ΔΩΡΑ ΚΑΣΚΑΛΗ

ΔΩΡΑ

Η Δώρα Κασκάλη γεννήθηκε στις Σέρρες. Ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε ελληνική φιλολογία στο Α.Π.Θ. και στο μεταπτυχιακό της ασχολήθηκε με τη φιλολογική έκδοση των Ποιημάτων του Γιώργου Θεοτοκά. Έχει εκδώσει ποίηση, διήγημα, μυθιστόρημα, παιδικό και νουβέλα.
Συνεργάζεται με έγκυρα έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά.
Για το «Ανταλλακτήριο ηδονών» έλαβε το Βραβείο Ποίησης «Μαρία Πολυδούρη» 2015.
Η συλλογή διηγημάτων της «Στο τρένο» ήταν στη βραχεία λίστα των βραβείων του περιοδικού Διαβάζω στην κατηγορία του πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Α. ΠΟΙΗΣΗ
Ανταλλακτήριο ηδονών, Σαιξπηρικόν 2014
Κάπου ν’ ακουμπήσεις, Μελάνι 2018

Β. ΔΙΗΓΗΜΑ
Στο τρένο, Γαβριηλίδης 2010
Το μαύρο κουτί της μνήμης τους, Οκτώ 2015

Γ. ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
Κάτω, Γαβριηλίδης 2011

Δ. ΠΑΙΔΙΚΟ
Ο γατούλης στον κόσμο, Διόπτρα 2014

Ε. ΝΟΥΒΕΛΑ
Πέντε ζωές κι ένα μυθιστόρημα, [e-book] Openbook.gr 2012

 

 

ΠΟΙΗΣΗ

ΚΑΠΟΥ Ν’ ΑΚΟΥΜΠΗΣΕΙΣ (2018)

     Α. Ψιχάλ’ από γαλακτοφόρο ουρανό

ΕΚ-ΜΑΓΕΙΑ

Ένας άντρας
πάνω απ’ τα χαρτιά του σκύβει
και την απώλεια να χωρέσει προσπαθεί
σε δυο χιλιάδες λέξεις.
Βλασταίνει ο θρήνος στα ματόκλαδά του,
διακλαδίζεται ρυάκι διάφανο στα γένια,
τις πρώτες του ρυτίδες σβήνει
αλλάζοντας το πρόσωπο σε άγραφη σελίδα.
Ένας άντρας
κοιτάζεται στον καθρέφτη,
το αίμα εκρήγνυται στα μάτια του,
κάτω από το λευκό πουκάμισο
τρέχει η ζωή αγώνα δρόμου
στις χοντρές, παλλόμενες φλέβες. Ένας
άντρας στις σκάρτες λέξεις μου κοιμάται
και αποκτά στις παύσεις μου ανάσα

φτιάχνοντας με τα μπράτσα του ψωμί
των νηστικών αιώνων.

ΣΥΡΡΑΠΤΙΚΗ

Τις αγαπώ όλες τους
-εν δυνάμει—
τις δυνατότητές τους αγαπώ
την εικόνα τους στον καθρέφτη
όταν ξεκουμπώνουν τους αισθησιασμούς
κι αποχωρίζονται το δέρμα της αξιοπρέπειας
τις χειραψίες των συγγενών τους
τους σφιχτούς της έγγαμης επιβίωσης κορσέδες.

Ποθώ κι εκείνες
που διελαύνουν το χρόνο
με τα κουζινομάχαιρα
τα γαϊτανοφρύδα
τα χτενάκια από ταρταρούγα
κείνες που αφαιρούν τα φορεμένα βλέμματα
και γίνονται αέναα καινούριες.

Τους προσφέρω
το τεμαχισμένο μου πουκάμισο
τα κοτσάνια που γεννούν
πρόσκαιρους στήμονες του σπασμού
τη λύπη ενός τέλους
το τέλος μιας ψευδαίσθησης
την αδυναμία να με εντάξουν
να με εγκολπώσουν
να με καταλάβουν

της πάλης τον λυγμό
στης ύπαρξης επάνω τα σχοινιά.

EROS

Με κατασπαράζει
με εκδικείται
για το ελάχιστο
που αξιώνω
με κατηγορεί
για τη θανή του σώματος
για παιχνίδια μοναχικά
σε σεντόνι ιδρωμένο.
Το καύσιμο είναι
η εικόνα σου
συνάψεις εφήμερες
μια αυθαίρετη ερμηνεία.
Θέλει κι άλλο
κι άλλο.
Αίρεται πάνω από τη μέρα,
την ιστορία που φοράει
ξυλοπάπουτσα,
τη ληθαργική χώρα.
Τι αντινομία:
στις καθημαγμένες μου θηλές
βοτάνι τρέφω αθανασίας.

ΜΝΗΜΗΣ ΠΡΟΙΚΑ

Οι γυναίκες που γερνούν στα γραφεία
αφήνοντας πάνω στους καπλαμάδες
τη δροσιά των μπράτσων τους.
Εκείνες που κάθε απόγευμα του Οκτώβρη
πίνουν στην κουζίνα καφέ
με μόνη συντροφιά
το φωτάκι του απορροφητήρα.
Γυναίκες που γυρνούν στους δρόμους
με κομμένο στήθος, ρημαγμένη
την κόμη τους από ιαματικά φαρμάκια.
Άλλες που χορεύουν κλακέτες με το μπαστούνι τους
και τις λένε Σκλήρυνση κατά Πλάκας.
Αυτές που δεν ζουν χωρίς την αγάπη και
μετρούν την κάθε μέρα μακριά
σαν θάνατο. Γυναίκες που
σιάζουν χωρίστρες, μαντάρουν τη φθορά
ανακατεύουν την έγνοια τους
με ρίγανη και πιπέρι.
Οι γυναίκες που κερδίζουν την αθανασία
ζώντας στο δέρμα του εραστή τους.
Τα κορίτσια που βιάζονται να γίνουν γυναίκες
που πεθαίνουν για να μείνουν γυναίκες.

Είναι η προίκα μου, το κουράγιο μου, το
καθημερινό μου προσφάι.

ΛΑΤΟΜΕΙΟ ΟΝΕΙΡΩΝ

Στο μέσα στέρνο τάιζες λατομείο, μάρμαρο ατόφιο – ένα
δάσος ταφόπλακες μικρές. Τώρα
φουρνέλα ψάχνεις στης γλώσσας τα ριζά,
το ορυκτό να ξεθεμελιώσεις που τα χλωρά σου
όνειρα μαραίνει. Φοβάσαι πως μαζί
θα αφανίσεις τα σθεναρά τού έρωτα ειδώλια,
τις καλοζωισμένες χίμαιρες που
παρελθόν αποκαλείς.

Καλύτερα η χάσκουσα οπή. Μα,
πρόσεχε τα υλικά οικοδομής.
Πάλι να μη φενακιστείς· ή μην αρχίσεις
να ψάχνεις γι’ αετώματα
τη μνήμη του μαρμάρου να σκεπάσουν.

ΛΕΓΕ ΜΕ ΕΛΕΝΗ, ΘΕΟΔΩΡΑ…

Με βλέπεις στο πίσω μέρος τού καθρέφτη.
Μου δίνεις κάθε όνομα,
κάθε ιδιότητα που αποφασίζεις
ν’ αποκαλείς σαγήνη και πάθος και ρήξη.
Ο δρόμος που στέκομαι βγάζει
στο τέλος του κόσμου σου.
Στο σύνορο, τρέφω τον γκρεμό
με την απειλή της κατακρήμνισης.
Έχω το σχήμα του μαχαιριού
που εφαρμόζει στην πληγή
κάτω απ’ το μήλο του πρώτου σου πατέρα.
Με βαφτίζεις ανομία και παρέκκλιση
με τύψεις με λιθοβολείς.

Θα χαράζω το γυαλί σου
με το διαμάντι που φυτεύω
κάθε φθινόπωρο στους βορεινούς μου κήπους.
Εσύ θα πιστεύεις ότι είναι μια αλλοίωση
του χωροχρόνου που λύνεται με
απλά, ξεκάθαρα μαθηματικά.

Όταν μια μέρα θα με δεις
ζωντανή, ελεύθερη από κάθε ασφυκτική
κυρίαρχη επινόηση,
θα καταφέρεις μες σ’ αυτόν τον ανάλγητο
και άδικο καθρέφτη
να σε αντικρίσεις.

      Β. Κάποτε επουλώνεται

ΕΜΠΛΕΗ

Τα δέντρα μεγαλώνουν μες στα σπίτια μας,
γεμίζουν ξύλο τις ρωγμές
στους ταλαιπωρημένους τοίχους.
Τα εμπορικά, απέναντι, άνεργα μας κοιτούν
πουλώντας αφειδώλευτα
την πτώχευση στον χρόνο.
Οι λέξεις καρφιτσώνονται στο πέτο μας·
έτσι νεκρές, πόσο πιο ζωντανές φαντάζουν
σε ερμηνείες ευεπίφορες.

Μα εσύ πάντοτε μέσα μου.
Στη χιλιοπλόκαμη απουσία
φως και μ’ εξακτινώνεις.

ΤΟΥ ΓΙΟΥ ΜΟΥ

Ήσουν το αρσενικό μου
δώρο αυγουστιάτικο μες στις ελιές
στον πιο υπήνεμο μυχό του εφήβαιου
της θαλερής νύμφης Σιθωνίας.

Γαντζώθηκες μέσα στη μήτρα
με την επίμονή σου πίστη για ζωή
και βιάστηκες να κλάψεις
την πρώτη αχόρταγη ανάσα.

Περπάτησες μονάχος
στήνοντας όλο πείσμα
το εύθραυστο κουράγιο σου
σε ποδαράκια που ποθούν το άλμα.

Την όψη σου ξομπλιάζει η αγαθότητα
η ομορφιά που δεν μαγεύει βάναυσα.
Στέκομαι αλάργα, ίσα ν’ ακουμπώ
την άκρη της σκιάς σου.

Σε δίνω αμόλευτο και άδολο στον κόσμο
δεν ονειρεύομαι εκστρατείες, τρόπαια χρυσοφόρα,
μ’ αν μπεις μες στο καράβι σου
αναζητώντας τη δική σου νίκη

εγώ στον βράχο θα στηθώ
μ’ ένα δαυλί το δρόμο σου να φέγγω.

ΠΟΙΗΤΗΣ

Μοιάζω με μηχανή
παραγωγής λέξεων.
Ενίοτε, δεν τις αγαπώ
ούτε απολαμβάνω
τον άχαρο μου ρόλο.
Συχνά τις φτύνω
τις κακοποιώ.
Μετά το μετανιώνω.
Τις στολίζω
τις κάνω θελκτικές
για να τις αγοράσουν.
Τις βγάζω στο κλαρί.

Είμαι συλλέκτης και ταριχευτής
μικρών πτωμάτων
που χύνουν απ’ τ’ απύλωτα
οι άμουσοι, οι ωραιοβλαβείς.
Πού να γνωρίζουνε οι αδαείς
ότι είναι αυλών συστήματα·
τις σπάνε με τα δόντια τους,
λυγίζουνε τις γέφυρες
ανάμεσα στους φθόγγους,
τις συλλαβές ραγίζουν.
Εγώ τις σώζω,
τις συντηρώ στην ελεγχόμενη υγρασία
μνημονικών συνάψεων.

Και στο χαρτί
στην άχρονη και άχραντη ζωή
ατόφιες τις ενταφιάζω.

ΑΤΕΛΗΣ ΜΟΥΣΑ

Κατοικώ σε ποίημα ημιτελές
αναπνέω με μισό πλεμόνι, με το χωλό
ποδάρι μου εκτελώ τις ποζισιόν.

Πίνω μες στο σκοτάδι mait παλιά
για νέα πάθη. Νιώθω μια αδυναμία:
δίνεις σώμα δίχως αίμα, απατεώνα ποιητή.

Στους μαιάνδρους της λαγνείας σου
γυμνή κυλιέμαι
μα εσύ με ντύνεις με παράγραφο
που στην τελεία της θα με σκοτώσει.

ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΗΡΙΟ ΗΔΟΝΩΝ (2014)

     Ο έρως έχει ύπαρξη

1. ΔΕΥΤΕΡΕΥΟΝΤΕΣ ΟΡΟΙ

Ας κάνουμε μια συμφωνία
εγώ και η σιωπή σου:
θά ’ναι τόσο παρούσα που
αν ξεχαστώ για λίγο
αν πω ότι θυμάμαι
τ’ αδιάβατα σου χείλη
τα δυο νευρώδη ποδιά
τόσο κοντά
στο χέρι μου
που χάιδευες για να κερδίσεις τους ρυθμούς του
και μου πετούσες νύχια μαλακά
στο μονοπάτι μες στο δάσος σου
για να σε ξαναβρώ,
θα κλείσει το πλάνο η σιωπή σου
θα πει το αποφασιστικό cut!
Και μετά
fade out.

Δεν θα υπάρχουν οροί απαγορευτικοί
μόνο κατ’ οίκον περιορισμός
μιας μπαγιάτικης επιθυμίας
στο κουκούλι του λάθους.

Τίμιες συμφωνίες σ’ ένα παιχνίδι
ατιμίας για όρκους έρωτα
που ασελγούν
πάνω στο ανοίκειο σώμα του
μαζί.

3. ΣΜΙΛΗ ΕΝΔΟΝ

Εργασίες εξόρυξης:
παίρνετε μια σμίλη
και την προωθείτε μέχρι τον πάτο
του κρυστάλλινου δοχείου.
Μην έχετε αναστολές.
Απολαύστε άφοβα την υγρασία των εραστών
που ποτίζει τις ρωγμές της έντιμης ενηλικίωσης.
Η ρόδινη χοάνη
γίνεται κρεπ σατέν κι επιστρέφει τη χάρη
με το χάσιμο
στη φλέβα που φουσκώνει,
στην ανάσα που σκαλώνει πάνω στα δόντια,
επιστρέφει πιο ζεστή στο λάρυγγα
και θέτει σε τροχιά την άφατη γλώσσα.

Εργασίες ενταφιασμού:
οι αγαπητικιές προσφωνήσεις
επιτρέπονται κοινή συναινέσει
αλλά με πλήρη γνώση ότι
άπαντες οι όροι είναι υπό αίρεση
και η σύμβαση λύεται μονομερώς.

Πουθενά δεν με ενοικώ.
Παντού
ο χρόνος είναι
εσύ
και η πλησμονή αναβάλλεται.

6. ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΕΝ ΚΕΝΩ

Λέξεις, έξεις, στο κενό
μ’ έχουν κρεμασμένη απ’ τον ιστό
πανάκι της οδύνης που αρμενίζω
με τα μικρά αιμάτινα ξέφτια
παραδομένα αθύρματα του Μάρτη
που αποφάσισε άγρια
να βγάλει τα τσιρότα
να σπείρει ρίγη
να ζώσει δέρμα
τσαλακωμένο σμυριδόχαρτο.
Ναι, σας ευχαριστώ
που με σκεφτόσαστε
ενίοτε
αποκτώ σχήμα τότε
εγώ η λαθραία,
μια κάποια επιθυμία
να μ’ επιθυμείτε.
Αποσύρομαι τώρα
στον σιωπηρό γυναικωνίτη
για να σύρω μια μισοσπασμένη, αμφίβια σαΐτα
στον αργαλειό που βούλιαξε
κι έβγαλε ρίζες
ο πάτος μιας επιθυμίας
απρόκλητα υγρής.

8. ΙΔΑΝΙΚΟΙ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ

Έλα να κοιμηθούμε τις αντιφάσεις μας:
8α είναι βάπτισμα
στην απόλυτη σχετικότητα.
Έλα να ντυθούμε τα θολά μας
περι γραμματα.

Λεξικοποιούμε τους ρόλους μας
αφού δεν μπορούμε να τους ζήσουμε
με το σώμα μας.
Όταν θα πεθάνουν τα ποιήματα
όταν θα σκοτωθούν οι ήρωες των βιβλίων σου
-θα γίνει το αδύνατο, θα δεις-
εσύ, αγάπη μου, δε θα ’χεις πια ζωή να ζήσεις.

10. ΑΔΩΡΑ

Όταν έσφαξες το ωραίο, μαύρο πιάνο με την ουρά,
κι έβλεπα να σταλάζει ακατάπαυστα
μια αιματόχρωμη αρμονία
απ’ τη λεπίδα του μυαλού σου,
δεν είπα τίποτε.
Σε αγαπούσα τότε.
Εσύ ο χειριστής, εσύ ο σφαγιαστής.

Όταν σου έγραψα το γράμμα,
-έπαιζα χρόνια με τις λέξεις,
τα μικρά μου κατοικίδια με την καρδιά του αίλουρου-,
κι εσύ το ξέχασες μες στο σεντούκι
με τη σκαπάνη και τα βρώμικα φτυάρια,
ένιωσα να παλιώνουν όλα τα ποιήματα
που ήθελα να σου δωρίσω.

Σε αγαπούσα -ίσως- ακόμη
αλλά έμεινα χωρίς γλώσσα,
δίχως χέρια,
αποκατάσταση γυναίκας
σε βολικές ώρες ηδονής.

     Silentium amori

 

                        Ι

Μην με ταράζετε, του έγραφε, για να επαναβεβαιώσετε
την κυριαρχία σας πάνω μου. Είμαι ένα μετόχι που
το πάτησαν οι αυθεντίες του πατέρα, του αδελφού, του
εργοδότη, του κυβερνήτη. Σας παρέδωσα το πιο ατόφιο
κομμάτι μου, το λίγο το δικό μου κι εσείς ζωστήκατε
τα πυρομαχικά και το κάνατε πεδίο μάχης. Πηγαίνετε
τώρα με τη δίδυμη καραμπίνα σας για άλλα θηράματα,
το αίμα είναι πάντα το ίδιο αλλά ποτέ αρκετό. Εγώ θα
ζωστώ τη σιωπή των νεκρών έτσι λένε αυτοί που δεν
ξέρουν. Όποιος έχει πεθάνει μια φορά, ξέρει ότι στα
μνήματα μιλούν την άρρητη γλώσσα της αλήθειας.

                          V

Μην ακουμπάτε νωχελικά στον τοίχο του διαδρόμου,
του έγραφε. Με βασανίζει η άνοιξη όπως γέρνει στο
κορμί σας, μια τεθλασμένη επιθυμία που δεν με συνάντα
«Δεν υπογράφω στους διαδρόμους», μου είπατε
παιγνιωδώς κι ύστερα καθίσατε σ’ ένα πρόχειρο γραφείο
και μου σκαλίσατε το βλέμμα με μια μαύρη πένα.
Λεπτά δάκτυλα που δεν κατέχουν την οδύνη, κι ας
σέρνεται στο αίθριο κι ας αντηχεί χάλκινη στις αίθουσες
των πλημμελών θνητών.

Τα μακριά μαλλιά σας θα μου σκουπίσουν το πρώτο
υγρό ενύπνιο κι αυτό, χωρίς επικυρώσεις, θα το
ιδιοποιηθώ κατάφορα παρανόμως.

 

                            IX

Κάηκαν τα μάτια μου, του έγραφε, σκοτώθηκαν οι λεξεις
μου. Απόκαμα να ντύνω τις κέρινες κουκλίτσες που
λιώνουν στον πρώτο ήλιο της μετωνυμίας. Ανώφελες
οι υποκαταστάσεις. Τι να μου κάνουν αυτό το σκληρό
βράδυ που σαρώνει τη μοναξιά μου. Θα μείνω εδώ κι
εσείς, αθέατος, απέναντι να παίξουμε το παιχνίδι της
αντοχής. Εσείς θα είσαστε ο νικητής κι εγώ θα
τιμωρηθώ με το να εφεύρω μια νέα γλώσσα που να
εμπεριέχει την άκρατη, πηχτή σιωπή και τ’ αδειανά χέρια.

ΔΙΚΗΝ ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟΥ

Και φέρατε μαζί σας όπλο πρόσφορο για άμυνα η επίδεση
λέξεις κοφτερές κι ήταν η λεπίδα τους άλλοτε
γυαλιστερή κάτω απ’ το φως της λογικής κι άλλοτε τόσο
βελούδινη μέσα στα συμφραζόμενα ενός ακατάσχετου
και λίγο ρετρό ρομαντισμού που τόσο σας πήγαινε.

Και κατείχατε για ίδια και αποκλειστική χρήση ένα
σακούλι με ιστορίες μεθυστικές, που σπέρνατε στα ξε-
ρα λιβάδια των γυναικείων ψυχών. Ήσασταν σπορέας
αλλά όχι θεριστής. ’Έτσι θέλατε η δεν μπορούσατε
αλλιώς.

Και διευκολύνατε κατά συρροή το ερωτικό φαντασιακό,
αλλά εσείς πάντα φεύγατε νωρίς, για να μην
πιαστείτε επ’ αυτοφώρω να νιώθετε.

     Λιβιδώ

1. ΘΥΜΗΣΟΥ

               Για την Αλεξάνδρα Μπακονίκα

«Επιτέλους!»
στο άνοιγμα της πόρτας
Η συμπύκνωση της προσμονής.
Κι ύστερα ράφτηκαν τα στόματα,
μόνο μικρές οπές ανάμεσα
για τη ζέουσα ανάσα.
Το λίχνισμα της ηδονής
στο φως της γρίλιας,
το στάρι της πάνω στις γάμπες νοτερό.
Οι πατούσες τους,
πλεξούδες ομορφιάς
ριγμένες στο αιγυπτιακό βαμβάκι.

«Να με κρατάς» του είπε φεύγοντας.
Όχι, στο σώμα του το είπε
για να τη θυμάται.

4. ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ

Βραδυπορούμε
απέναντι ο ένας απ’ τον άλλο.
Βγαίνουμε απ’ το αβέβαιο σχήμα του πρωινού,
το θάμπος πίσω μας, η οδύνη, η συνήθεια,
κι εμείς πασχίζουμε σώμα να κερδίσουμε,
να ορίσουμε το βλέμμα,
να φτιάξουμε το νέο εαυτό.
Πάνω στις λέξεις παίζουμε κουτσό
και στα διάκενα
τον πόθο παραχώνουμε,
σαν τα παιχνίδια μέσα στην κρυψώνα -κάποτε-
των δέκα θαλερών μας χρόνων.

Να μείνουμε έτσι ηττημένοι, αναλωμένοι,
με μία θλίψη στη φλέβα του λαιμού,
χαρακωμένοι απ’ της λαγνείας την αγχόνη,
εξαίσια συμβιβασμένοι.
Και όταν αγγίξουμε εκείνα τα σημάδια
της αναγνώρισης τον γόρδιο δεσμό,
να μην τρομάξουμε:
είμαστε αυτοί και όχι άλλοι
κι έτσι αυθεντικοί
του πάθους τη γυμνότητα να ενδυθούμε.

7. ΔΙΑΚΟΠΕΣ

Κάθε μέρα αποζητώ
τη γεύση του κορμιού σου.
Κάθε ανάσα μου ψάχνει μονιά
στη λόχμη του λαιμού σου.
Όλα τα σ’ αγαπώ μου τάματα
στα εύσαρκά σου χείλη.

Το σκονισμένο μου γραφείο
η απόγνωση του αγέννητου παιδιού
οι βαλίτσες στην έξοδο κινδύνου
θαμπώνουν στο ξέφωτο της αγκαλιάς σου.

Πως να μην σ’ αγαπώ;
Είναι ο μόνος τρόπος
πια
για να υπάρχω.

10. ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ

Λένε πολλοί: «Η ηδονή διαρκεί ολίγα δευτερόλεπτα».
Είναι μια αιωνιότητα, δεν είναι
ολίγα δευτερόλεπτα. Είναι όλη η ύπαρξη εκεί.
(Νίκος Καρούζος, Η τελευταία συνέντευξη στον
Κων. Αν. Θεμελή)

Τα μάτια έκλεινες
κι έχτιζες
με χείλη, γλώσσα, δόντια
το νεογέννητο κορμί μου.
Αναθεώρησες την αφή.
Ξαγκίστρωσες από τα σπλάχνα
υπόκωφο αναστεναγμό.
Έκανες το σπασμό
λέξεις από βελούδο.
Κι όταν τα μάτια άνοιξες
ένα ζεστό χαμόγελο
μου κάρφωσες
στο πέτο της καρδιάς.

Μου χάρισες
αιωνιότητα μιας ώρας.

ΔΙΗΓΗΜΑ

ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΚΟΥΤΙ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ ΤΟΥΣ (2015)

Μικρό ερωτικό

Το πρώτο βράδυ, το άσπρο πουκάμισο βγαίνει από τη χάρτινη θήκη του και παίρνει θέση απέναντι από το κρεβάτι της. Το απλώνει πάνω στην πολυθρόνα και το παρατηρεί να γεμίζει σταδιακά από τη σάρκα του σκοταδιού όσο μιλάει ξαπλωμένη στο τηλέφωνο με τον άντρα της για τις εντυπώσεις από το σεμινάριο, τις ημερήσιες επιδόσεις των παιδιών στο σχολείο και τα ψώνια της
επόμενης μέρας. Αργότερα, αφού θα έχει σβήσει το πορτατίφ και η εικόνα της εργαζόμενης μητέρας και συζύγου θα εξαϋλώνεται πάνω στα ριγέ σεντόνια, μπορεί να φαντασιωθεί, μέχρι τη βύθιση στον πρώτο ύπνο, το λευκό ύφασμα φορεμένο πάνω στο κορμί του. Προς το παρόν, μέσα στη σαρωτική νύχτα που μπαίνει από το παράθυρό της και ήδη κατατρώει τον φωτισμένο κύκλο της
λάμπας, λιγοστεύοντάς τον στον ζωτικό χώρο του γύρω από το κομοδίνο, το μισάνοιχτο στόμα της, που γεμίζει από το σάλιο της έξαψης, παίρνει το σχήμα ενός φευγαλέου χαμόγελου και φλερτάρει αδιάντροπα με τη σκέψη ότι κάτι τέτοια άσπρα πουκάμισα είναι φτιαγμένα για να τα αποχωρίζεται κανείς βίαια, συσκευές ηδονής που έχουν εφευρεθεί μόνο για να αποθεώνονται τα σώματα.
Το επόμενο πρωί, το διπλώνει προσεκτικά και το σφαλίζει μέσα στο κουτί του με τις ίδιες αυτοματοποιημένες κινήσεις με τις οποίες διπλώνει και τακτοποιεί μέσα στη συρταριέρα τα φανελάκια των παιδιών και τα εσώρουχα του άντρα της.
Το δεύτερο βράδυ, το στρώνει πάνω στο κρεβάτι της αφού πρώτα το αρωματίσει με ένα γαλλικό ανδρικό άρωμα -πιθανόν ίδιο με το δικό του, σημερινό απόκτημα- που παίζει με τους τόνους του περγαμόντου και της
κανέλας. Το τηλεφώνημα αυτή τη φορά είναι πιο σύντομο- έχει μια ανεξήγητη ανυπομονησία να τελειώνει με τα τυπικά, γι’ αυτό μιλάει βιαστικά, κάνοντας κοφτές διαδρομές πάνω στην πράσινη μοκέτα. Όταν κλείνει το τηλέφωνο, ξαπλώνει πάνω του, στο κέντρο του, τσαλακώνοντάς το με το βάρος του κορμιού της, φτιάχνοντας στον λευκό καμβά του προσωρινές στάμπες με τη δαντέλα της νυχτικιάς της. Πάνω στην οθόνη των ματιών της ξαναζεί τη μέρα που τελειώνει, προσπαθεί να δώσει ένα νέο νόημα στις τυχαίες κινήσεις του -ένα βλεφάρισμα, ένα φευγαλέο ακούμπισμα της παλάμης του πάνω στα
δικά της χέρια που πληκτρολογούσαν αβέβαια-, προβάρει τα λόγια της, που ίσως αύριο καταφέρουν να του αποκαλύψουν την επιθυμία της. Την ίδια ώρα, η μυρωδιά του ιδρώτα της αγωνίζεται να ενωθεί με τη σκληρή οσμή της κόλλας του αφόρετου ρούχου και με τη γαλλική εσάνς που ανακαλεί το κορμί του και που όλο το πρωί της πότιζε τη μύτη.
Νωρίς, μόλις ξεσπά το χάραμα ύστερα από μια άγρυπνη νύχτα, αποφασίζει να ζητήσει από τον εκπαιδευτή της να βγούνε για φαγητό το τελευταίο βράδυ της στην πρωτεύουσα.
Το τρίτο βράδυ, το άσπρο πουκάμισο παραμένει τσουβαλιασμένο στο κουτί του. Ενώπιος ενωπίω για μια ακόμη νύχτα: αυτή στην πολυθρόνα, εκείνο πάνω στο στρωμένο κρεβάτι της. Τώρα πια το βλέπει από μακριά
και το περιγελά. Σκέφτεται ότι αυτός ο αμήχανος νεαρός ούτε στα όνειρά του δεν θα αγόραζε ένα τόσο ακριβό ύφασμα. Αν θυμάται καλά, το άσπρο πουκάμισο που φόρεσε την πρώτη μέρα του σεμιναρίου ήταν λιγάκι γαριασμένο και φθαρμένο στις μανσέτες. Το έμπειρο μάτι της νοικοκυράς θα τα έπιανε κάτι τέτοια με την πρώτη και θα έβγαζε και πολλά άλλα συμπεράσματα. Αλλά για μια βδομάδα αποφάσισε να αφήσει αυτή τη διεισδυτική και σωτήρια ματιά στο δωμάτιο του ξενοδοχείου μαζί με τις
αποσκευές της. Κράτησε μόνο τη θολή όραση της γυναίκας που θέλει να γοητεύσει και να γοητευτεί.
Φεύγει απ’ το δωμάτιό της αγκαλιά με το πουκάμισο, Δεν ξέρει γιατί αγόρασε αυτό το φινετσάτο ρούχο. Δεν υπήρχε περίπτωση να του το χαρίσει – δεν θα έφτανε τόσο μακριά. Ούτε και σκοπεύει να το πάρει μαζί της- δώρο συζυγικό, φτηνή εξαγορά των αμφίβολων ενοχών της. Στο ασανσέρ τσακίζει τις άκρες της θήκης του και μέσα από το σελοφάν προσπαθεί να διακρίνει το ταλαιπωρημένο ρούχο που περνάει δύσκολα στα χέρια της. Δεν θέλει πια να θυμάται το έκπληκτο βλέμμα του όταν εκείνη βρήκε το κουράγιο να του κάνει τελικά την πρόταση. «Έκπληκτο», αυτή η ανάγνωση της αρκεί και δεν επιθυμεί άλλα πάρε δώσε με ένα πρόσωπο που θα το ’χει ξεχάσει κιόλας αύριο.
Στον κάδο της γωνίας απέναντι από το ξενοδοχείο της ξεφορτώνεται το πουκάμισο, που έχει χάσει την αίγλη του καινούργιου, και αλαφρωμένη από κάθε λογής ρούχα και αισθήματα από δεύτερο χέρι, βαδίζει αργά προς ένα μισοφωτισμένο μπαράκι, σ’ έναν διπλανό παράδρομο, αποφασισμένη να ανακατευτεί με τους καπνούς του, με την ταγκισμένη μυρωδιά από τα πειραγμένα ουίσκια του και τους σκοτεινούς τύπους του που έχουν ξεχάσει
από χρόνια τα λευκά χαμόγελα και τα βαμβακερά βλέμματα.

Ξεκαθάρισμα

Επέστρεψε ποτισμένη ως τα εσώρουχα από τη στυφή, καρκινική μυρωδιά του γραφίτη και εκείνη του ζεστού, ψημένου χαρτιού που ξέραινε τον ουρανίσκο της από κάθε υποψία σάλιου. Τον είδε -πλάτη παρένθεση μιας παλιάς σκολίωσης- να κάθεται στον καναπέ. Να σηκωθεί; Να μείνει; Φαινόταν να παρακολουθεί μια εκπομπή για τα αποδημητικά πτηνά, χωρίς ήχο. Σπίτι που στάζει σιωπή.
Προσπέρασε το σαλόνι και μπήκε κατευθείαν στο λουτρό. Δεν θα του μιλούσε- ύστερα από τόσο καιρό τι νόημα είχαν οι απολογισμοί; Ακόμα και μετά το μπάνιο με το καυτό νερό που την εξανθρώπισε, η ίδια απόφαση. Να του έλεγε «αντίο» ή «επιτέλους, μου αδειάζεις τη γωνιά από τη ραθυμία σου, την άνεργη κούρασή σου;» Να τον έβλεπε με τη συγκατάβαση του ανθρώπου που μοιράστηκε μια ζωή δέκα χρόνων μαζί του, και μάλιστα την πιο δύσκολη ώρα της;
Αύριο θα κάνανε το μνημόσυνο για το χρόνο διόρθωση: αυτή θα το έκανε, εκείνος θα απείχε από τις εθιμοτυπίες. Ίσως γι’ αυτό του διάλεξε θέση για την αυριανή πτήση. Διευκόλυνση ή υπόμνηση ότι δεν μπορούσαν
πλέον να μοιραστούν ούτε καν το πένθος; One way για Ηράκλειο και μια βεντάλια ευρώ, αυτό ήταν το αντίο της. Εξαιρετικά γενναιόδωρο για έναν ξένο. Του τα έβαλε το πρωί, προτού φύγει για τη δουλειά, μέσα στο βιβλίο
του -ένα μασημένο Άλεφ από τα πρώτα της δοντάκια-, που μάζευε σκόνη τους τελευταίους μήνες στο τραπεζάκι του καφέ μπροστά από τον καναπέ. Φρόντισε μόνο να εξέχουν αρκετά, για να τα προσέξει όταν θα ξυπνούσε.
Ούτε και εκείνος της είπε κουβέντα, να της ζητήσει το λόγο που του επέβαλε να φύγει από το σπίτι τόσο ξαφνικά, στέλνοντάς τον ένα Αιγαίο μακριά, πίσω στην πόλη του, την οποία είχε αφήσει από τα φοιτητικά του χρόνια -ανεπιστρεπτί, όπως πίστευε τότε- για να βρει μια τύχη αμφιλεγόμενη. Ο τελευταίος τσακωμός τους, την ώρα που κρύωνε το κορμάκι της, έκλεισε τους λογαριασμούς τους. Όταν βγάλανε τη μάσκα και αρχίσανε να σκούζουν
δείχνοντας τα δόντια τους, ετοιμοπόλεμα για να σακατέψουν ακόμα και τις πιο τρυφερές μνήμες, κατάλαβαν ότι ξεπέρασαν το όριο του ανθρώπου και αγκαλιάσανε ο καθένας τον πιο δικό του Μινώταυρο. Δεν υπήρχε γυρισμός για το μεταξύ τους. Ίσως να ήταν πιο ελκυστικοί και γενναιόδωροι με τους επόμενους εραστές τους.
Ξαπλώθηκε στο κρεβάτι τους και τυλίχτηκε μέχρι τη μύτη με το πάπλωμα. Ακόμα και μέσα στο σκοτάδι μπορούσε να χαρτογραφήσει το λεκέ στο εσωτερικό του κεντρικού λαχουριού, μια κηλίδα εμετού από την πρώτη της φρουτόκρεμα, ή να ψηλαφήσει το ανάγλυφο των κάθε λογής αλοιφών της καθημερινής υγιεινής της που είχαν σχεδόν ασβεστοποιηθεί πάνω στο ντεσέν, το οποίο πήρε να ξεθωριάζει από την κακοπέραση.
Στο σαλόνι η τηλεόραση τρεμόπαιζε το τελευταίο βράδυ του στην πόλη που τόσα χρόνια θεωρούσε πατρίδα. Έπρεπε να παρθεί μια απόφαση επιτέλους, έστω και ερήμην του ενός. Έψαχνε να τη δικαιολογήσει. Ακατανόητο για μια ξένη. Το σώμα του είχε υπερβεί τις αντοχές του, όπως διπλωνόταν ακόμα και τις ώρες της υποτιθέμενης ξεκούρασης στον γρομπιασμένο καναπέ. Έμενε με τους μήνες στην ίδια θέση. Η αμήχανη αγωνία του είχε καλουπώσει το πορτοκαλί ύφασμα σε ένα αμφίθυμο βαθούλωμα που ήθελε να πεταχτεί έξω από τον εαυτό του. Τίποτα δεν τον κρατούσε πια σε αυτό το σπίτι εκτός από μια βαθιά ανθρώπινη ανάγκη επιβίωσης· εκείνη δούλευε στο φωτοτυπάδικο, αυτός περίμενε ένα πιάτο φαΐ ή ένα κομμάτι τυρί και ένα καρβέλι – έστω και μπαγιάτικο. Σε καλύτερες εποχές, αυτός τροφοδοτούσε και εκείνη μπορούσε να αφοσιωθεί στην ανέμελη ζωή και αργότερα στη σύντομη μητρότητά της.
Όταν έκλεισε την πόρτα της κρεβατοκάμαρας για να βυθιστεί στο ρυπαρό πάπλωμά της, αυτή που άλλοτε καθάριζε με τόση επιμέλεια το σπίτι τους, αναγνώρισε το τέλος τού μαζί, ακόμα και με τη μορφή της αναγκαστικής συγκατοίκησης. Τους τέλειωσαν τα λόγια, οι συμβολισμοί, οι χειρονομίες του μίσους. Εξάντληση: αυτή τον κρατούσε ως εκείνη τη στιγμή. Και τώρα που εξαντλήθηκε ακόμα κι αυτή, ένιωσε την ανάγκη να πάρει τη βαλίτσα με τα λίγα πράγματά του, να τσαλακώσει εισιτήριο και λεφτά μέσα στο πορτοφόλι του και να φύγει από το σπίτι, αφήνοντας οριστικά τα κλειδιά του στην κλειδοθήκη της. Ήταν προτιμότερο να περάσει τις τελευταίες ώρες του στο αεροδρόμιο ανάμεσα σε αγνώστους.
Όταν ξύπνησε, άνοιξε τα παράθυρα να μπει φως στο σπίτι της, γέμισε την μπανιέρα και έβαλε μέσα το βαρύ της πάπλωμα. Έριξε απορρυπαντικό, πάλεψε ώρα με τους λεκέδες και ύστερα άναψε τσιγάρο, παρατηρώντας
το βρόμικο νερό να σώνεται περιδινούμενο γύρω από την άσπιλη ουσία του.

ΣΤΟ ΤΡΑΙΝΟ (2010)

ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

ΘΕΣΗ 4, ΒΑΓΟΝΙ 2

Βολεύεται στην πράσινη σκουριά της 4ης θέσης, στο δεύτερο βαγόνι του «Αριστοτέλη», και περιμένει να δει το συνεπιβάτη, αυτόν ή, αν είναι τυχερός, αυτήν που θα τον συντροφεύσει, που θα ανασαίνει δίπλα του για πέντε ώρες, που θα κοιμηθεί με το κεφάλι πεσμένο στον έναν ώμο ή θα παίζει βαριεστημένα με το κινητό μέχρι να τελειώσει ο χρόνος της αναμονής. Σε δυο λεπτά λύνεται το μυστήριο. Ένας ευτραφής εξηντάρης, με φτηνιάρικο κοστούμι και σακβουαγιάζ για ταξίδια-αστραπή προσπαθεί να βολευτεί στο στριμόκωλο κάθισμα δίπλα του. Ιδροκοπάνε τα κρέατά του και γουργουρίζει το στομάχι του μόλις καταφέρνει να βρει μια γωνιά βολική που να μην τον
σουβλίζουν στα πλευρά τα μπράτσα. Ατυχία. Αποφασίζει ότι μεγαλύτερο ενδιαφέρον θα έχει τελικά το πανόραμα που κορνιζάρει το παράθυρό του, και στρέφει το βλέμμα του στο τζάμι, παρατηρώντας μια το είδωλό του και μια το σταθμό που αχνοφαίνεται πίσω από το ξενυχτισμένο μούτρο του.
Με το πρώτο τράνταγμα του ξεκινήματος τον πιάνει μια παράξενη νοσταλγία. Θυμάται τον εαυτό του έναν χρόνο πριν. Ίδιο είδωλο στο τζάμι-καθρέφτη. Πάλι για σεμινάριο από τη δουλειά, Τρίτη πρωί, παχνιασμένα τρένα στο σταθμό, μούχλα που κολλάει στο φάρυγγα και κάνει το σάλιο μούργα.
Αυτός ποτέ του δεν παραπονέθηκε για τις εκπαιδευτικές αγγαρείες που τους φορτώνουν στην πρωτεύουσα, κι ας γκρινιάζουν όλοι οι υπόλοιποι συνάδελφοι για το ξεβόλεμα από τα σπίτια και τις οικογένειες, και για το δασκαλίστικο ύφος των στελεχών-εκπαιδευτών που τους φτύνουν στη μούρη
την περιφρόνηση για την ασχετοσύνη τους.
Γι’ αυτόν, κάθε ταξίδι κρύβει μια υπόσχεση κι ένα κέρδος. Του αρέσει να σκέφτεται ότι παραδίνεται στην τύχη και τα τερτίπια της, ότι παρασέρνεται από μια ακολουθία γεγονότων που άλλα προκαλεί ο ίδιος κι άλλα απλώς συμβαίνουν ερήμην του. Όπως λέει συχνά, αφήνεται να τον οδηγούν οι καλόγνωμοι αέρηδες και να του δείχνουν πού να ρεμετζάρει και πού να ορτσάρει με ακρίβεια μεταφυσικής πυξίδας.
Του αρέσει να μιλάει και να σκέφτεται με μεταφορές, να γλιστράει τη σκέψη του στα ανέγνωρα μονοπάτια της παραβολής και στους δαιδαλώδεις διαδρόμους της πολύχωρης αλληγορίας. Το βρίσκει ταιριαστό για την ηλικία του και την κοπιαστική πορεία που έκανε η σκέψη του, ύστερα από τόσες και τόσες πεζοπορίες στις ερήμους της γνώσης, όταν κάτω από τον παντογνώστη
ήλιο της αυθεντίας τού κάθε δασκάλου του, που του έκαιγε τα μάτια, έτρεχε ποτάμι ο ιδρώτας και η παγωμάρα της απορίας και της άγνοιας ξύλιαζε την πλάτη του μέχρι τα ριζά των γλουτών.
Στο πανεπιστήμιο δεν μπόρεσε να πάει, αλλά καλλιεργήθηκε μόνος του, αγοράζοντας βιβλία με δόσεις και παρακολουθώντας επιμορφωτικές εκπομπές στην τηλεόραση. Κατάφερε έτσι να έχει λέγειν, βασικό ατού για τη δουλειά του και, όταν έχει κέφια, να σκαρώνει πετυχημένα ποιηματάκια με ρίμα που ξαφνιάζει. Και σ’ εκείνη άρεσαν οι κουβέντες του· μιλούσαν με τις ώρες πριν απολαύσουν τον έρωτα.
Τι να σου κάνουν τα ίδια και τα ίδια σαρακοφαγωμένα λόγια, οι κινήσεις που η συνήθεια τις ξεπατικώνει αυτόματα. Σάμπως κι ο έρωτας δεν γίνεται πάντα με τον ίδιο τρόπο; Και να μοιάζει διαφορετικός στην αρχή, τα κορμιά ξέρουν και καλουπώνονται στις στάσεις και τα σχήματα που τους είναι πιο βολικά, πιο κοντά στην έξαψη και το σπασμό. Δεν το ’χει δει και με τις άλλες;
Δεν το ζει δέκα χρόνια με τη γυναίκα του; Η γλώσσα πριν γλείψει την αλατισμένη σάρκα, προτού θηλυκώσει τα νεύρα στα μέλη που στενάζουν και χαίνουν την καυλωμένη τους προσμονή, πρέπει πρώτα να βουτήξει στην ψυχή, να ξεριζώσει το προβλέψιμο και να παλουκώσει βαθιά μέσα της το αλλιώτικο. Μόνο τότε ο έρωτας αξίζει τ’ όνομά του, τις θυσίες, ακόμη και τις τύψεις.
Ένας «Φίλιππος» τον οδήγησε τότε σ’ εκείνη. Όταν την γνώρισε, δεν ήξερε αν θα ήθελε να κάτσει μαζί της για όλη τη βραδιά ή αν προτιμούσε ένα καλό δίωρο σ’ ένα από τα ημιδιαμονής της παραλίας. Είχε κουραστεί το κορμί του που βούλιαζε ολημερίς στα άβολα καθίσματα του συνεδριακού κέντρου. Και περισσότερο πονούσαν τ’ αφτιά του με τη βαβούρα όλων αυτών που καμώνονταν τους έξυπνους και καλόπιαναν τους προϊστάμενους και τη διοίκηση. Εκείνη καθόταν παραδίπλα και είχε το ίδιο βαριεστημένο ύφος. Το πήρε για καλό σημάδι. Όταν βγήκαν για διάλειμμα, στάθηκε κοντά της
καπνίζοντας, τάχαμου αμέριμνος. Στην ηλικία του ήταν, καλοβαλμένη, ντυμένη όχι κραυγαλέα, όχι όπως κάτι τσουλάκια που πλεύριζαν όλο υποσχέσεις τούς πενηντάρηδες διευθυντάδες. Βέβαια του φαινόταν παράξενο που τα μετρούσε όλα αυτά σ’ εκείνη, αφού γι’ άλλον σκοπό την ήθελε. 
Κάνα δίωρο, είχε αποφασίσει τελικά, και μετά γραμμή για το δικό του ξενοδοχείο, αναφορά στην Βούλα για το πώς πήγε η μέρα του, μετά οι φωνές των παιδιών του που θα λέγανε τα νέα από το σχολείο και θα κατέληγαν, όπως πάντα, να τσακώνονται γύρω από το τηλέφωνο για το ποιο θα πάρει το ακριβότερο παιχνίδι.
Φτάνει να ήθελε κι εκείνη. Δεν θα του ήταν δύσκολο να καταλάβει τις προθέσεις της· πάντα τα έπιανε αυτά στον αέρα από τότε που ένιωσε τον εαυτό του άντρα. Είχε και συγκριτικό πλεονέκτημα, γιατί ήταν από τους πιο νέους στην αίθουσα και μακράν ο πιο όμορφος. Φαίνεται πως κι εκείνη τα
μέτρησε όλα αυτά, και δέχτηκε όταν της πρότεινε να φάνε μαζί.
Μετά το φαγητό, τις τυπικές κουβέντες και τις πρώτες ερωτήσεις, όπου και άνοιξε ο καθένας τα χαρτιά του, δεν έμεινε κάτι άλλο να κάνουν πέρα από το αρχικά ποθούμενο. Αλλά εκείνη δεν ήθελε να πάνε σε ξενοδοχείο. Είχε ακούσει πολλά για κρυφές κάμερες παρακολούθησης, σιχαινόταν τα σεντόνια τα ποτισμένα από τον ιδρώτα και το σπέρμα τόσων άγνωστων ανθρώπων, ένιωθε ότι είχαν κολλήσει πάνω στους τοίχους τους πρόστυχες σκέψεις και χειρονομίες της συναλλαγής. Προτιμούσε το σπίτι της, το μέρος που πάστρευε κάθε βδομάδα με τη χλωρίνη και το Άζαξ, τους καναπέδες της που ήξερε την κάθε γούβα τους και θυμόταν την ιστορία από κάθε αόρατο λεκέ.
Και τούτο το βράδυ θα άφηνε το παράσημό του στην ταπετσαρία, μια σταγόνα κρασί, λίγο χυμένο σπέρμα από το προφυλακτικό που θα ξερίζωνε εκείνος βίαια στο τέλος. Ήξερε ότι όσο πιο πολύ αργούσε να μπει μέσα της κανείς, όσο παίδευε το κορμί της και το δικό του μυρμηγκιάζοντας την
ξεγυμνωμένη σάρκα, τόσο πιο γρήγορα έτρεχε για το ντους για να γδάρει από πάνω του τα σημάδια της και να εξαγνιστεί στους ατμούς του νερού, μόλις η ανομία έφτανε στο τέλος της. Κι αυτό συνέβαινε και με τους ελεύθερους και με τους παντρεμένους. Ήταν καλή στον έρωτα κι όταν η φαντασία τους έβρισκε το ταίρι της στη δική της επιθυμία, εκείνοι τρόμαζαν, την κοιτούσαν παράξενα και μια-δυο φορές τής αφήσανε λεφτά στο κομοδίνο από τη δική της μεριά, και τους κατάπιε η νύχτα και μια απόλυτα εύγλωττη απουσία.
Την άκουγε αποσβολωμένος να τα λέει όλα αυτά με βλέμμα γαληνεμένο. Του απολογήθηκε ότι ήταν πιο ανοιχτή μαζί του, γιατί δεν ήθελε άλλα φιλοδωρήματα — δεν άντεχε τις πλάτες τους που όρθωναν εκείνο
το τείχος ανάμεσά τους, λίγα λεπτά αφότου είχαν κυλιστεί στα φρεσκοσιδερωμένα σεντόνια της. Εκείνη τη βραδιά, του είπε, ζητούσε πιο πολύ μια αγκαλιά, μια κουβέντα κι έναν έρωτα πιο ήμερο που δεν θ’ άφηνε
μετά σακατεμένη την ψυχή της.
Κι αυτός ήξερε τι ήθελε. Μάλλον το ένιωθε στη ρίζα του βουβώνα του, αλλά πολεμούσε να μην φτάσει μέχρι τα μάτια του και τον προδώσει. Τον έρωτα που εκείνη του είχε αρνηθεί, αυτόν είχε φανταστεί. Συνηθισμένος τόσα χρόνια στα χλιαρά σεντόνια της Βούλας, ζητούσε να τρίψει το κορμί με
βία πάνω της, και στο τελείωμα να της πετάξει κατάμουτρα τον ξοδεμένο σπόρο του χωρίς υποχρεώσεις, δάνεια, συγγενολόια. Δεν άντεχε να δώσει πιο πολύ απ’ αυτό. Και τι να δώσει σε μια γυναίκα που τόσο εύκολα τον έμπαζε στο σπίτι της, κι ας υποκρινόταν ότι είχε αλλεργία στα κωλοξενοδοχεία και τις πόρνες…
Είχε αποφασίσει να μείνει μαζί της για λίγο, είχε σχεδιάσει αλλιώς τη βραδιά. Ξάφνου θέλησε να φανεί μεγαλόψυχος και να της κάνει το χατίρι. Πήρανε ένα ταξί και πήγανε στο σπίτι της. Μαλάκωσε πιο πολύ σαν είδε το χώρο της και του άρεσε, ήπιανε κάμποσα ποτά και μιλήσανε για την εταιρεία, για τα κοινά τους προβλήματα, για τα σπασίματα που τους έκαναν με τα εργασιακά τους δικαιώματα, και καταλήξανε ότι παντού, είτε στη δική του πόλη που ήταν επαρχιακή είτε στην πρωτεύουσα που ζούσε εκείνη, η μούρη της εργοδοσίας ήταν το ίδιο γουρουνίσια. Άρχισε να νιώθει άβολα που
μιλούσε σαν ίσος με μια γυναίκα. Είχε συνηθίσει με την Βούλα που τον είχε περί πολλού όταν της αφηγούνταν τα νέα της ημέρας, κι εκείνη κρυφοκαμάρωνε για τον άντρα της που με την εξυπνάδα και την καπατσοσύνη του τα έφερνε βόλτα με πελάτες κι αφεντικά. Στο κρεβάτι, όμως, της ξαναθύμισε τον γυναικείο ρόλο της, σαν πήρε η ίδια η φύση το πάνω χέρι.
Είχε χρόνια να ξεγελάσει τη γυναίκα του. Μόνο στις δύο εγκυμοσύνες της ψιλοβολεύτηκε για κάτι μήνες με μια πεταχτή υπάλληλο μιας συνεργαζόμενης εταιρείας. Βόλεψε και τη συνείδησή του με τις ορμές που έπρεπε να βρούνε διέξοδο, γνώρισε τελικά την πεταχτή σ’ έναν φίλο του απ’ το στρατό που την αρραβωνιάστηκε δόξη και τιμή, κι έτσι έκλεισε τους παλιούς λογαριασμούς.
Μετά τα δέκα χρόνια γάμου παίρνεις μόνιμη αμνηστία, σκέφτεται μ’ ένα αδιόρατο χαμόγελο που βλέπει να καθρεφτίζεται στα χνοτισμένα τζάμια. Εξάλλου, αν μετρήσει τις φορές που βρεθήκανε μ’ εκείνη, θα είναι λιγότερες από το ξαλάφρωμα με την πεταχτή. Την προηγούμενη χρονιά, η εταιρεία αναδιοργανωνόταν, και είχε κάνει το ανεβοκατέβασμα στην Αθήνα ψωμοτύρι, αλλά πάντα δεν βόλευε να ξεμοναχιαστούν στο τριάρι της και να κουβαριαστούν στους άσπρους καναπέδες της για να καταλήξουν μπλεγμένοι σαν πλεξούδα στο υπέρδιπλο κρεβάτι της.
Το τυπικό το έμαθε απ’ έξω, αλλά όσο κράτησε του άρεσε, ίσως γιατί δεν πρόλαβε να ξεθωριάσει η πατίνα του. Πρώτα πίνανε το κρασάκι τους στον καναπέ, μιλούσαν για τα προβλήματά τους στην εταιρεία, κουβεντιάζανε για την πολιτική και τις ανθρώπινες σχέσεις· κάποιες φορές της έλεγε τα παράπονά του από τη γυναίκα και τα παιδιά, όσα δεν μπορούσε να της πει απ’ το τηλέφωνο από φόβο μην κρυφακούσει κάνας συνάδελφος. Μαζί της λυνόταν ο κόμπος που τον βασάνιζε, εκείνο το φρένο που μετρίαζε τους θυμούς και τις αντιρρήσεις του στο σπίτι και στη δουλειά ένιωθε τον αέρα και τα λόγια του να κυκλοφορούν ελεύθερα μέσα του. Μετά την έγδυνε, ξεφλούδιζε τα ρούχα της για ν’ αποκαλύψει τα δαντελωτά εσώρουχα που του άναβαν τα αίματα. Όσο περνούσε ο καιρός, εκείνη γινόταν πιο τολμηρή, του έκανε χατίρια που μόλις προλάβαινε να της ψιθυρίσει στ αφτί, μοιραζόταν μαζί του μ’ εμπιστοσύνη την ψίχα της ψυχής, αξεχώριστα από το σκοτεινό πηγάδι της επιθυμίας της.
Μόλις είδε το πρόβλημα που θα έβαζε πάνω στην καμπούρα του, έκοψε τις πολλές κουβέντες. Θυσίασε με πόνο ψυχής το τυπικό τους, αφού έκρινε ότι, κόβοντας τον αέρα στα πανιά, θα είχε πιο πολύ του χεριού
του το τιμόνι. Την λυπήθηκε και εκείνη που την έβλεπε να γαντζώνεται απ’ το στόμα του, που την ένιωθε να τον φιλάει σαν να της έδινε την ανάσα της ζωής. Εκείνες τις φορές κάνανε λυσσασμένα έρωτα, κόντευαν να ξεκολλήσουν τα μέλη τους, δάγκωνε ο ένας τη σάρκα του άλλου και δεν σταματούσαν μέχρι να φανεί στη φλούδα του δέρματος το μπλάβο αίμα.
Σιγά σιγά περιόρισε τα τηλεφωνήματα και τις εξομολογήσεις, έντυσε τη φωνή του μ’ ένα λούστρο φτηνό και ξεθωριασμένο, ξέχασε μέχρι και να της ευχηθεί για τη γιορτή της. Ήταν σίγουρος πια ότι εκείνη έπιασε το νόημα γερά απ’ τα μαλλιά, και αφέθηκε ν’ απολαμβάνει το καλύτερο σεξ της ζωής του.
Μια έρρινη φωνή αναγγέλλει το σταθμό της Λαμίας. Ο διπλανός του έχει βολευτεί στ’ απέναντι καθίσματα που άδειασαν από την Λάρισα. Έχει ανεβάσει το μεσαίο μπράτσο και, επιτέλους, κάθεται με την αγαλλίαση του πασά στον οντά του. Τη θέση των οδαλίσκων έχουν πάρει εύχυμες εικοσάρες σε άκρως αποκαλυπτικές πόζες στις ιλουστρασιόν σελίδες του μηνιαίου ανδρικού περιοδικού που σαλιώνει με βουλιμία.
Αυτές οι τολμηρές γκόμενες μία δεν πιάνουν μπροστά στην πηγαία αισθαντικότητα εκείνης. Ακόμη κι όταν έφτασαν να κάνουν μόνο βουβό έρωτα, ένιωθε να μην την χορταίνει. Γνωρίζοντάς την από τόσο κοντά,
δεν θα την αποκαλούσε χυδαία, αλλά αυθεντική γυναίκα, με βαθιά επίγνωση της σεξουαλικότητάς της. Γι’ αυτό έπεσε απ’ τα σύννεφα όταν κάποιο βράδυ εκείνη του πρότεινε να πάνε σ’ ένα ανυπόληπτο ξενοδοχείο, χωμένο σε μια πάροδο δίπλα στο λιμάνι. Είχε καλοβολευτεί με το διαμερισματάκι της, με το φαγητό που ετοίμαζε πάντα με τόση προσοχή και φροντίδα. Ήταν καλύτερη μαγείρισσα από την Βούλα, αλλά δεν τόλμησε να της το πει ποτέ – ήταν εκείνη η καταραμένη ρότα που είχε βαλθεί ν’ ακολουθήσει κόντρα στους μαργιόλικους αέρηδες εκείνης. Συμφώνησε με κατεβασμένα μούτρα. Πήραν κλειδί από έναν χλεμπονιάρη εξηντάρη που έξυνε με μανία τη μύτη του την ώρα που μπήκαν, κι ούτε που σταμάτησε ακόμα και στη θέα των εκλεκτών πελατών του ανέβηκαν τη σκάλα, διέσχισαν έναν διάδρομο με μπαλώματα ασβέστη πάνω στη μούχλα, κι έφτασαν σ’ ένα άθλιο δωμάτιο που σιχαινόσουν και ν’ ανασάνεις μέσα του.
Το κάνανε σχεδόν όρθιοι, με τα ρούχα, γιατί κανένας τους δεν άντεχε ν’ ακουμπήσει τα ποντίκι σκεπάσματα του σιδερένιου κρεβατιού. Αφού τον άφησε ξέπνοο σε μια ετοιμόρροπη ψάθινη καρέκλα, εκείνη έβαλε το χέρι της στη μέσα τσέπη του σακακιού, τράβηξε το πορτοφόλι του και έβγαλε ένα
πενηντάρικο που επιδεικτικά έχωσε μέσα στον κόρφο της. Ύστερα άνοιξε την πόρτα και βγήκε, με μόνο απόηχο της παρουσίας της το νευρικό χτύπημα των τακουνιών της στην τριζάτη σκάλα.
Μ’ ένα τράνταγμα όμοιο με αυτό του ξεκινήματος, το τρένο σταματά στην αποβάθρα του Σταθμού Λαρίσης. Αφήνει τους άλλους επιβάτες να προχωρήσουν και περιεργάζεται με την ησυχία του το μουντό αθηναϊκό πρωινό. Σκέφτεται ότι είναι, τελικά, καλύτερα που δεν θα την δει στο σεμινάριο. Είναι σίγουρος ότι θα ένιωθε άβολα μετά την τελευταία φορά. Πριν από μερικές μέρες έμαθε από μια φίλη της ότι μπήκε στο Δημόσιο. Έκανε τα χαρτιά της και την διόρισαν σ’ ένα υπουργείο. «Ένας ακόμη που προτιμάει τη σιγουριά του», σιγομουρμουρίζει όσο στρώνει το ταλαιπωρημένο κοστούμι του, τη φόρμα εργασίας της απαιτητικής και άκρως ανασφαλούς δουλειάς του. Αυτήν τη φορά δεν θα περάσει εύκολα ο χρόνος της εκπαίδευσης. Εκτός κι αν συμπέσει μ’ εκείνη την κοκκινομάλλα που δουλεύει σε άλλη διεύθυνση, αλλά τον τελευταίο καιρό συνεργάζεται με το τμήμα του.

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

ΚΑΤΩ (2011)

ΑΝΝΑ

Κατεδαφίζονται τα καλοκαίρια στη σειρά
όσο παλιώνω

Νίκος-Αλέξης Αολάνογλου, «Ερείπιο απ’ τα ναρκωτικά»

ΑΛΛΑΖΩ θέση και κάθομαι στο πέτρινο πεζούλι. Στραγγίζω τη δροσιά από κάθε ριπή που σουβλίζει ευχάριστα παγωμένα τ’ αναμμένα μου κρέατα. Δεν ξέρω αν είναι η ζέστη που μ’ έχει φέρει στο τέρμα της ίδιας μου της
ύπαρξης. Ίσως να ’ναι η ζέστη. Τα είχα συμφωνήσει με τον εαυτό μου, την ώρα που έφερνα την τελευταία στροφή του κλειδιού μέσα στη μεταλλική μήτρα του αφήνοντας το πατρικό μου, να μην κάνω δεύτερες σκέψεις. Αλλά στο σημερινό καλοκαιρινό καμίνι εξαερώνονται συμφωνίες, επιθυμίες, το κορμί μου το ίδιο.
Το πλατάνι που έχει καταλάβει το μισό σχεδόν της αυλής της ταβέρνας κάνει τη δουλειά του: η μυστική ζωή των φύλλων, η ατέρμονη παραγωγή οξυγόνου πάνω απ’ το κεφάλι μου με φυλακίζει σ’ ένα δροσερό κουκούλι, αλλά εγώ πάω και στυλώνω τη ματιά μου στη μέση της πλατείας, που έχει παραδοθεί νομοτελειακά στην πυρά του μεσημεριού. Μαζοχιστικά ξεκολλάω το είναι μου από το πεζούλι και το απλώνω σαν την κατσιασμένη σταφίδα πάνω στο σχιστόλιθο που αχνίζει. Με το κορμί παραδομένο στη δροσιά και την ψυχή στο αποκάρωμα, κάνω μια τελευταία αποτίμηση της κατάστασης- τα λεφτά μου, αυτά τα έτοιμα που μηρυκάζω εδώ κι ένα χρόνο, σώνονται σε δυο τρεις μήνες. Αν καθόμουν στ’ αυγά μου, θα είχα
περιθώριο άλλους δυο. Αλλά είπαμε: την πήρα την απόφαση και είναι πλέον αργά να κάνω πίσω. Το χειμώνα προβλέπεται να φυτοζωώ με τα εκατόν πενήντα ευρώ που θα μου αφήνουν κάθε μήνα πάνω στην τηλεόραση οι
δικοί μου και θ’ ακούω και για κανένα εξάμηνο την γκρίνια τους, γιατί χάλασα τις οικονομίες μου στις διακοπές, αντί να βολευτώ στο ημιυπόγειο εξοχικό της Χαλκιδικής. Η κατάστασή μου βέβαια δεν θα μου επιτρέψει να τους
απαντήσω ότι επιτέλους, ύστερα από δεκαπέντε καλοκαίρια, ξεπλύθηκε από τη μύτη μου η μυρωδιά της μούχλας που ’χει κατασκηνώσει στους τοίχους, στα πατώματα και στα έπιπλα του «εξοχικού»· τα βρακιά μου, τα ρούχα μου δεν έχουν αυτή τη γλίτσα που πιάνουν μόλις πατήσω το ποδάρι μου στο μισοθαμμένο δυάρι. Ωστόσο θα επιλέξω να το βουλώσω, γιατί οι χορηγοί μου φυσικά δεν θα με καταλάβουν και το χειρότερο είναι ότι θα μου μείνουν τα μούτρα και η μουρμούρα τους.
Η Αντιγόνη με τη φλυαρία της με σώζει από τον απολογισμό της μιζέριας και μου υπενθυμίζει, χωρίς να το παίρνει χαμπάρι, ότι πρέπει να μάθω να ζω και να εκτιμώ το τώρα, αυτό το ακριβοπληρωμένο τώρα που σε λίγο καιρό θα έχει γίνει ένα σχεδόν εξωτικό παρελθόν. Ξεφυλλίζει και παράλληλα σχολιάζει έναν ταξιδιωτικό οδηγό προσπαθώντας να βρει μέσα στις σελίδες του τη μεγάλη ευκαιρία: το σκηνικό όπου θα παιχτεί η πρώτη πράξη του επόμενου —και πιθανόν ανέκδοτου, όπως και τα προηγούμενα- μυθιστορήματος της. 
Η Αντιγόνη δηλώνει πρώτα συγγραφέας και μετά δημόσιος υπάλληλος. Θα ’θελα κάποια μέρα να της πω ότι, για όλη την υστεροφημία του κόσμου, εγώ θα προτιμούσα ν’ αποκτήσω τη δεύτερη ιδιότητά της κόβοντας μέχρι και το δεξί μου χέρι, αυτί, πόδι — ό,τι να ’ναι. Αλλά από τη μια ο καταραμένος ΑΣΕΠ και οι προσλήψεις με το σταγονόμετρο, από την άλλη οι βρικόλακες των φροντιστηρίων, που πουλάνε ακριβά στους αδαείς μαθητές τις γνώσεις μας και τις αγοράζουν φθηνά με λειψά, στην καλύτερη περίπτωση, ένσημα και μισθούς πείνας, μ’ έχουν φέρει στην απελπιστική κατάσταση να μένω μόνιμα στην απέξω γιατί αντιδρώ στην εκμετάλλευση, κι έτσι είμαι άνεργη το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου. Οι δε φιλάνθρωπες κυρίες του ιδρύματος, που επί ενάμιση χρόνο με ξεζούμισαν σε μια κακοπληρωμένη «θέση ευθύνης» και μετά με πέταξαν -με «έπαψαν», όπως είπε και ο θυμόσοφος επιστάτης— με την εξίσου φιλάνθρωπη βοήθεια του ανεκδιήγητου αντιδήμαρχου, θα συνεχίσουν να φωτογραφίζονται στα life style περιοδικά και να ακκίζονται για το πλούσιο έργο που προσφέρουν, το ίδιο γενναιόδωρα με το γουρουνίσιο τους πρόσωπο, απέναντι σε κάτι ταλαίπωρους εργαζομένους σαν εμένα. Έπειτα από τόσες διαψεύσεις, κι όσο ρεαλιστικό και πεζό ν’ ακούγεται αυτό, για ένα σίγουρο μισθό σήμερα θα χάριζα μια οποιαδήποτε θέση στις μελλοντικές ιστορίες της λογοτεχνίας. Αν της το πω έτσι, φάτσα φόρα, της Αντιγόνης, πιθανόν να με κοιτάξει επιτιμητικά, ίσως να με χαρακτηρίσει υλίστρια και ισοπεδωμένη — εγώ μια φιλόλογος, ένας υποτίθεται άνθρωπος του πνεύματος-, αλλά λίγο πιο μετά νομίζω ότι θα με καταλάβει. Θα καταλάβει ότι η άδεια κοιλιά και τα ακυρωμένα όνειρα είναι αυτά που ορίζουν το βίο και τις επιλογές μας. Όπως μάλλον καταλαβαίνει ότι ο ξενώνας είναι η μόνη πολυτέλεια που θα μπορούσα να επιτρέψω στον εαυτό μου. Ενενήντα ευρώ τη βραδιά, τα μισά, δηλαδή σαράντα πέντε, είναι ένα έξοδο που δεν θα ’πρεπε κανονικά να το αποτολμήσω υπό τις παρούσες συνθήκες. Άρα κομμένα τα μπαράκια και τα γκουρμέ εστιατόρια πάνω στον ντόκο. Ευτυχώς η συγκεκριμένη ταβέρνα βολεύει και τις δυο μας: χωράει στη φαντασία της Αντιγόνης για την καταλληλότητά της ως χώρος δράσης των αλλοπαρμένων ηρώων της και στη δική μου τσέπη για τα φθηνά της μεζεδάκια, αν ισχύει ακόμη ο πλαστικός τιμοκατάλογος που βρήκαμε πάνω στο τραπέζι.
Έχουμε φτάσει εδώ και μισή ώρα. Καθίσαμε στη γωνία, στο πιο σκιερό σημείο της αυλής, αλλά μέσα από το σκοτεινό εσωτερικό του μαγαζιού δεν μπορέσαμε να διακρίνουμε τίποτε περισσότερο από ένα ζευγάρι οριζοντιωμένα ανδρικά πόδια με σκασμένες φτέρνες, που φαίνεται ν’ ανήκουν στον κοιμισμένο ιδιοκτήτη του μαγαζιού. Από τη μια δεν θέλουμε να φύγουμε άπρακτες μέσα στη ζέστη, από την άλλη η καθεμιά μας έχει καλοβολευτεί στο δικό της μικρόκοσμο και δεν το κουνάει ρούπι. Ελπίζουμε ότι με τη φασαρία απ’ τις φωνές μας θα ξυπνήσει το αφεντικό και θα φάμε, έστω και αργά το απόγευμα, κάτι πρόχειρο. Τελικά κάποια στιγμή η πόρτα κλείνει χωρίς να το
πάρουμε μυρωδιά. Μόλις ξανανοίγει, τα πόδια έχουν εξαφανιστεί και μια γυναίκα κοντά στα εξήντα μάς πλησιάζει μ’ ένα ντροπαλό χαμόγελο, για να πάρει παραγγελία.
Η Στέλλα -μας λέει τ’ όνομά της χωρίς να τη ρωτήσουμε κι ύστερα μας ζητάει συγγνώμη για την καθυστέρηση στην εξυπηρέτηση χωρίς πολλές δικαιολογίες- κάθεται απέναντί μας στο τραπέζι και μας κοιτάζει με
μια αρμαθιά ερωτηματικά να μουλιάζουν μέσα στο στόμα της. Το μόνο που τολμάει να ρωτήσει είναι πώς βρεθήκαμε δύο μόνες γυναίκες καταμεσήμερο σ’ αυτό το κοιμισμένο και αποδεκατισμένο απ’ τους κατοίκους του
χωριό. Της εξηγούμε ότι φτάσαμε ως εδώ ακολουθώντας τη συμβουλή της ιδιοκτήτριας του ξενώνα και τότε το βλέμμα της μου φαίνεται πιο έκπληκτο. Υποθέτω ότι της κάνει εντύπωση που μένουμε στη «Διώνη», μια που δεν μοιάζουμε -μάλλον να μιλήσω για τον εαυτό μου, γιατί η Αντιγόνη ανήκει σ’ άλλη συνομοταξία-, δεν μοιάζω λοιπόν με τους καλοβαλμένους τουρίστες που
ξεκαλοκαιριάζουν τη μισή μέρα πάνω στη θράκα της παραλίας και την άλλη μισή στους ξύλινους καναπέδες του παλιού αρχοντικού, ποτίζοντας τα λαρύγγια τους με σπιτική λεμονάδα και πειραγμένα κοκτέιλ.
Εμείς φαινόμαστε —από το παλιό αυτοκίνητο της Αντιγόνης και τα δικά μου εξίσου παλιά κι εκτός μόδας ρούχα- για άνθρωποι που μετράμε τα κέρματα στο πορτοφόλι μας. Ίσως πάλι η Αντιγόνη, με τα φιρμάτα γυαλιά της και τα διακριτικά επώνυμα ρούχα της (ακουμπάει ένα σεβαστό ποσό κάθε τόσο για να κάνει ρεκτιφιέ στην εικόνα της) να ξεφεύγει λιγάκι και να κολλάει πιο πολύ με τις κοπελίτσες του ξενώνα, που ξεσηκώνουν κάθε πρωί τον κόσμο με τις φωνές τους φλυαρώντας για τα ταξίδια που έχουν κάνει στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Αλλά εγώ κάνω μπαμ από μακριά ότι καμία σχέση δεν έχω μ’ όλον αυτό τον χορτασμένο κόσμο.
Το μόνο που πιθανόν ενώνει τους ενοίκους του αρχοντικού είναι η επιθυμία όλων όσοι επέλεξαν τα ορεινά του νησιού να ανακαλύψουν αυθεντικά μέρη και απόμερες παραλίες. Βέβαια οι πρωτευουσιάνοι τουρίστες, που
θεωρούν μπανάλ καθετί νεοπλουτίστικο και κραυγαλέο και κυνηγούν μετά μανίας κάτι ανυπόληπτα και ταπεινά ταβερνάκια, σίγουρα θα έχουν παχυλούς λογαριασμούς στις τράπεζες και ακριβά διαμερίσματα στο Κέντρο ή στα Βόρεια προάστια. Αντίθετα για μένα όλα αυτά, άγνωστα χωριουδάκια στο μέσο του πουθενά και έρημες αμμουδιές, σημαίνουν φθηνές ή τζάμπα διακοπές,
αφού ο δικός μου τραπεζικός λογαριασμός βρίσκεται στα πρόθυρα της ασιτίας και το πατρικό σπίτι που με φιλοξενεί ακόμη είναι χωμένο σ’ ένα μικροαστικό στενό, στις παρυφές του κέντρου της Θεσσαλονίκης.
Η ταβερνιάρισσα μας ξεκαθαρίζει ότι τις καθημερινές ετοιμάζει μόνο δύο φαγητά, γιατί πιο πολύ δουλεύει το βράδυ με παραγγελίες και παρέες που της κλείνουν όλο το μαγαζί. Μην έχοντας εναλλακτική, παραγγέλνουμε και τα δυο πιάτα και βυθιζόμαστε ξανά, η Αντιγόνη στα διαβάσματά της κι εγώ στους λογαριασμούς μου για το πόσα αναμένεται να ξοδέψω στο νησί και πόσο καιρό θα με βγάλει το υπόλοιπο των οικονομιών μου.

 

ΔΙΩΝΗ

– Γινόσαστε μελαγχολική, Μαργαρίτα.
Μα είναι τόσο ωραία-
ο ήλιος, η θάλασσα- ένα παντοτινό καλοκαίρι…

Γιώργος Σεφέρης, «Στα περίχωρα της Κερυνειας»

ΟΛΟΙ ΜΑΣ στον ξενώνα έχουμε αποκτήσει μια βολική, καθημερινή ρουτίνα. Έπειτα από τόση απραξία, μου κάνει καλό να έχω ένα σαφές ωρολόγιο πρόγραμμα. Με την Αντιγόνη σηκωνόμαστε νωρίς και παίρνουμε το πρωινό
μας στη σάλα του φαγητού. Οι άλλοι προτιμούν τα τραπεζάκια της αυλής, αλλά εμένα μου αρέσει αυτό το σκιερό δωμάτιο που βλέπει στον πίσω κήπο. Άσε που έξω έχει μια διαολεμένη φασαρία από τις φωνές τους.
Κανένα πεντάλεπτο αργότερα από μας κάνει την εμφάνισή του ο Παπούτσιας, όπως τον φωνάζει η Αντιγόνη, με την γκόμενά του. Εκείνη τρέχει στον μπουφέ να ετοιμάσει του πασάκα ένα χορταστικό πιάτο που μόνο εμένα δεν έχει πάνω του. Από πίσω ουρά ο «άντρας» με το γλειμμένο
μαλλί και την άνεση του επιχειρηματία που έχει αραγμένη έξω την «Μπέμπα» του και μέσα το υπάκουο γυναικάκι που πολλά κάνει και λίγα λέει. Αυτοί πιάνουν στασίδι στο γωνιακό τραπέζι του κήπου που δεν το βλέπει ο ήλιος το
πρωί και ο Παπούτσιας αρχίζει τα τηλεφωνήματά του, που κρατάνε σχεδόν δύο ώρες. Αυτός πρέπει να ’χει καμιά βιοτεχνία υποδημάτων, γιατί όλο κανονίζει αποστολές απ’ άκρη σ’ άκρη στην Ελλάδα και μιλάει για φορτωτικές και CMR. Αν δεν ήταν Αθηναίος, μπορεί να ’μπαινα στον πειρασμό να του ζητήσω καμιά δουλειά. Βέβαια αυτό είναι καθαρά υποθετικό και μάλιστα του δευτέρου είδους, του μη πραγματικού, γιατί θα ’πρεπε πρώτα απ’ όλα να ρίξω
τα μούτρα μου -πράγμα σχεδόν αδύνατο — και μετά να παρακάμψω την γκόμενα που κάθεται Κέρβερος δίπλα του και επαγγέλλεται επισήμως «συνοδηγός BMW».
Στα δέκα λεπτά κάνουν την εμφάνισή τους τα δυο ζευγάρια των «πετυχημένων, ψαγμένων και αισθαντικών Αθηναίων». Οι άντρες έχουν πατημένα τα σαράντα, οι γυναίκες είναι τριανταφεύγα. Αυτοί κάθονται στο μοναστηριακό τραπέζι, τραβάνε τις κουρτίνες που κρέμονται απ’ το λιακωτό, μπας και προστατευθούν από τον πρώτο καυτό ήλιο, κι αρχίζουν την κουβέντα για διακοπές, παραλίες και «αυθεντικά ταβερνάκια». Για να καλύψουν τις παραγγελίες του Παπούτσια, ουρλιάζουν σχεδόν ο ένας στα μούτρα του άλλου, ενώ παράλληλα κάνουν και το κομμάτι τους στον νεόπλουτο βιοτέχνη, που διαθέτει και το πιο ακριβό αυτοκίνητο του ξενώνα.
Τελευταία κατεβαίνει η οικογένεια: ο πενηντάρης μπαμπάς με τη στρουμπουλή μαμά κοντά στα σαράντα και το κακομαθημένο κοριτσάκι, ετών τεσσάρων, αλλά με πείσμα και φωνή δεκαπεντάχρονου. Όπως όπως κι αυτοί βολεύονται στον κήπο και για αρκετή ώρα το εσωτερικό του ισογείου του ξενώνα μένει σιωπηλό και προστατευτικό. Η Αντιγόνη μόλις αποφάει, τραβάει σ’ έναν καναπέ κι αρχίζει τη μελέτη λευκωμάτων που αφορούν το νησί. Εγώ πάλι φέρνω βόλτες το βλέμμα μου στους πίνακες του σαλονιού ή παρατηρώ τα ακριδοειδή που σκαρφαλώνουν πάνω στις σήτες των παραθύρων.
Ο ξενώνας αδειάζει οριστικά απ’ όλους μας κατά τις έντεκα. Εγώ με την Αντιγόνη είμαστε και οι μόνες που επιστρέφουμε το μεσημεράκι από τις παραλίες για να κάνουμε ένα μπάνιο, πριν πάμε στης Στέλλας για φαγητό. Οι υπόλοιποι γυρίζουν κατά κύματα, όσο περνούν οι μέρες και πιο καρβουνιασμένοι, μετά τις εφτά το απόγευμα κι εμφανίζονται ξανά στον κήπο γύρω στις εννιά, για να εξαφανιστούν οριστικά έπειτα από καμιά ώρα. Η οικογένεια ανεβαίνει στο δωμάτιό της για να κοιμίσει το παιδί με τη συνοδεία της τηλεόρασης και τα ζευγαράκια κατεβαίνουν στα παράλια για να κάνουν νυχτερινή ζωή.
Η ταβέρνα της Στέλλας είναι αναπόσπαστο κομμάτι της σύντομης καθημερινότητάς μας στο νησί. Από την προηγουμένη η Αντιγόνη κάνει συμφωνία για το φαγητό της επόμενης μέρας κι ύστερα πέφτει με τα μούτρα
στο ημερήσιο πιάτο χωρίς πολλές κουβέντες. Νομίζω ότι έχει παραιτηθεί απ’ την προσπάθειά της να μάθει τις λεπτομέρειες του βίου της Στέλλας. Ίσως πάλι να την πειράζει η ξαφνική φιλία μου με μια γυναίκα τόσο μεγαλύτερη από μας. Δεν μου έχει πει κάτι, ούτε μια τόση δα σπόντα, καταλαβαίνω όμως ότι μόλις πατάμε το πόδι μας στην ταβέρνα γίνεται πιο απόμακρη, λες και
νιώθει παρείσακτη. Η Στέλλα είναι το ίδιο εξυπηρετική και με τις δυο μας, αλλά η Αντιγόνη πιάνει το βλέμμα της όπως το ακουμπάει τρυφερά πάνω μου.
Μόλις τελειώνουμε το φαγητό, λες κι έχουμε κάνει μυστική συμφωνία με την Αντιγόνη, εκείνη βρίσκει πάντα μια δικαιολογία για να επιστρέψει μόνη της στον ξενώνα -μια ξαφνική κόπωση μετά την πολύωρη έκθεση στον ήλιο, μια επίμονη ιδέα για το νέο βιβλίο που έχει στα σκαριά— κι εγώ φωλιάζω στη δροσιά του εσωτερικού της ταβέρνας βλέποντας τη Στέλλα να πηγαινοέρχεται στην κουζίνα όσο προετοιμάζει τα πιάτα για το βράδυ.
Έπειτα από πολλά παρακάλια μου επιτρέπει να καθαρίσω τις πατάτες ή να πλύνω τα πιάτα μας και φυσικά αρνείται να πληρώσω το λογαριασμό του μεσημεριανού φαγητού. Όταν αναχωρώ αργά το απόγευμα με το σαραβαλιασμένο «Ντάτσουν» του άντρα της, απορώ πώς τα καταφέρνει και βγαίνω πάντα κερδισμένη από την εκκαθάριση των μεταξύ μας οικονομικών εκκρεμοτήτων, φεύγοντας μ’ ένα μισογεμάτο πακέτο τσιγάρα, καμιά σακούλα σύκα ή κανένα βάζο γλυκό του κουταλιού, για να φιλέψω και τους υπόλοιπους νοικάρηδες του ξενώνα και να μη μένω μονίμως στο περιθώριο σαν τον ψωριάρη.
Τα βράδια μας με την Αντιγόνη τα περνάμε παρέα με δυο γατιά. Καθόμαστε στο τραπέζι που ’χει θέα στο οροπέδιο και κουβεντιάζουμε για τα γκομενικά μας, περισσότερο η Αντιγόνη για τα δικά της, με τη σοφία των
ανθρώπων που δεν σκοπεύουν να την ξαναπατήσουν, ενώ την ίδια ώρα ο Πικάσο βρίσκει καταφύγιο στην αγκαλιά μου και η Μουσίτσα παίζει με το πλαστικό λουλούδι της σαγιονάρας μου. Η άνεση της Αντιγόνης απέναντι μου επανέρχεται κι εγώ μοιράζομαι μαζί της τα κέρδη από την ημιαπασχόληση στην ταβέρνα (φρούτα ξηροκάρπια-χειροποίητα γλυκά). Έτσι όλοι μένουμε
ευχαριστημένοι και περισσότερο η τσέπη μου, που φαίνεται να ’χει πάρει μια ανάσα με το τζάμπα φαγητό και το πρόχειρο βραδινό που μου εξασφαλίζει η Στέλλα.
Η ιδιοκτήτρια, η Ειρήνη, έχει μια διακριτική παρουσία στον ξενώνα, η οποία γίνεται πιο εμφανής όταν οργανώνει τα δείπνα της προς τιμήν συγγραφέων και μουσικών που έχουν αγοράσει σπίτια στο παραδιπλανό μισοερειπωμένο χωριό, το Λυκόστομο. Την παρατηρώ μες στο μισοσκόταδο που τους υποδέχεται με πλατιά χαμόγελα κι ανοιχτές αγκαλιές. Πόσο διαφορετική μου φαίνεται μ’ όλους εμάς. Διατηρεί σε κάθε περίπτωση τους ευγενικούς της τρόπους, αλλά μπορώ εύκολα να ξεχωρίσω κάτω απ’
το σαθρό βελούδο τη μεταλλική λάμψη του σνομπισμού και της απόστασης που καλλιεργεί προς τους τυχάρπαστους, οι οποίοι νομίζουν ότι θ’ αγοράσουν κουλτούρα κι ευζωία με ενενήντα και εκατόν είκοσι ευρώ το βράδυ.
Τα πρωινά την ακούω που ξυπνάει με τα κοκόρια και πάει και κλείνεται στην κουζίνα, για να φτιάξει τα κέικ και τις τηγανίτες της. Μόλις τελειώσει με τις ετοιμασίες, κρύβεται πίσω από το καταχωνιασμένο γραφείο της υποδοχής βάζοντας μπροστά μια πενηντάρα αλλοδαπή, πιθανότατα Ουκρανή ή Γεωργιανή, η οποία ετοιμάζει τους καφέδες και στρώνει τα τραπέζια στη σάλα και στον κήπο. Δείχνει ξεκάθαρα ότι δεν θέλει πολλά νταραβέρια μ’ όλους εμάς, γι’ αυτό και η επικοινωνία μου μαζί της περιορίζεται σε μια ξερή καλημέρα ή καληνύχτα. Μπορεί να μην είμαι τόσο καλή στη μελέτη των ανθρώπινων χαρακτήρων σαν την Αντιγόνη, αλλά μερικές φορές νιώθω ότι αυτή η γυναίκα βγάζει ένα αδικαιολόγητο κόμπλεξ, ακόμη κι απέναντι σε μένα που δεν έχω δουλειά, γκόμενο και φράγκο στην
άκρη. Λες και φοβάται μην την εκμεταλλευθεί κάποιος, μήπως τυχόν τη δούνε σαν τη δούλα που τους κάνει τα θελήματα και τους εξυπηρετεί. Πιθανόν οριοθετεί από άμυνα. Πιθανόν. Ίσως να το συζητήσω με τη Στέλλα.
Οι μόνοι που μου φαίνονται αληθινά συμπαθείς είναι ένα ζευγάρι που μένει στο χαμηλό πέτρινο σπιτάκι, δίπλα από το αρχοντικό. Δεν ξέρω ποια είναι η ακριβής σχέση τους με την ιδιοκτήτρια του ξενώνα, αλλά συχνά βλέπω
τον άντρα να βοηθάει με το κτήμα και τον κήπο και τη γυναίκα του να χώνεται στην κουζίνα μαζί με την Ειρήνη. Αν κάτι ζηλεύω σ’ αυτό το κομψό περιβάλλον είναι η ηρεμία αυτών των δύο ανθρώπων, όταν αργά το βράδυ ανάβουν τα κεριά πάνω στο μεταλλικό τραπέζι τους, βάζουν σιντί
του Πιατσόλα και πιάνουν την κουβέντα προσέχοντας πάντα να μην ενοχλούν εμένα και την Αντιγόνη, τους μόνους νυχτερινούς επισκέπτες του κήπου.
Τον άντρα του ζευγαριού, τον Κώστα, τον συναντώ συχνά στον κήπο τα πρωινά. Κάθεται και χαζεύει ένα μυστήριο φυτό, το ποτίζει και το φροντίζει πιο πολύ κι απ’ τον ίδιο κι εκείνο του ανταποδίδει τη φροντίδα με κάτι
λουλούδια κόκκινα σαν το πηχτό αίμα, που φαίνεται να ’χουν μακρινή συγγένεια με τα γαρίφαλα. Καμιά φορά τον αγγαρεύω να με πετάξει μέχρι τη Στέλλα με τη μηχανή του, μια που του αρέσει να κάθεται κάτω απ’ τον ίσκιο
του πλάτανου και να καπνίζει σιωπηλά δίπλα μας. Με τη Στέλλα φαίνεται να έχουν αμοιβαία συμπάθεια, ίσως από τότε που και κείνη πήγαινε πιο συχνά μέχρι το ύψωμα όπου είναι χτισμένος ο ξενώνας, όπως μου εξομολογήθηκε κάποια στιγμή η ίδια. Μπροστά μου λένε μόνο τα τυπικά. Εκείνος κάνει το τσιγάρο του κι ύστερα μας αφήνει να τα πούμε και χάνεται μέσα στο σύννεφο της σκόνης του τραβώντας συνήθως κατά τη Χώρα.
Η γυναίκα του, η Ρωξάνη, είναι πιο ακριβοθώρητη. Ξυπνάει αφού έχουν φύγει οι περισσότεροι ενοικιαστές και φαίνεται να κινείται με άνεση, τόσο στο σπίτι όσο και στον κήπο, τις ώρες που είναι άδειος ο ξενώνας.
Μόνο όταν η Ειρήνη έχει κανένα από τα περίφημα δείπνα της βοηθάει με το κουβάλημα των σερβίτσιων και πηγαινοφέρνει τις πιατέλες στους καλεσμένους. Φαίνεται ότι η Ειρήνη ταΐζει καθημερινά εκτός από την ίδια
και την οικογένειά της και τον Κώστα με τη Ρωξάνη, και προς μεγάλη μου έκπληξη το κάνει αγόγγυστα.

ΝΟΥΒΕΛΑ

ΠΕΝΤΕ ΖΩΕΣ ΚΙ ΕΝΑ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ (2012)

Αρχή

ΟΛΑ ΞΕΚΙΝΗΣΑΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΑΓΚΗ ΜΟΥ ΓΙΑ ΨΥΧΙΚΗ ΑΠΟΣΥΜΠΙΕΣΗ. Με το όλα δεν εννοώ κάποια άκρως επαναστατική πράξη που θα ανέτρεπε εκ βάθρων την ανυπόφορη ανοησία, μέσα στην οποία ζούσαμε πολλοί από μας εκείνα τα χρόνια. Αναφέρομαι περισσότερο στο ιδιωτικό μου σύμπαν και σε πράγματα πρωτόφαντα για μένα, ειδικότερα δε σε κείνο το ξαφνικό λάκτισμα της ψυχής που πήγε παραπέρα τη σκέψη μου, άσχετα αν βούτηξε πρώτα το ποδάρι της μέχρι τη ρίζα του στο δυσώδες έλος της χθαμαλής πραγματικότητας. Ο Θα μπορούσα να παραβλέψω μια τόσο δυσάρεστη κατάσταση για μια ακόμη φορά. Θα μπορούσα να τα βάλω με την κακή μου μοίρα ή τις ακόμη χειρότερες επιλογές μου. Αλλά όχι πλέον. Είχα βαρεθεί τα ατέρμονα στερνοκοπήματα που μου άφηναν παράσημο όλο και κάποια αδιάγνωστη ψυχοσωματική ασθένεια. Από τούτα τα υπόγεια που με χώσανε σαν τον ποντικό, ήθελα να δαγκώσω την κραταιά αξιοπρέπειά τους και να μολύνω με την πανούκλα μου, όσο γινόταν πιο βαθιά, τα μαλακά μόρια της δικής τους ακριβής ψυχής, της μοσχαναθρεμμένης με επαίνους και πρωτεία. Ήθελα να βρω έναν τρόπο να ουρλιάξω μέχρι το οριακό τέντωμα των χορδών κι ας έμειναν μετά κατακερματισμένα τα κρεατένια ξέφτια αυτού του θαυμαστού εργαλείου της ανθρώπινης επικοινωνίας. Έψαχνα με κάτι να διαλύσω τα τύμπανα της λεπταίσθητης ακοής τους που δεν είχε αφτιά για τον Κάτω Κόσμο μου. Το σημαντικότερο, ήθελα αυτή η κραυγή να ακουστεί όσο γινόταν μακρύτερα, μέχρι εκεί που επικρατούσαν με τρόπο αναντίρρητο τόσο οι ίδιοι όσο και οι μεθοδεύσεις τους. Όμως, η δομή του κόσμου τους μου όρθωνε εμπόδια και ό,τι και να σχεδίαζα ήταν καταδικασμένο να επιστρέψει στον αποστολέα του άθικτο, όπως και οι συνειδήσεις τους. Αποφάσισα, λοιπόν, να στραφώ στη λογοτεχνία και να προσπαθήσω να καταγράψω την πραγματικότητά μου για να συρρικνώσω τις τερατώδεις διαστάσεις που είχε αρχίσει να λαμβάνει μέσα μου. Ωστόσο, η θεραπευτική δράση της γραφής σύντομα θα έριχνε θεμέλια βαθύτερα από την πρωταρχική ανάγκη μου να αυτοψυχαναλυθώ· αφού πρώτα ξεκαθάρισα στον εαυτό μου ότι δεν θα γινόμουν Βιζυηνός, Μητσάκης ή Φιλύρας, παρά μόνο ως προς τις επιδόσεις τους στο λόγο. Τον τύπο του τον ήξερα. Τον είχα ξανασυναντήσει και παλιότερα σε ελαφρώς διαφορετικές παραλλαγές. Αλλά πρώτη φορά φιγουράριζε τόσο ψηλά στην κλίμακα της κοινωνικής ματαιοδοξίας και της πολιτικής επιρροής. Επίσης, γνώριζα ότι σε κάθε μου μάχη μαζί του, έβγαινα πάντα χαμένη. Σε όλες, μα όλες τις εκδοχές του. Πρώτα σαρκώθηκε σε κείνον τον γοητευτικό Αντιπρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο μιας μικρομεσαίας Ανώνυμης Εταιρίας που έτρωγε κάτι κοριτσάκια σαν εμένα για πρωινό και, φυσικά, οποιαδήποτε άρνησή μου στις ορέξεις του θα με οδηγούσε εκεί που με οδήγησε: στον τρίτο και τελευταίο, χαμηλοτάβανο όροφο με τα φωτοτυπικά, τις κούτες με τα αναλώσιμα και το κουβούκλιο του τμήματος Εισαγωγών-Εξαγωγών, παρέα με τη γεροντοκόρη, που για ένα ολόκληρο χρόνο μ’ έβαλε να κάθομαι σε μια άβολη καρέκλα πίσω από τους σκονισμένους εκτυπωτές και σποραδικά να της βγάζω καμία φωτοτυπία, από φόβο μήπως μάθω τη δουλειά και της φάω τη θέση. Μάταια χτυπιόμουν ότι δεν ήθελα την αργομισθία, ότι σαν νέος άνθρωπος είχα ανάγκη να εκπαιδευτώ και να δοκιμάσω τον εαυτό μου και τις δυνάμεις μου στην πολυθρύλητη ελεύθερη αγορά. Έπρεπε να καταλάβω ότι εκείνο το βράδυ στο μπαρ -σε μια ακόμη χλιαρή συνάντηση σύσφιξης των σχέσεων των στελεχών της εταιρίας-, όταν ο εν λόγω μου ζητούσε να κάνω μια επιλογή, εννοούσε φυσικά να διαλέξω το δρόμο της ακόλαστης αρετής που οδηγούσε κατευθείαν στα σατέν (όπως ψιθύριζαν πολλοί και κυρίως πολλές) σεντόνια της κρεβατοκάμαράς του και παρεπόμενα, στον πρώτο όροφο της δράσης και του πρεστίζ του Οικονομικού Τμήματος. Ας πρόσεχα που επέλεξα τον ακανθώδη δρόμο της γεροντοκόρης με τα δερμάτινα παντελόνια και τα πέτσινα εσώρουχα. Στην ίδια δουλειά συνάντησα και τη δεύτερη εκδοχή του, λίγα χρόνια αργότερα. Αυτή τη φορά δεν είχε την κοψιά του λάτρη του σκι, δεν είχε το λαίμαργό του βλέμμα που χανόταν απροκάλυπτα σε όλα τα βάθη της γυναικείας σάρκας. Η ρηξικέλευθη αυτή εκδοχή φορούσε δυο γυάλινα, λουλακιά μάτια και αγαπούσε τα μοναχικά ταξίδια στα θέρετρα του σεξοτουρισμού. Με τακτοποιημένα τα παιδιά και ταϊσμένη κοινωνικά τη γυναίκα του –με μια θέση «συζύγου Γενικού Διευθυντού» κι έναν καλό μισθό στο σινιέ κεμέρι της-, μπορούσε να πετιέται πού και πού στην Ταϊλάνδη, για να ξεσκάει και να ξεδιψάει την κουρασμένη αστική ψυχή του με απολαύσεις πιο δυσεύρετες.
Στο πι και φι με ξήλωσε από το Οικονομικό –που έκανα αμάν για να μπω μετά τα καταναγκαστικά έργα στις «Εισαγωγές-Εξαγωγές», αξιοποιώντας το μαραζωμένο πτυχίο μου- και με πέταξε στη Γραμματεία να σηκώνω όλη μέρα τηλέφωνα και να τρέχω να κάνω καφέδες στην αφεντιά του και στους πελάτες. Αυτό ήταν το ευχαριστώ μετά από πέντε χρόνια επιτυχούς θητείας, πικρό αντίδωρο στις ελπίδες μου να γίνω σύντομα προϊσταμένη, στο υποκατάστημα της εταιρίας κοντά στο πατρικό μου. Δεν πρόλαβα να πάρω μυρωδιά το παραμάγαζο που έστησε με εικονικές χρηματοδοτήσεις και πλαστά αξιόγραφα, σε αγαστή συνεργασία μ’ έναν αετονύχη φίλο του, τραπεζίτη. Βέβαια, αν έπεφτε κάτι στην αντίληψή μου, δεν θα είχα κρατήσει σφαλιστό το στόμα μου για το άνθισμα της παρατράπεζας με την ευγενή χορηγία του επίσημου τραπεζικού χρηματοδότη, κι αυτό μάλλον φοβήθηκε κι εκείνος και με μετακίνησε στη νέα, ανυπόληπτη θέση μου παρέα με μια ξανθιά πρώην κομμώτρια, που ολημερίς μασούσε τσίχλα και χαζολογούσε με όλα τα αρσενικά που μπαινόβγαιναν στο κτίριο. Το ότι τους ανακάλυψαν κι έστω και αργά ένιωσα μια κάποια δικαίωση, είναι κι αυτό κάτι. Αλλά δεν ήμουν εγώ αυτή που τους ξεσκέπασε. Αυτό το έτοιμο φαγητό της εκδίκησης δεν με συγκινούσε ιδιαίτερα, γιατί δεν είχε γίνει με τα δικά μου χέρια. Μάλλον θα είχε βάλει το χεράκι του κανένας αδέκαστος ορκωτός λογιστής. Ούτε καν στη δίκη του θέλησα να πάω. Δεν μου έλεγε τίποτε πια η έξαλλη χαρά να δω την αιμάτινη ρωγμή του τρόμου να διαπερνά τα ματογυάλια του, συνθλίβοντάς τα σε δεκάδες κομμάτια απελπισίας. Η φαρμακερή εκδοχή του μου έπεσε, όμως, ακόμη πιο δύσπεπτη. Ίσως γιατί είχα ωριμάσει πια, ίσως γιατί είχα μπουχτίσει από το παραμύθι του καλού τέλους και της επιβράβευσης των φιλότιμων προσπαθειών. Εδώ τώρα, πρέπει να ρίξω κι ένα φταίξιμο στους γονείς μου. Με είχαν μεγαλώσει με το πρότυπο της καλής μαθήτριας, του Άριστα που ανοίγει τις πόρτες στους άξιους και κρατάει απ’ έξω τα ντουγάνια και τους τσόγλανους. Σε ποιο ονειρικό κόσμο με κλείσατε, γονείς, που δεν είχε μήτε ένα άνοιγμα στη συμπαγή του φούσκα, μήτε ένα Δράκο έξω απ’ την Κερκόπορτά του; Αλλά ας μην προτρέχω. Ας συνεχίσω γραμμικά την ιστορία. Ο υποβιβασμός μου στη Γραμματεία έβαλε μπρος μέσα μου το μηχανισμό της αναζήτησης εξόδου διαφυγής και ακολουθώντας το ρεύμα των καιρών, άφησα την εκμαυλιστική, αλλά άπιστη αγκαλιά του Ιδιωτικού Τομέα και σύνηψα αρραβώνα με τον συγκαταβατικό και άνευ πολλών εκπλήξεων ευρύτερο δημόσιο τομέα.
Στη νέα μου Υπηρεσία πήγα με καλές ελπίδες και σίγουρα ελάχιστα ρεαλιστικές. Όπως ήταν αναμενόμενο, οι υψηλών προδιαγραφών απαιτήσεις της ελαφρώς φωτογραφικής προκήρυξης –που από μια καλή τύχη κούμπωναν και με το δικό μου βιογραφικό- δεν είχαν καμία απολύτως σχέση με το ισοπεδωτικό και άνευρο αντικείμενο εργασίας. Μπορεί να είναι και δική μου βλάβη και όλοι οι υπόλοιποι να ήταν ευχαριστημένοι τόσο με τη δουλειά τους όσο –και κυρίως- με την απρόσκοπτη καταβολή κάθε τέλους του μήνα του σχετικώς αξιοπρεπούς μισθού μας. Εγώ μέσα μου τρωγόμουν και κανένα ταξίδι, καμία παρηγορητική αγκαλιά δεν μπορούσε να κατευνάσει την ανία και την απελπισία μου, για τις άδικα χαμένες ώρες της ημέρας μου που θα με οδηγούσαν σιγά-σιγά με τα σερνάμενα βήματά τους στην κατάσταση της σύνταξης και μετά σ’ ένα θάνατο λυτρωτικό, ο οποίος θα με έσωζε από τη χρόνια ασθένεια της αδιαφορίας. Στα τρία χρόνια, άμαθη από την κρεατομηχανή του Δημοσίου, αναθάρρησα γιατί, ανέλπιστα, μια αίτηση μετάθεσής μου για μία πολλά υποσχόμενη θέση σε ένα παρακλάδι της Κεντρικής Διεύθυνσης, έγινε δεκτή. Στη συνέχεια βέβαια, διαπίστωσα ότι η επιλογή μου από τα μεγάλα κεφάλια της Διοίκησης ήταν εντελώς συμπωματική και ελαφρώς αρνητική –κάτι σαν την ψήφο διαμαρτυρίας που ρίχνουν οι απογοητευμένοι από το δικό τους κόμμα στο αντίπαλο-, προκειμένου να αποτραπεί η μετακίνηση άλλου υπαλλήλου, ο οποίος, όντας εξάδελφος ανώτατου στελέχους της πολύπαθης ΔΕΚΟ, θα γινόταν πιθανόν το άγρυπνο μάτι της διοίκησης στην μερικώς ανεξάρτητη και αυτοκέφαλη Υποδιεύθυνση. Από τον διαπλεκόμενο εξάδελφο προτιμήθηκα εγώ ως ανένταχτη και πιθανόν ευκολότερα χειραγωγήσιμη. Έπρεπε να καταλάβω τη συνέχεια, όταν από την πρώτη κιόλας συνέντευξη, βάλαμε εγώ το φυτίλι και κείνος τον αναπτήρα πάνω στο γραφείο του. Φυσικά, λόγω θέσης, εκείνος θα πυροδοτούσε την έκρηξη κι εγώ θα γινόμουν το παρανάλωμα. Καμία άλλη βερσιόν της ιστορίας δεν προβλεπόταν και δεν επιτρεπόταν από τον εσωτερικό κανονισμό. Υπό άλλες συνθήκες, θα αισθανόμουν ανεπαρκής για να ξεκινήσω να γράφω το πρωτόλειό μου, βάζοντάς τα με το τέρας της γραφειοκρατίας που ακόμη κι όταν τρέφεται με ανυπόκριτο ενθουσιασμό και φρέσκες ιδέες, τις χωνεύει μεγαλειωδώς στο στομάχι του και τις μετατρέπει στη δική του πηχτή πούλπα. Όμως η παρούσα κατάσταση ήταν εντελώς ιδιαίτερη: σ’ ένα μεγάλο βαθμό αντλούσε από την παμπάλαια εθιμική παράδοση των
αγκυλώσεων του Δημοσίου, είχε όμως μπολιαστεί με την αμφιλεγόμενη προσωπικότητα ενός πραγματικού μάστορα, του πιο έξοχου εκπροσώπου αυτού του είδους, με το οποίο είχα συναντηθεί ήδη δύο φορές στη ζωή μου και αφελώς πίστευα ότι ήξερα.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Κάπου ν’ ακουμπήσεις

ΔΩΡΑ ΜΕΝΤΗ

Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ 4/1/2018

Ποιητικά δώρα της Δώρας Κασκάλη

Με δεδομένο ότι στην ποίηση που γράφεται από γυναίκες στη διάρκεια του 20ου αιώνα «οι ποιήτριες κρατούν αποστάσεις από τα έργα της καθημερινότητας, μολονότι ταυτόχρονα εκφράζουν πλήθος από ευαισθησίες ή ιδιαιτερότητες που συνδέονται άμεσα με το φύλο»[1] και με χτυπητή εξαίρεση τα ποιήματα της Κικής Δημουλά, καλό θα ήταν από τη σημερινή σκοπιά να παρακολουθούμε πιο προσεκτικά τις τάσεις που διαφαίνονται στις πρώτες δεκαετίες του 21ου αιώνα. Οι δύο ποιητικές συλλογές της Δώρας Κασκάλη Ανταλλακτήριο ηδονών (2014) και Κάπου ν’ ακουμπήσεις (2018) παρέχουν πρόσφορο υλικό όχι μόνο για την ανίχνευση των παραπάνω ζητουμένων αλλά και για έναν ολικό επαναπροσδιορισμό της γυναικείας ταυτότητας μέσα από τη συνεκτίμηση των ρόλων του έρωτα, του κοινωνικού περίγυρου, της εργασίας και της οικογένειας, στη ζωή μιας σύγχρονης γυναίκας που δεν παύει όμως να ζητά «κάπου να ακουμπήσει». Ας αναψηλαφήσουμε λοιπόν την υπόθεση ανάμεσα στη λογοτεχνία και τη γυναικεία ταυτότητα, εστιάζοντας τόσο στη ρομαντική εικόνα όσο και στα πραγματικά της επιτεύγματα, πέρα από τις συναισθηματικές αντιφάσεις του βίου που χαρακτηρίζουν τη σημερινή εποχή.

«Ο άνθρωπος που γράφει, όταν είναι γυναίκα», μας προϊδεάζει η Ρέα Γαλανάκη, «κουβαλά μια πελώρια τσάντα και την ανοίγει».[2] Ανοίγουμε, όπως την τσάντα, τις δύο ποιητικές συλλογές της Κασκάλη και καταγράφουμε συνοπτικά (και αλφαβητικά) τα περιεχόμενα: αγάπη, αγωνία, αισθήσεις, ανατομία, βαμμένα νύχια, επιθυμίες, επιστολές, εραστές, ηδονή, θάνατο, καθημερινότητα, λέξεις, μνήμη, μοναξιά, όνειρα, παιδιά, πόλη, σάρκα, σύμπαν, φαντάσματα, φεγγάρια, φόβο. Σε μια πρώτη εντύπωση κυριαρχούν οι αισθήσεις καθώς τα πράγματα είναι απτά, κι ανάμεσα στα, θετικά, συναισθήματα κατονομάζονται τα κύρια, όσα σχετίζονται ιδιαίτερα με την ατομική οντότητα μέσα στη δομή του οίκου. Ανάμεσα σε αυτά η έννοια του ανήκειν είναι κεντρική, αποτελεί μια σταθερή διεκδίκηση και κάποτε κατάκτηση: ένα κορμί και μια συγγραφική συνείδηση που πάλλεται και διεκδικεί με κάθε τρόπο τη ζωή, την επικοινωνία και τη συρραφή τους, με επίγνωση της δύναμης και της αδυναμίας της, καθώς μες «στις καθημαγμένες μου θηλές / βοτάνι τρέφω αθανασίας».[3] Με βασικό ζητούμενο την ανα-γέννηση «Βρέφος, Γυναίκα, Φοίνικας τρομακτικός»[4] προκύπτει η ανάγκη για μια γλώσσα νέα, με απόλυτα θηλυκό πρόσημο:[5]

Θέλω να εφεύρω μια γλώσσα νέα.
Τις σιωπές να ντύσει
και τις ανέστιες επιθυμίες να σαρκώσει.
Σαν παλτό να κουκουλώσει
τη μοναξιά μας αυτήν
την άγρια νύχτα. Χάδι σοφό
στ’ αχάιδευτα μέλη ζωή να δώσει.
Να ξαναθυμίσει την ανακάλυψη
του πρωτόφαντου κόσμου. Θέλω
μες απ’ το χάος του εαυτού

τούτη η γλώσσα
ν’ αγκιστρώσει
την αγάπη.

Η θηλυκότητα αυτή δεν εντάσσεται όμως στο πλαίσιο της φεμινιστικής κριτικής,[6] καθώς όχι μόνο δεν έχει ανάλογες ιδεολογικές προεκτάσεις αλλά και κυριαρχείται τόσο από τον διάχυτο ερωτισμό όσο και από τον πρακτικό βίο μιας γυναίκας που είναι μεστός και πλήρης βιωμάτων. Το ίδιο το συναίσθημα ριζώνει στη Θεσσαλονίκη και συγγενεύει με την «άνθρωπο» από το ομώνυμο ποίημα της Ζωής Καρέλλη.[7] Το σώμα, οι ουσιαστικές λειτουργίες και οι επιθυμίες του, είναι η μήτρα της ζωής, την ενδιαφέρει «σαν εσωτερική ορμή κι έκφραση προς τα έξω αυτού που γίνεται μέσα, κι όχι σαν είδωλο στον καθρέφτη», σύμφωνα με τη σωματοκεντρική διατύπωση της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ.[8] Πέρα από τη φεμινιστική οπτική, η οπτική του κόσμου της Κασκάλη, θεωρητικά τουλάχιστον, εμφορείται σε μεγάλο βαθμό από τα γυναικεία εκείνα χαρακτηριστικά που έθελγαν τον Ροϊδη, ο οποίος ζητούσε από τις γράφουσες να είναι «έξυπνοι, χαρίεσσαι, ευαίσθητοι ή και πονηραί, φιλοσκώμονες, κακόγλωσσοι και διασκεδαστικαί»,[9] με τη διευκρίνιση ότι δεν έχει εκδηλωθεί ακόμη η σατιρική της φλέβα. Κυρίως αγαπητική και τρυφερή με τους άντρες και με το γιο της («Του γιου μου»), διεκδικεί με αποφασιστικότητα τη θέση της οικοδέσποινας («Ομοτράπεζοι ομοούσιοι») ενώ μεθοδικά τους εξοντώνει («Οικόσιτα φαντάσματα»). Εκτός του οίκου πάλι, με το βλέμμα στραμμένο στην πόλη δείχνει, αν και φάλτσα, μια επαναστατικότητα:[10]

Οι σωρείτες πάνω από τον Χορτιάτη
Κακά έφερναν μαντάτα.
Λαχταρούσα να βγάλω τη μαύρη ζακέτα,
Συγγνώμη να μη ζητήσω
Για το φάλτσο στον επαναστατικό μου ρόλο.

Το βλέμμα της Κασκάλη διαθέτει ωστόσο μια πολιτική οπτική στον τρόπο που αποτυπώνει καθημερινές εικόνες γυναικών από το προσωπικό ενδιαίτημα του μπουντουάρ ή της κουζίνας τους («Απλή συνταγή λαχανοσαλάτας») έως τη στάση («Τα χρειώδη») και τη διαδρομή («Θνησιγενή και αιώνια») του αστικού λεωφορείου. Ιδιαίτερα τα ποιήματα «Συρραπτική» και «Μνήμης προίκα» ανακαλούν την τρυφερή προσέγγιση στα αδρά χέρια και στις ιστορίες των Γυναικών (2010) του Μιχάλη Γκανά, ενώ ο γυναικείος της ερωτισμός «αποφυλακισμένος» ξεχύνεται στο ποίημα «Τα λόγια εκείνου» με τρόπο μικτής αλλά πετυχημένης μίμησης Μάτσης Χατζηλαζάρου στο πρώτο μισό, που αρχίζει έτσι:[11]

Με ανεμίζεις’
τρίζεις τους τοίχους της συνήθειας.
Με αποφυλακίζεις
Δίνοντας εγγύηση
τοπάζια, φεγγαρόπετρα, κοβάλτιο. Μάτια φυλακτό.

και βιωματικών μοτίβων με καρυωτακικό υπόστρωμα Μαρίας Πολυδούρη στο μεγαλύτερο μέρος του ποιήματος, που τελειώνει έτσι:

Μόνο γιατί αγάπησα τα μάτια σου
που το χρώμα τους μου διαφεύγει,
μόνο γιατί εσύ στόλισες το φθαρμένο
κ’ έκανες το τυχαίο ένδοξο,
εγώ αυτή την πόλη αγάπησα.

Περιμένουμε τη συνέχεια. Να δούμε πού πάει και πού το πάει η ποίηση για τις γυναίκες που πιστεύουν ακόμα στον έρωτα και δεν καταλαγιάζουν κλεισμένες μέσα στην εικονική πραγματικότητα ή στη μεσοτοιχία της διπλανής πόρτας, άφθαρτες και φθαρμένες, θωρακισμένες γύρω από το πραγματικά δυνατό ένστικτο της αυτοσυντήρησης που νικά το χρόνο και κατακυρώνει τα ποιήματα, πράγμα που είναι και το βασικό διαχρονικό ζητούμενο μιας νέας γυναίκας όπως η Δώρα Κασκάλη και όπως ήταν το 1971 η Κική Δημουλά:[12]

Αν μένει πάντα κάποια γύρις
στα τελειωμένα πράγματα
για την επικονίαση
της εμπειρίας, της λύπης
και της ποίησης.

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

https://charalamposgiannakopoulos.com/3/1/2019

Λίγοι στίχοι από το τελευταίο ποίημα της συλλογής για την οποία συζητάμε απόψε μου δίνουν την αφορμή για να επιχειρήσω μια σύντομη σύνδεση με τα προηγούμενα – με το προηγούμενο, για την ακρίβεια, ποιητικό βιβλίο της Δώρας Κασκάλη, το Ανταλλακτήριο ηδονών, που κυκλοφόρησε το 2014 από τις εκδόσεις Σαιξπηρικόν. Τους διαβάζω:
Δεν μπορώ να φανερώσω την επιθυμία.
Το σώμα δεν θυμάται πια.
Έχει εντοιχιστεί σε συλλογές ερωτικές,
στα ρήματα αναπνέει
και σπαταλιέται στα επίθετα.
Απ’ ό,τι φαίνεται λοιπόν ό,τι κυριαρχεί σ’ εκείνο το βιβλίο είναι η διασύνδεση του έρωτα με τη γραφή, του σώματος με το ποίημα. Το Ανταλλακτήριο ηδονών στο σύνολό του γεωγραφεί τις επικράτειες του έρωτα: την επιθυμία και την άρνηση, την προσδοκία και τη μοναξιά, την απουσία και την ολοκλήρωση· την αιωνιότητα της μιας ώρας, που καμιά φορά είναι αρκετή για να δώσει νόημα σε μια ολόκληρη ζωή· τον πόθο και τη διάψευση, την ήττα και την αντοχή, το αρσενικό και το θηλυκό. Κυρίως όμως με τα ποιήματα της συλλογής αυτής η Δώρα Κασκάλη αφηγείται τη διαλεκτική σχέση μεταξύ έρωτα και γλώσσας, γιατί η ερωτική εμπειρία, είτε το αντιλαμβανόμαστε είτε όχι, από τις λέξεις ξεκινάει πάντα και στις λέξεις καταλήγει ξανά.
Επιτρέψτε μου, πριν περάσω στο νέο βιβλίο, να διαβάσω ένα ποίημα από εκείνη τη συλλογή, ενδεικτικό της θεματικής του. Λέγεται «Χίλιες και μια λέξεις»:
Πάλευα
και κάθε βράδυ
στο προσκεφάλι του ακουμπούσα
ένα σύντομο ποίημα.
Προτίμησα για το χατίρι του
τα βασιλικά ρούχα να πετάξω
με άσπρο φανελάκι να κυκλοφορώ.
Εξόρισα από το λόγο μου περίτεχνα επίθετα,
αραβουργήματα, λεπταίσθητες εικονοποιίες.
Με τη γραφίδα σκάλισα
τη ρίζα της ελιάς, έδωσα σχήμα σ’ ένα πρωινό,
ύμνησα την απλότητα του έρωτα.
Εύχυμα σώματα
κατοίκησαν τις ρίμες μου,
στόματα δάγκωναν
μ’ όλη τους την οδύνη,
μέλη καίγονταν
στης λαγνείας το καμίνι.
Σαχραγιάρ, Σαχραγιάρ,
ακόμη ένα βράδυ θα μείνω ζωντανή.
Ο ήλιος θ’ ανατείλει μια νέα υπόσχεση.
Όλα είναι εδώ και όλα είναι κόμπος.
Σαχραγιάρ, Σαχραγιάρ,
ένα κοπάδι λέξεις, όμορφα συναγμένο
για να κερδίσω μάταια την προσοχή σας,
για ν’ αποκτήσω –φευ!– μια χάρτινη ζωή.
Η διαφορά των δύο ποιητικών συλλογών της Δώρας Κασκάλη έγκειται κυρίως στη θεματική ευρύτητα της δεύτερης έναντι της πρώτης. Η λυρική ποίηση, βέβαια, ήδη από την απαρχή της, στα χρόνια του Αρχίλοχου, είναι κατεξοχήν προσωπική ποίηση, έχει ως αφετηρία της δηλαδή το εγώ του ποιητή, μέσα από το οποίο αντικρίζουμε την εσωτερική του και την εξωτερική πραγματικότητα όπως εκείνος την αντιλαμβάνεται. Εκεί όμως που το ποιητικό υποκείμενο του Ανταλλακτηρίου ηδονών έμοιαζε εξ ολοκλήρου κυριευμένο από ένα μόνο πάθος, τον έρωτα ή, ίσως, από τα πάθη του έρωτα, στο Κάπου ν’ ακουμπήσεις η ποιήτρια φαίνεται τώρα να αγγίζει πολύ περισσότερες χορδές της λύρας της.
Το βιβλίο περιέχει σαράντα ένα ποιήματα και είναι χωρισμένο σε δύο ενότητες. Η πρώτη έχει τον τίτλο «Ψιχάλ’ από γαλακτοφόρο ουρανό» και περιλαμβάνει, απ’ όσο μπορούμε να καταλάβουμε, προσωπικά βιώματα της συγγραφέως, ποιητικά βέβαια μεταπλασμένα. Τον λόγο εδώ έχει η ποιήτρια, ας πούμε, ενώ στη δεύτερη ενότητα, που έχει τον τίτλο «Κάποτε επουλώνεται», ο λόγος δίνεται σε μεγαλύτερο βαθμό στη γυναίκα, για να μιλήσει, αυτή τη φορά, με πιο άμεσα αυτοβιογραφική διάθεση.
Θεματικά ωστόσο μπορούμε να διακρίνουμε τέσσερις ενότητες που συχνά ωστόσο εισχωρούν η μία μέσα στην άλλη. Έχουμε ποιήματα για τον έρωτα, ή αλλιώς για την απουσία, την απώλεια και τη μνήμη· ποιήματα για τη γραφή, ή διαφορετικά, για τη γλώσσα και την ποίηση· ποιήματα για τις γυναίκες και την πόλη που περιβάλλει το ποιητικό υποκείμενο· και, τέλος, ποιήματα για την οικογένεια της ποιήτριας, για τους ζωντανούς της και τους νεκρούς της – τα πιο αυτοβιογραφικά, προφανώς, ποιήματα του βιβλίου.
Ο έρωτας, για να ξεκινήσουμε από αυτόν, είναι για την ποιήτρια η μόνη, ίσως, μορφή αποθέωσης που μπορεί να γνωρίσει ο άνθρωπος. Είναι αυτό το στιγμιαίο που όμως, κάποτε, γίνεται αιώνιο. Είναι ένα ελάχιστο καταφύγιο, ένα μικρό βάλσαμο για τις πληγές της πραγματικότητας, ένα μέρος για ν’ ακουμπήσεις. Ο έρωτας είναι το μέγα παράδοξο: Τι αντινομία: / στις καθημαγμένες μου θηλές / βοτάνι τρέφω αθανασίας. Αυτή η αθανασία, ωστόσο, αυτή η αίσθηση του ερωτευμένου ότι μιλάει με τους θεούς, είναι ταυτόχρονα μια ύβρις για τον άνθρωπο. Η απώλεια είναι η τιμωρία για την αποθέωση που χαρίζει ο έρωτας και η απουσία μοιάζει να είναι η φυσιολογική ανθρώπινη συνθήκη, όταν εκείνοι που έχεις αγαπήσει γίνονται φαντάσματα και σε κατοικούν ξανά.
Για την ποιήτρια, ωστόσο, τα φαντάσματα αυτά δημιουργούνται και τρέφονται από τις λέξεις της. Η γραφή, το δεύτερο μεγάλο θέμα της ποιητικής συλλογής, είναι αυτή που παρέχει ανακούφιση και υπόσχεται παρηγοριά: Πάνω απ’ τα χαρτιά του σκύβει, ο ποιητής υποθέτουμε, και την απώλεια να χωρέσει προσπαθεί / σε δυο χιλιάδες λέξεις. Η γραφή προσφέρει επίσης και ελπίδα – τη μάταιη ίσως ελπίδα ότι η ποίηση, οι λέξεις μπορούν κάποτε να γεμίσουν το κενό, να δώσουν ζωή, να δώσουν σάρκα και οστά στα φαντάσματα: Εσύ υπόσχεσαι: κάποτε / οι λέξεις θα γίνουνε ζωή.
Ζωή σαν αυτή που συναντάει η ποιήτρια γύρω της, στην πόλη και στους ανθρώπους, στις γυναίκες ιδίως που συντυχαίνει. Τις αγαπώ όλες τους, γράφει, τις δυνατότητές τους αγαπώ. Τις παρατηρεί συνεχώς, στη στάση του λεωφορείου, στην οικιακή τους ευτυχία, στους κορσέδες του έγγαμου βίου, στο γραφείο και στην ασθένεια, στην ύπαρξης πάνω τα σχοινιά. Αυτές είναι, μας λέει η Δώρα Κασκάλη, η προίκα της, το κουράγιο της, το καθημερινό της προσφάι. Το ίδιο και η πόλη, πόλη εξάλλου είναι οι άνθρωποι, δείκτες της οποίας βρίσκουμε διάσπαρτους σε ολόκληρη τη συλλογή, που φανερώνει έτσι μια ισχυρή συνείδηση εντοπιότητας: ο Χορτιάτης, το λιμάνι, οι λεωφόροι, τα τείχη, ο Βαρδάρης, το Πωγώνι.
Τελευταίο διακριτό θεματικό κύκλο του βιβλίου αποτελούν τα ποιήματα που αφορούν τα πρόσωπα της ζωής και της μνήμης της ποιήτριας. Σήμερα δεξιώνομαι τους ζωντανούς μου, δηλώνει και γράφει στίχους για την κόρη της και για τον γιο της, για το σπίτι, για τους ανθρώπους που συγκεντρώνονται γύρω από ένα τραπέζι, για την επίσκεψη ακόμα ενός πεθαμένου. Αλλά και για τη γενιά της, εννοώντας ταυτόχρονα τόσο την ποιητική γενιά στην οποία αισθάνεται πιθανώς ότι ανήκει όσο και την ηλικιακή της γενιά, τους συνομηλίκους που μοιάζουν κάποτε να είναι μια φυλή μισών ανθρώπων. Το είπαμε εξαρχής εξάλλου: ο ποιητής κι όταν γράφει για το εγώ του, για τον κόσμο μιλάει. Το λέει και η Κασκάλη: Μου είπες: γράφε για σένα / για να καταλάβουμε για μας.
Περιορίζομαι απλώς να αναφέρω, ώστε να τα έχουμε στον νου μας καθώς θα ακούμε τα ίδια τα ποιήματα, την έντονα μεταφορική γλώσσα αυτής της ποίησης που συνδυάζεται, παραδόξως, με έναν τραχύ συχνά και ευθύβολο ρεαλισμό, την εκφραστική τόλμη και την υπαινικτική τρυφερότητα με την οποία ανατέμνει την πραγματικότητα η ποιήτρια. Και θα σταθώ, πριν κλείσω, σε ένα χαρακτηριστικό του ποιητικού λόγου της Δώρας Κασκάλη το οποίο τη διακρίνει από τις περισσότερες ποιητικές φωνές του καιρού μας: τη γλωσσική της ανεξιθρησκεία, ας την ονομάσω έτσι, καθώς η Κασκάλη δεν διστάσει να χρησιμοποιήσει λέξεις, κοντά τη μία στην άλλη, από όλα τα στρώματα της γλώσσας μας, τόσο στη διαχρονία της όσο και στη συγχρονία της. Ας ακούσουμε μερικές:
αφειδώλευτα, αφαλοκόβω, χιλιοπλόκαμη, θαλερός, ατλάζια, μπαλτάς, σκυλεύω, σιφόνι, απύλωτος τσιγκέλι, ωραιοβλαβής, υπήνεμος, εγκολπώνω, ξερολίθια, θανή, φενακίζομαι, ξεθεμελιώνω, κτερίσματα
Το αποτέλεσμα; Ένα ποιητικό βιβλίο που δείχνει πώς η ποίηση μεταμορφώνει την απουσία σε ομορφιά. Ή, με τα λόγια της ποιήτριας:
Σε σκέφτομαι
κι αμυγδαλιές
ποτίζονται στο στόμα μου.

Ανταλλακτήριο ηδονών

ΠΟΛΥ ΧΑΤΖΗΜΑΝΩΛΑΚΗ

Ανασυνθέτοντας εκ του μηδενός τον εαυτό. Η ερωτική εμπειρία, μια μαθητεία στην ύπαρξη.

Α. Silentiumamoris: Γιατί ο έρωτας να είναι σιωπηλός;

Ανατρέχω στο ποίημα του Όσκαρ Γουάιλντ. Το βουβαμένο πάθος του εραστή, η αδυναμία του να εκφράσει τον έρωτά του με λόγια – τα σφαλιστά του χείλη, η σπασμένη φλογέρα για το ερωτικό τραγούδι. Η ανεπάρκεια των λέξεων, τα ανεπίδοτα γράμματα, το μεγαλείο του έρωτα που εν τέλει δεν έχει ανάγκη τίποτα από όλα αυτά, ο έρωτας που βρίσκει διέξοδο με άρρητους τρόπους. Οι ερωτευμένοι «ξέρουν», έχουν καταλάβει πέρα και πάνω από τα λόγια…

Β. Τα ερέβη της μοναξιάς του έρωτα

Ανατρέχω στο ποίημα του Όσκαρ Γουάιλντ γιατί έχει δώσει τον τίτλο στην δεύτερη ενότητα της πρώτης ποιητικής συλλογής της Δώρας Κασκάλη, «Ανταλλακτήριο ηδονών» που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Σαιξπηρικόν. Δέκα μικρά και κείμενα και ένα υστερόγραφο. Εκείνη του γράφει. Του έγραφε. Στον εραστή. Ένας μονόλογος ίσως. Βρίσκομαι στο μάτι του κυκλώνα. Η συλλογή στη μέση εκεί που περιελίσσεται . Ένα σχήμα σπειροειδές το εικαστικό μότο, ο λαβύρινθος του αυτιού ίσως, οι ψίθυροι, οι σιωπή. Ανεπίδοτες επιστολές. Η κατανόηση ένδον. Η σιωπή, η μανική συσπείρωση, το δέσιμο του Οδυσσέα στο κατάρτι, ακούει το τραγούδι των σειρήνων, ο τελευταίος πειρασμός, μια ανεπίδοτη συνομιλία, ο κίνδυνος της διάψευσης. «Αν δεν με κατάλαβες καλύτερα να φύγεις» – η υπαρξιακή αγωνία, η μοναξιά του ερωτισμού… Η μοναξιά της διαφοράς.

(Η ποιητική συλλογή, χωρίζεται σε τρία μέρη και τη διάβασα από την αρχή μέχρι το τέλος και μετά από το τέλος προς την αρχή)

Γ. Να ανασυνθέσω από το μηδέν, να σε δημιουργήσω: η Λιβιδώ

Η Λιβιδώ, το τελευταίο μέρος, αμιγώς ερωτικά ποιήματα, θαρρώ πως έτσι χαρακτηρίζει όλη της τη συλλογή η ποιήτρια. Ωστόσο, εδώ, στην κατάληξη μετά τη συσπείρωση, επιτελείται η συγκρότηση, η σωματοποίηση του εαυτού μέσα από την ερωτική ώσμωση, την διάλυση και την επανάκτηση των ορίων.
Η Λιβιδώ είναι μια υπαρξιακή εκτόξευση. Ο ερωτευμένος αποκτά εκ νέου σώμα, μέσα από τον άλλο, αφού χαθεί επανευρίσκεται. Να ανασυνθέσω το μηδέν/κι ύστερα να σε δημιουργήσω ή αλλού έχτιζες/με χείλη, γλώσσα δόντια/το νεογέννητο κορμί μου. Η εξαφάνιση και η επανεμφάνιση. Με σβήνετε/ έχω τεκμήρια Ο μικρός θάνατος του Μπατάιγ, η ερωτική κορύφωση, μια κάθοδος στον Άδη, μια πορεία προς την νέα ανθρωποποίηση: να φτιάξουμε το νέο μας εαυτό, πάνω στις λέξεις παίζουμε κουτσό. Μέσω της ποίησης δηλαδή ανακαλύπτει, το μεγάλο μυστικό, μετά την απώλεια των ορίων, την διάλυση του εαυτού:

Στην μεγαλειώδη κορύφωση
Δεν ήξερε πως ο θησαυρός της
Ήταν ή ίδια σε άλλη διάσταση

Δ. Ο έρωτας έχει υπόσταση

Επιστρέφω τώρα στην αρχή της συλλογής. Είναι η στιγμή που σαλπάρει το καράβι του Οδυσσέα από την Τροία για να καταλήξει την Ιθάκη. Μια μυητική διαδρομή στον έρωτα, στους σταθμούς του. Τους Λαιστρυγόνες, τις Συμπληγάδες, τη Σκύλα και τη Χάρυβδη, τα πάντα απαραίτητα, προβολές που υποστασιοποιούν τον έρωτα.
Το καύκαλο ενός αχινού βλέπω στο εικαστικό μότο, ίσως εμπνευσμένο από το ποίημα με αυτόν τον τίτλο, ένα υπόδειγμα ενσαρκώσεως των μεταμορφώσεων της ερωτικής ανταλλαγής.
Θαυμάσια ποιήματα, μια πορεία σε εικόνες, μεταφορές, μύθους, σχήματα της επιθυμίας. Η Πηνελόπη, η Σεχραζάτ, η αναζήτηση του νοήματος στην ποίηση, το φαντασιακό, η επιθυμία, η ποίηση, η απώλεια…

Ε. Εν κατακλείδι

Από το πρώτο ταξίδι στη σιωπή και από εκεί στην κατάργηση των ορίων – το σχήμα μότο του τέλους που αποτελεί το κόσμημα στο εξώφυλλο της συλλογής. Τα δυο κορμιά σε ένα ενωμένα, σε ένα νέο μόρφωμα αφού έχουν καταργηθεί και ανταλλάσσουν ουσία, υπόσταση, ταυτότητα, πεθαίνουν και ανασταίνονται ως νέοι εαυτοί
Μια μυητική περιήγηση πλούσια σε εικόνες και λογιότητα, γλαφυρότητα και ειλικρίνεια, μια κατάδυση με θάρρος στον Άδη – για την ολοκληρωτική ανθρωποποίηση του τέλους.

Πιστεύω πως το «Ανταλλακτήριο Ηδονών» είναι ένα κερδισμένο υπαρξιακό στοίχημα.

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ

FRACTAL 10/10/2014

«Η δημοκρατία του έρωτα, η πιο ουτοπική από όλες»

Η συλλογή είναι πυρηνικά ερωτική – ένας λαβύρινθος ανάμεσα στο αρσενικό και το θήλυ. Ο μίτος είναι η αναζήτηση- αναμέτρηση με την ηδονή.

Η πρώτη μου ποιητική συλλογή, με τίτλο Ανταλλακτήριο ηδονών, ανήκει στο φάσμα της ερωτικής εμπειρίας. Προσπαθεί με ποιητικούς όρους να προσεγγίσει ένα από τα πιο δομικά στοιχεία της ανθρώπινης κατάστασης, την έμφυτη ανάγκη της ερωτικής επιθυμίας και της πραγμάτωσής της με όρους υπαρκτικούς (ειδικά στο πρώτο μέρος που δανείζεται το καρουζικό «Ο έρως έχει ύπαρξη»)· με όρους εγκεφαλικούς/ρητορικούς στο δεύτερο μέρος των δέκα πεζοποιημάτων με τον τίτλο «Silentium amoris»· και με όρους περισσότερο ηδονικούς στο τρίτο και τελευταίο, λιβιδικό μέρος. Η αναζήτηση του έρωτα, η διάψευση της προσδοκίας, τα έμφυλα στερεότυπα που επαναδιαπραγματεύονται τους κυρίαρχους μύθους για τη διαχείριση του γυναικείου σώματος και της ηδονής του, ο σύγχρονος άνθρωπος που αναζητά την αγάπη σε οθόνες προσπαθώντας να ακυρώσει την απουσία μέσα από το λόγο, είναι νομίζω κάποια από τα νήματα που φτιάχνουν αυτό το λεκτικό υφαντό.
O τίτλος είναι εν μέρει παραπλανητικός, προβοκατόρικος, ενδεχομένως και ειρωνικός, αλλά και πραγματιστικός, με την έννοια ότι σε κάθε σχέση υπάρχει πάντα μια ανταλλαγή, από την πιο ιδεατή μορφή της έως την πλέον χειροπιαστή.

-Χωρισμένη σε τρία μέρη, ουσιαστικά, η συλλογή διερευνά, με σπερματικό λόγο, την οδό των κορμιών πάνω στις λέξεις και των λέξεων πάνω σε ερωτικά δέρματα.

Τα σώματα είναι παρόντα ακόμη και στην πιο σπαραχτική τους έλλειψη κι εγκατάλειψη. Αναζητούν μια ολοκλήρωση μέσα από τον άλλο άνθρωπο· άλλοτε περιστασιακή και στιγμιαία και άλλοτε πιο οριστική και σύμφυτη με την περίπλοκη αυτή συνθήκη του υπάρχειν. Είναι συμπληρωματικά άλλων σωμάτων, παραπληρωματικά, ή απλώς οι αφορμές προσέγγισης εκείνου του φοβερού άλλου. Οι λέξεις στρώνουν τη βασιλική οδό πάνω στην οποία κινείται με απρόβλεπτη ταχύτητα η ηδονή, αποκαλύπτουν τις ραφές των αισθημάτων, τις αντοχές τους, τα ορίζουν ή τα αποδομούν για να καταδείξουν τη φθαρτότητα όχι μόνο του σώματος, αλλά και της ίδιας της στιγμής. Άλλοτε πάλι αποθεώνουν στο συνεχές και στο αιώνιο την ερωτική εμπειρία.

-Η ερωτική ενέργεια, η άφευκτη η αναζήτηση του άλλου που διαφεύγει, μένει ιμερικό όνειρο, προσεγγίζεται μέσω ενός χορού αναπαραστάσεων και τελικά γίνεται η αποδοχή μιας στιγμιαίας αιωνιότητας.

Υπάρχει έντονο το στοιχείο της αναπαράστασης. Ως ένα σημείο αξιοποιώ την παράδοση των ποιητών της Θεσσαλονίκης που ξεκινά με τον Χριστιανόπουλο για να καταλήξει στην Μπακονίκα, ωστόσο τις περισσότερες φορές ο ρεαλισμός διαλύεται στα συστατικά του στοιχεία. Όσο ερεθιστική και να είναι η απεικόνιση των εραστών, μία τεχνική που θέλει μαστοριά για να μην ξεπέσει στο ευτελές, προτιμώ τον υπαινιγμό. Όσα χάνονται στη μετάφραση της λεκτικής εκφοράς των αισθημάτων ή των χειρονομιών για την προσέγγιση του άλλου, υπάρχουν σε μια ασύνειδη δεξαμενή από την οποία προσπαθώ να αντλήσω. Με ενδιαφέρει η λεπτομέρεια, το σπάραγμα, το fragment, και όχι ο ενιαίος πίνακας. Στο μερικό υπάρχει δυνητικά το αιώνιο της ύπαρξης, αυτή η στιγμιαία αιωνιότητα που τόσο εύστοχα επισημαίνεις.

-Υπάρχει μια αρχετυπική διάρθρωση στους «ρόλους» των προσώπων: οι δύο πόλοι της ερωτικής πράξης, η ενεργητική αρσενική δύναμη, η παθητική γυναικεία. Η εξισορρόπηση ανάμεσα σε αυτή την αντίρροπη κίνηση είναι το αίτημα μιας εξαίσιας και στιγμιαίας ένωσης. Ένα λεπτό ηδονής φτάνει για να κατανικήσει κάθε εξοντωτικό αγώνα ανάμεσα στα δίπολα.

Εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι αυτό το στερεότυπο ακολουθεί η συλλογή μου. Ωστόσο προσπαθώ να το υποσκάψω, να το ανατρέψω, ή και να το διακωμωδήσω. Δεν είναι μόνο ο αγώνας, ο μικρός Τιτανικός, όπως ωραία λέει ο Γκανάς, που ζουν οι εραστές. Η δημοκρατία του έρωτα, η πιο ουτοπική απ’ όλες τις δημοκρατίες είναι η ευκταία, ο παράδεισος των ελεύθερων ανθρώπων που δεν έχουν να λογοδοτήσουν για την ηδονή τους. Αυτών των γενναίων που θέλουν να συν-υπάρξουν και να αγαπηθούν απεκδυόμενοι τους κοινωνικούς ρόλους τους. Η ηδονή είναι το πρώτο σκαλί στην ωριμότητα. Το αέναα ζητούμενο είναι η αγάπη.

Η επιστολική μορφή του δεύτερου μέρους της συλλογής έχει μια ιδιαίτερη «συμπάθεια» πέραν του ποιητικού ορίου. Ορίζει μια σειρά κειμένων ψυχικών αναζητήσεων.

Οι ανεπίδοτες επιστολές των πεζοποιημάτων μου θα μπορούσαν να αφορούν μία ή και περισσότερες γυναίκες. Είναι σύντομοι ποιητικοί, θεατρικοί, συμπυκνωμένοι μονόλογοι προς έναν ή πολλούς αποδέκτες που κωφεύουν ή αγνοούν το δράμα της γράφουσας. Αντλούν από την μακρά παράδοση των επιστολικών μυθιστορημάτων, αλλά εντάσσονται εδώ σε μια ποιητική συλλογή που από τη φύση της επιβάλλει την οικονομία του λόγου. Έχουν μια αίσθηση επείγοντος, είναι πιο αφηγηματικά αυτά τα κείμενα, διαμορφώνουν-ποιούν χαρακτήρες, αποκρυσταλλώνουν στιγμές. Αποτελούν ένα είδος μικτής τεχνικής, πειραματισμού, που συνυπάρχει με τα ελευθερόστιχα ποιήματά μου. Και θεωρώ ότι με τη μορφή τους αυτή στο μέσο της συλλογής αυξάνουν τη θερμοκρασία του λόγου, για να καταλήξει στη «Λιβιδώ», στο αισθησιακότερο κομμάτι του Ανταλλακτηρίου.

-Η συλλογή καταλήγει με τη «Λιβιδώ». Ήτοι: με τη λαχτάρα, την επιθυμία, τη σεξουαλική πείνα –κατά Φρόιντ. Είναι η πλέον σωματοποιημένη εκδοχή της συλλογής. Σχεδόν πάλλει από… σωματικότητα.

Ναι, είναι ένα είδος κορύφωσης, χωρίς ωστόσο να περιορίζομαι μόνο στο σαρκικό κομμάτι της ένωσης. Στα ποιήματά μου εξερευνώ τις διαφορετικές εκδοχές της ηδονής, αλλά με όρους πιο σύνθετους. Εδώ η αναπαράσταση έχει μια πιο έντονη παρουσία, χωρίς να υπηρετεί δεσμευτικά έναν κυρίαρχο ρεαλισμό. Το πολύπαθο σώμα, που το φορτώσαμε με τόσες ενοχές και βάρη, λαχταρά να νιώσει, να σωθεί μέσα από την ένωση και τελικά με κάποιον τρόπο να υπάρξει σε αρμονία με τον άλλο.

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΓΚΙΤΣΗ

vakxikon.gr, τχ. 27, Οκτώβριος 2014

Κοίτα,
Κάτω ἀπ’ τό δέρμα σου
Τό αἷμα καί ὁ πόθος ρέουν – κόκκινο σύννεφο.

Με τους στίχους της Λιθουανής ποιήτριας Janina Degutyté σε μετάφραση του Γ. Χαβουτσά η Κασκάλη μας καλωσορίζει στην πρώτη της ποιητική συλλογή που τιτλοφορείται Ανταλλακτήριο ηδονών από τις εκδόσεις Σαιξπηρικόν. Πεδίο συνάντησης της ποιήτριας και του αναγνώστη ορίζεται, από την πρώτη κιόλας οπτική επαφή του βιβλίου, η ηδονή σε πληθυντικό βαθμό. Η εξαιρετική αφαιρετική εικονική περίπτυξη απρόσωπων σωμάτων της Βίλλης Γούσιου, η οποία φιλοτέχνησε την παρούσα έκδοση, υπερθεματίζει την αρχική υποψία περί ανταλλαγής σαρκικών ηδονών στις σελίδες που έπονται.

Εὔχυμα σώματα κατοίκησαν τίς ρίμες μου,
στόματα δάγκωναν
μ’ ὅλη τους τήν ὀδύνη,
μέλη καίγονταν
στῆς λαγνείας τό καμίνι.

Με μαθηματική ακρίβεια ισόποσων πεδίων η συλλογή αποτελείται από τρεις ενότητες των δέκα ποιημάτων. i. Ό έρως έχει ύπαρξη ii. Silentium amoris iii. Λιβιδώ. Κάθε ενότητα συνοδεύεται από σχέδιο της εικαστικού. Η δεύτερη ενότητα θα διατηρήσει ωστόσο την ιδιαιτερότητά της, στη μορφή και στην διάταξη, καθώς θα υπερισχύσει των άλλων δύο, με μια επιπρόσθετη -Δίκην υστερόγραφου- ποιητική επιμονή. Το περιεχόμενο της μοιάζει να είναι ένα καλό κλεισμένο κουτάκι, σε παλιό ξύλινο μπαούλο, ανεπίδοτων επιστολών της ερωμένης προς τον εραστή της. Η αβεβαιότητα για την ύπαρξη κάποιου πραγματικού παραλήπτη ή κάποιου φανταστικού προσώπου (ή προσώπων) εισάγουν στη φαντασία του αναγνώστη την πληγή τόσο του ανομολόγητου όσου και του ανανταπόκριτου έρωτα. Ο παραλήπτης θα μπορούσε να είναι μέχρι και η μούσα της ποιήτριας που την ωθεί σε διττό αγώνα και αγωνία, αυτών του έρωτα και του βιωμένου πόνου.

Μήν μέ ταράζετε, τοῦ ἔγραφε, γιά νά ἐπαναβεβαιώσε-
τε τήν κυριαρχία σας πάνω μου. Εἶμαι ἕνα μετόχι πού
τό πάτησαν οἱ αὐθεντίες τοῦ πατέρα, τοῦ ἀδερφοῦ, τοῦ
ἐργοδότητοῦ κυβερνήτη. Σᾶς παρέδωσα τό πιό ἀτόφιο
κομμάτι μου, τό λίγο τό δικό μου κι ἐσεῖς ζωστήκατε
τά πυρομαχικά καί τό κάνατε πεδίο μάχης. Πηγαίνετε
τώρα μέ τή δίδυμη καραμπίνα σας γιά ἄλλα θηράματα,
τό αἷμα εἶναι πάντα τό ἴδιο ἀλλά ποτέ ἀρκετό. Ἐγώ θά
ζωστῶ τή σιωπή τῶν νεκρῶν· ἔτσι λένε αὐτοί πού δέν
ξέρουν. Ὅποιος ἔχει πεθάνει μιά φορά, ξέρει ὅτι στά
μνήματα μιλοῦν τήν ἄρρητη γλώσσα τῆς ἀλήθειας.

Η περιγραφική και αφηγηματική τεχνική της ποιήτριας προσδίδει στους στίχους την ζωντάνια μιας παλλόμενης ερωτικής ποίησης που έχει αρχή, μέση και τέλος. Εικονική με καθημερινές σκηνές που κάνουν focus στις λεπτομέρειες και δεν αφήνουν υπόνοιες για ημιτελείς πράξεις. Κάθε ποίημα ολοκληρώνει τη δυναμική του, αποκτώντας έτσι αβίαστα την αυθυπαρξία μιας ενιαίας ιστορίας.

Παιχνίδια μᾶς ἔπαιζε ὁ μικρός ἀχινός
ἐκεῖνο τό μακρόσυρτο καλοκαίρι.
Πρωτεϊκός, ἀμφίθυμος
πλήγωνε τήν πατούσα μου τά πρωινά
καί σοῦ ’κλεινε τό μάτι
ἄστοργα γιά νά μπήξεις
τό σίδερο στή σάρκα μου
καί νά ἐλευθερώσεις τόν μαῦρο ξενιστή.
Τά ἀπογεύματα ἀντλοῦσε
ἀπό τόν ἥλιο πού ὄργωνε
μέ νύχια φωτεινά τή ράχη τοῦ βουνοῦ
προτοῦ χυθεῖ ρευστός στόν Παγασητικό.
Ἄνθιζε τό κοράλλι στούς μηρούς
βουτοῦσες χλωρό νά τό κερδίσεις,
νά ἀγκυλώσεις μέ τήν ἁρμύρα του τή γλώσσα.
Τό βράδυ πάνω στό κρεβάτι μας
κάρφωνε τό στόμα μου, τή γυρισμένη πλάτη
σου τ’ ἀχάιδευτα χέρια μου πού ἤθελαν τόσο
νά γκρεμίσουν τά ὀχυρώματα,
γιά νά βρεθοῦν τά σώματά μας,
σ’ ἕνα σπασμό συντριπτικό
πού θά διέλυε τά καύκαλα τῶν λέξεων
καί θά ’δινε ἕνα ἄλλο νόημα στόν ἔρωτα.

Χωρίς γλωσσικούς και εννοιολογικούς ακροβατισμούς η ποιητική συλλογή, κάνοντας χρήση αγγλικών όρων “θά κλείσει τό πλάνο ἡ σιωπή σου/ θά πεῖ τό ἀποφασιστικό cut!/ Καί μετά/ fade out” αρτιμελώς ενσωματωμένα στο υπόλοιπο σώμα της περιγραφής, αναδεικνύει ως ερωτικό κάθε μέρος του ανθρώπινου σώματος και του φυσικού περιβάλλοντος, αποσπώντας τα από τη φυσική τους λειτουργία, προκειμένου να τα εντάξει στην αναπλαστική επιταγή του ερωτικού παιχνιδιού. “Οι λογισμοί της ηδονής είναι πουλιά/ που νύχτα μέρα διασχίζουν τον αέρα” είχε γράψει ο Α. Εμπειρίκος, εδρεύουν σ’όλα ανεξαιρέτως τα αισθητήρια της ανθρώπινης ύπαρξης κάνοντας την πολλές φορές να αισθάνεται πως δεν ενοικεί πραγματικά στον εαυτό της, παρά μόνο μέσα από την αγάπη της προς το ερωτικό αντικείμενο του πόθο της. Δια χειρός Δώρας Κασκάλη η φράση

Πουθενά δεν με ενοικώ.
Παντού
ο χρόνος είναι
εσύ
και η πλησμονή αναβάλλεται.

ΚΩΣΤΑΣ ΣΤΟΦΟΡΟΣ

Ηλεκτρικές αναγνώσεις, «Δρόμος της Αριστεράς», 8.11.2014

Μη μου εξηγείτε το φεγγάρι, του έγραφε. Αφήστε με να το βλέπω σα μια οπή φωτός που οξειδώνει το μαύρο

Προχωράω σαν τυφλός στις στοές του μετρό, κρατώντας για φακό ένα βιβλίο με στίχους. Το Ανταλλακτήριο ηδονών της Δώρας Κασκάλη (Σαιξπηρικόν)

Σφοδρά χύνετε τις λέξεις στα καλούπια τους, του έγραφε. Με τι να σας παρομοιάσω; Τεχνίτης κωδωνοποιός. Μα οι καμπάνες σας ποικίλλουν σε τόνο και σ’ έξαρση. Άλλες μου ψιθυρίζουνε στ’ αυτί κι άλλες σύγκορμα δονούν τη μνήμη

Ο Alain de Botton και ο John Armstrong στο βιβλίο τους Η τέχνη ως θεραπεία, μιλώντας για τη σχέση της τέχνης με τη μνήμη και το ρόλο στη διάσωσή της, σημειώνουν «Μπορούμε να πούμε ότι η καλή τέχνη αποτυπώνει τον πυρήνα του σημαντικού, ενώ αντίστοιχα η κακή, αν και αναμφίβολα μας θυμίζει κάτι, αφήνει την ουσία να ξεγλιστρήσει. Δεν είναι παρά ένα αναμνηστικό, κενό περιεχομένου».

Ο πυρήνας του σημαντικού. Ναι κάπως έτσι είναι. Με όπλο τα ποιήματα, απέναντι στα ογκώδη μυθιστορήματα του τίποτα

Και φέρατε μαζί σας όπλο πρόσφορο για άμυνα ή επίθεση λέξεις κοφτερές κι ήταν η λεπίδα τους γυαλιστερή κάτω από το φως της λογικής κι άλλοτε τόσο βελούδινη μέσα στα συμφραζόμενα ενός ακατάσχετου και λίγο ρετρό ρομαντισμού που τόσο σας πήγαινε…

Διαβάζω κι αδυνατώ να καταλάβω πώς μπορεί κανείς να προσπερνά την ποίηση. Πώς μπορεί να παραμένει αδιάφορος σε ένα μεθυστικό άρωμα λουλουδιών που ξεπηδά μέσα στους δρόμους μια πόλης που μυρίζει καυσαέριο, μπαγιατίλα και κάτουρο. Οι λέξεις από «λογοτεχνία» του συρμού χτίζουν τείχη. Μετά είναι αδύνατον να σκαρφαλώσεις, να βγεις από το κάστρο και να τρέξεις ελεύθερος.

…Και κατείχατε για ίδια και αποκλειστική χρήση ένα σακούλι με ιστορίες μεθυστικές, που σπέρνατε στα ξερά λιβάδια των γυναικείων ψυχών. Ήσασταν σπορέας αλλά όχι θεριστής…
…Να μου ψιθυρίζετε τις ρίμες σας, σα να φυσάτε στον κοχλία του αυτιού. Και να μου δίνετε σπάταλα τη ζωή, τόσο ωραία αφηγημένη. Αυτά είναι η δική μου πανσέληνος που διαβρώνει τα ερέβη της μοναξιάς

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΠΑΚΟΝΙΚΑ

diastixo.gr 10/11/2014

Ποτέ δεν κουραζόμαστε όχι απλώς να ζούμε τον έρωτα, αλλά και να τον παρακολουθούμε σε άπειρες αφηγήσεις, σε πολλαπλές όψεις μέσα από κάθε μορφή τέχνης. Η ισχύς του καταλύει την παγερότητα της μοναξιάς και του θανάτου. Είτε μας διαφεύγει είτε το αγνοούμε, η αφροδισία κι ο ερωτισμός είναι η ίδια μας η φύση. Όμως αν ο έρωτας προάγει τη μύηση στο σκοτεινό μέρος του υποσυνείδητου, την ίδια στιγμή αυτό σημαίνει ότι κινδυνεύουμε ανά πάσα στιγμή. Τίποτα μυστικό και βαθύ δεν μας αποκαλύπτεται χωρίς να φέρνει τον ίλιγγο του γκρεμού, την απειλή του χάους. Για να βιώσεις το φεγγοβόλημα του πάθους αναλαμβάνεις το ρίσκο και το ενδεχόμενο της συντριβής μέσα από την εγκατάλειψη ή την απόρριψη από το πρόσωπο που λατρεύεις.

Τη διέλευσή της στην ομορφιά, τη μεταμόρφωση, αλλά και τον κίνδυνο, την απόγνωση που αφήνει ο παράφορος έρωτας καταθέτει η Δώρα Κασκάλη στην πρώτη ποιητική συλλογή της με τον τίτλο Ανταλλακτήριο ηδονών. Στην τόσο λεπταίσθητη τέχνη της ποίησης αποδεικνύει ότι διαθέτει τις αρετές μιας διεισδυτικής και θελκτικής γραφής. Αν στην πεζογραφία της διακρίνουμε την εκλεκτή ποιότητα, το ίδιο με σιγουριά μπορούμε να ισχυριστούμε και για το βάπτισμά της στην ποίηση. Και ιδίως όταν πρόκειται για ερωτική ποίηση, που είναι το πιο δύσκολο είδος, όπου εύκολα μπορεί κανείς να αστοχήσει κι ακόμα να γελοιοποιηθεί.

Το σώμα, η λαγνεία και οι αισθήσεις κατέχουν καίρια θέση, συνυφαίνουν καταιγιστικά τα ποιήματά της. Η οχεία και η κλινοπάλη των δύο εραστών διοχετεύουν την ασύστολη ορμή τους, διαχέουν τις πυρετώδεις εκλάμψεις τους, μας παρασύρουν στη φρενίτιδα των περιπαθών εναγκαλισμών τους. Το ξέσπασμα της σάρκας μέσα στη δίνη της κραιπάλης πείθει ακράδαντα για τη φλογερή σχέση που δένει το ζευγάρι. Το διακρίνουμε εμφανέστατα στους στίχους από το ποίημα «Αλιεύς μαργαριταριών»: «Η γλώσσα σου ξεθηλύκωσε/ κάθε συστολή/ της γυμνωμένης μου πλάτης/ κύλησαν στ’ αυλάκια της/ ως τη ρίζα/ της παραίσθησης οι χυμοί σου./ Η άπνοη εκφορά της ηδονής/ έκανε το φεγγάρι/ στα σεντόνια μας κομμάτια».

Ό,τι είναι πέρα από τα όρια φέρνει μέθη και μας περιβάλλει με έναν συγκλονισμό που μένει ανεξίτηλα στην ψυχή και τη μνήμη. Ένας έρωτας παράφορος, πέρα από τα όρια, αποκαλύπτει τις πιο απόκρυφες κόχες του είναι μας. Είναι το φως του πάθους μέσα στο οποίο ανακαλύπτουμε τον εαυτό μας κι εισχωρούμε στην ενδοχώρα μιας λαμπρής δόξας, που σαν θείο¬ μένος μάς μεταμορφώνει σε κάτι νέο μέσα από τη φαντασμαγορία της έκστασης. Αυτό το τόσο θαυμάσιο στη μοναδικότητά του υλικό με σπαρακτική εξομολογητική ικανότητα διαχειρίζεται η Κασκάλη απογυμνώνοντας με τόλμη τα αισθήματά της.

Στη συλλογή, ο εραστής είναι η ενσάρκωση του γητευτή που σαγηνεύει, το δηλώνουν ευθαρσώς οι στίχοι: «δίνει ζωή με την ανάσα του, φυτεύει ανθισμένους αναστεναγμούς, χαρίζει πόθο με το εύφλεκτο βύθισμά του». Ως απόλυτος καρδιοκατακτητής μέσα από την τελετουργία της οχείας, που είναι δέσιμο σωμάτων αλλά και δέσιμο ψυχής, οδηγεί την ερωμένη στο μεγαλειώδες τοπίο του ίμερου. Υποκλινόμαστε και πάλι στην ομορφιά των στίχων: «να μείνουμε έτσι αναλωμένοι, με μια θλίψη στη φλέβα του λαιμού, χαρακωμένοι απ’ της λαγνείας την αγχόνη, να μην τρομάξουμε: είμαστε αυτοί κι όχι άλλοι, κι έτσι αυθεντικοί του πάθους τη γυμνότητα να ενδυθούμε».

Όπως συμβαίνει σε πολλές σχέσεις που αναπόφευκτα φτάνουν στον χωρισμό, πάντα ο ένας ενδέχεται να μένει ερωτευμένος μέχρι τρέλας και φρενιασμένης αφοσίωσης. Η αποχώρηση του εραστή από το πολυκύμαντο ειδύλλιο στα ποιήματα της Κασκάλη αναδεικνύεται με κάθε λεπτομέρεια και απόχρωση, αποκαλύπτοντας τον οδυνηρό αντίκτυπο που έχει στην ψυχή της ερωμένης. Ο τόνος και οι λέξεις στο ποίημα ΙΧ ζωγραφίζουν στην εντέλεια τα αισθήματά της: «Σκληρό βράδυ που σαρώνει τη μοναξιά μου. Θα μείνω εδώ κι εσείς αθέατος, απέναντι να παίξουμε το παιχνίδι της αντοχής. Εσείς θα είστε ο νικητής κι εγώ θα τιμωρηθώ με το να εφεύρω μια νέα γλώσσα που να εμπεριέχει την άκρατη, πηχτή σιωπή και τ’ αδειανά χέρια». «Εσείς θα είστε ο νικητής» απερίφραστα του τονίζει, επίσης διαβάζουμε και σε άλλα σημεία από τα ποιήματά της: «μην ακουμπάτε νωχελικά στον τοίχο του διαδρόμου, με βασανίζει η άνοιξη όπως γέρνει στο κορμί σας», «εσείς κατέχετε για ίδια κι αποκλειστική χρήση ένα σακούλι με ιστορίες μεθυστικές, που σπέρνετε στα ξερά λιβάδια των γυναικείων ψυχών», όπως βλέπουμε απευθύνεται στον άνδρα στον πληθυντικό αριθμό. Και υπάρχει λόγος, ο πληθυντικός αριθμός έχει τη σημασία του: δείχνει την αποξένωση που έχει επιφέρει η στάση του άνδρα ανάμεσά τους, ενώ συγχρόνως ενσταλάζει μια πικραμένη ειρωνεία που αποφορτίζει από κάθε μελοδραματισμό τη φοβερή ένταση των στιγμών. Στον παθιασμένο ίμερο δεν παραδίνουμε μόνο το σώμα μας, αλλά και τον ψυχισμό μας. Γι’ αυτό και ο χωρισμός είναι τόσο επώδυνος, γιατί έχουμε ήδη επενδύσει στον άλλο την ίδια την καρδιά μας.

Η γυναίκα θα προσπαθήσει να ξανακερδίσει την εύνοια του εραστή της. Ένα από τα μέσα που χρησιμοποιεί είναι τα γράμματα που του στέλνει, τον προτρέπει να τη φυλάξει στη μνήμη του, γιατί είναι «αρυτίδωτα τα «σε λατρεύω» αγαπημένε μου, καιγόμαστε και γινόμαστε την ίδια ώρα φρέσκοι μέσα στον χαμό». Μεστά, αδρά και με διαφάνεια αναδύεται ο χαρακτήρας της ερωμένης: είναι ενάντια σε συμβιβασμούς και συμβάσεις της καθωσπρέπει κοινωνίας, έτοιμη ανά πάσα στιγμή να αποτινάξει κανόνες που απειλούν να την καθηλώσουν σε μια στεγνή και μετρημένη ζωή. Ό,τι πιο πολύ επιθυμεί είναι: «έναν έρωτα, που της λυγίζει τα γόνατα από το πάθος, να μπορεί να τον αποθέσει σε χέρια που είναι ακέραια και θα τον δεχτούν ανοιχτά».

Κάθε ερωτική ιστορία είναι και μια καινούργια αλήθεια της ιστορίας δύο ανθρώπων μέσα στον κόσμο. Γι’ αυτό και είναι ανεξάντλητο το θέμα του έρωτα – κάθε ζευγάρι προσθέτει μια μοναδική και ξεχωριστή αφήγηση, μια ξεχωριστή αλήθεια. Αυτή τη μοναδικότητα εκφράζει η ποιητική συλλογή της Κασκάλη, το πλούσιο υλικό των συναισθηματικών διακυμάνσεων αναδεικνύεται εύστοχα μέσα από μια καλοδουλεμένη γραφή, που αποφεύγει τους φθηνούς ρητορικούς τόνους και τη ναρκισσιστική ωραιολογία. Η Κασκάλη αποδεικνύει ότι είναι μια ποιήτρια με ικανότητες κι ότι το μέλλον τής ανήκει.

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

«Εφημερίδα των Συντακτών», 17.1.2015

Η ποιητική ωριμότητα των πρωτοεμφανιζόμενων,

Στο «Ανταλλακτήριο ηδονών», την πρώτη ποιητική συλλογή της Δώρας Κασκάλη ύστερα από τρία πεζογραφικά βιβλία, η ερωτευμένη ποιητική φωνή διαλέγεται, σε ολόκληρο σχεδόν το μάκρος του βιβλίου, με το αγαπημένο πρόσωπο και ορίζεται από τη δική του ανταπόκριση: «Πώς να μη σ’ αγαπώ; / Είναι ο μόνος τρόπος / πια / για να υπάρχω». Το πρόσωπο, ωστόσο, στο οποίο απευθύνεται η ποιήτρια είναι τις περισσότερες φορές απόν και ό,τι έχει μείνει είναι η έλλειψη, η σιωπή, η ανάμνηση των ευτυχισμένων στιγμών της συνύπαρξης και οι λέξεις. Οι λέξεις ακριβώς είναι ό,τι κυρίως έχει στη διάθεσή της η ποιήτρια. Αυτές είναι το υλικό της και με αυτές προσπαθεί να περισώσει ό,τι μπορεί πια να σωθεί.

Το πάθος και η ψυχραιμία, ο πόθος και ο πόνος, η σωματική και η ψυχική έξαψη ισορροπούν ιδανικά στο «Ανταλλακτήριο ηδονών». Η ποιητική εγκράτεια της Δώρας Κασκάλη και η αυστηρή αρχιτεκτονική της συλλογής (η οποία είναι θεματικά και μορφικά διαρθρωμένη σε τρία μέρη, με δέκα ποιήματα στο κάθε μέρος, συν ένα υστερόγραφο στο δεύτερο) είναι τέτοια, που δεν αφήνει περιθώριο ούτε στην αισθηματολογία –τον υπ’ αριθμόν ένα εχθρό της ποίησης– να ξεχειλίσει αλλά ούτε και στην ηδυπάθεια να υπερκαλύψει κάθε άλλο στοιχείο του ερωτικού φαινομένου.

Το βιβλίο στο σύνολό του γεωγραφεί τις επικράτειες του έρωτα: την επιθυμία και την άρνηση, την προσδοκία και τη μοναξιά, την απουσία και την ολοκλήρωση· την αιωνιότητα της μιας ώρας· τον πόθο και τη διάψευση, την ήττα και την αντοχή, το αρσενικό και το θηλυκό. Κυρίως, όμως, με τα ποιήματα της συλλογής αυτής η Δώρα Κασκάλη αφηγείται τη διαλεκτική σχέση μεταξύ έρωτα και γλώσσας, γιατί η ερωτική εμπειρία, είτε το αντιλαμβανόμαστε είτε όχι, από τις λέξεις ξεκινάει πάντα και στις λέξεις καταλήγει ξανά. Ωσπου τελικά γλώσσα και έρωτας συμφύρονται, ποίηση και ηδονή συγχωνεύονται, το σώμα και το ποίημα ταυτίζονται: «Είναι το σώμα μου αυτό», διαβάζουμε, «δεν είναι ένα ποίημα / ένας διάλογος / κάτι σπαρακτικά ερωτικό».

«Εφημερίδα των Συντακτών», 20.12.2014

Το «Ανταλλακτήριο ηδονών» (Σαιξπηρικόν), πρώτη ποιητική συλλογή της Δώρας Κασκάλη, γεωγραφεί τις επικράτειες του έρωτα: την επιθυμία και την άρνηση, την προσδοκία και τη μοναξιά, αλλά κυρίως αφηγείται τη διαλεκτική σχέση μεταξύ έρωτα και γλώσσας.

ΕΛΕΝΗ ΧΩΡΕΑΝΘΗ

fractal 26/10/2016

Εις μνήμην Μυρτιώτισσας

Ανταλλακτήριο ηδονών, τιτλοφορεί το πρώτο της ποιητικό βιβλίο η φιλόλογος Δώρα Κασκάλη. O τίτλος είναι μάλλον παραπλανητικός, φορτισμένος συναισθηματικά, μπορεί και απαξιωτικός.

Διαβάζοντας προσεκτικά, μελετώντας τα ποιήματα της πρώτης ποιητικής συλλογής της Δώρας Κασκάλη με τον ευρηματικό όσο και προκλητικό τίτλο «Ανταλλακτήριο ηδονών» που παραπέμπει σε συνεργείο αυτοκινήτων, σε κάθε είδους συνεργείο τέλος πάντων, έκανα κάποιες σκέψεις, ανορθόδοξες ίσως για κάποιους, αδιάφορο, σχετικά με τα κίνητρα της ποιήτριας που της υπέβαλαν αυτόν τον ανατρεπτικό για τα συνήθη ποιητικά δεδομένα τίτλο. Έναν τίτλο που δυναμιτίζει τον αισθησιασμό και αλλάζει τους συσχετισμούς στην «αυτοκρατορία των αισθήσεων» με το να παρομοιάζει, να αντικαθιστά μάλλον, τους παλιωμένους, τους φθαρμένους ή φθηνούς ερωτικούς, σεξικούς μηχανισμούς με ανταλλακτικά οχημάτων, εργαλείων π. χ. φρένων, ιμάντων, τροχών κ. ο κ..

Τα ποιήματα διακρίνονται σε τρεις ενότητες με εμβληματικούς τίτλους: Ο έρως έχει ύπαρξη (δέκα ποιήματα), Silentium amoris– η σιωπή της αγάπης, (δέκα +1 ποιήματα αριθμημένα με λατινικούς αριθμούς: I ως X +1) και Λιβιδώ, Λίμπιντο, δέκα ποιήματα, εν συνόλω 30+1= 31 ποιήματα.

Αν δεις από περιωπής τα δρώμενα και μπεις στο «πετσί» των «κοφτερών λέξεων» που είναι η «λεπίδα τους άλλοτε γυαλιστερή κάτω από το φως της λογικής κι άλλοτε τόσο βελούδινη μέσα στα συμφραζόμενα ενός ακατάσχετου και λίγο ρετρό ρομαντισμού», διαπιστώνεις πως πίσω από το παραπέτασμα πάνω στη σκηνή αόρατου θεάτρου εκτυλίσσεται μια καθημερινή ανθρώπινη τραγωδία σε τρείς πράξεις επιμερισμένες σε τριάντα επεισόδια με μόνο ένα χορικό «δίκην υστερόγραφου». Συχνά συναντάς αισθησιακές σελίδες και σκηνές μεγαλειώδους πάθους και απείρου κάλλους. Και αλλού αλλάζουν οι όροι στο «παιχνίδι της εξουσίας» του ενός επί του άλλου στην τράπεζα των διαπραγματεύσεως.

Δεν είναι διόλου τυχαίο που, τόσο στην Ελληνική, όσο και στην Ιουδαϊκή θεογονία που είναι και οι πιο οικείες και γνωστές/άγνωστες σε μας, η πέτρα του σκανδάλου είναι γυναίκα και το μέσο εξαπάτησης, το δέλεαρ, είναι ο καρπός δέντρου ή το ίδιο το δέντρο. Στη μια περίπτωση είναι κρυμμένο το τίμημα της εξουσίας (χρυσόμαλλο δέρας), στην άλλη η γνώση (δέντρο της Γνώσεως – του καλού και του κακού κατά μία ερμηνεία) προσφέρεται δελεαστικά. Και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει ένα ερπετό που ενεργεί για λογαριασμό τους: ο όφις στη μία, ό δράκων στην άλλη. Που σημαίνει ότι, για όλο τον ανδρικό πληθυσμό, μέσα σε κάθε γυναίκα κρύβεται η αρχέγονη πανούργα και απατημένη, εξαρτημένη: ή μια εξαπατήσασα Εύα τον Αδάμ με τον καταραμένο όφη διαμεσολαβητή, ή μια εκδικήτρα Μήδεια, το ίδιο κάνει, που εξόντωσε όσους άνδρες στάθηκαν εμπόδιο στα φιλόδοξα σχέδιά της, με τον δράκοντα, εκτελεστικό της όργανο, και τα βότανα. Και με τον τρόπο της, η ποιήτρια το ομολογεί και το επιβεβαιώνει:

«Έχω μία πανάρχαια γιαγιά που κάθε βράδυ
ποντάρει την τιμή μου στα χαρτιά
κι εγώ κρατάω τσίλιες στους αιώνες
έξω από έναν οίκο καθωσπρέπει
παραφυλώντας της ακολασίας το βασιλιά.

Πάνω στην άσπρη μου κοιλιά
θα σχεδιάσω ένα πανάρχαιο δέντρο γενεαλογικό
και το αιδοίο μου θα υποθηκεύσω
μ’ αντάλλαγμα το σπέρμα βίαια ρομαντικών εραστών»

Στίχοι που φέρνουν σιμά τον απόηχο των ανδροφονικών στίχων της πανέμορφης Μυρτιώτισσας, μιας άλλης ερωτικής ποιήτριας, που θεωρώ ότι ταιριάζει κάποιος παραλληλισμός:

«Μέσα μου άγριες νιώθω επιθυμιές,
και τις ερωτευμένες σας καρδιές
πως θα ‘θελα να μπόρεια να μασήσω
με τα λευκά μου δόντια, τα γερά,
σα φρέσκα μυγδαλάκια τραγανά,
και τον αιμάτινο χυμό τους να ρουφήξω!».
(Voluptas)

Έκανα αυτή την αναφορά, γιατί η ποίηση της Δώρας Κασκάλη μ’ έβαλε στον πειρασμό να κοιτάξω από μέσα, κι από τη φόδρα των λέξεων που χτίζουν τους στίχους, και να δω και την ίδια να βγαίνει αλώβητη μέσα από το βιβλίο κι από τους καίριους, έντονους, αλλά καλυμμένους περίτεχνα προβληματισμούς και τις «ανθρωποφαγικές» προθέσεις και διαθέσεις της. Δεν δαγκώνει σάρκες, αλλά τρώει σάρκες αθώα με θωπείες ίσαμε τα επίμαχα μέρη του σώματος του ερωμένου και με τακτ γλείφοντας ηδονικά τα μέλη και το ευχαριστιέται, το απολαμβάνει, διακριτικά ωστόσο. Αλλά και με ίσους όρους προσφέρει το σώμα της χωρίς αναστολές και δισταγμούς, χωρίς «όρους απαγορευτικούς», αλλά συνενοχής:

«Τίμιες συμφωνίες σ’ ένα παιχνίδι
ατιμίας για όρκους έρωτα
που ασελγούν
πάνω στο ανοίκειο σώμα
μαζί»,

όπως ευθύς εξαρχής ευθαρσώς εξηγείται, δοσμένη ολότελα στο βωμό του έρωτα, έστω κι αν δρομολογούνται «εργασίες ενταφιασμού», αφού ομολογεί:

«Πουθενά δεν με ενοικώ.
Παντού
ο χρόνος είναι
εσύ
και η πλησμονή αναβάλλεται»

Ολότελα δοσμένη στο μυστήριο της συνουσίας των σωμάτων είναι η ίδια που απαντάει και στους δύο ρόλους. Το άλλο «μισό» που συμπληρώνει το ερωτικό σύμπλεγμα δεν έχει πρόσωπο ούτε φωνή, έχει κληθεί, ωστόσο, να μπει μέσα στον περι-γε-γραμμένο κύκλο των σωμάτων:

«Έλα να ντυθούμε τα θολά μας
περι γράμματα.
Λεξικοποιούμε τους ρόλους μας
αφού δεν μπορούμε να τους ζήσουμε
με το σώμα μας.
Όταν θα πεθάνουν τα ποιήματα

(…)εσύ, αγάπη μου, δε θα ‘χεις πια ζωή να ζήσεις». (Ο έρως έχει ύπαρξη).

Στη δεύτερη ενότητα, που το δράμα φτάνει στην κορύφωση για να αρχίσει βαθμιαία η αντίστροφη μέτρηση, κυριαρχεί η σιωπή της αγάπης που μεταλλάσσεται και μορφοποιείται σε δέκα χαρακτηριστικές ποιητικές πρόζες /πεζοτράγουδα, δέκα επιστολές καταγγελτικές, ανεπίδοτες ωστόσο, που η ποιήτρια απευθύνει στον έτερο παίκτη. Κατοχυρωμένη πίσω από την απόσταση που τους χωρίζει και εκ του ασφαλούς, χρησιμοποιώντας τον πληθυντικό αριθμό της αποξένωσης και μιλώντας για λογαριασμό κάποιας άλλης, του «ψάλλει τον αναβαλλόμενο» με λέξεις κοφτερές χωρίς φόβο και με πολύ πάθος:

«Μην με ταράζετε, του έγραφε, για να επαναβεβαιώσετε την κυριαρχία σας πάνω μου. Είμαι ένα μετόχι που το πάτησαν οι αυθεντίες του πατέρα, του αδερφού, του κυβερνήτη(…)Πηγαίνετε τώρα για άλλα θηράματα. (…) Εγώ θα ζωστώ τη σιωπή των νεκρών(…)στα μνήματα μιλούν την άρρητη γλώσσα της αλήθειας».

Αλλού τον καθιστά υπεύθυνο για τον ευτελισμό του φύλου και του προορισμού της. Και εξηγείται ωμά: «Κατάντησα το ξεφτέρι μου ταχυδρομικό περιστέρι, κατάργησα τη φύση του και το τερατογέννησα σε οικιακά συμφραζόμενα(…) Οι λέξεις που έσπειρα σαπίσανε σε ξένη γη». Και το τίμημα η έσχατη τιμωρία: «η πηχτή σιωπή και τα’ αδειανά χέρια».

Αλλά η μαχητικότητα, η οργή, το μένος θα μείνουν στα σπαράγματα ανεπίδοτων επιστολών διαμαρτυρίας που γράφει από τα «ερέβη της μοναξιάς» της.

Στα δέκα ποιήματα της Λιβιδώ, συντελείται η διαδικασία παλινόρθωσης βαίνοντας προς την έξοδο. Οι ανεπίδοτες επιστολές με τις καίριες επισημάνσεις και τις εύστοχες βολές, άσχετα αν δεν έφτασαν ποτέ το στόχο τους, βοήθησαν την αιώνια τσαλαπατημένη γυναίκα να βγει από τη σιωπή της αγάπης με δρεπανηφόρα ορμή σ’ ένα δικό της αισθησιακό σύμπαν, να κατακτήσει το ερωτικό αντικείμενο του πόθου, να γευτεί ό, τι της στέρησαν οι αιώνες. Τώρα έχει την ψευδαίσθηση πως είναι εκείνη που ορίζει τους όρους του παιχνιδιού:

«Μην με κοιτάς, απαίτησε
τείνοντάς του τα χείλη της
(…)Και σφάλισε με τα χέρια της
την ηδονή του(…).
Δεν ήξερε πως ο θησαυρός της
ήταν η ίδια σε μια άλλη διάσταση».

Και όλη η περιπέτεια του σώματος και της ψυχής, ο αγώνας στο «Ανταλλακτήριο ηδονών ήταν μια πρόσκαιρη απολαβή αιωνιότητας:

«Μου χάρισες
Αιωνιότητα μιας ώρας».

Αφού από την αρχή της τελευταίας πράξης έδωσε το στίγμα του τέλους:

«’Να με κρατάς’ του είπε φεύγοντας.
‘Όχι, στο σώμα του το είπε
για να τη θυμάται».

Με άλλα λόγια: «Σώμα, θυμήσου πόσο αγαπήθηκες…».

Πρόκειται για ποίηση δυνατή, ατόφια, τολμηρή, εκφρασμένη με λέξεις και φράσεις ασοβάτιστες, προκλητικές, κοφτερές και αθώες, «ανταλλακτήρια ηδονών», που αποδομούν ένα παγιωμένο κοινωνικά σύμπαν αργά, αλλά σταθερά, γλείφοντας και οικοδομούν ένα άλλο, περιγεγραμμένο, ωστόσο ερωτικά / αισθησιακά, ποιητικό σύμπαν χωρίς πλατειασμούς και λοξοδρομήσεις. Μέσα σ’ αυτό το δικό της ποιητικό σύμπαν, τόσο η αρχέγονη, όσο και η σύγχρονη γυναίκα, θύμα ή θύτης, θύμα και θύτης, έχει τον πρωταγωνιστικό ρόλο.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΛΛΗΣ

oanagnostis.gr 14/1/2017

Ανταλλακτήριο ηδονών τιτλοφορεί την πρώτη της ποιητική συλλογή η δόκιμη πεζογράφος Δώρα Κασκάλη. Καθόλου τυχαίο μιας και το βιβλίο της είναι μια ελεγεία για την υπερβατική διάσταση του έρωτα στην ζωή μας. Διαβάζοντας τα ποιήματα της συλλογής διαπιστώνω πως η ποιήτρια εχθρεύεται τον χρόνο. Τον χρόνο που αιχμαλωτίζει το σώμα και το οδηγεί σταδιακά στην φθορά. Η ηδονή είναι ένα μέσο άμυνας. Στο ποίημα Σμίλη ένδον ξεχωρίζει αυτή η πάλη έντονα. Παραθέτω μερικούς στίχους:

Απολαύστε άφοβα την υγρασία των εραστών
που ποτίζει τις ρωγμές της έντιμης ενηλικίωσης

ή πιο κάτω
Πουθενά δεν με ενοικώ.
Παντού
ο χρόνος είναι
εσύ
και η πλησμονή αναβάλλεται.

Με ποιον τρόπο έρχεσαι αντιμέτωπος με την φθορά; Η ποίηση έχει τον δικό της τρόπο να αναιρεί τα χρονοδιαγράμματα. Όπως και ο έρωτας. Αρκεί ένα εσύ, εκεί στην μέση του πουθενά, σαν δέντρο στην έρημο για να προσφέρει ελπίδα πως όσα κερδίσαμε και χάσαμε στην πορεία είναι τα προσωπικά μας εφόδια, είναι αυτά που σχηματίζουν το είναι μας μέσα στο χάος της αοριστίας. Η Κασκάλη έχει πλήρη συναίσθηση της μικρότητάς μας αλλά πιστεύει στον άνθρωπο. Γι΄ αυτό και τα ποιήματά της ερωτικά, σαρκικά, είναι κραυγές ενός ανθρώπου που γνωρίζει ότι θα νικηθεί αλλά μέχρι τότε θα πολεμήσει με ότι έχει και δεν έχει:

Από την μια θηλή κρέμονται δέκα νάνοι,
από την άλλη ρέει πρωτόγαλα αγριμιού,
μια τιάρα μου υπόσχεται παλάτια
και κοφτερές, μεθυστικές βελόνες
με στέλνουν σε ναρκωτικά ταξίδια του χαμού.
Έχω μια πανάρχαια γιαγιά που κάθε βράδυ
ποντάρει την τιμή μου στα χαρτιά
κι εγώ κρατάω τσίλιες στους αιώνες
έξω απ΄ έναν οίκο καθωσπρέπει
παραφυλώντας της ακολασίας τον βασιλιά.
Πάνω στην άσπρη μου κοιλιά
θα σχεδιάσω ένα σπουδαίο δέντρο γενεαλογικό
και το αιδοίο μου θα υποθηκεύσω
μ’ αντάλλαγμα το σπέρμα βίαια ρομαντικών εραστών.

Αυτό το απόσπασμα από το ποίημα Ανατομικές λεπτομέρειες το ζήλεψα. Εδώ ο λυρισμός της ποιήτριας κορυφώνεται, γίνεται ένα με το σώμα, νιώθετε. Οι σουρεαλιστικές εικόνες της ανατρέπουν:

Μην με ταράζετε, του έγραφε, για να επαναβεβαιώσετε την κυριαρχία σας πάνω μου. Είμαι ένα μετόχι που το πάτησαν οι αυθεντίες του πατέρα, του αδερφού, του εργοδότη, του κυβερνήτη. Σας παρέδωσα το πιο ατόφιο κομμάτι μου, το λίγο το δικό μου κι εσείς ζωστήκατε τα πυρομαχικά και το κάνατε πεδίο μάχης.

Να ένα ποίημα που χωρά όλη την υπαρξιακή αγωνία της Γυναίκας που χαρίζει το είναι της σε έναν ανδροκρατούμενο κόσμο για να πάρει ως αντάλλαγμα την βία. Εκείνη που κυοφορεί την ζωή έρχεται αντιμέτωπη με την σκληρή πραγματικότητα. Η Κασκάλη είναι μια ποιήτρια της υπαρξιακής αγωνίας. Μια βιωματική γραφή που σκαλίζει τις αιώνιες πληγές μας και στο τέλος χαρίζει φως στο απόλυτο σκοτάδι. «Αν η ποίηση είναι εξομολόγηση ή επιφώνημα», σύμφωνα με τον Αλέξανδρο Αργυρίου, «ή βιωματική πράξη, ή ανακοίνωση κάθε κατηγορίας, η γνωριμία μας με το έργο του ποιητή μοιάζει με οποιαδήποτε σχέση μας μέσα στη ζωή, που για να δέσει απαιτεί ένα χρόνο συμ-βίωσης». Το Ανταλλακτήριο ηδονών είναι μια μυστική συναλλαγή με το πάθος και το αίσθημα. Με την ίδια την ζωή. Το αίσθημα που μας προσδιορίζει.

Το μαύρο κουτί της μνήμης τους

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ

http://www.diavasame.gr, Ιούλιος 2015

Όσοι πάσχουν από μνήμη σώματος

Αν πάσχεις από μνήμη σώματος, αν μια έσχατη ικμάδα θύμησης κινητοποιεί ακόμη τους πόρους του δέρματος και ο μετρημένος χτύπος κάποιου ανεκπλήρωτου, τώρα και πάντα, θα ορίζει τη σχέση σου με τη ζωή, τότε οι 16 ιστορίες της Δώρας Κασκάλη στο «Μαύρο Κουτί της μνήμης» είναι το βιβλίο της αποτίμησης.

Είναι, όμως, και ένα σινιάλο που στέλνουν τα σώματα –το δικό μας, των άλλων– που διασείει τον χρόνο και τον χώρο, που ξεπερνάει το ξέσπασμα της εμπειρίας και γίνεται λανθάνουσα παρόρμηση, καταπιεστικός μονόλογος, ακρασφαλής έξαψη. Άνθρωποι –γυναίκες και άνδρες– σε ένα μεταίχμιο ηλικίας. Λίγο πριν διαβούν το τελευταίο σύνορο της φθοράς, πριν καν τους τελικούς λογαριασμούς με τη ζωή τους. Άνθρωποι μόνοι, εκτεθειμένοι σε βλέμματα και παλαιούς νυγμούς. Άνθρωποι που οι ερεθισμοί του παρελθόντος δεν τους αφήνουν να… αγιάσουν. Άνθρωποι που επί ματαίω προσπαθούν να ξεφύγουν από τα αναβλύσματα των εαυτών τους. Έρωτες που δεν ήρθαν και έρωτες που χάθηκαν. Ζωές που ξοδεύτηκαν και ζωές που δεν έζησαν. Σώματα που έμαθαν να λυγίζουν και άλλα που πνίγηκαν από το νερό που έμπασε η ζήση τους. Πρόσωπα της διπλανής πόρτας, εμείς υπό συνθήκες, οι άλλοι κάτω από τις δικές τους [συνθήκες], όλοι μαζί με μια στέρηση, με ένα άχτι, με το μαύρο κουτί της μνήμης και του σώματος να καταγράφει τις τελευταίες στιγμές πριν από τη σύγκρουση και την καταστροφή. Ή, μήπως, την παθητική αποδοχή και τη μυστική ευθυγράμμιση πως αυτό είναι που μπορεί κανείς να ζήσει – τούτο ακριβώς είναι το όριο που σου παρέχεται και πέραν τούτου δεν μπορείς να περπατήσεις. Αν το πράξεις, τότε ακριβώς θα πυροδοτηθεί η παραδρομή, το ακραίο, το παράδοξο, το βραχνό ρετάρισμα. Οι ήρωες της Κασκάλη έχουν σώμα που ζητάει δικαίωση. Έχουν σώμα που δεν το γνωρίζουν και όταν φτάνουν στο σημείο να το… ακούσουν, είναι πολύ αργά για να κάνουν να απλώσει τους χυμούς του. Είναι όντα με συγκινησιακές αποστροφές και αισθητές μεταπτώσεις. Μεταβάλλονται δίχως να το καταλαβαίνουν, κάτι μέσα τους τούς τρώει αργά, με αδυσώπητη ακρίβεια. Διότι η ζωή έχει αυτή τη δύναμη της ακρίβειας να ελαττώνει την προσφορά της. Ζεις σαν να μην ζεις. Υπάρχεις σαν η ύπαρξη να είναι μια ασθένεια που δεν επιδέχεται γιατρειά.

Η παράξενη σχέση ενός καθηγητή με μια ξένη καθαρίστρια σε ένα κακόφημο ξενοδοχείο. Μια γυναίκα που μετατρέπει ένα πουκάμισο σε ερωτικό αντικείμενο. Ένας άνδρας που παρενδύεται μόνο και μόνο για να νιώσει την εγγύτητα μιας γυναίκας που ποτέ δεν του προσφέρθηκε πραγματικά. Το αποστεγνωμένο σεξ σε ξενοδοχεία της επαρχίας για επαγγελματίες που αναζητούν μια μικρή έξοδο από την πραγματικότητα. Ένας παράξενος «εφαψίας», μια κάποια Γαλάτεια που στερνά γίνεται συγγραφέας με ψεύτικο όνομα και μέσα από την ακαμψία των λέξεων προσπαθεί να μάθει τον εαυτό της, η βία των δρόμων και οι μετανάστες, ο ψυχαμοιβός που λόγω ανεργίας κρατάει συντροφιά σε ηλικιωμένους, η δύσκολη σχέση μιας γυναίκας με ένα παιδί που δεν είναι δικό της, τυχαίες συναντήσεις καθοριστικής υφής στο τρένο, ξεκαθαρίσματα σχέσεων, ένα πενηντάρικο στον δρόμο που προκαλεί ένα κύμα σκέψεων, που μπορεί να είναι το τίμημα μιας ολόκληρης ζωής.

Δεν ξέρω αν όλες αυτές οι ιστορίες μπορούν να ενταχθούν στη χορεία του παράδοξου. Σίγουρα η Κασκάλη, με την οικονομία που δομεί τις ιστορίες και την απόσταση από την οποία τις καταγράφει, αφήνει τη δυνατότητα για ένα πολλαπλό κοίταγμα. Τα διηγήματα μπορούν να ειδωθούν στο ρεαλιστικό πλαίσιο που τα περιβάλλει (δίχως να τα πνίγει), αλλά και ως εκδοχές μιας άλλης πραγματικότητας. Εντέλει ως ένας σπασμός του σώματος, ως ένα νεφέλωμα της μνήμης, ως μια ματαιότητα που πρέπει να καταγραφεί, ως μια σιωπή που κρατάει μέσα της όλους τους ήχους της παρελθούσας ζωής, καθώς αυτή ετοιμάζεται να αποχωρήσει.

Σε αυτή τη δεύτερη συλλογή διηγημάτων, η Κασκάλη αναδεικνύει την… ανθρωπινότητα (sic) της γραφής της. Δεν γράφει για τους ήρωές της. Γράφει για ανθρώπους λειτουργώντας ως ο διαμεσολαβητής τους. Γίνεται το στόμα, τα χέρια, τα πόδια, οι ανάσες τους. Οι ιστορίες ισορροπούν ανάμεσα στην ατομική ανασφάλεια, στον πονετικό αναστοχασμό, στην αμείωτη αίσθηση του αλλόκοτου και στην αδιάλυτη δριμύτητα που έχει η ζωή των ανθρώπων.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

dimichri65.blogspot 8.7.2015

Η Δώρα Κασκάλη γράφει 16 ιστορίες για ανθρώπους που αντιμετωπίζουν με καβαφική αξιοπρέπεια και στωικότητα (ή με τον ηρωικό μηδενισμό του Καζαντζάκη) την αποτυχία να υπερβούν ό,τι τούς έχει διαμορφώσει. Άντρες και γυναίκες που μοιάζουν θλιβερά ναρκωμένοι από τον πόνο, τη στέρηση -υλική και συναισθηματική- ψάχνουν απεγνωσμένα για ένα άγγιγμα, μια στιγμιαία επαφή των σωμάτων που μπορεί να πυροδοτήσει την ελπίδα, να δώσει μια παράταση ζωής.
Σχεδόν σε όλα τα διηγήματα επαναλαμβάνεται το ίδιο απτικό -θα έλεγα- μοτίβο. Άνθρωποι αχάιδευτοι, αφίλητοι, που εκλιπαρούν για μια απλή επαφή σωμάτων, κι αυτό τους φτάνει -το ελάχιστο που γίνεται μέγιστο και σωτήριο, να ζουν μέσα από τα αποτυπώματα των άλλων. («Ήταν αχάιδευτος, αφίλητος. Παρά τα τόσα σώματα, έπασχε από ανελέητη στέρηση τρυφερότητας»)

Στο «Ηράκλειο-Καλλιθέα» ένα σκουρόχρωμο αγόρι κάθεται δίπλα στη γυναίκα, μέσα στο τρένο, και της πιέζει το δεξί της πόδι με το αριστερό του: «Νιώθει τη θέρμη του κορμιού του, μέσα από το μπατζάκι του, όπως διατρυπά το τζιν και περνάει στο καλσόν της και μετά στο δέρμα, που οργώνεται από ρίγος…»

Στο «Το σώμα θυμάται», ένας καθηγητής-ένοικος ξενοδοχείου-χαμαιτυπείου ανταλλάσσει τρυφερά χάδια με την καμαριέρα: «Όταν τελείωσα, μου έπιασε τα χέρια και με κάθισε πάνω στο μουσταρδί κάλυμμα του κρεβατιού του. Μου έβγαλε τα πλαστικά σαμπό και πήρε σαν μωρά τα ξεπατωμ΄να ποδάρια μου μέσα στα χέρια του. Με τ’ ακροδάχτυλα χάιδεψε τις πατούσες μου σαν παραστρατημένα παιδιά που αλλιώς έδειχναν και αλλιώς κατάντησαν. Ντράπηκα για τους κάλους και τις φαγωμένες φτέρνες, αλλά η ματιά του, ημερεμένη καισ ίγουρη, με κράτησε στη θέση μου, ανήμπορη να πάρω τη λίγη αξιοπρέπειά μου και να φύγω. Τα χέρια του -νλυχια καθαρά και τετραγωνισμένα, παλάμες με δέρμα μεταξένιο- τρέχανε πάνω στις πρησμένες φλέβες μου και με μαλάξεις τεντώνανε τα αιμάτινα σχοινιά απ’ το λίπος. Ύστερα τα δάχτυλα επέστρεφαν και πάλι στις πατούσες, τις κανακεύανε για να ξαναθυμηθούν την ομορφιά και την ξεκούρασή τους». (…) Την τρίτη μέρα, αφού φρόντισε τα πόδια μου, ακούμπησε πάνω στα λιγνά του μπούτια τα χέρια μου, σχεδόν μια ανάσα από τον καβάλο, και άρχισε να χαϊδεύει τις φλεβίτσες που φούσκωναν όλο ζωή και ανυπομονησία κάτω από το ξεραμένο δέρμα της παλάμης».
Το χάδι του ώριμου άντρα αποτελεί την ύψιστη ερωτική πράξη, εκείνη την πράξη που οδηγεί στο να αγαπήσουμε πρώτα απ’ όλα τον ίδιο μας τον εαυτό. «Μα κάποια βράδια που ο Ανέστης παίζει κουμάρι στο καφενείο, κάνω ένα μπάνιο στα σακατεμένα μου κρέατα και μπορώ πια να αγγίζω με στοργή όλα τα κερδισμένα μου παράσημα που εκείνος μου έδειξε πώς να αναγνωρίζω».

Και όταν το ανθρώπινο σώμα απουσιάζει, μπορεί και το υποκαθιστά ένα ρούχο, ένα πουκάμισο, όπως συμβαίνει στο διήγημα «Μικρό ερωτικό» ή ένα ζευγάρι κόκκινες γόβες στο ομώνυμο διήγημα ή η φαντασίωση των σωμάτων που ενώνονται στο «Δωμάτιο 216», όπου ένας μοναχικός άντρας στήνει αφτί στο διπλανό δωμάτιο: «Έχουμε ξεχάσει το χάδι πάνω σε κρέατα σφιχτά, που ριγούν μόλις τα ακουμπήσεις».

Στο «Happy nest» o πρωτοπρόσωπος αφηγητής ζώντας μέσα στη βρόμα ενός διαμερίσματος μοιράζεται τον φόβο του με ένα σαμιαμίδι.

Στο «Εφάπτω» ένας μεσήλικας εφαψίας χωρίς ζωή -στιγματισμένος από τη γυναίκα και τα παιδιά του- δεν τολμά να εξομολογηθεί στον γιατρό του το νέο του πάθος: «Δεν έχει πια εκείνη την ακόρεστη ανάγκη ν’ αγγίζει· σταδιακά ερημώνει από τα ρίγη της η χώρα του βουβώνα του. Μόνο θέλει να πιάνει τις λαβές που χούφτωσαν δροσερά κορίτσια, να κάθεται εκεί που έχυσαν τη θαπλωρή τους σπωματα θαλερά, να ακουμπά χαϊδεύοντας την κουπαστή της σκάλας στο σχολείο· να νιώθει, να διασώζει και ν’ αποταμιεύει από το δέρμα τόσων ανθρώπων που συνεχίζουν να ζουν».

Το «Διάκενο» -από τα πιο δυνατά διηγήματα της συλλογής- αποτελεί μια ωδή στα χέρια (σαφής εδώ η επιρροή του Μιχάλη Γκανά). Μια δασκάλα πιάνου από τη Ρωσία πέφτει θύμα ληστείας από έναν αλλοδαπό: «Τα χέρια της έχουν τη δική τους ζωή -ίσως τη μόνη ζωή στα δυόμισι μέτρα κάτω από την άσφαλτο. Τα κανακεύει γιατί είναι οι κουβαλητές της, το εργαλείο της, η παρηγοριά της». (…) «Δεν ξέρει πια πώς να βολέψει αυτά τα προδομένα χέρια. Τ’ αφήνει να κρέμονται άχαρα, με τα κρεατένια ξέφτια τους σε κοινή θέα». (…) «Εκείνη φταίει κι όχι το σκούρο χέρι, αυτό το αρπακτικό και πεινασμένο χέρι που γεννήθηκε σε άλλες πατρίδες και τώρα στις νέες ξέχασε πώς ν’ αγαπά».

Στο «Project ψυχαμοιβός» πρωταγωνιστεί ένας 30χρονος άνεργος με διδακτορικές σπουδές στην Αγγλία, ο οποίος επαναπατρίζεται τα χρόνια της κρίσης, που ακυρώνει οντολογικά (όχι μόνο εργασιακά) τους ανθρώπους. Προσωρινό αποκούμπι του -ύστερα από παρότρυνση της μητέρας του- η συντροφιά που κρατά στους ηλικιωμένους τροφίμους ενός γηροκομείου. Η άφατη αποδοχή του κυρ Ηλία θα λειτουργήσει σωτήρια σε μια περίοδο που οι κρίσεις ταυτότητας για τον νεαρό άνδρα υπήρξαν ανελέητες. Όταν ο γέρος μια μέρα -έτσι ξαφνικά- έφυγε από τη ζωή, του αφήνει ενθύμιο το κομπολόι του: «Χάιδεψα αυτό το ιδιότυπο ρολόι και το έβαλα στην τσέπη μου και αργότερα, στο δωμάτιό μου, στο κουτί όπου κάποτε αναπαυόταν το καλό μου πουκάμισο – το ‘χα φορέσει σε όλες τις ορκωμοσίες μου».

Το «Ξεκαθάρισμα» -ίσως, κατά τη γνώμη μου, το εμβληματικότερο διήγημα της συλλογής- πρόκειται για το τέλος μιας σχέσης. Ένας άνεργος άντρας που το σώμα του γίνεται «ένα» με τον καναπέ, δεν έχει λόγο ύπαρξης στο σπίτι όπου έζησε δέκα χρόνια από τη ζωή του. Με τρόπο υπαινικτικό, με ελάχιστες λέξεις και ακόμα λιγότερα εκφραστικά μέσα, η Κασκάλη ανατέμνει το σώμα των ανθρώπινων σχέσεων την εποχή που οι ανθρώπινες αξίες γίνονται βορά στον Μολώχ της επιβίωσης με κάθε κόστος: «Ξαπλώθηκε στο κρεβάτι τους και τυλίχτηκε μέχρι τη μύτη με το πάπλωμα. Ακόμα και μέσα στο σκοτάδι μπορούσε να χαρτογραφήσει το λεκέ στο εσωτερικό του κεντρικού λαχουριού, μια κηλίδα εμετού από την πρώτη της φρουτόκρεμα, ή να ψηλαφήσει το ανάγλυφο των κάθε λογής αλοιφών της καθημερινής υγιεινής της που είχαν σχεδόν ασβεστοποιηθεί πάνω στο ντεσέν, το οποίο πήρε να ξεθωριάζει από την κακοπέραση».

Παρομοίως, στο «Αστραφτερό λευκό» μια γυναίκα αποφασίζει να εγκλειστεί μέχρι τέλους στη λιλιπούτεια τουαλέτα του σπιτιού της, σφηνωμένη στη λεκάνη, επιλέγοντας η ίδια τον τάφο της: «Σε μερικά χρόνια τα μαλλιά μου θα γίνουν ξύλο, το δέρμα μου γυαλί, τα μάτια θα χάσουν το γαλανό τους χρώμα και θα γίνουν ένα με το λευκό. Τότε να δω πώς θα με ξεχωρίσουν. Να ξεθεμελιώσουν όλο το σπίτι; Θα του πω: Είναι δικαίωμά μου, κύριοι, να θέλω να ζήσω και να τελειώσω τη ζωή μου στον τάφο που θα επιλέξω. Εϊναι συνταγματικό μου δικαίωμα».

Στην «Άμωμο θυσία» διαβάζουμε την κατάθεση ενός 40χρονου συζυγοκτόνου που καταδικάσηκε στο χειρότερο μαρτύριο, να ζήσει με μια «απείραχτη» γυναίκα. Η έλλειψη αγάπης, η αδυναμία ένωσης των σωμάτων γεννά μίσος και αποκτηνώνει: «Όλα είναι καθαρά τώρα, το κορμί μου, τα ρούχα μου. Μόνο τα ακροδάχτυλά μου παραμένουν μελανιασμένα -τ’ αποτυπώματά μου θα συνοδεύουν μαζί με τη φωτογραφία μου το «το ατομικό φύλλο εγκληματικότητας»-, αλλά ένα καλό πλύσιμο με οινόπνευμα θα τα κάνει πάλι ανθρώπινα».

Αξιανάγνωστο είναι και το διήγημα με τίτλο «Liridona ή Γαλήνη», η ιστορία μιας Αλβανίδας μετανάστριας στην Ελλάδα που γηροκομεί με περισσή υπομονή τον πεθερό της. Με τρόπο θεατρικό (όπως στα περισσότερα άλλωστε διηγήματα) παρακολουθούμε την πορεία δύο τραγικών υπάρξεων που βουλιάζουν στην ανέχεια και την αμοιβαία αντιπάθεια και την ίδια στιγμή ο ένας εξαρτάται από τον άλλο. Ένας γέρος με κατεστραμμένα νεφρά που πεισματικά αρνείται να πεθάνει, γαντζωμένος από τη νύφη του. Στο τέλος, η ηρωίδα αποφασίζει να κρατήσει αλώβητη την ταυτότητά της, αντιμετωπίζοντας με αξιοπρέπεια την υποταγή της: «Πέρασαν τα τελευταία διόδια και προχωρούν μέσα στο καυτό απόγευμα. Γαλήνη· γαλήνη για τους πονεμένους αυτού του κόσμου με εξακόσια ευρώ, ένα δωμάτιο, τρία γεύματα ημερησίως. Καλύτερα έτσι. Γαλήνη. Ποιο αφεντικό θέλει έναν άνθρωπο που ποθεί την ελευθερία;»

Τέλος, θα ήθελα να σταθώ στο διήγημα «Μια κάποια Γαλάτεια», το πιο αυτοαναφορικό της συλλογής, καθώς η πρωταγωνίστρια, η Άννα, είναι η persona της συγγραφέως. Μια 65χρονη γυναίκα που βρίσκει καταφύγιο και παραμυθία στη σύνθεση μικρών ιστοριών, την αξία των οποίων αγνοεί, μέχρι που η Ανθή, η 20χρονη φοιτήτρια νοικάρισσά της, τις διαβάζει τυχαία και επιμελείται την έκδοσή τους: «Τα μόνα τίμια ήταν τα κείμενά της, έτσι όπως μιλούσαν στον κάθε αναγνώστη τους, χωρίς περιττά στολίδια, χωρίς φανφάρες του δημιουργού τους σε περιοδικά του συρμού, χωρίς σαματά για τη λογοτεχνική ή μη αξία τους». Η Γαλάτεια (το προσωπείο της Άννας) γράφει για να ξορκίσει τον φόβο του θανάτου: «Η αγωνία της για τον θάνατο μεγάλωνε μαζί με τα χρόνια της. Κι αυτή την αγωνία προσπαθούσε να ξορκίσει με μια βαθιά ειρωνική γλώσσα».

Όσον αφορά τους εκφραστικούς τρόπους της Κασκάλη (και έχοντας διαβάσει τα «Κάτω» και «Στο τρένο») πιστεύω πως η συστηματική ενασχόλησή της με την ποίηση τής επιτρέπει να σκάψει βαθύτερα στα γλωσσικά κοιτάσματα και να ακονίσει την πένα της. Οι στίχοι του Άρη Αλεξάνδρου (Όπως αργεί τ’ ατσάλι να γίνει κοφτερό και χρήσιμο μαχαίρι / έτσι αργούν κ’ οι λέξεις ν’ ακονιστούν σε λόγο. …) βρίσκουν απόλυτη εφαρμογή στην περίπτωση της Κασκάλη: «Τον είδε -πλάτη παρένθεση μιας παλιάς σκολίωσης- να κάθεται στον καναπέ. Να σηκωθεί; Να μείνει; Φαινόταν να παρακολουθεί μια εκπομπή για τα αποδημητικά πτηνά, χωρίς ήχο. Σπίτι που στάζει σιωπή».

Κλείνοντας, θα πρόσθετα επιγραμματικά πως τα διηγήματα της Κασκάλη (αντιγράφοντας από τη σελ. 61 του ίδιου του βιβλίου τα σχόλια ενός καθηγητή για τις ιστορίες της Γαλάτειας) είναι διηγήματα ωριμότητας από ένα αστραφτερό πνεύμα που τολμά χωρίς γλωσσικούς, υφολογικούς και πραγματολογικούς συμβιβασμούς.

Συνέντευξη

Κυρία Κασκάλη, συστήστε μας με λίγα λόγια το νέο σας βιβλίο.

«Το μαύρο κουτί της μνήμης τους» είναι η δεύτερη συλλογή διηγημάτων μου, η οποία εκδίδεται πέντε χρόνια μετά την πρώτη, με τίτλο «Στο τρένο» (εκδόσεις Γαβριηλίδης). Η συνεργασία με τον εκδότη μου, Αλέξανδρο Μανωλάκη υπήρξε υποδειγματική και είναι χαρά και τιμή για μένα που επέλεξαν να εκδώσουν το βιβλίο μου σε τόσο δύσκολους καιρούς. Πρόκειται για δεκαέξι διηγήματα που γράφτηκαν τα τελευταία πέντε χρόνια και βγήκαν στο φως μετά από ένα επίπονο αλλά και γόνιμο διάστημα διαρκών διορθώσεων και αναθεωρήσεων. Λειτουργώ ως δημιουργός, αλλά και ως επιμελήτρια στα κείμενά μου και αυτό συχνά με εξαντλεί, με αποτέλεσμα η έκδοση να είναι μια πράξη και έκθεσης αλλά και λύτρωσης.

Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σας Έλληνες και ξένοι συγγραφείς και πώς επηρέασαν το έργο σας;

Αντλώ από την ελληνική παράδοση, με την οποία ήρθα σε πιο στενή επαφή και επιστημονικά λόγω των σπουδών μου, αλλά από παιδί διάβαζα και ρώσους, αμερικανούς, γάλλους συγγραφείς, όποιο βιβλίο μπορούσα να αγοράσω με το πενιχρό μου χαρτζιλίκι ή οτιδήποτε μου τραβούσε την προσοχή στις δημοτικές βιβλιοθήκες που σύχναζα. Γεώργιος Βιζυηνός, Κωνσταντίνος Θεοτόκης, Μιχαήλ Μητσάκης, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Δημοσθένης Βουτυράς, Γιώργος Ιωάννου, Μάριος Χάκκας, Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος, αλλά και Τσέχωφ, Κάρβερ, Τσίβερ με γοήτευσαν από τους διηγηματογράφους και με κάποιον μυστικό τρόπο μου δώσανε τα εργαλεία για τη μελλοντική μου ενασχόληση με το είδος. Αλλά τελικά είμαστε, όλοι όσοι γράφουμε, ένα αμάλγαμα όλων των διαβασμάτων μας, των ταινιών που έχουμε δει, των έργων τέχνης που μας καθήλωσαν. Η τέχνη σε κάθε της μορφή έχει συνέχεια.

Ποίηση ή πεζογραφία; (ποια τελικά θα σας κερδίσει;)

Το 2014 κυκλοφόρησε από τις ωραίες εκδόσεις Σαιξπηρικόν της Θεσσαλονίκης η πρώτη μου ποιητική συλλογή με τίτλο «Ανταλλακτήριο ηδονών». Ήταν ένα μεγάλο στοίχημα για μένα η υποδοχή της από τους αναγνώστες. Έκτοτε συνεχίζω να γράφω ποίηση, έχω σχεδόν έτοιμη μία δεύτερη ποιητική συλλογή που μάλλον θα αργήσει να βγει στο φως γιατί θα κριθεί από την επιβίωσή της μέσα στο μνημονικό συρτάρι. Αν και πρόκειται για έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο οργάνωσης του λόγου, η ακραία συμπύκνωση της ποίησης, η οικονομία της, η αξία της κάθε λέξης μού δίδαξαν πολλά και για τη συγγραφή των διηγημάτων μου και σε κάποιο βαθμό άλλαξαν και τους εκφραστικούς μου τρόπους. Εξάλλου για μένα το διήγημα είναι η ποίηση του πεζού.

Τον τίτλο τον διαλέξατε η ίδια ή ο εκδότης σας;

Ο αρχικός τίτλος της συλλογής μου ήταν «Παροπλισμένοι». Ωστόσο, μετά από συζητήσεις με τον εκδότη μου καταλήξαμε ότι ένας τέτοιος, αρκετά περιοριστικός τίτλος έδινε συγκεκριμένη ερμηνεία και αδικούσε την ευρύτερη θεματική των διηγημάτων μου. Έτσι λοιπόν, έπεσαν στο τραπέζι διάφορες ιδέες. Μεταξύ αυτών και ο συγκεκριμένος τίτλος που προήλθε από αποδελτίωση κάποιων στίχων και εκφράσεων από το «Ανταλλακτήριο ηδονών», την οποία έκανε με ιδιαίτερη προσοχή, αγάπη και επιμέλεια ο Αλέξανδρος Μανωλάκης. Ο τίτλος, με άλλα λόγια, δεν είναι παρά ένα αντιδάνειο από το δικό μου έργο και μια απόδειξη ακόμη ότι η ποίηση αιμοδοτεί το πεζό.

Ποια είναι τα συστατικά για ένα επιτυχημένο λογοτεχνικά βιβλίο; Η διαφήμιση και η προβολή παίζουν ρόλο;

Για μένα το επιτυχημένο βιβλίο είναι εκείνο που θα συναντήσει τους αναγνώστες. Σίγουρα οι κριτικές, η έμμεση διαφήμιση από ομότεχνους, αλλά και η άμεση προβολή του σε τύπο και διαδικτυακούς τόπους είναι η οδός για να γίνει γνωστό ένα έργο. Στην Ελλάδα των λίγων, αναλογικά με άλλες χώρες, αναγνωστών η προώθηση κάθε καλού βιβλίου ανοίγει τον δρόμο και σε άλλους συγγραφείς. Δείτε τι γίνεται τα τελευταία χρόνια με την άνθιση του διηγήματος, ειδικά μετά το «Κάτι θα γίνει να δεις» του Χρήστου Οικονόμου. Σε μια πενταετία εμφανίστηκαν νέοι δημιουργοί που διακονούν με αξιώσεις το είδος, και επιτυγχάνουν αναγνώριση από τους κριτικούς και το κοινό.

Διαβάζετε τις κριτικές για τα βιβλία σας; Σας επηρεάζουν στο επόμενο βιβλίο;

Διαβάζω τις κριτικές. Πολλές φορές με βοηθούν να κατανοήσω τον τρόπο που οι άλλοι, πιο έμπειροι και με θεωρητικά εργαλεία, διαβάζουν και κατανοούν τα βιβλία μου. Τις επεξεργάζομαι και ίσως με κάποιον τρόπο και όταν προέρχονται από ανθρώπους που η γνώμη τους βαραίνει μέσα μου, νομίζω ότι με βοηθούν να θεραπεύσω κάποια λάθη, εμμονές ή αδυναμίες.

Ζητάτε τη γνώμη ανθρώπων που εμπιστεύεστε για τα κείμενά σας, πριν εκδοθούν;

Έχω κάποιους ομότεχνους, ποιητές και πεζογράφους, με τους οποίους υπάρχει μια σχέση αγάπης ή μια πνευματική συγγένεια. Βασίζομαι στο βλέμμα τους, η κριτική τους με προφυλάσσει κάποιες φορές, ενώ ο καλός λόγος είναι ένα νεύμα για να συνεχίσω την προσπάθεια, ειδικά όταν με πιάνει ο αρνητισμός μου για καθετί που γράφω.

Ποια είναι, για σας, τα συστατικά ενός καλού διηγήματος;

Εκτός από τις τεχνικές αφήγησης που μετατρέπουν μια απλή ιστορία σε διήγημα, τις οποίες μπορεί να βρει κάποιος σε ορισμένα εγχειρίδια ή να διδαχθεί σε κάποιο σεμινάριο ή μελετώντας τους μεγάλους διηγηματογράφους που είναι και οι πρώτοι μας και ίσως οι μόνοι μας δάσκαλοι, νομίζω ότι το προσωπικό ύφος, ο χειρισμός του λόγου έχουν σημασία λόγω της συντομίας της έκτασής τους. Στο διήγημα καμία λέξη δεν περισσεύει. Τα πρόσωπα αγωνίζονται για να υπάρξουν στην αναγνωστική μνήμη, μέσα από καλοδουλεμένες λεπτομέρειες, από την ακραία αφαίρεση, από την απουσία. Ένα μαστορικό διήγημα μπορεί να είναι πιο καίριο από ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα.

Αν θέλατε να ξεχωρίσετε έναν ήρωα από το βιβλίο σας, ποιος/ποια θα ήταν αυτός/ή;

Όπως η μάνα δεν μπορεί να ξεχωρίσει τα παιδιά της, έτσι κι εγώ αδυνατώ να ξεχωρίσω κάποιον από τους δεκαέξι και πλέον ήρωές μου. Τους αγαπώ το ίδιο, αναμετρήθηκα με καθέναν απ’ αυτούς, αγωνίστηκα να τους δώσω ένα πρόσωπο, να τους εντάξω σε ένα αφηγηματικό πλαίσιο. Τώρα τους αποχωρίζομαι με την ίδια συντριβή, αλλά και αποδοχή όλους, καθώς θα γίνουν πια κτήματα του κάθε επόμενου αναγνώστη τους.

Ποιος λογοτεχνικός ήρωας σάς έχει σημαδέψει;

Η Αριάγνη από το ομώνυμο μυθιστόρημα του Τσίρκα. Η Μαντάμ Μποβαρί. Αλλά και η Ιφιγένεια, η Ελένη, η Μήδεια. Τυχαίο που είναι όλες γυναίκες;

Η συγκυρία που ζούμε τα τελευταία χρόνια κατά πόσο έχει επηρεάσει τον συγγραφικό σας ορίζοντα;

Οι συγγραφείς δεν ζουν, οι περισσότεροι τουλάχιστον, στο εργαστήρι τους, αποκομμένοι από την κοινωνία. Γράφω, αλλά και παράλληλα εργάζομαι σε μία απαιτητική πρωινή δουλειά, μεγαλώνω τα παιδιά μου, υπάρχω σε μια ιστορική συγκυρία που διαμορφώνει τον τρόπο που προσεγγίζω τα θέματά μου. Βέβαια είναι μεγάλος ο κίνδυνος σε μια τέτοια κρίσιμη καμπή να μιλήσει κανείς για την κρίση (ήδη αρχίζει και επιβάλλεται ένας αρκετά πρώιμος – και ίσως αυθαίρετος – όρος «Λογοτεχνία της κρίσης») με όρους δημοσιογραφικούς, κοινωνιολογικούς, παρασυρμένος από το θυμικό, τις δυσκολίες του, αλλά και την επιθυμία της εκδοτικής πιάτσας να πιάσει το αναγνωστικό αίτημα της εποχής. Προσπαθώ να τα φιλτράρω όλα αυτά στον λόγο μου, δεν τα καταφέρνω πάντα, αλλά θεωρώ ότι σε ένα μεγάλο βαθμό περνούμε ως χώρα και ως κοινωνία μια κρίση υπαρξιακή και ως τέτοια τη βιώνουν και οι δημιουργοί, ο καθένας όπως μπορεί. Θα δυσκολέψουν τα πράγματα περισσότερο. Οι αναγνώστες δεν θα μπορούν να αγοράσουν βιβλία, ίσως θα πρέπει να στραφούμε εκ νέου στις δανειστικές βιβλιοθήκες, οι εκδότες πιθανόν θα εκδίδουν λιγότερα βιβλία και με κριτήρια, ίσως, καθαρά εμπορικά. Αλλά σίγουρα είναι μια εποχή που γεννά, που κινητοποιεί πνευματικά και νομίζω ότι θα μας δώσει σπουδαία έργα.

ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΠΕΡΑΝΤΩΝΑΚΗΣ

http://www.bookpress.gr, 22.9.2015

Βαθιά, ρευστά κι αμίλητα

Μπορεί ο κριτικός λόγος να αποδώσει το συναίσθημα που εκπέμπει η λογοτεχνία, χρησιμοποιώντας θεωρητικά μοντέλα ή γλωσσικά κάτοπτρα; Συνηθίσαμε να αποδίδουμε την αξία ενός βιβλίου με έλλογες σκέψεις και με λογοκρατούμενους συλλογισμούς, χωρίς να καλλιεργούμε τις δυνατότητες που θα έπρεπε να έχουμε ώστε να εξηγήσουμε τι είναι αυτό που σε ένα μυθιστόρημα ή σε μια συλλογή διηγημάτων κερδίζει συναισθηματικά τον αναγνώστη (δες τα πειστικά επιχειρήματα της Martha Nussbaum στο Έρωτος γνώση). Κι αυτό συμβαίνει γιατί από τον φόβο μας να μην ξεπέσουμε σε μια μελοδραματική καταγραφή, σε μια συγκινησιακή ταύτιση με τους ήρωες, σε μια εμπειρική συμμετοχή, αλλά και από τη λογοκρατία της εποχής μας, αποφύγαμε την ουσία της λογοτεχνίας που είναι -μεταξύ άλλων- η ψυχική επαφή, η ατμόσφαιρα, το κλίμα, το φορτίο με το οποίο φορτίζει τον αποδέκτη της.
Η Δώρα Κασκάλη το πετυχαίνει αυτό με δύο αλληλοσυνδεόμενους τρόπους. Από τη μία, η ποιητικότητα της γραφής μεταφέρει το βλέμμα από το έξω στο μέσα, από τη δράση στη δραματικότητα, αγγίζει τα πράγματα, τις κινήσεις, τα πρόσωπα και τα ξαναντύνει με το αισθαντικότερο ρούχο τους. Η συγγραφέας αγκαλιάζει τη γλώσσα με ερωτική διάθεση κι έτσι αποδίδει ό,τι ίσως δεν μπορεί να ειπωθεί με μια άλλη τετριμμένη γλώσσα. Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι γλωσσικά αιθεροβάμων, αφού έντεχνα προσκολλά στο κύριο σώμα της αφήγησης νατουραλιστικές περιγραφές, ωμές λέξεις και σαραβαλιασμένα σχήματα, που προσγειώνουν ό,τι φάνηκε να αιωρείται. Οι ιστορίες της δεν στερούνται την αφηγηματικότητά τους, αλλά την ενισχύουν με το κατάλληλο ύφος.

Κι αυτό το ύφος έρχεται να συνοδεύσει –να αναδείξει και να εξηγήσει– τα απωθημένα των γυναικών ή των ανδρών που πρωταγωνιστούν στα διηγήματα της λογοτέχνιδας. Καθένας από αυτούς κουβαλάνε ένα τεράστιο κενό, μια στέρηση που αφορά κυρίως τον ερωτικό τομέα, κενό το οποίο κρυφοκοιτάζουν να το καλύψουν με λαθραίες κινήσεις και μισοκρυμμένες ματιές (δείτε ενδεικτικά «Το σώμα θυμάται»). Καταλαβαίνουν όμως σχεδόν εξαρχής ότι είναι μάταιο, αφού η ζωή δεν επιτρέπει τις μεγάλες επαναστάσεις και τα ριψοκίνδυνα ταξίδια, κι έτσι μένουν συγκρατημένοι με το χέρι στο χειρόφρενο. Ακόμα κι όποιοι πραγματοποίησαν τα άδηλα όνειρά τους, ανακάλυψαν ότι ο κόσμος δεν τους χωράει, όπως συνέβη με τη γηραιά κυρία που εκούσα άκουσα εξέδωσε τις ιστορίες των τετραδίων της, αλλά μετά έχασε κάθε διάθεση για συγγραφή («Μια κάποια Γαλάτεια»).

Πολλά από τα διηγήματα της πεζογράφου δείχνουν ακριβώς αυτή την αδυναμία ή την υποκρισία του ατόμου να συμφιλιώσει την εσωτερική με την εξωτερική πραγματικότητα. Τα απωθημένα που σκιαγραφούνται είναι το ασύμπτωτο πεδίο ανάμεσα στα θέλω και στα πρέπει, στα μπορώ και στα δεν μπορώ. Κάθε μονόλογος ξεδιπλώνει αυτή την εσωτερική τραγωδία, που διχάζει τους δύο εαυτούς, από τους οποίους ο ένας καταπιέζει τον άλλο κι ο δεύτερος επιχειρεί να πάρει εκδίκηση. Ψυχαναλυτικά έχουμε το Εκείνο που κάνει υπομονή κάτω από την κυριαρχία του κοινωνικού Εγώ, ένα Εκείνο που τελικά δεν αντέχει και ξεσπά ποικιλοτρόπως, καταστροφικά ή αυτοκαταστροφικά, τις περισσότερες φορές μάταια και αναποτελεσματικά.

Άλλη μια συλλογή διηγημάτων που αποδεικνύει ότι οι ελληνικές πένες ξέρουν να χειρίζονται τη μικρή φόρμα. Κι η Δώρα Κασκάλη δείχνει πόσο της ταιριάζει η συμπύκνωση που δεν ζητάει την έκταση, αλλά διατηρεί το συναισθηματικό της φορτίο όσο συμπιέζεται σαν ελατήριο στο μικρό κουτάκι της.

ΚΩΣΤΑΣ ΣΤΟΦΟΡΟΣ

Ηλεκτρικές αναγνώσεις, «Δρόμος της Αριστεράς», 26.9.2015

Η μνήμη ξεκινά από το σώμα. Κι έτσι ξεκινά και το βιβλίο με το διήγημα Το σώμα θυμάται. Μια ρημαγμένη καθαρίστρια κι ένας καθηγητής, σε ένα ξενοδοχείο «πρόχειρων ερώτων» θα ζήσουν μια εμπειρία που θα αλλάξει τον τρόπο που βλέπουν τον εαυτό τους. Ακόμη κι αν δεν αλλάξει τη ζωή τους.
Στις Κόκκινες Γόβες ο έρωτας οδηγεί στην παρένδυση. Κι όταν έρχεται η «νίκη», η «κατάκτηση», ο «γάμος» τίποτα δεν έχει τη γεύση που ονειρευόταν ο ήρωας της ιστορίας…
Στο Εφάπτω η ζωή του ήρωα καταστρέφεται από το πάθος του να αγγίζει άγνωστες.
Ένα πουκάμισο θα γίνει ερωτικό αντικείμενο, για να ξεφτίσει πολύ γρήγορα. Μια ηλικιωμένη γυναίκα θα γίνει διάσημη συγγραφέας πίσω από ένα ψευδώνυμο. Η διασημότητα θα τελειώσει και τη συγγραφή.
Οι ήρωες μοναχικοί, έρμαια συχνά των καταστάσεων, μέσα στα αδιέξοδα μιας ρημαγμένης χώρας. Η συγγραφέας κρατάει απόσταση αλλά διατηρεί την τρυφερότητα και την ανοχή της απέναντι στα όσα οδηγούν τα βάσανα των ανθρώπων. Αυτών που περνάνε καθημερινά δίπλα μας και τους προσπερνάμε αδιάφορα…

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΠΑΚΟΝΙΚΑ

Fractal, Δεκέμβριος 2015

Η οικονομική δυσπραγία και ο Έρωτας

Οι σχέσεις των δύο φύλων, η οικονομική κρίση, οι μετανάστες, ο έρωτας, η σεξουαλικότητα, η λαγνεία, τα προβλήματα του γάμου και γενικά της ενδοοικογενειακής επικοινωνίας, είναι οι κύριοι θεματικοί άξονες στην καινούργια συλλογή διηγημάτων της Δώρας Κασκάλη. Παρουσιάζει μια διεισδυτική, ρεαλιστική ακτινογραφία της δύσκολης πραγματικότητας της εποχής μας, εστιάζοντας λιγότερο σε αστούς και πολύ περισσότερο σε λαϊκά, μικροαστικά ή και περιθωριακά στρώματα της κοινωνίας.

Η οικονομική κρίση κτυπάει ακόμη πιο σκληρά τις γυναίκες των μικροαστών- που εντέλει καταλήγουν να ανήκουν σε φτωχές, ξεπεσμένες πλέον τάξεις. Αναγκαστικά, είτε επειδή οι άνδρες τους είναι ανάξιοι είτε επειδή μένουν άνεργοι, δεν έχουν άλλη διέξοδο παρά να δουλεύουν για ένα πενιχρό μεροκάματο ως καθαρίστριες σε σκάλες, σπίτια, παρακμιακά ξενοδοχεία που λειτουργούν κι ως παράνομα πορνεία. Παράλληλα επωμίζονται τη δουλειά και τα καθήκοντα για το σπίτι και τα παιδιά τους, έχοντας να αντιμετωπίσουν την αδιαφορία ή και βαναυσότητα του άνδρα-αφέντη. Ουσιαστικά είναι στερημένες από στοργή, τρυφερότητα, ερωτική ζωή, και είναι απορίας άξιο πώς κατορθώνουν να αντέχουν σε ένα τέτοιο σφυροκόπημα αντίξοων συνθηκών. Όμως δεν λείπουν και οι ακραίες καταστάσεις, όπως στο συγκλονιστικό διήγημα «Αστραφτερό λευκό», όπου η πρωταγωνίστρια απαυδισμένη από τις αναίσχυντες απιστίες του άνδρα της να φέρνει και να συνευρίσκεται με τις φιλενάδες του μέσα στο ίδιο τους το σπίτι, διαλέγει να αποσυρθεί και να πεθάνει γριά, ολομόναχη, ανήμπορη, σχεδόν αποτρελαμένη σε ένα απόμερο καμπινέ. Εξίσου μοναδικό σε σύλληψη, περιεχόμενο, ένταση κι ομορφιά είναι το πρώτο διήγημα του βιβλίου με τον τίτλο «Το σώμα θυμάται». Εδώ η Κασκάλη μας δίνει ένα μοναδικό διαμάντι γραφής, που άμεσα μας κυριεύει με τη μαγεία του. Η πρωταγωνίστρια, από έφηβη στο μεροκάματο, και τώρα ώριμη στην ηλικία κι ούτε ιδιαίτερα όμορφη, παντρεμένη με έναν άνδρα τύραννο, βιώνει για πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή της τον γνήσιο, ηδυπαθή και πλούσιο σε συναισθήματα έρωτα με έναν καθηγητή, που νοικιάζει με το μήνα δωμάτιο στο ξενοδοχείο, όπου εκείνη εργάζεται ως καθαρίστρια.
Στερημένες από έρωτα είναι οι περισσότερες πρωταγωνίστριες των διηγημάτων, είτε είναι παντρεμένες είτε ανύπαντρες. Εκείνο που μας εντυπωσιάζει στο βιβλίο είναι η απροκάλυπτη τολμηρότητα της Κασκάλη να αποκαλύψει τις σωματικές, σεξουαλικές ανάγκες των στερημένων αυτών γυναικών, που νιώθοντας ότι εφόσον συναισθηματικά στον έρωτα δεν βρίσκουν ανταπόκριση, ρίχνονται χωρίς αναστολές σε μια περιπέτεια τουλάχιστον για να ικανοποιήσουν τις επιτακτικές ανάγκες των λάγνων ορμών τους. Όμως δεν είναι μόνο η στέρηση, το ερωτικό ένστικτο υφίσταται επιπλέον και καταπίεση. Ο άνδρας ως τύραννος απαγορεύει στη γυναίκα του θα ξεδίνει διαβάζοντας βιβλία ροζ ερωτικών ιστοριών- τα λεγόμενα άρλεκιν-καίγοντας κι εξαφανίζοντας κάθε ίχνος τους για να μην «παίρνει αέρα το μυαλό της» με τέτοιες «φυλλάδες». Επίσης ο υποκριτικός και σεμνότυφος κοινωνικός περίγυρος εξίσου καταπιέζει και ασκεί φρένο στην απελευθερωμένη έκφραση του ερωτισμού. Η γυναίκα- συγγραφέας στο διήγημα «Μια κάποια Γαλάτεια» κυκλοφορεί με ψευδώνυμο τα ερωτικά διηγήματά της, από φόβο και πανικό μήπως τυχόν αποκαλυφθεί κι επομένως γίνει απόβλητη από τον κοινωνικό κύκλο της. Κακότυχες, βασανισμένες είναι κι όσες γυναίκες επωμίζονται την περίθαλψη γερόντων ανίατα άρρωστων, που όχι μόνο είναι αχάριστοι, αλλά σαδιστικά σχεδόν τις ταλαιπωρούν με κάθε τρόπο και επιπλέον οδηγούν στην οικονομική εξαθλίωση της οικογένειας με τα έξοδα για την αρρώστια τους. Τέτοιες καταστάσεις είναι ιδιαίτερα επώδυνες σε οικογένειες μεταναστών, καθώς η μιζέρια κι αποξένωση μέσα στην οικογένεια συμβαδίζει και με την απομόνωσή τους σε μια επιφυλακτική και κλειστή γι αυτούς κοινωνία.

Η Κασκάλη δεν τρέφει ψευδαισθήσεις ότι οι πατριαρχικές δομές επιμένουν, ισχύουν, διαμορφώνουν, κι αυτό είναι το στενό πλαίσιο μέσα στο οποίο τα γυναικεία πρόσωπα του βιβλίου επιλέγουν τη στάση και τις πράξεις τους, ώστε να σώζουν όσο μπορούν τη θέλησή τους για ελευθερία και ουσιαστική ζωή. Παρατηρούμε ότι αυτό εκδηλώνεται ακόμη και στις πιο παραμελημένες γυναίκες με την πιο άθλια μοίρα που τους επιφυλάσσει το περιβάλλον τους. Βέβαια, σε κάποια από τα διηγήματα η γυναίκα προβάλλει πολύ πιο δυναμική από τον άνδρα και είναι αυτή που λύνει και δένει, παίρνοντας τις τελικές αποφάσεις, όπως η διάλυση του γάμου στο διήγημα «Το ξεκαθάρισμα».

Ασφαλώς στο βιβλίο πρωταγωνιστούν και ανδρικά πρόσωπα είτε σε σχέση με εξωσυζυγικές, εφήμερες ερωτικές συνευρέσεις είτε με το ακριβώς αντίθετο, όπως η ολοκληρωτική αφοσίωση και λατρεία τους για γυναίκες που παράφορα ερωτεύτηκαν. Σε αυτή τη δεύτερη περίπτωση το θύμα είναι ο άνδρας, που φθάνει στον εξευτελισμό, τη διαστροφή ή και το φόνο, καθώς δεν βρίσκει ανταπόκριση από την πανέμορφη, μοιραία γυναίκα.

Στα διηγήματα πλανάται η καταπιεστική, γκρίζα ατμόσφαιρα της οικονομικής δυσπραγίας της εποχής μας, όπου η ανθρωποφαγία, το άδικο και η εκμετάλλευση κινούν τα νήματα ποτίζοντας με κούραση σωματική και ψυχική τους διάφορους χαρακτήρες. Απάγκιο και ανάσα χαράς μπορούν να βρουν στη στοργή και στον έρωτα, έστω και τον πιο εφήμερο. Το βιβλίο αξίζει για τη σπουδαία, παραστατική προσέγγιση κι ανάδειξη της πάλης των πρωταγωνιστών ενάντια σε ό,τι τους στερεί μια χαραμάδα φωτός για τρυφερότητα, φιλία, μεγάλους έρωτες, αφροδισιακή έκσταση.

Δεν είναι εύκολο να δοθεί εύστοχα και με ενάργεια η πάλλουσα πραγματικότητα, γι’ αυτό πολλοί λογοτέχνες την αποφεύγουν. Η Κασκάλη τόλμησε και πέτυχε. Η γραφή της, λιτή και καλοδουλεμένη, άριστα εναρμονίζεται με τον αδέκαστο ρεαλισμό της αιχμηρής ματιά της, που χαρίζει μέθη και συγκίνηση.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ

Fractal, Δεκέμβριος 2015

Οι πιο απόκρυφες γωνίες της μνήμης

Όπως δηλώνεται στον εύγλωττο τίτλο, το υλικό με το οποίο συντίθενται τα δεκαέξι διηγήματα της Δώρας Κάσκαλη είναι η μνήμη. Και μάλιστα, κατ’ αντιστοιχία με το μαύρο κουτί των αεροσκαφών, οι πιο απόκρυφες γωνίες της μνήμης, στοιχεία που τα κρύβει καθένας όσο καλύτερα μπορεί, που ίσως δεν τα αποκαλύπτει παρά μόνον όταν η καταστροφή έχει επέλθει.

Όπως η περίφημη «μαντλέν» στην Αναζήτηση του Χαμένου χρόνου, έτσι και στα διηγήματα της συγγραφέως, καθημερινές, απλές σκηνές, είναι η αφορμή για να ανασύρουν οι ήρωες τις θαμμένες στιγμές και τις θαμμένες ζωές τους. Αν και σε κάθε ιστορία η αφήγηση ξεκινάει ρεαλιστικά και, στην πραγματικότητα, όλα όσα συμβαίνουν δεν εκφεύγουν από την δομή της καθημερινότητας, η Δώρα Κάσκαλη, με ένα ιδιαίτερο ύφος, όπου εικόνες από το παρόν και το παρελθόν εμπλέκονται αξεδιάλυτα και το χτες συναντάει το σήμερα σε ένα ενιαίο σύνολο που το ονομάζουμε ζωή, δίνει μια υπερβατική διάσταση στον ρεαλισμό της γραφής της και αποκαλύπτει τις πολλές πλευρές της πραγματικότητας. Τα μύχια όνειρα των ηρώων της, πράξεις οι οποίες έχουν μείνει μέσα τους, βαριά μυστικά, ξεδιπλώνονται με έναν τρόπο που μας κάνει να αναρωτιόμαστε εάν πραγματικά τα έζησαν ή τα έχουν φανταστεί, εάν η μνήμη τα έχει σωστά καταγράψει ή είναι ψευδαισθήσεις που, όπως στο «Θυμήσου, σώμα…» του Καβάφη, έχουν ανακατευτεί, όπως τα πραγματικά γεγονότα, «μέσα στο παρελθόν».

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΕΡΑΝΤΩΝΑΚΗΣ

bookpress.gr, 17.1.2016

Το εκκρεμές του διηγήματος κάνει μεγάλες ταλαντώσεις

Το ίδιο στηριγμένη στο συναίσθημα, έστω και αν η ιστορία δεν εκλείπει, είναι η Δώρα Κασκάλη στο Μαύρο κουτί της μνήμης τους (εκδ. Οκτώ). Η ποιητικότητα της γραφής μεταφέρει το βλέμμα απ’ έξω προς τα μέσα, από τη δράση στη δραματικότητα, αγγίζει τα απωθημένα των γυναικών ή των ανδρών και τα ξαναντύνει με το αισθαντικότερο ρούχο τους. Πολλά από τα διηγήματα δείχνουν την αδυναμία ή την υποκρισία του ατόμου να συμφιλιώσει την εσωτερική με την εξωτερική πραγματικότητα. Τα απωθημένα που σκιαγραφούνται είναι το ασύμπτωτο πεδίο ανάμεσα στα θέλω και στα πρέπει, στα μπορώ και στα δεν μπορώ. Κάθε μονόλογος ξεδιπλώνει αυτή την εσωτερική τραγωδία, που διχάζει τους δύο εαυτούς, από τους οποίους ο ένας καταπιέζει τον άλλο κι ο δεύτερος επιχειρεί να πάρει εκδίκηση.

Στο τρένο

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΡΑΠΤΟΠΟΥΛΟΣ

«Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία»/ Ένθετο «ΕΠΤΑ», 13.3.2011

Τα καλά της κρίσης,

ΑΝΑΡΩΤΙΕΜΑΙ τι πρόκειται ν’ αλλάξει, και μάλιστα προς το καλύτερο, όσο η οικονομική κρίση θα βαθαίνει. Θα συνειδητοποιήσουμε, άραγε, ότι όλα εδώ πληρώνονται; Και ότι τίποτα στο βάθος δεν σου χαρίζεται;

Είτε μιλάμε για την παραπλανητική βιτρίνα -γνωστή και ως εικονική πραγματικότητα- της ραδιοτηλεόρασης και των φρι πρες, είτε για τα δώρα-άδωρα του συμβατικού τύπου: σιντί, ντιβιντί, βιβλία, ιλουστρασιόν περιοδικά. Αρκεί το πάτημα ενός κουμπιού, αρκεί ν’ απλώσεις το χέρι σου, και σου δίνονται κυριολεκτικά στο πιάτο. Με αντάλλαγμα την ψυχή σου. Ωσπου να έρθει, καλή ώρα, ο λογαριασμός, με τη μορφή της κρίσης. Κι αφού λεφτά δεν θα έχουν πια, ούτε οι επιχειρηματίες για να διαφημίσουν τα προϊόντα τους ούτε ο καταναλωτής για να τ’ αγοράσει, ίσως έρθουν τα πάνω κάτω. Γιατί και το φτηνό θέαμα και η εξωραϊστική αρθρογραφία και οι προσφορές-δώρα σού παρέχονται υπό τον όρο ότι θα δεις και τις διαφημίσεις που τα συνοδεύουν. Η διαφήμιση είναι η αιτία ύπαρξης και ο απώτερός τους στόχος, χωρίς αυτήν δεν θα έπαιρνες το παραμικρό, έστω και δήθεν δωρεάν.

Παράλληλα, η κρίση αυξάνει τη δυσπιστία μας απέναντι στην οικονομική, πολιτισμική και ιδεολογική παγκοσμιοποίηση. Υποψιαζόμαστε ότι η διεθνής χρηματοπιστωτική κρίση είναι η ίδια η παγκοσμιοποίηση, αυτοπροσώπως. Στο χαμένο κέντρο της βρίσκονται εγκατεστημένες οι διαβόητες «αγορές», που μας φαίνονται βουτηγμένες στην απροσδιοριστία, και σαν να είναι αόρατες, ένας εχθρός-φάντασμα. Η κρίση κάνει δραματική και επείγουσα την ανάγκη να στρέψεις και πάλι το βλέμμα στο τοπικό, στο εθνικό, στο πατριωτικό, πράγματα μέχρι πρότινος ξεπερασμένα και αναχρονιστικά, που λίγο μόνο θέλουν για να επανέλθουν στη μόδα. Οι «παγκοσμιοποιημένοι» ανάμεσά μας, που έκαναν θραύση τα τελευταία χρόνια, μάλλον θ’ ανακρούσουν πρύμναν. Τα μυθιστορήματα που εκτυλίσσονται στο εξωτερικό, οι ταινίες που τοποθετούνται σ’ έναν ασαφή χωροχρόνο και τα τραγούδια με αγγλικό στίχο, θα λιγοστέψουν. Αργά ή γρήγορα θα ξαναμάθουμε, πάνω στο πετσί μας, ότι ο δρόμος για το παγκόσμιο ξεκινάει αναπόφευκτα από το τοπικό.

Τέλος, φαντάζομαι ότι κάποια στιγμή θα υπάρξει ένα γενικευμένο αίτημα για επιστροφή στην ποιότητα. Οχι, όμως, την ποιότητα των υποκριτών, την (κ)ακαδημαϊκή και στραγγισμένη από χυμούς ζωής, που διαθέτουμε σε αφθονία στην Ελλάδα. Μιλάμε για μια ποιότητα νέα, που αποτελεί ζητούμενο και μένει να εφευρεθεί. Για μια ποιότητα που θ’ αντιστοιχεί και θα εμπνέεται από τις καινούργιες κοινωνικές συνθήκες, όπου το καταναλωτικό όργιο και η ανούσια αφθονία θα είναι παρελθόν. Σημασία έχει ότι θα πάψουν πια να κυριαρχούν η ψυχαγωγική σαχλαμάρα, η νευρωτική διακωμώδηση των πάντων και η υποχρεωτική επίδειξη κυνισμού και κενότητας. Να τι βρίσκεται στον αντίποδα της ποιότητας, όπως την εννοοώ. Και ασφαλώς, δεν αμφιβάλλω ότι μαζί με την επιστροφή στην ποιότητα, θα έρθει και το παραπέρα ξήλωμα του υφάσματος, η συνέχιση της κατρακύλας προς τον πάτο. Το καλό και το κακό είναι δίδυμα, καλώς ή κακώς.

Το πρόβλημα με κάτι τέτοιες προφητείες είναι ότι αποτελούν ταυτόχρονα και τους ευσεβείς μου πόθους. Είτε διαψευστούν, όμως, είτε επαληθευτούν στο μέλλον, μπορεί κανείς, με όλη του την άνεση, να τα εφαρμόζει ήδη στη ζωή του, εναρμονίζοντάς την με το πνεύμα τους. Στο κάτω κάτω, όπως λένε οι Κινέζοι, ακόμα κι ένα ταξίδι χιλιομέτρων αρχίζει μ’ ένα βήμα. Μια ευρύτερη αλλαγή συνείδησης ίσως ξεκινάει με μια επιφυλλίδα. Ιδού, λοιπόν, το βιβλίο μιας πρωτοεμφανιζόμενης διηγηματογράφου: Δώρα Κασκάλη, «Στο τρένο» (εκδ. Γαβριηλίδης, 2010). Αν αυτό λέει κάτι, το διάβασα αυθημερόν. Μου άρεσε η έγνοια της για μια ευρύτερη σύνθεση, γύρω απ’ τον άξονα του τρένου. Αλλά ακόμα πιο πολύ μου άρεσαν η λάγνα θεματολογία των οκτώ ιστοριών της, μαζί με τη γνήσια συμπόνια και κατανόηση που δείχνει στους ήρωές της. Ενα λογοτεχνικό ντεμπούτο που μέχρι στιγμής πέρασε μάλλον απαρατήρητο. Το γεγονός ότι η βιβλιοπαραγωγή αργά ή γρήγορα θα συρρικνωθεί, δεν μπορεί παρά να οδηγήσει στην άρση της λογοκρισίας που ασκείται διά του εκδοτικού πληθωρισμού. Αλλο ένα από τα καλά της κρίσης.

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΣΕΡΔΑΡΗΣ

Ένεκεν, τχ. 18, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2010

Από όλα τα μέσα, το τρένο είναι αυτό που επέδρασε καθοριστικά στη διαμόρφωση της νεωτερικότητας. Από την ανακάλυψη της φύσης και τη συναρμολόγηση του αστικού σκηνικού έως το κινηματογραφικό τράβελινγκ και την ανάπτυξη του κολάζ, κι από την Αισθηματική αγωγή του Φλωμπέρ έως τον Ηλίθιο του Ντοστογιέφσκι και το θωρακισμένο τρένο του Κόκκινου Στρατού που κέρδισε την πρώτη εργατική επανάσταση του κόσμου, το τρένο
συνεχίζει ν’ αποτελεί μια κεντρική αρτηρία της ζωής και της τέχνης. Το όχημα αυτό, με την πλούσια διακειμενικότητα, επιλέγει η Δώρα Κασκάλη για να καταγράψει τις εσωτερικές διαδρομές των ηρώων της σ’ ένα τοπίο, η διακριτική καταγραφή του οποίου συνθέτει την τοπολογία της σύγχρονης κρίσης. Στα θετικά του βιβλίου μπορεί να λογιστεί η θεατρικότητα των αφηγήσεων και η οικονομία του λόγου. Στα αρνητικά μια κάποια ευκολία της
Κασκάλη να αφήνεται σε χρησιμοποιημένα σχήματα, που μπορεί να παραπέμπουν στη φθορά του αφηγηματικού της υλικού αλλά περιορίζουν την ευρηματικότητα της μυθοπλασίας. «Τα τρένα ταξιδεύουν μοναχά τους και συναντούν τους φίλους τους όταν ξεκουράζονται το βράδυ στους σταθμούς. Αλλά πιο πολύ στη ζωή τους είναι μόνα τους κι έχουν ανάγκη και τα παραμύθια. Ότι και να λένε οι μεγάλοι, τα τρένα ακούνε τα παραμύθια τους και είναι σαν να ζούνε κι αυτά μέσα από τα κορμάκια των παιδιών». Το βιβλίο ωστόσο είναι καλογραμμένο και μας πείθει για τον καλλιτεχνικό αναστοχασμό της εμπειρίας και της καθημερινότητας. Ταξιδεύοντας τελικά στον αφηγηματικό συρμό της Κασκάλη, ο αναγνώστης ξεχνιέται μέσα σ’ ένα ταξίδι οικειότητας και ανοικειότητας για να ανακαλύψει τελικά ότι είναι ο μοναδικός επιβάτης και ταξιδευτής της ίδιας του της ζωής.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΑΛΔΑΚΗΣ

«Ελευθεροτυπία»/ «Βιβλιοθήκη», τχ. 609, 25.6.2010

Η ατμόσφαιρα είναι βαριά. Μυρίζει θλίψη. Μυρίζει μοναξιά. Είναι ευκαιρία το ταξίδι για να βγουν στην επιφάνεια όλες οι ανησυχίες, οι δυσκολίες και οι πιέσεις. Να διαβαστούν οι εμπειρίες. Αφορμή ένα ταξίδι για να ανοίξει η κουβέντα. Είναι αυτή η χρήσιμη παύση στη γνωστή ζωή, που φέρνει η μετακίνηση. Μια συλλογή διηγημάτων, μια συλλογή επιβατών. Στο τρένο. «Η αλφαβήτα των διαδρομών μας, οι καημοί των ανθρώπων την ώρα της αναμονής».

Πέντε ζωές κι ένα μυθιστόρημα

ΑΝΝΑ ΚΟΥΣΤΙΝΟΥΔΗ

«ΝΤΟΥέΝΤΕ», τχ. 21, Ιανουάριος 2013

Στο Πέντε Ζωές Και Ένα Μυθιστόρημα: Σπουδή Ενός Δόκιμου Γραφιά, το οποίο κυκλοφορεί ελεύθερα στο διαδίκτυο με τη μορφή e-book, ευθύς εξαρχής γίνεται αντιληπτό ότι ακόμα και στις πρώιμες συγγραφικές περιπλανήσεις της Δώρας Κασκάλη, η γραφή και η αφήγηση αντανακλούν τη γυναικεία οπτική. Αυτή με τη σειρά της είναι άρρηκτα συνυφασμένη με τη γυναικεία εμπειρία μέσα σε μία πατριαρχικά δομημένη –σε πολλαπλά επίπεδα– κοινωνία. Μια τέτοιου είδους οπτική, ωστόσο, σπεύδω να διευκρινίσω, ουδεμία σχέση και ομοιότητα φέρει με την κακώς εννοούμενη γυναικεία γραφή της κατά κόρον καταναλισκόμενης λεγόμενης ροζ λογοτεχνίας των ευπώλητων που βρίθει στερεοτύπων και κοινοτοπιών. Αυτό, άλλωστε, αποτελεί ένα είδος γραφής που ούτως ή άλλως απορρίπτει και η ίδια η αφηγήτρια στη διάρκεια των συγγραφικών/αφηγηματικών της ρόλων, περιπλανήσεων και ζωών. Αντιθέτως, μέσω της συγκεκριμένης οπτικής, καταδεικνύει την αντίστασή και τη διαμαρτυρία της απέναντι σε όλα όσα καλείται να υποστεί και να συναινέσει, ως γυναίκα και ως συγγραφέας, σε μια σειρά, δηλαδή, αυθαίρετα θεσμοθετημένων καταπιεστικών πατριαρχικών δομών και κατεστημένων παντός είδους: πολιτιστικών, κοινωνικών, οικονομικών, συγγραφικών, και βέβαια, εκδοτικών.

Ολοκληρώνοντας, ωστόσο, την ανάγνωση της νουβέλας, την οποία η συγγραφέας κατατάσσει στα πρωτόλεια της, κι άλλα στοιχεία έρχονται στην επιφάνεια. Διαπιστώνει κανείς ότι πρόκειται για ένα κείμενο που σαφώς φέρει τις καταβολές, καθώς και αρκετά από τα χαρακτηριστικά των μετέπειτα γραφών της, ιδιαιτέρως όσον αφορά την εμμονή με τους ασφυκτικά υπόγειους, κάτω κόσμους ενός μέρους του χωροχρονικού περικειμένου της αφήγησης, αλλά και εκείνους της ψυχής και του μυαλού, που εντέχνως προοικονομούν τους εν τη γενέσει μελλοντικούς χαρακτήρες των κειμένων της και προϊδεάζουν ανάλογα τον αναγνώστη και την αναγνώστρια που θα αναζητήσει προς ανάγνωση τα μετέπειτα κείμενα της Κασκάλη. Αναφέρω εδώ, τη συλλογή διηγημάτων Στο Τρένο (2010) και το μυθιστόρημά της Κάτω (2011) και τα δύο από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη, και κυρίως το δεύτερο του οποίου ο τίτλος επωάζεται, θα λέγαμε, στο Πέντε Ζωές και ένα Μυθιστόρημα με ύφος και τόνο έντεχνα υπαινικτικό, ενίοτε και αυτοβιογραφικό.

Στη νουβέλα της Κασκάλη, αυτό που αποκαλούμε περιπέτεια της γραφής αποτελεί τον κεντρικό θεματικό πυρήνα της αφήγησης, μια και η προσπάθεια αναζήτησης ενός προσωπικού στίγματος γραφής, καθώς και η εκδοτική τύχη ενός χειρόγραφου που αλλάζει συνεχώς μορφή, τόνο και στυλ είναι αυτά που φανερά ταλανίζουν την επίδοξη συγγραφέα/αφηγήτρια, της οποίας η ηρωίδα, Χριστίνα, αποτελεί το όχημα –το πρόσχημα ίσως– μέσω του οποίου επιδίδεται σε μια σειρά συγγραφικών αναζητήσεων και πειραματισμών στην προσπάθεια της να καταθέσει το προσωπικό της ύφος, ζητήματα που αποτελούν για κείνην ανάγκη ζωής: «Όλα ξεκίνησαν από την ανάγκη μου για ψυχική αποσυμπίεση», μας λέει η αφηγήτρια, ξεκινώντας έτσι το κειμενικό/συγγραφικό της ταξίδι, σε τόνο λυγμικά εξομολογητικό και συνεχίζει:

Με το όλα δεν εννοώ κάποια άκρως επαναστατική πράξη που θα ανέτρεπε εκ βάθρων την ανυπόφορη ανοησία, μέσα στην οποία ζούσαμε πολλοί από μας εκείνα τα χρόνια. Αναφέρομαι περισσότερο στο ιδιωτικό μου σύμπαν και σε πράγματα πρωτόφαντα για μένα, ειδικότερα δε σε κείνο το ξαφνικό λάκτισμα της ψυχής που πήγε παραπέρα τη σκέψη μου, άσχετα αν βούτηξε πρώτα το ποδάρι της μέχρι τη ρίζα του στο δυσώδες έλος της χθαμαλής πραγματικότητας (σελ.7)

Μία η αφηγήτρια στο Πέντε Ζωές και Ένα Μυθιστόρημα, αλλά η αφηγηματική φωνή συνεχώς εναλλάσσεται ως προς τον τρόπο εκφοράς της και αναλόγως με την εκάστοτε ζωή της ηρωίδας, Χριστίνας, την οποία η συγγραφέας τοπoθετεί –σκοπίμως εγκλωβίζει θα έλεγα – και παρακολουθεί σε 5 διαφορετικές ζωές, και, συνακόλουθα σε 4 διαφορετικά είδη γραφής (γυναικεία γραφή, ψυχολογικό θρίλερ, αστυνομική λογοτεχνία, αισθηματικό ρομάντζο) μέσω των οποίων αρθρώνει την διαμαρτυρία της, ενίοτε και την απόγνωση της απέναντι σ’ όλα όσα την ταλανίζουν, ξεδιπλώνοντας ταυτόχρονα τις επιθυμίες, τα όνειρα και τα αδιέξοδά της, αλλά και μια πολύ ενδιαφέρουσα συγγραφική πένα. Βρίσκεται σε συνεχή διάλογο τόσο με την ηρωίδα της όσο και με τον εαυτό της στην προσπάθεια της να καταθέσει το προσωπικό της συγγραφικό στίγμα, αλλά κυρίως με τον δυνάμει εκδότη της, και, κατ’ επέκταση, με την αναγνώστρια/τη της, στους οποίους απευθύνεται συστηματικά μέσω δευτεροπρόσωπης αφήγησης, τεχνική η οποία καθιστά το κείμενο έντονα αυτοαναφορικό, με στοιχεία μετανεοτερικά. Στο κείμενο της Κασκάλη δομούνται τρείς διαφορετικές αφηγηματικές τεχνικές: πρωτοπρόσωπη, δευτεροπρόσωπη και τριτοπρόσωπη που διαπλέκονται μεταξύ τους με τρόπο ευρηματικό και ιδιαίτερα παιγνιώδη, έτσι ώστε να τονίζεται και να υπογραμμίζεται δεόντως η ιδέα του λογοτεχνικού κειμένου ως γλωσσικής, και πολιτισμικής κατασκευής, ιδεολογικά χειραγωγούμενης από το εκάστοτε ιστορικο-κοινονικο–οικονομικό και πολιτιστικό περικείμενο της εποχής της οποίας αποτελεί παράγωγο. Ειδικότερα, η χρήση του δευτέρου ενικού πρόσωπου επιτρέπει την αποστροφή προς εαυτόν και προς τον αναγνώστη/τρια οι οποίοι παρακολουθούν την αφηγήτρια να συνδιαλέγεται με τον εσωτερικό της κόσμο, γεγονός που προσδίδει περεταίρω εγγύτητα σ’ όλα όσα αυτή βιώνει, στοχάζεται και αναστοχάζεται. Χαρακτηριστική η περιστασιακή – ελεγχόμενη ωστόσο– χρήση του εσωτερικού μονολόγου, ως κραυγής με τη μορφή παραληρηματικής γραφής:

Κραυγή διαμαρτυρίας και απόγνωσης:

Από τούτα τα υπόγεια που με χώσανε σαν τον ποντικό, ήθελα να δαγκώσω την κραταιά αξιοπρέπειά τους και να μολύνω με την πανούκλα μου, όσο γινόταν πιο βαθιά, τα μαλακά μόρια της δικής τους ακριβής ψυχής, της μοσχαναθρεμμένης με επαίνους και πρωτεία. Ήθελα να βρω έναν τρόπο να ουρλιάξω μέχρι το οριακό τέντωμα των χορδών κι ας έμειναν μετά κατακερματισμένα τα κρεατένια ξέφτια αυτού του θαυμαστού εργαλείου της ανθρώπινης επικοινωνίας. Έψαχνα με κάτι να διαλύσω τα τύμπανα της λεπταίσθητης ακοής τους που δεν είχε αφτιά για τον Κάτω Κόσμο μου. Το σημαντικότερο, ήθελα αυτή η κραυγή να ακουστεί όσο γινόταν μακρύτερα, μέχρι εκεί που επικρατούσαν με τρόπο αναντίρρητο τόσο οι ίδιοι όσο και οι μεθοδεύσεις τους. Όμως, η δομή του κόσμου τους μου όρθωνε εμπόδια και ό,τι και να σχεδίαζα ήταν καταδικασμένο να επιστρέψει στον αποστολέα του άθικτο, όπως και οι συνειδήσεις τους. (σελ. 7)

Το παράθεμα παραπέμπει αυτόματα στο Κάτω, όπου η ηρωίδα με παρόμοιο τρόπο αρθρώνει το θυμό και την απογοήτευσή της, λέγοντάς μας:

έχω γεμίσει μ’ έναν τυφλό θυμό που ξεχειλάει από μέσα μου και δεν ξέρω ποιόν και τι θα πάρει στο διάβα του… κάτι σαν το ρέμα της Γιασημώς έξω απ’ την Καλλιρόη, που… ξυπνάει άξαφνα απ’ το λήθαργό του και πνίγει από ζωντανά μέχρι ανθρώπους (Κάτω,σελ. 133).

Έχοντας από την αρχή μέχρι το τέλος του κειμένου εντρυφήσει σε τέσσερα διαφορετικά είδη γραφής, τα οποία όμως απορρίπτει ως ανεπαρκή και ατελέσφορα για την ίδια, η αφηγήτρια επιδίδεται σε μια ενδοσκόπηση τόσο στην πέμπτη και τελευταία κειμενική ζωή της, όσο και στο επίλογο του κειμένου. Επέρχεται συγγραφικός νόστος/επαναπατρισμός στα οικογενειακά εδάφη της ζωής και της ψυχής απ’ όπου η ηρωίδα φαίνεται να αντλεί ελπίδα, συγγραφική ώθηση, αλλά και την απαιτούμενη (και αναμενόμενη) ωρίμανση, έτσι ώστε να ανασύρει από τη συγγραφικό ασυνείδητο όλους εκείνους τους χαρακτήρες που απαιτούν να εξέλθουν και να πάρουν σχήμα και μορφή από την πέννα της.

«Τώρα πια είμαι περισσότερο σίγουρη από ποτέ ότι η διακονία της λογοτεχνίας πρέπει να γίνεται με σύνεση και με μικρούς στόχους. Καλά τα συνταγολόγια και οι προκάτ πλοκές, αλλά σε μια εποχή που όλα έχουν ειπωθεί, δεν ξεβρακωνόμαστε αμέσως στους αναγνώστες όσα ακριβά λιλιά κι αν φορέσουμε… (σελ. 79).

Και παρακάτω:

Ήρθε η ώρα να σας αποκαλύψω την αγωνία μου: έχω την υποψία ότι ατίθασο ήταν και παρέμεινε το ύφος μου, όσο κι αν προσπάθησα να το χωρέσω σε βολικά καλούπια που υπόσχονταν την εκδοτική επιτυχία. Πέντε ζωές μετράω ήδη και ίσως πέντε πιθανές αποτυχίες. Νιώθω ότι η τελευταία είναι και η πιο δικιά μου. Ίσως μ’ αυτήν να πορευτώ, αλλά όρκους δεν θα πάρω για να μην με μουντζώσουν μετά οι Ερινύες με τις κοφτερές στήλες τους στις σαββατιάτικες εφημερίδες.

Κι έφτασα τώρα ως εδώ. Άλλοι ήρωες, σχεδόν έτοιμοι, με σφυροκοπούν κρυμμένοι μέσα στους μαιάνδρους του μυαλού μου, απαιτούν να αποκτήσουν τη δική τους ζωή και μου φωνάζουν επιτακτικά: «Τέλειωσες με την Χριστίνα. Ήρθε η δική μας σειρά», μ’ έναν λόγο που πολεμάει να βρει διέξοδο και να τρυπώσει, σαν τον ψωριάρη ποντικό, στο σκληρό πεδίο της ελληνικής πεζογραφίας (σελ. 93-94).

Σ’ αυτό το σκληρό πεδίο της Ελληνικής πεζογραφίας, οι ήρωες και οι ηρωίδες της Δώρας Κασκάλη έχουν επιτυχώς εισχωρήσει από καιρό και να που τώρα ήρθε και η σειρά της πρωτόλειας Χριστίνας να συναντήσει το αναγνωστικό της κοινό στον αχανή κυβερνοχώρο του διαδικτύου, εδώ, παραδόξως, πρώτη και καλύτερη απ’ όλους τους υπόλοιπους.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗΝ ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ

«varelaki», 8.1.2016

Έχω την αίσθηση πως είναι αντιήρωες τα πρόσωπα του βιβλίου σου.

Νομίζω ότι οι αντιήρωες είναι οι ήρωες της σημερινής εποχής. Σε μεταιχμιακές περιόδους υπάρχουν δύο αντίρροπες δυνάμεις: η στροφή στο εξαιρετικό και η κατάδυση στο περιθώριο. Από την πρώτη συλλογή διηγημάτων μου («Στο τρένο», Γαβριηλίδης 2010) με ενδιέφεραν οι ιστορίες ανθρώπων που εγγράφονται στο περιθώριο της επίσημης ιστορίας, αλλά συνιστούν ένα σώμα σπαρακτικό, που βοηθά στην κατανόηση των διακλαδώσεων της συγκρότησης του “είναι”. Είναι αντιήρωες και ήρωες μαζί γιατί καταφέρνουν με κάποιον τρόπο να επιβιώνουν ή να αποδέχονται με αξιοπρέπεια την ήττα τους.

Το ΣΩΜΑ αναφέρεται συχνά μέσα στα διηγήματα…

Ήταν και δεν ήταν τελικά τυχαίο. Ακολουθώντας το νήμα από την ποιητική μου συλλογή «Ανταλλακτήριο ηδονών» (Σαιξπηρικόν 2014) όπου το σώμα κατέχει δεσπόζουσα θέση, ακολούθησα κι εδώ τη βασιλική οδό της ερωτικής επιθυμίας, της άρνησής της, της μοναξιάς, της κοινωνικής απομόνωσης, του περιθωρίου. Νομίζω ότι ενδόμυχα έγραφα αυτά τα διηγήματα της δεύτερης συλλογής μου έχοντας συγκεκριμένες εμμονές που εμπότιζαν τα κείμενά μου, τα οποία, ωστόσο, ανήκουν σε διαφορετικές περιόδους και καλύπτουν ένα χρονικό εύρος μιας τουλάχιστον πενταετίας.

Παντού ο αναγνώστης συναντιέται με ένα συνεχές αίσθημα ματαίωσης…

Οι ήρωές μου, όπως και νομίζω ο μέσος άνθρωπος, έρχονται αντιμέτωποι με τις κοινοτοπίες περί κοινωνικής, οικογενειακής και προσωπικής επιτυχίας. Καμία συνταγή δεν δίνει επαρκή απάντηση στην πολυπλοκότητα της ανθρώπινης κατάστασης και όλοι φαίνονται να πολεμούν με αυτό το αίσθημα ματαίωσης, μια που η ίδια η κοινωνία από την κατασκευή της μας βάζει από τα πρώτα χρόνια του βίου μας σε μία αρένα, περιμένοντας από μας τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα, ειδικά στο πεδίο της οικονομικής και προσωπικής καταξίωσης. Ο άνθρωπος, οι ήρωές μου έρχονται αντιμέτωποι με τα προτάγματα μιας κοινωνίας κανονιστικής και φυσικά αποτυγχάνουν, άλλοτε ανομολόγητα και άλλοτε πανηγυρικά.

Πώς προέκυψε ο τίτλος; Υπήρχαν άλλοι υποψήφιοι τίτλοι;

Ο αρχικός τίτλος ήταν «Παροπλισμένοι», αλλά μάλλον αδικούσε τα διηγήματά μου και περιόριζε θεματικά το εύρος τους, ως μια αρχική προγραμματική δήλωση, όπως με κάποιον τρόπο αποτελεί ο τίτλος ενός βιβλίου. «Το μαύρο κουτί της μνήμης τους» υπήρξε μια πρόταση του εκδότη μου, Αλέξανδρου Μανωλάκη, ο οποίος αποθησαύρισε την ποιητική μου συλλογή, ξεχώρισε έναν στίχο από το ποίημα «Επιστολογραφία» και θεώρησε ότι αυτός ο τίτλος ήταν μια επαρκής ομπρέλα για να στεγάσει αυτά τα δεκαέξι διηγήματα, χωρίς να αποκλείσει ή να περιορίσει αναγνωστικά κάποιο απ’ αυτά.

Ποιόν από τους ήρωες σου θα ήθελες να συναντήσεις;

Νομίζω ότι τελειώνοντας ένα βιβλίο, τελειώνεις και την ερωτική σχέση που συνάπτεις με τους ήρωές του. Αυτή η σχέση αφορά εσένα και μόνο, όχι τους αναγνώστες που με τη σειρά τους, θα φτιάξουν τις δικές τους συνάψεις με τις λέξεις και τα πρόσωπα, θα νοηματοδοτήσουν με το δικό τους υλικό, τις αναγνώσεις και τις μνήμες τους, όσα εσύ παραδίδεις εκδίδοντας τη δουλειά σου. Ωστόσο, οφείλω να το ομολογήσω, ότι ενίοτε σε παρουσιάσεις ή σε κάποιες ιδιωτικές συζητήσεις, όταν ξεφυλλίζω ξανά το βιβλίο μου με πιάνει μια συγκίνηση σα να συναντώ έναν παλιό αγαπημένο.

Ποιόν από τους ήρωές σου έχεις συναντήσει;

Οι ήρωές μου είναι κομμάτια μου, αντλούν από το βιωματικό υλικό, χωνεύουν ιστορίες ανθρώπων που συνάντησα, διαθλασμένες ωστόσο και καθόλου πια αναγνωρίσιμες. Είναι μαγικά κράματα, γνωστά και άγνωστα μαζί πρόσωπα, λεκτικές αλχημείες που προσπαθούν να συγκροτήσουν έναν αυθεντικό λόγο, να δώσουν ανάσα στα προσωπεία.

Ποιο ή ποιά διηγήματα αγαπάς περισσότερο…

Δεν μπορώ πραγματικά να ξεχωρίσω κανένα. Κοινότοπο, αλλά όλα είναι παιδιά μου, με παίδεψαν, αναμετρήθηκα μαζί τους, πέρασα πολλές άγρυπνες νύχτες, διορθώνοντας, αλλάζοντας, ακόμα και απορρίπτοντας ολόκληρες σελίδες μέχρι να αποκτήσουν ένα συμπαγές και οριστικό σχήμα. Με όλα τα διηγήματά μου υπάρχει μια σχέση αγαπητική, αλλά τετελεσμένη, με την έννοια ότι δεν δίνω περιθώριο στον εαυτό μου, ειδικά τόσο σύντομα σε σχέση με την έκδοσή τους, να μπω στη λογική της διόρθωσης ή της αναθεώρησής τους.

Από τους ήρωες σου λείπει και η αγάπη, τρέμουν μήπως δεν αγαπηθούν ή έχουν την επίγνωση ότι δεν θα αγαπηθούν («Το σώμα θυμάται»,σελ.19)

Η αγάπη, ο έρωτας, το σώμα καταλήγουν ως μια οδυνηρή εκκρεμότητα. Φαίνεται ότι στα χρόνια μας η αγάπη είναι η πιο παρεξηγημένη και πιο σπαραχτικά αναζητούμενη ανθρώπινη συνθήκη όχι με τους όρους της ολοκλήρωσης, αλλά με τον απλό, εντελώς αυτονόητο όρο του να ζει κανείς αυθεντικά, ισότιμα, δίνοντας και λαμβάνοντας χωρίς τεφτέρια. Είναι κάτι εξαιρετικά περίπλοκο που με απασχολεί συνεχώς και σε κάτι που σχεδιάζω αυτή την περίοδο και στα ποιήματά μου.

Ανθρωποι που ζουν ανάμεσά μας. Ιστορίες πικρές. Σε ποιούς απευθύνεσαι, Δώρα;

Η απάντηση είναι αυτονόητη: σε κάθε αναγνώστη που θα τον ενδιαφέρουν τα διηγήματά μου, ως αφήγηση, ως πλοκή, ως κατασκευή αλλά και ως απόλαυση και συγκίνηση. Κι είναι εκείνη η μαγική στιγμή που το κείμενο ξεκλειδώνεται από τον αναγνώστη του, ένας από τους λόγους που συνεχίζω να γράφω.

Είναι κάποια ερώτηση άλλη που θέλεις να σου κάνω για το βιβλίο και δεν την έκανα. Αν ναι, να θέσεις το θέμα σου και να το απαντήσεις.

Πάντα είμαι αμφίθυμη για το πόσο αποκαλυπτικός πρέπει να είναι ένας συγγραφέας σε σχέση με τις προθέσεις του. Νομίζω ότι εγώ κράτησα κάποια από τα μυστικά του βιβλίου μου, γιατί κάθε κείμενο είναι ένας θησαυρός που περιμένει την ανακάλυψή του και αυτό έχει την αξία του στην αναγνωστική περιπέτεια. Ευχαριστώ, Μίνα, για τις ερωτήσεις και τη φιλοξενία.

Συντάκτης: Ανδρέας Καρακόκκινος

Ταξίδια στη ποίηση

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.