ΝΙΝΑ ΑΛΕΞΗ

Η Νίνα Αλέξη γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Γερμανία από Έλληνες γονείς με ποντιακές ρίζες. Σπούδασε στο Λονδίνο παραστατικές τέχνες, θέατρο, χορό και δημιουργική γραφή με υποτροφία της αγγλικής κυβέρνησης.
Εργάστηκε στο θέατρο στην Αγγλία και στην Ελλάδα. Αρχισυντάκτρια στα Νέα ταυ Λονδίνου (1988-1992) και ανταποκρίτρια για τα Νέα του Λονδίνου στην Αθήνα (1992-1995). Επί μακρόν καθηγήτρια θεατρικής αγωγής στη Λακωνική
Σχολή, υπεύθυνη διδασκαλίας στα παιδιά των Ρομά, καθώς και σε προγράμματα καταπολέμησης κοινωνικού αποκλεισμού (ΚΕΚ Ιάσων). Έδωσε διαλέξεις και συμμετείχε σε συνέδρια όπως στο Environmental Forum στο Λονδίνο (1985 1995) για το θέατρο και την ελληνική ποίηση στην Ομηρική Ακαδημία (Χίος 2000), στο Διδασκαλείο Ξένων Γλωσσών του ΕΚΠΑ και αλλού.
Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί στα: Οικουμενικός ελληνισμός, Δευκαλίων ο Θεσσαλός, Μεγάλη εγκυκλοπαίδεια της νεοελληνικής λογοτεχνίας Χάρη Πάτση, τόμ.29 (2017)· στα συλλογικά έργα: Τα ποιήματα του 2017 (επιμ. Κ. Μπούρα και Ηλ. Κεφάλα, 2018), Συνομιλώντας με τον Νίκο Καζαντζάκη (επιμ. Καίτη Κουμανίδου, 2018) “Tο άλλο μισό του ουρανού, Ελληνίδες Ποιήτριες του Εικοστού Αιώνα”, επιμ. Στ. Γκιργκένης, Σ. Παστάκας, Ζήτρος 2021, Εncyclopedia of World Poets Association, 2021, “Mediterranean Waves”, Silk Rd Literature Series, Cairo 2021,Επιμ. Α. Yazid, Διεθ. Επετ. Ανθoλ. “200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση του 1821”, επιμ. Αικ. Βλαχοπούλου-Μπατάλια, Καμπύλη (2021), “Σύγχρονοι Έλληνες Ποιητές”,επ. B. Kαρατάσιου-Τσιώλη, Παππάς (2020), “Ποιήματα της κρίσης 2008-2018” επιμ. Κ. Μπούρας, ” Ιωλκός (2020), «Συνομιλώντας με τον Τ. Λειβαδίτη» 2019, «Συνομιλώντας με τη Σαπφώ» 2021 επ. Κ. Κουμανίδου, Β. Δρακουλαράκου, Λύχνος 2021, The Candles of hope, Tunisia 2021,επιμ.Α. Gasmi “Ανθ. Ερωτ. Ποίησης (2020 & 2021)”,επ. Π.Ζαλώνη Βεργίνα, και σε πολλά ηλεκτρονικά περιοδικά.
Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στην αγγλική, γαλλική, ιταλική, ισπανική, βεγγαλική και αραβική γλώσσα.
Μέλος του ΣΕΗ, Κέντρου Σημειολογίας Θεάτρου, ΔΕΕΛ, συνεργάτης του Ινστ. Ελληνοανατολικών και Αφρικανικών Σπουδών (IGOAS), μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής του Kέντρου Ιωάν. Καποδίστριας, UNESCO κ.α Το ποίημα «Πόντια μάνα» έλαβε το Α΄ Βραβείο Ποίησης στην ποντιακή διάλεκτο από το λογοτεχνικό περιοδικό Κελαινώ, (2019), τιμητική διάκριση στον διεθνή διαγωνισμό Concorso Internazionale di Letteratura II Sigillo di Dante (con una menzione d’onore) 2020.

 

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Περιπέτεια στο δάσος (2002),
Ανάσταση αγάπης (2004),
Γυναίκες σε κόκκινο φόντο (2005) [και σε γαλλική μετάφραση Des Femmes
sur unfond rouge (2012)],
Aviv Ιξελά (2017),
Ο Διονύσιος Ταβουλάρης (1840-1928) και η συμβολή του στην “Αιγυπτίαν Σκηνήν” (1864-1913),
Graeco Arabica XII (2018),
Άνω θρώσκω (2019)
Ελληνικές θεατρικές παραστάσεις στην Αίγυπτο (1864-1903). Ιδεολογικές τάσεις και αισθητική αντίληψη (υπό έκδοση).

.

 

 

.

ΑΝΩ ΘΡΩΣΚΩ (2019)

Ματωμένη υδρόγειος

Δενδροστοιχίες κεντημένες μ’ άλγη
θρυμματισμένα άνθη αιμορραγούν
ηπείρους λέκιασαν.
Ένας ολοφυρμός με αφυπνίζει
μια καθολική αγωνία
τη θλίψη να ξορκίσω
κι όλους, τους αλήτες αδελφούς της
που με δοκιμάζουν με βαριά παλτά
τα καλοκαίρια
στη γύμνια, μ αφήνουν τους ορφανούς
χειμώνες.
Εδώ πεθαίνω, εδώ πτερυγίζω
σ’ αφώτιστα σκοτάδια
σ’ ανισότιμες δοκιμασίες
που επίμονα μ’ αναζητούν
για το ζην.
Ρεμβασμοί, περιπλανήσεις
δισταγμοί…
Ένοχοι όσοι πιστέψαμε
στα αφτιασίδωτα ψέματα
όσοι χαμογελάσαμε στους δήμιους
του ονείρου.
Ένοχοι όσοι ήπιαμε των αμαρτωλών
το γέλιο
απ’ το ηδύποτο της λήθης
στων βρυκολάκων τις υποσχέσεις
επαναπαυθήκαμε
ένοχοι όσοι ποτίσαμε
με χλεύη τα πρωινά μας.

Αθήνα 2013

 

Κίτρινα παπούτσια

Κίτρινα παπούτσια στο ρυθμό
του θανά Του
μελαγχολικά περπατούν
αναλλοίωτες σκέψεις υπερβαίνουν
ποτάμι κι ουρανό.

Κορμιά νεκρά, αφυδατωμένα
στεγνά από μνήμες, στερεμένα από αγάπη
ανεξάντλητες ήττες, χαιρεκακία
σε παρακμάζουσα εποχή.

Όνειρα τσαλακωμένα, έμφυτες αγρυπνίες
μοναχικών αγίων και προφητών
προαναγγέλλουν
την αφύπνιση του αειθαλούς ελαιώνα.
Στο λιόχαρο μονοπάτι της λευτεριάς
οι λέξεις ξαλμύρισαν
οι ελπίδες αποφυλακίστηκαν.

Σε νυσταγμένους δρόμους υπνοβατούσα
όταν ξεδίπλωνα τα όνειρά σου
τακτοποιούσα τις θαλασσί σου σκέψεις.
Στον κήπο με τις ματωμένες μουριές
σε είδα να ξεπροβάλλεις
να μου γνέφεις να ρθω κοντά σου. 

Στη ηχηρή σιωπή «έλα> , ψέλλισα
κι έμεινα εκεί να καρτερώ
ώσπου η παρδαλή, μεσήλιξ κουκουβάγια
σε ύπνο παραδόθηκε
μα εσύ, δεν έφτασες ποτέ.

Βόρνεο 2013 

 

Ανάπηροι άγγελοι

Πόσους Αγγέλου δολοφονήσαμε
στο φως του πορφυρού απ’ αίμα ήλιου;
Με σιδερένιες αγκαλιές ζεστάναμε
τα δάκρυά τους αγνοήσαμε
τα πάλλευκα φτερά τους ψαλιδίσαμε.
Σύριγγες, καρφωμένες στα σάπια
των αγγέλων κορμιά
τα πόδια πύον εκκρίνουν
παγιδευμένες οι ψυχές
γύρω από νάρκες και ιαχές
που εμείς στήσαμε.
Άγγελοι να θυσιαστούν
να πλουτίσουν οι ισχυροί
τα παιδιά, απλά αριθμοί.
Πολλά θα φύγουν απ’ του πολέμου
την κραυγή
χημικά, όπλα, δολοφονίες,
βιασμοί
κάποια από τις έξυπνες βόμβες
όπως τις είχαν πει
για άλλα, πάλι, δεν υπάρχει γάλα
ούτε φαΐ
τα παιδιά του πολέμου
μας έχουν πει.
Εμείς, από τη σπιτική θαλπωρή
μετεωριζόμενοι,
με τσιγάρο στο στόμα
μπύρα, κρασί,
αναστεναγμό αφήνουμε
στιγμιαία λύπηση. 
Καθώς στην οθόνη μας
παρελαύνουν κι αυτά
έστω για λίγα λεπτά.
Απ’ τον καναπέ σήκω,
να γίνουμε μια γροθιά
να σπάσουμε τον κλοιό της βίας
του θανάτου και τα ναρκωτικά.
Για Αξίες να παλέψουμε, Ιδανικά
το χρέος να εκπληρώσουμε
αυτό, που οφείλουμε όλοι
κι ο καθένας χωριστά
γιατί είναι, Δικά μας Παιδιά.

Αθήνα 2008 

 

Γυμνές νύχτες

Κάθε βράδυ πεθαίνω και λίγο
κι η βροχή παράπονα βρέχει.
Μυρωμένες αβυθομέτρητες επιθυμίες
μοσχοβολούν σε γυμνές Νύχτες.
Με άρωμα βασιλικού ζωγραφίζουν
ανέπαφα μονοπάτια βόσκουν
ν’ απαγκιστρωθούν ζητούν
απ’ τα κορμιά που πιλάτευσαν, ορφάνεψαν.
Αγκαλιές προδομένες παραδίδονται σε
μισό-απαγχονισμένα ψέματα στη νηνεμία του φεγγαριού
άφρονες ελπίδες ξέφτισαν στο χάρτη του μυαλού
απάνθρωπες, εγωιστικές, ανελέητες συμπεριφορές.
Σαλπίσματα πεποικιλμένα με
τα θέλω και τα πρέπει να αποκτήσω»
κι εγώ χάθηκα στο δριμύ λαβύρινθο της καρδιάς σου
αδάμαστη παλινδρομώ στον απόηχο των λέξεων
στις αντίρροπες καταθέσεις σου.
Η αγάπη, μάζα λαστιχένια
ενθάρρυνσης, πίστης, αφοσίωσης, γλίστρησε
στα βρεγμένα από δάκρυα πατώματα
σημάδια κι ουλές πίσω άφησε.
Ασθμαίνοντας να τη μαζέψω προσπαθώ
σταλιά μη χαθεί και το πάθος μας
απομακρυνθεί, κι εγώ θα επιμένω
αγαπώ τις πληγές μου, αγάπησα και τα λάθη μου.
Χαμογελώ σ’ όσους μ’ αδίκησαν
τη δύναμη μου έμαθαν
να το θυμάσαι, για τίποτα δεν μετανιώνω.
Πληγωμένος εραστής εσύ, παρακλητικά επιμένεις
να εγκλωβιστείς στον έρωτά μου
που με Ελπίδα και όνειρα σε τρέφει.

Αθήνα 2017 

 

Χορόνους

Στον πατέρα μου

Κι είναι κι αυτός ο χρόνος ο χωλός
που καμουφλάρει τα δάκρυά μου
ο χρόνος ο μουντός, ο ασάλευτος
που βαυκαλίζει την απλότητά μου
μεγαλορρημονών.
Ο χρόνος ο ανοίκειος, ο τραχύς
ο άσπλαχνος, που σε πήρε μακριά μου
ο χρόνος ο δυσήκοος
που τ’ αυτιά κλείνει στις προσευχές μου
που ακένωτα ερύει τη χαρά μου.
Ο απηνής
που δε συγχωρά τις αμαρτίες μου
κρημνίζεται
στην παλινωδία της ζωής
τα λάθη μου εγείρει
εντός μου περνά
άδεια, λεηλατημένη με σύρει.

Γκουιλίν 2012

Άνω Θρώσκω

Στον Αντώνη Δ. Σκιαθά

Τον εγκέφαλο στίβω
από τον λυμφατικό τρόπο
κατεστημένων σκέψεων
που αναίσχυντα
και μ’ εναγή μαεστρία
αδιαλείπτως ενσταλάζετε
με λογής «έξυπνες» τακτικές
εμετικούς λογισμούς
δεσμεύοντας τον κερκοφόρο
κι επικλινή πυρήνα του εγκεφάλου
κι όσο θελκτικές κι αν μοιάζουν
εγώ θα αντιστέκομαι.
Ξεριζώνω όσα πριμοδοτούν ρηχά
κι ευτελή αισθήματα
ό,τι σκοτώνει το έσω μου
Αδικία, Αναισθησία,
Ατομικισμό, Δουλεία
ό,τι την Πίστη μου κλονίζει.
Την ψυχή μου φρουρώ
από εξωτερικές Σειρήνες
Πεισινόη, Αγλαόπη,
Θελξιέπεια.
Το σώμα στηλώνω
Άνω θρώσκω.
Απεκδύομαι όσα δεν μοσχοβολούν
ευωδούν τις αισθήσεις μου
υστερούν εις πάθος
άγουρες σκέψεις που μεταμφιέζονται
σε αγάλματα της μνήμης
ποτάμια όξινων βροχών
που φλέβες κατηφορίζουν
Άνω θρώσκω.
Δίχως περιττούς κομπασμούς,
λοξοδρομήματα
προχωρώ με το κεφάλι ψηλά
βιώ κι αγαπώ μ’ ανοιχτή καρδιά
θωρώ με τα μάτια της ψυχής
αφουγκράζομαι την ύψιστη αλήθεια μου
πιστεύω εις εαυτόν.

Αθήνα 2018

 

Οδοιπορώντας με τον Νίκο Καζαντζάκη: 
Άπω Ανατολή

I

Ακαταπόνητος εργάτης
των αντιθέσεων
ακοίμητος εξερευνητής,
απ’ ένα σύννεφο σχήματος δάκρυ
φιλοσοφείς παρατηρώντας τα πάθη
του Ανθρώπου να εξαγνίζονται
να ξαναπαίρνουν μορφή
ν’ αναγεννώνται κύτταρο κύτταρο.
Σκέψεις, αισθήματα, οδύνες, πονήματα
οι πράξεις και τα πρέπει μας
όλα αγέννητα συνωθούνται.
Ήρεμοι ύφαλοι νευρικά
ρουφούν τις αμαρτίες μας
την ασχήμια κι αδικία
που μας μοίρασε η ζωή.

Όνειρο

Ματωμένα πουκάμισα πλένω
από τότε που η καρδιά
τα βράδια αιμορραγεί.
Σάπια μαξιλάρια πετώ
απ’ οξειδωμένες μνήμες
που εν ώρα ύπνου
το μυαλό αφαιρεί.

Αθήνα 2015

Κραυγή

Λύστε μου τα χέρια
απελευθερώστε το σώμα απ’ τις αλυσίδες
δώστε πίσω τη γλώσσα μου
τίποτα δεν θα πω
θα κραυγάσω μόνο, είμαι Ελεύθερη.

Αθήνα 2014

 

Fragmenta II

Στους ποτισμένους οπό αίμα αγρούς
χάσαμε το όνειρο.
Ανθοστόλιστες προσφυγιές
πίσω από τείχη φυλακίστηκαν.

* *

Το αγκάθινο στεφάνι βγάζω
σε μια στίβα από βιβλία τοποθετώ
το κεφάλι ξεκουράζω
στο μαξιλαράκι το σκληρό, ακουμπώ
να ονειρευτώ ποιήματα, εικόνες…

* *

Οι σιωπές μας
ουρλιαχτά
στο σύμπαν
που κωφό δεν είναι. 

* *

Ένα ανάπηρο λιοντάρι
έπαιζε με τη σκέψη μου.
Όρνια μάτωναν τα σύννεφα.

* *

Χθες, προχθές τα ίδια και τα ίδια.
Σήμερα όμως, είναι το σήμερα
και αύριο, ποιος ξέρει;

* *

Ξηλώνω πληγές
η ίριδα στοχαστική
στο μέλλον ατενίζει.

* *

Λουλούδι ξεπετάχθηκε
η κάλτσα αντιστέκεται
το φιλί σου φλογερό. 

* *

Καταπονημένες βάρκες
ακρωτηριασμένες ψυχές
κουβαλούν

* *

Πόσα καλοκαίρια ακόμη
θάνατο θα μυρίζουν;

* *

Κι όταν τα πρόβατα γεννήσουν
την Ελευθερία
κι αυτή βελάσει στις ξέφωτες
καταπράσινες πεδιάδες
της ανθρωπότητας
μπορεί η Ελπίδα να φεγγοβολήσει
στις καρδιές μας! 

* *

Μετρώ το άγουρο φως της ημέρας
το σκοτάδι της νύχτας, μετρώ
να προλάβω στο έπακρον
τους χυμούς, τής «όντως ζωής» να γευτώ.

* *

Άνθρωποι στα αζήτητα
ο θάνατος λάβαρο
τον καρτερούν
ζωή, να τους δώσει.

* *

Μεταξωτό μαντήλι
η δοξαστική Αγάπη
που μου ’δεσες στο λαιμό
μα πρώτα
στραγγάλισες όλα τα αισθήματά μου.

* *

Σάββατο, ημέρα των νεκρών
παρατημένη από τη μοίρα
ανάμεσα σε πνεύματα
περίλυπος, κεριά ανάβεις

* *

Τελεστική η σιωπή
που κατάπιε
ο τραγουδοποιός κροκόδειλος
κατόπιν ξέρασε
στην έρημο Ακάμπα
έκτοτε, δεν τραγούδησε ποτέ

* *

Η ζωή με δίδαξε
να κολυμπώ σε βαθιά νερά
να ιππεύω ατίθασα άτια
να παλεύω με ψυχή
δαίμονες και θεούς
να πιστεύω
στον Άνθρωπο
σε μένα. 

* *

Ευτυχώς
μεγάλωσα, άσπρισα, ωρίμασα
Τώρα ξέρω: κάποιοι δρόμοι οδηγούν
στο κενό.

* *

Τα ορφανά βράδια
τους σταυρούς μου μετρώ.
Αυτούς που κουβάλησα
αυτούς που προσκυνώ
σε αυτούς που σταυρώθηκα.
Με αγωνία καρτερώ
αυτόν που θα λυτρωθώ.

* *

Άραγε
άξιζε τόσες θυσίες;
Ήταν βιωτή;

.

 

ΑΝΙΝ ΙΞΕΛΑ (2017)

ΤΑΧΥδακτυλουργήματα

Ενέσεις εγκεφάλου, σπονδές εξωμήτριες
που εξοστρακίζουν το ποθητό σου είναι
φωνές που ενδυναμώνουν τις αδυσώπητες σιωπές
στο άπειρο σύμπαν σου.

Ηλεκτρόδια στης μοιρασιάς τα συναισθήματα
θλίψης, αισιοδοξίας, ευτυχίας, απογοήτευσης,
πόνου και λύτρωσης
αποφορτίζουν τις εντάσεις, αφομοιώνονται
μια στο μαύρο μια στο λευκό ουράνιο τόξο σου.

Κι εσύ σαν πεταλούδα μεθυσμένη από ευτυχία
έκθυμα να ξεκαρδίζεσαι στα γέλια, να μην αντιστέκεσαι,
συνειδητοποιώντας πόσο εύκολο ήταν τελικά,
πόσο λεπτή η γραμμή του μουντού ουρανού
απ’ το λευκό του γάλακτος της μάνας.

Πόσο κοντά ο θάνατος απ’ τη ζωή
πόσο επικίνδυνο το αβυσσαλέο μίσος
απ’ την υπέρτατη αγάπη
πόσο κοντά το ξέσπασμα του γέλιου από το κλάμα.
Άπειρη δυστυχία με ολίγιστες
δόσεις χαράς και αχνό φως.

Τότε γιατί πονάς; Για ποιόν; Γιατί τόση κόλαση
για να διαβείς
του Παραδείσου τα μονοπάτια;
Πλανώμενη τα βήματά σέρνεις
με τα λευκά σου τα φτερά
που κηλίδες αίματος στάζουν
και λέρωσαν αιώνες μοναξιάς.

Κι εσύ, ακόμη δεν κατάφερες
ν’ ανθίσει ένα λουλούδι στην ψυχή σου.
Ν’ αποκωδικοποιήσεις τις κραυγές
του αδάμαστου λιονταριού
που βρυχάται ανά τους αιώνες,
παγιδευμένο μες στο πυκνόμαυρο σκότος
στις κούφιες ανύπαρκτες αιώνιες συνειδήσεις.

Να. ελευθερωθείς και να ελευθερώσεις
σκλάβους και σοφούς,
αμαρτωλούς και ντροπιασμένους
που δεν βρήκαν το σθένος μήτε το θάρρος
μήτε κανένα φωτοστέφανο.

Σπόγγισε τα ματωμένα δάκρυα
που όπου πέσουν θάνατο σπέρνουν.
Σκόρπισε άρωμα,
ξεδίψασε τον πόθο τους για Λευτεριά.

 

Της θάλασσας

Το φως του ήλιου τρεμοπαίζει στη θάλασσα
λαμπυρίζει στα χρυσά σου μαλλιά
το λυγερό σου το κορμί ανασταίνει
τα ροδοκέντητα χείλη πυρώνει
στην ξέσκεπη θάλασσα.
Βροχή τα δελφίνια προσπαθούν
να σαγηνέψουν την ψυχή
μ’ αυτή αντιστέκεται πεισματικά
στα ερωτικά σαλπίσματα.

Χαμογελά το μωβ τιτάνιο κύμα,
όλα χαθήκαν, τίποτα δεν απέμεινε
μόνο μια μπούκλα απ’ τα μαλλιά σου
κι ο χρυσός αφρός που παίζει μουσική
με τις ακτίνες του ήλιου που όλο και δυναμώνουν
όπως η αγάπη μου για σένα.

 

Απουσία

Αβυσσαλέο, χιλιοτρυπημένο χάος,
ειλικρίνεια αφοπλιστική,
κόκκινο πρόβατο πάνω σε παπαρούνες κοιμάται
που τραγούδι στρώνουν.

Μαύρα γαρύφαλλα, χλωμές αναπνοές
κι ο εγκέλαδος της σκέψης
εκρήξεις στο υποσυνείδητό σου,
στους κάλυκες του πόθου η μνήμη φυλακίστηκε.

Λεηλάτησες την όψη, χάραξες το γέλιο της
στο παγωμένο τζάμι
μάτια, μύτη, στόμα τής ζωγράφισες
κι ήλιους μεσημβρινούς στην καρδιά να βασιλεύουν.

Το ευάρεστο συναίθημα φυλαχτό να κρατά
όνειρα ζωντανά, ατελεύτητα συντροφεύουν
τις άδειες, βαριές νύχτες που εσύ θα ’σαι απών.

 

Στα χρόνια της ξηρασίας

Διαβάτης πονεμένος οδοιπορείς, σ’ άρρωστες αμμουδιές,
νωθρά ξαποσταίνεις, κει που τα καβούρια λιποτάκτησαν
και μυριάδες αυτοκτόνησαν, διαδοχικά, το ένα μετά τ’ άλλο
γερασμένοι γλάροι κρώζουν στον απαθή ουρανό
που το βλέμμα στην ασχήμια αποστρέφει.

Άλλοι, την τραγική σου μοίρα επινόησαν
κι εσύ σαν μηχανή μιας άκαρδης λογικής
εξοβελισμένος, αν και αμφισβητών, καταγράφεις
τ’ ακατάληπτα είδη θανάτου
στο χαρτογράφημα του παγκόσμιου γίγνεσθαι.
Τη συνεισφορά κι αλληλεγγύη που βίαια αφαιρέθηκε
απ’ του Πολιτισμού τα πλανερά παιχνίδια.

Κράδασε καρδιά μοναχική, η δοτική σου πλευρά, άνθρωπε,
κατακερματίστηκε. Η φιλανθρωπία σίγησε.
Το θετικό υπόστρωμα του κυττάρου σου μεταλλάχθηκε,
η αγνή φύση σου ατιμάστηκε.
Στα χρόνια της Ξηρασίας η Ανθρωπιά ορφάνεψε,
η Αγάπη άδοξα πνίγηκε στο βυθό της μνήμης,
η συμπόνοια αίφνης μετανάστεψε σ’ άλλους αστέρες,
το πάθος έσβησε εσαεί, η φτήνια θριάμβευσε,
η λάμψη χάθηκε μαζί με τη φεγγαρονυχτιά,
η λαλιά απαγχονίσθηκε, η Ελευθερία πέθανε. 

Ανθρώπινη γάγγραινα απ’ τα δάχτυλα των ποδιών
απλώνεται στους δαιδάλους της καρδιάς,
ασθμαίνοντας να κρατηθεί, μάχεται
Στα σκοτάδια, σαν Ατρείδες, τα κομμάτια σου,
Άνθρωπε, παλεύουν ν’ απαγκιστρωθούν απ’ του
Πολιτισμού το δολερό δίχτυ.

Η μάχη δεν κρίθηκε. Ποιος θα επικρατήσει;
Θύτης και θύμα στον ίδιο παρονομαστή
κι εσύ, ξεσπάς:
«Πόσους σταυρούς η ψυχή να κουβαλήσει, ακόμη;»
Η πλάτη λύγισε, κουρέλι το υποσυνείδητο,
το άδηλο τέλος υπομειδιώντας προσμένει. 

Ψυχές

Βουβές Κραυγές
θλίψη και πόνος
μάτια ερμητικά κλειστά
συνθήματα γραμμένα μ’ αίμα
θυσίες για την Ελευθερία.
Πόνος Βουβός
μάτια υγρά, Άδεια Ψυχή,
ένα ματόκλαδο τρεμοπαίζει
Μπαλωμένα αισθήματα
μωλωπιασμένα ερωτήματα
αγκάθινα στεφάνια φορούν
κι όμως τα προσωπεία δεν πετούν
να φανούν οι πληγές
που δε λεν’ να κλείσουν
να σταματήσει το αίμα που στερεύει
απ’ το κακό αυτού του κόσμου.
Όλοι Ελεύθεροι γεννήθηκαν
για να Ζήσουν
και να πεθάνουν Ελεύθεροι
αφήστε τες λοιπόν, να Ζήσουν!

Άχρονη αγάπη

Η αγάπη μου για σένα τόσο δυνατή
σαν πέτρα απ’ αρχαίους χρόνους
που ‘μείνε στην ιστορία
ως μάρτυς σημαντικών γεγονότων,
ανεξίτηλη για τη διαχρονικότητά της
καθόσον δεν την άγγιξε κανείς
παρά ο αέρας τον χειμώνα,
ο χιονιάς του Δεκέμβρη,
η βροχή του Σεπτέμβρη,
ο καυτός ήλιος τον Ιούλη
κι Εσύ.

Θέλει η ψυχή μου να πετάξει εκεί
που όλα είν’ διάφανα, καθαρά
και ιλαροί θεοί ζηλεύουν την αγάπη μας.
Εκεί που δεν υπάρχει θλίψη,
που δεν νυχτώνει ποτέ.
Άσε το χέρι σου να πάρει το δικό μου,
οι ανάσες μας να γίνουν μία,
ασ’ το κορμί σου να μπει μες στο δικό μου.

Χρυσό στεφάνι η ηδονή μαζί σου,
φτερά αγγέλων τα χάδια σου
που ταξιδεύουν στους ουρανούς τους επιούσιους.
Καρδιά, μη σταματάς να ζητάς και να παλεύεις
γι’ αυτόν που πιστεύεις γι’ αυτά που αγαπάς. 

Όπου τα χείλη σου ακουμπούν λουλούδια ανθίζουν
όπου η ματιά σου σταθεί ο ήλιος ανατέλλει
ό,τι τα χέρια σου αγγίξουν
ποτάμια τα συναισθήματα παλεύουν
να μη φανερωθούν
ό,τι το μυαλό σκεφτεί
γίνεται δια μαγείας πραγματικότητα. 

 

Καθρέφτες

Και κάθε που στοχάζεις τη ματιά μου
τυφλώνεσαι,
πεθαίνεις λες, στο κάθε ακτινοβόλημα.
Τ’ ακριβοπόθητα μάτια σιγοκλείνω
τις ηλιοχτυπημένες ήρεμες
κι άλλοτε αγριόγκριζες θάλασσές μου,
που μέσα καθρεφτίζεσαι.

Μουσκεμένη η θλίψη στη ματιά σου ξεμουδιάζει,
πόρτες μ’ ανοίγει
να μπω, τον τραχύ σου πόνο να γνωρίσω.
Παιδεύομαι στα βρώμικα σοκάκια του
όπου η λύπη, διάτρητη, μεστή, κάρπισε.
Σβήνω το φως να λάμψει η Αγάπη μας
σε ραίνω με φιλιά που μ’ άφησες να μπω.

 

Φωτός ενατένισις

Στον Αλέξη Σολομό

Η νύχτα έλουσε τα μαλλιά της μ’ άρωμα λεμονιού
θάνατο έντυσε τα ολόλευκά της κάλλη,
άγρυπνες γλαύκες σήμαναν
τη σκοτεινή βαθιά ειμαρμένη φώτισε
η επιλύχνια καλοσύνη σου.

Σφήνωσαν διαδοχικά τα αρχέγονα βιώματά σου,
στους γκριζοπράσινους βάλτους περπατάς
-βυθίζεσαι- αδιάλειπτα
αποσταμένη ψάχνεις Το ΦΩΣ
έμπλεως θάρρους και
προσμονής για ένα ξάστερο αύριο.

Πυξίδα σου οι προαιώνιοι Ήρωες,
κι εκείνοι της Πίστης σου κι ας ένιωσες
πρόσκαιρα πως σ’ εγκατέλειψαν κι αυτοί.

Και να, που τώρα εύρυθμα έσχισες το βαθύ σκοτάδι
κι αποθεώθηκες απ’ τη σοφή κουκουβάγια
και των προάγγελων το φεγγοβόλημα.

Αγόγγυστα διάβηκες τις ανατολόβαφτες
στοιχειωμένες πόλεις
κέρδισες τη γαλήνη του ματιού της ψυχής
και του αετού, στον αστερισμό του μέλλοντος,
πέτρες βαριές στο βάθος της καρδιάς
σιγοχτυπούν στο άπειρο.

Σήκωσες ελαφρά το κεφάλι, λυτρωμένη,
ψέλλισες στα λαστιχένια αγάλματα
Τετέλεσται! 

 

Fragmenta

Τα μήλα μύριζαν βανίλια
Ξύπνησα μα δεν τα βρήκα!
Βρήκα μόνο τις σάρκες μου
στο λευκό μαρμάρινο πάτωμα. 

* *

Η ασχήμια ζητά να δραπετεύσει
σε χώρες βροχερές, να ξεπλυθεί
προσωπείο ν’ αλλάξει, εύσχημη
να εμφανιστεί.

* *

Δε θυμάμαι, σου ‘χω πει;
Ανέκαθεν ένιωθα παιδί μέσα μου
κι όταν γεράσω -αν γεράσω ποτέ-
ένα γερασμένο παιδί θα είμαι.

* *

Τώρα ξέρω γιατί σ’ Αγάπησα!
Φορούσαμε την ίδια Θλίψη στο βλέμμα.
Όνειρα κεντημένα στις Πένθιμες
Κόρες των ματιών
που ιστορίες σκαρφίζονταν
Ποίηση και Μελαγχολία. 

* *

Το θηρίο μέσα του ήθελε
ν’ απελευθερωθεί.
Πολεμούσε με νύχια και με δόντια
έπρεπε να νικήσει
τον μεγαλύτερο του εχθρό
τον εαυτό του. 

* *

Στον παράδεισό μου θες να ‘ρθεις
δεν μπορείς χωρίς να τον μολύνεις.

* *

Πόσες Θυσίες ακόμη
για να Χορτάσει το Τέρας: 

* *

Μη δακρύσεις όταν θα πάψω
να έρχομαι στα όνειρά σου.

* *

Ήρθες να με σώσεις!
Μόνο που εσύ αγάπη μου ήσουν ήδη νεκρός. 

* *

Μπούχτισα με τους ήρωες του καναπέ.

* *

Με likes φούσκωσες το εγώ σου
και άδειασες τη ζωή σου. 

* *

Πόσο γλυκά ματώνεις ψυχή
για την Ελευθερία!

* *

Εμπιστεύσου το όνειρο τώρα,
αύριο ίσως να ‘χει πεθάνει το ευκταίο.

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΑΝΩ ΘΡΩΣΚΩ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΠΟΥΡΑΣ

Diavasame.gr 16/4/2019

«Πόσοι θάνατοι ακόμη
Για να συνεχίσω μια ζωή;»

Το motto δίνει τον τόνο και τη θεματική αυτής της ποιητικής συλλογής. Ο τίτλος, απογειωτικός αναγκαστικά. Η αποπνευμάτωση της Ύλης είναι το ζητούμενο εδώ κι η ποιήτρια σεμνά και ταπεινά κραυγάζει το υπαρξιακό ερώτημα όλης της οικουμένης: «γιατί πρέπει να περνάμε από τον θάνατο καθημερινώς;» και «τι αξία έχει η ζωή η βατεμένη από το αναπόφευκτο πέρας;». Κι είναι το πέρας ταυτόσημο με το τέλος; Ή είναι απλώς μία άλλη αρχή; Ξαναπαίρνουμε τον κύκλο από την αρχή και καταφάσκουμε διαρκώς στην ίδια πατρογονική απελπισία.

ΚΙΤΡΙΝΑ ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ

Kίτρινα παπούτσια στο ρυθμό του
θανά Του
μελαγχολικά περπατούν
αναλλοίωτες σκέψεις υπερβαίνουν
ποτάμι κι ουρανό.

Κορμιά νεκρά, αφυδατωμένα
στεγνά από μνήμες, στερεμένα από αγάπη
ανεξάντλητες ήττες, χαιρεκακία
σε παρακμάζουσα εποχή.

Όνειρα τσαλακωμένα, έμφυτες αγρύπνιες
μοναχικών αγίων και προφητών
προαναγγέλλουν
την αφύπνιση του αειθαλούς ελαιώνα.
Στο λιόχαρο μονοπάτι της λευτεριάς
οι λέξεις ξαλμύρισαν
οι ελπίδες αποφυλακίστηκαν.

Σε νυσταγμένους δρόμους υπνοβατούσα
όταν ξεδίπλωνα τα όνειρά σου
τακτοποιούσα τις θαλασσί σου σκέψεις.
Στον κήπο με τις ματωμένες μουριές
σε είδα να ξεπροβάλλεις
να μου γνέφεις να’ρθω κοντά σου.

Στην ηχηρή σιωπή «έλα», ψέλλισα
κι έμεινα εκεί να καρτερώ
ώσπου η παρδαλή, μεσήλιξ κουκουβάγια
σε ύπνο παραδόθηκε
μα εσύ, δεν έφτασες ποτέ.

Βόρνεο 2013

Σε αυτό το ποίημα εκτός από τη θεματική αλληλουχία και συνυφασμένη κρουστότητα φαίνεται κι η απολύτως προσωπική ιδιόλεκτος που επεξεργάζεται συν τω χρόνω και ποίημα το ποίημα η Νίνα Αλέξη. Στοιχεία της δημοτικής, «μαλλιαρής» ενίοτε, συμφύρονται με λόγια ή ακόμα και διανοουμενίστικα στοιχεία με αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός αμαλγάματος απολύτως ιδιωτικού κι αναγνωρίσιμου.

Λειτουργικές, αλλόκοτες, ανεξίτηλες λέξεις όπως: αρπίζαν, αείχρονες, ξαλμύρισαν, λογιέμαι, Πεισινόη, Αγλαόπη, Θελξιέπεια. Βιώ, μεγαλορρημονών, σφαλεί, προσμετράται, βιοτής, θεοπτική, υπέρχρονη, Αναιτιότητα, εγεύτης, δακρυβρυσοπόταμος, αρουλίζουν, φλεαχτούριζαν, κλαγγάζουν, τετρακέρατα, πολυβοή, κερασοκόκκινα, λευκοπουδραρισμένο, αγεροθαλασσόφερτες, Αφρολουσία, θεοπτικού, ψαλμωδίζει, ακιότευτη, ευφημισμένων, άγναφα, δασερά/δασερές, γλυκοθύμητη, μυριοχαρακωμένο, έρπονταν, ορθόπλαγους, κατέρυθρες, αγριόκανθα, ανεμολούλουδο, ανεχέγγυων, πισωμαχαιρώματα, δακρυπότιστους…

Γλωσσικός πλούτος αλλά κι αξιοθαύμαστη δημιουργική ελευθερία στη χρήση του κώδικα προκειμένου να ειπωθούν τα πράγματα με ανοίκειο, μη τετριμμένο τρόπο. Στην άκρη του δρόμου, μέσα σε σκόνη, αποτσίγαρα και ξεραμένα λουλούδια η ποιήτρια αναπολεί μιαν άλλην εποχή και νοσταλγεί τον Παράδεισο κοιτώντας διαρκώς προς τα πάνω, τα φευγαλέα σύννεφα, τα αποδημητικά πτηνά, τα τόσο ρωμαλέα, που θα διατρέξουν όμως υδάτινες ερημιές πριν προσγειωθούν πάλι κάπου, με τη λάσπη να ξαναφτιάξουν τις φωλιές τους. Είναι όμως τόσο δυνατό το ένστικτο της αποδημίας που προτιμούν να πεθάνουν μια ώρα αρχύτερα παρά να μην φτάσουν στη Γη της Επαγγελίας.

«Πόσα καλοκαίρια ακόμη
θάνατο θα μυρίζουν;»

Αυτή η αναπότρεπτη οιμωγή του προδιαγεγραμμένου και προαναγγελθέντος τέλους που εκτιμάται με ακρίβεια μηνών είναι κι η κατευθυντήρια γραμμή, ο άξονας και το leitmotiv αυτής της ά-φθονης ποιητικής συλλογής που κρατάει με λατρεία, ως εφτασφράγιστο μυστικό, τον αποθυμημένο έρωτα, τον μηδέποτε χορτασμένο…

Το ερώτημα παραμένει ξεκρέμαστο, αναπάντητο και για τούτο τραγικό. Αποκτάει ένα άλλο βάθος η απελπισία όταν εκφράζεται έτσι:
«Άραγε άξιζε
τόσες θυσίες;
Ήταν βιωτή;»

Όμως το τέλος είναι αισιόδοξο, σχεδόν μεταφυσικό. Μια ακτίνα σωτηρίας διαπερνά τα σκότη και το ρήγμα παραμένει ανοικτό. Προμηνύοντας μιαν άλλην άνοιξη. Καλύτερη ίσως. Πιο ζησμένη. Βιωμένη. Ανθηρή. Κι όχι απατηλή σαν την άλλη που πέρασε με τον αγέρα να τινάξει τα άνθη της βαρυφορτωμένης νυφούλας αμυγδαλιάς.

Ποιητική συλλογή από τις λίγες για τον ρομαντισμό και την ανάγλυφη εικονοπλασία της. Αφηγηματικός ειρμός, δομημένος λόγος, κρυστάλλινη έκφραση, ξεκάθαρη διατύπωση. Τι άλλο να ποθήσει κανείς στα χρόνια της άνυδρης, ασυναίσθητης πολυλογίας; Η νεοπλασία της μεταμοντέρνας αυθαιρεσίας έχει καταστεί πλέον μη ιάσιμη. Μόνη μας παρηγόρια: πως κι αυτήν ο Χρόνος θα ανακυκλώσει.

Η Νίνα Αλέξη είναι μια σημαντική ποιήτρια του καιρού μας. Έντονο το δραματικό στοιχείο. Αφηγητής που απευθύνεται, αναπολεί, καταφάσκει, αρνείται, αλλά δεν οπισθοχωρεί, δεν παλινωδεί, δεν εξάπτει τη φαντασία μας με φρούδες ελπίδες, δεν πυροδοτεί τα κατώτερα ένστικτά μας. Απλώς αγγέλλει το τέλος μιας εποχής και την αρχή μιας άλλης, με τις αναπόφευκτες ανατροπές της.

.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΑΝΙΚΑΣ

Culture Point, 2020

Ο υπέρτατος σκοπός της ζωή μας. Ο απαραίτητος καθοδηγητής της συνείδησης μας. Η προϋπόθεση αυτογνωσίας και αυτοπεποίθησης.
Η Νίνα Αλέξη είναι ένας άνθρωπος με ουσιαστικές ευαισθησίες, ειλικρινείς αγωνίες και ενδιαφέρον για την ποιότητα της ανθρώπινης υπόστασης. Ανησυχεί για τις κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις, τον εθνικό ξεπεσμό, τον διαπροσωπικό ευτελισμό. Αναζητεί ασφαλή μονοπάτια ηθικής ανέλιξης, αξιοπρέπειας και αξιοπιστίας.
Μέσα από το έργο της προσεγγίζει με ιδιαίτερη προσοχή και αίσθημα ευθύνης, όλα όσα μας απασχολούν.
Νοιάζεται για την ανυπαρξία εθνικού προσανατολισμού και για την αβλεψία με την οποία χειριζόμαστε την ιστορική μας παρακαταθήκη.
Ιχνηλατεί τους απροσάρμοστους δρόμους της αγάπης και την τραγικότητα του έρωτα, μετρώντας αναμνήσεις και πληγές. Οριοθετεί το πλαίσιο της μοναξιάς και της μοναχικότητας. Εξετάζει την ανυπόφορη ελαφρότητα των προσδοκιών.
Ακολουθεί τη διαδρομή του Καζαντζάκη και μέσα από τη σκέψη του προβάλλει το Άνω Θρώσκω, το οποίο η ίδια καταγράφει με τις πιο περίτεχνες αλλά και εξίσου ευθύβολες ποιητικές τεχνικές.
Ο λόγος; της είναι ταυτόχρονα ρομαντικός και δυναμικός, αισιόδοξος και ρεαλιστικός
Άλλοτε ρέει μέσα από τις ομοιοκαταληξίες κι άλλοτε ξεπροβάλλει σαν δαιδαλώδες ρυάκι που κυλά αργά μα σταθερά προς τη στοχευμένη όχθη. Την όχθη της ατομικής και συλλογικής εξιδανίκευσης..

.

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

FRACTAL (Προτάσεις για ανάγνωση 5+5 (ποίηση και πεζογραφία)

Ο τίτλος υπαγορεύει μια ανάγνωση στη βάση του υπαρξιακού σκεπτικισμού. Το ίδιο και οι στίχοι που προλογίζουν τη συλλογή: Πόσοι θάνατοι ακόμη/Για να συνεχίσω μια ζωή; Η ποιήτρια γράφει σε μια δυνατή γλώσσα με στοιχεία λυρισμού από την οποία ξεχειλίζουν τα χρώματα και οι ήχοι. Η ποικιλία των θεμάτων της βρίσκει μια κοινή αναφορά στον Άνθρωπο ως αξία προς αναζήτηση. Στη συλλογή εγκιβωτίζονται και 32 μικρά ποιήματα (Fragmenta II), στα οποία η ποιήτρια δοκιμάζει την ικανότητά της στα ολιγόστιχα περιεκτικά ποιήματα. Κάποια λειτουργούν σαν σύντομες ηχηρές κραυγές, κάποια άλλα σαν χαμηλόφωνες ερωτήσεις προς ανώνυμο αποδέκτη ή και προς την ίδια, έμπλεα και αυτά από υπαρξιακή αγωνία.

.

ΛΕΟΝΤΙΟΣ ΠΕΤΜΕΖΑΣ

Περ. «Δευκαλίων ο Θεσσαλός»

Η γραφή στις σελίδες του βιβλίου ξεπερνά συχνά τα όρια της ποιητικής μέθεξης και μεταλλάσεται θεαματικά με μια διαφορετική απόδοση που μας καλεί ως αναγνώστες σε ένα ταξίδι περιπλάνησης και διάβασης.
Τα κείμενα προέρχονται από στοχαστικές επιμέρους αναλύσεις που απεικονίζουν αντιστίξεις και συγκινησιακές αποστολές. Οι σημειογραφίες και αρχετυπικές εικόνες καταλήγουν σε νοηματικές και ανυσματικές παραβολικά αναφορές ενώ στην συνολική έμπνευση παρεπιδημεί η αυτούσια σκιαγράφηση της ανθρώπινης παρουσίας σε σχήματα ζωογόνας υφής. Σταχυολογόυνται επίσης προσωπικές αλλά και διαπροσωπικές εξελίξεις που εμπεριέχουν ενοποιητικές αντιλήψεις και ιχνηλατήσεις που κυοφορούνται εύληπτα σε βάθος χρόνου. Η ποιήτρια οργανώνει μετουσιωμένα ένα αυθύπαρκτο και πολύσημο κύκλο διατυπώσεων που αφορούν σημαντικά ζητήματα. Χάρη σε μια μορφική αψεγάδιαστη εσωτερικότητα που διαθέτει τα συντονίζει ενορχηστρωμένα.

.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΙΜ. ΜΩΡΑΪΤΙΝΗΣ

Μια ψυχή που πάλλεται και ματώνει μέσα από μια ποίηση που αγγίζει τη ζωή με την ευαισθησία και την ιερότητα μιάς υφάντρας, μιάς εργαστίνης, του Πέπλου της θεάς Αθηνάς.
Η κοσμοθέαση της Νίνας Αλέξη , όχι μόνο δεν σ΄αφήνει στην ησυχία σου, δεν σ΄αφήνει μέσα στην ασφάλεια της αυτοκυριαρχίας σου, αλλά σε βγάζει από’κει και σε στήνει αμήχανο μπροστά ακριβώς σ΄αυτήν την κοσμοθέαση που παθιασμένα υποστηρίζει. Και καθώς η ίδια διερωτάται:

«Πόσους Αγγέλους δολοφονήσαμε
στο φως του πορφυρού απ’ αίμα ήλιου;»

θα ξαφνιαστείς μ΄αυτό που ο κόσμος αποκαλεί ηλιθίως κυνικότητα, ενώ δεν είναι παρά μόνο μια γυμνή αλήθεια, που η Νίνα τολμάει. Και σε συναρπάζει η επαναστατικότητά της και σε παρασύρει εσπευσμένα και χωρίς να το καλοσκεφτείς, να ενωθείς στη δική της Αντίσταση, ενώ, παρακάτω, ξεπροβάλλει η βαθιά ερωτική Νίνα, – που ωστόσο κρύβει επιμελώς τον αισθησιασμό της – αναπολώντας ή ελπίζοντας στιγμές. Στιγμές που έχει χάσει, στιγμές που οραματίζεται…
Και όλ΄αυτά μέσα από μία κραυγή. Την «ΚΡΑΥΓΗ» της.

«Λύστε μου τα χέρια
απελευθερώστε το σώμα απ΄τις αλυσίδες
δώστε πίσω τη γλώσσα μου
τίποτα δεν θα πω
θα κραυγάσω μόνο, είμαι Ελεύθερη».

 

Αν η ελευθερία σκιτσάρεται έτσι με τον χρωστήρα της Νίνας, τότε είναι μια Ελευθερία που αξίζει. Γιατί είναι γνήσια.
Πέρα απο τις άμεσες προσεγγίσεις του γυμνασμένου αναγνώστη ποιημάτων, επιδιώκεται η διερευνητική αναζήτηση του ψυχισμού της ποιήτριας. ΄Οχι βεβαίως η βίαιη εξόρυξη του ψυχισμού, που στο κάτω – κάτω αποτελεί παραβίαση ιδιωτικότητας. Απλώς όμως, φτάνοντας μέχρι εκεί που μας επιτρέπει η ίδια, για ν΄ακολουθήσουμε την αργή ροή του Chao Phraya (τσάο πράγια), του ποταμού που διασχίζει την Μπανγκόκ και που του αφιερώνει αρκετούς στίχους η Νίνα…
Και όσο και αν εμείς διασχίσαμε ή ακολουθήσαμε τον Chao Phraya σαν επιβάτες έχοντας κατά νου τον τελικό προορισμό μας ή θαυμάζοντας τ΄αξιοθέατα, η ίδια βλέπει το ποτάμι «που ακολουθεί την πορεία των πνευμάτων» προτού το ανήσυχο και σε διαρκή εγρήγορση ερευνητικό της μάτι αρχίσει να ψάχνει τα τεκταινόμενα στις όχθες του, προκειμένου να επισημάνει τη διάσταση και αποστασιοποίηση του δυτικού ανθρώπου από αυτό που συμβολίζει ο καθισμένος, σε στάση λωτού, ξύλινος Βούδας.
Μετά από 10δες σελίδων «ποιητικου δάσους» που έπρεπε να διασχίσουμε, ψυχικά ανυπεράσπιστοι από επιθέσεις, όχι μόνο εικόνων αλλά και ευρημάτων που ήσαν μπροστά μας και δεν τα βλέπαμε, συναντήσαμε την ενότητα Fragmenta II που αναπτύσσει έναν ανθώνα νοητικών ιδεογραμμάτων, 2 έως 8 στίχων, που καθένα από αυτά διανοίγουν ατραπούς, όχι μόνο υπαρξιακού προβληματισμού, αλλά και κατασταλαγμένες απόψεις ζωής. Η ποιήτρια και νοιώθει – αλλά και κατέχει – την απάντηση στην ερώτηση του σχετικού δίστιχου «Αυτομαστιγώνεσαι. Γιατί;» Μιά ερώτηση χωρίς απόκριση, που όλοι ίσως γνωρίζουμε αλλά την αποφεύγουμε. Εκτός από την Νίνα.

 

.

ΤΑΣΟΣ ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ

Εφημερίδα «Εθνικός Κήρυξ» της Νέας Υόρκης 23/24 Μαρτίου 2019

«Εξερευνώντας την ποίηση της Νίνας Αλέξη καταλαβαίνεις από την πρώτη στιγμή ό,τι ξέρει να χειρίζεται τα όπλα που κρύβει η πένα της. Αυτά είναι οι λέξεις, η πύκνωση των νοημάτων και των ιδεών, οι σκέψεις, η υπεροχή της ελληνικής γλώσσας, ο καθαρός λόγος και η αμεσότητα.
Τοποθετεί τον άνθρωπο στο επίκεντρο και προσπαθεί να τον καθοδηγήσει, να του επανασυστήσει την ταυτότητά του μέσα από έναν λόγο που ξεχειλίζει ο πόνος και η ανάγκη για την αλήθεια. Νιώθεις την αγωνία της, τη συγκίνησή της και την επιθυμία της μέσα από λέξεις “καρφιά” οι στίχοι της να φωτίσουν έναν ιδανικό κόσμο. Οι εικόνες παραστατικές, η αισθαντικότητά της δυνατή».

.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΥ-ΖΑΛΩΝΗ

Χώρος εκδ. Αλεξάνδρεια, Μάρ. 2019

Μία σύντομη τοποθέτησή μου ως αναγνώστρια. Την εντύπωσή μου ή μάλλον τη συναισθηματική μου κατάσταση να εκφράσω μετά το ταξίδι μου μέσ’ τα ποιήματα του νέου της βιβλίου, Άνω θρώσκω. Ταξιδεύει και πάει, πάει η Νίνα Αλέξη, Άνω θρώσκουσα κι εξορκίζει τη θλίψη τους αλήτες τ’ αδέλφια της που την ντύνουν βαριά τα καλοκαίρια και σκάει και την αφήνουν δίχως παλτό τους χειμώνες και παγώνει. Εδώ εμπεριέχονατι στίχοι της Νίνας Αλέξη από το βιβλίο της. Άνω θρώσκουσα, σαν φεγγάρι λαμπυρίζεις στον ουρανό της λογοτεχνίας σέρνοντας τη σιωπή της και πάει, πάει πάει. Νιφάδες λευκές οι λέξεις της χορεύουν στο ενάερο πεντάγραμμο αναδύοντας ήχους λεπτεπίλεπτους, σπάνιους. Όμορφες λέξεις σε παράταξη τέλεια, στοιχισμένες καλοντυμένες με το φόρεμα της απλότητας, της μεταφοράς της αλληλουχίας της πολυσημίας, της σαφήνειας, της, της, της… Ήχοι λέξεων αντιοξειδωτικοί, τους ακούμε, ανασαίνουμε, ζωντανεύουμε, δεν αφήνουμε κέρδος στη λύπη, στην αρρώστια, στον θάνατο αλλά όλο το κέρδος στην αγάπη για την αγάπη. Από αγάπη γεννηθήκαμε. Κι αυτή την αγάπη έχουμε χρέος να την πολλαπλασιάζουμε κι αυτή να μας μεθάει, να μας δίνει το αίσθημα της ζωής, τη μαγεία της ύπαρξης, το φως. Σαν το δικό σου φως Νίνα Αλέξη που μπόλιασε την ψυχή μου σαν σε μελέτησα στις ποιητικές σου συλλογές οι οποίες εν κατακλείδι λέω, πως έχουν σοβαρό λόγο ύπαρξης γιατί εμπλουτίζουν την σύγχρονη ποίηση με στίχους άρτιας εκφραστικής και νοηματικής αξίας. Σου εύχομαι να έχεις υγεία, να μεριμνάς από εκεί ψηλά που υψώθηκες για την δίψα των συνανθρώπων σου για φως.

.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΡΟΥΣΚΑΣ

Fractal Η Γεωμετρία των ιδεών 04/02/2020,

Άνω θρώσκω (τι να απέγινε, άραγε το μωβ κασκόλ;)

Τι σχέση έχουν η αδικία, η αναισθησία, ο ατομικισμός, η δουλεία, ο κλονισμός της πίστης, τα ευτελή αισθήματα, με τις τρεις αδερφές Σειρήνες, κόρες του Αχελώου, την Πεισινόη, την πείθουσα τον νου (πειθώ & νοέω-νους), την Αγλαόπη, τη λαμπερή, τη φωτεινή στην όψη (αγλαός & η ώψ-όψη) ή κατ’ άλλους τη με περίφημη φωνή (αγλαός & όψ-οπός-φωνή) και τη Θελξιέπεια, τη γοητευτική στα λόγια (θέλγω-θέλξις & λέγω-έπος);
Μα ότι σχέση έχουν όλα με τον Όμηρο και τον Αρχαίο Ελληνικό Πολιτισμό: Στενή και άρρηκτη.
Με την ποίηση της Νίνας Αλέξη, όπως αυτή πρωτοεμφανίζεται συγκεντρωμένη στο βιβλίο της «Άνω θρώσκω», των εκδόσεων Αλεξάνδρεια, 2019; Ιδού:

[Ξεριζώνω όσα πριμοδοτούν ρηχά
κι ευτελή αισθήματα
ό,τι σκοτώνει το έσω μου
Αδικία, αναισθησία,
Ατομικισμό, Δουλεία
ό,τι την Πίστη μου κλονίζει.
Την ψυχή μου φρουρώ
από εξωτερικές Σειρήνες
Πεισινόη, Αγλαόπη,
Θελξιέπεια.
Το σώμα στηλώνω
Άνω θρώσκω].

Ποιήματα, γραμμένα σε διαφορετικές χρονικές στιγμές, από το 1982 ως το 2019, σε περίοδο δηλαδή τριάντα επτά ετών, σε πολλά μέρη της υφηλίου, ίσως κατά τη διάρκεια μιας εν μέρει ομολογημένης Οδύσσειας, στεγάζονται σε ένα καλαίσθητο βιβλίο, όχι από ματαιοδοξία, όχι από μαζοχισμό,

[Αυτομαστιγώνεσαι.
Γιατί;]

όχι από απαισιοδοξία

[τρύπιο καράβι η ζωή
φθαρμένοι μαστοί],

αλλά από ανάγκη να απλωθεί της Ποίησης το χέρι στον συνάνθρωπο, από ανάγκη εσωτερική να μοιραστούν τη γη, την ελπίδα και το νερό, οι κάθε είδους πεινώντες και διψώντες:

[Δεν έχεις πού να πιείς νερό;
Ξεδίψασε στο δάκρυ μου.
Δεν έχεις πού να ονειρευτείς;
Δανείσου τα όνειρά μου].

Ίσως τελικά να είναι μακάριοι οι ποιητές, αφού «μακάριοι οἱ πεινῶντες καὶ διψῶντες τὴν δικαιοσύνην, ὅτι αὐτοὶ χορτασθήσονται»1. Το πότε (θα) «χορτασθήσονται», άλλο μέγα ζήτημα.

Σε μία γη, στην οποία βασιλεύει η ανομία κάτω από την ομπρέλα των νόμων, τα ανελέητα συμφέροντα των ελαχίστων εξακολουθούν να κάνουν δύσκολο τον αγώνα της επιβίωσης των πολλών,

[εδώ πεθαίνω, εδώ πτερυγίζω
σ’ αφώτιστα σκοτάδια
σ’ ανισότιμες δοκιμασίες
που επίμονα μ’ αναζητούν
για το ζην]

και να στέφουν βασίλισσα τη Θλίψη και βασιλιά τον Πόνο:

[όχι, δεν θα κλάψω
μόνο στους ζωντανούς
τα δάκρυά μου σπαταλώ].

Πέρα από τις μέριμνες για την κάλυψη των βιοποριστικών αγαθών, πέρα από το σκληρό περιβάλλον (χώρος), που εκτείνεται από την κάμαρη ως το μνήμα, πέρα από τον χαμένο χρόνο,

[αβροί μαστοί
σ’ ανοξείδωτες, μαρμάρινες κάμαρες
πάνω από σκάφες
σταυρώνονται σε ασίγητες κραυγές
ομφαλοσκοπούν, ενυπνιάζονται
τη ζωή που δεν πρόλαβαν],

πέρα από τις απρόσκλητες καταιγίδες δυστυχίας, αδικίας, απελπισίας:

[καταπονημένες βάρκες
ακρωτηριασμένες ψυχές
κουβαλούν],

πέρα από την έπαρση, την αλαζονεία, τη βία:

[κι εσύ, δυνάστης τιμωρός
θα νιώθεις τρανός και περήφανος
για την ολοσχερή καταστροφή
την ξυπόλητη μοναξιά
ποιον όμως τιμωρείς στ’ αλήθεια;],

ίσως μόνη απομένουσα (ή κάποτε, ζητούμενη;) χαρά, η πλημμυρίδα του έρωτα, η λάβα του φιλιού, η οργασμική συνεύρεση των κυττάρων, αυτή που χαράσσεται για πάντα στη μνήμη, η μόνη ανυπάκουη σε κάθε πρόσταγμα λογικής:

[Τα χνάρια που άφησες τότες
με γλυκασμό
καθώς ξεπρόβαλες
άρχοντας σ’ αντάρτικη στολή
γονατιστός
το νέκταρ των χειλιών μου να ζητάς
το κάθε κύτταρό μου να ρουφάς].

Όταν συναντήσεις Τον Έρωτα, τότε η απάντηση στο “ερώτημα της Νίνας”, που βρίσκεται γραμμένο στη “Θήβα του βιβλίου” και λέει,

[Άραγε
άξιζε τόσες θυσίες;
Ήταν βιωτή;]

είναι ένα τεράστιο: ΝΑΙ (βιωτή, με ωμέγα, ως επίθετο, ενν. ήταν βιωτή η ζωή αυτή;). Αν όμως σου απευθυνθεί σε χρονική στιγμή κατά την οποία είσαι μόνος(-η), δεν είμαι σίγουρος για την απάντηση που θα δοθεί, γιατί πολλές φορές ο άνθρωπος, ξεχνά ή προσπερνά την ευγνωμοσύνη για το μέγα δώρο της ζωής, και εστιάζει στα θέλω του, σαν να ήταν δεδομένα όλα αυτά με τα οποία ευλογήθηκε, σαν να του τα χρωστούσαν οι άλλοι, ή η ίδια η ζωή. Παραβλέπει, υποτιμά, πράττει αυτοκαταστροφικά, στρέφεται ξανά στο γνωστό, προβλέψιμο περιβάλλον της μοναξιάς, φοβούμενος την απρόβλεπτη κατάσταση του «μαζί»:

[Αν δεν αντέχεις την Αλήθεια
τράβα στην ψεύτικη
άχρωμη και άτολμη
με ημερομηνία λήξης, Ζωή σου].

Έχει όμως την επιλογή να προσπεράσει το χθες:

[Χθες σκεπτόμουν
πως ένα ψέμα είσαι
για ν’ αντέξω]

και να έρθει στο σήμερα:

[Χθες, προχθές τα ίδια και τα ίδια.
Σήμερα όμως, είναι το σήμερα
και αύριο, ποιος ξέρει;].

Παρόλο που

[ο χρόνος ο μουντός, ο ασάλευτος,…
ο χρόνος ο ανοίκειος, ο τραχύς
ο άσπλαχνος, …
ο χρόνος ο δυσήκοος…
ο απηνής
που δε συγχωρά τις αμαρτίες μου]

ας μην ξεχνάμε πως ήταν ο δικός μας χρόνος, τον ζήσαμε, μας έκανε τη χάρη να τον βιώσουμε, να κάνουμε λάθη ή να πετύχουμε κάποιους στόχους. Μας έδωσε τη δυνατότητα να χαράξουμε πορεία. Να δούμε όνειρα το βράδυ. Ακόμα και εφιάλτες. Γιατί ξυπνώντας, είδαμε προς στιγμήν τι σημαίνει να ζεις.

Τι κι αν κάποτε ένα κασκόλ τυλίγει το λαιμό του Τέλους (του Έρωτα, της Σχέσης, της Ευτυχίας):
[Τόσο απλά τελειώσαν όλα…
πίσω δεν κοιτάξαμε
τι να απέγινε, άραγε το μωβ κασκόλ]

(με την ευκαιρία, πριν και εγώ «τελειώσω» τούτη την προσέγγιση, σημειώνω το μεγαλείο της ελληνικής γλώσσας, με τη χρήση της ίδιας λέξης «τέλος» και για την έννοια «δασμός, φόρος», σαν το τέλος της ευτυχίας, να είναι το αναγκαίο τέλος, ο αναγκαίος δασμός για τη ζωή, σαν το τέλος μιας κατάστασης, να είναι ο αναγκαίος φόρος για την αρχή της επόμενης, ή, σαν το τέλος μιας πορείας, να είναι το αναγκαίο τέλος (διόδιο) για τη διέλευση από την οδό της τελείωσης…)

τι κι αν, όπως λέει ο Γιώργος Δουατζής, αυτό έχει το χρώμα του αίματος2:
«πώς να τους πείσω ότι το κόκκινο που έβλεπαν δεν ήταν του κασκόλ»;

Ζεις; Είσαι πάνω από το χώμα; Είσαι εδώ; Τώρα;
Έχεις επιλογές.
Ιδού μία, “ανωθρωσκική”:

[προχωρώ με το κεφάλι ψηλά
βιώ κι αγαπώ μ’ ανοιχτή καρδιά…
αφουγκράζομαι την ύψιστη αλήθεια μου
πιστεύω εις εαυτόν] .

Συνδυάζοντας ταξίδια και λιμάνια, αφού
(α) πολυταξιδεμένη η ποιήτρια, καθώς φαίνεται από τους μνημονευόμενους τόπους, στων οποίων την αγκαλιά γράφτηκαν τα ποιήματα,
(β) με πολλές και δυνατές εμπειρίες, καθώς φαίνεται από τις περιγραφές και τις αφηγήσεις στο βιβλίο,
(γ) μορφωμένη, όπως ομολογείται στα αυτιά του βιβλίου,
(δ) καλλιεργημένη, όπως συνάγεται από τη στάση της απέναντι στα πράγματα,

νιώθει ότι ήγγικεν η ώρα να εκφραστεί δημόσια, μέσα από χάρτινες σελίδες και το πράττει, ποιητικά.
Πώς;

• Χωρίς διάθεση αυτοπροβολής, χωρίς μάσκες, χωρίς δήθεν.
• Με εντιμότητα, σαφήνεια, σταθερότητα.
• Με προσεκτική χρήση της γλώσσας. Με ροή τόσο φυσική, που σε παρασύρει και δεν κοντοστέκεσαι σε κάποιες (ολίγες– ίσως και μη τυχαίες) ελλείψεις μουσικότητας ή ρυθμού.
• Με αρετές φιλολογικές (σχήματα λόγου, σύνταξη, χρήση λέξεων, ψήγματα λυρισμού, τολμηρή χρήση α’ ενικού προσώπου, κλπ).
• Με τη βιωμένη εμπειρία, που μετουσιώνεται αβίαστα σε ποίηση.
• Με πηγαίο ανθρωπισμό, με τον οποίο είναι ποτισμένες οι σελίδες και διαχέεται ρεαλιστικά προς κάθε κατεύθυνση.
• Με επιγραμματικές δηλώσεις, οι οποίες καταφέρνουν να σπάνε το φράγμα του προσωπικού-ατομικού και να περνάνε στο σύνολο.
• Με εξίσου επιγραμματικά φιλοσοφικά κατασταλάγματα, μαζί με αποστάγματα εμπειριών της ως τώρα ζωής της.
• Με ολοζώντανες περιγραφές και με απροκάλυπτες διαπιστώσεις.
• Με τη μη προσκόλληση στο κλάμα, στη δυστυχία, στον οίκτο.
• Με τη θαρραλέα διατύπωση προτάσεων και την άρθρωση τρόπων διαχείρισης. Με τη διακήρυξη στάσης ζωής.

Η ποίηση της Νίνας Αλέξη τολμά, προτείνει, αναλαμβάνοντας τις ευθύνες της. Με πρώτη αρετή από όλες, την ορθή χρήση της γλώσσας, το βιβλίο όντως είναι ποιητικό.

Με ένα απόσπασμα από το ποίημα με τίτλο «Ζεις» (λέξη που θα ταίριαζε κατά τη γνώμη μου ως υπότιτλος στο βιβλίο), γραμμένο στο Τόκιο, το 2016, δίδω το αντιπροσωπευτικότερο για μένα δείγμα της φιλοσοφίας και του τρόπου γραφής της, ώστε αφήνοντας στην άκρη τις δικές μου απόψεις, να μπορεί να διαμορφωθεί από τον αναγνώστη του παρόντος, μία πρώτη αλλά σαφής εντύπωση:

[Σκουριασμένε άνθρωπε,
βουτηγμένος σε ρυπαρές συνειδήσεις
τα δάχτυλα αίμα στάζουν
σε συρματοπλέγματα σ’ έχουν τυλίξει
κι εσύ ακόμη χαμόγελο φοράς
με δωρεάν instagram, twiter
messenger και fb
ανεβάζεις την εικονική σου ζωή
και με το πάτημα ενός κουμπιού
δείχνεις φιλόζωος, φιλάνθρωπος
υπέρ των κακοποιημένων γυναικών
των γκέι, ΜΚΟ
κι άλλων ακατανόητων βραχυγραφιών.
Φιλεύσπλαχνος για τα παιδιά
της Συρίας, τους αμάχους, κ.λ.π.
τα σκελετωμένα άρρωστα κορμιά
πονάς
τους άστεγους λυπάσαι
και φωτογραφίες τους
απ’ το κινητό τραβάς…
Πιστεύεις πως ένα παιχνίδι όλα
γιατί, ακόμη, ζεις
αφού τα όνειρα
δε σου ’χουν κλέψει ακόμη
ανόητε, έτσι θαρρείς].

Κλείνοντας το βιβλίο, μονολογούσα: δες αν «έτσι θαρρείς». Αναρωτιόμουν «τι να απέγινε, άραγε το μωβ κασκόλ» (κι ας ήταν χρώματος γκρι-μπλε-ραφ). Σκεφτόμουν πώς ανταποκρίθηκα στα θέλγητρα που έφεραν εμπρός μου η «Πεισινόη», η «Αγλαόπη», η «Θελξιέπεια». Αναλογιζόμουν τι έγινε, πώς έγινε, γιατί. Πώς μπορώ να αγκαλιάσω το παρελθόν. Πώς μπορώ να το αξιοποιήσω. Τι μπορώ να κάνω στο μέλλον.

Ίσως κάποτε να έρθει η ώρα για ανα-θεώρηση. Για ανα-τροπή. Για ανά-σταση. Η ώρα για έναν ελεύθερο, ανυπόταχτο, διαφορετικό υπερ-τροτσκισμό: η ώρα για έναν άνευ συνόρων “ανα-θρωσκισμό”, για έναν υπαρκτό “Ανω-θρωσκισμό”.

Σημείωση: οι εντός “ ” λέξεις ή φράσεις, είναι δικής μου επινόησης αλληγορικοί χαρακτηρισμοί ή νεολογισμοί.

Αναφορές
1. κατά Ματθαίον, Οι Μακαρισμοί, Η επί του Όρους Ομιλία, Λκ 6,20-23
2. Γιώργος Δουατζής, Κόκκινο κασκόλ, Το κόκκινο κασκόλ, εκδόσεις Μανδραγόρας, 2016

.

ΔΑΦΝΗ ΜΑΡΙΑ ΓΚΥ-ΒΟΥΒΑΛΗ

“Book Bar” 5/11/2019

“Ένοχοι όσοι πιστέψαμε // στα αφτιασίδωτα ψέματα”

Μ’ ένα δυνατό βιβλίο εμβαπτισμένο στην αλληγορία και τον στοχασμό γύρω από την ζωή, τον θάνατο και τον άνθρωπο, συνεχίζει την ποιητική πορεία της η ηθοποιός και θεατρική συγγραφέας Νίνα Αλέξη. Μετά το ποιητικό της ντεμπούτο με την συλλογή Ανίν Ιξελά το 2017, το δεύτερο ποιητικό της έργο, με τον γεμάτο ψυχική ανάταση και προσδοκία τίτλο Άνω θρώσκω, κυκλοφορεί ήδη από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια.

Η πρώτη αίσθηση που μας άγγιξε: Ένταση. Έντονα συναισθήματα, δύναμη, εκφραστικότητα μέσα από ένα συχνά ασυνήθιστο λεξιλόγιο, ακόμη και χρώματα. Αποχρώσεις των λέξεων. Το Άνω θρώσκω απαρτίζεται από τριάντα εννέα μεγάλα ποιήματα, εκ των οποίων έξι είναι αποσπάσματα μιας ενότητας αφιερωμένης στον Νίκο Καζαντζάκη, ενώ ο τεσσαρακοστός τίτλος του βιβλίου μας παραπέμπει σε μια μεγάλη ενότητα από αποφθεγματικά, μικρά άτιτλα.

Από πού να ξεκινήσει κανείς; Το μότο «πόσοι θάνατοι ακόμη // για να συνεχίσω μια ζωή;» προβάλλει χαρακτηριστικό της προσωπικότητας του βιβλίου, ενώ η ποιήτρια ξεκινά μ’ ένα υπέροχο ποίημα που καταγγέλλει τα βάσανα ολόκληρου του κόσμου: «Δενδροστοιχίες κεντημένες μ’ άλγη // θρυμματισμένα άνθη αιμορραγούν // ηπείρους λέκιασαν… Ένοχοι όσοι πιστέψαμε // στα αφτιασίδωτα ψέματα // όσοι χαμογελάσαμε στους δήμιους // του ονείρου», μας λέει στην «Ματωμένη υδρόγειο», (σελ. 9).

Η φιλοσοφική διάθεση που καταδικάζει με πάθος τον θάνατο μιας βασανισμένης καθημερινής ζωής, διατρέχει όλες τις σελίδες του βιβλίου – «Άνθρωπε, καθημερινά ερήμους γεννάς // ξηρά στείρα μονοπάτια χαράζεις // επικίνδυνα δηλητήρια ανακαλύπτεις // σώματα νεκρά χαϊδεύεις», ξεκινούν λόγου χάρη πολύ χαρακτηριστικά οι στίχοι του ποιήματος «Ζεις» στη σελ. 26.

Θέση στην συλλογή της Νίνας Αλέξη κατέχει ακόμη και η νεολαία-θύμα της βίας και των ναρκωτικών – «Πόσους Αγγέλους δολοφονήσαμε // στο φως του πορφυρού απ’ αίμα ήλιου;… Σύριγγες, καρφωμένες στα σάπια // των αγγέλων κορμιά // τα πόδια πύον εκκρίνουν // παγιδευμένες οι ψυχές γύρω από νάρκες και ιαχές // που εμείς στήσαμε», μας λέει το ποίημα «Ανάπηροι άγγελοι», (σελ. 20).

Έτσι, ο θάνατος νοείται με διπλή σημασία: Είναι ο πνευματικός (της καθημερινότητάς μας και της άνωθεν επιβολής της από τις ποικίλες ηγεσίες) αφενός, και ο βιολογικός αφετέρου – την τελευταία λέξη όμως έχει να πει η ψυχή: «Η ψυχή ζητά ν’ απελευθερωθεί // από ένα σώμα δίχως πατρίδα // ορύεται, να πετάξει ζητά», κραυγάζει λόγου χάρη το ποίημα «Βίαιες σιωπές» (σελ. 16).

Αποκορύφωμα αυτής της ανάτασης αποτελεί το ποίημα «Άνω θρώσκω», αφιερωμένο στον ποιητή και κριτικό λογοτεχνίας Αντώνη Σκιαθά, από το οποίο έλκει τον τίτλο του και ολόκληρο το βιβλίο, και το οποίο γράφει «Άνω θρώσκω. // Δίχως περιττούς κομπασμούς, // λοξοδρομήματα // προχωρώ με το κεφάλι ψηλά // βιώ κι αγαπώ μ’ ανοιχτή καρδιά // θωρώ με τα μάτια της ψυχής // αφουγκράζομαι την ύψιστη αλήθεια μου // πιστεύω εις εαυτόν.» (Σελ. 35).

Εξάλλου μια άλλη μορφή της ίδιας ανάτασης συνιστά και ο έρωτας, ο οποίος, ανάμεσα στο δίπολο ζωή-θάνατος, διατρέχει το βιβλίο με την ίδια δύναμη και πάθος, εμφυσώντας πραγματική ζωή: «Κουπιά τα χέρια θα κάνω // μέχρι να φθάσω στη θέρμη σου // και τα μαλλιά // αγέρωχα, λευκά πανιά // θα κυματίζουν // μέχρι που οι ψυχές μας / ν’ ανταμώσουν» («Προσμονή», σελ. 64).

Σημαντικό μέρος του βιβλίου κατέχουν τα ποιήματα-αφιερώσεις σε προσωπικότητες κυρίως του λογοτεχνικού κόσμου, ενώ η τελευταία ενότητα, «Fragmenta ΙΙ», αποτελούμενη από σαράντα ένα μικρά άτιτλα, ολοκληρώνει, όχι μόνο τυπικά, αλλά και ουσιαστικά αυτήν την πλούσια ποιητική συλλογή της Νίνας Αλέξη. Χαρακτηριστικά, θα κλείσουμε αυτό το μικρό κριτικό μας σημείωμα παραθέτοντας ένα από αυτά (σελ. 71) – εξαιρετικά επίκαιρο: «Εγκυμονούσα σήμερα, η θάλασσα // αντί για ψάρια // τσαλακωμένα κουφάρια ξέβρασε. // Μαύρες δαντελωτές ακτές // ακουμπιστήρι ταλαίπωρων // ψυχών // μα τα παιδιά // αυτά, τι σας έφταιξαν;»

.

ΑΝΤΩΝΗΣ Δ. ΣΚΙΑΘΑΣ

Χώρος εκδ. Αλεξάνδρεια Μάρτ. 2019

13 Μαρτίου του 2019 σήμερα, συναντιόμαστε για να τιμήσουμε την ποίηση της Νίνας Αλέξη. Μια μέρα που σημειολογικά είναι φορτισμένη από δύο γενέθλιες μέρες. Η πρώτη είναι η 13η Μαρτίου του 1900 που γεννήθηκε ο Γιώργος Σεφέρης και η δεύτερη είναι η 12η Μαρτίου του 1938 που γεννήθηκε ο Μάνος Ελευθερίου. Είναι λοιπόν εξαιρετικά σημαντικό που η Νίνα Αλέξη, ευρυμαθής και γνώστης της Ελληνικής Ιστορίας, διάλεξε έστω και ακούσια να μας καλέσει σε αυτή τη γενέθλια στιγμή για την ποιητική της συλλογή, «Άνω θρώσκω». Είδα πριν από λίγο –γιατί κι εγώ τώρα το πήρα το βιβλίο – το είχα σε ηλεκτρονική μορφή – ότι το ποίημα Άνω θρώσκω της συλλογής, είναι αφιερωμένο σε μένα. Την ευχαριστώ πάρα πολύ, με εξέπληξε πραγματικά, είναι σημαντικό να μας τιμά η ποίηση με αυτό τον τρόπο.
Σε αυτή την δεύτερη ποιητική της οδοιπορία συνεχίζει με αφετηρία την προηγούμενη, την αναζήτηση των εσωτερικών σχέσεων που ορίζει το φως της ψυχής σε όσα ο νους μπορεί να δημιουργήσει, μπορεί να δομήσει ως βίο για τα μικρά και τα μεγάλα της βιοτής στο σύμπαν των ανθρώπων, αναζητά δηλαδή σε δεύτερο και τρίτο επίπεδο σε κάθε ποιητική της σύνθεση, τους κώδικες των λέξεων που μπορούν να μυθοποιήσουν το ποιητικό τους έρεισμα. Γνωρίζει αρκετά καλά τις ατραπούς που η ελληνική γλώσσα γιγαντώνει τον τρόπο της ύπαρξής της.
Πρόβες Θανάτου
Μαθαίνουμε να πεθαίνουμε
δίχως ελπίδα για τ’ αύριο
χωρίς προσευχές στο προσκεφάλι
χάδι στεγνό, δίχως φιλί
πρόβες θανάτου κάνουμε
πέφτουμε από ψηλά
δίχως δίχτυ ασφαλείας
ανακυκλώνουμε τη μοναξιά μας
τα τετριμμένα μας βράδια
τα σημάδια του έρωτα
και των πληγών πληγές
που δεν θα πάψουμε να ξύνουμε.
Αθήνα 2017

Χαμηλόφωνα λοιπόν δημιουργεί και καταθέτει ποιήματα και ποίηση που αφενός είναι επίκαιρη κι αφετέρου εντάσσεται στη σύγχρονη ελληνική παραγωγή με τους δημιουργούς που παρουσιάστηκαν κατά την τελευταία δεκαετία στα Ελληνικά Γράμματα. Τα τελευταία χρόνια γίνεται λόγος γενικότερα για την γυναικεία τάση στη λογοτεχνία.
Τι μπορεί να σημαίνει γυναικεία ποίηση; Με ποιά ιστορικά και κυρίως κοινωνιολογικά κριτήρια μπορούμε να την ξεχωρίσουμε από την «ανδρική ποίηση»; Έχω καταθέσει αρκετές φορές σε κείμενά μου ότι δεν συμφωνώ με τον όρο «γυναίκεία ποίηση» καθώς ούτε κειμενικά μα ούτε και κοινωνιολογικά μπορεί να υποστηριχθεί κάτι τέτοιο. Σε αυτή, τη δεύτερη ποιητική προσπάθεια της Νίνας Αλέξη υπάρχουν όλα εκείνα που δομούν μια κατάθεση για τη μνήμη των δικών της αναζητήσεων μα και των συναισθημάτων της που δεν μένουν στον κόσμο μιας προσωπικής αφήγησης αλλά με εύληπτο τρόπο περνούν μέσω της αναγκαίας εικονοποιητικής πρόθεσης στα ουσιαστικά της ανάλυσης.
Η διάθεση της ποιητικής της εξιστόρησης επιλέγει τον τρόπο της μακροσκελούς αφήγησης και κυριαρχούν οι περιγραφές των τοπίων της ψυχής σε όποιες φόρμες της μνήμης που αφήνουν τα ταξίδια μα και οι βραχύβιες καταθέσεις μέσα από μια μικρή ολιγόστιχη ποιητική φόρμα.
«Οι σιωπές μας
ουρλιαχτά
στο σύμπαν
που κωφό δεν είναι.»
ή
«Ένα ανάπηρο λιονράρι
έπαιζε με τη σκέψη μου.
Όρνια μάτωναν τα σύννεφα.»
ή
« Ή Εγκυμονούσα σήμερα, η θάλασσα
αντί για ψάρια
τσαλακωμένα κουφάρια
ξέβρασε.
Μαύρες δανταλωτές ακτές
ακουμπιστήρι ταλαίπωρων
Ψυχών
μα τα παιδιά
αυτά, τι σας έφταιξαν;»

Σε αυτό το μέρος του παρόντος βιβλίου, η Αλέξη δημιουργεί, με λέξεις μικρές αλλά στιβαρές ξερολιθιές που περνούν την όποια μορφολογία. Τα ποιήματά της που ακολουθούν το σώμα μπορούν να είναι ταυτόχρονα ερωτικά με την έννοια, του άκρως μυθοπλαστικού ευρήματος με τη σάρκα αλλά και να περιγράφουν το σώμα στην πτώση του με τον τρόπο που έπραξαν και οι μπιτ ποιητές στην Αμερική, κυρίως στα μέσα του 20ου αιώνα. Ξέρει όμως και για τη θλίψη που δημιουργεί ο χρόνος ως ηλικία μα και για τους πανηγυρισμούς της σάρκας που περιγράφει η ενότητα. Τόσο τα μεγαλόσχημα ποιήματα όσο και τα ολιγόστιχα συνομιλούν με όλους τους τρόπους με το θάνατο, περιγράφοντας όχι την απώλεια ως ορίζει η υπάρξή του μα το βίαιο της ήττας του.
Με ένα φιλοσοφικό κι ουσιαστικό κώδικα δημιουργεί στις ποιητικές αφηγήσεις όλα εκείνα που οριοθετούν τη συνέχεια της γλώσσας με λέξεις και φράσεις που περιγράφουν τον τρόπο της μετάγγισης στο κείμενο αξιών για το πως και το γιατί των λέξεων.
Με αυτή την ποιητική συλλογή η Νίνα Αλέξη εγγράφεται στο περιβάλλον στο οποίο θα πράξει και θα δημιουργήσει την ποίησή της. Θα κλείσω αυτή την μικρή αναφορά μου με ένα ποίημα που το θεωρώ εξαιρετικό. Ένα ποίημα που αναγράφεται «Στον ποταμό Chao Phraya».
Στον ποταμό Chao Phraya
Ασημί ποταμόψαρα
στο ρυθμό τού καυτού αέρα
χορεύουν.
Μολυβένια σύννεφα
απειλητικά κρεμάστηκαν
σ’ αόρατες κλωστές
ανυπεράσπιστα πλοιάρια
παιχνιδιάρικες βαρκούλες
συνωστίζονται.
Το ποτάμι στις λάσπες ντυμένο
ήρεμο,ακολουθεί την πορεία
των πνευμάτων.
Στις όχθες του Chao Phraya
ναοί, τη γαλήνη σφραγίζουν
ένα δάκρυ πέφτει αργά.
Στη βάρκα η τσαλακωμένη γριά
μυριοχαρακωμένο πρόσωπο
μακριά μαλλιά
ξεφούσκωτα μάγουλα
δυο – τρία δόντια για στολίδια
ντουσέν χαμόγελο φορά.
Ο δυτικός, φορώντας βερμούδα
κι ακριβά γυαλιά
καυχιέται βροντερά
που την τιμή, τής έρριξε
στον καθισμένο
σε στάση λωτού, ξύλινο βούδα.
Mπανγκόκ 2001

.

ΚΩΣΤΑΣ ΣΤΟΦΟΡΟΣ

Δρόμος της Αριστεράς 10.11. 2020

Δεν ξέρω αν η ποίηση είναι φάρμακο, όμως νομίζω σε καιρούς σαν κι αυτούς που ζούμε είναι όπλο και καταφύγιο. Κανένας στίχος δεν «ανατρέπει καθεστώτα», αλλά με τη δύναμή του μπορεί να ανατρέψει τις βεβαιότητες που κουβαλάμε, να ανοίξει ρωγμές για να μπει το φως. Να μας αλλάξει ώστε να αλλάξουμε τον κόσμο…
Η συλλογή της Νίνας Αλέξη «Άνω θρώσκω» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια, είναι ένα βιβλίο που ανατρέπει αυτό που έλεγε ο Μπρεχτ για τους «ποιητές που σωπαίνουν». Διότι –πέρα από τις πολλές αρετές και τον πλούτο των συναισθημάτων που μοιράζεται μαζί μας η σημαντική συγγραφέας και ποιήτρια– η ποίησή της δεν στέκει ουδέτερη απέναντι στα πράγματα και «παίρνει θέση», χωρίς να θυσιάζει την τέχνη για τη «στράτευση».
Ανοίγει μια γέφυρα επικοινωνίας με τον αναγνώστη και σχολιάζει με ποιητικό τρόπο τόπους και γεγονότα, μη διστάζοντας να βουτήξει και στα νερά της επικαιρότητας…
Κάθε σελίδα σε καλεί και σε ένα καινούργιο ταξίδι, όπως αυτό με τον «Νίκο Καζαντζάκη στην Άπω Ανατολή», ενώ θεωρώ από τις κορυφαίες στιγμές τα σύντομα στιχουργήματα που με τον τίτλο «Fragmenta II» κλείνουν το βιβλίο.

.

ΑΝΙΝ ΙΞΕΛΑ
ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ι. ΚΑΡΑΜΒΑΛΗΣ

ΚΟΡΑΛΛΙ Τ. 19-20

Μικρό ιχνηλατικό οδοιπορικό στο ποιητικό σώμα και αίμα της Νίνας Αλέξη
«Καιρός να πέσουν οι μάσκες
να λάμψει η ψυχή μας!»

Η ποιήτρια Νίνα Αλέξη με την πρώτη της ποιητική κατάθεση σηματοδοτεί ένα καινούργιο προσωπικό ύφος και ήθος στη σύγχρονη ποίηση μ’ ένα σφιχτοδεμένο corpus το οποίο αποτελείται από ποιήματα που καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα από πλευράς γραφής δεδομένου ότι ασχολείται με την Ποίηση από πολύ μικρή ηλικία – μικρή μαθήτρια και μάλιστα ένα από τα πρώτα της σκιρτήματα περιλαμβάνεται στην ενότητα FRAGMENTA – της ποιητικής συλλογής που παρουσιάζεται σήμερα ενώπιόν σας μέχρι και πολύ πρόσφατα ποιήματα. Επομένως η «ΑΝΙΝ ΙΞΕΛΑ» σηματοδοτεί μιαν αξονική τομογραφία διαφορετικών δεκαετιών συγγραφής που όμως παρουσιάζει μιάν ενότητα συμπυκνωτική, με αρμοδεσία και εσωτερική διείσδυση στα «ένδον» της προσωπικότητας της ποιήτριας, παράλληλα όμως, είναι κι ένα συναξάρι διαφορετικών οπτικών θεάσεων των δρώντων και των δρωμένων, που νυχτοήμερα «παλεύει να βρει την Αλήθεια», «μηδενίζοντας το χρόνο» σε πεδία βολής που αναζητούν την Αγάπη, μέσα από σπαράγματα ψυχής και αιμάσσουσες καταγραφές και επισημάνσεις οριακές όπου δοκιμάζεται ο άνθρωπος «ανάμεσα σε δίστιχα λύπης, κουφάρια κι ερείπια ψυχών» με τις αντοχές του μέσα σ’ ένα ορυχείο μνήμης και σ’ ένα διαρκές ναρκοπέδιο πόνου που γίνεται λύτρωση και αποκάλυψη μέσα στη μοναξιά και την απογύμνωση:
«…όνειρα ζωντανά, ατελεύτητα συντροφεύουν
τις άδειες βαριές νύχτες που εσύ θα’σαι απών…»
Εδώ η ποίηση σηματοδοτεί την παρουσία της απουσίας, το μιλητικό νερό της σιωπής, το άλλο στο δια–μέτρημα του ανθρώπου. Η Νίνα Αλέξη, μ’ έναν πλούσιο εσωτερικό εξοπλισμό, μεταλαμπαδεύει τα φορτία της ψυχής της με στίχους που μιλούν κατ’ ευθείαν δίχως διαμεσολαβήσεις στον αναγνώστη. Η ποιητική της γραφίδα είναι ανεπιτήδευτη και διάφανη μ’ έναν προσωπικό εξομολογητικό τόνο, με πλούσιο λεξιλόγιο κι έντονη παραστατικότητα κι ακόμη με ίσες δόσεις ρομαντισμού και ρεαλισμού προβαίνει σε σύντομες σκιαγραφήσεις και συνακόλουθες αποτιμήσεις μεταδίδοντάς μας κάτι από τις δικές της αισθήσεις αλλά και της διατήρησης του «είναι» της μέσα σ’ έναν κατακερματισμένο εν πολλοίς χωροχρόνο προτείνοντάς μας θαρραλέα έναν καινούργιο τρόπο και στάση ζωής, ή αλλοιώς, πιο σύντομα, «τα λόγια των πράξεων», μέσα από το ποιητικό της σώμα και αίμα, μιαν «αλλοιώς ωραία» κατά που θα’λεγε ο Ελύτης προσέγγιση του κόσμου, μέσα από τόσα μέτωπα όπου αθώοι και ένοχοι θα κληθούν να ξαναμπούν στη ζυγαριά:
«Η μάχη δεν κρίθηκε. Ποιός θα επικρατήσει;
Θύτης και θύμα στον ίδιο παρανομαστή
Κι εσύ ξεσπάς:
Πόσους σταυρούς η ψυχή να κουβαλήσει ακόμη;».
Η Νίνα Αλέξη μάχεται για την ομορφιά και την αλήθεια και οι στίχοι της κινούνται ανάμεσα στην ποίηση και τη φιλοσοφία με λεπτότητα, ευαισθησία και ανθρωπιά αλλα και με υψηλή συνείδηση του χρέους και της ΕΥΘΥΝΗΣ. Είναι ένας παγκόσμιος πολίτης με απαρασάλευτη «φλόγα ψυχής και αγάπης» και οι στίχοι της εκφράζουν πανανθρώπινα μηνύματα με πλαστικότητα και ευελιξία, και με την απλότητα της μεγαλοσύνης.
Περπατά με τα δικά της πόδια, εξωτερικεύοντας τις μύχιες ενδοσκοπήσεις της με θάρρος και παρρησία με πηγαία γνησιότητα και με λυρικές διαχύσεις, με τόσο πόνο και αίμα ψυχής, «Στα χρόνια της ξηρασίας», στα χρόνια της δοκιμασίας και των κάθε λογής μεταλλάξεων και η ποίησή της σηματοδοτεί μιαν αντίσταση και μία κραυγή συμπαράστασης στους πονεμένους και τους αδικημένους όπου γης μια και όπως γράφει χαρακτηριστικά:
«Στα χρόνια της Ξηρασίας η Ανθρωπιά ορφάνεψε,
Η Αγάπη άδοξα πνίγηκε στο βυθό της μνήμης…»
Η ποιήτρια Νίνα Αλέξη έχει χρηματίσει εκτός των άλλων, ηθοποιός και θέτει επί σκηνής αρκετά ποιήματά της που ενέχουν θεατρικότητα μοναδική (ευλογημένο δάνειο της τέχνης) που είναι εντός και αδιαιρέτως.
Πρόκειται για αληθινή ποίηση, παντός καιρού «διά πονούντας και θλιβομένας», μια παραμυθητική – παρηγορητική λίαν -ενδοσκόπηση και ομφαλοσκόπησε στο βάθος της αρχέγονης πορείας του Ανθρώπου, εκεί όπου ο Μύθος και η Ιστορία συγκοινωνούν και συλ-λειτουργούν με οικουμενικά μηνύματα «παιδικές μνήμες αιώνων» καθώς γράφει χαρακτηριστικά που ενώνει το παρελθόν με το παρόν σ’ ένα τεντωμένο σκοινί που τρίζει επικίνδυνα μια και «ο ομφάλιος λώρος κόπηκε, στης μάνας την κραυγή, τον αναστεναγμό». Τόσα και τόσα βιώματα και μνήμες ανατέμνει η ποιήτρια μ’έναν μοναδικό εστιακό χώρο προσέγγισης, που κάποτε φτάνει στην ελεγειακή καταγραφή και αποτύπωση της εσωτερικής συντριβής και της απογύμνωσης του ανθρώπου κι άλλοτε πάλι ο γνήσια ερωτικός της λόγος μάς οδηγεί στο γνήσιο λυτρωτικό πάθος που επιζητεί «την των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν με των αισθητήρων την καρδιά» που μετρά αλλοιώς τα μήκη και τα πλάτη τούτης της ζωής, τούτης της περιπέτειας της ύπαρξης:
«Είναι τόση η Αγάπη μου για σένα
που έχω ήδη γράψει τον επίλογό μας»!
Στίχος κυματιστός, ευέλικτος, λακωνικός που δεν χάνει σε τίποτα τα λυρικά του φορτία και το περίεργο είναι πως στους στίχους της ποιήτριας ξεχειμωνιάζουν τόοο η οργή και η αγανάκτηση, όσο και η συμπόνια και η ανθρωπιά,με ποικίλες αποχρώσεις και παραλλαγές, η πλούσια συναισθηματική φόρτιση αλλά και η καρτερία και η συγνώμη κι όλα αυτά σ’ εναλλασσόμενα φορτία ψυχικών αντιδράσεων που «τους χτύπους της καρδιάς σφυροκοπεί», κι άλλοτε πάλι, γαλήνια και ήρεμη, σταματά το χρόνο στην αναπνοή που μοιράστηκε με το αγαπημένο πρόσωπο, στη μνήμη που μετάγγισε ο πόθος στο «Ένα φιλί, μόνο Ένα, όχι οποιοδήποτε, αυτό» που ξαναφτιάχνει την αληθινή ιστορία του κόσμου, που ανοίγει τα ροδοπέταλα και που «εκστατικά ακροβατεί» κι ανθοβολεί τις νύχτες που μοσχοβολούν τα κορμιά των ερωτευμένων. Εκείνο που επίσης παρατηρούμε είναι πως η ποιήτρια Νίνα Αλέξη, ακόμη και στα πιο γνήσια ερωτικά της ποιήματα, φιλοσοφεί σταματώντας το χρόνο και καταγράφει χωρόχρονες στιγμές αγρύπνιας, αγώνα αλλά και αγωνία για το επέκεινα, για την επιστροφή μετά την μετοικεσία, για την υπέρβαση των στιγμών:
«…ό,τι το μυαλό σκεφτεί
γίνεται δια μαγείας πραγματικότητα».
Η φωνή της γίνεται κραυγή και μαρτυρία, που «Ζητά ΔΙΚΑΙΩΣΗ κι όχι εκδίκηση», πανανθρώπινο μήνυμα κι η «καρδιά» της για φλόγα ελευθερίας, ενώ σε άλλα σημεία προσλαμβάνει τον χαρακτήρα μιας καταγγελίας κι όχι απλής διαπιστωτικής κατάθεσης, που οσφραίνεται την θλίψη, τον πόνο, την αδικία αποφεύγοντας την εκζήτηση, μ’ έναν τρόπο μοναδικό, πηγαίο, αφτιασίδωτο γι’ αυτό και ο αναγνώστης αισθάνεται να τον διαπερνά ένα γνήσιο συγκινησιακό ρίγος και συμ-μετέχει στα δρώμενα αλλά και κάτι ακόμη, διαβάζοντας τους στίχους της Νίνας Αλέξη, κοινωνήσαμε της αληθινής ποίησης και νιώσαμε πιότερο τον ορισμό της ποίησης που έδωσε ο Έντγκαρ Άλαν Πόε, δηλαδή της «ρυθμικής λειτουργίας της ομορφιάς»!
Πράγματι, ο εσωτερικός ρυθμός και το μέτρο σηματοδοτούν τον απόλυτα προσωπικό χώρο της ποιήτριας αλλά και το ευρύτατο φάσμα θέσεων και απόψεων και προπαντός το «αίμα ψυχής» της συντελούν στην λάμψη και την στιλπνότητα της ποιητικής της. Είναι η έκφραση του ολοκληρωμένου ποιητικού βιώματος αλλά και η πλούσια συνθετική της ικανότητα, η συχνότατα ευρηματική διατύπωση και οι λεπτααίσθητοι κραδασμοί του ειδικού βάρους των λέξεων, κι όλο αυτό το πολύτιμο κράμα των μεταλλευμάτων και των συνακόλουθων αξιών στο χρηματιστήριο της ψυχής μάς δίνουν ένα σφύζον ποιητικό κείμενο μέσα από το οποίο καθρεφτίζεται η αγωνία του σύγχρονου ανθρώπου, η μαρτυρία, το «ζέον πάθος» της δημιουργού, ως «ανεκλάλητο αίτημα», ως σονάτα «στροβιλιζόμενη νοσταλγικά στις σκέψεις μας», κι άλλοτε πάλι ως κιβωτός ευθύνης και χρέους αείρροου.
Ο αναγνώστης της συλλογής «ΑΝΙΝ ΙΞΕΛΑ» θα βιώσει τις παράπλευρες ευρέσεις και απώλειες, θα ταξιδέψει ως τα κατάβαθα της οδύνης, θα περιπλανηθεί «στους χωμάτινους δρόμους βομβαρδισμένων πόλεων» θα φιλοσοφήσει και θ’ αναρωτηθεί
«Για πόσους τ’ απόρθητα τείχη
φυλακή τους θα γίνουν;»
Κι ακόμη, θα νοιώσει βαθύτερα Τους στίχους του Οδυσσέα Ελύτη:
«Πιάσε το ΠΡΕΠΕΙ από το ιώτα
Και γδάρε το ίσαμε το πι»!
Ευχαριστούμε την ποιήτρια Νίνα Αλέξη για την Πυξίδα και την Πίστη, το Βίωμα και την Συγκίνηση που μας χάρισε αφειδώλευτα με την ποιητική συλλογή της ΑΝΙΝ ΙΞΕΛΑ:
«Τα μήλα μύριζαν βανίλια.
Ξύπνησα μα δεν τα βρήκα!
Βρήκα μόνο τις σάρκες μου
στο λευκό μαρμάρινο πάτωμα.»!

.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ

Περιοδικό «Κέφαλος» τ. 5

Μια «έρπουσα» ποιητική «ζώσα γλώσσα» αυτή της Νίνας Αλέξη – αυτή της «θαρρεμένης καρδιάς», δίνει στην ποιήτρια την ευκαρία να μας φανερώσει μια μυστικιστική. Χωρίς να στερεί το ποιητικό «τοπίο» από διαύγεια και φως – αντίθετα το κάνει να λάμπει – φτάνει για να ντύσει μ’ ένα πέπλο μαγείας τα απλά και τόσο σημαντικά.
Αυτά τα τόσο χιλιοειπωμένα, αλλά και τόσο μοναδικά, εκείνα που ανοίγουν με μια μόνη φράση, κάποτε και μια μόνη λέξη, το μυστηριώδη κόσμο της ανθρώπινης μοίρας, του πυρπολημένου κόσμου του Έρωτα. Ευσύνοπτη σχετικά η ποιητική κατάθεση της Αλέξη, με μια ασυνήθιστη φόρμα ακόμα και στα μεγαλύτερα ποιήματά της, μας χαρίζει «δόσεις χαράς και αχνό φως ζωής» μέσα από αυτές τις έκτακτες, μοναδικές «μινιατούρες λυρισμού ή και δραμάτων», ας τα χαρακτηρίσουμε έτσι αυτά τα «ταχυ-δακτυλουργήματά της» αυτές της ενδυναμωμένης από πάθος ζωής φωνές – ηλεκτρόδια που μας δίνουν «λελυμένο» το ποιητικό αίνιγμα…
«…Ηλεκτρόδια στης μοιρασιάς τα συναισθήματα
θλίψης, αισιοδοξίας, ευτυχίας, απογοήτευσης
πόνου και λύτρωσης
αποφορτίζουν τις εντάσεις, αφομοιώνονται
μια στο μαύρο, μια στο λευκό ουράνιο τόξο σου…».
Γραφή – κραυγή κάθε μινιατούρα ποιητική ομιλία. Ωδίνες και ωδές χαράς, του ανθώπινου βίου καταγράφει η εμπνευσμένη της ποιητική κατάθεση. Αλλά και κράμα γνωμικού, φιλοσοφικού και λογοτεχνικού άριστου λόγου με ζωοποιές ρίζες μια σειράς, μιας σειράς θαλλόντων δένδρων:
«…Παλεύω για την αξιοπρέπεια που ζητά να εγκαταλείψει…» .
«…Για σένα που πίστεψα αποφόρι τα μόρια των λέξεών σου,
μιας θεμελείωδους ιδέας…»
(«Ωδίνες βίου» αφιερωμένο στον αείμνηστο Δημήτρη Ποταμίτη.)
Λόγος υψηλός στις συλλήψεις του, που ξαφνιάζει πάντα ευχάριστα, συνομήλικος με τον κόσμο και την ομορφιά του, την ομορφιά των μεγάλων ιδεών που κάποτε ατύχησαν. Γραφή-κραυγή, που μας λέγει πως «άνευ αγώνος και θλίψεως» δεν αποκτάται και δεν γίνεται καλύτερος ο κόσμος:
«…Να ελευθερωθείς και να ελευθερώσεις
σκλάβους και σοφούς,
αμαρτωλούς και ντροπιασμένους
που δεν βρήκαν το σθένος μήτε το το θάρρος
μήτε κανένα φωτοστέφανο…».
Είναι οι μοιραίοι; Οι άβουλοι; Οι παραιτημένοι; Οι αδικημένοι;Οι «εν απογνώσει» στα τεφτέρια γεγραμμένοι μιας ιστορίας που δεν είναι πάντα δίκαιη; Σε προτρέπει ως ελεύθερος εσύ, να ελευθερώσεις αυτούς που δεν ήθελαν ή δεν μπόρεσαν να σταθούν όρθιοι. Να δικαιωθούν. Σ’ αυτή την ελέγχουσα και μαζί εκπλήσουσα ώριμη ποιητική δουλειά της, συναντώνται η γενναιότητα του οραματιστή αλλά και του αμετανόητου ρομαντικού, σε ώρες πάντα περισυλλογής και αυτοπροσδιορισμού της ανθρώπινης ταυτότητας, μετά από ένα κοπιώδες «ένδον σκάπτε».
Δεν απομονώνεται στο ενδιαίτημά της, σε μια στείρα απελπισμένη αυτοάμυνα υπαρξιακού αυτοεγκλεισμού, αλλά οδηγεί την πυρωμένη σκέψη της ως μια απλή μάνα του κόσμου, εκεί που το επιβάλει ένα «καθήκον ευσεβείας», λες, κοντά στον ΄Ανθρωπο και στο αεί περιφρονημένο ορθό ανθρώπινο αίτημα: «Αγάπη όλων, για όλα!…». Λέει στη «Μετάλλαξις»:
«…Κι εγώ επιμένω ακόμη να εξωραϊζω
την εικόνα σου, Άνθρωπε,
μεσ’ από τις δαιδαλώδεις έλικες του εγκεφάλου,
όπου δρόμο ανοίγω στα βαθύσκιωτα δάση σου…».
Ενώ στα «Χρόνια της ξηρασίας», απέναντι στην αδιάκοπη κατεδάφιση των ανθρώπινων αξιών, αναμετράται με σθένος με το ταραγμένο αίσθημα της ήττας:
«…Στα σκοτάδια, σαν Ατρείδες, τα κομμάτια σου,
Άνθρωπε, παλεύουν ν’ απαγκιστρωθούν
απ’ του Πολιτισμού το δολερό δίχτυ.
Η μάχη δεν κρίθηκε. Ποιος θα επικρατήσει;
Θύτης και θύτμα στον ίδιο παρανομαστή
κι εσύ ξεσπάς:
«Πόσους σταυρούς η ψυχή να κουβαλήσει, ακόμη;»
Η πλάτη λύγισε, κουρέλι το υποσεινείδητο,
το άδηλο τέλος υπομειδιώντας προσμένει».
Ύστερα η ποίησή της ως εραστής νους, ταχυπόδαρο ελάφι, θα απομακρυνθεί απ’ το δρόμο που τον ορίζουν οι φροντίδες, οι ιδέες και τα πάθη του κόσμου, θα θυμηθεί αυτή την αέναη νοσταλγία, την πρώτη παραδείσια την αδαμική και την πρωτοφανή γνώρα την πύρινη, της μεγάλης αγκαλιάς. Του Έρωτα. Στίχοι απίστευτα λυρικοί, με το άπληστο το τρυφερό στόμα της νόησης της καρδιάς, της ακαριαίας «έλλαμψης» κι άλλοτε ως ηδύ φιλί νύμφης αποθέτουσα, τη σφραγίδα αυτής της καρδιάς, για να συνεχιστεί και να βρίσκεται πάντα στα ανθρώπινα χείλη, ο άριστος οίνος της Αγάπης.
«…Γονάτισα, τρυφερά τ’ άγγιξα, τη ζέστη της υφής
Κι έκπληκτη τη γαλήνη σου ένοιωσα,
σου χάϊδεψα το κεφάλι και ψιθύρισα:
«Θα επιστρέψω…».
Αυτός ο Έρωτας, δεν είναι «πάθος και πόθος ψυχής σχολάζουσας». Δεν είναι μια ιστορία πλήξης. Πόνου. Δεν είναι απλά το «ηδύ» της απόλαυσης του ερωτευμένου σώματος. Αλλά ο υπερούσιος ήχος μιας λέξης που προσεγγίζεται, απ΄τις καρδιές ως το τραγούδι, που με τόση μαστοριά δίνει η Αλέξη και τόσο φανατική προσήλωση στην ανάγκη να πάρει αυτή η λέξη ένα ανθύπαρκτο νόημα. Μια δική της ολοκληρωμένη ζωή:
«…Αν ήσουν αληθινός, αν είσαι πράγματι δικός μου,
σε μια άλλη διάσταση θα σε ξαναβρώ
‘κει που τα χιόνια είν’ θαλασσί, οι αγάπες
δεν ξεψυχούν, δεν λυγούν στις θύελλες, στο σκοτάδι».
Ποίηση ερωτική, λοιπόν, απάγκειας, ενλίμενης ψυχής, υμνητική, της αξεπέραστης ομορφιάς της ζωής, της αγάπης, ποίηση που μας χαρίζει πλουσιοπάροχα την ηγεμονική απόλαυση των στιγμών της. Υμνητική μιας εύστοχης μοίρας που έταξε τον Ποιητή συνταξιδευτή μας σε δρόμους αξεπέραστης έντασης και εσωτερικής ενόρασης. Σε ένα υπέροχο ταξίδι «εν στάσει ψυχής». Μια ποίηση της Νίνας Αλέξη που δεν έχει την ηλικία της παρακμής, αυτή η « σήμερον ποίηση», της πλήξης και της ζοφερής ερημίας, της ακατανόητης εν πολλοίς διάχυσης υπαρξιακών προσωπικών αισθημάτων και ιδεών, αλλά το ρεαλιστικό αχαλίνωτο κι ατιθάσσευτο ρεύμα του ψυχικού εκείνου αυθμορμητισμού, που διαρκώς αναρωτιέται για τη σταθερότητα του επόμενου ανθρώπινου βήματος στο Επέκεινα. Θυμίζοντας την αναγκαιότητα του ποιητή, που μόνο με τη δύναμη του λόγου, στέκεται αδιάκοπα κυρίαρχος της ζωής. Γιατί, δίχως το άγκιστρο των αιχμηρών λέξεών του, δεν θα είχε αλλιευτεί η ωραιότητα, αλλά και το πραγματικό νόημα της ζωής:
«…Πόσες ήττες; Πόσα καλωσόρισες;
Όταν η νύχτα έπεφτε, στ’ αστέρια σε ταξίδευε,
σε κόσμους χάρτινους μα τόσο αληθινούς.
Αυτός που σου έμαθε πως είναι ν’ αγαπάς,
Αυτός
Που έλεγε πως είσαι ο Φάρος
της Ωκεάνιας Ψυχής του,
ο Άγγελός του, «Ανίν Ιξελά».
Σε πόσα άραγε αισθήματα, ψυχές, φιλιώματα και πόνους, σε τι εύρος αλήθειας, μπαίνουν τα ερωτηματικά του «Ανίν Ιξελά»;
Μια κατασταλαγμένη φιλοσοφία, δια της καλλιγραφούσης χειρός της ποιήσεως, της φίλης ποιήτριας. Μιας ποίησης στην οποία «θεοποιείται» η λέξη (θαύμα η δύναμή της, θαύμα η γέννησή της). Λέξεις γνωστές ομολογουμένως, αλλά με ξαναδοσμένο το νόημά τους, χάρη στην αναγεννητική, λεκτική και αναπλαστική ικανότητα που έχει η δημιουργός της οποίας παρουσιάζουμε σήμερα το έξοχο αυτό βιβλίο.
«…Πόσες ακόμη ψυχές θ’ ακρωτηριάζονται
στους χωμάτινους δρόμους
βομβαρδισμένων πόλεων
π’ άρωμα θανάτου σκορπούν,
μπαρούτι κι αίμα αναδύουν;
Για πόσους τ’ απόρθητα τείχη
φυλακή τους θα γίνουν;…»»
Η ποίησή της γυμνώνει τα γεγονότα. Χλευάζει ή αποθεώνει αξίες. Αναθεωρεί τα πάντα, κάνοντας τη μικρή της επανάσταση. Δείχνει την ψυχή της στον κόσμο. Αναζητά την Αλήθεια. Το «αίμα ψυχής» το πάθος που είναι το κύριο συστατικό της «ζώσας» ύλης. Μιας ύλης που κινείται ανάμεσα στη σύνθεση και τη διάλυση και μέσα στον άπειρο χρόνο. «Στιγμές γραφής» που έχουν την ακεραιότητα της ποιητικής ευθύνης, όπως οι στίχοι παραπάνω. Αποθεώνεται εδώ ο αγώνας του φυλακωμένου πνεύματος για την ηρωϊκή έξοδο στο φως. Κι εδώ βροχή τα ερωτήματα, το ανησυχούν πνεύμα για τον αιμάτινο κύκλο της ζωής, όπου το άρωμα θανάτου ακραγγίζει τις ακρωτηριασμένες ψυχές, στις βομβαρδισμένες πόλεις, την άδικη μοίρα των εν πολλοίς ανεπαισθήτως ηθελημένα ή επιβεβλημένα φυλακισμένων εντός των απόρθητων τειχών.
Μεγάλος πόνος κι όχι δυστυχώς περαστικός, αυτός της περιπέτειας του ανθρώπου, σε ένα πλανήτη στον οποίο βασιλεύει το άδικο. Η αιματοχυσία. Η δυστυχία. Αυτή η στεγνή πολιτεία των Ανθρώπων, αυτόν τον αχρωμάτιστο κόσμο που φορά την μάσκα της Οδύνης και σερβίρει τον «ηδύ θάνατό» της σε κρυσταλλένια ποτήρια, σ’ ένα «ορφανό τοπίο ανθρωπιάς» θα σταθεί πολλές φορές στο ταξίδι της με την αλήθεια του κόσμου και τον ξαναϊδωμό της, η ποιήτρια. Γιατί τον Άνθρωπο αυτόν καταφέρνει ή μάλλον έχει το προνόμιο να τον πνευματοποιεί, να τον εξιδανικεύει, σκίζοντας μεθοδικά, αλλά και με χέρι αγάπης προτεταμένο σε χάδι, τον μανδύα της ψυχής του ψαύοντας στο εσωτερικό της.
Μια ακόμα αναφορά στα μικρά «ελάχιστα» -σε έκταση – ποιήματά της, αυτές τις τετράστιχες ή δίστιχες αποφθευγματικές –επιγραμματικές, λυρικές μινιατούρες, που έχουν μέσα τους, τα άφθονα στοιχεία της ποιητικής δομής, όπως την οικονομία του ύφους και του λόγου, την εικονοπλασία, την έξαρση και τον τονισμό της λεπτομέρειας, τις δεσπόζουσες θυμικές τονικότητες, την ευστοχία των λέξεων, των φράσεων:
Α
«Τα μήλα μύριζαν βανίλια.
Ξύπνησα μα δεν τα βρήκα.
Βρήκα μόνο τις σάρκες μου
Στο λευκό μαρμάρινο πάτωμα>»

Β
«Το αόρατο πανί της ύπαρξής μου
Βρίθει ονείρων.
Στη μνήμη ζητά να καταγραφεί.»
Γ’
«Θελω να πεθάνω το δικό μου θάνατο,
τη δική μου ζωή να ζήσω,
τα δικά μου λάθη να πληρώσω.»
Γνωμικός στοχασμός –ένα πολύ δύσκολο είδος πεζής ή στιχουργικής δημιουργίας – ψήγματα ηθικής φιλοσοφίας, συμπυκνωμένου κεφαλαιωμένου λόγου, σπινθήρων πυρός. Της λογοτεχνικής και φιλοσοφικής σύζευξης ή συμπόσιο στοχασμού λόγου-ποίησης, που δεν είναι τίποτα άλλο, παρά όλοι οι άνθρωποι μέσα σε μια γνώμη. Είναι ακόμη, η πολυδιάστατη εποπτεία του κόσμου, η διεισδυτικότητα στον κεντρικό πυρήνα των προβλημάτων, η αποτίμηση των παλιών, η χειραγώγηση στην ενδοσκόπηση και αυτογνωσία, γύμνασμα αλλά και δοκιμασία του πνεύματος. Ένα «οδοιπορικό της εσωτερικότητας» τέλος, μα ταυτόχρονα κι ένα «χρονικό επικοινωνίας», με τον συνάνθρωπο, όπως λέει, κάπου ο στοχαστής Ι. Ευαγγέλου.
Τελειώνοντας, θα πρέπει να αναρωτηθούμε, τι θα μπορούσαμε να διαλέξουμε ως δώρημα –εξέχον θυμητικό από την πρώτη της έξοχη ποιητική δουλειά, την αψεγάδιαστη, πράγμα τόσο σπάνιο; Με το χέρι στην καρδιά, θα πούμε, πως από αυτό το «μικρό φροντιστήριο αισθητικής αγωγής» θα κρατήσουμε τα πάντα. Είναι γιατί ό,τι διαβάσεις από Αλέξη συγκινεί… Θαρρείς πως ζεις σε μια ατμόσφαιρα από μπαμπάκι και πως ό,τι αισθάνεσαι και βλέπεις γύρω σου, γλυστρά δίχως θόρυβο όπως οι κύκνοι στα νερά των καναλιών. Κι η συνομιλία μαζί με την ποιήτρια, είναι λυτρωτική συγκίνηση… και με μια τέτοια χειροπιαστή «λάμπουσα εκλεκτική συγγένεια» που έχεις αποκτήσει με τη δημιουργική της γραφή και τον άνθρωπο ως «ζώσα φλόγα» πάντα παρόντα στις σελίδες της, πως να μην αφεθείς ξανά στο ξαναδιάβασμά της; Νίνα Αλέξη σ’ ευχαριστούμε.

.

ΚΩΣΤΑΣ ΘΕΡΜΟΓΙΑΝΝΗΣ

τοβιβλίοnet

Μελετήσαμε με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον την ποιητική συλλογή Ανίν Ιξελά της Νίνας Αλέξη. Με την απολύτως σχεδόν ανθρωποκεντρική της γραφή, η ποιήτρια καταφέρνει να συγκινήσει τον αναγνώστη της αλλά κυρίως να τον προβληματίσει. Μέσα στα ποιήματά της θα συναντήσει κανείς έντονες εκφάνσεις της ανθρώπινης ζωής κι έντονα συναισθήματα, δοσμένα με τρόπο εξαιρετικό. Η αγάπη, ο έρωτας, η αξιοπρέπεια, ζητήματα υπαρξιακά και άλλα, συγκινούν και δεν μπορούν να αφήσουν κανέναν αδιάφορο.
Δε θα ήταν υπερβολή αν ισχυριστούμε πως οι λέξεις που έχει επιλέξει η Νίνα Αλέξη δημιουργούν εικόνες. Εικόνες για τον άνθρωπο, την κοινωνία, τους θεσμούς. Εικόνες που δεν είναι ωραιοπημένες αλλά δίνουν κι αποτυπώνουν την αληθινή κατάσταση του σύγχρονου βίου. «Παλεύω για την αξιοπρέπεια που ζητά να εγκαταλείψει / που αντίκειται στις δονήσεις της φτήνιας». Με τέτοιους, τραγικούς μα συνάμα κι απόλυτως πραγματικούς στίχους, η ποιήτρια αποδομεί το σύγχρονο γίγνεσθαι και το δίνει τροφή για προβληματισμό στον αναγνώστη της.
Η ποιητική συλλογή Ανίν Ιξελά της Νίνας Αλέξη από τις εκδόσεις ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ, μας συγκίνησε και μας προβλημάτισε. Είναι από εκείνα τα δείγματα λόγου που αξίζει να υπάρχουν στη βιβλιοθήκη μας, μα κυρίως μέσα στο μυαλό μας!

 

.

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

ΒOOK TOUR (15 προτάσεις για ανάγνωση)

Μια ποίηση ηχηρών εκφράσεων και έντονων συναισθημάτων, που προσιδιάζει σε παλαιότερες γραφές. Τότε που ο σεβασμός στην πιστότητα των λέξεων καθόριζε και την αξία των ποιητών. Με θεατρικές σπουδές η Νίνα Αλέξη γνωρίζει πως η έκταση του λόγου δεν είναι η καθοριστική συνθήκη για τη μετάδοση των νοημάτων. Έτσι βρίσκουμε στη συλλογή της ολιγόστιχες ποιητικές ανάσες, που λειτουργούν σαν ολοκληρωμένα ποιήματα, αλλά και μεγαλύτερες γραφές με ίση αξία.

.

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΜΠΑΜΠΟΥΝΗΣ

Βιβλιοπαρουσίαση, Μουσείο Πόλεως των Αθηνών

Μέσα στο μετανεωτερικό χάος και σ’ έναν πολιτισμό που βασίζεται στην υπεραφθονία, την ταχύτατη εναλλαγή και διασπορά των πληροφοριών μέσω της καταλυτικής επίδρασης που ασκούν τα μέσα μαζικής επικοινωνίας και οι νέες τεχνολογίες δημιουργούνται βαθιές ρήξεις στη σχέση του μέσου αναγνώστη με την ποίηση. Η ποίηση διέρχεται κρίση στο σύστημα αξιών και προτιμήσεων που διανέμει η σημερινή κοινωνία˙ τείνει εν πολλοίς να περιθωριοποιηθεί καθώς δεν αποτελεί πλέον πολιτισμικό παράδειγμα όπως στο παρελθόν δεδομένου ότι η έμφαση έχει μετατοπιστεί αλλού και λίγοι είναι εκείνοι που παραδίδονται συστηματικά και ουσιαστικά στην ενδελεχή ανάγνωσή της.
Πολλοί, ωστόσο, έχουν μιλήσει για την λυτρωτική δύναμη της ποίησης, για το επαναστατικό μέσον που διαθέτει, την ομορφιά, με την οποία αναδομεί και ανακατατάσσει τα υλικά του κόσμου επιχειρώντας την αναγέννηση της όρασης και τη μεταμορφωτική επέμβαση στην πραγματικότητα, επιμένοντας όχι μόνο στο “νυν έχον” αλλά στον “οίον γενέσθαι”.
Η ποίηση συνιστά την εναγώνια προσπάθεια του δημιουργού της να χωρέσει το αρχέγονο συναίσθημα στο λόγο, να επιτύχει την εναλλασσόμενη πορεία από την εμπειρία στο λόγο κι από το λόγο στην εμπειρία, την κίνηση προς την πρωτεϊκή, βιωματική, συγκινησιακή ¨σήμανση¨.
Το υλικό της ποιητικής τέχνης παρουσιάζει μια ιδιοτυπία αν λάβουμε υπ΄όψιν ότι η άμεση πρόσβαση σε αυτό επιτυγχάνεται από τον αναγνώστη που έχει φυσική γνώση της γλώσσας του έργου και δυνατότητα αντίληψης των νοηματικών αποχρώσεών της. Κατά συνέπεια, η προσέγγιση και ερμηνευτική ανάλυση μιας ποιητικής δημιουργίας συνιστά ένα έργο δυσχερές αφού αυτός που το επιχειρεί είναι επιφορτισμένος όχι μόνον να μεταφέρει απλώς τα σημαινόμενα της γλώσσας του δημιουργού, αλλά κυρίως να μεταφέρει όλο το πλέγμα των σχέσεων των σημαινόντων και σημαινομένων. Για το λόγο αυτό, η όλη διαδικασία της εμβάθυνσης, της κατανόησης καθώς και της διατύπωσης θέσεων που επαληθεύουν ή διαψεύδουν μια κρίση με αφετηρία και επίκεντρο ενδιαφέροντος πάντοτε το ίδιο το κείμενο, την υφολογική διερεύνησή του, αλλά και τις επιλογές του δημιουργού του συνιστά μια δοκιμασία. Δοκιμασία, γιατί η ουσία της ποίησης είναι καθολική, εμπερικλείοντας αισθήσεις και αισθήματα, εκφράζει πνεύμα και λογική, κινείται και εξακτινώνεται σε δύο επίπεδα του καθημερινού κι εφήμερου, αλλά και του διηνεκούς κι αιώνιου.
Αφορμή και πρόθεση για μια τέτοιου είδους δοκιμή και δοκιμασία υπήρξε η «γνωριμία» μου με το ποιητικό έργο της Νίνας Αλέξη. Η Νίνα Αλέξη γεννήθηκε στη Γερμανία από Έλληνες γονείς. Σπούδασε παραστατικές τέχνες, θέατρο και χορό στο Λονδίνο με υποτροφία της αγγλικής κυβέρνησης.Από το 1987 ήταν, μεταξύ άλλων, μέλος του Live Culture, Baylis Programme της Εθνικής Όπερας της Αγγλίας, του Theatre of Mankind και άλλων Πειραματικών σκηνών του Λονδίνου .Στην περίοδο 1992-1995 υπήρξε ανταποκρίτρια για τα «Νέα του Λονδίνου» στην Αθήνα, ενώ, παράλληλα, πρωταγωνίστησε στο Μοντέρνο Θέατρο του Γ. Μεσσάλα και στο θέατρο Έρευνας του Δ. Ποταμίτη, Επί μακρόν καθηγήτρια θεατρικής αγωγής και Υπεύθυνη προγραμμάτων καταπολέμησης κοινωνικού αποκλεισμού των Ποντίων από την Ρωσία, της διδασκαλίας για τα παιδιά των Ρομά, καθώς και ενεργό μέλος σε ελληνικούς και διεθνείς οργανισμούς.
Η ποιητική της συλλογή με τίτλο Ανίν Ιξελά από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια εμπεριέχει ποιήματα που η δημιουργός εμπνεύστηκε και συνέθεσε σε διαφορετικές χρονικές περιόδους της ζωής της. Τα ποιήματα αυτά αποτελούν κατά συνέπεια το απόσταγμα ζωής, πνοή ζωής και καταφυγή της ποιήτριας, όπου καταθέτει τους προβληματισμούς της, τις ενδόμυχες σκέψεις της, την αγωνία ψυχής ενός σύγχρονου και βαθειά στοχαζόμενου ανθρώπου.
Την ποιητική συλλογή απαρτίζουν δεκαπέντε ποιήματα με έντονο το λυρικό και ενίοτε το ερωτικό στοιχείο, ένα συνθεμένο σε ποντιακή διάλεκτο ¨Πόντια μάνα¨ -η κ. Αλέξη διατήρησε γλωσσικές μνήμες και ποντιακή συνείδηση από την γιαγιά της- διαμαρτυρία για την Γενοκτονία των Ποντίων υπέρ τα είκοσι δίστιχα εν είδει επιγράμματος και έξι ποιήματα που αφιερώνει στον ¨θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου¨, στον αείμνηστο ηθοποιό, σκηνοθέτη, συγγραφέα και ποιητή Δημήτρη Ποταμίτη ¨Ωδίνες του βίου¨, στον Άγγλο ηθοποιό, συγγραφέα, παρουσιαστή, ακτιβιστή και ένθερμο υποστηρικτή της επιστροφής των μαρμάρων του Παρθενώνα στην πατρίδα τους Stephen J. Fry με τίτλο ¨Δαφνοστεφανωμένη Αθήνα ¨και δύο ακόμη ένα στην μνήμη της ηθοποιού, σκηνοθέτιδος και μεταφράστριας Πίτσας Μπουρνόζου ¨Ανεκλάλητο αίτημα ¨ και ένα με τίτλο ¨Φωτός ενατένισις¨ στον θεατρικό σκηνοθέτη, μεταφραστή και θεωρητικό του θεάτρου Αλέξη Σολομό.
Ό,τι χαρακτηρίζει τα ποιήματα της κ. Αλέξη είναι ο υπερρεαλιστικός τρόπος της αυτόματης γραφής, σειρά εικόνων και περιγραφών που διαδέχονται η μία την άλλη συνειρμικά και δίνουν την εντύπωση ότι έχουν αναδυθεί από το ασυνείδητο του ανθρώπου. Τα ποιήματα συνθεμένα σε ελεύθερο στίχο, δίχως σαφείς στροφικές ενότητες, δίχως μέτρο και ομοιοκαταληξία χαρακτηρίζονται από τόνο πεζολογικό, ύφος απέριττο, την διαύγεια έκφρασης, την ένταση της βιωμένης εμπειρίας.
Τα ποιήματα με ευρείας κλίμακας λυρικά μοτίβα συγχωνεύουν λεπτές στιγμές της ψυχολογίας της δημιουργού, αποτυπώνουν ενδόμυχα αισθήματά της με ένα τόνο εξομολογητικό:
Πόσοι σε αδίκησαν;
Πόσοι σε πόθησαν;
Πόσοι τόλμησαν να σε διεκδικήσουν;
Πόσες αγκαλιές σε ζέσταναν;
Πόσοι σε λάτρεψαν; Kαι πόσο;
Πόσοι σου τραγούδησαν τον Έρωτα;
Πόσες ήττες;
Πόσα καλωσόρισες;
Όταν η νύχτα έπεφτε, στ’ αστέρια σε ταξίδευε,
σε κόσμους χάρτινους μα τόσο αληθινούς.
Αυτός που σου έμαθε πως είναι ν’ αγαπάς, Αυτός που έλεγε πως είσαι ο Φάρος
της Ωκεάνιας Ψυχής του,
ο Άγγελός του, «Ανίν Ιξελά». < Ανίν Ιξελά>
Αποσπασματικές εικόνες μεγάλης παραστατικότητας και ένταση συγκίνησης καταγράφονται με κινηματογραφικό τρόπο-ηθοποιός ,γαρ, και εκείνη- συνθέτοντας μια ατμόσφαιρα γεμάτη χάρη συναισθηματικότητας:
Δεν πιστεύω σε ουράνια τόξα
σε εκκολαπτόμενους μετεωρίτες που
ουριοδρομούν
στο λυκαυγές του σύμπαντος
σε ροδόχροα ηλιοβασιλέματα
που παιχνιδίζουν με τις σκέψεις.
Σε δάκρυα χωρισμού, πόνους βραχνούς,
σε κεντημένες από μεταξένιο πόθο λέξεις,
κονσερβοποιημένα αισθήματα
νότες βροχής που ηχούν
σ’ ανεμοδαρμένες θάλασσες.(…)
Δεν πιστεύω σ’ απατηλές ελευθερίες,
πολιτικές, κοινωνικές, ανθρώπινες
πάντα αξεδιάλυτες, ανέλπιστες
συχνά εξαγνισμένες,
σ’ απατηλές υποσχέσεις,
θυσίες ανούσιες, θρυμματισμένες.(…) <Κατάθεση>
Η ποίηση της Νίνας Αλέξη διακρίνεται για την ρυθμική απλότητα της γλωσσικής μελωδίας, την επεξεργασμένη υφή του λόγου. Συχνά, είναι διάχυτο το ρομαντικό μοτίβο σε συνδυασμό με την μελαγχολική διάθεση ˙ η ποιήτρια στοχαζόμενη το πρόσκαιρο της επίγειας ευτυχίας, προσπαθεί να υπερβεί το αίσθημα της μοναξιάς και του αφανισμού στην σύγχρονη πραγματικότητα, το διχασμό ανάμεσα στο ιερό και το βέβηλο προβάλλοντας ως σύμβολο της ανθρώπινης ζωής για την αντιμετώπιση της φθοράς του χρόνου και του θανάτου:

Κανείς τη λίμνη απ’ τα δάκρυα δεν θα υποπτευθεί
τις σκιές στους μουχλιασμένους τοίχους
κανείς δεν θα διακρίνει,
το στρωμένο από τότε κρεβάτι
αφού δεν κοιμάσαι, αλλά τη νύχτα
με ορθάνοιχτα μάτια ονειρεύεσαι…
Μη φοβηθείς,
ουδείς θα μαντέψει τους τόνους πόνου
που μέσα σου σα βρέφος κουβαλάς,
το σπαραγμό του ξεριζωμού των δικών σου. < Αίδιος μνήμη>

Συχνά στα ποιήματα γίνεται χρήση του β΄ προσώπου άλλοτε ως παραίνεση : (…) Μείνε ήσυχη,
κανείς τα φαγωμένα πατώματα δε θα προσέξει
απ’ τα ποντίκια που καραδοκούν
όταν γυρνάς το κλειδί στην πόρτα. …< Αίδιος μνήμη>

είτε ως παραδοχή μιας κατάστασης:
Ενέσεις εγκεφάλου, σπονδές εξωμήτριες που εξοστρακίζουν το ποθητό σου είναι φωνές που ενδυναμώνουν τις αδυσώπητες σιωπές στο άπειρο σύμπαν σου.(…)
Κι εσύ σαν πεταλούδα μεθυσμένη από ευτυχία έκθυμα να ξεκαρδίζεσαι στα γέλια, να μην αντιστέκεσαι, συνειδητοποιώντας πόσο εύκολο ήταν τελικά, πόσο λεπτή η γραμμή του μουντού ουρανού απ’ το λευκό του γάλακτος της μάνας < TAXYδακτυλουργήματα>

Κι άλλοτε υπό τύπον ερωτήσεων:
(…)
Στα σκοτάδια, σαν Ατρείδες, τα κομμάτια σου,
Άνθρωπε, παλεύουν ν’ απαγκιστρωθούν
απ’ του Πολιτισμού το δολερό δίχτυ
Η μάχη δεν κρίθηκε. Ποιός θα επικρατήσει;
Θύτης και θύμα στον ίδιο παρανομαστή
κι εσύ, ξεσπάς:
«Πόσους σταυρούς η ψυχή να κουβαλήσει, ακόμη;»
Η πλάτη λύγισε, κουρέλι το υποσυνείδητο,
το άδηλο τέλος υπομειδιώντας προσμένει. <Στα χρόνια της ξηρασίας>

Αλλού, ρητορικά ερωτήματα σε υποτιθέμενο διάλογο της φαντασίας σε μια αποστροφή προς το ερωτικό υποκείμενο:
Τα μεθυσμένα σούρουπα
με φυγαδεύεις στα όνειρά σου.
Τον έρωτα κεντάς στ’ αλαβάστρινο κορμί,
με θωπεύεις καθώς γυμνή πάνω σου λικνίζομαι,
σφυγμόσυρτος πόθος ντύνει τ’ ακροδάχτυλα.(…) <Σύθαμπο>

Οι στίχοι κάπου-κάπου διανθίζονται από μεταφορές και προσωποποιήσεις:

Κόκκινο χρώμα ενδύθηκαν τ’ αγάλματα, όταν θρήνησαν
το θάνατο του Μέγα Αλέξανδρου,
ο ήλιος σε μαύρο άτι χίμηξε
ξέφρενα καλπάζοντας
στα τάρταρα του Άδη κρύφτηκε.
Ποιήματα σαν φλόγιστρα ξεχύθηκαν κι ανδρώθηκαν
ανάμεσα σε δύσβατες οδούς και μαυροφορεμένους λόγγους
για το χαμό του βροντοφώνησαν. <Στο θάνατο του Μεγάλου Αλέξανδρου>

Οι παρομοιώσεις σπανίζουν, ενώ είναι χαρακτηριστικό ότι η δημιουργός σε αρκετά ποιήματά της προτάσσει του ρήματος το αντικείμενο:
(….)
Άυλα πνεύματα στον κόσμο μου. Τις ώρες δολοφόνησα,
τις στιγμές, το χρόνο σταμάτησα,
την αναπνοή που μοιραστήκαμε,
φέτες την κόψαμε μ’ Ένα στόμα, απαρνήθηκα.< ΕΝΑ φιλί>

αλλά και την μετοχή ή το επίθετο του ουσιαστικού προκειμένου να δώσει έμφαση και ένταση στην βιωμένη εμπειρία:
(…)
Αργοκινούμενη η σκιά χάθηκε κάτω απ’ τ’ αστροπελέκια
που θρήνους ξορκίζουν, τέρατα και φαντάσματα,
αναρωτιέμαι, πίστεψες πως θα επέστρεφα
ή συνηθισμένη ήσουν σε υποσχέσεις;
Ανυπεράσπιστη θα νιώθεις,
φίδια χαϊδεύουν τον αφαλό, εκεί,
που ο ομφάλιος λώρος
κόπηκε, στης μάνας την κραυγή, τον αναστεναγμό…< Το πρόσωπο δεν είδα.>
Η ποιήτρια αφουγκράζεται τους ρυθμούς της σύγχρονης εποχής, συμπάσχει για τα δεινά του ανθρώπου, τον πόλεμο, την φθορά, τον θάνατο :

Πόσες ακόμη ψυχές θ’ ακρωτηριάζονται
στους χωμάτινους δρόμους
βομβαρδισμένων πόλεων
π’ άρωμα θανάτου σκορπούν,
μπαρούτι κι αίμα αναδύουν;
Για πόσους τ’ απόρθητα τείχη φυλακή τους θα γίνουν; <Παράπλευρες απώλειες>

Πονάει για το έλλειμμα ελευθερίας στα ανθρώπινα όντα και ιδιαίτερα στις γυναίκες:

Βουβές Κραυγές
θλίψη και πόνος
μάτια ερμητικά κλειστά
συνθήματα γραμμένα μ’ αίμα
θυσίες για την Ελευθερία.
Πόνος Βουβός
μάτια υγρά, Άδεια Ψυχή,
ένα ματόκλαδο τρεμοπαίζει.
Μπαλωμένα αισθήματα
μωλωπισμένα ερωτήματα
αγκάθινα στεφάνια φορούν
κι όμως τα προσωπεία δεν πετούν
να φανούν οι πληγές
που δε λεν’ να κλείσουν
να σταματήσει το αίμα που στερεύει
απ’ το κακό αυτού του κόσμου.
Όλοι Ελεύθεροι γεννήθηκαν για να Ζήσουν
και να πεθάνουν Ελεύθεροι
αφήστε τες λοιπόν, να Ζήσουν!
<Ψυχές>

Η γλώσσα των ποιημάτων, το υποβλητικό σκηνικό εκτύλιξης της ποιητικής πλοκής, τα πρόσωπα και τα προσωπεία που χρησιμοποιεί η Νίνα Αλέξη αποδίδουν με τρόπο άμεσο και ουσιαστικό τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των λογοτεχνικών της καταθέσεων.
Κοινή πεποίθηση είναι ότι η Ποίηση και γενικότερα η Τέχνη προσφέρει στον δημιουργό αθανασία γιατί με το έργο του ο δημιουργός καταξιώνεται και μέσω αυτού «ζει» στο πέρασμα του χρόνου.
Με την ευχή να είναι καλοτάξιδο, θεωρώ καλοτυχίας οιωνό ότι το έργο αυτό αφιερώνει η Νίνα Αλέξη στην Αθανασία την κόρη της!

.

ΧΡΥΣΑ ΝΙΚΟΛΑΚΗ

Ηomo Universalis (2018)

Η Νίνα Αλέξη είναι μια μοντέρνα ποιήτρια με λυρική καρδιά. Στην ποιητική της συλλογή με τίτλο “ΑΝΙΝ ΙΞΕΛΑ” παρατηρούμε έναν ποιητικό λόγο εκκεντρικό, ιδιαίτερο, που αρέσκεται στις αντιθέσεις και στον στοχασμό.. Με μια υπόγεια μπρεχτική ειρωνεία αυτοσαρκάζεται και σαρκάζει τα κακώς κείμενα της εποχής. Μια εκκωφαντική φωνή κατά της βιαιότητας και μια γενναία ενθύμηση της αναψηλάφησης της αγάπης μέσα στον καθένα από εμάς..

Η ποίηση της ενδύεται το φως της αγάπης και της τρυφερότητας απέναντι στον συνάνθρωπο. Καταδικάζει την αδιαφορία και την ουδετερότητα απέναντι στο κοινωνικό κατεστημένο ενώ ενδύεται με πάθος τον έρωτα. Μια Οδύσσεια στο ταξίδι της αγάπης και του ανθρωπισμού.. Αποτάσσεται την φθαρτότητα και την υποκρισία ενώ εναγκαλίζεται την αθανασία της ψυχής.

Η ποίηση της επαναστατική και τρυφερή συνάμα, ένα αμάγαλμα αντιθέσεων, προβληματίζει και γαληνεύει… σαγηνεύει και γοητεύει ….Οδηγεί στην λύτρωση μέσα απ το σκοτάδι. Οι συμβολισμοί είναι διάχυτοι ενώ η εικονοπλασία σε μαγνητίζει, αισθάνεσαι ότι παρακολουθείς μια αρχαία τραγωδία σε σύγχρονους καιρούς.

Γράφει η ποιήτρια:
“Θέλω να πεθαίνω το δικό μου θάνατο.
Τη δική μου ζωή να ζήσω.
Τα δικά μου λάθη να πληρώσω.”…

Νίνα μου σου εύχομαι να συνεχίσεις να μας μεταγγίζεις με τόση ευαισθησία και αγάπη την δική σου προσωπική ποιητική υπόσταση. Το βιβλίο σου το λάτρεψα …Το διάβασα δυο φορές… Κάθε φορά διέκρινα και κάτι διαφορετικό.. Αυτό που το κάνει μοναδικό θεωρώ ότι είναι αυτή σου η αποστασιοποίηση από τα πεπραγμένα.. Σαν ένας ζωγράφος που παρατηρεί τη ζωή και την απεικονίζει στο χαρτί σε όλο της το μεγαλείο με τις άσχημες αλλά και τις όμορφες πλευρές της… Η ζωή ανάγλυφα στο χαρτί…

.

ΔΡ. ΚΡΙΤΩΝ ΤΟΜΑΖΟΣ

περ. «Δευκαλίων ο Θεσσαλός» τ. 66

Η ποιητική συλλογή «Ανίν Ιξελά», απαρτίζεται συνολικά από είκοσι επτά τιτλοφορημένα ποιήματα – από τα οποία η τελευταία ενότητα με τίτλο «Fragmenta» αποτελείται από μια σειρά είκοσι οκτώ επιγραμματικών ποιημάτων ή στίχων, που πλησιάζουν, με τα συμπυκνωμένα νοήματα και σχεδόν κοφτή λεκτική τους, τα Γιαπωνέζικα Χαικού (Χάι Κάι).
Η ποίηση της Νίνας Αλέξη φαίνεται να περιστρέφεται και να επανέρχεται με την ίδια ένταση γύρω από δύο κυρίως άξονες: τον έρωτα σαν άμεσο αισθησιακό ορμητήριο αλλά και ψυχική ανάταση, δραματική σύγκρουση, πάθος, πηγή λυρισμού κι έκφρασης, μνήμη και φιλοσοφική αναμέτρηση και τον κοινωνικό προβληματισμό και ανθρωπιστική διαμαρτυρία για την ανεξέλεγκτη αδικία και βία που κυβερνά τον σημερινό μας κόσμο, τον εξευτελισμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, τα σαγηνευτικά δελεάσματα του πολιτισμού που εξασθενούν την αντίσταση.
Η προσήλωση και δίψα της ποιήτριας για την ελευθερία στις διάφορες όψεις της, αλλά και τη βαθύτερη πίστη στο δίκαιο, στον άνθρωπο, την ισότητα και την αγάπη στην πανανθρώπινή της διάσταση, εκφράζεται ποικιλότροπα στα ποιήματα αυτά αλλά και πολύ ευδιάκριτα, θεωρώ, στους δύο βασικούς τρόπους ποιητικής λεκτικής και μέτρου, όσο και λεξιλογίου που χαρακτηρίζουν τα ερωτικά κατ’εξοχήν ποιήματα από τα άλλα που εξωτερικεύουν έντονους κοινωνικούς και ανθρωπιστικούς προβληματισμούς. Στα πρώτα ξεχειλίζει ένας ασυγκράτητος λυρισμός, κάποτε γλωσσοπλαστικός, πλούσιος σε εικόνες, αυθόρμητα αισθήματα και εκφραστικότητα. Στα άλλα, με κοινωνικό και ανθρωπιστικό περιεχόμενο, η έκφραση γίνεται πιο λιτή, η γλώσσα πιο σοβαρή, η διατύπωση καθαρή έτσι που το νόημα ή/και μήνυμα να είναι κατανοητό στον καθένα, προσιτό και άμεσο.
Εναλλάσονται αλλά και συχνά υπάρχουν στο ίδιο ποίημα έντονα συναισθήματα έρωτα κι ερωτισμού, λατρείας, αφοσίωσης, στοργής και συγκινητικής τρυφερότητας αλλά και πόνου, απόγνωσης και κατάπτωσης, εγκαρτέρησης, εγκατάλειψης και πληγωμένης μνήμης, σθεναρής διαμαρτυρίας, στιγματισμού της στυγνής βίας και σκληρότητας, πνευματικής ανάτασης αλλά και στιγμές ενόρασης, οραματισμού κι έκστασης.
Το ονειρικό στοιχείο στη ποίηση της Νίνας Αλέξη προσεγγίζει την υπερρεαλιστική αναπαράσταση και στα ερωτικά κυρίως ποιήματα η φαντασία και υπέρβαση αγγίζουν με τόλμη την μεταμόρφωση της πραγματικότητας και την υπερβολή, χωρίς να χάνουν την αίσθηση του εδώ και τώρα, της αφής, της άμεσης εμπειρίας.
Τα περισσότερα ποιήματα είναι γραμμένα στο δεύτερο πρόσωπο – φορές γενικοποιημένο, πιο συχνά συγκεκριμένο (διαφαίνονται υπαρκτά πρόσωπα σε πολλά ποιήματα), μερικά σαν αφιερώσεις κι άλλες φορές η συνομιλία σ’ένα ποίημα είναι ουσιαστκά μονόλογος, με την ποιήτρια ν’απευθύνεται στον εαυτό της. Ένα μοναδικό, συγκλονιστικό ποίημα είναι η ‘Πόντια Μάνα’, που μοιάζει να είναι μεταγραφή από ζωντανή δια στόματος αφήγηση, στην ποντιακή διάλεκτο ή σαν ευρεθέν αντικείμενο που παρεμβάλλει η ποιήτρια τολμηρά στη συλλογή της. Η δόνηση που προκαλεί το ποίημα αυτό μοιάζει μ’ένα ψηλόβαθμο σεισμό που καταγράφεται σ’ολα τα στρώματα της μνήμης και της συνείδησης.
Η πρώτη αυτή επιλογή ποιημάτων της Νίνας Αλέξη οριοθετεί ένα προσωπικό στερέωμα από έντονες εμπειρίες και βιώματα, φωτισμένες και συχνά καταλυτικές μνήμες, εξερευνήσεις και καταγραφές του κόσμου που μας κρατά δέσμιους αλλά και οράματα που προμηνύουν μια αναγκαία κι επείγουσα αλλαγή – πάντα μέσα από μια ξεχωριστή γυναικεία ευαισθησία, βαθύ στοχασμό και σκέψη, αγάπη, συμπαράσταση κι αδιάλειπτο ενδιαφέρον, συμμετοχή κι αναφορά στο ανθρώπινο γίγνεσθαι.
Είναι μια ποίηση που αποτρέπει τη φυγή, που αναπνέει και ζει την ανθρώπινη κατάσταση, που ωριμάζει στο όραμα και προετοιμασία για ένα φωτεινότερο αύριο –όσο και να φαίνεται απρόσιτο και ζοφερό σε μας.
Συμπληρωματικά θεώρησα εύλογο ή και αναγκαίο να μεταφέρω πιο κάτω κάποιους στίχους και αποσπάσματα από τα ποιήματα αυτά της Νίνας Αλέξη, που ευελπιστώ πως τεκμηριώνουν και πιστοποιούν ως ένα βαθμό τα όσα ανάφέρω στη σύντομη αναλυτική μου παρουσίαση του βιβλίου της, αλλά και δίνουν το στίγμα και ποιότητα της γραφής της, τη θεματογραφία αλλά και ιδιαίτερη ευαισθησία και λυρισμό της ποιήτριας.
Μια ζεστή, εγκάρδια ευχή για την ίδια, την πρώτη αυτή συλλογή της με τίτλο το αναγραμματισμένο της όνομα και μια αξιόλογη και περίοπτη μελλοντική δημιουργική παραγωγή.
( Δρ Κρίτων Τομάζος, Λογοτέχνης, Κριτικός Ποίησης, Θεάτρου και Τέχνης)

“…τα βήματά σέρνεις
με τα λευκά σου τα φτερά
που κηλίδες αίματος στάζουν
……….
Κι εσύ, ακόμη δεν κατάφερες
ν’ ανθίσει ένα λουλούδι στην ψυχή σου…”
………..
Να ελευθερωθείς και να ελευθερώσεις
σκλάβους και σοφούς,
αμαρτωλούς και ντροπιασμένους…”
( “ΤΑΧΥδακτυλουργήματα”)

“…Παλεύω για σένα που πίστεψα
αποφόρι τα μόρια των λέξεών σου
μιας θεμελιώδους ιδέας.
…..Αφείδωλα τα λόγια μυρμηγκιάζουν,
επιδράμουν στον εγκέφαλο, εύστοχα εισβάλλουν
αδελφώνοντας τις μύχιες σκέψεις σου
που παλινδρομούν με τις δικές μου τις πυρωμένες.
Παλεύω τα ιδανικά μου μην προδώσω
και τη φαύλη ευκολία που διαιωνίζεται.
Άτεγκτη αντιστέκομαι…”
(“Ωδίνες του Βίου” στον Δημήτρη Ποταμίτη)

“…τίποτα δεν απέμεινε
μόνο μια μπούκλα απ’ τα μαλλιά σου
κι ο χρυσός αφρός που παίζει μουσική…”
(“Της Θάλασσας”)

“…πως είσαι κι εσύ, μια ζωντανή-νεκρή,
που λασπωμένους δρόμους δρασκελίζει
μ’ αίμα σπαρμένους, π’ αγκάθινο στέμμα φορεί
κι ας φαίνονται στα μάτια τους
κρίνα λευκά με γιασεμί…”
…….. (“Αϊδιος Μνήμη”)

“…Κι εγώ επιμένω ακόμη να εξωραΐζω
την εικόνα σου, Άνθρωπε,
μέσ’ απ’ τις δαιδαλώδεις έλικες του εγκεφάλου,
όπου δρόμο ανοίγω στα βαθύσκιωτα δάση σου…”
(“Μετάλλαξις”)
“…ειλικρίνεια αφοπλιστική,
κόκκινο πρόβατο πάνω σε παπαρούνες κοιμάται
που τραγούδι στρώνουν.
Μαύρα γαρύφαλλα, χλωμές αναπνοές
κι ο εγκέλαδος της σκέψης
εκρήξεις στο υποσυνείδητό σου,
στους κάλυκες του πόθου η μνήμη φυλακίστηκε…”
(“Απουσία”)

“Δεν πιστεύω σε ουράνια τόξα
σε εκκολαπτόμενους μετεωρίτες
που ουριοδρομούν
…. Δεν πιστεύω σ’ απατηλές ελευθερίες
……………
σ’ απατηλές υποσχέσεις,
θυσίες ανούσιες, θρυμματισμένες.
Σε αδέκαστες Δημοκρατίες,
σωτήρες δανειστές κι ανεύθυνους οφειλέτες,
σε καλοκουρδισμένες μαριονέτες
στο κουκλοθέατρο της Πολιτικής…”
…(“Κατάθεση”)

“…κι εσύ σαν μηχανή μιας άκαρδης λογικής
εξοβελισμένος, αν και αμφισβητών, καταγράφεις
τ’ ακατάληπτα είδη θανάτου
στο χαρτογράφημα του παγκόσμιου γίγνεσθαι.
… Στα χρόνια της Ξηρασίας η Ανθρωπιά ορφάνεψε,
η Αγάπη άδοξα πνίγηκε στο βυθό της μνήμης,
η Συμπόνοια αίφνης μετανάστεψε σ’ άλλους αστέρες…”
(“Στα Χρόνια της Ξηρασίας”)

“…κι όμως τα προσωπεία δεν πετούν
να φανούν οι πληγές
που δε λέν’ να κλείσουν…
…Όλοι Ελεύθεροι γεννήθηκαν
για να Ζήσουν
και να πεθάνουν Ελεύθεροι
αφήστε τες λοιπόν, να Ζήσουν!”
(“Ψυχές”)

“…Άυλα πνεύματα στον κόσμο μου. Τις ώρες δολοφόνησα,
τις στιγμές, το χρόνο σταμάτησα,
την αναπνοή που μοιραστήκαμε,
φέτες την κόψαμε μ’ Ένα στόμα, απαρνήθηκα.
………………..
Νύχτωσε στους χρυσοκόκκινους μελαγχολικούς αμμόλοφους
κι εγώ αστέρια, ακόμη να δω…”
(“ΈΝΑ φιλί”)

“…Ποιήματα σαν φλόγιστρα ξεχύθηκαν κι ανδρώθηκαν
ανάμεσα σε δύσβατες οδούς και μαυροφορεμένους λόγγους…
… Μελαγχολικά τα ιερά αγάλματα
θλιμμένο βλέμμα ρίπτουν στους διαβάτες
στην Τύρο, τη Βαβυλώνα και τη Σαμαρσκάνδη…”
(“Στο θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου”)

“…Πόσες ακόμη ψυχές θ’ ακρωτηριάζονται
στους χωμάτινους δρόμους
βομβαρδισμένων πόλεων
……Για πόσους τ’ απόρθητα τείχη
φυλακή τους θα γίνουν;…”
(“Παράπλευρες απώλειες”)

“…Η ψυχή πολύχρωμα κουβάρια ξετυλίγει
κι εμείς μικροί, φτωχοί, ασήμαντοι
αναστενάρηδες
μιας ρηχής, ευτελισμένης, άδειας εποχής,
μηδενικής, απρόσωπης και άτολμης.” (“Aναστενάρηδες”)

“…Στην αγκάλεμ μ’ επέρα τα μωρά μ’ κι έτρεχα – ελάχμαξα.
Ώρας επορπάνα.
Να σώζω τα αθώα τα ψύα τουν. Έτρεχα και ετέρνα οξοπίς.
Τη στράταν για το λιμάν επέρα.
Η στράταν για τη σωτηρίαν εν ατό έξα,
πίσσα σκοτάδ αδά. Θεέ μ’, Θεέ μ’ να βάλς το χέρι σ’.
………………….
ξυπόλτ, πολλοί αντί για λώματα, τσουβάλ εφόρναν
απές σο κρύο, ο αέρας αμόν δέβολον να λυσσομανά,
τα φορέματα να στάζνε αίμα.
…Το ουρλιαχτό των ορφανών ποτέ κι θα ανασπάλω.
Θεέ μ’, ποίσον ν’ αγνεφώ και κακόν όραμα όλον ατό να έν.
Τα δάκρυα ντο εξίαν κάμπους και βουνά επότσαν
και άσπρα κρίνα τη Παναΐας εξέβαν! (“Πόντια Μάνα”)

****
“Tόσες ψυχές άδικα χαμένες
κι εσύ ψάχνεις για εκπτώσεις
στις βιτρίνες.”
****

.

Eφημερίδα, Kυριακάτικη kontra news 5/3/2017

«Το πρώτο ποιητικό σκίρτημα πραγματοποιεί η ταλαντούχος ηθοποιός και συγγραφέας Νίνα Αλέξη με την ποιητική συλλογή που έχει τίτλο «Ανίν Ιξελά», έναν ευφυή αναγραμματισμό του ονόματός της.
Η ένταση των συναισθημάτων οι ψυχικές διακυμάνσεις και οι υπαρξιακές αναζητήσεις εκφράζονται στην «Ανίν Ιξελά» με αφοπλιστική ειλικρίνεια, αμεσότητα, που συγκλονίζει και συγκινεί τον εσώτερο άνθρωπο.
Η θεματολογία της περιέχει προβληματισμούς για την πορεία και την εξέλιξη του ανθρώπου, σε ατομικό και κοινωνικό επίπεδο, τις σχέσεις των δύο φύλων, την ειρήνη και τον πόλεμο, την αέναη αναζήτηση της ψυχής. Ο Άνθρωπος, που αναδύεται μέσα από την ποίηση της Νίνας Αλέξη είναι μαχητής του βίου και ταυτόχρονα ένας οραματιστής ενός καλύτερου αύριο.
Η Νίνα Αλέξη σίγουρα κομίζει κάτι νέο στην ελληνική ποίηση και η γνησιότητα της ποιητικής της δημιουργίας ξεπερνά τα όρια του αναγνωστικού κοινού».

.

ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΑΝΔΡΗΣ

Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών 31/5/2017

Δεν είναι καθόλου εύκολο να μιλήσεις για ποίηση, πρώτα απ όλα από την ίδια την φύση της είναι κάτι εντελώς προσωπικό και καθένας αντιλαμβάνεται το προϊόν με την δική του αίσθηση, πόσο μάλλον που από τον ίδιο τον τίτλο γίνεται σαφές πως η συγγραφέας έχει κάτι πολύ προσωπικό να καταθέσει. Την Νίνα Αλέξη την γνώρισα σαν συγγραφέα πολλά χρόνια πίσω στις χρυσές εκείνες ημέρες που το Θέατρο έρευνας ήταν ένας ζωντανός οργανισμός και ο ιδρυτής του ήταν ένας μύστης ανάμεσά μας. Η Νίνα Αλέξη είχε την εξαιρετική τιμή να είναι φίλη με τον Δημήτρη Ποταμίτη κι όσοι τον γνώριζαν ήξεραν πόσο εκλεκτικός ήταν και πόσο δύσκολο ήταν να είσαι φίλος του. Ένας ακριβός άνθρωπος κι ένας υπέροχος καλλιτέχνης. Έτσι γνώρισα κι έτσι εκτίμησα κι εγώ ένα νεαρό κορίτσι που τόλμαγε να γράψει θέατρο σε εκείνα τα χρόνια. Φυσικά η ποίηση είναι αναπόσπαστο δομικό στοιχείο της θεατρικής πράξης ιδίως στη χώρα μας που δημιούργησε και πάντρεψε τα δυο είδη εν τη γενέσει τους. Κατά συνέπεια δεν με εκπλήσσει το γεγονός αυτής της ποιητικής συλλογής από την Νίνα. Ήταν σαν να το περίμενα, σαν να μην μπορούσε να γίνει αλλιώς.
Από την πρώτη ανάγνωση της συλλογής είναι σαφές πως η έκθεση ήταν διέξοδος ανάγκης για την Νίνα, μια ένεση εγκεφάλου, αντίδραση στη φτήνια, μοίρασμα ηλεκτροδίων συναισθημάτων, ανεκπλήρωτων επιθυμιών που ακουμπούν σε κούφιες ανύπαρκτες, αιώνιες συνειδήσεις, Η Νίνα μας ταξιδεύει από εκεί που η φιλανθρωπία σίγησε, στα χρόνια της ξηρασίας και η ανθρωπιά ορφάνεψε, το πάθος έσβησε και η Ελευθερία πέθανε, στη γαλάζια σκέπη του ουρανού, στις μολυβένιες βουνοκορφές, με συνοδεία κατανυκτικούς ύμνους μοναχών εκεί που τα χαμόγελα των παιδιών χτίζουν ένα άλλο, κόσμο. Από τις ξεφτισμένες ελπίδες, τους δρόμους που τους μαστιγώνει η βροχή, γεμίζοντάς τους ρυτίδες, με διάπλατη ερώτηση, του γιατί υπάρχω, με αντοχές και ήττες, με κραυγές βουβές και μπαλωμένα αισθήματα που αναζητούν ένα φιλί σε μια άχρονη αγάπη.
Χρησιμοποίησα σε αυτή την παρουσίαση τις ίδιες τις λέξεις και τις φράσεις που επινόησε η συγγραφέας γιατί πως αλλιώς να περιγράψεις πληρέστερα το προσωπικό ύφος. Τελειώνω με την ευχή σε αυτή την εντελώς αντιποιητική εποχή μας να συνεχίσουν να υπάρχουν αυτά τα μαλάματα, τα χαρίσματα, τα τάματα. Η ποίηση της Νίνας χαρακτηρίζει ακριβώς αυτό που είναι: Ένα ευαίσθητο πλάσμα που έχει την ικανότητα να ακούει τους ψιθύρους και να βλέπει μέσα από τις χαραγματιές της ψυχής μας.
Ξεχώρισα ένα ποίημα που με αυτό θέλω να τελειώσω την σύντομη ομιλία μου, γιατί νομίζω πως εκφράζει με ακρίβεια ολόκληρη αυτή τη συλλογή:
Δυο δάκρυα ανταμώσανε
στη μέση της ερήμου
και αλληλοσυμπληρώθηκαν
και ποταμός εγίναν.

.

ΣΟΦΙΑ ΜΑΛΤΕΖΟΥ

Βιβλιοπαρουσίαση Xώρος Εκδ. Αλεξάνδρεια & Σύλλογος των Αθηναίων 3/17

Ο Τάσος Λειβαδίτης έρριχνε όλες τις σκέψεις του από το παράθυρο μήπως βρουν το δρόμο τους οι χαμένοι ταξιδιώτες. Απόψε η Νίνα Αλέξη παραδίδει τις δικές της σκέψεις στα χέρια μας σαν αντίδωρο, με την προσμονή της αναγνώρισης των προθέσεών της να υπηρετήσει σεμνά τη μεγαλή έρευνα της τέχνης, την ποίηση και όπως συμβαίνει συχνά σ’ αυτές τις περιπτώσεις, η προσφορά συνδέεται με κάποια ερωτήματα. Αξίζει τον κόπο να σταθεί κανείς στην πρώτη ποιητική συλλογή της; Θα ικανοποιήσει η δουλειά της τις βασικές ανάγκες του αναγνωστικού κοινού, όπως είναι η φυγή από την πραγματικότητα; Θα μας προτείνει έναν καινούριο κόσμο; Θα προσφέρει παρηγορία η τελική συνεισφορά των ποιημάτων;
Η απάντηση δεν είναι εύκολη. Εξαρτάται όχι μόνο από τις προθέσεις και τη δύναμη του λόγου της δημιουργού αλλά και από τις ιδιαίτερες απαιτήσεις του δωρολήπτη. Αλλά και αυτός ο προσανατολισμός της ποίησης απαιτεί ευρύτερους ορίζοντες αναζήτησης που δεν τους διαθέτουν πολλοί, μια και συνδεόνται με το όλο πρόβλημα της αυτογνωσίας.
Η Νίνα Αλέξη νομίζω πως συμφωνεί κατά βάθος με τον Αντώνιο Mατσάδο που αν και ανήκει στη γενιά του 19ου αιώνα, πολλά ισχύουν απόλυτα στη δική μας εποχή. Ο ποιητής λέει δεν μπορεί να στοχαστεί έξω από τον καιρό του. Στοχάζεται την ίδια τη ζωή του, που έξω από τον καιρό του δεν είναι απολύτως τίποτα. Βλέπω τη λυρική ποίηση να βυθίζεται στα ζωντανά νερά της ζωής. Δεν υπάρχει ποίηση χωρίς ιδέες, χωρίς οραματισμό της ουσίας. Αλλά και ο Μιγέλ ντε Ουναμούνο, ο Άλμπερτ, ο Λόρκα συμμετέχουν στην καθημερινή ζωή και δοξολογούν τον άνθρωπο.
Η Νίνα Αλέξη προσλαμβάνει τον κόσμο μέσα σε ανώτερο πλαίσιο άρνησης του παραδεκτού. Διαβάζω από την «ΚΑΤΑθΕΣΗ»:
«…Δεν πιστεύω σ’ απατηλές ελευθερίες
πολιτικές, κοινωνικές, ανθρώπινες
πάντα αξεδιάλυτες, ανέλπιστες
συχνά εξαγνισμένες,
σ’ απατηλές υποσχέσεις,
θυσίες ανούσιες, θρυμματισμένες.
Σε αδέκαστες Δημοκρατίες,
Σωτήρες δανειστές κι ανεύθυνους οφειλέτες,
Σε καλοκουρδισμένες μαριονέτες
Στο κουκλοθέατρο της Πολιτικής.»…
Ασφυκτιά μέσα στη γενικευμένη ξηρασία.
«Στα Χρόνια της Ξηρασίας»
«…Άλλοι την τραγική σου μοίρα επινόησαν
κι εσύ σαν μηχανή μιας άκαρδης λογικής
εξοβελισμένος, αν και αμφισβητών, καταγράφεις
τ’ ακατάληπτα είδη θανάτου
στο χαρτογράφημα του παγκόσμιου γίγνεσθαι.
Τη συνεισφορά κι αλληλεγγύη που βίαια αφαιρέθηκε
απ’ του Πολιτισμού τα πλανερά παιχνίδια.»…
Η Νίνα Αλέξη ή Ανίν ιξελά, στέκεται δηλαδή περισσότερο στη συσχέτιση και τη σύγκρουση με τον εξωτερικό κόσμο παρά την χαρτογράφηση του εσωτερικού σύμπαντος. Και καλεί τον αναγνώστη να διατυπώσει τις δικές του αντιρρήσεις για όσα βλέπει γύρω του, όχι παθητικά αλλά με εναργή φωνή.
Θα επανέλθουμε στο θέμα που μας καίει ιδιαίτερα ως συγκάτοικοι της γενικευμένης τρέλλας της εποχής μας αλλά να κάνουμε ένα διάλειμμα με την ερωτική και την απολογητική Νίνα.
Από τις καλές της στιγμές στο «ΕΝΑ φιλί»
«…Άυλα πνεύματα στον κόσμο μου.
Τις ώρες δολοφόνησα,
τις στιγμές, το χρόνο σταμάτησα,
την αναπνοή που μοιραστήκαμε,
φέτες την κόψαμε μ’ Ένα στόμα, απαρνήθηκα.

Τα κατακόκκινα φτερά του έρωτα μου φόρεσες,
ζεστά γλυκόλογα μέλωσαν τα μαλλιά,
ξανθές κοιλάδες με άλικα αγριολούλουδα ανθίσαν στο κορμί,
η Δονκιχωτική σου θλίψη τους χτύπους της καρδιάς σφυροκοπεί
την αγνότητά μου πλάθει
η νύχτα μάς έμεινει πιστή όπως εγώ σε εσένα…»
Τώρα στην ηλικία που βρίσκομαι θα πρέπει να έχω ξεχάσει πως ένα φιλί μπορεί να λαξεύσει παθιασμένες ιστορίες. Εγώ στο τελευταίο μου βιβλίο μιλάω για σεξουαλικά σκάνδαλα πολιτικών, για το εμπόριο λευκής σάρκας, για τα νέα σεξουαλικά όπλα που σκαρφίζονται οι μυστικές υπηρεσίες για να μετατρέψουν τους έφηβους του αντιπάλου σε δεσποινίδες.
Όμως όσα βρώμικα παιχνίδια κι αν στήνονται σε βάρος του έρωτα, το πραγματικό, το αιώνιο παιχνίδι του έρωτα, θα στέκεται εκεί στη μέση-μέση της ζωής μας, εξαίσιος βωμός που πάνω του θα θυσιάζουν την έμπνευσή τους όλοι οι ποιητές. Τυχερή η Νίνα αν όντως βρήκε τον άνθρωπο που τη σημάδεψε με την «Άχρονη Αγάπη» κι αν πάλι είναι μια ποιητική φαντασίωση, πάλι αξίζει το πορτραίτο μιας τέτοιας αγάπης.
«Η αγάπη μου για σένα τόσο δυνατή
σαν πέτρα απ’ αρχαίους χρόνους
που’μεινε στην ιστορία
ως μάρτυς σημαντικών γεγονότων,
ανεξίτηλη για τη διαχρονικότητά της
καθόσον δεν την άγγιξε κανείς
παρά ο αέρας του χειμώνα,
ο χιονιάς του Δεκέμβρη,
η βροχή του Σεπτέμβρη,
ο καυτός ήλιος του Ιούλη
Κι Εσύ»…
Κι έχουμε έτσι την απολογητική Νίνα στο «Ανίν Ιξελά»
«Πόσες αντοχές έχεις μαζέψει;
Πόσος πόνος χωράει σε μια ψυχή;
Πόσες προδοσίες σε μια ζωή;
Πόσες ενοχές γι’ αυτά που έκανες;
Κι άλλες πόσες γι’ αυτά που δεν τόλμησες;
Πόσους ψίθυρους αψήφισες;»…
Δεν ξέρω αν σας συγκινεί η εξομολόγηση της φίλης. Θα σας έλεγα μόνο τούτο το Σαββατοκύριακο, πριν στείλετε μηνύματα από το κινητό σας, να γράψετε κι εσείς σε ένα χαρτί μια σύντομη απολογία της ζωής σας. Έτσι τα μηνύματά σας θα είναι πιο καθαρά και αποτελεσματικά.
Και κάτι ακόμα που θα μας επιτρέψει να συνδεθούμε με το πρώτο μας θέμα, ; . Η Νίνα Αλέξη ασχολείται με την ιστορία με δύο χαρακτηριστικά ποιήματα. Στο θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου και την «Πόντια Μάνα». Στεκόμαστε με ευλάβεια στο δεύτερο.
«…Στην αγκάλεμ μ’επέρα τα μωρά μ’κι ετρεχα – ελάχμαξα.
Ώρες επορπάνα.
Να σώζω τα αθώα τα ψύα τουν. Έτρεχα και ετέρνα οξοπίς.
Τη στράταν για το λιμάν επέρα.
Η στράταν για τη σωτηρίαν εν ατό έξα,
πίσσα σκοτάδ αδά. Θεέ μ’,Θεέ μ’ να βάλς το χέρι σ’.

Αγκώνες έκοφτα σ’ αχάντια απές, μαύρο μονοπάτ’ επέρα,
Πόσα φορές κ’ ρούξα αφκά και κ’ εντόκα.
Γεράδας σα γόνατα αμόν χερόπα. «Μάνα, μάνα»
Τα μωρά μ’ να κλαίγνε
ελέπω τον Τούρκον το παιδί μ ν’ αρπάζ,
το ματωμένο το χαντζάρ το τρυφερόν τη γούλα κόφτ’
εσκότωσεν τ’ αγγελούδι μ’… Το πρόσωπό μ’ κόκκινο εβάφτεν.

Εσκώθα απάν και εκούιξα
«Επάρτεν εμέν, εμέν επάρτε
αφκά τα χέρια σουν α’ σα χάταλα μ’»….
Δεν χωράνε μετάφραση οι πικρές μνήμες.
Το κοινωνικοπολιτικό πρόσωπο της Νίνας Αλέξη συγκρατημένο αλλά ανυπoxώρητο αποκαλύπτει σε πολλά της ποιήματα :. Το πρόσωπο δεν είδα ενώ η ελευθερία ξεπηδάει ακόμη και ανάμεσα σε στίχους ερωτικούς. Όχι πως δεν υπάρχουν και στιγμές έκρηξης, όπως στη «Δαφνοστεφανωμένη Αθήνα».
«…Κι όταν τα ξέφτια κρέμονταν απ’ το χρυσοποίκιλτο
Φόρεμά σου κι άσμα λυπηρό μουρμούριζες
σέρνοντας τα σπασμένα τα φτερά,
για τα χαμένα, τις Καρυάτιδες, παιδιά σου,
ουδείς νοιάστηκε.»…

Υπάρχουν ακόμα και τα fragmenta, «Πόσο γλυκά ματώνεις ψυχή/ για την Ελευθερία!», «Μπούχτισα με τους ήρωες του καναπέ». (Εγώ να δείτε). «Πόσες θυσίες ακόμη/ για να χορτάσει το Τέρας;.
Και στις «ψυχές», μας λέει:
«Βουβές Κραυγές
θλίψη και πόνος
μάτια ερμητικά κλειστά
συνθήματα γραμμένα μ’ αίμα
θυσίες για την Ελευθερία…
«…Όλοι Ελεύθεροι γεννήθηκαν
για να Ζήσουν
και να πεθάνουν Ελεύθεροι
αφήστε τες λοιπόν, να Ζήσουν!»
Κι εδώ μπαίνει το θέμα, ποίηση και. Ο Ελύτης λέει όπου δεν ακούγεται αηδόνι, ακούγεται βόμβα Μολότοφ. Ο κόσμος βλέπει στην ποίηση την ασυμβίβαστη στάση, την πίστη στις αξίες, την ελπίδα και έναν ελεύθερο κόσμο. Η ποίηση, για τον Ελύτη, είναι μια διαρκής επανάσταση που αντιστρατεύεται όλες τις επί μέρους επαναστάσεις. Στο ίδιο πνεύμα και ο Ντίνος Χριστιανόπουλος. Η ποίηση δεν ξεφωνίζει το δίκαιο. Το υπηρετεί μυστικά και με συνέπεια.
Η ποίηση, λέει κάποιος δεν μπορεί ν’ αλλάξει τον κόσμο. Που αλλάζει με πράξεις. Όμως η ποίηση μπορεί ν’ αλλάξει τις συνειδήσεις που κατευθύνουν τις πράξεις.
Γιατί τώρα ο νούς μου πάει στον Ρήγα και τον Λόρκα; Ποίηση, ελεύθερη ζωή, έλεγε τότε ο Ρήγας τώρα μόνοι σας; Περιμένετε να σας βγάλουν οι άλλοι από τη φυλακή;
Στις 21 Μαρτίου είναι η ημέρα της ποίησης; Θα δεχτεί ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας τους καταξιωμένους ποιητές; Θα οργανωθεί στο Στάδιο συναυλία με μελοποιημένα ποιήματα; Θα διαβάσουν στα σχολεία οι μαθητές τουλάχιστον ένα τετράστιχο;
Πολλά ζητάμε σε μία χώρα όπου το 45% δεν έχει ανοίξει ποτέ στη ζωή του εξωσχολικό βιβλίο. Σε μια χώρα που χιλιάδες υποδέχονται έναν προπονητή ποδοσφαίρου και ποτέ δεν έγινε αυτό που συνέβη στον Ελύτη ένα χρόνο μετά τη βραβευσή του με το Βραβείο Νόμπελ στην Ισπανία. Το είπε και ο ίδιος σε μια συνέντευξή του. Στην Ισπανία ο ήλιος λάμπει και η καμπάνα στο Φουεντεβακέρος χτυπάει. Και ο κόσμος βγήκε στο δρόμο να τον δει «Εστά Όμπρε» φωνάζουν. Να ο άνθρωπος. Και οι απλοί εκείνοι άνθρωποι απλώνουν το χέρι να τον αγγίξουν «Εστά Όμπρε». Και όποιος βλέπει θυμάται πως μια τέτοια εικόνα μόνο στη Βίβλο υπάρχει με τον Μεσσία. Αλλά για τους Ισπανούς, Μεσσίας είναι ο ποιητής. Όπως ο δικός τους Λόρκα…
«Αλλά θα πρέπει να τελειώνω γιατί βλέπω εκεί στο βάθος κάποιον φίλο όχι μόνο να κοιτάζει το ρολόι του αλλά και να το φέρνει στο αυτί του για να δει μπας και έχει σταματήσει». Σώμερσετ Μώμ το χαριτολόγημα, όχι δικό μου.
Θα τελειώσω με την ίδια την Νίνα Αλέξη και το «Ανεκλάλητο αίτημα».
«…Το σύμπαν μου ένα χαοτικό σταυρόλεξο
Σκέψεων, λέξεων, αναμνήσεων, προθέσεων,
Σουρρεαλισμού, πραγματικότητας,
πάθους, οργής, αναζήτησης
για το απυρόβλητο Αληθινό συναίσθημα
που με μαθηματική ακρίβεια
οδηγεί στην Αληθινή ΑΓΑΠΗ».

Αυτό είναι φανερό Νίνα: αγαπάς την ποίηση και μέσα από αυτή σε αγαπήσαμε και εμείς απόψε. Τώρα εάν θα γίνεις ένας Εστά Όμπρε εξαρτάται μόνο και μόνο από σένα. Για να γυρίσει ο ήλιος της Δικαιοσύνης αλλά και της ποίησης θέλει δουλειά πολλή. Αφοσίωση, λατρεία στη γλώσσα, συστηματική καλιέργεια της έμπνευσης. Ξεχωριστό το δείπνο που μας πρόσφερες απόψε.

.

ΤΑΣΟΣ ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ

Εφημερίδα «Παραπολιτικά» 23/3/2017

Στο επίκεντρο της ποίησης, της Νίνας Αλέξη, ο Άνθρωπος σε όλες του τις εκφάνσεις, ερωτικές, κοινωνικές, ιστορικές υπαρξιακές.Έννοιες όπως ελευθερία, αγάπη, αξιοπρέπεια και έρωτας, το αίσθημα του πόνου, η αίσθηση της απογοήτευσης, η έκφραση της υπαρξιακής αγωνίας, δεσπόζουν στο έργο της.Συγκλονιστική η γραφή της Αλέξη που ζωγραφίζει πίνακες με την εκφραστική της δεξιότητα και μυθοπλασία.
Συναρπάζει, συγκινεί, προβληματίζει βαθιά και ελκύει τον εσώτερο άνθρωπο με άκρα ευαισθησία, από τον πρώτο στίχο μέχρι το τέλος. Ο λυρισμός της ποίησής της, εστιάζεται στον έρωτα, την άχρονη αγάπη αλλά και τη φθορά και το θάνατο.
Οι έντονες εικόνες που αβίαστα δημιουργεί δεν αναιρούν το ρεαλισμό και την αμεσότητα με την οποία αποκαλύπτει τα πλέον ευαίσθητα «προσωπικά δεδομένα» της ψυχής, ξεγυμνώνοντάς την από κοινωνικά «φτιασίδια» και συμβάσεις.
Η οικονομική κρίση, ο πόλεμος, ο κοινωνικός αποκλεισμός, η ισοτιμία ανδρών και γυναικών αποτελούν μέρος της θεματολογίας της συγγραφέως.
Γενικότερα η Νίνα Αλέξη δεν ωραιοποιεί τον ανθρώπινο βίο αλλά αναδεικνύει τις τραγικές διαστάσεις του. Επιπλέον όμως, τον νοηματοδοτεί με υψηλά νοήματα και αρχές, άλλοτε άμεσα και συχνότατα έμμεσα. Από το έργο της φανερώνεται η αγάπη της προς την Ελλάδα, την Αθήνα, την αρχαία και νεότερη ιστορία και πρωτίστως τον Άνθρωπο. Ένα ξεχωριστό έργο που πρέπει να βρει την περίοπτη θέση του στην ελληνική ποιητική βιβλιογραφία.

.

ΚΩΣΤΑΣ ΣΤΟΦΟΡΟΣ

Beauté τ. Ιαν. 2019 (ένθετο εφ. Realnews

“<<Με likes φούσκωσες το εγώ σου
και άδειασες τη ζωή σου.>>

“Η Ελλάδα με μια ξεχωριστή παράδοση στην ποίηση που ξεκινά από την αρχαιότητα και φθάνει ως τις μέρες μας -με δύο Νόμπελ Λογοτεχνίας,- αλλά και με ποιητές όπως ο Καβάφης, ο Ρίτσος, ο Καρυωτάκης, ο Λειβαδίτης και τόσοι άλλοι.
Σημαντική είναι και η σύγχρονη παραγωγή, αλλά δυστυχώς το ευρύ κοινό γυρίζει την πλάτη στην ποίηση κι έτσι πολλοί μικροί θησαυροί γύρω μας δεν ανακαλύπτονται ποτέ… Η Νίνα Αλέξη με σημαντική καριέρα στο θέατρο και στο ραδιόφωνο, έρχεται με το νέο της έργο – αναγραμματισμό του ονόματός της- να αποδείξει πόσο ζωντανή και ενδιαφέρουσα παραμένει η ποιητική δημιουργία. Όπως στους στίχους του τίτλου μπορεί να είναι μοντέρνα και να πιάνει τον παλμό της εποχής, να γίνεται αιχμηρή και να έχει χιούμορ:

<<Μη μου σπέρνεις άλλες λύπες,
μου τέλειωσαν τα τάπερ.>>

Στίχοι που θα τους θυμόμαστε και μέσα από τη συντομία τους, αφήνουν μια άλλη γεύση που αξίζει να τη δοκιμάσουμε.

 

.

 

1 σκέψη για το “ΝΙΝΑ ΑΛΕΞΗ”

  1. Περιγραφης με γυμνή αλήθεια οτι ζούμε , δυστυχώς αυτοι σκληρή στίχοι αγγίζεισουν την πραγματικοτιτα.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.