ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΠΑΤΕΡΑΚΗ

Γεννήθηκα κάποιον Οκτώβρη μέσα στους αιώνες. Πάλεψα με τα θεριά μου γενναία, φυλάττοντας, με όποιος κόστος, Αξίες και Ιερά. Λάτρεψα τις θάλασσες τους χειμώνες και τις βροχές στις στέγες των ανθρώπων. Δόθηκα,
με πάθος, στην Ουτοπία του Δίκιου και της Αλήθειας. Έγραψα κάθε κρότο και σιωπή, για κάθε ίχνος και σφύριγμα, κάθε σεισμό και χείμαρρο που χάραξε σκίζοντας το δικό μου Είναι. Ζωγράφισα τη λεπτομέρεια εισχωρώντας στα βάθη των πραγμάτων μας. Δεν λιποτάκτησα στην ευθύνη. Στα δύσκολα, μόνιμα, ζυγίζομαι κι αντέχω. Πιστεύω στους Ακρίτες, που μόνο αυτοί ακούν, έξω απ’ τους όχλους , τους ήχους των νερών. Πιστεύω στη λάβα, στην υγρή φωτιά, που μου χάρισε το δρόμο για την Τέχνη. Αυτήν που δεν υποκλίνεται
για μια μπουκιά εφήμερο ψωμί. Που δεν φωτογραφίζεται μέσα σε προβολείς και δεν συνωστίζεται για όποια δόξα. Γεννήθηκα στις 27 Οκτώβρη του 1962,
λένε τα χαρτιά, κι ακόμη γράφω, κι ακόμη εισχωρώ, κάτω απ’ τα φαινόμενα, παραμερίζοντας τις βιτρίνες με τα γυαλισμένα, κι όμοια, καθωσπρέπει υποκριτικά πρόσωπα και λόγια.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

1. Ενδιάμεσος Αντίλαλος, (Ίδμων)
2. Ο δραπέτης, (Μπαρτζουλιάνος 2009)
3. Η διαθήκη μου – το ένα (Βακχικόν. 2013)
4. Φύλο: Μονομάχος, (Βακχικόν 2013)
5. Το σκισμένο καλσόν, (αυτοέκδοση)
6. Πλουτώνιο άλγος μου (24 Γράμματα 2020)

.

ΠΛΟΥΤΩΝΙΟ ΑΛΓΟΣ ΜΟΥ (2020)

Πράξις Πρώτη

«χιονισμένος σπαραγμός»

όλα τα τρένα που έφυγαν στις οκτώ
έχασαν τις πόλεις, κι έμειναν
από ώρες, σε ράγες ανύπαρκτες
/ από τότε σε ανύπαρκτους σταθμούς σε περιμένω
και πάντα σε έχω προαιώνιο μυστικό μου
μυημένου σταθμάρχη σε αμέτρητους καιρούς –
άχρονο σφύριγμα κλειδούχου ασύνορου
και χέρια ομιχλώδη με άσαρκο ραντεβού
σάρκινης νύχτας μου, σαν αρχαίων θεών /

ΑΝΑΔΡΟΜΑ ΤΡΕΝΑ

Στον αυτοκρατορικό μου ιστό
/ η βόρεια λεοντή μου τρομάζει αιώνα το βήμα /
με επαίτες νωπούς μυστηρίων
που χαρακώνουν το δέρμα
και τα οστά σφυρίζουν ανάδρομα τρένα
όταν σαλεύουν τα χέρια μου
σαν όνειρα ιερών εντολών
στο μαύρο νερό με το αίμα μου –
κίονα των μυρίων γλωσσών μου
σε φθινοπωρινή ουλή
κάτω απ’ τα ξερόφυλλα
των πλεγμένων ίσκιων μου
στο χρώμα που αντιπάσχει φυλακή
και λύτρωση
ανάμεσα στα άκρα των φυλών μου
/ άνεμος να ευωδιάζει η δίψα μου
κι εσύ να σπας την γυμνή μου λάμπα
στους ασπρόμαυρους δεσμώτες μου. /
Ανάδρομα ένα
κατοικούν στα φώτα μου
που χορεύουν σαλεμένες πληγές
στις θηλυκές εκτάσεις μου
πάνω απ’ τους λόφους των σπάργανων
και μέσα στον προαύλιο σπασμένης μήτρας
με την κατάβαση των θεών μου._

ΛΥΓΜΟΙ ΠΤΗΣΕΩΝ

Κι ενώ σκίζονταν τα οστά μου,
οι δαιμονικές καταπτώσεις,
τα θεριά σας με τ’ αλησμόνητα νύχια,
τα βλέφαρά σου που έκλειναν στις αστραπές
τους μήνες των ακατοίκητων επιβατών μου,
οι ίνες μου που βοούσαν στα στενά των
σιδερένιων χειλιών σου
στα οστά μου, ενώ σκίζονταν,
οι σκιές σας,
οι σκιές σου με οπισθογωνία
κυνηγούσαν κυνικά τις πελματικές μου προβολές
τους γύψους των σωθικών μου και
τα ράμματα στα αρχαία γράμματα των εντολών
με τον ερωτικό λυγμό των ανέμων μου
και την χλευάζουσα ροή των κόσμων
στο απόκοσμο των πεπραγμένων μου
με τα θωρηκτά των σειρήνων σου
στις οδύνες των πτηνών μου
και στα σκουριασμένα τρένα
που στέρεψαν από επιβάτες
αφού ο θεϊκός τοκετός
αφύπνισε την δίψα μου,
με σκισμένα οστά,
να ξεσκονίζω το μικρό παράθυρο
στο φίλημα των ανεμώνων
παλαιότητας των παρόντων
με το αίμα των δειλινών χειλιών μου
που ποτέ δεν γνώρισες.

ΝΥΧΤΕΣ ΛΩΤΟΦΑΓΕΣ

Μετά τη νύχτα
ακολουθεί η πέτρα,
η φωνή της πέτρας και
το αδιάβροχο της μετάβασης
με γαλότσες θανάτων
από εγχάρακτους μύθους
ερωτικών ήχων στο
καταβάσιο της ομίχλης,
μ’ ατσάλινη ρίζα
στις στριγγιές του κενού,
όταν ο νεκρός αναδύεται
λευκός οίστρος
από καπνούς μέθης
και αναπάντητη κλήση
στην πιστότητα των λωτών.

ΠΛΟΥΤΩΝΙΟ ΑΛΓΟΣ ΜΟΥ

Άντε να πιάσουμε “Μεσάνυχτα” -!-
Οι ζωντανοί ξεχείλισαν τους τάφους
κι οι ιαχές των νεκρών τσουλάνε τα τρένα
της οργής.
Λίγα δέντρα ακόμη
και φτάνουμε το Δάσος –
πλουτώνιο άλγος
το τρίξιμο των ονείρων μου,
να περπατάω στις ρωγμές μου
με τα χέρια άκαμπτα
να σε βρω στο σύνορο.
Να με κόψω με κεραυνό
σαν καμένη πυξίδα
που ναυάγησα τα πόδια μου
με τρύπιες βάρκες
που σάπισαν τα πέλματά μου
Από εξέγερση μοναχική
σε συνάντησα στην ομίχλη
– αγνώριστος, είπες
και ήμουν σιωπή
στα σπασμένα σκαλοπάτια σου –
η τελευταία αμαρτία μου – πράξη
που με έχρισε φυγή
Να βαδίζω στα τρένα
Στις σκεπές που καπνίζουν
να καπνίζομαι.
Να καπνίζω απαγόρευση
να με γεμίζω νέφη
Τη μεσαιωνική ηρεμία της πόλης μας
οι πόλεις μας ξαφνιάζονται με τα τρένα –
η μόνη παραφωνία στις κρεμάλες,
στις φωτιές που καταδικάζονται οι έρωτες,
στα τρύπια μου μάτια που σε έχασαν.
Κάπου στο χθες
η παρερμηνεία των περιπτέρων
που σε περίμενα.
Που σε περίμενα μ’ αναμονή βαθιάς νύχτας
που σκουριάζουν τ’ αστέρια
στη μηχανικότητα της φύσης
με παγωμένο ουρλιαχτό
να γυρίζει, να γυρίζει, να γυρίζει..
– παγωμένος δακτύλιος στο λαιμό μου
να γυρίζει!!!
Το ένα μου χέρι κλείστηκε στο περίπτερο –
γκρεμισμένο του χθες μυστικό –
Το άλλο σε ψάχνει
με σκιές – πόδια
κι ανάμνηση δαχτύλων –
τα νύχια που τρυπούν τη σάρκα μου
πάνω απ’ τους τάφους των ζωντανών
και νεκρός αναδύομαι ταξιδιώτης
σαν διώκτης μου – τρένο,
η τελευταία αμαρτία μου
και πρώτη φυγή μου,
να σε έχω χάνοντας τις βάρκες του μυαλού μου
με πόδια γυμνά στο σταθμό “Μεσάνυχτα” –

Ο ΤΡΕΛΟΣ ΤΟΥ ΜΥΑΛΟΥ ΜΟΥ

Ξεκουράσου μωρό μου!
έχω μια σταύρωση να με φτάσω
και θα ‘μαι κενός
σαν πλοίο
που έπιασε ομίχλη στα μάτια μου
στα τυφλά μου χέρια
με δάχτυλα τσιγάρα
τερματικός
Επιβαίνω άκαμπτος
με οστά ιστία
από νυχτωδία φυγής
Τα πόδια σου
στον οίστρο της βροχής
τα ρούχα μου
χτυπάνε παραθυρόφυλλα
στα μάτια σου
τα μάτια μου … δεν έχω
Κράτησα γεύση
για να ταξιδεύω
στ’ απώτερο
και μίλησα τη γλώσσα σου
για να διψάω το βυθό
Το κατάστρωμά μου
διαμελισμένο το σώμα μου
ο τρελός στο μυαλό μου
στην πρύμνη των ονείρων μου
η φώκια στην άλλη άκρη
Μην κλαις -!-
έχω να μετρήσω τις κλειδώσεις μου,
στα μπουντρούμια των ιδεών μου
και θα ‘μαι προσεχώς
Την ώρα που κατέβαινα σταθμός
το λιμάνι υποχώρησε.
Ήσουν-;-
Έμαθες ένα πλοίο να κλαίει
Έχεις ακούσει πλοίο να κλαίει;
Είναι να κάμπτεται ο καιρός
και πάλι ατέρμονος
να επιστρέφει μυστικός.
Είναι ο ίσκιος
της Σελήνης στα σπλάχνα μου
κι εσύ που έβλεπες
ακούς;
Στα πόδια σου το φουγάρο μου
σαν πάντα πειρατικός.
Μην ξυπνάς μωρό μου,
ακόμη βρέχει
και στ’ αστέρια δεν έχει σταθμό.

ΑΜΑΡΤΙΕΣ ΝΕΚΡΩΝ

Όταν πέθανε
άρχισε να γαβγίζει το αίμα μου –
συλλαλητήριο στη σιωπή –
Δάγκωσα και το κόκαλο,
για ‘κείνο το θείο κλάμα
που ειρωνεύτηκαν οι αμαρτίες των νεκρών
Μεγάλης Παρασκευής ανάστημα
Κι όταν το “σ’ αγαπώ” ανιχνεύτηκε στις φλέβες μου
πριόνισα το αίμα μου
να σε κρύψω για πάντα
μυστική συμφωνία στο μέγαρο της κόλασης
και τα σκυλιά σιωπούσαν.
Απ’ τους αγέρωχους ουρανούς
έτρεχε βροχή στα χέρια μου –
παράθυρο στο κενό
που αποδείχτηκε μάταιο
στο λεκτικό σου υπερφίαλο
να μην υπάρχεις, και
γαβγίζω κι εγώ –
το μόνο που μπορώ
να φυλώ τη μνήμη
για να βρίσκεσαι τη νύχτα
στο δάσος
μέρα βροχής σε κέντρο ασπρόμαυρο
και να καπνίζω αποχωρισμό.

ΠΟΡΕΙΑ ΦΩΝΕΣ

Άκουσα τόσες διαδρομές
που χάθηκα στις σιωπές των φωνών τους
μόνο σαν τρένο πέρασα, σα σκαλοπάτι τρένου,
σα θύμησή του σε άγρυπνους σταθμούς –
λίγο πριν το σύνορο,
όταν σαρώνεται το σύνορο με χιονοθύελλα,
πάντα βοράς, που τρελαίνεται το μάτι στην ανάβαση,
που λυγάει και το ίχνος, μια κουκίδα, μόριο δακρύου,
που μόνο βουβό λαχάνιασμα σε πόρτα κλειστή,
να ψάχνω δίχως δάχτυλα την υφή του παλμού της,
το χρώμα της, όταν ανοίγει το άπειρό της,
όταν κλείνει, το χρώμα της ποιο
να ψάχνω το κώμα της, όταν
δεν την χτυπάει κανένας
με μάσκα οξυγόνου η κλειδαριά της
να της κρατάω το χέρι μέχρι το τέλος
γονατισμένος, κρατώντας την ανάσα μου,
να μην προκύψει ξαφνικό.
Στην ταφή πάλι ακούω διαδρομές. Μέχρι το τέλος διαδρομές.
Και οι νεκροί να διαδηλώνουν πάνω απ’ τον τάφο μου
Και να παγώνω ψάχνοντας κι άλλο μια κουκίδα επιγραφή.
Πορεία φωνές σε σιωπές μαρμάρινες
με χρώμα άχρωμο
και μόνη γνώση ιερογλυφικά καμώματα της θάλασσας,
που συντρίβει τη θάλασσα –
όμοιος ομοίω –
κι ακούω διαδρομές – πάντα βοράς ο ερωτικός
σε πόρτα κλειστή._

.

Πράξις Δευτέρα

«Στα δέρματά μου τα τρένα σου»

Σε σκίζει το νερό παραβατώντας στους νόμους των θεών.
Έγκατα φιλιών οι φωνές των αρχανθρώπων.
Κι οι ουρανοί κατεβάζουν ορδές σκορπιών –
ομάδες αυτοκτονίας πάνω από παλίρροιες επιβατικών ονείρων

Τόση σάρκα, παλλόμενη, κρυμμένη στο μυαλό μου, κι ούτε ένα πλοίο στο
χάος του κορμιού / εκτός από το σφύριγμα της έρπουσας καρδιάς μας,
που κάποτε υπήρξες στην ψυχή μου, κι εγώ σπασμένος οίστρος – στο
χάραγμα των άδικων χειλιών σου – μολυβένιος ανάπηρος στο φλόγιστρο
της χλιδής σου. Σ’ έναν ξεκούρδιστο χειμώνα, οι χθεσινοί σφυγμοί
στηρίζουν σταυρό στο ιπτάμενο περιβόλι που χιόνισε το ανεύθυνο των
πειρατικών σου. Και όμως, ιερουργώ / με τα νύχια να σκάβουν τη νύχτα
χάρτινα καρναβάλια – καμμένη σάρκα που άδειασε θρήνο γιορτών /._

*  *  *

Καμιά φορά οι καρποί μου γυρεύουν τις παλάμες τους – μόνο
ομπρέλες σπασμένες με κρύα μυστικά. Μια τέτοια νύχτα, λιώνουν
τα δάχτυλα στη φωτιά που αναμασάει παραμύθια πως κάποτε
υπήρχαν ξωτικά. Κι οι δαίμονες σκίζουν τα χείλη μου. Ακούς που
καίγονται κι οι αιώνες -;- δεν υπήρξαν ποτέ μες στη ζωή αιώνες..
-!- Όλα στριμώχνονται σε μια τελεία αιμάτινη και πνίγονται πριν να
καλπάσει η γιορτή. Ό,τι μένει, σαν ανάμνηση, ξεφτιλίζει τ’ αποσιωπητικά
παγίδα ονείρου. Ακούς που καίγονται τα δάχτυλα

*  *  *

Στα κρατητήρια των δακτύλων μου – τα φθαρμένα παπούτσια μου, με
τις φλέβες λυμένες να σέρνουν το άτακτο χώμα (ένα συν ένα τα φυλακτά
της ωρίμανσης – προλογική νηστεία ο δρόμος της αποκάλυψής
σου). Στο αχανές δέρμα που σβήνει σαν ορίζοντας στην προσμονή μου,
η προσμονή μας διχοτομείται από βροχή να παίρνουν μνήμη τα
παράθυρά μας, να βλέπουν νερό τα χέρια μας κι ανέμους. Τα παλιά μας
βήματα να εντείνουν τη θάλασσα και να μας βρίσκουν πέτρινα λάφυρα
λάβας ηφαιστειακής και μακρινή συντέλεια. Ενορχηστρώνω εισπνοές
σε χορούς ιερών, με λαβωμένες κερκίδες παλιών φαντάρων στ’
απόσταγμα των φυλακίων και σου μιλώ σε σπάραγμα. Στ’ άρωμά σου
η βροχή με όλα τα περιστατικά της κοσμογραφίας κι η πληγή.

*  *  *

Μύριες φορές σημάδεψα το θεό μου με τη λησμονιά του θρύλου μου.
Κάποτε τρυπωνόμουν στα στερνά αντίο της σάρκας μου μέσα σε ραφές
βλεμμάτων ανυποψίαστων δειλινών και με γονάτιζα με απορίες ανάστασης.
Κάποτε σύχναζα σε στύσεις μυαλών βράδια στο άπειρο. Μετά
έτρεμα να σωθώ τον πανικό μου μέσα στην απόρθητη φωνή του όλου
μου. Κάποτε ναυαγούσα στην Άνοιξη του τρίτου τοκετού ενός μετώπου
φωτιάς. Τότε, έκραζα κουκουβάγια στο δέντρο το γέρικο των καιρών
της θύελλας. Δίχως φώτα συνήθιζα ν’ ακολουθώ πυροφάνια, μέχρι που
κουτσός ανακάλυψα την πηγή της απορίας: “Ζει ο Αλέξανδρος Από
τότε, κολυμπώ μονάχα διαιωνίζοντας την απάντηση στο χάος των υδάτων.
Από τότε, τα ύδατα σταμάτησαν να με καλύπτουν. Ξεβράζομαι ένα
δάχτυλο με τένοντα σπαρμένο σε άμμο απάτητη. Μόνο η αύρα γνωρίζει
την κυριαρχία της δίψας μου και το μαρτύριο της οδοιπόρου αναπνοής
μου. Κουκίδες τα σωθικά των λεπτών μου στις επικλήσεις των μελών μου
Από τότε θρυμματίζομαι ανιστόρητος σε θαλασσινές αμαρτίες.

*  *  *

Ισορροπιστής σε χρόνο απάντα στο αχανές μιας φωτιάς. Νεκρός και
ζωντανός, σαν κύμα που πρόκειται να συμβεί και σαν κύμα που συμβαίνει
ανάμεσα σε Ήλιο και Σελήνη. Την κατάλληλη εποχή, τον κατάλληλο
χρόνο στο τικ του ρολογιού ποιος είναι ο θάνατος και ποια η ζωή
Ποιο Φως χύμα στο χύμα του απέραντου Απόψε με πίνω στο σκοτεινό
μου υπόβαθρο σπαραχτικών σκοπών, έξω απ’ τα ρήγματα των δίπολων.
Χρειάζεται μια σκόνη στα μάτια να μιλήσεις κενός. Ίσως μια
ψευδαίσθηση που έφτιαξα να υποχωρεί το τέλος μου. Το απέναντι μου
– ο Λυκαβηττός στις καμπύλες του τρία, να γεμίζει το οδοιπορικό κάτι
πλήρες σπαραγμών. Έτσι φυσούν τα κενά με καλάμι τους ήχους των
μαρτύρων, που επιστρέφουν ψαρεύοντας άστρα στο απόλυτο σκοτάδι
κάτω απ’ τη σκόνη των τσίγκων με τις σημαίες και τα παράσημα. Κι ας
μη βρέχει, μας φέρνει η βροχή.

*  *  *

Γυμνός από κορμί ερωτεύομαι σάρκα κόσμιων κόσμων. Πώς να ορίσω
τα φιλιά μου εδώ όταν τα χείλη τους – μαχαίρια με σφάζουν -;- Όμως, μ’
αυτά πορεύομαι. Σε κακόφημα ξενύχτια δηλητηριάζομαι την επόμενη
νύχτα να είμαι έτοιμος, με τα κορίτσια του δρόμου τ’ άμαθα, να κάνω
καράβι φυγής. Επικαλούμαι το θάνατο. Ανάμεσα σε θανάτους ζω πατρίδα.
Άρμα φωτός ξενιτεύομαι, με σπίθα μάτι. Έρχονται τα νερά καταιγίδα
στη σκέπη μου. Μένω αταβάνιαστο φυλαχτό οργής. Θέλω να ταξιδέψω
στο χώμα και φτάνω στο άπειρο. Δεν έχει νέο. Δεν έχει παλιό.
Δεν έχει τόπο. Παύω ν’ αναζητώ. Νεκρώνω το χρόνο, και, πάλι ύδατα –
απ’ του πουθενά το πάντα. Δεν έχει τέλος η οδός. Εντέλει θρυμματίζομαι.
Έτσι, ως περαστικός, και βυθισμένος. Γι’ αυτό αργούν οι άναρχοι να
μου μιλήσουν. Τους κάνω κόλπα κι εγώ. Τους παίζω και τους κρύβομαι.
Ο πόλεμος σφυρίζει, τον ακούς; Φοβούνται οι ανάσες και κρύβονται. Μα
όρκο έχω δώσει τιμής απ’ τα παιδικά μου: Ετούτον τον πόλεμο θα τον
λύσω με σφύριγμα πνοής δικής μου. Είναι πλατύς ο βυθός της φωτιάς.

Είμαι εκείνος ο βλαμμένος σχοινοβάτης, μοιάζω παράταιρος. Δεν έχω
χέρια. Καήκανε στα πάθη. Μόνο τιμή κρατώ κι ισορροπώ ένα σκισμένο
δέρμα, απ’ τα φρικιά που τρώνε τη λάσπη μου. Άστρο δεν έχω. Σκόνη
καταπίνω. Σκόνη ξερή. Με σκόνη τρέφομαι. Με κρατούν, δυο κουρέλια
δάκρυα, που πλάστηκε η αθωότητά μου. Κι εκείνο το κορίτσι που τρόμαξε
από τον κεραυνό, κάποιο βράδυ στον παράδεισο.

Κι είμαι ο Μέγας Αλήτης των αιώνων. Τρομάζουν οι άνθρωποι όταν με
βλέπουν. Γίνομαι ίσκιος της σκιάς μου. Ίσκιος στον τοίχο μου. Τέσσερεις
τοίχοι. Ο ένας με κρατά. Οι τρεις σκοντάφτουν στο Ένα μου. Έτσι, μπορώ
να εξιστορώ τ’ ανείπωτά μου.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *