
Ως στήλη παραμένουμε αλατιού
Άπραγοι κι αμετάβλητοι.

Έξω ο Βαρδάρης σαρώνει ανθρώπους, πάθη κι αισθήματα
Το θνησιγενές μετατρέποντας σε ερωτόβιο.

 

ΑΝΤΑΡΣΙΑ ΕΥΘΡΑΥΣΤΩΝ ΩΡΩΝ

Βουβοί μπροστά στης ναυτοσύνης το γαλάζιο παράθυρο
Ατενίζουμε το αθέατο μονοπάτι
Δεν οδηγεί πουθενά
Διαρκεί όσο ολόκληρη η ζωή το διατρέχει.
Σποραδικά εμφανίζονται άγγελοι με διάφανους χιτώνες
Μαύρα αφάγωτα φτερά πρόσωπα απελπισμένα
Όταν βοήθεια συμπόρευσης ζητούν
Ευφραίνονται στιγμιαία.
Στα βλέμματα ανάμεσα ανθίζει βία αρωγής
Με τρυφερής πλημμύρας παρασκήνιο
Φιλί απαξίωσης
Ουρανού μαθητεία
Η προσμονή αυξανόμενη
Μέχρις ότου ξαναβρεθούμε στο άπειρο όλοι.

Άφθαρτα νερά απασφαλίζουν ακρογιάλια
Αναζητούμε άφεση απ’ των αόρατων δοράτων την ορμή
Κι απ’ τα διδάγματα σιωπής που αντιτάχθηκαν στον χρόνο.

 

ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΑΓΚΑΘΙΩΝ

 

ΣΧΟΙΝΟΥΣΑ

0 δρόμος είχε ζωγραφισμένες στα στήθια του
Άσπρες καρδιές και καραβάκια
Ένας πύρινος τον προστάτευε πέτρινος τοίχος
Αλάτι γέρικο κούρνιαζε σαν ερείπιο στις γούβες των βράχων
Καθώς μεθυσμένες ηλιαχτίδες στις εσοχές βυθίζονταν των κυμάτων
Για μικροσκοπικούς ψάχνοντας κόκκους αλήθειας.
Την αέρινη αφήνοντας να μας θωπεύει στολή του γυμνού
Και με μάτια βουτηγμένα σε μυρωμένο ανθόνερο
Με την παλίρροια επανερχόμαστε της έξαψης
Στην παράκτια γιορτή των οριζόντων.
Σχοινοβάτες στης αλμύρας τον απόρθητο κάβο
Τη μεγαλόπρεπη απολαμβάνουμε αφωνία της θάλασσας
Κι εκείνο το πνιχτό αναφιλητό δημόσιας χρήσης
Που ορίζει τη σιωπή της.

Μοναχικά απομεινάρια του μυαλού
Την ερημιά υπομένουν πολυσύχναστων νόστων.

 

ΖΩΗ ΣΑΝ ΠΟΙΗΜΑ

Ρίχνουμε σκόρπια γράμματα σε χαρτί ηλεκτροφόρο
Το πασπαλίζουμε με τόνους και σημεία στίξης ελάχιστα
Και τότε η κάμαρη ευωδιάζει
Απ’ τη γέννηση του ποιήματος.
Το πληκτρολόγιο κατάκοπο απ’ τις ωδίνες
Κόκκινα ξεφυσά και γκρίζα πλήκτρα.
Λογχίζοντας τρεμουλιαστά την κάθε λέξη
Δηλώνουμε το όνομά του στον ληξίαρχο χρόνο
Καταχωρώντας το στα μητρώα σιωπής.
Μεγαλώνοντας η μορφή του έχει σφυγμό
Άνθος θυμίζει του αγρού με αθόρυβη ερμηνεία
Καθώς εμείς με κυνηγού βελούδινα βήματα
Υποχωρούμε προς το φεγγάρι.

Ξεδιπλώνονται τότε μνήμες τυραννικές που δεν συστρέφονται.
Λέξεις
Φωτογραφίες παλιές που δεν μεγάλωσαν ακόμη.

 

ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΑΓΚΑΘΙΩΝ

Αδιάβατο πέρασμα η ανοιγμένη πόρτα
0 επίλογος των θαλασσών ανυπόφορος
Όπως κι η κάθε έντιμη σταύρωση όπου δυο
Απαιτούνται εραστές αμοιβαίας μυθοπλασίας.
Εικόνες απ’ το παρελθόν ζωγραφίζει η θύμηση
Αρχάρια στον χορό των αγκαθιών αιμορραγία
Ευζωίας βραχνάς του πάθους ο βρυχηθμός
Σε συνεπαίρνει.
Ύστερα αναπνέεις ελεύθερα σιωπή.
Αγαπημένο χρώμα το κόκκινο
Των ελάχιστων στιγμών χρυσαλλίδα.

Δεν καθορίζονται πια οι ανθρώπινες σκιές
Μόνο γενναίοι χωρισμοί
Από τον παλιό εαυτό μας.

 

ΑΥΤΟΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΑ

Η θαλασσογραφία που μου έταξες κάποτε σε στιγμές αυτεπίγνωσης
Απλώνεται με φαγωμένο πρόσωπο στην αύλεια συντριβή μου
Την απόλυτη θαυμάζω ακρίβεια των νεκρών
Ταπεινωμένος στην ελλιπή σου παρουσία
Πλέκω με χείλη ξεραμένα στεφάνι διπλό
Καταγράφοντας πλευρική αδράνεια σε αινίγματα άλυτα.
Οι ώρες κυλούν αφόρητα αργά
0 χρόνος θυμίζει λατέρνα
Ανυπάκουο ηλιακό ρολόι η ζωή
Ασεβείς φυτεύει αναμνήσεις.

Άγραφα χρώματα τριγύρω
Έναν ήλιο μοσχοβολούν λιγοφώτιστο.

 

ΜΕ ΕΜΦΑΣΗ ΣΤΟΝ ΚΩΔΙΚΑ ΤΗΣ ΑΜΜΟΥ

 

ΕΡΩΤΙΚΟΣ ΑΠΟΠΛΟΥΣ

Σε κλινική άκρατης ηδυπάθειας εισήλθε με διάγνωση
Ανεγχείρητος χρόνιος έρως
Με ένα δέλτα ανάποδο ως εφήβαιο
Δύο όμικρον συμμετρικά στο υπερώο
Την πρύμνη στίλβουσα σαν σπέρμα αχινού
Πλεούμενα αβύθιστα τους παλμούς στο ακρωτήρι των αισθήσεων
Και φλέβες μια ανάσα μακριά απ’ τον κόκκινο φάρο.
Ευάλωτη τότε στο ανοιγμένο άκρο της η γέφυρα τρέμει
Μικρά εκπνέοντας σμαραγδένια αστέρια.

Εξαντλητικής συνωμοσίας απόπλους η αγκαλιά
Καθώς ο χρόνος αβίαστα άπαντα τα αλέθει.

 

ΜΕ ΕΜΦΑΣΗ ΣΤΟΝ ΚΩΔΙΚΑ ΤΗΣ ΑΜΜΟΥ

Συναντηθήκαμε
Σ’ ένα ελάχιστο κλάσμα αιωνιότητας
Τη σωστή ώρα στο σωστό μέρος
Μετά από εξουθενωτική αλληγορία των χειλιών
Αποτυπωθήκαμε ως μύστες σε μια κορνίζα ξύλινη που ανέδυε ευλογία!
Κρατώντας σφιχτά της σιωπής τα ηνία το έσχατο περάσαμε σύνορο
Κι η έκφραση σπασμένη γιορτή σε λευκό ανείπωτων διαλόγων.
Το λίκνισμα των σωμάτων, εκείνη η ανέμελη αερολογία των γοφών,
Τους ήχους μετέτρεπε του κήπου σε όρθρο ερωτικής πλησμονής
Με έμφαση στον κώδικα της άμμου.
Συνεργοί στο ατόπημα της ουτοπίας άθραυστα σφυρηλατήσαμε δεσμά
Ώσπου τα βήματά μας έσβησαν αυτοεξόριστα.

Χαμόγελο πλατύ κάτω απ’ τις πολεμίστρες άπλωνε η θάλασσα
Καινούργια αρχίζοντας ζωή σε κάθε θάνατο δευτερολέπτου.

 

ΑΙΝΙΓΜΑΤΑ ΛΥΤΡΩΣΗΣ

Πολλαπλές αναγνώσεις ο έρωτας
Αποδημητικές μεταφορές ο ορισμός του
Βίωμα που πληρώνεται άμα τη εμφανίσει
Τα κεκτημένα όμως τώρα είναι νεκρά
Κι εγώ ως νεκροταφείου ευπαρουσίαστος φύλακας
Κάνω βάρδιες εναλλάξ στο χωμάτινο περίβλημα του χρόνου
Η βροχή δεν είναι απαραίτητα κακή
Συχνά αν και απρόοπτα τους ζωντανούς δροσίζει.
Ακουμπώντας κρύα χέρια
Σκαλίζω μέσα στις στάχτες μιας φιλοσοφίας νεκρής
Αλλόκοτα λόγια
Αιώνια σαν απόκοσμη θύμηση.

Σκοτάδι και φως φορές δίνουν τα χέρια
Μακρόζωα θέλγητρα ορίζοντας δια βίου.

 

ΑΥΛΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Ερχόταν οι γυναίκες με τα σκουρόχρωμα μάτια και τα εύφλεκτα δέρματα
Ένοχες να δηλώσουν για το αδίκημα της λατρείας
Κι ήταν τόσο ξέφρενος ο ερωτισμός που στις φλέβες τους κυλούσε
Που τ’ αγόρια με μάγουλα κόκκινα σαν τους μοναχικούς φάρους
Ξέπλεναν τις ορμές τους σε νοτισμένα όμικρον
Και άρρηκτα ωμέγα.
Έσκυβε τότε ο ουρανός και φιλούσε το χώμα
Και με το τέλος της περιόδου των αιχμηρών φεγγαριών
Οι αγοραίοι ξανάρχιζαν έρωτες
Κι οι λοβοτομημένες σχέσεις.
Μέσα σε τόση αυθάδεια η γη ρυτίδιαζε από ντροπή
Ενώ τα πουλιά ξανάχτιζαν φωλιές
Μακριά απ’ το απόλυτο τίποτα των ανθρώπων.

Στο τέλος μόνον όσοι αγάπησαν κάποτε πολύ
Ξανάβρισκαν τη ζωή τους ακολουθώντας το φως
Και κάποιοι λίγοι εραστές
Δομικής τρυφερότητας.

 

.

Ο ΚΛΗΡΟΣ ΤΟΥ ΑΝΕΚΠΛΗΡΩΤΟΥ (2019)

 

Α. ΥΠΟ ΠΡΟΘΕΣΜΙΑΝ

ΓΙΟΡΤΗ ΤΩΝ ΧΑΡΤΑΕΤΩΝ

Αναστροφής διέγερση στην γιορτή των χαρταετών
Εκμυστηρεύσεις μνήμης σε εσπερινό απόπλου.
Ύστερα ξεβράζει το στόμα ντροπή αλλαγής αισθημάτων
Ισορροπία φαντασίωσης και αξημέρωτο μέλλον εγγύς.
Θρυμματίζοντας οριστικά το ανθογυάλι των κρίσεων
Ανάπηρα σε κουπαστές και πηγάδια φτερουγίζουμε όνειρα
Με ανάσες πουλιών ανύποπτων αντί για μάτια
Λέξεις νεκρές και φύλλα κίτρινα για πρόσχημα.
Βαρύτητα νηφάλια ευωδιάζουν μνήμες υδρορροές
Βροχή τώρα σιωπής
Λύτρωσης πικροδάφνες στο προσήλιο.

ΑΠΟΤΥΠΩΜΑ ΤΟΥ ΑΝΕΚΠΛΗΡΩΤΟΥ

Τα ρολόγια μιλάνε παράφωνα με θορύβους ενεργού οξυγόνου
Καθηλώνοντας ιππαστί φυλλοβόλα συρτάρια της θύμησης
Κι ανυπόμονες άγκυρες στον μυχό θηλυκών οιστρογόνων.
Ραγισμένες οι φτερούγες του χθες στον ασάλευτο χρόνο
Μα τώρα προσπερνώντας το άγνωστο αύριο
Συγκλίνουμε με βήμα ανάλαφρο στην κοινή εντροπία
Αποτυπώνοντας το ανεκπλήρωτο.
Ύστερα με χέρια γερανούς συλλαβίζουμε πηγαδίσιο νερό
Επιλόγους πληκτρολογώντας στην κοίτη κοχυλιών
Που κάποτε ανέβλυζαν ηδονής μύρο άφωνο.
Καθώς αμεταχείριστες λέξεις ακόμη
Της αφής στολίζουν το πρόπλασμα
Ανέστιο κύμα και βουβό άναρχα πυροδοτεί τίς αισθήσεις.

ΜΙΚΡΟΣ ΚΑΙΡΟΣ

Η νύχτα κύλησε σαν κέρμα
Πλανόδιοι έρωτες κι αξόδευτα τη συνοδεύσαν πάθη
Σε τροχιές κυκλικές αγεφύρωτες δειλά χτυποκάρδια
Κι η υδρόγειος να γυρίζει ασθμαίνουσα
Από νόμους ασήκωτους στην τροχιά της ερήμωσης.
Μικρός καιρός για αβάσταχτα όνειρα σε σφαγεία αγάπης
Και μόνο οι στάσεις να αναβάλλουν το αναπόφευκτο.
Ντυμένοι ενσυνείδητα με πλοκάμια ελιάς και φύλλα δάφνης
Πυροδοτούμε στο θρόισμα του κενού το επερχόμενο
Τους τελευταίους ξηλώνοντας ολοσχερώς λεπτοδείκτες.

ΜΕΧΡΙ ΤΟΝ ΑΦΑΝΙΣΜΟ

Ανήμποροι στην ενική αγκαλιά του δειλινού
Δυο σιωπές δοτικές στο μεγάλο λιβάδι της μνήμης
Τις επινοήσεις αγνοώντας και της αλήθειας τα τεχνάσματα
Αφήναμε να κυλήσει λιτό το ψέμα στον βυθό
Ερμητικά σκεπάζοντας το πρόσωπο, τη σκέψη,
Με μιαν αδιάβροχη σακούλα ανεκτικότητας.
Ανυποψίαστοι εραστές και κληρονόμοι ρυτίδων του χρόνου
Ζευγαρωμένο απομεινάρι στην λεηλατημένη επικράτεια
Κολυμπούσαμε κόντρα στη ροή του ποταμού
Γυαλίζαμε τη θυμέλη με αλάτι και φιλιά του λύκου
Κλεισμένοι σε κοχύλια οργής με σεβασμό ακούγαμε
Τίς μικρές αστραπές αθόρυβα να ρίχνουν τη σκιά τους στο ανώγειο.
Ύστερα η γλώσσα έβλεπε με μάτια μαυρισμένα
Την οσμή της ελπίδας ν’ απομακρύνεται χέρι χέρι πιασμένη
Με τα κομμένα πρόσωπα προγόνων δακρυσμένων στο διηνεκές.

ΔΥΟ ΣΙΩΠΕΣ ΣΕ ΜΙΑ ΓΩΝΙΑ

Η πόρτα έτριζε παράξενα χρώματα
Φτιαγμένη από ανοξείδωτο ήταν πανί
Πίσω της άνθρωποι που χάρτινα φτερά αντί για φτέρνες είχαν
Λοφίο κόκκινο πιο πάνω απ’ το μυαλό
Ασπρόμαυρα ηλιοβασιλέματα κουστούμια εκκεντρικά
Με τεράστιες τσέπες για να στοιβάζουν μέσα τους
Παλιές αγάπες, πέτρες και χώματα.
Ανασαίνοντας δύσκολα τον μολυσμένο αέρα
Τής κάθε χθεσινής γιορτής
Ψάχναμε με αγωνία ένα κομμάτι ουρανού
Δύο σιωπές σέ μια γωνιά αγκαλιασμένες να ξυπνήσουν.

ΚΛΗΡΟΔΟΤΗΜΑ

Από τα στόματα κυλούν ψίθυροι μαύροι
Καθώς τα όνειρα στερεύουν από χρόνια
Πρωτότοκο γυρεύοντας λουλούδι
Το ανάξιο να στολίσει παρελθόν μας.
Ο ουρανός ανεμοστρόβιλος λαθών
Ψαρεύει μόνος πιά τη γλώσσα των μίμων
Τα χείλη φέτες καρπουζιού ζητιανεύουν φιλί
Μιαν έκλειψη σκοτώνοντας λύπης που ποτέ δεν ξεκίνησε
Αδειάζει ο σταθμός από κορμιά και τρένα.
Τα ρολόγια μόνο καρτερούν τα επόμενα.
Η έλξη για ατέλεια εισιτήριο στη μετάβαση.
Πάντως το ξημέρωμα θα φτάσει ανυπερθέτως.

Β. ΕΝΔΟΤΕΡΑ ΤΩΝ ΠΤΗΣΕΩΝ

ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΣΜΑ ΔΑΝΕΙΑ

Λεκτικές εκτοξεύοντας παρορμήσεις από τίς στοματικές μας υποθήκες
Μάς παρέσερνε η γη ανάσκελα στο κρεβάτι της
Γιατί η βροχή αργούσε κι αμήχανος με αμέτρητες αποχρώσεις ο χρόνος
Φόρτωνε σακιά γεμάτα επωμίδες.
Τα σώματα μεσήλικες βλαστοί χωρίς ευλυγισία
Σε αρχαία παρέπεμπαν χειρόγραφα ανιστόρητης σιωπής.
Με ασετιλίνη αλείφοντας τότε τα μακρόπνοα δάχτυλα, πλησιάζαμε,
Η έκρηξη μανιτάρι δίχως δηλητήριο
Τροφή χρήσιμη για άλλη μία χαμένη διέγερση
Και άμετρη ερωτική αιχμαλωσία.
Αόμματοι ένορκοι κουνούσαν μηχανικά τα υπέρμετρα χείλη τους
Στην προσπάθεια να δώσουν τότε έμφαση σε ετυμηγορία ψευδή.
Λείανέ με λοιπόν με το καυτό κοπίδι της ανάσας σου
Ροκάνισε ό,τι εξέχει απ’ τη ζωή μου προτού απαιτήσουν
Τα σώματα πίσω, όσα υλικά τους μάς στιγμάτισαν.

ΦΡΟΥΤΑ ΕΠΟΧΗΣ

Ο χρόνος στοιβάζει βιαστικά στις τσέπες του
Σκόρπια φύλλα από ημερολόγια τοίχου.
Εμείς υπνωτίζουμε τη θάλασσα εκπέμποντας δαχτυλίδια καπνού
Καθώς στο σκοτεινό του νου κελί
Αλλάζουν αδιάντροπα πουκάμισο οι σκέψεις.
Υάκινθοι κουρδιστοί καταδικασμένοι να μας μυρίζουν μέχρι τέλους
Το νερό πίνουμε των αναμνήσεων χωρίς γωνίες
Την όχληση σκορπίζοντας τής συστροφής
Ανάγλυφες θωπεύοντας ή λείες επιφάνειες.
Στο τέλος τα μάτια μιλούν με αλκοόλ κι οι κόγχες άδειες
Απρόσεχτες στο απάνθρωπο χτένισμα τής σελήνης πινελιές.
Οι λέξεις φρούτα εποχής παραμονεύουν.

ΖΩΗΣ ΥΠΕΡΒΑΣΗ

Ασυμβίβαστοι με την αγέρωχη φτερούγα του χρόνου
Φέτα φέτα κόβοντας τον καιρό μέχρι ν’ ανταμωθούμε
Προσπερνάμε τής ξυμένης επιφάνειας την τέφρα
Ράθυμα γλείφοντας σκουριά στην κλειδοθήκη των ονείρων.
Είμαστε πάντα με το μέρος των μικρών ζωών
Περιμένοντας άλλο ένα πλήκτρο ν’ ανθίσει
Μαργαριτάρια αλιεύοντας ηδονής ανάμεσα στα πόδια των συντρόφων.
Κάνοντας εφικτό το αδύνατο σε αλλεπάλληλες μορφές αισιοδοξίας
Και μαλωμένοι με όλα τα σύμφωνα
Ακέραιη διατηρούμε ομορφιά διπλής όψης.
Μαύρες άμαξες μεταφέρουν μακριά
Πέρ’ από κάθε πένθος το λευκό.

.

ΕΓΧΕΙΡΗΜΑ ΦΩΤΟΣ (2018)

Α. ΣΤΟ ΜΩΒ ΤΟΥ ΧΑΡΤΗ

ΧΑΡΤΙΝΕΣ ΠΟΛΕΙΣ

Στις χάρτινες πόλεις που καιγόμασταν
Με ρώτησες (κάπως συνεσταλμένα) αν σε ήθελα.
Ακολούθησαν διάλογοι χαρτοπαικτών χωρίς σιγαστήρα
Πιστεύοντας πως με μία ντάμα καρό θα σώζαμε την παρτίδα.
Αγνοώντας την συρμάτινη Άνοιξη που στο λαιμό κρεμάσαμε
Εκπέμπαμε την άγρια ομορφιά των αχνών ηλιαχτίδων.
Καθώς το άρωμα ξεθύμανε αργότερα στην κλεψύδρα του χρόνου
Δραπετεύσαμε απ’ της σιωπής τα τρύπια δίχτυα
Στην ανοιχτόχρωμη πηγαίνοντας συναυλία των υπόπτων.
Λιθόστρωτο και λιθοξόοι τώρα πια
Πνιγμένα υλικά του τίποτα στη σκόνη.

ΑΣΠΙΔΑ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΚΜΗ

Χαίνον τραύμα τα χείλη μου απ’ το

δικό σου φιλί
Αιμορραγούν έκτοτε ασταμάτητα σαν ασπίδα στην παρακμή.
Ύστερα βήχουμε χάδια ή λόγια ανείπωτα
Σε στεναγμών απαρηγόρητους κρυψώνες
Μιας και κανείς ποτέ δεν κατάλαβε
Ότι τα κίτρινα φύλλα σημάδι είναι και συναγερμός
Για τον βελούδινο ομαδικό βιασμό
Που εν αγνοία μας, ετοιμάζουν.

ΚΛΗΡΩΤΟΙ ΤΗΣ ΗΔΟΝΗΣ

Τα ψέματα έτρεχαν συνεχώς από στόμα σε στόμα
Και μόνο οι αλήθειες κι οι παρένθετες μέλισσες
Αμφισβητούσαν τα γεγονότα και την επίπλαστη ουσία
Κι όταν το πλήρωμα άγγιξε την έσχατη πύλην εξόδου
Οι κληρωτοί της ηδονής και των χαμένων οργασμών
Κείνης της πρώτης νιότης
Τους ευτελείς ακολουθούσαν κώδικες
Του ανεπίτρεπτου και του χυδαίου.

ΗΡΩΕΣ ΤΗΣ ΕΠΙΒΙΩΣΗΣ

Ο αέρας γλιστρούσε απ’ τα πρόσωπα στη σκουριά
Η βροχή γλύκιζε τα χείλη στη φαντασία
Αρχίζαμε τότε τελευταίο ίσως ταξίδι στον έρωτα
Εμπειρίες αξόδευτες και ρίγη ηδονικά στο μυαλό στοιβαγμένα
Με λαιμό μακρύ απ’ την προσπάθεια σταγόνες πίναμε ζωής
Και με χέρια από άχυρο κυνηγούσαμε όνειρα.
Ώσπου αρπάζοντας τα φτυάρια ξεθάβαμε στιγμές
Και βγάζοντας βόλτα στην παραλία τον θάνατο
Του πλέναμε επίμονα τα μάτια
Καλύτερα να βλέπει τα ολέθρια λάθη του
Έναν ακόμη ολοκληρώνοντας γύρο ματαιότητας.

ΕΑΡΙΝΕΣ ΔΙΑΘΗΚΕΣ

Όμηροι, εκ γενετής άλλωστε, στο πεπρωμένο
Την ανυπόδητη ξύναμε σκουριά
Αιώνια ν’ αποκτήσει μνήμη η στιγμή.
Κληρονόμοι κραυγαλέων φιλιών
Στις αδιάγνωστες καταφεύγαμε στοές της σιωπής και του βάθους.
Στοχαστικός τότε δισταγμός χάιδευε τα λαγόνια
Καθώς εφήμερα νεύματα μοιραίες
δρομολογούσαμε συναντήσεις.
Σκαριά αβοήθητα βγαίναμε τις νύχτες έξω απ’ τα ρούχα μας
Ολοκληρώνοντας με χρώματα γυμνά
Εαρινές διαθήκες σε ξεροπήγαδα.

ΣΥΝΤΟΜΗ ΣΧΕΣΗ

Δεν ήταν λυγμός ούτε γιορτή
Της παιδικής μας στέρησης
Η αναμέτρηση αυτή.
Ήταν αντάμωμα δυο φύλων
Υγρών χωρίς καθόλου μέλλον.
Μα αν στερέψει απότομα της θύμησης η κρήνη
Ποιος θα σκεπάζει αμνήμονας
Τα αχτένιστα όνειρα νυχτιάτικα;

ΖΩΗ

Τώρα η ζωή δεν είναι, παρά μια ρόδα που κυλάει αργά
Απτά αφήνοντας σημάδια μιας ολοκλήρωσης χαμένης
Ελάχιστο επιζητώντας στήριγμα ερωτικής κοσμογονίας.
Καθώς τα πουλιά τρεμοσβήνουν στο μάτι του ορίζοντα
Μη αντέχοντας τέτοιας πραγματικότητας άλλη μια δόση
Ακατανόητη πορεία ακολουθούν οι χορτοφάγες φλέβες
Και η άλγεβρα αξημέρωτη στων κορμιών την κοινή συμμετρία.

Β. ΧΕΡΟΥΛΙ ΕΞΟΔΟΥ

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ

Σε κρυψώνες της νύχτας χωμένοι
Κορμί πουλούσαμε καλοπιάνοντας αυταπάτες
Αγοράζαμε αναμνήσεις σε ταξίδι προς το άγνωστο
Τρεφόμασταν μόνο με φως
Επιβραδύνοντας τον χρόνο αμετάκλητα.
Για όπλο έχοντας τις αλυσίδες των ματιών
Στη χώρα βαδίσαμε των αποφασισμένων
Με τα κορμιά παλλόμενα σε άοκνο εγχείρημα λατρείας
Αχόρταγα θωπεύοντας το θέρος
Σε σχέση εξαρτημένης πια εγκράτειας.

ΩΔΙΚΑ ΔΕΙΛΙΝΑ

Έχοντας αφαιρέσει από παλιά τη φορεσιά του πρέπει
Στη βιομηχανική εκπνέαμε ντροπή του αέρα
Αλήθειες αγεφύρωτες στον γραμμικό χρόνο
Ζητούσαμε συγγνώμη από τα όνειρα
Τόσες φορές που τα ’χαμε πληγώσει
Σκοτώναμε το φως με πυροβολισμούς χελιδονιού
Επιχειρώντας διαδρομές στ’ άφιλτρα μονοπάτια.
Άλλωστε, αφού κανείς ποτέ το παρελθόν δεν έσβησε
Διαλογιζόμασταν με τη σάρκα προσβάλλοντας την αθωότητα.
Τώρα ο καθρέφτης ευωδίαζε επίγευση ωριμότητας.

ΕΚΛΕΙΨΕΙΣ ΗΔΟΝΗΣ

Σε μια ξύλινη μέσα καθόμαστε σκάφη
Τα κρίματα να καθαρίσουμε από το βάρος των καιρών
Περιμένοντας ν’ ανέβουμε τα σκαλιά
Μιας ανατέλλουσας κλίμακας του σολ.
Ύστερα κλείνουμ’ ένα-ένα τα παράθυρα της παιδικότητας
Κι αμέτρητα πίνοντας ποτήρια από λέξεις
Αξόδευτες πληκτρολογούμε εκλείψεις ηδονής
Και αφιλοκερδείς συσπάσεις επιτόπιες.
Αν είναι λοιπόν να κολυμπήσουμε
Στα βαθυκόκκινα του έρωτα νερά
Και στις υπέρυθρες λίμνες των χειλιών
0 καθένας με τον δικό του τρόπο μέσα
Στα πάθη του ας πνιγεί.

ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ ΧΟΡΟΣ

Μυρίζαμε σαν τους φυλακισμένους τα λουλούδια στον αυλόγυρο
Τα κύματα χάριζαν στο νερό μιαν αιωνιότητα
Ανήσυχος ο αέρας άσπριζε τα περιθώρια της θάλασσας
Τα πουλιά μοσχοβολούσαν Άνοιξη, τ’ αστέρια θειάφι
Και μόνο οι λέξεις χόρευαν στο μυαλό
Χωρίς ποτέ κανείς να αισθανθεί τον εμπαιγμό τους.
Φιλήδονο σύμπλεγμα οι χορδές και τα σώματα
Ανέδυαν στην ατμόσφαιρα μουσική δωματίου.
Αργότερα στην πρύμνη ναυαγισμένου πλοίου καθισμένοι
Την πραγματικότητα νιώθαμε και τον ορίζοντα συνεχώς να ενδίδουν.

ΘΥΜΩΜΕΝΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

Άλλαζαν οι ανάγκες στις στοές των κορμιών
Οι ορμές στο σώμα των ανθρώπων
Θυμωμένη θάλασσα η μέρα ξέβραζε δανεικές προσδοκίες
Τα μάτια της αναιρούσαν το βάθος
Ενώ η νύχτα σύμμαχος των θηρευτών
Που έσκαβαν γυμνοί ως την ανώνυμη βρύση
Προστατεύοντας απ’ τον καιρό τις ανάγκες τους.
Πιο πέρα οι πέννες ύφαιναν ζωή
Κι οι μέλισσες πάλι την τραγουδούσαν.

.

ΟΠΩΣ Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΜΕ ΤΟ ΑΥΡΙΟ (2016)

Πίσω απ’ αυτό το μπλε

ΣΥΝΤΟΜΗ ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ

Ήταν μια σύντομη συνομιλία έμοιαζε φλόγα ετοιμοθάνατη
Όπως η ζωή κι ο έρωτας, το φιλί και το φως
Απ’ έξω περνούσαν απειλητικά τα τραμ σφυρίζοντας πως θα σ’ αρπάξουν
0 ουρανός ορφανός από βροχή χάριζε χαμόγελο ουράνιου τόξου
Υπήρχε τόση ομορφιά γύρω μας
Μα εμείς κοιτάζαμε περίλυποι τα μαραμένα φυλλαράκια
Ώσπου μαζέψαμε τα υπάρχοντά μας βιαστικά
Κι αναχωρήσαμε για χερσονήσους και στεριές ανεξερεύνητες
Για συγκυρίες κι επαφές σπαραχτικές
Καλοκαίρι ντυμένο Φθινόπωρο, καταπίεση ντυμένη ζωγραφιά.
Ύστερα ακουγόταν όλο και πιο καθαρά κάποιο σφύριγμα
Χωρίς κανείς να γνωρίζει αν αυτό σήμαινε επιστροφή ή αναχώρηση
Και κρατώντας στα ροζιασμένα χέρια μας δύο χρώματα κόκκινο κι ερυθρό
Αναπαλαίωση της αγάπης αρχινήσαμε, σε μια υπέρβαση δικαιοσύνης.

ΣΤΕΦΑΝΩΜΕΝΟΙ ΜΕ ΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ

0 δρόμος ψέμα μακρύ με όλα τα φώτα του σβησμένα
Προκαλούσε ρίγος σαν ξυραφιά στην πλάτη της μνήμης
Η μέρα έπαιζε κουτσό στο πλακόστρωτο
Στεφανωμένοι με τα σύννεφα
Καλωσορίζαμε την ανάποδη νίκη
Σε χέρσο θάβοντας χωράφι τους φόβους μας
Ποτέ ξανά να μη φυτρώσουν.
Ύστερα οριοθετώντας το άγνωστο
Ξηλώναμε τις νάρκες και το παρελθόν που δεν γνωρίσαμε
Καθώς η λεπτή καμπύλη στο λαιμό σου
Λυπημένη θύμιζε νεροποντή
Κάθετη πλώρη καραβιού να μας πληγώνει.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΚΔΟΧΗ

Αναζητούσαμε ίσως πολλά πίσω από μια σφραγισμένη πόρτα
Στιχομυθία εικονική χωρίς χαρτιά και παροράματα
Εκκωφαντικό το άγνωστο πλησίαζε έρποντας
Ώσπου κάποιο πρωινό χωρίς ιδιαίτερη ταυτότητα καμία
Τούτος ο υπέροχος κόσμος, το απόλυτο τίποτα
Θα εξακολουθεί βαριεστημένα να γυρίζει
Παρά την αθόρυβη απουσία μας.
Τότε στα σώματα που άλλοτε φώλιαζαν πουλιά και ηλιαχτίδες
Μόνο η παλίρροια κι ο συριγμός θα τα πλευρίζουν
Πέρα από κάθε ασάφεια που χάριζε ως τώρα
Το αναμφίβολα ερωτικό μας πλεονέκτημα.
Καθώς η ζωή, κουβαρίστρα συρμάτινη, φυλακίζει τη σιωπή
Τα δάχτυλά μας τρέχουνε σαν άτια αφηνιασμένα
Την τελευταία να προλάβουν εκδοχή της θέλοντας.

ΕΝΘΥΜΙΟ ΠΟΛΥΤΑΡΑΧΗΣ ΖΩΗΣ

Γεννηθήκαμε από την συνουσία της βροχής
Απ’ την απαρηγόρητη παρήχηση άσκοπων λέξεων
ΣΤΟ τελευταίο σκαλοπάτι του πνιγμού
Στην έσχατη συναστρία της σελήνης.
Πίνοντας τεμάχια έρωτα και πήγματα πάθους μεγαλώσαμε.
Και τώρα που η ζωή τρέχει με επιτάχυνση
Αμετανόητα δακρύζουμε σε διάφανες κλεψύδρες
Έχοντας ένα γαρύφαλλο ανοιχτό στο γερασμένο πέτο
Ενθύμιο ακριβό και απαράλλακτο μιας πολυτάραχης ζωής.

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΠΑ

Σε κελάρια υγρά με αλαβάστρινα έλυτρα
Ήλιος βίωνε τ’ απογεύματα ερωτικά συμπλέγματα με τα σύννεφα
Εμείς δραπετεύοντας από τη λεγεώνα των σκιών
Μελίσσια που ξεπόρτισαν απ’ τη μυρσίνη
Συμφιλιωνόμασταν με τις άδειες στιγμές
Με το βλέμμα κυπαρίσσι στητό
Σαν μαγιάτικα μοσχοβολώντας αγριολούλουδα
Μπλέκαμε μπροστά στο στήθος τα δάχτυλα σαν φυλαχτό
Να συγκρατήσουμε ζωή που ετοιμαζόταν γι’ απογείωση.
Ύστερα ανεβαίναμε σε μια μακρόστενη ξύλινη σκάλα
Ν’ αντικρίσουμε τι υπάρχει στην άλλη όχθη τ’ ουρανού
Αφού χιλιάδες ιστορίες και πρόσωπα
Πίσω απ’ αυτό το μπλε έχουν τρυπώσει.

Οπλίζοντας όνειρα

ΑΝΑΦΛΕΞΗ

Σφίξε λοιπόν με τα πελώρια μάτια σου
Πριν αυτά καταντήσουν δυο ελιές μαραμένες
Δυο περόνες τα πόδια σου, γραμμική ζυγαριά
Και εκείνα τα υπέροχα δάχτυλα ξεραμένα λιθάρια
Σαν ανθός βαμβακιού σε κατάμεστο από λάθη χωράφι
Τύλιξε με τώρα με φωτιά πριν το ευάερο φύλο σου
θυμίζει μόνο εφηβαίου αχλή
Με τα χείλη σκοτεινά τριαντάφυλλα σε θλιμμένο ροδώνα
Και γεμίζοντας με ακρίβεια ρολογιού
Το κενό μου ποτήρι της ύπαρξης
Ας λουστούμε μαζί στα κολλώδη νερά της πυρίτιδας
Σιωπηλά ναρκοπέδια λίγο πριν εκραγούμε.

Η ΗΔΟΝΗ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΑΣΗΣ

Οι ώρες έτρεχαν λαγήνια τρύπια στην άσφαλτο
Γράφαμ’ εμείς στις πλάκες αριθμούς και κόκκινα γράμματα
Άδειος ο δρόμος για ό,τι μακρινό ονειρευθήκαμε
Πολλές πατημασιές κι αποτυπώματα γύρω από τον βωμό της αγάπης
Αποχρώσες μόνον ενδείξεις για το φύλο των εραστών
Ένα σωρό παιχνίδια παντομίμας κι αμφισβήτησης
Το ουρλιαχτό των παιδιών καταρράχτης, οι άνθρωποι στάσιμο νερό
Αγώνας ισόπαλος στο άσπρο ανάμεσα και το μουντό
Παραβάτες συναισθημάτων γυάλινα κλέβαμε ψέματα
Μετέωροι στο τελευταίο σύννεφο συλλογιζόμασταν
Την πρωινή περιμένοντας βροχή, να γνωριστούμε.
Σώματα παραδομένα στην ηδονή της απόστασης
Σμιλεύαμε λέξεις να πονάμε λιγότερο.

ΓΑΛΑΖΙΟ ΠΟΔΗΛΑΤΟ

Όλοι είχαμε μια φανταστική να διηγηθούμε ιστορία στον εαυτό μας
Για ένα ερχομό που αργούσε αφόρητα
Ή για κάποια κακή στιγμή που οι δικοί μας
Μας αποκλήρωσαν άδικα χωρίς ποτέ να καταλάβουμε τον λόγο.
Άλλοτε πάλι βλέποντας τα μυρμήγκια να ιδρώνουν
Μέχρι τον έσχατο να φτάσουν προορισμό τους
Αισθανόμαστε τυχεροί που το κέρδος μας στη ζωή
Ήταν ένα γαλάζιο ποδήλατο για να τελειώνουμε ταχύτερα
Την επώδυνη ξενάγησή μας στη γκαλερί της μοναξιάς
Και λαμβάνοντας οριστικά την απόφαση
Η υγρασία να διαβρώσει τους τοίχους των παλαιών ημερών
Ζήσαμε αθόρυβα σ’ έναν ήσυχο κήπο
Γραμμωμένοι απ’ την αρμύρα τού έρωτα
Λαμπάδες μοιάζοντας λαχταριστές
Ετοιμοπόλεμες νυχτιάτικα.

ΚΑΤΑΚΑΛΟΚΑΙΡΟ

Ήταν κατακαλόκαιρο και τα κορμιά φλογισμένα
Θύμιζαν προπατορικό αμάρτημα
Τ’ αντρόγυνα ίδρωναν για ένα πιάτο φαγητό
Οι άντρες ονειρεύονταν μια νεαρή γυναίκα
Και τα κορίτσια ένα γέρικο χέρι αντρικό κρυφά να τ’ ασημώσει.
Οι λέξεις είχαν χάσει το νόημα και οι χαρές πάντα λίγες
Όλοι ζούσαμε για το χθες που τ’ ονομάζαμε αύριο
Οι τρελοί αυτοεξόριστοι στον μήνα της άδειός τους
Κυκλοφορούσαν επιτέλους ελεύθεροι
Ενώ οι γιατροί κι οι δεσμοφύλακες πίσω απ’ τα σίδερα
Καφέ πίνοντας ελληνικό πυροβολούσαν.
Άφωνοι μπροστά στο χάος της σοφιστείας
Δεν μιλούσαμε πια ούτε στα όνειρά μας
Μικρές μερίδες θερισμού ψάχνοντας λίγο ακόμα.
Ύστερα ο χρόνος σκέπαζε τις κουβέντες των φτωχών
Όπως το χιόνι την αυλή
Όπως η θάλασσα τ’ αφηρημένα κοχυλάκια.

ΕΦΑΨΙΕΣ ΖΩΗΣ

Με ανώφελα άλματα σε κυλιόμενες μέρες
Στην αποθέωση χανόμασταν του απόλυτου
Η γλάστρα μας τότε άνθιζε μάτια και άγνοια
Κι η μοναξιά βάζο δίλαιμο με μνήμη κοντή
Έφιππη άναβε επιθυμία κάθε ξημέρωμα
Η χαρά εφήμερο έντομο σαν παλιό εκκρεμές
Λαβωμένοι αντίχειρες σ’ ένα σώμα που γέρνει
Ώσπου γίναμε οι ίδιοι σταγόνες βροχής, αριθμοί στο κενό
Στον αέρα ριπή κραταιού στοχασμού
Να σκορπίσει στα σύννεφα την σκιά που ανεβαίνει.

ΓΥΝΑΙΚΕΙΟ ΚΟΡΜΙ

Οδεύουμε με κουρασμένα βήματα προς τα χρόνια της ατυχίας
Τις σκοτεινές κατακόμβες της Αλεξάνδρειας
Με τη ζωή ανελκυστήρα να κυλά
Στους αφανείς ορόφους που δεν γνωρίσαμε ακόμη
Κορυδαλλοί στη μέση μιας κλίμακας απόγνωσης
Μετέωροι καταπίναμε το μεδούλι της νύχτας
Στη γυαλισμένη φόδρα των μηρών, στις αγχόνες του βλέμματος
Χτενίζαμε τις γέφυρες με βροντερή φωνή
Κονδυλοφόροι με διάφανο φτερό
Βουτούσαμε στου μυαλού το μελάνι
Ιστορίες πρωτόγνωρες.
Τύλιξε με λοιπόν καθώς σημαία τον ιστό της
Όπως η αράχνη το αρχέγονό σου πόδι
Προτού στον κήπο μας θρηνήσουν κι άλλοι πελαργοί
Κι εν’ άσπρο σύννεφο ντροπής
Διώξει τον ήλιο και τη μέρα από μπροστά μας.
Υπέροχο γυναικείο κορμί κρύβεις
Εσύ μόνη σου μια ολόκληρη άσχημη πόλη.

Γενικευμένη επίθεση

ΜΙΚΡΟ ΠΑΝΔΟΧΕΙΟ

Κοιτάζοντας τη ματαιότητα με μάτια γυάλινα
Καταπίναμε ατάραχοι την πρωινή παλίρροια
Ενώ τα βράδια στον πλάγιο φωτισμό της σελήνης
Μεγάλες ανοίγαμε τρύπες στη φαντασία
Ταΐζομε με λάθη την ερωτική μας υπόσταση
Χωρίς υπεροψία φυγής και αντιπαραθέσεις φαντασμάτων
Κλυδωνιζόμαστε μόνο σε παθιασμένους εγκλεισμούς
Με λύσσα και μοσχοβολιά, απρέπειες και πάθος.
Αλήθεια με πόσα όνειρα ακόμη μπορείς να στολίσεις
Το μικρό πανδοχείο εκείνης της νύχτας.

ΓΥΜΝΑ ΦΕΓΓΑΡΙΑ

Στις γυάλινες παραλίες της ζωής και στους λαχνούς της νύχτας
Αναίτια βρίσκαμε αυτό που ποτέ δεν ζητήσαμε
Η μουσική που ακουγόταν στους δρόμους
Δεν ήταν άλλο παρά ο θρήνος όσων απέτυχαν
Στην Τρίτη διάσταση να τολμήσουν.
Πλάθαμε τότε κίτρινα φτερά
Ζυμωμένα για χρόνια από τα ηλιοτρόπια της έλλειψης
Σαν γυμνά φωτίζαμε φεγγάρια τις θάλασσες της σιωπής
Ξεκλειδώνοντας όπως η έρημος το άγνωστο που ελλοχεύει.

Ο ΤΟΚΕΤΟΣ ΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ

Γράφαμε πάνω σε πανιά να γράψουμε λόγια που πονούσαν
Κουρασμένοι απ’ τη συγκομιδή των ραγισμένων αστεριών
Αγγίγματα θερίζαμε και ζουμερά φιλιά με χέρια πες λαγνείας
Ναυαγοί αποκλεισμένοι στο ακρωτήρι του εφηβαίου
Έξω απ’ τα περιθώρια του χρόνου αγαπιόμασταν από ένστιχτο
Υποδυόμασταν τις χορδές ενός άθραυστου τόξου
Και τεντώνοντας βέλη καρδιάς στοχεύαμε ο ένας τον άλλον
Επώδυνες επιλέγοντας εμπειρίες αναζήτησης
Καθώς κάθε στιγμή μια απρόσμενη έκρηξη είναι
Φωτογραφίες κι ενοχές, φορώντας άσεμνα κοστούμια.
Ύστερα στο μπρούτζινο βαφόμασταν χρώμα των παλαιών ημερών
Την καχύποπτη απολαμβάνοντας σιωπή που τριγυρνά στις αποβάθρες
Ανέτοιμοι ως συνήθως για το επερχόμενο
Μιας και κανείς ποτέ δεν έζησε το αύριο
Μ’ ένα μαχαίρι καρφωμένο στο λαιμό πυροβολούσαμε το τώρα.
Δύσκολος ο τοκετός του φεγγαριού
Κι η νύχτα αιμόφυρτη γεμάτη θραύσματα από γεράνια.

ΑΠΩΛΕΙΕΣ

Ανήσυχοι συλλέκτες φιλιών εθισμένοι στην αναζήτηση
Ακροβατούσαμε συνεχώς σε κύκλους εύθραυστους
Πορευόμασταν σαν εκκρεμές σ’ ένα αδιάβλητο νομίζαμε αύριο
Μα τώρα ανεξαργύρωτες αναπολώντας στιγμές
Σέρνουμε αγόγγυστα με χέρια τέσσερα
Της διαδρομής τις κουρασμένες αλυσίδες
Τον απόηχο θαυμάζοντας μιας πέτρας
Τη στιγμή που άθελά της βυθίζεται
Στα ταραγμένα νερά της ηλικίας.
Και βλέποντας ολοκάθαρα να χάνουμε ύψος
Χαμηλώνουμε τα φτερά της ουτοπίας και συνεχίζουμε.

ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΑΛΙΑΣ ΕΠΟΧΗΣ

Χτισμένοι ο ένας στη μορφή του άλλου
Με ενιαίο κυκλοφορούσαμε πρόσωπο
Για να περνάμε απαρατήρητοι μέσα στο αδηφάγο πλήθος.
Είχαν αλλάξει πολλά απ’ τη στιγμή που αντικρίσαμε τον ήλιο
Παρατηρούσαμε πάντως από ψηλά τους ανθρώπους να μικραίνουν
Χαμένους ανάμεσα σε ιδέες σαθρές και μια νεκρή αλληλεγγύη.
Δάκρυζαν τότε οι πιστοί υπηρέτες
Και ία φιλιά ακέφαλα αλυχτούσαν.
Τις τελευταίες βιώνοντας ώρες της παλιάς εποχής
Με κολλημένα χορεύαμε φύλα και στόματα στο δικό μας κρησφύγετο
Και φορώντας ρούχα τριμμένα όπως κι οι μέλισσες
Την καινούργια χτίζαμε ζωή
Κρατώντας πάντα ανοιχτή λευκή ομπρέλα.

.

ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΗΣ (2015)

ΟΙ ΡΥΘΜΙΣΤΕΣ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

Τριγύρω ελιές, αμπέλια και αποφάγια φεγγαριών
Ανάπηροι αργαλειοί κι ακατέργαστα νήματα
Η χώρα ανύπαρκτη έπινε νερό με κόκκινα κύπελλα
Τα πουλιά καθισμένα στο φως μα η πόλη θλιμμένη
Οι φίλοι χρησιμοποιούσαν εκφράσεις αφαιρετικές
Εμείς ανάβαμε χωρίς αντίκρισμα πυρσούς και λάμπες θυέλλης
Κι ο έρωτας όπως πάντα λάφυρο μουσκεμένων φιλιών.
Ύστερα χαιρετούσαμε τον ορίζοντα ρυθμίζοντας τα χρονόμετρα
Έμποροι της στιγμής ψάχναμε στο άγνωστο για συγκινήσεις
Διαφορετικά βλέποντας πρόσωπα στον ίδιο καθρέφτη
Και ξεκινούσαμε μαζί να κερδίσουμε το επόμενο
Τ’ άλογα τότε έτρεχαν μόνα τους χωρίς αναβάτη
Γιατί μόνο έτσι από παλιά κερδίζονται οι πόλεμοι
Μ’ ένα σπαθί κι ένα βέλος καρφωμένα στον ήλιο
Και φορώντας κατάσαρκα γάντια πέτρινα και πόρτες κλειδωμένες
Πυροβολούσαμε εξ επαφής τη ντροπή
Στο σκοτεινό θάλαμο που είχαμε ανακτήσει.
Είχε νυχτώσει πια για τα καλά και η πληγή μύριζε.

ΑΝΑΠΟΔΑ ΦΤΕΡΑ

Δεν είχαμε ανάγκη από λόγια που λιώνουν στο στόμα σαν ζάχαρη
Δυο κουπιά μονάχα λαχταρούσαμε κι ένα σκαρί γερό
Να τ’ οδηγήσουμε κρυφά στην ανύπαρκτη έξοδο
Πιο εύθραυστοι κι απ’ την ντροπή την ίδια
Περιμέναμε στάλες βροχής τα πέτρινα να μαλακώσει πρόσωπα
Στης διώροφης αγκαλιάς μας τη θράκα μαζευόμασταν
Απ’ τα φιλιά μας ανάβλυζαν μυρωμένες φωτιές.
Δεν κρύβαμε τίποτα πίσω απ’ τα λεκιασμένα φύλλα του πρωινού
Περπατούσαμε με τα φτερά ανάποδα απλωμένα
Προσπερνώντας με τον τρόπο αυτόν τον ίδιο τον θάνατο.
Ο καθένας μας ζούσε αυτό που του έλειπε
Αδικαίωτοι στο έντονο φως συνεχίζαμε απτόητοι στην απεραντοσύνη
Διάφανα μαύρα κύματα τα μάτια
Τρυπούσαν σαν καρφιά τον ουρανό
Κι όλο το άυλο γαλάζιο του σκορπούσαν.
Ξάφνιαζε τότε η εμπιστοσύνη της σάρκας
Τα δικά μας μόνο να εμπιστεύεται χέρια
Περιμένοντας μια χειραψία με το αύριο
Τη σκουριασμένη κλειδωνιά του να διαρρήξει.
Ύστερα πλενόμασταν με νερό από τριαντάφυλλα
Και δεν φοβόμασταν ούτε αρχή ούτε τέλος.

ΓΥΜΝΗ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

Για ν’ αποφύγω την πραγματικότητα πότιζα λέξεις
Όμως τώρα εξομολογούμαι τις νύχτες γυμνός
Στο σταυρό που ορίζουν στον ουρανό τ’ αστέρια
Αργότερα ένα τεράστιο πλάθω χελιδόνι από πηλό
Εξακοντίζοντάς το ανάμεσα στα μαρμάρινα σκέλια σου
Αναβλύζει μύρο τότε εωθινό και ξεχασμένη Άνοιξη
Μελετώ προσεχτικά τα τεύχη του σώματός σου
Μπαίνοντας ως τα γόνατα σε ορθάνοιχτες κόχες.
Ακριβοθώρητοι κι οι δυο σαν ανταρσία
Επιχειρούμε παιχνίδια αμοιβαίας αποπλάνησης.

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΜΙΑΣ ΑΛΛΗΣ ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΗΣ

Δεν πέταξα λιθάρια κόκκινα στον ουρανό λερώνοντας το μέλλον
Έψαχνα μόνο σε πορφυρή αγκαλιά μια εκδρομή στο φως
Και πρόσωπα αόρατα έντιμων δολοφόνων
Μέσ’ απ’ τον ρόχθο των νερών και των νεκρών το κελάηδημα
Καθώς η μνήμη άχνιζε ζωή και υποδόριες φωτιές είχαν ανάψει.
Πιασμένος σε ανέπαφο ιστό αράχνης στις καθημερινές μου ενοχές
Βαδίζω με βήματα αθόρυβα σε εσωτερικούς μονολόγους
Οι σκέψεις παράθυρα κλειστά όμως η αλήθεια πέρα απ’ τα τείχη
Οξυγόνο οι αποδράσεις στιγμής κι οι αυτοσχέδιοι έρωτες
Θαύμαζα πάντως εκείνους που από παιδιά κοροΐδευαν τον χρόνο
Όπως οι ναύτες που άφηναν πίσω τους ακίνητες αποβάθρες
Κομμένα όνειρα στα δυο και πέλαγα σκισμένα.
Τέλος κι ενώ οι άνθρωποι κατέρρεαν με αταξινόμητα φιλιά και αντικλείδια
Κάποιοι βρέθηκαν χτισμένοι στην οδύνη
Ακυρώνοντας μόνοι τους την επανάσταση των φόβων.

ΣΤΙΓΜΕΣ ΠΡΙΝ Ν’ ΑΝΘΙΣΕΙ
ή   ΔΕΚΑΛΟΓΟΣ

I
Αχτένιστα τα σύννεφα απεικόνιζαν στον ουρανό
Τους κυματιστούς λόφους της προσωπικής μας ευφορίας
Εμείς φορώντας το χοντρό ρούχο της αμφισβήτησης
Αξιολογούσαμε κάθε στιγμή σχολαστικά
Τ’ αέρινα αρπάζαμε όνειρα για να σωθούμε
Και με βαμμένα τα πρόσωπα με χρώματα αλήθειας
Τρέμαμε τη βροχή των ανιαρών ανθρώπων που πλησίαζε.
II
Οι άνθρωποι κατώτεροι όπως πάντα των περιστάσεων
Υπέροχες κατέστρεφαν σχέσεις πυρπολώντας τις θάλασσες
Αυτοκτονούσαν στα νεκρά των γυναικών μάτια
Πολύχρωμη η νύχτα μοίραζε αφειδώς αμαρτήματα
Ενώ η σκέψη θολωτή σε περιγράμματα χανόταν
Προσφέροντας ανθοδέσμες με σπασμένα φτερά
Κι αφήνοντας τις καρδιές μας αρόδο.
III
Παίζαμε το παιχνίδι της μνήμης κερδίζοντας πόντους στην ματαιότητα
Ο χρόνος μάς έβλεπε απ’ τη γωνιά υποτιμητικά γελώντας
Αμήχανοι μπροστά στο φάσμα της υποτιθέμενης νίκης ή και ήττας
Σφυρίζαμε αγνοώντας πότε επιτέλους αρχίζει ή τελειώνει η ιστορία
Κανένας άλλος δεν μπορούσε εκτός απ’ τον ταχυδρόμο να βοηθήσει
Όμως κι αυτός είχε χαθεί
Της λησμονιάς αναζητώντας το κρασί για λίγα ψίχουλα ελπίδας.
IV
Ανέκαθεν αναρωτιόμασταν αν μας είχε κουράσει τόσο φως
Αν επιθυμούσαμε παροδική μετάβαση στο σκοτάδι
Κι όταν η λεπίδα των ταπεινών αισθημάτων
Έκοψε όλους τους ενδοιασμούς και τα κρατήματα
Σε αφόρητο γκρεμιστήκαμε κενό όμως δεν σκοτωθήκαμε
Τραυματισμένοι μα πιο δυνατοί προχωρήσαμε
Σε διαφορετική κατεύθυνση κι ο καθένας μας μόνος.
Παρακάτω ο δρόμος έστριβε πάλι.
V
Σκεφτόμασταν πόσο λάθος μάς δίδαξαν από μικρούς τα γράμματα
Ιδιαίτερα τα μαθηματικά όπου δύο ισούνται πάντα με ένα
Μιας και στις ανάσες έστω τις πιο ερωτικές
Ο καθένας βλέπει στο πρόσωπο ή στο κορμί του άλλου
Αυτόν τον εαυτό που ο ίδιος ήθελε να δει, δηλαδή τον δικό του.
Ύστερα αβίαστα κύλησαν δάκρυα παρασύροντας το αχρείαστο μακιγιάζ.
VI
Ο ήλιος γυάλιζε περίεργα χρυσάφια στα μάτια σου
Αδύναμη η φαντασία θόλωνε τα αισθήματα
Με δάχτυλα εξαπτέρυγα εικονικά χαϊδεύαμε ολογράμματα
Χρόνο δεν είχαμε ν’ αποφασίσουμε για απομάκρυνση ή αποδοχή
Κονιορτός μάς τριγύριζε δακρύων κι εκρήξεις δίχως χειραγώγηση
Δεν περιμέναμε θαύματα τραβώντας την βελούδινη κουρτίνα
Μόν’ έναν κήπο μαγικό που κάποτε αγαπήσαμε
Φωτοβολίδες άσκαστες σε χέρια τρομοκράτη
Του δρόμου τα τελευταία μέτρα νανουρίζαμε.
Καθώς το αύριο χλωμιάζει σαν του πουλιού το χαμόγελο
Στα χείλη επίγευση κρατώ την κορυφή του λάμδα των μηρών σου.
VII
Μεθυστικά αφόρητο το ερωτικό σου άγγιγμα
Υποσχέσεις γεμάτο ταξίδι στην ουτοπία
Ώσπου ξυπνάς ένα πρωί κι αναρωτιέσαι
Αν όλο αυτό το έζησες ή ένα όνειρο ήταν.
Ύστερα βγαίνεις στον κήπο
Κι οι αισθήσεις καθαρίζουν
Της μανόλιας το άνθος υπέροχο
Λίγες μόνο στιγμές πριν ν’ ανθίσει.
VIII
Οι αρθρώσεις είχαν προοδευτικά ακυρωθεί
Το δέρμα γέμισε πτυχές αηδιασμένο
Το ημερολόγιο είχε λεπτυνθεί από φιλιά και φύλλα
Φουσκωμένες οι τσέπες λυγμούς κι άλλα κρίματα
Και τότε ακούστηκε ρητά η σταθερή φωνή του:
«Θα προχωρήσω. Είμαι σίγουρος πως κάπου υπάρχεις!»
IX
Έχεις ανάγκη ν’ αγαπηθείς πολύ σ’ αυτήν τη ζωή
Κολυμπάς ασταμάτητα μέχρι ν’ αδράξεις τον άλλον
Νερό πίνοντας αλμυρό κάποτε πνίγεσαι λιγάκι
Και συνεχίζεις, όμως αρχίζεις πια να κουράζεσαι
Και τότε το μυαλό θολώνει, βλέπεις τη θάλασσα
Χέρια τεράστια ν’ αποχτά και να στ’ απλώνει
Χαμογελάς, νομίζεις πως μπορείς να κρατηθείς
Δεν συμβιβάζεσαι με την πικρή γεύση της ήττας
Ώσπου σύντομα αρχίζεις να βουλιάζεις και πνίγεσαι.
Στον υγρό τάφο σου οι άγγελοι ευλαβικά τοποθετούν
Αντί σταυρό βατραχοπέδιλα.
X
Και η ζωή μια συνεχής προσπάθεια
Ν’ ανάψεις το κερί που κρατάς απ’ τη στιγμή που γεννήθηκες
Της επανάληψης την πηχτή να φωτίσεις μαυρίλα
Αλήθεια, πόσα σπίρτα έχεις ακόμη στο κουτάκι σου;

ΓΥΝΑΙΚΑ ΥΠΟ ΑΠΟΡΡΙΨΗ

Τα βράδια κοιμόμασταν από αμέλεια πάνω στις ράγες
Αγνοώντας βέβαια πότε θα περάσει το τρένο
Επιβεβαιώνοντας με τον τρόπο αυτόν τη σκοτεινή πλευρά των ονείρων
Οι πιο αποφασιστικές μας πάντως στιγμές ήσαν σίγουρα τυχαίες
Εσύ βρισκόσουν συνέχεια δίπλα μου γιατί ήσουν πάντα μακριά μου
Με τη ματιά σου τόσο διαπεραστική να τρομάζει τον ίδιο τον θάνατο
Εγώ καταπίνοντας μαζί με τα δάκρυα αζήτητα κομμάτια ουρανού
Είχα γίνει γαλάζιος κι οι άνθρωποι με φοβότανε τόσο
Που περνούσα αλώβητος απ’ τα αρπακτικά βλέμματά τους
Κι αισθανόμουν γυναίκα υπό απόρριψη
Με την σύντροφό μου σαν άντρας μέσα στη νύχτα
Ξυρισμένη να αποχωρεί.
Τρύπιο το λαγήνι του χρόνου κι οι ώρες χυμένες αλλού
Ξεδίπλωναν τρυφερά τη γαλανόλευκη της μοναξιάς αλληγορία.

ΑΙΜΟΡΡΑΓΩΝΤΑΣ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ

Με τους καρπούς αστήριχτους στο νεφελώδες παρελθόν
Πληκτρολογούσαμε τον θρίαμβο του κενού στου ρολογιού τους δείχτες
Την επερχόμενη στιγμή την τόσο απελπιστικά άγνωστη
Συνομιλώντας συνεχώς με τους πρωτόγονους λαούς της κάθε μέρας
Αραδιάζαμε τα κορμιά στο απαράμιλλο θυσιαστήριο του μέλλοντος
Χωρίς καμιάν εγγύηση ότι οι χρυσοθήρες της σκιάς θα επιστρέφουν.
Ύστερα υπέρυθρο ρίχνοντας χρώμα στο αίθριο που μας κοροΐδευε
Αιμορραγούσαμε μπροστά στον καθρέφτη προαιώνιο κερδίζοντας φως
Με την έφιππη πορευόμασταν γλώσσα των λέξεων
Μαχαίρι ασύστολα πικρό η μοναξιά του πλήθους
Προτιμούσαμε πάντως του έρωτα τ’ αβύθιστα θωρηκτά συναισθήματα
Και δεν φοβόμασταν πια ούτε καιρό, ούτε θάνατο.
Προκαλώντας τη μοίρα να μας παρηγορεί
Ακίνητοι περιστρεφόμασταν λαχνοί σε κληρωτίδα.

ΗΧΩ ΤΟΥ ΒΛΕΜΜΑΤΟΣ

Απαγορεύεται το κυνήγι των αναμνήσεων
Μια λευκή έγραφε επιγραφή στην άκρη του δρόμου.
Οι μέρες μύριζαν γυαλί, οι νύχτες θύμιζαν θυμάρι
Ο χρόνος γύριζε έφιππος πάνω σε ξύλινο γαλάζιο αλογάκι
Μιας και το αύριο δεν έρχεται από μόνο του ποτέ
Αν με πάθος περίσσιο εσύ δεν το αναζητήσεις
Και κάθε λεπτό τώρα πια την δική του έχει βαρύτητα.
Έλα να βάλουμε την αγάπη πάνω απ’ τις πράξεις
Να αναμετρηθούμε με τ’ αστέρια
Μόνο για σήμερα να αισθανθούμε νικητές
Και μες στου κόσμου την απέραντη σιωπή
Το τρέμουλο ν’ ακούσουμε της ξεχασμένης ομορφιάς μας
Και την ηχώ του βλέμματος δυο σταγόνων
Μόλις βροχής που ξεστράτισαν.

ΚΑΛΕΣΜΑ

Έλα να γείρουμε αγκαλιά μες στα πυρόξανθα μαλλιά της νύχτας
Οι αντηρίδες είναι ύπουλες και εχθρικές
Και το βαρούλκο ατίθασο στα χέρια της συνήθειας
Έλα τώρα πριν οι επιθυμίες μας θυμίσουν μνήμες μακρινές
Και μπήξουμε τα γόνατα γερά στο χώμα που γουργουρίζει
Έλα να χαθούμε στα μαραμένα μέσα φύλλα των δέντρων
Στο γοερό κλάμα των κρεμασμένων αστεριών
Στους θολούς ορίζοντες που από παλιά μάς ξεδιψούν
Έλα ν’ ανιχνεύσουμε αμεταχείριστους όρκους και αστρολάβους
Δαγκώνοντας μέχρις αιμορραγίας τα χείλη και τα κορμιά
Να ανεμίσουν θησαυροί που άθελα αγνοήσαμε
Έλα να τραβήξουμε στην έρημο και στις επιτραπέζιες πόλεις
Ώσπου η άμμος και η θάλασσα να ενωθούν να γίνουν ένα
Έλα τώρα που δεν έχουμε πια δάχτυλα πίσω τους να κρυφτούμε
Τώρα που η καινούργια μονάδα του χρόνου είναι ο έρωτας.

ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΙ ΑΓΑΠΗ

Οι αλήθειες γλιστρούσαν πιο εύκολα μέσ’ απ’ τ’ αναφιλητά
Ο χρόνος δοκίμαζε τ’ άγρια κάστανα στο κρύο
Στα ρολόγια οι ώρες κυλούσαν πιο αργά στις γιορτές
Ολόκληρη η χώρα πιο κάτω κι απ’ την αξιοπρέπεια των δρόμων
Και τα πουλιά να μας θυμίζουν συνεχώς
Πως κι’ απ’ τον πόλεμο φορές
Πιο δύσκολα αντέχεται το άδικο της ειρήνης.
Καθισμένοι σε λεπτή φέτα φεγγαριού
Παρατηρούσαμε τη βροχή να ξεπλένει ανθρώπους απ’ την αφάνεια
Μιας κι αυτοί μες στους καπνούς και στις φοβίες τυλιγμένοι
Είχαν χάσει το δικαίωμα στην προοπτική και την ελπίδα
Άκαρδοι όσο ποτέ άλλοτε περίμεναν τους πυροτεχνουργούς
Να τους οπλίσουν τα χείλη με φιλί
Και δυναμίτες να τινάξουν τη σκλαβιά τους.
Στο σταυροδρόμι των χαμένων αστεριών τα λόγια όλα είχαν καεί
Το άρωμα της στάχτης τους μοσχοβολούσε εξέγερση.

ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΙ ΕΡΩΤΑΣ

Έξω σωρός από καμένες πόλεις, υποσχέσεις και στολές.
Εμείς κάναμε πρόβες χαμόγελου στους καθρέφτες που κάποτε άστραφταν
Άνθρωποι μικροί τριγύρω της ντροπής φορούσαν την μάσκα την μεγάλη
Ο άνεμος νηφάλια απομάκρυνε από πάνω μας τη σκόνη του χρόνου
Η κίνηση των ματιών έδινε στα λόγια μας μιαν εντιμότητα
Αναζητούσαμε τότε έναν καλύτερο κόσμο από την λεγεώνα των νεκρών
Από την ανολοκλήρωτη επαλήθευση των πλανόδιων κύκλων
Κι ένα κίνητρο ανώτερο στον φόβο του θανάτου.
Το ανεκτίμητο λατρεύοντας άρωμα που η κάθε μέρα απέπνεε
Αφήναμε τους άλλους στην τυραννική τους πια αυτολύπηση
Να αισθάνονται ανώτεροι χωρίς ποτέ να το ’χουν αποδείξει.
Ερασιτέχνες σκαπανείς της γης των θαυμάτων
Σκαλίζαμε με πάθος τα κορμιά που τώρα πια άχνιζαν έρωτα.

 

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΗΣ

Τα βράδια το δοξάρι του πόθου ανέμιζε σαν γαλανόλευκη
Στις ανηφοριές των μηρών σφυροκοπούσαν τα λαγόνια θυμωμένα
Άλλοτε μέσ’ από κόκκινα άνθη και τσιγαρόχαρτα ροζ
Αφρισμένη αναδυόταν ευπρέπεια και χειρονομίες αθόρυβες
Συμπληρώματα μιας ζορισμένης ζωής σκορπισμένης στο αύριο.
Ένα αδιάβατο κόβοντας δάσος από γυναίκες
Και διαγράφοντας οριστικά το αμφίσημο του ορίζοντα
Έφτασα κατάκοπος να μυρίσω λουλούδι.
Το άλλο πρωί ανέτειλε πριν απ’ το τέλος του κόσμου
Το τέλος της περιπλάνησης.

ΥΠΟΓΛΩΣΣΙΟΣ ΕΡΩΤΙΣΜΟΣ

Σε πρωτότυπη σε προσκάλεσα χορογραφία με παράφορα σκηνικά.
Στροβιλιζόμασταν τώρα ελεύθεροι
Στα πρόθυμα χρώματα του νερού και του χρόνου
Σε μύρτιλλα ανάμεσα και αφράτο θυμάρι υπογλώσσιος έρρεε ερωτισμός
Ανυπάκουα αστέρια στ’ ακέφαλα ριγμένα πηγάδια της θάλασσας
Κολυμπούσαμε στην υγρή μας φρεσκάδα κι η ζωή μας ανύποπτο λάθος
Αδιαπέραστα σφιγμένοι οι μηροί σε ανακόλουθα φλύαρο χάδι
Τελευταία σκηνή, δύο ήλιοι γερμένοι σαν λευκή χειραψία.
Αργότερα κλαίγοντας άνοιξε ο ουρανός να ζητήσει συγνώμη
Μα εμείς απαντήσαμε με φιλί ρουφηχτό, πυροτέχνημα σκασμένο στα χείλη.

ΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

Εραστές αμετανόητοι στης κιμωλίας περιφερόμασταν την πόλη
Παραβιάζοντας συνεχώς τα πιο ακραία όρια ελευθερίας
Τις βελούδινες μετρούσαμε ώρες αυτές που κρύβουν τα πρόσωπα
Την στιγμή που οι ασύστολες καμπύλες των κορμιών
Των αστεριών αντέγραφαν τις παραβολικές τροχιές τρυπώντας τα σκεπάσματα.
Κλειδωμένοι στη σιωπή των διαδρόμων
Στο συμπαντικό πλενόμασταν πέπλο των πάλλευκων κήπων
Το αιώνιο ακούγοντας φως, καθώς ζωντάνευε τα ψηφιδωτά της μνήμης
Ενώ μέσ’ από τα καταρρακτικά μας φινιστρίνια
Βλέπαμε στιγμές πυροτεχνήματα αστραφτερά να σκάν’ στον ουρανό
Κι ύστερα πάλι πηχτό σκοτάδι κι ακατέργαστο.

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΟ ΑΥΘΕΝΤΙΚΟ

Μια σειρά από συμπτώσεις κι ένα πεπρωμένο αδίστακτο
Μας επέλεξαν στην ύστατη να πορευθούμε μαζί σταυροφορία αγάπης.
Ναυαγοί εξαντλημένοι απ’ της μνήμης τ’ αλλεπάλληλα κύματα
Τις σκουριασμένες αποφεύγαμε πόλεις, τα διάτρητα μυαλά
Χαμογελώντας στους βράχους με τα γερασμένα πρόσωπα
Σιωπηλοί σε δυο φεγγάρια ανάμεσα κάτω στην αποβάθρα
Χαϊδεύαμε τρυφερά τους μικρούς αμφορείς και τα ραγισμένα ρόπτρα
Κι αναζητώντας το αυθεντικό πέρα από κάθε απομίμηση
Βλέπαμε ολοκάθαρα πια κλείνοντας τα μάτια.

ΖΩΗ ΚΡΕΜΑΣΜΕΝΗ ΑΠ’ ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΣΟΥ

Κι αν τινάξαμε με χέρια υγρά της μνήμης τα κίτρινα φύλλα
Καινούργια θ’ ανθίσουνε πάλι μπροστά στο φεγγάρι
Κι αυτή η φευγαλέα γυαλάδα στα μάτια των τρένων
Η αόρατη ραφή στην πληγή της ελπίδας
Σαν φλόγα ζεσταίνει την γη τη στιγμή που χιονίζει
Με κλωστές γεμίζοντας χρωματιστές το άδειο ξημέρωμα.
Κι όταν αργότερα κάποιοι έκλεισαν τα πέτρινα φώτα
Ολοκάθαρα βλέπαμε ακόμη ο ένας το βλέμμα του άλλου
Την πρώτη ξεπερνώντας προδοσία τυφλά
Βαδίζοντας οριστικά προς την δεύτερη.
Σ’ ένα κόσμο αδιάφορο μέσα σε χώματα ανώνυμα θαμμένο
Κρύβαμε την αγάπη σε χαρτί περιτυλίγματος αδιάβροχο
Αν και αχαρτογράφητοι προχωρούσαμε.

ΣΙΩΠΗΛΗ ΣΕΛΙΔΑ

Κράτα τις μέρες μου έλεγες κάποτε
Αφηνιασμένα άλογα στην κατηφόρα
Χιόνι που λιώνει στη φωτιά
Φωτάκια εφήμερα που σβήνουν στις φουσκωμένες φλέβες των βράχων.
Αστρικοί ταξιδιώτες περιπολούσαμε τη γη
Παρακάμπτοντας το δίπολο χαρά λύπη
Μη γνωρίζοντας τους κανόνες του μετά παρά μόνο του τώρα
Και τραβώντας μια καμπύλη στο χρόνο
Μια υπαίθρια ονειρευόμαστε ζωή
Ζωγραφίζοντας στα ευχολόγια το ανέλπιστο
Αγιογραφίες παλιές στα τελευταία περάσματα της σελήνης
Πιο σιωπηλοί απ’ τη βροχή
Πιο αρχαίοι κι απ’ την ίδια την τύφλωση.

ΟΠΩΣ Τ’ ΑΣΤΕΡΙΑ ΑΓΑΠΟΥΝ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ

Συνένοχοι στον ομαδικό βιασμό του ωραίου
Σκαλίζαμε της ζωής το αδίστακτο μάρμαρο
Εργάτες ανειδίκευτοι σ’ ένα έργο αθεράπευτο
Καλύπταμε με μαντήλες πολύχρωμες τα φώτα της πόλης
Που τελευταία είχαν αναίτια σιγήσει.
Ύστερα στη σχισμή βρεθήκαμε τ’ ονείρου ιδρωμένοι
Αδύναμοι απ’ την αφόρητη πίεση του κενού
Άθλια φύλλα ξεραμένα φτερουγίζαμε ενάντια στου ποταμού το ρεύμα
Σε ατέρμονη επαιτεία αγάπης
Σε απαγορευτικής αισθητικής καλλιγραφία.
Μαύρα σύννεφα οι σκέψεις όταν αρχίζει ο γυρισμός
Κι η βρεγμένη γη το αναπόφευκτο.

.

0Ι ΕΦΤΑ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΕΣ ΜΕΡΕΣ (2015)

ΔΕΥΤΕΡΑ

ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ
Παρόντες στην κατασκευή, ουδέποτε στην καθέλκυση των ονείρων
Ενώναμε τα χέρια σαν προσευχή
Τρέμοντας μη ραγίσει το κενό που πάντα ανάμεσα υπήρχε.
Και με το δάχτυλο πότε σε σημεία ευαίσθητα κι άλλοτε στη σκανδάλη
Πυροβολούσαμε αδιακρίτως σε ζωή και θάνατο.
Ύστερα με ολόφρεσκα πλενόμασταν φιλιά
Και πηγαίνοντας στης γειτονιάς το βενζινάδικο
Γεμίζαμε ως τη μέση, αφόρετες εμπειρίες και οράματα.

ΤΡΙΤΗ

ΤΟ ΕΝΤΥΠΩΜΑ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ ΣΟΥ
Μισοβαμμένα τα χείλη στο χρώμα του νερού
Τα μάτια σου φωτιά φωτίζουνε τη νύχτα
Καρφιά να κρεμάσω την ανάσα μου.
Κι ο έρωτας το άναμμα των αστεριών μ’ ένα φιλί
Ρούχο γεμάτο εικασίες

Όταν γυμνοί χαϊδευόμαστε από απόσταση.

ΤΕΤΑΡΤΗ

ΛΙΓΟ ΚΡΑΓΙΟΝ
Λίγο κραγιόν στάζουν τα χείλη από φιλιά αγχόνες των παλιών μας ημερών.
Έχοντας από καιρό κερδίσει το προνόμιο της απώλειας
Τον αλαβάστρινο σκαλίζαμε χρόνο αγκαλιά
Μιας κι η παράσταση δεν είχε ακόμη ξεκινήσει
Και λυπόμασταν τους μοιραίους που δεν πρόσφεραν ποτέ ένα λουλούδι
Ή όσους δεν κράτησαν ένα σπίρτο ή ένα νόμισμα τρύπιο
Που έκαναν τη διαφορά στη ζωή ανάμεσα και το θάνατο.
Ένα όνειρο όλα τυλιγμένα σε μια στιγμή
Κι οι μνήμες πολυβολεία διάτρητα απ’ τις μέρες μας.

ΠΕΜΠΤΗ

ΠΑΝΤΑ ΑΥΡΙΑΝΟΙ
Για αντιπερισπασμό στη μοναξιά ριψοκίνδυνα σκαλίζαμε το σκοτάδι
Μαθήματα επιβίωσης σε κόκκινους ανάμεσα κι ερεθισμένους καρχαρίες
Ένα γράμμα περιμένοντας ή ένα πουλί
Ή μια ρυτίδα έστω ν’ αναρριγήσει στ’ ανέκφραστα πια πρόσωπά μας
Και ολόισιες τραβούσαμε μαύρες γραμμές
Θέλοντας να φυλακίσουμε για πάντα τα φιλιά που μας σημάδεψαν.
Ύστερα ξαπλωμένοι στο απόλυτο βάθος μιας κρυμμένης πληγής
Αναρωτιόμασταν αν χωρά τόση ευτυχία σ’ ένα δάκρυ
Και το περιβραχιόνιο φορώντας της αμαρτίας
Σκορπίζαμε μ’ ένα χαμόγελο την ασήκωτη σκόνη του χρόνου.

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ ΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ
Ταΐζαμε με υπομονή τα ξεχασμένα κεραμίδια
Τα πουλιά βλέπεις είχαν φύγει από καιρό
Χαϊδεύαμε τα βουρκωμένα κυπαρίσσια της καρδιάς μας
Βαφτίζοντας τα κατάρτια στα πλοία της αναζήτησης.
Αλκοολικοί εκ γενετής σ’ έναν κόσμο σκοτεινό και αφόρητο
Μεθούσαμε ασταμάτητα περιμένοντας να χαρούμε μια σταγόνα φωτός
Κωπηλατώντας περιχαρείς στο τελευταίο τέταρτο της σελήνης
Καθώς μέσα από κυματισμούς ματιών και νευμάτων
Καταστρέφαμε εκμαγεία παλιά και χάλκινα πρόσωπα
Που ανενόχλητα από καιρό βίαζαν τα όνειρά μας.
Ύστερα σε φυλακές μάς έκλεισαν υψίστης ασφαλείας
Με την κατηγορία ότι κλέψαμε λιγάκι απ’ τον ορίζοντα.

ΣΑΒΒΑΤΟ

ΤΟ ΒΑΨΙΜΟ ΤΟΥ ΑΠΕΙΡΟΥ
Τα σύννεφα ανοιγόκλειναν το στόμα τους καταπίνοντας λίγο λίγο τον ήλιο
Διατηρώντας μια στάση ερωτική και μια ικμάδα αξιοπρέπειας
Εμείς αυτοεξόριστοι στις ερήμους της σκέψης και στα παιχνίδια του μυαλού
Με τα φτερά φορτωμένα τις προσωπικές μας εμπειρίες
Με χαμόγελο δραπετεύαμε πλατύ απ’ τα βασανιστήρια της σάρκας
Καινούργιους υπογράφοντας ρόλους για την υπόλοιπη διαδρομή μας.
Ερωτευμένοι απ’ της ζωής τα αναπάντητα ερωτήματα
Αφήναμε πάντα στη μέση το βάψιμο του απείρου.

ΚΥΡΙΑΚΗ

ΑΦΥΠΝΙΣΗ ΤΩΝ ΑΙΣΘΗΣΕΩΝ
Κάθε ταξίδι μύριζε μελαγχολία επιστροφής και φιλί της ανάγκης
Η πόλη έκρυβε πίσω από δαιδαλώδη φώτα τη ντροπή της
Η ζωή έβρεχε διάφορα χρώματα, βαθυκόκκινη προσμονή
Μα εμείς βρεγμένοι ως το κόκκαλο άλλοτε νικητές κάποτε ηττημένοι
Σκοπεύαμε χωρίς σταματημό προσπαθώντας να πετύχουμε το αδιανόητο.
Μαγεμένοι απ’ την ανάγκη της ατομικής μετουσίωσης
Χειροκροτούσαμε δυνατά στο σκοτάδι
Κερδίζοντας χρόνο και παράγοντας φως
Με μάτια γελαστά και χέρια δακρυσμένα.
Έχοντας εξοστρακίσει στην άβυσσο τα άνθη του παρελθόντος
Ξυπνούσαμε σε μια θυμέλη άγνωστη ως τώρα
Όλες τις μουδιασμένες μας αισθήσεις.

.

ΟΝΕΙΡΑ ΣΕ ΣΥΝΕΧΕΙΕΣ (2012)

ΟΝΕΙΡΑ ΣΕ ΣΥΝΕΧΕΙΕΣ

Σε κάθε αγώνα προγραμματισμένου αφανισμού
Οι συνεχείς ανατροπές πυροδοτούν το ενδιαφέρον
Σε μάχες όμως άνισες αξίζουν μόνον οι απόπειρες
Με νικητές όσους αφήνουν μια σχισμή ανάμεσα στα χείλη.
Μια πύρινη απαιτώντας αγκαλιά ή ίσως μία τυχαία συνάντηση
Ονειρευόμασταν κρινοδάχτυλα, ρήγματα κι ενοχές
Κρινόμασταν από την ιδιοτροπία της τύχης σε μια στροφή της ζωής
Την πραγματικότητα κυνηγώντας ή -έστω- ένα τρύπιο κοχύλι
Που από μέσα του περνώντας η θάλασσα άλλαζε ήλιους και χρώματα
Αιωρούμενοι στης αγάπης την κινούμενη άμμο
Στα τοξωτά γεφύρια και τους αμμόλοφους
Τις τελευταίες ακούγαμε εμμονές των δέντρων
0 ουρανός πουκάμισο ανοιχτό μόνος κι αυτός χαμογελούσε
Με εμπνευσμένη βλέποντας ματιά
Την αληθινή πλευρά των πραγμάτων
Ανάλαφρα αναπαυόμασταν στη σκιά
Της απελπισίας των άλλων.
Μονόλογος πικρός το χόρδισμα του έρωτα-
Μεταξένια φτερά και όνειρα σε συνέχειες.

Η ΠΟΛΗ ΜΕΓΑΛΩΝΕ

Η πόλη μεγάλωνε μαζί και τα παιδιά
Κι οι ανθισμένες γειτονιές δώσαν τη θέση τους σε τσίρκα…
Η σχέση βρισκόταν σε πορεία ανάδρομη
Οραματιστές ονείρων δεν κοιμόμασταν πια μαζί
Με τις καμπύλες του πάθους λειωμένες στην επανάληψη
Εξαγνισμένοι μετά από την πρόσφατη επίθεση
Με απόλυτη προσήλωση στην κατανόηση της αλήθειας
Κρύβαμε με προσοχή τον φόβο πίσω απ’ τα σώματα
Στο τελευταίο αδειάζοντας πηγάδι σιωπής
Τα αβέβαια συναισθήματα που είχαν απομείνει.
Τ’ άσχημα σπίτια έκρυβαν όμορφες στιγμές
Την καθημερινότητα μετατρέποντας σε χαμόγελο
Η μοναξιά μάς ένωνε πέρα απ’ τις ράγες
Τα τρένα όμως πουθενά κι η χώρα μια οφθαλμαπάτη
Ο χρόνος μάς κυνηγούσε αμείλικτος μα δεν μας έφτανε ποτέ
Έτσι φαινόμασταν πάντα πιο νέοι
Κι απλώνοντας κάπως αυθαίρετα το χέρι
Άγουρους κλέβαμε καρπούς και σήμαντρα
Να ξεσηκώνουν το κορμί σε κάθε τους χάδι.
Μικρές πολύχρωμες πόρτες η ζωή σαν σκευωρία
Προδοσία μιας σφαίρας που λοξοδρόμησε.

ΔΙΚΡΟΥΝΑ ΑΓΑΠΗΣ

Έζησα πλουσιοπάροχα στο αρχοντικό του ονείρου
Με σκελετωμένη συνείδηση κι ετοιμόρροπη ψυχή
Καθρεφτίζοντας την κάθε στιγμή στων κορμιών το χρυσάφι
Χαρές ανείδωτες σε κόσμους νοητούς
Με τη μνήμη σταυρόλεξο να μου κλείνει το μάτι.
Ολική κάνοντας επαναφορά στις αδιαπραγμάτευτες απαιτήσεις μου
Με κάθε τρόπο διεκδικούσα περισσότερο ουρανό
Ίσως γιατί πίστευα με πάθος στο ακατόρθωτο
Ερωτικός μετανάστης στων ποδιών σου το ξέφωτο
Και με τα στήθια σου να στέκουν αμείλικτα σαν δίκρουνα αγάπης
Συνέχιζα να μιλώ τη γλώσσα των φαντασμάτων
Πονώντας αφόρητα κάθε φορά που με καταργούσες.
Κι ενώ τα σώματα έτριζαν από επιθυμία και οικειότητα
Το ημερολόγιο αδυνάτιζε από φύλλα, η ζωή από φωνές
Κι αναπτύσσοντας ταχύτητα ιδανική για προσπέραση
Μακαρίζαμε τα ραγισμένα φεγγάρια, τους τυχερούς, τους αγέννητους.

ΚΑΤΑΡΓΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ

Απρόσκλητο έστεργε τα πρόσωπα το βραδινό αεράκι
Άλλωστε στις συνειδήσεις των ανθρώπων κρινόταν τελικά η ιστορία
Χωρίζοντας τους συνηθισμένους απ’ τους ήρωες
Ντυμένοι στα κόκκινα φέρναμε πιο κοντά την αγάπη μας
Όπως τα κεραμίδια στις σκεπές που προκαλούν τον ουρανό
Την κρύβαμε με προσοχή στη στέρνα μη μας μαραθεί
Στων περιστεριών τις ληγμένες φτερούγες
Στων ονείρων τα ασπρόμαυρα οροπέδια
Νοερά απαντώντας στα άγραφα μάτια μας
Ξανοιγόμασταν στ’ ουρανού το σβησμένο γαλάζιο
Αλλάζοντας ρότα στη ζωή και στον άνεμο
Τα σώματα πάλλονταν κάθετα καταργώντας τον χρόνο
Με μια φέτα καρπούζι στα σκέλια ανάμεσα τον κήπο να δροσίζει.
Άναβε τότε η ελπίδα στα κρεμασμένα μας πρόσωπα
Κι η σάρκα γινόταν κρουστή και απέραντη σαν τη θάλασσα.
Ένα καράβι περήφανο που εκείνη τη στιγμή αναχωρούσε
Έγραφε στο φουγάρο του με κεφαλαία τ’ όνομά μας.

ΑΠΟ ΘΕΜΑΤΑ ΑΓΑΠΗΣ

Με βραχνιασμένα τα φτερά του ουρανού
Με χείλη και με γόνατα σχισμένα
Με διχασμένα τα κορμιά στα εύφορα νεκροταφεία φύλων
Με τη σχισμή σου χίλιους κεραυνούς τη σκέψη να πληγώνουν
Γύριζα μες στο σώμα σου σαν βίδα χαλασμένη
Ομίχλη γύρω από το φως και από-θέματα αγάπης.
Στην έκσταση έβλεπα γιορτές και άγρια τριαντάφυλλα
Στον ύπνο μου κλεψύδρες με την άμμο της μορφής σου.
Ώς κι η πανσέληνος χλωμή στα δύο χωρισμένη
Κι επάνω της ριγμένα άσπρα μάρμαρα και μενεξέδες.
Ανακεφαλαιώνοντας τα μικρά μας εγκλήματα
Με άδεια αποχαιρετούσαμε φιλιά το ταξίδι μας.
Βγαίνοντας μαύρα φόρεσα γυαλιά αν και ήταν βράδυ
Ανυπόφορο τριγύρω άπλωνε σκοτάδι η θηλιά της μοναξιάς
Και σφίγγοντας τις γροθιές σε σχήμα πένθους
Προχώρησα στα κοφτερά συντρίμμια της απόλυσης.
Γοργόνες έξω απ’ το νερό, φλερτάραμε με υδρορροές για επιβίωση.

Η ΓΙΟΡΤΗ ΤΩΝ ΑΝΑΜΝΗΣΕΩΝ

Με τους καθρέφτες στραμμένους στης ήβης τ’ ανεκπλήρωτο κενό
Σκουριασμένα ανοιχτήρια σε γιορτή αναμνήσεων
Ακούγαμε κάθε βράδυ σιωπηλοί τις φωνές των χρωμάτων
Η ζωή μας γυάλιζε μόνο στις στάσεις του μεγάλου ταξιδιού
Με τ’ αγρίμια αγκαλιά και αλήθειες εφήμερες σε υπόγεια ύποπτα
Ενώ τα μεσημέρια οι αισθήσεις ξελόγιαζαν τα κορμιά
Ίσως γιατί υπήρχε τόσο φως που έκρυβε όλες τις ατέλειες.
Καθώς η επόμενη νύχτα απλώνει όπως ο μαύρος κύκνος τα φτερά
Σε ξένες τρυπώνουμε αγκαλιές για ανακύκλωση.

ΜΟΙΡΑΙΑ ΑΠΟΦΑΣΗ

Με υποδόριους πλησίαζε τριγμούς η τρικυμία
Έξω τα σκυλιά κυνηγούσαν την άνοιξη, τα πουλιά τον αέρα
Εμείς σε σπίτι κενό αλλάζαμε αγκαλιές κι αστραφτερά περιδέραια
Με χέρια από φρέσκο ζυμάρι πλάθαμε όνειρα ο ένας στον άλλο
Ζωγραφίζαμε με λουλούδια τραγουδούσαμε με γουλιές
Της καθημερινότητας την αγγαρεία αντιστρέφαμε με νοτιάδες
Ώσπου αποφασίσαμε να γειτονέψουμε όπως παλιά
Με υλικά τις δομικές μας διαφορές, τις κορυφαίες αντιθέσεις
Γραμμές τραβώντας τεθλασμένες κι ανισόπεδες.
Αργότερα σαν σπαθιά διασταυρώνοντας λέξεις κι αιμορραγώντας ακατάσχετα
Βιώναμε την ταπείνωση στην αγορά μιας ξεχασμένης γοητείας
Τις παρακαταθήκες διπλώνοντας σε μακρινούς και ξεχασμένους ορίζοντες.
Στο τέλος με μια απλή μεταβολή νοιώσαμε πάλι τον χειμώνα να γυρίζει
Βρίσκοντάς μας γυμνούς με γυαλισμένα μάτια και αδιόρθωτους.
Το φιλί πιο αργό κι απ’ τον ίδιο τον θάνατο
Θρυμματίζει δειλινά και χαλασμένες υποσχέσεις.

ΑΦΕΤΗΡΙΑ ΑΝΑΠΗΡΩΝ

Παγιδεύαμε μέσα στα μάτια μας του χρόνου τις φωτιές
Τις κραυγές φυγαδεύαμε σε καταστάσεις αφωνίας
Έπαιρνε ο αέρας τις καμπύλες των κορμιών και τις χάιδευε
Αλλάζαμε τότε μορφές και πρόσωπα γινόμασταν κάποτε αόρατοι
Της νύχτας αλέθοντας το φόρεμα με ζώνες αντιπυρικές
Δυσκολεύοντας την απόδραση ή την προσγείωση του ονείρου
Με το λυκόφως ν’ απειλεί την απόλαυση ανήμερα του έρωτα.
Ύστερα πάλι φανταστική συνομιλία του ενός
Στην εναέρια φυλακή των ανύπαρκτων ήχων
Στ’ ανεξερεύνητα πηγάδια που άλλοτε συμβόλιζαν ζωή
Μα τώρα στέρεψαν κι αυτά από ανυπακοή και απώλεια
Ώσπου αναμμένοι και κάθιδροι μετά από κύκλους χωρίς νικητή
Στριμωχνόμαστε κι οι δυο μονόχειρες σε αφετηρία αναπήρων
Για καινούργια εκκίνηση, σε μαραθώνιο επιλογής μας.

.

ΞΗΜΕΡΩΝΕΙ ΤΟ ΓΕΛΙΟ ΣΟΥ (2011)

ΑΛΛΑΓΗ ΠΛΕΥΣΗΣ

I
Ασίγαστη πεταλούδα ό χρόνος
Αργοσαλεύει πολύχρωμα φτερά
Με πύρινο ρουφώντας στόμα τη μοναξιά μας
Στεφάνι τάζοντας στο παντοτινό.
Όποιο αστέρι κι αν σηκώσω
0ά κυλήσεις επάνω μου.

II
Στα σώματα σαλεύουν ταξιανθίες ηδονής
Λιωμένα κάρβουνα μες στο παράπονο της δύσης
Πνιγμένοι στην πηχτή βουβαμάρα μας
Λίγο πριν απ’ τ’ απόβραδο
Λίγο μετά τη ζωή μας
Απλώνουμε εικόνες στο ανάδρομο παρόν
Με τα φτερά αναμμένα σε στάση αναχώρησης.

III
Τώρα πού έλιωνε σιγά-σιγά ή απόσταση
Μετά από τόση σιωπή πού επιβάλλαμε στον εαυτό μας
Επιστρέφαμε στις ανέφελες θάλασσες που αφήσαμε κάποτε
Αδίστακτοι κλέφτες των δικών μας δικαιωμάτων
Ακατάλυτα ενωμένοι σε ρεύματα υπόγεια
Τεντώνοντας άβαφες μέρες με χάρτινα στόματα
Αλλάζοντας μια καμένη πανσέληνο για μια νέα σελήνη.
Ξεριζώνοντας τα καρφιά απ’ τον παράδεισο
Διά γυμνού χαράζαμε οφθαλμού
Αλλαγή πλεύσης.

ΑΠΟΤΥΠΩΜΑΤΑ ΜΙΑΣ ΟΥΤΟΠΙΑΣ

I
Ζήσαμε κάτω απ’ το πλατύ φύλλωμα του φεγγαριού
Κοιτάζοντας λάμψεις ερωτευμένων αστεριών
Να τις ρουφά ή κοιλιά τ’ ουρανού και να γίνονται άβυσσος
Ακυρώσαμε το χρόνο στο ναό της αβεβαιότητας
Βιώνοντας σε κάθε άλμα και μια επανάληψη
Έξω φυσούσε μια πλημμύρα ξυπόλητη ανάμεσα στ’ ακροδάχτυλα
Γυμνοί και ανώνυμοι αγγίξαμε τους καρπούς της σελήνης
Τα βράδια που έγερνε βουβή στην παγωμένη θάλασσα
Υπήρχε όμως μια αλληγορία αργόσυρτη μέχρι την κάθαρση
Δυο ήλιοι μικροί καρφωμένοι στο στήθος σου.

II
Ακάλυπτοι συρθήκαμε πάνω στην άμμο εραστές
Σκαλώνοντας αρχέγονα αγγίγματα στις διχοτόμους
Μιλήσαμε πολύ χωρίς να ξεκαθαρίσουμε τίποτα
Κι ο χρόνος πικρό παραλήρημα
Για ν’ αποθέτουν οι ελπίδες κοχύλια κι αβγά
Σπάνια γέλια τα παιδάκια
Και οι τυφλοί τις εικόνες του μέλλοντος.

III
Αυτοεξόριστοι πορευθήκαμε σε ώρες έκστασης
Μοσχοβολώντας σε κήπους άοσμους στιγμές.
Δεν υπήρχε ακριβότερο άρωμα απ’ το εφήμερο.

ΕΡΩΤΙΚΗ ΙΣΗΜΕΡΙΑ

I
Με τις αναζητήσεις αλληλέγγυες σε μια αόρατη απειλή
Να διαδέχονται μάταια η μια την άλλη
Με τα παλιά τραγούδια να λιώνουν με λυγμούς στην αγορά
Και τα χαμόγελα των σπάνιων στιγμών τυπωμένα στα παροράματα
’Απολαμβάναμε την ειρωνεία των κίτρινων φύλλων
Προτιμώντας την απόσταση απ’ τη σιωπή
Την αμφισβήτηση απ’ τη γαλήνη
Με ριζωμένα γερά στις πλάτες μας
Τ’ ακίνητα τοπία της αγάπης.

II
Κρατούσαμε ίσες αποστάσεις ανάμεσα στην πραγματικότητα και την ανάγκη
Συχνά μάς κυρίευε η επιθυμία για λεπτότερο άρωμα
Ή θάλασσα όμως σεντόνι τεράστιο θρυμμάτιζε την ανάσα
Κι ο ίμερος λιγωμένος άχνιζε πάνω στις λέξεις
Ωθώντας τα υπόγεια ρεύματα σε χείμαρρους ευθύνης.
Αγεωγράφητοι χρυσοθήρες στη χώρα του ανέφικτου
Χαράζαμε πότε στα κουρέλια πότε στα μάρμαρα
Άνυδρα στίγματα ερωτικής ισημερίας.

III
Αγιάτρευτοι στου έρωτα την ερημιά
Ακούγαμε ανέκφραστοι ασπρόμαυρους θορύβους
Να χορεύουν δίπλα μας ζωή
Στην άλλη όχθη του χρόνου.
Πορεία επαναφοράς
Με προαιρετικούς ελιγμούς και προσπεράσεις.

IV

Ρουφούσαμε το διάφανο απ’ το λαιμό των ποτηριών
Αφήνοντας επάνω τους κόκκινο από τη λύτρωσή μας
Κι ήταν τόση η ανάγκη να ξαναπούμε τα χρόνια της αθωότητας
Που είχαμε γίνει αλκοολικοί από συνήθεια
Οι ελπίδες εύθραυστα κουπιά στην προκαθορισμένη εκδρομή μας.
Και το αύριο εν’ άγριο χέρι που μας σέρνει μακριά
Τραβώντας μας απ’ τα μαλλιά μόλις γελάσουμε.

ΞΗΜΕΡΩΝΕΙ ΤΟ ΓΕΛΙΟ ΣΟΥ

Ι
Άμετρη γοητεία η κίνηση του λαιμού των πουλιών
Μα εγώ κορφολογώ τούς καρπούς στον κορμό της γυναίκας
Περιφέρομαι σε χρωστήρες ν’ ανταμώσω προσχήματα
Βουρκωμένες νύχτες με πλησιάζουν με δώρα
Επιθυμίες σε χαρτί οφθαλμαπάτης τυλιγμένες
Ξεγυμνωμένες με τα δάχτυλα και τα μάτια
Μιας και τίποτα πού γράφει ο χρόνος δε διαβάζεται
Εκτός απ’ τη διαρκή επιθυμία ενός βιασμού
Μιας διάφανης μοναξιάς ή έστω μιας αποξένωσης
Που είναι πιστές κι ανθεκτικές στα τρισύλλαβα όνειρα.

ΙΙ
Προβλέψιμοι σαν την παλιά σκισμένη πολυθρόνα
Που αφού τη γυαλίσαμε με επικίνδυνα κύμβαλα
Τη βρήκαμε πεταμένη πλάι στην παρόρμηση
Πλάι στο θόρυβο που σκουλήκιαζε μέσα στη μνήμη
’Ή στα πλοία πού φλέγονταν μέσα στον ίλιγγο.
Ξημερώνει το γέλιο σου.
Τυλιγμένος στη σιωπή των σκορπισμένων δρόμων
Τρέχω να συμπληρώσω το κενό μιας απέραντης θάλασσας
Μη ξέροντας πια ποιό ρούχο να πρωτοφορέσει
Με τη θύμηση καρφωμένη στη νοητή γραμμή της αυγής
Σε περίμενα σαν θησαυρό που άντεξε στη σκόνη
Τότε κατάλαβα πως δεν θα ’ρθεις γιατί ήσουνα φώς
Ένα μικρό κομμάτι μπλε στο βάθος του Αιγαίου
Και ξετύλιξα αργά το ανέφικτο
Μιας κι η ανάπλαση μοιάζει πνοή σε αδιέξοδη δημιουργία
Κι οι κουρασμένες αγάπες είναι πάντοτε λίγο δειλές
Σαν τρύπιο ρούχο που φορώντας το κρυώνεις
Με δύο ανεξήγητα στεφάνια να κοσμούν
Τούς άδειους κήπους των ματιών τους.

 

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΚΔΟΧΗ

I
Προκαλώντας το χρόνο να μας ακολουθεί
Ξαναφορέσαμε την έκφραση εποχών που είχαν λήξει
Οι μέρες έκλαιγαν στη γωνιά
Ώσπου έρχονταν οι νύχτες και τις παρηγορούσαν
Τα σύννεφα χάριζαν στον ουρανό μιαν αφοσίωση
Κοίταζα συνέχεια στον καθρέφτη κι έβλεπα στο βάθος εσένα
Ενώ στους δρόμους που κάποτε έτρεχαν παιδιά
Είχαν ανθίσει άξαφνα λίγα λουλούδια
Που με αβάσταχτη την θλίψη τους
Έκαναν ακόμη και τους τυφλούς να συγκινούνται.
Κρατήσαμε το όνειρο με χίλια βάσανα ζεστό
Ώσπου βγήκε ο ήλιος και μας πήρε τα χέρια

II
Μ’ ένα ασίγαστο τρέμουλο που άφηνε άφωνες όλες τις ώρες
Ευωδιάζαμε σε χοντρό χαρτί περιτυλίγματος
Εξαργυρώναμε πάθος σε ολονύκτιες παραφορές
Κάναμε στάσεις σε μαγευτικά ταξίδια, λιποθυμούσαμε
Υστέρα ο ύπνος ζωγράφιζε στα χάδια μας ένα χαμόγελο
Μια τελευταία ίσως εκδοχή στην αναχώρηση
Ενός πλοίου που χαμηλώνει μπαίνοντας στον ουρανό
Ή ενός αγάλματος που κλαίει καθώς το στήνουν στην πλατεία
Κι ή ζωή ένα βιβλίο άγραφο που κάποτε μας δωρίσανε
Εμείς κάθε νύχτα το γεμίζουμε με καινούργιες σελίδες
Κι απεγνωσμένα αναρωτιόμαστε ποιος άραγε θα μας διαβάσει.
III
Κανείς δεν ξέρει τελικά τα όρια της χαράς και της λύπης
Αφοί σε κάθε χωρισμό αντιστοιχεί μια συμφιλίωση
Ώσπου κάποια στιγμή μετά από τόση προσπάθεια

ΤΟ ΧΡΩΜΑ ΤΗΣ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗΣ

I
Κρυμμένοι σε μια άμαξα με δυο τροχούς
Σύραμε παράπονα τις αλύτρωτες προσδοκίες
Ξύσαμε τη φλούδα από την επιφάνεια των πραγμάτων
Έτσι που αυτά αιμορραγούσαν αργά κι απεγνωσμένα
Χαμένα στις βρώμικες πλαγιές της όποιας καταξίωσης.
Καθώς η άλμη της γιορτής προκαλούσε τα σώματα
Χορεύαμε στους εύθραυστους δρόμους
Τρυγώντας τρυφερά φιλιά στα αιθέρια χείλη
Κι αποπλανώντας το εφήμερο
Την έντονη κάποτε αβεβαιότητα του τώρα
Την υπέροχη ειρωνεία των αισθήσεων κερδίσαμε
Απ’ την πικρή σιγουριά του τελειωμένου.

II
Τα σύννεφα άλλαζαν συνέχεια ροή και χρώματα
0 παράδεισος ήταν μπροστά μας κομμένος στα δύο
Στη θέση της σιωπής ένα ώριμο ρόδι
Με κορμιά ανοιγμένα στην πύλη της αιωνιότητας
Ονειρευόμασταν κήπους με μυρωδιές και ροδοπέταλα
Προσμένοντας στο σεληνόφως το γυρισμό των λουλουδιών
Αφού μόνο στα όνειρα αντέχεται ή αλήθεια.
Φτιαγμένοι από αέρα συμβολίζαμε τον καιρό
Εμπρηστές μαζί και παρανάλωμα
Ενός καλοκαιριού που ποτέ δεν κρατούσε τη θέση του.

III
Περιστρεφόμαστε πάνω στον αφρό των κυμάτων
Ποτέ από παλιά δεν μετρήσαμε την παραλία
Η αγάπη μας έπαιρνε μακριά και μάς έριχνε ύστερα πίσω
Βρισκόμασταν ήδη στο χείλος των ημερών που επιλέξαμε
Ζητώντας μέσα τους όχι το χρόνο αλλά τον πόθο
Η θάλασσα ρυτιδωμένη κοφτά απ’ τις ανάγκες της
Χωρίς τα ρούχα της αρμύρας παραληρούσε όμορφα
Ανατριχιάζοντας τους εραστές που προσπερνούσαν αδιάφορα
Πνίγοντας ακούραστα τη λύπη τους μες στη συνήθεια
Ενώ στους νυχτερινούς περιπάτους απ’ το λαιμό αρπάζαμε το φεγγάρι
Προσπαθώντας να κρατήσουμε άφθαρτο το νήμα της αξιοπρέπειας.

IV
Πυρακτωμένοι μέσα στον ίδιο στεναγμό
Μες στην αόρατη αισχρότητα της νύχτας
Τις ανήσυχες πυρπολούμε χαρές
Μ’ όλη την περιπάθεια που αυτές γεννούν
Φωτίζοντας άλλα όνειρα μήπως δούμε λευκό τον ορίζοντα
Ανασαίνοντας το άρωμα ενός αυθόρμητου έρωτα
Καθώς μ’ ένα βάρος περικύκλωνε η ελπίδα ένα ενθύμιο
Αγγίξαμε τα είδωλα αλλά μας έμεινε το χρύσωμα στο χέρι.
Αμίλητο το βλέμμα των ρόδων
Ξεδίπλωνε στα μάτια το χρώμα της αναζήτησης.

ΜΙΚΡΑ ΜΥΡΟΔΟΧΕΙΑ

Περνούσαμε σταδιακά στον κύκλο της αναδάσωσης
Κουβαλώντας από ένα πεδίο βολής μέσα του ο καθένας
Τα φύλλα θύμιζαν θλιβερές περιπέτειες
Ή αισθήματα που βάδιζαν γοητευμένα
Σ’ έναν δρόμο που δεν είχε ποτέ γυρισμό
Αφού μονάχα το παρόν είναι ολόκληρο μέλλον.
Εγκλωβισμένοι στην ελευθερία μας σκουριάζαμε ανενόχλητοι.
II
Τα θαύματα είχαν από καιρό τελειώσει
Όλα ήσαν γραμμένα κάπου μα δεν έβρισκα το χαρτί
Πλήρωνα όσο-όσο για μία συνάντηση αξιώσεων
Κρατώντας πάντα στην τσέπη μου ένα απόκομμα
Ακούγοντας μόνο αλήθειες μέσα απ’ τα ψέματα.
III
…Κι είχε αντί για πρόσωπο κορνίζα
Όπου ο καθένας έβλεπε ό,τι ορέγονταν
Κι ένα ξύλινο στήθος αναίρεσης
Για να σκαλώνουν τα πουλιά τις προσταγές τους.
Καιρός ν’ ανοίξουμε πια διθέσιους τάφους.

ΜΙΚΡΟΙ ΘΕΟΙ

Ανολοκλήρωτη η ηδονή των μακρυσμένων εραστών
Που κάνουν την ζωή τους τέχνη
Αμετάκλητα άχρωμοι μιας και πάντα στραφτάλιζαν
Μοναχά στην λάμψη των κορμιών
Συνωμότες καιρού σε αγάπες συγχωρητικές
Διαχειριστές της διασποράς σε παραλήρημα
Αιμορραγούν το γυρισμό σ’ έναν άγνωστο κόσμο.
Κι ότι απέμεινε απ’ τους μικρούς θεούς
Που δε συμβαδίζουν ποτέ στις προσδοκίες
Πικρά κι αμοίραστα φιλιά και ελιγμοί
Κι η απεραντοσύνη απ’ τη μηδαμινότητά τους.
Στιγμές απ’ την προσωπική μας αποκάλυψη
Τόσες πολλές που φτιάξαν μιαν αιωνιότητα
Με την ελπίδα ένα τεράστιο κλειδί
Να τρεμουλιάζει ανάμεσα σε χαλασμένες πόρτες.

ΑΘΕΡΙΣΤΟΙ ΕΡΩΤΕΣ

I
Οι πιο τολμηροί ζωγράφιζαν παράνομα ζευγάρια
Προσπαθώντας να κρύψουν πίσω απ’ τους τοίχους
Το ακατόρθωτο μιας υπόσχεσης στον εαυτό τους
Ή μιας έκτρωσης στη θέση αναμμένου κεριού
Κι ενώ ό κόσμος βούιζε άδειες κουβέντες
Κάποιοι χάραζαν ακόμα όνειρα πάνω στην άμμο.

II
’Αγνοώντας τα στάχια που σκορπούσαν στο άπειρο
Με το πρόσχημα πως κάτι θα πουν στον αέρα
Στεκόμαστε ακίνητοι σαν την αλήθεια
Κάποιοι μόνο πετούσαν βιαστικά τριαντάφυλλα
Τόση είχαμε ανάγκη απ’ το ελάχιστο
Που ακούγαμε εναλλάξ στη σιωπή τη φωνή μας
’Ανώνυμες θάλασσες στέγνωναν
Πλάι σε αυτόν τον παραλογισμό
Τα ψάρια είχαν πεθάνει, νωρίτερα.

III
Ύστερα έγινε τόση ησυχία
Πού δεν υπήρχε κανένας λόγος
Να εκδικούμαι τον εαυτό μου
Κι ώσπου να ξαναρχίσουν οι θόρυβοι
Με πρόσωπο χτισμένο στην αναζήτηση
Και την ψυχή θερινό ηλιοστάσιο
Συνέχισα αμίλητος ν’ αναδεύω τα χρώματα
Πολύ μεγάλος πια για να σκέφτομαι
Πολύ μικρός ακόμη να ελπίζω.

ΜΩΒ ΩΡΕΣ

I
Με τη διαίσθηση να σκίζει σα σουγιάς το παρελθόν
Παγιδευτήκαμε σ’ ακρογιαλιές ακατοίκητες
Πυρπολήσαμε επιμελώς τα πικρά γράμματα
Πλάθοντας από καπνό τις πιο ονειρεμένες εκδοχές τους.
Χαμογελάσαμε τότε στις δυτικές ακτές αγνώστων αριθμών
Στις αχανείς οροσειρές ερωτικών τριγώνων φιληθήκαμε
Χρεωμένοι πάντοτε το αμάρτημα της καθυστέρησης.
Θραύσματα μνήμης και πολύχρωμα πουλιά
Στην άμπωτη χόρευαν της ειμαρμένης μας.

II
Προσπερνώντας με τη βροχή τους τόπους του εγκλήματος
Υφαίνουμε την αμύθητη προίκα του τίποτα
Με βήματα ανοιχτά σαν σκόρπια ροδοπέταλα
Ξεμείναμε νωρίς από χρησμούς και στολίδια
Με την αλληγορία του ολοκαυτώματος
Στα λινά να συνωστίζεται όνειρά μας.
Αχθοφόροι χαμένων παθών
Αναβάλλουμε με φευγαλέα πάντα εκτόνωση
Τον τρόμο της καθημερινής αυτολύπησης.
Το ημερολόγιο έδειχνε καρδιές και χρώματα.

III
Βουλιαγμένοι στις μωβ ώρες των ημερών που γκρεμίστηκαν
’Αγκαλιασμένοι ακόμα πιο σφιχτά κι απ’ τα καράβια
Επιδιώκαμε την αναίρεση των καπνισμένων αστεριών
Αποθαυμάζοντας τ’ απρόοπτα μιας συνηθισμένης μέρας.
Πάνω σε ανείπωτες βαδίζοντας μαρτυρίες
Η σιωπή έπαιρνε τη γεύση του εφικτού.

ΕΡΩΤΙΚΕΣ ΠΕΡΙΠΟΛΙΕΣ

I
Οι αισθήσεις θύμιζαν τέσσερις εποχές
Το νερό ξέπλενε ακούραστα τα λάθη
Εμείς φορτώναμε τις νύχτες σε μια άμαξα
Νύχτες πού ευωδίαζαν ολόφρεσκο θυμάρι
Πολιορκούσαμε τη συμφιλίωση μέσ’ απ’ τις ρήξεις
Με κοφτερά στη λησμοσύνη ξανοιγόμασταν φτερά
Και καλοπιάναμε τις μέρες μ’ ερωτήματα
Ποτίζοντάς τες οίκτο μα κι ενοχές συνάμα.

II
Με τα κορμιά ενωμένα στη συναρπαστική τους ερημιά
Σαν πλοία που ξεπρόβαλλαν στα ανοιχτά του κόσμου
Γυρίζαμε άσκοπα μέσα σε κλειδαριές
’Αγνοώντας τη δύναμη της κάθε μας κίνησης.

III
Ευτυχισμένοι από μι’ αβάσταχτη αβεβαιότητα
Με πάθος ξύναμε τη μνήμη του πεπρωμένου
Για κάποια αγάπη μιας ουτοπίας φυλακή
Ν’ ακουμπούν οι τολμηροί τα όνειρά τους.

ΑΠΟ ΑΔΥΝΑΜΙΑ

I
Στις αδιέξοδες μαρτυρίες των δρόμων
Καλά κρυμμένοι σε λέξεις μας δίκοπες
Ξεμείναμε νωρίς από γιορτή κι από ανάστημα
Αργότερα βουτηγμένοι σε πύρινα στόματα
Αφουγκρασθήκαμε τον ίδιο παφλασμό
Σε μια ρανίδα έρωτα ξαποστάσαμε
Διπλή σταγόνα εμείς μέσα στης θάλασσας το πλήθος.
Επίφοβη ακροβασία το νερό
Χαιρόμαστε όμως το στροβίλισμα.

II
Κοιτάξαμε τότε ο ένας τον άλλον
Κοιταχτήκαμε μέσα μας
Κι ο κόσμος ήρθε πιο κοντά
Καθώς οργώναμε με τη σκέψη το κορμί
Και το χέρι μας θέριζε έρωτα.
Ήμασταν πια με τον άνεμο.

III
Τα μάτια σου είχαν στόμα είχαν μιλιά
Χώνευαν αθόρυβα το φέρσιμο της νύχτας
Το πρωί φορώντας άσπρα υποκρίνονταν.
Ζωή κρεμασμένη σε σπιρτόξυλο
Κι εσύ κερί αναμμένο να πλησιάζεις.

ΜΑΤΑΙΗ ΟΜΟΡΦΙΑ

I
Χαλασμένο πίνουμε νερό κι άγουρα κελαηδήματα
Φτιαγμένοι από καθρέφτη λάμπουμε ακόμα στο φως
Αποτυπώνοντας την εύθραυστη οδύνη των αγγιγμάτων
Ετοιμαζόμαστε αδιάκοπα γι’ ακρωτηριασμό
Σχηματίζοντας αγκαλιά πέλαγο διπλής όψης.
II
Το ρολόι κολλημένο σε ώρες κορεσμού
Στο πιάνο η έξαψη χαμένων ονείρων
Τα ρούχα όπως πάντα από χαρτί και κονιορτό
Για νι καθαρογράφουμε τα πανάκριβα λάθη
Κι η σκέψη μια θητεία αδιανόητη
Να χαράζει σωματικά σημάδια ταπείνωσης
Στων αντιποίνων τη θολή αλληλεγγύη.
III
Με τα πουλιά της τύχης κρεμασμένα στον ήλιο
Δεν χορεύουμε τα σκεπασμένα
Μιας και το αύριο δεν είναι τίποτα καινούργιο
Αλλά η μηχανή του χτες που ξαναρχίζει.
IV
Παγώνει ο κόσμος…
Ασφυκτικό τοπίο η απουσία σου
Τρώει τις λέξεις σε διάλογο σιωπής.

ΑΣΥΝΗΘΙΣΤΗ ΑΓΑΠΗ

I
Φτερουγίζοντας μαζί με τα πουλιά ανολοκλήρωτες ευχές
Σκορπίζαμε με φρέσκα όνειρα τη ματαιότητα
Στο τέλος της μέρας μοιράσαμε τη διαφάνεια
Πιασμένοι σε ομόκεντρους κύκλους μιας ασυνήθιστης αγάπης.
Λαβωμένα τα χείλη απ’ αγγίγματα σάπια
Κι οι δρόμοι γεμάτοι μαχαιριές να μη φτάνουν πια γράμματα.

II
Γυμνοί απ’ τον ήλιο και κάτω
Ριψοκίνδυνα σκύβαμε ν’ αφουγκραστούμε επιταγές
Αφήναμε ελεύθερη την πνοή να γίνει αέρας
Για να χαϊδεύει δίχως ενοχές χέρια και χάσματα.
Φλογισμένα ασφυκτικά τα βλέφαρα
’Αναβοσβήνουν τις αισθήσεις.

III
Ξημερώνοντας τρυφερά στην αγκαλιά των λουλουδιών
’Αναδύονται γλάροι τα σκόρπια χαμόγελα
Κι οι πικραμένοι τυλίγουν πάλι το λυγμό τους.
Αντικρίζοντας φάρους με το πρώτο φιλί
Η θάλασσά μας ξαναρχίζει.

 

.

ΟΙ ΕΡΑΣΤΕΣ ΠΑΝΤΑ ΣΙΩΠΟΥΝ (2007)

 

ΚΥΚΛΑΜΙΝΑ ΛΗΘΗΣ

IΙΙ
Λυτά ανέμελα μαλλιά
Τα χέρια άδεια
Το σώμα γάργαρο λευκό
Ντυμένο στα κρίνα της επιείκειας.
Δεν βλέπω όνειρα μήπως σε δω
Μαζεύω κυκλάμινα λήθης.

 

Η ΝΕΚΡΗ ΣΤΡΑΤΙΑ ΤΩΝ ΠΥΓΟΛΑΜΠΙΔΩΝ

I
Το λεωφορείο έβγαζε μαύρο καπνό
Τα περιστέρια άσπρα δάκρυα
Όμως ο δρόμος έστεκε πάντοτε ίδιος
Είχε άλλωστε τόσα στόματα να ταΐσει
Που πίκραινε και τα σύννεφα που έμειναν άκληρα
Η μόνη αλήθεια που αντέχαμε
Ήταν να ξεχάσουμε ότι υπάρχει
Πίνοντας ψέματα στις δύο άκρες της υφηλίου
Ψάχνοντας με επιμονή αυτό που ήτανε μπροστά μας
Ώσπου πέσαμε και οι δύο νεκροί απ’ την προσπάθεια.
Ύστερα ακούσαμε το θόρυβο μιας πόρτας που κλείνει
Κοιταχτήκαμε έκπληκτοι χωρίς να ξέρουμε αν είμαστε μέσα
Βαρύ στ’ αλήθεια να έχεις το χάρισμα
Αν κι ήμουν τυφλός, περιδιάβαινα από κόχη σε κόχη
Σκοντάφτοντας συνέχεια πάνω στις σκέψεις μου
Έτσι κάθε βράδυ καληνυχτούσα σχολαστικά
Ένα ένα τα άδεια δωμάτια
Γιατί δεν ήθελα κάποιο πρωί μάτια άγνωστα
Να τ’ αντίκριζαν λυπημένα.
Πώς να φωτίσει μια νύχτα ολόκληρη
Η νεκρή στρατιά των πυγολαμπίδων;

 

Ο ΤΕΛΕΙΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ

II
Ύστερα με καταδίκασαν ν’ ακολουθώ τη σκιά μου
Για όσο διάστημα θα ξεσκόνιζα λησμονημένες υποσχέσεις
Απ’ τα μάτια μου έσταζαν αδιάκοπα σκηνές
Η φωνή μου σκόρπιζε «είμαι αθώος»
Βράδιαζε και μ’ ένα κουρεμένο βλέμμα
Κοίταζα επίμονα τ’ ανυπεράσπιστα αστέρια
Που βλέποντάς με να μιλάω με τ’ αγάλματα
Γελούσαν αμέριμνα μέσα στον ύπνο τους
Άξιζε πάντως έστω και ως δικαιολογία
Μια φορά στη ζωή το ζεστό χειροκρότημα
Και χαλούσα το χρόνο γεμάτος τύψεις
Για όσα δεν έκανα
Γι’ αυτά που ποτέ δεν πρόλαβα
Να πω στον εαυτό μου.

 

Η ΜΙΚΡΗ ΚΑΙ Η ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΜΠΟΡΕΥΣΗ

II
Σου έστελνα συνέχεια γράμματα
Επέστρεφαν με την ένδειξη «άγνωστος παραλήπτης»
Όμως σε πείσμα της βροχής με το έκπληκτο πρόσωπο
OL μέλισσες πετούσαν ακόμη γύρω απ’ το πτώμα της αγάπης
Κι ήταν η πρώτη φορά έπειτα από τόσο πόνο
Που κερδίζαμε κάποιο στοίχημα
Κι οι μέρες θρυμματισμένα κρύσταλλα
Μας σκίζαν τη σάρκα
Όταν τις σφίγγαμε στα χέρια μας κάπως λιγότερο
Κι ο χρόνος αμήχανος πάχαινε
Αφού δεν μπορούσε να ξεφύγει ποτέ απ’ το πάθος του
Να καταβροχθίζει ασταμάτητα τους ανθρώπους.

ΑΠΟΗΧΟΣ

IV
Περιεργάζομαι την καινούργια μας περιπλάνηση
Φυλλομετρώντας πάλι τα ελαττώματά μου
Ο δρόμος ανοίγεται σαν απειλή
Αυτό που θάψαμε με ευλάβεια είναι ό,τι επέζησε
Μια και κανείς δεν αντέχει τους ζωντανούς του
Στην άκρη λες πως ψάχνεις το φως
Να έβλεπε πιο καθαρά το αδύναμο μάτι
Το χρώμα των ωρολογίων βαθύ
Η αφύπνιση υπαινιγμός που πικρίζει
Με προσποιητή διαύγεια τρέχουμε λυσσασμένα στην έξοδο
Ανάμεσα σε ξέπλεκα σύννεφα ξανανοιγόμαστε
Τι κοστίζει στο άπειρο
Να ετοιμάσει και για μας μιαν απογείωση;
V
Μ ε σώμα βαμμένο στα κόκκινα
Τριαντάφυλλο που μόλις φαινόταν
Λιγόστευα…
Κανείς χωρισμός δεν πονούσε
Σαν το ξημέρωμα.

ΝΟΕΡΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

IV
Με χέρια λαβωμένα σίδερα
Μαζεύαμε αμίλητοι φωτογραφίες
Αφήνοντας τους τοίχους γυμνούς
Με τα σύρματα που απέμειναν
Αυτόπτες μάρτυρες της φυλακής μας
Κι αυτό πονούσε όσο η ανάμνηση
Κατόπιν βγάζοντας και τα καρφιά
Τι εύκολα γλίστρησε ο νεκρός ακροβάτης
Τρύπωναν μέσα μας παγωμένες οι τύψεις
Και τότε αισθανόμασταν δικαιωμένοι
Καθώς είχαμε επιτέλους, ίσως αυθαίρετα,
Κάτι δικό μας
Κι όλη αυτή η ταλάντωση μπρος πίσω
Εξασφάλιζε στη ζωή και στα όνειρα
Πολύ περισσότερα απ’ ό,τι βιώναμε.

 

ΟΙ ΕΡΑΣΤΕΣ ΠΑΝΤΑ ΣΙΩΠΟΥΝ

I
Ήταν τότε που ο ήλιος είχε αρχίσει
Να δουλεύει τα βράδια σε βενζινάδικο
Κι οι φίλοι που παλιά ήταν πονετικοί
Όσο τουλάχιστον για να ρίξουν μια ματιά στα χρυσάνθεμα
Ή να προσφέρουν ένα άδειο πιάτο αλληλεγγύης
Τώρα η απληστία τούς μικραίνει τα πρόσωπα
θαρρείς και θέλει τεράστια προσπάθεια
Για να κερδίσεις ελάχιστο χώμα
Να το ρίχνεις επάνω σου όταν ξεβάψεις.

IV
Ορκισμένοι αόμματοι σε πείσμα των άλλων
Περιμένουμε ένα θαύμα αβέβαιο
Όχι από εικόνες θολές και σπασμένα κειμήλια
Αλλ’ απ’ το ίδιο μας το πεπρωμένο
Αφού αντέξαμε με τόση μοναξιά
Με τόσα λάθη…

 

ΜΕΤΑ ΟΛΑ ΚΑΛΑ ΘΑ ΠΑΝΕ

IV
Τώρα η σχέση μας διαβρώθηκε γλυκά
Κανένα άγαλμα δεν άντεξε στο χρόνο
Σύντομα να την απομακρύνουμε απ’ τους γιατρούς
Σ’ αυτούς πηγαίνουν μοναχά όσοι ελπίζουν σε κάτι
Όμως η ελπίδα σε μια νύχτα παγερή
Είναι το αντίδοτο της άσπιλης αλήθειας
Φτιάξαμε δρόμους αβέβαιους
Ποιος αντέχει συμφωνίες μέσα στους έρωτες
Τοίχοι γυμνοί και τα κορμιά
Στάζουν ακόμη προδοσία
Πόσο μεγάλα παράθυρα μπορεί να διαθέτουν οι τάφοι
Να ξεκουράζουν τα μάτια
Απ’ τις μικρές αστραπές που ονειρευτήκαμε;

ΑΠΕΡΑΝΤΗΣ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ ΣΤΙΓΜΕΣ

IΙΙ
Δεν έχει πια καμία σημασία
Το ποιος αθέτησε τα αυτονόητα
Κοστίζει ακριβά η κακοποίηση των χρωμάτων
Η παρείσακτη νότα στις πέντε γραμμές
Η χαρτογράφηση του πυθμένα του παραλήπτη
Η ασυνέχεια της περιπέτειας
Η ερήμωση.
Η ομορφιά ξετυλίγεται απαρατήρητη
Στα νερά της φορές ξεδιψούν τα πουλιά
Μα εμείς ξεχάσαμε να κολυμπάμε.

ΜΑ ΔΕΝ ΕΙΧΑΜΕ ΛΗΣΜΟΝΙΑ

I
Ανταλλάσσουμε χείλια,
Κουρασμένη ανάμνηση,
Ν’ αγκαλιάσου με το τίποτα
Ξενιτευόμαστε αργά
Προς τη ρίζα της γης
Λυγμοί ξεβάφουν το πράσινο
Ανυπεράσπιστη γη
Ανυπεράσπιστα σύννεφα
Σπασμένοι διακόπτες στο σώμα
Κι η αγάπη
Σαν να μη χάραξε ποτέ
Αχτένιστη, θαρρείς να απειλείται.
Αρχίζει να βρέχει μοναξιά.
Μετέωρος ξεντύνομαι
Πίνοντας άμμο.
V
Το ένα πορτόφυλλο κλειστό
Το άλλο
Το μισό σφιχτό σου σώμα
Τα μάτια εγερτήριο
Μια χούφτα λίμνες μεταξιού
Βουίζουν βασανιστικά
Καπνούς κι ομίχλες.
Αψηφώντας του κορμιού την παραίτηση
Τα φευγαλέα αγγίγματα, τη σπουδή
Κατακτούμε σε πνιγμένα νερά επιθυμίες.
Παγωμένος ο ήλιος στο βασίλεμα,
Στροβιλίζεται άταφος
Στα κρεμασμένα όνειρά μας.

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΡΕΛΩΝ ΟΝΕΙΡΟΠΟΛΩΝ

IV
Το χαμόγελο γινόταν χλεύη
Στα χείλια των μικρών θεών
Που νόμιζαν πως εύκολα μπορούν να στήνουν παγίδες
Έκλεινα τότε τα μάτια κι έβλεπα το παρελθόν
Τα άνοιγα και δεν έβλεπα τίποτα
Άκουγα συνέχεια βήματα αλλά δεν έφερναν κανέναν
Τα άρρωστα όνειρα δεν έπαιρναν ποτέ γιατρικό
Άκουγαν μόνο συνταγές κάποιων τρελών ονειροπόλων
Έτσι τη μέρα καθένας τραβούσε το δρόμο του
Το βράδυ όμως μοιράζαμε την απόσταση με τ’ αστέρια
Ανοίγοντας άλλο ένα παράθυρο στην ψευδαίσθηση
Κι από κείνα τα ψίχουλα ανέτειλε κάθε αυγή
Ένας ολόφρεσκος ήλιος μέσ’ απ’ τη θάλασσα.

Ο ΜΙΚΡΟΣ ΝΑΥΣΤΑΘΜΟΣ

IΙΙ
.Ανακουφισμένος βαθιά απ’ την απόσταση
Το απαραίτητο κίνητρο για ν’ ανταμώσεις
Ψηλαφώ ένα φιλί στα πεταχτά
Βυζαίνοντας χρώματα στο εφήμερο
Βουλιάζω στο απερίσκεπτο σκοτάδι
Οι ανάσες ορμητήριο δυσδιάκριτο
Όσο η επιθυμία απ’ την ανάγκη
Κι η φαντασία απ’ την απώλεια.
Καθώς η νύχτα απαλλάσσεται
Από βραχύβιες δεσμεύσεις
Ο μικρός ναύσταθμος γεμίζει σαπιοκάραβα.

ΤΑ ΠΟΛΥΤΙΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟΛΕΠΤΑ

II
Κάποιος διατάζει να ρίξουν τις λέμβους
Ποτέ δεν πιστέψαμε σε κοινές σωτήριες
Πατάμε στο νερό να σώσουμε τις ανάσες μας
Μπερδεύουμε το όνειρο με τον εφιάλτη
Στο βάθος κάτι κουνιέται κι ασπρίζει
Τρύπησαν ήδη οι ημικύκλιοι κώδικες
Ελπίζουμε πάντως στα πολύτιμα δευτερόλεπτα.
IΙΙ
Σχεδόν ψιθυριστά μου λες να ζωγραφίσω μια θάλασσα
Όμως αγκυλωμένος στη γωνιά της κάθε μέρας
Κρύβομαι γεμάτος φωτιές και σπαράγματα
Αργότερα χάνομαι από συνήθεια
KL όταν στο τέλος άφοβα φανερώνομαι
Δυσπιστείς κι ένα σμήνος φιλιά με πληγώνει.
Αρχίζω να κλαίω λέξεις και γράμματα.

.

ΔΥΟ ΠΑΡΑΘΥΡΑ ΜΕ ΚΙΜΩΛΙΑ (2005)

 

ΑΝΑΣΥΝΘΕΣΗ

Ύστερα, καθίσαμε όλοι μαζί
Δηλαδή οι δυο μας
Δυο κομμάτια μισά ο καθένας
Και απλώνοντας θάρρος
Στα μαλλιά και στο μέτωπο
Καθαρογράψαμε τα προβλήματα
Στις γραμμές που απέμειναν.
Έξω τα σκυλιά
Ανιχνεύοντας τον ερχομό σου
Έβαφαν ασταμάτητα.

ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ

Ψάχνεις ακόμα για την υπόσχεση εκείνη
Που έτριζε σαν παράπονο στο μέλλον,
Που κιτρίνισε γυμνή μέσα στο υπογάστριο
Τα χείλια και τις ευωδιές μακράς διάρκειας
Τους αόρατους ήρωες της ηδονής
Τα κέρινα ομοιώματα του έρωτα
Διαμαρτυρημένα γραμμάτια ελπίδας
Ανάμεσα σε σκόρπια μονογράμματα
Την ομορφιά ημίγυμνη στις ατέλειωτες παύσεις
Να πηγαινοέρχεται έξω από το παράθυρο
Ψαρεύοντας τις αναμνήσεις που ποτέ δεν απαρνήθηκες.
Αρχίζει το κρύο να μυρίζει πασχαλιές
Σέρνεσαι ασθμαίνοντας στο σιδεράδικο
Παραγγέλνεις καινούργια ανοξείδωτα
Ταχυδρομώντας τη βροχή
Προκλητικά στη διεύθυνσή σου.

ΠΡΟΘΕΣΗ

Φορώντας μισοτελειωμένα λόγια
Κι αναπνοές ολοκαυτώματα
Ανέτειλε ο ιστός των λύχνων.
Τα χείλια μίλαγαν άφωνα
Τα πόδια κόλλαγαν μέλι
Σκαρφαλώναμε σε πυρσούς
Στις γέφυρες των παύσεων.
Τα κορμιά, ροδιές στην άσφαλτο
Μυρίζουν τώρα φρέσκια ελπίδα.

ΤΡΑΓΩΔΙΑ

Στις πέτρες τα κρυμμένα μυστικά
Και συ με πάθος να τις καταπίνεις
Τυλιγμένη στις ατομικές σου ανάγκες
Να παίζεις κρυφτό με το τίποτα.
Μη θεωρείς δεδομένα τα κίτρινα φύλλα
Παραμέρισε της φωνής το εξόγκωμα
Και πριν λιχνίσεις χιονισμένα φιλιά
Φευγαλέα και απρόσωπα πάνω μου
Αποστήθισε το άσπρο σκοτάδι
Στο μαγικό κήπο των ψευδαισθήσεων.

ΗΡΘΕΣ ΚΑΙ ΣΥ

Ψέματα ρίχνανε οι φίλοι στη φωτιά
Στα ξύλα κάποιοι χαράζαν τ’όνομά σου
Κι άλλοι σκαλίζαν κάρβουνα
Που κατακόκκινα από θυμό
Αυτοκτονούσαν.
Αργότερα ήρθες και συ
Κρατώντας ανύποπτη λίγα λουλούδια
Παλιά σου ποιήματα
Δρόμους και λέξεις.
Σφίξαμε τότε τα χέρια
Και πετάξαμε μακριά
Να ιδρώσουμε αλλού
Τον έρωτά μας.

ΒΡΑΧΥΒΙΑ ΔΙΑΔΡΟΜΗ

Βραχύβια διαδρομή
Η ακτίνα της σκέψης
Σημαδεύει ελάχιστα
Μακρινούς κλειδάριθμους.
Σε παιχνίδι μονόκλινο
Το φως μαραίνεται
Ανοιγμένα κοχύλια φιλιά
Λίγα βήματα ακόμα.

ΔΥΟ ΠΑΡΑΘΥΡΑ ΜΕ ΚΙΜΩΛΙΑ

Άλειψα τη γυαλάδα σου στη φέτα
Ήρθαν και τη ράμφισαν στιγμές.
Έριξες τότε βιαστικά επάνω σου
Δύο παράθυρα με κιμωλία
Και χαμογέλαγες
Μέχρι που τα ‘σβησαν οι υποψίες.
Με τις ελπίδες να στροβιλίζονται
Στην αδειανή σου επιδερμίδα
Βάφτηκες με άγουρους λωτούς
Φόρεσες τακούνια σιδερένια
Και υπαινίχτηκες πράσινο
Στο μαγνητικό μου πεδίο.

 

ΜΠΡΟΣΤΑ ΑΠ ΤΑ ΕΡΕΙΠΙΑ

Έβγαινες από μια θάλασσα
Γεμάτη λάθη
Με το κεφάλι μοχλό
Σε κιβωτό μοχλό
Και χωρίς να σου ξεφύγει
Ούτ’ ένα γέλιο για δοκιμή
Μου ζήταγες να σε φωτογραφίσω.
Και γω που πάντα σε κρυφοκοίταζα
Κι άδειαζα σαν τρύπιο λαγήνι
Πρόσεχα πως πόζαρες πάντα
Μπροστά απ τα ερείπια.
Μες απ’ τα κάστρα των ματιών μου
Άρχισαν ήδη ν’ απλώνουν ξερόχορτα.

ΟΥΤΕ ΚΙ ΑΠΟΨΕ

Ούτε κι απόψε φύσηξε φως.
Η θάλασσα βαδίζει μόνη
Στο δρόμο της επιστροφής
Μαχαιρωμένη.

ΣΤΗΝ ΑΜΜΟΥΔΙΑ

Βγάζοντας τελευταία και τη φωνή σου
Φτάνεις ολόγυμνη στην αμμουδιά
Τυλιγμένη στην τριμμένη πετσέτα του χρόνου.
Σε καρτερώ με τα ναυάγια
Παράσημα καρφωμένα στο στήθος.
Με φλέβες μαστίγια
Χτυπάω αλύπητα το παρελθόν.

ΟΙ ΦΟΒΟΙ

Κάθε καλοκαίρι στα μέρη μας
Φυτρώνουν κάτι βράχια πανέμορφα.
Ανεβαίνω πάντοτε στο πιο ψηλό
Και ρίχνω έναν έναν στη θάλασσα
Όλους τους φόβους μου.
Ύστερα βυθίζομαι
Σ’ έναν ύπνο γεμάτο περίεργα όνειρα
Ώσπου κάποια στιγμή πετάγομαι όρθιος
Και διαπιστώνοντας έντρομος
Πως δε μου μείνε πια κανένας
Αρχίζω βιαστικά να μαζεύω καινούργιους.
Είναι ντροπή στα μέρη μας
Σα θα ‘ρθει τ’ άλλο καλοκαίρι
Να μην έχεις να ρίξεις
Φόβους στη θάλασσα.

 

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ

Τ αποτυπώματα σου παντού
Πάνω στη νύχτα.
Μισάνοιχτη η ζωή
Ποτίζει βασανιστικά
Την απουσία σου.
Κι οι λέξεις…
Αμέτρητες μικρές ερωμένες
Που σκοτώνουν αλύπητα
Σαν τις χαϊδέψεις.

ΠΗΓΑΣΟΣ

Κράταγες στα δάχτυλα πουλιά
Πουλιά που έγνεφαν
Στο δικό σου Πήγασο να τρέξει
Να προλάβει τον ήχο που έσβηνε
Στ’ αυτιά της καταπακτής
Χωρίς καμιά προειδοποίηση.
Οχτάρι ακρωτηριασμένο
Αναπολώ απείθαρχους αριθμούς
Της στιγμής παλιά πρωτοσέλιδα
Ανάκλιντρο ανοχής
Γοητεύω ακόμη
Δαιμόνια και αντικλείδια.
Χαμένα προνόμια ουρλιαχτά
Τις αισθήσεις
Προσπαθούν να μιλήσουν…

ΚΥΝΗΓΗΤΟ

Θηλιά του κλειδιού η σκιά
Γυναίκα λαιμητόμος
Ξεβιδώνεις την ηδυπάθεια.
Ερεθίζω μιαν αγχόνη
Από πεινασμένα μάτια
Να με τυλίξει.
Κυνηγημένη
Απ’ τον αντίλαλο της πράξης
Αιμορραγείς.
Πυρακτωμένοι
Από περάσματα άσβηστα
Τεντώνουμε ολοένα τη ζωή.
Έξω βρέχει θάνατο.
Αργείς.

Η ΜΕΤΑΚΟΜΙΣΗ

Βάσταγε χρόνια η μετακόμιση.
Άλλαζα ύψος, βάρος, γειτονιές
Ρούχα, κλειδιά, γυναίκες
Κρατούσα την ίδια περίπου ταυτότητα
Τα ίδια δάχτυλα
Χωρίς δαχτυλίδια.
Τα σώματα θύμιζαν σκάλες.

ΔΡΟΜΟΙ

Όλo φεύγω
Φορτωμένος χαλασμένες θάλασσες
Κεραμίδια σπασμένα
Βροχή μέσα στα αίματα.
Όλο έρχεσαι
Ανασαίνοντας ακρογιαλιές
Στήνεις φωλιά μες στ’ απόβραδα
Ανοίγεσαι.
Όλο έρχεσαι κι όλο φεύγω.
Περιμένοντας καινούργια εποχή
Τρίζουμε σαν βίδες σκουριασμένες
Στα ευχολόγια.

.

ΠΑΡΑΚΤΙΟΣ ΠΙΑ Ο ΕΡΩΤΑΣ (2002)

 

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Μέσα στην άχνη της άμμου
Έκρυβα τη σκόνη μου
Και περίμενα τ’ απόβραδα
Να ’ρθουν οι θάλασσές σου
Να τη σκορπίσουν.

Η ΜΑΧΗ

Τελειώνει η νύχτα των παρωπίδων.
Κουλουριασμένοι στην πολύχρωμη ματαιοδοξία
Πιαστήκαμε.
Ανοίγουμε τώρα τη σπονδυλική μας στήλη.
Ξαρματωνόμαστε το ψεύτικο χρυσό.
Μένουμε με την πένα.
Και τα σκόρπια μας κόκαλα.
Δεν έμεινε άλλο
Απ’ την τρύπια αξιοπρέπεια μας.
Το χαμόγελο σπρώχνει αργά
Το λαβωμένο μόνιππο της ελπίδας.
Ξημερώνει.
Η μάχη, όπου να ’ναι, ξεκινάει.

ΤΑ ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΑ

Σ’ αποχαιρετούσα άδειος
Καθώς ξεκίναγε το λεωφορείο
Για την επαρχιακή πόλη.
Έπαιρνες μαζί σου την ψυχή μου
Κι άφηνες ξοπίσω σου ένα φάντασμα
Να τρίζει φρικτά μες στο κορμί μου.
Για λίγες ώρες έβλεπα
Με τα μάτια των παιδιών.
Άλειφα τ’ άρωμά τους
Μύρο στο κουφάρι μου.
Αργά κατέβαινα στην παραλία
Και κοίταζα μακριά,
Πολύ μακριά στη θάλασσα
Μήπως και δω κάνα ναυάγιο
Μήπως κανείς μ’ αναγνωρίσει
Ανάμεσα στους πνιγμένους.

ΔΙΨΑ

Μη πίνεις άλλο κρασί
Απ’ το κορμί μου, ψιθύρισες.
Έφτασες ήδη στη μέση.
Και κατέβασα μονορούφι το υπόλοιπο
Πριν προλάβει το πεπρωμένο
Να σε κλέψει.

ΠΑΡΑΚΤΙΟΣ ΠΙΑ Ο ΕΡΩΤΑΣ

Ρίχνω για στερνή φορά δίχτυα
Στων ματιών σου τις θάλασσες.
Κλείνω προσεχτικά τα διάφανα βλέφαρα.
Κοχύλια με κάτασπρα φτερά
Χορταριασμένα ρολόγια της ελπίδας
Λόγια αλμυρά, πνιγμένα στο βυθό
Κύματα άδηλα πού σέρνουν τ’ άρωμά σου.
Ξεφυλλίζοντας τώρα τις τελευταίες οργιές
Του κορμιού σου που τρέμει
Τραβάμε μαζί δυο σταυρούς σκουριασμένους
Που κάποτε ήταν άγκυρες.
Παράκτιος πια ό έρωτας
Κι ο ανεμοδείκτης συνέχεια
Στραμμένος πάνω σου.

ΕΚ ΤΟΝ ΥΣΤΕΡΩΝ

Επινοώ τον εαυτό μου
Σε μια απανθρακωμένη ωριμότητα
Που αναπνέει ακόμα.
Βαδίζω αργά στο φθαρμένο διάδρομο.
Καθώς στο βάθος ξημερώνει
Δε θέλω να πληγώσω κανέναν πια.
Τριαντάφυλλο σε ολόγραμμα
Τσακισμένο απ’ την αρχή
Που δεν άνθισε ποτέ
Πάρα μόνο στη φαντασία.

ΔΡΑΠΕΤΗΣ

Τα μάτια σου είναι γλυκά σαν τ’ απόβραδο
Κι η ζωή μου καρτερεί να σημάνουν μεσάνυχτα
Για να τα χρωματίσει και να χρωματιστεί.
Την αυγή ανάβουν πράσινα φωτάκια στο δέντρο σου
Και εγώ κολυμπώ στα διάφανα νερά σου αργά
Για να φτάσω ευτυχισμένος απέναντι.
Πόσο μαράζωσε ο χάρος αυτό το φθινόπωρο.

ΣΑΝ ΤΟΥΣ ΥΠΑΙΘΡΙΟΥΣ ΜΟΥΣΙΚΟΥΣ

θαυμάζαμε αυτούς που παίρνανε τα φτυάρια
Για να βρούνε το φως
Αυτούς που καλλιεργούσανε φτερά
Για να πετάξουν
Αυτούς που κράταγαν στη μύτη τους
Τ’ άρωμα που μύρισαν κάπου αλλού.
Ύστερα μαζευόμασταν κάτω απ’ τή σκάλα
Για να μη μας δει ο φονιάς του εαυτού μας.
Μαγεμένοι από μελωδίες ανύπαρκτες
Σαν τους υπαίθριους μουσικούς
Δε παίζαμε πια
Πάρα κοιτάγαμε βουβοί
Τον ήλιο να χάνεται στα βάθη του χρόνου.

 

ΡΟΗ

Το πρόσωπο, τώρα στολίζεται με φρούτα
Μιας και τα άνθη μαραίνονται σύντομα.
Είν’ ο καιρός των φυλλοβόλων ερώτων.
Μέσα στο χάος των μυριάδων γραμμών
Σ’ ένα μόνο σημείο τέμνεσαι
Σ’ ένα ρυάκι
Που το φωτίζουν τα ξερά μυστικά
Και το πικρό χαμόγελο της αυτοαναγνώρισης.

ΑΥΤΟΧΕΙΡΕΣ

Τις νύχτες χαϊδεύαμε τις αδυναμίες μας
Ώσπου πετάγονταν από μέσα τους άγρια πουλιά.
Τρυπούσαν ανελέητα τα σύννεφα
Ξεθώριαζε η θάλασσα
Ανάμεσα στ’ αφρισμένα κύματα
Το δάκρυ κρύωνε στις άδειες κόχες
Χανόταν ήσυχα με τους χειμώνες.
Καθώς το μυαλό έσπαζε τα κουπιά
Το μέλι ζαχάρωνε.
Μετέφερε το χαμόγελο
Στ’ αγιοκλήματα και στις φλόγες
Το άρωμα έγλειφε δειλά τις μορφές
Μα δε κατάφερνε να μας γιατρέψει.
Κρυμμένοι τώρα στ’ αετώματα
Πριονίζουμε ευλαβικά το σώμα τού ήλιου
Να μπολιαστούμε απ’ το αίμα του
Ν’ αντέξουμε λίγο ακόμα.

ΑΠΟΓΝΩΣΗ

Κατάσπαρτη κι απόψε ή μελαγχολία
Ξαπλώνεται αθόρυβα μπροστά μου.
Ανοίγω τυχαία ένα παράθυρο
Για να δροσιστούν οι σκέψεις.
Ράθυμα γυρνάν οι ώρες
Μάταιη ή αναζήτηση.
Και σφραγίζω απαρηγόρητος
Την κλειδαριά του έξω κόσμου.
Όμως εσύ στέκεις πλάι μου
Πλέκοντας ήδη τα σημάδια της έλλειψης.
Λιώνεις τούς λυγμούς της απόγνωσης
Να κολλήσουν οριστικά
Οι κυβόλιθοι του χρόνου
Που απέμεινε.

ΕΝΑ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

Ένα παράθυρο ανοιχτό.
Στην κάτω αριστερή γωνιά
Τ’ απομεινάρια μιας αγάπης
Στις άλλες τρεις
Άσπρο κενό
Από τους έρωτες
Που δεν ήρθανε ακόμα.
Ένα παράθυρο ανοιχτό
Να μπαινοβγαίνει η ζωή
Να σε τρελαίνει.

ΘΗΛΥΚΟΤΗΤΑ

Δυο ρόμβοι αγέρα
Χωρίζουν τα χέρια
Απ’ τη μέση σου.
Μα ο πιο αιθέριος
Χαϊδεύει πάντα τους μηρούς σου.

ΜΕΧΡΙ ΝΑ ΠΙΩ

Μέχρι να πιω
Το χαμόγελο απ’ την τσέπη σου
Αυτή σκίστηκε
Και χάθηκα στο βάθος
Μιας μαύρης γραμμής.
Με τη βοήθεια μιας κλωστής ανέγγιχτης
Ξαναβρήκα την έξοδο.
Έσφιξα τότε το χαμόγελό σου
Σ’ ό,τι απέμεινε απ’ τη γροθιά μου
Κι ευτυχισμένος έγειρα
Πάνω στην έγνοια σου.

 

Ο ΑΥΡΙΑΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

Έβγαλα ανέμελα το πόδι μου στον ήλιο
Μέχρι να φτάσω απέναντι, κάηκα.
Άρχισα τότε να σε φιλάω με πάθος
Και τα μάτια μας γυαλίσανε,
Όπως του μελλοθάνατου.
Σαν έφτασε το πλήρωμα του χρόνου
Σε σκότωσα δίχως δισταγμό.
Ύστερα με τη φωνή μου γαλακτωμένη
Τραγουδούσα στους αγγέλους
Μελετώντας βαθυστόχαστα την ιστορία
Για να φτιάξω τον αυριανό,
Ολόιδιο με τον παλιό κόσμο.

ΤΟ ΦΩΣ

Ανεβαίνοντας το φως μια στενόμακρη σκάλα
Για να γυαλίσει το χλωμό λαιμό των αστεριών
Σκόνταψε.
Πέφτοντας έσπασε στα δυο
Και σαν αντίλαλος κρύφτηκε μέσα στα μάτια σου.
Όταν οι ακρωτηριασμένες μνήμες
Μάς ρίξανε τη νύχτα στο λιμάνι
Η φωνή σου αρυτίδωτη
Τίναξε τη σκόνη απ’ τα βλέφαρα.
Τα δάχτυλά σου όργωσαν μια σάρκα χέρσα
Κι αμέσως άνθισαν γαρύφαλλα σαν άγκυρες.
Ώρες θαμπές
Και συ μου ’πλενες τις πληγές με τα τραγούδια σου.
Και τα πλοία της γραμμής
Γεμάτα μελλοθάνατες θάλασσες
Σου κάνανε σινιάλα με τους προβολείς
Γιατί εσύ ήσουν το φως
Όμως το αγνοούσαν.

 

ΦΟΝΙΑΣ

Σ’ όλη μου τη ζωή
Σκότωσα ένα ποντίκι
Δυο σπουργίτια
Τρεις πεταλούδες
Και κάμποσα κουνούπια.
Φωνάζω τώρα με υποκρισία
«Συγχωρήστε με»
Εγώ που σκότωσα
Τόσες αγάπες.

 

ΑΠΟΡΙΕΣ

Έβλεπε κάθε που χάραζε
Τα ρούχα κρεμασμένα στο καθαριστήριο
Κι αναρωτιόταν:
Γιατί κάποιοι θα μπουν σε λίγο μέσα τους
Αφού γεννήθηκαν γυμνοί;
Ποτέ δε ξεκαθάριζε
Αν ήταν μ’ αυτούς
Με τα πρησμένα χέρια
Ή με τους άλλους
Με τα πρησμένα χείλια.
Μάταια προσπαθούσε
Να ξεκολλήσει
Τις μάσκες των ανθρώπων
Γιατί ήταν τα ίδια τους τα πρόσωπα
Που άλλαζαν συνέχεια τη μορφή τους.
Κύλαγαν τότε
Δυο δάκρυα θολά
Σαν αδύναμο σπέρμα
Κι’ έσβηναν πάλι
Τ’ αποτσίγαρα της σκέψης του.

 

Ο ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ TOT ΤΥΦΛΟΥ

Τα καλύτερα όνειρα
Τα έκανα πριν κοιμηθώ
Τα καλύτερα ποιήματα
Μόλις ξυπνούσα.
Έτρεχα τότε να τα γράψου
Μα στο μεταξύ τα ξέχναγα.
Ο ενδιάμεσος ύπνος
Μου ήταν άχρηστος
Κι η υπόλοιπη ζωή μου
Ήτανε χαμένη.
Πώς να σκεπαστώ ο άμοιρος
Με μια κουβέρτα τρύπια
Αν δε μπορώ να τη μοιραστώ μαζί σου;
Πώς ν’ ανοίξω τα μάτια μου
Αν ξέρω πως δε θα σε δω;
Και με τις σκέψεις μου τσαμπιά
Ετοιμαζόμουν να ξαπλώσου.
Ήταν Αύγουστος.

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ 

ΕΡΑΣΙΤΕΧΝΗΣ ΣΧΟΙΝΟΒΑΤΗΣ
ΛΙΛΙΑ ΤΣΟΥΒΑ

FRACTAL 12/1/2022

Η αγωνία της φθοράς στην ποίηση του Νίκου Μυλόπουλου

Ο Νίκος Μυλόπουλος στην ποιητική του συλλογή Ερασιτέχνης σχοινοβάτης (Κοράλλι 2021) διαλέγεται με καθολικούς και διανθρώπινους προβληματισμούς. Οι συνθέσεις διακρίνονται για τον εξομολογητικό και φιλοσοφικό χαρακτήρα, τον διάχυτο υποκειμενικό πεσιμισμό και την ήπια συναισθηματική φόρτιση. Υπαρξιακού περιεχομένου οι δύο πρώτες ενότητες, ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΛΟΧΜΕΣ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΥ, ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΑΓΚΑΘΙΩΝ. Στην τρίτη, ΜΕ ΕΜΦΑΣΗ ΣΤΟΝ ΚΩΔΙΚΑ ΤΗΣ ΑΜΜΟΥ, γίνεται αναφορά σε ερωτικά ζητήματα.

Η θεματική του Νίκου Μυλόπουλου στη συλλογή Ερασιτέχνης σχοινοβάτης δίνει προτεραιότητα στη μνήμη. Το ποιητικό υποκείμενο εστιάζει στον χρόνο που περνά, τη ματαιότητα, τα τραύματα, την ύπαρξη, τον έρωτα. Η ελαφρά μελαγχολία και θλίψη πηγάζει από την πάλη με το παρελθόν και τη θνητότητα. Αρχετυπικά σύμβολα (φεγγάρι, ουρανός, κήπος), περιβάλλον Θεσσαλονίκης (Βαρδάρης, παραλία), εσωτερικός βασανισμός, αναμέτρηση με τη ματαίωση, τη λήθη. Αλλά και πίστη στην αλλαγή, το μέτρο, το χάδι, το φιλί, τις στιγμές.

[…] Στα σκονισμένα ημερολόγια του καταχείμωνου
Κάποιες στιγμές ακόμη μοσχοβολάνε άνοιξη.

(ΓΥΑΛΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΠΙΓΝΩΣΗ, σελ. 33)

[…] Κάθε μικρή χαρά
Εξαίρεση στο ψεγάδι του κόσμου.

(ΕΠΙΦΩΝΗΜΑ ΤΡΑΥΜΑΤΟΣ, σελ. 52)

Ο Μυλόπουλος στην ποιητική του συλλογή Ερασιτέχνης σχοινοβάτης συμπυκνώνει τη μοντερνιστική αντίληψη του θραυσμένου υποκειμένου. Περιγράφοντας το κλειστοφοβικό πλαίσιο της ζωής που απαρτίζεται από επαναληπτικές κινήσεις, βαθιά αίσθηση μοναξιάς και νομοτελειακού τέλους, αφηγείται την ιστορία του ανθρωπίνου όντος. Το αίσθημα του άμορφου και του ρευστού, το αναπαριστά με εικόνες υπερρεαλιστικές. Με την ακροβασία του ερασιτέχνη ποιητή-σχοινοβάτη καθρεφτίζει τον μετεωρισμό, την αστάθεια, τη διάσπαση της σύγχρονης προσωπικότητας και την αβεβαιότητα του βίου.

[…] Κι αυτή η σκηνοθετημένη διαδρομή/ Το παγωμένο ραγίζοντας βουλοκέρι/ Όπως στ’ αρχαία λούνα παρκ ξανάρχιζε/ Αρχέγονο τον γύρο του θανάτου.// Κύκλος αέναος η ζωή, μελόδραμα επιούσιο. (ΚΥΚΛΟΣ ΑΕΝΑΟΣ, σελ. 15)

Από τη διαρκή εναλλαγή στον κύκλο ζωής-θανάτου, χαράς-θλίψης, μοιράσματος-μοναξιάς, μόνον ο έρωτας επιζεί, ζωοποιό στοιχείο. Εξ ου και η προτροπή να ζήσουμε κάθε ενδεχόμενο θετικής αύρας στην καθημερινότητα. Το ποιητικό υποκείμενο, κατακλυσμένο από συναισθήματα αναζήτησης, προσμονής, αλλά και ματαιότητας, στοχάζεται στις ώρες της πανσελήνου ή της αυγής, στις ώρες του θλιμμένου απογεύματος, όταν η ελπίδα φαίνεται απόμακρη, οι βεβαιότητες τελειώνουν και αναδύεται ο φιλοσοφικός παροξυσμός.

ΟΙ ΡΑΓΕΣ

Είμαι μια ασήμαντη σιδερένια ράγα
Δίπλα μου άλλη μία
Μοναχική επίσης
Ανάμεσά μας χαλίκια κι αγριολούλουδα
Δεν συναντιόμαστε ποτέ
Στρωμένες από χέρια καταδίκων
Στειρωμένες εξαιτίας παραδόσεων οικογενειακών
Περιμένουμε να περάσουν από πάνω μας
Πολύχρωμα τα βαγόνια και τα αισθήματα.
Αγνοώντας μας επιδεικτικά για πολλές δεκαετίες
Χορταριάσαμε με εικασίες για την αγάπη
Όμως το τρένο
Δεν φάνηκε στον ορίζοντα ποτέ.

Δυο σκιές άηχες πια
Ακίνητες στεκόμαστε για πάντα
Άσαρκες ακούγοντας νότες. (σελ. 21)

Εμμένοντας στη μοναξιά, τις ατέλειες, τις αυταπάτες, τη φθορά, ο Νίκος Μυλόπουλος, εκδηλώνει το αίσθημα του ανολοκλήρωτου και της ελλειπτικότητας. Τα πρόσωπα απελπισμένα και εύθραυστα, απηχούν την κατακερματισμένη ανθρώπινη οντότητα που ταλανίζεται ανάμεσα στην προσμονή και τη ματαίωση, την ουτοπία και την πραγματικότητα. Ακόμη και ο έρωτας υπόκειται στην αναπόδραστη παρακμή, ενώ πίσω του παραμονεύει η μοναξιά.

ΕΡΩΤΟΛΟΓΙΟ

Οριζοντίως και καθέτως άπατρις για κάτι μακρινό
Με ευκίνητα δάχτυλα στον τύπο των ήλων
Παραμερίζω τα θειούχα πορτόφυλλα που ερωτοτροπούν απελπισμένα
Γλιστρώντας στη στίλβουσα σάρκα σου πνίγομαι ακατάληπτος
Κρατιέμαι από ξεραμένα δάκρυα
Απ’ το υστέρημα των λυγμών
Βαθαίνω ανελέητα από θεάσεις, συλλαβές και ακούσματα.
Ατέρμονος ο διάλογος με τον εαυτό μου
Χωρίς αντίκρισμα.
Στο βάθος των ματιών σου χορεύτριες διακρίνονται αλήθειες
Άγονοι στήμονες μετασχηματίζουν τον βυσσινόκηπο σε κραυγή
Κι ο έρωτας πληγή
Πυροφάνι αγιάτρευτο από την τόση αλμύρα.

Σε καιρούς κορεσμού της φαντασίας
Ζευγαρωμένοι βαδίζουμε

Μα πάντοτε μόνοι. (σελ. 73)

Ο συχνά πρωτοπρόσωπος αφηγητής, στον εσωτερικό του μονόλογο που αγγίζει τα όρια του προσωπικού απολογισμού, αφουγκράζεται προβληματισμούς του συνόλου. Η καταφυγή στην ξέγνοιαστη παιδική ηλικία, καθώς και την ποίηση, αποτελούν απόδραση από τις βασανιστικές κοινωνικές και φιλοσοφικές αναζητήσεις που εστιάζουν στην ουτοπία και τον ιδεαλισμό, την εγωπάθεια, την ανωριμότητα, τη φτώχεια των συναισθημάτων, αλλά και της ύλης.

Στην ποιητική συλλογή του Νίκου Μυλόπουλου Ερασιτέχνης σχοινοβάτης παρατηρούμε ερωτήσεις, παρηχήσεις, σταθερό ρυθμό μέσα από γραμματικοσυντακτικές αντιστοιχίες, αυτοαναφορικότητα και έντονο λυρισμό. Ο Μυλόπουλος, σπάζοντας την τάξη του λόγου και αφήνοντας το ασυνείδητο ελεύθερο, φέρνει στην επιφάνεια τις δυνάμεις της επιθυμίας, δυνάμεις πρωτογενείς και κυριαρχικές, που διευρύνουν τη συνείδηση και ανοίγουν τις πύλες της φυλακής στο πνεύμα. Σε κατάσταση υπαρξιακής σύγκρουσης, το συνειδητό εγώ παλεύει με το ασυνείδητο. Από την πάλη αναδύονται υπέροχες υπερρεαλιστικές εικόνες.

[…] Μετέωρος στα σύννεφα των αφανών τα χαμένα χρωματίζω ηλιοτρόπια
Καρπούς μαζεύοντας ηδυπάθειας στων ματιών το βρεγμένο κατώφλι. […]

(ΧΟΥΦΤΕΣ ΦΩΤΟΣ, σελ. 58)

Δίχως το φιλτράρισμα της έλλογης συνείδησης, όμως με ενάργεια και σαφήνεια μηνυμάτων, η ποιητική του Νίκου Μυλόπουλου στον Ερασιτέχνη σχοινοβάτη αποπνέει ανησυχία για τις διαψεύσεις, το πέρασμα του χρόνου, την περιπέτεια της ύπαρξης. Η αγωνία της φθοράς, σύμφυτη με την κοσμική νεωτερικότητα και η αίσθηση της ερωτικής ματαιότητας, αντισταθμίζονται από τη μνήμη και την προσφυγή στην ποίηση.

[…] Βλέπω με θλίψη τον χρόνο να κόβεται κι ακατάσχετα να αιμορραγεί
Στο δικό του πνίγοντας αίμα τα όνειρά μας.

(ΑΝΕΞΕΡΕΥΝΗΤΟ ΑΥΡΙΟ, σελ. 74)

[…] Σταγόνα ιαματική τις νύχτες η αγάπη
Η πτέρνα ευάλωτη από παλιά
Με τον υπέργηρο χρόνο επίμονα
Εκεί ακριβώς να στοχεύει.

(Η ΠΤΕΡΝΑ ΕΥΑΛΩΤΗ, σελ. 63)

,

ΕΥΣΤΑΘΙΑ ΔΗΜΟΥ

diastixo.gr/ 16/12/2021

Με τον ενδεικτικό, παραπέμποντα ξεκάθαρα στη μορφή και τον ρόλο του ποιητικού υποκειμένου τίτλο Ερασιτέχνης σχοινοβάτης, ο Νίκος Μυλόπουλος συστήνει τη νέα του ποιητική συλλογή με την οποία, μεταξύ άλλων, επιχειρεί μια καταβύθιση στην έννοια του παρελθόντος, όχι μέσα από θεωρητικά στιχουργικά σχήματα, αλλά μέσα από μια περιγραφική προσέγγιση του περιβάλλοντος χώρου, ο οποίος λειτουργεί σαν αφορμή, αλλά και απόληξη της όλης ποιητικής σύνθεσης. Τα περισσότερα από τα ποιήματα του Μυλόπουλου, πράγματι, λειτουργούν σαν αποτυπώσεις αισθητηριακές, οι οποίες όμως δεν λιμνάζουν σε μια περιγραφική απεικόνιση, αλλά γίνονται η αφετηρία για την ποιητική ενατένιση της ίδιας της ζωής. Ο τρόπος, μάλιστα, με τον οποίον ο ποιητής στήνει το δημιούργημά του ανταποκρίνεται και υπηρετεί πολύ αποτελεσματικά την πρόθεσή του να αναγνωρίσει στις εικόνες και, γενικότερα, στα αισθητηριακά ερεθίσματα την πρώτη ύλη της ποιητικής του σκέψης και έκφρασης: Οι περαστικοί τυχάρπαστοι και μοιραίοι/ Ενώ τα βιβλία σαν δεσμίδες χαρτονομίσματα/ Με τα τριμμένα εξώφυλλά τους/ Παλιούς συμβόλιζαν συμμαθητές/ Τα γραφεία γεμάτα υπολογιστές/ Στα εργοστάσια μηχανές ακούραστες δίχως κρότο/ Κι οι εργάτες άνεργοι να συζητούν στα χορτάρια χαμηλόφωνα («Κύκλος αέναος»). Πιο συγκεκριμένα, η αυτοτέλεια και η αυτονομία των στίχων, καθένας από τους οποίους συγκροτεί από μόνος του ένα ποιητικό μικροσύμπαν, συνιστά μια μέθοδο και μια τεχνική που εντοπίζει στη λεπτομέρεια το επιμέρους, το αποσπασματικό, το νόημα και την ουσία της ύπαρξης, είτε πρόκειται για την ύπαρξη μέσα και μέσω της ζωής, είτε μέσω της τέχνης.

Η φωνή του Μυλόπουλου είναι χαμηλή, δεν διακρίνεται από εξάρσεις ή αυξομειώσεις και αυτό ακριβώς ενισχύει την οικείωση του αναγνώστη με την ποίησή του. Παρόλο που τα ποιήματά του δεν κρύβουν τον αυστηρά τεχνουργημένο τους χαρακτήρα, επενδύονται με τον τόνο μιας ομιλίας χαμηλόφωνης, απόλυτα γήινης, έτσι που η πρόσληψή τους να μην παρουσιάζει προσκόμματα ή δυσκολίες, ακόμα και εκεί που οι λέξεις και η σύζευξή τους εκτρέπεται κατά πολύ από το τυπικό ακόμα και μιας πεποιημένης ομιλίας. Αυτή ακριβώς είναι και η ιδιοτυπία της ποίησης του Μυλόπουλου, το γεγονός δηλαδή ότι ενώ η σύνθεση είναι απόλυτα πλαστουργημένη, το κλίμα και η ατμόσφαιρά της είναι, με τον ίδιο απόλυτο τρόπο, απροσποίητη, έτσι που η ποίηση μοιάζει να εισχωρεί στο οικείο λεκτικό του καθενός για να το μεταστοιχειώσει, να το μεταπλάσει, προσδίδοντας έτσι στο μεταξύ τους όριο μια ρευστότητα που τόσο έχει ανάγκη η σύγχρονη έκφραση. Ο προσανατολισμός, άλλωστε, αυτός έρχεται για να ποικίλει και να εμπλουτίσει το νεοελληνικό ποιητικό πεδίο με μια διαφορετική προσέγγιση πάνω στον ποιητικό λόγο, με ένα διαφορετικό ύφος και ήθος, που βρίσκει στη χαμηλόφωνη έκφραση και έκθεση τον δρόμο για την καταβύθιση στην αλήθεια της ζωής, στην αλήθεια του χρόνου που τη διατρέχει.

Ο χρόνος αποτελεί, σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από άλλα θέματα, το στοιχείο εκείνο που λειτουργεί ως πυρήνας από τον οποίο εκκινεί και γύρω από τον οποίο περιστρέφεται η δημιουργική τέχνη του ποιητή. Ο χρόνος, κυρίως στη διάσταση του παρελθόντος, αναδεικνύεται ως η απόλυτη μέριμνα του Μυλόπουλου στο μέτρο και στον βαθμό που κανοναρχεί και κυριαρχεί όχι τόσο στη ζωή, όσο στην τέχνη του. Πρόκειται για τη μνήμη που επανέρχεται σαν μια σειρά και συσσώρευση στιγμών που διεκδικούν τη μνημείωσή τους, αλλά και ως έννοια συγκεκριμένη και αφηρημένη ταυτόχρονα η οποία, μάλιστα, δεν αποτελεί μονάχα προσωπικό κτήμα, προσωπική κατάκτηση και περιορισμένο, απολύτως προσωπικό χώρο, αλλά συλλογική και συνεκτική δύναμη που τοποθετεί τον ποιητή μέσα σε ένα πρώτο πληθυντικό, το οποίο δεν περιλαμβάνει μόνο τους ομηλίκους, αλλά τον άνθρωπο γενικά, σε όποια ηλικία και φάση κι αν βρίσκεται: Τώρα που οι μέρες της ανέχειας μεγαλώνουν/ Στον πυρετό βυθιζόμαστε της θύμησης καθώς/ Βιοποριζόμαστε αμυδρά απ’ τις φωνές μας μόνο/ Σε δημόσια πια εθισμένοι εκτέλεση («Αχνά σημάδια»). Κι αυτό γιατί η αναμνηστική λειτουργία και διάθεση προσφέρει σε κάθε άνθρωπο τη δυνατότητα ενός απολογισμού και της περίσκεψης πάνω στον ρόλο και τον στόχο του μέσα στη συγκυρία. Αν μάλιστα η συγκυρία αυτή είναι τόσο ρευστή όπως η σύγχρονη, τότε η καταφυγή στη μνήμη αποτελεί τη μόνη ασφαλή ατραπό που θα οδηγήσει στην επιθυμητή βεβαιότητα, τη σταθερότητα που έχει ανάγκη ο άνθρωπος προκειμένου να περισώσει –κυρίως, όμως, να επικυρώσει– την ύπαρξή του.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ποίηση του Μυλόπουλου αποκτά μια διφυή υπόσταση και ταλαντεύεται ανάμεσα στην αποδοχή της δύναμης και, ταυτόχρονα, της αδυναμίας του ανθρώπου να ελέγξει τον χρόνο, της ικανότητάς του δηλαδή να μιλήσει γι’ αυτόν και με τον τρόπο αυτόν να τον ορίσει, να τον προσδιορίσει, να τον κλείσει μέσα στα στενά και ευρέα μαζί όρια του ποιήματος και, την ίδια στιγμή, της ανικανότητάς του να συγκρατήσει το πέρασμά του και όσα αυτό επιφέρει. Η όλη προβληματική, εν τέλει, κορυφώνεται καθώς μετακυλίει και ενσωματώνεται στο ζήτημα και το ζητούμενο του έρωτα, που αποτελεί τον άλλο μεγάλο πόλο της ποιητικής δημιουργίας του Μυλόπουλου. Η πρώτη εντύπωση που αποκομίζει κανείς για τα ερωτικά του ποιήματα είναι αυτή μιας εξυμνητικής διάθεσης και τάσης, μιας τρυφερής και ταυτόχρονα δυναμικής ενατένισής του ως ενέργειας καθοριστικής για την αναγωγή της ύπαρξης σε ένα επίπεδο ανώτερο, σε έναν χωροχρόνο πολύ πέρα από τον πάγιο και καθιερωμένο από την καθημερινή πράξη και πρακτική. Αυτή, όμως, είναι η μία όψη του νομίσματος. Γιατί αν υπεισέλθει κανείς βαθύτερα στο νόημα και την ουσία της στιχουργίας του Μυλόπουλου, θα μπορέσει να αντιληφθεί τη ματαίωση που, όπως συμβαίνει και με τον χρόνο, συνέχει και εμποτίζει και τον έρωτα, την ερωτική ένωση που, συχνά, αποβαίνει και παρουσιάζεται ως διχασμός: Κι ο έρωτας πληγή/ Πυροφάνι αγιάτρευτο από την τόση αλμύρα.// Σε καιρούς κορεσμού της φαντασίας/ Ζευγαρωμένοι βαδίζουμε/ Μα πάντοτε μόνοι («Ερωτολόγιο»).

Θα μπορούσε κανείς εν τέλει να υποστηρίξει ότι το σύνολο των ποιημάτων του βιβλίου στρατεύονται στην από κοινού προσπάθεια να διερευνηθεί όχι τόσο ο χρόνος, ο έρωτας, η ύπαρξη, όσο η ψευδαίσθηση με την οποία είναι συνυφασμένες οι εκδηλώσεις όλων αυτών μέσα στη ζωή και μέσα στον κόσμο. Γιατί, στην πραγματικότητα, αν υπεισέλθει κανείς βαθύτερα και θελήσει να διερευνήσει την πρόθεση του ποιητή, πιθανότατα θα οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι εκείνο που κινητοποιεί και εμπνέει τη γραφίδα του είναι η τραγικότητα από την οποία είναι ποτισμένος ο ανθρώπινος βίος, μια τραγικότητα που το μόνο περιθώριο που αφήνει είναι αυτό της ανάδυσης ενός ανάμεικτου συναισθήματος από γλυκασμό και πόνο, από τρυφερότητα και ματαίωση, από ελπίδα και απελπισία μαζί. Αυτός ακριβώς ο συνδυασμός είναι που θρέφει την ποίηση, που την κάνει «δοχείο» της πικρής συνειδητοποίησης και κέντρο της περίσκεψης και του προβληματισμού για την αποδοχή και, εν τέλει, τη συμφιλίωση.

.

ΚΑΤΕΡΙΝΑ Ι. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

CULTUREBOOK.GR 2/2/2022

Νίκος Μυλόπουλος, Ερασιτέχνης σχοινοβάτης

Στη νέα ποιητική συλλογή του Ν. Μυλόπουλου το ποιητικό υποκείμενο μας συστήνεται εξαρχής με τον τίτλο Ερασιτέχνης σχοινοβάτης, καθώς επιχειρεί να διανύσει τον χρόνο, συνυφαίνοντας στο ποιητικό του σύμπαν, έρωτα, ζωή και ύπαρξη. Η ποιητική ψηφίδα του Μυλόπουλου κινείται μετανεοτερικά, χαμηλόφωνα, μα ταυτόχρονα πολύ εγκεφαλικά, και τούτο αποτελεί ένα ιδιαίτερο στοιχείο της ποίησής του, καθώς οι στίχοι του εμφορούνται από ένα ελεγχόμενο συναίσθημα εντός του οποίου κατοικεί η διαλεκτική, ενώ οι πλούσιες περιγραφές κουβαλούν εικόνες και επίθετα που παραπέμπουν σε ρομαντικές επιρροές και αισθητηριακά ερεθίσματα. Σύμβολα και εικόνες επιχειρούν να υφάνουν υπερρεαλιστικές ψηφίδες για να συμπληρώσουν τον ρεαλιστικό καμβά της ποίησης του Μυλόπουλου, αποτυπώνοντας έναν δικό του ρυθμό στην ποιητική του ανάσα. Πρόκειται για μια υπερρεαλιστική συμφωνία σε στέρεες ρεαλιστικές βάσεις που αποτελείται από τρεις ενότητες με τους αντίστοιχους τίτλους: ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΙΣ ΛΟΧΜΕΣ ΤΗΣ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΥ, Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΑΓΚΑΘΙΩΝ, ΜΙΑ ΕΜΦΑΣΗ ΣΤΟΝ ΚΩΔΙΚΑ ΤΗΣ ΑΜΜΟΥ, ενώ κάθε ενότητα περιέχει εικοσιδύο ποιήματα.
Παρόντος του χρόνου, η ανθρώπινη υπόσταση συνδιαλέγεται με το παρελθόν, σε πρώτο πληθυντικό πρόσωπο, κάτι που δηλώνει την οικουμενικότητα της ποίησης του Μυλόπουλου. Στην πρώτη ενότητα, με τίτλο ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΙΣ ΛΟΧΜΕΣ ΤΗΣ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΥ, ο ποιητής επιθυμεί να συμπεριλάβει στους στίχους το «εμείς», ενώ ο άοριστος συνδέεται άρρηκτα με το παρόν, «Ήταν τόσες πολλές οι αναμνήσεις στο λαιμό/Που ακουστικά μας προκαλούσαν τραύματα…» Ο χρόνος κουβαλάει πόνο και παράπονο, «Στάζουν ανήφορο αυτές οι λέξεις στο παλιό της μνήμης αναλόγιο…», και οι πλούσιες εικόνες οικοδομούν ένα αισθητηριακό σύμπαν, καθώς […] «ο χρόνος σφαγμένο αρνί παραδέρνει. [..] Η θάλασσα σφυρίζει κατά πως φυσάει ο άνεμος/Ενώ η ζωή αφειδώς εκδικείται.»
Το ποιητικό υποκείμενο στην ποίηση του Μυλόπουλου, υπακούοντας πάντα σε μια συλλογικότητα αναμετριέται με τον χρόνο αλλά και με τη βιολογική του ταυτότητα, υπηρετώντας, όχι χωρίς αντίρρηση, τα στερεότυπα. Το «Άλλο», ως άλλος Ιάσονας, στην ποίηση του Μυλόπουλου κουβαλά το βάρος της υποχρέωσης να χαράξει «θάλασσες στο μάκρος της αλκυόνης.», γυρεύοντας, το καθένα, το δικό του χρυσόμαλλο δέρας, «Ενώ η σιωπή στείρα θυμίζοντας φωτιά/το τέλος περιβάλλει της βεβαιότητας.»
Πολλά τα σύμβολα στην ποίηση του Μυλόπουλου, καθώς ο έρωτας και το «Άλλο», το θηλυκό άλλο, διανύουν τον χρόνο σε βίους παράλληλους, ενώ το ποιητικό υποκείμενο δηλώνει, την ίδια εγγεγραμένη κοινωνική «υποχρέωση» υπαινισσόμενο, στις «Ράγες», σελ. 21: «Είμαι μια ασήμαντη σιδερένια ράγα/Δίπλα μου άλλη μία/Μοναχική επίσης/Ανάμεσά μας χαλίκια κι αγριολούλουδα/ δεν συναντιόμαστε ποτέ…». Ο έρωτας κι ο χρόνος, ο χρόνος και το διακείμενο, ως εργαλειακός πια λόγος, καταδικάζουν το συναίσθημα σε ακινησία, «Δύο σκιές άηχες πια/ακίνητες στεκόμαστε για πάντα…». Ώσπου, έμπειρο πια και εξαγνισμένο το ποιητικό υποκείμενο, «Ώστε να μη με ξεγελάσουν πάλι ο πόθος και τα όνειρα…», αντιστέκεται προς «τας υποδείξεις» κι ο χρόνος πια «λιτός», σημαίνει πια το τέλος της αθωότητας.
Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΑΓΚΑΘΙΩΝ, η δεύτερη ενότητα, εισάγεται τριτοπρόσωπα, καθώς το ποιητικό υποκείμενο συνεχίζει το υπαρξιακό του ταξίδι στον χρόνο. Γλαφυρές περιγραφές συνθέτουν το ποιητικό του διάκοσμο […] «Αλάτι γέρικο κούρνιαζε σαν ερείπιο στις γούβες των βράχων/καθώς μεθυσμένες ηλιαχτίδες στις εσοχές βυθίζονταν των κυμάτων», και το διακείμενο αρωγός παραπέμπει σε στίχους του Ν. Καββαδία, «Με την παλίρροια επανερχόμαστε της έξαψης/Στην παράκτια γραμμή των οριζόντων.»
Ο σφυγμός του ποιητή αντιγράφεται στους στίχους του Μυλόπουλου, «Λογχίζοντας τρεμουλιαστά την κάθε λέξη», ενώ οι υπερρεαλιστικές εικόνες συμπληρώνουν το ποιητικό τοπίο κι ο χρόνος αναλύεται, γίνεται ανάμνηση, αποκτά σώμα, γίνεται κείμενο, «Φωτογραφίες παλιές που δεν μεγάλωσαν ακόμη.» Οι επόμενοι τίτλοι, ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ, ΣΠΑΣΜΟΣ ΦΟΝΙΚΩΝ ΦΩΝΗΕΝΤΩΝ, ΥΠΑΡΞΙΑΚΗ ΔΙΑΣΥΝΔΕΣΗ, περιγράφουν την εσωτερικότητα της ποίησης του Μυλόπουλου και τον διακαή πόθο του ποιητικού υποκειμένου να διυλίσει τον χρόνο, να καταλήξει στο απόσταγμα θέτοντας ανάλογα ερωτήματα: «Ποιος άραγε ορίζει το τέλος;/Εκκωφαντικά ίπτανται τα σώματα γύρω απ’ το άγνωστο/Εμβληματικά και ασυλλόγιστα.» Η ποίηση του Μυλόπουλου δανείζεται στοιχεία τραγικά, αφού το υπερκείμενο αναπνέει μέσα από την τραγικότητα των λέξεων, αποδίδοντας με λυρισμό ένα ρεαλιστικά υπαρξιακό σύμπαν. Κι όπως σε κάθε υπαρξιακή καταβύθιση, εν τέλει αναδύεται η κάθαρση. Ο ποιητής δεν υποκύπτει και πριν το «ακούσιο πέρασμα στην έφεδρο θλίψη.», αφήνει αχνά να διαφανεί η ελπίδα για αναγέννηση, «Με χούφτες φωτός/Το βρώμικο παρελθόν καθαρίζω.»
Και ποιος άλλος θα ήταν ικανός να ξεγελάσει την «έφεδρο θλίψη», από τον έρωτα; Η τρίτη ενότητα της ποιητικής συλλογής του Μυλόπουλου με τον τίτλο ΜΕ ΕΜΦΑΣΗ ΣΤΟΝ ΚΩΔΙΚΑ ΤΗΣ ΑΜΜΟΥ, αντιγράφει τον έρωτα, σε «κάδρα διάφανα» τον κρατά και τον υμνεί με μεταφορές και σύμβολα, […] «Ακουμπώντας στο άνθος σου θα πορευτώ/Ψωμί μοιράζοντας με δάχτυλα αφρισμένα/τον καπνό παραμερίζοντας και το σκοτάδι/Με της αγάπης τη γενέθλια δύναμη.» Ωστόσο, ακόμα και μέσα στην ελπιδοφόρα ατμόσφαιρα των στίχων της τρίτης ενότητας, […] «Σταγόνα ιαματική τις νύχτες η αγάπη/Η πτέρνα ευάλωτη από παλιά/Με τον υπέργηρο χρόνο επίμονα/Εκεί ακριβώς στοχεύει.», ο χρόνος εξακολουθεί να υφαίνει υπαρξιακά ερωτήματα και η μελαγχολία, υφέρπουσα πάντα, γεννά ένα νέο ποιητικό σύμπαν, όπου το ποιητικό υποκείμενο, πάντα συλλογικά σκεπτόμενο αντιγράφει την αέναη πορεία του Σίσυφου. Η ύπαρξη αναζητά τις ρίζες της, καθώς επιστρέφει πάλι και πάλι στο χτες, στα «όρια της αθωότητας», για να καταλήξει και πάλι στις «Σκουριασμένες γωνιές της συνήθειας.», και πάλι απ’ την αρχή… Έρωτας, χρόνος και εσωτερικό ταξίδι αναζητούν την τελείωση, την ένωση με το θείο, το ηθικό, το ατελές. […] «Ακτίνες, είμαστε στον ίδιο κινούμενο κύκλο…/Πόσο υπέροχο στη γη του τίποτα ν’ ανθίζεις.»
Ανθίζει ο έρωτας κι η ελπίδα και η αναπαλαίωση της ανθρώπινης σάρκας, «Φύτρα άναρχη η έλξη κι επακόλουθες ορμές», καθώς ο πόθος περιγράφεται υπαινικτικά, σ’ ένα πρελούδιο. Η Εύα, ο Αδάμ, τα δύο «Άλλα» ενώνονται σε μία ακόμα υπόσχεση, […] «Στάξε χυμούς απ΄το αρχέγονο μήλο σου/Βραχνάδα από τη σταύρωση στο αμφίκυρτο κορμί σου./Μισάνοιχτο μύδι η κυψέλη σου/Βουρκωμένες γύρω οι μέλισσες σφύζουν./ …Έξω στριφογυρίζει σαν γιορτή/Ο ανεμοδείχτης του ενδεχόμενου.»
Και είναι και ο λόγος που δεν ειπώθηκε, «μετέωρος τιμωρός», να μαρτυρά το αέναο του κύκλου της ίδιας της ζωής. Και ο ποιητής δεν μπορεί παρά να την υμνήσει. Γιατί η ζωή είναι ταυτόσημη με το φως, την ελπίδα, το κάθε νέο που γεννάται γιατί, […] «Ανορθόδοξα η κάθε δύση εμπεριέχει μια γέννηση/Η νάρκη μιαν υιοθετημένη ομορφιά που αιμορραγεί αοράτως.» Στους τελευταίους στίχους αναπνέει και πάλι η αντίθεση, κι ο χρόνος πάντα παρών για να δηλώσει τη ματαίωση, ωστόσο, μόνο για να δώσει έμφαση στην ελπίδα, αφού, ακόμα και αν:

[…] «Οι αγγελιοφόροι του ωραίου απεργούν κι από εχθές/Περιβολίσιο μόνον αναπνέουμε χώμα…», τίποτα δεν τελειώνει, αφού:
Μικρά παιδιά παίζουν κρυφτό με τους ανάργυρους και τους δισκοβόλους
Σκεπάζοντας τη γη με χλωροφύλλης ένδυμα εξιλέωσης
Ώσπου να μην κρυώνει
Κι ούτε να κλέβει άλλο πια τα όνειρά μας.».

.

ΑΡΙΣΤΟΥΛΑ ΔΑΛΛΗ

ΠΕΡΙ ΟΥ 19/2/2022

Η ποιητική Συλλογή « Ερασιτέχνης Σχοινοβάτης » του Νίκου Μυλόπουλου, έρχεται να προστεθεί στο συνολικό έργο του, επιβεβαιώνοντας για μία φορά ακόμη , την πολυπλοκότητα του δημιουργού, που ξέρει να χαρτογραφεί τους τόπους που «οδεύει», ζωγραφισμένους ποιητικά με μνήμες, πύρινους πέτρινους τοίχους, βράχους ποτισμένους με αλάτι. Πολύτροπος ερευνητής των ψυχικών διεργασιών, με μεγεθυντικό φακό, στιβαρή γραφή και γνώση, προσεγγίζει τα θέματα της υπαρξιακής αναζήτησης.
Το γαλάζιο χρώμα του εξωφύλλου κοσμεί και περιβάλλει τον «Ερασιτέχνη Σχοινοβάτη», που είναι και ο τίτλος της συλλογής, με μία ηρεμία και σιγουριά αντίθετη με τον προϊδεασμό της επικίνδυνης σχοινοβασίας ενός ερασιτέχνη. Καλλιτέχνης το ποιητικό υποκείμενο, σκηνογραφεί την θεατρική σκηνή, δίνει ρόλους στα πρόσωπα του συλλογικού έργου του, χορογραφεί και άδει με λυρική μουσικότητα. Με περίτεχνες εικόνες της φύσης, ρεαλιστικές περιγραφές, σουρεαλιστικές προσομοιώσεις, ελεγεία και παραμυθία, ακροβατεί με το υλικό σώμα του σε οριζόντια πορεία κινούμενος από το Α ως το Ω και κάθετα με το άυλο σώμα του ανάμεσα σε ουρανό και γη, συνεπαίρνοντας τον αναγνώστη με τον αποκαλυπτικό συνειρμό του μύθου του.
Η ποιητική συλλογή, από την αρχή ως το τέλος διατρέχεται από τις υπαρξιακές αναζητήσεις στον κυκλικό χρόνο, παρελθόντα, παρόντα και μέλλοντα. Χαρτογραφεί τον εκάστοτε χώρο, όπου παίρνει μέρος η βιωμένη ιστορία και η ανάδυση της μνήμης. Συνυπάρχουν τα θέματα του έρωτα, η αρχή και το τέλος της ζωικής ενέργειας, η ατομικότητα και η συλλογικότητα , το « Εγώ» και το «Εμείς» στους αέναους κύκλους της ζωής.

Η ποιητική συλλογή αποτελείται από τρεις ενότητες με τους αντίστοιχους τίτλους « ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΛΟΓΧΕΣ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΥ, ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΑΓΚΑΘΙΩΝ, ΜΕ ΕΜΦΑΣΗ ΣΤΟΝ ΚΩΔΙΚΑ ΤΗΣ ΑΜΜΟΥ» και είναι στενά συνδεδεμένες μεταξύ τους, με τον ίδιο τρόπο που εναλλάσσονται οι χρόνοι και οι εμπειρίες του ποιητικού υποκειμένου.
Η πρώτη ενότητα « ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΛΟΧΜΕΣ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΥ» αφορά στο βιολογικό βιωμένο ή αβίωτο σώμα, την αλγεινή αίσθηση της φθοράς του στο χρόνο, την ανικανοποίητη επιθυμία της ηδονής, την συνδιαλλαγή της αρσενικής και θηλυκής αρχής, της μέρας και της νύχτας, του πραγματικού χρόνου και του φανταστικού. Γράφει στο πρώτο πρόσωπο του ¨Εγώ¨ και στο συλλογικό ¨Εμείς¨ και μετατίθεται από το ένα στο άλλο , σαν μία συμφωνία ή αντίσταση της συνύπαρξης. Η προσωπική βιωμένη άποψη γίνεται στιβαρή με την καθολική αποδεκτή άποψη και από υποκειμενική γίνεται αντικειμενική, ματαιώνοντας τις ψυχικές ενδο-συγκρούσεις.
Από το πρώτο ποίημα της ενότητας ο ποιητής ορίζει το χρόνο της δράσης, « Οκτώ το πρωί», ανάμεσα στο τέλος της νύχτας και την έναρξη της μέρας, η μνήμη αναδύεται από τον παρελθόντα χρόνο, φέρνοντας μαζί και το επώδυνο βάρος της.
Γράφει: « Ήταν τόσες πολλές οι αναμνήσεις στο λαιμό/ Που ακουστικά μας προκαλούσαν τραύματα / και ακατάσχετη αιμορραγία στη μέση του αύριο/ {…} τρυπούσαμε το παρθενικό της θλίψης υμένιο/ -Ήδη από καιρό απειλούσε τη σιωπή μας/ Οκτώ το πρωί κι οι πεινασμένοι ανήλικοι θεοί / με πρόσωπα ανάγλυφα καθώς κοχύλια φαγωμένα/ την αγιάτρευτη επικροτούν ακόμη ματαιότητα».(σελ. 13).
Διανύει τον οικείο δρόμο της σιωπής προς το παρελθόντα χρόνο, αναμοχλεύει τις ομοιότητες και τις διαφορετικότητες των συνοδοιπόρων του σ΄ ένα αβέβαιο κόσμο.
« Αγγίζουμε ξανά το παρελθόν μας.{….} « Σε μία διήγηση βγαλμένη από μαγιάτικο στεφάνι/ λίγο πριν το βουνήσιο αντηχήσει συσσίτιο/ Ανάμεσα σε δύο χωριά μεσίστια γεννηθήκαμε/Από ψωμιά και σπόρους πρωτόπλαστων/ θαλασσογραφία οργής σε στάση εμβρύου/ Χωρίς το ανάλογο ένδυμα» (σελ. 14).
Ποιο είναι το ανάλογο ένδυμα , πως και γιατί χάθηκε στην πορεία του χρόνου, μέσα στην πλειονότητα, το όραμα του έρωτα για ζωή του ερασιτέχνη αναζητητή, διερωτάται ο ποιητής. Ο Νίκος Μυλόπουλος συσπειρώνεται γύρω από τον προσωπικό του χρόνο, εστιάζει στη γήινη ύλη , τις ιδέες και την σκέψη , προτείνει απευθυνόμενος στο συλλογικό ¨ Εμείς¨ , ένα βήμα αδοκίμαστο στο πλάι, έξω από το προσωπικό ¨Εγώ¨, με ρίσκο στο άγνωστο κενό.
« Να ζητιανέψουμε αμέτρητα φιλιά / σε όρμους λαιμών αχαρτογράφητων ακόμη/ Να εστιάσουμε στην ίδια ευθεία σαν έμπειροι σκοπευτές / το έξυπνο μάτι, το ξέπνοο σώμα και τον θάνατο/ να ζήσουμε επιτέλους / Ορθάνοιχτοι στο ενδεχόμενο.» ( σελ. 16,).
Σε όλη την πρώτη ενότητα, το ποιητικό υποκείμενο κινείται ανάμεσα στις λόχμες, τις φωτισμένες από την Πανσέληνο και τα μυστήρια της νύχτας. Τον ποιητικό λόγο διατρέχει μία θλίψη για την ανικανοποίητη επιθυμία του βιωμένου σώματος , την απώλεια του ονείρου και της φαντασίωσης, την μη συνάντηση του ¨Εγώ¨ με τον ¨ Άλλον ¨. Με λέξεις εκφράζεται ο κοπετός για την χαμένη συμφιλίωση της αρσενικής και θηλυκής φύσης του εαυτού, για το τέλος της βεβαιότητας ενός κόσμου χωρίς όριο και θάνατο, για το τέλος της μαγείας της ουτοπίας. « {….} Το όλον γεννιέται για να χαθεί / κι ο χρόνος εξανεμίζεται/ γιατί δεν υπάρχει » .( σελ.20) .
Έρωτας, Ζωή, Ύπαρξη, η ματαιωμένη συνάντηση τους σε μία ολοκλήρωση, βασανίζει και πληγώνει τον αναζητητή στις εσωτερικές ψυχικές διαδρομές του και τον απομονώνει στο περίκλειστο¨ Εγώ¨. Μιλάει στο πρώτο πρόσωπο και θρηνεί για την ματαιότητα, την μοναξιά, το άδειασμα της υλικής υπόστασης σε άηχες σκιές, τους ανούσιους παράλληλους βίους , άγνωστοι μέσα στην αυταπάτη της συμβατικής επανάληψης μιας άχρωμης καθημερινότητας.
Κραυγάζει στη σιωπή με άσαρκες νότες , σχοινοβατεί, μοναχικός ακροβάτης ανάμεσα στα δύο άκρα , της επιθυμίας και του χρέους απέναντι στα παραδοσιακά πρότυπα. Το Εγώ και το εμείς, οι αξίες και οι επιθυμίες, απέναντι σε θέση σύγκρουσης για επικράτηση του Είναι και του συν-Είναι.
« Είμαι μία ασήμαντη σιδερένια ράγα / Δίπλα μου μία άλλη/ Μοναχική επίσης/ ανάμεσα μας χαλίκια κι αγριολούλουδα/ δεν συναντιόμαστε ποτέ / {…} χορταριάσαμε με εικασίες για την αγάπη/ Όμως το τραίνο / δεν φάνηκε στον ορίζοντα ποτέ » .
Στα ποιήματα του « Μικρό απόδειπνο, Κραδασμοί , Λίγο πριν την απόβαση», ο ποιητής βρίσκεται στη μεταιχμιακή φάση κορύφωσης του τώρα, προσδοκά να γευτεί μία νέα παλίρροια , ένα γενέθλιο φως επίγνωσης. Αναθεωρεί θέσεις και ιδέες για το νόημα της ζωής, των πόθων και των παθών, της αλήθειας και της ψευδαίσθησης , της τελειότητας και της υπεροχής, θέτοντας το αίτημα για ελπίδα , αποδοχή και έξοδο από τα ¨σκονισμένα ημερολόγια του καταχείμωνου¨ σε μία άνοιξη που μοσχοβολά.
Στη δεύτερη ενότητα, «ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΑΓΚΑΘΙΩΝ», ο Ν.Μ., παντογνώστης παρατηρητής, σε τριτοπρόσωπη αφήγηση ξετυλίγει το δρόμο του γλυκόπικρου νόστου , τα μοναχικά απομεινάρια του μυαλού, τις ηχηρές στιγμές στο κόκκινο του πάθους χρώμα, τον πολύχρωμο χάρτη καταγραφών από το παρελθόν, παρόν και το απρόσμενο.
Ακολουθεί τις αναμνήσεις στον αέναο κύκλο της ζωής σε χρόνο παρόντα και μέλλοντα, που τρέχει ασταμάτητα ακυρώνοντας την πραγμάτωση των ανικανοποίητων επιθυμιών. Βιώνει το άλγος της φθοράς, το φόβο της απώλειας και της ανυπαρξίας με το τέλος της ζωικής και ψυχικής ορμής, τις εντάσεις των εσωτερικών συγκρούσεων ανάμεσα στα άκρα του καλού και του κακού. Ερασιτέχνης σχοινοβάτης σε διαδρομές αμφίδρομες , « από το άλφα ως το ωμέγα μεσολαβούν γράμματα εικοσιδυό/ Πολύ περισσότερα απ ΄τη σπορά ανάμεσα και στο θέρος / κι η διαδρομή του καθενός/ Άδηλη και άχρονη συνάμα.»( σελ.41).
Δύσβατος δρόμος ο στόχος να παραμείνουμε πρότυπα , σε αντίσταση καλεί ο ποιητής τον αναγνώστη για τα φτιαχτά πανομοιότυπα αντίτυπα . Κάλεσμα για ξύπνημα από την υπνοβασία , ρωγμές και τέλος του κοπετού για την απώλεια και τη χαμένη νίκη του ονείρου και σκοπού. Η ιδέα για υπαρξιακή διασύνδεση των αντιθέτων ροπών και ενορμήσεων της ζωής και του θανάτου, δηλώνεται ξεκάθαρα από το ποιητικό υποκείμενο και αφορίζεται με τον ηχηρό στίχο « Ποιος άραγε ορίζει το τέλος ; » .
Καλοδεχούμενη η « φωτισμένη σύγκρουση η μη αποδοχή/ φορτωμένοι με αίματα ξερά/ ανοίγουμε δρόμους»
Και συνεχίζει την ανίχνευση της εξόδου από τη σκοτεινιά της νύχτας με πάθος ο ποιητής, υποστηρίζοντας ότι, ο αντίλογος χαράζει ρωγμές στους απόλυτους νεολογισμούς, στις βασανιστικές μνήμες των αρχέγονων ροπών, στις τραυματικές αποτυπώσεις του ανοίκειου, στο ξεφτισμένο ημερολόγιο ενός επίμονου ταξιδιώτη, του κάθε ερασιτέχνη σχοινοβάτη που διεκδικεί πλεόνασμα αγάπης και ελευθερίας.
Και ύστερα η επόμενη μέρα. Η ενότητα κλείνει με το ξύπνημα από τον πυρετό της λήθης. Άνοιγμα στο φως της μέρας, μουσικές που αναπαράγουν γέλιο, αγκαλιές με πουλιά στον άνεμο και τον γαλάζιο ουρανό. « Μετέωρος στα σύννεφα των αφανών τα χαμένα χρωματίζω ηλιοτρόπια..{…} στις εκβολές μελανού αναφύομαι στοχασμού/ πριν το ακούσιο πέρασμα στην έφεδρο θλίψη/ Με χούφτες φωτός/ το βρώμικο παρελθόν καθαρίζω» .
Στη τρίτη ενότητα « ΜΕ ΕΜΦΑΣΗ ΣΤΟΝ ΚΩΔΙΚΑ ΤΗΣ ΑΜΜΟΥ», ο ποιητής απομακρύνεται από την ιδιωτική ερημιά και τον άνεμο που όπως ήθελε φύσαγε , αναταράζοντας την επιφάνεια της θάλασσας και τα υπόγεια άγρια συναισθήματα του. Προσανατολίζεται προς τον ανατολικό άνεμο, όπου ο αέρας ευωδιάζει αισθησιασμό από αγγίγματα , από αρώματα ακακίας και ευκαλύπτου, από ήχους ρυθμικού βηματισμού στον λιθόστρωτο δρόμο , στην γαλήνια σιωπή του ονείρου και της προσδοκίας. Τώρα δεν αμφιβάλει αν το ρούχο με το οποίο ντύνει την γύμνια του είναι το κατάλληλο. Με τους στίχους του απογυμνώσει την κρυμμένη σάρκα πίσω από την μάσκα και την ντύνει με λέξεις και ύστερο χάδι δέησης .
Με χρυσαλίδας γυαλισμένα φτερά σχοινοβατεί, αντί για ρούχα φοράει πεταλούδας πολύχρωμα φτερά, ντύνεται το κόκκινο του έρωτα και το φως της αγάπης. Η ζωή μετά την θυσία και την κάθαρση, ισορροπεί στο οριζόντιο και κάθετο επίπεδο, μέσα από το πέρασμα της φωτιάς του πόθου και του πάθους. Αντίστροφα μετράει το χρόνο , απ ΄ αρχής σε μία νέα πορεία, με χαρμολύπη για το απρόσμενο τέλος του χρόνου. Κύκλοι ομόκεντροι ο χρόνος που ορίζει ανορθόδοξα το τέλος στη δύση και την γέννηση στο ξημέρωμα μιας άλλης μέρας.
Ο Νίκος Μυλόπουλος μέσα από την πορεία του « Ερασιτέχνη Σχοινοβάτη», στο τελευταίο ποίημα του « ΑΝΑΤΟΛΙΚΟ ΣΥΝΟΡΟ» τολμάει και ακουμπάει το τύπο των ήλων και μελαγχολεί , όταν απεργούν οι αγγελιοφόροι του ωραίου.
Γράφει :
« Νηστεύοντας εμφατικά από τα δειλά των υπονόμων ηλιοτρόπια /Μικρά παιδιά παίζουν κρυφτό με τους ανάργυρους και τους δισκοβόλους/ Σκεπάζοντας την γη με χλωροφύλλης ένδυμα εξιλέωσης /Ώσπου να μην κρυώνει / κι ούτε να κλέβει άλλο πια τα όνειρα μας» .


.

Ο κλήρος του ανεκπλήρωτου (2019)

 

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ

FRACTAL 1/12/2020
ΠΕΡΙ ΟΥ 28/11/2020

Ο δικός του κλήρος. το Ρόπτρο της ποίησης

«Ὁ κλῆρος τοῦ ἀνεκπλήρωτου», είναι η δέκατη ποιητική συλλογή του Νίκου Μυλόπουλου. Ένας «αθόρυβος» ποιητής, όπως τον παρουσιάζει στην ομώνυμη στήλη του περιοδικού «Εμβόλιμον» ο Κ.Θ. Ριζάκης με ανέκδοτα ποιήματα συνοδεία κριτικών σημειωμάτων για το έργο του. Δεν θα μπορούσε να περιγράψει κανείς καλύτερα την ησυχαστική σχεδόν ασκητική παρουσία του Ν. Μυλόπουλου στο σύγχρονο λογοτεχνικό γίγνεσθαι.

(ΑΠΟΤΥΠΩΜΑ ΤΟΥ ΑΝΕΚΠΛΗΡΩΤΟΥ)

[…]

Ραγισμένες οἱ φτεροῦγες τοῦ χθές στόν άσάλευτο χρόνο
Μά τώρα προσπερνώντας τό ἄγνωστο αὔριο
Συγκλίνουμε με βῆμα ἀνάλαφρο στήν κοινή ἐντροπία
Ἀποτυπώνοντας τό ἀνεκπλήρωτο.

«Ώ ανεκπλήρωτο, που ακόμα κι όταν όλα μας εγκαταλείπουν εσύ αφήνεις έξω από την πόρτα μας ένα μικρό γιασεμί… Ώσπου νύχτωνε και τ’ άστρα φώτιζαν σιγά σιγά το ακατανόητο του κόσμου…»συνάδει ο Τ. Λειβαδίτης εκφράζοντας το χοϊκό, το μη πληρούμενο της ανθρώπινης φύσης με το άρωμα του μικρού γιασεμιού -μιας μικρής ελπιδοφόρας προοπτικής- κάτω από το αστροφέγγισμα που φωτίζει χωρίς βιασύνη το ακατανόητο του κόσμου. Στην παρούσα καλαίσθητη ποιητική συλλογή, που επιμελήθηκαν «Οι εκδόσεις των φίλων», ως κλήρος της ανθρώπινης ζωής εμφατικά τονίζεται το ανεκπλήρωτο με ευστοχία, καθώς ισορροπεί η έλλογη απαισιοδοξία στους κόλπους πάντα μιας πιθανότητας ή πολλών να πληρωθεί το κενό της από το άγνωστο αύριο. Ο ποιητής και η τέχνη του έχουν την δύναμη να ξαναγράψουν τον κόσμο και την καθημερινότητά του, μακριά από τα πολυσχιδή σχέδια επί χάρτου της νεωτερικής ζωής μας.

Ἦταν περίπατος στό ἄβατο διαδικασία ἁμαρτωλή
Ἡ προσπάθεια νά σταθοῦμε λίγο ψηλότερα
Τρύπια φορώντας κατακραυγή στό μισοσκόταδο
Αἰχμάλωτοι τοῦ λιθόστρωτου καί τοῦ χρόνου
Ἴχνη διεκπεραίωσης σέ στάση ἀναπνοῆς
Λίγο πρίν γεράσει κι αὐτή ἡ μέρα.

Στεφανωμένοι μέ αὔρα ἀπρόβλεπτης ἐνδυνάμωσης
Μέ τή σιωπή να δικαιώνει ὅ,τι ἀπέμεινε
Ξαναμοιράζουμε φύλλα καί κάλυκες.

( ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ ΣΤΟ ΑΒΑΤΟ)

Η νοηματική πυκνότητα εκφράζει την ψυχική κατάσταση μια συγκεκριμένη στιγμή. Στην πολυσημία των λέξεων διαφαίνεται η εσωτερικότητα που μέσα στον τάραχο της καθημερινότητας της εξουθενωτικής ενασχόλησης με την επιβίωση με τη μορφή της σιωπής δίνει όραμα ελπίζει, επιμένει, ενδυναμώνει , υπόσχεται.

(ΠΙΚΡΟΔΑΦΝΕΣ ΤΟΥ ΑΥΡΙΟ)

Παγιδευμένοι στή γυριστή σκάλα τοῦ μυαλοῦ
Μέ τήν ἀυπνία τῶν ρολογιῶν στά μάτια σκαλωμένη τῶν τοίχων
Ταΐζουμε ξέφρενα τό ἀνύπαρκτο.
Τήν εὐωδία ἀπολαμβάνοντας ξεπερασμένων ἐνοχῶν.
Κουρνιάζουμε σέ ἀξημέρωτα ὄνειρα
Σέ μονοφωνική ἐλπίζοντας βροχή
Τήν ἀκούσια νά καθαρίσει ἀπλυσιά τῆς πόλης.
Τό σπίτι τότες εὐωδιάζει βραχογραφίες παιδικές
Καί κυανές τῶν γεγονότων ἀναπλάσεις.

Η αποφυγή της σαφήνειας , η προσπάθεια για τη δημιουργία ενός κλίματος ρευστού, συγκεχυμένου, ασαφούς συνυπάρχει με μια διάθεση ρεμβασμού, μελαγχολίας, ονειροπόλησης δηλωτικά της έντονης πνευματικότητας. Η καταβύθιση στη χρονική πραγματικότητα τροφοδοτεί ό,τι δεν είναι υπαρκτό, μα η λήθη των ενοχών αφήνει μιαν απολαυστική ευωδία. Η ποιητική ψυχή εκζητά με ανυπομονησία, χωρίς την αρωγή του νου, και καθαίρεται ευτυχώς ακούγοντας ( ως «μονοφωνική βροχή»), την ελπίδα. Βρίσκει το λυτρωτικό καταφύγιο της ξαναπλασμένης μνήμης («κυανές των γεγονότων αναπλάσεις») και δη της παιδικής («βραχογραφίες παιδικές»).

Απρόσμενοι συνδυασμοί λέξεων κι εντυπωσιακές εικόνες, όνειρο, παράλογο και λογικό, συμμαχούν για να συμφιλιώνεται η προσδοκία με την πραγματικότητα. Η φαντασία με τα υπερρεαλιστικά στοιχεία της υπακούει κατά το δυνατόν στη λογοτεχνική οργάνωση δημιουργώντας ένα όλον ποιητικό με δεσπόζοντα το ρόλο των συνειρμών.

Ἐξαϋλώνουμε στιγμές δημιουργώντας χρόνο
[…]

Τό ἄγγιγμα τῆς μνήμης πού ματώνει
[…]

«Είμαστε η μνήμη που έχουμε και η ευθύνη που παίρνουμε. Χωρίς μνήμη δεν υπάρχουμε και χωρίς ευθύνη ίσως να μην μας αξίζει να υπάρχουμε» σημειώνει συγκατανεύοντας στην ποιητική σκέψη του Ν.Μυλόπουλου, σε έναν φανταστικό ποιητικό διάλογο, ο Jorge Luis Borges.

[…]
Καλεσμένοι στό δεῖπνο τῶν ἀναμνήσεων

[…]
Βάζοντας λουρί στή λογική κι ἐλευθερώνοντας συναισθήματα

(ΑΦΥΛΑΚΤΗ ΔΙΑΒΑΣΗ)

Τα συναισθήματα άλλοτε δαμάζουν και άλλοτε απελευθερώνουν το νου, παραπληρωματικά δε η μνήμη οδηγεί στην υψηλότερη σφαίρα των ιδεών με την αίσθηση ότι, όποιος φτάσει σε αυτή τη σφαίρα, θεωρεί πλέον την πραγματικότητα ως ένα ταπεινό τόπο μελαγχολίας, έναν τόπο προορισμένο για ανεκπλήρωτα.

[…]
Μέ μουδιασμένους τούς ἀγκῶνες τῆς μνήμης
Μέ σηκωμένους τούς γιακάδες τῆς θύμησης

[…]
Στό ἐκμαγεῖο τῶν ἀπόντων που ἕπονται καιρῶν.

[…]
Τά χρόνια περνοῦν, ὅλα ἀλλάζουν
Πηχτός ὁ ἀέρας, πικρό το ψωμί, ὁ κόσμος ζαλισμένος καί ψεύτικος

[…]
Μέ τήν πόρτα κλειστή στό βαθύ παρελθόν μας
Ξοδεύουμε τή ζωή σέ κατάστρωμα παγοθραυστικοῦ
Προσπαθώντας νά ζεσταθοῦμε ἀποποιώντας τήν ἀλήθεια.

[…]
Φυλλορροώντας μοναξιά κι ἀνισόπεδα εἴδωλα
Ἐνῶ ἐκμηδενίζοντας τήν άπόστασή μας ἀπ΄ τό πραγματικό
Σκληραίνουμε νυσταγμένα τήν ἀνάσα.
Ἔξω τά φῶτα τῆς πόλης σταυρός καί λαβύρινθος.
Με την σκοτεινή πλευρά της ζωής να θυμίζει κύματα
Πέτρες πού ξεβράζουν στή χαλασμένη ἀμμουδιά μας.

[…]
Άσφαλεῖς στήν εὐδόκιμη τῆς ἀπληστίας αγκαλιά

[…]
Τό χθές μέ τό αὔριο σέ στάση ἀπροσδιόριστη.

[…]
Σάν κουβαρίστρες ἀβίαστα ξετυλίγονται οἱ ὡραῖες στιγμές
Ἐντύπωμα ἀφήνοντας βαθύ ἡ κάθε μιά στό πέρασμά της.

Υπαινικτική και υποβλητική η χρήση της γλώσσας σε συνδυασμό με μια διαισθητική σύλληψη των πραγμάτων και μιαν αφθονία εικόνων και μεταφορών, εντείνουν την πυκνότητα αποζητώντας από τον αναγνώστη μια πολύ προσεκτική μελέτη κάθε ποιήματος. Ο Ν. Μυλόπουλος διαλέγει με προσοχή τις λέξεις που έχουν τη δική του αφή, το δικό του βάρος, τις ψάχνει ολοένα πιο βαθιά μέσα του. Γυρεύει, και καθώς γυρεύει αισθάνεται πως ο κόσμος όπου ζει του προσφέρει ένα πλήθος φωνές. Ποια είναι δική του; Μιλάει στο α’ πληθυντικό, εμείς και ο ποιητής είμαστε μαζί να νιώθουμε, να έχουμε μαζί την εμπειρία των καημών και των ονείρων των ανθρώπων, ως άνθρωποι που είμαστε. Οι σπόροι της ποιητικής σύνθεσής του είναι πραγματικά μέσα του, έχουν ρίζες βαθιές, δεν είναι φυλλώματα που γέρνουν στον πολύβουο περιβάλλοντα άνεμο.

Ειδική μνεία αξίζει στην πολυτονική γραφή γιατί συντελεί ώστε κάθε λέξη νοηματικά, ηχητικά, οπτικά και σημασιολογικά να συγκρατήσει αυτούσιο τον αληθινό της πλούτο.

H ποίηση και οι υπόλοιπες τέχνες σώζουν την ζωή. Mε τον Ν. Μυλόπουλο εμείς έχουμε την ευκαιρία να ζήσουμε την εμπειρία των διαφόρων καταστάσεων της ύπαρξης μέσω των συναισθημάτων της, καθώς με αυτήν σπάμε τα δεσμά και γινόμαστε ελεύθεροι από τον αυτοματισμό της άδειας καθημερινότητας της εποχής μας. Αυτός θαρρώ είναι ο κλήρος μας. Ανεκπλήρωτος; Ίσως ! Μα με τα υλικά της ποιητικής τέχνης δημιουργούνται οι καλύτερες προϋποθέσεις για μια ανεκτή πραγματικότητα διότι: «H Τέχνη δεν είναι φυγή από τη ζωή. Είναι το ακριβώς αντίθετο. Η Τέχνη είναι η πιο καίρια έκφραση της ζωής. Καλλιτέχνης δεν είναι αυτός που κραδαίνει έναν μηχανικό τεχνητό παράδεισο μπροστά στο κοινό. Ο Καλλιτέχνης επιβεβαιώνεται και λειτουργεί θεραπευτικά, μέσα από την αναζήτηση της πληρότητας της δικής του ζωής» μας θυμίζει από το βάθος του λογοτεχνικού ορίζοντα ο James Joyce.

O N. Mυλόπουλος εμπνέεται από μιαν εσωτερική αναγκαιότητα να εκφράσει με τους στίχους του την καθαρή κι ευθύγραμμη αγωνία έχοντας μια δυνατή και βαθειά συνείδηση του καιρού που ζούμε. Η οπτική και συγκινησιακή πείρα έχει φορτισθεί με μνήμες που με την ξεχωριστή υπόστασή τους εκμαιεύουν μιαν πλημμυρίδα συναισθημάτων που την κρίσιμη στιγμή στέκονται αρωγοί για την κατανόηση του πεπερασμένου κοσμικού περίγυρου. Η αυτοπειθαρχία, η εγκράτεια, η ακοίμητη επιστασία του λόγου αποτελούν τα στοιχεία για να αναδειχθεί η αλήθεια. Χρειάζεται να νιώθουμε για να ζήσουμε αληθινά, χρειάζεται η εμπειρία των άδειων συναντήσεων για να αναδειχθεί η ακούσια ή εκούσια κοινωνική διαδρομή. Αυτή η οδός τον συνδέει με τους άλλους, αυτή δίνει σάρκα στον καημό του, στον πόνο του, στη χαρά του. Είναι ο δικός του κλήρος: το ρόπτρο της ποίησης.

.

ΛΙΛΙΑ ΤΣΟΥΒΑ

LITERATURE.GR 30/11/2020

Το ανεκπλήρωτο στην ποίηση του Νίκου Μυλόπουλου

Η ευτυχία ήταν και εξακολουθεί να είναι -από την αρχαιότητα έως σήμερα- ζήτημα αμφιλεγόμενο. Απλοί άνθρωποι και φιλόσοφοι την προσέγγισαν ο καθένας με διαφορετικό τρόπο. Ο Σόλωνας θεωρεί το τέλος της ζωής καθοριστικό στοιχείο για την ευτυχία. (Περίφημη η φράση του: μηδένα προ του τέλους μακάριζε.) Ο Αριστοτέλης, τον συνδυασμό ηθικής βιοθεωρίας και καλής πράξης. Ο Σενέκας τη δυνατότητα να υποφέρει κάποιος με ηρεμία και γαλήνη την ανώτατη και κατώτατη μοίρα του. Πολλά τα ονόματα και οι προσωπικότητες, με τον προσδιορισμό να παραμένει ζητούμενο.

Ο Νίκος Μυλόπουλος στην τελευταία του ποιητική συλλογή Ο κλήρος του ανεκπλήρωτου (Οι Εκδόσεις των Φίλων 2019) καταπιάνεται εμμέσως με το ζήτημα της ευτυχίας. Στηλιτεύοντας την καυχησιολογία των πολλών για την κατάκτησή της, αναμετριέται με τον χρόνο και τη μνήμη. Κολυμπώντας στα ταραχώδη νερά του υποσυνείδητου, εκφράζει φόβο για το ανεκπλήρωτο, την ουτοπία. Σκιά η ευτυχία. Μόλις πάμε να την πιάσουμε, εξαφανίζεται.

Αφιερώνει το έργο στην «αλήθεια που χάνεται και στην ομορφιά που επιμένει», αλλά και «στα παιδιά, την μόνη ελπίδα» και δηλώνει αγάπη για το όνειρο.

Η συλλογή χωρίζεται σε δύο ενότητες: Υπό προθεσμίαν και Τα ενδότερα των πτήσεων. Δηλωτικοί και εύγλωττοι οι τίτλοι των ενοτήτων, όπως και των ποιημάτων. (Ενδεικτικά) Περίπατος στο άβατο, Αποτύπωμα του ανεκπλήρωτου, Πικροδάφνες του αύριο, Αφύλακτη διάβαση, Εκταφή αισθημάτων, Σαν ληγμένη γιορτή, Κοινωνία κατόπτρων, Ζωή υπό προθεσμία, Άλλη μια δόση ουτοπίας, Πρόσωπο με πρόσωπο, Ληξιπρόθεσμα δάνεια, Και το χθες ευλογία, Ζωής υπέρβαση.

Προτάσσοντας την άποψη του Καζαντζάκη (όταν πιστεύουμε σε κάτι ανύπαρκτο με πάθος, τελικά το δημιουργούμε. Ό, τι δεν συνέβη ποτέ, είναι ό, τι δεν ποθήσαμε αρκετά), ο Νίκος Μυλόπουλος δηλώνει εξαρχής πίστη στον άνθρωπο και προσδίδει τόνο αισιόδοξο και δυναμικό στην ποιητική του διαλεκτική.

Ένας συνειρμικός απολογισμός από την παιδική ηλικία μέχρι την ενηλικίωση είναι η συλλογή Ο κλήρος του ανεκπλήρωτου, με άξονά της τον αμείλικτο χρόνο και τη μνήμη, τον ρεαλισμό και την ελπίδα. Η προσοχή εστιάζεται στην ένδον περιπλάνηση, ψυχική και υπαρξιακή. Διαδρομή επώδυνη, με το αίσθημα του ανεκπλήρωτου. Ατομική η αναζήτηση, που ωστόσο διασταυρώνεται και συμπίπτει με τις τροχιές της ανθρώπινης ύπαρξης.

Το ποιητικό υποκείμενο αναμετριέται με τον εαυτό. Επιθυμεί διακαώς την αλλαγή, την απαλλαγή από το αναπόφευκτο. Ξεσπώντας, αντλεί από το πνεύμα του υπερρεαλισμού· από την πρωτοτυπία και την τόλμη των μεταφορικών και εικονικών του συζεύξεων. Η ροή και ένταση μεταλλάσσονται σε λυρισμό που αξιοποιεί μνήμες και βιώματα.

Μεγαλώνοντας τον χρόνο
Με μάτια ομίχλης κυκλάμινα και στήθια σπαθιά
Στο δωμάτιο τρυπώνουμε δωρεάν των ερωτήσεων
Μιας κι είμαστε ακόμη μικροί και η είσοδος ελεύθερη είναι.
Οι νεκροί μάς χαιρετούν στα όνειρά τους
Τα χρόνια περνούν, όλα αλλάζουν

Πηχτός ο αέρας, πικρό το ψωμί, ο κόσμος ζαλισμένος και ψεύτικος
ταίριαστος στις μυστικές μας απολαύσεις.
Με την πόρτα κλειστή στο βαθύ παρελθόν μας
Ξοδεύουμε τη ζωή σε κατάστρωμα παγοθραυστικού
Προσπαθώντας να ζεσταθούμε αποποιώντας την αλήθεια.
Αλλότριες έννοιες ή πρόσωπα αραδιασμένα στο χώμα
Το μοιραίο αποτυπώνουν ξεκλήρισμα μέλλοντος.

Ο υπό προθεσμίαν εαυτός τριγυρνά στο παρελθόν. Ανιχνεύει τις μάσκες που καλύπτουν τα πρόσωπά μας από την παιδική ηλικία (είναι και φαίνεσθαι) και αναγνωρίζει την προσπάθειά μας για αυθεντικότητα. Είμαστε μια κοινωνία κατόπτρων. Χανόμαστε στις αυταπάτες. Το συναίσθημα του έρωτα αφύλακτη διάβαση. Ο κόσμος ζαλισμένος και ψεύτικος. Αταίριαστος στις μυστικές μας απολαύσεις.

Μια γεωμετρία ιδιωτική, με τις δυνάμεις της επιθυμίας να ξεπετάγονται από το υποσυνείδητο και να πλάθουν συνθέσεις τολμηρές, ανοιχτές σε νοήματα. Μια συγκινησιακή εκκένωση μέσω μιας γλώσσας μεταμοντέρνας και υπερρεαλιστικής, ανοιχτής σε αντιστοιχίες και αναλογίες, με τόνο συχνά οξύ, αιχμηρό και ρυθμό ασθματικό.

Το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο που εσκεμμένα χρησιμοποιεί ο ποιητής μετατρέπει την προσωπική εμπειρία σε αίσθημα συλλογικό. Τα πράγματα που συνθέτουν τον κόσμο μας έχουν κοινό τους παρονομαστή την εμπειρία του κενού, της ουτοπίας.

 

ΚΟΛΟΒΩΜΑ ΖΩΗΣ

Μια τελευταία ρίχνοντας ματιά στον καθρέφτη
Ανοίγουμε πόρτα εκεί που δεν υπάρχει
Κι ακολουθώντας σημάδια φιλιών
Χωνόμαστε ο ένας στο στόμα του άλλου
Για να πριν μεγαλώσουμε χαθούμε.
Κολόβωμα ζωής σε αγάπης πλεόνασμα
Καμπύλη παλίνδρομης έκρηξης στην πυρά των αριθμών
Ώσπου στύβοντας των κορμιών τα ψυχανθή
Πίνουμε περιχαρείς τα αιρετικά μας οιστρογόνα.

Άφωνο το εκκλησίασμα των χειλιών γλείφει
Τα σκουριασμένα δάκρυα τότε στις παλάμες.

Στην ποιητική συλλογή του Νίκου Μυλόπουλου Ο κλήρος του ανεκπλήρωτου, υλικά από το παρόν και το παρελθόν συσπειρώνονται γύρω από τον πυρήνα της ποιητικής ιδέας, το ανεκπλήρωτο. Στην αίσθηση αυτή καταλήγουν και οι περισσότερες συνθέσεις του ποιητικού corpus. Μια κορύφωση αναπόφευκτη, που συμπλέει με τον τίτλο και την ουσία του έργου: την αδικαίωτη ουτοπία που στιγματίζει την ανθρώπινη ύπαρξη. Ταυτόχρονα, υποδηλώνει την ωριμότητα του ποιητή, που είναι σε θέση -στους καλοδουλεμένους στίχους του- να υφαίνει ποικιλότροπα την τραγικότητα του ανθρώπου με το αναπόφευκτο του θανάτου στην επίγειά του περιπέτεια που δεν αφήνει περιθώρια για φληναφήματα και ματαιοδοξίες.

.

ΔΗΜΟΣ Α. ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

CULTUREBOOK.GR 17/1/2020

Η υπερρεαλιστική παραφωνία του Νίκου Μυλόπουλου έναντι της σιωπής

Η λογοτεχνία είναι μια ιδεολογική αποτύπωση του κόσμου∙ ένα σύστημα πεποιθήσεων. Σχεδόν κάθε εμπειρία ή πεδίο σπουδών που μπορούμε να σκεφτούμε έχει ένα ιδεολογικό στοιχείο, αν και δεν είναι όλες οι ιδεολογίες εξίσου παραγωγικές ή επιθυμητές. Η λογοτεχνία ως ιδεολογία εμπεριέχει –ή συγκρούεται– με την εξουσιαστική ιδεολογία. Διδάσκει ταυτότητες. Ο αναγνώστης λογοτεχνίας βλέπει τον κόσμο μέσα από τα μάτια των χαρακτήρων∙ συμπλέκει τα δικά του βιώματα με εκείνα των ηρώων ενός βιβλίου, τη δική του ψυχοσύνθεση με των πρωταγωνιστών. Ταυτίζεται με πρόσωπα του έργου, συμπάσχει μαζί τους και αναπτύσσει ενσυναίσθηση. Κοινός παρονομαστής η γλωσσική αντίληψη της εξουσιαστικής ιδεολογίας.
Υπό ένα τέτοιο πρίσμα έχει ενδιαφέρον να προσεγγίσουμε την οπτική της νέας ποιητικής συλλογής του Νίκου Μυλόπουλου («ο κλήρος του ανεκπλήρωτου», 2019, οι εκδόσεις των φίλων). Και τούτο επειδή ο δημιουργός πάντα αποτελεί φορέα μετάδοσης ιδεών του κοινωνικού περιβάλλοντος, μέσα από τα φίλτρα της δικής του γλώσσας. Για τον Bakhtine, το λογοτεχνικό έργο δεν είναι απλώς ένα γλωσσικό κείμενο, αλλά ένας χώρος διαλογικής αλληλεπίδρασης πολλαπλών φωνών ή τρόπων λόγου ως κοινωνικό φαινόμενο. Είναι διαλογικό γιατί διαλογική είναι η γλώσσα και η ζωή. Η ερμηνεία ως διάλογος είναι η μόνη που μας επιτρέπει να ξαναβρούμε την ανθρώπινη ελευθερία.
Ο Μυλόπουλος συνεχίζει την παράδοση της ποίησης του ιδιωτικού οράματος. Η ποίησή του δεν είναι κλειστού χώρου (“δωματίου”), μολονότι εστιάζει στο εσωτερικό. Το σχεδόν μόνιμα πρωτοπληθυντικό υποκείμενο κινείται στον ανοιχτό χώρο με τον αφηγητή να καταγράφει μύχιες σκέψεις και αγωνίες. Το α’ πληθυντικό πρόσωπο εκφράζει το συλλογικό υποκείμενο. Είναι ο υπερατομικός πληθυντικός, κάτι που επιβεβαιώνει τη θέση για καταγραφή του ατομικού μέσα στο κοινωνικό, χωρίς όμως το τελευταίο να καθίσταται κεντρικό ζήτημα. Από νωρίς άλλωστε, όπως παρατηρήσαμε και στο παρελθόν, υιοθέτησε το πρωτοπληθυντικό πρόσωπο έναντι ενός αυτοαναφορικού υποκειμένου σε πλήρη λειτουργικότητα προς την ποιητική αγωνία.
Ο Σαλονικιός ποιητής κινείται σε μια τροχιά αντίθεσης προς την εξουσιαστική γλώσσα. Με την υιοθέτηση ενός γόνιμου μεταμοντέρνου υπερρεαλισμού, συγκρούεται με την ηγεμονική γλώσσα. Η ηγεμονία της πολιτισμικής βιομηχανίας επιβάλλει μία συγκεκριμένη αισθητική, που –κατά τον Gramsci– εσωτερικεύει τον κοινωνικό έλεγχο. Και η αισθητική, όμως, είναι ιδεολογία, που στο μεταμοντέρνο μέσω της αλτουσεριανής έγκλησης ενθαρρύνει τα άτομα να βλέπουν τον εαυτό τους ως ελεύθερη οντότητα, ανεξάρτητη από τις κοινωνικές δυνάμεις. Ο ποιητής αρνείται να υποταχτεί (στοιχηματίζοντας, διπλός ενικός) και προτιμά την παραφωνία (δικαίωμα στην ύπαρξη) έναντι της σιωπής (περίπατος στο άβατο, γιορτή των χαρταετών, μέχρι τον αφανισμό) και της αφωνίας (κολόβωμα ζωής, ο χρόνος πουλί). Το όνειρο (μεγαλώνοντας τον χρόνο, πικροδάφνες του αύριο, η πληρότητα της αφαίρεσης) και η ελπίδα (τα θεμέλια του σύμπαντος, μέχρι τον αφανισμό, η πληρότητα της αφαίρεσης) εκφράζουν ακριβώς αυτήν την αγωνία του πολέμου ενάντια στο αναπόφευκτο. Προβάλλει τον αγώνα του ανθρώπου να αλλάξει τη ζωή του (ιερόδουλα πλοία, η πληρότητα της αφαίρεσης, ισοπολιτεία του χώματος, οίνος επιδόρπιος, το τέλος των αριθμών), απέναντι στο ανεκπλήρωτο (αποτύπωμα του ανεκπλήρωτου) και το αναπόφευκτο του βίου (ισοπολιτεία του χώματος, ο χρόνος πουλί, κληροδότημα, κοινωνία κατόπτρων, μικρός καιρός) ή τη φθορά (φλοίσβος της ευζωίας, ζωή υπό προθεσμία, ζωής υπέρβαση), με ένα αίσθημα απογοήτευσης για τη μηδαμινότητα του ανθρώπου (σαν ληγμένη γιορτή) ως ουτοπία της ευτυχίας.
Η ποίηση του Μυλόπουλου δεν είναι “εγωιστική”, δεν εξομολογείται. Με αφορμή τον μονολογικό ποιητικό χαρακτήρα στοχάζεται για τη ζωή και το άτομο με μία διάσταση πανανθρώπινη. Η επιτηδευμένη γενίκευση και η απουσία εντοπιότητας ή επικαιρότητας, θεμελιώνουν τον οικουμενικό και διαχρονικό χαρακτήρα της ποιητικής του. Ο χρόνος (περίπατος στο άβατο, αποτύπωμα του ανεκπλήρωτου, πικροδάφνες του αύριο, μεγαλώνοντας τον χρόνο, αφύλακτη διάβαση, ομηρία, ιερόδουλα πλοία, κολόβωμα ζωής, ο χρόνος πουλί, άλλη μία δόση ουτοπίας, πρόσωπο με πρόσωπο, αρπαγή συνειδήσεων, ληξιπρόθεσμα δάνεια, φρούτα εποχής) και η μνήμη (ενοίκιο σκέψης, σαν πειραματικό ταξίδι, μέχρι τον αφανισμό, η πληρότητα της αφαίρεσης, πρόσωπο με πρόσωπο, φρούτα εποχής) αποτελούν ένα βασικό θέμα του ποιητικού προβληματισμού, ενώ συχνά ο προβληματισμός αυτός συμβολοποιείται με το ρολόι και συνυποδηλώσεις του (αποτύπωμα του ανεκπλήρωτου, πικροδάφνες του αύριο, μικρός καιρός, ιερόδουλα πλοία, ο χρόνος πουλί, κληροδότημα). Το μάτι του ποιητή αναζητά το αύριο (σαν ληγμένη γιορτή, ιερόδουλα πλοία, εκταφή αισθημάτων, ομηρία, σαν πειραματικό ταξίδι, πικροδάφνες του αύριο, αποτύπωμα του ανεκπλήρωτου, αρπαγή συνειδήσεων, το τέλος των αριθμών) και το μέλλον (μεγαλώνοντας τον χρόνο) σε έναν διαρκή διάλογο με το σήμερα (κοινωνία κατόπτρων, ισοπολιτεία του χώματος, και το χθες ευλογία) και το παρελθόν.
Ο στίχος του διατηρεί μία εγγενή πολυκεντρικότητα που θεμελιώνεται στον πλούσιο μεταφορικό λόγο. Η ποίησή του είναι πληθυντική. Αταίριαστα ονοματικά σύνολα δημιουργούν μία πολλαπλότητα ερμηνείας και εικόνων. Οι μεταφορές πλάθουν μία πλούσια εικαστική που ξαφνιάζει τον ακροατή/αναγνώστη με τον ανοικειωτικό τους χαρακτήρα. Ένα κολλάζ εικόνων απλώνεται στις συνθήκες της συλλογής με τον διττό χαρακτήρα της μεταφοράς και του παράλληλου νοήματος (ιερόδουλα πλοία). Θέτει υπερβατικά σημαίνοντα μέσα σε ένα ποιητικό τοπίο υπερπραγματικότητας. Η ρητορική των συνθέσεων θυμίζει τη θέση του Braudrilliard για την απώλεια του πραγματικού μέσα από την καθοριστική επίδραση των εικόνων.
Οι μεταφορές του με τον υπερρεαλίζοντα προσανατολισμό τους, αποαυτοματοποιούν τόσο τον ποιητικό λόγο όσο και τον τρόπο που βλέπουμε τον γύρω χώρο (η ίδια η γλώσσα αποκαλύπτει πώς ερμηνεύουμε τον κόσμο). Λέξεις από διάφορα επαγγελματικά ή ακαδημαϊκά ιδιώματα συμπλέκονται με αγωγό τη συνειρμικότητα σε έναν πλούσιο μεταφορικό λόγο (σαν ληγμένη γιορτή, κοινωνία κατόπτρων, μικρός καιρός, εκταφή αισθημάτων, σαν πειραματικό ταξίδι) που γεννά μια στιχουργική με πολλαπλά σημαινόμενα (ζωή υπό προθεσμία). Το ερωτικό στοιχείο (αφύλακτη διάβαση, τελευταία διεισδύσει, κολόβωμα ζωής, φλοίσβος της ευζωίας, πρόσωπο με πρόσωπο, αρπαγή συνειδήσεων, οίνος επιδόρπιος, και το χθες ευλογία, ζωής υπέρβαση) συνυπάρχει με το υπαρξιακό τραύμα και την αποτίμηση του παρελθόντος (εκταφή αισθημάτων, ομηρία). Το φιλί (σαν πειραματικό ταξίδι, ενοίκιο σκέψης, σαν ληγμένη γιορτή, άλλη μία δόση ουτοπίας, μέχρι τον αφανισμό, κληροδότημα, φιλιών δεσμίδες) εμφανίζεται πολύ συχνά στη συλλογή.
Η ποίηση όμως δεν είναι απλώς μία σειρά λεκτικών μεταφορών ούτε λακανικές συμπυκνώσεις διαφορετικών εικόνων. Η στιχουργική του Μυλόπουλου προβάλλει μία άλλη μεταμοντέρνα ταυτότητα ποιητικής, πλήρη ανατροπών και ποιητικής ειρωνείας. Οι αντιθέσεις και οι μεταφορές με όρους αρνητικούς (αόμματοι, κωφοί, χαμένος κτλ) αισθητοποιούν λεκτικά τη σύγκρουση με την εξουσιαστική γλώσσα. Η ποίηση, εξάλλου, του Μυλόπουλου αντιστέκεται σθεναρά στην εισβολή της μαζικής κουλτούρας, ανασκευάζοντας το κοινωνικό γόητρο της ποίησης. Ξεπέρνα την απατηλή προσομοιωτική εμπειρία και οδηγεί το κοινό σε στοχαστικές ατραπούς. Εξάλλου, η ποίηση δεν φέρνει απαντήσεις, αλλά προκαλεί σκέψεις μέσα από τα ερωτήματα που θέτει.
Το κείμενο όμως του Μυλόπουλου δεν είναι κλειστό. Αυτό επιτρέπει την πληθυντική ερμηνεία του ακροατή/αναγνώστη άρα την αποκάλυψη ενός πλήθους παράλληλων ιδεολογικών στοιχείων, καθιστώντας τον δέκτη αντικείμενο περισσότερων προσδοκιών. Κατά την αναγνωστική πράξη ο αναγνώστης ως ενεργούν υποκείμενο εισέρχεται στον κόσμο του βιβλίου με τις αξίες και τις εμπειρίες του, τη γλώσσα και τον κώδικα του την κουλτούρα του τον τρόπο που αντιλαμβάνεται τον κόσμο∙ του δίνεται η ευκαιρία να στοχαστεί και να ελέγξει τις δικές του αφετηρίες σε σχέση με εκείνες του κειμένου φτάνοντας έτσι σε μία αυτογνωσία (Χλωπτσιούδης).
Επιλογικά, ο Μυλόπουλος καταθέτει μία ποίηση πολυφωνική, η οποία αναδύεται μέσα από τον αλληγορικό λόγο, που κρύβει φωνές πολλαπλών σημαινομένων. Η ποιητική γλώσσα, άλλωστε, είναι διαλογική∙ και στη στιχουργική του Μυλόπουλου συνδιαλέγονται αταίριαστα ονοματικά σύνολα μεταξύ τους και με το ποίημα ως αυτόνομο σώμα και ταυτόχρονα με τον ακροατή/αναγνώστη και τους συνειρμούς του, βάζοντάς τον στη δοκιμασία της ανταπόκρισης στο νοηματικό βάθος.

.

Εγχείρημα φωτός (2018)

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

tvxs.gr/22/10/2018

Η αλληγορική γλώσσα ως μέσο δραπέτευσης στην ποίηση του Μυλόπουλου
Ο υπερρεαλισμός γεννημένος στα ορύγματα των δύο παγκοσμίων πολέμων, λειτούργησε απελευθερωτικά τόσο για τον ποιητή όσο και για τη γλώσσα. Και αυτή η έκφραση γκρεμίζοντας στερεότυπα έδωσε μία νέα προσέγγιση στην αισθητική λειτουργώντας ως αντίδοτο στην απολυτότητα του ρεαλισμού∙ μετατράπηκε σε όπλο ενάντια στη δεσποτεία του ορθού λόγου.
Στη σύγχρονη ποίηση η υπερρεαλιστική έκφραση λειτουργεί ως μία μεταγλώσσα που εκφράζει την εξέγερση του ασυνείδητου και του συναισθήματος κόντρα στον ρασιοναλισμό της εποχής. Εξελιγμένη πια φτάνει σε μία μετωνυμική υπέρβαση της ίδιας της γλώσσας ως δομικό στοιχείο της ποίησης. Παράταιροι γλωσσικά συνδυασμοί διαμορφώνουν ένα λόγο απεικονιστικό, επενδύοντας στο θυμικό με τη συνειρμική δύναμη των φθογγικών συμπλεγμάτων. Αναδεικνύει όχι μόνο την οπτική απεικόνιση μιας λέξης ή την ηχητική της διάσταση, αλλά ταυτόχρονα τη διασπά μέχρι να βρει εκείνο το συναισθηματικό υπόβαθρο που εξυπηρετεί το μήνυμα και τον ψυχισμό του ποιητή.
Σε ένα τέτοιο δρόμο κινείται και η νέα ποιητική συλλογή του Νίκου Μυλόπουλου, «εγχείρημα φωτός» (κουκίδα 2018), ακολουθώντας την πορεία που χάραξε από την αρχή σχεδόν της παρουσίας του στα ελληνικά γράμματα.
Ο Μυλόπουλος αξιοποιεί την ανοικείωση και ξαφνιάζει με τον μετωνυμικό του λόγο. Σε αυτόν θεμελιώνεται και η εικαστική του (ξημέρωνε λιακάδα, δημοπρασίες της μνήμης, άπιαστη χαρά, η εξόρυξη, αισθήματα επιούσια). Η στιχουργική του οικοδομείται σε μεταφορές και προσωποποιήσεις. Γοητεύει η σύμμειξη διαφορετικών νοημάτων, καθώς σχηματίζουν πρωτότυπα ονοματικά ή ρηματικά σύνολα (μοιραίο ν’ ακουστεί, ισόβια, το κόστος της μετανάστευσης, η διάμετρος της συνείδησης, στα χρόνια της κερασιάς, ωδικά δειλινά, χρώματα στέρησης) με υπερρεαλιστική καταγωγή (ταξική φυγή συναισθημάτων, φωτιάς ουρλιαχτό, ηρωικώς πεσόντων, ζωή, νυχτερινή διάλογοι). Την ανοικείωση ενίοτε υπηρετεί και η σειρά των λέξεων, με ονοματικά σύνολα που “χωρίζουν” (ξημέρωνε λιακάδα).
Ο αλληγορικός του λόγος με τη σουρεαλιστική προέλευση είναι βαθιά επηρεασμένος από την ελύτικη ποιητική παράδοση. Η οικοδόμηση των μεταφορών με την εικονοποιητική τους δύναμη έχουν σαφείς αναφορές στον νομπελίστα ποιητή. Ο Μυλόπουλος όμως εγκαταλείπει τον γαλανό και φωτεινό χώρο του Ελύτη και αφουγκράζεται τα συναισθήματα της πόλης.
Η ποίησή του, εξάλλου, είναι αστική και σκοτεινή –μεταφορικά και κυριολεκτικά. Εμφανής σε όλη τη συλλογή είναι η ανάγκη δραπέτευσης (χάρτινες πόλεις, ταξική φυγή συναισθημάτων, φίλιος φόβος, πύλες σκυφτές, οι ευθύνες των σκιών, ηρωικώς πεσόντων, νυχτερινοί διάλογοι) από το αποπνικτικό άστυ (η διάμετρος της συνείδησης, ράμφισμα στα χείλη). Το φυσικό στοιχείο με τη συχνή παρουσία του εντείνει την ανάγκη αυτή της διαφυγής. Διατηρεί έναν χαρακτήρα εξωτικής εικόνας και αγνότητας που έρχεται σε αντίθεση με τον συναισθηματικό κόσμο της σύνθεσης (αγριοκέρασα, τάγμα ασωμάτων, το κόστος της μετανάστευσης, ζωή, φύλλα δυόσμου, στα χρόνια της κερασιάς).
Η ποιητική του ισορροπεί σε μία πρισματική πολυθεματικότητα. Η αδηφάγα πόλη και η μοναξιά/απομόνωση (αγριοκέρασα, φωτιάς ουρλιαχτό, μαγεία έλλειψης) συνδέονται με την κοινωνική αγωνία, τον έρωτα, τον χρόνο και τη σιωπή. Με τη γλώσσα των ήπιων υπαινιγμών ο ποιητής σχολιάζει την κοινωνία και την πολιτική (κληρωτοί της ηδονής, οδός σιγής, χρονολόγιο, ωδικά δειλινά) με ένα αίσθημα απογοήτευσης. Τη λογική των νύξεων υιοθετεί, άλλωστε, σε όλη την ποιητική του (ηρωικώς πεσόντων, εαρινές διαθήκες). Συχνή είναι η παρουσία του χρόνου στις συνθέσεις του (φίλιος φόβος, νυχτερινοί διάλογοι, αισθήματα επιούσια, στα χρόνια της κερασιάς, εσπερινή φαντασίωση, δημοπρασίες της μνήμης, το αιώνιο βήμα, το κόστος της μετανάστευσης, ισόβια) και της μνήμης/νοσταλγίας (η διάμετρος της συνείδησης, σύντομη σχέση, δημοπρασίες της μνήμης, άχρονη εφηβεία).
Οι επιμήκεις στίχοι “σπάνε” τυπογραφικά σε δύο σειρές (αποφεύγουμε να μιλήσουμε για ημιστίχια, επειδή ο διαχωρισμός δεν γίνεται βάσει του ρυθμού απαγγελίας/εκφώνησης ή του ολοκληρωμένου νοήματος κατά την μοντερνιστική παράδοση). Ο στιχουργικός ρυθμός ακολουθεί την κίνηση των εικόνων μέσα στο ποίημα, καθώς κάθε -μακροσκελής- στίχος αποτελεί στην ουσία μία διαφορετική εικόνα. Και τούτη η κίνηση των εικόνων διαμορφώνει μία αίσθηση κινηματογραφική. Η ένταξή τους ως λειτουργικό τμήμα της ποιητικής αφήγησης, επιτρέπουν στον ποιητή να αποφύγει τον πληθωρισμό ασύνδετων στιγμιότυπων, αλλά, αντίθετα, υποστηρίζουν τον έλεγχο του στιχουργικού ρυθμού.
Οι ήπιοι τόνοι της στιχουργικής του Μυλόπουλου βρίσκουν σύμμαχο την κυριαρχία της σιωπής, που σκιαγραφεί ακριβώς το συναίσθημα απογοήτευσης και αγωνίας για το μέλλον. Και η σιωπή, άλλοτε εκφρασμένη άμεσα (πύλες σκυφτές, ταξική φυγή συναισθημάτων) και άλλες φορές ως αίσθηση που διαμορφώνει άηχες εικόνες, ορίζει το βουβό του κάδρο.
Ο ποιητής σε ακόμα μία συλλογή υιοθετεί το α’ πληθυντικό γραμματικό πρόσωπο ως κύριο φορέα της δράσης. Παρά όμως το πρωτοπληθυντικό υποκείμενο, το κάδρο του δεν είναι πολυάνθρωπο. Και τούτο όχι μόνο ισχύει το συναίσθημα απομόνωσης, αλλά ολοκληρώνει την εικόνα μιας άνυδρης ζωής/πόλεις που αποζητά τη συλλογικότητα. Είναι μία αγωνιώδης αναζήτηση απομάκρυνσης από το ιδιωτικό όραμα που καταρρέει. Τούτο φαίνεται και από τις περιορισμένες εικόνες κλειστών χώρων. Ο χώρος της ποιητικής δράσης είναι συνήθως εξωτερικός∙ οι ανοιχτοί χώροι κυριαρχούν -ακόμα κι αν δεν δηλώνεται άμεσα- ισορροπώντας με την απομόνωση του ποιητικού εγώ (ως μέρος του εμείς).
Με κυρίαρχο, άλλωστε, υποκείμενο το συλλογικό και το ερωτικό εμείς, ο Μυλόπουλος αποτυπώνει την ευρύτερη απογοήτευση του κοινωνικού χώρου, όπως τούτος σφραγίζει τη δική του συναισθηματική εμπειρία. Μας παραδίδει μία συλλογή που βιογραφεί το κοινό γοητεύοντας με την εκφραστική του αλληγορία, αναζητώντας λύτρωση από τον αστικό χώρο που τον πνίγει και τον κάνει να αισθάνεται μόνος.

.

 

ΑΠΟ ΤΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟ ΕΜΒΟΛΙΜΟ   ΤΕΥΧΟΣ 89-90 2019

 

ΔΗΜΗΤΡΑ ΜΗΤΤΑ

Το τραγικό στο Εγχείρημα φωτός του Νίκου Μυλόπουλου

«κλωτσιές της μοίρας η ζωή
στα ευαίσθητα σημεία του ονείρου»

Το εγχείρημα φωτός είναι η τρίτη ποιητική συλλογή του Νίκου Μυλόπουλου που παρουσιάζω, κι ωστόσο αυτή με έφερε σε δύσκολη θέση. Γιατί, ενώ στις προηγούμενες επιχείρησα και θέλησα να ανακαλύψω και στη συνεχεία να αποκαλύψω το ποιητικό του σύμπαν, αυτή τη φορά η επιθυμία μου ήταν απλώς να διαβάσω τα ποιήματα της συλλογής. Διότι ο λόγος του στο Εγχείρημα με παρέσυρε όχι σε προσεγγίσεις και αναλύσεις άλλα στην ανάγνωση, καθώς κάθε ανάλυση, με την πεζότητα του λογού, αλλοιώνει την υψηλή αισθητική η δεν φτάνει για να περιγράφει την ικανοποιητική συν-πλοκή των
λέξεων, σε μία ιδιότυπη σχέση ποίησης και ζωγραφικής, ούτε τις μεταφορές που κινούνται σε ένα παιχνίδι διαρκούς δημιουργίας και καταστροφής. Εδώ, περισσότερο από κάθε άλλη φορά ο Μυλόπουλος συνθέτει λέξεις ασύνδετες στην καθημερινότητα του λογού μας, που όμως στην ποίηση δημιουργούν εικόνες που αποδίδουν με ακρίβεια, όμως μυστηριακά, εσωτερικά τοπία.
Θα συμφωνήσω, λοιπόν, με τον Δήμο Χλωπτσιούδη ότι η ποίηση του Μυλόπουλου είναι υπερρεαλιστική1, ότι, πατώντας πάνω στον ρεαλισμό, η φαντασία και η κριτική ικανότητα του ποιητή μας, το συνειδητό και το ασυνείδητο, τον υπερβαίνει πλάθοντας ένα δυναμικό συμβολικό φαντασιακό, εμπνευσμένους ποιητικούς συνειρμούς που αποδίδουν νοήματα με μεταφορές και σύμβολα, όχι με περιγραφικά η αφηρημένα σημεία και πολύ πέρα από δημιουργίες εικονοκλαστικές και γυάλινες, διαφανείς και προφανείς, μαζικές και βιομηχανοποιημένες. Ξαναπαίρνοντας λοιπόν τον ρολό του κριτικού ανάγνωστή που αποποιήθηκα στην αρχή θα επιχειρήσω να σας κάνω κοινωνούς της δίκης μου ανάγνωσης στα ποιήματα του εγχειρήματος και να σας αποκαλύψω τη μέθοδο μου: Στηρίζεται στο… μέτρημα!
Στα ποιήματα του Ν. Μ, επαναλαμβάνονται συχνά ορισμένες λέξεις, τόσο που ειναι σαν μία πρόσκληση-πρόκληση να τις αρπάξουμε στη χούφτα. Δεν μέτρησα πόσες φορές επαναλαμβάνεται στα ποιήματα η λέξη φιλί άλλα είναι τόσες που αναγκαστικά η μνήμη τρέχει στο φιλί του Ροντέν η στο φιλί που δίνουν ο Έρωτας και η Ψυχή στο γνωστό γλυπτό του Α. Κανόβα. Απλώναμε φίλια στην άυλη του χρόνου να στεγνώσουν (σ.60) -να ο υπέροχος υπερρεαλισμός του μ. κι αν αναπόφευκτα μαζί με το φιλί πηγαίνουν και τα χείλη, αναπόφευκτα με τα χείλη πηγαίνουν και τα κρυμμένα μυστικά / παροπλισμένα στις απροσπέλαστες χαράδρες των χειλιών (σ. 65).
Συχνά γίνεται αναφορά στη σιωπή που, βέβαια, εκρήγνυται στον ποιητικό λόγο -σε πολύτροπη έξαψή αιμορραγούμε σιωπή (ο. 70)-, στη σιγή, στο τρένο, στις μέλισσες, στο όνειρο -Ζητούσαμε συγνώμη από τα όνειρα (ο. 56)· κλωτσιές της μοίρας η ζωή στα ευαίσθητα σημεία του ονείρου· Μα αν στενέψει απότομα της θύμησης η κρήνη/Ποιος θα σκεπάζει αμνήμονας/τα αχτένιστα όνειρα νυχτιάτικα; (σ. 43)· Πρωτόπλαστοι πάνω σε κόκκινο καμβά / ζωγραφίζουμε όνειρα (σ. 71 )· Και με χέρια από άχυρο κυνηγούσαμε όνειρα (σ. 35). Μιλάει για χαμένα του καιρού αγριοκέρασα (σ. 20) και για τα χρονιά της κερασιάς (σ. 42)· τριγυρνάει γύρω από τη μνήμη και την ανάμνηση, τον χρόνο και την επέλαση του (σ. 61,63) ή την έκταση του (ο. 76) – Στην τήξη του άκαμπτου ελπίζωντας χρόνου (σ. 19)· γύρω από σκιές – Μεγάλες οι ευθύνες των σκιών στις συμπληγάδες των σωμάτων (σ. 55) Γύρω μας αθέατες σκιές δηλώνουν φωναχτά την παρουσία
τους (σ. 72)-, και μοναξιές – Κι ας κάνουμε το τραπέζι σε ανύπαρκτα πρόσωπα (σ. 56)-, την αθωότητα και την παιδικότητα – Ύστερα κλεινουμ’ ένα-ένα τα παράθυρα της παιδικότητας (σ. 65)-, τη θνητότητα και τον θάνατο- Εκεί όπου πήλινοι άνθρωποι χάνονται τρυφερά στη σιωπή (σ. 58), Και με χέρια από άχυρο κυνηγούσαμε όνειρα / Ώσπου αρπάζοντας τα φτυάρια ξεθάβαμε / στιγμές /Και βγάζοντας βόλτα στην παραλία τον θάνατο/ Του πλέναμε επίμονα τα μάτια/Καλύτερα να βλέπει τα ολέθρια λάθη του/Έναν ακόμη ολοκληρώνοντας γύρο ματαιότητας (ο. 35). Οι Νιφάδες ασυνόδευτες (σ. 62), τίτλος ποιήματος, πολύ με πήγαν στους ασυνόδευτους νεκρούς, αλλά και το Στο μωβ του χάρτη, τίτλος του πρώτου μέρους της συλλογής με 33 ποιήματα πως με πήγαν στο πένθος και στον χάρτη της προσωπικής ζωής όταν αρχίζει να μωβίζει; Χερούλι εξόδου είναι ο τίτλος του δεύτερου μέρους της συλλογής -Παγωμένα τα δάχτυλα στο χερούλι εξόδου (σ. 66) δεν μπορεί να μην είναι χερούλι εξόδου από τη ζωή. Εκτός κι αν πρόκειται για χερούλι βοήθειας στην επιτέλεση ενός σκοπού. Το νόημα, η κοσμοθεωρία αλλάζουν. Να πάλι ο πλούτος των διπλών, η και άλλων, αναγνώσεων.
Ήδη αναφέραμε ότι και σε αυτή τη συλλογή η μνήμη, η ανάμνηση, η θύμηση, ο χρόνος, έχουν τη θέση τους, πολλές φορές ως βασανιστική απώλεια της νιότης, ως συνειδητοποίηση και ταπεινωμένη αποδοχή ότι ο χρόνος που περνά φυλακίζει πόθους.
Ισοβαρής και η παρουσία του έρωτα, η μάλλον η πρωτοκαθεδρία του. Και αν με τους τελευταίους στίχους σε αρκετά του ποιήματα ο ποιητής μας θυμίζει τη μοιραία κατάληξη των ερώτων η το ανέφικτο του έρωτα, ωστόσο πριν από αυτό το τέλος με τις λέξεις του μας θυμίζει ξανά τη μυσταγωγία του.

Ερωτική η ποίηση του Μ., ερωτική και προς την ίδια την ποίηση -η ποίηση ερωμένη, με όλη την έκσταση και το μεθύσι που ο έρωτας προκαλεί. Αποσπώ στίχους από διάφορα ποιήματα: Αμέτρητα πίνοντας ποτήρια από λέξεις (σ. 26)· Κι αμέτρητα πίνοντας τραγούδια από λέξεις (σ. 64)· αλλού ο ποιητής αναφέρεται σε μεθυσμένες λέξεις (σ.25), σε στίχους μεθυσμένους (σ. 26). Αναπόφευκτα περνά από το τραγούδι στον χορό των λέξεων -Και μόνο οι λέξεις χόρευαν στο μυαλό (σ. 74)- και στο αμέσως επόμενο ποίημα: Στα χείλη χόρευαν λέξεις παρθένες που δεν ειπώθηκαν ποτέ / Και το ρολόι
έδειχνε όνειρα και κάτι ακριβώς (σ. 75).
Μεγάλη ερωμένη η ποίηση, αρκετά ποιήματα είναι αυτοαναφορική (π.χ. «Φωτιάς ουρλιαχτό»,σ. 23), ενώ άλλα (π.χ. « Ισόβια») μπορεί να διαβαστούν διττά, προς ερωτικό σύντροφο η προς την ποίηση.
Η ποίηση του Μ. μοιάζει να στρέφεται γύρω από το άτομο, περίκλειστο στα συναισθήματα, τις απωθημένες επιθυμίες του, τις απογοητεύσεις του, κυρίως από την κύλιση του χρόνου, τη συσσώρευση των αναμνήσεων -χαρακτηριστικό όχι της νιότης-, τη θνητότητα και τελικά τον θάνατο, τον προσωπικό. Είναι όμως έτσι; η απλώς μοιάζει να είναι έτσι; Ποιος είναι ο πυρήνας της ποίησης του Μ.; Ο έρωτας, η φαντασίωση, η επιθυμία, τα αισθήματα ως άρτος επιούσιος, τόσο σημαντικά, τόσο αναγκαία (σ. 54). Όμως και μονό η έκφραση της επιθυμίας στρέφει το άτομο προς τα έξω, είναι επιθυμία για κάτι, για κάποιον που είναι εκεί έξω, ένα άλλο πρόσωπο, μία κατάσταση, κάθε συναίσθημα είναι προς κάποιον η από κάποιον, ο έρωτας είναι έρως τίνος. Η ποίηση του Μ. είναι περισσότερο κοινωνική απ’ ό,τι αφήνει η πρώτη μάτια να φανεί, είναι ιδεολογική. Γιατί η επιθυμία είναι αυτή που προκαλεί τη σύγκρουση με παγιωμένες και απαράγραπτες νομοτέλειες (πρβλ. το ποίημα «νομοτέλεια», σ. 72) και με τα ταμπού που αποτρέπουν τη σύγκρουση αυτή προσφέροντας ασφάλεια σε όσους τα κρατούν, όχι όμως και στον καλλιτέχνη που τα υπερβαίνει. Ο χωρίς επιθυμίες άνθρωπος είναι βολικός για τα διάφορα συστήματα -δεν αντιδρά, δεν αντιστέκεται, δεν αντιμίλα, δεν αναγνωρίζει συναισθήματα, είναι αλεξίθυμος· ο άλλος, ο γεμάτος επιθυμίες άνθρωπος, είναι τουλάχιστον ενοχλητικός. γιατί η επιθυμία εξ ορισμού είναι ανυπάκουη -και φορώντας φίλια από αντίδωρα και δυόσμο / Οργασμό ελευθέριας υστέρα / το ποίημα αναπήδα στα γυαλισμένα φύλα / τον εφησυχασμό εξοστρακίζοντας μέχρι τη θλίψη (σ. 30)- πόσω μάλλον που απελευθερώνεται από τον χώρο του ασυνείδητου, εκεί οπού οι μορφές είναι ανοιχτές και δυναμικές, και αφήνουν τη φαντασία ελεύθερη σε άλλες εικόνες. Φυσικά όταν μιλούμε για επιθυμία δεν είναι για να αυτοσυντηρηθεί η να αυτοκαταστραφεί το άτομο άλλα να αγαπήσει και να αγαπηθεί, δηλαδή να ζήσει· γι’ αυτό και τραγικά ακούγονται οι στίχοι: Στο αριθμητήριο της αγάπης σπασμένοι πια/οι πολύχρωμοι κρίκοι (σ. 23). γι’ αυτό και ο ποιητής αγωνία για την απουσία του έρωτα -Οι εραστές φαντάσματα από τα χρονιά τα παλιά όλο και λιγόστευαν. / Και οι Κυριακές που άλλοτε ήταν γιορτή / Τώρα σε χρόνια ορφανά, μετρούσαν φοβισμένες τις εκρήξεις (σ. 55), τις κάθε είδους εκρήξεις. Γι’ αυτό και επικίνδυνη καθίσταται η απογοήτευση, ενίοτε μέχρι σημείου μηδενισμού, για την απραξία στην οποία μπορεί να οδηγήσει, από τη μη εκπλήρωση επιθυμιών -λιθόστρωτο και λιθοξόοι τώρα πια / πνιγμένα υλικά του τίποτα στη σκόνη (σ. 18).

Με άλλα λογία, ο Μ. περιγράφει το υποκείμενο όχι μονό ως γέννημα της φύσης άλλα και ως δημιούργημα του χρόνου και μας θυμίζει ότι η τραγικότητα και ο πυρήνας της ποίησης, και του ανθρώπου, δεν βρίσκεται στους εσωτερικούς λαβυρίνθους άλλα στην ιστορία, εκεί οπού η πολυπρόσωπη υποκειμενικότητα δεν μένει κλεισμένη στον εαυτό της άλλα ανοίγεται στην αντικειμενική πραγματικότητα και αναμετριέται με όλα τα εμπόδια που ορθώνονται σε αυτούς που συγκρούονται μαζί της. Έτσι, το υπερρεαλιστικό σύμπαν του Μ. με στίχους όπως υιοθετώντας σχέσεις απιστίας σε συμβατικές / αγκυλώσεις και στερεότυπα / κυκλωμένοι από τοίχους ανέραστους κι/άδειους (σ. 40), καθίσταται χώρος υποδοχής του τραγικού, στο οποίο συνέχονται η ένοχη, η θυσία, η ευθύνη χώρος υποδοχής της σύγκρουσης στην οποία οδηγούν άλυτες αντινομίες και η οποία είναι αποτέλεσμα της ανάγκης των ανθρώπων να δρουν, ακόμη και χωρίς επιτυχία.
Εις επίρρωσιν της αναγνωστικής μου προσπάθειας απομονώνω τους στίχους οι χαμένες ευκαιρίες στη ζωή πουλιά είναι / τραυματισμένα (σ. 28) και κληρονόμοι κραυγαλέων φιλιών (σ. 38) από τα ποιήματα «Το κόστος της μετανάστευσης» και « Εαρινές Διαθήκες» αντίστοιχα. O Μίλτος Σαχτούρης στο ποίημα του «O ελεγκτής» περιγράφει τον ποιητή ως κληρονόμο πουλιών που πρέπει /έστω και με σπασμένα φτερά να πετάει.
Κληρονόμοι πουλιών, κληρονόμοι φίλιων. Οι ποιητές… Αν ο Σαχτούρης, επιμένει στον ρολό του ποιητή ως συνδετικού κρίκου με τα οράματα, ο άλλος τον καθιστά συνδετικό κρίκο του εαυτού με το συναίσθημα και ευαγγελίζεται τη μη αποξένωση από τον συναισθηματικό πυρήνα της ύπαρξης. Εύκολα και αυτονόητα λέγεται αυτό, όμως η πραγματικότητα τι ακριβώς δείχνει για τη σχέση με αυτόν τον πυρήνα; Μήπως συναισθήματα και πυρήνες είναι ελεγχόμενα από ένα κατασκευασμένο Εγώ και το σύστημα -κοινωνικό, εργασιακό, πολίτικο; Γράφει ο Ν.Μ.: Μην σκάβεις άλλο μέσα μου, αναστέναξες (σ. 33), ο Ν. Καρούζος αναρωτιέται αν τα ποιήματα είναι σκαψίματα («διερώτηση για να μην κάθομαι άνεργος») και ο τραγουδοποιός ποιητής Λέοναρντ Κοέν έγραψε ότι «το ποίημα είναι το σύνταγμα της έσω χωράς».
Επομένως, όταν ο Μ. ορίζει τη ζωή σαν κλωτσιές της μοίρας η ζωή στο ευαίσθητα σημεία του ονείρου, αναρωτιέται κάνεις για ποιο όνειρο μίλα. Το ατομικό; Ή μήπως όχι; Αν επρόκειτο για το ατομικό όνειρο, η ποίηση του δεν θα γινόταν καταγγελτική: Οι κληρωτοί της ηδονής και των χαμένων / οργασμών / κείνης της πρώτης νιότης/τους ευτελείς ακολούθησαν κώδικες / Του ανεπίτρεπτου και του χυδαίου (σ. 27)· Ακέφαλοι οι φίλοι και οι πολιτείες παλιές πια / Ευτελίζονται σε αδίσταχτες δημοπρασίες / της μνήμης (σ. 37). Κι αν η απογοήτευση καθίσταται ενίοτε μηδενιστική, ωστόσο σαν να μην χάνεται τελείως το παιχνίδι εναντία σε νομοτέλειες και κάπου σαν να ευαγγελίζεται για την ποίηση έναν ρολό περισσότερο πολίτικο και παρεμβατικό: Στο τέλος απασφαλίζοντας τη θάλασσα / γεννιόνταν νέες λέξεις / Τη φορά των υδάτων αλλάζοντας εντελώς (σ. 73). Ο Αισχύλος άλλαξε τη φορά των υδάτων της πόλης του με την τριλογία Ορέστεια. Όμως ποσό συχνά έχει αυτή τη δύναμη η ποίηση; Μπορεί να συνδεθεί το μυστικό της τέχνης με μίαν άλλη κοινωνία, αναπόφευκτα δικαιότερη αν η σκέψη κρατιέται αρυτίδωτη (σ. 17); Των ποιητών ήταν οι φωνές που εξορίστηκαν με η / χωρίς διαπόμπευση στην ομίχλη (σ. 17) -με στίχους σαν αυτούς παρεμβαίνει στο θέμα ο μ. -γιατί να εκδιώκεται κάποιος αν δεν είναι δυσάρεστος; οι λέξεις είναι απειλητικές (σ. 71).

Στην αρχή της προσέγγισης μου δήλωσα ότι είναι τόσο γοητευτικό το νέο σύμπαν που δημιουργείται από υλικά της καθημερινότητας που καλύτερα είναι να αφήνεται κάνεις στη γοητεία που προκαλείται από το καλά φτιαγμένο ποίημα πάρα να προσπαθεί να φτάσει μέσα στο καλά κρυπτικό νόημα. Παραβίασα ολοκληρωτικά τη δήλωση αυτή. Κλείνοντας λοιπόν τον αναλυτικό μου λόγο, επισημαίνω ότι ο Μ. τιμά την προηγουμένη παράγωγη του στήνοντας γέφυρες ανάμεσα τους. Οι τίτλοι των ποιημάτων «Όνειρα και κάτι» και «Ξημέρωνε λιακάδα» παραπέμπουν στις συλλογές «Όνειρα σε συνέχειες» και «Ξημερώνει στο γέλιο σου» (2012 και 2011 αντίστοιχα). Σε όλες ο μηχανισμός του οράματος, το όραμα του Μ. παραμένει ίδιο. Εκείνο που αλλάζει και την κάνει σταδιακά ποίηση υψηλή είναι «το μηχανάκι» που έλεγε και ο Σαχτούρης, ο τρόπος.
Πολύ όμορφη η έκδοση, με το διορθωτικό χέρι του ποιητή κ. Θ. Ριζάκη, στον οποίο είναι και αφιερωμένη, του οποίου την επίδραση ανιχνεύουμε άχνα.

.

ΞΑΝΘΙΠΠΗ ΖΑΧΟΠΟΥΛΟΥ

Ο λόγος ως « Εγχείρημα φωτός»

Καθώς η ζωή γλιστρούσε σαν χέλι
απ’ τα αγκυλωμένα δάχτυλα των συντρόφων
ζωγραφίζαμε ήλιους πλάι στα χορταριασμένα
πρόσωπα των εραστών
αντί ν’ ακολουθούμε τις πληκτικές πληροφορίες
μιας απόκοσμης ενημέρωσης.
Ο χρόνος τότε μονοδιάστατα χτυπούσε
αηδιασμένος απ’ την υδάτινη παράθλαση
ενώ οι λιγοστοί φανοστάτες που τον έσχατο
φώτιζαν δρόμο
των ποιητών ήταν οι φωνές που εξορίστηκαν με ή
χωρίς διαπόμπευση στην ομίχλη.
Ας κρατήσουμε λοιπόν αρυτίδωτη σκέψη σε
καιρούς σκοτεινής τρικυμίας
μιας κι η είσοδος των νέων ήμερών σιωπά
ανεπανόρθωτα
στης πυρκαγιάς την κυλιόμενη σκάλα να
μη βασιστείς.
Αφετηρία της συλλογής, «Ζωή σαν χέλι», με λέξεις-έννοιες, σύμβολα της ποιητικής μυθολογίας του Νίκου Μυλόπουλου. Ζωή, σύντροφοι, χρόνος, εραστές, ήλιος, ποιητές, αρυτίδωτη σκέψη.
Η ζωή χέλι που γλιστράει από τα αγκυλωμένα δάχτυλα των συντρόφων. Η λέξη
σύντροφοι, αγαπημένη λέξη του ποιητή, συνειρμικά οδηγεί στην Οδύσσεια και τους συντρόφους του Οδυσσέα, καθώς και στο ποίημα του Γιώργου Σεφέρη «Οι σύντροφοι στον
Άδη» από τη συλλογή του Στροφή. Εκεί, οι σύντροφοι φάγανε τα βόδια του ήλιου και τιμωρήθηκαν με την απομάκρυνση από το όνειρο επιστροφής στην πατρίδα. Εδώ, οι σύντροφοι ζωγραφίζουν ήλιους, «πλάι στα χορταριασμένα πρόσωπα των εραστών», αναζητώντας το φως… ως πατρίδα, άραγε; «ενώ οι λιγοστοί φανοστάτες που τον έσχατο
φωτίζουν δρόμο είναι οι φωνές των ποιητών που εξορίστηκαν».
Στην ποιητική του συλλογή Εγχείρημα φωτός ο Νίκος Μυλόπουλος δοκιμάζει να ψηλαφίσει περιοχές φωτός που υπάρχουν μέσα, στο εσωτερικό του σύμπαν και επιθυμεί να γίνουν βίωμα. Που αποτελούν τη μικρή του πατρίδα. Ποίηση και ποιητές, λοιπόν, φωτεινή πατρίδα. Η ποίηση φως, το ποίημα φανός, η ποίηση ως η δύναμη που απελευθερώνει, αλλά και η πικρή διαπίστωση πως οι ποιητές φανοστάτες είναι εξορισμένοι από τον κόσμο. Μας προτρέπει όμως:

«Να κρατήσουμε αρυτίδωτη σκέψη σε καιρούς σκοτεινής τρικυμίας».

Φωτεινή περιοχή κι ο έρωτας. Στην υπέροχη προμετωπίδα του JALAL AL-DIN RUMI
«Οι ερωτευμένοι δε συναντιούνται κάπου στο τέλος. Ζούσαν ο ένας μέσα στον άλλον απ’ την αρχή», έχουμε να κάνουμε με το απόλυτο, θα λέγαμε, του έρωτα, που κινείται στον χώρο του υπεραισθητού.
Ενώ αλλού:

«Όποιος ζει και αναπνέει τον έρωτα
φοράει φωτοστέφανο σε τάγμα ασωμάτων»

«Ο έρωτας εκστατική εμπειρία του παντοτινού».

Ο έρωτας εκπέμπει φως αγγελικό, σε περιοχές πέρα από το αισθητό, όπου ζουν τάγματα ασωμάτων. Αυτός που αναπνέει τον έρωτα αξιώνεται φως υπερκόσμιο αθωότητας και αγιότητας.
Κι αυτός όμως ο έρωτας, ως εμπειρία φωτός, κινείται στην περιοχή του υπερβατού, στα τάγματα ασωμάτων, δηλαδή, είναι κι αυτός έκτος της γήινής μας πραγματικότητας.
Ο ποιητής με τα μάτια της ποίησης έχει «δει». Αυτό το φως. Το φως που μοιάζει μακρινό αλλά που ξέρει ότι μπορεί να έρθει κοντά μας, να γίνει βίωμα.

«Το φως πέρα από τις αισθήσεις, σε κοιμητήριο αισθήσεων».

Εδώ θα λέγαμε πως υπάρχουν πλατωνικές καταβολές που παραπέμπουν στην αρχετυπική ιδέα. Ο ποιητής, άλλωστε, διατηρεί μια διαισθητική σχέση με τη σφαίρα του ιδεατά ωραίου και αληθινού. Ο έρωτας συνέχει και συγκροτεί τα πάντα, είναι η διαμορφωτική δύναμη του κόσμου.
Το ποιητικό υποκείμενο αποζητά το μαζί. Το πρόσωπο αναφοράς του είναι το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο σ’ όλη τη συλλογή. Υπάρχει η αγωνία του για τον άνθρωπο, να τον δει, να τον αγγίξει, να ενωθεί με το φως αυτό. Το εμείς είναι πολύ ισχυρό. Συχνά κινείται στα όρια της ψευδαίσθησης, προσκρούει στον τοίχο του άλλου, κουβαλά τη ματαίωση, άλλες φορές υπάρχει με τους όρους της συντροφιάς. Είναι πάντως αυτό που τον τρέφει, η προσδοκία του στο μέλλον. Αν και ίσως γνωρίζει αυτό που είπε ο Ράινερ Μαρία Ρίλκε «σε ό,τι πιο βαθύ και σημαντικό, είμαστε ανείπωτα μόνοι».
Φωτεινό σημάδι και η αλήθεια αλλά κι αυτή άπιαστη χαρά, εξόριστη, όπως και οι ποιητές, μαζί με τους ποιητές. Ποίηση και αλήθεια αλληλένδετες, κι εδώ θυμόμαστε τον Αριστοτέλη πως η ποίηση είναι λειτουργία μέσω της οποίας η ψυχή αληθεύει.

«Ξαπλωμένη στις ρόγες του τρένου η αλήθεια
άχρονη
Την αναπαλαίωσή της επωάζει προσδοκώντας
και καθώς από τη συμβατικότητα απομακρύνεται
και το κοινώς αποδεκτό μέτρο
την πραγματική της επιχειρεί να φορέσει μορφή
που εδώ και χρόνια έχει και η ίδια ξεχάσει.

Ο ποιητής φαίνεται να αναζητά το φως της χαμένης αθωότητας, της αλήθειας των πραγμάτων, του χαμένου παραδείσου της αγάπης, του έρωτα, θα τολμούσα να πω του απόλυτου. Η ποίησή του είναι ποίηση αναζήτησής τους. Ο λόγος επωμίζεται το φορτίο να φέρει το φως αυτό στην έξω πραγματικότητα. Προβάλλει αυτό που θα ήθελε
να είναι. Αυτό που ξέρει ότι χωράει η ζωή αλλά κάπου μας διαφεύγει. Δεν πρόκειται για ουτοπία. Τόπος υπάρχει και το ξέρει. Η ποίηση κάνει το εγχείρημα φωτός. Φωτίζει τον κόσμο αυτό. Γίνεται ο τόπος, η ανάκλαση του εαυτού του. Της πραγματικότητας εντός που ποθεί να υπάρξει και στην εξώτερη πραγματικότητα. Αυτός είναι ο λυρικός του τόπος. Ελπίζει, το φως υπάρχει μέσα του, συνειδητά η ασύνειδα αναζητά τον κόσμο αυτό.
Έχει συναίσθηση της υγρασίας γύρω του που έχει διαβρώσει, του σκοταδιού, των ρινόκερων, της μοναξιάς, της παρακμής, της σκουριάς. Βρίσκεται σ’ έναν κόσμο αντιφατικό και κατακερματισμένο.

«Ο αέρας γλιστρούσε απ’ το πρόσωπα στη σκουριά»
«Έναν ακόμα ολοκληρωτικό γύρο ματαιότητας»
«Η μοναξιά φωτιάς ουρλιαχτό»
«Το δικό σου φιλί ασπίδα στην παρακμή»
«Οι εραστές φαντάσματα απ’ τα χρόνια τα παλιά»
«Βγάζοντας βόλτα στην παραλία τον θάνατο»

Παλινδρομεί συνεχώς ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι, με την αγωνία του φωτός και «αχόρταγα θωπεύοντας το θέρος».
Το θέρος, το φως, που σε όλη τη συλλογή, άλλοτε ανακλάται αλλάζοντας κατεύθυνση και άλλοτε διαθλάται φανερώνοντας όλα τα χρώματα της ίριδας. Έτσι, παίζει με τις επιφάνειες της ψυχής και τη δεκτικότητα των αισθημάτων μας.
Τα δύο επίπεδα, το εσωτερικό και το εξωτερικό, δίνονται στη συλλογή με αντιθετικά ζεύγη φωτός σκιάς, chiaroscuro, θα λέγαμε, στην εικαστική γλώσσα. Τα ζεύγη αυτά δημιουργούν εντάσεις και δίνουν μια πάλλουσα συνεκτικότητα στα ποιήματα.

«Πόλεις θαλασσινές χτίζαμε πάνω σε κάτοπτρα»
«Λίγο πριν το λυκόφως άγγιγμά των»

«Το ετοιμόρροπο της ζωής μου γεφύρι να φωτίσει»

«Παγωμένα τα δάχτυλα στο χερούλι εξόδου»

«Μιλούσα με τη γλώσσα της σιωπής και των χρωμάτων»
« Ακολουθώντας τους δρόμους της φωτιάς και της βαρήκοης πλεύσης»

«Στον χορό του ήλιου σε ακολούθησα»

«Ευθεία γραμμή τραβώντας στα σύννεφα του πεπρωμένου»

«Σε κρυψώνες της νύχτας χωμένοι»
«Τρεφόμασταν μόνο με φως»

« Αχόρταγα θωπεύοντας το θέρος» –

«Σε σχέση εξαρτώμενης εγκράτειας»
«Ήταν δειλινό»
« Έτοιμοι να απλώσουμε ψυχές γιατί ξημέρωνε λιακάδα»

Αντίθεση και μεταξύ πρώτου και δεύτερου μέρους της συλλογής. Πλοηγός στο μωβ του χάρτη, αναζητώντας και αγγίζοντας, παρότι παγωμένο, το χερούλι εξόδου, αν και «έχουν απομείνει φλούδες μαβιές στο ματιών το ασπράδι». Τα αντιθετικά αυτά ζεύγη μειώνονται στο δεύτερο μέρος και το φως υπερτερεί.
Εικονοκλασία πλούσια στη συλλογή, εικόνες με υπερρεαλιστικές καταβολές, οπτικές αλλά και ηχητικές που δείχνουν την πλούσια ακουστική του φαντασία και τολμηρή μεταφορική γλώσσα.

«Διάλογοι χαρτοπαιχτών χωρίς σιγαστήρα»
«Πολλαπλά χτυπήματα σε πήλινα σκαλιά η μοναξιά της σκέψης»
«Εκπυρσοκροτούν οι λέξεις»
« Άσφαιρα σκάγια η ζωή»
« Ο κόσμος πλήκτρα πιάνου»
«Τα φωνήεντα της νύχτας αγκομαχητό θύμιζαν τρένου»

Αξιοποιώντας ξανά την εικαστική γλώσσα, θα λέγαμε πως τα ποιήματά του έχουν την παράλληλη ισομετρική προοπτική. Πως οι γραμμές των στίχων δε συγκλίνουν, αλλά προχωρούν παράλληλα, δίχως σημείο φυγής και πως ο αναγνώστης καθώς μεγεθύνεται το φόντο των ποιημάτων έχει την αίσθηση ότι βρίσκεται ανάμεσά τους, μαζί με το εγώ
του ποιητή, που τοποθετείται μέσα κι όχι απέναντι στα πράγματα. Ποιητής και αναγνώστης ταξιδεύουν μαζί στις υπέροχες εικόνες των ποιημάτων.
Η ποίηση του Μυλόπουλου δεν είναι ερμητική, ποίηση εξομολογήσεων και ιδιωτικών συναισθηματισμών. Αγγίζει διαχρονικά και καθολικά για τον άνθρωπο θέματα φιλτράροντάς τα μέσα από το προσωπικό βίωμα και τα συμφραζόμενα της εποχής. Έτσι, συνθέτει ένα σύμπαν που άφορά πολλούς. Ο λόγος ρέει, δείγμα όχι πολλής διανοητικής επεξεργασίας βελτίωσης. Η διαισθητική σύλληψη και γνώση των πραγμάτων είναι ο δικός του τρόπος. Είναι και αυτός ένας δρόμος, πέρα από τη λογική και την εξωτερική γνώση, για να προσεγγίζει ο ποιητής τα μυστήρια. Η selva oscura, το σκοτεινό δάσος του υποσυνείδητου που υπάρχει μέσα μας, φαίνεται πως είναι ο χώρος απ’ όπου αντλεί. 
Vers donnes, θα έλεγε ο Πωλ Βαλερύ. Αγγίζοντας ρίζες της ύπαρξης που υπάρχουν μέσα μας. Εκεί που συμβαίνει η μαγική εργασία της ποίησης.
Ποιήματα που διατηρούν τους χυμούς τους και πέρα από την πρώτη ανάγνωση. Άλλωστε για να μπορεί κανείς να γευτεί τους χυμούς αυτούς και να τον ανταμείψουν θα πρέπει να αναγνώσει περισσότερες από μία φορές το βιβλίο. Κάθε φορά θα ανακαλύπτει καινούριους δρόμους και διαδρόμους που έχουν το νήμα για το φως. Ποίηση πρισματική με στίχους που στέκονται αυτόφωτοι, αυτόνομοι, ανεξάρτητοι από το υπόλοιπο ποίημα. Στίχοι αποφθέγματα, κρύσταλλοι ζωής: «Διαλογιζόμασταν με τη σάρκα προσβάλλοντας την αθωότητα», «η μοναξιά φωτιάς ουρλιαχτό», «άσφαιρα σκάγια η ζωή γεμάτα υποσχέσεις» «το έσχατο άνθος της ύπαρξης τα χείλη σου».
Η συλλογή ξεκινά με ζωή, «Ζωή σαν χέλι» και κλείνει τον κύκλο της πάλι με ζωή, με το ευφρόσυνο «οι πέννες ύφαιναν ζωή και οι μέλισσες πάλι την τραγουδούσαν».
Τα ποιήματά του μοιάζουν με κουκκίδες φωτός. Ζωής που θέλουμε να είναι. Ζωής που μπορούμε. Σημάδια αστέρια σε σκοτεινό ουρανό. Οπές για να δούμε την άλλη όψη του ουρανού. Εκεί που όλα είναι διάφανα κι ελευθερωμένα.

 

.

ΟΠΩΣ Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΜΕ ΤΟ ΑΥΡΙΟ 

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

tvxs/ Το βιβλίο/20/9/2017

Με το βλέμμα στο αύριο

Από μία φιλοσοφική άποψη η Λογοτεχνία και η Ιατρική αποτελούν ανθρωπιστικές τέχνες και συνδέονται άρρηκτα, με κοινό αντικείμενο τον άνθρωπο. Άλλωστε και οι δύο τομείς διερευνούν την ανθρώπινη (ή γενικότερα έμβια) φύση και αναζητούν – με μια διευρυμένη ματιά – ερμηνείες και θεραπείες για τον Άνθρωπο. Έτσι εύκολα αποκτά κι άλλο νόημα η θέση του Αντόν Παύλοβιτς Τσέχοφ ότι η ενασχόληση με την Ιατρική είχε επηρεάσει σοβαρά τη λογοτεχνική του δραστηριότητα διευρύνοντας σημαντικά το πεδίο των παρατηρήσεών του.
Εξάλλου, πρόσφατα ακόμα ο Richard M. Berlin έγραφε ότι «οι γιατροί χρειάζονται την ποίηση γιατί τους φέρνει πιο κοντά στους ασθενείς τους», ενώ αναφερόμενος στον ποιητή – γιατρό Rafael Campo σημείωνε πως «η ποίηση εμπεριέχει τους ρυθμούς του σώματος μας, τον καρδιακό χτύπο, τον ρυθμό της αναπνοής, ρυθμούς τόσο βαθείς και αρχαίους όπως η ίδια η ζωή. Στην προϊστορική εποχή, πριν εμφανιστεί ο γραπτός λόγος, ο πολιτισμός μεταδίδονταν με την γλώσσα της, και η ποίηση ήταν η γλώσσα των θεών…».
Ο Νίκος Μυλόπουλος συνεχίζει την παράδοση της Θεσσαλονίκης σε ποιητές γιατρούς, όπως ο Μανόλης Αναγνωστάκης (1925-2005), ο Ανδρέας Λίτος (1934), ο Βασίλης Ιωαννίδης (1948), η Δέσποινα Καϊτατζή – Χουλιούμη (1952), ο Τάσος Κουράκης (1948), πλάι στις βιολόγους Μαρία Λατσάρη (1972) και Ευτέρπη Κωσταρέλη (1981). Με τη νέα του ποιητική συλλογή, «όπως η θάλασσα με το αύριο» (Γαβριηλίδης, 2016), ο Νίκος Μυλόπουλος στοχάζεται για τον ανθρώπινο βίο με έναν υπαρξιακό χαρακτήρα.
Ωστόσο, η οπτική του δεν είναι ατομοκεντρική. Το α’ πληθυντικό μεταδίδει μία συλλογική διάσταση στο ποιητικό υποκείμενο αποκαλύπτοντας μία κοινωνική αναζήτηση που λανθάνει πίσω από την υπαρξιακής φύσης μελαγχολία (ηρωική επιλογή, άδειο κρεβάτι, τελευταία εκδοχή, ιστορίες και πρόσωπα).
Μέσα στο αφηγηματικό και εκμυστηρευτικό ύφος ήπιες μεταφορές με υπερρεαλιστική καταγωγή (υγρό πυρ, η ηδονή της απόστασης, εφαψίες ζωής, απροσανατόλιστοι, αφύπνιση επιτέλους, ο τοκετός του φεγγαριού) και μια λεπτή μετωνυμική χρήση του λόγου εμπλουτίζουν τη φιλοσοφίζουσα στιχουργία (ταμείο ζωής, παγίδες των χειλιών, απόλυτο τίποτα, σύντομη συνομιλία, ανάφλεξη) με ήπιες αλληγορίες (απροσκύνητα βλέμματα, κατακαλόκαιρο).
Την ίδια στιγμή, μέσα στην ελεγχόμενη συνειρμική ροή, ένας ήπιος ερωτισμός δροσίζει την ποιητική έκφραση (απόλυτο τίποτα, άπτερος έρως, λευκό ποινολόγιο ανασκαφή ουτοπίας, παγίδες των χειλιών, εθνική οδός), συνδέοντας το ερωτικό με το κοινωνικό, το ατομικό με το συλλογικό (γυναικείο κορμί, γαλάζιο ποδήλατο, μικρό πανδοχείο). Μοιάζει σαν ο έρωτας να δίνει εκείνες τις αναγκαίες δυνάμεις ώστε να προχωρήσουν οι άνθρωποι στη ζωή.
Άλλωστε, μπροστά σε αυτήν την ανάγκη αντίστασης στις δυσκολίες του βίου, η ποίηση και ο έρωτας συνοδοιπόρουν με τον δημιουργό στο στοχαστικό πλέγμα της ποιητικής του (κύκλος). Άλλοτε, πάλι, το ερωτικό στοιχείο γίνεται εντονότερο αναδύοντας έναν ιδιαίτερο ρομαντισμό (σαν ζεστό ψωμί, ερωτευμένοι διαγώνια, ανάφλεξη, άνοιξη, απάνθρωπη λογική, απροσανατόλιστοι) που αντιστέκεται στο πέρασμα του χρόνου ως μία εσωτερική πηγή άντλησης δύναμης.

.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΡΟΥΜΠΑΣ

ΘΕΥΘ 12/2017

ΠΑΡΤΙΔΑ ΑΒΕΒΑΙΗΣ ΕΚΒΑΣΗΣ
Θέτοντας ως εναρκτήριο μότο τον στίχο του Τάσου Λειβαδίτη «Ο κόσμος μόνο όταν τον μοιράζεσαι υπάρχει», ο Νίκος Μυλόπουλος, στην ποιητική του συλλογή Όπως η θάλασσα με το αύριο, διεκδικεί τη συγκεκριμένη συλλογικότητα σε μια συντροφική ανθρώπινη πορεία. Η ομαδική πορεία του ποιητικού υποκειμένου και των προσώπων του κύκλου του τονίζεται μέσα από τη χρήση ρηματικών τύπων στο α’ πληθυντικό πρόσωπο, οι οποίοι κυριαρχούν στο σύνολο της συλλογής. Οι σκόπελοι, ωστόσο, που απειλούν τη συντροφική ροή εμφανίζονται σε κάθε περίσταση και εμβολίζουν την απρόσκοπτη συνέχισή της.
Σ’ ένα τοπίο συννεφιασμένο, η φόδρα του ουρανού είναι ξηλωμένη. Το χαμόγελο απουσιάζει. Το «απόλυτο τίποτα» απειλεί κι ορθώνεται σαν τοίχος. Ο τοίχος όμως για τον Μυλόπουλο δεν είναι αδιαπέραστος. Είναι χάρτινος και δυνατότητα παραμερισμού του υπάρχει. Υπάρχει ωστόσο και μια εντελώς προβληματική απόπειρα υπέρβασης των εμποδίων: «γινόμαστε πύρινες σφαίρες/ Χάρτινους να τρυπήσουμε τοίχους», σχολιάζει το ποιητικό υποκείμενο, περιγράφοντας την καταβολή προσπάθειας δυσανάλογης για την άρση προβλήματος πολύ ευκολότερα αντιμετωπίσιμου. Η καταδειχθείσα από τον ποιητή στάση δεν υποδηλώνει ενθουσιώδη ζήλο αλλά αδυναμία ορθής στάθμισης των θεμάτων που ανακύπτουν. Η αβάσιμη διόγκωση των προβλημάτων μπορεί να λειτουργήσει εντέλει ανασταλτικά ως προς την επίλυσή τους, εφόσον καταλήγει να τα υποδηλώνει ανυπέρβλητα, γεγονός που συντείνει στην εγκατάλειψη της απόπειρας εξάλειψής τους. Η απουσία αποφασιστικότητας φαίνεται να σχολιάζεται από τον ποιητή ως το αιχμηρότερο αγκάθι.
Αναποφασιστικότητα, αδιαφορία κι απανθρωπιά στοιχειώνουν τις ανθρώπινες πράξεις. Η έλλειψη έρματος οδηγεί στη σιωπή και τη διάψευση: «Ξυπόλητοι θηρευτές στα πρόθυρα της χίμαιρας» σπαταλούν τον χρόνο αφήνοντάς τον να κυλά άσκοπα. Η διεκδίκηση της ουτοπίας συντελείται με ταξίδια ονειρικά, αλλά στο τέρμα τους καραδοκεί κάτι το αρρωστημένο, το μη συγκροτημένο, το επιφανειακά κινούμενο, που οδηγεί σε αδιέξοδα, στο σκόρπισμα, στη σπατάλη της ζωής, κυρίως λόγω της αδυναμίας κατανόησης. «Κι άφωνοι αναρωτιόμαστε μέσα αν είμαστε ή έξω απ’ τον παράδεισο»- η απόπειρα για
τη διεκδίκηση νέας εποχής και νέου τόπου δράσης από το ύψος του Παράδεισου ή μιας αετοφωλιάς συχνά πνίγεται μέσα στην ανεπάρκεια και τις ενοχές της ομάδας με την οποία το ποιητικό υποκείμενο επιχειρεί να αποκολληθεί από το βαλτωμένο περιβάλλον. Η πορεία τούτη αφήνει διαρκώς τραύματα από τα διάφορα ραγίσματα. Η ηδονή είναι «θρυμματισμένη», ο δρόμος «ραγισμένος», η λάμπα επίσης «ραγισμένη».
Ακόμη και ο έρωτας, βασικός παράγοντας ισορροπημένης ζωής και διαιώνισής της, πλήττεται από «σκηνοθετημένα φιλιά» και βαλτώνει σε κύκλο που ’χει «διάμετρο τη στυτική μας λειτουργία». Η πυρίτιδα του έρωτα τροφοδοτεί μεν φωτιά ολόθερμη και ζωογόνα, αλλά το ναρκοπέδιο στο οποίο οδηγεί δεν είναι βέβαιο ότι θα πυροδοτήσει τον πόθο κι ότι δεν θα οδηγήσει στον θανατηφόρο διαμελισμό τον οποίο θα επιφέρει μια ανεξέλεγκτη ανατίναξη. Ο έρωτας, ακόμη και σαν «Ενθύμιο πολυτάραχης ζωής», δεν αρκεί για τη δικαίωση της ζωής, που κυλά επιφέροντας δάκρυα.
Η συλλογή του Μυλόπουλου δομείται γύρω από ένα «πριν» κι ένα «ύστερα», τα οποία διαρκώς αναμετριούνται μεταξύ τους. Κι ενώ το παρελθόν δεν ανακαλείται για τις καλύτερες αναμνήσεις που θα μπορούσε να παρέχει, το μέλλον επίσης δεν κατορθώνει να ανταποκριθεί στις προσδοκίες. «Πορευόμασταν σαν εκκρεμές σ’ ένα αδιάβλητο νομίζαμε αύριο», με το προσδοκώμενο αυτό «αύριο» να υπολείπεται των απαιτήσεων. Αποτέλεσμα να «χάνουμε ύψος» και να «χαμηλώνουμε τα φτερά της ουτοπίας». Βέβαια, ταυτόχρονα «συνεχίζουμε», μα η συνέχεια πλέον χαρακτηρίζεται από «απώλειες», διαψεύσεις, και μάλλον παύει πια να συνιστά φορέα ελπίδας.
Το αύριο, συνεπώς, δεν χαρίζεται σε κανέναν απαιτεί αγώνες. Το ίδιο ακριβώς ισχύει με τη θάλασσα: η θάλασσα συνιστά πεδίο αισιοδοξίας, όμως η αναζήτηση της χαράς στα βάθη της επιφυλάσσει συχνά σαν είσπραξη «τη χλεύη των πεταλίδων». Το αύριο και η θάλασσα λοιπόν συναντιούνται ακριβώς στο ίδιο πλαίσιο αγώνων, εξού κι ο τίτλος της συλλογής «Όπως η θάλασσα με το αύριο». Η «κοφτερή» παραλία καλείται να συμμετέχει στην ίδια πάλη: «Έλα τώρα λοιπόν κοφτερή παραλία μου/ Ν’ αντιπαλέψουμε μαζί λίγα κύματα ακόμη.» Τίποτα, επομένως, δεν χαρίζεται σε κανέναν και οι προσδοκώμενες χαρές δεν δωρίζονται άνευ όρων.
Μεταχειριζόμενος δραστικές εικόνες και πλούσια εκφραστικά σχήματα ο Μυλόπουλος διαγιγνώσκει τις παθογένειες. Περιθώρια παρανοήσεων και αυταπατών δεν υπάρχουν. Τα ψέματα πάντα θα χαρακώνουν την πλάτη της μνήμης σαν ξυραφιές, ενώ ζυμωτό ψωμί θα μυρίσουν τα χέρια μόνο όταν με ειλικρίνεια προσπεράσουν τους εγωισμούς και παραμείνουν ενωμένα. Ακόμη
και οι διαψεύσεις μπορούν να μοσχοβολίσουν, αν χρησιμοποιηθούν για ενδοσκόπηση κι αυτογνωσία. Όμως η θετική έκβαση είναι αβέβαιη: «Έπαιξα άλλη μια παρτίδα σκάκι με τη ζωή/ χωρίς ποτέ κανείς να μάθει ποιος κέρδισε και ποιος έχασε.» Και η αβεβαιότητα επικυρώνεται από την αμφιταλάντευση που εκκρεμεί στο σύνολο της συλλογής.

.

ΑΠΟ ΤΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟ ΕΜΒΟΛΙΜΟ ΤΕΥΧΟΣ 89-90 2019

ΜΑΡΙΑ ΠΟΛΙΤΟΥ

Όταν μου ζητήθηκε να μιλήσω για το όγδοο αυτό ποιητικό βιβλίο του Νίκου Μυλόπουλου, ομολογώ ότι δεν ήξερα πολλά για τον ίδιο και το έργο του. Γνώριζα ότι είναι εξέχων γιατρός στη Θεσσαλονίκη και ότι γράφει ποίηση, αλλά δεν είχα έρθει σε επικοινωνία με τον άνθρωπο και τον ποιητή. Διαβάζοντας σποραδικά ποιήματα από τις προηγούμενες συλλογές του και μελετώντας πιο προσεκτικά το βιβλίο που παρουσιάζουμε σήμερα, πείστηκα ότι η ίαση που προσφέρει κινείται σε δύο επίπεδα: ιατρός των ασθενειών του σώματος με την οφθαλμολογική του επιστήμη, ιατρός των ψυχών με την ποιητική του τέχνη. Άλλωστε ο ίδιος ο Ιπποκράτης, ως ιατροφιλόσοφος, διακήρυττε στο έργο του «Περί Άρχαίης Ίητρικής»: «Ούκ ένι δυνατόν ίητρικήν είδέναι όστις μη οίδεν ότι έστίν άνθρωπος». Η λογοτεχνία και η ποίηση, δηλαδή, προστίθεται ως ένα ακόμη χρήσιμο εργαλείο στη θεραπευτική φαρέτρα του επιστήμονα.
Η συλλογή Όπως η θάλασσα με το αύριο απαρτίζεται από τρεις επιμέρους ποιητικές ενότητες και ένα τελευταίο ποίημα, ξεχωριστό, αφιερωμένο στον επίσης ξεχωριστό Κώστα Θ. Ριζάκη. Οι τίτλοι των ενοτήτων, «Πίσω απ’ αυτό το μπλε», « Οπλίζοντας όνειρα» και «Γενικευμένη επίθεση» μας δίνουν μια αμυδρή πρόγευση του μεταφορικού λόγου που αποτελεί στοιχείο της ταυτότητας του βιβλίου. Μαζί με το στίχο του Τάσου Λειβαδίτη «Ο κόσμος μόνο όταν τον μοιράζεσαι υπάρχει» στην αρχή της συλλογής, μας προϊδεάζει ο ποιητής για το χώρο του «εμείς» όπου θα εμπλακούμε διαβάζοντας τα ποιήματα που θα ακολουθήσουν.
Παρατηρούμε ότι σε όλα σχεδόν τα ποιήματα της συλλογής κυριαρχεί το α’ πληθυντικό πρόσωπο, τακτική που ξεκινάει από το εναρκτήριο ακόμη ποίημα: μα εμείς κοιτάζαμε περίλυποι τα μαραμένα φυλλαράκια, εμείς αναχωρήσαμε για χερσονήσους και στεριές ανεξερεύνητες, εμείς αναπαλαίωση της αγάπης αρχινήσαμε, σε μια υπέρβαση δικαιοσύνης.
Αναμφίβολα κέντρο της ποίησης του Νίκου Μυλόπουλου είναι ο έρωτας, ο όποιος, κατά τον Νοβάλις, είναι βουβός και μόνο η ποίηση τον κάνει να μιλά. Ένας έρωτας όμως όχι εγωιστικός, άτομοκεντρικός, έρωτας που περνάει σε ένα άλλο επίπεδο πιο βαθύ και πιο συλλογικό. «Είμαστε εις το εμείς κι όχι εις το εγώ». Κι αυτό είναι παρήγορο. Είναι ελπιδοφόρο το γεγονός ότι με λόγο σταθερό, που αποπνέει το άρωμα μιας μεστής ζωής, πεπειραμένης, ο ποιητής βιώνει η οραματίζεται τον έρωτα δίνοντας χώρο στον άλλο, στον άλλον άνθρωπο, ενώ δεν εμφανίζει καθόλου σχεδόν ναρκισσιστικές εκφάνσεις του ερωτικού συμβάντος. Είναι μήπως γιατί «εις το εμείς» βιώνουμε πιο ανθρώπινα κι ίσως λιγότερο ανώδυνα η ακόμη και ευχάριστα τη συνειδητοποίηση της θνητότητάς μας, τη βεβαιότητα του πεπερασμένου χρόνου μας;
Όταν ο Ρίτσος ερωτήθηκε σε συνέντευξη γιατί ο έρωτας είχε λάβει δεσπόζουσα θέση στην προβληματική των περισσότερων συνθέσεων κατά την περίοδο 1977-1985, δηλαδή κατά την τελευταία δημιουργική δεκαετία του, υποστήριξε ότι η συγγραφή ερωτικών ποιημάτων αποτελεί γι’ αυτόν αντίδοτο στην αδυσώπητη φθορά του χρόνου και
τη γήρανση του σώματος. Και ο ενήδονος ποιητικός βίος του Καβάφη, παρά το γεγονός ότι αναπαρίσταται πιο πολύ ως στέρηση η ως επιθυμία, αυτή την φθορά του χρόνου προσπαθεί να αντιπαλέψει.
Ο Νίκος Μυλόπουλος, λοιπόν, γνωρίζοντας πολύ καλά λόγω επαγγελματικής ιδιότητας το αμετάκλητο πέρασμα του χρόνου και τα πεπερασμένα χρονικά όρια του ανθρώπινου σώματος, μας παροτρύνει να προλάβουμε να ζήσουμε πριν έρθουν τα μεσάνυχτα του βίου μας:

ΣΑΝ ΖΕΣΤΟ ΨΩΜΙ

Και τώρα που ο αθέατος χρόνος /Κουράστηκε να συγκροτεί την περιπλάνησή μας
/ Ας βιαστούμε. Λίγος μας απομένει πιά καιρός. / Ηδονικοί κολυμβητές παλεύουμε
ακατάσχετα με κύματα / πάθους / Μαθητεία στον έρωτα πάλι σε χρόνια μεθεόρτια //
Κι η θύμηση στο μοιραίο ανέγγιχτη. /Κι αν το σώμα σου ακόμη αχνίζει σαν ζεστό ψωμί/
Με δαντέλα πρώτα θα το ντύσω/Κι ύστερα θα δειπνήσουμε λίγο πριν τα μεσάνυχτα.

Άλλωστε ο έρωτας διαστέλλει το χρόνο, τον εκμηδενίζει και το παρόν μετατρέπεται σε απουσία χρόνου, σε αιωνιότητα, σε παντοτινή άνοιξη:

ΑΠΡΟΣΑΝΑ ΤΟΛΙΣΤΟΙ

[…]/ Όταν εσύ μες στα χέρια σου με κρατάς σφιχτά /Κι έγώ πάλι χάνομαι / Στις
πλατείες άνθιζαν πουλιά ακόμη.

Το σώμα, με όλα τα μέλη του ξεχωριστά, τα μάτια, τα χείλια, τα δάχτυλα, τα χέρια, τα πόδια, τα σκέλια, κατέχουν κεντρική θέση στο βιβλίο αυτό του Νίκου Μυλόπουλου.
Δεκάδες φορές γίνεται λόγος για το φιλί, για τη ματιά, το άγγιγμα, το πάθος, ως ζωτικής σημασίας, όπως το φαγητό, το νερό και η ελευθερία: τα φιλιά σου νερό, ψωμί κι απόδραση η Πίνοντας τεμάχια έρωτα και πήγματα πάθους μεγαλώσαμε η Μέλι κι αναθήματα απ’ τις κοιλάδες των χειλιών μας. Απτή απόδειξη όλα χοϊκής ύπαρξης που ανασαίνει, που αυτοεπιβεβαιώνεται μέσα από την ένωση των σωμάτων και παίρνει θάρρος να συνεχίσει «το όργωμα» σα να μην έχει τέλος:

ΑΝΘΗ ΑΜΑΡΥΛΛΙΔΑΣ

[…]/Ένα ολάνθιστο να πλέξουμε στεφάνι / Πλάι στο παραμιλητό των ρολογιών
Στην ξεχασμένη επανάσταση των τοίχων. // Άσε λοιπόν να ρουφήξω πηχτή ομίχλη
από το στόμα σου/Τα χείλη σου θυμίζουνε άνθη αμαρυλλίδας / Κι έτσι αξεδίψαστος
κι ανάλαφρος σαν άροτρο/Να συνεχίσω να οργώνω τη ζωή μου.

Ο Νίκος Μυλόπουλος εκφράζει τον έρωτα και τον θέτει κέντρο της ζωής και της δημιουργίας, συνδέοντάς τον με κάθε έκφανση του υπάρχειν και ως το μόνο αντίδοτο
στη μοναξιά και το θάνατο:

Πως θα μπορούσε ένα μόνο καρβέλι ψωμί/ Τη συλλογική κι αμάραντη μοναξιά μας
να χορτάσει; (σελ. 14)

Στο τέλος κρυβόμαστε σε κρύπτες σαρκικές και χειροποίητες χαράδρες / Στα πιο
δυσπρόσιτα περάσματα της σκέψης / Μερίσματα αγοράζοντας χαράς στην πιο μεγάλη
ανασκαφή της ουτοπίας. (σελ. 19)

Διαβάζοντας τη συλλογή του Νίκου Μυλόπουλου – ειδικά τις δύο πρώτες ενότητες – προκύπτει το ερώτημα αν ο έρωτας γεννάει την ποίηση ή η ποίηση τον έρωτα για τη ζωή. Νομίζω εδώ συμβαίνουν και τα δύο. Στο Συμπόσιο του Πλάτωνα ακόμα εξαίρετε η σπουδαιότητα του έρωτα για τη ζωή και τη δημιουργία:

[…] από πολλάς πηγάς ομοφώνως αναγνωρίζεται ότι ο Έρως πανάρχαιος είναι.
Και όπως είναι αρχαιότατος, πρόξενος είναι σπουδαιότατων ευεργετημάτων
προς ημάς.

Ο Ρολάν Μπάρτ στο έργο Αποσπάσματα του ερωτικού λόγου παραθέτει:

«Δύο παντοδύναμοι μύθοι μας έκαναν να πιστέψουμε ότι ο έρωτας μπορούσε, όφειλε μάλιστα να εξιδανικευτεί σε μιαν αισθηματική δημιουργία: ο σωκρατικός μύθος (ο έρωτας σε βοηθάει να «γεννοβολάς πολλούς, ωραίους και υπέροχους λόγους») και ο ρομαντικός μύθος (θα φτιάξω ένα έργο αθάνατο γράφοντας το πάθος μου). »

Και λίγο παρακάτω:

«Θέλω να γράψω τον έρωτα, σημαίνει έρχομαι αντιμέτωπος με τον κυκεώνα της γλώσσας: αυτή η περιοχή παραφροσύνης, όπου η γλώσσα είναι περίσσια και ταυτόχρονα λειψή, υπερβολική (εξαιτίας της απεριόριστης διαστολής του εγώ και της συγκινησιακής πλημμυρίδας) και συνάμα φτωχή (εξαιτίας των κωδίκων μέσω των όποιων ο έρωτας τη συρρικνώνει και την ισοπεδώνει)».

Η ποίηση του Νίκου Μυλόπουλου που θέλει να «γράψει τον έρωτα» πράγματι
έρχεται «αντιμέτωπη με τον κυκεώνα της γλώσσας», τον αξιοποιεί στο έπακρον, περιέχει
και διατηρεί ένα σαγηνευτικό και συνάμα αινιγματικό χαρακτήρα και προσκαλεί
αλλά και προκαλεί σε μια γόνιμη, ζωντανή και γεμάτη απρόσμενους αιφνιδιασμούς,
συναλλαγή. Ωστόσο αντιστέκεται στις πεισματικές προσπάθειες πολλών να διεισδύσουν
στον απροσπέλαστο πυρήνα της και να τον «αναλύσουν» με έναν τελεσίδικο τρόπο. Κι
αυτό έχει να κάνει με την πλούσια εικονοποιία του, με την εκτεταμένη χρήση μεταφορικού
λόγου και τον απροσδόκητο, υπερρεαλιστικό συχνά, συνδυασμό λέξεων: κι η μοναξιά
βάζο δίλαιμο με μνήμη κοντή – Κι από την ξηλωμένη φόδρα τ’ ουρανού- οι σκέψεις
μας δολωμένα αγκίστρια σε αφρισμένα νερά – για φυσαλίδες ψάχναμε χαράς στα βάθη
της θάλασσας / λεηλατώντας άγρια τα θησαυροφυλάκια των κορμιών – σκίζοντας τις
ραφές των πιο αρχαίων αινιγμάτων – αφαιρώντας απ’ τα εσώρουχα την πόρπη της θλίψης – δικαιολογίες διπλώνοντας προσεκτικά / στης σιωπής τα σκονισμένα μονοπάτια.
Σύμφωνα με την άποψη του Wallace Stevens, κανείς είναι ποιητής μόνο στη χώρα
της μεταφοράς. Ο Αριστοτέλης εξετάζει λεπτομερειακά το θέμα της μεταφοράς στα
έργα του Ποιητική και Ρητορική και τη θεωρεί «διακοσμητική προσθήκη στη γλώσσα,
που πρέπει να χρησιμοποιηθεί με ειδικό τρόπο, σε ειδική στιγμή και τόπο». Ο ίδιος,
ωστόσο, αναγνωρίζει τη δημιουργική διδακτική όψη της μεταφοράς, τη θεωρεί διαδικασία
μάθησης και ιδιοφυίας. Οι ρομαντικοί αργότερα «τείνουν στο να κηρύττουν την
οργανική σχέση της μεταφοράς προς την ολότητα της γλώσσας και στο να υπογραμμίζουν
τη ζωτική της λειτουργία σαν έκφραση της φαντασίας». Το 1725 ο Giambattista
Vico (Ιταλός νομομαθής και γραμματοδιδάσκαλος) διατύπωσε την άποψη ότι «ο νους
διαμορφώνεται από το χαρακτήρα της γλώσσας, και όχι η γλώσσα από το νου εκείνου
που τη μιλά». Δηλαδή η μεταφορά ορίζεται ως ένας τρόπος βίωσης και εμπειρίας των
γεγονότων, ως τρόπος σκέψης και ζωής. Για τον Coleridge και τον Shelley, η φαντασία
υλοποιείται μέσω της μεταφορικής γλώσσας, η όποια υποστασιοποιεί τις πρωτύτερα
ασύλληπτες σχέσεις των πραγμάτων. Ο δε Richards είδε τη σπουδαιότητα του ρόλου
της μεταφοράς, ασχολήθηκε με την έννοια της «αμφισημίας» και συμπέρανε ότι η γλώσσα προκαλεί την ύπαρξη της πραγματικότητας.
Έτσι και η ποιητική γλώσσα του Νίκου Μυλόπουλου, δεν αναφέρει απλά και μόνο
τα πράγματα, αλλά προκαλεί τη δημιουργία μιας άλλης θέασης των πραγμάτων. Έτσι,
δίνει νέες διαστάσεις στη βίωση της ζωής, της δημιουργίας, του έρωτα. Πλαταίνει, λοιπόν,
την πραγματικότητα και της δίνει άλλες διαστάσεις, συχνά ονειρικές, καθώς το
όνειρο είναι μια λέξη αγαπημένη του ποιητή, πυρήνας της δεύτερης ποιητικής ενότητας
της συλλογής. Διαβάζουμε στο ποίημα « Εθνική Οδός»:

[…]/Έλα να γαληνέψουμε στη γλυκιά θαλπωρή της νύχτας / Τ’ αστέρια ξέρουν να
κρατάνε μυστικά / Ν’ άφήσουμε έξω τις σκέψεις κι ας οπλίσουμε όνειρα /Ζωή ν’ αδράξουμε σε εθνική οδό/Για παρατεταμένες κατάλληλη προσπεράσεις. (σελ. 33)

Και μια και μιλάμε για όνειρα ας προβληματιστούμε, επιδερμικά έστω, για την
«ψυχοβιογραφία» της ποίησης του Νίκου Μυλόπουλου.
Ας θυμηθούμε τον Φρόυντ και τις μεταφροϋδικές θεωρίες με βάση τις όποιες
γίνεται προσπάθεια να γίνει κατανοητή η λογοτεχνική δημιουργία. Με βάση τον Φρόυντ
τα κείμενα αντικατοπτρίζουν εκφάνσεις του ασυνείδητου του δημιουργού, απόηχους
της ψυχοσεξουαλικής του διαδρομής, οι όποιοι πασχίζουν να βγουν στο φως μέσω της
γραφής.
Με βάση τον Λακάν, όμως, ο άνθρωπος γεννιέται σαν μια άμορφη μάζα μέσα σε
έναν «ωκεανό λέξεων» και συμβολικών συντεταγμένων. Είναι ίσως ισοπεδωτική η
πεποίθηση ότι το κείμενο είναι ένα αναντίρρητο φερέφωνο του ψυχισμού του συγγραφέα,
χωρίς δυνατότητες κάποιας έστω αυτονόμησής του. Για τον Λακάν τα κείμενα δεν αποτελούν ανάπλαση του ενδοψυχικού κόσμου του συγγραφέα και δεν είναι κτήμα κανενός. Μοιάζει να αυτονομούνται, παράγουν νέες σημασίες συχνά πολύ χαλαρά συνδεδεμένες με την πρόθεση του συγγραφέα, αλλά και τις διαθέσεις του αναγνώστη. Και οι δύο βρίσκονται στο έλεος της γλώσσας, και βυθίζονται σε ένα συνεχώς μεταλλασσόμενο κείμενο.
Ο αναγνώστης ιχνηλατεί την πορεία επιθυμιών που θα διαφεύγουν αέναα
από την απόλυτη αποκάλυψη, καθώς δεν υπάρχουν λέξεις να τις δεσμεύσουν απόλυτα
και γιατί η αμφισημία της μεταφοράς θα χάσκει πάντα εκεί, αφήνοντας περιθώρια για
ποικίλες ερμηνείες.
Αν η προσέγγιση των ποιημάτων του Νίκου Μυλόπουλου ακολουθήσει την φροϋδική η την λακανική εκδοχή, λίγη σημασία έχει. Το ζήτημα είναι ότι ο ποιητής μας εισάγει σε ένα χώρο ιδιωτικό που καταφέρνει με τη γλωσσική του πληρότητα και τη δύναμη της ψυχής και της φαντασίας του να μετουσιώσει σε πεδίο συλλογικό, πεδίο γενικευμένων υπαρξιακών προβληματισμών, τον ανθρώπινο βίο. Γιατί δεν είναι μόνο ερωτικός ποιητής ο Νίκος Μυλόπουλος, αλλά και υπαρξιακός και κοινωνικός. Ιδιαίτερα στο τρίτο μέρος του βιβλίου με τον τίτλο «Γενικευμένη επίθεση», το αμιγές ερωτικό στοιχείο μπαίνει στο παρασκήνιο, ενώ στο προσκήνιο βρίσκονται ποιητικές εικόνες και στοχασμοί γενικότεροι και ίσως περισσότερο μελαγχολικοί: προσωπικοί απολογισμοί ζωής, μνήμες, τραύματα, διαρκής αγώνας για επιβίωση και πλήρωση, ο πεπερασμένος χρόνος:

ΣΕΛΙΔΕΣ ΣΙΩΠΗΣ

Ο χρόνος έτρεχε πίσω μας σαν τρύπιο λάστιχο καθηλωμένος / ανεβασμένοι στο
κατάστρωμα κάποιου αργού ποταμόπλοιου / παρατηρούσαμε αμίλητοι τις ώρες να πνίγονται αναπάντεχα / οι σκέψεις μας δολωμένα αγκίστρια σε αφρισμένα νερά / κι ο
πλούτος όλος μετρημένες σελίδες σιωπής/σε σακούλι γεμάτο αναμνήσεις. /σπάνια ο
ήλιος ζωγράφιζε στα πρόσωπα στιγμιαίες χάρες / όμως το άπειρο δεν διέθετε σκιά/κι
η αιωνιότητα μετρημένη αρχή και τέλος.
Ωστόσο, πάντα υπερισχύει η αισιόδοξη μάτια, γιατί ο ποιητής του έρωτα δεν μπω-
Ρέι πάρα να αναγεννάτε ακόμη και, από τις στάχτες του και, ακόμη και «μ? ένα μαχαίρι
καρφωμένο στο λαιμό», να στρέφει πάντα όλες τις αισθήσεις του στην ομορφιά, σε
έναν κόσμο γεμάτο χρώματα, άνθη και αρώματα μεθυστικά από δυόσμο, θυμάρι, μυρσι-
νέοι, πασχάλια, γεράνι, γιασεμί.
Και ως θεραπευτής των ματιών και των ψυχών, πάρα «το δύσκολο τοκετό του
φεγγαριού» και την «αιμόφυρτη νύχτα», ακόμη «άπτερος», χωρίς φτερά, κατηγορηματικά αποφαίνεται υπέρ της ζωής

Γιατί ο κόσμος είναι πάντα όμορφος / αν έχεις μάτια να κοιτάξεις.

.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΠΑΚΟΝΙΚΑ

Τα μεγάλα λόγια, οι μεγαλόπνοες ιδέες σε συλλογικό επίπεδο, τα ιδανικά και τα
κοινωνικά οράματα λείπουν εντελώς από τα ποιήματα της καινούργιας συλλογής του
Νίκου Μυλόπουλου με τον τίτλο Όπως η θάλασσα με το αύριο. Ξεκάθαρα το λέει ο
πρώτος στίχος από το τελευταίο ποίημα του βιβλίου ότι: «Τα μεγάλα λόγια ανεμίζουν σε
φαρδείς δρόμους και σε μπαλκόνια», που σημαίνει ότι διασκορπίζονται, χάνονται στον
αέρα, μένουν στην επιφάνεια των πραγμάτων, χωρίς να γίνονται αλήθειες που έχουν τη
δύναμη να δίνουν κουράγιο η σε κάτι να καλυτερεύουν τον κόσμο. Αντίθετα εκείνο που
τον ενδιαφέρει και στο όποιο εστιάζει την ποίησή του είναι η προσωπική ζωή, που ξεπηδάει σαν σιντριβάνι από χώρους κρυφούς και καλά φυλαγμένους.
Μια υποδόρια θλίψη και μελαγχολία αναδύεται, που καλύπτει σχεδόν όλη την
έκταση της συλλογής. Ο ευαίσθητος ψυχισμός του ποιητή αισθάνεται αποξενωμένος
μέσα σε μια κοινωνία αδιάφορη και απάνθρωπη, με τη γεύση του παράλογου να κυριαρχεί. Σε ένα στίχο του αιχμηρά δηλώνει ότι οι τρελοί κυκλοφορούν ελεύθεροι ενώ οι γιατροί και οι δεσμοφύλακες μένουν πίσω από τα σίδερα. Επίσης το ίδιο κατηγορηματικά αναφωνεί και σε άλλους στίχους του: «Παρατηρούσαμε πάντως από ψηλά τους ανθρώπους να μικραίνουν / Χαμένους ανάμεσα σε σαθρές ιδέες και μια νεκρή αλληλεγγύη». Η μοναξιά που σαν στενός μανδύας τον περισφίγγει, ως λέξη αλλά και ως αίσθηση, διατρέχει σε μεγάλο βαθμό την ποιητική συλλογή. Όμως δεν είναι μόνο η μοναξιά μέσα σε μια κοινωνία που τον αποκαρδιώνει, ακόμη πιο δυνατά προβάλλει η μοναξιά του σε υπαρξιακό επίπεδο. Σταχυολογώ στίχους που δίνουν τον τόνο της υπαρξιακής αγωνίας του: «Τούτος ο υπέροχος κόσμος, το απόλυτο τίποτα», «και γεμίζοντας με ακρίβεια ρολογιού / Το κενό μου ποτήρι της ύπαρξης», «αυτάρκεις στις θάλασσες της σιωπής / Ποτίζαμε το μουδιασμένο τίποτα», «κυκλωμένες οι μέρες μας σαν άχυρό / κι οι καμπάνες
αντίλαλος σε γλώσσα κινδύνου», «Τι κι αν περνούσαν τα χρόνια εμείς μέναμε πάντα
παιδιά / Πίσω από ένα παράθυρο που μετρούσε τα χρόνια της ματαιότητας».
Η μυστηριακή πλευρά της ανθρώπινης υπόστασης στηρίζεται σε δύο μεγάλους
πυλώνες, τη θρησκεία και τον έρωτα. Ο Μυλόπουλος απερίφραστα είναι στραμμένος
προς τον έρωτα, τον όποιο λατρεύει, υμνεί, διερευνά, αναμοχλεύει, αναπολεί, και με
μανία αποζητάει. Αβίαστα βγαίνει το συμπέρασμα ότι ο Μυλόπουλος είναι υπαρξιακός
και συγχρόνως ερωτικός ποιητής. Ενάντια στο θάνατο που είναι «Δοκιμασία σκληρή
χωρίς αρχή και τέλος / μια ατέλειωτη νοητή γραμμή από κόκκαλα και θυμάρι», αλλά και
ενάντια στη μοναξιά που σαν μόνιμη πληγή αιμορραγεί, ο ποιητής αποζητάει από την
ξηλωμένη φόδρα του ουρανού μια σταγόνα χαμόγελο να τον ζεστάνει. Μέσα σε λόγια
κλειστά και πρωινά κελαηδήματα εξομολογείται την ανάγκη του για ερωτική επιθυμία,
μια βαθιά ανάγκη που εκδηλώνεται «Όπως τα ψυχανθή σε στιγμές ανθοφορίας / Όπως
τα δίδυμα φεγγάρια καθώς ερωτεύονται / Ώσπου γινόμασταν πύρινες σφαίρες / Χάρτινους να τρυπήσουμε τοίχους /».
Κοιτάζοντας τον εαυτό του στον καθρέφτη ο ποιητής βλέπει πόσο ο εσώτερος εαυτός του ραγίζει από επιθυμία για ερωτικό πόθο, διαισθανόμενος ότι πέρα από κάθε ψέμα και υποκρισία ομολογεί πλέον ξεκάθαρα ενώπιος ενωπίω την αλήθεια. Όμως η αλήθεια έχει τις απαιτήσεις της και οδηγεί σε αλλαγή πορείας. Έτσι ο ποιητής αναζητώντας ελευθερία κι ελπίδα, «σαν ατίθαση πεταλούδα που λοξοδρόμησε», θα προχωρήσει σε ανακατατάξεις, θα διαρρήξει τα δεσμά των συμβάσεων εγκαταλείποντας νωθρές σχέσεις που μόνο πλήξη κι αδιέξοδα προσφέρουν. Επιλέγω να σας διαβάσω στίχους που αποκαλύπτουν την απροσχημάτιστη λαγνεία και ηδυπάθεια με την όποια το ποιητικό υποκείμενο πλησιάζει και εμβαπτίζεται στο ερωτικό πάθος: «τη σαρκική προτιμήσαμε αποθέωση», «πίνοντας τεμάχια έρωτα και πήγματα πάθους μεγαλώσαμε», «πίναμε σε εύθραυστα κύπελλα πυρόξανθο κρασί της επιθυμίας», «έφιππη άναβε επιθυμία κάθε ξημέρωμα», «κλυδωνιζόμασταν μόνο σε παθιασμένους εγκλεισμούς», «ναυαγοί αποκλεισμένοι στο ακρωτήρι του εφηβαίου».
Ως προμετωπίδα του βιβλίου ο Μυλόπουλος επέλεξε τον έξοχο στίχο του Τάσου
Λειβαδίτη ότι « Ο κόσμος μόνο όταν τον μοιράζεσαι υπάρχει». Εκτός από μια ελάχιστη
αναφορά στους παιδικούς του φίλους, ο «άλλος» για τον Μυλόπουλο είναι αποκλειστικά η γυναίκα με την όποια είναι ερωτευμένος. Γι’ αυτό και δεν παραλείπει ιδιαίτερα να
υμνήσει την γυναικεία ομορφιά, κάτι που συναντούμε ιδίως στους ακόλουθους στίχους:
από τη σελ. 49: «Υπέροχο γυναικείο κορμί κρύβεις / μόνο εσύ μια ολόκληρη άσχημη πόλη», και από τη σελ. 68: « Ακρόπρωρο μυθικό η μορφή σου κυριεύει τα κύματα / Σκίζοντας τις ραφές των αρχαίων αινιγμάτων».
Σε ένα αρκετά μεγάλο αριθμό ποιημάτων ο έρωτας εμφανίζεται στις καλύτερες
στιγμές της ανθοφορίας και λαμπρότητάς του. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση στο
ποίημα με τον τίτλο «Τέλος εποχής», όπου οι εραστές έχουν σε τέτοιο σημείο αγαπηθεί ώστε το ένα σώμα να έχει κολλήσει μέσα στο άλλο:

Χτισμένοι ο ένας στη μορφή του άλλου
Με ενιαίο κυκλοφορούσαμε πρόσωπο
Για να περνάμε απαρατήρητοι μέσα στο αδηφάγο πλήθος.
[…]
Με κολλημένα χορεύαμε φύλα και στόματα στο δικό μας κρησφύγετο
Και φορώντας ρούχα τριμμένα όπως και οι μέλισσες
Την καινούργια χτίζαμε ζωή.

Όμως η μύηση στον έρωτα είναι πορεία με τυφλά μάτια. Αν υπάρχει αποδοχή και
φωτεινότητα στο πάθος, άλλο τόσο υπάρχει και η άλλη σκοτεινή πλευρά, όπως ψευδαισθήσεις, λάθη, αβεβαιότητα, απρόοπτα, ανατροπές και προδοσίες. Την επικινδυνότητα του έρωτα στις ποικίλες μορφές του, με ό,τι κι αν αυτό συνεπάγεται ως πληγή και τραύμα, άμεσα την εκθέτει ο Μυλόπουλος. Ενδεικτικά παραθέτω στίχους από το ποίημα:

ΝΟΚΑΟΥΤ
Στων βλεφάρων το αναπόφευκτο στόχαστρο
Περίμενα για δεκαετίες πληγωμένος
Παραμερίζοντας τους κομμένους μηρούς
Γυναικών που αγάπησα πολύ κι ύστερα χάθηκαν.
[…]
Αφήνοντας στο εξώφυλλο του πολύκροτου βίου μου
Προϊστορική εικόνα αυτοταπείνωσης.

Ο έρωτας και ως ανάμνηση από συναρπαστικές εμπειρίες, αλλά και ως συνεχές
ζητούμενο για ευδαιμονία είναι το πιο ισχυρό στοιχείο που για τον ποιητή μπορεί να παρηγορήσει ενάντια στη μοναξιά, τη φθορά μέσα στο χρόνο και το αμετάκλητο του θανάτου. Αναμφισβήτητα η ποίηση του Μυλόπουλου μας συγκινεί με την ωριμότητα των
εκφραστικών του μέσων και τη γνησιότητα της χαμηλόφωνης εξομολόγησης.

.

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΤΑΣΙΟΠΟΥΛΟΣ

Η ποίηση ως μορφή Τέχνης, ως τρόπος έκφρασης του ανθρώπου, παρόλη την καθολική αποδοχή και τιμή από την πλειοψηφία των εγγράμματων και μη ανθρώπων, παραμένει μια τέχνη αριστοκρατική με τη συμβατική, όχι την ταξική έννοια του όρου. Οι κοινωνοί της ποίησης θα πρέπει να αποδεχτούν και τη συντριβή, αλλά και την συγκίνηση, και τον πόνο, αλλά και την ομορφιά. Είναι η τέχνη η όποια υλοποιείται, μεταγράφεται και ζει σ’ ένα πέραν των ορίων σύμπαν, όπου συγκλίνουν οι ανθρώπινες υπεξαιρέσεις, τα κενά, οι ανταγωνισμοί, η αισθητική και η βιαιότητα της αμφιβολίας. Η ποίηση μελετά ακριβώς με χίλιους τρόπους τη φύση των πραγμάτων κι ο Νίκος Μυλόπουλος συμβάλλει με συστολή, εντιμότητα κι ευγένεια σ’ αυτήν την παραξενιά του νου να εισχωρεί στο βάθος, σε κάθε βάθος και να αποκαλύπτει με όποιο τίμημα την ουσία. Χαμηλόφωνος κι εκρηκτικός, όπου πρέπει μεταγγίζει την πραγματικότητα με την ευαισθησία του και διά του λόγου την εναποθέτει σ’ όσους πιστούς. Ύστερα από οκτώ ποιητικά βιβλία, έχει πιά κατακτήσει μια διόλου ευκαταφρόνητη θέση στην πόλη των ιδεών. Με χαρακτηριστική φωνή κι εκφραστικούς τρόπους, ο Νίκος, ακολουθεί με συνέπεια τους ορισμούς του ποιητικού δρόμου που σημάδεψε από τις πρώτες κιόλας εμφανίσεις του. Δεν εννοώ ότι τυποποίησε τη γραφή του και την υπερασπίστηκε, αλλά ότι καλλιέργησε συστηματικά την ποίησή του στους θεματικούς άξονες του έρωτα και του ονείρου. Παραλλάσσοντας κάθε φορά το υλικό του, οδηγήθηκε απ’ ό,τι προσιδίαζε στη φύση του σε ποιήματα όπου οι μικρές ιστορίες με τις πληγές, τα κενά, τις στερήσεις, τις απώλειες, αλλά και τη βαθιά ανθρώπινη τάση για ανασύνταξη και ανάταση στοχεύουν ευθέως στην συγκίνηση, ζητούμενο κάθε έργου τέχνης.

Ζήσαμε αθόρυβα σ’ έναν ήσυχο κήπο
Γραμμωμένοι απ’ την αρμύρα του έρωτα
Λαμπάδες μοιάζοντας λαχταριστές
Ετοιμοπόλεμες νυχτιάτικα,

γράφει για να αποσπάσει την προσοχή μας και να μας αιφνιδιάσει αποσπώντας μας από
το «Γαλάζιο ποδήλατο», το κέρδος της ζωής δηλαδή, η αλλιώς η ποιητική μετωνυμία
της επιτυχίας που χρεώνεται όμως στην αδυσώπητη αντίθεση όσο πιο γρήγορα τόσο
πιο σύντομα, (μεγαλύτερη ταχύτητα λιγότερος χρόνος).
Ο Νίκος Μυλόπουλος, σ’ αυτό το βιβλίο γίνεται περισσότερο στοχαστικός, πιο
ανεκτικός και εμφορείται από μια γαλήνη αξιοπρόσεκτη. Συντάσσεται θα λέγαμε με τον
άνθρωπο. Δοκιμάζεται στη θλίψη, τη βία της καθημερινότητας και αντιμετωπίζει με επιείκεια ό,τι κατατρώγει την ποιότητα του βίου. Ξέρει καλά πως η φυσική ήττα του ανθρώπου δεν αφήνει περιθώρια για ματαιοδοξίες και εγωκεντρισμούς. Αμύνεται ως ενεργό μέλος της κοινότητας στο παρατεταμένο αναφιλητό που μοιάζει με γέλιο. Παρακολουθεί κι υφίσταται τη δεδηλωμένη του θανάτου δίχως να τον ορίζει ούτε να τροποποιεί τη συμπεριφορά του. Διεκδικεί τη νοσταλγία, όπως σε παλαιότερα βιβλία του, με το ελιξίριο του έρωτα και του ονείρου. Σε προηγούμενο κείμενό μου για την ποίηση του Νίκου σημείωνα: «Το όχημά του είναι ο έρωτας, η κατακρημνιζόμενη σιωπή του νου και του
κορμιού. Με τον έρωτα ως αιχμή υπερασπίζεται το αδηφάγο κι επικίνδυνο κενό, με
όποιο τίμημα». Το ίδιο υποστηρίζω και τώρα μόνο που στην προκειμένη περίπτωση ο
έρωτας του γίνεται πιο θορυβώδης, αισθησιακός, στην αιχμηρή του διάσταση υφαρπάζει
ψυχή τε και σώμα και αναλαμβάνει να τροφοδοτήσει ως εφαλτήριο τις φίλιες δυνάμεις
της φθοράς, αφού ο χρόνος βρυχάται.

ΕΡΓΟ TOY MODIGLIANI

Ζωγράφιζα με άνυδρα μάτια το σώμα σου
Επάνω σε καμβά του Modigliani
Στο βάθος της σκάλας χτένιζα τις ρυτίδες μου
Μια σκιά αναζητώντας η μία ερημιά
Τις ορθωμένες ρώγες να δροσίσω που παράταξες
Στης έξαψης τον τραγικό σε ακολούθησα χορό
Ευθεία τραβώντας γραμμή στ’ απόκρυφα του ορίζοντα.
Καθώς στο δέρμα σου καθρεφτίζονται επιδερμικά
Τ’ ακροδάχτυλα της νιότης
Ο χρόνος χαϊδεύει τις μισάνοιχτες πόρτες
Αποφασίζοντας οριστικά τι θα μείνει και τι θα χαθεί.

Στις μικρές αφηγήσεις του ο ποιητής κάθε τόσο επιβεβαιώνει την αδάμαστη μνήμη. Το παρελθόν νοσταλγικά υποστηρίζει το παρόν στις εφεδρείες της ψυχής, αλλά η
καταλυτική παρεμβολή του χρόνου συντρίβει κάθε δόξα, διότι όπως γράφει ο ποιητής,
Καθώς η νύχτα άπλωνε φτερά απειλητικά και ολέθρια /Νοιώθαμε την ηδονή να μας καλεί θρυμματισμένη…

Ο ΤΟΚΕΤΟΣ ΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ

Γράφαμε πάνω σε πανιά να γράψουμε λόγια που πονούσαν
Κουρασμένοι απ’ τη συγκομιδή των ραγισμένων αστεριών
Αγγίγματα θερίζαμε και ζουμερά φιλιά με χέρια πες λαγνείας
Ναυαγοί αποκλεισμένοι στο ακρωτήρι του εφηβαίου
Έξω απ’ τα περιθώρια του χρόνου αγαπιόμασταν από ένστιχτο
Υποδυόμασταν τις χορδές ενός άθραυστου τόξου
Και τεντώνοντας βέλη καρδιάς στοχεύαμε ο ένας τον άλλον
Επώδυνες επιλέγοντας εμπειρίες αναζήτησης
Καθώς κάθε στιγμή μια άπρόσμενη έκρηξη είναι
Φωτογραφίες κι ένοχές, φορώντας άσεμνα κοστούμια.
Ύστερα στο μπρούτζινο βαφόμασταν χρώμα των παλαιών η μερών
Την καχύποπτη απολαμβάνοντας σιωπή που τριγυρνά στις αποβάθρες
Ανέτοιμοι ως συνήθως για το επερχόμενο
Μιας και κανείς ποτέ δεν έζησε το αύριο
Μ’ ένα μαχαίρι καρφωμένο στο λαιμό πυροβολούσαμε το τώρα.
Δύσκολος ο τοκετός του φεγγαριού
Κι η νύχτα αιμόφυρτη γεμάτη θραύσματα από γεράνια.

Κι όλα αυτά υπό την επιστασία τού ονείρου. Νομίζω πως η καταφυγή στο όνειρο για τον Νίκο είναι το αναλγητικό για τον μεγάλο πόνο ο όποιος δεν άφορά την προσωπική βιωματική του περιουσία αλλά στοχεύει να μετριάσει αυτό που προηγουμένως χαρακτηρίσαμε ως συντριβή. Ήταν και εξακολουθεί να είναι η παρηγορητική σιωπή του
ποιητή για να απαλύνει τη θλίψη του, μα κυρίως να κρύψει επουλώνοντας πληγές. Οι
παθιασμένοι έρωτες, βλέπετε αφήνουν το στίγμα τους. Τη λύσσα και τη μοσχοβολιά
διαδέχεται ο τρυφερός απευθυντικός λόγος: Αλήθεια με πόσα όνειρα ακόμη μπορείς
να στολίσεις /Το μικρό πανδοχείο εκείνης της νύχτας.
Καταλήγοντας θα ήθελα να επισημάνω πως μέσα στις τρεις ενότητες του βιβλίου,
Πίσω απ’ αυτό το μπλε, Οπλίζοντας όνειρα, Γενικευμένη επίθεση, αλλά και στο ακροτελεύτιο ποίημα Αναπάντεχη Εδέμ το όποιο αφιερώνεται στον αγαπημένο φίλο και συνοδοιπόρο ποιητή Κώστα Θ. Ριζάκη, συναντάμε έναν ώριμο, στοχαστικό και λιγότερο ενθουσιώδη Νίκο Μυλόπουλο. Ο έρωτας κυρίαρχο στοιχείο της ποίησής του, φαίνεται να
απελευθερώνεται και να απελευθερώνει το λόγο του, να κερδίζει παρά τις ματαιώσεις
και τις απώλειες και να εκφράζεται όχι μονάχα ως αίσθηση, αλλά ως δραστηριότητα κατά την όποια καθαγιάζονται τα φθαρτά σώματα.
Ο πλούτος και η ομορφιά των στίχων και οι εκφραστικοί τρόποι του Νίκου Μυλόπουλου εμπεριέχονται, νομίζω, στον εξαιρετικά ευρηματικό τίτλο της συλλογής, Όπως
η θάλασσα με το αύριο, όπου συγκεντρώνονται κι όλες οι αρετές της ποιητικής του.
ΥΓ. Και μια οδηγία για τους αναγνώστες: Το αναφορικό «όπως» του τίτλου μη το
προσπεράσετε, νομίζω πως υπονοεί κι αποκαλύπτει πολλά περισσότερα από όσα κατάφερα να πω…

 

.

ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΗΣ

ΣΟΦΙΑ ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΦΙΛΟΥ

Ο ΣΙΣΥΦΟΣ Τ. 11 ΙΑΝ.-ΙΟΥΝ. 2016

Η συλλογή «Τέλος της περιπλάνησης» του Νίκου Μυλόπουλου περιλαμβάνει πεζόμορφα ποιήματα με πρωτότυπη έκφραση και μια υπόνοια υπερρεαλισμού, που όμως περικλείουν ιδέες και νοήματα βαθιά και τρυφερά που εκφράζονται με τολμηρό μεταφορικό λόγο.
Αυτές οι τολμηρές μεταφορές ξαφνιάζουν ευχάριστα τον αναγνώστη
και προκαλούν ιδιαίτερη αίσθηση καθώς, παρόλο που πλεονάζουν, καθώς όλο σχεδόν το κείμενο είναι γραμμένο σε συνυποδηλωτική γλώσσα, δεν κουράζουν, αντιθέτως προκαλούν γλυκό εθισμό στον αναγνώστη, ο οποίος περιμένει τη συνέχεια αυτών των μεταφορικών εικόνων: «Κι ο έρωτας όπως πάντα λάφυρο μουσκεμένων φιλιών», «πυροβολούσαμε εξ επαφής τη ντροπή» αναφέρει ο ποιητής στους Ρυθμιστές του χρόνου, και στο Σαν ποτάμι λέει: «αμέτρητες εξαργυρώνοντας επιταγές αγάπης». Έτσι έχουμε τη χρήση απλών λέξεων που συνδυάζονται με περίτεχνο μεταφορικό τρόπο και αποδίδουν συναρπαστικό αισθητικό αποτέλεσμα: «Γέλιο πικρό θέλει η ζωή και τέχνη να τη ζήσεις», αναφέρει επίσης στο Γέλιο πικρό.
Το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο χρησιμοποιείται αρκετά από τον ποιητή, το οποίο μας παραπέμπει στη σχέση και τη συνύπαρξη δύο ανθρώπων και προσδίδει ζεστασιά και αμεσότητα στο κείμενο. Είναι το γραμματικό πρόσωπο που στοχευμένα χρησιμοποιείται για να εκφράσει τη μέθεξη, τη συμμετοχή τη συμπόρευση, τη συνύπαρξη στην ευτυχία στην απόπειρα και στη δυστυχία. Έτσι ο ποιητής αναφέρει: «Βασανιστήριο φριχτό η σκέψη πως αργήσαμε τόσο/Μα τώρα/Οι δυο μας, παρανάλωμα φωτός, στον τόπο των παλιών οδοφραγμάτων.» στο Παρανάλωμα φωτός.
Βασικό θέμα των ποιητικών δημιουργιών του είναι η αγάπη και ο έρωτας. Η αγάπη αμείλικτη συνυπάρχει με τον κυνικό χρόνο: «Πονούσε το σώμα μου απ’ τα σκαλίσματα της αγάπης», λέει στο ποίημα Οι κλέφτες τα χρόνια και συνεχίζει στο ίδιο κείμενο «Λες και τους τύλιξαν με σκόνες οι κλέφτες τα χρόνια».
Στα ποιήματα του Νίκου Μυλόπουλου συναντάμε εικόνες ζωντανές που προβάλλουν μέσα από συμπλέγματα περίτεχνων, ανέλπιστων και πρωτότυπων λέξεων. Ο χρόνος εξ άλλου αποτελεί σημείο αναφοράς στην ποίησή του, ενώ εμφανίζεται άλλοτε απειλητικός, άλλοτε δημιουργικός και κάποιες φορές απρόβλεπτος: «Αγνοούσαμε αν είναι νωρίς ή ίσως πολύ αργά/Αν τελείωνε ή αν άρχιζε ο χρόνος» αναφέρει στο Μυστικό μακροζωίας.
Έτσι στην Αγάπη χωρίς προηγούμενο υπάρχει αλληγορική και σουρεαλιστική προσέγγιση του έρωτα, η οποία επιτυγχάνεται με τρόπο σταδιακά κλιμακωτό. Αλλού γίνεται προσπάθεια ανακωχής και συμβιβασμού, αλλά και αναβίωσης των στιγμών που πέρασαν μέσα σε μία σχέση με καινούρια οπτική.
«Πλάθαμε κάτι από σενάριο ζωής και αύριο» αναφέρει στο ποίημα Ακυβέρνητοι όπως οι σκέψεις. Με έξυπνο τρόπο ο ποιητής σε άλλη του δημιουργία υιοθετεί τη γυναικεία ψυχολογία και προσπαθεί να εισχωρήσει στις μύχιες πτυχές της αντιστρέφοντας τους ρόλους και αποπειράται να αισθανθεί και να εκφράσει το πώς νιώθει μια «γυναίκα υπό απόρριψη». Τα ποιήματά του καθίστανται ακόμη αιμάτινο απόσταγμα του παρελθόντος του, αβίαστο ξεγύμνωμα της ψυχής που πολλές φορές μπορεί να εκφράσει την απειλή του θανάτου.
Στη Στάχτη στο στόμα γίνεται λόγος για μια ζωή χωρίς νόημα, εμπλουτισμένη με μικρά ψήγματα ευτυχίας. Η φυγή του αγαπημένου προσώπου και η συναισθηματική απουσία δημιούργησε τραύμα επώδυνο. Μια αγάπη που μετασχηματίστηκε σε επικίνδυνο έλος και έλκος λογισμένη από τα χτυπήματα του αδυσώπητου χρόνου.
Η απογοήτευση εκφράζεται και στην Ηχώ του βλέμματος όπου οι συνοδοιπόροι της αγάπης παρουσιάζονται σαν δύο σταγόνες βροχής που αποχωρίστηκαν στην πορεία, καθώς δεν άντεξαν το βάρος της συνύπαρξης.
Στις Μικρές κρυστάλλινες λίμνες γίνεται λόγος για μια αγάπη χαμένη, η οποία όμως άφησε γερό το στίγμα της και ανεξίτηλο επιτυγχάνοντας ανεπανόρθωτο πλήγμα στον ποιητή. «Η θύμηση της χαμένης αγάπης ανυπόφορα το μέσα μου κεντά/καθώς απεγνωσμένα ζητώ ραντεβού με την κοπέλα του νεκρού εαυτού μου».
Αλλού μιλά για μια αγάπη που απώλεσε την ουσία της ευτυχίας και το χαμόγελο της χαράς: «Δεν σε θυμάμαι να γελάς … Μόνο ένα χαμόγελο πικρό κρεμούσες κάθε χρόνο/Στης μοναξιάς το Χριστουγεννιάτικο δέντρο μας.», αναφέρει στο ποίημά του με τίτλο Αγγίζοντας το τέλειο. Σε άλλη του δημιουργία εκφράζει την αγωνία του να μην μετατραπεί η επιθυμία των δύο πρωταγωνιστών της αγάπης σε μακρινή ανάμνηση με επόμενη εξέλιξη τον άδοξο αφανισμό αυτής της επιθυμίας. Στον Ερωτικό μετανάστη, με πόνο αναφέρεται σε μια αγάπη που δεν κατάφερε να επιβιώσει, λύγισε και υποχώρησε κάτω από τις αντιξοότητες που υπαγόρευσαν ο χρόνος και η συνήθεια.
Αλλού η αγάπη εμφανίζεται διατακτική ωθώντας τα φιλιά να φυλακίζονται στο προστόμιο, φιλιά που δεν τολμούν να εκδηλωθούν, καθώς απειλούν «με απεργία διάρκειας». Στα Κοστούμια αγάπης αναζητά ένδυμα στοργής και ζεστασιά, χωρίς να το ανακαλύπτει. Συνεχίζει να αισθάνεται απειλητικό το ψύχος να του διαπερνά την καρδιά, μέχρι την
εμφάνιση μιας ύπαρξης που είναι έτοιμη να αποκαταστήσει τις πληγές στο τραυματισμένο και ταλαιπωρημένο ένδυμα της καρδιάς του και να συμπορευτούν στο μέλλον.
Στο ποίημά του: Στο Χρώμα της Λεβάντας η συνύπαρξη αυτή ξεκινώντας από ένα σημείο αναφοράς με ισχυρό αντίπαλο το χρόνο ξεθωριάζει με απόρροια τη φυγή του ενός πρωταγωνιστή.
Ο ποιητής επιτυγχάνει να εκφράσει μέσα από τα ποιήματα της συγκεκριμένης συλλογής έντονα και αληθινά συναισθήματα, αλλά και καταστάσεις που βίωσε και τις αποδίδει με δεξιοτεχνικό τρόπο στο χαρτί.
Γεμάτα αλήθεια, ζωντάνια, ένταση, πρωτότυπη μεταφορική έκφραση, τα ποιήματα του Νίκου Μυλόπουλου βρίσκουν ευθύβολα το στόχο τους καθώς διεγείρουν την καρδιά του αναγνώστη και τη συγκινούν.

.

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΟΥΣΟΥΛΑ

ΤΟ ΚΟΡΑΛΛΙ Τ.9 ΑΠΡ.-ΙΟΥΝ. 2016

ΕΜΠΕΙΡΙΚΗ ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΩΣ ΤΗΝ ΣΥΝΤΡΟΦΙΚΟΤΗΤΑ – ΕΩΣ ΤΟ ΕΝΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙ
Στην έκτη του ποιητική συλλογή, ο Νίκος Μυλόπουλος παραμένει με συνέπεια προσανατολισμένος στην επιλεγμένη περιοχή εσωτερικής του ενδοσκόπησης: τον έρωτα. Με σοφία και ωριμότητα, αφού περιπλανήθηκε σε αγκαθερά τοπία παλινωδιών και διαψεύσεων, δείχνει πως έμαθε να δέχεται και να ανταποδίδει, τα φονικά (για την καθημερινή ισοπέδωση) βέλη του φτερωτού θεού. Μότο του βιβλίου συνιστά η σοφή συμβουλή που κατευθύνει την αιώνια εφηβική ψυχή μας, όταν αυτή θαλασσοδέρνεται στις αντινομίες και τις αντιφάσεις, βασικά συστατικά του πιο όμορφου
ανθρώπινου συναισθήματος: το να αγαπιέσαι πολύ από κάποιον σου δίνει δύναμη. Ενώ το να αγαπάς πολύ κάποιον σου δίνει θάρρος. Σε ένα μελετημένο βιβλίο τίποτα δεν είναι τυχαίο και όλα κατευθύνουν ευγενικά αλλά καίρια τον αναγνώστη στην βέλτιστη προσέγγισή του.
Κατά κάποιον τρόπο σκηνοθετούν το κλίμα τού βιβλίου. Ξεκινώντας, λοιπόν, από τη μορφή της νέας συλλογής, ας σταθούμε στα εικαστικά που την κοσμούν, το εξώφυλλο τού Σταμάτη Κωνσταντάρα και τη φωτογραφία
στη σελίδα 6 της Μαργαρίτας Χαϊδή. Είναι ό έρωτας γένους θηλυκού; Φαίνεται πως ναι, αφού στόχος είναι ο κόσμος του άνδρα, ο άνδρας περιπλανώμενος πάνω στον κόσμο, ο άνδρας σταθερός στόχος, ο άνδρας πρόθυμος να στοχευθεί. Είναι το φεγγάρι γένους θηλυκού; Φαίνεται πως ναι, αμφίβολο κατά την αυγή, το προσεγγίζει το ελεύθερο ανδρικό πνεύμα όπως πετάει, έχοντας την πλάνη πως μπορεί και να το φτάσει. Είναι πλάνη, φυσικά, το φεγγάρι ζει λίγο τη μέρα, αποσύρεται και λάμπει τη νύχτα στον φυσικό του χωροχρόνο, οπότε το πουλί δεν θα μπορεί πια να πετά. Αμφίσημος κι ο έρωτας, δεν προσεγγίζεται ποτέ, μα μόνον μέσω αυτού βιώνεται κάθε φορά η αίσθηση του καινούργιου- της νέας ημέρας.
Η εξαίρετη, ως συνήθως, επιμέλεια του Κώστα Θ. Ριζάκη, σε συνέργεια με την προσεγμένη έκδοση των υπεύθυνων του εκδοτικού οίκου Γαβριηλίδης, καθιστούν την ποιητική αυτή συλλογή, συμβολή για κάθε ενημερωμένη, σύγχρονη ποιητική βιβλιοθήκη. Η γραφή του Νίκου Μυλόπουλου σε αυτά τα ποιήματα λαγαρίζει, κινούμενη ασφαλώς στις, και από την άλλη του ποιητική δουλειά, γνωστές συντεταγμένες. Ο λόγος είναι πυκνός και όσο πρέπει ξομπλιασμένος, στίχο το στίχο δομημένος, με ευφάνταστους συσχετισμούς και ξαφνιάσματα, ιδιαίτερα στους καταληκτικούς στίχους.
Αμέσως στιγμές ερινύες μας σπρώχνουν στην έξοδο/
Για προπατορικό κατηγορώντας μας εκ νέου αμάρτημα
Στον υδάτινο αναπνέοντας κόσμο της θλίψης/
γνωρίζαμε πολλούς όμως δεν μάς περίμενε κανένας.
Πώς χωρέσαμε σε δύο βαλίτσες μικρές και άσημες/
την τόσο αστραφτερή ακινησία της αγάπης μας
Οι δύο μας, παρανάλωμα φωτός, στον τόπο των παλιών οδοφραγμάτων

Μέρος των ποιημάτων και οι τίτλοι τους, ενίοτε περίληψη στίχου ή και
στίχοι ολόκληροι: ζωή απ’ το ίδιο ποτήρι, ηχώ του βλέμματος, φιλιά φυλακισμένα στο προστόμιο, άσπρες λέξεις σιωπής, κοστούμια αγάπης, όπως τ’ αστέρια αγαπούν τον ουρανό.
Κάθε ποίημα ανοίγει και κλείνει σαν μια μικρή ολότητα, χτίζοντας έτσι ένα στέρεο σπίτι αισθημάτων, που αυτά πρώτα και έπειτα οι λογισμοί, αποτελούν την σάρκα του. Για άλλη μια φορά, διαβάζοντας το χρονικό ενός έρωτα, αποθαυμάζει κανείς την ικανότητα, το ζήλο και την εκστατική ματιά που επινοεί ο κάθε νέος επήλυδάς του για να τον περιγράφει. Και, παραδόξως, αυτό το πολυφορεμένο συναίσθημα, κάποτε τόσο αναγνωρίσιμο στα συμπτώματά του όσο μια αρρώστια, κάθε φορά αναδεικνύεται φρέσκο και ατσαλάκωτο, περνώντας μέσα από την κολυμβήθρα του Σιλωάμ: καρδιά του κάθε ανθρώπου.

ΚΑΛΕΣΜΑ
Έλα να γείρουμε αγκαλιά μες στα πυρόξανθα μαλλιά της νύχτας
Οι αντηρίδες είναι ύπουλες και εχθρικές
Και το βαρούλκο ατίθασο στα χέρια της συνήθειας
Έλα τώρα πριν οι επιθυμίες μας θυμίσουν μνήμες μακρινές
Και μπήξουμε τα γόνατα γερά στο χώμα που γουργουρίζει
Έλα να χαθούμε στα μαραμένα μέσα φύλλα των δέντρων
Στο γοερό κλάμα των κρεμασμένων αστεριών
Στους θολούς ορίζοντες που από παλιά μάς ξεδιψούν
Έλα ν’ ανιχνεύσουμε αμεταχείριστους όρκους και αστρολάβους
Δαγκώνοντας μέχρις αιμορραγίας τα χείλη και τα κορμιά
Να ανεμίσουν θησαυροί που άθελα αγνοήσαμε
Έλα να τραβήξουμε στην έρημο και στις επιτραπέζιες πόλεις
Ώσπου η άμμος και η θάλασσα να ενωθούν να γίνουν ένα
Έλα τώρα που δεν έχουμε πια δάχτυλα πίσω τους να κρυφτούμε

Τώρα που η καινούργια μονάδα του χρόνου είναι ο έρωτας.
ο ποιητής διακρίνει την σαρκική ηδονή χωρίς έρωτα, ως μια περιπλάνηση σε μια φευγαλέα απαγωγή, ένα συνταίριασμα ιδρώτων με το φιλί  στάχτη στο στόμα να πικρίζει, από τον έρωτα που εκφράζεται μέσα από
τα σώματα, όταν γυμνοί από παράσημα φόβου κι ακροβασίες άχρηστες/
χαράζαμε με σμίλη αιχμηρή το κουρασμένο πια μάρμαρο των αισθήσεων.
Ο έρωτας μοιάζει πολύ με πληγή, αιμορραγία μπροστά σε καθενός τον
καθρέφτη, εφόσον προτιμήσει του έρωτα τ’ αβύθιστα θωρηκτά συναισθήματα, ή την αδιέξοδη πλευρά της εικασίας.
Ο Νίκος Μυλόπουλος χρησιμοποιεί μια υποδόρια ειρωνεία για να ανασκευάσει το τραγικό στοιχείο, να του δώσει ίσως ανθρώπινη χροιά, να
παρουσιάσει εν μέρει διαχειρίσιμα τα σαρκοφάγο συναισθήματα: τη
λύπη, την απώλεια, την ταπείνωση. Ο λόγος του, όταν μέσω αυτού ανατέμνει την ψυχή του, παραμένει ελεγχόμενος, νυστέρι ακριβείας για το φίλιο θύμα.
Ισχύς της γυναίκας είναι η απόρριψη. Η άλλη όψη της σελήνης σκληρή,
παραμένει ανοικτή σε πάνω από μια αναγνώσεις, ξεδιπλώνεται στο ιδιαίτερο ποίημα «Γυναίκα υπό απόρριψη». Το ερωτικό παιχνίδι της σχέσης του
αρσενικού με το θηλυκό γίνεται παιχνίδι ρόλων, διακινδύνευση χωρίς αντίκρυσμα και για τους δυο, από όπου ο άνδρας, κατά τη μαρτυρία του ευάλωτος, θα παραδεχτεί πως η ευαισθησία είναι γένους θηλυκού.
ΓΥΝΑΙΚΑ ΥΠΟ ΑΠΟΡΡΙΨΗ
Τα βράδια κοιμόμασταν από αμέλεια πάνω στις ράγες
Αγνοώντας βέβαια πότε θα περάσει το τρένο
Επιβεβαιώνοντας με τον τρόπο αυτόν τη σκοτεινή πλευρά των ονείρων
Οι πιο αποφασιστικές μας πάντως στιγμές ήσαν σίγουρα τυχαίες
Εσύ βρισκόσουν συνέχεια δίπλα μου γιατί ήσουν πάντα μακριά μου
Με τη ματιά σου τόσο διαπεραστική να τρομάζει τον ίδιο τον θάνατο
Εγώ καταπίνοντας μαζί με τα δάκρυα αζήτητα κομμάτια ουρανού
Είχα γίνει γαλάζιος κι οι άνθρωποι με φοβότανε τόσο
Που περνούσα αλώβητος απ’ τα αρπακτικά βλέμματά τους
Κι αισθανόμουν γυναίκα υπό απόρριψη
Με την σύντροφό μου σαν άντρας μέσα στη νύχτα
Ξυρισμένη να αποχωρεί.
Τρύπιο το λαγήνι του χρόνου κι οι ώρες χυμένες αλλού
Ξεδίπλωναν τρυφερά τη γαλανόλευκη της μοναξιάς αλληγορία.
Κι ο έρωτας να είναι το πρώτο διακύβευμα, κατά βάθος ο στόχος είναι
η αγάπη. Ένα βήμα παραπάνω είναι η αγάπη. Βήμα που αν δεν πραγματοποιηθεί ενώ ο χρόνος περνά, γίνεται στο τέλος το ναυάγιο της ύπαρξης.
IX
Έχεις ανάγκη ν’ αγαπηθείς πολύ σ’ αυτήν τη ζωή
Κολυμπάς ασταμάτητα μέχρι ν’ αδράξεις τον άλλον
Νερό πίνοντας αλμυρό κάποτε πνίγεσαι λιγάκι
Και συνεχίζεις, όμως αρχίζεις πια να κουράζεσαι
Και τότε το μυαλό θολώνει, βλέπεις τη θάλασσα
Χέρια τεράστια ν’ αποχτά και να στ’ απλώνει
Χαμογελάς, νομίζεις πως μπορείς να κρατηθείς
Δεν συμβιβάζεσαι με την πικρή γεύση της ήττας
Ώσπου σύντομα αρχίζεις να βουλιάζεις και πνίγεσαι.
Στον υγρό τάφο σου οι άγγελοι ευλαβικά τοποθετούν
Αντί σταυρό βατραχοπέδιλα.
Ο έρωτας δένεται με κάθε έκφανση της ζωής του ποιητή. Πάντα επιδιωκόμενος, δεν αποτελεί ωστόσο το μόνο ζητούμενο. Ο Δεκάλογος, ποίημα δέκα ενοτήτων με τίτλο Στιγμές πριν ν’ ανθίσει ή Δεκάλογος, είναι θα λέγαμε στην ουσία του, ένας αυτοβιογραφικός απολογητικές μονόλογος όπου κρύβονται αναδρομές, επιμέρους εκτιμήσεις, παραδοχές και αυτοσαρκασμοί. Σκεφτόμασταν πόσο λάθος μας δίδαξαν από μικρούς τα γράμματα/ ιδιαίτερα τα μαθηματικά όπου δύο ισούνται πάντα με ένα Την σύντομη περιήγησή μας στην ποίηση τού Νίκου Μυλόπουλου, ας ολοκληρώσουμε σταματώντας στο ομώνυμο της συλλογής ποίημα. Σταθμό που προκρίνει ο ίδιος ο ποιητής για να σηματοδοτήσει και να επικυρώσει την κατάληξη πέραν πάσης αμφιβολίας της οδύσσειας προς την ερωτική του Ιθάκη: ένα αδιάβατο κόβοντας δάσος από γυναίκες/και διαγράφοντας οριστικά το αμφίσημο τού ορίζοντα/ έφτασα κατάκοπος να μυρίσω λουλούδι.

.

ΒΑΛΕΝΤIΝΗ ΧΡ. ΚΑΜΠΑΤΖΑ

Περιοδικό “Ο Σίσυφος”, τχ. 14, Δεκέμβριος 2017

Η ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ TOT ΠΟΙΗΤΗ ΝΙΚΟΥ ΜYΛΟΠΟYΛΟY ΣΤΗ ΜΑΓΕΥΤΙΚΗ ΚΑΙ -ΣΥΓΧΡΟΝΩΣ- ΒΑΣΑΝΙΣΤΙΚΗ ΕΡΩΤΙΚΗ ΣΦΑΙΡΑ, ΟΠΩΣ ΑΠΟΤΥΠΩΝΕΤΑΙ ΣΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΟΥ ΕΡΓΟ ΜΕ ΤΙΤΛΟ: ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΗΣ
(Στη μνήμη της πολυαγαπημένης μου μητέρας Κλυταιμνήστρας)
Ο Νίκος Μυλόπουλος, γεννημένος στη Θεσσαλονίκη, διανύει μία πολύχρονη γόνιμη πορεία στα γράμματα, έχοντας ως σταθμό-αφετηρία το έτος 2002. Μετά την έκδοση έξι συνολικά ποιητικών συλλογών, χαρίζει στο κοινό του το τελευταίο πόνημα με τίτλο Τέλος της περιπλάνησης.
0 σκεπτόμενος αναγνώστης -εύλογα- θα αναρωτηθεί εάν ο τίτλος, το σχέδιο του εξωφύλλου και η φωτογραφία του εσώφυλλου είναι αντιπροσωπευτικά του περιεχομένου της συλλογής. Σε ένα λογοτεχνικό  έργο, τίποτε δεν είναι τυχαίο.
Η ποίηση του Νίκου Μυλόπουλου είναι κατά βάση ερωτική, συμβολιστική, με έντονες υπαρξιακές αλλά και κοινωνικοπολιτικές ανησυχίες· γεγονός που την καθιστά και πιο ενδιαφέρουσα. Σύμφωνα με τον ποιητή (που παραθέτει αυτούσιες φράσεις του Λάο Τσε), η αγάπη εμπεριέχει το στοιχείο της ανατροφοδότησης, καθώς προσδίδει δύναμη και θάρρος στους βασικούς συντελεστές μιας ερωτικής σχέσης. Σε κάθε ποίημα, η θεά Φύση κυριαρχεί σαγηνευτικά, πλαισιώνοντας αρμονικά το ερωτικό ζευγάρι. Η ατμόσφαιρα των ποιημάτων είναι ρομαντική, αισθησιακή. Ωστόσο, συχνά σκιάζεται -έντονα- από το εφιαλτικό πέρασμα του διαβρωτικού Χρόνου και μετατρέπεται σε καταθλιπτική, μελαγχολική, μυστικιστική, βασανιστική, επιβλητική· ο δαιμόνιος αυτός άρχοντας κατορθώνει να ανατρέψει το όλο σκηνικό και να προσδώσει μια αίσθηση μοναξιάς, βαθειάς θλίψης, υπαρξιακής ανησυχίας, ακύρωσης-τραγικής διάψευσης κάθε ελπιδοφόρου μελλοντικού σχεδίου του ζευγαριού. Η διαβίωση στη σύγχρονη συμβατική δυτική κοινωνία, χωρίς το θετικό αντιστάθμισμα της ερωτικής σχέσης (κτισμένης σε γερά θεμέλια δεσμών αφοσίωσης), κρίνεται πραγματικά ανούσια, ενοχλητική, ανυπόφορη. Σύμφωνα με τον δημιουργό, μόνον η δύναμη της αγάπης και η δημιουργική γραφή είναι ικανές να διαταράξουν τα παγωμένα νερά των παράδοξων κοινωνικών συμβάσεων. Ακόμη και ο Θάνατος (που συνιστά το επισφράγισμα του απόλυτου παραλόγου) καταδεικνύεται ανίσχυρος απέναντι στη δύναμη μιας ειλικρινούς, ονειρικής αγάπης με θετική προοπτική. Η Μοίρα, πιστή αρωγός αυτού του καταχθόνιου Άρχοντα, συμπληρώνει περίτεχνα το πάζλ της κενότητας της επίγειας ζωής· μιας διαδρομής, που στιγματίζεται από έναν φαύλο κύκλο μονοτονίας, μοναξιάς, διάψευσης ελπίδων και σχεδίων, αφήνοντας μια πικρή επίγευση αμέτρητης θλίψης: «Στις καθιερωμένες δίπλα
διαδρομές ανύπαρκτους πλάθα-/ με τόπους/ Με ασύλληπτα σβήναμε όνειρα την καταχνιά/ Ανατρέποντας όλα τα ερωτηματικά / […]/ Οι άνθρωποι έτρωγαν λέξεις κι ονόματα να ξεγελάσουν/ την μοίρα τους /[…]». Μόνον η αγάπη, σε μια τροχιά «αληθινής περιπλάνησης», είναι ικανή να ανατρέψει τις καταστροφικές συνέπειες του χρόνου (φθορά, γηρατειά, θάνατος), μεταφέροντας ένα κλίμα αισιοδοξίας. Με δεδομένο τον παράδοξο χαρακτήρα δόμησης της ανθρώπινης ύπαρξης, που κινείται σε έναν κόσμο διεφθαρμένο, κατεστραμμένο, ο έρωτας συνιστά μία πράξη δυναμικής αντίστασης και αληθινής διεξόδου κατά του θανάτου και της κενότητας της ζωής. Το ερωτικό ζευγάρι, έχοντας πλήρη επίγνωση των λαθών του κατά το παρελθόν, επιθυμεί να χαράξει μια νέα πορεία· πιο ανθρώπινη, πιο βιώσιμη, πιο ελπιδοφόρα: «Ξαναρχίζοντας τη σπορά μιας ατέλειωτης θάλασσας/ […]/ Έτσι κρατιόμασταν νέοι σ’ έναν κόσμο ερείπιο/ Μικροί σπινθήρες πυρκαγιάς/ Μες στα σβησμένα από χρόνια κάρβουνά του». 0 ίδιος ο ποιητής, μολονότι διαψεύδεται συνεχώς, θεωρεί ως ζωτικό σημείο -για την ίδια του την ύπαρξη- την αναζήτηση της τέλειας ερωτικής σχέσης. Ξεκινώντας (με τη σύντροφό του) αυτό το ουτοπικό ταξίδι (που καταλήγει σε αυτοσκοπό), συναντά εμπόδια, ραγδαίες ανατροπές και τότε, μοιραία βυθίζεται σε πλήρη δυστυχία: «Πατούσαμε αμίλητοι σταφύλια και χαμένες μέρες/ Μήπως τρυγήσουμε μια στάλα ζωής/ […]/ Συνεχίζουμε την αναζήτηση με χέρια κομμένα σε γωνία/ ορθή/ […]/ Και τώρα που τα όνειρα αθόρυβα βούλιαξαν / Ας θρηνήσουμε μαζί την απώλεια σε δείπνο φαντασμάτων». Άλλοτε πάλι, οι ερωτικοί σύντροφοι παραμένουν αδύναμοι, έρμαια στα χέρια μιας άλογης μοίρας, που προκαθορίζει τη ζωή και την ευτυχία τους. Έτσι, «προκαλώντας τη μοίρα να μας [τους] παρηγορεί/ Ακίνητοι περιστρεφόμασταν [περιστρέφονταν] λαχνοί σε κληρωτίδα». Ωστόσο, με βασικό όπλο την αγάπη, αντιστέκονται σθεναρά, αγνοώντας τις δύο βασικές υπερδυνάμεις (τον χρόνο και τον θάνατο). Όταν δε ο δημιουργός συναντά μία γυναικεία παρουσία που τον σαγηνεύει, τότε και πάλι επιβιβάζεται στο καλοτάξιδο πλοίο της
ονειροπόλησης και η ελπίδα αναζωπυρώνεται. Πολλές φορές μάλιστα, δεν διστάζει να θεοποιήσει την αγαπημένη σύντροφο, προσδίδοντάς της πολύτιμα χαρακτηριστικά (Γυναίκα από χρυσό). Ακόμη, σύμφωνα με αυτόν, η γυναίκα φέρει από τη φύση της το πνεύμα της ανατροπής, της επανάστασης, έχοντας ως βασικό όπλο αντίστασης (και πηγή αναζωογόνησης του ποιητή) το γέλιο της: «Ύστερα η γυναίκα από χρυσό έβγαινε από το γυάλινο/ κουτί της/ Ραντίζοντας με ποτιστήρια δάχτυλα το σπόρο της επανά-/ στάσης». Τα μάτια της είναι το εξωτερικό όργανο-πυξίδα που έρχεται σε επαφή με τον δημιουργό και τον προσελκύει· ταυτόχρονα, είναι και ο διαυγής καθρέφτης της ψυχής της γυναίκας, ένας ιδιαίτερος κώδικας επικοινωνίας και ένα σημαντικό όπλο, που αφοπλίζει ακόμη και τον θάνατο. Αυτή η ερωτική σύντροφος υπόσχεται μακροχρόνια αφοσίωση και πλήρη σύμπλευση· στόχος του ζευγαριού η αναζήτηση της επίγειας ευτυχίας, μακριά από ευθυγραμμίσεις με ανούσιες κοινωνικές συμβάσεις και στερεότυπους ρόλους των σύγχρονων δυτικών πολιτών (που χαρακτηρίζονται από έλλειψη ευαισθησίας) και από αναμοχλεύσεις μιας στείρας μοιρολατρίας. Ακόμη, τα μάτια των ερωτικών συντρόφων διαθέτουν και το χάρισμα της υπέρβασης του κοινότυπου χαρακτήρα ζωής και της φαντασίωσης ενός κόσμου ανώτερου, μαγευτικού: «Ενώ μέσ’ από τα καταρρακτικά μας φινιστρίνια/ Βλέπαμε στιγμές πυροτεχνήματα αστραφτερά να σκάν ’/στον ουρανό/ Κι ύστερα πάλι πηχτό σκοτάδι κι ακατέργαστο».
Σε αυτό το ερωτικό παιχνίδι, που εμπεριέχει «σπόρους» επανάστασης και έντονου υπαρξιακού προβληματισμού, η Φύση πρωταγωνιστεί και συμμετέχει ενεργά με ανταλλαγή συναισθημάτων με το ζευγάρι, διαμορφώνοντας ανάλογα το σκηνικό. Υπάρχει πλήρης προσωποποίηση των φυσικών στοιχείων, με απόδοση ιδιαίτερων χαρακτηριστικών σε αυτά. Έτσι για παράδειγμα, ο άνεμος είναι άλλοτε «φλύαρος» ή απειλητικός, «τα εξαίσια δείχνοντας δόντια του». Η νύχτα, ως πανέμορφη νεαρή γυναίκα, έχει «πυρόξανθα μαλλιά» ή έναν ελκυστικό ερωτικά «μακρύ λαιμό». Τα δέντρα διαθέτουν την αίσθηση της ακοής και παρακολουθούν τις ανθρώπινες συνομιλίες: «[…]/ Αμίλητοι άνθρωποι κάπνιζαν σοβαροί τη ζωή τους/ […]/ Ενώ τα δέντρα άνοιγαν στο σύθαμπο τα φύλλα τους ν’ /ακούσουν/ […]». Τα κύματα είναι έμψυχα και φορούν «σανδάλια λευκά». Οι εποχές του έτους (όπως το καλοκαίρι) ακολουθούν τις διαθέσεις και προσδοκίες του ζευγαριού.
Άλλα στοιχεία (θετικά συνήθως σύμβολα) είναι ο ουρανός, τ’ αστέρια, η θάλασσα, η βροχή, τα πουλιά, το πλοίο (ως μέσον διαφυγής, διεξόδου), τα φτερά = ελπίδα, φυγή, το ταξίδι = διέξοδος κ.ά. Τα χρώματα, επίσης, αναλαμβάνουν έναν συμβολιστικό ρόλο (κόκκινο = ερωτικό πάθος, λευκό = παιδική αθωότητα, μαύρο = δυστυχία, μοναξιά, μελαγχολία,
γηρατειά, θάνατος).
Σε ό,τι αφορά στον λόγο που υιοθετεί ο ποιητής, αυτός εκτός από τη συμβολιστική του νότα, βασίζεται στο συναίσθημα. Ακόμη, είναι αρκετά ιδιαίτερος, δεδομένου ότι ο δημιουργός προτάσσει το επίθετο (που απομακρύνεται από το ουσιαστικό που χαρακτηρίζει) αντί του ρήματος για λόγους έμφασης: «Τ’ αέρινα αρπάζαμε όνειρα για να σωθούμε». Η στίξη είναι αρκετά ελλιπής, για λόγους ρυθμού, κορύφωσης ενδιαφέροντος και ελεύθερης πρόσληψης του δέκτη. 0 τίτλος των ποιημάτων, συνήθως, αναφέρεται στο κυρίως σώμα τους και είναι ενδεικτικός του περιεχομένου. Η δε υιοθέτηση του α πληθυντικού των ρημάτων σηματοδοτεί και τη μεταστροφή του ποιητή στο επιδιωκόμενο πνεύμα συλλογικότητας του ζευγαριού.
Η εικόνα του εξωφύλλου μινιμαλιστική, απεικονίζει ένα γυμνό γυναικείο άγαλμα, ακρωτηριασμένο στο δεξί του χέρι, με ένα ακόντιο στο αριστερό, να κοιτάζει τρυφερά μια ανδρική μορφή (που βρίσκεται σε
άλλο επίπεδο, επάνω στην υδρόγειο σφαίρα και έχει μία ελαφριά κλίση προς άλλη κατεύθυνση). Αυτό, ίσως, σηματοδοτεί και υπαινίσσεται τη διάσταση απόψεων του ζευγαριού και το τέλος της δαιδαλώδους περιπλάνησής του, υπό την έννοια της ώριμης, ρεαλιστικής προσγείωσης στην πραγματικότητα και της αποδοχής της σχέσης με ορισμένες αδυναμίες.
Τελικά, η ερωτική σχέση συνιστά για τον ποιητή μία άκρως επικίνδυνη διαδρομή γεμάτη εμπόδια και παγίδες· μοιάζει δε κατά πολύ με μία πίστα πατινάζ, όπου οι εραστές επιχειρούν επιδέξια να ισορροπήσουν, παρά τα βασικά εμπόδια μερικής έλλειψης συνεννόησης. Ωστόσο, αυτό μετριάζεται από ορισμένα ευτυχή ενσταντανέ έντονου ερωτικού πάθους, που επιφέρουν τη λήθη παλαιών ατυχών στιγμών του ζευγαριού. Η ονειροπόληση των συντρόφων (που κινούνται στην ουράνια σφαίρα), με σκοπό την ανεύρεση της απόλυτης ευτυχίας και σύμπνοιας, συνεχίζεται, παρά το γεγονός ότι αυτό δεν είναι, τελικά, ποτέ εφικτό.

.

ΟΝΕΙΡΑ ΣΕ ΣΥΝΕΧΕΙΕΣ

ΔΩΡΑ ΚΑΣΚΑΛΗ

Περιοδικό “Ο Σίσυφος”     Ιανουάριος-Ιούνιος 2014

ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΩΣ ΟΝΕΙΡΟ 
0 Νίκος Μυλόπουλος από το 2002 με τη συλλογή Παράκτιος ο έρωτας (εκδόσεις Πλέθρον) διακονεί την ποιητική τέχνη με συνέπεια και εντιμότητα.
Ανά τακτά χρονικά διαστήματα εκδίδει ποιήματα, τα οποία αφήνουν στον
αναγνώστη τους την εντύπωση ότι ο δημιουργός τους βασανίζει τη λέξη,
ψωνίζεται και προσπαθεί να εξελίξει το προσωπικό του ύφος. Με τη συλλογή Δυο παράθυρα με κιμωλία από τις εκδόσεις Μεταίχμιο το 2005 έδειξε ποιητική ετοιμότητα και ωριμότητα: τα ποιήματα είναι δραστικά, ενίοτε ακαριαία και αποτελούν σχετικά ολιγόστιχες συνθέσεις που διατηρούν έτσι συμπυκνωμένη τη σκέψη και την εξακτινώνουν στις τελευταίες στροφές.
Στις επόμενες δύο συλλογές (Οι εραστές πάντα σιωπούν., Μεταίχμιο 2007 και Ξημερώνει στο γέλιο σου. Εκδόσεις των Φίλων 2011) πειραματίστηκε με σπονδυλωτές συνθέσεις, οι οποίες κάτω από τη σκέπη ενός τίτλου, που
είναι ο μυχός τους, αναπτύσσουν τις διαφορετικές εκδοχές, το ποικίλο ποιητικό βλέμμα πάνω σε ένα θέμα.
Με τη συλλογή Όνειρα σε συνέχειες επιστρέφει σε πιο συμπαγή ποιήματα, λιγότερο σύντομα, με λόγο μακροπερίοδο, ο οποίος όμως διατηρεί τη μουσικότητα και τη φροντισμένη τονικότητά του. Όπως παρατήρησε ο Κώστας Ριζάκης, με τον οποίον διατηρεί φιλία ο ποιητής, οι τίτλοι των ποιημάτων αποτελούν από μόνοι τους ένα ποιητικό σχόλιο, διαθέτουν μια αυταξία «Όνειρα σε συνέχειες», «Ανώριμοι για τόση χαρά», «Δανεική ομορφιά ή Ανθρώπινη ανακύκλωση», «Αγγίγματα από δεύτερο χέρι» είναι κάποια παραδείγματα. Η μετωνυμία, το ανοίκειο επίθετο, ο πλούσιος λόγος, η τολμηρή εικονοπλασία, οι υψηλής έντασης καταληκτικοί στίχοι είναι μερικά από τα ήδη κατακτημένα εργαλεία με τα οποία συναρθρώνει τη σκέψη του, όπως πάντα με τρόπο συνειρμικό.
0 Μυλόπουλος για πολλούς έχει καταχωριστεί στην εντελώς αυθαίρετη κατηγορία των «ερωτικών» ποιητών, εν μέρει και λόγω των τίτλων κάποιων συλλογών του. Η ποίησή του, ωστόσο, είναι πρωτίστως υπαρξιακή, της οποίας ένας άξονας, όπως άλλωστε συμβαίνει και με την ίδια την ανθρώπινη κατάσταση, είναι ο έρωτας. Αυτά που τον ταλανίζουν ως δημιουργό και αποτελούν την πρώτη ύλη του είναι ο θάνατος (το συνώνυμο και ετίθετο συγχρόνως του έρωτα), η φθορά, η προσωρινότητα των σχέσεων και των αισθημάτων, ο κερδισμένος χρόνος μέσω της δημιουργίας, ο χλωρός
παράδεισος της νιότης, μοτίβα τα οποία συμπλέκονται με το κομβικό ερωτικό θέμα, δίνοντάς του ένα πιο δραματικό βάθος. Ακόμη και στη σαρκική του διάσταση ο έρωτας παρουσιάζεται φιλτραρισμένος μέσα από μια ιδεαλιστική οπτική.
Στην τελευταία συλλογή του Μυλόπουλου το όνειρο ως ένα σταθερό leitmotiv άλλοτε εμφανίζεται στο ποιητικό σώμα ή στον τίτλο και άλλοτε υπονοείται σε ποικίλα, ωστόσο, συμφραζόμενα. Το εναρκτήριο ποίημα «Όνειρα σε συνέχειες», δίνει τον νοσταλγικό τόνο που διαπνέει την ομώνυμη συλλογή. Το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο που έχει καθιερώσει ο Μυλόπουλος στα τελευταία βιβλία του, λειτουργεί σε ένα επίπεδο συλλογικής μνήμης, την οποία με κάποιον τρόπο συλλαμβάνει και καταγράφει ο δημιουργός· ενδεχομένως, και μιλώντας περί ερωτικής ποίησης, θα μπορούσε να
ταυτίζεται και με τον ανευρετο πλέον δυικό αριθμό που αφορά το ζευγάρι των εραστών. Ο έρωτας ή ακόμη και η ίδια η ζωή παρουσιάζεται ως ένας συνεχής αγώνας προγραμματισμένου αφανισμού: η νεαρή και αθώα ματιά του παρελθόντος που θαμπωνόταν από έναν κόσμο το ίδιο νεαρό, γεμάτο υποσχέσεις (μην παρατηρώντας το επικίνδυνο έδαφος πάνω στο οποίο χτίζεται το επίφοβο οικοδόμημα του έρωτα), ανάλαφρο για την απελπισία των άλλων, στο καταληκτικό δίστιχο, με την παροντική γνώση, συντρίβεται στην ακατάβλητη πραγματικότητα: «Μονόλογος πικρός το χόρδισμα του έρωτα». Μεταξένια, ακριβά και εύθραυστα τα φτερά του, ίδια ενύπνια σε συνέχειες, διαλείμματα σε έναν βίο ηττημένο: «Σε μάχες άνισες αξίζουν μόνο οι απόπειρες».
Στο ίδιο κλίμα της νοσταλγίας μιας χαμένης και πολλά υποσχόμενης νεότητας και το επόμενο ποίημα, «Οι μέρες είχαν γίνει παρελθόν», προσπαθεί να συλλάβει ποιητικά τον χρόνο, τη ρευστότητά του, την παντοτινή παροντικότητά του: «Έτσι αισθανόμασταν τυχεροί που μας δώρισε η μοίρα ένα πριόνι / Για να τρυπήσουμε το χτες, ένα καρφί για να κρεμάσουμε το αύριο / Και μια ολόκληρη ζωή για ν’ απολαύσουμε το τώρα». Η συνειδητοποίηση του χαμένου χρόνου στους τρεις τελευταίους στίχους, παρουσιάζεται ως ξύπνημα του αποπροσανατολισμένου ποιητικού υποκειμένου (που μιλάει σε πρώτο πληθυντικό αριθμό) σε έναν κόσμο πιο σκοτεινό: «Έντρομοι γιατί πάλι το δρόμο είχαμε χάσει / Και τώρα πια σκοτείνιαζε νωρίς και φοβόμασταν». Αυτός ο χαμένος χρόνος φαίνεται να ξανακερδίζεται με την αγάπη στο ποίημα «Καταργώντας το χρόνο»: «τα σώματα πάλλονταν καταργώντας το χρόνο». Και σ’ αυτό το ποίημα το ποιητικό υποκείμενο αναφέρεται σε ένα ιδανικό παρελθόν, όπου όλα φαίνονταν δυνατά: «Άναβε τότε η ελπίδα στα κρεμασμένα μας πρόσωπα / Κι η σάρκα γινόταν κρουστή και απέραντη σαν τη θάλασσα».
Τη ραχοκοκαλιά της συλλογής διατρέχει μια πικρία για τη λεηλατημένη ζωή, τα αρνημένα όνειρα και τις φιλοδοξίες. Στο ποίημα «Η πόλη μεγάλωνε» το αισθαντικό κομμάτι είναι το ίδιο ισχυρό με το υπαρκτικό και θα τολμήσω να πω και το κοινωνικοπολιτικό: «Η μοναξιά μάς ένωνε πέρα απ’ τις ράγες / Τα τρένα όμως πουθενά κι η χώρα μια οφθαλμαπάτη». Η πορεία μιας ερωτικής σχέσης προς την παρακμή βιώνεται παράλληλα με την περιρρέουσα παρακμή στο ακαριαίο καταληκτικό δίστιχο: «Μικρές πολύχρωμες πόρτες η ζωή σαν σκευωρία / προδοσία μιας σφαίρας που λοξοδρόμησε». Ανάλογης προβληματικής είναι και το ποίημα «Ερωτικό σιωπητήριο» με μια καταληκτική απόφανση υπαρξιακής υφής: «Κι αυτοί που φώναζαν στη ζωή τόσο άγρια / Έφυγαν ήσυχα όπως και οι άλλοι…».
Η νοσταλγία για ένα παρελθόν που χάθηκε ανεπιστρεπτί, επανέρχεται στα «Αγγίγματα από δεύτερο χέρι». Ο πυρήνας της συλλογής δεν είναι απλώς ποιητικά όνειρα σε συνέχειες, όσο η αναπόληση μιας ζωής που ξεκίνησε ως όνειρο, αλλά γυμνώθηκε από τη μαγεία της κατά τη σκληρή ενηλικίωση. Η ζωική ορμή της νεότητας («Με πάθος φιλούσαμε το παντού που μας έλειπε»), μια «Χαρά κλειδωμένη σε καθρέφτη αρχέγονο», κατά τον απολογισμό της ωριμότητας αφήνει πίσω της αχνό και αμφίβολο σημάδι:
«Οι σκέψεις σπίτια σε σχέδιο πόλης παλιό, ακόμη αχνίζουν».
Πιο σωματικό και προσωπικό, το ποίημα «Δίκρουνα αγάπης» (μετωνυμία για το γυναικείο στήθος), περιγράφει τη φθίνουσα ερωτική σχέση του ποιητικού υποκειμένου, το οποίο έχει εγκαταλείψει το πρώτο πληθυντικό,
εφόσον το ερωτικό «εσύ», στο οποίο απευθύνεται, διαχωρίζεται, αποστασιοποιείται: «Με κάθε τρόπο διεκδικούσα περισσότερο ουρανό / Ίσως γιατί πίστευα με πάθος στο ακατόρθωτο». Στα «Μόρια σκόνης» οι αποσκευές
του ερωτικού αποχωρισμού είναι δυο «περήφανα ακίνητα φιλιά», ενώ η ερωτική σχέση κονιορτοποιείται, συνθλίβεται από το βάρος της ετυμηγορίας των εραστών και η διάλυσή της εξεικονίζεται στο δίστιχο του τέλους: «Παραχώσαμε το δικαίωμα της κάθε μικρής στιγμής / Στα ακόμη μικρότερα μόρια σκόνης που υπερίπτανται». Αισθησιακότερο το ποίημα «Τ’ αναλφάβητα όνειρα», αξιοποιεί το δίπολο έρωτας-θάνατος: «Ξόρκιζα έτσι το κακό καταργώντας το θάνατο», παίζει δε ένα λεκτικό παιχνίδι με το σώμα και τα γράμματα, τα οποία το περιγράφουν, το εμπεριέχουν ή το περικλείουν,
μεταποιώντας την ηδονή σε πνευματική διέγερση.
Ανολοκλήρωτος ο έρωτας, ασύμπτωτα τα κορμιά και τα αισθήματα στο
ποίημα «Ανώριμοι για τόση χαρά»: «Δεν βρισκόμασταν ποτέ μαζί μες στην ασύλληπτη απόδραση του χρόνου […] Ένας ατέλειωτος λήθαργος από ανόμοιες στιγμές». 0 έρωτας ως πόλεμος, ως ένας διαρκής αγώνας κατίσχυσης στον άλλο, είναι ένας κοινός τόπος, ωστόσο στην ποίηση του Νίκου Μυλόπουλου δίνεται με έναν ιδεαλισμό και μια αίσθηση παραδοχής, που εμποτίζεται από την κομψή του έκφραση: «Με μάτια υποφέραμε μισόκλειστα την πραγματικότητα / Μην βιώνοντας άλλον πόλεμο πέρα απ’ τον έρωτα». Ίδιου «πολεμικού» κλίματος και η «Μοιραία απόφαση» («Αργότερα σαν σπαθιά διασταυρώνοντας τις λέξεις κι αιμορραγώντας ακατάπαυστα») περιγράφει το χρονικό ενός ναυαγισμένου έρωτα, με αναπόφευκτη και νομοτελειακή την αποφαντική διαπίστωση: «Το φιλί πιο αργό κι απ’ τον ίδιο τον θάνατο /Θρυμματίζει δειλινά και χαλασμένες υποσχέσεις». Μπορεί το θέμα να είναι εν μέρει επαναλαμβανόμενο, ωστόσο η διαφορετική κάθε φορά ανάδειξή του δεν κάνει μονοθεματική τη συλλογή, αντίθετα, μάλιστα, ερεθίζει την αναγνωστική φαντασία με τις γλωσσικές επιλογές και την εικονοπλαστική ικανότητα του ποιητή.
Στις «Ανέφελες ματιές» περιγράφεται σε πρώτο ενικό πρόσωπο (αλλά με υφιστάμενο ένα δεύτερο πρόσωπο, αυτό της ερωμένης που αποκτά φωνή στο καταληκτικό δίστιχο) με έναν τολμηρό, σουρεαλιστικό και ηδονικό
τρόπο ένα ενύπνιο: η γέννηση της αγαπημένης μέσα απ’ τα νερά της παλίρροιας, η οποία θα απολέσει τα κόκκινα φτερά της, χάνοντας την αισθησιακή της φύση και κερδίζοντας ουρανό: «Το άλλο πρωί μια αμέτρητη ουρά από αγγέλους / Ασελγούσε ασύστολα στα ραγισμένα πλην κάτασπρα φτερά σου».
Ένα ποίημα που και πάλι ακροβατεί ανάμεσα στο κοινωνικοπολιτικό σχόλιο και τον υπαρξιακό απολογισμό, αποτιμώντας την αξία «κατά μήκος των ορίων μιας χαμένης ζωής», είναι αυτό με τον τίτλο «Αστικές συνήθειες», όπου η αφήγηση διατηρεί το πρώτο ενικό πρόσωπο. Το ποιητικό υποκείμενο αναφέρεται πάντα σε ένα παρελθόν, αυτή τη φορά μιας νιότης ηδονοθηρικής («[…] στεκόμουν πεινασμένος στη σειρά για συσσίτιο έρωτα», «Όρκους θυσίαζα κι ελπίδες στων φιλιών την τριμμένη θυμέλη»), που αναλώθηκε στα υλικά αγαθά («Κρατώντας όλο μου το βιος μέσα στην άδεια αγκαλιά μου / […] / Ως κι οι φίλοι μου, τ’ άψυχα είχαν από καιρό αποσυρθεί»), και μετά από μια μακρά απουσία «στο παντού και στο πουθενά», καταλήγει σε ένα κοντινό παρελθόν, σχεδόν παρόν, στην απόλαυση των απλών πραγμάτων: «Και μόνο ένα τριαντάφυλλο έστεκε στην είσοδο φρουρός / Στην ίδια πάντοτε στάση αμέριμνο όπως το είχα κάποτε αφήσει».
Ένα από τα αγαπημένα σύμβολα του Νίκου Μυλόπουλου είναι το τρένο -και συνακόλουθα ο σιδηροδρομικός σταθμός-, το οποίο αξιοποιεί ποιητικά σε όλες τις συλλογές του. Ένα τέτοιο σύμβολο υπαινίσσεται στο ποίημα «Δανεική ομορφιά ή Ανθρώπινη ανακύκλωση», το οποίο περιγράφει με ένα συρμό εικόνων υψηλής αισθητικής τις ανθρώπινες σχέσεις, τις εναλλαγές συντρόφων στη διάρκεια του βίου, καθώς προσπαθούμε «Με χαλασμένα […] δάχτυλα από τη ζωή να πιαστούμε», όχι χωρίς μια διάθεση ειρωνικά στοχαστική και συγχρόνως πικρή. Παρήγορο είναι ότι «[…] σε κάθε προγραμματισμένη αναχώρηση αντιστοιχεί καινούργια γνωριμία / Μια αναμέτρηση με την απώτερη υπόσταση του χρόνου». Η ιδέα της ανακύκλωσης» μαζί με την κυρίαρχη αίσθηση της νοσταλγίας που εμπλουτίζει το ποιητικό υλικό αυτής της συλλογής, απαντάται και στο ποίημα «Η γιορτή των αναμνήσεων». 0 πρότερος ηδονικός βίος («[…] τα μεσημέρια οι αισθήσεις ξελόγιαζαν τα κορμιά», «Με τους καθρέφτες στραμμένους στης ήβης τ’ ανεκπλήρωτο κενό») παρουσιάζεται ως ένα γαϊτανάκι, μια γιορτή αισθήσεων. Στο φωτεινό «τότε» («[…] υπήρχε τόσο φως που έκρυβε όλες τις ατέλειες») αντιπαρατίθεται το σκοτεινό «τώρα» με τη χρήση του ενεστώτα που σπανίζει στα υπόλοιπα ποιήματα. Η αντιποιητική αίσθηση της ανακύκλωσης των σωμάτων, του αγοραίου, του προσωρινού και ευτελούς επιτονίζεται με την υποδόρια δραματικότητα του επιλογικού στίχου: «Σε ξένες τρυπώνουμε αγκαλιές για ανακύκλωση». Ενώ στην «Αφετηρία αναπήρων» τα αποχωρισμένα ποιητικά υποκείμενα, τσακισμένα, ανάπηρα, συνεχίζουν σε νέους αγώνες δρόμου, ως ένα άλλο είδος ανακύκλωσης ή αναζήτησης του άλλου που θα γίνει δικός (εν είδει σκυταλοδρομίας).
Στο αισθησιακό «Από-θέματα αγάπης» που μπορεί να διαβαστεί ως μία λέξη ή ξεχωριστά, το ποιητικό υποκείμενο σε πρώτο ενικό περιγράφει με τον εμπεδωμένο τρόπο του Μυλόπουλου την ερωτική πράξη και τον σπασμό, που ωστόσο δεν φυλακίζεται στο σώμα αλλά συμπαρασύρει μια χορεία ηδονικών εικόνων και εξεικονισμένων αισθήσεων. Η βραδινή ερωτική συνεύρεση, πιθανότατα ένας εφήμερος έρωτας, αφήνει σαν απόηχο τα σημάδια του αποχωρισμού και όχι της ηδονής: «Ανυπόφορο τριγύρω άπλωνε σκοτάδι η θηλιά της μοναξιάς». Η απόλαυση του ελάχιστου (αποθέματος
αγάπης θα συμπλήρωνα, αξιοποιώντας τον παιγνιώδη τίτλο) δηλώνεται εύστοχα στο τέλος του ποιήματος: «Γοργόνες έξω απ’ το νερό, φλερτάραμε με υδρορροές για επιβίωση».
Σε κάποια από τα ποιήματα της συλλογής είναι εμφανές το παιχνίδι της απεύθυνσης στο ερωτικό «εσύ»: το ποιητικό υποκείμενο «εμείς» γίνεται το δίκλωνο εγώ κι εσύ. Στις «Βαθμίδες ελευθερίας» η ερωτική απώλεια οδηγεί σε μια οριστική σχάση που εικονοποιείται στο διάκενο μεταξύ της βασικής πρώτης στροφής και της δίστιχης δεύτερης. Το «εμείς» μετατρέπεται σε ένα μοναχικό ποιητικό «εγώ»: «Ζαρκάδια τρέχανε τα χρόνια από μπροστά αλαφιασμένα / Μα εγώ μονόφθαλμος και κουρασμένος κυνηγός συνέχεια αστοχούσα». Στο βασικό ποιητικό σώμα μια σειρά δυνατών εικόνων καταφέρνει να αναπαραστήσει το κοινότοπο γεγονός της διάλυσης μιας ερωτικής σχέσης με σεκάνς εικαστικής και λεκτικής ομορφιάς. Στο προσφιλές μοτίβο της μετατροπής του «εμείς» σε «εσύ» και η «Μελαγχολία των
πυροτεχνημάτων»: το θεϊκό ζευγάρι των εραστών («Τους ομογάλακτους από μικροί υποδυόμασταν θεούς, τις πεταλούδες») προσωρινά αλώβητο εντός ενός μικροσύμπαντος που τους κρατά προστατευμένους, χωρίζει σε
ένα κλίμα μελαγχολίας και αποδοχής: «Επέστρεψες τότε τα πανιά στη βάρκα μας και πέταξες σαν γλάρος / Κι εγώ τραβώντας λίγο την κουρτίνα απαλά σε κρυφοκοίταξα που τραγουδούσες».
Στο ίδιο κλίμα και με τον ίδιο τρόπο (ποίημα «Τίποτα το σπουδαίο») το ποιητικό «εμείς» καταλήγει σε έναν πρώτο ενικό που αποφαίνεται σε ευθύ και βλάσφημο λόγο: «Τίποτα το σπουδαίο, ούτε το σοβαρό», παρά την ανάγκη του ποιητικού «εμείς» (του κρυφού «εγώ») να ζήσουν έναν εξαιρετικό έρωτα: «Σημαίες του έρωτα ανεμίζαμε αντίθετα με τις κοινές τη
νύχτα μόνο / Ασυμβίβαστοι με την απώλεια του χρόνου και των ανθρώπων»). Ωστόσο, κανένα από τα ποιήματα του Μυλόπουλου δεν είναι μονόχορδο. Η οντολογία του έρωτα είναι μόνος ένας από τους πυλώνες της προβληματικής του, του διανοητικού καμβά, όπου υφαίνεται με τα πιο ετερόκλητα χρώματα και υλικά η σπαρασσόμενη ύπαρξη.
Επιλογικά, θα ήθελα να αναφερθώ στο ποίημα «Από τη γη στη σελήνη»: εδώ υπάρχει ένα ξεκάθαρο «εμείς» που έζησε αυθεντικά, όσο μπορούσε πιο ανθρώπινα, όταν «οι φίλοι με όπλα τηλεσκόπια / Σαν ελεύθεροι μας σημάδευαν σκοπευτές, μα αστοχούσαν». Με σηματωρό την αγάπη πορεύτηκε κόντρα στην αχαριστία: «Εμείς τρέχαμε γυμνοί ανάμεσα στο όνειρο και στις φτέρες / […] / Την κοίτη γεμίζοντας των κρατήρων μας με τεράστια κοιτάσματα αγάπης». Κι αυτό το ποιητικό «εμείς» μπορεί να επιβιώσει στο «τώρα», να ζήσει εν ειρήνη με το παρελθόν, όταν οι αναμνήσεις των «φίλων» -ως ένα είδος δικαιοσύνης- γίνονται «κεφάλια λιονταριών στον τοίχο καρφωμένα [που] ακόμη γρυλίζουν».
Τα «Όνειρα σε συνέχειες» είναι ένα είδος νοσταλγικής απογραφής του πρότερου βίου, τόσο του νεανικού όσο και του ερωτικού. Το αίσθημα της ήττας συναντά κάποτε την αμυδρή ελπίδα της συνέχειας. Η ερωτική διάψευση βρίσκει θεραπεία στο ερωτικό γαϊτανάκι σωμάτων και αισθημάτων.
0 θάνατος ηττάται από την αιωνιότητα της αγάπης. Η τελευταία αυτή συλλογή του Νίκου Μυλόπουλου επιβεβαιώνει την κατάκτηση ενός προσωπικού ύφους: αποτελεί μια sui generis περίπτωση στη γραμματολογία της πόλης,
που δημιούργησε τη δική της σχολή κι έβγαλε παραδειγματικές και υποδειγματικές ποιητικές φωνές. Νομίζω ότι θα συνεχίσει να διακονεί την ποίηση με το ίδιο πάθος, με την ίδια αφοσίωση, με όλο του το αίμα. Και τα αποτελέσματα θα είναι ανάλογα.

.

ΔΗΜΗΤΡΑ ΜΗΤΤΑ

«ΣΥΣΣΙΤΙΟ ΕΡΩΤΑ»
Όνειρα σε συνέχειες είναι ο τίτλος της νέας ποιητικής συλλογής του Νίκου Μυλόπουλου και πολύ ταιριαστά στον τίτλο βλέπουμε στο εσώφυλλο του βιβλίου ένα φιλμ φωτογραφικό ή κινηματογραφικό ασπρόμαυρης ταινίας,
δύο μόνο καρέ, όπου αποτυπώθηκε μέρος γυναικείου σώματος, στο θετικό και το αρνητικό, με μια κόκκινη σταγόνα και μια κόκκινη πινελιά, που περισσότερο από αίμα θυμίζει πινελιά από σύνθημα σε τοίχο.
Στην προηγούμενη ποιητική συλλογή του Ν.Μ. (Ξημερώνει στο γέλιο σου, Αθήνα, Εκδόσεις των Φίλων, 2011) είχα επισημάνει τον ρόλο του ονείρου στην αντιμετώπιση της πραγματικότητας ή σαν αντίβαρο σε μια πραγματικότητα που σχεδόν αναπότρεπτα μόνο πρόσκαιρα μπορεί να το συμπεριλάβει και να το εμπεριέχει. Εδώ, η λέξη συμπεριλαμβάνεται στον τίτλο, Όνειρα σε συνέχειες.; και από τα εικοσιένα ποιήματα της συλλογής στα έντεκα υπάρχει η λέξη όνειρο (σ. 7, 8, 9, 10, 11, 12, 14, 15, 25, 26, 28), με το πρώτο να κρατά ή να δίνει τον τίτλο της συλλογής. Όνειρα σε συνέχειες, όπως τα σήριαλ στην τηλεόραση, ή παλιά τα φωτορομάντζα στα περιοδικά, τίποτε συνεχές, μόνο διακοπτόμενα -«συνεχίζεται στο επόμενο».
Για τη συλλογή Ξημερώνει στο γέλιο σου έγραφα: «Οι στίχοι του Μυλόπουλου κινητοποιούν τις αισθήσεις, φέρνουν στη μύτη μυρωδιές, στα μάτια χρώματα, το πράσινο, το γαλάζιο, το μπλε και το μωβ, στα αφτιά ήχους, κυρίως θαλασσινούς, και σιωπές, διεγείρουν συναισθήματα, κυρίως του έρωτα, ευμετάβολος αυτός όπως ένας αμμόλοφος, με δεδομένη την κατάληξη της ματαίωσης και της μοναξιάς». Και εδώ υπάρχουν όλα αυτά, όμως αυτή τη φορά οι μυρωδιές και τα χρώματα μοιάζουν να μην είναι φρέσκα, να μην είναι τόσο ζωντανά. Όπως όταν ανοίγεις ένα μπαούλο και βρίσκεις παλιά ρούχα και πέταλα από λουλούδια που τα είχες βάλει για να μυρίζουν όμορφα. Τότε. Γιατί τώρα, μαζί με τις μνήμες που φέρνει το κάθε ρούχο στο μπαούλο, έρχεται και η μυρωδιά του παλιού αποξηραμένου, του λησμονημένου. 0 ανοιχτός χώρος της φύσης, φόντο σε όλα τα ποιήματα του Μ., κάνει ακόμη πιο έντονη την αίσθηση αυτή. Η ανοιχτωσιά όμως, όσο κάνει τον ερωτευμένο άνθρωπο να ψηλώνει και να συμπεριλαμβάνει στη ματιά του το βάθος του ορίζοντα και το ύψος του ουρανού, η ίδια αυτή ανοιχτωσιά πληγώνει την κλειστή ψυχή, την τραυματισμένη, την αποκομμένη και πάλι από το σύμπαν όπου την είχε εκτινάξει ο έρως, μικραίνει τον άνθρωπο, όχι στις πραγματικές του διαστάσεις -αν υπάρχουν τέτοιες- αλλά σε μιαν ασημαντότητα που εξουθενώνει. Όπως ζωγράφιζαν τον άνθρωπο οι πρώτοι γερμανοί ρομαντικοί ζωγράφοι, ο Κάσπαρ Ντάβιντ Φρίντριχ και ο Κάσπαρ Βολφ, ως μια μικρή κουκίδα, δύσκολα ανιχνεύσιμη μέσα στην απεραντοσύνη μιας φύσης που τον καταπίνει.
Όνειρα, έρωτας, χρόνος είναι οι τρεις άξονες των ποιημάτων αυτής της συλλογής. Ή μάλλον είναι δυο, ο έρωτας και ο χρόνος, ή μάλλον ένας, ο χρόνος που αδειάζει τις ζωές από τον έρωτα. Και την προσδοκία του έρωτα. Ο χρόνος που, όσο περνά, γεμίζει με φόβο τον άνθρωπο για τους δρόμους που χάθηκαν και επειδή τώρα πια σκοτεινιάζει νωρίς. Πόσο διαφορετική είναι αυτή η αίσθηση του απόλυτα μετρήσιμου χρόνου από τον χρόνο όπως βιώνεται στον έρωτα… Εκεί, τότε, ο χρόνος καταργείται, ο ερωτευμένος άνθρωπος βιώνει την αίσθηση μιας παντοδυναμίας ότι μπορεί να αλλάξει ρότα στη ζωή και στον άνεμο (σ. 15). Όταν είναι ερωτευμένος… Και τότε είναι διατεθειμένος να γίνει ερωτικός μετανάστης στων ποδιών σου το ξέφωτο (σ. 10), να βγει από τον εαυτό του και να συναντήσει τον Έρωτα με έψιλον κεφαλαίο στο πρόσωπο του ερωτικού συντρόφου.
Τα στήθια σου δίκρουνα αγάπης (σ. 10), γράφει ο Μυλόπουλος και περιγράφει σώματα που προσεγγίζουν το ένα το άλλο, μετά απομακρύνονται, αλλά κρατούν τη μνήμη της προσέγγισης και η μνήμη αυτή πληγώνει και καθορίζει το μέλλον με τη βεβαιότητα από τις προηγούμενες εμπειρίες του τέλους. Ο άνθρωπος καταλήγει με την πάροδο του χρόνου ζητιάνος ενός έρωτα και μιας επιθυμίας -Οι αναμνήσεις σκυλιά [που] σκίζουν χυδαία τη σάρκα (σ. 26), είχε γράψει στην προηγούμενη συλλογή.
Σε αυτή τη συλλογή του Μυλόπουλου κυριαρχεί το ασύμπτωτο, η απουσία έκπληξης και απρόοπτου, που στοιχειοθετούν τον έρωτα και προκαλούν τον ενθουσιασμό· κυριαρχεί ο φόβος για το πέρας που έρχεται, η δυσκολία στην έκφραση του πολύτιμου και της εσωτερικής αλήθειας, μια διαθήκη μονάκριβη (σ. 11), η βεβαιότητα ότι εκείνο που θα έλθει θα είναι ένα ερωτικό σιωπητήριο (ό.π.) ή ένας Μονόλογος πικρός -αυτό μένει να είναι το χόρδισμα του έρωτα (σ. 7)-, μια επικοινωνία που μένει στο επίπεδο της πληροφορίας και το πέρας του χρόνου που αναλογεί στον καθένα -Το ημερολόγιο αδυνάτιζε από φύλλα, η ζωή από φωνές (σ. 10). Μόνο σαν προσδοκία ο χρόνος κυνηγά τον άνθρωπο και δεν τον φτάνει ποτέ -μόνο που αυτό είναι μόνο μια ουτοπική διαρκής νιότη.
Στα εικοσιένα ποιήματα της συλλογής υπάρχουν και αυτοαναφορικά
για την τέχνη της ποίησης στοιχεία. Για τον Μυλόπουλο η ποίηση είναι
πριόνι και καρφί, αντικείμενα αιχμηρά που σχίζουν και τρυπούν. Κι όταν η
βροχή ξελόγιαζε ολόφρεσκα φύλλα ελπίδας / Εμείς κρατούσαμε ακόμη των
αστεριών τα νήματα (σ. 11), στίχοι που θυμίζουν τον Ελεγκτή του Μίλτου
Σαχτούρη, ποίημα του 1958. Ένας μπαξές γεμάτος αίμα / είν’ ο ουρανός/
και λίγο χιόνι / έσφιξα τα σκοινιά μου / πρέπει και πάλι να ελέγξω / τ’
αστέρια/εγώ/κληρονόμος πουλιών/πρέπει/έστω και με σπασμένα φτερά / να πετάω. Ο Μυλόπουλος μιλά για τα βραχνιασμένα φτερά του ουρανού (σ. 19).
Ως αυτός που κρατά των αστεριών τα νήματα ο Ν.Μ., όπως κρατά το
σκοινί ο Σαχτούρης, εντάσσεται στη μακριά σειρά των ποιητών διαμεσολαβητών ανάμεσα στον ουρανό και τη γη, αυτών που κρατούν τον ρόλο του συνδετικού κρίκου ανάμεσα στη γη και τον ουρανό με ό,τι λανθάνει πίσω
τους: από τη μια το αίμα και η ελπίδα, το ιδεατό και το επιδιωκόμενο, η ψυχική ανάταση και η αφύπνιση, η αίσθηση και η φαντασία, η ελπίδα, η ουτοπία, οι ιδέες που αποτελούν την κινητήρια δύναμη για τη δράση, ο θάνατος (ο νεκρός λέμε ότι πάει στον ουρανό)· από την άλλη το πραγματικό και βιωμένο, ο ρεαλισμός και ο κυνισμός των ανθρώπων, η θνητότητα και η περατότητα. 0 Μυλόπουλος ανήκει στη μακριά σειρά των ποιητών
που αιωρούνται ανάμεσα στις αντιθέσεις της ζωής, που θέλουν να οραματίζονται, αλλά δεν βρίσκουν όραμα.
Η απουσία επικοινωνίας, η δυσκολία στην επικοινωνία βασανίζει τον
ποιητή, η γλώσσα μοιάζει ανεπαρκής· γι’ αυτό ίσως ζητιανεύει τον έρωτα,
όπου καμιά λεκτική επικοινωνία δεν είναι αναγκαία. Ακατανόητες έτρεχαν
συλλαβές από το στόμα των μικρών βοριάδων (σ. 18). Βουτούσαμε λέξεις
στο στόμα χωρίς να τις πιάνουμε (σ. 20). Σταχυολογώ λέξεις από τα ποιήματά του που δείχνουν τη μη κοινωνία: αφωνία, συνομιλία του ενός, ανύπαρκτοι ήχοι, μονόχειρες, μονόφθαλμος, τυφλοί, η αναχώρηση και η εγκατάλειψη -Επέστρεψες τότε τα πανιά στη βάρκα μας και πάταξες σαν γλάρος- (σ. 27), σπίτι κενό, αναίσθητοι.
Και για έναν ακόμη λόγο ίσως διψά τόσο για τον έρωτα ο Μυλόπουλος,
γιατί ο έρωτας καταλύει την αγωνία του θανάτου που αναπόφευκτα έρχεται για όλους, όπως και να ζήοουν τη ζωή τους: Κι αυτοί που φώναζαν στη ζωή τόσο άγρια I Έφυγαν ήσυχα όπως και οι άλλοι (σ. 11).
Και σε αυτή τη συλλογή, όπως και στην προηγούμενη, η φύση είναι παρούσα, το αστικό/πολιτικό περιβάλλον απουσιάζει ή λανθάνει εκκωφαντικά. Αναρωτιέμαι μήπως ο Μυλόπουλος αναζητάει καταφύγιο στην επίμονη λατρεία του σώματος, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει την απαραίτητη για την επιβίωσή του βεβαιότητα στην αμόλυντη από την πολιτική ερωτική ζωή. Αλλά η ματαιότητα και του έρωτα προκαλεί το αίσθημα της λύπης, διάχυτο σε όλα τα ποιήματα, και μια ηθική τοποθέτηση απελπισίας για το ανέφικτο της προσπάθειας.
Με όργανο τη φύση και τα φαινόμενά της ο Ν.Μ. χρησιμοποιεί γόνιμα
τον υπερρεαλισμό στη διάπλαση μιας ποίησης που, καταργώντας τη λογική
αλληλουχία, είναι ικανή να εκφράζει πιο άμεσα τις ζωτικές ορμές που μέ-
νουν στη ζωή ανέκφραστες.

 

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΤΑΣΙΟΠΟΥΛΟΣ

-Ο έρωτας ως μετάβαση και βιωμένη αντανάκλαση της εικόνας του-
Σε κάθε αγώνα προγραμματισμένου αφανισμού
Οι συνεχείς ανατροπές πυροδοτούν το ενδιαφέρον
Σε μάχες όμως άνισες αξίζουν μόνον οι απόπειρες
Με νικητές όσους αφήνουν μια σχισμή ανάμεσα στα χείλη.
(«Όνειρα σε συνέχειες»)
Ο Νίκος Μυλόπουλος έχοντας ένα αξιοσημείωτο παρελθόν στην ποίηση,
καθώς είναι ιδιαίτερα παραγωγικός, όπως μαρτυρούν οι πέντε ποιητικές
συλλογές μέσα σε μια δεκαετία, έρχεται σήμερα να μας παρουσιάσει μια
εξαίρετη συλλογή ποιημάτων που αφορούν στον έρωτα. Τα Όνειρα σε συνέχειες είναι μια εκτεταμένη ποιητική αφήγηση (εγώ ως τέτοια την προσέγγισα), στην οποία ο έρωτας λειτουργεί ενσωματώνοντας όλα τα χαρακτηριστικά της μετάβασης και εκφράζεται από τον ποιητή ως βιωμένη αντανάκλαση της εικόνας του.
Ο ιστορικός χρόνος του έρωτα που εκδηλώνεται στα πρώτα εφηβικά
σκιρτήματα ενδεδυμένος με την ανάλογη ρομαντική διάθεση, για τον Νίκο
Μυλόπουλο αποτελεί ένα σταθερό μοτίβο της ποίησής του, ένας νοσταλγικός περίπατος στην εφηβεία που επιμένει:
Ονειρευόμασταν κρινοδάχτυλα, ρήγματα κι ενοχές
Κρινόμασταν από την ιδιοτροπία της τύχης σε μια
στροφή της ζωής
Την πραγματικότητα κυνηγώντας ή -έστω- ένα τρύπιο
κοχύλι
Που από μέσα του περνώντας η θάλασσα άλλαζε ήλιους
και χρώματα.
(«Όνειρα σε συνέχειες»)
Η διαδοχή των ημερών και η υστεροβουλία του χρόνου που υφαρπάζει τα μερίσματα της ευτυχίας δεν είναι τίποτε περισσότερο από την αποτρόπαια μοίρα του ανθρώπου να παραμένει ελεύθερος μονάχα στα όνειρά του:
Και μια ολόκληρη ζωή για να απολαύσουμε το τώρα
γράφει ο ποιητής στο ποίημα «Οι μέρες είχαν γίνει παρελθόν», θέλοντας να
κατευνάσει και να παρηγορήσει κυρίως.
Το παρελθόν, λοιπόν, που συνιστά το μέλλον, δεν αντικαθίσταται με τις
νοσταλγικές αναπολήσεις, αλλά με τις ρεαλιστικές αποτυπώσεις της πραγματικότητας και μια συνεπή τρυφερότητα που μεταδίδεται ακαριαία σχεδόν στον αναγνώστη. Με όλες τις προοπτικές και τα σημεία μιας ζωής απλής που μετεωρίζεται ανάμεσα στην Ελλάδα, η οποία προσπαθεί να επουλώσει τις μετεμφυλιακές της πληγές και την αστικοποίηση που ραγδαία
εξελίσσεται:
Η πόλη μεγάλωνε μαζί με τα παιδιά
[…]
Τ’ άσχημα σπίτια έκρυβαν όμορφες στιγμές
Την καθημερινότητα μετατρέποντας σε χαμόγελο
Η μοναξιά μας ένωνε πέρα απ’ τις ράγες
[.··]
Έτσι φαινόμασταν πιο νέοι
[..·]
Μικρές πολύχρωμες πόρτες η ζωή σαν σκευωρία
(«Η πόλη μεγάλωνε»)
Η ωρίμαση του ποιητή είναι μια πολύτροπη διαδικασία κατά την οποία
δεν αγνοείται το παραμικρό. 0 σεβασμός στον μέλλοντα χρόνο, οι μεταφυσικές ανησυχίες και η συγκεκαλυμμένη θλίψη, απότοκος των κοινωνικών
αναζητήσεων, καταλήγουν στο όνειρο.
Η μυστηριακή σχέση του Μυλόπουλου με το όνειρο είναι, νομίζω, το
λεπτό σημείο της ποιητικής του, όχι μόνο επειδή ευθαρσώς το δηλώνει, αλλά επειδή μέσα του εμφιλοχωρεί η αμηχανία μπροστά στον έρωτα. Η επιθυμία που γίνεται οδηγός και διεκδικεί απευθυνόμενος σε πρώτο πρόσωπο
το υποκείμενο του πόθου του. 0 έρωτας ως ευτυχία, αλλά και ως πόνος,
οργανώνει το σύμπαν του, δημιουργεί τις προϋποθέσεις και παίρνει μορφή.
Περνά στη φάση της εμπειρίας.
Θα γράψει σε άκρως εξομολογητικό τόνο στο ποίημα «Δίκρουνα αγάπης»:
Με κάθε τρόπο διεκδικούσα περισσότερο ουρανό
Ίσως γιατί πίστευα με πάθος στο ακατόρθωτο
Ερωτικός μετανάστης στων ποδιών σου το ξέφωτο
Και με τα στήθια σου να στέκουν αμείλικτα σαν δίκρουνα αγάπης
[..·]
Πονώντας αφόρητα κάθε φορά που με καταργούσες.
Κι ενώ τα σώματα έτριζαν από επιθυμία και οικειότητα
0 έρωτας, λοιπόν, αποκτά υλική υπόσταση με το κορμί να τροφοδοτεί
το όνειρο και το όνειρο την ερωτική διάθεση. Κάποτε όμως σε τούτο το
διαρκές παιχνίδι της ζωής οι νίκες και οι ήττες διαδέχονται η μια την άλλη.
Τίποτε δεν μένει σταθερό. Η ακρίβεια και η σταθερότητα δοκιμάζονται
στον έρωτα: ψυχές και σώματα ανατέμνουν τον κόσμο και αποδίδουν τα
μερίσματα, άλλοτε διευρύνοντας το κενό κι άλλοτε στήνοντας τις γέφυρες
της συνέχειας. Ένας πόλεμος, λοιπόν, ο έρωτας. Δημιουργός και καταλύτης
των πάντων. Έτσι,
Η ζωή δίπολη μοιρασμένη μπροστά και πίσω σαν επιφώνημα
[…]
Χάναμε αήττητοι ανάμεσα στα επινίκια και τον καημό
[.·.]
Μη βιώνοντας άλλον πόλεμο πέρα απ’ τον έρωτα.
(«Ανώριμοι για τόση χαρά»)
0 ερωτικός λόγος του Νίκου Μυλόπουλου όμως δεν προσπερνά τη μοναξιά και την απογοήτευση, αναπόσπαστα κομμάτια του έρωτα. Διαβρώνει
τον μύθο, μοιράζεται τον πόνο και παίρνει τη θέση του άλλου. Γίνεται μάρτυρας και μέτοχος της εξαίσιας δοκιμασίας του έρωτα, ενεργώντας και
πάσχοντας:
[·..]
Δάκρυσα, χαλασμένο πίνοντας κρασί
Αποφασισμένος να μη ξαναστείλω ποτέ γράμματα στην αγάπη.
[…]
Κλείσε το φως, μου ψιθύρισες
Δραπετεύεις πάλι γυμνός μέσ’ από τη ζωή μου.
(«Ανέφελες ματιές»)
Το ενδιαφέρον είναι πως αφαιρεί από κάθε αποτυχημένο, ή θνησιγενή,
έστω, έρωτα την επικυριαρχία του ως ασφάλεια για τη συνέχεια της ζωής:
[…] φιλιά
Τιμαλφή αντικριστά που μάταια περίμεναν την ετυμηγορία
Πόσες βολές χαμένες στο συναρπαστικό παιχνίδι των λυγμών
Σε μια πολύχρονη σχέση συνεχών από χαιρετισμών και απώλειας
(«Μόρια σκόνης»)
Κι αλλού, στη «Γιορτή των αναμνήσεων», θα μιλήσει για την πολυπόθητη συνέχεια:
Σε ξένες τρυπώνουμε αγκαλιές για ανακύκλωση.
Όπως και στο ακροτελεύτιο μέρος του τελευταίου ποιήματος της συλ-
λογής με τον τίτλο «Αφετηρία αναπήρων»;
Στριμωχνόμαστε κι οι δυο μονόχειρες σε αφετηρία αναπήρων
Για καινούργια εκκίνηση, σε μαραθώνιο επιλογής μας.
Επιστρέφοντας στην αρχή, ή καταλήγοντας, θα ήθελα να επισημάνω
πως ο Νίκος Μυλόπουλος μας καλεί να αφουγκραστούμε την αέναη σύγκρουση, να συγκινηθούμε στο όριο, αφηγούμενος το δικό του παραμύθι,
διότι
Μονόλογος πικρός το χόρδισμα του έρωτα-
Μεταξένια φτερά και όνειρα σε συνέχειες.

.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ

ΕΠΙΘΥΜΙΑΣ ΟΜΟΙΩΜΑ
Και η αξία του ονείρου για τη γνώση του μέλλοντος; Γι ’ αυτό φυσικά δεν
μπορεί να γίνει λόγος. Αντ’ αυτού θα θέλαμε να πούμε: για τη γνώση του
παρελθόντος. Διότι από κάθε άποψη το όνειρο προέρχεται από το παρελθόν. Βέβαια και η παλαιά δοξασία, ότι το όνειρο μας δείχνει το μέλλον, μπορεί να έχει μια δόση αλήθειας· καθώς το όνειρο παρουσιάζει μια επιθυμία ως εκπληρωμένη, μας οδηγεί οπωσδήποτε στο μέλλον αλλά και αυτό το μέλλον, που ο ονειρευόμενος το εκλαμβάνει ως παρόν, είναι διαμορφωμένο από την ακατάλυτη επιθυμία ως ομοίωμα του παρελθόντος}*
Όνειρα σε συνέχειες είναι ο τίτλος της 5ης ποιητικής συλλογής του Νίκου Μυλόπουλου και η συγκεκριμένη αναφορά στο ψυχικό φαινόμενο του ονείρου είναι δηλωτική των προθέσεων του ποιητή να διερευνήσει μέσα από
τον ποιητικό λόγο την επικράτεια του ψυχικού φαινομένου. Ούτως ή άλλως
ο ποιητικός λόγος συνδέεται άμεσα με το όνειρο, αφού στην ποίηση ο λόγος
τείνει να σπάσει τα δεσμά της σύμβασης και να δηλώσει με τρόπο διαφορετικό τα πράγματα. Αυτή η δυναμική της ποίησης, που ταυτόχρονα είναι ένα ισοδύναμο ελευθερίας, απαντάται πίσω από κάθε λογοτεχνικό εγχείρημα και είναι το «δώρο» της ποιητικής εμπειρίας στον αναγνώστη. Στη συλλογή του ο Μυλόπουλος βαδίζει στα χνάρια αυτής της στάσης και με υλικό το βίωμα επιχειρεί να ανασυνθέσει το νόημα μέσα από τη διαρκή φθορά
που επιφέρει στα υποκείμενα η ίδια τους η συνθήκη. «Κατά μήκος των
ορίων μιας χαμένης ζωής», λοιπόν, ο ποιητής έρχεται να συγχωρέσει τα
πάθη, την αλαζονεία της εφηβείας, την πλήξη του μικροαστισμού, τους ψυχολογικούς διχασμούς και τα διλήμματα, τη βουλιμία της ερωτικής επιθυμίας. Υπάρχει πάντα μια δεύτερη ευκαιρία να «ξαναζήσουμε» απαλλαγμένοι από τα πάθη, ίσως, και η γραφή είναι ένα τέτοιο πεδίο λύτρωσης καθώς η αναπαράσταση του βιώματος ενέχει μια εν δυνάμει εμπειρία κάθαρσης, σύμφυτη με τον λυτρωτικό χαρακτήρα της τέχνης.
Αυτή η αναζήτηση μιας δεύτερης ευκαιρίας για νόημα, μιας κατάστασης που θα μας συμφιλιώνει με το τραύμα της απώλειας διατρέχει σαν
κόκκινο νήμα τη συλλογή του Μυλόπουλου. Απέναντι στα σκληρά παιχνίδια
της μοίρας, στους συνεχείς αποχαιρετισμούς της απώλειας, στα πικρά χαμόγελα, και τα φιλιά πιο αργά κι απ’ τον ίδιο τον θάνατο, η ποίηση δανείζεται από την εμπειρία του ονείρου. Έτσι μοιάζει σα μια δυνατότητα για
μια κάποια απόδραση ίσως πάλι για την αφετηρία μιας οριστικά χαμένης
ακεραιότητας. Μένει λοιπόν αυτό το ομοίωμα του ψυχισμού μας αποτυπωμένο να δηλώνει το δραματικό ανάγλυφο της ύπαρξής μας, τη σφοδρότητα και το έρεβος της επιθυμίας μας, την αγωνία και τον μόχθο μας για την ζωή και ίσως την αγάπη.
Χάναμε αήττητοι ανάμεσα στα επινίκια και τον καημό (Ανώριμοι για
τόση χαρά).
*Σίγκμουντ Φρόιντ, Η ερμηνεία των ονείρων, μτφρ. Λεύτερης Αναγνώστου, εκδ. Επίκουρος, Αθήνα 2013.

.

ΞΗΜΕΡΩΝΕΙ ΣΤΟ ΓΕΛΙΟ ΣΟΥ

ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ

Περιοδικό “Ένεκεν”, τχ. 21, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2011
Για τα πάθη του λόγου και του έρωτα
Ξημερώνει ξανά στον ποιητικό κόσμο του Νίκου Μυλόπουλου για τέταρτη φορά με την τελευταία του αυτή ποιητική συλλογή. Παύουν λοιπόν σ’ αυτήν οι εραστές να σιωπούν; Οι εραστές πάντα σιωπούν ήταν ο τίτλος της προηγούμενης τρίτης του συλλογής. Αντίθετα θα έλεγα ότι εδώ η σιωπή βαθαίνει, ο κόσμος της ποίησης έρχεται σε μεγαλύτερη σύγκρουση με αυτόν της πεζής πραγματικότητας. «Ένας κόσμος υπαινιγμός μέσα στον
κόσμο τους».
Είναι ο Νίκος Μυλόπουλος ερωτικός ποιητής; Ναι αν έρωτας σημαίνει το να χαϊδεύει κανείς το εφήμερο στοχεύοντας στο άπειρο ή επιστροφή σε μία εποχή ανατρεπτικής αθωότητας και ελπίδας όπου όλα είναι εφικτά και δεν υπάρχει η παραίτηση και η παγίδα των καθημερινών συμβιβασμών. Αν έρωτας σημαίνει η απόδραση μέσα από ένα άλλο σώμα: «Κυκλοφορώ ελεύθερος χτισμένος μέσα σου/ Κι αναπόδραστα ελπίζω». Αν έρωτας είναι το όνειρο
που ανασκευάζει τη ζωή. «Φορέας ονείρου ανασκευάζω ζωή». Πιο πικρή και πιο σκληρή αυτή η ποιητική συλλογή του Μυλόπουλου, αυστηρός ο ποιητής στον εσωτερικό διάλογο με τον μικρό εαυτό που κρύβουμε όλοι μέσα μας. Η ασημαντότητα της μη ζωής μας, οι στάχτες που αφήνουν οι καμένοι χάρτες, η μη πραγμάτωση, τα σβηστά πια φώτα ομίχλης και οι φίλοι «ενθύμια από χρονολογίες περασμένες». Και όμως που και που ανοίγει ένα παράθυρο και μέσα από αυτό κανείς νιώθει τον λυρισμό, «στους χορευτές της φωτιάς», στον «κουρνιαχτό από αστέρια και κύματα», «στους νεκρούς μενεξέδες που χαμογέλασαν
Όμως σ’ αυτή την ποιητική συλλογή νιώθει κανείς την ασφυκτική
μοναξιά να προσπαθεί να δραπετεύσει από τους τοίχους των ποιημάτων ενώ ανελέητα ο ποιητής σαρκάζει και γκρεμίζει το ψεύτικο οικοδόμημα της τάχα ύπαρξής μας. Ο χρόνος «ασίγαστη πεταλούδα» βαμπίρ ρουφάει και ακυρώνει τα πάντα, ενώ οι «άβαφες μέρες» περιφέρονται άσκοπα με «χάρτινα τα στόματά τους». Πιο ώριμη λοιπόν η γραφή του ποιητή σ’ αυτή του την τέταρτη ποιητική συλλογή, χωρίς ψευδαισθήσεις και αυταπάτες και με μεγαλύτερη συνειδητότητα, «Ίσως γιατί δεν υπάρχουν ποτέ εποχές/ Παρά μόνο συναπαντήματα». Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε δύο ενότητες. Η πρώτη έχει τον τίτλο «ξημερώνει στο γέλιο σου» που είναι και ο τίτλος ολόκληρης της ποιητικής συλλογής. Η δεύτερη έχει τον τίτλο «Ο διεσταλμένος χρόνος»,
Στη δεύτερη ενότητα είναι πιο έντονη ακόμα η υπαρξιακή και φιλοσοφική διάσταση της αναζήτησης του ποιητή. «Οι καθρέφτες χλωμοί μα μέσα τους έλαμπε/ Το τίποτα που λαχταρούσαμε». Κάποιοι από τους τίτλους ποιημάτων αυτής της ενότητας αφηγούνται την ουσία από μόνοι τους.
«Το χρώμα της αναζήτησης», «καινούργιο ταξίδι», «ασύμμετρη αρμονία», «πρεμιέρα στην αιωνιότητα», «αθέριστοι έρωτες», «διάφανη χίμαιρα», «στις γειτονιές των ονείρων», «ξυπόλητοι πάνω στα τρένα», «ελάχιστο νόημα», «στη μέση του μέλλοντος», «χωρίς παραλήπτη», «συμβόλαιο λήθης», «η αδώρητη πλευρά της ειμαρμένης».
«Καιρός να ανοίξουμε πια διθέσιους τάφους», μας συμβουλεύει ο ποιητής Νίκος Μυλόπουλος και οι λέξεις του ταράζουν τα στάσιμα νερά της συλλογικής μας γαλήνης. Δυνατή σαν χαστούκι η ποίηση του Νίκου Μυλόπουλου απομυθοποιεί και αναιρεί, σαρκάζει και περιγελά με έντονες εικόνες και λέξεις μικρές βόμβες στην φαντασία μας.
«Γιατί η ζωή ταιριάζει με οργασμό/Που πεθαίνει πάντοτε στην ολοκλήρωση».

.

Σύγχρονη Σκέψη τ.36 Ιαν.- Φεβρ. 2012

Διάχυτο το πνεύμα στην ανίχνευση του ερωτικού ιδανικού που συναντιέται μέσα στις πραγματικές εικόνες της ζωής. Ο κ. Ν. Μυλόπουλος είναι ορμητικότατος και βαθυστόχαστος.
Ο ποιητής αναζητά τη σχέση του έρωτα, της συνύπαρξης και της διάρκειας μέσα στο χρόνο του ερωτικού πάθους.
Μ’ αυτό το ξεδίπλωμα των αισθήσεών του, φτάνει σε κείνα τα τοπία της ανάμνησης που αναζητά η ψυχή. Τα ‘χει καταγράψει, τα ‘χει τοποθετήσει στην κιβωτό της ανάγκης της ύπαρξης απ’ όπου η ανανέωση οδηγεί στην
αναγέννηση. Ζεστή ποιητική ιδιοσυγκρασία μια σωστή και δυνατή φωνή του σήμερα, χωρίς στάχτες του χθες αλλά φλόγα υπαρκτή.
Είναι σημαντική αυτή όλη η διαδρομή της ανίχνευσης, γιατί οι όποιες αισθητικές ιδέες του είναι σωριασμένες άλλοτε σε κάποιους πύργους της αγάπης κι άλλοτε σε κάποια ερείπια που κι αυτά τραγουδούν χαμηλόφωνα
τη ζωή. Ζωική ορμή που αναδύει τα μυστικά της στιγμής. Διαβλέπει και το εκφράζει ποιητικά το πόσο μπορούν ν’ αντέξουν τα ιδανικά κάθε ανθρώπου που ωστόσο αλλάζουν και μεταβάλλονται από εποχή σε εποχή. Βλέπω ότι ακόμη και τα ηττοπαθή ιδανικά του και η μοναξιά του γίνονται οδηγοί και σύμβουλοι σε μια συνθετική ανησυχία.
Σε μερικούς στίχους υπάρχει μια δύναμη τρομερή που σε εκπλήσσει και έγκειται στο ότι τον έχει διαπεράσει η οξύτητα του πόνου, τόσο βαθιά που τον προβλημάτισε γι’ αυτό και τα βυθομέτρησε. Ευτυχώς που διατηρήθηκε η κριτική ματιά του καθαρή και βλέπει την αλήθεια. Κι αυτή είναι η ουσία της ποίησής του, δηλ. η πιστοποίηση όλων εκείνων των στιγμών που πήραν τη
μορφή τους με γνώμονα την αλήθεια. Έχει πολλά να μας προσφέρει, ρέει το ταλέντο του.

.

Πανδώρα: Κριτική-Επιλογές – Κείμενα για Θέατρο /Κινηματογράφο

Η παραπάνω ποιητική συλλογή αποτελείται από δύο μέρη, Ξημερώνει στο γέλιο σου (12 ποιήματα) και Ο διεσταλμένος χρόνος (26 ποιήματα). Οκτώ ποιήματα του πρώτου μέρους και δέκα του δεύτερου έχουν δημοσιευτεί στα περιοδικά Η παρέμβαση, ΕΝΕΚΕΝ, ΠΑΡΟΔΟΣ, Προκυμαία, [δε]κατά, Πανδώρα, Εμβόλιμον.
Ο λόγος αρθρώνεται κυρίως σε πρώτο πληθυντικό πρόσωπο και αφορά δύο
εραστές. Αφηγητής είναι ο άντρας, που φορές μιλάει σε πρώτο πρόσωπο, για τον εαυτό του, και σε δεύτερο, για τη γυναίκα.,
Το κεντρικό θέμα είναι η περιπέτεια αυτών των δύο αρχετύπων-εραστών, που προσπαθούν να ζήσουν και να διασώσουν τον αυθεντικό, βαθύ Έρωτα, ενάντια στον Χρόνο. Οι δύο πρώτες στροφές του πρώτου ποιήματος, με τίτλο Αλλαγή πλεύσης, σηματοδοτούν το κυρίαρχο δίπολο: «Ασίγαστη πεταλούδα ο χρόνος / Αργοσαλεύει πολύχρωμα φτερά / Με πύρινο ρουφώντας στόμα τη μοναξιά μας / Στεφάνι τάζοντας στο παντοτινό» και «Όποιο αστέρι κι αν σηκώσω / Θα κυλήσεις απάνω μου.»
Το πρώτο μέρος της συλλογής είναι ένα ταξίδι επίγνωσης. Τι έγινε στο παρελθόν; Ποια ζωτικά εφόδια χάθηκαν, είτε από υπαιτιότητα των δύο όντων που υποστασιοποιούνται στο «εμείς» του αφηγητή είτε εξαιτίας της συμπεριφοράς των άλλων, όσων τους περιβάλλουν, στη μάχη του έρωτα με τον χρόνο; Και πώς διαχειρίζονται οι δύο εραστές αυτές τις απώλειες, στο παρόν; Με ποιον τρόπο αντιδρούν στη φθορά;
«Αποδειχθήκαμε ακούραστοι στην αναζήτηση της αλλαγής / Με τη μνήμη μοχλό να σηκώνει τα κύματα / […] Αντλώντας απ’ το βυθό σκόρπιες σταγόνες παιδικότητας / Κι αυτή η αιωνιότητα της στιγμής μας έκανε άτρωτους / Στην ατέρμονη φθορά τόσων χαμένων ονείρων», και παρακάτω: «[…] ανοίγαμε μεγάλα παράθυρα σε πόλεις μικρές/Για να θροΐζει το κενό στις ψυχές των ανθρώπων. / […]Ενώ οι φίλοι ενθύμια από χρονολογίες περασμένες / Δολοφονούσαν μ’ ένα χαμόγελο τρίγωνο / Το ανήμπορο βλέμμα των πληγωμένων. / Ήμασταν πια πλούσιοι γιατί είχαμε να θυμηθούμε πολλά / Έναν κόσμο υπαινιγμό μέσα στον κόσμο τους.» (Ανύπαρκτη ευρυμάθεια).
Στα ποιήματα Βαρόμετρο ελευθερίας, Ηλιοφάνεια σ’ όλο το σώμα, και Η τελευταία εκδοχή, το ταξίδι επίγνωσης ολοκληρώνεται, ο χρόνος που φθείρει και καταστρέφει μπορεί πλέον να εκληφθεί διαφορετικά, να μετατραπεί σε αέναο ερωτικό παρόν, μια που τα δεσμά, με τα οποία οι δύο εραστές επέλεξαν να δεθούν μεταξύ τους, μυρίζουν ελευθερία, και ο θάνατος των εποχών δίνει τη θέση του στη διάρκεια της συντροφικότητας: «[…] Αλλάζει η ζωή και πια δεν μοιράζεται / Αλλάζει η ζωή και πια δεν υπάρχει. / Όμως ποιος πίστεψε ότι μπορεί εμείς οι δυο να χωριστούμε; /Δεμένοι μ’ αλυσίδες βαριές, σχεδόν ασήκωτες / Με τόσες ατέλειες ώστε να μοιάζουμε ιδανικοί / Ευωδιάζουμε ελευθερία / Γιατί η ζωή ταιριάζει με οργασμό /Που πεθαίνει πάντοτε στην ολοκλήρωση / Ίσως γιατί δεν υπάρχουν ποτέ εποχές /Παρά μόνο συναπαντήματα»
Στη συνέχεια, προετοιμάζεται το καινούργιο ταξίδι, με μια απορία: «[…] η
λαχτάρα για το ακατόρθωτο / Μας έκανε ν’ ανταμώσουμε και να τα χάσουμε όλα /Προς τα πού λοιπόν θα βαδίσουμε / Αφού κάψαμε μόνοι μας όλους τους χάρτες;».
Το δεύτερο μέρος είναι το ταξίδι της αναζήτησης. Ο χρόνος πλέον δεν υπάρχει, ως αλλότρια, εχθρική οντότητα Υποστασιοποιείται στους ίδιους τους δύο εραστές: «[…] Φτιαγμένοι από αέρα συμβολίζαμε τον καιρό / […] Βρισκόμασταν ήδη στο χείλος των ημερών που επιλέξαμε / Ζητώντας μέσα τους όχι το χρόνο αλλά τον πόθο[…]» (Το χρώμα της αναζήτησης).
Έτσι, με το διεσταλμένο, ερωτικό παρόν σύμμαχό τους, το επίπονο και τολμηρό ταξίδι πραγματώνεται από θέση ισχύος, ένα ταξίδι μόνο για δύο, επικίνδυνα μοναχικό αλλά τελεσφόρο στην κατάκτηση της ονειρικής ουτοπίας, έστω κι αν ορισμένες φορές, το «χτες» δείχνει ξανά τα δόντια του.
«Με φώτα γραμμής σκοτώναμε τη νύχτα / […] Οι καθρέφτες χλωμοί μα μέσα τους έλαμπε / Το τίποτα που λαχταρούσαμε.» (Καινούργιο ταξίδι)
«Στιγμές απ’ την προσωπική μας αποκάλυψη / Τόσες πολλές που φτιάξαν μιαν αιωνιότητα / Με την ελπίδα ένα τεράστιο κλειδί / Να τρεμουλιάζει ανάμεσα σε χαλασμένες πόρτες.» (Μικροί θεοί)
«Στις γειτονιές των ονείρων / Ο χρόνος πια ξαποσταίνει ξυπόλητος.» (Στις
ί γειτονιές των ονείρων).
Κάθε ποίημα της συλλογής χωρίζεται συνήθως σε τρία ή τέσσερα μέρη, είναι μια μικρή ιστορία-μέλος ή συμπληρωματική εκδοχή — παραλλαγή της συνολικής αφήγησης. Ο ρυθμός είναι στιβαρός ελεγχόμενος. Τολμηρές και εκτενείς μεταφορές, που αισθητοποιούν το ποιητικό αφηγηματικό νόημα. Η γλώσσα σημαίνει, χρησιμοποιώντας προσεγμένες λεκτικές ακολουθίες, παρηχήσεις, εικόνες που ί υποστασιοποιούν τον ονειρικό-συμβολικό χώρο, στον οποίο ταξιδεύουν οι δύο πρωταγωνιστές, μετατρέποντάς τον σε πραγματικό πεδίο δράσης του εξεγερμένου έρωτα. Άλλωστε, οι δύο εραστές είναι ιδεατά αλλά ταυτόχρονα, σαρκωμένα, ποιητικά όντα
Πρόκειται για ένα έργο, που διερευνά στο σήμερα, τις δυνατότητες ενός, θα
έλεγα, δραματοποιημένου-λυρικού υπερρεαλισμού, απομακρυσμένου -προς άρση παρεξηγήσεων- από κάθε ερμητισμό. Τελικά ο Νίκος Μυλόπουλος μας προσφέρει ένα, από πολλές απόψεις, ενδιαφέρον, νεωτερικής έμπνευσης, έργο.

.

Χρίστος Παπαγεωργίου

INDEX Τ.45
Ποίηση συναρπαστική· η οποία αφομοιώνοντας το «εγώ» και μετατρέποντάς το σε «εμείς», είτε παιχνιδίζοντας ερωτικά, είτε ανιχνεύοντας υπαρξιακά, είτε καταγγέλλοντας κοινωνικά, είτε διεκδικώντας συλλογικά, βρίσκει τον τρόπο να επαληθεύσει παλαιότερες και νέες δημιουργικές εκδοχές.

.

ΔΥΟ ΠΑΡΑΘΥΡΑ ΜΕ ΚΙΜΩΛΙΑ

Αγγελιοφόρος 19/11/2005

Η ποίηση είναι ανακούφιση»
Τη δεύτερη ποιητική συλλογή του Νίκου Μυλόπουλου με τίτλο «Δυο παράθυρα με κιμωλία» παρουσίασαν οι εκδόσεις «Μεταίχμιο». Με γραφή λιτή ο ποιητής αγγίζει ό,τι πιο ουσιαστικό και δυνατό συμβαίνει στους ανθρώπους, τον έρωτα. «Είναι ένα συναίσθημα ταυτόσημο με τη ζωή και ταυτόχρονα μια παρεξηγημένη έννοια», δήλωσε στον «Α» ο Νίκος Μυλόπουλος, χειρουργός οφθαλμίατρος στο επάγγελμα.
Ο ίδιος πιστεύει πως το βιβλίο του είναι «ένα οδοιπορικό προς τον έρωτα με πυξίδα αυτό που βρίσκεται στην ψυχή». Για τον Ν. Μυλόπουλο το λειτούργημα του γιατρού όχι μόνο δεν τον εμποδίζει, αλλά τον βοηθά στο να
στραφεί στο χαρτί και να καταγράψει τις σκέψεις του.
«Η ποίηση είναι ανακούφιση και χαλάρωση από το στρες. Απελευθερώνει και
ξεκουράζει», σημειώνει με νόημα και τονίζει: «Γράφω αυτό που αισθάνομαι χωρίς να σκεφτώ τι θα ήθελε να διαβάσει ο κόσμος. Αν υπάρχει κάποιος που να μπορεί να με καταλάβει τότε έχει καλώς».
Η πρώτη εκδοτική απόπειρα του Νίκου Μυλόπουλου έχει τίτλο «Παράκτιος πια ο έρωτας» και κυκλοφόρησε πριν από τρία χρόνια

.

ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ

Υποδεχόμενοι τα πρώτα κρύα της άνοιξης με ποιήματα ρόδα κι αφάνταστα
τρυφερή και καλογραμμένη ποίηση από το Νίκο Μυλόπουλο που είχε με τα γραπτά του νωρίς παρεισφρήσει στη ζωή μας υπενθυμίζοντας μας ότι όλο και κάπου εκεί μας αναμένει μιαν άνοιξη, ακόμη κι όταν την ιστορία μας δεν
κάναμε αφίσα…
Στη δεύτερη ποιητική του συλλογή με τίτλο «Δυο παράθυρα με κιμωλία» ο Νίκος Μυλόπουλος μεταφέρει με διάθεση ερωτική, μέσα από τα χρώματα
και τις εικόνες του ποιητικού του κόσμου, ό,τι του διεγείρει τις αισθήσεις και τον καθιστά μάρτυρα παθών, εντάσεων, προκλήσεων, γνωρισμάτων και
χαρακτηριστικών. Μια περιπλάνηση στην ηλικία των ονείρων, κατά την οποία ο ποιητής δεν σταματά ούτε στιγμή ν’ αναζητά τον απλό κι αληθινό έρωτα, την
αγκαλιά, τη ματιά και τη σιωπή της αγάπης.

ΠΑΡΑΚΤΙΟΣ ΠΙΑ Ο ΕΡΩΤΑΣ

Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πλέθρον η ποιητική συλλογή του Νίκου
Μυλόπουλου με τίτλο Παράκτιος πια ο έρωτας.
Ο Νίκος Μυλόπουλος γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη το 1951. Σπούδασε στην
Ιατρική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσσαλονίκης όπου και
εκπόνησε την διδακτορική του διατριβή. Ειδικεύτηκε στην Οφθαλμολογία και
εργάστηκε σαν επιμελητής στο Ε.Σ.Υ. για 15 χρόνια στη Θεσσαλονίκη.
Ξεκίνησε να γράφει πριν μερικά χρόνια και η συλλογή αυτή είναι η πρώτη που
βλέπει το φως της δημοσιότητας.

.

Για τα ποιήματα του Νίκου Μυλόπουλου έγραψαν:

Διονύσης Καρατζάς
…Η ποίηση σου απλή, γυμνασμένη στο όνειρο και στον έρωτα, κατορθώνει να
πυκνώσει συναισθήματα και σκέψεις σε εικόνες και παραμύθια, αληθινά ποιητικά.
Μπράβο σου….

.

Δημήτρης Μίγγας
… .Πολύ καλή δουλειά…

.

Τάκης Βαρβιτσιώτης
…Τα ποιήματά σας λάμπουν από ειλικρίνεια, από γόνιμη σιωπή και κάποτε από μια
δραματική ένταση. Μπορείτε να αφοσιωθείτε στη δημιουργική σας προσπάθεια με τη
βεβαιότητα ότι υπηρετείτε ανόθευτα την ποίηση….

.

Μάρκος Μέσκος
… Θέλει πορείες και υπομονή η γραφή της ποίησης. Θα έλεγα : βαθύτερα, βαθύτερα,
ένδον σκάβετε. Εκεί τα θαύματα και οι ουσίες και οι συνθέσεις. Καλό κατευόδιο!

.

Αλμπέρτος Ναρ
..Τα ποιήματά σας μου άρεσαν. Έχετε όλες τις προϋποθέσεις για να πάτε μπροστά και
να συνεχίσετε την παράδοση των καλών ποιητών που ανάδειξε η πόλη μας.

.

Περικλής Σφυρίδης
…Ο «Παράκτιος Έρωτας» είναι μια καλή αρχή για να συνεχίσετε και να θυμάστε
ότι η ποίηση – η τέχνη γενικά – στοχεύει περισσότερο στην καρδιά και λιγότερο στο
νου μας…

.

Τόλης Νικηφόρου
…Τα ποιήματά σας έχουν γραφτεί με αγάπη για τη γυναίκα, για την αθωότητα, για
μια αληθινή ζωή. Αυτές είναι ανεξάντλητες πηγές με πεντακάθαρο νερό. Η ματιά σας
στον κόσμο έχει εκείνο το αιρετικό στοιχείο που χαρακτηρίζει τους ποιητές..

.

Πρόδρομος Μάρκογλου
…Νομίζω πως για όλους μας το πρόβλημα είναι πως η σκέψη θα γίνει γλώσσα… Να είσαι καλά…

.

Ντίνος Χριστιανόπουλος
Διάβασα τα ποιήματά σας. Τα βρήκα κάπως αδύνατα αν και καλογραμμένα.
Ξεχώρισα τη «Δίψα». Αξίζει να επιμείνετε.

.

Νάσα Παταπίου
Η ποίησή σας είναι ενδιαφέρουσα, οι στίχοι σας μαρτυρούν ευαισθησία και
στοχασμό.

.

Σάκης Σερέφας
Ασφαλώς γνωρίζετε πώς να «στήνετε» και να ξετυλίγετε ένα ποίημα κι αυτό είναι μία
ουσιαστική επάρκεια για τη συνέχεια. Τα ποιήματά σας φανερώνουν μια συνθετική
και αφηγηματική ικανότητα η οποία αποζητά μία χθόνια γείωση.

.

Χρίστος Παπαγεωργίου
Ο Νίκος Μυλόπουλος, σχεδόν κάτω απ’ την πίεση του χρόνου, πάντα όμως με θετική προσαρμογή σε εμπειρίες ζωής, καταθέτει με ερωτική διάθεση, λυρισμό και ισορροπημένη κοινωνικότητα, ό,τι του διήγειρε τις αισθήσεις και τον κατέστησε μάρτυρα παθών, εντάσεων, προκλήσεων, γνωρισμάτων και χαρακτηριστικών, που επιμελώς βίωσε. Άρα μιλάμε για ολοκληρωμένη ποίηση, η οποία εντελώς διαφανής και απλή μέσα στην ομίχλη των προσωπικών παραμέτρων, δομείται με γλώσσα, που χωρίς να κρύβει το πρωτογενές, επιχειρεί και τα καταφέρνει να εξυψώσει, αυτό που έρχεται ως αποτέλεσμα των ατομικών διεργασιών, στο πνεύμα, στο χώρο και στη σκοτεινή αίθουσα, μέσα απ’ την οποία η Τέχνη αποστέλλει τα μυνήματά της.

.

Πανσέληνος 9/3/2003
Ποιητική συλλογή από τον Θεσσαλονικιό Νίκο Μυλόπουλο. Το έργο του
χαρακτηρίζεται από έντονο λυρισμό, χωρίς να λείπει το στοιχείο του υπαρξιακού και
κοινωνικού προβληματισμού.
Αγγελιοφόρος 11/1/2003
Ο Νίκος Μυλόπουλος, όμως, βλέπει περισσότερο με τα μάτια της ψυχής
μετατρέποντας τις εικόνες σε ποίηση.

.

ΤΑ ΝΕΑ 22-23/3/2003
Μια ποιητική συλλογή με 54 ποιήματα αφιερωμένα σε μια αγάπη που ξεκίνησε, σε
μια αγάπη που τελείως, σε μια αγάπη που θα έρθει.
ΠΡΟΘΗΚΗ Φεβρουάριος 2003
Η ποιητική συλλογή του Νίκου Μυλόπουλου «Παράκτιος πια ο έρωτας» που
κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις ΠΛΕΘΡΟΝ αποτελείται από πενήντα περίπου
ποιήματα, εμπνευσμένα από εκείνα τα βαθιά και έντονα συναισθήματα που κάνουν τη ζωή ξεχωριστή. Ο λυρισμός και η γλαφυρή αναπαράσταση των εικόνων προσδίδουν στα ποιήματα μια αδιόρατη τραγικότητα που προκύπτει από την σχεδόν θεατρική δόμηση των στίχων. Ο απόλυτα εναρμονισμένος συγκερασμός της απόγνωσης και της ελπίδας, αν και προκαλεί στον αναγνώστη αντιφατικά συναισθήματα, τελικά τον οδηγεί στην ψυχική και πνευματική ηρεμία.

.

ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ 13/5/2003
Η γραφή εναντίον της προδοσίας, η ενοχή και η προσμέτρηση των ευθυνών για την απώλεια της αθωότητας, η συχνότητα της ανάγκης για καταφυγή σε τοπία ονείρων, το ξόρκισμα της παραίτησης διά της αναγνωρίσεώς της, θέματα όλα αυτά που απασχολούν το Νίκο Μυλόπουλο στο πρώτο ποιητικό
βιβλίο του. Ο αναγνώστης θα αναγνωρίσει τη γνησιότητα των προθέσεων,
συχνά δε θα επιδοκιμάσει την οικονομία του λόγου: «Ητανε τόσο στριμωγμένες / Οι ψυχές εκεί πέρα / Ωστε σηκώθηκε μια /να πάρει αέρα. / Σπάσανε τότε τα νερά / Και τρέχανε βραδιάτικα /τη μάνα μου στο Μαιευτήριο

.

ΠΡΟΘΗΚΗ Τ.3 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2003
Η ποιητική συλλογή του Νίκου Μυλόπουλου «Παράκτιος πια ο έρωτας», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΠΛΕΘΡΩΝ, αποτελείται από πενήντα περίπου ποιήματα, εμπνευσμένα από εκείνα τα Βαθιά και έντονα συναισθήματα που κάνουν τη ζωή ξεχωριστή. 0 λυρισμός και η γλαφυρή αναπαράσταση των εικόνων προσδίδουν στα ποιήματα μια αδιόρατη τραγικότητα που προκύπτει από τη σχεδόν θεατρική δόμηση των στίχων. 0 απόλυτα εναρμονισμένος συγκερασμός της απόγνωσης και της ελπίδας, αν και προκαλεί στον αναγνώστη αντιφατικά συναισθήματα, τελικά τον οδηγεί στην ψυχική και πνευματική ηρεμία.

.

Ι.Μ. ΚΟΛΙΟΠΟΥΛΟΣ

Κασταλία τ.140
Σιωπηλός, ακίνητος ο αγαπητός ομότεχνος Νίκος Μυλόπουλος…. Καρτερούσε «καρτερικά» για χρόνια τη στιγμή! Τώρα που «σπάζει» – θρυμματίζει τη σιωπή του (εννοώ τη λογοτεχνική!)… η «ποιητική» ακινησία του γίνεται τρέμουλο στη Λύρα της Ποίησης…. Εμείς σωπαίνουμε και ακίνητοι, ασάλευτοι και αφουγκραζόμαστε τη φωνή του. Γνήσια, αυθεντική… γέννημα της προσμονής, χαρμόσυνο προϊόν της πλησμονής…, Όπως το εκφράζει ο αγαπημένος μου Ποιητής (και του φίλου μας του Λέανδρου Βατάκη που τόσο τον αγάπησε και τον απέδωσε στη γλώσσα μας) T.S. Eliot: «Έτσι το σκοτάδι θα ‘ναι φως και η ακινησία ο χορός (East Coker III).
Ο φίλος συνάδελφος Ν.Μ. Με την πρόσφατη συλλογή του «Παράκτιος πια έρωτας» μας από-καλύπτει όχι μόνο την ποιητική του διάθεση και
ικανότητα αλλά τη «φλέβα» που πάλλει… μας από-καλύπτει τη διονυσιακή μέθη. Σε μια συλλογή γεμάτη πάθος, κίνηση, φλογερό λόγο που
διαρρηγνύει την εύγλωττη σιωπή του! Που έκρινε «μέσα στην άχνη της άμμου» (σ. 11) τώρα εκεί στον «παράκτιο…. Έρωτα» τραγουδάει…
Οι εικόνες του είναι μια λάμψη!, ή λάμψεις μέσα στη νύχτα της καθημερινότητας, της ρουτίνας, του σκοταδισμού… Παρ’ ότι πολύ «ποιητικά»! Μας προειδοποιεί, (στο «όσο χιόνι απέμεινε» σ. 24) «Μη χαϊδεύεις τη λάμψη… θα μας δουν…»
Η ποίησή του βαθύ ανατρίχιασμα ψυχής. Βαθειά, απέραντη ανοίγεται μπροστά
μας η διάθεση… η λογοτεχνική ως «ελεγεία της αμμουδιάς» (σ. 26).
Εικονολάτρης, Εικονοπλάστης όπως κάθε γνήσιος Δημιουργός! Ας θυμηθούμε
μερικές εικόνες τους. «Μου προσφέρει την πλάτη γυμνή. Να ζωγραφίσω επάνω της. Λίγες λέξεις ακόμα» (σ. 16) «Διάρρηξε την αποθήκη των
αναμνήσεων» (σ. 34). Ψάχνω στα σκουπίδια να βρω Την παιδική αθωότητα
Που την είχα μόλις κατέβηκα Το φεγγίτη της σκέψης…» («Ρήγματα»)
Πολλές όμορφες, ζωντανές, εκφραστικές εικόνες, ποιες να πρωτοαναφέρω;
«Κρεμασμένος στων γλάρων τις φτερούγες» (σ. 39). Αλλά και ο ίδιος, ο Ν.Μ. νοιώθει… «Οι φτερούγες στη μασχάλη μου»
Ετσι μεταμορφώνεται σε «Ίκαρο Ποιητή» που πετάει και μας παίρνει, μας συμπαρασύρει μαζί του στο πέταγμά του. Προσοχή, φίλε μου εκλεκτέ:!, μην πας πολύ κοντά στον Ήλιο! Και «καούν» τα φτερά σου… γίνουν αποκαΐδια… Είναι επικίνδυνα τα πετάγματα! Οι εικόνες του, αποκτούν όμως, μεγαλύτερη ένταση (ίσως και βάθος) μέσα στις αντιθέσεις τους! Το ολοπόρφυρο αίμα με το κάτασπρο, λευκό χιόνι (σ. 14). Η «Σταύρωση» – «Ανάσταση» (σ. 17). Κ.α.
Ο Ν.Μ. είναι γιατρός των ματιών ή γιατρός για τα μάτια του… κόσμου! (όπως
και εγώ), πετυχημένος ασχολούμενος ιδιαίτερα με το γλαύκωμα, εκεί στην όμορφη Νύμφη του Θερμαϊκού!
Γι’ αυτό προβάλλει σ’ αρκετά ποιήματά του και τα μάτια…
«Αιρετικοί στα φουγάρα των ματιών σου»! (Ίσως για μας, όχι τόσο πετυχημένο όσο το….) «Οι υδρορροές των ματιών μπουκώνουν»
(Κάτι ξέρει για το ενοχλητικό σύμπτωμα της δακρύρροιας αλλά και το επίσης – ίσως πιο βασανιστικό – της ξηρόφθαλμίας! Σαν την «ανυδρη γη» του Ελιοτ)
«Το δάκρυ κρύωνε στις άδειες κόχες» «Και σαν αντίλαλος κρύφτηκε μέσα στα μάτια σου» (σ.57) και λίγο πιο κάτω: «Τίναξε τη σκόνη απ’ τα βλέφαρα» (Το φως)
Πολλές αναφορές όπως, η σπαρακτική κραυγή στο «Δώσε μου»! «Δώσε μου τα μάτια σου Να γεμίσω τις πληγές Που άφησε η ανάσα σου». Η πολύ όμορφη εικόνα: «Ακολουθώντας όμως τα μονοπάτια των ματιών σου»
Ο Ν.Μ. Βαθειά ελληνολάτρης, ελπίζει να φτιάξει τον κόσμο τον αυριανό (σ. 540 ολόιδιο με τον παλιό κόσμο…
Σε μια κριτική προσέγγιση (και το δηλώνω ευθαρσώς δεν είμαι κριτικός!) θα αναρωτηθεί ο απαιτητικός αναγνώστης μας, τόσο τυφλωμένος είσαι και δεν βλέπεις, δεν ξεκραίνεις κανένα ψεγάδι;!
Θα απαντήσω ειλικρινέστατα – Ποιος μπορεί αβασάνιστα και υπεύθυνα όχι επιπόλαια ή επιπολής! Να βρειψεγάδια σε κάτι που πηγάζει ως «αρτεσιανό φρέαρ», όπου τα όνειρα γίνονται μορφές – εικόνες, ιδέες, οράματα!
Πιστεύω κανείς! Αν επίμονα όμως αναζητούσα κάτι, ίσως θα ‘λεγα – Καλό
ν’ αποφεύγουμε λέξεις κοινότυπες ή λίγο αηδιαστικές (πολλές γυναίκες θα διαφωνήσουν!) όπως το «σπέρμα!» (σελ. 13), ενώ σ’ άλλη θέση (σελ. 62), είναι πιο καλοδεχούμενη η λέξη! Ίσως πάλι, προσωπική πολύ προσωπική θέση!
Στη σελ. 19 «Δε χωράνε μαζί Ποτέ δύο άνθρωποι» Ισως αγαπητέ μου Νίκο, ναι, εκτός αν γίνουν ένα! Σαρκικά ή ψυχικά (και σίγουρα το γνωρίζεις καλά!).
Ίσως ακόμη στερείται ή απουσιάζει ο φιλοσοφικός διαλογισμός!, η υπαρξιακή
αγωνία, η υψηλή θεώρηση της ζωής και του κόσμου…. Διάβολε, ποίηση γράφει, δεν ασχολείται με φιλοσοφικά δοκίμια!
Όταν γράφουμε… ποίηση εκφράζουμε τη δική μας σκέψη και τα προσωπικά μας αισθήματα, το ίδιο και όταν την…. Διαβάζουμε ή την κρίνουμε! Εγώ (δικαιολογείστε το πρώτο πρόσωπο, αναφέρεται μόνο, για να αναλάβω
πλέρια την ευθύνη όσων καταθέτω εδώ!) χάρηκα το ειρωνικό, συγκλονιστικό
«Φονιά» που ενώ σκότωσε τόσα άκακα…. Ζωάκια και ζητάει, εκλιπαρεί «Συγνώμη»! δεν λυπάται που σκότωσε τόσες… αγάπες! Επίσης μου άρεσε ο δραματικός «Μονόλογος του τυφλού» που κλείνει η συλλογή! Ίσως για ν” ανοίξει σύντομα με μια νέα – συλλογή που την περιμένουμε:!

.

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗ ΠΑΡΟΔΟ

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΝΙΚΟΣ ΜΥΛΟΠΟΥΛΟΣ ΓΡΑΦΕΙ:

ΑΠΟΤΥΠΩΜΑΤΑ ΜΙΑΣ ΟΥΤΟΠΙΑΣ

Ξεκίνησα να γράφω αφού είχα ολοκληρώσει τρείς κύκλους στη ζωή μου, έχοντας πλάι μου σ’ όλη αυτή τη διαδρομή το φάντασμα της συνείδησης να με καταδιώκει αμείλικτα όχι για ό,τι έκανα αλλά κυρίως για ό, τι δεν είχα κάνει. Έτσι προέκυψε, δεν το επέλεξα συνειδητά, η ανάγκη να καταγράψω την πορεία και την αναζήτηση μου και μέσα από τον στίχο να προσπαθήσω να συμφιλιωθώ με το μέσα μου. Πιστεύοντας πώς ή καταγραφή και η οινοποίηση της περιπλάνησης αυτής θα αποτελούσε το καλύτερο εργαλείο για την καταπολέμηση της εσωστρέφειας άρχισα να ζωγραφίζω λέξεις κι εικόνες να πληκτρολογώ σε μία προσπάθεια αυτογνωσίας με σκοπό καταρχήν να απελευθερώσω των ψυχή μου και κατά δεύτερο λόγο να κατορθώσω αποπλανώντας το εφήμερο και την έντονη αβεβαιότητα του τώρα να κερδίσω την ειρωνεία των αισθήσεων από την πικρή σιγουριά τού τελειωμένου.
Αυτό που με απασχολούσε και με κέντριζε από τα χρόνια τα παλιά ήταν η έννοια του έρωτα με όλη τη σημασία της. Θεωρώντας λοιπόν ότι ό έρωτας είναι ταυτόσημος με την ίδια την ζωή, η με άλλα λόγια ή ζωή δεν έχει την παραμικρή αξία δίχως τον έρωτα, αποφάσισα μέσα από τον στίχο να τον προκαλέσω, να ξεγυμνωθώ μπροστά του, να σκάψω όσο πιο βαθειά γίνεται περιγράφοντας με βιωματική τόλμη όλες εκείνες τις εικόνες που θα μπορούσαν να συνεισφέρουν έστω στο ελάχιστο στη στιγμιαία απόλαυση της ουτοπίας αφού η αλήθεια είναι σκληρή κι αντέχεται μόνο στην εύφορη περίοδο των ονείρων.
Μέσα απ’ την ενεργό ενασχόληση όλα αυτά τα χρόνια κατέληξα στη θέση ότι ο έρωτας είναι θείο δώρο, είναι ανάσα και δροσιά που τόσο σπάνια μάς χαρίζεται η μάς επιλέγει και που τόσο άδικα χάνεται μέσα στις επιταγές της σύγχρονης σκέψης, της συμβατικότητας πού πνίγει στα πλοκάμια της τούς εραστές και της συνήθειας πού είναι το δηλητήριο των εφησυχασμένων.
Ο έρωτας είναι ένα μεγάλο και πολλές φορές απρόβλεπτο παράθυρο που μας επιτρέπει να αναπνέουμε στον καθημερινό μας λαβύρινθο. Είναι στάση ζωής, είναι συναίσθημα, ακούσματα κι εικόνες, προσπάθεια κι αγωνία, χαρά και ευτυχία, πάθη κι εντάσεις, είναι όλεθρος. Είναι δόσιμο χωρίς υπολογισμούς μέσα στην ομίχλη των προσωπικών παραμέτρων, είναι κάλεσμα για συντροφικότητα μέσα στην έρημο των συν-ανθρώπων σε μία εποχή ισοπεδωτική με μνήμη απρόσωπη. Είναι φιλί, είναι αγκαλιά, είναι το άρωμα τού άλλου, είναι η μεγαλειώδης διαδρομή, η υπέρβαση που επιδιώκει ο άνθρωπος στο έξ ορισμού σύντομο ταξίδι του.
Το κάθε βιβλίο μου είναι ένα οδοιπορικό προς τον έρωτα με πυξίδα την ψυχή και ταυτόχρονα ένα αγκάλιασμα, ένα σφίξιμο, ένα χάδι, μια γροθιά στην κοινωνία ή οποία περιέρχεται μέρα με τη μέρα σε σκοτάδι πηκτό παρά τούς τεχνητούς φωτισμούς πού αφθονούν και της προσδίδουν μια φθηνή, εφήμερη και ψεύτικη λάμψη.
Γράφω αυτό που αισθάνομαι, που σκέφτομαι, που με προβληματίζει χωρίς εκ των προτέρων να σκεφτώ τί θα ήθελε να διαβάσει ο αναγνώστης.
Συγκινούμαι και τρέμω στην ιδέα όμως πως κάποιοι θα συμφωνήσουν μαζί μου ή ακόμα καλύτερα πώς κάποιοι άλλοι θα διαφωνήσουν καταθέτοντας μέσα από ανάλυση τη θέση τους γιατί νομίζω πώς όλη αυτή η ζύμωση και η ανατροπή είναι πού χρειαζόμαστε και που προέχει.
Διακηρύσσω μέσα στα ποιήματά μου λοιπόν την αδιάκοπη πίστη στον έρωτα και την ρήξη με τη συμβατικότητα κι αυτή η διαδρομή είναι ότι αξίζει καταγράφοντας αληθινές στιγμές μέσα στον ιστορικό χρόνο.
Ακόμα προσπαθώ να παροτρύνω τούς αναγνώστες να σκύψουν λίγο στον εαυτό τους, να μιλήσουν μαζί του από το να συζητούν-κριτικάρουν μόνο τις πράξεις των άλλων, μη αντέχοντας άρα σκοτώνοντας οτιδήποτε οι ίδιοι δεν τολμούν να πράξουν.
Αν εξετάσει ο καθένας από εμάς τον μικρόκοσμο μέσα στον όποιο ζει, λειτουργεί και αναπνέει θα δει ότι η πραγματικότητά μας είναι μία πραγματικότητα πνιγηρή, κατασκευασμένη από κάποιους οι όποιοι προσπαθούν να μάς επιβάλλουν να πιστέψουμε ότι ή πραγματικότητα είναι αυτή και μόνον αυτή και μέσα σ’ αυτήν θα πρέπει όλοι εμείς να ενεργούμε.
Ακόμα αυτοί οι κάποιοι προσπαθούν να επιβάλλουν τους όρους και τους κανόνες των ανθρωπίνων σχέσεων σε μία κατά τα δικά τους πρότυπα «ευνομούμενη» κοινωνία και το πιο ανατριχιαστικό ίσως είναι ότι παρουσιάζουν κάποιους «άλλους» σε όλους τούς ευαίσθητους χώρους συμπεριλαμβανόμενος και της Τέχνης οι όποιοι υποτίθεται ότι είναι οι «επαναστάτες» που θα προκαλέσουν προκαθορισμένα ρήγματα στοάς πρώτους.
Κι εδώ τίθεται η μεγάλη ευθύνη της Τέχνης. Η Τέχνη στο σύνολό της και ειδικά η Ποίηση είναι μια διαδικασία δημιουργική που οφείλει να λειτουργήσει σαν ξυπνητήρι προκαλώντας μια παρατεταμένη αφύπνιση που θα σημάνει την ώρα της ανησυχίας και της αμφισβήτησης των καθιερωμένων και την αποτίναξη και ρήξη αυτού τού πλέγματος που ο καθένας επιτρέπει για τους δικούς του λόγους να τον περιβάλλει και να τον πνίγει.
Τελειώνοντας θα έλεγα πώς όλοι εμείς πού γεννηθήκαμε περίπου στα μισά του προηγουμένου αιώνα υπήρξαμε αποδέκτες μιας τεράστιας πολιτιστικής κληρονομιάς από πολύ σημαντικούς ανθρώπους της Τέχνης. Το καίριο ερώτημα είναι εάν κι εμείς κληροδοτούμε στους νεότερους κάτι ανάλογο ή βολεμένοι στους επίγειους στενόχωρους αλλά γυαλιστερούς τάφους μας κριτικάρουμε μόνο στην νέα γενιά πιστεύοντας πώς μπορεί να εκπληρώσει το καθήκον της μέσα από παρθενογένεση;

.

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΑΡΙΖΩΝΗ

Τον Νίκο Μυλόπουλο τον γνώρισα από τη συλλογή του «παράκτιος πια ο έρωτας». Θυμάμαι πως τον διέκρινε μια διστακτικότητα αλλά και ένα είδος σκεπτικισμού γύρω από τα ποιήματά του. Μού είχε χαρίσει τότε την πρώτη εκείνη συλλογή με την παράκληση να του πω την γνώμη μου. Πραγματικά διαβάζοντας τα ποιήματά του διαισθάνθηκα ότι ο Νίκος Μυλόπουλος διέθετε ένα σοβαρό απόθεμα ευαισθησίας μέσα του που αν το χειριζόταν σωστά θα του απέδιδε αξιόλογους καλλιτεχνικούς καρπούς. Και βέβαια δεν έπεσα έξω. Μετά από λίγο καιρό ακλούθησε μια δεύτερη και στη συνέχεια μια τρίτη ποιητική συλλογή, όπου ήταν ευδιάκριτα πλέον τα ποιητικά του χαρίσματα αλλά και η σταθερή ανοδική πορεία του στην έντεχνη γραφή. ’Οφείλω βέβαια να πω ότι ο τομέας που διάλεξε για να εκφράσει τις ευαισθησίες του είναι ο πιο μικρόψυχος και άχαρος γιατί η ποίηση όπως όλοι γνωρίζουμε δεν σού παραχωρεί ποτέ τίποτα ούτε αναγνώριση ούτε δόξα ούτε υλικά αγαθά πέραν της ευφορίας που σου προκαλεί κατά την διάρκεια της γραφής της και όχι πάντα. Η ποίηση όχι μόνο δεν χαρίζεται σε κανέναν, αλλά απαιτεί διαρκή μόχθο και επαγρύπνηση, συνεχή δοκιμασία όχι μόνο στο χαρτί αλλά και στον πραγματικό βίο, θυσίες, σπατάλη ψυχής, χρόνου κι αισθημάτων για να σου παραχωρήσει στο τέλος λίγους καλούς στίχους. ’Επειδή κι εγώ είμαι ποιήτρια και καταπιάνομαι με την ψυχοφθόρα αυτή τέχνη δεν θα προέτρεπα ποτέ κανέναν να ασχοληθεί μαζί της αν δεν διέθετε ταλέντο πολλών βολτ και ταυτόχρονα μεγάλες δόσεις υπομονής και ανιδιοτέλειας. Αντίθετα η πεζογραφία ήταν και είναι πολύ πιο γενναιόδωρη με όσους την υπηρετούν ακόμα κι αν οι τελευταίοι διαθέτουν μικρό ανάστημα. Γι’ αυτό όταν μιλάμε για την ποίηση λαμβάνουμε απ’ την αρχή υπόψη μας ότι ο δημιουργός, ο ποιητής κινείται πέρα απ’ το προσωπικό του συμφέρον, υπακούοντας σε μια εσωτερική παρόρμηση, σε κάποιο μυστικό πάθος που τον καθοδηγεί και του υπαγορεύει τα ποιητικά κείμενα. Με άλλα λόγια ή ποίηση είναι σαν τον έρωτα. Τα δίνεις όλα και δεν περιμένεις τίποτα. Και φαίνεται πως ο Νίκος Μυλόπουλος διακατέχεται από αυτόν τον έρωτα και δεν το κρύβει. Έτσι έχουμε μια πλούσια παραγωγή ποιητικών συνθέσεων τον τελευταίο καιρό και μια συνεχή βελτίωση στον ποιητικό του λόγο που είναι πολύ πιο ευδιάκριτη στο πρόσφατο βιβλίο του. Στην τελευταία λοιπόν ποιητική συλλογή περιλαμβάνει 57 ποιήματα τα όποια τα χωρίζει σε ενότητες με ιδιαίτερους τίτλους: Κυκλάμινα λήθης, ή νεκρή στρατιά των πυγολαμπίδων, ο τέλειος θάνατος, η μικρή και μεγάλη συμπόρευση, απόηχος, νοερός κόσμος, οι εραστές πάντα σιωπούν, μετά όλα καλά θα πάνε, απέραντης διάρκειας στιγμές, μα δεν είχαμε λησμονιά, ιστορίες τρελών ονειροπόλων, ό μικρός ναύσταθμος, τα πολύτιμα δευτερόλεπτα. Τα υπαρξιακά προβλήματα απ’ ό,τι φαίνεται αποτελούν τους θεματικούς άξονες της ποίησης τού Νίκου Μυλόπουλου. Ο θάνατος, ο έρωτας, η μνήμη, το όνειρο και η ονειροπόληση, ο χρόνος όλα αυτά συνιστούν το υλικό των ποιημάτων, ενώ ευδιάκριτη είναι και μια καυστική αλλά ταυτόχρονα και φιλοσοφική διάθεση στην αντιμετώπιση των καθημερινών και συχνά μάταιων για τον ποιητή πραγμάτων:
Έτσι η σκόνη έρχεται, φεύγει
τα δευτερόλεπτα χαραμίζονται γαλήνια
κι αυτή η προετοιμασία για τον αφανισμό
είναι που προέχει.
γράφει χαρακτηριστικά στο τελευταίο ποίημα της συλλογής του.
Ίσως η ποίηση να σε οπλίζει με μεγαλύτερη διορατικότητα στα ζητήματα πού
έχουν να κάνουν με την ανθρώπινη ύπαρξη γιατί παρέχει τα αισθητικά της κριτήρια και μέτρα πού βρίσκονται πέρα από τη συμβατική λογική και την κοινή γλώσσα. Για αυτό και ή ποίηση μπορεί να εκφράσει πολύ πιο καίρια τα προβλήματα πού συνδέονται με την τραγικότητα τού ανθρώπινου προσώπου του και της μοίρας του. Βέβαια ό Νίκος Μυλόπουλος δεν ατενίζει μόνο την τραγική πλευρά των πραγμάτων αλλά και τις όμορφες πλευρές τους όπως για παράδειγμα τον έρωτα Είδη από τον τίτλο «Οι εραστές πάντα σιωπούν» δίνει το στίγμα του, αλλά και στη συνέχεια το θέμα έρωτας επανέρχεται σταθερά, επαναπροσδιορίζεται με βάση πότε τις καλές και πότε τις οδυνηρές του όψεις. Θα σας διαβάσω ένα ποίημα πού για μένα ίσως να είναι το πιο ωραίο της συλλογής, αλλά και αποδίδει με τον καλύτερο τρόπο το κλίμα που επικρατεί στην ποίηση τού Νίκου Μυλόπουλου.
Τα πιο σοβαρά πράγματα
Τα ακούς συχνά από το στόμα των παπαγάλων
Πού είναι άλλωστε οι μόνοι που επέζησαν
’Από κείνη την φοβερή έκρηξη αλληγορίας
Γι’ αυτό και οι εραστές πάντα σιωπούν
Αποφεύγοντας έτσι τους κοινότυπους ρόλους
Κι είναι αυτή η ατέλειωτη οικονομία δυνάμεων
Πού εμπνέει όσους αγάπησαν πολύ στη ζωή τους
Ν’ ατενίζουν συνέχεια πανσέληνο
Όταν οι άλλοι δεν είδανε ούτε φεγγάρι.
Ο μεγάλος έρωτας λοιπόν, η συναρπαστική περιπέτεια της άγάπης συνδέεται με την σιωπή με την οικονομία δυνάμεων απέναντι στην απεραντολογία που περιβάλλει το τίποτα, το μεγάλο κενό στις ανθρώπινες σχέσεις και στα άγονα συναισθήματά τους.
Πράγματι η Αγάπη δεν χρειάζεται πολλά λόγια και επεξηγήσεις, δεν έχει ανάγκη από τις συμβατικές σημασίες, δεν συνάδει με τον αργό λόγο, όπως λένε και οι μοναχοί. Γι’ αυτό κι οι εραστές πάντα σιωπούν, σιωπούν ατενίζοντας όμως την πανσέληνο εκεί που οι άλλοι δεν ανακράζουν ούτε το φεγγάρι. Πολύ πρωτότυπος ό συλλογισμός τού Νίκου Μυλόπουλου και εξαιρετικά πετυχημένη η αλληγορία του.
Ωστόσο την οικονομία του λόγου δεν την επισημαίνει μόνο στον έρωτα ο ποιητής αλλά την εφαρμόζει και στην ίδια την ποίησή του. Τα ποιήματά του είναι χτισμένα προσεκτικά με ζυγισμένο λόγο. Δεν φλυαρεί, δεν πλατειάζει, επιλέγει με σύνεση το υλικό του, διαλέγει τις λέξεις μία και τις μετουσιώνει. «Δεν είχα επιλογή άλλη από τη μετουσίωση», ομολογεί σ’ ένα του στίχο και νομίζω ότι αυτή είναι η καλύτερη επιλογή για έναν ποιητή όχι μόνο στην γραφή αλλά και στην πραγματική ζωή του. Να κάνει ποίηση την ιδία την ζωή. Ή ποίηση άλλωστε δεν είναι μόνο τέχνη αλλά και στάση ζωής. 0ι εραστές λοιπόν και οι ποιητές που είναι αιώνια ερωτευμένοι ατενίζουν πάντα την πανσέληνο κι αυτό είναι ίσως το μοναδικό τους προνόμιο αλλά και το δώρο που τους δίνεται από τη μούσα της τέχνης.
Άλλα θεματικά μοτίβα που επανέρχονται στον Νίκο Μυλόπουλο όπως ανέφερα και στην αρχή είναι το όνειρο, ο χρόνος, η μνήμη και βέβαια ό θάνατος. Άλλωστε έρωτας θάνατος συνιστούν το γνωστό διπολικό σχήμα γύρω απ’ το όποιο περιστρέφεται όλη ή λογοτεχνία. Ίσως και όλη μας η ζωή
Δεν βλέπω όνειρα μη σε δω
Μαζεύω κυκλάμινα λήθης, γράφει κάπου.
Απ’ ό,τι φαίνεται το όνειρο, ο χρόνος αλλά και η μνήμη κι εδώ ανήκουν στο ερωτικό συναίσθημα και μόνο σ’ αυτό.
Θέλω να κάνω μια παρατήρηση πάνω στην ποίηση τού Νίκου Μυλόπουλου: Όταν ό ποιητής μιλάει με εικόνες η ποίησή του γίνεται πολύ πιο δυνατή. ’Επειδή ακριβώς η χρήση της εικόνας προσδίδει μεγαλύτερη δύναμη στον λόγο και κυρίως δημιουργεί ισχυρούς συμβολισμούς. Οι σκέψεις και τα συμπεράσματα δεν είναι απαραίτητο να αποτυπώνονται στους στίχους, αλλά μπορούν να προκύπτουν από την συμβολική χρήση της εικόνας, ή από την υπαινικτική χρήση της λέξης. Βέβαια στην ποίηση του Νίκου Μυλόπουλου υπάρχει μια διάχυτη φιλοσοφική διάθεση, όπως συμβαίνει και σε άλλους ποιητές. ’Άλλωστε όλοι λίγο πολύ φιλοσοφούμε
όταν γράφουμε. Νομίζω όμως ότι αν αρχίσει να χρησιμοποιεί πιο συστηματικά την εικόνα ως εκφραστικό μέσο στην ποίησή του θα φτάσει σε υψηλότερα αισθητικά αποτελέσματα.
Τέλος άθελα να μιλήσω για την καλαίσθητη πάντα έκδοση των ποιημάτων του
από τις εκδόσεις Μεταίχμιο που προϊδεάζουν θετικά από την αρχή τόσο από το εξώφυλλο όσο και από το συνολικό στήσιμο του βιβλίου τον αναγνώστη και
κάνουν ακόμα πιο ευχάριστη την ανάγνωση των ποιημάτων. Το μότο του Τάσου Λειβαδίτη στις πρώτες σελίδες «Γιατί πριν μπεις ακόμα στη ζωή μου είχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρά μου αγαπημένη» σου δίνει την πυξίδα πλεύσης στο μικρό πέλαγος της ποίησης του Νίκου Μυλόπουλου. Μικρό μεν αλλά με απότομα και σκοτεινά βάθη που σε παρασέρνουν ξαφνικά, με κυκλώνες και ισχυρούς ανέμους που σηκώνουν «τα καράβια και τα κάνουν να κατρακυλούν στις σκάλες του σπιτιού» για να παραφράσω έναν δικό του στίχο, που σε ταξιδεύει τελικά ανάμεσα από τα παράξενα νησιά της ποίησης αλλά και τους πολυδαίδαλους και μαγικούς της ορίζοντες. Το ταξίδι της ποίησης του Νίκου Μυλόπουλου αυτή τη φορά είναι για τους εραστές που σιωπούν παραδομένοι στο δικό τους κρυφό ταξίδι μέσα στον εαυτό τους, μέσα στον έρωτα που αποτελεί και το πιο μοιραίο ταξίδι της ζωής για όλους μας.

.

ΛΕΑΝΔΡΟΣ ΒΑΤΑΚΑΣ

ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΑΙΟΥ «ΟΙ ΕΡΑΣΤΕΣ ΠΑΝΤΑ ΣΙΩΠΟΥΝ»
(στις 5.12.07 στο βιβλιοπωλείο bustart στη Θεσσαλονίκη)
Αγαπητοί μου φίλοι,
Κάθε ποιητής είναι από μονός του ένα αίνιγμα. ένα αίνιγμα που, σχεδόν όλες τις φόρες, ούτε ο ’ίδιος δεν μπορεί να επιλύσει. από την άλλη μεριά ο μοντέρνος ποιητικός λόγος είναι μια απόπειρα κρυστάλλωσης αισθημάτων, συναισθημάτων, λογικών συνειρμών, επαναστατημένων σκέψεων και ενδόμυχων κωδικών σε ένα περιβάλλον όπου οι ερμηνείες ιριδίζουν και
παραλλάσσουν έτσι ώστε ο λόγος να καθίσταται, γι’ αυτούς που τον προσέχουν, ένα σοβαρό εργαλείο κατανόησης του μύχιου εαυτού τους και γι’ αυτό και του κόσμου εν γένει.
Ο ποιητικός, λοιπόν, λόγος της εποχής μας καθίσταται, κατά κάποιο τρόπο, αποκαλυπτικός αλλά και εξαγνιστικός τόσο των προθέσεων όσο και των αισθημάτων μας.
Μια περιδιάβαση στην τελευταία συλλογή του φίλου Νίκου Μυλόπουλου με γέμισε αισθήματα και σκέψεις που θα επιχειρήσω να μοιραστώ μαζί σας:
Ο Ηolderlin αναρωτιέται «τι γυρεύει ο ποιητής σ’ έναν μικρόψυχο καιρό» ωστόσο, η ανάγνωση του λυρικού, συνάμα ρωμαλέου, συχνά αυτοσαρκαστικού αλλά πάντοτε βαθύτατα ερωτικού ποιητικού λόγου του Νίκου, μας υποβάλλει τη σκέψη μήπως τελικά ο ποιητής, είναι αυτός ακριβώς που σε τούτους τους μικρόψυχους καιρούς, κι αν ακόμη δεν υπήρχε, θα όφειλε να εφευρεθώ.
Οι εραστές, λοιπόν, φίλε Νίκο, οφείλουν πράγματι πάντοτε να σιωπούν. Είναι στη σιωπή όπου ο έρωτας σμιλεύεται και είναι τότε που τα λόγια παρέλκουν. Είναι τότε η στιγμή όπου «το δάκρυ στολίζει τα ασήμαντα», όπου «δεν μαζεύεις ποτέ απαντήσεις», «όπου τα λόγια μένουν άβαφα» και που «ανάμεσα σε δροσάτα φίλια προσφέρουν στα οράματα νερό κι ελπίδα».
Ο ερωτικός σύντροφος στην ποίηση του Νίκου Μυλόπουλου έχει «σώμα γαργάρα λευκό» που ωστόσο είναι «ντυμένο στα κρίνα της επιεικείας» κι αλλοίμονο αν δεν ήταν έτσι. Γνωρίζει επίσης πολύ καλά πως όταν η πόρτα χτυπήσει δυνατά τότε «ο καθρέφτης γεμάτος περιέργεια θα τους καλωσορίσει» όμως τα ματιά θα πρέπει να ’ναι αδειανά αφού ο εραστής, στο άνομα μιας από χρονιά νεκρής ερωμένης, θα πρέπει εις ανύμνησαν η προς τιμήν της να γελάσει στο φως και γι’ αυτήν.
Ο κόσμος του Νίκου με ότι αυτό συνεπάγεται για τον ποιητή, μάς αιφνιδιάζει.
Είναι ένας κόσμος όπου όταν ακούμε την πόρτα να κλείνει δεν ξέρουμε αν είμαστε μέσα ή έξω, ένας κόσμος όπου συνεχώς σκοντάφτουμε στις σκέψεις μας, μ’ άλλα λόγια ένας κόσμος απόλυτα υπαρκτός και γι’ αυτό αβέβαιος κι ανίατε αβάσταχτος.
Μέσα σ’ όλα αυτά αρθρώνει πρόταση ελπίδας κι επιβίωσης γιατί ακόμη κι αν τον κυνηγούν, πάλι γλυτώνει τελευταία στιγμή και μισάνοιχτος μες στων έχθρων τα δίχτυα έχει τη λύση: «Καιρός -λέει- να πάμε στη γριά που στα νιάτα της τη φωνάζανε Κίρκη, εσύ καρίνα, εγώ κουπί, θάλασσα είναι θα περάσει» ή σε κάποιο άλλο σημείο: «Κι απ’ εκείνα τα ψίχουλα ανέτειλε κάθε αυγή ένας ολόφρεσκος ήλιος μέσ’ απ’ τη θάλασσα». Οι ένοχές ωστόσο έντονες και παρούσες. Παρά την απόπειρα συγκάλυψης «Να σβήσουμε όλα τα ίχνη μας» η ειλικρίνεια του ποιητή τις καταδικάζει να παραμείνουν στο προσκήνιο: «Το μόνο που φοβάμαι απ’ τον βηματισμό είναι πώς το σκοτάδι που αφήσαμε ήταν ψεύτικο, μέρα κοινή βαμμένη νύχτα κι ίσως κάποτε ανακαλύψουν πως για αιώνες τους κοροϊδεύαμε».
Δεν θα έπρεπε να διαφύγουν κάποιες στιγμές τρυφερού ναρκισσισμού «έπαιρνα τον εαυτό μου απ’ το χέρι κι ελπίζοντας σε στιγμές παράφορης μέθης…», σε άλλο σημείο «με καταδίκασαν ν’ ακολουθώ τη σκιά μου» και σ’ ένα άλλο «”ήπια τόσες στιγμές που έγινα θάλασσα».
Θα ήθελα άδω λίγο να σταθώ σε στιγμές εμμέσου φιλοσοφικού στοχασμού. Στιχουργεί πως «κι ο χρόνος αμήχανος πάχαινε αφού δεν μπορούσε να ξεφύγει απ’ το πάθος του να καταβροχθίζει ασταμάτητα ανθρώπους», και παρακάτω «’ελπίζοντας ματαία να βρούμε όλα εκείνα τα χνάρια που κάποτε νομίσαμε πως είχαμε χαράξει, όμως το χώμα τύπωνε αδιάφορο τα καινούργια» η πάλι «όποιος την ελευθερία του γρήγορα κερδίζει είναι χαμένος για πάντα» και βεβαία μας λέει πως «αβίαστα η χρυσαλλίδα φτερουγίζει με την ανακούφιση από τη γνώση, να σβήνει το τίμημα της ανασφάλειας» καταλήγοντας «γνωρίζει η χρυσαλλίδα.. Γνωρίζει! Της ζωής της το νήμα φαντάζει αμέτρητο». Όλη αυτή η καταγραφή του υπέρτερου, πέρα από τη θρησκευτικότητα που υπαινίσσεται, δίνει στον αναγνώστη και τη γεύση μιας ήρεμης υποταγής του ποιητή που αυτοπροσδιοριζεται λέγοντας «”ας κρυφτούμε ξανά μέσα στα λόγια».
Κι έπειτα, όπως σε κάθε ανθρωπινή πράξη, η αγωνιά: «περιφρουρώ μην τυχόν και γλιστρήσει η νύχτα, φοβάμαι προκαθορισμένα, ότι πήρα κι ότι άφησα, τρωτό» αλλά αγωνιά ακόμα και την απέλπιδα στιγμή της ηδονής: «ξοδεύομαι, διακλαδίζομαι στη σάρκα παγίδα», «προσποιούμαι σκιρτήματα γαλήνης», αλλά κι η αναπόφευκτη ενδοσκόπηση «φυλλομετρώντας πάλι τα ελαττώματα μου» η «μια και κανείς δεν αντέχει τους ζωντανούς του» η πάλι «με προσποιητή διαύγεια τρέχουμε λυσσασμένα στην έξοδο».
Εκεί που ίσως θα πρέπει να σταθώ είναι στις υπερρεαλιστικές εκείνες εικόνες όπου η απουσία λογικού ειρμού αναγάγει, εκ του μη όντος εις το είναι, σημεία αναφοράς πλήρη νοήματος: «στης σκιάς μας το ανυπέρβλητο φως» η «αναζητώντας με κοκαλωμένο δάχτυλο το μοιραίο που μας θέλει αόρατους» η, λίγο πιο κάτω «ακίνητη όσο οι γέφυρες έσταζαν φτηνές εξηγήσεις» για να καταλήξει στην μοιραία ερώτηση «πως κατρακυλάτε έτσι στις σκάλες το καράβι μας;».
Δεν θα πρέπει να αφήσουμε ασχολίαστη μια υφέρπουνε μελαγχολική ειρωνεία: «κι οι φίλοι που παλιά ήταν πονετικοί, όσο τουλάχιστον για να ρίξουν μια ματιά στα χρυσάνθεμα η να προσφέρουν ένα άδειο πιάτο αλληλεγγύης» η στο επόμενο ποίημα της σειράς που δίνει και τον τίτλο της συλλογής: «τα πιο σοβαρά πράγματα τ’ ακούς συχνά από τους παπαγάλους που είναι άλλωστε και οι μονοί που επέζησαν από καινή τη φοβερή έκρηξη αλληγορίας». Αυτή η ειρωνική διάθεση παραμένει αναρτημένη διακριτικά πάνω από τα περισσότερα ποιήματα ασχέτως αν τελικά δεν κρατιούνται.
Καθώς η ανάγνωση περιπέτεια συνεχίζεται στέκομαι πάνω στην συνειδητοποιημένη αισιοδοξία που διαπερνά κάποια ποιήματα είναι μια αισιοδοξία που ακουμπά πάνω σε μια αίσθηση, θα τολμούσα να πω, μεταφυσικής δικαιοσύνης: «τυλίχτηκα, αν και μονοχείρας, σε χρώμα κόκκινο γιατί είχα αμέτρητα κεριά και πεπρωμένα να φωτίσω ακόμη» η και παρακάτω: «κι αυτή η εικόνα είναι τόσο μάταιη που, αν και επαναλαμβάνεται βασανιστικά κάθε νύχτα, βγαίνω έξαλλος στους δρόμους και τους ψάχνω».
Δεν θα σταθώ, αν και θα όφειλα, στο λυρισμό της ποίησης του Νίκου Μυλόπουλου. Το μόνο που θα πω είναι πως οι σκηνές και τα όσα διαδραματίζονται μέσα σ’ αυτή την ποιητική συλλογή έχουν βαθιά τρυφερότητα και μη θέλοντας να σας κουράσω αναφέρω δυο μόνο παραδείγματα το πρώτο λέει: «το μετρό αντοχής στην παιδική αθωότητα, η χλομάδα της θάλασσας από ένα σύννεφο μικρό που τόλμησε να την τρομάξει» το δεύτερο πιο προσωπικό: «’Αρχίζω να κλαίω λέξεις και γράμματα».
Τελειώνει η ποιητική συλλογή με ένα ποίημα επίγραμμα: «Έτσι η σκόνη έρχεται και φεύγει, τα δευτερόλεπτα χαραμίζονται γαλήνια κι αυτή ή προετοιμασία για τον αφανισμό είναι που προέχει».
Νίκο, να ’σαι καλά, τόλμησες τελικά να ρωτήσεις «Ποιος αντέχει συμφωνίες μέσα στους έρωτες;»

.

ΛΕΝΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΕΛΛΟΥ

ΕΝΑΣ ΕΡΩΤΙΚΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ
Ο Νίκος Μυλόπουλος δεν είναι καθαρόαιμος λυρικός ποιητής. ’Αφού και στις πιο έντονες στιγμές ο νους του καταγράφει, παρατηρεί, εξηγεί τα ανεξήγητα Σίγουρα όμως είναι ερωτικός ποιητής. Είναι ένας ποιητής πού δίχως το ερωτικό πάθος αυτοκαταργείται. ‘Ο διάπυρος ψυχισμός πού εκφράζεται στις τρεις ποιητικές του συλλογές: «Παράκτιος πια ό έρωτας», «Δύο παράθυρα με κιμωλία», «Οι εραστές πάντα σιωπούν». Δεν ξέρεις κι ίσως αυτό ελάχιστα σημαίνει αν αναφέρονται στο ίδιο ερωμένο πρόσωπο, αν αναλύουν τις διακυμάνσεις μιας ερωτικής σχέσης ή κάποιων ερωτικών σχέσεων.
Ο έρωτας τροφοδοτεί τις μπαταρίες του, χρωματίζει τη ζωή του, τον ενεργοποιεί για μακρινά υπερπόντια ταξίδια, τον απογειώνει. Χωρίς το
πάθος η ζωή του γίνεται επίπεδη, ατονεί, χάνεται: «Κι’ η υπόλοιπη ζωή μου
ήτανε/Χαμένη/Πώς να σκεπαστώ ο άμοιρος/Με μια κουβέρτα τρύπια/Αν δεν
μπορώ να τη μοιραστώ μαζί σου/Πώς ν’ ανοίξω τα μάτια μου/Αν ξέρω πως δεν θα σε δε» («Ο μονόλογος του Τυφλού», από το Παράκτιος πια ο έρωτας). Η ερωτική απώλεια σημαίνει για τον εραστή θάνατο. Καταργεί την έμπνευση, τα πετάγματα της ψυχής. Όσο μεγαλύτερο το υπαρξιακό βάθος αλλά καί οι δεσμοί με την υλική πραγματικότητα τόσο το πάθος εντονότερο. Τα τρία βιβλία του Ν.Μ. με τρεις αντίστοιχα πίνακες τού Τσόκλη στο εξώφυλλο συνηγορούν σ’ αυτή μου τη σκέψη. Η γήινη αλλά και βαθιά υπαρξιακή γραφή του ζωγράφου ταιριάζει γάντι στην έμπνευση τού ποιητή. Είναι μέσα στον έρωτα που το γήινο και το πνευματικό συναιρούνται. Ο εραστής βρίσκει στο αντικείμενο τού έρωτά του τον εαυτό του και γεμίζει από τον άλλο τη στιγμή ακριβώς πού χάνει το είναι του. Είναι η ώρα πού πέφτουν τα τείχη του εγωισμού, ο άνθρωπος ενώνεται με το σύμπαν ενώ βαθαίνει απύθμενα
Ο έρωτας είναι για τους νέους, ότι η θρησκεία για τους ώριμους.
Στο τελευταίο του βιβλίο «Οι εραστές πάντα σιωπούν» -που ακολουθεί δύο ήδη ποιητικά ώριμα βιβλία -από το πρώτο του βιβλίο ό Ν.Μ. είναι ποιητής- εξελίσσεται σε υπαρξιακό ποιητή γίνεται ένας μεταφυσικός τού έρωτα.
Μ’ αυτή την σύνθεσή του βουτάει στα βαθιά νερά, απλώνεται σε πλάτος και σε βάθος σε όλες τις ψυχολογικές αποχρώσεις που οριοθετούν την απώλεια από την στιγμή της συνειδητοποίησης ως την απόλυτη αποξένωση και την τελική ψυχική ερημιά. Αρνείται κατηγορηματικά να επιστρέφει στην στατική άνυδρη καθημερινότητα χωρίς την ομπρέλα του έρωτα να τον προστατεύει από τ’ αρπακτικά αυτού του κόσμου και την ταφόπλακα των τυπικών ανούσιων συναναστροφών. ‘Ο Ν.Μ. είναι ένας ποιητής που άργησε να καταθέσει ποιητικά τα βιώματά του όπως ομολογεί ο ίδιος. Ίσως προτίμησε να ζήσει αντί να γράψει όπως και ο μεγάλος Ρεμπώ σε μια αντίστροφη πορεία. Αρνούμαι να πιστέψω ότι όλ’ αυτά που κουβαλάει μέσα του θ’ αδρανήσουν όταν με το προχώρημα της ηλικίας ο φτερωτός θεός θα πάψει να
τον επισκέπτεται τόσο συχνά. ’Αρκεί να μην φοβάται να αναμετρηθεί με το βάθος τού εαυτού του και να επωμιστεί πλέρια την ευθύνη του.
Ένας το ίδιο ονειρικός κόσμος θ’ ανοιχτεί μπροστά του.

.

ΜΙΧΑΛΗΣ Π. ΔΕΛΗΣΑΒΒΑΣ

Αντιφατικός και χαώδης, αλλά άλλο τόσο ευδιάκριτος και αναγνωρίσιμος ο
ποιητής Νίκος Μυλόπουλος στην πρόσφατη ποιητική συλλογή του «Οι εραστές πάντα σιωπούν» 2007, την τρίτη κατά σειράν της ποιητικής του παραγωγής, καταθέτει τη δική του μαρτυρία στη συλλογική αντιφατικότητα και τα πολλαπλά αδιέξοδα της εποχής μας σαν έσχατο μέσο και σαν τον μόνο τρόπο ύπαρξης και Ελευθερίας που του απέμεινε.
Καθαρά υπαρξιακός ποιητής με συνέπεια και αυθεντικότητα στο λόγο του, αλλά και σε πλήρη συστοιχία με την εποχή του, πρέπει και από αυτή την πλευρά να αντιμετωπιστεί και να εκτιμηθεί στο μέτρο και με τον σεβασμό που του αξίζει.
Κι αυτά κατ’ αρχήν γιατί φαίνεται ότι ο Νίκος Μυλόπουλος σαν ποιητής μπορεί να έχει επωμιστεί όλη την ευθύνη που συνεπάγεται κάτι τέτοιο, να είναι ή να γίνει δηλ. αυτό που εν τέλει τον προσδιορίζει «(ό) διανομέας του λόγου της εποχής (μας)/της αβέβαιης ταύτισης, της εικασίας»… να… «χαμηλώνει στις ξεχασμένες ένοχές/και να)… ξορκίζει τους αγιάτρευτους γρίφους» όπου ο κάθε δρόμος… «κρύβει και μια θλιβερή αναζήτηση/αν και όλοι καταλήγουν στο ’ίδιο πάντα σημείο», (σελ. 40-41, από την ενότητα «’Απόηχος»).
Με τον ίδιο τρόπο έμμεσα πλην σαφώς ο ποιητής Ν.Μ. με αλλεπάλληλες
εικόνες και πολλές φορές ασύνδετους συνειρμούς θα ξετυλίξει μπροστά στα μάτια μας τις θλιμμένες διαπιστώσεις του, που αν και αναφέρονται σε προσωπικό επίπεδο, χωρίς καμιά αμφιβολία αφορούν τους πολλούς, ίσως όλους, και πού εκφέρονται τόσον ήπια, που φαίνονται σαν συντελεσμένα και οριστικά, και χωρίς πάθος κανένα, που γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο είναι σπαρακτικά.
Ο τρόπος γραφής που επιλέγει είναι ο ά-συνεχής και διακεκομμένος, ο Τρι-
πώς που υπαινίσσεται και παραπέμπει, αφήνοντας το νόημα να αιωρείται ίσως αποβλέποντας στο να κινήσει το συναίσθημα πιο πολύ. Κι άλλου οι σκέψεις και τα συναισθήματα που κινούν τούς στίχους του μοιάζουν με παφλασμό που χωνεύεται μέσα σε άλλους και δεν ολοκληρώνεται πετυχαίνοντας αυτό ακριβώς: να γίνονται ερέθισμα για τη συμμετοχή του αναγνώστη- όπως στους στίχους: «Με χέρια λαβωμένα σίδερα/μαζεύαμε αμίλητοι φωτογραφίες/αφήνοντας τους τοίχους γυμνούς/με τα σύρματα που απέμειναν/αυτόπτες μάρτυρες της φυλακής μας» (σελ. 50) όπου βέβαια κυριαρχεί το αρνητικό νόημα του κόσμου, κι όπως στους στίχους:
«Αξόδευτα πάθη ορίζουν κι αυτόν το βηματισμό/…πότε στον αφρό που η απουσία επιπλέει/πότε στον πάτο που οι σκέψεις σαπίζουν/»… (σελ. 13) ή στους στίχους: «Παγωμένος ο ήλιος στο βασίλεμα/στροβιλίζεται άταφος/στα κρεμασμένα όνειρά μας» (σελ. 79) κα. Όμως στην ποίηση της συλλογής «Οι εραστές πάντα σιωπούν» υπάρχει και η άλλη πλευρά της κάποιας αισιοδοξίας, όπως συμβαίνει μ’ εκείνους τούς νέους πού βρίσκουν να ζήσουν ακόμα και στο πιο μεγάλο βάθος και δεν το βάζουν κάτω, όπως: «Έτσι τη μέρα καθένας τραβάει το δρόμο του/το βράδυ όμως μοιράζουμε την απόσταση με τ’ αστέρια/ανοίγοντας άλλο ένα παράθυρο στην ψευδαίσθηση/κι από κείνα τα ψίχουλα ανέτειλε κάθε αυγή/ένας ολόφρεσκος ήλιος μέσα απ’ τη θάλασσα» (σελ. 86 από την ενότητα «’Ιστορίες τρελών ονειροπόλων»).
Ο ποιητής Νίκος Μυλόπουλος, ένας ποιητής που βιώνει και εκφράζει την εποχή μας ατόφυα, με τρόπο υπαρξιακό και προσωπικό και δημιουργεί το δικό του προσωπικό ύφος χωρίς να υποκρίνεται και να μιμείται- δηλ. ένας ποιητής που λέει αλήθειες και προπαντός τη δική του αλήθεια και πού δεν βολεύεται.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.