ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΝΑΒΟΥΡΗΣ

Ο Κώστας Καναβούρης γεννήθηκε στην Καβάλα το 1955. Είναι απόφοιτος του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών του Παντείου Πανεπιστημίου. Εργάζεται ως αρθρογράφος στην εφημερίδα Αυγή της Κυριακής και ως ραδιοφωνικός παραγωγός στο Τρίτο Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας, με την εκπομπή «Το μακρύ ταξίδι της μέρας μέσα στη νύχτα». Είναι τακτικός συνεργάτης στην ιστοσελίδα Artinews.gr. Είναι μέλος της Ένωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών (ΕΣΗΕΑ) και ιδρυτικό μέλος του Κύκλου των Ποιητών.
Έχει εκδώσει εννέα ποιητικές συλλογές, μία συλλογή με άρθρα, μία με αφηγήματα και μία νουβέλα. Έχει τιμηθεί με το διεθνές βραβείο Prix Marulic 2008 της Κροατικής Ραδιοφωνίας για το ραδιοφωνικό θεατρικό του έργο Η Μήδεια δεν βλέπει εφιάλτες.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

ΠΟΙΗΣΗ

Τετράδιο ιχνογραφίας, ιδιωτική έκδοση 1982 ·
Η διαχωριστική
γραμμή του τοπίου, Ηριδανός 1983 ·
Μικρόφωνο, Ηριδανός 1985
Νυχτολόγιο χειρός, Καστανιώτης 1990 ·
Όταν το κρύο, Καστανιώτης 1996 ·
Ο Κόσμος ακόμα χρειάζεται σφαγές και άλλα ποιήματα, Καστανιώτης 2005 · Τα Επίχειρα της Προοπτικής, Γαβριηλίδης 2010 ·
Έσπασε, Μελάνι 2014 ·
Αποθήκη Καταλοίπων Ηδονής, Μελάνι 2018
Αμνός, Πόλις 2021

ΚΕΙΜΕΝΑ

Είναι αργά, βραδιάζει νωρίς (δημοσιογραφικά σημειώματα 1989-1997)- Καστανιώτης 1998 ·
Υπόθεση ακοής, αφηγήματα, Καστανιώτης 2002
Η Μήδεια δεν βλέπει εφιάλτες (μια νουβέλα κι ένα δράμα), Ηλέκτρα 2009 (Διεθνές βραβείο «Prix Marulic 2008» της Κροατικής Ραδιοφωνίας)

.

.

ΑΜΝΟΣ (2021)

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
«Το χέρι που γέμισε ένα χαρτί έχτισε μια πόλη».
HERBERT MARSHALL McLUHAN

Το ποίημα είναι ικρίωμα.
0 δήμιος περιμένει τον ποιητή.
0 ποιητής περιμένει τον δήμιο.

*

Τα ποιήματα δεν γράφονται στη γλώσσα σου
γράφονται στη γλώσσα τους.

*

0 ποιητής δεν θέλει να πει.
0 ποιητής δεν γίνεται να θέλει.
0 ποιητής είναι αυτός που μετανιώνει.

*

Δεν είναι που σου κλέβει την ελπίδα ο ποιητής
είναι που σου κλέβει την απελπισία.

*

Η ποίηση, βλέπεις,
δεν σου κολλάει στην αλήθεια ένσημα.

*

Κλάμα ακούγεται·
δεν υπάρχει ανάγκη για άλλο ποίημα.

*

Μόλις κατάπια ένα ποίημα
– ούτε λέξη δεν θα πάρουν από μένα.

*

Η ποίηση είναι ένα ράμφος
που σκάβει μέσα στο κορμί σου
σκάβει μέσα στο πολεμικό κορμί σου.
Η ποίηση σκοτώνει τα αιχμάλωτα φωνήεντα
κι όλα εκείνα τα σύμφωνα κορμιά
με το κλειστό το στόμα.
Αυτό θέλω να πω;
μετά την ποίηση δεν απομένει τίποτα.

«Εγώ είναι ο άλλος»
ARTHUR RIMBAUD
(Από επιστολή στον Paul Demeny, 15 Μαΐου 1871)

ΙΙ

Λευκό χαρτί: Είσαι ικρίωμα.
Λευκό χαρτί: Πυροβολισμός.
Λευκό χαρτί: Θρήνος.
Λευκό χαρτί: Τροφή.
Πεινάσαμε και ήρθαμε σε σένα.
Διψάσαμε και ήρθαμε σε σένα.
Σπαράξαμε και ήρθαμε σε σένα.
Λευκό χαρτί: Θαύμα.
Λευκό χαρτί: Ψεύδος.
Έπρεπε να σε σκίσουμε νωρίς
τότε που ήσουν νήπιος λυγμός.
Λευκό χαρτί: Ποτέ δεν ήρθαμε σε σένα
όταν νικούσαμε.
Ποτέ σου δεν μας έμαθες
ότι από νίκη σε νίκη
φτάνει κανείς στην ήττα του.
Λευκό χαρτί: Όταν δεν είσαι ήττα, είσαι θυμωμένο, λαγαρό,
ανεπιθύμητο, ερωτικό, θεόθεν, υπόγειο,
μηχανικό, υπερτασικό, ίαμβος, λύπη, αμηχανία.
Τα πάντα είσαι, λευκό χαρτί, και σε κανέναν
δεν δίνεις οβολό. Μήτε στον θάνατο. Γι’ αυτό
φοβάται ο χρυσοφόρος θάνατος και κρύβεται
μες στις θρησκείες. Για ένα απλό λευκό χαρτί.
Λευκό χαρτί: Τερατουργία.
Λευκό χαρτί: Θεογονία.
Λευκό χαρτί: Πριν από λίγο ήσουν σιωπή.

IV

Λευκό χαρτί: Είσαι ικρίωμα.
Λευκό χαρτί: Στόμα.
Λευκό χαρτί: Λαρύγγι.
Λευκό χαρτί: Στομάχι.
Λευκό χαρτί: Πρωκτός.
Λευκό χαρτί: Όλα τα καταπίνεις.
Όλα τα αφοδεύεις.
Λευκό χαρτί: Συνηθισμένο.
Λευκό χαρτί: Παράλογο.
Γιατί παράλογο είναι το θήραμα
όταν το κυνηγά η σελήνη.
Παράλογο είναι το δόντι που γυαλίζει
λευκό κατάλευκο
μέσα στο φως της πείνας του.
Παράλογοι κι εμείς που ψάχνουμε
ποιήματα στα σπλάχνα του
στον άγριο θάνατο τον άνευ όρων
κι ακόμα πιο παράλογοι όταν τα βρίσκουμε
και τα καταβροχθίζουμε ωμά
αμέσως κι επιτόπου.

Χ

Λευκό χαρτί: Είσαι ικρίωμα.
Λευκό χαρτί: Μπορείς να ενώσεις.
Λευκό χαρτί: Μπορείς να μην Είσαι.
Λευκό χαρτί: Κέντημα της φλέβας, κόσμημα της τρέλας
και στέμμα της απόγνωσης.
Λευκό χαρτί: Ποτέ δε βραδιάζει εδώ
γιατί κανένας άνθρωπος δεν περνάει.
Λευκό χαρτί: Γυμνό τοπίο, απέθαντο
ποτέ δεν βραδιάζει εδώ
σ’ αυτήν την πεδιάδα χωρίς σκιές.
Ρούχα πεταμένα
παπούτσια πεταμένα
σφαίρες πεταμένες
σπίτια πεταμένα
Όλο και κάτι αφήνουν πίσω τους οι πεθαμένοι
αλλά κανένας άνθρωπος δεν τους ακολουθεί
κανένας δεν χάνει τον δρόμο του.
Περνούν απ’ έξω και τους ακούς
έχουνε γέλιο που τρίζει
κι ένα μεγάλο προβολέα στο μέτωπο.
Σε τίποτα δεν χρησιμεύει.
Λευκό χαρτί: Κτητική αντωνυμία.
Λευκό χαρτί: Γαμψό γεράκι.
Λευκό χαρτί: Κάθετη πτώση μετά τη βροχή.
Το ουράνιο τόξο δεν είναι ρυάκι·
είναι μια οφθαλμαπάτη του τέλους.
Ιριδίζει την ανυπαρξία
βάφει τον ουρανό την ώρα που φεύγει.
Το ουράνιο τόξο είναι αντίλαλος
που μόνο έτσι τον αντιλαμβάνεσαι.
Χρειάζεται να βρέξει βέβαια.

ΧΙΙΙ

Λευκό χαρτί: Είσαι ικρίωμα.
Λευκό χαρτί: Ιησούς Αρουραίος.
Λευκό χαρτί: Φόνος ξανά.
Λευκό χαρτί: Προδοσία ξανά.
Λευκό χαρτί: Ο Λένιν
ο πρώτος μετά θάνατον νεκρός.
Λευκό χαρτί: Ραμόν Μερκαντέρ.
Λευκό χαρτί: Γκιλοτίνα.
Καθώς έρχεται το κάρο με τους βασιλιάδες
κι ο δρόμος είναι στρωμένος
με χρυσά τραπουλόχαρτα
και το παιδί είναι δασκαλεμένο να φωνάξει
πως ο βασιλιάς είναι γυμνός
όμως φοβάται τόσο πολύ.
Περνάνε τα χρόνια μέσα στον φόβο.
Το παιδί δεν μιλάει.
Τα παιδί γερνάει.
Το παιδί πεθαίνει.
Και η Ιστορία συνεχίζεται.
Λευκό χαρτί: Είσαι ο φόβος.
Λευκό χαρτί: Είσαι το παιδί που ρώτησε τους μεγάλους:
«Ιησού ή Βαραββά;»
Κανείς δεν απάντησε.
Η Ιστορία συνεχίζεται.
Ακόμα.

XX

Λευκό χαρτί: Είσαι ικρίωμα.
Λευκό χαρτί: Χαρτάκι από χαρταετό και μοιρολόι.
Λευκό χαρτί: Απελπισμένη μπλόφα.
Ποτέ δεν θα ρεφάρεις με τραπουλόχαρτα λευκά.
Λευκό χαρτί: Ένα ποίημα στον καθρέφτη μην ανασαίνεις.
Το ποίημα είναι το αντεστραμμένο είδωλο
μιας αναπνοής που δεν ειπώθηκε αλλιώς.
Μην ανασαίνεις μπροστά στους εύθραυστους
καθρέφτες της ανάσας.
Λευκό χαρτί: Να προσέχεις όταν κοιτάζεσαι στο ποίημα.
Έχουνε πάρει πολλούς μέσα στο ποίημα
οι αντικατοπτρισμοί.
Κανείς δεν ξέρει πού είναι θαμμένοι
αν είναι θαμμένοι.
Γιατί μπορεί και να τους κατασπάραξαν
τα λυσσασμένα είδωλα που βγαίνουν από
το λευκό και γίνονται καθρέφτης.
Λευκό χαρτί: Τίποτα να μην πεις.
Το παιχνίδι συνεχίζεται.
Λευκό χαρτί: Κόψε.
Λευκό χαρτί: Μοίρασε.
Λευκό χαρτί: Παίξε.
Λευκό χαρτί: Το παιχνίδι δεν τελειώνει.
Ακόμα κι αν φύγεις,
θα φεύγεις διαρκώς μέσα στους καθρέφτες
και δεν θα έχει καμιά σημασία
αν κέρδισες ή αν έχασες.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ
«Δεν έχουν δάκρυα τα χέρια για να κλάψουν».
DYLAN THOMAS

Λευκό χαρτί: Είσαι ικρίωμα.
Λευκό χαρτί: Αντεστραμμένη ελευθερία.
Λευκό χαρτί: Οπισθοχώρηση.
Πιο πίσω δεν έχει
πιο πίσω υπάρχουνε μονάχα ποιητές
δεν έχουν ποιον να ρωτήσουν
και ζούνε καταπίνοντας ποιήματα
Κάπως πρέπει να ζήσει ο καθένας.
Και οι ποιητές άνθρωποι είναι
πρέπει κι αυτοί να ζήσουν
να μεγαλώσουν τα παιδιά τους
να τα σκοτώσουν
να ξαναζήσουν.
Πώς να το κάνουμε;
Πρέπει να ζήσουνε και οι ποιητές.
Αλίμονο αν περιμέναμε απ’ το λευκό χαρτί
από αυτό το εργοστάσιο της λήθης.

Λευκό χαρτί: Απόρριμμα.
Λευκό χαρτί: Άθλημα της πείνας.
Λευκό χαρτί: Μεγάλο τρωκτικό φιλανθρωπίας.
Λευκό χαρτί: Δεν σου αξίζει ο θάνατος.
Λευκό χαρτί: Μετά θάνατον.

…/…

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΚΟΡΡΥΒΑΝΤΗ

“Η Εποχή” 4/12/2021

Λευκό χαρτί, καθρέφτης

«Το μέσο είναι το μήνυμα» είπε κάποτε ο Καναδός θεωρητικός της επικοινωνίας Μάρσαλ ΜακΛούαν (1911-1980), υποστηρίζοντας πως το περιεχόμενο καθορίζεται από την τεχνολογία που το παράγει και το διαδίδει. Το νέο βιβλίο του Καβαλιώτη δημοσιογράφου και ποιητή Κώστα Καναβούρη «Αμνός, ένα ποίημα στον καθρέφτη» που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Πόλις, παρόλο που «ανοίγει» με μία άλλη λιγότερο γνωστή φράση του ΜακΛούαν «Το χέρι που γέμισε ένα χαρτί έχτισε μια πόλη», θα μπορούσε να θεωρηθεί ποιητική πραγματεία για το λευκό –ακόμα άγραφο– χαρτί ως μήνυμα και μέσο.

Η συλλογή, που ξεκινά με μια σειρά αφορισμών (π.χ. η ποίηση είναι η όραση των λέξεων), χωρίζεται σε είκοσι τέσσερα ευσύνοπτα μέρη βρίσκοντας γρήγορα την επωδό της. «Λευκό χαρτί: είσαι ικρίωμα» θα γράψει ξανά και ξανά ο Καναβούρης επιστρατεύοντας την αμφισημία της λέξης ικρίωμα σε ένα κατοπτρικό παιχνίδι συμβολισμών με κεντρικότερο το σύμβολο του αμνού με όρους θυσίας.

Με το ικρίωμα να είναι το ξύλινο βάθρο που στήνεται για την εκτέλεση της θανατικής καταδίκης με απαγχονισμό ή με αποκεφαλισμό, αλλά και η απλή σκαλωσιά σε μια γλώσσα λόγια, η ίδια η διαδικασία της γραφής και κατ’ επέκταση η μοιραία αναμέτρηση του συγγραφέα με το λευκό χαρτί μοιάζουν να είναι κάτι ανάλογο μεταξύ φρικτής τιμωρίας –της υψίστης των ποινών– και αγωνιώδους ανεβάσματος στο άφταστο οικοδόμημα της λογοτεχνίας.

Μια μαρτυρική οδός διπλής κατεύθυνσης για τον δημιουργό, που καλείται να διαγράψει μια εξωτερική αλλά και μια εσώτερη διαδρομή, διασχίζοντας τα μεγάλα συμβάντα της ιστορίας αντιμέτωπος με τον ανθρώπινο πόνο, τις αδυναμίες και τις ανεπάρκειες μας. Διαβάζουμε σε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα:

Λευκό χαρτί: Γκιλοτίνα.
Καθώς έρχεται το κάρο με τους βασιλιάδες
κι ο δρόμος είναι στρωμένος
με χρυσά τραπουλόχαρτα
και το παιδί είναι δασκαλεμένο να φωνάξει
πως ο βασιλιάς είναι γυμνός
όμως φοβάται τόσο πολύ.
Περνάνε τα χρόνια μέσα στον φόβο.
Το παιδί δεν μιλάει.
Το παιδί γερνάει
Το παιδί πεθαίνει
Και η ιστορία συνεχίζεται.
Λευκό χαρτί: Είσαι ο φόβος.
Λευκό χαρτί: Είσαι το παιδί που ρώτησε τους μεγάλους:
«Ιησού ή Βαραββά;»
Κανείς δεν απάντησε.
Η Ιστορία συνεχίζεται.

Τον δρόμο του συνεχίζει στο βιβλίο και στο πάντα λευκό χαρτί και ο ποιητής. Η πορεία του θα διασταυρωθεί με μεγάλα ονόματα και ηχηρά τοπόσημα της συλλογικής μνήμης: Τ. Σ. Έλιοτ, Πάουντ, Μπένγιαμιν, Παβέζε, Ρεμπώ, Ντίλαν Τόμας, Πρίμο Λέβι, Ντίκενς, Λένιν, Ραμόν Μερκαντέρ, αλλά και Άρης Κωνσταντινίδης και Κάφκα και Σινόπουλος στην πλατεία του Μαγιού, στο Γράμμο και στο Βίτσι.

Για να φτάσουμε στις τελευταίες σελίδες στην Θεσσαλονίκη του 1949, στις φυλακές όπου κρατείται η μητέρα του ποιητή. Το βιβλίο κλείνει με μια πραγματική επιστολή της Ελένης Αγγελίδου – Καναβούρη. Ο Καναβούρης, άλλωστε, και σ’ αυτό το βιβλίο κρατά ξεχωριστή θέση για τη γυναίκα.

Λευκό χαρτί: Γράμμα της μάνας μου
Που όλο έρχεται από τη φυλακή.

Η σύρτις, αν και βέβαιη για την ανελέητη φύση της λευκής σελίδας, θυμάται κάποιους παλαιότερους στίχους του ποιητή από την προηγούμενή του συλλογή και αποσύρεται.

Ας ανάψουν τα φώτα
Ας φοβηθεί η λευκότης∙
Ακόμα υπάρχει κάτι που χτυπά.
Δεν είναι εκκρεμές.
Δεν είναι ελπίδα.

.

ΛΙΝΑ ΦΥΤΙΛΗ

Fractal 23/11/2021

Το ποίημα σαν αντικατοπτρισμός

Ο Αμνός ή ένα ποίημα στον καθρέφτη του Κώστα Καναβούρη, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Πόλις, είναι μια ποιητική σύνθεση, με πρόλογο, κυρίως μέρος και επίλογο, όπου ο ποιητής ανασύρει πρόσωπα, ιδέες, εικόνες, προκειμένου να αποδομήσει το ποίημα για να ανακαλύψει, μέσα από αυτή την επώδυνη διαδικασία, το βάθος αλλά και την απροσδιοριστία του. Ήδη από την εισαγωγή του βιβλίου, οι πρώτοι στίχοι μας προετοιμάζουν για τη συνέχεια. «Δεν θα σε βρούνε/ τα ποιήματα κατέφαγαν τα ίχνη σου».

Αν το ποίημα είναι ένα σφάγιο, ένας αμνός, το τραύμα του γίνεται ο τρόπος ερμηνείας της ζωής, στον οποίο οι λέξεις δεν χρειάζονται πάντα. Λειτουργεί σαν μια αίσθηση, άρα σαν ένα σημείο, διαρκώς μεταβαλλόμενο. Είναι η λευκότητα της άγραφης σελίδας, ο τρόμος του ποιητή, όπου καθρεφτίζεται η νίκη και η ήττα, το ικρίωμα, το ναυάγιο των λέξεων, οι αγωνίες αλλά και η πίστη σε κάτι αδύνατο.

«Όλα μια δοξασία της ελπίδας, που ελπίζει μόνο στον εαυτό της».

Μήπως ο ποιητής δεν ξέρει ότι στην καρδιά των λέξεων καραδοκεί ένα νόημα από το οποίο στην πραγματικότητα, είμαστε αποκλεισμένοι; Όπως μας διαφεύγει ένα κομμάτι της ζωής, του εαυτού μας, έτσι, και το ποίημα ξεγλιστράει, σαν ένα σχήμα, σαν ένα φάντασμα ή σαν μια σκιά μες στον καθρέφτη, που πότε εμφανίζεται πότε χάνεται. Κι αυτό γιατί όλα ενέχουν το παράλογο- η ζωή, οι λέξεις, ο θάνατος, η πραγματικότητα, η ίδια η ύπαρξη. «Είσαι επειδή δεν υπάρχεις αλλά τίποτα δεν υπάρχει χωρίς εσένα».

Ακόμη κι η πίστη ενέχει θραύσματα αμφιβολίας και παράδοξου, με τον ίδιο τρόπο που το σκοτάδι ασπρίζει, το αίμα γίνεται λευκό ή «κάτι πιο κόκκινο από το λευκό» και άπειρα γεγονότα ξεχνιούνται σαν τα άγραφα ποιήματα, μολονότι οι άνθρωποι επιζητούν να είναι προϊόντα μιας ιστορικής συνέχειας.

Ο Καναβούρης, ώριμος ποιητικά, με λιτή γλώσσα κι έντονη εικονοποιΐα, αναζητάει σ’ αυτό το ποιητικό σχεδίασμα, μια αποκαλυπτική θέαση του κόσμου, όπου το λευκό χαρτί γίνεται η συνείδηση του ποιητή, ο καθρέφτης, στον οποίο εμφανίζονται μέσα του τα θαύματα, δηλαδή οι πληγές, χάρη στις οποίες γράφει κανείς για «μια μέρα που δεν πέρασε, μέσα στις μέρες που περνούν». Γιατί αυτό συνιστά το ποίημα, μια μέρα που μπορεί να διαρκεί πολύ- όσο η ιστορία συνεχίζεται, τα διλήμματα παραμένουν ίδια στα βάθη των αιώνων- όπως οι επιθυμίες, οι ανάγκες και οι φόβοι των ανθρώπων. «Είσαι το παιδί που ρώτησε τους μεγάλους: Ιησού ή Βαραββά; Κανείς δεν απάντησε».

Ο ποιητής επιχειρεί την καταβύθιση στο ποίημα, το οποίο μπορεί να διαθέτει ατελείωτες μορφές, να διατηρεί την υπόστασή του, ακόμη κι ως άγραφο ή ως κάτι ανεξίτηλα χαμένο, επειδή μέσα στην συντριβή του, παραμένει μια διαλεκτική πάρα πολύ δυνατή. Παραλλάσσοντας τον Κάφκα, ιδανικά το «ποίημα είναι το τσεκούρι που σπάει την παγωμένη θάλασσα μέσα μας». Είναι επίσης, μια πορεία μες στη νύχτα ή όπως αναφέρει ο Καναβούρης, «το αντεστραμμένο είδωλο μιας αναπνοής που δεν ειπώθηκε αλλιώς». Αλλά τι μπορεί να ευοδωθεί γραμμένο στο λευκό χαρτί; Υπάρχει κάτι; Αφού το ποίημα τη ‘’στήνει’’ στον ποιητή και κανένας δε σώζεται μέσα του.

Όπως γράφει ο Σινόπουλος, «την ώρα που παλεύω με ένα ποίημα δεν υπάρχει καθρέφτης για να δω τη μεταμόρφωση μου». Συμπεραίνουμε ότι ο χρόνος που απαιτεί το ποίημα για να γραφτεί, είναι ο χρόνος της αγωνίας του ποιητή, καθώς εκφράζει το ανεξήγητο της ανθρώπινης ύπαρξης, αλλά και την ανάγκη συμβίωσης σε έναν πιο ανθρώπινο κόσμο. Οι άγραφες σελίδες, δεν αποτελούν παρά λευκά χαρτιά, «αυτό το εργοστάσιο της λήθης», όπου είναι γραμμένες, οι ματαιώσεις, τα λάθη και οι λήθαργοί μας.

Αν το ποίημα στον καθρέφτη, μας λέει ο Καναβούρης με τη γραφή του, είναι ένα λαμπερό δονούμενο σύμπλεγμα, που προβάλλει μέσα από τις σκιές και η λευκή σελίδα αποτελεί το ικρίωμα για το ατομικό και συλλογικό ασυνείδητο, η πολύτιμη σπίθα του ποιητή είναι οτιδήποτε σκοτεινό αναδύεται στην επιφάνεια, επειδή ακριβώς κατάφερε να διασωθεί μέσα από μία απέραντη ύλη, όπως μία γλώσσα.

.

ΓΕΩΡΓΙΑ ΜΑΚΡΟΓΙΩΡΓΟΥ

literature.gr 15/11/2021

Συνομιλία του ποιητή με το είδωλό του
Ο Αμνός, ένα ποίημα στον καθρέφτη του Κώστα Π. Καναβούρη (εκδ. Πόλις, 2021), είναι ένα ενιαίο ποίημα χωρισμένο σε 24 μέρη μαζί με τον πρόλογο και τον επίλογο, όσα και τα γράμματα του ελληνικού αλφάβητου. Ο συμβολικός τίτλος παραπέμπει στο αίμα του αμνού που θυσιάζεται, ενώ η αναφορά του καθρέφτη στον τίτλο υποδηλώνει τη συνομιλία του ποιητή με το είδωλό του.

Στον πρόλογο ο Κώστας Π. Καναβούρης παραθέτει μια σειρά στοχασμών σε σχέση με την ποίηση, εισάγοντας τον αναγνώστη στον ποιητικό του κόσμο, ορίζοντας σημεία συνάντησης. Κι όσο προχωράμε στην ανάγνωση, επιστρέφουμε σ’ αυτές τις αρχικές σκέψεις για να εμβαθύνουμε, να υπογραμμίσουμε, να αποκρυπτογραφήσουμε. Ενδεικτικά, ο στοχασμός: «Το ποίημα είναι μια μοτοσικλέτα/που έρχεται διαρκώς από τον Πύργο» (σελ. 11) επανέρχεται στο μυαλό μας σε πολλά σημεία του ποιήματος, παραπέμποντας στο έργο του Κάφκα και στην τρομακτική ατμόσφαιρα που δημιουργεί, με τον Πύργο να δεσπόζει ως σύμβολο εξουσίας, αποξένωσης, άγχους και κατάρρευσης.

Το ποίημα είναι μια συνομιλία του λευκού χαρτιού με τον εαυτό του. Το χαρτί στο οποίο ο ποιητής καταγράφει τις σκέψεις του, λειτουργεί σαν καθρέφτης, όπου ο δημιουργός βλέπει το αληθινό του πρόσωπο, ενώ ολόκληρος ο κόσμος του εμφανίζεται απέναντί του χωρίς ωραιοποίηση. Στο είδωλο φαίνεται η παραμικρή λεπτομέρεια. Ο καθρέφτης δεν ξεγελιέται, μπορεί να σπάσει, μπορεί να γίνει φονικό εργαλείο, μπορεί και να οδηγήσει στην αυτοκαταστροφή.

Κάθε συνομιλία αρχίζει με τη φράση «Είσαι ικρίωμα», παραπέμποντας στον αρχικό στοχασμό: «Το ποίημα είναι ικρίωμα./Ο δήμιος περιμένει τον ποιητή./Ο ποιητής περιμένει τον δήμιο» (σελ. 11) . Και η αμφισημία της λέξης «ικρίωμα» που δηλώνει και τη λαιμητόμο και τη σκαλωσιά, λειτουργεί σαν μοτίβο σε ολόκληρο το έργο, υπογραμμίζοντας τον παραλογισμό της ανθρώπινης ύπαρξης, όπου η ζωή και η δημιουργία συνυπάρχουν με την καταστροφή και τον θάνατο.

Ο τραγικός άνθρωπος περιδιαβαίνει το ονειρικό τοπίο της ζωής του σε αυτόν τον πλανήτη. Λέξεις με διττή σημασία εκφέρονται άλλοτε δυναμικά, άλλοτε σαν ψίθυροι και άλλοτε σαν θρήνοι, δημιουργώντας έντονες εικόνες θανάτου, εγκατάλειψης, καταστροφής. Και ανάμεσα στις εικόνες, όταν ο λυγμός είναι αβάσταχτος, υψώνονται ερωτήματα αναπάντητα: «Ποτέ σου δεν μας έμαθες/ότι από νίκη σε νίκη/φτάνει κανείς στην ήττα του» (σελ. 19).

Το ποιητικό τοπίο παρουσιάζεται σαν ωκεανός, σαν ένα απέραντο ενυδρείο: «Παντού λέξεις που επιπλέουν και λέξεις που βυθίζονται και λέξεις ναυαγισμένες ήδη, λέξεις που καταπίνουνε μεμιάς πείνα και πείνα» (σελ. 20). Εκεί, ο ίδιος ο ποιητής επιλέγει να είναι βυθισμένος μέσα στις θάλασσες, μέσα στις εκατόμβες των ωκεανών, στην πραγματικότητα, όποια κι αν είναι αυτή, χωρίς να εθελοτυφλεί. «Μη φύγεις,/εδώ το αίμα σου να τρέξει» (σελ. 45) προτρέπει το λευκό χαρτί. Να τρέξει μαζί με το αίμα των θυσιασμένων αυτού του κόσμου.

Μέσα από το λευκό χαρτί αναβιώνουμε στιγμιότυπα της ιστορίας μας, «μιας Ιστορίας αναντίρρητης» (σελ. 33) με τα παιχνίδια εξουσίας, με ανόδους και πτώσεις: «Ταπείνωση./Έπαρση./Τιμωρία./Έγκλημα». Δεσπόζουσα θέση κατέχει η ουτοπία και η απομυθοποίηση πεποιθήσεων που εκφράζεται με πικρία: «Ο Λένιν ο πρώτος μετά θάνατον νεκρός» (σελ. 36). Και ο φόβος στο προσκήνιο, να καθοδηγεί τις μάζες ανά τους αιώνες: «Καθώς έρχεται το κάρο με τους βασιλιάδες/κι ο δρόμος είναι στρωμένος/με χρυσά τραπουλόχαρτα/και το παιδί είναι δασκαλεμένο να φωνάξει/πως ο βασιλιάς είναι γυμνός/όμως φοβάται τόσο πολύ./Περνάνε χρόνια μέσα στον φόβο./Το παιδί δεν μιλάει./Το παιδί γερνάει./Το παιδί πεθαίνει./Και η ιστορία συνεχίζεται» (σελ. 37).

Το χαρτί μεταμορφώνεται και αλλάζει χρώματα. Είναι σαν κρύο μάρμαρο, δεμένο με τον θάνατο, ή μοιάζει με «Γράμμα λευκό του μελλοθανάτου» (σελ. 24). Μυρίζει έρωτα, αίμα, ιδρώτα. Πάλλεται, αναπνέει, παίρνει ανθρώπινα χαρακτηριστικά, γίνεται μοίρα, ποίηση, παίρνει τη μορφή τέρατος, ή θηράματος: «Γιατί παράλογο είναι το θήραμα/ όταν το κυνηγά η σελήνη»(σελ. 25). Μαυρίζει και κοκκινίζει: «Κόκκινο της τέφρας/από Ρεμπώ κι από Βερλαίν κι από Αρχίλοχο./Κύμα, σύνθημα, βηματισμός, αποδημητικό» (σελ. 26). Ή «Τίποτα πιο κόκκινο από το λευκό» (σελ. 27).

Κάποτε ο διαβάτης-ποιητής κολλάει σε βάλτο που μυρίζει καμένο κερί, με τους νεκρούς να αναδύονται ως θύματα πολέμων, καταστροφών, κρεματορίων: «Γεμάτο σκοτωμένους είναι το τρένο σου» (σελ. 33). Και το αίμα έχει λιμνάσει, «το αίμα τρέχει και δεν πάει πουθενά» (σελ.28) με αναρίθμητες χαμένες ζωές. Και όσο ο αναγνώστης-συνδημιουργός βιώνει την αίσθηση του άδικου θανάτου, μ’ ένα τεράστιο γιατί να τον πνίγει, προσπαθεί να κατονομάσει αυτόν που δημιούργησε το κακό και τον φαντάζεται να τιμωρείται: «Να συλληφθεί και να εξοριστεί/να εξοριστεί πολύ μακριά./Πιο μακριά από το παρελθόν/να μην επιστρέψει/να μη φτάσει ξανά ως εδώ το ίδιο φονικός» (σελ. 29).

Μέσα στον ζόφο του κόσμου μας, σε ελάχιστες περιπτώσεις αναδύεται το ουράνιο τόξο δεμένο με την ιδέα της ενότητας, της συλλογικότητας, της αλληλεγγύης. Φέρνει μια αμυδρή σκέψη σωτηρίας, αλλαγής-απαλλαγής από την καταστροφική φύση του ανθρώπου, συνδυασμένο με το όραμα: «Μπορείς να ενώσεις./Μπορείς να μην Είσαι» (σελ. 30). Είναι σύμβολο που «Ιριδίζει την ανυπαρξία» (σελ. 31), έχει υπόσταση, είναι αντίλαλος που μόνο οι ευαίσθητοι τον αντιλαμβάνονται υπό μία συνθήκη, τη βροχή. Με τις σταγόνες της κάθαρσης να ποτίζουν, να δροσίζουν, να φέρνουν συγκίνηση, ενότητα, σύγκλιση, έρωτα, ομορφιά. Με τη συλλογική μνήμη να καθοδηγεί και να εμπνέει: «Βράδιασε./ Μάζεψε τους νεκρούς./Ζωγράφισέ τους./Τίποτε άλλο» (σελ. 43). Και με το εγκιβωτισμένο γράμμα της μάνας από τη φυλακή πριν την εκτέλεση, που αποτελεί μια εξαιρετική σύλληψη του ποιητή για το κλείσιμο του έργου του.

Το βιβλίο Αμνός, ένα ποίημα στον καθρέφτη είναι ένα βαθύ, ώριμο έργο γραμμένο με πάθος, καυστικότητα και οξυδέρκεια που δίνει έναυσμα για στοχασμούς και ερμηνείες σε πολλαπλά επίπεδα. Ο λόγος, ειλικρινής και μεστός, καθηλώνει. Με λέξεις που άλλοτε ρέουν σαν γάργαρο νερό, άλλοτε χτυπάνε σαν σφυριά κι άλλοτε μπήγουνε μαχαίρια. Και με εικόνες τόσο ξεκάθαρες και δυνατές που τυπώνονται στη μνήμη.

.

ΕΛΕΝΗ ΠΑΤΣΙΑΤΖΗ     

e-ΤΡΑΠΕΖΑ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ 7/11/2021

Η ετεροτοπία του λευκού χαρτιού

Ο Μ. Φουκό στο κείμενό του «Περί Αλλοτινών Χώρων» (Des espaces autres), το 1967 εισάγει τον όρο ετεροτοπία για να περιγράψει τόπους λειτουργικούς που αποτελούν κάποιο είδος αντι-θέσεων. Οι ουτοπίες είναι μη τόποι, οι ετεροτοπίες είναι τόποι. Μεταξύ ετεροτοπιών και ουτοπιών υπάρχει ένα είδος μεικτής εμπειρίας, ο καθρέφτης. Ένας τόπος χωρίς τόπο, ένας μη-τόπος. Αναφέρει χαρακτηριστικά ο Φουκό «Στον καθρέφτη βλέπω τον εαυτό μου εκεί όπου δεν βρίσκομαι, σε έναν χώρο μη πραγματικό που ανοίγεται με εικονικό τρόπο κάτω από την επιφάνεια». Ο καθρέφτης είναι ο μη-τόπος αντανάκλασης του πραγματικού. Ο Κ. Καναβούρης, ήδη από τον τίτλο, μας ενημερώνει ότι γράφει «Ένα ποίημα στον καθρέφτη». Ο τίτλος του «ΑΜΝΟΣ», παραπέμπει ευθέως στη υπέρτατη θυσία, στο άδικα ξοδεμένο αίμα που αίρει την αμαρτία. Τίνος το αίμα; Θα το δούμε στη συνέχεια.

Επιστρέφοντας στην ετεροτοπία του καθρέφτη, είναι αναγκαίο να τονιστεί ότι ο καθρέφτης λειτουργεί, ήδη από την αρχαία ελληνική μυθολογία, ως μέσο θέασης της εικόνας, άλλοτε παραμορφωμένης -και συχνά τρομακτικής- άλλοτε κανονιστικής (ας θυμηθούμε τον Ντα Βίντσι).

Οι καθρέφτες συχνά έχουν χρησιμοποιηθεί και στα παραμύθια (π.χ. στη “Χιονάτη”), στη λογοτεχνία («Το πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέι») αλλά και στον κινηματογράφο. Θυμίζω, ενδεικτικά, την περίφημη σκηνή από την αριστουργηματική avant garde ταινία «Το αίμα του ποιητή» του Ζαν Κοκτώ (1930), όπου ο ήρωας ποιητής-ζωγράφος βυθίζεται στον καθρέφτη του που βρίσκεται σε έναν τοίχο, δίπλα σε μια καρέκλα. Ανάλογο είναι το σκηνικό και στην ενότητα που ακολουθεί τον πρόλογο της συλλογής όπου μας υποδέχεται στην προμετωπίδα η γνωστή, εμβληματική, φράση του Arthur Rimbaud “Εγώ είναι ο άλλος”.

Ο Μπόρχες είναι ίσως ο πιο γνωστός λογοτέχνης που χρησιμοποίησε τον καθρέφτη ως σύμβολο στο έργο του καθώς σε αρκετά κείμενά του πραγματεύεται τις ιδιότητες του ως αντικειμένου με ιερό αλλά και τρομακτικό χαρακτήρα. Στο διήγημα «Ο καθρέφτης από μελάνη», λίγες σταγόνες μελάνης λειτουργούν σαν καθρέφτης μέσα στον οποίο ο ήρωας μπορεί να δει όλα όσα συμβαίνουν στην πραγματικότητα. Λίγες σταγόνες μελάνης μπορούν όμως και να γίνουν λέξεις πάνω στο λευκό χαρτί και να αρχίσει η Ποίηση… Επίσης, στο διήγημά του «Ο καθρέφτης και η μάσκα», ο βασιλιάς, ακούει τον αυλικό του ποιητή να του εξομολογείται ότι:

…”Την αυγή ξύπνησα προφέροντας λέξεις που στην αρχή δεν καταλάβαινα», είπε ο βάρδος. «Οι λέξεις αυτές ήταν ένα ποίημα. Ένιωσα σα να ‘χα διαπράξει κάποιο αμάρτημα – που το Άγιο Πνεύμα, ίσως, δε συγχωρεί”.

“Ένα αμάρτημα που τώρα μοιραζόμαστε οι δυο μας”, είπε ο βασιλιάς ψιθυριστά. Η αμαρτία τού να έχεις γνωρίσει την Ομορφιά, που ‘ναι ένα δώρο απαγορευμένο στους ανθρώπους. Τώρα έχουμε το χρέος να εξιλεωθούμε. Σου ’δωσα έναν καθρέφτη και μια χρυσή μάσκα· ιδού το τρίτο δώρο που θα ’ναι και το τελευταίο». Στο δεξί του χέρι έβαλε ένα στιλέτο». Ο ποιητής, μας λέει ο Μπόρχες αμέσως μετά, αυτοκτόνησε. Το τίμημα της Ομορφιάς, το τίμημα της Τέχνης είναι η Θυσία, το ξοδεμένο αίμα του Αμνού που θα σώσει (;), όπως η Ομορφιά, τον κόσμο.

Παραμένοντας στην ετεροτοπία του κατόπτρου, ας μην ξεχνάμε και το λακανικό «στάδιο του καθρέφτη» όπου το βρέφος αποκτά συνείδηση του εαυτού και του Άλλου καθώς πραγματοποιείται η μετάβαση από το Φαντασιακό στο Συμβολικό μέσω της Γλώσσας. Ο Λακάν τονίζει ότι «οι λέξεις αποτελούν το υφάδι της ζωής και της οδύνης των ανθρώπινων όντων»[1]. Αυτό το υφάδι χρησιμοποιεί ο Κ. Καναβούρης στον αργαλειό του ποιητικού του εργαστηρίου.

Η ποιητική συλλογή του Κ. Καναβούρη εκκινεί, στην προμετωπίδα του Προλόγου, με ένα ρητό του Herbert Marshall McLuhan «Το χέρι που γέμισε ένα χαρτί έχτισε μια πόλη» και ακολουθούν στοχασμοί πάνω στο ποιητικό φαινόμενο. Αναφέρω ενδεικτικά:

Το ποίημα είναι ένα ικρίωμα
Ο δήμιος περιμένει τον ποιητή
Ο ποιητής περιμένει τον δήμιο
Το ποίημα σε ερμηνεύει
το ίδιο και το τραύμα (σελ.11)

Κάθε στοχασμός αποτελεί όχι μόνο μια πυκνωτική πραγματεία περί ποίησης αλλά και δομικό άξονα, τα “στημόνια” για την ύφανση των λέξεων που ακολουθούν. Κάθε νήμα νοημάτων συνυφαίνεται μέσω των δομικών αξόνων της ποιητικής συλλογής δημιουργώντας ένα αξεδιάλυτο Όλον.

Μετά τις “θέσεις”, τους στοχασμούς που μας εισάγουν στο ποιητικό σύμπαν, ακολουθεί ο διά-λογος του λευκού χαρτιού με τον εαυτό του, ένα πραγματικά εξαιρετικό εύρημα ως προς την πολυσημία και τη λειτουργικότητά του. Η καταβύθιση του ποιητή στη λευκότητα του χαρτιού, που προσιδιάζει στη λευκότητα του θανάτου, γίνεται ο τρόπος ώστε να δομηθεί μια νέα πραγματικότητα, ένα νέο πεδίο σημασιών.

Στην αμέσως επόμενη ενότητα, όπως προαναφέρθηκε, κυριαρχεί η εικόνα του καθρέφτη, οι κατοπτρικές αντανακλάσεις και ο διάλογος πια γίνεται στο μεταίχμιο ανάμεσα στις ποικίλες εκφάνσεις της Τέχνης και τα ρευστά όριά τους. Ποίηση, κινηματογράφος, ζωγραφική, θέατρο συνυπάρχουν αντανακλώντας και απηχώντας το πραγματικό για να δομήσουν μια νέα πραγματικότητα.

Κάθε ενότητα, κάθε στημόνι ύφανσης των ν(ο)ημάτων, έχει άξονα το μότο «Το ποίημα είναι ένα ικρίωμα». Η δισημία της λέξης πλέον γίνεται ορατή. Ικρίωμα δεν είναι μόνο ο τόπος όπου θα διαπραχθεί το έγκλημα, είτε με απαγχονισμό είτε με αποκεφαλισμό. Είναι και η σκαλωσιά. «Επί ικρίω» χτίζεται σιγά σιγά, σελίδα-σελίδα, με σταγόνες μελάνης και αίματος, η ποιητική Πόλις. Όσο το ικρίωμα-σκαλωσιά προχωρά καθ’ ύψος αλλά και κατά πλάτος, τόσο διευρύνονται και τα όρια της ποιητικής ετεροτοπίας με διαρκείς αναφορές σε ουτοπίες του παρελθόντος και το κόστος τους σε ανθρώπινες ζωές. Η παρουσία του Θανάτου καθίσταται ορατή σε κάθε σελίδα μέσω της εκτυφλωτικής λευκότητάς του και της διαρκούς απειλής του. Οι εκατόμβες των νεκρών των επαναστάσεων, των πολέμων, του Ολοκαυτώματος παρελαύνουν σε κάθε σελίδα διεκδικώντας το δικαίωμα στη μνήμη και στη δικαίωση. Γίνονται ενικός αριθμός. Αμνός.

Λευκό χαρτί: Τίποτα πιο κόκκινο από το λευκό (σελ. 27)

Λευκό χαρτί: Το αίμα τρέχει αλλά δεν πάει πουθενά.
Και είναι μονάχα λευκό
και είμαστε μονάχα εμείς
που περισσέψαμε και είμαστε τώρα εδώ
να ιστορούμε πάνω στο λευκό τα ανιστόρητα
το φονικό των αριθμών
τα πεπραγμένα των καταμετρήσεων (σελ.28)

Αναπόφευκτοι οι συνειρμοί που οδηγούν στη γνωστή υδατογραφία «Angelus Novus» του σπουδαίου Ελβετο-Γερμανού ζωγράφου Πάουλ Κλέε, που ο Μπέγιαμιν, ιδιοκτήτης του έργου, θεωρούσε ως τον «άγγελο της ιστορίας». Στην περίφημη ένατη θέση του για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας αναφέρει ότι «Το πρόσωπό του είναι στραμμένο προς το παρελθόν. Όπου εμείς αντιλαμβανόμαστε μια αλυσίδα γεγονότων, αυτός βλέπει μία μοναδική καταστροφή που συνεχίζει να συσσωρεύει το ένα ερείπιο πάνω στο άλλο». Ο Άγγελος στέκεται σαν μαρμαρωμένος γιατί διαβλέπει τη μελλοντική δυστοπία. Όπως τη βλέπει, παρατηρώντας το παρελθόν, με τις διαρκείς θυσίες και απογοητεύσεις του, και ο ποιητής.

Μά ποιός μέ πόνο θά μιλήσει γιά ὅλα αὐτά; Για τις ματαιωμένες ουτοπίες, τα επίμαχα και τραυματικά γεγονότα του παρελθόντος; Μόνο οι ιστορικοί, με την επιστημονική τους πειθαρχία; Ο λόγος της Ποίησης, μήπως είναι καταλληλότερος για να ανασύρει μνήμες και τραύματα; O Hayden White θα μας μάλωνε, θυμίζοντάς μας τα “κοινά γλωσσικά πρωτόκολλα”, το συνανήκειν των τεχνικών γραφής. Σε συνέντευξή του στην Αγγελική Σπυροπούλου o White είχε τονίσει ότι: Ένα πράγμα που πάντα κάνει η “λογοτεχνία”, σε αντίθεση με τον μη καλλιτεχνικό λόγο, είναι ο συστηματικός πειραματισμός με τη διάκριση μεταξύ κυριολεκτικού και μεταφορικού λόγου προκειμένου να κάνει τη γλώσσα που χρησιμοποιούμε να παρουσιάζει μια δεδομένη πραγματικότητα με μεγαλύτερη ακρίβεια, πιο «συγκεκριμένα» ή πιο “δραματικά” . Αυτό επιχειρεί και η ποιητική γραφή. Να ανασύρει, με τρόπο δραστικό, όσα επιχειρήθηκε από εξουσιαστικές δομές να παραμείνουν στη λήθη καθώς και να συμβάλει στη δικαίωση των ηττημένων σπάζοντας τις σιωπές και προβάλλοντας -με όποιο κόστος- την Αλήθεια.

Λευκό χαρτί: Γκιλοτίνα
Καθώς έρχεται το κάρο με τους βασιλιάδες
κι ο δρόμος είναι στρωμένος
με χρυσά τραπουλόχαρτα
και το παιδί είναι δασκαλεμένο να φωνάζει
πως ο βασιλιάς είναι γυμνός
όμως φοβάται τόσο πολύ.
περνάνε τα χρόνια μέσα στον φόβο.
Το παιδί δεν μιλάει.
το παιδί γερνάει.
Το παιδί πεθαίνει.
Και η Ιστορία συνεχίζεται. (σελ.36)

Μπορούμε, όμως, να επιστρέψουμε στην παιδική αθωότητα και τόλμη και να φωνάξουμε ότι “ο βασιλιάς είναι γυμνός”; Μπορούμε να αντέξουμε την ανθρώπινη αδυναμία απέναντι στον χρόνο που κυλά, στις ματαιώσεις αλλά και την επίγνωση των δυστοπιών που ακολούθησαν κάθε προσπάθεια υλοποίησης κάποιας ουτοπίας; Επιλέγοντας την ετεροτοπία της Ποίησης, του “λευκού χαρτιού” που διαρκώς συνομιλεί με τον εαυτό του και τη λευκότητα του θανάτου; Μπορεί ο Ποιητής να γίνει εκείνος ο “Αμνός”, που μέσα από την ελεγειακή και πανανθρώπινη ματιά του θα προσφέρει την ύπαρξή του, όπως ο Αλεξάντερ στη «Θυσία» του Ταρκόφσκι, για να σωθεί ο κόσμος, η μνήμη, ο Άνθρωπος; Αφορά κανέναν / καμία σήμερα η έννοια της «Θυσίας», έννοια άρρηκτα συνυφασμένη με αυτή του «Αμνού»; Μπορεί, επομένως, να σωθεί αυτός ο κόσμος;

Όσο το λευκό χαρτί- ικρίωμα γεμίζει λέξεις μεταστοιχειώνεται σε κάτι υλικό και άυλο μαζί, γίνεται ποίηση. Η απουσία γίνεται παρουσία και μεταστοιχειώνεται με τη σειρά της σε τόπο μνήμης, συλλογικής και ατομικής. Όσο χτίζεται η «πόλη», όπως μας θυμίζει στην προμετωπίδα ο McLuhan, φθάνουμε αναπότρεπτα και στις προσωπικές μνήμες. Λειτουργώντας με τρόπο παραγωγικό, κατά το πλατωνικό πρότυπο, ο ποιητής μάς κατευθύνει από το Όλον στο Μέρος, στον συγκλονιστικό Επίλογο που μας υποδέχεται με το «Δεν έχουν δάκρυα τα χέρια για να κλάψουν» του Dylan Thomas. Η Ιστορία πια δίνει τη θέση της στις προσωπικές ιστορίες. H μνήμη της Μάνας είναι κυρίαρχη στο επιλογικό μέρος με τον εγκιβωτισμό μίας επιστολής της από τον χώρο των φυλακών- μια άλλη φουκοϊκή ετεροτοπία. Η παρουσία της απουσίας της τόσο αισθητή όσο και η απουσία της παρουσίας της, για να θυμηθούμε και τις κατοπτρικές αναπαραστάσεις με τις οποίες ξεκινήσαμε. Το ατομικό συμβάν της επιστολής αποκαλύπτει τις εξουσιαστικές δομές μακράς διάρκειας. Η ποιητική Πόλις, η λογοτεχνική ετεροτοπία, που χτίστηκε λέξη-λέξη, καθώς ο γιος της ακροβατούσε στο ποιητικό ικρίωμα που έστησε μπροστά του ο ίδιος, θεωρώ ότι δομήθηκε κυρίως για να την αποχαιρετήσει. Πράγμα, ωστόσο, ανέφικτο… Η μάνα γίνεται σύμβολο της απέλπιδας προσπάθειας να κλείσουν οι χαίνουσες πληγές των πολλαπλών δυσεπούλωτων τραυμάτων, ατομικών και συλλογικών. Κάποιος άλλος ποιητής, νωρίτερα, είχε αποδεχθεί την προσωρινότητα/ματαιότητα της όποιας παραμυθίας.

Τά φάρμακά σου φέρε Τέχνη τῆς Ποιήσεως,
πού κάμνουνε — γιά λίγο — νά μή νοιώθεται ἡ πληγή.

Ο Κώστας Καναβούρης, ώριμος ποιητικά, κατέχοντας τα εργαλεία της ποιητικής του τέχνης αλλά και θεωρητική σκευή πέραν του λογοτεχνικού πεδίου, μας παραδίδει μια ποιητική συλλογή που συνομιλεί δυναμικά με τη φιλοσοφία, την ιστορία, την ψυχανάλυση. Αναλαμβάνει “να μιλήσει για όλα αυτά” που συνιστούν τα δομικά στοιχεία συγκρότησης τόσο της ατομικής του ταυτότητας όσο και της συλλογικής. Έχει πλήρη επίγνωση του ρόλου του ως διανοούμενος και των δεσμεύσεων που προκύπτουν λόγω της ιδιότητας αυτής. Παράγει δημόσιο λόγο λειτουργώντας παρεμβατικά στη δημόσια σφαίρα, ως όφειλε, τόσο με τη μαχητική αρθρογραφία του όσο και με τον ποιητικό του λόγο. Καταδύεται ποιητικά στην ιστορική και κοινωνική πραγματικότητα του παρελθόντος, οπλισμένος με τα κατάλληλα εννοιολογικά εργαλεία, και αναδύεται στο σήμερα με τη λόγῳ και έργῳ πολιτική τοποθέτησή του. Ο “Αμνός” είναι το προϊόν ενός ελεύθερου, δημιουργικού και μαχητικού πνεύματος που διακρίνει το πλέγμα των εξουσιών που έχει κατασκευάσει το σύγχρονο υποκείμενο, ατομικό και συλλογικό, και έχει το θάρρος να δομήσει τη δική του λογοτεχνική ετεροτοπία ως αντί-Λογο, ως εναλλακτική χειραφετητική οπτική σε μια εποχή που όλα μοιάζουν μάταια και οι κοινωνικοί αγώνες από πριν χαμένοι.

Θα ήθελα να κλείσω αυτή τη σύντομη -κι εκ των πραγμάτων ανεπαρκή- επισκόπηση της συγκεκριμένης ποιητικής συλλογής με ένα απόσπασμα του Edward W. Said από το έργο του “Διανοούμενοι και εξουσία” των εκδόσεων Scripta για τον ρόλο των διανοουμένων καθώς κρίνω ότι ταιριάζει στην περίπτωση Καναβούρη:

«…Σε τελική ανάλυση ο διανοούμενος δεν είναι ούτε ειρηνοποιός, ούτε θεμελιωτής της συναίνεσης. Είναι ένας άνθρωπος που διακυβεύει όλη του την ύπαρξη για χάρη του κριτικού πνεύματος, ένας άνθρωπος που επιδεικνύει μια έντονη απροθυμία να δεχτεί τις εύκολες φόρμουλες, τις τυποποιημένες ιδέες και τις καθησυχαστικές διαβεβαιώσεις για τα όσα λένε και κάνουν οι άνθρωποι της εξουσίας και της συμβατικότητας, κι η απροθυμία αυτή διόλου δεν είναι παθητική: ο διανοούμενος διακατέχεται από έντονη, ενεργητική προθυμία να δεσμευτεί για τα παραπάνω σε δημόσιο επίπεδο…»

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

ΠΟΛΥ ΚΡΗΜΝΙΩΤΗ

Η Αυγή 14/11/2021

Η ποίηση γράφεται πάντα σε πείσμα των εχθρών της

Είναι δεινός αφηγητής. Δεν χορταίνεις να τον ακούς. Το χιούμορ του διαπεραστικό και οι πλάκες του μνημειώδεις. Διπλώνεσαι από τα γέλια. Μπορεί να θυμηθεί τον στίχο τού πιο απίθανου ποιητή, αλλά και ένα στιγμιότυπο από τη γενέθλια πόλη που σε κάνει να κλαις. Μεγάλη απόλαυση να τον ακούς να βρίζει. Έχει τον τρόπο να περνά γενεές δεκατέσσερις όποιον αποκλίνει από την τιμιότητα της λέξης και της πράξης, χωρίς να χρησιμοποιήσει ούτε μια βρισιά, ούτε μια άσχημη λέξη. Όμως το μεγαλύτερο ταλέντο του ποιητή και δημοσιογράφου Κώστα Καναβούρη εντοπίζεται, αναμφίβολα, στην ποίησή του. Μια ποίηση στιβαρή και τίμια. Ένα σύμπαν ολόκληρο το ποίημά του. Ανοιχτό και πανανθρώπινο.

Αυτή τη φορά “υπάρχει λόγος” για να μιλήσουμε με τον κύριο της διπλανής στήλης. Ο φρεσκοτυπωμένος “Αμνός” (εκδ. Πόλις), η πρόσφατη ποιητική σύνθεση του Κώστα Καναβούρη, που σαν ουρλιαχτό διατρέχει τις εποχές, τα βουλεβάρτα της ποίησης, τους ανθούς και τα τέρατα της ανθρώπινης περιπέτειας, δίνει όλες τις αφορμές για μια συζήτηση που εξηγεί λεπτομερώς γιατί “η ποίηση γράφεται πάντοτε στο πείσμα των εχθρών της”.

Ο “Αμνός” συμβολίζει τη θυσία, ωστόσο στο βιβλίο σου δεν παραπέμπει στο πρόβατο που οδηγείται στη σφαγή. Ποιος ο συμβολισμός;

Ο συγκεκριμένος “Αμνός” δεν είναι ακριβώς υποκείμενο, αλλά είναι το συλλογικό είναι, που με συνείδηση επιλέγει να αγωνιστεί γιατί έχει διαπιστώσει την αδήριτη ανάγκη τού αγωνίζεσθαι ως γνωστικού, δηλαδή ηθικού, αισθητικού και λογικού εργαλείου για την αποκάλυψη του αθέατου, για την ανατροπή των δεδομένων και άρα για ένα εξανθρωπισμένο ανθρώπινο ον και επομένως για έναν καλύτερο κόσμο.

Δεν είναι τυχαίο ότι στο βασικό μέρος του έργου αυτού όλα τα ποιήματα αρχίζουν με τη φράση “λευκό χαρτί: Είσαι ικρίωμα”. Το ικρίωμα δεν είναι μόνο η εξέδρα όπου γίνεται ο απαγχονισμός ή ο αποκεφαλισμός. Ικρίωμα σημαίνει επίσης και τη σκαλωσιά, δηλαδή την ανηφόρα όλο και προς τα πάνω. Αυτή η άνοδος άλλοτε είναι μια via crucis, μια οδός του μαρτυρίου, και άλλοτε ο δρόμος που μας οδηγεί προς μια κορυφή απ’ όπου θα δούμε καθαρότερα τον κόσμο, το απέραντο και τον απέραντο εαυτό μας.

Αυτό που λες παραπέμπει σε έννοιες της Αναγέννησης. Θεωρείς ότι ειδικά σήμερα χρειαζόμαστε μια νέα Αναγέννηση;

Πρέπει εδώ να κάνουμε έναν νέο διαχωρισμό. Ο ιστορικός όρος Αναγέννηση δεν σημαίνει ότι έχουμε μια περίοδο όπου υπάρχει ένα σαφές διαχωριστικό σημείο με τον Μεσαίωνα, αλλά μια βαριά διαδικασία, με πολύ ανάλωμα και παρανάλωμα δυνάμεων, μέχρι να μπούμε σε ένα νέο στάδιο, όπου ο κόσμος και ο άνθρωπος αναπλαισιώνονται, ανασηματοδοτούνται και ανασημαίνονται. Αυτή τη στιγμή ακριβώς βρισκόμαστε σε μια σκοτεινή ώρα, που σημαίνει και το ξημέρωμα μιας καινούργιας μέρας. Εδώ, σ’ αυτή τη σκοτεινή ώρα, γίνονται και τα εγκλήματα και τα θαύματα. Όταν βγει ο ήλιος, γιατί ο ήλιος θα βγει, τότε θα φανεί αυτό που συντελέστηκε, καθώς και το κόστος του. Θα φανούν οι γνώσεις που κερδίσαμε, οι γνώσεις που χάσαμε, οι άνθρωποι που κερδίσαμε και οι άνθρωποι που χάσαμε, τα ποιήματα που γράψαμε και τα ποιήματα που δεν προλάβαμε να γράψουμε και δεν θα γραφτούν ποτέ πια.

Θυμάσαι πότε έγραψες το πρώτο σου ποίημα;

Το πρώτο συγκροτημένο ποίημα, ένα στιχούργημα, το έγραψα το καλοκαίρι που τελείωσα το Δημοτικό και το διάβασα με μεγάλη περηφάνια σε όλη την οικογένεια. Αυτό μου έδωσε θάρρος και έγραψα και δεύτερο ποίημα, που μιλούσε για έναν γέροντα που κάθεται στην ακρογιαλιά και που στο τέλος του ποιήματος πεθαίνει. Το διάβασα και αυτό, εκτός από τη στενή μου οικογένεια, και στους συγγενείς. Εκεί, όμως, κάποια θεία, ελαφρώς άξεστη, σταμάτησε βιαίως την πορεία μου προς τις κορυφές της ποίησης, διότι γελώντας χοντρά μού είπε “αχ, βρε Κώστα, τον πέθανες τον άνθρωπο”. Δεν ήξερα πού να κρυφτώ.

Αλλά επέμεινες τελικά.

Έκανα καιρό να ξαναγράψω, πάντοτε όμως ήξερα ότι το γράψιμο είναι το μέλλον μου. Μέχρι σήμερα θυμάμαι το σημείο και την ηλικία που ομολόγησα στον εαυτό μου, με όλη την άγνοια και την έπαρση των 12 χρόνων μου, ότι εγώ θα γίνω διάσημος συγγραφέας! Αυτός ο αυτοπροσδιορισμός της ενασχόλησης με τα γράμματα δεν με εγκατέλειψε ποτέ, ώσπου ήρθε η ευλογημένη στιγμή που, στα 16 μου πια, έχω φιλόλογο τον Κωνσταντίνο Προκόβα, ο οποίος υπήρξε αργότερα ο τελευταίος διευθυντής του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη πριν αυτό ενσωματωθεί στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. Μιλάμε για την Καβάλα του 1971, δηλαδή στην καρδιά της Χούντας.

Αυτός ο άνθρωπος ήταν ένας από τους τρεις που άλλαξαν τη ζωή μου. Όχι μόνο δεν ακολουθούσε το διδακτικό πρόγραμμα της Χούντας, αλλά καθιέρωσε στην τάξη να γίνονται ώρες ελεύθερης εργασίας, δηλαδή δημιουργίας. Μπορούσαμε να γράψουμε ό,τι θέλαμε και να το διαβάσουμε χωρίς το άγχος κάποιας βαθμολογίας. Όποιος αντιλαμβάνεται τη σύγκριση με το σήμερα, καταλαβαίνει πόσο επαναστατικό ήταν αυτό. Έτσι, έγραψα το πρώτο μου αληθινό διήγημα. Δεν θα ξεχάσω τον συγκλονισμό που ένιωσα. Κυριολεκτικά συνταράχτηκα. Όταν, πολύ αργότερα, διάβασα τη φράση του Γιάννη Ρίτσου “ο ποιητής είναι ο πρώτος έκπληκτος αναγνώστης των ποιημάτων του”, κατάλαβα μέχρι τα μύχια της ψυχής μου τι εννοούσε. Η ιερότητα εκείνης της πρώτης δημιουργίας, εκείνη η άγρια χαρά ότι κι εγώ μπορώ να γράψω αυτά που διάβαζα, γιατί διάβαζα μανιωδώς, με σημάδεψε για πάντα.

Και τι έλεγε αυτό το διήγημα;

Για έναν γέρο που πεθαίνει έλεγε πάλι. Αλλά αυτή τη φορά δεν γέλασε κανένας. Αντιθέτως, είχα τη χαρά να το δω δημοσιευμένο σε μια σχολική εφημερίδα που μας βοήθησε να βγάλουμε ένας άλλος καθηγητής μας. Σ’ αυτή την εφημερίδα είχα και την πρώτη μου δημοσιογραφική στήλη. Λεγόταν Σινέ Γυμνάσιο και σχολίαζε εικόνες και καταστάσεις του σχολείου με τίτλους κινηματογραφικών ταινιών. Για παράδειγμα, η ταινία του Ντον Σίγκελ “Οι γύπες πετούν χαμηλά” ήταν το σχόλιο μου για τις περιπολίες των καθηγητών στην αυλή του σχολείου την ώρα του διαλείμματος. Επειδή διάβαζα μανιωδώς ό,τι έπεφτε στα χέρια μου, φυσικά ξεκοκάλιζα και την εφημερίδα που έφερνε ο πατέρας καθημερινά στο σπίτι, Τα Νέα δηλαδή, γιατί η ΑΥΓΗ είχε κλείσει. Ξεκοκαλίζοντας την εφημερίδα διάβαζα και τη σελίδα με τους κινηματογράφους. Άλλωστε ο παράδεισος για εμένα ήταν ένας κόσμος όπου μπορούσες να πας όσες φορές ήθελες στον κινηματογράφο. Από τη σελίδα λοιπόν των θεαμάτων έπαιρνα τους τίτλους που ταίριαζαν με τα γεγονότα που σχολίαζα.

Εκεί άναψε και η πρώτη σπίθα της δημοσιογραφίας;

Αυτή η σπίθα άναψε όταν είδα δύο μεγαλύτερους συμμαθητές μου να διαβάζουν φωναχτά τη στήλη μου, χωρίς να ξέρουν ότι εγώ είμαι αυτός που την έγραψε, και να γελάνε με όλη τους την καρδιά λέγοντας “κοίτα ρε τι έγραψε”. Αυτό ήταν κάτι που μου άρεσε πάρα πολύ, ψωνάρα κανονική. Πού να ξέρω, βέβαια, τότε σε τι περιπέτεια θα έμπαινα. Πρέπει όμως να πω ότι επαγγελματικά με τη δημοσιογραφία ασχολήθηκα όχι τόσο από την αγάπη για την είδηση όσο από την αστείρευτη αγάπη μου για τον γραπτό λόγο.

Σε έφαγε δηλαδή “το μεροκάματο στις λέξεις”, όπως γράφεις σε ένα δίστιχο άλλης συλλογής σου, στο “Έσπασε”;

Ακριβώς, ταυτόχρονα όμως με έκαναν περήφανο όλα αυτά τα χιλιάδες μεροκάματα στις λέξεις. Χωρίς αυτά δεν θα είχα γράψει τα ποιήματα που έγραψα και χωρίς τα ποιήματα δεν θα μπορούσα να γράψω τα μεροκάματα στις λέξεις έτσι όπως τα έγραψα. Ίσως γι’ αυτό δεν ένιωσα ποτέ να διίσταμαι ανάμεσα στην ποίηση και τη δημοσιογραφία, γιατί στη σούμα είμαι ένας άνθρωπος που κερδίζει τον επιούσιο και την ύπαρξή του από τον γραπτό λόγο.]

Είπες ότι σε σημάδεψαν τρεις άνθρωποι. Ποιοι ήταν οι άλλοι δύο;

Ο δεύτερος άνθρωπος που μου σημάδεψε τη ζωή ήταν ο Γιάννης Ρίτσος. Θα χρειαζόταν ώρες να διηγούμαι γι’ αυτό, θα σου πω όμως μόνο ένα: Όταν πήγα για πρώτη φορά στο σπίτι του με τα ποιήματά μου παραμάσχαλα, ήμουν 25 χρονών. Περάσαμε δύο ώρες συζητώντας. Όταν έφυγα, συγκλονίζομαι και τώρα που το λέω και ας πέρασαν 40 χρόνια, ήμουν ένας άλλος άνθρωπος, κυριολεκτώ. Άλλαξε η οπτική μου στον κόσμο, στην ποίηση και στους ανθρώπους. Μέσα σε δύο ώρες έκανα αυτό το ένα πλάγιο βήμα και είδα το όλον όπως δεν το είχα δει ποτέ.

Ο Ρίτσος μεγάλωσε τον κόσμο μου, τον βάθυνε και τον ψήλωσε. Ο τρίτος άνθρωπος ήταν η παιδίατρός μου, με την οποία αποκτήσαμε μια βαθύτατη φιλία και σήμερα λυπάμαι που δεν μπορούμε να συνομιλήσουμε γιατί πάσχει από αλτσχάιμερ. Βέβαια, αυτή η υπέροχη γυναίκα, η Μαίρη Γεωργοπούλου – Ιωαννίδου, κάθε άλλο παρά τυχαίος άνθρωπος ήταν. Στα 15 της υπάρχει φωτογραφία που τη δείχνει μαζί με άλλες ΕΠΟΝίτισσες να κρατάει την ελληνική σημαία την ημέρα της απελευθέρωσης της Θεσσαλονίκης, στις 30 Οκτωβρίου 1944. Στα 18 της ήταν συγκρατούμενη της μητέρας μου στις φυλακές της Θεσσαλονίκης, καταδικασμένη σε θάνατο, στη μεγάλη δίκη του ΕΑΜ Θεσσαλονίκης, στην ίδια δίκη δηλαδή που είχε καταδικαστεί και ο Μανόλης Αναγνωστάκης.

Με τη μητέρα μου η φιλία τους υπήρξε βαθιά και άρρηκτη, αφού έτυχε να έρθει στην Καβάλα επειδή παντρεύτηκε τον γιατρό Γιάννη Ιωαννίδη. Τη φιλία αυτή τη συνεχίζουμε σήμερα με την κόρη της Ελένη, που είναι ιστορικός στον Δήμο Καλαμαριάς.

Μιλάς για ανθρώπους σε μια εποχή που οι δεξιοί έγραφαν τη νίκη τους και οι αριστεροί έγραφαν ποίηση.

Αυτό είναι κάτι που συνεχίζεται και γελάω κάθε φορά που ακούω κάποιον σαν τον Βορίδη ή τον Γεωργιάδη να επαίρονται ότι δεν είμαστε ίδιοι. Θα ήθελα λοιπόν να πω ότι πράγματι δεν είμαστε ίδιοι. Όταν ο Βορίδης κρατούσε τσεκούρι, εγώ κρατούσα μολύβι. Όταν ο Βορίδης ενέγραφε τη δημόσια παρουσία του με κραυγές που έσταζαν αίμα, εγώ έγραφα ποιήματα. Όταν τον Βορίδη επέλεγε και περιέβαλλε με την εκτίμησή του ο αρχιφονιάς της χούντας Παπαδόπουλος, εμένα με περιέβαλε με την αγάπη και την εκτίμησή του ο Γιάννης Ρίτσος. Όταν ο Βορίδης συνομιλούσε με τους Μιχαλολιάκους, εγώ συνομιλούσα, πραγματικά, όχι συμβολικά, με τον Μανόλη Αναγνωστάκη, τον Νικηφόρο Βρεττάκο, τον Νίκο Καρούζο, τον Σπύρο Τσακνιά, τον Τάσο Λειβαδίτη. Ναι, ούτε ήμασταν ούτε ποτέ θα είμαστε ίδιοι.

Η συλλογή σου τελειώνει με ένα γράμμα της μητέρας σου από τις φυλακές Θεσσαλονίκης. Σπονδή στη μητέρα, στην εποχή της ή στην ποίηση αυτό το γράμμα;

Σε όλα αυτά και μαζί σπονδή στη γυναίκα, την αγωνιζόμενη γυναίκα. Τη γυναίκα που και σήμερα βλέπουμε να γίνεται αμνός, παρά τη θέλησή της, να θυσιάζεται σε μια φρικώδη πραγματικότητα και να σκεπάζεται με τη χλεύη των τεράτων. Αν η ποίηση δεν απαντήσει με τα δικά της μέσα, παραμένοντας πάντοτε ποίηση, κανείς άλλος δεν θα μπορέσει να το κάνει. Άλλωστε η ποίηση είναι γένους θηλυκού και έχω υπόψη μου μια φράση του Άδωνι, εννοώ τον μεγάλο Σύρο ποιητή, μην πάει αλλού το μυαλό σας, Θεός φυλάξοι, ο οποίος έχει πει ότι “οι λέξεις είναι γυναίκες”. Κι εγώ λέω πως οι γυναίκες είναι οι λέξεις για να πούμε τα ποιήματα ενός καλύτερου κόσμου.

Υπάρχουν κι άλλες γυναίκες, όπως και το “Ας ερχόσουν για λίγο” του Σογιούλ. Σε στοιχειώνουν οι γυναίκες;

Οι γυναίκες δεν με στοιχειώνουν, με μεταστοιχειώνουν. Τα γυναικεία ονόματα που υπάρχουν στο βιβλίο είναι όλα ονόματα από θείες, γιαγιάδες, ξαδέλφες που δεν υπάρχουν πια. Μαζί είναι τα άγνωστά μου ονόματα των συγκρατούμενων γυναικών της μητέρας μου, που ανήμερα της Αγίας Παρασκευής τις εκτέλεσαν. Την παραμονή, όπως μου διηγούνταν η μάνα μου, χόρευαν και τραγουδούσαν από τον πάνω όροφο της φυλακής και από τις ρωγμές του ξύλινου πατώματος έριχναν στις συγκρατούμενες τα χαρτάκια με το όνομα και την ιστορία τους. Πάντα η μάνα μου άναβε το καντήλι στη γιορτή της Αγίας Παρασκευής. Το τραγούδι του Σογιούλ το έβαλα κι αυτό συμβολικά, ενθυμούμενος τη φωνή της μητέρας μου που τραγουδούσε τα ελαφρά τραγούδια της εποχής, αλλά και εμπλέκοντας μία ακόμα διήγησή της, ότι οι άλλες κοπέλες στη φυλακή την έβαζαν να τραγουδάει και μάθαιναν ταγκό. Δηλαδή σε όλα αυτά εμπλέκονται μια σειρά από φανταστικές ιστορίες τού αφόρητα πραγματικού. Άλλωστε αυτό δεν είναι και η ποίηση;

Οι δικές σου λέξεις στον “Αμνό” δημιουργούν μια συντέλεια και μια θεογονία ταυτόχρονα. Σε ποιο κόσμο αναφέρονται;

Δυνητικά, αν μπορούσα, θα απαντούσα με μια πραγματική φωτογραφία που απεικονίζει μια αντάρτισσα των Σαντινίστας την ημέρα που μπαίνουν στη Μανάγκουα. Έχει ένα χαμόγελο που χωράει όλο τον κόσμο, στον ώμο έχει περασμένο του τουφέκι της, ενώ από το γυμνό ρωγοβύζι βυζαίνει στον ύπνο του και κοιμάται μακάριο το μωρό της. Αυτός είναι ο κόσμος που γράφει όλα τα ποιήματα. Ας μην ξεχνάμε ότι και η λέξη τέχνη προέρχεται από το τίκτω. Η κάθε γέννα σημαίνει και πόνο και αίμα, σημαίνει όμως πάνω απ’ όλα τη γέννηση ενός καινούργιου κόσμου. Αυτό για εμένα είναι το ίδιο που εσύ ονομάζεις θεογονία και συντέλεια.

Στα βουλεβάρτα του βιβλίου σου συγκατοικούν ο Μπένγιαμιν και ο Παβέζε, ο Άρης Κωνσταντινίδης, ο Πρίμο Λέβι και ο Κάρολος Ντίκενς, ο Λένιν και ο Ραμόν Μερκαντέρ, η πλατεία του Μαγιού στη Μαδρίτη, ο Γράμμος και το Βίτσι. Πώς συναντιούνται όλα αυτά;

Συναντιούνται στη μεγάλη χοάνη που λέγεται άνθρωπος και στις λέξεις που λέγονται, όπως και σε εκείνες που δεν ειπώθηκαν ποτέ. Συναντιούνται στο σημείο εκείνο όπου η ελπίδα και η απελπισία αποκτούν την ίδια αξία ξαποσταίνοντας από τις προσδοκίες και συμπεραίνοντας, έστω και διά της σιωπής, αυτό που αύριο κάποιοι άλλοι θα διατυπώσουν. Θέλησα σε αυτή τη συλλογή να πω το Canto general του δικού μου κόσμου. Φυσικά, μακριά από κάθε υποψία σύγκρισης με τον Πάμπλο Νερούντα. Θέλησα να πω, δηλαδή, όσο και όπως μπόρεσα, το γενικό τραγούδι που μας χωράει όλους.

Γιατί ορίζεις ότι ο “Αμνός” είναι “ένα ποίημα στον καθρέφτη”;

Γιατί το λευκό χαρτί είναι ο καθρέφτης του εαυτού μας και η προσπάθεια να κοιτάξουμε αυτό που δεν θα δούμε ποτέ σε όσους καθρέφτες κι αν κοιταχτούμε, τα μάτια μας. Δηλαδή την όραση που θα μας κάνει να κοιτάξουμε “εις εαυτόν” και να δούμε τα ευρήματα της εσωτερικής μας ανασκαφής.

Στα τρία μέρη της συλλογής έχεις βάλει αντίστοιχα μότο που προϊδεάζουν τον αναγνώστη για την πλοκή. Ποιο είναι το μότο στην πλοκή της δικής σου διαδρομής;

Είναι πολλά, ωστόσο επιλέγω δύο. Και τα δύο έχουν ειπωθεί από τον μεγάλο Ισπανοαργεντινό προπονητή ποδοσφαίρου Χελένιο Χερέρα, τον εφευρέτη του κατενάτσιο. Το πρώτο λέει “όποιος παίζει για τον εαυτό του, παίζει για τον αντίπαλο”. Ας το ακούσει το πολιτικό προσωπικό της Αριστεράς όλων των βαθμίδων. Το δεύτερο λέει “τα δύσκολα πράγματα θέλουν καιρό για να γίνουν. Τα αδύνατα, λίγο περισσότερο”. Αυτό αφορά τον κόσμο της Αριστεράς, που πρέπει να έχει εμπιστοσύνη στις αστείρευτες δυνάμεις του.

Η Μάρω Δούκα, με αφορμή τον “Αμνό”, σημειώνει ότι “ο Κώστας συνομίλησε από μικρός και συνομιλεί πάντα με την ουσία της ποίησης”. Ποια είναι η ουσία της ποίησης;

Θα απαντήσω παραφράζοντας τα λόγια του ιερού Αυγουστίνου για τον χρόνο. Όταν δεν με ρωτούν τι είναι η ποίηση, ξέρω τι είναι. Όταν με ρωτούν, δεν ξέρω. Θα μας το μάθει και σ’ εμένα και στον αναγνώστη το επόμενο ποίημα, που όλοι βοηθάμε για να γραφεί στο πείσμα των εχθρών του. Γιατί η ποίηση γράφεται πάντοτε στο πείσμα των εχθρών της.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *