ΠΟΥΠΕΡΜΙΝΑ

Έργο της bloggerΠουπερμίνα – αυτοαπεικόνιση σε κλίμακα 1:3 σε πηλό

Η Πουπερμίνα (blogger) γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε στο Πολυτεχνείο του Μονάχου και ασκεί μάχιμα την αρχιτεκτονική στην Ελλάδα.
Από μικρή παίζει γράφοντας και σκιτσάροντας με μαύρα και χρωματιστά μολύβια, μέχρι που ανακάλυψε το μηχανικό και συνέχισε μ’ αυτό.
Είναι συντάκτρια του ιστολογίου “Μηχανικό Μολύβι (αμήχανες ιστορίες διά δικτύου)”, όπου αναρτά αποκλειστικά δικά της κείμενα και στίχους, γραμμένα τη δεκαετία 2010- 2020. Συμμετοχές της έχουν δημοσιευθεί σε ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά και ιστολόγια, μεταξύ των οποίων τα: τοβιβλίο.net, Φρέαρ, Με ανοιχτά βιβλία, Diastixo και Bibliothèque.

ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΣΙΩΠΗΣ

(εγώ θα σου μιλώ με τα τραγούδια)

Καλά λοιπόν
αφού το θες
ας παίξουμε τους πεθαμένους
και πιθανά εσύ
το παίρνεις και
τοις μετρητοίς,
όσο για μένα – εγώ
θα το τηρώ μόνο όσο
φέγγει η μέρα
τις νύχτες θα γλιστρώ
με τα ψηλά τακούνια
στα στιλπνά αργεντίνικα
πατώματα,
στεντόρεια πάλι
ξεσηκώνοντας
τα μαύρα χελιδόνια
απ’ το πεντάγραμμο
θα μένω ζωντανή

Αντί να εφεύρουμε
καινούργια γλώσσα
φρέσκια ειδικά για
την περίσταση
καταδικιά μας
κορακίστικη
– σαν τα παιδιά -,
ελόγου σου
έσπευσες να μου
σαλπίσεις
της αφωνίας το
πρόσταγμα με μιας
Ξέρω η σιωπή
από κοινού με την
απόσταση
ανυπαρξία
υπόσχεται
σ’ όποια συνδήλωση
αφόρητων
κείθε σινιάλων
πεθυμιάς

Δεν θα ξαναμιλήσουμε
οκ
θα παίζουμε τους πεθαμένους
σ’ άυλα για την ώρα
μνήματα βουβοί – εδώ -,
ωστόσο κοίτα
κάτι πλάι πρασινίζει
σα να φυτρώνει μία
μαργαρίτα της συγχώρεσης
να τη μαδώ

ΤΟΛΜΩ

Να κόβω τα μαλλιά μου
να κάνω δεμάτια που θα
σκορπίζω στους αγρούς
να ‘χουν τα που στέλνεις
να βοσκήσουν τα σύννεφα
Να κουβαλώ μπαούλο
αφοδράριστο να χώνεσαι κάθε
που κρύβεσαι απ’ το φως
με μαύρα τα φτερά και ζουληγμένα
να σε φυγαδεύω
Να ‘μαι κουκέτα σε αρχιπέλαγος
χωρίς διεύθυνση
να απαντάς μόνον αν θες∙ ποτέ
να μη το φέρνει η ώρα να θελήσεις
να μου απευθύνεσαι -να μην υπάρχω-
Ανίερο ν’ αντέχω προσκύνημα
απόλαυση ανάλεκτη κι ανέκκλητη
μεταξωτού υπογάστριου μιας
αναχώρησης λαθραίας
Να πλέω

Η ΚΑΛΛΙΓΡΑΦΟΣ

Ξέφραγη
ευεπίφορη σε
αποικίσεις ξενιστών
υπό συνθήκες
αθόρυβης λεηλασίας
εκκωφαντικής συνάμα
παραμέλησης
-μα εργώδους οίστρου-
από ένστικτο
μπλόκαρε τους τροχούς

Σε τελετές τσαγιού
μάθαινε έκτοτε να επικεντρώνεται
σε ουρές μπονσάι αλόγων που
ανάλαφρες όπως αγγίζουν
το χειροποίητο χαρτί
με ευγενή στροβιλισμό
ανασηκώνονται
και αμέσως με
βίαιη θεληματικότητα
αποτυπώνουν

Κείνη την ώρα ωστόσο αποσύρονταν
απαλά κλείνοντας τα ημιδιάφανα πανό
έχοντας οδηγούς τις τέλειες εντορμίες
και τα μόρσα του φέροντος κυπαρισσόξυλου
με καλά ξυσμένο ένα καλάμι
έντεχνα χαρακώνονταν
κι αυτό χρόνια πολλά
πριν απ’ την εποχή
της υπερπόντιας εμπόρευσης
της στυπτηρίας

ΦΘΟΓΓΟΣ ΗΛΙΟΥ

Επιμένω
κοιτάζοντας κατάματα
το ηλιοβασίλεμα
αποτραβώ το βλέμμα
ήλιοι λικνίζονται παντού
μελανοί στην ώχρα
του σκαμμένου αγρού
ρόδινοι στο φόντο
χλωρού καλαμιώνα
χρυσοί με το που
σμίγω τα βλέφαρα
αναπηδούν
αναγεννώνται
αντιστέκονται
στην έλξη μιας
φλεγματικής
κορυφογραμμής
απέναντι στην Πάρο
καθένας τους και
μια μόνο στιγμή
μια ανάμνηση
μια αποτζιατούρα
πριν από την επόμενη
κίνηση της νύχτας
που φτάνει

“Μιμείται κανείς,
όταν αποτυγχάνει!”

ΑΤΑΚΤΟ ΡΩ

Απ’ τη στιγμή που
έσπασε σαν γυαλί ο χρόνος
πελαγοδρομώ στα ανοιχτά
του λιμανιού με μαγκωμένη
άγκυρα σε ακατάδεχτης μιας
λησμονιάς γρανάζι
Με χίλιους κόπους
πελαργοδομώ
μέσα στα σύννεφα
βουβή φωλιά
Κύμα το κύμα από τον κάβο
απομακρύνομαι
άχυρο τ’ άχυρο το βλέμμα
ανασηκώνω στον ορίζοντα
μπας και φανείς

Πριν λίγο σε ανακάλυψα
τυχαία στο συκώτι μου
αργά – αργά
να το ξεσκίζεις
την προαιώνια πείνα
να χορταίνεις
να γελάς

ΓΛΩΣΣΕΣ ΞΕΝΕΣ

Θα ‘θελα να μιλώ
τις γλώσσες όλες
όχι για επικοινωνία
ή συνεννόηση, καθώς ετούτες
πιότερο από τη γλώσσα
χρειάζονται το σώμα –
χώρο και χρόνο

Θα ‘θελα να μιλώ
τις γλώσσες όλες
για τη στοχαστικότητα,
τις έννοιες, που συνέλαβαν
οι ποιητές σε λαλιές άλλες
κι εκφέρουν έκτοτε για
χώρο ή χρόνο

Θα ‘θελα να μιλώ
τις γλώσσες όλες
και για την μαρτυρία
της κάθε μιας στο ερώτημα
τί είναι άνθρωπος
τί ‘ναι να ζει σε
χωροχρόνο

Θα ‘θελα να μιλώ
τις γλώσσες όλες
για να διαλέγω
απ’ αυτές την πιο κατάλληλη
μ’ αυτή να εκφράζω
γραπτά, πώς μάομαι
χώρο το χρόνο

ΟΦΕΙΛΗ

Σου οφείλω τις λέξεις
Όταν σ’ είδα που μου άρπαξες
Και μ’ άφησες άλαλη

Κι εκείνες τις άλλες
Κραυγές μας κι ανάσες
Σα μ’ έστελνες άυλη

Τις αναντάριασες
Μετά με μάτωσες
Τις κέρδισα πίσω

Κι ως βγήκα απ’ το λόγο μου
Πια γράφω τα λόγια μου
Έγινα άλλη

ΓΥΜΝΟΙ ΒΑΣΙΛΙΑΔΕΣ

Στον κλειστό αλλ’ αχανή
του διαδικτύου το μικρόκοσμο
τους συναντάς να περιφέρουν
σφραγισμένα,
με πείσμα, μα και με μόχθο, θα πεις, κάποτε
ύψιστα μυστικά της τέχνης τους
– τη ρηχότητα του λόγου τους
τη γύμνια του ναρκισσισμού τους -,
με έπαρση προσποιούμενοι
– τόσο που το πιστεύουν –
πως κάποιος προσωπικά
τους έχει εμπιστευθεί
ένα «Κλεμμένο Γράμμα»

Κορδώνονται
πως κουβαλούν
παρέα με ταγμένο άγημα
– φίλους στο fb τάχα μπιστικούς –
ένα «Κιβώτιο»
Δε συσκευάζεται ωστόσο εύκολα
το άϋλο,
το ανυπόστατο
δε μορφώνεται σε αξία,
εξόν κι αν χρειάστηκε
να δώσεις θυσία πρώτα εσύ
τη σάρκα σου,
αν αίμα έχει χυθεί στο δρόμο,
όσων πλησιάζουν
προς το ελεύθερο άπλωμα
του βλέμματος
στην κορυφή

ΕΠΑΓΡΥΠΝΗΣΗ

Πώς το ‘θελε να βυθιστεί στη θολή λίμνη
να κολυμπήσει με τα μάτια ανοιχτά
να μην ακούει
να ψάχνει χωρίς να ξέρει τί
σε νερά ανοίκεια
γνώριμα νερά
νερά πράσινα
της αθωότητας
όπου ανέκαθεν
το συναντά
στιγμιαίο
απροσδιόριστο
το τίποτα
μιας νοσταλγίας
το μακρινό λυκόφως
μιας αναπόλησης
εκεί που κάθε φορά βουλιάζει
από την αρχή
κι έπειτα ξυπνά
πάνω σε υγρά βότσαλα
για να ξαναγυρίσει στη στεριά
όπου αντίκρισε
ορίων ταπείνωση
όπου
πνίγηκε
κι ενώ έχει τον τρόπο
να ξεχνά
τα τραγούδια
δεν το επιτρέπουν ∙

ήθελε να βυθιστεί
αλλά
τα φλάουτα
το ειδοποίησαν
της επαγρύπνησης
το ξωτικό

ΜΟΙΡΑΙΩΣ

Προσωρινά εκεί
κατοίκησα
τα αιώνια
χρόνια της νιότης
φωτεινά
μια καινούργια βέσπα
-του ωραίου-
στο κατώφλι
ζηλιάρα η απέναντι
-για τον ωραίο-
τραβεστί
Ταχτσής Σικάγο
πίσω στην αυλή
μίστερσελοφέν
θέλω να με λεν
με θυμάμαι όρθια
-στη μπανιέρα-
κεκλιμένα
τρίγωνο και ταυ
το σερβίτσιο
από χρόνια
σπασμένο
τίποτα
δεν μελέτησα
για τον Φωτήλα
ανηλεώς
καστανόξανθος
με μελετούσε∙

ωραίος

ΟΡΜΗΝΕΙΑ

Σα βροντήξεις σε κάποιον την πόρτα κατάμουτρα
και τον πάρουν τα αίματα
και κυλιστεί,
μη κι αρκεστείς αργότερα
να του την ξεκλειδώσεις

Άνοιξέ τηνε διάπλατα –
βγες αχάραγα να φέρεις γύρα,
πού παραδέρνει να τον βρεις

Άμα το φέρει η τύχη και ξαναμπεί και ζεσταθεί,
του μιλάς για σε,
σαν τί ζόρι τράβηξες
και ξέσπασες στην πόρτα –
αν το γνωρίζεις.

INDOOR ΟΠΩΣ INBOX

Την παρατηρεί
– έντομο εξωτικό –
και πλανιέται,
πως ξέρει, νομίζει,
τί σκέφτεται,
ποια είναι πως ξέρει ,
θαρρεί,
πως τάχα μπορεί
να την πιστέψει προβλέψιμη,
καθώς την παρακολουθεί
– με κράνος – στην πόλη
να γκαζώνεται,
καθώς τη διαβάζει
να καμώνεται,
καθώς τη βλέπει
στους ρυθμούς – Kosmos –
να λικνίζεται,
ανεξήγητα κι αδιάντροπα
να χαίρεται
κι έπειτα την ακούει
να φλυαρεί – γράφοντας –
Στη φαντασία του πλάθει
μιαν ανύπαρκτη άλλη
κι ούτε καν ψυχανεμίζεται
την πηχτή, τη σκοτεινή της
βουβαμάρα

Θυμώνει, τινάζεται,
απ’ αυτό το βλέμμα
που επιμένοντας ταξινομεί,
να ξεφύγει –
μετά πάλι στην πλάνη του
εναλλάξ, τρυφερά,
η Μάγια
τον συγχωρεί

ΑΥΤΑΠΑΤΟΧΩΡΑΦΟ

Καιρό τώρα φυτεύει
κάπου επιμελώς
ένα χωράφι
με τις καλύτερες
ποικιλίες αυταπάτες∙
Νάξου
της αρμονίας
διαπροσωπικές
Κύπρου
του επαναπατρισμού
σε κατεχόμενους
όπου γης τόπους
κι από το Νευροκόπ(ο)ι
σκέτο ένα δράμα
γραπτής συγκομιδής
στιγμών

Για χρόνια
δε ριζώνει
από δαύτες
τίποτα
ούτε φυτρώνει
δίκιο
μήτε ξανά
αρραγές
βλασταίνει
ό,τι πισώπλατα
ετρώθη∙
όλο και πιο συχνά
προδίδεται
– από μια στιγμιαία
ήλιου αντανάκλαση –
ν’ αδημονεί
απέναντι
στη ράχη
το δρεπάνι

ΜΗ ΚΡΑΤΗΘΕΙΣ

Βαδίζοντας στην όχθη
Τα φύλλα έτριξαν ∙
Σβήσου έχει πει ο ποιητής
– με γενναιοδωρία –
Ρυάκια δίπλα σου κυλούν
Κλωνάρια σπάζουν
Πέφτει η νύχτα απαλά
Χωρίς αρχή
Όλο αποκάμουν οι σκιές
Σε ύπνο βυθίζονται οι πόνοι
Ένα αεράκι μόνο ρυτιδώνει τα νερά
Γκρίζα κι αυτά
Κλειστά
Ανοίγονται καινούργια μνήματα
Χαράξου κάπου και μετά

Ο στίχος μένει

[“Χαράξου κάπου με οποιονδήποτε τρόπο και μετά πάλι σβήσου με γενναιοδωρία”, Οδυσσέας Ελύτης, Μαρία Νεφέλη]

ΑΝΑΣΚΑΦΗ

Ήταν κι εκείνο το
Σκουριασμένο συναίσθημα
Με την τρύπα να χάσκει στο
Δόξα Πατρί
Έτοιμο να πάρει ξανά
Να τριβουλιάζει
Χάμω -ρινίσματα-
Στα σκασμένα χώματα∙
Αμελούσε συστηματικά
Τη συσταθείσα αγωγή
Πόσο επίπονη
Μια ραδιοχρονολόγηση
Ξεκάθαρα
Προτιμούσε την ατιμία
Μιας ακόμη
Κατά απρόσωπον εξέμεσης
Κρυμμένο σε πτυχώσεις
Καλοδιπλωμένων
Στίχων
Σε αφηγήσεις όλο και πιότερο
Επισφαλείς – μόνο
Προσωρινά κι αυτές μια ιδέα
Αποτελεσματικές

Η ΓΟΡΓΟΝΑ

[Μνήμη Ε.Τ.*]

Το καμένο σουτιέν
μιας Cécile
έναν Μάη
νίκησε την εντροπία
της στάχτης του
ανασύστησε την
σομόν δαντέλα
πέταξε ψηλά και
κρεμάστηκε σε γυμνό κλαδί
-Γι’ αυτό, απόρησε,
καήκαμε εμείς;
Για τούτες τις ειδήσεις
σπάσαμε με τις ντουντούκες
της επιθυμίας τα δεσμά;
Με μιας τότε σηκώθηκαν
ανταριασμένες
η Έμιλυ
η Βιρτζίνια
η Καλλιρρόη
μα και η ίδια η καμία
η Cécile
πήγαν μαζί να βρουν
την πληγωμένη
στα νερά της Ρόδου
της δώσανε φιλί γλυκό
την αγκαλιάσαν
κι εκείνη λευκή
απ’ τον αφρό ξεπρόβαλε
και μίλησε
Κορίτσια,
Μη φοβάστε!

(*Ελένης Τοπαλούδη)

ΔΕΛΤΙΟ ΚΑΙΡΟΥ

(βαρομετρικό χαμηλό – ψιχαλιστοί οφθαλμοί)

Πες πως αγάπησες τρελά ένα σύννεφο
και τ’ ακολούθησες
κει στων βουνών ψηλά τις κορυφές
τα θες και τα παθαίνεις
κι ίσως ακόμα να είχες τον καιρό να φυλαχτείς
αν όμως το ‘φερε η τύχη και σε αγάπησε
για μια στιγμή μονάχα και εκείνο
άμα με την ακτίνα ενός χαμόγελου σε δώρισε
τότε είν’ που συννεφιάζουνε
για σε τα πράγματα
στα σοβαρά ∙
να εξηγηθώ
μακριά απ’ το βλέμμα πριν χαθεί
προτού μιας κι είν’ στη φύση του αραιώσει
αν μέσα σου έχει μπει ένα άσπρο σύννεφο
δύο τινά συμβαίνουν σου συγχρόνως
από τη μια οριστικά ελαφραίνεις
και στων νεφών
χωρίς καν έρμα
βρίσκεσαι να πετάς τις εσχατιές
και είν’ πια αδύνατον
– εξόν και αλυσοδεθείς –
το βάρος σου ξανά
στ’ ανοδικά τα ρεύματα
να αντιτάξεις
– τα πόδια σου να γειωθούν –
κι από την άλλη
λεπτά λεπτότατα υγροσταγονίδια
συνέχεια να που πλημμυράν
τα ικετικά ανασηκωμένα
προς τα ύψη
μάτια σου

[πρόγνωση]
Αιθρία
μιας κι έτσι έμαθες
πώς θαρρετά πλέον μέσα
να κοιτάζεις κι
υψηλά
το σύννεφο άλλωστε τον τράβηξε το δρόμο του

ΤΥΡΦΩΝΕΣ

Αναζητώντας έπειτα τις απαντήσεις στις γραφές
αιφνιδιάστηκε από την τρυφηλότητα
μιας αφανούς περισπωμένης
η στίξη μοίραζε τις παύσεις όλο νόημα
υποδηλώνοντας πως μουσική είναι
κι εκείνο που χορεύει αναπότρεπτο μέσα στη σκέψη
δεν πιάνεται, δεν σταματά, δεν προσγειώνεται
με άχραντο και άηχο έναν σαματά θεριεύει
το πόδι πάντα τρεις παλάμες απ’ τη γης απόσταση
γλεντάει κλαίγοντας θρηνεί γελώντας
τότε τρία πουλάκια μάχονται
διεκδικούν μια νύχτα -μέσ’ το σκοτάδι
να το μπορέσουν πάλι για λίγο μόνο να καθίσουν-
να πιάσει το μικρότερο να ιστορεί
το φονικό πως γίνηκε μίας απαρνημένης
πως διεκπεραιώθηκε η ταφή μιας περσινής
ν’ αναχαιτίσει έτσι το τραγούδι του
την πλημμυρίδα των υγρών και
χειλικών ασύμφωνων συμφώνων

ΚΑΜΙΑ ΦΟΡΑ

Τις νύχτες με φεγγάρι ανηφορίζω την πλαγιά
απέναντι από φώτα σκηνής βασιλικής
Στο θρόνο ακόμα γαντζωμένος
ο Ξέρξης παρακολουθεί τους στόλους
σε αέναη ναυμαχία
Ο χρόνος επιπλέει παγωμένος
στη γαλάζια σιγή
Κλείνω τα μάτια∙
Φρυκτωρίες
ζητώντας σήματα να στείλουν
– μα τί, συνθηκολόγησης; –
ανάβουν πάλι τις ανήμερες φωτιές
Τ’ ανοίγω∙
Κανείς

Ψηλά σε βωμό
μεταχρονολογημένης ανάληψης
καμία δεν είχε θέση η θεά στην τελετή
ούτε κι ελάφι κείνη την ώρα θα ‘στελνε
για να σκαντζάρει
Κι ενώ ο χρόνος όσο πάει και βυθίζεται
πλάι σ’ ένα κενό καβούκι
ένα φιδίσιο πουκάμισο μόνο θυμάται∙
θαμμένο τ’ άτυχο σκυλί το πιστοποιεί
Εδώ!
που ένα καλύβι δεν υπάρχει πια
Καμιά φορά που
ο χρόνος αντιστρέφεται
τότε ανεβαίνω
νύχτα κατά κει
Ποιος λέει
δεν υπάρχει;

ΔΥΟ

Κατασκηνώνεις
στο στομάχι μου
σιγή
σε κουβαλώ
-σιωπή-
στη πλάτη
βουβά
μπαινοβγαίνεις
στα σωθικά μου
ποδοπατάς κι
έπειτα άφωνα
το ξαναστήνεις
το δοβλέτι σου
ήσουν εκεί
-δεν το κουνάς-
σηματοδότης
σε διασταύρωση
βουβών-ων
καλά και δε μιλάς
θα ήμουνα δύο

ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΛΕΜΕ ΔΕΙΓΜΑ ΤΥΠΙΚΟ

Στην γύρα με το όνομα Βαξενεβιέτη Φλου
εξ εξελίξεως συγγενής των υιών της Γρίπης
πήρε να κολυμπάει ανάποδα στο ρου
μια ιστορία από κείνες που δεν πλήττεις
να κάνει κάτι άλλο ευχόταν απ’ τα ίδια
μήπως και πιάσει αυτόν τον Χάρο απ’ τ’ αρχίδια

Μπήκε λοιπόν σε τρένα σ’ αεροπλάνα
και υποδύθηκα ως και την πάπισσα Ιωάννα
σε κάθε χώθηκε λογής κρεββάτι
– κείνος δεν έπαψε στιγμή να παίρνει μάτι –
δε πέρασε άσχημα τα χρόνια της η Ξένια
κι είχε πολύ συχνά τα κτένια για τα γένια

Προσφέρθηκε ως σκεύος και ως είδωλο
Κοινό δονώντας διόλου απέναντί της φειδωλό
Είπαν και πως καβάλησε κάθε άγριο άτι
Είχε στα σκέλια βλέπετε κείνο το κάτι
Καραούλι, ώστε απέναντι να την περάσει, ο μάγκας
Μ’ αυτή ούτε που χαμπάριαζε – σ’ ερώτων πάμπας

Σε κάθε τι είχε πέσει με τα μούτρα
για όλα λέγοντας κατάλληλη μια σούτρα
δεν ήταν και πολύ υπέρ της τάξης
μόνο γαστέρας έπαιρνε τις προφυλάξεις
όταν στο τέλος όμως εγκαστρώθη
τότε ήταν που η ευχή της ευοδώθη

ΠΑΝΤΟΥ ΚΑΙ ΠΟΥΘΕΝΑ

Σε άδειες logistics αποθήκες στο Θριάσιο
και σε εργοστάσιο στα Πατήσια
εγκαταλελειμμένο
πολύχρωμων κάθε λογής κουμπιών
σε ευάλωτα τοπία του Ποδονίφτη
στου Υμηττού φαρδιές πυροφραγές
και πάνω κάτω τη λεωφόρο Αλεξάνδρας
πάνω σε σάρες
κάτω σε στοές
σε μυστικές
πίσω από κλειδωνιές
σοφίτες
σε φαρδυσάνιδα πατώματα
γεμάτα από
ληγμένα της λογιστικής βιβλία
πλάνης στα ρέστα της πόλης της
ρέστη στην πλάνη μιας σχόλης
μετρά
ξαναμετρά
και δεν της βγαίνει
θα χρειαστεί μια νέα θεωρία
ίσως την ονομάσει
των αχρείων

ΜΕΛΙΤΟΦΟΡΕΣ ΣΤ’ ΆΡΜΑΤΑ

Έζησε την υπόλοιπη ζωή του
Πράος σαν δέντρο
Νωρίς το σούρουπο
Συνομιλώντας
Στη γλώσσα των πουλιών
Το μέλι του
Αφάγωτο ζαχάρωνε
Μεσ’ τα πιθάρια
Κυλούσε αργά ο καιρός
Και μόνο εκείνος
Το καμάρωνε
Για αγνό για
Θυμαρίσιο για
Κουμαριάς
Και από ρείκι
Αυθεντικό του Μαίναλου
Όπως αυτό που επίμονα
Στα μονοπάτια
Φύτρωνε
Μεραρχίας ανταρτών νεκρής
Τα σμήνη ωστόσο, άκουγε,
Τρυγάνε μέχρι πέρα μακριά
Στα Αροάνια
Κοντά εκεί όπου μελανά
Αναβλύζουνε
Νερά της ξακουστής Στυγός
Μόνον αυτές του οι μέλισσες
-Το κουβεντιάζαν τα πουλιά –
Μπορούν και πίνουνε
Του Μεγαλέξανδρου
Το δηλητήριο
Κεχριμπαρένιο στη συνέχεια
Αποβάλλοντας πολτό
Όχι, τους έλεγε,
Δεν τις γνωρίσατε
Ήταν κι εκείνες τότε
Πάνω στο βουνό
Που όσες κουβέντες
Κι αν ειπώνονταν στυφά πικρές
Μύρο πάντα ο κόρφος τους
Και μέλι
Η τρυφερή ματιά τους
Ράμφιζαν τα πουλιά τα σπόρια
Απ’ την παλάμη του
Κι έπειτα μη απαντώντας του
Πέταγαν πάλι
Μακριά

ΧΑΛΑΛΙ

Αφού είναι εδώ ο φλοίσβος,
εδώ του δάσους η πάχνη χαράματα,
εδώ η πανσέληνος,
οι καταρράκτες,
οι δροσερές νεροσυρμές,
το δείλι·

ο βόμβος τρυγητών στον καύσωνα,
τα μυστικά στα ερείπια,
οι σμιλεμένοι βράχοι είν’ εδώ,
το φώς μέσα απ’ του πλάτανου τα φύλλα,
τα θροΐσματα,
υγρά τα πέταλα στο πρώτο ξύπνημά τους,
το γάλα,
ο ζέφυρος κι αντίκρυ του ο λεβάντες,
οι κρύπτες της νύχτας,
της πλημμυρίδας μια υπόσχεση,
το άνοιγμα των φτερών του αετού,
το νεογέννητο μιας αντιλόπης·

αφού εδώ είν’ και το χρώμα,
οι απερίγραπτες σκιές,
το βλέμμα του πιστού του σκύλου,
οι χοντρές στάλες του Νοέμβρη,
το φούσκωμα της ζύμης,
τα παιδιά

Πώς άραγε κι εμμένει
στο βύθος μιας ανάμνησης
ενώ έχει όλον τον καιρό,
τα μάτια του οριστικά σαν κλείσουν,
να της αφεθεί;

ΥΓΡΟΤΟΠΟΙ

Σ’ άλλους καιρούς κατέφευγαν
σε μαγεία -μαύρη-
σκυμμένοι πάνω από καυτούς ατμούς,
βοτάνια, τρίχες και σωματικά υγρά αναδεύοντας
επέμεναν ν’ αναστρέψουν τα αισθήματα,
να ανακατευθύνουν πάνω τους τα ξένα μάτια
Για τις ίδιες εκείνες επιθυμίες,
για ίδιους πόθους
βουτάνε σήμερα στα σκοτεινά θολά νερά,
πνίγονται στους βυθούς του διαδικτύου,
γράφουν και ξαναγράφουν τα ίδια ποιήματα
Να συναντήσουν επιδιώκοντας
εκείνο, που άγνωρο το περιμένουν μια ζωή,
ενώ το κουβαλάν’ σφιχτά κουλουριασμένο,
το είδωλο, μέσα… μας

ΔΕΝ ΑΝΘΙΣΑΝ ΜΑΤΑΙΩΣ

Κι ως ξύπνησα νωρίς
Διάπλατα αέρισα και στέγνωσα τις σκέψεις
Τίναξα τις σκιές του λογισμού
Μαντάρησα λίγο τα συναισθήματα
Και χύτρα έβαλα να δέσει σιγοβράζοντας μια ευχή

Μετά ξερίζωσα κάτι επίβουλα από γύρω μου αγριόχορτα
Παιδεύτηκα μήπως και συνεφέρω από καιρό απότιστες τις σχέσεις
Αφράτεψα απαλά τα σβολιασμένα ανάμεσά μας χώματα
Είδα πως δείλιαζαν στον ήλιο να ανθίσουν δυο κλειστοί ανθοί
(Η εποχή για φύτεμα ακατάλληλη)

Κύλησε η μέρα κι ήρθε γλυκό σούρουπο
Με βρήκε μ’ όλα σε ντάνα όσα πρώτα ζάρωναν σιδερωμένα
– Τις τσάκισες καλά κολλαρισμένες και κρουστές –
Είχα προλάβει ως και να γυαλίσω κάποια θαμπά στο λόγο μου νοήματα
Σαν σε συγυρισμένο έγειρα κλινάρι της νύχτας επισκέπτη να υποδεχθώ

Και μπούκαρες εσύ καβάλα σ’ όνειρο πέρα για πέρα ανοικοκύρευτο
Ανέγγιχτο από τα συνεργεία και σάρωθρα του έξω κόσμου
Μέσα σε αστραπιαία λάμψη πλάσης μακρινά ενδόμυχης
Όπου εντροπία βασιλεύει παιδικών σφοδρών ερώτων
Σε υγρή και γκριζογάλαζη αχλή

A(U)CTION ΧΑΡΑΜΑΤΑ

Σε αφετηρία περιμένοντας
ωχρών λεωφορείων
σε χρώμα νεραντζιού
να ‘ταν ξανά
προς τα αρχαία
μεταλλεία του Λαυρίου;
στιγμιαία καθρεφτισμένο
σε φιμέ γυαλιών
ανάποδα
τα κρύσταλλα
σε φαντάστηκα
κι έγνεψα, εδώ
– Είμαι εδώ! –
μετά από αιώνες
Ανάμεσα σε μαυροφόρους
παλιομοδίτες
χορωδούς,
βλοσυρούς
– σε αναχώρηση –
αργυραμοιβούς
διέφευγες
χαμογελαστός
πολυπράγμων
με καβούκι ένα βαρύ αμπέχονο
με τίγκα τσέπες
κι ένα τραπέζι σκαλιστό
από κοντά
απ’ το Μαρόκο
Μέσα άρχιζε μια δημοπρασία
αντικών
εσύ εκπλειστηρίαζες
παλιά βαρίδια σου
εγώ εμένα

ΜΕ Τ’ ΑΝΑΛΩΣΙΜΑ

Ώρα της μάνητας του θεριστή
ποιος θα ζητήσει τάχατες
διαπιστευτήρια ετυμολογικού
κι ορθογραφίας∙
φτάνει τα χείλη να ‘ναι αχνιστά
ασήμαντα να μεταγγίσουν
ζωογόνα ανάσα
γι’ αυτό και κράτα, λέω,
τη γλώσσα
στις αντιμέτωπες
υγρές σπηλιές
μη για τα μας τη βγάζεις
χαράμι
θα κρεμάσει

Κι όσο για όλων των άλλων
την απώλεια –
πώς και από μια στυφή ενοχή
ταυτίστηκες,
ποιος να την έχασε
ώστε ένα να βρεθεί με σε;

ΑΠΟΛΥΤΗΡΙΟ

Κι όπως μοιράστηκαν οι κόλλες
Οι εκφωνήσεις της ζωής δείξαν βατές
Και όμως! Να που έκανε τις λάθος πράξεις
Δεν υπολόγισε σωστά
Το άθροισμα των γονεϊκών επιταγών
Τη διαίρεση της επιθυμίας
Τον πολλαπλασιασμό των ορμονών
Το υπόλοιπο μιας φρούδας έλλειψης
Το όριο κάθε πλέριας ολοκλήρωσης
Ατόμων τις εφαπτομενικές τροχιές
Τις χωροχρονικά ασύμβατες συντεταγμένες∙

Στράφηκε αισιόδοξα στα θεωρητικά
Αλλά κι εκεί παραπλανήθηκε με λάθος λέξεις
Έτσι έμειναν κενά κουτάκια πολλαπλών επιλογών
Κυρίως αυτών των κεφαλαίων ερμηνείας των ονείρων
Δεν άφησε κόλλα λευκή
Παρέδωσε μουτζουρωμένα πρόχειρα
Κι ίσα που πέρασε με τους πολλούς τη βάση

CHILLY (HOT PEPPER)

Με ξύπνησε
χάραμα
ο ήχος του κρύου
γόγγυζε μέσα
από σχισμές
ξεθώριαζε
τα χρώματα –
βλοσυρός
επέβαλε τα γκρίζα∙
κατέφθασε σέρνοντας
πελιδνά βαγόνια
μιας ξεχασμένης ένδειας
αρμάτωνε τους
περιλυπόμενους
πνιγόταν αυτόχειρας
στον αχνό μιας καυτής
σε μνήμη
ψαρόσουπας
τον χλεύασαν
εφτά κόκκοι πιπέρι
στερνά φιμώθηκε
από την πρώτη
ακτίνα
του ήλιου

ΣΩΜΑΤΟΦΥΛΑΚΕΣ

Ορθώθηκαν με μιας κυκλοτερώς πιστά βουνά
κι είπαν, εμείς! θα το φυλάξουμε το μυστικό τους
δικοί μας κρύψανε το Φιλοκτήτη
ξαδέλφια μας ανοίξανε το πέρασμα
στου Χάμελιν τον αυλητή
Δεν ήταν μακρινά βουνά, μυθικά μόνο
ο ράθυμος πανόπτης Υμηττός
το απαράμιλλο Ποικίλο
η πρώτη ως κι η τελευταία Πάρνηθα
τα πληγωμένα από μπουλντόζες της Πεντέλης
Κι από κοντά στρατεύτηκαν τα δάση
δάση ελάτης μα και ταπεινά του πουρναριού
όχι από τ’ απρόσιτα κι απάτητα αντιθέτως
εκείνα με τους κυριακάτικους λεηλάτες
που όλο ταράζουνε το βλέμμα του ελαφιού
Μαζί συντάχθηκαν τα κουκουνάρια κι οι βελόνες
κοτρόνια αιχμηρά, τα βρύα κι ένα στρώμα φυλλωσιάς
στο τέλος τ’ αποφάσισε το χιόνι
δεν δίστασαν ούτε οι παραμορφώσεις της δροσιάς
όλα μαζί απλώσανε τα πέπλα
κι άχραντη τότε επέβαλαν χρόνου σιωπή

Μόνο μια γαλανή διαφώνησε ανάμνηση
και απασφάλισε στη τσέπη σουγιαδάκι
σκαλίζει εδώ χαράζει εκεί κορμούς με σύμβολα
πάνω της στρέφεται στίζει να μη σβηστεί
σκοπό πιάνει έπειτα γιορταστικό κρούει τα κρόταλα
αγριοκοιτάζει την ο άνεμος μη μαθευτεί

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΘΗΒΑΙΟΣ

FRACTAL 5/5/2020

Το βάρος του Μολυβιού ή Δεν γερνούν τα παραμύθια Πουπερμίνα

να μου απευθύνεσαι
-να μην υπάρχω-

Το παρακάτω σημείωμα συνάντησε τυχαία κάποια ποιήματα. Ήταν κρυμμένα πίσω από βράχους, σε τοπία ηλεκτρονικά και σε ιστούς μπλεγμένα. Ducati Monster Dark, Bi–Sides και άλλα που επίτηδες τα ονόματά τους δεν συγκρατώ, για να μπορώ κάποτε να μην εξηγήσω ποια αιτία προξένησε την παρακάτω αυθαιρεσία, ήρθαν και μου μίλησαν. Δεν είχαν την έκδηλη ακαμψία, μήτε τις άτονες που συνηθίζεται, εκφράσεις. Υπήρξαν ζωντανά, επάνω τους έφεραν άλατα από το μπλε του κοβαλτίου και ίσως από των σωμάτων τους ιδρώτες. Κάτι σαν περίφημα mobiles που με τον άνεμο γεννούν την μουσική.

Πλάνο πρώτο, Ducati Monster Dark και ένα ωραίο αγόρι. Η μοτοσικλέτα φέρει χαρακτηριστικά αρπακτικού, πάει να πει φυγαδεύει τον αναβάτη της, ολοζώντανη, σε λαμπερό, κίτρινο χρώμα. Ένα κορίτσι με όνομα θαυμάσιο και γράμματα πλεγμένα σε ουράνιο τόξο μιλά. Στον ρόλο του αφηγητή. Φορά κράνος χαρτονένιο, ανήκει καλύτερα σε μια ιδιοφυή εποχή. Τίποτε σαν τον δικό μας, νικελωμένο αιώνα.

Τα κορίτσια στο βεστιάριο ζουν τα μικρά μυστικά τους. Σπασμένα τακούνια, παθητικοί αριθμοί και κάτι από χρόνο. Πάνω στον ψηλό πύργο Remedio Varo. Το όνομα αποπνέει λατινικά καινούριου κόσμου. Και άλλοτε μαχαιρωμένη κοπέλα, πισώπλατη προδοσία. Όλα είναι χρόνος, άγριοι βρυχηθμοί, κραυγές στα φανάρια, αλιείς εραστές, cowboys, ψεύτικες γιρλάντες, κινέζικες αγορές. Το μοντάζ της πόλης και της ζωής σου έχει από όλα. Και κάτι από χρόνο. Αυτός ο τελευταίος θυμίζει μηχανικό μολύβι, σπάει, διακόπτεται, επανάληψη ασκήσεων τροφοδοσίας, να παίζεις με τα χιλιοστά και τις δεκαετίες. Εκείνος που υπογράφει το ποίημα διαθέτει μια σπάνια ευαισθησία με το χρώμα. Είναι ο μόνος του τρόπος καθώς μέσα από τα αραβικά παράθυρα χύνεται μια κόκκινη, φολιδωτή υφάντρα με όλα σου τα χαρακτηριστικά και τις υπομνήσεις. Σε κοιτά ίσια στα μάτια, με απρέπεια και τρυφερότητα, κάπως διστάζοντας μα με το πεπρωμένο της γραμμένο. Όμως, κοίταξέ την, πάντα ο χρόνος και πάντα εκείνη. Νεανική, με αφοπλιστικά βλέφαρα, πιο μέσα από τα μάτια, στους μεσημβρινούς της Έμιλυ. Με χείλη και στίχους που κάτι απόψε είπαν.

Ξανά, πλάνο πρώτο. Γραμμένοι στίχοι στον άνεμο, με την ανάμνηση θαμπών χρωμάτων και εκφράσεων. Το κορίτσι με το θαυμάσιο όνομα, -ας πούμε το θερμό ανάλογο μιας Αλίκης-, κάνει ένα βήμα και προτάσσει μια ιδέα από στίχους ατλαζένιους, με αιχμηρές άκρες. Κορίτσι δηλητήριο, φόρεμα από λαμπιόνια. Κανείς δεν ξέρει τι πρόσωπο φορούν οι ποιητές.

Τα κορίτσια στο βεστιάριο ζουν τα μικρά μυστικά τους. Η τελετή της ετοιμασίας απαιτεί όλα τα σύνεργα. Πάει να πει, κόκκινες μπαλαρίνες, τσάρλεστον, μακρόταλο, γκοφρέ, το άλλο φουστάνι έχει τις πεταλούδες που μαλακώνουν γρήγορα την καρδιά. Και τις αντιστάσεις των αγοριών που δεν ξέρουν πως κάτω από αυτές τις μοντέρνες κούκλες κρύβονται ποιήματα και αδίστακτοι στίχοι. Όλα εκείνα τα λόγια, φίλε, τα κορίτσια του βεστιαρίου τα γράφουν στους καθρέφτες. Φαντάζεσαι, με κραγιόν σιένα και φθινοπωρινό καιρό. Όμως είναι πάντα ο χρόνος, άγριος πολύποδας, μεταξένιες ωοθήκες, μάτια κάρβουνο και ο φόβος για τα αποσυρμένα πράγματα. Δεν βρίσκουν καιρό, τα πρόσωπα αυτών των κοριτσιών είναι από καιρό σπαραγμένα μυθιστορήματα. Τα σπασμένα υαλικά, μες σε κάθε κορίτσι του βεστιαρίου περιμένουν να πεθάνουν τα σπασμένα υαλικά της θαμπής Μολφέση, ζωγραφισμένα με τα άλλα υλικά και έναν σπάνιο αυθορμητισμό. Παλιά Παρθένος με κατάμαυρο, τσαρουχικό πρόσωπο και φάρσες αντιγραφής. Το λιωμένο τους φουστάνι, συνιστά για τα κορίτσια του βεστιαρίου μια ανάμνηση κυκλώνα. Επάνω του ακούμπησαν βραδινές ιστορίες, τότε που έμοιαζαν με τα φεγγάρια του Λεοπάρντι και όλα ήταν πιθανά. Είναι όμορφο το τραγούδι των κοριτσιών και οι στίχοι του τα άυλα πέδιλα κάτι από έκπτωτους, νεαρούς θεούς. Τίποτε περισσότερο δεν αποκαλύπτουν και πρέπει να επιστρατεύσει κανείς όλη την ζωγραφική και μια ανοιχτή καρδιά, αν επιθυμεί να αντικρίσει δυο κοριτσίστικες μεγαλειότητες που συγκρούονται.

Ξανά, πλάνο πρώτο, πρέπει οι εκφορές να μεταχειρίζονται λεπτουργημένα σύρματα. Οι στίχοι διαθέτουν βαρύτητα, πάει να πει, κάθονται σαν βροχές, διαθέτουν φρεσκάδα, κάνουν, πάει να πει ζωντανή αυτήν την νύχτα. Το κορίτσι θα το λένε Πουπερμίνα. Το δράμα της δεν θα είναι γραμμένο στο πρόσωπο Λίζα μα στα ποιήματα, τα ποιήματα.

Τα κορίτσια του βεστιαρίου, όταν τελειώνουν την σπουδή τους, τρέχουν στην έξοδο του ποιήματος. Πρέπει να είναι εκείνη του κινδύνου, γιατί τα κορίτσια τρέχουν ως εκεί με διαλυμένη μέση, σωρούς υποσχέσεις στον κόρφο τους και ίσως το χαλασμένο μακιγιάζ του χρόνου. Γυρεύουν τα αγόρια τους, εκείνα ανάβουν τα μπροστινά φανάρια, ξαφνικές στριγκλιές μες στην νύχτα, ωραία που είναι να παίζει κανείς ετούτο το παιχνίδι. Και ύστερα, λίγο πριν φανούν τα δάκρυά τους, τα κορίτσια σκοτώνουν με χρωματιστές καρδιές και τα τακούνια τους το φίδι του κάδρου και σκαρφαλώνουν σε μια τερατώδη, ιταλική μοτοσικλέτα, κρατώντας από τα λαγόνια την ζωή, ξυπνώντας τα χιλιάδες, κοιμισμένα περιστέρια, αφήνοντας κατά μέρος τα πώς και τα γιατί. Τα κορίτσια στο βεστιάριο σιγοτραγουδούν σε πρώτο πρόσωπο, ενικό και ας μοιάζουν όλα τα πράγματα να έχουν την ίδια απόσταση. Είναι πνεύματα θεατρικά, χρειάζονται μια εικόνα και θα υπάρξουν, όπως τα σχέδια των κοχυλιών που αναδεικνύονται στο φως. Αυτά είναι τα κορίτσια του βεστιαρίου που απόψε, σαββατόβραδο, φορούν στρας και λυπούνται. Επειδή θα ήθελαν έναν Καίσαρ χρόνο, έναν τρελό που ξεσηκώνει φύλλα να έρθει κάτω από το παράθυρό τους. Και ακόμη, ένα κουδούνισμα κάπου στα μεσοδυτικά, για μια Ρόμπι που προσμένει κάποιον Μπεν. Τα κορίτσια του βεστιαρίου ανάβουν όλα τα φώτα και το μεγάλο πάλκο του χρόνου λάμπει. Εκείνες στο διάφραγμα ενός χρονικού, ίσια περνούν στους μεγάλους έρωτες και τους λαμπρούς κινδύνους. Με θάρρος πολεμούν τον καιρό, μυρίζουν το κυκλάμινο και δεν γερνούν ποτέ.

Τελευταίο πλάνο. Η Πουπερμίνα, μισή παραμυθένια, μισή χοϊκή διατρέχει σαν φλέβα τον καιρό. Επειδή δεν φοβάται, γράφει ποιήματα. Ίσως όταν κλαίει το μαγικό της πανέρι να γεμίζει με τα καλύτερα τραγούδια. Ίσως όταν είναι λυπημένη περισσότερο από το κανονικό να βρίσκει τον εαυτό της μες στο γύρισμα των έξαλλων στροφάλων. Μες στην καρδιά της κρύβει τον ίλιγγο του καιρού. Παντού και πουθενά οι στίχοι της Πουπερμίνα κυκλοφορούν πάνω από οδοφράγματα, κονβόι, σκηνές εγκληματικές. Σαν άλλη mrs milligram κερνά εκείνα τα ολόλευκα κεφάλια που κοιμούνται στο βάθος των αγωγών του Γιάννη Βαρβέρη. Εκείνοι και τα ποιήματα ξυπνούν. Δείχνουν έναν ορίζοντα, χέρσα χωράφια με παγωμένα σώματα, πολαρόιντ που δεν σώζονται με τίποτε. Πήραν φως και καίγονται. Ετούτη η επίγνωση ίσως πληγώνει την Πουπερμίνα, μα συνιστά μια ένδειξη επίγνωσης, μια εκστατική παραδοχή που μόνον οι ζωγραφιές και τα ποιήματα ομολογούν. Η φωνή της βγαίνει μέσα από τα ολόσωμα γλυπτά της Γουατεμάλας και τις αχνές, συριστικές μορφές της Remedia Varo που ντύνει με ένα δεύτερο δέρμα αυτές τις απότομα ποιήματα ψαλιδιές μες στον βόμβο του χρονικού. Δεν παίρνει πόζες συμβατικές η Πουπερμίνα, κρατά από τα χέρια τις πρόζες της που κάνουν όλη την βρώμικη δουλειά, βαδίζοντας σαν ψυχές κολασμένες πάνω στους τύμβους των ποιητών. Αφού ο αιώνας μας τίποτε δεν θυμάται, η Πουπερμίνα βρίσκει μια άκρη, μια Αριάδνη με γερασμένα μαλλιά και μέλη και ένα ρετάλι ουρανό. Λέξεις στακάτες, ρυθμός που βρίσκει την απάντησή του μες στην ανάγνωση, μυρωδιές των δρόμων, του φιλιού το στέγνωμα, στίχοι ιδιοφυείς, μια φίνα εσπεράντο που κάνει την εμφάνισή της μες στους στίχους, αρθρώνοντας ελεγείες την πιο αναπάντεχη στιγμή. Τα ποιήματα της Πουπερμίνα είναι τυφλά και για αυτό δίκαια, με μια αίσθηση τιμιότητας, μικροί, σαν να λέμε επιτάφιοι. Κάποτε φέγγουν μες στους ατσαλένιους δρόμους, κάποτε η παλιά μυθολογία και η δύναμη να βιογραφούν τα άφωνα. Όλα αυτά είναι η Πουπερμίνα. Ένας μικρός δρόμος που οδηγεί στα ποιήματα. Κάτι σαν το θαυμάσιο αδιέξοδο Ροσέν, κοντά στο Βοζιράρ που στέγασε κάποτε τον γλύπτη Μπρανκούζι. Η Πουπερμίνα ξέρει για τι πράγμα μιλώ, για τις λεπτές γραμμές και κυρίως, για τις λέξεις που ελπίζουν, ζουν, βάφονται, γερνούν. Μα με έναν μοιραίο και ειρωνικό τρόπο και με τον πάταγο της αλληγορίας τους πάντα εφικτό . Έναν τρόπο που καθιστά το στυλ της σύγχρονο, ενώ την ίδια στιγμή την φαντάζομαι με βαμμένα από πέταλα γερανιού χείλη και σπίρτο στα φρύδια. Να κοιτάζει με μάτι ελεφάντινο ζωγράφου τα βαθιά στρώματα, ενώ τα ποιήματά της περνούν, αναμμένα βαγονέτα με κολλαρισμένα μανεκέν. Το εξ αντικειμένου κάλλος καίγεται και η ίδια συνθηματολογεί κόντρα στην άβυσσο του δρόμου.

Η Πουπερμίνα δεν μεγαλώνει και το συγκολλητικό υλικό της δικής της συνείδησης είναι ο κύκλος της ζωής και το βάρος του μολυβιού που κρατά στο έδαφος τις πρόζες της. Κάνει πράξη την επωδό του γέρο Ουώλτ και πάντα κάπου στέκει και μας προσμένει. Σε ένα γλυπτό, σε μια ζωγραφιά, σε ολόσωμες φιγούρες και προτομές ενός νεαρού Τηλέμαχου. Τα καλοκαίρια, λένε κοιμούνται μες στα αγάλματα. Και στα ποιήματα, ψιθυρίζει η Πουπερμίνα και όσοι πιστοί ακούσουν. Ανάμεσα στα πένθη του Χ. Λιοντάκη και την λαμπρή προοπτική των κατά Στέλιο Λύτρα, αναβάσεων. Μες στην λαμπρή πεποίθηση πως ολάκερο το σύμπαν φτιάχτηκε για τους μικρούς θανάτους μας.

0 σκέψεις για το “ΠΟΥΠΕΡΜΙΝΑ”

  1. Παράθεση: Πουπερμίνα – Μηχανικό Μολύβι (mpencil)

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *